ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

1-ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στη Λύση το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Είναι κάτοχος πτυχίου M.A. στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία και Ph.D. στη Λογοτεχνία. Εργάστηκε ως Πολιτιστικός Λειτουργός στον Δήμο Λάρνακας και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπου κατείχε τη θέση του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Εργάστηκε, επίσης, στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, όπου κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου.
Διετέλεσε πρόεδρος και μέλος σε διάφορα συμβούλια πολιτιστικών σωματείων, πρόεδρος και μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και από το 2013 είναι Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.
Μερικές από τις ποιητικές του συλλογές μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία. Τιμήθηκε με κρατικό έπαινο και κρατικό βραβείο ποίησης.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Όμορφη χώρα, Κύπρος 1967
Ο δρόμος, Κύπρος 1970
Αυτοβιογραφία, Κύπρος 1972
Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι, Κύπρος 1980
Τα δέντρα στο βορρά, Κύπρος 1981
Περαστική άνοιξη, Κύπρος 1984
Σκαλιώτικα σχέδια, Κύπρος 1987
Η στέρνα των ερώτων, Κύπρος1987
Το σπίτι κι ο χρόνος, Κύπρος 1990
Ποιήματα 1980-1990 (συγκεντρωτική έκδοση), Κύπρος 1993
Το νερό της μνήμης, Λευκωσία 1998
Από το Ελάχιστο, Λευκωσία 2001
Αναμονή βροχής, Ποιήματα 1980—2001, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008
Μες στη ροή, ποιήματα, Δίβατον, Λευκωσία 2009
Το ημιτελές ποίημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τα κλεμμένα σταφύλια, Κύπρος 1985

ΜΕΛΕΤΕΣ

Παύλος Λιασίδης, Η δύναμη του ποιητικού ταλέντου, Κύπρος 1995

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Εκατό χρόνια ρωσικής ποίησης, ανθολογία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 1989
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια – εισαγωγή –
μετάφραση – σχόλια, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995
Ατάλ Μπιχαρί Βαζπεί\ 21 ποιήματα, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού –
Πολιτιστικές Υπηρεσίες, Λευκωσία 2002
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα, ανθολογία — εισαγωγή — μετάφραση
σχόλια, Εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα 2004
Σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι ποιητές Απόπειρα επικοινωνίας, Τόπος 2010

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0003

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0006

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0004

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0005

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0002

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0001

Το ημιτελές ποίημα 2014

 

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Ένας γορίλας στο ζωολογικό κήπο του Βερολίνου
περιφέρεται οργισμένος μέσα στον περίκλειστο
από τοίχους και σίδερα λάκκο του. Μας κοιτάζει
με βλέμμα σκοτεινό, όπως ο φυλακισμένος σε ισόβια.
Σίγουρα έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασής του
και μισεί τη μοίρα του, όπως κι εμάς,
που τον κάναμε θέαμα.

Αν μπορούσε να μας φωνάξει κατάμουτρα
αυτά που σκέφτεται για μας
δε θα ξέραμε που να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Πιο πολύ όμως θα ήθελε να βρεθεί ελεύθερος
έξω από το λάκκο του
και σαν ένας φοβερός θεός, απελευθερωμένος,
να μας σκορπίσει όλους δεξιά κι αριστερά
και να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας,
πάνω από την περίφραξη του κήπου, τους δρόμους,
τα σπίτια, τις πολυκατοικίες, τα εργοστάσια,
τα τρένα και τα αυτοκίνητα

και να βρεθεί μέσα στο παρθένο του δάσος
χίλια χρόνια πριν απ’ όλα τούτα, μόνος,
πρόσωπο με πρόσωπο με το θεό του.

2012

 

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

Στη Νόνα

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος.
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.

Μες στη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί
σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη
μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι
κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση
των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι
όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό
και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα.

Είναι κι ένα παιδί
που στη μια και στην άλλη γλώσσα
μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου.

Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

2013

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.
Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του.

Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί
-τόπο χαμένο μες στη Μικρασία-
να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,
τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…

Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων
γυρίζουν σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,
σαν μουσικές μες στον αγέρα,
κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί
μες στην ομίχλη του χρόνου.

Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ
και τα περασμένα χρόνια
μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.

Περπατώ μέσα σ’ έναν κόσμο
που είναι την ίδια στιγμή
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,
δάσος από ανθρώπους,
πράγματα και μνήμες…

 

ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Μπροστά μου,
πάνω στο γραφείο που εργάζομαι,
βρίσκονται παραταγμένα σε σειρά
διάφορα άψυχα πράγματα: τρεις μικρές πέτρες
που κουβάλησα από τρεις θάλασσες
δυο θραύσματα ηφαιστειογενών πετρωμάτων,
που περιμάζεψα από τα κράσπεδα
δυο μακρινών ηφαιστείων,
ένα κομμάτι παλιού κεραμικού
με κάποια ίχνη κλασικότροπης διακόσμησης,
που ξεκόλλησε από παλιό κτίριο μεγαλούπολης
που με φιλοξένησε για χρόνια,
ένα κομμάτι σίδερο κι ένα άλλο από χαλκό,
που μάζεψα από μηχανουργεία
κι οικοδομές που δούλεψα κάποτε…

Είναι όλα εδώ μπροστά μου, χρόνια τώρα.
Τις μέρες φωτίζονται από το βόρειο φως
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο,
τις νύχτες απ’ το φως της επιτραπέζιας λάμπας.
Κάποτε απλώνω το χέρι μου και τα αγγίζω,
τα ανακατεύω σαν τις αναμνήσεις από μακρινά ταξίδια
κι ύστερα τα επανατοποθετώ στις θέσεις τους.

Το καθένα είναι και μια ιστορία,
με την αρχή, το τέλος, τη διάρκειά της….

Το καθένα κρύβει μέσα του μια ζεστασιά,
ένα ίχνος ψυχής, μια σπίθα φωτιάς,
μια αίσθηση σταθερότητας
μέσα στην ανελέητη ρευστότητα του κόσμου,
μια ανθρώπινη ανάσα, μια χειρονομία
που προεκτάθηκε στο χρόνο.

Το πιο σημαντικό, ωστόσο,
είναι που τα άψυχα τούτα πράγματα
μπορούν να γίνονται μνήμες, λόγια και μουσικές,
χάρτες των διαστάσεων του κόσμου
και του βάθους της μνήμης,

να δίνουν την αίσθηση της διάρκειας του χρόνου
στο τέλος μια άλλης εφήμερης μέρας.

 

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

Οκτώβριος 2010

 

ΚΥΚΛΟΣ

Τίποτε δεν έχει τελειώσει.
Ξαναπερνούν και θερίζουν οι τυφώνες,
αναταράζουν τα σπλάχνα της γης οι σεισμοί,
ξυπνούν ξαφνικά οι επαναστάσεις
κι ανεμίζουν το ματωμένο τους λάβαρο
για να δοξάσουν και πάλι το όνειρο…

Ακόμη και οι θεοί που πέθαναν
έρχονται ξανά με καινούργιο πρόσωπο.

Και μας βρίσκουν πάντα τους ίδιους,
όσο κι αν είμαστε διαφορετικοί.

 

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1974

Σαν τέλειωσε ο πόλεμος
ήρθε στη Λάρνακα
με τη μορφή πλοίου σοβιετικού
ο Γεωργιανός ποιητής Σιότα Ρουσταβέλι
και μας πήρε για την Οδησσό.
Στην Κωνσταντινούπολη έκανε στάση.
Βγήκα στον δρόμο,
ένα λεωφορείο έκανε τη διαδρομή
ΚΕΡΥΝΕΙΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ
και τη διαφήμιζε ελληνικά.

Ήθελα να το σταματήσω,
να πω στον οδηγό
πως δεν υπάρχει πια αυτός ο δρόμος,
πως είναι κομμένος
με νεκρούς και οδοφράγματα,
ήθελα να του πω ν’ αλλάξει διαδρομή.

Ήθελα, μα δεν σταμάτησε. Έτρεχε,
έτρεχε αναπτύσσοντας ταχύτητα,
οδηγώντας την εγκλωβισμένη μέσα του ζωή μας
σε μια πορεία στην άκρη του γκρεμού,
διαγράφοντας ιστορία και γεωγραφία,
έργα ανθρώπων και χειρονομίες…

Ήτανε πια κι αυτό μέρος της ιστορίας
κι έτρεχε, έτρεχε όπως ο χρόνος, αμείλικτα,
δίχως να κοιτάζει πίσω…

 

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Στον Χρίστο Χατζήπαπα

Τόσα χρόνια μέσα στο πηγάδι
κι ούτε μια χούφτα νερό να τους δροσίσει,
ούτε ένα δάκρυ πόνου να τους ράνει,
μήτε ο ήλιος να τους αγγίζει μήτε η βροχή,
μόνο ο χρόνος να τους τρώει τη σάρκα
και τα κόκαλα να πριονίζει.

Κάποτε ένα φίδι,
κάποτε ένα τρωκτικό
και τα υπόγεια σκουλήκια.

Λίγες σταγόνες βροχής σε βροχερούς χειμώνες
και μια ηλιαχτίδα τη μια και μοναδική
μεγάλη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου
να τους επισκέπτεται.

Τίποτε άλλο.
Μήτε χόρτο χλωρό,
μήτε λουλούδι,
μήτε άρωμα.

Τόσα χρόνια τώρα
να χρεώνουν τους ζωντανούς,
να χρεώνουν τον τόπο
και να χρεοκοπούμε όλοι μας.

Ιούλης 2010

 

Ο ΔΩΡΟΣ

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε
στην καρδιά του -εκείνες τις δυο ώρες
μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού
της διακοπής από τη σκοπιά- ήρθε
και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,
αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,
εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…
Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,
μα η φωνή μου δεν έβγαινε, σάμπως να βρισκόμουν
μέσα σε βαθύ πηγάδι
και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.
Κι εκείνος με ακλουθούσε.

Σαν μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα
-ήτανε Αύγουστος- εκείνος
βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ
προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,
μα δεν μπορούσα να βγω.

Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.
Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα
κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο
πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι
κι αναζητώ διέξοδο.

Κάθε φορά από την αρχή.

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
μετά τον πόλεμο. Την ώρα του πολέμου
τίποτε δεν χτίζεται,
μόνο χαλιέται. Ακόμη και οι νεκροί
δεν αξιώνονται ένα αποχαιρετιστήριο φιλί,
έναν λόγο, ένα δάκρυ, έναν τάφο. Τίποτε.

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
όταν αρχίσουν οι περιπέτειες του πρόσφυγα,
ο δύσβατος δρόμος του ακρωτηριασμένου,
η αναζήτηση των νεκρών. Γράφονται
όταν οι δρόμοι γεμίζουν
με πικραμένους του χάρου.

Τότε γράφονται τα ποιήματα για την ειρήνη,
μα τι να τα κάνεις; Ούτε κανένα φέρνουν πίσω,
μήτε και τον επόμενο πόλεμο μπορούν να ματαιώσουν.
Αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, θα γίνει
για αποκατάσταση της δικαιοσύνης
και για την ειρήνη.

Τελικά και τα ποιήματα για την ειρήνη
είναι κι αυτά μέρος της τραγωδίας,
χρειάζονται για την ολοκλήρωση της πράξης
και την καταγραφή της στην ιστορία.

Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010

 

ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ

Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,
πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα
και συναντιούνται στον αέρα,
κάθονται ύστερα πάνω στη γη
που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,
πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,
περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια
τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους
μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.

Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί
και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους
μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.

Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας
είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,
όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει
το άλλο να έρθει να το σφίξει.

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Πολλές φορές τον χρόνο το φεγγάρι
κάνει τον κύκλο του
και γίνεται πανσέληνος.
Το επιθανάτιο χλωμό του φως
πέφτει πάντα το ίδιο πάνω στον κόσμο,

όμως ο κόσμος κάτω
είναι κάθε φορά διαφορετικός,
το φως διαγράφει άλλα περιγράμματα,
σκιάζει άλλους τάφους, άλλα ερείπια
σε γειτονιές πολέμων,
σε συνοικισμούς προσφύγων,
άλλους κρατήρες, άλλα ναυάγια…

Και κάθε φορά
που επαναλαμβάνεται η πανσέληνος
γίνονται όλο και πιο άσπρα
τα κόκαλα των άταφων νεκρών.

Αύγουστος 2010

 

Μες στη ροή (2009)

 

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Μες στα σκοτεινά πηγάδια και στα βαθιά νερά
όπου πρωτογεννιούνται του κόσμου τα στοιχειά,

στης ιστορίας το σκίρτημα, στου μύθου τις πηγές,
στων ηφαιστείων τη λάβα, στις άγριες φωτιές,

όπου φωνάζει το αίμα και μιλούνε οι νεκροί,
τα θεμέλια κείτονται της μνήμης κι οι μικροί θεοί.

Εκεί πηγάδια ανοίγω για το μαγικό νερό
και βρίσκω δράκου πόδι, στόμα αχόρταγο.

Η φωνή μου σβήνει σ΄ άγριο βουητό,
σε τρόμο για το θάνατο, για το άγνωστο.

Δρόμοι σκοτεινοί της ύπαρξής μου, αδιέξοδοι,
μέσα μου φυλακισμένοι, αφιλόξενοι,

θα μιλήσουνε μια μέρα με τη μουσική τους
και θ΄ ανοίξουν δίχως λόγια τη μυστική πηγή τους

κι ό, τι έχει μέλλον θα φανεί διάφανο
κι ό, τι είναι του θανάτου θα πάει στο θάνατο.

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Ο νεκρός εκείνης της άνοιξης ήταν νέος
κι ωραίο παιδί, καμάρι των γονιών του
κι έρωτας κρυφός των κοριτσιών.

Μα τόσο νέος πώς να κρατηθεί μέσα στην κάσα του!
Άδεια την κουβαλήσανε στην εκκλησιά,
άδεια την κατεβάσανε στον τάφο.
Αυτός βγήκε κρυφά και γύριζε στους δρόμους
ντυμένος την πιο καινούρια του αλλαξιά,
με πρόσωπο βαθιά θλιμμένο
και μια πληγή ανοιχτή κάτω απ’ το στήθος
απ’ όπου βγήκε και του ‘φυγε η ψυχή.

Με παρουσίες που όλο πύκνωναν τα βράδια
γέμισαν οι δρόμοι.
Λέξεις πολλές μέσα στο λόγο των ανθρώπων
άρχισαν να σημαίνουν θάνατο.
Έγινε κι αυτός πρόσωπο του χωριού,
σαν το γέροντα του διπλανού σπιτιού,
τον ιερέα, το δάσκαλο ή το μαύρο γύπα
στην κορυφή του κυπαρισσιού στο κοιμητήρι.

Από τότε κάθε άνοιξη
πεθαίνει μέσα μου ένας νέος.
Ο θάνατος ειρωνεύεται την ταραχή μου
και ο θεός αθέατος σιωπά.

 

ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΣΕ ΜΕΡΑ ΒΡΟΧΕΡΗ

«Βρέχει, πατέρα».
«Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω».
(Διάλογος του ποιητή με τον πατέρα του)

Στον τόπο μας είναι λίγες οι βροχές, πιο πολλή
η κάψα του ήλιου κι η αιώνια σκόνη
που σκεπάζει ιστορία και μύθο.
Κι όμως τη μέρα εκείνη της κηδείας
έβρεχε ασταμάτητα από το χάραμα.
Βρεχότανε ο κόσμος όλος κι όσοι μαζεύτηκαν
να συνοδεύσουν το νεκρό στον τάφο.

Μισοβρεγμένο τον πήγαμε στην εκκλησιά,
καταβρεγμένο τον εβάλαμε στο λασπωμένο χώμα.
«Είναι η ευλογία του Θεού», λέγαν οι γέροντες,
«είναι η συγχώρεση στις αμαρτίες του…».
Μα ήτανε τόσες πολλές οι αμαρτίες του
ή μήπως η ευλογία του Θεού ήτανε τόσο μεγάλη
για να χαρεί κι η διψασμένη γη μας!…
«Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…»
Ποιος αξιώθηκε τόση ευλογία!

Πόσες φορές είχε σπείρει όλο το βιος του
και περίμενε τη βροχή να το πολλαπλασιάσει.
Έβγαινε μες στο χάραμα κι άπλωνε τα χέρια
ικετεύοντας να φυσήξει ο αγέρας
να φέρει το σύννεφο, να φέρει ψωμί για τα παιδιά…

Κι όση βροχή του αρνήθηκε ο Θεός
του την έδωσε όλη μονομιάς την τελευταία του μέρα.

 

ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΘΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

Καίγεται στις όχθες των ποταμών με τους νεκρούς,
κυλά με την τέφρα τους μες στα νερά,
κάθεται μέσα στον κάθε σβώλο γης,
στο κάθε φύλλο, στον ανθό και τον καρπό.

Κυκλοφορεί στις αγορές με τους ζητιάνους,
τους πωλητές, τα πλήθη των ανθρώπων,
τις αγελάδες, τα γουρούνια, τους ελέφαντες
τους σκύλους, τους πιθήκους, όπου ξαφνικά
μια νεκρική πομπή ανοίγει δρόμο.

Υπάρχει ακόμη στους ναούς με τους ζωόμορφους θεούς
και στα πολλά ομοιώματά τους
που φτωχοί τεχνίτες φτιάχνουνε για τους τουρίστες.

Πουθενά αλλού δε συναντάς τόση ποσότητα Θεού
που ακόμη κι αν δεν πιστεύεις
τον βλέπεις να αγκομαχά σα βόδι
σέρνοντας καθημερινά το άροτρο της ζωής.

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

 

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Στη Νόνα, που μου έδωσε την ιδέα

Τον είδα παντού. Στα ιερά του Πάπα και του Πατριάρχη,
στους βουδιστικούς ναούς της Κίνας με τις πολλές λαμπάδες
και στους ινδουιστικούς των Ινδιών με τα πολλά πρόσωπα
και τα μαραμένα λουλούδια των προσκυνητών.
Μια κούκλα είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος
τον κρατά από το χέρι και το σέρνει
στους δρόμους της δικής του αγωνίας.

Μικρό το νανουρίζει σαν παιδί στην κούνια,
έφηβο το θαυμάζει για τη δύναμή του,
γέροντα το φοβάται για τη σοφία του.
Το λούζει, τον αρωματίζει, το στολίζει,
τον ντύνει στα χρυσά, τον αγαπά,
θυμώνει και το βάζει στη γωνιά,
το θάβει και τον ανασταίνει,
τον οδηγεί στον πόλεμο, τον προσκαλεί
στη γέννηση, στο γάμο, στην κηδεία.

Μια κούκλα είναι ο Θεός με χίλια πρόσωπα
κι έχει ο καθένας το δικό του. Με τον καιρό
τον κάνει να του μοιάζει.
Γίνεται και παιδί του και πατέρας και κριτής του.

 

Η ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Σκόνη, σκόνη, σκόνη παντού.
Φυσά ο αγέρας της ερήμου ως εμάς
και την ταξιδεύει άπλυτη
πάνω απ’ τη θάλασσα.

Ταξιδεύει σαν τα διαβατάρικα πουλιά
μα δε διαβαίνει. Εδώ κάθεται.
Ταξιδεύει σαν τα αποδημητικά πουλιά
μα δεν αποδημεί. Μένει.

Έρχεται σήμερα, χθες, από πάντα
και κάθεται πάνω στα μάρμαρα
και στα μωσαϊκά. Καλύπτει τα χρώματα,
εισχωρεί μέσα τους, γίνεται μέρος τους.

Αιώνες η έρημος
μαζεύεται μέσα μας.
Τώρα μονάχα ένας κατακλυσμός
μπορεί να μας ξεπλύνει.

 

ΜΗΝ ΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που ταξιδεύουνε με τη σοφία αστροναύτη
και σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές
και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που πρώτα γνώρισαν την αρμονία
και την ενότητα του κόσμου,
πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν
και παίρνει και φέρνει τη ζωή,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που έρχονται να πιουν νερό
και να γευτούν πράσινο χόρτο,
ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους
λίγη χαρά και λίγη θλίψη
να δίνουμε με το φευγιό τους
υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
κινούν το χρόνο και τις εποχές
κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή
και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
μην τα πυροβολείτε.

 

ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ

Μπορεί να πάρεις την απόφαση
να πορευτείς σε λάθος δρόμο
είτε να μπεις σε λάθος πόλεμο
και προχωρώντας
να κερδίζεις καθημερινά και κάποιες μάχες.

Με τις επιτυχίες σου αυτές
μπορεί να επαίρεσαι
νομίζοντας πως προχωρείς μπροστά,
αγνοώντας πως σε μια πορεία με μικροκέρδη
θεμελιώνεις τη μεγάλη
κι αναπότρεπτη ζημιά.

Το πιο τραγικό είναι, ωστόσο,
όταν καταλάβεις πού πηγαίνεις –
δέσμιος των επιλογών σου πια –
να συνεχίσεις να πανηγυρίζεις
μ΄ αυτές τις μικρονίκες
που όλο και πιο κοντά σε οδηγούνε
στη μεγάλη κι αναπότρεπτη σου ήττα.

 

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Σα φύλλα σε στάσιμα νερά επιπλέουν
ονόματα ατεκμηρίωτων αγίων και ηρώων,
εμπορικοποιημένες πράξεις άλλων εποχών,
προσοδοφόρες επενδύσεις συνθημάτων –
αλαλαγμοί νίκης σε μια πορεία ήττας.

Ιστορικός ο τόπος κι ανιστόρητος.
Κάθε φορά πιστεύει πως ξεκινά κάτι καινούριο
ενώ συνεχίζει να ξύνει μια παλιά πληγή.

Τώρα πια ούτε που τολμούμε να ομολογήσουμε
πως μέσα σε όλα τούτα άλλο τίποτε δεν κάναμε
από το να εξαργυρώνουμε συνέχεια
την παραφουσκωμένη προσφορά μας
με ότι είχε πέραση κάθε φορά, έτσι που τώρα
καταντήσαμε χρεωμένοι κι από πάνω.

Βαραίνει η ψυχή μας και πώς να πετάξει
όταν το σώμα ασήκωτο πια
φυτεύεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα!

2004

 

ΞΕΝΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ

«Η αλήθεια είναι» – είπε ο ξένος συνομιλητής μου –
«πως εσείς μπορεί να φύγετε ή να ‘ρθουν άλλοι
και να πάρουνε τα σπίτια σας,
μα τούτες οι αρχαίες κολώνες και το θέατρο
κι η αγορά με τα μωσαϊκά και τα αγάλματα,
πάλι εδώ θα είναι – μια πρόκληση
για τους αρχαιολόγους και τους τουρίστες –
κι αυτός ο ήλιος του καλοκαιριού
κι η θάλασσα τις νύχτες με το φεγγάρι
που κρεμάζεται από πάνω της ολόχρυσο πανέρι,
όλα εδώ θα είναι, αρχαία και σημερινά,
όπως ο χρόνος, που σαν παιδί
γεννιέται με τον ήλιο κάθε αυγή.
Κι όσο και αν σου φαίνεται τούτο κυνικό,
όλα αυτά θα δίνουν πάντα μια καλή προοπτική
γι΄ ανάπτυξη και για τουριστική αξιοποίηση».

«Το ξέρω, αυτό είναι σκληρό για σένα» – πρόσθεσε –
«που έχεις τις ρίζες σου εδώ τόσους αιώνες,
μα μόνο ο τρελός νομίζει πως το δίκαιο ή ο Θεός,
είτε ακόμη η ίδια η ιστορία του,
μπορούνε να τον προστατεύσουν σ΄ ένα κόσμο
με τόση δύναμη στα χέρια του,
με τόσο πλούτο
και με ψυχή τόσο φτωχή!».

 

ΠΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στους τοίχους του χωριού
μισοδιαβάζονται ακόμη τα παλιά συνθήματα,
προβάλλουν οι σκιές αυτών που ‘φύγαν:

Στο δεξιό σωματείο ο Χατζηκώστας,
στο κεντρώο ο Σουρουλάς,
στο αριστερό ο Κολάνης.
Ο Αυξεντίου άγαλμα στην πλατεία,
ο Μιχάλης Πέτρου ένας στιγματισμένος νεκρός
κι ο Λιασίδης ένας αλλόκοτος ποιητής
που μεταθανάτια επιστρέφει.

Κανένας δεν υπάρχει πια. ΄Ερημος ο δρόμος,
γεμάτος με χαλάσματα σπιτιών
που τριάντα χρόνια τώρα όλο πληθαίνουν.
Κομμένο σύρριζα το κυπαρίσσι
των παιδικών μου χρόνων
ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα
μες στον ύπνο μου φορτωμένο
πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών,
όταν η ποίηση ήταν σημαία
και λάβαρο και θυμίαμα και μοιρολόι.

Τώρα πηγαίνω επίσκεψη σαν ξένος.
Άλλα μνημεία τώρα με υποδέχονται,
άλλα συνθήματα φωνάζουν.
Στρίβει και πάλι αδίστακτα και φονικά
η ιστορία. Εκεί στα ίδια σπίτια
γράφουν ποιήματα ο Γκουργκέντς και ο Τζενάν.

Κοιτάζω γύρω, αμνήμονα μνημεία,
στομφώδη, υπερφίαλα,
τσιμπούρια στο σώμα του μέλλοντος
να σκοτώνουν καθημερινά τη μνήμη.
Κοιτάζουν πίσω και θέλουν
να προχωρούν μπροστά.

Φεύγουν οι άνθρωποι που θυμούνται,
έρχονται άλλοι που δεν ξέρουν.
Ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου,
τελειώνει ο καιρός. Όποιος προλάβει
ν’ αναστηθεί αναστήθηκε.
Μπροστά στη βαριά πόρτα του μέλλοντος
όλο και περισσότεροι υποψήφιοι νεκροί
μαζεύονται και περιμένουν
χάνοντας σιγά – σιγά την ελπίδα
χάνοντας το όνομά τους
και την ιστορία τους.

 

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΖΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Περπατήσαμε πολύ δρόμο,
ζήσαμε μεγάλο μέρος της ζωής,
πεθάναμε μεγάλο μέρος του θανάτου.
Πού είμαστε τώρα;
Τι είναι παρελθόν,
τι είναι μέλλον
και που ισορροπούν;

Λουλουδιάζει ο χρόνος.
Όπου να ‘ναι
θα δούμε ρίζες να γεννιούνται
λευκές μες στο ουδέτερο…

…φτερά της ψυχής
οιμωγές της καρδιάς
ρανίδες του λόγου
που τόλμησε και πόνεσε
κι έπεσε.

 

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ   

Όπου κάηκες μια, καίγεσαι πάλι
Κι όπου βρέχτηκες βρέχεσαι.
Μα όπου δεν, ποτέ και τίποτε.

Όλα μια φορά συμβαίνουν
κι ό, τι κρατήσεις
μες στη ροή που ρέεις.

 

 

Από το ελάχιστον  (2001)

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Την ποίηση, όπως και την καλή διάθεση,
μπορείς να την αντλήσεις κι απ’ το ελάχιστο,
σχεδόν από το τίποτε. Και τότε
το τίποτε αυτό θα πάρει υπόσταση
και θ’ αποκτήσει σώμα όπως στο θαύμα της Κανά.

Πολλά δεν θέλει να υπάρξει η ποίηση. Τα γεγονότα
πιο συχνά τη βαραίνουν και την πνίγουν
όπως οι κάθε λογής υπολογισμοί τον έρωτα.
Αλλά όταν υπάρξει είναι μια σκάλα
που ανεβάζει σε τραπέζι με φωμί
σε κανάτι με κρασί
ή στο κρεβάτι του έρωτα.

Δίνει ακόμη λίγη από τη γεύση της αθανασίας
καθώς η ερωτική πράξη με γυναίκα αγαπημένη
που ρίχνει το έμβρυο μέσα στη μήτρα.

 

ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

 

ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΗ

Ο κάθε ποιητής πρέπει να τραγουδήσει το τραγούδι του
πριν ο θάνατος τον κλείσει μέσα στην κάσα του.
Το κάθε καλάμι στην ακροποταμιά
πρέπει να σφυρίξει με τον άνεμο όσο μπορεί
πριν ο άνεμος το τσακίσει και σωπάσει.
Το κάθε όργανο πρέπει να παίξει τη μουσική του
πριν Ιάπωνας εκατομμυριούχος
το κλείσει σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας.

Η σιωπή είναι τρόμος.
Ένα Στραντιβάριους σε θησαυροφυλάκιο
είναι χειρότερο κι από ένα πουλί σε κλουβί,
είναι ένας αδικαίωτος ποιητής μέσα στο φέρετρό του.

Ό, τι πήρε ο καθένας πρέπει να το ανταποδώσει.
Το βιολί να παίξει για χάρη του δασοφύλακα,
για χάρη του ξυλοκόπου, του μαραγκού, του μάστορα
κι ακόμη για κείνη τη ξεχωριστή χάρη που του δόθηκε
ν΄ αγγίζει με τον ήχο του τη μυστική πηγή του κόσμου.

Να τραγουδήσει ο ποιητής και με τους στίχους
την πείνα να χορτάσει της ψυχής του ανθρώπου,
το πρωινό, τον ήλιο, τη βροχή να πολλαπλασιάσει,
ως την άκρη της χαράς τον πόνο να οδηγήσει,
ως την άκρη της ελπίδας την απελπισία.

Με την ανταπόδοση κερδίζεται η δικαίωση,
με το ξόδεμα συσσωρεύεται το κέρδος.

 

ΡΌΔΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ

Μόνο το πνεύμα μπορεί να γεννήσει ρόδα αμάραντα
και η τέχνη να πλάσει το τελειωμένο.
Με όλα τα συν και τα πλην της ιστορίας
και της ψυχής του ανθρώπου
διευρύνονται ολοένα οι στίχοι του Ομήρου,
τα μάρμαρα του Μιχαήλ Αγγέλου
και το γκρίζο του Θεοτοκόπουλου.

Μόνο πράγματα ανώφελα από τη μεριά του υλικού κόσμου
μπορούν να παραμένουν τα ίδια και να αλλάζουν
ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι και το χρόνο,
την αγωνία της ψυχής και την προέκταση του μυαλού
και μονάχα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό επιδέχονται.

Όλα τα άλλα ξεπέφτουνε συχνά στο πλην

και στη διαίρεση, γίνονται στάδια μεταβατικά
για την κατασκευή του εγκλήματος.

Αν υπάρχει ελπίδα κάτι να σωθεί στο τέλος
είναι η ψυχή κι αυτά τα ανώφελα κατά τα άλλα πράγματα
που είναι το ψωμί της, το νερό της και το μέλι της.

 

Η ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Και ο φωναχτός ανθός της μηλιάς και ο σιωπηλός του σταχυού
μετατρέπουν την ωριμότητά τους σε σώμα και σε πνεύμα.
Τα σοφά και τα τρελά που του συμβαίνουν
σε στίχους τα μετατρέπει ο ποιητής
για να ΄ναι η ποίηση μήλο και σιτάρι και σταφύλι
να ΄ναι ψωμί και κρασί και το θαύμα που τα αυξάνει.

Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος.
Και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σα ζωγραφιά και σαν ποίηση
για ν΄ αποκτήσει χρώμα το άχρωμο και νόημα το αμίλητο.

Το φως στους πίνακες του Βαν Γκογκ
είναι τόσο θρεπτικό όσο και το σιτάρι
και το μήλο του Σεζάν είναι σαν το ουσιαστικό
που σημαίνει όλα τα μήλα του κόσμου και κάτι παραπάνω.

Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το όνειρο
που μέσα του μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις
όπως μέσα στη θάλασσα
κι όλο να ανακαλύπτεις το πολύπλευρο
και το ατελεύτητο του κόσμου.

 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ

Τρεις χιλιάδες χρόνια κυλάει το ποτάμι του Ηράκλειτου
με την πιο σοφή ρήση των αιώνων
κι όλο θέλουμε να μπούμε μέσα του μια δεύτερη φορά.
Γνωρίζει ο νους κι αμφισβητεί το όνειρο
αφού πολλές φορές όλα συμβαίνουν μέσα του.

Ωστόσο ποτέ δε θα ξανασυναντήσεις μια γυναίκα που ερωτεύτηκες
ακόμη και αν την συναντήσεις
κι ούτε την πόλη που άφησες την ξαναβρίσκεις.

Τα χρόνια δε φεύγουν αδειανά. Είναι τόσο φορτωμένα
που γκρεμίζονται ένα ένα και τσακίζονται
έτσι που δεν μπορείς να επανενώσεις τίποτε.

Μόνο το όνειρο ξαναγυρίζει πίσω τα αγύριστα
κι η ποίηση τα τσακισμένα επανασυναρμολογεί.

 

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Μια μέρα που βρήκε ευκαιρία, μίλησε ο ποιητής στο Θεό:
Κάνε, του λέει, μια καινούρια σφαίρα
και βάλε μέσα της όλο τον κόσμο,
μα προπαντός, βάλε στον ένα πόλο
την απόλυτη φωτιά του έρωτα
που λιώνουν μέσα της τα σώματα
και γίνονται λάβα που διαπλέει τους αιώνες.
Και βάλε στον άλλο πόλο
την απόλυτη παγωνιά της αιωνιότητας
που μέσα της τα σώματα και οι ψυχές
γίνονται μια παγωμένη στήλη μες στο άπειρο.
Και χάρισέ μου αυτή τη σφαίρα
βάλσαμο να γίνει στην αγιάτρευτη πληγή μου.

Όταν θα δω το χάροντα με το γυμνό σπαθί του
καβαλάρη να πηδά πάνω απ΄ το φράκτη
κι ένα φεγγάρι σα δρεπάνι πίσω να τον ακολουθεί
όρθιος μπροστά να βγω στον κήπο.

Τόσες φορές που έλιωσα μες στην πυρά του έρωτα
στην παγωνιά ξανά να λιώσω της αιωνιότητας
και σαν ένα κοντάρι φως
να επιμηκυνθώ στο σύμπαν
στήλη να γίνω μες στο άπειρο.

 

Τ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ

Τόσο πολύ εγέμισα με άστρα
αφού μεγάλωσα τρώγοντάς τα σαν καραμέλες
που τα κουβαλώ μέσα μου ακόμη και τη μέρα.

Μες στην αυλή μας με τα γέρικα δέντρα,
τους μισοχαλασμένους τοίχους και τους γέροντες
που κάθε μέρα φεύγαν
τ΄ αστέρια ήταν κάθε βράδυ το μόνο καινούριο πράγμα.

Τα τραγούδια της γιαγιάς
καθώς επαναλαμβάνονταν με τ΄ άστρα
ανεβαίνανε κάθε βράδυ στον ουρανό
αναζητώντας το καθένα το δικό του αστέρι.

Το πρωί πέφτανε όλα μέσα μου.

Τώρα που δεν υπάρχει πια
μήτε η αυλή μήτε το σπίτι
και φύγανε οι γέροντες
τα κουβαλώ όλα μέσα μου,
το καθένα με το δικό του αστέρι.

Και κάθε βράδυ,
ύστερα από μια κουραστική μέρα
με κέρδη και ζημιές και μόνιμες απώλειες,
τίποτε δε βρίσκω πιο καινούριο
από τ΄ αστέρια.

 

ΡΩΜΗ

Περπατώ και νιώθω να επιμηκύνεται το σώμα μου
σαν τη ρίζα της κάπαρης και να φτάνει τα υπόγεια ρεύματα.
Επιμηκύνεται το όνομά μου και φτάνει ως τις ρίζες της γλώσσας,
πέφτω ολόκληρος μες στη λιωμένη λάβα της ιστορίας
που ποτέ της δεν κρυώνει.

Κάποτε μου φαίνεται πως ήμουν με τους μονομάχους,
κάποτε με τους ριγμένους στην αρένα σκλάβους
όμως ποτέ δεν ήμουν με το αλαλάζον πλήθος στην κερκίδα
κι από τους κυβερνήτες προτιμούσα τους ποιητές.

Η ίδια μέρα γεννούσε τα μεγάλα έργα και τα μεγάλα εγκλήματα
κι όλα μαζί παράλληλα και την ίδια στιγμή
φωνάζουν στους αιώνες από τα χτίσματα του Κολοσσαίου.

Απλωμένη σα ρούχο η ψυχή του ανθρώπου
μαζεύει αλλού το φως κι αλλού το σκοτάδι.
Ένα πανέρι πανσπερμίας η Ιστορία,
με μεγάλες προσθέσεις και μεγάλες αφαιρέσεις προχωρεί.

 

ΑΓΙΑ ΣΕΒΕΡΗΝΗ

Αίθουσα μεσαιωνική κάστρου παλαιού,
χώρος ταφής λαϊκών και επισκόπων,
τώρα φιλοξενεί μια συναυλία μουσικής.
Οι τάφοι ανοιχτοί με ό,τι απόμεινε
από τους παλαιούς κατοίκους τους
και σκεπασμένοι με διάφανο γυαλί
που κάθεται απάνω ο κόσμος.

Ήχοι από Μπαχ, σόλο βιολί και έγχορδα
γεμίζουνε όλη την αίθουσα που πάει να πετάξει.
Πολύ δρόμο διάνυσε το ξύλο όσο να γίνει βιολί
και πιο πολύ ο άνθρωπος όσο να φτάσει
ν΄ αναλύει σε τέτοιους ήχους την ψυχή του.

Ήταν ένα θαύμα αυτό που ζούσαμε,
γιατί με τόσους νεκρούς κάτω απ΄ τα πόδια σου
να σε κοιτάζουν από δέκα αιώνες μακριά χωρίς ελπίδα
θα ‘τανε δύσκολο πολύ, δίχως αυτή τη μουσική
να πιστέψεις στην ανάσταση.

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ

Η αλήθεια δεν είναι ευθεία γραμμή, ούτε και το ψέμα,
έχουν και τα δυο ένα κοίλο. Μέσα στο κοίλο της αλήθειας
εισχωρεί το ψέμα και μέσα στο κοίλο του ψέματος
εισχωρεί η αλήθεια και αλληλοεφάπτονται. Έτσι
μέσα στην ομορφιά εισχωρεί η ασχήμια
και μέσα στην ασχήμια η ομορφιά,
όπως στο κέρδος εισχωρεί η ζημιά
και στη ζημιά το κέρδος.

Όλα παίζουν ένα παιχνίδι, ο πιστός και ο άπιστος,
ο νόμος και η παρανομία, ο εγκληματίας
και ο διώκτης του. Έτσι καθώς εφάπτονται διαρκώς
το ένα μέσα στο άλλο λίγο εισχωρεί,
το ένα από το άλλο λίγο χωματίζεται.

Μετά που είδαμε ν’ ανάβουν οι φούρνοι για ανθρώπους
και τις βόμβες να πέφτουν μέσα στο πλήθος
χάσαμε τη γραμμή που ορίζει το συν και το πλην,
το μπροστά και το πίσω.

Κάθε φορά μέσα απ΄ τη λάσπη περιμαζεύουμε τον άγγελο,
τον πλένουμε και τον χάνουμε. Όλο και ψάχνουμε
να βρούμε να ακολουθεί πορεία ανόδου είτε πτώσης,
πόσα κέρδισε στην πάλη με το σατανά και πόσα έχασε,
τι σατανικό πήρε και τι αγγελικό έδωσε
σε τούτο το παιχνίδι των διδύμων.

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Το μισό φεγγάρι στον κρύο ουρανό
δείχνει πόσο στενός είναι ο χώρος και ο χρόνος.

Μέσα στο αίμα μας πιο πολύ κυλά η Ανατολή.
Μεσ’ απ’ τη μυρωδιά του γιασεμιού και του πακιστανού
έρχεται ο Νιζαμί και ο Τζελαλουτίν Ρουμί
να σμίξουνε το λόγο του Χριστού και του Μωάμεθ
αναζητώντας δύναμη μες στις αδυναμίες του ανθρώπου,
ένα συν που να αντισταθμίζει στη φθορά του κόσμου.

Αμφισβητώντας το «μπροστά», το «πίσω»,
το «πάνω» και το «κάτω»
τη φωτεινή ουσία της ψυχής
αναζητούν στο «είναι».

Ένα κάποιο συν αναζητά ο ιστορικός
για να χαρακτηρίσει τον αιώνα,
όπως τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα,
τον Παρθενώνα και την Πιετά,
το Χριστό και το Σωκράτη.

Το συν που διευρύνει το νόημα των λέξεων
αναζητά ο ποιητής
που χτίζει κόσμο από το τίποτε και βλέπει
πως ένας πάπυρος με μια τραγωδία του Αισχύλου
αξίζει όσο και μια θρησκεία.

Όλα μια παράλληλη πορεία ακολουθούν,
γι΄ αυτό και περιπλέκονται συχνά
κι ο ένας βαδίζει στη γραμμή του άλλου
καθώς γεμίζει, αδειάζει, χάνεται
και πάλι βγαίνει το φεγγάρι.

 

ΚΑΤΑΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι κλέφτης
κι άλλοτε λέω πως είμαι ο ίδιος κατακλεμμένος.

Αγροίκος ήρθα μέσ’ από τη χέρσα γη μου και το δάσος
κι έκλεψα λέξεις και χρώματα
κι έπλασα κόσμο από το τίποτε και σημαία απ΄ το μηδέν.

Μπήκα κλέφτης μες στις συγκινήσεις της ποίησης,
κλέφτης διπλός και τριπλός στον έρωτα.
Ταξίδεψα πολύ και γεύτηκα σπάνιες γεύσεις
ποτών και φαγητών
κι αρώματα κόσμων μακρινών.

Κλέφτης του φεγγαριού, του ήλιου και της θάλασσας,
του πράσινου χόρτου και της άσπρης πέτρας,
της γνώσης κλέφτης σταυρωμένων ποιητών.

Όμως στο τέλος τίποτε δεν πήρα.
Όλα είναι εδώ σε τούτο το ανοιχτό πανέρι των στίχων
ενώ κρυφά κι επίμονα
έρχεται και με κατακλέβει ο χρόνος.

Ο χρόνος είναι δυσανάλογα μικρός απ΄ την επιθυμία.
Σαν αρχικλέφταρος κατηφορίζει πάνω στην κλίση της γης
και χάνεται γρήγορα στον ορίζοντα.

Από τα κέρδη μου τρώει και προχωρεί
σαν ασυνείδητος καταχραστής
καθώς η γη όλο και περιστρέφεται στο σύμπαν.

 

ΕΙΜΑΙ ΚΕΡΙ

Είμαι κερί.
Μ΄ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά
προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;

Και είναι τούτο αρκετό;

 

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ευτυχώς που οι ήρωες δεν περιμένουνε δικαίωση
από το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα τους
διαφορετικά θα ήταν όλοι τους χαμένοι όπως τους πολιτικούς.
Αυτοί αρκούνται με την απόδοση της πράξης τους μονάχα,
με την απόδοση της μιας στιγμής που απομόνωσαν στο χρόνο,
σαν κάποιος που βγαίνει απ΄ το παιχνίδι
τη στιγμή του μέγιστου κέρδους.

Εμείς που μείναμε να συνεχίσουμε
θα πληρώσουμε και τη ζημιά.

 

ΤΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ

Σπάνια κάποιος άγιασε για το σύνολο της ζωής του,
οι περισσότεροι ήταν για κάποιο μέρος της μονάχα,
για λίγες πράξεις ή και για μια μόνο απόφαση.
Κι ούτε κανένας έγινε ήρωας για όλη του τη ζωή
παρά για κάποιες πράξεις ή και μια μονάχα.
Όλη η άλλη ζωή είναι με τα λάθη και τις αμαρτίες της,
τα συν και τα πλην, τα πάνω και τα κάτω της.

Γι΄ αυτό κανένας μύθος δεν είναι πλήρης
και καμιά μυθοποίηση δεν είναι δίχως ψέμα.

Πρέπει, λοιπόν, το φωτοστέφανο να αφαιρείται
κι από αγίους κι από ήρωες
και να φυλάγεται σε σκοτεινό ντουλάπι.
Να τους φοράμε μόνο όταν μιλούμε
για τη μέρα ή την ώρα που το αξιώθηκαν.

 

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Αναστρέψαμε τη γη και γυρίσαμε τα μέσα έξω,
ενέργειες φυλακισμένες σε πέτρες και σε μέταλλα
ασύλληπτες περιπολούν στο σύμπαν.

Μα ποιος μπορεί να μετρήσει
αν μεγαλώνει η χαρά
κι αν λιγοστεύει ο φόβος του θανάτου.

Όλα έγιναν για την ελευθερία
μα μια μοιραία απόκλιση
εμφυτεύτηκε στο ξεκίνημα
κι όλα προς μια αναπόφευκτη μεταβολή κινούνται.

Πού είναι ο τυχερός ψαράς
που θα πιάσει το χρυσό ψάρι
κι αφού πλουτίσει με την πρώτη επιθυμία
και αποκτήσει δόξα με τη δεύτερη
με την τρίτη να τ΄ απαρνηθεί
και να σώσει τον κόσμο.

 

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό
πάντα μένει ένα σύννεφο
που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.
Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει
μια φλέβα φωτιάς
για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.

Σκάψε σκάψε,
ανατίναξε ανατίναξε
και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος
που θα μετατοπιστεί
για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.

Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο
όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις
παραμένει μια φλέβα περηφάνιας
που μπορεί να γίνει ποτάμι
και να ξεπλύνει τον κόσμο.

Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων
η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.

 

Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ

Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της
που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία
μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει
είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται
σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.

Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις
και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.

 

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ

Ο τόπος μας είναι μικρός και γύρω η θάλασσα
τα σύνορα του άλλου κόσμου δεν τα βλέπεις.
Οι βροχές κάνουν πως έρχονται και φεύγουν ξαφνικά
και μένουμε στεγνοί και διψασμένοι.
Οι αγέρηδες φυσούνε απ’ όλες τις διευθύνσεις
μα ποτέ δεν παίρνουμε μια σωστή κατεύθυνση.
Ο τόπος μας είναι μικρός και μας μικραίνει επικίνδυνα.
Ισορροπούμε για λίγο κι ύστερα πέφτουμε και πάλι.
Φοβισμένοι, πιο πολύ κοιτάζουμε πίσω παρά μπροστά
ξεθάβοντας ξεχασμένους αγίους και ήρωες.
Μικραίνει ο τόπος και πληθαίνουν οι ήρωες
φτωχαίνουν οι ψυχές μας και πληθαίνουν οι άγιοι.
Σε τι μας ωφέλεσαν και τους επικαλούμαστε
αυτούς που έχουνε με όλα πια ξοφλήσει!
Οι ήρωες έγιναν στρατιά και σκοτώνουν τον άνθρωπο μέσα μας
οι άγιοι έγιναν στρατιά και σκοτώνουν το θεό μέσα μας.
Ελευθερία! Ελευθερία! Από πού να ‘ρθεις να μας λυτρώσεις!

 

 

Το νερό της μνήμης    (1998)

 

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ

Περιμένουμε τη βροχή. Χρόνια περιμένουμε
κοιτάζοντας τον άδειο ουρανό.
Σκόνη σκέπασε τον κόσμο,
τα φύλλα χάσανε το χρώμα τους.
Άτροφη μήτρα η γη προσμένει τον οργασμό.
Ως κι ο ήλιος θέλει να πλυθεί.

Τούτη η αναβροχιά κάθεται στην ψυχή μας
και τη σκεπάζει όπως η σκόνη τις αρχαίες πέτρες
που καίγονται άπλυτες στον ήλιο.
Η ψυχή μας κατάντησε κι αυτή
ένα αρχαίο μωσαϊκό σκεπασμένο από τη σκόνη.

Περιμένουμε τη βροχή να μας καθαρίσει,
να βρούμε το χρώμα μας,
αυτή τη λάμψη που φυλακίστηκε μέσα μας,
το φως
που γεννιέται από τις πέτρες και το χώμα μας.

1998

 

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Ο στίχος είναι όνειρο
επιθυμιά κρυφή
επιθυμιά φανερή
λαχτάρα για το υπαρκτό
λαχτάρα για το ανύπαρκτο.
Ο στίχος είναι πάθος
να ζήσεις ο,τι ζεις
να ξαναζήσεις ό,τι έζησες.
Ο στίχος είναι πόθος
για κείνο το δικό σου
που δεν έζησες.

Κι έτσι
όπως
ο κάθε κτύπος της καρδιάς
μακραίνει τις μέρες μας
ολοένα
πληθαίνουν οι στίχοι
οι επιθυμίες
τα όνειρα!…

 

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΗΣ ΨΥΧΗΣ

΄Όταν η ψυχή βγαίνει από το σώμα
φεύγει καθώς γυναίκα απατημένη
που ποτέ πια δε θέλει να επιστρέψει
στο σπίτι αυτό που την κρατούσε
δέσμια των πραγμάτων
και των τριών διαστάσεων του κόσμου.

Περιφέρεται γυμνή σαν πεταλούδα
από ανθό σ΄ ανθό,
γυρίζει μες στους δρόμους,
σε ποτάμια ταξιδεύει και σε θάλασσες,
ερωτεύεται τον κόσμο απ΄ την αρχή,
τραγουδά, επαναστατεί…

Αφήνει το σώμα στην αγκάλη του φωτός,
στο νερό το αφήνει και στη γη
και προχωρεί σιωπηλή μες στη βροχή
να συνδεθεί με την αιώνια μουσική του σύμπαντος
απ΄ όπου πια δε θα ‘χει επιστροφή.
Θα ‘θελε, ωστόσο, να επιστρέψει
εκεί που γνώρισε το φως και τη χαρά,
σε όλα όσα έζησε να επιστρέψει
και να γίνει όλα τούτα
ενωμένα σε μια άπειρη στιγμή,
σε μια ύπαρξη.

Και να συνεχίσει να είναι εδώ,
άφωνη,
αθέατη,
μυστική,
χωρίς δικαίωμα ψήφου είτε επέμβασης,
μα πάντα,
μέσα σε όλα,
μια θέση,
ένα δάκρυ,
ένα χαμόγελο.

 

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μισά τα σχέδια των κυριακάτικων μας εξόδων.
Φεύγουμε πάντα για το νότο
κι επιστρέφουμε σε μια Λευκωσία που αδρανεί
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
μες στο λιλά του δειλινού…

Κι έτσι όπως σε κοιτάζω και με κοιτάζεις,
Πενταδάχτυλε,
περιπλανιέμαι ανάμεσα στις κορφές σου
με το δικό μου παραμύθι.
Διαβαίνω στην αντίπερα όχθη και βυθίζομαι
σε χρόνους άλλους,
σε μέρες που η θάλασσα άνθιζε χαμόγελα,
σε άλλες τραγωδίες,
σε άλλες εξάρσεις…

Και στα παιδιά που όλο ρωτούν γι΄ αυτό το τείχος
λέω ένα παραμύθι
με τον καλό, με τον κακό
κι αυτό που πάντα γίνεται στα παραμύθια,
πώς το καλό θριαμβεύει
κι ο ήρωας μπαίνει στο παλάτι,
είτε,
φέρνει την τελευταία στιγμή
τ΄ αθάνατο νερό
και το νερό της μνήμης.

1998

 

ΤΥΦΛΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ
ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τυφλός ομιλητής ανέβηκε στο βήμα,
άνοιξε το χειρόγραφό του
κι άρχισε να μιλά αγγίζοντας μια μια τις λέξεις
με τα δάχτυλά του. Ήτανε Τούρκος
και μιλούσε ελληνικά. Οι λέξεις του,
ελληνικές και τούρκικες μαζί,
πετούσανε σαν τα πουλιά πάνω από σύνορα
που δεν μπορείς να πεις την εθνικότητά τους.

Κι όσο μιλούσε αγγίζοντας τις λέξεις με τα δάχτυλά του
κι αφήνοντας τες στον αέρα
έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τον αγγειοπλάστη
που έπλαθε μια γη στρογγυλή, μια πατρίδα ενωμένη,
δίχως ζώνες θανάτου, ένα περιστέρι της ειρήνης…
Τα έπλαθε ένα ένα με τα δάχτυλά του,
τους εμφυσούσε πνοή και τ΄ άφηνε
να πετούν μέσα στην αίθουσα,
ν΄ αναζητούν παράθυρα και πόρτες ανοιχτές
για να πετάξουνε στον κόσμο.

 

ΟΡΦΑΝΙΑ

Στη μνήμη της μητέρας μου

Το σώμα σου στο παγωμένο τραπέζι του νεκροτομείου
είναι ξένο και μακρινό
μα όλη σου η ζωή είναι τώρα πιο πολύ δική μου.
Μέσα μου όλα σου τα βάσανα κι όλες οι πίκρες
καρφιά που με ματώνουν.
Δε χάρηκε ποτέ στη ζωή της, είπε ο γέρο Ιωνάς.
υπενθυμίζοντας χρόνια ορφάνιας,
χρόνια σκληρής δουλειάς και ταπείνωσης μέσα στη φτώχεια.

Η ορφάνια είναι ένα κενό
που πέφτει αμείλικτο και σε τυλίγει.
Κόβεται πίσω σου το νήμα και μένει
να το ξετυλίγεις μονάχα μπροστά,
να πορεύεσαι καθώς ο πρόσφυγας
όλο και πιο μακριά απ΄ το σπίτι του,
καθώς ο ξενιτεμένος που δεν έχει πια δυνάμεις να γυρίσει.

I am an orphan, έλεγε ο γέρο Κεβόργκ
και τα υγρά του μάτια κι η τρεμάμενη φωνή του
γράφανε ένα κενό ογδόντα χρόνων
που πορεύτηκε στην προσφυγιά
αφήνοντας στο δρόμο μάνα και πατέρα.
Ύστερα από χρόνια γύρισε στον τόπο που χαθήκαν
και προσκύνησε το χώμα.

It was a pilgrimage, έλεγε,
να φτάσω εκεί, στη γη που τους πήρε,
να φιλήσω το χώμα,
να εκπληρώσω το χρέος μου…

Είμαι χρεωμένος, μάνα, είμαι ανεξόφλητα χρεωμένος
με όλα σου τα βάσανα,
με την ορφάνια και την προσφυγιά σου,
μ΄ αυτό τον πρόωρό σου θάνατο.

Πέφτει η βροχή, υγραίνεται το χώμα,
διαλύονται τα σώματα και οι ψυχές μας
διψασμένες πορεύονται περιμένοντας
ένα κατακλυσμό να τις ξεπλύνει.
Η γη ν΄ ανοίξει μέσα της δρόμους μυστικούς
τον ένα νεκρό να δέσει με τον άλλο,
να μιλήσει ο παππούς ο εκατοντάχρονος
και ο πατέρας που πήγε να το βρει
κι εσύ που ακολουθείς
κι ο θεριστής και ο σποριάς κι ο λακοτρύπης
και ο βοσκός κι ο γεωργός
και οι γυναίκες οι σταχομαζώχτρες
κι οι πλύστρες κι οι γαλακτοκόμες
κι όλοι οι ορφανοί και οι βασανισμένοι,
να μας δώσουν την ευχή τους,

να εξαγνιστούμε κι εμείς
κι η γη που τους επήρε.

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΔΙ

Στη μνήμη του πατέρα μου

… Προχωρούσα μέσα στη νύχτα
από τη μια στάση του ύπνου στην άλλη
κυνηγημένος από έναν πυρωμένο καιρό
που με πίεζε σαν λιωμένο μολύβι.
Ανοίγοντας μαύρα φτερά νυχτερίδας
ο Ιούλιος έμπαινε μέσα στον Αύγουστο.
Κι ύστερα οι δυο αλλάζανε σειρά,
ο Αύγουστος έμπαινε μέσα στον Ιούλιο
και συνωμοτώντας διαμέλιζαν το σώμα μου.
Τα χέρια μου δεν είχαν που ν΄ απλώσω
κι η φωνή μου έπηξε στο κρύο πρωινό σαν το μολύβι…

Καθώς ξύπνησε πρωί στο προσφυγικό του σπίτι
και πριν προλάβει ακόμα να γυρίσει από το άλλο,
όπου περιφερότανε ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών,
στην αυλή και στον κήπο με τα διψασμένα δέντρα,
φύσηξε ένας αγέρας δυνατός που χτυπούσε τα παράθυρα
κι έτρεχε να τα κλείσει…
Μα ποιου σπιτιού ήταν τα παράθυρα;
Εκείνου του αληθινού είτε τούτου;
Και τι αγέρας ήταν αυτός;…

Κι απάνω που έτρεχε να κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα
παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έσπρωξε
έτσι που έπεσε κι έσπασε το πόδι του.

Χαστούκι του χάρου, σκέφτηκε,
καθώς μέσα στον πόνο του είδε
πως το σπασμένο πόδι ήταν εδώ
και τον έριξε χάμω στο προσφυγικό του σπίτι.

Αϊ, αϊ, αϊ … χαστούκι του χάρου,
λέγανε κι οι άλλοι γέροντες
που μαζεύτηκαν απ΄ το συνοικισμό.

Ύστερα προσπαθούσε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε,
ήθελε να βγει στην αυλή μα δεν μπορούσε
κι όμως ήταν εκεί, μες στο παλιό του σπίτι.
Πολεμούσε τη βροχή που έσταζε απ΄ τη στέγη,
την ξέρα του καλοκαιριού,
την πείνα και τις αρρώστιες των παιδιών…
Καλλιεργούσε την πέρα κι έσπερνε τον άνεμο,
έσβηνε μια πυρκαγιά που δεν έλεγε να σβήσει
και πάντα μόνος… μόνος… μόνος…

Μ΄ όσους πολλούς κι αν έζησε,
μ΄ όσους κι αν περπάτησε ως εδώ
κι όσοι κι αν ήταν τώρα γύρω του και τον πονούσαν,
τον άνεμο αυτό και τη φωτιά
κι όλη την πείνα κι όλες τις αρρώστιες
μόνος τώρα θα τα πολεμούσε,
μόνος θα περπατούσε
και το στερνό ετούτο δρόμο
με σπασμένο το ποδάρι…

Στους δρόμους του χωριού του γεωργοί κουβαλούσαν καρπούς,
καθόντουσαν ξυπόλυτοι στο καφενείο
ακουμπώντας κάτω τα ζεμπίλια τους,
πίναν καφέ, πίναν ρακή και διώχνανε την κούρασή τους.
Ύστερα φεύγαν για τα σπίτια και για τα χωράφια τους
μα δεν φτάναν πουθενά
αφού τα σώματά τους διαλύονταν
στο φως του ήλιου και στον άνεμο.

Και τους ακολουθούσε με σπασμένο το ποδάρι…

1998

 

Το σπίτι κι ο χρόνος   (1990)

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Τώρα πια έχουν αλλάξει τόσα πολλά,
μετατοπίστηκαν τα οπτικά σημεία,
μεταβλήθηκαν οι προοπτικές.
Το σπίτι στέκει ή δε στέκει,
άντεξε τις βροχές του περασμένου χειμώνα ή υποχώρησε;

Σαλεύει σαν κουρτίνα στη μνήμη και διαθλάται
όλη εκείνη η σειρά των γεγονότων:
πότε και ποιος μπήκε και βγήκε,
πότε και με ποια σειρά γεννηθήκαν τα παιδιά,
πότε πέρασε ο θάνατος…

Εκείνο που μένει πάντα και με βασανίζει πιο πολύ
είναι το πόσο δύσκολα μεγάλωναν όλα και όλοι.
Το χειμώνα σφύριζε ο αγέρας μέσα από τις τρύπιες πόρτες και τα παράθυρα,
έμπαινε η βροχή, η αστραπή και η βροντή από τις ίδιες τρύπες.
Τις κλείναμε, πότε με κουρέλια και πότε με χαρτιά.
Έμπαινε και το κρύο και μας πάγωνε τα κόκκαλα προχωρώντας
ως μέσα στον ύπνο μας.

Κάποτε τέτοιες νύχτες γυρίζανε μέσα στο σπίτι
τα κλάματα και οι φωνές σαν τα φαντάσματα.
Το μίσος μας άλλαξε θέση με τον οίκτο:
μάνα-πατέρας, πατέρας-μάνα… Ποιος φταίει;
Με την επίμονη άρνηση του Θεού, την απουσία του.

Τα καλοκαίρια στέγνωνε η γη κι έσχιζε όπως το σώμα μας.
Καίγανε όλα: οι πέτρες κάτω απ΄ τα γυμνά πόδια,
τα δέντρα, το χώμα, το νερό.
Ό, τι πείσμωνε να μεγαλώσει σερνότανε αργά
σαν το φίδι μέσα στο οργωμένο χωράφι.

Ο χρόνος ο ίδιος σερνότανε αργά
και δεν έλεγε να βιαστεί να μεγαλώσουμε,
να δυναμώσουν τα χέρια και τα πόδια μας,
να δυναμώσει η ψυχή μας
και να πάμε στο δρόμο των ονείρων μας.

1990

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

─ Γιατί κλαίς Ελένη;
─ Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός και φοβήθηκα.
─ Πώς ήταν ο κακός;
─ Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της)

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό, τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…

Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα σου,
ο λύκος έρχεται απ΄ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ΄ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ΄ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαις. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

1990

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου μπαίνει το φως
κομματιασμένο – παίζει ανάμεσα στη στιγμή και το άπειρο,
ανάμεσα στον κόσμο αυτό και τον άλλο
καθώς πέφτει πάνω στο αποκαλυμμένο πρόσωπο
του νεκρού εφήβου
κάτω απ’ το θόλο της εκκλησίας.

Στέκει η μάνα ένα χρόνο στο ίδιο μέρος
και μπαίνει το φως κομματιασμένο και φωτίζει
τη σκιά του θανάτου στο πρόσωπο της.

Μπροστά της στέκει ο άλλος γιος γαμπρός
κάτω απ’ το μεγάλο θόλο, καθώς το φως
απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου
διαθλάται πάνω στο άσπρο φόρεμα και τα λουλούδια.

Έτσι, από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, πόσους καιρούς
σ’ αυτή τη θέση, κάτω απ’ το μεγάλο θόλο
κυλούν τα πρόσωπα, το μαύρο και το άσπρο εναλλάσσονται
και συνυπάρχουν
και όλα καταγράφονται
στο αιώνιο βιβλίο του φωτός!

 

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

Γρήγορα ξεχνούμε δίχως το αγκάθι να μας τρυπά τη μνήμη,
δίχως την πέτρα να μας καθηλώνει στο σχήμα της,
το χώμα που βουλιάζει το πόδι μας, το δέντρο που ανεβαίναμε παιδιά,
δίχως το λόγο που αποκαλύφθηκε πέφτοντας νύχτα από τ’ αστέρια
λόγος βαρύς απ’ την ταφόπετρα,
λευκός απ’ τα φτερά των αγγέλων…

Κατεβαίνουμε απ’ τον κόσμο της μάνας,
αφήνουμε το στήθος που μας έθρεψε και γρήγορα ξεχνούμε
η ζεστασιά του κόρφου, τη γεύση του γάλακτος, το σχήμα του στήθους
και φεύγουμε σ’ έναν κόσμο που μας στριφογυρίζει διαρκώς,
φεύγουμε χωρίς επιστροφή, χωρίς επανάληψη.

Μα η ελπίδα είναι εκεί, όταν επαναλαμβάνεις αυτή τη γλώσσα
που έρχεται απ’ το στόμα της μάνας σου κι απ’ τους αιώνες,
όταν χτίζεις καινούργιο σπίτι στα θεμέλια του παλιού,
όταν ανεβαίνεις στο δέντρο που φύτεψε ο παππούς, κατεβαίνεις
και φυτεύεις ένα καινούργιο.

 

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Διασχίζοντας βουνά και πεδιάδες περνούν τα σύνορα.
Από φυλάκιο σε φυλάκιο προεχτείνονται νεκρές λωρίδες
κόβοντας το δάσος και τα χόρτα που οργιάζουν.

ΜΕ την κοινή συναίνεση και των δυο πλευρών
περνά το τσεκούρι κάθε τόσο και καθαρίζει τις γραμμές.
Αυτός είναι ένας πόλεμος ενάντια στις ρίζες
που κάτω από τη γη βαθιά πλέκονται μεταξύ τους
και προχωρούν πετώντας νέους βλαστούς.
Είναι ένας πόλεμος ενάντια στις κορφές
που ανεβαίνουνε ψηλά και ρίχνουνε σπόρους σ’ όλο το κενό.

Αγώνας γίνεται πολύς για να κρατιούνται καθαρές
οι γραμμές των συνόρων.
Και καλά, το χώμα δεν κινείται. Τα δέντρα ξεριζώνονται.
Όμως τα νερά των ποταμών που κυλούν διαρκώς,
τα νερά των λιμνών που εναλλάσσονται
διαπλέοντας τα σημεία των συνόρων πάνω απ’ τα νερά!

Στις περιοχές αυτές των συνόρων
όπως τα δέντρα είναι και οι άνθρωποι,
όπως το νερό. Ρευστές οι ανθρώπινές τους γλώσσες,
κυλούν από τη μια στην άλλη πλευρά
μαζί με τις συνήθειες και τις ιστορίες τους.

Συχνά η ιστορία ενοχλεί, επεμβαίνει, παροτρύνει…

 

ΕΙΡΗΝΗ

Πρωί. Ο ήλιος βγήκε χαμηλά και βόσκει μες στον κάμπο
την πρωινή δροσιά των δέντρων και των χόρτων.
Το ξενοδοχείο στις όχθες της Οχρίδας κατειλημμένο
από πολύχρωμες σημαίες μιλά σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κι ήρθε και ‘στάθη κάτω απ’ τα μπαλκόνια ένα φορτίο ζεστού ψωμιού
και με τη μυρωδιά του πυροβόλησε κάθε παράθυρο
και μας πέτυχε όλους. Καλύτερα κι από τους ήχους της ποίησης
μας πέτυχε όλους με τον ίδιο τρόπο. Και είπα:
Αλήθεια, η μυρωδιά αυτή δεν έχει σύνορα, δεν έχει χρώμα,
η μυρωδιά αυτή σε όλα προηγείται…
Διατρέχει τον κόσμο, διαπλέει τις θάλασσες,
γεμίζει σπίτια και αυλές, παλάτια και τσαντίρια
είναι το όνειρο του κόσμου το πιο δυνατό μες στους αιώνες.
Και δεν ξέρω γιατί, αλλά περισσότερο κι από τους ήχους της
ποίησης,
ο ήχος αυτής της μυρωδιάς του ζεστού ψωμιού μες στο πρωί
έδωσε το σχήμα κι έπλασε χειροπιαστή τη μορφή της ειρήνης.

 

Η στέρνα των ερώτων  (1987)

 

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Στάθηκε ξυπόλυτη στην άκρη του νερού,
μικρή παιδούλα,
περιβεβλημένη την αθωότητα
των δώδεκά της χρόνων.
Οι έφηβοι την πείραζαν,
χωρίς να ξέρουν ακόμα το γιατί,
πονώντας την. Κι αυτή χαμογελούσε
της θάλασσας, του ήλιου και της μέρας.

Μεγάλη μπροστά της απλωνότανε η μέρα,
κρατώντας στάλες πρωινής ομίχλης
κι αρώματα της αυγής.
Μεγάλη κι η ζωή απλωνότανε μπροστά της
αρχίζοντας μόλις να μαζεύει
το χνούδι από το σώμα της…

Μα όλα τούτα κράτησαν τόσο λίγο,
όσο που άρχισε να ξεντύνεται . Όσο
που ξεντύθηκε, αποκαλύπτοντας
σώμα ώριμο,
σώμα γυναίκας πλήρες,
σχήμα τέλειο ─ μήτε να προσθέσεις
μήτε ν΄ αφαιρέσεις ─
γυμνό σπαθί μες στη φωτιά,
στήλη νερού πάνω στον ήλιο,
ψυχή αιωρούμενη ανάμεσα στα λουλούδια…

Φωτιά πήρανε όλοι οι πόθοι.
Καίγονται και δεν την αγγίζουν.
Αδιαμφισβήτητη πορεύεται η ουσία.
Γίνεται το κέντρο των πραγμάτων.

Γιατί το σώματα τούτο όλα τα έχει,
γιατί το σώμα τούτο αθάνατο είναι
κι άφθαρτο
στέκει απέναντι στο θάνατο
και με ζωή τον προκαλεί.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Η θάλασσα γυμνή να τη χαϊδεύει ο ήλιος
και στήθια κοριτσιών μαρμάρινα
ρίχνουν δροσιά στη δίψα.

Ήμουν ξανά εδώ.
Πέρασα αόρατη ανάσα έρωτα
κι άναψα φωτιά
και γέννησα στίχο
κι έπλασα κόσμο
να περιφέρεται ανάμεσα στην ομορφιά αυτή
όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου
ασημώνουν το νερό
και βάφουν κόκκινα
τα στήθια των γυμνών κοριτσιών
και τον πόθο μου.

…Τίποτε πιο εφήμερο απ’ το γυμνό σου σώμα
γυναίκα του καλοκαιριού
και τίποτε πιο αιώνιο
από τον πόθο για τούτο το σώμα.

 

ΠΡΩΙ

Πρωί. Η θάλασσα καθρέφτης. Τυφλώνει ο ήλιος.
Το πρωί, η θάλασσα και ο ήλιος
όλη την αιωνιότητα της γης θ’ αντέξουν.

Μα η κοπέλα που στέκει ακίνητη, φυτεμένη
ως τη μέση στο αιώνιο νερό
με τ’ όρθιο στήθος της γυμνό, να λάμπει
κάτω απ’ τον απειροαιώνιο ήλιο
σα δίκοπο σπαθί; Η ίδια –
ένα ολόδροσο και γελαστό πρωί;

Αυτή περαστική κι ο ποιητής περαστικός.
Σε ποιο πρωί, σε ποια θάλασσα
και σε ποιον ήλιο να επαναλαμβάνονται

 

ΚΑΘΑΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Μες στον καθρέφτη του σώματος
του άλλου φύλου
ανακαλύπτει
τη φωτιά που τον καίει.
Και δίχως να ξέρει από αγάπη
πέφτει μέσα της
και καίει τα φτερά του –
σέρνεται γονατιστός στα πόδια της
και χύνει δάκρυα πικρά.

Όμως η φωτιά αυτή τον καθαρίζει
και γίνεται
ένα φωτεινό πλυμένο τριαντάφυλλο
που χαμογελά
όλης της γης
του σύμπαντος
και όλων των αιώνων.

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Η θάλασσα λουσμένη σε μια πλημμύρα ήλιου
σ΄ ένα καταμεσήμερο που κρατούσε αιώνες
κι εσύ με πόδια γυμνά να τρέχεις
πάνω στους βράχους που απλώνονταν
ως το λεπτό σου φόρεμα να το ξεσκίσουν
σάμπως να μην τους έφτανε που αγγίζανε τα πόδια σου,
πίνοντας στάλες κόκκινες ερωτευμένου αίματος.

Αυτά κερδήθηκαν. Γράφτηκαν
πάνω στη χρυσή πλάκα μιας υποδιαίρεσης ζωής
που δε χάνεται.

Κι όσο περνούν τα βράδια και οι χειμώνες
κι όσο η θάλασσας μετατοπίζεται
κι οι βράχοι ντύνονται παράξενα χρώματα,
παρδαλά κουρέλια, καθώς παραλίες τουριστικές
και δεν τους φτάνει πια η μνήμη,
μένεις εσύ να τρέχεις ανάερα
κι απ΄ το σχισμένο φόρεμά σου να προβάλλει
πόδι γυμνό, καθώς σπαθί στην αιωνιότητα
και τρεις σταγόνες αίμα
να πετούν με τα φτερά των αγγέλων,

ενώ το τραγούδι της γοργόνας επιστρέφει,
σάμπως από φωνόγραφο, στο σύμπαν.

 

ΜΥΘΟΣ

Χρόνια πριν, όταν ακόμα περπατούσαμε
με γυμνά πόδια όλες μας τις ακρογιαλιές,
γλιστρώντας μέσα από τ’ αγκάθια και τους βράχους,
χρόνια πριν
είδα το νησί απ’ την κορφή του Πενταδάχτυλου
να ταξιδεύει προς τα στενά
της Σκύλλας και της Χάρυβδης
και τ’ αυτιά του ανοιχτά στις Σειρήνες
χωρίς να προβλέπει…
Και άκουσα τη Γοργόνα να κλαίει
τη μοίρα δυο ερωτευμένων
κι άλλα πολλά…
Ύστερα ταξιδέψαμε όλοι μας πολύ
και σήμερα δεν ξέρω καν τι να ‘γιναν οι ερωτευμένοι,
πού να βρίσκεται η Γοργόνα,
πού σκάλωσε ταξιδεύοντας το νησί.
Κι αναζητώ κορφή να σταθώ,
θάλασσα να φουρτουνιάζει,
νησί να ταξιδεύει,
έρωτα που η Γοργόνα
φοβισμένη απ’ τη φωτιά του να τον κλαίει.

 

 

Περαστική άνοιξη  (1984)

 

ΑΝΟΙΞΗ

Στην ομορφιά σου και στη νιότη σου καρφώνεται το βλέμμα μου βαθύ
κι απ’ την αντιστροφή ετούτη του φωτός
πληγές ανοίγονται μες στην ψυχή μου.

Αγάπησα πολύ, όχι εσέ, αλλά την άνοιξη
που ανθίζει γύρω στο κορμί σου,
αγάπησα πολύ την ομορφιά που φώλιασε μέσα στη νιότη σου.
Γύρω σου σαν κατάδικος γυρίζω σάμπως πάνω στον τροχό
με δύναμη φυγόκεντρη. Κι όλο φεύγω,
ενώ εσύ γυρίζεις στον τόπο, ίδια πάντα,
λάμπεις κι ανθίζεις ασταμάτητα
κρατώντας κοντά σου σκλάβα την καρδιά μου.

Το νήμα τεντώνεται. Φεύγει ο δικός μου φυγόκεντρος χρόνος.
Και πρέπει να προλάβω να συμβιβαστώ.
Ν αγαπήσω τούτη τη φυγόκεντρη πορεία,
να δοθώ σε κάποια άλλη έλξη. Και να προλάβω,
γιατί αυτοί που αγάπησαν πολύ την άνοιξη φύγανε νέοι.

Μόσχα, Άνοιξη 1982

 

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στη Μαρία

Ωχ και να ‘ξερα ποιος φέρνει
το κλάμα μες στον ύπνο σου!
Τάχα μέσα στη ζούγκλα τους ξυπνούν
άγρια τα παιχνίδια σου
και ύφος παίρνουν απειλητικό!

