ΣΤΕΛΛΑ ΡΩΤΟΥ

ΣΤΕΛΛΑ

 

H Στέλλα Ρωτού γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο. Αγαπά τα ταξίδια, το θέατρο, την πεζογραφία και την ποίηση. Λατρεύει το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, που πάντα καταλαγιάζει κάθε εσωτερική αγωνία της. Διηγήματά της περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Οδός Δημιουργικής Γραφής» εκδόσεις γραφομηχανή 2015.

 

 

ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

 

Δημοσιεύτηκε στο πολιτιστικό περιοδικό ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ τχ 327

Το ταξίδι προς τη λύτρωση ξεκίνησε. Στοιβαγμένοι σ’ ένα σαπιοκάραβο, τριακόσιοι πενήντα άνθρωποι, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά. Κατεύθυνση προς το Αιγαίο. Απ’ εκεί το «εισιτήριο» για την Ευρώπη, για μια καλύτερη ζωή. Δεν θα ήταν άπιαστο όνειρο, πια. Έτσι τους διαβεβαίωσαν οι έμποροι διακίνησης και εκμετάλλευσης των προσφύγων. Λογάριαζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο… Την κακοκαιρία και τη μανία της θάλασσας δεν την είχαν υπολογίσει διόλου. 0 ενθουσιασμός της φυγής και της σωτηρίας τούς «τύφλωσε» ολότελα.
Το κακόμοιρο το κοριτσάκι ανασύρθηκε από τη θάλασσα μελανιασμένο. Αρχικά, οι άντρες του Λιμενικού Σώματος νόμισαν πως το άτυχο κορμάκι ήταν άψυχο. Ωστόσο, ένας εθελοντής επέμενε: του παρασχέθηκαν άμεσα οι πρώτες βοήθειες καρδιακές μαλάξεις και τεχνητή αναπνοή. Ευτυχώς σώθηκε. Φάνηκε πολύ τυχερό έναντι πολλών άλλων παιδιών, που παρότι άπλωσαν τα χέρια εκλιπαρώντας, δεν τα κατάφεραν. Αθώες παιδικές ψυχούλες που τις ρούφηξε ο βυθός της θάλασσας. Μιας θάλασσας που στάθηκε πολύ εχθρική απέναντι σ’ αυτούς τους δύσμοιρους ανθρώπους. Μιας θάλασσας θυμωμένης κι ανταριασμένης που ξέβρασε αμέτρητα κόκκινα σωσίβια.
Το κοριτσάκι άνοιξε δειλά τ’ αθώα παιδικά μάτια του. Κοίταξε τριγύρω προσπαθώντας να διακρίνει οτιδήποτε γνώριμο. Τίποτε όμως, πουθενά. Έβαλε μεμιάς τα κλάματα. Έκλαιγε σπαρακτικά κι απελπισμένα. Γύρευε απεγνωσμένα τη μανούλα του. Στ’ αλήθεια, πόση ανάγκη είχε τη ζεστή αγκαλιά της. Ξανάκλεισε τα μάτια και τα κράτησε πεισματικά κλειστά για πολλή ώρα. «Κρυώνω, πονάω, φοβάμαι το σκοτάδι. Δεν μπορώ ν’ ανοίξω τα μάτια. Δεν θέλω να τ’ ανοίξω. Θέλω τη μαμά μου. Αν ανοίξω τα μάτια και δεν είν’ εδώ η μαμά μου; Θα τα κρατήσω κλειστά. Μέχρι ν’ ακούσω τη φωνή σου μαμά, μέχρι να νιώσω το χέρι σου να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Αλήθεια μαμά, γλυκιά μου μανούλα, θα με γυρίσεις πίσω στο σπίτι μας; Δεν θέλω να
μείνω μόνη εδώ. Καλύτερα να μην έχω φαγητό και να έχω εσένα, μαμά. Καλύτερα να με μαλώνεις όταν κάνω αταξίες κι ας μου δίνεις και κανένα χαστούκι πού και πού. Πάντως, να ζω μακριά σου δεν μπορώ. Προτιμώ να πεθάνω. Έλα μανούλα, κράτησέ μου το χέρι. Φοβάμαι, φοβάμαι…». Αυτά σκεφτόταν το κοριτσάκι και συνέχιζε να κλαίει γοερά. Θα μπορούσε να συγκινήσει ακόμη και τις πέτρες.
Εθελοντές και γιατροί προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να περιθάλψουν τους επιζώντες. Δυστυχώς, δεν ήταν πολλοί. Ξεβράζονταν άψυχα κόκκινα σωσίβια. Παρά τις χαμηλές θερμοκρασίες της εποχής και τη βαριά χιονόπτωση, οι αφίξεις μεταναστών συνεχίζονταν. Το νησί ήταν ντυμένο στα κατάλευκα. Τα κλαδιά των δέντρων μέσα στην άσπρη φορεσιά τους ήταν πανέμορφα. Οι στέγες των σπιτιών, ακόμη και τα καμπαναριά, καλυμμένα από το χιόνι. Τα σχολεία παρέμεναν κλειστά για Τρίτη συνεχόμενη ημέρα. Κάποια παιδάκια, αψηφώντας το διαπεραστικό κρύο, προσπαθούσαν να στήσουν έναν χιονάνθρωπο. Το τοπίο ήταν μαγευτικό. Ωστόσο, ο παγωμένος αέρας δυσκόλευε πολύ το έργο διάσωσης των ναυαγών. Το θέαμα, ανατριχιαστικό. Οι εθελοντές και οι υπάλληλοι του Λιμενικού δεν μπορούσαν να συνηθίσουν την τόση φρίκη. Ήταν απάνθρωπο να χάνονται έτσι άδικα τόσες ανθρώπινες ζωές. Κάτι ουσιαστικό έπρεπε να γίνει επιτέλους…
Ήταν κι αυτοί άνθρωποι όπως όλοι εμείς. Δικαιούνταν να ζουν και να ονειρεύονται όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι. Δικαιούνταν να έχουν το σπιτικό τους, το ζεστό φαγητό, την ασφάλεια και τη σιγουριά όπως ο καθένας. Ήθελαν κι αυτοί να κάνουν σχέδια για το μέλλον, το δικό τους και των παιδιών τους. Τίποτε παράλογο δεν απαιτούσαν. Ένα κομμάτι γης προσπαθούσαν να πατήσουν, να το κάνουν πατρίδα τους και να ζήσουν ελεύθεροι.
Κουράστηκαν να ζουν κάτω από έναν ουρανό που γινόταν γκρίζος από τους βομβαρδισμούς. Πνίγονταν από την αποπνιχτική μυρωδιά του πολέμου και από τη μαυρίλα του θανάτου. Έλεος!
Εν τω μεταξύ, οι ειδήσεις που κατέφταναν από την αρχαία Παλμύρα ήταν αποκαρδιωτικές. Οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους κατέστρεψαν τον ναό του Βήλου. Ένα μνημείο που κοσμούσε την πόλη εδώ και 2.000 χρόνια. Όσον κι αν διαβεβαίωναν οι ισλαμιστές ότι δεν θα κατέστρεφαν τα μνημεία παρά την κατάληψη του αρχαιολογικού χώρου της Παλμύρας.
Ωστόσο, η Ευρώπη της αλληλεγγύης αρνείταιν’ ακούσει τις σπαρακτικές κραυγές του μικρού κοριτσιού. Κωφεύει στις παρακλήσεις του. Εθελοτυφλεί μπροστά στην απελπισία και στο δράμα τόσων χιλιάδων ανθρώπων. Δεν προσφέρει χείρα βοήθειας, παρά μόνον υψώνει τείχη αφήνοντας τους πρόσφυγες απροστάτευτους στον επικίνδυνο διάπλου του πελάγου. Δείξε λίγο έλεος Ευρώπη. Πάψε να φέρεσαι με τόση σκληρότητα.
Το κοριτσάκι ανοιγόκλεισε τα μάτια. Έτσουζαν από την αλμύρα. Για μια στιγμή βλέποντας τη νοσοκόμα μες στην άσπρη στολή της, νόμισε πως ήταν η μανούλα της. «Αχ, σε βρίσκω επιτέλους. Προς στιγμήν πίστεψα πως σ’ είχα χάσει για πάντα. Πως δεν θα σε ξανάβλεπα ποτέ. Πως δεν θα μ’ έκλεινες στην αγκαλιά σου πια».
Η νοσοκόμα αγκάλιασε το κοριτσάκι και μέσ’ από τα δόντια μέμφθηκε τους υπαίτιους. Παρότι, εδώ και πολύ καιρό προσέφερε τις υπηρεσίες της σ’ εκείνο το σημείο, και δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε τέτοια κατάσταση, δεν άντεξε. Όσον κι αν προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμη και να επικεντρωθεί στη δουλειά της, ήταν αδύνατο. Δυο χοντρά δάκρυα ξέφυγαν από τα μάτια της και κύλησαν πάνω στα παιδικά μαγουλάκια…
Το κοριτσάκι δέχτηκε με ανακούφιση τα δάκρυα της νοσοκόμας στο πρόσωπό του. Η ζεστασιά τους την έκανε να νιώσει σιγουριά κι αφέθηκε στα χέρια της μ’ ένα ξαλάφρωμα. Όσο μικρό κι αν ήταν, δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτά που έζησε από την ώρα που επιβιβάστηκαν σ’ εκείνο το καταραμένο σκάφος. Δεν θα έφευγαν ποτέ από τ’ αυτιά της οι σπαραγμοί και οι κραυγές απελπισίας των συνταξιδιωτών. Θ’ άκουγε τη μάνα της να φωνάζει απελπισμένα «τα παιδιά μου, σώστε τα παιδιά μου» μέχρι τέλους.
Η νοσοκόμα είχε κι αυτή ένα κοριτσάκι στην ίδια ηλικία. Είχε να το δει πολύ καιρό, αφού ήταν αποσπασμένη και βοηθούσε τους μετανάστες. Το αποθύμησε. Όμως, συναισθανόταν πόσο τυχερό ήταν το παιδί της που ζούσε με τη γιαγιά στ ασφάλεια και στη ζεστασιά του σπιτιού τους. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε ευλαβικά το έργο της. Τη συγκεκριμένη στιγμή, εκείνο το κορίτσι που ξέβρασε η θάλασσα, ορφανό κι απροστάτευτο, την είχε απόλυτη ανάγκη. Ήταν θέμα επιβίωσης. «Θεέ μου, πόσο τραγικές είν’ αυτές οι εικόνες. Μάτωσε η ψυχή. Δεν μπορώ άλλο ν’ αντέξω τον ανθρώπινο πόνο. Το καημένο το παιδάκι. Έχασε τους δικούς του κι έμεινε ολότελα μόνο… Ποιος θα του προσφέρει την οικογενειακή
θαλπωρή; Τρελαίνομαι στη σκέψη ότι θα μπορούσε σ’ αυτή τη θέση να ήταν το δικό μου παιδί. Αλλά, όχι! Από πού κι ως πού να τύχαινε αυτό στην Ελενίτσα μου; Θεός φυλάξει. Ας κουνηθώ από τη θέση μου. Νομίζω, η πολλή δουλειά με κάνει να έχω παραισθήσεις». Αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της νοσοκόμας και την έκαναν να τρέμει σύγκορμη.
Σώστε τις ψυχές μας. Η ανθρωπότητα στέλλει σήμα κινδύνου. Ξυπνήστε επιτελούς άνθρωποι. Βγείτε από τον λήθαργο. Η αδράνεια και η απάθεια δεν βοηθούν κανέναν. «Κάντε κάτι, κυρία. Δεν μπορεί, κάπου θα βρίσκεται η μανούλα μου. Ψάξτε καλά. Είμαι σίγουρη πως θα τη βρείτε. Δεν γίνεται να μ’ εγκατέλειψε. Πάντοτε μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της και μου έλεγε πως ό,τι κι αν συμβεί, θα είναι δίπλα μου. Εσείς κυρία, έχετε παιδιά; Θα μπορούσατε ποτέ ν’ αφήσετε το κοριτσάκι σας μόνο; Χθες ήταν η σειρά των Σύρων. Αύριο μπορεί να είναι η δική μας. Κάτι πρέπει να κάνουμε άμεσα. Διαφορετικά θα μας ρουφήξει όλους ο βυθός της θάλασσας…

 

ΣΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL 26/10/2016

Στο ημίφως του δωματίου ακούγονται ψιθυριστά οι ομιλίες. Κάποιες φευγαλέες στιγμές η μια φωνή δυναμώνει κι ύστερα πάλι χάνεται. Λες και μπαίνει ξανά στη σήραγγα κι ακούγεται από το υπερπέραν. Η μεγάλη κυρία καθισμένη στη σκληρή πολυθρόνα μοιάζει με απομίμηση του ίδιου του εαυτού της. Το πρόσωπό της παραμένει ανέκφραστο. Καταπνίγει κάθε μορφασμό για να μην μπορεί το κορίτσι να διαβάσει τις σκέψεις της. Χρωματίζει τη φωνή της και την κάνει ν’ ακούγεται ξέγνοιαστη.
Ύστερα από λίγες στιγμές απόλυτης σιωπής ξαναρχίζουν. Ο ήχος ακούγεται και πάλι δειλά ξέπνοος κι απόμακρος.

«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…, πέντε…, έξι…, επτά…, οκτώ…, εννέα…, δέκα…».

«Μπράβο, μια χαρά τα κατάφερες. Βλέπεις, μπορείς όταν θέλεις. Οτιδήποτε επιθυμούμε πολύ, πάντοτε γίνεται. Για πάμε πάλι από την αρχή».

«Δεν μπορώ, σου λέω, κουράστηκα».

«Μια μικρή προσπάθεια ακόμη. Δεν την αξίζω αυτή τη μικρή σου προσπάθεια;».

Πνίγει έναν κόμπο που ανεβαίνει στον λαιμό της. Υψώνει τα μάτια προς τα πάνω και χωρίς να βγαίνει άχνα από τα χείλη της ψάχνει για λίγο φως. Αναζητά μια ντροπαλή ηλιαχτίδα για να φωτίσει κατά πρώτο λόγο το κορίτσι. Ωστόσο, κι εκείνη χρειάζεται το φως.
Ανθρώπινος νους δεν μπορεί να χωρέσει τον ανείπωτο πόνο. Φτωχές οι λέξεις για να τον περιγράψουν. Κι εσύ μπουμπούκι μου, που σου ’χουν ξεριζώσει ανελέητα τον μίσχο… Που δεν πρόλαβες να ολοκληρωθείς… Που σου τσάκισαν τα φτερά χωρίς οίκτο πάνω που ετοιμαζόσουν να τ’ ανοίξεις για να πετάξεις… Δεν πρόλαβες να χαρείς, καρδούλα μου. Πρώτα ο ξαφνικός χαμός της μανούλας σου και τώρα… Κι ο έρμος ο πατέρας σου, σε ποιον ώμο ν’ ακουμπήσει για να βρει ανακούφιση; Πώς να τον αντέξει τόσον πόνο. Είναι να τρελαίνεται κανείς. Ούτε στα παραμύθια ούτε στα πιο εφιαλτικά όνειρα δεν συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Ούτε σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ποια μοίρα σε μοίρανε, μωράκι μου; Τι αμαρτίες ξεπληρώνεις; Μόνο σε μια προηγούμενη ζωή θα μπορούσες να είχες αμαρτήσει, γιατί σε τούτη ’δω δεν πρόλαβες καν να ζήσεις.
Το κορίτσι παραμένει πάντοτε στην ίδια άβολη στάση. Η στάση αυτή δεν αλλάζει μέρες τώρα˙ είτε νυχτώνει είτε ξημερώνει, είτε βρέχει είτε χιονίζει. Τα χεράκια αδυνατισμένα κρατούν και τα δύο μαζί το χέρι της κυρίας. Της το εγκλωβίζουν όπως τη χειροπέδη. Η μεγάλη κυρία κάνει πως θα μετακινήσει λίγο το χέρι της, να το ελευθερώσει, και το σφίξιμο γίνεται πιο δυνατό.

«Έλα μικρή μου, κάνε ακόμη μια προσπάθεια. Δεν θα χρειαστεί να κάνεις πολλές ακόμη τέτοιες προσπάθειες…».

Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ ακούγεται όπως το εκκρεμές.

«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…».

«Ούτε μέχρι τη μέση δεν έχεις μετρήσει, μην σταματάς. Ή μήπως προσπαθείς να με ξεγελάσεις, ρωτά χαριτολογώντας η μεγάλη κυρία.

Ενώ γίνεται αυτός ο διάλογος, ένα πρόσωπο χαμογελαστό προβάλλει στην πόρτα. «Πώς είναι το κορίτσι μας; Συνεχίζει να μετρά, όπως έχουμε συμφωνήσει; Ή μήπως προσπαθεί και πάλι να μας ξεγελάσει;».
Η μεγάλη κυρία που συνεχίζει να κάθεται στη σκληρή πολυθρόνα, έχει στρογγυλό πρόσωπο, απαλό δέρμα κι είναι πολύ στοργική με το κορίτσι. Παρότι συναισθηματική και ευαίσθητη, διώχνει αστραπιαία οποιοδήποτε συναίσθημα τολμήσει να προβάλει στο πρόσωπό της.
Η κυρία που εμφανίστηκε στην πόρτα έκαν’ ένα νεύμα όλο νόημα στη μεγάλη κυρία κι απομακρύνθηκε.
«Έλα κορίτσι μου γλυκό, ας πάμε πάλι από την αρχή. Και σου θυμίζω πως κάτι που το θέλουμε πολύ, με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, πάντοτε το επιτυγχάνουμε. Η θετική ενέργεια μάς φέρνει τα ποθητά αποτελέσματα».
Το ξέρω πως η ώρα πλησιάζει. Το ξέρω πως η μεγάλη κυρία θα μ’ έχει στην αγκαλιά της αλλά εγώ θα πετάξω. Θέλω να πετάξω, να φύγω μακριά. Όμως φοβάμαι. Αν ήταν εδώ η μανούλα μου θα ένιωθα μεγάλη ανακούφιση. Αν ήταν εδώ να μου κρατούσε το χέρι όπως κάνουν όλες οι άλλες μανούλες. Όλοι αυτοί τριγύρω νομίζουν ότι μπορούν να με ξεγελάσουν. Νομίζουν πως δεν καταλαβαίνω γιατί με βάζουν να μετρώ. Μετρούν τις αναπνοές μου. Επιβεβαιώνουν πως είμαι ακόμη ζωντανή. Μάταια. Πάει καιρός που εγώ πέθανα. Μόνο το σακατεμένο κορμί μου βρίσκεται εδώ. Θέλω να φύγω. Κουράστηκα πια, δεν αντέχω άλλο. Λυπάμαι που αφήνω τον μπαμπά και τον αδελφούλη μου. Σπαράζει η καρδιά μου. Όμως πρέπει να φύγω για να γλιτώσω. Θέλω να πάω στη μαμά μου, στην αγκαλιά της. Δεν πρόλαβα να τη χαρώ τη μανούλα μου. Την αποθύμησα πολύ. Μόνο εκεί θα ηρεμήσω και θα ξεκουραστώ. Για πάντα.
«Δεν μπορώ, δεν σώνω. Θέλω να σου κάνω το χατίρι μα δεν μπορώ, δεν το καταλαβαίνεις; Από το πρωί μ’ έχεις τρελάνει, όλο τα ίδια και τα ίδια», είπε το κορίτσι με εμφανή δυσκολία και έντονα σημάδια κόπωσης.

«Δεν είναι που θέλω να σε βασανίζω παιδί μου, όμως έτσι πρέπει. Άκουσες και μόνη σου τι είπε η κυρία που πέρασε νωρίτερα από ’δω».

«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…, πέντε…, έξι…».

Μπροστά από τα μάτια της μεγάλης κυρίας περνούν οι σκηνές, η μία πίσω από την άλλη. Προς στιγμή, νομίζει πως βρίσκεται καθισμένη αναπαυτικά σε μιαν αίθουσα σινεμά με το χωνάκι με ποπ κορν στα χέρια της. Αυτό κρατά μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Κι η άλλη κυρία εμφανίζεται και πάλι στην πόρτα. Η έκφραση του προσώπου της δεν είναι καθόλου καλή. Ψιθυριστά βγαίνουν οι λέξεις από το στόμα της. Η μεγάλη κυρία κοιτάζει το ρολόι που βρίσκεται στον απέναντι τοίχο. Κάνει τον σταυρό της. «Η δύναμή σου, Θεέ μου, ας βοηθήσει κι εμάς τους αμαρτωλούς». Γυρίζει και κοιτάζει στοργικά το κορίτσι. Βλέμμα θλιμμένο.
«Αν με χρειαστείς, είμαι συνέχεια δίπλα. Πάτησε απλά το κουδούνι», υπενθυμίζει για πολλοστή φορά η κυρία της πόρτας.
Τι θα μπορούσε να χρειαστεί, άραγε; Αισθάνεται ότι λιγοστεύει το οξυγόνο μέσα στο δωμάτιο με το αμυδρό φως, και μαζί του κι ο χρόνος. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Προσπάθησε πολύ, το ξέρει, αλλά το αποτέλεσμα μετράει. Το κορίτσι την κοιτάζει μ’ ένα πρόσωπο όλο βλέμμα. Θέλει να της μιλήσει. Ανοίγει το στόμα μα δεν βγαίνει ο ήχος.
Ξαφνικά, κι ενώ η μεγάλη κυρία θ’ άρχιζε και πάλι τα παρακάλια για το μέτρημα, το κορίτσι την κοιτάζει επίμονα με μάτια που φεγγοβολούν και διαμιάς αρχίζει να μετρά σε έναν έντονο ρυθμό. «Ένα, δύο, τρία, τέσσερα», μέχρι και το δέκα, χωρίς διακοπή. Η μεγάλη κυρία έντρομη προσπαθεί να πατήσει το κουδούνι. Θέλει να φωνάξει μα νιώθει τον κόμπο στον λαιμό της σαν μια βαριά πέτρα που ολοένα μεγαλώνει και την πνίγει. Από το μέτωπό της στάζουν χοντρές σταγόνες ιδρώτα ενώ ένα σύγκρυο διαπερνά το κορμί της.
Η άλλη κυρία, μαζί με δυο-τρία άλλα άτομα, εισβάλλει στο δωμάτιο χωρίς χρονοτριβή. Δεν χρειάστηκε ν’ ακούσουν τον ήχο του κουδουνιού. Παρακολουθούσαν διαρκώς μέσ’ από μια μαυρόασπρη οθόνη και γνώριζαν ανά πάσα στιγμή τι διαδραματιζόταν στο σκοτεινό δωμάτιο. Έβλεπαν τον χρόνο να τελειώνει όπως την άμμο μέσα στην κλεψύδρα. Τα περιθώρια είχαν στενέψει πολύ και δεν υπήρχε περίπτωση επανόρθωσης. Απλούστατα, η οποιαδήποτε αργοπορία άμβλυνε το πρόβλημα.
Τόσα χρόνια δουλεύω εδώ, κι όμως πρώτη φορά συναντώ τέτοια δυστυχία. Όσο κι αν έχω συνηθίσει, μέσ’ από το επάγγελμά μου, ματώνει η καρδιά μου για κάθε ψυχούλα που φεύγει. Ωστόσο, για τούτο εδώ το κορίτσι αισθάνομαι την αδικία να με πνίγει. Ξεσκίζεται κυριολεκτικά η καρδιά μου. Κι αμαρτία μου εξομολογημένη, διερωτώμαι εάν υπάρχει Θεός. Κι αν υπάρχει, τι κάνει, κοιμάται; Δεν βλέπει, δεν ακούει; Αυτός ο δύστυχος ο πατέρας πώς θ’ αντέξει; Και με τι δύναμη θα συνεχίσει να πολεμάει το θεριό; Αφού γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους μας την κατάληξη. Αφού ξέρει πως το θεριό θα νικήσει, πως δεν υπάρχει τρόπος να του ξεφύγουν. Του το έχουν ξεκόψει από την αρχή. Κι όλ’ αυτά που έκαναν στο κορίτσι, πειράματα είναι. Κρίμα κι άδικο. Έλεος!
Αλυσιδωτές σκέψεις τρυπούσαν το μυαλό της μεγάλης κυρίας. Καθόταν εκεί με σταυρωμένα χέρια. Δεν κουνούσε ούτε το μικρό της δακτυλάκι. Δεν έκανε απολύτως τίποτε.
«Μανούλα μου, έρχομαι. Ξεκίνησα από μέρες αλλά αυτές οι κυρίες με κρατούσαν με το ζόρι κοντά τους. Προσπαθούσα με κάθε τρόπο να τους ξεφύγω μα με είχαν δεμένη. Πάλεψα πολύ, πόνεσα, μάτωσα. Έχασα όλες μου τις δυνάμεις μα τώρα ξαφνικά, η μεγάλη κυρία που μ’ έχει δεμένη με χειροπέδη αποκοιμήθηκε. Κατάφερα να πάρω το κλειδί και την ξεκλείδωσα. Απελευθερώθηκα. Επιτέλους! Τρέχω, έρχομαι, άνοιξε την αγκαλίτσα σου, μαμά. Αχ, πόσο μου έλειψες όλ’ αυτά τα χρόνια».
Οι δύο κυρίες κοκάλωσαν. Παρέμειναν ακίνητες στις θέσεις τους σαν αγάλματα. Σε πολύ λίγο μια πεταλουδίτσα διαπέρασε το δωμάτιο. Έκανε έναν σχολαστικό γύρο, όρισε τον χώρο, χαμογέλασε στις δύο κυρίες-αγάλματα, τους έκλεισε πονηρά το μάτι στέλνοντάς τους κι ένα φιλί, και χάθηκε.
Η κλεψύδρα έκλεψε τον χρόνο πιο σύντομα απ’ ό,τι αναμενόταν. Φάνηκε πόσο μικρή ήταν η μεγάλη κυρία μπροστά σ’ αυτό που συνέβη. Άφησε να κυλήσουν δυο καυτά δάκρυα κι ανασήκωσε το βλέμμα προς τα πάνω ψάχνοντας απεγνωσμένα για κείνη τη ντροπαλή ηλιαχτίδα. Τη χρειαζόταν για να ζεστάνει τα σωθικά της.
Η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται για ένα τραγικό γεγονός που συμβαίνει στη ζωή άλλων ανθρώπων, έξω από το δικό του σπίτι, και δεν τον αφορά άμεσα, για λίγες στιγμές συνετίζεται εστιάζοντας στο πραγματικό νόημα της ζωής. Αντιλαμβάνεται πόσο σύντομο είν’ αυτό το ταξίδι και βάζει στόχους για να το κάνει όσον το δυνατόν ομορφότερο. Δίνει υποσχέσεις στον εαυτό του, παρότι είναι πεπεισμένος βαθιά μέσα του ότι θα τις αθετήσει άμα τη γεννέσει τους. Αισθάνεται ευχαριστημένος από τη ζωή του και τυχερός έναντι πολλών άλλων ανθρώπων. Χαίρεται γιατί όλη η οικογένειά του είναι υγιείς και προσπαθεί να πείσει και τους γύρω του για τα νοήματα, τα ιδανικά και τις αξίες. Δείχνει να ενδιαφέρεται ποσώς για τα υλικά αγαθά. Άλλα είναι που μετρούν τώρα. Μάλιστα γίνεται ιεροκήρυκας και συμβουλεύει και τους άλλους. Τους στέλνει να κάνουν πού και πού μια βόλτα από το νοσοκομείο να δουν τον πόνο των συνανθρώπων τους που ξεχειλίζει, στο ορφανοτροφείο να δουν τα παιδάκια που αναζητούν καινούργιους γονείς κ.ο.κ. Πόσο καλός ηθοποιός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος! Υποδύεται τέλεια τον ρόλο που στο τέλος καταφέρνει να ξεγελάσει ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όλ’ αυτά για λίγες μόνον στιγμές…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

michaelides-foto

 

Ο Ανδρέας Μιχαηλίδης γεννήθηκε το 1963 στη Λεμεσό της Κύπρου. Από το 1978, ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή, στο τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών σπουδών. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει κάθε φορά (1986), Περιπέτεια κλειστού χώρου (2000) και Το εργοτάξιο (2016).

 

to-ergotaxio1

1-Untitled.FR12 - 0002

ΤΟ ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ (2016)

 

ΛΕΞΕΙΣ ΕΥΕΙΔΕΙΣ

Λέξεις ευειδείς
και
ευυπόληπτες

σπάνιες λέξεις
συλλεκτικές

είδαν στο ποίημα φως
και μπήκαν.

 

 

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

«Ο καιρός δείχνει τα δόντια του» –
χαμογελώντας άραγε χαιρέκακα
ή μήπως
με κάποιον δυσφορίας μορφασμό;

Τ’ αποδημητικά πουλιά
συμφώνως τω νόμω
απελαύνονται.
Αδιάντροπα τα δέντρα
περιφέρονται γυμνά
σε τοπία εξοχικά
ενώ οι ένοικοι
του μηνός Δεκεμβρίου
κλεισμένοι στα κελιά τους
κρατούν ομπρέλες ανοιχτές
για τις ιδιωτικές τους βροχοπτώσεις
επαιτώντας γοερά
λίγες ρανίδες θαλάσσης
να δροσίσουν τον πυρετό τους
κάποια άνθη να στολίσουν
τα επιτάφια όνειρα.

Λένε ότι
εφέτος
το αγγελτήριο της άνοιξης
άρπαξε θηριώδης άνεμος
με παγωμένα χέρια
και με σπουδή
το έκρυψε στον κόρφο του

κανείς να μην το δει.

 

 

REUNION ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ

Οι παλαιοί συμμαθητές
οι συμμαθήτριες
δραπέτες φωτογραφιών
δεκαετίας εβδομήντα
καταφθάνουν στη γιορτή –
γενέθλια μέρα
της αληθινής μας ηλικίας.

Στα μέτωπά τους
λάμπουν ανεξίτηλα
τα οικόσημα του χρόνου.
Στο βλέμμα τους
νυσταγμένος περιφέρεται ο έρωτας
κι απ’ τα μαλλιά
έφηβων τώρα κοριτσιών
φτερουγίζοντας εξέρχονται
χελιδόνια από κάποιο παρελθόν
που αργοπόρησαν.
Το κέφι ρέει άφθονο
γλυκό της νοσταλγίας το κρασί
κι όσο περνά η ώρα
οι μουσικές και οι χοροί
ανακυκλώνουν όνειρα
μέχρι να ξημερώσει.

Οι παλαιοί συμμαθητές
οι συμμαθήτριες
κρατώντας τρυφερά
τα χαρτοφυλάκια των αναμνήσεων

επικυρωμένα
από του μέλλοντος
τον σεβάσμιο
ληξίαρχο.

 

 

ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ

Συμμορίες κακόφημων λέξεων
κακόηχων και διε-
φθαρμένων
λυμαίνονται τα ποιήματα
μέτριων
έως κακών
ποιητών.

 

 

ΣΥΡΙΑ 2015

Μέσα στο δάκρυ
του μικρού πρόσφυγα
καθρεφτίζεται χρωματιστό
ένα σαπιοκάραβο
με πλήθος
ελπίδες στοιβαγμένες

κι από ένα σπαγκάκι
να τ’ οδηγούν
σέρνοντας το πέρα-δώθε
σε θυμωμένες θάλασσες
τα χλομά
αρθριτικά δάχτυλα
κάποιου
θανάτου.

 

 

ΟΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΙ

Λαχανιάζουν
κοντοστέκονται
και πάλι επί το έργον

οι άγγελοι ταχυδρόμοι
σε ολονύχτια δρομολόγια
συστημένων προσευχών.

 

 

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Πάλι άυπνος
αλλά τρελός από ελπίδα
ξεφυλλίζω νευρικά
το διαβατήριό μου
στην αίθουσα αναμονής
της επόμενης ημέρας.

 

 

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Το πλοίο που σε ταξίδεψε
ξεμάκραινε ολόφωτο
μέσα σε μια νύχτα πηχτή
αβυσσαλέα

κι εσύ
όρθια στο κατάστρωμα
με χαιρετούσες ζωηρά

κι εκείνο χανόταν ολοένα
κι εσύ μίκραινες
όλο μίκραινες
και χαιρετούσες

ώσπου κάποτε τα μάτια μου
δεν έφταναν πια να σ’ αγκαλιάσουν

κι έγινες σιγά-σιγά κουκκίδα
μια κουκκίδα φωτεινή
στον ωκεανό

της μνήμης.

 

 

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΛΟΓΟ

Όταν ολοκληρώθηκε
με απόλυτη επιτυχία
η συντέλεια του κόσμου
έρποντας βγήκα
μέσ’ από τον καθρέφτη
τίναξα τη σκόνη από τα ρούχα μου
κι απερίσπαστος συνέχισα
την καταγραφή καθημερινών
ασήμαντων γεγονότων

σε πραγματικό
τώρα πια
χρόνο.

 

 

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΚΛΕΙΣΤΟΥ ΧΩΡΟΥ (2000)

 

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Τις νύχτες κοιμάμαι σε φέρετρα κι όμως
πάντα ξυπνάω αθάνατος. Τη μέρα
σκάβω λάκκους μεγάλους

για μικρόψυχα σώματα

1990

 

ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ

Άλλοτε
έρχεσαι θλιμμένη
μαχαιρωμένη
με τις σημαίες της καρδιάς σου
μεσίστιες

κι άλλοτε
με τις μυρουδιές του παραδείσου στα μαλλιά
με το χαμόγελο κι ένα ροζέ
αυτοκόλλητο φιλί στο μάγουλό σου

αναλόγως των καιρικών συνθηκών
αναλόγως των περιστάσεων

1993

 

 

ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Εδώ είσαι εσύ.
Μέσ’ απ’ το άλαλο πλήθος που σε περιβάλλει
με δυσκολία διακρίνω το πρόσωπό σου
να χαμογελάει στο φακό
-ή μήπως κλαις;-

Μεσ’ απ’ τη σκόνη του καιρού
με δυσκολία μου έρχεται στο νου ακόμα
και τ’ όνομά σου Αλεξάνδρα
-ή μήπως σε λέγανε Άννα;-

Άννα ή
Αλεξάνδρα ή
Ξεχασμένη

1990

 

 

ΚΡΥΦΑ ΤΑΛΕΝΤΑ

Είμαι ο τάδε φημισμένος θαυματοποιός

Μεσ’ απ’ τη συννεφιά της ζωής σας
εμφανίζω αλκυονίδες Κυριακές
μες απ’ τον κήπο της σιωπής σας
ένα μπουκέτο από κρυμμένες προσευχές
βασανισμένα λόγια. Αργά-αργά
βγάζω απ’ το βαθύ καπέλο μου
ένα φεγγάρι μοναξιάς πανσέληνης
να φωτίζει τους μικρούς νυχτερινούς σας χωρισμούς
τα σκοτεινά σας καταφύγια στο μέλλον

κι ακόμα

τη λιακάδα σε βροχή μεταμορφώνω
το θρήνο σε γιορτή θριαμβευτική
το γέλιο σας σε βρυχηθμό που με τρομάζει
ξυπνώντας μνήμες τρωκτικά
και άλλα κατοικίδια του μυαλού μου

και για φινάλε ασφαλώς
φυλάω το πιο καλό μου νούμερο
όταν γεμάτος έξαψη
πριονίζω τη γυναίκα μου στα δύο
να πάρω το ένα κομμάτι εγώ
και τ’ άλλο ο Χρόνος που κρυφογελά στα σκοτεινά.

Είμαι ο τάδε φημισμένος θαυματοποιός

Αρκεί να χτυπήσω με το μαγικό μου
ραβδί αυτό το ποίημα και τότε θα

1986

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Όταν κοιμάται γυμνή
κορμί πανσέληνο
ομορφαίνει ο ύπνος της, φωτίζεται
ευωδιάζει γιασεμί το ερωτικό της όνειρο

Όταν ονειρεύεται γυμνή
φωνές παιδιών γεμίζουν το δωμάτιο
μικρές απύθμενες φωνές που όλο ξεμακραίνουν
γίνονται θλίψη από ρεμπέτικα παλιά
ηλεκτροσόκ της μνήμης

όταν κοιμάμαι
και
την ονειρεύομαι
γυμνή

1991

 

 

ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Κάποτε τις νύχτες
αστραπές παράξενες σκίζουν τον ουρανό.
Δεν είναι άστρα ή κομήτες
είναι μερικοί διάττοντες
άγγελοι που σκοντάφτουν ή γλιστράνε
και πέφτουν από ψηλά για να συντρίβουν
μες στους αγρούς και στα χωράφια.
Τα γλυπτά κορμιά τους
τα βρίσκουν το επόμενο πρωί διαμελισμένα
ανύποπτοι χωρικοί. Αμέσως
ειδοποιούν για την καθιερωμένη νεκροψία
για την οποία καταφθάνουν σύντομα
κάποιοι εθελοντές
κάποιοι εκλεκτοί
τι λέω
οι πιο εκλεκτοί
ποιητές της υφηλίου πατρίδος μας.

1994

 

 

ΚΑΤΟΙΚΩ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ

Κατοικώ στο κορμί ενός νεκρού

Βλέπω με τα δικά του κατακόκκινα
μάτια. Με χέρια ερπετά
και σιδερένια δάχτυλα απ’ την πάλη

με το χρόνο. Με μακριά μαλλιά και γένια.
Με φωνή που τρίβεται και βγάζει κάθε τόσο μικρούς
σπινθήρες. Με μαύρα ρούχα και δυο κομψά

φτερά στην πλάτη για την περίπτωση που.
Κι όλο ν’ αγριεύομαι, να ουρλιάζω κάθε αυγή
καθισμένος στο ανοιχτό παράθυρό μου για να τρομάξω

τους φιλήσυχους πολίτες και εχθρούς μου ενώ
πάντα στην άκρη των χειλιών μου
ένα σκουλήκι αργοσέρνεται. Το άγραφο ποίημα

Κατοικώ στο κορμί ενός νεκρού ποιητή

1987

 

 

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ
ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ

 

Α’
κωπηλατώντας ρυθμικά σε σκοτεινούς
ουρανούς, Βλέπω να εισβάλλουν
στον εναέριο χώρο του δικού μου ονείρου
τρεις άγγελοι αλεξιπτωτιστές
με γαρύφαλλα στα χέρια και ρομφαίες ερωτικές

δραπέτες προφανώς
του ονείρου της αγίας
συζύγου μου, που κοιμάται ακριβώς δίπλα.

 

Β’
μαδώντας μέσα στ’ όνειρό μου
μια μαργαρίτα αστρολογική
μ’ αγαπάει δε μ’ αγαπάει
μια μαργαρίτα με μαύρα άνθη
που όλο μου αρνιέται
μ’ αγαπάει δε μ’ αγαπάει
μια ανάκριση ολονύχτια
που δε βγάζει πουθενά

ενώ στο μεταξύ
η άλλη ακτή του κρεβατιού
ερήμωσε
μόλις πάτησε το πόδι της
η πρώτη
φθινοπωρινή
καταιγίδα

 

 

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Τελειώνω και απέρχομαι.
Γονατισμένος
με μέλλον τυφλό
και κωφάλαλη σκέψη
στιγματισμένος από εχθρούς
και πρώην φίλους
ή
απλώς
περίλυπος
να σέρνω διαρκώς λαχα-
νιασμένος πτώματα λέξεων
από ποίημα
σε ποίημα

από βιβλίο
σε βιβλίο

1990

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ

βακης

Ο Βάκης Λοϊζίδης γεννήθηκε στην Λευκωσία στις 30 Ιουλίου του 1965. Έχει εκδώσει 8 ποιητικές συλλογές. Επιμελήθηκε την ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης «Η Κύπρος μετά το ’90» στην οποία περιλαμβάνονται σι νεότεροι Κύπριοι ποιητές. Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, γαλλική, βουλγαρική και σουηδική γλώσσα. Τις εικαστικές του δημιουργίες παρουσίασε σε τρεις ατομικές εκθέσεις στη Λευκωσία. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποίηση και κολάζ 1995
Χειροποίητα μηχανής 1999
Κινητά μνημεία 2002
Σε ώρα αιχμής 2005
Κλαράκι σπάζει 2007
Τα στοιχειώδη 2009
Ο άγγελος και ο γλύπτης 2011
Γέτεμπορκ (Δίγλωσσο) 2014
ΧΟΜΧΑΧ  2016

 

 

 

ΧΟΜΑΧ (2016)

 

Σύγχρονη τέχνη, εντείνεις τη μοναξιά και τα βεγγαλικά σου θαμπώνουν επικίνδυνα.

***

Φέρτε μου λίγες παιδικές ζωγραφιές. Χρειάζομαι
λίγες παιδικές ζωγραφιές. Να σταθώ στα πιο
γνήσια στοιχεία πρωτοτυπίας.

***

Οι μεσάζοντες ασελγούν στο σώμα σου. Τι τις
θέλεις τόσες υποσημειώσεις και εξηγήσεις του
κέρατά στον κρόταφό σου;
Αρνήσου τα δεκανίκια, πριν βρεθείς αλυσοδεμένη
στο άρμα μιας θεωρίας που τάχα σ’ εξυψώνει, ενώ
καταβροχθίζει την ουσία σου

***

Καλός ο Πλάτωνας. Μπορείς όμως να σταθείς και
χωρίς τις θεωρίες του σύμπαντος.
Η πολλή φιλοσοφία βλάπτει την τέχνη.

***

Δεν λέω να αποποιηθείς τα τεχνάσματα. Παίζουν
κι αυτά κάποιο ρόλο στον δρόμο σου. Σε καμία
περίπτωση, όμως, δεν μπορούν να καταστούν το
δεσμείν και το λύειν της ύπαρξής σου

***

Κάποτε οι επιμελητές θανατώνουν άθελα τους το
θέμα της έκθεσης.
Γι’ αυτό στα εγκαίνια —θα πρότεινα— αντί να
τους συγχαίρετε, να τους εκφράζετε τα θερμότερα
συλλυπητήριά σας.
***

Ανυπάκουη σε θέλω στο θέμα και προπάντων
ανυπάκουη στον επιμελητή.

***

Τα πιο κρίσιμα σημεία στίξης του φωτός
σκιές μας.

***

«Ανάμεσα στο υπάρχω και δεν υπάρχω» μεσολαβεί
η τελευταία πινελιά.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

«Η λέξη “τέχνη” ανατολικής καταγωγής “Χομχάχ”
προϋποθέτει τη σοφή εκείνη διάθεση του ανθρώπου
ο οποίος με το δημιουργικό του έργο συμπληρώνει
την ομορφιά της ζωής του». Τζούλιο Καΐμη: «Ο
εθνικός χαρακτήρας της τέχνης», δακτυλόγραφο,
πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Αθήνα.

Γέτεμπορκ 2014

 

OTAN H ΝΥΧΤΑ ΧΑΣΕΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΗΣ ΝΥΧΙ

Οι γλάροι μπαίνουν στη ζωή σου
με το έτσι θέλω στο Γέτεμποργκ
Γεμίζουν με παράπονο την πόλη
Τα βράδια κλέβουν λουλούδια
από το χέρι της Κάριν Μπόγιε
Κάθονται στη φωτογραφική μηχανή του Βίκτωρα
Μαθαίνουν για το πρώτο ταξίδι στο φεγγάρι
πριν αρχίσουν το τραγούδι στο λιμάνι
Οι μετανάστες στέλνουν καρτ- ποστάλ
με γλάρους στις πατρίδες τους.

Όταν Ιούνη μήνα
η νύχτα χάσει το τελευταίο της νύχι
όλα τα δευτερόλεπτα διασώζουν φως
Τότε οι γλάροι με βραχνή φωνή
ζητούν από τον ορίζοντα
να φέρει πίσω το σκοτάδι.

 

ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΟ ΓΕΤΕΜΠΟΡΓΚ

Ημέρα της Ανάστασης
να περπατάς στο Γέτεμποργκ
Έτσι την λεν την πόλη λιμάνι στο βορρά οι ντόπιοι
Έτσι θέλω κι εγώ να την γνωρίζω
με το αληθινό της όνομα
κι όχι αγγλιστί
όπως τους ολιγοήμερους επισκέπτες
με τις προσχεδιασμένες μνήμες
Γιατί γυναίκα μεγαλωμένη στην πόλη αυτή αγάπησα
που κουβαλά τη νοσταλγία των μεταναστών του ’60
Κι όταν παραπονιέμαι πως στη δική μου πόλη
οι έμποροι δεν ανταπέδωσαν την ευεργεσία
αφήνει με το βλέμμα της να νοηθεί
πως κάθε ευεργεσία
έχει το τίμημα της.

 

ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

Ανθρώπους με χαμένες πατρίδες
και μνήμες από τόπους ζεστούς
συναντώ στα παγκάκια της Γιέλμπου
Διαβιώνουν υπό το μηδέν
Μιλούν σπαστά σουηδικά
και περιμένουν το καλοκαίρι
Το ταξίδι για τον βορρά
ήταν το πιο μακρινό
Το πιο ακριβό
Ο μεσάζοντας δεν έκανε σκόντο
Ο δικός τους κόσμος
και μέσα του
το ξένο πάλι δικό τους κομμάτι
μοιάζει ρόδι γινωμένο που σκάει
μα κανείς δεν το ζητάει.

 

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

To δάσος που μας κέρδισε
Οι φωνές των πουλιών που θα μας αναστήσουν
Τα θολά νερά του ποταμού
που βιάζονται να παραδώσουν την αλήθεια τους
στο βορινό αρχιπέλαγος
Τα οριζοντιωμένα δέντρα
που νιώθουν τη χαρά των παιδιών
όταν ισορροπούν περπατώντας
στο σώμα τους
Είναι δώρα του βορρά
Δώρα της πόλης που έβαλε πολύ νωρίς
τους δρόμους για την ανατολή
στη ζωή μας.

 

ΦΡΟΥΤΑ ΑΠΟ ΦΥΣΗΤΟ ΓΥΑΛΙ

Ο υαλουργός γίνεται δέντρο
καθώς φυσάει το γυαλί
Γίνεται πουλί
Ραμφίζει τα φρούτα
Οι πινελιές στο σώμα τους
είναι στάλες βροχής
Φρούτα της όρασης
Καρποί της έμπνευσης
που τους γεύεσαι
δίχως καν να τους αγγίζεις.

 

ΑΛΛΗ ΤΕΧΝΗ

Η άλλη τέχνη ζει στο δάσος
με τις αμέτρητες αναπνοές
Το σώμα της τηρεί άλλες αναλογίες
Έχει ξωτικά
μολύβια μ’ ανθρώπινες κεφαλές
κορμούς, φαντάσματα κουβαρίστρες
Πάντα χρειάζεται μια κουβαρίστρα
Ένα μπλεγμένο νήμα
Δύο τουλάχιστον οικογένειες
για να ξεκινήσει μια μυθολογία.

 

Η ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Μέμφομαι τον ήλιο
για την αργοπορία της νύχτας
κι ύστερα μετανιώνω
Αν δεν επέμενε να μεσουρανεί
σχεδόν μεσάνυχτα
αφώτιστες θα έμεναν
άγνωστες πτυχές της πόλης
Ίσως και να συνέδραμε στο ψέμα
που κουβαλώ για το λιμάνι του βορρά,
γιατί όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται
το φως την κρύβει την αλήθεια
κι οι γλάροι πολιορκητές
δεν ησυχάζουν το σούρουπο
στο Γέτεμποργκ.

 

Ο άγγελος και ο γλύπτης 2011

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΛΥΠΤΗΣ

 

γ’

Δεν είναι κομβικό σημείο
το φτερό στον άγγελο
Είναι πόλος της φαντασίας
Κι αν δεν το δεις
υπόθεσε το
κοιτώντας ένα σύννεφο
που ταξιδεύει σιωπηλό
την ώρα της καταιγίδας

 

ε’

Ο άγγελος με τη μεταξοτυπία
του δράκοντα
ένα μεσημέρι διακοπών
ξύπνησε μαζί μου
Την άλλη μέρα
τον ξεπροβόδισα στην ακτή
με κύμα ψηλό
Κι ας έλεγες πως δεν χαρίζει
κανείς εύκολα
τα δώρα των αγγέλων

 

ζ’

Οι άγγελοι
δεν θα μάθουν ποτέ
να γράφουν
δεκαπεντασύλλαβους και σονέτα
Το μέτρο μένει κρυφό
στην ποίηση τους

 

θ’

Σε στιγμές ευφορίας
άγγελοι γίνονται τόσο θνητοί
που με τρομάζουν

Σωστά φαντάσματα

 

ια’

Εξακολουθούν
να ‘ναι πυκνά τα στοιχεία
στα γραφτά των αγγέλων
Κανένας βίος
δεν είναι μόνο προφορικός
Κανένας δεν ταξιδεύει
μόνο μέσα στον προορισμό του

 

ιβ’

Θέλει τους αγγέλους ξυλόγλυπτους
Βερνικωμένο ξύλο
να μυρίζουν τα φτερά
Ζωύφια να κατοικούν
τα σκαλίσματά τους
Να χουνε κάτι μισοτέλειωτο
Ας υπερίπτανται
κάπου κάπου
Ας ξαναρίξουν τα αιδοία
τ’ ουρανού στη θάλασσα
Η νέα γονιμότητα
να φέρει τ άγρια κύματα
κοντά σου

 

ιη’

Ακόμα και άροτρο
έσπρωχναν οι άγγελοι
Άγγιζαν το συρματόπλεγμα
και μάτωναν
Έπλεναν τις πληγές τους
και πονούσαν
Εσύ πώς γίνεται να τους
πλάθεις μόνο με τη φαντασία

 

κ’

Το κορίτσι ζωγράφισε
τον άγγελο μ’ ένα καρότσι
γεμάτο κλεψύδρες
από παιχνίδια που τους έλειπε κάτι
Είπαν πως προσευχόταν
να μην τελειώσει ποτέ
ο χρόνος και το παιχνίδι
των αγγέλων

 

κβ

Τον άγγελο με το σπασμένο χέρι
και το ψάθινο καπέλο
τον είπε τρελό του χωριού ο γλύπτης
Έτσι τον απάλλαξε
από τα στερεότυπα των αγγέλων
και μ’ ένα παιχνίδι με τροχούς
τον επέστρεψε στην παιδική ηλικία

 

κστ’

Την ανάγκη μας
για παρηγοριά
είναι που γνωρίζουν οι άγγελοι
και δεν μας εγκαταλείπουν

 

κζ’

Χωρίς πρόλογο
μα και δίχως επίλογο
η ζωή των αγγέλων
Πόσα να σου φανερώσουν

 

Τα στοιχειώδη 2009

 

ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Ένας ήρωας μου στερεί
την ορατότητα στη γωνία
Μοιάζει λίγο με μποξέρ
Ένας ήρωας σ’ άλλη γωνία
ελαφρώς παραλλαγμένος
δείχνει ως στον ουρανό
κι ένας τρίτος σε κόμβο κυκλικό
κοιτάει το πιστόλι του
με βλέμμα θριαμβευτικό.
Ποιος τους φτιάχνει τους ήρωες του πατέρα
Η ιστορία, η κακή στιγμή;
Μήπως ο παραλογισμός μας
εν τέλει τους παραποιεί;
Ποιος τους παριστάνει τόσο γραφικούς;
Δεν υπάρχουν ήρωες χωρίς μπράτσα;
Ήρωες με βλέμμα ταπεινό;
Μη μου θυμίζεις
πόσο με μάγευαν μικρό
Εξήγησε μου
πόσο μας κόστισαν τελικά
αυτά τ αθώα δεκαοχτάχρονα παιδιά.

ΚΟΙΤΑΖΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ξέρεις τι ‘ναι
να σ’ εξουθενώνει μια λέξη
Να σου παίρνει το νόημα
Ν’ αλλαξοπιστεί στον γκρεμό
Εκεί που τη χειρίζεσαι απταίστως
Να σου προκύπτει μη ούσα
Να σε τυραννά
Να θέλεις να την παρατήσεις
Κι αυτή να γεμίζει καπνό
Τα σοκάκια της μνήμης
Να ‘χει όλες της τις αισθήσεις
Την ώρα του τοκετού.
Ξέρεις τι ‘ναι
να σ’ εγκαταλείπουν οι λέξεις
να μένεις μόνο
με τη μυρωδιά των ανθρώπων
που τις κατοίκησαν
να μένεις μόνο με την εμμονή
της πρωτοτυπίας.
Ξέρεις τι σημαίνει
να σε προδώσει το ποίημα;

 

ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΥΘΟΣ

Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος τόσο νωρίς
Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος
να μη ζήσουμε ως κατ’ εξοχήν θνητοί
Είναι κρίμα να γίνουν οι μικρές μας χαρές
ξένες χαρές
Είναι κρίμα οι λύπες μας
να αποκτήσουν διαστάσεις εξωπραγματικές
Είναι κρίμα να μην παραμείνει κάτι
καθαρά προσωπικό
Να μην κρατήσουμε μια μας ήττα
εμπιστευτική
Ένα μας όραμα υπερρεαλιστικό.

Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος
Ερήμην της δικής μας ψυχής.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΝΟΥΘΕΣΙΑ

Από το πλούσιο λεξιλόγιο
μην καθηλωθείς.
Προτίμησε λόγια προσιτά
κι ας πουν πως γράφτηκαν στο πόδι.
Η πέραν του δέοντος επεξεργασία
φέρνει θάνατο.
Η τέχνη μας προϋποθέτει έφεση στο λόγο
μα, κυρίως εντρύφηση στη ζωή.

 

ΓΙΑΤΙ ΣΒΗΝΕΙΣ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ

Σ’ έγραψα, σε ξανάγραψα
σε δούλεψα
κι όταν κατάλαβες
ότι σε προόριζα για ποίημα
έγινες έξαλλο.
Δε ντρέπεσαι μου ‘πες
τόση δουλειά
για να μείνω αδιάβαστο.
Πες με στιχούργημα
δώσε μου μέτρο
να ‘χω ελπίδα να τραγουδηθώ
αλλιώς σ’ εγκαταλείπω.
Δάκρυσα.
Δεν είμαι προϊόν ευαισθησίας
είπες αμείλικτα
πριν σβήσεις αγριεμένο.

 

ΑΝΕΜΟΔΕΙΧΤΕΣ

Τρομάζω στις εμπνεύσεις σας
και στα υποτιθέμενα ταξίδια σας στον Άδη.
Ποιος την Περσεφόνη όρισε
σύμβουλο σταδιοδρομίας ;
Κολάσαμε την τέχνη μας
με τόσους λεκτικούς θανάτους
κι υπέρβαρη κυκλοφορεί
σχεδόν λιπόθυμη
επιζητεί την απερήμωσή της.

 

ΔΥΣΗ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΜΑ

Θα εφεσιβάλω τη δύση σου μ’ ένα στίχο φως
στην κρίσιμη σειρά στιγμών που σουρουπώνει
και ταραγμένα τα πουλιά προειδοποιούν
πως της απόσυρσης σου το προσωρινό
δεν είναι δεδομένο.

Περίτεχνη δύση
μήπως κρατάς για τον επίλογο
παντοτινό σκοτάδι;

 

ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Η μάνα μου είχε παράπονο
πως δεν εντρυφούσα στα μαθήματα
Δεν έζησε πολύ
για να με δει να εντρυφώ στις λέξεις
να ξενιτεύομαι
σε τόπους μαγικούς
σε τόπους ξένους.
Η μάνα μου χαίρεται πολύ
που δεν της έμοιασα
Είχε μια φλέβα και την έφραξε
Εγώ γεννήθηκα με δυο φωνές
Από μικρός έχανα το δρόμο
έπειτα ξεχνούσα τα κλειδιά.
Μάνα μού κρατούσε το κλειδί
στο σπίτι και στο ποίημα.

 

ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΕΥΦΟΡΙΑΣ

για τον Πενταδάκτυλο

Σε κοιτάζω και διαισθάνομαι
πως μια μέρα θα σου κόψουν
ένα ένα τα δάχτυλα
έπειτα θα σου κτίσουν τα δάχτυλα
θα ψάχνεις να βρεις την παλάμη σου.
Και θα βρίσκεις μόνον οικισμούς
Θα σε διαπεράσει μια τρύπα
Μια μεγάλη τρύπα
ανοικτή στα τροχοφόρα.
Πάντα μιλούσαν για εύφορες πεδιάδες.
Ποτέ δεν μίλησαν για εύφορα βουνά.
Στην προοπτική μιας ευφορίας
Θα χάνεις το ύψος σου
Θα γίνεις λόφος, λοφίσκος, ύψωμα
Κι ό,τι άλλο προκύψει.
Οπλισμένος πια
με σύστημα άρδευσης
κι έπειτα με σύστημα ύδρευσης
δε θα πληγώνεις κανένα.
Γεμάτος οικίες
Θα προοδεύεις
Στα χαμηλά, στα ψηλά και στα σίγουρα.
Κι ενώ θα ‘σαι πια υπόθεση ονείρου
μία σκέψη πεδινή
πάντα ξεκούραστη
θ’ απωθεί το παλιό βουνό απ’ τη μνήμη.
Έτσι θα βρούμε
έτσι θα χάσουμε
το παρελθόν και το μέλλον.

 

ΧΩΡΙΣ ΣΩΣΙΒΙΟ

-Και πώς αλλάζουν τη ροή της μνήμης;
-Πες μου
-Πώς εξαντλούν το παρελθόν;
-Πες μου κι εμένα

Έγινα γιος της μνήμης και φοβάμαι
Κουράστηκα να ζωγραφίζω δούρειους ίππους
Κι από μηχανής θεούς
Να ψάχνω σχήματα
μ’ έξοδο κινδύνου
Ο κύκλος δεν ήταν ποτέ ιδανικός
Με λίγο νερό
Βρίσκουν το κέφι τους τα λουλούδια
Στάσιμη δεν μπορείς να μείνεις, ζωή
Θέλω να ταξιδέψω χωρίς σωσίβιο
Εκεί που καμιά γραμμή
δεν παιδεύει τους ανθρώπους.

 

ΓΙΝΑΜΕ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΙ ΣΤΑ ΔΑΚΡΥΓΟΝΑ

Στον ώμο της ψυχής
μια πεταλούδα κάθισε
και ταξιδεύει
το εφηβικό σου όνειρο
και φτάνουμε στον τόπο
που στέναξε η ψυχή
γίναμε μέλισσες
και παίρνουμε τη γύρη
στριμωγμένες
Η πίκρα μάς καθιστά ανθεκτικές,
παράλογα ανθεκτικές
στα δακρυγόνα.

Ποιος ατιμάζει τις ψυχές
στ’ όνομα θρασύδειλης ευταξίας
Ποιος στερεί
το μέλλον από το παρόν
Σταμάτα κι άκουσέ μας.

Ακούστε μας κι εσείς θεοί
Πρέπει να καταργήσουμε τον θάνατο
τουλάχιστον για τις ηλικίες
κάτω των δεκαέξι χρόνων.

 

Κλαράκι σπάζει 2007

 

ΚΛΑΡΑΚΙ  ΣΠΑΖΕΙ

Αρχαίο μότο
στο πέτο ποιήματος
σαν ακροβάτης.

*

Τοξεύει μόνος
βαμβάκι μεσάνυχτα
μνήμες αιώνων.

*

Τα υγρά μάτια
κάτι θέλουν να πούνε.
Γιατί διστάζεις;

*

Πένα μην κρατάς
όταν τη νύχτα πονάς
με το ποίημα.

*

Άνεμοι γράφουν
εν βρασμώ ψυχής
σαν ραψωδία.

*

Κλαράκι σπάζει
πουλάκι κάνει χάζι
αχ να ‘χα φτερά!

*

Το πρώτο βιολί
εσένα σελήνη μου
μόνο κοιτάζει.

*

Αυτοκτόνησε
κύμα ψηλό, πριν πιάσεις
στεριά και σπάσεις.

*

Οι χαρουπιές μας.
Με το μαύρο χρυσό τους
βασιλεύαμε.

*

Τις οφειλές σου
χειμώνα άφησες στην
άνοιξη βάρος.

*

Ανοιχτά χαρτιά
κρατάς με τη μοναξιά.
Να σε φοβάμαι;

*

Βλέπει σύννεφα
στα προσκέφαλα τόσων
γενιών που φύγαν.

*

Άθλος τ’ όνειρο
στα στεκάμενα νερά
χωρίς νούφαρα.

*

Σε φύλλα συκής
υφαίνεις ιστό, μόνο
με τη σιωπή.

 

Σε ώρα αιχμής» (2005)

 

ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΙΑΖΩΜΑ

Είναι αντικείμενα
που ακόμα κι αν τα αποποιηθείς
ή τα κρύψεις στο πατάρι
φανερώνονται στο ποίημα.
Το μισοκαμένο εικονοστάσι,
τα οξειδωμένα ψαλίδια,
τα μισοτελειωμένα εργόχειρα
κι οι βεντούζες στο τσίγκινο κουτί
έχουν θέση στο πρώτο διάζωμα.

 

ΕΝΔΟΧΩΡΑ

Κι αν υμνωδίες του χάους δε διάβασα
της ασυνέχειας παιδί δεν αποκλείεται να είμαι.
Κι αν η μάνα στην εκδημία της
ως κύμα
την ξηρά με θάλασσα πλούτισε
η ζωή συνεχίζει
ρηχή άβυσσος
με οστά παραδείσου
ξεχασμένα στην ύπαιθρο
που για συνώνυμο έχει
τη λέξη ενδοχώρα.

 

ΤΕΧΝΗΤΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Αντίστροφα πετάλωσε τ’ άλογο του ο ποιητής
για ν’ αποκρύψει τον προορισμό του.
Κι έφιππος μες στην κοίτη πάσχιζε
να λύσει το αίνιγμα του ποταμού.
Τον βασάνιζαν τα λεγόμενα του κόσμου
που ήθελαν την κοίτη τεχνητή
και το τείχος ν’ ανατρέπει τη ροή
του αγαπημένου του Πεδιαίου.
Κι ενώ κάλπαζε σε παρελθόντα χρόνο
οι Φράγκοι κι οι Ενετοί
γίνονταν ένα στο μυαλό του
ώσπου αναφάνηκε υπέρτερη γυναίκα
κι ευπρόσδεκτα τον ξενάγησε
σε μιαν άλλη πόλη
που θαύμασε
και στην αληθινή κοίτη
επανέρχεται συχνά
να βρει τη Λεονόρα.

 

ΕΦΥΓΕ;

Κι ενώ προχωρούσαμε
για τελευταίο ασπασμό
έλειπε ένα κλωνάρι ευκαλύπτου
να υπογραμμίσει την παρουσία
των Αγίων Ομολογητών.
Έλειπε ένα άνθος γιασεμιού
να σε ξεπροβοδίσει.
Ήταν βαρύς ο τελευταίος χειμώνας.
Μόλις που πρόλαβε
να σε παραλάβει
η δροσούλα της άνοιξης.

Μα τι έπαθαν οι φωτογράφοι
και σε περιτριγυρίζουν;
Μα τι έπαθε ο ποιητής
και ομιλεί ως τεχνοκρίτης;
Μα τι έπαθαν και δεν μπορούν
να μιλήσουν αυθόρμητα;
Τουλάχιστον αυτούς που συναναστράφηκες
δεν τους έμαθες να μιλούν απλά;

 

ΣΥΓΧΩΡΗΣΕ ΜΑΣ

που εγκολπωνόμαστε την απλότητα,
την έγνοια σου για έναν τόπο
που δεν τον νοιαστήκαμε
ως ελληνικό.

Τι κρίμα που δεν πρόλαβα
να σε ρωτήσω:

Πώς μπόρεσες
να μη στρατευτείς,
εσύ που δεν ήσουν καταφατικός
και τόσο εύστοχα επικαλέστηκες
από το στίχο του Ανδρέα Κάλβου
εκείνο το «ωραία και μόνη»;

 

ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ

0 σκαντζόχοιρος δεν καταξιώθηκε
σε κανένα ποίημα
παρά μόνο όταν επέφερε πληγή
στον παντοδύναμο όφιν.

Ποιος του τη χάρισε τέτοια πανοπλία

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ

Σήμερα που τα ποιήματα
κυκλοφορούνε συστημένα
πρέπει να βρω κι εγώ προξενητή
κι ας τον καλοπληρώσω.
Αλλιώς θα πρέπει ν’ αρκεστώ
σε δύο ή τρεις ομότεχνούς μου.
Αν κι αυτοί μ’ απαξιώσουν
το δυσοίωνο μέλλον σου τέχνη,
με σκεύος ποιητικής δε θα επιβαρύνω.
Τρόμαξα σαν άκουσα τα πουλιά να κρώζουν.

 

ΕΥΛΟΓΗ ΑΠΟΡΙΑ

Ποιο ύφος και θέμα να ρίξω στο πέλαγο
για να πιάσω λαβράκι
όταν ο κόσμος χάνει τη συνοχή του;

 

ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Για τη διαίρεση
από μικρός κουβαλώ το φόβο
Όταν την έμαθα στη δευτέρα
τον τόπο μου διαίρεσαν
σε δύο πράξεις.
Τώρα που τη μαθαίνω
στο δικό μου το παιδί
φοβάμαι
το πηλίκο θα επικυρωθεί.

 

ΣΕ ΩΡΑ ΑΙΧΜΗΣ

Τι σόι ρατσιστές είμαστε εμείς
μικροί αναθέτες της ανατολικής μεσογείου
που τόσο εύκολα λησμονήσαμε
ότι οι δικοί μας πατεράδες
έφθαναν στη Μεγάλη τότε Βρετανία
ή στη Νέα Αυστραλία
ως ανειδίκευτοι εργάτες
σαν αυτόν τον Ασιάτη
που με ποδήλατο
επιμένει να διασχίζει την πόλη
σε ώρα αιχμής.

 

Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

0 δαίμονας είναι άνεμος
είναι ποτάμι
πνέει και ρέει ριψοκίνδυνα
παραλλαγές του υπάρχουν
όσοι και οι άνθρωποι
που πρόσφεραν σ’ αυτόν πατρίδα.

Τι τη θέλεις ποιητή
την κορύφωση στη σήψη;

 

ΜΕ ΤΙ ΘΡΑΣΟΣ;

Εγώ που δε γνωρίζω τους ίαμβους
το βραχύ και μακρό μες στο λόγο
με τι θράσος γράφω το ποίημα
φορτωμένο ψεγάδια
κι ειρωνεία που δεν εκλεπτύνεται
σε κόσμο που μνημονεύει προτάσεις
και μέχρι να φθάσει στη λέξη
τού έχουν αλφαδιάσει το νόημα.

Η παράδοση δεν είναι ντουβάρι,
η επαναμάγευση
είναι όντως μια όμορφη λέξη.

 

Κινητά μνημεία 2002

 

ΑΣΤΑΡΤΗ

Δε χάθηκες στην ομήγυρη
που χώρεσε η προθήκη.
Πώς να χαθεί τόση ομορφιά.
Κι έτσι όπως δεν είσαι αρτιμελής
μπορώ να εικάσω
ότι τα στήθη σου
όμορφα κρατούσες και επιδείκνυες
σαν όλες τις Αστάρτες.
Στάση που σεβάστηκαν
ακόμα και οι πορνογράφοι.
Εσύ δική μου Αστάρτη,
του Ποδοκατάρο
κι όχι της Έγκωμης.
Δεν έχει και τόση σημασία
αν χωματουργικές εργασίες
σ’ έφεραν στην πόλη.
Άσε τους αρχαιολόγους ν’ ακριβολογούν
κι εμένα στη χάλκινη πλεξούδα σου
να ερωτεύομαι το παρελθόν
και στου Ποδοκατάρο τον προμαχώνα
να αναζητώ τ’ απολεσθέντα μέλη.

 

ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ

Όσες εξηγήσεις κι αν μου δώσεις
δεν μπορώ να κατανοήσω
πως ονόμασαν
τα λουλούδια του βουνού και του κάμπου
αγριολούλουδα.
Πώς τόλμησαν να διαβάλουν την τρυφερότητα τους;
Πώς υπέσκαψαν έτσι τη φύση;

 

ΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΟ ΠΟΙΗΤΗ

Ως πότε θα στήνεις καρτέρι
στα τραγικά συμβάντα
με απώτερο σκοπό ιδία οφέλη.
Ένα ποίημα να έγραφες
για τον αγνοούμενο αρκούσε,
με μια ολόκληρη όμως συλλογή
βεβήλωσες εντέλει τον πόνο
της δικής του αγαπημένης.

