ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ

troaditis

 

 

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 με αρχές της δεκαετίας του 80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως διορθωτής εφημερίδας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα και Αυστραλία, στα Ελληνικά και Αγγλικά. Οργανώνει ποιητικές εκδηλώσεις στην Μελβούρνη, ενώ ασχολείται με την ποιητική μετάφραση. Έχει, επίσης, κάνει μεταφράσεις πολλών άρθρων πολιτικού και ιστορικού περιεχομένου. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο» στη διεύθυνση http://tokoskino.me

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0003

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

ΜΕ ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ (2016)

 

ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΜΟΥ

 

Ι

Οι τόποι μου
βρίσκουν καταφύγιο
σε ρημαγμένα κτήρια
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες
σε φωτιές που θεριεύουν

 

II

οι τόποι μου
κυλιούνται πρηνηδόν
σε μάτια χαμένα
βλέμματα κατακερματισμένα
σε κοινούς κατατρεγμούς
και ακρωτηριασμούς σωμάτων

 

III

οι τόποι μου
λυγίζουν απ’ την απόγνωση
σε βομβαρδισμένες γειτονιές
μορφές με βαθουλωμένα μάτια
από την πείνα
και τις αγρύπνιες

 

XIV

οι τόποι μου
λικνίζονται έντρομοι
μπροστά σε ελάχιστα φεγγάρια
χαμένοι σε ερείπια
με θειάφι απομόνωσης
σε σωρούς σκουπιδιών
όπου ανεμίζουν πύρρειες
αιματοβαμμένες σημαίες

 

XV

οι τόποι μου
μετέωροι μέσα
στην ολική κατάρρευση
του χρόνου
μουλιασμένοι μέσα
στην κίτρινη βροχή
που τους σκέπασε
ως άλλο νεκροσάβανο
κι οι κάτοικοί τους
έμειναν
χωρίς μνήμη.

 

 

ΞΕΜΑΚΡΥΝΕ Η ΦΥΣΗ

Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά
σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας
απέδρασε από τις αρτηρίες μας
μετοίκησε σε άλλα καταγώγια
έγινε στρώμα καπνού

έχει όμως προοπτική αναγέννησης
από τις στάχτες της
μ’ εμπορικές ρήτρες
ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση

σαν να προσπαθείς να αποσπάσεις
την προσοχή αχρηστευμένων βλεμμάτων
με κουδουνίστρες
και άλλα ευτελή παιχνιδάκια.

 

 

ΤΑ ΜΟΥΝΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΤΗΣ ΜΕΛΒΟΥΡΝΗΣ

Ξεφυλλίζει την εφημερίδα
οι υπάλληλοι προσέρχονται ράθυμοι
στα αφημένα απ’ την αχλή της νύχτας γραφεία
ο ήλιος δεν λέει να ξεμυτίσει

ένα ακόμα απ’ αυτά τα μουντά πρωινά
της Μελβούρνης, της πόλης του Νότου
με τα μεγάλα πάρκα και τα στενά καταστήματα

κάθε πρωί
ανάμεσα στην κίνηση
κι ένα περιορισμένο καυσαέριο
κατεβαίνει στην ίδια στάση του τραμ

ο ταχυδρόμος δεν φέρνει τίποτα σημαντικό
μόνο τραπεζικά χρεόγραφα
λογαριασμούς
και άχρηστη αλληλογραφία
από αποστολείς που ποτέ δεν γνώρισε
κι από γραφεία
που ποτέ δεν μπήκε

ασήμαντη χαρτική ύλη
ανίκανη να ανατινάξει
την επαναστατική του φαντασία
καθώς προσπαθεί να εξάψει τα πνεύματα
ενάντια στα τέρατα που διεκδικούν
τον άκρατο πολιτισμό μας.

 

ME MIA ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ

Αυτή η μακρά πορεία
προς το θάνατο
πρέπει ν’ ανακοπεί
τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης
πρέπει ν’ αλλάξουν χρώμα

αυτή η απαρασάλευτη οδύνη
πάνω απ’ τις στέγες
των καρδιών μας
πρέπει να μεταλλαχτεί
σε εκρηκτική σκέψη
έμμονη και φλογερή
πυρωμένη
στο αμόνι της ταξικής πάλης
αναμενόμενη σαν ανατολή
καυτή σαν το δάκρυ
στο μάγουλό μας
μετά το μεροκάματο
του τρόμου

αυτή η άγρια πορεία
προς το θάνατο
πρέπει να ανακοπεί
με μια θεσπέσια χαραυγή
των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση
της ψυχής
που δεν θα επιτρέψει
στα προοίμια της αδικίας
να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

 

ΕΞΑΡΧΕΙΑ ’80

Σαντέ σκέτα χωμένα
στο στρατιωτικό αμπέχονο
κι οι ευαισθησίες παντιέρες
σε τσιφτετέλι και ρέγγε
στην πλατεία των ολόφωτων
γυμνασμάτων του μέλλοντος
τα μαλλιά κι οι γενειάδες
σημαίες χωρίς κατάρτια
ξομπλιαστές στ’ αστραποβρόχια
της εκάστοτε κρατικής καταστολής
κι οι νυχτερινές κεραίες
να λικνίζονται σε ουζερί
και ταβέρνες ανά το χώρο
με τον μαύρο ποιητή απ’ το Σουδάν
στην πρωτεύουσα της αναλγησίας
όλοι υποψιασμένοι
για τούτο και για τ’ άλλο
τα περασμένα και τα παρόντα
και τα μελλούμενα να ’ρθούν
προφητικά παρελαύνοντας
απ’ της καρδιάς το πύρωμα
και τις βεβαιότητες της ιδεολογίας
σαν την ανατολή και τη δύση
που είναι σίγουρες
σε όποιο τόπο και χρόνο…

 

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Το κατεστημένο θα κάψω όντας πυρομανής
κι οι λάμψεις του θα διασχίσουν
τις μίζερες αχτίδες αυτού του κόσμου
την αγωνία της ζωής θα ζωγραφίσω
κι η σκέψη μου θ’ ακονιστεί
με μια δόση ευρύτερης προοπτικής
τα κενά της συνείδησης θα φωτίσω
αυτά που μένουν ανεξερεύνητα
η αναπνοή μου και μόνον αυτή
θα είναι καθοριστική γροθιά
στα παγερά κάτεργα, στα κελιά
εξεγερμένες οι αισθήσεις μου
θα διαλύσουν τις εξαγοράσιμες ανάγκες
και θα σκορπίσουν τα κομμάτια
των στεναγμών τους
στο άπειρο της λήθης.

 

ΣΑΝ ΕΜΜΟΝΗ ΑΙΜΟΡΡΑΓΟΥΣΑ

Οι ερημιές κυριαρχούν παντού
στα πολύβουα εμπορικά κέντρα
στις λαϊκές αγορές
στις μεγάλες λεωφόρους
στις γιορτές των πολιούχων αγίων
στις ατραπούς της λησμοσύνης
στις αφύλακτες διαβάσεις

εκεί γλοιώδεις έμποροι
καρφώνουν το κεφάλι σου
τεμαχίζουν τις ανάσες σου
παζαρεύουν ακόμα κι αυτά τα ξέφτια σου
με εμπορικές ρήτρες
αλλά και μουσειακή έπαρση

εκεί σηκώνεις για λίγο το βλέμμα
μα κι αποστρέφεις τη θωριά σου
σαν εμμονή αιμορραγούσα

εκεί αφήνεις το αίμα σου
σε πασσάλους
σε βωμούς
για την απόλυτη δόξα
των ιεροεξεταστών…

 

 

 

ΥΠΟΛΗΨΕΙΣ – ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ 2013

 

Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης

 

στιγμή πρώτη

ξεσκισμένες ταινίες
κνόδαλα της ζωής
σαν να μαζεύεις τα ξέφτια
του απομεσήμερου
στα γυμνά σου πόδια
σπουργίτια που κροταλίζουν
τα ψίχουλα της αδράνειας

 

στιγμή δεύτερη

ήχοι διαθλώνται σε παράταξη
με τύμπανα από τότε
σαν φύλλα που πέφτουν
από τον αγέρα χτυπημένα
σαν παιδιά που ξεκλέβουν τις ώρες

 

στιγμή τρίτη

η πάχνη της νύχτας
το μουντό χρώμα
του πρωινού σημάδι
στην επερχόμενη μέρα
με ρυθμούς από ράμφη πουλιών
και χαλασμένες μηχανές

 

στιγμή πέμπτη

πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια

 

στιγμή όγδοη

πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας

 

στιγμή δωδέκατη

να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους
πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο

 

στιγμή δέκατη τρίτη

η σιγανή φωνή μας
τιτίβισμα σπουργιτιού
που δεν ήρθε με χέρια
ολόλευκα κλαίει τη νύχτα
πίσω από καθρέφτες
ή συνωστίζεται
σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας
για μια στιγμή υπόληψης

 

 

Απόπειρες ονείρων

 

απόπειρα πρώτη

κάθε απόπειρα σκέψης
περιέχει όλες τις απόπειρες μαζί
κάθε κίνηση στο άπειρο
περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί
κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα
περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου

 

απόπειρα δεύτερη

η ξηρασία μας αποτελείωσε
σε αλυσίδες σκόνης
η ζέστη μεσουρανεί
ο καύσωνας κυβερνά
με απομιμήσεις βροχοπτώσεων
προχωρούν οι προνοητικοί
σε λιτανείες
θρησκευτικές ή μη
στις ράχες μας
η ξηρασία που εκτοπίζει
τους πάντες
σε τόπους εξορίας
που ξερνούν
περιβαλλοντικές καταστροφές
αγκομαχώντας

 

απόπειρα τρίτη

έτσι έγκλειστοι
σε ηλεκτρονικές κάμαρες
αποκολλούνται τα κομμάτια μας
μένουμε με τα υπολείμματα
του εαυτού μας
η ψυχή μας έρμαιο
σε σχήματα κι απομιμήσεις
με τ’ άντερα έξω
σε κοινή θέα
εκτεθειμένα στα βρόχια
της καθημερινότητας
δεμένοι χειροπόδαρα
από αόρατους σπάγκους
κάποιος τραβά το χαλί
κάτω απ’ τα πόδια μας

 

απόπειρα έκτη

τα παίζουμε όλα για όλα
με θεατρικές ατάκες
σαν κόμπους στο λαιμό
που κρημνίζονται
σε χαώδη βάραθρα
και δίνες
αιώνιων χαιρετισμών

 

απόπειρα έβδομη

όλα συνεχίζονται…
αλλά μυρίζουν θειάφι
και σπέρμα
εκκωφαντική απομόνωση
η ζωή του καθένα
ανοιχτός κάδος
με απόλυτη ησυχία
ούτε θρόισμα φύλλου
ούτε ισορροπίες
στους λεπτοδείκτες
μόνο γεννήσεις
στα σκοτάδια
στους πίσω δρόμους
με τους ξεγελασμένους
εραστές των φαντασμάτων

 

απόπειρα ενδέκατη

φοράς ατάραχος
τ’ όνομά σου
περιφέροντάς το
με ευτελή κοσμήματα
κειμήλιο σε φωτιές
που τρεμοκαίνε
ασήμαντο στολίδι
προς εξαφάνιση
κι ας διατείνονται
οι μετεωρολόγοι
ότι χρειάζεται τόλμη
ν’ αγαπήσεις ακόμα
και την ύστατη
σταγόνα δάκρυ

 

απόπειρα δέκατη τρίτη

το γκρίζο χάραμα
χωρίς ίχνος ρόδινου
στις ανοιχτές αυλόπορτες
στο παράθυρο της σκέψης
με ευχές και φόβους
γιατί ζεις
κι άλλα δράματα
με πρόσωπα
που δεν γνωρίζεις

 

απόπειρα δέκατη τέταρτη

το πολύ βαθύ κόκκινο
με τρελαίνει
γιατί είναι το χρώμα
της ανάτασης
φέρνει στο σχεδόν μαύρο
το χρώμα της ανάδυσης
μ’ αυτό αλλάζεις
πλεύσεις
και σχέδια
σαν τα πλάσματα
της πυρκαγιάς
που παλεύουν ολόρθα
κι εξαγριωμένα

 

απόπειρα δέκατη όγδοη

γραμμές αναφαίνονται
τα μονοπάτια της γαλήνης
σαν αγέλη σκύλων
που εμποδίζει τον ύπνο
αλυχτώντας τη νύχτα
σε τοπία που βρέχονται
από ραδιενεργούς αφρούς
ξεραμένα φύλλα
αιώνιων φθινοπώρων
φωνές σε άλλες όχθες
τυφώνες που δεν
κατέστρεψαν

 

απόπειρα εικοστή πρώτη

στέκεις ακίνητος
κοιτώντας τα τρένα
που τρέχουν παράλληλα
με τους κόκκους της σκόνης
στα πνευμόνια σου
αλλόκοτη κι αυτή η τάση
να ξεγράφεις τα πάντα
και μετά
να καταβυθίζεσαι
σ’ ατέλειωτο ύπνο
έτσι που να
μην προφταίνεις
τα καυτά διαμάντια
της επόμενης μέρας

 

απόπειρα εικοστή δεύτερη

ο ήλιος βασανιστικός
η γραφή θραυσματική
σκοτώνει η πρώτη ανάγνωση
η τρυφερότητα είναι απόγνωση
η χαρά λύπη
ο πόνος λύτρωση
κι η συνύπαρξη
είδος πολυτελείας
συνηθισμένο βότσαλο
στις αμμουδιές της μνήμης

 

 

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 2012

 

1

Οι νεκροί στις κοιλάδες
δεν ξεχνιούνται
ούτε η λάσπη της δημιουργίας
που πέφτει στο κενό

ο περιπλανώμενος αέρας
δεν ξεχνιέται κι αυτός
ο κόκκινος ήλιος
που δεν θέλει να δύσει
οι επιμένοντες να σπάσουν
το φράγμα του ήχου…

τα κατάλευκα πρόσωπα
δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη
σαν δυο κομμάτια πάγου
εξαφανίζονται στα νερά που τρίζουν

Τα τραγούδια της αναμονής
δεν είναι ανώφελα
καθώς το λάδι
στη μηχανή του κόσμου
δρασκελάει τους αιώνες
ως άλλη κοπιάζουσα αγωνία
να αναδυθεί η ανατολή της σκέψης

 

2

Οι άνεμοι μας οδηγούν
τα κουπιά σπασμένα
γδαρμένα τα παλαμάρια
κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια

το γκρίζο φως
εισχωρεί σ’ άσπρους κροτάφους
χέρια γαντζωμένα στην καρδιά
σαν τα χάδια που κοχλάζουν
τις κρύες νύχτες

σκύβουμε πάνω από οστά
λέπια και πτερύγια
μακρόστενα φυλλώματα

αποκοιμόμαστε
και κανείς δεν μας σκέφτεται
μέσα σε θροίσματα
πριν το μεγάλο χιόνι
σκεπάσει τα μαλλιά μας

τ’ άγρια πουλιά
το βάζουν στα πόδια
και το λευκό απέραντο
δραπετεύει χωρίς πνοή…

 

5

Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται
σιγοβράζουν μέσα μας

οι ήρωες δεν εμφανίζονται
υπάρχουν ως αναμνήσεις

τα γεγονότα ρέουν
αλλά είναι τα ίδια
με άλλους πρωταγωνιστές

κι οι ελπίδες είναι ίδιες
κι η κατάδοση μυστικών
κι η λιποταξία από τ’ όποιο χρέος

όταν ανασαίνουμε στον ύπνο
όταν φεύγουμε
αφήνοντας σκόνη

 

8

Η νύχτα καμένη από φωτιές
από μίλια μακριά

ανασαίνουν βαρυγκώμιες
οι καπνοδόχοι

νιάτα αλυσοδεμένα
με μια χούφτα πασατέμπο
κι επαναστατικά τσιτάτα

να θερίσουν με το δρεπάνι
τους ουρανούς

βγάζοντας τη γλώσσα
στις κατάμαυρες φτερούγες.

 

10

Το κόκκινο δεν πληγώνει
συνταιριάζει με τόσα πράγματα

τη φύση και την ανατολή
τη δύση και τον αγώνα
την ανθρωπότητα που αντιστέκεται

κάνει παρέα με το μαύρο
της θλίψης και της οργής
κάνοντας τα σκοτάδια να λάμπουν

ευνοεί ακατονόμαστες πράξεις
εξεγέρσεις στα σάπια βάθρα
και γκρεμίσματα θρόνων

 

13

Τ’ αγκάλιασμα όαση των χεριών
οι κόκκινες λέξεις την αυγή
ψίχουλα ευημερίας
αλλά ποτέ ολόκληρο καρβέλι

το τραγούδι θα ηχεί
ανοίγοντας ρωγμές στον ήλιο

η σκιά του φθινοπώρου θα χάνεται
στην ακυμάτιστη θάλασσα
σπάζοντας τα στεγανά
της χάρτινης αντανάκλασης
της ελευθερίας

η ανυποψίαστη πόλη
θα έχει ένα φως λιγοστό
ασάλευτες κραυγές
ν’ ανατριχιάζουν
στο τριζοβόλημα της φωτιάς

 

15

Σκοτεινοί τόποι οι δικοί μας
με πινελιές αυτοσαρκασμού
αίσθηση ασυνέχειας χειροπιαστή
λόγια που φτεροκοπούν
σωσίβιο στη γλώσσα
άλματα σε σταθερές εμμονές
πλάνητα βίο διάγοντας

τα μακρινά ταξίδια των ονείρων
μοιάζουν με υλικά παραμυθιών
η ρήξη με τους θεσμούς
η ελευθέρωση απ’ τους μύθους
σαν την αράχνη με ιστό
στην εντέλεια πλεγμένο
με συμμετρία να λοξοδρομεί
στις ατέλειες του κόσμου
σαν τέσσερεις διαστάσεις
να στροβιλίζονται
στο άπειρο του χάους,
στις αδιόρατες δυνάμεις
που συνθέτουν μεστές ιστορίες
παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας

ήρωες οι ψυχές
των μαγικών πλασμάτων
με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις
ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας
πάθη σε καταιγίδες
μοιάζουν με ύμνους
αφηγήσεις άξονες ιστοριών
περνάνε και πληθαίνουν
από γενιά σε γενιά
όπως οι θητείες στο αέναο…

 

 

 

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ 2012

 

Κουβέντες σαν εύφλεκτο υλικό

Κάλπικος αγέρας η ζωή μου και με μπερδεύει,
περπατώ και μ’ ακολουθεί,
στέκομαι και μαρμαρώνει,
ξυπνώ και με τριγυρίζει…
Τα βήματά μου είναι τα δικά της.
Της μιλώ και μ’ απαντά
με κουβέντες σαν εύφλεκτο υλικό
που προμηνύει θύελλες.
Όταν φωτίζεται το σκοτάδι της ψυχής μου
μοιάζει περισσότερο με διασπορά από ράκη και θρύψαλα
παρά μ’ αδιάκοπη αλλαγή διαθέσεων.

 

 

Θα είμαι εκεί…

Πλάι στο κύμα,
πλάι στον ήλιο,
πλάι στην καυτή άμμο
έμαθα να φτιάχνω όνειρα.
Πλάι στα γάργαρα ποτάμια,
στη σερενάτα των πουλιών
έμαθα να βιώνω τη μοναξιά μου.
Ωστόσο, μέσα απ’ όλα αυτά
έμαθα και να βλέπω τη μορφή της
Κι αν ακόμα η φύση στερέψει
θα είμαι εκεί και θα την αγαπώ.

 

 

Οι νύχτες

Οι νύχτες εδώ μου τρυπούν την καρδιά
κι εγώ εντρυφώ στο κέντρο των δινών τους.
Πότε γίνομαι ένα μαζί τους
και πότε ξαπλώνω στα υγρά τους γρασίδια
έχοντας τις ροές τους για προσκεφάλι.
Κάθε παρέκκλιση ίσως φέρει παγετώνες
που θα δολοφονήσουν
τις άγριες προκλήσεις τους.
Το γυμνό μου κορμί αιωρείται
σαν λεπτεπίλεπτο εκκρεμές
σε υπόγειες διαβάσεις νυχτερινών τοπίων…
Ο ερχομός των αστεριών της αγάπης
είναι αναπόφευκτος.

 

 

Θα σε νανουρίσω

Θα σε νανουρίσω κρυφά,
ω, ιέρεια του λογισμού μου
καθώς αγάπησα τις μικρές θεές σου,
τ’ άλογα της σκέψης σου
που τρέχουν στα λιβάδια.
Δεν σ’ έχω, μα είσαι δίπλα μου
ούτε σε βλέπω
μα είσαι παντού και πάντα.
Δροσοσταλίδες στα μαλλιά σου
δώρο της φύσης
στόλισμα στην ομορφιά σου.

 

 

Σπάω τη λαχανιασμένη μου φαντασία

Μπορώ ακόμα να σηκώνω ψηλά τα στήθη μου
κατακόκκινα σε πλημμυρισμένους ουρανούς,
σε αγάπες που μόλις τώρα ανατέλλουν.
Σπάω τις βιτρίνες των πρώτων μου σελίδων
που κρέμονταν σαν σκουριασμένες ταμπέλες,
σαν πτώματα παραδαρμένα από ξεροβόρια.
Σπάω τη λαχανιασμένη μου φαντασία
Και την ορθώνω
πιο ψηλά
πιο ψηλά…

 

 

Μια μικρή δόση αγάπης

Τώρα που τα λουλούδια σταμάτησαν
ν’ αφουγκράζονται το ρυθμό των ημερών
κι έγιναν πλαστικά κι αυτά,
μαζί με τις αισθήσεις μας στα τσιμεντένια όρια,
μαζί με τις πέτρινες ανάσες μας,
μόνο μια μικρή δόση αγάπης έμεινε
στον αφρό των διψασμένων σωμάτων μας.

 

 

Τα όνειρά μου νιώθω να βουλιάζουν…

Τα όνειρά μου νιώθω να βουλιάζουν,
τα βλέπω παράνομα και σφαγμένα
να τρέχουν σε διόδους διαφυγής.
Ινστρούχτορες αναγεννημένοι
βάλθηκαν να τα πετσοκόψουν
και έμποροι ευαισθησιών να τα ταριχεύσουν.
Υποτιθέμενοι φίλοι τα ειρωνεύονται
κι εκκολαπτόμενοι δυνάστες τα ποδοπατούν.
Πώς θα βγουν αυτά τα όνειρα στην επιφάνεια
των δραμάτων που παίζονται γύρω μου;
Πώς θα τα συνοδέψω μέχρι τέλος
στην προσπάθεια ν’ αναδυθούν;
Ποια τύχη θα έχουν στην άλλη γωνία;
Μάλλον θα πρέπει να τα θάψω
κι έπειτα το μόνο που θα με συντροφεύει
θα’ ναι μια ταφόπλακα ονείρων
με τόσες περγαμηνές.

 

 

Εσύ…

Εσύ φεγγάρι ολόγιομο
μέσ’ του πλήθους τις γκρίζες αναλαμπές,
που ξαστερώνεις πάθη.
Εσύ καθάρια ύπαρξη
μέσα στη σφοδρότητα…
Εσύ ανατολή γοργή και σίγουρη,
γλυκιά ζεστασιά
στα σκιρτήματα της αγκαλιάς.

 

 

Είναι κοντά αυτή η μέρα

Είναι κοντά αυτή η μέρα
που η υπέρτατη ένωσή μας
θα ξεχυθεί στα διάσελα,
τότε που τα κορμιά μας
θα τρέφονται
απ’ τους καρπούς της ζωής.
Αυτό θα είναι το πνεύμα
που θα μας συντροφεύει.

 

 

Αρνούμαι

Αρνούμαι τις άδειες νύχτες στη ράχη σαν πληγές,
τα ρολόγια να δείχνουν τις ίδιες ώρες,
τον έρωτα να κάνει πιάτσα σ’ έρημους σταθμούς,
σημάδια σφραγίδων να βαραίνουν τα κορμιά μας,
άγρια και τρελά στίγματα στο βάθος του χρόνου,
τον κρύο ιδρώτα να νοτίζει τη σκλαβιά μας,
τα όνειρα να χάνονται αποστομωμένα,
τους λιπόθυμους ουρανούς με τα νεκρά φεγγάρια,
τον αντίλαλο της απολίθωσης αυτού του κόσμου,
το άψυχο υποτονικό φάντασμα της κοινωνίας,
τα παγωμένα σπέρματα ανάγκης,
τις αδύναμες ημερομηνίες,
τις αλυσιδωτές πικρές αρρώστιες,
τις φιγούρες των ζητιάνων στα πεζοδρόμια,
το σκάψιμο του χρόνου ν’ ανοίγει ουλές στο πρόσωπο,
την άσπρη παγερή σκόνη τη γεμάτη εφιάλτες,
τα παραπετάσματα των ψυχρών θαλάμων,
τις σειρές άγχους στα σημεία αναμονής,
τη μοναξιά που είναι σα φυλακή στενή και κρύα,
τις απελπισμένες λάμψεις στα σκοτάδια,
τον ήλιο που σέρνεται στοιχειωμένος,
την κοφτερή όψη μιας αναμαλλιασμένης ομίχλης.
Αρνούμαι ακόμα και να πνίξω αυτές τις αρνήσεις μου.

 

 

Τις νύχτες ξεσπάμε

Τις νύχτες ξεσπάμε σ’ αναφιλητά
κι οι παγωμένες σκιές μας αδυνατούν να κραυγάσουν.
Απλώνουμε τα δάχτυλά μας στο φεγγαρόφωτο
μα κανένα είδωλο δεν φαίνεται
όπως οι κατάλευκες μπαλαρίνες
των παιδικών φαντασιώσεων.
Άλλοτε ζωντανεύουν κι άλλοτε πεθαίνουν οι μνήμες,
αλλάζοντας ρόλους που δεν έχουν κάτι να δείξουν
γιατί είναι νάιλον πια,
σαν ανάπηροι ακροβάτες σε σάπιο σκοινί.
Σαν κρεατομηχανές σάπιων αυθορμητισμών
κρέμονται οι ψυχές στα τσιγκέλια
έτοιμες για μεταπώληση,
αιχμάλωτες μίζερων ίσκιων
και καμουφλαρισμένων κουφαριών ηθικής,
σαν υπηρέτες καταρρεόντων ειδώλων.

 

 

Ιχνηλατώ την πορεία μου

Ιχνηλατώ την πορεία μου
κι η ζωή μου
βρίσκεται στις παλάμες σου,
αναδεικνύοντας την υπέρτατη θυσία
όχι μέσα από ψυχρές ηδονές
μα στη μεγάλη αγάπη,
που τη διάλεξα όμορφη,
πέρα από κάθε όνειρο,
όταν σε βρήκα σε εποχές
και πορείες αρχέγονες,
σε αινίγματα ημερών
και σε κραυγές άναρχες,
όπως το φως που αγαπά τα δέντρα
και το χώμα που χρειάζεται
έναν σπόρο ευαισθησίας.
Μπορεί η ελευθερία ν’ ανήκε στα όνειρα,
μα ήρθε η ώρα να την κάνουμε αληθινή.
Έλα να εναντιωθούμε στους κύκλους
των επιλογών που λιγοστεύουν,
στην τραγική ομοιότητα των γεγονότων,
στην πολιορκία της συμβατικότητας των ημερών.
Επειδή η ευγενική μας οργή
είναι και επαναστατική.

 

 

 

ΧΝΑΡΙΑ ΟΡΓΗΣ 2011

 

Πίσω από τις άδειες νύχτες

 

Ένα φως αγναντεύω

Ένα φως αγναντεύω
σε λαξεμένους βράχους
κι ένα απαλό χέρι να χαϊδέψει
παρθενικά πρόσωπα.
Τους τοίχους αγναντεύω
που γράφουν το μέλλον.
Ένα φως αγναντεύω πάντα,
ένα ξερό λουλούδι να τ’ αγγίξω
να του μιλήσω στη νυχτερινή βροχή.

 

 

Το ξαστέρωμά μου

Δεν θ’ αφήσω να χαθούν τα όνειρα
σαν υγρές καταχνιές από δάκρυα
σαν σκιές από κόκαλα.
Δεν θ’ αφήσω το αίμα του ήλιου
να ξεστρατίσει άψυχο.
Δεν θ’ αφήσω τη νύχτα
να γίνει κομμάτια
και τα φεγγάρια να γείρουν λιπόθυμα.
Θ’ αλαφρώσω στο αντάμωμα του ήλιου,
το κορμί μου θ’ απαλύνει στο χρόνο,
αριθμοί απ’ το μυαλό μου θα εξαφανιστούν.
Αυγερινός θα γίνω ορμώντας
σ’ ουρανούς που δεν λυπούνται
και θάλασσες που δεν στερεύουν.
Οι κραυγές μου θα ζεστάνουν
τα κρύα σίδερα.
Θα ξαστερώσω στους παράξενους
κι αέναους δρόμους.

 

 

Η εξέγερση των αισθήσεων

Το κατεστημένο θα κάψω όντας πυρομανής
κι οι λάμψεις του θα διασχίσουν
τις μίζερες αχτίδες αυτού του κόσμου.
Την αγωνία της ζωής θα ζωγραφίσω
κι η σκέψη μου θ’ ακονιστεί
με μια δόση ευρύτερης προοπτικής.
Τα κενά της συνείδησης θα φωτίσω
αυτά που μένουν ανεξερεύνητα.
Η αναπνοή μου και μόνο αυτή
θα είναι καθοριστική γροθιά
στα παγερά κάτεργα, στα κελιά.
Εξεγερμένες οι αισθήσεις μου
θα διαλύσουν τις εξαγοράσιμες ανάγκες
και θα σκορπίσουν τα κομμάτια
των στεναγμών τους
στο άπειρο της λήθης.

 

 

Ντρέπομαι…

Ντρέπομαι μπροστά στον κάθε θάνατο
όταν τα βλέμματα κολλούν πάνω μου
στους δρόμους και τα σινεμά
στα μπαρ και τα λεωφορεία.
Όταν με ματώνουν
τα θρυμματισμένα τζάμια
τα άσπρα κράνη και τα κλομπ
τα εφήμερα ποτά
και οι πόρνες συνειδήσεις.
Στίχοι σε μαύρο φόντο
αργοί
και με πένθος.

 

 

Χάσαμε την καρδιά μας

Χάσαμε την καρδιά μας σύντροφοι,
οι αορτές της έγιναν ηλεκτρονικές συσκευές,
οι αισθήσεις της προγράμματα κομπιούτερ.
Μείναμε ψάχνοντας για παρηγοριά
στις νέες αστραφτερές φυλακές μας.
Οι φωνές των νεκρών μας
μόλις που φτάνουν στην ψυχή μας
Οι λογικές κι οι ανασφάλειες έγιναν ένα,
το παρελθόν ίδιο με το μέλλον,
η πρώτη μέρα ίδια με την τελευταία.
Η ιστορία είναι εγκληματική,
ένας κατάλογος δολοφονιών
από ισχυρούς αφέντες των στιγμών
και μηχανορράφους εφευρέτες επιθυμιών.
Ο φόβος της στέρησης είναι ο μπούσουλας.
Αργά ή γρήγορα θα ξεχαστούμε.

 

 

Σε κόκκινους ουρανούς

Ζητώ τον βαθύ αντίλαλο
του εσπερινού.
Οι σταλακτίτες να λάμψουν
σαν αστέρια.
Οι αγέρηδες να ξεστρατίσουν
σε κόκκινους ουρανούς.
Σαν ίχνος της γαλήνης
ν’ αναδυθώ.
Σαν μυστική νεράιδα
να πορευτώ στις ατόφιες μορφές
στη σάρκα και το αίμα.
Επιζητώ να ξεφύγω απ’ την ομίχλη,
να μην είμαι κορμί άψυχο
τυλιγμένο με οίστρους
μιας άρρυθμης καρδιάς.

 

 

Σκόρπια ποίηση

 

Βράχος αξεπέραστος

Βράχος αξεπέραστος αυτή η πόλη.
Τ’ αέρια βουίζουν
σε καπνισμένους θαλάμους.
Πολλές μάχες, πολλές ιστορίες
που τις χάσαμε,
χαρακώνοντας τις σάρκες μας,
μόνοι μέσ’ σε ζωντανούς τάφους,
χωρίς παράθυρο στο ξάγναντο,
χωρίς πόρτες στα δάκρυα
των λουλουδιών,
χωρίς άνεμο στη λησμονιά της μέρας.

 

 

Στην ορθάνοιχτη πόρτα της καρδιάς της

Στην ορθάνοιχτη πόρτα
της καρδιάς της
τα μαύρα μαλλιά της
με την απλότητα των χεριών της
σχημάτιζαν την αγάπη
στις τρεις υποστάσεις της.
Ένας μικρός ήλιος στην ψυχή της.
Καβαλάρισσα στις σκέψεις
και τις αγωνίες
Φορτωμένη μιαν αγκαλιά
φεγγαρόφωτο.

 

 

Υποτιθέμενα χάδια

Άχρωμες σκέψεις περιφέρονται αδιάφορα.
Πληγωμένα σώματα λικνίζονται ράθυμα
σε πίστες εφησυχασμού.
Είδωλα φιγουράρουν
σε καθρέπτες απατηλών ονείρων.
Τρέμουμε σύγκορμοι στις άχαρες ροές μας,
στο ίδιο μας τ’ αντίκρισμα.
Φωνές εκτοξεύονται σαν ριπές από μοιρολόγια
τραγουδισμένα σε τόνους
δίψας και φυματίωσης.
Φουνταρισμένα μεθύσια
σε πέλαγα ψευτοηθικών.
Παίζουμε κρυφτούλι με τον εαυτό μας.
Ο αδυσώπητος πληθωρισμός
μιας υποκριτικής αγάπης
μας παίζει άσχημο παιχνίδι.
Λόγια που πνίγονται σε φωταγωγούς ειρωνείας.
Βλέμματα τραγικά σ’ ένα στυγνό αφύσικο.
Άψυχοι μέσα σε σωρούς ακαθόριστους
κι ευνουχισμένους ίσκιους παραμυθιών.
Σχοινοβασία σε σάπιο νήμα
καμουφλαρισμένης σιγουριάς.
Ισχνοί σαν κιτρινισμένες αποτυπώσεις.
Στήθια με πληγές μολυσμένες κι απροσδιόριστες.
Στόχοι φθαρμένοι και νωχελικοί.
Υποτιθέμενα χάδια
σε γκρίζες υποκριτικές μέρες.

 

 

Η σιωπή των άστρων
Ώρες έρχονται και φεύγουν
σαν απόηχοι ξεψυχισμένων ηδονών.
Οι βρώμικες γωνιές αυτής της πόλης
μυρίζουν απωθημένα σπέρματα αναγκών.
Νύχτες που δείχνουν τη γύμνια τους,
παραδέρνοντας στα κενά τους,
τρεχάτες πίσω από σχήματα πένθους,
ξεθωριασμένα χρώματα της ζήσης,
κηλίδες αγάπης που χορεύουν μόνες
με μια συνηθισμένη έπαρση
και στο τέλος πνίγονται
κάτω απ’ το βάρος της λάσπης.
Κάποιες κιθάρες ηχούν παράφωνα
με κλίμακες ραγισμένες.
Η σιωπή των άστρων είναι παγωμένοι κρύσταλλοι
στον νωχελικό ορίζοντα μιας ματιάς.

 

 

Αισθήσεις υπό περιορισμόν

Μας θέλουν σημαδάκια σε ταξινομήσεις.
Κωδικούς αριθμούς σε μητρώα διαχωρισμών.
Πειραματόζωα σε πυρηνικά εργαστήρια.
Λαδωμένες μηχανές σε χρηματιστικά πορνεία.
Πουλητάρια σ’ αγορές σε τιμές ευκαιρίες.
Γκρίζους τόνους σε κρατικά έγγραφα.
Σκόνες σε διαφάνειες.
Αλυσοδεμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Κι εμείς μένουμε άναυδοι.
Βυζαίνοντας το δάχτυλό μας.
Σαν μια ανάγκη τόσο κοινότοπη.
Με τις αισθήσεις μας υπό περιορισμόν.
Μαρτυρικά απομεινάρια ηδονών.
Σε παγερά σφαγεία συνειδήσεων.
Όταν μας κομματιάζουν.
Όταν μας ευνουχίζουν.
Όταν μας σκοτώνουν.

 

 

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα.
Ν’ αναιρέσουμε τ’ απόλυτα σκοτάδια.
Να ηχήσουν τεράστιοι αυλοί.
Ν’ αναδειχτεί ο οργασμός μας
σ’ ένα πανδαιμόνιο φωτός.
Να κολυμπήσουμε σε νερά απύθμενα,
έξω από δίνες κι αφρισμένα κύματα.
Η πανσέληνος να μας στέλνει μουσική από ψηλά.

 

 

Ήρθε η ώρα της ανατροπής

Ήρθε η ώρα της ανατροπής
με μια εκρηκτική αναθέρμανση ανθρωπιάς.
Ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε
με τονισμούς εξέγερσης.
Δυνατούς σαν καταιγίδα.
Σίγουρους σαν ανατολή.
Μακρινούς σαν άστρα.
Ήρθε η ώρα ν’ αναδείξουμε την ορμή μας
στις πύλες του χρόνου.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ  2011

 

Δίνουμε χρησμούς ως οραματιστές,
ξοφλώντας το χρέος μας ως επαναστάτες,
ν’ απευθυνθούμε στα πλήθη,
ν’ αφυπνιστεί η σκέψη τους,
ν’ ακονιστεί το κριτήριό τους,
εξυψώνοντας τις μόνες αλήθειες.
Να εξεγερθεί η φύση
με ιαχές και σαλπίσματα,
να λυτρωθούμε απ’ το παλιό,
απ’ τις φυλακές που είναι αμπάρια,
απ’ τους τοίχους που στάζουν μούχλα,
απ’ τις εξόδους
που είναι όμοιες με τσεκούρια…

***

Σπαραγμένα βλέφαρα.
Πρόσωπο εκτεθειμένο στην παγωνιά.
Χιλιόχρονα βήματα
με μια πέτρα στο λαιμό.
Μολυσμένη θάλασσα
το σήμερα.
Γδαρμένο δάχτυλο
που μιλά υπόκωφα.

***

Σε είδα να φεύγεις
μέσα από ροδόδεντρα.
Νεφέλη η σκιά σου
και τα βήματά σου
σαν αίμα νυχτερινό
που ξεμάκραινε
απ’ την πληγή του.
Τα χέρια σου με πάνε μακριά,
εκεί που κουρνιάζουν τυφλά πουλιά,
εκεί που ο άνεμος φυσάει
κι υψώνεται σαν πολωμένη σκιά,
σε άγνωστες κρύπτες φωτός
κι αιθέρια τούνελ αγάπης,
εκεί που βόμβες έρωτα
εκρήγνυνται στο άπειρο
κι ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι…

***

Η ζωή μας έρμαιο
μιας κοσμοπολίτικης ερήμωσης,
σα μια συνείδηση στον παγερό της ύπνο,
λάμπες που παίζουν αδιάφορα
ψεκάζοντας το φως τους
σε μας κάτω στη γη
που θηλάζουμε σαν ναρκωτικό
τους φόβους μας,
ανοίγοντας ανύπαρκτες στοές
εδώ κι εκεί,
καπνίζοντας τη μοίρα μας
σαν βαρύ τσιγάρο
και τα μαλλιά μας από αέρα βρώμικο,
σημαδάκια από λέξεις αγέννητες.

***

Ανατινάζω τα μέγαρα των αιώνων,
τα διασπώ σε πέτρες και σίδερα,
ανοίγω τη στρόφιγγα
των μεθυσμένων στίχων μου
για μια πυρκαγιά στα παράνομα στέκια,
στις βαριές κουρτίνες
των τυχαίων συμβάντων,
στους δηλητηριώδεις ουρανοξύστες
του πνεύματος.
Καβαλάρης,
πηδώ τα υπέροχα εμπόδια,
εισβάλω στις γυάλινες πόλεις,
σε πόλεις νεκροζώντανες
κι έτσι βλέπω το φωτισμό
του μέλλοντος σαν νά ‘ρχεται
μέσα απ’ το σύμπαν που αναδύεται
από ένα κράμα
σκοταδιού και άνοιξης.

***

Χρώματα μουντά είμαστε,
μέσα από σύντομες σκιές,
συμπεριφερόμαστε τυχαία,
εξαφανιζόμαστε
χωρίς καμιά αιτία.
Με μνήμες,
αναπολήσεις,
προσδοκίες
σ’ απροσδιόριστο χρόνο
ούτε του παρόντος
ούτε του μέλλοντος.
Με το θάνατο και τη ζωή
να μην είναι πείρα κανενός,
να είναι γεγονότα
πέρα και έξω από μας.

***

Μια πληγή έμεινε φοβισμένη
σαν ζωντανό βήμα
στην απεραντοσύνη,
μισοτελειωμένη σχέση,
απόφαση μοναξιάς,
νοσταλγία που αντιδρά
σε θέση μάχης
απέναντι στα θετά
ρινίσματα της ζωής.

***

Αντιστάσου στο καθημερινό
ασφυκτικό που στοιβάζεται
στις μνήμες και τα αισθήματα,
στις στιγμές και τις εικόνες.
Η ζωή δεν είναι μόνο
η διεκδίκηση του πάθους,
είναι κι η καταστροφική ηδονή
που μας διαπερνά,
ο εχθρικός χειμώνας
που ο ένας διαβάζει στη σκέψη του άλλου,
το μίσος των βλεμμάτων,
το αφηρημένο και πικρό
το άβουλο μίγμα σαρκασμού
και τα αβάσταχτα καρυκευμένα βάσανα
που το αίμα φορτώνει στις φλέβες.
Μνημόνευσε την αναρχική
λογική της φύσης,
βρες δρόμους που τέμνονται,
γεφύρωσε τα χάσματα,
διέρρηξε τις Κερκόπορτες των ονείρων
φώτισε τα σκοτάδια τους,
διατάραξε τον ακανθώδη ύπνο
των πλαστικών ηρώων σου,
πάρε βαθιά ανάσα
κι αναδύσου στο φως.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Τζούλια Φορτούνη

(μια μικρή αυθαίρετη αναφορά στο πρώτο μέρος της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη «υπολήψεις-απόπειρες»)

Υπάρχουν πολλών ειδών φίλοι. Φίλοι παιδικοί, φίλοι καρδιακοί, «φίλοι» που σου την έχουν στημένη, φίλοι αληθινοί, φίλοι διαδικτυακοί, φίλοι μακρινοί… Ένας τέτοιος μακρινός φίλος είναι ο Δημήτρης Τρωαδίτης αν και αναρωτιέμαι πολλές φορές το πόσο κοντά μας είναι το μακριά και το αντίστροφο.

Ζει στη μακρινή Αυστραλία, δεν τον έχω συναντήσει ποτέ και είναι η πρώτη φορά που γράφω για τα ποιήματα κάποιου που δεν τον έχω «γνωρίσει». Γιατί για μένα η ποίηση είναι πρωτίστως η αλήθεια του δημιουργού κι όλα τα συγκινησιακά φορτία κατεδαφίζονται αν διαισθανθώ την επιτήδευση ή το λογοτεχνικό κατασκεύασμα εις βάρος της.

Προσέγγισα τα ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη λοιπόν, με την υπέρβαση μιας μικρής εσωτερικής συμφωνίας, γιατί τον παρακολουθώ ένα χρόνο τώρα, να συλλέγει άκοπα ποιήματα και κραυγές. Να παρατηρεί με εκπληκτική προσήλωση όχι μόνο τα ποιητικά δρώμενα της πατρίδας του, αλλά να συμμετέχει σ΄ αυτά μ΄ έναν δυναμικό και αμερόληπτο τρόπο. Να πάσχει –όχι εξ΄ αποστάσεως- αλλά δια ζώσης εξαιτίας της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας μας.

Όταν λοιπόν πρωτοδιάβασα τις «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ήταν για μένα σαν να έδινα μια εγκάρδια χειραψία μαζί του. Σαν να καθόμασταν απέναντι σ΄ ένα μικρό καφέ και να τα λέγαμε, σαν από πάντα φίλοι.

Η στιγμή είναι η φυσική μονάδα του χρόνου. Η οποία εξ΄ ορισμού τον ανατρέπει. Γιατί πώς ορίζεται και πώς μετριέται μια στιγμή; Και πώς ο Δημήτρης διαμελίζεται σε δεκατρείς στιγμές; Να θέλει να εξορκίσει άραγε το δαιμόνιο «δεκατρία», ή να προσθέσει μια δική του προσωπική στιγμή στην ιερότητα του «δώδεκα»; Όπως και να έχει για μένα η λέξη και το σύμβολο «στιγμή» έχει τη δική του αρχετυπική αξία.

Κι έτσι περιπλανήθηκα και χάθηκα μέσα σ’ αυτές τις δεκατρείς στιγμές. Αναρωτήθηκα πώς μαζεύει κανείς «τα ξέφτια ενός απομεσήμερου». Αισθάνθηκα τον τρόμο «της επερχόμενης μέρας», ξάπλωσα πολλές φορές σ΄ ένα από εκείνα τα «προκρούστεια κρεβάτια» των εργατικών δικαιωμάτων, περισσότερο τσαλακωμένα τα ρούχα μου, περισσότερο ακρωτηριασμένη η ελπίδα μου κάθε φορά. Σαν να ήταν η τελευταία φορά μιας αέναης επανάληψης. Κι όμως ανάμεσα στην τέφρα αυτών των στιγμών «μια μικρή σταγόνα βροχής» κρατιέται αναμμένη» «μια μικρή σπίθα ανταρσίας».

Δεν μου αρέσουν οι τζάμπα μάγκες, οι επαναστάτες χωρίς αιτία, θέλω, απαιτώ, ψυχή και σώμα στην αντίδραση. Κι αυτά τα βλέπω στην ποίηση και κατ΄ επέκταση στην προσωπικότητα του Δημήτρη. Χωρίς να συμφωνώ στα σημεία, αποδέχομαι το ολόγραμμά του. Στο τέλος μιας διαδήλωσης, ανάμεσα σε «σπασμένες κούκλες των βιτρινών, μετά τη λεηλασία». Και καμιά χειρότερη λεηλασία από εκείνη των στιγμών.

Δεν ξέρω στ΄ αλήθεια αν κάποτε «θα συναθροίσουμε τα δάκρυά μας», οι ευυπόληπτοι πολίτες και οι «αλήτες» με τις μολότοφ… Αν «θα συσπειρωθούν οι οιμωγές μας» σε μια κοινή πανανθρώπινη διεκδίκηση. Θα πρέπει πρώτα να κλαίμε με τον ίδιο σπαραγμό, να συντονίσουμε τον πόνο στην τραγικότητά μας. Στην κοινή μας μοίρα. Δεν ξέρω επίσης αν εμείς θα ξεφύγουμε από τα λιοντάρια «που μας παίρνουν στο κατόπι» αν κατ΄ επέκταση εμείς γίνουμε λιοντάρια που θα πάρουμε στο κατόπι κάποιους άλλους, αλλά «η σταγόνα βροχής» πολλαπλασιάζεται μέσα μου όταν νιώθω πως «ακολουθούμε τα χνάρια μας απ΄ τις ατέλειωτες μνήμες». Ακόμα κι όταν «ξεστρατίζουμε σαν λωρίδες φωτός από τις χαραμάδες του χρόνου».

Κι όμως κάποιος πρέπει τελικά να τα παίξει όλα για όλα. Αλλιώς πώς; «Αίμα ξερό, χαλασμένο» αλλά συγκλονιστικά αθώο. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν τέτοιοι. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν «παιδιά που θα ξεκλέβουν ώρες».

Τώρα το κατάλαβα. Οι στιγμές μετριούνται μόνο με το στιγμόμετρο. Είναι εκείνο το ναυτικό όργανο ακριβείας που καθορίζει τη συχνότητα και τη διάρκεια ανάμεσα στις αναλαμπές ενός φάρου. Εδώ σταματάω να συνομιλώ με το μακρινό μου φίλο που κάθεται απέναντί μου με «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» στα μάτια του. Μετρώ έκθαμβη τις παύσεις και τη διάρκειά της. Κι αφουγκράζομαι τη μέσα του φωνή, αυτή που δεν διαδηλώνει. «Τη στιγμή της υπόληψης».

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Στις μέρες μας, όλο και περισσότεροι λογοτέχνες καταφεύγουν στην έκδοση των έργων τους σε e-book. Με αυτό τον τρόπο και οι ίδιοι αποφεύγουν το δυσανάλογο κόστος έκδοσης και ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το βιβλίο δωρεάν ή καταβάλλοντας πολύ μικρότερο αντίτιμο απ’ όσο κοστίζει μια έντυπη έκδοση. Τα υπέρ και τα κατά μιας ηλεκτρονικής έκδοσης είναι αρκετά, κάτι τέτοιο, όμως, ξεφεύγει από τον σκοπό του παρόντος κειμένου.

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας το καινούργιο e-book του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Υπολήψεις – απόπειρες». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις «Κόσκινο» και μπορεί όποιος θέλει να τη διαβάσει ελεύθερα από τη διεύθυνση:

http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2738%3Atest&catid=57%3Ae-books&Itemid=66

Ξεκινώντας, θα θέλαμε να τονίσουμε, ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή περιλαμβάνει, κυρίως, ολιγόστιχα ποιήματα στα οποία εκφράζεται μια κοινωνική διαμαρτυρία και μια φωνή αντίστασης στις σύγχρονες κοινωνικές αδικίες. Ποίηση, που ενώ φλερτάρει με τον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό καταφέρνει να τονίσει την κοινωνική της υπόσταση, να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να γίνει απόλυτα κατανοητή και προσιτή.

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες» χωρίζεται σε δύο μέρη:

Το πρώτο μέρος, φέρει τον τίτλο: «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» και περιλαμβάνει ολιγόστιχα ποιήματα – στιγμές, που ξαφνιάζουν ευχάριστα, όχι μόνο με το ρυθμικό τους στίχο, αλλά και το νόημα, που περικλείεται σε λίγες σειρές: «Πότε ακίνητοι / πότε τρεμάμενοι / σε μέρη που λέγονται / χώροι εργασίας / κραυγές αργόσυρτες / φωνές τσαλαπατημένες / έρμαια άνωθεν αποφάσεων / σε προκρούστεια κρεβάτια». Όπως, παρατηρούμε, τα σημεία στίξης απουσιάζουν εντελώς, δείγμα, που συνηθίζεται συχνά στη μοντέρνα ποίηση.

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Απόπειρες ονείρων» και περιλαμβάνει τα περισσότερα και τα μεγαλύτερα ποιήματα της συλλογής. Εδώ, τα νοήματα γίνονται λίγο πιο σύνθετα χωρίς, όμως, να χάνεται ο αναγνώστης σε ατέρμονες αναζητήσεις του τι θέλει να πει ο ποιητής, ενώ οι στίχοι διατηρούν τη μουσικότητά τους: «Δεν υπάρχουν ψηλά βουνά / εδώ στην περιοχή μας / όλα είναι επίπεδα / λεία / και ψυχορραγούν / ανυπεράσπιστα / δεν υπάρχει άνθρωπος / να τα χαϊδέψει / για να επιβιώσουν».

Στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες» θα συναντήσουμε τη λέξη ανταρσία, όχι, όμως, με τον κραυγαλέο τρόπο, που συνηθίζεται σε αρκετούς λογοτέχνες, που γράφουν θούριους και εμβατήρια, αλλά σε μια πιο εξευγενισμένη μορφή, που εκφράζει τη ρομαντική διάθεση του ποιητή: «μια μικρή σταγόνα βροχής / είναι μια μικρή σπίθα / ανταρσίας».

Θα κλείσουμε εδώ, τη μικρή μας αυτή περιπλάνηση στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες», έχοντας συμπεράνει πως διαβάσαμε το έργο ενός εμπνευσμένου καλλιτέχνη και αφεθήκαμε στη μαγεία αυτής της έμπνευσης, καθώς, όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος σε ένα ποίημα του: «κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου».

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

athanasiadousolerto

 

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΣΗ

Γεννήθηκα στην Αθήνα αλλά κατοικώ στην Θεσσαλονίκη. Είμαι άτομο με κινητική αναπηρία. Κόντρα στην προκατάληψη που αντιμετώπισα και την έλλειψη προσπελασιμότητας κατόρθωσα να τελειώσω το Λύκειο στην Αθήνα, να πάρω το First Certificate στην Αγγλική γλώσσα, και να αποφασίσω να μετακομίσω στην Θεσσαλονίκη με την ελπίδα να καταφέρω να έχω περισσότερο προσβάσιμη ζωή .Ασχολούμαι με την Ποίηση την οποία λατρεύω. Έχω εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα μου έχουν βραβευτεί και διακριθεί σε Πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης και από τον Σύνδεσμο εκδοτών Β.Ελλάδος για την συνολική μου παρουσία στον χώρο της Ποίησης. Εχουν παρουσιαστεί σε λογοτεχνικές ραδιοφωνικές εκπομπές της Αθήνας(ΕΡΑ2 ) και της Θεσσαλονίκης(Παρατηρητής,Ράδιο Εκφραση), και δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας( Οδός Πανός,Προσωπείο κ.ά ).Συμμετέχω σε ποιητικές Ανθολογίες των εκδόσεων Μαλλιάρη,και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είμαι συνιδρύτρια της λογοτεχνικής ομάδας Ιδεοκύματα η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και διοργανώνουμε βραδιές Ποίησης. Το 2000 συμμετείχα στο Ποιητικό Αναλόγιο ,στην συνάντηση γυναικών δημιουργών από 30 χώρες της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας. Το 2006 το δίκτυο γυναικών Θεσσαλονίκης διοργάνωσε Ποιητική βραδιά αφιερωμένη στα ποιήματα μου. Συμμετείχα δύο συνεχόμενες χρονιές το 2008 και το 2009 στο ετήσιο ποιητικό ημερολόγιο που εκδίδεται από την Εμπειρία Εκδοτική. Συμπεριλαμβάνομαι σε έκδοση για την λογοτεχνική δημιουργία της Β.Ελλάδος .Κατά την διάρκεια του Πνευματικού Μαΐου Θεσσαλονίκης, ήμουν ομιλήτρια με θέμα «Ποίηση και Παιδεία». Παράλληλα έχω ασχοληθεί με το θέατρο. Ήμουν ιδρυτικό μέλος μικτής θεατρικής ομάδας με άτομα με και χωρίς αναπηρία. Συμμετείχαμε στο Παγκόσμιο φεστιβάλ Θεάτρου στο Εδιμβούργο, στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης .Έχω ασχοληθεί με θεατρικές διασκευές οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο. Επί ένα χρόνο ήμουν παραγωγός και παρουσίαζα λογοτεχνική εκπομπή σε ραδιοφωνικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.
Συμμετείχα σε ομάδες και συλλόγους για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ (2016)
ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ (2010)
ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ (1996)
ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1987)

 

1-astegi_agapi_

 

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b10001

 

 

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b10002

ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ (2016)

 

Άστεγη αγάπη

Άστεγη αγάπη δηλώσανε
για τόπο διαμονής ούτε συζήτηση
κάπου στις παρυφές ίσως
έξω από τα σύνορα των άλλων
προτίμησαν την απόσταση
σαν έρωτα εν δυνάμει
να ασκεί τον λόγο επάνω τους τη νύχτα,
όταν οι άλλοι κοιμούνται.

 

 

Η υπόσχεση της Λίλιθ

Η ροή του κόκκινου φύλλου
έτσι όπως το πέταξα τ’ ανάσκελα
στην άκρη του ποταμού
συμφωνία ανέμων πάνω απ’ τις κηλίδες τ’ ουρανού
ζάρωσαν τα μάτια να προσέχουν
κατά τη μεριά της Ανατολής,
προς τη πλευρά της φύσης
κι ο ήλιος ξέρανε τον χρόνο πάνω απ’ τα βλέφαρα της
να περιμένει είπε, κατά πως της μάθαν
να προσέχει το χρώμα
πάντα όμως υποταγμένη στη δύναμη του λιονταριού
και η υπόσχεση να αιωρείται φειδωλά
πάνω απ’ τον καλά κρυμμένο φόβο της.

 

 

Διακανονισμός

Απάντησε με συνοπτικές διαδικασίες
ίσως και λίγο παραπλανητικά
άλλωστε ποιον ενδιέφερε στ’ αλήθεια πώς
τα ‘βγαζε πέρα…
Εξάλλου ο απόηχος από τα λόγια των μεγάλων
που άκουγε όταν ήταν μικρή
ήρθε να συνηγορήσει υπέρ της
και να διώξει τις τυχόν ενοχές
από τα λεγόμενά της:
«Εις τας αδιακρίτους ερωτήσεις, ψευδείς απαντήσεις».

 

 

Έρημη χώρα

Έρημη χώρα η γη μου
πώς αξιώθηκα να τη διασχίσω σε τόσους χρόνους
κόντρα σε μοίρες μονοπάτια
μέσα από μωρούς τόπους κι ανθρώπους
και κάθε άνοιξη να ζω, να ξαποσταίνω στο κορμί μου
πικρή ανάσα που έτυχε να ανταμώσω
στη μέση μιας ζωής, ξένης ζωής για μένα
και τώρα χαίρω εκ του μακρόθεν
εξ αποστάσεως ως λένε
το νόημα παραβολής να προσπαθώ να ερμηνεύσω
μόνη εγώ,
στυφό φιλί να δίνω στα όνειρά μου.

 

 

Πρωτοχρονιάτικο

Ούτε που περίμενα
μια τέτοια έκβαση
να λάβει χώρα σε ένα μικρό δωμάτιο
κεκλεισμένων των θυρών
χωρίς πολλούς μάρτυρες
σχεδόν μεταξύ μας
να τελειώνει όπως-όπως η ιστορία
και να αποδοθεί η ημετέρα δικαιοσύνη
στο μέτρο του δυνατού
πριν βγουν τα μεσάνυχτα οι λύκοι στην πόλη
και παραμονεύουν
Παραμονή Πρωτοχρονιάς
να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα.

 

 

Γυμνά πόδια

Γυμνά πόδια
στις επάλξεις λοιπόν
όλη νύχτα διασχίζαμε δύσβατα μονοπάτια
για να φθάσουμε κάπου, να δούμε λίγο ουρανό
να ξαποστάσουμε
να βρούμε ένα κομμάτι ψωμί
κι ας ήταν από περισσέματα άλλων
όλη νύχτα συνεχίζαμε χωρίς σταματεμό
και ας μην μετακινήθηκε σπιθαμή παραπέρα
ο απέναντι τοίχος
από τον ακάλυπτο της διπλανής πολυκατοικίας.

 

 

Εμπόλεμη ρίζα

Μια εμπόλεμη ρίζα
απόμεινε στο χέρι της
έτοιμη να εκραγεί,
όπως καθάριζε τον κήπο
από σαρκοβόρα ζιζάνια
που κατέτρωγαν ύπουλα και σιωπηλά
τα καινούργια φυτά
αυτό που μπορούσε να κάνει
ήταν να απομονώσει ή να μεταφέρει τα υγιή
και απρόσβλητα στοιχεία
σε άλλο καθαρό έδαφος
Αρκεί να προλάβαινε…

 

 

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ (2010)

 

ΑΠΡΙΛΗΣ

Βροχερός και επιρρεπής
αντίκρυ σ’ ένα καθρέφτη
σχηματίζω το όνομα του
μέσα από αντικρουόμενα αισθήματα
και συνθήματα
που κρατούν ενός λεπτού σιγή….
όσο η στιγμή για μιαν απόφαση
τόσο μακρινή ,
αλλά και τόσο κοντινή
ως την απόσταση που με χωρίζει
από το άνοιγμα της πόρτας
για να ξεχυθεί το άρωμα από τους μενεξέδες
που μάζεψε η μάνα
το πρωί από τον κήπο.

 

 

ΕΚΔΟΧΕΣ

Τα ταξίδια,
σαν νοερές μετουσιώσεις
με απομάκρυναν
από τις κουραστικές πορείες
των μεταπτώσεων μου
έτσι αποφάσισα να κάνω συχνά
αυτού του είδους τις διαδρομές
ήταν ανέξοδες, και το κυριότερο
με προστάτευαν επιμελώς
από τη σκοτεινή αιτία των παθών μου
κυρίως όταν αυτή έπαιζε
το ρόλο πρακτορείου
σε στιγμές τουριστικής αιχμής

 

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΝΙΟΒΗΣ

Ο ήχος των φλας,
αυτό το συνεχές γωνιακό
αναβόσβησμα των ματιών της
κατά πως της έπρεπε,
κατά πως πίστευε πως της έπρεπε,
στο λευκό δωμάτιο
την βρήκα στο λευκό δωμάτιο,
την βρήκαν στο λευκό δωμάτιο
αριθμός «16»
έτσι ξαφνικά και απρόσμενα
χωρίς να το περιμένει κανείς
τυλιγμένη με τη μοναδική της εσάρπα,
μόνο μ’ αυτή
κατά πως της έπρεπε,
κατά πως πίστευε πως της έπρεπε.

 

 

ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ

Οι μηχανοδηγοί των τραίνων
δεν συναντήθηκαν ποτέ
έστω κι αν οι τροχιές συνδέονταν
στο σύνηθες σημείο
της επικίνδυνης καμπής
ο χρόνος μέτρησε διαφορετικά τα πράγματα
άλλωστε το «ανάλογο»
δε συμπίπτει πάντα με το «ποθητό».

 

 

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Στη Βρετάνη πάλι βρέχει ·
στη Κίμωλο τα πουλιά ζευγαρώνουν ·
η συνεύρεση στη μικρή τσαγερί ,
αποδείχτηκε τελικά πολύ ανιαρή ·
οι δρόμοι που ακολουθήσανε
δεν οδήγησαν πουθενά ·
είναι σαν τα χελιδόνια που περιμένεις
να ‘ρθούν με την Άνοιξη ,
κι εκείνα δε φθάνουν ποτέ .
Ο κύριος Σμιθ δοκιμάζει στη σάλα
το καινούργιο του κουστούμι
από πανάκριβο κασμίρ ,
ενώ συμπληρώνει την εμφάνιση
με την ομπρέλα απ’ το Λονδίνο .
Έξω βρέχει ακόμα . . .

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

η ιστορία διέκρινε τις αμυχές στο κορμί της
ότι προσπάθησε να περισώσει στο βλέμμα της,
ήταν το σκοτεινό του αποχαιρετισμού
ξεγέλασε τους γύρω της.
με ένα αμήχανο χαμόγελο
και μια περιπαικτική διάθεση, για το απρόσμενο
η το αναμενόμενο για κείνη
όταν γύρισε να δει απ το παράθυρο,
είχε αρχίσει να χαράζει
η νύχτα έδινε τη θέση της στην επομένη
της Κυριακής προσευχής

 

 

ΑΛΦΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ

Η νύχτα είναι όμορφη,
έναστρη,
μες τη σιγαλιά άραγε μ’ ακούς;
Ο Άλφα Κενταύρου
πολιορκεί την Κασσιόπη
οι αστερισμοί παίζουν τον έρωτα
στα μάτια των θνητών
η γη περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της,
και η Νιόβη καθρεφτίζεται
στα νερά του ποταμού Αχελώου.
Ο Μάριος ανακαλύπτει τις καμπύλες της
στη θέα της σελήνης.
Τα πυρίμαχα σκεύη
αποδεικνύουν καθημερινά τη χρησιμότητα τους
στη μαγειρική της νοικοκυράς,
ενώ τα παραμύθια
συνεχίζουν να επιμένουν στο τέλος
πως εμείς ζούμε καλύτερα από τους άλλους.

 

 

ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν,
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Ένα ψαράκι
ένα ήμαρτον
μες στη σημαία
σαν σχήμα ή σαν σύμβολο
δεν ξέρω…
Όταν ξεχύθηκε το μανιασμένο πλήθος
στους δρόμους,
δε μπόρεσε να ξεχωρίσει,
δε μπόρεσε να διακρίνει
κι έτσι έσχισε μ’ απροσεξία
ένα κομμάτι ύφασμα,
που κάποιοι περαστικοί λέγαν
πως συμβόλιζε την ειρήνη.

 

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Σε μια εκτέλεση
που κρατάει μόνο μια στιγμή,
όχι περισσότερο•
κι ας προετοιμαζόταν μια ολόκληρη ζωή
μέσα απ’ τους μύθους και τις παραδόσεις
και η αλήθεια ένας πικρός αντικατοπτρισμός
σαν τη θέα απ’ το αντικρινό παράθυρο
που βλέπει στη θάλασσα του γείτονα
όχι τη δικιά μας,
εκεί μονάχα θ’ αποσώσουμε, θα προβλέψουμε,
θα ρισκάρουμε και θα σωθούμε…
γιατί εκεί μονάχα μπορούμε να καθρεφτιζόμαστε
μαζί με τα εξαπτέρυγα
που κρατάνε οι ναύτες
την ώρα του εσπερινού.

 

 

ΜΗΔΕΙΑ

Το ποτήρι
πλάι στην ανθισμένη καμέλια ·
όλα τα πράγματα βαλμένα στη σειρά ,
με τάξη ,
εκτοπίζοντας την αταξία
που έφερνε η είσοδος του στο σπίτι
μακάριο μειδίαμα
που παράδερνε στα βράχια
σε μια διήγηση «άνευ όρων»
χωρίς ακροατές ,
παρά μόνο το λόγο του Ευριπίδη :
«η Μήδεια πήρε τα παιδιά της
μακριά από την προδομένη συζυγική κλίνη
του επίορκου Ιάσονα» .

 

 

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

Σκοτεινές σκέψεις
πλησιάζουν απειλητικά
τον ουρανό της Σταχτοπούτας
κι’ εκείνη προσεύχεται στην καλή της νεράιδα,
γιατί η δωδεκάτη νυχτερινή πλησιάζει.

 

 

ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Κάποιος έρχεται•
εν δυνάμει, εν κινήσει… δεν ξέρω…
Σημασία έχει πως κάτι κινείται
στο βάθος του ορίζοντα-
ένας φάρος, μια φωτοβολίδα -προειδοποίηση πως
κάποιος κινδυνεύει- μια αστραπή
η φωνή χαμηλόφωνα διαβάζει στην ακτή
τον δέκατο στίχο από τήν Οδύσσεια του Ομήρου.
Αύριο αισίως φθάνουμε
στον πορθμό του Ευρίπου.

 

 

ΜΑΡΤΗΣ Ο ΜΗΝΑΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ

Η πρόσοψη του κτιρίου
ένα βλέμμα υπό σκιάν
μέσα στη σύγχυση της πόλης,
να προσπαθεί να περάσει,
ανάμεσα από κάδους σκουπιδιών
και παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
την αντίσταση των λιγοστών δέντρων
σ’ ένα παράκαιρα πνέοντα λίβα
μέρα μεσημέρι, Μάρτιο μήνα,
τον μήνα των ερώτων.

 

 

 

ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ (1996)

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΑ Ή
ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

 

Α

Η ιστορία μας τελείωσε.
Η επιστολή ονείρων αποτεφρώθηκε.
Τα εν οίκω μη εν δήμω ψιθύρισα
και η ηχώ της φωνής μου
συμφώνησε ξέπνοα
είναι που παραπαίω
αυτό φταίει,
επανέλαβα μέχρι να εξουθενωθώ
επανάληψη όχι, δε νομίζω
εξιλέωση ίσως ναι.

