Category Archives: ΠΟΙΗΣΗ

diP generation 2017

1-βιβλιο

 

diP generation 2017 Ανθολογία πεζου και ποιητικού λόγου
Επιμέλεια Ιφιγένεια Σιαφάκα

Συμμετέχουν με πεζά και ποιήματα οι:
Σταυρούλα Δημητρίου – Στέλλα Δούμου – Μαρία Μανδάλου –
Μαρία Μαραγκουδάκη – ΕυσταΘία Ματζαρίδου – Αυγή Μελέτη –
Ολβία Παπαηλίου – Γιώργος Πολ. Παπαδάκης – Σοφία Περδίκη –
Ιφιγένεια Σιαφάκα – Γιώργος Σπανός – Νίκος Σταμπάκης –
Χρύσα Φάντη – Στρατός Φουντουλης και, για το αφιέρωμα της Λευκής Γεροβασίλη στη “Ζαρντινιέρα”, Λευκή Γεροβασίλη

 

Ποιήματα της ανθολογίας

 

ΣΤΕΛΛΑ ΔΟΥΜΟΥ

 

ΠΙΝΟΚΙΟ

Σκουριασμένο σούρουπο
με θύλακες νύχτας να παραμονεύουν
γωνία ασήμαντης οδού και βορεινής ακτής
μιας σύμπτωσης
άγγιξες την άκρη του βιαστικού παλτού μου
και σταμάτησες.
Φύσηξε για λίγο μια άρρωστη νιύτη
πολύ λίγο, να, ώσπου να πάρεις σχήμα.
Ψέλλισες κάτι. Σε άγνωστη γλώσσα μού φάνηκε.
Νόμισες πως εντυπωσιάστηκα.
«Μα είσαι πεθαμένος από χρόνια»,
σου είπα ατάραχα, δεν το ήξερες;
Σε κήδεψα σ’ ένα φριχτό κήπο
από μπελαντόνες στη μέση της θάλασσας.
Γύρω γύρω άλειψα άβυσσο σιωπής.
Τη μύτη σου την κήδεψα χωριστά
σ’ ένα κουτί από αμίαντο
γιατί άνθιζε ψέματα συνεχώς.
Το όνομά σου το ’τριψα στα πουλιά
που ’θέλαν να πεθάνουν.
Τον όρκο σου τον κρέμασα
στο φεγγάρι, να σκιάζονται
τα μικρά κορίτσια
πριν κερώσουν με το αίμα τους
το νήμα της αγάπης».

«Τι να την κάνω τη συγγνώμη σου τώρα;»
είπα και συνέχισα το δρόμο μου
βάζοντας δυο κέρματα
στα μάτια του γερο-ζητιάνου
που άκουσε τα ιώδη και πέτρωσε.

Στο μεταξύ είχε νυχτώσει πολύ. Μέσα κι έξω από το σώμα.

Χαμηλές οκτάβες (2013)

ΝΑΥΑΓΟΣ

Σε έρημη παραλία τα όστρακα αποφεύγουν τα λεμόνια.
Νηστικό φιλί ψάχνει ρούμι, για να γίνει ανθολογία.
Στο πουθενά, νομίσματα κάνουν τραμπάλα
το κυματάκι τούς γλείφει τα δάχτυλα.
Εσπερινοί λωτοί βρίσκονται δύσκολα
και πώς να τους ξεπατικώσεις;
Ούτε ένα πιάνο με ουρά δεν έχει ξεβραστεί
να γαργαλήσει τα πλήκτρα να ξεχαρμανιάσει η ερημιά.
Η φύτρα του Ποσειδώνα χωράει στα γραφτά του ναυαγού.
Τον δένει χειροπόδαρα, δαγκώνει την καρδιά του
παντού με ιώδιο αψύ το δέρμα τού αλείφει
μόνο τη φτέρνα τού αφήνει καθαρή
για να θυμάται άνθρωπος πως είναι κι όχι ψάρι.

Γι’ αυτό προσέχει πολύ να μην πατήσει αχινό τις νύχτες
που χορεύει χούλα-χουπ με τ’ ωκεάνιο φεγγάρι.
Τα αλατισμένα χρώματα τον έχουν από καιρό τυφλώσει.
Πότε-πότε νομίζει πως βλέπει φάλαινες –
τον ψάχνουν για να τον καταπιούν.
Και κρύβεται.

Πλοία γκρίζα, μακριά…

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΑΞΗ

Έλα στα συνεργεία να ’μερώσουμε άλογα
Των Κυριακών οι σφαίρες στο λαιμό
Ανεβάζουν θερμοκρασίες
Ποια ένδον και ποια αιφνίδια βλέμματα;
Ξεγελάς τους υπότιτλους
Μα εγώ απ’ τα χείλη διαβάζω
Πως κηδεύεις φτερά μες στα γράσα
Και ανάβεις φωτιά με τα μάτια
Σε χιλιόμετρα χίλια
Να φυτρώσουνε τόποι απ’ τη δίψα πιο άγριοι
Σκόνη σηκώνεται η μέρα που γίναμε κλέφτες
Και στραβώνει κεραίες και πέταλα, θολώνει νερά
Λύσε τα φρένα, Γκιγιέρμο, και πιάσε ερτζιανά
Θα κοιμηθώ στο πίσω κάθισμα
Τη σκηνή θα την κάψουμε
Έτσι ή αλλιώς στο τρίτο φανάρι το ζάρι στον καθρέφτη
Θα δείξει τη δύση.

 

ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΔΑΛΟΥ

 

ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΧΡΗΣΤΟΣ…

Της ύπαρξης η ανοχή
ταξίδι πρόσφορο
σε νήσο Ευρυδίκη

Εκεί βουβά κριάρια
αλέθουν στην κοιλιά τους
το χορταράκι της σιωπής
μηρυκάζοντας σύννεφα

Εκεί το κύμα όνειρο
σμίγει την άρμη
του μαστού
Εκεί το μάτι το τυφλό
ξορκίζει
τον Κανένα

Προκύπτουν
δύστηνα πτηνά
γυναίκες αναπάντητες
και θεριακλήδες
μάρτυρες
της Άπω Αθανασίας

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Τώρα κατοικώ
αυτό το σπίτι – μια πληγή

Χαράζει μέσα μου
φεγγάρι ίσαλο
οδυσσευάμενη σκιά
σε άδοξο ταξίδι
πεπρωμένο

Στάζουν τα τσίγκια του
έχθρητες – Κλυταιμνήστρες
Μόρμυρος ήχος
σαλεύει τα δοκάρια του
Φωλιές χελιδονιών
συνάζουν αμαρτίες
παλιές στις κόχες του

Σκύβει στο μπαλκονάκι του
η θλίψη μου, δειλή
υγρή Μαντόνα, αφορμή
συνάζει άωρα τα μέλη μου
στων ματιών της
την άκριτη Ιθάκη

 

ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Άρρωστος ύπνος απόψε ξανά
πνιγμένος στα φαντάσματα
Τρένα παυσίλυπα
με ξεγελάνε στο σταθμό
ανάβουν θάλασσα
τα σιωπηλά βαγόνια τους
χιονισμένα αγάλματα
στην πάχνη των Αιώνων
επαιτούν ένα ψίχουλο δάφνη
τον άβατο χρησμό
μασουλώντας ακρόπρωρα

Ακούγεται τότε καπνός
ένα σύριγμα ρόπτρο
Βαρύθυμα κουπιά
αρμοί φουγάρα

Εκείνο της Καρένινα
το είδωλο
οξειδωμένος οιωνός
βαριά η ανάσα της
ιδρώνει
στο πλευρό μου
βρίσκομαι αίφνης
να της κρατάω το παλτό
χιονίζει μες στο όνειρο
Το ξέρω δεν θα την προλάβω
ία χαθεί βιαστικά
σε σελίδες λουλάκι

θα τρέξω πίσω της
μες στην παλάμη μου
θα σφίγγω
τον αρχαίο οβολό
το ύστερο μειδίαμα
υφάδι αμαρτωλό
λίγο προτού την ήττα…

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

 

ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΟΣ

Μη με λες ονειροπαρμένο. Δεν είμαι. Ο ονειροπαρμένος
απλώνει τα δάχτυλά του πάνω στο σώμα της νύχτας και
πιάνει την αύρα της. Δεν είμαι εγώ αυτός.
Το απροσδόκητο εξωραΐζει και ραντίζει το γκρίζο
με μοβ αχάτη. Δεν είναι φίλος της δόξας,
παρά μόνο ακίνητος θωρεί τις αλλαγές στο κύμα.
Δεν επεμβαίνει στην ύλη. Διακρίνει το όμορφο
μέσα στο άσχημο. Γεννάει ιδέες καθισμένος σε
μια τέντα από τη γη ως τον ουρανό. Είναι σιωπηλός.
Εγώ δεν είμαι. Απλώς βρίσκομαι στην άκρη της τέντας
ξηλώνοντας τον αέρα με την άγνοιά μου. Ράβε ξήλωνε,
ράβε ξήλωνε. Μια λάθος βελονιά και πήρε
ο διάολος τον κόσμο. Κι εκείνον μαζί.

 

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Μια μέρα ολόκληρη ακολούθησα το Λόγο.
0 Λόγος είναι ένας κι οι μέρες μικρές
Αποκαλύπτομαι κάθε μέρα, μα όσο μακρύτερα πάω,
τόσο πλατύτερη η νοσταλγία. Μια λεπτομέρεια στο όνειρο
κάνει το λεπτό αιώνα. Τα βράδια, σύναξη μυστική με Μπλέηκ.
με ήχους γλυκείς μιας άρπας! Απλώς ακούω το Λόγο.
Ο Λόγος είναι ένας κι η Γνώση απέραντη.
Ακόμα κι η γάτα που πνίγεται εκεί
φτάνει να πιάσει το φεγγάρι (που ’ναι σα σβούρα).
Δεν είν’ αυτός ένας λόγος να δώσω το βασίλειό μου για μια
γάτα;
Μια σβούρα κόκκινη με σκοτεινή τη μια πλευρά· το φεγγάρι.
Το βασίλειό μου για μια γάτα.

Από τη συλλογή Νέα Ατραπός

 

ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ

 

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ

Δεν μπορείς να γράψεις, λένε, για τραύματα νωπά.
Έτσι όπως σπαρταράει η σάρκα τους
ροδαλή ακόμα πριν από τη σήψη
προκαλεί στον νου θρομβώσεις
κι εκείνη η αναβλύζουσα σχισμή
δακρύρροιες επιφέρει.
Συγχύζονται οι προτάσεις, γίνονται εκδορές
πληγές αιμορραγούν
σχίζονται χαρτιά κι άλλα χαρτιά
τυλίγουνε απορροφητικά το σώμα
αλλά λειψά είναι, τι να σου κάνουν.
Ανήκεστος η βλάβη.

Κι ύστερα ακούγεται
κι ο μακρινός εκείνος ρόγχος των πραγμάτων
αχός που ακατάσχετα μονολογεί
σφαδάζει του λόγου η εκφορά
απαιτεί απόσταση αναπνοής
και ασφαλείας ζώνη
ένα φιλί ζωής εναγώνια ζητά
που πάντα τον κανόνα επιβεβαιώνει.

 

ΧΟΡΕΨΑ

Χόρεψα με πόδια γυμνά
πάνω σε καμένο χώμα.
Ήταν η μεγάλη του θέρους γιορτή
μου είχαν κλέψει τα παπούτσια
σε ηλικία τρυφερή οι Ακάνθινοι
άλειψαν στα δάχτυλά μου το πιο πικρό οξύ
να μην έχει αίσθηση, έλεγαν, να μπορέσει να σταθεί.

Περπάτησα πολύ πριν φτάσω ως εκεί.
Μίλια βήματα, ξυράφια οι αιχμές,
ανηφοριές να σου κόβουν την ανάσα
και πέτρωσαν οι φτέρνες
απέκτησα σιγά σιγά άκρα φολιδωτά
τα χάιδευα τις νύχτες
πέλη από βελούδα ανάποδα.

Τα φόρεσα, μ’ αυτά χόρεψα στη μεγάλη γιορτή
σε γη καυτή κι ήμουν ήδη μορφή Χιμαιρική.
Ήταν πια αργά
όταν άκουσα τ’ αηδόνι γλυκά να μου λαλεί.

 

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

Μέσα στο όνειρο εγκαταλείπονται όλα
και ξαναβρίσκονται σε μια στιγμή
ακαριαία
την ώρα που τα φύλλα της κορομηλιάς
τρέμουν γύρω απ’ τον σφιχτό κορμό
κι η αφή φτάνει στο έπακρο.

Πιο κει πρόσωπα αχνά
με μάτια έντρομα κοιτούν
το στημένο σκηνικό
η ανάσα του μεγάλου βατράχου
ψιθυρίζει στη γη
την τελευταία προσευχή
ένα ρυχόσπερμα ανθίζει ξαφνικά
μες στην αυλή
ενώ κανείς δεν το ποτίζει
μια πρόταση μυστική
εκεί που πάει να συνταχτεί
γίνεται θρύμματα και τότε
αρχίζουν τα αινίγματα.

Κι εσύ που στεκόσουν προ ολίγου
ζαρωμένη στον αγέρα φιγούρα
κι έβλεπες το τραύμα σου
από την εναιώρηση
στη βραχώδη πλαγιά
μετρούσες τον σπασμό σου
κι ευχόσουν
να μην είναι η πληγή αυτή
στο γόνατο το παιδικό
που θα σε έκοβε για πάντα στα δύο
βρίσκεσαι τώρα με σταθερή ανάσα
σ’ ένα συγκεκριμένο
χειμωνιάτικο τοπίο.

Κοιτάς
της μνήμης σημάδι
για το γεράκι που θα ’σαι
στο επόμενο όνειρο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

 

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Ένα πλήκτρο αστερία δεν μπόρεσε ν’ αρμέξει
με τη σπιρτάδα από άλμη ούτε μια ρώγα σταφυλιού
που αναφλεγόταν ερήμην μας σε οιωνούς κληματαριάς
ραντίζοντας μ’ άγριο θέρος τις σκιές μας όταν
η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε
το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι
όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας
τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη
αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας
για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος

 

ΝΥΧΤΑ ΔΕΡΜΑΤΙΝΗ

Τρέχαν ξυπόλητοι κάτω απ’ την αστροφεγγιά
που ’σπερνε δόντια θάλασσας
στης νύχτας τις συρράξεις
Στο φλοίσβο η γλώσσα έραψε γυαλί
η σάρκα κόπηκε σανδάλι

Να με φοράς όταν σ’ αρνιέσαι! ακούστηκε

Νύχτα δερμάτινη, Θε μου, ψέλλισα, είσαι
και πώς θα με κουβαλάει ολομόναχος
με τα παιγμένα χνάρια μου στα ζάρια;

 

ΟΙ 4 ΓΑΤΟΙ

Περιουσίες χάλασα σ’ αργόστροφα φεγγάρια
ελεημοσύνες σε φιγούρες σαλτιμπάγκων
Γύρευα τη φυγή σε ψευδορκία ελλειμμάτων –
Με χέρια στο χρυσάφι της παλέτας
φωνήεντα τρυγούσα αζευγάρωτων βατράχων
μες στο μπαούλο με τα μπακιρένια οστά
και το προικιό της νύχτας τυλιγμένος.

Μπούστο από ρόδο, ρύζι, κάρδαμο, λειχήνες
λιγόστευε την υγρασία στ’ άσπρα ρούχα –
ποιος ξέρει, άραγε, για σάβανο ή πτήση;
Ντύνανε τα μπουλούκια με τις νύφες τον παλιό καιρό
και τους λευκούς με τα όπλα γάτους στη μασχάλη –
μια σπίθα ελευθεριότητας στη γη μας

Ήρθε και χτύπησαν τον Μαύρο Γάτο στα διόδια
και άλλους 4 μαζί στο ίδιο χρώμα
Έκτοτε «το εύδαιμον το ελεύθερον»
όταν παίρνει το εύψυχον αέρα
καίει -και στην Ανάσταση ακόμη-
για λαμπάδα τη φορμόλη με κορδέλα
στα ρουθούνια

Οι 4 γάτοι: Καφέ-εστιατόριο στη Βαρκελώνη, που άνοιξε το 1897 ο Pere Romeu, κατά το πρότυπο του Μαύρου γάτου στο Παρίσι, και το οποίο συγκέντρωνε τους γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΠΑΝΟΣ

 

ΠΟΙΟΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Τα βρόχια στα βουνά ίδια δες τα
πώς πιάσαν το πέρασμα
στα φανάρια με τα παιδικά τους μάτια
τα τσαντάκια μέσης
τα επαιτικά ισχνά δάχτυλα
βαφτισμένα
μες στη ζαλάδα των καυσαερίων
των βρισιών και των κλάξον,
ξέρεις δεν προορίζονται να παίξουν κάποτε
ποτέ
σ’ αυτάρεσκα πλήκτρα του πιάνου
μια Fuga του Μπαχ

με ρωτάνε για σένα

τις φυγές στους δρόμους μιας Αθήνας
πριν γεννηθούν
διαψεύσεις
στην εξορία των συμμιγών μας συμπτώσεων
με τις οποίες δεν ξεμπερδεύεις

 

ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Σημάδι ότι
συνήθισε να τα κάνει μούσκεμα

γιατί είχε ανάγκη από ένα αδιάβροχο
όσο την περίμενε
μες στο φτύσιμο

κορμάκι ουρανοκατέβατο βροχοσταλίδα
σα δάκρυ
σαν κύλησε
σε φύλλο λωτού νότιζε παρελθόν

και μετά πατήσανε τα βήματα κουρασμένα
αχθοφόρος η σιωπή
των βουερών εκδρομών τους
κράτησε άνθιση

με ή χωρίς τα παράγωγά της
(κι ας δίνει νεκρό σημείο
δηλαδή ούτε κέρδος ούτε ζημία

ή, όπως λένε, τριβές δεν υπάρχουν)

 

ΚΑΛΟΥ ΚΑΙΡΟΥ

Η εξεταστική στη δυνατή αποχώρηση
δοτή σταθερά
είναι φινάλε με ένδειξη αλέγκρο
σε χορό τελειόφοιτων
ήτανε αποτέλεσμα κατά τη φορά του βέλους
κι όπου φύγει-φύγει εκτός διδακτέας

το στυλό στάζει
άγχος και πλήξη –

μην υπολογιστούν 3ψ ρίχτερ που θα ισοπέδωναν
το ινδιάνικο χωριό σας φτερωτές
μονάδες
σαν τελευταία πεταχτή ματιά απ’ τις αντιγραφές
όπως τρέπεστε του κύκλου

αναγνωρίζεται μία ανεξεταστέα ιδέα της τάξης
ή τίποτα από τα παραπάνω

διδασκαλία(ν) αποποιούμενο
ένα τίποτα

 

ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΜΠΑΚΗΣ

 

ΛΥΚΟΦΩΛΙΑ

(Απόσπασμα)

Ανάμεσα
Σ’ εμέ
Και τ’ οτιδήποτε
Ιδές παρεισφρέει
Ένα σχήμα
Όχι διόλου πράγματος
Αλλά πολύ παρόμοιο
Με τ’ ασαφές ολόγραμμα
Που στείλαμε άκουσα
Στον Άρη (ή τον Ερμή;)
Μια Κυριακή πρωί π’ αποφασίσαμε
Πως πρέπει κι άλλοι (ίσως τυχαίοι) πλανήτες
Να πληροφορηθούν έστω και μερικώς
Περί του πλούτου της γήινου κοινωνίας
Των παντοειδών μας πολιτισμικών επιτευγμάτων
Ή ίσως, ακόμη, και αυτής της ύπαρξής μας
Κάτι που (καθώς λίγοι αντελήφθησαν:
Εις εξ αυτών εγώ) θα τους παρείχε πλεονέκτημα
Έναντι ημών, δυνητικά μοιραίο
Αφού εμείς θ’ αγνοούσαμε και πάλι τη δική τους
(Την ύπαρξή τους) ενώ εκείνοι εξαιτίας μας
(Χάρη (τι χάρη;) στον υπέρμετρο ενθουσιασμό μας
Τον εξυπνακισμό μας και την, θα ’λεγα, ανυπόφορη
Αλαζονεία μας, ότι εμείς είμαστε κάποιοι τάχατες
Κι οι άλλοι τίποτες, ή όχι και πολύ
Και τους τα λέμε όλα για να τους διδάξουμε
Κι εκείνοι αδράχνουν (τι, κορόιδα;) ευθύς την ευκαιρία
Και πάλι στο τσεπάκι τους μας βάζουνε
Καθώς εμείς περιαυτολογούμε ανοήτως
Μα τι τα θες, από μικροί φαινόμασταν
Και στα γεράματα πόσο (ή πόσω) μάλλον)
Ενώ εκείνοι εξαιτίας μας λέω
0α ξέρουν κατιτί για μας και θα συνάγουν άλλα
Με την ενδεχομένως υψηλή τους διάνοια
Που θα περιλαμβάνει (ίσως) και την τηλεπάθεια
Ως καθημερινή κι απλούστατη δεξιότητα
Όπως σε μας η πλύση των δοντιών, ή να τραβάς χωρίστρα
Ή ακόμη να σε πιάνει λόξυγκας ενώπιον
χρωματικού συνδυασμού
Που σου θυμίζει την αμφίεση της παιδικής καλής σου
Μια βραδιά χειμωνιάτικη, προ τριακονταετίας και πλέον
Εμπρός σ’ ένα κατάστημα ειδών νεωτερισμού
Που δεν υπάρχει πλέον, μα και να υπήρχε
Θα είχε ολοσχερώς αλλάξει την πραμάτεια του
Την πρόσοψη, το καθετί που το όριζε
Τόσο που είναι ζήτημα το κατά πόσον
Θα επρόκειτο για το ίδιο μαγαζί, και τέλος πάντων
Θα έχουν (ίσως) αυτήν την ικανότητα
Της τηλεπάθειας, ή όπως αλλιώς την λένε
Στη γλώσσα τους, που θα διαθέτουν (δίχως άλλο)
Παρότι (ίσως) δομικά διαφορετική
Απ’ τις δικές μας, πιθανόν δε χωρισμένη
(Όπως με μας) σε γλώσσες επιμέρους
Με πιθανούς αντίστοιχους εθνικισμούς
Με τα δικά τους είδη κι έθιμα (τσιγάρα, τρίκυκλα, τελάρα)
Και κάτι αντίστοιχο της παρ’ ημίν οικονομίας
Μα δίχως τόσες φασαρίες κι ανισότητες
Ή, αν υπάρχουν, κάπως πιο εμπεδωμένες
Κι αφού θα έχουν (λέμε) τόσες ικανότητες
Θα ξέρουν (δίχως άλλο) τι συμπέρασμα να βγάλουν
Και πώς να μας επιτεθούν, αν ο μη γένοιτο θελήσουν
Ενώ εμείς θα παίρνουμε ψηλά τον αμανέ
Σαν χωριανοί από την Άνω Γερακόβρυση
Δίχως να ξέρουμε τη διαφορά από την Κάτω
Ή αν υπάρχει Άνω και Κάτω, ή ακόμη
Κι η ίδια αυτή αν υπάρχει Γερακόβρυση
Και αγνοώντας το να επιμένουμε ωστόσο
Πως έχουμε ψωμί στον Άρη (ή ίσως τον Ερμή)

 

ΛΕΥΚΗ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΦΥΛΛΩΜΑΤΑ

Ένα δέντρο στην άκρη του δρόμου
αν και αειθαλές δεν έχει πια φύλλα
οι ρίζες του εκτίουν ποινή εγκλεισμού
στο πυκνό τσιμέντο της πόλης
τον αιωνόβιο κορμό απορρίμματα πολιορκούν

Ημιθανές δέντρο στην άκρη του δρόμου
και δεν τολμά να τ’ αγγίξει η ψυχή μου
δειλή κι ανίκανη, κατεστραμμένη κι αυτή
στην ανείπωτη άκρη του δρόμου

 

ΑΠΟΣΙΩΠΗ

Πνιγμένη η κραυγή στο λυκόφως του φόβου
απόηχοι θαμμένοι κάτω από λόφους χαμένων ευκαιριών

Δυσδιάκριτα ίχνη μαδημένων ονείρων
σέρνονται σιωπηλά
ανασηκώνουν ανεπαίσθητα την άμμο της λήθης

Ερωτηματικά αιωρούνται στο αναπάντητο κενό
περιμένοντας ούριους ανέμους
την πολυπόθητη ώθηση μακριά από την κόψη;
την πολυπόθητη ώθηση προς την πτώση;
ή ίσως την πολυπόθητη ώθηση προς μία Ιθάκη
μια οποιαδήποτε Ιθάκη;

Και το κενό ανταπαντά με το απόλυτό κενό
σιωπή εκκωφαντική
γεμάτη φαντάσματα ειρωνικά

χασκογελούν χωρίς ήχο
σαρκάζουν τους πόθους
απογυμνώνουν τις κοίλες φιλοδοξίες
σωρεύοντας στις κυρτές πλάτες του εγώ
αυτό που ακολουθεί τη σιωπή

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ

Θυμάμαι πάντα εκείνη την Κυριακή
στην επαρχιακή πλατεία
πώς χαμογέλασες φεύγοντας

Το βλέπω ακόμη το χαμόγελό σου
μπροστά στα μάτια μου
κάθε φορά που τ’ ανοίγω
στα όνειρά μου
κάθε φορά που τα κλείνω

Και είναι αστείο
πώς από μια ολόκληρη ζωή
που περάσαμε μαζί
μόνο αυτό το χαμόγελο του χωρισμού
έχει μείνει
να στοιχειώνει το αβίωτο
της ζωής μετά από σένα

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

1-1011789_10200430437828153_1465902388_n

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε Νομικά στο Α.Π.Θ. Εργάστηκε για δέκα οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.
Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής οκτώ ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορήματα και δύο θεατρικά έργα.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Ποίηση

1. Σχέσεις σιωπής Εγνατία 1985
2. Η νύχτα είναι μια φάλαινα Βιβλιοπωλείο Λοξίας 1990
3. Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα Νέα Πορεία 2004
4. Η λίμνη, ο κήπος και η απώλεια Νέα Πορεία 2006
5. Η αλεπού και ο κόκκινος χορός Γαβριηλίδης 2009
6. Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς Γαβριηλίδης 2012
7. Κλινικά απών Γαβριηλίδης 2014
8. Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης Γαβριηλίδης 2016

Β. Μυθιστόρημα

1. Ψιθυριστά Παρατηρητής 2002
2. Ο βοηθός του κυρίου Κλάϊν Μελάνι 2017

Γ. Θεατρικά

1. Ορφέας στο μπαρ Πάροδος 2005
2. Το ιερό δοχείο Θίνες 2015

Δ. Ηλεκτρονικά βιβλία

1. Απαγόρευση κυκλοφορίας, 2013
2. Η μυστική ζωή των ποιημάτων, 2014
(Ποιήματα της ιδίας με φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου)

 

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΪΝ (2017)


ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ποιος είναι ο Κύριος Κλάιν; Γιατί προσλαμβάνει τον Στέφαν, πρώην δικηγόρο, νυν άνεργο, ως βοηθό του, θυρωρό και συντηρητή για σαράντα εικοσιτετράωρα; Ποια μπορεί να είναι η λύτρωση για ένα εγωκεντρικό άτομο που δεν ενδιαφέρεται και δεν σχετίζεται ουσιαστικά με τους άλλους ανθρώπους; Μπορεί ένας άνθρωπος να επηρεάσει το περιβάλλον του και να γίνει καταλύτης στη ζωή των άλλων; Τοποθετημένο σε κάποια γωνιά του πλανήτη Γη, αρχές εικοστού πρώτου αιώνα, μέσα σε μία παγκόσμια κρίση, το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη με τρόπο αλληγορικό και συμβολικό εξετάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και την υποχρέωση του ατόμου προς το κοινωνικό σύνολο, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέλος.
Ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα για την απώλεια, την κάθαρση και κυρίως για την αγάπη, μια και αυτή είναι, σύμφωνα με τη συγγραφέα, η συγκολλητική ουσία του σύμπαντος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

0 κύριος Κλάιν έβγαλε μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά από τη βαθιά του τσέπη, έβαλε το μεγαλύτερο από αυτά στην κλειδαριά, η εξώπορτα της πολυκατοικίας υποχώρησε με θόρυβο κι από μέσα ξεπρόβαλε το σκοτεινό της υπογάστριο. 0 Στέφαν τον ακολούθησε κι ένιωσε σαν να κατέβαιναν επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης. Στη δεξιά πλευρά της εισόδου υπήρχε μόνον ένα θυρωρείο με έναν ξύλινο πάγκο και μία καρέκλα. Ο πάγκος ήταν σκεπασμένος με έντυπα, ενώ στον αριστερό τοίχο ένας θολός καθρέφτης έστειλε πίσω την αντανάκλαση των μορφών τους. Ήταν άραγε πάλι η φαντασία του Στέφαν ή ο κύριος Κλάιν εμφανίστηκε ξαφνικά θεόρατος στη μισοσκότεινη είσοδο; Ίσως όμως να τον κάνει τόσο επιβλητικό ο τρόπος που ρουφάει τον αέρα γύρω του, η μεγαλοπρέπεια ενός άρχοντα που επιθεωρεί την επικράτειά του, και γιατί όχι άλλωστε, αφού η πολυκατοικία αυτή με τα πέντε διαμερίσματα, ένα σε κάθε όροφο, ανήκε ολοκληρωτικά σ’ αυτόν και σήμερα θα την έλεγχε με τη συγκατάθεση βέβαια των ενοίκων και τη βοήθεια του Στέφαν.
Από μια εσωτερική τσέπη του σακακιού του, ο κύριος Κλάιν εμφάνισε μια κατάσταση με ονόματα και ο Στέφαν πρόλαβε να δει μουτζουρωμένα γράμματα, που καβαλίκευαν το ένα το άλλο.
«Διαμέρισμα 102 στον πρώτο όροφο. Τυπική τετραμελής οικογένεια, ο κύριος και η κυρία Μουρν, αυτός δικηγόρος, αυτή ασφαλίστρια, δύο παιδιά, κόρη δεκαεπτά, γιος είκοσι, θα τους πετύχουμε στο πρωινό. Είστε έτοιμος;» ρώτησε και κοίταξε με σημασία το μπλοκάκι και το στιλό που κρατούσε
ο Στέφαν στα χέρια του. Οι οδηγίες που είχε λάβει την προηγούμενη μέρα στο τηλέφωνο από τον κύριο Κλάιν ήταν πολύ συγκεκριμένες. Όχι τάμπλετ ή ηλεκτρονικό σημειωματάριο, ένα μπλοκάκι μόνο και μάλιστα συγκεκριμένων διαστάσεων και μια πένα. «Τι σημασία έχει;» είχε πει η Κρίστυ σκληρά. «Ακόμα και αν σου ζητούσε να κρατάς κατσαβίδι και κλεφτοφάναρο, θα έπρεπε να τον υπακούσεις, έτσι ζορισμένοι που είμαστε».
Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν υπερσύγχρονη και προφανώς είχε αντικατασταθεί πρόσφατα. Τόνοι από ατσάλι που άστραφτε. Ο κύριος Κλάιν χτύπησε το κουδούνι. Η κυρία Μουρν τούς άνοιξε σχεδόν αμέσως.
«Σας περίμενα», είπε και ένα χαμόγελο έσπασε το πρόσωπό της σε ρυτίδες. Ύστερα πάλι το πανί του δέρματος τεντώθηκε. Είχε ξανθά μαλλιά πιασμένα σε κότσο και φορούσε ένα κομψό κλασικό ταγέρ. Λικνιζόταν επιδέξια πάνω στις ψηλές της γόβες, όμως ο Στέφαν είχε την αίσθηση ότι
από στιγμή σε στιγμή θα σωριαζόταν στο πάτωμα. Τα γαλανά της μάτια ήταν ψυχρά σαν δυο στρογγυλά κομμάτια καθρέφτη.
Παραμέρισε για να περάσει πρώτος ο κύριος Κλάιν και ύστερα τον ακολούθησε σε ένα μεγάλο σαλόνι ενωμένο με την κουζίνα, με μεταλλικές πολυθρόνες, γυάλινο τραπέζι, μεγάλους πίνακες με αφαιρετική ζωγραφική στους τοίχους και ένα χαλί σκακιέρα με μαύρα και άσπρα τετράγωνα στο
πάτωμα. Όλα τακτικά, οργανωμένα, καθαρά. Πάνω στο γυάλινο τραπέζι υπήρχε το πρωινό. Μπολ δημητριακών, φρούτα, γιαούρτι και γάλα. Ο κύριος Μουρν, ένας γοητευτικός άντρας με γκρίζους κροτάφους, ντυμένος με ένα ακριβό κοστούμι και καλογυαλισμένα παπούτσια που έτριζαν καθώς περπατούσε, σηκώθηκε και τους χαιρέτισε με χειραψία. Το χέρι του ήταν κρύο και άτονο. Στο τραπέζι είχε απομείνει η κόρη της οικογένειας να τρώει δημητριακά που μούλιαζε σε λίγο γάλα και τα κατάπινε αθόρυβα για να μην ταράξει τη σιωπή.
Η κυρία Μουρν τούς έδειξε τους αναπαυτικούς καναπέ-
δες με τα αφράτα μαξιλάρια και κάθισαν όλοι εκεί.
«Ο γιος σας κοιμάται ακόμα;» ρώτησε ο κύριος Κλάιν, αφού τα μάτια του, σταχτιά ποντίκια, διέτρεξαν το διαμέρισμα.
«Ναι, κοιμάται πάντα ως αργά», ράγισε η φωνή της κυρίας Μουρν.
«Όχι, ξυπνάει νωρίς και πάει για περπάτημα», απάντησε ο κύριος Μουρν ταυτόχρονα.
Μια αμήχανη σιωπή διαδέχτηκε τα λόγια τους.
Τότε η κόρη σταμάτησε να τρώει και γύρισε το κεφάλι προς την κατεύθυνσή τους. Η ματιά της διασταυρώθηκε με του Στέφαν για μια στιγμή. Είχε τα γαλάζια μάτια της μαμάς της, μόνο που αυτής ήταν βαθιά και υγρά. Μάτια ζωντανά που πάλλονταν. Φορούσε τη στολή του σχολείου της, γκρίζα φούστα και μπλε πουλόβερ από το οποίο ξεπρόβαλλε νούφαρο ένα άσπρο πουκάμισο. Ήταν υπερβολικά αδύνατη, στη βάση του λαιμού της πρόβαλλαν ανάγλυφα τα κόκαλά της. Ωστόσο ο Στέφαν τη βρήκε ελκυστική.
«Ο αδελφός μου δεν μένει πια εδώ», είπε με καθαρή φωνή που έσπασε την κρυστάλλινη ατμόσφαιρα.
«Εντελώς προσωρινά, φυσικά!» επενέβη βιαστικά η κυρία Μουρν. «Ξέρετε πώς είναι τα σημερινά παιδιά. Λατρεύουν την ανεξαρτησία τους. Σύντομα θα είναι πάλι μαζί μας».
Ο Στέφαν κοίταξε το τραπέζι και παρατήρησε ότι υπήρχαν πάνω του τέσσερα σερβίτσια φαγητού.
Η κυρία Μουρν ακολούθησε το βλέμμα του.

«Για εμάς είναι ακόμα εδώ». Όταν χαμογελούσε, η κυρία Μουρν άλλαζε ηλικία, το πρόσωπό της τσαλάκωνε και έβλεπες πώς θα ήταν σε είκοσι χρόνια.
«Ναι», είπε ο κύριος Μουρν με καλλιεργημένη φωνή που μάλλον θα χρησιμοποιούσε για να κατευνάσει τους πελάτες του. «Ο Μπίλλυ είναι ακόμα εδώ. Η μητέρα του επιμένει να καθαρίζει το δωμάτιό του, να πλένει τα πουλόβερ, να τακτοποιεί τα ντουλάπια του. Και βάζει πάντα ένα επιπλέον
σερβίτσιο στο τραπέζι για το πρωινό στις οκτώ, το μεσημεριανό στις πέντε και το δείπνο στις οκτώ. Η σύζυγός μου, βλέπετε, κύριοι, είναι η προσωποποίηση της τάξης».
Ο κύριος Κλάιν και ο Στέφαν προσποιήθηκαν ότι δεν πρόσεξαν την καλυμμένη μομφή και χαμογέλασαν τυπικά.
«Και γι’ αυτό ακριβώς με επέλεξες, αγάπη μου, για να οργανώσω το χάος στο οποίο είχες συνηθίσει να ζεις». Το χαμόγελο της κυρίας Μουρν είχε αρχίσει να ξεχειλώνει και να κρέμεται πλαδαρό. Ο Στέφαν είχε την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή η γυναίκα θα αναλυόταν σε λυγμούς.
Και τότε πρόσεξε ξαφνικά κάτι παράξενο. Ενώ μιλούσαν, η κόρη είχε τελειώσει το πρωινό της, αλλά συνέχιζε να κάθεται στο τραπέζι. Είχε πάρει ένα κοφτερό μαχαίρι και ανασηκώνοντας το μανίκι της, έμπηγε απορροφημένη την άκρη του κοφτερού μαχαιριού στο λευκό ζυμάρι του μπράτσου της μέχρι να ματώσει. Μικρές σταγόνες αίμα λέκιαζαν το λευκό τραπεζομάντιλο. Το χέρι ήταν γεμάτο περίτεχνα μπλαβά λουλούδια, που κάποια είχαν επάνω τους ξεραμένο αίμα, πράγμα που σήμαινε ότι αυτό ήταν κάτι που η δεσποινίς Μουρν έκανε πολύ τακτικά. Για μια ακόμα φορά οι ματιές τους διασταυρώθηκαν, το μανίκι αμέσως της κατάπιε το χέρι, φόρεσε τη σχολική της σάκα στους ώμους, χαιρέτησε τυπικά και έφυγε.

 

 

 

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ (2016)

 

 

Α. ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

 

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

 

I

Ο άντρας στην φαντασίωσή της γέρασε.
Πέταξε το μαστίγιο και τα γάντια
κάθεται κουλουριασμένος στην φωτιά
ενώ ο χρόνος
του γλείφει πιστά τα πόδια.

 

II

Η γυναίκα μεγαλώνει.
Τα ποιήματα μικραίνουν.
Θα πρέπει να παραγγείλει
άλλο μέγεθος πόνου.

 

V

Μην έρχεστε σε μένα, τους φωνάζω.
Διαβάστε την πινακίδα,
είμαι από την γενιά του ιδιωτικού οράματος
που ομφαλοσκοπεί.
Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι
χώνονται στους στίχους
μπλέκονται στο αμπάρι
πλημμυρίζουν το κατάστρωμα.

 

VII

Δεν ξέρει πώς να τελειώσει ένα ποίημα.
Ίσως γιατί ποτέ ένα ποίημα δεν τελειώνει
πάπυρος ξεδιπλώνεται στον χρόνο
βούβαλοι χαραγμένοι στις σπηλιές.
Μόνον οι άνθρωποι τελειώνουν.
Ύστερα η γάζα της νύχτας στο οστεοφυλάκιο
μούμιες αναμνήσεις τούς τυλίγει.

 

 

IN MEMORIAM

III

Ο μπαμπάς μου υπήρξε ένας παλαιάς κοπής γιατρός, από αυτούς που ψηλαφούν το ανθρώπινο σώμα και νιώθουν κάτω από τα δάχτυλά τους το πρόβλημα, από αυτούς που τις περισσότερες φορές πληρωνόταν με αυγά ή φρούτα, από αυτούς που εκτός από παθολόγοι και καρδιολόγοι ήταν ταυτόχρονα και ψυχοθεραπευτές. Από αυτούς που άγγιζαν, από αυτούς που συμπονούσαν. Δεν υπήρξε ποτέ ούτε πλούσιος, ούτε διάσημος, όμως όταν έλεγα το επίθετό μου, πέντε στους δέκα ανθρώπους με ρωτούσαν, αν ήμουν κόρη του και είχαν να μου αναφέρουν ένα καλό, που τους είχε κάνει. Την περίοδο που είχαμε μείνει μόνοι, τον θυμάμαι να μαγειρεύει μία ντοματόσουπα δικής του επινόησης. Έκοβε ντομάτες και μέσα έριχνε λαχανικά, ρύζι και ό,τι άλλο ήταν διαθέσιμο στο ψυγείο. Το μείγμα πάντα έκρυβε μία έκπληξη, τις περισσότερες φορές όχι και τόσο ευχάριστη. Έτρωγα πάντα όμως την σούπα που μου μαγείρευε. Ίσως αυτό που θα μου λείψει περισσότερο είναι η ντοματόσουπα αυτή.

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ι

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ώς πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

 

Β. ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΧΑΝΣ;

 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΡΟΟΥΝΤ

Ι

Εκείνο το απόγευμα
στις πέντε και σαράντα δύο
οι γυναίκες της οδού Ρόουντ
βγήκαν από το σπίτι
ανέβηκαν στον λόφο
έπλεξαν τα χέρια
κι άρχισαν να στροβιλίζονται
αντίθετα απ’ τους δείκτες
ενός χρόνου που δεν όριζαν,
δακτυλοδεικτούμενες κι αθώες,
ώσπου τα φορέματά τους ξεκουμπώθηκαν
οι κολλαριστές ποδιές ξελύθηκαν
τα μεσοφόρια φούσκωσαν στον αέρα,
γυμνές τότε και ελεύθερες,
συνέχισαν να περιστρέφονται
ώσπου το έδαφος έλιωσε κάτω από τα πόδια τους
κι οι ίδιες έγιναν μία σταγόνα ζυμάρι
στο ξύλινο τραπέζι.

 

II

Μα τι περιμένουν οι γυναίκες
με τα λευκά σκουφάκια
τα μαύρα φουστάνια, τις άσπρες ποδιές,
ποια άφιξη, ποια επιστροφή;
Μόνο το θρόισμα θα μείνει απ’ τον ποδόγυρο τους
ίσως και ένα όνειρο βαμβακερό
που να σκαλώσει πρόλαβε στο ράμφος πελαργού.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΟΧΕΙΟ (2015)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Τι θα γινόταν άραγε, αν ο Νώε δεν έπαιρνε μαζί του στην Κιβωτό, την Εμζάρα, την νόμιμη σύζυγό του, αλλά μία νεαρή κοπέλα, την Σιγκάλ, κατάλληλη για τεκνοποίηση, για να κυοφορήσει στα σπλάχνα της τον γιο του στον Καινούργιο Κόσμο; Και αν με κάποιο τρόπο διασώζονταν τα γράμματα που έστελνε αυτή η νεαρή γυναίκα στην Εμζάρα, ως γυναίκα προς γυναίκα; Σ’ αυτό τον επιστολικό μονόλογο της Σιγκάλ, παρακολουθούμε την βαθμιαία συνειδητοποίηση της γυναίκας που γίνεται αντικείμενο της ανδρικής εξουσίας,
που το κορμί της χρησιμοποιείται ως δοχείο μέσα στις δομές μιας
πατριαρχικής κοινωνίας, που χαρακτηριστικά της νοοτροπίας της
επιβιώνουν μέχρι σήμερα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟ

Έπαψα πια ακόμα και να προσπαθώ να μετρώ τις ημέρες, εδώ μέσα ο χρόνος είναι άχρονος. Περνάμε τώρα ώρες στο κατάστρωμα να αγναντεύουμε μακριά.
Σήμερα προσθέσαμε μία ελιά κομμένη σε οκτώ κομμάτια στον χυλό μας. Την έφερε το περιστέρι. Κρίθηκε καλός οιωνός. Τα νερά έχουν υποχωρήσει, λέει ο Νώε, σε λίγο θα προσαράξουμε. Εγώ δεν μιλώ. Κάτι μέσα μου σαλεύει, είναι το ιερό μωρό, δεν το λέω πουθενά, η Νέλε όμως το έχει καταλάβει και μερικές φορές μου χαμογελάει, ενώ κρυφά μου δίνει να τρώω περισσότερο.
Νομίζω ότι και η Αντατανέσε το ξέρει, κάποια στιγμή μού έδωσε να πιω ένα ζεστό ρόφημα, το οποίο όμως ήταν πολύ πικρό, έκανα ψέματα ότι το πίνω και μετά το έχυσα σε ένα φυτό, που την άλλη μέρα μαράθηκε.
Η Σέντε δεν ενδιαφέρεται για τίποτε. Πολλές φορές περνάει όλη την μέρα στο κρεβάτι, έχει περίεργα ρίγη, έχει αδυνατίσει πολύ, τώρα όλοι βλέπουμε μία γριά γυναίκα, που έχει παραιτηθεί από όλα. Έτσι αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε περισσότερο, για να τα βγάλουμε πέρα. Όμως σε λίγο, όλα θα αλλάξουν. Θα φθάσουμε στην στεριά.