 

Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ή ΤΟ ΑΝΑΙΜΑΚΤΟ ΦΟΝΙΚΟ

Άρχισαν με την καταμέτρηση των συλλαβών, των στίχων
για να επιφέρουν στην συνέχεια απανωτές τομές
μέχρι να καθορίσουν τη συντεταγμένη των ιδεών του ποιητή
και να μεταλλάξουν ένα ποίημα από ερωτικό σε εθνικό.
Δια της εις άτοπον απαγωγής
όρισαν τον τόπο γραφής.
Κατέγραψαν επαρκή μηνύματα
για να θολώσουν τη σκέψη των μαθητών.
Είχαν το θράσος να δηλώσουν ότι για την ανάλυση τους
χρησιμοποίησαν μέθοδο επιστημονική.
Τέλος, καταξιωμένοι από το αναίμακτο φονικό
τοποθέτησαν το ποίημα στη θερμοκοιτίδα
μέχρι την επόμενη ώρα διδασκαλίας

 

24 ΩΡΕΣ

Μια μέρα αν σου δοθεί ζωής
μην την υποτιμήσεις.
Εμένα η χθεσινή
άρχισε με συννεφιασμένο ουρανό
και μια νεροποντή ανέστειλε
την έκθεση αγαπημένου καλλιτέχνη.
Μα ευτυχώς μελαβαμφή αγγεία
τράβηξαν την προσοχή μου
και ήταν γραφτό έξι προμετωπίδες
με αλλόκοτους αγγέλους
να με συγκλονίσουν.
Όλα συνοψίστηκαν
σε μια πορεία για την ειρήνη
στην Αθήνα χωρίς φεγγάρι.
Όλα τα συνοψίζει η νύχτα.

 

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΤΩΝ ΣΟΛΩΝ

Τη νεαρή των Σόλων Αφροδίτη
επέλεξαν οι άνθρωποι του τουρισμού
για σύμβολο τους τον 20ον αιώνα.
Φαίνεται δεν πρόσεξαν
τα πλαδαρά οπίσθια της
και την υπό σχηματισμό μέση
που δεν συνάδει με τα πρότυπα της ομορφιάς.
Ποιος θα τολμούσε εξάλλου να τους πει
ότι στους χρόνους τους ελληνιστικούς
επαρχιώτικη θα χαρακτήριζε κανείς
τη γλυπτική στην Κύπρο
και ότι το άγαλμα που τόσο τους βοήθησε
εισαγόμενο ήταν στο νησί.
Μην τους πληγώνετε
τους ανθρώπους του τουρισμού,
γι’ αυτούς αλλού βρίσκεται το μέτρο
μετράνε κεφαλές
μετράνε τους παράδες
με τους οποίους ψηφίδες αφαιρούν
από το μωσαϊκό απείρου κάλλους
από τη δύστυχη πατρίδα.

 

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Μήτ’ ένα αλουμινένιο παραθύρι δε θα δεις.
Μήτ’ ένα πετραδάκι παράτυπα βαλμένο.
Δεν ξεμυτίζει χόρτο στο λιθόστρωτο
και τα ξεπόρτια είναι μαραζωμένα.
Μόνο κάτι ειδικοί χαριεντίζονται
με τη συμπεριφορά της πέτρας
στις κουτσουλιές του σπίνου.
Ακόμη ένα τραγικό συμβάν
προς στιγμή μας χαροποίησε.
Το χωριό κηρύχθηκε αρχαίο μνημείο.

 

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ

Είναι καιρός να γράψω ένα μυθιστόρημα.
Καλύτερα να δοκιμαστώ μ’ ένα διήγημα.
Για τους ήρωες δε θα έχω πρόβλημα
θα επιλέξω ανάμεσα στους τηλεοπτικούς
διευκολύνοντας έτσι τους παραγωγούς
στην προσαρμογή του πεζού μου στην μικρή οθόνη.
Θα εκμεταλλευτώ τους περιθωριακούς
που η ζωή τους εκστασιάζει.
Ίσως να ρετουσάρω τη ζωή
ενός ναρκομανή, ενός φιλομόφυλου
και ενός πάτρονου με πτυχίο.
Πόσο καιρό να γράφω ποιήματα
κλεισμένα για μήνες στα συρτάρια
κι ύστερα να μένουν
αδιάβαστα στα μεσοπατώματα των βιβλιοπωλείων.
Θα γίνω και ‘γω ένας βιώσιμος συγγραφέας
με άκουσμα στη μητρόπολη
και δεύτερες εκδόσεις.

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Αν ψάχνεις να βρεις τι σε καθόρισε
επέστρεψε στα σπίτια που κατοίκησες.
Κρυφάκουσε τα λόγια του παππού
γέψου το φαγητό από το τηγάνι της γιαγιάς
στάσου να δεις τις μολυβιές στον τοίχο
κοίταξε με περιέργεια τον μπιντέ
ρίξε το βόλο στο πολύφωτο
έβγα στον κήπο
να κόψεις τα τριαντάφυλλα της νοικοκυράς
και πρόσφερε τα στη Λευκή
που κάποτε τραυμάτισες.
Άκουσε ξανά
όσες φορές κι αν χρειαστεί
το παραμύθι για εκείνο το κορίτσι
που λίγα χρόνια πριν γεννηθείς
έγραψε καλλιγραφικά «Ενοικιάζονται δωμάτια»
στις γειτονιές του Ταχτακαλά.
Ένα ραβασάκι που μπόρεσε ν’ αποκρυπτογραφήσει
μόνο ο δικός σου πατέρας.

 

ΕΜΠΟΡΩΝ ΜΥΘΟΣ

Η φύση ας απαλλάξει την πέτρα από τον μύθο.
Ζέφυρος άνεμος ας πνεύσει δυτικά
ν’ απομακρύνει τα φαλλόσχημα ειδώλια
να μην μπορούν να εικάσουν
ότι εδώ υπήρξε ο γενέθλιος χώρος μιας θεάς
που τη διεκδικεί ανατολή και δύση.
Η φύση ας αποτρέψει την κερδοσκοπία
σε βάρος του τοπίου,
ας ανατρέψει την καταγραφή του μύθου
ως απλά ενός παραμυθιού
που με δόλο έγινε πιστευτό
προς όφελος των εμπόρων.

 

Χειροποίητα μηχανής (1999)

 

ΤΣΕΣΤΟΣ

Το στριφογύρισμα της ποκαλάμης
με ταξιδεύει στο δίχωρο
με τις λαξεμένες σουβάντζες.
Το λιγοστό φως της αρσέρας
στήνει παιχνίδια
στο μαβί και στο πράσινο
στο χρυσό χρώμα του σίτου.
Σημαδεύει τα στέφανα γάμου
πιασμένα στο χαρταετό ποδηλάτη
σε πορεία αόριστη.
Ο τσέστος
στολισμένος με κουρέλια
φουστανιών της γιαγιάς
με συντροφεύει στη ρίζα
να γνωρίσω ανθρώπους που ποίησαν
εκείνο και μένα.

 

ΕΡΩΔΙΟΣ

Αλίβρεχτος διασχίζω την ακτή
με συνοδεία την πούλια
κι άρχοντα τ’ άσπρο βότσαλο
σε ώρες μικρές της νύχτας.
Ηχώ σαν ψίθυρο παιδιού
αφήνουν τα βήματά μου
πριν ήχοι εκκωφαντικοί
την πόλη τυραννήσουν
κι ο λίβας στα κλωνάρια σου
στήσει άσχημα παιχνίδια.
Αν ερωδιός στο δρόμο μου σταθεί
μήνυμα πίσω απ’ το βουνό θα φέρει.
Δε μαστορεύεται η άνοιξη.
Δεν ξεγελιέται ο κάμπος.
Γιατί ο γιαλός δεν έχει τελειωμό
κι εκδίκηση θα πάρει.

 

ΑΤΙΤΛΟ

Μην κατακρίνεις τους έφηβους που ψιθύρισαν
πως ο έρωτας διαχρονικότερος
των ιδανικών σου πατρίδα.
Μην τους κατακρίνεις,
τώρα που τα ιδανικά ασθμαίνουν
στην πόρτα της ενωμένης Ευρώπης•
κι ας δέχθηκα τους καθ’ υπόδειξιν εχθρούς
όπως δέχθηκα το θάνατο
ως σκευωρίαν της φύσης.

 

 

ΤΟ ΝΤΡΟΠΑΛΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

 Θέλω ν’ αφεθώ στην επικράτεια
ενός λουλουδιού
που τ’ ονόμασες ντροπαλό
κι όμως βρήκε τη δύναμη
ν’ ανοίξει τα πέταλά του στο τείχος
σφηνωμένο σε μια χαραμάδα
της ιστορίας σου Λευκωσία•
υποβάλλοντας ένσταση
μες την άπνοια μιας εποχής
που ανασύρει τις αξίες της
από το σκουπιδοτενεκέ.

 

 

ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΡΗΓΑΙΝΑ

 Την ώρα που το σκοτάδι
ζευγαρώνει με το φως
γεννά το χρώμα συνειρμούς
για να φτάσω στο Βυζάντιο.
Γεννάνε τα κογχύλια σκοπό ανατρεπτικό
κι εγώ αναζητώ τη Ρήγαινα
όπως την ύφανε η γιαγιά στον αργαλειό
χωστό μαζί της για να παίξω.
Μα αυτή είν’ άφαντη απ’ του μύθου τα λημέρια,
στέκει στα οδοφράγματα
εθελόντρια στην εθνική φρουρά

 

 

ΑΝΤΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

 Πληθωρική γυναίκα
με το χαλαρωμένο στηθόδεσμο
και τα περιστέρια στη μήτρα
αρνήσου τα μονοδρομημένα οράματα.
Γύρνα τη πλάτη στους σύγχρονους κουρσάρους
που δεν είναι κατ’ ανάγκην αλλοδαποί
και έχουν το πρόσωπο ευεργέτη,
στους εραστές έμφημης μνείας
που πράττουν και μεταπράττουν χρόνια στο νησί
με τίμημα την ομορφιά του τόπου.
Τραγούδα κι απόψε τούρκικο νανούρισμα
με την αλαζονεία παιδιού
που λαχταρά στον ύπνο του να παίξει.

 

 

ΣΤΟ ΤΕΪΟΠΩΛΕΙΟΝ

 Συνεπαρμένος από τις μυρωδιές
στο τεϊοπωλείον
έλυσα κόμπους
κι άνθισα σε ορεινό τοπίο.
Τριανταφυλλιά δαμασκηνή
λεβάντα Ιδαλίου
δίκταμο, σιδερίτης
ξανοίγονται στην ενορία των άστρων
με τα πετροχελίδονα να χρησμοδούν το θέρος,
να χρησμοδούν την έκβαση της πάλης με το φως
στον ηχοχώρο Κύπρο•
και συ πολιτογραφημένος ως κελάδημα
ανεπίδεκτο ερμηνείας
αναζητείς το λαβωμένο μύθο
στη σύγχρονη ιστορία.

 

 

ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ 

Καθηλωμένοι στις κουνιστές μας καρέκλες
αποζητάμε τις υπηρεσίες
αλλοδαπής οικιακής βοηθού.
Σχεδόν αγγλόφωνοι
παρατηρούμε τεθλασμένες γραμμές
να διαγράφονται πάνω στη γη μας.
Η ιδέα της αντιπαροχής
σαγηνεύει τη σκέψη μας
μα στο καλάθι
δεν απόμειναν κλήροι.
Πώς να χωρέσει τ’ όραμα του παιδιού
σε τούτη την οθόνη!

 

 

ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΗΣ 

Εγώ δεν ήρθα σε σένα
και μη ρωτήσεις γιατί.
Μου είπαν πως είσαι
η κόρη του κάμπου
θαμπωμένη από τα φώτα της πόλης
η κούκλα με τα τιμαριθμημένα μέλη
που στο κορμί της ανδρώθηκε ο τόπος.
Είσαι οπτασία ανδρών
παραίσθηση κοριτσιών
αναζήτηση αμούστακων νέων.
Είσαι γιορτινή μα και μόνη
δοσμένη σε χίλιους και σε κανένα.
Είσαι ταμένη απ’ τη μάνα σου
όπως κι εγώ.
Κι αν τη δική μου μοναξιά
δεν έκρυψες με ηχηρούς οργασμούς
αυτό δεν σημαίνει τίποτα
γιατί κι οι δύο γνωρίζουμε
πως ήταν έντεχνοι.

 

 

ΔΙΠΛΟΠΡΟΣΩΠΙΑ 

Κι άντε να πείσεις τα παιδιά
πως το φεγγάρι
δεν είναι το νυχτερινό πρόσωπο του ήλιου
όταν αυτά σου εξηγούν
πως απόψε δε χάθηκε το φεγγάρι
έγειρε μοναχά να κοιμηθεί
μες τ’ άλλο πρόσωπο του

 

 

 

 

 

 

Για το Βάκη Λοϊζίδη είπανε:

 

Ο Κώστας Τσιαχρής

«Μέλος και λόγος στην ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη»

Σε έναν ειρωνικό διάλογο με ένα ανολοκλήρωτο ποίημα του [«Γιατί σβήνεις αγριεμένο»], ο Βάκης Λοϊζίδης θίγει με έναν αφοπλιστικό και αβίαστα φυσικό τρόπο ένα θέμα που βασανίζει αλύπητα όλους εκείνους που γράφουν ποίηση και θέλουν να πιστεύουν ότι το έργο τους συνιστά μια πράξη επικοινωνίας. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που ο λόγος έχει καταντήσει υποχείριος της εικόνας κι αδυνατεί να πείσει για το βάρος της αυτόνομης ύπαρξής του. Συνομιλώντας λοιπόν με το ποίημα του ο Ποιητής αναρωτιέται με ποιο τρόπο καταξιώνονται σήμερα τα στιχουργήματα, για να καταλήξει υπαινικτικά ότι η αναγνώριση περιβάλλει μόνο εκείνους τους στίχους που προορίζονται για μελοποίηση. Υπαινίσσεται δηλαδή ότι το βασικό κλειδί για την επικοινωνία του ποιητή με το αναγνωστικό κοινό είναι η προσαρμογή του λόγου στο «μέλος».
Από αυτή την άποψη, ο Λοϊζίδης εγείρει είτε άθελά του είτε σκόπιμα το μεγάλο ζήτημα των προσδοκιών του σημερινού αναγνώστη από τον ποιητή, και ευρύτερα της πρόσληψης της ποίησης. Η αλήθεια είναι ότι η ποίηση που γράφεται σήμερα έχει απομακρυνθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτό που θα αποκαλούσαμε «μουσικότητα». Οι ποιητές, προσηλωμένοι στο δόγμα του μοντερνισμού, που ορίζει ως συστατικά της επιτυχημένης γραφής το γριφώδες ύφος, την αφαίρεση, την ανατροπή των συντακτικών κανόνων και την υιοθέτηση του πεζολογικού τόνου, έχουν κατά κάποιο τρόπο συνεργήσει στην παραγωγή μιας ποίησης άνευρης, σχεδόν ανίκανης να συνομιλήσει με τις φωνές, με τις λέξεις, με τα σώματα και τις μουσικές των απλών ανθρώπων. Στις λίγες περιπτώσεις που αυτό γίνεται κατορθωτό, είναι γιατί οι ποιητές αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο των παραπάνω επιλογών και αγωνίζονται να επανασυνδέσουν την ποίηση με την απλότητα και με τη μουσική.

`
Ο Βάκης Λοϊζίδης ανήκει ασφαλώς στην τελευταία κατηγορία. Φιλολογικά ωστόσο εντάσσεται στη μεγάλη ομάδα των ποιητών που κατάγονται από την Κύπρο και θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η «Γενιά μετά την εισβολή». Πρόκειται για τη γενιά των ποιητών που αρχίζουν να δημιουργούν κυρίως μετά τη δεκαετία του ‘90, όταν πια τα τραύματα της τουρκικής εισβολής έχουν αρχίσει να απαλύνονται και η ποιητική θεματική αναζητά νέα πεδία έμπνευσης, μακριά από το εθνικο-πατριωτικό στοιχείο. Η πρώτη του συλλογή «Ποίηση και κολάζ» κυκλοφόρησε το 1995 και ακολούθησαν άλλες έξι, με τελευταία το «Ο άγγελος και ο γλύπτης» του 201. Ας προσπαθήσουμε να διαγράψουμε τα γενικά χαρακτηριστικά της ποίησής του:
Ο λόγος του είναι καθαρός, ισορροπημένος ανάμεσα στη συγκίνηση και στο νόημα, άμεσος και χωρίς περιττά μαλάματα. Ο ποιητής κοιτάζει την Ποίηση κατάματα και σημαδεύει σ’ αυτό που μπορεί ακόμη να πει κάτι ουσιώδες. Ο λόγος του, σε μια εποχή που το γυμνό έχει χάσει ίσως οριστικά τη δύναμη του αιφνιδιασμού, έχει τη θράσος ν’ απογυμνώνει τα πράγματα και να εκπλήσσει.
Τα ποιήματα είναι ολιγόστιχα, με το λόγο συμπυκνωμένο στο βαθμό που πρέπει, έτσι ώστε η αφαίρεση να μη λειτουργεί σε βάρος της ουσίας, να μη θολώνει παρά να φωτίζει την ανάγνωση. Έτσι, τίποτε δε φαίνεται περιττό, πρόσθετο, διακοσμητικό, αλλά και τίποτε λειψό, γριφώδες, σκοτεινό. Είναι τέτοια η διαύγεια της έκφρασης που εξαναγκάζει την αφαίρεση να τηρεί τις ισορροπίες, να προσδίδει χρώμα και χάρη στο ποιητικό συμβάν και να μην απομένει φόρμα που απλώς μεταφέρει ασύνδετες εμπειρίες.
Ο στίχος του άμεσος και δραστικός, βρίσκει τη γεωμετρία του με κόπο , μ’ ένα προσεκτικό ξεδιάλεγμα της λέξης εκείνης που θα προσθέσει στο σύνολο το ποιητικό ύψο . Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο ότι ο ποιητής λειτουργεί με την τεχνική του γλύπτη, καλλιτεχνική ιδιότητα την οποία πράγματι ο Λοϊζίδης διαθέτει: φαίνεται να σκαλίζει προσεκτικά το ακατέργαστο ποιητικό υλικό του, διαμορφώνοντας αργά και μεθοδικά μικρά αλλά κομψά αγάλματα έκφρασης.

Η συχνή χρήση ερωτημάτων μαρτυρεί ένα ρευστό εσωτερικό κόσμο, όπου οι σκέψεις ανακατατάσσονται και δεδομένα γρήγορα μετατρέπονται σε ζητούμενα.Υπάρχει ένα διαρκές κυνήγι απαντήσεων, μια συνεχόμενη ορμή για αμφιβολία. Κι απ’ αυτή την οπτική, θα έλεγα, τα ερωτήματα απέχουν πολύ από τον τυπικό χαρακτηρισμό τους ως ρητορικών ή ως ασυναίσθητων ασκήσεων ύφους. Είναι περισσότερο τα σημάδια, οι εκχυμώσεις μιας βασανισμένης σκέψης, τις οποίες ο ποιητής εκθέτει χωρίς δισταγμό στο φως. Ο ποιητής επίσης αξιοποιεί εκφραστικά την επανάληψη δομικών στοιχείων: λέξεων, φράσεων, συντακτικών σχημάτων. Η επίμονη επαναφορά των παραπάνω στοιχείων αποκαλύπτει ένα είδος αναμέτρησης του ποιητή με τον εαυτό του, με την ποιητική του πλευρά, με την ποίηση, με το ποίημα, στο τέλος με τη λέξη .

Εκτός από τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν , εμφανή είναι στην ποίηση του Λοϊζίδη και κάποια σταθερά θεματικά μοτίβα :
Η στάση προς την ποίηση και την τέχνη [το μοτίβο της απλότητας στην έκφραση ] : Επισημαίνει την τραγική αυταπάτη της δύναμης του ποιητή να κατευθύνει τις λέξεις , να τις στοιχίζει με τρόπο ναρκισσιστικά φιλόδοξο [ Ξέρεις τι’ ναι /να σ’ εγκαταλείπουν οι λέξεις / να μένεις μόνο / με τη μυρωδιά των ανθρώπων / που τις κατοίκησαν / να μένεις μόνο με την εμμονή / της πρωτοτυπίας /Ξέρεις τι σημαίνει / να σε προδώσει το ποίημα ;] Ειρωνεύεται την τάση πολλών ποιητών να χρησιμοποιούν αρχαίες φράσεις ως προμετωπίδες στα ποιήματά τους [Στο πέτο κάθε ποιήματος / βρίσκεις κι ένα αρχαίο μότο / θέλεις υποσημείωση να ξεναγηθείς / θάλασσα για ν’ απαλλαγείς / απ’ το αρχαιόπρεπο ύφος]. Διαπιστώνει με πικρία την αδιαφορία των σημερινών ανθρώπων για το ποιητικό συμβάν , ενώ σε άλλες εποχές η ποίηση αναστάτωνε τις εσωτερικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού [Κάποιος ομολόγησε / πως οι ποιητές του προκαλούν δυσπεψία /Του βασανίζουν το σώμα / τα όργανα της πέψης /Ήθελε να πει τα έγκατα της ψυχής / Επρόκειτο γι άνθρωπο άλλης εποχής / Τέτοια κωλύματα –τέτοιες αντιστάσεις / δεν έχουν οι σύγχρονοι οργανισμοί ] . Αγωνιά για την τύχη της ποιητικής του παραγωγής , για τον τρόπο γνωστοποίησής της στο αναγνωστικό κοινό [Σήμερα που τα ποιήματα / κυκλοφορούνε συστημένα / πρέπει να βρω κι εγώ προξενητή / κι ας τον καλοπληρώσω /Αλλιώς θα πρέπει ν’ αρκεστώ / σε δύο ή τρεις ομότεχνούς μου]. Θλίβεται για τον αναγνώστη που αδυνατεί να φτάσει στη λέξη ,γιατί του έχουν ήδη καθορίσει το νόημά της [Σε κόσμο που μνημονεύει προτάσεις / και μέχρι να φθάσει στη λέξη / του έχουν αλφαδιάσει το νόημα]. Περιφέρει επίμονα την έκκλησή του προς τους δημιουργούς για απλότητα στην έκφραση [ το «Σεφερικό» μοτίβο της έκκλησης για απλότητα στην έκφραση ] σε τρία τουλάχιστον ποιήματα [Από το πλούσιο λεξιλόγιο /μην καθηλωθείς / Προτίμησε λόγια προσιτά/ κι ας πουν πως γράφτηκαν στο πόδι /Η πέραν του δέοντος επεξεργασία / φέρνει θάνατο ] – [Κολάσαμε την τέχνη μας / με τόσους λεκτικούς θανάτους /κι υπέρβαρη κυκλοφορεί / σχεδόν λιπόθυμη / επιζητεί την απερήμωσή της ] – [Μα τι έπαθε ο ποιητής / και ομιλεί ως τεχνοκρίτης ; /Μα τι έπαθαν και δεν μπορούν / να μιλήσουν αυθόρμητα ;/ Τουλάχιστον αυτούς που συναναστράφηκες / δεν τους έμαθες να μιλούν απλά; ] Η τέχνη τέλος είναι κατά τον ποιητή μια πράξη πάθους , ένα προϊόν της έκρηξης των αισθήσεων [Μα τι θα πει τέχνη; Χειρονομία εν βρασμώ ψυχής]
Η εμμονή της μνήμης [η αναζήτηση της καταγωγής , η αποκατάσταση της σχέσης με το παρελθόν ] . Προβληματίζεται πάνω στο ενδεχόμενο της διαγραφής της ιστορικής μνήμης , με το σκεπτικό μιας δυναμικής αντιμετώπισης της πραγματικότητας , με το όραμα της καταξίωσης των ηρώων στο παρόν τους, και αμφιβάλλει [Erase History /Γιατί; Τους ήρωες / είναι καλύτερα να μην τους διδασκόμαστε / να μη μας τους επιβάλλουν / μεταγενέστερες ιστορικές στιγμές / είναι καλύτερα να μπαίνουν / απ’ τα σοκάκια στη ζωή μας / με τις δικές τους συμπεριφορές ]. Χρησιμοποιώντας το μοτίβο των τριών , από τα οποία το τρίτο πάντα μεταφέρει την κρίσιμη στιγμή του ποιήματος , ταυτίζει τη μνήμη , τη σύγχρονη μνήμη με το κενό [Τρία παιδιά ζωγράφισαν τη μνήμη/ Το πρώτο την όρθωσε σα γίγαντα / Κάτι γνώριζε για τις δυνατότητές της / Το δεύτερο την είχε κάνει φάντασμα / Κι αυτό γνώριζε μια πτυχή της / Το τρίτο μου’ δωσε κόλλα λευκή / Αυτό γνώριζε τα περισσότερα ]. Δηλώνοντας τη διαφοροποίησή του από τους πολλούς ,ανάγει τη μνήμη σε καθοριστικό παράγοντα διεύρυνσης του οπτικού πεδίου του ανθρώπου [Κρεμώ τις μνήμες μου στους τοίχους / Έτσι έμαθα να ψηλώνω τα ταβάνια]. Σε άλλα ποιήματα , γίνεται έκκληση για αφύπνιση του συναισθήματος της καταγωγής , ακόμη κι αν ο κώδικας για την πρόσληψή της είναι ακατάληπτος [Κυπρομινωικά συλλάβισε την καταγωγή / κι ας εκληφθεί / ως άναρθρη κραυγή / βοώντος εν τη ερήμω ] , ή σχολιάζεται ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα διαστρέφει πολλές φορές την ιστορική μνήμη , ακρωτηριάζοντας τα ονόματα των προσώπων [Με κάτι τέτοιες περικοπές / στρεβλώνουν τη συλλογική μνήμη ].
Η αντιπαράθεση φθαρτού -υπερβατικού [ασυνείδητου –συνειδητού ] . Συχνά στην ποίηση του Λοϊζίδη υπάρχει μια κίνηση από κάτι κρυφό , μισοφωτισμένο , βαθιά αποθηκευμένο , προς την αποκάλυψη , το ξεσκέπασμα. Στο ποίημα «Στο πρώτο διάζωμα» διαφαίνεται ότι ακόμη κι αν οι υποσυνείδητες εμπειρίες καταχωνιάζονται κάτω από καινούργια βιώματα , τελικά βρίσκουν τον τρόπο να φανερωθούν μέσα στην ποίηση και να καταλάβουν μάλιστα περίοπτη θέση [Είναι αντικείμενα /που ακόμα κι αν τα αποποιηθείς / ή τα κρύψεις στο πατάρι / φανερώνονται στο ποίημα /Το μισοκαμένο εικονοστάσι / τα οξειδωμένα ψαλίδια , / τα μισοτελειωμένα εργόχειρα /κι οι βεντούζες στο τσίγκινο κουτί /έχουν θέση στο πρώτο διάζωμα]. Αλλού πάλι γίνεται μια παράκληση στα σκοτεινά σημεία της ύπαρξης να επιτρέψουν στο ποιητικό εγώ να γευτεί το φως [Θέλω το νούφαρο στη θέση της καρδιάς / Με ακούς πυκνωμένο σκοτάδι της ύπαρξης ; Θέλω ν’ ανθίσω] . Η συνομιλία ωστόσο μεταξύ φθαρτού και υπερβατικού αποτυπώνεται ολοκληρωμένα , σε όλες τις διαστάσεις της , στη συλλογή «Ο άγγελος και ο γλύπτης» . Εκεί ο ποιητής επιλέγει να αποκαθηλώσει την αγγελική υπόσταση. Επιλέγει μεταξύ πέτρας και θείου την πέτρα, μεταξύ πτώσης και πτήσης την πτώση [Ο άγγελος τελείωνε / εκεί που θα’ πρεπε /να ξεκινά το πρόσωπό του / Το φωτοστέφανο /ήταν πεσμένο μπροστά / στα πόδια του ] .Το μοτίβο της αγγελικής προσήλωσης στο ιδανικό καταρρίπτεται και οι ανθρώπινες αναλογίες με τις οποίες εκφράζεται το υπερβατό , επιτρέπουν πια την προσχώρησή του στα εδάφη του γήινου , του ατελούς [Τον αποκαλείς λαϊκότροπο / σαν αυτούς στην αψίδα /με τις αναλογίες /να μην υπακούουν / στην εικόνα των αγγέλων].Υπάρχει μάλιστα μέσα στους αγγέλους ένα νοσηρό κομμάτι που δεν επιτρέπει στη φύση τους να περάσει ολοκληρωτικά στην περιοχή του άυλου [ Ένα τέταρτο καταστροφή / και τρία τέταρτα θρίαμβος / η ζωή των αγγέλων ]. Αλλά την ίδια ώρα που μεθοδεύεται η αποδόμηση της υπεργήινης σύστασής του αγγελικού , γίνεται έκκληση για την τήρηση ενός μέτρου ως προς την έκταση της ανατροπής, έτσι ώστε να μη χαθεί εντελώς η παραμικρή υποψία ότι η απόσταση μεταξύ αγγέλου και ανθρώπου παραμένει [Μην βάζεις στη δύσκολη θέση / του ξεναγού τον άγγελο/ Ακατάληπτα μένουν τα στοιχειώδη / που τον λαμπρύνουν].

Το παρόν της Κύπρου . Ο Λοϊζίδης συχνά παρατηρεί πτυχές της ζωής της σύγχρονης Κύπρου με ειρωνική διάθεση, με ένα είδος πικρίας για τη μετάλλαξη της αυθεντικότητας των ανθρώπων , του τοπίου και της παράδοσης του νησιού[Ναρκοθέτες και χορευτές συνάμα / κουβαλούμε την υπεροψία τριών ηπείρων / ως ανέτοιμοι ξενιστές πεταλούδων] – [Φοβάμαι πως εμείς / που αντί στη Χώρα πάμε στη Λευκωσία / και την πόλη λιμάνι /ντρεπόμαστε να πούμε Σκάλα / πήραμε άλλο δρόμο / από αυτόν που παίρνουν οι νησιώτες] . Την ίδια ώρα , στο ποίημα «Διαίρεση» , μία αριθμητική πράξη μεταφέρεται σαν οδυνηρό βίωμα από γενιά σε γενιά , για να ταυτιστεί με το πολιτικό δράμα που εξακολουθεί να βιώνει το νησί , για να συνδεθούν με τραγικό τρόπο μέσα στην έκταση 9 στίχων το παρελθόν , το παρόν και το μέλλον [Για τη διαίρεση / από μικρός κουβαλώ το φόβο/ Όταν την έμαθα στη Δευτέρα τάξη / τον τόπο μου διαίρεσαν / σε δύο πράξεις / Τώρα που τη μαθαίνω / στο δικό μου το παιδί / φοβάμαι / το πηλίκο θα επικυρωθεί ]
Η σύγχρονη πραγματικότητα και η πρόσκληση για αυθεντική βίωση της ζωής. Ο ποιητής, όπως θα αναμενόταν , στέκεται με σκεπτικισμό απέναντι σε οτιδήποτε αποδυναμώνει την ένταση και την αυθεντικότητα της ζωής ως φυσικού δώρου . Στο ποίημα «Για να μην αποθάνουμε πριν πεθάνουμε» ζητά την απελευθέρωση της έκφρασης και την επιβεβαίωση της ζωής, έτσι ώστε ο θάνατος να πάψει να υφίσταται ως απειλή και να έρθει ως φυσικό επακόλουθο μιας γνήσια βιωμένης πορείας . Απέναντι στο ξεθώριασμα της έντασης και της ποιότητας των συναισθημάτων εξαιτίας της εισβολής της τεχνολογίας , προτείνει την επιστροφή στο απρόβλεπτο των εκφράσεων του ανθρώπινου σώματος [Μα πώς να θυμώσεις / μέσω υπολογιστή / Ο θυμός / δεν προϋποθέτει / μικροτσίπ / Θέλει χειρονομίες /πρόσωπα αντικριστά ]. Προσπαθώντας τέλος στο ποίημα «Περί της δοτικής πτώσης» να δώσει μία υπαρξιακή εξήγηση στην κατάργηση της δοτικής πτώσης , περιγράφει με παραστατικό τρόπο το υπαρξιακό αδιέξοδο του σημερινού Ελληνισμού .
`

Κλείνοντας αυτή τη μικρή συνομιλία και επιστρέφοντας στον προβληματισμό που ο ίδιος ο ποιητής θέτει εξαρχής, η ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη δημιουργεί μουσική με τον τρόπο της. Μπορεί να της λείπουν τα στοιχεία εκείνα που θα της προσέδιδαν άμεσα μουσικότητα, ,όπως η ομοιοκαταληξία , η ισοσυλλαβία των στίχων, το σταθερό μέτρο ή η ύπαρξη στροφής –επωδού, ωστόσο η ανάγνωσή της , με τις εικόνες της, με λοξοκοιτάγματά της στο χώρο του υπερβατικού, με την επαναφορά λέξεων και φράσεων, με τα επίμονα ερωτήματά της, με τον ευλύγιστο στίχο της, γεννάει στο τέλος το τραγούδι στ’ αυτιά μας.

 

 

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Μια νέα τροπή της κυπριακής ποίησης

Τα στοιχειώδη, εκδόσεις Γαβριηλίδης

«Το θέμα δεν είναι η ανάπτυξη ποιητικής ιδεολογίας (αυτό είναι εύκολο)/ Το θέμα είναι η ανάπτυξη ποιητικής διανοίας (αυτό είναι δύσκολο)». Η παράφραση των στίχων του Ν. Καρούζου αποδίδει –έστω και αφοριστικά– την εξέλιξη της ποιητικής τέχνης στην Κύπρο, τουλάχιστον από την τουρκική εισβολή του 1974 και ύστερα. Αποφεύγω τη χρήση του όρου «κυπριακή ποίηση»: κατ’ αρχάς, διότι η κυρίαρχη τάση των Κύπριων ποιητών να μιλήσουν στη μητροπολιτική λαλιά του αθηναϊκού «λογοτεχνικού κέντρου» έχει εξαλείψει συντριπτικά την ιδιοφωνία που εκφέρεται στην καθημερινή συναλλαγή της κοινωνικής ζωής του νησιού. Το γεγονός δεν αξιολογείται απαραίτητα με θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Είναι, όμως, βέβαιο πως η διαμόρφωση μιας ξεχωριστής κυπριακής λογοτεχνικής σχολής αξιώνει τον παραδειγματικό και συνταγματικό άξονα των ποιητικών κειμένων εντός της γλώσσας, και όχι εντός του κοινού ιστορικού τραύματος που δοκίμασαν –ή κληρονόμησαν– οι σύγχρονοι ελληνόφωνοι Κύπριοι ποιητές. Διότι, σε αυτό το ενδεχόμενο, ο προσδιορισμός «κυπριακή ποίηση» βρίσκει καταφύγιο μόνο σε επίπεδο βραβεύσεων –που απορρέουν από την κρατική υπόσταση του νησιού–, ενώ συγχρόνως συμβάλλει στη γραμματολογική ομαδοποίηση λογοτεχνών με διαβατήριο από την ίδια πολιτειακή αρχή, διευκολύνοντας ανθολόγους, φιλόλογους και ερευνητές στο μάλλον περιττό κομμάτι του έργο τους• και τότε, η πλέον χρηστική αξία του εν λόγω όρου περιορίζεται στον τομέα της βιβλιοθηκονομίας.

Επιπλέον, και υπό την ιδιότητα του ομόγλωσσου, αντιλαμβάνομαι την απόσπαση της «κυπριακής ποίησης» από το σώμα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας ως έκφραση οριενταλισμού –αποικιοκρατικής ρίζας– που λατρεύει το «εξωτικό» και το παράδοξο, που δαιμονοποιεί το λαϊκό στοιχείο και οικοδομεί μια ανώτερη ταυτότητα για λογαριασμό της, διχοτομώντας τη λογοτεχνία των Κυπρίων ανάμεσα στην πραγματικότητά της και στη ρομαντική αντίληψη για αυτήν. Εν ολίγοις, η μητροπολιτική λογοτεχνία της ελλαδικής επικράτειας κατέγραψε, όρισε, φαντάστηκε και, κατά μία έννοια, επινόησε έναν πολιτιστικό Κανόνα για την Κύπρο. Κι όμως, κάτι τέτοιο δεν αποτέλεσε απλώς φαντασίωση• κατάφερε να επιβληθεί ως παθολογία μιας περιφερειακής λογοτεχνίας –της ελλαδικής, εν προκειμένω– που ταυτοποιήθηκε με τη σειρά της, από τους «πιο Δυτικούς», στον μυθιστορηματικό ψυχισμό και τη κινηματογραφική μορφή του Αλέξη Ζορμπά.

Ας επιστρέψω, όμως: αφενός, το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα δεν συνιστά από μόνο του ποιητική ιδιοφωνία. Είναι η καλλιτεχνική διάνοια που ανάγει –οποιαδήποτε γλώσσα ή διάλεκτο– σε τέτοια. Αφετέρου, η ελληνόφωνη ποίηση που αναπτύχθηκε στην Κύπρο υπήρξε ανέκαθεν λαϊκή – τόσο σε επίπεδο κινήτρου όσο και σε επίπεδο εκφοράς, λειτουργίας και προοπτικής. Ο «ποιητάρης» δεν ορίζει απαξιωτικά τον λαϊκό δημιουργό της Κύπρου (η πιο διαδεδομένη νοηματική παραφθορά και έκφανση του ελλαδικού λογοτεχνικού οριενταλισμού προς τη νήσο), αλλά επαγγελματικά –όπως τον «σκαρπάρη» (ο υποδηματοποιός) ή τον πιο σύγχρονο «πεζινάρη» (ο βενζινοπώλης)–, καθώς οι ποιητάρηδες πουλούσαν τα ποιήματά τους σε φυλλάδια ή τα απάγγειλαν και εισέπρατταν από τους ακροατές τους.

Ωστόσο, η αξιωματική σχεδόν παρουσία των παραπάνω συνθηκών στην τοπική λογοτεχνική παραγωγή άρχισε να αξιοποιείται και να αφομοιώνεται στοχαστικά μόλις τις τελευταίες δύο δεκαετίες• και λέγοντας στοχαστικά, εννοώ –προ πάντων– μέσα στην οριζόντια και κάθετη τάξη του κειμένου, με μοναδικά εργαλεία διάνοιας την έννοια και την κρίση στη συναίρεσή τους – που είναι η γλώσσα: το διαρκές αντικείμενο έρευνας και αμφισβήτησης από πλευράς ποιητικής τέχνης. Στη σχετικά ολιγάριθμη ομάδα των νεότερων ποιητών από την Κύπρο που αφομοιώνουν τη γεωπολιτική ιδιαιτερότητα της νήσου και τη συλλογική οδύνη που δοκίμασε η κοινότητα –ως όργανο του ιστορικού πεπρωμένου– σε ένα ποιητικό έργο, το οποίο διεκδικεί τον αυτοκαθορισμό του τόσο σε πλαίσιο λογοτεχνικής ταυτότητας όσο και υπαρξιακής συνείδησης, κυρίαρχη θέση θεωρώ πως κατέχει ο Βάκης Λοϊζίδης και συγκεκριμένα δύο ποιητικές συλλογές του: τα Κινητά μνημεία (Λευκωσία, 2002) και Τα στοιχειώδη (έκτο βιβλίο του ποιητή).

Τα στοιχειώδη αποτελούνται από 30 ολιγόστιχα –κατά κύριο λόγο– τραγούδια. Τραγούδια νοούμενα όχι στο πλαίσιο μιας ιδιωματικής, έμμετρης και ομοιοκατάληκτης ποίησης, αλλά του μέλους που προκύπτει από τη σύνθεση τριών δυνάμεων: του λόγου, της μελωδίας και του ρυθμού – εκφρασμένες με λυρική ένταση και συχνά δοσμένες στην αυστηρή ροπή μιας αποφθεγματολογικής ειρωνείας. Κατά τ’ άλλα: ελάχιστες και οριακές μεταφορές, ακόμη πιο λίγες αποστροφές, στοιχειακή λιτότητα στη διαχείριση του ποιητικού υλικού κι ελλειπτική παράθεση «αιχμηρών» συμβόλων που αγγίζουν τον σπαραγμό. Ωστόσο, η περίπτωση του Β. Λοϊζίδη δεν φαίνεται πιο «ελκυστική» από τις ανάλογες Ελλαδιτών ή Κύπριων ομοτέχνων που δοκιμάζουν και δοκιμάζονται στις ίδιες τονικές συντεταγμένες εξαιτίας των παραπάνω χαρακτηριστικών.

Στην περίπτωση των Στοιχειωδών, κάθε ποίημα προκύπτει ως έκφραση ενός βαθύτερου αξιώματος αυτογνωσίας και συγχρόνως ως διαρκή άσκηση μιας καινούργιας γλωσσικής διάθεσης και συνείδησης πάνω στην ευρύτερη νεοελληνική γραμματεία, αν και δομημένη συχνά σε φόρμες που δεν διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους. Ωστόσο, ο Λοϊζίδης κατορθώνει ένα δύσκολο ποιητικό επίτευγμα, ειδικά μέσα στο δύσκαμπτο και εν πολλοίς πατριδοκεντρικό χαρακτήρα της τοπικής λογοτεχνικής σκηνής: τη χειραφέτηση του καλλιτέχνη από τη σημειολογική συστημική αναφορά του περιβάλλοντος κόσμου και την επιλογή μιας αδέσμευτης ανάγνωσης από επικοινωνιακούς συναισθηματισμούς και τυποποιημένα βιώματα της ιστορικής εμπειρίας. Από την επίδραση που ασκεί η ιστορική συνθήκη στη διαμόρφωση της εκάστοτε εθνικής κουλτούρας, ο Λοϊζίδης υιοθετεί και μεταπλάθει το φαινόμενο του πολιτισμικού συγκερασμού και των σχετικών ζυμώσεων, που συμβαίνει επί αιώνες στο νησί του, σε ένα βιβλίο που οικοδομείται ταυτόχρονα πάνω σε ετερόκλιτους, πλην όμως συγγενείς –οντολογικά– θεματικούς και γλωσσικούς άξονες, οι οποίοι αναπτύσσουν την αυτοτέλειά τους υπό τη σκέπη μιας ιδιαίτερης τεχνικής. Έτσι, Τα στοιχειώδη αφομοιώνουν κατά τρόπο φυσικό –και από σελίδα σε σελίδα– αφορισμούς ποιητικής (Σ’ έγραψα, σε ξανάγραψα/ σε δούλεψα/ κι όταν κατάλαβες/ ότι σε προόριζα για ποίημα/ έγινες έξαλλο./ […] Δεν είμαι προϊόν ευαισθησίας/ είπες αμείλικτα/ πριν σβήσεις αγριεμένο.), εικόνες των Κατεχομένων, όπως στο ποίημα για τον Πενταδάκτυλο, (Κι ενώ θα ’σαι πια υπόθεση ονείρου/ μία σκέψη πεδινή/ πάντα ξεκούραστη/ θ’ απωθεί το παλιό βουνό απ’ τη μνήμη./ Έτσι θα βρούμε/ έτσι θα χάσουμε/ το παρελθόν και το μέλλον.), ακόμη και τα γεγονότα της εξέγερσης του Δεκέμβρη ’08 (Πρέπει να καταργήσουμε τον θάνατο/ τουλάχιστον για τις ηλικίες/ κάτω των δεκαέξι χρόνων.)

Αν επιμένω στη θέση μου πως ο Β. Λοϊζίδης αποτελεί ξεχωριστή παρουσία ανάμεσα στους νεότερους ελληνόφωνους Κύπριους ποιητές που εμφανίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια στα Γράμματα, αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι το έργο του δεν εγείρει απλώς προς συζήτηση την εισήγηση περί ενσωμάτωσης της σύγχρονης λογοτεχνίας και του δοκιμιακού λόγου που γράφεται στην Κύπρο στο μητροπολιτικό σώμα της νεοελληνικής γραμματείας, αλλά την επιβάλλει.

Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος/ ερήμην της δικής μας ψυχής (από τη σελ. 14 του βιβλίου)).

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι ποιητής

 

 

Ο Μάριος Μιχαηλίδης

«Γιατί γυναίκα μεγαλωμένη στην πόλη αυτή αγάπησα»

Για την ποιητική συλλογή του Βάκη Λοϊζίδη, Γέτεμποργκ

Θα μπορούσα να αποκαλέσω την ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη ως μια θαρραλέα ρωγμή στα ποιητικά πεπραγμένα που, κατά κανόνα, τα τελευταία χρόνια επαναλαμβάνονται σαν μόνιμη επωδός με ελαφρές παραλλαγές. Ασφαλώς, δε λείπουν οι θαυμαστές εξαιρέσεις που διασώζουν την τιμή της ποίησης.
Ο ποιητής ανήκει στη νέα γενιά των Ελλήνων ποιητών που κατάγονται από την Κύπρο και ζουν μόνιμα στη Μεγαλόνησο. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ποίησής του, η ενσυνείδητη άρνηση -ή το τόλμημά- του να εγκλωβιστεί και να περιπλακεί στην αρτάνη της εντοπιότητας, που ως κανόνας ακολουθεί εδώ και χρόνια τη λογική της εθνικής και ειδολογικής κατηγοριοποίησης των ποιητών.
Στο θέμα αυτό μπορεί ο καθένας να έχει τις δικές του απόψεις, χωρίς ασφαλώς να αρνείται τη χρησιμότητα ή και την αναγκαιότητα του όρου “εντοπιότητα” για γραμματολογικούς κυρίως λόγους. Δεν μπορεί, όμως, σήμερα να εξακολουθεί ο ίδιος όρος να αποτελεί το μέτρο της ποιητικής αυθεντικότητας. Ο κοσμοπολιτισμός εδώ και χρόνια είναι η ταυτότητα πολλών ποιητών, που ποτέ και κανείς δεν τους αρνήθηκε την γνησιότητα της γραφής τους.
Ο Βάκης Λοϊζίδης είναι ένας ποιητής με έκδηλη την τάση του κοσμοπολιτισμού και με ιδιάζουσα ποιητική ιδιοσυγκρασία. Ο τίτλος της νέας του δίγλωσσης συλλογής Γέτεμποργκ, είναι η φερώνυμη πόλη-λιμάνι που ως ένα μεγάλο βαθμό καθόρισε τη ζωή του (Άνοιξη στο Γέτεμποργκ, σελ. 15):
Έτσι την λεν την πόλη-λιμάνι στο βορρά οι ντόπιοι/Έτσι θέλω κι εγώ να την γνωρίζω/με το αληθινό της όνομα/ κι όχι αγγλιστί/ όπως οι ολιγοήμεροι επισκέπτες/ με τις προσχεδιασμένες μνήμες/Γιατί γυναίκα μεγαλωμένη στην πόλη αυτή αγάπησα (…).
Τα ποιήματα της συλλογής χαρακτηρίζονται από ωριμότητα που την αποκαλύπτουν η εκφραστική άνεση, η ρέουσα γλώσσα και ιδίως η ανεπιτήδευτη χρήση της μεταφοράς (Φρούτα από φυσητό γυαλί, σελ. 37): Ο υαλουργός γίνεται δέντρο/καθώς φυσάει το γυαλί/Γίνεται πουλί/Ραμφίζει τα φρούτα (…).
Το ίδιο, με μεγαλύτερη, ωστόσο συγκρατημένη ένταση, παρατηρείται στο ποίημα Για τον Φέλιξ Λίντπεργκ (σελ.19), όπου ο ποιητής βλέπει τον ευεργέτη που περπατά μετά θάνατον/ στο κέντρο της πόλης/αντίκρυ στον Έρικσον/Οι γλάροι ξαποσταίνουν/ στο ψηλό του καπέλο/Οι περιηγητές εκπλήττονται/με το μικρό του ανάστημα/Η πόλη βάζει στην καθημερινότητά της τον μεταθανάτιο περίπατό του/κι οι φοιτητές του πολυτεχνείου (…)/Του βάζουν ένα τεράστιο λουλούδι στο πέτο (…).
Εδώ, η μεταφορά και το φαντασιακό, υποτάσσονται σε μία ποιητική θεατρικότητα με “δρώντα πρόσωπα” τον νεκρό Λίντμπεργκ που περπατά, με μια δέσμη λουλούδια/κρατημένη διακριτικά/στο πίσω μέρος του φράκου (…) τους γλάρους, τους κατάπληκτους περιηγητές και τους ευγνώμονες φοιτητές.
Όμως στον ίδιο χώρο, λίγο μόνο πιο έξω από τη μαγική πόλη του Γέτεμποργκ, όπου η νύχτα τον έρωτα τον θέλει μόνο για τον εαυτό της (Θεατρικό, σελ.25), η ποιητική ματιά του Λοϊζίδη καταγράφει μιαν ισχυρή αντίθεση. Απέναντι στην ευκρασία που προκαλεί η φαντασιακή περιδιάβαση της φιλανθρωπίας του Λίντμπεργκ, παραθέτει την εικόνα της καθηλωμένης στα κρύα παγκάκια φτώχιας και εξαθλίωσης (Γειτονιές μεταναστών, σελ. 23): Ανθρώπους με χαμένες πατρίδες/και μνήμες από τόπους ζεστούς/συναντώ στα παγκάκια της Γιέλμπου/Διαβιώνουν υπό το μηδέν/Μιλούν σπαστά σουηδικά/και περιμένουν το καλοκαίρι/ Το ταξίδι για το βορρά/ ήταν το πιο μακρινό/Το πιο ακριβό/Ο μεσάζοντας δεν έκανε σκόντο (…)
Η αναμονή των μεταναστών στο κρύο καταγράφεται ωσάν σιωπηλή προσδοκία ονειρικού νόστου, μιας αποδημίας ή εκδημίας που θα συντελεστεί με τη συνέργεια της μνήμης σε χώρους θαλπωρής.
Εκτός των άλλων, στη νέα δουλειά του Λοϊζίδη, στοιχείο που ιδιαίτερα θέλγει είναι η στοχαστική αυτοαναφορικότητα. Τη στιγμή που ορισμένοι στίχοι, φαινομενικά απλοϊκοί στην εκφορά τους, ακολουθούν τη λογική της επεξηγηματικής παράθεσης, το ποίημα κορυφώνεται, χωρίς όμως να θορυβεί: (Καθώς οι μνήμες ταξιδεύουν, σελ. 17):

Από τότε που μνήμες σουηδικές/μπήκαν στο σπίτι μου/Τα παιδικά σου χρόνια στο Βίμερμπι/Το κόκκινο σπίτι στο Λόκνεβι/Η μοναξιά του Άλφ/Τα πετρώδη χωράφια της Σμώλαντ/Μια γιαγιά με κόρες κυνηγούς/κι όνομα λουλουδιού/με παίρνει συχνά περίπατο στο δάσος/Ακούω για πρώτη φορά τον στίχο του Ντάγκερμαν/ “Ο θάνατος είναι μικρό ταξίδι/απ’ το κλαδί ως το χώμα”.
Κι αν το ταξίδι του θανάτου είναι τόσο μικρό, αφού η μοίρα των νεκρών είναι γρήγορα να αποξεχνιούνται, η ζωή της ποίησης είναι αιώνια. Και καθώς διαγράφει τον ατελεύτητο κύκλο της, άλλους τους προσπερνά, σε άλλους στέκεται, τους κοιτά με απορία μέχρι που σκύβουν το κεφάλι από ντροπή, ενώ σε άλλους κλείνει το μάτι.

* Ο ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ είναι συγγραφέας.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΡΕΟΥΣΗΣ

« Χομχάχ»: Οι αερόλιθοι του Βάκη Λοϊζίδη
Κατοπτεύσεις «Μην τον χαλάς τον νότο μέσα σου για μια ξελογιάστρα δύση»
……………………………………………………………………………..
……………………………………………………………………………..
«Οι αερόλιθοι»
O Λοϊζίδης, στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του «Χομχάχ», περιδιαβαίνει στον χώρο της τέχνης όπως αυτή εκτέθηκε και εκτίθεται την τελευταία ίσως, 15ετία στον τόπο μας. Επιλέγει τη φόρμα της σύντομης , ακαριαίας πρότασης για να εκφραστεί και να εκφράσει το, φευ, ανέκφραστο σύγχρονο καλλιτεχνικό έρεβος της νήσου. Θα μπορούσα να την ονομάσω αξίωμα , αφορισμό ή επίγραμμα αλλά προτιμώ την λέξη αερίλιθος όπως την εφάρμοσε ο Ισπανός ποιητής Carlos Edmundo de Ory ( 1923 – 2010). Γράφει, λοιπόν, ο Carlos Edmundo De Ory στο «γλωσσσολογικό απόσπασμα –fragmen linguae” στη σελίδα 7 του βιβλίου του, «Οι αερίλιθοι – Los aerolitos» εκδόσεις Calambur, Μαδρίτη 2005 «Ο Νίτσε τα ονομάζει αποφθέγματα ή αξιώματα ή ρητά ή γνωμικά ή βέλη ή βλήμματα. Ο Νοβάλις τα ονομάζει: γύρη. Ο Μποτλέρ τα ονομάζει: ρουκέτες. Ο Ζούμπερ(Joubert): σκέψεις. Ο Σιοράν (Cioran) :στραγγαλιστικές σκέψεις και ο Αντρέ Ζινιάσκι ( Andri Siniaski): αιφνίδιες ή απρόσμενες σκέψεις . Ο Ροζανόφ ( Rozanov): φύλλα πεσμένα και ο Ρενέ Σαρ: φύλλα του Ύπνου Ο Μάλκολμ ντε Καζάλ( Malcolm de Chazal) :εκφραστική αίσθηση ή ευαίσθητη εκφραστική και ο Λουίς Σκουτεντέρ (Louis Scutenaire): επιγραφές . Ο Αντόνιο Πόρστσια: φωνές, κι εγώ αερόλιθους».
Διαπιστώσεις
Αλλά, ας ζορίσω λίγο τον λόγο, επεκτείνοντας τον στην ατραπό που , όχι απρόσκοπτα, βλέπω να διανοίγεται μέσα από /στο βιβλίο του Βάκη Λοϊζίδη Το φραστικό εναλλακτικό ρητόρευμα «μ’ αρέσει » ή δεν μ’ αρέσει » αποτελεί αιώνες τώρα, την πλειοψηφική κριτική απόφανση σε ατομικό επίπεδο. Και παραμένει απρόσβλητο ως φυσικό διακαίωμα στην αρέσκεια ή την απαραίσκεια εφόσον αυτή η απόλυτα υποκειμενική (στην εγωιστική της προέλευση) θέση δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της με την προσθήκη του απαρέμφατου «είναι». Άλλο πράγμα η προσωπική επιλογή του ναι ή του όχι και άλλο η προσπάθεια αντικειμενοποίησής τους αναπόδεικτα.Οι προσωποπαγείς ισχυρισμοί δεν συγκροτούν αποδεικτικό υλικό.
Μια σειρά ερωτημάτων, ίσως βοηθήσει στην κατανόηση αν όχι την εμπέδωση του παραπάνω συλλογισμού: Γίνεται τέχνη με κρατικοδίαιτους κομισάριους, ή ακόμα, με ιδιωτικούς φορείς που φλερτάρουν ευθαρσώς την όποια κρατική/εξουσία επιχορήγησης στο πνεύμα της στήριξης του πολιτισμού; Γίνεται ποτέ ανταγωνιστική τέχνη με επιτρόπους και καθοδηγητές της καλλιτεχνικής και της λογοτεχνικής δημιουργίας;
Δυστυχώς ο 21ος αιώνας, ανίκανος να αναιρέσει τις πρακτικές του προηγούμενου, που έκλεινε στα ψυχιατρεία ή περιθωριοποιούσε κοινωνικά και καλλιτεχικά τα πλέον ελεύθερα πνεύματα για να πραγματοποιήσει στον κατάλληλο, ακίνδυνο χρόνο κρατικοδίαιτες επιδοτημένες εκθέσεις με τα έργα τους, συνεχίζει να αυτομακαρίζεται.
«ΧΟΜΧΑΧ »
Με δεδομένη τη νεκροφάνεια της κριτικής που μιλά μόνον όταν υπάρχει απτό κέρδος , το «Χομχάχ» των ιδιωτικών εκδόσεων «Αντηρίδα» του Βάκη Λοϊζίδη , έρχεται, με το ελάχιστο έως αφαιρετικό του λόγο, να υπομνηματίσει ακαριαία τα προαναφερθέντα. Αλλά τι είναι το «Χομχάχ»; Αναφέρει ο ποιητής στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου του: « Η λέξη “τέχνη” ανατολικής καταγωγής «Χομχάχ» προϋποθέτει τη σοφή εκείνη διάθεση του ανθρώπου , ο οποίος με το δημιουργικό του έργο συμπληρώνει την ομορφία της ζωής του», Τζούλιο Καίμη : «Ο εθνικός χαρακτήρας της τέχνης», δακτυλόγραφο, πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, Αθήνα.
Αγέρωχη ειλικρίνεια
Οργή, ψύχραιμη ένταση και αδυσώπητο χιούμορ συντροφεύουν την πλεύση του Λοϊζίδη σ’ ότι «το μάτι ακούει και το αφτί βλέπει» έτσι για να θέσουμε επιτέλους σε λειτουργία και εφαρμογή τη μαγική πρακτική που δεικνύει κοντά έναν αιώνα τώρα το ποιητικό, πολιτικό, και επαναστατικό κίνημα του υπερεαλισμού.
• Οργή («αερόλιθος»6, σ.14) « Οι μεσάζοντες ασελγούν στο σώμα σου. Τι τις θέλεις τόσες υποσημειώσεις και εξηγήσεις του κερατά στον κρόταφο σου;Αρνήσου τα δεκανίκια, πριν βρεθείς αλυσοδεμένη στο άρμα μιας θεωρίας που τάχα σ’ εξυψώνει, ενώ καταβροχθίζει την ουσία σου».
• Ψύχραιμη ένταση («αερόλιθος» 8,σ.16): « Πότε σε πιάνω να κραυγάζεις κι άλλοτε να ψευτοκλαψουρίζεις για θέματα πολιτικά και τα της κοινωνίας. Ξέχασες πως αυτά τα θέματα έχουν ως προαπαιτούμενο το μέτρο και προπάντων τον σεβασμό στους ταλαιπωρημένους»
• Αδυσώπητο χιούμορ («αερόλιθος»16,σ.24): «Διεθνής καλλιτέχνης κάτι σαν πολυεθνική εταιρεία. Αλληλούια!».
Συνεχίζοντας παρακάτω, ο Λοϊζίδης, το «μεταξένιο κόψιμο» των κάλπικων διακινητών – διακονητών – διακονιάρηδων της σύγχρονης τέχνης: «Όταν ένας τοπιογράφος σε υπηρετεί με γνησιότητα, γιατί τρέχεις πίσω από ξετσίπωτους εννοιολόγους;»(«αερόλιθος», 24.σ.32). Και επιπλέον, με αγέρωχη ειλικρίνεια, ραπίζει μοδάτες πρακτικές επιμελητών και επιλεγμένων καλλιτεχνών, απ’ το σκοτάδι των εν γένει, με ή χωρίς εισαγωγικά, δημιουργών της ελεγχώμενα χειραγωγημένης στάνης: Μπαίνουν στο μουσείο με τα αρχαία, με πρόσχημα τον πόθο για συνέχεια, μα τα πονήματα τους ως επί το πλείστον μαρτυρούν βιασύνη γι΄αυτό που λέμε αιωνιότητα», (αερόλιθος, 27,σ.35)
«Τελικά τι σημαίνει ναϊφ;» διερωτάται ο Βάκης Λοϊζίδης στον αερόλιθο 33 σ.41. Σίγουρα, όχι αφελής, σας διαβεβαιώνω αφήνοντας την άνω στιγμή και το κόμμα του ερωτηματικού αναπάντητα απαντημένο. Ενώ, στον αμέσως επόμενο αερόλιθο 35 σ.42, ο ποιητής τής υπερθεματίζει ευφυώς: Έχουμε πολλά να μάθουμε από αυτούς που αντιστέκονται ως χειροτέχνες».

Σημ. Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου «ΧΟΜΧΑΧ», του Βάκη Λοϊζίδη , την Παρασκευή 27 Μαίου 2016, στο Συνεμά Ξάνθης 3 στην Λευκωσία και δημοσιεύεται σήμερα στο Ηδύφωνο της εφημερίδας Σημερινή

 

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΚΗ ΛΟΪΖΙΔΗ

πινακας 7 πινακας 3 πινακας 2 πινακας 1

 

 

ΣΥΝΕΝΥΕΥΞΗ ΣΤΟ «ΠΑΡΑΘΥΡΟ»

ΣΤΗΝ  ΜΕΡΟΠΗ ΜΩΥΣΕΩΣ

Βάκης Λοϊζίδης: Εικαστικοί «Μικρόκοσμοι»

16/12/2013

Γνωστός στους κύκλους της ποίησης αλλά και των εικαστικών τεχνών, ο πάντα δραστήριος Βάκης Λοϊζίδης είναι από τους ανθρώπους που προσεγγίζουν αμφότερους τους τομείς με καλή διάθεση και σύγχρονη ματιά.

Την Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου, ο πολυπράγμων καλλιτέχνης ενδύεται την ιδιότητά του ως εικαστικού και παρουσιάζει την τρίτη ατομική του έκθεση στην γκαλερί Opus 39. Τίτλος της, «Μικρόκοσμοι». Με έντονο το στοιχείο της αναζήτησης που δίνει τη δυνατότητα μιας άλλης θέασης του κόσμου, αυτοί οι «Μικρόκοσμοι» του Βάκη Λοϊζίδη προτάσσουν, όπως σημειώνει ο ίδιος, την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ψυχής ως μέσο για την αφύπνισή μας.

Πιο κάτω ο Β. Λοϊζίδης απαντά σε μια σειρά από ερωτήσεις για τον «Π»:

Τι χαρακτηρίζει τη νέα σας δουλειά;

Συνεχίζω το ταξίδι μου με έργα μικρών διαστάσεων και μικτής τεχνικής. Αγαπώ τις μικρές διαστάσεις. Βρίσκω ότι ταιριάζουν περισσότερο στην ανθρώπινη φύση. Μέσα από τα έργα μου καθρεφτίζεται η ευθραυστότητα της ανθρώπινης ψυχής. Ίσως λειτουργούν ως αντίδοτα της μοναξιάς. Πρόκειται για έναν συνδυασμό κολάζ και σχεδίου με χρωματιστά μολύβια, μαρκαδόρους και ακριλικά. Μερικά έργα έχουν ως κύριο υλικό στοιχεία από παλιές καρτ-ποστάλ της Λευκωσίας, τις θήκες διαφανειών, ενώ άλλα αποτελούν μικρόκοσμους από κήπους. Τα περισσότερα έργα είναι φτιαγμένα πάνω σε γκρίζα χαρτόνια. Μια μικρή ενότητα έργων είναι ζωγραφισμένα πάνω στη συσκευασία μιας εταιρείας ρούχων. Με τον τρόπο αυτό γίνεται μια δημιουργική ανακύκλωση του συγκεκριμένου υλικού.

Πιστεύετε ότι χρειάζεται να υπάρχει υφολογική και θεματική συνοχή μεταξύ των έργων που παρουσιάζονται σε μια έκθεση;

Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί, αλλά ίσως λόγω χαρακτήρα να μην το επιτυγχάνω σε μεγάλο βαθμό. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι αν ένα έργο ταξιδέψει στον χρόνο, μόνο του θα ταξιδέψει. Χωρίς τα υπόλοιπα έργα που ανήκουν στην ίδια ενότητα. Είναι ποιήματα που στον χρόνο αντέχουν μόνο μερικοί στίχοι ή ίσως ένας μόνο στίχος τους. Θα έλεγα ότι η υφολογική και θεματική συνοχή έχει αξία όταν δεν είναι προσχεδιασμένη και αναδεικνύεται ως στάση ζωής.

Έχετε μια έντονη παρουσία στον χώρο των τεχνών και των γραμμάτων. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τη διοργάνωση ενός ποιητικού περιπάτου στη Λευκωσία και μιας ποιητικής εκδήλωσης στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών με θέμα «ποίηση και κρίση» κάτω από τη δική σας φροντίδα.

Η επικοινωνία μεταξύ των δημιουργών αλλά και μεταξύ των διάφορων μορφών τέχνης κρίνω πως είναι πολύ σημαντική και λείπει ιδιαίτερα στον ποιητικό χώρο. Βέβαια, με το να δίνει κανείς συχνά το παρόν του παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο. Ευτυχώς ή δυστυχώς είμαι ανήσυχος άνθρωπος και μου αρέσει να οργανώνω πράγματα. Ιδιαίτερα παρεμβάσεις που έχουν το στοιχείο της συνομιλίας μεταξύ διαφόρων μορφών τέχνης, όπως η ποιητική εκδήλωση στο Κέντρο Τεχνών με θέμα την κρίση που λειτούργησε πολύ ωραία με τα έργα της έκθεσης. Η παρέμβαση επίσης του ποιητικού λόγου στους δημόσιους χώρους είναι σημαντική. Τα ποιήματα και τα έργα τέχνης γενικά δεν απευθύνονται μόνο στους ειδικούς. Ο ποιητικός περίπατος ήταν μια εμπειρία που αξίζει να επαναληφθεί.

Η νέα σας έκθεση πραγματοποιείται σε μια δύσκολη περίοδο;

Τα έργα δεν τα κάνουμε με μοναδικό προορισμό την πώλησή τους. Έχουμε υποχρέωση να δείχνουμε τη δουλειά μας, ιδιαίτερα στη δύσκολη εποχή που περνούμε. Είναι ένας τρόπος αντίστασης, ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας και προβληματισμού. Είναι πραγματικά πολύ ελπιδοφόρο ότι η Λευκωσία και η Κύπρος σφύζουν από πολιτιστικά γεγονότα. Τα γεγονότα που έχουν αξία δεν είναι απαραίτητα αυτά που προϋποθέτουν υψηλό κόστος.

Νιώθετε περισσότερο ποιητής ή ζωγράφος;

Ούτε ποιητής ούτε ζωγράφος. Είναι μεγάλη υπόθεση να δηλώσει κανείς ότι είναι ποιητής. Ίσως έχω γράψει κάποια ποιήματα τα οποία έχουν προσεχθεί. Είμαι ένας ανήσυχος άνθρωπος που μέσα από τα ερεθίσματα που μου δίνει η ζωή προβαίνω στη δική μου κατάθεση αναλαμβάνοντας το ρίσκο των πράξεών μου. Άλλοτε εκφράζομαι με λέξεις και άλλοτε με χρώματα, φόρμες και ευτελή υλικά. Τώρα αν αυτό που καταθέτω αξίζει, μόνο ο χρόνος θα το δείξει.

Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο για τη νέα χρονιά;

Πρόκειται να κυκλοφορήσει ένα ποιητικό βιβλίο στη Σουηδία με ποιήματά μου μεταφρασμένα στα σουηδικά. Τα ποιήματα είναι εμπνευσμένα από τα ταξίδια μου στη Σουηδία τα τελευταία 20 χρόνια και συγκεκριμένα από την πόλη της συζύγου μου, το Γκέτεμποργκ, που φέρει και τον τίτλο του βιβλίου.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

Αγγέλα

 

 

Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1967. Σπούδασε Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές σε θέματα διαχείρισης κρίσεων και διαμεσολάβησης. Είναι κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Master of Arts στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική.
Είναι διευθύντρια σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης και Αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποίηση:

Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα,2011
Στιγμές Αλκυονίδες, 2012
Εκ του Σύνεγγυς, 2014, (βραχεία λίστα για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας Κύπρου – Το έργο μεταφράστηκε στα Σερβικά από το Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.)
Αειθαλής θάλασσα, 2017

Διηγήματα:

Οι ψυχές βαδίζουν μόνες, 2011

Συμμετοχή στις δίγλωσσες ποιητικές ανθολογίες:

«Poetic and visual routes on Aphrodite’s island», Ακτίς, 2012
«Pane e poesia», La Vita Felice, 2015
«Anthologie de la poésie chypriote contemporaine «, Editions Variations, 2016

 

 

 

 

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑ (2017)

 

Άγκυρες είναι τα λόγια
όταν σαλπάρεις
δεν τα χρειάζεσαι
Μόνο λευκά πανιά σιωπής
όρτσα στην εκκωφαντική
ελευθερία των ανέμων

 

Θ

Χάρη στην κεντητή της ζώνη,
θάμπωνε τους θνητούς
και τους αθάνατους
η Κύπριδα
Το Θέλγητρον
την καθιστούσε ποθητή
Η θελκτική της ικανότητα
το σώμα το αειθαλές,
το θηλυκό της θάμπος
Θαλασσογέννητη
Θαλασσοκράτειρα
Θαλασσοπούλι
Όχι Θεά
Μια θαλπωρή για τους θνητούς
στο θολοσκέπαστο θαλάμι
Μια θαρραλέα θεατρίνα
Θήλυ και θήκη και θηλή
Θνητή που νίκησε το θάνατο
την κάθειρξη και τη θλιβή
θάλλοντας στην αθανασία

 

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Νερό και χώμα για το ποίημα
να πάρει σώμα στον τροχό
τα χέρια να του δώσουν σχήμα
να γίνει πλάσμα ζωντανό

Γυρίζει ο δίσκος πήλινο θραύσμα
στην πεθαμένη Σαλαμίνα
βαθιά στο στόμα κρύβω το τραύμα
το εναποθέτω σε μια βιτρίνα

Στον κλίβανο το ποίημα εξαγνίζω
με αλοιφές που αντέχουν προδοσία
αγγείο βαθύ οξυπύθμενο σκαλίζω
περιρραντήριο για τη λατρεία

Έχω ένα ποίημα πήλινο
βαθύ και το λαξεύω
η σπείρα και ο μαίανδρος
κρατούν το αποτύπωμα

Κραδαίνω καπνιστήρι πήλινο
θυμίαμα το ποίημα
η μνήμη αιμορραγεί
με καθαιρεί και με καθαίρει

Είμαι διάτρητο αγγείο
φλοίσβος σε λήκυθο λευκή
πλάσμα και πλάστης

Είμαι η Κύπριδα – Δεν θα χαθώ

 

 

ΝΗΣΙ

Οι Βαλκυρίες κολυμπούν
με τον Αττίλα στη Μεσόγειο
Τέλος εποχής
Ανατολή

Ναυαγοί στην κόκκινη θάλασσα
βαρκούλα χλωμή μισοφέγγαρη
παιδιά φοβισμένων ανθρώπων
παιδιά γερασμένων ελπίδων
η μεγάλη Θεά απλωμένη στο ανάχωμα
αναδυόμενη μετανάστρια
επαναστάτης οπλισμένη
μάρτυρας των πληγών

Η μάνα θάλασσα;
Η αρχαία θεά;
Η Ερινύα; Η Αστάρτη;
Ποια και ποιος ο φόβος;
Ματωμένο το φεγγάρι στην Ανατολή
Μαρμάρινο το κεφάλι στη Δύση
Ωσάν να ήταν πάντα η μοίρα
των ταπεινών και των ημίθεων πατρίδα
να θάβουμε πολλές φορές τον ίδιο απόντα

Φινάλε διάφανο λιποβαρές
δίχως εκτόπισμα χορός υδρόβιος
υπότιτλοι κυματισμοί ακροτελεύτιο
Άνωση δίχως όρους σχεδόν ένωση
αμφίβια σώματα χελιδονόψαρα
Ήλιος παρών αρμύρα πανταχόθεν
δίχως εκπτώσεις αναχωρώντας
πάντα επιστρέφεις
δίχως εσένα

 

 

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα είναι γυναίκα
Τα ζωντανά βαθιά νερά είναι αλμυρά
Μην πιείς ακόμα κι αν πεθαίνεις από δίψα
Αν είναι ήρεμη μπορείς να νιώσεις καπετάνιος
Αν αγριέψει γίνε πειρατής
Τα μυστικά της τα κρατά βαθιά κρυμμένα
Για να τα μάθεις γίνε δύτης
ή ψάρι αν προτιμείς
Οι νίκες της είναι ναυάγια
Όσα καράβια την παλέψανε
κι έφτασαν στα λιμάνια
δεν τα θυμάται πια
Είναι της γης εκείνα πεθαμένα
Η θάλασσα είναι γυναίκα
είναι γυναίκα η θάλασσα

Η θάλασσα φοράει δαντέλα
κάθε παλίρροια μέρα
κάρβουνο απλώνει στις σκιές
σαν έρθει άμπωτη σελήνη
φωτοδός να μαρτυρήσει βάθη εβένινα
Η θάλασσα αιμορραγεί
τις ώρες της θλιβής
κυοφορώντας την ανάδυση

 

 

Εκ του σύνεγγυς 2014

 

Παιδί στο προσφυγόσημο

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
θέλει ελεύθερο να περπατήσει
να ζήσει θέλει
να ξεκολλήσει επιτέλους
την παιδική ψυχή από το έρεβος
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
σε φάκελους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί 

 

 

Πρόσφυγες

Διανύεις αποστάσεις επί τόπου
κρατώντας πυξίδα ένα μισοφέγγαρο ήλιο
που ανατέλλει και δύει μαζί σου
Φαύλη ανακύκλωση ευχών
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου
Ποιου χρόνου;
Πορεύεσαι
Εναποθέτεις ελπίδες
Μνήμες ανακαλείς
Πορεύομαι πλάι σου καιρό
Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι

 

 

Αμμόχωστος

Για να σε λησμονήσω
ξαπλώνω στην άμμο σου
και μαζεύω φωτόνια
Ύστερα τα αλείβω
με ευλάβεια στο δέρμα μου
Μικροσκοπικά αστέρια
φυτρώνουν εντός μου
και τότε ανατέλλω
μηδενικά φορτισμένη
πανδέκτης και πανσέληνος αλλού
Μα δε σε λησμονώ 

 

 

Θεοφάνεια

Στον Άγιο Θέρισσο της Αιγιαλούσας
περπάτησαν ως κάτω στο γιαλό
για τον αγιασμό των υδάτων
εξόριστοι σαράντα χρόνους
αμίλητοι, αγέλαστοι, αλύτρωτοι
και το βλέμμα περιστέρι νεκρό
σε κατεχόμενους ουρανούς
εβεβαίου του πόνου το ασφαλές

 

 

Ιούλης

Οι σειρήνες
ήχος μνημόσυνος
μνήμες ερινύες
ερινύες μοίρες
μοίρες ερπύστριες
Παρελθόν αγνοούμενο
παρόν εγκλωβισμένο
μέλλον αιχμάλωτο
Δύναται ο ήχος
να πυροδοτήσει τη μνήμη;
Ιούλης καύσωνας
κατακτητής
Ελέω λειψυδρίας
λειψανδρίας προπάντων
Μονόλεπτη σιγή
μονόλεπτη ντροπή
μονόλεπτος σκασμός
Ύστερα
ψυχές ρακένδυτες
μπάνια στις παραλίες

 

 

Τουρκική Εισβολή

Μετά από κείνη
την ειρηνική επέμβαση
καπνίσαμε οι περισσότεροι
το τελευταίο μας τσιγάρο
Έκτοτε κυκλοφορούμε φαντάσματα
στο θίασο του Καραγκιόζη
Τα βράδια μετά την παράσταση
κοιμόμαστε ανάλαφρα
στα όνειρα των παιδιών
κρατώντας σφικτά
παραμάσχαλα τις ενοχές μας 

 

 

Αύγουστος

Όλα τα δώρα
ο Αύγουστος τα έφερε
Το κόκκινο
του έρωτα και της φωτιάς
Το μαύρο
της προσφυγιάς και του θανάτου
Το γαλανό
της Αμμοχώστου και της προδοσίας
Και το λευκό
της αθωότητας και της απελπισίας
Όλα τα χρώματα
από τον Αύγουστο τα πήρανε
κι αφήσανε ασπρόμαυρα τα καλοκαίρια

 

 

Αιώνες τώρα

Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
και Ιούδες
Αιώνες τώρα
μας φιλούν

 

 

Σε ξένο τόπο

Ύστερα ήτανε κι ο ουρανός τους
τόσο γαλανός, τόσο απέραντος
και τόσο βαθύς
που μύριζε θάλασσα.
Εκεί πνίγονται άραγε
οι απελπισμένοι τους;
Στον ουρανό;

 

 

Μετανάστες

Στην αποβάθρα του Κάστρου
τις Κυριακές συνωστίζονται
ακίνητοι με το βλέμμα καρφωμένο
στη γραμμή του ορίζοντα
εκείνη την απατηλή γραμμή
την πύλη ενός παράδεισου
δίχως σταθμούς και τρένα
με βάρκες ξεβρασμένες
σε παραλίες κατεχόμενες
Αύριο ο κύριος και η κυρία
θα τους πληρώσουν
για την απελπισία τους

 

 

Εκδήλωση Διαμαρτυρίας

Και κάποιες φορές γινόμαστε
σαν εκείνους τους βιολιστές
που όλη μέρα ξοδεύονται
στα πεζοδρόμια της ιστορίας
μαζεύοντας κέρματα
και το βράδυ γυρνούν
στο σπίτι άχρωμοι
άοσμοι και μικροί
σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία
σε σμίκρυνση

 

 

Εκ του σύνεγγυς

Θα τα πούμε
από κοντά είπες
Όχι, δεν θέλω
τα κοντινά τα ψέματα
με βλάπτουν
οι χειραψίες
οι εναγκαλισμοί
οι ασπασμοί
Δεν ωφελούν

 

 

 

Στιγμές Αλκυονίδες (2012)

 

 

 

 

Στιγμές Αλκυονίδες

Ο χρόνος; Άχρωμος, άχραντος και άχρονος. Στριμωγμένος ανάμεσα σε μνήμες, γεύσεις, χρώματα, μετεικάσματα. Εντούτοις αμόλυντος. Οι μήνες δώδεκα, οι ώρες δώδεκα κι οι στιγμές μας τόσες. Μετρημένες κι αμέτρητες. Στιγμές αλκυονίδες, ως στιγμές καλοκαιρίας. Με την Αλκυόνη εντός κι εκτός μας, δέσμια τ’ ουρανού και της θάλασσας. Την Αλκυόνη με τη μπλε φτερούγα μισανοιγμένη, ελεύθερη των ανθρώπων και φυλακισμένη των Θεών εγκλωβισμένη στην αγκαλιά του αδιαπέραστου ορίζοντα. Εκεί μετρώ δώδεκα. Είναι στιγμές. Είναι αλκυονίδες. Και το ξέρω. Το ξέρεις κι εσύ. Μαζί τις ζήσαμε. Μετά χτυπά ο πανδαμάτωρ μεσάνυκτα. Στεκόμαστε αντίκρυ. Ενός λεπτού σιγή, στη μνήμη του χρόνου που σκοτώσαμε αδίκως. Του το οφείλουμε. Αιωνία του η μνήμη.

 

I

Ήσουν
η γεύση του Αυγούστου
κι ήταν
η πρώτη μέρα του χειμώνα

 

II

Τις ώρες της μνήμης
τις ώρες της λήθης
πάντα επιστρέφεις
Βροχή μου

 

III

Είναι ό, τι ζήσαμε
φυλακισμένο
Πίσω από πόρτες
κλειστά παράθυρα
Σφικτοδεμένο
Δίχως αέρα

 

VI

Σε ψιθυρίζει ένα κοχύλι
Σε τραγουδούν τα κύματα
Σε αφουγκράζεται η καρδιά μου
Η μνήμη σου βροχή διαττόντων
Μέσα σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
Με κατακλύζεις

 

VII

Ακόμη κι άμα δεν έρχεσαι
είναι υπέροχο
που εγώ σε περιμένω

 

XII

Μελαγχολικά απογεύματα
κυοφορούν τη σιωπή σου
Ας μη γεννηθεί ως λέξη
Ας παραμείνει αμόλυντη
εκκωφαντική κι αμετανόητη

 

 

Εν αρχή ην ο λόγος

Και μετά τη σιωπή, ο λόγος σου. Νερό γάργαρο, μέλι παχύρευστο, βραχύ φωνήεν, ακριβό. Ο λόγος σου κι η σιωπή σου. Ανατολή και Δύση. Αρχή και τέλος. Παρακαλώ σε. Να μιλάμε για να μοιραζόμαστε ένα κομμάτι σύννεφο. Δίνοντας χώρο στον ουρανό να μπαίνει απ’ της ψυχής μας το παράθυρο. Επιτρέποντας στη βροχή να κρυφοκλαίει, κάτω απ’ των ονείρων τα λευκά σεντόνια. Να μιλάμε για να φυτρώσει επιτέλους της ζωής το δέντρο. Πέρασε το φθινόπωρο. Θυμάσαι τη φυλλορροή; Θα φύγει και φέτος η άνοιξη. Το ξέρω βέβαια, με λόγια δεν ανθίζει τίποτα. Ήλιος χρειάζεται και θέρμη. Αέρας λευτεριάς και ύδωρ. Ωστόσο μην ανησυχείς. Αν όμορφα τον σπόρο φύτεψες κι αν είσαι για τον ήλιο ευγνώμων, εκεί που θέλει και όπως θέλει εκείνος θα φυτρώσει. Κοίτα, το χελιδόνι στην αφετηρία επιστρέφει. Μπορούμε κι εμείς. Να μιλάμε λοιπόν. Εν αρχή ην ο λόγος. Και ο λόγος ην προς τον Θεόν. Και Θεός ην ο λόγος.

 

 

Ψιθυριστά να ονειρεύεσαι

Ψιθύρισα:
-Θέλω ν’ αγγίξω την Αλήθεια
Tα όρια να ψηλαφίσω
στην άκρη του γκρεμού να περπατήσω
στη θάλασσα της μέσα να χαθώ

Ψιθύρισες:
-Μη βιάζεσαι
Νωρίς ζητάς στην τρικυμία της
απέναντι να πλεύσουμε
Μείνε σιμά
Τα νώτα μας να προφυλάξουμε
τη μοίρα μας στα μάτια να κοιτάξουμε
Μείνε σιμά
Στη δίνη μιας μεγάλης καταιγίδας
στο μάτι του πιο κόκκινου κυκλώνα
στη χώρα της Αλήθειας λιποτάκτες
λαθραία να αποδράσουμε
Διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων
στον ήλιο να παραδοθούμε
Λευκή σημαία η ελευθερία

Ακούς καρδιά μου;
Ψιθυριστά να ονειρεύεσαι

 

Μαζί σου

Το λίγο γίνεται πολύ
το πολύ λίγο
όταν τολμήσω να το μοιραστώ
μαζί σου
Το λάθος γίνεται σωστό
το σωστό λάθος
όταν τολμήσω να τ’ ονειρευτώ
μαζί σου
Είναι η αίσθηση που γίνεται
ψευδαίσθηση
μαζί σου

 

Τριάντα δευτερόλεπτα

Καρδιά μου
σ’ ακούω
Αρκούν
τριάντα δευτερόλεπτα
Είκοσι λέξεις
μόνο
και δέκα παύσεις
Επιχορήγηση ευτυχίας
σταδιακά
σε δόσεις μη θανατηφόρες

 

Ασφυξία

Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
Αλλεπάλληλοι στραγγαλισμοί
μιας αλήθειας εφτάψυχης
που αρνείται να πεθάνει
Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
δολοφονία εκ προμελέτης
του μέλλοντος
του προσδοκώμενου
του ποθητού
Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
ασφυξία εξ αμελείας

 

Φωτογραφία

Σε κείνη τη φωτογραφία
δίπλα στη θάλασσα
είδα το προσωπείο
Τη μάσκα που φορούσες χρόνια
ίσως για αιώνες
Τη διέκρινα ψηλαφίζοντας
το ειρωνικό παιχνίδι των ελπίδων σου
Με βοήθησε βέβαια ο ήλιος
καθώς το φως του παλιρροιακό
αποκάλυψε το θλιβερό κενό σου

Κάποτε σε σκέφτομαι
Άραγε βρήκες τις συντεταγμένες της ελευθερίας;
Ή μήπως χάθηκες κρατώντας την ψευδοπυξίδα των ονείρων

 

 

Ένας Λαβύρινθος ακόμα

 

Άκουσε λοιπόν το μύθο: Στης Αμαθούντας τα παράλια βρήκαν λιμάνι ο Θησέας κι η Αριάδνη Αφροδισία, φεύγοντας απ’ του Μίνωα το μυθικό παλάτι. Αγαπηθήκανε στα σταυροδρόμια του λαβύρινθου, στα χνάρια σκιασμένων αναμνήσεων. Περιπλανήθηκαν σε σκοτεινούς διαδρόμους, εκτός χώρου και χρόνου, σε διαλείμματα διεγέρσεων. Οραματίστηκαν το «δυνατόν γενέσθαι». Στη σπηλιά ξέφωτα επινόησαν, πανάρχαιους αεραγωγούς εντόπισαν, χωρίς πυξίδα κεκλεισμένοι, δεμένοι με του μίτου την ελπίδα. Βάδισαν στις σκιές, ακροβάτες του βάθους. Λάτρεψαν το λαβύρινθο, του έδωσαν υπόσταση. Τώρα στο ακρογιάλι ξαπλωμένοι, κοιτάζουνε τον ουρανό, ελπίζοντας ν’ αναδυθεί ένας Λαβύρινθος ακόμα.

 

 

Αυτογνωσία

Μετρώ τον κόσμο
με το μοιρογνωμόνιο
της αισιοδοξίας
Χαράζω κάθετα
την ευθεία της αφετηρίας,
οριζόντια
την ευθεία του τέρματος
Σημείο συνάντησης
η ορθή γωνία
της λογικής
Γράφω το μυστικό
στο μηχανισμό των Αντικυθήρων
Αετός επιτέλλει εσπέριος

 

Απόλλωνας

Τι όμορφα που λάμπει μέσα μου
αυτός ο Ήλιος
ο φωτοδότης
ο ζωοδότης
Τις ώρες της ανατολής που ελπίζω
της δύσης τις στιγμές που τον ευγνωμονώ
Τις μέρες τις νεφοσκεπείς
στα βάθη μου ελλοχεύει
Φοίβος ή Απόλλωνας ή Κυβερνήτης
το πιο λαμπρό αστέρι τ’ ουρανού

 

Του Οδυσσέα

Σαν βγήκες μόνος για τον πηγαιμό
το διαπίστωσες
Εσύ ήσουν ο Πολύφημος
οι Φαίακες εσύ κι οι Λαιστρυγόνες
Η Καλυψώ, η Κίρκη, οι Σειρήνες
προσωπεία δικά σου
Εσύ η Ιθάκη
ταξίδι η καρδιά σου
Πηνελόπη και Τηλέμαχος
οι όψεις της σκιάς σου
Όλα εσύ Οδυσσέα
Πιστό σκυλί το σώμα σου
να περιμένει
Μνηστήρες φόβοι
το μυαλό σου σφετερίζονται
Πάρε το τόξο σου
Εξόντωσέ τους
Ρίξε στις μνήμες σου
το νηπενθές κρασί
και νάρκωσέ τες
Οδυσσέα πολύτροπε της Τροίας
και του Κόσμου Μυθοπλάστη
Δούρειος Ίππος η ψυχή σου μόνη
και μέσα όλα τα ταξίδια σου
φυλακισμένα

«Πολυμήχαν’ Ὀδυσσεῦ, ἴσχεο, παῦε δὲ νεῖκος ὁμοιί̈ου πολέμοιο» *

 

Ψευδονίκη

Έτσι χαμηλά που διάλεξες
να τοποθετηθείς
κάτω
κοντά στο «τίποτα»
δίπλα στο «ανώδυνα»
κινδύνεψες με το «όλα» να ενωθείς
σε ψευδομάχες ματαιότητας
σύμμαχος και συνένοχος
αφού το «όλα» και το «τίποτα»
στην ίδια μάχη πολεμούν
τους ίδιους δαίμονες παλεύουν
φτιαγμένα από το ίδιο υλικό
το θάρρος
Φαίνεται δεν το γνώριζες
κι έτσι ακούσια, σχεδόν αναίμακτα
εσύ ο δειλός, τη μάχη κέρδισες
Όλα μα πάλι τίποτα

 

Τα προσωπεία

Τα προσωπεία πέφτουν
ως κύμβαλα αλαλάζοντα
Η συνείδηση
ζύμη αλήθειας
πείραξη φόβου ή ψεύδους
Ανατροπή
Θλιβερός λιποτάκτης το παρόν
Σφετεριστής το παρελθόν
πένθιμο εμβατήριο στην μπάντα του χάους
Τότε εμφανίζεται συνήθως η παιδική σου αθωότητα
ως από μηχανής θεότητα
Φοράει ένα διάφανο φουστάνι
και τραγουδά γλυκά ύμνους πανάρχαιους
Σε παίρνει απ’ το χέρι και σε γλιτώνει
σε μεγαλώνει, σε μαλακώνει
Είναι η στιγμή της αλήθειας σου
αυτής που γνώριζες παιδί
Της αλήθειας η στιγμή, της προαιώνιας
εκείνης με το πρόσωπο τ ‘ ολόλευκο
που δεν μπορούν να τη χαλάσουν ευτυχώς
τα προσωπεία

 

Σκαλοπάτια: επίλογος, στάσιμο, πρόλογος
και κύκλος φαύλος

 

Εγώ: Πορεύομαι από χθες δίχως στάση. Τις παύσεις αποφεύγω, τα διάκενα, τα ενδιάμεσα. Υπάρχω εν πορεία, διατελώ εν ενεργεία, εν οδώ. Αν τολμήσω μιαν ανάσα, αν σταματήσω, τα σκαλοπάτια θα με κατεβάσουν ή θα με ανεβάσουν σε παράδεισο ή κόλαση. Θα μ’ οδηγήσουν σε πορείες κυλιόμενες, σκάλες πτυσσόμενες, σε λαβυρίνθους ηδυπάθειας. Ζητώ επιλογή: Σ’ έναν παράδεισο αν θέλω να κατέβω -ποιος αποκάλεσε την κάθοδο αμαρτία;

Εσύ: Υπάρχεις και άρχεις και αργείς και καταργείς και καταργείσαι. Είναι μια μικρή πλαγιά χιονισμένη. Εσύ την επινόησες. Απ’ το τσιμέντο ξεπροβάλλουν γιασεμιά και γαρδένιες. Με περιμένεις εκεί στη μέση της σκάλας. Η σιωπή προσθέτει σκαλοπάτια στον αέρα που δονείται εκκωφαντικά. Η κάθοδος μεγαλώνει, η άνοδος μεγαλώνει. Η είσοδος, η έξοδος, η οδός. Όλα μαζί συνονθύλευμα. Αφετηρία και τέρμα και διαδρομή. Απλώνεις το χέρι με οδηγείς. Πού; Αγνοείς. Αγνοείς κι αγνοείσαι.

Εμείς: Κρατάμε σφικτά ο ένας τον άλλο στη μέση της σκάλας . Χαμένοι δεσμώτες. Ηλεκτροφόρα καλώδια γαρδένιας και γιασεμιών μας τυλίγουν. Ηλεκτρικές εκκενώσεις ανθοφορούν στις καρδιές μας. Ανεβαίνουμε. Ανεβαίνουν μαζί μας οι μικρές κόκκινες ανάσες. Κατεβαίνουμε. Οι γαρδένιες κατεβαίνουν μαζί μας. Δίπλα το ασανσέρ χρονοβαγόνι χωρίς χάρτη πορείας. Ένα – Μηδέν – Υπό το μηδέν – Στάση.

Είναι μια μικρή χιονισμένη πλαγιά. Εσύ την επινόησες.
Εκεί παγώσαμε το χρόνο στα σκαλοπάτια.

 

 

Ελεύθερη πτήση

Το φιλί
χέρια φτερά
ελεύθερη πτήση
Η αγάπη
αγγέλων οδός
ψυχών χορός
Τα σώματα ανάδυση
στον ουρανό
κατάδυση στο γαλανό
Ελεύθερη πτώση
Κράτα με
Σε κρατώ
Σήκωσέ με ψηλά
Πιο ψηλά
Μαζί σου
Πετώ

 

Εποχές

Κι ύστερα οι εποχές εναλλάσσονταν τυχαία
Άνοιξη φθινόπωρο χειμώνας
φθινόπωρο, φθινόπωρο
Το καλοκαίρι θνησιγενές και αγνοούμενο
στο περιθώριο της ζωής μας πεταμένο
με στρώματα δειλίας σκεπασμένο
περίμενε της κρίσεως την ώρα

Κι εσύ κρατούσες στο χέρι τα βιβλία και μου ‘ λεγες
για τη δροσιά του νοτισμένου χώματος
τη ζεστασιά του διχασμένου σώματος

Έπειτα η αγάπη ακατάσχετα φυλλορροούσε
Ο έρως ο αειθαλής κιτρίνιζε κι αιμορραγούσε
κι ενώ συνέβαινε η άνοιξη για αιώνες
μας βρήκε το φθινόπωρο μοναχικούς θαμώνες

Φόρεσε η καρδιά διπλό πουκάμισο
χάλασαν οι καιροί στο ενδιάμεσο
Μια ελπίδα φόνισσα, λευκό μαχαίρι
με χιόνι σκότωσε το καλοκαίρι

 

Ανάκριση

Μιαν αύρα
μια γαλήνη αναπολώ
ίσως ανάμνηση ή όνειρο
Σίγουρα για να πω δεν ξέρω
Μα ρίγος νιώθω
όταν τα μάτια σου
το σώμα μου ανακρίνουν
δίχως οίκτο

Φαντάσου να φαινόταν κι η ψυχή μου

 

Πιθανότητες

Ανάμεσα στο πιθανό
και το απίθανο
πιθανολογείται ο έρωτας
άπειρες
οι πιθανότητες λάθους
καθώς στη θεωρία
των παιγνίων
οι ενδιάμεσες αποδράσεις
εκμηδενίζονται ως
απλά ενδεχόμενα
στατιστικώς ασήμαντα

 

Το κάδρο

Φως σκοτεινό
ο μαύρος πάνθηρας
βλέμμα βαθύ
σε κάδρο βελούδινο
πάνω στον άσπρο τοίχο
στο εφηβικό του στρώμα απέναντι
Τα βράδια στ’ όνειρό του
ζωντανεύει το αγρίμι
αίμα και σάρκα
μάταια γυρεύει
Πεινασμένο
επιστρέφει κάθε πρωί
πίσω στο κάδρο
Κι εκείνος μόνος πια συνεχίζει
να υφίσταται
ως πάνθηρας σε κάδρο
Ένα μαύρο, βελούδινο αιλουροειδές
περήφανο μα λαβωμένο
Κάποια βράδια βέβαια
ο πάνθηρας επιστρέφει
κι αυτός
τον αφήνει να κατασπαράξει
την καρδιά του
όχι από φόβο ούτε απ’ αγάπη
Από οίκτο

 

Τέλος

Θα κρατήσω για πάντα στο κέντρο μου
το ουράνιο τόξο που μου χάρισες
να βάφω τις αναμνήσεις και τα όνειρα
Ήλιε μου
Και θα φαντάζομαι πως ταξιδεύεις μαζί μου
μέχρι το τέλος της διαδρομής
εκεί που τελειώνουν τα ψέματα

Θα ονειρεύομαι πως φτάνεις μαζί μου
στη χώρα του «κάποτε» εκεί που διαγράφονται
όλες οι προηγούμενες διαδρομές
Στα σταυροδρόμια και στα ξέφωτα της ουτοπίας
εκεί που όλες ελπίδες γίνονται βροχή και χιόνι
στα χέρια σου
Ήλιε μου
Εκεί που τελειώνει ο δρόμος

 

 

 

ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΦΑΒΗΤΑ (2011)

 

 

 

Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα

Απύθμενα
βάθη
γονυπετής
διένυσα
επιθυμώντας
ζωή
ήλιο
Θεό.
Ικετεύοντας
και
λοιδορώντας
μοίρες
νυκτερινές.
Ξέροντας
ότι
πέρασαν,
ρήμαξαν,
σκότωσαν,
τέλειωσαν.
Ύστερα
φεύγοντας
χρωμάτισα
ψεύτικα
ωροσκόπια.

 

 

Συνάντηση

Έψαξε
εκείνος
την καρδιά της,
το χέρι του εκείνη.
Πόθησε
γυμνό το κορμί της
εκείνος,
γυμνή την ψυχή του
εκείνη.
Βάδισαν μοιραία
σε παράλληλους δρόμους
σε προορισμούς διαφορετικούς
χωρίς σταυροδρόμια.
Έπλεξαν
γέφυρα συνάντησης
με τις κλωστές του ονείρου.
Εκείνος μετέωρος
πάνω απ’ το φόβο,
δίπλα στον πόθο
κάτω απ’ τα θέλω.
Εκείνη ισορροπώντας
ανάμεσα
στις επιθυμίες και τις νόρμες.
Μες στη μέση
του κόσμου,
στη μέση
του χρόνου
συναντήθηκαν.

 

 

Ολική έκλειψη

Συναντηθήκαμε
στο μονοπάτι του ήλιου
όταν συνέβαινε ήδη
μια έκλειψη.
Στην πρώτη επαφή
η δαγκωματιά της σελήνης
οριοθέτησε
την πορεία
προς το σκοτάδι,
την απουσία φωτός.
Απόκοσμη αίσθηση
στις σκιώδεις ζώνες.
Διαδοχικά,
με ταχύτητα φωτός
εναλλάσσονταν
λευκές και μαύρες επιφάνειες,
επεισόδια από τη ζωή μας.
Ελάχιστα δευτερόλεπτα
πριν το τέλος
οι φωτεινές χάντρες
αστραπιαία χάθηκαν
κι όταν έμεινε
η τελευταία απ’ αυτές,
επιβλητικό
το στέμμα του ήλιου,
εμφανίστηκε,
τοποθετώντας μας
στο κέντρο του κύκλου,
έγκλειστους
στο μαργαριταρένιο δαχτυλίδι.
Κι αμέσως μετά
ο μαύρος δίσκος της σελήνης
πήρε τη θέση του ηλίου
σηματοδοτώντας
την ολική έκλειψη.
Εμείς ακόμα εκεί
παραμένουμε.
Υπομένουμε.
Επιμένουμε.
Αθεράπευτα μόνοι
κι αφόρητα ανθρώπινοι.

 

 

Στο Φάρο

Μέχρι το Φάρο
απόγευμα του Απρίλη
περπατήσαμε παρέα.
Στα βραχάκια
της κοινής πορείας μας
σταθήκαμε
μουσκεμένοι ως τα γόνατα
μ’ αρμυρό νερό, γλυφό.
Στ’ άσπρα βότσαλα
τις ανείπωτες ελπίδες
ζωγραφίσαμε
με αρμυρίκια
και μελάνι κόκκινο.
Ο Φάρος, είπες
άντεξε το βάθος
και το σκοτάδι
μιας θάλασσας
γνώριμης
μα ολωσδιόλου ξένης.
Ο Φάρος, είπα
στην ίδια θέση
αιώνες τώρα
να ξεγελά τους ναυτικούς
-και τους χαμένους, είπες-
με φωτεινά καμώματα
κι αντικατοπτρισμούς.
Ο Φάρος,
ολόγραμμα της επιθυμίας,
οφθαλμαπάτη, συμφωνήσαμε.
Μέχρι το Φάρο περπατήσαμε
εκείνο του Απριλίου το δείλι
κι ήταν η θάλασσα
καθρέφτης
κι ο Φάρος σκοτεινός
και ψεύτης.

 

 

Τουλάχιστον βροχή

Μα τελικά αυτό ήσουν;
Μια σκιά;
Μια νεφέλη;
Τώρα εξηγείται
το μέγεθος,
η αστάθεια,
το γκρίζο.
Αυτό το απροσδιόριστο γκρίζο.
Ούτε μαύρο,
ούτε άσπρο.
Μια νεφελώδης σκιά.
Κρίμα.
Μπορούσες τουλάχιστον
βροχή να γίνεις.

 

 

Σχέδιο Απόδρασης

Κατάφερε να φυτέψει
μιαν άσπρη ελπίδα
έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής του.
Έσκαβε μήνες, χρόνια.
το τούνελ της απόδρασης.
Και τώρα, να!
Χωρά το χέρι του ολόκληρο.
Μέχρι τον αγκώνα.
Βούλιαξε στο χώμα μυστικά.
Τα δάκτυλα ελεύθερα
τον σπόρο φύτεψαν,
στα τυφλά ψαχουλεύοντας
κι ένα λουλούδι φύτρωσε.
Tώρα αυτός ανασαίνει
με μιαν αίσθηση ελευθερίας.
Όταν βγει, θα έχει άνθη
να φτιάξει ένα μπουκέτο.

 

 

Στο καρουζέλ του χρόνου

Έκανα την ευχή
χαζεύοντας πυροτεχνήματα.
Έκανα την ευχή,
τρελή ευχή,
ν’ ανέβω εγώ ξανά
στο κόκκινο αλογάκι
στο καρουζέλ του χρόνου.
Και να με ταξιδέψει
στην αρχή
να κάνω κύκλους πάλι,
να γίνω ένα παιδί.
Έκανα την ευχή,
κύκλους να κάνω!
Ν’ ακούσω πάλι
μουσική,
να ζαλιστώ.
Να δω ξανά τα πρόσωπα
τ’ αγαπημένα
των παιδικών μου φίλων,
Τα χρώματα
τα ξεχασμένα
των παιδικών μου ελπίδων.
Ν’ ανέβω αν γίνεται ζητώ
στο καρουζέλ του χρόνου!

 

 

Στο Άλφα του Κενταύρου

Θα ταξιδέψεις στο Άλφα του Κενταύρου
με κείνη την απρόσωπη αποστολή
αφήνοντας πίσω σου
τα καλοκαίρια και τους χειμώνες;
Θ΄ αναζητήσεις περιπλανήσεις μαγικές
στις αστρικές λεωφόρους;
Θα καταφέρεις να λησμονήσεις
τη θάλασσα,
τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος
μετά τη βροχή;
Ή μήπως θα πάρεις μαζί σου
τριαντάφυλλα κατεψυγμένα
να οσμίζεσαι
τις κρύες γαλαξιακές νύκτες;
Θα κρύψεις
το σπέρμα
και το χώμα
σε διαστημικές μποτίλιες
και κάψουλες μελλοντικής επιστροφής;
Γελώ.
Γνωρίζεις βέβαια αυτό
που πρόκειται
να πράξεις,
Άνθρωπε.

 

 

Ανάμνηση

Η ανάμνηση,
άρωμα της ψυχής
λάβα από κοιμισμένο ηφαίστειο.
Αόρατη, ανυπόστατη, επαναλαμβανόμενη μαχαιριά,
δίκοπη ρομφαία, πύρινη
η ανάμνηση!

 

 

Πεταλούδα

Μια πεταλούδα:
Ανάλαφρο αντιφέγγισμα ψυχής,
μετείκασμα παράδεισου.

 

 

Αενάως

Πόσους αιώνες κρύβει η στιγμή;
Κι άνοιξη πόσους χειμώνες;

 

 

Κόκκινο

Το πρωτόγνωρο
δεν αλλάζει ούτε ξεχνιέται.
όσες μάσκες κι αν του φορέσεις!
Και το κόκκινο είναι κόκκινο
ακόμα και ξεθωριασμένο!

 

 

Ελευθερία και Μεταμφίεση

Ελευθερία και μεταμφίεση
έννοιες αντιφατικές,
διαμετρικά αντίθετες.
τοξικά αντικείμενες.
Αδύνατη η συνύπαρξη.
Η μεταμφίεση
ακυρώνει την ελευθερία.
Η ελευθερία
διαβρώνει τη μεταμφίεση.
Αταίριαστη η μάσκα
στο πρόσωπο του λεύτερου.
Καταστροφική η θύελλα της ελευθερίας,
ανατρέπει τα προσωπεία
κι αποκαλύπτει
γυμνή την ύπαρξη.
Απολογούμαι.
Ύβρις.
Απορώ και πώς το σκέφτηκα.

 

 

Τα χρώματα

Τα χρώματα
που σε τυλίγουνε
τα βράδια
είναι
τα χάδια.
Τα χρώματα
που σου μαγεύουν
την καρδιά
είν’ τα φιλιά.
Είναι τα σώματα,
είναι τα στόματα
τ’ ανένδοτα.
Τα χρώματα.
της ευτυχίας
και του έρωτα
ονόματα.
Είναι τ’ Απρίλη
η δροσιά
και τα αρώματα,
μιας πεταλούδας
τα εφήμερα
καμώματα,
τα χρώματα.

 

 

Φεύγω

Το ρήμα «φεύγω».
Αινιγματικό, άταχτο
ζωντανό.
Δηλώνει προπάντων κίνηση,
συναισθήματα
φευγάτα ή φευγαλέα,
τέλος ή αρχή μιας ιστορίας
ή μιας χημείας.
Υπάρχει μέσα του
ολοφάνερα και μυστικά
το ευ
η αρχή του καλού.
Φεύγω.
Αντιφατικό εγχείρημα.
Συνήθως σημαίνει «έρχομαι»
περισσότερο
απ΄όσο σημαίνει «φεύγω».

 

 

Φωνοκιβώτιο

Η ψυχή που καλέσατε
δεν ανταποκρίνεται.
Παρακαλώ
δοκιμάστε
αργότερα.
Η κλήση σας
προωθείται
στο φωνοκιβώτιο
των ανεκπλήρωτων
υποσχέσεων.

 

 

 

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ (2011)

Διηγήματα

Τα γενέθλια

Τα γενέθλια ήταν πάντοτε για εκείνον η κατάκτηση ακόμα μιας κορυφής. Η εξερεύνηση ενός ακόμα κλάσματος του άπειρου χωροχρόνου, η απόκτηση ακόμα λίγης σοφίας, το ανέβασμα ακόμα λίγο ψηλότερα. Αυτοί ήταν και οι λόγοι που τον έκαναν να χαίρεται κάθε χρόνο στα γενέθλιά του. Ενθουσιαζόταν σαν παιδί, τα περίμενε και τα σχεδίαζε. Τα θεωρούσε σταθμούς στη ζωή του, παρόλο που γνώριζε πως ήταν απλά μια μέρα, άλλου ενός τριακοσιοεξηνταπενθήμερου ταξιδιού γύρω από τον ήλιο. Τι σήμαινε αυτή η χαρά; Τι του συνέβαινε; Παλιμπαιδισμός; Υπεραισιοδοξία; Δε γνώριζε. Αυτό που ήξερε ήταν ότι κάθε χρόνο κάμποσοι φίλοι, ακόμα και κάποιοι μαθητές του, έρχονταν σπίτι του την παραμονή της 21ης Ιουνίου, απροειδοποίητα τις περισσότερες φορές, για να του ευχηθούν. Κι εκείνος κάθε χρόνο μαγείρευε κι έκανε ετοιμασίες σαν να είχε μεγάλη γιορτή, άναβε όλα τα φώτα του σπιτιού και της ψυχής του και τους υποδεχόταν ολόχαρος! Κι όλα εκείνα τα υπέροχα συνέβαιναν το μεσοκαλόκαιρο, στο θερινό ηλιοστάσιο. Αισθανόταν τυχερός, αφού γεννήθηκε την πιο μεγάλη μέρα του χρόνου, πράγμα που σήμαινε σύμφωνα με τη μάνα του, πως θα είχε και πιο μεγάλη ζωή.

«Στις 21 Ιουνίου, είναι το θερινό ηλιοστάσιο. Δηλαδή, σταματάει ο ήλιος. Ή αν θέλετε, η γη σταματάει, στην ελλειπτική τροχιά της γύρω από τον ήλιο. Η 21η Ιουνίου είναι η αρχή του καλοκαιριού, είναι το χρονικό σημείο για το οποίο έγραψε ο Σαίξπηρ το όνειρο καλοκαιρινής νυκτός.» Οι μαθητές του είχαν ακούσει αυτή την ιστορία πολλές φορές. Ίσως γι’ αυτό του ’χαν δώσει και το παρατσούκλι «Σαίξπηρ». Κάτι που φυσικά δεν τον ενοχλούσε καθόλου, αντίθετα τον έκανε να κρυφοκαμαρώνει, αφού ο Σαίξπηρ ήταν από τους αγαπημένους του θεατρικούς συγγραφείς.

Έτσι τα είχε σκαρώσει εκείνο το μαγικό βράδυ. Σαν θεατρική παράσταση. Όλα έπρεπε να είναι τέλεια. Το φαγητό, το κρασί, τα γλυκά, η μουσική, τα φώτα, τα κεριά. Τα κεριά. Τα υπέροχα, μαγικά κεριά. Πάντα άναβε κεριά τις νύκτες. Τα προτιμούσε από το ψυχρό και κουραστικό ηλεκτρικό φως. Του θύμιζαν το ομώνυμο ποίημα του Καβάφη και συνήθως ανάβοντάς τα, σιγοψιθύριζε την πρώτη στροφή:

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας,
σαν μια σειρά κεράκια αναμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Ναι, εκείνη ήταν η αγαπημένη του στροφή. Στην πραγματικότητα απεχθανόταν το υπόλοιπο ποίημα το οποίο τον άγχωνε υπερβολικά. Εκείνο το:

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων…

ήταν απελπιστικά μαύρο και εκείνος προτιμούσε τα λαμπερά χρώματα. Οι χειρότεροι στίχοι όμως, οι πιο εφιαλτικοί ήταν οι τελευταίοι:

Δεν θέλω να γυρίσω, να μη δω και φρίξω,
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

Το βραδάκι πλησίαζε και η χαρά του κορυφωνόταν. Παλιότερα όταν εκείνη ζούσε, ήταν μαζί του και τον βοηθούσε. Έβαζε τις γυναικείες πινελιές στο σκηνικό και τον μάλωνε όταν εκείνος ήταν υπερβολικά αγχωμένος. Τον καλομάθαινε και συνήθιζε να του λέει πως ήταν ο πρίγκιπάς της. Εκείνη έφτιαχνε τα γλυκά, τα φαγητά, όλες τις μαγικές συνταγές της που οι γεύσεις τους ήταν τελείως διαφορετικές, ξεχωριστές, καλύτερες απ’ όλα τα εδέσματα που είχε ποτέ κανείς δοκιμάσει. Τα τελευταία χρόνια ακόμα και μετά την ασθένεια της ενώ ήταν μαζί του, ουσιαστικά ήταν απούσα. Τα γαλανά της μάτια είχαν πάρει μια ανοικτή απόχρωση προς το γκρίζο και το βλέμμα της ήταν μονίμως απλανές.

Κάποτε δεν τον αναγνώριζε. Τον ρωτούσε ποιος ήταν κι εκείνος αναγκαζόταν να της σιγοτραγουδήσει στο αυτί ένα παιδικό νανούρισμα. Ένα νανούρισμα που του τραγουδούσε εκείνη, από την πρώτη κιόλας νύκτα της ζωής του, όταν τον πρωτοπήρε στην αγκαλιά της για να τον θηλάσει και να τον αποκοιμίσει. Το ίδιο νανούρισμα που συνέχιζε να του σιγοτραγουδά: «Αγια-Μαρίνα και κυρά π’ αποκοιμίζεις τα μωρά…» Εκείνος ήταν πάντα το μωρό της κι εκείνη είχε φυλάξει στο μυστήριο λαβύρινθο του μυαλού της, μόνο εκείνη τη μελωδία, μόνο εκείνη την πληροφορία. Η ασθένεια του Αλτσχάιμερ, ήταν η κατάληξη της υπέροχης αυτής γυναίκας που στάθηκε δίπλα του μέχρι το τέλος της. Ήταν μια από στις ασθένειες τις οποίες φοβόταν το περισσότερο.

Μια εκφυλιστική πάθηση που κατάφερε να διαταράξει και να αποδιοργανώσει καταστρέφοντας, όλες τις νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου της. Όταν όμως τον άκουγε να τραγουδά το νανούρισμα, συνέχιζε μαζί του κι εκείνη, με τη μελωδική, βελούδινη φωνή της και τότε η σχέση τους ξαναχτιζόταν κι ένα μαγικό παρόν διέγραφε την άνοια. Καθόταν δίπλα της στον μενεξεδί καναπέ, εκείνη διόρθωνε τα χρωματιστά μαξιλάρια και σιγοτραγουδούσαν το νανούρισμα μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Ήταν κάτι σαν ταινία με αντεστραμμένους ρόλους. Η μάνα που γινόταν παιδί και το παιδί που γινόταν γονιός και κρατούσε στα χέρια το γερασμένο σώμα. Εκεί, σ’ εκείνο τον καναπέ, ένα απόγευμα τη νανούρισε, κι εκείνη κοιμήθηκε για πάντα ευτυχισμένη. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, άλλαξαν πολλά από τότε.

Διόρθωσε και τις τελευταίες ατέλειες στα μαξιλαράκια του καναπέ με το ξεθωριασμένο πια μενεξεδί χρώμα, άναψε τα φώτα της μπροστινής βεράντας, έβαλε λίγο κρασί στο ποτήρι του, κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα και χαϊδεύοντας τη γάτα του, ευχήθηκε στον εαυτό του «Ευτυχισμένα γενέθλια». Ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένος. Ήταν αρκετά καλά στην υγεία του και παρόλα τα ογδόντα πέντε του χρόνια μπορούσε να αυτοσυντηρείται. Στα γενέθλιά του δεν ήρθε κανείς. Ήταν αρκετά χρόνια που σταμάτησαν όλοι να τα θυμούνται. Δεν είχε όμως σημασία. Η ουσία ήταν ότι τα θυμόταν εκείνος! Ζούσε και περίμενε με δέος και λαχτάρα να γιορτάσει και τα επόμενα.

« Χρόνια Πολλά αγαπημένε μου εαυτέ! Καλά κρατάς! Συνέχισε να με αγαπάς και μαζί με μένα όλο τον κόσμο! Να ζήσουμε!» Έσβηνε τα κεριά απαγγέλλοντας την αγαπημένη του πρώτη στροφή από τα «Κεριά»:

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας,
σαν μια σειρά κεράκια αναμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

(Τεύχος 327 Άνοιξη 2016)

 

Οι γάτες του τεκκέ

Οι άνθρωποι πορεύονται στην όχθη μιας ερήμου
ζητώντας το γλυφό νερό να πιουν της γνώσης
ξυπόλυτοι προσκυνητές ανίδεοι φωτογράφοι
ενός αποδημητικού παρόντος.
Το πράσινο χαλί κι ένας μετέωρος λίθος
κρυφά περάσματα των φοινικόπτερων
φύκια πικρά ξερά αρμυρίκια
μια πόλη αντίστροφο αντιφέγγισμα
υγρός καθρέφτης αλμυρός.
Ποιος άραγε μπορεί να πει με σιγουριά
τι είναι δικό μας ποιο το ξένο;
Ποιος άκουσε τους μυστικούς
της καλαμιάς ψιθύρους;
Οι γάτες του προφήτη βέβαια
αυτές γνωρίζουν
όταν κάποιες βραδιές αρχαίες
νωχελικό φεγγάρι φανερώνει
ασημοκαπνισμένη την ελιά
τη φοινικιά σκιά ρομφαία.
Οι γάτες καταγράφουν
με το χρυσό σκοτάδι των ματιών τους
τις δυο αδελφές να μπαίνουν μες την αλυκή
κραδαίνοντας τσαπιά και κληματόβεργες
λάκκους ανοίγοντας φυτεύουν αμπελώνες
η Ουμ Χαράμ κι η Παναγιά Φανερωμένη.

 

 

Στις αλυκές

Ο ερχομός τόσων πουλιών
μας βρήκε απροετοίμαστους καθώς
δεν είχαμε φορέσει εγκαίρως
τα καθαρά φτερά μας
κι έτσι ματαιώθηκαν οριστικά
οι προγραμματισμένες πτήσεις.
Παρεμπιπτόντως μήνες τώρα
φήμες διαδίδονται ασυστόλως
πως έχουν μολυνθεί εφέτος τα πουλιά
αφού με δυσκολίες χαμηλοπετώντας
από τα πορφυρά πεδία των μαχών
στα σκοτεινά πελάγη των αμάχων
κάτω από τα αθώα ροζ φτερά τους
μαζεύουνε ρυπαντικά φορτία
-κορμιά μελανιασμένα, χεράκια παιδικά,
παντελονάκια, σωσίβια πλαστικά.
Εν πάση περιπτώσει
ήταν πολλές της λίμνης οι γαρίδες
και τα υποδέχτηκαν θερμά
όταν χαράματα κατέφθασαν.
Αύριο λοιπόν κι εμείς
στις Αλυκές ολόχαροι θα πάμε
για ειδυλλιακές φωτογραφίες
με τους ταξιδευτές της Μεσογείου.
Εκ του μακρόθεν εννοείται.

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ

ΑΜΜΟΧΩΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

16 Φεβρουαρίου 2014

Υπάρχω. Πριν από τον πόλεμο και μετά, υπάρχω. Ένα παιδί που είδε πολλά, βίωσε περισσότερα, ένα παιδί μεσήλικο. Απλώνομαι, κρύβομαι, μαζεύομαι σ’ ένα όστρακο που μεταφέρω συνέχεια. Κουβαλώ καλύτερα. Είναι η ταυτότητά μου. Είμαι και δεν είμαι: Ελληνίδα, Κυπραία, Ελληνοκύπρια, Ευρωπαία, γυναίκα. Τι είμαι; Η συνείδησή μου κακοποιήθηκε, την εγκλώβισαν εμπνευσμένοι ή και ανίδεοι δάσκαλοι σε σκοτεινά δωμάτια με άχρωμα συνθήματα που μεταμφίεζαν με το χρώμα του ουρανού ή και του ήλιου ανάλογα με τις τάσεις, τις εγκυκλίους, τα ψηφίσματα. Τόση πλάνη…

Τα τελευταία γεγονότα με τις απάτες των τραπεζικών, των πολιτικών και των πολιτικάντηδων με πνίγουν. Κι άλλη τόση πλάνη. Θέλαμε εδώ και χρόνια να γίνουμε Ευρωπαίοι. Το προσπαθούσαμε και δυσκολευόμαστε. Το μεσογειακό ταμπεραμέντο δύσκολα ρίχνει τις θερμοκρασίες του. Κι όμως να που μάθαμε μέσα σε μια νύχτα, να στεκόμαστε στην ουρά για την ανάληψη μετρητών, για λίγα τρόφιμα στο κοινωνικό παντοπωλείο, να στεκόμαστε για ώρες χωρίς να σπρώχνουμε, χωρίς να χαμογελάμε, χωρίς να φωνάζουμε. Και η μνήμη, πουλί αποδημητικό, τραβάει όπου θέλει, με πάει πίσω σε κάποια άλλα συσσίτια, σε άλλες ουρές, εκεί στους προσφυγικούς καταυλισμούς του 1974, στα αντίσκηνα, εκεί που έζησα ξανά παρόμοια και χειρότερα.

Θέλω να ξετυλίξω το κουβάρι, να ξαναδιαβάσω την ιστορία από την αρχή μου. Να δω ποια είμαι, πού ζω, ποια είναι η χώρα μου και ποιοι οι άνθρωποί της, ποιο είναι το μέλλον μας εδώ σ’ αυτό το Φάρο που αναβοσβήνει αιώνες τώρα, στο ακρωτήρι της Δύσης ή μήπως είναι στο ακρωτήρι της Ανατολής; Θα επιστρέψω στην πατρώα γη, στα κατεχόμενα. Το αποφασίζω αμέσως, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Δεν ξέρω γιατί αναδύθηκε αυτή τη στιγμή η ανάγκη τούτη. Θέλω να επιστρέψω έστω ως επισκέπτης, ως τουρίστας για την ακρίβεια. Να τραβήξω ενδεχομένως και μερικές φωτογραφίες για να τακτοποιήσω ξανά τις μνήμες και να έρθω σε επαφή με την αλήθεια. Να διαγράψω το παραμύθι. Όχι την ιστορία. Η ιστορία δεν διαγράφεται. Ούτε και ξαναγράφεται. Να γιατρέψω τις πληγές και να πιω ζωή από τις πηγές. Σάββατο πρωί θα είμαι εκεί. Χαίρομαι. Όχι, δεν χαίρομαι. Μπορεί και να χαίρομαι. Δεν ξέρω. Νομίζω περισσότερο λυπάμαι.

Επιστρέφω λοιπόν ως πρόσφυγας που λαμβάνει άδεια να μπει για λίγες ώρες σπίτι του για να το δει, να θρηνήσει, να συνειδητοποιήσει κι όμως να φύγει πάλι. Πορεύομαι προς το παρελθόν μου για να ξεκαθαρίσω το παρόν μου και να ονειρευτώ ελεύθερα το μέλλον μου. Επιστρέφω προσωρινά. Ταπεινά και πένθιμα πορεύομαι, όπως κάθε Μεγάλη Παρασκευή, όταν ακολουθώ την πομπή του Επιταφίου. Έτσι νιώθω. Ακολουθώ ένα άγιο σώμα που υπάρχει επειδή το πιστεύω, ένα σεπτό σώμα βασανισμένο, που όμως κάποτε θα αναστηθεί. Είμαι ήδη στο οδόφραγμα. Στην πράσινη γραμμή. Εκείνη που χωρίζει το νησί μου στα δύο. Στο Νότο και στο Βορρά. Ζω στο Νότο. Τα όνειρα και οι εφιάλτες μου όμως, πολλές φορές έρχονται από το Βορρά. Εκεί γεννήθηκα. Είναι όνειρα σκονισμένα, καπνισμένα, αμμόχωστα. Ίσως έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου, για να τα ερμηνεύσω, να ξεσκεπάσω το θαμμένο παρελθόν. Να το ξεσκονίσω σαν ξεχασμένο ιερό βιβλίο και να το ξαναδιαβάσω ή να το ξαναγράψω ή έστω να το χρωματίσω. Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως τα αμμόχωστα όνειρά μου είναι μαυρόασπρα.

Ο ένστολος στέκεται απέναντι μου. Με κοιτάζει κατάματα, το ίδιο κι εγώ. Του δίνω την ταυτότητά μου, συνεννοούμαστε αμέσως. Ξέρει ποια είμαι, ξέρει τι θέλω, ίσως και να με κατανοεί ή να με συμπονά, ή απλώς κάνει τη δουλειά του. Μπορεί και να με μισεί. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία μου. Θέλω να τον ρωτήσω από πού είναι μα δεν το κάνω. Δεν είναι ένας συμπατριώτης μου αυτή τη στιγμή, είναι ένας ένστολος και στέκεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μου. Αν συμπεριφερθώ ψύχραιμα, θα με αφήσει να περάσω. Με ξανακοιτάζει, μου επιστρέφει τα έγγραφα και μου επιτρέπει να περάσω απέναντι. Στο Βορρά. Περνώ. Κι αμέσως ξεκινά μια ταινία μαυρόασπρη, με ήχο και μυρωδιές. Από το ίδιο σημείο πέρασα στο Νότο πολλά χρόνια πριν με άλλους ανθρώπους, άλλα συναισθήματα, άλλες ελπίδες, άλλους φόβους. Στις 14 Αυγούστου, το 1974, κυνηγημένη από τις ερινύες που καταριούνται τη χώρα μου αιώνες τώρα. Οι ήχοι και οι μυρωδιές επιστρέφουν. Κι εγώ επιστρέφω στο σπίτι μου. Ανοίγω τα μάτια μου, τα μάτια της ψυχής μου, να μη χαθώ.

Κουβαλώ αυτά τα μάτια από τότε που θυμάμαι. Δεν είναι πίνακες, ούτε καθρέφτες. Είναι πηγάδια. Πηγάδια δίχως πυθμένα. Άβυσσος η ματιά και κάπου ένα αντιφέγγισμα. Αυτά τα μάτια με οδηγούν ετούτο το πρωινό, ετούτο τ’ ανοιξιάτικο πρωινό τ’ Απρίλη. Ω! Πόσα χρόνια τ’ ονειρευόμουνα, πόσα βράδια το λαχταρούσα. Τα χέρια μου καρφωμένα στο τιμόνι. Η ψυχή μου καρφωμένη στη μνήμη. Το σώμα μου καρφωμένο στην ιστορία. Έχω μαζί μου συνεπιβάτες, συνοδοιπόρους τ’ αδέλφια μου και τα παιδιά μου. Είναι μαζί μου και δεν είναι. Δεν είμαι η μάνα τους τώρα, είμαι απλώς ένα κορίτσι που πάει σπίτι του, που έχει να πει τόσα πολλά κι όμως δε λέει τίποτα. Στόμα κλειστό, ερμητικά κλειστό να μην πληγώσει τη σιωπή, να μην πει κάτι λάθος, επιτρέπονται μόνο μικρές κραυγές χαράς, αυθόρμητες, άναρχες, άλογες. Είμαστε πέντε μικρά παιδιά που γυρίζουμε στο σπίτι μας. Γιατί ετούτο το πρωινό γίνομαι πάλι εφτά χρονών. Και τρέχω και πετώ και γελώ και φωνάζω και σιωπώ. Είμαι εφτά χρονών και δεν λογαριάζω κανέναν. Και σιωπώντας ουρλιάζω την αλήθεια μου. Κάνω βουτιές στη μνήμη, μακροβούτια στο τότε, μακροβούτια στο πριν. Κατάδυση στο παραμύθι μου; Είμαι ήδη στην Αμμόχωστο. Όχι στα όνειρα πια, τα αμμόχωστα. Στην Αμμόχωστο.

Ευτυχώς τα μάτια μου είναι πηγάδια χωρίς πυθμένα, επειδή είναι απύθμενη η χαρά μου. Δεν ακολουθώ πια τον επιτάφιο. Κρατώ λευκή αναμμένη λαμπάδα κι αφού είμαι εδώ, αφού υπάρχω εδώ έστω και στιγμιαία, είναι Ανάσταση. Ανοίγω το τζάμι του αυτοκινήτου μου να καταπιώ το γλυκόθερμο αέρα του τόπου μου. Να καταπιώ το γλυκόπικρο νόστο. Κι αφήνω την ψυχή μου να εξατμιστεί, να αναβλύσει, να γίνει δάκρυα ζεστά και να κυλήσει. Να κυλήσει και να κυλιστεί στο χώμα της πατρίδας μου. Δάκρυα φυλαγμένα τόσα χρόνια στο χρονοντούλαπο των ονείρων μου και της οργής μου.

Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο κάμπος της Μεσαορίας. Ο τόπος μου! Ναι, έτσι είναι, όπως τον έβλεπα τα βράδια στα όνειρά μου – κάθε βράδυ- από τα μικράτα μου. Όπως τον περιέγραφε ο παππούς, όπως τον έντυνε με παραμύθια η γιαγιά, όπως τον θρήνησε η μάνα μου. Ο τόπος μου! Αρχαίος τόπος, του Ομήρου. Ο κάμπος μας κατάσπαρτος, απλωμένος, ευλογημένος, ευάλωτος, ταπεινός όπως αυτούς που τον καλλιεργούσαν. Η θάλασσα. Η θάλασσα της Σαλαμίνας γαλανή, μυστήρια, απέραντη. Γνώριμη, αγαπημένη σαν μητέρα, πανίσχυρη, αρχαία θεότητα. «Θυμάσαι που μ’ αγκάλιαζες με τη δροσιά σου, θάλασσα των παιδικών μου ονείρων;» Ρουφώ με λαιμαργία τις αρχαίες εικόνες και μόνο αυτές είναι ο καημός κι ο θαυμασμός μου. Ο κάμπος, τα κυπαρίσσια, οι αμμουδιές, τα χωράφια, τα περβόλια, η θάλασσα, τα χαλίκια, ο ουρανός, τα βουνά. Όλα τ’ άλλα είναι μικροσκοπικά, ασήμαντα, προσωρινά, ψεύτικα, θνητά κι αυτά που βλέπουν τα απύθμενα μάτια μου είναι γιγάντια, αειθαλή, αληθινά. Είναι ο τόπος μου! Σταματώ τ’ αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Ρίχνομαι στο κατάσπαρτο μ’ αγριολούλουδα χωράφι κι αφήνω τη φύση να με χαϊδέψει. Τον ήλιο των προγόνων μου να μου ζεστάνει το πρόσωπο και τους ώμους. Τον αγέρα να με καλωσορίσει με χαστούκια στ’ αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Το χώμα, το χώμα. Το χώμα που πατούν τα πόδια μου. Το άγιο χώμα της Μεσαορίας, το ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα χώμα, του τόπου μου!

«Τότε ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν, στα χώματά του. Κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη, τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. »

Μα εγώ την αναγνώρισα, την ξέρω την πατρική μου γη. Αιώνες κι αν έλειπα γνωρίζω κάθε μια της σπιθαμή. Τα χέρια και τα μάτια με οδηγούν σωστά. Είμαι μπροστά στο πατρικό μου κι είμαι εφτά χρονών και σχολνώ απ’ το σχολείο και με περιμένει η μάνα κι η γιαγιά με φαγητό αχνιστό κι αγκάλες. Είμαι στο σπίτι μου. Στους ίσκιους της βεράντας. Προχωρώ. Το γιασεμί είναι εδώ κι ας γέρασε. Τα είδε όλα. Τα βλέπει όλα. Βλέπει κι εμένα. Με αναγνωρίζει.. Τ’ αγριόχορτα, στον κήπο και στην αυλή. Το νούμερο του σπιτιού στον τοίχο. Από το λερωμένο τζάμι η ζωή μας, ταινία μαυρόασπρη. Κρυφοκοιτάζω. Είναι η μάνα μου εκεί; Είναι η ψυχή της ή δεν είναι τίποτα; Περπατώ στην αυλή. Ακουμπώ στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς. Στο στάβλο, στο σσώσπιτο, στο φούρνο, στο σιμιντίρι. Ακουμπώ την ψυχή μου στο παρελθόν. Δεν ακούω τίποτα. Μόνο μυρωδιές. Όχι χρώματα, ούτε ήχους.

Μας ανοίγουν. Μπαίνω μέσα. Η κουζίνα. Η μάνα μου, νεαρή κοπελίτσα μαγειρεύει και μου χαμογελά. Είμαι εφτά χρονών και κάθομαι εκεί στο τραπέζι και τρώω με τ’ αδέλφια μου. Ανοίγω τα ντουλάπια. Μέσα είναι η προίκα της μάνας μου. Τα θυμάμαι πολύ καλά εκείνα τα φλιτζάνια με τις κοπέλες πάνω στις κούνιες, με τα ωραία φορέματα και τα ξανθά μαλλιά. Η μάνα μου δε μας άφηνε να τ’ ακουμπήσουμε. Ήταν το καλό της σερβίτσιο. Μα εγώ τις γνωρίζω πολύ καλά αυτές τις κοπέλες γιατί παίζω μαζί τους και τραγουδώ όταν κρυφά τρυπώνω στο σαλόνι και χαζεύω τα γυαλικά και τα σερβίτσια και τις φωτογραφίες. Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος 1972. Γεννήθηκε ο αδερφός μου. Στη φωτογραφία χαμογελάμε. Από εκείνο το χαμόγελο μένει πια μόνο ο χαμός. Προχωρώ στο σαλόνι. Οι κουρτίνες κρέμονται από τα παράθυρα, θλιβερές, σκονισμένες, ξεχαρβαλωμένες μνήμες. Κόκκινο, βασιλικό βελούδο. Έτσι τις παράγγειλε η μάνα μου. «Μα δε βρέθηκε ένα χέρι να τις κατεβάσει και να τις πλύνει; Όπως τις έπλενε πάντα η μάνα μου με κρύο νερό και σαπούνι και μετά τις σιδέρωνε κι ύστερα ξυπόλυτη τις κρεμούσε πάλι με αργές κινήσεις σαν σε ιεροτελεστία.» Όλα με αργές κινήσεις να τα ζήσω θέλω, να μην τελειώσουν, να τα χορτάσω ακόμα λίγο.

Ξυπόλυτη πάνω σε κρύα μάρμαρα. Έτσι μου άρεσε να γυρίζω μέσα στα δωμάτια. Το πάτωμα. Τα μάτια μου ψάχνουν στο πάτωμα. Εκεί γκρέμισα το δίχρονο αδελφό μου και μάτωσαν τα χείλια του την ημέρα της εισβολής. Ήμασταν εκεί όταν ακούσαμε τους βομβαρδισμούς και τ’ αεροπλάνα. Σκούπισα με το φουστάνι μου το αίμα από το παρκέ, μην το δει η μάνα μου και στεναχωρηθεί. Στο υπνοδωμάτιό της. Δεν μ’ αφήνουν να μπω. Είναι κλειδωμένο. Το σέντε. Το σέντε ήθελα να το δω. Να το εξερευνήσω. Εκεί κρύβονταν τα φαντάσματα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια του, η αμαξού και οι κούκλες μου. Τώρα πια μπορώ να πάρω μια καρέκλα και ν’ ανέβω να δω. Δεν είναι εδώ η μάνα μου, και τ’ αδέλφια μου δε θα με μαρτυρήσουν. Αρπάζω μια καρέκλα. Ανεβαίνω, μου φαίνεται πως ανεβαίνουν μαζί μου κι άλλοι, ψυχές που πλανιούνται στο χώρο. «Δεν γίνεται», είπε αυτός που μένει στο σπίτι μου. «Δεν μπορείς ν’ ανέβεις εκεί πάνω. Δεν το επιτρέπω». Κατεβαίνω από την καρέκλα, κάτω, χαμηλά στο πάτωμα. Κατεβαίνουν και οι άλλοι μαζί μου, πένθιμα.

Γιατί; Γιατί; Δεν υπάρχει απάντηση. Κι ούτε μ’ ενδιαφέρει αυτή την στιγμή. Τόσα ερωτήματα, τόσα χρόνια, έμειναν μετέωρα, αναπάντητα. Αυτό, γιατί ν’ απαντηθεί; Τι σημασία έχει άλλωστε τώρα πια; «Δεν επιτρέπεται.» Τελεία και παύλα. Κι είχα μια κρυφή ελπίδα πως θα ‘βρισκα εκεί πάνω τη τσάντα μου τη σχολική με τα βιβλία μου της Πρώτης Δημοτικού και τα τετράδια με τα στρογγυλά γράμματα. Νομίζω, πως γι’ αυτήν ήρθα και αυτήν αναζητούσα τόσα χρόνια. Μα δεν είναι εδώ. Το σπίτι είναι εδώ μα η ζωή μας, όχι. Τα έπιπλα είναι εδώ, μα τα κορμιά μας όχι. Η ψυχή μου είναι εδώ εγκλωβισμένη και ήρθα να την ελευθερώσω. Ήρθα να ανοίξω τα παράθυρα, να φύγει επιτέλους, να πετάξει ελεύθερη όπου θέλει. Να βλέπει κι άλλα όνειρα, όχι μονάχα όνειρα προσφυγικά.

Βγαίνω έξω. Πνίγομαι. Στην αυλή πίσω απ’ τα αγριόχορτα ήταν το ανάχωμα. Το είχα ξεχάσει εντελώς. Και τώρα να το. Ζωντανεύει και τούτη η μνήμη, μαζί του ζωντανεύει κι ο παππούς μου. Τρεις μέρες και τρεις νύκτες έσκαβε με τον δεκαεξάχρονο εγγονό του. «Εκεί μέσα θα κρυφτούμε όταν αρχινήσουν οι βομβαρδισμοί», είπε. Και ο λόγος του ήταν προσταγή. Κατεβαίνω με δέος τα έξι χωματένια σκαλοπάτια και ακουμπώ το δροσερό χώμα. Εκεί στα σκοτεινά, αφουγκράζομαι τις συζητήσεις των μεγάλων για το κακό που μας βρήκε. Για τους φόνους, τους βιασμούς, τα ορφανά, τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τα σπίτια τους. Αισθανόμουν ασφαλής εκεί, στο πρόχειρο καταφύγιο και ήξερα πως ο παππούς θα μας έσωζε. Τις κόρες του, τη γιαγιά και τα εγγόνια του. Οι γαμπροί του έλειπαν στον πόλεμο. Ποιον πόλεμο αλήθεια; Και με τι όπλα; Τους είδα τους θείους μου και τον πατέρα μου, να φεύγουν. Δεν γνώριζα πού πήγαιναν μα φοβήθηκα να ρωτήσω. Στο ανάχωμα έχουν φυτρώσει κίτρινες μαργαρίτες. Μια μυρμηγκοφωλιά στο βάθος και σαλιγκάρια στα τοιχώματα. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρθηκαν να κλείσουν το μικρό λαξευτό τάφο. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως κάποια παιδιά να παίζουν ακόμα κρυφτό εδώ μέσα, ίσως και να φτιάχνουν γιρλάντες με τις μαργαρίτες.

Βγαίνω έξω, φεύγω. Κλείνω αργά την καγκελόπορτα πίσω μου. Τότε, την έκλεισε η γιαγιά μου. Πήρε μαζί της τα κλειδιά. «Γιαγιά μου, δεν κατάφερες να επιστρέψεις. Έφυγες. Κι ο παππούς. Κι η μάνα μου. Μα αν ερχόσουν τώρα μαζί μας θα ‘ταν χειρότερα γιατί το σπίτι σου, τα κλήματά σου, το νοικοκυριό σου δεν είναι πια εδώ. Ή μήπως έχετε έρθει ήδη πριν από μένα;»

Ο άνθρωπος, μας φέρνει δυο τρεις φωτογραφίες και μας τις δίνει. Οικογενειακές φωτογραφίες. Η θεία Νιόβη με το θείο Λούκα, τη μέρα του γάμου τους. «Σου μοιάζει η γυναίκα», λέει. «Μόλις σε είδα θυμήθηκα τη φωτογραφία». Ο ξάδελφός μου, ο Μιχάλης με κοντό παντελόνι και τιράντες. Στηρίζεται πάνω σε μια κολόνα. «Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος, 1970». Τις αρπάζω. Να τις πάρω μαζί μου θέλω. Οι φωτογραφίες είναι η μνήμη, είναι οι άνθρωποι. Δεν ταιριάζουν εδώ. Πρέπει να τις πάρω μαζί μου. Τι να τις κάνει ο ξένος; Γιατί τις φύλαξε άραγε; Ο άνθρωπος σκύβει να μου κόψει ένα κλαδί γιασεμί. Να το φυτέψω λέει. Θα πιάσει. Δεν το παίρνω. Δεν το θέλω. Να μείνει εκεί που είναι. Εγώ έφυγα πριν τόσα χρόνια. Μεγάλωσα. Τώρα πια δεν είμαι εφτά χρονών.