 

Β

Μειδιώ
για να τονίσω την τελευταία μαρμαρυγή.
Σπασμοί κατά περιόδους
στα άνω και κάτω άκρα
σημαδεύουν τί; αναρωτιέμαι
περίσκεψη, διάγνωση,
επανάληψη, αναμονή
προσφιλείς και συχνά συναντώμενες λέξεις
απαριθμώ
από το άλφα ως το ωμέγα
τίποτα δεν είναι τυχαίο
επιμένει η φίλη μου
και προσπαθώ να με πείσω
τίποτα, ψελλίζω
μακάρι, μακάρι αναφωνώ
ξέρεις, δεν αντέχω
τα εντελώς τυχαία
(με εκτροχιάζουν
από τον αυτοέλεγχο μου).

 

Γ

Καταιγισμός
από τα πυρά της φυγής.
Αναχώρηση
η αβάσταχτη ελαφρότητα του «είσαι»,
υποχώρηση
στο στρατόπεδο της ασφάλειας
«φυλάγονται καλύτερα έτσι τα νώτα»
όπως και να το κάνουμε
συνολική επίθεση των οργασμών
αναμένω,
στις κατά προτίμηση δική σου
ημέρες επιλογής
αναπολώ
ξανά και ξανά
το είδος της φυγής
είναι η επίσπευση
πριν την ημερομηνία λήξεως της αντοχής.
Καταιγισμός
από ήχους και σιωπές ένοχες
με ζωές παράλληλες
και μη συναντόμενες
στο γνωστό σημείο επαφής,
γίνεται αυτό που λέμε
ένας διαρκείας φόνος «εξ επαφής».
Καταιγισμός,
η καταιγίδα σάρωσε τα πάντα
κάτω από τη ροή της
η συνάντηση δέ διεσώθη
δε διαφύγαμε του πόνου
αβρόχοις ποσί.

 

 

ΔΟΥΝΑΙ-ΛΑΒΕΙΝ

Φθηνή εξαγορά
και καμαρώνει ανάσκελα
για το κατόρθωμα του
ούτε που το κατάλαβε πως έληξε
η εποχή των εκπτώσεων

 

 

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

( Περσικός ’91)

Αθέατο πεδίο
από κάλυκες ανθισμένων όπλων
γυμνή επιλογή άνευ λόγων
απόφαση γραμμένη
σε δόρατα δράκων
το σημάδι ηγεμών των αιώνων
έκρηξη στην έκλειψη πλανητών
«ακριβής συμμετρία’»
παρουσία των μεγάλων όρκων
η θυσία,
ως πρόβατο επί σφαγής οδηγείται
για τη συνέχεια.

(Α βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό
ποίησης του Γ Δημοτικού Διαμ. Θες/νίκης)

 

 

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

Σημάδια και σημαίες
λάβαρα και λάθη,
ενοχές και ένοπλες συρράξεις
δρόμοι και δάδες
πύρινα λόγια και πράξεις
ταξίδι και τάξη στον κόσμο: παραλογισμός
κρυφτό με τα όπλα
πόλεμος, παραδώσεις
στιγμές και στάσεις με παύσεις
αναπολώ: έρωτες,
εκρήξεις και ευχές: αίμα
σημεία στίξης σε μηνύματα
σεισμός και λάβα ηφαιστείου,
γλοιώδη υποστρώματα και γυρολόγοι, ξεπουλούν
ζωή χωρίς απάντηση ζητώ
ζοφερή νύχτα κυλά και ρέει
απόσταση και ερώτηση: πού είναι;
τί, ποιός, γιατί…
Έκσταση…
φουσάτα φροϋδικά
νευρωτικές αποχρώσεις του νου
υστερία και υστερόγραφο: το τέλος

 

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Κόλακες από ατλάζι
οι εχθροί μας κυκλώνουν
και συ ακέφαλη πορεία
κείτεσαι καταμεσής του δρόμου

 

 

«ΔΙΛΗΜΜΑ»

Επανασύνδεση
οι λέξεις και οι σιωπές
τι μου καταμαρτυρούν;
ένα καλοκαιρινό ανάγνωσμα
σε επανάληψη
η διαφορά έγκειται
αυτή τη φορά
στην απόφαση του αναγνώστη.

 

 

«ΕΙΔΩΛΟ»

Αγκυλωτοί σταυροί
με καρφώνουν
και το βλέμμα σου,
διεστραμμένη άνοιξη που καλ

 

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Απόσταση
η κυρίαρχη άμυνα
καραδοκεί να ανατρέψει
την υπάρχουσα ισορροπία.
Διαβάζω,
αποκαλύπτω και αποκαλύπτομαι
ή κλείνομαι ερμητικά στον κόσμο μου
κοροϊδεύοντας την ασφάλεια της φυγής
πορεύομαι
να πορευτώ πού;
η αγωνία αναπολεί εκ του ασφαλούς
η θέση μου
κράτα καλά τη θέση μου
είμαι καλά εκεί που είμαι
εκεί που κάθομαι
βλέπεις, δεν διακινδυνεύω τίποτα
μόνο τον εαυτό μου
αυτόν τον προσφέρω βορά
στους ελιγμούς
των ανελέητων «πρέπει».

 

 

ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ

Προσφώνηση
απαγγέλω: την ετυμηγορία του Νόμου
καταδιώκω: τον όρκο της σιωπής
καταδικάζω
το όνειρο της αποχής
στη διάρκεια μηδενικών αναφορών
επανεξετάζομαι
είναι το «γνώθι σαυτόν»
που με αποκαλύπτει
πίσω από βαρείς σιδερένιους λοστούς
υποχωρώ, υποκύπτω, συνθλίβομαι.

Στην Ιωλκό η επαγρύπνηση συνεχίζεται.

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝ ΠΛΩ

Ταξίδια μακρόχρονων σιωπών
ιστορίες εν πλω
στην παράκτια συγκοινωνία απαντώ
τους κοινωνούς
των κρυφών συναντήσεων μας.

Αγέρι ,δρόμος μακρινή οπτασία
η τόλμη εν αναμονή
για το τελευταίο βήμα πριν την απόφαση
Θα ταξιδεύω μαζί σου
έστω κι’ αν είναι η φαντασία
ο δρόμος της φυγής.

«Θα φύγω» είπε
και δε θα γυρίσω ποτέ πίσω
αποκρίθηκα δε ξέρω, δε θυμάμαι
ο λόγος ξαπόσταινε πάντα ανάμεσα μας
μοναδικό εμπόδιο
ο δισταγμό του νου.

Αγνάντευα πάντα
από απόκρημνα σημεία
ήταν τα αγαπημένα μου
τις αναχωρήσεις των πλοίων,
των τραίνων των ανθρώπων
και καθώς οι αποχαιρετισμοί ξεμάκραιναν
άφηνα τους ασκούς των αναμνήσεων
να με πνίγουν.

 

 

ΜΕΡΑ ΤΗ ΜΕΡΑ

Η ιστορία μας τελείωσε.
Η επιστολή ονείρων αποτεφρώθηκε.
Τα «εν οίκω μη εν δήμω» ψιθύρισα,
και η ηχώ της φωνής μου
συμφώνησε ξέπνοα
είναι που παραπαίω
αυτό φταίει, επανέλαβα
μέχρι να εξουθενωθώ
επανάληψη; όχι,δε νομίζω
εξιλέωση; ίσως ναι.

 

 

 

ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ
ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1987)

 

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Ακούω παιδιάστικες φωνές
– τα πρώτα ανοιξιάτικα μηνύματα –
θάναι λέω
και βγαίνω στο δρόμο
τρέχοντας χαρούμενη
προσπερνώ τη γυναίκα
που πουλά τις αγαπημένες μου ανεμώνες,
μα σαν φθάνω στη γωνιά του δρόμου
το γέλιο σταματά
κάπου εκεί φοβάμαι
πως είναι κρυμμένο το άγνωστο
κι’ ίσως, ίσως μια σταγόνα αίμα
η ένα δάκρυ.

 

 

ΕΝΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Θ’ ανταμώσουμε,
στις τραυματισμένες ράμπες της νιότης μας
συνεχίζοντας τη πορεία
που διάβρωσε η μοίρα ,
με το ενωτικό χαμόγελο της αγάπης
και τα χαρακωμένα χέρια σφιχταγκαλιασμένα
να κυλούν τις ρόδες του χρόνου
και σαν φτάσουμε αντάμα
στο λόφο με τις πράσινες καμέλιες
και τα’άγουρα σταφύλια ,
θ’ατενίσουμε
με το ίδιο φωτεινό βλέμμα το μέλλον,
που θα μοιάζει
σαν νούφαρο που άνθισε
στην άκρη ενός γκρεμού.

 

 

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Μη σκύβεις να φιλήσεις
το δάκρυ που κυλάει
πάνω στο χώμα
το τραίνο σφυρίζει αντίο
κι’ εσύ πρέπει να φύγεις,
αντίο καλέ μου.
Χιλιάδες ηλιοτρόπια
κάτω απ’ το γαλάζιο ανασεμό
τούτης της ανοιξιάτικης μέρας
γέρνουν πάνω στις ερωτευμένες μνήμες μας
και θυμίζουν το ευτυχισμένο όνειρο
που σκότωσε ο πόλεμος.
Το τραίνο σφυρίζει αντίο
κι’ εσύ φεύγεις
η σκιά του χωρισμού
καλύπτει το πρόσωπο σου
το δάκρυ κυλάει στο χώμα
και πεθαίνει
αντίο, καλέ μου.

 

 

ΣΗΜ. Τα ποιήματα από τις «Φωτεινές ανταύγειες» από
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=401278.0

 

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙAΔΟΥ
ηλεκτρονικό λογοτεχνικό/πολιτιστικό περιοδικό Σκανδάλη

 

«Άστεγη Αγάπη» η νέα σας ποιητική συλλογή. Χρειάζεται στέγη η αγάπη; Κι αν ναι, γιατί;

 

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από εγωκεντρισμό και ατομικισμό. Οι άνθρωποι επιθυμούν διακαώς να αγαπηθούν πολύ περισσότερο απ’ ότι είναι διατεθειμένοι να αγαπήσουν σύμφωνα πάντα με τα δικά τους κριτήρια και την δική τους αντίληψη περί αγάπης. Αυτή η ανισομέρεια, η ανισοκατανομή την περιορίζει, την περιχαρακώνει. Έτσι η αγάπη μοιάζει να στέκεται σε μιαν άκρη, σε μια γωνιά άστεγη και να παρατηρεί, να παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τους ανθρώπους. Από αυτό το σκεπτικό ή την διαπίστωση αν θέλετε προέκυψε και ο συγκεκριμένος τίτλος αυτής της ποιητικής συλλογής·«Άστεγη αγάπη».

 

Πώς ορίζετε την αγάπη; Τι αγαπάτε;

Η αγάπη είναι ένα από τα βασικά στοιχεία των κοσμογονικών συστατικών της δημιουργίας που προσδιορίζουν τη ζωή και κυρίως τη συνέχεια της. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τη μερικότητα της ύπαρξης του, της σκέψης του, άρα και αδυνατεί να συλλάβει το εύρος, τις διαστάσεις, το αμέτρητο βάθος της αγάπης. Την ορίζει ως συναίσθημα και την εκφράζει με διάφορους τρόπους σε ό,τι αισθάνεται γύρω του πως αγαπά.
Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (= δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει. (απόσπασμα από τον Ύμνο της αγάπης, από την προς Κορινθίους Α’ επιστολή του Αποστόλου Παύλου)
Ίσως ακουστούν κοινότοπα αυτά που θα αναφέρω πως αγαπώ, όμως στη ζωή επειδή τίποτα δεν είναι δεδομένο, αυτό τα καθιστά περισσότερο εκτιμητέα. Αγαπώ τον ήλιο/τις ηλιόλουστες μέρες, τη θάλασσα, τη φύση, τη γαλήνη, την ειρήνη, τους ανθρώπους της καρδιάς μου, τα ερωτηματικά που μου γεννά ο έναστρος ουρανός όταν τον παρατηρώ τη νύχτα..

 

Οι εκτενείς αναφορές στην Αγία Γραφή (Ερυθρά θάλασσα, Τριάκοντα αργύρια, Πόντιος Πιλάτος, Σαλώμη, κλπ) υποδηλώνουν έναν θρησκευόμενο άνθρωπο; Ποια είναι η σχέση σας με το θείο;

Στη Βίβλο συναντάμε αρχετυπικούς χαρακτήρες και τοποθεσίες, που έχουν μείνει στη συλλογική κοινή ανθρώπινη μνήμη, και συχνά ανασύρονται απ’αυτήν. Η σημειολογία ο συμβολισμός τους περνά σε σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις όπου μεταφορικά η με παρομοιώσεις αναβιώνουν με έναν τρόπο.Αυτό με γοητεύει και αποτελεί πρόκληση και δοκιμασία για την ποιητική γλώσσα.
Η σχέση με τον Θεό είναι μια προσωπική διαδρομή και το μονοπάτι αυτής της σχέσης είναι μια πορεία αυτογνωσίας και καλύτερης γνωριμίας με τον εαυτό μας, τους άλλους συνανθρώπους αλλά και με τη φύση, προκειμένου να επιτευχθεί το ποθούμενο· η ειρηνική συνύπαρξη και μια διαφορετική οπτική θέαση του κόσμου μας. Η πίστη, που είναι δύναμη και υπέρβαση, είναι ο δρόμος που ανοίγεται πέρα από την περιορισμένη γήινη αντίληψη και οδηγεί στο Θεό και στην αγάπη. Ο Θεός αγάπη εστί.

 

Τι επίγευση θ’ αφήσει στον αναγνώστη η «Άστεγη αγάπη»;

Ευελπιστώ να αφήσει τη γεύση της επιθυμίας να ανταμώνουμε και να ξανανταμώνουμε με τους αναγνώστες, να συναντιόμαστε και να κουβεντιάζουμε δημιουργώντας διαδραστική σχέση και αμφίδρομη πορεία ουσιαστικής επικοινωνίας, να βρεθεί ευρύχωρος, αγαπητικός χώρος εντός τους για να στεγαστούν και να μείνουν κοντά τους αυτά τα ποιήματα. Κάθε καινούργια ποιητική συλλογή μοιάζει με νέο σκαρί φτιαγμένο με μεράκι που μεταφέρει ποιήματα και τα προσφέρει ως αντίδωρο στους συνταξιδιώτες/τισσες-αναγνώστες/στριες,μα και σε κάθε επιβάτη που θα τύχει να ανέβει σε κάποιο σταθμό του ταξιδιού.

 

Μετά από τέσσερις επιτυχημένες ποιητικές συλλογές αισθάνεσθε να σας βαραίνουν οι προσδοκίες (Του εαυτού σας, Του αναγνωστικού σας κοινού, ..);

Σας ευχαριστώ γι’αυτό που λέτε. Το μη στατικό ενυπάρχει στη δημιουργία. Όπως και το ανικανοποίητο που ωθεί και γεννά τη συνεχή διερεύνηση,την ανίχνευση για νέους διαφορετικούς τρόπους ποιητικής έκφρασης όσο αυτό βεβαίως είναι εφικτό, μαζί με την κινητήρια δύναμη που είναι η αγάπη των ανθρώπων για τα ποιήματα (μου). Τότε η επιθυμία μεγαλώνει ακόμα περισσότερο για να κατορθώσω να τους προσφέρω το ευχαριστώ μου μέσα από τη γραφή με το οικείο, το προσφιλές για εκείνους πρόσωπο της Ποίησης. Άλλωστε αισθάνομαι ότι συνεχίζω να μαθητεύω. Αυτό προσφέρει την ταπείνωση και την επίγνωση που φέρει η ρήση του Σωκράτη εν οίδα ότι ουδέν οίδα, και ακριβώς αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να νιώθω ανοιχτή μα και να φιλτράρω κάθε καινούργια γνώση, ακόμα και την δυνατότητα να μπορώ να βλέπω τον κόσμο κάθε φορά με καινούργια ματιά.

 

Θυμάστε κάθε ποίημα σας υπό ποιες ψυχολογικές συνθήκες το γράψατε;

Κάθε ποίημα είναι ένα μικρό σύμπαν, ένας ολόκληρος κόσμος, μια εποχή, ένας τόπος με τους ανθρώπους του ή την ερημιά του, ένας δρόμος, μια περιπέτεια, μια δύσκολη ή όμορφη στιγμή, ένα σοκάκι, μια θάλασσα ή μια σκοτεινή γωνιά, ένας αγώνας προς την ελευθερία. Κάθε ποίημα που γράφω είναι κομμάτι αναπόσπαστο μιας ζωής, της ζωής μου και ως μέρος της αδυνατώ να το λησμονήσω… Θα ‘ταν σαν να έσβηνα πολύτιμες μνήμες…

 

Υπάρχει σταθερή πηγή έμπνευσης στη ζωή σας;

Αν και στη ζωή μου επιθυμώ να υπάρχουν κάποιες σταθερές παράμετροι (χωρίς να είναι εφικτό τις περισσότερες φορές), στην ποίηση στην έμπνευση συμβαίνει κάτι μαγικό όπως στη θεωρία του χάους.. Η ποίηση, η έμπνευση μοιάζει με κινούμενη άμμο, δε γνωρίζεις ποτέ που θα σε οδηγήσει…και αυτό αποτελεί το γοητευτικό στοιχείο του αγνώστου,του αβέβαιου. Αυτή είναι η πρόκληση που θα γεννήσει, θα δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να γεννηθεί ένα καινούργιο ποίημα.

 

Γιατί ποίηση; Πώς επιλέγει κανείς το «λογοτεχνικό του είδος»;

Δεν ξέρω αν με βρήκε κάπου κάπως η Ποίηση ή μέσα μου βαθιά την αποζήτησα και ανταμώσαμε σε κοινό τόπο, όμως από τότε που συμπορευόμαστε νιώθω την πληρότητα που προσφέρει η ποιητική γλώσσα ως μέσον έκφρασης, χωρίς βέβαια αυτό να εμποδίζει κάποιον/α που γράφει Ποίηση να μεταπηδήσει κ να δοκιμαστεί κ σε άλλα είδη της λογοτεχνίας.

 

Ένα ..έμπειρο μάτι την επιρροή ποιων λογοτεχνών θα μπορούσε να διακρίνει στην ποίησή σας;

Γνωρίζουμε ότι στην Τέχνη παρθενογένεση δεν υπάρχει. Έχουμε επιρροές, επιδράσεις από τόσους /ες συγγραφείς/ποιητές/ποιήτριες που έχουμε διαβάσει, ακούσει, έχουν καταγραφεί στην κυτταρική μας μνήμη. Όταν λοιπόν γύρω στην εφηβεία μου ξεκίνησα να γράφω, προσπάθησα να βρω να ακούσω και να ακολουθήσω την εσωτερική μου φωνή, τον ρυθμό, τον τρόπο που θα με οδηγούσε ώστε να βρω το δικό μου προσωπικό ύφος,.

 

Εκτός από το να γράφει ποίηση τι άλλο αρέσει στην Φανή Αθανασιάδου να κάνει;

Αγαπώ πολύ το θέατρο. Στο παρελθόν με φίλους είχαμε δημιουργήσει την πρώτη μικτή θεατρική ομάδα στην Ελλάδα αποτελούμενη από άτομα με και χωρίς αναπηρία. Μου αρέσουν και τα ταξίδια. Λόγω έλλειψης όμως προσβασιμότητας στα μεταφορικά μέσα αλλά και σε πολλούς χώρους, το ταξίδι μου συνήθως συνοψίζεται σε μια βόλτα στην παραλία της Θεσσαλονίκης με τη φαντασία μου να φτάνει σε τόπους μακρινούς και τη χαρά όταν μαθαίνω ότι ποιήματα μου ταξιδεύουν και διαβάζονται και σε άλλες χώρες.

 

 

 

Συνέντευξη στην Άτη Σολέρτη
Βακχικό τ. 31

«Η ποίηση σε χαλεπούς καιρούς ανθίζει»

Η Φανή Αθανασιάδου, παρά τις προειδοποιήσεις ενός ακόμα δελτίου καιρού, δεν διστάζει να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου διασκορπίζοντας αυθεντικά, ουσιαστικά, ποιητικά κομμάτια του λόγου και της σκέψης της.

Διατηρείτε το http://vorioditikosanemos.blogspot.gr/. Θα ήθελα να σας ρωτήσω γιατί επιλέξατε αυτή την ονομασία για το blog σας;
Η ονομασία αυτή έχει διττή σημασία. Αφ’ ενός θέλω να δώσω το γεωγραφικό στίγμα του τόπου που μένω, ο Βορειοδυτικός άνεμος λέγεται και Βαρδάρης στη Θεσσαλονίκη. Aφ’ ετέρου η πνοή αυτού του ανέμου είναι αναζωογονητική, γεμάτη φρεσκάδα. Λόγω συνθηκών είμαι άρρηκτα δεμένη και επηρεάζομαι από τον καιρό και τα φαινόμενά του. Δε σας κρύβω όμως ότι στο βάθος αυτή η σχέση με γοητεύει. θα τολμούσα να πω πως είναι ερωτική, γι’ αυτό και την τελευταία ποιητική συλλογή μου την ονόμασα Δελτίο καιρού.

Η ποίησή σας κατά τη γνώμη μου καθρεφτίζει ένα σπάνιο είδος ευαισθησίας, διαποτισμένο με μια ακαθόριστη νοσταλγία, υπευθυνότητα, σοφία, ικανό πάντα να θέσει υπαρξιακά ερωτήματα στον αναγνώστη και να τον προβληματίσει έχοντας απώτερο σκοπό να του δείξει το παραπέρα… Κατά πόσο βιωματική είναι η γραφή σας;
Σας ευχαριστώ για τη διεισδυτική ανάγνωση και προσέγγιση της γραφής μου. Εφαλτήριο είναι το βίωμα αλλά και η εμπειρία που αποκτώ μαζί με ό,τι ζω. Όμως στη πορεία γίνεται ένα κράμα, ένας συνδυασμός γνώσης, γεγονότων, συνθηκών αλλά και παρατήρησης του κόσμου γύρω μου ώστε η ποιητική ματιά να αποκτά μια πιο ανοιχτή και οικουμενική προσέγγιση. Είναι μια συνεχής πορεία, ένα ταξίδι αναζήτησης αποκάλυψης, μία λυτρωτική διέξοδος και τελικά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας μου της ύπαρξης.

Τι μπορεί να σας εμπνεύσει και συνεπώς να αποτελέσει για εσάς κίνητρο γραφής;
Είναι η στιγμή εκείνη η διαφορετική στιγμή που ονομάζουμε έμπνευση και όλα αλλάζουν γύρω μας και εντός μας αποκτούν άλλη διάσταση, άλλη σημασία, άλλα χρώματα, άλλο νόημα το ελάχιστο γίνεται σημαντικό, αποκτά αξία, και το μεγάλο γίνεται σπουδαίο. Έτσι μπορεί ένας δρόμος, ένα ξερό φύλλο που το παρασύρει ο άνεμος να γίνει η αφορμή για να γράψω ένα συμβολικό, αλληγορικό, υπαρξιακό ποίημα, ή ένα κοινωνικό γεγονός που θα με συγκλονίσει να μου δώσει το έναυσμα να γράψω ποιήματα με κοινωνικές ή πολιτικές προεκτάσεις όπως για παράδειγμα συνέβη με το Σαιντ Ντενί το εξεγερμένο προάστειο του Παρισιού, την Τιχουάνα τη συνοριακή πόλη του Μεξικού από την οποία εκατοντάδες φτωχοί άνθρωποι προσπαθούν να μεταναστεύσουν προς την Αμερική και πολλοί απ’ αυτούς στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες των συνοριοφυλάκων, τη λίμνη Ασάλ όπου οι φυλές που κατοικούν γύρω απ’ αυτή, για να εξασφαλίσουν την καθημερινή τους επιβίωση πρέπει να κουβαλήσουν και να μεταφέρουν συγκεκριμένη ποσότητα αλατιού.

 

Υπάρχουν ποιητές που σας έχουν επηρεάσει; Κάποιο κίνημα ή ρεύμα;
Παρθενογέννηση στη Τέχνη, στην Ποίηση δεν υπάρχει. Στη κυτταρική μας μνήμη είναι καταγεγραμμένα όσα προηγήθηκαν από την προφορική παράδοση όπως και από τα διαβάσματά μας προσλαμβάνουμε επίσης όσα προηγήθηκαν αλλά και όσα συμπορεύονται μαζί μας. Όμως πιστεύω όσοι/όσες γράφουμε Ποίηση επιθυμούμε κ θέλουμε να βρούμε το δικό μας προσωπικό ύφος γραφής και αυτό προσπάθησα να ανακαλύψω από τα πρώτα μου κιόλας ποιήματα. Είναι ποιητές/ποιήτριες που όταν διαβάζουμε ή ακούμε τον ποιητικό τους λόγο νοιώθουμε οικεία μαζί τους, σαν να μας συνδέει ένα είδος συγγένειας ακριβής, μονάκριβης. Έτσι νοιώθω με τους αγαπημένους μου ποιητές/ποιήτριες που είναι ο Κ. Καβάφης, η Κική Δημουλά, η Τζένη Μαστοράκη, η Ζέφη Δαράκη, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αρης Δικταίος, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Νερούντα. Έχω μελετήσει λογοτεχνικά κινήματα/ρεύματα αλλά δεν ακολουθώ κάποιο. Ίσως επειδή η δημιουργικότητα δεν είναι στατική, περιέχει τη ρευστότητα, την κινητικότητα, το ανικανοποίητο, τη διαρκή αναζήτηση που ψάχνει συνεχώς νέες φόρμες, καινούργιους τρόπους έκφρασης.

Τι ψίθυρους σας φέρνει το πέρασμα του χρόνου;
Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν υπάρχει πράγματι χρόνος, αν είναι μια υπαρκτή μονάδα μέτρησης ή είναι κατασκεύασμα του ανθρώπου, για να μοιράσει, να διαιρέσει, να κατανοήσει το διάστημα που θα βρίσκεται και θα κατοικεί στον πλανήτη γη. Γι’ αυτό οι ψίθυροί του συχνά είναι συγκεχυμένοι και συνδέονται με τα πιο σημαντικά ή καθημερινά γεγονότα της ζωής, τις όμορφες ή δύσκολες στιγμές ή περιόδους, τις απώλειες αγαπημένων μας προσώπων. Τότε ο χρόνος αποκτά άλλη διάσταση, άλλο μέγεθος και τα ονόματα που του δίνουμε όπως παρελθόν-παρόν-μέλλον, κινούνται ανάμεσα στη μνήμη, τις θύμησες, τις αναμνήσεις, τη λήθη.. Ο χρόνος είναι αυτός που σηματοδοτεί την πορεία του ανθρώπου ερχόμενος μαζί του από τα βάθη της ιστορίας.

Ποια η σχέση σας με τα όνειρα;
Μαγική θα ‘λεγα. Η αλήθεια είναι πως έχω μια ιδιαίτερη σχέση, συναρπαστική με τα όνειρα. Αποτελούν για μένα έναν ανεξιχνίαστο κόσμο, μυστικό, άγνωστό μου, γεμάτο σουρρεαλιστικές εικόνες, ιστορίες που κάθε φορά με προ(σ)καλεί να τον αποκωδικοποιήσω και να προσπαθήσω να τον ερμηνεύσω. Όλη αυτή η διαδικασία μου ασκεί μια παράξενη, μοναδική γοητεία, έτσι αφήνομαι στον Μορφέα να με οδηγεί κοντά τους.

Ποια θεωρείτε πως είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή;
Η αλήθεια δεν είναι μία, είναι πολλές διασπασμένες σε κομμάτια, διάσπαρτες. Κάθε άνθρωπος επιλέγει τη δική του αλήθεια, ίσως αυτή που τον εκφράζει. Γι’ αυτό έπλασε και τους μύθους για να τις συγκαλύπτει ή να τις αποκαλύπτει με τρόπο αλληγορικό, συμβολικό, επειδή συνήθως δεν αντέχει την αλήθεια γυμνή, ατόφια. Απαντώντας στην ερώτησή σας ποια θεωρώ ως μεγαλύτερη αλήθεια, θα ‘λεγα πως είναι η Αγάπη.

Τι δεν θα διαπραγματευόσαστε να χάσετε με τίποτα;
Την ελευθερία της σκέψης. Μπορεί το σώμα να εγκλωβίζεται κάτω από ορισμένες συνθήκες, όμως θεωρώ ότι πιο σπουδαίο ο άνθρωπος να περιφρουρεί, να προστατεύει όσο είναι δυνατόν την αυτονομία της σκέψης του. Μακριά από εξωγενείς, παραπλανητικές επιθέσεις όπως π.χ. παραπληροφόρηση, κατευθυνόμενες ειδήσεις από μια μαζικοποιημένη και αλλοτριωμένη συστημική πραγματικότητα γεμάτη στερεότυπα-πρότυπα που στόχο έχουν να πλήξουν, να ευνουχίσουν την ανεξαρτησία της σκέψης.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Η μοναξιά. Η ακούσια επιβαλλόμενη μοναξιά, εκείνη που σε αποκλείει από κάθε δυνατότητα πρόσβασης, μετακίνησης στη κοινότητα που σου στερεί τη δυνατότητα να μετέχεις, να συμμετέχεις ισότιμα, να επικοινωνείς με τους άλλους ανθρώπους. Και επειδή αυτό το είδος μοναξιάς το ‘χω βιώσει και το βιώνω, γνωρίζω και το μέγεθος του φόβου που προκαλεί.

Η μοναξιά, η μοναξιά
Η μοναξια, λοιπόν αναφώνησε
Σαν νάθελε την ίδια στιγμή να την ξορκίσει.

Γνωρίζουμε πως είστε ακτιβίστρια και πως έχετε υπερασπιστεί έμπρακτα τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. Πόσο απροσπέλαστη μπορεί να φαντάζει η κοινωνία του σήμερα στα μάτια σας; Και πώς μετουσιώνεται άραγε μες στην ψυχή μιας αυθεντικής ποιήτριας, μέσα στη δική σας ψυχή;
Ο άνθρωπος είναι σύνθετο, πολύπλοκο, πολύπλευρο ον, έτσι και η αναπηρία είναι ένα χαρακτηριστικό, δεν καθορίζει όμως ολόκληρη την προσωπικότητα του ανθρώπου. Ας δούμε τα παραδείγματα της Φρίντα Κάλο, του Στήβεν Χώγκινκς, της Ελεν Κέλλεν, όλοι τους είχαν αναπηρία, αξιοποιώντας όμως τις ικανότητές τους, τα τάλαντά τους διέπρεψαν ο καθένας /η καθεμία στον τομέα τους και έχουν μείνει στη μνήμη των ανθρώπων όχι για την αναπηρία, αλλά για την επιτυχία τους, για την προσφορά στην Τέχνη, την επιστήμη, τον στοχασμό, τη γραφή. Από τη μέχρι τώρα διαδρομή μου στο χώρο της Ποίησης αλλά και την πορεία στον αγώνα μου για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των πολιτών με αναπηρία μεταξύ άλλων θέλω και αυτό να αναδείξω, ότι μπορεί να είμαστε διαφορετικοί αλλά αν έχουμε τις προσβάσιμες υποδομές και την ισότιμη αντιμετώπιση από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, μπορούμε να συμμετέχουμε και να προσφέρουμε όπως και οι υπόλοιποι πολίτες χωρίς αναπηρία σε όλους τους τομείς της ζωής. Η κοινωνία μας όμως δυστυχώς έχει άγνοια, έχει έλλειψη παιδείας γι’ αυτό και τους αντιμετωπίζει αρνητικά και με προκατάληψη. Υπάρχουν απροσπέλαστοι άνθρωποι με τέτοιες νοοτροπίες και συμπεριφορές, οι οποίοι δημιουργούν και συντηρούν τα υλικοτεχνικά εμπόδια, τους απροσπέλαστους χώρους δηλαδή πόσο επίκαιρος ο αγαπημένος μου θείος Καβάφης με τα Τείχη του. Πόσες φορές, πόσο συχνά ανατρέχω και σκέφτομαι δυνατά αυτό το ποίημά του. Ακόμα και οι περισσότεροι χώροι πολιτισμού όπου γίνονται πολιτιστικές/λογοτεχνικές εκδηλώσεις δεν είναι προσβάσιμοι και όσες φορές και αν το έχω θέσει αυτό το ζήτημα κανείς δεν ενδιαφέρεται να το λύσει, δηλαδή δημιουργοί με αναπηρία ή θεατές με αναπηρία που επιθυμούν να παρακολουθήσουν μια εκδήλωση να αποκλείονται, είναι ποτέ δυνατόν ο Πολιτισμός να συντηρεί και να διαιωνίζει τον αποκλεισμό; Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχει Πολιτισμός με αποκλεισμό! Στην ποίησή μου έχω γράψει ποιήματα για την Αναπηρία, αλλά λόγω χαρακτήρα, των πιστεύω μου και του τρόπου που με μεγάλωσαν οι εκλεκτοί γονείς μου, έμαθα να μην γκετοποιώ την αναπηρία, να μην την απομονώνω, αλλά μαζί της να ανοίγομαι στον κόσμο, να με νοιάζουν και οι άλλοι, να διαμορφώνω άποψη και να συμμετέχω σε ό,τι, σε όσα συμβαίνουν και αφορούν τον άνθρωπο, το περιβάλλον ακόμα και το σύμπαν που μας περιβάλλει και αυτό φαίνεται από την διαφορετική θεματολογία των ποιημάτων μου.

Πόσο μοναχικός είναι ο δρόμος προς την εσωτερική αλήθεια της ύπαρξής μας;
Είναι τόσο μοναχικός όσο μοναχική είναι η στιγμή που ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή. Όλη η ενδιάμεση διαδρομή αυτού του μυστηρίου που ονομάζουμε ζωή είναι μια διαρκής αναζήτηση, μια σιωπηλή κατάδυση στον εσώτερο εαυτό μας, ένα ταξίδι αυτογνωσίας γεμάτο εμπειρίες, λάθη και μαθήματα που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε -όσο μπορούμε- ώστε να καταφέρουμε να συναντήσουμε και να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και μέσα από αυτόν, τους άλλους.

Αλληγορία

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν,
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;
Η Κοινωνία βρίσκεται σε παρακμή. Ο κοινωνικός ιστός σε διάλυση. Όμως και πριν την περίοδο της κρίσης κάτω από την επίπλαστη ευμάρεια, αν δεν ανήκες στους προνομιούχους καταλάβαινες ότι η κοινωνία νοσούσε με την εμφάνιση της κρίσης η κατάσταση επιδεινώθηκε. Η λογοτεχνία, η Ποίηση σε χαλεπούς καιρούς ανθίζει. Διαφαίνονται προσπάθειες στον πεζό αλλά και στον ποιητικό λόγο. Νέοι άνθρωποι να θέλουν να προσπαθούν να βρουν και να δώσουν το στίγμα αυτής της εποχής. Νομοτελειακά μετά το σκοτάδι ή τον μεσαίωνα ακολουθεί το φως, η αναγέννηση, θα περιμένουμε λοιπόν να κυοφορήσει και να ανθίσει μια νέα λογοτεχνική πραγματικότητα/έκφραση. Άλλωστε η Τέχνη είναι απελευθερωτική και η Ποίηση η οδός προς την Ελευθερία. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ζαν Μορέν έχει πει ότι ο 21oς αιώνας θα είναι ο αιώνας της Ποίησης.

Ποια η σχέση σας με την ελπίδα;
Δεν πιστεύω στην ελπίδα. Η ελπίδα είναι ψευδαίσθηση, μας παραπλανεί να προσμένουμε, να περιμένουμε χωρίς συνήθως αυτή η αναμονή να ‘χει αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Η ελπίδα ακυρώνει την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα και την ματαιότητα της ύπαρξής μας. Πιστεύω στη προσπάθεια, την πίστη την προοπτική, στην επιθυμία, το όνειρο, το στόχο. Στη θεωρία του χάους που περιλαμβάνει το απρόσμενο, το απροσδόκητο στη ζωή.

Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο επόμενο βιβλίο;

Υπάρχει έτοιμο υλικό για την επόμενη ποιητική συλλογή ακόμα και ο τίτλος, όμως κάθε φορά πριν την έκδοση του επόμενου βιβλίου περιμένω να διαμορφωθούν ευνοϊκές, καλές συγκυρίες ώστε να ακολουθήσει η έκδοση.

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω πολύ που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!
Δική μου η τιμή κ. Αργυροπούλου, σας ευχαριστώ πολύ όπως και το περιοδικό Βακχικόν για τη παρουσίαση/ τη φιλοξενία, η ευχή μου είναι να πορεύεστε με τη Ποίηση στο πλευρό σας, γιατί πιστεύω ότι η Ποίηση είναι η βαθύτερη ανάγνωση της ζωής.

 

 

Χριστίνα Λιναρδάκη

«Δελτίο καιρού» της Φανής Αθανασιάδου

Η Φανή Αθανασιάδου ασχολείται με την ποίηση από το 1986, όταν, έφηβη ακόμη, δημοσίευσε την πρώτη της ποιητική συλλογή «επιλογές» μετά από παρότρυνση του γνωστού δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού της τότε ΕΤ2 (μετέπειτα ΝΕΤ) Αχιλλέα Χρυσοχόου. Έκτοτε δημοσίευσε άλλες δύο ποιητικές συλλογές, «φωτεινές ανταύγειες και νυχτερινοί φόβοι της μοναξιάς»(1987) και «εκ των έσω» (1996). Το «δελτίο καιρού» είναι η τέταρτη κατά σειρά συλλογή της.

Το «δελτίο καιρού» αντιμετωπίζει τον καιρό ως «προσωπικό καιρό συναισθηματικών αποχρώσεων, μετωπικών κοινωνικών-πολιτικών ρευμάτων και υπαρξιακών μεταπτώσεων. Ένα ταξίδι ζωής δηλαδή…», όπως αναφέρει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Μέσα από ποιήματα σύντομα, σχεδόν ακαριαία, εξερευνεί τον καιρό ως «περιβάλλοντα χώρο και χρόνο» και σκιαγραφεί ένα άνθρωπο που θα ήθελε να ζει σε άλλες συνθήκες και σε εναλλακτικούς κόσμους γιατί η πραγματικότητα στην οποία μετέχει ούτε τον χωρά ούτε τον αφορά. Κι εκεί που χάνει την πίστη του, παραδίδεται ξανά στο όνειρο και ξαναβρίσκει την ελπίδα, παρότι γνωρίζει ότι η (κοινωνική, πολιτική και προσωπική του) πραγματικότητα είναι ουσιαστικά απροσπέλαστη.

Δυνατή εικονοπλάστης, αν και αρκετά αφηγηματική αρκετές φορές, συνθέτει έναν ποιητικό λόγο λιτό και στεγνό (απλές δομές, απλές λέξεις) που όμως καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να οδηγήσει σε πικρές συχνά συνειδητοποιήσεις, με τη συνειρμική διαδικασία να γίνεται το κυρίαρχο αλληγορικό σχήμα της συλλογής, συνδέοντας μνήμες, γεγονότα, επιθυμίες και συναισθήματα με ενδιαφέροντα τρόπο.

 

 

Στη Χριστίνα Αζοπούλου

Ποιος είπε ότι η ζωή έχει στεγνώσει από ποίηση, ένεκα των συνθηκών; Ποιος αρνήθηκε ότι έχουμε στερέψει από υλικά ονείρων; Η Φανή, με το χαμόγελό της και έναν πυθμένα γεμάτο αγάπη, φως και αλήθεια, μας εμπιστεύθηκε μέσα από έναν πλούτο λέξεων και συναισθημάτων, όλα εκείνα τα προαίωνια που ζουν στο DNA κάθε Έλληνα. Την ποίηση όπως την εμφύσησε ο Θεός στο σώμα μας,

τα κύτταρά μας, την κάθε μας μιλιά, λαλιά, φωνή. Τι κι αν το σώμα δεν μπορεί να κινηθεί τόσο όσο θα ήθελε τώρα που η ψυχή της πεταρίζει; Τι κι αν μια κινητική – σωματική αναπηρία, δυσκολεύει όντως πρακτικά την ζωή, την καθημερινότητα, την αυτοδιάθεση; Η Φανή είναι αντράκι και παλεύει και από κοντά, αγαπημένοι όλοι, λογοτέχνες και άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού, την υποστηρίζουμε και της δίνουμε τον λόγο, την αιτία και το αιτιατό της ανάγκης για την συνέχεια της προσφοράς, της αγάπης και της ειλικρίνειας. Κυρίες και κύριοι η αγαπημένη της Θεσσαλονίκης των Γραμμάτων και των Τεχνών, Φανή Αθανασιάδου.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πες μου λίγα λόγια για σένα.

Φανή Αθανασιάδου: Θα προσπαθήσω όσο μπορώ να συνοψίσω την μέχρι τώρα ιστορία της ζωής μου και αυτό γιατί απαρτίζεται από πολλά διαφορετικά γεγονότα τα οποία και την χαρακτηρίζουν. Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά για λόγους προσβασιμότητας μετακόμισα και μένω μόνιμα στην Θεσσαλονίκη.Ξεκίνησα να γράφω και να ασχολούμαι με την Ποίηση από 16 ετών. Μετά την εφηβεία μου αναγκάστηκα να αλλάξω πόλη γιατί στην Αθήνα δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης,η προσβασιμότητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη,οπότε ως χρήστρια αναπηρικού καθίσματος έπρεπε να βρω κάποια εναλλακτική λύση για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Επιλέχθηκε η Θεσσαλονίκη επειδή από τη συγκεκριμένη πόλη είχαν ρίζες καταγωγής οι γονείς μου αλλά κυρίως γιατί την γνώριζα δεν μου ήταν άγνωστη,είχα μνήμες από συχνά ταξίδια που έκανα μαζί τους στην παιδική μου ηλικία.Παρ’όλα αυτά η απόφαση μου περιείχε ρίσκο. Έχω εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές,είμαι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά μου έχουν βραβευτεί-διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης,φιλοξενήθηκαν σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά (Οδός Πανός, Βακχικόν, Μανδραγόρας, Ενεκεν Ποιείν), σε έντυπες ανθολογίες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας,του Συνδέσμου Εκδοτών Β.Ελλάδος και σε ραδιοφωνικές εκπομπές Λόγου. Tο Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε θεατροποιημένη Ποίηση μου στη Μονή Λαζαριστών, στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο έγινε θεατροποιημένη παρουσίαση ποιημάτων μου σε σκηνοθεσία της Ελένης Καρασαββίδου. Την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (το 2013) τιμήθηκα από το Λύκειο Γιαννιτσών. Ασχολήθηκα με το θέατρο ως ιδρυτικό μέλος μικτής ομάδας ατόμων με και χωρίς αναπηρία λάβαμε μέρος στο Παγκόσμιο φεστιβάλ θεάτρου στο Εδιμβούργο,στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκα με τη σχολή Καλαμαρί και άλλες θεατρικές ομάδες διασκευάζοντας θεατρικά έργα. Συμμετείχα ως ομιλήτρια σε Συμπόσια κ Εκδηλώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία, αρθρογράφησα σε ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά έντυπα (The e-charity magazine, Ellispoint), στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Στίγμα Λόγου. Ήμουν μέλος της Αυτόνομης Κίνησης γυναικών Θεσσαλονίκης. Έχω παρουσιάσει για ένα χρόνο λογοτεχνική εκπομπή στο Ράδιο Κιβωτός.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πως δημιουργείται η ποίηση και από που πηγάζει;

Φανή Αθανασιάδου: Η ποίηση αποτελεί ένα συμπαντικό συστατικό δημιουργίας . Μοιάζει με ένα είδος bingbangη εκρηκτική στιγμή που η Ποίηση συναντιέται με τον ποιητή/την ποιήτρια και γεννιέται το ποίημα. Αρκεί αυτή η στιγμή που πολλοί ονομάζουν έμπνευση για να οδηγήσει το πεπερασμένο στο αιώνιο και το φθαρτό στο αθάνατο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχαιότητα οι ποιητές επικαλούνταν τις μούσες στην αρχή των έργων τους θέλοντας ίσως να επισημάνουν τη σπουδαιότητα της Τέχνης της Ποίησης.

Χριστίνα Αζοπούλου: Ποιες Ελληνίδες και Έλληνες ποιήτριες/ποιητές πιστεύεις ότι θα ήταν χρήσιμο να φιλοξενούμε στις βιβλιοθήκες μας;

Φανή Αθανασιάδου: Θα μπορούσα να προτείνω τους μεγάλους ποιητές/ποιήτριες μας όπως Καβάφη, Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο,Δημουλά,Βρεττάκο και τόσους άλλους που απαρτίζουν το ποιητικό Πάνθεο της χώρας μας όμως θα το αποφύγω γιατί θεωρώ πως η Ποίηση ως τέχνη είναι ένα μακρύ ταξίδι αυτογνωσίας και αξίζει όσοι θελήσουν να τη γνωρίσουν να μυηθούν στον λόγο της να ταξιδέψουν μαζί της και με αυτό τον τρόπο να ανακαλύψουν και να γνωρίσουν τις ποιητικές φωνές με τις οποίες θα νοιώσουν οικεία και θα αποκτήσουν μαζί τους ένα είδος εκλεκτής μονάκριβης συγγένειας.

Χριστίνα Αζοπούλου: Ποια τα επόμενα ποιητικά σου σχέδια;

Φανή Αθανασιάδου: Είναι υπό έκδοση η Πέμπτη ποιητική μου συλλογή με τον τίτλο Άστεγη αγάπη από τις εκδόσεις Λογότεχνον. Επίσης θα συμμετέχω με ποιήματα μου στο Ανθολόγιο που ετοιμάζει το Κέντρο Ελληνικής γλώσσας και έχει ως θέμα την Αρχαιόμυθη Παγκόσμια Λογοτεχνία.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πότε μπορεί να ειπωθεί ότι επέτυχε κάποια/κάποιος σαν ποιήτρια/ποιητής;

Φανή Αθανασιάδου: Ο/η ποιητής/ποιήτρια είναι ένας/μία (εξ)ερευνητής/(εξ)ερευνήτρια του εσωτερικού μας κόσμου αλλά και του κόσμου που μας περιβάλλει ένας αέναος ακούραστος ταξιδιώτης στο χρόνο που μαγεμένος από τα ανερμήνευτα προσπαθεί να τα προσεγγίσει να τους δώσει υπόσταση μέσω της δικής του ερμηνείας που είναι ο ποιητικός λόγος .Όταν το ποιητικό έργο καταφέρει να συναντηθεί με άλλους ανθρώπους, η επικοινωνία γίνει αμφίδρομη αντέξει στο χρόνο διατηρήσει ατόφια τη δύναμη και την αξία του τότε μπορούμε να μιλήσουμε και να πούμε πως η αποστολή της Ποίησης επιτεύχθηκε και η πορεία του ποιητή/ποιήτριας στέφθηκε με επιτυχία αφού κατάφερε μέσω της γραφής να αγαπηθεί και να μείνει στη μνήμη των ανθρώπων.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πως θα έντυνες τις παρακάτω λέξεις: τύχη, ματαιοδοξία και ελπίς;

Φανή Αθανασιάδου: Ένας υπόγειος αντιφατικός συσχετισμός φαίνεται να συνδέει τις λέξεις αυτές ή μια παράξενη φυγόκεντρος δύναμη να απομακρύνει τη μία από την άλλη χωρίς να τους επιτρέπει να ‘χουν τη δυνατότητα να συναντηθούν ποτέ. Ίσως επειδή τελικά δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Τύχη ίσον προϋπόθεση. Θα μπορούσα να τη ντύσω με πλουμιστά ρούχα να περιφέρεται η ειμαρμένη των λόγων και των πράξεων προκειμένου να ανακαλύψει και να συνοδεύσει τους/τις ευνοούμενους/ες της. Η ματαιοδοξία κενή πεπερασμένη με ημερομηνία λήξης με ένα λιτό άχρωμο ρούχο να πορεύεται και να αναζητά τα θύματα της για να κοπάσει τη δίψα των επιδιώξεων της. Στην ελπίδα δεν πιστεύω,όμως υπάρχουν τόσοι πιστοί σ’αυτήν,που με δελεάζει να τη φανταστώ σαν μια λέξη πρωτόπλαστη γυμνή μονάχη να τάζει και να υπόσχεται τόσα πολλά στους ανθρώπους κι’έπειτα ως ψευδαίσθηση χωρίς αντίκρυσμα να χάνεται σαν πεφταστέρι που σβήνει πέφτοντας απ’τον ουρανό,η γείωση στην πραγματικότητα. «Τυχαία συνέβησαν όλα κι’ ας επένδυσε στη ματαιοδοξία Μια ελπίδα γεννήθηκε κάπου μακριά» (Ένας συνοπτικός ποιητικός ορισμός μου για την έννοια των τριών παραπάνω λέξεων).

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Είναι η χώρα μας. Που λαθροβιεί, που ασχημονεί αλλά και που θάλλει. Αντλώντας από τις μοναξιές, τους αποκλεισμούς, τις διαφυγές και τους μύθους της. Για να διαμορφώσει τις κοινωνικές συνθήκες μιας νέας υπαρξιακής ερημίας. Όπου το εγώ εξορίζεται, φυλακίζεται, δραπετεύει, αλλά δεν παύει να υπάρχει. Να υπάρχει και να μαζεύει τα κομμάτια του ή να υπάρχει και να σκάβει στα ενδότερα ή να υπάρχει και να αναζητάει διαφυγές.

Λέω για το νέο ποιητικό σύμπαν της Αθανασιάδου, όπως στεγάζεται στην Άστεγη Αγάπη (εκδ. Λογότεχνον, 2016), κι είναι σαν να εικονογραφώ με ρεαλιστική διάθεση τον σύγχρονο, τον πολύ σύγχρονο κόσμο μας, στην εδώ εκδοχή και στην ευρύτερη, οικουμενική, διάστασή του.

Τούτος ο ρεαλισμός άλλοτε αιχμηρός κι άλλοτε αλληγορικός, δημιουργεί από άποψη γραφής και περιεχομένου την αίσθηση του οικείου. Τίποτα απ’ όσα και όπως εδώ λέγονται

δεν έχει κατιτί το φτιασιδωμένο ή το υπερβολικό. Ο λόγος της Αθανασιάδου από άποψη σύνταξης, λεξιλογίου, ρυθμού και υφολογικών επιλογών, δεν στραμπουλίζει τη γλώσσα και δεν εξωθεί στα άκρα τις εκφραστικές δυνατότητές της με απίθανους πειραματισμούς, αλλά αποπνέει τη σιγουριά μιας δοκιμασμένης στις τέσσερις προηγούμενες συλλογές της ωριμότητας, που καταφέρνει να στοιχίσει το τι με το πώς σε μια ρυθμική και εκφραστική ισορροπία.

Ως δείγμα γραφής προσκομίζω το ποίημα «Άνεμοι»:

Μεταβλητοί οι άνεμοι
δεν εστιάστηκε η προσοχή
στην ένταση ή την ταχύτητά τους
το ενδιαφέρον των ειδικών επικεντρώθηκε
στην κατεύθυνση από την οποίαν έπνεαν
αν ήταν βοριάδες ή νοτιάδες
ζέφυροι ή τραμουντάντες
για να μπορέσουν να βρουν την αιτία
που έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα
άνοιξαν ταυτόχρονα οι ασκοί του Αιόλου
και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Το θέμα της Αθανασιάδου ακόμη και όταν βλέπεται στις πιο περίκλειστες ιδιωτικές διαστάσεις ενός δωματίου είναι πάντα εμποτισμένο με κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Το ατομικό υποκείμενο είναι κοινωνικά προσδιορισμένο, η μοναξιά του φέρει έξωθεν αποκλεισμούς, κουβαλάει το άγος μιας θεσμοποιημένης αδικίας, γι’ αυτό ακριβώς η όποια στάση, ακόμη και αυτή που φαντάζει απολύτως ατομική διαφυγή, έχει το χαρακτήρα μιας πολιτικής χειρονομίας. Στην οποία χειρονομία προβαίνει με σύνεση, υπολογισμό και αξιοπρέπεια. Γιατί τα πρόσωπα της Αθανασιάδου δεν ελεεινολογούν, δεν ξιπάζονται, δεν κομπάζουν. Υποφέρουν πάντα σιωπηλά κι είναι απολύτως αληθινά μες τη σιωπή τους.

Ως δείγμα γραφής προσκομίζω το ποίημα «Εκδοχές»:

Προσπαθούσε να νιώθει άνετα
ανάμεσα σε δύο εκδοχές και δύο ανθρώπους
ίσως και δύο εποχές την άνοιξη και το φθινόπωρο
όπως του φέρναν στη μνήμη οι μυρωδιές και οι γεύσεις
το ακατάληπτο του πράγματος
βλέπεις, δεν ήταν γεννημένος για γενναίες αποφάσεις
και τη δειλία του, την είχε μετονομάσει σε ισορροπία.

Το πιο ενδιαφέρον σε όλα αυτά είναι η αίσθηση της συνέχειας που αφήνει κάθε ποίημα. Όχι σε συνάφεια με το προηγούμενο ποίημα, αλλά με ό,τι εννοείται σαν προγενέστερη πλοκή του ίδιου του ποιήματος. Τα ποιήματα της Αθανασιάδου μοιάζουν με μικρές ποιητικές ιστορίες, όπου πάντα λανθάνει κάτι σαν προηγούμενο στόρι. Το δε ποίημα εκφέρεται σαν ουρά, σαν κατακλείδα και σαν επιμύθιο, κατά κανόνα με μια ορισμένη ενδοκλιμάκωση που ξεκινάει από τους ήπιους τόνους της αρχής και καταλήγει στο ξάφνιασμα του τέλους.

Κοντά σε αυτά, ας σημειώσω και τούτο, που αν δεν κάνω λάθος εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ποιητική της Αθανασιάδου σε τόση μεγάλη τουλάχιστον έκταση. Αναφέρομαι στην καβαφικής και σεφερικής έμπνευσης αξιοποίηση του μύθου, και δη του σχετικού με την Παλαιά Διαθήκη με όλες τις εγνωσμένες αλληγορικές δυνατότητες που δίνει αυτή η τεχνική, δηλαδή την ιδιότυπη αξιοποίηση ενός γνωστού σημαίνοντος για τη μετάδοση ενός νέου σημαινομένου αλλά με τη διατήρηση μέρους ή συνόλου από τη μυθική αχλή που συνοδεύει το πρώτο.

Ξεχωρίζω: «Δωμάτιο», «Ανάγκη φυγής», «Διακανονισμός», «Άνεμοι», «Έρημη χώρα», «Οι δύο όψεις», «Πόντιος Πιλάτος». Σταματώ σε αυτά για να μην κουράσω. Έτσι κι αλλιώς όλη η συλλογή ξεχωρίζει.

2 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ

1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-2

Η Κυριακή Αν. Λυμπέρη γεννήθηκε και ζει στη Χαλκίδα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Τα Ποιητικά, Το Φρέαρ, Οροπέδιο, Δέκατα, Μανιφέστο, Θευθ, Πόρφυρας, καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά poeticanet, frear. gr και άλλα. Μέχρι τώρα έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
«Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι», Χαλκίδα 2009.
«Εμαυτού», Χαλκίδα 2010.
«Το κάλλος και το τραύμα», εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012.
«Ζητήματα ύψους», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2015.
Κριτικά της σημειώματα για ποιητικά και άλλα βιβλία έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Απόπλους, στο περιοδικό Θευθ, στη στήλη «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής και στα ηλεκτρονικά περιοδικά  frear. gr και bookpress. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών Αθηνών.

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ (2015)

 

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Αρχίσαμε με τα κρουστά.
Τα πλήκτρα πάνω στις πληγές
και κακοφόρμιζε η σάρκα,
μέχρι να πέσει το άρρωστο κομμάτι.
Ήρθανε κι οι μικροί τυμπανιστές
να παιανίσουν χαρούμενα την είσοδο της μέρας.
Μετά, το φλάουτο στο στήθος μου
δεν έλεγε να σωπάσει
κι ήθελε να ενωθεί με τους κορυδαλλούς.
Πες είσαι παιδί
και σε μαθαίνουν από την αρχή
ν’ ανασαίνεις.
Πες φίδι κι άλλαξες το δέρμα σου,
ορθώνεις μεθυσμένο το λαιμό στη μελωδία.
Τα έγχορδα έρχονται στο τέλος.
Νύχια να γρατζουνίζουν μέρη τρυφερά,
λεπίδια να χαράζουν σπλάχνα.
Και παίξε παίξε, τελικά
σε καταπίνει η αγκαλιά της μουσικής
κι ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω.

 

ΕΝΑΣ ΙΝΔΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά.

 

Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΛΩΣΣΑ

Ο λύκος που έγινε γλώσσα
ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι,
πονάει τη συνείδηση των εντοσθίων του,
ελλιπής
στην πρώτη των κοπτήρων αρτιότητα,
στην ικανότητα προσανατολισμού.
Α, λύκε, λύκε, μην έρχεσαι
παρά την ώρα του έρωτα,
να βγάζω νύχια τρυφερά,
να βγάζω και καλές κραυγές
κι η λύκαινά μου να ’ναι εδώ
ζεστή,
παραδομένη
στο τρίχωμά μου,
στο νόημά μου
κι η περηφάνια μας στο χόρτο πατημένη
να μένει.

 

ΒΑΘΙΑ ΠΟΥ ΟΜΟΡΦΑΙΝΕΙΣ

Βαθιά που ομορφαίνεις με τ’ αστέρια,
στέκεσαι,
αργυρόχροα ετοιμάζεις
τα μέταλλα που θα με τελειώσεις,
τρέχει στα κόκαλα μια χθόνια μουσική,
γυαλίζουν τα μάτια σου σαν μοίρα.
Κι εγώ άμαθη κι αμήχανη
τα δάχτυλα δεν ξέρω να βολεύω,
την αγάπη λιγότερο
κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού.

 

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Στις φούχτες τ’ ουρανού μ’ εμπιστοσύνη
την εσπέρα απόθεσα το κορμί μου,
αδειάζοντας από αγάπες, λύπες, επιθυμίες.
Κι αν το βαθύ ξημέρωμα με πλάθει απ’ την αρχή,
χαμηλώνουν επικίνδυνα οι σημασίες
θεέ μου πού είναι το μονοπάτι σου να πατήσω,
βρέφος την ωραιότητα να θυμιατίζω,
να καλώ στο κέντρο της τη χαμένη αθωότητα,
κερδισμένο όνειρο ως το πρωί,
φως που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη.

 

ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ

Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.
Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου
την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,
τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου
στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.
Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα
να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,
να λιώνουν απαλά στα χέρια μου
φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.
Το λέμε τώρα έρωτα
του ουρανού και των άλλων άστρων,
το λέμε υποταγή στην ομορφιά
που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.
Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή
το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,
άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου
και ροδιού σπόροι οι λέξεις,
τ’ όνομά μου.

 

ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ

Αγαπητέ μου δόκτορα,
δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,
καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.
Έλεγα κι εγώ μήπως
για το χατήρι των λέξεων
να παραδώσω την ψυχή μου.
Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.
Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους
τα παλάτια οδηγήθηκα
(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),
τι αποτυχία!
Πως είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών
και μέσα στις φωτιές ακόμα,
από τιμές και χρήμα κι ηδονές,
να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.
Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,
γινόμαστε άκακα αρνιά,
αντί -που κατατρώνε σπλάχνα- γύπες,
γινόμαστε ταπεινά στρουθιά.
Και συ άλλωστε,
δόκτορα Φάουστους
-πρώτε που μας δίδαξες—
στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος
ξέκλεψες μια αστραπή από φως
κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες
βλέμμα της Μαργαρίτας,
νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.

 

ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών,
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας.
Ο ίλιγγος του ύψους ακόμα στο μυαλό.
Στο κούτελο η σαϊτιά από το φως.
Της όψης των θεών καταπρόσωπο
η γοητεία που τυφλώνει.
Τα αιθέρια παλάτια
σχέδιο για το αίμα σου.
Και, των ανθών που έδρεψες
του Ολύμπου, η γύρη
κολλημένη στα δάχτυλα.
Να τρίψεις στις περγαμηνές
να γεμίσουν χρυσόσκονη.
Από μνήμης
να εξασκηθείς στην ωραιότητα.
Να πλάσεις τώρα τον πηλό με φρονιμάδα.
Δεν είναι ίδιος πια ο τεχνίτης
σαν γυρνά απ’ τα βουνά,
τα σύννεφα σαν γνώρισε,
δεν τον χωράει ο τόπος.

 

Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Σε μια κλωστή κρεμόταν η επίγνωση της νύχτας
έλεγα μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ
ότι θα απίθωνες στα πόδια μου λωτούς
στα στήθη μου φιλιά ώριμα, καρποφόρα.

Τώρα είναι μεσημέρι -όχι καταφυγές!-
έχει ένα φως που πυρπολεί τα μέσα μέρη της
αβύσσου, πουλιά δεν τραγουδούν εδώ
κρανίου τόπος η αλήθεια κατάματα.

Να μοιραζόμαστε με γρύλους την ορφάνια μας
ανοξείδωτες λύπες, ηχηρές, που κατρακυλούν
στα πηγαδίσια σπλάχνα μας και παφλάζουν
δυνατά του τέλους τα νερά.

 

Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΩΡΑ

Υγραίνεται, πάλι η καρδιά.
Λικνίζονται στα βλέφαρα
οι σταλαγματιές των δακρύων,
εδώ περάσανε ράμφη, άνεμοι, πευκοβελόνες,
ένα μουντό φθινόπωρο που ετοίμαζε βροχές,
άνθη της τρικυμίας στη ράχη του νερού.
Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;
Η νύχτα ετοιμόγεννη ξεβράζει
συντρίμμια σάρκας, απόβλητα του έρωτα,
ξεφλουδισμένα σφάλματα, διφθέρες ανημπόριας
κι αυτές τις ρυτίδες λύπης ανάμεσα στα φρύδια.
Κι έτσι όπως χάσαμε των άστρων τα πατήματα,
ναυαγοί του ίσως,
σπαταλημένης σύνεσης ξεσκλίδια,
μόνο εδώ,
στην άκρη του καιρού,
ζητιάνοι πειστικοί του ελέους τώρα
που η δωδεκάτη ώρα σήμανε,
επί τέλους νοήμονες,
αλλιώς ποτέ, ποτέ!

 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ

Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι, ακόμα,
ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό’
θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου
τα φαινόμενα.
Τις μέρες γυπαετοί, στρουθιά
και τζιτζικιών θυσία ερωτική
τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.
Και μέσα σε υπόγειες τρύπες
φίδια, σκορπιοί,
πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.
Δε λέει αυτό το δάσος
να δώσει όλα του τα μυστικά,
μπερδεύομαι.
Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση
ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.
Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια
ρίχνουν ματιές συμπονετικές
και στις γυμνές βραγιές στο χώμα
φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.

 

 

ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ (2012)

 

ΣΤΟ ΝΑΟ

Αφού δεν έρχεσαι τέχνη
έρχομαι να σ’ επισκεφτώ εγώ
επί πώλου όνου μπαίνω
και αναμένω ιαχές.
Α, σιωπηλή, σιωπηλή μου αγάπη
πόσο με βασανίζεις ενίοτε
τα ξέφτια σου να κυνηγάω
στις πέντε άκρες του Ναού.
Κι αν (πόσο) με θυμώνουν
επαίτες κι αργυραμοιβοί
με φραγγέλιο θέλω
να υπερβώ το περιττό.
Ύστερα στα πόδια σου θα πέσω
-σε θυμάμαι
δροσιά μελών
ευφροσύνη αρμών—
όταν θα μου παραδοθείς
επιτέλους θα νιώσω
μικρός θεός εν τη βασιλεία μου.

 

ΕΞΟΡΙΑ

Από τότε που μας δόθηκε η εξορία
χνάρια γυμνά αφήνουμε στο χώμα
ελαφάκια
που αναζητάμε την τροφή και το νερό,
την ουσία,
η παρουσία της σάρκας μας βαραίνει
σαν ρούχο περιττό.
Ξένοι στα ξένα νιώθουμε
πατρίδα κάποια μας καλεί αλλού,
της Εύας τα φιλιά
παρηγοριά παροδική.
Ο τόπος ο εκεί
μας δένει με σκοινιά.
Αν ξέραμε τουλάχιστον με σιγουριά
ποιο είναι το καλό και το κακό!
Τιμωρείται ο κλέπτων οπώρας μάθαμε.
Ως πότε πια
θα μας τσακίζει αυτή η γνώση!

 

ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Λοιπόν
έφτασα στην ηλικία
ακόμα και τους πόνους μου
να τους κοιτώ αφ’ υψηλού.
Στο τέλος
εύκολη γίνεται η ζωή
απλή
μάθημα που το ξέρεις πια απέξω
χιλιοδιαβασμένο.
Τώρα
μόνο το πρόσωπό μου
θέλω να κρατήσω
(από τα πάθη η περηφάνια
τελευταία αποχωρεί)
κι όσο για τα υπόλοιπα
μετρώ τα πλούτη μου
αφαιρώντας ένα ένα τα ιμάτιά μου,
τη γυμνότητά μου
θεσπέσια εσθήτα
φως
σου παραδίνω.

 

ΕΡΩΤΑΣ

Πώς έμπαινες στις φλέβες μου
λουτρώο φως
λυτά μαλλιά του φεγγαριού,
πώς έμπαινες στα σπλάχνα μου
πυρά, πνοή ειμαρμένης,
τα δάχτυλά σου όρη έπλαθαν
της τρυφερότητας στρογγυλής,
τα χείλη σου άρθρωναν βραχνά
τα πιθανά ονόματα του πόθου.
Κι ήτανε μέρες που ακούμπησα
στην άκρη του γκρεμού για να συναντηθούμε,
ήτανε νύχτες που μονάχη μέτρησα
μήκη χιλιόμετρα άστρα.
Α, έρωτα, έρωτα
χαράδρα εαυτού
κοιλάδα άνω κάτω ανθοφόρας γης πατρίδα,
πάρε με έρωτα
τυράννησέ με ως το πρωί
να διαλυθώ
να σκορπιστώ
μες στο μηδέν να βρω το νόημά μου.

 

ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ

Ο κόσμος όλος
σ’ ένα μικρό κουτάκι.
Μηχανισμοί, γρανάζια, ώρες
πλανήτες που παιδεύονται στις συζυγίες τους
διαδρομές υπομονής
πλήξεις επαναληπτικές
τικ τακ του χρόνου ατελείωτο
γεωμετρία της φθοράς.
Κι εσύ συνείδηση που επιμένεις να υφαίνεις
ολοένα διαστάσεις του αθέατου
μες στην καρδιά του υπαρκτού
αν απατάσαι
με όραση ανάποδη
αισθήσεις πρόστυχες, ανυπόληπτες.
Τι ωραία ωστόσο που ανατέλλεις
από τα πάθη σου!
Επειδή ελευθερία σημαίνει
να διακόπτεις την τροχιά σου.