Κοιμήσου. Το μικρό λυκόπουλο
που ήρθε να σε πάρει σε δάσος άλλης εποχής,
να σε πάρει στη μάνα του για να σε νανουρίσει,
να σε βυζάξει με το γάλα της
πια δεν υπάρχει… Υπάρχει μόνο
μέσα στο βάθος του κόσμου απ΄ όπου έρχεσαι,
στο βάθος του κόσμου που φέρνεις μέσα σου
και που ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Εγώ καλά τον έφραξα τον κόσμο εκείνο,
μέσα του δε θα μπεις ποτέ. Κοιμήσου
και θα δέσω πάνω σε κόκκινη κορδέλα
το λύκο που ήρθε στο δάσος να σε πάρει
και ζαχαρένιο το πρωί θα στον χαρίσω.

Κοιμήσου για να μεγαλώσεις,
να μεγαλώσει μαζί σου και ο κόσμος τούτος
που τόσο έχει μικρύνει.

 

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα
που έρχεται ν’ αναστήσει το χαμένο σπίτι,
την αυλή με το νεκρό σκύλο,
τα βράδια τα γεμάτα με θανάτους
και τις φωνές που σπάζανε
τα πιάτα και τα γυαλικά μέσα στο σπίτι.

Πονεί η μνήμη που αποζήτησε τη λήθη
οξειδωμένη σαν την παλιά λακάτη πάνω στο άδειο πηγάδι
ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και τις ξερές συκομουριές.
Τι θέλεις και τη σπρώχνεις ανελέητα
όταν μουγκρίζει σαν τροχός χρόνια ακίνητος
πάνω στον άξονά του οξειδωμένος;…

Θ’ αντλήσει το νερό που πίνεις και θυμάσαι,
το νερό που καταλάγιασαν μέσα του
τόσες και τόσες ιστορίες.
Και δεν υπάρχει πια φυγή ούτε λήθη,
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

Ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη,
μου λαχαίνει και τώρα να ψηλαφώ
με το αποστασιοποιημένο μου βλέμμα
την πόλη σου μες στην ομίχλη που σιγά σιγά
την πνίγει ως το θάνατο της λησμονιάς.

Μα τι τα θες; Ήμουνα στην πόλη σου
ένας πληβείος. Πολλά έχτισα κτίρια
─ βλέπεις και τώρα τις κορφές τους
απ΄ το γύρισμα της Δερύνειας ─
που καθόλου πια δε μου μιλούνε.

Οι αναμνήσεις μου
μηχανουργεία κι οικοδομές,
νυσταγμένα λεωφορεία και φτωχοί εργάτες
─ Τούρκοι κι Έλληνες ─
να σκληραίνουν την ψυχή τους
κάτω από την εκμετάλλευση.

Οι αναμνήσεις μου
εργολάβοι, χρηματιστές κι ιδιοκτήτες που θησαύριζαν
την πόλη εκδίδοντας
σε ντόπιους εκποιητές και ξένους εραστές.

… Τη θάλασσα, τη θάλασσα
κι αυτή την εξαντλούσαν…

Λες, γιατί να τα θυμάμαι τώρα όλα τούτα.
Μα πώς να μην τα θυμηθώ. Τέτοια που ήταν η πόλη τούτη
τη βλέπω και τώρα, σαν μην έφτανε
το μερτικό της στην καταστροφή,
ν΄ απλώνεται και να με κυνηγά;

Μιλώ, καταλαβαίνεις, για εργολάβους
χρηματιστές κι ιδιοκτήτες
που συνεχίζουνε κι εδώ
αδιάφοροι για το πού θα μας σπρώξουν οι ανέμοι.
Τέτοια που έγινε η πόλη τούτη μας ακολουθεί,
ψηφίζει ακόμα τους παλιούς εκποιητές.
και ονειρεύεται δωσίλογα παιχνίδια είτε στέμματα
με την ψυχολογία την εμπορική της ευκαιρίας.

Και λέω μια τέτοια πόλη
φωτιά να πάρω να την κάψω
τους δίκαιους προστάζοντας να πάρουνε αλλού τα μάτια τους
να λυτρωθούν κι αυτοί, κι εγώ, κι ο τόπος.

14-17 Ιανουαρίου 1983

 

ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Το νερό στον κήπο λιγοστεύει,
ξεραίνονται τα δέντρα
και μαραίνονται στον ήλιο τα λαχανικά.

Τα μαλλιά ασπρίζουν του πατέρα
κι η μάνα τους θανάτους μετρά του χρόνου
που ήτανε πολλοί.
Τα χείλη της δαγκώνει η σιωπή
και βάφει το ηλιοκαμένο μάγουλο της
και το μαύρο της τσεμπέρι.

Δεν έμεινε νερό, δεν έμειναν τα δέντρα,
πήγε κι ο κήπος… Το καλοκαίρι γυμνό
καίει το σώμα του μέσα στους κάμπους,
καίει τις πέτρες και το αίμα
που στεγνώνει πάνω στη γη,
καίει τα άγουρα σώματα
τούτων των πρόωρων νεκρών…

 

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ

Κάτω απ’ τους λόφους του Αλασσού
όπου έσπερνε ο πατέρας, μες στις πέτρες
θαμμένη αρχαία πόλη. Και που δεν είναι
θαμμένη μια πόλη! Στη θάλασσα
όπου κατεβαίνουμε τις Κυριακές
για να ξεπλύνουμε την πόλη μιας βδομάδας,
στον κάμπο που καρβούνιασε
κάτω από το σαραντάβαθμο αυγουστιάτικο λιοπύρι
και μας άφησε διψασμένους;
Στους κάμπους της προσφυγιάς,
στα ξένα, μες στον καημό του γυρισμού;

Παντού μια πόλη είναι θαμμένη.
Και πέφτουνε ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,
ανοίγουνε ποτάμια και αποκαλύπτουν
λέξεις, επιγραφές και χρώματα,
θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,
φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.

 

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε; Μην έπιασε φωτιά;

Συχνά σαν μ’ αγαπούσε βρισκότανε στα πρόθυρα,
συχνά σαν μ’ αγαπούσε έσβηνε την τελευταία στιγμή.

Κανένας δεν τον είδε. Όμως σαν βράδιασε
«εκεί είναι και ανάβει» φώναξε
«εκεί είναι και ανάβει» φωνάξαμε
κοιτάζοντας κατά τη σκλαβωμένη γη μας.

Φωτιά στο σχήμα του κυπαρισσιού,
φλόγες ξανθές, θαλασσινές, λαδιές…
Έτσι ανάβει δέκα χρόνια τώρα
και γίνεται μύθος.

1984

 

 

Μεγάλο που ήταν το Φεγγάρι  (1980)

 

α’

ΠΑΝΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Στο νότο του νησιού αραγμένα τα πανιά και καρτερούν
πότε θα φυσήξει, πότε θα φυσήξει…
Κι όλοι το ξέρουν πως οι θυσίες δεν ωφέλεσαν σε τίποτα
κι η γνώμη των δυνατών παρέμεινε αμετάκλητη.
Ποιο το όφελος τώρα να γυρέψουμε νέες θυσίες,
όταν το βλέπουμε καθαρά πως θα ‘ναι άδικες;

Κι ωστόσο, σήμερα, αύριο, ύστερα από χρόνια,
αν θα ‘ναι το μόνο που μας απομένει,
δεν θα ‘χουμε άλλη εκλογή παρά να κάνουμε
και την τελευταία θυσία.

 

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Ένα λουλούδι
που πέταξε μίσχο και άνθισε
γυρίζει κατά τη γη
τσακισμένο από το βάρος
της ίδιας του της ύπαρξης.
Θέλει ν’ αγγίξει τις ρίζες του,
να βεβαιωθεί…

Μα πού
θα βρει τις ρίζες
που χώθηκαν σε τόσο βάθος,
που σκόρπισαν σε τόσες κατευθύνσεις;

Κι όμως το ξέρει,
οι ρίζες του το τρέφουν.

Λευκωσία, Φυλάκιο Νο 3, οδός Πάφου
Αύγουστος 1974

 

ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Στη Νόνα

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός, μικρή Μήδεια.
Είναι τραχύς σαν πεδίο ηφαιστείου —
τα λουλούδια ανθίζουν πάνω στην πέτρα
και τα δέντρα ριζώνουν στην ξέρα.
Ένας δράκος κρατάει το νερό,
ένας ληστής κλείνει τους δρόμους,
ένα πουλί από σπαθιά κόβει τον ουρανό κομμάτια
κι ένας κήτος σιδερένιο κλείνει τη θάλασσα.
Δεν μπορείς να ζήσεις εδώ χωρίς αγάπη.
Δεν αρκεί η αγάπη για το παραμύθι,
τ΄ ακρογιάλια τα δαντελλωτά,
τις ανθισμένες λεμονιές, τα πορτοκάλια.
Ούτε και για τον πρίγκιπα
τον καβαλάρη της Αργώς η αγάπη,
που πατρίδες λησμονά.

Εδώ θα βρεις μονάχα τα κρανία των σοφών,
τα κόκκαλα των πολεμιστών,
τα θέατρα αδειανά και τους ναούς
απ΄ τους θεούς εγκαταλειμμένους.
Τη φωνή του ποιητή θα την ακούς
μονάχα όταν πιστεύεις
και πολύ πρέπει να πιστεύεις
για να δεις το φως,
να δεις τη λάμψη, τη γαλήνη,
την ομορφιά που μας σκλαβώνει.

Είμαστε εδώ
αχθοφόροι
και φύλακες
τούτων των καταλοίπων
του πολιτισμού.
Τσακισμένοι
απ΄ το βαρύ τους φορτίο,
με ματωμένα τα χέρια
κυρτωμένες τις πλάτες,
δεν είμαστε εμείς
της ζωής
απλοί διαβάτες.

Πώς να σου εξηγήσουμε αλλιώς,
και πώς να καταλάβεις, μικρή Μήδεια.

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός
και για να ζήσεις πρέπει πολύ ν΄ αγαπάς.
Ν΄ αγαπάς με τούτη την αγάπη την παράλογη,
τη μυστική, την ανεξήγητη —
αγάπη για την πέτρα, την ξέρα
τα ερείπια,
τα χτεσινά και τα σημερινά,
τα ερείπια που όλο πληθαίνουν,
τα κόκκαλα,
τα σύνορα που όλο μικραίνουν,
τα λάθη, τα λάθη κι όλα…
Το αποπροσανατόλισμα,
τα δάρσιμο στους βράχους,
την πιθανότητα
μιας τελικής καταστροφής…

Κι αν έτσι δεν αγαπάς
εδώ σε τούτο τον τόπο
χάθηκες κι εσύ
κι ο τόπος.

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

Ο κόσμος που αγαπήσαμε απόμεινε
ένας δρόμος σπαρμένος με πτώματα,
ένα ξερό πηγάδι με τρεις αγνώριστους νεκρούς,
μια πόρτα ανοιχτή σε μισοχαλασμένο σπίτι,
που τη χτυπά αδιάκοπα ο αγέρας,
ένας νεκρός σκύλος
με φουσκωμένη την κοιλιά του, σαν σακκί, πλάι στην εξώπορτα.

Δεν μπορούμε να το συλλογιστούμε αλλιώς
παρά μονάχα όπως τον αφήσαμε τούτο τον κόσμο

κι όλο θέλουμε να γυρίσουμε
για να βάλουμε τάξη.

 

β’

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ

Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές κουρνιάζουνε τα περιστέρια,
κουρνιάζει το κύμα στο βυθό
και μπαίνει να κρυφτεί τα βράδια ο ήλιος.
Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές
καταπλέουνε ξύλα από τσακισμένα καράβια,
καταπλέουνε κόκαλα. Αδιάφορη
-ένας κόσμος που δεν ξέρει την αρχή και το τέλος του-
στέκει η θάλασσα καθώς το φως
σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της
σαν τον πόθο μέσα στο νέο κορμί.

Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω με τούτο το φως
για την αλήθεια που γυρεύω μια ζωή
μέσα σε πολιτείες, ερείπια, άδειους ναούς,
μέσα σε άλλες θάλασσες!
θα ‘θελα να μιλήσω για όλ’ αυτά,
τα μαραμένα σώματα, τα σπασμένα κόκαλα, τα σανίδια,
για τη νιότη που όλο φεύγει χωρίς επιστροφή
και τούτη την ομορφιά που με περιζώνει
κι ωστόσο δεν μπορώ
να τη σφίξω μέσα στα χέρια μου
σαν τη ρώγα του σταφυλιού
για να στάξει ο χυμός της μέσα στην ποίησή μου…

 

ΠΕΤΡΙΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ

Αρμενία

1

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
αίμα και νερό
και πλάθει τη ζωή.

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
ήχους και χρώματα
και πλάθει την τέχνη.

Είναι τούτη η αγάπη
που γεμίζει τ’ άδεια θέατρα
που φέρνει τους θεούς
μέσα στους εγκαταλειμμένους ναούς,
τους νεκρούς
μέσα στους άδειους τάφους
και που ατέλειωτα πλαταίνει
τα σύνορα της κουρσεμένης πατρίδας.

Είναι τούτη η αγάπη
που αποκαλύπτει το φως
την ομορφιά που φανερώνει
και τη δύναμη
και που σκλαβώνει την ψυχή
σε τούτο το φανερωμένο θαύμα.

2

Θυσίες, θυσίες, θυσίες…
Κυλάει το αίμα πάνω στο βράχο,
σταυρώνει τα μέτωπα,
χαράζει τη γη,
σμίγει με το ποτάμι
από τη μυστική που κυλάει πηγή.
Κυλάει το νερό,
κυλούν οι αιώνες,
κυλάει το αίμα…
Κυλάει σαν τον ουρανό,
τις εποχές, το χόρτο,
σαν τη μοίρα.

………………………..

Κυλάει το νερό,
κυλάει το αίμα,
το θολώνει,
μετράς μπροστά
(βήματα, χρόνια)
κρυστάλλινο και πάλι
κυλάει…

3

Πέτρες, σταυρόπετρες,
με τόσους σταυρούς χαραγμένους,
όσο και νεκρούς σφαγμένους
σε διαλυμένες πολιτείες
και βρύσες με γάργαρο νερό
να πίνουνε οι περαστικοί και να θυμούνται:
«Τα χτίζω εγώ… ο μόνος επιζήσας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο μόνος εναπομείνας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο αρχηγός καινούργιας οικογένειας,
στη μνήμη…».

Κι η μνήμη,
βαριά σαν πέτρα, σαν σταυρός
κυλάει με το νερό…

Ερεβάν, Μόσχα, 1978

 

 

Αυτοβιογραφία  (1972)

 

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΦΙΔΙ

Στο φίλο Θεόδωρο Στυλιανού

Τώρα βασιλεύει στο χωριό ένα μαύρο φίδι
που έχει παλάτι του το παλιό αρχοντικό.

Τα μαύρα φίδια
μερεύουν με ψωμί σταρένιο
ή με το μαύρο το ψωμί του κριθαριού
μες στους καιρούς της φτώχειας.

Όμως τώρα, τόσο μόνο,
πιστός ακόμα φύλακας,
πιο πολύ την ερημιά τονίζει
κρατώντας την πικρή ιστορία του:

Ήτανε χρόνια πριν, τότε που στο χωριό
κατοικούσε ο τελευταίος νοικοκύρης
σε τούτο δω τ΄ αρχοντικό. Θυμάται, Σχέδιο
γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί.
Τότε συχνά μιλούσαν για φευγιό,
για τα χωράφια που δεν δίναν να τους θρέψουν,
για το παιδί και το σχολειό που θα το ‘στέλναν.

Τότε παιδί και φίδι πιάσαν φιλία μεγάλη
και κάθε βράδυ στου παιδιού μαζί
κοιμόντουσαν την κούνια αγκαλιασμένα.
Το ένα περίμενε το άλλο
και τα δυο περίμεναν το βράδυ.

Κι όταν το παιδί μπορούσε να μιλήσει
και τα ονόματα να λέει των γονιών
χαρά γεμίζοντας το σπίτι,
επίμονα μιλούσε για το φίλο του
που τον καρτέραε κάθε βράδυ.
Μα ποιος πιστεύει ένα παιδί σαν λέει:
Θα ‘ρθει το φίδι και μαζί θα κοιμηθούμε.
Ώσπου μια μέρα η μάνα βλέπει
σαν ήταν ξαπλωμένο το παιδί στην κούνια
ένα φίδι ν΄ ανεβαίνει
και το παιδί με μια κραυγή χαράς
ν΄ απλώνει τα χεράκια του,
τα δυο να σμίγουν σαν αδέρφια.

Τρόμαξε η μάνα
κι όλο το σπίτι τρόμαξε.
Να καταλάβουν τι μπορούσαν
απ΄ το παιχνίδι τούτο της ζωής;
κι όλοι μαζί , πήραν το παιδί και φύγαν.

Έτσι μονάχο του ένα φίδι
γυρίζει τα χαλάσματα.
Κοιμήθηκε χειμώνες,
ξύπνησε καλοκαίρια,
άλλαξε ντύματα πολλά και πάντα
θυμάται ένα παιδί, μια κούνια
και τη ζωή που ήταν άλλοτε
φίδι και παιδί αγκαλιασμένα.

Και το παιδί, άντρας πια,
άκουσε κάποτε σαν ένα παραμύθι
την παλιά ιστορία.
Τώρα, σαν επιστρέφει κάποτε να δει
το σπίτι, που ήταν άλλοτε το σπίτι του,
βλέπει το φίδι και τρομάζει.

 

 

ΡΩΣΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

 

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΜΠΛΟΚ

 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ
Το βράδυ πάνω απ’ τις ταβέρνες
Ο ζεστός αγέρας άγριος και πνικτικός,
Σκορπά παντού κουβέντες μεθυσμένες
Άνεμος της σήψης ανοιξιάτικος.

Πιο πέρα, σε δρομάκια που η σκόνη τα γεμίζει,
Πάνω απ’ την πλήξη σπιτιών εξοχικών,
Το κουλούρι στο ψωμάδικο μόλις χρυσίζει
Κι ακούγεται το κλάμα των παιδιών.

Και κάθε βράδυ πάνω στις γραμμές των τρένων,
Φορώντας τα καπέλα τους στραβά,
Γυναικάδες περπατούν με ύφος ερωτευμένων
Γυναίκες κρατώντας αγκαλιά.

Πάνω από τη λίμνη τρίζουν τα κουπιά
Και μια γυναίκα μακριά στριγκλίζει.
Στον ουρανό συνηθισμένοι σε όλα αυτά
Και το φεγγάρι δίχως νόημα στριφογυρίζει.

Και κάθε βράδυ ο φίλος μου ο μοναδικός
Μες στο ποτήρι μου είναι καθισμένος.
Απ’ το μυστήριο υγρό είναι κι αυτός
Όπως κι εγώ, σκλάβος και ζαλισμένος.

Στα τραπεζάκια τα διπλανά
Στέκουν οι σερβιτόροι και νυστάζουν
Κι οι μεθυσμένοι με μάτια μισάνοιχτα
«In vino veritas» φωνάζουν.

Και κάθε βράδυ, σε ώρα τακτική,
(Ή μήπως τ’ ονειρεύομαι κάθε φορά;)
Στα μετάξια τυλιγμένη, με λαμπρό κορμί,
Απ το θαμπό παράθυρο περνά.

Μέσ’ απ’ τους μεθυσμένους αργοδιαβαίνοντας,
Πάντα με δίχως συνοδούς, μονάχη
Κι αρώματα και δρόσους αναδίνοντας
Στου παραθύρου κάθεται την άκρη.

Κι αναδίνουν μύθους αρχαίους
Τα μετάξια της τα στητά,
Το καπέλο με τα φτερά του πάθους,
Τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα τα λεπτά.

Απ’ την παράξενη ομορφιά της μαγεμένος
Πίσω απ’ το δίχτυ κοιτώ το σκοτεινό·
Σε μαγεμένη όχθη βρίσκομαι χαμένος,
Σε μαγεμένο πλανιέμαι ωκεανό.

Μυστικά μου αποκαλύφθηκαν κρυφά,
Τον ήλιο του κάποιος μου έχει δώσει
Κι ως της ψυχής μου τα σωθικά
Η στυφάδα του κρασιού έχει απλώσει.

Φτερά στρουθοκαμήλου γέρνοντας
Μες στο κεφάλι μου κουνιούνται
Και μάτια γαλανά, στο βάθος φεύγοντας,
Σε όχθες μακρινές πλανιούνται.

Θησαυρό έχω στην ψυχή κρυμμένο
Κι έχω εγώ μονάχα το κλειδί!
Έχεις δίκιο, τέρας μεθυσμένο,
Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο κρασί.

24 Απριλίου, 1906, Οξιόρκι

 

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

 

Αϋπνία. Όμηρος. Τεντωμένα τα πανιά.
Τον κατάλογο των καραβιών διάβασα ως τη μέση:
Τούτη η μακρά ουρά, τούτο το τρένο γερανών
Που πέρασε κάποτε πάνω απ’ την Ελλάδα…

Όπως το «νι» που σχηματίζει σμάρι γερανών σε ξένα σύνορα,
Θεϊκός αφρός στις κεφαλές των βασιλιάδων —
Πλέγετε για πού; Με δίχως την Ελένη
Η Τροία τι θα ‘ταν για σας, άντρες Αχαιοί;

Κι η θάλασσα κι ο Όμηρος — όλα κινούνται απ΄ την αγάπη.
Ποιος θα μ’ ακούσει; Ο Όμηρος σιωπά
Μαγεμένη, όλο βουίζει η Μαύρη Θάλασσα
Και με βρόντο βαρύ πλησιάζει το προσκέφαλό μου.

1915

 

ΒΕΛΙΜΙΡ ΧΛΕΠΝΙΚΟΒ

 

ΘΑΜΝΟΤΟΠΟΙ
Στους θαμνότοπους ακούγονταν ήχοι
Κουδούνιζε και μούγκριζε το δάσος
Ώστε
Ο κυνηγός το ζώο να πετύχει.
Γιατί με τόσο κόπο το ελάφι, το ελάφι
Στα κέρατά του μεταφέρει την αγάπη;
Στο μηρό βυθίστηκε του βέλους ο χαλκός,
Αλάθευτος στάθηκε ο υπολογισμός.
Τώρα τα πόδια του στη γη θα τσακιστούνε,
Το θάνατό του θα προαισθανθεί
Και τα’ άλογα φλύαρα θα πούνε:
«Παλικάρια άδικα δεν κουβαλούμε!»
Άδικα με των κινήσεών του τη χάρη προσπαθεί
Και του προσώπου του την κάπως κοριτσίστικη ομορφιά
Απ’ τους διώχτες του λύτρωση να βρει
που με τ’ ακόντια κυνηγούνε το φυγά.
Το χνώτο των αλόγων όλο και πιο κοντά,
Όλο κρεμάζονται τα κέρατα πιο χαμηλά,
Του τόξου το τρέμουλο ακούγεται πιο συχνά
Και δεν έχει, δεν έχει σωτηρία καμιά.
Μα ξαφνικά απ το σβέρκο του προβάλλει χαίτη
Και κοφτερά σαγόνια δείχνει λιονταρίσια.
Μ΄ άγρια νύχια παίζοντας τους άγγιξε με τρόπο.
Χωρίς διαμαρτυρίες και φωνές περίσσιες
Στα φέρετρά τους ξάπλωσαν μονάχοι
Ενώ αυτό στεκότανε μ ανάστημα αφέντη —
Γύρω φαινόντουσαν να σέρνονται οι σκλάβοι.

1910

 

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ»

Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –
το βλέπω καθαρά,
καθαρά καθώς παραίσθηση
τόσο
που μου φαίνεται –
από τη ρίμα τούτη να γλυτώσω
και θα τρέξω
πάνω στο στίχο
σε καταπληκτική ζωή.
Εγώ τάχα θα ρωτώ –
είναι τούτο;
είναι κείνο;!
Βλέπω,
βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.
Αγέρας στον αγέρα,
όπως πέτρα σε πέτρα,
απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη
λάμποντας
υψώνεται αιώνες
το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.

Να τον,
πλατυμέτωπος,
ήρεμος χημικός
πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.
Στο βιβλίο —
«Όλη η γη» —
ψάχνει για όνομα.
Αιώνας εικοστός
Ποιον ν΄ αναστήσει;
– Ο Μαγιακόφσκι εδώ…
Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες, —
δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής –
Φωνάζω εγώ
από τούτη να
τούτη τη σελίδα.
— Μη γυρίζεις τις σελίδες!
Ανάστησε εμένα!
…………………………………………………………………….

Ανάστησέ με
τουλάχιστον γιατί
εγώ
ποιητής
σε πρόσμενα
παραμερίζοντας της καθεμέρας τη ρουτίνα!

1923

 

ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ

* * *

Εδώ το αίνιγμα το μυστικό του νύχι έχει ρίξει.
— Είναι αργά, όμως θα κοιμηθώ, παρά το φως αυτό να μελετώ.
Κι όσο θα κοιμούμαι, την αγαπημένη μου ν’ αγγίξει
Κανένας δεν μπορεί, ούτε και ν΄ αγκαλιάσει όπως εγώ.

Πώς σ’ άγγιζα! Ακόμα και των χειλιών μου ο χαλκός
Σ΄ άγγιζε έτσι, όπως την αίθουσα αγγίζει η τραγωδία.
Ήταν σαν καλοκαίρι το φιλί μου, κυλούσε αργός ρυθμός
Και μόνο ύστερα από ώρα πολλή ξέσπασε η καταιγίδα.

Έπινα σαν τα πουλιά, μέχρι που τις αισθήσεις μου έχανα.
Απ’ το λαιμό στον οισοφάγο αργά κυλούσανε τ΄ αστέρια,
Τρομαγμένα τ΄ αηδόνια τα μάτια τους έπαιρναν,
Σταγόνα – σταγόνα νιώθοντας του θόλου τα σκοτάδια.

1918

 

ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΕΣΕΝΙΝ

* * *

Αύριο ξύπνα με νωρίς,
Υπομονετική μου μάνα!
Φίλος ακριβός θα ΄ρθει
Από μακριά κοντά μας.

Στο δάσος είδα στο φως της μέρας
Τα σημάδια πλατιών τροχών.
Κάτω απ΄ τα σύννεφα ο αγέρας
Το χρυσό του σφυρίζει αυλό.

Αύριο την αυγή θα ορίσει
Με το καπέλο σκύβοντας κάτω απ’ το θάμνο
Και τ’ άλογο παίζοντας θα κουνήσει
Την ουρά του πάνω απ’ τον κάμπο.

Ξύπνα με αύριο νωρίς,
Φώτισε την καλύβα τη φτωχή.
Σύντομα λένε θα με δεις
Μεγάλο Ρώσο ποιητή.

Θα τραγουδήσω εσένα και τον ξένο,
Την καλύβα μας, το φούρνο, τη φοράδα
Και με τα τραγούδια μου θα ρέει μυρωμένο
Το γάλα από την ξανθή σου αγελάδα.

1917

 

ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Γιορτάζαμε σαν των Θεοφανείων τη γιορτή
Των ραντεβού μας την κάθε μια στιγμή,
Μόνοι σ’ όλο τον κόσμο. Ήσουν πιο δυνατή
Κι ανάλαφρη από φτερό πουλιού,
Πάνω στη σκάλα, σαν τρελή,
Έτρεχες κι οδηγούσες με χαρά
Μέσ’ από την υγρή την πασχαλιά
Στην άλλη άκρη του καθρέφτη.

Σαν ήρθε η νύχτα ήτανε για με χαρά
Δοσμένη. Οι πύλες ανοιχτές του ιερού
Και στο σκοτάδι φώτιζε απαλά
Η γύμνια κι έσκυβε σιγαλά.
Και ξυπνώντας – «ας είσαι ευλογημένη!»–
Είπα κι ήξερα ότι η ευλογία τούτη
Παράτολμη ήταν. Κοιμόσουν κι απ’ τα βλέφαρα
Του σύμπαντος του γαλανού αγγιγμένη
Απλωνότανε σε σένα απ΄ το τραπέζι η πασχαλιά
Και τα γαλαζοταραγμένα βλέφαρα ήσυχα ήταν
Και ζεστό το χέρι απλωνότανε απαλά.

Μέσα στο κρύσταλλο χτυπούσαν τα ποτάμια,
Κάπνιζαν τα βουνά, αχνόφεγγαν οι θάλασσες
Κι εσύ κρατούσες την υδρόγειο στην παλάμη
Κρυσταλλένια και κοιμόσουνα στο θρόνο
Και Θεέ μου – ήσουνα δικιά μου.

Ξύπνησες εσύ και μεταμόρφωσες
Τ΄ ανθρώπινο λεξιλόγιο το καθημερινό
Κι ο λόγος παντοδύναμος ορθώθηκε.
Μίλησες κι η λέξη «εσύ» πλάτυνε
Και νέο νόημα πήρε: «βασιλιά».

Όλα στον κόσμο μεταβλήθηκαν, ακόμη
Πράγματα καθημερινά – λεκάνη, βάζο, – όταν
Στεκότανε ανάμεσά μας σαν φρουρός
Σκληρό σαν μέταλλο απλωμένο το νερό.

Τραβούσαμε στ΄ άγνωστο αντάμα.
Μπροστά μας παραμέριζαν, καθώς οφθαλμαπάτες
Πόλεις χτισμένες μ΄ ένα θαύμα,
Το χόρτο έγερνε στα πόδια μας
Και τα πουλιά ακολουθούσανε στο δρόμο μας
Και στα μάτια μας μπροστά γύριζε ο ουρανός…

΄Οταν η μοίρα σαν τρελή μας ακολουθούσε
Στα χέρια της κρατώντας το ξυράφι.

 

ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΕΣΕΝΣΚΙ

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΡΛΙΝ ΜΟΝΡΟΕ

Είμαι η Μέρλιν, η Μέρλιν.
Είμαι ηρωίδα
της αυτοκτονίας και της ηρωίνης.
Οι δάλιες μου για ποιον να καίνε;
Τα τηλέφωνά με ποιον μιλούν;
Στο ιματοφυλάκιο ποιος θορυβεί;

Αβάσταχτο,

αβάσταχτο, να μην ερωτευτείς,
αβάσταχτο, στις αγριόλευκες να μη χωθείς,
η αυτοκτονία αβάσταχτη,
μα πιο αβάσταχτη
η ζωή!

Ξεπουλήματα.. Μούτρα. Σαν πουλάρι χλιμιντρίζει ο διευθυντής..
(Θυμούμαι τη Μέρλιν,
την κοιτούσαν τ’ αυτοκίνητα.
Πάνω στην εκατοντάμετρη οθόνη,
στο βιβλικό ουρανό,
μέσα στην αφθονία των αστεριών,
πάνω από τη στέππα των μικρών ρεκλάμων
ανάπνεε η Μέρλιν,
την αγαπούσαν…
Εξαντλούνται, φεύγουν τ’ αυτοκίνητα.
(Αβάσταχτο),
αβάσταχτο
με το πρόσωπο στο κάθισμα με τη σκυλίσια μυρωδιά.
Αβάσταχτο
όταν είναι με τη βία
και με τη θέλησή σου – πιο αβάσταχτο!

Αβάσταχτο να ζεις δίχως να σκέφτεσαι,
πιο αβάσταχτο να εμβαθύνεις.
Πού είναι η πίστη μας; Μας ξεγέλασαν,
Η ύπαρξη είναι – αυτοκτονία,
αυτοκτονία να πολεμάς με τη βρομιά,
αυτοκτονία να συμφιλιωθείς μαζί της,
αβάσταχτο, να ΄σαι χωρίς ταλέντο,
μα όταν έχεις ταλέντο – πιο αβάσταχτο.

Σκοτωνόμαστε να κάνουμε καριέρα,
λεφτά, ηλιοκαμένες ερωμένες…
Είμαστε ηθοποιοί
και δε θα ζήσουμε με τους απογόνους
κι οι σκηνοθέτες – όλοι καθάρματα.

Πνίγουμε τους αγαπημένους μας στις αγκαλιές μας
και αποτυπώνονται τα μαξιλάρια στα νεανικά τους πρόσωπα
καθώς σημάδια από λάστιχα τροχών,
αβάσταχτο,

αχ, γιατί γεννούν οι μάνες•
Το ‘ξερε η μάνα μου πως θα με λιώναν.

Ω, ο αέρας του κινηματοαστέρα
Είναι αδύνατη η απομόνωση
στο μετρό,
στο τρόλεϊ,
στο κατάστημα –
«Γεια σας, είστε εσείς!» – και κοιτούν αποχαυνωμένοι.

Αβάσταχτο όταν είμαστε γυμνοί
σ΄ όλες τις αφίσες, σ’ όλες τις εφημερίδες
κι όταν ξεχνώντας
πως έχεις καρδιά
σε κάνουν περιτύλιγμα για ρέγγες,

τσαλακώνεται το πρόσωπο,
σχίζονται τα μάτια…
(Πόσο σκληρό να θυμάσαι στη «Γαλλική Ομπσέρβερ»
τη φωτογραφία σου με πρόσωπο
όλο αυτοσιγουριά
στην άλλη πλευρά της νεκρής Μέρλιν!).

Ο παραγωγός φωνάζει, τρώγοντας ένα γλύκισμα:
«Είστε χάρμα,
έχετε ένα μέτωπο σα χάντρα»!
Μα ξέρετε μήπως τι μυρίζει η χάντρα!
Αυτοκτονία!

Αυτόχειρες – μηχανόβιοι φοβεροί,
αυτόχειρες τρέχουν να σκοτωθούν ,
από τις λάμψεις των φλας χλωμοί οι υπουργοί, –
αυτόχειρες,
αυτόχειρες
προχωρεί η παγκόσμια Χιροσίμα,
αβάσταχτο,
αβάσταχτο όλο να καρτεράς,
για να ‘ρθει,
κι ακόμα –
ανεξήγητα αβάσταχτη
στα χέρια της βενζίνης η βρόμα!

αβάσταχτα
λάμπουν στο γαλάζιο ακέραια
τα πορτοκάλια σου τα’ αποχαιρετιστήρια…

Είμαι γυναίκα αδύναμη. Θ΄ αλλάξω μήπως;
Καλύτερα τώρα – τώρα αμέσως!

1963

 

ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΕΒΤΟΥΣΙΕΝΚΟ

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΙΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ

Είπε μια ηθοποιός του Μπρόντγουεϊ
καταρρέοντας, σαν την αρχαία Τροία:
«Δεν υπάρχει ρόλος!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος, που να δώσω την ψυχή μου!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος,
που να χύσω όλα τα δάκρυά μου!
Παρά τέτοια ζωή καλύτερα
να χαθείς σ΄ άγονη γη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Το Μπρόντγουεϊ τρέμει σαν καπέλο στο κεφάλι του κλέφτη…
Δεν υπάρχει ρόλος,
δεν υπάρχει ρόλος
ανάμεσα σ΄ εκατοντάδες ρόλους.
Πνιγόμαστε με δίχως ρόλους…
Δεν υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς!
Κι οι κλασικοί ιδροκοπούν
καθώς ναυαγοσώστες.
Μα τι ξέραν εκείνοι
για τη Χιροσίμα,
για τους θανάτους αθώων,
τους δικούς μας πόνους.
Μήπως όλα αυτά δε θέλουν έκφραση;
Δεν υπάρχουν ρόλοι.
Δίχως ρόλο —
είσαι σάμπως δίχως πυξίδα.
Ξέρεις πόσο είναι τρομερό το φως
όταν μαζεύεται μέσα σου
ολοένα
και διέξοδος δεν υπάρχει.
Ορίστε – τουρνέ.
Ορίστε – ανέσεις.
Οι ρόλοι πιασμένοι
και πετάνε ρολάκια.
Πίνω…
Το ξέρω πως είναι ανώφελο.
Μα τι να κάνω,
με δίχως κοινό, με δίχως ρόλο!
Πίνει κάπου ο εργάτης
μέσα απ’ το θαμπό ποτήρι…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Πίνει ο γεωργός,
στενάζοντας από αδυναμία και πόνο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι το μαχαίρωσαν οι φίλοι του
από πλήξη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Σιωπώντας για κτηνώδεις φόνους,
παθιασμένα φωνάζει κάποιος στο διαιτητή
μα πού;
στο ποδόσφαιρο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Δίχως ρόλο η ζωή είναι φθορά και μόνο.
Είμαστε όλοι διάνοιες μέσα στη μήτρα,
όμως πεθαίνουν τόσες ιδιοφυΐες
στην ανυπαρξία ρόλου.
Δε ζητώ το αίμα κανενός –
ένα ρόλο
μόνο
ζητώ»!

1967

 

ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

 

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ

Τηλέμαχέ μου,
ο Τρωικός πόλεμος
τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.
Θα πρέπει να ‘ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς
αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…
Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα
ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,
σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί
χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο..
Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,
τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρώμικο νησί,
θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,
πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,
χόρτα και πέτρες… Γλυκέ Τηλέμαχε,
όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους
όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό
αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,
το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει
κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.
Δε θυμάμαι,, πώς τέλειωσε ο πόλεμος
και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμούμαι.

Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.
Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.
Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί
που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.
Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.
Όμως μπορεί και να ‘χε δίκιο. Χωρίς εμένα
από τα Οιδιπόδεια πάθη γλύτωσες,
κι είναι, Τηλέμαχέ μου, αθώα τα όνειρά σου.

1972

 

ΣΥΓXΡΟΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

ΜΕΧΜΕΤ ΚΑΝΣΟΥ

 

VERUM DICERE
(Να λες την αλήθεια)
Όταν προφέρω τ’ όνομά σου,
απαντώντας στην ερώτηση κάποιου αγνώστου,
μια παρατεταμένη σιωπή παίρνει μορφή.

Σ΄ αυτό το διάστημα το ποίημα αρχίζει
να σαλεύει, ύστερα μετατρέπεται σε λέξεις
ή, τίποτε.

Από τη σκιά που έπεφτε πίσω μου
μια σταθερή φωνή ψιθύρισε : «κι εγώ
το ίδιο σκέφτομαι όπως κι εσύ».

Καθώς περπατούσαμε πλάι πλάι
είπε και πάλι: «Εγώ δεν είμαι η σκιά σου,
επιστρέφω εδώ κάθε φορά που ακούω τ’ όνομά μου
για να ξεφύγω απ’ τη σιωπή».

 

ΦΙΚΡΕΤ ΝΤΕΜΙΡΑΓ

 

ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΒΗΜΑΤΑ ΧΟΡΟΥ
Στις άκριες δύο διασταυρωνόμενων ουράνιων τόξων
Ανγκόνα! Θελέτρα! Κάτω πέτρα! Διόριγος!
Το φως έπεφτε απάνω τους κάποτε άγιο κάποτε σκληρό.
Τα πατήματά μου στο χώμα τους: Μπάτα, μπότες, Αντίντας.
Τα μυστικά της ζωής μου είναι τα χαμένα μου πνεύμα που
περιπλανιούνται τριγύρω.
Βρίσκομαι σε τόπο όπου η ελονοσία της βαρβαρότητας απλώνεται,
πεθαίνω μα δεν μπορώ να γίνω το ίδιο σκληρός,
ό, τι κουβαλώ μαζί μου είναι η χαμένη μου μνήμη.

Περπατώ πάνω στη γη με βήματα χορού
σάμπως πάνω στα κλειδοκύμβαλα του πιάνου,
Θέλω να φυτέψω ποιήματα να στεγνώσω τα έλη,
φτερωτούς ρυθμούς να ελευθερώσω απ’ τις χορδές της ψυχής μου,
να βρω το χαμένο μου όνομα να το φορέσω
καθώς στέμμα στο κεφάλι μου και να βαδίσω
ενάντια σ’ αυτούς που με σκλάβωσαν και με παρέδωσαν σκλάβο.

Δε θέλω να βαραίνουν την ψυχή μου οι πληγές του σταυρού
ή της ημισελήνου.
Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φορτωμένος
με τις πληγές της Αγάπης και της Ποίησης.
Κι όταν το αίμα μου χυθεί
να κυλήσει με τους ήχους της λύρας
και να τρέξει στο ιερό της Αγάπης και της Ποίησης.
Μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά και τα γεράνια μου
να κοιτάζω τις νύχτες του καλοκαιριού το δικό μου αστέρι
με την ευχή ως άνθρωπος να μεγαλώσω.

Της ειρήνης το αστέρι και της αγάπης να λάμπει στον ουρανό.

 

ΖΕΚΙ ΑΛΙ

 

ΘΑΛΑΣΣΑ
Είμαι εδώ,
γαλάζιος σα θάλασσα
μες στην παλίρροια της.
Ξέρω πως δε με ξέχασες,
πως έχεις υποχρεώσεις
για την ευτυχία άλλων ανθρώπων.

Εδώ στη σκοτεινή άμμο
τα βήματα του χρόνου
δε φαίνονται, όμως τα αισθάνεσαι.
Κάτω απ’ τα γυμνά μου πόδια ένα τοπίο
που βυθίζεται στη μνήμη
χιλιάδων εκλείψεων του φεγγαριού.

Ένα βογκητό κατηφορίζει απ’ το βουνό,
ίσως μια λύρα μακρινή να συναντά μια ανθρώπινη φωνή,
είτε ένα μοναχικό αγριοκάτσικο, που ξέμεινε
κατά τις μέρες του άγριου κυνηγητού.
Ο ήχος ανεβαίνει και κατεβαίνει
στην παλίρροια και την άμπωτη της σκοτεινής θάλασσας,
σκοτεινής σαν το αποχαιρετιστήριο άγγιγμά σου,
τα χέρια σου που παίζουν μια αόρατη λύρα
με λεπτές κινήσεις αποχαιρετισμού, κρύβοντας κάθε απολογία.
Τώρα τα κοχύλια είναι άδεια,
η Αφροδίτη είναι κλειδωμένη σ’ ένα μουσείο
κάτω από άδεια βλέμματα
χωρίς εμάς.

Ξέρω πως δε με ξέχασες,
ξέρω πως οι μέρες της ευτυχίας σου πληρώνονται
απ’ όλους εκείνους που μαγεύεις με τη χάρη σου.
Έχω άσπρες πέτρες μες στην τσέπη μου
που προσπαθούν τη μοναξιά μου ν΄ απαλύνουν
συνομιλώντας μεταξύ τους.
Η σκιά μου μού λέει
πως εγώ είμαι ο πιο πραγματικός
απ’ όλα τα φαντάσματα τις ακροθαλασσιάς.

Όμως δε θα μπορούσα να γίνω τόσο πραγματικός
ώστε να σε συναντήσω ξανά, αντί να ονειρεύομαι.

Είμαι εδώ,
να με καθοδηγεί το αστέρι του βορρά,
απογυμνωμένος απ’ όλα μου τα υπάρχοντα.
Είμαι εδώ
πιο γαλάζιος κι απ’ τη θάλασσα.
Κάποτε ήμουν φίλος του Διόνυσου,
τώρα
δεν μπορώ να μεθύσω δίχως εσέ στην αγκαλιά μου.

Αύγουστος 2003

 

ΜΕΧΜΕΤ ΓΙΑΣΙΝ

 

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Όταν βγήκαμε απ’ το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τη χώρα,
είχαν αλλάξει οι ήχοι και τα χρώματα,
τα ονόματα των δρόμων και των χωριών.
Πώς θα βρούμε τώρα το σπίτι μας;
Όπου περπατήσουμε είναι αδιέξοδος δρόμος
κομμένος με οδοφράγματα.

Αρχίσαμε ν’ αναζητούμε γνωστά σημεία:
Το σχολείο βρισκόταν στη γωνιά… δίπλα στο μπαρ «Ατλαντίς»…
μετά τους τρεις μεγάλους πεύκους…
Στρατόπεδο χτίστηκε στη γωνιά, τα δέντρα είναι καμένα,
θα πρέπει να ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα
ούτε σημάδι της δεν βρίσκεται.

Μας έδωσαν άλλα σπίτια με τα πτώματά τους,
ήμασταν αρκούδες που γυρεύαμε κρύπτη για τη χειμέρια νάρκη,
με νέες ταυτότητες, νέα πιστοποιητικά γεννήσεως.
Συνεχίζαμε να λέμε «εμείς» – αλλά ποιοι «εμείς»;
Αν χαρακτηριζόμαστε μόνο ως το αντίθετο των… γειτόνων μας
υπήρξαμε, μήπως, πότε;

Σάμπως να βρισκόμαστε σε ταξίδι στην Ανατολή
τρέχουμε στο λιμάνι με τη φωτογραφική μας,
οι κάτοικοι μας πλησιάζουν,
τους φωνάζουμε «εσείς»
προσποιούμενοι πως αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας.
Μα όταν πετούμε τα κράνη των στρατιωτών μας είμαστε γυμνοί.
Σηκώνω το τηλέφωνο ενός σπιτιού εγκαταλειμμένου στον πόλεμο,
-Κανείς δεν απαντά, μήπως είναι όλοι νεκροί;-
Μήπως εγώ μόνος επέζησα απ’ αυτόν τον όχλο;
Οι γέροντες βρίσκουν παράξενους
αυτούς που μπαίνουν στις γραμμές των στίχων μου,
όπως ξεχασμένες επιγραφές σε παλιά ταφόπετρα.

Σε τέτοια καταστροφή μόνο η θάλασσα ίσως να δίνει ελπίδα.
Μέσα μου ακούω συνέχεια μια φωνή:
-Ποτέ δεν θα εξαλειφθούν οι Κύπριοι
από τούτο τον κήπο που ανθίζουν οι πορτοκαλιές.
Εμείς και η πατρίδα μας αναζητούμε τον εαυτό μας κι ένα διαβατήριο
για να περάσουμε τις πύλες του κόσμου.

Λευκωσία, 1984

 

ΝΕΣΙΕ ΓΙΑΣΙΝ

 

Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
τα λόγια σου κούρνιασαν στο στήθος μου
σαν το πουλί στο κλαδί του
(πίσω σου έκλεισα το παράθυρό μου).

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
το είδωλό του κολυμπά μες στο νερό,
το φιλί του πέταξε μακριά,
μέσα στον ύπνο μείνανε τα φώτα του.

Το ποτήρι του κρασιού γεμάτο αίμα
χύθηκε ανάμεσά μας,
αγκαλιαστήκαμε
τα ανάκατα μαλλιά μας πήρανε φωτιά,
στο νόμο υποκύψαμε της σάρκας.

Θρύψαλα έγινε ο γυάλινος έρωτάς μας,
η βασίλισσα των άγριων λουλουδιών
μάταια περίμενε το τηλεφώνημά σου.
Τα πλήκτρα έγραψαν στη γραφομηχανή:
«Ο έρωτας λερώθηκε», τελεία.

Τη νύχτα εκείνοι ξαγρυπνήσαμε κι οι δυο,
οι νεκροθάφτες πήρανε την πληρωμή τους,
φορτώθηκαν το φέρετρο του έρωτα
και η νεκρώσιμη πομπή ξεκίνησε με δάκρυα.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας
καιγότανε σαν το φιλί,
σαν τέλειωσαν τα λόγια έσβησε στα μάτια.

Με τα σώματά μας ματωμένα
συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα,
όσο διαρκούσε η μουσική
κρατούσε και το πάθος
(ή μήπως ήτανε ψέμα κι αυτό;).

Το πρωί χτύπησε την πόρτα η σιωπή,
είπες πως δε θα ξανάρθεις πια.
Έσβησα τα φώτα
και ολόκληρη βυθίστηκα στη μοναξιά μου.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας.

Το μυστικό μου φύλαξε
καθρέφτη της ψυχής μου!
Και μην κλαις!

 

ΟΥΜΙΤ ΙΝΑΤΣΙ

 

ΣΕΝΑΡΙΟ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
1.
Τι ωραία χείλη, τι ωραίο στήθος!
Τι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς!
Τι λαμπερό δέρμα και τι αύρα!
Ένα παθιασμένο τσίμπημα στην κοιλιά
έκανε τα δάχτυλα μου να τεντωθούν
κι εμένα να πηδήξω στο άλλο κανάλι.

2.
Θάνατος, φωτιά, κραυγή, πληγή,
τι αποσύνθεση, τι αιμορραγία!
Κάπου κάνουν πόλεμο,
άλλοι ελπίζουν στο Θεό,
τι κατατεμαχισμός, τι πτώση!
Ένα αρχαίο σπαθί κόβει τη σάρκα μου
και η ψυχή μου τεντώνεται
και με κάνει να ριχτώ στον άλλο μου εαυτό.

3.
Από τους τοίχους των σπηλαίων στην οθόνη της TV,
από το κίτρινο δόρυ στις ατομικές βόμβες.
Τι τεράστιο και τρομερό άλμα!
Τι είναι αυτή η τρέλα της ανθρωπότητας!
Τα νεύρα μου τεντώνονται
και με κάνουν να ριχτώ μέσα στο λάκκο μου.

 

ΑΛΕΒ ΑΝΤΙΛ

 

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες
και σκέφτεσαι τι θα ‘παιρνες μαζί σου
αν έπρεπε να φύγεις
άλλη μια φορά
κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;
Ο κανόνας του πρόσφυγα:
μια βαλίτσα για τον καθένα,
δυο για την οικογένεια.
Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάριά σου,
τις φωτογραφίες;
Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;
Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.
Ίσως ένα απ’ τα περσικά χαλιά
-μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.
Τι θα διέσωζες;
Μήπως σε ταράζει ακόμη
η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία
του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα
για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,
ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών
για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά
το ηλεκτρικό ρεύμα
και η λογική του πρόσφυγα
ότι μπορεί να κατέχει στ’ αλήθεια
μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;
Όλα τα’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τα’ άλλα πρέπει να τα’ αφήσεις πίσω.

1999

 

ΓΚΟYΡ ΓΚΕΝΤΣ

 

ΟΧΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΝΕΡΟ

Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί
απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.
Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες
κι απομεινάρια κατακτητικών πολιτισμών.
Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε
ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ΄ τα πόδια μας.

Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο
κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,
είναι το νερό.

Η κάψα λιώνει ακόμη και τις πέτρες
που κυλούνε μες στη θάλασσα.
Η ερωτική εισβολή ξένων γλωσσών
έκαψε τα χείλη μας σαν λιωμένος χαλκός.

Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό
παρακαλώ μη γράφετε άλλο
φυτέψτε ένα δέντρο
φυτέψτε νερό.

 

ΖΕΝΑΝ ΣΕΛΤΣΟΥΚ

 

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Είμαι ένα δέντρο, μια φοινικιά
σ’ ένα νεκροταφείο της Μεσαριάς.
Στη σκιά μου είναι θαμμένοι πολλοί πολιτισμοί
τα κόκαλά τους είναι οι ρίζες μου.

Με πλοία που τα κωπηλατούσαν σαράντα σκλάβοι σγουρομάλληδες
με ‘φέρανε απ’ την Αίγυπτο.
Με βάφτισε ένας Έλληνας με σκουλαρίκι,
μου έκανε περιτομή ένας Οθωμανός μπαρμπέρης,
παιδεραστής. Τις άνοιξες στην Αφροδίτη,
τους χειμώνες στο Ζήνωνα μαθήτευσα.

Μπορεί να μην το έχετε καταλάβει
εγώ ήμουν το μοντέλο για τους Λουζινιανούς αρχιτέκτονες.
Μια κληρονομιά από Βενετούς εμπόρους.
είναι αυτή η χαριτωμένη γλώσσα που μιλώ, που αναζητά απόλαυση
Βυζαντινό-Ρωμαϊκή… Μια εφεύρεση των Βρετανών.

Αυτό είναι το σύνδρομο της διαθλασμένης μου προσωπικότητας
που προβάλλω. Από καιρού εις καιρόν
λογαριάζοντας τον εαυτό μου για άνθρωπο, που ψεύδεται πιο πολύ
όταν τον γλείφουν. Οι παράνοιές μου
ένας ζουρλομανδύας ραμμένος από ρούχο σημαίας
made in Greece, made in Turkey:

Βλέπω πόλεμο όταν κοιτάζω το νερό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΛΕΣΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη
Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας

Στις καλύτερές του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της τον προστατεύει και του εκμαιεύει έναν απλό και ουσιαστικό λόγο, με ανάλογα θετικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πάς.
Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.
Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.
Χτυπούν…Χτυπά κι ο ήλιος
της παγωμένης γης την κρούστα,
χτυπά και το νερό
βαθιά μέσα στις φλέβες της…
Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!
Μέσ’ από δρόμους θα σε παν
από καιρό κλειστούς,
μέσ’ από πόρτες σκοτεινές θα σε περάσουν.
Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι…

«Κραυγή γυναίκας» ( Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι )

Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, κι η γλωσσική τους επιφάνεια είναι σχεδόν συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης- και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριον είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα υποπέσει στο λάθος, να προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους – αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές- και να παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του. Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως έναν αυτοτελή, δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεχτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο, έχοντας όπλα του την αυθεντικότητα, μα και την ανεξάντλητη αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.

Ας δούμε τώρα ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:

Ο ποιητής πάντα γυρίζει.
Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ’ τους πάγους,
την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται
πλατιά μέσα στους κάμπους…
Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,
τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη…

Ο ποιητής πάντα γυρίζει
κι όπου συναντήσει ένα παιδί
ξαναγεννιέται.

«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)

Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της άρτιας μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε, στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων, μια εντυπωσιακά λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.

Το επόμενο ποίημα, με τον τίτλο « Νανούρισμα », κράτησα για χρόνια στη μνήμη. Όχι πως το αποστήθισα, θυμάμαι εκτός βιβλίου μόνο τους δυο πρώτους στίχους: «Ωχ και νά’ ξερα ποιος φέρνει / το κλάμα μες στον ύπνο σου ! ». Πιότερο όμως κι από αυτούς με διαπερνά η ριγηλά στοργική μελωδία τους, που τη νοιώθω να ρέει μέσα στο σώμα μου, όπως ακριβώς διαποτίζει με την έντασή της ολόκληρο το ποίημα ( ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο τρίστιχο, όπου γλιστρά ανεπαίσθητα προς ηθικοδιδακτική μεριά ).

Το κλίμα στο ποίημα που ακολουθεί είναι διαφορετικό. Τιτλοφορείται «Όταν έρχεται η ποίηση », και διακρίνεται από ένα αυστηρό λυρικό τόνο. Παρά τους εύκολα ανιχνεύσιμους Σεφερικούς απόηχους του ενδιάμεσου μέρους, το θεωρούσα ανέκαθεν ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Γιώργου Μολέσκη. Διάβασα και ξαναδιάβασα κατά καιρούς τούτο το κομμάτι, γιατί μου επιβαλλόταν με την αρχαιοπρεπή και καλοπελεκημένη δομή του. Ο πρώτος στίχος « Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα» έχει ένα υπόστρωμα τελετουργικό, που με ξεσηκώνει. Αλλά και το καταληκτικό μέρος, ακούεται σαν κομιστής του θελήματος μιας άγνωστης, σκληρής μοίρας.

…Και δεν υπάρχει πια φυγή
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

«Ο αγνοούμενος» ανήκει επίσης στις πιο άρτια δομημένες συνθέσεις. Παρά τη θεματική του επικαιρικότητα, ο τόνος του στιγμές- στιγμές φτάνει σε δραματικές εκρήξεις, με εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες και υποβλητικούς οραματικούς διαλόγους. Έτσι αρχίζει:

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε;
Μην έπιασε φωτιά;

Περαστική Άνοιξη, 1984

Επιστρέφω σ’ ένα ακόμα πολύ σύντομο ποίημα ποιητικής, που συνδυάζει εκφραστική οικονομία και πυκνό συμβολισμό:

Η σιωπή

Η σιωπή στο σπίτι του ποιητή γυρίζει
ξυπόλυτη. Στέκει πλάϊ στην καρέκλα,
δίπλα στο κρεβάτι,
μπαίνει στη κουζίνα…

Πιστή παραδουλεύτρα, σκλάβα,
όλο δουλεύει καθαρίζοντας μια λέξη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Δίνοντας τώρα ένα γρηγορότερο ρυθμό στην περιδιάβασή μου μέσα από το έργο του Γιώργου Μολέσκη, αφήνω για την ώρα κατά μέρος τον σχολιασμό μεμονωμένων τίτλων, και καταθέτω προς ανάγνωση μερικές αρκετά αξιόλογες κι αισθητικά ισοδύναμες δημιουργίες. Τα παρακάτω ποιήματα είναι ενδεικτικά μιας ώριμης γραφής. Κατορθώνονται μόνο όταν το συναίσθημα εκφραστικά τιθασσεύεται, κι η στοχαστικότητα μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση. Διαβάζουμε:

Παραισθήσεις

Οι νύχτες έχουν μια τέτοια σιωπή, μια τέτοια επιθυμία,
που είν’ έτοιμες να φέρουν πίσω τον ξενιτεμένο,
να φέρουν τον αγνοούμενο απ’ τη φυλακή ή τον τάφο.

Βήματα ακούγονται στο δρόμο,
χτύποι στην πόρτα…
Μα είναι τα δέντρα,
είναι η θάλασσα,
είναι το σκοτάδι πνιγμένο μές στη σκοτεινιά του,
είν’ ο αγέρας φιμωμένος από τη φωνή του.

Γύμνια

Από το πρώτο κι όλας βράδυ
φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.
Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε
κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,
ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

Όλοι και όλα εξισωμένα,
δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.
Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

Απολιθωμένος χρόνος

Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
σε μορφή ψωμιού, κομμένος σε πέτρινο σταυρό,
σε στάμνα από νερό κάτω απ’ το δέντρο,
όγκος από φως είτε σκοτάδι…
Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
μέσα στο λόγο μου
σε λέξεις που είναι πια κι αυτές
ψωμιά, νερό και πέτρες,
τις αγγίζω με τα δάχτυλα και ζωντανεύουν.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Στις «παραισθήσεις», η μυστηριακά προσωποποιημένη νύχτα μας αγγίζει βαθιά, με τη σφοδρή επιθυμία της να παρέμβει για την επιστροφή του αγνοούμενου από τη φυλακή ή τον τάφο. Από ένα σχεδόν ενορατικό κλίμα, στη δημιουργία του οποίου συμβάλλει η προσμονή και ο αβάσταχτος πόνος, το ποίημα μας περνά σε μια ψευδαισθησιακή εναλλαγή σκηνικού, με την ελπίδα να σηκώνει κεφάλι…Μα δεν είναι να μπει στο σπίτι κανένας, αφού πρόκειται απλά για φαντασιακό κτύπημα στην πόρτα.

Στο δεύτερο ποίημα με τον τίτλο «Γύμνια», διαχέεται ένα έντονο, καταθλιπτικό άρωμα καταστροφής και ερήμωσης, σε τόπο που απογυμνώθηκε κι ορφάνεψε από τα πιο ζωτικά του στοιχεία…Όλα τα σπίτια κι όλα τα δέντρα που μας έδεναν μαζί του, πια δεν υπάρχουν. Απόμεινε η ολόμαυρη ράχη μιας πατρίδας «κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο»- και γύρω «ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση» πια. Σε παρόμοια πιο «συμμαζεμένα» ποιήματα, ο ποιητής πετυχαίνει σχεδόν πάντα έναν πυκνό και υποβλητικό λόγο με πολλές προεκτάσεις. Κι εδώ είναι η πραγματική του επίδοση, όπου μπορεί να μας μεταδώσει στον μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή του απόσταξη.

Θα σχολιάσω όμως, για να συμπληρωθεί η τριάδα, και τον τίτλο «Απολιθωμένος χρόνος », που έχει την ίδια ποιητική με τα δυο άλλα. Πραγματεύεται την κατηγορία του χρόνου, υπαρκτή ουσιαστικά μόνο σε σχέση με την ανθρώπινη δράση. Γι’ αυτό κι ο χρόνος είναι αλληλένδετος με την παρουσία του ανθρώπου και των οικείων, κοντινών του πραγμάτων…Ενταγμένος κι απολιθωμένος στη μορφή της στάμνας, του ψωμιού, του πέτρινου σταυρού, κι άλλων τινών της βιοτικής εμπειρίας, μπορεί μέσω του λόγου να ξαναζωντανέψει ο χρόνος – και μαζί του κι οι αντίστοιχες μορφές ζωής. Ο φυσιοκεντρικός ρεαλισμός του ποιητή αναδύεται έτσι ανάγλυφος.

Αν είχα κάτι συμπερασματικό να προσθέσω μετά από τόσο δυνατά ποιήματα, είναι το εξής κριτικό συμπέρασμα : Όταν ο Γιώργος Μολέσκης εξωτερικεύει έμμεσα τον υπαρξιακό ή φιλοσοφικό στοχασμό του, συγκινεί βαθύτερα, επικοινωνεί ουσιαστικότερα και καταξιώνεται αισθητικά Εκεί αντιθέτως που αναλώνεται σε απευθείας διανοητικό προβληματισμό, όσο ευρηματικός κι αν προκύπτει, μπορεί να φαίνεται σοφός και πλούσιος σε ιδέες, συγκινησιακά εντούτοις φτωχαίνει και χάνει σε δραστικότητα. Μια τέτοια τάση θα δούμε κάπως συχνότερα σ’ ένα μέρος του κατοπινότερου έργου του…Για την ώρα όμως με σπρώχνει ήδη πιεστικά, διεκδικώντας δικαίωμα στην ανάγνωση, ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα: « Το όνειρο της Ελένης». Με τα δικά μου μέτρα είναι απ’ τα καλύτερα που έχει γράψει ο Μολέσκης. Και σ’ αυτό το συγκρατημένα τρυφερό κλίμα ευδοκιμεί ιδιαίτερα η πέννα του.

– Γιατί κλαίς, Ελένη;
– Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός
και φοβήθηκα.
– Πώς ήταν ο κακός;
– Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της )

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…
Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου,
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα του,
ο λύκος έρχεται απ’ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ’ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ’ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαίς. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

Το σπίτι και ο χρόνος, 1990

Είναι ένα εξαιρετικό ποίημα, γιατί μας παίρνει ίσαμε τις ρίζες της πρωταρχικής αθωότητας, πριν την έκπτωσή μας από τον παιδικό παράδεισο. Διανύουμε τη ζωή μας, ξοδεύοντας χρόνια σε ποικίλους περισπασμούς κι ανούσιες ρότες, για ν’ αυξηθεί μέσα μας ακόμα περισσότερο ο καημός της επιστροφής στον μαγικό κόσμο των πρώτων χρόνων…Όπου ξανασμίγει κανείς σε σφιχτή αγκαλιά με τη φύση, τα δέντρα και τα ζώα της…Όπου αγγίζεται για λίγο το αιώνιο και ξεχνιέται η θνητότητα. Γι’ αυτό μας σαγηνεύουν τα παραμύθια…Για τον ίδιο λόγο μας αρέσει κι η παρέα με τα μικρά παιδιά, επειδή νοιώθουν εκεί μέσα σαν στο σπίτι τους. Κι αν μας φωνάξουν κάποτε, πως κάτι τους στέκεται εμπόδιο, βρίσκουμε αφορμή να τρέξουμε σαν μεγάλα παιδιά να τα βοηθήσουμε. Να εξορκίσουμε τους φόβους των και να καθυστερήσουμε την έξοδό τους από την παραμυθένια φάση της ύπαρξης. Ο Γιώργος Μολέσκης ευτύχησε σε τούτο το ποίημα, να επενεργεί στη ψυχή του αναγνώστη ως εκτονωτική βαλβίδα. Παρόμοια με τη μικρή Ελένη ποθούμε να σηκώσει κι εμάς στα βελούδινα φτερά του ο ύπνος. Από κει και πέρα, όπως τόσο εύστοχα δηλώνει ο ποιητής:

Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό
στα ανοιχτά φτερά της…

Με «Το όνειρο της Ελένης», κλείνουμε δειγματολογικά ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο του πρώτου, αλλά και του Μολέσκη της μακράς ενδιάμεσης πορείας. Ήταν μια γόνιμη πορεία με θεματολογικό εύρος, συναισθηματικό βάθος και πλούτο βιωματικής ουσίας Υπήρξε μια αληθινή στράτευσή του στον μαγικό κόσμο της ποίησης, τον οποίο κι υπηρέτησε πιστά και χωρίς διακοπή. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των βιβλίων του, δέχεσαι την ευχάριστη αύρα μιας κρυπτο-επικής καλλιτεχνικής ανάσας, που νοιώθει να της έπεσε ο κλήρος «ν’ απολιθώσει» σε λέξεις και στίχους την πάνσεπτη και διαχρονική του τόπου τοιχογραφία. Το αισθητικό αποτέλεσμα της ποιητικής αυτής ανθοφορίας προεικάζεται σ’ ένα βαθμό κι από το εύρος της προσπάθειας. Το αναγνωρίσιμα προσωπικό του ύφος είναι αδιάσπαστο κι αφήνει παντού την αμεσότητα και ζεστασιά της σφραγίδας του. Η έμπνευσή του αντλεί από φυσικά νερά κι από στρώματα, που του είναι γνωστά και οικεία. Oρισμένες φυσικά φορές δίνεται η εντύπωση, πως του ξεφεύγει μια επαρκέστερη μορφική πύκνωση. Αυτό όμως παρατηρείται συνήθως σε αυτοβιογραφικές ή τοποκεντρικές διαχύσεις, εν αντιθέσει με άλλες ποιοτικότερες επιτεύξεις, όπου εκρέει ένας αποσταγματικός και πολυσήμαντος λόγος…Ένας λόγος περασμένος τόσο έντονα από τις ψηλές θερμοκρασίες μιας δυνατής εμπνοής, που δύσκολα αφήνει περιθώριο να διαφανεί το σκαρί της τεχνικής του. Μια καλή γεύση τέτοιων στίχων πήραμε από τα ποιήματα, που σχολιάσαμε ήδη.

Προτού όμως παρακολουθήσουμε τον Γιώργο Μολέσκη και στις πιο πρόσφατες πνευματικές και καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, δεν αντέχω ν’ αφήσω ασχολίαστο άλλο ένα πολύ καλό ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Πρόσκαιρη βροχή», από τη συλλογή Το νερό της μνήμης,1998. Ας το δούμε λοιπόν καλύτερα:

Πρόσκαιρη βροχή

Είναι φιλιά που απόμειναν μοναδικά
χαμόγελα που δεν επαναλήφθηκαν.
Η μνήμη τους ένα αόριστο χάδι στα χείλη,
ήλιος που φώτισε για μια στιγμή
κι έπαψε να ζεσταίνει. Απόμειναν
σαν τα λουλούδια που αγγίξαμε περνώντας
με τα δάχτυλά μας κι ύστερα χάθηκαν…
Ξεχνιέται η γεύση, το άρωμα,
οι γραμμές των χειλιών, το χρώμα των ματιών…
Απομένουν μόνο
το πάρκο, το παγκάκι, γυμνά κλαδιά, κίτρινα φύλλα,
όψιμα φθινοπωρινά λουλούδια, δυο περαστικοί
κι οι χοντρές στάλες από μια πρόσκαιρη βροχή.

Αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις ένα τέτοιο ποίημα. Η βασική στιχουργική γραμμή εκτυλίσσεται καίρια και επιγραμματικά, με εναλλασσόμενο ρυθμό και εικόνες, και μια προσέγγιση των πραγμάτων βαθιά ανθρώπινη και διαλεκτική. Εκπέμπεται μια υπόγεια ζωηφόρα αύρα, που μας κατακλύζει με την αλήθεια και τη δροσιά της…Όλα κυλάν και φεύγουν, όλα δεν μένουν ποτέ τα ίδια, εξόν απ’ τη μνήμη που τα ανακαλεί και τα φορτίζει με συγκινησιακή δύναμη.

Η ποιητική συλλογή Από το ελάχιστο, έκδοση 2001, σηματοδοτεί για τον Γιώργο Μολέσκη, κατά τη γνώμη μου, ένα νέο ποιητικό κεφάλαιο. Ευκρινέστερα πλέον και με επαρκές δείγμα, συστηματοποιεί έναν κύρια στοχαστικό λόγο κι αποστασιοποιείται σ’ ένα βαθμό από τα γνώριμα διακριτικά στοιχεία μιας κοινωνικής και αυτοβιογραφικής θεματικής. Αυτή μου η επισήμανση δεν έχει καταρχήν αξιολογικό χαρακτήρα, δίνει όμως τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των πνευματικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων του ποιητή. Προσωπικά συμπαθώ περισσότερο τους ποιητικούς τρόπους του πρώτου Μολέσκη, γιατί βρίσκω εκεί κάτι αυθεντικότερο και συγκινησιακά δραστικότερο, που πραγματικά με συνεπαίρνει. Ανεξάρτητα όμως από αυτές τις διαπιστώσεις, βρίσκουμε πάντοτε εξαιρετικά ποιήματα σε κάθε δημιουργική του περίοδο. Όσον αφορά τώρα την αισθητική πλευρά του βιβλίου «Από το ελάχιστο», θα δοκιμάσω να βγάλω μερικά πιο συγκεκριμένα κριτικά συμπεράσματα:

Ο Γιώργος Μολέσκης κάνει σ’ αυτό μια μεγάλη αφαιρετική προσπάθεια, ανοίγοντας δρόμους προς τα πάνω και προς τα μέσα των ψυχοπνευματικών του οριζόντων. Σε λογοτεχνικό πεδίο, που μας ενδιαφέρει κυρίως, διεξάγει ενίοτε έναν αμφίρροπο αγώνα. Στις ογδόντα τόσες σελίδες της ποιητικής συλλογής, η έκβαση της αισθητικής αναμέτρησης κινείται σε ευρύ φάσμα της αξιολογικής κλίμακας. Στις ατυχέστερές του στιγμές η πλάστιγγα κλίνει προς τον άμεσο διαλεκτικό λογισμό, με δομές πειστικές μεν αλλά χωρίς ικανοποιητική συνειρμική δυναμική. Στις καλύτερές του πάλι επιτεύξεις ορθώνει ένα υποβλητικό ποιητικό λόγο γεμάτο αρμονία, ικανό ν’ αγγίξει και να διεγείρει τα έγκατα της ύπαρξής μας. Γενικά όλες οι στιχουργικές του ενότητες φαντάζουν ως μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης, με κοινή λυρικο-επική υπόκρουση. Αυτό φυσικά που θα ενδιέφερε, στην προκείμενη περίπτωση τον αναγνώστη, είναι ο εντοπισμός κι η ανάδειξη υποδειγματικών πραγματώσεων του ποιητή…Μια ιχνηλάτηση κορυφώσεων του πρόσφατου έργου του, και όχι μια ανούσια γενίκευση εφ’όλης της ύλης. Από τις ευάριθμες αυτές αισθητικές επιδόσεις, καταθέτω και σχολιάζω με τη σειρά κάποια εξαίρετα δείγματα:

Ωριμότητα

Τώρα ξέρω καλά τί πλήρωσα για όλα.
Μήτε χρησμός μήτε παλάμη καθαρή και φύλλο λευκό,
όλα ήταν βουβά στην αδιέξοδή μου μέρα
και ό’τι χρεώθηκα αυξάνει διαρκώς την οφειλή μου.

Εδώ που όλα προμελετούνται και προδιαγράφονται,
ξόδεψα στα τυφλά τις τρεις ευχές της μοίρας μου
και τώρα σκάβω με τα χέρια για το μαγικό νερό,
καίω στον άνεμο του χρόνου την καρδιά μου.

Μόνο μου κέρδος η γνώση από την απώλεια
κι η λάμψη του χρυσού μέσα στη λάσπη.

Τέτοιοι στίχοι διαπερνούν όλους τους ιστούς της ύπαρξής μας, από τους πιο σωματικούς ως τους πνευματικότερους που διαθέτουμε. Ένα άρωμα σοφής ενατένισης της αινιγματικής καμπύλης του βίου, μεταπλάθεται παραστατικά και με υποβλητικότητα, διαχέοντας στη ψυχή μας την παράξενη αίσθηση της ματαιότητας και του πεπερασμένου των ανθρωπίνων. Αλλά μήπως δεν διανοίγονται ακόμα βαθύτεροι διαλογισμοί από τους ακόλουθους, άτιτλους στίχους ;

Κάποτε είναι μια λάμψη χρυσή πίσω από μαύρα σύννεφα
είτε πίσω απ΄ τον ορίζοντα που δεν τη βλέπεις
αλλά τη νιώθεις, μια μουσική πίσω απ’ τη σιωπή
που είναι έτοιμη να αποκαλυφθεί μα όλο φέγγει.
Αυτοί που ασκήθηκαν πολύ βλέπουν κι ακούνε-
είτε έτσι νομίζουν.
Σιγά-σιγά όλα απολιθώνονται μέσα μου
όπως μέσα στα επίπεδα των πετρωμάτων
είτε όπως στις κυκλικές ραβδώσεις γέρικων κορμών
διαστρωματώνεται ο χρόνος.
Όλα είναι εκεί κι αν ασκηθείς πολύ
ίσως και κάτι να μπορέσεις να διαβάσεις.
Με λίγη τρέλα ίσως και να ξαναζήσεις κάτι ακόμη.

Τώρα είμαι βέβαιος πια, ότι ο Γιώργος Μολέσκης, παρά τις αισθητικές διακυμάνσεις του σύνολου έργου του, έχει δώσει ποιητικές καταθέσεις από τις γνησιότερες και αυθεντικότερες της ποίησής μας. Σηκώνοντας το βλέμμα πάνω από τη μακρά λογοτεχνική διαδρομή του, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πανοραμική θέα μιας πλούσιας δημιουργίας. Κλείνω τον σχολιασμό αυτού του βιβλίου μ’ ένα επίσης πολύ αξιόλογο ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Είμαι κερί»:

Είμαι κερί

Μ’ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;
Και είναι τούτο αρκετό;

Τα αιώνια και αναπάντητα ερωτηματικά της τελευταίας στροφής, μας καθηλώνουν και μας συγκλονίζουν. Η ύπαρξή μας εξαντλείται ολοένα και μεταβολίζεται σ’ επίμονη φλόγα, που ανοίγει με κόπο φωτεινό δρόμο μές στο σκοτάδι. Κι αν «είναι τούτο αρκετό», όπως απορητικά υποβάλλεται στον τελευταίο στίχο, θα παραμείνει ένα αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα. Το σίγουρο όμως είναι, ότι το λυρικό απόσταγμα που κερδίσαμε ήταν αρκετό, αφού ο Γιώργος Μολέσκης κατάφερε «από το ελάχιστο» να μας δώσει πολλές φορές το μέγιστο σε ποίηση.