Η εκκλησία του Αη-Γιώρκη είναι μπροστά μου. Το σπίτι μου είναι χτισμένο απέναντι από το καμπαναριό. Πηδώ πάνω από την καγκελόπορτα της εκκλησιάς αφού την έχουν δεμένη με χοντρές σκουριασμένες αλυσίδες. «Σαράντα χρόνια αλυσοδεμένη η καγκελόπορτά σου Αη-Γιώρκη μου, γιατί δεν πήρες τ’ άλογο και το σπαθί σου; Γιατί δεν έγινες κοφίνι γεμάτο φωτιά να σε δουν και να σε προσκυνήσουν; Πώς άντεξες όλα τούτα τα χρόνια μόνος σου γεράκο μου; Πού κρύφτηκες; Γιατί εσύ δεν ήρθες μαζί μας. Ήσουν εδώ. Έμεινες να προσέχεις το χωριό είπε η γιαγιά». «Και δε θα πειράξουν τα σπίτια μας κόρη μου. Φοβούνται τον Άγιο». Αυτά έλεγε η γιαγιά μου, η Αγγελού, που τον ήξερε τον Άγιο μας γιατί μιλούσε μαζί του κάθε δειλινό και μας κάπνιζε με φύλλα ελιάς λέγοντας ξόρκια κι ευχές αρχαίες, που σίγουρα τα ‘χε μάθει από τον Άγιό μας. «Σαν τρέχει ο νήλιος, σαν τρέχουν τ’ άστρα, σαν τρέχει το φεγγάρι…» Μια μισοσπασμένη καρέκλα. Αυτή έμεινε στην εκκλησιά μας. Ούτε εικόνες, ούτε ξυλόγλυπτοι σκάμνοι, ούτε παγκάρι, ούτε τέμπλο, ούτε πολυέλαιοι. Τίποτα. Χώρος ασφυκτικά κενός, γεμάτος παρούσες απουσίες. Ο σταυρός στο καμπαναριό; Οι τοιχογραφίες; « Άη-Γιώρκη μου, πού πήγες; Έφυγες κι εσύ τελικά; Και τώρα ποιος θα προσέχει τα σπίτια και τα χωράφια μας;»

Στο δρόμο της επιστροφής δεν είμαι πια εφτά χρονών. Τα μάτια μου δεν είναι πια απύθμενα. Δεν ονειρεύομαι πια. Ξέρω! Είδα! Φεύγω από το σπίτι μου και δεν είμαι εφτά χρονών. Δε φοβάμαι και ξέρω πού θα πάω αυτή τη φορά. Περνώντας στο Νότο αισθάνομαι πως τέλειωσε ακόμα μια κηδεία. Έθαψα τις αναμνήσεις μου. Έκλαψα τους νεκρούς μου. Ξεχρέωσα με τις Ερινύες. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού που έκτισα με το σύντροφό μου. Τώρα είμαι σίγουρη. «Ξέχνα τα, ξέχασέ τα επιτέλους! Ή ξαναθυμήσου τα αλλιώς. Πρόσφυγας, δεν είσαι πρόσφυγας πια. Πρέπει να ξεκολλήσεις, να το ξεπεράσεις, να προχωρήσεις! Έκτισες μια καινούρια ζωή, ανήκεις εδώ, ανήκεις παντού, δεν ανήκεις πουθενά, είσαι ελεύθερη.»

«Μητέρα, τώρα ξέρω τι θα απαντώ όταν με ρωτούν από πού είμαι!» Ο γιος μου; Είναι ο γιος μου αυτός που μου μιλά; Είχα πάρει μαζί μου και τα παιδιά σ’ αυτό το ταξίδι; Μα πώς τα ξέχασα τόσες ώρες; Σε ποια ντουλάπια της μνήμης και της λήθης τα κλείδωσα; Τι λέει Θεέ μου; Και γιατί αυτά του τα λόγια με πληγώνουν; Γιατί αυτές του οι λέξεις, μου προκαλούν ρίγος και φόβο; Στ’ αυτιά μου αντηχούν από τα βάθη των αιώνων τα λόγια του Τηλέμαχου. «Αλλά του λόγου σου, τράβα στην κάμαρη σου και κοίτα τις δουλειές σου. Το τόξο όμως είναι των ανδρών υπόθεση, όλων και προπαντός δική μου, αφού σε μένα ανήκει το κουμάντο του σπιτιού».

«Γιε μου, γιε μου και πώς θα καταφέρεις να διώξεις εσύ και η γενιά σου τους μνηστήρες και τα μνημόνια από τον τόπο μας; Και δεν είναι πια απλά τα πράγματα. Ποτέ δεν ήταν άλλωστε. Δεν είναι καλύτερα να εργαστούμε όλοι μας για την ειρήνη, για την αλληλεγγύη; Έχουμε κουράγιο να θάψουμε κι άλλους νεκρούς; Έχουμε την πολυτέλεια να ορίζουμε τη μοίρα μας ακόμη; Και είναι το δίκιο με το μέρος μας ολότελα;»

Δεν ξέρω τι να πω. Ποιος την γνωρίζει την αλήθεια; Αυτό που βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου πια, είναι ένας ήλιος που συνεχίζει ν’ ανατέλλει στον αρχαίο κάμπο της Μεσαορίας κάθε μέρα ολόχρυσος. Είναι τα χρυσαφένια σπαρτά που αιώνες τώρα φυτρώνουν και ωριμάζουν στα χωράφια. Ακούω τη θάλασσα, στοργική μητέρα, που συνεχίζει να τραγουδά το υπέροχο τραγούδι των κυμάτων σ’ όλες τις γλώσσες. Αφουγκράζομαι τον άνεμο να πολιορκεί τα διψασμένα δέντρα της πατρίδας μου. Τη βροχή, λυτρωτικά να πέφτει και να ξεπλένει τα σκονισμένα σπίτια της πατρίδας μου. Βλέπω παιδιά να περπατάνε σαν από πάντα, ξυπόλυτα στα χώματα. Να στέκονται στην άκρη κάποιου χωματόδρομου, να μας χαμογελούν και να κρατάνε κυκλάμινα και μιτσικόριδα. Αυτά τα μιτσικόριδα εναποθέτω με ευλάβεια κι ελπίδα στα χέρια των δικών μου των παιδιών. Δεν έχω κάτι άλλο.

 

Μπλε Ιστορίες, τέλος του 2014…

 

Α

Τελευταίες μέρες του 74. Η μάνα μου αποφασίζει να μας στείλει με την αδελφή μου να μείνουμε για λίγες μέρες στο Anzio Refugee Camp στις Βρετανικές Βάσεις Δεκέλειας. Εκεί μέσα σε στρατιωτικές παράγκες μένουν μετά την τουρκική εισβολή ο παππούς και η γιαγιά μαζί με την οικογένεια της μεγάλης τους κόρης. Η αδελφή μου, έξι χρονών, κλαίει και οδύρεται κρατώντας σφικτά το φουστάνι της μάνας μας.
«Θα έρθει ο Αη Βασίλης, ο Εγγλέζος. Θα σας δώσει δώρα», λέει η μάνα μου. Πάμε. Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς οι Εγγλέζοι μαζεύουν μόνο τα παιδιά, σε μια μεγάλη αίθουσα. Είναι το εστιατόριο του στρατοπέδου. Τραπέζια, μπαλόνια, πιάτα με φαγητό. Έρχεται μέσα στη φασαρία κι ένας Αη Βασίλης ξερακιανός, ασπρουλιάρης και μας δίνει τα δώρα του… «Happy New Year! Happy New Year!»
Το κεφάλι μου βουίζει. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο τη γιαγιά να μας περιμένει. Τα μάτια της συναντούν τα δικά μου και δακρύζουν…
Τα βράδια της παραμονής στα σπίτια μας, στα Λιμνιά Αμμοχώστου βάζαμε στο τραπέζι κουμανταρία, κουλούρια ζυμωμένα από τα μυρωμένα χέρια της και τον εκαρτερούσαμε. Ερχόταν μυστικά και δεν τον βλέπαμε. Κάποτε τον ακούγαμε να ψάλλει ύμνους βυζαντινούς…
Η μνήμη είναι ένα ματωμένο κουβάρι που όμως ξετυλίγεται ανερυθρίαστα…
Άη Βασίλη, βασιλιά δείξε τζιαι φανέρωσε….
Σαράντα χρόνια από τότε…

 

 

Β

Αγγελικη

 

Αυτή είναι η Αγγελική, 7 χρονών, μαθήτρια της Β´ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Καλογερά. Μένει προσωρινά μαζί με την οικογένειά της και άλλους πρόσφυγες από την Αμμόχωστο, στη Λέσχη Λάρνακας. Μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο πέντε οικογένειες – περίπου τριάντα άτομα. Τα βράδια κοιμούνται σε κουβέρτες στο πάτωμα. Συχνά έρχονται στη Λέσχη κάποιες κυρίες και τους φέρνουν ρούχα και φαγητό. Είναι Δεκέμβρης του 1974.

Η Αγγελική δεν χαμογελά. Φορά ένα κόκκινο πουλόβερ που της έδωσαν τις προάλλες στα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού. Η μαμά της σήμερα την πάει για φωτογράφιση αφού προηγουμένως περάσουν από το κομμωτήριο της Άννας όπου κόβονται δίχως οίκτο οι βελούδινες κοτσίδες που πέφτουν πλούσια στους ώμους της. Κλαίει και διαμαρτύρεται η Αγγελική αλλά η μαμά λέει πως δεν υπάρχει αρκετό νερό για λούσιμο των μαλλιών.

Δεν χαμογελά λοιπόν παρόλο που ο φωτογράφος, της το ζητά με χίλιους τρόπους. Η φωτογραφία πρέπει να βγει για να σταλεί σε μια οικογένεια Ελλήνων στη Θεσσαλονίκη που θέλουν να τη γνωρίσουν. Μαζί με τη φωτογραφία, η Αγγελική θα στείλει κι ένα ευχαριστήριο γράμμα.

«…Είμαι η Αγγελική Παναγή. Σας γράφω για να σας ευχαριστήσω για τα ρούχα που μου στείλατε και για τα λεφτά. Όμως εγώ θέλω να πάω σπίτι μου. Σε λίγες μέρες είναι Χριστούγεννα και νομίζω ότι κάθε παιδί πρέπει να χαίρεται. Μόνο στο σπίτι μου χαίρομαι. Θέλω να επιστρέψω! Εύχομαι του χρόνου τα Χριστούγεννα να ελευθερωθούμε και τότε θα σας καλέσω στο σπίτι μου!…»

Σαράντα χρόνια από τότε… Η Αγγελική στέκεται απέναντί μου χωρίς χαμόγελο -μάτια μόνο- κάθε φορά που πρέπει να υπερασπιστώ ένα παιδί, του οποίου καταπατούνται τα δικαιώματα.

Αν τα καταφέρω, η Αγγελική χαμογελά…

 

 

ΣΤΙΧΟΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 23/8/2017

Η εκκωφαντική ελευθερία των ανέμων

Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη με την «Αειθαλή θάλασσα», τη νέα της ποιητική σύνθεση, σαλπάρει για τις θάλασσες της Μεσογείου σ’ ένα σαγηνευτικό ταξίδι εικόνων και αισθήσεων αφιερωμένο στην ελευθερία. 11 ποιήματα στήνουν ένα μαγικό παιχνίδι λέξεων: Θ, Αφροδίτη, Γυναίκα, Άμπωτη, Ανάδυση, Τρικυμία, Ανατολή, Ταξίδι, Νησί, Αειθαλής θάλασσα, Αποδημία. Μνήμες, παλινωδίες, αναζητήσεις προσωπικές και υπαρξιακές. Στο τέλος η ανάδυση κυοφορείται, η αθανασία κερδίζεται και οι λέξεις πλημμυρίζουν φως.
Ποιήματα ποιητικής, αυτοαναφορικά και σχετικά με τα σύγχρονα γεγονότα στην Κύπρο και τη Μεσόγειο. Ο αρχαίος κόσμος σε μια συνομιλία με τη σύγχρονη εποχή. Η Ουρανία από το Καρπάσι της κατεχόμενης Κύπρου ενώνεται με την Ουμ Χαράμ που βρίσκεται θαμμένη στο Κίτιο. Η Παναγιά η Κανακαριά η Αφέντρικα, η μισοκατεστραμμένη εκκλησιά στην Καρπασία, συναντιέται με τα νεκρά παιδιά της Μεσογείου σ’ ένα μουσείο αποδημίας, σε μια πινακοθήκη ζώντων εκθεμάτων. Η Ανατολή και η πολύπαθη Κύπρος. Η Μεσόγειος κι οι λαοί της. Η ελιά, το παντοτινό σύμβολο της ειρήνης. Όλα ενωμένα σ’ ένα ποιητικό ταξίδι γλυκόπικρο, αυτογνωσίας και θλίψης.
Συνειρμική εναλλαγή στίχων, έντονος λυρισμός, εμφανής ή υποφώσκουσα παρουσία του ελληνικού στοιχείου. Σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη γραφή, με περιορισμένη στίξη και χαλαρή λογική ακολουθία, μετωνυμική χρήση του λόγου και ιδιαίτερη εικονοποιία, που ξαφνιάζει.
Το υλικό των ποιημάτων πλασμένο από αρχαίο πηλό. Αμφορείς, σπείρες, μαίανδροι και λήκυθοι το διακοσμούν. Ένα εντυπωσιακό περιβάλλον ελληνικής παράδοσης δημιουργείται. Αναδίδει τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και φωτίζει τα γήινα χρώματα, τα μεσογειακά. Ο αναγνώστης ορά και ευφραίνεται. Η μνήμη, βέβαια, δεν παύει να αιμορραγεί ανακαλώντας οδύνες. Η ποίηση με τη μαγική της δύναμη όμως επουλώνει τα τραύματα. Έτσι, το ποιητικό υποκείμενο παραμένει διαρκώς αισιόδοξο.

Νερό και χώμα το ποίημα
να πάρει σώμα στον τροχό
τα χέρια να του δώσουν σχήμα
να γίνει πλάσμα ζωντανό
Γυρίζει ο δίσκος πήλινο θραύσμα
στην πεθαμένη Σαλαμίνα
βαθιά στο στόμα κρύβω το τραύμα
το εναποθέτω σε μια βιτρίνα

Στον κλίβανο το ποίημα εξαγνίζω
με αλοιφές που αντέχουν προδοσία
αγγείο βαθύ οξυπύθμενο σκαλίζω
περιρραντήριο για τη λατρεία

Έχω ένα ποίημα πήλινο
βαθύ και το λαξεύω
η σπείρα και ο μαίανδρος
κρατούν το αποτύπωμα

Κραδαίνω καπνιστήρι πήλινο
θυμίαμα το ποίημα
η μνήμη αιμορραγεί
με καθαιρεί και με καθαίρει

Είμαι διάτρητο αγγείο
φλοίσβος σε λήκυθο λευκή
πλάσμα και πλάστης
Είμαι η Κύπριδα- Δεν θα χαθώ

Το ταξίδι είναι θαλασσινό. Στα νερά της Μεσογείου όμως ζει η Κύπριδα. Αναδύθηκε από τη θάλασσα. Έτσι την ονόμασε ο Όμηρος. Οι Έλληνες κλασσικοί την είπαν Αφροδίτη. Και είναι η αιώνια ομορφιά. Στην Κύπρο «τη θαλασσοφίλητη» λατρεύονταν, ενώ προσωποποιούσε τον έρωτα, τη γονιμοποίηση, την ηδονή. Ο ‘Ίμερος και η Πειθώ ήταν οι συνοδοί της. Το ποιητικό υποκείμενο καταφεύγει στο μύθο. Έναν μύθο όμως που προσαρμόζεται στις σύγχρονες συνθήκες. Γιατί η μεγάλη Θεά απλωμένη στο ανάχωμα, στις μέρες μας είναι αναδυόμενη μετανάστρια, επαναστάτρια οπλισμένη, μάρτυρας πληγών. Βρίσκει «ματωμένο το φεγγάρι στην Ανατολή, μαρμάρινο το κεφάλι στη Δύση».
Εξαιρετική σύνθεση το ποίημα Θ, με παρήχηση του γράμματος, αφιερωμένο στη Θεά της Μεσογείου.

Χάρη στην κεντητή της ζώνη
θάμπωνε τους θνητούς
και τους αθάνατους
η Κύπριδα
Το Θέλγητρον
την καθιστούσε ποθητή
Η θελκτική της ικανότητα
το σώμα το αειθαλές
το θηλυκό της θάμπος
Θαλασσογέννητη
Θαλασσοκράτειρα
Θαλασσοπούλι
Όχι Θεά
Μια θαλπωρή για τους θνητούς
στο θολοσκέπαστο θαλάμι
Μια θαρραλέα θεατρίνα
Θήλυ και θήκη και θηλή
Θνητή που νίκησε το θάνατο
την κάθειρξη και τη θλιβή
θάλλοντας την αθανασία

Ο ήλιος. Η θάλασσα. Το αιγαιακό φως, που με τη δύναμή του αποκαλύπτει την αέναη κίνηση του πνεύματος. Ενός πνεύματος που ξεκινά δυναμικά από τον Όμηρο, για να συνεχίσει να συλλαμβάνει αλήθειες πρωτογενείς, δίκαιες, ανθρωπιστικές, απελεύθερες, ακόμη και σήμερα.
Η «Αειθαλής θάλασσα» λούζεται από το φως της αλήθειας και της ομορφιάς. Οι νύχτες είναι πανσέληνες. Ρόδο δαμασκηνό μεγαλώνει στον κήπο. Γεύση αρμυρή. Ζεστός ο γαλαξίας. Ο συνειρμός κατ’ ανάγκη παραπέμπει στην Κύπρο που ανασαίνει στον ίδιο χάρτη. Με την ελληνικότητα και την ομορφιά της. Αλλά και με το σπαρακτικό της πόνο, από το 1974 έως σήμερα.
Μια χαμηλόφωνη προσωπική εξομολόγηση που φέρνει στο φως έναν εαυτό θρυμματισμένο. Ένας υπόρρητος ερωτισμός που εκφράζει τον αναζητητικό εαυτό, αλλά και ένα εσωτερικό κλάμα, βουβό, σπαραξικάρδιο, για την πατρίδα και την ιστορία της.

Κράτησα μια απόσταση ασφάλειας
από το Φόβο και τον Ίμερο
Τους έστελνα την άλλη μου ψυχή
με την ανεστραμμένη γέφυρα
Μήτρα και όαση εκείνη
αίμα και χτυποκάρδι
Αφουγκραζόμουν στις σκιές
το ξόδεμα και την ανάγκη

Καθήμενη σε δείπνα μυστικά
τους έβλεπα με Βούδα και Χριστό
με τους προδότες μαθητές
και με τις πόρνες αλήθειες
να συναγελάζονται
Τα βράδια μάζευα ρωγμές
θρύψαλα και φαρμάκι
έβαφα κόκκινα φτερά
και τους νανούριζα
μια ψυχή μαριονέτα
ένας δούρειος ήχος
στην οικτρή ενοχή τους

Τα φθαρμένα πρόσωπα, ο ραγισμένος καθρέφτης, η υποκριτική θλίψη του καλοζωισμένου δυτικού για την τραγωδία που παίζεται καθημερινά στη Μεσόγειο: «δήθεν δακρύσαμε, δήθεν πονέσαμε, τα πνίξαμε κι ύστερα φτιάξαμε κολιέ με το μαργαριτάρι τους δήθεν πενθούντες». Η θάλασσα στη Μεσόγειο ξεβράζει «παιδιά νεκρά κοχύλια». Ο πόνος για την έκπτωση του ανθρώπου κατατρύχει το ποιητικό εγώ.
Αλλά και προσωπικοί μετεωρισμοί. Στα πεζοδρόμια του πόθου φορά ενοχές ψηλοτάκουνες. Παλίρροιες πλημμυρίζουν την κοιλιά. Μα εκείνο περιστρέφεται σε λευκή χορογραφία δερβίσηδων. Γράφει ποιήματα πύρινα. Γυρνά ανυπόδητο το καλοκαίρι. Μαζεύει φως που περισσεύει. Πλέκει δερμάτινο χιτώνα να ντύνει το γυμνό χειμώνα. Θρέφει με τα ζωντανά του στήθια παιδιά και ανταμώνει ποιητές. Άλλοτε, πλέοντας χωρίς σωσίβιο, νικιέται από το ηδονικό μεθύσι των κυμάτων. Όσο για την ποίηση, μειδιά, γιατί γνωρίζει πλέον πως «δολοφονούν σχεδόν αναίμακτα δίχως αποτυπώματα οι ποιητές υπό το φως της πανσελήνου μνήμης».
Πίνακες του Σαγκάλ ή του Νταλί οι στίχοι. Εξπρεσιονισμός και υπερρεαλισμός σε μια παράξενη και υπέροχη σύνθεση. Η Ελληνική φύση. Η ιστορία. Η αίσθηση της ζωής. Μια ποιητικά αναπλασμένη πραγματικότητα κι ένας μεθυστικός χορός υπό τον ήχο των λέξεων. Η «Αειθαλής θάλασσα».

Η θάλασσα είναι γυναίκα
Τα ζωντανά βαθιά νερά είναι αλμυρά
Μην πιείς ακόμα κι αν πεθαίνεις από δίψα
Αν είναι ήρεμη μπορείς να νιώσεις καπετάνιος
Αν αγριέψει γίνε πειρατής
Τα μυστικά κρατά βαθιά κρυμμένα
Για να μάθεις γίνε δύτης
ή ψάρι αν προτιμάς
Οι νίκες της είναι ναυάγια
Όσα καράβια την παλέψανε
κι έφτασαν στα λιμάνια
δεν τα θυμάται πια
Είναι της γης εκείνα πεθαμένα
Η θάλασσα είναι γυναίκα
είναι γυναίκα η θάλασσα

Η θάλασσα φοράει δαντέλα
κάθε παλίρροια μέρα
κάρβουνο απλώνει στις σκιές
σαν έρθει άμπωτη σελήνη
φωτοδός να μαρτυρήσει βάθη εβένινα
Η θάλασσα αιμορραγεί
τις ώρες της θλιβής
κυοφορώντας την ανάδυση

Αειθαλής η ποίηση. «Μείγμα εύγευστων δηλητηρίων, σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια. Δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα προκαλώντας γόνιμο σεληνιασμό». «Αειθαλής» και η «θάλασσα» της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Έξοχος ποιητικός σκοπός χαρμολύπης που τον τραγουδάει άγγελος γονατιστός κάτω από μιαν ελιά, με εκτυφλωτικό ήλιο, αύρα θαλασσινή και γλώσσα ελληνική.
Ο αναγνώστης γεύεται την ηδονή της ποίησης μέσα από το υπέροχο εκχύλισμα φωτός που εκπέμπει η συλλογή. Κερδίζει όμως και την αισιοδοξία μιας αθανασίας ποιητικού χαρακτήρα. Γιατί το ποιητικό υποκείμενο μπορεί να καταβυθίζεται σε τόπους αλγεινούς, όμως δηλώνει αθάνατο. «Ευτυχώς ο πόνος αφορά τις νευρικές απολήξεις και ο πνιγμός είναι το ασφυκτικό τετέλεσται μόνο των ζωντανών οργάνων. Ως εκ τούτου βυθιζόμενη παραμένω αθάνατη».

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ταύτιση του ποιητή με την ποίηση θέλει μεγάλη δύναμη, κι η Αγγέλα Καϊμακλιώτη το κατόρθωσε στη ποιητική της συλλογή «Αειθαλής Θάλασσα».
Αιώνια ζώσα και αναδύουσα την Αφροδίτη, την Ομορφιά και τον Έρωτα, προεικόνισε ήδη στο ποίημά της «Αμμόχωστος» στη συλλογή «Εκ του Σύνεγγυς» την πορεία προς την ταυτότητα ποιήτριας- ποίησης, αρχίζοντας από τον εξωτερικό σωματικό εαυτό της που εισδέχεται εκ των έξω προς τα μέσα τα στίγματα της γενέτειρας Αμμοχώστου.
‘Υστερα από την αναγκαία σιωπή, αφέθηκε ελεύθερη να γνωρίσει τον εαυτό της και την Τέχνη της, με το θηλυκό στοιχείο δεσπόζον, πολύπτυχο, που αίρεται στην αθανασία, πλάθει εαυτήν και πλάθεται ως άγαλμα, οδηγούσα στην κάθαρση καθαιρόμενη.
Μέσα στο ίδιο το σώμα της ως θάλασσα δέχεται τον γονιμοποιό ουρανό, έλκοντάς μας στα βάθη του μύθου και των πρώτων αληθειών του Ανθρώπου.
Ο παράδεισός της έχει στη γωνιά του το φίδι, τον δούρειο ίππο, την προδοσία, όχι μυθικές συλλήψεις αλλά ιστορικές πραγματικότητες που φιλοσοφημένα αποδέχεται, αφού χωρίς αυτές τις ρωγμές και χωρίς τη βίωση της προδοσίας και της τραγικότητάς μας δεν πληρούμεθα ως άνθρωποι με τη σφραγίδα της ενοχής.
Από τη θάλασσα αναδύθηκε η Αφροδίτη αλλά και από αυτήν ξεβράστηκαν μικρά και μεγάλα ναυάγια συγκλονιστικά.
Μέσα στο χώρο και στο χρόνο, το είναι και το μη είναι, την στάση και την κίνηση, τον θάνατο και την αθανασία, σε μια ζωντανή διαλεκτική, όπως την συλλαμβάνει και τη εκφράζει η ευαισθησία της ποιήτριας, μετέχουμε για λίγο στις δυνατές αυτές συλλήψεις, από την άβυσσο στο φως, από το θάνατο στη ζωή, από το άτομο στην ανθρωπότητα μαζί με όλα τα υπάρχοντα από αρχαιοτάτων χρόνων και βιώνουμε στην ποιητική αυτή συλλογή τη σύλληψη του Ανθρώπου και της πορείας του με ένα ποιητικό λόγο ελεύθερο και καθαρό.
Ήδη η Αγγέλα Καϊμακλιώτη με τη συλλογή της «Αειθαλής Θάλασσα» ανέβηκε σκαλοπάτια και μας ανέβασε.

http://wwwsteliospapantoniou.blogspot.gr/2017/08/blog-post.html?spref=fb

 

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΗ

εφημερίδα Αλήθεια, 28/9/2017

Την ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη πρωτογνωρίσαμε μέσα από ένα ποίημα της δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εποχή (Άνοιξη 2016, αρ.Τ. 327). Ήταν ένα ξάφνιασμα για μένα εκείνο το ποίημα (Οι γάτες του Τεκκέ). Προσωπικά το θεωρώ ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματα των νέων ποιητών τα τελευταία χρόνια. Οι εικόνες του, ο ρυθμός του, άριστα συνδυασμένα με τη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα… Στη συνεχεία γνώρισα και τα βιβλία της. Ιδιαιτέρα τα ποιητικά της φέρουν ένα νέο αέρα στη σύγχρονη κυπριακή ποίηση. Δεν μπορείς να μην τα προσέξεις. Από το «Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα» (2011), το «Στιγμές Αλκυονίδες» (2012), «Εκ του σύνεγγυς» (2014), ίσαμε το πρόσφατο της που έχουμε τώρα στα χεριά μας: «Αειθαλής θάλασσα» (2017).
Η ποιήτρια, χωρίς βιασύνη, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς δεκανίκια, βαδίζει μ’ επιτυχία τον δρόμο της ποίησης με πολύτιμο εφόδιο της το ταλέντο και την έμφυτη εργατικότητα της. Ψάχνει και από τα βάθη της ψυχής και του μυαλού της αντλεί μνήμες, εμπειρίες, μα και παράλληλα διαμορφώνει το προσωπικό της στυλ σε κάθε της ποίημα: «Άγκυρες είναι τα λογία/όταν σαλπάρεις/δεν τα χρειάζεσαι/ Μονό λευκά πανιά σιωπής/όρτσα στην εκκωφαντική/ ελευθερία των ανέμων.
Στίχοι που εισάγουν στην ποιητική διαδρομή της ποιήτριας, στην «Αειθαλή θάλασσα» με το πρώτο ποίημα που τιτλοφορείται (Θ). Η ποιήτρια παίρνοντας ένα γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου δημιουργεί ήχους δικούς της, σημαντικούς στο πρώτο αυτό ποίημα της. Ήχοι, παρηχήσεις, μια σύλληψη που ξεκινάτε από τα βάθη της ιστορίας, τη μυθολογία ακόμα για να μας πει τον μύθο της Κύπριδας όπου: «Μια θαλπωρή για τους θνητούς/στο θολοσκέπαστο θαλάμι/Μια θαρραλέα θεατρίνα/θήλυ και θήκη και θηλή/Θνητή που νίκησε τον Θάνατο/την κάθειρξη και τη θλιβή/θάλλοντας στην αθανασία».
Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη δεν είναι αποτέλεσμα αυτοματισμού, βιαστική κι εφήμερη όπως πολλών ίσως άλλων της ίδιας γενιάς, δεν παρασύρεται στο θολό κι ακατανόητο, το ρηχό, αλλά πρόκειται για μια ποίηση μελετημένη, προβληματισμένη ακόμα κι εκεί όπου εμφανίζονται σουρεαλιστικά στοιχεία. Η Αφροδίτη (σελ. 12-13), από τα ωραιότερα της συλλογής. Πρωτότυπο, πλούσιο λεξιλόγιο, θεματογραφία ξεκάθαρη, που ξεκινάει, όπως είπαμε πιο πριν, από τη μυθολογία-ιστορία και φτάνει με μια θαυμαστή αλληλουχία στις μέρες μας, όπου μιλάει και λέει κλείνοντας: «Δε με φοβίζει βέβαια το σκοτάδι στο μουσείο/αντίθετα το απολαμβάνω /καθώς κι άλλες γυναίκες/του νησιού έρχονται να με συνοδέψουν/η Ουρανία από το Καρπάσι/η Ουμ Χαράμ από το Κίτιο/η Αροδαφνούσα απ’ την Καντάρα/η Παναγιά η Κανακαριά η Αφέντρικα/ «Θα πάμε;» με ρωτούν/«Μα ήδη φτάσαμε», απαντώ».

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΣΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥ

Το Θ του θάλλω και του θνήσκω
Θ ( θήτα) είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος στη νέα ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Κυκλοφόρησε φέτος με τον τίτλο «Αειθαλής Θάλασσα» από τις εκδόσεις Μελάνι.
Τι είναι άραγε αυτό το Θ που απαντάται 28 φορές στο ποίημα; Η θέση του μέσα στο στίχο καθώς και η επανάληψή του, άπαξ σε κάποιους στίχους, δις ή και τρις σε άλλους δημιουργεί την αίσθηση μιας μουσικής αλλά κυρίως κυκλοφορεί μια ουσία που διαπιστώνουμε ότι διατρέχει το σώμα όλης της συλλογής. Δεν είναι δηλαδή απλώς ένα ευφυές παιγνίδι λέξεων. Είναι ένα κλειδί για να ξεκλειδώσουμε το έργο. Το Θ ( θήτα) ήδη εμφανίζεται στον τίτλο κι είναι το θήτα του ρήματος θάλλω που ζευγαρώνει με το αεί. Κι είναι επίσης το θήτα της θάλασσας που είναι ουσία αειθαλής και το αρχετυπικό σύμβολο της μήτρας.
Στις επόμενες εμφανίσεις του είναι φανερό πως επαναλαμβάνεται το Θ του θάλλω και της αθανασίας, το Θ της θηλυκότητας στην Αφροδίτη/ Γυναίκα/ Θάλασσα. Ίδε: αθάνατους, αειθαλές, θηλυκό, θαλασσογέννητη, θαλασσοκράτειρα, θαλασσοπούλι, θήλυ, θήκη, θηλή, θάλλοντας, αθανασία. Εισάγεται όμως και το Θ του θανάτου. Ίδε θνητούς, θνητούς, θνητή, θάνατο. Σε μια τρίτη κίνηση το κλειδί του θήτα μεσολαβεί μετέχοντας εξίσου στις δύο όψεις του αυτού νομίσματος και είναι ο Πόθος: θάμπωνε, θέλγητρο, ποθητή, θελκτική, θάμπος. Το στριφογύρισμα του νομίσματος ενέχει πάντα και τον κίνδυνο: κάθειρξη, θλιβή. Παρηγορητικά προσφέρεται η θαλπωρή αλλά και το αμφίσημο θολοσκέπαστο θαλάμι. Μια θαρραλέα θεατρίνα γυρίζει το κλειδί. Εναρμονισμένη στην αμφιθυμία και τις αντιθέσεις που συμβολίζει η θάλασσα.

 

«ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΤΕΚΚΕ»

tekke

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

ΜΙΚΡΟΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΤΕΥΧΟΣ 42/2017

Αναδημοσίευση στην εφημερίδα Αλήθεια Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017

Μια συνάντηση:  Γιώργος Σεφέρης – Αγγέλα Καϊμακλιώτη

    Κοιτάζοντας ένα περσινό τεύχος του περιοδικού Νέα Εποχή (τχ. 327, Άνοιξη, 2016), στάθηκα στο ποίημα «Οι γάτες του Τεκκέ» της νέας ποιήτριας Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Ο τίτλος αποδίδει μια οικεία εικόνα, που συνδέεται με τον χώρο εκείνο που, χρόνια τώρα, ελκύει καθημερινά επισκέπτες, τουρίστες μα και ντόπιους από τις δύο κοινότητες, άλλοι για να χαρούν το τοπίο, την Αλυκή, να τραβήξουν φωτογραφίες, ιδιαίτερα τον χειμώνα με τα αποδημητικά πουλιά, και άλλοι για να μπουν στο ιερό τέμενος, αφήνοντας τα παπούτσια τους στον προθάλαμο, και να γονατίσουν για να προσευχηθούν. Ανόμοιοι μα στο βάθος όμοιοι άνθρωποι, σ’ έναν χώρο ιερό, μοιάζουν να ελκύονται από κάτι κοινό. Εικόνες καθημερινές, κι οι γάτες τριγύρω να τρέχουν ψάχνοντας για καμιά σαύρα. Μια τέτοια εικόνα σ’ έναν ασυνήθιστο τόπο, τον Τεκκέ, γίνεται πηγή έμπνευσης για την ποιήτρια που γράφει αυτό το ενδιαφέρον ποίημα.
    Το ποίημα ξεκινά εισάγοντάς μας στον έξω και τον έσω χώρο του ιερού τεμένους των μουσουλμάνων, με το «πράσινο χαλί και τον μετέωρο λίθο» στο βάθος· και έξω, «κρυφά περάσματα φοινικόπτερων / φύκια πικρά ξερά αρμυρίκια / μια πόλη αντίστροφο αντιφέγγισμα / υγρός καθρέφτης αλμυρός». Η ποιήτρια χρησιμοποιεί συμβολικά στοιχεία για να καταγράψει καταστάσεις ρεαλιστικές. Διερωτάται: «Ποιος άραγε μπορεί να πει με σιγουριά / τί είναι δικό μας ποιο το ξένο;» και τότε διαπιστώνουμε πόσο βαθιά και πόσο ελεύθερα η ποιήτρια σκέφτεται και πονεί για όσα συγκλονιστικά συμβαίνουν στον τόπο μας. Ιδού το κλειδί-σύμβολο: οι γάτες που τριγυρνάνε στον χώρο και στον χρόνο. «Οι γάτες του προφήτη βέβαια / αυτές γνωρίζουν» λέει η ποιήτρια «με το χρυσό σκοτάδι των ματιών τους / τις δυο αδελφές να μπαίνουν μες στην Αλυκή / κραδαίνοντας τσαπιά και κληματόβεργες / λάκκους ανοίγοντας φυτεύουν αμπελώνες / η Ουμ Χαράμ κι η Παναγιά Φανερωμένη».
    Δεν ξέρω πόσες φορές στάθηκα σ’ αυτούς τους στίχους, τους τόσο υποβλητικούς στην απλότητά τους. Η ποιήτρια δεν κάνει «κήρυγμα», δεν εκφράζει καμιά «ιδεολογία»· παρά μόνο δίνει μια εικόνα ανθρώπινη και συνάμα μια πονεμένη όψη. Η Κύπρος, εξάλλου, δεν λείπει από την ποίησή της.
    Ειδικά το μοτίβο με τις γάτες έφερε στη μνήμη μου το γνωστό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη, «Οι γάτες τ’ Άι Νικόλα», γραμμένο πριν από μισό χεδόν αιώνα (1969). Το ποίημα αυτό δεν πρόλαβε να δημοσιευτεί στη συγκεντρωτική έκδοση του 1968. Δημοσιεύτηκε, όμως, σε εφημερίδες και περιοδικά αλλά και στον συλλογικό τόμο των Δεκαοχτώ κειμένων (1970), σαν αντίδραση, όπως λέχθηκε τότε, του ποιητή στη δικτατορία και σε όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, χρόνια τώρα. Το ποίημα περιλαμβάνεται, βέβαια, στις επανεκδόσεις των Ποιημάτων του.
    Ο ποιητής-ταξιδευτής κι αφηγητής βρίσκεται ανήμερα Χριστουγέννων σ’ ένα πλοίο, τραβώντας για το Κάβο Εάτα: «ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι»· «και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη / λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού». Κι ο ποιητής θυμάται τη γάτα που είχε τα μάτια της Σαλώμης και πως κοίταξε τον θάνατο κατάματα καθώς ξεψυχούσε… Και εδώ υπάρχει η γάτα-σύμβολο για όσα θα αφηγηθεί στη συνέχεια ο ποιητής. Η αφήγηση ανταμώνει την ιστορία, τα δύσκολα χρόνια που διάβηκε το νησί: «Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας / – σαράντα χρόνια αναβροχιά – ρημάχτηκε όλο το νησί· / πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια. / Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι, / χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου / και φαρμακερά».
Ύστερα ήρθαν οι γάτες. Σύμφωνα με τον θρύλο που καταγράφεται σε κυπριακά σχολικά εγχειρίδια, η αγία Ελένη έφερε τις γάτες στο νησί, να φάνε τα φίδια, ν’ ανασάνει ο κόσμος. Ο ποιητής διευκρινίζει: «Το μοναστήρι τ’Άι Νικόλα το είχαν τότε / Αγιοβασιλείτες καλόγεροι / κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια / κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή · / τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν». Οι καμπάνες χτυπούσαν κάθε αυγή κι οι γάτες ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη να ξεκάνουν τρώγοντας τα φίδια: «Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες / ξολόθρεψαν τα φίδια». Και το κακό χάθηκε. Όμως χάθηκαν και οι ίδιες· δεν άντεξαν το πολύ φαρμάκι: «Τί να σου κάνουν οι ταλαίπωρες /παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα/ το αίμα το φαρμακερό των ερπετών./ Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
    Στις 8.12.1953 ο Σεφέρης είχε γράψει σ’ ένα λεύκωμα: «Στην Κύπρο κάθε πέτρα λέει ένα παραμύθι». Η αγάπη του ποιητή για το νησί μας, η γνωριμία του με τον τόπο και τους ανθρώπους (από τις Πλάτρες ίσαμε την Αγία Νάπα, από το Δάλι ίσαμε την Κερύνεια και αλλού) κι η θλίψη του έχουν μνημειωθεί στα ώριμα και ανθεκτικά ποιήματά του.
«Κάθε ποίηση που αντέχει στο χρόνο είναι νέα και συζεί σαν νέα με την πιο νέα» γράφει ο Ανδρέας Καραντώνης στο βιβλίο του Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση (1958). Γι’ αυτό ένιωσα ικανοποίηση και μια κρυφή χαρά που το ποίημα της Α. Καϊμακλιώτη «Οι γάτες του Τεκκέ», συνειρμικά και μόνο, έφερε στη μνήμη μου τις «Γάτες τ’Άι Νικόλα» του Σεφέρη. Η Α. Καϊμακλιώτη γεννήθηκε το 1967, λίγα χρόνια προτού αποδημήσει ο νομπελίστας ποιητής (1971). Αυτή τη συνάντηση των δύο ποιημάτων με τις «γάτες» τη βλέπω σαν συνάντηση πάνω απ’ το χάος που λέγεται αδικία, πόνος, που λέγεται κι αγάπη, φως κι έγνοια για την Κύπρο. Οι «Γάτες τ’ Άι Νικόλα» είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη. Οι «Γάτες του Τεκκέ» από τα πρώτα της Καϊμακλιώτη· και μάλιστα η τελευταία το έγραψε προτού προλάβει να γνωρίσει εκείνο του ποιητή.

Γιῶργος Σεφέρης – Οἱ Γάτες τ᾿ Ἅι-Νικόλα

Τὸν δ᾿ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ θρῆνον Ἐρινύος αὐτοδίδακτος ἔσωθεν θυμός,
οὐ τὸ πᾶν ἔχων ἐλπίδος φίλον θράσος. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. 990 ἔπ.

«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα…», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
δείχνοντας ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
τ᾿ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
«… καὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη
λένε τὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
Τρία καρτίνια ἀριστερά!»
Εἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
κι ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
μέρες ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
στὸν παγωμένον ἥλιο
κατάματα μέρες ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
Μὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια ἀριστερά» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.
…ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστὸς σ᾿ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω ἀπ᾿ τὰ κάδρα.
Χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
σὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
κι ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε ὁ καπετάνιος.
«Τούτη ἡ καμπάνα-μέρα ποὺ εἶναι-
μοῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
Διηγότανε τὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος
ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.
«Τὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
– σαράντα χρόνια ἀναβροχιὰ –
ρημάχτηκε ὅλο τὸ νησὶ
πέθαινε ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τοῦτο τ᾿ ἀκρωτήρι,
χοντρὰ σὰν τὸ ποδάρι ἄνθρωπου
καὶ φαρμακερά.
Τὸ μοναστήρι τ᾿ Ἅι-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
κι οὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
κι οὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκὴ
τοὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
Τὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
καὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
ποῦ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
καὶ βγαῖναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε,
ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
χωρὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
πέρασαν μῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
χαθήκανε, δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι, γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!» ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης.

(Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969)

Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Οι Γάτες του Τεκκέ

Οι άνθρωποι πορεύονται στην όχθη μιας ερήμου
ζητώντας το γλυφό νερό να πιουν της γνώσης
ξυπόλυτοι προσκυνητές ανίδεοι φωτογράφοι
ενός αποδημητικού παρόντος
Το πράσινο χαλί κι ένας μετέωρος λίθος
κρυφά περάσματα των φοινικόπτερων
φύκια πικρά ξερά αρμυρίκια
μια πόλη αντίστροφο αντιφέγγισμα
υγρός καθρέφτης αλμυρός
Ποιος άραγε μπορεί να πει με σιγουριά
τι είναι δικό μας ποιο το ξένο;
Ποιος άκουσε τους μυστικούς
της καλαμιάς ψιθύρους;
Οι γάτες του προφήτη βέβαια
αυτές γνωρίζουν
όταν κάποιες βραδιές αρχαίες
νωχελικό φεγγάρι φανερώνει
ασημοκαπνισμένη την ελιά
τη φοινικιά σκιά ρομφαία
Οι γάτες καταγράφουν
με το χρυσό σκοτάδι των ματιών τους
τις δυο αδελφές να μπαίνουν μες την αλυκή
κραδαίνοντας τσαπιά και κληματόβεργες
λάκκους ανοίγοντας φυτεύουν αμπελώνες
η Ουμ Χαράμ κι Παναγιά Φανερωμένη

 

ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Ο χαμένος τόπος και χρόνος στην ποιητική συλλογή

Με αρκετή επιφύλαξη, αντιλαμβανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, ανταποκρίνομαι κάθε φορά, όχι συχνά αλήθεια, που κάποιος ποιητής μου ζητά να πω ή να γράψω για το βιβλίο του.
Είναι ο δισταγμός της αδιάκριτης παρέμβασης σε ένα πνευματικό έργο που έχει ξεφύγει από τα χέρια του ίδιου του δημιουργού του και τοποθετείται πια, αυτόνομα στον κόσμο.
Ενός κώδικα συμβολισμών και αλληγορικών πολλές φορές σχημάτων, κι’ εσύ καλείσαι να παραστήσεις τον επιτήδειο αποκωδικοποιητή, για συλλήψεις, που πολλές φορές ούτε ο ίδιος ο ποιητής έχει σαφή και ξεκάθαρη αιτιολογία και ερμηνεία.
Και το πιο δύσκολο, θα πρέπει να αντιμετωπίσεις το δίλημμα να παραμερίσεις τα κατά την υποκειμενική σου άποψη, ελλείμματα και θα χτίσεις αποκλειστικά στα αξιόλογα και αξιοσημείωτα, προδίδοντας τη συνείδηση και την αισθητική σου.

Ευτυχώς, η Αγγέλα Καϊμακλιώτη, όσο την γνώρισα, ανήκει στην περιορισμένη εκείνη κατηγορία ανθρώπων που δέχεται την αμφισβήτηση, φαινόμενο σπάνιο στη συνήθως υπερφίαλη κατηγορία των ποιητών. Ως εκ τούτου, το δίλημμα εξέπεσε από τα αρχικά στάδια της γέννησης του.
Τι έπρεπε λοιπόν να κρίνω σε αυτό το βιβλίο; Μα τι άλλο από αυτό που και ο πιο αμύητος αναγνώστης κάνει εγγενώς: Την ποιητική πνοή του ανέμου που φύσηξε τους στίχους. Μπορεί η Α.Κ. να σε αναγκάσει να σταματήσεις; Να σου προκαλέσει το μαγικό επιφώνημα που μόνο η αληθινή τέχνη καταφέρνει να σχηματίσει στα χείλη; Τι άλλο είναι η δηλαδή η ποίηση;

Είναι αποδεκτό πως μια παρουσίαση είναι αδύνατον να συμπεριλάβει λεπτομερείς θέσεις για το σύνολο του βιβλίου. Αυτό που κρατά κανείς είναι το αποτύπωμα που αφήνει στη διψασμένη για συγκινήσεις και πρωτοτυπία ύπαρξη, η δύναμη του λόγου.
Θα μιλήσω ως ποιητής κατά κύριο λόγο, ίσως και ως λίγο δημοσιογράφος αλλά σίγουρα όχι ως κριτικός που δεν είμαι.

Ως ποιητής, που συνάντησε διαβάζοντας το «Εκ του Σύνεγγυς», μιαν αδιατάρακτη οδύνη, ένα παρατεταμένο λυγμό, τον λυγμό της απώλειας της αγαπημένης πόλης μαζί και της απώλειας ενός σημαντικού τμήματος των παιδικών χρόνων.
Της απώλειας ενός μέλλοντος, γιατί κάθε απώλεια τόπου, είναι συνάμα και απώλεια χρόνου, χρόνου δικού μας, κλεμμένου και λεηλατημένου. Χρόνου ξεριζωμένου από το υπόστρωμα του ηλικιακού εδάφους, αιωρούμενου στην μαύρη τρύπα του αβέβαιου.
Στο βιβλίο καταγράφεται ένα έγκλημα που η ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί να εγκαλέσει γιατί συντελέστηκε στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής εκεί που το χέρι του νόμου δεν φτάνει, αλλά και να έφτανε, πως θα μπορούσε να απαλύνει τη θλίψη και την οδύνη;
Στο ποίημα «Παιδί στο προσφυγόσημο» η ακόλουθη εικόνα :

Παιδί στο προσφυγόσημο
Ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
Ρακένδυτο και δακρυσμένο
Πλάι στο συρματόπλεγμα
Θέλει να ελεύθερο να περπατήσει
Να ζήσει θέλει
Να ξεκολλήσει επιτέλους
Την παιδική ψυχή από το έρεβος
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
Σε φακέλους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί.

Όπου η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αφήνει την έγερση του ερεθίσματος να ωριμάσει, αφαιρώντας το περιττό, όπως κανείς διεισδύει στο βάθος των πραγμάτων και αφουγκράζεται τους παλλόμενους πυρήνες, εκεί και οι καλύτερες στιγμές της συλλογής.
Ακόμα ένα τέτοιο παράδειγμα το ποίημα «Τραγική ειρωνεία» ένα από τα κορυφαία ποιήματα της συλλογής και από τα πιο μεστά που διάβασα τον τελευταίο καιρό:

Όσο κι αν το προσπάθησα
Να ξεχωρίσω δεν κατάφερα
Αν ήταν αλλοθρήσκων
Ή ομοθρήσκων οι καρδιές
Που κάποια χέρια σκάλισαν
Σε τοίχο στη μοιραία πόλη
Επέζησαν εντούτοις του πολέμου.

Μέσα από λίγους στίχους, η ποίηση αναδεικνύει την ουσία. Χωρίς αχρείαστους διδακτισμούς και με έμφαση στην λεπτομέρεια, υπαινικτικά και ανεπιτήδευτα, η ποιήτρια καταφέρνει να υπερυψώσει το ποίημα στην κορυφή της κλίμακας, να του επιτρέψει την πραγμάτωση. Να καταδείξει τον συμβολισμό. Να σε παραπέμψει σε αυτό που μπορείς να υποθέσεις και όχι να ετυμηγορήσεις. Αυτό που μπορείς συνειρμικά φανταστείς: Ότι κάποιοι νέοι στην ελεύθερη και γεμάτη σφυγμούς ζωής, Αμμόχωστο, εκδήλωναν έτσι τον έρωτα τους, την αιώνια τους δέσμευση χωρίς να υπολογίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτα αιώνιο, ότι εκεί πέρα κάποιοι ερωτεύονταν, δίχως να υποψιάζονται την επικείμενη καταστροφή και δεν έχει σημασία αν ήταν χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, μπορεί να ήταν και από τα δύο, ότι οι βόμβες δεν κατέστρεψαν τις ζωγραφισμένες από άδολο, τρεμάμενο χέρι καρδιές, ότι δεν ξέρουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ τι απέγινε εκείνος ο έρωτας, αν ολοκληρώθηκε ή όχι, ότι η συγκυρία τα έφερε με τρόπο που αυτή η εικόνα πέρασε μέσα από το βλέμμα της Καϊμακλιώτη, έγινε ποίημα, μπήκε σε βιβλίο και να ‘μαστε εδώ απόψε να την εισπράττουμε, εμείς, και κάποιοι από εμάς που δεν είδαν ποτέ την Αμμόχωστο αλλά μπορούν να συγκλονιστούν από την αντίφαση της αθωότητας από τη δραματοποίηση της.

Όπου η Α.Κ. επιχειρεί να πολιτικολογήσει όπως για παράδειγμα τα ποιήματα «Οκτώβρης του 2013» ή «Λύση», ή αίσθηση μου είναι ότι δεν αποφεύγει αχρείαστες πεζολογίες, διακηρύξεις και διατυπώσεις πολιτικών θέσεων, που θα μπορούσαν να αφεθούν να εννοηθούν διακριτικότερα ή με κάποια δόση αμφιβολίας για την ορθότητα τους. Και ο υποφαινόμενος έχει γράψει πολιτικού περιεχομένου ποίηση, η ποίηση είναι από μόνη της μέγιστη πολιτική πράξη και η ποιητική γραφή δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται στα στενά όρια μιας επαναλαμβανόμενης εσωστρέφειας. Το θέμα είναι οι επιφυλάξεις μας να υπερισχύουν των πολιτικών προσλαμβάνουσων μας.
Όπως προφανώς συνάγεται, το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής είναι αφιερωμένο στην Αμμοχώστο, πόλη στην οποία η ποιήτρια έχει γεννηθεί και περάσει τα πρώιμα χρόνια της ηλικίας της μέχρι την Α’ τάξη του Δημοτικού. Πόλη την οποία λόγω της προδοσίας και της τουρκικής εισβολής, η Καϊμακλιώτη όπως και τόσοι άλλοι Αμμοχωστιανοί δεν ευτύχησαν να γευτούν στην πλήρη καρποφορία της. Αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν, προλαβαίνοντας να πάρουν μαζί τους, λίγα υπάρχοντα αλλά και το άρωμα κάποιων χρόνων βίου. Ως εκ τούτου, το απόσταγμα τούτου του αρώματος είναι ελλειπές και το παράπονο, η πίκρα αυτής της βίαια και άδικα διακοπείσας όσμωσης με τον γενέθλιο χώρο, είναι διάχυτα στη συλλογή. Όπως διάχυτη είναι και η αίσθηση της διάψευσης, αφενός, του φυσιολογικού οράματος για μια ομαλή ανάπτυξη στον γνώριμο τόπο, αφετέρου, για άρση της αδικοπραγίας.

Το ποίημα «Αιώνες Τώρα» ενδεικτικά:

Περιμέναμε την άνοιξη
Και την ανάσταση
Λησμονήσαμε ότι προηγούνται
Αιώνες τώρα
Η προδοσία
Και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
Και Ιούδες
Αιώνες τώρα
Μας φιλούν.

Η ποιητική συλλογή Εκ του Σύνεγγυς, αποτελεί την εικονοποιεία μιας πραγματικότητας, ελλοχεύουσας μέσα στον κοχλάζοντα πυρήνα της μνήμης. Μιας πραγματικότητας που συνθλίβει, αποσπασμένης από το καθημερινό εξωτερικό γίγνεσθαι το οποίο έχει πάψει να τραντάζει συχνά τις εσωτερικές χορδές της ψυχής μας, αποδεικνύοντας πως η απώλεια μέρους της πατρίδας, επιμηκυνόμενη στον χρόνο, μπορεί να μετατραπεί σε σιωπηρή συνήθεια, αποκαρδιωτικά συμβατή με τη ζωή μας.
Ωστόσο, από καιρό εις καιρό, εμφανίζονται έργα τα οποία μας υπενθυμίζουν αυτό που χάσαμε. Και δεν χάνεις μόνο αυτό που είχες. Χάνεις και αυτό που θα μπορούσες να αποκτήσεις. Εμφανίζεται ποίηση που μας υπενθυμίζει αυτό που ξέραμε, κατά την προσφιλή έκφραση μιας αγαπημένης Κύπριας φιλόσοφου.
Με μια έννοια, το Εκ του Σύνεγγυς το εκλαμβάνω όχι απλώς ως μια ελεγεία για τη χαμένη πόλη αλλά και ως ένα πυκνόμετρο πολλών χαμένων ζωών και μιας υπερμεγέθους ποσότητας χαμένου χρόνου. Το εκλαμβάνω και ως μια μάχη με το ανίκητο, όσο και μια αντίσταση, ένα προσκλητήριο αν όχι για έγερση, τουλάχιστον για συνειδητοποίηση πως το αποτέλεσμα, πια δεν μπορεί να είναι νικηφόρο γιατί ήδη οι ζημιές που καταμετρούνται είναι ανεπανόρθωτες. Στο ποίημα «Πρόσφυγες», ο συμψηφισμός της μνήμης με τη λήθη γεννά την εξής στιχοπλοκή:

«…πορεύομαι πλάι σου καιρό.
Δεν ξεχνώ αλλά ούτε θυμάμαι».

Ένα γύμνασμα μνήμης είναι και το ποίημα «Αμμόχωστος» το οποίο υπερβαίνει της αναπόλησης, αφαιρώντας τις επιχωματώσεις που αδρανοποιούν την αφή της αυτογνωσίας.

«Για να σε λησμονήσω
Ξαπλώνω στην άμμο σου
Και μαζεύω φωτόνια
Ύστερα τα αλείβω
Με ευλάβεια στο δέρμα μου
Μικροσκοπικά αστέρια
Φυτρώνουν εντός μου
Και τότε ανατέλλω μηδενικά φορτισμένη
Πανδέκτης και πανσέληνος αλλού
Μα δε σε λησμονώ»

Διαβάζοντας τη συλλογή, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της εκτυλίσσεται τόσο κινηματογραφικά όσο και ψυχογραφικά, αισθάνθηκα την εξής εικόνα: Την Αγγέλα Καϊμακλιώτη σε αγώνα δρόμου να τρέχει και να προσπαθεί να πιάσει σφικτά την άκρη της κλωστής που συγκρατεί τα κομμάτια της μνήμη της. Η καυτή ανάσα αυτού του αγκομαχητού, της συσσωρευμένης απόγνωσης, διάχυτη και στο ποίημα «Μετάληψη» όπου διατυπώνεται μάλλον απελπισμένα η δέσμευση ενός προσωπικού «δεν ξεχνώ».

«Τα σα εκ των σων, Αμμόχωστος
Ορκίζομαι να ρίχνω λάδι εσαεί
Στης μνήμης το ανέσπερο καντήλι»

Στο «Εκ του Σύνεγγυς», η Α.Κ. πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό το ζητούμενο για κάθε ποιητή. Να δώσει τις σωστές αναλογίες στις χημικές ενώσεις των λέξεων, ώστε αυτές να αντέξουν το βάρος του ποιήματος. Διότι, κατά την άποψη μου, δεν είναι οι λέξεις το ουσιώδες μέρος της ποίησης, οι λέξεις είναι το μεταφορικό μέσο της πνοής, το μονοπωλιακό μέσο της υλοποίησης της. Ας μην αποθεώνουμε τις λέξεις λοιπόν, ας αποθεώσουμε την πνοή που τους έδωσε προστιθέμενη αξία, χρησιμοποιώντας μια έκφραση της εποχής μας.
Εξαίρετο όσο και ενδεικτικό παράδειγμα, συναντούμε στο ποίημα «Βαρωσιώτες» όπου η ποιήτρια μιλά για τους γέρους Βαρωσιώτες «φαντάσματα προγόνων σε ψυχές εφήβων», καταλήγοντας :

«Τις Κυριακές
Περνούν σκυφτοί τα οδοφράγματα
Βυθίζονται στη θάλασσα και κρυφοκλαίνε»

Και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, η Α.Κ. πετυχαίνει ένα αξιοπρόσεκτο ποιητικό αποτέλεσμα, ειδικά όταν αξιοποιεί τη ζωντανή μαρτυρία ανθρώπων, εκλιπόντων ή μη, ξεσκεπάζοντας από τις γάζες της λήθης την κακοφορμισμένη πληγή, συνοψίζοντας τις αναρίθμητες παραμέτρους του ανείπωτου.

«Του αγνοούμενου ΙΙ»

«…Φέτος με ταυτοποίησαν
Δεν ήρθες στην κηδεία
Η μάνα μας κρατά ακόμα τη φωτογραφία.
Εσύ;»

Θα μπορούσα να μιλώ για ώρες για όσα διάβασα στο «Εκ του Σύνεγγυς». Ωστόσο, όταν κανείς μιλά πολύ για ποίηση, δεν επιτρέπει στην ίδια την ποίηση να μιλήσει. Και τα σημαντικά μονάχα η ποίηση μπορεί να τα πει, χωρίς να έχει ανάγκη από ενδιάμεσους και μεσολαβητές, ασκητές της πολυλογίας, ενώ η ποίηση αποκορυφώνει το ελάχιστο σε μείζων.
Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω τα εξής:
Το βιβλίο της Α.Κ. με οδήγησε ξανά στο συγκλονιστικό ποίημα του κορυφαίου όσο και αποσιωπημένου μας ποιητή Παντελή Μηχανικού «Ονήσιλος».

Στην πραγματικότητα τόσο αυτή η συλλογή όσο και όλες οι άλλες των Κυπρίων ποιητών, τα πεζογραφήματα και όλα τα έργα τέχνης που αναφέρονται στην ιστορική μας μοίρα όπως αυτή καθορίστηκε το 1974, αποτελούν την τραγική εκπλήρωση της προφητείας του Ονήσιλου.
Από τότε, όλοι μας είμαστε παιδιά του Ονήσιλου, η εθνική μας πορεία καθορίζεται από την προφητεία του, η οποία αργά αλλά δυστυχώς σταθερά επαληθεύεται όχι μια φορά, αλλά συνεχόμενα με τον πιο τραγικό και συνάμα, τιμωρητικό τρόπο.
Τον τρόπο του ανήμπορου βλέμματος, του βλέμματος επί του βουβού Πενταδάκτυλου, της έρημης πόλης της Αμμοχώστου, της αφόρητα νεκρής ζώνης και τόσων άλλων περιοχών μας, που η δυνατότητα της οπτικής επαφής μαζί τους ή της απλής επίσκεψης, συνιστά τον θρίαμβο της ουτοπίας μέσα στην οποία ζούμε. Μιας ουτοπίας που παραγγέλλει πως αφού τα βλέπουμε είναι ακόμα εκεί και παραβλέπει πως απέχουν από εμάς σαράντα ολόκληρα χρόνια.

*Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι ποιητής και δημοσιογράφος και το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση της ποιητικής συλλογής.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Εφημερίδα Αλήθεια 1/12/2016

 

Για την Αγγέλα Καιμακλιώτη γνώριζα ελάχιστα ως πριν ένα χρόνο. Κάποια ποιήματα της σε ανθολογίες και περιοδικά. Και μ’ αυτά τα λίγα είχα εύκολα διακρίνει put νέα σημαντική φωνή Θυμάμαι πόση εντύπωση που είχε κάνει το ποίημά της «Οι γάτες του Τεκκέ», στίχοι που μ’ άφησαν έκπληκτη για την
πρωτότυπη εικόνα τους και το μήνυμά τους (Νέα Εποχή. τεύχος 327). Έχω, λοιπόν, στα χέρια μου το «Εκ του σύνεγγυς». το πρώτο της ποιητικό
βιβλίο που διαβάζω, και το πρώτο ολοκληρωμένο βιβλίο της. μετά τα διηγήματα της «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες» (εκδ. Πήλιο. 2011). Από την ίσαμε
τώρα επαφή μου με τη δουλειά της διαπιστώνω με συγκίνηση, ακόμα μια φορά, τη μεγάλη ευαισθησία της ποιήτριας και την αγάπη της για τον τόπο της: την Κύπρο. Ίσως είναι η μόνη κυπροκεντρική μας ποιήτρια. Τόσο τα διηγήματά της. όσο και η «Εκ του σύνεγγυς» ποίησή της αυτό μαρτυρούνε: τον πόνο, την ανησυχία γι’ αυτά που έχει περάσει ο τόπος, για όσα συμβαίνουν τα 42 τούτα
χρόνια
«ΕΚ του σύνεγγυς», λοιπόν, ξεκινάμε την ανάγνωση και τη διερεύνηση της ποιητικής αυτής δουλειάς που, απ’ την πρώτη σελίδα της. σε καθηλώνει με μια εικόνα: Παιδί στο προσφυγόσημο (σελ- 11). Τι έμπνευση, αλήθεια, και τι δυνατός συμβολισμός το γνωστό παιδί που εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε, σε φακέλους σημαδεμένους! «Ξυπόλητο σαράντα χρόνους/ ρακένδυτο και δακρυσμένο/ πλάι στο συρματόπλεγμα/ θέλει ελεύθερο να περπατήσει / να ζήσει θέλει/ να ξεκολλήσει επιτέλους/ την παιδική ψυχή από το έρεβος».
Τι να πει κανείς και για τα επόμενα. Εναγώνιες φωνές συχνά σπαρακτικές όπου «φαύλη ανακύκλωση ευχών/του χρόνου στα σπίτια μας/ του χρόνου στα
σπίτια μας / του χρόνου/ Ποιου χρόνου;» (σελ. 13).
Η ποιήτρια γνωρίζει καλά πως όσο είναι δεμένη με τον τόπο της θα βλέπει πάντα το δράμα της πατρίδας μπροστά, γύρω και μέσα της. «Εκεί/ η πατρίδα ψυχή/ σώμα σε Προκρούστειο κλίνη» (σελ. 15). και σίγουρα θα ζει και θα επιμένει να ζυμώνει τις μνήμες της με τις γροθιές… «Μεσαορία/κι εσύ/ αλώνιζε τα ματωμένα στάχυα/και κράτα σπόρο καθαρό/ αντίδωρο και πρόσφορο/ για τους επόμενους» (Το ιερό ψωμί. σελ. 17).
Η ποίηση της Αγγέλας Καΐμακλιώτη είναι μοντέρνα, σύγχρονη και διαχρονική, υποβλητική. Και το πιο σημαντικό, προσωπική. Δεν θυμίζει, στο στυλ ιδιαίτερα, κάποιο ή κάποιους άλλους ποιητές. Ο αγώνας της. το αναλαμβάνεσαι από την πρώτη στιγμή είναι να διαμορφώσει ένα δικό της τρόπο έκφρασης Και το πετυχαίνει όσο λίγοι. Μια ποιήτρια που το ήθος, η σεμνότητα και η απλότητά της την καθιερώνουν ως μία από τις πιο σημαντικές ποιητικές φωνές του τόπου μας. Ήδη οι προσκλήσεις σε εκδηλώσεις, τόσο στον τόπο μας όσο και στο εξωτερικό, οι μεταφράσεις ποιημάτων της σε διάφορες γλώσσες δείχνουν πως η αναγνώριση είναι συνεχής και σταθερή. Αναγνώριση; Ναι. δεν χρειάζονται «βραβεία» και
οι κάθε λογής αμφιλεγόμενες «διακρίσεις» εδώ κι αλλού. Η ίδια η δουλειά της. μια δουλειά που φέρει πάν’ απ’ όλα την προσωπική της σφραγίδα και
την αληθινή της αγάπη για τον τόπο της. για τον οποίο «αρνείται ποιήματα ασπρόμαυρα να γράφει» κι όπου θέλει «τις λέξεις της γυμνές να κολυμπούν
στον ήλιο» και το μολύβι της σαν «γλάρος να παρασύρει στ’ ανοιχτά την αλφαβήτα».