 

ΠΛΕΟΥΜΕΝΟ

Ένα πλεούμενο ποίημα σήπεται
σε μια γωνιά του εγκεφάλου μου
το καημένο
η γλώσσα —ρυμουλκό φιλότιμο-
επιχειρεί ανέλκυση·
α, ποίημα, ποίημα του βυθού.
Ναι.
Να θυμηθώ να ροκανίσω
τη φλούδα-φλοιό
να επιστρέφω
στην εποχή της αθωότητας
(γίνεται; εάν ίσως
αριθμομνήμων πόνος
σπρώχνει τις έλικες)
να υπάρξω
βρέφος σπαργανωμένο
στο νησί του τίποτα·
α, ποίημα, ποίημα
φέρε με
στο κέντρο του λωτού!

 

Η ΣΙΩΠΗ

Μες στη σιωπή
αναδεύονται
όλα τα τελειωμένα πράγματα
ζώα, φυτά κι αστέρια του μυαλού μου·
με τη σιωπή σχεδιάζω τη δημιουργία μου
λίαν αυτάρκης
πλάθω κόσμους απ’ το σώμα μου
πλανήτες-λέξεις στο στερέωμα εξακοντίζω
λέω «γενηθήτω φως»
και τότε Θεέ μου
σε καταλαβαίνω.

 

ΚΥΜΒΑΛΟ ΑΛΑΛΑΖΟΝ

Κύμβαλο αλαλάζον
καρδιά μου
σάρκα μου
ατέλεια φύσης που αγωνίζεται
να υπερβεί τον εαυτό της
σάλπιγγα για καταστροφή
μα και για κτίση
ταμπούρλο με τους χτυπους σου
αιμοδοτείς τον κόσμο που τρεκλιζει
στα τείχη της Ιεριχούς
ή εδώ
βραδιάζει ξημερώνει
καρδιά μου
πάντα σταθερά στο μετερίζι.

 

ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα δέντρα έχουν κόκαλα
τρίζουν στον άνεμο
τεράστιες γέρικες αρθρώσεις
και ύστερα την άνοιξη
φορούν χρωματιστά φορέματα
και βγαίνουν βόλτα στους λειμώνες.
Κι εγώ
πότε μες στους χυμούς των κλάδων λούζομαι
ντύνομαι τα φυλλώματα κατάσαρκα
καρπούμαι την ανθοφορία
και πότε της φθοράς την ξηρασία εσοδεύω
γερνάω με τις εποχές.
Στο σχολείο των δέντρων μαθητεύω
να σκάβω επιμένω ψάχνοντας
βαθιά
το νόημα της ρίζας.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Τόσες νύχτες εδώ
ταξιδεύουμε σε μέρη παραδείσια
και το πρωί ξυπνάς
το φίδι κουλουριάζεται στη γλώσσα σου
με τεμαχίζει ιδανικά
δοκιμάζει τα όριά μου
ποια σημασία έχει σήμερα την τιμητική της·
λιγνή, λιγνεύω ολοένα
περιφέρομαι
τα δικά μου όλα αποποιούμαι
λιγνή-φτερό-αέρας να δεθώ
στο κατάρτι της επιθυμίας σου
κάθε μέρα επιλέγω
σε ποιον ιστό θα σταυρωθώ
για να σου ταιριάζω.

 

Η ΑΝΟΙΞΗ

Η Άνοιξη αναδύεται ανελλιπώς
με πέταλα και πεταλούδες
προβάλλει ακούραστη, αμετανόητη
απλώνει το χιτώνα της στα δάση
με χρώματα στολίζει το κορμί της γης
άνθη πληθαίνουν και τελειώνονται
δέντρα κοσμούνται χαρίτων
και κάπου κάπου μια αιχμή
(επί των ρόδων)
να υπενθυμίζει:
το κάλλος απαιτεί το τραύμα του·
έχει κι η Άνοιξη αγκάθια!

 

ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Με τα φτερά του πόθου σου στους ώμους
διαπλέω ουρανούς γαλακτόχροες-
α, τέχνη, αγαπημένη ιδανική
μήπως μέσα στις συλλαβές
εφευρίσκω τον εαυτό μου;
Κάθε μέρα περνάει απαράλλαχτη
το τίποτα κινείται τόσο γρήγορα
η κινούμενη ακινησία με εγκλωβίζει-
αν τίποτα δεν κινείται
πώς σκέπτομαι λοιπόν;
πώς υποφέρω;
Ή όλα κινούνται με την ίδια ταχύτητα
προς το ίδιο τέλος
ώστε ο κινούμενος παρατηρητής
δεν είναι παρά παρατηρητής μόνο,
συμπαρασύρεταυ
ποτέ δε συμμετέχει.
Εγώ επομένως
με αλφαβήτα σπέρνω τον πηλό
σύμπαντα συναρμολογώ
επινοώ την επικράτεια της αλήθειας μου.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

Σήματα ενδοποιητικής στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα Ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη 

January 12, 2017

Στη μελέτη του με τίτλο Seuils, «Κατώφλια», ο Gérard Genette εξετάζει τα στοιχεία που περιβάλλουν ένα κείμενο με σκοπό να το «παρουσιάσουν» και να το «καταστήσουν» παρόν. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν το παρακείμενο και είναι ό,τι μεσολαβεί ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, όπως ο τίτλος ή οι επιμέρους τίτλοι όταν πρόκειται για ποιητική συλλογή, αφιερώσεις, μότο, σημειώσεις και άλλα. Όλα τα παρακειμενικά στοιχεία ανήκουν σε μια ζώνη, σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ένα κατώφλι μετάβασης αλλά και μεταβίβασης. Είναι δηλαδή σαν ένα σύστημα οδηγιών χρήσεως για τους αναγνώστες και μελετητές του. Ακολουθώντας τα βότσαλα που μας αφήνει η Κυριακή Λυμπέρη στο κατώφλι της τέταρτης ποιητικής της συλλογής παρατηρούμε ότι ο τίτλος είναι Ζητήματα Ύψους και ότι αρχίζει με δυο μότο, με το πρώτο να αποτελείται από δυο στίχους του ποιητή Paul Eluard «Γιατί το σώμα και η ψυχή εκτίθενται μαζί/ Γιατί χρησιμεύουν ως δικαιολογία το ένα για την άλλη», και το δεύτερο με το στίχο του ποιητή Νίκου Καρούζου «Κανένα κυπαρίσσι στο ύψος της αγάπης».

Η ποιήτρια με αυτά τα παρακειμενικά στοιχεία αποδίδει τα χρέη της στους δυο ποιητές, υπογραμμίζει τις προσωπικές της αναφορές αλλά και μας προϊδεάζει για τα θεματικά μοτίβα της εν λόγω ποιητικής συλλογής. Δυο είναι λοιπόν οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται διττά. Μέσα από την ποιητική κατάδυση και ανάδυση στο σώμα αναζητάται η οδός του ύψους από τη μια, και της αγάπης από την άλλη.

Η ανυψωτική τάση είναι έκδηλη σ΄ όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη Ζητήματα ύψους. Η ποίηση εγγράφεται στο κορμί του ποιητή. Και τα δυο μαζί δημιουργούν ένα ποιητικό σύμπαν αναμέτρησης με το ύψος. Όταν όμως αναμετριέσαι με το ύψος, χρειάζεται να μελετήσεις την απόσταση που διανύεις ως εαυτός. Χρειάζεται να ενσκήψεις στο σώμα σου ως βάθος. Να ζυγίζεις το βάρος του κόσμου για να βρεις τις οδούς του ύψους. Και αυτό κάνει η Κυριακή Λυμπέρη εδώ.

Όλα τα ποιήματα, λες και ζητούν να αποτινάξουν από πάνω τους ή πάνω από το ποιητικό εγώ, ό,τι ως έρμα καθιστά το άγγιγμα τού επάνω δύσβατο.

Ποιο το επάνω και ποιο το κάτω; συχνά συγχέονται, αλλά μόνο γιατί η ανάβαση είναι ταυτόχρονα και μια κατάβαση στον εαυτό, όπως στον ηρακλείτειο στίχο «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή». «Κι αν καμιά φορά μετράω τα ύψη/ είναι τα βάθη που συλλογιέμαι» αναφέρει στο ποίημα «Με άγρια βότανα»: «Μα, όταν βγαίνω από εκεί,/ πόσα κομμάτια ουρανού/ μπορώ και θέλω να χαρίζω!» και στο «Χαρμολύπης εγκώμιον» «Και στα σύννεφα όταν ανεβαίνω/- δώσε γαλάζιο και σκοινιά! / ύστερα από λίγο βουλιάζω/ σε βάθη άπατα./ Αρμυρή, αρμυρή απ’ τον καιρό/ κι όμως αθώα,/ ξανακερδίζω την πρώτη μου ψυχή.»

Κινούμενη στης υπαρξιακής ποίησης τα μονοπάτια, σ΄ αυτή τη συλλογή η ψυχή σωματοποιείται διαμέσου οραματισμού στο χώρο της φύσης. Με απλή αλλά και πλούσια γλώσσα που ρέει σε εικονοποιία συμβολιστική, συχνά υπερρεαλιστική, με αποχρώσεις από τη διαδρομή της νεώτερης ποίησης, του Καρυωτάκη, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Ν. Καρούζου, αλλά και από τα ιερά κείμενα (στο ποίημα «Επί των υδάτων» (Ars Poetica) η ίδια η ποιήτρια μάς πλοηγεί στις ποικίλες πηγές της ποίησής της), στοχεύει στο συναίσθημα του αναγνώστη με αιχμές που απαλύνονται όμως, από μια εσωτερική τρυφερότητα.

Με τη συναίσθηση της δίψας του ουρανού αλλά και της φύσης του πηλού γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η αρχή της αρχής» «η δίψα μου είναι των άστρων […] η καρδιά μου χώραγε τους ουρανούς/ και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!». Με αφετηρία την οδύνη της αδυναμίας του ανθρώπου, η ποιητική της συλλογής αποκτά μια πένθιμη παρατηρητικότητα του παρόντος, με άλλοτε πικρή και άλλοτε μεταφυσική ένταση.

Τα ποιήματα της Κ.Λ. ως «απαλοί ροδώνες όπου εξαντλεί την ανεπάρκειά της» με ποιητικά δομικά υλικά «άγρια βότανα, φρούτα, καρποί, λωτοί- φιλιά ώριμα, έχοντας στα δόντια το κλαράκι της μυρτιάς» και με όντα ζώντα του χάμω να αναμετρώνται και να τείνουν προς αυτά του άνω. Έτσι παρελαύνουν .. μια σφήκα κόκκινη στο δέντρο της καρδιάς, αηδόνια γυπαετοί, στρουθία /και τζιτζικιών θυσία ερωτική˙/ τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες/ άγγελοι του ουρανού αλλά και μέσα σε υπόγειες τρύπες/φίδια, σκορπιοί, μια καμηλοπάρδαλη, που και στα ψηλά, μα και στα χαμηλά γνωρίζει να ελπίζει, να τρώει, και να ζει/ ένας σκύλος που γλείφει τα χέρια του κυρίου του με ευγνωμοσύνη, αλλά και ένας λύκος που έγινε γλώσσα και ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι- ένα ελάφι που η καρδιά του χώραγε στους ουρανούς αλλά μοιράστηκε στα ερπετά, ένα κήτος που σε ρουφάει ολόσωμο και είναι πάντα εκεί, μέχρι και ένας δράκος που έγινε με τα χρόνια άγγελος.

Ώσπου και ένας άγγελος ινδός προσφέρει τη μόνη ενσάρκωσή του, το ίδιο του το σώμα:

«Ένας Ινδός άγγελος,/ με τα ανοιχτά σε έκταση/ μαύρα χέρια του φτερά,/να συνοψίζει το απόγευμα/ επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια, / όχι την πτώση των αγγέλων/ -ότι αυτός δεν γνώρισε / της έπαρσης την αμαρτία- /μα τη λιγνή απελπισία να ζυγιάζεται/ στην άκρη του φωτός, / μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει/ το μόνο ιμάτιο που κατέχει –σώμα του / στο πουθενά.» («Ινδός άγγελος»).

Μια παράλληλη εσωτερική αγωνία ζητά τον τόπο της ψηλά στα ποιήματα αυτά. Η αγωνία της αγάπης. Ναι, η αγάπη έχει ύψος. Εκεί κατοικεί. Μόνη. Η μοναξιά του επίδοξου αναβάτη – ακροβάτη στην αγάπη, άλλοτε ως πικρή διαπίστωση, άλλοτε ως προϋπόθεση κι άλλοτε ως υπόσχεση, υπερχειλίζει όλη τη συλλογή: «δύσκολη η μοναξιά, η αγάπη πονάει στα γόνατα./ Ακόμα κι αν δε βρεθούμε, ακόμα κι αν/ είσαι ήδη εδώ» γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η προφητεία».

Η καρδιά της ποιήτριας στην μοναξιά της, αναζητά με πείσμα να αναμοχλεύσει το αόρατο, το ανέφικτο, με μια τιμιότητα που μόνο η αγάπη έχει, με μια αγαθότητα θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, θέλει υπομονή και πόνο αυτός ο δρόμος. Συχνά διαβάζεις τίτλους ποιημάτων ή και στίχους όπου ο βαθύς πόνος υψώνεται σε εγκαρτέρηση, και το μάτωμα ακούγεται σαν σιωπηλό ουρλιαχτό. Στο ποίημα «Με άγρια βότανα» «Στον πόλεμό μου μ’ αίματα,/ στα σπλάχνα με πληγές/ και στο υφαντό μου το πανί / με υπομονή Πηνελόπης» ή στο ποίημα «Να επιμένεις» «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ/ στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη,/ ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες,/ μουσική,/να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις.»

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σε όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη η αυτοαναφορικότητα είναι το κύριο δομικό υλικό. Ότι η ποιήτρια παρατηρεί τον εαυτό της τη στιγμή της ποιητικής της διεργασίας και στη συνέχεια γράφει ποιήματα. Η κοινωνία όμως εγγράφεται στο σώμα του ποιητή και στη συνέχεια στο corpus του, την ποίησή του. Η ποίηση της Κ.Λ. όσο είναι αυτοαναφορική άλλο τόσο είναι σε αμοιβαιότητα με τον κόσμο γύρω της. Λαμβάνει και προσφέρει. Γεφυρώνει το εντεύθεν με το εκείθεν, ώστε αν και αναχωρητής ο ποιητής, αυτό να μη συνιστά φυγή από τον κόσμο αλλά συνομιλία με αυτόν.

Η ποιητική διαδικασία της ανόδου/ καθόδου δείχνει να έχει λυτρωτική καθαρτική επενέργεια στο ατομικό αλλά και στο συνολικό υποκείμενο. Η ποιητική δημιουργία εκλαμβάνεται ως προσφορά αν και υποσκάπτεται συχνά από το αδιάφορον των ανθρώπινων πραγμάτων. Η ματαιότητα του υλικού βίου και της απώλειας της αγάπης ή της απουσίας του ύψους απειλεί με καρυωτακικό πνιγμό την ποιήτρια στο ποίημα με τίτλο «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος»: «των νηπενθών η αθωότητα/ είναι εξακολουθητική:/ ως προς το πράττειν δρουν ενστικτωδώς˙ ελευθερία τι σημαίνει; Ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά/ τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά. Της σάρκας η τροφή/ μόνη τους ασχολία. / Και για την πρόκληση χρώμα, μυρωδιά/ και τα υπόλοιπα που η φύση επιτρέπει.»

Και αναρωτιέται: «Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;» («Η δωδεκάτη ώρα»).

Και απαντά στο ποίημα «Στους αντίποδες»: «Πέφτουν τ’ αστέρια ένα ένα/ σαν κέρματα χάλκινα για τους ζητιάνους. Θα περιμένω ό,τι περισσέψει / τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα. / Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους.» Στην ταπεινότητα, στο ελάχιστο των πραγμάτων μπορεί να βρίσκει κανείς την λύτρωση – αν ζεις στο ελάχιστο ή αν διερευνάς και ανατροφοδοτείσαι από το τίποτα, από το ανεπαίσθητο, μπορείς να βρεις την γαλήνη. Την ηρεμία της απάντησης ίσως;

Ο πόθος και η ανάγκη για τη χαμένη αγάπη λοιπόν. Για την αγάπη που ήταν υπόσχεση στον κόσμο αυτό και δεν εκπληρώθη. Για έναν Paradise Lost, μια αγάπη που ήταν προφητεία από το θεό αλλά δεν πραγματώθηκε. Δε νιώθεται. Μοναχά ελπίζεται μέσα σε ένα κόσμο σκοτεινό, αδιάφορο, έναν κόσμο ματαιότητας. Έναν κόσμο του τίποτα ή του μετρίου, που μόνο ανεπαίσθητες αναλαμπές της θεότητας των πραγμάτων, του Ωραίου, της αγνότητας που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι πια.

Ο ποιητής, ο άνθρωπος, βρίσκει μια χαμένη αθωότητα στην μοναξιά του δείχνει να μας λέει η Κ.Λ., στην δική του αναζήτηση με το χαρτί και το μολύβι, με την ενατένιση των άστρων, με την καταβύθιση στην ψυχή, όπου έχει καλά κρυμμένα τα λευκά σιδερωμένα βρεφικά λες ρουχαλάκια του εαυτού.

Σαράντα ένα ποιήματα σε αυτή τη συλλογή. Οι τίτλοι τους ως «μακροσκοπικά σήματα ενδοποιητικής» κατά τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, μας οδηγούν συμβολικά και συνοπτικά στα θεματικά ρεύματα της ποιητικής αυτής συλλογής της Κ.Λ. Σταχυολογώντας μερικούς τίτλους θα μπορούσε να σχηματιστεί ένα ενδεικτικό παλίμψηστο: «Η καρδιά του ποιητή» – «Πορτραίτο» – «Με άγρια βότανα» – «Αντίποδες» – «Στα ύψη με το σώμα» – «Μη μιλήσω άλλο για αγάπη» – «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος» – «Χαρμολύπης εγκώμιον» – «Επί των υδάτων (Ars poetica)» – «Τα μικρά άνθη» – «Στη φλούδα μου» – «Στην αναμονή του» – «Δωδεκάτη ώρα» – «Προφητεία» – «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» – «Γένοιτο» – «Στα σύννεφα» – «Ο τόπος μου» – «Να επιμένεις» – «Στην αρχή της αρχής» – «Από χίλιες οδούς» – «Ζητήματα ύψους».

Ποιήματα – Ζητήματα ύψους λοιπόν. Ενός ύψους που ορίζεται ως βάθος. Ενός ύψους που φέρεται ως ερώτηση και απάντηση, ως διαδρομή και τέλος, ως επιλογή και τυραννία. Ως η μόνη οδός εντέλει για την επιστροφή στην ουρανική αγάπη.

Αρχή και τέλος εδώ τα λόγια του Ν. Καρούζου: «Για το ύψος και για το βάθος. Όχι αστείες επιφάνειες. Όχι στιλπνότητες του αέρα. Ούτε τσίρκο στεναγμών, αλλ’ ο αέρας μαχόμενος. Που σημαίνει προοδεύω στον πόνο. Μια τέτοια πρόοδος είναι η ποίηση».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Alex Strohl.]

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Διάστιχο 19/10/2016

Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.

Η ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη με τον τίτλο Ζητήματα ύψους είναι μια de profundis εξομολόγηση, «De profundis clamavi ad te, lector», θα μπορούσε να πει η ποιήτρια, παραφράζοντας τον ψαλμό που έκανε διάσημο ο Όσκαρ Ουάιλντ. Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.
Η συλλογή μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη, με σημείο τομής ενός πριν και ενός μετά το ποίημα «Επί των υδάτων (Ars Poetica)». Κόλαση και καθαρτήριο. Παράδεισος δεν υπάρχει πια.
Στο πρώτο ποίημα προσδιορίζει το χώρο της∙ μπαίνει στο δάσος απελπισμένη: Αγκάθια μες στο δάσος μου∙/ εύκολα σκίζεται το δέρμα (δεν ξέρω αν σωστά ακούω εδώ το θρόισμα από το «Μετάξι στον κήπο» του Γιώργου Βέη). Εκεί, σ’ αυτό το δάσος θα περιπλανηθεί και θα γδαρθεί, εκεί στο δέρμα της θα ανοίξει δρόμους για να φανεί το μέσα πάθος, η κόλαση – inferno.
Η υπερρεαλιστική της γραφή θα της δώσει την ελευθερία να πει τα ανείπωτα. Στην αλληγορία θα χτίσει το ποιητικό οικοδόμημα για να μην εκπέσει σε μελό ρεαλιστικές διατυπώσεις. Έτσι, καθόλου παράταιρος δεν φαίνεται «ένας ελέφαντας» που «ξαφνικά πετά». Μάλιστα, θα λέγαμε πως είναι η καλύτερη μεταφορά εκείνου που χονδροειδώς οφείλει να καταπιεί.
Μοιάζουν ωραία βέβαια τα βράδια στη σελήνη
αθώα είναι η ιστορία εκεί πάνω
τα λάθη μόνο για τους βράχους.
Των παλιών ρομαντικών τα σύνεργα –«βράδια» και «φεγγάρια»– δεν επαρκούν για να βαστάξουν το βάρος της ψυχής. Και όσο πιο ψηλά κοιτάζει κανείς τόσο πιο βαρύς γίνεται ο κόσμος. Βράχος ασήκωτος ο καημός που το πάσχον εγώ πρέπει να άρει. Απέλπιδες είναι οι προσπάθειες να σκαλώσει σε κάτι, να υψωθεί πάνω από τις συμβάσεις, να κρατηθεί στην επιφάνεια και να μη βουλιάζει στων παραισθήσεων το τέλμα, όπου τη σέρνουν οι παλιές ευτυχισμένες σκηνές:
Μια χελιδονοφωλιά του νου
…διακονία κανονική στο αόρατο
…Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Ένας μικρός ιδιωτικός παράδεισος που μεταλλάχτηκε σε κόλαση. Γιατί κάθε παράδεισος έχει τον όφι του και της γνώσεως το δέντρο του και τη φιλέρευνη Εύα του. Ο δρόμος είναι μπροστά, η πόρτα ανοιχτή, μπαίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει ότι στη στροφή περιμένει η αλλαξοκαιριά. Κι εκεί παίζεται το δράμα.
Η ποιήτρια, σαν τον ζητιάνο της παραβολής, εξόριστη του παραδείσου πια, αρκείται σε ό,τι έχει περισσέψει από το τραπέζι του πλούσιου: τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα./ Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους, γιατί κι ένα μικρό ψίχουλο αρκεί από τον παράδεισο που δεν μπορεί να έχει. Η ερωτική έλλειψη έρχεται σαν διακριτικό παράπονο, καθόλου διεκδικητικό. Κι επειδή το παράλογο έχει μπει για καλά στη ζωή, το «πράσσειν άλογα» ή «πράσιν’ άλογα» ή «πράττειν παράλογα» προεκτείνεται στο ζωγραφίζειν παράλογα, στο «Πορτρέτο». Η πράσινη κυρία, με φουλάρι από άνθη, ταιριάζει στη θεωρία του τοπίου –Αν είναι χρώματα κισσού/ αν είναι αγράμπελη–, οι στίχοι μάς γυρίζουν σε άλλες εποχές και άρωμα παλιάς τεχνοτροπίας, μόδας και γυναικείας κοκεταρίας – το πράσινο «πορτρέτο» δίνει μια αίσθηση κακίας, ψυχικής διαστροφής, σαπίλας και μούχλας. Δεν είναι το πράσινο της νιότης, της φύσης, της χλόης, της ζωής. Πράσινο σαν φίδι φαρμακερό∙ «χολή;», αναρωτιέται η ποιήτρια. «Ναι», θα ήταν η απάντηση που αιωρείται και δεν κατατίθεται. Σπαρακτική επίσης ακούγεται η ορχήστρα με όλα τα όργανα να οργώνουν το νου και την ψυχή, να αρχίζουν δυνατά για να καταλήξουν οδυνηρά. Με τα κρουστά στην ενθουσιαστική αρχή και το θρήνο, lamentο, στο τέλος. Πληγές της ψυχής με ήπιες μεταφορές στο σώμα αντανακλούν: Η αγάπη πονάει στα γόνατα. Και όσο το ύψος πιο ψηλό τόσο το βάρος της πικρής γείωσης πιο βαρύ. Το ανηλεές «σαρκοβόρο νηπενθές» του Ομήρου, του Καρυωτάκη, του Μποντλέρ, τα φάρμακα της «νάρκης του άλγους» του Καβάφη, κανένα δεν μπορεί να ηρεμήσει το θηρίο, το «αμάχανον όρπετον» που τρώει από μέσα. Και ο «έρως ο λυσιμέλης», ο «ελθών εξ οράνω» (παραφράζω λίγο τη Σαπφώ) είναι ανήκεστος. Τι είναι το φιλί, η αναμονή, η πίεση, το βάθος της ουλής, τα δάχτυλα, ηλεκτρικά καλώδια; Όλα είναι του έρωτα σύνεργα, προσαγωγά νεύρα που στοχεύουν σωστά και πετυχαίνουν την καρδιά. Σταματώ για λίγο στο ποίημα «Χαρμολύπης εγκώμιον», όπου συνυπάρχουν η «χαρμολύπη» και η «πικροδάφνη», μισή χαρά, μισή λύπη, μισή πίκρα, μισή δόξα. Τα κλαδιά της πικροδάφνης σαν χέρια απελπισμένα. Οι βράχοι κοφτεροί με μασέλες, δόντια τρωκτικά/ που σκίζουν σάρκες από μέσα. Τα «δοξαστικά μεσημέρια» (του Ελύτη) με τα τζιτζίκια και τη συμβασιλεία των φυτών και λουλουδιών, των φτερωτών αγγέλων και των ερωτικών φιλιών, στον ήλιο τον καυτό, όλα μια επιφάνεια παραδείσου, ένα τσιρότο στην πληγή. Η ζείδωρη φύση με τα δώρα της, λουλούδια κι αρώματα, ορχήστρα ανεκλάλητου παραδείσου πλην, παρελθόντος. Μετρημένος ο χρόνος του. Αλλιώτικο το χρώμα του κι ας είναι ίδιος.
Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι. Μια αστραφτερή απάτη: αργυρόχροα ετοιμάζεις/τα μέταλλα που θα με τελειώσεις. «Αχ, ομορφιά, συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας», λέει ο Ελύτης. «Αχ, έρωτα, καθώς Ιούδας με παρέδωσες», θα μπορούσε να λέει η ποιήτρια. Μ’ ένα φιλί κι ένα χάδι μου έκλεψες την αθωότητα, την ιερή στιγμή μου.
Ωστόσο, στο ποίημα «Αρχή της αρχής» κάνει επανεκτίμηση των πράξεων και επανεκκίνηση της ελπίδας. Στο «Επί των υδάτων (Ars poetica)», συνθεμένο από στίχους ή ιδέες ποιητών που αγάπησε, στηρίζει την πίστη που κλονίστηκε. Έτσι, γνωρίζει, με την πληγή στο πλευρό, ποιο το καλό, ποιο το κακό και ότι της αθωότητας η γλώσσα έχει τίμημα. Φως ανατέλλει πάλι, ο λόγος γίνεται πιο στοχαστικός, ο πόνος αποσύρεται από τη σκηνή, παραφυλάει ωστόσο στα παρασκήνια. Είναι αυτός που θα εκθρέψει τη νέα σοδειά. Το λέμε τώρα έρωτα/ του ουρανού και των άλλων άστρων/ το λέμε υποταγή στην ομορφιά/ που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει./ Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή/ το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,/ άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου/ και ροδιού σπόροι οι λέξεις,/ τ’ όνομά μου.
Έτσι, λοιπόν, η συγκατάβαση επετεύχθη. Η παραδοχή έτοιμη. Η ποιήτρια αποφθέγγεται: Ευτυχισμένοι/ αυτοί που ξέρουν να τρυγούν την άνοιξη,/ ευτυχισμένοι/ αυτοί που κοιτούν κατάματα την αγάπη/ και τρισευτυχισμένοι αυτοί που δεν γνωρίζουν φόβο./ Κι εγώ δέντρο που καίγομαι/ και σβήνω τις φωτιές μου στα ποτάμια!, αλλιώς: «Μακάριοι οι μη ειδότες…», γιατί οι ειδότες δεν είναι μακάριοι, γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,/ εκ του μακρόθεν, λέει, δεν περιγράφεται. Αν δεν καείς μες στη φωτιά, δεν μαθαίνεις, «φωτιά, ωραία φωτιά, καίγε μας, λέγε μας τη ζωή», είπε ο Ελύτης. Η φωτιά, αυτή το πρώτο ρίζωμα και δεν είναι τυχαίο.

«Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι.»

Ο καιρός της περισυλλογής έφτασε. Η ποιήτρια περιηγήθηκε τον πόνο, περιέγραψε την απώλεια, κοίταξε από ψηλά την πτώση, από χαμηλά τον ουρανό, κράτησε μέσα της τα τιμαλφή της. Αξιοποίησε ό,τι η τέχνη της έδωσε, έδωσε στον πόνο της ρυθμό, ανακαίνισε την παλιά φόρμα, έπαιξε δίκαια ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, και: Θα αναχωρήσω τώρα/ –αν δεν σας πειράζει– για τον τόπο μου/ …Αγαπητοί φίλοι,/ θα λείψω για λίγο τώρα,/ αποσύρομαι στην ηλικία που μου ταιριάζει,/ θα δοκιμάζω εξαρτήματα εκεί/ που οι κόσμοι συναρμολογούνται χάρτινοι/ αθώοι, θα εγκατασταθεί στα δίκαιά της. Και όλα στη θέση τους. Το σύμπαν δεν θα ανατραπεί. Η ζωή θα συνεχίζεται κι ο καθένας με την πληγή του θα ιδιωτεύει στον ιδιωτικό του κόσμο, στο όνειρο που μπορεί να ελπίζει για να μπορεί να ζει.
Η Κυριακή Λυμπέρη με τα Ζητήματα ύψους, αλλά και τα ζητήματα βάθους, μας άνοιξε την πόρτα για να μπούμε στο δάσος που την έγδαρε, την πόνεσε, την έκανε να νιώσει κανονικός άνθρωπος και, σαν πρωτόπλαστη, διωγμένη από τον παράδεισο, να συμβιβαστεί με το μεγάλο τίποτα:
Ο θάνατος απλώνει γύρω
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση.
Εντέλει μας υπενθυμίζει πως τα ανθρώπινα δεινά είναι κοινά κι εμείς είμαστε εκεί για να υπομένουμε, συμπάσχοντας μαζί της, έστω κι αν καθένας «μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου», όπως έλεγε ο Σεφέρης.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 13/1/2016

Μια κριτική ανάγνωση στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη, από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ»

Η ποίηση είναι οπωσδήποτε ένα “ζήτημα ύψους”, τουλάχιστον για τον ποιητή που της δίνει πνοή με τη γραφή του αλλά και για τον αναγνώστη που μεταλαμβάνει την ανάσα αυτή. Ζαλιστικό το ύψος αυτό, γι’ αυτούς που είναι μαθημένοι να πατούν μόνο στα γήινα και απολύτως ερμηνεύσιμα. Αντιθέτως, δελεαστικό με όλον του τον κίνδυνο, γι’ αυτούς που αντέχουν «απρόσμενες παγίδες, θαύματα ερήμην».

Είναι αναμενόμενο ίσως μέσα σ’ ένα ποίημα να ανιχνεύεται μια δόση αυτοαναφορικότητας. Περίπου αυτό που ονομάζουμε “ποιητική” του κάθε δημιουργού, τα χτίσιμο της δικής του οπτικής στην υπόθεση της γραφής. Η Κυριακή Λυμπέρη στα «Ζητήματα ύψους» παρουσιάζει -άλλοτε φανερά και άλλοτε πιο καλυμμένα- σχεδόν σε όλα τα 41 ποιήματα της συλλογής της αυτόν τον κόσμο στον οποίο κινείται η ποιητική σκέψη δίνοντας έτσι τη δική της εκδοχή για τα ποιητικά πράγματα. Μας προετοιμάζει ακόμη από τους πρώτους στίχους

«… Και αν ακούσεις ουρλιαχτό,
να με πονάς, αλλά να μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!»

Άγρια η ψυχή του ποιητή; Κάποιες φορές ναι. Πάντως με άγρια βότανα τροφοδοτούμενη. Αλλιώς δεν γίνεται να μεταδώσει αυτά τα κομμάτια ουρανού, αν πρώτα δεν έχει δοκιμαστεί στα πιο σκληρά μονοπάτια. Η ποίηση δεν γράφεται με χαρές και τραγούδια. Απαιτεί αίμα ψυχής. Όπως αυτό που φαίνεται να κυλά στις φλέβες αυτής της ποίησης.

Ο κόσμος του ποιητή έχει ουρανό, με την απαιτούμενη εξύψωση, έχει όμως και καταβύθιση σε υδάτινα τοπία, εκεί που σαν νέος δύτης (στα ίχνη εκείνου του αρχέτυπου της ποίησης του Ρίτσου) θα δεχτεί από τον πυθμένα όλα τα θαυμαστά

«Η μισή μου καρδιά είναι εδώ πέρα,
όταν ξεβράζει η φουσκοθαλασσιά
ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια.»

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη μοιάζει να είναι ένα κομμάτι φυσικού κόσμου, σαν να βλάστησε όπως το δέντρο, να αναζητά την τροφή με το ένστικτο του ζώου, να καθοδηγεί τα βήματά της στο δάσος με την άνεση του θηρίου.

«Κι εγώ δέντρο που καίγομαι
και σβήνω τα φωτιές μου στα ποτάμια»

Αφήνεται να τη ρουφήξει «το κήτος ολόκληρο» σαν νέος Ιωνάς, γιατί μόνον έτσι

«πέστε μου,
δεν δίνεται ύστερα σαν χάρισμα η προφητεία;»

Μόνο που δεν έχει αυταπάτες. Στην περίπτωση της ποίησης, ο ποιητής δεν είναι ο Ιωνάς και το κήτος το έχει μέσα του, έναν δράκο-άγγελο.

«Ο δράκος μου κοιμάται
διαρκώς με το ένα μάτι ανοιχτό,
περιμένει τη κλήση μου τη σωστική,
στην αγωνία είναι πάντα έτοιμος.»

Έτσι λειτουργεί και το “φαρμακείο” των λέξεων, πάντα στα διανυκτερεύοντα, έτοιμο να δώσει τα δικά του γιατρικά στον πόνο των ανθρώπων. Μόνο που τα φάρμακα του ποιητή πρέπει να περάσουν από πολλές παγίδες των δρόμων για να φτάσουν να αποβούν ιαματικά. Και πρωτίστως θα πρέπει ο ποιητής να έχει παραδώσει την ψυχή του σαν νέος Φάουστ

«Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται».

Κατόπιν θα μπορεί κι αυτός να συνομιλεί με τους θεούς

«Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας»

Διαβάζοντας την ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχω την αίσθηση του “όλου”, όχι μόνον ως συνολική εικόνα του κόσμου του ποιητή αλλά και ευρύτερα, ως αντίληψη που διακατέχει την ποιήτρια για το αδιάσπαστο του σύμπαντος. Μοιάζει εδώ να καταργείται εκείνο το καρτεσιανό περίφημο “cogito ergo sum” που οδήγησε τη σκέψη του ανθρώπου σε έναν ανελέητο κατακερματισμό σε σώμα και πνεύμα, σε σκέψη και σε ύλη, σε αντιμετώπιση της ζωής πάντα ως προς κάτι που την κατηγοριοποιεί και την καταδικάζει σε διάσπαση αέναη. Εδώ όλα δένουν, όλα υπακούουν στον εσώτερο ρυθμό που δίνει ο λόγος ο ποιητικός, που όλα τα ενώνει και τα βάζει να συμπλέουν μέσα στους στίχους. «Στα ύψη με το σώμα» θα μας προτείνει ανατρέποντας όλα τα περί κατώτατων ενστίκτων και ανώτερων πνευματικών ιδιοτήτων. Στα ύψη ανεβαίνεις με το όλον της ύπαρξής σου, επομένως και με το σώμα, ίσως κυρίως με αυτό, εφόσον με όχημα το σώμα βυθίζεσαι, ας πούμε, στον έρωτα, και τότε φτιάχνεις δυο τρεις στίχους από τους πιο ερωτικούς

«κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού».

Η ποιήτρια έχει επίγνωση της θέσης της στον κόσμο των ποιητών, ακόμη κι όταν καταχωρίζει τον εαυτό της στα «χειμαδιά»

«Ταγμένοι οι ποιμένες ν’ αγρυπνούν
και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων
κι εγώ εδώ στα χειμαδιά
μαθαίνω την ψυχή μου.»

Αυτή, ωστόσο, η εκμάθηση ψυχής είναι που εκτινάσσει τον λόγο και από ένα απλό ψέλλισμα στίχων (που συχνά απαντάται στο λογοτεχνικό σύμπαν) τον μεταλλάσσει σε ώριμη ποιητική πρόταση, ικανή να μιλήσει στον αναγνώστη, κι έτσι να τεθεί σε λειτουργία η μετακένωση με τον γραπτό λόγο μιας εμπειρίας ζωής και μιας συνάμα ενδιαφέρουσας σκέψης.

Θέλω να κρατήσω για το τέλος αυτής της ανάγνωσης ένα μικρό θαύμα ποιητικού λόγου που συνάντησα σ’ αυτές τις σελίδες. Και το παραθέτω ολόκληρο καθόσον μόνον έτσι “ζωγραφίζει” την εικόνα του και την παραδίδει πλήρη

«Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά»

Είναι εδώ που όλα είναι ένα: ο στίχος-λόγος, η εικόνα, το φως, το χρώμα, η μουσική, ακόμη -θα τολμούσα να πω- εκείνο το απίθανο ποδήλατο που μας το σύστησε πρώτος ο Εμπειρίκος για να δούμε την ίδια την ποίηση σαν ανάπτυξη του στίλβοντος χρωματισμού του. Μα έχουμε Ποίηση εδώ! Και τότε «ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω».

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 9/2/2016

Η αύξηση της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων ετών έφερε στο προσκήνιο και την ελληνική περιφέρεια. Έχουμε ξανασημειώσει το γεγονός ότι έως τώρα οι περισσότερες ανθολογίες και ποιητικές εκδόσεις προέρχονταν από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, δίνοντας μία καθαρά αστική οπτική στην ποίηση. Η εγγύτητα των ποιητών των αστικών κέντρων και οι συχνές μεταξύ τους επαφές διαμόρφωσαν όχι μόνο κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και οδήγησαν στην αδιαφορία για ποιητές της περιφέρειας, των μικρών ή μεσαίων πληθυσμιακά αστικών κέντρων.

Τούτοι μακριά από τις επαφές και τις άμεσες επιρροές από ομοτέχνους διαμόρφωσαν ένα δικό τους ύφος συνδυάζοντας προσωπικά χαρακτηριστικά με κυρίαρχες -σε εθνικό επίπεδο- ποιητικές τάσεις και ρεύματα. Συνέδεσαν τις δικές τους κοινωνικές παραστάσεις κι εμπειρίες συνδέοντάς τις με τον περιβάλλοντα χώρο, το πλούσιο ελληνικό τοπίο.

Έτσι, αποκαλύπτεται μία νέα ομάδα ποιητών (που ακόμα δεν μελετήθηκε ως ομάδα λόγω ακριβώς τη μη συλλογικής καλλιτεχνικής έκφρασής τους) με πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους και κυρίαρχη τη βιωματική φυσιολατρική προσέγγιση, που απέχει σημαντικά από την αστική ποίηση, παρά τα κοινά ποιοτικά στοιχεία που ίσως εντοπίσουμε. Σε αυτή την ομάδα θα εντάξουμε και την Κυριακή Λυμπέρη, «Ζητήματα ύψους» (τυπωθήτω, 2015).

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη είναι ανθρωποκεντρική και υπαρξιακή κατά βάση. Ο αναγνώστης ταξιδεύει στον ονειρικό της κόσμο· μαγεμένος ονειρεύεται κι αυτός. Και αν στόχος της τέχνης και της ποίησης είναι το ταξίδι του αναγνώστη/ακροατή, τότε ο στόχος της δημιουργού έχει επιτευχθεί στο απόλυτο καθώς το κοινό βιώνει τον αισθησιασμό της αισιοδοξίας μέσα από την ποιητική μαγεία της Κυριακής Λυμπέρη .

Ένας αξιοπρόσεκτος πλούτος διαφορετικών φυσικών παραστάσεων (χλωρίδα και πανίδα) εμπλουτίζουν την εικαστική, χωρίς βέβαια να εκλείπουν οι κοινωνικές παραστάσεις. Το λυρικό στοιχείο διαποτίζει όλη τη συλλογή και αναδύει μία νότα αισιοδοξίας, ακόμα κι όταν αγγίζει αποφάγια και σκουπίδια (οι αντίποδες). Και ακριβώς ζώντας στην ελληνική περιφέρεια, τόσο κοντά στην ύπαιθρο, η δημιουργός έχει πλούσιες εικόνες φύσης· σκηνές που καθώς τις μεταχειρίζεται με στιχουργική μαεστρία σε μία μείξη με βασικό συστατικό το σουρεαλισμό, αναδύουν ένα άρωμα ποίησης μακριά από την αστική απομόνωση και το μουντό της περιβάλλον.

…μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!…

Η γλώσσα της είναι άμεση και ρέουσα. Η απλότητα του αφηγηματικού ύψους και η ροή της επιτρέπουν την ήπια κίνηση των εικόνων και έτσι το συναίσθημα εισχωρεί ταχύτερα στην ψυχή του αναγνώστη. Ωστόσο, η αφηγηματική απλότητα, δε σημαίνει γλωσσική ή εκφραστική απλότητα. Αντίθετα, υιοθετεί μία πλούσια εκφραστική.

Πολλά είναι τα επίθετα και οι άκλιτες λέξεις που πλουταίνουν την έκφρασή της. Παράλληλα, οι συχνές εναλλαγές προσώπων και ποιητικών υποκειμένων με τη σαγηνευτική γλώσσα μαγνητίζουν τον αναγνώστη. Ταυτόχρονα, μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα τη μεταφορική χρήση των λέξεων, τις παρομοιώσεις, τις αντιθέσεις (δόκτωρ Φάουστους) και το ασύνδετο σχήμα (να επιμένεις) εντείνοντας ή χαλαρώνοντας τη συναισθηματική ένταση των στίχων της.

Η χρήση ερωτήσεων (οι αντίποδες, πορτραίτο, επί υδάτων, το κήτος, Ιώβ) και το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο (η μουσική, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, στην επικράτεια του βράχου, δόκτωρ Φάουστους, στα σύννεφα) προσδίδουν μαζί με το α΄ ενικό (ο τόπος μου, στη φλούδα μου, ο δράκος μου, ζητήματα ύψους, έτσι κι αλλιώς) μία θεατρικότητα· αναδύουν μία υποκριτική διάσταση μέσα από τον -φενάκη σκηνικό- διάλογο.

…Τρέχει το ελάφι πάνω κάτω στα ψηλώματα,
ξεραίνεται το γέλιο μου στην άκρη του λαιμού,
η δίψα μου είναι των άστρων…

Η ποιήτρια αξιοποιεί τον υπερρεαλισμό στο γλωσσικό επίπεδο διευρύνοντας τη γλώσσα με καινοφανή ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (των ελαχίστων, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον, γένοιτο). Άλλοτε ο υπερρεαλισμός γίνεται ένα όχημα αλληγορίας για να εκφράσει τις αγωνίες για την πολιτική (στην επικράτεια του βράχου, το φαρμακείο), την κοινωνία (των ελαχίστων, τα μικρά άνθη, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, Ιώβ), τον ίδιο τον άνθρωπο. Παρά την κρυπτικότητα του συμβολισμού το γενικό μήνυμα είναι εύληπτο και αγκαλιάζει τον αναγνώστη.

Βέβαια, βασικό γνώρισμα του υπερρεαλισμού είναι η εικονοπλαστική του ισχύς· μία δυναμική την οποία η Κυριακή Λυμπέρη αξιοποιεί επιτυχημένα. Εμπλουτίζει τη φυσική ροή της αφήγησης με εικόνες μετωνυμικής και μεταφορικής υφής. Ονοματικά σύνολα με ρίζες στους σουρεαλιστικούς συνειρμούς όχι μόνο πυκνώνουν τις παραστάσεις στο ποιητικό της κάδρο, αλλά και επιτρέπουν στο λυρισμό να ρέει ελεγχόμενος από το στιχουργικό ρυθμό· διατηρεί τον έλεγχο της συναισθηματικής έντασης και κεντρίζει τον αναγνώστη με τον γλωσσικό της πλούτο.

Έτσι, μετατρέπεται σε εκφραστική δίοδο αποτύπωσης της στιγμής (βαθιά που ομορφαίνεις) ή λειτουργεί ως οδός με άμεσες αναφορές στον έρωτα και την αγάπη (ημίμετρο, μη μιλήσω άλλο για αγάπη, η προφητεία, θαύματα ερήμην, στη φλούδα μου), τη μοναξιά (ο δράκος μου, το μονοπάτι), την ποίηση και τις τέχνες (πορτραίτο, η μουσική, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον) ή την ίδια την ποιητική παράδοση του τόπου (επί των υδάτων) και υπαρξιακές προσεγγίσεις (η αρχή της αρχής, το μονοπάτι, στα σύννεφα, η δωδέκατη ώρα, το κήτος).

Ας μην παραβλέπουμε ότι το μόνο υλικό της ποίησης είναι οι λέξεις, η γλωσσική δημιουργία που επιτρέπει τη ροή των συναισθημάτων προκαλώντας τις αισθήσεις. Και ακριβώς με αυτό το υλικό -και λίγη από την ύλη των ονείρων εμποτισμένων σε λυρισμό και αισιοδοξία- πειραματίζεται και μαγεύει η Κυριακή Λυμπέρη.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ.

Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.
Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».

Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».

Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.

Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».

Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».

Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Τ. 21 ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Τέταρτη συλλογή. Διάχυτος, πλην όμως πειστικός, εύηχος λυρισμός. Φαίνεται να γνωρίζει σε βάθος την παραδοσιακή ποίηση και όχι μόνον, ημεδαπή και μέρος της αλλοδαπής. Το ερωτικό στοιχείο δεν φωνασκεί. Παρέχεται έτσι κειμενικό έδαφος, ικανό και αναγκαίο, για την ανάπτυξη υλικού άλλου γένους. Διακρίνω την αλκή μιας εσωτερικής δύναμης, μιας ορμής προς τα εμπρός.
Παραπέμπω στους τελευταίους επτά στίχους του εισαγωγικού κομματιού με τίτλο «Με άγρια βότανα»: «Και αν ακούσεις ουρλιαχτό, / να με πονάς, αλλά μη ζητήσεις να επιστρέφω αμέσως, ώρες που / με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ. / Μα όταν βγαίνω από εκεί, / πόσα κομμάτια ουρανού μπορώ και θέλω να χαρίζω!». Δεν διστάζει να αναπτύξει θέματα που άπτονται της
κλασικής γραμματολογίας, όπως φέρ’ ειπείν συμβαίνει με την περίπτωση των ποιημάτων που τιτλοφορούνται «Ιώβ» και «Δόκτωρ Φάουστους» Κατάφαση στη ζωή χωρίς επιφυλάξεις. Δείγμα: «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ / στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη, / ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες μουσική, / να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις» Από τις πλέον αισιόδοξες γραφές των ημερών.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι πτυχιούχος της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει Master στη Βυζαντινή και Νεοελληνική Λογοτεχνία από το King’s
College του Λονδίνου. Σήμερα εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τέσσερεις ποιητικές συλλογές:
Σαν ίαμβος καθρέφτης, 2009 (κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη), Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν, 2012, Οινοποίηση, 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην 2014 και Παραλογή, 2016. Ποιήματα, μελέτες και βιβλιοκρισίες του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα.

 

 

1-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00051-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00041-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00031-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00021-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

 

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ (2015)

Οδηγίες Χρήσεως

 

Παρενέργειες

Έτρεχες σαν
λαγός στον ύπνο μοο
κοιτάζοντας πίσω φοβισμένα
Κοίτα να δεις μου λες
για να σωθείς
σφάξε στο γόνατο τις λέξεις
Κι άμα σε γλύφει χαρούμενο σκυλί
κλείσε τα μάτια
και μέτρα
ποτάμι
ποτάμι
το ποίημα

 

Παραλογή

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Α

Τρομοκράτης

σκότω λιμός ξύνοικος

Άμα το αίμα
άμα στερέψει το ψωμί
έμενα η νύχτα μου
Γιατί ‘ναι νύχτα δεν θωρείς;

Άμα το αίμα
άμα στερέψει το ψωμί
έμενα η νύχτα μου
Περνώ τα σύνορα της ποίησης
και ζώνω με εκρηκτικά
τις λέξεις

 

Σεισάχθεια

Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο
δεν θα ‘χαμέ Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω

 

Πάροδος

Πώς να περάσου στο βελόνι
το φώς
Δεν υπάρχει άλλο φώς
Κάποια στιγμούλα
δάχτυλο
θα τρυπήσω στο σκοτάδι

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Β

 

ΙΙ

Φύλλο
Φύλλο
Ταξιδεύω στον χρόνο
ανάποδα
Έτσι μετρώ τη ζωή μου
Το φύλλο γίνεται κλαρί
και το κλαράκι δέντρο
το δέντρο σκάλα να ‘ρκουνται
στη γην οι πεθαμμένοι
Θέλει στοιχειό
για να στεριώσει δέντρο
Ξεσφάλισε
Όσο τσιμέντο κι αν ρίξεις
τα δοκάρια του κόσμου
είναι ξύλινα

νά ρκουνται – νά έρχονται

Πάροδος

Σαν λίγο ή ζωή
Σαν θάνατος
Κι η ψυχούλα λευκή
σε χαράδρα
Κι αν δεμένος ό κόσμος
στον διάβολο

Γλώσσα βλέπουσα

Σαν αράχνη
συλλαβίζει το βάραθρο
στον αιθέρα

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Γ

 

Οδυσσέας

Αν είσαι μισοκαμένο πεύκο
κι αν τα μισά σου κλαδιά στο χθες
κυματί-
ζουν παράλληλα
μην παραιτείσαι
Πιάσε την τέχνη σου απ’ τα μαλλιά
Τύμμα τύμματι τίααι
που ‘λεγε κι ο Αισχύλος
γνωρίζοντας πως μες στον καθρέφτη
ο χρόνος έχει μάτια
ορθάνοιχτα

 

 

Νιόβη

Άμα έβρεχε
παίζαμε κρυφτό με τη μάνα
Κρυβόμουν θυμάμαι: πίσω από τον καναπέ
Σήμερα παίζουμε κρυφτό στο διαμέρισμα
Όταν βλέπω τον γιό μου
πίσω από τον καναπέ
και τις πατούσες των κοριτσιών
να φέγγουν στην κουζίνα
απομακρύνομαι
και τους κοιτάζω τρέχοντας
να φτύνουν τον χρόνο

 

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Δ

 

Ελένη

Στέκεται στην κουζίνα
Η βρύση τρέχει
Κι ο χρόνος τρέχει
Κι ίσως γι’ αυτό
βασιλιτζιά ψιντρή στο πεζούλι
αποπειράται να μεταφράσει
τον άνεμο
Πίσω από τον ήχο
η βρύση τρέχει
Κι ο χρόνος τρέχει

Το ένα της μάτι δακρύζει
Το άλλο ορθάνοιχτο

βασιλιτζιά – βασιλικός | ψιντρή – λεπτοκαμωμένη

 

Πάρις

Ξάφνου δυόαμος
Μνήμη βαθιά
Λιθάρι στ’ όνειρο
Χρόνος οπλίζει στην ομίχλη του Άδη
Κι έτρεχε αίμα
Το φεγγάρι στο πάτωμα
Όλα ένα βλέφαρο
κι οι πατούσες της
φως
στο ποτάμι

 

 

Έξοδος

ΙΙ

Σ’ αυτή τη σελίδα
το χιόνι
δεν μπορεί ν’ ακουστεί
Κι όμως ως το πρωί
θα ‘χει σκεπάσει όλο
το ποίημα

 

 

 

ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (2014)

66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησιν

 

ΟΡΕΚΤΙΚΟΝ

Πίννε κρασίν να ‘σεις ποίησιν

 

<>|<>

Έναν ποίημαν
Τζι έναν μπουκκάλλιν κρασίν
Καλόν σκέφτουνται

<>|<>

Είμαι τζαι μαύρον
Όπως το σελϊόνιν
Είμαι τζαι λευκόν

<>|<>

Πον’ να μ’ αννοίξεις
Στούππωσ’ με με τον φελλόν
Μου ανάποδον

 

ΚΥΡΙΩΣ ΚΡΑΣΙΝ

Πρώτα μυρίστου
Τζι ύστερις δε με στο φως
Μετά φίλα με

<>|<>

Το ξυνιστέριν
Εν’ λευκόν περιστέριν
Στον ουρανίσκον

<>|<>

Δίχα φεγγάριν
Δεν αμπλέπω την νύχταν
Οι Θεοί πίννουν

<>|<>

Το κρασίν τζαι το ποίημα στρακόττον

το ποίημαν: Που τον Ομηρον
Οι Θεοί πίννουν νέκταρ
το κρασίν: Τζείνοι χάννουσιν

<>|<>

το κρασίν Έσει έναν γρόνον
θυμωμένον: Π’ αναπνέω βανίλλιαν
το ποίημαν: Καταλάβω σε

<>|<>

το ποίημαν: Είμαι λαλουσιν
Η βασίλισσα τέχνη
το κρασίν: Βρίξε τζαι πίννε

<>|<>

το κρασίν: Λαλουσιν οτι
Ωφελώ στην καρδίαν
το ποίημαν: Όι λαομόν

<>|<>

Ποιητής

Τρώω σταφύλιν
Τζι ύστερα κάμνω στίχον
Ολοκότσινον

<>|<>

Οινοποιός

Δουλεύκω λευκόν
Πιστεύκω στο κοτσινον
Είμαι ποιητής 

<>|<>

Το δοτζίμιν του ποιητή

Φύτεψε λέξεις
Ύστερα κρούσ’ τες ούλλες
Τζαι κάμε κρασίν

<>|<>

Το δοτζίμιν του οινοποιού
Βάλε τον ήλιον
Την γην τζαι την θάλασσαν
Μες στο πιθάριν

<>|<>

Προς πιστούς του κρασιού
τζαι της ποίησης

Για να πολύσει
Κλαδεύκω τ’ αμπέλιν μου
Κατασείμωνα

<>|<>

Καλλυττερεύκω
Άμαν μ’ αφήσεις τζαιρόν |
Μες στο τζελλάριν

<>|<>

Μεν με κουλιάσεις
Να δεις τι πόνον τραβώ
Που με λιώννουσιν

<>|<>

Ο οίνος ερωτεύτηκεν την
ποίησην τζαι συντυχάννουν

Οίνος

Η γη γυρίζει
Τζαι πιτσικλιάζει κρασίν
Την Αφροδίτην

Αντζέλισσα μου
Έγλεπε που παρπατάς
Πατάς σταφύλιν

Το δειν σου κόρη
Ραΐζει το ποτήριν
Πόθθεν να σε δω;

<>|<>

Ποίηση

Ξυπνάς τα πουλιά
Τζαι χαμηλοπετούσιν
Μες στο ποίημαν

<>|<>

Οίνος
Είσαι το κρασίν
Είσαι τζαι το ποίημαν
Εγιώ ποιος είμαι;

<>|<>

Ποίηση
Είσαι σύννεφον
Που το μέσα ποτάμιν
Στάξε μου κρασίν

 

ΕΠΙΔΟΡΠΙΟΝ

Εγιώνη κλαίω
Τζι εσείς πιστεύκετε τους
Πως εν’ σάκχαρα;

<>|<>

Είμαστιν χώμαν
Να θυμάσαι να πίννεις
Για να ξηάννεις

<>|<>

Ό,τι τζι αν πούσιν
Εσού πάντα να ξέρεις
Είμαι σταφύλιν

 

 

 

ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (2012)

 

άλλαξα δέρμα
για ν’ ακούσεις τις παλιές
φωνές

<|>

Ο ποιητής κι ο χρόνος
καιροφυλακτούν
ο ένας μες στον άλλον

<|>

μια λέξη πίσω
μια μπροστά
το παντελόνι του χρόνου
φαρδαίνει

<|>

βαθιά του χρόνου
κοιταχτήκαμε και
τώρα πώς φέγγεις

<|>

ξυπνά η μάνα
με ξυπνά
ψήνει καφέ να σηκωθεί
οχιά ο χρόνος

<|>

με μία ζαριά ο θάνατος
παίρνει τη μάνα

<|>

Ανάβουν τα μάτια σου
βουνά
μπρούμυτα στον αέρα 

<|>

φόρεσες όλα τα βουνά
θυμάρι της αβύσσου
το βλέφαρό σου
μέσα μου
και με γκρεμίζεις

<|>

σκλερή κυρά
έκαμες με και πεθυμώ
τα μάτια μου να ράψω
ίτσου κοιμώντα καμμυτά
με δίχα φως αστράφτω

<|>

βρέχω τ’ αλεύρι
πριν απ’ τη βροχή

με το κλαράκι στο ράμφος

<|>

πυκνός κι αυτάρκης
απ το βυζί της μάνας
δημιουργώ άν-τί-
σώματα 

<|>

σε τούτο το βάραθρο
βάση μου είναι η Στιγμή
ο Σολωμός κομήτης

<|>

στη γλώσσα μου
κλίνεται η ψυχή

σ’ όλες τις πτώσεις 

<|>

ύφος πατρίδα μου
υφαντουργείς
το ιώδες

<|>

με μάτι κλεφτοφάναρο
χαράζω στα δυο
τον τράχηλο της νύχτας

<|>

γωνία Αυγούστου
κάθετη
γυάλινο μεσημέρι

<|>

χρόνια εμπορευόμαστε
το φως
κι όμως σκοτάδι
ασάλευτο

<|>

με φυσικό αέριο
ορύσσουμε
ξανά
την ιστορία

<|>

μ’ ένα στενό ντουφέκι
πενθώ
τα τρομαγμένα κοπάδια

<|>

ψηλά ο θόλος τ’ ουρανού
ξερολιθιές και θημωνιές
ρίγανη και θυμάρι

<|>

Οί τερατσιές μας κρέμουνται
στον ούρανον καντήλες
τζ’ άμαν φυσήσει, νακκουρίν
στάσσει το λάδιν μες στην γην
πέφτει βραστόν στες φούχτες τους
βκάλλουν ξανά καντύλες

<|>

Το ποίημα
βγαίνει μετά τη βροχή
σαν σαλιγκάρι στ’ αλάτι

<|>

Το ποίημα
δεν είναι αλήθεια
δεν είναι ψέμα
είναι το ουράνιο τόξο
του ποιητή

 

 

ΣΑΝ ΙΑΜΒΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (2009)

 

Σαν ίαμβος

 

α’

Χρόνος αστράφτει
και βροντά
η ψίχα του

δ’

Μέσα σαλεύει το καρφί
Στο κύτταρο με πολεμά
με αφαιρεί και σβήνω

Γίνομαι χώμα και νερό
Να πάρω σχήμα φωτεινό
Ν’ ανοίξω μες στον ήλιο

ε’

Η πρωινή δροσιά
Το πρώτο φως της δημιουργίας
Πριν απ’ την δράση
σχηματίζονται οι μορφές
Τα φυτά και τα σώματα
Τα βουνά και τα δάση

η’

Δε σ’ είδα
Σ ένοιωσα
Πάνω στην απροφύλακτη στιγμή
καρφώθηκες στο σώμα
Χάλκινο χάδι
Άστραψες φως
στο σκοτεινό πυρήνα

ια’

Οκτώβριος
Περίπατος στην πόλη
Πρόσωπα πίσω από άλλα πρόσωπα
γεμίζουν τις επώνυμες οδούς
κι ύστερα χάνονται
Περπατώ μαζί τους
Εσωτερική διαδρομή
με το χέρι στο διακόπτη

Και τότε φάνηκες εσύ
λευκό πουκάμισο
Προσπέρασες με κόκκινο
διάβαση πουλιών
Κράτησα την ανάσα σου
Μια εισπνοή ή μια εκπνοή
στο κύτταρο της μέρας

ιδ’

Βαθιά χτισμένος στ’ όνειρό
θρέφω καμένο σώμα
Αν λίγο μετακινηθώ
τρέμει το φώς μες στο νερόν
αφταίνω και χιονίζω
Φέρτε μου πέτρες τζιαί πηλόν
το σώμαν μου να χτίσω
τί έχω μέσα μου λαμπρόν
μην τύχει και το σβήσω

ιθ’

Ύστερα φως με χτύπησε
Αίμα
Ρυθμός
Ρινίσματα φωτός
Ουράνιες βλεφαρίδες
Τρέμει το σώμα
Τρέχει λόφους
κάθετα βουνά
Κοιλάδες αρτεσιανού φωτός
ανάβουν οι φωνές σου

Νύχτες και νύχτες
τ’ άστρα σου μαλλιά
καλάμια που λυγίζουνε
κι αγγίζουν τα νερά
μ’ ασήμι του θανάτου

κβ’

Ποτέ δεν είχα κλίση μαθηματική
Μα του πατέρα η επιμονή
μ’ έμαθε τέχνη χρήσιμη και διαχρονική
Η μέθοδος των τριών η απλή
χωρίζει τους ορούς χιαστί
αποδεικνύοντας στο πι καί φι
το σκοτεινό άγνωστο X
Μα έλα που ήρθε δύσκολη πράξη φονική
κι ο δεύτερος όρος σου βγάζει απ’ το στόμα την ψυχή
Μονάχος τώρα σβήνω γράφω στο χαρτί
σαν λαβωμένο φίδι επιστρέφω στη σιωπή

κστ’

Όταν αγάπη αρχίζει
ανοίγει βάραθρο λευκό
Ξεμανταλώνει φως χρυσό
σε νυχτωμένο κήπο
Όταν αγάπη τελειώνει
ξεπλένει το αίμα βιαστικά
Μπαλώνει χάδια χρώματα φτερά
σε πεθαμένο σώμα
Όταν αγάπη πέσει στο κενό
δέντρο που έχασε το φως
αντίλαλος στο χρόνο

κζ’

Όσα το σώμα κράτησε
σφιχτά δεμάτια φως
βλέμματα που φτερούγισαν
ανάσες στο νερό
Όσα το σώμα κέρδισε
παράθυρα στο φως
ποδά κομμάτιν λασμαρίν
ποτζιει κομμάτιν δκυόσμος
Σώμα ουράνιο υφαντό
πλέκεις το χρόνο σου με φώς
Σώμα βαθύ πορτοκάλι
βελόνι του θανάτου

Δώρον ασώματου θεού
στο μέτρο του ανθρώπου

 

 

καθρέφτης

 

β’

Λέξεις μολύβι μες στις φλέβες μου
Η νύχτα σέρνει τα χαρτιά

γ’

Μια λέξη
Κουδουνίζει στο κεφάλι μου
Μπερδεύεται στα χέρια μου
Στα πόδια μου
Την πάτησα

δ’

Πριν τιναχτεί με σάλτο φοβερό
απλώνει το μελάνι του στο χρόνο

ε’

Δε γίνεται αλλιώς
Ήταν σε φόρμα ποιητική
Αφού διέσχισε ταχέως
τις κοιλάδες των λέξεων
αφού με κόπο σκαρφάλωσε
απότομους τόμους ποιήσεως
κατάφερε επιτέλους να αντικρίσει
της τέχνης τον ορίζοντα
Κατάφερε επιτέλους να τον προσέξει η κριτική
να συμπεριληφθεί σε ανθολογίες
Και προπαντός
να προεδρεύσει της συντεχνίας των ποιητών

στ’

Δεν καταλαβαίνω τί ζόρι τραβάς
Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;
Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου
σε σωματεία και δημόσια κτίρια;
Εντάξει μπορεί να μη σου φτιάξαμε
άγαλμα επιβλητικό
Σου γράψαμε όμως
Υψηλά Ποιήματα

θ’

Ό,τι αξίζει στον καφέ
δεν είναι το φλιτζάνι
ούτε το ζουμί
μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα
Είναι το μαύρο κατακάθι

Το πικρό

 

ΜΕ ΛΟΓΙΣΜΟ ΚΑΙ Μ’ ΟΝΕΙΡΟ (2016)

Σκέψεις πάνω σε δυο ποιήματα
και δυο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου

 

Σχόλια πάνω σε δύο ποιήματα ποιητικής
του Θεοδόση Νικολάου

I.

Τεταρτοετής φοιτητής, μέσα της δεκαετίας του ’90 και μ’ όλες τις οικονομικές και τις άλλες δυσκολίες, χαρούμενος. Ένα βράδυ στο καφενείο του Σίμη στην παλιά Λευκωσία, όπου μαζευόμασταν κάθε Δευτέρα για να ακούσουμε και να διαβάσουμε ποίηση, συνέβη κάτι απρόσμενο . Ένας αθόρυβος, μετρημένος και εν πολλοίς ντροπαλός ποιητής , κάποιος που
τότε, στην εξωτερική του εμφάνιση, δεν ταυτιζόταν με το μοντέλο του εκρηκτικού ποιητή που είχα στο μυαλό μου, άρχισε να διαβάζει τα ποιήματά του. Ξάφνου η κάμαρα γέμισε με αντηχήσεις πουλιών. Θα ’θελα αυτή τη μνήμη να την πω τώρα, που δέκα περίπου χρόνια μετά το βράδυ εκείνο, ο Θεοδόσης Νικολάου έφυγε από κοντά μας διά παντός.
Εκείνη η πρώτη και ισχυρή εντύπωση, αλλά και οι επερχόμενες και πιο προσεκτικές αναγνώσεις του ποιητικού του έργου, απέδειξαν σε μένα ότι πρόκειται χωρίς αμφιβολία για έναν ποιητή ενήμερο πολιτισμικά και καταρτισμένο θεωρητικά, ο οποίος έχει ακονίσει τη γλώσσα και την ευαισθησία του πάνω σε δυνατά λογοτεχνικά κείμενα και έχει σκεφτεί πάνω στα προβλήματα που επιτακτικά θέτει η σύγχρονη ποίηση. Όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές ήταν άνθρωπος εξαιρετικής λογιοσύνης, που αξιοποιούσε όλο τον πλούτο της παιδείας του, για να φτάσει στη γλώσσα της ποίησης. Είναι για τούτο τον λόγο που επέλεξα ως θέμα μου την ανίχνευση ορισμένων πτυχών της ποιητικής του τέχνης, εστιάζοντας σε δύο σημαντικά ποιήματα από τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Εικόνες: «Έκθεση ζωγραφικής» και «Το σαλιγκάρι».
Προτού όμως μπούμε για καλά στο θέμα μας, θα πρέπει να σημειωθεί μια προκαταρκτική παρατήρηση, που αφορά το σύνολο της πνευματικής και καλλιτεχνικής περιπέτειας του ποιητή. Η εξέλιξη της ποιητικής τέχνης του Θ. Νικολάου δεν παρουσιάζει βαθιές τομές με την έννοια της ριζικής διαφοροποίησης στη θεματική και τις μορφολογικές επιλογές. Πρόκειται μάλλον για μια τέχνη που, από την πρώτη κιόλας εκδοτική παρουσία, καθορίζει ευδιάκριτα τους βασικούς άξονές της, τους οποίους και εμβαθύνει από συλλογή σε συλλογή.