 

 

ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ (2014)

 

ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Aνοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάυλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνδέσει την ελπίδα.
Επίσημα θα ήσουν τώρα.
Κλινικά απών.

 

 

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

Όλοι εμείς οι συγγενείς
είχαμε φέρει ντόρτια
στο παιχνίδι με τα πούλια
παγώνει σε μονά φλιτζάνια όμως ο καφές
στο καφενείο χωρίς όνομα
στην οδό Αρίστου Τέλους.
Εκλεκτική συγγένεια λοιπόν σημαίνει
κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι
ενώ σε ειδική αίθουσα υποδοχής
σερβίρεται κονιάκ και κουλουράκι.
Στον προθάλαμο κάποιος χτυπάει νούμερα
στο μπράτσο εραστών που γίναν δήθεν φίλοι.

Γιατί άραγε λαχανιάζουμε άδικα μέσα στους αιώνες
εμείς οι εκλεκτοί εκλεκτικοί
χωρίς γένος χωρίς φύλο
που τρέχουμε γυμνοί μέσα σε γυάλα
που σμίγουμε κρυφά φθηνά και με ντροπή
σε παχιά μαξιλάρια από πούπουλα
κύκνων που ραμφίζουν
για λίγο στην σιωπή
για πάντα στο κενό.

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο.

 

 

ΛΙΛΙΘ

Τρεις αγγέλους της έστειλε ο Θεός
Τον Σανβί, τον Σανσαβί
και τον τρίτο τον αλαφροΐσκιωτο
τον Σαμεγκελάφ
που τα φτερά του θρόιζαν στον ήλιο.
Πήγαν με βαριά καρδιά στην θεϊκή γυναίκα.
Ο Θεός και ο Αδάμ την συγχωρούν,
της μήνυσαν και την ζητούνε πίσω.
«Τι θέλετε άβουλα έντομα του Παραδείσου»
έφτυσε τότε αυτή
«και με ενοχλείτε;
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου.
Λιλλάκε, Μπελίλι, Μπααλάτ.
Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους
ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ.
Με συγχωρούν είπατε; Γιατί;
Που γεννήθηκα ισότιμη;
Που έκανα έρωτα με πάθος;
Που πρόφερα την ιερή λέξη
που ο Αδάμ δεν άντεχε να ακούσει;
Που ανέτρεψα την γαλήνια πλήξη
του Κήπου με τα πολλά σκουλήκια
και την μυρωδιά της ήδη σήψης;
Ή που δεν χώρεσα στο καλούπι του πηλού
εκείνο με το λειψό πλευρό
που είχε ετοιμάσει ο αφέντης σας για μένα;»
Έπεσε σιωπή που κράτησε αιώνες.
Ύστερα μίλησε ο πιο σοφός ο Σανσαβί.
«Μα γράφεις ποιήματα Αρχόντισσα,
υπάρχει τίποτε πιο δαιμονικό από αυτό;»

 

 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ

Προπάντων να αποφεύγετε τις σκάλες
σε σπίτια που κατοικήσατε παλιά
ποτέ το βελούδινο χαλί
δεν κρύβει καλωσόρισμα,
κάθε σκαλοπάτι χαλασμένο δόντι
έτοιμο να υποχωρήσει
στην άβυσσο από κάτω.
Κυρίως όμως πρέπει να γνωρίζετε.
Πως για κάθε σκαλοπάτι που ανεβαίνετε
πάντα δύο πίσω θα γλιστράτε.

 

 

ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

Σύμπτωση πρώτη ότι βρεθήκαμε
στην ίδια φέτα του τόπου και του χρόνου
είχαμε χάσει και οι δύο Γενέθλια Γη
ο καθένας είχε κάνει ένα ταξίδι
οι πρόγονοί μας σκυφτοί και μαλλιαροί
έτρεχαν μες στον χρόνο.
Σύμπτωση δεύτερη
Σώματα που επιπλέουν στο ποτάμι
μία γυναίκα με μαύρο κότσο
ζωγραφίζει έναν άντρα που προδίδει,
ταυτόχρονα κάποιος κόβει το αυτί
και το στέλνει δώρο σε μια πόρνη
μία ποιήτρια γράφει σε έναν Κώστα
ένας Κώστας σε μία Μαρία που βήχει
σύμπτωση τρίτη ασύμπτωτες ιστορίες
ανθρώπων που αγαπήσαν μέσα σε έναν καμβά
γιατί οι λέξεις ήταν πιο αναπαυτικές από τις πράξεις
γιατί πάντα μέσα από ένα παράθυρο
το δάσος μοιάζει πιο γοητευτικό
καθώς βυθίζεται στην θάλασσα.

 

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΗΘΗ

Στα σύνορα κατάσχονται οι αποσκευές.
Πρώτος σταθμός Απολυμαντήριο.
Κάτω από το καυτό νερό
το σώμα ξαναγίνεται
χωρίς ουλές και κόκκινα σημάδια
χωρίς το αιμάτωμα του οργασμού
χωρίς το χωρίς του.
Η μετακίνηση γίνεται με παγοπέδιλα.
Μοιράζονται φυλλάδια με οδηγίες.
Γιατί καιροφυλακτούν τόσοι πίδακες θερμού αέρα
κάτω από τα στρώματα του πάγου
η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί
με ένα μόνο τηλεφώνημα
και όλη η Λήθη να καταποντιστεί
στον ζεστό κόλπο της Αλήθειας

 

 

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ

Φόρεσα το πιο γυαλιστερό φουστάνι
(κόκκινο για να μην φαίνεται το αίμα)
και τα σκουλαρίκια μισοφέγγαρα
δώρα της Θεάς.
Σου πρόσφερα δύο ποτήρια.
Στο ένα του νερού έριξα φίλτρο της Λήθης
στο άλλο του κρασιού, της Μνημοσύνης.
Μαύρα ποτάμια η νύχτα
κυλούσε ολόγυρά μας.
Το πρώτο πιάτο περιείχε
τρυφερά ακέφαλα ορτύκια
από αυτά που ως χθες γέμιζαν το μαξιλάρι μου
το δεύτερο ήταν το ελάφι
που έσφαξα το μεσημέρι στην αυλή
αφού πρώτα το φίλησα στο στόμα.
Για επιδόρπιο σου έφερα κάτι κόκκινο
που σπαρταρούσε ακόμα,
το καταβρόχθισες λαίμαργα
και σκούπισες τα χείλη.
«Γιατί είσαι τόσο χλωμή απόψε;» ρώτησες.

 

 

ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

 

 

ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ (2012)

 

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΕΡΝΟΥΝ

Όσο μεγαλώνουμε, τόσο τα ποιήματα γερνούν.
Η σάρκα πλαδαρή
οι περούκες και η πούδρα
δεν μπορούν να κρύψουν τις ρυτίδες
μία μαύρη γάτα αίλουρος
κοιμάται ανάμεσα στις λέξεις

Έρημοι πύργοι είναι τα ποιήματα
στην άκρη πάντα ενός γκρεμού
Κανείς μέσα τους δεν φοράει κόκκινο φουστάνι
δεν χαϊδεύει
δεν εκσπερματώνει
δεν καίει
δεν περικλείει.
Όπως πίνακας ζωγράφου
που αυτός ζωγράφισε με αίμα
μπήγοντας το πινέλο μες την σάρκα του
και τώρα παγώνει σε μουσείο.

Γι αυτό όσο μεγαλώνω
διαλέγω πιο αιχμηρούς κονδυλοφόρους

 

 

Η ΘΥΣΙΑ

Στο βωμό τυφλός ιερέας θυσίαζε ελάφι
τα τύμπανα χτυπούσαν ρυθμικά
οι καλεσμένοι ετοιμάζονταν να φάνε
ανθρώπινα κόκαλα και σάρκα
καλυμμένα περίτεχνα από ρίζες
ένα φίδι ξεπήδησε από παλιά βιβλία
η γυναίκα φοβισμένη σκέπασε το φύλο της
ένα ξύλινο φέρετρο με ζώα και πουλιά
διασχίζει την βροχή
ο άντρας τρέχει σε έναν βάλτο
η γυναίκα πονάει, γεννάει ένοχα παιδιά
μια μέρα ανακαλύπτουν ένα μισοσβησμένο αστέρι
ψήνουν πάνω του το κρέας και το τρώνε
στέκονται οι δυο τους μπροστά σε ένα βωμό
ξέρουν πως αυτοί είναι το ελάφι
πως ο ιερέας ποτέ του δεν λαθεύει
πως την δική τους σάρκα
θα φαν οι καλεσμένοι στο τραπέζι.
Και τότε ο άντρας προφέρει σιγανά μια λέξη
και είναι το όνομα του Κύριου
του Άρχοντα του Χορού και των Κυμάτων
και ξεπροβάλλει ατόφιος, ακέραιος, τρομερός
ο Έρωτας των πάντων
με την Σελήνη αγκαλιά
και πλάθεται ξανά ο Κόσμος.

 

 

Η ΔΙΚΗ

«Είναι μια παράνομη γυναίκα»,
Και πρώτα πρώτα δεν φοράει βέρα»
«Δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας,
«Ούτε σφραγίδα στον μηρό».
«Διαθέτει το κορμί όπως και την ψυχή ελεύθερα»
«Και το χειρότερο: ποιήτρια»
«ξέρετε από εκείνες που προφητεύουν τα δεινά,
ή χώνουν το κεφάλι μες τον φούρνο
ή ταξιδεύουν με το Όριεντ Εξπρές
πίνοντας τσάι σε ανύπαρκτα φλιτζάνια».
Αυτή τους άκουγε διαβάζοντας τα χείλη
γιατί η συχνότητα των λόγων τους δεν έφτανε στ’ αυτιά της,
Ύστερα έκοψε ήρεμα με το μαχαίρι το ένα στήθος
και πορτοκάλι το πρόσφερε στους δικαστές.
«Το όνομά μου είναι Αντιγόνη»
φώναξε θαρραλέα,
«κι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος ν’ αγαπώ.»

 

 

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα
είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων
πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια
ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα
είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων
και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα
δεν είχα γονείς ούτε ιστορία
θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε
και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα.
Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο
στην μέση εκεί του πουθενά
να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια.
Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου.
Κάτι παλιό κατέρρευσε με θόρυβο
και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο.

 

 

TOY ΑΝΤΡΕΑ
(Μόρφου, Κύπρος)

Στο πατρικό μου σπίτι
γύρισα πάλι χθες
η πόρτα έχασκε ορθάνοιχτη
γάβγιζε συνέχεια ένα ανύπαρκτο σκυλί
δυο γυναίκες στα μαύρα
έπλεκαν καθισμένες
«Αντρέα, εσύ είσαι;»
ψέλλισε ένοχα η πρώτη
Οι ρυτίδες στο πρόσωπο της
άνοιξαν ρήγματα σε όλο το νησί
«Το σπίτι πάλιωσε» μου είπε
«βατράχια κοάζουν όλη μέρα
τις νύχτες γεμίζει νυφίτσες και ασβούς
τα έπιπλα τρίζουν και πονούν»
Στο τραπέζι στρωμένο
το τραπεζομάντιλο της μάνας
από τη νύχτα ακόμα του χαμού
«Δώσε λίγο χρυσάφι»
πετάχτηκε η δεύτερη
«να φτιάξουμε το σπίτι
να το βρείτε καινούργιο
όταν θα ρθείτε πίσω»
Άπληστα τα μάτια της
γαντζώθηκαν στα χέρια μου
Κινήθηκα αυθόρμητα μπροστά
και υστέρα πάλι πίσω

Χθες βράδυ με τους φίλους μου
επέστρεψα στο πατρικό μου

 

 

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΤΑΞΙ

Όχι κύριε με μπερδεύετε με κάποια άλλη.
Δεν ήμουνα εγώ αυτή
στο κίτρινο ταξί
ούτε καθόμουνα ποτέ στο πίσω κάθισμα μαζί σας.
Ούτε χιόνιζε, είμαι βέβαιη για αυτό
και όχι δεν έπεφταν νιφάδες στα μαλλιά μου.
Δεν έχω άλλωστε μαλλιά.
Δεν με φιλήσατε ποτέ, αλλιώς θα το θυμόμουν.
Και αν με φιλήσατε, εγώ δεν ήμουνα εκεί.
Ούτε ο οδηγός γύρισε καμιά φορά πίσω το κεφάλι.
Σιωπηλά διέσχισε την λίμνη ως το τέλος
και που και που βύθιζε το κουπί
στα μαύρα ολόγυρα νερά

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«Για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν
από την φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία
του οριστικά χαμένου.

 

 

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ

Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα
κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι
αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες
αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα
αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι
και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντήλια
αγοράστε ένα λαχείο,
δεν έχετε πια τίποτε να χάσετε.
Έτσι κι αλλιώς
τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο
ο αποστολέας είναι άγνωστος
κι ο παραλήπτης λάθος.
Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο
σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι
ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα
ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει.
Κρύψτε το άφοβα κάτω απ’ το κρεβάτι.
Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα
για μας.

 

 

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ (2009)

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

Είναι, εκείνο το πρώτο αυγό στρουθοκαμήλου
που κάποτε στην έρημο
γέμισες με νερό
κι έθαψες κάτω από την άμμο.
Επτά εκατομμύρια χρόνια
άλλοτε στα τέσσερα, μετά στα δύο,
με άκρα κοντά, με άκρα μακριά
με τρίχες και χωρίς
έτρεχες, ζευγάρωνες, έτρωγες, πάλευες,
κρύωνες, ζεσταινόσουν, πέθαινες.
Και ύστερα αιφνίδια ένα άδειο κέλυφος αυγού
με νερό κάτω απ’ την άμμο.
Προνόησες ότι θα ξαναπεράσεις διψασμένος από κει.
Επτά εκατομμύρια χρόνια μέχρι να φανταστείς.
Τώρα χαράζεις στις σπηλιές τον φόβο σου
στέκεσαι όρθιος πια στα πόδια σου
και το κεφάλι σου ατενίζει το φεγγάρι,
τα βράδια αγκαλιά μού ψιθυρίζεις λόγια
κι όταν με χάνεις πάλι με λέξεις κλαις.
Επτά εκατομμύρια χρόνια για να μου πεις το «σ’ αγαπώ».
Έχει αρχίσει πια το παραμύθι της ζωής.

 

 

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ Ι

Πρώτα βγάζει το πουκάμισο
μετά το αστραφτερό χαμόγελο,
έχει σειρά η φούστα
ύστερα το μεσοφόρι από δαντέλα.
Ντύνεται ολόκληρη το κόκκινο κραγιόν.
Έξω η νύχτα βάφει με πινέλο μαύρο το σκοτάδι της.

 

 

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΙΙ

Γυναίκα σε καθρέφτη.
Φοράει, μαύρες κάλτσες,
νυχτερίδες στο χιόνι του κορμιού της.
Ένας άντρας στέκεται κοντά της.
Δεν φαίνεται η αντανάκλασή του στο γυαλί.
Τα μάτια του έχουν ήδη φύγει.
Δεν μπορεί να δει
το τρίγωνο του φόβου της
τα ελάφια των ματιών της
τα σπαρταριστά περιστέρια των δαχτύλων της.

Όπως κάθε βράδυ
τελευταία αποχωρούν τα χέρια του.

 

 

IT TAKES TWO TO TANGO

Τις νύχτες χορεύω ταγκό.
Μικροί πιγκουΐνοι χειροκροτούν θερμά
και σερβίρουν παγωμένη σαμπάνια
στα φαντάσματα του κήπου.
Ο καβαλιέρος μου εξατμίζεται,
σηκώνω την πολύχρωμή μου φούστα
και πηδάω στο κενό.

 

 

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΙΙ

Γάζες από χαμόγελα στο στόμα
έθαψες πια τους νεκρούς,
τον Κρέοντα τον κουβαλάς μαζί σου,
τον ψάχνεις στους άντρες που αγαπάς.
Γνώρισες τους κανόνες της απώλειας
την πνιγηρή υγρασία της σπηλιάς.
Τώρα πια γυαλίζεις τα ασημένια σου σερβίτσια
ενώ οι γύπες κάθε μέρα αφαιρούν
παράθυρα, σκεπή, αύριο την πόρτα
κι εσύ κάτι πρέπει να θυμηθείς
που όμως συνέχεια διαφεύγει.
Κι έτσι ολότελα γλιστράς
το αλλού γίνεται άλλοθι
και όλα τα ποιήματα νερό.

 

 

ΠΑΛΙΕΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΡΙΕΣ

Με ξεσκισμένες σάρκες και γυμνά φτερά
μικροί καθρέφτες των ρυτίδων μου
πόσο ακόμα ως το τέλος;

 

 

Ο ΦΟΒΟΣ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ

Ποιος είναι αυτός ο Φόβος
που ουρλιάζει με τα δυο του όμικρον
να χάσκουν στο σκοτάδι;
Ποιο είναι το βουβό βήτα
που βηματίζει βαρύγδουπα
σέρνοντας το παραμορφωμένο του ποδάρι;
Ποια φυγή ονειρεύεται το φι
και γιατί το σίγμα
σπαράζει σιωπηλά στο τέλος
αλλά και μπροστά
από το άλλο ρήμα
που τόσο πολύ φοβάμαι να προφέρω;

 

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

Μια γυναίκα κι ένας άντρας στη
σκοτεινή σπηλιά
με τα κόκαλα των νεκρών αδελφών
και τις χαραγμένες με πέτρα κοφτερή
σκηνές από κυνήγι άγριων ζώων.
Η νύχτα βαθαίνει ολοένα
τα ουρλιαχτά απέξω δυναμώνουν
η σπηλιά-στόμα μεγαλώνει
η γυναίκα παγώνει στους χειμώνες
τότε ο άντρας απλώνει το χέρι
ένα άγγιγμα στο μάγουλο,
χάδι από μικρές νεφέλες.
Ύστερα σκοτάδι.
Σε έναν ουρανοξύστη, σε μια πόλη ξένη,
Σάββατο, ώρα δώδεκα το βράδυ,
μία γυναίκα, ένας άντρας,
αυτός άπλωσε το χέρι,
ένα άγγιγμα στο μάγουλο,
τόσο απλό τόσο πολύπλοκο
τόσο ανεπανάληπτα παλιό.

Το χέρι σου στο πρόσωπό μου.

 

 

Η ΛΙΜΝΗ, Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ (2006)

 

 

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ

Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο
και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,
αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,
κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων
τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα
ή του ανοιχτού παράθυρου
στη μέση μιας ερήμου.
Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.
Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα
με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.
Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,
κρυστάλλινος και διάφανος,
σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος
και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,
που πάντα έμπαινα στον πειρασμό
να τον ρίξω κάτω, για να σπάσει.
Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,
στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,
έτρωγα κέικ από μοναξιά,
σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.
Ύστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,
ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,
ο αδελφός μου παντρεύτηκε τη Νύχτα
και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στη θάλασσα.
Κι από όλη την οικογένεια μου,
απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές
να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

 

 

ΟΤΑΝ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα μυρίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.

Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.

 

 

ΡΟΤΟΝΤΑ

Ροτόντα
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.

Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

 

 

ΜΟΝΑΧΑ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

 

I.

Στην αρχή συνέβαινε μονάχα στα όνειρα.
Κάποιος άνοιγε την πόρτα του κορμιού της
και γλιστρούσε μέσα του.
Ποτέ δεν του παραχωρούσε από μόνη της
το κλειδί της μυστικής της κρύπτης.
Όμως αυτός το ανακάλυπτε,
μια ελιά στον αριστερό της ώμο
ή ένα μικρό δελφίνι κάτω από τον ομφαλό.

 

II.

Στην αρχή συνέβαινε μόνο στα όνειρα.
Ύστερα συνέβαινε γενικά.
Αυτός την συναντούσε,
κάτω από τα δέντρα το σούρουπο,
ή όταν κεντούσε στο μπαλκόνι της.
Δεν πάλευε ποτέ, δεν του αντιστεκόταν.
Τη γοήτευε πού γνώριζε τόσο το κορμί της.
‘Αναρωτιόταν πόσο παλιά ήταν η γνώση του.
‘Αναρωτιόταν αν την αγαπούσε.

 

VII.

Ποτέ της δεν κατάφερε το τέλος του.
Το έλος του την κράτησε δικό του.
Ύστερα από καιρό είπαν πώς χάθηκε,
πώς τριγυρνούσε σε παλιές φωτογραφίες
με άσπρα φορέματα χόρευε στους βάλτους
και κάποιοι την είδαν συντροφιά με μιαν αρκούδα
να χάνεται σε δρόμο δίχως τέλος.

 

VIII.

Κι ο άντρας; Υπήρξε;
Ή ήταν μόνο μια αφορμή,
Μικρού θανάτου πρόβα
σε θίασο επαρχίας;

 

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Όλοι oι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα,
τραγόμορφοι σκύβουν πάνω μου
και με χαϊδεύουν
με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια.
Πού να ‘ναι τώρα ο Οδυσσέας,
πόσοι μικροί σταλακτίτες
παγώνουν σ’ ένα δάκρυ,
γιατί ο ουρανός κοιμάται πάντα
με τα μάτια ανοιχτά,
γιατί ο Οδυσσέας είναι ξένος
και το όνομά μου Πηνελόπη
και δεν έχω δική μου ούτε στεριά, ούτε νησί,
ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ
γιατί το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο
σ’ ένα πηγάδι χωρίς βυθό;
Γιατί, τέλος, ό,τι ποίημα και να υφάνω
έχει για κλωστές βελούδινες γυναίκες
που λάμπουν για λίγο στο σκοτάδι
πριν σβήσουν γιά πάντα στήν σιωπή;

 

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Έξι μήνες σε νυμφεύομαι,
κορμί από πορτοκάλι,
τσακάλια βδέλλες
κολλούν στη σάρκα μου,
σε τρώω κι ύστερα με τρως,
στολίζομαι με λάσπη
και το νυφικό
ξεσκίζουν δέκα τυφλοπόντικες.
Ύστερα επιστρέφω,
παρθενική και μόνη,
να μυηθώ στην ποίηση.
Έτσι από τον πηλό
πλάστηκε η ζωή.

 

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Σωπαίνεις.
Σε λευκό μανδύα τυλιγμένος
μου διδάσκεις πόνο και ηδονή.
Τεράστιος ορθώνεται, πατέρα,
ο ίσκιος σου επάνω απ’ το βωμό.
Εραστής και ξένος
ο αγαπημένος δήμιος.
Βλέπεις, οι σκοπιμότητες.
Το διαζύγιο, ο ούριος άνεμος,
τα πλοία πού δεν έφυγαν ποτέ
για την χαμένη Τροία,
ο χρόνος πού σταμάτησε,
ο θάνατος πού με νυμφεύεται
αντί του ‘Αχιλλέα.
Κόκκινος ο μανδύας σου από αίμα.
Κι εσύ φοράς το μαύρο σου καπέλο
στρίβεις ατάραχος το πόμολο της πόρτας.

Το μόνο πού χρειαζότανε ήτανε μία θυσία.

 

 

ΤΕΛΟΣ

Της είπαν να θέσει ένα τέλος.
Το επιβάλλει λεν ο Νόμος και το Δίκαιο.
Και πώς, ρωτάει τότε αυτή,
πώς τελειώνει, κύριοι, ο βουρκωμένος ουρανός,
η γυμνή βροχή,
ή ένα άγγιγμα στο στόμα;
Πώς άραγε τελειώνει το τέλος και ό καιρός;
Και ποιός απ’ όλους σας εβίωσε
το τέλος ως το τέλος;

Ένα πουλί χτυπάει με δύναμη το τζάμι.
Κόκκινες μικρές σταγόνες
το περιδέραιο τού χιονιού.

 

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ (2002)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ένα μυθιστόρημα που εμπεριέχει ένα δεύτερο, μία ιστορία έρωτα, φιλίας και προδοσίας που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη τού σήμερα και μία άλλη ιστορία που ξεπηδάει μέσα από την πρώτη, αντίστοιχη με την πρώτη, που εκτυλίσσεται σε κάποια αγγλοσαξονική χώρα του δέκατου ένατου αιώνα.
Πόσο ο έρωτας και η φιλία επηρεάζονται από την εποχή, τον αιώνα και τον κοινωνικό περίγυρο; Και η προδοσία είχε την ίδια γεύση παλιά, όπως και
τώρα; Πόσα πράγματα τελικά αλλάζουν στις σχέσεις των ανθρώπων, καθώς διασχίζουμε τις εποχές, και πόσα παραμένουν αναλλοίωτα;
Ψιθυριστοί πόθοι και ελπίδες, λαχτάρα και διάψευση, κρυφές συνομιλίες, υπαινικτικά αγγίγματα ψυχών και σωμάτων, μηνύματα στον τηλεφωνητή και επιστολές, άλλες με παραλήπτη και άλλες ανεπίδοτες, τέσσερα πρόσωπα, δύο άντρες και δύο γυναίκες, που ακροβατούν επικίνδυνα στις μεταξύ τους σχέσεις, που τολμούν, που ψάχνουν αυτό, που όλοι μας τελικά ψάχνουμε. Τη χαρά της αληθινής επαφής με ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Πέμτττη

Θεία μου,
Δεν ξέρω γιατί, τον τελευταίο καιρό, σκέφτομαι συνέχεια το θίασο. Την κοκκινομάλλα Μόλλυ, που βυθιζόμουν στο πληθωρικό της στήθος για παρηγοριά, κάθε φορά που η μαμά γινόταν πολύ αυστηρή μαζί μου. Την Μόλλυ που πάντα την ταλαιπωρούσαν και συχνά την έδερναν οι κατά πολύ νεώτεροι της εραστές. Παντρεύτηκε τελικά έναν από αυτούς και μένουν μαζί τώρα στη Σ. Είναι και αυτός ηθοποιός και περιστασιακά παίζουν μαζί σε κάποιο τοπικό θέατρο. Η Μόλλυ που πάντα με κάλυπτε, όταν κοιμόμουν με το Ροβέρτο.
Ο Ροβέρτος. Όταν αποχαιρετιστήκαμε, έκλαιγα ασταμάτητα.
Η μαμά δεν ήθελε να κλαίω. Έλεγε περιφρονητικά πως τα δάκρυα δεν είναι τίποτε άλλο από αλατόνερο και πως μία πραγματική κυρία πρέπει πάνω απ ’ όλα να είναι θαρραλέα.
Της χρωστώ πολλά. Μου έμαθε να αγαπώ την ποίηση, το φλάουτο, το χορό και το θέατρο. Θυμάμαι που κάποια βράδια μου διάβαζε μεταφρασμένα τα έργα του Ομήρου και κοιμόμουν με τις εικόνες του ωραίου Πάρη και του πολυμήχανου Οδυσσέα στο μυαλό. Άλλες φορές διάβαζε τις ελεγείες του Προπέρτιου στα Λατινικά και μου τις μετάφραζε.
Το μόνο που πήρε φεύγοντας από το σπίτι του παππού ήταν τα
βιβλία της. Αυτά που έχω μεταφέρει και εγώ στη βιβλιοθήκη του Κάρολου. Τα κοιτάει με περιέργεια, σαν να μην πιστεύει ότι μπορεί να τα έχω διαβάσει.
Ξέρεις θεία, ότι ο Προπέρτιος ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα που την έλεγαν Κυνθία, αλλά αυτή ήταν παντρεμένη με άλλον. Γιατί άραγε η μαμά γοητεύτηκε τόσο πολύ από τις ελεγείες του Προπέρτιου, ώστε να μου δώσει το όνομα Κύνθια. Ήταν πολύ παράξενη γυναίκα η μαμά. Ωστόσο δε θα την άλλαζα με καμία άλλη.
Πολλές φορές μέσα στη νύχτα ξυπνώ και ακούω το Ροβέρτο
να μου ψιθυρίζει «Όπου και να πας, θα είμαι κοντά σου, θα σε βρω ξανά».
Τότε η μυρωδιά του πλημμυρίζει το δωμάτιο, αναπνέω την ανάσα του, κοιτάζω το γυμνό μου κορμί και βλέπω πάνω του τα
χνάρια των χεριών του.
Είναι κάποιες νύχτες που γίνομαι πάλι δεκατριών χρόνων, έχω μόλις παίξει την Οφηλία και φορώ ένα δαντελένιο, λευκό φόρεμα, η μυρωδιά των πυρσών και των ξύλινων παραπηγμάτων, η γεύση των χειλιών του, το φόρεμα μου να ξεσκίζεται, ο Ροβέρτος μέσα μου, τα χείλη μου ματώνουν καθώς με δαγκώνει, απόλυτη νύχτα, όλοι κοιμισμένοι.
Ο Ροβέρτος της εφηβείας, πάντα παρών, όταν το στήθος μου άρχισε να ξεπροβάλλει αυτός ήταν που το πρωτογεύτηκε, πάντα μέσα στο σκοτάδι, στα κρύα δωμάτια των πανδοχείων όταν η μαμά και ο υπόλοιπος θίασος διασκέδαζαν με θόρυβο στην κάτω σάλα, κάτω από τις κουβέρτες η αχνιστή τρυφερότητα και το πρώτο πάθος, όλα μαζί του. Θεία, αυτό το γράμμα δεν πρέπει να το διαβάσεις. Φοβάμαι ότι θα ανησυχήσεις. Όμως μου κάνει καλό έτσι να γράφω. Αλλιώς….

 

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ (2004)

 

 

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ;

 

I.

Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο και πόσο απρόσμενο
είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζίν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια,
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικιές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Ή βάρκα γλυστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
τό δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν στα κλαδιά των δέντρων
τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι ή βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.

 

ΙΙ

0ι ποιητές δεν μένουν ποτέ οί ίδιοι.
Στην διάρκεια του ταξιδιού μεταμορφώνονται,
σε γυπαετούς ή κάργες
ή σε κατακόκκινα πουλιά στο χρώμα της φωτιάς
Κάποιοι μεταμορφώνονται σε λύκους
πού με τα ουρλιαχτά τους αλλάζουν τό σκοτάδι,
άλλοι γίνονται ορχιδέες
ή ανεμώνες,
ή ασημένια χέλια,
κουκούλια σκάν
μικρές σαύρες σέρνονται στις όχθες,
τα νερά στη λίμνη παγώνουν,
η λίμνη ποτέ δεν μένει ίδια.
Η βάρκα γλυστράει αθόρυβα
σαν έλκηθρο,
που το σέρνουν τάρανδοι
και μικρά βατράχια.

 

III.

Κάποια στιγμή η βάρκα σταματά.
Οι ποιητές αποβιβάζονται στον πάγο,
κάποιοι αριστερόστροφα γυρνούν,
βυθίζονται σε έκσταση.
Σε λεπτές φέτες πάγου
που σκίζονται με θόρυβο
σαν φύλλα από χαρτί,
στροβιλίζονται οι ποιητές
με κόκκινα πατίνια.
Μία ποιήτρια κύκνος,
δαγκώνει με το ράμφος τον λαιμό της,
με αίμα χαράζει στρογγυλό νησί
γύρω της στον πάγο.
Δύο ερωτευμένοι ποιητές
κρατούν στη χούφτα τους
κρύσταλλους χιονιού πού λαμπυρίζουν,
καθρεφτίζονται στο σκληρό χιόνι πού αστράφτει
και τυφλώνονται.

 

VII.

Μην εμπιστεύεσαι τους ποιητές.
Γερνούνε με τα χρόνια.
Χωρίς τα χρόνια, γερνούνε πιο πολύ.
Πεθαίνουν νωρίς
πεθαίνουν νέοι,
ή ζούνε ατέλειωτα χρόνια σιωπής.
Φοβούνται τη σιωπή οι ποιητές.
Μα όταν γράφουν, μυούνται στη σιωπή.
Με τη σιωπή τους αλλάζουνε τον κόσμο.

 

VIII

Τα πιο όμορφα ποιήματα γράφτηκαν στη σιωπή.

 

IX.

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο σ
το χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;

 

X.

Γιατί σπαράζει ο κύκνος
καθώς λευκός, παρθενικός
τινάζει τα φτερά του
και γράφει τον τελευταίο του στίχο;

 

 

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται,
δεν παραδίδει,
μόνο αποχωρεί,
την κατάλληλη εκείνη στιγμή,
που το ρολόι της σάλας
χτυπάει το τέλος.

Τότε η Λαίδη Κ. κατεβαίνει
τη δρύινη σκάλα,
το βαρύ της φόρεμα κυλάει στα σκαλοπάτια,
ή Λαίδη Κ. φοράει πάντα
μαύρο βελούδο και μαργαριτάρια στο λαιμό,
οποιοσδήποτε μπορεί να την αγγίξει
έτσι καθώς ανάλαφρα γλυστράει μες στη σάλα,
κανείς ποτέ δεν την αγγίζει,
μαύρο βελούδο φοράει ή Λαίδη Κ.
μαύρα βελούδινα τα μάτια της
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Ποτέ δεν φωνάζει ή Λαίδη Κ.,
ποτέ δεν κλαίει,
τα δάκρυα είναι στολίδια,
που τα φοράει γυμνή
στον καθρέφτη της τα βράδια.

Καθώς ή Λαίδη Κ. γλυστράει μες στον χρόνο,
αφήνει πίσω ένα άρωμα πικραμύγδαλου και μέντας,
το κολιέ της χαλαρώνει και της πέφτει,
τα μαργαριτάρια πέταλα από άγρια τριαντάφυλλα,
σκορπίζονται στη σκάλα,
η Λαίδη Κ. είναι μόνη,
κανείς δεν την ακούει να ουρλιάζει
το βράδυ στο σκοτάδι.

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται.
Δεν θα παραδοθεί.
Μόνο την κατάλληλη στιγμή.
Θα λύσει τα μακριά φλογισμένα της μαλλιά
θα πετάξει κρινολίνα και βελούδα,
και ανέγγιχτη έξαφνα
θα γίνει μια μικρή κόκκινη αλεπού
πού σαν σπίθα θα χαθεί
για πάντα μες στο δάσος.

 

 

ΓΥΜΝΟ

Ένα κορμί κάτω από λευκό σεντόνι.
Μόνο ένα κορμί.
Κάτω από λευκό σεντόνι.
Κι όμως.
Κανείς φαντάζεται.
Τα ρείκια να ανασαίνουν στις μασχάλες,
τα πράσινα βρύα να αναδεύονται στο στήθος,
τη μαύρη τρύπα του ομφαλοί ν’ ανοιγοκλείνει,
την καρδιά να πάλλεται ολοκόκκινη,
το φίδι λείο και στιλπνό,
να τεντώνεται για να επιτεθεί,
στο σεντόνι ανάγλυφη
η γεωγραφία του κορμιού σου,
οι καταρράκτες των μηρών
οι χαράδρες των γονάτων σου,
οι μικρές πικρολίμνες στις πατούσες σου.
Ή άμμος πέφτει με κοφτές ανάσες στην κλεψύδρα,
βουτώ στη σκληρή σάρκα του καρπού,
η παλάμη μου αγγίζει
τον καυτό πυρήνα.
Κόκκινοι κόσμοι εκτοξεύονται στο σύμπαν.
Ένα κορμί δεν είναι.
Μόνο ένα κορμί.
Το φίλντισι στα μάτια σου
δεν είναι.
Μόνο ένα δάκρυ.
Το κορμί σου δίπλα μου.
Χωρίς σεντόνι.

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

Όταν η πλατεία της σιωπής
γεμίζει περιστέρια,
εκείνα τα πουλιά της νύχτας,
τα γυμνά, τα κοραλένια,
το χρυσάνθεμο γόνδολα
κυλάει στα βαθυσκότεινα νερά.

Κάποιο βράδυ θα αφεθώ.
Εκεί.

Σε μία πόλη βυθισμένη στο νερό,
όπου η απουσία δεν είναι απώλεια,
όπου τα μάτια σου δεν έχουν
χρώμα ξεχασμένης βροχής
και οι σταγόνες στο πρόσωπό σου
είναι αφρισμένα κύματα δαμάσκηνου.
Εκεί.

Στον πυρήνα της σιωπής
τα εξωτικά πουλιά θα κελαηδούν,
καρύδες θα πέφτουν ρυθμικά,
οι κοκοφοίνικες θα πανηγυρίζουν
το τέλος του χειμώνα,
οι παπαγάλοι θα βρέχουν τα φτερά τους
με χρώματα,
και εγώ γυμνή
θα εκτίθεμαι και θα εκθέτω,
κρατώντας πάντα
την ουσία μου κρυφή.

 

 

ΧΡΟΝΟΣ

Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
που αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό.

 

 

ΔΑΚΡΥ

Μικρή λίμνη είσαι δάκρυ;
Μικρή; Λίμνη; Είσαι;
Και αν όχι, τότε;
Τί; Γιατί;
Ναι, μικρή, λίμνη, ωκεανός, θάλασσα, δάκρυ
είμαι. Εσύ.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TON ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΩΝ

 

ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Ποιος είσαι ξένε;
Πούθε έρχεσαι και πού πηγαίνεις;
Ποιο ξωτικό του δάσους
σ’ έστειλε μπροστά μου,
τούτη την ώρα που αχνίζει ή αυγή
Τα ρούχα σου είναι φτωχικά
μα αρχοντικά ραμμένα,
τα πρόσωπό σου απόκοσμο
μα τόσο οικείο μοιάζει,
τα μάτια σου άγρια καστανά,
τί άραγε να ελπίζουν;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Με ξάφνιασες σαν πρόβαλες
αθόρυβα απ’ την πάχνη,
πριγκίπισσα των πάγων,
Τουραντού.
Γνωρίζω τ’ όνομά σου
από αρχαίους κόσμους,
σε φωτεινά αστέρια,
στη μέση τού πελάγους,
σ’ έχω ξαναδεί.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Ποιος είσαι; Με φοβίζεις,
τα λόγια σου παράξενα αντηχούν.
Αν ήσουν χιόνι, θα έκαιγες,
δάκρυ αν ήσουν, θα έλιωνα.
Άγγιγμα αν ήσουν, θα μ’ έχανα.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Με λένε ’Όναρ,
με το λευκό μου άλογο
τον χρόνο διασχίζω.
Το ξύλινο σπαθί μου μυρίζει βελανίδια,
τα ρούχα μου πευκοβελόνες,
στρατιώτης είμαι, πρίγκιπας, επαίτης.
Ένας άντρας είμαι και ψάχνω.
Ένας άντρας είμαι και ελπίζω.
Ποθώ και ονειρεύομαι.
Αύριο την ίδια ώρα
θα σε προσμένω εδώ.

ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΤΑΣΗ

 

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Όναρ, αδελφέ και σύντροφε,
τα φωτεινά σου αχνάρια ακολούθησα
χθες βράδυ,
στου φεγγαριού την κούπα,
ξεχείλισε η ψυχή μου από χαρά.
Όμως σήμερα δεν φάνηκες,
τρείς ώρες με το άλογο καλπάζω,
και με αγωνία ψάχνω να σε βρω.
Και τώρα πού σε βρίσκω να κοιμάσαι
αμέριμνος κάτω από τον πλάτανο αυτό,
φλογισμένα βέλη θέλω να πετάξω,
και να κόψω τον ένα μου μαστό,
τον κόκκινο μανδύα μου να κάψω,
μαινάδα οργισμένη να γενώ.
Τα βραχιόλια μου ένα ‘ένα σου πετάω,
ολάκερη θέλω να καώ.

ΟΝΑΡ: Περίεργος ο πόλεμος αυτός
που όποιος νικήσει, χάνει.
Ξίφος με ξίφος
και φωτιά με τη φωτιά.
Φωτιά και αγέρας, νερό και γη.
Το ένα τρέφει το άλλο,
ενωμένα όλα και αντίθετα,
υπάρχουν μες στον κόσμο.
Έτσι και εμείς πριγκίπισσα,
από φωτιά, αέρα, νερό και γη
είμαστε πλασμένοι,
κι άλλοτε η φωτιά υπερτερεί
άλλοτε το νερό,
άλλοτε πάλι η σάρκα η γήινη
και άλλοτε ο αέρας.
Ωστόσο χωρίς βραχιόλια σε προτιμώ.
Έτσι με τα μαλλιά να πάλλονται
σαν μαγεμένο δάσος.
Σαν πεταλούδα έλκομαι
από την κόκκινη φωτιά σου,
μέσα της θέλω να καώ.
Μα αντί γι’ αυτό,
σε αποχαιρετώ,
την ίδια ώρα αύριο, εδώ θα να σε βρω.

 

ΗΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ: Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

 

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Γιατί πρέπει όλα να τελειώνουν;
Είναι το τέλος το πιο πολύτιμο πετράδι
ή ένας σβώλος χώμα από χώμα;
Πρίγκιπα πιο οικείος
απ’ τούς οικείους έγινες,
γι’ αυτό τώρα, πιο ξένος
από τούς ξένους.
ΠΡΙΣΚΙΠΑΣ: Αγαπημένη, μόνο την καρδιά μου.
Ολάκερη δική σου.
Μαζί σου πάντα εδώ θα κατοικεί.
Σ’ αυτή τη μικρή στιγμή
πού πάλλεται στο χρόνο.
Τίποτε ποτέ του δεν τελειώνει,
σ’ ένα μπλε δωμάτιο
κρυμμένα όλα ζουν.
Τα μάτια σου λάμπουν από δάκρυα
που σαν χαμόγελα γνέφουν και γελούν.
Ο πιο βαθύς σου πόνος,
το πιο πολύτιμο διαμάντι,
να σου φέγγει
το δρόμο τού γυρισμού.
Έχε γεια.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Μείνε.