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 25 Μαΐου 2015

Θεματική ‘74 αλλά με σύγχρονη οπτική

Με τη νέα και τρίτη στη σειρά ποιητική συλλογή της η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αλλάζει άρδην τη θεματική της στόχευση μετακινουμένη από την ερωτική ποίηση στη δημοσιολογική. Αιχμή του δόρατος στην όλη θεματική προσέγγισή της η κυπριακή τραγωδία, όχι όμως ως στατικό γεγονός του 1974, αλλά ως απότοκο φθοροποιών διεργασιών μέσα στην κυπριακή κοινωνία στη σύγχρονη εποχή, στις μέρες μας δηλαδή. Η Αγγ. Κ. δεν γράφει για να αναθεματίσει αίτιους και πρωταίτιους, αλλά για να ψέξει, να μεμφθεί, να οικτίρει, ενίοτε και να συμπονέσει σύγχρονους και συνομήλικους συμπατριώτες της, που έζησαν, όπως και η ίδια, την κυπριακή τραγωδία στην πρώιμη παιδική τους ηλικία.
Εξ ου και εναρκτήριο ποίημα στη συλλογή είναι το «Παιδί στο προσφυγόσημο», όπου η ποιήτρια σημειώνει: «…θέλει ελεύθερο να περπατήσει / να ζήσει θέλει / να ξεκολλήσει επιτέλους / την παιδική ψυχή από το έρεβος / εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε / σε φακέλους σημαδεμένους / Δεν ωφελεί». (σελ. 11) Όλη η ουσία του ποιήματος συμπυκνώνεται στον τελευταίο στίχο: «Δεν ωφελεί», όπου με πίκρα και απογοήτευση συμπεραίνεται το μάταιο και ανώφελο της όποιας αγωνιστικής προσπάθειας και διάθεσης.
Την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο όποιος αγώνας του κυπριακού λαού ενάντια στην κατοχή η ποιήτρια σκιαγραφεί λακωνικά και αποφθεγματικά ως εξής: «Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι». (σελ. 13)
Παρ’ ολ’ αυτά, κάθε άλλο παρά διάθεση παράδοσης και ειρήνευσης με τα δεδομένα και τα τετελεσμένα της κατοχής διακρίνει τους στίχους της Αγγ. Κ.: «Τα σα εκ των σων, Αμμόχωστος / ορκίζομαι να ρίχνω λάδι εσαεί / στης μνήμης το ανέσπερο καντήλι». (σελ. 19)
Γι’ αυτό και όπου εντοπίσει τον συμβιβασμό, την παραδοχή ή την αποδοχή η ποιήτρια σπεύδει να καταδικάσει όχι με βδελυγμία ή αποστροφή αλλά με πόνο ψυχής. 0πως πχ στους «Βαρωσιώτες» όπου λέει: «Τις Κυριακές περνούν σκυφτοί / τα οδοφράγματα / βυθίζονται στη θάλασσα / και κρυφοκλαίνε». (σελ. 20)
Αυτός ο πόνος ακριβώς είναι διάχυτος παντού, σ’ ολόκληρο το βιβλίο, ίσως το μοναδικό συναίσθημα που δεν αλλοίωσε ή δεν κατασίγασε ο χρόνος, ο πανδαμάτωρ χρόνος. Όπως πχ στο ποίημα «Θεοφάνεια» που η ποιήτρια λέει: «…και το βλέμμα περιστέρι νεκρό / σε κατεχόμενους ουρανούς / εβεβαίου του πόνου το ασφαλές». (σελ. 21)
Ο ψόγος, η μομφή, ο σαρκασμός, κάποτε και ο καγχασμός αφορούν το σήμερα. Το χθες, το 1974, είναι το έναυσμα, το ερέθισμα για να ειπωθούν πράγματα, φρέσκα, σύγχρονα, σημερινά. Έτσι, πχ το επετειακό «Ιούλης» είναι απλώς η αφορμή: «Ελέω λειψυδρίας / λειψανδρίας προπάντων / Μονόλεπτη σιγή / μονόλεπτη ντροπή / μονόλεπτος σκασμός / Ύστερα / ψυχές ρακένδυτες / μπάνια στις παραλίες». (σελ. 24)

Η αντικατοχική θεματική, από μόνη της, a priori, εμπερικλείει πολλούς κινδύνους διολίσθησης σε μεγαλοστομίες, σε πομπώδεις ρητορείες, σε άγαρμπους διδακτισμούς και άλλες ατραπούς. Πιστεύω πως είναι προς πίστη της Αγγ. Κ. το γεγονός ότι, κατά την άποψή μου, κατάφερε να τιθασεύσει αυτή την «έμφυτη ροπή» που έχει η συγκεκριμένη θεματική σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Δεν κατάφερε όμως να την εκμηδενίσει εξολοκλήρου. Έτσι, αραιά και που, κάποια ψήγματα διδακτισμού ή μεγαλοστομίας της ξεφεύγουν. Πχ «Εσύ που πέρασες σκυφτός / τα οδοφράγματα / το ξέρεις / Δεν είναι δρόμοι η πατρίδα /ούτε οικόπεδα / είναι τα όνειρα και οι ανάσες / κάτω από κλήματα / σε καθαρές αυλές /…». (σελ. 30)
Ακόμη ένα ψήγμα πομπώδους προσέγγισης απαντούμε και στο ποίημα: «Πωλείται χρυσός»: «Πωλείται σε τιμή ευκαιρίας / ελλείψει αιδούς κι ελευθερίας». (σελ. 34)
Έχω την άποψη πως η ποιήτρια καθίσταται πιο εύστοχη, πιο λειτουργική και πιο καίρια στις επισημάνσεις της, όταν οι στίχοι της κυριαρχούνται από το στίγμα της μομφής, του ψόγου, της κριτικής αποτίμησης: «Κι εμείς / ενδοτικοί σπουργίτες / αναμεταδίδουμε / φλυαρίες χελιδονιών / και λοιπών αποδημητικών / για δήθεν ερχομό / της άνοιξης». (σελ. 33)
Η δημοσιολογική κριτική της ποιήτριας πιστεύω ότι αποφέρει αξιοσημείωτους καρπούς, κυρίως όταν επιστρατεύεται η σαρκαστική ειρωνεία και μια διάθεση αποδόμησης και απομυθοποίησης των πραγμάτων και των δεδομένων. Πάνω σε αυτή τη θεματική μα και υφολογική προσέγγιση από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ποίημα: «Του Αη Γιωρκού του Σπόρου» (σελ. 40) όπου «Ο Αη Γιώργης καβαλάρης στον άσπρο Πήγασο / …νικά τον δράκο στον αιώνα / σε μαρμαρένιες εκκλησιές / μάχες κλιματιζόμενες / …». Για να καταλήξει με το απαισιόδοξο μήνυμα πως «Η κόρη μάταια τον περιμένει / ο δράκος πια ημιθανής αργοπεθαίνει / αποστρατεία αυτεπάγγελτη εγγυημένη».
Εν μέρει εκτός κεντρικής θεματικής, προς το τέλος της συλλογής, η ποιήτρια καταθέτει και ένα ποίημα ποιητικής. Στην ουσία μια διακήρυξη προθέσεων, την οποία και καταφέρνει να εφαρμόσει σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό: «…ποιήματα με χιτώνες / και μανδύες με κουράζουν / θέλω τις λέξεις μου γυμνές / να κολυμπούν στον ήλιο /…». (σελ. 49)

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Τρίτη ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη , το έργο της «Εκ του σύνεγγυς» μοιάζει με μία επαναπροσέγγιση του πολιτικού δράματος της πατρίδας της , της Κύπρου , μέσα από το φακό μιας λυρικής περιήγησης στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού . Το μολύβι της ποιήτριας ανασηκώνει τον κρυμμένο πόνο , διαγράφει τις διαστάσεις της απουσίας , ρίχνει φως στα μάτια των ανθρώπων που απόμειναν οριστικά μισοί .Μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο η μνήμη , εργαλείο επαναφόρτισης της ιστορικής συνείδησης των ανθρώπων , ανάγεται σε κινητήριο μοχλό της ποιητικής έμπνευσης και σε πρωταρχικό αίτημα του ποιητικού υποκειμένου [Απερίσκεπτα / Απενεργοποίησες τη μνήμη / Αδρανοποίησες τη φωνή / Ακύρωσες τη ζωή σου / Αρνήθηκες /το Α το στερητικό / στη λήθη να προσάψεις / Φοβήθηκες μη γίνεις αλάτι/ σαν τη γυναίκα του Λωτ] . Η δε γενέθλια πόλη της ποιήτριας , η Αμμόχωστος , μια ιδιόμορφη νεκρόπολη, είναι πανταχού παρούσα , με το παρελθόν και το παρόν της , και ανυψώνεται σε σύμβολο της ζωής που τελεί υπό το ζυγό της ξένης κατοχής . Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτος ο τρυφερός σύνδεσμος που ενώνει την πόλη με το ποιητικό υποκείμενο , σχέση που θυμίζει παλιούς εραστές που αποζητούν την αποκάθαρση από το ερωτικό πάθος ,αλλά στο τέλος αδυνατούν [Για να σε λησμονήσω /ξαπλώνω στην άμμο σου / και μαζεύω φωτόνια / Ύστερα τα αλείβω /με ευλάβεια στο δέρμα μου /Μικροσκοπικά αστέρια /φυτρώνουν εντός μου/ και τότε ανατέλλω / μηδενικά φορτισμένη/ πανδέκτης και πανσέληνος αλλού/ Μα δε σε λησμονώ ] . Κι ενώ η ποιήτρια γράφει ποιήματα με πολιτική απόχρωση , αυτό που εντυπωσιάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να διαθλάσει το πολιτικό μήνυμα σε μικρά λυρικά στιγμιότυπα , μέσα στα οποία συνυπάρχουν το όμορφο και το τραγικό . Έτσι , το μήνυμα μεταφέρεται στον αναγνώστη φιλτραρισμένο με εικόνες νοσταλγικές και κάποτε πολύ τρυφερές , ενώ την ίδια στιγμή μέσα στους στίχους παρελαύνουν πρόσφυγες , μετανάστες , αγνοούμενοι , παιδιά που αγγίζουν συρματοπλέγματα , σύγχρονοι Οθέλλοι , «γκρεμισμένα σώματα» των γερόντων , όλα παρουσίες σε έναν τόπο διαρκώς απόντα και διαρκώς ακυρωμένο. Από την άποψη της τεχνικής , τα ποιήματα αναπτύσσονται κατά κανόνα σε λίγους στίχους μέσα σε ένα κλίμα μετρημένης συναισθηματικής φόρτισης .Η ποιήτρια , ευτυχώς , αποφεύγει με έντεχνο τρόπο την παγίδα της υπερβολής ή της επιτήδευσης , με αποτέλεσμα να αναδύεται αβίαστα μέσα από την ανάγνωση η αίσθηση της ειλικρίνειας. Εκτός αυτού , εναλλάσσει συνεχώς τα αφηγηματικά της υλικά , χρησιμοποιώντας ισορροπημένα την αφήγηση , την περιγραφή , το μονόλογο , το διάλογο ,την εξομολόγηση ,τον επιφωνηματικό λόγο , χαρίζοντας στο ύφος των ποιημάτων της μία ποικιλία η οποία τονώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και βοηθά την ίδια να εκφράσει πολυπρισματικά το μήνυμά της . Κι όπως γράφει η ίδια στο ποίημα «Αισιοδοξία» : Αρνούμαι ποιήματα / ασπρόμαυρα να γράφω/ σε παλαιούς καθρέφτες/ να κοιτάζω αρνούμαι/ ποιήματα με χιτώνες / και μανδύες με κουράζουν/ θέλω τις λέξεις μου γυμνές/ να κολυμπούν στον ήλιο / και γλάρος το μολύβι μου/ να παρασύρει στ’ ανοικτά/ την αλφαβήτα . Αυτή είναι λοιπόν η ποιητική της Αγγέλας Καϊμακλιώτη , πολύχρωμη και συνάμα γυμνή . Γυμνή από εκείνα τα στοιχεία που βαραίνουν τον ποιητικό λόγο και τον κάνουν δύσκαμπτο και νωθρό.

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

Η ποιητική δημιουργία της Αγγέλας Καϊμακλιώτη

Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, καθώς αναδύεται από το γυναικείο αισθητήριο ενός ευαίσθητου ψυχισμού, αναβλύζει τη χάρη μιας λυρικής, λιτής ποιητικότητας, μεστής, ωστόσο, πυκνών νοημάτων και φιλοσοφικών συλλήψεων, που ενορχηστρώνονται κάτω από τις αισθαντικές χορδές εύρυθμης ερωτικής παιδαγωγίας. Στη συνεκτική διαλεκτική δόμηση σημαινόντων και σημαινομένων οι άξονες της θεματικής της περιστρέφουν τις περιάκτους τής υποβλητικής σκηνογραφικής της εικονοπλασίας γύρω από καθημερινά δρώμενα, μεταστοιχειώνοντάς τα από το «τόδε τι» στο «τι έστιν», στην καθολική τους ουσία και στην ενυπόστατη μεταφυσική τους προοπτική.
Μέσα από τις αναζητήσεις και τις ανατάσεις, τις πτώσεις και τις μεταπτώσεις, αλλά και τις ενσυνείδητες μετατοπίσεις έως τις αέναες ορμέμφυτες πτήσεις ο ποιητικός της λόγος, αποβάλλοντας κάθε περιττό φορτίο επουσιώδους κοινοτοπίας, μας απογειώνει στην περιοχή των ορατών ονείρων και των κρυπτικών αθέατων οραμάτων. Με εύληπτους, εντούτοις, αποκωδικοποιητές της αλληγορικής σημειολογίας, των αινικτικών συμβολισμών και των εύοπτων συνειρμικών συνδηλώσεων. Έτσι, με πυξίδα τις τρεις ποιητικές της συλλογές, την ακολουθούμε στο ταξίδι της δικής της ποιητικής Ιθάκης, σταθμεύοντας σε ελκυστικούς προορισμούς των απέραντων εσωτερικών της τοπίων και αποκτώντας «τες καλές πραγμάτειες» μιας εύκαρπης συγκομιδής.
Απ’ όσα συναπεκόμισε ο Ζήνων Ζαννέτος, προλογίζοντας την πρώτη της συλλογή, που, ευστόχως, τιτλοφορεί «ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα», παραθέτουμε ενδεικτικά κάποια ψήγματα των κριτικών του αποτιμήσεων, που δεν διαψεύδουν τις δικές μας αναγνωστικές προσεγγίσεις:
«Με λογική χειραγωγία η ποιήτρια οδηγείται από τον διάλογο του έρωτα στη μονόλογη κατάφαση ή υπέρβασή του, με εικόνες του λογισμού, πιο πολύ, παρά του θυμικού, όπως συνηθίζεται στην ποίηση και, μάλιστα, στον πρωτοβηματισμό της. […] Στα ποιήματα της «Αλφαβήτα» συναντάει κανείς λυρικούς στίχους με πρωτότυπη ειδή, αλλά και γνώμες έννοιες για τον έρωτα από τον υπαρξιακό κήπο της συγκίνησης, της θλιβής και της γηθοσύνης της ποιήτριας, με ιδιαίτερη γραφή και τρόπο».
Αποσπούμε κάποια αυτοτελή επιγραμματικά ποιήματα αποφθεγματικής απήχησης, που επαληθεύοντας τα προρρηθέντα αντικατοπτρίζουν το ήθος και το ύφος της ποιητικής γραφίδας: «Μια πεταλούδα: / Ανάλαφρο αντιφέγγισμα ψυχής, / μετείκασμα παράδεισου». «Πόσους αιώνες κρύβει η στιγμή; / Κι η άνοιξη πόσους χειμώνες;». «Όσο το σκέφτομαι / τόσο το πιστεύω, / πως η αγάπη / είναι σονέτο για πιάνο, / για τέσσερα χέρια όμως».
Πέραν από τις αντιστικτικές συγχορδίες και τις παλινωδίες του ερωτικού απολογισμού, η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη ασθματικές υπαρξιακές εκμυστηρεύσεις, που καταγράφουν από το Α έως το Ω τής «Αλφαβήτα» της συνειδητά βήματα και αυτεπίγνωστες διαδρομές ζωής, ένα οιονεί αυτοβιογραφικό χρονικό, όπως προϊδεαστικά συναρθρώνεται στο πρώτο της ποίημα με ρηματικές και ουσιαστικές αποφάνσεις: «Απύθμενα / βάθη / γονυπετής / διένυσα / επιθυμώντας / ζωή / ήλιο / Θεό. / Ικετεύοντας / και / λοιδορώντας / μοίρες / νυκτερινές. / Ξέροντας / ότι / πέρασαν, / ρήμαξαν, / σκότωσαν, / τέλειωσαν. / Ύστερα / φεύγοντας / χρωμάτισα / ψεύτικα / ωροσκόπια».
Οι στοχαστικές ανασκοπήσεις τής ποιητικής της προβληματικής, όπως η αναβίωση της πρώτης αθωότητας, η έννοια της ελευθερίας, του χωροχρόνου και της ανθρωπογνωσίας στο αντιθετικό ή αντιφατικό δίπολο των φυγόκεντρων και κεντρομόλων τάσεων μέσα από τα γήινα ή διαστρικά ταξίδια, όπως εμφαίνεται στο ποίημα «Στο Α του Κενταύρου», στοιχειοθετούν κομβικά θεματολογικά σημεία.
Οι μνήμες και οι αναμνήσεις, ωστόσο, των άπειρων και πεπερασμένων εμβιώσεων του χρόνου επανέρχονται στις «Στιγμές Αλκυονίδες», τη δεύτερη συλλογή τής Καϊμακλιώτη. Ακαριαία στιγμιότυπα αντίρροπων κραδασμών και παρατεταμένων δονήσεων στη χρωματική κλίμακα των λέξεων και των νοηματικών τους εμβαθύνσεων συνιστούν οι «Στιγμές» της πρώτης ενότητας. Κάτω από το φωτονικό μικροσκόπιο ανιχνεύουμε και πάλι τον ερωτικό πυρήνα εναλλασσόμενων σκέψεων και συναισθημάτων:

«Όταν σε σκέφτομαι βαθαίνω / Κι όταν σε αγαπώ πλαταίνω». Το ονειρικό σύμπαν, η άλλη όψη του πραγματικού ως Πλατωνική ανάμνηση τού ενοραματικά υπαρκτού κόσμου των ιδεών της ποιήτριας διατρέχει πολλά από τα ποιήματα και των τεσσάρων μερών της συλλογής. Αφουγκραζόμαστε κάποια σπαράγματα:
«Διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων / στον ήλιο να παραδοθούμε / Λευκή σημαία η ελευθερία». «Πίσω απ’ την πόρτα του ονείρου / στη διασταύρωση του απείρου». «Οδοιπόροι της άλλης όψης του φεγγαριού». «Μιαν αύρα / μια γαλήνη αναπολώ / ίσως ανάμνηση ή όνειρο». Άλλα ποιήματα αποτυπώνουν το οξύμωρο της χαρμολύπης και άλλα παλινδρομούν μεταξύ αισιόδοξης και απαισιόδοξης αίσθησης ή εξισορροπούν τη ματαίωση της απώλειας με τη νοσταλγική αναπόληση της πλήρωσης, αλλά και την κατάφαση της ζωής στην απαντοχή της προσδοκίας. Από την τρίτη ενότητα, που αξιοποιεί με απομυθοποιητικές μεταπλάσεις Ομηρικούς ήρωες, ανασύρουμε ένα παράδειγμα: «Εσύ όμως / γυναίκα Πηνελόπη / γεννήθηκες να περιμένεις / […] / πίνοντας φίλτρα / μητέρας, κόρης, αδελφής / τρώγοντας κάθε βράδυ / από το κόκκινο καρβέλι της αγάπης».
Στην «Εκ του σύνεγγυς» πρόσφατη συλλογή ο μνησιπήμονας πόνος της ημικατεχόμενης πατρίδας επανακάμπτει δριμύτερος με την κατασταλαγμένη απόσταση των σαράντα χρόνων τής Αισχύλειας Κυπριακής Τραγωδίας. Ο τουρκοπατημένος τόπος, οι πρόσφυγες, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι και οι εγκλωβισμένοι, αλλά και ο ενδοτισμός της προδοσίας, της απάθειας και της λήθης μνημειώνουν ανεξίτηλα με τόνους σχετλιαστικής ειρωνείας τους στίχους της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Ενδεικτικά επιλέγουμε: «Πατρίδα είναι μνήμη αυτογενής / τα άλλα είναι μνημόνια / συνθήκες νικημένων».

 

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

ΑΚΤΗ Τ.106 ΑΝΟΙΞΗ 2016

«Εκ του σύνεγγυς», εκδ. Φαρφουλάς, 2014

Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη εμφανίστηκε μόλις τα τελευταία χρόνια στο ποιητικό προσκήνιο. Ωστόσο, η ποιητική συλλογή «Εκ του σύνεγγυς» είναι η τρίτη και μ’ αυτήν η ποιήτρια ήδη έχει κατακτήσει έναν ώριμο ποιητικό λόγο, το δικό της προσωπικό ύφος.
Πρόκειται για χαμηλόφωνη ποίηση, στην οποία κυριαρχεί η οικονομία του στίχου, ο καταγγελτικός λόγος, εν πολλοίς μια απαισιόδοξη ματιά.
Οι κύριοι θεματικοί άξονες της συλλογής είναι η κατεχόμενη γη (κυρίως η γενέθλια πόλη Αμμόχωστος) και γενικά οι συνέπειες της τούρκικης εισβολής, η κριτική για τη σύγχρονη κοινωνική, οικονομική και πολιτική επικαιρότητα και κατά δεύτερο λόγο το θρησκευτικό και ερωτικό στοιχείο και ζητήματα ποιητικής.
Το βιβλίο είναι διαποτισμένο με τον πόνο και τη νοσταλγία για την Αμμόχωστο. Στην ποιητική τοπιογραφία περιλαμβάνονται ακόμα η Μεσαορία, το θέατρο της Σαλαμίνας, η Αιγιαλούσα, ο Άγιος Θέρισσος, το Καρπάσι και η Καρπασία, σύμβολα της σκλαβωμένης πατρίδας. Ενδεικτικά παραθέτουμε το ποίημα Επέτειος: Βγήκε στο γιαλό/ανοικτά του Άη Φίλωνα/με τη μικρή βάρκα «Καρπασία»/Είδε δύο τούρκικες φρεγάτες/Έριξε δίκτυ/για σκάρους και κουρκούνες/Πεθύμησε περήφανος να ψάλλει/τον Εθνικό τους Ύμνο/αλλά τραγούδησε γλυκά «Το γιασεμί»/Ήταν εγκλωβισμένος/σαράντα χρόνους/εκεί στη μέση του γιαλού.
Την ενότητα της συλλογής ενισχύουν οι αναφορές σε: ομαδικούς τάφους, συρματόπλεγμα, προσφυγόσημο, μισοφέγγαρο ήλιο, οδόφραγμα, αγνοούμενοι, εγκλωβισμένοι, πρόσφυγες, παραλίες κατεχόμενες, μνημόσυνο, Δεν ξεχνώ, πραξικόπημα, παρελάσεις, ψηφίσματα, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, επέτειοι (Ιούλιος, Αύγουστος). Αλλά και το ποίημα «Εκ του σύνεγγυς», που έδωσε τον τίτλο και θέτει ευθύς εξαρχής το στίγμα του θεματικού προσανατολισμού της ποιήτριας, παραπέμπει στις συνομιλίες για τη λύση του κυπριακού, όσο κι αν μόνο συνεκδοχικά θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοιο, αφού σε πρώτο επίπεδο αυτή η πρόθεση υποκρύπτεται κάτω από το ερωτικό στοιχείο.
Ο ποιητικός λόγος έρχεται να ελέγξει τη συνείδηση και τα πεπραγμένα μας, π.χ. το Δεν ξεχνώ που, ούτε ως απλό σύνθημα, χωρίς ουσία, δεν υφίσταται πια, και το Ναι ή το Όχι (Στον τύμβο: Πίσω από κάθε ηρωικό Όχι/κείτονται αναρίθμητα/δολοφονημένα Ναι/σε ομαδικούς τάφους/και λίκνα πεσόντων).
Πάντως, αυτό που δεσπόζει στη συλλογή είναι η μνήμη. Η μνήμη και η λήθη που λειτουργούν ως μέτρο για να δοκιμαστεί η ευαισθησία ή η αναγλησία μας, η ανθρωπιά, οι ενοχές μας: «απενεργοποίησες τη μνήμη», «Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι», «τα πλήθη μπαινοβγαίνουν δίχως μνήμη», «μνήμη αιχμηρή», «στης μνήμης το ανέσπερο καντήλι», «ήχος μνημόσυνος/μνήμες ερινύες», «τ’αηδόνια/δε σ’ αφήσανε να κοιμηθείς/όπου κι αν πήγαινες/Ήταν η μνήμη», τα «μνημόνια», «μνημεία της προδοσίας», «όσα θυμόμαστε κι όσα ξεχάσαμε».
Η κοινωνικοπολιτική κριτική επεκτείνεται και σε άλλα ζητήματα της τρέχουσας επικαιρότητας όπως οι μετανάστες και κυρίως η οικονομική/ηθική κρίση, («πωλείται χρυσός», «μνημόνιο», «τραπεζικές θυρίδες», «τραπεζίτες»), οι μικροκομματικές και χρεοκοπημένες ιδεολογίες, το φυσικό αέριο («τώρα πολιτογράφηση/μόνο στο Οικόπεδο Δώδεκα»).
Η συχνή παράθεση λέξεων και φράσεων από την εκκλησιαστική γλώσσα και παράδοση είναι ένα ακόμα συνεκτικό στοιχείο της συλλογής: πρόσωπα και γεγονότα της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης, όπως ο Λωτ, ο Ιούδας, ο Πόντιος Πιλάτος, η σταύρωση, τα εξαπτέρυγα, η μετάληψη, τα πρόσφορα και το αντίδωρο, τα Θεοφάνεια.
Τα αντιθετικά σχήματα και το οξύμωρο (μνήμη και λήθη, «σ’ αυτή την ταπεινότητα την υπεροπτική», «χειροκροτούν περήφανα και υποκλίνονται», «την πιο εκκωφαντική σιωπή μας»), οι αμφισημίες, οι υπαινιγμοί, ενίοτε η ειρωνεία και ο σαρκασμός, αλλά και η ευαισθησία, ο λιτός στίχος, η εντύπωση του προφορικού λόγου και ο διάλογος, η παράδοση (ιστορική, μυθολογική, θρησκευτική, ποιητική) και η έντονη διακειμενικότητα (Σεφέρης, Ελύτης, Κάλβος, Καβάφης, Χαραλαμπίδης) είναι χαρακτηριστικά στοιχεία του ποιητικού λόγου της Αγγέλας Καϊμακλιώτη.
Τελικά, χωρεί αισιοδοξία στη συλλογή «Εκ του σύνεγγυς»; Η αισιοδοξία χάνεται μέσα στη λήθη, στη λησμονιά, στην αναγλησία, στις πληγές που χάσκουν ανοιχτές, στη ζοφερή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Αλλά, ευτυχώς, η ελπίδα διασώζεται στη μνήμη και στο ποίημα (ποιητικής-καθόλου τυχαίο!) Αισιοδοξία: Αρνούμαι ποιήματα/ασπρόμαυρα να γράφω/σε παλαιούς καθρέφτες/να κοιτάζω αρνούμαι/ποιήματα με χιτώνες/και μανδύες με κουράζουν/θέλω τις λέξεις μου γυμνές/να κολυμπούν στον ήλιο/και γλάρος το μολύβι μου/να παρασύρει στ’ ανοικτά/την αλφαβήτα.

 

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Εφημερίδα ο Φιλελεύθερος 13 Οκτωβρίου 2013

Όλα τα ποιήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Στιγμές Αλκυονίδες», η οποία κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις «Πήλιο», είναι είτε ερωτικής είτε υπαρξιακής πνοής είτε και τα δυο μαζί.
Θεωρώ ωστόσο ότι η ποιήτρια πετυχαίνει καλύτερα αποτελέσματα στην ερωτική θεματική, ενδεχομένως γιατί εδώ οι εμπνεύσεις της είναι πιο βατές και πιο συγκεκριμένες. Π.χ. στο «Έκπτωτος Άγγελος» (σελ. 49), ανάμεσα σ’ άλλα, λέει: «Υποψία φτερών ελαφραίνει / τους ώμους σου / έκπτωτος Άγγελος / Εσύ / Εσύ μου».
Γενικά, στη θεματική της Αγγ. Κ. δεσπόζει η ερωτικο-λυρική διάθεση, αλλά ουδόλως απουσιάζει και μιας μορφής φιλοσοφική προσέγγιση: «Το νόημα της ζωής / μισοκρύβεται πίσω από το νοητό / παλεύει με το ανόητο / και νικά το αδιανόητο». (σελ. 9)
Ιδιαίτερα πετυχημένα βρίσκω τα ευσύνοπτα, λειτουργικά και καίρια ποιήματα της πρώτης ενότητας του βιβλίου. Λόγος λιτός, απλός και ευθύς, όπως στο πρώτο ποίημα της συλλογής: «Ήσουν / η γεύση του Αυγούστου / κι ήταν / η πρώτη μέρα του Χειμώνα». (σελ. 6)
Εύστοχο θεωρώ και τον τρόπο που η Αγγ. Κ. θεματοποίησε στην ποίηση της την ερωτική προσμονή: «Ακόμη κι άμα δεν έρχεσαι / είναι υπέροχο / που εγώ σε περιμένω». (σελ. 12)
Η δύναμη του στίχου της Αγγ. Κ. είναι η απλότητα και η λιτότητα. Όποτε πετυχαίνει την οικονομία του λόγου, τη λακωνικότητα, συνδυάζοντάς την με φαντασία και βαθύτερη σκέψη, το αποτέλεσμα είναι αξιοπρόσεκτο. Όπως στο «Μαζί σου» (σελ. 22), όταν λέει: «Το λίγο γίνεται πολύ / το πολύ λίγο / όταν τολμήσω να το μοιραστώ / μαζί σου / Το λάθος γίνεται σωστό / το σωστό λάθος / όταν τολμήσω να τ’ ονειρευτώ / μαζί σου / Είναι η αίσθηση που γίνεται ψευδαίσθηση / μαζί σου».

Όποτε η ποιήτρια ξεφύγει από τα τετριμμένα, όποτε επιστρατεύσει τη φαντασία ή την ακρίβεια των λέξεων, το αποτέλεσμα είναι απείρως καλύτερο. Όπως στο «Εποικοδομητική ασάφεια» (σελ. 27) όταν, ανάμεσα σ’ άλλα, λέει: «Μπορούσες άραγε / το “σ’ αγαπώ” εκείνο / αντί να το προφέρεις / να το προσφέρεις;».
Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα είναι καλύτερο και όταν υπάρχει προσχεδιασμένη και συμμετρική αρχιτεκτονική δόμηση ενός ποιήματος. Όπως συμβαίνει στο «Ειμαρμένη» (σελ. 35). Εδώ χρησιμοποιούνται οι Μοίρες, ως ποιητικές μορφές, αλλά και ως μέσο ποιητικής μετάπλασης ιδεών και συναισθημάτων, με υπαρξιακό υπόβαθρο.
Γενικά, η συμμετρική ανάπτυξη μιας ποιητικής ιδέας βοηθά την Αγγ. Κ. να πετύχει καλύτερα αισθητικά αποτελέσματα. Όπως συμβαίνει και στο «Αυτογνωσία», (σελ. 36) όταν λέει: «Μετρώ τον κόσμο / με το μοιρογνωμόνιο / της αισιοδοξίας / Χαράζω κάθετα την ευθεία της αφετηρίας, / οριζόντια / την ευθεία του τέρματος / Σημείο συνάντησης / η ορθή γωνία / της λογικής…». Εδώ, κατά την άποψή μου, φαίνεται καθαρά ότι η ευκρίνεια και ο ορθολογισμός, ουδόλως μπορούν να αποδυναμώσουν αισθητικά μια ποιητική ιδέα, φτάνει αρωγός στην όλη προσπάθεια να είναι η φαντασία, η ευαισθησία και η βαθύτερη σκέψη.
Η Αγγ. Κ. ανατρέχει συχνά στην ελληνική μυθολογία αναζητώντας μορφές και ποιητικά σχήματα αισθητικής μετάπλασης ποιητικών ιδεών, είτε πάνω στην ερωτική είτε πάνω στην υπαρξιακή θεματική, που είναι και οι πλέον προσφιλείς της. Συχνά όμως, λυπάμαι να παρατηρήσω, περιορίζεται στην απλή αναπαραγωγή των μυθολογικών προτύπων, μη προσθέτοντας σύγχρονες πινελιές ή μη δημιουργώντας ανατροπές από τα καθιερωμένα. Όταν το πράττει, όπως π.χ. στο «Του Οδυσσέα» (σελ. 41), το αποτέλεσμα είναι αξιοσημείωτο. Και το αξιοσημείωτο έγκειται στο ότι στη μορφή του Οδυσσέα, εμπερικλείονται ως εσωτερική αντιπαλότητα τα πάντα, και ο Πολύφημος, και οι Λαιστρυγόνες, και οι Σειρήνες, αλλά και οι Μνηστήρες. Πρόκειται για μια πρωτότυπη ανάγνωση του γνωστού μύθου που δικαιώνεται αισθητικά.
Έχω όμως ακόμη μερικές παρατηρήσεις να σημειώσω. Συχνά-πυκνά οι στίχοι της ποιήτριας γίνονται συμβατικοί, προβλεπτοί και ως εκ τούτου λιγότερο λειτουργικοί και επαρκείς αισθητικά. Π.χ. στο ποίημα «Το δέντρο της ζωής» (σελ. 56), μεταξύ άλλων, λέει: «Άσε τον άνεμο να σε μαστιγώσει… / Τη βροχή να σε ξεπλύνει… / Το χιόνι να σε παγώσει… / Τον ήλιο να σε ζεστάνει…». Ούτε μια ανατροπή, ούτε μια έκπληξη, ούτε ένας αιφνιδιασμός που να δικαιώνει το όλο εγχείρημα.
Γενικά, θα ήταν πολύ καλύτερα αν η Αγγ. Κ. απέφευγε τις κοινότοπες, τετριμμένες και πολυχρησιμοποιημένες φράσεις και εκφράσεις-κλισέ, όπως «στην άκρη του γκρεμού να περπατήσω» ή «τη μοίρα μας στα μάτια να κοιτάξουμε» ή «στο μάτι του (πιο κόκκινου) κυκλώνα» (σελ. 20), που όλες μαζί εντοπίζονται σε ένα και μόνο ποίημα, διαβρώνοντας το αισθητικό αποτέλεσμα και μειώνοντας την εμβέλεια της αρχικής ποιητικής ιδέας.
Ακόμη ένα ενδεικτικό παράδειγμα ποιήματος που κατατρύχεται από την κοινοτοπία είναι και το «Μεσοπέλαγα» (σελ. 25), στο οποίο τη μια «η αγάπη / μας βρήκε ναυαγούς μεσοπέλαγα», και την άλλη «μας παράτησε / η αγάπη ναυαγούς μεσοπέλαγα». Δεν φτάνει που καταγράφεται μια προφανής κοινοτοπία, επαναλαμβάνεται κιόλας μέσα σε ελάχιστους στίχους για να… εμπεδωθεί καλύτερα.
Θέλω όμως να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με το ποίημα που θεωρώ ως την καλύτερη στιγμή ολόκληρου του βιβλίου. Αναφέρομαι στο «Ονειροπληξία» (σελ. 54) που κρίνω ως το καλύτερο, κυρίως για την ακρίβεια, την παραστατικότητα και την ευρηματικότητά του. Το παραθέτω ολόκληρο. «Να αποφεύγεται καλύτερα / η γείωση ονείρων / εν μέσω βροχής / και καταιγίδων / εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα / Αλεξικέραυνα είναι τα όνειρα / μόνο των καλοκαιρινών διαδρομών».

 

 

ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΦΑΒΗΤΑ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

στην εφημερίδα Αλήθεια 7/8/2012

 

Εκτός από τον πεζό, η Αγγέλα Καϊκακλιώτη ξεχωρίζει και στον ποιητικό λόγο, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης διαβάζοντας, ή καλύτερα μελετώντας, την ποιητική της συλλογή «Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα»(Εκδόσεις Πήλιο). Μπορεί, άραγε, η ποίηση να ξεκλειδώσει την αλφαβήτα; Και μήπως, άμα την ξεκλειδώσει και μετά, δεν θα βρεθεί ενώπιον μιας άλλης σειράς γραμμάτων που, και αυτά, θα προστατεύονται πίσω από δρύινες πόρτες, κρατώντας απ’ έξω τους ποιητές; Γράφω υπαινιχτικά, όπως, φυσικά, και η Αγγέλα Καϊμακλιώτη που μετατρέπει εικόνες της καθημερινότητας, της δικής της και άλλων, σε μελαγχολικά, ως επί το πλείστον, ποιήματα που, ωστόσο, αφήνουν και τη φωτιά της ελπίδας να σιγοβράζει. Η αγάπη, σε όλες τις μορφές της, ο έρωτας, επίσης σε όλες τις μορφές του, οι αναμνήσεις που, σαν πουλιά κελαηδούν ή κρώζουν, οι αγωνίες που μας ακολουθούν σαν σκιές, τα όνειρα, ανεκπλήρωτα ή μη, οι ραγισμένοι καθρέφτες, αλλά και οι παραμορφωτικοί, διατρέχουν τη συλλογή σαν ποτάμια.
Οι στίχοι της Καϊμακλιώτη, ξέχειλοι από τρυφερότητα, θροίζουν σαν φύλλα του φθινοπώρου και, ταυτόχρονα, ιχνογραφούν, μπροστά στα μάτια μας, ένα κόσμο που, συνήθως, ή σχεδόν πάντοτε, μονάχα οι ποιητές, με την αιχμηρή τους ματιά και το ανεξάντλητο απόθεμα εμπνεύσεων, μπορούν να ξεχωρίσουν μέσα στην πολυκοσμία της ρηχότητας.
«Κατάφερε να φυτέψει/μιαν άσπρη ελπίδα/έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής
του/Έσκαβε μήνες, χρόνια/το τούνελ τηςαπόδρασης/Και τώρα, να!/Χωρά το χέρι του ολόκληρο/Μέχρι τον αγκώνα/Βούλιαξε στο χώμα μυστικά/Τα δάχτυλα ελεύθερα/τον σπόρο φύτεψαν/στα τυφλά ψαχουλεύοντας/κι ένα λουλούδι φύτρωσε/Τώρα αυτός ανασαίνει/με μιαν αίσθηση ελευθερίας/Όταν βγει, θα έχει άνθη/να φτιάξει ένα μπουκέτο».
Σημειώνει, μεταξύ άλλων, στον πρόλογό του ο Ζήνων Ζαννέτος: «Με λογική χειραγωγία, η ποιήτρια οδηγείται από το διάλογο του έρωτα στη μονόλογη κατάφαση ή υπέρβασή του, με εικόνες του λογισμού, πιο πολύ, παρά του θυμικού, όπως συνηθίζεται στην ποίηση, και μάλιστα, στον πρωτοβηματισμό της. Διαχειρίζεται τα εφικτά του έρωτα ονειρευόμενη τον απόλυτο λόγο του,
που τον θεωρεί ευλογία. Βέβαια, τα εφικτά, πραγματώνονται μέσα στις δυνατότητες της κοινωνικής ασφυξίας, αλλά και στις βεγγαλικές εκπυρώσεις της υπαρξιακής ελευθερίας του προσώπου».
Και λίγο πιο κάτω: «Στα ποιήματα της Αλφαβήτα συναντάει κανείς λυρικούς στίχους με πρωτότυπη ειδή, αλλά και γνώμες έννοιες για τον έρωτα από τον υπαρξιακό κήπο της συγκίνησης, της θλιβής και της γηθοσύνης της ποιήτριας, με ιδιαίτερη γραφή και τρόπο. Και τούτο καταγράφεται στις αρετές της ποίησης της Καϊμακλιώτη».

 

 

ΕΛΕΝΗ ΜΟΥΖΟΥΡΑ

Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος

 

Αν με τον άνεμο επιθυμήσεις να χορέψεις
φύλλο να γίνεις ή φτερό
και κείνος θα σε παρασύρει
σε χορογραφίες παθιασμένες,
με φιγούρες οργισμένες.
Σε μιαν εκρηκτική περιστροφή
στο μονοπάτι των σιφώνων
αίφνης θα σ` οδηγήσει.
Εκεί που αποτολμούν ταξίδια μόνο οι τρελοί,
λίγο προτού ξεσπάσουν καταιγίδες.

Με αυτό το ποίημα αντί βιογραφικού μας συστήνεται η Κύπρια ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη. Σαν τον άνθρωπο που επιθύμησε να χορέψει με τα φτερά του ανέμου στην ποιητική της δημιουργία. Και πιο κάτω, αφιερώνει αυτή τη ποιητική συλλογή στους αναγνώστες της «σ` όσους κρατάνε φυλαγμένο του παραδείσου αντικλείδι και όσους μαζί μου πορευτήκανε στης αλφαβήτας το ξεκλείδωμα» γράφει. Ακόμα πιο κάτω «του Απρίλη μου» όπως αναφέρει στη δεύτερη αφιέρωσή της, καθώς μας προετοιμάζει να βαδίσουμε μαζί της στις τροχιές του έρωτα.

Στο εξώφυλλο μια γυναίκα, κεντρική μορφή του ποιητικού έργου, βαδίζει ξυπόλυτη στο χορτάρι με κατεύθυνση τη θάλασσα, ίσως ανέμελα. Η πορεία στη ζωή σαν περιδιάβαση που ξεκλειδώνει στη ψυχή προβληματισμούς, αναμνήσεις κι αντιφάσεις. Το δίπολο της ζωής, της ύπαρξης, του έρωτα καθώς ίσως τα αφήνει πίσω της βαδίζοντας. Μπροστά της η ομορφιά της φύσης, η θάλασσα, η ελευθερία από τις συμβάσεις, συναισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις που αποτυπώνονται υποδηλωτικά. Ποτέ φανερά. Παρόλα αυτά όμως στη διάθεση του υποψιασμένου αναγνώστη, αυτού που μπορεί να ερμηνεύσει τους μυστικούς κώδικες. Με το δεξί της χέρι ελαφρά ανασηκωμένο σαν να συγκρατεί τα μαλλιά ή τη ψυχή της στον άνεμο, είτε σε μια στάση μυστικού χαιρετισμού του αναγνώστη της ή /και του έρωτα. Ξυπόλυτη. Ελεύθερη από συμβάσεις.

Ξεκινά την περιδιάβαση της ψυχής της και το χορό με τον άνεμο της ποίησης στα 45 συν ένα ποιήματα ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα της.

Σε μια ακροστιχίδα της αλφαβήτας βαδίζει από στίχο σε στίχο, με εύγλωττη λιτότητα και πυκνότητα σε μια εσωτερική καταβύθιση για την εύρεση και ανάσυρση της ουσίας της. Μια ενδοσκόπηση δραματική σε α΄ ενικό πρόσωπο, κατανυκτική, μέσα από την οποία περιδιαβαίνει από το Α για να φτάσει στο Ω, επιθυμώντας, αναζητώντας το φως και το Θεό, μη αγνοώντας όμως τις μοίρες που πέρασαν και ρήμαξαν, όπως λέει, αλλά συνεχίζοντας χρωματίζει τα ψεύτικα ωροσκόπια της ελπίδας της.

Ποιητικός λόγος έξυπνος, ευρηματικός, λιτός και πυκνός. Συχνά μονολεκτικός, εύγλωττα λακωνικός, που ρέει και οδηγεί τον αναγνώστη σε επίπεδα, κύκλους, σπειροειδή ελιγμούς, που ωστόσο ολοκληρώνονται με μια εσωτερική συμμετρία. Ο λόγος, που ξεκινά σαν ρυάκι, γίνεται γάργαρο νερό στο ποτάμι των συναισθημάτων, συχνά φουσκώνει σε χείμαρρο για να γαληνέψει και πάλι γυρνώντας στην αφετηρία του, στην πηγή του ή τον αέναο κύκλο της ζωής.

Ενδεδυμένη πάντα με το φιλοσοφικό μανδύα της αναζήτησης. Με έναν απόηχο θλίψης, πόνου για όσα ανακαλύφθηκαν στο καταστροφικό χτες, μέσα από την ενδοσκόπηση της αναζήτησης της μοίρας του ανθρώπου, χωρίς βεβαιότητα ή με μια αίσθηση ανθρώπινης ευθύνης. Σαν μουσική υπόκρουση, μια υποψία Καβαφικού στοχασμού οδηγεί σε ήχους πότε φιλοσοφικούς, πότε διδακτικούς και πότε θλιμμένους.

Κυρίαρχη παρουσία ο έρωτας. Ο άντρας, η γυναίκα και ο τρόπος που ο καθένας τους τον βιώνει. Η ποιήτρια βαδίζει σε ένα δραματικό εσωτερικό διάλογο, πότε σε έναν ακόμα πιο δραματικό μονόλογο, με μια λανθάνουσα ειρωνεία, ή και αυτοσαρκασμό που ενίοτε μετατρέπεται σε έναν ιδιόμορφο κυνισμό προς τη ζωή, τη σιωπή, την αγάπη. Το λογοπαίγνιο αγαπημένο της μοτίβο και ο τίτλος κάθε ποιήματος να ανασύρεται μέσα από το ποίημα, πότε ως επωδός, πότε ως συμπέρασμα και πότε ως αφετηρία, δομικό στοιχείο ισορροπίας και εσωτερικής αρμονίας.

Κύκλοι θεματικοί, τεχνικοί, φιλοσοφικοί και γλωσσικοί, που ταξιδεύουν μέσα στη γλυκύτητα και το ρομαντισμό της λυρικής ποίησης και πότε σε ένα στροβιλισμό που σε καλεί να ερμηνεύσεις το κρυφό μήνυμα κάποιου κεκαλυμμένου ή/και πρόδηλου έρωτα. Κεντρικό θέμα, πάντα ο έρωτας. Ο έρωτας, δημιουργός, ο αντρικός, ο γυναικείος έρωτας. Όπως αποτυπώνεται στο ποίημα Συνάντηση: « Έψαξε εκείνος την καρδιά της, το χέρι του εκείνη/ Πόθησε το γυμνό κορμί της εκείνος, γυμνή την ψυχή του εκείνη./Βάδισαν μοιραία σε παράλληλους δρόμους/σε προορισμούς διαφορετικούς χωρίς σταυροδρόμια./ Έπλεξαν γέφυρα συνάντησης με τις κλωστές του ονείρου. Εκείνος μετέωρος πάνω απτο φόβο, δίπλα στον πόθο κάτω απ τα θέλω./Εκέινη ισορροπώντας ανάμεσα στις επιθυμίες και τις νόρμες./Μες τη μέση του κόσμου, στη μέση του χρόνου συναντήθηκαν Σελ 11.

Από το α΄ ενικό καθώς κινείται στο β΄ ενικό φτάνει στο α΄ πληθυντικό από το εγώ στο εμείς, για να συνεχίσει ξανά στο εγώ. Λόγος συχνά αφηγηματικός και εσωτερικός, καθώς ζωγραφίζει εικόνες και θεατρικά δρώμενα στη φαντασία μας, αλλά και βαθιά προσωπικός καθώς περιγράφει το εσωτερικό της ψυχής. Σπειροειδής πορεία, αρχή και τέλος που γίνεται ξανά αρχή για να οδηγήσει στην συμμετρία και την αρμονία.

Μέσα από την εσωτερική καταβύθιση εντοπίζει και ανασύρει τα λάθη της, όπως στο ποίημα με τίτλο «Λάθος» ή τραγικές διαπιστώσεις όπως «κι ο φάρος σκοτεινός και ψεύτης». Προβληματίζεται για την κυκλική πορεία των πραγμάτων. Γράφει: «Τότε μόνο θα κλείσεις τον κύκλο. Όταν το τέλος γίνεται η αρχή και η αρχή το τέλος», σελ 17. Και πάντα ο έρωτας πότε σαν μια σχέση ανάλαφρη, πότε απουσία, πλάνη ή θάλασσα που μπορεί να σε ταξιδέψει, μα και να σε πνίξει, να σε αναρροφήσει, αλλά πάντα ιδιαίτερος.

Πότε γυρίζει τη ψυχή για ν` αγναντέψει τη φύση και να νικήσει το χρόνο, πότε γυρνώντας ξανά στο α΄ ενικό ανακαλύπτει το οξύμωρο στη διπολικότητα της ζωής, μια διπολικότητα που οδηγεί μέσα από το ζευγάρωμα αντιθέσεων στην ισορροπία και την αλήθεια, όπως στο ποίημα Οξύμωρο σελ. 25. Για να καταλήξει και πάλι στον έρωτα. Τον πανταχού παρόν κεκαλυμμένο ή φανερό πρωταγωνιστή αυτής της ποιητικής συλλογής. Η ποιήτρια ταξιδεύει στα φτερά της χαρμολύπης, στο Α του Κενταύρου καθώς αναζητά τα ίχνη που άφησε ο έρωτας του. Πότε σαν ανάμνηση, πότε σαν φωτιά «το σκοτεινό εγώ που αναφλέγεται και γίνεται φως κόκκινο» σελ 33, γράφει. Και μέσα από αυτή τη φωτιά το δύο να γίνεται ένα και ξανά δύο, αντίθετα με κάθε μαθηματικό κανόνα ή θεώρημα.

Ακολουθεί μια σειρά από ολιγόστιχα ακόμα ποιήματα, όπου συνεχίζει μόνιμη επωδός ο έρωτας, όπως στο ποίημα Γυμνό:. «Στο γυμνό της σώμα εναπόθεσε τη γυμνή ψυχή του». Το σώμα και η ψυχή και η συνεχής διαφωνία ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα που παρουσιάζεται σαν το δίπολο φεγγαριού και ήλιου, ελευθερίας και μεταμφίεσης, υποκειμενικότητας ή υποψίας παραίσθησης και ελευθερίας, για να καταλήξει στον έρωτα ως γλυκόπικρο ταξίδι, όπου το δίπολο εμπεριέχεται και συγκατοικεί μέσα στην ίδια λέξη.

Ώσπου πια το ταξίδι ολοκληρώνεται στο οπισθόφυλλο, με τη γυναικεία μορφή να απομακρύνεται θολή και το συμπέρασμα πως, γλυκόπικρος ή όχι ο έρωτας, ο καθένας τον χρωματίζει με τα δικά του χρώματα. Και το ποιητικό επιμύθιο στο ποίημα:

Σονέτο για πιάνο

«Όσο το σκέφτομαι/ τόσο το πιστεύω,/ πως η αγάπη/ είναι ένα σονέτο για πιάνο, /για τέσσερα χέρια όμως».

 

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΖΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής από το μουσικό και λογοτέχνη κ. Στέφανο Ζυμπουλάκη, στις 26 Ιανουαρίου στο Μουσείο Θέασης

Όταν ο έρωτας γίνεται ζωή και η ζωή το φως της ποίησης, τότε η καρδιά φλογίζει το όνειρο, τη μορφή και η ποίηση γίνεται τραγούδι. Η ψυχή τραγουδά, ονειροπολεί, διανθίζει το μίσχο του έρωτα κι ο νους στην εγκεφαλικότητα του ανασαίνει το αίσθημα, το λυρισμό, τη μουσική και την αρμονική ζωή του χρώματος του στίχου. Βιώματα προσωπικά σ’ ένα διάλογο χρωματικής διαύγειας, με τον εσωτερικό της κόσμο και σ’ ένα ύμνο δόξας, προσωποποιούν την ερωτική της ευαισθησία, σε όλα τα επίπεδα της ψυχής της.
Ο έρωτας ζει παντού και πάντοτε. Και το πάντοτε, ένα φωτοβόλο αστέρι στο φεγγαρόφωτο μιας λίμνης ερωτικής, όπου το αηδόνι τραγουδά χωρίς την Καρχηδονική ερημοσύνη, αλλά τραγουδά με το φεγγάρι και την ανταύγεια του «σ’ αγαπώ», του «σε λατρεύω», του «σε ποθώ», μέσα στο αιώνιο φιλί της προσδοκίας και τον ορισμό του Πλάτωνα, ότι ο Έρωτας σε θεληματική νοημοσύνη και έκφραση, είναι η ένωση της ψυχής μετά της σαρκός, και όχι όπως θα όριζε ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος ότι ο Έρωτας είναι η μεγαλυτέρα ευφυΐα των ηλιθίων ή η μεγαλυτέρα ηλιθιότης των ευφυϊών.
Η ερωτική ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη είναι ποίηση Αγγελινή, όπου ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα των συναισθημάτων της σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης καρδιάς, γίνεται ποίηση ομορφιάς. Είναι ποίηση ζωής και πάνω απ’ όλα ένθεης δημιουργίας. Όταν διαβάζεις την ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, ανασαίνεις αίσθημα, συναίσθημα, λυρισμό και χρησμό ερωτικού σκιρτήματος.

«Το παλιό μας πιάνο μες στη σάλα/ η σκιά σου το βαραίνει,/ήπιε η ψυχή σου στάλα, στάλα/ και κλειστό την ανασαίνει.», όπως θα έλεγε ο ποιητής Μάνος Κράλης.
Ο ερωτικός Μπετόβεν στη σονάτα υπό το σεληνόφως, εναρμονίζεται με τους κραδασμούς της ποιήτριας Αγγέλας, για πιάνο για τέσσερα χέρια και δονούνται τα πλήκτρα κι οι χορδές, όπου η συνοδεία χρωματίζει κι ενδυναμώνει το ερωτικό αηδόνι με το πετάλ της διάρκειας, της μέθεξης, της πνευματικής ευφορίας, της οξυδέρκειας και πάνω απ’ όλα, της ενόρασης, σε μια λίμνη όπου ο κύκνος χορεύει και το αηδόνι στο οπάλινο κύμα της χαράς ρυθμίζει την έκφραση του αιώνιου και του μεταφυσικού. Ένας ο ορίζοντας της ερωτικής ποίησης της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Το φτερούγισμα της ευτυχίας που οδηγεί στη λύτρωση και την εσωτερική αποκατάσταση.
Το χρώμα, η φωνή, ο άνθρωπος, η γυναίκα και ο ουρανός, σε μια σύζευξη ερωτικής ευαισθησίας και έξαρσης, όπου η πραγματικότητα γίνεται στοιχείο λύτρωσης και φωσφορίζει ανθούς, ως μορφή και ύπαρξη, που οδηγεί σαν προσευχή, στην αναστάσιμη ελευθεροποίηση των πράξεων, των παθών, των ανατάσεων σ’ ένα κερί από ανθόφυλλα αγάπης, ευτυχίας και οραματισμών για το αύριο, για το μεθαύριο, για το πάντοτε, για το αιώνιο.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη είναι ποιήτρια. Είναι δημιουργός με έκφραση και υποβλητικότητα. Δεν γράφει απλά, δεν απεικονίζει θεωρητικά το ερωτικό στοιχείο. Ζει μονάχα το λίπος της καρδιάς. Γίνεται ένα με το στίχο σε μελίρρυτη γραφή, μουσική και εσωτερικότητα ροής.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη ζωγραφίζει, μορφοποιεί, μα δεν αντιγράφει. Θερμαίνει μονάχα το οξυγόνο της ποίησής της μέσα από την ανθρώπινη ανάσα. Τούτα τα γραφόμενα μου χωρίς υπερβολή και υπέρβαση τα τεκμηριώνω με την προσωπική μου κατάθεση στο έργο της με το θετικό αποδεκτό, και του ομιλείν ποιητικά στην πράξη, απαγγέλλοντας τα πιο κάτω ποιήματά της, όπου το μόριο και το κύτταρο της ερωτικής της ποίησης γίνεται Θούριος Αγάπης, λύτρωση ακουαρέλας, γαρούφαλλο ομορφιάς και αιθέριας ποιητικής καταξίωσης. Εδώ η ποίηση της, είναι ποίηση και η καρδιά της ωριμότητα με το προσωπικό της ύφος, το βάθος και το χαρακτήρα της.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη γράφει και προδιαγράφει τον αυριανό ποιητή, όπου το ουράνιο πνεύμα αισθητοποιεί την ψυχή με τον κόσμο του υπαρκτού και διαχρονικού στίχου, σ’ έναν κύκλο ζωής σε αδιάλειπτο βίο ανθοφόρησης.
Κι όπως θα έλεγε ο ιδρυτής του σουρεαλιστικού μανιφέστου, γάλλος Andre Breton για την ποίηση της, είναι το παιγνίδι των λέξεων μετά του ρυθμού στο κάνιστρο του θεϊκού έρωτα, της καρδιάς και του ανθρώπινου κόσμου. Με τον ίδιο τρόπο θα χρωμάτιζε σαν ορισμό της ποίησης ο έλληνας νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ότι η ποίηση « είναι ο διαλογισμός των λέξεων σε φθόγγους ηχηρούς όπως η θάλασσα με το κύμα για να τραγουδά ελεύθερος ο γλάρος τον έρωτα της ψυχής μαζί με το κύτταρο της καρδιάς και το φως του σώματος.
Για την ίδια όμως προσωπικά η ποίηση είναι η τέχνη με την οποία προκαλούνται αισθήσεις, εντυπώσεις, συγκινήσεις με την ιδιαίτερη χρησιμοποίηση της γλώσσας καθώς αυτή μεταχειρίζεται την ηχητική, τους ρυθμούς, την αρμονικότητα των λέξεων και των φράσεων με εικόνες.

 

 

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ
(διηγήματα)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

20 Μαΐου 2012

ΤΟ ΚΑΤΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

Η εμφύλια διαμάχη ψυχής και σώματος, το νεορομαντικό ανοίκειο που βιώνει η ψυχή επί γης πασχίζοντας –και πάσχοντας– να αισθανθεί τον κόσμο «κόσμο της» και οι παράλληλες ατομικότητες που πορεύονται μοναχικά μες στη βουή των ανθρώπινων σχέσεων, είναι ο άξονας πάνω στον οποίο έλκονται τα δέκα διηγήματα της παρούσας συλλογής. Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αποδίδει σχεδόν αξιωματική διάσταση σε αυτήν τη συνθήκη. Αν η μοναχικότητα συνιστά γγενές στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης, ο απομονωμένος άνθρωπος «δομείται» στις προεκτάσεις αυτής της συνθήκης και σίγουρα δεν μας είναι κάτι ξένο. Αντιθέτως, είναι το αναπόφευκτο και πραγματικό – και συχνά αυτό που δεν βρίσκει κάθαρση πουθενά.
Άλλωστε, η κάθαρση σπάνια είναι το τέλος της απώλειας. Οι ήρωες της Καϊμακλιώτη, ακόμα και στις περιπτώσεις που βιώνουν ένα είδος κάθαρσης, ουσιαστικά παραμένουν μετέωροι –και άρα απολύτως ανθρώπινοι– στο πένθος τους. Και το πένθος είναι καθαρά προσωπική υπόθεση. Καθένας μπορεί να το βιώσει εντελώς διαφορετικά. Ακόμα κι αντιφατικά. Το πένθος δεν εκχωρεί μέρισμα στο πώς πρέπει να δοκιμαστεί αυτή η εμπειρία. Έτσι, η απώλεια βιώνεται άλλοτε ως αμετάκλητη, δίχως περιθώριο επαναφοράς, κι άλλοτε ως απαραίτητη δοκιμασία ή οφειλή που αξιώνει η αγάπη από τον άνθρωπο.
Σε αυτή την οφειλή εδράζεται και η έννοια του «απομονωμένου ανθρώπου ». Καθότι δεν πρόκειται για την οντότητα που διαχωρίζει τον εαυτό της από τις ποικίλες εκφάνσεις του μοντέρνου τρόπου ζωής –όπως θα τον ορίζαμε στις απαρχές του προηγούμενου αιώνα– μα αντιθέτως ζει μέσα από αυτές –χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ήρωες του διηγήματος «Μια φορά υπάρχουμε» και η σχέση τους που αποτελεί «προϊόν» επικοινωνίας στο πλαίσιο μιας ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης. Το άψυχο, ψυχρό και απειλητικό περιβάλλον για τις ανθρώπινες σχέσεις παραμένει ζωντανό, ωστόσο οι συνθήκες με τις οποίες μπορούμε να το ορίσουμε, έχουν πλέον μετασχηματιστεί. Ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει τα συναισθήματά του –ή καλύτερα, κτίζει τον συναισθηματικό του κόσμο– σε μια επίπλαστη πραγματικότητα όσον αφορά την ανθρώπινη επαφή, γι’ αυτό όμως όχι και αναγκαστικά επίπλαστη εφόσον η πραγματικότητα παίρνει μορφή μέσα στη διάνοιά του. Η συναισθηματική ασφάλεια του σύγχρονου απομονωμένου όντος αναζητείται σε ένα φαινομενικά προστατευτικό πλαίσιο που συγχρόνως ρίχνει τοίχους ανάμεσα στους ανθρώπους. Το φυσικό περιβάλλον όπου θα αναπτυχθούν οι ανθρώπινες σχέσεις, έχει επεκτείνει τα εκφυλισμένα όριά του ακόμα και στον κόσμο της τεχνολογίας. Ο εσωτερικός μονόλογος αντικαθιστά την επαφή με τον Άλλον, εγκολπώνει τα γεγονότα και τα αποκαλύπτει ως μια εσωτερική ερμηνεία αποξένωσης, η οποία εξωτερικεύεται με όρους απώλειας και εγκατάλειψης. Από ποιον και τι μοιάζει ασαφές. Ωστόσο, αυτή είναι και η τραγικότητα του πένθους για τους ήρωες της ανά χείρας συλλογής διηγημάτων.
Έτσι, τα διηγήματα της Καϊμακλιώτη αναπτύσσονται «κάθετα». Καταβυθίζονται στη συναισθηματική δοκιμασία των πρωταγωνιστών με φόντο την εξέλιξη της πλοκής. Ή για την ακρίβεια, πλοκή είναι οι συναισθηματικές εξάρσεις και ο αναστοχασμός των σχέσεων. Πλοκή είναι το πένθος και το κάτεργο της απώλειας, όπου «στέλνεται» κάθε άνθρωπος ξανά και ξανά, και απ’ όπου επιστρέφει –αν επιστρέψει– οριστικά αλλαγμένος. Ομολογουμένως, αυτή η αλλαγή μεταδίδεται σχεδόν φυσιολογικά από τη συγγραφέα. Η Καϊμακλιώτη δεν επιλέγει το σχήμα της ανατροπής –ακόμα και σε διηγήματα που πιθανώς θα «σήκωναν» αποτελεσματικά αυτή την εκφορά– αλλά οδηγεί σταδιακά τους ήρωές της σε αυτή την κατάσταση, δίνοντας την αίσθηση πως το συναίσθημα της απώλειας ενυπάρχει ήδη στους ήρωές της και απλώς κάποιος εξωτερικός παράγοντας το ενεργοποιεί και το φέρνει στην επιφάνεια. Η μετατόπιση προς την απώλεια φαντάζει τόσο ανεπαίσθητη σε ορισμένα από τα αφηγήματα του βιβλίου που δίνεται η εντύπωση πως ο άνθρωπος βιώνει ούτως ή άλλως την πληγή. Μένει να στραφεί ο καλειδοσκοπικός φακός επάνω της.

 

 

ΖΗΝΩΝ ΖΑΝΝΕΤΟΣ

Η υπαρξιακή μοναχικότητα με τη μορφή διηγηματικής σταυρο-βελονιάς, στη γραφή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη.

Κυοφορώ την αλήθεια αιωνίως τροφοδοτώντας τη με σισύφεια όνειρα. Εκκρεμώ ανάμεσα στο ύψος και το βάθος. Είμαι η φωνή. Σε στιγμές αγωνίας κραυγάζω: Υπάρχει νίκη; Υπάρχει διέξοδος; Υπάρχει νόημα; Σιωπώ και αφουγκράζομαι. Διαισθάνομαι πως τοκετός αναμένεται παραμονές του κάποτε και καταγράφεται στα δευτέρια του τίποτε. Έστω ότι γίνεται. Θα βρίσκεσαι εκεί για τα συγχαρητήρια ή θα ξαναχαθείς στον πηγαιμό για τις Ιθάκες;

Σε ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο τόμο των εκδόσεων «Πήλιο» η Αγγέλα Καϊμακλιώτη, η νεοεμφανισθείσα με τη συλλογή «Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα», 2011, ποιήτρια, δημοσιεύει δέκα (10) δοκιμές του πεζού της λόγου, (10) δέκα διηγήματα που εκπλήσσουν ευχάριστα τον αναγνώστη τους. Τίτλος των διηγημάτων, «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες».

Τα διηγήματα διακρίνονται:

1.για την ευανάγνωστη απλότητά τους

2.για τη νεωτερική διαπραγμάτευση του μύθου τους (αντιηρωϊσμός, ψυχογραφική εικόνιση του διπλανού μας συνοδοιπόρου ή του ίδιου του εαυτού μας, στοχασμικό μετέωρο το ζητούμενο του μύθου)

3.για την εμπλοκή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας ως διαμορφωτή του νέου ένδον κόσμου του προσώπου και του ήθους του

4.για την ειλικρινή και μέχρι παιδικής αθωότητας προσέγγιση της σύγχρονης μοναξιάς του προσώπου, με βάση την ψυχική και πνευματική υγεία και όχι τα ψυχεδελικά καμώματα του συρμού, που «πρωτοπορούν», πλεοναστικά, στη σύγχρονη, νεοελληνική πεζογραφία για εντυπωσιασμό.

Και σε άλλη ευκαιρία – προσεγγίζοντας την αξιόλογη διηγηματογραφία του Κώστα Λυμπουρή και επιβραβεύοντας την απλότητα και την καθαρότητα της διατύπωσής του – εξέφρασα τις προσωπικές μου ενστάσεις για τη θεματολογία της νεοελληνικής πεζογραφίας, που, σήμερα, θεωρεί ως δείκτη νεωτερικότητας και καταξιωμένης γραφής τον ασθμαίνοντα ρυθμό της ψυχοπάθειας και το παραλογικό παραλήρημα του λόγου της Ζωής.

Όμως, σήμερα, δε ζει μόνον ο υπαρξιακά και ψυχικά ρημαγμένος άνθρωπος, το σπαρασσόμενο κοινωνικό πρόσωπο, που βιώνει, δραματικά, τη δυστυχία της μοναξιάς. Συμβιώνει και το υγιές πρόσωπο, που, ενδεχομένως, προβληματιζόμενο μονάζει, πνευματικά όμως αγωνίζεται να κατανοήσει την ατμόσφαιρα της σύγχρονης μοναχικότητας και με ορθολογία να την υπερβεί. Στο αλωνάκι της συμβίωσης ομφαλοσκοπείται αφ’ ενός η σύγχρονη δυστυχία του προσώπου με όρους ψυχοπάθειας και άρρωστης ψυχονεύρωσης και αφ’ ετέρου ενδοσκοπείται η μονολογία της αγωνιώσας συνείδησης, που επικαιροποιεί διαχρονικά προβλήματα της ψυχής και τα ανατέμνει με αυτογνωστική παρατηρητικότητα, προσδίδοντάς τους νέα δυναμική μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό κλίμα. Την εξεικόνιση αυτή του ένδον κόσμου του σημερινού προσώπου την ανα-γιγνώσκουμε στη λογοτεχνία με τις εκφράσεις και τους ρυθμούς του επικοινωνιακού λόγου.

Η γραφή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στον τόμο των διηγημάτων «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες» επιλέγει την απλότητα και την κλασική διατύπωση για να αποτυπώσει τη διεργασία της ψυχής και το διάλογο της με τη σύγχρονη καθημερινότητα. Τα διηγήματα της έχουν την αρετή της ακριβούς παρατήρησης και καταγραφής των ψυχικών εκπυρώσεων του μύθου, αλλά και την ευτυχή δομική σύζευξη της ενδογενούς μονολογίας του προσώπου με τη βιοτική του δράση σ’ έναν κύκλειο μύθο, όπου δοκιμάζεται το ήθος του προσώπου, στη βάσανο του με τον κοινωνικό λόγο του περιβάλλοντος κόσμου.

Κάθε διήγημα μυθοποιεί μια κεντρική και κυρίαρχη υπαρξιακή αγωνία ενός προσώπου, κατά την οποίαν το Εγώ, δουλωμένο στο ίδιον πάθος της διάκρισης, της καταξίωσης, της ελεύθερης ατομικής έκφρασης και διάχυσής του προς τον αντί κείμενο κόσμο, αυτοδιαψεύδεται, καθώς διαρρηγνύεται η ύφανση του ονειρικού του κόσμου. Τότε το Εγώ, πεπτωκός, γειώνεται σε εισόδιο άνοιγμα νέου, αδιόρατου και εν μυστηρίω κύκλου ζωής, τον οποίον η Κλωθώ μοίρα θα υφάνει από τα καταληκτήρια νήματα της περιπέτειας του μύθου του διηγήματος. Καθώς κλείνει ο κύκλος του μύθου, ο ήρωας του διηγήματος, ενώπιος ενωπίω, στη σιωπή, έτσι σοφός και μόνος, συνειδητοποιεί, χωρίς θρηνωδία, τις απαντήσεις της υπαρξιακής του αγωνίας και την ψυχική γεύση της περιπέτειάς του. Η σιωπή του τέλους του μύθου του διηγήματος μοιάζει με θυρανοίξιον ψίθυρο, ανείπωτο, μιας άλλης ποιότητας ζωής, με λειψόφτερο Εγώ και χειραγώγιμη ονειροπολία.

Μια άλλη αρετή των διηγημάτων της Αγγέλας Καϊμακλιώτη είναι ο μη αναμενόμενος, αλλά ξαφνιάζων τρόπος, με τον οποίον κλείνει τον κύκλο της εκπύρωσης του μύθου. Κάθε τέλος διηγήματος συναιρεί τις εκφάνσεις του μύθου της ψυχικής περιπέτειας σε ενότητα γνώμης – σκέψης, γνώσης, πείρας – σ’ έναν κύβο ηθικού στάγματος ζωής, που λειτουργεί ως μυστικός κώδικας αξιολόγησης και αποτίμησης του παρελθόντος χρόνου του προσώπου, αλλά και ως εν δυνάμει θυρανοίξιου της βιωματικής περιπέτειας του μέλλοντος χρόνου. Το τέλος, ως δομική τεκτονική Αρμονία[1] του μύθου, περαίνει καθαίροντας την ύπαρξη των παθημάτων της, ενώ πολιορκεί, ανεπιγνώτως, στη σιωπή, το νεύμα του μέλλοντος χρόνου.

Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει πως η υπαρξιακή δραματική μονολογία κάθε διηγήματος, κυρίαρχος λόγος έμπνευσης και τρόπος γραφής της διηγηματογραφίας της Καϊμακλιώτη, συνιστά τη δύναμη και συνάμα την αδυναμία της λογοτεχνικής της γραφής. Αδυναμία, γιατί ο λόγος της Τέχνης και ο σκοπός της, το τέλος δηλαδή κατά την αρχαιοελληνική έννοια, πρέπει να ταυτίζεται και να προβληματίζει το ενδιαφέρον του κοινού των αναγνωστών και όχι να εξαντλείται ως ατομική περιπτωσιακή περιπέτεια ενός μύθου. Η πνευματική διεργασία του αναγνώστη, ως συμ-πάθεια και ως συν-έργεια με τα δρώμενα του διηγηματικού μύθου, συνήθως πηγάζει από την ομοείδεια και τη συνάφεια της υπαρξιακής προβληματικής της κοινότητας των προσώπων και όχι από τον ατομικό περιπτωσιογενή λόγο ενός μύθου. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο μηχανισμός της ηθικής κάθαρσης του αναγνώστη, ως επενέργεια της Τέχνης. Είναι αυτό που άλλοι αποκαλούν κοινωνική αποστολή και άλλοι ιδεολογική στράτευση της λογοτεχνίας.

Το βέβαιον είναι πως, η Καϊμακλιώτη, με κατακτημένη απλότητα τόσο στη γλωσσική διατύπωση, όσο και στη σύνολη καλλιλογική του μύθου σκευή, αλλά και με ενδιαφέρουσα πλοκή της περιπέτειας του διηγηματικού μύθου και με το απρόσμενο του τέλους, του δίκην έμμεσου επιμυθίου τέλους, δομεί με επιτυχή τεχνική και δόκιμο λογοτεχνικό λόγο διηγήματα άξια επαίνου και αξιολογικής γραμματολογικής επιβράβευσης. Η πεζογραφία της Κύπρου καλοδέχεται ένα νέο δημιουργό, με αισιόδοξα τα βήματα της μελλοντικής δημιουργικής ανέλιξης και κατάθεσης.

1.Αρμονία: Η αρχαιοελληνική τεκτονική γλώσσα ονομάζει «Αρμονία» τον τελευταίο πελεκητό λίθο, με τον οποίο έκλειε ο κώνος θολωτού Μυκηναϊκού τάφου των Βασιλέων και ολοκληρωνόταν με αυτόν η ενάρμονη καλλιτεχνική κατασκευή του βασιλικού κτίσματος

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ

Τα ολιγοσέλιδα αυτά διηγηματικά κείμενα, δοσμένα με παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους εφευρετικής εύληπτης γραφής, ανήκουν στον ποιοτικό χώρο του λογοτεχνικού είδους

Εξ αναδρομικής οφειλής, αλλά και με αναπόδραστο το χρέος προς τον άνθρωπο των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων και των ύποπτων καιρών μας μέσα από την αλήθεια της λογοτεχνικής τους πρόσληψης, στεκόμαστε ιδιαίτερα στα δέκα ψυχογραφικά διηγήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη υπό τον ενδεικτικό τίτλο του περιεχομένου τους «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες», που κυκλοφόρησαν το 2011 από τις εκδόσεις Πήλιο.

Εκ προοιμίου σημειώνουμε κάτω από την οπτική της δικής μας ανάγνωσης ότι τα ολιγοσέλιδα αυτά διηγηματικά κείμενα, δοσμένα με παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους εφευρετικής εύληπτης γραφής, ανήκουν στον ποιοτικό χώρο του λογοτεχνικού είδους.

Χωρίς να θηρεύουν την πρωτοτυπία επίπλαστης σφραγίδας με υφολογικές επιτηδεύσεις σουρεαλιστικών ή ιδιόρρυθμων αποτυπώσεων, εγγράφονται στην έκφραση μιας αφαιρετικής συνεκδοχικής λιτότητας, της επικοινωνιακής αμεσότητας μιας διαλεκτικής στοχαστικής διάθεσης με ενδιάθετους μονολόγους ή ασθματικούς σύντομους διαλόγους, καθώς και μιας πηγαίας λυρικής ποιητικότητας, δίχως εξάρσεις μελοδραματικών τόνων ή συναισθηματικών υπερβολών.

Ζωντανεύοντας σε τριτοπρόσωπη αφήγηση με χρώματα και σχήματα σκηνικής υποβλητικότητας πρόσωπα, προσωπεία και δρώμενα, εξωτερικά φαινόμενα του χωροχρόνου ή στιγμιότυπα του φαντασιακού τοπίου και του εικονικού κυβερνοχώρου, στάσεις ζωής και υπαρξιακές εναγώνιες αναζητήσεις αυτοσυνειδησίας και εσωτερικής ταυτότητας, η συγγραφέας δεν αναπαριστά, απλώς, την πραγματικότητα, αλλά τη διευρύνει στο βάθος και το επέκεινα μιας άλλης ανθρωπινότερης διάστασης.

Όπως, ακριβώς, και δεν σκιαγραφεί τους χαρακτήρες των μοναχικών ή αυτοπαγιδευμένων ηρώων της στο προσκήνιο των δράσεων και των αντιδράσεών τους, αλλά συνυφαίνοντας τα αφηγηματικά νήματα του σύγχρονου μίτου της Αριάδνης εισδύει από τον λαβύρινθο ενός περίεργου και απρόσωπου κόσμου στα άδυτα του ψυχισμού τους, για να προβάλει διαθλαστικά καθημερινές διαδρομές και απρόβλεπτες ανατροπές στην προοπτική της μελλοντικής τους πορείας.

Στο πρώτο διήγημα, που επιγράφεται «Παράνομη στάθμευση», η σημειολογία της στάθμευσης και της παρανομίας από το οδικό επιφανειακό επίπεδο εκτείνεται στο ψυχοδιανοητικό πεδίο μιας αδικημένης γυναίκας και αποκρυπτογραφείται στην αμετακίνητη για δεκαπέντε χρόνια στάθμευση σε έναν άτυχο γάμο.

Εκεί όπου είχε σταθμεύσει καταδυναστεύοντάς την «παράνομα» και κακοποιώντας την απάνθρωπα ο πρώην σύζυγός της. Για τούτο «κι εκείνη όφειλε να την πάρει τη ζωούλα της και να τη μετακινήσει. Να την οδηγήσει αλλού. Αλλού…». «Η απελευθέρωση του ανθρώπου ή θα ’ναι πλήρης ή δεν θα υπάρξει καθόλου», σημειώνει στο μυθιστόρημά του ο Κούντερα «Η ζωή είναι αλλού» και η ηρωίδα εδώ αποφασίζει την προσωπική επαναστατική της υπέρβαση: «Ένα άλλο ταξίδι […] ελευθερίας, μακριά από την αναγκαιότητα».

Ή όπως αλλιώς το διατυπώνει η Σιμόν ντε Μπωβουάρ στην «Προδομένη γυναίκα»: «Είναι το μέλλον. Η πόρτα προς το μέλλον [που] θ’ ανοίξει».

«Τα γενέθλια» του δεύτερου διηγήματος αφήνουν μια στυφή αίσθηση μοναξιάς, αλλά ταυτόχρονα και μιας ηρωικής κατάφασης για τη συνέχιση της ζωής στο πρόσωπο του μονήρους ηλικιωμένου δασκάλου, που δεν τον επισκέπτεται πια κανείς στα γενέθλιά του.

Γι’ αυτό και τα «σκαρώνει» μόνος του «σαν θεατρική παράσταση», προσβλέποντας στις μελλοντικές μέρες της αισιόδοξης στροφής των καβαφικών «Κεριών». Κι αν ανήμερα των γενεθλίων του, την 21η Ιουνίου «η γη σταματάει την ελλειπτική τροχιά της…», αυτός θα εξακολουθήσει να κινείται στη δική του τροχιά για την ολοκλήρωση του επίγειου κύκλου του. Φωτίζοντας, ωστόσο, η συγγραφέας τις παλαιότερες μέρες του με τους ανεστραμμένους ρόλους της υιικής στοργής για την άρρωστη μητέρα του, μάς προϊδεάζει στη θεματική του επόμενου διηγήματος, όπου ο κεντρικός ήρωας αναπλάθει άλλες τρυφερές στιγμές συντροφικότητας με τη δική του μητέρα, ξαναζωντανεύοντας την αναπάντεχη φυγή της λόγω της ανίατης ασθένειας.

Η «Οπτική γωνία» μπορεί να μην είναι η ίδια υπό την έποψη του εξωτερικού χώρου για τον υπουργό του ομώνυμου διηγήματος, που άλλοτε ως νέος «ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο», αλλά παραμένει στις ενδότερες προδιαγραφές της πανομοιότυπη, εφόσον θα διεκδικούσε τώρα «δωρεάν παιδεία».

Εάν, εντούτοις, μη επιτυγχάνοντας τον στόχο του, παρομοιάζεται με «ένα μικρό ποτάμι», που χύνεται «στον πιο θορυβώδη χείμαρρο», ο δημόσιος υπάλληλος του επόμενου διηγήματος πλέκεται στον «ιστό της αράχνης» της δόλιας επιτήδειας συναδέλφου του.

Σε κάποια άλλα δίκτυα, της διαδικτυακής εικονικής «αράχνης» πλέκεται στη συνέχεια και ένας άλλος ήρωας, για να διαβάσει κάποια μέρα στην οθόνη του υπολογιστή του και περισσότερο του μυαλού του τη μη αναστρέψιμη προειδοποίηση: «…Κι εσύ που εξουσιάζεις μόνο την τωρινή στιγμή, αναβάλλεις τη χαρά. Κι η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές της».

Στο βιβλίο, επιπλέον, συναντούμε και τους αφανείς ήρωες των περιθωρίων ή των παρασκηνίων. Αυτούς, αφενός, που συναισθανόμενοι τη δική τους μη αναγνωρισμένη αξία μαζεύουν την πίκρα αρνητικών συναισθημάτων έναντι άλλων, που επιδίωξαν τη «λάμψη» της κοινωνικής προβολής, και αυτούς, αφετέρου, που αφήνοντας τους προβολείς να φωτίσουν τους μικρούς μαθητές τους, αρκούνται στην ηθική ικανοποίηση μιας ευχαριστήριας χριστουγεννιάτικης κάρτας.

Το συνοπτικό μήνυμα εστιάζεται στην αποφθεγματική υπόμνηση του πρώτου από τα δύο αυτά παραπληρωματικά διηγήματα: «Δεν χρειάζεται να σβήσεις το φως από το κερί του διπλανού σου, για να φωτίσει ή να ζεστάνει η λάμψη από το δικό σου».

«Η Αγαπημένη» και «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες», που δανείζει και τον τίτλο στη διηγηματική συλλογή, είναι τα δύο τελευταία διηγήματα, όπου οι πρωταγωνιστές τους τρέφονται με την ψευδαίσθηση της ερωτικής εξιδανίκευσης, για να ανακαλύψουν, εντέλει, την απάτη μιας άλλης στημένης «εικονικής» πραγματικότητας.

Στον αλληλένδετο διηγηματικό της περίπλου η Αγγέλα Καϊμακλιώτη καταφέρνει να μας ταξιδέψει με την εύπλοια τής γραφίδας και τους ούριους ανέμους της ψυχής της, έτσι που «οι ψυχές [να μη] βαδίζουν μόνες».

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Μια ποιήτρια καταθέτει- Συνέντευξη με την ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη
Του Αντρέα Πολυκάρπου

Η ποίηση δύναται να γίνει η κραυγή του ανθρώπου, η δύναμη του λόγου του. Είναι πεδίο αγώνα, αρένα. Εκεί ο ποιητής θα ορθώσει το ανάστημα του

Μέσα στην ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη κυριαρχεί το ανολοκλήρωτο συναίσθημα της απουσίας αλλά και του στιγμιαίου μιας φευγαλέας ερωτικής – κάποιες φορές- ολοκλήρωσης. Ψεύτικη ολοκλήρωση με ένα συναίσθημα που γίνεται βίαιο εξαιτίας της ανακολουθίας της ίδιας της δομής της ζωής.

Έψαξε
εκείνος
την καρδιά της,
το χέρι του εκείνη.
Πόθησε
γυμνό το κορμί της
εκείνος,
γυμνή την ψυχή του
εκείνη.
Βάδισαν μοιραία
σε παράλληλους δρόμους
σε προορισμούς διαφορετικούς
χωρίς σταυροδρόμια.
Έπλεξαν
γέφυρα συνάντησης
με τις κλωστές του ονείρου.

Στην ποίηση της δεν χωράνε συναισθηματισμοί και δεν εμφιλοχωρεί το απαισιόδοξο μιας σύγχρονης μανιέρας που έχει καταντήσει νόθα.

Αντιλαμβάνεται τα γύρω της δρώμενα και τα δίνει μέσα από μια ποιητική ματιά συνυφασμένα με την υπαρξιακή αγωνία της συνέχειας του συναισθήματος και του δίκαιου μοιράσματος ανάμεσα σε εραστές αλλά και σε κοινωνικά όντα εν γένει.

Κατάφερε να φυτέψει
μιαν άσπρη ελπίδα
έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής του.
Έσκαβε μήνες, χρόνια.
το τούνελ της απόδρασης.
Και τώρα, να!
Χωρά το χέρι του ολόκληρο.
Μέχρι τον αγκώνα.
Βούλιαξε στο χώμα μυστικά.
Τα δάκτυλα ελεύθερα
τον σπόρο φύτεψαν,
στα τυφλά ψαχουλεύοντας
κι ένα λουλούδι φύτρωσε.
Tώρα αυτός ανασαίνει
με μιαν αίσθηση ελευθερίας.
Όταν βγει, θα έχει άνθη
να φτιάξει ένα μπουκέτο.

Αντιλαμβάνεται τις σκιερές γωνιές της ψυχής αλλά δεν θέλει να αλλάξει κάτι. Δεν επιδιώκει με διδακτισμό να κρίνει. Αφήνεται στην ποιητική καταγραφή νιώθοντας την ανάγκη να δώσει με τη γραφή της όλα αυτά που οι άλλοι προσπερνούν.

Παρατηρεί, γράφει και νιώθει τους παλμούς των γύρω της τους οποίους και φιλτράρει μέσα στη χοάνη των στίχων.

Η έντονη μελαγχολία της δεν εγγράφεται σε ένα μαύρο καμβά αλλά αφήνει μιαν ανοιχτή χαραμάδα στις τίντες των χρωμάτων.

• Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Αισθάνομαι ότι βιώνω την ποίηση ως έκφραση των συλλογικών αναπαραστάσεων σε σχέση με τα δικά μου βιώματα και ομολογώ πως την αντιμετωπίζω κυρίως ως ταυτότητα. Ταυτότητα που σχετίζεται πρωτίστως με τον τόπο μου και την εποχή μου.

Σε πρόσφατα ποιητικά ταξίδια στο Μιλάνο και στην Κωνσταντινούπολη επέλεξα να διαβάσω ποιήματα που σχετίζονταν με την ταυτότητα μου ως πρόσφυγας, ως γυναίκα, ως πολίτης του κόσμου που παρακολουθεί με αγωνία τις περιπέτειες των μεταναστών στη Μεσόγειο και στην Ευρώπη.

Έτσι δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι η ποιητική ταυτότητα μπορεί να είναι μονοδιάστατη ή δεδομένη αφού χαρακτηρίζεται από την ρευστότητα που μας συνοδεύει αναπότρεπτα, κατά τη διάρκεια της περιπέτειας της ζωής, χρονικά και χωρικά.

Αφού η πραγματικότητα μετατρέπεται, το ποιητικό «εγώ» επιλέγει συχνά να εκφράζεται ως «εσύ», «αυτό», «εμείς», «αυτοί».

Υφίσταται ας πούμε μια υποσυνείδητη ταυτότητα που με προτρέπει να αλλάζω, αναζητώντας συνέχεια τη θέση μου στο γίγνεσθαι. Ως εκ τούτου χρησιμοποιώ την ποίηση ως όπλο που καταργεί τα στερεότυπα καθώς θέτει συνεχώς νέα ερωτήματα.

• Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

Ο ποιητής είναι μια ιδιαίτερη περσόνα. Κάποτε ταυτίζεται με τις λέξεις του οι οποίες είναι έννοιες, είναι σημασίες. Κρύβουν πίσω τους την ιστορία και τις «δομές του αισθάνεσθαι».

Ο ποιητής είναι ταυτόχρονα ο υπερασπιστής αλλά και ο χτίστης αυτών των δομών και της ιστορίας. Τα εργαλεία του είναι οι λέξεις.

Εντούτοις, ίσως η έμπνευση να συνδέεται περισσότερο με τον ενστικτώδη ορμεμφυτισμό. Θα σας αναφέρω ένα στίχο μου ο οποίος γεννήθηκε στο πλαίσιο αυτό: «Κάθε μου ποίημα για την άνοιξη, φυτρώνει ανεξέλεγκτα κι ερυθροφέγγει».

Ο ποιητής χρησιμοποιεί την έμπνευση ως πρώτη ύλη και χτίζει το ποίημα με τις λέξεις του, οι οποίες έχουν ένα ειδικό βάρος.

Έτσι πειραματίζεται με τις λέξεις και διαμέσου των λέξεων δημιουργεί ή και εξελίσσει την ποίηση ή και τον εαυτό του.

• Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Νομίζω, πως ναι! Πολλοί έχουν μιλήσει για την θεραπευτική ιδιότητα της ποίησης, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο αλλά κυρίως μέσα από αυτή την υπαρξιακή διαλεκτική.

Θυμάμαι πως όταν είχαμε παρουσιάσει την ποιητική μου συλλογή «Εκ του Σύνεγγυς», που εκδόθηκε το 2014 και στην οποία συμπυκνώνονται βιώματα της κυπριακής τραγωδίας του 1974, σχεδόν όλοι οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα, είχαν έντονη συγκινησιακή φόρτιση, παρόλο που για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί τόσα πολλά.

Ένα ποιητικό κείμενο, με συγκεκριμένο ποιητικό ύφος, σε ανάλογη χρονική στιγμή, δοσμένο πετυχημένα με λέξεις που έχουν βαρύνουσα σημασία μπορεί να αναπτυχθεί ως διάλογος και να απαλύνει ατομικές ή συλλογικές πληγές.

Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί με όλες τις μορφές της τέχνης. Εξάλλου η τέχνη είναι μια πανανθρώπινη γλώσσα.

• Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Παρόλο που πιστεύω πως οι ψυχές βαδίζουν μόνες, τα ποιητικά μονοπάτια οδηγούν στο ίδιο μέρος.

Πολύ νωρίς στη ζωή μου είχα γοητευτεί από τους μεγάλους ποιητές:

Από τον Όμηρο αρχικά και μετά από τον Καβάφη, στην εφηβεία από τον Ρίτσο και το Σαίξπηρ, νεότερη από το Σεφέρη, τον Έλιοτ και τον Πεσσόα. Αυτοί υπήρξαν οι δάσκαλοι μου.

Στην ποίηση τους εντοπίζω ακόμα τον εαυτό μου, μπορώ να συνομιλήσω με τα κείμενα τους. Όμως η γραφή μου είναι το δικό μου ποιητικό αποτύπωμα. Οι πατημασιές όσο ασήμαντες κι αν είναι αφήνουν το δικό τους ίχνος ακόμα και στα χιλιοπατημένα λημέρια της ποίησης.

• Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Στη γραφή μου υπάρχουν οι άνθρωποι και οι τόποι που αγάπησα, που αγαπώ και που θα αγαπήσω. Εκφράζομαι ποιητικά επειδή αγαπώ, καθώς θεωρώ πως κάθε μορφή δημιουργίας σχετίζεται άμεσα με την αγάπη.

Στον αντίποδα της αγάπης υπάρχει ο φόβος, ο οποίος επίσης υπάρχει στη γραφή μου. Αναγνωρίζω και χαίρομαι την προφητική διάσταση του ποιητικού λόγου που ενίοτε προηγείται των γεγονότων.

Αυτή τη μαγική ιδιότητα της ποίησης, την υποσυνείδητη, την είχε εκφράσει τόσο πετυχημένα ο Φρόυντ με τη φράση: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».

Επομένως, τα πάντα μπορούν να εφορμήσουν στη γραφή μου υπό το πρίσμα της αγάπης ή του φόβου ακόμα και μέσα από ασυνείδητες διαδικασίες, ως γνώση ή ως επίγνωση.

• Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Νομίζω πως καθένας από μας θέτει ο ίδιος τα ερωτήματα που τον απασχολούν ή που τον βασανίζουν, αν αναφερόμαστε στα υπαρξιακά ερωτήματα. Απαντήσεις δεν υπάρχουν καθώς η ίδια η πραγματικότητα διαμορφώνει συνεχώς την αλήθεια. Ο ποιητής δεν είναι φιλόσοφος παρόλο που τον απασχολούν οι υπαρξιακοί γρίφοι.

Η λογική είναι εργαλείο του φιλοσόφου με το οποίο αποπειράται να δώσει απαντήσεις. Αν τα ερωτήματα είναι κοινωνικοπολιτικά, οικονομικά ή επιστημονικά, απαντήσεις καλούνται να δώσουν οι επιστήμονες.

Ο ποιητής γεννά συναίσθημα. Ενώ απορεί για το αιώνιο γίγνεσθαι και την αγωνία της ύπαρξης, απαντά στα δικά του ερωτήματα, τα οποία δεν υπακούουν στους φυσικούς νόμους ή στη λογική.

• Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Γλώσσα και νόηση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως ίσως λέξη και σκέψη αποτελούν τις δύο όψεις του ποιητικού νομίσματος, του ποιήματος. Η λέξη για τον ποιητή δεν είναι μια απλή μορφή έκφρασης αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η ψηφίδα με την οποία θα δημιουργήσει το δικό του ψηφιδωτό.

Για να αναπτυχθεί το ψηφιδωτό σε έργο ποιητικής τέχνης θα πρέπει ο ποιητής να διαλέξει σωστά τις κατάλληλες ψηφίδες- λέξεις έτσι ώστε στην άλλη όψη του ποιήματος να υπάρχει η σκέψη, το νόημα. Η κολλητική ουσία – καθοριστική για τη στερεότητα του ψηφιδωτού – είναι η ψυχή του ποιητή, αυτό που λέμε νόηση, ας το πούμε ψυχικό αποτύπωμα.

• Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

Η ποίηση δύναται να γίνει η κραυγή του ανθρώπου, η δύναμη του λόγου του. Είναι πεδίο αγώνα, αρένα. Εκεί ο ποιητής θα ορθώσει το ανάστημα του, τις περισσότερες φορές ανυπεράσπιστος κι εκτεθειμένος και θα παλέψει με τα όπλα και τα εργαλεία του, που είναι οι λέξεις.

Η ποίηση είναι μορφή δημιουργικής αντίστασης. Μπορεί όμως να λειτουργήσει και ως προσωρινό καταφύγιο. Στα καταφύγια ξεκουράζεται άλλωστε το σώμα και το πνεύμα του ανθρώπου.

• Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Ο κόσμος ζει ποιητικά από την αρχή της ιστορίας. Η πορεία του ανθρώπου στη γη έχει καταγραφεί κι εκφραστεί ανέκαθεν, ποιητικά, μέσα από ύμνους, ψαλμούς, έπη, δημοτικά τραγούδια και μοιρολόγια. Πιστεύω πως θα συνεχίσει να ζει και να πορεύεται ποιητικά εις τους αιώνες.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ


Συνέντευξη της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στο Γραφείον Ποιήσεως
και στον Αντώνη Σκιαθά

1. Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε; Άλλαξε κάτι από τότε;

Η Αγγελική είναι ένα αεικίνητο, αισιόδοξο παιδί που ονειρεύεται πολύ. Αγαπά τη θάλασσα, τα βιβλία και τους ανθρώπους. Είναι μαχήτρια και δεν τα βάζει κάτω εύκολα. Στα εφτά της χρόνια γίνεται πρόσφυγας. Για την Αγγελική, κομβικό χρονικό σημείο ήταν η τουρκική εισβολή του 1974 όταν εκδιώχθηκε βίαια από το σπίτι της. Αφήνοντας πίσω τη μητέρα-πόλη Αμμόχωστο, μετά από παραμονή σε προσφυγικούς καταυλισμούς, την φιλοξένησε η θετή-μητέρα πόλη, η Λάρνακα, στην Αγγλική Λέσχη, ένα κτίριο που μετατράπηκε εκτάκτως σε προσωρινό καταφύγιο προσφύγων. Τα σημεία -σύμβολα που καθόρισαν τη ζωή της, βρίσκονταν όμως έξω από το χώρο και το χρόνο και ήταν τέσσερα: Απέναντι από τη Λέσχη ήταν και είναι μέχρι σήμερα το Μουσείο Πιερίδη. Εκεί μπαίνοντας λαθραία, στην αυλή του μουσείου, ανάμεσα στους σπασμένους κίονες, τα αγάλματα και τους αμφορείς περνούσε τις ώρες της η Αγγελική κι όταν την εντόπιζαν, κατέφευγε με τις ώρες στο βιβλιοπωλείο Εστία που βρίσκεται και λειτουργεί μέχρι σήμερα δίπλα από τη Λέσχη. Εκεί χανόταν ανάμεσα στους τόμους των βιβλίων και των παραμυθιών. Και μετά όταν επέστρεφε στη Λέσχη αντίκριζε στην είσοδο τον τεράστιο σωρό από ρούχα που μάζευε ο Ερυθρός Σταυρός για τους πρόσφυγες. Και βέβαια, λίγα μέτρα πιο πέρα, πίσω από όλα, πάνω από όλα ήταν η θάλασσα, η πηγή ζωής, η έμπνευση, η ελευθερία. Αυτοί ήταν λοιπόν οι βασικοί άξονες της ζωής της: Ιστορία και πολιτισμός, ελληνικά γράμματα, κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη, ελευθερία. Πάνω σ’ αυτούς τους άξονες βαδίζοντας από τότε η μικρή Αγγελική, συνάντησε την Αγγέλα, η οποία σήμερα είναι διευθύντρια στο μεγαλύτερο σχολείο της ίδιας πόλης που τη φιλοξένησε το 1974 και συνεχίζει να είναι αεικίνητη, αισιόδοξη και μαχητική.

2. Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

Η φωνή μου είναι η φωνή του τόπου μου. Αισθάνομαι ότι εκφράζω την ιστορία του, τους ανθρώπους του, τους φόβους και τις ελπίδες του. Ότι έχω χρέος να εκφράζω ποιητικά τον ελληνικό λόγο της Κύπρου. Σε πρόσφατο ποιητικό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη είχα την ευλογία να απαγγείλω μεγαλόφωνα στην ελληνική γλώσσα. Αυτό θα συνεχίσω να κάνω. Η ποίηση είναι η παγκόσμια γλώσσα, μέσω της οποίας οι άνθρωποι ανεξάρτητα από τις διαφορές μας, προσεγγίζουμε την έννοια του θεϊκού στοιχείου στη ζωή μας. Είναι η συνεκτική ουσία της ταυτότητας των λαών αλλά παράλληλα και το όχημα με το οποίο συναντώνται οι πολιτισμοί. Έχω την αίσθηση μιας ευλογίας όταν η φωνή μου εκφράζεται ποιητικά και μιας ιδιαίτερης τιμής επειδή εκφράζεται ελληνικά.

3. Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

Είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές, ο οποίος γεννήθηκε όπως κι εγώ, στην Αμμόχωστο. Αναφέρομαι βέβαια στον Κώστα Μόντη. Η κοινή μας καταγωγή, η αγάπη για την Κύπρο και τους ανθρώπους της, το καίριο και η αλήθεια των εκφερόμενων διαπιστώσεων στην ποίησή του, η επιδίωξη όχι του λυρισμού ή των ωραιοποιήσεων, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας στη γραφή του είναι στοιχεία που αισθάνομαι ότι με συνδέουν με το μεγάλο ποιητή. Τον συνάντησα σε μια τρυφερή ηλικία όταν σπούδαζα στην Παιδαγωγική Ακαδημία και μάλιστα είχα την τόλμη να του δώσω το τετράδιο με τα πρωτόλειά μου για να μου πει αν αξίζουν. Η ενθάρρυνση που πήρα από αυτόν είναι κάτι που με συγκινεί έντονα σαν πατρική συμβουλή, τριάντα χρόνια μετά.

4. Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στο βίο σας ;

Είμαι τυχερή γιατί επαγγελματικά ανήκω στο χώρο της εκπαίδευσης κι έτσι ευτυχώς δεν περιμένω χρηματική ανταμοιβή από την ποίηση ή τη λογοτεχνία. Γράφω ποίηση γιατί αυτός είναι ο τρόπος που ζω, είναι μια βασική ανάγκη αλλά και σύμπτωμα του χαρακτήρα μου. Αισθάνομαι ότι μέσα από την ποίηση απελευθερώνω τη βαθύτερη εσωτερική φωνή και αυτό το βιώνω ως μια μορφή ελευθερίας. Εντούτοις γνωρίζω μέσα από τη δράση μου στο διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, ότι αρκετοί ποιητές δυσκολεύονται να εκδώσουν ή να παρουσιάσουν στο κοινό το έργο τους, καθώς τα βιβλία ποίησης πληρώνονται από τον ίδιο τον ποιητή και δυστυχώς δεν υπάρχουν ούτε προτείνονται στα ράφια των μεγάλων βιβλιοπωλείων. Ως Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου στηρίζουμε όσο μπορούμε τα μέλη μας για να παρουσιάσουν το έργο τους στο κοινό και να κάνουν κάποιες πωλήσεις.

5. Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι΄ αυτές;

Όταν κάποιος ζει ποιητικά δεν είναι δύσκολο να τον επισκεφθούν οι ιστορίες και τα σενάρια καθώς αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλός του. Η ιδέα είναι η σημαντική αρχή του κειμένου, ο λόγος, η άμωμος σύλληψη. Κατατίθεται αιφνίδια ως ζωηρή εικόνα ή έντονο συναίσθημα στο μυαλό και στην καρδιά. Αυτό που προκύπτει ως κείμενο είναι το προϊόν μιας δημιουργικής αλλά επίπονης διεργασίας. Αν υπάρχει φώτιση γεννιέται ποίηση και λογοτεχνία. Ο λογοτέχνης πρέπει να αποτυπώσει στο χαρτί το θαύμα, αυτό το κάτι που θα καταφέρει να ταράξει το μυαλό και την καρδιά του αναγνώστη, που θα τον κάνει κοινωνό του θαύματος. Η καλή λογοτεχνία είναι πάντα ακαριαία, καίρια και διεισδυτική ανεξαρτήτως χώρου και χρόνου.

6. Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών σας;

Σκέφτομαι και γράφω με ποιητικό τρόπο παιδιόθεν. Εντούτοις άργησα πολύ να εκδώσω. Ίσως αυτό να είναι μια διαφορά. Όμως δεν με αφορούν οι ομοιότητες ούτε οι διαφορές με ομότεχνους. Αυτό που θέλω είναι να συνεχίσω να γράφω. Να συνεχίσω να μετατρέπω τα σκοτάδια μου σε φως. Μεγαλώνοντας, αντιμετωπίζω την ποίηση ως μαραθώνιο δρόμο όπου αυτό που μετράει αλλά και αξίζει τελικά είναι η αντοχή και οι ψυχικές δυνάμεις του αθλητή-ποιητή. Μια μοναχική διαδρομή που απαιτεί συνέπεια, ρυθμό και χρόνο.

7. Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;

Οι λογοτεχνικές αψιμαχίες είναι φαινόμενο διαχρονικό και αναπόφευκτο. Στις μέρες μας αντικείμενο διαξιφισμού είναι συνήθως οι λογοτεχνικές διακρίσεις και τα βραβεία. Θα ήταν ευχής έργο αν οι αψιμαχίες είχαν ως θέμα τους τις υψηλές ιδέες και τις πνευματικές αντιθέσεις γιατί τότε θα αναπτυσσόταν ένα δημιουργικός διάλογος.

8. Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

Γράφω εφόσον ζω και έχω την ικανότητα και την αντίληψη να προσλαμβάνω τα θαύματα της ζωής όταν αυτά συμβαίνουν είτε γύρω μου είτε μέσα μου. Κυοφορώ τα ποιητικά θραύσματα και τις ποιητικές προσλήψεις του βίου μου τα οποία ενδέχεται να γεννηθούν οποιαδήποτε στιγμή. Δεν υπάρχει σχέδιο ή προμελετημένη πορεία. Αντίθετα, γοητεύομαι από το αναπάντεχο και την ανατροπή. Το μόνο δεδομένο είναι υποθέτω πως θα συνεχίσω να πορεύομαι και να αντιστέκομαι ποιητικά.

9. Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που η ίδια φιλοτεχνείτε;

Οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν ξεχνιούνται. Θα ήθελα να παραμείνω στις καρδιές των ανθρώπων που με αγάπησαν. Εκεί θέλω να βρίσκεται το πορτρέτο που φιλοτεχνώ. Δεν έχω φιλοδοξίες λογοτεχνικές ούτε ζητώ δάφνες. Αν οι μαθητές μου, τα παιδιά μου, οι φίλοι μου και όσοι βρήκαν ένα κομμάτι από τον εαυτό τους μέσα στα γραπτά μου, έχουν μια θέση για το πορτρέτο μου στον τοίχο της καρδιάς τους, αυτό είναι αρκετό. Πιστεύω πολύ στις ανθρώπινες σχέσεις. Οι άνθρωποι ολοκληρώνονται μέσα από τις συναντήσεις τους με τον άλλο. Ο χρόνος είναι σχετικός αφού η στιγμή μπορεί να φιλοτεχνήσει το ωραιότερο πορτρέτο και να το κάνει να φαίνεται ή να βιώνεται ως αιώνιο.

10. Πώς ορίζετε το ποίημα που «αντέχει τον χρόνο»;

Το ποίημα που αντέχει στο χρόνο είναι αυτό που δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε ή να θυμόμαστε ποιος το έγραψε. Αυτό που σιγοψιθυρίζουμε αυθόρμητα στις μικρές ή στις μεγάλες μας στιγμές, έστω κι αν από αυτό θυμόμαστε μόνο κάποιους στίχους. Σκεφτείτε τα δημοτικά τραγούδια και τα νανουρίσματα. Ανθεκτικά και διαχρονικά είναι επίσης τα μεγάλα έργα που άλλαξαν την ιστορία και την ανθρωπότητα. Είναι εντυπωσιακή η δύναμη της ποίησης. Και είναι πολλά τα παραδείγματα όπου ένα ποίημα ή ένα ποιητικό έργο ξεσήκωσε λαούς και τους οδήγησε στην ελευθερία. Σκεφτείτε τους εθνικούς ποιητές. Η ποίηση είναι το μεταφορικό μέσο της γλώσσας, του πολιτισμού και των δομών του αισθάνεσθαι δια μέσου των αιώνων.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΚΙΑΘΑ

  

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 11/1/2015 ΜΕ ΤΟΝ ΠΙΕΡΗ ΠΙΕΡΗ

Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε την τελευταία σας ποιητική συλλογή;

Αφορμή. Μια προκλητική λέξη: το έναυσμα, η πρόφαση, η δικαιολογία. Ξέρετε οι ποιητές βρίσκονται πάντα σε κατάσταση αφορμής. Τα πάντα – σκέψεις, γεύσεις, παραστάσεις, αρώματα, μνήμες – μπορούν να εκραγούν μέσα τους και να γίνουν στίχοι. Αν η στιγμή της έκρηξης είναι φωτισμένη, μπορεί να συμβεί και η ποίηση. Μια τέτοια στιγμή ήταν θαρρώ για μένα το έναυσμα για να γράψω αυτό το κεφάλαιο της μαρτυρίας μου. Όλο αυτό το εγχείρημα είναι μια μορφή μαρτυρίας. Ήμουν λοιπόν στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, την πόλη όπου γεννήθηκα, όταν καρφώθηκε στο μυαλό μου η πρώτη ιδέα. Ήταν πρωτίστως έντονο συναίσθημα που εκφράστηκε ως λόγος. Αν υπάρχει λοιπόν αυτό που λέτε, η αφορμή για τη δημιουργία της συλλογής «Εκ του Σύνεγγυς», είναι ίσως εκείνοι οι πρώτοι στίχοι για τη γενέθλια γη, την Αμμόχωστο.

Πώς επιλέγεται ποιο ποίημα θα μπει τελικά σε μια συλλογή και ποιο όχι;

Η διαδικασία της επιλογής είναι επίσης μια δημιουργική ενασχόληση. Όταν τα συναισθήματα και τα βιώματα γίνουν λόγος, όταν αισθανθώ ότι τέλειωσα το συγκεκριμένο ταξίδι, ότι προς το παρόν οφείλω να σιωπήσω, τότε αρχίζει η σταχυολόγηση. Μαζεύω τα γραπτά μου, τα αλωνίζω και όσα είναι σπόρος καθαρός, προσφέρονται για να γίνουν ψωμί-αντίδωρο. Εκεί υπάρχει πια ένα κείμενο που κατατίθεται ως μαρτυρία. Κάποια ποιήματα εξαιρούνται. Στην τελευταία συλλογή μου αισθάνομαι ότι κυρίως διέγραψα παρά έγραψα στίχους. Συνειδητά, μέσα από τις σιωπές, τα διάκενα, όσο πιο πυκνά μπορούσα, σκιαγράφησα τις μνήμες μου από τα τελευταία σαράντα χρόνια της ζωής στο νησί μας. Από το 1974 ως στο 2014. –

Ποιος στίχος σας είναι πιο έντονα χαραγμένος στο μυαλό σας;

Νομίζω πως στο μυαλό μου δεν υπάρχουν χαραγμένοι στίχοι. Οι στίχοι μου γεννιούνται, κυοφορούνται και μετά γράφονται. Στο μυαλό μου είναι μονίμως χαραγμένοι οι άνθρωποι και οι τόποι που αγάπησα. Θα έλεγα όμως πως αν γεννηθεί κάτι καινούριο, ένα ποιητικό σπινθήρισμα ας πούμε, τότε αυτό κρυφοκαίει και με ταλαιπωρεί μέχρι να γίνει στίχος και να καταγραφεί. Άρα με αυτή την έννοια μπορώ να ομολογήσω πως χαραγμένος στίχος στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή είναι ο στίχος που δεν έγραψα ακόμη.

Μέσα απ’ τα ποιήματά σας κάνετε μια αναδρομή στο παρελθόν ενώ φαίνεται η αγωνία για το παρόν και το μέλλον. Τι είναι αυτό στο οποίο προσδοκείτε;

Έχω διαβάσει κάπου και νομίζω πως με εκφράζει σε μεγάλο βαθμό, ότι το παρελθόν είναι φάρος, όχι λιμάνι. Αν επιθυμούμε να βελτιώσουμε το παρόν μας και να δημιουργήσουμε το μέλλον μας, πρέπει να γνωρίζουμε και σεβόμαστε το παρελθόν μας. Με αυτή την έννοια αγωνιώ. Με αυτή την έννοια μνημονεύω το παρελθόν, αλλά ζω έντονα το παρόν και αισιοδοξώ για ένα καλύτερο μέλλον. Βρίσκομαι επαγγελματικά στο χώρο της εκπαίδευσης. Εκεί που καλλιεργείται η νέα γενιά, η ελπίδα μας, η μόνη σανίδα σωτηρίας. Τι προσδοκώ; Άλλη μια προκλητική λέξη αφού παραπέμπει στο σύμβολο της πίστεως. Προσδοκώ λοιπόν, ανάσταση του τόπου μας και ζωή του μέλλοντος των παιδιών μας. Αυτή είναι η αγωνία και η προσδοκία μου. Μου φαίνεται βέβαια πως δεν είναι αρκετές οι διαπιστώσεις και οι προσδοκίες. Χρειάζεται μεν το όραμα και η ελπίδα αλλά προπάντων η σκληρή δουλειά για να πάνε καλά τα πράγματα. Τα τελευταία γεγονότα που μας συνταράζουν, τα σκάνδαλα, οι αποκαλύψεις, η οργή του κόσμου, η απαίτηση για δικαιοσύνη, ίσως είναι η αρχή της εξυγίανσης. Θέλω να είμαι αισιόδοξη.

Πώς είναι να γράφει κανείς σήμερα έχοντας αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα; Είναι εύκολο να απομονωθείτε;

Γράφω επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι μια βαθύτερη ανάγκη. Και δεν είναι κάτι που μπορώ να το ερμηνεύσω. Απλώς συμβαίνει. Ενίοτε είναι λυτρωτικό. Θα έλεγα ότι συνήθως προηγείται του γραψίματος μια φάση έντονης απογοήτευσης ή απομάγευσης του κόσμου. Μια περίοδος ασφυξίας. Εκεί η μοναχικότητα είναι πλέον επιλογή και δεν συνδέεται απαραίτητα με την παρουσία ή την απουσία άλλων ανθρώπων. Είναι η στιγμή που το δημιουργικό μέρος του εαυτού μου, η ποιήτρια, «αποσύρεται εντός της» για να μορφοποιήσει αυτό που κυοφορεί. Δεν είναι θέμα ευκολίας ή δυσκολίας. Είναι θέμα ανάγκης και μπορεί να συμβεί οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Άλλωστε ο κόσμος είναι κυρίως έμψυχος και νοερός αφού τα σημαντικότερα συμβαίνουν έτσι κι αλλιώς εντός μας. Οι αφορμές ενδεχομένως ανιχνεύονται στην «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» αλλά δεν είναι η ουσία.

Σήμερα, ποιο βιβλίο βρίσκεται δίπλα στο κομοδίνο σας;

Συνήθως δεν είναι ένα βιβλίο, είναι τουλάχιστον πέντε. Διαβάζω παράλληλα, ανάλογα με την ψυχική μου διάθεση. Σε κάποια έργα, μου αρέσει να επιστρέφω και να τα ξαναδιαβάζω. Αισθάνομαι ότι κάθε φορά φωτίζεται μια νέα οπτική, μια γωνιά που ήταν αθέατη στην προηγούμενη ανάγνωση ή ότι βαδίζω σε μονοπάτια που προσπέρασα βιαστικά και θέλω πια να τους αφιερώσω χρόνο, να ανακαλύψω τα κρυμμένα δώρα, τις αλήθειες. Αυτή τη στιγμή διαβάζω ξανά «Το άρωμα», του Πάτρικ Ζίσκιντ και «Το βιβλίο της ανησυχίας», του Φερνάντο Πεσσόα

ΠΙΕΡΗ ΠΙΕΡΗΣ

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ

ΣΑΒΒΑΣ

 

Ο Σάββας Καράμπελας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και κατάγεται από
την Αρκαδία και τη Μαγνησία. Είναι απόφοιτος της Σχολής Μωραίτη, πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας και διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Θέμα της διατριβής του είναι «Το λογοτεχνικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα», ως εκφραστικό όργανο
της «γενιάς του 1930». Έχει στο ενεργητικό του ανακοινώσεις σε συνέδρια
στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Ισπανία, Ιταλία, Ρουμανία, Τουρκία κ.α.)
και δημοσιεύσεις σε συλλογικούς τόμους και φιλολογικά περιοδικά (Νέα
Εστία, Πορφύρας, Θέματα λογοτεχνίας, Νέα Εποχή Κύπρου κ.α.). Έχει δώσει
διαλέξεις στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Τμήματος Φιλολογίας του
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Στο θάλαμο του μεταφραστή» εκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.

 

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

ΣΤΟ ΘΑΛΑΜΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ (2016)

 

Ι Απομεινάρια μιας πρώτης λείας (1997-2000)

 

Τηλεγραφικό
Έκανε κάποιες
επιστημονικές ανακαλύψεις.
Αποκάλυψε
το κουτί του θησαυρού-
στο βυθό του παραδείσου
βρίσκεται…

 

ΣΩΜΑ

Η καταβύθιση
δεν περιορίζεται
στο φαινομενικό όργανο
της διείσδυσης.

Μετέχουν σ’ αυτή
όλα τα μέλη του σώματος
και το ο και το ω
και το μ και το α.

Η έκκριση
πραγματοποιείται
σε καθένα χωριστά
και σε όλα μαζί
στο ενιαίο σώμα.

 

 

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ

Να είναι το μπουκάλι με χο μήνυμα
κι αυτό πιασμένο στα δίχτυα
που είναι στημένα για τους ελέφαντες,
τις φώκιες και τα τέρατα της θάλασσας;

Να ’ναι απλά μια αντανάκλαση
ίου προηγούμενου χρόνου
που από ψηλά χαζεύει το είδωλό του
στα ακίνητα νερά;

Ή πάλι να ’ναι ένα λευκό μαργαριτάρι
-προτού το βγάλουν να το φτιάξουν κολιέ-
που ακόμα κρύβεται
μες στο κλειστό κοχύλι;

Ό,τι και να ’ναι
τάραξε πάλι
τα λιμνάζοντα νερά.

 

 

II Σπαράγματα μιας μυθιστορίας (2001-2015)

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Η ζωή έχει γεμίσει αστέρια
και έγινε ολοστρόγγυλο φεγγάρι

έχει μια ατέλειωτη σειρά
από αχτίδες ήλιου
ριζωμένες στη σφαίρα του

φωτίζει κάθε μέρα.

 

 

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Στη σπηλιά του έρωτα
πλάγιασε η μέρα.

Κάτω από τα βράχια
πνίγηκε ο ήλιος.

Η νύχτα κολυμπά
στη φωλιά των ζώων.

Η λίμνη λουφάζει
στη σκιά της σπηλιάς.

 

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Τα πουλιά της αυγής
σφιχταγκαλιάζονται
στα κλαδιά της αγάπης.

Οι χυμοί της ημέρας στάζουν
στους πάγκους των λαϊκών αγορών
στις προθήκες των μουσείων
στους σταθμούς του metro
στις διαδρομές των πάρκων.

Ο χορός των πουλιών
παρασύρει
τα φύλλα της μουσικής.

Οι φλούδες της νύχτας
απογυμνώνουν
τους καρπούς του έρωτα.

[Παρίσι, 2001]

 

 

ΑΝΑΝΗΨΗ

Οι θάνατοι μέσα της
κήποι ξεριζωμένων λουλουδιών
πηγές δίχως τρεχούμενα νερά
σειρήνες χωρίς στόμα…

Και η ζωή
συνεχίζει τις διαδρομές της
στα ασανσέρ των χειρουργείων
στα φορεία των επιτόκων
στα πήγαινε-έλα των σερβιτόρων
του κυλικείου της κλινικής.

 

 

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

Aux fauves

Ούτε ένα σχέδιο.
Ούτε μία καμπύλη.
Ούτε ένα χρώμα.

Καμία εντύπωση.
Καμία κίνηση
από το αγρίμι.

Ούτε όνειρο ζει.
Είναι νεκρό.

 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Του γιου μου Οδυσσέα

Η ζωή του ζευγαριού
διαδραματίζεται
στους καθρέφτες του λούνα παρκ.

Οι λέξεις προσκρούουν στα τζάμια.

Το μάτι της καρφίτσας
και το μάτι του κύκλωπα
διασταυρώνουν
βλέμματα, αίματα, δάκρυα
στα κάτοπτρα.

Τα είδωλα συμπλέκονται
παραμορφωμένα
από τη μία γίγαντα
από την άλλη νάνου.

Μια μέρα το παιδί
θα εμφανιστεί στο λούνα παρκ

αφού ανέβει στη ρόδα,
στο carousel και το τρενάκι
θα μπει στην αίθουσα
των παραμορφώσεων
και με ένα όπλο
από τον πάγκο της σκοποβολής
θα σπάσει τους καθρέφτες
της ζωής του ζευγαριού.

 

 

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Το σπίτι αποκοιμήθηκε.

Οι γονείς βολεύτηκαν στα ράφια
με τις ασημένιες κορνίζες
και τις μικρές πορσελάνες.

Τα παιδιά σκεπάστηκαν με το πανί
από τη σκηνή του καραγκιόζη.

Μόνο εκείνο το λεπτό χέρι
με τα μακριά δάχτυλα
στο μεταλλικό ρόπτρο
της πόρτας του σπιτιού

ακούγεται να χτυπά
ανεπαίσθητα…

 

 

III Επίμετρο (2016)

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Το πρωινό της Κυριακής
ο ήλιος αιφνιδίασε νωρίς
το οικογενειακό διαμέρισμα
ο πρώτος ένοικος κατέβηκε
με τη μικρή σκαλίτσα του
και μπήκε στο μπαούλο.

Όλοι κοιμούνταν
και γι’ αυτόν είχε έρθει η ώρα
να ταξινομήσει τα ημερολόγια
που κρατούσε ανά έτος
να καδράρει τις φωτογραφίες
απ’ τη Σχολή, τις πρώτες διακοπές,
το γάμο, τα γενέθλια των παιδιών
να γυαλίσει τα μετάλλια
που είχε κατακτήσει.

Δεν άκουγε
χωμένος όπως ήταν
και απορροφημένος
τις φωνές των παιδιών
που χοροπήδαγαν
μόλις ξυπνήσανε

έξω από το μπαούλο.
Δεν τις ξανάκουσε ποτέ.

Μπήκε και έμεινε
στο μπαούλο
με την κληρονομιά
και τα αποσπάσματα
της υστεροφημίας του.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΒΒΑ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ

ΑΥΓΗ Αναγνώσεις 3/6/2017

Στη ρίζα και στα φύλλα

Ο κλειστός χώρος και η έξοδος προς την έκφραση, δηλαδή η μετάφραση του βιώματος σε γλώσσα είναι αποτυπωμένη ήδη στον τίτλο Στο θάλαμο του μεταφραστή, με τον οποίο ο Σάββας Καράμπελας πρωτοπαρουσιάζεται ως ποιητής – γιατί στην ακαδημαϊκή φιλολογία είναι από πολλού χρόνου γνωστός.
Το σημειώνω αυτό το στοιχείο γιατί ως ανθολόγος της ποίησης με ενδιαφέρει η σύνδεσή της με το γεγονός (ώστε η ποίηση να μην γίνεται πόζα). Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει οπωσδήποτε το βιβίο που παρουσιάζομε. Και δεν εννοώ, φυσικά, την ποίηση που σέβεται το γεγονός αλλά την ποίηση που μεταστοιχειώνει τα γεγονότα με ασέβεια (στον ρεαλισμό και την κυριολεξία), γιατί, κατά τον Νίτσε, «κανείς καλλιτέχνης δεν ανέχεται την πραγματικότητα». Έπειτα, η γλώσσα, στον χώρο της οποίας επιθυμεί να μεταγραφεί το γεγονός, σημαίνει μια συνθήκη που αιώνες τώρα την διαμορφώνουν οι ανάγκες εκφρασης του ανθρώπου. Είναι μια γλώσσα αποτέλεσμα διαρκούς αναμέτρησης, κατά την διάρκεια της ανθρώπινης περιπέτειας. Κι αυτός είναι ο λόγος που η ίδια η γλώσσα δίνει στον ποιητή και τα μέσα. Διαθέτει απέραντη σοφία τεχνικών και μέσων, αισθητικών και φόρμας.
Το βιβλίο Στο θάλαμο του μεταφραστή δεν είναι το βιβλίο ενός φιλολόγου που θέλησε να μάς δείξει ότι ξέρει την ποιητική γλώσσα αλλά ενός ποιητή που αφίχθη στην ποιητική γλώσσα, ύστερα από τις δικές του αναμετρήσεις. Τώρα πλέον ξέρει πως η ποιητική γλώσσα λειτουργεί ως απασφαλισμένο όπλο (βλ. το ποίημα Graffiti, σ. 26).
Το βιβλίο περιέχει περίπου 34 ποιήματα, χωρισμένα σε τρεις ενότητες, με κύρια ενότητα του βιβλίου την δεύτερη, που έχει τίτλο «Σπαράγματα μιας μυθιστορίας (2001-2015)», και συμπληρώνεται με ποιήματα προγενέστερα (1997-2000) «Απομεινάρια μιας πρώτης λείας» και με τρία ποιήματα του «Επιμέτρου».

Ο ποιητής, παιδί της πρωτεύουσας, γνώρισε την επαρχία στις διακοπές και στις σπουδές του. Η θάλασσα (του Πηλίου) και η Λίμνη (Ιωαννίνων) είναι δυο κυρίαρχες όψεις της εξόδου στην φύση. Πάνω σε αυτές τις δύο όψεις θα ακουμπήσει ο «μεταφραστής» ποιητής και θα αντλήσει τα στοιχεία της ποιητικής μεταμόρφωσης των πιο προσωπικών του βιωμάτων.
Όμως πέρα από την γεωγραφία, που την κατάργησε ήδη ένας τυφλός ποιητής, εννοώ τον ποιητή των ποιητών, τον Όμηρο, είναι γεγονός πως η ποίηση σήμερα δεν γράφεται ούτε από «οιστρήλατους» ποιητές ούτε από χαλιναγωγημένους και υποταγμένους σε κανόνες. Γράφεται από την συγκινησιακή ένταση. Η ποίηση ριζώνει στις συγκινήσεις (τις ψυχικές και του στοχασμού). Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αξία της ποιητικής γλώσσας. Γιατί αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση μιας γλώσσας, που έχει αιχμαλωτίσει ό,τι αισθάνθηκε ή σκέφτηκε ό άνθρωπος. Και παίρνω την ευκαιρία να πω πως για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να θεωρήσουμε ως μεγάλη απώλεια την «παρεμπόδιση» της επικοινωνίας με αυτή την μορφή της γλώσσας (είτε μέσα από σχολικά προγράμματα ή μέσα από άλλα κοινωνικά εμπόδια). Αυτή, λοιπόν, η ποιητική γλώσσα συμπυκνώνει την ρεαλιστική αφετηρία και την φαντασιακή έκρηξη, στο βιβλίο του Καράμπελα. Το πυροδοτεί η αποκάλυψη, όπως φαίνεται στο ποίημα- κλειδί «Φάρος» (σ. 14).
Το βιβλίο θα μπορούσε με τρόπο επιγραμματικό να συμπυκνωθεί στην φωνή του Γιώργου Σεφέρη (από τον «Ερωτικό Λόγο»): Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα! Γιατί τα ποιήματα μιλάνε για το «ανατρίχιασμα» μιας ύπαρξης ανοιχτής στην αποκάλυψη του μυστηρίου της δημιουργίας ή, κι ακόμα, για το ευφορικό αναφτέρωμα, κατά την ώρα μιας (λυτρωτικής) εξόδου (από την συντριβή της απόγνωσης και της φθοράς). Είναι η ποιητική συλλογή ενός πατέρα, που άφησε την φιλολογία όπως ο Έκτορας την περικεφαλαία του, και με ύφος συμβολικό και έναν ιδιότυπο μυστικισμό, μας φέρνει ανυπεράσπιστους μπροστά στην αθωότητα και μας εγκαταλείπει ανοχύρωτους στο πεδίο της ποίησης, όπου από μία συνωμοσία της αυγής/ γεννιέται η μέρα. Τα ποιήματα μάς ξαναθύμησαν ότι η τέχνη είναι παραμυθία, σύμμαχος πολύτιμος στα θύματα της φθοράς, έπαθλο που σβήνει ήττες ή οι μποτίλιες στη θάλασσα. Γιατί ποίηση είναι δημιουργία, η γέννηση ενός κόσμου που μόνο στην ποίηση υπάρχει, του κόσμου της φαντασίας. Στο βιβλίο υπάρχουν ποιήματα που θεωρούν την ποίηση ως την ακριβή ευεργεσία προς τον άνθρωπο ναυαγό. Μπορούν να ξεχωρίζουν και να δείχνουν τον φάρο που τα υπερωκεάνεια των φόβων τον έχουν αποσκεπάσει και τον έχουνε κάνει αόρατο (σ. 14). Κι όπως ο ψίθυρος του ανώνυμου ποιητή της λαϊκής μας ποίησης κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι κλείνει μέσα του όλη την ευφορία της ακριβής τρυφερότητας, έτσι και ο ποιητής της εποχής μας μπορεί να συντάσσει ένα «Ημερολόγιο» όλων των πηγών του φωτός (σ. 21).
Η ποίηση μπορεί να είναι αυτή η έξοδος στο φως, κι όταν ακόμα ζούμε την απόγνωση της αιχμαλωσίας και τον πνιγμό σε βαθιά χαντάκια που κλείνουν το ορίζοντα και γκρεμίζουν τις γέφυρες. Τότε, οι εικόνες μιας τερατογεννημένης φύσης πηγές δίχως τρεχούμενα νερά/ σειρήνες χωρίς στόματα…/ (σ. 31) εισαγάγουν στο ποίημα το αίσθημα ότι η ζωή είναι εκτεθειμένη στην βία ή το αίσθημα ενός αποτρόπαιου/ απάνθρωπου κενού, την ώρα του μεγάλου πόνου στα ασανσέρ των χειρουργείων/ στα φορεία των επιτόκων/ (όπως διαβάζουμε στο ποίημα «Ανάνηψη» σ. 31).
Οι ιστορίες των ποιημάτων αφηγούνται το σύνηθες και το καθημερινό ως καινούργιο και εκπληκτικό. Το βιβλίο οργανώνει ένα μυθικό πλέον συναίσθημα του ανθρώπου, ως φύσης χαρισματικής, να μπορεί αυτός μόνο να αντέχει την αθωότητα του προσώπου, παρ’ ότι έχει μεσολαβήσει ο κατακερματισμός του και ο αφανισμός τους, πίσω από την αποτρόπαιη λάσπη. Το βιβλίο μιλάει για την ιστορία αθωότητας του προσώπου, που ως προς την ζωοδοτική του φύση αναδύεται ως φλεγόμενη πηγή από την θάλασσα (τα ποιήματα «Προσωπογραφία» 37, «Δύο νησιά» 38). Μια αθωότητα που πολιορκεί την αγωνία για την ανθρώπινη μοίρα και δημιουργεί προσδοκία απολύτρωσης. Η μετακίνηση των ορίων προς το θαυμαστό, σαρώνει την ακαμψία του κόσμου, δείχνει τις βαθιές πηγές όπου κείται το αίμα του ανθρώπου. Και το βιβλίο γίνεται όχημα για την μεταφορά στον θαυμαστό χώρο του ονείρου, κατοικία της αθωότητας και της ενότητας, όπου ο άνθρωπος νιώθει ακέραιος.
Όμως όσο κι αν φαντάζει ουτοπία, μας βρίσκει σύμφωνους το γεγονός πως είναι αυτή η ευεργεσία της διαρκούς δημιουργίας που καταφέρνει το καίριο χτύπημα στον εχθρό-χρόνο. Εδώ, ακριβώς μπορούμε να αναζητήσουμε με πιο τρόπο ένα προσωπικό και ιδιαίτερο συναίσθημα μπορεί, ανασυγκροτημένο, στην σφαίρα της ποίησης/φαντασίας, να αποκτά την δυναμική της έκφρασης μιας αίσθησης γενικής, όλων των ανθρώπων.
Και δυο λόγια για την γλώσσα. Ο γεωμετρημένος κόσμος της ποιητικής γραμματικής, που δίνει σφρίγος στις λέξεις και όπου η νοηματική αιχμή δεν χάνει την αξία της και, βέβαια, την αλληλουχία της, εν ολίγοις, η βαθιά βιωματική απογυμνωμένη γλώσσα που διαβαθμίζει την δραματικότητα, παίρνει την μορφή της κάθαρσης με την δύναμη που της δίνει η ρεαλιστική ματιά και η μετωπική αναμέτρηση του πάθους. Τα χαρακτηριστικά αυτά μας θύμισαν την γλωσσική παράδοση των μεταπολεμικών ποιητών του Αλφειού, ενώ από την άποψη της ποιητικής μεταφοράς (π.χ. η εικόνα του εκριζωμένου κήπου ή η εικόνα ενός κόσμου ανεστραμμένης φυσικής τάξης) μπορεί να βεβαιώνεται η σταθεροποίηση της μεταπολεμικής παράδοσης, ωστόσο, υπάρχει εν σπέρματι η διάθεση αυτονόμησης από τεχνήματα, φόρμας και οπτικής, που τα έχουμε δει να εκφράζουν τους νεότερους που γράφουν μετά το 2010 είτε ακόμη στα περιοδικά είτε έχουν εκδώσει το πρώτο τους βιβλίο.
Το βιβλίο έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας που μας είναι γνωστές –εκτός των άλλων- και για την καλλιτεχνική σύνθεση, την αισθητική ποιότητα, των εξωφύλλων. Αυτή την φορά, στο βιβλίο του Σάββα Καράμπελα, παρουσιάζονται μέσα στο βιβλίο, όπως και στην σύνθεση του εξωφύλλου, έργα της Γεωργίας Δαμοπούλου. Οι συγκεκριμένες εκδόσεις δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως φέρνουν μια φιλοσοφία που είναι μάλλον αντισυμβατική για τους κανόνες της εκδοτικής αγοράς: την ανάδειξη νέων ποιητών και ζωγράφων, που συνιστούν δείγματα της τέχνης της εποχής μας.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΒΙΒΛΙΟ 09.07.2017

Ευοίωνη αφετηρία για έναν ποιητή

Αν αντιλαμβάνομαι σωστά, με τον τίτλο που επέλεξε ο Σάββας Καράμπελας (και που, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε, εναλλακτικά, να είναι και «Στο θάλαμο του διερμηνέα», αντί του μεταφραστή) θέλει να μας πει ότι ο κάθε ποιητής εισπράττει εικόνες και ερεθίσματα από το περιβάλλον και την καθημερινότητα και, εν είδει μεταφραστή (ή διερμηνέα, αν προτιμάτε), τα μεταπλάθει σε λόγο ποιητικό. Μετατρέπει, δηλαδή, τη συνηθισμένη, τετριμμένη γλώσσα της καθ’ ημέραν επικοινωνίας σε στίχους και, ταυτόχρονα, δεν διστάζει να δείξει στον αναγνώστη τα μέσα, τα υλικά και τις αφορμές από τις οποίες εμπνέεται και με τις οποίες επιτυγχάνει αυτήν τη μετατροπή.

Η συλλογή περιέχει τριάντα τέσσερα ποιήματα και αρθρώνεται σε τρία μέρη, με χρονολογικές ενδείξεις το καθένα για τη γραφή των ποιημάτων. Το πρώτο μέρος επιγράφεται «Απομεινάρια μιας πρώτης λείας (1997-2000)» και, προφανώς, δηλώνει τις απαρχές του ποιητή και ό,τι προτίμησε ο ίδιος να μας παρουσιάσει από αυτά τα εναρκτήρια χρόνια του. Το δεύτερο, που είναι και το εκτενέστερο του βιβλίου, τιτλοφορείται «Σπαράγματα μιας μυθιστορίας (2001-2015)»· η λέξη μυθιστορία υπαινίσσεται, υποθέτω, ένα μείγμα πραγματικών περιστατικών και μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Το τρίτο μέρος φέρει τον τίτλο «Επίμετρο», χρονολογείται στο 2016 και περιλαμβάνει δείγματα της πρόσφατης παραγωγής του.

Από την άποψη της μορφής, ο Καράμπελας φαίνεται να προτιμά τους βραχείς, κάποτε και μονολεκτικούς στίχους, σαν να θέλει να υποδείξει τις ανάσες και τον τρόπο με τον οποίον πρέπει να διαβαστούν τα ποιήματά του. Μερικές φορές ερωτοτροπεί με την όχι εν ευρεία χρήσει σήμερα «σχηματική ποίηση», τα λεγόμενα calligrammes, όπως τα επέγραψε ο πρώτος διδάξας Guillaume Apollinaire και όπως τα χρησιμοποίησε με επιτυχία στα καθ’ ημάς ως «καλλιγραφήματα» ο Γιώργος Σεφέρης. Πρόκειται για οπτική ποίηση, όπου οι λέξεις και φράσεις τοποθετούνται με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργούνται σχήματα που, άμεσα ή μεταφορικά, σχετίζονται με το θέμα του ποιήματος. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στα ποιήματα που τιτλοφορούνται «Δυο λέξεις», «Ενηλικίωση», «Προσωπογραφία» και «Δυο νησιά», στα οποία το νοηματικό τους περιεχόμενο αποδίδεται με ανάλογα σχήματα. Στους στίχους του «Μεταφραστή» υπόκειται ένα μάλλον σκοτεινό κλίμα, χωρίς τούτο να δηλώνει απαισιοδοξία ή έλλειψη κατάφασης προς τη ζωή και προς την καθημερινότητα. Οι ποιητές, εξάλλου, στέκονται πάντα με συγκρατημένα συναισθήματα απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω τους. Για παράδειγμα, στα ποιήματα που επιγράφονται «Υγρό στοιχείο», «Εμπρησμός», «Ενηλικίωση», «Νεκρή φύση» και άλλα είναι εμφανής μια σχεδόν σωματική επαφή με τον περιβάλλοντα χώρο, μια γεύση χθόνιας επικοινωνίας που συχνά φέρνει τη ζωή σε κίνδυνο. Ο Καράμπελας, πάντως, αντλεί αισιοδοξία από τη διαδοχή των γενεών, η οποία τροφοδοτεί με ελπίδες και απαντοχή τη ζωή μας, όπως δηλώνουν αρκετά ποιήματά του, όπως τα κατά σειράν παρατιθέμενα, οικογενειακού κλίματος, που τιτλοφορούνται «Οικογένεια» (αφιερωμένο στον γιο του Οδυσσέα), «Οικογένειες», «Παραμύθι, «Αγρύπνια» και «Γενεαλογικό δέντρο», που αφιερώνεται στη μνήμη του παππού του. Διαβάζοντας τον «Θάλαμο του μεταφραστή», επεσήμανα τη συχνότητα αναφοράς ορισμένων λέξεων. Στη θεματολογία του Σάββα Καράμπελα είναι κυρίαρχη η κάθε είδους αναφορά στο υγρό στοιχείο – ένα μόνιμο σκηνικό όπου εκτυλίσσονται οι περισσότεροι στίχοι του. Καταμέτρησα τις λέξεις που έρχονται και επανέρχονται στα ποιήματά του και, αν δεν είχαμε δώσει συγκεκριμένο περιεχόμενο στον χαρακτηρισμό «θαλασσινός ποιητής», τον οποίον αποδίδουμε σ’ εκείνον που ταξιδεύει στις θάλασσες και μας διηγείται πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες, θα διακινδύνευα αυτόν τον χαρακτηρισμό και για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι λέξεις που έχουν τη μεγαλύτερη συχνότητα αναφοράς είναι κατά σειρά: θάλασσα, νερό, κύμα, άμμος, βυθός, όπως και οι όχι άπαξ αναφερόμενες ναυάγια, φύκια, λίμνη, όχθη, βότσαλα, καθώς και άλλες συναφείς με το υγρό στοιχείο, όπως πλοία, αφρός, φάρος, βάρκα, ψάρια, ακρογιαλιά.

Συμπερασματικά θα μπορούσα να πω ότι το βιβλίο διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Διακρίνεται για την ενότητα ύφους και για τη σταθερότητα του ποιητικού βηματισμού. Η πορεία προς την Ποίηση είναι δύσκολη και ανηφορική – το ξέρουμε καλά όλοι μας. Με την πρώτη του εμφάνιση, ο Σάββας Καράμπελας μας προσφέρει τη βεβαιότητα ότι ακολουθεί με συνέπεια και σοβαρότητα τον ανηφορικό αυτόν δρόμο.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ

1-κατερινα

 

Η Κατερίνα Λιάτζουρα γεννήθηκε στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας, όπου και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Την εφηβεία της την πέρασε στο Βόλο. Ως φοιτήτρια του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου έζησε κάποια χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Τα δύο της αγόρια τα γέννησε στην Αθήνα. Από το 2005 ζει στη Χαλκίδα και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Ευβοίας. Οι μεγάλες της αγάπες είναι η ποίηση και η φωτογραφία.

Εργογραφία
««Αποκαΐδια ηθικής», ποίηση, εκδόσεις βακχικόν, 2017
«Σκέψεις», ποίηση, εκδόσεις manifesto, 2013
Ένας άγνωστος διαβάτης», διήγημα στην «Ανθολογία μικρού διηγήματος για την νύχτα» (συλλογική έκδοση), εκδόσεις κύμα, 2017

 

1-βιβλια - 0002

1-βιβλια - 0001

 

 

 

ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ ΗΘΙΚΗΣ (2017)

 

ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ ΦΑΝΦΑΡΕΣ

Επείσακτη η σκέψη που με κατατρέχει
και με πάει και με ταξιδεύει
σε διαβούλια φαντεζί
κρυψιγαμίες εμετικές
σ’ ένα γλέντι
μια πάλλευκη γιορτή.

Πέπλο ανεμίζει νυφικά στον αγέρα
λικνίζεται εριστικά στην πνοή
το ακολουθώ στα σκοτεινά υπόγεια με τις ανυπόφορες μυρωδιές
ματώσανε τα ρουθούνια μου απ’ την υπερβολή.

Επείσακτη και εγώ σ’ αυτή την παράσταση ζωής
λικνίζομαι εριστικά στην πνοή
διαβατικό το πέρασμα στη πολύβουλη φαντασμαγορία
παλινωδώ με μαεστρία
τις αρχές.