 

Μοντερνισμός και χριστιανισμός
Σκέψεις πάνω σε δύο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου
για τον Τ. Σ.Έλιοτ

Όπως είναι γνωστό, μεταξύ των πολλών ποιητών-κριτικών και ταυτόχρονα δοκιμιογράφων στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση συγκαταλέγονται ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο Εζρα Πάουντ, οι οποίοι, με το ποιητικό, αλλά και με το δοκιμιακό και κριτικό τους έργο καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση δεσπόζουν οι μορφές του Κωστή Παλαμά, του Τέλλου Άγρα και του νεότερου Γιώργου Σεφέρη. 0 τελευταίος μάλιστα, αφού ακολούθησε το μοντερνιστικό
πρότυπο των Ευρωπαίων ομοτέχνων του, εισήγαγε, καλλιέργησε και μορφοποίησε το μοντέλο του λόγιου ποιητή και σπουδασμένου κριτικού· με άλλα λόγια, ένα μοντέλο ποιητή που, παράλληλα με το δημιουργικό του έργο, είναι και μεταφραστής και θεωρητικός της ποίησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αλληλεπίδρασης ποιητικού και κριτικού λόγου, το 1965, ο εκπαιδευτικός, ποιητής και κριτικός Θεοδόσης Νικολάου, ως μέλος του Επιστημονικού και Φιλολογικού Συλλόγου Αμμοχώστου, καταπιάνεται συστηματικά με την κριτική παρουσίαση της ποίησης του Έλιοτ· μάλιστα τα χρόνια από το 1960 ως και το τραγικό έτος της τουρκικής εισβολής του 1974 ήσαν πολύ δημιουργικά, ιδιαίτερα για τον κριτικό Νικολάου. «Παράλληλα με το εκπαιδευτικό του έργο, δίνει διαλέξεις (για τους Κ. Π. Καβάφη και Τ. S. Eliot), επιμελείται βιβλία φίλων του, εκδίδει σε τομίδια τις πρώτες μελέτες του: Το 1961 τυπώνεται στην Αμμόχωστο ένα μικρό σε έκταση βιβλίο (27 σελίδων) με τίτλο Παπαδιαμάντης, σύντομο σχεδίασμα βίου και θεωρίας
του έργου του, αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας του Χρυστάλλας. Το 1966 τυπώνεται αυτοτελώς στην Αθήνα η αισθητική-μετρική μελέτη του Πώς αναλύουμε αισθητικά ένα ποίημα· και το 1969 τυπώνεται στην Κύπρο η μικρή μονογραφία του για τον Τ S. Eliot». Αντίθετα, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι η όψιμη ποιητική εμφάνισή του μόλις στα 1980, με την ποιητική συλλογή Πεπραγμένα, δεν προετοιμάστηκε με τη δημοσίευση ποιημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, αφού μετά τη δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων-
νεανικών ποιημάτων στα περιοδικά Κυπριακά Γράμματα και Ο Αιώνας μας κατά τη διετία 1948-1950, δεν έχουμε άλλες μαρτυρημένες δημοσιεύσεις ποιημάτων του. Πέρα από την έκδοση της συλλογής νεανικών διηγημάτων Ρίζες στο χώμα (Αμμόχωστος 1958), φαίνεται ότι η πνευματική του συγκρότηση και θεωρητική του προεργασία πριν από την άρθρωση ώριμου ποιητικού λόγου συντελείται κυρίως με τη συγγραφή σημαντικών μελετών, κριτικών και ειδικότερα δοκιμίων, γεγονός που καθιστά τη μελέτη του κριτικού του έργου σημαντικότατη.
Μπορούμε, λοιπόν, με σχετική ασφάλεια να συμπεράνουμε
ότι, μέσα σε μια τριακονταετή περίοδο εσωτερικών αναζητήσεων και περιορισμένης δημόσιας ποιητικής παρουσίας, η σχέση της ποίησης με τον εφαρμοσμένο κριτικό λόγο απασχολεί έντονα και βαθιά τον ποιητή· και είναι ίσως εξαιτίας αυτής της δημιουργικής, αλλά και ταυτόχρονα επώδυνης,
διελκυστίνδας (ποίηση – κριτική) που ο Θεοδόσης Νικολάου ωριμάζει αθόρυβα και ταπεινά ως δημιουργός και συστήνει σε ώριμη πια ηλικία το αυθεντικό ποιητικό του πρόσωπο.
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η διερεύνηση
της σχέσης μοντερνισμού και θρησκευτικής ποίησης, όπως αυτή προκύπτει ειδικότερα από δύο μελετήματα του Κύπριου κριτικού για το ποιητικό και το δραματικό έργο του Τ. Σ. Έλιοτ. Η επιλογή των συγκεκριμένων κειμένων αιτιολογείται διττά: Πρώτον, ο Έλιοτ αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο
μοντερνιστή ποιητή, η ποίηση του οποίου προβάλλει έντονα ένα θρησκευτικό μήνυμα· μάλιστα η συστηματική κριτική ενασχόληση του Θεοδόση Νικολάου με την ποίηση του Έλιοτ, μια ενασχόληση που οδήγησε στην πραγματοποίηση δύο διαλέξεων (1965 και 1966), μαρτυρά τον φόρο τιμής που απέτισε ο κριτικός στη μνήμη του πρόσφατα θανόντος Αγγλοσάξονα ποιητή (4 Ιανουάριου 1965). Δεύτερον, καταδεικνύει τις θρησκευτικές αντιλήψεις του Κύπριου κριτικού, το βαθύτατα ανθρώπινο, χριστιανικό και ποιητικό του όραμα, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει μια ισχυρή κριτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο μείζονες Έλληνες μοντερνιστές ποιητές για την αξία της θρησκευτικής ποίησης του Έλιοτ: στον Τάκη Παπατσώνη και στον Γιώργο Σεφέρη.

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ  ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2016/07/25/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7%CF%83-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85/

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Παραλογή, 2016

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 10/10/2016

«Παραλογή», 2016

Ποίηση με διαυγείς στοχεύσεις

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, με την τέταρτη ποιητική συλλογή του, έρχεται με αυτοπεποίθηση να επιβεβαιώσει το έκδηλο και προφανές από μιας αρχής. Είναι ένας δημιουργός επίμονος, με διαυγείς στοχεύσεις, εργατικός και φιλόπονος. Δεν αφήνει σε χλωρό κλαρί το ταλέντο και την ποιητική του φλέβα. Και οι προσπάθειές του, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, δικαιώνονται.

Εναρκτήριο ποίημα στη νέα συλλογή μια αποφθεγματική αποτύπωση του τι εστί ποίηση κατά τον Π.Ν. Σε τέσσερις μόνο στίχους παρατίθενται δύο πτυχές της θεώρησής του. Ποίηση είναι αυτή που, ανάμεσα σε άλλα, αφαιρεί το μαύρο από τη ζωή μας. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται πολύ «ξύσιμο», όπως λέμε πολύ σκάψιμο, μέχρι να φτάσει κανείς στην ευτυχή αισθητική πραγμάτωση μιας ποιητικής ιδέας: «Ξύσε το μαύρο / λέξη προς λέξη / και θα βρεις το τυχερό / ποίημα». (σελ. 11)

Ο ποιητής έζησε την τραγωδία του ’74 σε νηπιακή ηλικία. Αυτό δεν τον εμποδίζει από το ύψος εκείνης της ηλικίας, να ανακαλεί στη μνήμη του εκείνες τις ημέρες: «Άμαν τζι εγίνην το κακόν / τζι ο τόπος εμοιράστηκεν / εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου / τζι εγύρεψεν να με πιάσει / Εν τον εκατάλαβα / Εθώρουν λαλεί η μάνα μου / μες στα μάθκια του / τον φονιάν / τζι έκλαια». (σελ. 17) Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι συχνά η συγκινησιακή φόρτιση οδηγεί τον ποιητή στο κυπριακό ιδίωμα. Όταν τα βαριά ή βαθιά συναισθήματα δεν χωρούν ή νιώθουν στενόχωρα μέσα στην πανελλήνια δημοτική, ο ποιητής καταφεύγει, λυτρωτικά, στη διάλεκτο.

Στο ποίημα «Σεισάχθεια» (σελ. 22) βλέπουμε, εκ μέρους του Π.Ν., μια ανατρεπτική διάθεση ανάγνωσης της ιστορίας των αρχαίων χρόνων, προς αναζήτηση της αλήθειας, της ορθοκρισίας και των αξιών που διέπουν την ανάδειξή τους. Εδώ, προκειμένου να αποδοθεί το νόημα, επιστρατεύεται και η αργκό και τα αρχαία ελληνικά. Βεβαίως, η πεμπτουσία του ποιήματος άπτεται της αντιπαραβολής των αγαθών προθέσεων με τα ουδόλως ευτυχή αποτελέσματα: «Όπως έσκαβα / μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα / φιλόσοφο και ποιητή και / φραπεδιά στο χέρι / Κοίτα μου λέει νεαρέ …Πλήρης / σεισάχθεια χρεών / Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια / της λέξης / Κοίτα του λέω Σόλωνα …χλωμό… / Αν ήσουν μάγκας και σωστός / δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο / δεν θα ‘χαμε Κλεισθένη…». Βεβαίως, η κατακλείδα του ποιήματος απολήγει σε στίχους ποιητικής, όπως, ενδεχομένως, να ήταν και η αρχική πρόθεση του Π.Ν.: «Και για τις λέξεις …δυστυχώς… / πρώτα κουβαλώ / και μετά γράφω».

Θέλω να χαιρετίσω ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο ποιητής πειραματίζεται συνεχώς, όχι μόνο γλωσσικά και υφολογικά, αλλά και μετρικά. Π.χ. στο ποίημα «Του Δέντρου» απαντούμε δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο στην κυπριακή διάλεκτο, αλλά με ευδιάκριτο εσωτερικό ρυθμό, ροή και μουσικότητα: «Ποιος είδε πεύκο στο βουνό / τζαι τερατσιάν στον κάμπο / ποιος είδε δέντρον έμορφον / στο μέσο της αυλής του / Εγώ είδα κόρην εύμορφη / γλυκειάν Αμαδρυάδα / να θλίβεται να δέρνεται / να κιτρινοφυλλιάζει…». (σελ. 28) Στην κατακλείδα του δεύτερου σκέλους του ιδίου ποιήματος απαντούμε και πάλι μια αποφθεγματική νοηματική συμπύκνωση εν είδει καταληκτικού πορίσματος, πρακτική που υιοθέτει συχνά ο ποιητής: «Όσο τσιμέντο κι αν ρίξεις / τα δοκάρια του κόσμου / είναι ξύλινα». (σελ. 30)

Καθήκον, χρέος του ποιητή είναι πάντα να υποδεικνύει και να αναδεικνύει τη ρίζα, την αιτία, το βάθος των πραγμάτων, την πρωταρχική τους ύλη. Γι’ αυτό και ο Π.Ν. πάντα επιστρέφει στην παιδική ηλικία, στο δέντρο, στο χώμα, στη γενεσιουργό φύτρα της ζωής, αλλά και της νόησης. Να τι λέει ο ποιητής απευθυνόμενος σε μια γλάστρα: «Κόμα τζι αν σε στολίσασιν με σχήμαν τζαι με χρώμαν / κόμα τζι αν σε φυτέψασιν γλυκάνισσον το γιόμαν / τζι εβάλαν σε να σιαιρετάς τον ήλιον πα’ στο δώμαν / Εσούνη πάντα πεθυμάς πάλε να γίνεις χώμαν». (σελ. 39).

Στη συλλογή απαντώνται βέβαια και ποιήματα ιδιωτικού χώρου. Ενδεικτικά θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο από αυτά. Το «Παραλογή Δ» (σελ. 40) και το «Αγαμέμνων Κλυταιμνήστρα» (σελ. 43) όπου αντιπαραβάλλονται η γόνιμη, λειτουργική και δημιουργική συζυγική σχέση με την άγονη, τη συμβατική και συνθηκολογημένη. Πρώτα για τη θετική σχέση, που δημιουργεί, έστω κι αν αφήνει κραδασμούς: «Η αγάπη μας είναι δέντρο / Ραγίζει πριν γκρεμιστεί / Πατούμε γερά στο ένα κλαδί / προτού ραγίσουμε το άλλο». (σελ. 40).

Στο δεύτερο ποίημα ο Π.Ν. ψέγει τη συμβατικότητα, τη συνθηκολόγηση ή ακόμη και την παράδοση στη φθορά μιας σχέσης μεταξύ δύο ανθρώπων: «Κλείνουν το φως μηχανικά / Ανέπαφα τα σώματα παρκάρουν / στη γωνιά / Στο ενδιάμεσο κοινό / οικοδομείται πέτρινο κενό / Κι ούτε να δεις ούτε να πεις…». (σελ. 43)

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω ότι ο Π.Ν. παρακολουθεί τα ρεύματα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, δέχεται επιδράσεις από αυτά, αλλά συνάμα αντλεί εμπνεύσεις και ερεθίσματα. Αξιοσημείωτοι είναι οι διακειμενικοί διάλογοι που αναπτύσσει με σύγχρονους Ελλαδίτες δημιουργούς όπως ο Αργύρης Χιόνης, ο Γ. Παυλόπουλος και ο Μιχάλης Γκανάς. Πρόκειται, στις πλείστες των περιπτώσεων, για μια γόνιμη, παραγωγική και δημιουργική διεργασία.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ

Μια νεότροπη ποιητική στα γράμματα μας
(Το ποίημα ως συμβάν)

Κλείνω αυτή την επισκόπηση με την τελευταία συλλογή ενός Κύπριου ποιητή, του Παν. Νικολαΐδη. Ποιητή διαφορετικού ταπεραμέντου, διαλεκτικού στη σύλληψη και οικονομικότερου στην έκφραση. Πρόκειται για την Παραλογή του (2016), ύστερα από τις πρόδρομες Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009) και
Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (2012). Τα σημεία συναναφοράς του αλλά και διάκρισης από τούς άλλους της κοινής δεκαετίας είναι εμφανή: δεν υπονοεί και αυτός απλώς αλλά ενσωματώνει, επανατιτλοφορώντας το ως «Παραλογή», το έναντι από την ·<Πορτοκαλιά» του ποίημα του Σαχτούρη· και βαθύτερα προϋποθέτει τις Παραλογαίς εκείνου, την ομότιτλη Παραλογή
του Μιχ. Γκανά και όλη τη δημοτική παράδοση του είδους.
Μάλιστα και τα δικά του λέγονται ή εξυπακούονται ως παραλογές, εναλλακτικά σε δύο γλώσσες: την κοινή ελληνική και την διαλεκτική κυπριακή. Απ’ τη δεύτερη θα πρότεινα για ανάγνωση, από τα Ιστορικά και τα προσωπικότερα κώματα, την «Παραλογή Α’» και « Β ‘ » αντίστοιχα: «’Άμαν
τζί έγίνην τό κακόν/τζί ό τόπος έμοιράστηκεν…». Και από την κοινή ελληνική τα περισσότερα, από τα όποια υποδεικνύω δυο, ανισοβαρή και ετερόκλιτα. Ένα με πολιτική αναφορά στη σύγχρονη διαχειρίστρια της κρίσης, ονομαστικά στην κ. Μέρκελ, που υποτιτλοφορείται «Θάνατος του Βελή Γκέκα», και με πρόσβαρα τα δύο μότο από την παράδοση του είδους,
αλλά καί ως μια φανταστική σκηνή του Πολέμου των άστρων (όπως δείχνει ή υποσημείωση στό jedi):

Στις μέρες μας
(υπονοεί ό anonumous)
το ποίημα δεν είναι φωτεινό σπαθί
jedi
είναι ντουφέκι μαύρο καί βαρύ
πού ρίχνει τρεις πικρές γραφές
να σε βαρέσει μία
στο κεφάλι.

Και ένα με την σχετική προειδοποίηση στον αναγνώστη του έσχατου μονόστιχου ποιήματος « Έ ξ ο δ ο ς ΙΙΙ»:
Ζω μέχρι το χέρι σου να γυρίσει σελίδα

 

ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (2014)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

«Οινοποίηση», 2014

Το κρασί, η ποίηση και η διαλεκτική τους σχέση

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, με δύο ακόμα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, αυτή τη φορά επανέρχεται επιχειρώντας ένα ποιητικό γύμνασμα, ένα πειραματικό εγχείρημα υπό τη μορφή μιας ευσύνοπτης ποιητικής συλλογής, γραμμένης στο κυπριακό ιδίωμα, αλλά διατυπωμένης σε φόρμα χαϊκού.

Η συλλογή, που φέρει τίτλο «Οινοποίηση», πραγματεύεται το κρασί και την ποίηση, πότε μαζί και πότε χώρια, ως αισθητικές κατηγορίες. Διαβάζοντάς την, έφερα στο νου τη γνωστή ρήση του Άγγλου λογοτέχνη Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον ότι «το κρασί είναι εμφιαλωμένη ποίηση». Αυτή βεβαίως είναι μόνο η μία πτυχή του όλου ζητήματος. Ο Π.Ν. μιλά και για την άλλη, την αντίστροφη, όπου η ποίηση προσφέρει μεθυστικές γεύσεις και αρώματα, ακριβώς όπως το κρασί.

Ο ποιητής έβαλε μπόλικο μεράκι και αγάπη σ’ αυτή τη δουλειά. Δεν την πήρε ελαφρά και αψήφιστα, αλλά πολύ σοβαρά, με αφοσίωση, προσοχή, εργατικότητα και σχολαστικότητα.

Η πρώτη ενότητα του βιβλίου περιέχει πιο γενικούς και διακηρυκτικούς στίχους. Ο ποιητής καταθέτει το αισθητικό, κοινωνιολογικό και εν μέρει ιδεολογικό του credo σε σχέση με το κρασί, την ποίηση και τη διαλεκτική τους αλληλοσύνδεση.

Θεωρώ άκρως υποβοηθητική για τους στόχους του ποιητή τη φόρμα που επέλεξε, τη γραφή χαϊκού. Μέσω της επιτυγχάνει τη συμπύκνωση των μηνυμάτων και των νοημάτων, τη λιτότητα και την απλότητα μιας ανεπιτήδευτης λακωνικής αμεσότητας. Υποβοηθητική είναι και η επιλογή του κυπριακού ιδιώματος, με τους παχύρευστους χυμούς, όμοιους μ’ αυτούς του κυπριώτικου κρασιού, που υμνεί ο Π.Ν.

Η γραφή σε χαϊκού, συχνά-πυκνά, αξιοποιείται ολοένα και περισσότερο, τον τελευταίο καιρό, από σύγχρονους Κύπριους ποιητές. Ωστόσο, γραφή χαϊκού στο κυπριακό ιδίωμα σπανίζει. Αν δεν κάνω λάθος, ανάλογο εγχείρημα, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, επιχείρησε μέχρι τώρα μόνο ο Τάσος Αριστοτέλους.

Ο Π.Ν., σε όλο το βιβλίο, μας αποδεικνύει πως δεν χρειάζονται και πολλά-πολλά για να φτάσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων. Π.χ., μέσα σε έξι μόνο λέξεις σκιαγραφεί τον αέναο μετεωρισμό του ανθρώπου μεταξύ φαντασίας και πραγματισμού: «Ο νους πετάσιν / Το γαίμαν τραβά κάτω / Εμοιράστηκα». (σελ. 17)

Στην ίδια σελίδα και ένα ποίημα ποιητικής-ύμνος στην πυκνότητα και τη συμπύκνωση: «Φτωχέ μου στίχε / Εν θα γίνεις ποττέ σου / Μαραθεύτικον». Από την άλλη, πώς είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για ποίηση, ειδικά για… οινοποίηση, και να μην αναφερθεί στην μυστηριακή διαδικασία της παλαίωσης; «Έναν ποίημα / Έμεινεν στο συρτάριν / Τζι εγίνην κρασίν». (σελ. 18)

Ολόκληρη η συλλογή διαχέεται και από ένα σκωπτικό πνεύμα σαρκασμού, διακωμώδησης, αστεϊσμού και πειράγματος κατά πάντων. Π.χ. στο «Ένας μεθυσμένος μιλά του Γριστού», διαβάζουμε: «Πε μου Γριστέ μου / τζοινωνώ κάθε νύχταν / Εν’ αμαρτία;». (σελ. 21)

Ο ποιητής ψάχνει, ανακαλύπτει ή επινοεί αναλογίες, συμμετρίες, αντιστοιχίες, ενίοτε και ταυτολογίες μεταξύ κρασιού και ποίησης και τις αναδεικνύει. Π.χ. στο «Ποιητής» (σελ. 22) λέει: «Τρώω σταφύλιν / τζ’ ύστερα κάμνω στίχον / ολοκότσινον». Την ίδια στιγμή στο «Οινοποιός» (σελ. 22) αποφαίνεται: «Δουλεύκω λευκόν / Πιστεύκω στο κότσινον / Είμαι ποιητής».

Και βέβαια από τη συλλογή δεν γινόταν ν’ απουσιάζει η δηκτικότατη κριτική όσων δεν μετέχουν των αχράντων μυστηρίων του κρασιού και της ποίησης: «Είντα ‘ν’ που θέλεις; / Με πίννεις με δκιαβάζεις / Ππέσε τζοιμήθου». (σελ. 27)

Γιομάτος λυρισμό αλλά και συγκίνηση είναι ο μακρύς διάλογος που αναπτύσσουν ο «ερωτευμένος οίνος» με την ποίηση στο ομώνυμο ποίημα (σελ. 30-35). Παραθέτω μόνο μια ενδεικτική στιγμή, όταν η ποίηση αναρωτιέται: «Δέρνω τον νου μου / έννεν κρίμα τα πουλιά / Να μεν πίννουσιν;» (σελ. 35). Εδώ βεβαίως η νύξη αφορά το στοιχείο της υπέρβασης, που μπορεί φυσικά να χαρακτηριστεί και …πτήση. Καθότι ποίηση και κρασί, είτε μαζί, είτε χώρια, κάνουν τον άνθρωπο να πετά, να υπερίπταται, να υπερβαίνει, περίπου όπως τα πουλιά.

Το επιλογικό μέρος του βιβλίου έχει τίτλο «Επιδόρπιον» και φέρει ως προμετωπίδα τη ρήση του Άγγλου κληρικού και συγγραφέα Τόμας Φούλερ: «Ο Διόνυσος έπνιξεν πιο πολλούς που τον Ποσειδώναν». Το απόφθεγμα εδώ, ποιητική αδεία, έχει αποδοθεί, δικαιωματικά, στην κυπριακή διάλεκτο.

Το βιβλίο κλείνει με μια υπόμνηση στον αναγνώστη, η οποία και υποδηλοί πως δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ τις ρίζες, τις πηγές, τις γενεσιουργές αιτίες. «Ο,τι τζι’ αν πούσιν / Εσού πάντα να ξέρεις / Είμαι σταφύλιν». (σελ. 39)

Τελειώνω σημειώνοντας πως η μικρή ποιητική συλλογή «οινοποίηση» είναι από τα βιβλία που διαβάζονται απνευστί και κάνουν τον αναγνώστη του να …λυπάται που τελείωσαν. Βεβαίως, δεν υπάρχει πετυχημένη δουλειά με ποιητικές αξιώσεις που να μην κυριαρχείται από το μεράκι του δημιουργού της. Στην προκειμένη περίπτωση το μεράκι του Π.Ν. ήταν κεφάτο, εύοσμο, εύγευστο και εκ του αποτελέσματος ευτυχές.

 

Γιώργος Κ. Μύαρης

Στη συντυχιά του οίνου με τον στίχο
ΑΠΡ 24
Κατηγορία: Η Κρίση της Ποίησης, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Ο ποιητής Παναγιώτη Νικολαΐδης γεννήθηκε το 1974 στη Λευκωσία, σπούδασε για τα καλά τη φιλολογία (Πανεπιστημίου Κύπρου και King’s College του Λονδίνου) και εργάζεται στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, επιτυχώς και ευτυχώς για όλους μας. Ποιήματα, μελέτες και κριτικές του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά (λογοτεχνικά και επιστημονικά) στην Κύπρο και στην Ελλάδα, όπως και σε ανθολογίες ποιητικές. Εξέδωσε το 2009 την ποιητική συλλογή «Σαν ίαμβος καθρέφτης», που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη. Ακολούθησε η συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν» (Πλανόδιον, 2012). Και στις αρχές του 2014 έδωσε στον τύπο τη συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (αυτοέκδοση, Λευκωσία).
Ευθύς αναρωτήθηκα αν ο ποιητής υιοθετούσε το (ή απομακρυνόταν από το) νόημα του στίχου που αποδίδεται στον αρχαίο λυρικό Ιππώνακτα: «Το γιοματάρι πίνοντας αδειάζει το μυαλό μας» και, αν αυτό το πνεύμα διαπερνά το περιεχόμενο της νέας συλλογής, πώς αποτυπώνεται στα ποιήματά της. Ο Π. Νικολαΐδης συμφωνεί, λοιπόν, ότι οι άνθρωποι ακόμη και μέσα στην ολόπλευρη κρίση ή στον πόλεμο επιθυμούν το γλέντι, την ωραία διασκέδαση. Για τούτο φυσιολογικά οι ποιητές εμπνέονται και γράφουν από την επιθυμία και την ευφορία της ψυχής. Ωστόσο, ανέμενα ως συνομιλητές του τον μεταβυζαντινό «Πέτρο Κρασοπατέρα τον Ζυφόμουστο», τον θαυμαστή του οίνου «άρχοντα Βυζάντιον Δράκον Σούτζον τον εν Ουγγροβλαχία»∙ τους συνθέτες των λαϊκών ασμάτων της Κωνσταντινούπολης που συνδέουν τον οίνο, τον πόθο και τη συλλογή διηγημάτων «Έρωτος Αποτελέσματα» του ΙΚ (Βιέννη, 1792)• ίσως και τους πρωταγωνιστές στο πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα «Ερμήλος ή Δημοκριθηράκλειτος» του Μιχαήλου Περδικάρη(Βιέννη, 1817)• ίσως τους αισθαντικούς και εγλεντζέδες ποιητές Ιωάννη Βηλαράκαι Αθανάσιο Χριστόπουλο, ή τον Διονύσιο Σολωμό∙ επίσης, ο Κ.Π. Καβάφηςπροσφέρει το πεντάστροφο ποίημα του 1886 που έχει τον τίτλο «Βακχικόν», στα ίδια χρόνια που και ο Βασίλης Μιχαηλίδης της Κύπρου προσέφευγε στους σατιρικούς στίχους και σε τραγούδια «εντεψίζικα».
Τίποτα από αυτά. Στην ποιητική συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (προεξαγγελτικά τοποθετούμαι!) το αυθεντικό λαϊκό κυπριακό ύφος και ήθος συναντά στο αλωνάκι της ποίησης το λαϊκό είδος ποιητικής έκφρασης που έχει τη ρίζα του στην Ιαπωνία (από τον 15ο αιώνα και εξής), που στη Δύση αποδίδεται με τη λέξη «χαϊκού». Μέσα στην αυστηρή τρίστιχη μορφή των δεκαεπτά συλλαβών [5-7-5] με φυσιοκρατικό περιεχόμενο, πολλοί δημιουργοί δοκιμάστηκαν και συνετρίβησαν, εκλαμβάνοντας ως «ευπρόσιτο» το «δύσβατο» του χαϊκού! Εγχείρημα δύσκολο. Αλλά η προκείμενη συνάντηση του Π. Νικολαΐδη με το «χαϊκού» παράγει ένα αποτέλεσμα πυκνό, αφαιρετικό, χωρίς φλυαρίες, πρωτοποριακό σε σημαντικό βαθμό. Και εξηγούμαι: ο λυρισμός του δεν εξαντλείται στην απόδοση λεπτών συναισθηματικών εκφάνσεων ή απεικονίσεων της Φύσης. Σαν σε κινηματογραφικό πλατό, ο ποιητής εισάγει τον άνθρωπο με τους έρωτες, τις χαρές και τους καημούς του, την κοινωνία με τις φοβίες, τις διαψεύσεις και τις προσδοκίες. Βεβαίως, ανεξάρτητα από τις αποτιμήσεις τις δικές μου ή τρίτων, ο αναγνώστης κρίνει, αν του αρέσει ένας τέτοιος τρόπος ποιητικής έκφρασης.
Μελετώντας τα ποιήματα της συλλογής, στη σκέψη μου στριφογυρνούσε ένας ωραίος στίχος: «Και το κρασί μηχανευτής πολύλαλος (είναι)». Ανήκει στον λυρικό ποιητή της αρχαιοελληνικής κλασικής εποχής Φιλόξενο τον Κυθήριο (435 π.Χ., Κύθηρα – 380 π.Χ., Έφεσος). Ακριβώς, επειδή χορηγός της έκδοσης είναι το «Οινοποιείο Βλασίδη» (βιοτεχνία της ορεινής Λεμεσού), η έκδοση γίνεται γεγονός στο μεταίχμιο ποίησης και οινοποίησης, όσο κι αν οι στυγνές λογικές των «αγορών» και της παγκοσμιοκρατίας πασχίζουν μέσα από μεγέθη βιομηχανοποιημένων παραγωγών να περιθωριοποιήσουν την ποιοτική δημιουργία και την προσωπική σφραγίδα τόσο του ποιητή όσο και του βιοτέχνη οινοποιού. Εδώ, ο στίχος και ο οίνος συμμαχούν και σπεύδουν να ανανεώσουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων: Δεν γίνεται να αποκρυφτεί η απήχηση του αρχαίου θεού Διόνυσου, καθώς συνεχίζουν, ευτυχώς, οι άνθρωποι και σήμερα να επιθυμούν το ωραίο ξεφάντωμα, ιδίως μέσα από το συλλογικό γλέντι.
Στις ποιητικές συλλογές που προηγήθηκαν, ο ποιητής γίνεται ο ίδιος «Σαν ίαμβος καθρέφτης», δοκιμάζει υπαινικτικά τις δυνάμεις του ώσμε ν’ αγγίξει το αληθινό, παραμερίζοντας την επιφάνεια∙ με λυρισμό νεανικό δομεί την αισθαντικότητα και την αισθητική του• πολιορκεί τον ένδον κόσμο και εκπορθεί τα «μυστικά» του• αποκαλύπτει με ειρωνεία τις γκρίζες ζώνες των ποιητικών συντεχνιών. Στη δεύτερη συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν» η πίκρα από τη γενικευμένη αλλοτρίωση και από την αποκαρδιωτική στάση της μητριάς πατρίδας που σακατεύει την ιστορική μνήμη, τον λόγο, την ανθρωπιά, την ηθική αγνότητα, τις «ελληνικές αντοχές» ∙ οδηγεί στην πικρή ξενιτειά, στη φιλόξενη «πατρίδα του λόγου», στην ιώδη επικράτεια της ποίησης. Στις συλλογές αυτές, με την πυκνή και αφαιρετική αποκάλυψη του εσωτερικού κόσμου, με την προσεκτική αξιοποίηση πολλών μορφικών στοιχείων, αποπειράται να αποδώσει όλα όσα ο ίδιος θεωρεί υλικά αντοχής και αντίστασης στην πολύμορφη πολιορκία του ποιητικού υποκειμένου.
Με την «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» ο Παναγιώτης Νικολαΐδης οδηγεί τον αναγνώστη στον τρίτο αναβαθμό της ποιητικής κλίμακας, που επί χρόνια με πεισμώδη προσπάθεια ο ίδιος διαμορφώνει. Με τη δύναμη της κυπριακής διαλέκτου, με άδολο ύφος και νεανικό μπρίο ο δημιουργός συνεχίζει χωρίς εκπτώσεις αισθητικές, αλλά και χωρίς εκζήτηση. Η άμπελος η αληθινή έφερε ωραίους καρπούς στον καλλιεργητή της ποίησης. Κι αυτός μάς κερνά μόνο 198 στίχους και, όπως στόχευε, μάς ευφραίνει με το απόσταγμα των καρπών της κυπριακής γης, αυθεντικό, ατόφιο, κερασμένο στο κρυστάλλινο, καθάριο ποτήρι της ντοπιολαλιάς. Στο σημείο αυτό ανακαλώ στη μνήμη τον Κώστα Μόντη και τους χαρακτηριστικούς στίχους, που σαν να γράφτηκαν για να προκαλέσουν τους νεότερους δημιουργούς, μαζί με αυτούς και τον Π. Νικολαΐδη:
Και τι θα γίνει η ποίηση
που πρέπει να γραφτεί στην Κυπριακή διάλεκτο,
και τι θα γίνει η ποίηση
που δεν έχει άλλη εκλογή;
Η προσεγμένη καλλιτεχνικά και τυπογραφικά έκδοση μικρού σχήματος «τραβήχτηκε» από το γνωστό λευκωσιάτικο τυπογραφείο «Θέοπρες». Προσγειώνεται, λοιπόν, στο σκληρό και άνυδρο πολιτιστικό πεδίο με τη μεστότητα, τη μεθυστική γλυκύτητα και την ευγένεια ήθους που προσδίδει στο ολιγόστιχο ποιητικό σώμα η χρήση του κυπριακού ιδιώματος. Η ευφορία συναισθημάτων και ο εγκωμιασμός του οίνου διαχέονται στα τρία μέρη της συλλογής: «Ορεκτικόν», «Κυρίως κρασίν» και «Επιδόρπιον».
Βεβαίως, δεν θα παραλείψω να αναφερθώ και στις αρχικές πεζόμορφες, μα μεστές και ρυθμικές, «Ευκαριστίες», όπου ξεχειλίζει η ποιητική διάθεση και το κεκτημένο του ποιητάρη: Σοφία ζωής η έναρξη με ευχαριστίες προς τον Θεό και προς τις Μούσες. Ακολούθως μνημονεύονται οι Διονύσιος Σολωμός και Βασίλης Μιχαηλίδης, πηγές της πνευματικής ζωής –εμπνευστές του Νικολαΐδη, αλλά και εραστές του οίνου οι ίδιοι. Συνάμα είναι παρούσα και η πραγματική ζωή, γονείς, αγαπημένη σύζυγος , τέκνα. Έπονται οι αμπελουργοί, οι οινοποιοί, ο λαϊκός άνθρωπος που αγαπά, εργάζεται τίμια, παράγει πνεύμα και οίνο και ποίηση! Καταστάλαγμα της λαϊκής εμπειρίας στην κατακλείδα η αποστροφή προς το «ζοπόκρασσον τζαι ξίδιν» (δηλαδή το χαλασμένο και ξινισμένο κρασί) που οι ακαμάτηδες πολιτικοί κερνούν τον κοσμάκη, καθώς δεν νιώθουν τον παλμό της ζωής παρά μόνον τα ξινισμένα συναισθήματά τους.
Περιγραφικά μιλώντας, στα προεόρτια του γλεντιού περιλαμβάνεται το πρώτο μέρος, το «Ορεκτικόν» (λιτό και αναγκαίο σαν το σύνηθες ορεκτικό). Αυτό βεβαιώνει ο αποφθεγματικός υπότιτλος «Πίννε κρασίν να ’σεις ποίησιν» , που ξεμπροστιάζει τους «γιατρούς» και τις εύκολες «συνταγές υγιεινής ζωής», που μας φοβίζουν διαρκώς ότι το κρασί ανεβάζει την «πίεση». Το ίδιο επενεργούν και τα τρία πρώτα χαϊκού, όπου η σύμπλεξη κρασιού και ποίησης περνά μέσα από την σκέψη και την αξία της – από το χρώμα κι από την φαινομενικά «τετριμμένη» καθημερινή οδηγία διατήρησης του εμφιαλωμένου κρασιού. Οι στίχοι κατατείνουν σε πυκνές οπτικοποιημένες επεξηγήσεις προς τον ρέκτη των απολαύσεων. Συγκρατώ ιδίως το πρώτο χαϊκού, που φαίνεται να επέχει θέση διακήρυξης του ποιητή, όταν διατείνεται:
Έναν ποίημαν
Τζι έναν μπουκκάλλιν κρασίν
Καλόν σκέφτονται
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Κυρίως Κρασίν», ο ποιητής ανοίγει τα χαρτιά του, για την ακρίβεια ετοιμάζει τα ποτήρια και κερνά ακροατές, αναγνώστες, γνωστούς και άγνωστους φίλους. Έχει, βεβαίως, τοποθετήσει πρώτα ως υπότιτλο τη λατινική φράση “Ιn vino veritas’ (: «Στο κρασί η αλήθεια»). Απόφθεγμα για το οποίο δεν θα είχε ισχυρή αντίρρηση ο πρόγονος μας Ηράκλειτος, που αναζητούσε «εν βυθώ» την αλήθεια, ενίοτε με τη βοήθεια του οίνου. Η ρήση των γλεντζέδων Ρωμαίων προϊδεάζει για τα επόμενα οκτώ χαϊκού [σελ.15-17], όταν το ξυνιστέρι και το μαραθεύτικο συναντούν τον λιγωμένο εραστή, τον ανήσυχο για τις μικρές απολαύσεις της ζωής άνθρωπο, τον σκεπτόμενο που αναζητά την πορεία του κόσμου πέρα από περιορισμούς, σύνορα και καθωσπρεπισμούς. Όταν τα κρασιά με τη βαθιά τους δύναμη και τη φίνα γεύση ενισχύουν τον υπαρξιακό κραδασμό:
Ο νους πετάσιν
Το γαίμαν τραβά κάτω
Εμοιράστηκα
Ή όταν επηρεάζουν την εναγώνια πάλη με τις λέξεις και την ποιητική τέχνη:
Φτωχέ μου στίχε
Εν θα γίνεις ποττέ σου
Μαραθεύτικον
Εδώ με τρόπο μελετημένο έχουν κατακτήσει τη θέση τους ποιήματα που φέρνουν τον αναγνώστη της ποίησης του Π. Νικολαΐδη (μακριά από το υστερικό τηλεοπτικό σήριαλ «Μπρούσκο» των νεοπλουσίων) στην πιο φυσική ζωή της λαϊκής συνοικίας και ιδίως της επαρχίας. Μια ζωή, όπως τη ζούμε ακόμη ή έστω αυτή που κουβαλάμε μέσα στα παιδικά μας χρόνια και τον νου μας, όσοι βιώσαμε ανάλογες εμπειρίες. Μια ζωή που πρωταγωνιστεί ο αληθινός άνθρωπος –μέσα και πέρα από τις μικρότητες και τις μεγαλοσύνες του– με τους μύθους και τις αλληγορίες, τα πειράγματα και τα «τσιαττιστά» του καφεννέ, με τα αινίγματα και τα λογής παραμύθια στην οικογενειακή μάζωξη, με τα ντέρτια και τη σκωπτική διάθεση, με το άγγιγμα του πόνου και τη διαφυγή στο τραγούδι της μάνας το απόβραδο ή με τον χορό και τα «δοτζίμια» στα γλέντια και στα πανηγύρια. Παραθέτω τους τίτλους των ποιημάτων: «Τρία Παραμύθκια που ήπιαν κρασίν», «Το κρασίν τζαι το ποίημαν στρακόττον», «Ποιητής», «Οινοποιός» «Το δοτζίμιν του ποιητή» , «Το δοτζίμιν του οινοποιού», «Αίνιγμαν ποιητή», «Αίνιγμαν οινοποιού», «Προς πιστούς του κρασιού τζαι της ποίησης», «Προς άπιστους», «Προς πιστούς τζαι άπιστους», «Προς οινοποιούς», «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν» .
Ιδιαίτερα αισθητή παρουσία έχουν τα ποιήματα κοινωνικής ηθικής και κριτικής με αναφορές «Προς κατακτητές παλιούς τωρασινούς τζι αυριανούς», «Ένας μεθυσμένος μιλά τού Γριστού», «Προς αστυνομικόν αλκοτέστ τζαι συσκευήν ανίχνευσης», «Προς αστυνομικόν αλκοτέστ μανιχόν του».
Ως «Επιδόρπιον» (και μάλιστα με μότο την κυπριακά δοσμένη αποφθεγματική ρήση του Άγγλου κληρικού και συγγραφέα Τόμας Φούλερ «Ο Διόνυσος έπνιξεν πιο πολλούς που τον Ποσειδώναν») τρία χαϊκού: ως απόληξη μιας ευφρόσυνης και γενναίας προσπάθειας, που κατατείνει στο
Ό,τι τζι αν πούσιν
Εσού πάντα να ξέρεις
Είμαι σταφύλιν
μια αναφορά στην πρώτη αρχή του ταπεινού κόσμου της ευτυχίας.
Την έκδοση κλείνει ένα πολύτιμο τετρασέλιδο «Γλωσσάριν» με καίριες πραγματολογικές, ερμηνευτικές και νοηματικές επεξηγήσεις για τους αναγνώστες που κινούνται στο πανελλήνιο πολιτισμικό πεδίο. Ενισχύεται, έτσι, η σκέψη ότι η συλλογή και το γλωσσάρι συγκροτούν μια σημαντική συνεισφορά προβολής και κατανόησης της κυπριακής διαλέκτου στον εκτός Κύπρου Ελληνισμό.
*
Στη συλλογή αυτή, ο λυρισμός συνυφαίνεται με την πύκνωση εικόνων, συναισθημάτων, προσωπικής ευαισθησίας και συλλογικών προβληματισμών. Έτσι επιβεβαιώνεται ότι οι αληθινές ποιητικές φωνές και εμπνεύσεις με απλότητα φωτίζουν και επιτρέπουν τη διαισθητική προσέγγιση αυτού του πολύπλοκου κόσμου μας:
Είμαι τζαι μαύρον
Όπως το σελιόνιν
Είμαι τζαι λευκόν
Μέσα σε 66 τρίστιχα ποιήματα με τη φόρμα των χαϊκού αποκαλύπτεται ένα πλήθος θεμάτων που πάνω τους εδράζεται η καθημερινότητα στη θετική και στην αρνητική της διάσταση (σελ. 39):
Εγιώνη κλαίω
Τζι εσείς πιστεύκετέ τους
Πως έν’ σάκχαρα;
Διαμορφώνουν αυτά το βασανιστικό και συνάμα γοητευτικό πέρασμα του ανθρώπου στην αιωνιότητα ή έστω την απόπειρα διεμβολισμού της μέσα στις σταθερές της φυσικότητας (σελ. 35):
Έναν πηγάδιν
Δεν σώννω να γεμώσω
Δος μου θάνατον
Έρωτας κι απόρριψη, αφοσίωση και άρνηση, αρχή και τέλος της βιωτής, φύση και «επινοήσεις/ κατασκευές», γλέντι και θρήνος: ιδού μερικά από τα καθοριστικά δίπολα της ανθρώπινης ζωής και της συλλογής «Οινοποίηση».
Με τη σκευή μεταμοντέρνων τεχνικών, ο ποιητής στήνει έναν κόσμο που ανασαίνει ακόμη παράδοση λαϊκή. Είναι ένας κόσμος της προφορικότητας –εμφανής ακόμη και στις σιωπές που επιβάλλει ο κάθε στίχος (σελ. 26):
Κλείσε τα μμάθκια
Να δεις τον κόσμον ξανά
Με την μούττην σου
Με τα πειράγματα, τα ευφάνταστα υπονοούμενα, την ιδιοσυστασία, τη λεβεντιά του, την καθαρή ματιά μπροστά στο καλό και στο κακό.
Ένας κόσμος που δεν εξαλείφτηκε παρά την επέλαση νεοφανών και εν πολλοίς ολέθριων ξενόφερτων στοιχείων. Κι ένας ποιητής αυτού του ωραίου κόσμου που έχει όπλο τον έρωτα και τη σάτιρα μεταμφιέζεται σε οίνο και χλευάζει την ξενόφερτη κατανάλωση ουισκιού (σελ. 27) :
Πίννε ουίσκιν
Τζι ας με πίννουν οι ξένοι
Που καταλάβουν
Με θυμοσοφία, ριζωμένη σε ευγενή μέταλλα του ελληνικού, δηλαδή του οικουμενικού, πολιτισμού ο ποιητής δίνει γλεντζέδικη εντολή για τη θανή του (σελ. 28):
Πον’ να πεθάνω
Να μεν κλάψει κανένας
Πιείτε ούλλοι σας
Με σατιρική διάθεση ανεξάντλητη γράφει για ρηχά πρόσωπα (σελ. 28):
Ήρτα σε ούλλους
Τζι εν μού ’δωκεν κανένας
Μιαν πότσαν μούχτιν
Ή προς σύμβολα της καταστολής και γραφειοκρατίας (σελ. 29):
Κκελλέν ! Γράψε με!
Πον’ να σε γραψω τζι εγιώ
Να με ‘γοράσεις
Μια κριτική εμπνευσμένη από λογοπαίγνια του λαού σε βάρος των αστυνομικών οργάνων της τάξεως (σελ. 29):
Φτωχόν όργανον
Μετράς το οινόπνευμαν
Δίχα τον πόνον
Με τις αισθήσεις (όραση, αφή, όσφρηση, γεύση κι ακοή ακόμη) να δίνουν τον γήινο τόνο και στις μεταφυσικές μεταβολές, μακριά από πανικούς και υστερίες για τις αναπόφευκτες αλλαγές της τύχης και της ζωής ανησυχίες, ο οίνος που ενισχύει το να ξεχνά ο άνθρωπος (σελ. 39):
Είμαστιν χώμαν
Να θυμάσαι να πίννεις
Για να ξηάννεις
Έτσι, απλά αποδίδεται ο επικούρειος φιλοσοφικός στοχασμός, σχεδόν ψυχοθεραπευτικός, στις συνθήκες γενικευμένης αλλοτρίωσης.
Με σατιρικό οίστρο, με οξυμένη κι εκλεπτυσμένη διάθεση ν’ ασκήσει κριτική σε καθιερωμένα πλέγματα μέσα από τη συνομιλία με τον ίδιο τον Χριστό ή έστω την αναπόφευκτη γκρίνια ως σύμπτωμα σωστικό στη δυσκολία της ζωής και της ποίησης (σελ. 21):
Πε μου Γριστέ μου
Τζοινωνώ κάθε νύχταν
Έν’ αμαρτία;
Κι ακόμη γράφει:
Φέρτε τον Γριστόν
Να γράψει το ποίημαν
Εν έσει κρασίν
Ξεχωρίζω από τις δεκάδες των στίχων που και σε τούτη τη συλλογή αγγίζουν ή υπαινίσσονται θέματα ποιητικής – παράμετρος που επανέρχεται και βασανίζει τον Π. Νικολαΐδη σε όλα τα έργα του- το ποίημα με τίτλο «Αίνιγμαν οινοποιού» (σελ. 24):
Πέντε γεναίτζες
Εκάμαν εφτά παιδκιά
Τζαι πέντ’ αγγόνια
Εδώ, δηλαδή, η σωματοποίηση της τεχνικής του χαϊκού [συλλαβές 5-7-5] συνυφαίνεται με την ανθρώπινη γονιμότητα και την ευφορία που το κρασί προσδίδει. Ένας κύκλος δημιουργίας, καρποφορίας, ευθυμίας!
Στο ποίημα «Το κρασίν τζαι το ποίημαν στρακόττον» (σελ. 19, τέσσερα χαϊκού): Τα δύο στοιχεία, κρασί και ποίημα, προσωποποιημένα σαν τον παλιό καλό καιρό του δημοτικού τραγουδιού, βρίσκονται σε αμάχη, αμφίρροπη κι αποκαλυπτική της εσώτερης σχέσης τους. Εδώ η χάρη και η φαντασία του ποιητή διαμορφώνουν έναν πρωτοφανή για χαϊκού διάλογο.
Το ποίημαν: Που τον Όμηρον
Οι Θεοί πίννουν νέκταρ
Το κρασίν: Τζείνοι χάννουσιν
Στη σύνθεση «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν» (18 χαϊκού, σελ. 30-35]: Ο Έρωτας είναι παρών ως ζωοδότης, μα και ωσάν σαράκι επικίνδυνο στον συναρπαστικό ποιητικό διάλογο του Ερωτευμένου Οίνου με την αέρινη Αγγέλισσά του, την Ποίηση! Ήχοι και εικόνες που σαν να φτάνουν ώσμε τις μέρες μας από τα «κυπριακά ερωτικά ποιήματα», τις αναγεννησιακές «Ρίμες αγάπης»!
Οίνος Το δειν σου κόρη
Ραΐζει το ποτήριν
Πόθθεν να σε δω;
Στα 66 χαϊκού της ποιητικής συλλογής τεχνική, μελωδία, ρυθμός, λόγος συνυφασμένα με μια βιοθεωρία επηρεασμένη από το λαϊκό πολιτισμό και μια σύνθετη επεξεργασία πολλαπλών αισθητικών και φιλοσοφικών ωσμώσεων, αναπνέουν μέσα στα «βαρέλια» ενός ευαίσθητου και δημιουργικού ποιητή, του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Θυμίζω, τέλος, τον παλιό οινόφιλο και λόγιο πολυμαθή άρχοντα Βυζάντιο Δράκο Σούτζο που «έζησε εν Ουγγροβλαχία». Διάβασε κι αυτός την «Οινοποίηση», κι ενθουσιάστηκε θεωρώντας την μια πρωτοποριακή ποιητική σύνθεση για την κυπριακή ποιητική παραγωγή. Ο άρχοντας αυτός, συνέγραψε τον 17ο αι. το ποίημα «Έπαινος εις το κρασίν» και ζήτησε να μας θυμίσει μέσω του διαδικτυακού περιοδικού την απόληξή του ποιήματος, καθώς προσαρμόστηκε κι ο ίδιος στο ποιητικό κλίμα της ποιητικής συλλογής και επιθυμεί να προειδοποιήσει όποιον τον οίνο δεν αγαπά:
«Εσένα όποιος σ’ αρνηθεί και δεν μετανοήσει,
μένει αναπολόγητος εις την δευτέρα κρίση.
Πτωχός αν ζήσω πάντοτε και τύχω μεθυσμένος
στην ώρα του θανάτου μου, πεθαίν’ ευτυχισμένος».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1-Γιάννης Δάλλας, Αρχαίοι λυρικοί, Ιαμβογράφοι, τόμος Δ΄, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007³, σελ. 155-156: «Ολίγα φρονέουσιν οι χάλιν πεπωκότες».
2- Σ’ αυτό συνυπάρχουν οι κριτικές για τα ήθη της εποχής, τα γλεντοκοπήματα του αφέντη Μελιρά και τα παθήματα του φημισμένου γιατρού της Κωνσταντινούπολης Ερμήλου, που από μια παραξενιά της τύχης μεταμφιέστηκε σε όνο.
3-Κ.Π. Καβάφης, Αποκηρυγμένα ποιήματα, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990, 25.
4- Ενδεικτικά βλ. Βασίλης Μιχαηλίδης, Επιλεγμένα ποιήματα. Επιμέλεια Λευτέρης Παπαλεοντίου, εκδ. Μικροφιλολογικά, Λευκωσία 2013, 44-45.
5-Γιάννης Δάλλας, Αρχαίοι λυρικοί, Χορικολυρικοί, τόμ. Α΄, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2003, σελ. 296-297: «Ευρείτας οίνος πάμφωνος».
6-Γιάννης Στρούμπας, «Του καρπού και της λαλιάς», Τα Ποιητικά, τχ. 14, Ιούνιος 2014, σ. 7-8.
7- Να ‘σεις = να έχεις.
8-Ποιοτικές οινοποιήσιμες ποικιλίες της Κύπρου.
9- Πετάσιν, το : ο χαρταετός.
10-Τσαττιστά: στιχουργικοί αυτοσχεδιασμοί δύο και πλέον ποιητάρηδων που ταιριάζουν δίστιχα με ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους.
11-Δoτζίμιν, το: η δοκιμασία, αγώνισμα με λιθάρι.
12-Σελιόνιν, το: το χελιδόνι.
13-Μούττη, η : η μύτη
14-Πότσα, η: η μπουκάλα• μούχτιν: δωρεάν.
15-Κκελέν: αγύριστο κεφάλι (έκφραση αγανάκτησης).
16-Να ξηάννεις: να ξεχνάς
17-Γεναίτζες: γυναίκες.
18- Συντυχάννω: συνομιλώ.
19-Το δειν: η ματιά, το βλέμμα.
20- Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «’Έπαινος εις το κρασίν’-“Περί μεθύσου’. Δημώδη μεσαιωνικά και νεώτερα κείμενα», Επετηρίς Βυζαντινών Σπουδών, τόμ. 39ος (Αθήνα, 1972-73), σ. 594-611, εδώ σ. 607.
http://www.poiein.gr/archives/33119/index.html

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Τα ποιητικά, τχ. 14, Ιούνιος 2014

Του καρπού και της λαλιάς

Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Οινοποίηση», Λευκωσία 2014, σελ. 48.

Ο οίνος ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου, σύμφωνα με τη βιβλική ρήση· η τέχνη του λόγου, πάλι, μαγεύει και μεθά. Εφόσον το κρασί κι η ποίηση συναντιούνται στην πρόκληση ευφορίας, ο Κύπριος ποιητής Παναγιώτης Νικολαΐδης δικαίως αποφασίζει να τα παντρέψει στην ποιητική του συλλογή Οινοποίηση. Χωρισμένη σε τρία μέρη, το «Ορεκτικόν», το «Κυρίως κρασίν» –που εύλογα αντικαθιστά το «κυρίως πιάτο»– και το «Επιδόρπιον», η συλλογή σερβίρει «66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησιν» στο λαγαρό κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, επιβεβαιώνοντας την κυπριακή φιλοξενία σε ψυχοπνευματικό επίπεδο, φιλεύοντας τη θέρμη των στοχασμών και των συναισθημάτων.
Το εγκώμιο του Νικολαΐδη στο κρασί δικαιολογείται από τη δραστικότητα του εκλεκτού ποτού: το κρασί συμφιλιώνει, αδελφώνει, καταργεί συρματοπλέγματα, γκρεμίζει τείχη, αφού «Μετά το κρασίν/ Αννοίουν τα σύνορα/ Ούλλου του κόσμου». Επιπλέον, η κοινωνία του κρασιού είναι και πράξη ερωτική, που ενεργοποιεί τις αισθήσεις. «Πρώτα μυρίστου/ Τζι ύστερις δε με στο φως/ Μετά φίλα με»· όσφρηση, όραση, γεύση, αφή πρωτοστατούν σ’ αυτή την επαφή, που, όπως υπονοεί το φιλί, δεν περιορίζεται μόνο στη γευστική της πτυχή. Το επακόλουθο πέταγμα ερμηνεύει την παρομοίωση του κρασιού με πουλιά: «Το ξυνιστέριν / Έν’ λευκόν περιστέριν/ Στον ουρανίσκον»· και «Είμαι τζαι μαύρον/ Όπως το σελϊόνιν / Είμαι τζαι λευκόν».
Η συνάντηση του κρασιού με την ποίηση συντελείται μέχρι στιγμής στον απευθυνόμενο στο κρασί ύμνο, ο οποίος αναπέμπεται με μέσο τα χαϊκού του Νικολαΐδη, δηλαδή τα ποιήματα. Η σχέση, όμως, οίνου και ποίησης είναι βαθύτερη, όπως αποτυπώνεται στα «Τρία Παραμύθκια που ήπιαν κρασίν»: το ποίημα μπορεί, με το πέρασμα του χρόνου, να ξινίσει και να γίνει ξίδι· το βαρέλι κρασί, αν πέσει από τη βάρκα που το μεταφέρει, μπορεί να γίνει ποίημα· το ποίημα πάλι, αν μείνει στο συρτάρι, ωριμάζει και γίνεται κρασί. Κρασί και ποίημα, συνεπώς, μεταστοιχειώνονται το ένα στο άλλο, σε μια χημική αντίδραση αμφίδρομη, που περιλαμβάνει σαν αποτέλεσμά της κάθε προοπτική, καί τη φίνα του κρασιού καί την αψιά του ξιδιού.
Η αδιάρρηκτη αυτή σχέση περιλαμβάνει και συγκρούσεις. Ιδίως όταν μεθούν, το κρασί και το ποίημα διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Το κρασί οικτίρει τους θεούς του Ολύμπου, που πίνουν νέκταρ αντί οίνου· παράλληλα, αμφισβητεί την τέχνη του ποιήματος, καλώντας το «να σκάσει και να πίνει» («Βρίξε τζαι πίννε»)! Το ποίημα, με τη σειρά του, θεωρεί τρελό το κρασί, αν εκείνο νομίζει ότι ωφελεί «στην καρδίαν». Ας μην παραπλανούν, ωστόσο, οι μεταξύ τους συγκρούσεις, αφού οι μεγαλύτεροι «έρωτες» συχνά χαρακτηρίζονται από αντίστοιχες συγκρουσιακές σχέσεις. Άλλωστε, η ποίηση, σαν πράξη αυτοσυνειδησίας ή και αντίστασης, περνά ανά τους αιώνες μέσα απ’ το κρασί: «Για να σου γράψω/ Ήπια πολλά βαρέλλια/ Μες στους αιώνες».
Από το «κονταροχτύπημα» κρασιού-ποιήματος δεν θα έλειπαν, βέβαια, οι δημιουργοί τους, ο οινοποιός κι ο ποιητής. Στη διελκυστίνδα των μεταξύ τους «θαυμάτων», ο οινοποιός μοιάζει να επικρατεί, όταν θαυματουργεί δημιουργώντας από το σταφύλι κρασί, ενώ ο ποιητής φαίνεται επικρατέστερος, όταν κατορθώνει το θαύμα της επιστροφής του κρασιού πίσω, μέσα στο σταφύλι! Κι αν, πάλι, ο ποιητής συνθέτει χαϊκού, δηλαδή ποιήματα, το «ποίημα» του οινοποιού υποδηλώνεται στην καρποφορία που υπόσχεται η εύθυμη διάθεση, η προκαλούμενη από το κρασί, στο ποίημα «Αίνιγμαν οινοποιού»: «Πέντε γεναίτζες / Εκάμαν εφτά παιδκιά/ Τζαι πέντ’ αγγόνια»· οι «πέντε γεναίτζες», λοιπόν, είναι οι πέντε συλλαβές του πρώτου στίχου, τα «εφτά παιδκιά» οι εφτά συλλαβές του δεύτερου στίχου, τα δε «πέντ’ αγγόνια» είναι οι επίσης πέντε συλλαβές του τρίτου στίχου. Έτσι, το «ποίημα» του οινοποιού ενδύεται συνάμα και μορφή ποιητική.
Εφόσον, επομένως, ο οινοποιός κι ο ποιητής συναντιούνται σε κοινό πεδίο δράσης, δεν εκπλήσσει που το αποδοτικό αμπέλι κι ο ποιοτικός στίχος εμφανίζουν κοινές ανάγκες: τόσο το αμπέλι όσο κι ο στίχος χρειάζονται κλάδεμα – το αμπέλι κυριολεκτικό, ο στίχος μεταφορικό, με την αφαίρεση κάθε στοιχείου που πλεονάζει· τόσο το κρασί όσο και ο στίχος απαιτούν ωρίμανση – κυριολεκτική για το κρασί, με την παραμονή του στο «τζελλάριν» , και μεταφορική για το ποίημα, με την αναμονή του στο συρτάρι του ποιητή· τέλος, τόσο το κρασί όσο και το ποίημα χρειάζονται διήθηση – το κρασί κυριολεκτική, με τη συλλογή κι απομάκρυνση των στερεών υπολειμμάτων του, ενώ το ποίημα μεταφορική, με την απομάκρυνση οτιδήποτε περιττού.
Ο Νικολαΐδης εκφράζει τους στοχασμούς του με δραστική ποιητική γλώσσα, με την αμεσότητα νηφάλιων, όχι εκνευρισμένων, αντιδραστικών τοποθετήσεων. Γι’ αυτό χαρακτηρίζονται από θέρμη, είτε όταν εκφέρονται από τους προσωποποιημένους ήρωες της συλλογής, δηλαδή το κρασί και την ποίηση, είτε από άλλους ήρωες που επιστρατεύει στον ποιητικό του μύθο ο ποιητής. Ο μεθυσμένος παραλληλίζει την κοινωνία του κρασιού με τη Θεία Κοινωνία: «Πε μου Γριστέ μου/ Τζοινωνώ κάθε νύχταν/ Εν’ αμαρτία;» Το ολίσθημα του αλκοολισμού ελαφραίνει από την τραγικότητά του στο τιθέμενο με προσποιητή αθωότητα ερώτημα «Εν’ αμαρτία;», μέσω του οποίου ο λαϊκός άνθρωπος, ο θυμόσοφος, κατεργάρης μεθύστακας, με το παιγνιώδες πνεύμα του, τη μελετημένη του συστολή και την πλαστή του αφέλεια διαγράφει το αμάρτημα.
Έπειτα από τόσους χώρους συνύπαρξης του οίνου με την ποίηση, ο έρωτας επέρχεται απολύτως φυσιολογικά, όπως προκύπτει από τον μεταξύ τους μακροσκελή διάλογο στο ποίημα «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν ». Οίνος και ποίηση, ερωτευμένα, ανταλλάσσουν λόγια αγάπης. Η ύπαρξη του ενός δικαιώνεται στο μπόλιασμά του από τον άλλο. Με θυμοσοφική και σκωπτική διάθεση, περνώντας απ’ όλα τα στάδια που οδηγούν στον έρωτα, ο οίνος και η ποίηση παρακάμπτουν τις διαφορές τους και ενώνονται αρμονικά στην Οινοποίηση του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Το εγχείρημα της ποιητικής απόδοσης στο κυπριακό ιδίωμα ενισχύει τα ιδιαίτερα τοπικά αρώματα του καρπού και της λαλιάς σε τούτη τη γνήσια, βιολογική καλλιέργεια της έκφρασης και των συναισθημάτων.

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Οινοποίηση, 66 χαϊκού για τον κρασίν τζαι την ποίησην,

Και στο τρίτο βιβλίο του ο φιλόλογος Παναγιώτης Νικολάί’δης (γενν. 1974)
περιλαμβάνει ποιήματα μικρής φόρμας, και συγκεκριμένα 66 χαϊκού, που
έχουν ως βασικούς θεματικούς άξονες το κρασί και την ποίηση. Όσο γνωρίζω,
ο Τάσος Αριστοτέλους εξέδωσε πρώτος μια συλλογή με χαϊκού στο κυπρια-
κό ιδίωμα: Ακρολοηθου (2007). Τέτοια δείγματα περιλαμβάνονται και στη
συλλογή του Κυπριακές μελωδίες (2011).
Ο Π. Νικολαΐδης αντιπαραθέτει και συμπλέκει τις έννοιες του κρασιού και
της ποίησης με ποικίλους τρόπους: Ανάμεσα σ’ άλλα, τα προσωποποιεί και τα
παρουσιάζει να συνομιλούν μεθυσμένα στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τρίστιχου·
το ένα συμπληρώνει το άλλο ή το προσγειώνει ανώμαλα και το απογυμνώνει:
λ.χ. «Είμαι λαλούσιν / Η βασίλισσα τέχνη» / «Βρίξε τζαι πίννε». Και αλλού,
σε μια εκτενέστερη ενότητα («Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυ-
χάννουν»), ανταλλάζουν κολακευτικά σχόλια και επαίνους, χωρίς να λείπει το
λεπτό χιούμορ ή μια πιο γήινη αντίληψη των πραγμάτων. Οίνος προς Ποίηση:
«Αντζέλισσα μου / Έγλεπε πού παρπατάς / Πατάς σταφύλιν».
Στις καλύτερες περιπτώσεις, όταν ο ποιητής προσεγγίζει με περισσότερη
τόλμη το γλωσσικό υλικό του και ανοικειώνει το ιδίωμα με ευφάνταστες εικόνες
και μεταφορές, το αποτέλεσμα είναι αρκετά γοητευτικό, ανακαλώντας ήχους
και από τη λογοτεχνική παράδοση των κυπριακών πετραρχικών ποιημάτων του
16ου αιώνα (Ποίηση προς Οίνον: «Πωρνόν και βράδυν / Μισεύγω πεθυμώντα /
Κορμίν τζαι κρασίν») ή απηχώντας κάποτε τις «Στιγμές» του Κ. Μόντη.
Σε γενικές γραμμές η ποιητική πρόταση του Π. Νικολάίδη κρίνεται ενδια-
φέρουσα και αξιοσημείωτη. Ίσως υπήρχε περιθώριο να επεξεργαστεί περισ-
σότερο τη μορφή των κειμένων ή να ανοικειώσει περισσότερο τον λόγο και να
τον απογειώσει ποιητικά. Όμως δε λείπουν τα παραδείγματα που επιβεβαι-
ώνουν τη δεξιότητα του ποιητή να συμπυκνώνει τον λόγο και να υποβάλλει με
τη φωνή του κρασιού, με τη συμβολή της μεταφορικής προσωποποίησης και
του πολύσημου υπαινιγμού, πράγματα που παραπέμπουν στα ανθρώπινα,
πάντα στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τρίχορδου ποιήματος (με 5+7+5 συλλα-
βές), χωρίς να λείπουν οι χαλαρώσεις στο ιαμβικό μέτρο: « 0 νους πετάσιν /
Το γαίμαν τραβά κάτω / Εμοιράστηκα».