ΟΝΑΡ: Κράτα με μέσα σου.
Το πιο δύσκολο αυτό είναι.
Θησαυρός είναι ό πόνος.
Τώρα είσαι αλλιώτικη από πριν.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Είμαι γήινη, γυναίκα.
Μου ζητάς πολλά.
Πώς να σ’ αποχωριστώ,
χωρίς καν να σε φιλήσω;
Χωρίς μια αγκαλιά,
ένα χάδι να θυμάμαι;

ΟΝΑΡ: Αν σ’ αγγίξω θα χαθώ.
Οι ψυχές μας αγγίχτηκαν.
Χόρεψαν μαζί τον πιο αρχέγονο χορό.
Κράτα με.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Αν ήσουν χιόνι, θα μ’ έκαιγες.
Κρύσταλλος αν ήσουν, θα μ’ έσπαγες.
Μαχαίρι αν ήσουν, θα μ’ έκοβες.
Με ματώνεις,
το χιόνι κοκκινίζει.
Οι σκίουροι του δάσους φεύγουν μακριά.
Σε κρατώ.
Μόνο την καρδιά σου.
Αυτή τη μικρή στιγμή πού πάλλεται
στο φλογισμένο δάσος.
‘Όμως έχε γεια. Αγαπημένε.

 

 

Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΑΑΑΙΝΑ (1990)

 

 

ΦΑΛΑΙΝΑ

Κάθομαι πάνω σ’ ένα τρίγωνο από χρώματα,
τα πόδια μου αιωρούνται στο άπειρο, μια
μωβ μπανάνα κρέμεται από το ταβάνι, έξω
μικρές μπάλες χιονιού φωσφορίζουν στο
σκοτάδι, χιονίζει παιδιά, ανέφελα μικρά,
στρογγυλά παιδιά, μαλακά ακουμπούν πάνω
στο χώμα και αναλύονται σε μικρούς γαλαζόασπρους
κύκνους στο μέγεθος του δάκτυλου, έγκυες
γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά, γυμνές και
δακρυσμένες αγκαλιάζουν μια διάφανη μέδουσα,
μια γαλάζια φάλαινα κυλάει στην κουζίνα μου,
μια φυσαλίδα κίτρινη, κοιτιέται στον καθρέπτη
και σκάει σε εκατομμύρια ξεκαρδισμένους υδρατμούς,
είναι Τετάρτη βράδυ, ανάμεσα στο πριν και στο μετά,
στο κάπου και στο πουθενά, σ’ έναν πλανήτη,
σε μια χώρα, σ’ ένα σπίτι.

 

 

ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ

 

I

Το ελάχιστο σου άγγιγμα εκεί κοντά στο στόμα
ανεπαίσθητο, ολότελα αισθητό, η μυρωδιά του
μαζί μου όλο το βράδυ, βροχή από γιασεμί.

 

II

Ολάκερη η νύχτα είναι κομμένη σε μεταξωτές,
ευέλικτες κορδέλες γύρω από το πρόσωπό σου,
ήχοι σκιάς, βελούδινο πηγάδι
πάτημα πεταλούδας, η μέρα με τρομάζει.

 

ΙΙΙ

Δε με φοβίζει
που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο
που κάποια μέρα,
Θα γράφω πάλι σε χαρτί
ποιήματα με μελάνι.

 

IV

Τότε ακούστηκαν οι σάλπιγγες της Ιεριχούς,
και ένα μετά το άλλο γκρεμίστηκαν
τα τελευταία προπύργιά μου στο κορμί σου,
το τελευταίο άγγιγμα, το τελευταίο τέλος,
χαμένες πατρίδες
νεκρικοί αλαλαγμοί στο σκοτάδι,
μεταναστεύω,
κουλουριάζομαι στο γυαλιστερό καταφύγιο
των μαύρων ματιών σου,
με αποδιώχνεις, αποδιώχνομαι,
και αλλάζω χώρες και χρώματα
και μυστικά και αέρα,
ξέροντας πως η γη της επαγγελίας
έχει για μένα οριστικά χαθεί.

 

V

Αποβάθρα στο πουθενά
περιμένοντας το κάτι
χάνοντας το τώρα
στα μάτια το τότε,
διαλύομαι στον καπνό τον πλοίου
που ξέρω πως δε θα ‘ρθει

Αναδεύω το χρόνο
σε μια πελώρια χύτρα,
φυσώ την καλαμένια μου φλογέρα,
Έτσι,

σα να μη σ’ είχα ποτέ μου αγαπήσει

 

ΦΑΣΕΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

I

Ταξιδεύω πάνω στη νύχτα,
κατάσπαρτο το γυμνό κορμί της
από πολύχρωμα φωτάκια διαθλασμένων θυμήσεων,
μπαράκια με έντονη την οσμή της σήψης,
φαντάσματα χαμένης τρυφερότητας
ανοίγουν βουβές τρύπες μέσα στό σκοτάδι,
κρύο και κενό,
τρομαγμένες αντιλόπες ο φόβος στα δυό σου μάτια,
όταν πάω να σ’ αγκαλιάσω
γίνεσαι αχνή βροχή,
χάνεσαι μέσα στο τούνελ ενός σαξόφωνου,
διαλύεσαι μέσα σ’ ένα μπλουζ,
γίνεσαι μέγεθος απόστασης,
βεβήλωση και εξαγνισμός,
ένας φραγμός, μια απιστία,
ένα ποτέ, ένα γιατί,
ένας δρόμος,
μια νύχτα.

 

ΙΙ

Πλανήθηκα στις κατηφόρες
των αποστεωμένων προσώπων,
γλίστρησα σε μωβ παράλληλες
απέφυγα τους σκόπελονς
των μαύρων δελεαστικών μαξιλαριών,
ξεκουράστηκα στους άσπρους τοίχους
των κυλινδρικών σπιτιών,
δεν μ’ άγγιξε κανείς
μα ούτε εγώ πλησίασα κανένα,
πού και πού
μερικοί τολμηροί
βούλιαζαν τα δάχτυλά τους
στο πρόσωπο μου
και σαν πείθονταν
πως δεν έχω πρόσωπο,
τότε ανακουφισμένοι
με χτυπούσαν φιλικά στη πλάτη, ν
ενώ εγώ ταξίδευα
όλο το βράδυ,
ακροβατώντας
πάνω στα ζαχαρωμένα χείλη ενός ποτηριού
γεμάτου από ουίσκυ.

 

ΕΛΕΝΗ

Ψάχνεις αδιάκοπα για την ωραία Ελένη,
χαμένη στην ομίχλη του παλιού,
χλωμή και όμορφη,
με ξέπλεκα μαλλιά,
δάχτυλα κρίνα,
και ψηλή κορμοστασιά,
γεμάτη πάθος να κλέβεται με τον ωραίο Πάρη,
να δίνεται, να χαίρεται,
κάθε φορά η Ελένη σου,
άλλο πρόσωπο αποκτά, άλλο κορμί, άλλη χάρη,
μα εσύ ζεις μοναχά γι’ αυτήν
ερωτευμένος για πάντα, με το ποτέ του χρόνου,
και όμως πίσω, αιώνες μακρινούς,
πίσω από τον ίδιο τον καιρό
και πέρα από τους ανθρώπους,
σε μια Τροία μακρινή
με τείχη γκρεμισμένα
και αιμόφυρτα κορμιά παλικαριών
μια κοπέλα κλαίει σε μια μοναχική αμμουδιά,
δεν είναι ωραία, δεν είναι άσχημη,
είναι μόνο η Ελένη,
που κλαίει μόνη
για τους άντρες που αγάπησε και έχασε

 

 

ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΩΡΑ

 

A ‘

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Είναι η ώρα που αποχαιρετάς τους φίλους,
το τελικό τους χαμόγελο σε καταδιώκει στο δρόμο,
πλαδαρή σκιά πάνω στους τοίχους,
είναι η ώρα που, θυμάσαι τους εραστές
όχι αυτούς που απόκτησες.
Ανάμεσα σε ανάστατα κρεβάτια και σκληρά
πατώματα,
μα αυτούς που αγνάντεψες
κάποιες νύχτες κιτρινισμένες από όξινο φεγγάρι
με τρίμματα λεμονιού στη παλάμη
και ματωμένες πληγές ανοιχτού πόθου
να αιμορραγούν τώρα τα μεσάνυχτα
Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Ξάφνου μετράς και συλλογιέσαι
όχι αυτά που έκανες ως τώρα,
μα εκείνα τα ανεκπλήρωτα,
τα όνειρα, τις πεθυμιές, τα ανέλπιστα, τα
α ελπιδοφόρα απελπισμένα,
η μισή νύχτα γίνεται μισή ζωή.
Και η άλλη μισή χάνεται
σκαλωμένη στους δείχτες του ρολογιού
και ο χρόνος μασκοφόρος δολοφόνος
αμείλιχτα πλανιέται μες στη νύχτα.

 

 

ΤΟ ΛΕΝΕ «ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ»

Είναι σταχτί, γρήγορο, μικρό
το λένε «φόβο»,
είναι κοφτό, στενό, τριγωνικό
το λένε «χωρίς λόγια»,
είναι μαύρο, στενό, προκλητικό,
δαντελωτό, πρόστυχο, φτηνό
είναι η ζωή μας,
είναι ένα τηλεφώνημα
από ένα τηλέφωνο-χοάνη
ξεβρασμένο κοχύλι,
το βάζω στο αντί μου και δεν ακούω
το βάζω στο στόμα μου,
μα δεν ακούγεται η φωνή μου,
είναι ένα τραγούδι
αφιερωμένο σε κάποια Μαρία
ξεχασμένη σ’ ένα δωμάτιο με ιστούς,
που ξέρει ή δεν ξέρει
και τα δύο εξίσου τραγικά,
και εγώ δεν έχω πια τι να αφιερώσω,
ακόμα και αν ήξερα σε ποιόν.

 

 

ΜΟΝΑΧΑ AN

Αν υπήρχες,
έστω σαν αποσπασματικό φως
ταριχευμένου φεγγαριού σε Μαυσωλείο,
χωρίς οστά και σάρκα,
χωρίς τέλος, χωρίς σύνορα,
τότε και τότε μόνο
ίσως μπορούσα να σ’ αγαπώ
και τα βράδια να σε κλειδώνω
στο μικρό φιλντισένιο μου κουτί,
με ηρεμία δεσμοφύλακα
γιατί τότε Θα ‘ξέρα,
πως κι αν ακόμα με πλημμυρίσεις
και έξω ξεχυθείς,
Θα ξέρα πως δεν θα μπορούσα να πνιγώ
στο λιωμένο, ορειχάλκινο κορμί σου,
γιατί μέσα μου
Θα σ’ είχα εξημερώσει,
κι έτσι αργά Θα σε σκότωνα,
αγαπώντας σε τόσο.

 

 

ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ (1985)

 

 

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Η μέρα που τρεκλίζει
σέρνοντας το ξυλωμένο της ποδόγυρο,
οι άνθρωποι που σε χαιρετούν,
οι άνθρωποι που χαιρετάς,
η αγωνία να χαιρετάς
αυτούς που σε χαιρετούν,
οι λέξεις που λέγονται
και οι λέξεις που δε λέγονται,
η αγωνία των λέξεων
που δε λέγονται,
όλη η ζωή μας,
η μη ζωή μας,
με κάνουν ντυμένη λέξεις,
να γίνομαι ποίημα,
τελευταία προσπάθεια διάσωσης
για κάτι που ίσως
και νάχει πάψει να υπάρχει.

 

 

ΛΕΞΕΙΣ

Τώρα πια με πληγώνουν οι λέξεις,
όχι οι νεκρές λέξεις στο άσπρο χαρτί,
ούτε οι φλύαρες λέξεις στα στόματα των φίλων,
γιατί αυτές δεν το μπορούν.
Μα με πληγώνουν οι άλλες,
αυτές που σωπαίνουν,
πριν γίνουν θάλασσα, τραγούδι, προσφορά,
μια και η καρδιά έγινε όργανο με αρτηρίες,
μια και φόρεσα τα κόκκινα χαμόγελα στις εύθυμες παρέες,
μια και το μολύβι κοιμάται άψυχο στη φούχτα.
Και από όλες τις λέξεις πιο πολύ,
με πληγώνει αυτή,
που δεν μπορώ πια να πω,
γιατί δεν το τολμώ,

η λέξη «σ’ αγαπώ».

 

 

ΣΤΟ ΦΡΙΞΟ

Δε θέλω να σπάσω τη συνοχή
του χρυσάνθεμου με τον ήλιο,
του ανεκπλήρωτου πόθου
με τη γλυκειά προσμονή,
των ματιών σου
με τις ανοιξιάτικες καταιγίδες,
της ευτυχίας
με τους κόκκους της κλεψύδρας.
Δε θέλω να σπάσω τη συνοχή των χεριών μας.
Δε θέλω να φύγεις μακριά.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ

Τώρα το βράδυ
που τα δέντρα ερωτοτροπούν
με τις λικνιστές βεντάλιες τους,
θα ‘θελα να ‘βλεπα εδώ μπροστά
το σώμα σου,
βροχή, βρεμένο χώμα,
βουλιάζω και γλιστρώ
στα υγρά χαντάκια του κορμιού σου
και το χαμόγελό σου
ποτάμι στα μαλλιά.
Έτσι θα σε ήθελα.
Όλον μια προσφορά,
ένα ποίημα που ζωντάνεψε
παράλογα και ανέλπιστα
μια νύχτα που
στη φαντασία όλα επιτρέπονται.

 

 

ΦΙΛΟΙ

Όταν και οι τελευταίοι φίλοι
σαν σε βλέπουν
ρουφούν με καλαμάκι τηλεόραση,
ή προσφέρουν ξερά χαμόγελα
σε μεγάλα ποτήρια ουίσκυ,
όταν η ανάγκη να δώσεις θάλασσα,
ορμάει να σε πνίξει,
και μέσα στη φούχτα σου
ιδρώνει η στάχτη των καμένων λουλουδιών,
τότε όλο και πιο πολύ,
νιώθεις τη σιωπή
να σου γλύφει τα χέρια
σαν αρρωστημένο, υπάκουο σκυλί.

 

 

ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ

Τούτη την ώρα που το σκοτάδι
το τρυπούν μικροί σταλακτίτες από φως,
κάτω από το μπαλκόνι,
δύο πουκάμισα λευκά,
δειλός υπαινιγμός ανθρώπινης σάρκας,
μοναδική ανθρώπινη επαφή,
τούτη την ώρα
που τα σπίτια σιωπούν
με συνοφρυωμένα τα κλειστά πατζούρια,
νιώθω τον ύπνο λεκέ στα ματόκλαδα,
ρίχνω νερό να τον ξεπλύνω,
γιατί θέλω να ζήσω
όσο πιο πολύ μπορώ αυτή την ώρα,
που η μοναξιά
γίνεται αβάστακτη,
τόσο πολύ αβάστακτη,
όσο πολύ γλυκιά.

 

 

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΕΙΡΗΝΗΣ

Γυναίκα της Χιροσίμα,
εγώ, παιδί μιας άλλης χώρας,
μιας άλλης γενιάς,
μιας άλλης εποχής,
σε συνάντησα χθες στην πλατεία,
το φαλακρό κεφάλι,
το «διαμελισμένο κορμί,
τα κοκκάλινα άσπρα χέρια,
τις τσακισμένες λέξεις,
ναι, τα είδα και τα άκουσα όλα,
και όταν τραγούδησες στη γλώσσα σου
το τραγούδι της ειρήνης
όλοι στην πλατεία,
παιδιά πολλών γενεών, πολλών εποχών
τραγούδησαν μαζί σου,
και κάποτε γυναίκα,
θα φυτρώσουν λουλούδια στο κομματιασμένο σου κορμί,
και από τη μήτρα σου
θα γεννηθούν ροδομάγουλα παιδιά,
και θα κάνεις έρωτα
χωρίς την αγωνία
του μωρού με τα σπέρματα της βόμβας.
Ναι γυναίκα της Χιροσίμα,
κάποτε όλοι θα μιλήσουν τη γλώσσα σου
και τότε
όλοι οι λαοί θα τραγουδήσουν το τραγούδι σου.

 

 

ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Ένα χαμόγελο
στρογγυλό βαζάκι με ανεμώνες,
αγκαλιά
γεμάτη αχνιστό ήλιο,
δυο μάτια
στο χρώμα καστανής καλωσύνης,
όλη μια ελπίδα,
όλη μια υπόσχεση
πως υπάρχουν άνθρωποι…

 

 

ΕΡΩΤΑΣ Ι

Το δάκρυ σου μοιάζει με θάλασσα
και το χαμόγελό σου με ηλιαχτίδα,
θάθελα να βρέξω την καρδιά μου σε μια θάλασσα
και να τη στεγνώσω σε μια ηλιαχτίδα.

 

 

ΕΡΩΤΑΣ ΙΙ

Το φεγγάρι έλιωσε στον ουρανό.
Τα αστέρια σταμάτησαν το χορό τους.
Πάνω στο τζάμι δυο σταγόνες
ξεχώρισαν και κύλισαν στο έδαφος.

 

 

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Σούρουπο,
αέρας,
τα λουλούδια που σωπαίνουν στις γλάστρες,
το κόκκινο αυτοκίνητο που φεύγει,
ο αυτόματος τηλεφωνητής στο τηλέφωνο,
το υδάτινο πέπλο της αναπνοής στο τζάμι,
ο ουρανός πληκτικά γαλάζιος
σαν ατέλειωτη θάλασσα.
Πότε απόμεινε μόνο ένα νησί,
και γύρω απόηχοι,
άχρωμα χρώματα,
άπιαστα χέρια,
πότε απόμεινε έτσι ένα νησί,
η καρδιά μου.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΙΝ

ΠΌΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΆΚΗ

«Η Αυγή», 11.7.2017

Στέφαν όπως Τσβάιχ, η Μαγική Πολυκατοικία στον Αρχαίο Κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη

Γίνεται λόγος πολλές φορές για τον αρχικό «πόνο» ή το «τραύμα» στη λογοτεχνία, αυτό που δίνει το ερέθισμα στον λογοτέχνη να αναπτύξει γύρω του, όπως η μαλακή πληγωμένη σάρκα του στρειδιού αντιδρά σε έναν παρείσακτο κόκκο άμμου, για παράδειγμα, και δημιουργεί το πολύτιμο μαργαριτάρι. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάποτε και την καλλιτεχνική δημιουργία, ως αντίδραση στο τραύμα: ο πάσχων λογοτέχνης επιστρατεύει αποθέματα, ψυχικές και πνευματικές εφεδρείες για να μπορέσει να πετύχει για τον ίδιο ίσως την επούλωση και την αυτογνωσία, με αποτέλεσμα το έργο του, τη δημιουργία του.
Η δικαίωση ωστόσο αυτής της διαδικασίας πάντα διακυβεύεται. Δεν δικαιώνεται ο λογοτέχνης όταν έχει θεραπευτεί ο ίδιος, παρά μόνο όταν έχει δώσει ένα άξιο λογοτεχνικό έργο. Η δικαίωση δηλαδή συμβαίνει, αν συμβαίνει αλλού, και όχι στο επίπεδο της θεραπείας του τραύματος, όσο τραγικό και επώδυνο να είναι αυτό. Να θυμίσουμε περιπτώσεις όπως το τραύμα του πολέμου στην «Κυρία Νταλογουέη» της Βιρτζίνια Γουλφ, ή το Ολοκαύτωμα και την εξορία στον «Άουστερλιτς» του Ζέμπαλντ. Η δικαίωση συμβαίνει με λογοτεχνικά και αναγνωστικά κριτήρια και όχι με αυτά της θεραπείας.
Θεωρώ απαραίτητη αυτή την εισαγωγή για το πρόσφατο μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν». Η συγγραφέας έχει ξαναασχοληθεί με την πεζογραφία – μυθιστόρημα και θεατρικό έργο. Είναι γνωστή όμως για την ποιητική της παρουσία -οκτώ ποιητικές συλλογές- όπου μεταφέρει την εμπειρία της από τα ταξίδια στο Αλλού.
Είχα την ευκαιρία στο παρελθόν να αναφερθώ στους «Χάρτες του Αλλού στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη» στην παρουσίαση της ποιητικής της συλλογής «Στον Αρχαίο Κόσμο βραδιάζει νωρίς» (το κείμενο αναρτημένο στις Πινακίδες από κερί, το ιστολόγιό μου), χαρτογραφώντας και ορίζοντας ανθρωπολογικές παραμέτρους ενός κόσμου όπου πηγαινοέρχεται η ποιήτρια. Ένας κόσμος αλλιώς, σαν τους πίνακες του Νταλί, σαν την ταινία «Μάτριξ». Αργότερα, με αφορμή τη συλλογή «Κλινικά απών», μίλησα για την Οδύσσεια του πένθους, τη συγκρότηση της θεραπείας της ποιήτριας. Στην ίδια κατεύθυνση ένιωσα πως θα μιλούσα και για την επόμενη συλλογή, «Οι ομοτράπεζοι της άλλης Γης» -αφιερωμένο σε τρεις προσφιλείς νεκρούς της, όπου ποιητικά είχαν μετοικήσει στον Αρχαίο Κόσμο της- αυτή ήταν η Άλλη Γη, με τους άλλους ρυθμούς του χρόνου, τα αλλόκοτα ποτάμια και τις άγριες μορφές του πένθους, προσωποποιημένο ως τέρας.
Ένας τέτοιος πόνος όμως, εξευγενισμένος ή άγριος, εξημερώνεται αλλά δεν εξαντλείται και έπρεπε να το υποψιαστώ αρχίζοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν». Μια ιστορία δομημένη στο στυλ ταινίας τους Γουές Άντερσον, όπως το «Grand Budapest Hotel» ή η «Οικογένεια Τένεμπάουμ», με χαρακτήρες σε χωριστά κουτιά, ορατά και χαρτογραφημένα σε τρεις διαστάσεις. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια πολυκατοικία όπου ο παράξενος βοηθός του κυρίου Κλάιν, όπως ο θυρωρός στο Γκραν Μπούνταπεστ, που βασίζεται σε μια νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, εξυπηρετεί και σχετίζεται συναισθηματικά με τους ενοίκους. Στέφαν και το όνομα του ήρωα – πνευματική οφειλή στον Τσβάιχ, υποθέτω. Όλα τα ονόματα παραπέμπουν κάπου: στο πένθος – Οικογένεια Μουρν, στη θεραπεία – κύριος και κυρία Χιλ και δεν λείπει η αναφορά διά του συμβολικού ονόματος στο σύμπλεγμα το μυθικό, κύριος και κυρία Ίντιπους. Ο Μπίλλυ που λείπει – τρυφερή αναφορά στον «Βασίλη μας», τον αδελφό της που στη μνήμη του είναι αφιερωμένο το βιβλίο.
Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, συναρπαστικό, χωρίς αντιφάσεις, ένα μυθιστόρημα που ο πόνος έχει εξαφανιστεί στη δομή, τόσο σοφά μελετημένο, «άτρωτο από οποιασδήποτε κλίμακας σεισμικές δονήσεις του λογικού και των αιτημάτων του ρεαλισμού» όπως σημειώνει εύστοχα για τη λογοτεχνική συνθήκη του μυθιστορήματος ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Ο ρεαλισμός παρών σε έναν κόσμο μαγικό, με το περιθώριο, τους μετανάστες, τους άστεγους, την ανεργία, τη δυστυχία, την έλλειψη επικοινωνίας του. Διαβάζεται απνευστί. Επιμένω στις λεπτομέρειες της δομής και της αφήγησης γιατί όσον αφορά την ευαισθησία και το βάθος της γραφής, η Χλόη Κουτσουμπέλη δεν εγκαταλείπει ούτε λεπτό την ποίηση και τα στοιχειά του κόσμου του Αλλού όταν γράφει.

 

 

Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.

Η χώρα της ποίησης είναι μια άλλη χώρα. Ο ποιητής ένα αμφίβιο που ζει και στους δύο κόσμους. Ο κόσμος της τέχνης είναι κόσμος σκιών, δεν δίνει απαντήσεις. Σ’ αυτόν πηγαίνουν οι προορισμένοι, όσοι σφραγίστηκαν μικροί με κείνο το μισό πέταλο στον ώμο που σημαίνει πως τίποτε ποτέ δεν θα ’ναι ολόκληρο. Εκτός από ένα μελανοδοχείο που αδειάζει.
Στο ποίημα ΤΟ ΚΕΝΟ υπάρχει η εξής ενδεικτική περιγραφή:

Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
Σε μία κόλλα από χαρτί
Αφού το φιμώσεις με μελάνι
Κοιμάσαι μαζί του μία δύο τρεις φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
Μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
Όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
….
Τότε και μόνο τότε, καταλήγει το ποίημα,
Μπορείς να γράψεις για το τίποτα.
Το τέλος του ποιήματος, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου μια φράση από το ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ, Κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι.
Ο κόσμος της ποιητικής συλλογής ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ είναι θλιμμένος, μοιάζει αδιέξοδος. Υπάρχουν όμως και σημεία φυγής. Στο ποίημα ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελπίδα βρίσκεται πάλι στην αγάπη, γιατί συνέχεια χ«ο χωρισμός είναι απόφαση, η αγάπη χωρίς διακοπή». Και στο ποίημα Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, και κλείνω με αυτό το απόσπασμα, διαβάζουμε:

Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
Παράλογα και ανόητα γενναίοι
Που αψήφησαν την βέβαιη ήττα
Άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
Άλλη ψυχή, οικεία
Και με ένα φιλί
Σταγόνα βουλοκέρι
Σφράγισαν τον Χρόνο

 

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

FREAR 13/7/2017

ΕΝΩ ΕΣΥ ΚΟΙΜΟΣΟΥΝ
Μια ανάγνωση του βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη

Σε μια στέρεη δομή, ο ήρωας της αφήγησης, ο Στέφαν, έχει αναλάβει εργασίες βοηθού συντηρητή στην πολυκατοικία του παρόντος, υπογράφοντας ένα συμβόλαιο με έναν μυστηριώδη εργοδότη. Επιδιορθώνει, βοηθεί και βοηθιέται, ξεκλειδώνει πόρτες και μυστικά, που τον εμπλέκουν και με πρόσωπα από το μακρινό του παρελθόν και την παλιά πόλη, και αποτελούν μια σπαρακτική αναψηλάφηση των σημαντικών περιόδων της στοιχειωμένης του ζωής. Πού, πότε; Ανοικείωση κατ’ αρχάς του αναγνώστη από την αμφισημία του χωρόχρονου. Ένας βιωματικός χορός μεταμφιεσμένων προσώπων, που θα μπορούσαν να ζοyν οπουδήποτε στον κόσμο αλλά οπωσδήποτε εν μέσω κρίσης και παραλυτικής ανεργίας. Και ο Στέφαν, σε κάποιον δαντικό κύκλο της κολάσεως, σε ένα μεσοδιάστημα ή σε μια Νέκυια οφείλει να ξαναζήσει με τη μνήμη του τα πάθη του, «τα συμπιεσμένα συναισθήματα», όλα εκείνα που θέλει να ξεχάσει ‒δύσκολα παιδικά χρόνια και απώλειες‒, να καταλάβει τη ζωή του, τον εαυτό του, με υπομονή και ταπεινοφροσύνη, την αυτοκαταστροφικότητα και τη δειλία του ακόμα και μπροστά στο δώρο του έρωτα, που του χαρίστηκε. Οφείλει να συμφιλιωθεί με τους δαίμονές του, να πονέσει και να λυπηθεί, αγκαλιάζοντας τον άλλο άνθρωπο και τώρα, έγκαιρα να κάνει την υπέρβασή του, βοηθώντας τους άλλους να σωθούν, αγαπώντας με την ψυχή του τους άλλους, μια και ήμαστε όλοι «μια ψυχή σε ένα περίβλημα». Από Μίδας, το χρυσό αγόρι με τη σημαδεμένη τράπουλα, ο νάρκισσος και κακομαθημένος, να φτάσει στην αγάπη, γιατί «μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία… αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στο χάος της ζωής μας». Να μη νιώθει μόνος, να βγει στο φως.
Ο παντογνώστης αφηγητής με μια εξαιρετικά ποιητική γραφή, εγκαθιστά τον Στέφαν στον άλλο κόσμο της πολυκατοικίας. «Τότε είδε μπροστά του μια τεράστια φάλαινα, ένα κήτος που ανέπνεε, με το εσωτερικό να πάλλεται, τα μπαλκόνια να σείονται, τα τούβλα, τα μπετόν, τους αρμούς να σαλεύουν. Ύστερα ένα σύννεφο κατάπιε πάλι τον ήλιο και η αίσθηση χάθηκε». Ή «Ο Στέφαν άκουσε νοερά τα κάγκελα του κελιού του να κατεβαίνουν και την κλειδαριά να κλειδώνει αυτόματα. Ο πάνθηρας μέσα του άρχισε να βηματίζει ανυπόμονα». Ή «Ο Στέφαν χαμογέλασε μόνος του, καθώς σκέφτηκε τον κύριο Κλάιν να φοράει ένα λευκό νυχτικό, να τον κυνηγάει στο διάδρομο με ένα κερί στο χέρι και να διεκδικεί μερίδιο της σάρκας του». Επιδιορθώνει εξαρτήματα και σχέσεις και ξεκλειδώνει μυστικά, διατρέχοντας την παιδική του ηλικία και την εφηβεία του, ως την κάθαρση.
Αναγνωστική απόλαυση από ένα μοντέρνο, πληθωρικό, πρωτότυπο και ζωντανό φιλοσοφικό, μη ρεαλιστικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται ως αστυνομικό.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Στον παράξενο κόσμο του κυρίου Κλάιν
BOOKPRESS 21/6/ 2017

Το γρήγορα και το αργά είναι έννοιες σχετικές, αγαπητέ μου.
Ανάλογες με τη σφοδρότητα της επιθυμίας.
Με το πάθος ή το πένθος. Με την ενοχή και τη μετάνοια.
Με τον αποχαιρετισμό. Με το τέλος του τέλους.

Τα παραπάνω λόγια του μυστηριώδους κυρίου Κλάιν συμπυκνώνουν το νόημα της παράξενης αυτής ιστορίας. Ο χρόνος είναι μια υποκειμενική υπόθεση, έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε με τη συμβατική ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Βιώνεται από τη συνείδησή μας (αποκτώντας έτσι την απαραίτητη υλική υπόσταση) η οποία όμως αγνοεί την πραγματική του διάσταση, καθώς αυτή βρίσκεται πέρα πολύ από τα όρια της λογικής μας ικανότητας, και έτσι ζώντας μέσα του αδυνατούμε να συλλάβουμε την ουσία του. Ο χρόνος μετριέται με τα σημάδια του πάνω μας, με τις απώλειες και τη φθορά που γράφει στο σώμα και στη μνήμη. Παραμένει ασύλληπτος όμως. Και αυτή τη σχετικότητα της έννοιας του χρόνου φαίνεται να τη γνωρίζει ο κύριος Κλάιν, όπως και τα όρια της ανθρώπινης εκδοχής του: το τέλος του τέλους.
Αυτό το τέλος για τον ήρωα της ιστορίας, τον Στέφαν, θα έρχεται αργά, σε μια απροσδιοριστία του αληθινού και του φανταστικού. Η ιστορία ξεκινά με ένα ατύχημα, καθώς ο Στέφαν παρασύρεται από ένα μαύρο αυτοκίνητο στην προσπάθειά του να διασχίσει τον δρόμο για να προφτάσει το ραντεβού του με τον κύριο Κλάιν, ο οποίος του έχει υποσχεθεί θέση εργασίας. Σώζεται (αλήθεια σώζεται;) όμως και αναλαμβάνει τη δουλειά που του προσφέρει ο ιδιόρρυθμος εργοδότης του παραδίδοντας ταυτόχρονα την υπόστασή του στην ανυπαρξία, τουλάχιστον για τα ανθρώπινα μέτρα. Η συμφωνία προβλέπει την εγκατάστασή του στην πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν για σαράντα μέρες έναντι υψηλής αμοιβής, που παρουσιάζεται σωτήρια για τον Στέφαν, με την υποχρέωση να επιδιορθώνει τα προβλήματα που θα προκύπτουν στα διαμερίσματα. Ό,τι θα ακολουθήσει θα ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο αιφνίδια ανατρεπτικό τοπίο, ίδιον της γραφής της Χλόης Κουτσουμπέλη ακόμα και στον ποιητικό της λόγο και όχι μόνον στα πεζά της. Χωρίζει την αφήγησή της σε κεφάλαια των οποίων οι προμετωπίδες, που εισαγωγικά προετοιμάζουν τον αναγνώστη, θα μπορούσαν να αποτελούν και μια τρόπον τινά περίληψη όλης της ιστορίας, φυσικά με την ανάλογη μεταφορικότητα και με υπόρρητες συνδέσεις. Έτσι, η άποψη του Μπέρναρντ Σω, που μας εισάγει στο πρώτο κεφάλαιο, προϊδεάζει για το ξετύλιγμα της ζωής του Στέφαν που θα παρακολουθήσουμε και μας προβληματίζει για τη σημασία μιας ζωής που αναλώθηκε σε λάθη παραμένοντας όμως αξιέπαινη. Και παρακάτω το ζύγισμα της ψυχής από τον θεό Άνουβι, στο απόσπασμα από την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών, θα μας υποψιάσει για το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή του Στέφαν, που νιώθει να τον ξεπερνά ο χρόνος και βλέπει το σώμα του να μεταμορφώνεται, να φθίνει, να φθείρεται. Η αναφορά σε άλλη προμετωπίδα κεφαλαίου (και όταν η πλοκή πλέον έχει αφήσει να διαφανεί η αλήθεια των πραγμάτων) στην εμβληματική Έβδομη σφραγίδα του Μπέργκμαν, αποτελεί μια από τις ισχυρότερες συνδέσεις/οδηγούς της ανάγνωσης.
Δίπλα στον κεντρικό ήρωα, οι υπόλοιποι χαρακτήρες, όλοι με κάποια σχέση μαζί του που αναδύεται από τα βάθη της μνήμης συνδέοντάς τον με ένα παρελθόν που θα προτιμούσε να μη θυμάται. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό το λογοτεχνικό τοπίο που δημιουργεί η Χλόη Κουτσουμπέλη. Σαν ο ήρωας να βυθίζεται σε μια δίνη, η οποία συμπαρασύρει με τους κύκλους της τα υπόλοιπα πρόσωπα, ώσπου να εξαφανιστούν τα ορατά σημάδια της παρουσίας τους. Η πέτρα που πέφτει σε μια ήρεμη λίμνη και δημιουργεί ομόκεντρους κύκλους που όσο απομακρύνονται από το κέντρο τόσο φθίνουν, μέχρι να εξαφανιστούν. Ο Στέφαν θα επηρεαστεί από την παρουσία τους, ταυτόχρονα θα αποβεί καταλύτης στα δικά τους αδιέξοδα. Και όλα αυτά μέσα σε μια πόλη σύγχρονη, να βιώνει την κατάντια της κοινωνικής και οικονομική κρίσης και να «κρύβει κάτω από το χαλί» την ύπαρξη της Παλιάς πόλης των αποσυνάγωγων και περιθωριακών, των απορριμμάτων της ζωής. Από τη μια η ηθική και από την άλλη η ανηθικότητα, λες και η μία δεν είναι απότοκο της άλλης, σε μια συμβατικά δομημένη θεώρηση του σωστού και του λαθεμένου.
Η Κουτσουμπέλη παράλληλα με την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της, που οδηγεί τον αναγνώστη να αποκωδικοποιεί τις ευρηματικές εικόνες, παράλληλα και με μια φιλοσοφικών προεκτάσεων συμβολιστική, κατορθώνει να μιλήσει με γλώσσα απολύτως σημερινή δίνοντας το αντικαθρέφτισμα μιας κοινωνίας που μοιάζει απελπιστικά με τη δική μας. Η επιλογή μιας απροσδιόριστης πόλης ως προς την ταυτότητά της, καθώς και τα ξένα ονόματα των ηρώων της, αποθαρρύνουν την απόλυτη ταύτιση με το ελληνικό τοπίο και καθιστούν το μυθιστόρημα οικουμενικό ως προς τις αναφορές του, σε απόλυτη αρμονία με τα θέματα που θίγει. Ο άνθρωπος και η κοινωνία, τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, την καταξίωση και την απαξίωση, τη συμπόρευση με τους άλλους, τη συμφιλίωση με τη διαφορετικότητά τους, τη διάθεση της προσφοράς με το μοίρασμα του εαυτού. Όλα σε μία δυναμική σύμπλευση, αλληλοσυμπληρούμενα και αλληλοαναιρούμενα. Ένα μυθιστόρημα που κινείται στο μεταίχμιο, στο ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο, όπου όλα πιθανολογούνται για αληθινά και όλα απειλούνται με μια διάψευση. Σημαντική η αναφορά στον θιβετιανό Βουδισμό και στην κατάσταση μπάρντο, με το σώμα να είναι νεκρό και τη συνείδηση να εξακολουθεί να ζει βιώνοντας νέες εμπειρίες. Άλλωστε ζης και είσαι νεκρός θα δούμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, που ως προμετωπίδα θα μας οδηγήσει σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου.
Η ιστορία αυτή θυμίζει το περιβάλλον που επιλέγει ο Κάφκα στις δικές του απεικονίσεις του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες. Την κατάλληλη στιγμή που έχεις νιώσει να πλανάται η εφιαλτική αυτή ομοιότητα πάνω από τα πρόσωπα της ιστορίας, θα έρθει και η κατευθείαν αναφορά: Ο Κάφκα λέει σε ένα από τα γράμματά του στη Μίλενα ότι η τιμωρία της κόλασης συνίσταται στο να αναγκάζεται κάποιος να διεξέλθει μια φορά τη ζωή του με τη ματιά της γνώσης και το χειρότερο δεν είναι να αναθεωρεί τις προφανώς κακές του πράξεις, αλλά τις πράξεις που νόμιζε άλλοτε καλές.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μάς οδηγεί με το βιβλίο αυτό σε μια καταβύθιση εσώτερη και οδυνηρή, στον βαθμό που η λογοτεχνία ξεπερνά τα στενά όρια των σελίδων και εγκαθίσταται στο μυαλό του αναγνώστη για να δημιουργήσει εκεί τις δικές της συνδέσεις. Ωστόσο έχει και μια πρόταση/θέση, που αφήνει μια κάποια αισιοδοξία μέσα σ’ αυτό το χάος και την περιδίνηση: […] ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους, κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα Σύμπαντα. Του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, η επιλογή μας, αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο Χάος της ζωής μας.
Αν λοιπόν οι υπάρξεις μας είναι εκλάμψεις του τυχαίου, τότε η επιλογή η δική μας έγκειται στη διαχείριση αυτής της συνθήκης που ονομάζουμε ζωή, χωρίς φυσικά να γνωρίζουμε τα όριά της αλλά και την αληθινή φύση της. Στη βάση της αγάπης, της αλληλοϋποστήριξης και της συνδρομής στις ανάγκες του άλλου, ωστόσο, θα μπορούσε αυτή η ζωή να γίνει ανεκτή.
Διαφαίνεται πίσω από το εγχείρημα της συγγραφής αυτής της ξεχωριστής ιστορίας η προσπάθεια της Κουτσουμπέλη να κατανοήσει τη διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Γιατί όλο αυτό το πολύπλευρο και πολυσήμαντο θέμα προσεγγίστηκε με την αγωνία μιας επαλήθευσης του βαθύτερου πόθου για μια επαρκή ερμηνεία του ταξιδιού της ζωής και της σύνδεσής του με το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση. Ποιος μπορεί να συμφιλιωθεί με το τελεσίδικο κενό μετά το τέλος του τέλους;
Και επειδή οι συνειρμοί που κάνει ο αναγνώστης είναι αποδεκτοί στη λογοτεχνική περιπέτεια, διαβάζοντας τον Βοηθό του κυρίου Κλάιν σκέφτομαι από τη μία εκείνη την ταινία του Joseph Losey, το Monsieur Klein, σκοτεινή και εφιαλτική, με την ομοιότητα να εντοπίζεται όχι μόνον στο όνομα αλλά και στον παράδοξο κόσμο (καφκικό επίσης) της ιστορίας (βλ. κεντρική εικόνα). Από την άλλη το όνομα έχει και την ερμηνεία του, Klein, δηλαδή μικρός, με όποια σύνδεση μπορεί να γίνει ανάμεσα στον άνθρωπο/Στέφαν και στον θάνατο/μοίρα/κύριο Κλάιν. Πολύ περισσότερο, αν πρόκειται για έναν απλό μεσάζοντα, που τώρα φαίνεται τόσο μικρός μπροστά στον πάσχοντα και αγωνιούντα κατακρημνισμένο άνθρωπο. Ένα μυθιστόρημα με πολλές αναγνώσεις/ερμηνείες, γι’ αυτό και άξιο προσοχής.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 24/05/2017,

Ο ατυχής βίος της ανθρωπότητας

Καφκικό περιβάλλον, ανατριχίλα αστυνομικού μυθιστορήματος, διαρκές σασπένς και φιλοσοφική διάθεση. Το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν» αποδεικνύεται μυθιστόρημα υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων. Ο αναγνώστης βυθίζεται απόλυτα στο έργο, έργο που πλέκεται με δεξιοτεχνία, σα λεπτή δαντέλα, και συνεπαίρνεται από αυτό. Η ζωή και ο θάνατος, η τάξη και το χάος. Ο κ. Γκούντμαν, φορέας της ηθικής και ο Στέφαν. Οι άνθρωποι της Παλιάς πόλης, που κινούνται στο περιθώριο της ζωής, ο κόσμος των απόκληρων, των κολασμένων. Κι ανάμεσά τους η Λούσυ, η προσωποποίηση της καλοσύνης και της αγνότητας.
Σε μορφή θεατρική, με ιστορίες που εναλλάσσονται σαν θεατρικές σκηνές και πρόσωπα τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας, ξεδιπλώνεται το κουβάρι του κόσμου του εικοστού πρώτου αιώνα, ενός κόσμου αποτυχημένου, «που γονατίζει αφήνοντας όλο και περισσότερο το χιμπατζή να κυριαρχεί στον εγκέφαλό του». Πόλεμοι μαίνονται, μια τεράστια οικονομική κρίση. Άνθρωποι που κουβαλούν το σπίτι τους στην πλάτη, παιδιά που πνίγονται στη θάλασσα. Μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του Στέφαν, του πρωταγωνιστή, περιγράφεται ο ατυχής βίος ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Με συνεχείς μεταβάσεις στο παρελθόν και το παρόν της ζωής του ήρωα, καταγράφεται η ανήκεστος βλάβη της κοινωνίας μας και του ανθρώπου που συνεχώς βρίσκει δικαιολογίες για την κακότητα που τον χαρακτηρίζει. Εθισμένος στο τζόγο και την ηδονή, ξεχνά πως δεν είναι παρά «μια ψυχή σε ένα περίβλημα», ένα ρολόι που κάποτε θα σταματήσει. Ο καθρέφτης θα θολώσει κι αυτός τότε θα εισέλθει σ’ ένα σκοτεινό υπογάστριο, σ΄ ένα κήτος που θα τον κατεβάσει επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης. Ένας κόσμος μούχλας και λαθών η ζωή, κι ο άνθρωπος με μια Αποστολή, που είναι το δώρο του. Με αυτό έρχεται στη ζωή, δέσμιος μιας μοίρας που δεν ελέγχει.
Το Σώμα Σύμπαν, η Μητέρα Γη, η Θεότητα, η γνώση, η παράδοση, οι εντολές του Ευαγγελίου. «Ιστός αράχνης είμαστε, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους. Κάποιος μας φυσά και ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα σύμπαντα του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, αυτό που μπορεί να δώσει νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο χάος της ζωής μας». Με εικονοπλασία εκπληκτικής δεινότητας, με παρομοιώσεις μοναδικής εφευρετικότητας και κάλλους, καταγράφεται στο βιβλίο η ιστορία της εφηβείας και της ενηλικίωσης του ανθρώπου, ο οποίος μόνον όταν έρχεται κ. Κλάιν, ευθυτενής και αγέρωχος, με τη γκρίζα καμπαρντίνα και το καπέλο του, φορώντας τα μαύρα του γάντια, κάνει τον απολογισμό της ζωής του. Τότε όμως οι αναμνήσεις γίνονται κοφτερά δόντια που τον ξεσκίζουν.
Το παραμύθι και η πραγματικότητα, το καλό και το κακό, τα ανθρώπινα πάθη. Κάποια στιγμή πιάνεις κι εσύ στα χέρια σου το μαύρο βότσαλο. Ο Στέφαν, μια μέρα σκοτεινή και συννεφιασμένη, κατεβαίνοντας από το λεωφορείο και προσπαθώντας να περάσει το δρόμο, παρασύρεται από μια μαύρη λιμουζίνα. Θα σωθεί την τελευταία στιγμή. Το ρολόι του θα σταματήσει και θα εισέλθει στη ζωή του ο αινιγματικός κ. Κλάιν που θα του τάξει χρήματα -που τα έχει μεγάλη ανάγκη- για την εργασία του επιδιορθωτή των προβλημάτων της ιδιόκτητης πολυκατοικίας του. Στην προσπάθειά του να καθαρίσει την πολυκατοικία, να σφουγγαρίσει τη ζωή τη δική του και των άλλων, θα πέσει σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Θα εγκλωβιστεί σ’ έναν κύκλο ατέλειωτων αναμνήσεων και καταγραφής λαθών που θα τον εξουθενώσει, καθώς πεθαίνει σιγά σιγά. Μεταβαίνει στην κατάσταση Μπάρντο, σύμφωνα με τη Θιβετιανή Βίβλο των Νεκρών. Σε μια ενδιάμεση ζωή, ανάμεσα στο θάνατο και τη ζωή, σε μια καινούργια γέννηση.
Με τριτοπρόσωπη γραφή, με τη ματιά ενός παντογνώστη αφηγητή, χωρίς ούτε μια λέξη περιττή, με τη μορφή ανάμνησης, ακόμη και αναμνηστικής επιστολής, σαν ανάλυση ενός φροϋδικού ονείρου, με αλλεπάλληλες συνειρμικές μεταβάσεις, περνάει μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη το παρελθόν του ήρωα. Η Βίβλος, η Αποκάλυψη, το ζήτημα του τυχαίου, η ρευστότητα της ζωής, το προσφυγικό ως η ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας, όλα εξετάζονται και συγκλονίζουν με τη διεισδυτική ματιά μιας ποιητικής γραφής υψηλού επιπέδου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν τα φιλοσοφημένα παραθέματα που τοποθετούνται ως μότο πριν από κάθε κεφάλαιο, καθώς και οι υπέροχες λογοτεχνικές αναφορές που κοσμούν την αφήγηση, μια αφήγηση ρέουσα και φυσική. Δεσπόζοντα ρόλο στο κείμενο αποκτούν η θεωρία των συμπτώσεων και της συγχρονικότητας του Γιούγκ, μέσα από τα λόγια του συγγραφέα Σεμπάστιαν Χήλ, προσωποποίηση της γνώσης και της σοφίας στο βιβλίο.
«Ο ιππότης προσκαλεί το Θάνατο σε μια παρτίδα σκάκι. Αν ο ιππότης κερδίσει, ο Θάνατος θα του επιτρέψει να ζήσει». Ο Στέφαν θα παίξει τη ζωή του στα ζάρια. Θα ζήσει κινούμενος στο χείλος του γκρεμού. Τελικά θα χάσει την παρτίδα από το Θάνατο. Στο μεταξύ θα καταφέρει να μας προβληματίσει για τα καλά με τη ζωή του.
Το έργο είναι συγκλονιστικό. Η Χλόη Κουτσουμπέλη δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ποιητικής πρόζας ιδιαίτερα καλαίσθητη και θα λέγαμε διδακτική. Αν αποστολή της λογοτεχνίας είναι να διδάξει ευχαριστώντας (docere delictedo), όπως πίστευε ο Οβίδιος, η Χλόη Κουτσουμπέλη το πετυχαίνει στο ακέραιο με το νέο της βιβλίο «Ο βοηθός του κ.Κλάιν», αφιερωμένο στη μνήμη του αδελφού της. Κι αν ο σκοπός της λογοτεχνίας είναι η κάθαρση μέσα από τη διέγερση συναισθημάτων και την ταύτιση του αναγνώστη με τον πρωταγωνιστή («ο έλεος και ο φόβος», σύμφωνα με τον Αριστοτέλη), το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη βρίσκεται εκεί. Ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει με τη δύναμη της γραφής και του περιεχομένου του.