Η επηρμένη σκέψη ανήλεα με μαστιγώνει
εξογκώνει την κρυσταλλώδη κρυψίνοια της ψυχής
της δίνει εκτρωματικά μεγέθη.

Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι.

Ως νυχτερίδα πλέον
νοσφίζομαι το σύμπαν.

 

 

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Κληρονομημένες ηθικές
διασταυρωμένες επιρροές
οικογένεια βιβλία ιερές επιταγές
προκαλούν αντανακλαστική συμπεριφορά.
Γοητευτικές οι λέξεις
αλλά κατά βάθος θολές.
Περιδιαβαίνουν την ανάγκη για θεμελίωση
χωρίς ρίζες, δίχως μέλλον
προσκυνούν πηγές αλάνθαστου
προβάλλουν αξιώσεις αλάθητου.
Προσφεύγουν στην τιμωρία.
Διαποτισμένες από μύθους και εξοικειωμένες θρησκείες
παρεκκλίνουν στην καθολικότητα. Στο Απόλυτο.
Αντιφατικά αποκρυσταλλώνουν εντυπώσεις
διαπλεκόμενων προβλημάτων που βίωσα από νωρίς
άργησα όμως πολύ να καταλάβω.

Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία
ή στον εξορκισμό.

Στην απαρχή δεν επιστρέφουν.
Ένας μονόδρομος είναι.

 

 

ΔΩΡΟ ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΟ

Υπέρτατο δώρο
εναρκτήριο και σπερματικό
αγγελιοφόρος μιας νέας γης
ενός νέου ναού
αντικαθιστά τα φωνήεντα
την αναπνοή
εγκαθιδρύει τη σιωπή.

Το άστρο μου το καλό είναι ιδιότροπο στη σήμερον ημέρα
ανταποκρίνεται σε μια βαθειά εσχατολογική προσμονή.

Ο μύθος της ατομικής αντίστασης
μοναχική και παλλόμενη λεπίδα
προσδίδει στο λυκόφως
ανθρώπινη μεγαλειότητα.
Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία
η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι.
Με κατέστησε ανίκανη
να κοιτώ κατάματα.
Μαύρος ήλιος
της διαύγειας.

Όμως δολοφόνησα τη σκέψη
ενώ έψαχνα τις λέξεις.
Με πιάνουν ρίγη νοσταλγίας
στη φυλακή του σαλονιού μου
όταν ξάφνου τα χελιδόνια
ταράζουν το σούρουπο.

 

 

ΠΟΥΤΑΝΑ ΑΘΗΝΑ

Μια αυτοκρατορία είμαι
μια καθημερινή Ιστορία
που πιέζει με το βάρος της
την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.
Στριμώχτηκα
ανάμεσα σε πλούτη
κυκλοφοριακά φρακαρίσματα
κατάφορτη από διακοσμήσεις
καθήκοντα
πολύπλοκη σε μηχανισμούς
παλλακίδα σε ιεραρχίες
πρησμένη
τσιτωμένη
κατάκοπη
βαριά.
Πουτάνα Αθήνα.

 

 

ΝΙΚΗ ΣΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Βεγγαλικά ξεσκίζουν σωθικά.
Αέρας αποπνικτικά γεμάτος.
Αλαλαγμοί ιαχές θριαμβολογίες.
Σημαίες κυματίζουν στα στήθη.
Το ματωμένο μου πανωφόρι το πέταξα χάμω.
Το τσαλαπάτησα στο πεζοδρόμιο.
Τα μάτια μου, κιούπια δακρυγόνων, υπερχείλισαν από την αναμονή.
Δάχτυλο σκάλωσε στη σκανδάλη
ή στην ασφάλεια μιας εισόδου πολυκατοικίας.
Τα κτήρια γύρω καταρρέουν στο μυαλό
το ίδιο και η ελπίδα της ανατροπής.
Σηκώθηκα
ξεσκόνισα τη μνήμη
ίσιωσα την πλουμιστή αισιοδοξία
και πιάστηκα από τον ώμο του διπλανού μου.
Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.

 

 

ΕΡΠΕΤΑ

Νοικοκυραίοι
παχύσαρκα ερπετά
κάλπικα προσανατολισμένοι.
Μέσα στα ματωμένα λάφυρα
αιώνων και αιώνων πουλημένης Ιστορίας
επιβλέπετε από το μπαλκόνι της αστικής σας κατοικίας
το γόνο της γενιάς σας
να μεταφέρει άσκοπα
την πλαδαρή του κληρονομιά.

 

 

ΔΥΣΤΡΟΠΙΑ

Αριστερόστροφοι γύπες
μπήξαν στο συκώτι μου μια δαιμονική τρίαινα
πλειάδες οι αμέτοχοι
μια κοσμική ανθρώπινη ώσμωση
παρακολουθεί το διαφαινόμενο.

Τυφλά και μονότροπα
υποτάχθηκα
διαβουκολώ
κατά την ολοκληρωτική αφαίμαξη
μένω άλυτη
μολεύω
γαγγραινιάζω
οδηγώ νομοτελειακά το πλήθος σε θάνατο.

Ασαφές ποια ακριβώς στιγμή άρχισε η δυστροπία.

 

 

ΣΚΥΛΕΥΣΗ

Φυγόκεντρες τάσεις
μπόλιασαν DNA με αντιδραστικότητα και οργή.
Στηλίτευσαν την αδυναμία των προσφύγων
να επιλέξουν δρόμο διαφυγής.
Όμηροι ανεδαφικών περιορισμών
όμηροι μιας πολιτικής κάστας
υπόλογοι
είδαν τον «βαλκανικό διάδρομο»
να φράζεται ολοένα.

Η ασύδοτη οικονομία χωρίς ήθος
η σύμπραξη με στρατιωτικά καθεστώτα και θεοκρατικές μοναρχίες
κατάσχεσε τα πολύτιμα αγαθά των προσφύγων.
Ως ενέχυρο
της ύπαρξής τους.

Υπόδικοι σε σύνθετο πεδίο σύγκρουσης
με την Ευρώπη που πέταξε
την ανθρωπιά στη θάλασσα μετέτρεψε
δάνεια εφήμερης συμβίωσης σε αγώνα επιβίωσης
που σκυλεύει απερίσκεπτα
νεκρούς
επιζώντες.

 

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ

Ρασοφόροι προσκυνητές παχύσαρκοι επιβιβάστηκαν
σε όχημα υψηλών προδιαγραφών σέρνουν
σωσίβια καλοπέρασης σε διαδρόμους μισαλλοδοξίας.
Στοίβαξαν κρεάτινα σωσίβια πάνω στην πλαδαρή τους ματαιοδοξία.

Και αυτά στις παραλίες; Μπας και δεν είναι κομμάτι του εαυτού τους;

Κραυγές βγάζουν άναρθρες
για μοναχές και απόρθητες πατρίδες
με πράξεις αλληλέγγυες καλύπτουν
την πολύ σύντομη τους εφημερία.

Δεν ξέρω για Αλλάχ ή για Θεό
ή για του Βουδισμού το δόγμα
μα ξέρω για μεγαλοσύνη και αγάπη και ανθρωπισμό
λέξεις μικρές με μεγάλη σημασία
ξέρω και την Ιστορία ενός Θεανθρώπου
που τη ζωή του δε λογάριασε
μα αιώνες τώρα
το κακό εξόρκιζε
για τον Άνθρωπο
που τον συνάνθρωπό του
ως κόρη οφθαλμού
μέλει να προσέχει.

 

 

Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου.
Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια.

έχω κλειστοφοβία -σας το ’πα;

Τα σωσίβια φωσφορίζουν μέσα στη νεκρική μαυρίλα.
Το κρύο διαπερνά τα σωθικά μου.
Με κάθε κυμάτισμά
αγίασμα στα πνευμόνια μου το θαλασσινό νερό.

φοβάμαι το σκοτάδι -σας το ’πα;
και το κρύο και το νερό και τα μεγάλα ψάρια.

Υποθήκευσα τη ζωή μου.
Αποθήκευσα την ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.
Πλήρωσα πλήρωσα πλήρωσα.
Χρήματα οικογένεια πατρίδα αξιοπρέπεια.
Σε ποιο χρηματιστήριο ανθρωπιάς να αναζητήσω την τιμή μου;

Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου
μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.
Δεν ξέρω.
Δεν κοίταξα.
Δεν θυμάμαι.

φοβάμαι και το θάνατο -σας το ’πα;

 

 

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ

Μέταλλο χαρτί πλαστικό γυαλί.
Όλα ανακυκλώνονται.
Συντρέχουν λόγοι σοβαροί
στην εφήμερη μας καλοπέραση
να υπάρχουνε να εξυπηρετούνε να επιβεβαιώνουνε
τη μικρή μας τη ζωή.

Μα με εκείνα δεν ξέρω τι θα γίνει
που είναι άπιαστα και άυλα στα χέρια αυτού του χρόνου.
Γνώση πεποιθήσεις πίστες ιδεώδη
αλλά και οι έρωτες και οι θάνατοι
ανακυκλώνονται και αυτοί;

Μην παριστάνεις την ανόητη
στα χέρια των αρχόντων
όλα ανακυκλώνονται
σαν πάρεις εσύ όμως την απόφαση
και ωσάν εσύ τις μνήμες απορρίψεις.

 

 

Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ

Ήρωάς μου ένας ρακοσυλλέκτης
που σε κάδους απορριμμάτων και σε χωματερές
ψάχνει να βρει το δικό του «καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση».
Επίμονος συλλέκτης ανθρωπίνων εμπειριών εξορύσσει
έναν και μοναδικό θησαυρό. Τη λήθη.
Ένα κακό που κρυφοκοιτάζει διαρκώς
που συντρίβει περιεχόμενο και μορφή
ένας δάγκειος πυρετός
που νεκρωμένες αισθήσεις αποσυνθέτει.

Μα μόνο στα σαθρά χώματα
μόνο στα σάπια υποκατάστατα του ανθρώπου.

Ο ήρωάς μου ανηφορικούς δρόμους κακοτράχαλους ακολουθεί
γεμίζει καθημερινά με ανθρώπινες ιστορίες την πρέσα
να καθαρίσει το θυμικό από περισσεύματα
να καθαρίσει η μνήμη από περιττώματα
για να αλαφρύνει το μυαλό
για να είναι ελαφρύς ο ύπνος.

Στον Βασίλη

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ (2013)

 

Καλααζάρ

Τα μάτια μου μέσα από γκρίζες πηχτές βλέννες
αντικρίζουν τον κόσμο ανάποδα.
Το καλααζάρ μου κατατρώει τα σωθικά.
Το κορμί μου κάτω από το μαδημένο τρίχωμα
τόπους τόπους φωλιά παρασίτων έγινε.
Μου ρουφούνε το αίμα.
Κουράστηκα. Άδειασα. Γέρασα.
Οι πατούσες μου κοντέρ πιστό στη ζωή
προσμετρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα νυχτερινής αλητείας.
Αγέλαστη η μουσούδα μου οσφραίνεται
και σαλιώνει παλάμες τυχαίων περαστικών.
Μερικές φορές γρυλλίζω από αγαλλίαση
όταν χέρι συμπόνιας μου χαϊδεύει το πηγούνι.
Μα θυμώνω όταν η συμπόνια γίνεται απορία
και με σίχαμα του τολμήματος
μου στερεί το χάδι.
Όταν οίστρος βαθύς και ανεξέλεγκτος με ζευγάρωσε κάποτε
έσπειρα ομοιώματα της ράτσας μου στον δρόμο
και εσύ που μύριζες τα σκέλια
σπαρτάρισες πανευτυχής που έλαχε σε σένα η διαιώνιση της τύχης.
Από τότε πέρασαν χρόνια ή και αιώνες αναζήτησης.
Όμως χτες βρήκα στο κάδο των ανομημάτων μου ένα κοκαλάκι να γλείψω
και τσακώθηκα άγρια μαζί σου,
που θέλησα να το καταχωρήσω στη σκυλίσια συλλογή μου.
Μα και που με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δόντια σου το άρπαξα,
τι έγινε;
Άλλο ένα με σήψη αμπαλαρισμένο γεγονός.

 

 

Αλυσοδεμένη Προμηθέας

Από τον αδειανό χώρο της μοναχικότητας και την ασφάλεια της φωλιάς μου
πίνω το πικρό ποτήρι της χαράς και της οδύνης.
Μία σπίθα πίστης με οδηγεί
και με φέρνει αντιμέτωπη με τον εφησυχασμό.
Η εμετική θαλπωρή ενός σπιτιού,
μεγαλοφυής σαν σύλληψη και σαν δημιούργημα
με αποτραβά στο περιθώριο των πραγμάτων.
Ξιπασμένη αναφορά σε κείνα και σε μένα
στοιχειώνουν την διάρκεια των ημερών
στοιχειώνουν το κουβάρι της λαθεμένης μου ζωής
Ανάμεσα σε μένα και σε κείνα
αμέτρητα χρόνια,
μη προσπελάσιμα.
Χρόνια κατάμεστα από οσφρήσεις θεών παθόντων.

Αλυσοδεμένη Προμηθέας,
άδραξα τον κατακερματισμό της αθωότητας
και απαιτώ να χριστώ Αθάνατη.
Απαιτώ να χριστώ Διαφθορά.
Δίχως ανάσα, τέρψη και ψυχή
να κορεστώ στα χρώματα του σύμπαντος
και να αποχαυνωθώ
σε ύπνους αιωνίων αστεριών και αθάνατων αστερισμών.

 

 

Βερολίνο

Κρατώντας τον κόκκινο δίσκο στα χέρια
καβαλίκεψα το στρογγυλό μαύρο ησυχαστήριο
και επιδόθηκα στη μελέτη της περιστροφής και του κόσμου γύρω του.
Τρύπες στ’ αυτιά
ιστοί στους αγκώνες
αστέρια σε λαιμούς, κεφάλια και τριχωτές μασχάλες
καρφιά πατόκορφα,
μαζοχισμός και πίκρα για επιβολή και αναγνώριση.

0 κόσμος στροβιλίζεται ανένδοτος.

Η εισβολή μιας ψιλής ξανθιάς με ξεθωριασμένα μάτια
και άρεια παιδιά,
μου αποκρύπτει την αποτρόπαια θέα.
Μια γριά παραμορφωμένη από τα απανωτά οξυζενέ
πασαλείβει με ροζ μπογιά τις ρυτίδες της,
μεταλλαγμένη, παραδομένη
μ’ αρπάζει
-απολωλός
με την λεπίδα και με εναποθέτει
θυσία
στη μεταλλική στρογγυλή υποδοχή.
Και εκεί ορθά στέκομαι όρθια
και αναμένω το μοιραίο
να φωσφορίσω μες στην αναλαμπή
να μη χάσει ο τεμαχισμός την ιεροτελεστία του.

 

 

Η παρέα της Τετάρτης

Οι μελανιές πάνω στο κορμί μου
συνομιλούν με την απάθεια
μαρτυρούν την επιθετικότητα της συνεύρεσης και της μοναξιάς.
Τα χείλη μου πρησμένα από την αλμύρα των δακρύων
σκισμένα από πόθο
μάχονται να επιβεβαιώσουν την θαλπωρή της νύχτας.
Της ανεμελιάς την νιότη αποζητώντας
περιπλανώνται θολωμένα από σκέψεις
σε παρόν και παρελθόν.
Μα τα βήματα τους
-ατίθασα εκ φύσεως-
όλο κύκλους κάνουνε
και με μάτι απόκρυφο πια,
εστιάζουν σε ένα και μόνο σημείο.
Πως ατίθασα και πάλι θα ήθελαν να ξανάρχιζαν
τα δεδομένα ανατρέποντας
να μην είναι μόνο η παρέα της Τετάρτης.

 

 

Ατέρμων κοχλίας

Σκαρφάλωσα ψηλά
να αγγίξω τα ακροπύργια του ουρανού.
Πέπλα ομίχλης άπλωσε μεγαλόψυχα γύρω μου
ως καλωσόρισμα,
να θολώσει η βούληση, να χαθεί η ματιά, να αναδυθεί η μυρωδιά.

Στριφογυρίζω ατέρμων κοχλίας.

Προσέγγιση
απομάκρυνση
ένα μαγνητικό πεδίο.

Πολλαπλασιασμός
διαίρεση
έγινα πολλοί.

Ανεπαίσθητη η αέναη κίνηση.

Ρίχνω λοιπόν το ρίσκο πανωφόρι πάνω μου
και αγκαλιάζω της Κλωθώς την αβεβαιότητα.
Στοιχημάτισα να δεσμευτώ με το νήμα
για να διασφαλίσω την ακρωδυνία μου.
Και έτσι μοιραία,
ως ακροκέραμο του σύμπαντος
συνεχώς με σφυρηλατώ.

 

 

Αμπαλάζ

Μεγαθήρια υψώνονται στις ερημιές των τοπίων
αμπαλάρανε την ακόρεστη ματαιοδοξία των ιδιοκτητών τους
με περίσσια φιλαρέσκεια.
Την εποχή της δόξας
ύψωσαν το ανάστημα τους
συνομίλησαν με ουρανό και γη
πιστεύοντας πως αιώνια θα ζήσουνε
πως αυτά ο χρόνος δεν τα αγγίζει.

Στη δύση του ηλίου όμως δεν τους δόθηκε καθρέφτης
να θωρήσουνε την κατάντια
και να νιώσουν στο σκυρόδεμα τους την φθορά
να καταγράψουν το απόφθεγμα των καιρών
πως περίτρανα μεγέθη στη ζωή δεν υπάρχουνε
πως παράταιρα φαντάζουν στις εξοχές των χρωμάτων.

Πως μόνο τα όνειρα έχουν διάρκεια στους χρόνους
και τρέφουν την ζωή
και όχι οι σύντομες ζωές των θνητών αυτά.

 

 

Γιρλάντα πολύχρωμη

Γιρλάντα πολύχρωμη η ζωή
γυαλίζει στο φως μιας λάμπας θυέλλης
μπλεγμένη
σε κύκλους και κύκλους και κύκλους
μπλεγμένη σε πλεξούδα ξανθιάς νεράιδας ξελογιάστρας.

Ζωδιακός κύκλος ο κάθε μήνας
μέρος μιας εποχής
κάθε κύκλος και τεμάχιο ζωής
μπλεγμένος σε αραχνοΰφαντο εργόχειρο γιαγιάς
πέπλο φυλακισμένο σε παραδοσιακό αργαλειό
που υφαίνει και υφαίνει
και που δεν σταματά.

Άραχλη η μνήμη
σβούρα απελπισίας η προσπάθεια να ξεμπλεχτώ
κάθε προσπάθεια και μεγαλύτερη βουτιά στον ιστό
βουτιά σ’ ένα ιδιόχειρο κατασκεύασμα ασφυκτικό.

Λευκό κουκούλι με περικλείει.
Ένα αριστούργημα.
Ένα έργο τέχνης.

 

 

Καθρέφτης

Κουρασμένη η ραχοκοκαλιά
σέρνει ένα πόδι μαζί της.
Κουρασμένος ο αυχένας
ο ώμος δεν υπακούει πια.
Κουρασμένο μυαλό
σέρνει τα όνειρα στο πεζοδρόμιο.
Κουρασμένη η καρδιά
εκβιαστικά αποζητά την επιβεβαίωση.
Κουράστηκε και η ματιά
να αντικρίζει το υγρό βλέμμα στον καθρέφτη και να με κοροϊδεύει.

 

 

Μεταμόρφωση

Όταν η ζωή μου πάψει να είναι ανδραγαθίες και αυτοθυσίες και υπερβάσεις.
Όταν πάψει να αναζητά ηρωικά έπη με ηρωικούς πρωταγωνιστές.
Όταν με μοναδικό οδηγό την νοσταλγία πάψει να περιγελά τα όνειρα μου
θα με φάει το μαύρο σκοτάδι
θα πάψουν οι σκέψεις
θα χαθώ στη μέθη.

Τότε
είπα θα λυτρωθώ
και θα γελάσω με το φως
θα συναισθανθώ την διαύγεια
θα μεταμορφωθώ καφκακικώς σε άπειρο
θα ονειροπολήσω την αιωνιότητα
και θα αγαπήσω την αλήθεια.

 

 

Η ώρα είναι τρεις

Κείτομαι σ’ ένα βαθύ πηγάδι
-υγρή ταφόπλακα.
Με τιμωρήσανε για την ελευθερία που διεκδίκησα
-δεν αντιστάθηκα.
Στην πυρά την μάγισσα!

Ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο του ουρανού
αισθάνομαι να πλησιάζει η ώρα της κορύφωσης.
Ξέρω πως πλησιάζοντας με ο ήλιος, θα με πυρακτώσει.
Ως παράσιτο που είμαι,
νιώθω πως θα με κάψει, θα με λιώσει.

Η σάρκα μου μπροστά του μειδιάζει
δεν φοβάμαι την στιγμή της εξάλειψης
θα πονέσω άλλωστε,
μα θα μυρίζω ως την ύστατη στιγμή.

Οι σκιές αλλάξανε μορφή, υπόσταση
πλησιάζουν μειλίχια.

Τα μάγουλα μου φλογάτα λειώνουνε
τα μάτια μου τυφλωθήκανε
δεν μπορώ να συγκρατήσω τα υγρά των χειλιών μου
τα πόδια μου πυρποληθήκανε και καίγονται.

Η σκέψη μου φωτίστηκε.
Η ώρα είναι τρεις.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ ΗΘΙΚΗΣ

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

vakxikon.gr 2/5/2017
Η κοινωνική ευαισθησία της Κατερίνας Λιάτζουρα

Έχουμε γράψει και παλαιότερα ότι μολονότι η «ποίηση της αγανάκτησης» δεν εκφράζει κάποια κοινωνική αναζήτηση με σαφή οραματικό στόχο, διατηρεί όμως έναν αυστηρό κριτικό προσανατολισμό που εκθέτει μία κοινωνική αγωνία. Αν και συχνά τούτη η ποιητική πορεία έχει έναν επικαιρικό χαρακτήρα, ο οποίος αντιστέκεται σε μία βαθύτερη θέαση τόσο της αγωνίας όσο και του διαχρονικού της βάθους, χαρακτηρίζεται από μία αυστηρή κριτική ματιά και μία ιδιαίτερη ποιητική ειλικρίνεια που αποτυπώνει τα συναισθήματα απογοήτευσης ή μελαγχολίας της κοινωνίας συνολικά.

Σε αυτό το κλίμα εντάσσεται και η δεύτερη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα «αποκαΐδια ηθικής» (βακχικόν, 2017). Η ποίηση της Λιάτζουρα κινείται στο χώρο της κοινωνικής αγωνίας με υπαρξιακά χαρακτηριστικά και έντονο το στοιχείο της ειρωνείας. Το υπαρξιακό συναντά το κοινωνικό και το ατομικό συνδέεται με το συλλογικό (κούραση, ανήλιαγες φανφάρες, εξορκισμός) σαν να είναι η κοινωνία μία οικογένεια (συνένοχος).

Η σύμπλευση του υπαρξιακού και του κοινωνικού (εξορκισμός, φωνές ανθρώπινες, ο Δυτικός, ρομφαία νεκροταφείο, η μάνα) προσδίδει έναν στοχαστικό χαρακτήρα που ξεπερνά το επικαιρικό, αν και ορισμένες φορές η στιγμιαία έμπνευση του επίκαιρου περιορίζει την ποιητική ουσία και υποβιβάζει την ποίηση σε πολιτική ρητορεία (πρώτη φορά αριστερά, Ριτσώνα camp, λίζινγκ, άγρα ψήφων, φύλλο συκής, κατήφορος). Ας μη λησμονούμε ότι η τέχνη διακρίνεται από την μετάλλαξη του επίκαιρου σε διαχρονικό σύμβολο και αυτό το αντιλήφθηκαν όλοι οι «πολιτικοί» ποιητές.

Δυναμικές εικόνες (έπαρση, ηλιόφωτη πέτρα, νεκροταφείο, συνένοχος, αμαρτία, φωνές ανθρώπινες), που θεμελιώνονται πάνω σε πρωτότυπα ρηματικά ή ονοματικά σύνολα που ισορροπούν σε έναν λόγο προφορικό, πλάι σε ηχητικές εικόνες (θριαμβικά εγκαύματα, φωνές ανθρώπινες, συνένοχος, φύλλο συκής) εκφράζουν μία πηγαία απογοήτευση για το παρόν (θριαμβικά εγκαύματα) και συνάμα μία επιθυμία για αντίσταση (δώρο σπερματικό). Απογοητευμένη βλέπει όνειρα και σχέδια να ποδοπατούνται (δώρο σπερματικό, αμαρτία, θριαμβικά εγκαύματα). Ταυτόχρονα, καταγράφει την άσχημη εικόνα της Αθήνας (πουτάνα Αθήνα) που την ταλαιπωρεί κι άλλοτε μία Αθήνα πολιτική (πλατεία Συντάγματος 2011) και συγκρουσιακή (μορφές ανθρώπων, ηλιόφωτη πέτρα).

Χαρακτηριστικό, ωστόσο, της ποιητικής της Λιάτζουρα είναι η ποιητική ειρωνεία (αμαρτία) που εκφράζεται είτε στο πλαίσιο ενός ποιητικού ψεδοδιαλόγου είτε προς το τέλος κλιμακώνοντας τη συναισθηματική ένταση και τον βαθύ πόνο (νεκροταφείο, κατήφορος, λίζινγκ, ερπετά) και με την αντίθεση–έκπληξη στο επιμύθιο (μητρική ευχή, ανακύκλωση, ο πρόσφυγας του Αιγαίου, Ειδομένη, Ριτσώνα camp, δελτίο ειδήσεων, κρυπτόλεξο, σκύλευση).
Άλλοτε η ειρωνεία γίνεται δηκτικός σαρκασμός απέναντι σε μικροαστικές συμπεριφορές υποταγής και αποπροσανατολισμού (ερπετά, λίζινγκ, πρώτη φορά αριστερά). Και έχει ενδιαφέρον ότι ειρωνεία τούτη εκφράζεται με το β’ πρόσωπο αφήνοντας σε απόσταση τον τιμητή/ποιήτρια ως μη συμμέτοχο στις στάσεις αυτές. Ειρωνεία, άλλωστε, κρύβεται και πίσω από ποιητικές αναζητήσεις γύρω από μία αφηρημένη έννοια -κατά το παράδειγμα της Κικής Δημουλά με σαφές όμως πολιτικό χαρακτήρα (η αλήθεια, Δημοκρατία, δυστροπία).

Μα πάντα η ειρωνεία εκθέτει τον πόνο και τη βαθιά αγωνία της δημιουργού για το κοινωνικό σύνολο. Η οργισμένη κριτική ξεχειλίζει μία σπάνια ποιητική ειλικρίνεια και μία βαθιά ευαισθησία και αγωνία για το μέλλον της κοινωνίας (ο παραλογισμός της προσφυγιάς, σκύλευση, δελτίο ειδήσεων, προσκυνητές, Ριτσώνα camp, Ειδομένη, πρόσφυγες του Αιγαίου).

Άξιοι αναφοράς όμως είναι και οι τίτλοι που χρησιμοποιεί η ποιήτρια. Συνήθως πρόκειται για μία λέξη από το επιμύθιο, δημιουργώντας έναν κύκλο που προϊδεάζει συναισθηματικά τον ακροατή για το ποίημα και το περιεχόμενό του. Η πλειονότητά τους είναι μονολεκτικοί τίτλοι αποτελούμενοι από άναρθρα ουσιαστικά και σπανιότερα από κάποιο ονοματικό σύνολο ή φράση.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 02/08/2017

Σκέψεις για το ήθος της ποίησης

… Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι…

Το παραπάνω απόσπασμα επιλέγει η ποιήτρια στο οπισθόφυλλο της ποιητικής της συλλογής, σαν ένα είδος συστατικού σημειώματος προς τον αναγνώστη της. Και αμέσως γίνονται αντιληπτά δύο χαρακτηριστικά της ποίησής της: η Κατερίνα Λιάτζουρα προτιμά μια ευθεία και σκληρή γλώσσα στους στίχους της αλλά και πίσω από τις λέξεις της θέλει να διαβάσουμε την ηθική της κατάθεση παράλληλα με την ποιητική. Αυτό δεν είναι λίγο, φυσικά, μέσα σε μια θύελλα ποιητικής ευκολίας που μας έχει παρασύρει. Ωστόσο ο ποιητικός λόγος από τη φύση του έχει φορτίο βαρύ, για όποιον εισχωρεί μέσα στους υπαινιγμούς του, στη μεταφορικότητά του και ανακαλύπτει τα μυστικά περάσματα σε μια προνομιούχο θέα του κόσμου. Όποιος αγνοεί ή δεν υπολογίζει την εξαιρετική αυτή ιδιότητα της ποίησης αρκείται να στιχοπλέκει αδιάφορα τις λέξεις του και να πελαγοδρομεί σε ασαφή και αβαθή νοήματα, κυρίως εγωκεντρικά και αδιέξοδα.
Η ποιήτρια εδώ δεν ονειροβατεί ούτε αποσύρεται σε ιδιωτική οδό. Ανακατεύεται με τον κόσμο, παρατηρεί και σημειώνει εικόνες, κατόπιν τις μετουσιώνει σε λέξεις και τις δίνει στον αναγνώστη της με το φορτίο που ήδη έχουν αλλά και την ερμηνεία που η ίδια -στη βάση της προσωπικής της ηθικής στάσης- τους προσδίδει. Το λέει ξεκάθαρα:

Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι.
Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ.
Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες
ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.

Πώς θα γινόταν, λοιπόν, να σωπάσει; Στην ποίησή της διαφαίνεται η ρίζα του κακού. Η νοοτροπία των ανθρώπων, έτσι όπως έχει δουλευτεί γενιά τη γενιά με δουλικούς θεσμούς να υπηρετούν πάντοτε την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία, να διαιωνίζουν μια στάση συμμόρφωσης απέναντι σε ό,τι παρουσιάζεται με τον μανδύα του ορθού και του κοινά αποδεκτού. Η ομοιομορφία καταξιώνεται, η διαφορετικότητα καταδιώκεται, περιθωριοποιείται και φορά το ένδυμα του κοινωνικά απορριπτέου. Εδώ ακριβώς η ποίηση (περισσότερο ίσως από κάθε άλλη μορφή λογοτεχνίας) με την ευαισθησία της αλλά κυρίως με τον καίριο ελλειπτικό της λόγο έρχεται αρωγός σε κάθε φωνή και στάση που προτάσσει την ετερότητα ως αξία. Και τούτο γιατί έχει τον τρόπο να απομονώνει το ουσιώδες, να το προβάλλει σε ευσύνοπτο λόγο, να το κοινωνεί απαλλαγμένο από περιττά φτιασιδώματα και ανούσια ρομαντικά στολίδια. Η αληθινή ποίηση δεν έχει ανάγκη από κανένα κόσμημα για να πει αυτό που θέλει. Αρκεί η κατάλληλη λέξη. Συχνά, βέβαια, η λέξη σκληραίνει το κέλυφός της, κραυγάζει το δίκιο της με απότομο τρόπο. Είναι τότε που αποκτά και το πιο αληθινό περιεχόμενο, τότε που ο αποδέκτης της νιώθει ικανός να μεταλαμπαδεύσει αυτό που εννόησε.

Μια αυτοκρατορία είμαι
μια καθημερινή Ιστορία
που πιέζει με το βάρος της
την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.
Στριμώχτηκα
ανάμεσα σε πλούτη
κυκλοφοριακά φρακαρίσματα
κατάφορτη από διακοσμήσεις
καθήκοντα
πολύπλοκη σε μηχανισμούς
παλλακίδα σε ιεραρχίες
πρησμένη
τσιτωμένη
κατάκοπη
βαριά.
Πουτάνα Αθήνα.

Είναι, λοιπόν, η ποίηση φορέας μηνυμάτων; Ναι, αλλά όχι με το περιεχόμενο που συχνά προσδίδεται στη λέξη μήνυμα. Η λεγόμενη στράτευση του ποιητή σε πολιτικά τσιτάτα και κομματικές επιταγές είναι όχι μόνο πεπαλαιωμένη μέθοδος προπαγάνδας αλλά και πολύ φορτωμένη με αμαρτίες για να υποστηριχθεί σοβαρά από κάποιον. Ο ποιητής είναι ένας ευαίσθητος δέκτης που συλλαμβάνει τα μηνύματα της εποχής του και αντιλαμβάνεται πού αξίζει να εστιάσει το νόημα των στίχων του. Κατ’ ανάγκη, λοιπόν, θα εμπεριέχει ο λόγος του το νόημα της εποχής του, όπως κι αν θελήσει να το δώσει, με όποιο τρόπο -σαφή ή κρυπτικό- επιλέξει να μιλήσει. Η ποίηση δεν συνθηματολογεί, δεν χρειάζεται την ευτέλεια ενός κωδικοποιημένου συνθηματικού λόγου που υπηρετεί πάντοτε σκοπιμότητες. Εμπεριέχει με τον καλύτερο και πιο σαφή τρόπο την εποχή μέσα στην οποία γεννιέται, και της οποίας τον ουσιαστικό πυρήνα φέρει μέσα στον λόγο της, θέλοντας και μη. Θυμάμαι εδώ τα λόγια του μεγάλου ζωγράφου Αλέκου Κοντόπουλου που προσδιόρισε τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου:

να είσαι ταυτόχρονα κοινωνικός και αντικοινωνικός

Εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία του ρόλου του. Να βρίσκεται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δίπλα στα προβλήματα των ανθρώπων, να ευαισθητοποιείται και να κινητοποιείται απ’ αυτά. Κοινωνικός, λοιπόν, σημαίνει όχι απομονωμένος. Όμως πάντοτε απέναντι στις συμβάσεις, κατ’ ουσίαν αντίθετος με τους συμβιβασμούς που ορίζουν την αποδεκτή κοινωνικότητα, άρα αντι-κοινωνικός, με την έννοια του απέναντι βαθιά ριζωμένη μέσα του. Αυτή την αντίθεσή της απέναντι σε όλα τα κακώς κείμενα δίνει η ειλικρινής και αυθεντική ποίηση, αθώα και αμέτοχη σε κάθε εύκολο συνυπολογισμό, σε κάθε δελεαστική ενσωμάτωσή της στην κατασκευασμένη τοιχογραφία της εποχής.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση θαρρώ πως κινείται η Κατερίνα Λιάτζουρα με τα Αποκαΐδια της ηθικής. Κραυγάζει αυτό που βλέπει, αυτό που την απογοητεύει, αυτό που διαψεύδει τις προσδοκίες της ως πολιτικό ον και κοινωνικά ενεργό μέλος ενός συνόλου ηθικά απορριπτέου. Κατορθώνει να διατηρήσει τους τρεις πυλώνες της ηθικής της μέσα στην καταιγίδα καταρράκωσης των ανθρωπιστικών αξιών που μαίνεται γύρω της.
Πρώτα απ’ όλα το πολιτικό ήθος, το ποικιλοτρόπως τρωθέν τις τελευταίες δεκαετίες (γιατί αλίμονο αν η τωρινή κατάντια μας οφείλεται μόνο σε μια χούφτα άτιμα χρόνια), και το διατηρεί με μια αθωότητα που πια σπάνια συναντάμε:

[…]
Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία
η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι[…]

[…]
Ποιος
ποιος θα μου πει τι να κάνω
ποια πέτρα να σηκώσω
για να κρυφτώ ή να σκοτώσω
και ποιος είναι αυτός
που θα μου αφηγηθεί την πικρή εκείνη ιστορία
ενός αναμάρτητου
που πρώτος τον λίθο βαλέτω;
Έπειτα η κοινωνική ευαισθησία προς τον πάσχοντα άνθρωπο όπου γης έρχεται να καθορίσει το ήθος πάλι, δίνοντας το μέτρο της σύμπλευσης, της συμπαράστασης, της αλληλεγγύης:

Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου.
Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια.
έχω κλειστοφοβία -σας το ’πα;
Τα σωσίβια φωσφορίζουν μέσα στη νεκρική μαυρίλα.
Το κρύο διαπερνά τα σωθικά μου.
Με κάθε κυμάτισμά
αγίασμα στα πνευμόνια μου το θαλασσινό νερό.

φοβάμαι το σκοτάδι -σας το ’πα;
και το κρύο και το νερό και τα μεγάλα ψάρια.

Υποθήκευσα τη ζωή μου.
Αποθήκευσα την ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.
Πλήρωσα πλήρωσα πλήρωσα.
Χρήματα οικογένεια πατρίδα αξιοπρέπεια.
Σε ποιο χρηματιστήριο ανθρωπιάς να αναζητήσω την τιμή μου;

Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου
μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.
Δεν ξέρω.
Δεν κοίταξα.
Δεν θυμάμαι.

φοβάμαι και το θάνατο -σας το ’πα;

Μόνο που για να ισχύουν οι δύο παραπάνω παράμετροι του ήθους, πρέπει να προηγηθεί η γενεσιουργός συνθήκη, το προσωπικό ήθος. Όταν αυτό δεν υπάρχει, τότε οι πολιτικές ή κοινωνικές ευαισθησίες καταλήγουν ρητορικά σχήματα στο στόμα πολιτικάντηδων ποιητών.

Μην παριστάνεις την ανόητη
στα χέρια των αρχόντων
όλα ανακυκλώνονται
σαν πάρεις εσύ όμως την απόφαση
και ωσάν εσύ τις μνήμες απορρίψεις.
[…]

Ήρωάς μου ένας ρακοσυλλέκτης
που σε κάδους απορριμμάτων και σε χωματερές
ψάχνει να βρει το δικό του «καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση».

[…]
Δεν ξέρω για Αλλάχ ή για Θεό
ή για του Βουδισμού το δόγμα
μα ξέρω για μεγαλοσύνη και αγάπη και ανθρωπισμό
λέξεις μικρές με μεγάλη σημασία
ξέρω και την Ιστορία ενός Θεανθρώπου
που τη ζωή του δε λογάριασε
μα αιώνες τώρα
το κακό εξόρκιζε
για τον Άνθρωπο
που τον συνάνθρωπό του
ως κόρη οφθαλμού
μέλει να προσέχει.

[…]

Ο μύθος της ατομικής αντίστασης
μοναχική και παλλόμενη λεπίδα
προσδίδει στο λυκόφως
ανθρώπινη μεγαλειότητα.

Επιλεγμένα τα παραπάνω αποσπάσματα δείχνουν ότι στα αποκαΐδια ψάχνοντας βρίσκεις μια ποίηση που ακόμα διασώζει το ήθος της. Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι πολιτική ποίηση, όπως άλλωστε κάθε τι που μετουσιώνει τον ιδιώτη σε πολίτη, είναι βαθύτατα ανθρώπινη, όπως κάθε τι που αγωνιά σε μια κοινωνία φθίνουσα, τέλος είναι ποίηση με ήθος προσωπικό, όχι με την κοινά αποδεκτή (φθαρμένη πλέον) έννοια αλλά με την ουσιαστική. Δεν ηθικολογεί, δεν ρητορεύει ανοήτως, δεν επαναπαύεται σε ευκολίες του λόγου. Μιλά, κραυγάζει αυτό που αποθηκεύει από τον πάσχοντα εν γένει πολιτισμό μας. Και μετά σιωπά. Γιατί έτσι οφείλει να κάνει. Ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον ο λόγος του. Και αυτός είναι αρκετός.

 

 

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

 

koukidaki.blogspot

Η ποίηση είναι όχημα για λίγους. Η απουσία μεγάλου όγκου λέξεων δίνει τη δυνατότητα σε όσους μετέχουν στην ανάγνωση κάποιου ποιήματος να τοποθετηθούν διαφορετικά -ακόμα και οι ίδιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται άλλες όψεις σε διαφορετική χρονική στιγμή. Η Κατερίνα Λιάτζουρα, ωστόσο κάνει σαφή την οριοθέτηση του λόγου της, κάνοντας σαφείς τις σκέψεις της που σε αρκετά ποιήματα ενέχουν τον ρόλο πολιτικών θέσεων, κοινωνικής κριτικής και στιγματισμού των καπιταλιστικών προτύπων.
Ο τίτλος της συλλογής δίνει ήδη το στίγμα του, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει αν απευθύνεται στην ηθική του «εγώ» ή του «υπερεγώ». Ο αναγνώστης θα διαπιστώσει μόνος του ότι η ποιήτρια ρίχνει όλη τη βαρύτητα στην κοινωνική ηθική, με κέντρο την οικονομική κρίση, την κρίση αξιών, την κοινωνική κρίση του σήμερα με θέματα όπως την προσφυγιά (π.χ. το ποίημα που ξεχώρισα με τίτλο Ο πρόσφυγας του Aιγαίου).
Σίγουρα δε θα συναντήσει κανείς τη λυρικότητα της ερωτικής ποίησης, αντιθέτως σε πολλά σημεία η ποίησή της αγγίζει την ψυχρότητα του πεζογραφήματος, κάτι που είναι απολύτως λογικό αφού ουσιαστικά οι κατηγορίες σε ένα υπάρχον σύστημα δεν μπορούν να αποδοθούν με μουσικότητα. Το κυνικό χιούμορ επίσης που εντοπίζεται σε αρκετά σημεία κάνει ακόμα πιο καυστική τη γλώσσα της, αυξάνει το βάρος των όσων στιγματίζονται.
Η ποιήτρια είναι ενοχλημένη, ενοχλημένη με τη σιωπή, με την πολιτική και δημόσια σκηνή της χώρας και απ’ τα πρώτα κιόλας ποιήματα φαίνεται πως είναι αποφασισμένη να μιλήσει, χωρίς να φοβηθεί την έκθεση. Έχει την ανάγκη να στραφεί απέναντι στην κοινωνία που ζει, υποσυνείδητα ίσως και στον ίδιο της τον εαυτό που είναι κομμάτι της και να του επιστήσει την προσοχή. Πώς δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλες -περιττές- θυσίες στην πυρά, για άλλα Αποκαΐδια Ηθικής.

https://koukidaki.blogspot.gr/2017/05/apokaidia-ithikis.html

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ

 

ΕΥΒΟΪΚΕΣ ΓΡΑΦΕΣ, ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ

ΠΑΝΕΥΒΟΪΚΟΝ ΒΗΜΑ 5/3/2015

ΠΑΙΔΙ μεταναστών με ρίζες Πηλιορείτικες η Κατερίνα Λιάτζουρα. που όμως στη γερμανική πόλη Στουτγάρδη, το 1972, γεννήθηκε, εκεί για χρόνους 12 έζησε και με τις λεπτές της αισθήσεις πάσχιζε καθημερινώς λίγο φως να ψηλαφίζει και τα όνειρά της με χαρά να ενεδύσει.
Ακολουθεί ο επαναπατρισμός της στη γη των προγόνων της, η είσοδός της στο τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, το πέρασμά της από το Κλεινόν Άστυ, η δημιουργία οικογένειας, η κατ’ επιλογήν εγκατάστασή της στη Χαλκίδα, όπου μονίμως κατοικεί και εργάζεται.
«Επιλέξαμε, λέει, τη Χαλκίδα γιατί μας ήταν ιδιαιτέρως συμπαθητική ως πόλη και συνδύαζε προτερήματα έναντι άλλων περιοχών, που βρίσκονται κοντά στην Αθήνα. Βέβαια, σημαντικό ρόλο έπαιξε η ύπαρξη της θάλασσας και οι μοναδικές ομορφιές της Εύβοιας.»
«Λίγο αργότερα προστέθηκαν και τα τρελά νερά του Ευρίπου που μέχρι και σήμερα εξακολουθούν να με εντυπωσιάζουν. Από το 2007 εργάζομαι ως εκπαιδευτικός στο 6ο Γυμνάσιο Χαλκίδας, διδάσκοντας Γερμανικά, Ιστορία και Project».
ΠΛΗΝ των εκπαιδευτικών και οικογενειακών της καθηκόντων η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν παύει ένας καθ’ όλα ενεργός πολίτης να είναι, που
πλην των άλλων της δραστηριοτήτων και με την τέχνη της γραφής, αλλά και
της φωτογραφίας, με πάθος καταγίνεται.
Σχετικά, η ίδια δηλώνει: «Η Λογοτεχνία και η Τέχνη της Φωτογραφίας με συνέπαιρναν από τη νεανική μου ηλικία. Με την Τέχνη της Φωτογραφίας ασχολήθηκα εντατικά το 2007-2010, παρακολουθώντας σχετικά μαθήματα στο Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδος με δάσκαλο τον Γιώργο Ζαφειριού.
»Έχω κάνει ατομική έκθεση φωτογραφίας στην Αθήνα, έχω συμμετάσχει σε δύο ομαδικές εκθέσεις του Εργαστηρίου Τέχνης (Χαλκίδα και Arles) και σε
άλλες της Πολιτιστικής Ομάδος της ΕΛΜΕ Εύβοιας, για την οποία και προ-
βολές οπτικοακουστικού υλικομ έχω επιμεληθεί.
»Την ίδια περίοδο, άλλοτε πιο έντονα και άλλοτε πιο διακριτικά, το χέρι μου δε λησμονεί να πιάνει το μολύβι και τις σκέψεις μου να καταγράφει».
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ της καταγραφής των εσωτερικών της οχλήσεων, τών πολύπλευρων ανησυχιών και στοχαστικών της ενατενίσεων, των οραματισμών, των αναζητήσεών της, και του ορισμού της θέσης της έναντι της κοινωνίας και του σύμπαντος κόσμου υπήρξε η δημιουργία της ποιητικής της συλλογής Σκέψεις, που κυκλοφόρησε το 2013 από το περιοδικό manifesto και την ίδια περίοδο στο βιβλιοπωλείο Πορθμός παρουσιάστηκε.
Εισδύοντας αναγνωστικά και βηματίζοντας σταθερά στους μορφικά,
σημασιολογικά και αισθητικά πολύσκαλους ποιητικούς τόπους των Σκέψεων της Κατερίνας Λιάτζουρα, υποχρεώνεσαι εκ των πραγμάτων σε καίρια σημεία αυτών ανάσες βαθιές να πάρεις, και να συνομιλήσεις μαζί τους, να λογιστείς και να αναστοχαστείς, να απορήσεις ή τις δικές σου να τείνεις ρήσεις, να συμπλεύσεις ή επί φτερών σκιάς αναβάτης δεινός τη χαίτη της, κρατώντας για ορίζοντες μακρινούς και αθώρητους αχρόνως να πλέεις και σε χάη να χέεις.
ΜΕ λόγο πυκνό και αφοπλιστικό, αφαιρετική και εκφραστική δεινότητα, υπαινικτική και πολυσημική διάδραση των διανοημάτων, επιτυχή άρμοση των στιχογραφικών της δόμων, έντονη αμφισβήτηση και ονειρική διάπλαση ενός κόσμου εύκοσμου και ισορροπημένου, αλλά και πλούτο συμβολισμών και συμβόλων η δημιουργός των καλών Σκέψεων προσφέρει στον αναγνώστη την πρώτη της ποιητική παραγωγή και τον προσκαλεί σε ανοιχτό και πολυεπίπεδο δείπνο διαλεκτικής και μέθεξης.
ΣΤΗΝ προαναφερθείσα μουσικοποιητική σύναξη του Πορθμού ξεναγητής των παρουσιαζόμενων ποιητικών Σκέψεων της Κατερίνας Λιάτζουρα ο φιλόλογος καθηγητής Κωνστ. Γιαννάκος υπήρξε, ο οποίος μετα-
ξύ άλλων ανέφερε:
«(…) Τα θέματα των έργων της (της ποιητικής συλλογής) μπορώ να τα εντάξω στις εξής 4 ομάδες: Ανθρώπινες σχέσεις, Παρατηρήσεις για την ζωή και την φύση των πραγμάτων, Αναζητήσεις και Εξομολογήσεις. Υπάρχει και ένα ανένταχτο. Το ονόμασα «Ο χορός» ή «Το μανιφέστο των αισθήσεων».
(…) Στην πρώτη ομάδά (…)κυρίαρχη ιδέα είναι η δυσπιστία απέναντι στις ανθρώπινες σχέσεις που οδηγείται μέχρι τα άρια της απογοήτευσης.
Η δεύτερη, που αποτελείται από 8 ποιήματα, ρίχνει γέφυρες θεματικές
στην πρώτη ομάδα.
Στις αναζητήσεις η Κατερίνα παλεύει με τα αιώνια, παλεύει με το «εγώ», παλεύει με το «εσύ», με τη μοίρα και τα λάθη (…)παλεύει, όπως όλοι, και δείχνει ότι προσωρινά ηττάται (…). Ωστόσο φαίνεται ότι έχει ισχυρή θέληση και πάθος να υπερισχύσει.
(…) Η συλλογή ολοκληρώνεται με τις Εξομολογήσεις. Σε όλα τα ποιήματα
ίσως είναι ολοφάνερος ο προσωπικός τόνος που – θέλει δε θέλει – δίνει η Κατερίνα για να αποκαλύψει σε μας ένα συναίσθημα, μια σκέψη, μια άποψη. Όμως εδώ, σ’ αυτά τα 7 ποιήματα των Εξομολογήσεων, βλέπει κανείς να εμφανίζεται από πόρτα ορθάνοιχτη ολόκληρο και ξεσκέπαστο το φορτίο των συναισθημάτων που κουβαλάει.
Είναι ολοφάνερο, εκτός των άλλων, από το α’ πρόσωπο των ρημάτων, από τις κτητικές αντωνυμίες, από τον εσωτερικό μονόλογο που κυριαρχεί με τον οποίο σκέφτεται φωναχτά, σχεδόν κραυγάζει.
(…) Το α’ πρόσωπο – και δη ενικού αριθμού – είναι κυρίαρχο στη συλλογή. (…)Είναι αυτό που αποκαλύπτει τις σκέψεις και τα συναισθήματα, (,.,)αυτό που δίνει τον έντονο προσωπικό τόνο.

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Συνέντευξη στη Τζένη Κουκίδου

koukidaki.blogspot

Η Κατερίνα Λιάτζουρα και τα Αποκαΐδια Ηθικής

Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Κ.Λ.: Τα “Αποκαΐδια ηθικής” είναι μια ποιητική καταγγελία σε όλους αυτούς που περηφανεύονται πως κάνουν σημαντικά πράγματα για τον άνθρωπο, παραμελώντας όμως ταυτόχρονα, τον ίδιο τον άνθρωπο.

Αν θα έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Κ.Λ.: Αίμο-Κάθαρση.

Τι θα συμβουλεύατε εκείνον που επρόκειτο να το διαβάσει;
Κ.Λ.: Να πάψει να ταΐζει κουτόχορτο τον εαυτό του και τα παιδιά του. Και να βρει τρόπους αντίστασης. Και να συνειδητοποιήσει πως δεν χρωστά την ζωή του σε κανέναν.

Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, που θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Κ.Λ.: Στο Κάβο Ντόρο. Όσο χτυπάει ακόμη η καρδιά μας.

Κλείστε τη μίνι συνέντευξη με μία φράση/παράγραφο από το βιβλίο
Κ.Λ.: ΦΩΝΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ

Γέμισαν τ’ αυτιά φωνές.
Φωνές χωρίς πρόσωπα.
Ασώματες.
Στερεότυπα απαράλλακτα
χωρίς απροσδόκητα
χωρίς ενδεχόμενα
η φωνή του ανθρώπου
παραμορφώνεται
νοθεύεται
και τέλος τέλος ακυρώνεται.

Μια εφιαλτική εντύπωση σφηνώθηκε στον λογισμό μου.
Πως ο άνθρωπος θα εκλείψει.
Θα απομείνει μόνο η μιλιά
μηχανική
ηχογραφημένη
υπαγορευμένη
ξεκρέμαστη στον αέρα
δίχως στόμα, γλώσσα ή λαλιά
δίχως νόημα.
Κενή.

https://koukidaki.blogspot.gr/2017/05/i-katerina-liantzoura-kai-ta-apokaidia-ithikis.html

 

 

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

Η Κατερίνα Λιάτζουρα στο Εργαστήρι του συγγραφέα

Τα «Αποκαΐδια Ηθικής» (εκδόσεις Βακχικόν 2017) είναι ένα βιβλίο που προέκυψε από την αντιπαράθεση μου με την Ηθική της εποχής και με τις εκφάνσεις της. Όταν μιλάω για Ηθική εννοώ εκείνο τον κώδικα επικοινωνίας που έχει διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες και αποτυπώνει τον τρόπο αντίληψης του “αγαθού”, βασική προϋπόθεση για την εποικοδομητική συνύπαρξη των ανθρώπων επί της γης. Όταν μιλώ για Ηθική, δεν ηθικολογώ και σε καμία απολύτως περίπτωση δεν επιθυμώ να ηθικοποιήσω τον κόσμο. Η διαμόρφωση, εξάλλου, μιας κάποιας Ηθικής, είναι επιταγή πολύ προσωπική του κάθε ανθρώπου. Όταν μιλάω λοιπόν για Ηθική, εννοώ όλα εκείνα τα μικρά πρέπει, τα προστάγματα τα κοινωνικά, που σου επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής και που σου καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία μπορείς να κινείσαι. Όλα εκείνα τα πρέπει που έρχονται σε αντιπαράθεση με τα μεγάλα θέλω του ανθρώπου, τις βαθιές επιθυμίες του, τις πεποιθήσεις του για τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, τις αξίες που επιλέγει να ακολουθήσει και που τον διαμορφώνουν ως άτομο και ως πολίτη, που τον χαρακτηρίζουν ως άνθρωπο. Στα Αποκαΐδια Ηθικής κατέθεσα ποιητικά, μικρές και μεγάλες εντυπώσεις που αποκόμισα παρατηρώντας τον κόσμο γύρω μου, συμμετέχοντας σε σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής μου, συνειδητοποιώντας την τεράστια ανθρωπιστική κρίση, αναμοχλεύοντας καταχωνιασμένα προσωπικά βιώματα και ακούγοντας τις ιστορίες άλλων.
Το βιβλίο είναι μια καταγραφή ανθρωπίνων συμβάντων, πάντα βεβαίως υπό το πρίσμα της δικής μου αντίληψης περί Ηθικής. Παρατηρώντας λοιπόν τον κόσμο γύρω μου διαπίστωσα, πως για να έχεις την αποδοχή του συνόλου του κοινωνικού, για να είσαι αρεστός στην μικροκοινωνία σου, για να μην προκαλέσεις αναστάτωση, συγκρούσεις και κόντρες στον περίγυρο σου, πολλές φορές συμβιβάζεσαι με ιδέες, αποδέχεσαι παθητικά ή υποστηρίζεις ενεργά απόψεις που δεν συνάδουν με τις προσωπικές αξίες σου και κάνεις πράξεις (ή είσαι παρατηρητής πράξεων) που πληγώνουν. Σε πιο ακραίες διαστρεβλωμένες εκφάνσεις της Ηθικής, βλέπε δημόσια ζωή και πολιτική, απλά υποκρίνεσαι, ψεύδεσαι και εξαπατάς. Και δυστυχώς, η επικαιρότητα των τελευταίων χρόνων επιβεβαίωσαν τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Εάν προσπαθούσα λοιπόν να αποτυπώσω εν συντομία το περιεχόμενο του βιβλίου μου, θα έλεγα ότι έγραψα για τους ανθρώπους που με ενοχλούν. Θα έλεγα ότι έγραψα για τις ανθρώπινες εκείνες πράξεις, που απορρέουν από την μεγαλομανία και την υπεροψία, την φυγοπονία και την αδιαφορία του ανθρώπου. Θα έλεγα ότι έγραψα τα Αποκαΐδια της Ηθικής για

….να καθαρίσει το θυμικό από περισσεύματα
να καθαρίσει η μνήμη από περιττώματα
για να αλαφρύνει το μυαλό
για να είναι ελαφρύς ο ύπνος.

(απόσπασμα από το ποίημα «Ο ήρωάς μου»)

http://fractalart.gr/katerina-liatzoura/

 

 

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Η Κατερίνα Λιάτζουρα ζει στη Χαλκίδα. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της Σκέψεις. Τα Αποκαΐδια ηθικής κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Σε πρώτο πρόσωπο για τα «Αποκαΐδια ηθικής»…

Η Ηθική δεν είναι ένα θέμα καινούργιο. Ούτε στην ζωή ούτε και στην ποίηση. Η ηθική είναι ένα θέμα που απασχόλησε πριν από μένα πολλούς ποιητές και νομίζω πως και στο μέλλον θα απασχολεί τους ανθρώπους, που επεξεργάζονται ή προσπαθούν να επεξεργαστούν νοητικά τον κόσμο γύρω τους. Προσωπικά όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα με απασχολούσαν ζητήματα που είχαν να κάνουν με τα «πρέπει» και τα «θέλω» μου, τα «κοινωνικά» προστάγματα και τις επιθυμίες μου, τις ηθικές επιταγές των άλλων, τα στερεότυπα και τους συγκαλυμμένους κοινωνικούς καθωσπρεπισμούς, τις επιβαλλόμενες κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά πρότυπα των «πετυχημένων» και «αποτυχημένων» ανθρώπων. Στην πορεία της ζωής μου διαπίστωσα την ψευτιά και την υποκρισία γύρω μου. Σε όλα τα επίπεδα. Την οικογενειακή προσποίηση πως όλα βαίνουν καλώς, (αρκεί να σπουδάσεις δικηγορία και να παντρευτείς γιατρό), την κοινωνική βιτρίνα της καλοπέρασης (με χρήματα δανικά) και της αλληλεγγύης (με συναισθήματα προσποιητά) και τέλος την πολιτική υποκρισία. Για την πολιτική δεν θα μιλήσω. Όσες φορές ανοίγω αυτό το θέμα προς συζήτηση, οι συνομιλητές μου γελάνε μαζί μου. Ήμουν ρομαντική; Ονειροπόλα; Απελπισμένη; Απεγνωσμένη; Κοιμισμένη; Και δεν είχα συνειδητοποίηση πως η ηθική είναι ανύπαρκτη στην πολιτική, όποια απόχρωση και να έχει η πολιτική ιδεολογία; Τι να πω!! Νόμιζα πως η Αριστερά διέφερε από τις άλλες πολιτικές τοποθετήσεις. Ε, έκανα λάθος. Και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων εννοώ τις προεκλογικές μεγαλοστομίες σε αντιπαράθεση με τις μετεκλογικές υποκύψεις. Τα «Αποκαΐδια ηθικής» είναι το απόσταγμα όλων των παραπάνω προβληματισμών μου.

Η έμπνευση στα χρόνια της κρίσης…

Κυκλοφορώντας ανάμεσα στους ανθρώπους, έχοντας τις κεραίες μου ανοιχτές.

Η σχέση με τη λογοτεχνία…

Η λογοτεχνία είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μου. Διαβάζω πολύ. Θυμάμαι λίγα. Δεν συγκρατώ τα ονόματα των συγγραφέων που διάβασα. Ούτε μπορώ να αναπαράγω αποφθέγματα τους ή να απαγγείλω στίχους. Στη λογοτεχνία όμως χρωστώ πολλά, διότι συνέβαλλε σημαντικά στην δημιουργία του κόσμου που έχω μέσα στο μυαλό μου.

Μπορεί ένα καλό βιβλίο να «σώσει» την ψυχή μας;

Δεν ξέρω αν υπάρχουν καλά ή κακά βιβλία. Ούτε αν «σώζεται» η ψυχή μας. Σίγουρα όμως η ανάγνωση ενός βιβλίου, μπορεί να μας «ταξιδέψει» και να μας προβληματίσει, να προχωρήσει την σκέψη μας. Συνεπώς έχει γίνει μια νοητική πράξη, άρα μία καλή πράξη.

Επόμενα συγγραφικά σας σχέδια…

Θα ήθελα να ασχοληθώ με μικρο – αφηγήματα.

 

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

 

SONY DSC

 

SONY DSCSONY DSCSONY DSC

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Κωστας

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο και σπούδασε στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση. Δοκιμιογράφος και πεζογράφος, έχει συνεργαστεί με έγκριτες περιοδικές και εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Έχει τιμηθεί με το βραβείο δοκιμίου του PEN Club και το βραβείο Φωτέα για το βιβλίο του «Εναντίον του χρόνου» ενώ το 2011 έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης («European Union Prize for Literature») για το μυθιστόρημά του «Αγκριτζέντο».

Φέτος κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ και στο οπισθόφυλλο γράφει:

«Ο κύκλος του χώματος είναι ο κύκλος της ζωής – όπως γεννιέται, αναπτύσσεται και τελειώνει στο χώμα. Αυτό είναι το θεμελιακό στοιχείο της φύσης, η γη πάνω στην οποία υψώνεται το οικοδόμημα του πολιτισμού μας. Αυτό είναι και ο τελικός μας προορισμός, στο χώμα λύνονται όλοι οι σωματικοί δεσμοί. Μέσα από αναδρομές σε ιστορικά επεισόδια που σφράγισαν την πορεία μιας οικογένειας, προβάλλει ένας ιδιαίτερος κόσμος που παρακμάζει αλλά αρνείται να συμβιβαστεί με το πνεύμα των νέων καιρών. Με άξονα τον ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά. αγνοούμενου από τις επιχειρήσεις της Κύπρου το 1974 και σκιά από τότε στη ζωή των οικείων του, ο αναγνώστης παρακολουθεί την εξέλιξη της νεοελληνικής ζωής, όπως σημαδεύεται από την κυπριακή τραγωδία και κορυφώνεται μέσα στην καταναλωτική μέθη της μεταπολίτευσης. Ο θάνατος των παλαιότερων Γαβαλάδων και οι αντισυμβατικές επιλογές της νεότερης γενιάς τους, κλείνουν έναν ιστορικό και βιολογικό κύκλο. Ο κύκλος του χώματος όμως, πανίσχυρος νόμος της φύσης, αναζητά τον τρόπο για ν’ ανοίξει πάλι με μια νέα ζωή.»

 

1-βιβλιο

 

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα που αναφέρεται στις μαύρες μέρες του 1974 με το πραξικόπημα και τη τουρκική εισβολή καθώς και κριτικές για το βιβλίο.

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ

[2] Αγρυπνία στο Γ.Σ.Π.

ΕΧΕΙ τα μάτια ανοιχτά όλη τη νύχτα στο σκοτάδι, κόκκινα απ’ τον ελάχιστο ύπνο που με κόπο κερδίζει, για λίγα λεπτά μόνο. Θέλει ανυπόμονος να δει πώς ξανοίγει την αυγή το γαλατένιο απ’ το γκρίζο. Μέρα ζεστή, μέρα της στάχτης φτάνει, απ’ το θολό το βλέμμα πρώτα. Το αισθάνεται δυο νύχτες τώρα, άστατα καθώς κοιμάται, από τις δεκαοχτώ του μήνα που εγκαταστάθηκαν εδώ στο στάδιο του Γυμναστικού Συλλόγου Παγκύπρια. Οι άντρες κοιμούνται στις κερκίδες. Σκέφτεται ξανά και ξανά όσα γίνανε από τις δεκαπέντε Ιουλίου. Ήταν εφτά το πρωί, όταν έφτασε με τζιπ στο στρατόπεδο της Κοκκινοτριμιθιάς ο συνταγματάρχης της διεύθυνσης τεθωρακισμένων. Λίγο μετά τις οκτώ ένα mazda έφερε μήνυμα απ’ το Επιτελείο. «Σχετική ενέργεια θα εκδηλωθεί εντός ολίγου. Πρόκειται περί διαταγής, δεν ερωτάσθε». Κάθε απορία περιττή. «Ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με τον…». Η βρισιά δεν ακούστηκε καθαρά, σαν να ντρεπόταν αυτός που την ξεστόμισε. «Έγινε λοιπόν αυτό που αρνιόμουν να πιστέψω», ψιθύρισε ο Μπούτος, ο διοικητής του τάγματος. Δεν είχε μυηθεί, «δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη». Πήραν εντολή να κινηθούν αμέσως προς το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.
     Τη νεκρική σιγή διαδέχτηκε ένα κλίμα που άρχισε να γίνεται πανηγυρικό. «Καιρός να τελειώνουμε με τα κουμμούνια», κραύγασε ένας ανθυπασπιστής. «Έφθασε η ώρα της Ενώσεως», πετάχτηκε κάποιος δόκιμος. «Αν είναι να γίνει η Ένωσις, ας χαθούν χίλιοι Μακάριοι», πήγε να πει ο Αλέξανδρος. Μα δεν μίλησε. Όπως δεν μιλούσε κι όταν οι γριβικοί φίλοι του ζητούσανε πιο δυναμική δράση. Ούτε για Τούρκους είπε τίποτα, θέλησε να ρωτήσει κάτι, μα του έκανε νόημα ο Μπούτος να σωπάσει. Άρχισαν να φορτώνουν υλικά και πυρομαχικά, στους λόχους ανακοίνωσαν πως ήταν άσκηση συναγερμού. Απέναντι, τα άρματα της επιλαρχίας είχανε κιόλας ξεκινήσει. Βάλανε μπροστά τις μηχανές κι αυτοί. Φτάνοντας στην ΕΛΔΥΚ πήραν διαταγή να ετοιμάσουν μια διμοιρία και δύο οχήματα για να κατευθυνθούν στο αεροδρόμιο. Νέα εντολή μετά, να στείλουνε δύο λόχους με τέσσερα οχήματα κατά του πιστού στον Μακάριο Εφεδρικού. Ύστερα περίπολα στη Λευκωσία, σκοπιές, έλεγχοι κι άλλα έξι οχήματα μετά, στην Αρχιεπισκοπή που αντιστεκόταν σκληρά ως το απόγευμα. Αίμα, θυμός και πλιάτσικο κι ο Μπούτος να τρέχει να επιστρέφει τα κλεμμένα, να μην απλώσει κι άλλο η ντροπή.
     «Και τώρα;», σκέφτεται καθώς γυρίζει ξανά προς την πλευρά του παραθύρου, «Τώρα τι κάνουμε που φάνηκαν τ’ αποβατικά; Τώρα που έρχεται ο πραγματικός εχθρός και η Εθνική Φρουρά είναι διαλυμένη;». Τι κι αν έφταναν σωρηδόν οι πληροφορίες για τουρκικές προπαρασκευές – οι πυροβολαρχίες και οι καταδρομείς κυνηγούσαν ακόμη Μακαριακούς ή κινούνταν προς την Πάφο αντί να είναι με το δάχτυλο στη σκανδάλη στον Πενταδάχτυλο. Η εξάντληση, οι απώλειες, η νευρικότητα, το μίσος που κόχλαζε καταλύοντας κάθε συνοχή, δεν είχαν αφήσει ούτε μέρα να συχάσουν, να κοιμηθούν σαν άνθρωποι μήτε αξιωματικοί μήτε φαντάροι. Φώναζε στο επιτελείο από το πρωί ο Μπούτος και οι άλλοι διοικητές. «Να πάμε στους χώρους διασποράς όπως προβλέπει το σχέδιο επιφυλακής, να ληφθούν στοιχειώδη μέτρα, να γίνει κάποια επιστράτευση». Άδικα. «Επίδειξη κάνουν», τους λέγανε. Και έμενε ακίνητο στο ΓΣΠ το μηχανοκίνητο, ενώ στον θύλακο του Κιόνελι ηχούσαν αμανέδες, κινούνταν λεωφορεία, μπουλντόζες διευθετούσαν τον διάδρομο της Αγύρτας για να προσγειώνονται άνετα αεροπλάνα. Και το επιτελείο της Εθνικής Φρουράς; Ύπνος αδιάφορος και ροχαλητό πατριδεμπορίου. Κάποιοι έφευγαν ήδη άρον-άρον για την Αθήνα.
     Τους είχαν κουβαλήσει απ’ το στρατόπεδο της Κοκκινοτριμιθιάς, έδρα του τάγματος, για το πραξικόπημα και τους κρατούσαν επίμονα στη Λευκωσία μέρες τώρα. Τι κι αν τα σχέδια όριζαν να βρίσκονται στον Καραβά, δυτικά της Κερύνειας, εκεί, στον χώρο άμυνας σε περίπτωση εισβολής; Και δεν ήταν μια μονάδα σαν όλες τις άλλες. Ήταν το μηχανοκίνητο τάγμα, το κύριο προς αντεπίθεση τάγμα σε περίπτωση απόβασης, το μόνο μηχανοκίνητο της Εθνοφρουράς, αυτό που θα έπληττε τον εχθρό από την πρώτη στιγμή. Με τα θωρακισμένα οχήματα που διέθεταν, δεκαεννέα BTR και λίγα άρματα ακόμη, δεν θα περνούσε κουνούπι στην Κερύνεια. «Πόσο θα μείνουμε εδώ;», ρώταγε ο Μπούτος όταν φτάσανε στο στρατόπεδο της ΕΑΔΥΚ, εφεδρεία του στρατηγείου. Κι όσο δεν έπαιρναν απάντηση, τόσο τους έζωναν τα φίδια. Το μεσημέρι πήγαν με τον υπολοχαγό Φαντίδη στην 3η Ανωτάτη. «Ασκήσεις προς εκφοβισμό», επαναλάμβαναν μονότονα εκεί, «μην ανησυχείτε».
     Αργά το απόγευμα ήρθε επιτέλους από τη διοίκηση τεθωρακισμένων η διαταγή να τεθούν σε ετοιμότητα, να καλέσουν κρίσιμες ειδικότητες, ν’ αρχίσει προπαρασκευή για επιστράτευση. Πριν βραδιάσει, πήγε πάλι ο Μπούτος στο ΓΕΕΦ, παρακάλεσε να φύγουνε αμέσως για τον Καραβά, ν’ αναχωρήσουν έστω για τον χώρο διασποράς της Μύρτου. «Αν κινηθούμε αύριο υπό το φως της μέρας θα μας τσακίσει η αεροπορία». Μάταια. «Θα μείνεις στη θέση σου κι αν χρειαστεί θα αναχωρήσετε το πρωί», ήταν η απάντηση. Κάποιοι μίλαγαν γι’ απόβαση στην Αμμόχωστο. «Τι λένε; Στην Κερύνεια θα χτυπήσουν, να ξεκινήσουμε τώρα», φωνάζει ο Ζαχαρής. «Βαγγέλη, δεν μπορώ να παραβώ τη διαταγή. Δεν μπορεί, κάτι θα ξέρουν από την Αθήνα. Πάλι καλά που μας άφησαν να καλέσουμε πενήντα εφέδρους ειδικοτήτων». Ο ταγματάρχης τον κοιτάζει και κουνάει το κεφάλι. «Ποιος θα τους βρει και πότε θα τους φέρει…», ψιθυρίζει. Τη νύχτα νέο τηλεφώνημα, να ετοιμαστούν: εφαρμογή του σχεδίου «Αφροδίτη».