 

Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν,(2012)

 

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν,

Με το νέα δεύτερο βιβλίο του ο Παναγιώτης Νικολάίδης (γενν. 1974) επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει τη γραφή που εγκαινίασε με την πρώτη συλλογή του γοητευμένος και από τις Στιγμές του Μόντη: επιμονή σε ολιγόστιχα ποιήματα, που συνήθως δεν ξεπερνούν τους δυο ή τρεις στίχους, αποφθεγματικότητα έντονη αφαίρεση και συμπύκνωση του λόγου, αξιοποίηση του κυπριακού ιδιώματος, καίρια και ακαριαία διατύπωση ή απροσδόκητη εικόνα (λ.χ. «με μια ζαριά ο θάνατος / παίρνει τη μάνα»). Υπάρχουν, όμως, και κείμενα που καταλήγουν στον ερμητισμό, στη φραστική επιτήδευση, στη λεκτική αφασία. 0 νέος αυτός ποιητής δείχνει ότι διαθέτει αρκετές δεξιότητες, που θα τον βοηθήσουν να γράψει πιο απαιτητικά ποιήματα. Θα θέλαμε, πάντως, πιο ανεπτυγμένα ποιήματα, που να παρέχουν στον αναγνώστη περισσότερα αντικλείδια του ποιητικού πυρήνα, χωρίς να ξεχειλώνει, βέβαια, η σπίθα της έμπνευση.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Φιλόξενη ξενιτιά

Αν χρειάζεται να ξενιτευτεί κανείς για να ακούσει «τις παλιές/ φωνές», το παρελθόν, να διασώσει μνήμες, ίσως και τη συλλογική συνείδηση, ποια είναι η «ξενιτιά» στην οποία θα κατέφευγε για την εκπλήρωση του οράματος, και ποιο το μέσο για την προσέγγισή της; Με όχημά του «ένα φωνήεν» και τον χρόνο ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, στην ποιητική του συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», διασχίζει μονοπάτια της σκέψης και ψυχικές διαθέσεις, αξιοποιώντας τα φώτα ομίχλης που του παρέχει η ποίηση, κι ας υποκρίνεται εκείνη πως «λυγίζει/ την όραση/ καθώς κρεμμύδι»:

________________________________________
* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 367, 16/5/2013.
μέσα από τη θολή, ομιχλώδη της ατμόσφαιρα, υπερβαίνοντας τις αισθήσεις και τις εμπειρικές αποτυπώσεις, η ποίηση έχει άλλα μέσα για να διαλύσει την καταχνιά.
Συχνά, λοιπόν, τα φαινόμενα απατούν, οι παραστάσεις κατασκευάζονται και παραπλανούν. Μα «όταν/ δεν/ βλέπεις/ ακούς/ καλύτερα», σημειώνει ο Νικολαΐδης, αποκαλύπτοντας μέρος των μέσων με τα οποία η ποίηση διασκορπίζει τη θολούρα. Γι’ αυτό αφουγκράζεται «τις παλιές/ φωνές» ο ποιητής, γι’ αυτό αναμετριέται με τον χρόνο, μες στον οποίο είναι κλεισμένος, μα τον οποίο τον περικλείει κι εκείνος με τη σειρά του: «ο ποιητής κι ο χρόνος/ καιροφυλακτούν/ ο ένας μες στον άλλον». Η αμφίρροπη αναμέτρηση ενέχει κινδύνους, καθώς «οχιά ο χρόνος», σαν «Μάτι φιδιού», ενεδρεύει και φέρνει με το πέρασμά του κοντά τον θάνατο. Ο θάνατος, πάλι, παίρνει τη μάνα κι αφήνει πίσω του μόνο στάχτες. Ο χρόνος, ωστόσο, σε βάθος δομημένος, εμπεδώνει και την εμπιστοσύνη. Ανασύρει επίσης την ανάμνηση της μάνας, στην οποία καταφεύγοντας το παιδί καταπνίγει την ανασφάλειά του. Έτσι αναφύονται, σε αντίθεση με το σκοτάδι του θανάτου, η χαρά και το φως.
Το φως κερδίζει τις εντυπώσεις. Ο ποιητής επιμένει στο φως «σαν ράγισμα παλιό/ στον καθρέφτη», με σταθερότητα, σ’ ένα χάραγμα ανεξίτηλο, που δεν διασαλεύεται από τίποτα. Την κυριαρχία του φωτός την επικυρώνει το γεγονός πως «με φως σφαλίζουμε τα μάτια/ των νεκρών»: ακόμη κι απέναντι στο σκοτάδι του θανάτου, το φως επεμβαίνει απαλύνοντάς τον. Βέβαια, η αντιπαράθεση φωτός-σκότους είναι προαιώνια, κι ο σκοτεινός αντίπαλος διαρκώς επανέρχεται: «χρόνια εμπορευόμαστε/ το φως/ κι όμως σκοτάδι/ ασάλεφτο». Ο Νικολαΐδης, μάλιστα, εισάγει και μία προέκταση στην ανθρώπινη στάση έναντι του φωτός, η οποία φαίνεται να επιζητά την εμπορική εκμετάλλευση του φωτός, πέραν της ηθικής αγνότητας που αυτό εκπέμπει. Κι ίσως η πρόκριση της υλικής του λειτουργίας να ευθύνεται για την επάνοδο του σκότους, το οποίο παραμένει «ασάλεφτο», κι όχι «ασάλευτο», ακριβώς για να υπονοήσει τα «λεφτά», την επιδίωξη του χρήματος και της ύλης από τον άνθρωπο-έμπορο. Η κατίσχυση, επομένως, του φωτός δεν είναι αυτονόητη, παρά καρπός διαρκούς προσπάθειας, καρπός που ωριμάζει μόνο μέσα από την επίπονη αμφιταλάντευση ανάμεσα στην ύλη από τη μια, και το πνεύμα με την ψυχή από την άλλη.
Ο προβληματισμός του Νικολαΐδη απέναντι στα πράγματα συχνά διανοίγεται προς δύο κατευθύνσεις, με την επισήμανση τόσο των θετικών, όσο και των αρνητικών λειτουργιών. «φύτρωσα/ στην πέτρα και στον φόβο», διαλογίζεται ο ποιητής, αντικατοπτρίζοντας στους στίχους του -ανάκληση του ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου «Κουβέντα με ένα λουλούδι»- τις αντιξοότητες, τη μοίρα της ελληνικής φυλής, μιας φυλής καλούμενης επί χιλιετίες να επιβιώσει σ’ ένα πετρώδες, άγονο τοπίο, υπό την επιβουλή ποικίλων άλλων φυλών που επιδίωξαν να την υποτάξουν, διερχόμενων από τούτο το σταυροδρόμι του κόσμου. Παράλληλα, όμως, από τον ίδιο προβληματισμό «φυτρώνει» η αισιοδοξία για τις ελληνικές αντοχές και την επιβίωση, που συντελείται έστω κι αν οι συνθήκες είναι εξαιρετικά αντίξοες. Η ανθεκτικότητα εκφράζεται και μέσα από τη συμπύκνωση του δίστιχου «χωρίς βροχή μεγάλωσα/ λιθάρι φως σκοτάδι».
Οι διαλογισμοί του Νικολαΐδη, αν και ζυμωμένοι από την ελληνική μοίρα και δη την κυπριακή – ο ποιητής είναι Κύπριος -, προσπερνούν τις διαχωριστικές γραμμές που θέτουν οι πατρίδες κι αγκαλιάζουν τον όπου γης άνθρωπο. «δίχως πατρίδα/ περπατώ στον χρόνο πόνο/ πόντο»: η πορεία στον χρόνο, αργή, προσεκτική, συντελείται βήμα-βήμα, «πόντο-πόντο», αλλά και «πόνο-πόνο», γιατί ο πόνος συχνά ορίζει την ανθρώπινη ζωή, καταργώντας τα σύνορα και την καταγωγή, κι εξηγώντας γιατί τούτη η πορεία είναι «δίχως πατρίδα». Εδώ όμως θα μπορούσε ίσως ο «πόντος» να σηματοδοτηθεί εντελώς διαφορετικά ως η θάλασσα, σαν μια διαφορετική, επίσης, πατρίδα του ποιητή και της ανθρωπότητας. Οι πολυσημίες του Νικολαΐδη οφείλονται σε σημαντικότατο βαθμό στη χρήση της γλώσσας από τον ποιητή: «στη γλώσσα μου/ κλίνεται η ψυχή// σ’ όλες τις πτώσεις». Αν κάθε γραμματική πτώση εκφράζει και μια λειτουργία, η ποιητική ψυχή όχι απλώς «κλίνεται» σε όλες τις πτώσεις, μα και περικλείεται σ’ αυτές, εκφράζοντας η ίδια ποικίλες ψυχικές λειτουργίες. Η ψυχή, συνεπώς, ορίζεται από την έκφραση, αλλά κι η έκφραση περικλείει ψυχή.
Η δεινότητα του Νικολαΐδη να αξιοποιεί την έκφραση προς την επίτευξη πολλαπλών νοηματικών σηματοδοτήσεων αναδεικνύεται στο τετράστιχο «με φυσικό αέριο/ ορύσσουμε/ ξανά/ την ιστορία». Η ευρύτητα των ερμηνειών που μπορεί να προσλάβει το συγκεκριμένο ποίημα είναι εντυπωσιακή. Πρώτη ερμηνεία, εντελώς πρωτοβάθμια: το φυσικό αέριο, που εντοπίζεται στη νότια θαλάσσια περιοχή της Κύπρου, παρέχει το φως που απαιτείται για ένα νέο ανασκάλεμα, για μια νέα προσέγγιση της ιστορίας. Δεύτερη ερμηνεία: η ιστορία προσπελάζεται και ερμηνεύεται εκ νέου μέσω της θεώρησης του ρόλου των πλουτοπαραγωγικών πηγών και της διάθεσης που επιδεικνύουν ποικίλοι διεκδικητές τους προς εκμετάλλευση αυτών. Τούτοι οι διεκδικητές κινούν και τα νήματα των ιστορικών εξελίξεων. Τρίτη ερμηνεία: η εξεύρεση φυσικού αερίου και η προοπτική της αξιοποίησής του ωθούν μία χώρα να ξαναγράψει την ιστορία της, βελτιώνοντας την οικονομική και διεθνή της θέση. Η συγκεκριμένη ερμηνεία διαποτίζεται κι από τραγική ειρωνεία λόγω της σύγχρονης διάψευσης των προσδοκιών, της οφειλόμενης στις ωμές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να ελέγξουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Έτσι επέρχεται η διολίσθηση της ευλογίας σε κατάρα. Τέταρτη ερμηνεία: αντί να εξορύσσεται το φυσικό αέριο, με μία μαγική, αγαπημένη από την ποίηση αντιστροφή, εξορύσσεται η ιστορία. Η ιστορία μετατρέπεται στο πολύτιμο ορυκτό που πρέπει πάση θυσία να εξορυχθεί, ώστε να φωτίσει τα μελλούμενα, να μαρκάρει τους υφάλους, να αποτρέψει τις κακοτοπιές. Πέμπτη ερμηνεία: αν η εξόρυξη της ιστορίας συντελείται κομμάτι-κομμάτι, αν οδηγεί στην κατάτμησή της, στην παρανόηση αλλά και στην εξάντλησή της στον βωμό του κέρδους, τότε αφήνει πίσω της κουφάρια, νεκρή γη, πνευματική εκθεμελίωση. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία επαφίεται στην ευαισθησία του κάθε αναγνώστη.
Γλώσσα, πνεύμα και ψυχή συνδιαμορφώνουν διαρκώς την ποίηση του Νικολαΐδη. Στο «δεν ξεχνούμε να ξεχνάμε ότι ξεχάσαμε» του ποιητή, δεν περικλείεται απλώς η ιστορική εισβολή του «Αττίλα» στην Κύπρο και η αποτύπωσή της στο ιστορικό σύνθημα τού «δεν ξεχνώ» την εθνική καταστροφή· αποτυπώνεται συνάμα η κατάρρευση της μνήμης, η αποκοπή απ’ αυτήν, η αντικατάστασή της από κάθε ευκαιριακή ευκολία. Η διανοητική διαπίστωση του Νικολαΐδη συνοδεύεται από το ψυχικό μαράζωμα που επιφέρει η απάθεια, η αφασία. Η ψυχική δε τούτη αφασία βρίσκει τρόπο να αποτυπωθεί γλωσσικά με δραστικότατο τρόπο στο μονόστιχο αυτό ποίημα, που αποτελεί εντέλει έναν ευθύβολο ορισμό της σύγχρονης ανθρώπινης αλλοτρίωσης και, ακόμη ειδικότερα, της αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική φυλή, ενώ επιβεβαιώνει και την ικανότητα του ποιητή να μιλά αποφθεγματικά.
Ο Νικολαΐδης πετυχαίνει με τη γλώσσα του ό,τι ακριβώς σχολιάζει στο ποίημά του «μ’ ένα σακί/ λέξεις/ ανεβοκατεβαίνω/ στον ουρανό». Οι λέξεις απογειώνουν, οδηγούν στον ουρανό, όμως και καταρρακώνουν, καταβαραθρώνουν, όπως αποκαλύπτει το ρήμα «ανεβοκατεβαίνω». Στην πτώση και στην άνοδο που ορίζονται από τη γλώσσα, η χρήση ιδίως του κυπριακού ιδιώματος επενεργεί κατευναστικά, μαγευτικά, τρυφερά: «έμπης τζ’ ο τόπος έφεξεν/ εστάξαν φως τα δέντρα». Η ντοπιολαλιά αποτυπώνει την αγνότητα της λαϊκής ψυχής, που εκφράζεται άμεσα, ειλικρινά, χωρίς περιστροφές, και που συμπυκνώνει, για μία ακόμη φορά αποφθεγματικά, τη λαϊκή σοφία.
Κάθε λαλιά, ωστόσο, διαμορφώνεται από τον τόπο μέσα στον οποίο ευδοκιμεί. Το τοπίο του Νικολαΐδη ανακαλεί τα ελληνικά τοπία του Σεφέρη, του Ελύτη και του Ρίτσου, με τον ανοιχτό ουρανό («ψηλά ο θόλος τ’ ουρανού»), τις άγονες εκτάσεις («ξερολιθιές»), τις ξερικές καλλιέργειες («θημωνιές»), μα και τα θαυματουργά, ως εξόχως αρωματικά, φυτά («ρίγανη και θυμάρι»). Στη φυσιολατρία αυτή και στην ποιητική παράδοση των συγκεκριμένων τοπίων ριζώνει και η ποίηση του Νικολαΐδη, καθιστώντας σαφές ότι όχι μόνο η ντοπιολαλιά, αλλά και η ποιητική λαλιά διαμορφώνεται, επίσης, από τον τόπο. Ευνοείται, μάλιστα, κι εκείνη από τη σπάνια βροχή που αναζωογονεί το χώμα, επιστρέφοντας καταληκτικά την εύνοια στον ποιητή, καθώς γίνεται το ουράνιο τόξο του: πολύχρωμη, ανοιχτόκαρδη, μια ευρυχωρία μετά την καταιγίδα («το ποίημα/ δεν είναι αλήθεια/ δεν είναι ψέμα/ είναι το ουράνιο τόξο/ του ποιητή»).
Στον τόπο όμως τούτον, όπου σπανίζει η βροχή, πώς αντιμετωπίζονται τα καύματα, οι φλόγες; «όταν τα σύμφωνα φλέγονται/ ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», εξομολογείται ο Νικολαΐδης στο επιλογικό ποίημα της συλλογής του, προτάσσοντας μάλιστα ως μότο τη λατινική φράση «pacta sunt servanda», δηλαδή τα συμφωνηθέντα, τα σύμφωνα, οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Οι φλόγες, κατά τον ποιητή, κατακαίουν τις συμφωνίες, τα διακρατικά ή ιδιωτικά σύμφωνα. Η ποιητική ματιά τείνει να επιστρέψει στην ιστορική θεώρηση που την απασχόλησε πρωτύτερα. Ο Νικολαΐδης, ωστόσο, μετατοπίζει τελικά το νόημα από τα συμφωνηθέντα στα σύμφωνα του αλφαβήτου, της γλώσσας. Η απουσία ήχου, η αλαλία που υποδηλώνει ένα σύμφωνο, θεραπεύεται από την καταφυγή στο φωνήεν: στον τονισμένο ήχο, στον ανοιχτό ήχο, στη συναισθηματική ανοιχτωσιά, την οποία ανακαλεί το ανοιχτό κλίμα και τοπίο, προηγούμενα αντικείμενα της πραγμάτευσης του ποιητή. Η ομιλία, η επικοινωνία υποδηλώνονται από τα φωνήεντα, η ίδια η ποίηση, σε τελική αναγωγή. Η διαφυγή όμως αυτή του ποιητή δεν παύει να είναι πικρή, εφόσον προκαλείται βίαια από την κατάλυση των συμφωνηθέντων, που καθιστά και τα σύμφωνα «φλεγόμενα». Γι’ αυτό και η διέξοδος δεν εντοπίζεται φυσιολογικά, παρά αποτελεί προϊόν ξενιτιάς: «ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν». Πρόκειται όμως για την πιο φιλόξενη ξενιτιά, γιατί, παρά την πίκρα της, επιφέρει εντέλει τη σωτηρία. Κι ίσως εδώ να εντοπίζεται κι η απαρχή για τη μετατροπή της ξενιτιάς σε μια νέα πατρίδα, την πατρίδα του λόγου, του προσωπικού ύφους, της ποίησης: «ύφος πατρίδα μου/ υφαντουργείς/ το ιώδες». Άλλωστε, η επικράτεια της ποίησης διαθέτει, προς μια αντίστοιχη μετατροπή, όλα τα εχέγγυα.
Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», Αθήνα 2012, εκδόσεις Πλανόδιον, σελ. 80.

 

 

Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Λυρικά επιγράμματα

Παναγιώτης Νικολαΐδης: Σαν ίαμβος καθρέφτης

Η παρούσα έκδοση αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή του Παναγιωτη Νικολαΐδη. Δομείται σε δύο ενότητες, από τις οποίες προκύπτει και ο τίτλος του βιβλίου: «Σαν ίαμβος» και «Καθρέφτης». Κοινός άξονας των ποιημάτων που συνθέτουν τα δύο μέρη, είναι η επιγραμματική εκφορά τους. Υπ’ αυτήν τη συνθήκη, η δεύτερη ενότητα της συλλογής –που φαίνεται πιο στοχευμένη θεματικά από την πρώτη– σχολιάζει σκωπτικά και με λυρισμό τις «αδυναμίες», τα ελαττώματα και τη ματαιοδοξία της λεγόμενης ποιητικής συντεχνίας (Δεν καταλαβαίνω τι ζόρι τραβάς/ Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;/ Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου/ σε σωματεία και δημόσια κτήρια;/ Εντάξει, μπορεί να μη σου φτιάξαμε/ άγαλμα επιβλητικό/ Σου γράψαμε όμως/ Υψηλά Ποιήματα) και προσεγγίζει το αληθινό στην ποιητική διαδικασία έξω από το κυρίαρχο φαίνεσθαι, μετρώντας το ποίημα στις σκοτεινέςδιαστάσεις του (Ό,τι αξίζει στον καφέ/ δεν είναι το φλιτζάνι/ ούτε το ζουμί/ μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα/ Είναι το μαύρο κατακάθι// Το πικρό).

Η σκωπτική διάθεση βρίσκεται σαφώς σε συνθήκη υποχώρησης στην πρώτη ενότητα της συλλογής. Όχι όμως κι η αρτιότητα στην τεχνική, την οποία ο Νικολαΐδης επιτυγχάνει με συνέπεια στα ποιήματά του. Ο ρυθμός και το μέτρο αξιοποιούνται για να προσδώσουν ηδύτητα στον ακαριαίο τόνο των επιγραμμάτων, ενώ συγχρόνως παγώνουν το βλέμμα του αναγνώστη σε διαυγείς εικόνες, από τις οποίες δεν λείπουν η ανατροπή και το ποιητικό εύρημα, δοσμένες δίχως το βάρος των επιτηδευμένων ρητορικών σχημάτων, της εκζήτησης και της υποκρισίας που επικρίνει ο Νικολαΐδης στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας.

Εν τούτοις, και στο «Σαν ίαβος» αναγνωρίζεται η πρόθεση του Νικολαΐδη να εκφέρει την αντίληψή του περί ποιητικής. Δεν είναι λίγες οι φορές που το ποίημα δανείζεται τις ιδιότητες του σώματος ή ταυτίζεται με αυτό. Άλλωστε η ιδιότητα του πεπερασμένου χρόνου είναι κοινή τόσο στο κείμενο όσο και στη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου. Ο χρόνος άλλοτε παρουσιάζεται εξελικτικά –με τη συνεπακόλουθη φθορά που διέπει το σώμα, τα συναισθήματα αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις– κι άλλοτε σταματημένος, αντιληπτός όπως σε όνειρο, με το ποίημα να ακυρώνει τη συνθήκη του.

Έτσι, τα ποιήματα του Νικολαΐδη επιστρέφουν στο αναγκαίο για να υπάρξουν. Δηλαδή, στην επικοινωνία που συντελείται με στοιχειακές λέξεις και σύμβολα – παρμένα από τη φύση ή την οικεία καθημερινότητα. Η επιγραμματική φόρμα των ποιημάτων επιτυγχάνει τη συγκίνηση ακριβώς μέσα από την απογύμνωση των λεκτικών τοπίων που στήνει ο Νικολαΐδης. Στο χάσμα που αφήνει εντός της γλώσσας η αδυναμία επικοινωνίας –γεγονός που οφείλεται κυρίως στη φθορά του Λόγου και συγχρόνως γίνεται νοητό ως παθογένεια των σύγχρονων κοινωνικών δομών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο– αυξάνει η ανάγκη για την επαναφορά του καίριου κι ουσιαστικού ως του ελάχιστου αρμού που θα συνδέσει τον αποσπασματικό λόγο και τα ελλείμματά του και θα ολοκληρώσει την επικοινωνία. Εν ολίγοις, το αναγκαίο της επικοινωνίας επαναφέρει το επιγραμματικό του Λόγου, το αξιοποιεί και το αναδεικνύει, χωρίς να απουσιάζει ο υπαινιγμός ή να γίνονται εκπτώσεις στην εκλεπτυσμένη χρήση της γλώσσας προς χάριν του εύκολου νοήματος, με όρους μανιέρας ή «διαφημιστικής» ατάκας.

Αντιθέτως, ο υπαινιγμός διευρύνει τα όρια της ερμηνείας, ο επεξεργασμένος Λόγος προωθεί την κοινωνία του μηνύματος ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και στον αναγνώστη, ενώ δεν περνάει απαρατήρητο το μπόλιασμα της κυπριακής διαλέκτου στον κορμό της νεοελληνικής γλώσσας με τους τρόπους της ποίησης.

* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 4/11/2012.

.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

1-%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1

 

 

Η Κυριακή (Κούλα) Αδαλόγλου γεννήθηκε στη Βέροια το 1953. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πήρε μεταπτυχιακό στην εφαρμοσμένη γλωσσολογία από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και διδακτορικό δίπλωμα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων (1998-2007) και διευθύντρια του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (2007-2011). Αποτελεί μέλος της συγγραφικής ομάδας των βιβλίων «Έκφραση /Έκθεση», που εισήγαγαν την επικοινωνιακή γλωσσική διδασκαλία στο Λύκειο. Εργάζεται ερευνητικά σε θέματα που αφορούν τη διδασκαλία της γλώσσας και την αξιολόγηση της γλωσσικής ικανότητας των μαθητών. Συνισταμένη των ερευνητικών αναζητήσεών της αποτελεί η μελέτη «Η γραπτή έκφραση των μαθητών. Προτάσεις για την αξιολόγηση και τη βελτίωσή της», εκδ. Κέδρος 2007, η οποία εστιάζει στο γράψιμο ως διαδικασία, μέσα από ποικίλα και διαφορετικά είδη κειμένων. Αφηγήματα και κριτικά σημειώματά της για σύγχρονους λογοτέχνες έχουν δημοσιευτεί σε γνωστά περιοδικά. Εξέδωσε εφτά ποιητικές συλλογές, τελευταία η «Εποχή αφής», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2016. Επίσης, μία συλλογή διηγημάτων: «Βγήκε ένας ήλιος χλωμός», εκδ. Ταξιδευτής, 2012. Ανθολόγηση ποιημάτων της έγινε στο περιοδικό της Λευκωσίας «Ακτή», στο ένθετο «Ελληνομουσείον», τεύχ. 68, φθινόπωρο 2006.

Έργογραφία:
Ποιήματα
1982 «Καταγραφές», Θεσσαλονίκη,
1992 «Στο μεταίχμιο», Θεσσαλονίκη,
1996 «Δύο ελεγείες και μία ωδή», εκδ. Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη
2001 «Μαθητεία στην αναμονή», εκδ. Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη
2009 «Διπλή άρθρωση», εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα
2013 «Οδυσσέας, τρόπον τινά», εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη
2016 «Εποχή αφής», εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη

Διηγήματα:
2012 «Βγήκε ένας ήλιος χλωμός», εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:
2014 «Ποιήματα του 2013», εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα
2011 «Έκφραση έκθεση για το γενικό λύκειο», Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (Ο.Ε.Δ.Β.)
2009 «Ποιήματα του 2008», εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα

Μελέτη:
2007 «Η γραπτή έκφραση των μαθητών», εκδ. Κέδρος, Αθήνα

 

123456

 

 

ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ (2016)

 

ΦΩΝΗ Α’

 

MONO

Λιώνω σ’ έναν καφέ μόκα καραμέλα.
Κρύο, θαμπώνουν τα τζάμια.
Μιλώ μιλάς, λόγια που δεν θυμάμαι,
μόνο να κοιταζόμαστε στα μάτια
να βλέπουμε τα χείλη που αρθρώνουν
υπόκρουση κρατάμε την κουβέντα.

Βγήκε ήλιος, μας ζεσταίνει την πλάτη.
Το χιόνι στοιχειώνει στις άκρες του δρόμου.
Δάχτυλα που αγγίζονται και ριγούμε
με την προϊούσα οσμή μιας απομάκρυνσης.

 

 

ΦΩΝΗ Γ’

Πάλι σ’ ένα καφέ θα καταφύγω
τη χαλαρή προσποιούμενη
ενώ με άγρυπνο μάτι παρατηρώ
και καταγράφω.

 

Η ΑΥΤΟΝΟΗΤΗ ΑΙΤΙΑ

Άλλαξες, ομορφαίνεις, της πετούσαν
επιπόλαια αγνοώντας το αυτονόητο.

Κι αυτός, που βεβαιώθηκε εκείνη τη στιγμή
πως για κείνον ομόρφαινε,
Έβαλε την ψυχή του στα μάτια
και της τη δώρισε.

 

ΦΩΝΗ Γ΄

Το σύννεφο είχε καθίσει πάνω από το σπίτι.
Ένα σύννεφο σαν μπουκέτο λουλούδια, μοβ, μαύρα, φούξια.
Ακούστηκε η βροντή, μια λάμψη,
το σύννεφο σκόρπισε σε μυριάδες κομμάτια.
Απ’ το ταβάνι έπεφτε μια βροχή από μοβ πέταλα.

 

ΦΕΙΓ ΒΟΛΑΝ

Λίγο πριν από το ύψος της Αριστοτέλους με Ερμού
έκανες αδιέξοδες τις κατευθύνσεις.
Άχνιζε η ζέστη
μηνύματα στο κινητό με καλούσαν στην ΕΡΤ.

Λίγο πριν από το ύψος της Ερμού
μετέωρες αποφάσεις.
Συλλαλητήριο για τους απολυμένους
εκατοντάδες μηνύματά μου φέιγ βολάν πεταμένα στους δρόμους
ζητούν τον λόγο από εκείνον που παρίστανε τον παραλήπτη.

 

ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ

Πόσο ζηλεύω το θαλασσινό αεράκι.
Να χαϊδεύει τα μαλλιά μου.
Τα μαλλιά μου.
Μακραίνουν, πυκνά.

Εποχή αφής.
0 άνεμος στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα δάχτυλα.
Τα δάχτυλα στα χείλη.
Τα χείλη στο μάγουλο.
Το μάγουλο στην παλάμη.
Η σιωπή στα χείλη.
0 αερόσακος της απόστασης στα σώματα.
0 στρόβιλος των αποριών.
Η απουσία σου παντού.
Το γρατζούνισμα της μνήμης.
Τα δάχτυλα χωρίς πλήκτρα ψαύουν μηνύματα.

Τα μαλλιά μου
μακραίνουν,
φθάνουν στη θάλασσα, βρέχονται,
η άρμη,
βαραίνουν.

Βαραίνουν.
Σε βλέπω μέσα στο νερό
να πασχίζεις μη σε πάρει το ρέμα
κρατάς το κεφάλι πίσω τεντωμένο
μη σου ’ρθει κανένα σανίδι ή κλαδί ορμητικό
το κορμί ευέλικτο για τις κατεβασιές και τις στροφές δώθε κείθε
Φοβάμαι μην ξοκείλεις σε καμιά άκρη, ξέπνοος και ξεχασμένος
ή μη σε δω να σε παίρνει ο καταρράκτης
με ανοιχτά χέρια και πόδια
να βάφεις για λίγο κόκκινο το συμπαγές άσπρο
κι ύστερα να διαχέεσαι στα μόρια του νερού.

 

 

ΦΩΝΗ Β’

Κάθε βράδυ είναι εκεί και με κοιτάει.
Σαν να γνωριζόμαστε από πάντα.
Της προσφέρω το Tom Collins που πίνει και πλησιάζω
μου χαμογελάει όλο φως.

Τι ξέρει η αγάπη από το όμορφο;
Τι ξέρει από το διαφορετικό;
Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.

Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα –

φτάνουν οι παρομοιώσεις –
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

 

Γ’

Καθάρισε τη μνήμη του τηλεφώνου.
Τόσο κόκκινο, την πνίγει.
Εικόνες από μακριά και πιο κοντά
διαμελισμένα ερείπια
πρόσωπα θρήνος
οροί τραύματα αίμα
ρουκέτες παράκρουσης
ανατιναγμένη λογική
ζωές λαθραία παγιδευμένες
λάμες απόγνωσης
σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας

 

 

ΣΑΝ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΤ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Σαν τη γραμμή του ορίζοντα, πράσινο,
εγώ αγαπούσα το μπλε, της θάλασσας,
νησιά πέλαγος πλοία άγονη γραμμή
πρόσφυγες μετανάστες

ύστερα άλλαξα κατεύθυνση, μόνιμος στα αεροδρόμια
ταξίδια γκρίζα και φαιά

μπλε της θάλασσας φαιό του θανάτου νερό ρουφήχτρα πλοία
κιβούρια
ξεβρασμένα κορμιά ακυρώνουν την αναψυχή των αμέριμνων
πόσο να με παρηγορήσει αυτό το πράσινο ενός ετοιμόρροπου
γιασεμιού

 

 

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ (2013)

 

1 ΜΥΝΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ

Α, ρε Οδυσσέα,
αυτό κι αν με τρελαίνει:
είκοσι χρόνια σε περίμενα
και τώρα που χρειάστηκε να λείψω για δουλειές
ούτε ένα βράδυ δεν μπορείς να περιμένεις…

Καλέ μου Οδυσσέα,
αδυνατώ να καταλάβω.
Τι σου ζητώ, ένα χάδι, ένα χαμόγελο.
Πρέπει να ’ρθουν τα πάνω κάτω,
για να μου δείχνεις αφοσίωση;

Θα ’ρθεις πάλι για έρωτα.
Θα παραληρεί το γιασεμί
θα ξεσαλώνουνε τα μικροπούλια.
Δε θα μπορέσω να ανταποκριθώ.
Θα χω πληγές.
Σου το ’χω πει, δε θέλεις να τ’ ακούσεις:
Σαν μένω μόνη μου
ματώνει η μνήμη.

❖ 

Δεύτερη γραφή

Αγαπημένε μου Οδυσσέα,
γράφω στο λάπτοπ που μου πήρες.
Ξεγλιστράς, δεν χάνεις ευκαιρία.
Όμως
ήσουν εδώ σαν ξέσπασε η μπόρα.
Το τεθλασμένο σώμα μου το λάτρεψες
τη σουρεαλιστική μορφή μου ασπάστηκες
αξιέπαινα συντήρησες τον πόθο.

Γι’ αυτό σε συγχωρώ.
Βαθιά χρωστώ ευγνωμοσύνη.

(Έγινε άβολος αυτός ο χώρος.
Δεν ξέρω αν θα στείλω το e-mail.)

Οδυσσέα Dear,
ελπίζω να περνάς καλά με την αντροπαρέα σου.
Και, να σου πω ότι, παρά την άρνησή σου για βοήθεια,
βρήκα τους αριθμητικούς συσχετισμούς που με βασάνιζαν.
Ευελπιστώ, λοιπόν, να ολοκληρώσω το υφαντό που σχεδιάζω.
Με άλλα λόγια, τα καταφέρνω και χωρίς εσένα!

Γράφω
ημερολόγιο
γράφω μηνύματα
γράφω.
Τι θα ’κάνε η Πηνελόπη χωρίς γράψιμο;
Μ’ αυτό παλεύει τη φθορά, τον χρόνο,
τη λαγνεία, τον φόβο, την απόγνωση.
Τα υφαντά τελειώνουν κάποτε,
το γράψιμο κρατάει όσο κι η ζωή μας.
Πρόσεξε πώς διαβάζεις τα μηνύματά μου.

Μια που είσαι στην Τρίπολη, πέρνα από τη Σπάρτη.
Η Ελένη έκανε μαστεκτομή.
Φαντάσου, αν αυτό συνέβαινε νωρίτερα,
πόσο αλλιώτικα τα γεγονότα!
Η Ελένη με τσαλακωμένο μπούστο, φαλακρή.
Τι να ερωτευτεί ένας Πάρις;
Τέλος πάντων, να περάσεις, είναι πεσμένοι, πες τους
κάποια από τις ιστορίες σου.
Κι ο Μενέλαος, πιο ερωτευμένος από ποτέ.

Τώρα ξέρω. Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το
μεσοδιάστημα

Γερνάς, αγάπη μου.
Γέρνεις, κουρνιάζεις,
το ταξίδι ξεχνάς.

Την ανημπόρια σου νοιάζομαι.

Πώς έζησα τόσον καιρό
μ’ αυτό το πικρό ποίημα στα χείλη
και τα μάτια στραμμένα στο τίποτα.

Έλα πιο κοντά, τα μάτια σου βυθοσκοπούν
την προσδοκία μου.

Πώς έζησα τόσον καιρό
δάχτυλα πλήκτρα μηνύματα
ειρωνευόμενη απόγνωση.

Κάθεσαι δίπλα μου.
Αγγίζω το απαλό σου T-shirt
τραβώ το δάχτυλό μου
σαν να ’κανα αταξία.

Η βελούδινη κουρτίνα στα βλέφαρα σου.

Γυρνάς, αγάπη μου.
Χλιαρή ραστώνη.
Βάζω σημάδια,

μη χάσω τις στιγμές.

Κάθεσαι δίπλα μου
όμως νηστεύεις το ταξίδι.
Φιλιά σαν κλάμα.

Καιρός χωρίς μηνύματα.
Η φωνή σου στ’ αυτιά μου
σαν ψίθυρος σαν καταιγίδα.

Τη φουρτουνιασμένη ακινησία σου
θραύεις επάνω μου.

Τα μηνύματα μου δεν είναι, επιτέλους, ηλεκτρονικά.
Σου τα στέλνει το ωριμασμένο μου πρόσωπο
το νεαρό μου χαμόγελο
τα κυματιστά μου μαλλιά

που ξέρουν
γεμίζουν τη νύχτα.

Σκοτεινιάζεις, αγάπη μου.
Σούρουπο σκούρο το βελούδο.

Συνεχής ροή τρυφερότητας από τα μάτια σου.
Χαμογελάει το κλαμένο μου σώμα.

Το φως σαν προβολέας πάνω σου.
Σκιές γίνονται γύρω τα άλλα πρόσωπα.
Σαν σε κάψα κλεισμένοι

στο δρόμο του φωτός χορός οι λέξεις μας

Μπαίνεις στο οπτικό μου πεδίο και
σαν ηλιοτρόπιο
σ’ ακολουθώ

μαγνητισμένη.

Ετοιμάζεσαι να φύγεις
και πονώ.

Και η μικρότερη απομάκρυνσή σου δυσβάσταχτη·
Τόσο δήθεν τυχαία είχα διαλέξει
την πολυθρόνα που σε περίμενα
τη μουσική και το ρούχο

τόσο τυχαία
η συγκυρία του δευτερολέπτου
τα ακύρωσε όλα.

Πόσο άπιαστα πράγματα κυνηγήσαμε;
Πόσο λίγο φορές φορές το άγγιγμά σου.
Πεταρίζει το μάτι σου στο αλλού

σφίγγεται η καρδιά μου.

Μπαίνει στην είσοδο
με μάτια φουσκωμένα σύννεφα
για μπάρα
ή για λυγμό
ο Άλλος.

Είναι πίσω.
Κρατάει λεπίδι.
Κόβει τους αρμούς μας
ο Άλλος.

Τον κοιτώ και χάνει τα λόγια του,
ο Άλλος.

Εγκλωβισμένη. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Εσύ κοντά μου αλλά απ’ έξω, ανήσυχος.

Με στήθος που καίγεται ο Άλλος.

Διάτρητη

Ξυπνώ κάθιδρη.
Ερχεται στον ύπνο μου σαν κίνδυνος
ή σαν μεγάλος καημός
ο Άλλος.

Ανοίγω την εξώπορτα, μόνη.
Μπροστά γκρεμός.

Βρέχει, φουσκώνει το ρέμα.
Τα ποδιά μου ήδη στο νερό.

Εσύ πού είσαι;

Οριακά φθινόπωρο.
Μια υποψία βροχής.
Γυρνώ μαζί σου σε χώρους που όριζε ο Άλλος.

Απομάγευση.

Σαν να κόπηκε το σχοινί.
Σαν να ’σβήσε ένα φωτάκι.
Σαν να γύρισε ο διακόπτης.

Ελευθερία.

Ξύπνημα πρωινού.
Δεν πονώ δε φοβάμαι.
Βαθιά, πολύ βαθιά ψηλαφώ την πληγή.

Τώρα ξέρω.
Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα
Κι αν πάλι φύγω,
θα ’χω ένα λόγο να επιστρέφω

αν περιμένεις με μάτια πρησμένα.

 

2 ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

 

a) IMMIGRANT’S – ΤΡΟΠΟΝ TINA

 

ΘΕλΕΙ ΔΕ ΘΕΛΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Από τον ιμάντα πήρα τις βαλίτσες
βγήκα στην αίθουσα αφίξεων
ήσουν τριών και με υποδέχτηκες.
Από τον ιμάντα παίρνεις τις βαλίτσες
βγαίνεις στην αίθουσα αφίξεων
είμαι πενήντα δυο και σε υποδέχομαι,
θέλει δε θέλει ο χρόνος μίκρυνα
ένα παιδάκι.
Κλαίει ήσυχα και χώνεται στην αγκαλιά σου.

Κι όμως, να σου κι εσύ της διασποράς,
κεντρομόλο σε είχα στη σπιτική εστία.
Έφευγες λίγο μα ερχόσουν πάλι.
Έχασε η Ιθάκη το νόημά της.
Ιθάκη είναι τέρμα δεν είναι αφετηρία.
Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά.

 

ΑΝΑΣΚΕΥΗ

Σκαρφαλώνω
Ράφια βιβλία συγγράμματα ράφια
Σκάλες παράθυρα blind
H νύχτα μπαίνει στις τρύπες του τζιν
Σιωπηλό το τηλέφωνο
No money
Αραιώνουν οι κλήσεις τους
No money
Τούτη η πόλη με ταΐζει Sainsbury’s και πρωτοπορία
Ράφια, βιβλία συγγράμματα ράφια
Σκαρφαλώνω
Αραιώνουν οι κλήσεις τους
Σιωπηλό το τηλέφωνο
No money
Εγώ τούς σκέφτομαι πολύ τα βράδια
Στήνω κουβέντα με την απουσία τους
Και πίνω τσάι με τις σκιές τους.

Μην την πιστεύετε.
Ψέματα λέει
και πριν και τώρα.
Πλαστογραφεί τις μέρες μου.
Τα δικά της αισθήματα προβάλλει.
Παρακαλώ
πετάξτε την έξω
από το ποίημα.

 

SKYPE

Το ηλεκτρονικό σου γέλιο
Οι ηλεκτρονικές σου πυτζάμες
Το ηλεκτρονικό σας σπίτι
Το ηλεκτρονικό σας μπαλκόνι με τις γλάστρες
Τα ηλεκτρονικά σας γραφεία

Τα ηλεκτρονικά μου γενέθλια
Οι ηλεκτρονικοί μου επίδεσμοι
Οι ηλεκτρονικές διαβεβαιώσεις μου πως είμαι καλά

Αύριο τα ηλεκτρονικά σας παιδιά
Οι ηλεκτρονικές τους λεξούλες
Τα ηλεκτρονικά τους δώρα
Οι ηλεκτρονικές τους ζωγραφιές

Κι ύστερα πάλι, μα τι λες ας είσαι
κι ας τους βλέπεις κι ηλεκτρονικά.
Ας νιώθεις κι ας τους νιώθεις ηλεκτρονικά.
Άφησε τα αυτονόητα.
Εσύ δες τι θα κάνεις
με αυτό το κλομπ που ’ρχεται πίσω σου
να θέλει να σου λιώσει το κεφάλι.

 

 

ΡΑΓΙΣΜΑ

Άρχισε να κλαίει, δεν θέλω να φύγουμε,
το πρόσωπό της χωμένο στα φουντωτά της μαλλιά.

Μα εγώ πιότερο συμπόνεσα εκείνο το αγόρι
που έλεγε αστεία, τραγουδούσε, γελούσε παράξενα
και όταν του είπαν ((πάλι κλαίει»
h είναι εύκολο να είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου
ανθρώπους, απάντησε,
|ΐ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.

 

 

ΦΙΛΟΣΟΦΩΝΤΑΣ

Απρίλης και άνοιξη, Θεσσαλονίκη,
εικαστική κατασκευή εν όψει εορτασμού:
στο δάπεδο πρόσωπα-μάσκες, μορφές ελλειπτικές
το ασαφές δηλώνουν της ταυτότητας τιμώμενων,
ανώνυμων, νεκρών.
Βιαστικοί επισκέπτες πατούν απρόσεχτα πάνω στα
εκθέματα
πάλι και πάλι και συνέχεια,
μα δεν είναι δυνατόν, πώς δεν τα βλέπετε,
φωνάζει η Ελένη.

Ιούνιος και βρέχει, Βερολίνο,
εβραϊκό μουσείο, εικαστική κατασκευή «κενό μνήμης»:
χιλιάδες στοιβαγμένα πρόσωπα, στόμα κραυγή.
Η προτροπή του καλλιτέχνη
ο επισκέπτης να πατήσει πάνω τους –
μέθεξη στο μαρτύριο ίσως –
μα εγώ δεν μπόρεσα…

 

 

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΕΙΣ

Ψυχρή νύχτα Γενάρη,
αδέσποτα σκυλιά,
νυχτερινές παρέες αλλοδαπών,
η πλατεία Ρωμαϊκής αγοράς να γίνεται
πλατεία Δικαστηρίων και τούμπαλιν,
κι εγώ, το πολύ είκοσι,
να πίνω το φεγγάρι στα μάτια σου.

Ξεροσταλιάζεις γωνία ταβέρνας και καφέ,
έρχομαι και θέτεις θέμα ημερήσιας διάταξης,
επέτειος, κρουασανάκια σοκολάτας
έγκλειστοι μετανάστες στη Νομική
ένας ξενώνας παρακμή στη γειτονιά μου
σέρνεται αθόρυβα η απεργία πείνας.

Μέσα σε λίγα σύννεφα λοξά μηνύματα μου στέλνεις,
προδότρα σελήνη,
όλο μισά και θαμπά, των υπαινιγμών σελήνη.

 

 

ΣΤΗΝ ΞΕΡΑ

Ματαιωμένες διαδρομές
ακυρωμένη προσέγγιση
αφανισμένη η γεύση του φιλιού.

Κι εγώ μόριο χαλαζία θαλασσόβρεχτου
ξεβρασμένο στην ξέρα
ενός πάρκινγκ της Εθνικής.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΦΥΓΗ

Ξύπνησα με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια
κι ούτε που ξέρω να το ζωντανέψω.

Τσακισμένοι, πάγκοι
θρυμματισμένη πραμάτεια
σκόρπια γυαλιά
λεπτοδείκτες που δείχνουν έναν άλλο χρόνο…

Με την πλάτη στημένη στον τοίχο, χωρίς διαφυγή,
επιμένω να κρατώ τη δυσβάσταχτη αγάπη.

…πρόσωπα σκούρα
βλέμμα πανικού
φωνή σιωπής
μια μαύρη σκιά πετρώνει στα μάτια…

Σφίγγω στο χέρι μου μια μοβ χάντρα, που βρήκα
ζωντανή σε μια γωνιά.

 

 

 

ΔΙΠΛΗ ΑΡΘΡΩΣΗ (2009)

 

Ι Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Οι πρόβες είχαν αρχίσει από καιρό
Στις κερκίδες σύχναζαν περίεργοι
ηθοποιοί και σκηνοθέτης δεν
δεν
μπορούσαν να προχωρήσουν.

Η πρωταγωνίστρια υπέφερε από στέγνα
«Οι ήχοι γδέρνουν το λαρύγγι μου
στον έρωτα ματώνω
το δέρμα μου σχίζεται τομές
όπως η γη που σκοτώνει τα γεννήματα».

Ύστερα άλλαξε ο σκηνοθέτης.
Ο παλιός λέγανε έφυγε
ακολουθώντας ένα χειρόγραφο σενάριο.
Η πρωταγωνίστρια ζήτησε άδεια και αναχώρησε.

Και για όσα σου πρόσφερα
με ανταμείβεις με μία σχισμή
που δεν είναι ούτε χαμόγελο

που δεν είναι ούτε χαμόγελο
να κρεμάσω μια υποψία αχνού,
όπως στο μπάνιο ο καθρέφτης που θαμπώνει

όπως στο μπάνιο ο καθρέφτης που θαμπώνει
και παίζει κακέκτυπα την πατίνα του χρόνου
μπερδεύοντας τα χνάρια της αλήθειας στο πρόσωπό μού

στο πρόσωπό μου που ώρα πρωινή
στο πίσω κάθισμα του λεωφορείου
απορροφήθηκε από το χνωτισμένο τζάμι.
. . .

 

ΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΟΔΥΟΤΑΝ Η ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ
ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΕ

Ο πρόλογός της:

Πάει καιρός που άκουσα τις γυναίκες αυτές, όταν, περιπλανώμενη,
αφουγκραζόμουν τις μέρες τους, για να γλυκάνω τις δικές μου. Θα σας
μιλήσω με τα λόγια τους, όπως τα κατέγραψα. Δεν θα χετε όμως τις φωνές
τους. Θα προσπαθήσω να τους δώσω χρώματα απ’ τη δική μου φωνή, τα
χρώματά τους. Πρέπει να σας τονίσω ότι κουβαλώ την εικόνα τους, ώριμες
γυναίκες, ή και ηλικιωμένες θα έλεγα, αλλά όχι γερασμένες, ωραίες
κάποτε, με τα σημάδια της ωραιότητας λιγότερο ή περισσότερο αχνά.
Συμπληρωματικά με τη φθορά. Ωραίες γυναίκες. Φυλακισμένες στο μικρό
τους χώρο, αλλά όχι χωρίς τη γνώση του περίγυρου. Γενναίες, με ό,τι
μπορεί να σημαίνει η λέξη.

…Πού να πρωτομαζέψω το μυαλό μου; Σκόρπισαν τα παιδιά.
Οι μελιτζάνες είναι βαριές. Θα βάλω λιγότερες στρώσεις.
Μη φας τίποτε άλλο, λίγο ρυζόγαλο, να σου φτιάξει τη γεύση.
Φόρεσε αυτή την εσάρπα στην πλάτη σου. Έχει ψυχρά απόψε. Και έλα, κάθισε…

Ξεκινάμε, λοιπόν:

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΚΔΟΧΕΣ

 

ΕΚΔΟΧΗ ΠΡΩΤΗ: ΤΑΣΙΑ

Κι ούτε μια στάλα το λαδάκι της παραμυθίας
Πού να πρωτομαζέψω το μυαλό μου;
Έφυγαν κιόλας χρόνοι τέσσεροι
τα μαύρα μού καίνε το κορμί
το καλοκαίρι, το χειμώνα αυγαταίνουν τη θλίψη μου.

Σκόρπισαν τα παιδιά,
πού να πρωτομαζέψω το μυαλό μου;
Έστω κρατάω τα μαλλιά ξανθά,
το πρόσωπό μου κάτι λέει ακόμα.
Ο έρωτας έρχεται σαν πειρασμός
μέσα στην άχνα του απομεσήμερου.

Η μοναξιά πλακώνει με τη νύχτα.
Η νύχτα είναι καλή να μαζεύονται όλοι στο σπίτι.
Να πέφτεις τελευταία, με ένα αίσθημα γαλήνης
κι ύστερα να σηκώνεσαι κάποια στιγμή,
στις μύτες περπατώντας,
να αφουγκράζεσαι ανάσες ήσυχες, ένα ελαφρύ ροχαλητό
Η νύχτα τότε είναι καλή.

Τώρα ρημάζει το διπλό μου στρώμα.
Μετρώ αυτούς που λείπουν,
μετρώ τα άδεια σπίτια του χωριού,
μετρώ σταυρούς στο κοιμητήριο.
Ποιος ξαγρυπνάει απόψε; τι τον βασανίζει;
ποιος ξενυχτάει, ποιος κινδυνεύει;
ποιος θέλει κάποιον να μιλήσει; ποιος πονάει;

Η μοναξιά πλακώνει με τη νύχτα
κι η νύχτα στο χωριό μου είναι μεγάλη.

 

 

ΕΚΔΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΜΑΙΡΗ

Άλλη δεν κοίταξε ποτέ

Μου είπαν ότι τηλεφώνησες και χθες.
Το ξέρεις ότι δε σηκώνω το ακουστικό, δεν ξέρω, μη γελάς,
αυτές οι νέες συσκευές χωρίς σύρμα, μπερδεύω τα κουμπιά.
Να ’ρθεις το βράδυ, θα σου κάνω ομελέτα. Ναι, και πορτοκάλι γλυκό
πώς ξέχασα να δώσω στο παιδί ένα βαζάκι;
Καλά είμαι, λίγο πονάει το πόδι μου, και το στομάχι μου.
Μόνη μου, τις πιο πολλές φορές μόνη είμαι τα βράδια,
κλειδώνω νωρίς, περνούν μπροστά οι Αλβανοί, φοβάμαι.
Τι φοβάμαι; Σάμπως ξέρω, όλοι εδώ λένε ότι πρέπει να φοβόμαστε.
Κλείνω το φως και κάνω πως κοιμάμαι.
Έρχονται τότε οι αγαπημένοι, η μάνα σου κυρίως, αχώριστες,
μία φορά μαλώσαμε μονάχα, σαν ήτανε να παντρευτώ το θειο σου.
Που θα πας στις λάσπες, μου φώναζε;
Όμως μου άρεζε, με το ψιλό του μουστακάκι, μελαχρινός,
ήταν αλλιώτικος απ’ όσους μας προξένευαν.

1938, ήρθα στο χωριό. Όλα τούς φαίνονταν παράξενα.
Που με φωνάζαν Μαίρη κι όχι Μάρω ή Μαριώ.
Που δεν έκοβα τις λέξεις όπως αυτοί. Που έβαφα τα νύχια μου.
Στο ’χουνε πει πως πήγα να πεθάνω. Ντρεπόμουνα να φύγω.
Που πας στις λάσπες, μου το ’χε πει η μάνα σου.
Με τον καιρό συνήθισα. Ήρθαν τα παιδιά. Δουλειές.
0 κήπος, λίγο στο χωράφι. Ποια νύχια, ποια μαλλιά;
Τον αγάπησα. Χόρευε όμορφα και τραγουδούσε, τα ρεμπέτικα.
Έπινε βέβαια και χαρτόπαιζε, με χτύπησε
κάποιες φορές
μες στο μεθύσι. Άλλη δεν κοίταξε ποτέ. Ποτέ.
. . .

ΕΚΔΟΧΗ ΤΡΙΤΗ: ΑΝΝΑ

Μυρίζει γιορτινή βροχή

Και να ’μαι στη διαδήλωση. Με φέραν τα παιδιά.
Ποιος να μου το ‘λεγε, ύστερα από τόσα χρόνια.
Ήρθανε μια βδομάδα στο χωριό. Χαλάρωσα.
Ζεστάθηκε η ψυχή μου. Πονάω στη σκέψη πως θα φύγουν,
θέλει μεγάλη προσοχή. Μην ξεθαρρεύω. Μακριά μου θα ’ναι.
Δένω το χρόνο που μοιράζομαι μαζί τους,
και στη διαδήλωση. Σάμπως άμαθη είμαι;

Μου φέρνει φούντωσή αυτός ο αέρας.
Φοράω σταυρωτά τα φυσεκλίκια. Μαλλιά σπαστά.
Στα χόρτα με πλαγιάζει ο αντάρτης.
Φεύγουμε στα βουνά, σ’ άλλα βουνά. Μακριά. Ένα μπουλούκι.
Άλλοι σκορπίζουν άλλοι πεθαίνουν. Εμείς μαζί. Κι η αγάπη.
Φτάνουμε εκεί ψηλά. Δουλεύουμε. Κάτι τσιμπάει την καρδιά.
Το λένε νοσταλγία; αμφιβολία; τσίμπημα φαρμάκι.
Μας δίνουνε την άδεια και γυρίζουμε.
Όμως σιωπή. Μας
αποφεύγουν οι συχωριανοί.
Καλημερίζω και χαμογελώ. Για τα παλιά κουβέντα.
Έτσι ανοίγουνε σιγά σιγά οι πόρτες τους.
Οι αναμνήσεις μου, σαν τις φωτογραφίες, τυλίγονται με μια πετσέτα στο ντουλάπι.
Ύστερα, τι τα θες; Όλα μπερδεύτηκαν.
Που αφήσαμε τόσες κοπέλες τόσα παλικάρια
μάτια ανοιχτά κοκαλωμένα σώματα μέσα στα χιόνια στα βουνά ή σε τόπους ξένους
άξιζε τάχατες;

 

 

ΕΚΔΟΧΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΜΕΡΣΙΝΑ

Δευτέρα

Χάραξε η μέρα, δοξασμένος
Δευτέρα
Χάραξε η μέρα, δοξασμένος.
Να ταΐσω τα ζωντανά, να ποτίσω τον κήπο.
Καμιά ωρίτσα στην κουζίνα.
Λίγο φαί το μεσημέρι.
Κι ένας υπνάκος.
Πέντε μ’ εφτά ν’ ανάψω πέρα τα καντήλια
γλυκαίνονται οι ψυχές.
Και οι άλλες ώρες;
Πώς να τις γεμίσω;
Πώς να τις νοστιμίσω;

Τρίτη

Σέρνομαι σήμερα, μια ατονία.
Θα μείνω στο κρεβάτι.
Αργότερα τα ζωντανά.
Κι αν δεν μπορώ τηλεφωνάω στη Μαρίτσα.
Να με συνδράμει.
Έναν καφεδάκο.
Λίγη σούπα.
Και μια μπουκιά τυρόψωμο, να πιαστεί η ψυχή μου.
Γυρίζουν όλα γύρω μου.
Ας γείρω.
. . .

II. ΠΡΟΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ

Δεν μιλούσε πια ούτε έτρωγε. Τόσο πιοτί τού έλιωσε τα
σωθικά. Έσβηνε. Και τότε του ’ρθε η εικόνα: Στολισμένο το
λιμάνι με πολύχρωμες σημαιούλες. Και φώτα. Κι αυτός, ξανθό
παλικαράκι, να παίζει μουσική, με φουσκωμένο στήθος,
γερμένο πίσω το κεφάλι και σηκωμένο το όμποε ψηλά. Σαν
κλαρίνο το ’παίζε, πώς είχε δει τόσες φορές στα μέρη του.
Μόνον ο ήχος ήτανε ο λυπημένος του όμποε. Πολύ θλιμμένος.
Κι η βάρκα είχε λυθεί κι έφευγε μόνη στ’ ανοιχτά. Κανείς δεν
φώναξε.

 

Διανυκτερεύσεις

Φανάρι κόκκινο και στάση.
Γραφείο τελετών – διανυκτερεύει.

Να διανυκτέρευαν αλήθεια, μαγαζιά,
γραφεία, επιχειρήσεις,
μ’ ένα φωτάκι, κάποιο υπάλληλο.
Θα ’χε μια χαμηλή ζωή η πόλη.

Θα ’χα και εγώ μια ελπίδα συντροφιάς.
Κάποιες δουλειές θα τέλειωνα ίσως
τις ξάγρυπνες ώρες που δε θέλω διασκεδάσεις.

Μα τελικά μόνον ο θάνατος διανυκτερεύει;

Σύγχρονος σύντροφος του Οδυσσέα

Καλή σου ώρα, Γκάβεν,
σε φαντάζομαι να ζεις κοντά στο δάσος,
μια βάρκα δίπλα στο ποτάμι,
μια κοκκινομάλλα Σκοτσέζα,
καλή σου ώρα, Γκάβεν,
γλύκανες κάποτε πικρές μας ώρες.
Τις νύχτες που ξαγρυπνάς
περιπολώντας στο δάσος
έχε το νου σου.
Μου ’παν πως κάποιος σύντροφος του Οδυσσέα
διανυκτέρευσε στο μικρό πανδοχείο του Male
κι αγόρασε τσιγάρα απ’ το tobacco shop.
Έχε το νου σου εκεί που ξαγρυπνάς,
μην και το συναπάντημά σας
αλλάξει την πορεία της απελπισίας του.

Μέσοι όροι

Και ποια είσαι εσύ που τόλμησες να αγνοείς τους μέσους όρους;
Να αναιρείς την ομοιομορφία, να ενθαρρύνεις την απόκλιση;
Να, τώρα. Έγινες στηλάκι στα έντυπα,
μπαλάκι σε πολιτικό πινγκ πονγκ.
Σήκωσες βαθυστόχαστες αναλύσεις.

Αφού είσαι για ρομαντισμούς και ηλιοβασιλέματα
τι ήθελες να ασκήσεις εξουσία;
Μείνε λοιπόν τσαλακωμένη και κατάπτυστη,
η αποκλίνουσα.

* * *

Σαν τις γάτες του Αη-Νικόλα γίνανε.
Η μια με γούνα μαδημένη,
η δεύτερη με αυτί τσαλακωμένο,
η τρίτη ακρωτηριασμένη.

Ήπιαν γερές γουλιές φαρμάκι.
Φαρμάκι από ξένους δεν τις πείραξε.
Φαρμάκι από αγαπημένους, όμως;
Τις τσάκισε.

Νιαουρίζετε κι απόψε, παράταιρο νιαούρισμα. Εσύ κυρίως.
Που νομίζεις πως δείχνεις τα νύχια σου. Νύχια ελαστικά,
γυρίζουν και μπήγονται στο κρέας σου.

Νιαουρίζεις παράταιρα.
Δεν είναι εκδίκηση. Λίγο μοιρολόγι λίγο προφητεία.
Ακρωτηριασμένη, καραδοκείς να γραπώσεις το ανέφικτο.

Αφηγητής στην ποίηση

Ποιος είπε ότι δείχνω το πρόσωπό μου;
Προσωπεία φορώ
φωνές δανείζομαι
αφηγήσεις φίλων
διαλόγους από λεωφορεία και καφετερίες.

Παρακαλώ να αρθεί αμέσως η αδικία.
Έχει και η ποίηση δικαίωμα στο άλλοθι.

 

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ Η ΠΡΩΤΗ

Ο κίνδυνος

Κι έγινε τότε αμέσως η μάζωξη των προγόνων, ευθύς μόλις αντιλήφθηκαν
τη σοβαρότητα του θέματος. Οι πολυαγαπημένοι μου γονείς. Η γιαγιά
Καλίτσα που πιάναν οι ευχές της, με τον όμορφο παππού μου να στρίβει
σκεφτικός το μουστάκι. Η γιαγιά Περσεφόνη η Μικρασιάτισσα – κοίτα
να μου εξασφαλίσεις τουλάχιστον μια κάθοδο στον Άδη σαν τη δική σου,
της είπα -κι εκείνη, επειδή δεν ήξερε από μυθολογίες και τέτοια, αλλά
κατάλαβε πως ξεστόμισα κάτι κακό, μου ’δώσε μια και βρέθηκα ανάσκελα
στο κρεβάτι, που δεν είχα θάρρος σαν το δικό της. Βοηθάτε, είπα, μη με
κοιτάτε μόνον από τα κάδρα, είμαι σε κίνδυνο. Και όλοι μεμιάς μου έγνεψαν
πως δεν είναι κανένας κίνδυνος και δεν θα μπορούσε εκείνη η κούμπωση να
γίνει ολοκληρωτικό κακό.
Το αυτόν ελπίζω κι εγώ δι’ εμέ, έτσι όπως κοιτώ τον καινούριο εαυτό μου
να αναδύεται από τη φορμόλη, λίγο λειψός είναι αλήθεια.
Καλοί μου, βάλτε το χεράκι σας. Προσκυνώ.

* * *

Ωστόσο, σουρούπωνε. Πήρε να φυσάει ένας αγέρας μυστήριος, με πήγαινε
πέρα δώθε σαν βάρκα, μου ’φερνε ναυτία. Το γλυκό φως από τα φαναρακια
της πλατείας Δικαστηρίων λίγο με συνέφερε.

Με αξιοπρέπεια

στη Νίκη

Και βέβαια ήξερε τι ρωτούσε η Νίκη.
Δεν εννοούσε αυτό το γελαστό που βλέπετε
ήθελε πιο βαθιά να σκάψει.
Όμως δεν ξέρατε, μήτε εσείς.
Ποτέ δεν ήμουνα γενναία ή αισιόδοξη.
Ωστόσο, έλεγα να το περάσουμε κι αυτό
δίχως να μας λυπούνται.
Με αξιοπρέπεια.

Μοδιάνο – Καπόνι

Καθόταν άκεφος, πηγούνι στην παλάμη, σαν κουρασμένος.
Μου ’δώσε τα λαχανικά, κάνα δυο μήνες έμειναν,
κι ο γιος ψάχνει αλλού, αφού είναι βέβαιο, θα φύγει η αγορά,
σ’ αυτόν τον τόπο βέβαια πολλά συμβαίνουν, πάντως είμαστε και δεν είμαστε, φίλε. Ξέρω πώς είναι, του είπα. Σαν να ’χεις περάσει μπόρα
και να σου λένε μάλλον τη γλίτωσες, αλλά και πάλι ποιος μπορεί να ξέρει,
οπότε είσαι και δεν είσαι. Μέσα αλλά και λίγο έξω.
Κάνε παιχνίδι. Κανείς ποτέ δεν ξέρει πώς θα παν τα πράγματα
και πώς θα κλείσει ο κύκλος.
Μπήκε στο μαγαζί σκυφτός, σέρνοντας τα πόδια.

Θνητές

Η Βιβή μ’ ένα κόκκινο του αίματος

Η γιορτή ήταν κρυστάλλινη
αλλά όχι διάφανη, καθόλου,
μουντή, του σκονισμένου γυαλιού.
Ανάμεσα σε γαρίδες κοκτέιλ, κεριά και σατέν
να η Βιβή μ’ ένα φόρεμα κόκκινο
κάθεται στο κέντρο του δωματίου και
κοιτάζει τον οδηγό του λεωφορείου
με επίμονη αγωνία.
Και να,
χορεύει, στροβιλίζεται κάθετα
υπόγεια εισχωρεί στις διακλαδώσεις του νερού
τα μάτια της διαυγή και ρευστά
αγγίζει τις ρίζες των δέντρων και στις πιο λεπτές βυθίζεται
στα δάχτυλά της σαν από αλάβαστρο
ερπετά τη διακοσμούν
η Βιβή μ’ ένα κόκκινο του αίματος.

Η Πάτρα, με δυο λακκάκια στα μάγουλα

Οι ντόπιοι και οι άλλοι. Τα αγαπημένα της τραγούδια τής τραγούδησαν.
Σηκώθηκε ο Χαλίλ και χόρευε, κλαίγοντας χόρευε,
άνοιγε τα χέρια κι έλεγε λόγια στη γλώσσα του.
Χτυπούσε ο Ναζίρ το τουμπελέκι.
Γιατί, Αλλάχ, την άρπαξες, στου δρόμου τα μισά μάς άφησες.
Εκεί ήταν η Πάτρα, αλλά κανένας δεν την έβλεπε
στου τραπεζιού την άκρη καθισμένη.
Σηκώθηκε και με πλησίασε. Εσύ εδώ θα μείνεις, μου είπε.
Κοίταξε μόνο να θυμάσαι ό,τι είπαμε,
να τους βοηθήσεις. Οι υποσχέσεις δένουν τους εδώ με τους εκεί.
Άπλωσε το χέρι της, ένιωσα στον καρπό μου ένα χέρι στιβαρό:
ο Χαλίλ μ’ έσυρε να χορέψουμε. Ανατολίτικος σκοπός.
Χόρεψα κάτι που έφερνε σε μπάλο.
Γελούσε η Πάτρα, με δυο βαθιά λακκάκια στα μάγουλα.

 

 

 

ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ (2001)

 

Αφήγηση πρώτη

Εδώ και καιρό
σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο

Και με καιρό πάλιν Αναμενόμενο
Κ.Α. 1994

Κανένα χνάρι
πώς να σ’ αγγίξω
λέξη μαγική
που θα σαρκώσεις το μέλλον τού παρελθόντος;

Και η μεταρρύθμιση
τραπεζική κατάθεση με εξευτελιστικό επιτόκιο;

Ι

Έπεσα κάτω κι έκλεισα τα μάτια.
Είπα θα κάνω
πως δεν καταλαβαίνω.
Ας γίνουν όλα
ερήμην μου.

Τηλέφωνα χτυπούσαν άνθρωποι περνούσαν
σκουντουφλούσαν πάνω μου με άγγιζαν με κλωτσούσαν
με χάιδευαν με τρυπούσαν
με λεηλάτησαν.

Ξύπνησα σ’ έναν πύργο
φυλακισμένη
ένα παράθυρο στην κορυφή μονάχα
έριξα τα μαλλιά μου
όμως του κάκου
κανένας δεν επιάστη ν’ ανεβεί,
να με γλιτώσει.

Τότε είδα να περνάει η πομπή.
Στην αρχή πολύχρωμη.
Τρεις μπάντες όργανα και οι προεξάρχοντες.
Ύστερα κάτι κουρελήδες
να σέρνονται στα γόνατα μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.
Γέμισε ο τόπος μυρωδιά ιδρώτα
κι ο δρόμος σκούρα ίχνη.

Όταν ξαφνικά
είδα παράμερα το δάσκαλο,
λίγο σκυφτός κι αδυνατισμένος μού φάνηκε.
Πατούσε ελαφρά πάνω στα φύλλα
και κάτι έψαξε να πάρει απ’ τη μεγάλη τσάντα.
Και μεμιάς σκόρπισαν τριγύρω φθόγγοι.
Άλλοι βαριοί πάτησαν στη γη
κι άλλοι αναρριχητικοί πετάξανε κλαδιά και ψήλωσαν.
Ξέκρινα τότε σκουριασμένο
το κ λ ε ι δ ί στην τσάντα.
Έδωσα μια, πιάστηκα από τ’ αναρριχώμενα φωνήματα
κι εκείνα μ’ απιθώσαν καταγής.
Πάμε, του είπα. Καιρός να ξεκλειδώσεις το σχολείο.
Με κοίταξε στοχαστικά και, ναι
είναι καιρός, χαμογέλασε.
Γρήγορα, πριν πάρουνε χαμπάρι πως τους ξέφυγα, είπα.
Να βιαστούμε.

II

Κι ήταν τότε που ήρθαν τα παιδιά.
Πολλά παιδιά, όλο ζωή και υγεία.
Έπαιζαν με τους φθόγγους κι εκείνοι, υπομονετικοί,
έγιναν έλκηθρα,
έγιναν μπάλες, μπαλόνια, αερόστατα.
Μαζεύτηκε το πλήθος και κοιτούσε,
κάπου κάπου ένας φθόγγος καθότανε πάνω στον ώμο,
στο χέρι ή στο κεφάλι τους,
τον κοίταζαν αυτοί προσεχτικά
και καταλάβαιναν.
Οι προεξάρχοντες ενοχλημένοι διέλυσαν την πομπή.
Ήταν η στιγμή
που η παλιά κλειδαριά
δέχτηκε μέσα της και πάλι το κλειδί
κι απάντησε στο γύρισμά του
με το χαρμόσυνο τρίξιμο
της δικαιωμένης προσμονής.

Μπήκαμε στη μεγάλη αυλή.
Ο ήλιος χάιδευε ένα καλό χορτάρι.
Χαλάσματα γύρω.
Πόση δουλειά,
να στήσουμε τις αίθουσες
να πλύνουμε το χρόνο
να εξευμενίσουμε την αυστηρή βιβλιοθήκη.
Κι όπως ήρθανε αμέσως τα παιδιά
δεν είχαμε πού να τα βάλουμε.
Κάθισαν κάτω κι ήτανε χαρούμενα.