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 12/2014

«Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο, μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη»

Το Ημιτελές Ποίημα, η δεύτερη συλλογή του Κύπριου ποιητή Γιώργου Μολέσκη, κάθε άλλο από ημιτελές είναι. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αισθητικά και τεχνικά έργο, που αποτυπώνει γεγονότα και καταστάσεις ζωής, τον βιωμένο χρόνο, την ατομική αλλά και την ιστορική μνήμη με ένα απλό, λιτό και συνάμα στιβαρό λόγο, άμεσο, ανεπιτήδευτο, χωρίς περισπούδαστες ή βαθυστόχαστες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι, δηλαδή, μια συλλογή, όπου οι κύριες πηγές έμπνευσης είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες του από γεγονότα και περιστατικά της ζωής του, που διυλίζονται, όμως, μέσα από τη μνήμη ενός ανθρώπου με έντονη ευαισθησία και εκλεπτυσμένο συναισθηματικό κόσμο. Ο ποιητής καταφέρνει να προσδώσει ακόμα και στις πιο απλές καταστάσεις, στα πιο καθημερινά και απλά πράγματα μια διάσταση σχεδόν αλληγορική. Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία αυτής της συλλογής.

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί
Είχε βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κ ήταν ψηλό κι αδύναμο –μου φάνηκε πεινασμένο
το κοίταξα και με κοίταξε κι αυτό
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα
του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα
το κράτησε για λίγο και το άφησε
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.
Έτσι με τη χειρονομία αυτή
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου
ξεγύμνωσε τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα της ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία
για την ελεημοσύνη της δεκάρας.

Εντυπωσιάζει, λοιπόν, η αμεσότητα του Γ. Μ., η διαύγεια του ποιητικού στοχασμού, αλλά κυρίως συγκινεί η ευγενική, διακριτική διείσδυση του σε ευαίσθητα ζητήματα της ζωής, όπως είναι αυτό της προσφοράς, της ενσυναίσθησης, της συμπόνιας και του ελέους, σε έναν κόσμο άνυδρο πια και συναισθηματικά αποστεωμένο. Ενώ με διάθεση εξομολογητική, λίγο πιο κάτω, αποκαλύπτει το καταστάλαγμα της σκέψης του για την ασημαντότητα, ακόμα και της ίδια της ποιητικής δημιουργίας, όταν αυτή συγκρίνεται με την ανθρώπινη επαφή, κυρίως τον έρωτα, που εκτοπίζει την υπαρξιακή μοναξιά, την ανία, τη μηδαμινότητα, ακόμα και αυτής της δημιουργίας. Το ποίημα φέρει τον τίτλο της συλλογής του, καθιστώντας το ίσως την κορωνίδα της σκέψης του.

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες, κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.
Μες τη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες το πρωί
σε ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη…

Παράλληλα, όμως, με την προσωπική μνήμη, που ‘διαστέλλεται’ αποκαλύπτεται, μεταμορφώνεται ή μεταμορφώνει, ο Γιώργος Μολέσκης, μεταπηδά στην ιστορική, που συχνά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης. Άλλωστε η ιστορική, κοινωνική και πολιτική περιπέτεια της Κύπρου ανέκαθεν αποτελούσε κύριο συστατικό, πρώτη ύλη στα περισσότερα ποιήματα των Κυπρίων ποιητών, ειδικότερα της γενιάς του Γιώργου Μολέσκη. Παραθέτω απόσπασμα:

Στο μυστικό αλφάβητο γράφει

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο
μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του….

Αλλά και ο Χρόνος, που είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας της μνήμης, της αναπόλησης και του στοχασμού, της ίδιας της ιστορίας, δεν διαφεύγει της παρατήρησής του. Την ακατάληπτη φύση του, την απεραντοσύνη, την ανυπέρβλητη δύναμη ακόμα και μιας σύντομης στιγμής που παρέρχεται, αποτυπώνει έξοχα στο ποίημά του η Κλεψύδρα:

Σε κάθε σταγόνα κρεμασμένη
στο στόμιο της κλεψύδρας
καθρεφτίζεται ο κόσμος όλος
Η σταγόνα πέφτει
κι όλος ο κόσμος διαλύεται μέσα στο σύμπαν…

η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά
όσο να πέσει και η τελευταία σταγόνα
και να διαλυθεί μες τον ωκεανό του σύμπαντος.
τότε όλα θα σκορπίσουν.

Ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει εκφάνσεις, περιστατικά, πρόσωπα και τόπους που έμειναν ως εγχαράγματα μνήμης στο συνειδητό του, έχει ανάγκη να τ’ αφηγηθεί, να τ’ αναβιώσει, ως μια πράξη κάθαρσης/ λύτρωσης και αυτοσυνείδησης. Με έντονη εξομολογητική διάθεση και εσωτερικότητα που αποπνέουν όμως μια πρωτοφανή εξωστρέφεια, προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη του να συνοδοιπορήσει μαζί του, να ταυτιστεί και να συμμετάσχει αβίαστα σε αυτή την προσωπική διαδρομή, στη διαδικασία της καταβύθισης της μνήμης και των στοχασμών, της ψυχικής ωρίμανσης. Είναι μια συλλογή, λοιπόν, που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία, τη φιλοσοφική θεώρηση του ποιητή, σχετικά με έννοιες που τον απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στην πορεία του χρόνου, με τη συνέργεια μιας γλώσσας άμεσης, καθημερινής, όσο και λυρικής. Πολλοί ποιητές πιστεύουν ότι με έναν υπερβολικά έντεχνο λόγο-συχνά δυσνόητο ή κουραστικό για τους πολλούς-καταφέρνουν το στόχο τους, ‘παλεύουν’ με τη φόρμα και πειραματίζονται διαρκώς, προκειμένου να «κερδίσουν» τον αναγνώστη τους, να τον εντυπωσιάσουν. Συνήθως, όμως, αυτό που πετυχαίνουν είναι το εντελώς αντίθετο. Αυτό δεν συμβαίνει με την ποίηση του Γιώργου Μολέσκη. Η δική του ποίηση είναι βαθιά ενδοσκοπική, χωρίς υπερβολές ή εξάρσεις, χωρίς ανούσιους βερμπαλισμούς και χαοτικούς λεκτικούς ή άλλους εντυπωσιασμούς. Οι λέξεις κυλούν ήρεμα, ενώ η ποιότητα και το βάθος των νοημάτων επιτυγχάνεται μέσα από τη ρέουσα, «διαυγή», οικεία γλώσσα, που όχι μόνο δε σκοντάφτει πουθενά, αλλά αντιθέτως, προτρέπει τον αναγνώστη να συνεχίσει να διαβάζει τα ποιήματα έως τον τελευταίο τους στίχο, χωρίς καμία παύση.

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

diavasame 8/7/2014

Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ
που θα μας αναμείξει όλους
και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,
πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας
(σελ. 19)

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1946. Σπούδασε στο Αγγλικό Κολέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, από το οποίο απέκτησε πτυχίο στη ρωσική φιλολογία και διδακτορικό δίπλωμα στη φιλολογία. Από το 1987 μέχρι το 2007 εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Είναι Σύμβουλος στο Ίδρυμα «Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου». Από το 1967 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές. Επιλογές από το ποιητικό του έργο έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία και Σερβία. Έχει τιμηθεί με Κρατικό Έπαινο και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Κύπρο. Είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Στη συλλογή με τίτλο «Το ημιτελές ποίημα», συναντούμε την ανθρώπινη υπόσταση ως ατομική καθαρά υπόθεση στον τόπο και τον χρόνο, τη φύση και την κοινωνία, τον υπαρξισμό και την ελευθερία. Το άτομο αφουγκράζεται τη φύση, κατα-κρίνει την κοινωνία με τις δομές της, διερωτάται τα διαχρονικά ερωτήματα περί υπάρξεως, παραιτείται από τον κοπιώδη αγώνα να βρει απαντήσεις δίχως αποτέλεσμα, επικαλείται το παρελθόν για να αντέξει και τελικά δια-φεύγει προς κάτι νέο, το οποίο τελικά δεν διαφέρει από το γνώριμο και παλιό.

Στα ποιήματα της συλλογής ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει τη σύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς οι εξωγενείς παράγοντες διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παρατηρώντας τα κάγκελα της φυλακής, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για ζώο, και από τις δυο πλευρές, είναι τρομακτική η απουσία της ελευθερίας. Και ίσως για τον φυλακισμένο έχει μια λογική συνοχή. Για τον «ελεύθερο» όμως;

Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, ενώ τα περισσότερα εξ αυτών είναι μεγάλα σε έκταση, αφού κάθε ποίημα αποτελεί μια ιστορία, ένα πρίσμα στη δηκτική καθημερινότητα. Η έκδοση φιλοτεχνείται από τα όμορφα σχέδια του Χρίστου Φουκαρά.

Για το τέλος άφησα το απόσπασμα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή:
Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό και η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 11/6/ 2014

Ώριμοι ποιητικοί καρποί

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη έρχεται να επιβεβαιώσει μιαν πολύ παλιά διαπίστωσή μου για τον ίδιο: ότι διαθέτει γνήσιο ταλέντο, προσόν που το συνδυάζει με σπάνιο συγγραφικό ήθος, το οποίο, εκτός των άλλων, εκδηλώνεται με σεμνή γι’ αυτό και σιωπηλή αφοσίωση στο έργο του.

Υπογραμμίζω αυτή την τελευταία ιδιότητα, γιατί στους καιρούς μας, όπου όλα, ή σχεδόν όλα ανατρέπονται, η σεμνότητα παραμερίζεται και προκλητικώς προβάλλεται η κραυγαλέα επίδειξη της απαιδευσίας, της αγλωσσίας και, τελικώς, του δήθεν ως επιστεγάσματος μιας εξαίσιας κατά τα άλλα κενότητας. Σ’ αυτό, φυσικά, συνεργεί και μία πλήθουσα αγορά «ειδημόνων» που επιβάλλει τις κάθε λογής μετριότητες με ή χωρίς τα στρας της νεάζουσας και κοάζουσας λογοτεχνικής «αυθεντίας». Και αν αυτοί οι τελευταίοι είναι προορισμένοι, αργά ή γρήγορα, να καταβυθιστούν στη λησμονιά, λογοτέχνες όπως ο Γιώργος Μολέσκης επιζούν, και αναδεικνύονται μόνο με το έργο τους.

Η συλλογή Το ημιτελές ποίημα είναι η δωδέκατη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Μολέσκη. Μάλιστα, θα έλεγα μετά γνώσεως λόγου ότι είναι και η πλέον ώριμη. Εννοώ ποιητικά. Η καθεμιά από τις προηγούμενες, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω την εξέλιξη του, ήταν και μια απόπειρα κατάκτησης επιμέρους χώρων του ποιητικού σύμπαντος. Στα πρώτα του έργα ο Μολέσκης κινήθηκε στα χνάρια των ποιητών που αναζητούν το προσωπικό τους στίγμα, μέσα στο περιβάλλον της δικής τους εθνικής και κοινωνικής τοπιογραφίας. Οι συλλογές Όμορφη χώρα (1967), Ο δρόμος (1970), Αυτογραφία (1972) αποτελούν βεβαίωση αυτής της θέσης.

Πέραν του εθνικού τραύματος

Όμως, πολύ νωρίς, ο ποιητής δείχνει έντονες τάσεις για άλματα, που τελικώς πραγματοποιεί και με τα οποία απαγκιστρώνεται από την ηδονική αρτάνη, η οποία εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει πολλούς άξιους, κατά τα άλλα, κύπριους ποιητές, στις παρυφές και τα κράσπεδα του κυπριακού δράματος. Βέβαια, η κυπριακή αιματηρή περιπέτεια ούτε φευγαλέα εμπειρία υπήρξε ούτε και εύκολα διαγράφεται από τη μνήμη των ανθρώπων και ιδίως των ποιητών. Όμως, μιλώντας με κριτήριο την ποίηση αυτήν καθεαυτή, θα έλεγα ότι όσο και αν είναι μεγάλο το πρόβλημα της Κύπρου, ποιητικά δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητο. Κι ας μην παρεξηγηθώ.

Ο Γιώργος Μολέσκης ανήκει σε μια ευάριθμη ομάδα Ελλήνων Κυπρίων ποιητών που κατόρθωσαν νωρίς να ανασύρουν από πάνω τους το ανάλαφρο, στη αρχή, πέπλο μιας, ας πούμε, κυπριακής ποιητικής αυταρέσκειας. Μιας συναισθηματικής κατάστασης που έτεινε να μετατραπεί σε βαρύ σκέπασμα ποιητικού κυπριωτισμού. Ποιητικά, δηλαδή, απεγκλωβίστηκαν και κατόρθωσαν να δώσουν οικουμενικές διαστάσεις στο δράμα της ιδιαίτερης πατρίδας τους και παράλληλα να αναζητήσουν και να κατακτήσουν άλλους, πιο σύγχρονους ποιητικούς τρόπους και μέσα, γεγονός που τους βοήθησε να διευρύνουν την ποιητική τους ματιά.

Ο Μολέσκης επιβεβαιώνει αυτήν την ωριμότητα και στα 49 επιμέρους έργα της συλλογής Το ημιτελές ποίημα. Στο ποίημα «Σαν τον Μεταξοσκώληκα» (σ. 24) είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι: Με λίγη ποσότητα θεού/ μπορείς να χτίσεις μια θρησκεία,/με λίγες δόσεις απελπισίας μια επανάσταση/ με λίγες λέξεις, λίγα χρώματα/και κάποια αποθέματα συναισθημάτων/ένα ποίημα. Αλήθεια, πόσο θαυμαστή είναι η ενάργεια του ποιητικού λόγου και πόσο εύστοχα δομημένη η κατιούσα πορεία, που, εν τέλει, συναντά το ποίημα με όχημα μιαν ειρηνική και λιτή «συνταγή».

Στο ποίημα «Άγουρα πράγματα» (σ.29) προβάλλει τα φορτία της παιδικής μνήμης σαν γεύσεις, που κοντά στην ξινή του σταφυλιού, τη στυφή του φοινικιού, την πικρή της ελιάς, ξεχωρίζει η ανεκπλήρωτη της φιλίας/ η μονομερής της αγάπης/ η αλμυρή του θανάτου. Και εδώ, πάλι, ως μέσο προβάλλεται το τριαδικό συγκριτικό σχήμα, οργανωμένο ισομερώς σε δύο περιοχές: η άγουρη γεύση απτών πραγμάτων (σταφύλι, φοινίκι, ελιά) από τη μια, και από την άλλη το αδιέξοδο του ανεκπλήρωτου που γίνεται πιο τραγικό καθώς γειτνιάζει με το αναπόδραστο του θανάτου. Όμως, -στο ίδιο ποίημα- εκείνο που δεσπόζει είναι: (…) η μυρωδιά της μεγάλης βροχής/ που ξεθάβει μέσα από το χώμα/κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,/ σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Η αίσθηση μιας βροχής-καταρράκτη με τις ανάμεικτες ευωδίες της πέτρας, των βράχων, των φύλλων, της χλόης και των μυριστικών προκαλεί ένα είδος συναισθησίας μαζί και διανοητικού καταιονισμού. Τότε, έρχονται στο φως τα ετερόκλητα: κομμάτια αγαλμάτων που αισθητοποιούν το παρελθόν, την παράδοση, τον πολιτισμό και κόκκαλα νεκρών, προφανώς από τάφους ομαδικούς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν επρόκειτο για νεκρούς συγκαιρινούς των αγαλμάτων ή για νεκρούς των αγώνων, ο ποιητής δε θα κατέληγε στο παρομοιαστικό συμπέρασμα από την μεγάλη αποκάλυψη σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Γιατί οι παλαιότεροι, στα χρόνια πρώτης εφηβείας αφυπνίστηκαν απότομα, όταν, ιχνηλατώντας τα τοπία, την παράδοση και τα αποτυπώματα της ιστορίας, για να προσδιορίσουν το ατομικό τους στίγμα στη ζωή, ακούσανε φωνές σκοτωμένων να βγαίνουν από πηγάδια, και σκάβοντας στόμωνε η σκέψη τους στα φονικά και στο άδικο αίμα. Και οι φίλοι κοιτιόνταν με πρόσωπα που ξαφνικά γίνονταν σοβαρά… Τότε, έτσι εγκατέλειπαν την εφηβεία και ανδρώνονταν παράωρα.

Ο Μολέσκης δεν αναιρεί τίποτε από τα παιδικά του βιώματα. Μπορεί η μνήμη συχνά να μην αντέχεται, ωστόσο, ο ποιητής υπονομεύει το δυσβάσταχτο που τη χαρακτηρίζει: Ταξιδεύω τα όνειρά μου στο γαλάζιο, τη φαντασία μου στο πράσινο και τη θλίψη μου στο λευκό. Στο ίδιο ποίημα, («Διαδικασία εξαγνισμού»), έχοντας βαθειά συνείδηση της αναπόφευκτης ηλικιακής ωρίμανσης, πορεύεται το δρόμο της αυτολύτρωσης: Αν υπάρχει παράδεισος/θα φτάσω καθαρός σ’ αυτήν. Όμως, όλη αυτή η διαδικασία εξαγνισμού δε γίνεται ερήμην της ποιήσεως. Οι εξόδιοι στίχοι το ομολογούν: Κατά τα άλλα/ ό, τι σωθεί. Κι ό, τι ανθίσει/ μες στο ποίημα. Αυτή η πορεία του ποιητή, αποτελεί για τον ίδιο μια βαθειά εμπειρία αυτογνωσίας. Το συνειδητοποιεί και το ομολογεί ως ένα βέβαιο συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα ηλικιακή και συνάμα πνευματική του διαδρομή, στο ποίημα «Αυτή η μέρα»: Είμαι ένας περιοδεύων συλλέκτης/χρωμάτων, αρωμάτων, γεύσεων, κι αισθήσεων,/όψεων και μαγνητισμών, προσώπων και σωμάτων,/των υστερημάτων και των πλεονασμάτων του κόσμου,/ που τ’ αγάπησε όλα και δεν θέλει τίποτε ν’ αφήσει πίσω./ Και τα κουβαλά όλα, βουλιάζοντας όσο ανεβαίνει!…

Ο Γιώργος Μολέσκης έχει πλήρη συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας. Αυτήν τη μοίρα ούτε την περιγελά ούτε την χλευάζει. Αντίθετα, έχει συμφιλιωθεί μαζί της και τη σέβεται. Γι’ αυτό, απαγκιστρωμένος καθώς είναι από κάθε μεμψίμοιρη διάθεση και απαλλαγμένος από πεισιθάνατους καρυωτακισμούς που εξωθούν στα όρια μιας συναισθηματικής και πνευματικής αυτοχειρίας, εποπτεύει τη ζωή με γνήσια ποιητική-φιλοσοφική διάθεση. Και το ομολογεί στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ο μονόλογος ενός φύλακα αρχαίου θεάτρου» (σ.39): Τα ίδια λάθη, η ίδια ύβρις,/τα ίδια χειροκροτήματα./Και ο λόγος, άσπιλος κι αμόλυντος,/λάμπει καθώς χρυσός μες στους αιώνες-/μόνος αυτός.

Στη διάρκεια της ανθρώπινης περιπέτειας ανώτερος εκθέτης είναι η αρχαία κατάρα, που τιμωρεί αμετακλήτως όσους υπερβαίνουν τα όρια τους. Το μόνο που διασώζεται από τον μολυντήρα των καιρών είναι η ποίηση.

Νομίζω ότι η εμμονή μου στην ποιητική ωριμότητα του Μολέσκη δικαιολογείται. Μάλιστα, το στοιχείο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην ολοφάνερη στοχαστική/φιλοσοφική χροιά που αποτυπώνεται σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, επεκτείνεται και σφραγίζει τα ποιητικά μέσα που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Η τονικότητα του ποιητικού του λόγου κινείται στα όρια του λεκτικού και του δομικού γνωρίσματος της καθημερινής ομιλίας των απλών και συνάμα καλλιεργημένων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, έχει να επιδείξει μιαν εξαιρετική εσωτερική ισορροπία. Ήδη, οι προηγούμενες αναφορές στο τριαδικό σχήμα, προδίδουν τη σχέση και την επικοινωνία του ποιητή με τα δημοτικά τραγούδια και γενικά με την ποιητική μας κληρονομιά. Κλείνοντας αυτό το σημείωμα δεν θα παραλείψω να επαινέσω το Μεταίχμιο γι αυτή την πολύ προσεγμένη έκδοση.

 

ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, 1980

 

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΖΙΤΣΑΙΑ

περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, Ιωάννινα 1980, τεύχος 342-343, σελ. 949
Οκτώβριος-Νοέμβριος 1980

Έχουν πολύ δυναμισμό και πλούσιο χυμό ζωής, οι στίχοι του Γ. Μολέσκη. Απλώνεται σε πανανθρώπινο πλάτος η ποίησή του, αλλά οι ρίζες της, βρίσκονται βαθειά στο χώμα της πατρίδας του. ΄Τραγουδώ τη γη μου / με τη φωνή την πανανθρώπινη…΄. Από την αγάπη και τον καημό της ξεκινάει, κι αυτού πάλι επιστρέφει. Κι αυτό είναι που γίνεται η ουσία της ύπαρξης, κι η δύναμη για τον αγώνα. Η ΄Γεύση Πατρίδας΄ έντονη, με αναδρομές στο παρελθόν, με σταθμούς σε ιστορικές κορυφώσεις. Έχουν μια αμεσότητα, κι ένα ποιητικό ρίγος όλοι οι στίχοι του, που αναταράζουν την ψυχή μας

 

ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 1987

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

περιοδικό Νέα Εποχή, τεύχος 185-186, σελ. 686
Λευκωσία, Ιούλιος – Οκτώβριος 1987

Στα είκοσι χρόνια ποιητικής πορείας η «Στέρνα των Ερώτων» είναι η όγδοη ποιητική συλλογή του ποιητή Γιώργου Μολέσκη. Η Στέρνα των Ερώτων είναι άλλο ένα σκαλοπάτι στη σταθερή άνοδο του δημιουργού στο χώρο της ποιητικής πραγμάτωσης αξιών, συγκινήσεων, αναμνήσεων κι ακόμη θέσεων του ποιητή όχι μόνο πάνω στον έρωτα, αλλά και πάνω σε άλλες ζωτικές εκφάνσεις της ζωής. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, είναι το ερωτικό, βαπτισμένο μέσα σε διαλύματα διάφορης πυκνότητας και χρωματισμών κάθε φορά, ιδωμένο μέσα από πρίσμα και φωτισμό που εναλλάσσεται σε κάθε ποιητική στιγμή

 

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 1998

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

εφημερίδα Πολίτης 25 Απριλίου 1999

Ο τίτλος αποδεικνύεται αντιπροσωπευτικός, αφού η μνήμη επανέρχεται ως αξονικό μοτίβο σε αρκετά ποιήματα, ειδικά στην τελευταία ομώνυμη ενότητα του βιβλίου. Η μνήμη λειτουργεί ως ποιητικό πρόπλασμα, που τρέφει την έμπνευση του δημιουργού. Συχνά προβάλλεται από το ποιητικό υποκείμενο ως αντίδοτο στη λήθη και στον θάνατο, ως πηγή ζωής που διαποτίζει τη σκέψη και μνημειώνεται με την τέχνη.
Ο ομιλητής συνηθίζει να επιστρέφει επίμονα (όπως κα στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, 1985, και σε άλλα ποιήματά του) σε μνήμες της παιδικής ηλικίας που σφραγίζουν αμετάκλητα το πρόσωπο της ωριμότητας. Μορφές αγαπημένων προσώπων που έφυγαν ή ονόματα χωριών που παραμένουν απρόσιτα λόγω της τουρκικής κατοχής συνδέονται με εικόνες από την κυπριακή φύση και με τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητικού υποκειμένου. Ο έρωτας και η αναγέννηση της φύσης προβάλλονται ως αντίβαρο στη φθορά, ενώ το άνυδρο κυπριακό τοποίο προβάλλεται με τη διψασμένη για ανθρωπιά ψυχή του ομιλητή

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ 2001

 

Δρ Γιάννης Η. Ιωάννου

περιοδικό Δια-Κείμενα, τεύχος 6, σελ. 283
Θεσσαλονίκη 2004

Η ενδέκατη συλλογή του Γιώργου Μολέσκη, ΄Από το Ελάχιστο΄, επικυρώνει έναν κύκλο που άρχισε με τη συλλογή ΄Η Στέρνα των Ερώτων΄ το 1987. Η δεκαπενταετής αυτή πορεία, πρώτα ήλεγξε την αισθητική τάση του ποιητή προς την αναλυτική γραφή. Από τη συλλογή εκείνη και εντεύθεν, ο Μολέσκης ελέγχει όλο και περισσότερο, τα εκφραστικά του μέσα, επιδιώκει την ακρίβεια στην έκφραση και την οικονομία στο λόγο. Οι θεματικές του εμπλουτίζονται και ο έρωτας, ο χώρος και ο χρόνος προσλαμβάνουν κεντρική θέση στην ποίησή του. Σ΄ αυτή τη γραμμή εντάσσεται, πιστεύω, και η τελευταία συλλογή. Με τη διευκρίνιση ότι ο ποιητής υπογραμμίζει πια την ανάγκη για οικονομία, επιδεικνύει την αναγκαιότητα για αισθητική επεξεργασία και ενώ διατηρεί θεματικές που επεξεργάστηκε σε προηγούμενα έργα, επιχειρεί πλέον μια συνθετική προσέγγιση, αλλά και μια εμφανή, θα έλεγα, απόπειρα υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του υποκειμενισμού. Η συλλογή ΄Από το Ελάχιστο΄ επιχειρεί να συλλάβει το ελάχιστο, στην κλίμακα των αξιών αλλά και στην κλίμακα του χώρου και του χρόνου, επίσης στο επίπεδο των πράξεων, των σκέψεων και των γεγονότων, και από το ελάχιστο να εξαγάγει την ποιητική διάσταση, την ποιητική αξία. Ταυτόχρονα, αντιπαραθέτει αυτό το ποσοτικά ελάχιστο στην ποσοτική διάρκεια της ροής των γεγονότων. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση απελευθερώνεται το ποιοτικά και ποιητικά «μέγιστο». Κεντρικό θέμα της συλλογής είναι «η ποίηση» και η περιπέτεια μέσα στην ποίηση, η ποίηση ως πράξη, ως γεγονός, ως χωροχρονική σύλληψη, ως εικόνα, ως τρόπος ζωής

 

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1980 – 2001

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ

εφημερίδα Η Αυγή
25 Μαΐου 2009

Στον παρόντα τόμο ο Γ. Μολέσκης (Λύση Κύπρου, 1946) κεφαλαιοποιεί τους μόχθους μιας ζωής επιλέγοντας ποιήματα από τις 5 τελευταίες συλλογές του ( 1980 – 2001 ) και περιλαμβάνοντας ολόκληρη την Από το ελάχιστο, καλύπτοντας το μαρτυρικότερο τέταρτο του αιώνος της περιπέτειας της Κύπρου. Ποιήματα μαθήματα και παθήματα πατριδογνωσίας, απόσταγμα γεωστρωματογραφίας στο σύνολό τους, ιδιαίτερα η πρώτη συλλογή Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι (1980), υπό τον αστερισμό της φύσης, ιθαγένειας, ιστορικοκοινωνικού πλαισίου που στοιχειώνεται από τους άταφους της εισβολής, τα καραβάνια της προσφυγιάς, «σαν πανιά καραβιών στημένες οι σκηνές μέσα στον κάμπο» (μυρώνεται από την αύρα του δημοτικού τραγουδιού «ποιος είδε καράβι στη στεριά»), με το εμβληματικό ποίημα «Ο κόσμος που αγαπήσαμε», που πνίγεται στην ομορφιά αλλά και στη θηλιά της κακοφορμισμένης – κατ’ ευφημισμό – πράσινης γραμμής. Νόστιμον ήμαρ κι αναθρώσκων καπνός πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ο σιτιστής ελπίδας ποιητής εξακολουθεί να συστήνει το δικό του νεκρόδειπνο για τους αγνοούμενους. Ο Μολέσκης συντηρεί τα’ αποκαΐδια και τις φρυκτωρίες να καίνε νυχθημερόν, διασώζοντας τοιχογραφίες από το παλίμψηστο της πικρής Κύπρου στο θηριώδη αιώνα. Ο διάλογος με το γενέθλιο τόπο συνεχίζεται και στην Περαστική άνοιξη (1984), υπομνηματίζοντας λιτά το τοπίο με τα αμετακίνητα οδόσημά του «Και μεγάλα τα δέντρα μοναχικά / το καθένα και μια προσωπικότητα». Στην Στέρνα των ερώτων (1987) αλλάζει ρότα και κλίμα, θησαυρίζοντας τα μύρα του έρωτα, δεξαμενή επιβίωσης. Ιδιότυπη ερωτική ποίηση φιλοσοφικής χροιάς ως ποιητική του έρωτα ή έρωτας της ποιητικής, όπου η ελλειπτικότητα φωτίζει το όλον. Στη συλλογή Το σπίτι κι ο χρόνος (1990) παλιννοστεί με το φορτίο των προσφύγων στους ώμους ως άλλος Αινείας στους τόπους του μαρτυρίου, ερμηνεύοντας τα ιερογλυφικά της βροχής στο χώμα, συνομιλώντας με τον Αυξεντίου και τους άλλους ταμένους της ελευθερίας. Διεθνιστής και πατριώτης, υλικός, σχεδόν υλιστής, αλλά και πλατωνιστής και μυστικιστής, αξεδιάλυτα όπως οι ρίζες των δέντρων εκατέρωθεν συνόρων και πράσινης γραμμής. Στο ίδιο κλίμα και η συλλογή Το νερό της μνήμης (1998), όπου κοχλιώνεται ο διάλογος με το Δώρο, τον Ξάνθο κι άλλες μορφές της απουσίας-παρουσίας, συλλαβίζει τη νθλίψη των δέντρων που εγγράφουν στους κύκλους του κορμού τους τον κομμό και τους κύκλους της ιστορίας, στήνοντας παράλληλα γέφυρες για την ειρήνη και το άνθισμα του χάσματος που άνοιξε ο σεισμός του ’74. Στην τελευταία συλλογή Από το ελάχιστο (2001) ξανοίγεται κυρίως την αυτοαναφορικότητα, ξεναγώντας μας στο εργαστήρι του δημιουργού που τροχίζει λέξεις τινάζοντας τη σκουριά της χρήσης, επαναβαπτίζοντάς τες ν’ αποκτήσουν μαγνητικότητα, αξιοποιεί τη θρεπτικότητα του φωτός, όλα σε μη εξεζητημένο ύφος, ποίηση φυσικής αναπνοής, παραμυθητική που δεν απεκδύεται τη σισύφεια ελπίδα: «παρόλη την αποτυχία των επαναστάσεων / η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούργια επανάσταση». Και πρωτίστως φαντάζομαι εννοεί την εσωτερική, που αλλάζει όχι τον κόσμο αλλά εμάς τους ίδιους, τον εαυτό μας. Δύσκολο στοίχημα, που όμως αξίζει να κερδηθεί, και με βαρύ τίμημα. Ο ποιητής εντοπίζοντας φωλιές νερού, φλέβες αρτεσιανών, αφουγκράζεται τον μακρινό ήχο των μυστικών π(λ)ηγών, ωτακουστής και πολιορκητής «μιας στήλης δροσερού νερού / που πίνω διψασμένος / μα ποτέ δεν χόρτασα», εμφιαλώνει μπουκάλες αθάνατου νερού για το παρόν και μέλλον – που θα ’χει πολλή ξηρασία ως προφήτεψε από παλιά ο Κατσαρός – αφαλατώνοντας με το ποιητικό του φίλτρο τα αλμυρά δάκρυα του τόπου του σε λάλον ύδωρ, σε κυψέλες ζωής, διασφαλίζοντας την επιβίωση στον απειλούμενο με ξηρασία εθνικό δρυμό.

 

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  2009

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

εφημερίδα Αλήθεια

Άλλη μια εξαιρετικά ευθύβολη, και ζεστή, ποιητική συλλογή, από το Γιώργο Μολέσκη. Προσοχή, γράφω με βάση τον κατακλυσμό συναισθημάτων που μου προκαλεί η ανάγνωση των στίχων, και κατ’ αυτό τον τρόπο γράφω πάντα. Ίσως να μην γνωρίζω τι σημαίνει ποίηση, με τεχνικούς όρους, ή ακόμα να μην μπορώ να κολυμπώ στα έγκατά της, αλλά οδηγός μου ήταν, και παραμένειi, ευτυχώς, το συναίσθημα. Για να γίνω σαφέστερος: η συγκίνηση που διαπερνά τους πόρους μου αλλά, κυρίως, η τρυφερότητα του ποιητή, καθώς ταξιδεύει, σαν διαβατάρικο πουλί, μέσα στις στιχουργικές φυλλωσιές. Υπό την έννοια αυτή, λοιπόν, η συλλογή Μες στη ροή αποτελεί κομψοτέχνημα ύφους και στοχασμού.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

εφημερίδα Ο Φιλελέυθερος

Και με τη νέα ποιητική του συλλογή, τη 12η στη σειρά, ο Γιώργος Μολέσκης παραμένει απαρασάλευτα πιστός στο υφολογικό, στυλιστικό στίγμα που τον καθιέρωσε στην ποίηση. Χαμηλόφωνος, λυρικός, επαγωγικά αναλυτικός, με βαθιά εσωτερικότητα, τόσο στα νοήματα και το ρυθμό, όσο και στις εικόνες της καθημερινότητας που μεταπλάθει ποιητικά. Ο Γ.Μ. και σ’ αυτή τη συλλογή, συχνά πυκνά επιστρατεύει υπερρεαλιστικά στοιχεία για να πετύχει ποιητικές κατακτήσεις. Απλό και λιτό, όπως πάντα, το λεκτικό του οπλοστάσιο, με έντονη αφηγηματικότητα, που διασπάται όμως συχνά από ποιητικές εξάρσεις, αναλαμπές και αισθητικές υπερβάσεις, συνήθως στις κατακλείδες των ποιημάτων του. Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του: “Από το ελάχιστο” (2001) υπερίσχυαν αριθμητικά και ποιοτικά, τα ποιήματα ποιητικής. Σ’ αυτήν εδώ υπερισχύουν τα υπαρξιακής θεματικής ποιήματα. Κι αυτή η διαφοροποίηση είναι μάλλον ενδεικτική για την περαιτέρω ωρίμανση του ποιητή, θεματική και αισθητική

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ

1-ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ

 

 

Γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Ιστορία – Αρχαιολογία. Από τα ιδρυτικά μέλη της ΘΕΣΠΙ (Θεατρική Συντροφιά Πανεπιστημίου Ιωαννίνων). Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών (1990). Ιδρυτικό μέλος του Θεατρικού Οργανισμού Στιγμή. Εργάζεται στο θέατρο , στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.

Διασκεύασε μαζί με τον Γιάννη Αναστασάκη το μυθιστόρημα του Τζέημς Θέρμπερ: «Τα 13 ρολόγια» (παραστάσεις στα ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, Πάτρας και Ιωαννίνων) και την «Τρελοβγενιώ» της Ινές Κανιατί ( παραστάσεις στο Θέατρο Στοά – Θέατρο Βασιλάκου και Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος)

– «Κριστέλα», Γ’ Βραβείο Διηγήματος από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Κυκλοφορεί στη συλλογή: Ο φόβος του ξένου (2014).

– «Τα λεφτά είναι φτωχά» , διήγημα από τις εκδόσεις «Ταξιδευτής». Κυκλοφορεί στη συλλογή: Έλα στη θέση μου – 20 Ιστορίες για την αλληλεγγύη (2015).

– Β’ Βραβείο Διασκευασμένου Σεναρίου της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος για την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη (2014).

– Έγραψε το θεατρικό έργο Ίσια Δικαιώματα που παρουσιάστηκε στο θέατρο VAULT στην Αθηνα (2016-17).

 

1-ΒΙΒΛΙΟ - 00011-ΒΙΒΛΙΟ2

 

 

ΤΟ ΛΙΘΟΣΤΡΑΤΟ (2017)

 

[1] ΜΙΑ ΝΑ ΠΑΣ ΜΙΑ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙΣ

Περπατούσαν στο Λιθόστρατο και τρίζαν τα πλακάκια. Μανοθυγατέρα. Ψηλές κι αδύνατες. Η μάνα με μια κοτσίδα γκρίζα πλεγμένη αγανά μέχρι κάτω απ’ τη μέση κι η μικρή μ’ ένα καρέ μαύρο αυστηρό, λίγο κάτω απ’ τ’ αυτί. Η συνηθισμένη βόλτα τους εκεί γύρω στις 8.30 με φως τα καλοκαίρια και το χειμώνα πιο νωρίς. Λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Τακα-τουκ, τακα-τουκ στο πλακόστρωτο. Μ’ ένα ρυθμό πάντα τον ίδιο, ούτε γρήγορο ούτε και αργό. Συντονισμένα τα τακούνια ν’ ακούγονται μαζί σαν ένα. Πάντα γόβες με λεπτό τακούνι. Πάντα μαύρες λουστρίνι. Τακα-τουκ, τακα-τουκ σαν να μιλούσαν μεταξύ τους γιατί οι γυναίκες δε λέγαν και πολλά. Να δεις πώς συντονίζονταν μπροστά απ’ τις βιτρίνες. Σταμάταγαν μαζί τα μαύρα τα λουστρίνια χωρίς άλλη συνεννόηση. Μόνα τους και ξαφνικά σταμάταγε ο χορός πάνω στις πλάκες για να κοιτάξουν τα καινούργια τα παπούτσια ή τα ρούχα. Χειμώνα-καλοκαίρι ανάλογα την εποχή. Οι άντρες τις καμάρωναν και κάποιοι τις νύχτες χαϊδεύανε στον ύπνο τους εκείνες τις γάμπες και προχωρούσαν και πιο πάνω. Κάτω από τα φουστάνια και ξυπνούσαν μουσκεμένοι. Κι οι γυναίκες τις ζήλευαν θανάσιμα και έκαναν πως δεν τις κοίταζαν, αλλά ξεσήκωναν όλες τις κινήσεις τους. Μα πού να φτάσουν αυτό το άφταστο συντονισμένο τακα-τουκ του Λιθόστρατου. Έτσι μεγάλωναν οι δυο τους. Όμορφες. Πάντα ντυμένες με φουστάνια μεσάτα κι οι γάμπες πότε γυμνές και πότε με καλσόν του δέρματος. Λεπτά — τόσο λεπτά που οι άλλες γυναίκες πίστευαν ότι ακόμα και το χειμώνα δεν φορούσαν τίποτα. Έδειχναν σαν αρχόντισσες. Αλλά όχι. Δεν είχαν λεφτά. Ήταν μόνο περιποιημένες. Κι αρωματιστές. Έτσι όπως περνούσαν δίπλα σου, άφηναν μια γεύση από βανίλια. Μοσχομυριστές. Σα να ’χαν μόλις βγει απ’ το μπάνιο τους. Δεν είχανε πολλά πολλά με τους άλλους. Κι ούτε κουβέντιαζαν πολλά πολλά και μεταξύ τους. Όρθια στητά κορμιά στη βόλτα τους που κοίταζαν μπροστά κι έκαναν πάντα την ίδια διαδρομή. Ο δρόμος με τους φοίνικες, η κεντρική πλατεία, το Λιθόστρατο και η πλατεία της Καμπάνας. Η πλατεία της Καμπάνας, το Λιθόστρατο, η κεντρική πλατεία και ο δρόμος με τους φοίνικες. Αυτό. Ένα πάνω κάτω. Μια να πας — μια να γυρίσεις. Χρόνια ολόκληρα. Κι αυτή η μια ώρα ήταν αρκετή. Ήταν αρκετή για να αναστατωθεί ολόκληρη η πόλη, για να ανοίγουνε τα στόματα των γυναικών και τα μάτια των αντρών, για να ακούγονται αλλόκοτες ιστορίες. Τους δαιμόνιζε ότι δεν ήξεραν γι’ αυτές περισσότερα απ’ όσα θα ’θελαν να μάθουν. Γιατί δεν έλεγαν πολλά και δεν μπορούσε κανείς να τους προσάψει κάτι. Δεν τους έμοιαζαν, γιατί δεν έπαιρναν μέρος στα κουτσομπολιά και δεν ασχολούνταν με τον ένα και τον άλλο. Μόνο όταν έβρεχε πολύ δυνατά δεν έβγαιναν. Αυτό δεν το άφηναν οι άλλοι ασχολίαστο: «Μόνο όταν ρίχνει καρεκλοπόδαρα τις χωράει το σπίτι τους» ! Πάντα με τον καλό λόγο στο στόμα ! Έβγαιναν — δεν έβγαιναν, αυτοί κάτι θα έβρισκαν να πουν. Εκείνο που τους ενοχλούσε πιο πολύ, ήταν αυτή η ορισμένη καθημερινή συνήθεια που δεν τη διέκοπτε ποτέ κάτι απρόβλεπτο. Μονάχα η δυνατή βροχή. Αυτό το ραντεβού των τακουνιών πάνω στα πλακάκια. Αυτά τα ηχηρά μαύρα λουστρίνια που δεν άφηναν κανένα ίχνος στο πέρασμά τους. Αυτό το θρόισμα των φουστανιών που δεν μπορούσε να τακτοποιηθεί μέσα στην λογική τους. Πώς γίνεται να μην τους δίνουν σημασία; Όμορφες, ναι, αλλά σιγά κιόλας —φτωχές— δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα. Δεν είναι κι έξυπνες. Σνομπάρουνε τους πάντες. Θα την πληρώσουνε. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

 

[9] ΠΕΣ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Την τσάκωσε μια μέρα να μιλάει του γέρου στο τηλέφωνο. Όλο ψέματα. Πώς τάχα την είχε ανάγκη η μάνα της και την πιάσανε τα ψυχολογικά της. Πού να τη αφήσει. Δεν είναι καμιά άκαρδη. Κι όλο το σκέφτεται να γυρίσει αλλά τη μια τυχαίνει το ’να, την άλλη τυχαίνει τ’ άλλο. Ακουγότανε αυτός απ’ το τηλέφωνο θυμωμένος. «Μη με κοροϊδεύεις. Έχεις βάλει και τη μάνα σου στο κόλπο». Έλεγε … έλεγε … αλλά κι αυτή δεν έκατσε να τον ακούει. Δίνει μια στο τηλέφωνο και το ’κλείσε. Λίγο ακόμα και θα το ’σπαγε. Πολλά νεύρα. Κι ύστερα παίρνει την τσάντα της και τσουπ βγαίνει απ’ το σπίτι κι εξαφανίζεται. Πού την έχανες, πού την έβρισκες στην ιχθυόσκαλα πίσω απ’ το μαγαζί. Είχε γεμίσει τα γόνατά της μελανιές από το τρίψιμο στους τοίχους κι εκείνου η πλάτη ήταν οργωμένη από τα νύχια της και τίποτα μα τίποτα δεν τους σταματούσε. Είχανε μάθει τα σώματα να ζητάνε πεινασμένα. Κι ήθελαν πιο πολύ και πιο πολύ μέχρι να χορτάσουνε, λες και δεν είχαν ποτέ πριν ανατριχιάσει, κουραστεί και πέσει το ένα πάνω στο άλλο. Πόναγε παντού αλλά την ώρα που τη γύριζε στο σπίτι κι άκουγε το περπάτημά της αλαφρύ πάνω στα πλακάκια δεν μπορούσε να κρατήσει το χαμόγελο απ’ τα χείλια της, και σκεφτόταν: Είμαι η πιο καλογαμημένη γυναίκα του νησιού. Ποιου νησιού; Δεν υπάρχει πιο χορτασμένη γυναίκα σ’ όλην τη γη. Δεν με χωράει ο τόπος. Ας πεθάνω εδώ κι ας είναι και μαζί του. Να κοιμηθούμε μαζί και να πεθάνω. Τίποτ’ άλλο. Και την ίδια στιγμή φοβόταν για τις σκέψεις της. Πού θα πάει αυτό; Όλες οι φαρμακόγλωσσες παραμονεύουνε. Πρέπει να μιλήσει κάποια στιγμή και του γέρου και της μάνας της. Δε γίνεται. Ήταν να κάτσει ένα μήνα κι έχουν περάσει τρεις. Αλλά όχι, πίσω δεν ξαναπάει. Η μάνα της την έβλεπε να τρέχει εδώ κι εκεί και καθημό να μην έχει αλλά δεν μίλαγε. Θα της περάσει. Θα χορτάσει. Τι θα κάμει; Θα γυρίσει σπίτι της. Και μια μέρα εκεί που τρώγανε γεμιστά με φέτα κι έξω είχε κουφόβραση, μόλις πάει να βάλει στο στόμα μια πιρουνιά από τη μελιτζάνα, τη βλέπει να τρέχει σφαίρα στον καμπινέ και να τα βγάζει όλα. Έγινε κάτωχρη κι άσπρισε. Φοβήθηκε η μάνα της και «Λίγο νερό … τίποτα δεν είναι». Σε λίγο την ξαπλώνει στο κρεβάτι και «Ζαλίζομαι, μάνα. Δεν είμαι καλά». Μα δεν περνούν λίγα λεπτά, τινάζεται, αρπάζει γρήγορα την τσάντα της και τσουπ έξω απ’ την πόρτα. Να πάει να τον βρει. Να του το πει. Πως τέτοια αηδία δεν έχει ξανανιώσει. Πως ήθελε να βγάλει τ’ άντερά της. Τέτοια ορμή μέσα στα σπλάχνα της. Της δίνει αυτός ένα τσιγάρο να την ηρεμήσει κι έρχεται κι άλλο κύμα εμετού από τα σπλάχνα. Να μη μπορεί να το κρατήσει μες στο στόμα — σα ρουκέτα. Κάτωχρη. Την παίρνει αυτός και τη βάζει να κάτσει σε καρέκλα και με τις χούφτες της ρίχνει νερό στο πρόσωπο. «Τίποτα δεν είναι». Κι αυτή ήξερε. Πρώτη φορά το νιώθει αυτό. Πάει το βράδυ σπίτι πιο νωρίς. Βάζει ζεστό νερό απάνου της, να τρέχει με τις ώρες. Ξαπλώνει στην μπανιέρα. Καίει το νερό. Αυτό ναι. Την ξεκουράζει. Δεν θέλει τίποτ’ άλλο. Να μείνει εκεί. Να ζεσταθεί ενώ είναι καλοκαίρι. Μόνο να της πει ένα παραμύθι η μάνα της να κοιμηθεί. Πώς να το ζητήσει; Όταν της έφερε το μπουρνούζι να τυλιχτεί και στάζαν τα νερά κάτω στα δάχτυλα σ’ εκείνο το μικρό μικρό που σχεδόν δεν είχε νύχι, σε κείνο που της το χάϊδευε γλυκά και της το πιπιλούσε ο ανιψιός, της είπε: «Μάνα, θα μου πεις ένα παραμύθι να κοιμηθώ;» Κι η μάνα την πήγε στο κρεβάτι, την εξάπλωσε, παραμέρισε τις αφέλειές της από τα μάτια, κι άρχισε να μιλάει για τη χωριατοπούλα που έπιασε παιδί από τον γιο του βασιλιά, που είχε ντυθεί ζητιάνος για να τον αγαπήσει ένα κορίτσι αληθινά, κι όχι γιατί ήταν ο γιος του βασιλιά. Και του ’κάνε μια κόρη, όμορφη, αγγελούδι, ντυμένη πάντα γαλάζια μπλε … και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, κι έκλεισε τα μάτια της κι ονειρεύτηκε τον θηλυκό άγγελο —ξανθό— να την κοιτάει γελαστός και να χορεύουν γύρω της οι μπούκλες. Κι η μάνα την έβλεπε που χαμογελούσε μες στον ύπνο της. Κι ένιωθε. Ήτανε σίγουρη πως αυτός ο ύπνος κοιμότανε για δυο ζωές.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 112/9/2017

Έτσι, σαν παραμύθι

Με μία πρώτη, ευπρόσωπη νουβέλα, αρθρωμένη σε 33 εικόνες-σκηνές, πολλά υποσχόμενη και περισσότερα αποκαλύπτουσα, δίνει το παρόν η Μαρία Τσιμά. Έχει ασχοληθεί μέχρι τώρα με θεατρικό έργο, θεατρικές διασκευές
μυθιστορημάτων και έχει συμμετάσχει σε συλλογικούς τόμους με διηγήματα.
Η θεατρική και κινηματογραφική της παιδεία διοχετεύεται και στον αφηγηματικό της λόγο.
Χώρος, όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα, η Κεφαλονιά, με το Λιθόστρατο σε πρώτο πλάνο, γνώριμη σε πολλούς διαδρομή. Δύο ζευγάρια λουστρίνια παπούτσια πάνε κι έρχονται κάθε βράδυ την ίδια ώρα, «στις 8.30 με φως τα καλοκαίρια και το χειμώνα πιο νωρίς»· δυο γυναίκες όμορφες, μάνα και κόρη, περήφανες και καμαρωτές. Απόμακρες από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Τίποτε δεν προεξοφλεί τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Πώς θα πορευτεί η ζωή τους με την προσθήκη και μιας άλλης γυναίκας, της μικρής Ζωής, εγγονής και κόρης αντίστοιχα. Το όνομα του παιδιού δεν είναι βέβαια τυχαίο.
Ένα κομμάτι από τις Νύφες του Βούλγαρη, με σύγχρονη θέαση και παλαιικά υλικά, μια ιστορία από αυτές που ήξεραν να ιστορούν ο Παπαδιαμάντης, ο Θεοτόκης ή ο Καραγάτσης, και που μας πάνε κατευθείαν στην πηγή, στην αρχαία τραγωδία. Απλά, αβίαστα, κουβεντιαστά, χωρίς μεγαλοστομίες και υπερβολές. Με υλικά αρχαίου δράματος, όχι τόσο σε ό,τι αφορά το θέμα όσο στον τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής βλέπει και αναπαράγει τη ζωή. Η αποκοτιά της Μήδειας αντεστραμμένη, με τον πατέρα
να εξοφλεί το τίμημα της άρνησης.
Χτες, σήμερα, αύριο, πάντα. Ο πόνος της ανυπαρξίας, του τίποτα, η ακύρωση των αισθήσεων: «ποια μυρωδιά, ποια αφή, ποια ακοή, ποια όραση; Όλα ματαιωμένα». Η μνήμη της αίσθησης χάνεται τις ώρες του άφατου πόνου, εκεί όπου βλασταίνει μόνον η σιωπή.
Ο λόγος της Τσιμά, σύντομος και μικροπερίοδος, άμεσος και πυκνός, δεξιοτεχνικά οικονομημένος, ξεδιπλώνεται σαν παραμύθι. Ενσωματώνει στη βασική αφήγηση ολοζώντανους διαλόγους, προωθητικούς της πλοκής. Συνεχώς ακροβατεί ή λοξοδρομεί σε σκολιά μονοπάτια, και ο αναγνώστης αναρωτιέται πού το πάει, πώς θα τελειώσει αυτή η τόσο δραματική εξιστόρηση. Ο έρωτας, η προδοσία, η μητρότητα, ο θάνατος, η εκδίκηση,
η απώλεια. Και η δικαίωση υπάρχει; Αν ναι, πού κρύβεται, άραγε; Κορύφωση
αποτελεί η ανατροπή του τέλους. Ο έρωτας και ο θάνατος, ο πόνος και η ηδονή σ’ ένα ανίερο σύμπλεγμα. Το άγαλμα της Κοιμωμένης του Φιλιππότη, στο νεκροταφείο του Δράπανου, που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα· η τέχνη που απολαμβάνει τη ζωή και η ζωή την τέχνη. Διπλή κορύφωση το μοιρολόγι της μάνας, λίγο πριν από την έξοδο.
Και όλα τελειώνουν έτσι, σαν παραμύθι, με γοργόνες και φοβερά ψάρια
του βυθού, «Γιατί εκεί συναντιούνται οι άνθρωποι και ο μεγάλος πόνος. Στο
σκοτάδι ενός ύπνου που είναι ύπνος μαζί και θάνατος».

 

ΑΝΝΑ ΣΤΑΣΙΝΟΥ

Εφημερίδα των Συντακτών, 28.4.2017

Στο μεταίχμιο έρωτα και απώλειας

Όσοι προσέρχονται στη λογοτεχνία από άλλες τέχνες, φέρουν μαζί τους τις δεξιότητες και την εμπειρία τους από άλλα πεδία και μ’ αυτές εμβολιάζουν τη γραφή και την πλουτίζουν με ξέχωρη ποιότητα.

Σκέφτομαι, ας πούμε, τα διηγήματα του Λάκη Παπαστάθη, τα ονειρικά ενσταντανέ της Εύας Στεφανή, τα αφηγήματα του Γιώργου Καρυπίδη, τριών σκηνοθετών που καταπιάστηκαν επιτυχημένα με τη λογοτεχνία, του Αχιλλέα Κυριακίδη, βεβαίως (αλλά εδώ μιλάμε για έναν κατ’ εξοχήν πολυπράγμονα: συγγραφέα, μεταφραστή, κινηματογραφιστή και, εσχάτως, ηθοποιό).
Σκέφτομαι, επίσης, τον Νιλ Τζόρνταν και τα σκοτεινά του μυθιστορήματα, τα γραπτά του Γούντι Aλεν ή του Λουίς Μπουνιουέλ, ακόμη και τις λογοτεχνικές απόπειρες του Πάμπλο Πικάσο, που έδωσαν, ανάμεσα στα άλλα, τα αριστουργηματικά «Τέσσερα κοριτσάκια».

Αλλά δεν θέλω να μακρηγορήσω αναφέροντας και άλλα παραδείγματα – είναι πολλά. Θέλω απλώς να πω ότι δεν εξεπλάγην διαβάζοντας τη νουβέλα τής πολύ καλής ηθοποιού και σήμερα αναπληρώτριας καλλιτεχνικής διευθύντριας στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Μαρίας Τσιμά, που δοκιμάστηκε πρόσφατα και στη θεατρική γραφή με τα «Ισια Δικαιώματα», ένα έργο που εκδραματίζει τη δύσκολη ζωή των μεταναστριών στην Ελλάδα.

Στο πρώτο της μυθοπλαστικό εγχείρημα, το «Λιθόστρατο», μια σκληρή ιστορία έρωτα και απώλειας, η εμπειρία της Τσιμά στο παλκοσένικο αποτυπώνεται στη σκηνική ένταση των αντιπαραθέσεων, στη θεατρική στίλβη κάποιων διαλόγων. Και όχι μόνο σ’ αυτά, αλλά και στην οικονομία, την ικανότητα της συμπύκνωσης και την αποφυγή του περιττού.

Μέσα σε τριάντα τρία σύντομα κεφάλαια παρακολουθούμε την ιστορία μιας νέας γυναίκας, μιας απλής γυναίκας από το Αργοστόλι, με «δύστηνο μοίρα». Τα βήματα του βίου της είναι κοινά: ανθηρή νιότη, ένας γάμος συμφέροντος με έναν ηλικιωμένο Ελληνα της διασποράς, ο εκπατρισμός, η επάνοδος για διακοπές, ένας ερωτικός πυρετός με κάποιον συνομήλικο που φέρνει ένα παιδί αλλά σβήνει πολύ σύντομα, η απώλεια, ο σπαραγμός.

Ενας σπαραγμός που γίνεται οργή κατά πάντων, αντιδικία ακόμη και με τον Θεό, βεβήλωση του ιερού, όπως κι αν αυτό εκφράζεται, αυτοκαταστροφή. Με μια τόλμη που αιφνιδιάζει, η συγγραφέας γράφει μερικές από τις πιο βίαιες σελίδες της νεότερης πεζογραφίας, όπου η βία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή και η σεξουαλικότητα γίνεται το άλλο όνομα του ψυχικού θανάτου.

Το «Λιθόστρατο», που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο της Μαρίας Τσιμά, είναι η περατζάδα της μικρής κοινωνίας του Αργοστολιού: «Μια να πας, μια να γυρίσεις». Πάνω στις πλάκες του ηχούν τα τακούνια της ηρωίδας και της μάνας της προτού ξεσπάσει το κακό, πάνω στις πλάκες του σεργιανίζουν οι ντόπιοι, εκεί ανταλλάσσονται ματιές και σχόλια – ένα πανοπτικόν με δυο λόγια, τόπος αναψυχής, αλλά ταυτόχρονα τόπος επιτήρησης και εν τέλει τιμωρίας, αφού εκεί αποφασίζεται ο οστρακισμός από τη μικροκοινωνία της πόλης κάθε παραβάτη που αποκλίνει από τις νόρμες της.

«Αυτή» (η ηρωίδα της Τσιμά δεν έχει όνομα) θα γίνει αντικείμενο πόθου, καταδίκης και στο τέλος οίκτου. «Αυτή», που δεν θα βρει παρηγοριά πουθενά, ίσως μονάχα στη θέα ενός αγάλματος στο νεκροταφείο της πόλης. Είναι η περίφημη Κοιμωμένη του Φιλιππότη, η «πολύκλαυστος παρθένος», που η συγγραφέας τη φαντάζεται να σηκώνεται από το ανάκλιντρό της και να περιφέρεται στο κοιμητήρι. Τριάντα τρία βήματα, εξάλλου, χωρίζουν το επιτάφιο μνημείο της από την εκκλησία, όσα και τα χρόνια του Χριστού, όσα και τα κεφάλαια του βιβλίου.

Με σπάνια δύναμη στη χρήση της πλούσιας, ενίοτε ιδιωματικής, γλώσσας που αναπτύσσεται σε τόνο στακάτο, ασθματικό, με έξοχη εικονοποιία και δεξιοτεχνική δόμηση των χαρακτήρων, η Μαρία Τσιμά έγραψε ένα βιβλίο για το πένθος που είναι αδύνατον να βιωθεί, για τους νεκρούς που δεν αποχωρούν, αλλά μας στοιχειώνουν και μας καλούν κοντά τους.

Ένα βιβλίο για τη ματαιότητα του έρωτα. Και, κυρίως, ένα βιβλίο που αντηχεί σαν θρήνος για τη μητρότητα, αυτή τη συνθήκη που είναι χαρά και ολοκλήρωση και καταφυγή, αλλά και πόνος, πόνος οξύς και ανείπωτος.

http://www.efsyn.gr/arthro/sto-metaihmio-erota-kai-apoleias

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/ΒΙΒΛΙΟ /02.07.2017

Αβίωτο πένθος

Μια νέα γυναίκα ξεκινάει τη ζωή της με τις πιο ευοίωνες προοπτικές. Είναι όμορφη, επιθυμητή, αλλά απρόσιτη – ακριβώς επειδή είναι τόσο ξεχωριστή. Οπως και η χήρα μητέρα της, εξάλλου. Μάνα και κόρη ζουν μόνες, στενά δεμένες, αποκομμένες από την επαρχιακή μικροκοινωνία όπου βρέθηκαν να ζουν, μια κοινωνία που τις θαυμάζει αλλά δεν τις κατανοεί και τις αποξενώνει, ίσως γιατί φοβάται την ανεξαρτησία τους. Βαδίζουν πάνω – κάτω στο λιθόστρατο, τα απογεύματα, στην περαντζάδα του Αργοστολιού με τα δίδυμα τακούνια τους, λίγο παλιές, λίγο άχρονες, ξένες – «γιατί όταν νικάει η ομορφιά, δεν την αντέχουν οι άνθρωποι», όπως γράφει η Μαρία Τσιμά, γιατί η ομορφιά είναι ένα απόλυτο που «αστραποκαίει», σύμφωνα με την ωραία και δυνατή λέξη του Δημήτρη Χατζή.

Δεν την αντέχουν, όμως, ούτε οι θεοί. Η όμορφη αυτή κόρη, που θα την προξενέψουν σ’ έναν πλούσιο ομογενή με εστιατόριο στο Κουίνς, στην Αστόρια, στην αρχή θα θαφτεί ανάμεσα στις χωριάτικες και τα λαδόξιδα, αλλά, καθώς πολύ σύντομα θα γνωρίσει τη σωματική επιθυμία, συνυφασμένη με τη θαλερή της νιότη, θα εγκαταλείψει τον ανούσιο γάμο της με τον «γέρο» για χάρη του ανιψιού του, θα κάνει μαζί του ένα παιδί, θα τον εγκαταλείψει για να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στο κοριτσάκι της. Και ύστερα θα έρθει η τραγωδία, σαν αστροπελέκι από το χέρι ζηλόφθονων και εκδικητικών θεών.

Πράγματι, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει μια φλέβα πανάρχαια να πάλλεται στο βάθος της αφήγησης της Μαρίας Τσιμά. Ολα τα πάθη των ανθρώπων είναι παρόντα: η ομορφιά πρώτα απ’ όλα, από τη φύση της αλαζονική, αφού στο άνθισμά της μοιάζει να εξομοιώνει τον άνθρωπο με τους θεούς, παραβιάζοντας την τάξη του κόσμου· ο έρωτας, που καταλύει επίσης τις κοινωνικές νόρμες· η ένταση με την οποία η ηρωίδα βιώνει τη μητρότητα, βάζοντας στο επίκεντρο το παιδί της και παραμερίζοντας οτιδήποτε άλλο από τον ορίζοντά της· η απελπισία του παραμερισμένου εραστή και πατέρα, που τον μετατρέπει σε αρσενική Μήδεια. Στο τέλος, η μητέρα θα οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή, τσακισμένη από την οδύνη, χωρίς «να αντέχει ούτε τη λύπη ούτε την παρηγοριά», παραλοϊσμένη, σαν την τρελή μάνα από τον «Λάμπρο» του Σολωμού. Εκείνο το σπαρακτικό «Πώς γίνεται να αφήνεις το αίμα σου κάτω απ’ το χώμα τόσο απροστάτευτο», που βάζει η Μαρία Τσιμά στα χείλη της μητέρας, φέρνει αμέσως στον νου τη «δύστυχη ξεφρενωμένη» του Σολωμού και την απελπισμένη της κραυγή: «Γιατί τινάζετε/ πάνω τους χώματα/ μη μη σκεπάζετε/ τα μικρά σώματα». «Μαύρη μητέρα» και η ηρωίδα της Μαρίας, δεν θα τα βγάλει πέρα με το πένθος και θα χαθεί με τον ίδιο τρόπο που χάθηκε το παιδί της – διαλέγοντας για μνήμα της το νερό.

Λύτρωση δεν υπάρχει, εδώ, παρηγοριά δεν υπάρχει. Το πένθος γίνεται ψυχοβόρο όταν δεν υποτάσσεται στον χρόνο, όταν αδυνατεί να μετουσιωθεί και να γαληνέψει, να φθαρεί (πράγμα σωτήριο για τον πενθούντα), να διευθετηθεί, όπως λένε οι ψυχαναλυτές, οδηγώντας σιγά σιγά στην αποδοχή του ανέκκλητου. Η ηρωίδα της Μαρίας αρνείται να ζήσει το πένθος – γιατί δεν θέλει να αφήσει το παιδί της να φύγει, να σβήσει στο φως της καθημερινότητας, να λιώσει μέσα στην ιαματική πλημμυρίδα των δακρύων. Και αυτή η άρνηση είναι που θα την τρελάνει στο τέλος. Γιατί ο νεκρός που δεν του επιτρέπουμε να εγκαταλείψει οριστικά τον επίγειο κόσμο μας, πεδικλώνει τις στιγμές και ποδηγετεί τον χρόνο, παρών και απών ταυτόχρονα σε ένα «ωσεί παρόν», το οποίο, στον ασφυκτικό εναγκαλισμό του, απειλεί με συμβολικό πνιγμό τους ζωντανούς. Ενα συμβολικό πνιγμό, που εδώ γίνεται πραγματικός.