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 21/09/2016

Ο αλλόκοτος αλλά παραδόξως προσιτός κόσμος της Χλόης Κουτσουμπέλη

[…] είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση.

Είναι η ποίηση απρόβλεπτη, αλλόκοτη, αφύσικη; Αν αυτές οι λέξεις ακούγονται προκλητικές, ας σκεφθούμε αν θα συμβιβαζόμαστε με τις αντίθετές τους: προβλέψιμη, κοινότοπη και φυσιολογική. Μα, σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον το ποιητικό αποτέλεσμα δεν θα μας αφορούσε.

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη ξέρει να αιφνιδιάζει. Ξέρει να προκαλεί με την εικονοπλασία της. Πάνω απ’ όλα ξέρει να προσεγγίζει τον εσώτερο κόσμο του αναγνώστη της και να τον παίρνει μαζί της στη δική της αισθητική και ηθική της ποιητικής της άποψης.

Το βιβλίο της Χλόης, αν και ποιητικό, διαβάζεται σαν ένα αφήγημα με την απόλυτη συνέχεια που απαιτεί ο πεζός λόγος. Με την απαίτηση της μέθεξης όμως προς τον αναγνώστη της. Η ποίηση αυτή δεν είναι για εύκολες αναγνώσεις. Και για όποιον θελήσει να εισχωρήσει στα δικά της μονοπάτια, η επιστροφή σε ανώδυνες γραφές δεν υπάρχει.

[…]
Αυτό είναι το νυχτερινό τρένο.
Κανείς δεν είδε ποτέ τον οδηγό του.
Όμως εδώ και χρόνια μάτια μου
Δεν υπάρχει άλλο όχημα για μας.

Ανάμεσα στις δύο συλλογές που συναποτελούν τους «ομοτράπεζους της άλλης γης», τα «Γυάλινα σπίτια» και το «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;», υπάρχει μυστική δίοδος, για όποιον πατήσει σωστά πάνω στα σημάδια τους. Η απώλεια με το βάρος της χαράσσει βαθιά τους στίχους της πρώτης συλλογής και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το βιωματικό τους περιεχόμενο. Έχει τον τρόπο να πει τα πράγματα ακριβώς όπως είναι, με μια πιστότητα εικόνων και αισθήσεων, κι όμως τη βλέπουμε καθαρά τη μεταμφίεσή τους, απαραίτητη στον ποιητικό λόγο, που έτσι λειτουργεί η κατάθεσή του διαχρονικά.

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ως πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

Ντύνει τον κόσμο με τη δική της αισθητική αλλά και ηθική κατορθώνοντας έτσι να μας προσκαλεί μέσα στο φαινομενικά παράδοξο τοπίο. Να μπούμε και να το θεωρήσουμε οικείο. Σαν να μπήκαμε στο σπίτι μας. Τα λόγια της είναι αυτά που (κι αν ποτέ δεν τα αρθρώσαμε) θα θέλαμε να τα έχουμε πει. Τα πρόσωπα που φέρνει μπροστά μας είναι τα δικά μας πρόσωπα, οι δικές μας απώλειες.
Η φωνή της, αναγνωρίσιμη, μοιάζει να συναντά άλλους ποιητές, σαν να αποτελεί τον κρίκο σ’ αυτή την αλυσίδα που επιμένει να μιλά για όλα τα δυσερμήνευτα του κόσμου τούτου, κι ας μην μπορεί να δώσει τελικές απαντήσεις.
[…]
Τι σφίγγεις λοιπόν;
Τι είναι αυτό που μόνον εσύ κατέχεις;
Ποιο αρχαίο μυστικό εκτυλίσσεται
μέσα στο κορμί;
Σε ποιο μυστήριο οδηγούμαι
χωρίς μάτια;
Σφίγγα το ξέρω τώρα.
Αυτό που εσύ ζητάς
είναι το μόνο που έχω.

θα δούμε στην ποίηση της Χλόης, κι εδώ, κοντά δέκα χρόνια πριν, μια τελευταία στροφή από το ποίημα του Τάσου Γαλάτη «Τα γερατειά» (Συλλογή «Ο σημειωμένος», εκδόσεις «τυπωθήτω») σαν να ανοίγει διάλογο μαζί της:

[…]
Δεν είναι λίγο να συναντήσεις το μυστικό της φύτρας σου
κι εγώ το άγγιξα το μυστικό
το άκουσα να πάλλεται στο αίμα μου
κι ίσως μόνο γι’ αυτό
αξίζει να με συντροφέψουν στο στερνό ταξίδι μου
του Κολωνού τ’ αηδόνια.

Τα μυστικά περάσματα από την άγνοια στη γνώση, η σοφία συντροφευμένη πια με την οδύνη, αλλά και η συναίσθηση ότι αυτή η απόλυτη πλέον προσέγγιση, του ασαφούς μέχρι πρότινος, αξίζει περισσότερο από όλη την ήρεμη και βολεμένη απόσταση από την αλήθεια. Κυρίως αν έχει όλη αυτή η πορεία αγγίξει τα όρια της αισθητικής απόλαυσης. Σκληρό; Οπωσδήποτε. Αλλά πώς αλλιώς να μιλήσεις για μεγέθη που υπερβαίνουν το ανθρώπινο ύψος;

Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ’ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματα της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνονται τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.

Και σκέφτομαι αν ήταν χρώμα αυτό το ποίημα τι θα ήταν; Θα είχε κάτι από το σκούρο πράσινο των φύλλων, εκεί κοντά στο μούχρωμα, να σκιάζει πάνω στο χώμα τον βαθύ του ήχο, να αντιφέγγει πάνω του όλο το μαύρο και το γκρίζο που σέρνουνε τα σύννεφα λίγο προτού να αποσυρθούν. Έτσι θα το ζωγραφίζαμε αφήνοντας στην άκρη τις λέξεις και τον πόνο τους. Γιατί τα χρώματα τη βάφουνε καλύτερα τη βιωμένη θλίψη. Κι έπειτα θα αφουγκραζόμασταν τα ηχοσήματα που στέλνουν εκείνοι που σχολαστικά πληκτρολογούν μηνύματα από έναν κόσμο σιωπηλό, μήπως πιο πολύ (κι από τις λέξεις και τα χρώματα ακόμη) φανεί μια αλήθεια ασήμαντη, μα απόλυτη, λυτρωτική: καθένας μας με τους δικούς του που αναχώρησαν κάνει παιχνίδι, γιατί με τη φυγή τους άλλαξαν μορφή, και πια μας μοιάζουν τόσο.
Στη δεύτερη συλλογή, «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς», έχουμε ανοίξει την αυλαία κι έχουμε εισχωρήσει στον ιδιαίτερο κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη. Νιώθεις να συμμετέχεις σ’ αυτό το σκηνικό που φτιάχτηκε θαρρείς από ταινίες του Φελλίνι ή από σελίδες μυθιστορημάτων ή και τα δύο απολύτως συνταιριασμένα μεταξύ τους. Κι εσύ; Έχεις ήδη μπει μαζί με τα πρόσωπα στον μέσα χώρο αυτής της ποίησης και δεν παρακολουθείς μόνο αλλά και συμμετέχεις. Κι όμως, τα ίχνη δείχνουν πως ομαλά πέρασες από τα πρώτα ποιήματα των «Γυάλινων σπιτιών» σ’ αυτά τα θεατρικά στημένα με περισσή τέχνη.
Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαριστά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.
Διαβάζω και σταματώ εδώ αδυνατώντας να πάω παραπέρα. Γιατί εδώ δεν είναι η αθωότητα του ζυμαρένιου Χανς αλλά η αυθεντική και ανομολόγητη αθωότητα του ποιήματος, ικανή να ξεχρεώσει αναρίθμητες εικόνες σφάλματος προσωπικού μα και συλλογικού. Και λέω πως, αν αυτό μπορεί να το κάνει η ποίηση, έστω με αυτό το ελάχιστο εδώ, δεν είμαστε εντελώς χαμένοι.

Στην οικογένεια μου είμαστε όλοι πορτρέτα.
Ζούμε γαντζωμένοι από καρφιά.
Με πρόσωπα χλωμά και μάτια μαύρα
μαλλιά σε κότσο και παλαιομοδίτικα φουστάνια
σακάκια που μυρίζουν πράσινο σαπούνι.
Καθώς είμαστε κρεμασμένοι σε τοίχους
που χρειάζονται σοβάτισμα,
έξαφνα κάποιος ερωτεύεται
η κορνίζα του ραγίζει
και κυλάει στο πάτωμα.
Στον τοίχο εμφανίζεται τετράγωνος
ο λεκές της απουσίας.
Ύστερα από λίγο κάποιοι τον ανασύρουν
τον αποκαθιστούν στην αρχική του θέση.
Μόνο τα μάτια του για λίγο αλλάζουν χρώμα.
Μπορεί όμως να ’ναι κι απ’ την υγρασία

Ίσως για τη βίωση της απώλειας τα σκηνικά να είναι απαραίτητα, όπως στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, που ξέρεις ότι όλο αυτό είναι στημένο και ψεύτικο, και όμως κλαις. Τη θλίψη την υποδυόμαστε, κατάσαρκα ντυνόμαστε το ρούχο της και με την αμφίεση αυτή πορευόμαστε. Κι εδώ, στην ποίηση, όλα τα βλέπεις, αρκεί να ανασηκώσεις λίγο την κουρτίνα που επιμελώς τα σκεπάζει.
Γι’ αυτό πιστεύω πως η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι απολύτως προσιτή παρά τις μεταμφιέσεις της. Κάτω από κάθε μάσκα που βάζει στα πρόσωπα και στα πράγματα ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Όχι τις ιδέες σου, όπως σε άλλους ποιητές, μα το ίδιο σου το πρόσωπο. Και αυτό δεν είναι σύνηθες στον κόσμο της ποίησης. Τελικά αυτή η ποιήτρια είναι δική μας.
Μια μνεία να γίνει και για την εικονογράφηση του βιβλίου. Το εξώφυλλο και δύο φωτογραφίες στην είσοδο της κάθε μιας από τις συλλογές (όλες της Μαρίας Κοσσυφίδου), με το ασπρόμαυρο λιτό τους σώμα. Υπέροχη υπογράμμιση του ποιητικού κόσμου των σκιών, των απόντων, του κενού χώρου που αφήνουν οι αναχωρήσεις. Του κόσμου δηλαδή της εκλεκτής ποιήτριας, που μοιάζει η εναλλαγή του άσπρου με το μαύρο να τον χρωματίζει ιδανικά.

 

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 24/1/2017

«Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω»

Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούν την πορεία της Χλόης Κουτσουμπέλη εύκολα αναγνωρίζουν ότι η ποιήτρια βρίσκεται ήδη στο μεταίχμιο μιας επίμοχθης και πεισματικής προσπάθειας που άρχισε πολύ νωρίς να αφήνει ολοκάθαρες αποτυπώσεις ποιητικής σοβαρότητας και ευθύνης. Το πρόσφατο ποιητικό έργο της Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης επιβεβαιώνει την ορατή πλέον σε πολλούς ανοδική πορεία που ακολουθεί. Πρόκειται για ώριμους και ολοκληρωμένους ποιητικούς καρπούς.
Το έργο Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης διεκδικεί πολλά εύσημα. Και τα δύο μέρη που το συνιστούν -Τα γυάλινα σπίτια και το Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;- συνθέτουν δύο ευδιάκριτες, εν μέρει και εν συνόλω, ποιητικές αφηγήσεις που μεταξύ τους συνδέονται οργανικά. Στην πρώτη, κεντρικός άξονας είναι η μνήμη. Η πικρή και αδυσώπητη μνήμη που δεν ησυχάζει, καθώς ανακαλεί διαρκώς την παρουσία-απουσία προσφιλών κυρίως ατόμων που πέρασαν στην αντίπερα όχθη, αλλά και ατόμων που επέλεξαν να αλλαξοδρομήσουν και να υπερβούν τα όρια του κοινού, μεταξύ αυτών και της φθεγγόμενης φωνής, συναισθηματικού χώρου. Κάποτε, το βασανιστικό κενό των παρόντων-απόντων προσλαμβάνει τη μορφή μιας βασάνου που τροφοδοτείται από το βάρος ενός διαρκώς διογκούμενου πένθους. Όμως, ο ποιητικός λόγος δεν αφήνεται να εκπέσει. Αυτοελέγχεται με τη συνέργεια μιας μεστής γλώσσας, με συνέπεια να παραμένει στις παρυφές του μαύρου και της καταχνιάς, χωρίς όμως ποτέ να αφήνεται σε σπαρακτικές επικλήσεις και άλλα μέσα που υπονομεύουν και συνθλίβουν ακόμη και τις πιο αγνές ποιητικές προθέσεις. Αντίθετα, κι αυτό πιστώνεται στις αρετές της ποιήτριας, μεταβάλλεται σε μια χαμηλόφωνη πένθιμη ποιητική που εκφέρεται με ένα σύνολο υπέροχων εικόνων: Πού και πού χτυπάει την πόρτα ένα κοριτσάκι./Έχει ένα καλαθάκι φράουλες/δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα./Φάε, μου λέει, είναι ματωμένες/και πασαλείβεται με αίμα. (ΙV, σ. 14). Μην έρχεστε σε μένα φωνάζω./Διαβάστε την πινακίδα,/είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος/που ομφαλοσκοπεί./Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι/χώνονται στους στίχους/μπλέκονται στο αμπάρι/πλημμυρίζουν το κατάστρωμα. (ΙV, σ. 14/15)
Εκείνο όμως που κυριαρχεί στις παρουσίες-απουσίες είναι η απώλεια των οικείων και κυρίως του πατέρα. Ένα βίωμα που αναπόφευκτα στιγματίζει τη ζωή ευαίσθητων ατόμων. Οι δεσμοί αίματος, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ισοδυναμούν με σωσίβια γι’ αυτούς που μένουν και που «απρόσμενα» καλούνται να υπομένουν. Γιατί, ποιος είναι εκείνος που, ενώ ξέρει την αλήθεια για τη μοίρα που δυναστεύει τα ανθρώπινα, δεν αποδιώχνει την ιδέα του θανάτου ακόμη και την ώρα που αυτός κουρταλεί την εξώθυρα του δικού του σπιτιού; Τότε είναι που η ποίηση, σαν αντίστιξη του έσω κόσμου, ντύνεται κατάσαρκα το χρώμα του πένθους. Τότε είναι, που με τη χάρη της ποίησης, το ιδιωτικό μεταβάλλεται σε κοινό δώρημα, καθώς η ομιλούσα φωνή δεν ανασύρει μόνο το δικό της πένθος, αλλά, ανασκαλεύοντας την ψυχή αυτών που γεύονται το δικό της πάθος, ενεργοποιεί, με την τεχνική του ποιητικού αυτοματισμού, τη δική τους ανενεργό ή και υπνώττουσα μνήμη. Και μοιάζει σαν ενορχηστρωτής που στέκεται απέναντί τους και τους καλεί στο όνομα της μνημοσύνης: τους νεκρούς… αυτούς μην τους ξεχνάτε… Θα με προστατεύεις τώρα που πέθανε ο μπαμπάς;/(…)και η σιωπή είναι βάραθρο/με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ/και μας κατασπαράζουν/(…) Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί/με ένα μαύρο τρένο που χάνεται στην ομίχλη./Από πίσω τους ακούω ψαλμωδίες από μελλοντικές κηδείες./Τελικά/θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα. (Οι συγγενείς, σ. 26-27)
Από αυτή την αίσθηση του πένθους και της πληγωμένης μνήμης, δεν απουσιάζει ο προδομένος έρωτας, μια μορφή «απώλειας» που συνδαυλίζεται με τη «χάρη» ενός ηδονικού αναστοχασμού και που αιώνες τώρα μεταποιεί τον πόνο σε ευφάνταστο άκουσμα. Θα τρέχω επτά μέρες και επτά νύχτες/ώσπου κάθε μικρή θάλασσα/να νεκρώσει απ’ τ’ αλάτι της/απ’ την Σαχάρα ως την Ιορδανία,/απ’ την Κόκκινη Έρημο ως την Τακλαμακάν/(…) θα τρέχω (…) μέχρι αύριο/που γέροι/σε ριγέ πολυθρόνες/θα βουλιάζουμε/σε κάποια Βενετία/(…) μέχρι που να μην πονάω πια για σένα. (Μαραθώνιος, σ. 16)
Μετά τα Γυάλινα σπίτια, ακολουθεί το δεύτερο μέρος του ποιητικού βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη με τον τίτλο Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς; Όπως στο πρώτο μέρος η ζωή αποδείχτηκε πολύ εύθραυστη, γεγονός που έλαβε την έκτυπη μορφή ενός πόνου απερίγραπτου, έτσι και εδώ τα πάντα τρεκλίζουν, υπονομεύονται και καταρρέουν. Η Χλόη Κουτσουμπέλη ακολουθεί την ίδια τεχνική, αυτήν της πρωτότυπης ποιητικής αφήγησης. Μόνο που εδώ μετατοπίζει το λεκτικό και αφηγηματικό βάρος σε μια ιδιότυπη σύνθεση ονομάτων και ελλειπτικών μύθων που μεταξύ τους ανταγωνίζονται σε θεατρική επινοητικότητα. Κοινός τόπος όλων αυτών η απώλεια που συνέχει και προωθεί τα επιμέρους.
Εξαρχής δηλώνεται, μέσω της ακουόμενης φωνής, ότι η απόπειρα επιστροφής στην παιδική ηλικία της αθωότητας δεν μπορεί να γίνει ανέξοδα. Πίσω από τις προθέσεις που ωραιοποιούν το χθες, καιροφυλακτεί η γόνιμη αμφιβολία: Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω και όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, (…) τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας,(…) κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε σε άλλο αιώνα. (Το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου, σ. 39)
Η αμφιβολία δεν αργεί να μεταβληθεί σε παράφορο σαρκασμό μπροστά στην απάτη και την προσποίηση που κάνει αισθητή την παρουσία της με τα φτιασίδια της ταξικής υπεροχής: Κυκλοφορεί πάντοτε με φράκο/κι ένα παράσημο στο πέτο/μ’ έναν σκαντζόχοιρο που σκούζει./Εναντιώνεται στο κυνήγι της φώκιας/ και είναι υπέρ των δικαιωμάτων/ που έχουν οι ποντικοί στις φάκες(…) (Ο αξιοσέβαστος κύριος Όουεν, σ. 40)
Είναι ολοφάνερη η πρόθεση της Χλόης Κουτσουμπέλη να προκαλέσει τον αναγνώστη να σκεφτεί μήπως η περίοδος της αθωότητας είναι μύθος και αυταπάτη, αφού πολύ νωρίς διεμβόλιζεται από το τραγικό που καραδοκεί και λεηλατεί τη ζωή πολλών ανθρώπων. Ο μύθος αυτός συρρικνώνεται και ξεφτίζει από τις κινήσεις της αξιοζήλευτης δεσποινίδος Εντελβάις Φλέτσερ στο ομώνυμο ποίημα, (σ. 41): Μέσα στο δωμάτιο έβραζε καρούλια/και τύλιγε τις μπούκλες η Εντελβάις,/ έβαφε το πρόσωπο με ασβέστη/χάραζε τα χείλη που δεν είχε,/μ’ ένα πινέλο ζωγράφιζε τα δάκρυα. Ω πόσο χαρούμενη ήταν η Εντελβάις.(…) Όπως οι πεταλούδες που καίγονταν γύρω απ’ το κερί/και με τις στάχτες τους πασάλειβε το πρόσωπό της.
Οι σκηνοθετικές επινοήσεις του δεύτερου μέρους μεταβάλλουν τα ποιήματα σε ένα ξεχωριστό σύνολο νουάρ μικροαφηγήσεων, όπου το δραματικό στοιχείο συνυπάρχει με έκδηλη τη διάθεση σαρκασμού και ειρωνείας: Τακ τικ τακ/ ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο πόδι/διασχίζει έναν χωματόδρομο/ το ξυλοπόδαρο μπήγεται στον βούρκο/ η κινητή άμμος τον καταπίνει ολόκληρο./(…) (Ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο ποδάρι, σ.43). Ο κύριος Πόμπιους κυκλοφορεί ανάμεσα σε κρέατα/λουκάνικα κρέμονται από τον χοντρό λαιμό του(…)Τα βράδια αγοράζει με το κιλό γυναίκες/παρθένες γάλακτος κατά προτίμηση./(…)Στον πόλεμο στραγγάλιζε ανθρώπους./(…)Μετά έπνιγε στο λάδι/τους αυτόπτες μάρτυρες/απόδειξη ότι κάποια μέρα εξελέγη Δήμαρχος./(…) (Ο αξιότιμος κύριος Πόμπους, σ.45).
Κοινός εκθέτης όλων των ποιημάτων της συλλογής είναι το μοτίβο της απώλειας που, όπως εξαρχής ειπώθηκε, συνδέει οργανικά τα δύο μέρη. Εκείνο που ξαφνιάζει ευχάριστα, εκτός όλων των άλλων, είναι ο ποιητικός λόγος της Χλόης Κουτσουμπέλη. Τα ζεύγματα, κυρίως, των αναφορικών και των προσδιοριστικών λέξεων, τα σημαινόμενα και τα σημαίνοντα, χαρακτηρίζονται από ευφυέστατες και όλως απροσδόκητες συλλήψεις, που καθόλου δεν εμποδίζουν αλλά ευκολύνουν την πρόσληψη. Σ’ αυτό συνεισφέρουν το εξαίρετο μίγμα ποίησης και αφήγησης, τα πρόσωπα, τα σκηνικά και οι «ανατροπές» που προκαλούν την αίσθηση εσωτερικών λειτουργικών αναδιπλώσεων.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

FRACTAL 01/02/2017

«Στην ραφή μιας δαντέλας»

Όταν ήρθε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη με ξάφνιασε ο εντυπωσιακός τίτλος. Παραπέμπει σε μεταφυσικό χώρο, σε «άλλη γη», παραπέμπει στην άλλη διάσταση, στον χώρο του «αμίλητου», στους προσφιλείς νεκρούς της, όπου όλοι είναι ομοτράπεζοι, συνδαιτυμόνες! Στην πραγματικότητα, και οι ζωντανοί «ομοτράπεζοι σε άλλη γη», στα κοιμητήρια είμαστε, στα «μνημόσυνα» και τις χοές, με τα κόλλυβα, το λάδι, το κρασί και τα κεριά…
Με τη Χλόη Κουτσουμπέλη συναντηθήκαμε πρώτη φορά στο «Ιερό δοχείο» της, ένα βιβλίο διαφορετικό, όμορφο, χαριτωμένο εξωτερικά, καλογραμμένο, ευφυέστατο, ευανάγνωστο, απολαυστικό, ένα ποιητικό εν πολλοίς κείμενο, που η ποιήτρια το κατατάσσει στα θεατρικά. Προσφέρεται.
Στο πρόσφατα εκδομένο ποιητικό βιβλίο της με τον χαρακτηριστικό τίτλο: Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», αφιερωμένο σε τρεις απόντες πολύ αγαπημένους της, σε γενικές γραμμές ακολουθεί την ίδια περίπου οδό προκειμένου να φτάσει στο σημείο από όπου μπορεί να μιλήσει για το πρόβλημα που την απασχολεί. Χρησιμοποιεί πρόσωπα και ονόματα είτε γνωστά είτα άγνωστα και με πρόσχημα τη συμπεριφορά τους, εκθέτει τις απόψεις της και δημιουργεί κάθε φορά και σε κάθε περίπτωση το κλίμα και την ένταση που χρειάζεται για να λειτουργήσει ποιητικά και να γίνει πειστική.
Ο λόγος της είναι απλός, καθαρός, χωρίς εξάρσεις, ρέει ποιητικά με απαλούς ρυθμούς και εσωτερικούς διαλόγους ακολουθώντας την εξέλιξη της δράσης. Είναι χαρακτηριστικό το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο: «Αν κάποτε βρεθείς», που μιλάει σε κάποιον απόντα και με εύσχημο τρόπο τον διαβεβαιώνει ότι δεν τον ξέχασε:

«Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
χειμώνα με ομίχλη
(…)και δεν υπάρχει δρόμος
ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
(…) το ξύλινο τραπέζι
τη σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι
είναι η μνήμη.

Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιεί το «ξύλινο τραπέζι, το τυρί και το ψωμί», στοιχεία λαϊκά, ολοκάθαρα ελληνικά με φόρτιση αιώνων, που αντιπροσωπεύουν βασικά υλικά καθημερινής χρήσης και υπαινικτικά παραπέμπουν σε ό, τι παίρνει μαζί του ο εκλιπών στην «ξένη γη», στην άλλη ζωή. Με πολλούς τρόπους εικονογραφεί την απώλεια, τη μοναξιά, την ερημιά, την εγκατάλειψη που ακολουθεί όταν φεύγουν από τη ζωή αναντικατάστατοι προσφιλείς, ενώ οι συγγενείς είναι τυπικά παρόντες:

«και η σιωπή είναι βάραθρο
με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
και μας κατασπαράζουν.
Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί
με ένα μαύρο τρένο και χάνονται μες στην ομίχλη.
(…) Τελικά
θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα».

Η ποιήτρια ζει το παρόν της κάθε μέρας, παρατηρεί τα δρώμενα στο φυσικό και στο ανθρώπινο κυρίως τοπίο, σε κάθε ήρωα καρφιτσώνει στο πέτο του το παράσημο που αποκομίζει από την εκμετάλλευση. Ο «Αξιοσέβαστος κύριος Όουεν» π. χ., ο μη ων, ο ανύπαρκτος, στην πραγματικότητα, ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό για να πάρει μαζί του στην άλλη ζωή αποκτά:

Ένα τέλειο όμικρον με διαβήτη.
(…)ένα ακόμα χρυσό δόντι
στην οδοντοστοιχία που αστράφτει»

για να μασάει καλύτερα τις σάρκες των άλλων. Αλλού μια άλλη μοναξιά, «Η μοναχοκόρη των δακρύων Κονστάνς» θα προστεθεί ψηφίδα στο μωσαϊκό της μοναξιάς. «Ο συγγραφέας κύριος Μπάρυ», από τη μητέρα του που αυτοκτόνησε:

«κράτησε μόνο το χέρι.
(…)Κοιμάται με αυτό τις νύχτες.
Τον χαϊδεύει στοργικά.
Μ’ αυτό το χέρι γράφει».

Όλα σ’ αυτή τη γη τα βλέπει πάντα από την ίδια σκοπιά η ποιήτρια. Όχι πως δεν υπήρξε, πως δεν υπάρχει και πως δεν θα υπάρχει διαχρονικά αυτή η πραγματικότητα, που η στέρηση δημιουργεί προσδοκίες από εκεί που δεν πρόκειται να έρθουν, πως για τα μικρά πεινασμένα παιδιά!

«…η πιο όμορφη στιγμή είναι
όταν περιμένουμε τον άγγελο να έρθει».
Αλλά κι αυτός με άδεια χέρια. Νηστικός θα έρθει. Γι’ αυτό:
«Του φυλάμε πάντα λίγο γάλα και ψωμί
γιατί σ’’ αυτή τη γη
οι άγγελοι των μικρών παιδιών
πάντα είναι κουρασμένοι».

Πολύς πόνος και ερημιά υποβόσκει στη σάρκα της ποιήτριας πίσω από τον ήρεμο, απαλό, εκφραστικό, απλό ίσαμε την ειλικρίνεια που αγγίζει τη γυμνότητα που αφήνει πίσω του μια τελεσίδικη απώλεια ποιητικό της τρόπο και τον σιγανό, διακριτικό θρήνο που διαρρέει τους καλοστημένους στίχους της και διαβρώνει την ύπαρξή της περνώντας μέσα από τις σάρκες όλων των ηρώων που τους φορτώνει τα αμαρτήματα όλου του ανθρώπινου γένους.

Στην «Ταυτοπροσωπία της Άννας Ο και της Άννας Κ….»,

«…Η Άννα ζει στην ραφή μιας δαντέλας.
(…)Σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε.
Αφού ποτέ δεν αγαπήθηκε».

«Οι καλεσμένοι της Ελεονόρ Ρόμπιν», βρήκαν πολύ διασκεδαστική την ιστορία που μιλούσε για τον «παππού με την καπνιστή ρέγγα στο χέρι… τη γιαγιά με το δαντελένιο μαντηλάκι στη μύτη… με τη γκουβερνάντα που τρέκλιζε με μια άδεια μπουκάλα στο ένα χέρι, ενώ με το άλλο έσερνε ένα καρότσι με δυο αδιαμόρφωτα έμβρυα πάνω σε μια ροζ κουβερτούλα… Οι καλεσμένοι έπιναν το τσάι τους» αμέτοχοι, αδιάφοροι, ως μη παρόντες και «διασκέδασαν πολύ», χωρίς καν να νιώσουν την απουσία της Ελεονόρ, απλούστατα γιατί «λατρεύουν τις ιστορίες με φαντάσματα.
Κλείνω τους όποιους λογαριασμούς μου με την ποίηση της Χλόης, ύστερα από μια σύντομη, αδρομερή συνομιλία μαζί της. Επισήμανα επιλεκτικά ελάχιστα σημεία στο πλούσιο και πολυεπίπεδο ετούτο έργο που πλουτίζεται και διευρύνεται με αναφορές σε πολλαπλά γεγονότα, σε εμβληματικά πρόσωπα, συνεκτικό, πολύπλοκο, πολυπρόσωπο, ανατριχιαστικά συγκλονιστικό εν πολλοίς στη φαινομενική αφέλεια, την ειλικρίνεια και στιλπνότητα με μια αναφορά στο τελευταίο ποιητικό κείμενο:

«Ο μπαμπάς μου είχε κακό γούστο στα σπίτια, στα αυτοκίνητα και στις γυναίκες…» Όλες οι επιλογές του στραβά κι ανάποδα του έβγαιναν, σπίτια κι αυτοκίνητα και οι γυναίκες του «έτρωγαν μόνο ένα παξιμάδι βουτηγμένο στο νερό», αλλά χειρότερη ήταν η τελευταία που έζησαν ευτυχισμένοι χωρίς παιδιά «ως τη στιγμή που κάποιος έκοψε με ένα ψαλίδι το νυφικό και όλα της τα φορέματα στην ντουλάπα…Δεν ξέρω λεπτομέρειες γιατί είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση».
Η άποψή μου είναι πως μένει αδιευκρίνιστο ποιος κατοικεί ποιον! Έχω διαβάσει κι έχω ασχοληθεί με αρκετά και ενδιαφέροντα, ποιοτικά ποιητικά βιβλία Ελληνίδων ποιητριών τον τελευταίο καιρό. Στο σύνολό τους αναφέρονται σε σύγχρονα κοινωνικά θέματα, σε προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Η Χλόη Κουτσουμπέλη, αποτελεί εξαίρεση. Τα θέματα που την απασχολούν και ο τρόπος που τα διαχειρίζεται είναι εντελώς προσωπικός, έχει έντονη φόρτιση. Έχει κάτι από «Αρσενικό και παλιά δαντέλα», από ταινίες τρόμου, από Αγκάθα Κρίστι και Έντγκαρ Άλαν Πόε.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 24.3.2017

Αν η Σέξτον, περνώντας στη ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη (Θεσσαλονίκη, 1962), διεκδικεί το δικαίωμα στο ουρλιαχτό, αποκαλύπτει «οικογενειακά μυστικά», κάνει χρήση «αντιποιητικών» λεπτομερειών του γυναικείου σώματος, παραμένοντας ώς τέλους ένα κορίτσι πληγωμένο που ζητά την προσοχή και την αγάπη όσων την περιτριγυρίζουν, η Θεσσαλονικιά ποιήτρια, στο νέο της ποιητικό βιβλίο «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», κινείται ακριβώς αντίστροφα, δίνοντας αγάπη και χώρο στον άλλον, στην πραγματική και στην παραμυθητική του έκφανση.
Ως είσοδο στο παραμυθο-ποιητικό σύμπαν παραθέτουμε δύο σύντομα ποιήματά της. Τις «Αδειες Μέρες»: «Οι άδειες μέρες / Πάνω σε τσιγκέλια / κρεμασμένες / ωμές και ψόφιες / οι μέρες της ζωής μας / ενώ ο κρεοπώλης χρόνος / τρίβει χαρούμενα τα χέρια» («Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς», Γαβριηλίδης, 2012) και το «Οταν μπαίνεις μέσα μου»: «Οταν μπαίνεις μέσα μου, / το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά. / Μα την ίδια στιγμή, / μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει, / σε κρύο διάδρομο, / σε άδειο σπίτι. / Στην οδό Αγίου Δημητρίου, / ένα κοριτσάκι μού γνέφει λυπημένα» («Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», εκδ. Νέα Πορεία, 2006).
Ποιήματα που μας ανοίγουν σε μια θηλυκή εκδοχή, ας μας επιτραπεί, του Σαχτούρη. Που πέρα από μια σκοτεινή, ασαφή θα λέγαμε ανατριχίλα, που παραπέμπει σε αμερικανικά κινηματογραφικά θρίλερ που πραγματεύονται αμβλώσεις, έρωτες χωρίς ανταπόκριση και μεταφυσικές εν γένει παρεμβάσεις, μας ανοίγουν σε μια εικονοποιία που εικαστικά θα την τοποθετούσαμε μεταξύ του Francis Bacon και του Marc Chagall με «πινελιές» του Edward Hopper και μια πατίνα ρετρό επίσης παρούσα.
Η Κουτσουμπέλη στο νέο της βιβλίο, επαναπροσδιορίζοντας εκ νέου τις προτεραιότητές της και τη σχέση της με το υπαρκτό και με την απώλεια, τοποθετεί στη θέση της απουσίας του «άλλου» το ίδιο το ποίημα και κυρίως την αφήγηση-εκφώνησή του. Ενα ποίημα που όχι μόνο φέρει το παράπονο και ίσως τη γλύκα του βλέμματος ενός ζωντανού ανθρώπου, αλλά κινούμενο πέρα από τη νοσταλγία, με τρόπο αιχμηρό και ευθύβολο, στοχεύει στο δόξα πατρί του κόσμου.
Συμπληρώνοντας επαναληπτικά το κενό με την ανάδυση της φωνής, με τα ηχοχρώματα, τη θέρμη της και την αμεσότητα της συγκεκριμένης απεύθυνσής της. Χωρίς να πετυχαίνει πάντοτε τον στόχο στο κέντρο, θα λέγαμε πως τον πλευρίζει με τρόπο γνήσιο και απέριττο, συμπυκνώνοντας και ξετυλίγοντας τα αλλόκοτα και απρόβλεπτα παραμυθο-ποιήματά της σαν ένα κουβάρι πλάι στο τζάκι.
Ποιήματα που καρφώνονται μέσα μας και μεταφέρουν ατόφιο τον σπαραγμό, αφήνοντας τα ερωτήματα της παρουσίας-απουσίας να λειτουργούν και ως μουσικές παύσεις.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 23/5/2014

Η τελευταία συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη αποτελείται από 35 ποιήματα, όπου η ποιήτρια δείχνει ότι εξελίσσει και ελέγχει τα εκφραστικά της μέσα, ώστε σήμερα, μετά από έξι ποιητικές συλλογές, είναι φανερό ότι έχει πλέον διαμορφώσει το δικό της ύφος. Θα έλεγα ότι είναι η πλέον εικαστική ποιητική συλλογή της, μια και τα ποιήματα αυτά διαβάζονται, κατά τη γνώμη μου, και ως αυτόνομοι νέο- υπερρεαλιστικοί ζωγραφικοί πίνακες. Είτε σε πρώτο είτε σε τρίτο πρόσωπο, αλλά και όταν σκηνοθετούν ένα διάλογο με λέξεις καθημερινές αλλά ωστόσο απρόβλεπτες, τα ποιήματα αυτά δημιουργούν εικόνες παράδοξες, που ενέχουν το στοιχείο της έκπληξης, προκαλούν την περιέργεια, ξεβολεύουν, άλλοτε τρομάζουν, άλλοτε γοητεύουν, με τα σύμβολά τους στέλνουν σήματα στο ασυνείδητο, μιλούν τη γλώσσα του, σε κυκλώνουν, σε παγιδεύουν και δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα, ένα κλίμα το οποίο έχει τη δύναμη να αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις. Γενικότερα η ποίηση της Κουτσουμπέλη επιθυμεί να είναι λόγος μαγικός και η δημιουργός του μοιάζει να ποθεί για τον εαυτό της το αρχέτυπο της γυναίκας –μάγισσας, που με την ενέργεια της θηλυκότητάς της μπορεί να μεταμορφώνεται, να θέλγει, αλλά και να δημιουργεί. Η θηλυκή ενέργεια τρόμαζε και τρομάζει. Υφίσταται επομένως βασανιστήρια, ακρωτηριασμούς και κάθε λογής απάνθρωπες τιμωρίες, ρίψη στην πυρά, απόρριψη, άρνηση της αγάπης, εξορία από τον παράδεισο του έρωτα, αμφισβήτηση και ευνουχισμό της δημιουργικότητας. Ο ορθός λόγος εξορίζει τα πλάσματα αυτά ως μάγισσες, νεράιδες, σειρήνες, ξωτικά στο χώρο του παραμυθιού, νομίζοντας πως έτσι τα αποδυναμώνει. Η συμβολική δύναμη όμως που έχουν αποκτήσει στο πέρασμα του χρόνου κινεί τη σκέψη και τη φαντασία των απογόνων τους, μέσω της γλώσσας. Η Κουτσουμπέλη γνωρίζει καλά τη γλώσσα του παραμυθιού και του μύθου, κινείται άνετα στα πεδία αυτά, δεν την τρομάζουν τα τέρατα που συναντά εκεί μέσα, ξέρει πια να τα αντιμετωπίζει και να τα χρησιμοποιεί επ’ ωφελεία της ποιητικής της γραφής.
Διαβάζοντας την ποίησή της, βρίσκουμε να υπάρχει στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου ένα παιδί που υπαγορεύει διαθέσεις, ανάγκες και συμπεριφορές και αυτό το παιδί είναι εξοικειωμένο με τη γλώσσα των παραμυθιών και με τα παιδικά παιχνίδια. Αυτά αναπαριστούν τον κόσμο, σ’ αυτά το παιδί εκτονώνει τα βίαια συναισθήματά του, σ’ αυτά γυρεύει την παρηγοριά και την ελπίδα του. Αυτά του δίνουν τα γλωσσικά και συμβολικά εργαλεία, μέσω προσωποποιήσεων, αλληγοριών και μεταφορών να μεταφράσει τους φόβους του, να αποφορτιστεί από τη βία που έχει υποστεί, να αγγίξει με προσοχή τα τραύματά του, με το αίσθημα ότι μέσα στο ποίημα, μέσα στη γραφή είναι ασφαλές.
Υπάρχει ακόμη στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου και ένας αναγνώστης των μύθων του πολιτισμένου κόσμου που αιώνες τώρα επιχειρεί να λύσει τον ανερμήνευτο γρίφο της δημιουργίας των δύο φύλων, το πώς και το γιατί, ποιο ήταν το μήλο, ποια η γνώση, ποιος ο παράδεισος, ποιος ο κλήρος της Εύας αλλά και η θέση και ο ρόλος της Λίλιθ σ’ αυτό το κατασκευασμένο σύμπαν, θέματα που εμφανίζονται και σε προηγούμενα βιβλία της Κουτσουμπέλη. Μόνο που εδώ η δική της Λίλιθ είναι ποιήτρια κι αυτό φοβούνται οι άρρενες ένοικοι του παραδείσου. Περισσότερο από τις πράξεις της, τη φυγή της από την Εδέμ φοβούνται τη δαιμονική δύναμη της γραφής της. Οι πρώτες γυναίκες του Παραδείσου κατάλαβαν πια πώς παίζεται το παιχνίδι και πήραν τη ζωή στα χέρια τους. Η γυναίκα κι η μοίρα της, οι ρόλοι της, η δημιουργικότητά της έχουν απασχολήσει την Κουτσουμπέλη από τα πρώτα της ποιήματα. Τα κείμενά της συνομιλούν με τη σύγχρονη φεμινιστική γραφή και η ποιήτρια έχει πειραματιστεί επαρκώς στο να αξιοποιεί και να μεταπλάθει τη μυθολογία του φεμινιστικού λόγου. Έχει υποδυθεί τους ρόλους μυθικών γυναικείων μορφών, έδωσε στα πλάσματα αυτά του μύθου το δικό της σύγχρονο λόγο, παίρνοντας για τις ανάγκες του εκάστοτε ποιήματος τη δική τους μορφή, το δικό τους σχήμα. Στο βιβλίο αυτό καλά πλέον αφομοιωμένες αυτές οι αναζητήσεις υποστηρίζουνε με σιγουριά και αυτονομία το λόγο της Κουτσουμπέλη, χωρίς πλέον να διεκδικούν επιτακτικά από τον αναγνώστη να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί το αυτονόητο: τη γυναικεία οπτική της ποιήτριας.
Στην ποίηση της Κουτσουμπέλη υπάρχουν δύο κυρίαρχα θέματα που επανέρχονται με διάφορες παραλλαγές και μετεξελίξεις από συλλογή σε συλλογή. Ο έρωτας και η ποίηση. Τα θέματα αυτά συχνά συμπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Ο έρωτας ως παρουσία και κυρίως ως απουσία και απώλεια τροφοδοτεί και γεννά το ποίημα και το ποίημα αναζητά τον έρωτα, τον παθιασμένο χορό, τη μονομαχία, τη θανάσιμη πάλη δύο σωμάτων για να τραφεί. Άλλοτε πάλι το ποίημα γεννά τον έρωτα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, εκλεκτικές συγγένειες μέσα από ασύμπτωτες ιστορίες, άνθρωποι αγαπήθηκαν πιο αναπαυτικά, πιο παρηγορητικά μέσα από τις λέξεις, συμβολικές εκεί οι ανθρωποθυσίες του έρωτα. Τα δύο αυτά θέματα αναδεικνύονται ξεκάθαρα στην παρούσα συλλογή, γεμίζουν τον καμβά του κάθε ποιήματος με τα φαινομενικά ετερόκλητα μοτίβα τους, που ωστόσο συνέχονται με ένα αόρατο νήμα.
Ξεκινάμε με τον τίτλο «κλινικά απών», ο οποίος συνειρμικά μας παραπέμπει στη δυσοίωνη ιατρική γνωμάτευση κλινικά νεκρός. Ποιος είναι ιατρικά ο κλινικά νεκρός; Είναι αυτός που η αναπνευστική και καρδιακή λειτουργία του υποστηρίζονται μηχανικά, ενώ ο μεταβολισμός ακόμη αντιστέκεται. Ο τίτλος του βιβλίου είναι ο τελευταίος στίχος του ποιήματος Εκ των υστέρων .