 

 

Ο Γιάννης από το Βορρά

Μόνον ο Γιάννης κάθισε σε μια σκιά.
Κι ήρθε η βροχή — απελπισία —
πώς να σε προφυλάξουν τα χαλάσματα.
Μόνον ο Γιάννης χόρευε μες στη βροχή.
Μ’ αρέσει η βροχή, μονολογούσε,
είναι σαν την άλλη πατρίδα
έβρεχε εκεί
στον ήλιο βγάζω εξανθήματα,
είχαμε στην αυλή ένα μεγάλο φοίνικα,
χωνόμουν όταν έβρεχε,
έβγαλα μια φωτογραφία, καρναβάλι,
κι έβρεχε
τρέχανε οι μπογιές στο πρόσωπό μου
κόκκινα ρυάκια στα μάγουλά μου
κόκκινα ρυάκια
από εκεί ως εδώ
μακρύς ο δρόμος
κάτω απ’ τον ήλιο
κόκκινα ρυάκια γύρω απ’ το φοίνικα
μην κλαις, πουλί μ’.

 

 

Το τραγούδι της Αννέζας

Λείπει και σήμερα η Αννέζα. Κάθεται μόνη.
Μάκρυναν τα μαλλιά της, χάλκινα και φουντωτά,
και τα μάτια της παράξενα μεγάλα.
Δε γράφει η Αννέζα, ποτέ δε γράφει,
μιλάει λίγο
αγαπάει ένα λευκό φουστάνι με δαντέλα στο μπούστο
τής μίκρυνε,
τη σφίγγει στο στήθος,
τ’ αγόρια σχολιάζουν,
όμως αυτή δε νοιάζεται
και λείπει.
Έρχεται αργά,
όταν ο ήλιος έχει ανέβει,
γρατσουνισμένη κι αλλοπαρμένη,
ξέρουμε πως ήταν στα νερά
τσαλαβουτάει σε
καταποντισμένα
— αλλόγλωσσα; αλλόφυλα; — όνειρα.

Η Αννέζα αγαπάει ένα άσπρο φόρεμα
και την Οδύσσεια ζ,
εκεί που χύνεται ο ποταμός στη θάλασσα.
Γράψ’ το, της λέμε, το τραγούδι σου.
Πώς να το γράψω; Χάνονται τα λόγια.
Μόνο θα σας το τραγουδήσω.

 

 

Τραγουδάει η Αννέζα

Το νερό καλό κι οι πέτρες γλύκες
τα χορτάρια βοτάνια
που γιατρεύουν πληγές.
Μη φοβάσαι, Οδυσσέα.

Με το άσπρο μου φτωχό φουστάνι,
δεν έχω πλούτη,
ξέρω τραγούδια,
έλα στα νερά μου, Οδυσσέα.

Πεταλούδα λευκή ή γλάρος
άσπρο μαντίλι ή βαρκούλα
απαλό αεράκι ή ευχή,
μαζί σου θα ‘ρθω, Οδυσσέα.
Δεν έχω όνειρα
δεν έχεις συντρόφους
σ’ ακολουθώ,
έλα και πάρε με στη θάλασσα,
Οδυσσέα.

 

ΙΙΙ

Ένα πρωί φάνηκε ο ποθητής.
Σκοτεινός,
με τη σαφή ειρωνεία στις άκρες των χειλιών.
Έφερε στις καρδιές μας ένα φθινόπωρο
ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο
ένα φθινόπωρο χωρίς προσδοκίες.
Ώσπου μια μέρα
ήρθε μ’ ένα χειμώνα στα μάτια του
πρώτη φορά.
0 Οδυσσέας, ψέλλισε,
βάλτωσε στα νερά μας ο Οδυσσέας.

Συνέρευσαν πλήθη κάμερες, ρεπόρτερ, φωνές.
Ο Οδυσσέας με τ’ αποτυπώματα του χρόνου και τ’ αλατιού
βραχώδης, απολιθωμένος, γιγάντιος,
τα άκρα του εκτείνονταν στα έγκατα του βυθού.
Κάθε προσπάθεια να ανελκυστεί
θύελλες καταιγίδες σεισμοί και
παλιρροϊκά κύματα.
Αφήστε με, είπε στο τέλος,
με φανερή ρωγμή στη δεξιά του ωμοπλάτη.
Τον άκουσαν.
Μόνος και πάλι. Ρημαγμένος.
Αυτός και η θάλασσα…
Όταν ξημέρωσε, κανείς δεν ήταν πια εκεί.
Γαλανή γαλήνια θάλασσα τρεμόπαιζε στο φως.
Τράβηξε ο Οδυσσέας
ποιος ξέρει για ποιες γενιές.

Ωστόσο,
ένα άσπρο πανί κυμάτιζε στην επιφάνεια,
ένα μικρό
λευκό
κοριτσίστικο φόρεμα.

 

Το κατοπινό τραγούδι της Αννέζας

Τούτο το τραγούδι ξέρω και το γράφω.
Τον Οδυσσέα πια δεν απαντέχω,
τον ξεπροβόδισα.
Όταν μία φορά ξενιτευτείς
πάει, ξενιτεύτηκες.
Τι ωφελεί να τριγυρνάς
από λιμάνι σε λιμάνι;
Κοιτάζεις τα νέα νερά
και βλέπεις τα παλιά.
Μέσα στους νέους ήχους
ματίζεις τους παλιούς
μέσα στο φρέσκο γέλιο
πλένεις τους λυγμούς.

Τούτη η τάξη η Ιθάκη μου.
Φθόγγοι και γράμματα γεφύρια
από τον άλλο τόπο μου σ’ αυτόν τον τόπο μου.

Τα μάτια ίδια είναι, νέα και παλιά,
αν βλεμματίζουν την καρδιά.

 

 

Επίλογος

Εδώ και καιρό
σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο.

Έλα, νύχτα,
φέρε τη μυρωδιά από σέλινο και γιασεμί
στο ανοιχτό μου παράθυρο.
Τώρα που κόπασε στο ρέμα
ο χορός της πεταλούδας
και τα νερά ακινητούν
να δει το πρόσωπό του το φεγγάρι.

Απόψε, έστω για μια φορά,
δε θα μιλήσω για οδούς αδιέξοδες
και για κλειστά λιμάνια.
Θα πω κάτι γλυκό,
σαν το νανούρισμα ή σαν ευχή —
ξέρει η μάνα, ο δάσκαλος κι ο ποιητής,
όταν βαραίνουνε πολύ τα σύννεφα —

έλα, λοιπόν, νύχτα,
φέρε ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες
στων παιδιών τα βλέφαρα.
Έτσι κι αλλιώς το ρέμα συντηρεί τη βλάστηση.
Έτσι κι αλλιώς ένα κλειδί
ταιριάζει στην πόρτα του σωστού χρόνου,
ελπίζω.

Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Πλαγιάρι
1993 – 1996

 

Αφήγηση δεύτερη

Κάτι σαν ζέστη
είχε καθίσει πάνω στους ανθρώπους

Κοιτώντας τον ήλιο,
κρατώντας το χρόνο στην αγκαλιά μας. . .
Ν.Α.

Ας καθαρίσει η οθόνη
τρέχουν τα γράμματα το κείμενο
— τι θες να παρεμβάλεις; —
να καθαρίσουν οι φθόγγοι
αυθύπαρκτοι
όχι έτσι
μια στήλη
— τι τεμαχίζεις, τι εξαρθρώνεις; —
παράγραφοι
διακεκομμένες γραμμές
η ζωή σε παραγράφους
οι μέρες σε στήλες
μην κλείνεις, προσοχή, σώσε με save,
— χάνομαι, χάθηκα
σε βάραθρο ηλεκτρονικό —

 

Ι

Ζέστη.
Βαριά που μυρίζει η ρίγανη,
ζέστη,
λιποθυμάει η πεταλούδα της νύχτας.
Με λησμόνησαν εδώ απρόσεχτα οι φίλοι.
Άγριος ο χώρος.
Τρέμουν οι πύλες του νεκρομαντείου.
Βουνά τα χώματα.
Μόνη, με μια καταπακτή μπροστά μου θεοσκότεινη.
Αφήνω το σκοτάδι να με καταπιεί.

Βρέθηκα
σε μιαν άκρη εξαιρετική,
αιχμή
που από τη μια κοιτάει το Ρουμλούκι
κι από την άλλη κατρακυλά
νησιά
Σμύρνη
Ισπάρτα Αττάλεια
Μπουρντούρι ή Πολύδωρο.

Στον κάμπο καταχνιά.
Καταχνιά κι εκεί
που κάτι βουνά λίγα και στεγνά σκιάζουνε ανθρώπους
με σκαμμένο πρόσωπο
σκαμμένη η θάλασσα
φεύγουνε τα καράβια

κύματα κύματα η φωνή μου
και πού θα φτάσει
ένα βινύλιο η ψυχή μου
τρέμω μην σπάσει.

Φθόγγοι ιωνικοί αιολικοί δωρικοί
φθαρμένοι τσακισμένοι τουρκόφωνοι
φυλαγμένοι στο πιο κρυφό μπογαλάκι της ψυχής
φορτωμένοι σε καΐκια
κατατρεγμένοι
σκορπισμένοι σε νησιά
ριζωμένοι σ’ έναν κάμπο
Φθόγγοι ασαφείς, αβέβαιοι, ασταθείς.
Αιχμηροί, να αγκυλώνουν τη γλώσσα και τα χείλη.
Δασιοί, ουρανικοί,
να υφαίνουν την ανθεκτική θλίψη.
Ημίφωνοι, υγροί, στρογγυλεμένοι,
να αρθρώνουν την αγάπη της ελπίδας.

Φεύγουνε τα καράβια,
οι άνθρωποι φωτογραφίες
σε συρτάρια σε αρχεία εφημερίδων.

Γερνάει ο κάμπος.
Κουράστηκε της γης η φλούδα
το νερό ζαλίστηκε.

Γερνάει ο κάμπος
σπάζει σε κομμάτια
κινούμενη λάσπη.

Εκεί πέρασε κάποτε ο καπετάν Νικηφόρος,
άλλοτε προελαύνοντας
και άλλοτε λεβέντικα πεζός.
Έμεινε κάμποσο καιρό μαζί τους.
Έμαθαν να κοιτάζουνε τον ήλιο
να φυτεύουνε όνειρα
να σπουδάζουν οράματα.
Κάποια στιγμή αναλήφθηκε περίεργα,
είπανε μερικοί τον πήρε ο Αρχάγγελος.
Περνούσαν χρόνοι άγονοι.
Οι άνθρωποι σάστισαν,
γιατί είδανε το άσπρο μαύρο
κι ό,τι γνώριζαν για καλό να γίνεται όνειδος.
Έτσι, μια μέρα
συνάχτηκαν και κάναν δέηση.
Γύρισε, Νικηφόρε, φώναζαν,
και ύψωναν χέρια σκοτεινά.

 

ΙΙ

Την ορισμένη νύχτα.
ένιωσα φως και ζέστα ξαφνική.
Είχε έρθει.
Αινείτε αυτόν με τη χλωρασιά του κισσού
αινείτε αυτόν με πανηγύρι ζουμπουλιών
αινείτε αυτόν με έκρηξη πασχαλιάς
αινείτε αυτόν
φθόγγοι ιωνικοί αιολικοί δωρικοί

Είχε έρθει.
Σκιές στους τοίχους γιγάντιες.
Έφερνε μαζί του Έλληνες κατατρεγμένους,
Τούρκους άθλιους,
πρόσφυγες πολλούς —
Αρμένιους, Κούρδους, Αλβανούς και Βόσνιους
Σέρβους και Κοσοβάρους.
Η φωνή του γέμισε το χώρο.
Άρπαξα τον τοίχο, γδάρθηκα.
“Τι γίνεται, καπετάνιο;
Μ’ εγκαθιστάς στην κόψη της ζωής και του θανάτου.
Θέλω το βλέμμα σου, δεν έχουν μάτια οι σκιές.”
Γέλασε ζεστά, “δεν είσαι εσύ γι’ αυτή τη μάζωξη.
Θα βρεις το βλέμμα μου στα μάτια του ποιητή.
Ανασκάλεψε την αγάπη.”
Πώς να ανασκαλέψω την αγάπη;
Εσώστρεψα τα μάτια μου ως την ψυχή,
ενώ κυμαινόμουν από την ηδονή
ως την οδύνη.

 

ΙΙΙ

Πέρασε καιρός. Οι περίοικοι έλεγαν
πως άκουγαν κλάματα, κάποτε γέλιο.
Το κάστρο λογιζόταν στοιχειωμένο.
Μια γυναικεία μορφή έβγαινε στο παράθυρο
και στο ακριανό μπαλκόνι
με μάτια θεόρατα,
σαν εκστασιασμένη ή αλαφροΐσκιωτη.
Τον ίδιο καιρό τα μέσα ενημέρωσης
ανακοίνωναν μια εξαφάνιση.

Ώσπου ένα πρωί,
πρωί της 21ης Ιουνίου,
φάνηκε στον ουρανό ένας τεράστιος δίσκος,
λες κι όλα ήταν φως.
Και στην άκρη τού ορίζοντα, ανθρώπινες φιγούρες
πορεύονταν
η μια πίσω από την άλλη, σαν στρατιά μυρμηγκιών.
Ύστερα από ώρα
ο ήλιος πήρε τις κανονικές του διαστάσεις.
Χιλιάδες ηλιοτρόπια λάτρευαν το φως.

 

IV

Από εκείνη τη μέρα
να, κάτι σαν ζέστη είχε καθίσει πάνω στους ανθρώπους,
άντρες και γυναίκες, και
μαλάκωνε τις ψυχές τους.

Αρκετοί, χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν το λόγο,
έδιναν στα παιδιά τους το όνομα “Νικηφόρος”.

Άλλοι έγραφαν κάτι περίεργες επιστολές, ανορθόγραφες
και ασύνταχτες πολλές φορές,
με μια δύναμη όμως εξαιρετική,
και ζητούσαν ειρήνη και ανθρωπιά.

Άλλοι πάλι εκδήλωναν ξαφνικό ενδιαφέρον
για ανθρώπους σε χώρες μακρινές, σχεδόν άγνωστες,
μερικοί μάλιστα έφευγαν να βοηθήσουν.

Και άλλοι, με ένα θάρρος που ποτέ πριν δεν είχαν,
μάζευαν γύρω τους τον κόσμο σε μικρές και σε μεγάλες πόλεις

και τους μιλούσαν. Τα λόγια τους
φθόγγοι δωρικοί
φθόγγοι αιολικοί και ιωνικοί.

Έτσι, εκείνοι που είδαν τον ήλιο της 21ης Ιουνίου,
μάθαιναν στους άλλους να βάζουν στο παιχνίδι
τους δικούς τους δίκαιους όρους

— κύματα κύματα η φωνή μου
και πού θα φτάσει
ένα βινύλιο η ψυχή μου
τρέμω μην σπάσει. .

 

Έξοδος

Σκοτεινό φεγγάρι,
σκοτεινή η κατάδυσή σου στο βυθό
μέχρι πέρα στα νερά του νεκρομαντείου
τι να μαρτυρήσουν πια οι νεκροί
μπερδεύονται στα φύκια οι ψυχές
και το πράσινο αίμα των ψαριών
δε μιλάει για τη φωτεινή αντανάκλαση.
Φυσαλίδες μικρές ή μεγάλες
ανεβαίνουν στη θαμπή επιφάνεια
φτάνουν ως το κτίριο του παλιού σχολείου
με ορθή απομένουσα μόνη την πρόσοψη
και από τα παράθυρα που χάσκουν
περνούν σκιές οι ώρες του παρελθόντος χρόνου.

Σκοτεινό φεγγάρι
τούτη τη νύχτα που αναδύομαι
συνόδεψε την κίνησή μου προς την έξοδο
μην κοιτάζεις τη φθορά της ύλης μου
τόσο φυσική άλλωστε σε στοές νεκρομαντείου,
στις υπόγειες ατραπούς του νερού.

Έλα εδώ που συμβάλλει ο Αχέροντας
με το πρώτο φως της μέρας,
εδώ που ανεπαίσθητα γέρνει η ζυγαριά
στο μέρος της ζωής.
Δες με πώς αφήνομαι
στη δίνη αυτού του ρεύματος και ανεβαίνω.
Δες με πώς ορθή
με τεντωμένο το κεφάλι πίσω
με τα ρουθούνια στην αναμονή τού αέρα
τείνω στην επιφάνεια, βγαίνω.
Κι άσε το φως σου να γελάσει, σκοτεινό φεγγάρι.

Λυγιά, Θεσσαλονίκη, Λονδίνο, Βέροια
1996 – 1999

 

 

 

Δύο ελεγείες και μία ωδή (1996)

 

Ιστορία ΙΙΙ

Μετά, τα προσχήματα τραβήχτηκαν
( Ιστορία ΙΙ, 1992 )

Άκου πώς αρχίζει η μικρή σου μέρα
μ’ ένα φτερούγισμα περιστεριού.

Άκου πώς γελάει το σύννεφο
στο στενό σου παράθυρο.

Άκου τις μικρές βιολέτες
που φοιτούν στη δροσιά.

Άκου, άκου το εγερτήριον της λεωφόρου.

*

Άκου:
στάζουν χαμόγελα και αρνήσεις
σ’ ένα πιάτο μεταλλικό.

Άκου το σύρσιμο του ποδιού
στο μαραμένο σεντόνι.

Άκου το παράπονο του βήχα
στο γδαρμένο λαρρύγγι.

Άκου, άκου
τον ψίθυρο της πεσμένης κουβέρτας.

*

Άκου πώς σαλεύουν οι ήχοι
σε εικόνες παλιές.

Άκου πώς ανοίγουν τα βλέφαρα
απ’ το λήθαργο.

Άκου πώς σιμώνει η μυρωδιά της πληγής.

Άκου το χαλάζι στα μάγουλά μου.

*

Άκου το τρέμουλο της φωνής μου.

Άκου το φλοίσβο των χειλιών μου στο μάγουλό σου.

Άκου το μειδίαμα του χεριού σου στη φούχτα μου.

Άκου, άκου
το κελάρυσμα των μαλλιών μου
στο σβησμένο σου κόρφο.

*

Άκου τη βρογχίτιδα της χρόνιας στέρησης

Άκου τη φωνή σου που κλείνει την πόρτα

Άκου την ηχώ της σιωπής σου

Άκου, άκου
την απουσία των χλωρών λέξεων.

*

Άκου τον αέρα των ημερών μου.

Άκου τη δίψα στα σφιγμένα μου χείλη.

Άκου το ωρίμασμα της οδύνης μου.

Άκου, άκου
τη διέγερση στη λεπτή μου εσθήτα.

*

Άκου το πέταγμα των σκοτεινών πουλιών

άκου πώς δραπετεύουν οι άνοιξες

άκου πώς έρχονται οι πολύγωνες θλίψεις

άκου την άφιξη της αναχώρησης.

*

Cressento

Άκου το τραύλισμα
της καμπάνας
άκου
το ουρλιαχτό
της σειρήνας
άκου
την εκτόξευση
του πυρετού
άκου
τη διάτρηση
των αγγείων
άκου
το μούδιασμα
του φωτός
άκου
το στράγγισμα
των αισθήσεων
άκου
το λόξυγγα
της σάλπιγγας
άκου
το σκόνταμα
των τυμπάνων
άκου
το ξερρίζωμα
της ρίζας
άκου
την τέλεση
του τέλους
άκου
το εωθινόν
του πένθους.

 

Decressento

άκου
την απόγνωση της άδειας καρέκλας άκου την απόγνωση
άκου
την οιμωγή της σφραγισμένης πέτρας άκου την οιμωγή
άκου
το αίνιγμα των λειψών ημερών άκου το αίνιγμα
άκου
το σπάραγμα της ακέραιας χαράς άκου το σπάραγμα
άκου
το κενό στο στόμα που λέει Ο
χωρίς να λέει…

 

Επιμύθιο

Η Νέμεση θα ‘ρθει με το λιοπύρι
έλεγα τριάντα χρόνια πριν
λιοπύρια και λιοπύρια
καλώ, καλώ κι ούτε καλώς την.

Πρέπει να φύγω από εκείνο το σπίτι.
Ο νόστος λυγρός
κι ο ήχος ανανταπόδοτος.
Κι ούτε τα ίχνη απ’ τα μικρά της πόδια
στα βρεγμένα πλακάκια.
Ήταν άλλοτε που
τα μάτια του φτερούγιζαν
έπαιρναν μαζί τους τα μικρά παιδιά
και άλλα λίγο μεγαλύτερα,
ακόμα και κάποιους γέρους με καρδιά.
Ξεδίπλωναν τις σημαίες τους
και κινούσαν για το χρυσόμαλλο δέρας
πάντα ονειροβατώντας.

Πρέπει να φύγω από εκείνο το σπίτι.
Έτσι κι αλλιώς
είτε με την υγρή είτε με την αέριο χρωματογραφία
ή έστω πεζοπορώντας
δεν ημπορώ να μεταβάλω την εξέλιξη.
Χαίνουν οι τρύπες στις σημαίες
αποκαλύπτοντας
λαρύγγια όνειρα καρδιές
σφαγιασθέντα.

Κι ούτε να εκστασιαστώ ούτε να εξαγνίσω
δύναμαι.

 

 

Διαμελισμένη έστω υπάρχω

Εγώ δε γελώ.
Είμαι μια λήκυθος
στρέφω τα μάτια μου το έξω μέσα
η αφή μου σε καραντίνα.
Μια λήκυθος είμαι-
σχεδόν εύθραυστη.
Και δε γελώ.

. . .

Μια λήκυθος είμαι
υπερπλήρης μετά
το τελευταίο δάκρυ της θείας Ειρήνης.
Βαραίνω
θα σκορπίσω σε κομμάτια
φοβούμαι.

Καλέ μου Πλήθωνα, νομίζω πως εσύ απόψε μ’ ακούς.

Ο έρωτας είμαι·
ενσαρκωμένος μένω,
προγραμμένος συχνά
και επικηρυγμένος προσφάτως,
υπάρχω
-ερείπια ερημία σιωπή-
ζωοδότης στις βουβές μήτρες,
ανεξίθρησκος, ο τελευταίος διεθνιστής,
ετοιμάζονται οι νέες εκρήξεις,
τριχοτομημένος ή διαμελισμένος έστω
υπάρχω – ο έρωτας είμαι

Μάνη-Μυστράς, 1992
Καστοριά-Πρέσπες, 1993

Μαθητεία στην αναμονή

Δύο ποιητικές αφηγήσεις ενδοσκόπησης

 

Αφήγηση πρώτη
Εδώ και καιρό σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο

“Και με καιρό πάλιν Αναμενόμενη»
Κ.Α., 1994

Κανένα χνάρι
πώς να σ’ αγγίξω
λέξη μαγική
που θα σαρκώσεις το μέλλον του παρελθόντος;

Και η μεταρρύθμιση
τραπεζική κατάθεση με εξευτελιστικό επιτόκιο;

Ι.

Έπεσα κάτω κι έκλεισα τα μάτια.
Είπα θα κάνω
πως δεν καταλαβαίνω.
Ας γίνουν όλα
ερήμην μου.

Τηλέφωνα χτυπούσαν άνθρωποι περνούσαν
σκουντουφλούσαν πάνω μου με άγγιζαν με κλωτσούσαν
με χάιδευαν με τρυπούσαν
με λεηλάτησαν.

Ξύπνησα σ’ έναν πύργο
φυλακισμένη
ένα παράθυρο στην κορυφή μονάχα
έριξα τα μαλλιά μου
όμως του κάκου
κανένας δεν επιάστη ν’ ανεβεί,
να με γλιτώσει.

Τότε είδα να περνάει η πομπή.
Στην αρχή πολύχρωμη.
Τρεις μπάντες όργανα και οι προεξάρχοντες.
Ύστερα κάτι κουρελήδες
να σέρνονται στα γόνατα μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.
Γέμισε ο τόπος μυρωδιά ιδρώτα
κι ο δρόμος σκούρα ίχνη.

Όταν ξαφνικά
είδα παράμερα το δάσκαλο,
λίγο σκυφτός κι αδυνατισμένος μού φάνηκε.
Πατούσε ελαφρά πάνω στα φύλλα
και κάτι έψαξε να πάρει απ’ τη μεγάλη τσάντα.
Και μεμιάς σκόρπισαν τριγύρω φθόγγοι.
άλλοι βαριοί πάτησαν στη γη
κι άλλοι αναρριχητικοί πετάξανε κλαδιά και ψήλωσαν.
Ξέκρινα τότε σκουριασμένο
το κ λ ε ι δ ί στην τσάντα.
Έδωσα μια, πιάστηκα από τ’ αναρριχώμενα φωνήματα
κι εκείνα μ’ απιθώσαν καταγής.
Πάμε, του είπα. Καιρός να ξεκλειδώσεις το σχολείο.
Με κοίταξε στοχαστικά και, ναι
είναι καιρός, χαμογέλασε.
Γρήγορα, πριν πάρουνε χαμπάρι πως τους ξέφυγα, είπα.
Να βιαστούμε.

Τραγουδάει η Αννέζα :

Το νερό καλό κι οι πέτρες γλυκές
τα χορτάρια βοτάνια
που γιατρεύουν πληγές.
Μη φοβάσαι, Οδυσσέα.

Με το άσπρο μου φτωχό φουστάνι,
δεν έχω πλούτη,
ξέρω τραγούδια,
έλα στα νερά μου, Οδυσσέα.

Πεταλούδα λευκή ή γλάρος
άσπρο μαντίλι ή βαρκούλα
απαλό αεράκι ή ευχή,
μαζί σου θα ’ρθω, Οδυσσέα.

Δεν έχω όνειρα
δεν έχεις συντρόφους
σ’ ακολουθώ,
έλα και πάρε με στη θάλασσα,
Οδυσσέα

Επίλογος

Εδώ και καιρό
σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο.

Έλα, νύχτα,
φέρε τη μυρωδιά από σέλινο και γιασεμί
στο ανοιχτό μου παράθυρο.
Τώρα που κόπασε στο ρέμα
ο χορός της πεταλούδας
και τα νερά ακινητούν
να δει το πρόσωπό του το φεγγάρι.

Απόψε, έστω για μια φορά,
δε θα μιλήσω για οδούς αδιέξοδες
και για κλειστά λιμάνια.
Θα πω κάτι γλυκό,
σαν το νανούρισμα ή σαν ευχή –
ξέρει η μάνα, ο δάσκαλος κι ο ποιητής,
όταν βαραίνουνε πολύ τα σύννεφα –

έλα, λοιπόν, νύχτα,
φέρε ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες
στων παιδιών τα βλέφαρα.
Έτσι κι αλλιώς το ρέμα συντηρεί τη βλάστηση.
Έτσι κι αλλιώς ένα κλειδί
ταιριάζει στην πόρτα του σωστού χρόνου,
ελπίζω.

Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Πλαγιάρι
1993-1996

 

 

Αφήγηση δεύτερη

Κάτι σαν ζέστη είχε καθίσει πάνω στους ανθρώπους

Κοιτώντας τον ήλιο,
κρατώντας το χρόνο στην αγκαλιά μας…
Ν.Α.

Ας καθαρίσει η οθόνη

τρέχουν τα γράμματα το κείμενο
– τι θες να παρεμβάλεις;-
να καθαρίσουν οι φθόγγοι
αυθύπαρκτοι
όχι έτσι
μια στήλη
– τι τεμαχίζεις, τι εξαρθρώνεις;-
παράγραφοι
διακεκομμένες γραμμές
η ζωή σε παραγράφους
οι μέρες σε στήλες
μην κλείνεις, προσοχή, σώσε με save,
– χάνομαι, χάθηκα
σε βάραθρο ηλεκτρονικό-

ΙΙΙ.

Πέρασε καιρός. Οι περίοικοι έλεγαν
πως άκουγαν κλάματα, κάποτε γέλιο.
Το κάστρο λογιζόταν στοιχειωμένο.
Μια γυναικεία μορφή έβγαινε στο παράθυρο
και στο ακριανό μπαλκόνι
με μάτια θεόρατα,
σαν εκστασιασμένη ή αλαφροΐσκιωτη.
Τον ίδιο καιρό τα μέσα ενημέρωσης
ανακοίνωναν μια εξαφάνιση. 

Ώσπου ένα πρωί,
πρωί της 21ης Ιουνίου,
φάνηκε στον ουρανό ένας τεράστιος δίσκος,
λες κι όλα ήταν φως.
Και στην άκρη του ορίζοντα, ανθρώπινες φιγούρες πορεύονταν
η μια πίσω από την άλλη, σαν στρατιά μυρμηγκιών.
Ύστερα από ώρα
ο ήλιος πήρε τις κανονικές του διαστάσεις.
Χιλιάδες ηλιοτρόπια λάτρευαν το φως.

Έξοδος

Σκοτεινό φεγγάρι ,
σκοτεινή η κατάδυσή σου στο βυθό
μέχρι πέρα στα νερά του νεκρομαντείου
τι να μαρτυρήσουν πια οι νεκροί
μπερδεύονται στα φύκια οι ψυχές
και το πράσινο αίμα των ψαριών
δε μιλάει για τη φωτεινή αντανάκλαση.
Φυσαλίδες μικρές ή μεγάλες
ανεβαίνουν στη θαμπή επιφάνεια
φτάνουν ως το κτίριο του παλιού σχολείου
με ορθή απομένουσα μόνη την πρόσοψη
και από τα παράθυρα που χάσκουν
περνούν σκιές οι ώρες του παρελθόντος χρόνου.

Σκοτεινό φεγγάρι
τούτη τη νύχτα που αναδύομαι
συνόδεψε την κίνησή μου προς την έξοδο
μην κοιτάζεις τη φθορά της ύλης μου
τόσο φυσική άλλωστε σε στοές νεκρομαντείου,
στις υπόγειες ατραπούς του νερού.
Έλα εδώ που συμβάλλει ο Αχέροντας
με το πρώτο φως της μέρας,
εδώ που ανεπαίσθητα γέρνει η ζυγαριά
στο μέρος της ζωής.
Δες με πώς αφήνομαι
στη δίνη αυτού του ρεύματος και ανεβαίνω.
Δες με πώς ορθή
με τεντωμένο το κεφάλι πίσω
με τα ρουθούνια στην αναμονή του αέρα
τείνω στην επιφάνεια, βγαίνω.
Κι άσε το φως σου να γελάσει, σκοτεινό φεγγάρι.

Λυγιά, Θεσσαλονίκη, Λονδίνο, Βέροια
1996 – 1999

 

 

 

ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (1992)

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ 1982 ΩΣ ΤΟ 1984

 

 

εμβόλιμα

θα πλανιέται μια ψύχρα και μια υγρασία.
Πίσω απ’ τα κλειστά παντζούρια θ’ ακούγεται ο θόρυβος από
τα πιατικά.
Οι καπνοί θα πνίγουν τη Μίνα στη γειτονική pub.
Μια παρέα σκύλοι θα λερώνουν την αρχαία αγορά.
Ένα πακέτο τσιγάρα στο παγκάκι συνεχώς θα μουλιάζει,
στις κούνιες ξεχασμένο ένα σιέλ ζακετάκι.

***

-Απόψε θα με διδάξεις πώς ξεπερνιέται η νύχτα.

***

«Πρέπει ν’ αλλάξω βαφή, δε νομίζεις;». «Θ’ αλλάξω αυτοκίνητο».

***

θα σηκωθεί η πιο μικρή ώρα να σου τραγουδήσει ένα
ρεμπέτικο.

***

Αντιλαμβάνομαι πως
το ατσαλάκωτο ταγιέρ
είναι αδύνατο να κρύψει
το άσθμα μου.
Θα αισθανόμουν άραγε καλύτερα
να φορούσα το λουρί με τα καρφιά
που φοράει ο Κώστας
και με κοιτάει ζόρικα
καθισμένος στο πρώτο θρανίο;

***

— Ρουφάς τον ύπνο απ’ τον αριστερό σου αντίχειρα
και χάνω τα μάτια σου.

***

Η τόση φασαρία από αυτούς
τους χωρίς νόημα ανθρώπους την τρέλαινε.
Μια σχετική βαρηκοΐα δεν ωφελούσε.
Γι ’ αυτό αποσύρθηκε σε μια γωνιά
και φόρεσε γουόκμαν.
Ήταν ένα είδος
επανάστασης της στιγμής.

***

— Κάθε φορά που πυρπολιούνται τα μάτια σου
δεκάδες άνθρωποι ανάβουνε κεράκι της Ανάστασης.

 

 

ελληνική επαρχία, 1983

Πώς να φτάσεις τον άνεμο που κυνηγάς
με το ποδάρι που σέρνεις, Μαργαρίτα;
Μαργαρίτα, που σεργιανάς στο χωματόδρομο
m το σκυλί που το κουτσάνανε με πέτρα.
Μην κοιτάς τ’ αγόρια που τρέχουν με ποδήλατα και μηχανές.
Τι είναι ο έρωτας, Μαργαρίτα;
Μη μετράς τα δάχτυλά σου και βγαίνουν λειψά
δεν κάνει να κλαις.
Μαργαρίτα, σακατεμένο ρεφραίν σε δίσκο γραμμόφωνου.
Μαργαρίτα, θα γεράσεις ανυμέναιη και μόνη,
Μαργαρίτα, χορτασμένη τον οίκτο από ντόπιους και ξένους
Μαργαρίτα, πεινασμένη την παρέα και το παιχνίδι.
Μαργαρίτα, σφραγισμένη σ’ ελληνική επαρχία.

 

 

ερωτικό

Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
όταν δε θα μετράμε την αγάπη μας στα γραμμάρια του μπιμπερό.

Είναι που
ήσουν ανεμοστρόβιλος
κι ήμουν ένα αφημένο στάχυ.
Ήσουν θύελλα
κι ήμουν σιγανός μπάτης,
ήσουν καταιγίδα
κι ήμουν δειλή αστραπή.

Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
κι η κούραση θα σεργιανάει στο φλεβίτη του ποδιού μου.

Εκεί στην άκρη της θλίψης
είναι ένα λιβάδι παπαρούνες.
Είναι φριχτές οι παπαρούνες σαν τις κοιτάς κατάματα.
Φυλλορροείς.

Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
κι εσύ θ’ αναρωτιέσαι για την ερημιά μας,
κι εγώ θα ξέρω.

 

 

για ένα απεριτίφ

Οι ώρες μαζί σου
kv έχουν το βραχνά ενός δελτίου ειδήσεων.
Οι ώρες μαζί σου
είναι πολύχρωμο φουστάνι
καλοσιδερωμένο λινό τραπεζομάντιλο
απεριτίφ στη βεράντα.
Οι ώρες μαζί σου
έχουν την τρέλα του φετινού μακιγιάζ
η νοστιμιά σπιτικής λιχουδιάς.
Σαν να κατέβηκε ο νους
να ποτίσει κάτι γουστόζικα λουλούδια,
μέχρι να σημάνουν ξυπνητήρια και σειρήνες
και να γυρίσει πάλι στις «συνηθισμένες του ασχολίες».

 

 

γράμμα απ’ τη Μυρτώ

Καλή μου φίλη,
τον τελευταίο καιρό κατέχομαι
από έντονο σύνδρομο κατακρημνίσεως.
Φταίει η κατεδάφιση του τελευταίου νεοκλασικού, του γωνιακού,
m ειδικά το ξερίζωμα της περγολιάς.
Οι εξελίξεις στον εξωτερικό χώρο.
Οι αλλεπάλληλες εκπλήξεις σε σύντομο χρόνο,
όταν τραβώντας το καπάκι της σοφίας τους
τους έβρισκα ανεγκέφαλους.
Κάτι εφιάλτες με κατολισθήσεις.
Κι ενώ είμαι στο τσαφ να με παρασύρει
η κατιούσα φορά
με κρατάει σαν κλωστή η φωνή του φίλου,
που έρχεται πότε σαν το Θεόφιλο με φουστανέλα,
σαν τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου
ή σαν το κομμένο κεφάλι του Βελουχιώτη
προφέροντας:
«Για να δεχτούν τις φωνές απ’ το μέλλον
θα ωριμάσουν, ωριμάζουν οι καιροί».

 

ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
Edinburgh 1985-86

Τώρα που θα φύγεις…
εξαρτάται πάντα
τι ψήνεις πίσω.
-Τότε που την είδα καθισμένη στα ράφια
ανάμεσα στις κινέζικες πορσελάνες
βεβαιώθηκα
πως το έγκλημα συντελέστηκε μεθοδικά.
Ακίνητη. Μέσα στα μάτια της
ένας χάρτης
Σε μεγέθυνση μία πόλη.
εδώ, στους δρόμους
χυμένα
τα μάτια της Ασίας.
Έλπισα στη στροφή
το γέλιο τον Νίκου
χάθηκε κι αυτή η πιθανότητα
για μια ηλιόλουστη μέρα.

***

Εξηνταδυό μέρες επίμονης αναγούλας.
Ώσπου
αδειάζοντας τα μέσα μου
λεηλατήθηκα.
Ένα ποτάμι τσάι ανακυκλώνεται στο κορμί μου
κι ο Ντέιβιντ στριφογυρίζει ακόμα μέσα μου
αβυσσαλέα
το φως θ’ ανάψει πάλι στις τέσσερις
επικυρώνοντας την καταδίκη μου
χωρίς αναστολή.

***

Και να ’μαι
να κόβω βόλτες
αγκαζέ με τον Κανάρη
στην Πρίνσες Στριτ.
Του παράγγειλα ορισμένα πυρπολικά
να τορπιλίσω την αλαζονεία τους.
Οι προθέσεις μου είναι
διαλυτικές
αναλυτικές
μεθοδικές
μετασχ ηματιστι κές.
Συνεργέ,
δώσ’ μου το χέρι σου.
Πολύ μοναξιά
εδώ στο κράσπεδο.

***

 

ενδιαφέρουσα περίπτωση επικοινωνίας

Μου ‘φαγες ένα γερό κομμάτι σκέψης
τώρα γεννάς τις λέξεις μου
με σειρά μου τις απάγω
σιωπηλή
τις εναποθέτω στο ερμάρι μου
κάποια στιγμή τις ενσωματώνω κατάλληλα
στο καινούργιο μου προσωπείο.

 

η έμπνευση

Είναι ένα κακό αστείο.
Τρία μερόνυχτα άδικα
να βρω
λέξεις για
τις επίπεδες επιφάνειες που με εμπεριέχουν
για τα συγκρουόμενα ιόντα που με διατρέχουν
για το σπειροειδές ελατήριο του μυαλού μου
που τίναξε
σαν από αχρηστεμένη πολυθρόνα,
Και να μη φαίνεσαι.
Νομίζω πως έχεις χάσει
τελείως
το χιούμορ σου

 

το δωμάτιο

Αυτό το δωμάτιο
έχει γερούς τοίχους
φτιαγμένους από ειδικό μονωτικό υλικό.
Όταν κάποιο βράδυ
ούρλιαζες τη φωνή του λύκου
κανένας δε σ’ άκουσε
η φωνή σου σε χτύπησε
μ’ όλη της την ένταση
συρρικνώθηκες.

Αυτό το δωμάτιο
είναι και δεν είναι·
είναι χτες και αύριο
ποτέ σήμερα.
Συσσωρευμένη σκόνη
σκοτωμένα έντομα
παλίνδρομη κίνηση ανάμεσα στη μουσική
και στη στριγκλιά
στο χρώμα και στο μαύρο-άσπρο.
Σ’ αυτό το δωμάτιο
όταν επιθυμήσω λίγη τάξη
δένω ένα σκοινί
κι απλώνω μπουγάδα στο χιόνι.

Αυτό το δωμάτιο
έχει ένα ψεύτικο παράθυρο,
βλέπεις πάντα το ίδιο τοπίο
μια άμορφη καφέ μάζα
διάτρητη και αδιαπέραστη
όπως η αγωνία του φεγγαριού
που πεθαίνει από ασφυξία
στα λασπόνερα.

Αυτό το δωμάτιο
δεν έχει τοίχους
έχει σύννεφα
σ’ ένα συνεπές γκρίζο
χωρίς διακυμάνσεις.
Διάσπαρτες πάνω τους
μέρες σε σήψη.
Οχτώ μήνες πορεία
πάντα στο ίδιο σημείο.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ 1988 ΩΣ ΤΟ 1991

[άτιτλο]

Ήταν ερωτικό το βράδυ.
Στην εθνική τα φώτα λιποθυμισμένα
τα χιλιόμετρα λαίμαργα,
Έπεφτε το σούρουπο
σάπιο
οι δρόμοι γεμάτοι βροχή
το καλοριφέρ έβγαζε έναν αέρα κρύο
η μουσική δεν έπαιζε·

βιαστικά λαχανιασμένα
μου ξεκούμπωσε το πουκάμισο
η μουσούδα του χώθηκε στο στήθος μου
ζεστή ζεστή
ένοιωσα να μου διαπερνά την ωμοπλάτη.

Τα χιλιόμετρα γίνηκαν κουρέλια.

 

[άτιτλο]

Γιατί αυτό ξέρει όσα κανένας άλλος
κοιμάται έναν εφιάλτη δύσκολο.
Τόσοι μελλοθάνατοι πάνε έρχονται,
επίγνωτοι ή ανεπίγνωτοι,
ο καθείς με το χάρο του.
Έρημο το πρακτορείο, αφημένο εκεί κοιμάται
η υγρασία κάθεται στα τζάμια του
ξυπνά, δεν έχει τσίχλα να μασήσει
ένα αποτσίγαρο ξεχασμένο στη μασχάλη του.
Ω, το γνωρίζει πόσο πάλιωσε η ζωή του
κι η κούραση τόση κούραση
ποιος ξεκινάει πάλι τα μακρινά δρομολόγια –
ένα τέλος ήσυχο, ήσυχο, αχ,
θα γυρίζουν οι ώρες, αδιάφορο,
τα παράθυρα ανοιχτά, τα σίδερα να σκουριάζουν
κι ένα ροζ πουλί να τιτιβίζει στην οροφή του.

 

requiem

• Ενώ περιμέναμε το θάνατο
άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένα πουλί
αντί για κελάηδημα
διπλώθηκε μ ένα σπασμό στο στομάχι.

• Ενώ περιμέναμε το θάνατο
άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια κρεμάστρα
με το γαλάζιο σου κουστούμι
και με πολύχρωμες κορδέλες,
για να στολίσουμε τις μέρες
που θα υποκρινόμαστε πως ζούμε.

• Τις ημέρες που δε γελούσαμε
ήρθαν το Κουστοχώρι και το Ξερολίβαδο
ντυμένα λήθη.
Όμως εσύ δε γελιόσουν
τρύπωσες πονηρά μέσα στα μάτια μας
κι όλα πια έχουν τη δική σου όψη.

• Τις ημέρες που γυρεύαμε παραμυθία
έβγαλαν δίσκο
και μας έφεραν ψιχία,
τίποτε πιο αυθόρμητο.
Τότε κι εγώ
έκατσα κι ονειρεύτηκα
το δέντρο με τα μεγάλα
ώριμα
φιλιά.

• Στην εκκλησία άναψε μονάχα ένας πολυέλαιος.
Η βυσσινιά γυναίκα
I δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να χάσει το χρώμα της.
Μοίρασαν το κορμί σου σε σπόρους·
τα πουλιά δεν πλησίασαν.
Ήρθαν αντίθετα αγύρτες
φορτωμένοι σακιά και λαγήνια,
ενώ το παιδί ζητούσε μάταια
παγωτό χωνάκι.

 

 

Ιστορία Ι

• Τη μύγα τη συντηρήσαμε έναν ολόκληρο χειμώνα
από δωμάτιο σε δωμάτιο
από ζέστη σε ζέστη
την περιθάλψαμε.

• Ήταν τότε που τα παιδιά
άνοιξαν πανιά και ξεκίνησαν.
Τις ημέρες τα έζωνε η σκόνη
τα βράδια τα παίδευε η διάρροια.
Ένα σούρουπο
βρήκαν το σιντριβάνι
που τίναζε ψηλά σπέρμα
έσκυψαν, νίφτηκαν.

• Τότε παρατήρησαν την κοπέλα
που κάθε βράδυ τακτοποιούσε στη σειρά
τα στήθη της
ανήσυχη μην της βγει μονός ο αριθμός.
Ενώ ταυτόχρονα αντιλήφθηκαν
πως οι άνθρωποι γύρω τους περπατούσαν τόσο σκυφτοί,
που ένας κωφάλαλος ένας ανάπηρος κι ένας νάνος
έβαζαν ανενόχλητοι καλαθιές στην μπασκέτα.

• Τη νύχτα
καπνοί έβγαιναν απ’ τις σκηνές.
Τ’ άλογα κοιμούνταν ορθά μες σε γαλάζιους αχνούς
λυγίζοντας κάποτε το ένα τους πόδι.
Οι λύχνοι φώτιζαν θάνατο.
Τότε φάνηκαν οι κοινές γυναίκες.
Η μια απ’ αυτές γέλασε με χείλη χοντρά
δόντια συμπαγή
έβγαλε το κραγιόν και βαφόταν
τα χείλη της έπεσαν κομμάτια
πολύ εντυπωσιακό, είπαν όλοι.

• Το άλλο πρωί
άρχισε άγρια η μάχη
χωρίς όπλα.
Όσοι είχαν επιζήσει
πέθαναν από ασφυξία.
Μόνον εκείνος
είχε έγκαιρα αποτραβηχτεί στο δάσος,
σ εκείνη τη συστάδα
που κρεμόταν από μερικά κίτρινα φύλλα
λίγες κλωστές νερού
και την ουρά ενός σκίουρου,
Εκεί τη βρήκε της ξέσκισε το φουστάνι
εκείνη δεν αντιστάθηκε.

 

 

Ιστορία ΙΙ

Με κράτησαν πιστάγκωνα
και μου ‘δωσαν γροθιά στο σαγόνι
πλατεία Δικαστηρίων
μέρα μεσημέρι·
Τσαλάκωνα τον ένοχο ωσότου
ο κίτρινος φάκελος έλιωσε
κι οι ακτινογραφίες μου ξέσχισαν τα νύχια.
Ο Βενιζέλος κοιτούσε αδιάφορα.

Όλα τα ουράνια τόξα που είδα κολοβά.

*

Μια ριπή χρώματα
μου διέρρηξε τον αριστερό βολβο.
Τα γόνατά μου κόπηκαν
παρ’ όλη την πρωινή άσκηση.
Η είσοδος μύριζε μούχλα
και καπνό πίπας.
Ο ιερωμένος απέναντι
έκλεισε βιαστικά την καγκελόπορτα. 

*

Αίφνης τα τρακτέρ βγήκαν στο δρόμο
οι ερπύστριες όργωναν την άσφαλτο
αλλόφρονα μαμούδια, ευρήματα και κόκαλα
ζήτησαν καταφύγιο
στις παρακείμενες πικροδάφνες.

*

Μετά, τα προσχήματα τραβήχτηκαν.
Η μπλούζα άσπρη απέστρεψε το πρόσωπό της.
Κι ο πόνος απόμεινε
ξεδιάντροπος και πρωτόγονος
να με βρίζει χυδαία
και να με πελεκάει με το τσεκούρι.

 

adagio

To ξέρω, βέβαια, πως δεν μπορώ να φύγω
σκάλωσες τα μαλλιά σου στην τσάντα μου
κάθε φορά που ένα τόπι χτυπάει στο πεζοδρόμιο
που ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια με κοιτάζουν απ’ τη βιτρίνα
που μια ρουά φόρμα διακρίνεται στο βάθος του δρόμου
τη νύχτα ενυδρεύω
μετρώντας και ξαναμετρώντας τα χρόνια σου
ανηλεώς δεκατρία.

Ούτε πιο πολύ
ούτε πιο λίγο, αλλιώς θα εστερείτο
το γλυκασμό των γαλάζιων σταγόνων του.

Αν πιο πολύ, άλλωστε,
πώς θα γινόταν να σεργιανάει ακέφαλη
στις πλατωσιές της εφηβείας του;

*

Δεκατρείς φορές και δεκατρείς
μούδιασα απ’ τα μάτια σου λιγώνοντας
τις πασχαλιές στον κήπο μου θυμούμενη
και κοινωνούσα των αχράντων μυστηρίων.

Δεκατρείς φορές και δεκατρείς
έσταζα κι έσταζα την ηδονή
τις αγαθές συγκυρίες μελετώντας
τις πορείες των δρόμων τέμνοντας.

Δεκατρείς φορές και δεκατρείς
σπάραξα και σπαράχτηκα
και τα σπαράγματά μου λοιδορούσα
τα μάτια μου στο σκότος έστρεψα.

*

Το ξέρω πως έρχεσαι πίσω,
από το τζάμι που κλαίει δαγκώνοντας το δαντελένιο του ρούχο,
από τα παρκόμετρα που ξεροσταλιάζουν στο κρύο.
Κομμώσεις «ο Στέφος» τρίτη πολυκατοικία δεξιά,
στέκεται, απλώνει να χτυπήσει το κουδούνι
και αναρωτιέται ποια είναι αυτή πού την ξέρω,
τούτη τη διαδρομή έπρεπε να την κάνει πριν από έξι χρόνια
άργησε να θυμηθεί πως ξέχασε,
περνάει απέναντι
μηρυκάζοντας ένα στυφό γέλιο.

Κι όμως, το ξέρω πως έρχεσαι πίσω,
από το λυγμό των εσωρούχων μου,
από τα μπλε του Σεπτέμβρη και τα γκρι του Απρίλη,
απ’ τη μικρή φτωχούλα επίγνωση
που κάθισε να πιει ένα ζεστό ρόφημα.

 

 

 

ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ (1982)

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ξεκουράσου πια, παλιέ αγωνιστή.
Τόσοι χειμώνες και χιόνια στα μαλλιά σου.
Οι άλλοι βολεύτηκαν μέσα σε μαλακές παντόφλες
και φιλολογικά απογευματινά.
Εσύ απόμεινες να κοιτάς το παρελθόν και το μέλλον
με κάτι απορημένα μάτια.
Δεν καταλάβαινες καλά-καλά πώς φτάσατε σ’ αυτή τη θέση.
Βαστούσες ένα τσιγάρο ανάμεσα στα κιτρινισμένα νύχια.
Κάπου κάπου χάιδευες κάτι ετοιμοθάνατα όνειρα.
Όμως το αίμα σου δε χτυπούσε όπως άλλοτε
να σπάσει τις φλέβες.
Εσύ που κουμαντάριζες το όπλο
το ίδιο καλά με τη γυναίκα.
Τώρα σε κουμαντάραν χάπια, αρθριτικά
και στο δωμάτιο μυρωδιά από οινόπνευμα και καμφορά.
Κι έτσι έγειρες να ξεκουραστείς-για πάντα.
Μη με κοιτάζεις με μάτια ορθάνοιχτα μέσα στον ύπνο μου.
Δεν τον αντέχω αυτό τον πόνο στο στομάχι.
Κάτι μάθαμε κι εμείς.
Πάνω στην εφηβεία μαράναν τον ανθό μας.
«Μη μιλάς-μη σκέφτεσαι -μην κρίνεις».
Χτυπούσαν τα βράδια άγρια την πόρτα.
Ύποπτα μάτια γκρέμιζαν τους τοίχους του σπιτιού.
Δε σου ‘μενε ούτε μια γωνιά
δικής σου ζωής.

Τότε εσύ τραγουδούσες
μ’ ένα τραγούδι που ‘κλείνε ολάκερο τον ήλιο1
από τα στήθια σου ανάβρυζε η πίκρα
κι ένας λυγμός
για τη φτωχή πατρίδα.
Τραγουδούσες μ’ ένα τραγούδι
που ’λεγε για τις φυλακές, τα ξερονήσια
και γινόταν ένα με την ελπίδα μας
χάιδευε τα πληγωμένα κορμιά μας
τις καρδιές μας που
ξεχείλιζαν πόνο και όνειρα.
Ξεκουράσου πια και μη φοβάσαι.
Το πήραμε το τραγούδι σου.
Μαζί να παλέψουμε το Χάρο.
Να κυνηγήσουμε το φόβο.
Κι αυτό το κατακάθι που σκοτείνιασε την ψυχή μας

 

 

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

Εκείνη τη νύχτα
που καρφώθηκε στα μάτια σου η απορία,
φυλάκισες πεισματικά
ένα λυγμό στο στήθος’
ξενύχτισες μαζί μου σε μια ολονυχτία
χωρίς ελπίδα.
Το πρωί μ’ έθαψες βουβά μέσα σ’ ένα
άλμπουμ με παιδικά σχέδια
πίσω από μια λουλουδιαστή ταπετσαρία
πάνω σ’ έναν πίνακα μ’ ανάγλυφα ζωάκια.
Έφυγες με το ντοσιέ στη μασχάλη
να συνεχίσεις την επιστημονική σου έρευνα

 

 

ΘΝΗΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

Κουράστηκες να περπατάς τόσο δρόμο
κι όμως δε λες τίποτα, μη με στεναχωρήσεις.
Μόνο στα μάτια σου διακρίνω την κούραση.
Δε λες τίποτα. Όπως δεν έλεγες, όταν
με το τριμμένο παλτό πήγαινες χιλιόμετρα δρόμο
για να δουλέψεις, γιατί έπρεπε,
κι όλο αδυνάτιζες κι όλο χλόμιαζες.
Όπως δεν έλεγες, στη φυλακή,
κείνους τους δύσκολους καιρούς.
Στα πελώρια μάτια σου μπλέκονταν όνειρα κι ιδέες
και η ομορφιά όλου του κόσμου.
Έτσι έμεινες ανάλλαχτη από τον καιρό
κι η αγκαλιά σου να μυρίζει στοργή και ζέστα.
Κι όμως θα σε χάσω. Το ξέρω πως θα σε χάσω.
Πώς θα είναι ο κόσμος χωρίς τις γκρίζες σκάλες των μαλλιών σου
χωρίς τα μικρά σου πόδια κι αυτά τα μάτια σου
που όλο απορούν και λυπούνται;
Πώς θα ‘ναι η ζωή μου χωρίς το χάδι απ’ τη φροντίδα σου,
χωρίς τη μοσκοβολιά της καρδιάς σου;
Φοβάμαι. Όχι τη λήθη .
Την απουσία. 

 

 

ΟΡΟΣΗΜΟ

Να μη σταματήσουμε ας προχωρήσουμε κι άλλο.
Δεν μπορεί κάπου θα βγάζει αυτό το μονοπάτι.
Μην κοιτάς τη συστάδα των δέντρων κι αυτούς τους θάμνους
που κλείνουν το δρόμο.
Δεν μπορεί κάπου θα βγάζει.
Μη σκαλίζεις μόνο τ’ αρχικά μας στο δέντρο.
Χάραξε ημερομηνία και ώρα.
Να τη θυμόμαστε αυτή τη μέρα.
Χτες βράδυ ονειρεύτηκα:
μια βάρκα με λευκό πανί
ανάσαινα το κυμάτισμά του
και μια γαλήνη είχε απλωθεί στη θάλασσα και στον ύπνο μου.
Λες να ‘ναι το αύριο;
Το σήμερα το μοιράσαμε κόκκινες φέτες καρπούζι
φτύνουμε τα κουκούτσια
κι αιστανόμαστε το χυμό γλυκό και κρύο
να διατρέχει το στέρνο μας.
Απόψε θα ξενυχτήσουν πάλι οι ψαράδες.
Κι εγώ θα ζητιανεύω λίγη δροσιά από τ’ άσπρα σεντόνια.
Αύριο σαν κάθε μέρα
στην ακρογιαλιά οι πέτρες θα εμποδίζουν τα παιδιά να τρέχουν.
Το κύμα ολοένα θα γλύφει τις πέτρες στρογγυλές.
Μ’ αυτές τις πέτρες θα σμιλέψω το κορμί σου.
Ν’ αναδυθείς κάτι ανάμεσα
σε ενάλιο θεό και λεβέντη βαρκάρη
φουσκώνοντάς σου τα μπράτσα
δυο αρμαθιές ελπίδες.

 

αρμοί
1979-1981

 

ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ

1 η έκφραση

Η απομάκρυνση

Τώρα θα κρυώνεις
τούτη την άνοιξη που μπολιάστηκε χειμώνα,
που το πρώτο ανθισμένο χαμόγελο των δέντρων
μαράθηκε και σβύστηκε
και η βροχή σού γεμίζει τα μάτια με δάκρυα.
Θ’ ανοίγεις τη μπαλκονόπορτα
να μπει το χλιαρό ανοιξιάτικο αγέρι
και θα μπαίνει ένας αέρας υγρός και πηχτός.
Τώρα θα κρυώνεις
και πιο πολύ η ψυχή σου…
Τα μεσημέρια
θα παλεύεις μάταια να διακρίνεις λίγο ουρανό
πάνω ή δίπλα απ’ τις απέναντι πολυκατοικίες.
Στον ύπνο σου θα ’ρχεται η μεγάλη βρύση της αυλής
με την ασβεστωμένη αγκαλιά της
και το κανάτι με το κρύο νερό
καθώς και η ξαπλωτή πολυθρόνα
όπου κοιμόσουν τα μεσημέρια
κάτω απ’ τον ίσκιο της πικροδάφνης…
Τώρα τα βράδια θα μένεις άγρυπνη
ν’ ακούς την ασίγαστη βοή των αυτοκινήτων.
Θα μένεις άγρυπνη και θα κρυώνεις
πιο πολύ η ψυχή σου
έτσι που σιωπηλή κι ανήμπορη
νύχτες θ’ ακούς την τρομερή ανάσα
του εγκέλαδου·

 

 

ΠΙΣΤΕΥΑ ΠΩΣ

Πίστευα κάτι απ’ το χαμόγελό σου
κάτι στο άγγιγμα
απ’ τα ζεστά σου δάχτυλα.
Πίστευα πως
θα ’σπαζε η καρδιά μου από χαρά.
Κι η Σαλονίκη-δήθεν- όμορφη.
Θάλασσα γυαλί, σπίτια ανθρώπινό,
παιδιά λεύτερα με μπαλόνια και γλειφιτζούρια.
«Δήθεν» όλα.
Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι τρέχουν,
τ’ αυτοκίνητα τσιρίζουν,
στα προάστια το κρύο σε παγώνει.
Oι εργάτες γερνούν γρήγορα
και τα παιδιά τους φτωχά.
Λοιπόν καλύτερα ίσως
που ξαναμάζεψα τα φτερά μου.
Το κλάμα βουβό
κι ένα κενό στο μυαλό μου.
Όμως έτσι κι αλλιώς
δεν είναι καιρός για ψευδαισθήσεις.

 

 

ΝΑΞΟΣ

Ήτανε όμορφο το μεγάλο νησί όταν φτάσαμε,
ανασαίνοντας ήσυχα τον απογευματινό του ύπνο.
Εδώ έγινε το θάμα.
Η Αριάδνη ξανάσμιξε με το Θησέα
σ’ έναν έρωτα πανάρχαιο.
Και ξαναχώρισαν.
Αυτή τη φορά έφυγε η Αριάδνη-
κι ο Διόνυσος πάντοτε δίπλα της
μ’ ένα φλασκί μπρούσκο κρασί στο χέρι.
Την ώρα του αποχωρισμού
το λυπημένο χαμόγελο του Θησέα
σκέπασε όλο το νησί.
Η Αριάδνη το πήρε μαζί της
μαζί με το στραφτάλισμα απ’ τις ρόγες των αμπελιών
κάτω απ’ τον ήλιο…
Ψηλά το κάστρο συνέχιζε τη δική του σιωπηλή ζωή.
Σαν έπεφτε το βράδυ
ο Μάρκος Σανούδος ανέβαινε
στον πιο ψηλό πύργο στο Καστέλι
κι ανασαίνοντας άγρια το θαλασσινό αέρα
μούγκριζε μ’ ανοιχτά τα δυο του χέρια:
«Τα νησιά μας, τα νησιά μας».

«Τα νησιά μας- τα νησιά μας»
φωνάζουμε κι εμείς,
που βλέπουμε τους απλούς ανθρώπους
να παλεύουν μ’ ένα χώμα δύσκολο.
Καθώς τους αφήνουν να γερνούν άσκοπα.
Καθώς τους αφήνουν να πεθαίνουν απορημένοι κι αβοήθητοι.
Καθώς τους αφήνουν να ξεπουλάνε τη γή τους.
«Τα νησιά μας, τα νησιά μας»
αγωνιούμε κι εμείς.
Τούτο το καλοκαίρι
βάλαμε στ’ αυτί μας την κοχύλα και δεν ακούσαμε τη θάλασσα-
μονάχα κάτι υπόκωφο
σα λυγμό.

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

A’

Πονάς. Πόσο πονάς.
Κι αυτή θα φεύγει.
Τα καλοκαίρια θα σεργιανάει την ομορφιά της
στα νησιά.
Όλη τη μέρα θα φοράει ήλιους και χαμόγελα.
Μόνο το βράδυ,
την ώρα που χάνεται ο ήλιος
και φυσάει ένα αεράκι ήσυχο,
όταν σηκώνεται η μυρωδιά της θάλασσας
και σκαλώνει στα πυρωμένα κορμιά ,
όταν σεργιανούν στην παραλία
πολύχρωμες φούστες, κολλητά τζήν
και μαυρισμένα ντεκολτέ,
τότε θα χάνεται.
Θα γυρνάει στην κάμαρά σου,
στη σκόνη της πόλης που σε πνίγει,
στα όσα δε χάρηκες
στα όσα της πρόσφερες και δεν τα πήρε.
Τότε θα βλέπει τα πρώτα φώτα
μέσα στη θάλασσα,
και πνιχτά θα πλαταγίζει στα χείλη
τη γεύση του μάταιου.
Μη ρωτάς γιατί.
Δεν έχει γιατί. Είν’ η ζωή.
Η καρδιά σου είν’ όμορφη
άφησέ την να πει το τραγούδι της.

Β’

Κι είπε: Πονάω,
η καρδιά μου ματώνει σαν τριαντάφυλλο,
το κορμί μου αδειάζει σαν καλάμι.
Πώς να μη ρωτώ,
που ‘μεινα με μια φούχτα ερωτηματικά
να στοιχειώνουν στα δάχτυλα,
στα χείλη, στο μυαλό μου.
Έφυγε εκεί που την καλούσε η φαντασία της.
Ρουφάει σταγόνα σταγόνα το μέλι του καλοκαιριού.
Κλείνει τα μάτια ηδονικά
κι ονειρεύεται το αύριο
σε τόνους λαμπερούς.
Κι εμένα-
με πνίγει η σκόνη της πόλης.
Οι ορίζοντες κλείσαν.
Οι θάλασσες στέρεψαν,
δεν μπορώ να ταξιδέψω.
Μπερδεύω τα βήματά μου,
τόσο ψηλός ανάμεσα σε ανθρώπους
τόσο σκυφτούς.
Τα λόγια μου ξαναγυρνούν
χωρίς αντίκρισμα
ανάμεσα σ’ ανθρώπους τόσο μικρούς.
Τα βράδια ξενυχτώ.
Συνάζω τα σύνεργα.
Πρέπει να φτιάξω έναν κόσμο στα μέτρα μου.
Πρέπει να φτιάξω έναν κόσμο για τα όνειρά της.

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Η πολύτροπη Πηνελόπη

Κούλα Αδαλόγλου, Οδυσσέας, τρόπον τινά. Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2013, σελ. 72.