Όμως, παρά την τραγικότητα του θέματος, παρά τη σχεδόν κανιβαλική αγριότητα κάποιων σκηνών, παρά τον αβάσταχτο πόνο της ορφανεμένης μητέρας που εκτρέπεται προς τη βλασφημία και τη βαθύτατη ασέβεια προς την ίδια ζωή, το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο στην ομορφιά, την τρυφερότητα, τη μητρική αγάπη και τον ανθισμένο έρωτα. Η συγγραφέας ξέρει να στήνει με μικρές λεπτομέρειες τον ιδιωτικό κόσμο των γυναικών, αρωματισμένο σαν ένα συρτάρι με ασπρόρουχα, χυτό σαν μεταξωτό ύφασμα, απαλό σαν πούδρα. Ξέρει να αφηγείται παραμύθια, ενσωματώνοντάς τα στην αφήγηση, ξέρει να αναδεικνύει την δραματικότητα των καταστάσεων παρεμβάλλοντας στην αφήγηση διαλόγους που αποπνέουν έντονη θεατρικότητα. Ενα βιβλίο για την αγιάτρευτη απώλεια, κρουστό, πυκνό, χωρίς ίχνος αισθηματολογίας και γι’ αυτό συγκλονιστικό.

http://www.kathimerini.gr/916200/article/politismos/vivlio/aviwto-pen8os

 

ΗΛΙΑΣ ΤΟΥΜΑΣΑΤΟΣ

http://eliaswords.blogspot.gr/2017/06/blog-post.html

Στο Λιθόστρατο της μικρής μας πόλης

Παρουσίαση στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, 16/6/2017

Κάποτε λεγόταν «οδός Κράνης» από το όνομα της αρχαίας πόλης που βρισκόταν ψηλά, πάνω από τη λιμνοθάλασσα του Κούταβου. Χώμα, κιμιλιά, και αργότερα κυβόλιθοι. Το Λιθόστρωτο, ή «Λιθόστρωτο», ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της μικρής μας πόλης. Μια μεγάλη περαντζάδα, από την παλιά, βενετσιάνικη πόλη με τα στενά δρομάκια, που περνούσε και περνά από την παλιά πλατεία Ελευθερίας, την Πλατεία Καμπάνας, εκεί που κάποτε κάηκε το λίμπρο ντ’ όρο.
Περνούσε από την παλιά μητρόπολη, απ’ όλα τα «εμπορικά». Τέλειωνε κάπου κοντά στο θέατρο της πόλης, τον «Κέφαλο». Ο δρόμος, όχι η περαντζάδα. Τα βήματα προχωρούσαν και προχωρούν στην «καινούρια πόλη», με τους μεγάλους ίσιους δρόμους που χάραξαν οι Άγγλοι. Και στην καινούρια, μεγάλη πλατεία, κι από κει, στο δρόμο με τις φιλύρες. Την Οδό Δικαστηρίων, που κι αυτή έφτανε σε μια άλλη, μεγάλη πλατεία. Την πλατεία του Μαίτλαντ.
Η πόλη άλλαξε. Μετά τους σεισμούς του 1953 ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες. Κι όταν ξαναχτίστηκε, το Λιθόστρατο ήταν πάλι εκεί, στην ίδια θέση, σαν το φάντασμα των κυβόλιθων να είχε ριζώσει εκεί, κάτω από τα συντρίμμια. Πήρε το όνομα «Διαδόχου Κωνσταντίνου». Ο διάδοχος έγινε βασιλεύς, έχασε τον θρόνο του , το Λιθόστρωτο έμεινε. Για κάμποσα χρόνια άσφαλτος, με τ’ αυτοκίνητα να περνοδιαβαίνουν, ώσπου, έφυγαν κι εκείνα… κι οι πεζοί έκαναν πάλι ανενόχλητοι τις βόλτες τους, κι η άσφαλτος κρύφτηκε κάτω από πλάκες. Πλάκες, που κάνουν τα λουστρίνια των ηρωίδων του βιβλίου να ακούγονται πιο δυνατά. Λες κι ο δρόμος έχει καρδιά, και κάθε περαντζάδα δυναμώνει τους χτύπους της.
Δεν είναι τυχαίος δρόμος το Λιθόστρωτο. Δεν είναι ο δρόμος που πας να κάνεις τις δουλειές σου. Υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι δρόμοι στη μικρή μας πόλη. Δεν είναι ο δρόμος που πας να κάνεις τις βόλτες σου. Δεν είναι ο δρόμος που θα πας να ρομαντζάρεις. Είναι ο δρόμος που θα διαβείς για να δεις και να σε δουν. Σ’ όλο το μήκος του, σε κάθε του στιγμή, ένα μικρό tableau vivant, ένα μικρό στιγμιότυπο, τη στιγμή που διασταυρώνονται οι μικρές ζωές μας στη μικρή μας πόλη. Μικρές, αλλά δημόσιες. Όπως γινότανε παλιά παντού, σε πόλεις και χωριά.
Στην Άσσο, η πλατεία που συναντούσε ο ένας τον άλλο, λέγεται ακόμα «Ο φόρος», μια «αγορά», ένα μακρινό εγγονάκι του ρωμαϊκού forum. Στον Αγκώνα, το χωριό του πατέρα μου, ο δρόμος με τα μαγαζιά ήταν η «λόντζα». Όταν περνούσαν από κει οι γυναίκες του χωριού, κουβαλώντας το νερό με το λάτινο σταμνί στο κεφάλι, φορούσαν τα καλά τους παπούτσια και τα σκουλαρίκια τους. Μα το Λιθόστρατο ήταν, είναι αλλιώς. Οι λόντζες έσβησαν στα χωριά, και τώρα όλοι ζουν το δημόσιο βίο τους διαβαίνοντας πάνω απ’ αυτές τις πλάκες. Δε θα σβήσει ποτέ το Λιθόστρατο. Ό,τι και να γίνει.
Γιατί όλοι εκεί γίνονται αυτό που θέλουνε να γίνουν. Ή ίσως, αυτό που θέλουν να δείξουν στους άλλους. Εκείνο τον όμορφο εαυτό τους. Η μάνα κι η κόρη, κι οι δυο όμορφες. Τα καινούρια ζευγάρια της πόλης. Τα όμορφα μωρά στα καροτσάκια. Ακόμα και οι κουβέντες των ανθρώπων κρύβουν μέσα τους την επίγνωση ότι κάποιος τις ακούει.
Το Λιθόστρατο μοιάζει μ’ ένα αρχέγονο κοινωνικό δίκτυο. Είναι ένας δρόμος μαγικός, σαν το προφίλ μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μια όμορφη φωτογραφία που ίσως και να μας μοιάζει, κι άλλες χαμογελαστές φωτογραφίες από τις ίδιες παραλίες, το ίδιο καφέ, το ίδιο μπαράκι, τις ίδιες πάστες που φάγαμε. αποστάγματα κατεψυγμένης σοφίας, όλα όσα μπορούν να πείσουν τους άλλους ότι περνάμε καλά, ότι νιώθουμε όμορφοι.
Μια φετούλα αληθινής ζωής, πάντα φρέσκια, πάντα ζεστή και αφράτη. Μιας ζωής που το «τακ τακ» των παπουτσιών στις πλάκες δηλώνουν ότι, ναι, είναι ζωντανή, δηλώνουν και το χρόνο που περνάει.
Και πέρα απ’ αυτό το φυσικό σύνορο; Το σπίτι, κι όσα κρύβονται πίσω από τα παντζούρια, κάτω από το χαλί. Εκεί που δε χρειάζεται να είσαι αυτό που θέλεις να νομίζουν οι άλλοι. Εκεί που ο καθρέφτης σου δείχνει πάντα τον εαυτό σου, μόλις ξυπνάει το πρωί. Εκεί, που τα περίεργα μάτια των άλλων παλεύουν αλλά δεν μπορούν να φτάσουν. Γιατί, στη μικρή μας πόλη, σημαντική δεν είναι τόσο η αλήθεια. Σημαντικοί είναι οι άλλοι. Κι αυτό που βλέπουνε για μας με τα δικά τους μάτια.
Η ηρωίδα του βιβλίου της Μαρίας Τσιμά βρίσκει κάποτε το δρόμο προς την πολύ μεγάλη πόλη, μακριά, στην Αμερική, ονειρεμένο τόπο αποκατάστασης για πολλές κοπέλες. Τώρα, από το χέρι την κρατάει ένας γέρος. Μα εκεί δε βρίσκει κανένα Λιθόστρατο. Στην πρωτεύουσα ολόκληρου του πλανήτη, εκείνη είναι κλεισμένη σ’ ένα μαγαζί. Τα αρώματα της μικρής της πόλης σκεπάζονται από κάπνες και χαλασμένα τηγανόλαδα. Η μεγάλη πόλη δεν έχει ελευθερία.
Η μεγάλη πόλη δεν έχει ελευθερία. Η μικρή πόλη δεν έχει μυστικά. Αν θέλεις να έχεις μυστικά, πρέπει να τα θάψεις μακριά από το Λιθόστρατο. Δηλαδή, όχι και τόσο μακριά. Δυο δρόμους παρακάτω, η παραλία της πόλης, εκείνο το κομμάτι της που έχει καταφέρει να κρύψει ακόμα και τη θάλασσα. Ακούνητη κι εκεί η αγορά, όχι η λουσαρισμένη του Λιθοστρώτου. Ψάρια, χασάπηδες, ζαρζαβατικά, μαστόρια. Φασαρία, μακρινή από την ομορφιά. Φασαρία, που κρατάει μακριά τα μάτια και τα αυτιά των άλλων.
Μέσα σ’ εκείνη τη βουή, μπορεί να κρυφτεί η αλήθεια. Μπορεί να κρυφτεί κι ο πόθος, εκείνος που δεν πρέπει ποτέ να διαβεί το δρόμο, δεν πρέπει ποτέ να ακουστούν τα τακ τακ της καρδιάς του πουθενά. Εκεί που δεν περνάει κανείς, εκεί νομίζεις ότι μπορείς να κρύψεις την αλήθεια. Μα καμιά φορά, μέσα στο θόρυβο και τη ζάλη, εκείνη την αλήθεια την κουβαλάς μαζί σου. Κρυμμένη κι εκείνη, μυστική , καμιά φορά άγνωστη σε σένα.
Μα έρχεται η στιγμή που εκείνη την κρυμμένη μέσα σου αλήθεια, τη γεννάς. Και πάνω εκεί στους πόνους, η μικρή πόλη στρέφει τις κεραίες της, και τα μάτια της, και δυναμώνουν οι ψίθυροι, και το Λιθόστρωτο γίνεται ένα μουσικό κουτί γεμάτο από ψιθύρους, με τόση μαεστρία ενορχηστρωμένους, που δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν ίσαμε τ’ αυτιά σου.
Η επιλογή σου είναι να συνεχίσεις να παριστάνεις πως τίποτα δε συνέβη. Να κατασκευάζεις μια ακόμη πραγματικότητα, μια ακόμη φτιασιδωμένη μάσκα, για να μπορείς να κυκλοφορείς στο Λιθόστρωτο και να σβήνουν οι ψίθυροι στο πέρασμά σου, κι όσο πιο πολύ κρατάει η περαντζάδα σου, τόσο εσύ να μην ακούς.
Κι όταν τελειώνει το περπάτημα και γυρίζεις εκεί, πίσω από τα παντζούρια, ή στο θλιβερό μαγαζάκι της αγοράς, ο ψίθυρος είναι τόσο δυνατός που νομίζεις ότι σε κρατάει από το χέρι. Όπως η μάνα σου, τότε. Και τώρα το «τακ τακ» είναι γεμάτο αγωνία.
Κι εσύ, έχεις γεννήσει δυο ακόμα μικρά λουστρίνια που η καρδούλα τους θα χτυπάει ρυθμικά στο Λιθόστρωτο. Κι η δικιά σου καρδιά θα χτυπάει διπλά… Για τα ψέματα που ειπώθηκαν κι εκείνα που θα ακολουθήσουν. Στη μικρή μας πόλη κανένα ψέμα δεν βαδίζει μόνο του. Μαζεύονται σιγά σιγά πολλά μαζί και κάνουν παρέλαση στο Λιθόστρατο. Μαζί με τα ψέματα των άλλων, που όσο δυνατή κι αν είναι η αλήθεια, δεν την αφήνουν ν’ ακουστεί.
Ίσως δεν είναι τυχαίο που αυτή η πόλη φοβάται τη θάλασσά της. Κάνει πως δεν τη βλέπει. Κι εκεί, πίσω από την αγορά της, όταν τα φώτα είναι σβηστά, όταν κανένας πια δεν περπατά, δεν ανασαίνει, δεν ακούει, τότε είναι που έρχεται εκείνη η αλήθεια και καθρεφτίζει το πρόσωπό της στα σκοτεινά ρηχά νερά του λιμανιού. Εκείνα που δεν θα δει κανένα μάτι. Η αλήθεια θα ορμήσει ξαφνικά, εκεί στη σκοτεινή πλευρά του λιμανιού, για δευτερόλεπτα θα αιωρηθεί στο κενό, κι έπειτα θα βυθιστεί στα σκοτεινά νερά. Πίσω από την αγορά της πόλης. Εκεί που το πρωί ένα πολύβουο μελίσσι θα επαναλάβει τη ρουτίνα μιας οποιασδήποτε μέρας.
Η μικρή πόλη ξέρει. Ξέρει ν’ ακούει πίσω απ’ τους τοίχους, να βλέπει πίσω από τις κουρτίνες. Οι αλήθειες δεν είναι δυνατό να παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα κρυφές σ’ έναν τόπο που όλοι γνωρίζουν όλους, όπου οι άνθρωποι είναι τόσο λίγοι που ο χτύπος της καρδιάς τους ακούγεται πιο δυνατά απ’ τον χτύπο των παπουτσιών τους πάνω στο Λιθόστρατο. Μα η μικρή πόλη ξέρει και να σωπαίνει. Εκείνη η αλήθεια που φανερώνεται την ώρα που βουλιάζει στα σκοτεινά νερά, τελικά μάλλον όλοι τη γνωρίζουν. Αλλά όλοι έχουν συμφωνήσει να σωπαίνουν. Όχι από συγκατάβαση. Αλλά με την ελπίδα ότι η ίδια σιωπή θα κυριαρχήσει κι όταν η δικιά τους αλήθεια φανερωθεί με κάποιο τρόπο.
Η αλήθεια είναι εκεί. Μα κανένας δεν τη βλέπει. Ακόμα και σ’ εκείνη την άλλη βόλτα, την μοναχική και θλιβερή, που περνάει από τη γέφυρα του Ντε Μποσσέ και φτάνει στο κοιμητήριο της πόλης. Στο κοιμητήριο με το άγαλμα του κοριτσιού που αναπαύεται. Σιωπηλό είναι το κορίτσι, όπως και η μικρή μας πόλη. Θλιμμένο, όπως κι οι αλήθειες που κρυβει η σιωπή. Πηγαίνεις στο κοιμητήριο μονάχη και σιωπηλή. Γυρνάς και βλέπεις την πόλη λουσμένη στο φως το ιλαρόν του σούρουπου. Κι εκεί, στο κέντρο της εικόνας, εκεί που το βλέμμα σου εστιάζει, είναι εκείνα τα νερά, πίσω από την αγορά, εκεί που βούτηξε κι αναδύθηκε, μισή, η αλήθεια. Κι εκεί, πάνω στη γέφυρα, νιώθεις πως η μισή σου αλήθεια είναι θαμμένη στα λευκά μάρμαρα του Δραπάνου, κι η άλλη μισή για πάντα ζωντανή στον σκοτεινό βυθό.
Κι εκεί, έξω από την πόλη, μακριά από τις πλάκες του Λιθόστρωτου, τα καφενεία, τις βιτρίνες, τις πόζες και τις πρόζες των περιπατητών, εκεί, που κανένας δεν βλέπει, που κανένας δεν μπορεί να μιλήσει, στο Δράπανο, εκεί που βρίσκεται όλο το παρελθόν της πόλης, εκεί πας να χτίσεις κι εσύ, μαζί με όλους τους σιωπηλούς κατοίκους του, το δικό σου αιώνιο μυστικό.
Ακόμα μια αγκαλιά κρυμμένη από τα βήματα των περαστικών, από τα βλέμματα που στρέφονται πάνω σου ξεχνώντας τον αχνιστό καφέ τους. Στη μικρή μας πόλη οι αγκαλιές είναι κρυφές, όπως κι η αγωνία για τη ζεστασιά τους. Κι εκεί, πιο κοντά στο θεό, απ’ ό,τι στους ανθρώπους, άλλη μια αλήθεια θα γεννηθεί, καταδικασμένη να χαθεί κι αυτή σε κάποιο μελλοντικό σκοτάδι. Καταδικασμένη να γίνει γνώση που θα μείνει στην άκρη των χειλιών. Γνώση που δεν θα ειπωθεί ποτέ.
Στο Λιθόστρατο ακούς πολλές φωνές. Βλέπεις πολλά πρόσωπα. Νιώθεις την αύρα πολλών ανθρώπων. Όταν δεν ξέρεις, πτωχός τω πνεύματι γαρ, μπορεί και να ξεγελαστείς. Μα όταν ξέρεις, και πάλι θα αναγκάσεις τον εαυτό σου να μη μιλήσει, να κάνει πως δεν ξέρει. Κι η παράσταση θα συνεχιστεί, ανάμεσα στις αλήθειες, στους ήχους των βημάτων, και στα σκοτεινά νερά.
Η Μαρία Τσιμά έγραψε Το Λιθόστρατο με αγάπη γι’ αυτή την πόλη. Για την ομορφιά, τα χρώματα, τα αρώματα και τους ήχους της. Αλλά και με βαθιά επίγνωση της αλήθειας της, που έχει πολλά πρόσωπα. Αποφάσισε όμως να μιλήσει γι’ αυτή την αλήθεια που εμείς οι άλλοι προτιμούμε επιμελέστατα να αφήνουμε κρεμασμένη στην άκρη των χειλιών. Όχι για να στηλιτεύσει τη δικιά μιας τη σιωπή. Αλλά γιατί συμπονά βαθιά αυτή την πόλη, με τις όποιες αλήθειες της, με τις όποιες σιωπές της. Δεν θέλει να μας δείξει κάτι που βλέπουμε. Όλοι βλέπουμε. Και την αγάπη, και την απόγνωση, και το συμφέρον, και την υποκρισία, και την πόζα, και το απαγορευμένο, και το πένθος. Θέλει να σπάσει αυτή τη μυστική μας συμφωνία σιωπής. Όχι για να αποκαλύψει την αλήθεια μας. Αλλά γιατί πονάει αυτή την πόλη. Τη δικιά της και τη δικιά μας.
Δεν ήταν εύκολη, πιστεύω, η συγγραφή. Ούτε ανώδυνη ακόμα και για την ίδια τη Μαρία. Γιατί δεν είπε να μας κοιτάξει από απέναντι, σαν πτηνά εξωτικά, απομεινάρια ενός παρελθόντος στο οποίο καμιά φορά μένουμε εγκλωβισμένοι. Μας μίλησε με πόνο για τον κοινό πόνο όλων μας. Με αγάπη, για την αγάπη όλων μας γι’ αυτό τον τόπο. Για την ομορφιά του, αλλά και για την αλήθεια του.
Θα ‘ θελα να κλείσω και να την ευχαριστήσω, με κάποια δικά της λόγια, που μου υπέδειξε μια συμμαθήτρια και φίλη της. Λόγια πιο παλιά, που κάποτε γίνανε τραγούδι. Τραγούδι που μιλά με την ίδια ευαισθησία, με την ίδια αγάπη για όσα μας προσφέρει με τούτο το βιβλίο.
Κοιμάται το πρωί στο μαξιλάρι της
Κι ονειρεύεται τα’ αμπέλι, το σταφύλι
Μάνταλο κόκκινο και κλειδωνιά τα χείλη της
Π’ ανοίγει η πόρτα του παράδεισου, το δείλι

Έχει βρεγμένο τ’ άσπρο μισοφόρι της
Εκεί που ο βράχος σμίγει με τη θάλασσα
Κόκκινο μήλο ανασαίνει το σεντόνι της
Κούκλα από χόρτο, παιδική κι εγώ τη χάλασα

Ξυπόλυτη γυρνά με την πλεξίδα της
Βαλανιδιά, μονάχη, Αχερουσία
Κολυμπάει ο ύπνος στα στήθια και τα χέρια της

Χρόνια προσμένει τον ψαρά, η Αναστασία…

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ

Κεφαλονίτικα Νέα 13/6/2017

Πριν καμιά δεκαριά μέρες, περνώντας από τον πάγκο με τις νέες κυκλοφορίες γνωστού βιβλιοπωλείου της Αθήνας, το μάτι μου έπεσε στο «Λιθόστρατο» της Μαρίας Τσιμά.
Γύρισα γρήγορα στο οπισθόφυλλο να δω αν αναφέρεται στην Κεφαλονιά και, πράγματι, πρόκειται για μία νουβέλα που διαδραματίζεται στο Αργοστόλι. Αγόρασα το βιβλίο και αφού πέρασα μαζί του δύο γεμάτα απογεύματα, πήρε κι αυτό τη σειρά του στις δημοσιεύσεις του Ex Libris και προγραμματίστηκε να παρουσιαστεί κατά τα μέσα Αυγούστου. Πριν λίγες μέρες όμως, λάβαμε στα Κεφαλονίτικα Νέα μία πρόσκληση για την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, παρουσία της συγγραφέως και της επιμελήτριάς της, και σκέφτηκα ότι πρόκειται περί ευτυχούς συγκυρίας: να παρουσιάσουμε ένα αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο το οποίο την ίδια εβδομάδα θα παρουσιαστεί στο αναγνωστικό κοινό της πόλης μας.
Το «Λιθόστρατο», λοιπόν, είναι μία νουβέλα στην οποία πρωταγωνιστεί μία νεαρή γυναίκα που βιώνει μία ανείπωτη τραγωδία: την απώλεια του ίδιου της του παιδιού. Μέσα από τις τριάντα τρεις ενότητες της αφήγησης παρακολουθούμε από την αρχή την εξέλιξη της ζωής της ηρωίδας: πώς μικροπαντρεύτηκε στην Αμερική, πώς γύρισε στο νησί, πώς βρέθηκε στο επίκεντρο ενός τοπικού σκανδάλου, πώς έκανε την κόρη της, πώς χώρισε από τον πατέρα του παιδιού της… Μέχρι τη στιγμή που η τραγωδία χτυπά την πόρτα της: το μικρό κορίτσι πνίγεται στα νερά του Κουτάβου και η νεαρή μητέρα χάνει – αργά μα σταθερά – τα λογικά της…

Η αφήγηση ξεκινά με ύφος στακάτο και περιγραφικό αλλά όσο προχωρά η ιστορία γίνεται όλο και πιο εσωτερική: τα γεγονότα πλέκονται γύρω από μύθους και τοπικές παραδόσεις, λαϊκές αφηγήσεις, παιδικά παραμύθια και όνειρα του ύπνου και του ξύπνιου, επιθυμίες και πάθη που άλλοτε οδηγούν τους χαρακτήρες στα επουράνια και άλλοτε τους βυθίζουν στα πιο βαθιά ερέβη του μυαλού… Την κεντρική ηρωίδα πλαισιώνουν λιγοστοί αλλά «φροντισμένοι» λογοτεχνικά χαρακτήρες: κυρίως η μητέρα της και ο πατέρας του παιδιού της, που μετά την τραγωδία, θα είναι όλοι τους διαφορετικοί.

Εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο όμως στην αφήγηση παίζει και η Κεφαλονιά, και πιο συγκεκριμένα το Αργοστόλι. Όσοι ζουν εδώ ή γνωρίζουν την πόλη σίγουρα θα αναγνωρίσουν ή θα νοσταλγήσουν το Λιθόστρωτο, το δρόμο με τους φοίνικες, την πλατεία Καμπάνας, το Δράπανο, την πλατεία Βαλλιάνου. Επίσης θα αναγνωρίσουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά της λεγόμενης «μικρής κοινωνίας»: το κουτσομπολιό, τον κενό καθωσπρεπισμό, τα μάτια που παρακολουθούν πίσω από τα παράθυρα και τα στόματα που ψιθυρίζουν. Η συγγραφέας εκθέτει όλες τις ομορφιές του Αργοστολίου αλλά δε διστάζει να μιλήσει και για το βάσανο του να ζεις σε έναν μικρό γεωγραφικά και κοινωνικά τόπο όπου όλοι σε ξέρουν, σε βλέπουν, σε κρίνουν (ένα θέμα το οποίο απασχόλησε και τον Κεφαλονίτη ηθοποιό και σκηνοθέτη Αλέξανδρο Λυκούρα στην εξαιρετική παράσταση που είδαμε φέτος στον Κέφαλο με τίτλο «Μάτια παντού»).

Η Μαρία Τσιμά όμως στην αφήγησή της κάνει έναν τέλειο κύκλο δένοντας το «Λιθόστρατο» ακόμα περισσότερο με τον τόπο του. Το άγαλμα στο μνήμα της Αγγελικής Λοβέρδου κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου και, κυρίως, με τα 33 του βήματα απόσταση «από την πόρτα της εκκλησίας» της Παναγίας της Δραπανιώτισσας, εμπνέει τόσο τη δομή της νουβέλας (τριάντα τρεις ενότητες, όπως προανέφερα) όσο και το βασικό θέμα που δεν είναι άλλο από την σκληρή, σχεδόν απάνθρωπη απώλεια: «Πώς αφήνουμε τον δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μοναχός κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πώς γίνεται;» αναρωτιέται συνεχώς η χαροκαμένη μάνα. Αναρωτιέται και τρελαίνεται, σιγά-σιγά, βυθίζεται στο τίποτα…

Η «Κοιμωμένη του Φιλιππότη», 1886, Κοιμητήριο Δραπάνου
Παρά το βαρύ, υπαρξιακό θέμα το βιβλίο δεν είναι δακρύβρεχτο ούτε πέφτει σε εύκολα κλισέ. Μοναδική παραφωνία ως προς αυτό είναι ίσως η κρίση τρέλας που πιάνει την ηρωίδα προς το τέλος, όταν αρχίζει να βλέπει και να ακούει ανύπαρκτα πράγματα, να τα βάζει με δαίμονες και φανταστικούς εχθρούς… Η λογοτεχνική γλώσσα της Τσιμά, άλλοτε λυρική, άλλοτε ονειρική και άλλοτε αγοραία, υπηρετεί επιτυχημένα ένα ύφος γοητευτικό χωρίς λεκτικές ή περιγραφικές υπερβολές. Σε αυτό προφανώς έχει βάλει το χεράκι της και η έμπειρη Κατερίνα Σχινά που το επιμελήθηκε (και σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να μην πω πόσο χαίρομαι όταν βλέπω ότι υπάρχουν πράγματι Έλληνες συγγραφείς που καταδέχονται να γίνει επιμέλεια στα έργα τους!)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΥΛΑΣ

parallaxi 23/3/2017

Είναι κάτι μικρές ιστορίες που σπάνια γίνονται μεγάλες. Που δεν τις φωτίζουν οι προβολείς, παρά μόνο αν πέσει πάνω τους το φως μιας τραγωδίας. Ή η βαριά ανάσα του πένθους.

Ιστορίες ανθρώπων, πόλεων, χρόνων που συνήθως περνούν σαν ήσυχα ποτάμια, χωρίς κυματισμό. Σαν τις ζωές δυο γυναικών που μετριούνται με τα βήματα τους πάνω κάτω στο Λιθόστρατο του Αργοστολίου. Ντυμένες με όμορφα φορέματα, που ξεχωρίζουν μέσα τη γκριζάδα του τοπίου, όταν δεν είναι καλοκαίρι, πηγαινοέρχονται μαζεύοντας τα βλέμματα πάνω τους σαν μαγνήτης, σαν παγίδα του βλέμματος σε έναν κόσμο που διψά για σχόλια, για παρατήρηση.

Σε αυτό το Λιθόστρατο η ζωή των δυο γυναικών, μάνα και κόρη, περνά για χρόνια. Δεν μαθαίνουμε ούτε καν τα ονόματα τους. Είναι η μάνα και η κόρη. Δυο ρόλοι στο παιχνίδι της ζωής Όταν στη ζωή τους θα μπει μια πρόταση γάμου τότε ο κυματισμός του ποταμού θα αρχίσει να γίνεται έντονος. Και στη σκακιέρα στα δυο πρώτα πιόνια θα προστεθούν και άλλα τέσσερα, οι γυναίκες θα γίνουν τρεις και τρεις οι άνδρες, ώσπου να αρχίσει πάλι μετά την πρόσθεση, η αφαίρεση. Τραγικά. Και είναι αυτή η αφαίρεση, η Απώλεια, που γίνεται μετά ο άξονας της ζωής τους. Και είναι η ξεγνοιασιά της αρχής που γίνεται μετά ευθύνη και μετά οδύνη.

Η Μαρία Τσιμά επιστρέφει στην πατρίδα της την Κεφαλονιά και στήνει μια νουβέλα με 33 εικόνες, σύντομες σαν polaroid που ξέφτισαν σε ένα κουτί δίχως καπάκι, που το έβλεπε ο ήλιος και ξέβαψε τα χρώματα των εικόνων.

Οι δυο γυναίκες γίνονται τρεις και στη ζωή τους εμφανίζονται διαδοχικά τρεις άνδρες. Και όλοι μαζί σε ένα παράξενο μοιραίο χορό προς το χαμό, προς την απώλεια ενός παιδιού, που πάντα μοιάζει από τις δυσκολίες της ζωής η πιο αξεπέραστη, αυτή που δεν θα διαχειριστεί ποτέ κανείς με επιτυχία, όσες αφίξεις και αν έρθουν, όσες μικροχαρές, του μυαλού, της ψυχής ή του σώματος και αν καλοσωρίσει, από κει και έπειτα.

Η Μαρία γράφει κοφτά. Μετρημένα. Χειρουργικά. Σε αρπάζει από τα μούτρα. Νοιώθεις τις πτυχές των υφασμάτων αν απλώσεις τα δάκτυλα σου, γυρίζεις τα μάτια μακριά με αποστροφή στα βίαια σμηξίματα των σωμάτων, σχεδόν πνίγεσαι κάτω από το αλμυρό νερό μαζί με τη Ζωή.

Και γίνεται το βιβλίο της ένα προσευχητάρι για τις ζωές των ανθρώπων που ζουν αθόρυβα και φεύγουν αφήνοντας πίσω μια μικρή μαρμάρινη πλάκα σε ένα ησυχαστήριο, σημάδι πως κάποτε υπήρξαν. Σαν το κεφάλι από το ταφικό μνημείο της Αγγελικής Λοβέρδου που βρίσκεται στο νεκροταφείο του Αργοστολίου, το Δράπανο, την ωραία κοιμωμένη που βάζει συμβολικά η συγγραφέας στο εξώφυλλο και μπλέκει στην αληθινή ιστορία του πνιγμένου κοριτσιού της.

Το Λιθόστρατο είναι μια νουβέλα που τη διαβάζεις χωρίς να διακόψεις καθόλου, γιατί είναι οι λέξεις της που σε οδηγούν σε αυτή τη διαρκή χοάνη, που ξεκινά με τη ξεγνοιασιά στα τοιχώματα της, όσο εκεί πάνω έχει φως, για να σε οδηγήσει στο σκοτάδι του βυθού της. Μπράβο στη Μαρία από καρδιάς.

http://parallaximag.gr/parallax-view/anthropi-pou-zoes-tous-perasan-sti-siopi

 

 

ΜΑΝΟΣ ΜΠΟΝΑΝΟΣ

bookpress.gr, 27.3.2017

«Ένας κόσμος που να χωράει στο λίγο»

Η Μαρία Τσιμά με τη νουβέλα της Το λιθόστρατο (εκδ. Στερέωμα) αφηγείται μια ιστορία απώλειας και βαθύτατης οδύνης. Μέσα από τα τριάντα τρία κεφάλαια του βιβλίου σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες και οι βαθύτερες πτυχώσεις της ψυχοσύνθεσης των ηρώων, μετά και από ένα τραγικό συμβάν που θα αλλάξει τη ζωή όλων. Η δυσκολία του να ξεχωρίζεις από τον κοινωνικό περίγυρο, είτε ως ιδιότυπη και αινιγματική προσωπικότητα είτε ως κάποιος που κουβαλά ισοβίως τη θλίψη από τον χαμό του παιδιού του είναι ένα από τα δυνατά στοιχεία του βιβλίου.

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;

Γράφω γιατί θέλω να πω μια ιστορία. Δεν ξέρω αν κομίζω κάτι καινούργιο. Ούτε είναι αυτοσκοπός. Αφηγούμαι αυτό που μου προκαλεί εντύπωση. Ο τρόπος μπορεί να έχει κάποια σημασία. Υπάρχει ένα δοχείο από διηγήσεις του τόπου μου, των παιδικών μου χρόνων και της μελέτης των λογοτεχνικών κειμένων. Και η ζωή που τρέχει με τον δικό της ρυθμό. Δεν ξέρω πραγματικά αν φέρνω κάτι καινούργιο. Αναρωτιέμαι ποιο είναι αυτό το καινούργιο. Αν το συγκρίνουμε με τι; Ποιο είναι το παλιό; Μεγάλη συζήτηση.

Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτα για σας;

Είναι μια ιστορία που έλκεται από την πραγματικότητα αλλά οι παραθλάσεις και τα δεδομένα αλλάζουν. Δύο γυναίκες κάνουν μια γνώριμη διαδρομή για χρόνια στην Κεφαλονιά. Τα γεγονότα θα είναι καταιγιστικά. Σημείο μηδέν ο θάνατος της εγγονής. Τι τους προκαλεί; Πώς μπορεί κανείς να αντέξει τον τρομερό πόνο;

Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».

Το εργαστήρι μου είναι: η αγάπη μου για τη λογοτεχνία, οι σπουδές μου στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων με σπουδαίους δασκάλους όπως ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο Γιάννης Δάλλας, η Σόνια Ιλίνσκαγια, το θέατρο, οι διασκευές μυθιστορημάτων για το θέατρο και τον κινηματογράφο και ένα πλούσιο υλικό από το φυσικό και το ανθρώπινο τοπίο του νησιού που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Μια σαφής προτίμηση μέσα στα χρόνια για την ακρίβεια, τη λιτότητα και την αμεσότητα της γλώσσας, τη λειτουργία της οικονομίας στην αφήγηση και τη χρήση του διαλόγου ως δομικό στοιχείο, δάνειο από το θέατρο. Μου αρέσουν οι μικρές φόρμες. Ένας κόσμος που να χωράει στο λίγο.

Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά- τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;

Είμαι επηρεασμένη κυρίως από το θέατρο. Η ανάγκη να επικοινωνήσεις μέσω μιας ιστορίας. Να φανταστείς –αρχικά– και να δώσεις σάρκα και οστά στους χαρακτήρες. Πώς μιλάνε. Πώς κινούνται. Ποια είναι τα κίνητρά τους. Με απασχολεί και η λειτουργία της γλώσσας, βέβαια. Της αφήγησης. Των διαλόγων. Στο Λιθόστρατο υπάρχουν 33 σκηνές, όπου ξετυλίγεται η ιστορία με διάφορους τρόπους: Καθαρή αφήγηση. Παραμύθι. Διάλογος. Αλλά η νουβέλα έχει και μια κινηματογραφική αίσθηση. Σαν να παρακολουθεί μια κάμερα στιγμές από τη ζωή αυτών των γυναικών. Σίγουρα είμαι επηρεασμένη κι από την αγάπη μου για το σινεμά.

Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;

Ήμουνα πραγματικά τυχερή. Είχα ολοκληρώσει τη νουβέλα και την έστειλα στην κ. Λίζα Σιόλα για να πάρω τη γνώμη της. Στο παρελθόν είχα διαβάσει σε διάφορες εκδηλώσεις σαν ηθοποιός αποσπάσματα από τα γαλλικά βιβλία που εκδίδει το Στερέωμα. Δεν είχα καμιά άλλη δεύτερη σκέψη μιας και ήξερα ότι οι Εκδόσεις Στερέωμα δεν έχουν σειρά ελληνικής λογοτεχνίας. Απρόσμενα η κ. Σιόλα ενδιαφέρθηκε αμέσως και η διαδικασία ήταν γρήγορη. Την επιμέλεια του βιβλίου ανέλαβε η κ. Κατερίνα Σχινά, τη φωτογραφία του εξωφύλλου ο ανιψιός μου… Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Είμαι αληθινά ευγνώμων και χαρούμενη. Αγάπησαν το βιβλίο πολύ και το πρόσεξαν. Απομένει το ταξίδι του αναγνώστη.

http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/proto-bima/tsima-maria-stereoma-ekdoseis-ae-to-lithostrato2

 

Η Μαρία Τσιμά σε α΄ πρόσωπο

diastixo /24/2017

Το λιθόστρατο

Το λιθόστρατο είναι ο δρόμος της παιδικής και της εφηβικής μου ηλικίας. Μια να πας μια να γυρίσεις. Μια περατζάδα στον χρόνο και στον τόπο. Μέσα από την ιστορία δύο γυναικών (μάνας και κόρης) «περπατώ» στο γνώριμο μονοπάτι που δεν είναι ένας τυχαίος δρόμος. Σε όλο του το μήκος διασταυρώνονται οι μικρές ζωές. Στα τακούνια που ακούγονται στο πλακόστρωτο (τάκα τουκ) ρυθμικά… ο ήχος γίνεται χρόνος. Που περνάει. Και η κόρη γεννάει ένα κορίτσι. Την όμορφη Ζωή – παιδί ενός μεγάλου έρωτα. Και τα βήματα της ζωής οδηγούν στη μεγάλη απώλεια. Τον πνιγμό του παιδιού. Πόσα βήματα έχει ο χαμός, ο σπαραγμός, η αντιδικία, η τρέλα, το πένθος μέχρι την αυτοκαταστροφή; 33 βήματα κάνει η Αγγελική Λοβέρδου –το άγαλμα του Φιλιππότη– για να μπει στην εκκλησία του Δραπάνου (του νεκροταφείου) και να γίνει θεατής του μεγάλου δράματος. Μια ωραία κοιμωμένη που πέθανε κι αυτή νέα και παρθένα.

Ο τόπος

Το λιθόστρατο, το νεκροταφείο του Δραπάνου, το λιμάνι, η ιχθυόσκαλα, ο βυθός, τα Χοργοτά και τα τοπία της βόρειας Κεφαλονιάς. Άγρια και γεμάτα μύθους και παραμύθια. Μέχρι που έγινα 18 χρόνων περπατούσα σ’ αυτά τα μέρη. Άκουγα τους ψιθύρους, τις κρυμμένες αλήθειες πίσω από τα παντζούρια, παρακολουθούσα τα ψέματα να μαζεύονται όλα μαζί και να κάνουν παρέλαση. Αλλά άκουγα και τους θρύλους και τις παραβολές. Κι όταν νικούσε η ομορφιά, η μικρή αυτή κοινωνία την εξοστράκιζε. Αλλά πώς να βάλεις θηλιά στην ομορφιά; Μεγάλωσα σε έναν μικρό τόπο που οι άνθρωποι δεν κυριολεκτούσαν. Είχαν μια δεύτερη λοξή ματιά πίσω από την εικόνα, μια άλλη παρέα λέξεων για μία και μόνη λέξη. Ήθελαν να πουν καλός άνθρωπος και άκουγα: αυτός είναι το πουλί του θεού. Έτσι μεγάλωσα. Με παραθλάσεις της γλώσσας και των αισθημάτων.

Φωτισμένοι δάσκαλοι στο σχολείο (Αγάθη Καλαφάτη και Πέτρος Πετράτος) αλλά και αργότερα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με έκαναν να αγαπήσω τη λογοτεχνία. Η Σόνια Ιλίνσκαγια, ο Γιάννης Δάλλας, ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο Ευτύχης Μπιτσάκης και ο Κώστας Παπαγεωργίου την περίοδο των σπουδών μου στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με βοήθησαν να αρχίσω τη δοκιμασία της γραφής. Το θέατρο και οι διασκευές με έφεραν πιο κοντά στην επιθυμία μου για οικονομία, αμεσότητα, ακρίβεια, λιτότητα και έδειξα μια προτίμηση στη μικρή φόρμα. Αλλά κυρίως είμαι επηρεασμένη από το θέατρο. Η ανάγκη να πεις μια ιστορία. Με χαρακτήρες, με δομή, με ακολουθία. Να δοκιμάσεις τη λειτουργία της γλώσσας. Την αφήγηση. Τον διάλογο. Το παραμύθι.

Ο χρόνος

Η ιστορία θα μπορούσε να συμβαίνει και σήμερα αλλά και στο παρελθόν. Είναι άχρονη. Όπως και οι γυναίκες και οι άντρες της νουβέλας. Βρίσκονται αντιμέτωποι με το πάθος, τη δύναμη του έρωτα αλλά και τον πόνο της απώλειας. «Πώς αφήνουμε το δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μονάχος κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πώς γίνεται; Να αφήνεις το αίμα σου κάτω από το χώμα και συ να επιστρέφεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Εσύ να επιστρέφεις και να συνεχίζεις να ανασαίνεις;»Τώρα που ο χρόνος γεμίζει από ζωές και επιθυμίες και όνειρα που γίνονται μνήμη, τώρα που ο παρόντας χρόνος γεμίζει από φίλους, γονείς και συντρόφους που έφυγαν, είχα την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτό που χάνεται. Για πάντα. Αυτό που δεν μπορείς να το αλλάξεις. Τι δημιουργεί; Πώς διαχειρίζεται κανείς τον πόνο; Ένα παράθυρο στο άγνωστο της ψυχής είναι η γραφή αλλά και η ίδια η τέχνη. Κι όπως μια ιστορία είναι μια περιπέτεια, το έργο (λογοτεχνικό ή θεατρικό) πρέπει να είναι μια περιπέτεια για τον αναγνώστη ή τον θεατή. Κρύβουμε πολλά από τον ίδιο μας τον εαυτό και κρατάμε ολόκληρες περιοχές στο σκοτάδι. Αυτές πρέπει σιγά σιγά να φωτίζονται για να ανάψουμε ένα άλλο φως που μπορεί λίγο να μας ανακουφίσει.

Λέει κάτι υπέροχο ο Μίνωας Βολανάκης: «Δυο άνθρωποι κοιτάνε κάτω σε μια λακκούβα. Ο ένας βλέπει νερόλακκο, ο άλλος τον έναστρο ουρανό. Έτσι έχει γίνει η ζωή μας. Ένας νερόλακκος ή ένας πίνακας ζωγραφικής. […] γιατί η ομορφιά δεν ψεύδεται, μένει πάντα ομορφιά, δεν τσαλακώνεται από προθέσεις ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια της πείνας και του λοιμού». Είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτή την εποχή.

Η έκδοση

Ήμουνα τυχερή γιατί με εμπιστεύθηκε η κ. Λίζα Σιόλα από τις εκδόσεις Στερέωμα και το Λιθόστρατο κυκλοφόρησε τον Φλεβάρη και ήδη έχει κάνει και β’ έκδοση. Την επιμέλεια ανέλαβε η κ. Κατερίνα Σχινά και ήδη το έχουμε παρουσιάσει στη ΔΕΘ Θεσσαλονίκης, στο καφέ Ζώγια, στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου και στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Κιλκίς. Τον Οκτώβρη οργανώνουμε παρουσίαση στην Αθήνα.

Σχέδια

Επειδή εδώ και δύο χρόνια βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη στο ΚΘΒΕ, στόχος και του Γ. Αναστασάκη και δικός μου είναι να περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο έργα της ελληνικής και ξένης δραματουργίας παλαιότερων αλλά και νέων δημιουργών (Ταχτσής, Σεβαστίκογλου, Καμπανέλλης, Καζαντζάκης, Παπαμάρκου, Δήμου, Ναρ, Μπροντέ, Μπρεχτ, Φέκεμανς, Φασμπίντερ κ.ά.) αλλά και αναλόγια (Ανασκαφή 1, 2 και 3) βασισμένα σε κείμενα της νεότερης και της παλιάς γενιάς λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης. Το διήγημά μου Το ηλιοτρόπιο βραβεύτηκε από το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο και όταν θα βρω ελεύθερο χρόνο θα γράψω πάλι μια ιστορία για τον τόπο μου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΝΗΜΕΣ ΣΤΟ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ

 

 

ΑΝΝΑ ΚΑΚΟΥΛΛΗ

Πίνακας: ΑΝΝΑ ΚΑΚΟΥΛΛΗ

 

 

ΝΤΙΝΑ ΠΑΓΙΑΣΗ-ΚΑΤΣΟΥΡΗ

Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα επιμένουν
ν’ ανθίζουν στο Ακταίο.
Μια πόλη μες στο συρματόπλεγμα.
τα χέρια της ματώνουν
και ποιος να της γιατρέψει
τις πληγές;

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Κάθε Αύγουστο
νοικιάζεις ένα ζευγάρι κιάλια
τα βάζεις στα μάτια
κι ονειρεύεσαι…
την πολιτεία
πέρα από τα γκρίζα δέντρα,
την πολιτεία
που απλώνεται μέχρι τη θάλασσα.

 

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

Σώμα τ’ Αυγούστου
με δυο σκοτώστρες άρβυλα
με χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
κίβδηλα πρόσωπα
πως επανέρχεται
με προσωπεία τώρα απονενοημένων καιρών;

 

 

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΙΜΑΚΛΙΩΤΗ

Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση

 

 

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΣΙΑΤΟΥ

Γύρισα μα δε μπόρεσα να βρω το νησί μου.
Το πήρε ο πόλεμος.
Αθώα μαζί και ένοχη
θυμούμαι τους πλακόστρωτους δρόμους
που χάθηκαν ένα πρωί
μαζί με τα παιδιά που θέλησαν να τραγουδήσουν.

 

 

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

 

 

ΑΛΕΞAΝΔΡΑ ΖΑΜΠA

Εκκρεμείς κοιτούσαμε αργά
και κύματα τα ανακατεμένα μαλλιά
ρύθμιζαν ελαφρά λυτά φτερουγίσματα
Τα κορμιά τεντώνονταν στο διάχυτο αδύναμο φως
τα βλέμματα τότε γλυστρώντας ξάπλωναν
και ήταν Σάββατο…

 

 

ΒΕΡΑ ΚΟΡΦΙΩΤΗ

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες
οικουμενική εκκρεμότης.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

Ίσως να ‘ναι και παρήγορο
που δε θυμάμαι τον ξεριζωμό,
που δεν ακουμπά τη μνήμη μου
ο κρότος απ’ το κλείσιμο της πόρτας
για τελευταία φορά.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

Κύκλωπα βράχε
οροσειρά της μοίρας του τόπου
και των στιγμών
η αιθέρια μουσική των κυμάτων
έρχεται ολοένα κοντά σου
μα πάντα φεύγει

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού,
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το μαρτύριο
που δένει τη γη μας, τον τροχό που στενάζει
η πατρίδα μας, την πληγή στο σώμα του Ιησού.
Εσύ δεν λες τίποτα
μα η πληγή στο σώμα του Ιησού
δεν στερεύει.

 

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.
Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ

Ακούω μόνο τη φωνή της θάλασσας
Μουσική πάνω στους βράχους της σιωπής
Κι όσο κι αν με θωρείτε να ‘μαι κύμα λευκό
Πνιγμένα κρίνα είναι κάτω απ’ τον αφρό μου.
Έχω μια γεύση μνήμης αλμυρής στο στόμα
Του Ιουλίου μήνα με φοβίζει η φωνή
Και αυτών που πνίγηκαν στις τρικυμίες.

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΣΩΝΗ

Οι λεμονιές σου θ’ ανθίσουν και πάλι
σκορπώντας απλόχερα μυρωδιές
που μεθούν την ψυχή
και μεστώνουν τον πόθο
για τον γυρισμό…

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
οι άγιοι που μας φανερώνονται
να τους ανάψουμε το καντήλι

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΟΡΗΣ

Θα ‘ρθει κάποτε μια μέρα
Με κάποια πολλαπλότητα
Στο φέρσιμο της
Μια μέρα όμορφη ίσως
Που η ιστορία δε θα ρωτά
Για κάτι που δε φταίξαμε

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε
για τον Πενταδάκτυλο
είναι γιατί
μοιάζει χτυπημένο πουλί
με δυο φτερούγες
καρφωμένες στο χώμα.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Προδότες και προδομένοι
ίδιες ευθύνες
ίση μοιρασιά του καιρού-μου.
Το λυκόφως του συμβιβασμού
κάνει τις φλέβες της ανοχής
διάφανες.

 

 

ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ

Γεννάνε τα κογχύλια σκοπό ανατρεπτικό
κι εγώ αναζητώ τη Ρήγαινα
όπως την ύφανε η γιαγιά στον αργαλειό
χωστό μαζί της για να παίξω.
Μα αυτή είν’ άφαντη απ’ του μύθου τα λημέρια,
στέκει στα οδοφράγματα
εθελόντρια στην εθνική φρουρά

 

 

ΒΑΣΙΛΚΑ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ
σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου
και της προδοσίας.

 

 

ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ

Εκείνο το μικραστέρι
αντίκρισε τη σκλαβωμένη Αμμόχωστο
και κρύφτηκε στο άπειρο.
Εκείνη η ηλιαχτίδα
ακούμπησε στο ερειπωμένο κρησφύγετο
στο Δίκωμο και πάγωσε.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΗΝΑΡΑΣ

Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…
Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
πως των αδυνάμων τα λάθη
πληρώνονται με απώλεια
και με των ισχυρών το κέρδος.

 

 

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ

Να τους οι εξουδετερωμένοι
παρέα με τους μεγάλους μοναχικούς ποιητές
πορεύονται
έξω από τα τείχη και της δικής μας πόλης
ο Αττίλας ήρθε να «αποκαταστήσει την ανατραπείσα τάξη»

 

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Μακριά σου ανάστησα οργή, Οθέλλους ενός κόκκινου καημού
Και ζήτησα το πάθος μου να πνίξω
Σε μνήμες μέσα πληγιασμένες απ΄ του ΄Αδη το κοντάρι
Και τότες έτρεχε το αίμα της ψυχής και της αγάπης
Αμμόχωστος των παιδικών μου ανθώνων,
Των παιχνιδιών του ήλιου στους βλαστούς της ύπαρξής μου

 

 

ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης
και της χαράς που λαχτάρησα
η συνύπαρξη
σ’ ένα πανηγύρι των ανατροπών…
Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.

 

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ

Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
πρώτη φορά.
Δίχως συνθήματα θα ερωτευόμαστε εις τούς αιώνας
στην πόλη την κλειστή
ώσπου ν’ ανοίξει – επιτέλους – η δειλή καρδιά της

 

 

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

Βαδίζει, περνώντας απ’ την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να ‘ναι ακέραιο.
Πιο γενναίος απ’ όλους ο πρόσφυγας
που του αρκεί ο ήλιος να βαδίζει εμπρός

 

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

Ο χρόνος κλείστηκε
μες τα πηγάδια της Μεσαορίας
τα πουλιά φορέσαν
μια βουβή φλογέρα
κι οι νεκροί κρατάνε το χώμα
στις τρύπιες παλάμες τους.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.
Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.

 

 

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.

 

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Καμένα τα δέντρα η γη ρημαγμένη.
Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.
Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.
Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά
σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων
το αίμα ξεπετιέται ακράτητο
και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων

 

 

ΛΙΛΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Δεν έγραψα πολλά γι’ αυτά που μας χωρίζουν
μα ούτε και γι’ αυτά που μας ενώνουν.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
φουσκώνει χρόνο με το χρόνο
και έχει γίνει ένα τεράστιο αερόστατο πάνω από την πόλη
που κρύβει τον ήλιο.
Η σκιά του χαράχτηκε στη γη, στην πλάτη και το μέλλον μας
ανεξίτηλη μελανιά.

 

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Λευκωσία 1974
Γιέ μου γιέ μου μιλιούνια τα αλεξίπτωτα
Πώς πέφτανε ο πατέρας σου άρρωστος η γιαγιά
Άρπαξα το ρολόι φύγαμε ξέχασα να κλείσω τις βρύσες
Ανατολικά η πορτοκαλιά την αγαπούσα έλεγες
Τί να σου πω κλαίαμε πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας Βόρεια της Λευκωσίας μιαν
αγωνία που ζήσαμε

 

 

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι.
Είπα θα πεθάνω εδώ
κι ακόμα ζω αλλού.

 

 

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Ένα φεγγάρι σαν κλωστή
πάνω απ’ τη Λευκωσία
20 του ’Ιούλη 1979,
πάνω από τη γη όλο ξεχνάς
το κοφτερό μαχαίρι

 

 

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάθε πρωί
Ακονίζω τη μνήμη μου
Κι ένα μαχαίρι
Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν
Σε δυο κομμάτια με χωρίζει.
Τα παιδικά μου χρόνια με συνθλίβουν

 

 

ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
και φίλεψαν τον χάροντα
με πλούσιο τραπέζι.

 

 

ΝΟΡΑ NΑΝΤΖΑΡΙΑΝ

Ξαναπές μου εκείνο το παραμύθι, πατέρα.
Το παραμύθι για την ακρωτηριασμένη χώρα
και τα όνειρα της που εξοντώθηκαν.
Για την εκκλησία που έκλαψε,
την αλήθεια που κατηγορήθηκε πως έλεγε ψέματα,
τις φωνές που ξεσχίστηκαν σαν άκρα του σώματος.

 

 

ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ

Υπόσχομαι
ύμνους άλλων ηρώων
να μη σιγοτραγουδήσω
Υποσχεθείτε όμως κι εσείς
πως δεν θ’ αφήσετε
άλλο πετροχελίδονο
ν’ ανέβει στον ιστό

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

Στον προσφυγικό συνοικισμό
ήξερες την προέλευση του καθενού.
Έβλεπες το σπίτι της κυράς Αντρούλας
πνιγμένο λεμονόδεντρα,
μια μικρή Λάπηθο είχε φτιάξει.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ

Ζω την κατοχή στη χώρα
στην ψυχή
στον έρωτά μου.
Σβήσανε τον κύκλο που ’χα κάνει για εμάς
με κιμωλία πράσινη
και πάμε παρακάτω.

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

Ό,τι έγραψα ήταν υποσημειώσεις.
Στίχους δεν έγραψα,
θαύμαζα τα αιώνια ποιήματα που περπατούν
τα απογεύματα στις λεωφόρους της Λευκωσίας
και της κάθε πολιτείας
που φημίζεται, για την εξαίσια στιχοποιία της…

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΑΠΑΠΑΣ

Άσπρη μέρα, επιτέλους,
σαβάνωσε την ημισέληνο
στο αμίλητο βουνό.
Αναίσθητος όμως ο ήλιος
βούρτσισε στο πι και φι
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ

Πώς έγινε Θεέ μου, αυτό το θαύμα!
Ύμνε Ελληνικέ, γεμάτε φώς,
ντύσου τον ήλιο της Ανατολής,
έλα να διαλύσεις τ’ άγρια σύννεφα,
τη λύτρωση να φέρεις στη μικρή πόλη μας,
και ν’ αποδώσεις λεύτερο στο πέλαγο
το σκλαβωμένο, μες στο κάστρο, αρχαίο καράβι.

 

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΙΛΛΑΣ

χαμένη χώρα
μέσα στην πίκρα ταξιδεύοντας του Τεύκρου,
κατάβρεχτη πυξίδα νόστου αιώνιου,
Σκηνή του Μαρτυρίου
εγκαταλελειμμένη
μέσα στη λεηλατημένη μνήμη
των Ελλήνων.

 

 

ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

Η Λευκωσία μας αποδημεί στους χάρτες
σε αταχυδρόμητες φωτογραφίες
απ’ τις ψηλές ταράτσες την κοιτάμε
να ταξιδεύει στην ποδιά του Πενταδάκτυλου.
Μα η άλλη Λευκωσία φυλλορροεί στα στήθη μας
στα βραδινά μας βλέφαρα
η Λευκωσία μας η παλιά
η Λευκωσία μας

 

 

ΕΛΛΗ ΠΑΙΟΝΙΔΟΥ

φαντάσματα, φαντάσματα τού χθεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι’ εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι’ αβάσταχτη μάς φέρνετε ευωδιά χαμένου δυόσμου;

 

 

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ- ΠΑΠΑΔΟΥΠΟΥΛΟΥ

Μα πώς ξηγείς
του Πενταδάχτυλου
πώς όλα τούτα εσκεμμένα έγιναν,
πώς ξηγείς πώς ήταν
εκ προμελέτης
πώς τούτος ο Ιούλης
ήρθε με ψευδώνυμο
κ’ ένα κρεσιέντο ενατένισης
στο θάνατο μας;

 

 

ΚΑΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ- ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.

 

 

ΚΛΑΙΡΗ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

Δένεις, Αμμόχωστος,
τον ήλιο
στη χρυσή αμμουδιά
εκεί που άνθισαν τα κρίνα
και φτερούγισαν
τα όνειρά μας ουρανοτάξιδα.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα –
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

 

 

ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ

Πρόσφυγες είμαστε
που επισκεπτόμαστε σαν τουρίστες
τα σπίτια μας
ακέφαλοι
ματαιωμένοι
χωρίς ταυτότητα.
Πριν γίνουμε στήλες άλατος
βρε αδερφέ,
έναν καφέ θα τον πιούμε…!

 

 

ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ

Με πράσινο
περνά την πράσινη γραμμή
με κόκκινο
κατάργησε την κατοχή
Και θαλασσίς
γυρίζει στη Γιαλούσα
γυρευοντας
να ξαναγεννηθεί.

 

 

ΝΙΚΗ ΛΑΔΑΚΗ-ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Είκοσι μαρτυρολόγια
δε φτάνουν για την Κύπρο.
Μνήμη, εκείνα τα παιδιά
ήταν οι αγαπημένοι μου φίλοι,
εκείνα τα κοριτσόπουλα
ίδια η ψυχή μου.
Μνήμη,
τ’ αυγουστιάτικα σούρουπα
κράτησε το πρόσωπο τους.

 

 

ΠΙΤΣΑ ΓΑΛΑΖΗ

Με πυρσούς αναμμένους, με ορμή, με απέραντη υπομονή και μαρτύριο
Αξιοθέα, Αρσινόη Δημόνασσα, Αντωνού.
Γενναίες, δίκαιες των δικαίων, δυνατές και μεγάλες
Με μάτια πρησμένα απ’ τα δάκρυα κι ωστόσο αδάκρυτες
Να χαιρετούν την λευτεριά
Και με το αίμα τους να γράφουνε συνθήματα ατούς τοίχους

 

 

ΑΝΘΟΣ ΛΥΚΑΥΓΗΣ

Ιούλιο μήνα
βγαίνουν τα μαχαίρια
στον κάμπο. Και το βουνό
πιστάγκωνα δεμένο
σαν το τραγί στα χέρια
του χασάπη.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ

 

 

Ο Κυριάκος Δημητρίου είναι καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

ΒΙΒΛΙΑ

Ο Πλατωνικός Μύθος (2008) [Επιστημονικό σύγγραμμα]
Το Χειρόγραφο (2016) [Νουβέλα]
Τρεις μήνες και μια μέρα (2016) [Νουβέλα]
Άνθρωποι στο βαγόνι (2016) [Διηγήματα]
Το Κώμα (2017) [Νουβέλα]

 

44Β

33Β

22Β

11Β

ΤΟ ΚΩΜΑ (2017)

17 Αυγουστιάτικη πανσέληνος
Μάρμπουργκ, 1916

ΣΤΑ ΔΑΣΗ τού Μάρμπουργκ οι λυκάνθρωποι αλιεύουν στις ασημένιες λίμνες της σελήνης. Τον Αύγουστο φεγγοβολά η ολοστρόγγυλη σελήνη, σαν κρανίο
φωτισμένο, λαμποκοπούν στα ξέφωτα τα αβαθή έλη, στάμνες λουσμένες φωτοστέφανα. Το φεγγάρι ανεβαίνει ράθυμα στον ουρανό, ολόγιομο, αγκαλιά
μ’ ένα πορφυρό μεταλλικό δαχτυλίδι – το δέκατο τρίτο φεγγάρι του χρόνου. Το ασημένιο φως πλανιέται πάνω από την επιφάνεια των νερών -γυαλοκοπούν τα βαλτονέρια και τα ποτάμια-, γλιστρά μέσα από τις κουφάλες των γερασμένων δέντρων και τις βαθιές χαράδρες, φτάνοντας στα δροσερά ξέφωτα, καταβυθίζεται σιωπηλά στις απάνεμες σπηλιές, ενώ τα ερπετά ανασαλεύουν από ηδονή κι έρωτα. Απόψε οι σαύρες κι οι νυχτερίδες θ’ αγαπηθούν, τα
ερπετά θα γλυκοκοιτάξουν κατάματα το ένα το άλλο, και θα νιώσουν τον έρωτα να διαπερνά σύγκορμα τη σκληρόπετση ψυχή τους, αδάμαστη δύναμη – το ολόγιομο πνεύμα τού σύμπαντος κόσμου.
Ο πατέρας με κρατά σφιχτά από το χέρι και μ’ οδηγεί στο δάσος.
«’Απόψε, Λέναρντ, θα περπατήσαμε μέσα από τους αγρούς και τις καλαμιές, θ’ ανηφορίσουμε στους πρόποδες των αγγέλων και θ’ αναρριχηθούμε στις πιο ψηλές βουνοκορφές».
Νιώθω ευγνωμοσύνη, γιατί επιτέλους θα μάθω αν τις αυγουστιάτικες νύχτες με πανσέληνο πλημμυρίζουν τα δάση με ασχημομούρες, αναμαλλιασμένες μάγισσες και λυκανθρώπους, πού στήνουν χορό και γρυλίζουν στο ολονύχτιο πανδαιμόνιο, αρμέγουν το άργυρό αίμα του φεγγαριού, το πίνουν, και μεθοκοπούν και γίνονται ημίθεοι.
«Μισός άνθρωπος μισός λύκος, ό λυκάνθρωπος είναι καταραμένος, άκληρος απέθαντος θνητός, αναθεματισμένος, καταδικασμένος να ζει και να ξαναζεί αιώνια τη συμφορά του», μου είπε ο εφημέριος. Είναι παραμορφωμένος από τις στάχτες της προαιώνιας λάβας, την οργή του Θεού, και μοχθηρός· τον περισσότερο καιρό λουφάζει στο σκότος μέσα στις πυκνές φυλλωσιές και στα κρύα ρεύματα του βουνού, μα είναι φεγγαροχτυπημένος και σεληνομανής. Είναι ερωτευμένος με το φεγγάρι μ’ έναν έρωτα βαθύ, γιατί τον βγάζει -έστω και για λίγο- από τη μαύρη απεραντοσύνη της αιώνιας νύχτας.
Βαδίζουμε σβέλτα, βουβά, ανηφορίζουμε δαιμονισμένοι προς τις κακοτράχαλες πλαγιές και τα πετρώδη μονοπάτια· στα πόδια μας τσακίζονται με κρότο τα σάπια κόκαλα και τα ξερόκλαδα – τα φαρδιά φύλλα κάτω από τις βελανιδιές γίνονται κίτρινη σκόνη και βυθίζονται στο χώμα, πολύ βαθιά, στις
βρικολακιασμένες αδηφάγες ρίζες των δέντρων.
Είναι μεσάνυχτα, πλησιάζουμε στην κορφή τού βουνου. Είναι μεσάνυχτα στο Μάρμπουργκ, καί κρυώνω πολύ, φο-βάμαι πολύ.
Μεσάνυχτα – η σελήνη, ένας τεράστιος φανός, εποπτεύει μεσουρανίς τη μικροσκοπική ανθρωπότητα. Τώρα ντύθηκε το ασημοκόκκινο ατλάζι, μεγαλοπρεπής στον θρόνο του ουρανού, λες και πλύθηκε με αίμα, χτενίστηκε με αίμα, και το σώμα της μοιάζει άλικο κι ασημί. Οι πέτρινες λίμνες τού φεγγαριού και τα άδεντρα φαράγγια ξεχείλισαν μέλι πορφυρό.
Κρυώνω, πουντιάζω. Το χέρι μου σιγά-σιγά παγώνει – «Πατέρα, γιατί είναι τόσο κρύο το χέρι σου;»
Μέσα στη σιγαλιά της πανσέληνης νύχτας, στο πυροφόρο δάσος, ένας βόρειος άνεμος μουγκρίζει από μακριά, ξεσηκώνει στο πέρασμά του τις ψυχές
των δέντρων και των ζωντανών, καλπάζει με ορμή όπως τα άλογα του Αχιλλέα στον χάλκινο ουρανό. Τα δέντρα λυγίζουν, ικέτες, στο ξέφρενο κυνηγητό κι υστέρα σηκώνονται ψηλά, λες και θα πετάξουν. Μα οι ρίζες τα κρατούν στέρεα στη γη, σκίζεται η νύχτα σε δύο κομμάτια, κι εμείς μέσα στη νεκρική σχισμή τυφλές σκιές κουβαριασμένες.
«Πατέρα, γιατί λαμπυρίζουν τα μάτια σου σαν δύο σταγόνες φωτιάς; Πες μου».

 

30 Οι ψυχές ξεχύνονται στο δωμάτιο
Μόναχο, 1942

Το δωμάτιο γεμίζει σταχτιά καταχνιά. Οι σκιές τρυπώνουν στην κάμαρη από παντού – τις κλειδαρότρυπες, το παραβάν, τα παραθυρόφυλλα. Στριμώχνονται ανάμεσα στα έπιπλα, κολλάνε όπως οι βεντούζες στα τζάμια, γαντζώνονται στις κουρτίνες σαν χνουδωτές ταραντούλες. Τότε σχηματοποιούνται, γίνονται φιγούρες, σέρνουν τα βήματά τους η μία πίσω
από την άλλη, συνωστίζονται στο δωμάτιο, ο χώρος ξανοίγει, μεταμορφώνεται· βλέπω τώρα μια πλατιά αίθουσα με σκοτεινούς καθρέφτες. Καμία δεν μιλά, δεν έχουν μάγουλα, είναι ρουφηγμένα στα οστά του προσώπου, μονάχα οι μύτες ξεχωρίζουν, ξεφλουδισμένες, μοιάζουν με μάσκες τρόμου σε θέατρο του μακάβριου. Το δέρμα τους είναι καρβουνιασμένο και γκρίζο, άλλες σκιές είναι ακρωτηριασμένες. Μάτια
αιωρούνται στο ταβάνι, κομμένα μπράτσα με νούμερα κρατάνε ακόμα τις βαλίτσες τους – από μέσα ξεπηδούν κούκλες τσακισμένες, ακέφαλες, κατσαρόλια, βούρτσες, γόβες, κουρέλια.
Οι γυναίκες στέκονται βουβές, κοντοκουρεμένες, σχεδόν φαλακρές, με φαρδιές γκρίζες πιτζάμες και πρησμένες κοιλιές, λες κι εγκυμονούν έναν κοπιαστικό θάνατο. Από τις βαλίτσες τους σταλάζουν βαριές μαυροπράσινες σταγόνες, αίμα και λάσπη, και καθώς πέφτουν στο πάτωμα γίνονται μικρά φίδια πού στριφογυρίζουν συρίζοντας. Άλλες είναι γυμνές, το δέρμα τους είναι καμένο και ξεκολλά σαν λέπια, σώματα ψειριασμένα, γεμάτα πυώδεις πληγές. Τυφλές κι ανήμπορες, κουτουλάνε στους τοίχους, στο ταβάνι και στα τζάμια.
Στο πάτωμα μπουσουλάνε σκελετωμένα παιδιά· τα ρουθούνια τους ξεκαπνίζουν καμένο λίπος. Κάποιες στιγμές οι φιγούρες κουνιούνται ρυθμικά,
ανοίγουν το ζαρωμένο, ξεδοντιασμένο στόμα τους – «Είμαι ο αριθμός… ο αριθμός…». Πανδαιμόνιο, ένας γιγάντιος ψίθυρος μονάχα εισβάλλει στην κάμαρη, σαν να μηρυκάζει τον πόνο.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟ ΒΑΓΟΝΙ (2016)

Τ0 ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΥΩΝ

Βρίσκομαι στο τρένο με προορισμό τη Λυών, αναμενόμενη ώρα άφιξης 12 και 5, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό. Είναι βράδυ, περασμένες έντεκα. Μόλις πού πρόλαβα το τελευταίο δρομολόγιο – αναχώρηση 9 και 15 από το Παρίσι.
Κάθομαι στο βαγόνι της πρώτης θέσης κι ακούω τον συρμό να στριγγλίζει πάνω στις χιονισμένες ραγές, σκαρφαλώνοντας τις φιδίσιες στροφές του βουνού. Πιάνοντας μια στενή στροφή, το τρένο επιβραδύνει απότομα και βγάζει έναν δαιμονισμένο θόρυβο, τα φρένα σκαλίζουν τη σκουριά σαν λεπίδι, η σκουριά λιώνει από την τριβή και σμίγει με το νυχτωμένο χιόνι. Η νύχτα στο βουνό δεν μπορεί να κοιμηθεί, είναι εκκωφαντικός ο θόρυβος της μηχανής, απανωτές οι εκρήξεις στα σωθικά τού τρένου· κι έτσι παρακαλεί να εκτροχιαστεί ο καταραμένος συρμός, για να γαληνέψει. Κι αν κλείσει για λίγο τα μαύρα της βλέφαρα, τα δέντρα-γίγαντες του δάσους περπατούν με βαριά βήματα, ανασηκώνουν τον παγωμένο αέρα με τα κλωνάρια τους, σείεται η γη από τα τρίσβαθα, κι υστέρα μεταμορφώνονται σ’ εφιάλτες και την κυνηγούν. Οι γίγαντες του δάσους θέλουν να μείνει ξάγρυπνη η υγρή νύχτα, για να κοιμηθούν οι πετροκότσυφες στις αχυροφωλιές που κρέμονται -με τις κοιλιές τους γεμάτες γαλαζωπά αυγά-
από τα ψηλά κλωνάρια σαν γινωμένα τσαμπιά.
Κάτω από τις ράγες οι βράχοι αναστενάζουν στο σκοτάδι. Ευτυχώς που κάποιο καλοκαίρι τα μυρμήγκια άνοιξαν γαλαρίες κι είδαν λίγους σπόρους
γαλάζιο φως να χύνονται στο χώμα μέσα σε λίγες στάλες βροχής, πασκίζοντας να φυτρώσουν, θηλυκό κι αρσενικό φώς.
Μεγάλη στροφή, σφυρίζει το τρένο τρεις φορές, τέσσερις φορές, μουγκρίζει η ατμομηχανή καταπίνοντας λαίμαργα το μαύρο κάρβουνο, αγκομαχά σαν το κεφάλι τού λιονταριού που κουράστηκε να κυνηγά ελάφια στη γλιστερή άβυσσο. Κι υστέρα τα βαγόνια κλυδωνίζονται στο ξέφωτο από μια αρμαθιά αέρηδες που αντιπαλέψανε κάτω από το φεγγαρόφωτο και ειρήνεψαν, για να γίνουν σιδερένια γροθιά που πέφτει στη γη, λαξεύει τούς βράχους και σκάβει λαγούμια.
Σφυρίζει η αμαξοστοιχία με τα φώτα αναμμένα, μπρός-πίσω, και συρρικνώνονται τα λαχανιασμένα χιλιόμετρα στο φαράγγι, σαν να ξεκολλούν από τον χάρτη, και ναυαγούν στις κόγχες της νύχτας, λίγο πριν κοντέψουμε το πέτρινο γεφύρι – απόψε, στα πόδια του γεφυριού κοιμάται μια λίμνη μ’ ανθισμένα νερά, μπλε νούφαρα και λευκόχρυσους κρίνους. Η λίμνη μοσχοβολά βατράχια και πράσινα κοχύλια, η άμμος καρτερεί το φώς να κεντήσει το χρυσοκίτρινο υφάδι· μα δεν θα ξημερώσει απόψε, δεν θα
ξημερώσει αύριο, γιατί ούτε χθες ξημέρωσε.
Το τρένο πρέπει να φτάσει στον προορισμό του, να συναντήσει τα χρωματιστά όνειρα των τυφλών. Θέλω να κοιμηθώ και να ονειρευτώ τ’ απάνεμα όνειρα των τυφλών στ’ αμμουδερά μονοπάτια του νου, μα το σκοτάδι είναι πηχτό σαν βούρκος και καταβροχθίζει τα όνειρα. Ο εισπράκτορας εμφανίζεται υποβασταζόμενος από τα δεκανίκια μιας πένθιμης ελπίδας που σέρνεται στον ζαρωμένο διάδρομο· στο πηλήκιό του το έμβλημα είναι ένας χάλκινος πυρσός. Είμαι σ’ ένα τρένο που χάνεται σε μια άμορφη στάλα σκουριάς.
Θυμάμαι, πρέπει να θυμηθώ· στην εσπερινή ώχρα της αποβάθρας μ’ αποχαιρέτησε η Κλεμεντίν μ’ ένα φιλί στα χείλη σαν το ζεματιστό χάδι της προσευχής – «στο καλό, μόλις φτάσεις, να μου τηλεφωνήσεις». Πίσω της στέκεται διακριτικά ένα ζευγάρι, ο Βενσάν και η Σοφί, σηκώνουν τα χέρια ψηλά λες κι αγκαλιάζουν αόρατα τείχη ψελλίζοντας μελαγχολικά ένα ακαθόριστο «αντίο». Τούς βλέπω μέσα από το θαμπό τζάμι του βαγονιού, πού ολοένα μικραίνουν, ώσπου να σβήσουν οι εικόνες τους μες στο τεμαχισμένο μου βλέμμα – σπαράγματα μαραζωμένης μνήμης. Είχαμε αναχωρήσει βιαστικά από το καφέ «Λέ ντε Μαγκό», απέναντι από την εκκλησία Σαιν
Ζερμέν, αφού απολαύσαμε ζεστές κρέπες με αχλάδια, πασπαλισμένες με ζάχαρη άχνη, και μπάλες παγωτό βανίλια. Η Κλεμεντίν είχε βυθίσει τα μεγάλα μάτια της στα μάτια μου, κι έβλεπα με τα δικά της, ένα ζευγάρι μάτια θηλυκά, το μενεξεδί σούρουπο πού απλωνόταν νωχελικά στην Πόλη του Φωτός σαν εαρινή παλίρροια. Δεν ήθελε να ταξιδέψω με το τελευταίο τρένο για τη Λυών.
Όταν ο Βενσάν παρενέβη καθησυχαστικά, η Κλεμεντίν τον διέκοψε με σπαραχτική φωνή: «Δεν συμφωνώ μαζί σου, Βενσάν. Ό κόσμος είναι αλλόκοτος σήμερα, είμαστε το θήραμα στη δίνη του παμφάγου χρόνου – δεν νιώθετε το ωστικό κύμα του ανεκπλήρωτου κινδύνου; Ό κίνδυνος παραμονεύει ακόμα και στις ρίζες της τριανταφυλλιάς, στις χελιδονοφωλιές,
στ’ άνθη του γιασεμιού που μοιάζουν με πάλλευκες πεταλούδες».
Η αμαξοστοιχία πλησιάζει ράθυμα στον κεντρικό σταθμό της Λυών, τρυπώνει στη στενή σήραγγα διασχίζοντας το στομάχι του λόφου. Κλείνω τα μάτια σφιχτά για να μη βλέπω το σκοτάδι, κρατάω την αναπνοή στο στήθος μου για να μην εισπνέω τον λιπαρό αέρα. Οι ράγες είναι χορταριασμένες στη σήραγγα, ανάγλυφη σιδηροτροχιά λησμονημένη ακόμα και στις ρίμες των ποιητών. Φτάνουμε στη χιαστή διασταύρωση, το τρένο σφυρίζει υπόκωφα για ύστατη φορά, στο βάθος της πλατφόρμας διακρίνω τους επιβάτες πού περιμένουν βουβά με ψηλά καπέλα, ομπρέλες, μπόγους κι αποσκευές. Εγώ δεν έχω αποσκευές. Θα πρέπει να ξέχασα τη βαλίτσα μου στην αποβάθρα στο Παρίσι, όταν βιάστηκα να πεταχτώ στο βαγόνι – ευτυχώς η Κλεμεντίν θα τη φύλαξε, ίσως τη φρεσκάρει κιόλας με καφετί βερνίκι· η υφασμάτινη ταπετσαρία στο εσωτερικό της σκίστηκε σε μια γωνιά. Εκεί φύλαγα το διαβατήριό μου και λίγα χαρτονομίσματα για έκτακτη ανάγκη.
Το τρένο γλιστρά απαλά στις ράγες του τερματικού λες κι είναι τσουλήθρα, κόβει ταχύτητα, τα φώτα στο βαγόνι αναβοσβήνουν σαν βραχυκυκλωμένα, υστέρα σβήνουν ολότελα. Στην πλατφόρμα γυναίκες,
άντρες, παιδιά σπρώχνονται, στριγγλίζουν, στρέφουν το κεφάλι, και στο βλέμμα τους αισθάνομαι την αύρα ενός διαστατού κενού. Το βαγόνι ακινητοποιείται για λίγα δευτερόλεπτα· έχω την αίσθηση ενός θολού
απονεκρωμένου χρόνου που μετεωρίζεται στον αφρό μιας θαλάσσιας δίνης. Ο σταθμάρχης ανυψώνει την πράσινη ράβδο σηματοδότησης, κι αμέσως αρχίζει ένα ανάστροφο ταξίδι – τώρα πια έχω την πλάτη γυρισμένη κι ακούω τούς ήχους ανάποδα.
Εγώ όμως θέλω ν’ αποβιβαστώ στη Λυών! Αυτός είναι ό τελευταίος μου σταθμός. Άλλα το τρένο σφυρίζει ήδη στη διασταύρωση και σέρνεται ξεφυσώντας «τσαφ, τσουφ» στις ράγες· φτάνει στο φαράγγι, διέρχεται πάνω από τη γέφυρα και σκαρφαλώνει στο βουνό. Η νύχτα στο βουνό εκτείνεται απροσκύνητη στις βαθιές κουφάλες των δέντρων, στους νερόλακκους, στις σχισμές των βράχων, εισχωρεί στον ρυτιδωμένο φλοιό της σημύδας, στ’ απολιθωμένα φύλλα της οξιάς. Ό εισπράκτορας εμφανίζεται και πάλι, το βλέμμα του είναι ανέκφραστο, άτονο, σκυθρωπό, σαν να ιχνηλατεί τις ρωγμές στο διάφανο γκρίζο της καμπίνας. Τεντώνομαι να ρεύσει το αίμα στις φλέβες μου, μα είμαι καθηλωμένος στο κάθισμα, τα πόδια μου είναι βαριά σαν πέτρα, τα χέρι μου παγωμένα σαν ατσάλι, νιώθω έναν οξύ πόνο στο στήθος και κάτι ζεστό να τρέχει στο δέρμα μου κάτω από τα ρούχα.
«Γιατί δεν κάναμε σταθμό στη Λυών;» ρωτώ αμήχανα τον εισπράκτορα.
Με κοιτάζει με ύφος ασπόνδυλο, το βλέμμα του υποκρύπτει χλευασμό για τούς αμύητους – το κεφάλι του μοιάζει με σβηστό φανάρι, τα μάτια του σαν
στρογγυλές χαρακιές στο γυαλί.
«Κύριε, βρίσκεστε στην αμαξοστοιχία με προορισμό το Παρίσι», μου απαντά με φωνή καλοζυγισμένα ψυχρή και ήρεμη σαν τηλεγράφημα. «Έχουμε οδηγίες να επιστρέψουμε στο Παρίσι, να επαναλάβουμε τη διαδρομή».
«Οδηγίες; Από ποιούς έχετε οδηγίες;» Θυμήθηκα τα λόγια της Κλεμεντίν: «Ό κόσμος είναι αλλόκοτος σήμερα». Ναι, βέβαια, Κλεμεντίν, σήμερα εκκολάπτονται αλλόκοτοι άνθρωποι, λεηλατημένα είδωλα ενός άστεγου, αφέγγαρου κόσμου.
Επιστρέφουμε στο Παρίσι, η αμαξοστοιχία κυλά στις ράγες βουβά, προσέχω το ρολόι στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, δείχνει 9 και 16. Σκέφτομαι
πώς θα έχει ήδη αναχωρήσει το τρένο των 9 και 15 για τη Λυών.
Εκεί στην αποβάθρα διακρίνω την Κλεμεντίν σωριασμένη στα γόνατα, στο πρόσωπό της βραδιάζει ο πόνος, βλέπω τον Βενσάν βουρκωμένο να μισοσκεπάζει με το μάλλινο παλτό του ένα αδρανές μαραγκιασμένο σώμα. Διαβάζω τα χείλη τους, «στο στήθος, τον βρήκε στο στήθος» – στην παγερή αποβάθρα ένας άνθρωπος αιμορραγεί.
Κάποιοι ταξιδιώτες προστρέχουν να βοηθήσουν,
κάποιοι άλλοι απομακρύνονται βιαστικά, να ξεφύγουν από τον απροσδιόριστο κίνδυνο. Συγκρούονται οι κινήσεις τους και ζευγαρώνουν, χωνεύονται στη
μεγάλη εικόνα του σταθμού και απομένουν μονάχα λίγοι άνθρωποι, ατελή δυσδιάκριτα πρόσωπα, ναρκωμένα από τον φόβο. Διαισθάνομαι τη στυφή γεύση της απόγνωσης να αιωρείται στη μουχλιασμένη ατμόσφαιρα του σταθμού, τα χείλη μου ραγίζουν, στάζουν αίμα και κρυσταλλιάζουν. Η Σοφί κάθεται σ’ ένα ξεθωριασμένο ξύλινο παγκάκι και κρατά το κεφάλι μες στα χέρια της, σαν ανάγλυφη σιωπή. Πάνω στο παγκάκι είναι μια καφετιά βαλίτσα.
Το τρένο κοντοστέκεται σαν γέρικος γίγαντας υστέρα φορτώνει κάρβουνο η μηχανή και ξεκινάμε το ταξίδι για τη Λυών. Ο εισπράκτορας επαναλαμβάνει την επωδό: «Κύριε, βρίσκεστε στο τρένο με προορισμό τη Λυών». Τα τζάμια στο βαγόνι σιγά σιγά θαμπώνουν και καφετίζουν από μια στρώση παχιάς κόκκινης σκόνης, ερημωμένο χώμα σ’ έναν απάτριδα πλανήτη. Ταξιδεύω για τη Λυών σ’ ένα κιβωτιόσχημο βαγόνι, άναρθρος δεσμώτης στον σκληρό πυρήνα της νύχτας.
Φωνάζω τον εισπράκτορα. Αυτή τη φορά με διορθώνει. «Δεν είμαι μονάχα ο εισπράκτορας, κύριε, το αντίτιμο του εισιτηρίου σας είναι έξαλλου προ πολλού πληρωμένο, είμαι ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας».
Ακούω τον μεταλλικό αντίλαλο της αφυδατωμένης μου κραυγής: «Θέλω να κατεβώ από το καταραμένο τρένο».