Αν ήμουν πιο προσεκτική
Θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
Επίσημα θα ήσουν τώρα
Κλινικά απών.

Το ποιητικό υποκείμενο, κάνοντας τον απολογισμό του, μετά το τέλος ενός έρωτα, καταφεύγει σε ένα υποθετικό λόγο του μη πραγματικού ( αν ήμουν…τότε θα…) και συνειδητοποιεί ότι τόσον καιρό ο έρωτας αυτός ζούσε και ανέπνεε από τη δική του ελπίδα. Αυτή ήταν η μηχανική υποστήριξη ενός κλινικά νεκρού έρωτα. Αξίζει να επισημάνουμε ότι η ποιήτρια χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό συχνά λέξεις που παραπέμπουν στο ιατρικό λεξιλόγιο και στη δομή του ιατρικού λόγου ( οδηγίες, συστάσεις, συμβουλές), στοιχεία ενισχυτικά της άποψης ότι ο τίτλος πέρα από το συγκεκριμένο ποίημα ανταποκρίνεται στο γενικότερο κλίμα και την ατμόσφαιρα αυτής της συλλογής. Ο έρωτας, λοιπόν, είναι ο κλινικά απών.
Η απουσία που διατρέχει όλο το βιβλίο εξετάζεται ως μία ανίατη ασθένεια, η οποία μας επιτρέπει μόνο μία επιλογή: να την αποδεχτούμε. Η Κουτσουμπέλη με ωριμότητα επιχειρεί, την κατανόηση και αποδοχή αυτού του επικείμενου αλλά αναπόφευκτου θανάτου. Αποδέχεται πως ο θάνατος του έρωτα ξεκινά από τη γέννησή του, αφού θνησιγενή είναι τα ασυνείδητα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε το συμπρωταγωνιστή μας σ’ αυτή την επανάληψη της αρχέγονης ένωσης. Το σενάριο ζωής που έχουμε προαποφασίσει, αυτό εντέλει θα παιχτεί και με μικρές παραλλαγές θα φτάσουμε στο οικείο αποτέλεσμα. Αυτό το σενάριο θα επιμείνει να επιβεβαιώσει τις πεποιθήσεις μας, όποιες κι αν είναι αυτές και οι οποίες έχουν διαμορφωθεί στα τρυφερά παιδικά μας χρόνια. Χωρίς να το γνωρίζουμε έχουν χαραχτεί μέσα μας στα σκοτεινά και έχουν κρυφτεί τώρα στη σκιά μας, με την οποία πάντα έτσι κι αλλιώς πλαγιάζουμε τη νύχτα. Αν, λοιπόν, στο παιδικό μας σύμπαν η ένωση του αρσενικού και του θηλυκού είναι μια ανελέητη μονομαχία που τελειώνει με θανάσιμους τραυματισμούς, τότε θα μπαίνουμε σε μονομαχίες και θα επιλέγουμε πάντα τον ίδιο ιππότη για παρτενέρ. Αυτή η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της είναι μια πράξη ενηλικίωσης και ωριμότητας η οποία καθρεφτίζεται στους στίχους της Κουτσουμπέλη, που διακρίνονται για την οικονομία και την ισορροπία στη χρήση του λόγου.
Το τέλος του έρωτα ωστόσο δε γίνεται εύκολα αποδεκτό. Επιστρατεύεται η άμυνα της απώθησης. Η όποια υποψία του τέλους μεταφράζεται ως επιστροφή στην απώλεια των βασικών προσώπων υποστήριξης, στη μνήμη της παιδικής εγκατάλειψης. Γι’ αυτό το τέλος, έστω και με αυταπάτες, είναι ανάγκη να αμφισβητηθεί. Η άρνηση της αποφυγής του πόνου, η άρνηση της λύσης και της συνεπαγόμενης μοναξιάς που θα επιφέρει συναινούν στη διατήρηση του κλινικά απόντος έρωτος. Για αυτούς τους λόγους κάποιοι έρωτες στοιχειώνουν και συντηρούνται με κάθε υπερσύγχρονο μέσο συντήρησης.
Ο θάνατος του έρωτα επιφέρει αναπότρεπτα μία περίοδο πένθους, επώδυνη αλλά αναγκαία για να συνεχιστεί η ζωή. Η Κουτσουμπέλη διαχειρίζεται με ψυχραιμία τη φάση αυτή του πένθους, έχοντας ένα σταθερό και πιστό σύμμαχο: τις λέξεις, την πράξη της γραφής. Όλα τα στάδια του πένθους, ο θυμός, η άρνηση, η επεξεργασία, η αποδοχή περνούν μέσα από την ποίηση. Τα ποιήματα δε μας απαλλάσσουν από το πένθος, αντιθέτως το ενισχύουν. Μας συντρέχουν ωστόσο να το ημερώσουμε. Το πένθος είναι ο ομφάλιος λώρος που μας δένει με τη μνήμη. Η τέχνη τροφοδοτείται από την απώλεια και το πένθος, αλλά λειτουργεί και ως ο ασφαλέστερος οδηγός για την έξοδο. Άλλωστε, κατά την Κουτσουμπέλη, οι ποιητές ορίζονται κι από μια μοίρα, μια σφραγίδα δωρεάς στον ώμο, που ορίζει πως τίποτα στη ζωή τους δε θα’ ναι ακέραιο κι ολοκληρωμένο, θα αναλώνουν τη ζωή τους, κυνηγώντας την πληρότητα και την ολοκλήρωση, θ’ αδειάζουν τα μελανοδοχεία, θα γεμίζουν τα λευκά χαρτιά, μια και η τέχνη στην έλλειψη ελλοχεύει, στο ερειπωμένο και το ατελές.
Οι τολμηρές μεταφορές και οι αντιθέσεις συνθέτουν τις εικόνες του ποιητικού κόσμου της Κουτσουμπέλη, ζωγραφίζουν τον πόθο αλλά και τη ματαίωσή του. Η ροή του λόγου, οι αναπνοές και οι παύσεις σκηνοθετούν τις κινήσεις των προσώπων σε ένα ελεύθερο αφαιρετικό σκηνικό. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το κόκκινο και το μαύρο με τους συμβολισμούς του πόθου, του πάθους του πένθους και του μυστηρίου που τα περιβάλλει. Η γλώσσα κάποιες στιγμές τρυφερή, άλλοτε ειρωνική και σαρκαστική, εκφράζει την εσωτερική αντίσταση του ατόμου στην αποδοχή του τετελεσμένου. Το ποίημα γίνεται το κορμί του απόντος αγαπημένου, πράξη εγχείρησης, επέμβασης με οδύνη και χωρίς αναισθητικό. Κόβω για να διασώσω, κόβω για να δημιουργήσω, η γραφή μια χειρουργική επέμβαση στη μνήμη, μια ανατομική επέμβαση στην παιδική ηλικία, τη σκέψη και τα αισθήματα.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 13.5.2014

Η ποιητική οδύσσεια μιας ερωτικής ματαίωσης

Είχε γράψει κάποτε ο Ρενέ Ζιράρ, ο σπουδαίος ανθρωπολόγος και θεωρητικός της λογοτεχνίας, επαναλαμβάνοντας ίσως απόψεις άλλων πριν από αυτόν, ότι ένας συγγραφέας αυτοδημιουργείται μέσω της δημιουργίας του έργου του… Ο Ζιράρ αναφερόταν στο έργο του Ντοστογιέφσκι και στον νέο εαυτό που δημιούργησε, τον νέο άνθρωπο με τους άλλους ψυχολογικούς και αισθητικούς ορίζοντες που αναδύθηκε μέσα από τα μυθιστορήματά του. Ένα ανάλογο σχήμα, η δημιουργία δηλαδή ενός νέου εαυτού στο πλαίσιο μιας -ερωτικής- απώλειας, η αποδοχή και αποδέσμευση από το πένθος, εκφράζει και νοηματοδοτεί την ανάγνωσή μου της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη «Κλινικά Απών» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Η ποιητική αυτή συλλογή είναι ή έβδομη κατά σειρά που εκδίδει η Χλόη Κουτσουμπέλη μετά την εμφάνισή της στα γράμματα το 1984 με την ποιητική συλλογή Σχέσεις Σιωπής από τις εκδόσεις Εγνατία.
Είχα αναφερθεί και παλαιότερα σε κείμενό μου στην «Αυγή» στο γοητευτικό ποιητικό σύμπαν της Χλόης Κουτσουμπέλη, που κατοικείται από όντα της λογοτεχνίας, της αρχαίας τραγωδίας, των μύθων που ζουν ανάμεσα στο Αλλού και την πραγματικότητα. Η ποιητική της περιλαμβάνει σκηνές από όνειρα, αρχετυπικές εικόνες, αλληγορίες. Η θεματική της περιστρέφεται γύρω από το εφήμερο των ανθρώπινων σχέσεων, την απώλεια, τις πολύπλοκες και εύθραυστες ισορροπίες του έρωτα, την ανατρεπτική δύναμη της θηλυκής αρχής.
Στο ίδιο πλαίσιο, λοιπόν, αλλά με την ωριμότητα και τη γενναιότητα που προκύπτει από μια χωρίς συμβιβασμούς προσωπική ποιητική Οδύσσεια, στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης, η Χλόη εστιάζει στο θέμα του πένθους, του ματαιωμένου έρωτα, της απουσίας του Άλλου, όπως αναγγέλεται προγραμματικά στον τίτλο. Με αυτή τη διαδικασία, στην οποία η ποιήτρια εισέρχεται με θάρρος και απροειδοποίητα, πραγματοποιεί μια κατάδυση στη σκοτεινή πλευρά του πένθους, μια συνάντηση με μια φαντασμαγορία εικόνων από τον κόσμο της σκιάς, λυτρωτική για την ίδια και για τον αναγνώστη που παρακολουθεί το ταξίδι, κατόπιν μια ανάδυση, έναν μετασχηματισμό, μια δημιουργία εαυτού.
Ο ματαιωμένος έρωτας ο χωρισμός, η απουσία και πώς ο ποιητής επιχειρεί με τους στίχους του την ψηλάφηση του κενού, της θλίψης. «Χρήσιμες οδηγίες για το πένθος – να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή […] θα το ακούτε να αλυχτάει/δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ». Επιχειρεί να εμπεδώσει τη μορφή του πόνου και της απουσίας. Κατά την αναμέτρηση με τον κόσμο των σκιών, το ταξίδι στην επανάληψη ενός ερωτικού εφιάλτη, στην παιδική ηλικία, στα τραύματα από τους γονείς, τους εραστές, τα ζευγαρώματα, τη ματαίωση, την αναζήτηση του καθρέφτη, καταφέρνει στο τέλος να αποκολληθεί από το πένθος και να κατασκευάσει ένα δικό της ομοιότυπο πάνω σε άλλα πρότυπα. «Δεν χώρεσα στο καλούπι», αναφωνεί και αναγνωρίζει ότι ο απών είναι πλευρό του εαυτού της και όχι εκείνη δικό του πλευρό. Το επόμενο στάδιο είναι και η εσωτερική αποδοχή «δεν πειράζει/ έτσι κι αλλιώς/ πάντα με τη σκιά μας/ πλαγιάζουμε τις νύχτες» και εν κατακλείδι η αναζήτηση και η απελευθέρωση του δικού της εσωτερικού διπλού, του καθρεφτίσματος. «Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια […] είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ».
Ο έρωτας είναι καθρέφτης, προβολές, έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί. Η κατάδυση στον Άδη είναι αφηγημένη πρώτα από τον Όμηρο. Η κατάδυση της Χλόης όμως είναι από την πλευρά του δικού της φύλου, την αρνητική. Όχι την Εύα, αλλά το αρνητικό της τη Λιλίθ – πάλι μια εικόνα διπλού – που αντιμετωπίζει το ανεξημέρωτο ζώο – το τέρας της θλίψης – σπάει το καλούπι που δεν την δημιουργεί και δημιουργεί – ψαλιδίζει – εν κατακλείδι έναν εαυτό απελευθερωμένο… «Κόβω με ψαλίδι αυτό το ποίημα».

Βασίλης Δασκαλάκης

«Παρέμβαση», τχ. 172, Καλοκαίρι 2014

Έχοντας την ωριμότητα και την εμπειρία τριάντα ετών, στην έβδομη ποιητική συλλογή της, η Χλόη Κουτσουμπέλη ξεδιπλώνει αρετές, αποστάγματα σοφίας και μια ποιητική στόφα που οδηγεί σε βαθιά νερά και αναζητήσεις που κατατρώγουν τις ψυχές και τις σάρκες των ίδιων των λέξεων. Λέξεις που σωματοποιούνται και εξαϋλώνονται, χαράζουν το δέρμα και το επουλώνουν. (ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ), (ΤΕΛΟΣ), (ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ)
Θα μπορούσαμε να δούμε τριανταπέντε σπαραχτικά κείμενα δομημένα στη λογική της απώλειας, του διαρκούς πένθους, του ανικανοποίητου έρωτα, της σκηνοθεσία του φόβου της μοναξιάς, του φόβου εν γένει. (ΤΟ ΚΕΝΟ), (ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ)
Μας παραπέμπει στον Ingmar Bergman και το αριστούργημά του “Έβδομη Σφραγίδα” καθώς το κάθε ποίημα μετατρέπεται σε ιππότη που δίνει την μάχη με το θάνατο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μυρίζει θειάφι. Κάθε τελείωμα κειμένου μια εξόδιος ακολουθία, αλλά επιμένει να στέκεται όρθια , να πορεύεται μοναχικά το δύσβατο μονοπάτι στην υψηλή τέχνη της ποίησης. (ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ), (ΣΤΕΠΑ), (ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΑΡΚΑΡΙΣΜΑ), (ΛΙΛΙΘ), (ΤΕΧΝΗ), (Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ), (ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΤΑΓΚΟ)
Η Χλόη Κουτσουμπέλη χαράζει ένα προσωπικό όραμα, σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο που μοιάζει σε πρώτη ανάγνωση να αποδυναμώνει τα κείμενα, όμως σε δεύτερη και τρίτη προσέγγιση ως δια μαγείας αποκαλύπτεται ως νέα Σαλώμη με πέπλα που πέφτουν μαζί με τις αμφιβολίες για την αγάπη στην ποίηση και τον λόγο που κάποιος γράφει επειδή είναι προσηλωμένος και με περισσή πίστη. (Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ), (ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ), (ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ)
Αν υπήρχε ένα «Σχολείο Ποίησης» με τη Χλόη θα ήμουν συμμαθητής, ο άχαρος ρόλος της απουσιολόγου θα έπαιρνε μια άλλη διάσταση στο μικρό μεθοδικό κορίτσι που παλεύει με την μνήμη, μας κλείνει το μάτι, σβήνει τις απουσίες εξωραΐζει τα κακώς κείμενα και μας επαναφέρει στην τάξη. (Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ), (ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ), (ΜΑΤΑΙΩΣΗ), (ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ), (ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ), (ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ), (ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ)
Ο τίτλος της συλλογής (ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ) εσκεμμένως μας παραπλανεί, γιατί όπως όφειλε να είναι ΝΕΚΡΟΣ, ουσιαστικά είναι Παρών ή μάλλον ΠΑΡΟΥΣΑ στην πρώτη γραμμή, άλλωστε ο χρόνος και ο πόνος είναι η κοινή συνισταμένη της λήθης, ενός φαρμάκου που όλες τις εποχές λειτουργούσε στην πραγματική τέχνη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress 10/9/2014

Στοιχειωμένοι έρωτες ξυπνούν

Συνεπής στον δρόμο που έχει χαράξει με τα προηγούμενα ποιητικά της βιβλία και με ευκρινέστερο πλέον τον ποιητικό της στόχο, η Χλόη Κουτσουμπέλη καταθέτει την έβδομη κατά σειρά συλλογή της με τον χαρακτηριστικό και απόλυτα συμβατό με τη θεματολογία των ποιημάτων της τίτλο Κλινικά απών. Κλινικά απών, όχι μόνο ένα ευφυές λογοπαίγνιο, μια λεκτική παραδοξότητα, αλλά μια φράση με ποικίλες αναγνώσεις. Εν μέρει παραπέμπει στον ιατρικό όρο Κλινικά νεκρός, ίσως όμως να είναι δραστικότερος και πιο επώδυνος από αυτόν, αφού υποδηλώνει τους μικρούς καθημερινούς θανάτους στους οποίους ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να οδηγηθεί, στο ανελέητο αγώνισμα μιας μονομαχίας, σώμα με σώμα, στον ερωτικό στίβο.
«Το σώμα στη μάχη» είναι ένας στίχος-τίτλος ποιήματος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, με νοηματική αμφισημία και πολλαπλές αναγνώσεις, που λατρεύει, κατά δήλωσή του, ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς. «Τα σώματα πριν από τη μάχη» θα τον παράλλαζα, κάπως αυθαίρετα, για να εκφράσω ή να αποτυπώσω την ουσία των περισσότερων ερωτικών ποιημάτων της παρουσιαζόμενης ποιήτριας. Φανερό λοιπόν πως ο έρωτας σκέπει ξανά τους στίχους της Κουτσουμπέλη, ένας έρωτας όμως όχι ηδονιστικός ή αντικείμενο αναπόλησης για να θυμηθούμε την ποίηση του Μεγάλου Αλεξανδρινού που προσφάτως γιορτάσαμε τα εκατό πενήντα χρόνια από τη γέννησή του, ούτε ένας έρωτας που συνοψίζεται στη στέρηση, την αγωνία ή την εξιδανίκευση του αγαπημένου προσώπου, όπως αυτός εκφράζεται στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου ή του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου αντίστοιχα, αλλά ένας έρωτας ακυρωμένος εξ αρχής λόγω προκαθορισμένων διαφορών, αρχέγονων και σκοτεινών μυστικών και ενοχών, και εντέλει λόγω της ασυμβατότητας της ουσίας του αρσενικού με το θηλυκό, που στους στίχους της ποιήτριας μάχονται απεγνωσμένα να συναντηθούν, δίχως, όμως, ουσιαστικό αποτέλεσμα. Απόρροια αυτής της κατάστασης που διαιωνίζεται, η ερωτική ματαίωση, η ερωτική απόγνωση, η προσωπική φθορά, η στυφή εκείνη γεύση που μένει στο στόμα των πρόσκαιρων εραστών και υποψήφιων αιώνιων αγαπημένων, όταν ανακαλύψουν ξαφνικά το χάσμα που τους χωρίζει. Έτσι, το θηλυκό, συχνά στην απόληξη του ερωτικού παιχνιδιού διαπιστώνει πως το έτερο ήμισυ είναι κλινικά απών, απών από την κλίνη του ζευγαρώματος, από την ψυχή του, τη ζωή του, τις ανάγκες του, τις προσδοκίες του και τις προβλέψεις του, δεχόμενο αυτήν την κατάσταση ως αναπόφευκτη μοίρα, που απαλύνεται κάπως με την ιαματική δράση του ποιητικού παιχνιδιού στο οποίο καταφεύγει, και της τέχνης γενικότερα. Αναφέρω χαρακτηριστικούς στίχους της Κουτσουμπέλη που φανερώνουν αυτήν τη ματαίωση, πολλοί από τους οποίους αποτελούν επιμύθια των ποιημάτων της:

Και όταν ερχόμουν θα σ’ αγκάλιαζα / αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα, Το πένθος υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό, (Οι στοιχειωμένοι έρωτες) την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν / και μπήγουν τα λευκά τους δόντια / στην καινούρια τους ζωή, Από τον θάνατο του έρωτα προτιμώ τη μοναξιά, Το τέλος γράφεται από μόνο του / και είναι πάντα σαρκοβόρο, Διαλέγω πάντα άντρες που το νούμερό τους τελειώνει σε μηδέν κ.ά.

Οι λέξεις που επανέρχονται

Λέξεις όπως: κενό, τέλος, σιωπή, λάθος, νύχτα, απών, ματαίωση, πένθος, ήττα, επαναλαμβάνονται συνεχώς στο βιβλίο, αποκαλύπτοντάς μας την ψυχική διάθεση της ποιήτριας αλλά και την απόληξη του ερωτικού παιχνιδιού που διαδραματίζεται μέσα της, πάντα σε ακαθόριστο, μη προσδιορισμένο τόπο και χρόνο, όπως μας έχει συνηθίσει και από τις προηγούμενες συλλογές της. Ωστόσο, στην παρούσα συλλογή, υπάρχει πια μια πιο κατασταλαγμένη γνώση, μια βαθύτερη συνείδηση των κανόνων του ερωτικού παιχνιδιού, που θωρακίζει την ποιήτρια, βοηθώντας την να ξεπερνά τη μελαγχολία της ή τουλάχιστον να μην παραδίνεται σ’ αυτήν αμαχητί. Αυτό, αν μη τι άλλο, φανερώνει, πέρα από συναισθηματική, και ποιητική ωριμότητα.
Η Κουτσουμπέλη συνθέτει ποιήματα με σκηνοθετικό τρόπο γραφής. Σε προηγούμενες συλλογές της αυτό συνέβαινε με το ονειρικό στοιχείο που πρόσθετε ή καλύτερα με το οποίο έντυνε τους στίχους της – ένα μονίμως παραμυθένιο, υπερβατικό, σουρεάλ σκηνικό, με το οποίο αφ’ ενός υπονομευόταν ο ρεαλισμός των ποιημάτων της, αφ’ ετέρου πετύχαινε να μας μεταφέρει σκληρά προσωπικά της βιώματα με λιγότερο επώδυνο, κυρίως για την ίδια, τρόπο. Στο Κλινικά απών το στοιχείο αυτό έχει κάπως αμβλυνθεί, έχει περιοριστεί, δίχως πάντως να εκλείπει. Η στόχευση του μηνύματος γίνεται πιο συγκεκριμένη και ευθύβολη, η σκηνοθεσία είναι λιγότερο ομιχλώδης και παραπλανητική, ο αλληγορικός λόγος όμως πάλι κυριαρχεί, ενώ συχνά η εικονοποιία παραμένει τολμηρή και ασυνήθιστη. Γράφει στο ποίημά της Αδυναμία: Αν δεν μπορείς να έρθεις με ένα τρένο / ούτε να ξεφλουδίσεις το πορτοκάλι του ουρανού / σούρουπο με ένα αεροπλάνο, / αφού το πλοίο εντείνει την αστάθεια / και σου δημιουργεί όπως λες ναυτία / δέσε ένα ποδήλατο / πίσω από ένα σμάρι πουλιά / και πέταξε να ρθεις κοντά μου. / Εσύ που ισχυρίζεσαι ανίσχυρος.
Σε δύο της ποιήματα ο έρωτας προσδιορίζεται με διαφορετικό τρόπο, ως προκαθορισμένο αγώνισμα μονομαχίας, με αναμενόμενη, πάντα, συνέπεια τη δική μας εξολόθρευση (ποίημα Το αγώνισμα της μονομαχίας) ή ως συντηρημένη, κατεψυγμένη κονσέρβα (ποίημα Η κονσέρβα) το ανέφικτο και το ανεκπλήρωτο των ερωτικών σχέσεων (αυτά τα αφήνει στην τέχνη της ποιήσεως). Στο ποίημα Παρά λίγο, ο στίχος της Κουτσουμπέλη Κάθε ένας περίμενε άλλον αλλού / και κανείς δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού, συμπυκνώνει όλο το αδιέξοδο των προσωπικών σχέσεων, ενώ όλο το ποίημα Το δείπνο, πέρα από τη χρωματική και μεταφορική αντίθεση του κόκκινου των προσπαθειών της γυναικός, με το χλωμό που διέκρινε εν τέλει ο άνδρας στο πρόσωπό της, το εξέλαβα ως αποθέωση της ερωτικής ασυνεννοησίας, ασυμβατότητας κι εντέλει μιας έντονης προσωπικής ματαίωσης. Παρεμφερές και το Άκρως ερωτικό και απόρρητο, όπου η ποιήτρια κατέχει πλέον τη γνώση για το άλλο φύλο, που την εξουθενώνει, ακυρώνοντας τη μυθολογία και τις συμβάσεις των καιρών μέσα από τους στίχους: Ότι δεν είμαι το πλευρό ή / η δεξιά σου άτρωτη φτέρνα / αλλά γυμνή κι εγώ / καταδικασμένη να σε ψάχνω στους αιώνες / μέρος κι αυτό της γνώσης που δεν έπρεπε. Στο ποίημα Τέχνη, η ποιήτρια αυτοπροσδιορίζεται αναφορικά με την τέχνη, ενώ μας κλείνει με τρόπο το μάτι αποκαλύπτοντάς μας πως θα μπορούσε να γράψει περισσότερο γυμνά, ξεκάθαρα και με μεγαλύτερη σαφήνεια, αλλά δεν είναι αυτή η πρόθεσή της γιατί άλλες είναι οι ποιητικές της βλέψεις. Εντούτοις θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον το εν λόγω ποίημα, και παρότι διαφέρει από την πλειονότητα των υπόλοιπων ποιημάτων της τόσο υφολογικά όσο και θεματολογικά, το καταθέτω. Τέχνη: Ποτέ δεν συμπάθησα / τα άψογα χαμόγελα / τις τέλειες οδοντοστοιχίες / τους σιδερωμένους άντρες / την τσάκιση στο παντελόνι / τα ανατομικά στρώματα / τα αναπαυτικά όνειρα / τα πούπουλα χήνας στην ομίχλη. / Γι’ αυτό και ζω σε ερειπωμένα σπίτια / Κάτι να χάσκει / κάτι να λείπει / κάτι να διαβρώνει την τελειότητα. / Γιατί τέχνη είναι πάντα η οροφή που λείπει.
Ο χρόνος στην ποίηση της Κουτσουμπέλη

Επανέρχομαι και ολοκληρώνω με κάποιες σκέψεις για την έννοια του χρόνου στα ποιήματα της Κουτσουμπέλη. Είπαμε, και το έχω γράψει και στο παρελθόν για άλλα της βιβλία, πως ο χρόνος στην ποίηση της Κουτσουμπέλη είναι απροσδιόριστος και αόριστος, αφού πολλά της ποιήματα ακολουθούν τις χρονικές συμβάσεις μύθων ή παραμυθιών, όπου κι εκεί ο χρόνος είναι ασαφής και απροσδιόριστος. Στην τελευταία συλλογή της γίνεται φανερό πως αυτό έχει και μια άλλη εξήγηση, αλλά και μια άλλη διάσταση. Η ποιήτρια συναιρεί ένα τραυματικό παρελθόν που αφορά την παιδική ηλικία, όπου πνίγεται το όνειρο, ο έρωτας, το κάθε σκίρτημα για ζωή από τις δράσεις και τις ενέργειες των μεγάλων, με ένα εξίσου οδυνηρό παρών, εξ αιτίας της σκληρής συνειδητοποίησης του αδιεξόδου των ερωτικών σχέσεων. Η ποίηση, έτσι, έρχεται ομαλά, απόλυτα φυσιολογικά και αβίαστα να λειτουργήσει εξισορροπητικά, κάνοντας την ποιήτρια να ακυρώσει μέσα της τις δύο προηγούμενες επώδυνες χρονικές συμβάσεις, βιώνοντας έτσι το καθαρτήριο, ιαματικό, άχρονο ποιητικό σύμπαν, με τη σύνθεση ποιημάτων. Όλα αυτά συνοψίζονται θαυμάσια στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής, που έχει τίτλο Το ψαλίδι. Η ποιητική συλλογή της Κουτσουμπέλη έχει ως εξώφυλλο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου, που εκφράζει περίτεχνα το αίσθημα της μοναξιάς, αποτυπώνοντας με απλά και λιτά μέσα τον ίλιγγο της απουσίας. Κάποια πανωφόρια, κενά περιεχομένου, κρεμασμένα σε ξύλινες παλιομοδίτικες κρεμάστρες, μια λάμπα θαρρείς φυλακισμένη σε ένα διχτυωτό πλαίσιο και η αίσθηση μιας απλωμένης, έρημης, ωστόσο, εξ αντανακλάσεως, φωτιζόμενης πίστας ως ακαθόριστο φόντο. Η Κουτσουμπέλη συνομίλησε καλλιτεχνικά με τον Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο και παλιότερα. Την Πρωτοχρονιά του 2013 δημιούργησαν μαζί ένα ηλεκτρονικό βιβλίο με δικές του φωτογραφίες και δικά της ποιήματα-σχόλια πάνω σ’ αυτές, με τίτλο Απαγόρεση κυκλοφορίας, αφιερωμένο στους μοναχικούς ανθρώπους των πόλεων. Επίσης, έναν χρόνο ακριβώς μετά, ο Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος σχολίασε με τις φωτογραφίες του ένα σπονδυλωτό δικό της ποίημα που δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Θράκα. Είχε ως τίτλο Η μυστική ζωή των ποιημάτων και ήταν αφιερωμένο στην μνήμη του Παύλου Φύσσα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη , αρχής γενομένης από την ποιητική της συλλογή Σχέσεις σιωπής που τυπώθηκε το 1984, διανύει μια γόνιμη τριακονταετία στα γράμματα με εφτά ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και ένα θεατρικό έργο. Έχει μια σταθερά ανοδική πορεία, βρίσκοντας από την τρίτη ήδη συλλογή της έναν σταθερό βηματισμό και κατακτώντας ένα απόλυτα προσωπικό και ευδιάκριτο ποιητικό ύφος. Νομίζω πως αξίζει να παρακολουθήσουμε, βήμα προς βήμα, όλη την έως τώρα πορεία της, και να εστιάσουμε ιδιαιτέρως στο πρόσφατο βιβλίο της, το Κλινικά απών, στο οποίο η ίδια είναι έντονα παρούσα με την τέχνη της γραφής της, ιδίως αναφορικά με το ερωτικό παιχνίδι και τις διαστάσεις που αυτό παίρνει μέσα από τις πανάρχαιες αντιφάσεις του.

*Το κείμενο εκφωνήθηκε τον Μάιο του 2014, στη ΔΕΒ Θεσσαλονίκης, σε παρουσίαση του βιβλίου.

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη

diastixo 30/9/2014

Κλινικά απών είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για την έβδομη κατά σειράν συλλογή ποιημάτων που εκδίδει η Θεσσαλονικιά ποιήτρια μετά την πρώτη εμφάνισή της στα Γράμματα το 1984, με το ποιητικό έργο Σχέσεις σιωπής (Εκδόσεις Εγνατία).

Με βαθιά, γήινη φωνή –ανοίγοντας έτσι μια μικρή χαραμάδα στην εγγύτητα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη–, η ποιήτρια καταδύεται στις διαστάσεις του αδόκητου, της αλληγορίας, του συμβολισμού, στο γήινο των πραγμάτων ταξίδι και στο άλλο ταξίδι το ονειρικό, παρεμβαίνοντας καθοριστικά στη λογική τους. Όλοι οι στίχοι της υπαινίσσονται την ύπαρξη ενός υπερφυσικού, σκοτεινού κόσμου, που δεν τον βλέπουν τα μάτια, αλλά που φανερώνεται ακέραιος μέσα από τη φαντασιακή ανασυγκρότησή του και παρουσιάζεται στο ποίημα σαν οργανικό σύνολο. Η ποίησή της αναπτύσσει:
Τη θεματική της ερωτικής απώλειας και ματαίωσης:
Φορώ ένα σκονισμένο νυφικό/ με μακριά ουρά που σέρνεται στο δρόμο/
η αρρώστια καλπάζει/ κόκκινο άλογο μέσα στην καρδιά./ –αγαπώ νεκρά γιατρέ/
ή
το να συντηρεί κανείς κατεψυγμένους έρωτες/ είναι κι αυτό μια τέχνη.

Της απουσίας που επίκειται και εντέλει συντελείται:
Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
επίσημα θα ήσουν τώρα
κλινικά απών.

Της λήθης που αναπαράγει μνήμες και ταυτόχρονα αναπαράγεται:
Η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί/ με ένα μόνο τηλεφώνημα/ και όλη η λήθη να καταποντιστεί/ στον ζεστό κόλπο της αλήθειας.

Της αποδοχής του πένθους, όπου οι συλλήψεις του παράδοξου και του αλλόκοτου συνιστούν μιαν ενόραση κατεξοχήν ποιητική.

Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή./ Κάποιες νύχτες να αφήνετε την πόρτα ανοιχτή./ Θα ανεβαίνει στο κρεβάτι/ πηχτές κηλίδες στα σεντόνια/ δαγκωματιές στο στήθος, στο λαιμό./
Θα το ακούτε ν’ αλυχτάει./ Δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ./
ή
Να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη/ με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια/ για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής.

Η ποιήτρια αμφιδρομεί ανάμεσα στις πληγές της παιδικής ηλικίας:
Βρισκόμουν σε ορφανοτροφείο/
φορούσα γκρι φουστάνι κι άσπρες κάλτσες/ έψαχνα μια κούκλα δίχως χέρια
ή
Δεν έβρισκα το σωστό νούμερο ανθρώπου/ η πλέξη ήταν χαλαρή/ ή οι τεράστιες βελόνες μπήγονταν στο στέρνο.

Της μεταφυσικής αγωνίας που μεταμορφώνεται σε αδημονία:
Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Ανοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάιλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Της άφατης τρυφερότητας που προστατεύει και ξαγρυπνά:
Κι ανησυχώ
αν είναι μαλακά τα όνειρά σου
νεογέννητα πουλιά
μες στη φωλιά τους
και τρέμω μήπως κάποιο θελήσει να πετάξει
και πέσει κάτω και χτυπήσει.

Και της σκοτεινής Περσεφόνης, που βασιλεύει μέσα στον προσωπικό μας Άδη:
Η γλώσσα σάλεψε μέσα στην κόκκινη σπηλιά
και τεντώθηκε να αγγίξει
τους σταλακτίτες δόντια
ποια διαδρομή είναι πιο σύντομη
το δάγκωμα του σκορπιού
ή ένα αιλουροειδές φιλί;

Τα στοιχεία που εντοπίζονται είναι αναγνωρίσιμα στους αναγνώστες της Κουτσουμπέλη. Ατμόσφαιρα του υάκινθου της θλίψης, γκόθικ ή γκροτέσκ, μοβ της spleen μελαγχολίας, άνθρωποι –γυναίκες, κυρίως– που μετρούν οδύνες, απώλειες, ελλείψεις, απουσίες, στέρηση, πίκρα, μοναξιά. Αφετηρία βιωματική η παιδική ηλικία. Σίγουρα τραυματική…

Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια που επιπλέουν θολά/ θρυμματίζονται στο πάτωμα./ Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ.

Με λιτά εκφραστικά μέσα, η χαρισματική ποιήτρια σχηματίζει υπερρεαλιστικές εικόνες, με τον χρωστήρα των εξπρεσιονιστών με θέματα τη φθορά, τον θάνατο, την εχθρότητα και την οργή, τη θλίψη, τη ματαίωση, ενώ με τη φαντασία ως πηγή έλκεται από τον έρωτά της και μονομαχεί με ένα άλλο σώμα. Σάρκα με σάρκα, ανάμεικτη με αίμα, ο ένας πάνω στον άλλο/ πεινούσαν και χόρταιναν σάρκα, οι παθιασμένοι εραστές κατασπαράσσουν βουλιμικά αλλήλους εις το όνομα της αρχαίας γνώσης που κατοικεί στα κύτταρα.
Την παρακολουθούμε καθώς καταδύεται σ’ ένα δάσος αντιθέσεων και αντιφατικών οραμάτων: καθρέφτες που ραγίζουν, στοιχειωμένοι έρωτες που κοιμούνται σε σεντούκια, μικρές αλεπούδες που γερνούν στο σαλόνι, το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου που γεμίζει συνέχεια θάλασσα, μια μουχλιασμένη άνοιξη, που απλώνω για ν’ αεριστεί, υποδηλώνοντας έναν ψυχισμό ευάλωτο και ανασφαλή, με ανεκπλήρωτες επιθυμίες κι εμμονές, με μια φρενίτιδα να καταλαμβάνει το ποίημα.

Ακούω τα σκυλιά που αλυχτούν δεμένα/ καθώς άγρια τραντάζουν τις αλυσίδες/ ξαναγυρνώ στο σπίτι./ Κλείνομαι στο δωμάτιο/ και με μια ψαλιδιά/ κόβω σύρριζα πέρα ως πέρα τα μαλλιά.

Ενοράσεις πρισματικών εικόνων μιας σπουδαίας φωνής έντονα θηλυκής μετουσιωμένες σε στίχους, που ασθμαίνουν κάτω από το βάρος των λέξεων των γυναικείων αρχετυπικών συμβόλων:
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου./ Λίλλακε, Μπελίλι, Μπααλάτ./ Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους/ ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ/

ενώ μια άλλη τάξη ονείρων επιβάλλεται σκιαγραφώντας το πορτρέτο μιας βαθιά πληγωμένης γυναίκας, που ανακαλεί ένα παρελθόν συντηρημένο σε κονσέρβα:
Και όταν ερχόμουν
θα σ’ αγκάλιαζα
αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα.
Γι’ αυτό σου λέω. Μην λυπάσαι.
Και στείλε αυτήν την τενεκεδένια απουσία
για ανακύκλωση.

Η έμπνευση της δημιουργού κινείται μέσα σε ένα αβυσσαλέο υποσυνείδητο. Ένας κόσμος παραίσθησης βουτηγμένος στην ένταση, την ψευδαίσθηση και τη φαντασίωση, μια καταβύθιση και συγχρόνως εξύψωση, ένα οδυνηρό παιχνίδι ανάμεσα στην απόκρυψη και την εμφάνιση, με ποιητικά μέσα το ασύλληπτο και το άρρητο. Τα όνειρά της έχουν δόντια κίτρινα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μεταβάλλει τη ρευστότητα του χρόνου σε πορεία ποιητικής ακμής:
Ύστερα κάποιος μετατόπισε τους δείκτες
στο κουρδιστό ρολόι τοίχου στο σαλόνι
κι άργησα είκοσι χρόνια.
Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα
αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια
καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα.