Οδυσσέας, τρόπον τινά. Ο ανατρεπτικός τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Κούλας Αδαλόγλου μας προϊδεάζει για το παιχνίδι που θα ακολουθήσει. Οι πρώτες λέξεις, «Α, ρε Οδυσσέα», επιβεβαιώνουν την αρχική εντύπωση. Εντούτοις, μια ανατροπή είναι μάταιη αν είναι απλώς λεκτική, αν δεν ανταποκρίνεται στην ουσία των πραγμάτων, αν δεν αποκαλύπτει κρυμμένες αλήθειες. Αυτή η οικεία προσφώνηση δείχνει πόσο κοντά σε μας είναι σήμερα ο ομηρικός ήρωας. Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, τι ακριβώς σηματοδοτεί το όνομα «Οδυσσέας», ποιες εικόνες έρχονται στη σκέψη μας όταν το συναντούμε σε λογοτεχνικό κείμενο και μάλιστα σε τίτλο. Ο πρώτος ποιητής του τον αποκαλεί «πολύτροπον», από τον πρώτο στίχο του έπους που του αφιερώνει, δηλαδή πολυπλάνητο, ταξιδευτή. Στην ποίηση της Αδαλόγλου αυτό σημαίνει όχι μόνο κοσμογυρισμένος ή κοσμοπολίτης, αλλά και μετανάστης, κι αυτός «τρόπον τινά», χαμένος στις θάλασσες από την οργή κάποιου σύγχρονου Ποσειδώνα. Να προσθέσω ότι «πολύτροπος» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει επίσης εύστροφος, θετικά και αρνητικά, ευφυής αλλά και κατεργάρης.
Και η Πηνελόπη; Αυτή κι αν έχει μια ωραία ιστορία, που απογειώνεται στο βιβλίο της Αδαλόγλου. Η Πηνελόπη, αν και βασίλισσα της Ιθάκης, υφαίνει, φυλακισμένη στο χώρο του αργαλειού, στο χώρο της γυναίκας. Μένει μακριά από τον εξωτερικό κόσμο: τις απειλές του Ποσειδώνα, τους πειρασμούς που ονομάζονται μνηστήρες. Να όμως που η λέξη «υφαίνω» στα αρχαία ελληνικά, στον Πίνδαρο, λόγου χάριν, υποδηλώνει επίσης γράφω, κάτι που κληρονόμησε η λατινική γλώσσα: το ρήμα «texo», υφαίνω, σημαίνει συνθέτω νήματα αλλά και συνθέτω λόγους. Σε πολιτισμούς της Ανατολής, οι οποίοι μας προσκαλούν να ταξιδέψουμε από την εικόνα στο στοχασμό, «υφαίνω» ισοδυναμεί με «απεικονίζω τη δομή του σύμπαντος πάνω στο πανί». Ποιο νέο σύμπαν απεικονίζει η Πηνελόπη της Αδαλόγλου; Το επάγγελμα της υφάντριας ξεκίνησε από την Ανατολή, η γραφή, η άλλη όψη της ύφανσης, ανήκει περισσότερο στη δυτική νοοτροπία. Την τέχνη του αργαλειού την έφεραν ταξιδιώτες-μετανάστες στη Μεσόγειο. Έχουμε δηλαδή μια διπλή κίνηση: τα χέρια της υφάντριας πάνω στον αργαλειό, η ίδια μέσα στο χώρο, από την Ανατολή προς τη Δύση. Έχουμε εδώ ένα γεωγραφικό-συμπαντικό φαινόμενο. Όντως, χρειάζονται χιλιάδες λέξεις-νήματα σε πολλές γλώσσες για να υφανθεί ένα ποιητικό κείμενο. Να προσθέσω ότι οι Αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη διαδικασία της ύφανσης για να περιγράψουν το σύμπαν. Και ας μην ξεχνούμε ότι οι Μοίρες υφαίνουν. Το νόημα διευρύνεται, επομένως, ακόμη περισσότερο: χτίζω τον κόσμο, κυριαρχώ στο χώρο, κατακτώ το Χρόνο. Η Πηνελόπη, και όταν παραμένει κλεισμένη σε γυναικείο χώρο, είναι δυνάμει Οδυσσέας. Η ύφανση των πολιτισμών προσφέρει νήματα ανατροπής στην ποιήτριά μας.
Διαβάζω την αρχή του βιβλίου:
Α, ρε Οδυσσέα,
αυτό κι αν με τρελαίνει:
είκοσι χρόνια σε περίμενα
και τώρα που χρειάστηκε να λείψω για δουλειές
ούτε ένα βράδυ δεν μπορείς να περιμένεις… (9)
Προσέξτε τον τέλειο ίαμβο, την παράδοση, αγκαλιά με την ανατρεπτική σκέψη. «Να λείψω για δουλειές», λέει η Πηνελόπη. Μια φιγούρα τοποθετημένη αμετάκλητα μέσα σε κλειστό χώρο βρίσκεται εκτός σπιτιού, όπως ακριβώς ο Οδυσσέας. Δύο ανατροπές ευθύς εξαρχής: ο οικείος μυθικός ήρωας –η εικόνα μας σε καθρέφτη–, η Πηνελόπη μακριά από την εστία. Πώς μιλά όμως η Πηνελόπη με τον Οδυσσέα τώρα που τελείωσε ο Τρωικός Πόλεμος; Πάλι δεν μιλά. Επιλέγει ένα άλλο είδος σιωπής: γράφει:
Αγαπημένε μου Οδυσσέα,
γράφω στο λάπτοπ που μου πήρες (11).
Το λάπτοπ αντικατέστησε τον αργαλειό. Μα γιατί δεν της αγόρασε υπολογιστή; Προφανής διαφορά, το λάπτοπ μπορεί να το έχει πάντα μαζί της. Ο Οδυσσέας την ενθαρρύνει να ταξιδεύει, να γίνει ένας άλλος Οδυσσέας. Τώρα πλέον η Πηνελόπη υφαίνει γράφοντας και μάλιστα εν κινήσει. Πρώτα επικοινωνούσε με νήματα-σύμβολα, τώρα με ταξιδιάρικες λέξεις. Αλλά η ηλεκτρονική επικοινωνία θα αποδειχθεί, όπως θα δούμε, εξίσου ανέφικτη με την προσωπική.
Κάποια στιγμή ο απασχολημένος άπιστος ταξιδευτής γράφει επιτέλους κι αυτός:
Αγαπημένη μου Πηνελόπη,
Σου αγόρασα μια εσάρπα. Από τη Σμύρνη. Περάσαμε απέναντι από τη
Χίο.
Θα συνεχίσω Έφεσο, μετά πίσω Σάμο. Την έδωσα στην Αθηνά, να
σου τη φέρει.
Και η Πηνελόπη απαντά στο μήνυμα με απορία:
Ποια Αθηνά εννοείς; (22)
Τι θέλει άραγε να πει η Πηνελόπη; Δεν λέω η ποιήτρια. Λέω η ηρωίδα της. Βρισκόμαστε μέσα σε ποιητικό λόγο:
– Η Πηνελόπη ζηλεύει τόσο που ξεχνά τη θεά Αθηνά. Δεν θα βάλει ποτέ μυαλό η Πηνελόπη, όποιος και αν είναι ο ποιητής της. Ακολουθεί το πεπρωμένο που έχει υφάνει γι’ αυτήν η οικογένεια, η κοινωνία.
– Η Αθηνά είναι υφάντρια. Η εσάρπα μάς θυμίζει αυτήν την ιδιότητα.
– Αλλά και γνωστή σε όλους μας ως θεά της σοφίας. Δεν χρειάζεται να μας το θυμίσει αυτό η ποιήτρια. Ύφανση και επιστήμη συναντιούνται. Η παραδοσιακή γυναίκα συμμετέχει τώρα πλέον σε διεθνή συνέδρια για το γυναικείο ζήτημα.
– Η ερώτηση της Πηνελόπης είναι απάντηση σε αυτό που υπονοεί ο Οδυσσέας: μετά το λάπτοπ σου αγόρασα και μια εσάρπα, ένα υφαντό, να μην ξεχνιόμαστε.
– Η Πηνελόπη γράφει σε λάπτοπ. Ύφανση και νέες τεχνολογίες, παράδοση και πρόοδος, ίσως μπορούν να συνυπάρξουν.
Και ενώ απουσιάζει σε συνέδριο, η Πηνελόπη γράφει:
Οδυσσέα, dear,
ελπίζω να περνάς καλά με την αντροπαρέα σου.
Και να σου πω ότι, παρά την άρνησή σου για βοήθεια,
βρήκα τους αριθμητικούς συσχετισμούς που με βασάνιζαν. Ευελπιστώ, λοιπόν, να ολοκληρώσω το υφαντό που σχεδιάζω. (15)
Για να υφάνει, η γυναίκα πρέπει πρώτα να βρει «αριθμητικούς συσχετισμούς». Εδώ τονίζεται η διπλή της ιδιότητα στην κοινωνία μας: γυναίκα-φύλο, έτοιμη από την αρχή να κατακτήσει το δικαίωμα στην προσφορά (ή και στην επιτυχία)∙ γυναίκα-γένος, περιορισμένη στο χώρο του αργαλειού, ενώ ανάγει αυτό το χώρο σε σύμβολο αυτοσυγκέντρωσης που θα τη φέρει κοντά στην αυτογνωσία. Υφαίνω, όπως είπαμε, κρύβει μία ακόμη ιδιότητα. Το υφαντό γίνεται κείμενο, και φέρνει στο νου μας όχι μόνο τον Πίνδαρο ή τους Λατίνους, αλλά και τη λέξη «κείμενο» σε ευρωπαϊκές γλώσσες: texte, text, testo… Υφαίνω, άρα γράφω, το υφαντό γίνεται κείμενο στα χέρια της νέας Πηνελόπης, που δεν γράφει απλώς: ο γυναικείος λόγος επιτρέπει στη γυναίκα να υφάνει η ίδια τη ζωή της, να υφάνει το πεπρωμένο της.
Μένω λίγο ακόμη στο συγκεκριμένο ποίημα, στο στίχο
Ευελπιστώ, λοιπόν, να ολοκληρώσω το υφαντό που σχεδιάζω.
Μα το χαρακτηριστικό του υφαντού της Πηνελόπης είναι ότι δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Σκεφθείτε τι θα σήμαινε στο ομηρικό έπος η φράση της Πηνελόπης «να ολοκληρώσω το υφαντό»: να παντρευτεί έναν από τους μνηστήρες, να είναι επομένως άπιστη ή καλύτερα να μην είναι πλέον η μυθική Πηνελόπη. Εδώ βέβαια πρέπει να μου πείτε: μα δεν λέει «ολοκληρώνω το υφαντό». Λέει: βρίσκω τους αριθμητικούς συσχετισμούς και ολοκληρώνω το υφαντό. Η επιστήμη και οι νέες τεχνολογίες θα με βοηθήσουν, λέει η Πηνελόπη, να ολοκληρώσω το υφαντό και να φύγω από τη φυλακή μου.
Σε λίγο θα συμπληρώσει:
Τα υφαντά τελειώνουν κάποτε
το γράψιμο κρατάει όσο κι η ζωή μας (19).
Μιλά προφανώς για μια άλλη ζωή, για την αιωνιότητα της γραφής. Το υφαντό-ζωή που υφαίνουν οι Μοίρες για τον καθένα μας κάποια στιγμή φτάνει στο τέλος του∙ η γραφή είναι αυτή που παραμένει, όπως στον Πίνδαρο: μια μέρα, τα όμορφα κορμιά των αθλητών που περιγράφει θα χαθούν∙ το ποίημά του θα είναι αιώνιο και θα απονείμει αθανασία στους αθλητές.
Η νέα Πηνελόπη ζει με ποιητικές λέξεις και όχι με νήματα, αλλά τα δύο γίνονται συνώνυμα:
Πώς έζησα τόσον καιρό
Μ’ αυτό το πικρό ποίημα στα χείλη
Και τα μάτια στραμμένα στο τίποτα. (24)
Ο τόπος της γραφής κλείνει και εγκλωβίζει την Πηνελόπη, χειραφετημένη γυναίκα, ωστόσο μαγείρισσα της οικογένειας. Ένα σαρδόνιο γέλιο αναδύεται μέσα από την ποίηση της Αδαλόγλου, με σκληρούς φθόγγους να επαναλαμβάνονται:
Σου ’χω μαγειρέψει – ψυγείο και κατάψυξη.
Ζέστανε, όπως ξέρεις, στο φούρνο μικροκυμάτων. (14)
Η ιστορία της σύγχρονης γυναίκας, φεμινίστριας σύμφωνα με πολλούς, κι αυτό γιατί αρνείται να είναι απλώς ένα κομμάτι από το πλευρό του Αδάμ, για να έχει δική της προσωπικότητα, να είναι επομένως καλύτερος άνθρωπος, να μαγειρεύει για τον άνδρα της, αποκλειστικά από αγάπη, ενώ ετοιμάζεται για το Συνέδριο Γυναικών. Βέβαια μπορούμε να δούμε αυτή την πλευρά της και εντελώς διαφορετικά. Ένα από τα όνειρα του Μαρξ ήταν να μπορεί η γυναίκα να αφήσει στη μέση το μαγείρεμα και να πάει να προεδρεύσει στη Βουλή. Από μια τέτοια οπτική η Κούλα Αδαλόγλου μάς στέλνει ένα μήνυμα ισοτιμίας: όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες, χρήσιμες για τον άνθρωπο και την κοινωνία, είναι εξίσου σημαντικές, έχουν την ίδια αίγλη.
Και ξαφνικά εμφανίζεται ένας απροσδιόριστος Άλλος. Η Πηνελόπη ως Άλλος είχε ήδη κάνει την εμφάνισή της στην ποιητική συλλογή, όπως και η Ελένη ως Άλλος. Η ωραία Ελένη, καθώς αναγκάζεται να κάνει μαστεκτομή, παύει να είναι το πρότυπο της ομορφιάς και, άρα, αν αυτό είχε συμβεί νωρίτερα, ο πόλεμος θα είχε αποφευχθεί. Η αναφορά στην Ελένη μου θυμίζει το στοχασμό του Πασκάλ: «Η μύτη της Κλεοπάτρας, αν ήταν πιο κοντή, όλο το πρόσωπο της γης θα είχε αλλάξει», με το στερεότυπο «το πρόσωπο της γης» να ξαναγίνεται μεταφορά και να μας μεταφέρει στη θέαση της ιστορίας της ανθρωπότητας, αλλά και να δίνει άλλη διάσταση στη χλεύη της Αδαλόγλου.
Ποιος είναι ο Άλλος; Η επιθυμία με τη μορφή ενός αγνώστου; Η Πηνελόπη εξίσου άπιστη; Δεν έχει παρά να απομακρυνθεί από τον αργαλειό και ανακαλύπτει ότι είναι άνθρωπος, με όλες τις αδυναμίες που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο ον. Η στάση της Πηνελόπης απέναντι στον Οδυσσέα είναι διφορούμενη ήδη από τον υπότιτλο:
Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα.
Ο υπότιτλος γίνεται στίχος και επανέρχεται σε ποίημα:
Τώρα ξέρω. Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα (24).
Με αυτά τα λόγια, αποδέχεται τη θνητότητά της, το μικρό μερίδιο της χαράς που αναλογεί στον καθένα μας. Για να επαναλάβει στο τέλος της πρώτης ενότητας της συλλογής τα ίδια ακριβώς λόγια, αλλά σε δύο στίχους αυτή τη φορά, με παύση ανάμεσά τους:
Τώρα ξέρω.
Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα (32).
Η Πηνελόπη διστάζει. Δεν είναι πλέον βέβαιη ότι θα ’χει κερδίσει κάτι.
Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Διαδρομές», η γυναίκα ταξιδεύει, ο γιος της, αν και τριών χρονών, ταξιδεύει μόνος του. Το ταξίδι, η κίνηση, είναι στα γονίδιά μας. Αγγλικές λέξεις διάσπαρτες σε όλη τη συλλογή σηματοδοτούν την παγκοσμιότητα των φαινομένων που περιγράφει η Αδαλόγλου, κυρίως τη γυναίκα-Οδυσσέα, ταξιδευτή, κατακτητή των θαλασσών, γυναίκα πολύτροπη.
Η επικοινωνία, σε αυτό το νέο σύμπαν γίνεται μέσω υπολογιστή. Αλλά τα μηχανήματα δεν επικοινωνούν, χωρίς τα συναισθήματα των προσώπων που εμπλέκονται. Σύντομα φτάνει η στιγμή της μη επικοινωνίας και με τηλέφωνο ή το Διαδίκτυο. Το ποιητικό υποκείμενο τηλεφωνεί σε αριθμούς που δεν αντιστοιχούν σε συνδρομητές, πληκτρολογεί μηνύματα, όταν ο σέρβερ δεν λειτουργεί (36), παραμένει μια Πηνελόπη σε απομόνωση. Μήπως η μη επικοινωνία είναι κομμάτι του πολιτισμού μας και μάλιστα διαχρονικά; Τότε προς τι η επανάσταση της γυναίκας; Σε τι βοήθησε το λάπτοπ που της πήρε ο Οδυσσέας, αν σκοντάφτει πάνω σε έναν εχθρικό σέρβερ; Το σχόλιο της ηρωίδας της Αδαλόγλου μάς προβληματίζει:
Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά. (35)
Προσπαθεί να επικοινωνήσει με γραφή, αλλά και αυτό είναι ανέφικτο. Κάποιος θα παρέμβει και θα κάνει το σύνηθες σχόλιο για γυναίκες συγγραφείς:
Τα δικά της αισθήματα προβάλλει.
Παρακαλώ
πετάξτε την
έξω από το ποίημα. (41).
Η Πηνελόπη-Μοίρα γίνεται ένα λάθος στο υφαντό που υφαίνει η ίδια. Το παιχνίδι ανάμεσα στη μυθολογία και τον υπολογιστή, στην αιώνια γραφή της λογοτεχνίας και τους σύγχρονους, εφήμερους μύθους της τεχνολογίας, ας μη φτάσει στο τέλος του τόσο άδοξα. Το ποίημα, όπως μια μοβ χάντρα, θα μείνει εκεί, χωρίς τον ποιητή. Διαβάζω τους στίχους στο τέλος του βιβλίου:
…πρόσωπα σκούρα
βλέμμα πανικού
φωνή σιωπής
μια μαύρη σκιά πετρώνει στα μάτια…
Σφίγγω στο χέρι μου μια μοβ χάντρα, που βρήκα ζωντανή σε μια γωνιά.
Κλείνω με στίχους λίγο πιο αισιόδοξους, ερωτικούς, τρόπον τινά:
Βελονιά βελονιά
από τα μάτια μου στα μάτια σου ο
έρωτας μας έραψε απόψε. (28)
Να με φιλάς
με φόντο μια δαμασκηνιά
στη στεριά μου ξάπλωσε
ν’ αργήσει το ταξίδι. (29)

(Ζωή Σαμαρά, Η πολύτροπη Πηνελόπη, περ. Δίοδος, περίοδος Α΄, τεύχος 6, Μάρτιος 2014)

 

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL /26/10/2016

«Εποχή αφής», ποιητική συλλογή της Κούλας Αδαλόγλου, εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Και τότε, θα τις πούμε απ’ την αρχή τις λέξεις
ξαπλωμένοι ανάσκελα σε πράσινες εκτάσεις αρωματικών φυτών
να ερεθίζουν τις αισθήσεις μας ασύστολα
να μας σκορπούν και να μας ανασυνθέτουν σε όλον
να μας χωνεύουν στο ενιαίο
στο αναπόσπαστο.

Εισχωρώντας στον ποιητικό λόγο της Κούλας Αδαλόγλου συνειδητοποιώ πως το τοπίο εδώ έχει τη πολυσημία του, έτσι όπως μεταλλάσσεται από μοναχικό και κλειστό (στον ελλιπή χώρο ενός δωματίου) σε φωτεινό και ερεθιστικό των αισθήσεων. Οι παρουσίες τρεις φαινομενικά (όσες και οι φωνές στα ποιήματα) στην ουσία δύο ή ακόμη και μία, η οποία ανασυνθέτει σε παρουσία την απουσία των προσώπων ή του ενός προσώπου. Και ο χρόνος, σαν να αδιαφορεί για τα προκαθορισμένα του διαστήματα, πότε έχει τη μορφή του παρόντος με έναν Ενεστώτα διαρκείας, πότε καταργεί αυτή τη διάρκεια μεταβαίνοντας στο παρελθόν, όπου με τον Παρατατικό της επανάληψης ή με τον οριστικά απολεσθέντα Αόριστο συσσωρεύει στιγμές και μνήμες, και πότε επιχειρεί ένα πέρασμα στο μέλλον με τη χρήση ενός Μέλλοντα, που αμφίβολο είναι πώς θα κατορθώσει να διασώσει τη βεβαιότητα του ερχομού του. Έτσι κι αλλιώς η ποίηση είναι ιδιωτική υπόθεση του ποιητή, ο οποίος καθορίζει τη θέση και τη φωνή των προσώπων ή άλλοτε σκηνοθετεί το κενό της απουσίας τους. Όταν ο αναγνώστης επεμβαίνει με την ανάγνωσή του στον χώρο του ποιήματος, τότε προκύπτουν και οι διαφορετικές εκδοχές της αρχικής πρόθεσης (και της μόνης που ανταποκρίνεται στη θνητή αφορμή του ποιητικού λόγου), και από κει και πέρα ξεκινά η μαγεία της συνάντησης του δημιουργού με τον αποδέκτη του έργου του.

Τα ποιήματα της συλλογής συνιστούν ένα όλον, καθώς το ένα μοιάζει να συνεχίζει το άλλο, ίσως από διαφορετική οπτική γωνία με τις τρεις φωνές Α΄ Β΄ Γ΄ να εναλλάσσονται σ’ αυτή την ιδιόμορφη αφήγηση μιας ιστορίας συνεύρεσης, μοναξιάς, συνειδητοποίησης εν τέλει. Οι εικόνες που μας δίνει η ποιήτρια μέσα από τους στίχους της έχουν σκληρές γωνίες, έχουν αμυχές, έχουν βάρος συχνά ασήκωτο, έχουν σώμα.

Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.
Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα –
φτάνουν οι παρομοιώσεις –
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

Φτάνουν οι παρομοιώσεις, θα μας πει. Αλήθεια, ποια ανάγκη για μεταφορικότητα; Η αφή, στην οποία παραπέμπει ο τίτλος της συλλογής (αλλά και του πιο ξεκάθαρου ποιήματος Εποχή αφής) είναι η πιο γήινη αίσθηση από όλες. Ακόμα κι όταν όλες οι υπόλοιπες αισθήσεις αποδειχθούν παραπειστικές, η αφή θα διατηρεί αλώβητη την υπόστασή της, χωρίς μυωπικά γυαλιά, χωρίς ψεύτικη σύλληψη του ήχου, με όλη τη γεύση της και με την όσφρησή της ακέραιη. Η αφή έχει μνήμη, και όταν οι πραγματικές εικόνες χαθούν, αυτή θα κυριαρχήσει. Εποχή αφής.

Θα βγάλω από τα χέρια σου βρύα και λειχήνες
θα σου φορέσω ένα γκρι πουλόβερ
θα καθαρίσω από τα μάτια σου τα μικρά ψάρια
θα φιλώ τα δάχτυλά σου ένα ένα
μέχρι να νιώσω να τα διαπερνά η ζωή.
Κι ύστερα, με το πιο παρατεταμένο φιλί
θα πάρω από το στόμα σου όλο αυτό το χώμα που τα πέτρωσε.

Η ποίηση της Κούλας Αδαλόγλου δεν έχει ανάγκη τον λυρισμό για να γοητεύσει, ούτε κολακεύει τον αναγνώστη της προσφέροντάς του κοινότοπα, επιφανειακά αισθήματα. Απαιτεί από αυτόν μια προσεκτική εναπόθεση της δικής του ματιάς πάνω στα δικά της ίχνη. Και αν αυτά χαράσσουν και πληγώνουν, αν αιφνιδιάζουν με την αλήθεια τους, έχει να αντικρούσει με τον δικό της αιφνιδιασμό απέναντι στα γυρίσματα της ζωής.

Αιφνιδιασμός
Γιατί με αιφνιδίασες;
ούτε ένα σημάδι, κάτι που να δείχνει αλλαγή πορείας.
Ο αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο.
Γιατί θεώρησες προβλέψιμη την αιφνιδιαζόμενη;
Ποιος ορίζει το πλαίσιο;

Αν θελήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέτει ο παραπάνω στίχος, η μόνη ίσως σωστή απάντηση να είναι: ο ποιητής σε κάθε περίπτωση. Και αν θελήσουμε να το προχωρήσουμε πιο πέρα, ίσως να απαντήσουμε: και ο αναγνώστης ενδεχομένως. Η ποιήτρια αναφερόμενη στα δικά της πρόσωπα, κυρίαρχα στη σκέψη της, λέει:

Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν, να
συνθέτω τις σκέψεις τους, να προδιαγράφω το μέλλον τους.

Ο αναγνώστης, με τη σειρά του, θα διαβάσει ερμηνεύοντας κατά το δοκούν. Ο διάλογος στην ποίηση είναι ζωντανός. Και η συγκεκριμένη ποιητική πρόταση της Κούλας Αδαλόγλου προσφέρει με την πολυσημία των μέσων της τον κατάλληλο χώρο για την ανάπτυξή του. Έτσι όπως οι χρόνοι μεταλλάσσονται, το ποιητικό υποκείμενο αλλάζει ένδυμα διαρκώς, και οι αισθήσεις υποχωρούν επιτρέποντας στην αφή να κυριαρχήσει, το ποίημα μοιάζει να θέτει πολλαπλές ερωτήσεις. Θαρρώ, όμως, πως αυτή είναι η γνήσια ποίηση.

 

 

ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΛΑΣΑΡΙΔΟΥ

Εποχή αισθήσεων και ψευδαισθήσεων

Μια σειρά συνειρμών νοηματικής αλληλουχίας εγείρεται από τις δύο λέξεις που συνθέτουν τον τίτλο της καινούριας ποιητικής συλλογής της Κούλας Αδαλόγλου που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι που μας πέρασε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν: Εποχή αφής, άρα και Εποχή των αισθήσεων ή μήπως και Εποχή του έρωτα; Ξεκινώντας την ανάγνωση των πρώτων κομματιών του βιβλίου ο αναγνώστης διαμορφώνει έναν ορίζοντα προσδοκιών στο επίκεντρο του οποίου αναμφισβήτητα βρίσκεται ο έρωτας. Και διαδραματίζει πράγματι το συναίσθημα αυτό νευραλγικό ρόλο στη συλλογή, καθώς, αν θεματικά τη συνέχει παράλληλα με τον θρυμματισμένο χρόνο, τη διάψευση των προσδοκιών και την εναγώνια εκπλήρωση της επαφής, μορφικά την καθορίζει. Η συλλογή δομείται βάσει μιας εναλλασσόμενης τριφωνίας, προικοδοτώντας το έργο με δραματικότητα, αφού οι παράλληλοι μονόλογοι τριών προσώπων κατατείνουν και εντέλει εγκαθιδρύουν μια διαλογικότητα των φωνών.
Συνεπώς, εν προκειμένω η δραματικότητα δεν προσδίδει απλώς μια εσωτερικότητα στη δράση των ποιητικών ανώνυμων πρωταγωνιστών αλλά έχει έντονα τον χαρακτήρα του υπόρρητου και της εσωστρέφειας, έχει τη διάσταση μιας οιονεί επικοινωνίας και μιας επαφής λανθάνουσας. Είναι ευρηματικό το δομικό στήσιμο της συλλογής από την Αδαλόγλου: οι τρεις πρωταγωνιστές ― δύο γυναίκες και ένας άνδρας ―ξεδιπλώνουν τις μύχιες σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους: φόβος, προσμονή, ένα αίσθημα του ανικανοποίητου, η ελπίδα για συνάντηση. Οι απρόβλεπτες διαδρομές του έρωτα βυθίζουν σε ένα πένθος το ποιητικό υποκείμενο και η απώλεια της ερωτικής Εδέμ υπογραμμίζεται ενίοτε μέσα από τη μετωνυμική χρήση μουντών και πένθιμων χρωμάτων, όπως είναι επί παραδείγματι, το μοβ ή το μαύρο, αλλά και μέσα από εικόνες που ιχνογραφούνται με φόντο τη σκιά και τη βροχή, το φθινόπωρο και το κρύο.
Η ευρηματικότητα, ωστόσο, της δομής έχει ακόμη μία διάσταση εν προκειμένω. Η ποιήτρια χωρίς να χρησιμοποιεί ποιητικές περσόνες, alter ego του ποιητικού υποκειμένου, τριχοτομεί τον ποιητικό «εαυτό», υποδυόμενη ρόλους χωρίς ονόματα. Η λέξη «φωνή» με αύξουσα αρίθμηση, η οποία χρησιμοποιείται και για τους τρεις πρωταγωνιστές της συλλογής, αποδεικνύεται ένα δραστικό αναγνωστικό οδόσημο, τονωτικότερο από οποιοδήποτε ηχηρό ονοματεπώνυμο στον βαθμό που δεσμεύει την προσοχή του αναγνώστη, καθώς οι γέφυρες επικοινωνίας που στήνονται συγκροτούνται στη βάση της πιο ξεχωριστής ανθρώπινης ιδιότητας, της ικανότητας της ομιλίας, και οι αναγνωστικές προσδοκίες εξυφαίνονται στον άξονα της προσμονής για επικοινωνία σε τόνο εξομολογητικό.
Όμως η διανομή των ρόλων στο ποιητικό ― θεατρικό αναλόγιο της Αδαλόγλου μας επιφυλάσσει ακόμη μία έκπληξη. Εξηγούμαι: Αν η πρώτη φωνή, η γυναικεία, είναι αναμενόμενη, η δεύτερη, η ανδρική μας ξαφνιάζει, καθώς προδίδει έναν ποιητικό χαμαιλεοντισμό, ενώ η τρίτη φωνή μιας γυναικείας φιγούρας που παρατηρεί το ζευγάρι, αποσκοπώντας στην επανένωσή του και δρώντας ως ένα πανεποπτικό Εγώ, έχει παρουσία ρυθμιστική και κρατά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε τον ρόλο που έχει στο μυθιστόρημα ο παντογνώστης αφηγητής ή ένας από μηχανής θεός στο θέατρο που μπορεί να προσφέρει ελπίδα. Τούτες, οι εναλλαγές προσδίδουν στη συλλογή τον χαρακτήρα της πολυπρισματικότητας, προικοδοτούν το ποιητικό έργο με πολλές γωνίες αφήγησης που πολλαπλασιάζονται σχεδόν καλειδοσκοπικά, αν ενσωματώσουμε στην εξίσωση της ερμηνείας τους παράγοντες του χρόνου, της μνήμης και της αίσθησης.
Τα κομμάτια της συλλογής είναι πυκνά και σύντομα, λιτά, πολλά εξ αυτών με περιορισμένα χωρικά όρια αλλά ταυτόχρονα αρκετές φορές με εγκιβωτισμένη τη δύναμη του ερωτικού επιγράμματος: Με έβαλες πάλι στα μάτια των αντρών,/ Αλλά με άφησες εκεί, εικόνα αφίλητη,/ σε προσμονή γηράσκουσα./. Η πυκνωμένη τους μορφή είναι απότοκη ή απλώς συνάρτηση της ποιητικής γλώσσας, που θα τολμούσα να τη χαρακτηρίσω σωματική, δεδομένου ότι εκπορεύεται από τις αισθήσεις και πλάθεται από αυτές με κεντρομόλο δύναμη την αφή. Διαβάζουμε από το ποίημα που χάρισε τον τίτλο σε όλο το βιβλίο: (…) Εποχή αφής./Ο άνεμος στα μαλλιά./ Τα δάχτυλα στα μαλλιά./Τα δάχτυλα στα δάχτυλα./Τα δάχτυλα στα χείλη./Τα χείλη στο μάγουλο/ Το μάγουλο στην παλάμη./ (…).
Είναι όμως ταυτόχρονα χαρακτηριστικό ότι παρά την έντονη δραματικότητα της συλλογής, τα κομμάτια και η γραφή της Αδαλόγλου δεν διακρίνονται απλώς για την απουσία υψηγορίας, αλλά κυρίως για τον μινόρε τόνο τους που λειτουργεί διεγερτικά αντιστικτικά με την έντονη δραματικότητα, συνθέτοντας ένα αντιθετικό ζεύγμα με ένα κρεσέντο συναισθημάτων από τη μια και ένα τονικό ντεκρεσέντο από την άλλη. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία πως η ποίηση της Αδαλόγλου ― στοιχείο που είδαμε πολύ έντονα και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της με τίτλο Οδυσσέας, τρόπον τινά (Σαιξπηρικόν 2013) ― είναι προσωπική με πρωτογενές υλικό το βίωμα, το οποίο λειτουργεί κατά κύριο λόγο ως συνάρτηση της Μνήμης. Το βίωμα στο ποιητικό σύμπαν της Αδαλόγλου αποτελεί εκείνη την απαραίτητη αναλυτική κατηγορία για την προσέγγιση και ερμηνεία των διαπροσωπικών σχέσεων. Διαπιστώνουμε όμως από τα ποιήματά της πως το εκάστοτε προσωπικό βίωμα του ποιητικού υποκειμένου δεν είναι αποκολλημένο από το παρόν κοινωνικό πλαίσιο, γι’ αυτό και ορισμένα από τα κομμάτια της συλλογής μεταλλάσσουν την κοινωνική εμπειρία της γράφουσας σε κριτική οικειοποίηση του κόσμου. Διαβάζουμε από το ποίημα «Φέιγ Βολάν»: (…) Λίγο πριν από το ύψος της Ερμού/ μετέωρες αποφάσεις./ Συλλαλητήριο για τους απολυμένους/ εκατοντάδες μηνύματά μου φέιγ βολάν πεταμένα στους δρόμους/ ζητούν τον λόγο από εκείνον που παρίστανε τον παραλήπτη./ή σε άλλο ποίημα: Καθάρισε τη μνήμη του τηλεφώνου./ Τόσο κόκκινο, την πνίγει./ Εικόνες από μακριά και πιο κοντά/ διαμελισμένα ερείπια/ πρόσωπα θρήνος/ οροί τραύματα αίμα/ ρουκέτες παράκρουσης/ ανατιναγμένη λογική/ ζωές λαθραία παγιδευμένες/λάμες απόγνωσης/ σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας/.
Είναι η έννοια του χρόνου και η διαχείρισή της το νήμα που συνέχει τα τρία πρόσωπα της συλλογής; Η έννοια του χρόνου στην παρούσα συλλογή είναι άρρητα συνυφασμένη με τις έννοιες της Ύπαρξης και της Μνήμης, ενώ το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι αποκρυσταλλώσεις μιας διαλεκτικής σχέσης. Το άχθος της φθοράς και η διαστολή του πραγματικού χρόνου αποτελούν επιμέρους νευραλγικές συνιστώσες του υπαρξιακού στοιχείου που επικαθορίζει με λανθάνοντα τρόπο τα ποιήματα. Ο πραγματικός χρόνος του ρολογιού δεν ταυτίζεται με τον χρόνο, όπως τον βιώνει το ποιητικό υποκείμενο, καθώς οι λεπτοδείκτες κολλούν, ο χρόνος ακινητοποιείται, η αίσθηση μετατρέπεται σε παραίσθηση και το παρόν αργεί να γίνει το προσδοκώμενο μέλλον. Διαβάζουμε: Συγγνώμη που άργησα να ανοίξω/ έπρεπε να μαζέψω αυτή την παγίδα/ αποκεφαλίζει ποντικούς κατσαρίδες σαύρες/ μια φορά έκοψα κι ένα κοτσύφι / με το τελευταίο λάλημα σφηνωμένο στο χρυσό του ράμφος/ από τότε στοιχειώσαν οι ώρες/ πρέπει να σπρώξω γερά τους λεπτοδείκτες/ κατάλαβες γιατί άργησα ν’ ανοίξω…/.
Την ίδια στιγμή η Μνήμη γίνεται το εργαλείο που στεγανοποιεί το παρελθόν από το παρόν και που επιβάλλει εκείνες τις διχοστασίες που σημασιοδοτούν το σήμερα μέσα από τη διάθλαση του παρελθόντος. Όμως η έννοια του χρόνου πέρα από τις διαχωριστικές γραμμές που οροθετεί φαίνεται να θρέφει και τη λεπτή ειρωνεία που διαχέεται στη συλλογή και που εκφέρεται πότε απορηματικά και πότε μέσα από την ενδυνάμωση του εσκεμμένα συγκεχυμένου που δημιουργούν οι πολλαπλές εστίες αφήγησης και οι λεπτές τονικές διαβαθμίσεις της γλώσσας των λιτών στίχων του καθημερινού λεξιλογίου. Παρά τη μελαγχολία όμως της γραφής που αναδύεται από τους στίχους της συλλογής της η Αδαλόγλου μοιάζει να μην έχει δηλητηριασμένο αίμα, αφού το μετέωρο τέλος του βιβλίου απεγκλωβίζει ένα ανεσταλμένο φορτίο ελπίδας, δίνει χώρο στο όνειρο και εντέλει στην ίδια τη ζωή.
info:Κούλα Αδαλόγλου, Εποχή αφής, Σαιξπηρικόν
14 Δεκεμβρίου, περιοδικό «Ο Αναγνώστης. Για το βιβλίο και τις τέχνες»

 

 

ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΤΑΣ

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΟΝΟΜΑ: (επ)Αφή, ΕΠΙΘΕΤΟ: Ηλεκτρονική -Εξ Αποστάσεως, ΠΕΡΙΦΡΑΣΗ: Μεγέθυνες τις Αποστάσεις, Διύλισες το Χρόνο, Υπήρξες ποτέ;
Κούλα Αδαλόγλου ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2016: «Ποίηση αιχμηρή με βελούδινο κόψιμο» (Άγγελα Καϊμακλιώτη), «Υπέροχη ποίηση σε τρεις φωνές στα άδυτα της προσδοκίας για ερωτική εγγύτητα και για την παγωνιά της ματαίωσης (Δεσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη). Ακολουθεί αποσπασματική παρουσίαση σε πέντε ενότητες με εσωτερική εστίαση Τάσου Κάρτα: α] Ο τίτλος και οι αμφισημίες του β] Τρεις φωνές αφηγούνται μια ιστορία σε διαφορετικά επίπεδα χρόνου, τόπου και σημασίας γ]Χρόνοι, Τόποι και Αποστάσεις: στην Εποχή της Αφής ο Αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο και η Συνέχεια Απορίες αναμενόμενες δ]Τώρα πληγωμένο αγρίμι στη μονιά μου… Κατάλαβα ότι δεν είχες να μου δώσεις λέξεις / Χιόνισε μέσα μου και ε] Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό: επίλογος με τη Συνέχεια της (συγ)Γραφής πολλά υποσχόμενη: «κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν…». «Πόσο η κοινοτοπία ακούγεται αλλιώτικα, όταν υπάρχει ανάγκη» γράφει σε κάποιο σημείο της συλλογής της η Κούλα Αδαλόγλου. Και μ’ αυτό τον απολογητικό αφορισμό υπογραμμίζει με το δικό της τρόπο τη μεταμορφωτική λειτουργία της ποίησης: είναι κάτι σαν «μαγικό ραβδί», που στα χέρια χαρισματικών ποιητών αποκτά μυστηριακή δύναμη, μπορεί δηλαδή να καθαγιάζει και τις πιο πεζές καθημερινές λέξεις, να χαρίζει υπόσταση λυρική στις εικόνες τους και έτσι να τις απογειώνει ως ποιητικές στιγμές πλέον στη μεταφυσική εκείνη διάσταση που θα τις αντιλαμβάνονται ως κοινή ανθρώπινη μοίρα αναγνώστες διαφορετικών εποχών συμμετέχοντας συνειδητά ή υποσυνείδητα, «δι ελέου και φόβου» στη μυσταγωγία της «των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»: ΦΩΝΗ Γ: «Καθάρισε τη μνήμη του τηλεφώνου. Τόσο κόκκινο την πνίγει. Εικόνες από μακριά και πιο κοντά, διαμελισμένα ερείπια, πρόσωπα θρήνος όροι τραύματα αίμα, ρουκέτες παράκρουσης, ανατιναγμένη λογική, ζωές λαθραία παγιδευμένες, λάμες απόγνωσης, σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας» [ART by Chexm1X Ascent ]

Α. ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ: ο τίτλος και οι αμφισημίες του
Δεν πρέπει να είναι τυχαία η επιλογή του τίτλου «Εποχή Αφής» για τη νέα ποιητική συλλογή της Κούλας Αδαλόγλου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν τον Ιούνιο του 2016. Ο εύκολος συνειρμός με την Οθόνη Αφής, βασικό στοιχείο εξέλιξης στις έξυπνες συσκευές νέας τεχνολογίας, παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στις αντιφάσεις του πολιτισμού που επέτεινε αυτή η τερατώδης και ραγδαία ανάπτυξή του: από τη μια μεριά όλα ενεργοποιούνται δια της αφής, έρχονται δίπλα και γίνονται «οικεία» μ’ ένα ΚΛΙΚ κι από την άλλη η πραγματική επικοινωνία και επ-αφή μαζί τους (και μεταξύ των υποκειμένων) ομολογείται ως εικονική: ΜΟΝΟ «Δάχτυλα που αγγίζονται και ριγούνε με την προϊούσα οσμή μιας απομάκρυνσης»!… είναι η εποχή αυτή. Η διαπίστωση είναι λυρική στην έκφρασή της μα τραγικά οξύμωρη στη σημασία της. Γιατί σ’ αυτή την Εποχή Αφής: «αυτή η άνοιξη δεν αντέχεται να μένει άνοιξη». Γι’ αυτό η ποιήτρια, «με το άσπρο φουστανάκι της κι ένα πελώριο χαμόγελο σε αναμονή», εικόνα αγγιγμένη αλλά αφίλητη σε «προσμονή γηράσκουσα», ξεσπά στην κατακλείδα του ευχετικού αχ να Γινόταν: «να εκραγούν επιτέλους τα αισθήματα, να λάμψουν τα χείλη, να ανατιναχτούν οι ηλεκτρονικές σου άμυνες, να υψωθεί ο πόθος στους ατμούς του»:
ΝΑ ΓΙΝΟΤΑΝ:
Να γινόταν. Να μπούμε σε ρομαντικό παλιό τραγούδι και μακριά να φύγουμε, μαζί.
Διάφανη εγώ, να φαίνεται το αίμα που ανθίζει στις αρτηρίες μου.
Μου κάνεις χάρες και απογειώνομαι. Σε ξεχωρίζω και θριαμβεύεις.
Μου χαρίζεις φεγγάρια, σου χαρίζω στίχους, τον Γαλιλαίο μου χαρίζεις και νικάς.
Θέλεις να φύγεις και δεν σ’ αφήνω, λέω να φύγω και σου σφηνώνεται η μπουκιά στο λαιμό

ξαφνικά τσινάς κι αντιδράς αναίτια, λιωμένος ζητάς συγγνώμη,
δεν τη δέχομαι απολογείσαι γράφεις όλα τα βλέμματα προβάρεις
με κάνεις και γελώ – και πάλι από την αρχή

ξεσπάς επάνω μου τις από αλλού πιέσεις ξεσπώ επάνω σου ανασφάλειες
σε φοβίζω λες δεν καταλαβαίνεις λες αμφιβάλλω λέω τον ασαφή σου λόγο
καμιά εξομολόγηση μια στέρηση με σφάζει υποχρεώσεις σε χτυπούν αλύπητα
πού είμαστε ποιοι είμαστε δεν ξέρω ένα σουέλ η ψυχή μας
… αυτή η .άνοιξη δεν αντέχεται να μένει άνοιξη
να εκραγούν επιτέλους τα αισθήματα να λάμψουν τα χείλη
να ανατιναχθούν οι ηλεκτρονικές σου άμυνες
να υψωθεί ο πόθος στους ατμούς του.

Β. ΤΡΕΙΣ ΦΩΝΕΣ αφηγούνται μια ιστορία σε διαφορετικά επίπεδα χρόνου, τόπου και… σημασίας:
Παρατηρώντας προσεκτικά στα περιεχόμενα τους τίτλους των ενοτήτων/ ποιημάτων, υπάρχει μια δυσκολία στο να αντιληφτούμε το σκεπτικό της όλης σύνθεσης. Πρωταγωνιστούν ως Πρόσωπα/ αφηγητές τρεις Φωνές: Φωνή Α, Φωνή Β και Φωνή Γ, που εναλλάσσονται χωρίς κάποια λογική σειρά. Η Χλοή Κουτσουμπέλη σχολιάζοντας αυτή τη σύνθεση φαντάζεται πίσω από τις συγκεκριμένες Φωνές «Έναν άντρα, Μία Γυναίκα, μία σχέση από απόσταση και μία Τρίτη Φωνή, που είναι η συγγραφέας-ποιήτρια…». Η Περσεφόνη Τζίμα, από την πλευρά της, πιστεύοντας ότι οι Φωνές «δίνουν μιαν άλλη διάσταση φόντου, ένα ευρύτερο πλαίσιο ποιητικών υποκειμένων», προσδιορίζει με άλλο κριτήριο το ρόλο τους: πρωταγωνιστικό ρόλο δίνει στη Φωνή Α, παράλληλη ή απαντητική θεωρεί τη Φωνή Β, ενώ η Φωνή Γ, η πιο ολιγόλογη, είναι η αποστασιοποιημένη Φωνή του Παρατηρητή. Το σημαντικό για την Περσεφόνη Τζίμα είναι οι διαφορετικές διαθέσεις των Φωνών, γιατί στην ουσία είναι «τρεις παραλλαγές ποιητικής έκφρασης σε διαφορετικές διαθέσεις του ίδιου και του αυτού ποιητικού υποκειμένου».

ΦΩΝΗ Α – ΙΧΝΗ… ΑΥΤΟΝΟΗΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ
Ρίχνω ψιχουλάκια στο διαδίκτυο,
να τσιμπήσεις να πλησιάσεις,
μη σε χάσω στην παγωνιά εσωέξω…

Κι αυτός, που βεβαιώθηκε εκείνη τη στιγμή
πως για κείνον ομόρφαινε,
έβαλε την ψυχή του στα μάτια
και της τη δώρισε.

ΦΩΝΗ Β – ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΕΙ. ΣΑΝ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΠΑΝΤΑ…
… Τι ξέρει η αγάπη από το όμορφο;
Τι ξέρει από το διαφορετικό;
Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.

Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα –

φτάνουν οι παρομοιώσεις-
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

ΦΩΝΗ Γ – ΚΑΘΑΡΙΣΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ
Τόσο κόκκινο την πνίγει.
Εικόνες από μακριά και πιο κοντά
διαμελισμένα ερείπια
πρόσωπα θρήνος
οροί τραύματα αίμα
ρουκέτες παράκρουσης
ανατιναγμένη λογική
ζωές λαθραία παγιδευμένες
λάμες απόγνωσης
σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας

Γ. ΧΡΟΝΟΙ, ΤΟΠΟΙ κι ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ: στην Εποχή της Αφής ο Αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο και η Συνέχεια Απορίες αναμενόμενες
Η εποχή, που είναι της Αφής, δηλώνεται εξαρχής με τον τίτλο της συλλογής. Εποχή Αφής είναι και ο τίτλος ενός ποιήματος στη σελ. 21 που ακολουθεί την αφήγηση της Φωνής Γ, με την οποία η Κούλα Αδαλόγλου ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής ολοκληρώνει τους στοχασμούς της σε κάθε επιμέρους ενότητα. Στο ομότιτλο λοιπόν με τη συλλογή ποίημα δίνονται κάποια πιο ειδικά στοιχεία. Προηγείται η εικόνα της γυναίκας «με το άσπρο της φουστανάκι κι ένα πελώριο χαμόγελο σε αναμονή… χαμόγελο εφιαλτικό» Στο φουστανάκι ζωγραφίζει λεκέδες πολύχρωμους. Ο τόπος της δράσης δίνεται με την υπερρεαλιστική εικόνα της θαλασσινής αύρας που χαϊδεύει τα μαλλιά της γυναίκας, τα μακραίνει και τα κάνει να φτάνουν και να βρέχονται στη θάλασσα!.. Ο θαυμασμός σε πρώτο πρόσωπο: «πόσο ζηλεύω το θαλασσινό αεράκι να χαϊδεύει τα μαλλιά μου…». Η συνέχεια είναι επιγραμματική αποτύπωση στοιχείων Εποχής Αφής! Μια «σκυταλοδρομία» λέξεων στην οποία η μια λέξη παραδίδει στην επόμενη τη σκυτάλη της αφής και της ανταποδίδεται το χάδι του ανέμου. Δηλαδή, ένας αέναος Κύκλος Αγγιγμάτων, στρόβιλος αποριών και στο βάθος Απουσία πανταχού παρούσα:
«Ο άνεμος στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα μαλλιά
Τα δάχτυλα στα δάχτυλα.
Τα δάχτυλα στα χείλη.
Τα χείλη στο μάγουλο.
Το μάγουλο στην παλάμη.
Η σιωπή στα χείλη.
Ο αερόσακος της απόστασης στα σώματα.
Ο στρόβιλος των αποριών.
Η απουσία σου παντού.
Το γρατσούνισμα της μνήμης.
Τα δάχτυλα χωρίς πλήκτρα ψαύουν μηνύματα»

Και ύστερα; Θα φτάσει ο Χρόνος; Ή διαφορετικά: πόσος χρόνος μένει; Θα βγει σε καλό; Πώς να το προ(σδι)ορίσεις; Η τελική α-πορία είναι πρωθύστερη: «Της διευκόλυνσης της ευκαιρίας; Όχι της ανάγκης της επιθυμίας; Κόβουν πολύ τα γυαλιά της θρυμματισμένης ψευδαίσθησης». Στον παρόντα χρόνο πάντως έχουμε την εικόνα μιας Συνάντησης (του Άνδρα με τη Γυναίκα;). Την αφηγείται μάλλον η Φωνή Α, της Γυναίκας. Υποκειμενική εστίαση στα μαγαζιά, τα κλειστά περίπτερα, την ερημιά των δρόμων αλλά «πάντα ένας προβολέας να τους ακολουθεί, ούτε μια άκρη να ξαποστάσουν». Το ποίημα επιγράφεται ΧΡΟΝΟΣ, «χαλαρός, γέλιο, μαλακώνει ο πόνος, απαλό κρασί, μπουκιές-μπουκιές η απόλαυση, έτσι… η αγάπη ζεσταίνει, τα μάτια βαθιά ψάχνουν τη διέξοδο, υπόσχονται… Έτσι το μέλλον αργεί…». Η Γυναίκα προαισθάνεται τη δυσκολία εκπλήρωσης των επιθυμιών στον εναπομείναντα χρόνο: «Το ξέρει φυσικά πως όλο αυτό δεν πρόκειται ή δεν είναι δυνατόν να βγει σε καλό…». Κι επειδή καταλαβαίνει ότι δεν μένει πολύς καιρός «θα τον μετρήσει πάλι σε μια ολόσωμη φωτογραφία τεμαχίων, θα τον μετρήσει με τις αντοχές της, με τον αέρα που της μουντζουρώνει τα μάτια που γίνονται γκρίζα καθώς λιώνει το μακιγιάζ, με την πλατεία που αποστηθίζει τα αδιέξοδά της, με το βαμβακερό νυχτικό μούσκεμα στον ιδρώτα»!… Τη λυρική εμβόλιμη πρόζα του ΧΡΟΝΟΥ ακολουθεί η Φωνή Γ, που με εναλλαγή χρωμάτων, με οπτικές και τις ακουστικές εικόνες, ολοκληρώνει το σκηνικό της συνάντησης:
Το σύννεφο είχε καθίσει πάνω από το σπίτι.
Ένα σύννεφο σαν μπουκέτο λουλούδια, μοβ, μαύρα, φούξια.
Ακούστηκε η βροντή, μια λάμψη,
το σύννεφο σκόρπισε σε μυριάδες κομμάτια.
Απ’ το ταβάνι έπεφτε μια βροχή από μοβ πέταλα.

Δ. ΤΩΡΑ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΓΡΙΜΙ ΣΤΗ ΜΟΝΙΑ ΜΟΥ… «Κατάλαβα ότι δεν είχες να μου δώσεις λέξεις/ χιόνισε μέσα μου»:
Όψεις μοναξιάς που μεγεθύνουν απροσδιόριστα συναισθήματα παρατηρεί ο αναγνώστης να εκτυλίσσονται καθώς προχωρά η αφήγηση με την εναλλαγή των Φωνών. Εναλλάσσονται και οι εικόνες που δραματοποιούν τα γεγονότα. Στη μια εικόνα η Φωνή Γ/ Παρατηρητής βλέπει τον άνδρα μέσα στο νερό σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια αντίστασης στο ορμητικό ρέμα: «κρατάς το κεφάλι πίσω τεντωμένο μη σου ’ρθει κανένα σανίδι ή κλαδί ορμητικό, το κορμί ευέλικτο για τις κατεβασιές και τις στροφές δώθε κείθε». Εδώ κυριαρχεί ο φόβος για την τύχη του ήρωα: «φοβάμαι μην ξοκείλεις σε καμιά άκρη, ξέπνοος και ξεχασμένος ή μη σε δω να σε παίρνει ο καταρράκτης με ανοιχτά χέρια και πόδια…». Στην άλλη εικόνα χιονίζει και η ηρωίδα μη έχοντας τα κατάλληλα παπούτσια γλιστράει και σκίζεται το καρό της αδιάβροχο. Πρόσοψη μοναξιάς: «τα μαλλιά σου λερές ρίζες χώνονται στους τοίχους». Κάτοψη το πρόσωπο που λιγοστεύει και μένει μια κουκίδα. Πανόραμα μοναξιάς χέρια που πέφτουν και «τα κιάλια-μάτια μου ανακαλύπτουν έντρομα πως στον καθρέφτη τόσους μήνες κοίταζα». Εναλλαγή με εικόνα υπερρεαλιστική των πληγών του έρωτα: στα καφασωτά παράθυρα «στριμωγμένη η ανάσα στριμωγμένο το φιλί στραμπουλιγμένη η ματιά»!… Η Περσεφόνη Τζίμα σχολιάζει τη σκηνή: «Με αρκετά «γριφώδη ενάργεια» εισέπραξα τη Γ΄ φωνή-σύνθεση στη σελίδα 27. Ένιωσα έναν πόθο πολύτιμο αλλά ανεκπλήρωτο, που ο «άλλος» τον πέταξε, ούτως ειπείν, «στα σκουπίδια» – και πόσο μια τέτοια αντιμετώπιση τραυματίζει αλλά και γεννάει στίχους. Εμπόδια παντού: καφασωτά παράθυρα, το χνούδι στα δάχτυλα είναι μόνο ένα ίχνος, ένα ψίχουλο, μια αφή πόθου, εκδηλωμένου ή εμποδισμένου…». Το συμπέρασμα μαγικός ρεαλισμός: «κι ούτε καν ολονύχτιος πόθος μόνον ένα ροδακινί χαμόγελο, έστω, τόσο κατ’ επανάληψη «λάθος» η γεμάτη σακούλα πάντοτε δίπλα στον κάδο πλέον…». Κι όμως στη δύστροπη αυτή κι αντιφατική Εποχή Αφής, σε τούτη την άλλη γωνιά της ποίησης, όλα είναι Απόφαση μιας Βραδιάς με Πανσέληνο, τότε που η γλώσσα πλαταγίζει όνειρα με φιλιά κάτω απ’ την ομπρέλλα:
«Πανσέληνος.
Κι εγώ κρατημένος από μια λεπτή κλωστή.
Πανσέληνος.
Κι εγώ που διέκρινα εκείνη
τη λεπτή τομή
στραμμένος να τη διερευνήσω
μ’ όλο το φως που συμπυκνώθηκε στα μάτια μου.

Δεν σε αιφνιδίασα.
Δεν έβλεπες. Γι’ αυτό δεν είδες τα σημάδια.
Πολλά, μέρα τη μέρα πλήθαιναν.
Είναι ένα ρίσκο.

Χέρσα χωράφια
εκτάσεις σφερδούκλια
γυαλί και ατσάλι φυτρώνει στον κάμπο κάτοπτρο ρουφά τον ήλιο.
Ο κάμπος με ζεύει υποζύγιο
τα ζώα ρουφούν την ορμή μου.

Σε τυλίγω με τα μεγάλα μου χέρια
Κουρνιάζεις και ηρεμείς.
Σε φιλώ απαλά
σε κοιτώ βαθιά
απομνημονεύω την εικόνα σου.

Το μικρό γούρι στον σάκο μου,
ένα βιβλίο κι άλλο ένα,
μια κούπα με τον Τενεσσί Ουίλιαμς.
Το διαμέρισμα αδειάζει,
ο καναπές με το ριχτάρι που ξέρεις
μετακόμισε ήδη.

Ξέρω ότι θα μου λείψει η μυρωδιά και το γέλιο σου
θα μου λείψουν οι πολύχρωμες μπαλαρίνες σου,
τα παράπονα και οι θυμοί σου.

Σε μέμφομαι για την πικράδα στο στόμα μου
για τη χορταριασμένη αγκαλιά μου.
Ο κάμπος ξέρει πως είμαι άδειος
εγώ πονάω για τα ουδέτερα μέλη μου
βαλτώνω στη λάσπη.

Μεγέθυνες τις αποστάσεις
διύλισες το χρόνο.

Ανασαίνω στρέμματα αρωματικά φυτά
στο εργαστήριο τα πρώτα αιθέρια έλαια,
μα δεν σκιρτά η παγωμένη αγάπη.

E. ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΡΑΒΑΚΙ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟ ΚΑΙΡΟ (επίλογος με την Συνέχεια της (συγ)Γραφής υποσχόμενη: «Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν… )
Σημαντικό είναι που η Κούλα Αδαλόγλου διατηρεί ακμαίο το νεανικό της πνεύμα και σ’ αυτή την έβδομη ποιητική συλλογή της. Διαβάζουμε ποιήματά της από το 1982 που εκδόθηκαν οι ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ, η πρώτη της ποιητική συλλογή. Ακολούθησαν οι συλλογές: ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (1992), ΔΥΟ ΕΛΕΓΕΙΕΣ και μια ΩΔΗ (1996), ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ (2001), ΔΙΠΛΗ ΑΡΘΡΩΣΗ (2009) και ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ (2013).

Διπλά σημαντικό που δεν ολοκληρώνεται η μελέτη των ποιημάτων της συλλογής όσες φορές κι αν την διαβάσει κανείς. Γιατί σε κάθε ανάγνωση ανακαλύπτεις στοιχεία που δεν τα είχες προσέξει τις προηγούμενες φορές. Η εποχή αυτή, όπως κι άλλες εποχές στη νεότερη ελληνική ιστορία, δεν είναι εποχή για ποίηση. Όταν ορθώνεται μπροστά σου μ’ όλα τα πελώρια ποδάρια της η Λερναία Ύδρα της αντικειμενικής πραγματικότητας, το κάλεσμα της Μούσας εύκολα μένει ανεπίδοτο ή ανεκτέλεστο. Και γι’ αυτό, πολύ συχνά, τα ποιήματα «είναι τόσο πικραμένα (και πότε άλλωστε δεν ήσαν; ) κι είναι -προ πάντων- και τόσο λίγα» (Εγγονόπουλος 1948). Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο όμως η ποίηση είναι απαραίτητη κι αξιέπαινη η προσπάθεια των ποιητών που κόντρα στον καιρό με πόνο ίσως αλλά και μ’ έμπνευση περισσή γράφουν για όλα αυτά «όπως η γλώσσα που πλαταγίζει όνειρα».

Έτσι κι η Κούλα Αδαλόγλου στην Εποχή Αφής, την εποχή μας, έγραψε και θα συνεχίζει να γράφει όσα νομίζει πως έχουν να μας πουν οι διαφορετικές Φωνές που αφηγούνται την ιστορία της παρουσίας μας σ’ αυτή την πραγματικότητα. Συνθέτει τις σκέψεις τους, προδιαγράφει το μέλλον τους. Δεν είναι αναμενόμενη η συνέχεια; «Ή μήπως τους αγάπησα πολύ», είναι ο στίχος με τον οποίο κλείνει η Φωνή Γ την αφήγησή της. Η αποσπασματική παρουσίασή μου, που εστίασε σε κάποια μόνο στοιχεία των ποιημάτων της Κούλας Αδαλόγλου, κλείνει με την αντιγραφή τριών ακόμα ποιημάτων, ένα από κάθε Φωνή: ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΩΝΙΑ (Φωνή Β), ΣΑΝ ΝΑ ’ΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (Φωνή Α) και ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΝΑ ΕΜΠΑΙΝΑ ΣΕ ΔΩΜΑΤΙΟ ΝΕΚΡΟΥ (Φωνή Γ):

ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΩΝΙΑ
Σταφύλια μύρτιλα γλυκάνισος δυόσμος δενδρολίβανο θυμάρι
μποτίλιες βάζα κρύσταλλα διαφανή πολύχρωμα
ταξιδεύουν ανθίζουν ξυπνούν
σε τούτη την άλλη γωνιά, στην υγρασία φως,
όπως το κίτρινο αδιάβροχο που μιμείται τον ήλιο,
όπως η γλώσσα που πλαταγίζει όνειρα,
φιλιά κάτω απ’ την ομπρέλα.

Γύρισα όλα τα κάστρα του Βορρά.
Νόμιζα θα βρω ιππότες κι ευγενείς.
Βρήκα μόνο λίγα ξερά κόκκινα φύλλα.
Τα κόκκινα φύλλα ξυπνούν τις μνήμες.

Ο Μανόλης έρχεται συχνά,
συνοδεύει τις βουβές βόλτες μου,
σπεύδει με μια ομπρέλα στις νεροποντές,
σχολιάζει τις περαστικές φιλενάδες μου
«η Αργυρώ ήταν καλύτερη μεγάλε».
Εσύ χαμένη στα ντοσιέ και στα ταξίδια σου
Σκοτεινιάζουν πολύ τα νερά του Havel,
αινιγματικά σιωπηλά κι ακίνητα.

ΣΑΝ ΝΑ ’ΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Βρέχει περπατώ στην παραλία
φυσά δυνατά η ομπρέλα μου σμπαράλια
γκρίζα και ταραγμένη η θάλασσα
λίγο αργότερα ακούω για το ναυάγιο και πάλι.
Γέμισαν τα νερά θάνατο.
Θέλω πίσω τα νησιά μου.
Αυτές οι θάλασσες θα κουβαλούν για πάντα το βαρύ φορτίο τους.
Ψάρια γκαστρωμένα κακό
γυάλινα μάτια θα κοιτάζουν την αντανάκλαση των νεκρών ονείρων.
Και το σκούρο δέρμα στις ακτές μια χαίνουσα ενοχή.
Και να μην μπορώ να σου κρατήσω το χέρι στην άκρη του ξεροχώραφου.
Εραστή της απομάκρυνσης, των διαδρομών του τρένου και των πτήσεων.
Με γέλασες όταν παρίστανες τον εραστή του πράσινου.
Σε γκρίζες αγορές εκτίθεσαι
σε παγωμένες πλατείες πλανιέσαι
μαυρίζει η μέρα
μοιρολογεί το άγνωστο.

Σαν να ’ταν καλοκαίρι άπλωνες φωτογραφίες χαμόγελα φιλιά
πόθους να στεγνώσουν και να νοστιμέψουν
Σαν να ’ταν χειμώνας τα μάζευες στα σκοτεινά κουτιά σε κρυφές αποθήκες.
Έμειναν μαύρα τετράγωνα να με απειλούν
μια δίνη αμφιβολία πάει να με καταπιεί –
υπήρξες ποτε;

Γ (τελευταία σελίδα συλλογής)
Για πολύ καιρό ήταν σαν να έμπαινα σε δωμάτιο νεκρού.
Απέφευγα την είσοδο.
Δεν άγγιζα τίποτα. Δεν διάβαζα τα σημειώματά τους, δεν γύριζα
στην ηλεκτρονική τους συνομιλία, δεν έβλεπα φωτογραφίες τους.
Κάποτε άνοιγε η βαλίτσα και χύνονταν κάτω όνειρα ξεσκλίδια,
επιθυμίες πορφυρές, πληγωμένα e-tickets.
Μήπως ήμουν αναίσχυντη χάκερ;
Αργότερα έστρωνα τραπέζι, έβαζα πιάτα και ποτήρια γι’ αυτούς.
Πολλά βράδια έπινα το τσάι μου μαζί τους, οι γεύσεις και τα φλιτζάνια που τους άρεζαν.
Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν, να συνθέτω τις σκέψεις τους, να προδιαγράφω το μέλλον τους.
Η συνέχεια έμοιαζε αναμενόμενη.
Ή μήπως τους αγάπησα πολύ;

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ. ΒΟΥΤΑΩ ΣΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΛΑΓΟΥΜΙ ΜΟΥ
ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ, ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2013 παρουσίαση της συλλογής με αποσπάσματα από συνέντευξη της ποιήτριας και σχόλια ή κριτικές παρατηρήσεις από: Αναστασία Γκίτση, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Πώλη Χατζημανωλάκη, Μιχ. Μπακογιάννη ενώ η όλη παρουσίαση κλείνει μ’ ένα κείμενο της Χλόης Κουτσουμπέλη – με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο:

 

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ

diastixo.gr , 11 Μαρτίου 2014

Για να ανατρέψεις τα αρχέτυπα, πρέπει άριστα να τα κατέχεις. Για να παίξεις με τη γλώσσα, για να ανακατέψεις δηλαδή όρους της σύγχρονης τεχνολογίας και της κοινωνικής δικτύωσης με εκφράσεις της καθομιλουμένης και της νεανικής αργκό ταυτόχρονα με ξαφνικά ιριδίζοντα σαλιγκάρια μετά τη βροχή εξαίσιας έμπνευσης, έτσι ώστε να κατορθώσεις ένα άρτιο ποιητικό αποτέλεσμα που να διακατέχεται παράλληλα και από έναν τέλειο ρυθμό, θέλει μαεστρία τεχνίτη. Για να κατασκευάσεις έναν ολόκληρο ποιητικό κόσμο όμως με δικούς του νόμους και κανόνες μέσα σε μία μόνο σύνθεση, χρειάζεται έμπνευση και εξυπνάδα, διεισδυτικότητα και βάθος, σκληρή δουλειά και ταλέντο.
Η Κούλα Αδαλόγλου, φιλόλογος με μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και διδακτορικό στο ΑΠΘ στη διδασκαλία της γλώσσας και στην αξιολόγηση της γραφής, σχολική σύμβουλος φιλολόγων, διευθύντρια από το 2007-2011 στο Καλλιτεχνικό Γυμνάσιο Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, μέλος της συγγραφικής ομάδας των βιβλίων Έκφραση-Έκθεση, που εισήγαγαν την επικοινωνιακή γλωσσική διδασκαλία στο Λύκειο, με άλλες πέντε ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων πίσω της, θα μπορούσε παρ’ όλο το εντυπωσιακό της βιογραφικό να μην κατορθώνει τίποτε από τα προαναφερθέντα. Ευτυχώς όμως για τους αναγνώστες της, η τελευταία της ποιητική συλλογή με τον ευρηματικό τίτλο Οδυσσέας, τρόπον τινά, πραγματικά τα συγκεντρώνει όλα.
Συγκεκριμένα, στο σύμπαν που επαναδημιουργεί η Κούλα Αδαλόγλου, η Πηνελόπη γράφει σε ένα λάπτοπ και στέλνει μέιλ στον Οδυσσέα στην πρώτη ενότητα της συλλογής, με τίτλο «Μηνύματα στον Οδυσσέα», κάποια από αυτά είναι σε πρώτη και σε δεύτερη γραφή, άλλα δεν θα σταλούν ποτέ: άλλα σου στέλνω, άλλα σβήνω, άλλα φυλάγω στο προσωπικό μου αρχείο. Η Πηνελόπη ως ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται στον Οδυσσέα στο δεύτερο πρόσωπο με διάφορες προσφωνήσεις που υποδηλώνουν και το ευρύ φάσμα αντιφατικών συχνά συναισθημάτων, που κυμαίνονται από την τρυφερότητα και την αγάπη έως την πικρία και τον σαρκασμό, όπως: Α ρε Οδυσσέα, Καλέ μου Οδυσσέα, Αγαπημένε μου Οδυσσέα, Αντιστύλι μου, Οδυσσέα Dear, Γερνάς αγάπη μου, σκοτεινιάζεις αγάπη μου.
Μερικές φορές, ο Οδυσσέας από τρόπον τινά απρόσωπος αποδέκτης αποκτά μία υπόσταση σκιάς, υπάρχει μία υπόνοια επικοινωνίας, κάποιος τελικά έστω απών υπάρχει στην άλλη άκρη του διαλόγου, έτσι στη σελίδα 12, σε ένα ποίημα με πλάγια γράμματα, αυτός εκφράζει νόστο και τρυφερότητα, σε ένα άλλο στη σελίδα 17, μέσα από την απάντηση της Πηνελόπης σε δικό του μήνυμα (στα ποιήματα που αυτή απαντάει σε δικά του μηνύματα μπαίνει το πρόσημο Re), μας μεταφέρεται μία φράση αγανάκτησής του: «Τι δουλειά έχει εκεί ο Τηλέγονος, να τσακιστεί να φύγει», μία φράση τραγικής ειρωνείας αφού, σύμφωνα με την Τηλεγονία, ένα πανάρχαιο έπος-συνέχεια της Οδύσσειας, που αποδίδεται στον Ευγάμονα, ο Τηλέγονος, γιος του Οδυσσέα και της Κίρκης, κάποια στιγμή θα σκοτώσει τον πατέρα του. Απαντάει λοιπόν η Πηνελόπη και λέει στον Οδυσσέα ότι, στο κάτω κάτω: ο Τηλέγονος είναι δικός σου συγγενής και έγραψε πως έρχεται… Ας φρόντιζες να ήσουν εδώ. Η Κούλα Αδαλόγλου, είπαμε, κατέχει άριστα την αρχαιοελληνική γραμματεία, πράγμα που της επιτρέπει να παίζει αριστοτεχνικά με το υλικό της με τη λεπτή ειρωνεία του γνώστη. Ο Οδυσσέας γράφει με γραμματοσειρά σε πολυτονικό, βάζει περισπωμένη στο μαυ, του μαύρου χιούμορ, της ίδιας της αίσθησης του χιούμορ δηλαδή που διατρέχει όλη τη συλλογή.
Στη σελίδα 22, επίσης ο Οδυσσέας ανακοινώνει στην Πηνελόπη ότι στη διάρκεια του ταξιδιού του, έδωσε μία εσάρπα στην Αθηνά να της τη φέρει.
Αν θα προλάβει η όποια Αθηνά, απαντά η Πηνελόπη και αυτός ο στίχος ίσως πιο περιεκτικός από όλους συνοψίζει όλη τη ματαίωση, τη ζήλια, την πικρία, την ισοπέδωση. Ένα παιχνίδι με λεπτές ισορροπίες πάλι της Πηνελόπης. Ποια Αθηνά εννοείς, Πότε θα μου τη φέρει; Αυτό που υπονοείται είναι πιο δυνατό από αυτό που προφέρεται.
Τέλος, στη σελίδα 23, ο Οδυσσέας στέλνει ένα μήνυμα αναγγελίας του ερχομού του: Πάει, τον φάγαμε κι αυτόν τον μήνα! Γυρίζω σύντομα, θα πρασινίζει το νησί… για να λάβει την εύστοχη απάντηση από την Πηνελόπη.
Re: Κανένα μήνα δεν φάγαμε, αυτός μας τρώει…
Σε όλα τα υπόλοιπα ποιήματα-μηνύματα η Πηνελόπη απευθύνεται σε έναν συνομιλητή τρόπον τινά, όχι εντελώς πραγματικό, όχι εντελώς εκεί, όχι εντελώς Οδυσσέα. Είναι, θα έλεγε κανείς, μία συνομιλία όχι της αρχετυπικής Πηνελόπης αλλά της Γυναίκας με τον βαθύτερο εαυτό της, με την ίδια τη δημιουργική της δύναμη, με το υφάδι, με τον ίδιο της τον ιστό, με τη μοναξιά, με την απώλεια, αλλά και με το χάρισμα της γραφής. Με τον άντρα που ακόμα και αν ήταν παρών, θα ήταν ουσιαστικά απών, εξόριστος και μετανάστης για πάντα όχι από το σώμα της, αλλά από τη βαθύτερή της ουσία.
Ιθάκη είναι η Πηνελόπη, ένα απρόσβατο νησί, όπου ο Οδυσσέας γυρίζει ή δεν γυρίζει αδιάφορο, αφού το ίδιο το στοίχημα, δηλαδή η πραγματική επιστροφή, έτσι κι αλλιώς έχει για πάντα και από πάντα αποκλειστεί.
Στο σύμπαν των ανατροπών που σκιαγραφεί η Κούλα Αδαλόγλου, η Πηνελόπη λείπει σε ταξίδι στο Συνέδριο γυναικών, οι μνηστήρες έφυγαν, ο Εύμαιος ερωτοτροπεί με μία νεαρή θεραπαινίδα, η ωραία Ελένη έκανε μαστεκτομή. Και το μεσοδιάστημα ανάμεσα σε μία παρουσία και μία απουσία είναι το κέρδος.
Πίσω από τη φαινομενική σκληρότητα και τον σαρκασμό, όμως, υποφώσκει μία τρυφερότητα, μία ματωμένη ευαισθησία, μία λεπτή απόχρωση προσδοκίας πριν από την άλωση του Άλλου. Ποιος είναι αυτός ο Άλλος σ’ αυτή τη συλλογή που καραδοκεί να τα μετατρέψει όλα σε στάχτη; Που κόβει τους αρμούς μας; Που κρατάει λεπίδι; Πολυμήχανο σε είπαν, διεκδίκησέ με λέει η Πηνελόπη στον Οδυσσέα. Μπορεί όμως ο έρωτας να νικήσει τον Θάνατο;
Αστράφτουν οι ερωτικοί στίχοι της Κούλας Αδαλόγλου πάνω στο πολυποίκιλτο υφαντό της.
Βελονιά βελονιά
από τα μάτια μου στα μάτια σου
ο έρωτας μας έραψε απόψε.
Αν η πρώτη ενότητα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία Οδύσσεια, αυτή της Πηνελόπης, ενός ταξιδιού ψυχής από τον θυμό και την πίκρα ως τη σιωπηλή αποδοχή και κατανόηση, μία «τρόπον τινά» διεύρυνση των ορίων της αγάπης, η δεύτερη ενότητα, με τον τίτλο «Διαδρομές», εξετάζει όλες τις εκφάνσεις του νόστου. Γιατί μετανάστες είμαστε, σύμφωνα με την ποιήτρια, από μία παιδική ηλικία που όλο διαφεύγει, σε μια χώρα ανεξαρτησίας που δεν επιλέξαμε, από μία γλώσσα με λέξεις που δεν μπορούμε να προφέρουμε πια γιατί «μας γδέρνουν το λαρύγγι», με τηλεφωνήματα χοάνες που μας ρουφούν, ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί μετέωροι να διασχίζουμε μία Μάγχη, σε μία πραγματικότητα με τεχνικούς όρους και τεχνητή ζωή στο Skype, όπου όλα ματαιώνονται και αφανίζονται. Μετανάστες από μία επικοινωνία με τον Άλλο, που για κάποιον λόγο ποτέ δεν ολοκληρώνεται, από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο, από μπίρα σε μπίρα, από ανάμνηση σε ανάμνηση.
δεν είναι εύκολο αν είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου ανθρώπους, απάντησε
μ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.
Ο ποιητικός κόσμος της Κούλας Αδαλόγλου είναι ένα deadline, όπως λέει και η ίδια, με την ίδια τη ζωή. Πραγματεύεται την απώλεια και τη μοναξιά με έναν τρόπο καθόλου δακρύβρεχτο, αλλά πρωτότυπο και ιδιαίτερο. Κάθε ποίημα αποτελεί μία μικρή ιστορία για άντρες, γυναίκες, ξένους και οικείους, και ακόμα για οικείους που για πάντα έγιναν ξένοι. Μία εξαιρετική ποιητική συλλογή που απόλαυσα!

http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/2268-koutsoumpeli-odiseas

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ

Οδυσσέας, τρόπον τινά

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 19/03/2014

Οι ματιές που ρίχνει ακόμα και ο πιο υποψιασμένος αναγνώστης στο εργαστήρι ενός ποιητή δεν μπορεί παρά να είναι πλάγιες, ελλειπτικές. Θα είναι τυχερός εάν, από χαραμάδες του εργαστηρίου αυτού, όπως είναι, ας πούμε, οι λέξεις του τίτλου μιας συλλογής, καταφέρει κάποτε να διακρίνει την ιστογραμμή που συνέχει τον νεότερο ποιητικό λόγο με την παράδοσή του.