 

ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ (2016)

Δεύτερος μήνας (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

’Εκείνη τη μέρα η «ανασκαφή» έβγαλε στην επιφάνεια ένα κιτρινισμένο βιβλίο, σε σχήμα οκτάβο με σπασμένη ράχη -τα σκληρά εξώφυλλα είχαν αποκολληθεί—, το όποιο έφερε τον τίτλο θεαίτητος ή περί επιστήμης. Ήταν ελαφρά νοτισμένο από την υγρασία κι οι σελίδες ήταν κατάστικτες από μαυριδερές κηλίδες και κιτρινωπά ακανόνιστα εξογκώματα σαν μικρά σπυριά. Χαμογέλασα στη σκέψη ότι οι μύκητες της μούχλας θα είχαν μάλλον αποθαρρύνει τους τερμίτες να το πλησιάσουν. Η πρώτη σελίδα είχε
αποκοπεί βίαια προ καιρού, συνεπώς δεν μπορούσα να γνωρίζω τη χρονολογία έκδοσης. Έτσι, ως έμπειρος βιβλιόφιλος, ξεφύλλισα προσεκτικά τον τόμο μέχρι το τέλος της εισαγωγής, που παραδόξως ήταν και το τέλος του ολιγοσέλιδου βιβλίου, για νι διαβάσω ένα γνωστό μου όνομα, Φλόυερ Σίντενχαμ – και μετά Λονδίνο, 1772. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στο
στήθος μου κι ένιωσα ίλιγγο από τη συγκίνηση. Ο Σίντενχαμ, ήξερα, δεν είχε μεταφράσει τον πλατωνικό Θεαίτητο δεν θυμάμαι να είχε προλάβει να ξεκινήσει αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Αυτό το πυκνογραμμένο βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου, που ψαχούλευα με αγάπη κι αγωνία, έκρυβε μέσα του ένα αίνιγμα.
Στις πρώτες σελίδες ο Σίντενχαμ αναφερόταν στις απόψεις τού Σερ Τόμας Μπράουν για τα «ενύπνια». Οπαδός της νέας επιστήμης, ο φυσικός φιλόσοφος Μπράουν ήταν ένα ιδιόρρυθμο μείγμα εμπειριστή και δεισιδαίμονος χαρακτήρα. Στη Θρησκεία ενός φυσικού επιστήμονα, που εξέδωσε ανώνυμα το 1642, προχωρούσε μεθοδικά στην αποδόμηση των «κοινών ψευδαισθήσεων» και διατύπωνε μεν ανορθόδοξες θρησκευτικές απόψεις, άλλα επέμενε στην ύπαρξη των λυκανθρώπων και των δαιμόνων. Τα ξωτικά που καταβρόχθιζαν τις ρίζες του νερού στις πράσινες λίμνες και οι ξενυχτισμένες μάγισσες που έκαναν μαγγανείες του προκαλούσαν δέος. Με την πάροδο του χρόνου, ο Μπράουν ανέπτυξε μια ακατανίκητη έμμονή με
τον θάνατο – την τελευταία πράξη που συνθλίβει ανελέητα με χλεύη την ανθρώπινη ζωή, τον θάνατο των έμβιων οργανισμών και την απόληξή τους στη χοϊκή μήτρα. Ο Σίντενχαμ, κι αυτός ένα παράδοξο μείγμα εμπειριστή αισθησιοκράτη και διαισθητιστή, διάλεξε ένα απόσπασμα από τον Μπράουν, για ν’ αναλύσει ακολούθως τις απόψεις του για τα όνειρα.
Τον μισό χρόνο της ζωής μας τον περνάμε στη σκιά της γης. Κι ο άγγελος του θανάτου απομυζά το ένα τρίτο της ύπαρξής μας. Ο ύπνος μας παρασέρνει σε μονοπάτια μύησης στον άυλο κόσμο της αιωνιότητας. Το
φώς της μέρας μας εφοδιάζει με αισθησιακές εικόνες, αβέβαιες ματιές, απατηλά χρώματα, απατηλές οσμές, ρόδα μαραμένα… Η νύχτα ανακαλεί μια μνήμη απρόσιτη, πέρα από τη μεταβλητότητα των πραγμάτων, μες στο ονειρώδες πέπλο της μυθοπλασίας. ’Έχοντας διέλθει την ημέρα μας με εργώδη προσπάθεια για ορθολογική διερεύνηση της αλήθειας, έρχεται η νύχτα, και στα όνειρά μας εμείς είμαστε πια καταδικασμένοι να παραδοθούμε στην αιχμηρή, απέλπιδα μελαγχολία, σε αναπαραστάσεις του νου όπου δύσκολα διακρίνεις την πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση, τον λογισμό
από την πυρετώδη έκσταση της τρέλας.
Ό Σίντενχαμ συνέκρινε τη θέση του Μπράουν με το συμπέρασμα του Σωκράτη, πως «η γνώση δεν μπορεί ν’ απορρέει από την αίσθηση», αφού στην κατάσταση του ονείρου ή της τρέλας εμφανίζονται παραισθήσεις που
συγχέονται με αισθήσεις και αντιστοιχούν σε συνθήκες βιολογικής εγρήγορσης. Συνεπώς είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να διακρίνει μέσα στο ίδιο το όνειρο ποια πράγματα είναι περισσότερο αληθινά από κάποια άλλα.
Μια πρόσθετη δυσκολία είναι η αδυναμία του ανθρώπου να ξεχωρίσει ανάμεσα στην κατάσταση του ονείρου και του μη ονείρου, του όντος και του μη όντος. Κι αν τα όνειρα είναι η πύλη μιας αόρατης, δυσθεώρητης πραγματικότητας, μια αναλαμπή στον ζόφο της φαινομενικότητας; Αν ζούμε κοιμισμένοι, κι αν όντας ξύπνιοι, δραπετεύουμε από την πραγματικότητα, διότι φοβόμαστε να τη βιώσουμε; Αν παραδεχόμασταν πως «η γνώση απορρέει από την αίσθηση», τότε θα έπρεπε να εξαγάγουμε ένα και μόνο θλιβερό συμπέρασμα: δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, ούτε ποτέ θα υπάρξει βέβαιη γνώση.
Κι όμως κάποιος είχε προσπεράσει το κομβικό εικοστό πρώτο σκαλοπάτι. Στην απόλυτη μυστικιστική σιωπή της υπόγειας κατακόμβης άκουγα πολύ καθαρά τα βαριά βήματα να κατεβαίνουν ένα-ένα, αργά-αργά και
προσεκτικά, τα ελικοειδή σκαλοπάτια. Απέναντι μου στεκόταν ένας ηλικιωμένος κύριος με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού, ελαφρά καμπούρης και ισχνός. Ήταν ντυμένος φτωχικά- φορούσε κίτρινο γιλέκο, άσπρο πουκάμισο με πλατύ γιακά και μαύρο παλτό. Τό κεφάλι του σκέπαζε ένα ημίψηλο καπέλο. Έγειρε ελαφρά το σώμα, ως υποκλινόμενος, και με πλησίασε στο πρόσωπο. «Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη μετάφραση αυτού του διαλόγου» μου είπε απολογητικά, με φωνή κεντημένη με συγκίνηση ή παράπονο – δεν ξέρω. Μετά κάθισε πάνω σ’ ένα κουτί από βιβλία κι έβγαλε το καπέλο από το κεφάλι. «Όταν διάβαζες την Εισαγωγή μου, τη Σύνοψη στους πλατωνικούς διαλόγους, θα πρόσεξες πως ο Θεαίτητος ήταν στις προτεραιότητές μου. Και μετά
-θυμάσαι;- απορούσες γιατί δεν υλοποίησα ποτέ τα σχέδιά μου· σκεφτόσουν τι σκεφτόμουν, ανασυγκροτούσες στο μυαλό σου τα κίνητρά μου, τις προθέσεις μου· ωστόσο δεν έβγαζες ένα λογικό συμπέρασμα. Μετά έψαξες απεγνωσμένα να βρεις στοιχεία για μένα, προσωπικά, ανεκδοτολογικά, για ν’ ανασυνθέσεις τη σκορπισμένη στους τέσσερις ανέμους ζωή μου… Πουθενά δεν βρήκες χειρόγραφα, επιστολές· μόνο κάτι σκόρπιες πληροφορίες κι ανακοινώσεις σε φυλλάδες κι εφημερίδες, ενίοτε αντιφατικές. Άμορφο υλικό, όπως μια χούφτα
σκόνη». Ο Σίντενχαμ ανασηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε, στήριξε με δυσκολία το σκελετωμένο του κορμί στο μπαστούνι, σαν έτοιμος να φύγει. Κοντοστάθηκε για λίγο, τον είδα εξασθενημένο πολύ και τρόμαξα, ξαφνικά
όμως το πρόσωπό του φωτίστηκε και ξανασιάστηκε στο κασόνι με τα βιβλία. «Γιατί δεν φεύγεις;» τον ρώτησα. «Νόμιζα πως θα έφευγες, δεν φαίνεσαι καλά, είσαι χλωμός, παγωμένος, στάζει αίμα ο λαιμός σου,
χρειάζεσαι ξεκούραση». Ξεροκατάπιε, με κοίταξε διαπεραστικά με τα ζαρωμένα υγρά του μάτια, που ήταν βυθισμένα στις κόγχες του λεπτοκαμωμένου του προσώπου.
«Άκουσέ με, μην παραπονιέσαι – σε παρακολουθούσα συνεχώς, ήμουν πάντα δίπλα σου, διακριτικά, αθόρυβα, ανεπαίσθητα, σ’ όλες τις αγωνιώδεις σου προσπάθειες να ιχνηλατήσεις τον βίο και το έργο μου. Διέκρινα την αγάπη σου, τον υπέρμετρο θαυμασμό σου, που ίσως όμως δεν άξιζα. Εγώ, ένας ταπεινός αναγνώστης του Πλάτωνα -ναι, είναι αλήθεια, πρώτος προσπάθησα να τον μεταφράσω σε γλώσσα κατανοητή-, χάθηκα ξαφνικά, λες κι άνοιξε τις πύλες της η άβυσσος και με παρέσυρε στην αέναη ανακύκλωση. Κι έμεινε το έργο μου ημιτελές, ανολοκλήρωτο, ν’ απορεί που το άφησα να περιφέρεται, μισή ψυχή, μισό σώμα, ακρωτηριασμένο, στη δίνη του χρόνου. Σου έδωσα, σου έδινα, ακόμη σου δίνω κάποιες ενδείξεις στις υποσημειώσεις μου. Μάταια όμως, τις προσπέρασες βιαστικά. Υποτίμησες τα μικρά για τα μεγάλα, τα άρρητα για τα ρητά – όμως η αλήθεια κρύβεται στις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες των πραγμάτων. Αυτό δεν είναι το μεγάλο μυστικό του φιλοσοφικού στοχασμού;
»Άκου λοιπόν, άκουσέ με προσεκτικά. Το μυαλό σου δεν μεγάλωσε ακόμη για να κατανοεί το μεγαλείο της αμφιβολίας. Νόμιζες πως όλα είναι ευθυγραμμισμένα με τη λογική, πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο από τον καθαρό λογισμό. Θέλησες, αυτό είναι το λάθος, να βάλεις τάξη στο χάος, ν’ ανακαλύψεις συμμετρία στην άβυσσο .Έφτιαξες έναν Πλάτωνα στα μέτρα σου, όχι στα μέτρα του, όχι στα μέτρα μου. Μα αφού το αποφάσισες να εισέλθεις στο μαγικό βασίλειο της άχρονης γνώσης, άκουσε τη συμβουλή μου: Μην πιστεύεις μονάχα αυτά που διαβάζεις στη λιθογραφία, στις επιγραφές και στις
σελίδες των βιβλίων. Αν, λόγου χάρη, αποκτούσες τη γνώση διαβάζοντας όλους αυτούς τους τόμους που βρίσκονται τώρα, αυτή τη στιγμή, σ’ αυτό το υπόγειο, τότε θα γινόσουν παντογνώστης! Θα έβγαινες από τούτο τον
χώρο στο φως της μέρας με μια υπεράνθρωπη έπαρση, και δικαιολογημένα – θα ήσουν Θεός, δεν θα ήσουν πια ένας θνητός, ένας κοινός θνητός.
»Άκουσέ με προσεκτικά: Συνέχισε να ψάχνεις πίσω από τις γραμμές, ανάμεσα τους, δίπλα τους, κοντά τους, εκεί που υπάρχουμε εμείς, οι ανείπωτες ιδέες μας, οι ανολοκλήρωτες σκέψεις μας, τα μικρά και μεγάλα πάθη μας, οι μικροί και μεγάλοι φόβοι μας, τα οράματα μας, οι ελπίδες μας. Εκεί πάλλεται αιώνια, ατελεύτητα, η καρδιά μας – εκεί φωσφορίζουν σαν τη φεγγαρόλουστη θάλασσα οι ιδέες μας, κρυμμένες στις πιο μικρές, δυσδιάκριτες λεπτομέρειες, στις κρυφές εσοχές του πίνακα, στον πίνακα του κόσμου».
Ο Σίντενχαμ σηκώθηκε- αυτή τη φορά φαινόταν αποφασισμένος νά φύγει. Ότι ήθελε να πει μου φάνηκε πως το είχε πει. Όμως ξαφνικά άλλαξε γνώμη, σαν να διάβασε τη σκέψη μου.
«Ξέρω τί σε βασανίζει. Σε βασανίζει η εξαφάνισή μου. Γνωρίζεις πως επισκέφτηκα όλα τα τυπογραφεία του Λονδίνου, μικρά και μεγάλα, για να δω αν ενδιαφέρονταν να εκδώσουν τις μεταφράσεις των διαλόγων του Πλάτωνα. Στο τέλος ένιωθα ένας ουτιδανός, ένας γυρολόγος πού αναζητούσε εμπόρους για να πουλήσει τις ιδέες του μεγάλου δασκάλου για λίγα αργύρια. Όμως
δεν είχα άλλη επιλογή, πίστεψέ με. Ξέρεις πως η οικογένεια Σίντενχαμ με αποκήρυξε όταν υπέπεσα στο αμάρτημα του έρωτα- δυστυχώς γι’ αυτούς, ερωτεύτηκα μια ταπεινή υπηρέτρια. Φάνηκα δειλός, λιγοψύχησα, την εγκατέλειψα στο έλεος των ανθρώπων κι έγινα ναύτης- δέκα χρόνια ταξίδευα μ’ ένα σαπιοκάραβο μέχρι τις μακρινές Ινδίες, θαλασσοδαρμένος, πάτησα απάτητα λιμάνια, άγνωστες πολιτείες. Όταν πια επέστρεψα στο Λονδίνο, ήμουν άφραγκος και μετανιωμένος. Ζούσα σε τρώγλες, σε πτωχοκομεία, σε σανατόρια -σαν αυτό που ζεις εσύ τώρα- με τον όβολό των λίγων που εκτιμούσαν τις ικανότητες μου. Καταλαβαίνεις… Δεν είχα τα χρήματα για να εκδώσω τις μεταφράσεις, κι έπειτα κανείς, μα κανείς δεν ενδιαφερόταν για τον Πλάτωνα. Προσέφυγα στους τοκογλύφους και κατάφερα να εκδώσω εννιά
έργα. Ελάχιστοι όμως ενδιαφέρονταν να αγοράσουν “τον Πλάτωνα” – μήπως πλήρωνα ένα ασύγγνωστο ολίσθημα; Μήπως ο δάσκαλος ήθελε μόνο τους “μυημένους”, τους κυνηγούς των ιδεών, να διαβάζουν το έργο του;
»Ένα χιονισμένο βράδυ του Δεκέμβρη του 1787 μου πέρασαν αλυσίδες στα πόδια και μ’ έσυραν στο φοβερό Νιουγκέιτ, ως ένα ποταπό υποκείμενο, αναξιόχρεο οφειλέτη… Θα έχεις επισκεφτεί το Νιουγκέιτ! Μ’ έριξαν σ’ ένα υγρό μπουντρούμι μαζί με κάμποσους άλλους ψειριασμένους, άρρωστους με τύφο, τυφλούς, αναθεματισμένους από τον Θεό, κολασμένους. Κάποιοι διέδωσαν πως εκεί, στο κολαστήριο, τρελάθηκα. Θεία καταδίκη; Κάπως έτσι φανταζόμουν το πλατωνικό σπήλαιο. Εκεί να με αναζητήσεις, αν ποτέ το θελήσεις. Εκεί θα με βρεις.
»Και να θυμάσαι τον αιώνιο γυρισμό του Νίτσε. Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη στο εκκρεμές του χρόνου. Μόνο τότε θα καταλάβεις. Ποτέ δεν φύγαμε από εδώ, κι όταν φεύγουμε για λίγο, είμαστε καταδικασμένοι παντοτινά να επιστρέφουμε».

 

ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ (2016)

Μέρος πρώτο (Απόσπασμα)

Ο Γκέιλ αυτοπροσδιοριζοταν ως νέος διανοούμενος με λαμπρές προοπτικές, προπάντων στον κλάδο της αγγλικής φιλολογίας. Δεν τον αδικούσε βέβαια κανείς γι’ αυτό. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερες συστάσεις, αυτές -στην περίπτωσή του- ήταν μάλλον επουσιώδεις. Διάβαζε με άνεση λατινικά και αρχαία ελληνικά από τα παιδικά του χρόνια. Το Ούέστμινστερ, το ξακουστό ιδιωτικό σχολείο του Λονδίνου, με τη μακραίωνη παράδοση, του παρείχε όλα τα εφόδια για να γίνει ένας κλασικός φιλόλογος. Μπορούσε να κλίνει με την ίδια απαράμιλλη ευκολία οποιοδήποτε αρχαιοελληνικό ρήμα, ν’ αναλύσει την ετυμολογία οποιοσδήποτε ουσιαστικού, είτε από τα ομηρικά έπη είτε από τον Πλούταρχο.
Όταν αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της ’Οξφόρδης, διδάκτωρ αγγλικής φιλολογίας τού ιστορικού κολεγίου Μπάλιολ, οι προοπτικές για μια ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ήταν εξαιρετικές. Στο άνθος της ηλικίας του -δεν είχε ακόμα κλείσει τα τριάντα- αποφάσισε πως δεν θα επέστρεφε στη χιονισμένη Ουαλία, στο μέγαρο της αριστοκρατικής οικογένειας των Έλιοτ. Δεν θα ενέδιδε στα κελεύσματα της αριστοκρατικής πολυτέλειας, η όποια θα τον οδηγούσε, όπως πίστευε, σ’ έναν αργό πνευματικό θάνατο, σ’ έναν παρατεταμένο διανοητικό λήθαργο. Παρά τις ασφυκτικές πιέσεις της
μητέρας του, ο μοναχογιός Γκέιλ αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, για να βρίσκεται στην αιώνια πόλη της καλλιτεχνικής κίνησης και των πνευματικών προκλήσεων. Έτσι, πολύ σύντομα μετά την αποφοίτηση
του, αποχαιρέτησε τον μέντορά του και την ’Οξφόρδη και κατέβηκε στο μεγαλοαστικό προάστιο του Χάιγκεϊτ, στο βορειοανατολικό Λονδίνο. Την καθημερινή του φροντίδα θ’ αναλάμβανε η παλιά του γκουβερνάντα, η Άλμα,
που τόσα χρόνια παρέμενε φύλακας στην οικία, να ποτίζει τον κήπο, να βερνικώνει τα έπιπλα και να προσέχει τον ηλικιωμένο γάτο τους, τον Μάιλο.
Το σπίτι είχε χτιστεί στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, κατά μήκος ενός αρχαίου δάσους, κοντά στο μεγάλο πάρκο του Γουότερλο. Ως επί το πλείστον νεοκλασικής αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας, το οικοδόμημα μαρτυρούσε τη μεγαλοπρέπεια, τη στιβαρή, ανυπότακτη αύρα που εξέπεμπαν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των παλαιών του ενοίκων. Εσωτερικά οι τοίχοι
ήταν βαμμένοι με βασιλικά χρώματα, ενώ η τραπεζαρία και η βιβλιοθήκη ήταν επενδυμένες με ακριβή βυσσινοκόκκινη ταπετσαρία. Τα βαριά ξύλινα έπιπλα δυσκόλευαν τον βηματισμό, ιδιαίτερα εφ’ όσον η εσωτερική διάταξη ήταν αρκετά περίπλοκη, με μικρούς μαρμάρινους διαδρόμους, κρυφούς φωτισμούς, πολυελαίους που κρέμονταν στα χαμηλοτάβανα δωμάτια κι ελικοειδείς σκάλες
που οδηγούσαν στη σοφίτα με τους φεγγίτες. Οι κρυφοί φωτισμοί σε συνδυασμό με τις βαριές κουρτίνες, που σκοτείνιαζαν τα δωμάτια, έμοιαζαν με οδοδείκτες πλοήγησης στην αναζήτηση ενός κρυμμένου θησαυρού.
Οι Έλιοτ, συντηρητικοί Ουαλοί, ανεπιτήδευτα θρησκόληπτοι, αποφάσισαν να μην παρέμβουν στην αταραξία του χρόνου, να σεβαστούν τ’ αντικείμενα, τα μπιμπελό, τα πελώρια έπιπλα· έτσι, έκλεισαν τ’ αυτιά
τους στην πεισματική έμμονή του Γκέιλ για εκτενή ανακαίνιση της οικίας στο Χάιγκεϊτ. Μάταια τους εκλιπαρούσε ο Γκέιλ, στο τέλος έβαζε τα γέλια: «Αυτό το σπίτι θα πρέπει να χτίστηκε για λιλιπούτεια ανθρωπάκια… Θα το είδε ο Τζόναθαν Σουίφτ κι εμπνεύστηκε τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ!». Έτσι χαμηλοτάβανο όπως ήταν, η διέλευση από το ένα δωμάτιο στο άλλο, μέσα
από τούς στενούς διαδρόμους που σχημάτιζαν τα βαριά, ογκώδη έπιπλα, τον εξανάγκαζε σε κωμικούς ακροβατικούς ελιγμούς, για ν’ αποφύγει τις κουτουλιές στις ξύλινες δοκούς της οροφής και στις τραχιές επιφάνειες
των τοίχων. Η άνοδος στους πιο πάνω ορόφους, για έναν ψηλό σωματώδη άντρα όπως ο Γκέιλ, ήταν ένα κοπιαστικό, κλειστοφοβικό εγχείρημα, οι ελικοειδείς σκάλες ήταν απότομες και σκοτεινές. Η κατάβαση ήταν
βασανιστική λόγω της απότομης κλίσης και του περιορισμένου χώρου – τα σκαλοπάτια έμοιαζαν με βαθιά μονοπάτια πού κατρακυλούσαν από το βουνό. Ο Γκέιλ μεταμορφωνόταν σ’ έναν γιγάντιο τυφλοπόντικα που ανεβοκατέβαινε ασθμαίνοντας στο λαγούμι του, αφού σερνόταν ιδρωμένος στις στενές σήραγγες, απορημένος πώς χωρούσε σ’ έναν τόσο μικρό κόσμο.
Η οικία στο Χάιγκεϊτ διατήρησε αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία της: τα χρώματα της βικτοριανής εποχής, την αρχιτεκτονική διαρρύθμιση, ακόμα και τον εσωτερικό διάκοσμο με τα ξυλόγλυπτα ερμάρια και τους χρωματιστούς υαλοπίνακες. Οι Έλιοτ ξεκαθάρισαν στον Γκέιλ πως δεν επρόκειτο να διασαλεύσουν αλόγιστα τη φυσική ροή του χρόνου· όφειλαν να σεβαστούν τη μυστηριακή πνευματικότητα του χώρου, το άσυλο των ψυχών. Πολύ ευχαρίστως θα τού νοίκιαζαν ένα πολυτελές μοντέρνο διαμέρισμα στο κεντρικό Λονδίνο, φτάνει να τους το ζητούσε. Η μεταφυσική που ασπάζονταν οι Έλιοτ με θρησκευτική ευλάβεια ήταν βαθιά ριζωμένη στην κελτική
εσχατολογική μυθολογία. Η διάβαση στον «’Άλλο Κόσμο» είναι δυσχερής, αφού οι νεκροί δεν έχουν επίγνωση του θανάτου τους· έχοντας πιει το νερό της λήθης, διαγράφουν τις οδύνες και τη δυστυχία του υλικού κόσμου.
Μαζί με τη λησμονιά όμως κυριεύονται κι από ένα αδέσποτο πνεύμα που αψηφά τον χρόνο. Το σπίτι είναι γεμάτο ψυχές πεθαμένων. Παραμένουν στον οικείο τους χώρο κι εξακολουθούν να διασκεδάζουν και να γιορτάζουν την κάθε μέρα, μέχρι να έρθει εκείνοι η στιγμή που ένας θεός, ένας δαίμονας τελοσπάντων, θα πληρώσει το ναύλο για τί μεταθανάτια ζωή και θα τους
οδηγήσει στην αντίπερα όχθη.
Αμέσως μετά την αποφοίτηση του ο Γκέιλ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Τις νύχτες, το φθινόπωρο άπλωνε το σεντόνι του στο αρχαίο δάσος του Χάιγκεϊτ, για να πέσουν απαλά τα κιτρινισμένα φύλλα της οξιάς και της
βελανιδιάς, χωρίς να φοβούνται το κενό. Το πρωί ήτανε στρωμένο με τη συγκομιδή των νεκρών χρυσαφένιων φύλλων, και το φθινόπωρο, σαν στοργικός πατέρας, το ξαλάφρωνε όσο μπορούσε, είτε με τη βοήθεια τού ψυχρού αέρα, που ταξίδευε ορμητικός από τα βόρεια, τις παγωμένες βουνοκορφές της Σκοτίας, μέχρι τη λασπερή γη του Χάιγκεϊτ, είτε με το ψιλόβροχο, που τα έσπρωχνε στα βάθη της γης – να σμίξουν με τις ρίζες, να ξαναγίνουν φως, να ξαναγίνουν χρώμα.
Το δάσος μάγευε τον Γκέιλ. Καθόταν στη σοφίτα με τις ώρες συντροφιά με τον Μάιλο, που κοιμόταν γουργουρίζοντας, κουλουριασμένος στην κοιλιά του, και θαύμαζε τους πανύψηλους κορμούς των αιωνόβιων βελανιδιών με τα άλλοτε καταπράσινα κι άλλοτε κιτρινωπά ή κόκκινα σαν αίμα φύλλα τους. Οι εποχές ήταν οι απόλυτοι άρχοντες, καθόριζαν τα χρώματα στις φυλλωσιές, όπως και τη διάθεση των ανθρώπων.
Τα φθινοπωρινά απογεύματα, όταν έπεφταν οι αχτίδες του ήλιου, το μαγεμένο δάσος εκτόξευε γυαλιστερές ανταύγειες φλόγας στα χαμηλά σύννεφα, σαν να καιγόταν από ένα ακατασίγαστο πάθος να διαπεράσει τη
συννεφιασμένη ομίχλη και να φτάσει στον ουρανό με τ’ άστρα. Μαζί του θα ταξίδευαν και οι πιστοί θαμώνες της αιώνιας δασούπολης – οι κουκουβάγιες που αλέθουν τη νύχτα στα κίτρινά τους μάτια, οι καστανόξανθες αλεπούδες και οι παιχνιδιάρικοι μικροσκοπικοί σκίουροι. «Το μαγεμένο δάσος της νεφέλης» σκεφτόταν ό Γκέιλ, κι αναπολούσε τα χρόνια της παιδικότητάς του, τα πικρόγλυκα παραμύθια που τον κρατούσαν χέρι-χέρι και τον οδηγούσαν στις αγκάλες του Μορφέα, για να ονειρευτεί άλλους κόσμους, άλλους ανθρώπους, ν’ ανοίξουν τα σύνορα τού μυαλού του. Θυμόταν πόσο πολύ λαχταρούσε να έφτιαχνε μια ανεμόσκαλα, κι ένα βράδυ, όταν θα κοιμούνταν οι γονείς του, βαθιά μεσάνυχτα, να σκαρφάλωνε μέχρι τη βάση του παλατιού. Να περπατούσε σαν το ελάφι στα βαμβακερά μονοπάτια, στο μαγεμένο δάσος με τα ξωτικά, μέχρι να βρει την κοιμισμένη πριγκιποπούλα της έναστρης νεφέλης, εκείνη με τη χρυσή καρδιά, τις πυρόξανθες πλεξούδες και τα μεγάλα μαύρα μάτια.
Μετά την εγκατάσταση του στο Χάιγκεϊτ ό Γκέιλ άρχισε να οργανώνει μεθοδικά τις επόμενες κινήσεις του. Η Άλμα είχε πια αναλάβει τις καθημερινές δουλειές τού σπιτιού, εκδηλώνοντας μια τάση υπερπροστατευτισμού απέναντι του, λες και ήταν ακόμα το ψηλόλιγνο ξανθό αγόρι με τις φακίδες που συνόδευε κάθε πρωί στο Ούέστμινστερ. Η Άλμα φρόντιζε να μην του λείψει τίποτα. Το φρεσκομαγειρεμένο, αχνιστό φαγητό
σε τακτικές ώρες, το μυρωδάτο απογευματινό τσάι με τα μπισκότα κρέμας και την κανέλα, τα καλοσιδερωμένα, κολλαριστά ρούχα που άστραφταν από καθαριότητα. Και κάθε λίγο εξέφραζε, με μητρική αγάπη, την ανησυχία της για τις πολλές ώρες που καθόταν σιωπηλός στη σοφίτα και διάβαζε. Διάβαζε άραγε; Σε ποιά βαθιά περίσκεψη ταξίδευε ο νους του;
Η Άλμα παραπονιόταν πως είχε αδυνατίσει πολύ, τα οστά του ξεχώριζαν σαν ωχρά κεριά μπλεγμένα στο τριγωνικό του πρόσωπο. Ο Γκέιλ την καθησύχαζε· ήταν μια χαρά, απλώς ήταν η αγωνία, το άγχος που φώλιαζε
στην ψυχή του. Ήθελε να οργανώσει το ερευνητικό του πρόγραμμα με σχολαστική λεπτομέρεια αν επρόκειτο να πετύχει τον στόχο του, μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα σ’ ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της Αγγλίας. Στο μυαλό του ανακαλούσε συχνά την τελευταία συνάντηση πού είχε με τον σύμβουλό του, στην ’Οξφόρδη, τον καθηγητή Ντίξον. Δεν ήθελε να λησμονήσει την εικόνα εκείνη, θα την αξιοποιούσε ως τον καταστατικό χάρτη της μελλοντικής του δραστηριότητας.
Ό Ντίξον καθόταν απέναντι του, ασπριδερός με πρόσωπο κατακόκκινο, σε μια μάλλον άβολη μεταλλική καρέκλα, κουκουλωμένος σ’ ένα σκούρο παλτό. Ο Γκέιλ είχε βυθιστεί ευτυχής, γεμάτος αυταρέσκεια, στη δερμάτινη πολυθρόνα, ενώ έριχνε κρυφές ματιές έξω στην αυλή, σαν να μετρούσε τους σπουργίτες και τους κορυδαλλούς που τσιμπολογούσαν τα σπόρια από το γρασίδι, γύρω από μια μικρή λακκούβα νερό. Δεν μιλούσε, όμως στα μάτια του, που έλαμπαν, ξεχείλιζε η υπερηφάνεια του νεαρού διανοουμένου, του μύστη της καινούργιας γνώσης. Πολιτογραφήθηκε στην ακαδημία των γραμμάτων, τ’ όνομά του καταγράφηκε στους Κώδικες των διδακτόρων του Μπάλιολ. Τα λόγια τού καθηγητή Ντίξον ήταν μετρημένα, καρφωμένα στο στόμα του – δεν ήθελε ν’ αναλωθεί ή τελευταία τους συνάντηση σε τετριμμένες, αποστειρωμένες νουθεσίες. Ό Γκέιλ είχε απομνημονεύσει τις λέξεις πού ταξίδευαν στο λιτό γραφείο τού Ντίξον, πάνω από τα κεφάλια τους, σαν μουσικές νότες.
«Είσαι στον προθάλαμο μιας ακαδημαϊκής καριέρας, Γκέιλ, είναι κακοτράχαλος αυτός ο δρόμος, γεμάτος αγκάθια, αστοχίες· πρόσεξε μη χαθείς στις ατραπούς. Κουβαλάς στο μυαλό σου ιδέες και μύθους, τους αιθέριους στυλοβάτες της δημιουργίας, το βλέμμα σου είναι ένας καταρράκτης φωτιάς, οι σπίθες της πρωτοτυπίας φωτίζουν τον χάρτη του μέλλοντος σου σαν πυγολαμπίδες· διαθέτεις όλα τα εφόδια για το μεγάλο ταξίδι, έχεις την καύσιμη ύλη. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ν’ αυτονομηθείς επιστημονικά, να ταξιδέψεις στον κόσμο του δυσπρόσιτου, του φανταστικού, του ανεύρετου· να εντρυφήσεις στην ηδονή της πρωτογενούς έρευνας, να γράψεις μια καλή μονογραφία. Ξέρεις…, στην πανεπιστημιακή ζωή το δόγμα μας είναι άτεγκτο, κώδικας απαράβατος: “ή δημοσιεύεις ή πεθαίνεις” (“publish or perish”). Περιμένω από σένα πολλά, είσαι ένα λαμπρό μυαλό».
Ό καθηγητής έγειρε πίσω στην καρέκλα του να πάρει ανάσα, αφαιρέθηκε για ένα-δύο λεπτά, σαν ν’ αποκοιμήθηκε μ’ ανοιχτά τα μάτια· κάτι τον βασάνιζε, έσμιξε τα φρύδια, και το μέτωπό του ζάρωσε σαν τσαλακωμένο ύφασμα από την υπερένταση – την ανεπίγνωστη αγωνία
του κενού. Οι λέξεις πάγωσαν για λίγο στα χείλη του και μετά ξεχύθηκαν στο δωμάτιο λαμπερές, σαν αντικατοπτρισμοί μιας αόρατης αλήθειας.
«Διάβασες το βιβλίο των Χάνσον και Χήθ Ποιος σκότωσε τον Όμηρο; Λοιπόν, πραγματεύεται την παρακμή των κλασικών σπουδών στα σύγχρονα πανεπιστήμια. Είναι πολλές οι αιτίες αυτού του ξεπεσμού ασφαλώς, αλλά κυρίως η υποκρισία, η ατολμία, η εργαλειακή προσέγγιση των ερευνητών, που περιχαρακώνονται στον ακαδημαϊκό τους μικρόκοσμο καί δημοσιεύουν οποιαδήποτε ανιαρή, πληκτική ανοησία τους περάσει από τον νου, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσουν με το ποσοτικά πλούσιο βιογραφικό τους. Μα
δεν το καταλαβαίνουν, σάμπως νοιάζονται (;) πώς το καράβι βουλιάζει, το δάσος καίγεται, σε λίγο θα μείνει ένα ναυάγιο σκουριασμένο, τσακισμένο στα βράχια και αποτεφρωμένο χώμα. Μια ριψοκίνδυνη παρτίδα σκάκι με τον διάβολο…
»Ωστόσο δεν αδικώ κανέναν, Γκέιλ. Ταξίδεψα ίσαμε δω από τη γενιά του ’60. Σαν να ’ταν χθες, σαράντα τόσα χρόνια, σάμπως να έζησα μία νύχτα και μία μέρα. Αγαπούσαμε τη δουλειά μας, κεραυνοβολημένοι από ένα πρωτόγνωρο πάθος, σεβόμασταν τους ήρωες μας, τους ήρωες των ηρώων μας, τα επιτεύγματα, τις αφέλειες, τα συμπλέγματά τους. Εκείνοι ζούσαν μέσα μας, ιδέες αφρισμένες, αθάνατες, κι εμείς υφαίναμε σαν τις αράχνες μες στην τοιχοποιία τού νου μας, υπομονετικά, τον ιστό της δικής τους φαντασίας. Εγώ κι άλλοι πολλοί σαν εμένα αφιερώναμε περίπου δέκα χρόνια πριν αποτολμήσουμε το ύστατο εγχείρημα, το βήμα του Οδυσσέα – να δημοσιεύσουμε τη μελέτη μας.
»Κι όταν αισθανόμασταν πως ακροβατούσαμε στα όρια των δυνατοτήτων μας, πάλι μας βάραιναν οι ένοχες – ψάχναμε τρόπους αυτοδιάψευσης, αυτοαναίρεσης: Εξαντλήσαμε την έρευνά μας; Σταθήκαμε αντάξιοι των προγόνων μας; Ελεύθεροι από σχολαστικισμούς, έξω από τα διανοητικά τείχη του αυτοεγκλεισμού μας, αποδώσαμε εν τέλει δικαιοσύνη στον Όμηρο, στον Σαίξπηρ, στον Μπάυρον, στον Έντγκαρ Άλαν Πόε; Σταθήκαμε με αξιοπρέπεια απέναντι στους προκατόχους μας, όλους αυτούς τους αναγνώστες της προηγούμενης γενιάς, της προπροηγούμενης, του περασμένου αιώνα; Η συναρπαστική αναζήτηση της αλήθειας, πάθος αμετάκλητο, πόθος ανολοκλήρωτος! Τόσες γενιές παρήλθαν, τόσα αναγνώσματα, διατριβές, μια ατελείωτη πομπή μελετών, μια αυτοκρατορία βιβλίων οικοδομήθηκε στα σπλάχνα της ανθρωπότητας. Κι όμως, δεν έπρεπε να επιτρέψουμε την έπαρση, την ψευδαίσθηση της “αντικειμενικής εποπτείας”. Τόσα χρόνια μετά, στέκομαι με συγκίνηση απέναντι σου και ομολογώ: ναι, εμείς σκοτώσαμε τον Όμηρο.
»Πτωχεύσαμε, Γκέιλ, προδώσαμε τις ιδέες. Εμείς οι ανάλγητοι γυρολόγοι του πνεύματος, σκληρόκαρδοι, τις κακοποιήσαμε, τις χτίσαμε σε τερατώδη διανοητικά συστήματα, αφαιμαγμένα σχήματα. Είναι ανήμπορες
πια να δραπετεύσουν· άνυδρες, αποξηραμένες, τις ρίξαμε σ’ ένα σακί σαν σκάρτο εμπόρευμα και τις διαπομπεύουμε. Ξεχάσαμε τη γνωστή ρήση του Αθήναιου στους Δειπνοσοφιστές, “το καλό δεν βρίσκεται στο πολύ, άλλα το πολύ βρίσκεται στο καλό”.
»Κάποια στιγμή -τώρα είσαι πολύ νέος, γεμάτος δύναμη, ορμή, πάθος σφριγηλό, ανυπότακτο- θα σταθείς και θά κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη με μια πένθιμη, καθημαγμένη αγωνία, που θα συνταράξει την ψυχή σου, και θ’ αναρωτηθείς: Πώς συνέβαλα εγώ στην επιστήμη; Έκανα το καθήκον μου έντιμα, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, κι ακόμα πιο πέρα από
το μέτρο των δυνατοτήτων μου; Πρόσεξε -πρόσεξε, Γκέιλ-, εκείνη τη στιγμή να μην ωρύεται από τα βάθη της συνείδησής σου η αποκρουστική σκέψη, να μη βαραίνει την ψυχή σου η ζοφερή υποψία. Να πεις σταράτα, λυτρωτικά: Εγώ δεν συμμετείχα στον φόνο, απαιτώ να με κηρύξετε αθώο, είμαι αθώος”. Τότε, μονάχα τότε, θα έχεις επιτελέσει το καθήκον σου – οι ιδέες θα σου
αποκληθούν, θα σε χειροκροτήσουν, και η αυλαία θα κλείσει για σένα πανηγυρικά».

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης γράφει για τις νουβέλες  «Το Χειρόγραφο» και «Τρεις μήνες και μία μέρα»

Σε ευχαριστώ για τις δυο νουβέλες σου «Το χειρόγραφο» και «Τρεις μήνες και μία μέρα». Η γραφή σου είναι ρέουσα και σφικτοδεμένη, οι ιδέες σου φιλοσοφικές και η θεώρηση των πραγμάτων βαθιά στοχαστική. Το πλέγμα των δύο έργων σου, που εν τέλει συστοιχίζονται και αλληλοπροεκτείνονται, βρίσκεται θαρρώ στην αντίληψη που έχεις για τη φύση της ζωής ως αλληλουχίας και αντίστιξης εξωτερικών και συνάμα εσωτερικών πραγματικοτήτων. Τα έργα σου μπορούν ασφαλώς να διαβαστούν ως ανομολόγητη εξομολόγηση- ακριβέστερα ως απόπειρα ανίχνευσης μυστηριακών πηγών, όθε αναβλύζει και δομείται η παράδοξη φύση του εγκόσμιου Εαυτού… Τα πεπραγμένα της ζωής είναι άπειρα, και συ επιχειρείς να τα συνοψίσεις μέσα σε κλίμα που θυμίζει Έντγκαρ Άλλαν Πόου καθώς και μια ρομαντικής υφής παλαιικότητα (απολησμονημένες αισθήσεις που υφίστανται, θα έλεγα, τις κλιματολογικές αλλαγές της σύγχρονης λογοτεχνίας). Η πλούσια τριβή και εξοικείωσή σου με το φιλοσοφικό «Είναι» μεταβολίζει την πραγματικότητα μεταξύ ονείρου και ξύπνου (συχνά παραισθητικού ή ρεαλιστικά λεπτομερειακού) και προκαλεί μια κλίμακα φωτοσκιάσεων και εικόνων. Έχω την εντύπωση ότι, καθώς προχωρείς στη σύνθεση των δύο αυτών έργων, αναπαράγεις στοιχεία μνημονικής αισθήσεως και αναδημιουργείς τον εαυτό σου ερμηνεύοντας μυθοπλαστικά την πνευματική του υφή. Τελικά το ερώτημα μένει αναπάντητο: Τι είναι θεός, τι μη θεός; Το έθεσε, όπως ξέρεις, ο Σεφέρης, και συ το επαναφέρεις σε παράλληλη βάση: Τι είναι πραγματικότητα και τι μη πραγματικότητα; Ή για να το αρθρώσω κάπως φιλοσοφικά κι εγώ: Υπάρχει λογοτεχνία και ποια είναι η αλήθεια της; σε τι στηρίζεται η πραγματικότητα των ανθρωπίνων; τι είναι τέλος πάντων «τέχνη» και τι «ζωή»; Σε αυτά ως ένα σημείο επιχειρείς τη διείσδυση με λόγο στιβαρό, που τον βρίσκω ακόμη δυνατότερο στους «Τρεις μήνες και μία ημέρα» – ημέρα πρώτη του δικού σου Κόσμου, ή αν το προτιμάς, της δικής σου Δημιουργίας. Το ουσιώδες άλλωστε είναι ότι τα έργα σου διαθέτουν και ατμόσφαιρα.

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

paideia-news 10/7/2016

Μια προσωπική, ταπεινή μου γνώμη, μετά την ανάγνωση-μελέτη των δύο βιβλίων και το πολύτιμο ταξίδι που μου χάρισαν στον όμορφο κόσμο τους.

Πεζογραφία με έντονο το λυρικό στοιχείο, αφήγηση που αγγίζει τα μελωδικά δώματα της ποίησης, φιλοσοφικοί στοχασμοί σε μονολόγους και διαλόγους συναισθηματικής φόρτισης, ισχυρή συγκίνηση που χτίζεται αριστοτεχνικά μέσα από την εξαιρετική δομή, την κορύφωση της ιστορίας και εν τέλει το συγκλονιστικό τέλος. Και γλώσσα ρέουσα , σαγηνευτική, δυναμική, ενισχυμένη από την αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, αφού και στις δύο νουβέλες του ο καθηγητής Ιστορίας των Ιδεών του Πανεπιστημίου Κύπρου Κυριάκος Δημητρίου, αναδεικνύει θέματα που ανήκουν κυρίως στη σφαίρα των γνώσεων και της επιστήμης του. Αυτά θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως και αναγνώσεως να εντοπίσει κάποιος ως κυρίαρχα στοιχεία της γραφής του και τα οποία συναντώνται έκδηλα τόσο στους «Τρεις μήνες και μια μέρα» όσο και στο « Χειρόγραφο».

Δύο νουβέλες που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πορεία στην Αθήνα και οι οποίες κινούνται αφηγηματικά στο δίπολο φαντασίας και ρεαλισμού, με κυρίαρχο στοιχείο την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου στο βραχύ του βίου του και την ανάγκη του, μέσα από τη λάμψη της γνώσης, να φωτίσει το σκοτάδι της άγνοιάς του και να λύσει τον γρίφο της ζωής και του θανάτου. « …εκεί που τόσο βαθιά πόθησε η ψυχή μας, να λύσουμε τον γρίφο, να σπάσουμε τα δεσμά…» Τρεις μήνες και μια μέρα , σ. 133)

Πρόκειται για δύο πολύ πρωτότυπες ιστορίες, οι οποίες ελκύουν τον αναγνώστη με τη γλαφυρότητα και την παραστατικότητα του λόγου, με την εικονοπλαστική δύναμη των αφηγήσεων και περιγραφών, με τις ευρηματικές παρομοιώσεις πλούσιες και διάσπαρτες και στα δύο βιβλία αλλά και με την ευφάνταστη εμφάνιση των χαρακτήρων, το αριστοτεχνικά δομημένο ψυχογράφημά τους. Στη μέθεξη του αναγνώστη συνεπικουρούν οι «κινηματογραφικές» θα έλεγα τεχνικές που χρησιμοποιεί επιδέξια ο συγγραφέας όπως είναι η ρευστότητα του χρόνου ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν και οι αναδρομές των ηρώων του σε ατμόσφαιρα μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου.Η όλη δράση λαμβάνει χώρα και στις δύο νουβέλες στο Λονδίνο, πόλη που φιλοξένησε τον συγγραφέα στα χρόνια των σπουδών του και την οποία γνωρίζει και αγαπά ιδιαίτερα, γεγονός που ενισχύει τη δεινότητά του να αναφέρεται με λογοτεχνική άνεση και πειθώ σε πρόσωπα, τοπωνύμια και γεγονότα. Ο καθηγητής Δημητρίου τηρεί ευλαβικά και δικαιώνει με τρόπο εντυπωσιακό έναν άγραφο νόμο στον τομέα της συγγραφής, αυτόν που υποβάλλει πως γράφεις καλύτερα όταν γράφεις γι΄ αυτά που γνωρίζεις.

Στη νουβέλα « Τρεις μήνες και μια μέρα» ένας φοιτητής φιλοσοφίας φτάνει σε ένα φοιτητικό κατάλυμα, χτίσμα του δεκάτου ενάτου αιώνα, το οποίο λειτουργούσε ως σανατόριο για τη φροντίδα φυματικών. Με εξιστόρηση που εμπερικλείει εν πολλοίς το αυτοβιογραφικό του λόγου, παρακολουθούμε τον φοιτητή αυτό να βιώνει τις παραδοξότητες ενός «στοιχειωμένου» ασύλου, όπου οι φυσικοί νόμοι αντιστρέφονται και το σανατόριο, καθοδηγούμενο από περίεργες αυτόνομες δυνάμεις, επιστρέφει πίσω στον χρόνο, έτσι που στο τέλος να βιώνονται από τον φοιτητή τρεις διαφορετικές χρονικές περίοδοι, που συμβολικά αποκαλούνται «μήνες». Η ιστορία ξεκινά από τη στιγμή της άφιξης του συγγραφέα στο σανατόριο, όταν όλα φαίνονται « φυσιολογικά» και μετακινείται στη μέση περίοδο (δεκαετία του 1940) καταλήγοντας στην τελευταία περίοδο ( μέσα του δέκατου ένατου αιώνα). Κι ενώ οι υπόλοιποι ένοικοι συγχρονίζονται με την μετατόπιση του κτηρίου στον χρόνο, ο συγγραφέας συνεχίζει τη ζωή του κανονικά ως φοιτητής φιλοσοφίας και ως το μόνο πρόσωπο που έχει επίγνωση των αλλαγών που συντελούνται. Εξακολουθεί να πηγαίνει στη Βιβλιοθήκη, να μελετά χειρόγραφα, να επισκέπτεται βιβλιοπωλεία, να «καταδύεται» καθημερινά όλο και πιο βαθιά στον κόσμο της γνώσης. Ενδιάμεσα , σε στιγμές που «παγώνουν» μέσα στον χρόνο, εμφανίζονται πρόσωπα που απευθύνονται στη συνείδηση του συγγραφέα, χαρακτήρες-προϊόντα διανοητικής εμπειρίας, οι οποίοι, με σπονδυλωτές αφηγήσεις, ζουν ξανά τις Ιδέες που νοηματοδότησαν κάποτε το έργο τους και αξιώνουν απαντήσεις σε βασανιστικά υπαρξιακά ερωτήματα ως συνέχεια του δικού τους ημιτελούς πνευματικού έργου. «Άκουσέ με προσεκτικά : Συνέχισε να ψάχνεις πίσω από τις γραμμές, ανάμεσά τους, δίπλα τους, κοντά τους, εκεί που υπάρχουμε εμείς, οι ανείπωτες ιδέες μας, οι ανολοκλήρωτες σκέψεις μας τα μικρά και μεγάλα πάθη μας, οι μικροί και μεγάλοι φόβοι μας, τα οράματά μας, οι ελπίδες μας. Εκεί πάλλεται ατελεύτητα η καρδιά μας-εκεί φωσφορίζουν σαν τη φεγγαρόλουστη θάλασσα οι ιδέες μας, κρυμμένες στις πιο μικρές, δυσδιάκριτες λεπτομέρειες, στις κρυφές εσοχές του πίνακα, στον πίνακα του κόσμου». ( σ. 64-65)

Στο συγκλονιστικό τελευταίο κεφάλαιο της νουβέλας ο φοιτητής φιλοσοφίας παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει το σανατόριο και τις παραδοξότητές του . Το άσυλο, ξεκάθαρα πια στη συνείδηση του αναγνώστη ως αλληγορία της ανθρώπινης ζωής και του θανάτου , της υπαρξιακής αγωνίας και του αυτο-εγκλεισμού αλλά και της ηδονής που προσφέρει το ανθρώπινο βίωμα, παραμένει ένα «μυστήριο» πέρα από τον έλεγχο της ανθρώπινης λογικής. « Διότι είναι μεγάλο το μυστήριο της ζωής, ο βίος πεπερασμένος, όσο διαρκεί μια μέρα. ΄Ισαμε που προλαβαίνουμε να ψηλαφίσουμε τον παιχνιδιάρικο αέρα, να παίξουμε στην άμμο, να μυρίσουμε την πρωινή βροχή, τις ανεμώνες την άνοιξη , τα νυχτολούλουδα. Και να, το σκοτάδι έρχεται μέσα από τις χαραμάδες του χρόνου και μας κλείνει τα μάτια…» ( σ. 132 ) Η τραγική μοίρα του ανθρώπου, το αιώνιο συμβόλαιό του με τον θάνατο, διατυπώνονται με τόσο ανάγλυφο τρόπο, που στο τέλος ο αναγνώστης υποψιάζεται πως ο συγγραφέας, ο αφηγητής, ήταν ήδη νεκρός ενόσω έγραφε τη νουβέλα.

Στη νουβέλα « Το χειρόγραφο» ο συγγραφέας δομεί την ιστορία του με βάση δύο χαρακτήρες. ΄Ενα φανταστικό πρόσωπο, τον ερευνητή Γκέιλ΄Ελιοτ, ο οποίος ζει και εργάζεται στο παρόν και ένα ιστορικό πρόσωπο, τον Φλόυερ Σίντενχαμ, ΄Αγγλο φιλόλογο-φιλόσοφο, ο οποίος έζησε στην Αγγλία του δεκάτου ογδόου αιώνα. Στο πρώτο αφηγηματικό μέρος της νουβέλας ο αναγνώστης παρακολουθεί τα γεγονότα έτσι όπως εκτυλίσσονται με την οπτική γωνία του Γκέιλ΄Ελιοτ, ο οποίος, μετά τις λαμπρές σπουδές του στην Οξφόρδη, θέλοντας να πρωτοτυπήσει στους κόλπους της ακαδημαϊκής κοινότητας, αποφασίζει να εκπονήσει μία φιλολογική μελέτη για τον Φλόυερ Σίντενχαμ και αφοσιώνεται σε αυτή κατά τρόπο τυπικό, ακαδημαϊκά εργαλειακό. Ο έντονος πόθος για αναγνώριση, μέσα από τη σπουδαιότητα και πρωτοτυπία της εργασίας , οδηγούν τον ΄Ελιοτ σε εξαντλητικά ωράρια εργασίας και τον φθείρουν ψυχικά και βιολογικά. Η φιλολογική μελέτη φαίνεται να χάνεται μέσα στην πληθώρα των σημειώσεων του ΄Ελιοτ και στην αδυναμία του να τιθασεύσει και να οργανώσει το υλικό του. Ο Σίντενχαμ , πρόσωπο-φάντασμα που είχε κάνει την εμφάνισή του και στη νουβέλα « Τρεις μήνες και μια μέρα», επανέρχεται στο Χειρόγραφο, για να σταθεί πλέον απέναντι στον Γκέιλ΄Ελιοτ είτε ως αποκύημα της φαντασίας του είτε ως ένοχη συνείδησή του, να πάρει τα ηνία της αφήγησης και του λόγου και μέσα από μια γλαφυρή ανασύνθεση των τραγικών πτυχών της ζωής του και των φιλοσοφικών αναζητήσεών του, να υπενθυμίσει στον ΄Ελιοτ το χρέος του, το χρέος του κάθε συγγραφέα έναντι των ηρώων του. Η υπόμνηση αυτή, με τον έντονα τραγικό τρόπο που δίνεται, οδηγεί σε μια σταδιακή αφομοίωση του ΄Ελιοτ από τον Σίντενχαμ , σε μια ολοκληρωτική ταύτιση του ερευνητή με τον ήρωά του, όταν πια αντί για το είδωλό του αντικρίζει τη γερασμένη μορφή του πρωταγωνιστή του έργου του.

«Πλησίασε στον καθρέφτη τρεμάμενος, όπως πλησιάζει το σκυλί έναν άγνωστο περαστικό ή έναν κακό δαίμονα. Ψηλάφισε το πρόσωπό του κι έβαλε τα ιδρωμένα από την αγωνία ακροδάχτυλά του στις βαθιές ρυτίδες που αυλάκωναν το μέτωπο , και στον ζαρωμένο του λαιμό με το διογκωμένο καρύδι, παρατηρώντας την κρεατοελιά στο μέτωπό του, που έχασκε σαν χαίνουσα πληγή» ( σ. 127)

Πέρα από τον κεντρικό αυτό πυρήνα της ιστορίας , η νουβέλα ξεδιπλώνει με τρυφερότητα στοχασμούς για τη ζωή, τον έρωτα, την ευτυχία, τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Είναι πραγματικά υπέροχες στον γλωσσικό πλούτο και στην πρωτοτυπία τους συχνές αναφορές και περιγραφές των στοιχείων της φύσης:

«Τα φθινοπωρινά απογεύματα, όταν έπεφταν οι αχτίδες του ήλιου, το μαγεμένο δάσος εκτόξευε γυαλιστερές ανταύγειες φλόγας στα χαμηλά σύννεφα, σαν να καιγόταν από ένα ακατασίγαστο πάθος να διαπεράσει τη συννεφιασμένη ομίχλη και να φτάσει στον ουρανό με τα άστρα». ( σ. 15 )

« Άνοιξε τα μάτια του, ο παγωμένος αέρας χύμηξε ορμητικά στις κόρες των ματιών του, σαν ν ΄ανέμενε τη στιγμή , τ΄ακροβλέφαρά του μάτωσαν. Η χρυσαφένια σελήνη στεκόταν ακίνητη στον ουρανό , σαν πέτρα λαξεμένη από έναν προαιώνιο Θεό, μόνο που το φως της αραίωσε πια μες στα λειψά σύννεφα, ξοδεύτηκε μες στις παγερές ανασαιμιές και στις γλυκόπικρες μυρωδιές του δάσους». ( σ. 62)

Χρησιμοποιώντας εξίσου ποιητική γλώσσα ο συγγραφέας αναδεικνύει το ερωτικό στοιχείο με αφορμή τον άτυχο έρωτα του ΦλόυερΣίντενχαμ για μια υπηρέτρια , την ΄Εστερ, γεγονός που καθόρισε την όλη πορεία της ζωής και του έργου του.

«Την περίμενα κάτω από τη γέφυρα και μετά ανηφορίζαμε στον λόφο με τις τριανταφυλλιές. Ανηφορίζαμε; Τρόπος του λέγειν. Πετούσαμε, βγάζαμε λευκά φτερά και πετούσαμε σαν τις πεταλούδες από τριανταφυλλιά σε τριανταφυλλιά ρουφώντας αχόρταγα το νέκταρ του έρωτά μας. Η μέρα κυλούσε τόσο γρήγορα, έσβηνε στο πορφυρό ηλιοβασίλεμα, ξεψυχούσε στο μισοσκόταδο, έλιωνε τη νύχτα». ( σ. 83)

Ενδεικτικοί, όμως, της φιλοσοφικής θεώρησής του, μεστοί νοήματος και οι στοχασμοί του συγγραφέα για τη ζωή και την ευτυχία, καθώς ο αναγνώστης τούς συναντά στη ροή της ιστορίας. « …ο φιλόσοφος αναζητεί την ευτυχία μέσα του…η ευτυχία είναι μια νοητική κατάσταση αταραξίας και απάθειας απέναντι στις εγκόσμιες τιμές, , στα πλούτη και στην εφήμερη δόξα». ( σ. 99)

Διάβασα με εξαιρετικό ενδιαφέρον τις δύο νουβέλες του καθηγητή Δημητρίου, απολαμβάνοντας το ευχάριστο ξάφνιασμα και την τέρψη που χαρίζει ένας λόγος φωτεινός, μία γλώσσα υπέροχη στη δομή και στους όρους της, μία γραφή που ανεβάζει τη σκέψη σε υψηλά επίπεδα στοχασμού και εγείρει μοναδικά τον συναισθηματικό κόσμο του αναγνώστη. Δύο βιβλία που έρχονται να εμπλουτίσουν την κυπριακή και την ευρύτερη ελληνική πεζογραφία με τον ιδιαίτερο θησαυρό που κομίζουν στη λογοτεχνική πραγματικότητά μας.

Το μήνυμα των δύο βιβλίων διαπερνά τις γραμμές τους, χαράζεται έντονα και καταληκτικά στην ανθρώπινη νόηση ως συνώνυμο της ανθρώπινης ύπαρξης και της νομοτέλειάς της: Στο πέρασμα του χρόνου οι Ιδέες και όχι οι άνθρωποι κερδίζουν την αθανασία, γιατί επαναλαμβάνονται και αναβιώνουν σε άλλα σώματα, που θα κάνουν μαζί τους την ίδια διαδρομή, καθώς η θνητότητα θα θέτει τους δικούς της χρονικούς περιορισμούς και ο ανθρώπινος νους θα αδυνατεί να ερμηνεύσει αυτά που ξεπερνούν τα όρια των δυνατοτήτων του.

Όπως ενδεικτικά τονίζει ο συγγραφέας, « Ό,τι ζει πρέπει να συμφιλιωθεί με τον θάνατο, για να γίνει αθάνατο» . ( Το χειρόγραφο, σ. 125 )

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΣΤΡΑΤΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Οι δύο νουβέλες Το Χειρόγραφο και Τρεις μήνες και μια μέρα και τα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή Άνθρωποι στο βαγόνι του Κυριάκου Δημητρίου(**) κυκλοφόρησαν το 2016 από τις εκδόσεις “Πορεία”, συστήνοντας στην Κύπρο και την Ελλάδα έναν νεοεμφανιζόμενο λογοτέχνη που φέρνει νέα πνοή στα ελληνικά γράμματα. Οι σπουδές του στην Πολιτική Φιλοσοφία, η διδασκαλία της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και η εντρύφησή του στην αρχαιοελληνική πολιτική σκέψη και την πρόσληψή της στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία αποτελούν στο έργο του ένα διακριτικό αλλά ευδιάκριτο υπόστρωμα, το οποίο μετουσιώνεται σε πρώτη ύλη για τη λογοτεχνική του γραφή. Αρχαίοι μύθοι, στίχοι παλαιότερων και σύγχρονων ποιητών, απηχήσεις από φιλοσοφικά κείμενα και ποικίλα λογοτεχνικά αναγνώσματα προδίδουν ευρυμάθεια, διερευνητική διάθεση και κριτική σκέψη. Από τον Όμηρο και τον Πλάτωνα έως τον Χόμπς και τον Νίτσε στοχασμοί φιλοσόφων και μελετητών, περισσότερο ή λιγότερο γνωστών στο αναγνωστικό κοινό, εμβολιάζουν την αφήγηση και μυούν τον αναγνώστη στη σκέψη και το έργο τους. Ένα πολύ χρηστικό παράρτημα στο τέλος, στο οποίο μπορεί συνεχώς να ανατρέχει ο αναγνώστης, παρουσιάζει συνοπτικά τα ερευνητικά ενδιαφέροντα και την εργογραφία των στοχαστών που αναφέρονται σε κάθε νουβέλα.

Η σκηνοθεσία στις νουβέλες του Κυριάκου Δημητρίου προκρίνει το κέντρο του Λονδίνου. Στο Χειρόγραφο, το δάσος του Χάιγκεϊτ, το “μαγεμένο δάσος της νεφέλης” (σ. 15), το φυσικό σκηνικό που αντικρίζει καθημερινά ο κεντρικός ήρωας από το παράθυρό του, αποτελεί το μοναδικό ίσως αμετάβλητο στο χρόνο στοιχείο που περιβάλλει τον διαρκώς μεταμορφούμενο ψυχικά και σωματικά ήρωα. Στο Τρεις μήνες και μια μέρα, το σύγχρονο Λονδρέζικο αρχιτεκτονικό τοπίο που φέρει ακέραια τα ίχνη της μεσαιωνικής καταγωγής του, “αναγκασμένο να ζει και να ξαναζεί καθημερινά την ιστορία του, παγιδευμένο στους χωματένιους αμαξόδρομους” (σ. 17), σταδιακά μεταμορφώνεται βυθιζόμενο στο παρελθόν, συμπαρασύροντας τον αφηγητή και όλα τα πρόσωπα της ιστορίας. Το σκηνικό στα διηγήματα της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι στήνεται σε γνώριμα τοπία του ευρωπαϊκού κυρίως χώρου.

Ο χρόνος όμως είναι ο βασικότερος άξονας πάνω στον οποίο διαρθρώνεται η αφήγηση και εκτείνεται από το παρόν μέχρι το βάθος του παρελθόντος με αιφνίδιες προβολές στο μέλλον. Είναι ένας χρόνος ρευστός, ατίθασος, άναρχος, που δεν υπακούει σε “φυσικές” νομοτέλειες. Ένας χρόνος που δεν ξετυλίγεται ευθύγραμμα, αλλά κυλά σε τροχιά άλλοτε κυκλική και άλλοτε απρόσμενα τεθλασμένη. Η συλλογική μνήμη του παρελθόντος αγωνίζεται να επιβιώσει στο παρόν καθώς τα πρόσωπα του παρελθόντος επανέρχονται διεκδικώντας την ύπαρξή τους που έχει οντοποιηθεί στις ιδέες και τους στοχασμούς τους. Το βιωμένο παρόν των προσώπων, περιχαραγμένο από αναπότρεπτα γεγονότα, τα οδηγεί σε μια παράξενη αγωνία άλλοτε να ξεφύγουν από το παρελθόν κι άλλοτε να βυθιστούν σ΄αυτό. Το μέλλον έχει τη δική του μνήμη, η οποία διαπερνά το παρόν και διοχετεύεται στο παρελθόν. Όσο ο άναρχα κυλιόμενος χρόνος συνυφαίνεται με τον όλο και πιο ανοίκειο χώρο, τόσο ο χωροχρόνος γίνεται όλο και πιο μεταφυσικός.

Το Χειρόγραφο, διαρθρωμένο σε δύο μέρη, αρχίζει με τον εφιάλτη που βλέπει κάθε βράδυ ο Γκέιλ Έλιοτ, ο κεντρικός χαρακτήρας, εφιάλτη που στην ουσία ανατέμνει όλη τη ζωή του: κρατώντας παραμάσχαλα έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα φτάνει στις ερμητικά κλειστές πύλες του πανεπιστημιακού κολεγίου, αντιμετωπίζεται ως άγνωστος από τον φύλακα και νιώθει να τον καταπίνει ο ασφαλτόδρομος απορημένο και απογοητευμένο. Την τελευταία φορά που βλέπει τον ίδιο εφιάλτη, οι αλλαγές είναι εύγλωττες: η φιγούρα του, γέρικη και καμπουριασμένη, συναντά και πάλι τον φύλακα πίσω από την κλειστή πύλη, αλλά αυτή τη φορά του παραδίδει τον δερμάτινο χαρτοφύλακα με το τελευταίο του χειρόγραφο και χάνεται μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.

Στο “Μέρος πρώτο”, ο Γκέιλ, νέος διδάκτορας στον προθάλαμο μιας πολλά υποσχόμενης ακαδημαϊκής καριέρας, παροτρύνεται από τον καθηγητή του να γράψει μια πρωτότυπη μονογραφία για το έργο του στοχαστή και πλατωνικού μελετητή Φλόυερ Σίντενχαμ, στο πλαίσιο του άτεγκτου δόγματος της πανεπιστημιακής ζωής “ή δημοσιεύεις ή πεθαίνεις” (“publish or perish”) (σ. 18). Καθώς οι μελέτες του δημοσιεύονται σε επιφανή φιλολογικά περιοδικά, ο Γκέιλ γίνεται σταδιακά αλαζόνας και ματαιόδοξος, σκληρός και απόμακρος. Η μόνη τρυφερή στιγμή του είναι η φροντίδα για την ταφή του γέρικου γάτου του που τον συνέδεε με μνήμες της παιδικής του ηλικίας. Καθώς τον θάβει στο δάσος, θάβοντας μαζί του και τη νιότη του, τον πλησιάζει ξαφνικά ένας άγνωστος που μαζεύει μανιτάρια στο δάσος και συμπάσχει στον πόνο του. Κομβικά σημεία στην αφήγηση είναι τρεις αλλόκοτες συναντήσεις που προσημαίνουν το δεύτερο μέρος της αφήγησης. Η πρώτη με έναν παράξενο κηπουρό του δάσους που κάνει αποτρεπτικά σχόλια για την έρευνα του Γκέιλ. Η δεύτερη με έναν ταξιτζή που με τις επίμονες αλλά εύστοχες ερωτήσεις του προσπαθεί να στρέψει τον ήρωα στη μελέτη της απλής λογικής των πραγμάτων, τον οποίο όμως ο Γκέιλ, εγωκεντρικός και ναρκισσιστής, αντιμετωπίζει με σνομπισμό και απαξίωση. Η τρίτη φορά που ένας άγνωστος προσπαθεί να τον κάνει να δει βαθιά μέσα στην ψυχή του είναι η συνάντηση με έναν αγγλικανό πάστορα στο νοσοκομείο, όπου οδηγείται λόγω της εξαντλητικής ψυχικά και σωματικά επίπονης και επίμονης μελέτης του.

Στο “Μέρος δεύτερο”, εμφανίζεται μυστηριωδώς, ως φασματική μορφή, ο ίδιος ο Σίντενχαμ, αδυσώπητα επικριτικός στο έργο του Γκέιλ. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται ότι, παρά την τριπλή του προειδοποίηση, κατάντησε στις μελέτες του Γκέιλ “ένα φιλολογικό πείραμα, μια λεκτική εξίσωση, μια γλωσσολογική ανατομία” (σ. 70) και απαιτεί δικαίωση, επανόρθωση, αποκατάσταση. Καθώς ο στοχαστής διηγείται στον Γκέιλ λεπτομέρειες από τις περιπέτειες της ζωής του, η δράση μεταφέρεται στο Λονδίνο του 18ου αιώνα. Ο Σίντενχαμ συζητά λεπτές πτυχές του έργου του και παρουσιάζει το δικό του όραμα από το παρελθόν για τον αναγνώστη του μέλλοντος, όραμα που όμως δεν εκπληρώνεται στο παρόν από τον Γκέιλ. Ωστόσο, κοινό τους στοιχείο είναι ότι και ο Σίντενχαμ κατέληξε ένας μοναχικός “γερασμένος άνθρωπος”, ένας “ασθενικός καμπούρης”, ένας “νεκροζώντανος”, μια “σηψαιμική σκιά του εαυτού” του (σ. 106). Η ομοιότητα του φιλοσόφου με τον μελετητή είναι πλέον τόσο μεγάλη, ώστε είτε ο Γκέιλ μετουσιώνεται σε Σίντενχαμ ή ο Σίντενχαμ μετουσιώνεται σε Γκέιλ για να ολοκληρωθεί επιτέλους το χειρόγραφο. Ωστόσο, το χειρόγραφο μένει και πάλι ατελείωτο. Το τέλος έρχεται οικτρό και αδυσώπητο.

Στο κέντρο του σύγχρονου Λονδίνου στήνεται και το ατμοσφαιρικό σκηνικό της νουβέλας Τρεις μήνες και μια μέρα με τον χρονικό δείκτη στον τίτλο, που αποτελεί και δείκτη της διάρθρωσης της αφήγησης. Ο αφηγητής είναι “ένας ταλαιπωρημένος διδακτορικός φοιτητής φιλοσοφίας” (σ. 8) με απαρέγκλιτο καθημερινό πρόγραμμα μελέτης στη Βρετανική Βιβλιοθήκη. Μέσα στα συχνά κακογραμμένα χειρόγραφα πρέπει να ανακαλύψει τις ιδέες των στοχαστών που μελετά, οι οποίες “καραδοκούν στον πυθμένα του νου, μασκαρεύονται στις παρυφές του κρανίου κι επανέρχονται απροειδοποίητα κι απροσκάλεστα στον λογισμό, σαν αναρχοελεύθεροι ταξιδευτές στον χώρο και τον χρόνο” (σ. 12).

Ο “Μήνας πρώτος”, το πρώτο κεφάλαιο της νουβέλας, ξεκινά με την εγκατάσταση του αφηγητή στο Royal Free Hospital Residence, στο τέρμα της λεωφόρου Γκίλφορντ, ένα παλιό σανατόριο που μετατράπηκε σε φοιτητική εστία. Η σταδιακή γνωριμία του αφηγητή με τρεις συγκατοίκους του γίνεται αφορμή για φιλοσοφικές συζητήσεις, οι οποίες όμως μένουν πάντοτε ανολοκλήρωτες. Με μια φοιτήτρια κλασικής φιλολογίας που μένει ακριβώς δίπλα του συζητά για τον Όμηρο και το ομηρικό ζήτημα, την ολιγόζωη μοίρα του ανθρώπου, την πολυπολιτισμική συμβίωση. Η γνωριμία του με έναν φοιτητή θεολογίας και έναν φοιτητή βιολογίας και γενετικής του δίνει έναυσμα για συζήτηση σχετικά με τον πρωταγόρειο αγνωστικισμό και τις αθεϊστικές ιδέες των φιλοσόφων Μπένθαμ και Γκρόουτ, αλλά και την ανεξήγητη φοβία για τα φαντάσματα του ορθολογιστή Μπένθαμ. Στη διαδρομή από το παλιό σανατόριο στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, ο αφηγητής παγιδεύεται μυστηριακά από το χρόνο σε ένα κοιμητήριο κρυμμένο μέσα σε ένα δασώδες πάρκο, του οποίου η έξοδος, όπως διαπιστώνει ο αφηγητής, “ήταν τόσο κοντά, που απορούσα πώς μπόρεσα να εγκλωβιστώ σε λιγότερο από εκατό μέτρα γης, σε λιγότερο από εκατό μέτρα χρόνο” (σ. 40). Στο μεταξύ, ο χώρος του παλιού σανατορίου σταδιακά αλλάζει και γίνεται όλο και πιο ανοίκειος και δυσλειτουργικός.

Ο “Μήνας δεύτερος” βρίσκει τον αφηγητή σε μια προσπάθεια εξορθολογισμού της παράδοξης κατάστασης την οποία βιώνει. Επιχειρώντας να ανακαλύψει την αιτιώδη σχέση των πραγμάτων με την αρωγή της φιλοσοφίας, αποδίδει σε εκτεταμένη ανακαίνιση στους χώρους του σανατορίου την παράδοξη αλλαγή στο περιβάλλοντα χώρο, αλλαγή που τον αποξενώνει όλο και περισσότερο από το κτήριο και τους ενοίκους του. Στο μεταξύ, στο υπόγειο ενός παλαιοβιβλιοπωλείου, του παρουσιάζονται μυστηριωδώς δύο μορφές του παρελθόντος. Όταν ανακαλύπτει και μελετά ένα κείμενο του Σίντενχαμ, του φιλοσόφου που μελετούσε ο Γκέιλ Έλιοτ στο Χειρόγραφο, αισθάνεται την αλλόκοτη παρουσία του ίδιου του στοχαστή, ο οποίος, προσπαθώντας να ανακτήσει τη φωνή του μέσα από τα κείμενά του, τον συμβουλεύει: “Να θυμάσαι τον αιώνιο γυρισμό του Νίτσε. Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη στο εκκρεμές του χρόνου. Μόνο τότε θα καταλάβεις. Ποτέ δε φύγαμε από εδώ, κι όταν φεύγουμε για λίγο, είμαστε καταδικασμένοι παντοτινά να επιστρέφουμε” (σ. 66). Στη συνέχεια ο αφηγητής ανακαλύπτει μια καταπακτή που οδηγεί σε μια κρύπτη γεμάτη βιβλία, στην οποία κατεβαίνει από μια αμεμόσκαλα. Με το φως ενός φαναριού ανακαλύπτει ένα ημερολόγιο του χρονικογράφου Πιπς με μαρτυρίες για την πανώλη του 1665, την πυρκαγιά του Λονδίνου το 1666 και την καταδίκη του Χόμπς ως ενός από τους υπαιτίους της πυρκαγιάς λόγω του Λεβιάθαν του. Μέσα στο σκοτάδι της κρύπτης, ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά του ένας μαθητής του Χόμπς που βεβαιώνει τον αφηγητή ότι τα βιβλία του δασκάλου του επιβίωσαν παρά την καταδίκη του, επειδή “δεν αναθεματίζεται η γνώση, δεν ακυρώνεται η αλήθεια, δεν πεθαίνει η Επιστήμη, δε σβήνει το φως” (σ. 97).

Ο “Μήνας τρίτος” δοκιμάζει τις τελευταίες αντοχές του αφηγητή και την ύστατη προσπάθειά του να προσφύγει στη φιλοσοφία για να θωρακίσει τη σκέψη του απέναντι στις ανεξήγητες αλλαγές. Σε ένα σχεδόν αγνώριστο σανατόριο παρακολουθεί τη συζήτηση του θεολόγου και του γενετιστή σχετικά με τον μηχανισμό της δημιουργίας των όντων και το αιώνιο ερώτημα μεταξύ φυσικής επιλογής και θεϊκής δημιουργίας. Στη Βιβλιοθήκη, καθώς βρίσκεται μπροστά σε μια επιστολή του Μπένθαμ προς τον Γκρόουτ, στην οποία τον παρακινεί να ταξινομήσει τις ιδέες του κατά της δεισιδαιμονίας και του φόβου του θανάτου, συμβαίνει μια ακόμη αλλόκοτη επίσκεψη από το παρελθόν, αυτή του επισκόπου και κλασικού φιλολόγου Θίρλγολ, ο οποίος τον βεβαιώνει ότι η ματαιότητα ανατρέπεται “διότι ο κύκλος της ύπαρξης ποτέ δεν κλείνει, περιστρέφεται στο άπειρο, σ΄ έναν χρόνο χωρίς χρονικότητα” (σ. 120).

“…Και μια μέρα”, την τελευταία της νουβέλας, ο χώρος του παλιού σανατορίου γίνεται εντελώς εχθρικός. Ο αφηγητής αποφασίζει να δραπετεύσει από το κτήριο, εγκαταλείποντας εντελώς την προσπάθειά του να εξορθολογίσει τα συμβάντα. Διαβρωτικός ο χρόνος κινείται αμείλικτος μέσα στο χώρο του σανατορίου και τελικά κυριαρχεί πάνω του, το καθυποτάσσει ύπουλα, το διαλύει μεθοδικά και τελικά το αφανίζει. Οι τρεις μήνες συνυφαίνουν το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον σε μια υπερλογική ρευστή διασύνδεση και η αλλόκοτη τελευταία μέρα σφραγίζει αυτή τη ρευστότητα. Οι σταγόνες ενός γλοιώδους υγρού παραμορφώνουν εντελώς το χώρο του σανατορίου και εκδιώκουν βίαια και αναπόδραστα τους ενοίκους. Ο αφηγητής βρίσκει καταφύγιο στο δωμάτιο ενός φτηνού πανδοχείου στο Κάμντεν, όπου έχει και την τελευταία και πιο απροσδόκητη επίσκεψη. Του εμφανίζεται ένας αλλόκοτος και απόκοσμος άνδρας με γκρίζα μαλλιά και ζαρωμένο πρόσωπο, ο οποίος φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις του και να έχει τις ίδιες με αυτόν μνήμες και υπαρξιακές αγωνίες: “Φοβάμαι πολύ, ποτέ δε θα είμαστε έτοιμοι, ποτέ δε θα φτάσουμε εκεί ψηλά, εκεί που τόσο βαθιά πόθησε η ψυχή μας, να λύσουμε τον γρίφο, να σπάσουμε τα δεσμά, γατί λιγόστεψαν οι μέρες μας και πρέπει να κατεβούμε την ανεμόσκαλα”. Ο ίδιος ο αφηγητής συναντά από το μέλλον τον παρελθόντα εαυτό του, εγκλωβισμένο στο πενιχρό δωμάτιο του πανδοχείου, σε έναν ύπνο χωρίς ξύπνημα, σε παγωμένο χρόνο. Το παρόν έχει γίνει ήδη παρελθόν στο τέλος της νουβέλας, σε μια στιγμή που ο χρόνος διαλύεται, δυιλίζεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον.