Διακρίνονται επιρροές από Ρεμπό, Μποντλέρ, Λόρκα, Πόε, Σολωμό, Καβάφη, Σαχτούρη, Χιόνη, Δημουλά, Σίλβια Πλαθ και Ανν Κάρσον, των οποίων οι καταβολές έχουν ζυμωθεί και ενσωματωθεί στο ποιητικό σύμπαν της ποιήτριας, δημιουργώντας ένα γοητευτικό συνονθύλευμα, όπου τα χρώματα και τα σχήματα των λέξεων διαλύονται και αναμειγνύονται για να ανασυνταχθούν στη συνέχεια σε πλήρη αρμονία και τάξη, διαμορφώνοντας τοιουτοτρόπως ένα εντελώς προσωπικό ύφος, χαρακτηριστικό πλέον της Χλόης Κουτσουμπέλη.
Η Θεσσαλονικιά ποιήτρια της νέας γενιάς, και με τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με το παρόν έργο, αποτελεί πλέον μια αναγνωρίσιμη, σπουδαία και πρωτότυπη ποιητική φωνή, αφήνοντας ήδη από τώρα σημαντική παρακαταθήκη στη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση. Η γλώσσα της διασπά και καταργεί τη ρομαντική παράδοση, είναι λιτή, με τη σωστή δόση –στη μύτη του κουταλιού ίσα ίσα– γλυκασμού, ουσιαστική, ευθύβολη, αποφορτισμένη από λυρικές τονικότητες, παράγοντας δομική ύλη που μεταβάλλεται σε αισθητικό φαινόμενο –«ολόσωμα» ποιήματα– ενώ το απόρρητο-βέβηλο ομολογείται, με τη φύση δαιμονιακά ελεύθερη να ακκίζεται στην υπερβολή της, ορίζοντας άλλο δρόμο στην ανάσα.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

Κρατώντας κανείς στο χέρι και ξεφυλλίζοντας μια ποιητική συλλογή, κάνει το ίδιο με το να κοιτά απ’ έξω ένα σπίτι. Στο κουδούνι το όνομα του ιδιοκτήτη. Κλεφτές ματιές από τα παράθυρα αφήνουν να φανεί ένα μικρό μέρος του εσωτερικού. Μια πλευρά του σαλονιού και μια θέα της κουζίνας ίσως. Πρέπει να μπει κανείς μέσα στο σπίτι, για να το αισθανθεί, να περπατήσει στους χώρους, να ψάξει. Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ποίηση από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας είναι τα ίδια πάνω κάτω· αγάπη έρωτας, θάνατος, τέχνη, μοναξιά κ.α. Σε κάθε βιβλίο όμως που κρατάμε στα χέρια μας είναι απόφαση του καλλιτέχνη πού θα επιμείνει και με ποιο τρόπο θα σκύψει στα θέματά του. Το ζήτημα και το μεγαλείο της τέχνης συνήθως κρύβονται στα πατάρια και στα υπόγεια. Κάτω από μαξιλάρια με πούπουλα χήνας, στα πιο αθώα μέρη που κανείς δεν υποψιάζεται εύκολα. Γι’ αυτό η ποίηση είναι τέχνη απαιτητική.
Kλινικά απών είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη την οποία θα παρουσιάσουμε σήμερα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για την έβδομη κατά σειράν συλλογή ποιημάτων που εκδίδει η ποιήτρια μετά την πρώτη εμφάνισή της στα Γράμματα το 1984, με το ποιητικό έργο Σχέσεις σιωπής (Εκδόσεις Εγνατία).
Κλινικά απών. Μας παραπέμπει στο κλινικά νεκρός αλλά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κλινικός θάνατος είναι η παύση της καρδιακής, της αναπνευστικής και της εγκεφαλικής λειτουργίας. Κλινικά απών είναι ο άνθρωπος που εξακολουθεί να υφίσταται σωματικά, απουσιάζει όμως πνευματικά. Με τον τίτλο υποδηλώνεται η απουσία, το κενό, που αφήνει πίσω ο θάνατος της αγάπης, η ερωτική ματαίωση, ο θανατηφόρος λαβύρινθος των επιλογών που κουβαλά ο καθένας είτε ως παιδικό τραύμα είτε ως προσχεδιασμένη ατυχία, γιατί

Στο αγώνισμα της μονομαχίας
το παν είναι η δική μας εξολόθρευση.
Αφού αυτήν έχουμε μεθοδεύσει
απ’ την αρχή με τόσο πάθος

γράφει στο ποίημα ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ η ποιήτρια.
Ο μελετητής της ποίησης της Χλόης Κουτσουμπέλη έχει την αίσθηση εξαρχής ότι η ποιήτρια ως έμπειρος ναυτικός, αφού διέπλευσε ωκεανούς και πέλαγα, καταθέτει τη συσσωρευμένη εμπειρία της σε άπειρους ναυτιλλομένους. Στο ποίημα ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΩΜΑ βλέπουμε και τις ερωτήσεις που μπορεί να θέτουν.-Πώς το ξέρεις; -Τι θα πει η λέξη; -Και κανείς ποτέ δεν αισθανόταν; Σε άλλα ποιήματα όπως το ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ, τίτλος που έρχεται σε αντίθεση με το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο του ποιήματος ή αλλιώς όπως λέμε: τα λέω σε σας για να τ’ ακούω κι εγώ, διαβάζουμε: Προπάντων να φοράτε κόκκινο κραγιόν. Ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης. Στο ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ προτρέπει: Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή. Στο ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ διαβάζουμε: Προπάντων να αποφεύγετε τις σκάλες σε σπίτια που κατοικήσατε παλιά.
Στα περισσότερα ωστόσο ποιήματα κυριαρχεί ένας αφηγηματικός μονόλογος, σε πρώτο πρόσωπο, και σε κάποια μια αποστροφή σε δεύτερο πρόσωπο, ένας διάλογος με τον εαυτό της, θα μπορούσαμε να πούμε. Η ποιήτρια βυθίζεται σε σκέψεις και συνειρμούς, γιατί εν τέλει τα πολύ σπουδαία πράγματα κανείς αληθινά μπορεί να τα κουβεντιάσει μόνο με τον εαυτό του.
Η συλλογή ανοίγει με το ποίημα ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ
Συστήνει την αξιοπρέπεια την ώρα της εγκατάλειψης. Προτείνει κόκκινο κραγιόν όταν το στόμα δεν λέει πια σ’ αγαπώ για να καταβροχθίσει τις λεπτομέρειες, αφού έχει χαθεί πια η ουσία.
Αμέσως, από την αρχή, η Χλόη Κουτσουμπέλη πετάει στα βαθιά τον αναγνώστη σε μια ποίηση, συμβολική, πολυεπίπεδη, που τη χαρακτηρίζει η μετωνυμία και η μεταφορά. Εικόνες της πραγματικότητας, της εμπειρίας μας, οικείες σε μας χρησιμοποιούνται ως αμφίεση της ποίησης και ανατρέπονται διαρκώς. Μας αιφνιδιάζει ο απροσδόκητος τρόπος χρήσης της λέξης και η πρωτότυπη νοηματοδότησή της. Κλινικά νεκρός θα περιμέναμε στον τίτλο, κλινικά απών μας προκύπτει. Ένα αυτοκίνητο που το απομακρύνει ο γερανός επειδή πάρκαρε παράνομα είναι αυτό που η εμπειρία μας κάνει να αναμένουμε. Στην ποίηση της Χλόης παράνομα πάρκαρε το όνειρο και αυτό απομακρύνεται από το γερανό. Μαθαίνουμε ακόμα ότι είναι δυνατόν να σε κλειδώσουν στο υπόγειο μιας ψυχρής ματιάς, ότι ένα ποδήλατο μπορεί να ταξιδέψει δεμένο πίσω από ένα σμάρι πουλιά, ή ότι μια εναλλακτική χρήση της κατάψυξης είναι να συντηρούμε εκτός των άλλων και έρωτες.
Επιπλέον τα νοήματα δίνονται με έναν έντονα θεατρικό και παραστατικό τρόπο. Για κάθε ποίημα στήνεται ένα μικρό υπερρεαλιστικό σκηνικό. Τα διαβάζει με ενδιαφέρον και αδημονία ο αναγνώστης σαν να παρακολουθεί ένα συμπυκνωμένο θεατρικό έργο. Το σκηνικό αλλάζει από ποίημα σε ποίημα, στα περισσότερα όμως είναι εφιαλτικό, κλειστοφοβικό και πλησιάζει τα θρίλερ. Περιλαμβάνει έρωτες βρυκόλακες που κοιμούνται σε σεντούκια με το ένα μάτι μισόκλειστο. Το πένθος, παραφυλάει

Ανεβαίνει στο κρεβάτι
Δαγκώνει το στήθος και τον λαιμό
κόβει κομμάτια τις σάρκες της κούκλας
όταν μαλώνουν οι γονείς
ξεσκίζει τα μαξιλάρια
όταν αποχωρούν οι αγαπημένοι

Στο ποίημα ΜΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ οι πλατείες, οι δρόμοι, τα στενά συστέλλονται και διαστέλλονται

οι διευθύνσεις άλλαζαν
και μέναμε με αγνώστους
σε σπίτια με λαίμαργες ντουλάπες
που έτρωγαν τσάντες και παπούτσια
Στο ποίημα ΣΤΕΠΑ

Όλη η αγέλη οσμίζεται το αίμα
το φεγγάρι ματώνει ως το κόκαλο
αστέρια οστά γεμίζουν τον ουρανό

Η ποίηση της Χλόης απαιτεί προσοχή, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική. Κι αυτό είναι ένα στοιχείο του καλού τεχνίτη, όταν σου προσφέρει τη δυνατότητα να παρακολουθήσεις το μαγικό βυθό της ποίησής του χωρίς να πνιγείς στους περιδινισμούς της σκέψης και του προβληματισμού του.
Στην ποιητική συλλογή κλινικά απών, υπερισχύει το θέμα του έρωτα. Όχι όμως όπως συνήθως τον εννοούμε. Ο έρωτας συνδέεται με την προδοσία ή την αδυναμία να πραγματωθεί. Είναι ατελέσφορος, είναι η εναγώνια αναζήτηση της αγάπης και ο τρομακτικός μηχανισμός διαπίστωσης της απουσίας της. Κεντρική φράση, που αποτελεί και τον τραγικό πυρήνα της συλλογής, είναι η φράση «ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ». Λίγο πιο κάτω στο ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ αποκαλύπτεται ολόγυμνη η τραγική ανθρώπινη ύπαρξη στους τέσσερις τελευταίους στίχους:

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο

Την απουσία αγάπης ακολουθεί η μοναξιά και το κενό. Η ζωή βρίσκεται σε μια κατάσταση αφασίας, αναισθησίας όπου την οδήγησε ο πόνος, από την ανθρώπινη αδυναμία να συνάψει σχέσεις. Άλλα θέματα στην ποίησή της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι η τέχνη, η μνήμη και η λήθη, το πένθος και η γυναίκα.
Ας προσεγγίσουμε όμως μέσα από τα ποιήματα κάποια από τα θέματα αυτά για να έχετε κι εσείς μια πιο σαφή εικόνα του υλικού που σας περιγράφω. Να πούμε ότι τα ποιήματα όλα συνδέονται μαζί σε ένα σώμα σαν να είναι τα κεφάλαια ενός βιβλίου.
Αναφερθήκαμε πιο πάνω στο ποίημα ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ και είπαμε ότι συστήνει αξιοπρέπεια όταν πεθαίνει η αγάπη. Οι ανθρώπινες σχέσεις τελειώνουν. Συνήθως δεν αρχίζουν σωστά. Θα βρούμε στην ποίηση της Χλόης βαθιά ανθρωπολογική μελέτη. Στο ποίημα ΤΕΛΟΣ βλέπουμε ότι «Οι ευδιάκριτοι τίτλοι τέλους εμφανίζονται πάντα στην αρχή». Δεν διαβάζουμε όμως σωστά την πινακίδα. Παγιδευόμαστε στο έλος. Μια αίσθηση ορφάνιας μας ωθεί. Τρύπιες αυταπάτες μας οδηγούν. Δεν βλέπουμε το λάθος νούμερο ανθρώπου, τη χαλαρή σχέση- πλέξη. Τις βελόνες- πόνους που μπήγονται στο στέρνο.
«Το θέμα είναι η προσεκτική επιλογή. Αυτή είναι ο καθρέφτης που ραγίζει… Εμείς είμαστε αυτοί που ρίχνουμε το γάντι στο πρόσωπο του άλλου, εμείς που σφραγίζουμε με βουλοκέρι τον πάπυρο που καταφθάνει με μαύρη άμαξα την νύχτα. Έρωτας, γράφει επάνω…» διαβάζουμε στο ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
Ο κόσμος στην ποίηση της Χλόης είναι γεμάτος παγίδες.

Ο Κήπος ήταν ναρκοθετημένος με μήλα που εύκολα αναφλέγονταν
Η κιβωτός είχε ρωγμές και βούλιαζε
Η ποσότητα ελπίδας που διοχετεύτηκε στην αγορά ήταν ελαττωματική.

Ματαιώσεις και ματαιότητα διακρίνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Προορισμένες λες να ηττηθούν. Οι άνθρωποι συνάπτουν σχέσεις σε κάτι που μοιάζει κρεβάτι, σε κτίρια που «γέρνουν αποστάσεις» και όλα γίνονται γρήγορα «θαρρείς μακριά και κάπου ξένα θαρρείς και ήσουν άλλος κι όχι εσύ». Τα όνειρα σβήνουν, η συνάντηση διαρκώς ματαιώνεται. «Ένα κοράκι καταβρόχθισε το μονοπάτι, κάποιος μετατόπισε τους δείκτες στο κουρδιστό ρολόι στο σαλόνι κι άργησα είκοσι χρόνια. Τα ταχυδρομικά περιστέρια καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα. …Θα σ’ αγκάλιαζα αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα». Άλλοτε πάλι

Κάθε ένας περίμενε άλλον αλλού
Και κανείς δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού.
Φύσηξε δυνατός αέρας
και σκόρπισε τα κορμιά τους μακριά.
Τουλάχιστον απ’ αυτούς
έμειναν τα παπούτσια.
Παρά λίγο εραστές

Πεθαίνουν οι έρωτες. Κάποιοι όμως τείνουν να συντηρούν κατεψυγμένους έρωτες, λέει στο ποίημα Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ. Είναι μια τέχνη κι αυτό, δηλαδή παραμυθία, παρηγοριά ή μια διαδικασία-ανάγκη της ζωής να δραπετεύει. Άλλοι πάλι αμνήμονες συνεχίζουν να συνάπτουν σχέσεις, να ζευγαρώνουν με άλλους του είδους τους και να ξεχνούν. Ό,τι και να γίνει έρχεται και το σβήνει το αιώνιο κενό. Όλα χάνονται στο τίποτα.
Υπάρχουν και έρωτες που στοιχειώνουν όμως. «Κοιμούνται σε σεντούκια με το ένα μάτι μισόκλειστο σε αργή αναμονή… Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν και μπήγουν τα λευκά τους δόντια στην καινούργια σου ζωή».
Τραγική είναι η δήλωση με την οποία κλείνει το ποίημα ΑΚΡΩΣ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Από το θάνατο του έρωτα
Προτιμώ την μοναξιά

Στο μέσον περίπου της συλλογής βρίσκουμε το ποίημα ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ
Το πένθος (από το ρήμα πάσχω, από όπου προέρχεται βέβαια και το πάθος συνοδεύει τη ζωή μας. Μας ακολουθεί από τη γέννησή. Είναι ο ομφάλιος λώρος που μας δένει με την μνήμη. Το ενδυναμώνει η απουσία της αγάπης. Μας συνιστά η ποιήτρια να συμφιλιωθούμε μαζί του, να είμαστε ψύχραιμοι κι ευγνώμονες γιατί υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό.
Ας έλθουμε τώρα στο θέμα της ποίησης και της τέχνης γενικότερα.
Η ζωή και η ποίηση είναι οι δύο άκρες μιας κλεψύδρας. Η ζωή βρίσκεται σε ένα πατητήρι σταφυλιών. Η σύνθλιψή της τροφοδοτεί την ποίηση. Η ποίηση από την άλλη πλευρά είναι η σκιά της ζωής. Υποδεικνύει την ύπαρξή της, αλλά δεν είναι η ζωή. Αγάπη μπορεί να υπάρξει μόνο στην αληθινή ζωή. Στην απεικόνιση αγάπη δεν υπάρχει.
Στο ποίημα ΤΕΧΝΗ η ποιήτρια δηλώνει ότι η τέχνη είναι η οροφή που λείπει γι’ αυτό ζει πάντα σε ερειπωμένα σπίτια

Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.

Η χώρα της ποίησης είναι μια άλλη χώρα. Ο ποιητής ένα αμφίβιο που ζει και στους δύο κόσμους. Ο κόσμος της τέχνης είναι κόσμος σκιών, δεν δίνει απαντήσεις. Σ’ αυτόν πηγαίνουν οι προορισμένοι, όσοι σφραγίστηκαν μικροί με κείνο το μισό πέταλο στον ώμο που σημαίνει πως τίποτε ποτέ δεν θα ’ναι ολόκληρο. Εκτός από ένα μελανοδοχείο που αδειάζει.
Στο ποίημα ΤΟ ΚΕΝΟ υπάρχει η εξής ενδεικτική περιγραφή:

Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
Σε μία κόλλα από χαρτί
Αφού το φιμώσεις με μελάνι
Κοιμάσαι μαζί του μία δύο τρεις φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
Μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
Όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
….
Τότε και μόνο τότε, καταλήγει το ποίημα,
Μπορείς να γράψεις για το τίποτα.
Το τέλος του ποιήματος, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου μια φράση από το ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ, Κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι.
Ο κόσμος της ποιητικής συλλογής ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ είναι θλιμμένος, μοιάζει αδιέξοδος. Υπάρχουν όμως και σημεία φυγής. Στο ποίημα ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελπίδα βρίσκεται πάλι στην αγάπη, γιατί συνέχεια χ«ο χωρισμός είναι απόφαση, η αγάπη χωρίς διακοπή». Και στο ποίημα Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, και κλείνω με αυτό το απόσπασμα, διαβάζουμε:

Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
Παράλογα και ανόητα γενναίοι
Που αψήφησαν την βέβαιη ήττα
Άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
Άλλη ψυχή, οικεία
Και με ένα φιλί
Σταγόνα βουλοκέρι
Σφράγισαν τον Χρόνο

Το κείμενο είναι η ομιλία του Αλέξανδρου Βαναργιώτη στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Κλινικά Απών, της Χλόης Κουτσουμπέλη, στο βιβλιοπωλείο Κηρήθρες(12 Δεκεμβρίου 2014)

ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ

vakxikon τχ 20

Στον ποιητικό κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη

«Στον Αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς» η έκτη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη. Τίτλος – δάνειο από δίστιχο ποιήματος που συμπεριλαμβάνεται στο σώμα του βιβλίου και ο οποίος αν αποσυντεθεί στις επιμέρους λέξεις, μας δίνει όλες εκείνες τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να συνοψίσουμε την ποιητική υπόστασή της, ως μια βαθιά τομή στο χρόνο και το χώρο.
Θέα μέσα από παραθυρόφυλλο θα τολμούσα να χαρακτηρίσω την ποίησή της και αυτό γιατί, τα παράθυρα αποτελούν το σημείο που το τεχνητό μας περιβάλλον μηδενίζεται και ταυτόχρονα, ανοίγει το κανάλι επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον.
Το «μέσα» και το «έξω» , αποτελούν τους δύο μεγάλους κόσμους μας, που τους θέλουμε και τους δύο και χωρίς αυτούς δεν μπορούμε να υπάρχουμε με βάσιμες δυνατότητες επιβίωσης και ανέλιξης.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι απαλλαγμένη από την έκφραση μιας φίλαυτης προσωπικότητας, από τη μίζερη επιθυμία, του να δειχτεί. Απέχει από τα όνειρα της άνεργης περιπλανώμενης φαντασίας, από τα κατά παραγγελία αισθήματα και την επιδεικτική θλίψη. Δε γράφει για να ξεφορτωθεί στιγμιαία, ή χρόνια υποκειμενικά βάρη, μετακυλώντας τους εφιάλτες της στην πλάτη του αναγνώστη. Αφήνει να μεγαλώσουν μέσα της οι σκιές και μετά παίρνει το φως και το τοποθετεί με φροντίδα περισσή στα εκτός παραθυρόφυλλων.
Ήρωες που αλλάζουν μορφή και φύλο, αλληγορίες που εξάπτουν τη φαντασία και το συναίσθημα, ονειρικές περιπλανήσεις σε κόσμους παράλληλους και γριφώδεις, που δίνουν μία διαρκή εναλλαγή από το μικρό στο μεγάλο, από το δυνατό στο αδύνατο, από την εξομολόγηση στην αποστασιοποίηση.
Οι κώδικές της, τα στοιχεία- σύμβολα, αλλά και οι σταθερές της, σχηματοποιούν το μύθο της, που όσο και αν περιχαρακώνεται, ή εκτείνεται στην απεραντοσύνη των οριζόντων του φανταστικού και του υποκειμενικού ονείρου, δεν παύει να κατάγεται από την πραγματικότητα.
Τόσο το πραγματικό, όσο και το φανταστικό βρίσκονται σε μία διαρκή σύγκρουση, αλλά και συνύπαρξη, η οποία οδηγεί σε μια σπάνια συμμετρία και αρμονία.
Είναι σαφές, ότι με όποιο τρόπο και αν επιχειρήσει κανείς την ανάγνωση αυτής της ποίησης, θα οδηγηθεί στη γνωριμία με ένα πληρέστατο κοσμοείδωλο, το οποίο βρίσκει την τέλεια έκφρασή του στον κόσμο των λέξεων. Και αυτό γιατί, η Χλόη Κουτσουμπέλη εισέρχεται στο ποιητικό τοπίο με μια φαντασία δημιουργική και για το λόγο αυτό, ικανή να οικοδομήσει ελεύθερα, με τους «παραμορφωτικούς» καθρέφτες την πραγματικότητα και κατόπιν να τη διαλύσει, ταξιδεύοντας έτσι τον αναγνώστη της, στο αέναο και ασύνορο σύμπαν, δίνοντάς του τη δυνατότητα να επιστρέψει από εκεί, ακόμα πιο πλούσιος.
Στην ποίηση αυτή, ανακαλύπτεις το βαθύ ερωτικό λόγο -που αρχή του, μα και τέλος του έχει το να αντικρίζει την ωραιότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων- να ελίσσεται και να μορφοποιείται μέσα στον κόσμο. Έναν κόσμο ανθεκτικό, φορές περίτεχνο, φορές λιτό, αφού η ποιήτρια γνωρίζει καλά το πώς, το πότε και το πού θα χρησιμοποιήσει τις λέξεις εκείνες που θα δομήσουν, ή θα αποδομήσουν το σύνολο του ποιήματος.

Χαρακτηριστικά παραθέτω το ποίημα:

Η ΚΙΒΩΤΟΣ

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου
τα παχύδερμα απογεύματα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου
τους σκορπιούς της απουσίας»
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά
όπως νανουρίζουμε τον πόνο
«Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά
«με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα
Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό
Το ολόγυμνό της σώμα

Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει την ικανότητα να μας οδηγεί στο ψηφιδωτό των ανθρώπινων σχέσεων. Κάτω από κάθε ψηφίδα, είναι ικανή να αντικρίσει τον άνθρωπο τον ερχόμενο από τα βάθη των αιώνων, που κάνει στάση στο παρόν, ή και στο μέλλον ίσως. Μοιάζει να περιμένει αυτόν τον άνθρωπο η ποιήτρια, έτοιμη πάντα να σταθεί δίπλα του, με την κατασταλαγμένη γνώση ότι ποτέ δε θα μπορέσει να αποδράσει από τη διαρκή πολιορκία του μυστηρίου της ζωής, κάνοντας την τομή, στον κύκλο της ύπαρξης.

Παραθέτω το ποίημα:

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στον καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές
Μία πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι
Χθες ή αύριο
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής

Η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη, μέσα στα 44 ποιήματα της συλλογής της, μας προσφέρει αφειδώς μιαν απόλαυση. Αυτή της σταδιακής αποκάλυψης του ποιητικού της Είναι.

Ας χαμηλώσουμε την έσω φωνή μας, να γίνουμε ένα με τους στίχους της:

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
Ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει τα χέρια με χαρά

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

diastixo 11/3/2013

Ποίηση του ανικανοποίητου έρωτα, υπό τη σκιά της ιδεαλιστικής τελειότητας, που στιγμιαία μόνο αγγίζεται από το υποκείμενο. Τα πρόσωπά της «αυτοκτονούν» συναισθηματικά γιατί δεν μπορούν να γευτούν το απόλυτο, σε μια ασυμβίβαστη λογική (π.χ. «Ιερή πέτρα»).
Ο έρωτας είναι δισυπόστατος, κρύβει μια αγγελική και μια σκοτεινή μύχια πλευρά, που καραδοκεί έτοιμη να ξεχυθεί («Λευκό γάντι», «Κρύα ψάρια»). Ζει μέσα στο όνειρο ιδανικός («Η τέλεια μέρα»), φλερτάρει, αλλά κατά βάση αποχωρεί ανεκπλήρωτος ή ανολοκλήρωτος και αυτό είναι το κλειδί της κινητήριας δύναμης των ποιημάτων της. Η πραγματικότητα ωχριά, μοιάζει ψεύτικη, οι εραστές γυρνούν με μάσκες («Η παράσταση») και δεν ικανοποιούν τη βαθύτερη επιθυμία για το απόλυτο, το οποίο είναι διαρκώς ζητούμενο. Ο έρωτας είναι συνυφασμένος με το τέλος, τον θάνατό του, την απώλεια και η θετική του όψη μένει στη σφαίρα της φαντασίας. Η επιθυμία παραμένει καθοριστική, η θλίψη και η προδοσία επικρατούν (σσ. 31, 32).
Συχνά μέσα από μια σειρά μυθικών συμβόλων, Αριάδνη, Θησέας (σελ. 32), Αδάμ, Εύα, Λίλιθ (σελ. 51), Πηνελόπη (σελ. 47, 57) ή ακόμα και την Αλίκη του παραμυθιού (σελ. 43), αντλεί σύμβολα και συναισθηματική φόρτιση, χρησιμοποιώντας τα ως πηγές μυθικής αντικειμενικής συστοιχίας. Τα σύμβολα αυτά διαχέονται και στις προηγούμενες συλλογές της και τείνουν να γίνουν συναισθηματικά μοτίβα, με διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο. Χρησιμοποιεί μάλιστα και τον αύξοντα λατινικό αριθμό για να ξεχωρίσει το ποίημα από τα άλλα με τον ίδιο τίτλο, εντός της ίδιας ή άλλων συλλογών («Πηνελόπη III» «Αντιγόνη IV», «Πηνελόπη IV»). Οι χαρακτήρες πιστοποιούν και επαναφέρουν συμπεριφορές σύγχρονες, αλλά και διαχρονικές. Χειρίζεται όμως πολύ ελεύθερα τις ιστορίες, ποιητική αδεία, πολλές φορές συστρέφοντας ή ακόμα και ανατρέποντάς τες (π.χ. «Η Αλίκη κερδίζει»). Βέβαια, συγκρινόμενη η μέθοδός της με αυτή του μεγάλου Γιώργου Σεφέρη –που πρώτος τεκμηρίωσε τον όρο μαζί με τον Έλιοτ–, διακρίνουμε εδώ ότι κατευθύνεται προς τον ψυχολογικό και ερωτικό τομέα και όχι προς τον ιστορικό ή κοινωνικό και τα «προσωπεία» συχνά ανταποκρίνονται σε διαχρονικές καταστάσεις, με αρκετά αυτοαναφορικά στοιχεία («Ιερή πέτρα», «Η συγνώμη», «Στο βυζαντινό μουσείο»).
Η ποιήτρια είναι το ποίημα («Τα ποιήματα γερνούν»), πληγώνεται και τεμαχίζεται λυρικά μπροστά μας, χωρίς εκκωφαντικές εξάρσεις, με μια περιγραφή λιτή, απλή, άμεση, μέσα από εικόνες και επενέργειες συναισθηματικής αλληλουχίας, νοηματικής συνάφειας, με συγκεκριμένη δομή και κατεύθυνση, γι’ αυτό δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε σουρεαλιστική, ακόμα και αν μερικές στιγμές, υπό το κράτος της συναισθηματικής καταβολής, σπάει ο λογικός μίτος. Νόημα, συνέχεια και αίσθηση υπάρχουν, συνήθως με εσκεμμένη ελλειμματικότητα, που αυξάνει την ποιητικότητα και απομακρύνεται από την απλή αποτύπωση. Παρουσιάζονται, βέβαια, και εξαιρέσεις: «Η θυσία» και «Στη στάση», όπου τα υπερρεαλιστικά στοιχεία είναι εμφανή και επικρατούν.
Συνολικά μπορώ να παρατηρήσω ότι το υπαρξιακό, κυρίως ερωτικό –γιατί αυτή η ανικανοποίητη έλλειψη υπαινίσσεται ένα αδιαμφισβήτητο κενό–, αλλά όχι μόνο («Το είδωλο»), είναι αυτό που κυριαρχεί στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΟΧΕΙΟ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΠΤΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 9.3.2016

Ο Νώε και η Σιγκάλ

Σε ένα λεπτό βιβλιαράκι από τις εκδόσεις «Θίνες» (2015), η Χλόη Κουτσουμπέλη στο Ιερό Δοχείο μας συστρατεύει στο πλευρό της τραγικά «τυχερής» 18χρονης Σιγκάλ εντός μίας «απόκρυφης» Κιβωτού του Νώε, η οποία χρήζει ενός κατακλυσμού εκ των έσω, αφού όσα σημεία και τέρατα γίνονται μέσα στην Κιβωτό, ανθρώπου νους δεν μπορεί να τα συλλάβει.
Η γνωστή γραφίδα-λεπίδα της Χλόης Κουτσουμπέλη ανατέμνει μία φρικιαστική πατριαρχική κοινωνία που «καλά κρατεί» από κατακλυσμιαίων χρόνων με την ευλογία του Θεού και τη δικαιολογία του επινοήματος της Αναγκαιότητας σύμφωνα με το οποίο η Γυναίκα είναι «το ιερό δοχείο» για τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους με οποιοδήποτε κόστος. Μετονομαζόμενη ως «ιερό δοχείο» λοιπόν η δεκαοχτάχρονη Σιγκάλ έχει επιλεγεί από τον μαθουσάλα (και ενίοτε μεθύστακα) Νώε (ο οποίος επικοινωνεί απευθείας με τον Θεό) να αντικαταστήσει την νόμιμη ηλικιωμένη γυναίκα του την Εμζάρα, η οποία αφού έχει ήδη φέρει στον κόσμο τους τρεις γιους του Νώε, έχει πλέον καταστεί άχρηστη ως ιερό δοχείο. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστεί η Εμζάρα την ώρα του μεγάλου Κατακλυσμού, αφού δεν υπάρχει χώρος πλέον γι’ αυτή μέσα στην Κιβωτό που έφτιαξε ο Νώε, η οποία μεταφέρει εκτός από τον ίδιο και τη νεαρή παλλακίδα του την Σιγκάλ, και τους τρεις γιούς του με τις γυναίκες τους μαζί με 50.000 ζώα και 1.000.000 είδη εντόμων. Μέσα στην ασφυκτική μπόχα λοιπόν της Κιβωτού, η δυσωδία των εγκλημάτων του βιασμού και της συγκεκαλυμμένης πατρικής στοργής- σεξουαλικής εκμετάλλευσης της ορφανής Σιγκάλ κάνει τη μπόχα των ζώων να ωχριά.
Κουβαλώντας τα τραύματα του «πασπατεύματος» μέσα στο οικείο της περιβάλλον από τη στιγμή που η μητέρα της πέθανε, η Σιγκάλ βρέθηκε έγκλειστη στην «σωτήρια» Κιβωτό, αλλά και όμηρος στις «νόμιμες» ορέξεις ενός αρνητικά σκιαγραφούμενου Νώε, οι οποίες όμως δημιουργούν περαιτέρω εντάσεις καθώς διεγείρουν και τον έναν γιο του Νώε, και οι σχέσεις μεταξύ όλων αλλοιώνονται φέρνοντας στο προσκήνιο κάθε αρνητικό συναίσθημα που μετατρέπει την καθημερινότητα της Σιγκάλ σε κόλαση. Η μόνη της διέξοδος λοιπόν είναι η γραφή με τη μορφή επιστολών στην Εμζάρα (την οποία φανταζόμαστε να ζει το δικό της δράμα της εγκατάλειψης και της εγκαρτέρησης μπροστά στον επικείμενο θάνατο).
Μέσα από εννέα επιστολές γραμμένες σε πάπυρο, από τις οποίες οι πρώτες επτά είναι τοποθετημένες στο χρόνο και οι δύο τελευταίες σε απροσδιόριστο χρόνο, η Σιγκάλ σαν ένα άλλο τζιτζίκι (όπως υποδηλώνει το όνομά της στα γαλλικά) τραγουδά τον πόνο της και τον κοινοποιεί στη μεγάλη αδερφή, μητέρα, φίλη Εμζάρα μέσω ενός γαλάζιου γαλόπουλου, ακόμα κι αν δεν είναι βέβαιο αν ποτέ θα φτάσουν στον προορισμό τους. Σημασία όμως έχει ότι μέσω της γραφής επιτελείται μία διαδικασία αφύπνισης και αυτοσυνειδησίας της Σιγκάλ, ενώ ταυτόχρονα υφαίνεται μία ηχηρή καταγγελία εναντίον της ανδρικής εξουσίας που έχει περιορίσει την αξία της γυναίκας μόνο στη σάρκα της. Αυτές οι εννέα επιστολές της Σιγκάλ είναι αρκετές για να συμπυκνώσουν το μεγάλο «ΚΑΤΗΓΟΡΩ» που επιδέξια έπλεξε η φεμινίστρια Χλόη Κουτσουμπέλη ως παρακαταθήκη στον αγώνα για τα δικαιώματα της γυναίκας που ακόμη και σήμερα σε διάφορες γωνιές του πλανήτη υποβαθμίζεται και γίνεται αντικείμενο αισχρής εκμετάλλευσης.

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

FRACTAL 06/04/2016

Γιατί δεν υπάρχουν γαλάζια γαλόπουλα;

«Θέλω» της είπε να φτιάξουμε μια κιβωτό/ Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου/ Τα παχύδερμα απογεύματα/ που περπατούν αργόσυρτα/ τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα/ τις αγριόχηνες των φιλιών/ τις λαίμαργες ύαινες του πόθου/ τους σκορπιούς της απουσίας»/ Αυτή χαμογελούσε τρυφερά/ όπως νανουρίζουμε τον πόνο/ «Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά/ «με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»/ Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι/ κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα/ Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό/ Το ολόγυμνό της σώμα
Η αναφορά αυτή στην Κιβωτό είναι από προηγούμενη ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη, Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012. Δύο πολύ ενδιαφέρουσες αναλογίες: η πρόταση του άντρα για μια κιβωτό με όλα τα είδη της αγάπης του σε ζευγάρια. Η πρόταση της γυναίκας, για το γυμνό γυναικείο σώμα ως κιβωτό. Μια πολύ θετική παρουσία του ερωτικού σώματος. Στο Ιερό Δοχείο το κλίμα αλλάζει, και το γυναικείο σώμα μετατρέπεται από κιβωτό σε (ιερό) δοχείο. Είναι φανερό, πάντως, ότι το θέμα κιβωτός απασχολεί από καιρό τη Χλόη Κουτσουμπέλη.

Στο Ιερό δοχείο έχουμε τη συνάντηση του ποιητικού με τον θεατρικό λόγο. Σε μια εξαιρετική ισορροπία. Με τρόπο αντισυμβατικό και ανατρεπτικό. Γυναικείοι χαρακτήρες αλλά και αντρικοί σμιλεμένοι μέσα από τους επιστολικούς μονολόγους της Σιγκάλ στην Εμζάρα– ομολογώ ότι η τραγικότητα της Εμζάρα με συγκινεί ιδιαίτερα. Πολύ ενδιαφέρον θέμα που αναδεικνύεται από μια ώριμη γραφή.
Δύο είναι οι άξονες που ορίζουν το κείμενο:
1. Ο πρώτος αφορά τη συνειδητοποίηση της Σιγκάλ. Η ανυποψίαστη κοπέλα αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι η αναγκαιότητα του ιερού δοχείου, της μήτρας δηλαδή που θα κυοφορήσει παιδιά του Νώε, όπως της είπε ο ίδιος, είναι σε μεγάλο βαθμό πρόφαση για τις ερωτικές ορέξεις του. Το ιερό δοχείο είναι στην πραγματικότητα ένα απλό δοχείο ερωτικών συνευρέσεων, βιασμού και κακοποίησης.
Η ανυποψίαστη κοπέλα βέβαια κινείται και από μια άλλη ανάγκη, να φύγει μακριά από το σπίτι της και την αρρωστημένη ερωτική συμπεριφορά του πατέρα και των αδερφών της.
Η συνειδητοποίηση της Σιγκάλ καταγράφεται στις επιστολές που προσπαθεί να στείλει στην Εμζάρα, τη γυναίκα του Νώε, που περιμένει τη μοίρα της σε ένα «καταφύγιο» από ιερό ξύλο αλειμμένο με πίσσα πάνω σε ψηλό δέντρο, όπου υποτίθεται θα γλιτώσει από τον κατακλυσμό. Οι επιστολές είναι οι τύψεις της, οι ενοχές, οι αμφιβολίες της, η αλληλεγγύη που νιώθει προς την ηλικιωμένη γυναίκα. Η μεγαλύτερη αναγκαιότητα, εντέλει, μέσα σ’ αυτό το ταξίδι του κατακλυσμού, είναι αυτή της γραφής για τη Σιγκάλ, που αν δεν γράψει θα σταματήσει να ζει.
2. Ο δεύτερος άξονας αφορά τη ματιά της συγγραφέως στην ιστορία της Κιβωτού, και τη στάση των προσώπων της οικογένειας του Νώε. Η Κουτσουμπέλη κρατά το πλαίσιο όπως παραδίδεται από τη Γένεσι: Ο Νώε και οι τρεις γιοι του, οι γυναίκες τους, οχτώ δηλαδή άτομα που θα σωθούν από τον κατακλυσμό. Ο κατακλυσμός και η κιβωτός, και το ένα ζευγάρι από το κάθε είδος ζώου που θα μπει στην κιβωτό. Από εκεί και πέρα υπάρχουν μεταβολές, καθώς κριτικά η γραφή διαμορφώνει το δικό της πλαίσιο. Η Σιγκάλ, η νεαρή καινούρια σύζυγος και ο ρόλος της, είναι απόλυτα δικό της εύρημα. Για τα ονόματα της νόμιμης συζύγου του Νώε, καθώς και των συζύγων των γιων του, η Κουτσουμπέλη επιλέγει από διάφορες σωζόμενες εκδοχές, γιατί η επίσημη εκδοχή δεν δίνει ονόματά στις γυναίκες! Η επίσης δική της προσθήκη για τον ρόλο των γαλάζιων γαλόπουλων είναι ευρηματική. Το χρώμα τους έχει κάτι ονειρικό και δίνει μια πιθανή αίσθηση αισιοδοξίας στο μαύρο σκηνικό του θανάτου. Ως αναγνώστρια, τα αγάπησα πολύ.
Είναι τελικά ενάρετος ο Νώε; Αναλύεται η στάση του αλλά και των γιων και των γυναικών τους, μέσα από τον λόγο της Σιγκάλ. Οι τύψεις σημαδεύουν περισσότερο απ’ όλους τον Ιάφεθ, τον γιο που δεν αντέχει να ηχούν στα αυτιά του οι κραυγές της μάνας του, όταν την εγκατέλειπαν στο δεντρόσπιτο. Αυτός επιταχύνει την επίγνωση της Σιγκάλ και, ως ένα βαθμό, οξύνει τις ενοχές της αλλά και την αρνητική στάση της προς τον Νώε.
Η Κουτσουμπέλη ρίχνει το βάρος στη συμπεριφορά και στα συναισθήματα των ανθρώπων. Εφόσον όμως η γέννηση παιδιού με γενάρχη τον Νώε για τον Καινούριο Κόσμο παρουσιάζεται ως εντολή Θεού, η οπτική της πηγαίνει τον αναγνώστη ένα βήμα πιο πέρα, γιατί η αναγκαιότητα μιας νέας γυναίκας-δοχείου και ενός θανάτου μιας άλλης, ηλικιωμένης, τίθενται από πολύ ψηλά, πιο ψηλά από τον Νώε.
Η Σιγκάλ κινείται από την υποταγή ως την αμφισβήτηση. Αλλά θέλει να ζήσει, και δείχνει έναν βαθμό προσαρμοστικότητας. Στέλνει δύο επιστολές στην Εμζάρα, με τα δύο γαλάζια γαλόπουλα. Βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της με την πράξη της αυτή, που παραλίγο να αποκαλυφθεί. Έτσι, εξαφανίζεται το ζεύγος από τα γαλόπουλα, άρα το είδος δεν υφίσταται στον Καινούριο Κόσμο. Από μια στιγμή και μετά, το περιστέρι αναλαμβάνει να διερευνήσει τις συνθήκες έξω από την κιβωτό, με πρωτοβουλία της Νέλε, που καλύπτει έτσι την «αυθαιρεσία» της Σιγκάλ.
Τις υπόλοιπες επιστολές τις γράφει η Σιγκάλ γιατί νιώθει ότι πρέπει να εκφράσει τα συναισθήματα και τις παρατηρήσεις της, έστω και αν γνωρίζει πως θα μείνουν ανανταπόδοτα. Ίσως πιστεύει ότι μπορεί να χρησιμεύσουν, όταν σταματήσει το κακό. Και οπωσδήποτε η γραφή είναι η αντίδραση και η αντίστασή της στην εξουσία που της επιβάλλεται.
Αυτά ήθελα να σου γράψω και από τον φεγγίτη τώρα θα απελευθερώσω το γαλάζιο γαλόπουλο, για να έρθει σε σένα. Από χθες, δεν του έβαλα βοτάνια στο νερό και στην τροφή του, για να μπορέσει να πετάξει. Ελπίζω να σε βρει καλά. Ο Θεός μαζί σου.
Η καινούρια μικρή αδελφή σου, Σιγκάλ. (Ημέρα έβδομη)
Επιστολικοί μονόλογοι, λοιπόν. Εννιά επιστολές. Από την 7η μέρα ως Κάπου στο Αραράτ. Για να χτιστούν οι χαρακτήρες και των ανδρών και των γυναικών. Καθόλου μανιχαϊστικά. Καλοί και κακοί είναι και οι άντρες και οι γυναίκες. Η συνεσταλμένη Αντατανέσε που μεταβάλλεται σε κυνική διεκδικήτρια της εύνοιας του Νώε, δηλαδή της εξουσίας. Η περίεργη Νέλε, που «διοικεί» την Κιβωτό, σκληρή, ιδιαίτερα με τη Σιγκάλ, τη σώζει όμως στην πιο κρίσιμη στιγμή. Κάποιος περίεργος ερωτισμός υπάρχει μεταξύ τους. Ο υπερευαίσθητος Ιάφεθ, ο ευέξαπτος Χαμ. Ο Νώε, με το βάρος μιας αποστολής από τη μια, με πολλά ανθρώπινα πάθη από την άλλη.
Η ατμόσφαιρα στην Κιβωτό αποδίδεται με παραστατικότητα, με έμφαση σε ορισμένα στοιχεία και συμπεριφορές. Οι οσμές, οι δυσκολίες στη φροντίδα των ζώων – ρίχνουν φάρμακο στο νερό και στην τροφή τους, για να είναι ήσυχα και να κοιμούνται. Η κούραση που αφήνει έντονα τα σημάδια στο πρόσωπο και στο κορμί των γυναικών, σαν να πολλαπλασιάζεται ο χρόνος. Και περισσότερο οι υπαινιγμοί, όσα με μια νύξη αφήνεται ο αναγνώστης να καταλάβει και να φανταστεί. Οι φόβοι της Σιγκάλ, το πνιχτό κλάμα της, οι σιωπές της που λένε πολλά. Υπάρχει εύγλωττη σιωπή σ’ αυτό το κείμενο, με σταθερή υπόκρουση τον ήχο της βροχής.
Εμζάρα, είναι αργά το βράδυ. Γλιστρώ κρυφά με έναν πάπυρο, ένα φτερό κοιμισμένου περιστεριού και ένα δοχείο με πορφυρή βαφή από λουλούδια, για να σου γράψω. Κάθομαι κοντά στη φωτιά, γράφω με το αμυδρό της φως, στο κέντρο της Κιβωτού. (Ημέρα δέκατη τέταρτη)
Κείμενο αφηγηματικό, εφόσον έχουμε την αφήγηση μιας ιστορίας. Ο ποιητικός τόνος προστίθεται με την επιλογή των λέξεων, την ατμόσφαιρα που δημιουργείται, την πυκνότητα του λόγου, τις σιωπές. Και είναι οι επιστολές-μονόλογοι που δίνουν τη θεατρικότητα. Απαιτούν κάποιον αποδέκτη-ακροατή. Που μπορεί να είναι η Εμζάρα αλλά είναι και ο καθένας που θα έχει τη δυνατότητα να ακούσει. Τους μονολόγους τους διαβάζεις, αλλά πάντα «ακούς» τη φωνή του αφηγητή, θέλεις να διακρίνεις όλο το εύρος των συναισθημάτων στην έκφρασή του. Έτσι κι εδώ. Θέλεις να ακούς τη φωνή της αφηγήτριας, να ακούς την ανάσα της, την αγωνία, τη σιωπή της. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το κείμενο είναι θεατρικοί ποιητικοί μονόλογοι.
Μέσα από τους επιστολικούς μονολόγους ο αναγνώστης εισπράττει έμμεσα, με τις περιγραφές, τις αμφιβολίες και τα σχόλια της αφηγήτριας, τη δυσπιστία για τον καινούριο κόσμο: βασισμένος πάνω σε ψέμα, απάτη, ανταγωνισμούς, αυταρχικότητα, μηχανορραφίες και, κυρίως, υποκείμενος στην εξουσία ενός προσώπου, μοιάζει να μην υπόσχεται ευοίωνο μέλλον. Και είναι για τον λόγο αυτό που, μαζί με την ώριμη γραφή, τις ενδιαφέρουσες ανατροπές και την υποβλητική ατμόσφαιρα, το έργο της Κουτσουμπέλη γίνεται εξαιρετικά επίκαιρο.
Οι θεατρικοί μονόλογοι της Σιγκάλ συνιστούν ένα ιδιαίτερο είδος γραφής, ένα θεατρικό ποιητικό είδος, που αξίζει να προσεχθεί, καθώς πατάει καλά και στα δύο συστατικά του μέρη, με τη διαγραφή των χαρακτήρων και την πλοκή από τη μία, και με την ποιότητα και την ατμόσφαιρα της γραφής από την άλλη.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

FREAR 5/4/2016

Διαβάζοντας το «Ιερό δοχείο» της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται στην οργή του Θεού και τον Κατακλυσμό που επέφερε για να τιμωρήσει το ανθρώπινο γένος, για την ηθική του κατάπτωση. Για να μην καταστραφεί ολοκληρωτικά και να εξαφανιστεί κάθε μορφή ζωής από τη γη, ο Θεός προειδοποίησε τον Νώε, ως τον μοναδικό δίκαιο και ευσεβή άνθρωπο της εποχής του, για τον επερχόμενο Κατακλυσμό και τον καθοδήγησε για την κατασκευή της Κιβωτού, στην οποία θα κλείνονταν ο ίδιος, η γυναίκα του και οι τρεις τους γιοι μαζί με τις γυναίκες τους. Μαζί τους θα έκλειναν και ένα ζευγάρι ζώων από κάθε είδος που υπήρχε στη γη. Έτσι, μετά το τέλος του Κατακλυσμού και τον αφανισμό που θα επέφερε, μέσα από αυτούς θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας καινούργιος κόσμος, απαλλαγμένος από το βάρος της αμαρτίας και της ηθικής κατάπτωσης.
Αν, όμως, ο Νώε ήταν ο μοναδικός δίκαιος και ευσεβής άνθρωπος της εποχής του, συνέβαινε το ίδιο και με τη σύζυγό του, τους γιους του και τις νύφες του; Και τι συνέβη άραγε ανάμεσά τους, όταν επί 40 ημέρες και νύχτες ήταν έγκλειστοι στην Κιβωτό, την ίδια στιγμή που όλος ο κόσμος αφανιζόταν;
Η Χλόη Κουτσουμπέλη, στο έργο της Ιερό Δοχείο, μας αφηγείται ακριβώς αυτό: τη ζωή των εγκλείστων στην Κιβωτό και τις δυναμικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Κάνει, όμως, μια καθοριστικής σημασίας αλλαγή στα πρόσωπα της Κιβωτού, που επιδρά καταλυτικά σε όλους και επιταχύνει τις εξελίξεις. Αντί για την Εμζάρα, τη σύζυγο του Νώε, στην Κιβωτό βρίσκεται η Σιγκάλ. Ο Νώε, λέγοντας ότι ακολουθεί το Θεϊκό Σχέδιο, αφήνει πίσω την Εμζάρα, που δεν μπορεί πια να τεκνοποιήσει, και παίρνει μαζί του τη Σιγκάλ, που είναι νέα και αισθησιακή, για να του κάνει ένα παιδί στον Καινούργιο Κόσμο. Αυτό είναι το Θέλημα του Θεού, λέει, αυτή είναι η Αναγκαιότητα.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νώε, δεν έχει πάρει μια τέτοια εντολή από τον Θεό. Επιλέγει να πάρει μαζί του τη νεαρή Σιγκάλ για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του επιθυμίες και επικαλείται το Θέλημα για να κάμψει τις όποιες αντιδράσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν τόσο από την Εμζάρα όσο, και κυρίως, από τους γιους του. Έτσι, όμως, διαπράτει Ύβριν απέναντι στον Θεό. Γιατί εγκληματεί, επικαλούμενος ότι το κάνει στο Όνομά του. Η εγκατάλειψη της Εμζάρα ισοδυναμεί με βέβαιο θάνατο, ο Νώε το γνωρίζει πολύ καλά, όπως το γνωρίζουν, παρότι το αρνούνται αρχικά, και οι υπόλοιποι. Και ο θάνατος αυτός, δεν είναι επιλογή του Θεού, αλλά του Νώε και δεν αντισταθμίζεται από τη σωτηρία της Σιγκάλ. Πρόκειται για μια ανθρωποκτονία από πρόθεση. Με συνενόχους τα παιδιά και τις νύφες τους. Η Ύβρις είναι τόσο μεγάλη, ώστε να συνιστά ουσιαστικά, ένα Δεύτερο Προπατορικό Αμάρτημα και η Ενοχή ρίχνει βαριά τη σκιά της στα πρόσωπα της Κιβωτού και τη συμπεριφορά τους.