Η Κούλα Αδαλόγλου συγκέντρωσε σαράντα εννέα ποιήματα, δημοσιευμένα πολλά από αυτά σε περιοδικά και ιστολόγια στο διάστημα 2010-2013, και τα συσσωμάτωσε στην έκτη ποιητική της συλλογή, με τίτλο Οδυσσέας, τρόπον τινά. Ο τίτλος αυτός αναπόφευκτα ανακαλεί στον αναγνώστη την αφήγηση της Οδύσσειας, τις περιπέτειες του πολυμήχανου βασιλιά στο ταξίδι της επιστροφής του, τη στρατηγική και την αποτελεσματικότητα που επέδειξε στην αποκατάσταση της εξουσιαστικής του ισχύος και της συζυγικής του σχέσης με την Πηνελόπη, που έχει καταστεί πολιτισμικό πρότυπο πίστης και αφοσίωσης. Καθώς, όμως, οι υποδηλώσεις και οι μετωνυμίες που συνοδεύουν τα ονόματα του Οδυσσέα, της Πηνελόπης και της Ιθάκης έχουν γίνει αναμφίβολα ένα είδος κοινού τόπου για την παγκόσμια λογοτεχνία, ο τίτλος της συλλογής ανακαλεί και τις μεταγενέστερες επιστρωματώσεις του ομηρικού μύθου, με κορυφαίες, ίσως, περιπτώσεις, τον γέροντα βασιλιά Οδυσσέα του ποιήματος που έγραψε το 1842 ο βικτωριανός ποιητής Lord Alfred Tennyson· την Ιθάκη του Καβάφη· τον ιρλανδό επιχειρηματία Leopold Bloom και την πολυδαίδαλη αφήγηση μέρους της ζωής του από τον James Joyce το 1922· τον Οδυσσέα στα σεφερικά ποιήματα «Οι σύντροφοι στον Άδη» και «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» ή ακόμα και τον Οδυσσέα του Καζαντζάκη, στο περιώνυμο επικό ποίημα. Ωστόσο, στη συλλογή της Αδαλόγλου ο Οδυσσέας όχι μόνο δεν είναι πρωταγωνιστής αλλά είναι ελλείπων· ή, καλύτερα, δεν είναι παρών παρά ως νοητός παραλήπτης των μηνυμάτων τα οποία του γράφει, και άλλοτε του αποστέλλει και άλλοτε όχι, μια Πηνελόπη που ζει στο παρόν μας.

Τα είκοσι ένα αυτά μηνύματα, συναρθρωμένα στην ενότητα «Μηνύματα στον Οδυσσέα», εκκινούν από την ατελή ερωτική εμπειρία που έχει βιώσει η ηρωίδα ή από το εντελές ερωτικό συναίσθημα, το οποίο, όμως, ανήκει σε ένα οριστικά χαμένο παρελθόν ή και στη σφαίρα της φαντασίας. Εκκινούν, επίσης, από την ανάγκη για ουσιαστική ανθρώπινη επικοινωνία και από την αγωνία που προκαλούν το πέρασμα του χρόνου, η μοναξιά και ο θάνατος. Για να απαντήσει στα μείζονα αυτά ατομικά και συλλογικά ερωτήματα και προκειμένου να συγκρατήσει το στιγμιαίο διά μέσου του ανεξίτηλου μνημονικού λόγου, η Πηνελόπη δείχνει να εμπιστεύεται τη γραφή: Γράφω/ ημερολόγιο/ γράφω μηνύματα/ γράφω./ Τι θα ’κανε η Πηνελόπη χωρίς γράψιμο;/ Μ’ αυτό παλεύει τη φθορά, τον χρόνο,/ τη λαγνεία, τον φόβο, την απόγνωση («Γράφω…», σ. 19).

Είναι η γραφή, λοιπόν, που λειτουργεί σχεδόν ως φάρμακο νηπενθές για τη μακροχρόνια απουσία του Οδυσσέα και για τη βασανιστική και επίμονη παρουσία και επενέργεια του χρόνου, του φόβου και της φθοράς. Είναι τα γράμματα και οι λέξεις των ποιημάτων αυτής της ενότητας που αναπαριστάνουν τον φαντασιακό διάλογο της Πηνελόπης με τον απόντα από την οικογενειακή εστία σύντροφό της. Είναι η γραφή που μιλά ξεκάθαρα και χωρίς ψιμύθια για την ειλικρίνεια ή τη σκληρότητα των συναισθημάτων. Αλλά η γραφή φαίνεται να γίνεται και το μέσον με το οποίο η Πηνελόπη θα οικοδομήσει την έμφυλη ταυτότητά της, φτάνοντας στο σημείο να αντικρίσει με μια διάθεση ειρωνείας και αυτοσαρκασμού την απουσία του Οδυσσέα, υπονομεύοντας ταυτόχρονα τη στερεοτυπική απεικόνιση του μυθικού εαυτού της: Λείπεις. Αλλά τι Οδυσσέας θα ’σουν αν δεν έλειπες;/ Γίνεται Οδυσσέας σπιτικός; («Να ξέρεις ότι…», σ. 20). Η ελαφρά ειρωνεία που υποφώσκει στα τελευταία αυτά ρητορικά ερωτήματα επιβεβαιώνει παρά ακυρώνει την τραγικότητα της μοναξιάς που νιώθει η ποιητική φωνή· επαυξάνει τα ρήγματα που έχει διανοίξει η ελλείπουσα ερωτική και συναισθηματική ζωή, με συνέπεια η Πηνελόπη να νιώθει ευάλωτη όσο και φοβισμένη μπροστά στην επέλαση του Άλλου, που δεν κατονομάζεται αλλά αναγνωρίζεται εύκολα από τον αναγνώστη: Έρχεται ο Άλλος/ επέλαση ασυγκράτητη.// Γεύομαι στάχτη. («Εισχωρεί στις ρωγμές που άφησε η μοναξιά μου…», σ. 29)

Μήπως, λοιπόν, ο πολυαγαπημένος μα μονίμως ανέστιος σύζυγος δεν είναι ο πιο πιστός σύντροφος της Πηνελόπης; Μήπως είναι η ίδια η γραφή, που με τον διαμεσολαβητικό της ρόλο, κρυσταλλώνει μια ενσυνείδητη πράξη διαλόγου με τον εαυτό αλλά και μια απάντηση σε διαχρονικά και βασανιστικά ανθρώπινα ερωτήματα; Εμπύρετη από την περιπλάνηση στην εσωτερικότητα της ύπαρξής της και έμφορτη από την προσδοκία που γεννά η πίστη στη γραφή, η φωνή της ηρωίδας μοιάζει να μυείται με τόλμη και θάρρος στη δοκιμασία που επιφέρουν η μοναξιά, ο μνημονικός λόγος, ο πόνος και ο θάνατος, ώσπου στο τέλος να νιώσει ανακουφισμένη, σχεδόν απολυτρωμένη.

Πιο ώριμη πλέον μετά την ενστάλαξη στο χαρτί της περιπέτειας της, η ποιητική φωνή μπορεί τώρα, στα είκοσι οκτώ ποιήματα της δεύτερης ενότητας, των «Διαδρομών», να ψαύσει τη διαρκώς ενεργή ανάγκη της να διαφεύγει από το παρόν και το παρελθόν της και να θέλει να εγκατοικήσει σε ένα άλλο «εδώ», που συχνά εξεικονίζεται με τα άτονα χρώματα και τη μουντή τοπιογραφία της Αγγλίας: Παίρνω το «εδώ» μου και φεύγω./ Πηγαίνω εκεί, όπου το λέτε «εκεί» μακριά»/ και «ξενιτιά»./ Όμως το «εκεί» σας έγινε δικό μου εδώ./ Το «εδώ» σας μίζερο και ξένο. («Παίρνω το “εδώ” μου και φεύγω…», σ. 40).

Στα περισσότερα από τα ποιήματα αυτά, η επιθυμία του υποκειμένου να αναζητήσει στον νέο τόπο εγκατοίκησής του ένα ισχυρό αντίδοτο στην αλλοτριωμένη σχέση του με το «εδώ», το δικό του και των άλλων, είναι τόσο ισχυρή, που είναι διατεθειμένο να συμβιώσει με τη μνήμη. Αλλά το ποιητικό υποκείμενο βιώνει σταδιακά έναν ιδιότυπο εγκλεισμό ανάμεσα στην επιθυμία και στη μνήμη, κάτι που εντείνει την ανάγκη του να ανακαλύψει ένα εστιακό σημείο το οποίο θα εκφραστεί από την ποιητική γραφή και στο οποίο θα συναιρούνται θεραπευτικά η συναισθηματική πληρότητα, η ταυτότητα της ύπαρξης και η μνήμη. Καθώς, όμως, η ανάγκη δεν ικανοποιείται και το εγχείρημα δεν τελεσφορεί, οι τόποι διαφυγής του καθίστανται απλές διαδρομές, εφήμερες αποδράσεις που επιβεβαιώνουν το ανέφικτο της επιθυμίας και τον ρόλο του ανέστιου εμιγκρέ, γι’ αυτό και η επαναφορά στο προσκήνιο του γενέθλιου τόπου της Θεσσαλονίκης δείχνει να είναι εξίσου ανακουφιστική όσο και οδυνηρή.

Ο τόπος αυτός, όμως, δεν είναι όπως παλαιά, ενδεχομένως, ένα προνομιακό πεδίο, όπου το υποκείμενο θα μπορούσε να ανακαλεί ανέξοδα τη χαμένη ρώμη της νεότητάς του, ή τουλάχιστον δεν είναι μόνον αυτό. Ο λόγος της μνήμης μπολιάζεται τώρα συχνά με εικόνες από τη σύγχρονη κοινωνική ιστορία της πόλης, όπως είναι η μικρή Ρίτα των φαναριών που σκοτώνεται βίαια ή η εικόνα εξαθλίωσης της ζωής στο άστυ όπου μισοσκότεινα κινείται το χέρι που χώνεται στον πράσινο κάδο. («Van Gogh», σ. 62). Υπό αυτήν την έννοια, η ακύρωση της επιθυμίας να υπάρξει ένας χώρος διαφυγής αφυπνίζει αντί να πλήττει, οξύνει αντί να αμβλύνει, διαστέλλει αντί να συστέλλει την ποιητική συνείδηση και τη ματιά της. Και είναι ακριβώς η αναβαπτισμένη ποιητική συνείδηση που αναλαμβάνει τον δύσκολο ρόλο να εγκιβωτίσει και να ανασυνθέσει, μέσα από την ενάργεια του λόγου της, σπαράγματα από εικόνες, διαθέσεις και βιώματα που συνδέονται με τον γενέθλιο τόπο και συναπαρτίζουν την οδυνηρή αναψηλάφηση του παρελθόντος και τη διάθλαση του παρόντος, με τρόπο που μαρτυρεί υψηλού βαθμού κοινωνική ευαισθησία.

Στα ποιήματα της νέας της συλλογής, η Αδαλόγλου υιοθετεί ορισμένες από τις ανανεωτικές τάσεις της σύγχρονής μας ποίησης, όπως είναι η πρόσμειξη του ποιητικού με άλλα είδη λόγου (λ.χ., με τον τελεστικό και σκηνοθετικό λόγο του θεάτρου) ή η επίμονη αυτοαναφορική συστροφή και συνομιλία με το έργο της ίδιας ή και άλλων ποιητών. Ειδικά αυτή η ενδοποιητική συνομιλία κατασκευάζει ένα δεύτερο επίπεδο λόγου, ο οποίος εκφράζεται με τον εμβολιασμό των ποιημάτων με στίχους είτε από την προηγούμενη συλλογή της Αδαλόγλου, τη Διπλή άρθρωση (2009), είτε από σεφερικά ποιήματα.

Στην ανά χείρας συλλογή, διακρίνονται οι σταθερές της γραφής της Αδαλόγλου χάρη στις οποίες η φωνή της είναι αναγνωρίσιμη, προσωπική. Ως τέτοιες θα σημειώναμε ενδεικτικά τη σύμφυση του ιδιωτικού βιώματος με την ιστορική και κοινωνική εμπειρία· την προσφυγή στον μύθο και την πολυδύναμη αναπλαίσιωσή του· την αποσπασματικότητα των εικόνων ως σύστοιχο της θρυμματισμένης σύγχρονης συνείδησης· την υφολογική πρόσμειξη της καθημερινής με την ποιητική γλώσσα· τον σχεδόν υπόκωφο μελαγχολικό λυρισμό που γεννάται από τη διάθεση χαμηλόφωνης εξομολόγησης και διασταυρώνεται με τόνους στοχαστικούς· την πίστη, παρ’ όλα αυτά, στη λυτρωτική επενέργεια της ποίησης και στο ξόρκι του σαρκασμού και αυτο-σαρκασμού ως αντίδοτα.

Η ποίηση της Αδαλόγλου δεν μετεωρίζεται ανερμάτιστα ούτε εκπίπτει σε ατραπούς της ενόρασης και στην παραμυθία της φιλοσοφικής ενατένισης. Αντικρίζει κατά πρόσωπο τις ανθρώπινες ανασφάλειες και τα διλήμματα· τις συναισθηματικές αυταπάτες και τις ανεπάρκειες που μας περιβάλλουν· τη σκληρή και βίαιη αλλαγή που προκαλούν η απώλεια κάθε είδους, η εισβολή μιας ασθένειας ή η αποσταθεροποιητική ιδέα του θανάτου. Ανατέμνει το αφυδατωμένο ανθρώπινο πρόσωπο της σημερινής κοινωνίας και μας μιλά για την επάρκεια της έκφρασης και της γραφής να συντροφεύουν το ταξίδι μας προς την Ιθάκη. Η Αδαλόγλου δεν υποκύπτει στην ευκολία να νοθεύσει τον ψυχικό, σωματικό και κοινωνικό πόνο για να διεγείρει το θυμικό του αναγνώστη· επιλέγει έναν άλλο δρόμο, πιο δύσκολο μα πιο έντιμο: Ενυδατώνοντας τις λέξεις και τις εικόνες της με το απόσταγμα της εσωτερικότητας και της ευαισθησίας της, μας προσφέρει μια ζωογόνο νησίδα στοχασμού, περίσκεψης και ενσυναισθήματος που τόσο έχουμε ανάγκη στην εποχή μας.

Μερικώς επεξεργασμένη μορφή κειμένου ομιλίας που έγινε στην παρουσίαση της συλλογής (Θεσσαλονίκη, Τρίτη 17.12.2013).

http://www.oanagnostis.gr/

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

 

Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου
και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι
ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΗ’

Η ΓΕΝΕΣΙΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες
καταπώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απαρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι
Και το νέφος εχώρισαν στα δύο Και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη
ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος.

ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο Αχειροποίητος
με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές
γραμμές
ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα
και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές
μία μέσα στην άλλη
στεριές μεγάλες που ένιωσα
να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση
Τόσο ήταν αλήθεια
που πιστά μ’ ακολούθησε το χώμα
έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες
Ύστερα πιο νωχελικά
οι λόφοι οι κατωφέρειες
άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση
τα λαγκάδια οι κάμποι
κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
δυνατές πολύ παρορμήσεις
Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος
«Κάτι που να σου σταθεί βοηθός
και αφού πεθάνεις» είπε
Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
κι απ’ τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
ένα γύρο σ’ όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε σκαλοπάτια
Εκεί μόνος απίθωσε
κρήνες λευκές μαρμάρινες
μύλους ανέμων
τρούλους ρόδινους μικρούς
και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες
Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
Κι επειδή συλλογίστηκεν
ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου
γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες
αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες
σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας
και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια
«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» είπε
και στροφή γύρω του κάνοντας μ’ ανοιχτές παλάμες έσπειρε
φλόμους κρόκους καμπανούλες
όλων των ειδών της γης τ’ αστέρια
τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
και υπεροχή και δύναμη

ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακούσω αγέρα η μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν απέραντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)
πάλευα τα σεντόνια Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ’ ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα
και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
«Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις που ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη»

ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

«ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΟΝ ανάγκη να τον βλέπεις και να τον λαβαίνεις»
είπε: «Κοίταξε!» Και τα μάτια μου έριξαν τη σπορά
γρηγορότερα τρέχοντας κι από βροχή
τα χιλιάδες απάτητα στρέμματα
Σπίθες ρίζα μες στο σκότος πιάνοντας και νερών άξαφνων πίδακες
Η σιγή που εκχέρσωνα για ν’ αποθέσω
γόνους φθόγγων και χρησμών φύτρα χρυσά
Το ξινάρι ακόμη μες στα χέρια μου
τα μεγάλα είδα κοντόποδα φυτά, γυρίζοντας το πρόσωπο
άλλα υλακώντας άλλα βγάζοντας τη γλώσσα:
Να το σπαράγγι να ο ριθιός
να το σγουρό περσέμολο
το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι
ο στύφνος και το μάραθο
Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω
«Εύγε» μου είπε «και ανάγνωση γνωρίζεις
και πολλά μέλλει να μάθεις
αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις
Και μια μέρα θα ‘ρθει βοηθούς ν’ αποκτήσεις
Θυμήσου:
τον αγχέμαχο Ζέφυρο
το ερεβοκτόνο ρόδι
τα φλεγόμενα ωκύποδα φιλιά»
Και ο λόγος του χάθηκε σαν ευωδιά
Η ώρα εννιά χτύπησε πέρδικα τη βαθιά καρδιά της ευφωνίας
αλληλέγγυα στάθηκαν τα σπίτια
και μικρά και τετράγωνα
με καμάρα λευκή και λουλακί πορτόφυλλο
Κάτω απ’ την κληματαριά
ώρες εκεί ρέμβασα
με μικρά μικρά τιτιβίσματα
κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα:
Να το πιπίνι να το λελέκι
να το γυφτοπούλι
ο νυχτοπάτης και η νερόκοτα
ήταν και ο μπόμπιρας εκεί
και το αλογάκι που λεν της Παναγίας
Η στεριά με τα σκέλη μου γυμνά στον ήλιο
και πάλι δύο οι θάλασσες
και η τρίτη ανάμεσα -λεμονιές κιτριές μανταρινιές-
και ο άλλος μαΐστρος με τ’ απάνω του αψηλό μπογάζι
αλλοιώνοντας τ’ οζόνιο τ’ ουρανού
Χαμηλά στων φύλλων τον πυθμένα
η τριβίδα η λεία
τ’ αυτάκια των ανθών
κι ο θαλλός ο αδημονώντας και είναι

ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

ΥΣΤΕΡΑ και τον φλοίσβο ενόησα και τον μακρύ ατελείωτο
ψίθυρο των δέντρων
Είδα πάνω στο μόλο αραδιασμένα τα κόκκινα σταμνιά
και πιο σιμά στο ξύλινο παραθυρόφυλλο
κει που κοιμόμουνα με το ‘να πλάι
λάλησε πιο δυνατά ο βοριάς
Και είδα
Κόρες όμορφες και γυμνές και λείες ωσάν το βότσαλο
με το λίγο μαύρο στις κόχες των μηρών
και το πολύ και πλούσιο ανοιχτό στις ωμοπλάτες
να φυσούν όρθιες μέσα στην Κοχύλα
και άλλες γράφοντας με κιμωλία
λόγια παράξενα, αινιγματικά:
ΡΩΕΣ, ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ
ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ, ΥΕΛΤΗΣ
μικρές φωνές πουλιών και υακίνθων
ή άλλα λόγια του Ιουλίου
Σημαίνοντας οι έντεκα
πέντε οργιές του βάθους
πέρκες γοβιοί σπάροι
με πελώρια σβάραχνα και κοντές πρυμναίες ουρές
Ανεβαίνοντας έβρισκα σπόγγους
και σταυρούς θαλάσσης
και λιγνές αμίλητες ανεμώνες
και πιο ψηλά στα χείλη του νερού
πεταλίδες τριανταφυλλιές
και μισάνοιχτες πίνες και αρμυρήθρες
«Ακριβά λόγια» μου είπε «όρκοι παλαιοί
που έσωσε ο Καιρός και η σίγουρη ακοή των μακρινών ανέμων»
Και σιμά στο ξύλινο παραθυρόφυλλο
κει που κοιμόμουνα με το ‘να πλάι
δυνατά στο στήθος μου έσφιξα το μαξιλάρι
και τα μάτια μου δάκρυα γιομάτα
Ήμουν στον έκτο μήνα των ερώτων
και στα σπλάχνα μου σάλευε σπόρος ακριβός

ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

«ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις
το δικό σου νόημα» είπε
«Πριν από την καρδιά σου θα ‘ναι αυτή
και μετά πάλι αυτή θ’ ακολουθήσει
Τούτο μόνο να ξέρεις:
Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει»
Και ψηλά πολύ πάνω απ’ τα κύματα
έστησε τα χωριά των βράχων
Εκεί σκόνη έφτανε ο αφρός
άπλερη γίδα είδα να γλείφει τις ρωγμές
με το μάτι λοξό και το λίγο κορμί σκληρό σαν χαλαζίας
Έζησα τις ακρίδες και τη δίψα
και τα τραχιά στις αρμοσιές τους δάχτυλα
χρόνους τακτούς όσους η Γνώση ορίζει
Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ’ απύθμενα
με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας
νύχτες και νύχτες
το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση
του μαύρου Την ελπίδα ως τα δάκρυα
Τη χαρά ως την άκρα απόγνωση
Να σταλθεί βοήθεια τότε κρίθηκε η στιγμή
και ο κλήρος έπεσε στις βροχές
κελαρύσανε όλη μέρα ρυάκια
έτρεξα σαν τρελός
στις πλαγιές έσχισα σχίνο και πολύ μύρτο μες στη φούχτα μου έδωσα
να δαγκάσουνε οι πνοές
«Η αγνότητα» είπε «είναι αυτή
στις πλαγιές το ίδιο και στα σπλάχνα σου»
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
γέροντας γνωστικός Θεός για να πλάσει μαζί πηλό και ουρανοσύνη
Λίγο μόλις πυράχτωσε τις κορφές
αλλ’ αδάγκωτο πράσινο στις ρεματιές το χόρτο κάρφωσε
μέντα λεβάντα λουίζα
και μικρές πατημασιές αρνιών
ή αλλού πάλι από τα ύψη πέφτοντας
οι ψιλές κλωστές το ασήμι, δροσερά μαλλιά κοπέλας που είδα
και που επόθησα
Υπαρκτή γυναίκα
«Η αγνότητα» είπε «είναι αυτή»
και γεμάτος λαχτάρα χάιδεψα το σώμα
φιλιά δόντια με δόντια• ύστερα ένας μες στον άλλο
Τρικύμισα
όπως κάβος πάτησα βαθιά
που αέρα πήρανε οι σπηλιές
Ηχώ με το λευκό σαντάλι πέρασε μια στιγμή
γοργά κάτω από τα νερά η ζαργάνα
και ψηλά το λόφο έχοντας πόδι Και τον ήλιο κεφάλι κερασφόρο
ν’ανεβαίνει Αβάδιστος είδα Ο Μέγας Κριός
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
ψιθύρισε όταν ρώτησα:
– Τι το καλό; Τι το κακό;
-Ένα σημείο Ένα σημείο
και σ’ αυτό πάνω ισορροπείς και υπάρχεις
κι απ’ αυτό πιο πέρα ταραχή και σκότος
κι απ’ αυτό πιο πίσω βρυγμός των αγγέλων
-Ένα σημείο Ένα σημείο
και σ’ αυτό μπορείς απέραντα να προχωρήσεις
ή αλλιώς τίποτε άλλο δεν υπάρχει πια
Κι ο Ζυγός που, ανοίγοντας τα χέρια μου, έμοιαζε
να ζυγιάζει το φως και το ένστικτο ήτανε

ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΟΙ ΩΡΕΣ γύριζαν όπως οι μέρες
με πλατιά μενεξεδένια φύλλα στο ρολόι του κήπου
Δείχτης ήμουν εγώ
Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη
ο Ιούνιος ο Ιούλιος ο Αύγουστος
Έδειχνα την ανάγκη που μου ερχόταν άρμη
καταπρόσωπο Έντομα κοριτσιών
Μακρινές αστεροπές της Ίριδας –
«Όλα τούτα καιρός της αθωότητας
ο καιρός του σκύμνου και του ροδαμού
ο πολύ πριν την Ανάγκη» μου είπε
Και τον κίνδυνο έσπρωξε με το ‘να δάχτυλο
Στην κορφή του κάβου φόρεσε μελανό φρύδι
Από μέρος άγνωστο φώσφορο έχυσε
«Για να βλέπεις» είπε «από μέσα
στο κορμί σου
φλέβες κάλιο, μαγγάνιο
και τ’ αποτιτανωμένα
παλαιά κατάλοιπα του έρωτα»
Και πολύ τότε σφίχθηκε η καρδιά μου
ήταν το πρώτο τρίξιμο του ξύλου μέσα μου
μιας νυχτός που εσίμωνε ίσως
η φωνή του γκιόνη
κάποιου που είχε σκοτωθεί
το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο
Είδα πέρα, μακριά, στην άκρια της ψυχής μου
μυστικά να διαβαίνουνε
φάροι ψηλοί ξωμάχοι Στους γκρεμούς τραβερσωμένα κάστρα
Τ’ άστρο της τραμουντάνας Την αγία Μαρίνα με τα δαιμονικά
Και πολύ πιο βαθιά πίσω απ’ τα κύματα
στο Νησί με τους κόλπους των ελαιώνων
Μια στιγμή μου εφάνηκε θωρούσα Εκείνον
που το αίμα του έδωσε να σαρκωθώ
τον τραχύ του Αγίου δρόμο ν’ ανεβαίνει
μια φοράν ακόμη
Μια φοράν ακόμη
στα νερά της Γέρας ν’ ακουμπά τα δάχτυλα
και τα πέντε ν’ ανάβουνε χωριά
ο Παπάδος ο Πλακάδος ο Παλαιόκηπος
ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός
εξουσία και κλήρος της γενιάς μου.
«Αλλά τώρα» είπε «η άλλη σου όψη
ανάγκη ν’ ανεβεί στο φως»
και πολύ πριν με το νου μου βάλω
ή σημάδι φωτιάς ή σχήμα τάφου
Κατά κει που δεν έσωνε κανείς να δει
με τα χέρια εμπρός του
σκύβοντας
τα μεγάλα ετοίμασε Κενά στη γη
και στο σώμα του ανθρώπου:
το κενό του Θανάτου για το Βρέφος το Ερχόμενο
το κενό του Φονικού για τη Δικαία Κρίση
το κενό της Θυσίας για την Ίση Ανταπόδοση
το κενό της Ψυχής για την Ευθύνη του Άλλου
Και η Νύχτα πανσές
παλιάς
πριονισμένης από νοσταλγία Σελήνης
με του έρημου μύλου τα χαλάσματα και την άκακη ευωδιά τής κόπρου
πήρε μέρος μέσα μου
Διαστάσεις άλλαξε στα πρόσωπα• μοίρασε αλλιώς τα βάρη
Το σκληρό μου σώμα ήταν η άγκυρα κατεβασμένη
μέσα στους ανθρώπους
όπου ήχος άλλος κανείς
μόνο γδούποι γόοι και κοπετοί
και ρωγμές επάνω στην ανάστροφη όψη
Ποιας φυλής ανύπαρχτης ο γόνος να ‘μουν
τότε μόνο ενόησα
που η σκέψη του Άλλου
διαγώνια σαν ακμή γυαλιού
και Ορθόν ως πέρα με χάραζε
Είδα μέσα στα σπίτια καθαρά σαν να μην ήταν τοίχοι
με το λύχνο στο χέρι να περνούν γερόντισσες
τα χαράκια στο μέτωπο και στο ταβάνι
και άλλοι νέοι με το μουστάκι που έζωναν άρματα στη μέση τους
αμίλητοι
δύο δάχτυλα πάνω στη λαβή
εδώ κι αιώνες.
«Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να ‘ναι
και να μείνει αυτή.
Επειδή πολλοί φορούν το μελανό πουκάμισο
και άλλοι μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων
και είναι οι Ωμοφάγοι και οι Άξεστοι του Νερού
οι Σιτόφοβοι και οι Πελιδνοί και οι Νεοκόνδορες
ορμαθός και αριθμός των άκρων του σταυρού
της Τετρακτίδος.
Αν αλήθεια κρατήσεις και τους αντικρίσεις» είπε
«η ζωή σου θ’ αποκτήσει αιχμή και θα οδηγήσεις» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι
Η ώρα τρεις της νύχτας
λάλησε μακριά πάνω απ’ τα παραπήγματα
ο πρώτος πετεινός
Είδα για μια στιγμή τους Όρθιους Κίονες τη Μετόπη με Ζώα Δυνατά
και Ανθρώπους φέρνοντας Θεογνωσία
Πήρε όψη ο Ήλιος Ο Αρχάγγελος ο αεί δεξιά μου

ΑΥΤΟΣ εγώ λοιπόν
και ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

 

ΤΑ ΠΑΘΗ

Α’
Ιδού εγώ λοιπόν
ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου•
ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών
και μύστης των φύλλων της ελιάς•
ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος.
Ιδού εγώ καταντικρύ
του μελανού φορέματος των αποφασισμένων
και της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε,
γαστέρας το άγγρισμα!
Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά!
Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα
Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα
κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα
παρά βρύσες κρύες να τρέχουν
Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.
Ο καθείς και τα όπλα του, είπα:
Στα Στενά τα ρόδια μου θ’ ανοίξω
Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω
τα φιλιά τα παλιά θ’ απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!
Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα!

Β’
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική•
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Όμηρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Όμηρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια•
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!

α’

Στον πηλό το στόμα *
Ρόδινο νεογνό *
Κι από τότε σου πλάθε *
Τη γραμμή των χειλιών *
Την άρθρωση σου ‘δινε *
Την αέρινη άσφαλτη *

Κι απ’ την ίδια εκείνη *
Άγνωστη φυλακή *
Στον αιθέρα ερίζοντας *
Πως για σένα τα αίματα *
Στους αιώνες το πάλεμα *
Η σαγήνη για σένα και *

Στα πνευστά των δέντρων *
Δόρατα και σπαθιά *
Μυστικά προστάγματα *
Με την έκλαμψη πράσινων *
Και πάνω απ’ την άβυσσο *
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * μου ακόμη και σε ονόμαζε
στικτή πρώτη δροσιά
βαθιά στα χαράματα
και τον καπνό της κόμης
και το λάμδα το έψιλον
περπατηξιά

στιγμή μέσα μου ανοίγοντας
φαιά κι άσπρα πουλιά
ανέβηκαν κι ένιωσα
για σένα τα δάκρυα
το φριχτό και το υπέροχο
η ομορφιά

και κρούοντας ο πυρρίχιος
να λες άκουσα Εσύ
και παρθενοβίωτα
αστέρων λόγια
αιωρούμενη γνώρισα
ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη
διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει κα-
θημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που
κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που
εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει
σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω
που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά
συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπά-
νας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που
ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρή-
γορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον
άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,
όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες
φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε
κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δα-
δί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολε-
το, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολ-
λές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαι-
μό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε
ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και
πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού
ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν
κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια
πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέ-
ρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμω-
ναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους – ίσως και που
ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες,
μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα
να ‘ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει
σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που
συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλ-
λαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να
που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη
πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.
Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις
γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά πα-
λιών, που ‘χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλα-
στοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12,
μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελά-
τες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και
Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχών-
τας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριά-
ζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές
τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος
του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα – έτσι κι εμείς επρο-
χωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε
Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,
όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές
και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλού-
σιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα
πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να
διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγο-
ρο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώ-
ρα ν’ απαντούμε απ’ τ’ άλλο μέρος να’ ρχονται οι αργές οι συνοδείες
με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκό-
μοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις
παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν
ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας
ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχα-
με ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυ-
τές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου»,
«οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα,
ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θα-
νάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πια-
σμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περί-
πολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες
κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιο-
φύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα
στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν
μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτο-
βολίδες.

β’
Νέος πολύ και γνώρισα *
Όχι του δάσους μία στιγμή *
Μόνο του σκύλου που αλυχτά *
Των χαμηλών σπιτιών καπνοί *
Η ανομολόγητη ματιά *

Όχι που αργούν στον άνεμο *
Πέφτει η γαλήνη σαν βροχή *
Μόνο του ζώου που σπαρταρά *
Της Παναγίας δύο φορές *
Στην πεδιάδα της ταφής *

Μόνο της θύρας χτύπημα *
Μήτε σημάδι καν χεριού *
Χρόνους πολλούς κι αν καρτερώ *
Στων αδερφών τη μοιρασιά *
Η πετροκόλλητη σαγή * των εκατό χρονώ φωνές
στα στέρνα ο πεύκινος τριγμός
στα βουνά τ’ ανδροβάδιστα
και κείνων που ψυχορραγούν
του κόσμου του άλλου η ταραχή

των πελαργών μικρές κρωξιές
και γρούζουν τα κηπευτικά
τα πνιχτά κι ασυλλάβιστα
ο μαύρος γύρος των ματιών
και στην ποδιά των γυναικών

κι όταν ανοίξεις πια κανείς
στη λίγη πάχνη των μαλλιών
γαληνεμό δεν έλαβα
μου δόθη ο κλήρος ο λειψός
και το ζακόνι των φιδιών.

Γ’
Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σ’ εμένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων
και απ’ αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς
και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας
και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.
Άλλο εγώ
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα
και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ’ άκοπα γένια μου δεν ένιωσα
μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.
Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε
την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή
και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε
και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.
Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.
Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ’ την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ!

Δ’

Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!
Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ
το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη
στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.
Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα
τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα
την Ισχύ και τη Γνώση.
Τις ήμερες μου άθροισα κι έμεινα μόνος.
Είπαν άλλοι: γιατί; κι αυτός να κατοικήσει
το σπίτι με τις γλάστρες και τη λευκή μνηστή.
Άλογα τα πυρρά και τα μαύρα μού άναψαν
γινάτι γι’ άλλες, πιο λευκές Ελένες!
Γι’ άλλη, πιο μυστικήν αντρεία λαχτάρησα
κι από κει που με μπόδισαν, ο αόρατος, κάλπασα
στους αγρούς τις βροχές να γυρίσω
και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων!
Είπαν άλλοι: γιατί; κι εκείνος να γνωρίσει
κι εκείνος τη ζωή μέσα στα μάτια του άλλου.
Άλλου μάτια δεν είδα, δεν αντίκρισα
παρά δάκρυα μέσα στο Κενό που αγκάλιαζα
παρά μπόρες μέσα στη γαλήνη που άντεχα.
Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!

γ΄

Μόνος κυβέρνησα *
Μόνος αποίκησα *
Μόνος εκόλπωσα *
Επάνω στον αγρό *
Τάισα τα λουλούδια κίτρινο *
Επυροβόλησα την ερημιά *
Είπα: δε θα ‘ναι η μαχαιριά *
Και είπα: δε θα ‘ναι το Άδικο *
Το χέρι των σεισμών *
Το χέρι των έχτρων *
Μου, εφρένιασαν εχάλασαν *
Μία και δύο *
Προδόθηκα κι απόμεινα *
Πάρθηκα και πατήθηκα *
Το μήνυμα που σήκωνα *

Μόνος απέλπισα *
Μόνος εδάγκωσα *
Μόνος εκίνησα *
Ταξίδι σαν της σάλ *
Ήταν στη δύναμή μου η Νέμεση *
Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό *
Είπα: με μόνο το σπαθί *
Και είπα: με μόνο το Άσπιλο *
Στο πείσμα των σεισμών *
Στο πείσμα των εχτρών *
Μου, ανάντισα κρατήθηκα *
Μία και δύο *
Θεμελίωσα τα σπίτια μου *
Πήρα και στεφανώθηκα *
Το στάρι που ευαγγέλισα * τη θλίψη μου
τον εγκαταλειμμένο Μάιο
τις ευωδιές
με τις αλκυονίδες
βαυκάλισα τους λόφους
με κόκκινο!
βαθύτερη από την κραυγή
τιμιότερο απ’ το αίμα!
το χέρι των λιμών
το χέρι των δικών
ερήμαξαν αφάνισαν
και τρεις φορές
στον κάμπο μόνος
σαν κάστρο μόνος
τ’ άντεξα μόνος!

το θάνατο
μες στον Καιρό με δόντια πέτρινα
για το μακρύ
πιγγας μες στους αιθέρες!
το ατσάλι κι η ατιμία
και τ’ άρματα
του κρύου νερού θα παραβγώ
τον νου μου θα χτυπήσω!
στο πείσμα των λιμών
στο πείσμα των δικών
ψυχώθηκα κραταιώθηκα
και τρεις φορές
στη μνήμη μόνος
την άλω μόνος
το ‘δρεψα μόνος!

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ

Τις ημέρες εκείνες έφτασαν επιτέλους υστέρα από τρεις σωστές
εβδομάδες οι πρώτοι στα μέρη μας ημιονηγοί. Και έλεγαν πολλά για
τις πολιτείες που διάβηκαν, Δέλβινο, Άγιοι Σαράντα, Κορυτσά. Και
ξεφόρτωναν τη ρέγγα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια
ώρα αρχύτερα και να φύγουνε. Ότι δεν ήταν συνηθισμένοι και τους
ετρόμαζε το βρόντισμα στα βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη
την όψη μας.
Και συνέβηκε τότες ένας απ’ αυτούς να ‘χει μαζί του κάτι παλιές
εφημερίδες. Και διαβάζαμε όλοι απορημένοι, μόλο που το ‘χαμε κιό-
λας ακουστά, πως επανηγύριζαν στην πρωτεύουσα και πως ο κόσμος
εσήκωνε, λέει, ψηλά στα χέρια τους φαντάρους που γυρίζανε με
άδειες από τα γραφεία της Πρέβεζας και της Άρτας. Και σημαίνανε
όλη μέρα οι καμπάνες, και το βράδυ στα θέατρα λέγανε τραγούδια και
παριστάνανε στη σκηνή τη ζωή μας για να χειροκροτά ο κοσμάκης.
Βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσό μας, επειδή κι η ψυχή μας είχε μή-
νες τώρα μέσα στις ερημιές αγριέψει, και, χωρίς να το λέμε, πολύ λο-
γαριάζαμε τα χρόνια μας. Μάλιστα μια στιγμή δάκρυσε ο λοχίας ο
Ζώης κι έκανε πέρα τα χαρτιά με τις είδησες του κόσμου, ανοίγοντας
τα πέντε δάχτυλα καταπάνω τους. Και οι άλλοι εμείς δε λέγαμε τίπο-
τε, μονάχα με τα μάτια τού δείχναμε κάτι σαν ευγνωμοσύνη.
Τότε ο Λευτέρης, που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σαν να
‘χε πάρει απάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης, γύρι-
σε και «Λοχία» είπε «τι βαρυγκομάς; Αυτοί που ‘ναι ταγμένοι για τη
ρέγγα και το χαλβά, σ’ αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι
στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεβά-
τια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε
ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο
μερτικό δικό του στον ήλιο». Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν, θαρρείς ότι
δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς, που κά-
θομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;» Του αποκρίθηκε ο Λευτέρης:
«Αυτά που δεν αγαπά κανείς, αυτά, λοχία μου, να φοβάται, τι τα ‘χει
από τα πριν χαμένα, κι ας τα σφίγγει όσο θέλει απάνω του. Αλλά τα
πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου, και
γι’ αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά – γρήγορα κείνοι που είναι ναν
τα ‘βρουν, θαν τα ‘βρουν». Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιος
λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τα ‘βρει;» Τότε ο Λευτέρης, αργά, δεί-
χνοντας με το δάχτυλο: «Εσύ κι εγώ κι ό,τι άλλο δείξει, αδερφέ μου,
η ώρα ετούτη που μας ακούει».
Και ευθύς ακούστηκε στον αέρα η σκοτεινή σφυριγματιά της οβί-
δας που έφτανε. Και πέσαμε όλοι καταγής μπρούμυτα, πάνω στις σκάρ-
πες, ότι γνωρίζαμε απόξω πια τα σημάδια του Αόρατου, και με τ’ αυτί
μας ορίζαμε από πριν το μέρος όπου θα ‘σμιγε η φωτιά το χώμα ν’ ανοί-
ξει και να χυθεί. Και δεν επείραξε η φωτιά κανέναν. Κάτι μουλάρια
μονάχα σηκώθηκαν στα πισινά τους ποδάρια και άλλα ταράχτηκαν και
σκόρπισαν. Και μέσα στην κάπνα που κατακάθιζε θωρούσες να τρέ-
χουνε πίσω τους χειρονομώντας οι άνθρωποι που τα ‘χανε φέρει με κό-
πους ίσαμε κει. Και τα πρόσωπα τους χλωμά, και ξεφόρτωναν τη ρέγ-
γα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια ώρα αρχύτερα και να
φύγουνε, ότι δεν ήτανε μαθημένοι και τους ετρόμαζε το βρόντισμα στα
βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη την όψη μας.

δ’
Ένα το χελιδόνι *
Για να γυρίσει ο ήλιος *
Θέλει νεκροί χιλιάδες *
Θέλει κι οι ζωντανοί *

Θε μου Πρωτομάστορα *
Θε μου Πρωτομάστορα *

Πάρθηκεν από Μάγους *
Το’ χουνε θάψει σ’ ένα *
Σ’ ένα βαθύ πηγάδι *
Μύρισε το σκότα *

Θε μου Πρωτομάστορα *
Θε μου Πρωτομάστορα *

Σάλεψε σαν το σπέρμα *
Το φοβερό της μνήμης *
Κι όπως δαγκώνει αράχνη *
Έλαμψαν οι γιαλοί *

Θε μου Πρωτομάστορα *
Θε μου Πρωτομάστορα * κι η Άνοιξη ακριβή
θέλει δουλειά πολλή
να ‘ναι στους Τροχούς
να δίνουν το αίμα τους.

μ’ έχτισες μέσα στα βουνά
μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

το σώμα του Μαγιού
μνήμα του πελάγου
το ‘χουνε κλειστό
δι κι όλη η Άβυσσο.

μέσα στις πασχαλιές και Συ
μύρισες την Ανάσταση!

σε μήτρα σκοτεινή
έντομο μες στη γη
δάγκωσε το φως
κι όλο το πέλαγος.

μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές
στα βουνά με θεμέλιωσες!

Ε’
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ’ τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιών, πόσων οι στρατιές;
Τ’ ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη απ’ τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ’ την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!
ς’
Ο ποιητής των νεφών και των κυμάτων κοιμάται μέσα μου!
Στη θηλή της θύελλας τα σκοτεινά του χείλη
και η ψυχή του πάντοτε με της θαλάσσης το λάχτισμα
πάνω στα πόδια του όρους!
Ξεριζώνει δρυς και δριμύς κατεβαίνει ο θρηίκιος.
Μικρά καράβια στου κάβου το γύρισμα
ξάφνου μπατάρουν και χάνονται.
Και πάλι προβαίνουν ψηλά μες στα νέφη
απ’ την άλλη μεριά του βυθού.
Στις άγκυρες έχουν κολλήσει τα φύκια
στα γένια θλιμμένων αγίων.
Ωραίες αχτίδες γύρω στην όψη
την άλω του πόντου δονούν.
Νηστικοί κατά κει τ’ άδεια μάτια γυρίζουν οί γέροντες
Κι οι γυναίκες τη μαύρη σκιά τους επάνω
στον άχραντο ασβέστη φορούν.
Μαζί τους εγώ, το χέρι κινώ
Ποιητής των νεφών και των κυμάτων!
Στον σεμνό τενεκέ με το χρώμα βουτώ
τα πινέλα μαζί τους και βάφω:
Τα καινούρια σκαριά
τα χρυσά και τα μαύρα εικονίσματα!
Βοηθός και σκέπη μας αϊ-Κανάρη!
Βοηθός και σκέπη μας αϊ-Μιαούλη!
Βοηθός και σκέπη μας άγια-Μαντώ!

Ζ’
Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι•
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε•
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Η’
Ήρθαν
με τα χρυσά σιρίτια
τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!
Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας
και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας
έφυγαν.
«Γι’ αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν.»
Και την ηχώ σταλμένη από τα περασμένα
όλοι ακούσαμε και γνωρίσαμε.
Την ηχώ γνωρίσαμε και ξανά
με στεγνή φωνή τραγουδήσαμε:
Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο
κι η τριπλά εργασμένη προδοσία.
Για μας η αυγή στο χάλκωμα
και τα δόντια τα σφιγμένα ως την ώρα την ύστερη
ο δόλος και τ’ αόρατο γάγγαμο.
Για μας το σύρσιμο στη γης
ο κρυφός όρκος μες στα σκοτεινά
των ματιών η απονιά
κι η ποτέ καμιά, καμιά ποτέ Ανταπόδοση.
Αδελφοί μας εγέλασαν!
«Γι’ αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν.»
Αλλά συ μες στο χέρι μας το λύχνο του άστρου
με το λόγο σου άναψες, του αθώου στόμα
θύρα της Παράδεισος!
Την ισχύ του καπνού στο μέλλον βλέπουμε
της πνοής σου παίγνιο
και το κράτος και τη βασιλεία του!

ε’
Με το λύχνο του άστρου *
Στο αγιάζι των λειμώνων *
Που να βρω την ψυχή μου *

Λυπημένες μυρσίνες *
Μου ράντισαν την όψη *
Που να βρω την ψυχή μου *

Οδηγέ των ακτινών *
Αγύρτη που γνωρίζεις *
Που να βρω την ψυχή μου *

Τα κορίτσια μου πένθος *
Τ’ αγόρια μου τουφέκια *
Που να βρω την ψυχή μου *

Εκατόγχειρες νύχτες *
Τα σπλάχνα μου αναδεύουν *
Που να βρω την ψυχή μου *

Με το λύχνο του άστρου
Στο αγιάζι των λειμώνων
Που να βρω την ψυχή μου
στους ουρανούς εβγήκα
στη μόνη ακτή του κόσμου
το τετράφυλλο δάκρυ!

ασημωμένες ύπνο
Φυσώ και μόνος πάω
το τετράφυλλο δάκρυ!

και των κοιτώνων Μάγε
το μέλλον μίλησέ μου
το τετράφυλλο δάκρυ!

για τους αιώνες έχουν
κρατούν και δεν κατέχουν
το τετράφυλλο δάκρυ!

μες στο στερέωμα όλο
Αυτός ο πόνος καίει
το τετράφυλλο δάκρυ!

στους ουρανούς γυρίζω
στη μόνη ακτή του κόσμου
το τετράφυλλο δάκρυ!

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την
απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να
βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους
είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με
τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος
κι εξουσία η Άνοιξη.
Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτά-
ζει τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο.
Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου
απλωμένη την αφοβιά σαν σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που
τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναί-
κες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες
άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ‘λεγες είχανε περάσει
μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.
Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφό-
δρα ταράχθηκαν. Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει
τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες,
με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μία πήχη φωτιά κάτω
απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάννες και τα δόντια του ήλιου. Όπου
μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν. Και χτυπούσανε
όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η Άνοιξη
ολοένα τους κυρίευε. Σαν να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκε-
ρη τη γη για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον εί-
χαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την άκρη της
απελπισίας, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμέ-
να πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και
οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.
Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε
πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσα-
νε στον τοίχο τριάντα.

ς’

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ *
μη παρακαλώ σας μη *

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά *
και τα σπίτια πιο λευκά *

Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια *
στον αιθέρα στέκει να *

Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός *
μόνο πένθος αχ παντού *

Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό *
τους παλιούς φίλους καλώ *

Μα ‘χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί *
και στον έναν ο άλλος μπαί *

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ *
μη παρακαλώ σας μη * και μυρσίνη συ δοξαστική
λησμονάτε τη χώρα μου!

στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
και στη θάλασσα μόνη της!

και δικού της μήτε αγάπη μια
και το φως ανελέητο!

τα γυρίζω πίσω απ’ τον Καιρό
με φοβέρες και μ’ αίματα!

κι οι φοβέρες αχ λατομηθεί
νουν εναντίον οι άνεμοι!

και μυρσίνη συ δοξαστική
λησμονάτε τη χώρα μου!

Θ΄
Αυτός είναι
ο πάντοτε αφανής δικός μας Ιούδας!
Θύρες επτά τον καλύπτουνε
και στρατιές επτά παχύνονται στη διακονία του.
Μηχανές αέρος τον απάγουνε
και βαρύν από γούνα και ταρταρούγα
στα Ηλύσια μέσα και στους Λευκούς Οίκους τον αποθέτουνε.
Και γλώσσα καμιά δεν έχει, επειδή όλες δικές του –
Και γυναίκα καμιά, επειδή όλες δικές του –
ο Παντοδύναμος!
Θαυμάζουν οι αφελείς
και σιμά στη λάμψη του κρυστάλλου χαμογελούν οι μαυροφορεμένοι
και σκιρτούν των άντρων του Λυκαβηττού
οι ημίγυμνες τίγρισσες!
Αλλά πόρος κανείς για να περάσει ο ήλιος τη φήμη του στο μέλλον
Και ημέρα Κρίσεως καμιά, επειδή
εμείς αδελφοί, εμείς η μέρα της Κρίσεως
και δικό μας το χέρι που θ’ αποθεωθεί –
καταπρόσωπο ρίχνοντας τα αργύρια!

Ι΄
Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς:
ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!
Ο αναίσθητος
που όταν όλοι εμείς θρηνούμε αυτός αγαλλιά
και όταν όλοι πάλι αγαλλιούμε
αυτός αναίτια σκυθρωπάζει.
Στις κραυγές μας μπροστά προσπερνά και αδιαφορεί
και τα σ’ εμάς αόρατα
με τ’ αυτί στην πέτρα
σοβαρός και μόνος προσέχει.
Ο χωρίς φίλον κανένα
μήτε οπαδό
που εμπιστεύεται μόνον το σώμα του
και το μέγα μυστήριο στ’ αγκαθόφυλλα μέσα του ήλιου αναζητεί
αυτός είναι
ο απόβλητος από τις αγορές του αιώνος!
Επειδή νου δεν έχει
κι από ξένα δάκρυα κέρδος δε βγάνει
και στο θάμνο που καίει την αγωνία μας
μοναχά καταδέχεται να ουρεί.
Ο αντίχριστος και ανάλγητος δαιμονιστής του αιώνος!
Που όταν όλοι εμείς πενθούμε
αυτός ηλιοφορεί.
Και όταν όλοι σαρκάζουμε
ιδεοφορεί.
Και όταν ειρήνη αγγέλλουμε
μαχαιροφορεί.
Καταπρόσωπό μου οι νέοι Αλεξανδρείς εχλεύασαν!

ζ΄

Αυτός αυτός ο κόσμος *
Των ήλιων και του κονιορτού *
Ο υφαντής των αστερισμών *
Στη χάση του θυμητικού *
Αυτός ο ίδιος κόσμος *
Κύμβαλο κύμβαλο *

Αυτός αυτός ο κόσμος *
Ο σκυλεύοντας την ηδονή *
Ο πάνω απ’ τους Κατακλυσμούς *
Ο γαμψός, ο κυφός *
Τις νύχτες με τη σύριγγα *
Στα σκύρα των πολιτειών *
Αυτός ο πλατυκέφαλος *
Ο εκούσιος *
Ο υιός Αγγείθ *

Αυτός αυτός ο κόσμος *
Της άμπωτης και του οργασμού *
Ο ευρέτης των ζωδιακών *
Στην άκρη της εκλειπτικής *
Αυτός ο ίδιος κόσμος *
Βούκινο βούκινο * ο ίδιος κόσμος είναι
της τύρβης και του απόδειπνου
ο ασημωτής των βρύων
στο έβγα των ονείρων
αυτός ο κόσμος είναι
και μάταιο γέλιο μακρινό!

ο ίδιος κόσμος είναι
ο βιάζοντας τις κρήνες
ο κάτω απ’ τους Τυφώνες
ο δασύς, ο πυρρός
τις μέρες με τη φόρμιγγα
στους αρτεμώνες των αγρών
αυτός ο μακρυκέφαλος
ο ακούσιος
και ο Σολομών.

ο ίδιος κόσμος είναι
των τύψεων και της νέφωσης
ο τολμητίας των θόλων
κι όσο που φτάνει η Χτίσις
αυτός ο κόσμος είναι
και μάταιο νέφος μακρινό!

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

 

ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΊΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ

 

Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββά-
του, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες εζώσανε τον μικρό συνοι-
κισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλά-
κια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκα-
νε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα,
ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπε-
δο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ως κάτου, με
τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος
φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε
κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος
δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμ-
μή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και
τα κοντά μαύρα ποδήματα ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα.
Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να
πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους,
μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ‘ρχεται Αυ-
τός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες
ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε οποίον λάχαι-
νε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά
και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η
στιγμή να σταθεί και μπροστά στον Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλε-
ψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά
– μακριά μέσα στο μέλλον του – που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα
κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανα-
σηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο
Λευτέρης δε σάλεψε.
Πάνω σ’ εκείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολου-
θούσε με τα τρία σιρίτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια
του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει,
ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε
την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το
μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός
από τη λίγη πέραση που ‘χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη
γνωρίζοντας τι πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε
σύρριζα στο δεξί του αυτί.
Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι
στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα κέ-
ρωσαν. Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές
μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ’ τον
ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές, πάνω σ’ ένα έρμο οικόπεδο,
γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα. Ενώ σήμαινε δώδεκα
ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.

η΄

Γύρισα τα μάτια. * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλον αιώνα
τις θηλιές ετοιμάζουν

Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκε, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
στ’ αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σ’ εσάς ο Χάρος
τη φούχτα του γεμάτη
Μέσ’ απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
αδικοσκοτωμένων

Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * στα ψηλά καμιόνια
το φόρτωσαν και πάει
Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Φύσηξεν η νύχτα * σβήσανε τα σπίτια
κι είναι αργά στην ψυχή μου
Δεν ακούει κανένας * όπου κι αν χτυπήσω
η μνήμη με σκοτώνει
Αδελφοί μου, λέει * μαύρες ώρες φτάνουν
ο καιρός θα δείξει
Των ανθρώπων έχουν * οι χαρές μιάνει
τα σπλάχνα των τεράτων

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκε, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

ΙΑ’

Όπου, φωνάζω, και να βρίσκεστε, αδελφοί
όπου και να πατεί το πόδι σας
ανοίξετε μια βρύση
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Δροσερός ο κρουνός θ’ αγαλλιάσω.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
μεγαλόφωνα το νου μου ν’ απαγγείλει
ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά μου.
Δεν μπορώ
η αγχόνη τα δέντρα μου εξουθένωσε
και τα μάτια μαυρίζουν.
Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.
Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θ’ αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Όπου και να πατεί το πόδι σας, φωνάζω
ανοίξετε, αδελφοί
μια βρύση ανοίξετε
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη!

ΙΒ’

Και στα βαθιά μεσάνυχτα, στους ορυζώνες του ύπνου
άπνοια που με τυραννά και κακό κουνούπι της Σελήνης!
Τα σεντόνια παλεύω και τα μάτια πηχτά
στο σκοτάδι μάταια δοκιμάζω:
Άνεμοι γέροντες γενειοφόροι
των παλαιών μου θαλασσών φρουροί και κλειδοκράτορες
εσείς που κατέχετε το μυστικό
σύρετέ μου στα μάτια ένα δελφίνι
Στα μάτια ένα δελφίνι σύρετέ μου
να ‘ναι ταχύ, κι ελληνικό, και να ‘ναι η ώρα έντεκα!
Να περνά και να σβήνει την πλάκα του βωμού
και ν’ αλλάζει το νόημα του μαρτυρίου
Οι αφροί του λευκοί ν’ αναπηδούν επάνω
τον Ιέρακα και τον Ιερέα να πνίξουν!
Να περνά και να λύνει το σχήμα του Σταυρού
και στα δέντρα το ξύλο να επιστρέφει
Ο βαθύς τριγμός να μου θυμίζει ακόμη
ότι αυτός που είμαι, υπάρχω!
Η ουρά του η πλατιά να μου αυλακώνει
από δρόμο ανεχάραγο τη μνήμη
Και στον ήλιο πάλι να με αφήνει
σαν αρχαίο χαλίκι των Κυκλάδων!
Τα σεντόνια παλεύω και τα χέρια τυφλά
στο σκοτάδι μάταια δοκιμάζω:
Άνεμοι γέροντες γενειοφόροι
των παλαιών μου θαλασσών φρουροί και κλειδοκράτορες
εσείς που κατέχετε το μυστικό
στην καρδιά την Τρίαινα χτυπήσετέ μου
και σταυρώσετέ μου την με το δελφίνι
Το σημείο που είμαι αλήθεια ο ίδιος
με την πρώτη νεότητα ν’ ανεβώ
στο γλαυκό τ’ ουρανού – κι εκεί να εξουσιάσω!

ΙΓ’

Ανομίες εμίαναν τα χέρια μου, πώς να τ’ ανοίξω;
Κουστωδίες γεμίσανε τα μάτια μου, πού να κοιτάξω;
Γιοι των ανθρώπων, τι να πω;
Τα φριχτά σηκώνει η γης κι η ψυχή τα φριχτότερα!
Εύγε πρώτη νεότης μου και αδάμαστο χείλι
που το βότσαλο δίδαξες της τρικυμίας
και στις μπόρες μέσα, της βροντής αντιμίλησες
Εύγε πρώτη νεότης μου!
Τόσο χώμα στις ρίζες μου έριξες, που κι η σκέψη μου χλόισε!
Τόσο φως μες στο αίμα, που κι η αγάπη μου πήρε
το κράτος και το νόημα τ’ ουρανού.
Καθαρός είμαι απ’ άκρη σ’ άκρη
και στα χέρια του Θανάτου άχρηστο σκεύος
και στα νύχια των αγροίκων, λεία κακή.
Γιοι των ανθρώπων, να φοβούμαι τι;
Πάρετέ μου τα σπλάχνα, τραγούδησα!
Πάρετέ μου τη θάλασσα με τους άσπρους βοριάδες
το πλατύ το παράθυρο γεμάτο λεμονιές
τα πολλά κελαηδίσματα, και το κορίτσι το ένα
που και μόνον αν άγγιξα η χαρά του μού άρκεσε
πάρετέ μου, τραγούδησα!
Πάρετέ μου τα όνειρα, πώς να διαβάσετε;
Πάρετέ μου τη σκέψη, πού να την πείτε;
Καθαρός είμαι απ’ άκρη σ’ άκρη.
Με το στόμα φιλώντας εχάρηκα το παρθένο κορμί.
Με το στόμα φυσώντας χρωμάτισα τη δορά του πελάγους.
Τις ιδέες μου όλες ενησιώτισα.
Στη συνείδηση μου έσταξα λεμόνι.

ΙΔ’

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.
Φύγανε
και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας
και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
και από το μέρος τ’ ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις
και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδίας μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε
και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο
και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά, των βράχων τ’ αγάλματα!

θ’

Τις νεφέλες αφήνοντας * Ταξιδεύουν των βράχων
πίσω τους τ’ αγάλματα
Με το στήθος μπροστά σαν * Στους άνεμους μέσα τα
ν’ αμπώχνουνε μέλλοντα
Μην οι γύπες τα πάρουν κι αυτά * μυρωδιά και χιμήξουν!

Η καμπάνα σημαίνοντας * Των χωριών τα κοπάδια
θάνατο κατέβηκαν
Στις πλαγιές που αγναντεύουν * Και φωνή τους ανέμους
το πέλαγο ετάραξεν
Αχ η πείνα μας έχει, παιδιά * την ψυχή σκοτεινιάσει!

Στων Εθνών τα κρυμμένα * Με το στάρι ετοιμάζουνε
εργοστάσια μέταλλα
Το θεριό που δε θέλουνε * Και το στόμα του να
θρέφουνε γιγαντώνεται
Ώσπου πια να μη μείνει κανείς * και τα κόκαλα τρίξουν!

Αλλά πριν στην κοιλάδα που * Λες και στενών ο Άδης
σείστηκε εβόησε
Των σπιτιών οι σκεπές * Και το θαύμα τ’ ανέλπιστο
ξεκαρφώθηκαν φάνηκαν
Οι γυναίκες ν’ ακούν σιωπηλά * στων βρεφών τους το κλάμα!

Η ζωή που το θάνατο * Σαν τον ήλιο γυμνή
γεύτηκε ξαναγύρισε
Και μην έχοντας αχ άλλο * Η ζωή που τα πάντα
τίποτε σπατάλησε
Στα χαλάσματα κάρφωσε μια * παπαρούνα που λάμπει!

Αν ποτέ το γεράκι * Τη φωνή του προβάτου
ξανάδινε που σπάραξε
Με τ’ αυτί στο χορτάρι * Των νεκρών την οργή
θ’ ακούγαμε πως γυμνάζεται
Το σκοτάδι ν’ αρπάξει μεμιάς * κι απ’ την άλλη να δείξει!

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ

Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες
απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω από την κλειστή θύρα της αυλής
των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου το ποίμνιο και στην κάθε σφυ-
ριγματιά μου αναπηδούσε και βέλαζε. Άλλοι όμως, και πολλές φο-
ρές οι ίδιοι αυτοί που παινεύανε την καρτερία μου, από δέντρα και
μάντρες πηδώντας, επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί μες στη μέση
της αυλής των προβάτων. Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποί-
μνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Και στα δόντια του γυάλισεν η
αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, καθώς που
τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου.
Τότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε τέτοιο τρίξι-
μο, τρόμαξαν. Επειδή το κάθε σημάδι καταλεπτώς γνωρίζουνε και,
συχνά, μίλια μακριά διαβάζουνε στο συμφέρον τους. Παρευθύς λοι-
πόν τα πέδιλα τ’ απατηλά ποδέθηκαν. Και μισοί πιάνοντας τους άλ-
λους μισούς, από το ‘να και τ’ άλλο μ