Στο πολύ πρόσφατα εκδοθέν Άνθρωποι στο βαγόνι περιλαμβάνονται δώδεκα διηγήματα που φλερτάρουν με τη λογοτεχνία του φανταστικού περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο του Κυριάκου Δημητρίου. Ο χώρος πλαταίνει σε σχέση με τις νουβέλες και η αφηγηματική ματιά παρακολουθεί τον κάθε ήρωα σε Βιέννη, Λονδίνο, Σόμερσετ, Ντένβερ, Παρίσι, Πράτο, Σαν Σεμπαστιάν. Ο χρόνος ορίζεται ευκρινώς με συγκεκριμένες ημερομηνίες, χρονολογίες και παντός είδους χρονικούς δείκτες που δίνουν μια επίπλαστη αληθοφάνεια στη μυθοπλαστική αφήγηση. Κάποιες χρονολογίες μάλιστα επανέρχονται σε διαφορετικά διηγήματα για να δώσουν το χρονικό στίγμα μυστηριωδών εξαφανίσεων ή επανεμφανίσεων διαφορετικών ηρώων.

Οι ιστορίες των προσώπων ακροβατούν μεταξύ της παραδοξολογίας και της ψυχοπαθολογίας, του μυστηριακού και του γκροτέσκου. Ιλαροτραγικές φιγούρες οι ήρωες των διηγημάτων ταλαιπωρούνται από διλήμματα και βασανιστικές εμμονές, αναζητώντας νόημα και λόγο ύπαρξης σε έναν κόσμο φαινομενικά υποταγμένο στο πεπρωμένο του. Ο Λασίφ υποτάσσεται στην καθηλωτική αναμονή του πεπρωμένου (“Το πεπρωμένο”). Ο Ρίτσαρντ Γκάρρικ κατατρύχεται από έναν ύπουλο εμμονικό φόβο για τα πάντα (“Ο φόβος”). Ο Αντριάν προσπαθεί να ξεπεράσει τα ανεπούλωτα τραύματα του πολέμου (“Ταξίδι στο Σομ”). Η ζωή του αμαξά Σεβαλιέ αλλάζει όταν μεταφέρει έναν μυστηριώδη επιβάτη (“Η απώλεια”). Ο Τόμας Γουάλας προσπαθεί απεγνωσμένα να εκδώσει το χειρόγραφό του (“Χειρόγραφο υπό δημοσίευση”). Ο Μάρκους Μπλόχ βυθίζεται στον ύπνο για τριάντα ολόκληρα χρόνια (“Ο ύπνος”). Ο γκαλερίστας Όλιβερ Μερσέρ ελκύεται από την ομορφιά μιας ζωγραφιάς και χάνεται για πάντα μέσα της (“Ο πίνακας”). Ο Αμεντέο εξομολογείται τις φρικώδεις αμαρτίες του (“Η εξομολόγηση”). Ο Δον Τριστάν εξαφανίζεται μυστηριωδώς στο κυνήγι και εντοπίζεται δώδεκα χρόνια αργότερα (“Το θήραμα”). Ο Άρθουρ Ντέιλ παρακολουθείται συνεχώς από την άλλη του υπόσταση (“Ο άλλος”).

“Το τελευταίο δρομολόγιο για τη Λυών”, το έκτο διήγημα της συλλογής, κόβει απότομα το νήμα της αφήγησης, αφήνοντας στον αναγνώστη μια επίγευση ημιτέλειας. “Το τελευταίο δρομολόγιο” όμως, το τελευταίο διήγημα, ξαναπιάνει το νήμα από το ίδιο σημείο και επιφυλάσσει στον αναγνώστη μια απρόσμενη έκβαση που δένει μεταξύ τους όλες τις προηγούμενες ιστορίες. Οι πρωταγωνιστές συναντιούνται αναπάντεχα σε ένα βαγόνι που εκτελεί “Το τελευταίο δρομολόγιο” μέσα στο χρόνο και ο καθένας τους αυτοσυστήνεται και δίνει τη δική του οπτική για τα βιώματά του. Οι ιστορίες τους, από διαφορετικές εποχές και τόπους, εγκιβωτίζονται (ή μήπως εγκλωβίζονται;) στο ίδιο βαγόνι που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο, καθιστώντας ίσως και αυτό το βιβλίο ένα είδος ιδιότυπης, σπονδυλωτής νουβέλας. Στο τέλος το λόγο παίρνει ο Λασίφ, ο αφηγητής του αρχικού διηγήματος, και αρχίζει να αφηγείται την ιστορία του από την αρχή. Το βιβλίο τελειώνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που άρχισε, σε έναν ατέρμονα κύκλο μέσα στις αχαρτογράφητες διαστάσεις του χρόνου. “Το τελευταίο δρομολόγιο” δεν είναι το τελικό.

Με τρόπο που συχνά αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, ο αφηγητής ή ένας χαρακτήρας μιας ιστορίας εμφανίζεται, με διαφορετική ταυτότητα, λιγότερο ή περισσότερο διακριτικά, σε μια άλλη ιστορία μιας άλλης εποχής. Άλλοτε η παρουσία κάποιων χαρακτήρων σε μια ιστορία προοικονομείται αριστοτεχνικά σε μια προηγούμενη. Άλλοτε πάλι ο ίδιος χώρος αποτελεί το σκηνικό διαφορετικών ιστοριών. Ο Τόμας Γουάλας, ο ήρωας του διηγήματος “Χειρόγραφο υπό δημοσίευση” της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τον ανώνυμο μυστηριώδη συλλέκτη μανιταριών του δάσους που εμφανίστηκε απρόσμενα στον Γκέιλ Έλιοτ του Χειρογράφου όταν έθαβε το γάτο του στο δάσος του Χάιγκεϊτ. Στο “Τελευταίο δρομολόγιο” της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι ο Τόμας εμφανίζεται μαζί με το γάτο του Γκέιλ, αποκαλύπτοντας ότι τον βρήκε στο δάσος να κοιμάται κάτω από τις πευκοβελόνες. Από την άλλη, το παλιό σανατόριο της λεωφόρου Γκίλφορντ, το κτήριο που πήρε εφιαλτικές διαστάσεις στο Τρεις μήνες και μια μέρα, γίνεται το σκηνικό που παίζει περίεργα παιχνίδια στο μυαλό του ήρωα στο “Φόβο” της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι. Ο χώρος της αφήγησης των φόβων του ήρωα είναι άλλωστε η μπιραρία “Τζέρεμι Μπένθαμ” που φέρει το όνομα ενός από τους φιλοσόφους που μελετά στη διδακτορική του διατριβή ο κεντρικός ήρωας του Τρεις μήνες και μια μέρα.

Ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι τα βιβλία του Κυριάκου Δημητρίου είναι αυθύπαρκτα, όχι όμως και ανεξάρτητα μεταξύ τους. Ήρωες και χώροι δένονται με μυστικά νήματα, αόρατα στην αρχή, που υφαίνουν αριστοτεχνικά έναν ευφάνταστο αφηγηματικό ιστό και επιτρέπουν στην αφήγηση να ξεδιπλώσει τις διαφορετικές πτυχές της. Αινιγματικά πρόσωπα εμφανίζονται εμβόλιμα, συνήθως με διαφορετική γραμματοσειρά, διεκδικώντας την προσοχή των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων. Κάποια πρόσωπα στριμώχνονται σε ένα σημείο της πλοκής και μετά χάνονται στη λήθη της αφήγησης. Δεν περνούν όμως στην ανυπαρξία. Ταξιδεύουν μέσα στο ρευστό χρόνο της γραφής και αναδύονται σε μια άλλη ιστορία ή σε μια άλλη εποχή, με τρόπο μυστηριακό, παράδοξο, αιφνιδιαστικό, διεκδικώντας την ύπαρξή τους μέσα στη ροή του χρόνου. Υπαρξιακά διλήμματα και μεταφυσικά ερωτήματα επανέρχονται και αξιώνουν επίμονα την πραγμάτευσή τους. Αβασάνιστες απαντήσεις φυσικά δεν υπάρχουν. Μόνο φιλοσοφική σκέψη και οντολογική διερώτηση ως εργαλεία αυτοσυνειδησίας.

Το έργο του Κυριάκου Δημητρίου παράγει αυθεντική αισθητική απόλαυση. Η θεματολογία του καταφέρνει να εστιάσει σε διαχρονικά λογοτεχνικά και φιλοσοφικά θέματα με μια ανανεωτική όσο και ανατρεπτική ματιά. Η ρέουσα γλώσσα της γραφής του αποτυπώνει ελκυστικά τη στοχαστική της διάθεση τόσο στις αφηγήσεις όσο και στις περιγραφές. Οι διεισδυτικές σκέψεις που διαπερνούν τα δαιδαλώδη μονοπάτια του νου των αφηγητών πασχίζουν να στριμωχτούν στον κεντρικό αφηγηματικό ιστό, κάποτε όμως δραπετεύουν ελεύθερες και αχαλιναγώγητες. Η βικτωριανή σκηνοθεσία του Ντίκενς, η αλλόκοτη αλληγορία του Κάφκα, η άλογη μυθοπλασία του Μπόρχες, η μεταφυσική ιχνηλασία του Πόε υφέρπουν πίσω από τις γραμμές ως λογοτεχνικά εφαλτήρια, αλλά τιθασεύονται και αφομοιώνονται για να συντελέσουν στη δημιουργία ενός προσωπικού ύφους γραφής με ιδιαίτερο στίγμα, μιας γραφής με έντονο λυρισμό και βαθιά στοχαστικότητα.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

15/6/2017

«Άνθρωποι στο βαγόνι», είναι ο τίτλος της συλλογής 12 σκοτεινών διηγημάτων του Κυριάκου Δημητρίου, τα οποία φλερτάρουν έντονα με τη λογοτεχνία του φανταστικού. Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένα τρένο που μας ταξιδεύει με μαεστρία σε άλλες παρελθοντικές εποχές όπου κυριαρχεί το αλλόκοτο και το παράδοξο. Βασικό στοιχείο όλων των ιστοριών είναι ο θάνατος ο οποίος καταλήγει να είναι το κύριο φιλοσοφικό θέμα του βιβλίου.
Η γραφή του Κυριάκου Δημητρίου είναι άκρως ενδιαφέρουσα και θυμίζει πολύ, παλιούς κλασσικούς συγγραφείς όπως οι Γκυ Ντε Μωπασάν και Έντγκαρ Άλαν Πόε. Το σκηνικό των ιστοριών στήνεται σε ευρωπαϊκές πόλεις προηγούμενων αιώνων (Βιέννη, Λονδίνο, Σόμερσετ, Ντένβερ, Παρίσι, Πράτο, Σαν Σεμπαστιάν). Οι χαρακτήρες είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι με τις δικές τους φοβίες και εμμονές.

Στο διήγημα «Το πεπρωμένο», ο Λασίφ παίρνει ένα χρησμό από μια μάγισσα που θα του αλλάξει τη ζωή.
«Ο φόβος», στο ομώνυμο διήγημα ταλαιπωρεί αφάνταστα τον Ρίτσαρντ ο οποίος «φοβάται τα πάντα, φοβάται και τη σκιά του ακόμα, φοβάται όλες τις σκιές, τους σκονισμένους ίσκιους της μέρας, τους τυχοδιώκτες ίσκιους της νύχτας».
Ο Άντριαν, στο «Ταξίδι στο Σομ», επισκέπτεται ξανά τα χαρακώματα όπου πολέμησε, προκειμένου να επουλώσει τα ψυχολογικά τραύματα που απέκτησε στο πεδίο της μάχης. Επιστρέφοντας στο χώρο όπου πολέμησε, επιστρέφει στη φρίκη αλλά και στον θάνατο…
Στο διήγημα «Η απώλεια», ο αμαξάς Σεβαλιέ κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με ένα μυστηριώδη επιβάτη, βιώνει μια εμπειρία μετά από την οποία αλλάζει η συμπεριφορά του.
Ο επαρχιώτης Τόμας Γουάλας στο «Χειρόγραφο υπό δημοσίευση», ταξιδεύει στο Λονδίνο προκειμένου να εκδώσει το χειρόγραφό του. Εκεί έχει να αντιμετωπίσει το εκδοτικό κατεστημένο αλλά και …τον σκόρο.
Στο «Τελευταίο δρομολόγιο για τη Λυών», ο πρωταγωνιστής επιβιβάζεται, χωρίς αποσκευές, σε ένα τρένο το οποίο όμως δεν έχει προορισμότη Λυών, αλλά ακολουθεί μια αέναη πορεία προς το πουθενά…
Ο Μάρκους Μπλοχ ξυπνά από ένα βαθύ ύπνο τριάντα χρόνων και ακούει τους γνωστούς του να του διηγούνται διαφορετικές εκδοχές για τη ζωή που υποτίθεται ότι έζησε. Όλα αυτά συμβαίνουν στο διήγημα «Ο ύπνος».
Στο διήγημα «Ο πίνακας», ο γκαλερίστας Μερσέρ βιώνει παράδοξες καταστάσεις όταν αποκτά ένα πίνακα ο οποίος είναι ζωντανός και μπορεί να τον υποδεχτεί μέσα στο τοπίο που απεικονίζει.
Στην «εξομολόγηση», ο Αμαντέο, παρόλο που δηλώνει ότι μισεί τον Θεό, αποφασίζει εξομολογηθεί τις αμαρτίες του στον πατέρα Ιουστίνο. Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου αποκαλύπτει στον ιερέα την τάση που έχει από μικρός για καταστροφή και εξόντωση. Στο τέλος της εξομολόγησης κάτι πηγαίνει λάθος…
Ο Δον Τριστάν, επιδέξιος κυνηγός, βιώνει μια φρικιαστική εμπειρία κατά την οποία βρίσκεται καθηλωμένος μέσα σε ένα σκοτεινό τάφο. Όλα δείχνουν εκδίκηση των ζώων (;).
Στο διήγημα «Ο άλλος», ο πρωταγωνιστής αντιλαμβάνεται ότι κάποιος τον παρακολουθεί επίμονα. Προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο αντιλαμβάνεται ότι αυτός ο άλλος είναι ο ίδιος ο εαυτός του, ο οποίος τελικά του κλέβει όλα τα υπάρχοντά του, αφήνοντας τον ίδιο παρατηρητή της ζωής του…
Το βιβλίο τελειώνει με «Το τελευταίο δρομολόγιο». Στο διήγημα αυτό, όλοι οι πρωταγωνιστές των προηγούμενων ιστοριών επιβιβάζονται στο ίδιο βαγόνι και αφού αλληλοσυστήνονται, σιωπούν. Τη «νεκρική» σιγή σπάει ο Λασίφ που αρχίζει να διηγείται μια ιστορία, την ίδια ακριβώς με την οποία ξεκινά το βιβλίο…
Στις τελευταίες σελίδες αποκτούν νόημα και οι στίχοι του Άγγλου ποιητή W.H. Auden που εμφανίζονται στην προμετωπίδα του βιβλίου:
«Μας κατοικούν δυνάμεις που υποκρινόμαστε πως τις κατανοούμε.»
Από το οπισθόφυλλο:
Μυθοπλαστική αφήγηση – διηγηματικός ιστός με κεντρικό θεματικό άξονα την αναζήτηση του νοήματος, σ’ έναν κόσμο φαινομενικά υποταγμένο στο πεπρωμένο του. Στην τελευταία πράξη, οι πρωταγωνιστές – φιγούρες ετερόκλητες, μα τόσο όμοιες στην ιλαροτραγικότητά τους – εκτινάσσονται σ’ ένα βαγόνι, για να προσθέσουν, οι ίδιοι, την τελική ψηφίδα στο μωσαϊκό της αινιγματικής τους ύπαρξης.

http://andreaskandreou.blogspot.gr

 

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΦΙΤΗ

Η ΑΥΓΗ 29/1/17

Στα όρια του σουρρεαλισμού

ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Το χειρόγραφο, εκδόσεις Πορεία, σελ. 130

Ένα λογοτεχνικό έργο δεν είναι άμοιρο των εκδοτικών επιλογών του συγγραφέα του. Ο πίνακας του εξωφύλλου του Χειρογράφου, έργο ανώνυμου ζωγράφου του 1790 και επιλογή του ίδιου του Δημητρίου, συνθέτει την απλή και κλασική αναπαράσταση με το στοιχείο εκείνο που, ως ανοίκειο, προκαλεί το αίσθημα της ανατρεπτικότητας. Η εικόνα δεν είναι τόσο απλή. Ένας συγγραφέας κάθεται στο γραφείο και γράφει. Μια μικρή γυναικεία μορφή εικονίζεται στο κάτω μέρος του γραφείου, διαταράσσοντας την αρμονία της εικόνας και την, υποτιθέμενη, παραδοσιακή τεχνοτροπία του. Ο πίνακας αυτός, με τη φλαμανδικού τύπου τεχνοτροπία, αποτυπώνει το ανοίκειο που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνική γραφή του Κυριάκου Δημητρίου.
Με σπουδές στην πολιτική φιλοσοφία και ιδιαίτερη αγάπη στην αρχαιοελληνική πολιτική σκέψη, την πλατωνική παράδοση και την πρόσληψη της ελληνικής αρχαιότητας στη νεότερη ευρωπαϊκή σκέψη, ο Δημητρίου εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα ως ένας λογοτέχνης που εμπνέεται από τα επιστημονικά του αναγνώσματα και υπηρετεί με δέος την ελληνική γλώσσα. Το ύφος της νουβέλας γλαφυρό τουλάχιστον. Ιδιάζον χαρακτηριστικό τού ύφους η ανεξάντλητη αφοσίωση στον επιθετικό προσδιορισμό. Το επίθετο στη νουβέλα προκύπτει άπλετο, αθροισμένο, σωρευμένο. Από την πρώτη κιόλας σελίδα η παραδοσιακή περιγραφή, το αναμενόμενο επίθετο ή η οικεία παρομοίωση, συναντά εικόνες νέες, δροσερές, απρόσμενες. Τα μπαλκόνια είναι «μουντά», οι ίσκιοι είναι «βαριοί» μα και «υγροί», το τοπίο «γκρίζο σαν χαλκογραφία της πρώτης σελίδας ενός παλιού βιβλίου» (σ. 1).
Η νουβέλα ξεκινά με τη διήγηση ενός ονείρου που εμπεριέχει συμπυκνωμένα θέματα και μοτίβα του υπόλοιπου έργου. Στις τέσσερις αυτές σελίδες, που προτάσσονται των δύο μερών της νουβέλας, περιγράφεται ο εφιάλτης που στοιχειώνει, επανερχόμενος, τον ύπνο του πρωταγωνιστή. Εν είδει προληπτικής αφήγησης, ο Γκέιλ βλέπει κάθε βράδυ τον ίδιο εφιάλτη. Σαν άλλος τελματωμένος ήρωας, εγκλωβίζεται σε μια εφιαλτική κατάσταση η οποία θα μεταφερθεί, με τα ίδια δεδομένα, στη συνειδητή πραγματικότητά του. Ένας τόνος αγωνίας και μυστηρίου καλύπτει, εξαρχής, την αφήγηση. Τα θέματα της επαναληπτικότητας και της ταυτότητας, της άσκοπης περιπλάνησης, του λαβυρινθώδους και της περιπλοκότητας, παρουσιάζονται ήδη στο προοίμιο δημιουργώντας στον αναγνώστη ένα αίσθημα αγωνίας. Η νουβέλα του Δημητρίου ξελογιάζει με την αισθητική και την ηχητική των λέξεων, που είναι διαλεγμένες κάθε μία προσεκτικά.

Ο πρωταγωνιστής της νουβέλας, Γκέιλ Έλιοτ, έχει ολοκληρώσει το διδακτορικό του στη φιλολογία και φιλοδοξεί να συνεχίσει μεταδιδακτορική έρευνα με θέμα το αχανές έργο του φιλόσοφου Φλόουερ Σίντεχχαμ. O Floyer Sydenham, άγγλος φιλόσοφος του 18ου αιώνα, είναι ιστορικό πρόσωπο και όσα αναφέρονται στη νουβέλα, σε σχέση με το έργο του είναι επίσης ιστορικά δεδομένα. Η σχέση των δύο μορφών είναι ουσιαστικά ο άξονας που κατευθύνει την πλοκή της νουβέλας. Νεκρός ο Sydenham, την εποχή που ζει ο Έλιοτ, θα αποδειχθεί, στην εξέλιξη της νουβέλας, αινιγματική, για τον αναγνώστη, και ολέθρια, για τον πρωταγωνιστή, παρουσία στο έργο.
Η εμμονική επαφή του Έλιοτ με το έργο του Sydenham θα μεταμορφώσει τον νεαρό πρωταγωνιστή σε ένα φθαρμένο αντίγραφο του νεκρού φιλόσοφου. Σε όλο το έργο παρακολουθούμε τη φθίνουσα πορεία της σωματικής κατάστασης του Έλιοτ, μέχρι την πλήρη ταύτιση με τον νεκρό φιλόσοφο. Ο Σίντενχαμ θα απαιτήσει και θα πάρει τα ηνία της παρουσίασης του έργου του από τον νεαρό τυπολάτρη Γκέιλ, και ο Γκέιλ θα τιμωρηθεί για την ύβρη του – άραγε από τον εαυτό του, από το φάντασμα του φιλοσόφου, ή από τη δίνη των πραγμάτων;
Πάντως η ζωή του Σίντενχαμ, ο λόγος του, η δική του διήγηση και τα δικά του πάθη φαίνονται να παίρνουν σάρκα και οστά, ενώ ο φιλόδοξος νέος επιδεικνύει μια άδεια, επιρρεπή στον αυτοθαυμασμό, φύση – μία ύβρη και μια ματαιότητα που είναι συχνός κίνδυνος για τους διανοούμενους, ιδιαίτερα αυτούς που έχουν «αδιάσειστες» «περγαμηνές».
O τριτοπρόσωπος αφηγητής ελέγχει αυστηρά τις συμπεριφορές του Έλιοτ. Η ειρωνεία είναι διάχυτη στην περιγραφή της εσωτερικής και εξωτερικής μεταμόρφωσης, καλύτερα παραμόρφωσης, του πρωταγωνιστή. Βασικό ιδεολογικό θέμα, που διατρέχει τη νουβέλα, και καθορίζει την εξέλιξη της ιστορίας, είναι αυτό της συμπεριφοράς και της ηθικής ενός πολυσπουδαγμένου ήρωα.
O Γκέιλ αισθανόταν άπλετη ευφορία. Η αποδοχή των μελετών του για δημοσίευση στα λεγόμενα «πρωτοκλασάτα» φιλολογικά περιοδικά τόνωσε την αυτοπεποίθησή του σε βαθμό που έκρινε ενδεδειγμένο να τροποποιήσει ανάλογα και το ύφος του. Ένιωθε, συνειδητά, πως ανήκε σε μια ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπων, στην ελίτ του πνεύματος. Είχε τα τεκμήρια, μπορούσε να προσκομίσει τις πλέον δυσπρόσιτες αποδείξεις στους δύσπιστους συνομήλικους ερευνητές, ακόμα και στους πιο ώριμους διανοούμενους, που θα ζήλευαν (ήταν βέβαιο) τα επιτεύγματά του. Έτσι, αποφάσισε να υιοθετήσει ένα εμβριθές ύφος που προσιδίαζε στις περιστάσεις.
Ήταν αυταρέσκεια, έπαρση, τα πρώτα δειλά σημάδια ενός καλοήθους ναρκισσισμού. Ό,τι και να ήταν, τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου του σαν να βάραιναν με τη μεμβράνη ενός επιτηδευμένου προσωπείου, μιας ατίθασης έξαψης, που ατυχώς τον έκαναν να φαίνεται ηλικιακά μεγαλύτερος. Η Άλμα πρόσεξε μια μικρή αλλαγή στον τόνο της φωνής του κι ένα ελαφρύ καμπούριασμα, που την ανησύχησαν ιδιαίτερα. Μιλούσε αργά αλλά αφοριστικά, διαχειριζόταν ως ρήτορας την ένταση της φωνής του και –το χειρότερο– μετρούσε τις λέξεις του σαν τον αργυραμοιβό που μετρά με υπολογιστική κρυψίνοια τα νομίσματά του. Περπατούσε με προσποιητή νωχελικότητα, μ’ ένα καφετί κασκόλ στον λαιμό, όπως ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε συνεχή περίσκεψη, βαθυστόχαστος – ένας άνθρωπος που κουβαλούσε στην πλάτη του πολύ βαριές ιδέες για να μπορεί να κινείται ανάλαφρα, όπως παλιά. (σ. 35-36)
Η αλαζονεία, η έπαρση, η ματαιοδοξία, ο εγωκεντρισμός, η επιτήδευση, είναι μερικά από τα συμπτώματα μιας παθολογικής κατάστασης η οποία μεταμορφώνει τον ήρωα σε μια καρικατούρα λογιοσύνης και εμβρίθειας. Η εσωτερική παραμόρφωση του Γκέιλ ξεδιπλώνεται ολοζώντανη στη συνομιλία του με τον οδηγό του ταξί. Όπως και το όνειρο του προοιμίου, έτσι και η σκηνή αυτή, καταλαμβάνει μια ιδιαίτερα εκτενή θέση στη νουβέλα. Πέντε σελίδες εγκλωβίζουν τον χρόνο της αφήγησης και τον περιορίζουν στα πλαίσια μιας σύντομης διαδρομής με ταξί. Η αφηγηματική αυτή παύση δε μπορεί παρά να προσληφθεί ως μια συγγραφική επιλογή που συνάδει με τη στόχευση μιας φιλοσοφικής νουβέλας. Η ψυχογραφία προκρίνεται της πλοκής και η δράση εξελίσσεται, κυρίως, εντός του ψυχισμού των ηρώων.
Ο Γκέιλ αρνείται να αναγνωρίσει τη φιλολογική επιστημοσύνη του ταξιτζή και, στις ερωτήσεις του οδηγού, προτάσσει τη σιωπή του γεμάτη απαξίωση και περιφρόνηση:
Στο άκουσμα των ερωτήσεων του οδηγού ο Γκέιλ προσπάθησε ν’ αποσιωπήσει την έκπληξή του· οπωσδήποτε δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση να τον πιστώσει με γνωστική αξία που δεν άξιζε. Υπέθεσε πως ο φλύαρος οδηγός, με τη γελοία τριμμένη τραγιάσκα, θα έμαθε την ιστορία από κάποιον άλλον επιβάτη. (σ. 48)
Αλαζών και υπερόπτης, ο Γκέιλ χρησιμοποιεί ύφος και λόγο αυθεντίας, με στόχο να υπογραμμίσει το, υποτιθέμενο, κοινωνικό και μορφωτικό χάσμα ανάμεσα στον ίδιο και τον οδηγό του ταξί. Η εκτενής, όμως, και επιστημονική τοποθέτηση του ταξιτζή για το φιλολογικό θέμα της συζήτησης καθηλώνει τόσο τον Γκέιλ όσο και τον αναγνώστη του Χειρογράφου. Με την απάντησή του ο οδηγός μεταμορφώνεται σε μια μεταφυσική οντότητα η οποία ατενίζει τον κόσμο και τη λογοτεχνία με μια θεολογική οπτική:
Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, κι ο θεός κρύβεται στις λεπτομέρειες, όλοι μας κρυβόμαστε στις λεπτομέρειες, και οι λεπτομέρειες στις λεπτομέρειες εγκιβωτίζονται εξάλλου, ας μη αυταπατόμαστε. (σ. 49)
Αντισυμβατική αφηγηματική τεχνοτροπία, ανέλπιστα πρωτότυπη, μη αναμενόμενες εικόνες και απρόβλεπτοι ήρωες, συχνά στα όρια, πράγματι, του σουρεαλισμού. Η νουβέλα του Δημητρίου είναι ένας βυθομετρητής του ανθρώπινου ήθους, της ανθρώπινης ηθικής και της αντιπαλότητας των δύο ενώπιον του μοναδικού και αδιαμφισβήτητου κριτή:
Ο θάνατος καραδοκεί κάθε στιγμή – από τη στιγμή που γεννιόμαστε, πεθαίνουμε μέρα με την ημέρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο. Κι όταν αποφασίσει να έρθει, θερίζει σαν ανήλεος κατακτητής τα πάντα στο πέρασμά του, μας αφαιρεί τα πάντα ως το μεδούλι, όσα ανοήτως ποθήσαμε, όσα με τόση υπεροψία κατακτήσαμε, ακόμα και τη σκιά μας και τα πιο θολά μας όνειρα. Όχημα της αληθινά ευτυχισμένης ζωής, γιατρειά στη μίζερη δυστυχία μας, είναι η άσκηση στη φιλοσοφία. Ένας φυλακισμένος δεν είνιαι λιγότερο ελεύθερος από οποιονδήποτε άλλον, φτάνει να είναι πραγματικά ευτυχισμένος, να κάνει “το αγαθό” στόχο και κτήμα του. (σ.99)

 

ΧΑΡΗ ΣΠΑΝΟΥ

ΜΙΑ ΝΟΥΒΕΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

[Ένας αναγνώστης σημειώνει για «Το χειρόγραφο» του Κυριάκου Δημητρίου]

Με ορισμένα βιβλία μας συνδέει μία «περιπέτεια» η όποια προηγείται και έπεται της ανάγνωσης – ο πυρήνας της περιπέτειας βρίσκεται, βεβαίως, στην ίδια την ανάγνωση του βιβλίου. Ο συγγραφέας, ως πεζογράφος εμφανίζεται τον Μάιο του 2016 με δύο βιβλία στις εκδόσεις «Πορεία» των Αθηνών, δυο νουβέλες: «Το χειρόγραφο» και «Τρεις μήνες και μία μέρα».
«Το χειρόγραφο» ξεκίνα με μία μικρή άτιτλη αφήγηση στην όποια ο ήρωας, ό Γκέιλ Έλιοτ από το φθινόπωρο υποφέρει και αφυπνίζεται από
έναν επαναλαμβανόμενο εφιάλτη: περπατά με προορισμό το Πανεπιστημιακό κολέγιο/ φθάνει στην κλειστή πύλη, χτυπά το κουδούνι/ ο «συνοφρυωμένος φύλακας» τον αντιμετωπίζει «σαν ξένο»/ με ένα νεύμα αρνείται την είσοδο στον Γκέιλ και χάνεται στις σκιές. Ο Γκέιλ στέκει καθηλωμένος/ η άσφαλτος τον καταβροχθίζει. Στον ξύπνιο του, στη μονοκατοικία στο Χάιγκειτ, ο Γκέιλ απωθεί τον εφιάλτη. Την 20η Δεκεμβρίου, ο εφιάλτης επαναλαμβάνεται, με διαφορετικό τέλος: ο Γκέιλ, με γερασμένη σκιά, αποκαμωμένος, παραδίδει
τη δερμάτινη τσάντα στο φύλακα – δεν αντέχει πια το βάρος του χειρογράφου. Η αφήγηση έχει προμετωπίδα ένα μικρό στίχο του Βιργίλιου.
Ακολουθεί με τίτλο Μέρος Πρώτο, το ολιγοπρόσωπο, ατμοσφαιρικό, καλογραμμένο αφήγημα στο όποιο γνωρίζουμε τον Γκέιλ Έλιοτ, μορφωμένο και φιλόδοξο, νεαρό διδάκτορα φιλολογίας, την παραμάνα του Άλμα, τον ηλικιωμένο καθηγητή Ντίξον, σύμβουλο του Γκέιλ στη διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Οι περιγραφές του Λονδίνου διακρίνονται για την ιδιαίτερη παραστατικότητά τους. Δεν φοβούνται την αναδίπλωση της γλώσσας και ζωντανεύουν ένα τρόπο γραφής, ο όποιος σχεδόν εξέλειπε, μετά την κυριαρχία της τέχνης του κινηματογράφου. Ο συγγραφέας μετατρέπεται σχεδόν σε σκηνοθέτη – η «ατμόσφαιρα», η όποια κινηματογραφικά προκύπτει μέσω της εικόνας, του ήχου και της κίνησης , δημιουργείται στο «Χειρόγραφο» με μόνο εργαλείο τη γλώσσα. Η δομή γνέψει τρυφερά στον Έντγκαρ Άλαν Πόε. Η αύρα από βικτωριανά παραμύθια, ένας χαιρετισμός στον Πήτερ Πάν, η ανάμνηση ελληνικών μύθων – στο συναπάντημα τού Γκέιλ με τον κηπουρό, τον θυρωρό, τον οδηγό ταξί, διαπερνούν τη νουβέλα, σαν υπόκλιση ή μνήμη του παρελθόντος.
Τρία πρόσωπα – φανερώσεις ή φαντάσματα: ο κηπουρός, ο θυρωρός,
ο οδηγός ταξί, προσπαθούν να συζητήσουν με τον Γκέιλ το θέμα των μελετών του. Η έπαρση της μόρφωσης, η συστηματική αφοσίωση στη μελέτη και η νιότη, του επιβάλλουν (χωρίς να είναι ανυποψίαστος), να τα αγνοήσει. Είναι αφοσιωμένος, γοητευμένος με τον εαυτό του, με την επίπονη εργασία της μελέτης των δώδεκα τόμων του Σίντενχαμ. Οι εφιάλτες, οι προσβολές πανικού, ο αρχέγονος φόβος που βασανίζει τον νεαρό Γκέιλ, υποσημαίνουν την αυτοπαγίδευσή του, αλλά υπαινίσσονται και πιο βιωματικά θραύσματα της ζωής. Οι αγχώδεις διαταραχές, η κατάθλιψη, η ψύχωση, η αυτοχειρία, συμβαίνουν άλλωστε όχι σπάνια, στην ομάδα των διδακτορικών ερευνητών. Ο Γκέιλ αισθάνεται άτρωτος, συγκεντρωμένος δουλεύει οργανωμένα, με σκληρό, απαράβατο ωράριο, κοιμάται ελάχιστα. Είναι εραστής της Γνώσης, και δούλος της φιλοδοξίας του- ίσως θαρρεί πως έτσι θα νικήσει τον Χρόνο και τη φθορά.
Τα πρόσωπα, φανταστικά (;) και πραγματικά (η Άλμα που τον φροντίζει), η Φύση ζωντανή ή συμβολική (η βροχή, το δάσος, ο θεϊκός γίγαντας ενάντια στη βιβλιοθήκη – θησαυροφυλάκιο της γνώσης), ο γάτος Μάιλο από τα παιδικά του χρόνια, που πεθαίνει, εισπράττουν τόση προσοχή,
τόσο χρόνο, όσα ο ίδιος, ως αφοσιωμένος ερευνητής επιτρέπει. Η Άλμα
ανησυχεί για την όψη, τη συμπεριφορά, την υγεία του. Εκείνος απομακρύνεται πιο πολύ. Δέχεται ένα βαρύ προσωπικό πλήγμα: μια βαρειά οξεία πνευμονία, η όποια επιβάλλει νοσοκομειακή νοσηλεία σε εντατική μονάδα θεραπείας. Το Σώμα μιλά μέσω της ασθένειας, του πόνου. Ο Γκέιλ επιβιώνει, αλλά εξακολουθεί να σκέφτεται μόνο τη μελέτη – φτάνει αδύναμος, σχεδόν κατάκοιτος σαν γέροντας, στο σπίτι του στο Χάιγκειτ, για να αναρρώσει.
Στο Μέρος Δεύτερο, αλλάζει η γραμματοσειρά στο βιβλίο. ’Εμφανίζεται σαν ξένος στο σπίτι του Γκέιλ ο Φλόυερ Σίντενχαμ, ο συγγραφέας του
έργου το όποιο μελετά ο Γκέιλ. Ο Γκέιλ ακούει την πόρτα να χτυπά, «ξάγρυπνος από τις τρεις», «λες και υποψιαζόταν πως το όνειρο -αυτός ο
εφιάλτης, για την ακρίβεια- δεν είχε φτάσει στο τέλος του». Ο Γκέιλ βρίσκεται σε κατάσταση τρόμου, ο χρόνος μένει ακίνητος για ώρα, ενώ η
πόρτα συνεχίζει να κτυπά. Ο Γκέιλ ανοίγει ο ίδιος, αφού η Άλμα είναι
άφαντη: «Τα ακροδάχτυλα του ξένου επισκέπτη ήταν μαυρισμένα από το
μελάνι, οι καρποί των χεριών του ξεπρόβαλαν από τα μανίκια παραμορφωμένοι από την οστεοαρθρίτιδα».
Ό Σίντενχαμ αφηγείται πρωτοπρόσωπα τη ζωή και την ιστορία των βιβλίων του. Είναι αμείλικτα επικριτικός στον πυρήνα, στους άξονες της εργασίας του Γκέιλ. Η εξομολόγηση με την όποιαν «αμύνεται» απέναντι στην άστοχη εργασία τού Γκέιλ (την θεωρεί δεύτερο θάνατο) γίνεται σε φόντο ντικενσιανών γκρίζων, υγρών περιγραφών του Λονδίνου της εποχής. Οι συγκριμένες αναφορές στη σκέψη του Πλάτωνα, γίνονται με ουσιώδη τρόπο. Οι γυναικείες μορφές στη νουβέλα είναι κομβικές: η Άλμα μητρική φροντίζει, η φαρμακερή, απαγορευτική Σεσίλια (η πιο δραματική αρνητική περιγραφή προσώπου) εξαφανίζει την Έστερ, άνοιξη και έρωτα του Σίντενχαμ (αίτια της ατονίας του μυαλού του). Γυναικεία, θεϊκού κάλλους μορφή, λαμβάνει η Φιλοσοφία, μέσω του Πλάτωνα. Ό Σίντενχαμ πεθαίνει ως αυτόχειρας.
Το τέλος της νουβέλας, το τέλος του Γκέιλ, είναι αινιγματικό. Απαλλάχτηκε από το χειρόγραφο, αυτοκτόνησε ή μετά «Τό Χειρόγραφο» του Δημητρίου, ωρίμασε, συνέχισε και τελείωσε την εργασία του;
Υπάρχουν τέσσερα αποσπάσματα στο βιβλίο σε πλάγια γραφή: στις
σελίδες 33, 61, 89 καί 90.Η αντίληψη για τον Χρόνο, στη νουβέλα, εμφανίζεται υπαινικτικά, με διαφορετική εννοιολογική επένδυση. Ο χρόνος,
στον όποιο διαδραματίζεται η ιστορία του Γκέιλ, δίνεται μόνο από ένα
στίγμα: την αναφορά στα σελίδα 18, στο βιβλίο «Ποιος σκότωσε τον
Όμηρο» των Χάνσον και Χηθ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1998. Δεν θεωρώ
αυτή την διακριτική αποκάλυψη, τυχαία επιλογή του συγγραφέα.
Έχω την εντύπωση ότι «Το Χειρόγραφο» το διατρέχει, διακριτικά και
συμβολικά, ένα δίπολο κοσμοθεώρησης που αφορά την ανθρώπινη
σκέψη: Η παγίδευση/ εγκλεισμός σε μία σχολαστική μεθοδολογία μελέτης (η αστοχία του Γκέιλ) σε αντίθεση με τον στοχασμό «ανοιχτής θαλάσσης», ο οποίος στο δεύτερο μέρος του βιβλίου διαφαίνεται ως σοφότερος. Ο διανοητής των ανοικτών οριζόντων, δεν διστάζει να ερευνήσει
ακόμα και τον βίο και την περιπέτεια του συγγραφέα. Αυτό το θέμα, θαρρώ ότι είναι θεμελιώδες στη συναρμογή της νουβέλας, άλλα δεν αποσαφηνίζεται πλήρως. Εικάζω ότι ο συγγραφέας θα μας δώσει στο μέλλον και
άλλα «σημεία προσανατολισμού», μέσω της πεζογραφίας του.
Οι ειδικοί στην ταξινόμηση ίσως να κατέτασσαν τη νουβέλα στην τάξη
«φιλοσοφικό μυθιστόρημα», κατ’ αναλογία προς το «μαθηματικό μυθιστόρημα». Θα παρακάμψω την κατηγοριοποίηση, διότι δεν ενσωματώνει την πρόσληψη που είχα διαβάζοντας το βιβλίο. Είχα την ατυχία, να
ακούσω στο βιβλιοπωλείο, όταν πήρα τα δύο βιβλία: «Μα αυτά δεν είναι
λογοτεχνία, ασχολούνται με τη φιλοσοφία». Εισηγούμαι ψυχραιμία στους
μελλοντικούς αναγνώστες – για να μην απολέσουν μέρος της απόλαυσης
και της μαγείας του βιβλίου. Γιατί αν τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» τούς τις
πρότειναν ως «πολεμική λογοτεχνία», είναι ενδεχόμενο να μην τις διάβαζαν.
’ Αν επιχειρήσω ως καχύποπτος αναγνώστης, ο όποιος διαβάζει στο
εσώφυλλο του βιβλίου το λακωνικό βιογραφικό του συγγραφέα να θέσω
το ερώτημα: Έχουμε ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό αφήγημα ενός καλού
συγγραφέα ή είμαστε μπροστά σε ένα περίτεχνο φιλοσοφικό κατασκεύασμα με «λογοτεχνικό σώμα» ενός πανεπιστημιακού καθηγητή Ιστορίας των Ιδεών; «Ποιά η σημασία της διάκρισης;» θα αναρωτηθείτε. Μα, αν είναι λογοτεχνία, θα την κρίνουμε ως λογοτεχνία – αν είναι ένα παιγνίδι ικανότητας ενός στοχαστή, τότε θα την κρίνουμε ως παιγνίδι ή ως προοίμιο μιας φιλοσοφικής πραγματείας.
Νομίζω ότι από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου, δεν αμφέβαλλα ότι το κείμενο είναι λογοτεχνικό. Ομολογώ πως σπανίως, διαβάζοντας μία νουβέλα, έγραφα τόσες σημειώσεις στα περιγράμματα των σελίδων ενόσω διάβαζα. Δύο πρόσφατες εξαιρέσεις: «Η γιορτή της ασημαντότητας» του Μιλάν Κούντερα και «Ο αχός της εποχής» του Τζούλιαν Μπάρνς, με καθησύχασαν. Υπάρχουν, ευτυχώς, πάντα πεζογράφοι με γνώση και στοχασμό.
Η «βροχή των σημειώσεων στα περιθώρια» με οδήγησε να δω «Το Χειρόγραφο» και ως «εξεγερμένος» αναγνώστης. Μήπως ο συγγραφέας, ως έμπειρος δάσκαλος με καθοδήγησε, απόρρητα μέσω του κειμένου, σε μελέτη του βιβλίου; Δεύτερη ανάγνωση, αγνοώντας τις σημειώσεις! Έτσι, διέκρινα άλλο χαρακτηριστικό του βιβλίου: αν το πρώτο μέρος καλλιεργεί το ορθολογικό κριτήριο του αναγνώστη, το δεύτερο μέρος τότε, μεταμορφώνει τον αναγνώστη από «νεαρό σχολαστικό Γκέιλ» σε αναγνώστη «γέρο – σοφό Σίντενχαμ».
– Που κρύβεται ό συγγραφέας;
Μάς κρυφοκοιτά μέσα από δύο πρόσωπα: τον Σίντενχαμ, ο όποιος
ξαναζωντανεύει, αλλά και τον νεαρό φιλόλογο Γκέιλ, ο όποιος βασανίζεται
μέχρι τα άκρα, για να συνθέσει ένα μείζον έργο. Στη σελίδα 33 νομίζω ότι
ο συγγραφέας συναντά τον Γκέιλ και ότι στα εισαγωγικά, ακούμε τη δική
του φωνή.
Ο Δημητρίου είναι μεσήλικας. Ακροβατεί στη μέση απόσταση της ηλικίας των ηρώων του. Η συγγραφή της νουβέλας, τολμώ να εικάσω ότι
είναι πρωιμότερο έργο, ίσως δέκα χρονών. Ο Κυριάκος Δημητρίου φαίνεται να άπαντά πεισματικά: «Το χειρόγραφο», δηλαδή το «όλον», είναι το μείζον. Άραγε, ως πεζογράφος απευθύνει στις στρατιές των επίδοξων νέων και ώριμων πανεπιστημιακών συναδέλφων του, μια παραίνεση για τη μεθοδολογία της ερμηνευτικής μελέτης;
«Το χειρόγραφο» είναι ένα εξαιρετικό, σφύζον βιβλίο. Ο συγγραφέας
άθελά του ίσως, προτείνει και μία μέθοδο ανάγνωσης, μας προκαλεί σε ένα διπλό διάλογο: με το κείμενο και με την αυτογνωσία μας. Το συστήνω
ανεπιφύλακτα.

 

ΓΙΏΡΓΟΣ ΦΡAΓΚΟΣ

Ο Φιλευλεύθερος 4/9/2017

Κυριάκος Δημητρίου: «Τρεις μήνες και μια μέρα» και «Το χειρόγραφο» εκδόσεις Πορεία, 2016.

Δυο ομόθεμες και στιλιστικά – τεχνοτροπικά …ομοούσιες νουβέλες κυκλοφόρησε, την ίδια περίοδο και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, ο καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Κυριάκος Δημητρίου. Πρόκειται για τα βιβλία «Τρεις μήνες και μια μέρα» και «Το χειρόγραφο», που κυκλοφόρησαν από τον εκδοτικό οίκο «Πορεία» τον Μάιο του 2016.

Ας τις πάρουμε όμως μία – μία και με τη σειρά. Οι πρώτες κιόλας σελίδες της νουβέλας «Τρεις μήνες και μια μέρα» φανερώνουν στερεή λογοτεχνική υποδομή, αλλά και πλούσιες αφηγηματικές αρετές.

Το βιβλίο συνδυάζει τη μυθιστορηματική γραφή με τη δοκιμιακή, πάνω στα ευρύτερα ζητήματα της φιλοσοφικής σκέψης. Ο συγγραφέας καταφέρνει να συνταιριάσει πολλά και ποικιλόμορφα αφηγηματικά επίπεδα, κατά τρόπο ομαλό και λειτουργικό. Από τη μια, βλέπουμε τη σύζευξη του αυτοβιογραφικού στοιχείου –με τα βιώματα σε μια φοιτητική εστία– μαζί με το ερευνητικό αντικείμενο του αφηγητή – φοιτητή φιλοσοφίας και πώς αυτό αναπλάθεται δοκιμιογραφικά. Από την άλλη, γινόμαστε μάρτυρες μιας συστοιχίας φανταστικής λογοτεχνίας με αδρά χαρακτηριστικά ιστορικού μυθιστορήματος.

Το παλιό σανατόριο – νυν φοιτητική εστία μοιάζει με κιβωτό που κινείται ή μάλλον πλέει στον χωροχρόνο και μας μεταφέρει από τη σύγχρονη στη βικτωριανή εποχή και αργότερα μάλλον στη δεκαετία του ‘40 του 19ου αιώνα.

Στις δοκιμιακές πτυχές του όλου αφηγήματος γινόμαστε κοινωνοί της φιλοσοφικής σκέψης στην Αγγλία περί τα μέσα του 18ου αιώνα, αλλά μαθαίνουμε και πώς προσλαμβανόταν η αρχαία ελληνική γραμματεία από Άγγλους διανοούμενους και ερευνητές περασμένων αιώνων.

Ο Κ.Δ. έχει επαρκώς κατεκτημένες αφηγηματικές τεχνικές και καταφέρνει να κρατά αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον με την παραστατικότητα, τη γλαφυρότητα και την ατμοσφαιρικότητα της γραφής του. Αυτές οι προϋποθέσεις καθιστούν επιτυχημένη τη μετάβαση σε διάφορες εποχές, σε διάφορες καταστάσεις, με τα δικά τους ξεχωριστά ηχοχρώματα και γεύσεις κάθε φορά.

Η φιλαναγνωσία, η βιβλιοφιλία και η ευρυμάθεια του συγγραφέα αφηγητή, όπως βρίσκουν την έκφρασή τους πληθωρικά μέσα στην υπό αναφορά νουβέλα, μας ωθούν σε συναναγνώσεις πότε με «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο και πότε με το «Όλα τα ονόματα» του Ζοζέ Σαμαράγκου. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι εμφανείς οι κοινές διαδρομές και οι κοινοί τόποι, αλλά πάντοτε με γόνιμο τρόπο και δημιουργικό.

Το βιβλίο βρίθει ιδεών, κυρίως φιλοσοφικού περιεχομένου. Ωστόσο, θεωρώ πως σε αυτό είναι ελαφρώς αμυδρή η παρουσία χαρακτήρων και ηρώων. Στην ουσία μόνο η εικόνα του αφηγητή – συγγραφέα προβάλει κατά τρόπο επαρκώς ολοκληρωμένο.
Το κύριο θεματικό μοτίβο του βιβλίου είναι η φιλοσοφική σκέψη και η φιλοσοφική γνώση. Και αυτό αποτυπώνεται με γλαφυρότητα, φαντασία και λογοτεχνικό οίστρο: «…ποτέ δεν θα υπάρξει ο απόλυτος έλεγχος της φιλοσοφικής γνώσης. Όσο εμβαθύνεις, τόσο πιο χαοτικός γίνεται ο κρατήρας στο μυαλό, ακροβατεί η σκέψη, και τόσο πιο πολύ βυθίζεσαι, απλοήγητος, σαν το ακυβέρνητο φάντασμα ενός απέθαντου Οδυσσέα, στον αφρισμένο ωκεανό των ιδεών». (σελ. 12)

Στο «Χειρόγραφο», τη δεύτερη νουβέλα, οι δυο βασικοί χαρακτήρες, του μεταπτυχιακού ερευνητή της Οξφόρδης Γκέιλ Έλιοτ και του Άγγλου φιλόλογου και φιλόσοφου του 18ου αιώνα Φλούερ Σίντενχαμ, συγκριτικά, προβάλλουν πιο ευδιάκριτα και πιο ολοκληρωμένα απ’ ότι οι ήρωες της πρώτης νουβέλας. Εδώ βέβαια, σταδιακά, ο ερευνητής αφομοιώνεται και στο τέλος ταυτίζεται με το ερευνητικό του αντικείμενο ή μάλλον το ερευνητικό του υποκείμενο.

Το κύριο και κυρίαρχο ζήτημα που πραγματεύεται το «Χειρόγραφο» είναι η αγωνία του ερευνητή να μην προδώσει την ουσία του ερευνητικού του αντικειμένου, υποκύπτοντας είτε στον σχολαστικισμό, είτε στην ερευνητική οίηση. Όπως πολύ ξεκάθαρα το θέτει ο καθηγητής του Γκέιλ «…προδώσαμε τις ιδέες. Εμείς οι ανάλγητοι γυρολόγοι του πνεύματος, σκληρόκαρδοι, τις κακοποιήσαμε, τις χτίσαμε σε τερατώδη διανοητικά συστήματα, αφαιμαγμένα σχήματα. Είναι ανήμπορες πια να δραπετεύσουν∙ άνυδρες, αποξηραμένες, τις ρίξαμε σ’ ένα σακί σαν σκάρτο εμπόρευμα και τις διαπομπεύουμε». (σελ. 20)

Οι περιγραφές του συγγραφέα είναι ευρηματικές, παραστατικές και γλαφυρές. Εισάγουν τον αναγνώστη ατμοσφαιρικά στην πεμπτουσία των χαρακτήρων και των δρωμένων. Π.χ. να πως περιγράφεται ο ερευνητικός οίστρος του Γκέιλ: «Έμοιαζε σαν αποπροσανατολισμένος αρουραίος σε μια ξύλινη αποθήκη γεμάτη λιχουδιές, τα μάτια του ώρες – ώρες έπαιρναν το χρώμα της ώχρας, απλανή σαν αμμοβολισμένο γυαλί». (σελ. 42) Συναφής περιγραφή και λίγο πιο κάτω: «ο Γκέιλ ξύπνησε από έναν λήθαργο βαθύ, σχεδόν νεκρικό, σαν ν’ αναρριχήθηκε ο νους του σαν κισσός από ένα ανήλιαγο πηγάδι». (σελ. 54)

Ευρηματικό καίριο αλλά και σκληρό βρίσκω το συγγραφικό εφεύρημα του Κ.Δ. να απευθύνεται και να συνομιλεί με τον κύριο ήρωα του βιβλίου, το ερευνητικό του υποκείμενο Φ. Σίντενχαμ, δρασκελώντας δυο αιώνες και επανερχόμενος στη ζωή. Εδώ, προφανώς, επιστρατεύονται στοιχεία της υπερρεαλιστικής ή και της φανταστικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, εκείνο που συναρπάζει είναι η οξύτητα και η ωμότητα της κριτικής του Σίντενχαμ προς τον μελετητή του: «…ξαναπεθαίνω φρικτά, οριστικά στην αοριστία των λέξεών σας, στην οργιώδη λεξιλαγνεία σας, σ’ έναν κούφιο βωμό μιας αμετροέπειας, μιας ακαδημαϊκής περιαυτολογίας». (σελ. 71-72)

Συνολικά αποτιμώντας τις δυο νουβέλες του Κ.Δ. δεν έχω παρά να εκθειάσω τις λογοτεχνικές τους αρετές, τη στιλιστική τους αρτιότητα και τη δομική επάρκειά τους. Είθε αυτές τις αρετές, αυτή την αισθητική πληρότητα, να τις δούμε να πραγματώνονται και σ’ ένα μελλοντικό έργο του συγγραφέα που να έχει να κάμει με τα καθ’ ημάς, το κυπριακό γίγνεσθαι∙ και να χαρακτηρίζεται συνάμα από τη δροσιά της οικείας εντοπιότητας.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ

 

Γεννήθηκε το 1962 στις Μοίρες Ηρακλείου. Από το 1993 ζει και εργάζεται στη Βέροια. Έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά με τη μουσική και τη
ζωγραφική.

ΒΙΒΛΙΑ

Παράλληλη μνήμη, Εντευκτήριο (2017)
Προσομοίωση, Ενδυμίων (2013)
Διαδικασία αναβολής, Ενδυμίων (2011)

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
Ποιητικός πυρήνας: Ανθολογία, Ενδυμίων (2012)

 

1-Untitled.FR12

ΠΡΟΣΩΜΟΙΩΣΗ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΒΟΛΗΣ

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ (2017)

 

ΗΡΘΕ

με βρήκε γυμνό
απροστάτευτο
οι λέξεις άρχισαν να χοροπηδάνε
σαν κύματα σε πλώρη

με χτύπησε στον ώμο
σήκω
ήρθε η ώρα
να βαπτιστείς στις αλυκές

να ξεχάσεις τη ματιά σου
να πάρεις δρόμο ονείρου
να είμαι κύμα
να είσαι τρικυμία
να είμαστε ένα
αδιέξοδο
αντίδοτο
αντίδωρο
βροχή
πηγή
και εν τέλει
τέλος και αρχή
μέση άκρη
φωνή δόνηση δάκρυ
μαχαίρι μαυρομάνικο
μαντίλι
μαντιλίδα
ουσία άστρων

 

 

ΑΝΕΣΤΙΟΣ

έβαλα τη φορεσιά της λύπης
περπάτησα μέρες σε μονοπάτια
δρόμους σκοτεινούς, ήσυχους
φωταγωγημένους και θορυβώδεις

αρνήθηκα τη λάμψη της φωτιάς
όσο κι αν με τραβούσε

με τις καύσεις των ερειπίων
άλλαξε η ρότα της ανησυχίας μου

έζησα δύο αιώνες εξορία
μα ξαναγύρισα

ξέχασα, ναι
όμως η λήθη σμίλεψε τη φωνή μου
η μνήμη, α! ναι η μνήμη
μητέρα σκληρή
απροσπέλαστη ερωμένη
σπασμένος σκληρός δίσκος

ένα όστρακο
είναι η αμοιβή μου
κάθε καλοκαίρι

 

 

ΜΑΝΑ

όσο περνά ο χρόνος
κι οι μέρες κυλούν με ταχύτητα
μένει στην καρδιά ένα ημερολόγιο τοίχου
σκέφτομαι πόσοι ποιητές σε ύμνησαν
σε λάτρεψαν σε εξύψωσαν
τρομάζω με τον εαυτό μου
γιατί τάχα γράφω ποιήματα
(κι έναν στίχο για σένα δεν βρήκα)
κάποιοι λένε είναι καλά
κι άλλοι με λένε γραφικό
μα δε με νοιάζει μάνα
κοιτάζω τον χρόνο κατάματα και δεν μου λείπεις
κοιτάζω τον καθρέφτη και βλέπω τη μορφή σου
σε βλέπω
μαλλιά, χαμόγελο, μάτια, ίδια όλα
κλωνάρι σου είμαι

 

 

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

κοχύλι στο βαθύ το μπλε
είμαι λησμονημένο
αφέθηκα στην άνοιξη
και στον ξανθό Σεπτέμβρη

χορεύουν οι τουρίστριες
φλεγόμενες τα βράδια

στον βράχο που τον χάιδευε
ένα γλυκό αεράκι
μου στέλνει χαιρετίσματα
ο καπετάν Περδίκης

τσακίσαμε τα όργανα
χάθηκαν οι πυξίδες
κι η δόλια η αδερφούλα μου
μαζεύει μαντιλίδες

και στην κορφή του λιονταριού
κρυφός καημός ηκούσθη
είναι η αγάπη ακριβή
ξερή μα πλουμισμένη
σαν πέρδικα φεγγοβολά
και πάει στα ουράνια

 

ΥΛΟΤΟΜΙΑ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

τόσο πολύ σ’ αγάπησα
που σε περιφέρω
σαν επιτάφιο

τόσο μου λείπεις που θαρρώ
πως άνοιξη δεν θα ’ρθει

ούτε φύλλο δεν ράγισε
ούτε ανάσα ακούστηκε
μόνο η ομορφιά κύλησε
δάκρυ διαμάντι

κι ο θρίαμβος;

μια νύχτα, οι νεωκόροι των εκκλησιών
θα σαβανώσουν και τις τελευταίες ελπίδες
και ο αόμματος αρχαιοφύλακας θ’ αποδράσει
μ’ ένα αντίγραφο της απτέρου νίκης

 

 

ΕΝ ΜΕΣΩ ΘΕΡΟΥΣ

χούντα
μουντά χειμέρια τα πάντα
κι ωστόσο Ιούλιος
κι ο Αύγουστος να απέχει αιώνες

η μάνα έχει βρει σκάρους

επιστράτευση
άλλοι σκαρώνουν την ιστορία
άρον άρον τ’ αφήσαμε όλα
και γυρίσαμε Μοίρες με τον Μύρο

αναψυκτικά Λέντας «κάνουν καλό»
κάτι ήξεραν οι ιερείς του Ασκληπιού
ψάχνω την πηγή
μεταμφιέζομαι σε ασθενή και οδοιπόρο
χάραξα τον δρόμο μου στην κακοτοπιά

παντού στον κάμπο επίστρατοι
περιμένουν πόλεμο
φθινόπωρο
θάνατο

δε φοβάμαι τη ρίζα μου
ανθίζει
κρυφίως και αενάως

 

 

ΗΡΘΑΝ

μας βρήκαν ανυποψίαστους
κάπνιζαν ξενικά τσιγάρα
τη θλίψη πάνε διακοπές
εμείς νομίζαμε πως ήταν αυθεντίες

θέμα οπτικής
εκείνοι στη διαφορετικότητά μου
και εγώ στα όνειρά τους
που ήταν γκρίζα
όπως οι ψυχές τους

why not με μια απόκλιση στο τέλος nor
ή κάτι σαν τρέλα

το είπε και μια γραμματέας υπουργείου:
εδώ οι άντρες μυρίζουν θυμάρι
και οι γυναίκες δενδρολίβανο

 

 

ΟΜΗΡΟΣ

παιδί κοίταζα ώρες
τον πατέρα ξαπλωμένο
να ακούει ραδιόφωνο

Νήπιο ακόμα
με ρώτησε η κυρία:
-τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
-αγρότης απάντησα
-όχι, κυρία, φώναξε μια γειτονοπούλα
είναι τυφλός

Πρώτη φορά ένιωθα λυπημένος
ήξερα κι έκρυβα ό,τι γνώριζαν όλοι

Άρχισα να ψάχνω
τον άγνωστο άνθρωπο
που ζούσαμε
στο ίδιο σπίτι

Μιλούσε και έβγαιναν πουλιά πολύχρωμα
χειρονομούσε και διηύθυνε
αόρατες ορχήστρες

μια μέρα τον πλησίασα:
– πατέρα, πώς τόσα χρόνια στο σκοτάδι;
απάντησε:
-ίδωμεν το φως το αληθινόν

 

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ

εν τοις όρεσι και ταις διαβάθραις των κλεισουρών

ο γενέθλιος τόπος μου
μια λιτή εικόνα
μη ρέον ύδωρ
άγρια τοποθεσία
απόκρημνα φαράγγια
άδενδροι βράχοι
δεν επροίκισεν το Βυζάντιο
με πρίγκιπες, αυλικούς, στρατηγούς
επιφανείς κληρικούς

ο κόσμος που γαλουχήθηκα περίκλειστος
μόνη διέξοδος η θάλασσα
το πνεύμα παγιδευμένο
η μνήμη στο αίμα
τα τροπάρια στα γονίδια
το φως στο σκοτάδι και στον φόβο
η ομοθυμία στο πέραν
οι ενιαυτοί στο παρόν

η ψυχή μου πορεύεται σε νέους τόπους

βηματιστής στη σκουριά των ημερών
αναλήφθηκα
ως αιχμή καπνού
στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων

 

 

ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ (2013)

 

Ημερολόγιο Εκπαίδευσης

 

ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ

δεν προσποιούμαι
δε φοβάμαι
οι άγκυρές μου σε μια ξέρα ριζωμένες
σε παγερό κρεβάτι χειρουργείται
η ψυχή μου και η αναισθησιολόγος
ανήσυχη
χρόνος μηδέν ξανά
σμήνη αποδημητικών
των άλλων οι ζωές
ο πόνος ποντικός που βγαίνει απ’ τ’ αλεύρι
πυρ και μανία να ιριδίσει το φουρνάρικο
της νοσοκόμας η μορφή σκουραίνει ολοένα
αγγέλου μοιάζει σκοτεινού που κάνει χρέη θανάτου
φριχτό των φίλων το φιλί
ήσυχος ύπνος

 

 

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΟ

προσοχή κύριε, θα μείνετε στείρος
βγάλτε τη βέρα και
βάλτε στην καρδιά το ρουλεμάν
βαθιά αναπνοή
ύστερα στύσις
ανάρπαστοι και παραγωγικοί
δημόσιοι υπάλληλοι
κύριε Καρυωτάκη
δώστε τη σφαίρα
και εμείς αναλαμβάνουμε τα υπόλοιπα

να πάρεις παραπεμπτικό
σφραγίδα στρογγυλή στη γραμματεία

αθέλητος συνωστισμός
σε σκοτεινούς διαδρόμους
με τους πλασιέ εταιρειών
και τα ετοιμοπόλεμα
γραφεία τελετών

 

Παρενέργειες Εκπαιδευομένου

 

ΣΟΥΡΟΥΠΟ ΣΤΟ ΛΕΝΤΑ

Γλυκά νυχτώνει απόψε
μια νοσταλγία με ξελογιάζει
πετώ τη μάσκα
ο τόπος μου
άδειος καθρέφτης

πόσες φορές να σε τραγούδησα αγαπημένη!

λυτό σούρουπο καλοκαιριού
υγρό φιλί στο στόμα

η φλογέρα φταίει για το λυγμό
του θυμαριού
που ακονίζει το τοπίο

 

 

ΑΝΑΝΗΨΗ

ρίγησα δέος με τον Κάλβο
μια νύχτα στο Λιβόρνο
ήμουν το σφάγιον
ένιωσα το βλέμμα του
το παγερό χαμόγελο
τον ήχο του καθαρτηρίου
φωνές –να τον προλάβουμε έλεγαν–
φωτάκια αναβόσβηναν
με λύσσα ενός πνιγμένου
στης Γόρτυνας το δίστρατο
είπα να πάω στα μέρη μου
μήπως και ξαποστάσω
να ξαναπάρω τα βουνά
τη άβολη χαρά μου να γιορτάσω
μια επιβίωση ακόμα ξεκινά

 

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΒΟΛΗΣ (2011)

 

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Το αστρικό σώμα μου
χάνεται, στο φεγγάρι.

Φωνή μου
Πολιτεία αγέρωχη.
Τα λυτά σου μαλλιά
φτάνουν στις εκβολές του Ευφράτη.

Μαζί με το μύθο μου φεύγω…

 

 

ΑΡΙΑΔΝΗ

Έρπω χωρίς μίτο
ομιχλώδης
ακόρεστος ιέραξ ή
θαλάσσιος ίππος
να φεύγω πάμφτωχος.

Όμως στη γλώσσα μου
η αγάπη έχει χρώμα μπλε
και φεύγω πάμφωτος.

Είμαι βαρκούλα στο γιαλό
και συ μεθάς με άστρα.

 

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Σε μυθικές νύχτες
περιστασιακών αναστάσεων
ατενίζω το διάστιχτο
απ’ άστρα σώμα σου.

Κατακερματίζομαι στην Αχερουσία
φωνή μου πέτρινη!

Σπύρο πού είσαι;

 

 

ΝΕΚΡΟΦΑΝΕΙΑ

Το χάραμα, όταν ξεψυχούσα
το μισό στήθος γελούσε.
Τώρα, είπα, όλα πάνε πρίμα!
Το καράβι, στη ρότα
οι δουλειές θαυμάσια…

Και πώς θα φαίνομαι!
Σοβαρότατος στο φέρετρο.

 

 

ΘΡΟΙΣΜΑ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ

Οι λέξεις μου χάνονται
στο κόκκινο των χειλιών σου
γίνομαι μαγικός ήχος
γλιστρώ από τα χέρια σου

Και εσύ όλο να δραπετεύεις
σε πέλαγος θλίψης

Δεν αφήνω ίχνη
χωρίς ενοχές σε πλησιάζω
Όπως το ελάφι την πηγή

 

 

ΦΟΙΝΙΚΕΣ

Πολλές φορές η μουσική
ξυπνά εντός μου ένα μικρό ατίθασο γιατί
Θέλω να σέρνω το χορό
στην πίστα της αιώνιας νιότης
Ν’ ανοίξω τα φλογισμένα μου φτερά

Πολλές φορές η μοναξιά μου
τρυπούσε το ταβάνι
φαίνονταν μόνο ο ουρανός
Και συ να τραγουδάς:

Ουράνιοι ταξιδιώτες είμαστε
του κόσμου…

 

 

ΓΛΥΚΑΝΙΣΟΣ

Μια νέα συνταγή μαγειρέματος θα ακολουθήσω
Πρώτα να τσιγαρίσω πορτοκάλι με λεμονανθούς
Μετά να κόψω την καρδιά κομμάτια σε κύβους
Από αίμα θα πάρω άμεσα το μπλε
Βασιλικό και δυόσμο να δροσίσω τα μέλη μου

 

 

ΒΕΡΟΙΑ

Κάθομαι, παλεύω γελώντας
ροδάκινο αίμα
σταλακτίτες της μοναξιάς
στου Αλιάκμονα τις κοίτες

Χαμηλώνω, χαμηλώνω, ανάπαυση
ζωή τροχόσπιτο-σπιρτόξυλο

Γελώ, γελώ όταν πετώ
στις κερασιές
μίας όασης θανάτου…
0 κάμπος
οι σιδηροτροχιές
μια μελωδία

 

 

ΕΠΡΕΠΕ

Έπρεπε να περάσουνε τα χρόνια
να είναι η καρδιά μου άδεια.
Έπρεπε να κοιμάμαι σε χαρτόνια,
φυγάς του κόσμου αυτού, του άπιαστου.

Μια νέα τυραννία έρχεται από σκοτάδια.
Έπρεπε απλόχερα να ζω και να μη λογαριάζω
τις αντιφάσεις μου να καλοπιάσω.
Τη μοναξιά μου έπρεπε να βγάλω στα σκουπίδια.
Έπρεπε όλα να ‘ναι ίδια ή ν’ αλλάζουν
όπως τα χρώματα της ίριδας να μοιάζουν.
Έπρεπε να ‘σουν εδώ,
την αγωνία του αιώνα να ζήσουμε μαζί

 

 

ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Ανιάτως ωραίος
χωρίς δέος για θεούς και ανθρώπους
εμφανίζομαι.
Με την ψυχή σπαρμένη
ψίχουλα αιωνιότητας.
Στη δίνη ενός ονείρου
φορώ τις μπότες του Ερμή.

Ω! ζωοδότρα πληγή κι αιτία
δεν θέλω άλλη να πάρω αναβολή.

 

 

ΑΠΟ ΤΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΝΔΥΜΙΩΝ
ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ (2012)

 

TURRITOPSIS NUTRICULA

Όποτε με κοιτούσες πέτρωνα!
Όταν με φίλησες ανάσταση
Αργότερα εξέπεσα αξιωμάτων
Διασπάστηκα ον πολυδιάστατο
Όντας Οβίδιος ανίδεος και εύχαρις
Αποδομήθηκα
Και με την Αλεξάνδρα δεν…

Δώδεκα παρά τέταρτο
Είμαι κομμάτια
Μες στα χαλάσματα του Ωκεανού
Να ονειρεύομαι ξανά τον κόσμο:
Απ’ την αρχή

 

 

ΨΕΜΑ

Ο βοσκός ήταν αληθινός
Τα πρόβατα υπήρξαν
Και ο λύκος και το χωριό
Η στάνη
Το μονοπάτι
Όλα
Οι μαζώξεις και οι λιτανείες
Τα ξόρκια και οι νεράιδες
Τα τραγούδια, οι φωνές, η φλογέρα
Το λουλούδι που άνθισε

Ακόμα και οι σιδηροτροχιές
Στον κάμπο μαρτυρούσαν:
Υπάρχει αίμα
Σιωπή
Και το κυριότερο
Οι ψυχές που ίπτανται αενάως
Στον Ουράνιο θόλο

 

 

ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

στο Γιώργη Δασκαλάκη

Άδειο τραπέζι
μου παίρνουν τον καφέ
παίρνουν το γλυκό και τα φρούτα
παίρνουν το κυρίως πιάτο
τα ορεκτικά
το απεριτίφ
μπαίνω στο εστιατόριο

Αυθάδης
Αναστήθηκα

Σούρουπο

Όλη μέρα σκεφτόμουν την ομορφιά
την επιθυμία να συνουσιαστώ με την ουσία του γεύματος
ή της προσδοκίας

Χαράζει

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ

 

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

ΤΑ ΝΕΑ / Βιβλιοδρόμιο/5/8/2017

Επιτέλους, ένα ποιητικό βιβλίο, η «Παράλληλη μνήμη» του Βασίλη Δασκαλάκη, χωρίς ημερομηνίες για το πότε γράφτηκε το κάθε ποίημα, χωρίς αφιερώσεις σε συναδέλφους ποιητές ή σε συγγενικά πρόσωπα, χωρίς ξένες λέξεις ή επεξηγηματικές σημειώσεις στις τελευταίες σελίδες και κυρίως χωρίς μότο – ούτε ένα! -, μην τυχόν και μας διαφύγει πόσο κατατοπισμένος είναι ο ποιητής σε αλλότριους ποιητικούς λειμώνες. Ετσι, τα είκοσι εννέα ποιήματα του βιβλίου επιτρέπουν να διακρίνεις και την εσωτερική βάσανο που τα υπαγόρευσε και την ποιητική μεταστοιχείωση της βασάνου αυτής. Οπως το καθένα ποίημα χωριστά (για παράδειγμα, τα ποιήματα «Εν μέσω θέρους» και «Ομηρος») αλλά και όλα μαζί κατατείνουν στη συγκρότηση ενός «ημερολογίου», αφού μια παράλληλη μνήμη των ανθρώπων και των πραγμάτων, σε σχέση με τη διαρκώς παρούσα και εκφρασμένη, μια μνήμη μυστική και αθέατη, που συχνά ακόμη και το ίδιο το ποίημα σαν να διστάζει να την αγγίξει, αναδεικνύεται σε μια μνήμη απείρως πιο επίμονη και ζωτικής σημασίας. Με τους στίχους «Ένα όστρακο / είναι η αμοιβή μου / κάθε καλοκαίρι», να υπαινίσσεται εύγλωττα πως η ποίηση τελικά είναι η μόνη επιβεβαίωση για το ότι υπήρξαμε.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Τ. 112/ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017

Παράλληλες σκέψεις σε καταγωγικά ποιήματα

Ο Βασίλης Δασκαλάκης γεννήθηκε το 1962 στις Μοίρες Ηρακλείου· από το
1993 ζει και δημιουργεί στη Βέροια. Μετά από δύο προσωπικές ποιητικές
συλλογές (Διαδικασία αναβολής, Ενδυμίων 2011· Προσομοίωση, Ενδυμίων
2013) και μία συμμετοχή στη συλλογική έκδοση Ποιητικός Πυρήνας (Ενδυ-
μίων 2012), επιστρέφει με αυτή τη νέα συλλογή.
Με λίγα λόγια, και για να μπούμε κατευθείαν στο ψητό των ποιημάτων, πρόκειται για μια επιστροφή στα πάτρια, στα καταγωγικά, στην κρητική
παιδική και εφηβική ηλικία, μαχαίρι μαυρομάνικο/ μαντήλι/ μαντιλίδα. Το
ποίημα σαν όστρακο μοιάζει, γιατρικό στον εξοστρακισμό και η μνήμη μητέρα σκληρή/ απροσπέλαστη ερωμένη/σπασμένος σκληρός δίσκος. Όποιος νιώθει ανέστιος, η ρίζα τον κρατά όρθιο —καρδιακή, μητρική, σαν την ποδιά της μάνας -, άλλοτε φωτεινή κι άλλοτε σκοτεινή.
Όλοι είμαστε “κλωνάρια” στην ποίηση του Δασκαλάκη, ο χρόνος πάλι είναι ένα ημερολόγιο τοίχου και η ζωή κάτι σαν τις τουρίστριες στην Κρήτη
που φλέγονται τα βράδια. Ο ποιητής συνεχίζει ανάμεσα στα δύο, κοιτώντας
τον εαυτό του στον καθρέφτη του ποιήματος — κλωνάρι κι αυτός, πέρδικα
και γλυκό αεράκι.
Αν οι λέξεις γίναν θρύψαλα, κομμάτια οι νευρώνες, το ποίημα-κάτεργο βαστά μέχρι ο πρώτος στίχος να ζευγαρώσει με τον τελευταίο, μέχρι ο ποιητής Β.Δ. να πετάξει από τη Βέροια στο Ηράκλειο, να πει στους παιδικούς του φίλους ένα “γεια χαρά”. Στους πρώτους έρωτες, ο ποιητής δεν συμμορφώνεται, ακρωτηριάζει το ποίημα και με τα άκρα του σχηματίζει
αφαιρετικά ερωτικά τέμπλα, μια νέα Πομπηία του έρωτα, πύρινη.
Ο ποιητής Β.Δ. “περιφέρει” την πατρώα παιδική ηλικία σαν “επιτάφιο”,
σαν ποίημα-επιτάφιο, και η ομορφιά κυλά σαν δάκρυ, σαν απόδραση. Οι στίχοι σαν “νεωκόροι” σαβανώνουν – πάντα ένα αντίγραφο απτέρου νίκης θα
είναι ο θρίαμβος του ποιήματος στο χαρτί.
Όταν θυμώνει ο ποιητής με τη θάλασσα ή με τα βουνά της παιδικής του ηλικίας, δεν θωπεύει ακριβώς τη μνήμη, αλλά την ταριχεύει με τεχνικές Αιγυπτίων – μούμια το ποίημα, δύο λέξεις αρκούν για να περιγράφει τη θλίψη του ο ποιητής.
Βαρύ φορτίο η οικειότης, είτε ημεδαπός είτε αλλοδαπός, τουρίστας ή εσωτερικός μετανάστης — στη ζωή και στο ποίημα, ο ποιητής θέλει δεν θέλει θα προσεύχεται σώσουν, Κύριε, τον λαό Σου.
Το ποίημα σαν τελετουργία, σαν αντίστροφη διαδρομή αποκαθήλωσης — η Αργυρώ, η Πηνελόπη, το καπνοπωλείο «Θεόδουλος». Σαν αγριοπερίστερο ο ποιητής Β.Δ., σαν σκυλί σγουρόμαλλο, επιστρέφει ευάλωτο στην παραθαλάσσια σπηλιά του.
Ο ποιητής Β.Δ. κάθε πρωί καπνίζει ένα τσιγάρο-ποίημα, σαν να βγαίνει
στην επιφάνεια του πατρικού του χωριού, σαν “ψάρι”. Το στεριανό ποίημα
δηλαδή, έξω από τα νερά του, επιστρέφει, έστω και νοερά, διά του καπνού
των στίχων, στην πατρική θάλασσα – εκεί ανάβει, εκεί και σβήνει.
Γιατί άδικο χρέος η σπατάλη της ομορφιάς, του έρωτα, της πατρικής ρίζας, γιατί κι ο ποιητής πότε Χριστός πότε Ιούδας, γιατί άλλη η αδελφοποίηση με την τρέλα και άλλη η ποιητική περίφραξη της καρδιάς.
Γιατί και η ποίηση είναι ένας τόπος, μία εξόδιος ακολουθία, όπως το βλέμμα της θλιμμένης γκαρσόνας στην Κρήτη, κύριε Βασίλη, μαύρη ζάχαρη;/ μαύρη κι η καρδιά μου/ψάρι σε δίχτυ.
Γιατί ο τυφλός πατέρας, ξαπλωμένος χρόνια, γνωστός-άγνωστος, έδειξε το φως το αληθινό, όπως το ποίημα κάτοπτρο — μίση αλήθεια φως, μισή σκοτάδι.
Γιατί λίγα λόγια το ποίημα. Μέσα στο πολύχρωμο ζόρι του κάμπου, τσακάλι πένθιμο ο ποιητής Β.Δ., θερίζει την πραμάτεια του, Ιούλιο μήνα, από
τον Βορρά μέχρι τον Νότο.
Γιατί εδώ, στον γενέθλιο τόπο, τόσο ανυποψίαστα, οι άντρες μυρίζουν θυμάρι και οι γυναίκες δενδρολίβανο. Γιατί πόσο πιο απλά να το ονομάσει Παράλληλη μνήμη ο ποιητής Β.Δ., αυτός που βηματιστής στη σκουριά των ημερών/ αναλήφθηκε/ ως αιχμή καπνού /στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων.