Η Σιγκάλ έχει χάσει τη μητέρα της, μένει με τον μέθυσο πατέρα και τα αδέλφια της, οι οποίοι βασάνιζαν τη μητέρα της και βασανίζουν και την ίδια. Τη χρησιμοποιούν σεξουαλικά, με «πασπατέματα» στην πιο αθώα εκδοχή. Εύχεται να μπορέσει να φύγει από το σπίτι και στην κατάλληλη στιγμή εμφανίζεται, ως από μηχανής θεός, ο Νώε, για να την πάρει μαζί του, προβάλλοντας το «Θεϊκό Σχέδιο», αλλά στην πραγματικότητα την αγοράζει από τον πατέρα της. Η Σιγκάλ εντυπωσιάζεται από την απόλυτα Αρχετυπική Πατρική φιγούρα του Νώε, νιώθει δέος και θαυμασμό για τον άνθρωπο που ο Θεός του ανάθεσε να εκτελέσει το Σχέδιό του και με χαρά και ευγνωμοσύνη τον ακολουθεί.
Αυτήν την αρχική ρόδινη ατμόσφαιρα φροντίζει η συγγραφέας να την υπονομεύει με μικρές φράσεις ενταγμένες στη ροή του κειμένου, που μας προειδοποιούν ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι όπως φαίνονται και ότι αρχικά δεν αντικρύζουμε πρόσωπα, αλλά προσωπεία. Σταδιακά, αυτά τα προσωπεία πέφτουν και αποκαλύπτονται τα πραγματικά πρόσωπα που κρύβονται πίσω από αυτά.
Η Σιγκάλ αφηγείται την ιστορία, μέσα από πέντε επιστολές που στέλλει στην Εμζάρα, επιστολές που γράφει την έβδομη ημέρα, τη δέκατη τέταρτη, την τριακοστή, την τριακοστή ένατη και ένα χρόνο μετά το τέλος του Κατακλυσμού, από το όρος Αραράτ. Όπως στον Νώε η Σιγκάλ βλέπει μια Πατρική φιγούρα, έτσι επινοεί και μια Μητρική, μην έχοντας τη μητέρα της, αλλά ούτε κάποιον άλλο για να ακουμπήσει πάνω του συναισθηματικά και ψυχικά. Γνωρίζει, παρότι προσπαθεί αρχικά να το απωθήσει, ότι η Εμζάρα είναι αδύνατο να επιβιώσει. Προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό της και να πιστέψει ότι η Εμζάρα θυσιάστηκε για την «Αναγκαιότητα» και έμεινε πίσω με τη θέλησή της, αλλά σύντομα αναγκάζεται να δει την πραγματικότητα. Η Εμζάρα αφέθηκε πίσω να πνιγεί, παρά τη θέληση και τις εκκλήσεις της για το αντίθετο. Η Σιγκάλ αισθάνεται συνένοχη σε αυτό και αυτή η ενοχή τη βαραίνει και την εμποδίζει να αντιδράσει στη συμπεριφορά του Νώε, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν είναι ο άγιος άνθρωπος, ο Εκτελεστής του Θελήματος, αλλά ένας γέρος με σεξουαλικές ορέξεις που για την ικανοποίησή τους της προκαλεί πόνο και φόβο, αδιαφορώντας εντελώς για τα δικά της συναισθήματα.
Ο Νώε, επίσης αισθάνεται ένοχος για τις πράξεις του. Έχει διαπράξει Ύβριν προς τον Θεό, άφησε τη γυναίκα του να πνιγεί, αγόρασε τη Σιγκάλ για να ικανοποιεί τις ορέξεις του. Στην αρχή, προσπαθεί να απαλύνει την ενοχή του, εξυμνώντας την Εμζάρα και τις ικανότητές της και μειώνοντας εκείνες της Σιγκάλ και των άλλων τριών γυναικών. Όμως αυτό δεν έχει αποτέλεσμα και σύντομα αρχίζει να πίνει κρασί, ολοένα και περισσότερο, να μεθά και να γίνεται πιο απαιτητικός και βίαιος απέναντι στη Σιγκάλ. Η Σιγκάλ, αναγκάζεται να κρύβεται για να αποφύγει τη σεξουαλική κακοποίηση. Και όταν η Σιγκάλ μένει έγκυος, μεθυσμένος γυμνώνεται και κάνει ανήθικες προτάσεις στην Αντατανάσσε, τη γυναίκα του Ιάφεθ, με την οποία τελικά, συνευρίσκεται σεξουαλικά.
Ο Χαμ αντιδρά έντονα όταν ο Νώε παρουσιάζει τη Σιγκάλ ως εκείνη που θα τον ακολουθήσει στην Κιβωτό αντί της Εμζάρα, αλλά ο Νώε επικαλείται το «Θέλημα» και ο Χαμ υποχωρεί. Όταν ο Νώε γυμνώνεται και κάνει ανήθικες προτάσεις στην Αντατανάσε, ο Χαμ φεύγει και δεν επιστρέφει ποτέ κοντά στους άλλους. Ο Σημ, ένα βράδυ που η γυναίκα του, η Σάντε, του λέει ότι σκέφτεται συνέχεια την Εμζάρα και πως την άφησαν πίσω να πνιγεί, της λέει να σκάσει και τη χαστουκίζει. Στο τέλος ο Σημ συζεί με τη γυναίκα του και τη γυναίκα του Χαμ που εξαφανίστηκε και οι δύο γυναίκες περιμένουν παιδί από αυτόν. Ο Ιάφεθ, όταν η Σιγκάλ τολμά να ξεστομίσει τις «λέξεις που κανείς δεν τολμάει να πει» και να τον ρωτήσει αν η Εμζάρα είναι «ασφαλής», απαντά «ας μας συγχωρήσει ο Θεός, ποτέ δεν θα ξεχάσω τις φωνές της…Πάρτε με μαζί σας. Τρέχαμε μέσα στο δάσος και οι φωνές της μας ακολουθούσαν. Μας καταριόταν, μας έβριζε και μετά μας παρακαλούσε», κλαίει και εξαφανίζεται για ώρες. Στο τέλος, μετά το γεγονός του ξεγυμνώματος του Νώε, σταματά να μιλά, ζει πέρα από τον καταυλισμό που μένουν οι υπόλοιποι και εκπαιδεύει άγρια ζώα για να γίνουν οικόσιτα.
Η Σιγκάλ, στο Αραράτ, έχει τον γιο της και προσπαθεί να εκλογικεύσει, να δει τη θετική πλευρά της ζωής. Ο Νώε, λέει, είναι τρυφερός με τον γιο του, είναι όμορφα και γαλήνια στον καταυλισμό, έχουν την ευλογία του Θεού και χτίζουν, όλοι μαζί έναν «όμορφο καινούργιο κόσμο». Αλλά, αμέσως μετά, καταρρίπτει την ψευδαίσθηση, αφηγούμενη το ξεγύμνωμα του Νώε, το κλείσιμό του στη σκηνή με την Αντατανάσσε, που «νομίζω ότι θέλει κι αυτή λίγη από την εξουσία του», το τρίγωνο του Σημ με τη γυναίκα του και τη γυναίκα του Χαμ που εξαφανίστηκε και την απόσυρση του Ιάφεθ στον δικό του κόσμο και τον κόσμο των ζώων. Και τελειώνει προσπαθώντας και πάλι να δώσει έναν τόνο αισιοδοξίας. «Κατά τα άλλα η ζωή είναι όμορφη.» Αλλά, η προσπάθειά της και πάλι υπονομεύεται από τα λόγια της, όσο και να προσπαθεί, η Απώθηση δεν λειτουργεί και το Ασυνείδητο κάνει την εμφάνισή του. «Ο γιος μου θηλάζει, δαγκώνει τις μικρές μου ρώγες και μου τις κομματιάζει. Και ο Νώε γελάει, ενώ το αίμα κυλάει στην κοιλιά μου. Γιατί είμαι το σκεύος του. Και έκανα τον γιο του. Καθ’ ομοίωση του πατέρα του.»
Το αίμα κυλάει στην κοιλιά της Σιγκάλ και τότε και πάντα. Ο γιος της τη σημαδεύει και μαζί της σημαδεύει και την ανθρωπότητα. Το έγκλημα, η Ύβρις, είναι πάντα εδώ, το Δεύτερο Προπατορικό Αμάρτημα έχει διαπραχθεί και δεν υπάρχει τρόπος να συγχωρεθεί, όπως δια της Βάφτισης, συγχωρείται το Πρώτο. Η ανθρωπότητα θα ζει με το έγκλημα, το αίμα, τη βία, τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση της γυναίκας,

Και ο Νώε γελά. Μόνο, που το γέλιο του δεν ακούγεται. Το σκεπάζει ένα άλλο γέλιο, ένα γέλιο σαρκαστικό, κοροϊδευτικό και συνάμα τρομακτικό, το Γέλιο του Θεού.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

bookpress 18/4/2016

Τα έμφυλα άχθη της πρώτης γυναίκας

Γεννηθήκαμε όλοι από την Εύα, αλλά μάλλον καταγόμαστε πλέον από τον Νώε και την οικογένειά του. Είμαστε μεταπτωτικοί αλλά κυρίως μετακατακλυσμιαίοι. Και πώς να σκεφτόταν άραγε η πρώτη γυναίκα, η σύζυγος του Νώε, που σώθηκε από τον πνιγμό και αποτέλεσε τη μήτρα όλων των άλλων ανθρώπων; Σ’ αυτό το μικρό βιβλιαράκι, σε μικρούς μονολόγους λίγων σελίδων, αναδεικνύεται όλη η γυναικεία φύση, όπως την όρισε ο Δημιουργός, κι όπως την προσδιόρισε η μοίρα, η φύση και η Ιστορία. Η Χλόη Κουτσουμπέλη γράφει μια αλληγορική ιστορία για την πρώτη γυναίκα στη μετά τον Κατακλυσμό εποχή.
Μια άγνωστη συγγραφέας, ένα μικρό τευχίδιο 30 σελίδων, αποτέλεσε ένα δυνατό ερέθισμα να ξανασκεφτούμε την ανθρώπινη φύση αλλά κυρίως τη γυναικεία ταυτότητα, όπως την βλέπει η ίδια αλλά και όπως την όρισε εν πολλοίς ο άνδρας. Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι κατά βάση ποιήτρια, που έχει γράψει κι ένα μυθιστόρημα, ενώ τώρα μ’ αυτό το διήγημα συνδυάζει τη μικρή φόρμα με το ευρύ βλέμμα.
Το κείμενο αποτελείται από μια σειρά επιστολών, τις οποίες στέλνει η Σιγκάλ, η νεαρή γυναίκα του Νώε, προς την Εμζάρα, τη γηραιά γυναίκα του, την οποία αυτός άφησε πίσω όταν μπήκε στην Κιβωτό. Επειδή στο ξύλινο καράβι του έπρεπε να βρίσκονται μόνο οκτώ άνθρωποι κι επειδή χρειαζόταν ο ίδιος μια νέα γυναίκα, για να τεκνοποιήσει τις επόμενες γενιές των ανθρώπων, ο εννιακοσιάχρονος ευνοούμενος του Θεού επέλεξε την εικοσάχρονη Σιγκάλ και μαζί με τους τρεις γιους του και τις ισάριθμες νύφες του κλείστηκαν στην Κιβωτό μέχρι να τελειώσει ο κατακλυσμός. Η νεαρή λοιπόν γυναίκα γράφει στην προκάτοχό της για τη θέση της μέσα στο πλοιάριο ως γυναίκας, και μάλιστα παρείσακτης. Εκφράζει την ενοχή της που αυτή επιζεί, ευχόμενη να ζει και η Εμζάρα, εκφράζει όμως και την αίσθηση που έχει ότι όλοι την εκλαμβάνουν μόνο ως μήτρα απογόνων και όχι ως ανθρώπινη προσωπικότητα
Το βιβλιαράκι έχει βάθος, καθώς στηρίζεται διακειμενικά στην Αγία Γραφή και προβάλλει στη Σιγκάλ το αρχέτυπο της γυναίκας με μια φεμινιστική ματιά. Μετά την Εύα, είναι λογικό να θεωρηθούν πρώτες γυναίκες, η γυναίκα του Νώε και οι νύφες του, όπως η Πύρρα στον ελληνικό μύθο του Δευκαλίωνα. Επομένως, η Σιγκάλ είναι η γυναίκα την οποία η Ιστορία έχει φορτώσει / επιφορτίσει με τον ρόλο της τεκνοποιού, της μήτρας που θα διαιωνίσει το είδος, της υποδοχής που θα κυοφορήσει την ανθρωπότητα. Κι αυτός ο ρόλος της την περιόρισε, την έκανε υποχείριο του άνδρα, την πρόσδεσε στο γρανάζι της αναπαραγωγής, υποβαθμίζοντας όλες τις άλλες πλευρές.
Η νεαρή αφηγήτρια είναι το θύμα μιας προαιώνιας ιστορίας, αφού σώθηκε από τον όλεθρο του κατακλυσμού για να ενδυθεί τον χιτώνα της ερωμένης, που την εκμεταλλεύεται όσο κι αν την αγαπά ο σύντροφός της, της μητέρας που δεσμεύεται από τον ρόλο της, της γυναίκας που κουβαλά έμφυλα άχθη. Η γυναίκα είναι ταυτόχρονα θύμα, σαν την Εμζάρα, που θυσιάστηκε για να σωθεί ο Νώε και ο άνθρωπος, αλλά και μοιραία, σαν τη Σιγκάλ, που σώθηκε για να επωμιστεί τη λαγνεία και την ανάγκη των αρσενικών να διαιωνίσουν το είδος.
Ο νέος κόσμος χτίστηκε πάνω στην πρώτη γυναίκα, όπως το Γεφύρι της Άρτας πάνω στη γυναίκα του Πρωτομάστορα.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 7/12/2016

Ο ιερός μανδύας μιας στερεότυπης αντίληψης

Τα πιο δυνατά λογοτεχνικά έργα είναι αυτά που «αυθαδιάζουν», αυτά που με τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση που τους δίνεται λογοτεχνικῇ ἀδείᾳ εισβάλλουν ορμητικά σε χώρους άβατους, ιερούς ακόμη, και ευθαρσώς διατυπώνουν τη δική τους θέση. Έτσι, μπορούν να εκλαμβάνονται και ως καινοφανείς ιδεολογικοί χώροι. Αυτή είναι και η λογοτεχνία που συνήθως ενοχλεί όσους δεν είναι αρκετά δοκιμασμένοι στα παράδοξα αλλά γοητευτικά παιχνίδια της με τις στερεότυπες αντιλήψεις. Το «Ιερό δοχείο» της Χλόης Κουτσουμπέλη ανήκει σ’ αυτό το είδος της λογοτεχνίας. Όποιος γνωρίζει το ποιητικό της έργο, που ανατέμνει την ουσία των αισθημάτων, των ιδεών και των συμπεριφορών, δεν θα ξαφνιαστεί με το συγκεκριμένο αφήγημα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει προχωρήσει εδώ πολύ βαθιά στον πυρήνα των καθιερωμένων στερεοτύπων που δομούν τη ζωή μας και συγκρατούν το κοινωνικό σώμα για να μην καταρρεύσει κάτω από το βάρος των αντιφάσεών του. Είναι άραγε η φυσική τάξη των πραγμάτων που διατηρεί την ανισότητα των ανθρώπων, που διαχωρίζει ως προς το φύλο ανώτερους και κατώτερους; Ή μήπως το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων βρίσκει τα απαραίτητα δεκανίκια του σε άλλους χώρους, που πρόθυμα υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων;
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, θα οδηγηθούμε στις ρίζες της στερεότυπης αντίληψης για τον ρόλο της γυναίκας, για να ανακαλύψουμε πως κάτω από την επιφανειακή ισότητα δικαιωμάτων υποκρύπτεται ένα παχύ στρώμα καθιερωμένων αντιλήψεων που χτίζει νοοτροπίες και καθυστερεί την ουσιαστική συμπόρευση των δύο φύλων στις κοινωνικές δομές. Θα ξαναδιαβάσουμε τα κείμενα εκείνα που με τον ιερό μανδύα της άνωθεν αλήθειας έχτισαν σταθερά μέσα στους αιώνες τα θεμέλια των ανισοτήτων. Σ’ ένα τέτοιο κείμενο ρίχνει το βλέμμα της η Χλόη Κουτσουμπέλη και ξαναδιαβάζει την ιστορία του κατακλυσμού, του Νώε και της Κιβωτού με μια διαφορετική οπτική, με ένα παιχνίδι ανατροπής των δεδομένων της πανάρχαιας αυτής ιστορίας, την οποία συναντάμε με τις παραλλαγές της σε διάφορους πολιτισμούς και θρησκευτικές παραδόσεις, ως απότοκο της ανάμνησης μιας παγκόσμιας περιβαλλοντικής καταστροφής. Κοινός τόπος, λοιπόν, για να στηθεί η βάση μιας κοινής αντίληψης, η οποία με τη σειρά της κατασκευάζει το κατάλληλο ιδεολόγημα, υποστηρικτικό της αδικίας και της ανισότητας. Με ιερά θεμέλια, άρα δύσκολα αμφισβητήσιμα. Όπως, όμως είπαμε, η λογοτεχνία πατάει ελεύθερα ακόμη και σε τέτοιους τόπους και προτείνει με θάρρος αλλά και με θράσος μια άλλη οπτική.
Με την παρέμβαση της λογοτεχνικής γραφής, με την άδεια που παίρνει κάθε φορά ο συγγραφέας, όταν θελήσει να αλλοιώσει τα παραδεδομένα, παρακολουθούμε την ιστορία της Κιβωτού που πλέει στον πλημμυρισμένο παλαιό κόσμο για να διασώσει τα όντα του πλανήτη και να οριοθετήσει την απαρχή ενός νέου κόσμου, αθώου των ανομιών του παλαιού. Έτσι εδώ έχουμε μια μικρή (καθόσον αφορά μόνο ένα πρόσωπο) διαφοροποίηση των ατόμων που επιβαίνουν στην κιβωτό μετά από τη θεϊκή απόφαση. Η γυναίκα του Νώε, η Εμζάρα, εγκαταλείφθηκε πίσω ως ανίκανη πλέον (λόγω ηλικίας) να τεκνοποιήσει, και στη θέση της ο Νώε επιβίβασε στη σωστική Κιβωτό του τη νεαρή Σιγκάλ, γεγονός που προξενεί τα εχθρικά συναισθήματα των υπολοίπων ανδρών και γυναικών. Πώς να συμβιβαστούν με την ιδέα αυτή οι γιοι της νόμιμης συζύγου του Νώε; Από τη μια φθονούν τη θελκτική επιλογή του πατέρα, που αποκλείει φυσικά τους ίδιους, και από την άλλη ο νους τους είναι στη μητέρα τους, που εγκαταλείφθηκε πάνω στο πιο ψηλό δέντρο με την απατηλή ελπίδα ότι θα διασωθεί. Αλλά και πώς να δεχθούν οι νύφες του Νώε την παρουσία αυτής της νεαρής, προκλητικής, χυμώδους συντρόφου του πατριάρχη τους, τόσο διαφορετικής από τη δική τους μαραμένη ομορφιά; Το κλίμα είναι πολύ αποθαρρυντικό για τη νέα σύντροφο του γηραιού Νώε.
Η Σιγκάλ θα αποφασίσει να εκμυστηρευτεί το πώς νιώθει σ’ αυτήν που αισθάνεται να είναι πιο κοντά της, την προκάτοχό της, σύζυγο του Νώε, την Εμζάρα. Το γεγονός ότι αυτή ποτέ δεν θα διαβάσει αυτά τα γράμματα την αφήνει αδιάφορη. Θέλει να ελπίζει ότι με κάποιο μαγικό τρόπο τα δύο γαλάζια γαλόπουλα, που επέλεξε ως κομιστές, θα βρουν τον δρόμο πάνω από τον πλημμυρισμένο κόσμο. Παρενθετικά εδώ να πούμε ότι η Χλόη Κουτσουμπέλη ξεκαθαρίζει μια και καλή το φλέγον ερώτημα γιατί στον σύγχρονο κόσμο δεν διασώζεται ούτε για δείγμα αυτό το υπέροχο είδος. Απλούστατα, τα δύο μοναδικά γαλάζια γαλόπουλα μεταμφιέστηκαν για τις ανάγκες της επικοινωνίας σε ταχυδρομικά περιστέρια κι έτσι χάθηκαν ως είδος δια παντός! Η λογοτεχνία είναι ευφυής στις ερμηνείες της, το γνωρίζουμε αυτό καλά.
Το εύρημα της συγγραφέως να γράφει η νεαρή Σιγκάλ γράμματα στη γυναίκα του Νώε, μας επιτρέπει να διαβάζουμε μέσα σ’ αυτά την ψυχή της και τη σκέψη της, έτσι όπως μεταπηδά από την έκπληξη στην αμηχανία και έπειτα στην απόγνωση, ανακαλύπτοντας ότι η σωτηρία της είναι συνυφασμένη με την υποδούλωσή της στις ορέξεις του αρσενικού κυρίαρχου. Πώς, αλήθεια, αντιλαμβάνεται τη θέση της; Θα γράψει στην Εμζάρα:
Απόφαση του Θεού και του Νώε, αυτοί οι δύο άντρες παίρνουν τις αποφάσεις.
Στη συνείδηση της νεαρής γυναίκας η ταύτιση των δύο προσώπων είναι αυτονόητη, σ’ έναν κόσμο που δέχεται τη φυσική (όπως διακηρύττει) τάξη του ανώτερου αρσενικού και του κατώτερου θηλυκού, και όπως είναι αναμενόμενο κατασκευάζει αρσενικό και το πρόσωπο του Θεού που διαφυλάσσει αυτή την τάξη. Ήδη έχει ειπωθεί το μέγιστο. Η ιστορία θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, έχοντας δείξει πού πρέπει να εστιάσει ο αναγνώστης, προκειμένου να κατανοήσει τη ρίζα του κακού. Ευτυχώς η Χλόη Κουτσουμπέλη δεν σταμάτησε εδώ, αλλά συνέχισε την ιστορία βοηθώντας μας να εμβαθύνουμε στην ψυχολογία της γυναίκας γενικότερα αλλά και ειδικότερα. Στην ψυχολογία της Σιγκάλ, αυτής της εκλεκτής, της επιλεγμένης με τα κριτήρια της νεαρής ηλικίας και της συνακόλουθης γονιμότητας – χρησιμότητας, αλλά και στην ψυχολογία των άλλων γυναικών που επιβαίνουν στη σωτήρια Κιβωτό. Αυτές ως δείγματα θα οδηγήσουν στη γενίκευση των διαπιστώσεων. Ο ρόλος της γυναίκας που ακολουθεί ως νέα σύντροφος τον Νώε είναι προδιαγεγραμμένος. Θα τεκνοποιήσει, θα είναι το ιερό δοχείο που θα φέρει στον νέο κόσμο την ελπίδα της ανανέωσης, της νέας ηθικής πάνω στα συντρίμμια όλων των παλαιών, που πια κρίθηκαν ανάξια διαιώνισης. Έρχεται, έτσι, αναπόφευκτα στο μυαλό μας η ωφελιμιστική έννοια της χρησιμότητας, η οποία με την αλάνθαστη τάχα λογική της επιλέγει και διακρίνει τους χρήσιμους από τους άχρηστους. Υπό αυτή την έννοια ακριβώς η υπερήλικη γυναίκα του Νώε ήταν καταδικασμένη να πνιγεί, όταν τα νερά θα κατέκλυζαν τον κόσμο, και στη θέση της φυσικῷ τῷ τρόπῳ θα σωζόταν η νέα και σφριγηλή δεκαοχτάχρονη Σιγκάλ. Ο παλαιός κόσμος έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τις ενοχές. Το χρήσιμο καθίσταται και ιερό. Μια αντίληψη που σαρώνει τις όποιες αμφιβολίες τρέφει, ωστόσο, και η γυναίκα του κόσμου αυτού: Άλλωστε αυτό συνάδει απολύτως με την κοινή αντίληψη, την οποία εκφράζει εδώ η νεαρή Σιγκάλ.
Σκέφτομαι και φαντάζομαι πολλά, αλλά δεν τα λέω στον Νώε, τα θεωρεί χαζά και με αποπαίρνει. Δεν του αρέσει η φαντασία στη γυναίκα. Ο Θεός δεν την προόρισε ούτε να φαντάζεται, ούτε να σκέφτεται πολύ, λέει. Αυτό είναι δουλειά του άντρα. Η γυναίκα είναι πλασμένη για να κυοφορήσει την νέα ζωή, αυτό είναι το αξιοθαύμαστο έργο, που έχει να επιτελέσει σ’ αυτή την γη.
Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι αυτά τα λόγια τα εκφέρει η εκπρόσωπος της νέας γενιάς, αυτή που θα κυοφορήσει τη νέα ζωή μέσα στον νέο κόσμο. Όταν μετά το υδάτινο ταξίδι των σαράντα ημερών η Κιβωτός θα βρει στέρεο έδαφος και θα αρχίσει η ζωή να κυλάει πάλι φυσιολογικά, τι αλήθεια περιμένουμε να δούμε; Υπάρχει περίπτωση με τα παλαιά υλικά να χτιστεί το καινούργιο; Πόσο σταθερές έμειναν οι αντιλήψεις των ανθρώπων; Ο νέος κόσμος χτίζεται στα ασφαλή χνάρια του παλαιού; Δικαιολογημένα θα αναρωτηθούμε πόσο νέος θα είναι αλήθεια αυτός ο κόσμος, έτσι όπως θεμελιώνεται πάνω στις πιο παλιές και αναχρονιστικές αντιλήψεις:
Για πρώτη φορά δίπλα σ’ αυτόν τον άντρα νιώθω χρήσιμη και σημαντική.
Όσες φορές αναρωτηθήκαμε για τη διαιώνιση της ανισότητας των δύο φύλων, στραφήκαμε στον κυρίαρχο ρόλο της αντρικής υπεροχής, στην εγγενή αντίληψη περί αντρικής ανωτερότητας που καθορίζει το χτίσιμο των κοινωνιών από την επιβολή της Πατριαρχίας και εξής. Κι όμως, ο ρόλος των γυναικών ως προς τη μακροημέρευση αυτής της αντίληψης είναι κυρίαρχος. Η Χλόη Κουτσουμπέλη με το αφήγημά της μας πήγε πολύ παλιά, μας έδειξε τον αρχέγονο χαρακτήρα των στερεοτύπων, κυρίως εντόπισε τον ρόλο της ίδιας της γυναίκας στη διαιώνισή τους. Γατί, πώς μπορεί να αλλάξει αυτός ο κόσμος, αν αυτή δεν συνειδητοποιήσει πως η τάξη της ανισότητας συνιστά ακριβώς το αντίθετό της, δηλαδή την αταξία; Όσο με την αποδοχή των καθιερωμένων αντιλήψεων συντηρεί το ιδεολόγημα της αντρικής ανωτερότητας, ακόμα και η νεαρότερη εκπρόσωπος του φύλου της, μπορεί στην πραγματικότητα κάτι να αλλάξει; Δεν είναι περίεργο που προκύπτουν αυτά τα ερωτήματα μετά την ανάγνωση. Όταν η λογοτεχνία καταπιάνεται με τόσο στερεοτυπικές αντιλήψεις, ίσως δεν αρκεί η μυθοπλασία της για να φωτίσει τις σκοτεινές γωνίες. Πόσο περισσότερο, όταν αναμετριέται με έναν παμπάλαιο μύθο. Ο ρόλος εδώ του ενεργού και σκεπτόμενου αναγνώστη καθίσταται σημαντικός. Πήρε τη σκυτάλη της σκέψης για να προχωρήσει.
Μήπως, όμως, μια αμυδρή ελπίδα διαφοροποίησης των δεδομένων αυτών συνιστά η απρόσμενη σιωπηλή “συνωμοσία” των γυναικών της Κιβωτού, σε μια καθοριστική στιγμή που όλα κρίνονται; Όταν ο Νώε θα επιθυμήσει ξαφνικά να γευτεί γαλάζιο γαλόπουλο, και φυσικά αυτά θα είναι άφαντα, μια που ταξιδεύουν ως γραμματοκομιστές, τότε οι γυναίκες της Κιβωτού θα επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους για μια κρυφή επικοινωνία της Σιγκάλ με τον έξω κόσμο. Ωστόσο, θα την καλύψουν με τη σιωπή τους. Θα μπορούσε κάτω από αυτό το πρίσμα να θεωρηθεί ελπιδοφόρο το μήνυμα που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου; Ας μη μας διαφεύγει ακόμη ότι η νεαρή Σιγκάλ καταφεύγει στη γηραιά προκάτοχό της σε μια πηγαία ανάγκη της να μιλήσει σε σύμμαχο-γυναίκα που μπορεί να την καταλάβει, πολύ σοφότερη και πιο έμπειρη όπως είναι τόσα χρόνια μέσα στην υποδούλωση. Κι ας μην την ακούει, κι ας μη διαβάσει ποτέ τις σκέψεις της. Η ουσία εντοπίζεται στην ανάγκη της να μιλήσει και να δείξει το σημείο συνειδητοποίησης στο οποίο η ίδια βρίσκεται. Άλλωστε, το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή στα παραδεδομένα κακώς κείμενα παραμένει σταθερά ακριβώς σ’ αυτή τη συνειδητοποίηση της κατάστασης. Κατόπιν θα δούμε τα επόμενα βήματα στην εύρεση των φυσικών συμμάχων και στον καθορισμό των ορίων που πρέπει να υπερκερασθούν.
Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστος και ο τίτλος του αφηγήματος. Αυτό το ιερό δοχείο φτιάχνει ίσως συνειρμό με το ιερό δισκοπότηρο της χριστιανικής παράδοσης, που η αναζήτησή του συνιστά μια προσπάθεια του ανθρώπου να αναπλάσει τον κόσμο του μέσα από την ερμηνεία του μυστηριακού και υπερβατού, το οποίο συχνά ταυτίζεται με τη γυναικεία υπόσταση. Μια μετάδοση ζωής μέσω καταπάτησης του παλαιού και ανασύστασης του κόσμου. Μπορεί να είναι απλώς ένας συνειρμός που κι αυτός ἀναγνωστικῇ ἀδείᾳ προκύπτει. Μπορεί και με τις συνδέσεις αυτές να πήγαν τα πράγματα λίγο πιο πέρα από αυτά που ίσως η συγγραφέας να ήθελε με τη γραφή της. Να προσμετρήσουμε κι αυτό το άνοιγμα της σκέψης στα θετικά του συγκεκριμένου έργου.
Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα πρωτότυπο στη σύλληψή του αφήγημα που μιλάει για τη διαχρονική μοίρα των ανθρώπων μέσα από την παλαιότερη ιστορία. Που συγκινεί με την παράλληλη μοίρα των δύο γυναικών, με τη μία να σώζεται υποδουλωμένη και την άλλη να χάνεται απελευθερωμένη. Με μια καλαίσθητη έκδοση, που φροντίζει και από το εξώφυλλο ακόμη να μιλήσει για το θέμα του βιβλίου, έτσι όπως η εικόνα της Μιχαήλας Καπασκέλη συμπληρώνει το νόημά της με μια δεύτερη στο οπισθόφυλλο. Ένα πολύ σύντομο στην έκτασή του γραπτό. Ίσα για να μας πει ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει. Κοινότοπο; Ίσως όχι, γιατί είπαμε πως το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή είναι η συνειδητοποίηση της κατάστασης των πραγμάτων. Η λογοτεχνία επιτελεί κάποιο σημαντικό έργο, όταν μας καθιστά αυτή την πραγματικότητα σαφή. Κάτι το οποίο εμφανίζεται με σαφήνεια, μπορείς καλύτερα να το αντιμετωπίσεις. Με την εύγλωττη και περιεκτική συντομία του το βιβλίο αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να εντοπίσεις την αλήθεια των πραγμάτων. Μια εύστοχη και ευθύβολη ματιά χρειάζεται, η οποία θα αποδοθεί στον γραπτό λόγο με μια καλή πένα, και με τον ευφυή χειρισμό του αρχαιότατου αυτού μύθου θα αποσείσει για λίγο τον θεϊκό μανδύα. Τόσο όσο χρειάζεται για να αποκαλυφθεί η ρίζα της στερεότυπης αντίληψης. Και αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί μικρό επίτευγμα για τη λογοτεχνία.

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ

bookpress 14/12/2009

Kονιορτοποιώντας βεβαιότητες

Αντέχουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με το είδωλό μας;

Μέσα από ένα πολυπρισματικό πλαίσιο επιχειρεί –και κατορθώνει πειστικά– να προβάλει η Χλόη Κουτσουμπέλη, με τη συλλογή ποιημάτων της «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» (Γαβριηλίδης, 2009), την αρχετυπική συνάντηση, σύγκρουση και σύζευξη των δύο φύλων, καθώς με εκλάμψεις διαττόντων κατακρημνίζονται στο μαύρο βάραθρο της ανυπαρξίας.
Η συλλογή είναι γραμμένη με τη συναισθηματική οπτική της γυναίκας που ταυτίζεται με τη βιωμένη πραγματικότητα της πατριαρχικής κυριαρχίας.
Με γραφή ελλειπτική, αντιστροφές και μεταμορφώσεις, με σχήματα υπερβατά και διαρκείς αναφορές σε γυναικεία πρόσωπα και σε έργα της λογοτεχνίας, η ποιήτρια κατεργάζεται τις πρισματικές επιφάνειες και τοποθετεί απέναντι στον αναγνώστη ποιήματα-καθρέπτες, εξωθώντας τον στο παιχνίδι των αντικατοπτρισμών, προτείνοντάς του να εντοπίσει το είδωλό του και να αντέξει στην αποκάλυψη της ασημαντότητάς του.
Ποιήματα-καθρέπτες: Για το παιχνίδι της κατάκτησης και για τη γοητεία της εθελούσιας ήττας. Για την πάντα παρούσα αθωότητα της παιδικής ηλικίας με τον τρόμο, τον φόβο, την αφέλεια και τις βεβαιότητες. Για τη δοτικότητά μας στο καινούργιο που εισβάλλει ορμητικά στη ζωή μας, κι εμείς –ζυγίζοντας την απειλή και την προσδοκία– αποφασίζουμε να το δεχτούμε προσδοκώντας. Για την «πανούκλα» της συμβατικότητας, από την οποία αδυνατούμε να ξεφύγουμε, και για τον φόβο μας να ανοιχτούμε στον Άλλον, αγαπώντας τον. Για τα ψυχικά κοιτάσματα του ανθρώπου που δεν αναβλύζουν αν δεν κατέχει την τέχνη της ανασκαφής ο σύντροφός μας. Για την ερωτική συνεύρεση που εκπίπτει σε μια τυπική διαδικασία υποχρέωσης, με τον εραστή ψυχικά απόντα και τη γυναίκα –κυριευμένη από στιλπνό σκοτάδι– να πηδά στο κενό. Για την απελπισία από την ερημωμένη ζωή της γυναίκας-υποκειμένου των ηθικών θεσμοθετήσεων, η οποία καταλήγει μια Αντιγόνη που κουβαλά μαζί της τον Κρέοντα, τον οποίο αναζητά στους άντρες που αγαπά. Για τη φθορά του σώματος και της μορφής όταν «τα κυνηγόσκυλα του χρόνου / τρέχουν πιο γρήγορα από μας». Για το μοναχικό και μαύρο τρένο της αγάπης που καίει ελπίδες για να κινηθεί. Για την αξία της απουσίας, αφού πολλές φορές «ό,τι λείπει είναι αυτό που μένει», αλλά και για την αξία της ποίησης, για τη λυτρωτική της λειτουργία, ακόμα και όταν μοιάζει τυραννική.
Ως δείγμα γραφής προτείνω το ποίημα «Εύα», διά του οποίου η Χλόη Κουτσουμπέλη μιλά για τη δική της πεποίθηση ως προς τον μύθο της πτώσης από τον Κήπο της Εδέμ: «Με παρέσυρε. / Πυκνά φυλλώματα, υγρά. / Δεν φορούσε πρόσωπο. / Άγγιξα τότε ένα φίδι, την καρδιά του. / Κι ευθύς κατρακύλησα στο χώμα. / Ούτε θεός ούτε διάβολος. / Στον Κήπο τον αποκαλούσαν “άντρα”. / Στο στόμα άφηνε γεύση μήλου σε αποσύνθεση».

 

 

ΑΠΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΑΡΟΔΟΣ τχ 47

 

 Μαργαρίτα Βασιλάκου

Γνωρίζω τη Χλόη από την πρώτη στιγμή της γέννησης μου. Ότι εγώ ζωγράφιζα στο Νότο, ή Χλόη το περιέγραφε με λέξεις στο Βορρά και ότι εκείνη ψιθύριζε σαν τον Βαρδάρη μέσα στο μυαλό μου, εγώ το έκανα εικόνες πού τις έκαιγε ό Λίβας μέσα στην δική της ψυχή. Αυτό συ¬νέβαινε χωρίς εγώ να γνωρίζω το πρόσωπο της και την αφειδώλευτα λυ¬ρική ποίησή της και χωρίς ή Χλόη νά γνωρίζει τη δική μου ζωή και τις ζωγραφικές εικόνες μου. Συναντηθήκαμε -με την κυριολεξία του όρου πλέον- αφού είχαμε συνεργαστεί εν άγνοια μας αλλά με απόλυτη ειλικρί¬νεια απέναντι στην αλήθεια, στην ποιητική συλλογή της «η αλεπού και ό κόκκινος χορός».