 

ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΚΛΟ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ

Κύπρος, καλοκαίρι του 1974. «Το καλοκαίρι με τις δυο λεπίδες του» (τον Ιούλιο και τον Αύγουστο), όπως γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης σ’ ένα ποίημα του· πώς γύρισε τον κόσμο ανάποδα. Ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Γαβαλάς διάλεξε συνειδητά να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του στην Κύπρο κουβαλώντας ως εδώ μια παλιά οικογενειακή ιστορία, η οποία ξεκίνησε εκατό χρόνια πριν πάλι με έναν άλλο Αλέξανδρο σπουδαστή Ιερολοχίτη στη Μολδοβλαχία και συνεχίστηκε το 1922 στη Μικρά Ασία και το 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Εδώ ο νεαρός ανθυπολοχαγός θα γευτεί τον έρωτα, θα οσμιστεί την προδοσία και θα ακολουθήσει τη μοίρα του που τον οδηγούσε αταλάντευτα στα δύσβατα μονοπάτια του Πενταδάκτυλου και στις αφύλακτες ακτές της Κερύνειας.

Το καινούριο βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου Ο κύκλος του χώματος (Καστανιώτης 2017) έρχεται να προστεθεί σε μια ευάριθμη σειρά καλών μυθιστορημάτων με θέμα τα γεγονότα του 1974, δηλαδή το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή: αναφέρομαι κυρίως στο Κόκκινο στην πράσινη γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη (2011) και το Νόστου πάθη του Μιλτιάδη Χατζόπουλου (2011, το τρίτο βιβλίο της τριλογίας Εν μέρει ελληνίζων). Εξαιρώ από αυτή τη λιτή σοδειά ορισμένα συναφή από θεματική άποψη μυθιστορήματα κύπριων πεζογράφων, προκειμένου να υποδηλώσω το γεγονός ότι η ελλαδική λογοτεχνία, τόσο η ποίηση όσο και η πεζογραφία, απώθησε ουσιαστικά ένα ιστορικό γεγονός το οποίο λογικά (αν εντέλει υπάρχει λογική σε αυτά τα πράγματα) θα ανέμενε κανείς ότι θα αποτελούσε ερέθισμα και πρόκληση για δημιουργική αναμέτρηση.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου τολμά επομένως να σκαλίσει την ιστορία και τη μνήμη και να διεισδύσει σε τόπους πυρακτωμένους. Έχοντας στο κέντρο του κατόπτρου του τον αγνοούμενο ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά, βυθοσκοπεί στις σκέψεις των ηρώων του, ιχνηλατεί την προδοσία των συνταγματαρχών, εστιάζει ενίοτε στη συμπάσχουσα φύση και αποτυπώνει με αναπαραστατική δεξιότητα σκηνές από το πολεμικό πεδίο· της απελπισμένης άνισης μάχης των άοπλων και προδομένων πολεμιστών με τα τουρκικά αεροπλάνα. Απ’ εκεί και πέρα η κυπριακή τραγωδία εξακτινώνεται στην Ελλάδα· στους οικείους πρώτα από όλα του Αλέξανδρου. Και η ζωή (ο κύκλος του χώματος, ο πανίσχυρος νόμος της φύσης, όπως γράφει ο συγγραφέας) συνεχίζεται. Άλλοι εξακολουθούν ως σήμερα να βασανίζονται από εφιάλτες και άλλοι είτε παραδίδονται στην καταναλωτική μέθη είτε ν’ αναλίσκονται στις ιδεολογικές αυταπάτες της μεταπολίτευσης.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

22/6/2017 BOOKPRESS

Το να διεισδύει η Ιστορία στη λογοτεχνία είναι φαινόμενο που έχει βαθιές ρίζες στην εθνική μας λογοτεχνία. Σε μυθιστορήματα του Βικέλα, του Ροΐδη, του Παπαδιαμάντη, της Πηνελόπης Δέλτα και της Διδώς Σωτηρίου, βιβλία εκπροσώπων της πεζογραφικής Γενιάς του Τριάντα αλλά και αρκετών σύγχρονων λογοτεχνών, η Ιστορία είναι πάντα παρούσα, άλλοτε έντονα, άμεσα και δραστικά κι άλλοτε απλώς ως φόντο. Πολυάριθμοι τίτλοι εξάντλησαν το συλλογικό τραύμα της Μικρασιατικής καταστροφής, της Κατοχής και του Εμφυλίου, ενώ ουκ ολίγα βιβλία κάλυψαν το τρίπτυχο των χαμένων πατρίδων (Σμύρνη, Πόντος, Κωνσταντινούπολη), άλλοτε με ακατάσχετη αισθηματολογία και ποικίλου τύπου εθνικοπατριωτικά ιδεολογήματα και στερεότυπα κι άλλοτε με ισορροπημένη νοσταλγία και ειλικρινή, λελογισμένη θλίψη γι’ αυτό που ήταν κάποτε δικό μας (ήταν άραγε ποτέ;) και τώρα δεν υπάρχει.
Οι αιτίες των ιστορικών γεγονότων, οι λεπτεπίλεπτες αποχρώσεις τους και η ερμηνεία τού σήμερα μέσα από την αναψηλάφηση του παρελθόντος είναι στοιχεία που ο αναγνώστης θα βρει σε αναγνωρισμένους, παλιότερους ή νεότερους πεζογράφους: Τσίρκας, Ιωάννου –ιδανική περίπτωση για διδασκαλία τοπικής Ιστορίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες–, Φραγκιάς, Κοτζιάς, Πλασκοβίτης, Γαλανάκη, Βαλτινός, Αλ. Πανσέληνος, Θέμελης, Μέσκος, Θ. Γρηγοριάδης, Σ. Τριανταφύλλου, Φακίνου, Κακούρη και πολλούς άλλους. Στους πρόσφατους τίτλους βιβλίων όπου η Ιστορία εμπλέκεται περίτεχνα και εμφιλοχωρεί στη λογοτεχνία, θα πρέπει νομίζω να σταθούμε και σε ορισμένα βιβλία του Νίκου Δαββέτα, της Σοφίας Νικολαΐδου, του Βασίλη Τσιαμπούση, του Θωμά Κοροβίνη, του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, της Έλενας Χουζούρη, του Σάκη Σερέφα και κάποιων ακόμη πεζογράφων, ενώ μια άλλη παρατήρηση γι’ αυτό το είδος λογοτεχνίας που ανθεί (και έχει αποκτήσει και το δικό του κοινό) είναι πως, απομακρυνόμενοι οι συγγραφείς από τις ιστορικές εποχές που τους απασχολούν και όντας σχετικώς νέοι ηλικιακά, κάνουν, πλέον, μια στροφή από το αυθεντικό, προσωπικό βίωμα στη μυθοπλασία, στην επινοημένη συνέντευξη και στην εξονυχιστική ιστορική έρευνα. Σπανίζουν πια συγγραφείς που, λόγω ηλικίας, πρόλαβαν να ζήσουν από πρώτο χέρι γεγονότα της μικρασιατικής προσφυγιάς, της Κατοχής ή του Εμφυλίου, κι αυτά τα κατέθεσαν ως άμεσο βίωμα (δίχως μελέτες, έρευνες ή μυθοπλαστικού τύπου εμπνεύσεις) στα βιβλία τους, ακόμη κι αν στις σελίδες τους επιμένουν περισσότερο στη μικροϊστορία ατόμων ή ολόκληρων οικογενειών, δίχως να ερμηνεύουν ή να αναλύουν διεξοδικά τις αιτίες και τις συνέπειες των ιστορικών γεγονότων (περίπτωση Σφυρίδη, που με την έξοχη οικογενειακή του σάγκα Ψυχή μπλε και κόκκινη –«μυθιστορία» τη χαρακτηρίζει ο ίδιος– διατρέχει την πορεία μιας οικογένειας στη διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα, με εκτενή αναφορά στα ιστορικά γεγονότα του καιρού τους).

Ο κύκλος του χώματος

Οικογενειακή σάγκα είναι και το πρόσφατο (δεύτερο, μετά το βραβευμένο Αγκριτζέντο) μυθιστόρημα του πεζογράφου και ιστορικού Κώστα Χατζηαντωνίου, που φαίνεται πως συνεχίζει την τάση αρκετών ομοτέχνων του αναφορικά με το πάντρεμα της Ιστορίας με τη λογοτεχνία, σε μυθοπλαστική, φυσικά, βάση. Ο Χατζηαντωνίου αναφέρεται στην πορεία μέσα στον χρόνο μιας νησιώτικης οικογένειας, των Γαβαλάδων, μακρινοί πρόγονοι των οποίων πολέμησαν με τους Ιερολοχίτες (σελ. 143 «από τον Ιερολοχίτη που πολιτογραφήθηκε στο Άργος»), συμμετείχαν στον μικρασιατικό ξεριζωμό ή πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο, στο έπος του Σαράντα. Ο γιος του γιατρού Βασίλη Γαβαλά, ο Αλέξανδρος, πολεμά ως ανθυπολοχαγός στα γεγονότα της Κύπρου, κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής, τον Ιούλιο του 1974, που είχε ως συνέπεια τη διχοτόμηση του νησιού και τη δημιουργία του «κυπριακού ζητήματος», που, παρά τις κατ’ επίφαση προσπάθειες και διπλωματικές ενέργειες των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ακόμη χρονίζει. Ο Αλέξανδρος, στις τελευταίες πολεμικές επιχειρήσεις στο βόρειο τμήμα του νησιού, κοντά στην Κερύνεια, κηρύσσεται αγνοούμενος σκορπώντας θλίψη στους συγγενείς και στους αγαπημένους του, που ζουν, πλέον, μια γκρίζα κατάσταση, στο ενδιάμεσο του έγχρωμου της ζωής και του μαύρου τού θανάτου. Μια παρατεταμένη και εξουθενωτική θλίψη που κάνει τον γιατρό πατέρα του, όταν ψυχορραγεί, να φέρνει το όνομά του στα χείλη του, την αδελφή του Βέρα να δυσκολεύεται να ορθοποδήσει στην προσωπική της ζωή, και τα ξαδέλφια του Παύλο και Μιχαήλ να τραβούν διαφορετικούς δρόμους, έχοντας όμως τη μορφή και την πράξη του αγνοούμενου εξάδελφού τους σημείο αναφοράς – ο πρώτος, αριστερών πεποιθήσεων, ενεπλάκη με βομβιστές του ΙRΑ λόγω της Ιρλανδής αγαπημένης του, δίδαξε τελικώς οικονομικά, ενώ ο δεύτερος, σοβαρός, λιγομίλητος, θρησκευόμενος, διετέλεσε ακόλουθος στο υπουργείο Εξωτερικών και τον αναζήτησε απεγνωσμένα στα Μικρασιατικά παράλια και στην Κωνσταντινούπολη, προσπαθώντας να γεφυρώσει το προβληματικό παρελθόν του με το άγονο παρόν. Μια έρευνα DNA, ένας γάμος του Μιχαήλ με μια κοπέλα από τα παλιά, την Εύα, κι ένα μωρό που θα έρθει στη ζωή, δίνουν κάποια λύση στο όλο οικογενειακό δράμα, αφήνοντάς μας γλυκόπικρη γεύση στο στόμα, αφού η νέα ζωή είναι μια όαση, μια επίφαση ελπίδας στον αέναο κύκλο του χώματος που μας εξουσιάζει και μας καθορίζει.

Ενδιαφέρον και καλογραμμένο μυθιστόρημα

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αξιοθαύμαστη πειθαρχία στη γραφή του (το μυθιστόρημα είναι μοιρασμένο σε τρία ισομεγέθη μέρη, με δώδεκα ολιγοσέλιδες-ισομεγέθεις ενότητες το καθένα), με αφηγηματικό νεύρο, ένταση κι ανατροπές, με πολύ προσεγμένη, ποιητική σε πολλά σημεία γλώσσα (όλη η ενότητα «Εσένα ενθυμούνται ακόμη», στην οποία περιπλέκονται αριστοτεχνικά η θλίψη του αγνοουμένου, οι ιστορικές μνήμες, το ταξίδι, οι περιγραφές του τοπίου με σκόρπιους στίχους τραγουδιών για τη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία, είναι άκρως ποιητική) και με διεξοδική έρευνα σε ιστορικές πηγές και ιστορικά γεγονότα της πρόσφατης αλλά και της παλαιότερης ιστορίας, στήνει ένα ενδιαφέρον και ευανάγνωστο μυθιστόρημα, που καθηλώνει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος. Ωραία αποδίδεται στο Α΄ Μέρος η μοίρα των πολεμιστών στην Κύπρο, ο αγνός και άδολος αγώνας τους ενάντια στον εισβολέα, η μεγαλοσύνη της ψυχής τους, τα ιδανικά και η αθωότητά τους. Απέναντι σε όλα αυτά κανείς δεν βοηθά, κανείς δεν συντονίζει τον αγώνα τους, όλα είναι εναντίον τους, ακόμη και η φύση (σολωμικού τύπου εύρημα), ενώ πάντα πλανάται στην ατμόσφαιρα η ύπουλη συμφωνία κάποιας συνθηκολόγησης με τους Τούρκους, σε πολιτικό ή διπλωματικό επίπεδο, κάτι που οι πεθαμένοι δεν θα το μάθουν ποτέ, καθιστώντας τους ακόμα πιο τραγικές φιγούρες της Ιστορίας. Στο Β΄ Μέρος ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποτύπωση της, σταδιακά, επερχόμενης οξείδωσης και φθοράς της Ελλάδας, η κοινωνική και ηθική σήψη της Μεταπολίτευσης. Η χρεοκοπία του θείου του Αλέξανδρου, του Ιάκωβου, κάθε άλλο παρά τυχαία δεν είναι, συμβολίζοντας τη χρεοκοπία ενός ολόκληρου έθνους. Τέλος, στο Γ΄ Μέρος υπάρχει δράση, κίνηση των ηρώων, αλλεπάλληλοι θάνατοι, αναζήτηση των ιχνών του αγνοούμενου ανθυπολοχαγού, ανατροπές, ένας αναπάντεχος γάμος, κι ο κύκλος του χώματος ολοκληρώνεται με την έλευση μιας νέας ζωής, στην οποία ο αναγνώστης εναποθέτει τις ελπίδες του για κάτι το καλύτερο μελλοντικά. «Γιατί ο Καιρός –πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα;– πάντα θα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ’ ανοίγει» καταλήγει ο συγγραφέας.

Ο κύκλος του χώματος είναι ένα καλοδουλεμένο μυθιστόρημα, όπου το πάντρεμα Ιστορίας και λογοτεχνίας γίνεται γόνιμα, αβίαστα, ισορροπημένα και δημιουργικά, δίχως η μία να πνίγει την άλλη. Ο συγγραφέας δεν προβάλει πολιτικές ή ιδεολογικού τύπου πεποιθήσεις, κρατώντας, όπως αρμόζει, ο ίδιος αποστάσεις από τα ιστορικά γεγονότα, πάντα αντιλαμβανόμενος τον συμβολισμό και τη βαρύτητά τους στον απλό άνθρωπο του καιρού του. Το βιβλίο λειτουργεί, εν μέρει, και ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης των εναπομεινάντων στη ζωή ηρώων, απόγονων των παλιών Γαβαλάδων, ενώ παράλληλα φωτίζει κι ένα κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας μας, με τα γεγονότα της Κύπρου, που, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχει αποτυπωθεί επαρκώς στη Νεοελληνική γραμματεία. Θα μπορούσα να το χαρακτήριζα και έργο μεγάλης πνοής, αν δεν σκόνταφτα σε κάποιους υπερβολικά διατυπωμένους, σχεδόν μεγαλόστομους, διαλόγους ανάμεσα στον Μιχαήλ και στον παλαιοπώλη, στον Μιχαήλ και στον Παύλο, στον Παύλο και στους βομβιστές του ΙRΑ στην ιρλανδέζικη παμπ και, ιδίως, στην ακατάσχετη φιλοσοφικοϊστορική ρητορεία του (!) ψυχορραγούντα γιατρού Βασίλη Γαβαλά, οι οποίοι δεν προσθέτουν τίποτα στο κείμενο, απεναντίας στερούν από τους ήρωες τη φυσική τους έκφραση. Αλλά αυτές είναι, κάποιες φορές, οι παρενέργειες της χρήσης του «πνευματικού εργαστηρίου» στη λογοτεχνία. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, το να υπονοούνται κάποιες σκέψεις ή ιδέες ή, τελικώς, η αποσιώπησή τους, ίσως και να ήταν μια κάποια λύσις σ’ αυτή τη συνολικά ολιγοσέλιδη αφηγηματική δυσκαμψία, που ωστόσο ούτε αναιρεί ούτε ακυρώνει τη συνολική προσπάθεια του συγγραφέα.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

DIASTIXO 07/6/2017

Ο πεζογράφος, ιστορικός και δοκιμιογράφος Κώστας Χατζηαντωνίου, μετά το θρυλικό Αγκριτζέντο επανακάμπτει με ένα ακόμη εξαιρετικό μυθιστόρημα, κάποια χρόνια μετά (χρόνος επαρκής για έρευνα και πληροφορία, καθώς επίσης και για εμπεριστατωμένη εργασία), βάζοντάς μας πάλι πολλές δυσκολίες, καλώντας μας να γίνουμε ακόμα κοινωνοί και βερμπαλιστικών ερωτημάτων και, εν κατακλείδι, δείχνοντάς μας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος προκειμένου να φθάσει εκεί απ’ όπου ο συγγραφέας ξεκίνησε. Πράγματι (και αρχίζουμε με αυτή την παρατήρηση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί είναι καθοριστική), ο Χατζηαντωνίου κάνει πράξη αυτή την εντελώς παραποιημένη λέξη, που λέγεται «διαλεκτική» (όρος φιλοσοφικός, επιστημονικός και κριτικός), καθώς αφηγείται με ερωτήσεις, περιγράφει ερωτηματικά και σε μεγάλο μέρος του έργου δεν έχουμε απόλυτη άποψη αλλά το αντίθετο, πρόταση προς συζήτηση (άρα μπορεί και ο αναγνώστης να βάλει τη δική του θέση σε ό,τι διαβάζει). Εργαζόμενος με αυτή τη λογική, ο Χατζηαντωνίου αφενός αποποιείται τον χαρακτήρα του παντεπόπτη, του πανεπιστήμονα, του (ας το πούμε λαϊκά) παντογνώστη, και θέτει στην διαδικασία τόσο της γραφής όσο και του μηνύματος αλλά και της πρόσληψης από τον κόσμο την εν γένει απώλεια, αφετέρου υιοθετεί την εικόνα της πολυπλοκότητας μιας αλήθειας, τις δύο ή και περισσότερες όψεις του ίδιου νομίσματος και, τέλος, την διασταύρωση των υλικών που με την έρευνα έχει κατακτήσει, μέσα από τις διαλεκτικές μορφές έκφρασης, τόσο ξεχασμένες σήμερα και παράλληλα τόσο ανοιχτές σε καταθέσεις έντονου προβληματισμού. Άρα, γίνεται σαφές, πως η τριβή του Χατζηαντωνίου με το δοκίμιο και η ενασχολησή του με την Ιστορία γίνονται εργαλεία και στον πεζό λόγο, στην λογοτεχνία, με τρόπο όχι απλώς μεθοδολογικό αλλά πολύ παραπάνω (με τρόπο) γραφής που επιφέρει πλήθος ερμηνειών και πλήθος αποτελεσμάτων.

Ας δούμε λίγο πώς είναι δομημένο το βιβλίο (για τον μύθο του θα μιλήσουμε λίγο παρακάτω). Κατ’ αρχάς χωρίζεται σε τρία ισομεγέθη μέρη, συν ο επίλογος. Ο Χατζηαντωνίου δεν αφηγείται γραμμικά, αντίθετα μπορεί, για παράδειγμα, απ’ την τραγωδία της Κυπρου το 1974 να πεταχθεί στην Γενοκτονία των Ποντίων ή πάλι στην Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει απλώς πως καταγράφει όλες τις ήττες του Ελληνισμού, της μικρής κουκκίδας στην ανατολική Μεσόγειο στην διάρκεια του 20ού αιώνα, με την πρόθεση να καταδείξει πώς γονάτιζε αλλά πάντα σηκωνόταν, έστω και με απώλειες, έστω και χωρίς το ένα χέρι ή το ένα πόδι, όπως οι Καρυάτιδες του Παρθενώνα. Ο Χατζηαντωνίου ως ιστορικός γνωρίζει πολύ καλά πως στο Αλβανικό Μέτωπο –παρά τις ηρωικές εφορμήσεις των στρατιωτών μας– στην ουσία δεν υπήρχε το παραμικρό σχέδιο κατάκτησης των πάτριων εδαφών, άρα το σπάσιμό του και η υποχώρηση ήταν θέμα χρόνου. Γνωρίζει πολύ καλά πως στην Μικρασία έγιναν τόσα λάθη όσα δεν βάζει ο νους ακόμη και του τελευταίου στρατιώτη. Ότι στην Κύπρο έγιναν τα μύρια όσα (πραξικοπήματα και λοιπά), ώστε να ακολουθήσει ο διαμελισμός από την βάρβαρη μπότα του Αττίλα. Και στον Εμφύλιο, και στην Χούντα, παντού όπου η Ελλάδα υπέστη ήττες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη. Ο Χατζηαντωνίου είναι ένας συγγραφέας στα μάτια του οποίου η Ιστορία, η επίσημη, η καταγεγραμμένη, δεν αποτελεί φέουδο και τσιτάτο, το αντίθετο, μπορεί να την δει κανείς όπως θέλει, να την αναλύσει όπως επιθυμεί και να δει τα κρυφά της σημεία (εντάξει, ίσως η λέξη «κρυφά» να μην αποτυπώνει τόσο καλά αυτό που συζητάμε), τα μυστικά εν τέλει, τα οποία και αποτελούν το ψαχνό της, το βάρος της, την αξία της..
Ολόκληρο το πρώτο μέρος (το καλύτερο του τόμου) είναι γραμμένο για πόλεμο, πολεμικές επιχειρήσεις που δεν έχουν κανέναν απολύτως στόχο, μάχες απογοητευτικές με μόνο νεκρούς παρά τον ηρωισμό τους, ένα ιστορικό παζλ καταγραφής ηττών, απωλειών, νεκρών, συρρίκνωσης και εν τέλει πολιτικού, κοινωνικού και πολιτισμικού εξανθρωπισμού.

Θα ήθελα να πω δυο λόγια (και μόνο) για τον μύθο του μυθιστορήματος Ο κύκλος του χώματος (που θα μπορούσε να είναι και «Ο κύκλος του αίματος»): ο γιος του μεγαλοαστού Γαβαλά πέφτει νεκρός στα γεγονότα της Κύπρου σε τούρκικη ενέδρα. Έτσι παίρνουν την σκυτάλη τα δυο ξαδέρφια του και ειδικά ο Μιχαήλ, τον οποίο και παρακολουθούμε παράλληλα με την ζωή του άλλου, σε συνάφεια με τα πολιτικά γεγονότα της τελευταίας τριακονταπενταετίας. Τα επεισόδια διαδέχονται το ένα το άλλο –υπάρχουν θάνατοι, γάμοι, παιδιά, χωρισμοί, επώδυνη πτώση της δυναστείας, ιδεολογίες, απελευθερωτικά κινήματα και λοιπά –μέχρι τον επίλογο–, καθώς το δεύτερο και το τρίτο μέρος δεν διαφέρουν μυθολογικά αλλά ούτε και εκφραστικά – όπου ο νεαρός Γαβαλάς, ως πατέρας πλέον, οφείλει να διατηρήσει το όνομα των γονιών και των προγόνων του, παρά την επελθούσα κατάρρευση και σε οικογενειακό επίπεδο. Η οποία δεν ήταν μόνο οικονομική, δεν ήταν μόνο κοινωνική, δεν ήταν μόνο πολιτική (καθώς σοσιαλιστικά κινήματα και μαζί και ο λαός έρχονταν στην εξουσία), αλλά πολύ περισσότερο ηθική, αξιών και συμβιβασμών που αρνήθηκαν να κάνουν. Μια αλληγορική μυθιστορία, δηλαδή, που διήρκησε έναν αιώνα και η κατάληξή της ήταν η πτώση αστών και μεγαλοαστών, μέχρις ότου να δημιουργηθούν τα καινούργια οικονομικά τζάκια.

Και αν κάποιος με ρωτήσει τι καινούργιο φέρνει ο Χατζηαντωνίου με το συγκεκριμένο βιβλίο γύρω και πάλι από ιστορικά συμβάντα που τόσοι και τόσοι έχουν ασχοληθεί, θα απαντήσω με αυτές τις λίγες φράσεις: η Ιστορία είναι πηλός. Παίρνεις ό,τι σου χρειάζεται, το πλάθεις, το πιλατεύεις, το σφυρηλατείς και έτσι η ματιά σου διαφέρει, γίνεται προσωπική θέση που άπτεται της πραγματικότητας και, τέλος, υπενθυμίζει στους νέους την γνωριμία του παρελθόντος προκειμένου να ζήσουν στο μέλλον.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ

5

 

Γεννήθηκε στην Τιθορέα Φθιώτιδας και εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα Αμφίκλειας. Σπουδάστρια του Ανοικτού Πανεπιστημίου στον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ και παρακολούθησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημιουργική Γραφή.
Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας, (UNESCO) του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών & Συγγραφέων, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (ΠΕΛ), της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά («Νέα Εστία», «Πνευματική Ρούμελη», «Εμβόλι-
μον», «Πάροδος», «Νέα Σκέψη», «Αιολικά Γράμ-
ματα», «Μανδραγόρας», «Πολιτιστική», κ.α.)

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Αντίδωρο καρδιάς (1999)
Δακτυλικά αποτυπώματα (2005)
Ακάθιστος λόγος (2008)
Χρώμα Αύριο (2015)

 

1

 

2

3

4

ΧΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ (2015)

 

ΑΓΡΥΠΝΑ ΠΟΙΗΤΗ

Μίλησε ποιητή.
Μη σε σωπαίνει ο ήχος της κραυγής
μήτε το κρώξιμο της νύχτας
και του φιδιού το σύρσιμο γύρω από τ’ αυγό του.

Αγάπα ποιητή.
Σφίξε τις λέξεις, ξέπλυνε το αίμα της πληγής.
Το βογγητό του άλλου σώσε.
Σώμα
Στην ερημιά και στον καημό διαμελισμένο.

Πολέμα ποιητή.
Μη φυλακίζεσαι στο ψέμα του καιρού,
στο θάμπωμα της λήθης.
Άκου τ’ αηδόνι, που έρχεται απ’ τη γη
και στην καρδιά της πλάσης κλαίει.

Αγρύπνα ποιητή.
Όπως το νυχτολούλουδο.
Ο ήλιος όπως χρυσορρόης πέφτει
και αξεχώριστα τις σκιές φιλεί.

Μην κοιμηθείς και ξεχαστείς
κι αποτελειώσει ο κόσμος.

 

 

ΧΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ

Τότε
θα σηκωθούνε κύματα ψηλά βουνά
τη λύπη να ξεπλύνουν απ’ τα πρόσωπα
που έγιναν λασπωμένοι δρόμοι κι έρημοι,
πεδία βολής κι ανάστεροι ουρανοί.
Ακράτητος ο ήλιος
στα πληγωμένα χέρια θα χορέψει
καίγοντας τα λευκά μαντήλια στον αέρα.
Θ’ ανθίσουνε των κοριτσιών τα ματωμένα χείλη
εφτάχρωμα φιλιά και φίλντισι.
Τότε,
των ποιητών που αγάπησαν,
η πιο γλυκιά ευχή
απ’ τα παμπάλαια βιβλία καρτερώντας,
σαν ευαγγέλιο και γέννα θα αληθέψει.

Ως τότε,
στην καρδιά μας μόνο ένα.
Χρώμα αύριο.

 

 

ΣΤΟ ΚΑΤΑΧΕΙΜΩΝΟ

Βάλθηκα μες στο καταχείμωνο
να ξεφυλλίζω άνοιξη
Προσκάλεσα τις θύμησες ,
τα γράμματα και τα ρολόγια

Τους όρκους που υπέγραφαν το «σ’ αγαπώ»
τις ώρες που ξεχνούσαν τ’ όνομά τους.
Τα δέντρα στη συνωμοσία των φιλιών
το αστέρι που βαφτίσαμε «σε θέλω».

Τα χέρια που κλειδώνανε τα δάχτυλα.
Της μεθυσμένης χλόης το πανδοχείο.
Του πεύκου τον κορμό που ονοματίσαμε
καρφώνοντας ανάποδα τον ουρανό.

Την οροφή ανάστροφα των φύλλων
να εξομολογεί γυμνά τα σώματα.
Γλυκό κρασί που κοινωνάει ο έρωτας
και βάφει τ’ όνειρο με κόκκινες μανόλιες.

Απ’ τις παλιές φωτογραφίες
πέφτουν στη γη μικρές ροδιές.
Ριζώνουνε στον κήπο, μεγαλώνουνε
απλώνουν στα παράθυρα κλωνάρια.
Απ’ τις φωτογραφίες φυσάνε μουσικές
σαν χελιδόνια που έρχονται και πάνε.

Βάλθηκα μες στο καταχείμωνο
να ξεφυλλίζω αγάπη.

 

 

ΦΟΡΑ ΜΕ

«Το δεύτε λάβετε
των ματιών σου»

Φόρα με.
Να θρυμματιστώ
στου κορμιού σου την κόψη.

Της ψυχής σου
το ρίγος ν’ αγγίξω
το κόκκινο.

Στις φωτιές του Αϊ Γιάννη
ν’ ανεμίσω μαζί σου
τις κρυφές μου στιγμές.

Φόρα με.
Να κουρσέψω το κύμα.
Να λύσω τον άνεμο.

Να λύσω τον άνεμο

 

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Ανοιγοκλείνουν οι καρδιές με πάταγο
μες τις ασπρόμαυρες διαδρομές της μέρας.
Προσοχή στο κενό.

Ασφαλισμένοι σ’ έναν καναπέ μετά,
μασάμε άνοστο ψωμί
ακούοντας μακρινούς θανάτους.

Πίνουμε υπνωτικό νερό
από χλωριωμένες σκέψεις.
Να δούμε όνειρα χρωματιστά.

Σώματα ξεφυλλίζουμε στη λήθη
και το ξημέρωμα
φοράμε τη στολή της μάχης.

Μια μέρα
θα ζωγραφίσω στο κορμί σου
τις παραστάσεις της ασπίδας του Αχιλλέα

 

 

Ο ΜΑΗΣ

Κοίτα!
Ο Μάης κεντά τις παπαρούνες
κι ανθίζει φλέβα ανοιχτή.
Άνεμος κρημνοβάτης φυσά τη λέξη ‘θαύμα’
στο θράσος του καιρού αντίπαλη κραυγή

Θυμήσου.
Ο Μάης έρχεται απ’ τους αιώνες.
Όπως το αίμα, όπως η ζωή.
Μια γη ολόσωμη κόκκινο χρώμα
παραδομένη μ’ ένα φιλί.

Άκου.
Η καρδιά κεντά τις παπαρούνες.
Σιωπές υφαίνει τις άλικες φωνές,
να ντύσουν όποια φτάνει Ανάσταση.
Κι ας είναι η λέξη της
κλεμμένη από ληστές.

 

 

ΑΙΜΟΡΡΑΓΩ

Αιμορραγώ
μες στις καλπάζουσες σιωπές
στις διάφανες πλατείες των υγρών ματιών
στα πεινασμένα χέρια
που απλώνονται
κι άλλοτε αρπάζουν τις φωτιές
άλλοτε γίνονται φτερά
πιασμένα με κερί που λιώνει
απ’ την απόγνωση.

Στις εσοχές των δρόμων
ντύνομαι υπόστεγα
σκεπάζομαι ντροπή
και λυπημένα βλέμματα.

Το αύριο
ψάχνει σε κάδους σκουπιδιών
τον άνθρωπο.

 

 

ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ

Σε αλατινό νερό ξεπλένεται η πέτρα.
Βυζαντινός αγέρας ταξιδεύει τον πηλό.
Τις νύχτες
ακροπερπατούνε πειρατές, ιππότες
και αλλόφυλοι στου κάστρου τις περγαμηνές,
σωπαίνοντας, καθώς τα βράχια ραψωδούν
κι οι εκκλησιές ορθοσκοπούν τη μνήμη.

Χτυπούνε τα φτερά τους λευκοί άγγελοι
στο πέλαγο του Μύρτου αφροπετώντας.
Σπαράγματα φωτιάς,
νύχτες με αστρόλουτρα
κι ο Αύγουστος φεγγάρια δίχτυα απλώνει.

Στο κεφαλόσκαλο,
ένα πανέρι ρόδια
λύνουνε την ποδιά καταμεσήμερο
κι ανθίζουν βυσσινιά τα περιβόλια
κατηφορίζοντας ως το ηλιοβασίλεμα
να βάψουν κόκκινα φιλιά το κύμα.

Πεζούλι της Μονοβασιάς, ηλιόβολο.
Τούτα τα αχ της πληγωμένης μου πατρίδας
πώς να γιάνω;

 

 

ΣΕ ΒΛΕΠΩ

Στη Μάνα

Σε βλέπω,
να δρασκελάς το φως του πρωινού
μ’ ένα μαντήλι ευχές που απλόχερα,
σκόρπαγες στης ψυχής μου
τους λειμώνες.

Τώρα μετράς τις Κυριακές
με τα κεριά των αστεριών
που τρέμουν απ’ τη θύμηση.

Απλώνεις
κυκλαδίτικους ανέμους τα απογέματα
να μαρτυράνε μυστικά
και μισοτελειωμένα λόγια
και ταξιδεύεις
στις ριπές του αθέατου
που ξεδιψάει ο χρόνος δίχως τέλος.

Από τα ράφια της αυλής
κρέμονται λε μονόφυλλα
και τα τριαντάφυλλα χέρια σου
που ανθίζουν. 

 

 

ΔΕΛΤΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ

Βρέχει θανατηφόρες παιδικές χαρές.
Η Μεσόγειος ξερνάει μετανάστες.
Δυο φίλοι αποχωρίζονται στην άσφαλτο
με πορφυρό μαντήλι στην καρδιά τους.

Στον χάρτη ολοκαυτώματα ψυχές
καθώς του ήλιου οι καταδότες παρελαύνουν.
Χέρια που αλλάζουνε χαρτονομίσματα νεκρά.
Σκάφη που αναζητούν χαρτιά αξιοπλοΐας.

Κάνει πολλούς βαθμούς ντροπή.
Κι η άνοιξη πεσμένη καταγής
να την κλωτσούν διάττοντες αστέρες.
Άνοιξη καρφωμένη στο σταυρό
μες στο θλιμμένο πίνακα του Ελ Γκρέκο.

 

 

Η ΓΛΩΣΣΑ

Ο καναπές είναι μια γλώσσα
κόκκινη, κίτρινη, λευκή
και δεν τσακίζει κόκαλα.

Ο καναπές είναι σκουριά
που τρώει σάρκες.
Γεννοβολάει ακάρεα.

Ο καναπές
έχει τη μυρουδιά παραίτησης.
Δεν ευωδιάζει ανυπακοή.
Φοράει τέλμα.

 

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις δεν ακούνε πιά.
Σάλεψαν τα νοήματά τους
από τις κατά συρροήν ασέλγειες
απ’ τους σεισμούς των πολλαπλών ερμηνειών
και τη σφαγή ομνύοντας στ’ όνομά τους.

Τις λεν σωστά μονάχα τα παιδιά
κρατώντας τες σφιχτά απ’ τα μισά τους
γράμματα
Κι οι ποιητές τις άγιες νύχτες
που τις φωλιάζουν στοργικά
στα καταφύγια
σκουπίζοντας το αίμα των πληγών

Έξω στις σκοτεινές τις μέρες
Νέρωνες κλώνοι καίν τον άνθρωπο

 

 

ΛΑΜΠΟΥΝ

Το γκρίζο με πληγώνει της πόλης
με τα πολύχρωμα
θλιμμένα ξέφτια – βλέμματα.

Λεηλατημένο λούνα παρκ.

Απόγνωση, φωνές που αστράφτουν.

Άλλοι, στα δυο κομμένοι σιωπούν.

Γύρω στη σκοτεινή πλατεία
πλάι σε πόρτες λάγνες που καλούν,
επιγραφές λάμπουν χαρούμενες.
«Αγοράζω χρυσό, λίρες, κοσμήματα.
Άμεσα μετρητά.»

Λάμπουν της δυστυχίας οι πόρτες…

 

 

ΜΩΒ

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Του αδερφού μου

Με την ίδια ανεξίτηλη ματιά σου
Μάνα με κοιτάς
Και συ πατέρα
Ένα τσιγάρο δεν το χόρτασες ακόμα.
Απ’ το μετόχι του ουρανού καλωσορίζετε το σόι,
Τους φίλους, τους περαστικούς.

Οι νέοι με τη ζωή, μου έλεγες, θυμάμαι.
Τι στην ευχή τον έχασε το δρόμο
Πενήντα έξι χρόνων άντρας
Κι έκοψε κατά το ποτάμι
Με των ματιών τους ήλιους σφαλιστούς.
Γιατί δεν του φωνάζατε να σταματήσει;
Σ’ αυτή τη μαύρη βάρκα να μη μπει.

 

ΜΩΒ

Σ ε μια μηδέν στιγμή
ο δρόμος ξενιτεύεται.
Αδειάζει ξάφνου
η δεξαμενή του χρόνου.
Απόνερα κι ενδύματα κενά.

Σιωπούν αισθήματα και λέξεις.
Σύννεφα
στρώνει μωβ η νύχτα
κι ένα τραγούδι
κόβεται στα δυό.

Αντίπερα,
η μέρα μεθυσμένη,
χορεύει
στου ήλιου το ζεϊμπέκικο.

 

 

ΨΗΦΙΔΕΣ

Να γράφεις
σβήνοντας για λίγο
τον εγωισμό σου.

<>|<>

Με πέντε στίχους
μπορούν να χορτάσουν χιλιάδες

<>|<>

Και το φιλί
στίχος ομοιοκατάληκτος.

<>|<>

Γόρδιος καημός
κι ο Μεγαλέξανδρος άφαντος.

<>|<>

Ο θάνατος
ποτέ δεν είναι λέξη.

Θάθελα να φύγω
πλήρης λέξεων.

<>|<>

Να ξοδεύεσαι ζώντας
να μη ζεις πεθαίνοντας.

<>|<>

Ανθρώπινο σαφάρι και νερό του Αχέροντα
κι οι μεταπράτες
να διαμελίζουνε τη λεία των συναλλαγών.

<>|<>

Φεύγεις.
Ακούσιος αναχωρητής.
Με μόνη αποσκευή
το αναπάντητο ερώτημα.
Κι εκείνη την αχίλλειο πτέρνα
λαβωμένη στο διηνεκές.

<>|<>

Οι μικροπωλητές
πουλάν τις επετείους αξίες με εκπτώσεις.

<>|<>

Κι αν έχει το αύριο σκοτάδι
άναψε την καρδιά
Και φέξε το.

<>|<>

Οι σοκολάτες ταχυδρόμοι
με λέξεις φουσκοθαλασσιά,
Του έρωτα οι συλλαβές
γραφή μεγαλογράμματη.

<>|<>

Σκάβει ο χρόνος την πανσέληνο
φτυαρίζει όνειρα και σκόνη μελαψή.
Τα μάτια σου ύστερα γεννούνε άλικα φωνήεντα
που κατεβαίνουνε στων χειλιών τους δρόμους.

<>|<>

Ανυποψίαστα παιδιά.
Με πόση ασφάλεια αφήνονται
στων δράκων τα πλυμένα χέρια.

<>|<>

Να με υπογράφεις
με ολοσέλιδα φιλιά.

 

 

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΛΟΓΟΣ (2008)

 

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Ερειπιώνες των λυγμών
που η αλήθεια των σοφών δεν αποτρέπει
μήτε ο φόβος του Θεού κι η Νέμεση,
μηδέ των χαμερπών οι εκεχειρίες.
Ντυμένος ελευθερωτής ο χάροντας
κατηφορίζει τα κορμιά στον πόνο.
Θερίζει της ζωής τα όνειρα
και τις αυλές του κόσμου αλωνίζει.

Ήλιε,
πάρε στα χέρια τούτη τη Γκουέρνικα
και ρίξε τη φωτιά επί αδίκων.
Να αναπαυτούν της μνήμης οι ολοφυρμοί
κι η πληγωμένη τρυφεράδα που γονάτισε
σε ανεπίδοτες ευχές και προσευχές.

Ήλιε,
πάρε στα χέρια τούτη τη Γκουέρνικα
και δείξε τη σ’ εκείνους που πιστεύουν
στην εκκλησία της γης.
Που ακόμα πολλαπλασιάζουν την ελπίδα
και αθροίζουν την αγάπη στις καρδιές
και διαιρούνε μόνο της χαράς τα δώρα
για να την κοινωνούνε πιο πολλοί.

 

 

ΣΥΜΒΟΥΛΗ

Τα λόγια σου ακαθόριστα
όπως η θάλασσα του Άθω.
Δεν τα λες
ούτε μπλε ούτε πράσινα.
Το νου σου

τούτη η πονηρή αβεβαιότητα
να σταματήσει ως εδώ.
Ποτέ δε γέρασε το ψέμα.

 

 

ΓΙΟΡΤΕΣ

Γιορτές, μνήμες περασμένες χάντρες
βότσαλα χρόνια που μαζεύαμε
στου χρόνου το συρτάρι.
Μυρωδιά γαρύφαλου
το σιρόπι των ωρών δίπλα στο τζάκι.
Το σώμα νόμισμα με όψεις δυο
η μια του φύλακα άγγελου
στη στέγη των ονείρων.
Το καλοκαίρι που έστρωσε τζιτζίκια
Το άχ που σκόνταψε στους θάμνους.
Τα όχι και τα μη που παίζανε κρυφτό
μες τα περάσματα του Αύγουστου.

Τώρα ο άγριος καιρός
κάθεται στο αύριο των βράχων.

Κράτα
της άνοιξης τα φυλαχτά,
του έρωτα το θερινό ηλιοστάσιο,
τις αγιασμένες αγκαλιές που γέννησες
και μη φοβάσαι.
Ο χειμώνας θάναι γιορτή.

 

 

ΜΕΤΟΙΚΟΣ

Ξεκινάς με το λυκόφως πρόσωπο
κουβαλώντας τους αιώνες του ανθρώπου.
Μετανάστης είσαι
στις εργατιές της γης.
Μαθαίνεις να μιλάς συλλαβίζοντας τη ζωή.
Μαθαίνεις να κοιτάς
πίνοντας το φως.
Ο νους στρατοκόπος ακούραστος
φωτογραφίζει αδιάκοπα τις μέρες.
Χτίζει της μνήμης τα μετόχια
κι αχόρταγα ταξίδια ναυλοχεί.
Μέτοικος είσαι.
Κι αγοράζεις ένα θραύσμα ήλιου
με κάρτα αορίστου διαμονής.

 

 

ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Στη γιορτή των λέξεων κοίτα να μη μεθύσεις.
Νηφάλιος να χορεύεις τις ερμηνείες τους
Να μη παρασυρθείς
απ’ τον υποκριτή τον έρωτα
το γητευτή το χρόνο.
Φλερτάρισε με τη χαρά
γύρνα την πλάτη στη μελαγχολία.
Στις θύμησες πες ένα γειά.
Στο όνειρο
ένα ποτήρι παραπάνω
κι εκεί που φτερωτή η ελευθερία σε θωπεύει
στη σκέψη δόστη να χορέψουνε μαζί.
Όσο για τη σκιά
στο βάθος δυτικά του κήπου
πέρα από τ’ αειθαλή,
δεν είναι λέξη, άστηνε.
Η μοίρα είναι….

 

 

ΑΥΛΙΔΑ

Από καταβάσεως Ιούδα εκδοχή φιλιού
Στο λάλημα των αλεκτόρων.
επίορκη άρνηση αποκρίνεται.
Όρη Ελαίων, αρχαίο δάκρυ
οθόνη όχλου σε διαδοχή αιώνων
και σταυρός σε ανάβαση καταμεσήμερο.
Αργύρια στα χρόνια μας άφθονα.
Χριστό ψάχνουμε…!

 

 

ΑΥΤΗ Η ΛΕΞΗ

Η ώρα του απογέματος ξανά.
Είναι η ώρα η δική σου.
Έρχεσαι δίπλα μου
μ’ ακολουθείς.
Φεύγω και μου φωνάζεις.
Μου γνέψεις απ’ τις λέξεις.
Κάνει η φωνή σου κύκλους
στο πρόσωπο στα δάχτυλα
στους αριθμούς του τηλεφώνου.
Αυτό τον αριθμό θα τον ξανακαλέσω
Όμως δεν θα μπορώ να πω
ποτέ ξανά τη λέξη
μάνα μου.

 

 

ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ

Είναι στιγμές που θέλω
να κοινωνήσω τα σημάδια σου.
Ανοίγω το συρτάρι.
Εικόνα αγιασμένη
με μάτια διαθήκες φως.
Υπάρχεις
σε μέρη ακατοίκητα ίσως
μα πιο πολύ εδώ
στο αίμα μου αναπόδραστα.
Αόρατη των ημερών μου τριγυρνάς
σε κάθε κάλεσμα με συντροφεύεις.
Έλα
Θα κλαδέψουμε τις τριανταφυλλιές.
Δεύτερο κόμπο λοξά, τέλος Γενάρη.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΑ

Κοιτάζω τα καμένα σου όνειρα
σε μια φωτογραφία που χαμογελάς ακόμα.
Σε επιτάφιο του Αυγούστου σεργιανήθηκες
και τώρα, άστρο, μας περιπολείς.
Ψάχνουνε τα παιδιά, στου ουρανού τα χώματα.
Κωπηλατούν στης απουσίας τις ξέρες
επιστρατεύοντας τα χρόνια της αγάπης.
Τόσο μακριά που πήγες να βρεις το ταίρι σου
και δεν ακούς που σου φωνάζουν,
Μάνα, Παιδί μου, αδερφή και φιλενάδα.
Αχ! Το ταξίδι αυτό δεν έχει γυρισμό.
Μονάχα δάκρυα, «γιατί» δίχως απόκριση
κι ένα καντήλι στις καρδιές,
να καίει…

 

 

ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ

Ποιος στίχος θα βγάλει το λυγμό του τριζονιού;
Τη μαγεία των σωμάτων εν πτήσει
την ευτελή ματαιότητα του κύρους
τους άλυτους χρησμούς της ζωής
το αχ των ψυχών στο μαχαίρι;

*

Αρνούμαι τους κωδικούς της τάξης τους.
Αρνούμαι τις καινούργιες λέξεις να προφέρω.
Αρνούμαι να υπογράψω δήλωση παράνοιας.

*

Κάθε ποίημα και μια λάμπα θυέλλης
για τους ναυαγούς
και τους ιχνηλάτες του Διογένη.

*

Πριν δωρηθείς δεν ξέρεις τίποτα
για το σοφό σταθμό του ανθρώπου.

*

Συχνά τελώ υπό κατάληψη
από αναρχικούς στίχους.

*

Συγκατοικούν εντός μας
το φιλί και το μαχαίρι.

*

Του άλλου κόσμου τα ακίνητα
μετρούνται με σταυρούς και μνήματα.

*

Τις άγριες ώρες να γητεύεις
με φύλλα γιασεμί
και καλημέρα μέλι.

*

Πού πάει η μέρα σα νυχτώνει;
– Να φέρει φως.

*

Ο Θεός να σε φυλάει
από κερκόπορτες.

*

Σαν ηλιοτρόπιο γέρνω.
Να φωτίζομαι απ’ τον ήλιο σου.
Αφ’ όρου ποίησης.

*

Έλα προτού νυχτώσουν οι ζωές
με μια φωνή να σπάσουμε τους τοίχους
και μ’ ένα ποίημα δίκοπο
να λευτερώσουμε καρδιές.

 

 

Η ΝΕΑ ΣΑΛΩΜΗ

Με έχει ματώσει
τούτη των ημερών η αβάσταχτη
φωνή βοώντος,
των ποιητών
και των αποσυνάγωγων πλασμάτων
καθώς η νέα Σαλώμη
σε ναρκοδότη πορφυρό καιρό
τα πέπλα της σαγήνης απεκδύεται
προστάζοντας
την κεφαλή του αύριο επί πίνακι.

 

 

ΔΑΚΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ (2005)

 

ΣΙΒΥΛΛΙΚΟ

Σε λίγο θ’ ακουστεί το σύνθημα.
Η καταιγίδα θα ξεσπάσει.
Κάθε κραυγή σιωπή να γίνει.
Κάθε αλλιώτικη σημαία να καεί.
Έρμη πατρίδα.
Με μια τους λέξη κάθε όχι στο κενό.
Μικρή πατρίδα.
Μα εσύ δεν ήθελες τον έλεγχο του κόσμου.
Μόνο του κόσμου τον πολιτισμό.
Εσύ με ξύλα από τον Όλυμπο
καρδιές ζεσταίνεις.
Με του Αιγαίου τον ήλιο
ανασταίνεις και νεκρούς.
Σε βάζουνε ξανά στη μέση Ελλάδα μου.
Κι όπως πορεύεσαι βαγόνι στο συρμό
δεν έχεις δρόμο.
Η στο σταθμό θα σταματήσεις
ή στον γκρεμό.

 

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Μέσα στο σπίτι
χορεύουν οι λέξεις.
Κυκλοφορούν, λικνίζονται
τρέχουν κάθονται χάμω
κάνουν άλματα,
πετούν, κοιμούνται
και ξυπνούν ξανά.
Όταν θέλουν
μπαίνουν στη σειρά
και στοιχίζονται
στην παρέλαση του χαρτιού
σε σχήμα ποιήματος.

 

 

ΤΑΞΙΔΙΑ

Ατέλειωτα
νυχτερινά ταξίδια
απ’ το κρεβάτι στο γραφείο
κάτω απ’ την πανσέληνο
της ποίησης.
Στις μύτες των ποδιών
να μην ξυπνήσει η σιωπή.
Ο ρυθμικός ήχος του μολυβιού
κι οι δείχτες του νου
στον άγραφο χρόνο
να σημαδεύουν
ανατολικά της σκέψης,
όπου οι διαστάσεις χωνεύονται
στο ένα και στο σύμπαν
κι ανοίγουν δρόμο
για το επόμενο ταξίδι.

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Σέρνεται στο θάνατο η γαλήνη
μ’ έναν πολύβουο ίλιγγο
τετελεσμένων επαναλήψεων.
Ανάμεσα Σαββάτου και Κυριακής
διαλείμματα ασύγχρονων οργασμών.
Έρωτας με πρωτόκολλο.
Αδιέξοδοι έξοδοι
ανώφελης καταφυγής.
Ασκήσεις λεξιλογίου
της λιμνάζουσας τάξης.
Ανταλλαγές του ναι,
βεβαίως, φυσικά.

Στην πασαρέλα των οίκων ενοχής
σαρκικές παρελάσεις
σε χωμάτινες δημιουργίες.
Διαδρομές με πυροφάνι.
Τα δίχτυα σε περιπολία.

Φιλήδονα πορτοφόλια
κι αγοραπωλησίες υλικών κατεδάφισης
σε τιμές απόγνωσης.
Οι ψυχές χαρακώνονται
για μια δόση άσπρης σάρκας.

 

 

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

Κάθε μέρα διαβάζουμε
τ’ αλφαβητάρι των πληγών.
Οι κραυγές γίναν ψίθυροι.
Το ρέον αίμα
φωτογραφία πια
στην αδιάφορη ματιά μας.
Οι τριγμοί των ονείρων
ασώπαστοι.
Η έχθρα ενδημεί στις καρδιές.
Στην έρημο του αληθινού
την Κασσάνδρα εξόρισαν.
Το πανάρχαιο έκρυψαν δέος
στο υπόγειο της ντροπής τους.
Χωρίς οίκτο σταυρώνουν το φως
Ξεριζώνουν το αύριο.
Του καιρού οι όχθες γέμισαν
πένθιμα εμβατήρια.
Τα ποιήματα δεν έχουν τόπο.
Παράλυτοι οι άνθρωποι ρωτούν:
Πόσο θα είμαστε ακόμα
στα χρόνια του Δράκου;

 

 

ΤΟ ΠΕΖΟΥΛΙ

Μετοικεσία ιδεών
απ’ τις κορφές με τους αετούς
στους κάμπους με τα φίδια.
Όταν η πλημμυρίδα του κατακλυσμού
βουλιάξει την κοιλάδα
Θυμήσου
στην άκρη της αυλής
στης μνήμης το πεζούλι
κάτω απ’ την καρδιά
είναι το κλειδί.

 

 

ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΕΣ

Στους καιρούς των μεγάλων καταπατητών
κυριαρχούν αυθαίρετα
ύλη και ψυχές.
Όλοι τούτοι ελπίζουν
στο βάπτισμα της απάτης.
Εσύ,
νομοταγής του φωτός,
στης θάλασσας την άκρη
μετράς τ’ απέραντο.
Και με άγρια χαρά
καταπατάς την άμμο.

 

 

ΤΑΞΙΔΙ I

Ψιχαλίζει Αιγαίο
θαλασσινά μονοπάτια.
Έρωτας
στο κορμί του νερού.
Αιγαίο, άγιο μπλε.
Μνήμες της πέτρας.
Προσευχές αθανασίας.

 

 

ΤΑΞΙΔΙ II

Βράχια γυμνά.
Η αρχοντιά καταργεί τα χρώματα.
Η σιωπή γιγαντώνει τους ήχους.
Το ξωκλήσι λευκό
θεριεύουν τα σχήματα.
Ξάφνου
βρίσκεις τι σημαίνουν οι λέξεις.
Η ύλη
σωριάζεται στα πέλματα.

 

 

ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΑ

Αξόδευτα πάθη σωρεύτηκαν
στις παρυφές του κενού.

*

Κύμα του κορμιού
γίνεται η απουσία της ταύτισης.

*

Αχ η ειρήνη,
ποιο μύθο να δανειστούμε
για να τη φέρουμε απ’ τον Άδη;
Οι μέρες μπαινοβγαίνουν
στον καπνό της νύχτας.

*

Είναι που κρύβουν της αγάπης τον ήλιο
οι ολικές εκλείψεις του αίματος.

*

Μάτια ονείρων
ο ύπνος του θανάτου.

*

Τα όνειρα κουρέλια πάνω σε συρματοπλέγματα.
Χαρούμενοι φρουροί απαθανατίζουν.

*

Οι ιδέες δόθηκαν αντιπαροχή
σε λαμπερές αυταπάτες

*

Μας πρόδωσαν τα όνειρά μας.
Πήγαν με άλλες πραγματικότητες.

*

Προτιμώ τα χρόνια της φωτιάς
απ’ τα χρόνια της στάχτης.

*

Έτσι καθώς οι καρχαρίες κάνουν όλο και πιο
μικρούς κύκλους γύρω μας,
η σφιχτή αγκαλιά της ελεύθερης σκέψης
είναι η μόνη ασφάλεια.

 

 

ΑΝΤΙΔΩΡΟ ΚΑΡΔΙΑΣ (1999)

 

ΜΝΗΜΗ

Θυμάσαι εδώ πέρσι την Άνοιξη
τις ανεμώνες με τα κόκκινα χείλη;
Θυμάσαι πως χάιδευε το μικρό χορτάρι ολοένα
το δροσερό το χέρι του βουνού;
πως κυμάτιζαν στον αέρα
φιλιά και βλέφαρα μέλι γεμάτα;

Απλώναμε πάνω στη γη την πετσέτα της Αγάπης
γεμάτη φρέσκο ψωμί ευτυχίας.
Κι ο πόθος ανάβλυζε
σαν πηγή στα κορμιά μας.
Έτρεχε να κρυφτεί η σιωπή
καθώς η γλώσσα ύφαινε
το κόκκινο πανί της χαράς.
Θυμάσαι εδώ πέρσι την Άνοιξη!

 

 

ΗΡΘΕΣ

Ήρθες σαν τη βροχή αναστάτωση
και μου ’δωσες να ξεδιαλύνω
τ’ απέραντο χαμόγελό σου.
Μ’ ένα κλωνάρι ζαχαροκάλαμο
μ’ αγκύλωσες την καρδιά.
Πήρες αντίδωρο φιλί.
Τ’ όνομά σου μπερδεύτηκε στα χέρια μου,
ξεχάστηκε και με βασανίζει.

 

 

ΕΝΘΥΜΙΟ

Κράτησα τη μορφή σου βαλσαμωμένο στοιχείο
στην απόκρυφη βιτρίνα της συλλογής
που μαζεύω εντός μου.

 

 

ΦΥΓΗ

Ας πάμε απόψε στην τρικυμισμένη ρέμβη.
Κράτησε την καρδιά μου.
Είναι η ζωή βουτηγμένη
στις ουσίες της μονότονης επανάληψης
Κι όμως εμείς θα φύγουμε.
Γιατί μάθαμε ν’ αγαπάμε.
Γιατί ζωγραφίσαμε
τις χίλιες όψεις, του πρωτινού μας Έρωτα

Ας πάμε απόψε στη φυγή…
Ακόμα κι αν σωθεί το σχήμα της Αγάπης
Εσύ θα μ’ αγαπάς;

 

 

Ο ΙΣΚΙΟΣ

Με το χαμό σου
γνώρισα τι πάει να πει «απουσία»
Τα δάχτυλα γιομάτα θάνατο
κράταγαν νοερά τσιγάρο.
Κι έβλεπες μακριά
ποτέ μου δεν θα μάθω πού.
Έτρεχα δίχως να σε φτάνω πια
Δε χώραγα σ’ αυτό το μονοπάτι.
Το πέρασες μονάχος.
Ο ίσκιος σε κείνη την καρέκλα
επιμένει πως υπάρχεις.
Κι όποιος κάθεται
κάθε φορά δίπλα σου πάντα είναι.

 

 

ΕΞΙΛΕΩΝΟΜΑΣΤΕ

Το μαραμένο γιασεμί
στις παλιές μας σελίδες ενθυμίζει
τρυφερές συναντήσεις
από δάχτυλα άκαπνα κι αβάπτιστα χείλη.
Όμως τώρα που μάθαμε πες μου τι ωφελεί;
Θα σου κάμω ένα δώρο σαν τότε παλιά
που ζωγράφιζα την καρδιά μου
πάνω σ’ ένα πλατανόφυλλο.
Τη στέλνω τώρα σε μια σελίδα κόκκινη.
Πάνω στη Γη του Κουρδιστάν,
σ’ ένα κομμάτι Αφρικής σε μια γωνιά Βαλκάνια.
Τί ωφελεί;

Εξιλεωνόμαστε
σπαταλώντας μια ψυχή που χρόνια μαζεύαμε
απ’ το περβόλι της νιότης.
Ετοιμάζουμε αδιάφοροι
τις μελλούμενες ώρες μας
ανάλαφροι από ενοχές
κι η Άνοιξη
το πρωινό ζυμώνει με δροσάτο αγέρι…

 

 

ΧΑΡΤΗΣ

Γυρίζω τη σφαίρα της γης
Βουνά στις Ηπείρους τ’ ανάγλυφα μίση
Τα στίγματα των πόλεων αγριεμένα πλήθη
Οι σκούρες γραμμές των σιδηροδρόμων
συρματοπλέγματα για τη ζωή.
Οι κόκκινες αυλάκια αίμα…
Ανάμεσα σπαρμένα χωριά – σημάδια από πληγές.
Δάση γιομάτα καπνούς που τον ήλιο μικραίνουν.
Πάνω σε τούτη τη σφαίρα
ακινητεί ο αγέρας της ντροπής.

 

 

ΑΦΘΑΡΣΙΑ

Τ αγάλματα χαλάνε απ’ τον καιρό
Σκουριάζουν τα παλιά τα εργαλεία.
Όμως τούτα τα κύπελλα θαρρώ
πως μείνανε ακέραια και λεία.

Η μούχλα, οι νυχτερίδες δω κι εκεί,
γύρω τους κάνουν κύκλο οργισμένα.
Μα μέσα τους ψευτιά δεν κατοικεί
Χρυσά ιδανικά μόνο κρυμμένα.

Την πέτρα να πληγώσεις δεν μπορεί
Το θυμιατήρι κι άδειο σ’ ανασταίνει.
Κι είναι η αλήθεια σαν παλιό κρασί
που με το χρόνο πιότερο ακριβαίνει.

 

 

ΚΕΝΟ

Ένα σούρουπο μουσικής κατακάθεται
στα γυμνά κλαδιά του δένδρου
που φυλλοροεί η γαλήνη.
Εκεί που στέρεψε το φως
απομένει μια λίμνη κενού.
Ανατριχιαστικά σφίγγει το δέρμα
των τοίχων η ανάσα.
Σ’ αυτό το δωμάτιο
τ’ άδειο από πόρτες και παραθύρια
πώς να πιστέψεις στο αύριο;

 

 

ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ

Γυρνώ συχνά στο πέρασμα
για ν’ ανταμώσω τη σιωπή μου
πού ‘ χάσε το πράσινο χρώμα της,
γιατί το φόρεσαν οι κάμποι του Μάη.
Γεννήθηκα αργά
Πώς να προφτάσω την Άνοιξη;

 

 

Ο ΛΟΓΟΣ

0 Λόγος ανεξίτηλα βάφει τη λήθη.
Μυημένο σώμα προσφέρει μ’ αντιχάρισμα φως μυστικό.
Εξανθρώπινος χρόνος ορίζει το υλικό των ονείρων
και τα γυμνά χέρια της απλότητας.
0 Άτλαντας το Σύμπαν κρατάει.
0 Προμηθέας ταΐζει την τιμωρία του στο βωμό των ανθρώπων.
Καθώς η τροχιά μετατοπίζεται προς το θάνατο,
οι ζωές μηδενίζουν τα χρονόμετρα
στην ακήρατη αθανασία της Αγάπης…

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΧΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Έτσι θα ήταν η πολιτικώς ορθή ποίηση, αν ενείχε την αλαζονεία της ρητορείας, κάτι που ελλείπει, παντελώς. Οπτικοποιημένη γλώσσα ως κώδικας και ποιητική υφαντουργία, κέντημα ανθοτόλιστο, παλαιϊκό (όπως στο ποίημα της σελ. 54 «Ο θάνατος ολόκληρος»).
Από θεματικής πλευράς, αυτό το βιβλίο το αφιερωμένο «Στην ιερή μνήμη του αδελφού» της ποιήτριας, είναι μια ποιητική απόπειρα συμφιλίωσης με το πρόωρο τέλος, καθόλου μεταφυσική και καθόλα ελληνική-μεσογειακή: τουτέστιν γεμάτη Φως και σφύζουσα από χαρά της ζωής.
Ανατριχιαστικό το ποίημα-επίκληση στους πεθαμένους οικείους (σελ. 51):

Το ποτάμι

Του αδερφού μου

Με την ίδια ανεξίτηλη ματιά σου
Μάνα με κοιτάς
Και συ πατέρα
Ένα τσιγάρο δεν το χόρτασες ακόμα.
Απ’ το μετόχι του ουρανού καλωσορίζετε το σόι,
Τους φίλους, τους περαστικούς.

Οι νέοι με τη ζωή, μου έλεγες, θυμάμαι.
Τι στην ευχή τον έχασε το δρόμο
Πενήντα έξι χρόνων άντρας
Κι έκοψε κατά το ποτάμι
Με των ματιών τους ήλιους σφαλιστούς.
Γιατί δεν του φωνάζατε να σταματήσει;
Σ’ αυτή τη μαύρη βάρκα να μη μπει.

Αυθεντική ποίηση, Η ανημπόρια του ζωντανού στο χαροπάλεμα του άλλου, όσο δικός κι αν είναι, όσο αγαπημένος, όσο οικείος. Η ρητορική στιχουργία θυμίζει εικόνα βγαλμένη από δημοτικό τραγούδι: «Γιατί δεν σου πήρα ένα φυλαχτό; Ήρθες, με το δικό σου πρόσωπο το γλυκό, της αγάπης, αλλά δεν περπατούσες. Σε κουβαλούσαν μέσα σε κήπο τα παιδιά κομμάνο κυπαρίσσι» (σελ. 52).
Και στην αμέσως επόμενη σελίδα, δραματικός μονόλογος βγαλμένος θαρρείς από τις δημοτικές παραλογές: «Που δε μ’ ακούς. Που σ’ έκλεισε η γη και το νερό του Αχέροντα. Στο πατρικό το σπίτι άπιαστος σεργιανίζεις. Στην πόρτα στέκεται αλαζονικά το ρήμα «χωριζέτω» προστακτικά και αμετάκλητα. Στον τοίχο, οι φωτογραφίες των γονιών. Τώρα και η δική σου. Απόμεινα εξ αίματος μόνη…» (σελ. 53).
Στο ποίημα «Πικρή επετηρίδα» (σελ. 55) αφουγκραζόμεθα λυσίπονες σιωπές. Πρατηρούμε την ποιήτρια απορροφημένη στο έργο της να ζυμώνει το Φως με θραύσματα και ερείπια Ύλης, να υψώνει το δισκοπότηρο στο Αύριο.
«Ψηφίδες» τιτλοφορεί τα γνωμικά, τους αφορισμούς και τα επιγράμματα με τα οποία κλείνει αυτή τη συλλογή που θυμίζει Μεγάλη Εβδομάδα και το «ω γλυκύ μου έαρ» υποτονθορίζεται διαρκώς κάτω από το βαρύ άρωμα της ακακίας. Φωτολάτρις η Μαρία Σκουρολιάκου, γλωσσοπλάστις, νεολογίστρια, παραπέμπει στον Μιχάλη Κατσαρό και συνηχεί με τον Ελύτη, αναζητεί την Ελευθερία ως αντίδοτο της Ιδιοκτησίας, έχει την Ποίηση περί πολλού, τη θεωρεί ανεκτίμητη… «Ανέκδοτο σώμα. Ανέραστο» (σελ. 59). Τρεις λέξεις. Καλόοοοοό!!! Το ποιητικό «σώμα» ταυτίζεται με το αιθερικό. Αιθερικές περιπτύξεις και νοητικά φιλιά τα «κινήματα της ψυχής» ετούτης της ποιήτριας, που ενώ «δεν κομίζει γλαύκαν εις Αθήνας, δεν είναι διανοούμενη του συρμού, εν τούτοις αναχαράζει την ποιητική πεπατημένη με τον δικό της πρωτότυπο τρόπο, που φαντάζει ενίοτε καινοφανής.
Η εμπειρία τού παγωμένου, ασάλευτου Άχρονου στο ποίημα «Μωβ» (της σελ. 50). Χαροκαμμένος Χρόνος. Η