 

 

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ
ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Τ. 112/ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017

Βενετία

Ο τίτλος Παράλληλη μνήμη στο εξώφυλλο, σε πρώτη ανάγνωση, είναι ασαφής. Διότι παραμένει ποιητικά αινιγματική η παραλληλία του. Παράλληλη με άλλη μνήμη; Ή μήπως μνήμη παράλληλη με τη ζωή; Το ταξίδι στη μνήμη αποτελεί μία συνάντηση με πράγματα και πρόσωπα πολύ παλιά, που είναι όμως ακόμη ζωντανά και συνυπάρχουν με το τώρα, μια διείσδυση, θα λέγαμε, στον αρχαϊσμό της παιδικής ηλικίας, της ίδιας της ύπαρξης: κρυβόμουν στην ποδιά της μάνας/ ύστατη προσπάθεια/ να επιστρέφω στη μήτρα/[…] κρυβόμουν στα πόδια της ιστορίας/στην αρχή της μνήμης/ όταν τα λουλούδια πρωτάνθιζαν/ στους πιο ψηλούς γκρεμούς.
Ο Βασίλης Δασκαλάκης χρησιμοποιεί την ανάμνηση ως βοηθητικό εργαλείο. Δεν βάζει τους περασμένους ανθρώπους να εκφράζονται απευθείας, αλλά θυμάται ο ίδιος τι έκαναν και τι έλεγαν. Κι ενώ περιμένεις ότι, δεν μπορεί, θα υπάρξουν δυσκολίες στην αξιοπιστία και στην εγκυρότητα τέτοιων δεδομένων που προκύπτουν είτε από την ανεπάρκεια της μνήμης είτε από την επιθυμία να παρουσιάσει κανείς ευνοϊκά τον εαυτό του, ο Β.Δ.
εντέλει δεν μεροληπτεί. Η ανάμνηση μοιάζει να είναι η κατάλληλη τεχνική
για να επανεξετάσει την πραγματική ζωή στον πραγματικό κόσμο, μέχρι να
αποβεί μνήμη παντοτινή: […] τρομάζω με τον εαυτό μου/ γιατί τάχα γράφω
ποιήματα/ (κι έναν στίχο για σένα δεν βρήκα) […] μα δε με νοιάζει μάνα. Ο
ποιητής δεν νοιάζεται γιατί φέρει την “ανάμνηση” της μάνας αποτυπωμένη
στο πρόσωπό του. Όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη του, βλέπει ότι είναι ολόιδιος αυτή. Η μνήμη τότε εγκαθίσταται με σάρκα στα οστά του.
Το παρελθόν είναι πανταχού παρόν, σαν τη μαλακή λάσπη στον πυθμένα της θάλασσας που βρέχει ολόγυρα το νησί της καταγωγής του. Ο Κρητικός Δασκαλάκης γλιστρά μέσα της χωρίς να το καταλαβαίνει, και το παρόν βυθίζεται κι αυτό: κοχύλι στο βαθύ το μπλε/είμαι λησμονημένο – χορεύουν οι τουρίστριες – μου στέλνει χαιρετίσματα/ο καπετάν Περδίκης – τσακίσαμε τα όργανα – κρυφός καημός ηκούσθη – είναι η αγάπη η ακριβή. Οι παραπάνω στίχοι, αλιευμένοι από το ποίημα «Θαλάσσια διαδρομή», αποδεικνύουν τη χρονική ανάμειξη, την εναλλαγή ενεστώτα-αορίστου, το πισωγύρισμα από το παρόν στο παρελθόν μέχρι τη βεγγαλική ανάληψη της αγάπης, που σαν πέρδικα φεγγοβολά/ και πάει στα ουράνια.
Αλλού, οι εντυπώσεις που ξενίζουν δημιουργούν μία ατμόσφαιρα, μία γήινη συνθήκη, η οποία αναδημιουργείται ακατάπαυστα από τις επαναληπτικές εμφανίσεις των φυσικών στοιχείων που γεμίζουν τα μάτια και πλημμυρίζουν το μυαλό: παντού το νερό και η πέτρα. ω! αιώνια μάνα/—μητέρα θαλασσόβρεχτη —/συγχώρεσέ με/ ω! άνεμε, σπλαχνίσου με/ κάποτε έπινα τον ήλιο/η πέτρα έλιωνε στα χέρια μου.
Στο ποίημα «Θαλασσογεωγραφία» ο ποιητής λυχνίζεται και απολυχνίζεται, για να σχολιάσω παιγνιωδώς τους στίχους. Ένα ψάρι εξωπραγματικό και πραγματικό ταυτόχρονα κάνει την εμφάνισή του. Ένα χωριό γνώριμο και αγνοημένο. Εδώ ο γενέθλιος τόπος είναι τόσο διακριτικός, τόσο αποτελεσματικά κρυμμένος μέσα σε μια θάλασσα που κυριαρχεί χωρίς να ονομάζεται: κάθε πρωί/ ένα ψάρι βγαίνει/ και καπνίζει στη στεριά/ τ’ όνομά του/ Λύχνος/ κοντά στο χωριό μου/ είναι ένα μικρότερο χωριό/ που δεν καπνίζει κανένας/ τ’ όνομά του/ Απόλυχνος.
Η νέα ποιητική κατάθεση του Β.Δ. θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια Βενετία της μνήμης. Το νερό είναι η πρώτη ύλη, το υλικό των αναμνήσεων, το ερωτικό αίτιο ακόμα ακόμα. Για τα νερά της Κρήτης έρχονται οι βόρειες τουρίστριες και ο ποιητής σ’ αυτές καταφεύγει για τη σεξουαλική, καλοκαιρινή καταβύθιση: ήτανε οι τουρίστριες/ καύσιμο για τα βράδια/ βουτούσαμε φονικά στην παρακμή.
Κάποιος ποιητής της γενιάς του ’70 έγραψε το εμβληματικό δίστιχο «Όταν εγώ θυμάμαι, ιδρύω παλιές λεβάντες». Όταν ο Δασκαλάκης θυμάται, επανιδρύει μικρές ιστορίες, ασήμαντες φαινομενικά, σαν τα τελευταία διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου, όπου το θέμα είναι η απουσία συγκεκριμένου θέματος. Ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο να αγαπά τη “Βενετία” του, που δεν μοιάζει με τον τρόπο του διπλανού. 0 χαμηλόφωνος είναι αυτός του Δασκαλάκη. Στη γενέτειρα ξαναβρίσκει τη χαρά της ζωής, το γήρασμα του θανάτου, μια ανάπαυλα, ένα άλλοθι, μια γοητευτική παραξενιά του τοπίου ή απλούστερα μια διαφορετική ζωή.
Η Παράλληλη μνήμη είναι ένα βιβλίο ειλικρινές για τη λειτουργία της
θύμησης, που άλλοτε σαν νερό κακότροπο και δόλιο απειλεί να καλύψει τα
πάντα —δεν γίνεται να θυμάσαι μόνο, πρέπει και να ζεις—, κι άλλοτε σαν
νερό που “τραβιέται” αφήνει να φανεί η εσωτερική αμμουδιά, το ψυχικό τοπίο. Είμαστε ό,τι θυμόμαστε. Ο Δασκαλάκης θυμάται με μια γλώσσα απαλλαγμένη από περιττά στολίδια και την ίδια στιγμή επηρεασμένη από την τραγουδιστή εκφορά των λέξεων, όπως συνηθίζεται στο νησί του. Γλώσσα μουσική. Αλλά κυρίως ζωντανή, πολύπαθη σαν το καρδιοχτύπι στο ποίημα «Η ποίηση είναι ένας τόπος»: μαύρη κι η καρδιά μου/ ψάρι σε δίχτυ. Ο Δασκαλάκης,
αναμφίβολα, τον επισκέφθηκε.

 

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΜΥΡΝΗ

faretra/21/5/2017

για να χωρέσει σ’ αυτόν το βάλτο
έχτισα τη δική μου
Αλεξάνδρεια…

Ο Βασίλης Δασκαλάκης χτίζει τη δική του Αλεξάνδρεια εδώ και χρόνια με τη «Διαδικασία αναβολής» (2011), την «Προσομοίωση» (2013) και τη συμμετοχή του στην Ανθολογία του Ποιητικού Πυρήνα της Βέροιας (2012), του οποίου είναι και ιδρυτικό μέλος.

Μικρές ή μεγάλες οι Αλεξάνδρειες του κάθε ποιητή, αποτελούν τόπο καταφυγής γι αυτούς, και ναό κατάθεσης του αγώνα τους στη διαδικασία της Ποίησης.

Η νέα ποιητική συλλογή του με τίτλο «Παράλληλη μνήμη», Εκδόσεις Εντευκτηρίου – με εξώφυλλό του ένα άγριο θυμάρι της Κρήτης, που προδιαθέτει ατμοσφαιρικά για το περιεχόμενο- είναι αποτέλεσμα όχι μόνο μιας τετραετούς γόνιμης εκδοτικής σιωπής, αλλά και μιας ουσιαστικής αναζήτησης και προσδιορισμού του ποιητικού του εγώ.

Η ποίηση είναι ένας τόπος

όπως η εξόδιος ακολουθία
η χάρη της Νάντιας Κομανέτσι

το βλέμμα της θλιμμένης γκαρσόνας
που νιώθει το δέος μου
και αδιαφορεί

τη στιγμή
που με συστολή με ρωτάει;
κύριε Βασίλη, μαύρη ζάχαρη;

Μαύρη κι καρδιά μου
ψάρι σε δίχτυ.

Αν συγκρίνει κανείς τα ποιήματα της προηγούμενης ποιητικής του διαδρομής με κείνα της τελευταίας συλλογής του, θα διαπιστώσει πως ο λόγος του έγινε πυκνότερος, ουσιαστικότερος και προπαντός περισσότερο προσεγγίσιμος στον αναγνώστη ως προς την κατανόηση της ποιητικής σύλληψης.

Το καλό χαρτί του Βασίλη Δασκαλάκη είναι εδώ και χρόνια ο μεμονωμένος στίχος ή το δίστιχο, φορτισμένος συναισθηματικά ή σημασιολογικά, που πολλές φορές όμως δε σώζει την ολότητα του ποιήματος από την αποσπασματικότητα.

Στην «Παράλληλη μνήμη» ο ποιητής περνά από το μέρος στο όλον δίνοντας, τις περισσότερες φορές, ποιήματα εννοιολογικά ολοκληρωμένα, με έκδηλο το σημαινόμενο. Τα ποιήματά του παραπέμπουν σαφώς στο συναίσθημα, χωρίς όμως να λείπει και η στάση της κριτικής απέναντι σε γεγονότα και καταστάσεις. Για παράδειγμα:

…επιστράτευση
άλλοι σκαρώνουν την Ιστορία…

και παρακάτω:

δε φοβάμαι τη ρίζα μου
ανθίζει
κρυφίως και αενάως

Σε πολλά, με ριπές λέξεων, ζυγίζοντας το βάρος τους και τη συναισθηματική τους εμβέλεια, περνά εκφραστικά από το μοντέρνο και ασύνδετο κάποιες φορές στο παραδοσιακό, χρησιμοποιώντας δοκιμασμένα σχήματα λόγου και κάποτε ακόμη και εμφανές μέτρο.

Όπως:

…να είμαι κύμα
να είσαι τρικυμία»
να είμαστε ένα
αδιέξοδο
αντίδοτο
αντίδωρο
βροχή
πηγή
και εν τέλει
τέλος και αρχή…

κι αλλού:

κοχύλι στο βαθύ το μπλε
είμαι λησμονημένο
αφέθηκα στην άνοιξη
και στον ξανθό Σεπτέμβρη
………………
είναι η αγάπη ακριβή
ξερή μα πλουμισμένη
σαν πέρδικα φεγγοβολά
και πάει στα ουράνια

Συχνά οι εικόνες του αναδίδουν το άρωμα της πατρίδας του, της Κρήτης
………………..

βουή
θαλάσσιος ίππος
κρυμμένος σε φιλί λιονταριού
…………….
σκόνη Σαχάρας πάνω μας
έρωτας
………………….

και κάποτε γεύσεις της νιότης των ξέφρενων απολαύσεων γίνονται νοσταλγία με κάποια δόση αυτοκριτικής

ήτανε οι τουρίστριες
καύσιμο για τα βράδια
βουτούσαμε ηδονικά στην παρακμή
………………
εκείνες
στους πειρασμούς μαθημένες
αγέρωχες και μεθυσμένες
ορμητικές σαν καταρράχτες
μας καταβρόχθιζαν

ζωοπανήγυρις με όλο το σεβασμό

Μορφές όπως του πατέρα ή της μάνας έχουν τη θέση τους με ευρηματικότητα που ξαφνιάζει ευχάριστα.

Για τη μάνα του:

……………………
τρομάζω με τον εαυτό μου
γιατί τάχα γράφω ποιήματα
(κι έναν στίχο για σένα δεν βρήκα)
κάποιοι λένε είναι καλά
κι άλλοι με λένε γραφικό
μα δε με νοιάζει μάνα
κοιτάζω το χρόνο κατάματα και δεν μου λείπεις
κοιτάζω τον καθρέφτη και βλέπω τη μορφή σου
σε βλέπω
μαλλιά, χαμόγελο, μάτια, ίδια όλα
κλωνάρι σου είμαι

Και για τον πατέρα, με τον τίτλο «Όμηρος», με την αμφισημία της λέξης:

Παιδί κοίταζα ώρες
τον πατέρα ξαπλωμένο
να ακούει ραδιόφωνο

Νήπιο ακόμα
με ρώτησε η κυρία:
-τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
-αγρότης απάντησα
-όχι, κυρία, φώναξε μια γειτονοπούλα
είναι τυφλός

Πρώτη φορά ένιωθα λυπημένος
ήξερα κι έκρυβα ό,τι γνώριζαν όλοι

Άρχισα να ψάχνω
τον άγνωστο άνθρωπο
που ζούσαμε
στο ίδιο σπίτι

Μιλούσε και έβγαιναν πουλιά πολύχρωμα
χειρονομούσε και διήθυνε
αόρατες ορχήστρες

μια μέρα τον πλησίασα:
– πατέρα, πώς τόσα χρόνια στο σκοτάδι;
απάντησε:
-ίδωμεν το φως το αληθινόν

Και περπατώντας στα σοκάκια της μνήμης, με αναφορές σε τοπωνύμια και πρόσωπα αληθινά και όχι της φαντασίας, λέει για τον τόπο του, στο τελευταίο ομώνυμο με τη συλλογή ποίημα, κλείνοντας:
…………………
άγρια τοποθεσία
απόκρημνα φαράγγια
άδενδροι βράχοι
……………………
ο κόσμος που γαλουχήθηκα περίκλειστος
μόνη διέξοδος η θάλασσα
το πνεύμα παγιδευμένο
η μνήμη στο αίμα
τα τροπάρια στα γονίδια
το φως στο σκοτάδι και στο φόβο
η ομοθυμία στο πέραν
οι ενιαυτοί στο παρόν

Οι μνήμες-σφραγίδα, κληρονομιά πολύτιμη που προσδιορίζει μέσα από το χθες το σήμερα, μοιάζουν «κληρονομιά πειρατική/ καλά κρυμμένη», που τον οδηγεί πια στην καινούργια πατρίδα.

………………………
η ψυχή μου πορεύεται σε νέους τόπους

βηματιστής στη σκουριά των ημερών
αναλήφθηκα
ως αιχμή καπνού
στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων

Μια συλλογή που καταγράφει τη σαφή ποιητική ωρίμανση του Βασίλη Δασκαλάκη, αλλά και την επιλογή από τη μεριά του μιας καινούργιας και περισσότερο ενδιαφέρουσας ρότας στον κόσμο της Ποίησης.

ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ενότητες, καθεμία εκ των οποίων αποτελείται από 24 ποιήματα, όλα αριστοτεχνικά δουλεμένα.
Στην πρώτη ενότητα που έχει τον τίτλο Ημερολόγιο Εκπαίδευσης, ο ποιητής μάς παίρνει μαζί του για να μας μυήσει σε μια μυστηριώδη δοκιμασία. Πρόκειται για μια ετοιμασία που όλοι μας, άλλος λίγο άλλος πολύ, την έχουμε γυροφέρει στο υποσυνείδητό μας αλλά σχεδόν πάντοτε την αφήνουμε για τις …ελληνικές καλένδες (ad calendas graecas) χτυπώντας ξύλο. Ο Δασκαλάκης όμως ως άλλος μύστης Ελευσινίων Μυστηρίων μάς βάζει σε ένα ιδιόμορφο cockpit και μας συστήνει απόκοσμες οντότητες και διαστάσεις, καθησυχαστικά ωστόσο, καθώς από τα μέρη που μας ξεναγεί υπάρχει επιστροφή με τον ασφαλή προσομοιωτή του.
Στην δεύτερη ενότητα έχουμε τις Παρενέργειες Εκπαιδευομένου. Η ύπαρξη ξανακερδίζει το βάρος της και την συνέχειά της στον γραμμικό μας χρόνο με ένα είδος τεχνητής ανάνηψης όμως οι επιταχύνσεις από το πρότερο ταξίδι ανακατεύουν τις αποστολές που υπήρχαν ως τα πριν καθώς και τις αναμνήσεις, μερικές από τις οποίες, αν και ουσιαστικές, είχανε θαφτεί στους λαβυρίνθους της μνήμης μα τώρα ανακτούν την σημασία τους ξεπλυμένες από τη σκόνη της λήθης. Η συγκίνηση είναι μεγάλη και η αίσθηση από το χνώτο του Κέρβερου που ένιωσε ο εκπαιδευόμενος στο παράδοξο ταξίδι του πρώτου μέρους ωχριά μπροστά της. Τώρα, χαμογελώντας θα πει ζωή και πάλι ζωή και είναι έτοιμος να ξεκινήσει μιαν ακόμη επιβίωση.

 

 

Συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

faretra 8/2/2015

Ο ποιητής Βασίλης Δασκαλάκης μιλά για το «εγώ» και το «εμείς» της ποίησης
8 Φεβρουαρίου 2015

Ιδιαίτερα σεμνός, χαμηλών τόνων, με τη διάθεση να προβάλλει πάντα τους άλλους, ο ποιητής Βασίλης Δασκαλάκης μιλά στη «Φαρέτρα» για τη λυτρωτική δύναμη της ποίησης, το ρόλο του ποιητή και για τον «Ποιητικό Πυρήνα» της Βέροιας, την ομάδα που έδωσε το δικό της χρώμα στην πνευματική ζωή της πόλης.

Συνήθως μια συνέντευξη μ’ έναν ποιητή κλείνει με την ερώτηση: « Τι είναι, λοιπόν, για σάς η ποίηση;» Ας πρωτοτυπήσουμε κι ας ξεκινήσουμε έτσι.
Ευχαριστώ για την πρόσκληση και οφείλω, εδώ, να ευχαριστήσω και τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας, που παραχώρησε αυτόν τον ιδανικό χώρο για τη συνέντευξη.

Να μιλήσω για την ποίηση… Η ποίηση είναι το αναπάντεχο για μένα. Ορισμοί υπάρχουν πάρα πολλοί. Με το αναπάντεχο, όμως, τι εννοώ: Είναι το όχημα κυρίως που μας βοηθάει να μεταβούμε από τη ζωή, ομαλά, όχι σ’ έναν ήσυχο θάνατο, αλλά στη συμφιλίωση με την ιδέα του θανάτου. Βέβαια, αυτό είναι υποκειμενικό. Αλλά το αναπάντεχο του θανάτου ισχύει για όλους. Γράφει ο Βεροιώτης ποιητής , ο Δημήτρης Καρασάββας, στο «Ναυτικό φυλλάδιο»… «Κύριε, το πασπόρτι σας δε γράφει ημερομηνία θανάτου». Είναι, λοιπόν, κάτι, που για όλους είναι κοινό και αναπάντεχο. Έτσι, πρέπει, σιγά – σιγά, να συμφιλιωθούμε μ’ αυτήν την ιδέα. Η ποίηση, λοιπόν, για μένα, είναι ένα τέτοιο όχημα, που με κάνει να γίνω καλύτερος άνθρωπος, και πέρα από το δημιουργικό μέρος, που είναι ατομικό, να γνωρίσω κι άλλους ανθρώπους, που έχουν τα ίδια όνειρα, τις ίδιες αγωνίες. Γι αυτό υπάρχουν και συλλογικότητες μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία.

Έρχεστε από την Κρήτη, το γενέθλιο τόπο, στη Βέροια, και ριζώνετε εδώ. Πώς προσαρμόζεται ένας Κρητικός στη Μακεδονία; Πόσο η νοσταλγία του για τον τόπο που άφησε γίνεται ποίηση; Πώς βλέπει τη Βέροια με τις… « τόσες εκκλησίες, όσες και τα μπαράκια», όπως λέτε στην τελευταία σας συλλογή;

Η Βέροια είναι ένας τόπος, για μένα, ονειρικός, γιατί εδώ ήρθα εξαιτίας της γυναίκας μου. Ήταν μια ευκαιρία για μένα να δραπετεύσω από την Κρήτη, γιατί με πίεζε αφόρητα το « Χρέος» του Καζαντζάκη. Είμαι περήφανος για την καταγωγή μου ,αλλά η πίεση εκεί και ο κόσμος, που είναι σκληρός μάλλον για μένα, είναι πράγματα που δε θα μπορούσα ν’ αντέξω. Είναι δύσκολο το να ζεις σ’ ένα περιβάλλον όπου, συνεχώς και ανά πάσα στιγμή, μπορεί να βρεθείς εκτεθειμένος και να πρέπει να υπερασπίσεις τον εαυτό σου, ίσως και με το όπλο! Όταν πρωτοήρθα στη Βέροια, τον Απρίλιο του ’91, διαπίστωσα ότι υπάρχει ένας κόσμος ήρεμος, ευγενικός, πολιτισμένος και ήταν εντυπωσιακό αυτό.
Αποφασίζοντας να μείνω στη Βέροια, ήταν λογικό να με διακατέχει νοσταλγία, γιατί στην Κρήτη ήταν οι γονείς μου, τα αδέλφια μου… Επηρεασμένος από τον αγαπημένο μου ποιητή , το Γιώργο Μαρκόπουλο, φίλο και δάσκαλο – εξαιτίας του άρχισα να γράφω – έμαθα να μετουσιώνω τη νοσταλγία μου σε ποίηση . Ταυτόχρονα διαπίστωνα ότι, όσο ήμουν μακριά, είχα πολύ ωραίες εικόνες για την πατρίδα μου, όταν επέστρεφα, ήθελα να ξαναφύγω …

Μιλάτε σε κάποιο ποίημα για… «βαρβάρους των καλοκαιριών», τους τουρίστες εννοείτε, που αλλοτριώνουν το τοπίο και τους ανθρώπους;

Ακριβώς. Αντίθετα η Βέροια είναι μια ενδοχώρα , όπου υπάρχει ένα άλλο πνεύμα, μια ηρεμία, μια αμιγής ελληνικότητα. Ενώ είναι ένα πολυπολιτισμικό μέρος, απ’ όπου πέρασαν πολλές φυλές, δε νιώθεις, όταν έρχεται ο τουρίστας, σα να είσαι …γκαρσόνι!

Το 2011 εκδίδεται η πρώτη ποιητική σας συλλογή με τίτλο «Διαδικασία αναβολής», εκδόσεις «Ενδυμίων». Είναι μια συλλογή, όπου συμβιώνουν πολλά. Ο έρωτας, ο θάνατος, η απουσία, ο νόστος και πάνω απ’ όλα, σε κόντρα, ο λυρισμός με το σαρκασμό. Διαβάζω στίχους που αγαπώ, ιδιαίτερα λυρικούς: «Όμως στη γλώσσα μου/ η αγάπη έχει χρώμα μπλε» ή «το νυφικό σου έγινε από ανέμους τροπικούς/ κι όλη η προίκα σου τα μάτια σου». Και περνάω στο σαρκαστικό Δασκαλάκη: «χειρότερος χαφιές στη ζωή μας / είναι ο εαυτός μας», ή κάπου αλλού «για μάς δεν υπάρχει γη της επαγγελίας – είπες». Έτσι λοιπόν, τώρα, με την απόσταση μιας τετραετίας από την έκδοση εκείνης, της πρώτης συλλογής, πώς τη βλέπετε;

Πραγματικά, όταν ξαναδιαβάζω αυτήν τη συλλογή, διαπιστώνω ότι είναι μια συλλογή , που, αν και πρώτη, δεν είναι πρωτόλεια, αφού γράφεται από το 2000. Είναι ποιήματα δουλεμένα αρκετά, και το σημαντικότερο που έχω να πω γι αυτήν τη συλλογή είναι ότι, αν δεν υπήρχε ο φίλος και συνεργάτης Δημήτρης Παπαστεργίου, δε θα έβγαινε ποτέ. Όλα τα κείμενα ήταν χωρίς τίτλους, ατάκτως ερριμμένα και τα συμμάζεψε. Γιατί , πέρα από καλός ποιητής, ο Δημήτρης είναι και εξαιρετικός επιμελητής. Είναι κάτι που το ξέρουν ελάχιστοι. Είναι ένας εξαιρετικός εργάτης της ποίησης. Ουσιαστικά συμμάζεψε όλο αυτό το υλικό, με αποτέλεσμα να δώσει τίτλους στα κείμενα, που εγώ απέφευγα να δίνω, και να φωτίσει σαν προβολέας το κάθε κείμενο.
Τώρα, για το λυρικό μέρος, είναι ακριβώς τα έντονα συναισθήματα που βίωσα, και κυρίως ο έρωτας για τη μούσα μου, που λειτουργεί σαν διεγερτικό συστατικό, τη γυναίκα μου, την Κατερίνα. Χωρίς αυτό το συστατικό, τον έρωτα, δεν υπάρχει δημιουργία. Όσον αφορά το σαρκαστικό μέρος, σίγουρα υπάρχουν επιρροές από Καρυωτάκη, αλλά ο Καρυωτάκης είναι σκοτεινός. Άλλωστε και με τη ζωή του μάς το έδειξε αυτό. Εγώ πιστεύω ότι, μέσα από το σκοτάδι, πρέπει να δούμε και το φως .Κι αυτό προσπαθώ να πετύχω, να δώσω τις αποχρώσεις που έχει το φως, μέσα από το σκοτάδι.

Η δεύτερη συλλογή εκδίδεται το Μάρτιο του 2013, με τίτλο «Προσομοίωση». Εκδόσεις «Ενδυμίων» και πάλι. Ο λυρικός Δασκαλάκης υποχωρεί τώρα αισθητά και ο σαρκαστικός, και μάλιστα αυτοσαρκαστικός, με πιο έντονες επιρροές του Καρυωτάκη, επιβάλλεται και θεματικά και ατμοσφαιρικά. Διαβάζω αγαπημένους μου στίχους: «Ανάμνησή μας μόνο οι εκδορές / από την πάλη με τους χειμώνες» ή κάπου αλλού: «χτυπάει απ’ έξω ο θάνατος / μα εγώ δεν του ανοίγω». Ήδη, μιλήσατε για σκοτάδι και φως. Εγώ όμως ρωτώ : ποιες ψυχικές διεργασίες οδηγούν σ’ αυτήν την τελική ποιητική στάση; Γιατί ,ενώ στην πρώτη συλλογή μάχεται ο λυρικός ποιητής με το σαρκαστικό, εδώ επικρατεί ο σαρκαστικός;

Όταν η πρώτη συλλογή βγήκε, το 2011, ήδη ήμουν 49 ετών. Μάλλον, όταν άφησα τα 50, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση, γιατί ήμουν πλέον μεσήλικας. Επηρεασμένος βαθιά κι από μια περιπέτεια της υγείας μου, που με έστειλε στα νοσοκομεία , οδηγήθηκα στην « Προσομοίωση». Φιλόδοξο, βέβαια, κάτι τέτοιο, όπως μου είπε και ο φίλος μου ο Θανάσης Νιάρχος. Έτσι γράφτηκε η «Προσομοίωση» Ένιωσα ότι μπήκα για λίγο σ’ ένα δωμάτιο, ακούμπησα το θάνατο στον ώμο και ξαναβγήκα. Μόνο που εγώ στάθηκα τυχερός. Έμεινα απλά στην προσομοίωση, ενώ άλλοι, όπως ο ποιητής και Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Βαγγέλης Αθανασόπουλος, έκαναν βιβλίο τον επερχόμενο και μη αναστρέψιμο θάνατό τους.

Αυτές λοιπόν οι ψυχικές διεργασίες σάς οδηγούν εδώ, η προσωπική εμπειρία…

Ναι, έτσι. Να προσθέσω ότι κι εδώ είχα την πολύτιμη βοήθεια του Δημήτρη Παπαστεργίου. Από ένα υλικό 70-80 ποιημάτων, έμειναν τελικά 48. Είναι μια ποίηση φτιαγμένη από ψηφίδες. Σκέφτομαι κάποιες φορές, με λύπη, πως όχι μόνο το αναγνωστικό κοινό της ποίησης είναι μικρό , αλλά πως ούτε εμείς οι ποιητές διαβάζουμε πάντα τα ποιήματα των άλλων ποιητών…

Βλέποντας το ποιητικό τοπίο γενικά, τι παρατηρείτε, «σ’ αυτά τα χρόνια τα δικά μας, τα σακάτικα», που λέει κι ο Εγγονόπουλος; Τι απασχολεί την ποίηση και πώς το εκφράζει ;

Αυτό είναι δύσκολο ν’ απαντηθεί ,γιατί έχουν χωριστεί οι ποιητές δυστυχώς σε ομάδες και ομαδούλες, διαβάζονται μεταξύ τους και λένε… «τι ωραίοι που είμαστε»! Αυτό , όμως, το « τι ωραίοι που είμαστε» δε μάς αφήνει να δούμε ένα όραμα πανανθρώπινο. Αυτήν τη στιγμή, στη γενιά μου και τη νέα γενιά, δεν υπάρχει ένας μεγάλος ποιητής, που να τραβήξει μπροστά, κι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Έχουν ειπωθεί όλα και ο καθένας τα βλέπει με τον τρόπο του. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι στην ποίηση έχουμε δυο Νόμπελ, που, σαν φάροι , οδηγούν τους υπόλοιπους ποιητές. Ποιητές έχουμε… Αύριο μπορεί να βγει ένας ποιητής μεγάλος… Ποιος ξέρει…
Στην παρουσίαση της ποιητικής ανθολογίας του 1ου ΓΕΛ Βέροιας, ξεχώρισα δύο μαθητές- ποιητικά ταλέντα. Να, η ελπίδα. Πιστεύω στους νέους. Αυτό το αναφέρει από τη δεκαετία του ’80 η Μαριανίνα Κριεζή,… «Θα’ ρθουν νέα παιδιά, με μάτια λέιζερ και μαλλιά τυρκουάζ , για να κάνουν σαμποτάζ». Εμείς έχουμε το δικό μας όραμα, τα παιδιά το δικό τους.

Χτυπάει η καρδιά της ποίησης στην επαρχία;

Είμαστε πλούσιοι εδώ στην περιοχή μας. Πέρα από τον «Πυρήνα», διαθέτουμε ονόματα ποιητών και πεζογράφων, όπως του Θανάση Μαρκόπουλου, του Δημήτρη Καρασάββα, του Ηλία Τσέχου, της Αρετής Γκανίδου, του Γιάννη Καισαρίδη, του Γιώργου Λιόλιου, του Γιώργου Σιώμου…
Νομίζω τα τελευταία χρόνια, όχι επειδή είμαστε εμείς εδώ ως «Ποιητικός πυρήνας» , αυτό το διαπίστωσα και στη Δράμα και στη Λάρισα, έχουν αναπτυχθεί αντίστοιχα ομάδες, που κάνουν πράγματα. Εμείς και με τις δύο ομάδες είχαμε έρθει σε επαφή. Και μάλιστα το 2014, τον Ιανουάριο, παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το ποιητικό περιοδικό «Θράκα», ως «Ποιητικός πυρήνας». Επικεφαλής της ομάδας αυτής είναι ο ποιητής Σωτήρης Παστάκας. Στη Λάρισα είναι η έδρα, με ποιητές νέα παιδιά και φιλόδοξα, όπως ο Στάθης Ιντζές, ο Θάνος Γώγος, ο Αντώνης Ψάλτης, η Χρύσα Αλεξίου…

Στη Δράμα βγάζουν το περιοδικό «Δίοδος» κι έχουν δημοσιεύσει επίσης δικά μας ποιήματα, του Δημήτρη και του Παύλου του Παρασκευαΐδη και δικά μου. Είναι και εξαιρετικοί φίλοι, γιατί, πέρα από ποιητές, είμαστε και φίλοι. Μεταξύ αυτών ο Γιώργος Κασαπίδης, ο Αλέξανδρος Αραμπατζής, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, ο Σπύρος Γαλήνης, ο Δημήτρης Πέτρου… Όλοι τους πολύ καλοί.
Το πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι στη γενιά του 1970 έπεσε βαριά η σκιά της γενιάς του 1930. Εμείς έχουμε σαφείς επιρροές από τη γενιά του ’70, που τελικά είναι ο σάκος του μποξ και για τη γενιά του ’30 και για την επόμενη γενιά. Μια ποιήτρια φίλη από την Ξάνθη μου είπε: «Δασκαλάκη, είσαι ο καλύτερος ποιητής της γενιάς του ’70»(!) , ενώ, βέβαια, δεν ανήκω σ’ αυτήν τη γενιά. Δηλαδή, εν ολίγοις, έχω επιρροές και το δέχομαι. Όπως από το Γιώργο Μαρκόπουλο, τον Γκανά, τον Αναγνωστάκη, το Λειβαδίτη… βασικούς εκπροσώπους της γενιάς του ’70. Οπότε, μέχρι να βρούμε τη φωνή μας και την ταυτότητά μας, πρέπει να γίνονται πράγματα.

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το δικό μας τόπο, τη Βέροια, και για το δικό μας «Ποιητικό Πυρήνα», του οποίου θεωρείστε η ψυχή από πολλούς, μαζί με τον αχώριστο σύντροφο, στο ταξίδι της ποίησης, το Δημήτρη Παπαστεργίου. Πώς ξεκίνησε ο «Πυρήνας»; Ποια ανάγκη κάλυψε; Ποιοι οι στόχοι του και ποιες οι δραστηριότητές του; Μάλιστα θεωρώ ότι το blog του «Πυρήνα», που κάνατε, είναι η πληρέστερη έκφραση των στόχων σας.

Δεν είμαι η ψυχή. Είμαι η αιχμή του «Πυρήνα». Η ψυχή και η καρδιά είναι ο Δημήτρης. Είναι ο εργάτης που τραβάει μπροστά κι εγώ φαίνομαι χωρίς να μού αξίζει. Ο «Πυρήνας» ξεκίνησε από ένα γεγονός τυχαίο, από τη «Λέσχη Ανάγνωσης» της Κυριώτισσας. Ήμασταν εκεί διάφοροι φίλοι, όπως ο Σούλης ο Λιάκος, ο συγγραφέας Γιώργος Σιώμος και ο Δημήτρης, αλλά δε γνωρίζαμε ο καθένας για τον άλλον τι γράφει. Το 2011 είχε την ιδέα ο Σούλης ο Λιάκος να καλέσουμε στη Λέσχη όλους τους ποιητές του Νομού, να μας πουν για το έργο τους και μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία, μάλιστα, βγήκε μια δουλειά. Τον Ιούνιο, στις φωτιές του Αη Γιάννη, ο Γιάννης ο Καισαρίδης πρότεινε να γράψει ο καθένας ένα ποίημα για τις φωτιές. Έτσι προέκυψαν «Οι φωτιές του Αη Γιάννη». Μια συλλογή, με το ανάλογο τευχίδιο.
Τον Αύγουστο του 2011, βρεθήκαμε με το Δημήτρη τυχαία, να πιούμε έναν καφέ στο McOza, κι από τότε είμαστε αχώριστοι. Διαπιστώσαμε την αγάπη μας για την ποίηση και είδαμε ότι μπορούμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Ούτε καν σκεφτήκαμε ότι θέλουμε να εκδώσουμε ο,τιδήποτε. Μέσα στους καλεσμένους ήταν και ο Παύλος Παρασκευαΐδης
, ο οποίος αμέσως μάς πλαισίωσε. Στόχος μας βασικός ήταν να κάνουμε μια ανθολογία με τους ποιητές του Νομού. Εγώ, μάλιστα, βάφτισα την ομάδα «Ποιητικό Πυρήνα».
Προτείναμε σε όλους τους ποιητές να συμμετέχουν. Άλλοι αρνήθηκαν, άλλοι ήρθαν κοντά μας. Μεταξύ των γνωστών, που ήρθαν κοντά μας, ήταν κι ο Ιγνάτης Χουβαρδάς, που είναι και μέλος της συντακτικής επιτροπής στο blog του «Ποιητικού Πυρήνα». Μάλιστα, μάς στέλνουν απ’ όλη την Ελλάδα κείμενα φίλοι ποιητές, γνωστοί και άγνωστοι, τα συζητάμε και ό,τι μας αρέσει- προσπαθώντας να έχουμε πάντα μια ποιότητα- το βάζουμε. Δεν απορρίπτουμε κανέναν.

Επομένως, πρώτος στόχος να γνωρίσετε ο ένας τον άλλον, δεύτερος να επικοινωνήσετε με τους ποιητές της υπόλοιπης χώρας. Μετά;

Έτσι. Μετά υπήρξε το εγχείρημα της ανθολογίας , το οποίο πήγε πολύ καλά. Ήταν η ευκαιρία να βγούμε έξω από τα τείχη της πόλης. Η πόλη είναι πολύ περιορισμένη. Τώρα, από το Σεπτέμβριο, συνεργαζόμαστε με το «Καλντερίμι», έναν πολύ ζεστό και ιδιαίτερο χώρο στη Βέροια, που έχει και τις ομώνυμες εκδόσεις. Εκεί, κάνουμε αναγνώσεις και συζητήσεις γύρω από ανέκδοτα κείμενα ανθρώπων της πόλης αλλά και ξένων. Δυστυχώς, όμως, ελάχιστοι άνθρωποι ασχολούνται με την ποίηση. Το θεωρούν κάτι σαν πάρεργο.

Σχετικά με το blog του «Πυρήνα», που είναι εξαιρετικό, ως προς τη σοβαρότητα, την πληρότητα και την ενημέρωση, πείτε μας μερικά πράγματα.
Προσπαθούμε να το εμπλουτίσουμε, βάζοντας και εικόνες , που να έχουνε σχέση με το κείμενο. Φιλοξενούμε κυρίως νέους ποιητές . Ένα πνεύμα καινούργιο είναι οι μεταφράσεις. Κυρίως συνεργαζόμαστε και με ποιητές που είναι και μεταφραστές, όπως η Σοφία Γιοβάνογλου, και προσπαθούμε να βρούμε κείμενα που δεν έχουν δημοσιευθεί στο internet. Δηλαδή, δε θα βάλουμε ένα γνωστό ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη. Ανεβάζουμε , συνήθως , ανέκδοτα κείμενα.

Λέτε κάπου στην « Προσομοίωση» : «προσεύχεται στα καντήλια των ποιητών / ζώντων και νεκρών». Για σάς ποιοι ήταν οι «θεοί» της ποίησης, που σας διαμόρφωσαν; Μιλήσατε για το Γιώργο Μαρκόπουλο. Έχετε άλλες επιρροές;

Και στη «Διαδικασία αναβολής» και στην «Προσομοίωση», σαφώς και υπάρχουν. «Θεοί»- σύμβολα είναι ο Απόλλων με τη λύρα του και ο Ερμής, ο ψυχοπομπός. Για μένα ο κορυφαίος ποιητής όλων των εποχών είναι ο Όμηρος. Αμέσως μετά, στο DNA μου είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος. Συχνά το δέσιμό μου με την παράδοση αποδεικνύεται και με κάποιους κρυφούς ή φανερούς 12σύλλαβους ή 15σύλλαβους. Από εκεί και πέρα δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους μεγάλους Ελληνες, Σολωμό, Καβάφη, Ρίτσο, Ελύτη, Σεφέρη… Πολύ μεγάλοι ποιητές! Εμείς δε μπορούμε παρά να τους θαυμάζουμε και να μας επηρεάζουν…

Η ποίησή σας είναι μια ποίηση που δεν παρακάμπτει τα γεγονότα, πολιτικά και κοινωνικά. Επηρεάζεται και δημιουργεί, ανασαίνοντας το παρόν και μετουσιώνοντάς το σε στίχους. Πάντα κριτικά. Μπορεί και πρέπει να είναι ενεργό μέλος της κοινωνίας ο ποιητής και να την μεταμορφώνει με τη στάση του; Έχει ανάγκη ο κόσμος και προπαντός η εποχή μας από τους ποιητές;

Απ’ ότι φαίνεται η εποχή μας δε χρειάζεται ποιητές, αλλά σαλτιμπάγκους! Αυτήν τη στιγμή οι ποιητές που γράφουν πολιτικά είναι στην Ελλάδα μετρημένοι. Γι αυτό λοιδορούνται ή θεωρούνται αποσυνάγωγοι. Πρέπει να ξεφύγουμε από τον επαρχιωτισμό και το εγώ μας και να μιλήσουμε για το συλλογικό. Όσοι μεγάλοι ποιητές έγραψαν με πανανθρώπινη λαλιά, είχαν αυτό το όραμα. Ο λόγος πρέπει να είναι πολιτικός. Γι αυτό αγαπάμε το Γιάννη Ρίτσο, επειδή έλεγε «τα σύκα – σύκα και τη σκάφη – σκάφη». Σαφώς και πρέπει ο ποιητής να είναι πολιτικό ον, και να ξεκαθαρίζει τη θέση του, τιμώντας το ρόλο του ως πνευματικού ανθρώπου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

1-ΓΙΩΤΑ
Η Γιώτα Αργυροπούλου γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Ζει στην Καλαμάτα. Για την ποιητική της συλλογή Διηγήματα τιμήθηκε το 2010 από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Γεωργίου Αθάνα του Ιδρύματος Ουράνη.
Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, τα ουγγρικά και τα γερμανικά.

ΒΙΒΛΙΑ
Τοιχογραφία της άνοιξης, (1998)
Νερά απαρηγόρητα, (2004)
Διηγήματα, (2010)
Ποιητών και Αγίων Πάντων, (2013) (Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων)
Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό (2017)

1-ΓΙΑ ΣΙΚΙΝΟ

1-ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓ ΠΑΝΤΩΝ

1-ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

1-ΝΕΡΑ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ

1-ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ 2

 

 

ΓΙΑ ΣΙΚΙΝΟ, ΑΝΑΦΗ, ΑΜΟΡΓΟ (2017)

 

ΑΚΤΑΙΩΡΟΣ

 

ΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Όσα ταξίδια έκανε στη γη
ήταν με το άλογό του.
Όταν κάποτε ρώτησα πώς είναι η θάλασσα
άφησε το αλέτρι από τα χέρια του
μου έδειξε τον ουρανό.

Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα
μα ο καλός μου ζευγολάτης κατέβηκε
κούρος αρχαϊκός
βαθιά μέσα στα χώματα που όργωνε
με δυνατό ζευγάρι
βόδι και άλογο.

Και δεν αντίκρισε ποτέ τη θάλασσα.

 

 

ΝΗΣΙ

ΙΙ

Μαντρότοιχος
ξερολιθιά
πέτρινο αλωνάκι

ο τόπος
στρατολόγησε τις πέτρες του
κατάντικρύ στο φως.

 

 

ΤΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΩΡΑ

Σπαρμένα στο ’Αρχιπέλαγος
σε ξέρες, φοβερά γκρεμνά
στις Χώρες μέσα αγκαλιασμένα
γλυπτά θαρρείς
ξωκλήσια ασβεστωμένα.

Εκκλησίες ανάγλυφες της Παναγιάς.
Η Παραπορτιανή στη Μύκονο
στην ’Αμοργό η Χοζοβιώτισσα
Παντάνασσα στη Σίκινο, Χρυσοπηγή,
στη Φολέγανδρο η Κοίμηση
σκαρφαλωμένη στα ψηλά,
η Καλαμιώτισσα στον μονολιθικό
πελώριο βράχο της ’Ανάφης.

Τάματα και αντίδωρα
της πίστης αντιστύλια
σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος.

Με όποιο φως και να σταθείς αντίκρυ τους
στον κυκλαδίτικο ουρανό
ξημέρωμα
απόβραδο
άπλετο μεσημέρι,
— μια γλώσσα μιλά η ομορφιά
ανάμεσα ουρανού και γης
από γεννησιμιού του κόσμου.

 

 

[Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα]

Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα
κατάσαρκα πυρπόλησε τη νιότη τους το φως

στον Άη Νικόλα
στο Σαρακήνικο Καράβι
στο Κατάρτι
στα βράχια πάνω τα κατάπληκτα

έρωτας αλμυρός.

 

 

[Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου]

Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου
που κατάγονταν από ένα άσημο Νιοχώρι
στου Μελιγαλά τις παρυφές
δεν είναι μόνο γιατί ενσάρκωσε το θεϊκό ταλέντο
και έμεινε η Κάλλας,
η ντίβα η απόλυτη σ’ όλες τις εποχές.

Είναι διότι το ’σκάσε
από το σήμα και τον τάφο
και δονείται στο Αιγαίο
στων κυμάτων το βιμπράτο
πάλι αντηχώντας

— στις σπηλιές!

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ 1987

Άφησες πίσω το λιμάνι, την κουρασμένη πόλη
για τα μικρά Δωδεκάνησα.
Πρώτος σταθμός η Πάτμος, περπατημένη
από άκρου εις άκρον προηγούμενη χρονιά.
Πρωτοϊδωμένη η Νίσυρος, η Σύμη
η Χάλκη, η Τήλος.
Σαν τις γυναίκες του ποιητή όλες ωραίες μέσα στη
νύχτα.
Μα προκειμένου για νησιά, το χάραμα αναδεύονται
στης αυγής τα σπάργανα
τα μεσημέρια πλέουν μετέωρα στο φως.

Θα ήταν κρίμα να μαυρίσει τέτοια στίλβη.
Σε περίμενε φαιός ο Πειραιάς,
το τραίνο, ο σταθμός Πελοποννήσου.
Πάνω στο πλοίο της γραμμής άλλαξες ρότα.
Χάραξες πλου ανήκουστο.
Απ’ το Καρπάθιο, την Κρήτη, το Μυρτώο
τρεις μέρες Τήλος – Γύθειο, παραμονή Δεκαπενταύγουστου
έφτασες στο στεριανό χωριό σου.

Είδες την Κάσο και την Κάρπαθο — μετά από δέκα χρόνια
σήμανε και η ώρα για την Όλυμπο, τη σπηλιά
του Άη Γιάννη.
Διέσχισες την Κρήτη, από τον Άγιο ως τα Χανιά
στα Κύθηρα νόμισες πως ήσουν πάλι πίσω.
Όσα ακλούθησαν μετά, πρόσωπα, τόποι
στο πέρασμα του χρόνου ας συμφυρθούν στη μνήμη.
Όμως αυτό το μυρωμένο καλοκαίρι, πού ακόμα το ανασαίνεις
βράχια φωτόλουστα, ομήλικοι ταξιδευτές
πλοία νυσταγμένα, το καθετί να κρατηθεί
στη θέση του. Σε σχέδιο ονείρου.

 

 

ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ

Φύσηξε απ’ όλες τις μεριές
κυκλαδικός αέρας
σαλάγησε νομή σπιτιών
πάνω στο φρύδι του γκρεμού
καταντικρύ στα αστέρια

Κι ας αντικρίζουν κίνδυνο.
Μετράς τα σπίτια, όλα σωστά.
Μετράς νησιά
καράβια
μετράς τα αστέρια του ουρανού
και περισσεύουν.

Φέγγουν ψηλά και οι εκκλησιές
στου γαλαξία τις πόρτες.

 

 

ΑΝΕΜΟΤΑΦΙΑ ΙΚΑΡΙΑΣ

Σ’ ένα ασκί παρέδωσε στον Οδυσσέα
ο Αίολος κλεισμένους τους ανέμους του
μα οι νήπιοι τους έλυσαν
και πώς να τους μαζέψεις
που μ’ άγρια σφυρίγματα
τρυγάνε τα νησιά
Γραίγος, Βοριάς, Σιρόκος;

Στην ανεμόδαρτη Ικαρία
που ολοχρονίς τη μαστιγώνουν οι ανέμοι
σε στάμνα έθαβαν τον άνεμο
με χώμα, πέτρες κι αναθέματα
ξόρκια και μαγικά, χειρονομίες.
Αλαφροΐσκιωτοι νησιώτες
βουλήθηκαν να τον δαμάσουν
τον κραταιό μαστιγωτή.

Τύμβοι από χώματα και πέτρες χαλαζία
τα Ανεμοτάφια στην Ικαρία
πως είμαστε αθύρματα θυμίζουν

 

 

ΜΕΛΤΕΜΙ

Μετά από χρόνια αν ξαναπάς
στην Αμοργό
θα είσαι πάλι δεκαεννιά.
Στη Χώρα οι δρόμοι δεν θα σ’ έχουν λησμονήσει.
Εδώ
στον άνεμο που σφύριζε θαυμαστικά
ένα φουστάνι σου, που φόραγες, λευκό
είχες χαρίσει.

 

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ
ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ

 

Τα καλοκαίρια του έδειχνε φωτογραφίες
τα νησιά. Τα κάστρα, τα σοκάκια
παραλίες. Ψιλή άμμος, Πλατύ-γιαλός
αντίσκηνα, αρμυρίκια.
Αυτός δεκατεσσάρων, γειτονόπουλο.
Μια μέρα πρόσεξε δύο απλωμένα κομματάκια το μαγιό της
το πάνω ολοκαίνουργιο.
Από τότε όλο την φαντάζεται με στήθος γυμνό
να κολυμπά, να κάθεται στον ήλιο
όλο αυτό σκεφτόταν.
Κι απόψε, Αύγουστος με φεγγάρι στο μπαλκόνι της,
σαν άντρας γύρεψε το βλέμμα της
σαν παιδί την παρακάλεσε.
Μυστικό όλη του τη ζωή θα το κρατούσε.
Του ‘πε δεν είναι το ίδιο με τον ήλιο
με τη θάλασσα — εκεί κανείς δεν σε κοιτάζει.
Σαν άντρας υποσχέθηκε, σαν παιδί ορκίστηκε
δεν θα ζητούσε τίποτα πια, ποτέ.
Μόνο να δει στο φεγγαρόφωτο το στήθος της.
Να μην το αγγίξει
να το δει.
Να δει το στήθος της μονάχα.

 

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ 2017

ΙΙ

Σειρήνες δεν θα ακούσεις πια.
Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια.
Μπορεί να φταίει που δεν είσαι δεκαεννιά
που δεν έχεις στο σακίδιο βιβλία
μόνο ρούχα, μπουκαλάκια, αξεσουάρ
το ταξίδι είναι οι ώρες μοναχά
μέχρι να φτάσεις.

Ακόμα θαρρώ, ελπίζω ακόμα,
για όσους είναι δεκαεννιά
δεν έχει χρόνο το ταξίδι, δεν έχει προορισμό
έχει μόνο τις γλυκόλαλες σειρήνες.

Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια.

Αυτοί που σκαρφαλώνουν
σαν πρωτόπλαστοι στα βράχια
κόντρα στο φως, γεμάτοι αλάτι
κι αγαπιούνται στις σπηλιές
θα έρθει μέρα, θα νοσταλγούν τη νιότη τους
αριθμημένα, χάι-σπιντ, μπλου σταρ
και σούπερ φέρι.

 

 

ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ

 

[Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες]

Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες
ανέστιοι νεκροί
οι πνιγμένοι.

Κανένας ξύλινος σταυρός δεν θα δηλώνει
τη βάσανό τους επί γης
και τον απελπισμένο διάπλου.
Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες
με τα μωρά στην αγκαλιά
μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους
μού ‘ρχονται στο μυαλό
τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης
τα μνημόρια.
Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια
σε τοποθεσίες περίοπτες
εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.

Φαντασία ένοχη, για τούτο γενναιόδωρη
να τους προσφέρει μετά θάνατον
αυτήν την καλοσύνη.

 

 

[Σαν φουσκοθαλασσιά]

Σαν φουσκοθαλασσιά σηκώνει κάθε τόσο ο Καιρός
μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους
με μπόγους, μωρά στην αγκαλιά
και την καρδιά ξεριζωμένη.
Πόλεμοι, λάβες ηφαιστείων, αποικισμοί,
λοιμοί, μεταναστεύσεις
μια ταραχή αέναη συνέχει
στο Αιγαίο τη ζωή
από τη ρίζα της.

Μυρίπνοα νησιά σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος
στου άσωτου νερού το δρόμο.

 

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (2013)

 

[Συγχώρεσε με που σε ξέχασα]

Συγχώρεσε με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του
τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.

Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο

πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

 

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.

Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα
Τι ζεστασιά. Τι βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.

Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλύτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
Άγιοι Πάντες.

Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.

 

 

Η ΕΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Κάθε φορά που ταχυδρομεί ένα βιβλίο του
– αφιερωμένο εξαιρετικά –
για την τύχη του αγωνιά.
Θα διαβαστεί;
Θα πεταχτεί;
Θα ξεχαστεί
σε μια γωνιά;

Και σκέφτεται μοιραία
τη συλλογή του Καρυωτάκη
αφιερωμένη – κι άκοπη –
στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.

 

 

[Ακολουθώ τις νύχτες …]

Ακολουθώ τις νύχτες
το φεγγάρι, τις σκιές
παίρνω από πίσω τη σκιά μου.
Γιατί τι είναι
ο ποιητής;

Ένα υπάκουο σκυλί
που ιχνεύει τη σκιά του
ψάχνει τα θηράματα
που χτύπησε ο Θεός
να του τα πάει.

 

 

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Σε σχολική γιορτή μαθήτρια μεγαλύτερη
απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Να πω τολμηρά άστραψε φως
και είδα την ψυχή μου;

Το βράδυ στο μπαλκόνι μας
την ώρα που η μάννα μου ξέχναγε σιγά σιγά –
την κούραση της μέρας,
πήρα να της διηγηθώ της ιστορίας τα καθέκαστα.
H μάννα για λίγο μ’ άφησε.
– Το είπα και εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δε με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα, μου λέει, να σ’ το πω και ’γω για να το μάθεις.

Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια
με λίγα φώτα αχνά μπροστά μας από τα σπίτια του χωριού
και γύρω μας καλαμωτά με τρυφερά μουρόφυλλα
και τους μεταξοσκώληκες να θρέφονται
και να θροΐζουν νύχτα μέρα
η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο
έπεσαν στάλες τα δάκρια από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
και τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.

Αργότερα στο Γυμνάσιο
δεν μαθαίναμε πια απέξω τα ποιήματα
– αν έχει κανείς άλλο μ’ αυτά να κάνει .
Σχεδόν σε κάθε στίχο, στην ερώτηση
τί εννοεί εδώ ο ποιητής,
ολονών οι γνώμες υψώνονταν
σαν χαρταετοί στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας.

Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τί εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία
αυτήν που αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα
μιλήσαν ώς και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τί λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.
Τότε, ο καλπασμός του Κωσταντή
σκέπασε το θρόισμα του μεταξοσκώληκα
πάνω στα φρέσκα φύλλα.

 

 

ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

Καθώς τις νύχτες καθρεφτίζομαι
στις σελίδες με τα παλιά μου ποιήματα
-δεν είναι παρά λίγοι επίμονοι στίχοι-
βλέπω πως η σκιά μου μεγάλωσε
και δε χωρώ στο ποίημα
περισσεύω.
Τότε έγραφα στις αμμουδιές με ήλιο τη σκιά μου
και όπως είπε ο ζωγράφος-χρόνια θήτευε στο φως
το φεγγάρι γεννά τις μεγάλες σκιές
ο ήλιος τις επίμονες.
Μεγάλωσαν οι νύχτες μου
τα σύνεργα πανάλαφρα, βγαίνω με το φεγγάρι
κι όλο προβάρω και φορώ
παλιά, καινούργια ποιήματα
μακριές μεγάλες νύχτες.

 

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (2010)

 

ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΛΙ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

Έρχονται από το σόι της το πλατύφυλλο
το κοντοκλαδεμένο
οι θειοί και τα ξαδέρφια.

Στρώνει υφαντό τραπεζομάντιλο
και γυαλικά, πιατέλες, χάρες από το γάμο.
Μα τούτες τις νερόκουπες με τις επάλληλες γραμμές
τις επιχρυσωμένες
και τα λεπτούλια κρασοπότητα με λουλουδάκια χάραγμα
μέσα στα χρόνια τα ‘σπασα μ’ αδέξια προθυμία.
Πώς βρέθηκαν κι αστράφτουνε μαζί με τις κανάτες
και με τι χέρια θα τσουγκρίσουνε
στο στήθος σταυρωμένα;

Μα σήμερα είναι Πασχαλιά
μ’ έχουν στα γόνατά τους ψίχαλο
κι εκείνοι λένε φωναχτά
μωραϊτικα τραγούδια.

Είναι σαν τότε Πασχαλιά.
Η μάννα μου τους έστρωσε τραπέζι να φιλιώσουν
όσοι φύγαν αμίλητοι.
Θα πιούν, θα τραγουδήσουνε,
κάνει η ίδια την αρχή
το γιορτινό τραγούδι της
σώπαινε μάννα

σώπαινε
τούτο το μοιρολόι.

από τη συλλογή

 

 

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Ι

Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.
Αέρισα καλά το ξένο σπίτι
αλλά μυρίζει ακόμα φαγητό
τσιγάρα
αναπνοές.

Χτες μετακόμισα
μια μοναξιά
πιο πέρα.

 

 

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ

ΙΙΙ

Ξαγρυπνούσα κι άκουγα ερωτευμένο αηδόνι.
Είχε τη φωλιά του στα φυλλώματα ενός δέντρου ταπεινού
τη μέρα δεν το πρόσεχες
δεν το ‘πιανε το μάτι σου για δέντρο
και τώρα το αηδονάκι με τις τρίλιες του
το αποκάλυψε στα μάτια μου
δέντρο μικρό κι ασήμαντο
καχεκτικό δεντράκι
σκονισμένο.

Ξαγρυπνούσα κι άκουγα το ερωτευμένο αηδόνι.
Αναπολούσα τον καιρό που ήμουνα πουλί
κι αηδόνι
κοίταζα μόνο το τραγούδι μου
στο δώμα που ξαγρύπναγα
μικρό και σκονισμένο.

 

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΣΤΩ

Όταν προ ετών απηύθυνα νερά απαρηγόρητα
σε οίκο εκδοτικό
ειλικρινώς μας ενδιαφέρει η γραφή σας είπε η υπεύθυνη
αλλά ξέρετε δεν κινείται η ποίηση.
Μήπως έχετε κάποιο πεζό, νουβέλα
ύη μυθιστόρημα; Διηγήματα έστω.
Η ποίηση δεν κινείται.
Και όμως κινείται

αντέτεινα ασυναίσθητα.
Δεν είχα υπόψη μου στατιστικά κι ευπώλητα
μονάχα αποστολές των ποιητών με τα ταχυδρομεία
κι ακόμη της αμέτρητες μποτίλιες
που αφήνουν κάθε βράδυ ναυαγοί
στου διαδικτύου τους ιστότοπους
αυτούς τους έστω τόπους
το ίδιο για μένα ακατανόητους
με αυτούς που όριζε ο μαθηματικός στον πίνακα
σε ένα μαύρο πουθενά
στη στερεομετρία.

Και όμως κινείται.
Υπερασπίστηκα ασυναίσθητα την ταπεινή μου τέχνη.
ασυναίσθητα της αφιέρωσα τις ιστορίες μου όλες.
Διηγήματα λοιπόν. Διηγήματα έστω.

 

 

ΝΕΡΑ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ (2009)

 

Α’ Νερά απαρηγόρητα

 

Τοπίο

Ι
Υγροί πράσινοι λόφοι
και οι σταγόνες της βροχής
μικρές εγκυμονούσες.

Άπλωνα τα χέρια μου
έδινα την καρδιά μου,
δέκα χρονών μέσα στο θαύμα.

ΙΙ
Μόλις ξεδιάλυνε η ομίχλη
φάνηκαν οι αμυγδαλιές
ίδιο ανάερο άστρο.

Πιο κάτω σπίτια νοτισμένα
αραιός καπνός στις καμινάδες
τα κεραμίδια υγρά.

 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Άνοιξη

Πλένουν οι μανάδες μας στρωσίδια τοϋ χειμώνα.
Ολόκληρη ημέρα στο ποτάμι
το πρώτο πανηγύρι στο νερό.

Θα πέρασε πλανόδιος φωτογράφος.
’Αγκαλιασμένες με το νερό ως το γόνατο
— Η Δέσπω με περνάει ένα κεφάλι —
θα ’μαστέ δέκα-έντεκα χρόνων.
“Φίλες αχώριστες μέχρι θανάτου”.

Είκοσι χρόνια Δέσπω
έχω να σε δω.

Καλοκαίρι

Νεράκι κελαηδιστικό
και οι καβουρομάνες
θολώνουν λίγο το νερό
καθώς τρυπώνουν στη φωλιά τους.

Ψηλά στον αναβαθμό τα αγόρια
ρίχνουν βουτιές με σαματά
χαλούν τον κόσμο.
Δοξάζουνε την εποχή και το ποτάμι.

Φθινόπωρο

Ήρθαν οι τσιγγάνοι.
Έστησαν στις όχθες τα τσαντίρια.

Βροχή τους ρήμαξε όλη νύχτα,
ηλεκτρισμένο πρωτοβρόχι.

Εκείνοι όμως το πρωί
απλώσανε στον ήλιο
μελαχρινό χαμόγελο.

Χειμώνας

Ιτιές
πλατάνια
το ποτάμι
άσπρο το χνώτο του
στον κάμπο το πρωί.

 

 

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Ιούλιος

Το αλώνι
τα δεμάτια
το άλογο ιδρωμένο στου φεγγαριού το φως.

Εδώ τραγούδησαν τη γη για να καρπίσει.

Αύγουστος

Αδειάζει το καπέλο του γεμάτο
στην ποδιά μου. Σταλαγματιές οπώρας
ευωδιάζει η μνήμη μου.

Θάλλουν τα τζιτζίκια, δονείται ο ελαιώνας.
Λίγα καρποφόρα
στενοί μου φίλοι παιδικοί.

 

 

Β’ Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στο κόσμο

 

Κόκκινη κλωστή δεμένη

Ι.

Τις άγγιξα παιδί και έλυσα στον ώμο τα μαλλιά τους.
Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στον κόσμο.
Τασία Καίτη Ελένη.
Ζεστό χρώμα γυναικείας σάρκας
άρωμα αλωμένης τρυφεράδας.

ΙΙ

Ύφαιναν στον αργαλειό
τα μυστικά του κόσμου με τραγούδια,
με νήματα βαμμένα στις φλούδες του ευκάλυπτου
στης καρυδιάς τα φύλλα.

Έπαιζα ή κρυφάκουγα λιγάκι παραπέρα;
Ας ήταν όλα φανερά.
Εγώ κρυφά τα άκουγα
κρυφά τα κελαηδούσα.

ΙΙΙ

Κι’ ας φύλαξες ευλαβικά προγονικό αδράχτι
και του αργαλειού εξαρτήματα όσα βρήκες.
Ο ήχος που ύφαινε ξερός των γυναικών το πεπρωμένο
πάει και πια δεν θ’ ακουστεί
η γειτονιά τα γέλια.

 

 

Κυριακή

ΙΙ

Φοράω κάθε μέρα τα καλά μου στη δουλειά μου.
Πάει χρόνια που διορίστηκα σε μια στενοχωρία.
Δάσκαλε τι μ’ έθελγες σε τούτο το εύ ζην;
Βουίζει τώρα
ζην ζην ζην
ασίγαστο μελίσσι η καρδιά μου.
Η καρδιά μου δίψασε η καρδιά μου αρρώστησε.
Στη χειροποίητη ζωή θα σμηνουργήσει.
Να ανθοφορεί ο λόγγος το σπάρτο και το σφάλαχτρο.
Να ‘ναι η βδομάδα Κυριακή
Θα μέλπει ο πετροκότσυφας
βου γα δη κε με πεταστές.
Το ζην
θα αντιφωνεί θριαμβικά η καρδιά μου,
γλώσσα περισπώμενη
των μελισσών και των πουλιών
και των αγγέλων.

 

 

ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

— Το έμαθες το πήμα σου;
— Ποί-η-μα τη διόρθωνα, της έλεγα το ξέρω.
Και νόμιζα ότι το ’ξέρα, μα εκεί μπροστά στον κόσμο,
στην πρώτη του δημοτικού, στην ξύλινη εξέδρα,
προπάντων στον παππούλη μου μπροστά,
που ’ταν σαν ψάρι στη στεριά
εκεί στην πρώτη τη σειρά μακριά απ’ τα χωράφια,
εσάστισα ολότελα
και το ’χασα το ποίημα με το βαρύ φορτίο.
— γίνεται να ’ναι ελαφρύ το ελληνικό το χώμα
ή μία χούφτα ειδικά για τον ξενιτεμένο;

Τριάντα χρόνια αργότερα
η μάνα πια το έμαθε, λέει σωστά το ποίημα.
Μα απ’ το παλιό μου πάθημα και τη στερνή τη γνώση,
την ξέρω πια τη γλύκα του
— τότε το έλεγες σωστά. Πήμα της λέω.
Πήμα.

 

 

ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ

Τα μήλα ήταν μέλι.
Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.
Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,
δε μάλωναν,
δεν τα ’παίρνε ο πατέρας στο χωράφι.
Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.
Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά ή βασίλισσα στο κάδρο
και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.

Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.
Δεν άλλαξε η γεύση του,
συνήθισα μονάχα.

 

 

ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ σ’ αδειανά καφενεία
και η παλιά πελατεία
φωτογραφία στον τοίχο.
Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ
χωρίς ήχο.

Θυσίαζα σε σας το χαρτζιλίκι μου
Και τι δε θα θυσίαζα και τώρα
που έμεινε η Κυριακή
σαν καλαμιά
στον κάμπο.

 

 

(Μετακομίζω στα όνειρα τις νύχτες)

ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ στα όνειρα τις νύχτες.
Στα όνειρά μου κυλούν νερά
τοπία φτερά
κυλούν απαρηγόρητα.

Και το χωριό μου
ολοένα μετακομίζει
μετακομίζει στον ουρανό
κι όσοι προλάβαν στην Αθήνα.

Και τα νερά κυλούν
απαρηγόρητα
στον ύπνο μου
στο ασφοδελό χωριό μου.

 

 

Κλεινόν άστυ

IV

Αγνάντευες εφτά χωριά
και τα βουνά γαλάζια.

Η Άνω Μεσσηνιακή πεδιάς
τα φώτα της
και τα χωριά της.

Πώς να υποστείλεις τώρα
τη ματιά σου ως το κάδρο;

V

Κι ας πήρες την απόφαση
να τελειώσεις τη ζωή σου στο τριάρι.
Έχεις τον ανοιχτό ορίζοντα εγγεγραμμένο
εντός σου,
αλώνι και πηγάδι,
τον ίσκιο μιας κληματαριάς
να σεργιανάς στον ύπνο σου.

Τα παιδιά σου όμως,
δεν θα έχουν πού την κεφαλήν κλίναι.
Κι αν έχεις ώτα ακούειν
άκου με.
Τζάμπα παιδεύεσαι και χτίζεις
και συνταιριάζεις όνειρα
και τους μυαλού παλιές φωτογραφίες.

 

 

[Η Αγάπη δυναμώνει και την πέτρα]

Ανθίζουν σπίτια ταπεινά
όρθια μετράνε τούς αιώνες.
Κυλάει το ποτάμι της αγάπης
το αίμα που δε γίνεται νερό,
κι όπως στεριώνει τις γενιές
την πέτρα δυναμώνει.

Αρχοντικά περήφανα ρημάξαν.
Μεσοτοιχίες εχθρικές μοιράσανε τις σάλες
—πού να περάσουν οι ψυχές
πού να βρει κοίτη η αγάπη —
σαλεύουν απ’ τη θέση τους
γκρεμίζονται και οι πέτρες.

Γιατί η αγάπη στερεώνει και την πέτρα

 

 

Γ΄ Σαν τη δροσιά στο φύλλο

Εις μνήμην

Αναστασίας

Πώς να χαρώ είπε πια εγώ
και πώς να ζήσω.

Σ’ ένα συρτάρι στον κομό
έβαλε τα ασπρόρουχα που τύλιξαν τα νιάτα της.
Την καλημέρα χειροποίητη
τα γυαλικά του γάμου.

Έδεσε τα μυστικά κόμπους μες στην παλάμη της
και κλείδωσε το σπίτι.

 

 

Δημητρίου

Σ’ αυτό εδώ το τραπέζι
τσουγκρίσαμε της Παναγιάς ξέχειλα τα ποτήρια
κι ήταν για τελευταία φορά.

Θα χτυπάει αύριο στο χωριό λυπητερά η καμπάνα.
Πάει κι ο Μίμης σα δροσιά
θα πουν οι χωριανοί μας.
Έσβησε ο Μίμης σα δροσιά,
σαν τη δροσιά στο φύλλο.

7-12-99

 

 

[Το ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ βράδυ τους κοιμήθηκαν στη σάλα]

Το τελευταίο βράδυ τους κοιμήθηκαν στη σάλα.
Μόνο δεν άλλαξαν πλευρό μες στη στενή τους κάσα.

Τούς σκέπαζαν τα άνθη ελαφριά,
υγρά τα μοιρολόγια
και κει κοντά στα πόδια τους
τα ψυχοκέρια καίγαν στο σιτάρι.

Το σπίτι
είχε τη λύπη γιορτινή
τό τελευταίο τους βράδυ.

Και ύστερα τι ανάερη μετατόπιση.
Με αρχαϊκό χαμόγελο ανάμεσα στους συγγενείς
κοιτούν από το κάδρο.
Και οι πίκρες πού τους κέρασαν
τώρα περάσαν όλα.

 

 

[ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ βοριά μου]

Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα δυνατά
να μαζέψεις τα κλαράκια.

Το λινάρι
το μετάξι
τό κουκούλι του,
την ανέμη
τον αργαλειό
και το τραγούδι του.

Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα ταπεινά
ν’ αρμενίσουν οι ψυχές τους
να ’ρθουνε κοντά.

 

 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ (1998)

 

[Στου γέλιου σου την άκρη …]

Στου γέλιου σου την άκρη
ματώνει άσπρο μετάξι.

Δόντια πυκνά
και μαργαριταρένια.
΄
Έτσι αστράφτουν με το χιόνι
τα βουνά.

Έτσι λιποθυμούν μες στ’ άνθη τους
οι ακακίες.

Έτσι αστράφτει,
έτσι λιποθυμάει το στόμα σου
βελούδο παπαρούνας.

Όραμα πυρκαγιάς
ολάνθιστο.

 

 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Στον Δημήτρη

Ευφημισμός ο τίτλος στο εξώφυλλο.
Ευφημισμός η εικόνα. Τα χελιδόνια
ερωτοτροπούν στην ευωδία των κρίνων
και εικονίζουν αισιόδοξα
την εποχή του έρωτα
που τα υποσχόταν όλα.

Να ξαναγράψεις ερωτικά ποιήματα.
Τα ερωτικά είναι το στοιχείο σου
είπε φίλος αργότερα.
Μα ο φτερωτός θεός
δεν είναι το παιδί που παριστάνουν
για να το ξεγελάσεις με ποιήματα
συνταγογραφημένα.
Δε θέλει θυσία αναίμακτη
τους στίχους που θα γράψεις.

Κοιτώ τον σύντροφό μου,
παρακαλώ βουβά να μη γράψω ποτέ πια
ερωτικά ποιήματα.
Να μείνει αυτός το ζωντανό σημάδι
πως ο θεός
εξευμενίστηκε
με τους φτωχούς μου στίχους.

 

 

ΤΑ ΤΖΗΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΚΩ

Καμιά φορά γυρίζεις και θυμάσαι
όχι φορέματα που ντύθηκες
και καθρεφτίστηκες φιλάρεσκα
μες στον αντρών τα μάτια,
μα κάτι ρούχα ταπεινά,
πού ‘χες μ’ αυτά τα χρόνια σου τα δεκαεννιά ντύσει
και πέσαν από πάνω σου αργά.
Η κοριτσίστική ντροπή σου τα κρατούσε
και σώμα με σώμα δύσκολα
ο έρωτας νικούσε στο τρυφερό το πάλεμα.
Σώμα με σώμα
αίμα με αίμα
μέθαγε στα χέρια του το ξαφνιασμένο δέρμα
πήγαινε από πάνω σου να πέσει
και αυτό.

Τα τζην και τα μακώ
τα ταπεινά σου ρούχα γυρίζεις και θυμάσαι
το ρίγος του κορμιού
των δεκαεννιά χρόνων.

 

 

[Κάπου εδώ έλαβε τέλος …]

Κάπου εδώ έλαβε τέλος η μικρή ιστορία
μιας μεγάλης μου αγάπης,
Στο δωμάτιο αυτό αγαπούσα τα νιάτα.

Και στα απέναντι σπίτια
ξέρω σ΄ όλη την πόλη
σε σταθμούς και σε πάρκα
κάπως έτσι τελειώνουν κι αλλονών οι αγάπες.

Με ασυντρόφευτα δάκρυα
και μ’ αδιάφορους ώμους.

 

 

ΟΛΟΝΥΧΤΙΣ

Ολονυχτίς
στον καναπέ
λες και θα ακούσω νέα σου
στο τελευταίο δελτίο.
Πώς τάχατε
νυχτώθηκες σε χώρα λωτοφάγων
και μόλις ξεμυτίσει λίγη μνήμη
θα γυρίσεις.

 

 

ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 26/07/2017

Μια απίστευτη αιθρία

«Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό» της Γιώτας Αργυροπούλου, εκδόσεις Gutenberg

Ποιο είναι το χρώμα της ποίησης; Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου αποφασίζεις ότι θα μπορούσε το χρώμα της να είναι το λευκό. Το φως διάσπαρτο στους στίχους της, σε κάνει να αναρωτιέσαι για τη σπατάλη της απλόχερης και γενναιόδωρης φύσης στα ξερά αιγαιοπελαγίτικα νησιά, που δάνεισαν κάτι από αυτό το αυτοφυές φως στην ποίηση. Και ας ξέρουμε ότι από τα πιο σκοτεινά εσώτερα κι απύθμενα αντλεί το ποίημα πάντα. Εδώ αποκαλύπτεται μια αλήθεια αποστομωτική: ετούτο το ξερό τοπίο, μ’ αυτό το φως που το στεφανώνει, ίσως να μεταλλάσσει το μέσα σκότος, και έτσι όλο το ποίημα πλέον να θάλλει από απαύγασμα ζωής.

Το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο βρίσκεται σε κάθε ποίημα, δίνοντας έτσι την απαραίτητη συνοχή. Τα ποιήματα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους μόνο με τα τοπωνύμια, τις εκκλησιές, τα πλήθος των προσκυνημάτων που διάσπαρτα στη θάλασσα δίνουν το απαραίτητο γαλάζιο πλάι στο λευκό των ασβεστωμένων τοίχων. Μια δέσμη φωτός τα δένει το ένα με το άλλο και έτσι τα ταξιδεύεις, σαν να σε προσκαλούν σ’ αυτό το αντάμωμα.

Η Γιώτα Αργυροπούλου δεν ελκύεται μόνο από το φως. Δίνει μέσα από τους στίχους της μια συνολική εικόνα του τοπίου, με βαθιά ριζωμένες τις μνήμες από τα συναπαντήματα μαζί του μέσα στα χρόνια. Άλλωστε θα πει ξεκινώντας:

Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα

Πώς γίνεται να την ξεχάσεις έπειτα; Κι εκείνη η εικόνα του πλοίου στον ορίζοντα;

Ίσαλο πλοίο
στον ορίζοντα

το άρπαξε ο ουρανός
στο φως.

Όσοι ευλογήθηκαν να γεννηθούν με τέτοιες εικόνες στα πρώτα τους κοιτάγματα έχουν εννοήσει ήδη. Αλλά και οι υπόλοιποι που μάθαμε τα βήματα στο ελληνικό θαλασσινό τοπίο από ταξίδια επιλογής στα άγονα κυκλαδονήσια, κατανοούμε το άγγιγμα το μαγικό, κι ας μην τα έχουμε γενέθλιο τόπο. Όπου τη συναντήσεις την ομορφιά ίδια θα είναι:

– Μια γλώσσα μιλά η ομορφιά
ανάμεσα ουρανού και γης
από γεννησιμιού του κόσμου.

Τούτο το ξερό τοπίο λες και απλώνει τις ξερολιθιές του (το πέτρινο αλωνάκι για την ποιήτρια) απέναντι στον ήλιο σαν ασπίδα, αυτές όμως όλο και πιο πολύ ρουφάνε και αποθηκεύουν φως, για να ξορκίσουν τα σκοτάδια της ψυχής. Ανοίγει η ψυχή σου σαν βρεθείς στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Να γιατί πάντα θα κερδίζουν έδαφος στην ελληνική συνείδηση οι Κυκλάδες αλλά και τα μικρά τα Δωδεκάνησα, ακόμα και τα άλλα τα κοντινά στην όχθη την απέναντι, τα φορτωμένα μνήμες από ξεριζωμούς αλλά και ποίηση αλλοτινή, έτσι σπαρμένα που είναι, λες αφημένα στην τύχη τους μεσοπέλαγα να αρμενίζουν με απλό πανί.

[…]Κι όπως κοιτούσα θαμπωμένη
Ψάπφα του μέλους
συστήθηκε ψιθυριστά
χάθηκε στο πανηγύρι.

Κι όμως σ’ αυτά τα ξερονήσια κάποτε, χρόνια μακρινά, ακούμπησαν να ξαποστάσουν κυνηγημένοι, στης εξορίας το ανέλπιδο τοπίο. Δεν τα ξεχνά κι αυτά η ποιήτρια, γιατί κι εδώ έχει το δικό του μερίδιο το φως, κι ας μην το θέλησαν έτσι οι θύτες των ψυχών.

[…]
(Να πλένουνε το πουκάμισο στο κύμα
να το στεγνώνουνε στα βράχια.
Να στρίβουνε καπνό φαρμάκι
όλο να κοιτάζουν μακριά.)
[…]

(Στην ανέσπερη αιθρία!

Να μην μπορούν να της ξεφύγουν πουθενά.)

Αλλά ούτε μπορεί να αγνοήσει τον θάνατο που -αθέλητα πολύ αυτός- έβαψε με το χρώμα του πλεούμενες ψυχές, που είδανε τη θάλασσα και νόμιζαν πως καταργεί τα σύνορα. Μα λάθεψαν και βρέθηκαν, παιδάκια μόλις, να παίζουνε παιχνίδια στον βυθό.

[…]
Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες
με τα μωρά στην αγκαλιά
μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους
μου ’ρχονται στο μυαλό
τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης
τα μνημόρια.

Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια
σε τοποθεσίες περίοπτες
εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.

Κι έτσι με τη γενναιόδωρη φαντασία της η ποιήτρια δένει μεταξύ τους, απρόσμενα πολύ, χρόνους και λαούς, σήματα μνήμης, κατάλοιπα σπουδαία στον χώρο του Αιγαίου. Η ποίηση όμως έχει τέτοια δικαιώματα και τα εξαντλεί κάθε που θα βρεθεί αυθεντική φωνή, όπως αυτή εδώ.

Η ποιήτρια έχει διαλέξει τον χώρο που θα διασώσει με τους στίχους της και δεν τον αλλάζει με τα καταπράσινα τοπία αλλού της ελληνικής γης. Όμορφα είναι όλα, αλλά ετούτο εδώ πιο ελληνικό από όλα. Και αφουγκράζεται και ακούει τη θεϊκή φωνή να βγαίνει στον αέρα και πάνω από τα κύματα να δίνει την απόλυτη απόλαυση των αισθήσεων. Η Κάλλας:

[…]το ’σκασε
από το σήμα και τον τάφο
και δονείται στο Αιγαίο
στων κυμάτων το βιμπράτο
πάλι αντηχώντας

– στις σπηλιές.

Γι’ αυτό το τοπίο θα ήθελε να μιμηθεί τον λυρικό Αρχίλοχο, που (όχι ασυλλόγιστα αλλά ίσα ίσα μετά από σκέψη σοβαρή) όλα τα χάρισε δίνοντας την ασπίδα του στη μάχη, μόνο για να αντικρίσει λίγο ακόμα τη ζωή που λάτρεψε. Έτσι, όταν νιώθεις να λιγοστεύει μέσα σου το φως, ανοίγεις και διαβάζεις. Και τότε κύματα έρχονται και σε φέρνουν στη απίστευτη αυτή αιθρία. Και λες: μακάρια η ποίηση που όλο αυτό μπορεί να το μετουσιώνει και να το δίνει προσφορά σε όποιον το αναζητά.

 

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

diastixo07 Ιουλίου 2017

Μες στου Αιγαίου τα νερά τρία νησιά αρμενίζουν. Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό μας καλεί ο τίτλος της Γιώτας Αργυροπούλου, την άγονη κάποτε γραμμή και σήμερα στολίδι του Αιγαίου, γόνιμη και τουριστική.

Πολυταξιδεμένο, πολυτραγουδισμένο, φωτεινό και φρέσκο, νέο και παλαιό, πολύπαθο, πικρό, αλλά πάντα γαλανό.

Η ποιήτρια σε τρεις ενότητες θα τραγουδήσει το Αιγαίο, θα ξετυλίξει τον μύθο του, το θαύμα του, τον πολιτισμό του και τα πάθη του, παλιά και νέα.

Δεν έχει σημασία αν άλλοι μεγάλοι ή μικροί έψαλλαν τα νησιά. «Ο καθείς και τα όπλα του» είπε ο Ελύτης και Άξιον Εστί το τόλμημα.

Ενότητα πρώτη –«Ακταιωρός»–, πλεούμενο για την περιφρούρηση ακτών: «εφτά χρονών αντίκρισα τη θάλασσα», ενώ ο πατέρας, στο άλογο καβάλα, ποτέ του δεν την είδε. Και το θαύμα αρχίζει: το πλοίο «το άρπαξε ο ουρανός / στο φως» και αναλήφτηκε. Όταν δυο πλοία της άγονης γραμμής διασταυρώνονται μοιάζουν «αντικριστή φιγούρα μπάλου». «Σίκινο-Ανάφη αναμεσίς / έπιασαν δυο δελφίνια» σαν να είναι εκείνα «της ζωφόρου / που περιτρέχει τη Δυτική οικία / του Ακρωτηρίου Θήρας», τα «ζωνοδέλφινα… σαν μισοφέγγαρα… αέναη Τοιχογραφία Στόλου». Αυτά στη θάλασσα∙ και στη στεριά, η «ξερολιθιά», ο «Ιούλιος», «η δροσιά της νύχτας», «το σπίτι με τη στέρνα του», «το πέτρινο αλωνάκι», ο τόπος που «στρατολόγησε τις πέτρες του / καταντικρύ στο φως». Οι βράχοι με το αλάτι, σαν έφηβοι ηλιοκαμένοι και «γυμνοί». Οι γλάροι που «ζυγίζουν τα φτερά τους», η Παναγιά με τα ονόματά της, η «ραψωδία με βιολί και λαούτο». Το αστραφτοβόλημα του Αιγαίου θαμπώνει τα μάτια, η αίσθηση ξυπνάει τη διαίσθηση.
Το χρώμα και το φως, το όνειρο και το θαύμα, έρχονται να σχολιάσουν δυο σύγχρονοι ποιητές με προφανείς αιτίες: «Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου» (Αναγνωστάκης) και «Όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση / να πλημμυρίζει τα σαλόνια, εγώ σωπαίνω» (Κατσαρός) και η Αργυροπούλου: «Στίχοι εμβληματικοί / που αποστήθισα και εγώ / ματαίως». Ματαίως, γιατί ξένη αίσθηση δεν αποστηθίζεται, απλώς παπαγαλίζεται. Ο κάθε ποιητής και οι αφετηρίες του∙ πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και άλλες. Ανάλογοι και οι στίχοι. Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κακοσμημένον Και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ.

Θα έπρεπε μήπως να ακυρώσουμε τον Όμηρο επειδή «στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα» δεν έχουν πέραση τα κλέα; Ευτυχώς που η ποιήτρια μας καταθέτει εκείνο το «ματαίως», ζωσμένο ασφυκτικά από την περίσταση. «Δεν τον αντέχει η ψυχή μου, περισσά ωραίος στέκει στα πόδια του» έλεγε ο Καζαντζάκης για τον Παρθενώνα∙ μήπως θα έπρεπε να τον γκρεμίσει επειδή ξεπερνά το μπόι του; Είτε μας αρέσει είτε όχι, το Αιγαίο, Αιγαίο είναι. «Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη» και ας είναι παραμονή θανάτου.

Πιο κάτω θα αναρωτηθεί: «Τι ξέρω εγώ από το αιγαίο φως; / Από τη μεταφυσική του φοβάμαι δεν ξέρω τίποτα»∙ σαν τον Σωκράτη, «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Γιατί πολύ καλά αναγνωρίζει τη μεταφυσική, όταν με φως «τοιχογραφία βυζαντινή τα δειλινά / αγιογραφεί τους βράχους». Όταν με αληθινή κατάπληξη «από το χρώμα του Απόλλωνα… αναπολούσα δρυς και τα πλατάνια του Μοριά». Όταν «Άνοιξε και η δική μου η καρδιά στο θαύμα», όταν η Κάλλας «το ’σκασε / από το σήμα και τον τάφο / και δονείται στο Αιγαίο / στων κυμάτων το βιμπράτο / πάλι αντηχώντας». Μα αφού η ψυχή του Έλληνα είναι πάντα συνδεδεμένη με το μεταφυσικό, και το θαύμα είναι προέκταση της καθημερινής ζωής του.

Ενότητα δεύτερη, «Απόπλους». Τώρα πια μπαίνουν στους στίχους και άλλα νησιά που «το χάραμα αναδεύονται / στης αυγής τα σπάργανα». Από τη μακρινή Τήλο έρχεται η δεκαεννιάχρονη Ήριννα με την Ηλακάτη της. Κι ο πατέρας: «Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας και οργώνεις τα ξερονήσια. / Εκεί πηγαίνανε τους εξορίστους παλιά». Σωστά, αυτά τα νησιά, που σαν πολύτιμους λίθους έσπειρε από ψηλά ο Θεός, όπως είπε ο Ζακ Λακαριέρ, στιγμάτισε η ιδιοτροπία της ιστορίας, μέχρι να έρθει η ίαση και αναβάπτισή τους με του ποιητή το ανάβλεμμα ή έστω και του ορθολογισμού το συνάλλαγμα.

Ήδη, όμως, το κλίμα έχει αλλάξει. Στην Ικαρία οι άνεμοι βγήκαν από το ασκί, γιατί «οι νήπιοι τους έλυσαν / και πώς να τους μαζέψεις», «τα Ανεμοτάφια» πιο πέρα «πως είμαστε αθύρματα θυμίζουν», κάτω από τον άσπρο ασβέστη το λουλακί παραμονεύει: Λουλάκι ο τοίχος, «λουλάκι ο ουρανός / η θάλασσα λουλάκι / λουλάκι κι ο καημός στην Αμοργό», κι ο Γκάτσος: μια καμπάνα βάφει τον ουρανό με λουλάκι και όλα του θανάτου μοιάζουν. Αν και η Αμοργός-νησί δεν σχετίζεται με την Αμοργό-συλλογή, ο συνειρμός, τόσο στενός και τόσο υπαινικτικός, σαν μίτος μας τραβάει.

Κι ο χρόνος τρέχει. Ένα δεκατετράχρονο αγόρι κάποτε, που τώρα έγινε άντρας, ήθελε «Μόνο να δει στο φεγγαρόφωτο το στήθος της» («Το στήθος νέας γυναίκας άρθρο μελλοντικού συντάγματος» είπε ο ποιητής), σ’ ένα σοκάκι «φιλήθηκαν παράφορα στο στόμα» και τώρα όχι πια. Στο λιμάνι τα καράβια με τα παράξενα ονόματα, «χάι-σπιντ, μπλου σταρ, και σούπερ φέρι» εκτόπισαν τον «Ταξιάρχη», την «Ελεούσα», τον «Πανορμίτη». Χάθηκε η μεταφυσική, η πίστη πως και μόνο το όνομα αρκεί για το καλό ταξίδι, την κατάπιε η εξέλιξη. Ωστόσο, η «Κυρία Μαρία» και η «Ζαμπέτα» είναι εκεί∙ και ο «Αρχίλοχος» με την ασπίδα του από πάντα.

Κι έρχεται η τρίτη ενότητα, «Σαν φουσκοθαλασσιά». Το Αιγαίο γίνεται η θάλασσα των μεταναστών και των προσφύγων, των απελπισμένων που τρέχουν να πνιγούν στα γαλανά νερά του. «Κανένας ξύλινος σταυρός δεν θα δηλώνει / τη βάσανό τους επί γης». Μια περιδιάβαση στα αρχαία νεκροταφεία και στα μνημόρια αρκεί για να μελετά η ποιήτρια τα «μαύρα λουλούδια»που πνίγηκαν. Σαν φουσκοθαλασσιά ο καιρός φέρνει «μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους / με μπόγους, μωρά στην αγκαλιά / και την καρδιά ξεριζωμένη».

«Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια, / η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό» είπε ο Σεφέρης, γιατί, όσο και να κοιτάξουμε από κοντά δεν θα δούμε τι κρύβει ο βυθός της. Και όσο και αν «σηκώνεται κι ουρλιάζει» πάντοτε παραμένει «Θάλασσα της θαλάσσης» λέει ο Εμπειρίκος που ξέρει και από καράβια και από θάλασσες.

Σε Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό, σε όλα τα νησιά του Αιγαίου η Γιώτα Αργυροπούλου μας ξενάγησε στα θαύματα της φύσης και του ανθρώπου, πλασμένη η ίδια από ιδέα, χώμα και ποιητικό νερό και μια καρδιά που όλα τα χωράει. Το όνειρο, το θαύμα, τη ζωή όπως είναι και τη θλίψη που δεν είναι, όπως έπρεπε να είναι.

Και οι αντινομίες ισχύουν πάντα. Και η ποιήτρια αργοπορεί στο ωραίο Αιγαίο με τη σύγχρονη θλίψη.

 

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

FRACTAL 23/8/2017

Απόπλους σε αναζήτηση ταυτότητας

Μια ώριμη έφηβη το ποιητικό υποκείμενο αρμενίζει στον καιρό, σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αυτοψία στους τόπους της νεότητας απ’ όπου περνά περιπολώντας (ΑΚΤΑΙΩΡΟΣ.)

Ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι./ Νησάκια θεοφύλακτα./ Ξεφύλλισες τις Χώρες τους / συλλάβισες ξερολιθιές / κάθε αμμουδιάς τους φθόγγους./ Σχεδόν τα αποστήθισες – /ραψωδία με βιολί και με λαγούτο./ Και όπως στα αγαπημένα ποιήματα / κάθε φορά ξαναγυρνάς / και σαν καινούργια τα διαβάζεις, / κι αυτά, με το ίδιο αίσθημα / τα επισκέπτεσαι και πάλι.

Βρίσκει τώρα εκεί των άλλων την νεότητα.

Ηλιοκαμένοι έφηβοι. Ηλιοκαμένοι βράχοι / σπηλιές των κούρων/ των κορών / των ειδωλίων).

Πάντως οι νέοι του τότε που φιλήθηκαν παράφορα στο στόμα (ΣΟΚΑΚΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ),

Δεν φιλιούνται πια στο στόμα/ το ρίγος του φιλιού πλάι στις ροδοδάφνες/ βαθιά το νοσταλγούν. Αποκαθήλωση, απομυθοποίηση, ο χρόνος σήμερα ορίζει αλλιώς (ΑΠΟΠΛΟΥΣ 2017.)

Άλλα τώρα ονόματα οργώνουν τα νερά / Αριθμημένα χάι-σπιντ, μπλου σταρ και σούπερ φέρι ./ Καράβια οικεία σαν άγγελοι / τι Ταξιάρχης / Ελεούσα / Πανορμίτης / πάνε πια/ ……………Με άλλα τώρα ονόματα βουλιάζουν τα καράβια– προοικονομεί η τελευταία στροφή την επερχόμενη δυστυχία των προσφύγων (ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ).

Ο γεωμετρικός τόπος που λέγεται «γαλάζια αιθρία του Αιγαίου», όπως τον όρισαν και τον ξόρκισαν οι ποιητές μας, την αιχμαλωτίζει, παρόλο που ξέρει τον κίνδυνο, έχει διαβάσει καλή ποίηση. Σαν φανατική της θρησκείας έρχεται

……κάθε καλοκαίρι κι ένα τάμα /Ακόμα ένα προσκύνημα / στις Κυκλάδες και τα μικρά Δωδεκάνησα.

Αυθαδιάζοντας στο δικηγόρο του διαβόλου, εδώ κι όχι αλλού – Ας πάει στην ευχή το πράσινο και τα καλά του, δηλώνει πως αξίζει να το σκάσεις… από το σήμα και τον τάφο, διαλέγοντας το Αιγαίο για να ζήσεις και για να πεθάνεις, στο γυμνό τοπίο και το απόλυτο φως, με το βιολί και το λαούτο και τη χαρά της ζωής.

Ένας τολμηρός απόπλους είχε λάβει χώρα στην ηρωική εποχή της νεότητας (ΑΠΟΠΛΟΥΣ 1987)- Χάραξες πλού ανήκουστο, που στοίχειωσε τη μνήμη.

Όμως αυτό το μυρωμένο καλοκαίρι, που ακόμα το / ανασαίνεις / βράχια φωτόλουστα, ομήλικοι ταξιδευτές / πλοία νυσταγμένα, το κάθετί να κρατηθεί / στη θέση του. Σε σχέδιο ονείρου

Σημείο αναφοράς για αναστοχασμό ας μείνει αυτό το καλοκαίρι της ηρωικής εποχής Συγκινητική βιωματικότητα (ΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ), ως προεξαγγελτική παράθεση στο πρώτο ποίημα του πρώτου κεφαλαίου αλλά και στο επόμενο κεφάλαιο (ΑΠΟΠΛΟΥΣ ) (ΠΑΡΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ), ιερό το εικόνισμα του αγαπημένου πατέρα, εργάτη της γης, που έφυγε χωρίς να αντικρύσει ποτέ θάλασσα. Ένας απλός αταξίδευτος άνθρωπος είναι ο πατέρας, που κάνει το πέρασμά του από την ηρωική νεανική εποχή των ταξιδιών της ηρωίδας (ΠΑΡΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ), ταξίδια στον εαυτό της, στη λογοτεχνία και στα νησιά. Αιχμάλωτη από τότε στην ποίηση και τους τόπους. Αφοπλιστικά εκείνος εναντιώνεται στις επιλογές της για τα ξερά κυκλαδονήσια όταν πια αυτές είναι ήδη μια αισθητική και υπαρξιακή επιλογή, ορίζοντας πια την ταυτότητά της μέσα από τις σπουδές και τα διαβάσματα.

Έκλεισε απηυδισμένος./ Πού ήμουνα εντέλει δεν καάλαβε. / Το μόνο του παράπονο./ Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας κι οργώνεις τα ξερονήσια. / Εκεί πηγαίνανε τους εξορίστους παλιά./ ( Να πλένουν το πουκάμισο στο κύμα / να το στεγνώνουνε στα βράχια./ Να στρίβουνε καπνό φαρμάκι / όλο να κοιτάζουν μακριά. ) / Άμα ήταν καλά, εκεί θα τους στέλνανε; / (Στην ανέσπερη αιθρία! / Να μην μπορούν να της ξεφύγουν πουθενά.)

Φολέγανδρος, Αστυπάλαια, Νάξος, Ικαρία, Χίος , Λέσβος κι Αμοργός, Λεύκες Πάρου, διάσπαρτοι τίτλοι τα ποιήματα σαν τα νησιά τα μικρά και τα μεγάλα που ιστορούνται..

Όλα είναι στη θέση τους και αυτό το καλοκαίρι.

Μικρές εξομολογήσεις (ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ- ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΧΩΡΑ ) και (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ), όπου ξεφυλλίζει η ηρωίδα τα πάθη της, τις πρωταρχικές ερωτικές της ιστορίες.

….Εκεί ένα μελαχρινό παιδί απ’ τη Λαμία, ένας Γιάννης / διάβαζε «Τα άνθη του κακού και τον Λωτρεαμόν/ ήθελε να σωθεί από μια Μαρία

Με την ελεγεία του τέλους (ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ.)

Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες / ανέστιοι νεκροί / ……………………….Δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά

Μην ξανανθίσεις θάλασσα / μ’ ενός παιδιού το σώμα

Μια ποίηση που αστράφτει από γνώση και πείρα ζωής και συγχρόνως βαθιά πεισματωμένη νεανικότητα. Αξιανάγνωστη.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS 12/10/ 2017

Το Αιγαίο ως υπερχρονικό σύμβολο στην ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου

Το Αιγαίο πέλαγος υμνήθηκε όσα λίγες θάλασσες στην παγκόσμια ποίηση. Από την αρχαιότητα ακόμη βρέθηκε στο επίκεντρο επικών και λυρικών ποιητών. Η αγριότητά του, η φωταύγειά του και η διαρκής κίνηση ως μέσο συνένωσης πολιτισμικών κι εμπορικών/πειρατικών οδών τροφοδότησαν την τέχνη όσο λίγοι τόποι. Αξιόλογοι σύγχρονοι ποιητές με πρωτεργάτη τον Οδυσσέα Ελύτη αφιέρωσαν πολλούς στίχους στο Αιγαίο.
Ακολουθώντας τον δρόμο του Ελύτη και η Γιώτα Αργυροπούλου στη νέα της ποιητική συλλογή, «για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό» (Gutenberg, 2017) δοξάζει το αιγαιοπελαγίτικο φως και ταξιδεύει στους βράχους που έσπειρε η φύση μέσα στη θάλασσα[1]. Με μία λυρική φωνή που αντανακλά το Αιγαίο φως[2] και τα χρώματα του πελάγους υμνεί την ελληνική φύση με μία λανθάνουσα μεταφυσική χροιά[3].
Η ομορφιά του Αιγαίου έρχεται να αγκαλιάσει με τόση θέρμη τη δημιουργό, ώστε την πλημμυρίζουν συναισθήματα και μία παλίρροια αισθήσεων. Αρνείται κάθε απόπειρα μίμησης[4], μα δηλώνει συγκλονισμένη όπως την πρώτη φορά· άλλωστε, τέτοια ηλιόλουστη βραχογραφία δεν αντάμωσε άλλη φορά[5].
Η Αργυροπούλου σαν αοιδός του Αιγαίου ψάλλει το έπος που της ενέπνευσε ο ζευγολάτης που όργωσε τη θάλασσα με τ’ αλέτρι του[6]. Τραγουδά τους επίγειους μύθους και τον πολιτισμό του, από τους πρώτους κατοίκους του. Τραγουδά το κλέος των ηρώων που ζωντανεύουν τους βράχους του πελάγου.
Η ποίησή της είναι βαθιά ανθρωποκεντρική κι ελληνική. Με οδηγό το βίωμα στιχουργεί για το πέλαγος και τους νησιώτες που ντύνονται τη θάλασσα και τον άνεμο. Η εμπειρία όμως στην ποιητική της αποκτά υπαρξιακά χαρακτηριστικά, καθώς το πέλαγος γίνεται ένα αντικείμενο πέρα από την έννοια του χρόνου. Και σε τούτο το πλέγμα εισέρχεται και η υπαρξιακή διάσταση της μνήμης[7]. Και το πέλαγος με τα ξερονήσια του –γυμνά βράχια[8], αγριότοποι εξορίας[9] και ποίησης[10] – απλώνονται από την αρχαιότητα ως το σήμερα[11] παραδαρμένα από τους ανέμους[12]. Έτσι, όμως το Αιγαίο αποκτά μία συμβολοχρονική υφή.
Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι το πέλαγος στην ποίηση της Αργυροπούλου δεν είναι ένα «τουριστικό αξιοθέατο» σαν εκείνα τα λυρικά τοπία που μαγεύουν τους κατοίκους των άστεων. Αποτελεί ένα υπερχρονικό στοιχείο που συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Κούροι και κόρες[13], εκκλησίες[14] και ξερολιθιές[15] γίνονται τα σύμβολα του χρόνου που ποτίζει το Αιγαίο.
Μα το Αιγαίο μέσα στην ελληνικότητά του ξεπερνά τα στενά χωρικά ύδατα ως σύμβολο. Γίνεται η δίοδος σωτηρίας ανθρώπων πέρα από το λιβυκό[16], ανέστιων και ναυαγών που χαθήκαν στο βυθό του[17]. Γιατί αν το Αιγαίο αξίζει να υμνηθεί για την ομορφιά του, αξίζει άλλο τόσο να γίνει θρήνος και μοιρολόι για τους χαμένους πρόσφυγες.
Η Αργυροπούλου είναι μία τρυφερή κι ευγενική ποιητική φωνή, που χειρουργεί την ποιητική με έναν λόγο σπάνιας διαύγειας. Η αμεσότητα του βιώματος και οι καθαρές εικόνες της σε συνδυασμό με τον επιμελημένο στίχο μαγεύουν τον ακροατή/αναγνώστη. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στην έκφρασή της, καμία λέξη δεν θα προσέδιδε τέτοιο συναισθηματικό βάρος αν ήταν σε άλλη θέση.
Διατηρεί μία αρμονία ανάμεσα στο εικονιστικό στοιχείο και το υπαρξιακό και ελέγχει τη συναισθηματική ένταση και τη ρυθμικότητα του στίχου[18]. Ο πυκνός της λόγος χαρακτηρίζεται από μία ζωηρή εξωστρέφεια που ισορροπεί με τη σεμνότητα και την ποιητική ειλικρίνεια. Η έκφρασή της οικοδομημένη στην λυρική προφορικότητα διαμορφώνει μία μονολογική σκηνικότητα. Η στιχουργική της αποπνέει τη δροσιά των μελτεμιών και τη δραματική ζωντάνια της προφορικής ποίησης, συνεχίζοντας την παράδοση που τα πρώτα ακόμα έπη. Αφήνει τους φθόγγους και τη φωνή της ποίησης, εκείνοι να οπτικοποιήσουν το αρχαίο μαγικό φως του Αιγαίου στους ξερόβραχους, καθώς οι λέξεις δαμάζουν την εικόνα[19].
Η λιτή εικονοποιία της αφήνει το φως να λούζει τους στίχους της[20]. Μοιάζει σαν ο αιγιακός ήλιος να θρυμματίζει τη στιχουργία της με τους γλάρους να διασχίζουν[21] τους χορευτές π’ ανταμώνουν με το βιολί του μπάλου[22] ή του έρωτα[23].
Και το κάδρο της Αργυροπούλου είναι γεμάτο κίνηση και φως ζωντανό που πλουμίζει τους πάντα ανοιχτούς χώρους των στίχων της. η κίνηση συχνά δίνεται με τη θάλασσα ή με τον άνεμο, ενώ συχνά το βιολί γεμίζει με ήχους το καναβάτσο της, που σέρνει σε χορό τους κατοίκους των νησιών.
Η ζωή και η τέχνη στην ποίηση Αργυροπούλου προχωρούν σε μία ενότητα αξεχώριστη. Τροφοδοτούν με εικόνες και μελωδία, χρώματα, ρυθμό και νοηματικό υλικό η μία την άλλη. Το παρελθόν και το παρόν συνταιριάζονται με συνεκτικό δεσμό τη θάλασσα του Αιγαίου και τα γυμνά του βράχια.
Η ποίησή της είναι το παράδειγμα μίας ποιητικής που απηχεί μια κοινωνία σε κίνηση, σε αναβρασμό. Χωρίς να διαμαρτύρεται δημιουργεί το δικό της εθνικό χωροχρονικό σύμβολο με πρώτη ύλη τη δράση της θάλασσας μέσα από έναν λόγο κοινό και συλλογικό για μία κοινωνία με μνήμη, παρελθόν και παρόν αδιαχώριστα. Ο ακροατής/αναγνώστης αισθάνεται σαν ένας λλόκοτος ταξιδευτής στο αλλόκοτο πέλαγος της γλώσσας, στον συναρπαστικό κόσμο των αλλόκοτων μα κι αυθεντικών συναισθημάτων.
Ο λόγος της Αργυροπούλου συναντάται με τον εικαστικό λόγο σε μία κοινή πορεία παράλληλης αναζήτησης και ώσμωσης των τεχνών. Η εικαστική της γλώσσα διαφυλάσσει την αυτοτέλεια, τον εκφραστικό πλούτου και της μορφολογική της ιδιομορφία, σε μία προσπάθεια να ανασκάπτει διαρκώς το κοινό υπέδαφος ευαισθησίας και να αναζητά εναγωνίως τα όρια ζωής και τέχνης, τα όρια λόγου και εικόνας, τη σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο, του ατομικού με το συλλογικό.

[1] βλ. τάματα και αντίδωρα, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, νησί ΙΙΙ.
[2] βλ. τι ξέρω εγώ από το αιγαίο φως;, Αστυπάλαια, Φολέγανδρος, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, δεν είχαν δει ποτέ τη θάλασσα.
[3] βλ. Φολέγανδρος, λεύκες Πάρου.
[4] βλ. τι θέλω εγώ με το αιγαίον φως;
[5] βλ. τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;
[6] βλ. εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα.
[7] βλ. μελτέμι, στην Πάτμο – κοιτάζοντας τη Χώρα, σοκάκι στο νησί, ηλιοκαείς αγαπημένοι χράχοι, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;
[8] βλ. ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα, εδώ-εκεί στα βράχια, ηλιώτες βράχοι, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, ηλιοκαμένοι έφηβοι.
[9] βλ. πάρε το μηδέν ΙΙΙ.
[10] βλ. πάρε το μηδέν ΙΙ, στο κατάστρωμα.
[11] βλ. στο καφενείο «η ωραία πλατεία», δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά.
[12] βλ. ανεμοτάφια Ικαριάς.
[13] βλ. ηλιοκαμένοι έφηβοι, εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα, δελφίνια, εδώ-εκεί στα βράχια, Νάξος, στο κατάστρωμα.
[14] βλ. τάματα και αντίδωρα, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;
[15] βλ. νησί Ι & ΙΙ, λεύκες Πάρου.
[16] βλ. στην προκυμαία, στο κατάστρωμα.
[17] βλ. δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες, δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά, σαράντα πέντε κύματα.
[18] βλ. ανάληψη.
[19] βλ. ανεμοτάφια Ικαριάς, Λέσβος Αιολίς, Νάξος, Φολέγανδρος, δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά, δεν είχαν δει ποτέ τη θάλασσα, ειδώλιο και κόρη.
[20] βλ. ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;
[21] βλ. νησί ΙΙΙ.
[22] βλ. χώρα, δελφίνια, Αμοργός ΙΙ, Λέσβος Αιολίς, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι.
[23] βλ. ηλιοκαμένοι βράχοι.

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

 

ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

diastixo 30/9/2014

Στο βιβλίο αυτό αναπολώ την καθημερινότητα των νεανικών μου χρόνων μέσα στο έργο ποιητών που μου χάριζαν παρηγόρηση. Αυτό που ένιωθα τότε, το διάβασα αργότερα σε μια συνέντευξη του Εγγονόπουλου: οι ποιητές είναι οι μεγάλοι παρηγορητές της ανθρωπότητας. Ο κόσμος των Αγίων είναι βέβαια υψηλότερος από τον κόσμο των ποιητών μα, ποιητική αδεία, έφτιαξα το εικονοστάσι των δικών μου αγίων ποιητών, επωνύμων και ανωνύμων. Εξάλλου «ο ίδιος ο Θεός Ποιητής εκλήθη»! Από τον Όμηρο στα προοίμιά του «Μήνιν άειδε, θεά…» και «Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα…» έως τον Ελύτη («Ποίηση, ω Αγία μου») και τον Καβάφη, που της απευθύνεται με προσευχητικό τρόπο («Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως που κάπως ξέρεις από φάρμακα»), οι ποιητές καταφεύγουν στον τόσο παλιό και πάντα νέο δρόμο της. Την υπηρετούν ως κάτι ιερό, δαπανώνται. Όσοι τυχεροί δέχονται και με τη σειρά τους προσφέρουν την ιαματική της χάρη.
Στα ποιήματα αυτού του βιβλίου πήραν θέση αγαπημένοι ποιητές, κορυφαίοι και ελάσσονες – κάποιοι συναπαντημένοι στους δρόμους ή τα καφενεία της Αθήνας. Πρόσωπα που με συντρόφεψαν επίσης στο ταξίδι της αναζήτησης της ποίησης, συμφοιτητές, βιβλία, βιβλιοπωλεία, δρόμοι, τυπογραφεία, αμφιθέατρα, δάσκαλοι-μύστες, χώροι εκδηλώσεων. Από την άλλη, εκφράστηκαν σε αυτά τα ποιήματα σκέψεις και προβληματισμοί που αφορούν την ποίηση και τη λειτουργία της, την αδυναμία πρόσληψής της: «Τι εννοεί εδώ ο ποιητής;» Παρότι η ποίηση γεννήθηκε σε αυτόν τον τόπο και η γλώσσα μας είναι η γλώσσα της ποίησης, η τέχνη αυτή έχει πάψει πια να είναι η τέχνη η φιλάνθρωπη. Έγινε ερμητική και ακατανόητη, «ακατάδεχτη», και οι συνέλληνες, που γονιδιακώς έχουν ευήκοον ους στον ποιητικό λόγο, της έστρεψαν με τη σειρά τους τα νώτα – έχουν τόσους μπελάδες στο κεφάλι τους, να προσθέσουν και τον γρίφο μιας συλλογής ποιημάτων που τους κάνει να νιώθουν ανεπαρκείς; Από την άλλη, οι ποιητές έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν το δικό τους όργανο, τον δικό τους τρόπο ο καθένας προκειμένου να εκφραστούν.
Όπως και να έχει, το ποίημα είναι μια στιγμή δωρεάς, μια στιγμή χάριτος· είναι τρόπον τινά η προσευχή του ποιητή μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, με την ομορφιά και την ασχήμια του, το μεγαλείο και τη μικρότητά του. Κάθε προσευχή είναι ενέργεια και η πλάση χρειάζεται τις προσευχές όλων μας – ποιητών και μη.
Ακολουθώ τις νύχτες το φεγγάρι
τις σκιές
παίρνω από πίσω τη σκιά μου.
Γιατί, τι είναι ο ποιητής;
Ένα υπάκουο σκυλί που ιχνεύει τη σκιά του
ψάχνει τα θηράματα που χτύπησε ο Θεός
να του τα πάει.

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ.

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Καίρια μαγνητίζει με την πρωτοτυπία και την ατμόσφαιρα των συναισθηματικών εκμυστηρεύσεων η καινούργια συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου»Ποιητών και Αγίων Πάντων». Διαθέτει αξιοσημείωτες αρετές, όπως η αμεσότητα του βιώματος, η ενάργεια, ο ευθύβολος, καλοδουλεμένος, διαυγέστατος ποιητικός λόγο, ένας λόγος και μια δική της ιδιότυπη έκφραση που δένει τέλεια, αρμονικά με το παλλόμενο από χυμούς ζωής περιεχόμενο. Φυσάει αναζωογονητικό αεράκι γνήσιας ποιητικής κατάθεσης, που ευχάριστα μας εκπλήσσει κι ενσταλάζει βάλσαμο στην κουρασμένη ψυχή μας.

Η ποιήτρια βάζει βαθιά το νυστέρι μέσα της και εξομολογείται ότι οι σκιές και τα σκοτάδια που την περιβάλλουν συνεχώς μεγαλώνουν καθώς περνούν τα χρόνια. Οι σκιές και τα σκοτάδια αντιπροσωπεύουν την αίσθηση της απώλειας και των ελλείψεων σε δυνατά αισθήματα, όπως ο έρωτας, οι σαγηνευτικές συναναστροφές, οι εξάρσεις, οι ενθουσιασμοί σε δράσεις, συμμετοχές και γεγονότα. Αν μαθήτευσε στο φως για να γράψει ποίηση, άλλο τόσο και περισσότερο εμποτίστηκε από «το σκοτεινό μέρος του φεγγαριού» που τραγικά της αποκάλυψε το ανυπόφορο, το μοιραία ανυπόφορο που κυκλοφορεί και απειλητικά μας πνίγει στη ζωή. «Γιατί τι είναι ο ποιητής;/ Ένα υπάκουο σκυλί/που ανιχνεύει τη σκιά του/ψάχνει τα θηράματα/που χτύπησε ο θεός/ να του τα πάει», εν πλήρει γνώσει και με επιγραμματική δύναμη το δηλώνει η ποιήτρια. Ασφαλώς η λέξη «σκιά» που αρκετές φορές επαναλαμβάνεται στη συλλογή έχει ευρύτερη σημασία. Συμβολίζει και υπαινίσσεται την ανίχνευση των εσώτερων τοπίων του ψυχικού της κόσμου, στη χαρά ή στη λύπη, τις ευφρόσυνες στιγμές αλλά και «τα δύσκολα, τα τραχιά, τα ερημικά, τη μοναξιά, το φόβο».

Μια δραματική χροιά αναδύεται από τα ποιήματα. Η υπέροχη εποχή των νεανικών της χρόνων με την πίστη σε ιδέες για έναν καλύτερο κόσμο, με τις αισθησιακές συγκινήσεις του έρωτα, με τη μοναδική ομορφιά των λογοτεχνικών συνάξεων και εκδηλώσεων φαντάζει μακρινή και χαμένη. Κάτι άλλαξε, κάτι σβήστηκε, κάτι έδειξε το κενό της απώλειας και των αναπότρεπτων ψευδαισθήσεων.

Μέσα στα τόσα που τη συντάραξαν σε ιδέες, βιώματα κι αισθήματα από τα νεανικά της χρόνια μέχρι τώρα η ποίηση είναι στοιχείο πανταχού παρόν, εμποτίζει το κάθε τι στη ζωή της. Βιβλία, βιβλιοπωλεία, τυπογραφεία, αμφιθέατρα, ποιητικά συμπόσια, δρόμοι, αίθουσες, μέσα συγκοινωνίας, ερωτικές σχέσεις, πρόσωπα της πόλης εισχωρούν μέσα στους στίχους και συναρπαστικά σχετίζονται με την σαρωτική δύναμη που έχει η ποίηση. Η συλλογή αποτελεί έναν ύμνο στη διαδικασία της έμπνευσης και το απτό αποτύπωμά της σε στίχους.. Για την Αργυροπούλου η ποίηση είναι ουσία ζωής. Ως γνήσια δημιουργός γνωρίζει ότι τέχνη και ζωή συνυπάρχουν, συνυφαίνονται και αδιάλειπτα «συγκοινωνούν» μεταξύ τους.

Με κατάνυξη η ποιήτρια υποκλίνεται στην ιερότητα της τέχνης, όπως ένας αφοσιωμένος πιστός προσέρχεται στα ιερά και όσια της θρησκείας του. Αντίστοιχα οι ποιητές με τη μαγευτική γραφή τους ( Καβάφης, Σολωμός, Κάλβος, Σικελιανός, Σαχτούρης, Καριωτάκης, Πολυδούρη, Κατσαρός, Εγγονόπουλος κ.α) είναι οι άγιοι, οι ιερομάρτυρες, οι ήρωες, οι ημίθεοι, τα μυθικά πρόσωπα που της χαρίζουν ανάταση, ευφορία, ευδαιμονία, γνώση της ενδοχώρας του βαθύτερου είναι της.

Ο ρεαλιστικός τρόπος γραφής της ποιήτριας με εκλεκτή αφηγηματική μαστοριά μας ξετυλίγει σπαρταριστές από αισθησιασμό και πεμπτουσία πνεύματος σκηνές, στιγμιότυπα, σκέψεις, τολμήματα, επιθυμίες, τόπους, χώρους, χρονολογίες, των ποιητών που λατρεύει. Διαβάζουμε τους στίχους από το πολύ αισθησιακό ποίημα «Οι ανερούσες»: Ένα μεσημέρι/ η Γαλάτεια με την Εύα μπήκανε κατάγυμνες/στη ρηχή, την κρύα θάλασσα/…Ολόδροσες και λαμπερές/σαν ανερούσες, /κείνο το βράδυ τους περίμεναν, /αμίλητοι να μην τους πάρουν τη λαλιά/ σαν ανερούσες ’κείνο το βράδυ τις κοιμήθηκαν.

Σαν πολύτιμα συναξάρια οι λαμπρές παρουσίες, οι πράξεις, η μοναξιά, οι στοχασμοί, η εγρήγορση, η αγρύπνια, οι ηρωισμοί, η ίδια η γραφή των ποιητών, μεταπλασμένα μέσα από τον ψυχισμό της Αργυροπούλου πλημμυρίζουν τη συλλογή. Απολαμβάνουμε το πανδαιμόνιο των εικόνων από τον βίο των ποιητών, συμμετέχουμε στην φαντασμαγορία της ποιητικής ενδοχώρας, στη μέθη που μας μεταλαμπαδεύει.

Η ποιήτρια δεν φείδεται με λεπτή ειρωνεία και αιχμηρό σαρκασμό σε αρκετά ποιήματά της να καταγγείλει την οίηση, τη μίζερη συμπεριφορά, την εντελώς αδικαιολόγητη αλαζονεία που συναντά σε σύγχρονους ποιητές. Συγχρόνως προβάλλει και την άλλη όψη, το τελείως αντίθετο, που εκείνη θαυμάζει στους «άγιους» ποιητές της και ακολουθεί η ίδια στο έργο της, όπως η ταπεινοφροσύνη, ο στοχασμός, η περισυλλογή, η ασκητική αφοσίωση στην τέχνη- γιατί πάντα η τέχνη είναι δυσκολοκατάκτητη. Το βλέπουμε ξεκάθαρα στο ποίημα: «Η πιο ωραία μας στιγμή δεν είναι όταν/ έμπνευση γοργόφτερη έρχεσαι κοντά μου/ αλλά όταν μέρα νύχτα με παιδεύεις/ και σιγά σιγά μου παραδίνεσαι…κι ας μένεις χρόνια κάποτε/ ποίημα/ ημίεργο στα χαρτιά μου».
Αποτελεί κατάκτηση το γεγονός ότι η Αργυροπούλου μιλάει με απλή και κατανοητή έκφραση («Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση μόνο οι ειδικοί» ευθαρσώς το δηλώνει ο στίχος στη σελ. 20) για τα βαθιά και ουσιαστικά της υπαρξιακής μας υπόστασης. Σε χαλεπούς καιρούς, της πείνας, της καταστροφής, του μίσους και των δεινών, που «σαν χιόνια πέφτουν», πιστεύει ότι «την ποίηση ξανά θα χρειαστούμε…κι έτσι νέο δένδρο στην αυλή μας θα φυτρώσει». Με σθένος επίσης πιστεύει στο ρήμα «ανθίσταμαι», που σαν φρόνημα οφείλει να μετατρέπεται σε έργο και πράξεις. Και για κάθε όνειρο που πεθαίνει προβάλλει τον δυναμικό σαν αστραπή στίχο: «θα μείνουμε. Θα παλέψουμε. Δεν θα ξεριζωθούμε».

Χωρίς μεγαλοστομίες, υψιπετείς λυρισμούς, ρητορικές φλυαρίες, εντυπωσιακούς πειραματισμούς που πέφτουν στο κενό, η Αργυροπούλου συνθέτει- και σε αυτή τη συλλογή της- μεστή, άρτια επεξεργασμένη, ώριμη και πρωτότυπη ως σύλληψη ποίηση.

 

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

diastixo 28/10/2013

Με το μότο «Ανθίζει το άσπρο/ γιασεμί/ που καταπίνει/ το σκοτάδι», η βραβευμένη ποιήτρια Γιώτα Αργυροπούλου (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών) επανέρχεται στον ποιητικό στίβο με μια αλλιώτικη συλλογή, με τον τίτλο Ποιητών και Αγίων Πάντων, προδηλώνοντας την απότισηφόρου τιμής στην ποιητική της οικογένεια. Αν και ο Γιώργος Σεφέρης δεν περιλαμβάνεται στους Άγιους Πάντες Ποιητές της, μοσχοβολάμέσα στο μότο της με το δικό του γιασεμί –«είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί»– από το οποίο ξεκλαδίζεται και αναρριχάται τοάρωμα του δικού της γιασεμιού. Και μια και βρισκόμαστε στις διακειμενικές σχέσεις, δεν μπορώ να μην αναφέρω του Εμπειρίκου την Οκτάνα (Ίκαρος, 1987), «Οι Μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι», ούτεκαι την πρόσφατη έκδοση του Γιάννη Κουβαρά, Της μη συμμορφώσεως άγιοι, Εμπειρίκος Γκόρπας Καρυωτάκης (Άγρα, 2012).

Και είναι προφανέστατο τι σημαίνει αυτή η ποιητική αγιοσύνη στην οποία προσπίπτουν οι ποιητές μας. Η Αργυροπούλου ως πιο νέα, αλλά και ως ταλαντούχα ποιήτρια, ξέρει τι χρωστάει στους ποιητικούς της προγόνους και αποδίδει τιμές όχι μόνο στους μεταστάντες αλλά και σ’ αυτούς που ακόμα κυκλοφορούν γύρω της.

Δύο είναι οι ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή. Η πρώτη, με τον τίτλο «Μια βραδιά ποίησης», και η δεύτερη, με τον τίτλο που ονοματίζει και τη συλλογή «Ποιητών και Αγίων Πάντων».

Στην πρώτη,«Μια βραδιά ποίησης», καταθέτει σκέψεις πάνω στο οντολογικό θέμα τού τι είναι ο ποιητής, πώς η«έλλειψη» γίνεται δημιουργία,πώς γεννά τον ποιητή και το παρηγορητικό ποίημα, πώς αυτό που «ανθίζει στο χαρτί»ο ποιητής, εν προκειμένω η ποιήτρια, σαν «υπάκουο σκυλί» ιχνεύει τη σκιά του/ ψάχνει τα θηράματα/ που χτύπησε ο Θεός/ να του τα πάει». Με άλλα λόγια, μας βάζει στο ποιητικό της εργαστήρι να παρακολουθήσουμε από κοντά το θαύμα της γέννησης.

Όμως στο ποίημα «Μια βραδιά ποίησης» θίγει ένα ιδιαιτέρως σημαντικό θέμα, το οποίο σχετίζεται με την πρόσληψη της ποίησης και με τη συναισθηματική αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ ποιητή και αναγνώστη. Σημείο αναφοράς το τραγούδι του νεκρού αδελφού που η κόρη, μαθήτρια, μαθαίνει, αλλά και η μάνα ως μαθήτρια είχε απαγγείλει και το ξαναθυμάται:

Το είπα κι εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δε με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα, μου λέει, να στο πω και γω για να το μάθεις.

*

Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια

η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδελφού.
Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δυο
έπεσαν στάλες τα δάκρυα από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
και τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.

Μέχρι εδώ φαίνεται ότι μια απλή γυναίκα κατανοεί βιωματικά το ποίημα. Υπήρξε η ίδια «Αρετή» και τώρα είναι μάνα που έχει ζήσει πολλά, αφού ο Χάροντας κι ο πόλεμος φρόντισαν γι’ αυτό.Στη συνέχεια όμως η Αργυροπούλου, αναφερόμενη στις σύγχρονες και επίσημες ποιητικές βραδιές, με το κοινότοπο και συχνά ειρωνικά επανερχόμενο ερώτημα «τι εννοεί εδώ ο ποιητής», στοχάζεται πως ο παλιός εκείνος στίχος κι ο άγνωστος δημιουργός του είχε τον τρόπο ναμιλήσει κατευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη, γιατί το συναίσθημα δεν αλλάζει. Σήμερα όμως το κανάλι έχει πια αλλάξει κι εκείνο που μεταφέρει δεν είναι η συγκίνηση, αλλά ηεπιτηδευμένη ασάφεια.Το παραδοσιακό ποίημα, σαφές στη διατύπωση, εύκολα έφτανε από τον ποιητή στην όποια μάνα, όταν μάλιστα η εμπειρία της ήταν συγγενής. Και η ποιήτρια συνεχίζει:

Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τι εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία
αυτήν, που, αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα
μιλήσαν ως και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
Στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τι λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.
Διότι, όπως λέει στο αμέσως επόμενο ποίημα:
Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση
μόνο οι ειδικοί.
Δεν πιστεύουν στο Θεό
μονάχα οι θεολόγοι.

Άλλωστε κανέναν δεν ξεχνάει, όπως τονΙ.Θ. Κακριδή όταν μιλούσε για Σαπφώ κι όλοι καταλαβαίναν.

Κι από την απαγγελία της ποίησης στη διδασκαλία της ή στην ποιητική παρουσία. Η Αργυροπούλου θυμάται τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο, τον Σαββίδη που δίδασκε Καρυωτάκη, τον Μαρωνίτη που δίδασκε Σαχτούρη, τον συνταξιδιώτη στο τρένο που μιλούσαν για ποίηση, τον Κατσαρό σαν μάντη Τειρεσία στο τρόλεϊ, τον Σαχτούρη στη Φωκίωνος Νέγρη.Και, βέβαια, εκείνον τον φίλο που δεν «ταίριαξε» γιατί του άρεσαν τα «δελφινοκόριτσα» και τα «νερατζοκόριτσα» του Ελύτη κι εκείνης τα «σκοτεινά» και τα «πνιγμένα» του Σαχτούρη. Πιο κάτω, ο Μπαμπινιώτης, ο Σκιαδάς, η αθρόα προσέλευση αρσενικών από τις άλλες σχολές, οι φοιτητές αγορητές, οι λογομάχοι των αμφιθεάτρων, το Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το ’83, οι δρόμοι, τα πρόσωπα, όλα που τώρα πια έχουν αλλάξει.

Ενότητα δεύτερη, «Ποιητών και Αγίων Πάντων», πρώτος ο Καβάφης με το «πρώτο σκαλί» του και ωραία η παρατήρηση:

Είναι υψηλή της ποιήσεως η σκάλα.
Στο ασανσέρ μεγάλο στριμωξίδι,

πράγμα που είχε εύστοχα επισημάνει κι ο Κώστας Καρυωτάκης:

«Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός/ γυρεύοντας ομοιοκαταληξία».
Πιο κάτω, στους στίχους:
Ισοψήφισαν στην πρώτη θέση όλοι
με έναν ψήφο
τον δικό του ο καθείς

ανακάμπτει οΓιάννης Σκαρίμπας που, κρίνοντας τους κρίνοντες (τα πρώτα βραβεία αυτοί, τα δεύτερα οι άλλοι) ανέτρεχε σε μια χαρακτηριστική παροιμία του καιρού του:

«Αν είν’ να φάω να ’ναι αρνί κι αν αρτυθώ μπαρμπούνι».

Ακολουθούν και άλλα καβαφικής έμπνευσης, εκατόν πενήντα χρόνια εφέτος από τη γέννηση του Αλεξανδρινού κι ογδόντα από τον θάνατό του, ο οποίος κόντρα στον Παλαμά κερδίζει έδαφος συνεχώς. Στη συνέχεια, η ποιήτρια μέσα στο αντρικό της σχήμα λόγου μιλάει για την «ξεγνοιασιά» του ποιητή, για την «έγνοια» του, για τη συμβουλή σε κάποια που δυσκολεύεται «να γράψει»:

Της είπα να κοιτάξει άλλα ρήματα. (Βαδίζω ας πούμε, κολυμπώ κλαδεύω, μαγειρεύω.)/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η μέρα της θα μοσχοβολούσε. Και μια επιθυμία:

Σαν τις μανιάτικες ελιές
θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα
με τα κλαδιά κοντά και κλαδεμένα.
Εκεί κοντά στο Οίτυλο τα λιόδεντρα
μοιάζουνε στο ανάστημα σαν τριανταφυλλιές.
Τέρψη στον ουρανίσκο σου το λάδι.

Και μια ποιήτρια επιφανής, που πήγε, διάβασε, σιώπησε, έφαγε, ήπιε κι αναχώρησε χωρίς να πει ένα «ευχαριστώ», σιβυλλική και ακοινώνητη, σαν τα ποιήματά της, τούτη στα σίγουρα δεν θα ’ναι των Ποιητών και των Αγίων Πάντων. Αντίθετα αεράκι δροσερό έρχεται από μακριά, θυμίζοντας Παπαδιαμάντη:

Διαβάζω βίους ποιητών
στα συναξάρια.
*
Του Διονυσίου Σολωμού
και του Ανδρέα Κάλβου
Καβάφη Αλεξανδρέως
άλλων που βρίσκονται εν ζωή
και ενεργούνε θαύματα.
*
Διαβάζω βίους ποιητών στα συναξάρια
ελάχιστη εγώ.

Στα τόσα που ’χουν για την ποίηση γραφτεί, ας προσθέσουμε κι αυτό που στην ψυχή μοσχοβολά, είτε σαν μυρωδάτο γιασεμί, είτε σαν στίχος από πέρα, Ιόνιο, Αιγαίο, Αλεξάνδρεια, είτε φέρνει παράπονο, είτε και σχόλιο κομψό για τους επηρμένους, είτε ανάμνηση παλιά Σικελιανού και Καζαντζάκη, είτε…

Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες…
και σίγουρα δεν είναι βλάσφημο, ο Ελύτης μάς το λέει: «Ένα κορίτσι που κρατάει κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ’ έναν πίνακα του Matisse… και μια Παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δε διαφέρει πολύ». Οι Ποιητές και Άγιοι Πάντες στο πλευρό μας.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 08/09/13

Στοιχεία ευδιάκριτα, που συνδέουν τις δύο συγγραφείς οι οποίες παρουσιάζονται σήμερα, είναι η βιωματική γραφή, η τρυφερότητα της ματιάς και η γεμάτη χυμούς απλότητα της γλώσσας∙ σ’ αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και την επαγγελματική τους ιδιότητα, εκείνη του συνειδητού δασκάλου.
Ποιήτρια με σταθερό βηματισμό ανοδικής πορείας, όπως αποδεικνύουν οι τέσσερις έως τώρα συλλογές της («Τοιχογραφία της άνοιξης», «Νερά απαρηγόρητα», «Διηγήματα» και το πρόσφατο «Ποιητών και Αγίων Πάντων»), η Γιώτα Αργυροπούλου συγκεντρώνει στο νέο της βιβλίο ποιήματα ποιητικής. Ειλικρινής κατάθεση, διανθισμένη με μεράκι και συγκίνηση, αλλά χωρίς άκαιρους συναισθηματισμούς, αποτελεί το προσωπικό της εικονοστάσι και ανάβει κεριά αγάπης και σεβασμού προς απόντες (κατά κανόνα) προηγούμενους απ’ αυτήν ποιητές, μα και φιλολόγους ή συνοδοιπόρους από τα φοιτητικά χρόνια.
Ο τίτλος της νέας της συλλογής παραπέμπει στην «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου και χωρίζεται σε δύο ενότητες: «Μια βραδιά ποίησης» η πρώτη, «Ποιητών και Αγίων Πάντων» η δεύτερη (όπως και ο τίτλος) και αναφέρεται στο ποιητικό γίγνεσθαι και τους δημιουργούς του. Ποιήματα αφιερωμένα, που αντλούν το θέμα τους από τη ζωή και το έργο ποιητών (Καβάφης, Σικελιανός, Σολωμός, Πολυδούρη, Σαπφώ). Η Αργυροπούλου θυμάται ομοτέχνους της που πρόλαβε (Σαχτούρη, Καρούζο) να περιδιαβαίνουν στους δρόμους, να μετακινούνται με τρόλεϊ ή να τους αναλύουν στις πανεπιστημιακές αίθουσες έμπειρα χείλη.
Τρυφερή ποιήτρια της επαρχίας (χρησιμοποιώ με πολύ σεβασμό τον τοπικό προσδιορισμό)∙ δασκάλα παθιασμένη με τα παιδιά της∙ «διά βίου» μαθήτρια στα μονοπάτια της ποίησης και των δασκάλων της ποιητών, η Αργυροπούλου προκαλεί συγκίνηση με τους στίχους της. Γράφει ποίηση απλή που την καταλαβαίνουν όλοι, κάποιοι περισσότερο. Εξάλλου, όπως μας λέει η ίδια: «Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση/ μόνο οι ειδικοί./ Δεν πιστεύουν στο Θεό/ μονάχα οι θεολόγοι». Ποίηση χειροποίητη, που φθέγγεται απλά, αναβιώνει μνήμες, ξαναζωντανεύει στιγμές και συνδιαλέγεται με το χειροπιαστό και με το βιωμένο. «Σαν τις μανιάτικες ελιές/ θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα/ με τα κλαδιά κοντά και κλαδεμένα» (σ. 47). Υποκύπτοντας στον πειρασμό του βέλτιστου θα έλεγα ότι το ωραιότερο ποίημα του βιβλίου και το μεγαλύτερο (μαζί με την επταμερή σύνθεση για τον Καβάφη) είναι το «Μια βραδιά ποίησης» (σ. 17).
Χωνεμένοι απόηχοι δημοτικού τραγουδιού, του οποίου τα κοιτάσματα η ποιήτρια δείχνει να κατέχει και να αξιοποιεί∙ τοπία της Πελοποννήσου και δη της γενέτειρας Μεσσηνίας μπαινοβγαίνουν στις σελίδες της. Θαυμαστικά στέκεται στη Μάνη και τον Ταΰγετο. Διακρίνεται κάποτε ένας πεζολογικός χαρακτήρας που τον υπαγορεύει η αυτοβιογραφική, απολογιστική σχεδόν χροιά, η οποία υπόκειται σε όλη τη σύνθεση. Πρόκειται τελικά για ένα είδος σχεδιάσματος ποιητικής αυτοβιογραφίας ή, για να θυμηθούμε και τον Νάσο Βαγενά, για έναν διαφορετικό «κήπο μακάρων». Η Κλεοπάτρα Δίγκα, ζωγράφος, σκηνογράφος, αλλά και εμπνευσμένη δασκάλα καλλιτεχνικών, εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1992 με τη νουβέλα «Ξέρεις, τα σπίτια
Στιγμιότυπα ζωής στον χρόνο τον ατέρμονα είναι το καινούργιο της βιβλίο. Σύντομες ιστορίες γραμμένες μέσα στα υπεραστικά λεωφορεία των γραμμών Καλαμάτα-Αθήνα-Πάτρα, στη θέση 44, στο παράθυρο, εμμονή που επεδίωκε να καλύπτει σε κάθε της ταξίδι. «Σημειώσεις στη θητεία του ονείρου» τις χαρακτηρίζει η ίδια. Με τη λέξη όνειρο χαρακτηρίζει τη δουλειά της ή, καλύτερα, μια συγκεκριμένη δραστηριότητα στην επαγγελματική της πορεία: την Οργάνωση Εικαστικών Εργαστηρίων του ΥΠΠΟ. Ενας άνθρωπος που δούλεψε για τον πολιτισμό, όπως και όσο μπορούσε. Μια δασκάλα που αγάπησε τον άνθρωπο και τα παιδιά του.
Ματιά καλλιτεχνική που ξέρει να παρατηρεί και να μεταμορφώνει με προσωπικό τρόπο. Διάθεση ποιητική ή ποιητικίζουσα. «Αν δεν έχει ο καλλιτέχνης βιωμένο υλικό, δεν μπορεί να δημιουργήσει. Αλλά και το βιωμένο υλικό, αν δεν συναντηθεί με τον καλλιτέχνη, μένει απλός βίος», μας λέει η Δίγκα σε ένα σύντομο κείμενό της με τίτλο «Μια σκέψη». Μνήμες ξετυλίγονται με αφορμή μια φωτογραφία∙ σκέψεις αναδεύονται στη θέα μιας σκηνής του δρόμου ή στην κίνηση του τοπίου καθώς τρέχει το τρένο.
Ο λόγος της μικροπερίοδος, με σύντομες κοφτές φράσεις. Κείμενα γραμμένα σε πορεία ζωής. Κάποιες εγγραφές χρονολογημένες: Αύγ. ’86, Μάρτης ’93, Καλοκαίρι ’85, όχι υποχρεωτικά σε χρονική ακολουθία. Πρώτη ημερολογιακή ένδειξη Δεκέμβρης ’67, τελευταία 2013. Τα περισσότερα μετά το 1985. Τα πιο μικρά κείμενα τρεις – τέσσερις αράδες, τα πιο μεγάλα τέσσερις – πέντε μικρόσχημες σελίδες. Η ποιότητα των κειμένων είναι άνιση. Κάποια αποτελούν ευτυχείς λογοτεχνικές στιγμές και κάποια άλλα παρουσιάζουν μικρότερο ενδιαφέρον. Στα εύστοχα, ενδεικτικά, θα κατέτασσα: τα Ημερολόγια 1, 2, 3, 4, 5, 6∙ και τα κείμενα με τίτλους: «Λιοσίων», «Ονειρο», «Το πορτρέτο του Δ.Π.», «Εμμονές», «Πάτρα-Αθήνα», «Για τον δάσκαλο», «Κοιτάζοντας». Κάποτε νιώθεις ότι ήθελε λίγο ακόμη δούλεμα η γλώσσα. Στην αρχή μάλιστα αυτό είναι πιο έντονο. Μία μίξη ποικιλότροπων σημειώσεων γραμμένων με αγάπη και τρυφερότητα: σκέψεις, ημερολογιακές καταγραφές, αναμνήσεις, με σαφές αυτοβιογραφικό και βιωματικό υπόβαθρο. Κάποια έχουν δομή διηγήματος.
Οι διαδρομές με λεωφορείο και οι σκέψεις που ενεργοποιεί και στροβιλίζει στο μυαλό του ο αφηγητής συνιστούν τον εσωτερικό αρμό της γραφής. Η συγγραφέας, στη «Θέση 44, παράθυρο», σκέπτεται από τη μια και από την άλλη κρυφακούει και κρυφοκοιτάζει τους συνταξιδιώτες της. Η ζωή μια διαδρομή, πολλές διαδρομές∙ τροχιές παράλληλες αλλά και διασταυρούμενες. Ενα βιβλίο της καρδιάς.

 

 

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

Το τελευταίο βιβλίο της Γιώτας Αργυροπούλου είναι μια ποιητική συλλογή, ένας κομψός τόμος σε πολυτονικό με ξεχωριστό εξώφυλλο –μια αγιορείτικη εικόνα– που αποπνέει καλό γούστο, χιούμορ, καλόδεχτη ειρωνεία και απλότητα ως τρόπο και ως άποψη. Και, προπάντων, γραμμένο σε θαυμαστή γλώσσα.
Εκεί, στην «τοπιογραφία των νεανικών της χρόνων», όπως σχολιάζει στο σημείωμά της, τη συναντώ σαν παλιά γνωστή στη Θεσσαλονίκη, στην παλιά Φιλοσοφική όπου ιδανικές φωνές κι αγαπημένες παλιών δασκάλων διδάσκουν τους ποιητές: «Στη Φιλοσοφική / ο Σαββίδης δίδασκε Καρυωτάκη / Σαχτούρη ο Μαρωνίτης./ Πολλά δεν καταλάβαινα, μα είχα μαγευτεί.»
Ποια είναι, πώς μυήθηκε στην τέχνη, ποια η ταυτότητά της: «με θαυμασμό περιεργάστηκα στα νιάτα μου / του υπερρεαλισμού το άλογον./ Όμως εγώ / επέπρωτο να πορευτώ / με γαϊδουράκι.»

Ανεβαίνοντας της ποιήσεως τη σκάλα

Σαν δασκάλα που είναι, μας διδάσκει –καθώς έλαβε κι η ίδια ξεχωριστά μαθήματα από τη μάνα της στο γενέθλιο τόπο–, τη βιωμένη ποίηση: «δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά / στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας».
«Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση / μόνο οι ειδικοί» – δίνει μάλιστα κι έναν πρωτότυπο ορισμό του ποιητή: « Γιατί τι είναι / ο ποιητής; / Ένα υπάκουο σκυλί / που ιχνεύει τη σκιά του / ψάχνει τα θηράματα / που χτύπησε ο θεός / να του τα πάει».
Μας συστήνει τους αγαπημένους της ποιητές, εμπλέκοντάς τους σε καθημερινά βιώματα: «του έστελνε μονάχα ποιήματα του Σαχτούρη / σκοτεινά κορίτσια / πνιγμένα, παγωμένα», και παρακάτω, «χάθηκαν τα δελφινοκόριτσα / και τα νεραντζοκόριτσα;» και καταλήγει με καβαφική ειρωνεία: «το πήρε πια απόφαση. / Προπάντων δεν ταιριάζανε / στα ποιητικά».
Σε ποίημα άλλης ενότητας παρωδεί τον αγαπημένο ποιητή: «Είναι υψηλή της ποιήσεως η σκάλα. / Στο ασανσέρ μεγάλο στριμωξίδι.»
Από τους αγαπημένους ο Κ.Π. Καβάφης, έχει το μεγαλύτερο μερίδιο σε ποιήματα υπεράσπισης, αν και ο Αλεξανδρινός «δεν χρήζει υπερασπίσεως».
Ακολουθεί ο αγαπημένος Καρυωτάκης, η Σαπφώ κι η Πολυδούρη. Ιδού και το ποιητικό της credo: Να διαβαστεί το ποίημα, αυτή είναι « η έγνοια του ποιητή»: «Και σκέφτεται μοιραία / τη συλλογή του Καρυωτάκη / αφιερωμένη –κι άκοπη– /στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.»
Μια ποίηση κι ένας ποιητής που κι «Άνθρωποι του δημοτικού θα τον καταλαβαίναν». Μια ποίηση απλότητας κι όχι «με το π κατάμικρο, το -οίηση κεφαλαία». «Σαν τις μανιάτικες ελιές / θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα.»
Έχοντας μελετήσει την ελληνική λογοτεχνία, περιδιαβάζοντας στις σελίδες αναλύσεων και βιβλιογραφίας επιλέγει τους αγαπημένους από τους πεθαμένους ποιητές και τους βάζει έναν έναν στο εικονοστάσι της καρδιάς, τους δικούς της Άγιους Πάντες: «να με παρηγορούν / τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν».
Κι εμάς το ίδιο.

 

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 6

Η ανθρωπινή ομιλία της ποιήτριας Γιώτας Αργυροπούλου: μιλώντας τη γλώσσα που μιλούσαν τα πουλιά στο τραγούδι του νεκρού αδελφού. (Ποιητών και Αγίων Πάντων)

Έχω στα χέρια μου την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου, «Ποιητών και Αγίων Πάντων» και την έχω από τον Ιούλιο, ένα μήνα νομίζω μετά που πρωτοκυκλοφόρησε. Ξεφύλλισα τότε , διάβασα μερικά σκόρπια μερικά ποιήματα και στάθηκα στο ποίημα του τίτλου – αντιγράφω […]

Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες.

Και κατάλαβα, το γιατί το έγραψε, κατάλαβα πώς πρόκειται για μια φλέβα με πολύτιμο χρυσάφι…
Γνώριζα εξ όψεως και τον άνθρωπο. Είχαμε συναντηθεί με τη Γιώτα στην κοινή ανάγνωση που έκανε στην Αθήνα πριν δυο χρόνια, με τη Χλόη Κουτσουμπέλη και την Αλεξάνδρα Μπακονίκα και με είχε εντυπωσιάσει η σεμνότητά της, η πυκνότητα των στίχων της, η αμεσότητά τους. Επρόκειτο για ερωτική ποίηση. Δεν ήταν όμως η καλύτερη συνθήκη για να διακρίνει κανείς εύκολα τη λαλιά της καθεμιάς τους τότε. Ήταν και που τις άλλες δυο τις εγνώριζα καλύτερα, ήταν και που είχαν χωρίσει την ανάγνωση σε ενότητες, σε στάδια περίπου της ερωτικής σχέσης και έτ