Παναγιώτης Γούτας


Ή Κουτσουμπέλη ψηλαφεί τις ανθρώπινες σχέσεις με φαντασία και τολ¬μηρή είκονοποιία, ενώ από τα ποιήματα της δεν λείπουν οι ψυχαναλυτικές προεκτάσεις (ή μικρή Γκρέις που πιπιλάει τριάντα χρόνια τώρα το δάχτυλο της, φανερώνει καθήλωση στο στοματικό, κατά Φρόιντ, στάδιο) και οι συμ¬βολισμοί (ή πανούκλα πού κουβαλούν οι μετανάστες στο πλοίο, οι τυφλοπόντικες
πού «συνεχίζουν να σκάβουν το λαγούμι/και πού και πού οσμίζονται ανήσυχα/έναν ολόκληρο αιώνα» κ.τ.λ.).
Υπό το πρίσμα της παραπάνω ανάλυσης, κρίνω πώς η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή των ποιημάτων της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι η ερωτική, παρότι στα ερωτικά της ποιήματα, κάποιες φορές, το ονειρικό στοιχείο συνειδητά υπονομεύει και αναιρεί τον ρεαλισμό τους.

 

Γιώργος Γεωργούσης


Στα ποιήματα της Χλόης Κουτσουμπέλη ή ερωτική προσεγγίζεται με όρους όχι ηθικούς (πάντα πρόσκαιρους και ευκαιριακούς, πού εύκολα ξε¬γλιστρούν στην ηθικολογία), άλλα με όρους ψυχολογικούς, στον πυρήνα τους δηλαδή, όπως αρμόζει στα καίρια ριζώματα, όταν αναφερόμαστε σε δυνά¬μεις δαιμονιακής αρχής, όπως είναι ή βίωση του ιερού, του τρομακτικού, του ερωτικού – αυτές είναι οι πραγματικές τιτρώσκουσες εμπειρίες της φύσης. Εξ ου και οι εικόνες είναι ενίοτε και βίαιες (π.χ. ό λύκος σ.12). Η ερωτική τείνει στην βιαιότητα, όπως κάθε τι πού τείνει προς το απόλυτο· χθόνια δύναμις, και, ως τέτοια, πέραν του καλού και του κακού και γνωσιολογικά απρόσιτη. Ο έρωτας ως «δαίμων» μεσάζων, ταυτόχρονα σαγηνευτικός, ανα¬γκαίος και απειλητικός· και ιχνηλάτης της Ετερότητας. Χωρίς την αναζήτηση του Άλλου δεν μπορεί να φτάσει κανείς στην αυτογνωσία. (Το «ορθώς επί τα ερωτικά ιέναι» τού Πλατωνικού Συμποσίου.) Ο άνθρωπος σαν Σίσυφος τού εαυτού του και τού φύλου του.

 

Ευαγγελία Δαμουλή

Ή γραφή της Χλόης Κουτσουμπέλη ατά διηγήματα της «Ή χοντρή κυρία θά έρθει απόψε» και «Τα κόκκινα κεράσια» είναι πολυπρισματική. Ό αφη¬γητής είναι πάντα ό ‘ίδιος, και τά ε’ίδωλά του πολλά μέσα στό πρίσμα ή κα¬θρέφτη της γραφής της. Τό είδωλο είναι ή αλήθεια καί τό είδωλο «ούρλιάζει», ύποφέρει. Τά διηγήματά της μοιάζουν σάν νά είναι βγαλμένα από τά όνειρα ή σάν νά είναι έπηρεασμένα άπό τή φροϋδική ψυχανάλυση, περίπου σάν τους πίνακες του Ίταλοϋ Matteo Masiello καί του Γερμανού Torsten Solin.

 

Ανθούλα Δανιήλ


Αν τα τρία κακά της ζωής είναι, κατά το γνωστό σχήμα το πυρ, ή γυνή και η θάλασσα, ή Χλόη Κουτσουμπέλη εύκολα και γρήγορα διορθώνει τα πράγματα. Η «γυνή» δίνει τη θέση της στο «ανήρ», χωρίς, ωστόσο, να μπο¬ρεί να εξορκίσει το μέγα πάθος πού τήν τσακίζει άλλα και την εμπνέει και την τροφοδοτεί. Κι αν ή «ποίηση είναι το καταφύγιο πού φθονούμε» για κείνην είναι και πηγή δημιουργίας. Ό στίχος ανατροφοδοτείται από τον πόνο και ό πόνος από το στίχο, ο ένα κύκλο από τον όποιο δεν φαίνεται πώς υπάρχει έξοδος. Αφήνεται στη δίνη των συναισθημάτων και σ’ ότι η τύχη έχει συνταιριάσει. Και δεν παίζει με τους στίχους. Ελεύθερο το ποίημα από όποια δέσμευση, ελεύθερη και η ποιήτρια από ότι την περιβάλλει, με απλή αφορμή μια εξωτερική εικόνα και μακρά πολύ στο συνειρμό, με εικόνες πού ανταποκρίνονται σε πίνακες, με πρόσωπα πού ανακαλούν πάθη, με μνήμες παιδικές και άλλες οδυνηρές, με αναπάντητα ερωτηματικά πού δεν περιμέ¬νουν πια απάντηση, απλώς εκεί υπάρχουν ως επιβεβαίωση μιας ιστορίας που με χίλια στόματα ουρλιάζει:
«Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για να ‘ρθω να σε βρω.
Σαν να μην γνώριζα ποιό είναι πάντα το ταξίδι
και ποιόν αλήθεια ψάχνουμε
στον έρημο σταθμό.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης


Αλλά αφήνει κάτι πίσω της ή απώλεια; Κι αν αφήνει τί είναι; Ή Χλόη Κουτσουμπέλη θά γράψει: Γιατί κάποτε ή απουσία, βαθουλώνει τις σκιές / και ότι λείπει είναι αυτό που μένει.
Πάμε ξανά από την αρχή. Σ’ εκείνο πού είπαμε, ότι οι ποιητές μπορεί νά μετουσιώσουν την απώλεια σε αιχμή δημιουργίας. Να πώς αποτυπώνεται η τυραννική και ταυτόχρονα λυτρωτική λειτουργία της ποίησης, σ’ ένα ακόμη ποίημα αυτοαναφορικό, όχι μονάχα για εκείνη που το γράψε, άλλα για κάθε έναν πού γράφει, για κάθε έναν δημιουργό, σε όποια μορφή Τέχνης κι αν αγωνίζεται:

ΧΩΡΙΣ
«Θα ζήσεις χωρίς»
είπε ή μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
«τα κοχύλια σου θ γίνουν χέρια για να γράφεις».
«Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
τό σώμα του νά κολυμπώ».
«Δεν κατάλαβες λοιπόν»
είπε η μάγισσα
και το πρόσωπο της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
«Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά πού ποτέ σου δεν θα αγγίξεις».29 *

Ή Χλόη Κουτσουμπέλη νοηματοδοτεί την απώλεια, φωτίζοντας την
πολυπρισματικότητά της με τους προβολείς της υψηλής Τέχνης της. Το πικρότατο, διαβρωτικό, υγρό της απώλειας διηθημένο μέσα στο σώμα και στην ψυχή της ποιήτριας μας προσφέρεται ως πολύτιμο απόσταγμα Ποίησης. Ή σχέση της Χλόης Κουτσουμπέλη με την Ποίηση είναι, πρωτίστως, σωματική. Είναι ό πόνος πού στιλβώνει τις λέξεις στο ποίημα. Είναι ό πόνος της για την Ποίηση που την σμάλτωσε με τόση τρυφερότητα και αγάπη ως γυναίκα. Ως άνθρωπο.

 

Ευαγγελία Καλεράντε


Η ποιήτρια αναζητεί ένα σενάριο στό όποιο προβιογραφείται και η ίδια, όταν θα είναι έτοιμη για ένα ταξίδι στην ανυπαρξία ή στον ουτοπικό παρά¬δεισο, μαζεύει ψηφίδα-ψηφίδα, στιγμές-στιγμές, πλάνα μιας ζωής πού δεν έζησε και προσπαθεί βιαστικά να τα βάλει σε τάξεις, ως προτεραιότητες, υλη σε μια ποιητική εκδοχή μέ τίτλο: «απολογία ζωής», όταν τί μάτια της θα πάρουν το χρώμα «λυπημένης αυγής».
Σε μια ύστατη στιγμή, θέλει να μετανιώσει: «και μετανιώνω τώρα δα σήμερα για τα χρώματα πού δεν τραγούδησα, για την αγάπη πού δεν κρά¬τησα, για τη φιλία πού γλίστρησε από τα τρύπια πέταλα» (Μετάνοια, όπ., 17). Η σφοδρή επιθυμία να αποδείξει ότι καί η ίδια με την ποίησή της με¬ταμόρφωσε την ψυχή της- μιά επίφαση «συμβολικής ικανοποίησης», ως αυθεντική στιγμή εξομολόγησης.

 

Μαρία Κουγιουμτζή


Τα βήματά της απαλά βελούδινα, αφήνουν ίχνη από αίμα. Μ’ αυτό το αίμα τρέφει τον άπιαστο εραστή, προσπαθεί να του δώσει σάρκα καί οστά. Γυ¬ναίκα πέρα ως πέρα, γνήσια, δοτική, θύμα του έρωτα, με τα τρυφερά της νύχια ξεσκίζει το ίδιο της το πρόσωπο.
Όλο αυτό το πάθος πηγάζει από τα έγκατα του γυναικείου ασυνείδητου, από τον λαβύρινθο των ενστίκτων, σωματικών και νοητικών, από τον βυθό της μήτρας και της πανάρχαιας γέννας. Ή ζωή κινητοποιεί την ερωτική ορμή χωρίς να την ενδιαφέρει η ταύτιση παρά μόνο η συνέχειά της. Και τω θήλυ ζαλισμένο απ’ αυτήν παραδίδεται με όλες του τις δυνάμεις και τις αδυναμίες.
Η γυναικεία γλώσσα διαφορετική άπω τη γλώσσα του άντρα προσπαθεί να αρθρώσει τις δικές της λέξεις, να εκφραστεί μέσα από τον παλμό του απαλού, ζεστού σώματος της, γλώσσα που αμύνεται, δεν επιτίθεται, ψάχνει τον δικό της ήχο μέσα στην ερημιά της καμιάς συνάντησης.

Χρήστος Κρεμνιώτης


Μού φαίνεται κοινός τόπος, να πω ότι η αρτιότερη αρχιτεκτονική της, επιτυγχάνεται στο βιβλίο της Η αλεπού και ό κόκκινος χορός. ‘Ολοκληρώ¬νεται, εκεί, μία αισθητική μέσα στην οποία ενέχονται με μεγάλη συνέπεια οι αισθήσεις και οι θρύλοι γύρω από τις οποίες ή Χ.Κ. έπλεξε. Ως προς αυτούς δε, η ενδελέχεια τού βιβλίου είναι από τις σπάνιες πού μπορούμε νά συναντήσουμε στα σημερινά εκδοτικά γεγονότα, ανεξαρτήτως, από το εάν στο δεύτερο -το διανοητικό- και το τρίτο επίπεδο-«το πνευματικό»- ανάγνωσης, η κριτική, θα χρειαζόταν κάποτε, οξείες εκφράσεις.

Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου

Πού πάνε τα ποιήματα

Πετούν διστακτικά απ το παράθυρο
μετεωρίζονται για λίγο σε καθρέφτη ούρανό
κι ύστερα γέρνουν τις μαύρες τους φτερούγες
καί ακολουθούν την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω.
Μόνο σπάνια
κάποιο απ’ αυτά ξεγελάει τον νόμο της βαρύτητας
και προλαβαίνει να σε αγγίξει
εκεί κοντά στο στόμα
πριν γκρεμιστεί για πάντα μές στην άβυσσο.

Γι’ αυτό το ένα ποίημα γράφω ακόμα.

Τό ποίημα δίχως σαφείς στροφικές ενότητες, δίχως μέτρο και ομοιοκαταλη¬ξία χαρακτηρίζεται από τόνο πεζολογικό, γλωσσική απλότητα και σαφήνεια. Μοτίβο του συγκεκριμένου ποιήματος, ή προσπάθεια της ποιήτριας να προ¬σεγγίσει τη βαθύτερη ουσία της ποίησης. Με τρόπο λιτό και ύφος απέριττο, ή Χλόη Κουτσουμπέλη καταθέτει τη δική της άποψη αναφορικά με τα ποι¬ήματα για την ποιητική. Επιτυγχάνει σε έντεκα στίχους να αποδώσει «ποι¬ητικά» τη διαδικασία από τη σύλληψη της ιδέας και τη γένεση ενός ποιήματος ως το σημείο που ο στίχος υπερβαίνοντας τα πρώτα στάδια της προσωπικής εξομολόγησης (Πετούν διστακτικά… την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω.) φαίνεται να αποκτά υπόσταση καθώς ο λόγος απολυτρώνεται και τείνει να γίνει έκφραση καθολική μέσα απ’ τη βίωση και την αποδοχή του.

 

Γεωργία Μάνιου


Ή αισθαντικότητα της ποιητικής γλώσσας της Χλόης Κουτσουμπέλη, με την λιτή καθαρή γραφή της, αναδεικνύει έναν κόσμο γνήσιο, που είναι το καταστάλαγμα του χορού της, ενώ η γυναικεία ευαισθησία της την οδηγεί. Συμπερασματικά καί συνθέτοντας τα αντιπροσωπευτικά της χαρακτηρι¬στικά, θα λέγαμε ότι πρόκειται για έναν ευθύ, διεισδυτικό και αποφαντικό ποιητικό λόγο, όπου διαρθρώνει το κάθε ποίημα ακολουθώντας την ιεροτε¬λεστία της διαδοχής των αισθημάτων και των βιωμάτων της. Μια ποίηση ερωτική, που αποφαίνεται για τον έρωτα, τη ζωή, τον άντρα, με κέντρο την ίδια – ως δρώσα και αποτιμητή. Κυριαρχούν τά ερωτικά σύμβολα και αισθή¬ματα, προϊόντα βιωμάτων και αποτιμήσεις αισθημάτων από την φλογερή φύση της ποιήτριας.

 

 

Τόλης Νικηφόρου

ΧΡΟΝΟΣ
Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
πού αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό

Η μεγάλη δύναμη της Χλόης βρίσκεται στα σύντομα αυτά ποιήματα, στις αστραπές της έμπνευσης, τις γνήσιες ποιητικές στιγμές. Αν κάποιος με ρω¬τούσε τί είναι ποίηση, θα τού συνιστούσα να διαβάσει τα ποιήματα αυτά. Τα πολύ μεγάλα ποιήματά της, ιστορίες ή παραμύθια σε μορφή ποιήματος, και πάλι βέβαια περιέχουν ψήγματα χρυσού αλλά δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να συγκριθούν με την πυκνή, πρωτότυπη, κρυστάλλινης διαύ¬γειας και εκθαμβωτικής γοητείας σύλληψη των πολύ μικρών σε έκταση ποι¬ημάτων της. Ας δούμε ένα ακόμη ποίημα από τη συλλογή Ή Λίμνη, ό Κήπος και ή Απώλεια, 2006.

ΡΟΤΟΝΤΑ

Ροτόντα.
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.
Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

Και ένα από την τελευταία συλλογή της Η αλεπού και ό κόκκινος χορός, 2009.

ΕΡΩΤΑΣ

Και τότε έρχεται το τέλος
(πριν προβάλλει αχνιστή ή επόμενη αρχή)
με εκείνη τη μεγαλοπρέπεια
του αμετάκλητου

 

Βάσω Οικονομοπούλου

Ή Χλόη Κουτσουμπέλη καταδεικνύει μέ τον ποιητικό λόγο της αυτήν ακριβώς τη ματαιότητα και τη φθορά της βιωμένης πραγματικότητας. Το ποιητικό υποκείμενο, ωστόσο, αντιμάχεται αυτής της φθοράς με το να με¬ταπλάθει τον έρωτα σε συμπυκνωμένο και εκλεπτυσμένο ποιητικό λόγο. Η ποιήτρια προσπαθεί με τρόπο ακαταπόνητο να βρει τή λύση στο αίνιγμα της αιώνιας αγάπης και του πανδαμάτορος έρωτα με το να διυλίζει τα αισθήματα και να κρυσταλλώνει τις συγκινήσεις μέσω της υλικότητας της ποιητικής γλώσσας. Οι διαρκείς, έμμεσες ή άμεσες, αυτοαναφορές στον ποι¬ητικό λόγο αποκαλύπτουν τις εσώτερες σκέψεις και επιθυμίες του ποιητικού εγώ, το οποίο πάλλεται από αγάπη και τρυφερότητα για τό φυσικό κόσμο και ιδιαίτερα για τις ανθρώπινες υπάρξεις που διαβιούν σε αυτόν, τη γυ¬ναίκα και τον άντρα.

Σέ μία πόλη βυθισμένη στό νερό,
όπου η απουσία δέν είναι απώλεια,
όπου τά μάτια σου δέν έχουν
χρώμα ξεχασμένης βροχής
καί οί σταγόνες στό πρόσωπο σου
είναι αφρισμένα κύματα δαμάσκηνου.
Έκεϊ.
Στόν πυρήνα της σιωπής
τά εξωτικά πουλιά θά κελαϊδοϋν,
καρύδες θά πέφτουν ρυθμικά,
οί κοκοφοίνικες θά πανηγυρίζουν
τό τέλος του χειμώνα,
οί παπαγάλοι θά βρέχουν τά φτερά τους
μέ χρώματα,
καί εγώ γυμνή
θά έκτίθεμαι καί θά εκθέτω,
κρατώντας πάντα
την ουσία μου κρυφή.

 

Στυλιανή Παντελιά

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη βασίζεται σε έναν άμεσο λόγο, με πολλά στοιχεία από την καθημερινή γλώσσα. Οί μεταφορές, οί προσωπο¬ποιήσεις, οι έντονες εικόνες, τα θραύσματα του προφορικού λόγου είναι με¬ρικά μόνο από τα στοιχεία αυτά. Τα ρητορικά στοιχεία – μονόλογοι, διάλογοι, ερωτήσεις ζωντανεύουν τον ποιητικό λόγο καί τού δίνουν τον χα¬ρακτήρα τρέχουσας ομιλίας.

 

Θεοδόσης Πυλαρινός

Το μυθιστόρημα Ψιθυριστά της Χλόης Κουτσουμπέλη -τίτλος που μας κλείνει καχύποπτα ή ένοχα το μάτι- συνιστά ιδιότυπη σύνθεση χαρακτήρων, χαρακτήρων πού αυτοπαρουσιάζονται ακούσια, και ως εκ τούτου φυσικά και απροσχημάτιστα (πράγμα πού επικυρώνει την αλήθεια τους), μέσα από τις πράξεις των ηρώων πού εκπροσωπούν· χαρακτήρων αντιφατικών, ανι¬κανοποίητων, κατακτητικών.

Πόλυ Τζωρτζοπούλου

Τά κείμενα της Χλόης Κουτσουμπέλη βαραίνουν από ουσία ποιητική, καθώς αναθρώσκουν από την ψυχική δοκιμασία της ποιήτριας, για να φθά¬σουν ως τη γέννα/λύτρωση, με τη λέξη πολύχυμη και πολύηχη να παίρνει τη θέση της στο ποιητικό σώμα απαρασάλευτα μοναδική και ακαταπαύστως ομιλούσα στην ψυχή μας.
Ψίχα από κάστανο
βουτηγμένη σε αγριόμελο
και στίγματα λιωμένου χρυσαφιού,
η άλχημεία νά κάνεις λέξεις
Η ποιήτρια, μέσα από την έντονα εικονιστική μεταφορά, φανερώνει το μυστικό της αλχημείας να φτιάχνεις λέξεις, ότι αναζωπυρώνει την ποιητική έμπνευση.

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

Δεν θέλω να με ρωτούν γιατί γράφω, με την ίδια λογική που κανείς δεν ρωτάει ένα ψάρι γιατί κολυμπά ή ένα πουλί γιατί πετά ή μία πε¬ταλούδα γιατί ζει τόσο λίγο. Ο τρόπος που είναι πλασμένος ο καθένας και η καθεμία από εμάς είναι ιδιαίτερος, το υλικό μας διαφορετικό και όλοι ακολουθούμε αυτό για το όποιο είμαστε ταγμένοι, αν είμαστε βέβαια αρκετά τυχεροί ώστε νά τω ανακαλύψουμε στην διάρκεια της βραχύβιας ζωής μας.
Δεν θέλω να με ρωτούν αν τα ποιήματά μου είναι αυτοβιογραφικά. Αν πραγματικά έζησα αυτό ή το άλλο. Το ποιητικό υποκείμενο υποφέρει, ζει, ερωτεύεται, πεθαίνει μέσα στα ποιήματα. Το ίδιο κι εμείς. Αύτη είναι η ανθρώπινη μοίρα. ‘Όλοι οι συγγραφείς λοιπόν άπω καταβολής κόσμου γράφουν για το ίδιο ζήτημα, για την Εύα, για τον Αδάμ, για το μήλο, για την εκδίωξη, για τον Κήπο, για τον Θάνατο, για την απώλειας, για την επιστροφή. Αυτά είναι και τα δικά μου θέματα. Είναι αυτοβιογραφικά γιατί με περιέχουν και τα περιέχω.
Διαβάζω από το δημοτικό ακόμα. Πηνελόπη Δέλτα, Ντίκενς, Δουμά, Μπροντέ, Αούιζα Αλκοττ, Σαίντ Έξυπερύ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκυ, Τσέ- χωφ, Μπαλζάκ, Προύστ, Τόμας Μάν, Γκύ ντέ Μοπασάν, Στάινμπεκ, Χέ- μινγουαιη, Μούζιλ, Μυριβήλη, Πολίτη, Καραγάτση, Βιζυηνό, Θεοτοκά, Ροΐδη, Παπαδιαμάντη, Καζαντζάκη, Αουντέμη, Καβάφη, Ρίτσο, Ελύτη, Σεφέρη, Καρούζο, Σαχτούρη, Τόμας «Ελιοτ, Σαπφώ, Σύλβια Πλάθ, Ντί¬κινσον, είναι τα ονόματα πού μού έρχονται πρώτα στο μυαλό, είναι όμως και άλλοι τόσοι πολλοί, άλλοι γνωστοί άλλοι άγνωστοι, κάθε βιβλίο μου χάρισε και κάτι, κάθε βιβλίο με επηρέασε, είναι όμως η γνώση ένα ψηφι-δωτό πού σχηματίζεται σιγά σιγά. Δον έχω έναν αγαπημένο συγγραφέα, όπως δεν μπορώ να απομονώσω μόνο μια μέρα στην ζωή μου, γιατί η ζωή μου είναι ένα σύνολο ημερών και η γνώση και οι λογοτεχνικές μου επιρροές είναι ένα αδιαίρετο σύνολο, ένα ολοκληρωμένο πάζλ από κομματάκια βιβλία.
Δεν πιστεύω ότι τω γράψιμο μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Το να είναι κανείς ποιητής δεν προϋποθέτει, ούτε εξασφαλίζει την ηθική του ακεραιότητα. Αυτό ίσως όμως που μπορεί να καλλιεργήσει η ποιητική γραφή είναι η ευαισθησία με την έννοια ότι οι ποιητές είναι συνήθως ανοιχτοί στους ψίθυρους του άυλου κόσμου, στο αφανέρωτο και στο Μυστικό, στης κρυφές σιωπές του άλλου Σύμπαντος, εκεί που κατοικούν οι σκιές. Ό ποιητής συλλαμβάνει τις λεπτές αποχρώσεις πού δεν μπορεί να δει το συνηθισμένο μάτι, τις συχνότητες των ήχων πού δεν μπορεί να αιχμαλω-τίσει το μέσο αυτί, γίνεται δίαυλος, είναι το μουσικό όργανο πού δονείται από το άπειρο. Δεν ξέρω αν ή ποίηση μπορεί να θεραπεύσει τον πόνο ή τελικά τον επιτείνει. Από την μια ξύνει κανείς την πληγή, η πληγή αιμορ¬ραγεί και γράφεις με το αίμα της. Από την άλλη σπάει το απόστημα των καταπιεσμένων συναισθημάτων, αυτά ξεχύνονται ποταμός και αυτό είναι μια διαδικασία απελευθέρωσης. Σε μένα λειτουργεί διπλά, βραχυπρόθεσμα μου εντείνει τον πόνο αλλά μακροπρόθεσμα με λυτρώνει από αυτόν.
Γράφω μόνο για τον εαυτό μου; Θα μου αρκούσε να διάβαζα μόνον εγώ τα γραπτά μου; Νομίζω πώς όχι. Νομίζω πώς γράφω για να μ’ αγαπούν…

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Η ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΥΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

invitation

10

 

Το Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης υποδέχτηκε Κύπριους ποιητές της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και σε μια όμορφη εκδήλωση διάβασαν ποιήματα τους οι: Μελέτης Αποστολίδης, Λεωνίδας Γαλάζης, Αλεξάνδρα Γαλανού, Ιωσήφ Ιωσηφίδης,Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Γιώργος Καλοζώης,Νόρα Νατζαριάν και Νάσα Παταπίου.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με καλοσώρισμα από τον Πρόεδρο της ΕΛΘ Ηλία Κουτσούκο και χαιρετισμό από τον Πρόεδρο της ΕΛΚ Λεωνίδα Γαλάζη.

9

 

 

 


Την εκδήλωση χαιρέτισε και ο Πρόξενος της Κύπρου στη Θεσσαλονίκη Αντώνης Μαδρίτης.

13

 

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος που συντόνιζε την εκδήλωση έκανε σύντομη αναφορά στην ποιητική διαδρομή των φιλοξενουμένων και ακολπύθησε η ανάγνωση των ποιημάτων από τους ιδίους.

 

Μελέτης Αποστολίδης

3

ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙ;
Τι να πάρει,, τι ν’ αφήσει
την ώρα του ξεριζωμού;

Τα τύλιξε όλα στο δυνατό μεταξωτό της δίχτυ
— τα δίπλωσε,
τα ξαναδίπλωσε
ώσπου ’γιναν
ένα περίτεχνο μεταξωτό κέντημα
και τα πήρε όλα μαζί της:
σπίτι, αυλή, δέντρα, ανθρώπους.

«Το μαντίλι των αρραβώνων μου»,
είπε μια μέρα
και μου το παρέδωσε.

Κι εγώ το κρέμασα προσεκτικά:
παράθυρο στον τοίχο
της μονοσήμαντης καθημερινότητάς μου.

Αν τύχει και το πλησιάσεις,
μπορεί και ν’ ακούσεις
φωνές, μουσικές, ιστορίες.

Αν πάλι είσαι τυχερός
και σ’ εμπιστευθεί,
μπορεί και να σ’ αφήσει
να μπεις στην αυλή των θαυμάτων
που κρύβει μέσα του.

 

 

Λεωνίδας Γαλάζης

1-γαλαζησ

ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εκείνοι που βυθίστηκαν
στο κράτος της σιωπής
κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι
με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.

Τα όνειρά τους ταξιδεύουν
στις αποικίες των κοραλλιών
κι ανθίζουν στο σκοτάδι
των οιδημάτων άστρα.

Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους
να λουλουδίσουν τα καρφιά
τα χελιδόνια να κρυφτούν
από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

 

Γαλανου

ΠΗΝΕΛΟΠΕΣ

Οι Πηνελόπες
πέταξαν τους αργαλειούς στη θάλασσα.
Δεν υφαίνουν πια
ούτε κεντούν τα βράδια.
Κατεβαίνουν στον κήπο από το παράθυρο.
Ανοίγουν την καγκελόπορτα,
προχωρούν στην παραλία.
Κάθονται σε μπαράκια σκοτεινά,
ανοιγοκλείνουν τα μάτια και χαμογελούν
ενώ οι ναύτες τραγουδούν το «Μαραμπού».

Οι μνηστήρες, απ’ ό,τι λένε, βαρέθηκαν
τα γλέντια κι έφυγαν.
Όσο για τον Οδυσσέα,
αυτός ακόμη ταξιδεύει.

 

Ιωσήφ Ιωσηφίδης

5

Η ΑΡΙΑΔΝΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Αναθεματίζεις τη μοναξιά σου, μα δες,
την Αριάδνη δες, που ξέχασε ο Θησέας
κι ας τον διέσωσε, ας τον έστησε ήρωα,
ας τον ακολούθησε τυφλά, δίχως μίτο,
για χάρη ας πέταξε το στέμμα της Κνωσού.

Σπαράζεις; Η Αριάδνη πιο πολύ από σένα,
παρατημένη στις αιχμηρές ακτές της Νάξου,
όχι σε πέλαγος πνιγμένη μα σε στεριά.

Μα ήρθε ο Διόνυσος να την πάει στην Κύπρο,
η αύρα να της ανοίξει τα βαριά ματόκλαδα,
ο ήλιος να της ροδίζει τα μάγουλα άδοντας:

Ποταμός ρέω στη θάλασσα σου,
δρόσος στη φυλλωσιά σου,
μαζί κι οι δυο ένας ναΐσκος,
ήλιος με φεγγάρι, ένας δίσκος.

Μην κλαις. Ο φλοίσβος θωπεύει την ελπίδα,
ο νέος έρως ελαύνει νεκτάριος λυτρωτής.
Αν δεν μπορεί να σου χαρίσει την ευτυχία,
τουλάχιστο σε φυγαδεύει απ’ τη δυστυχία.

 

Αγγέλα Καϊμακλιώτη

6

Θ

Χάρη στην κεντητή της ζώνη,
θάμπωνε τους θνητούς
και τους αθάνατους
η Κύπριδα
Το Θέλγητρον
την καθιστούσε ποθητή
Η θελκτική της ικανότητα
το σώμα το αειθαλές,
το θηλυκό της θάμπος
Θαλασσογέννητη
Θαλασσοκράτειρα
Θαλασσοπούλι
Όχι Θεά
Μια θαλπωρή για τους θνητούς
στο θολοσκέπαστο θαλάμι
Μια θαρραλέα θεατρίνα
Θήλυ και θήκη και θηλή
Θνητή που νίκησε το θάνατο
την κάθειρξη και τη θλιβή
θάλλοντας στην αθανασία

 

Γιώργος Καλοζώης

Γιώργος Καλοζώης

ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ

Πάρτε τα υπνοφάρμακά
σας και ξαπλώστε
προσέξτε όμως μην πέσετε
γιατί το κρεβάτι σας
στέκεται στην άκρη ενός
αβυσσαλέου γκρεμού
θα το είχατε καταλάβει
όταν βγάλατε τις παντόφλες
σας κι εκείνες κατρακύλησαν
στο ιλιγγιώδες κενό
Πάρτε τα υπνοφάρμακά
σας για να μπορέσετε
ν’ αντέξετε αυτό που θα
δείτε πάνω στο σώμα σας
δε θα ’ναι το κατακόκκινο
που χύθηκε μανικιούρ
Πάρτε τα υπνοφάρμακά
σας και χτυπήστε το
κουδούνι του ονείρου
ένας λύκος θα σας ανοίξει
μια αλεπού με ποδιά θα
σας ρωτήσει τι θέλετε
να σας κεράσει
μια αρκούδα θα κάθεται
δίπλα σας στον καναπέ
ένα λιοντάρι απέναντι σας
θα σας ρωτήσει τι γνώμη
έχετε για το χρηματιστήριο
για τις βιομηχανίες των
αλλαντικών
ένας ιπποπόταμος βγαίνοντας
από την εσωτερική πισίνα
θα σας ζητήσει να του δώσετε
την πετσέτα του
μπαμπουίνοι στην κουζίνα
θα ρίχνουν πασιέντσες στο
τραπέζι για να δουν ποιος
θα πεθάνει σήμερα
μια ύαινα θα βουρτσίζει τα
δόντια της στο μπάνιο
ένα όρνιο θα στέκεται
πάνω στη βιβλιοθήκη
με τεντωμένο λαιμό
κι εσείς θ’ αναρωτιέστε
μα τι γυρεύω εδώ
Αυτά θα συμβαίνουν ενώ
θα κοιμάστε κι εντούτοις
δε θα κοιμάστε θα σας
ενοχλεί το ροχαλητό σας
θα σκουντάτε τον εαυτό
σας να γυρίσει πλευρό
θα φωνάζετε για βοήθεια
αλλά το Γκόλεμ τρελάθηκε
κι ο σοφός ραβίνος Λεβ
θα εμφανιστεί για να
συζητήσετε για την Τορά
κι εσείς θα τον παρακαλέσετε
βοηθήστε με
με τη σοφία σας να μην έχω
μέσα μου τόσο πολύ χάος
να μην ακροπατώ συνέχεια
τον ένα μετά τον άλλο
τον μεγαλύτερο γκρεμό

(Λόγω εκτάκτου κωλύματος τα ποιήματα διαβάστηκαν από τη Νάσα Παταπίου)

 

Νόρα Nαντζαριάν

8

GAR OU CHGAR (ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΙΡΟ)

Ξαναπές μου εκεινό το παραμύθι, πατέρα.

Τό παραμύθι για την ακρωτηριασμένη χώρα
και τα όνειρα της που εξοντώθηκαν.
Για την εκκλησία που έκλαψε,
την αλήθεια που κατηγορήθηκε πως έλεγε ψέματα,
τις φωνές που ξεσχίστηκαν σαν άκρα του σώματος.

Πες μου για την χώρα όπου δεν γεννηθήκαμε
αλλά που εκεί πεθαίνουμε κάθε μέρα της ζωής μας.

Πες μου για άλλη μιά φορά
γιατί οι Αρμένικες ιστορίες ειναι τόσο θλιβερές
και γιατί υπάρχουν τόσα πολλά γράμματα που σε πνίγουν
όταν οι λέξεις σου σβήνουν και τα χείλη σου τρέμουν.
Πες μου πόσο θα ήθελες να μην υπάρχουν όλα αυτά,
αλλά υπάρχουν. Και δεν είναι παραμύθι

Είναι η ιστορία μας.
Gar ou chgar.
Υπήρχε μια φορά, και δεν υπήρχε.
Είναι τόσο πολύ πιο εύκολο ν’ αρχίσει κανείς
‘Μια φορά κι εναν καιρό’ και να τελειώσει ‘ …αυτοί καλύτερα’.
Αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο στα παραμύθια που μου λες.

 

Νάσα Παταπίου

7

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ

Γνωρίζω τους δρόμους
Ακόμα την ανάσα τους
Μιλώ για τη Λευκοθέα
Τη Λευκωσία εννοώ
Τη Φωτολάμπουσα
Περιδιαβάζοντάς σε
Η ιστορία σου
Με εξυψώνει
Στις παρειές του ονείρου
Νύχτα ασέληνη
Μα η πόλη
Intra muros
Από των γιασεμιών
Την όραση
Έλα
Αενάως είμαι
Για σένα
Παραμένω
Μόνον για σένα
Έφηβη
Ταπεινά και τρυφερά
Σχεδόν λιποθυμώ
Από αγάπη
Και σου λέω
Πως με τραβά
Μια έλξη μακρύμισχη
Και με οδηγεί
Στους δρόμους
Της γενέθλιάς σου πόλης
Έτσι σαν πάρω
Το άρωμά σου
Γίνομαι χήνα
Γίνομαι αγριόχηνα
Αίσθημα δύναμης
Με εκτοξεύει στους ουρανούς
Σε δυσθεώρητα ύψη
Κατοικώ
Κι από ψηλά
Αγναντεύοντας
Σε χαιρετώ
Κάτω στην πόλη σου
Τη Λευκωσία

 

 

Η εκδήλωση έκλεισε με ανταλλαγή δώρων

11

12

10

 

Ευχαριστούμε το Νίκο Ευθυμίου για τις φωτογραφίες και το video

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΣ

tolis_nikiforoy

Ο Τόλης Νικηφόρου, γιος προσφύγων από τη Μ. Ασία και την Αν Ρωμυλία, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το Κολλέγιο Ανατολία και σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάστηκε κυρίως ως σύμβουλος οργάνωσης επιχειρήσεων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και το Λονδίνο.

Ως τώρα έχουν εκδοθεί 34 βιβλία του, 20 ποιητικά (μαζί με τη συγκεντρωτική έκδοση Ο Πλοηγός του Απείρου, 2004)  και 14 πεζογραφίας (4 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων και 3 παραμύθια για μεγάλους).

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 9 ευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες ανθολογίες, καθώς και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της μέσης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Για το παραμύθι του, Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας τού απονεμήθηκε το βραβείο μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς το 1989 και για τη συλλογή διηγημάτων του, Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, το κρατικό βραβείο διηγήματος το 2009.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Οι άταφοι, Θεσσαλονίκη 1966
Αναρχικά, Θεσσαλονίκη 1979
Ο μεθυσμένος ακροβάτης, Θεσσαλονίκη 1979
Το μαγικό χαλί, Θεσσαλονίκη 1980
Με τη φωτιά στα μάτια (συγκεντρωτική έκδοση των τριών προηγούμενων και της ανέκδοτης συλλογής Ελεύθερος σκοπευτής), Θεσσαλονίκη 1982
Ο πλοηγός του απείρου, Θεσσαλονίκη 1986
Ξένες χώρες, «Νέα Πορεία», 1991
Το διπλό άλφα της αγάπης, «Νέα Πορεία», 1994, «Παρατηρητής», 2002
Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, «Νέα Πορεία», 1997
Χώμα στον ουρανό, «Νέα Πορεία», 1998
Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, «Νέα Πορεία», 1999
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, «Νέα Πορεία», 2002
Ο πλοηγός του απείρου (ποιήματα 1966-2002), «Νέα Πορεία», 2004
Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, «Μανδραγόρας», 2007
Το μυστικό αλφάβητο, «Μανδραγόρας», 2010
Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, «Μανδραγόρας», 2012
Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα (32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013), «Μανδραγόρας», 2013
Φωτεινά παράθυρα, «Μανδραγόρας», 2014
Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου «Μανδραγόρας», 2015
Φλόγα από στάχτη σου «Μανδραγόρας», 2017

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα, Θεσσαλονίκη 1971
Εγνατία οδός, «Νέα Πορεία», 1973
Ονειροπολών εγκλήματα, Θεσσαλονίκη 1976, 1977
Τα μάτια του πάνθηρα, «Νέα Πορεία», 1996
Νόστος, «Νέα Πορεία», 2000
Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, «Νεφέλη» 2008 (κρατικό βραβείο διηγήματος)
Αγνώστου στρατιώτου «Μανδραγόρας», 2016

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Η γοητεία των δευτερολέπτων, «Νέα Πορεία», 2001
Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, «Νεφέλη», 2005
Η εξαίσια ηδονή του βιασμού, «Νεφέλη», 2006
•Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου, «Νεφέλη», 2009

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (για μεγάλους)

Ένα παραμύθι για όλους, «Πασχάλης», 1984
Νόσιλκα, Α.Σ.Ε., 1989
Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας, Ο.Μ.Ε.Π., 1996 (βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς)

 

 

ΦΛΟΓΑ ΑΠ’ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ (2017)

 

όρθιος

σαν να μην ήταν το παιχνίδι
απ’ την αρχή στημένο

σαν να νικούσε κάποτε
τον θάνατο η αγάπη

σαν ν’ αχνοφέγγει
’κεί στο βάθος η πατρίδα

όρθιος
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

όρθιος
περήφανο ένα τίποτα
στην άβυσσο της λήθης

 

ασκήσεις ματαιότητας

μοναχικός και αδύναμος
γράφω μάταιες λέξεις
λέξεις βουβές και χάρτινες
για κείνους που μιλάνε άλλη γλώσσα
εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάζουν

γράφω για τους απόκληρους
και για τους καταδικασμένους
γράφω αν και γνωρίζω
πως η οδύνη ακυρώνει
κάθε συνδυασμό των λέξεων
κάθε αθώο ποίημα
κι όταν ακόμη εκείνο σφίγγει τη γροθιά του

κι όταν ακόμη ανώφελα δακρύζει

 

γιατί το φως

υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

 

σκιές από το τίποτα

ακούσιοι μέτοικοι
μιας φωτεινής ψευδαίσθησης
σκιές από το τίποτα
αναζητούμε απεγνωσμένα
την απαγορευμένη αλήθεια

όσο ένα φτερούγισμα
προσωρινοί
τη λύτρωση αναζητούμε
σ’ άλλες σκιές
στη φλογερή αυταπάτη
του έρωτα ή της τέχνης

όμως το τίποτα ενεδρεύει
το τίποτα αναπόδραστα μας περιμένει
καταγωγή μας και προορισμός
ανεξιχνίαστος

απάντηση στα μάταια ερωτήματά μας

 

ποιος τώρα

θα σε βλέπει να λικνίζεσαι
νεράιδα του παραμυθιού
με την πνοή του ανέμου

ποιος τώρα
με τ’ ακροδάχτυλα θα σε αγγίζει
βάζο πολύτιμο
αρχαίας δυναστείας των μινγκ

ποιος τώρα
θα μεθάει με τη φωνή σου
και θα καταποντίζεται στα μάτια σου

κορίτσι εσύ της λογικής
ποιος τώρα
θα σου γράφει ποιήματα

σε ποιο σύννεφο ποιον ουρανό
τώρα θα λούζεται ο έρωτας
για ν’ αναδύεται άφθαρτος
στο γκρίζο της καθημερινής ζωής;

 

ολάνθιστη

μ’ ένα εξαίσιο χάραμα στα μάτια
να ερχόσουν σαν το πρώτο φως

μέσα απ’ τον δαίδαλο του χρόνου
να πρόβαλλε ολάνθιστη η αθωότητα
με το δειλό χαμόγελο της προσμονής

ανέγγιχτη
μαγική
εκθαμβωτική

να ερχόσουν πάλι ευλογία του έρωτα
εδώ και χρόνια πια λησμονημένη άνοιξη

 

χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός

με μια απαλή βροχή
σαν χάδι
στο χώμα της παλιάς μας γειτονιάς
χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός

παραθυρόφυλλα κλειστά
βουβές εξώπορτες
από καιρό όλοι έχουν φύγει
έκλεισε το βιβλίο
που ήταν γραμμένο στο νερό

ένα απελπισμένο κόκκινο
αστράφτει στο περβάζι
αντιστέκεται
στην άνοιξη επιμένει ακόμα

σ’ ένα ξενιτεμένο όνειρο

 

στάση ζωής

να αποδεχτείς τη ματαιότητα
το σκοτεινό μηδενικό
που καθημερινά στα βήματά μας ενεδρεύει

να ζήσεις πάντα δικασμένος
ερωτευμένος με τα θαύματα
λες κι είσαι δεκαοχτώ χρονών
λες και δεν πρόκειται αύριο
να γίνουν όλα στάχτη
ή ακριβώς γι’ αυτό

όχι λοιπόν στη ματαιοδοξία
και ναι στα εκστατικά
στα θαμπωμένα μάτια
ναι στο μολύβι που επιμένει
ένα μολύβι που πεθαίνει
ανυπότακτο

 

να είσαι καλός

κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο
κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός
ανυπεράσπιστος
μπροστά στην αθωότητα
εκστατικός
μπροστά στο θαύμα
αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο
στον δρόμο που δεν έχει τέλος
στο τέλος που δεν έχει ελπίδα

να είσαι καλός

 

 

ΡΙΓΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ (2015)

63 ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη (1966-2015)

 

Το μαγικό μπαλόνι

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα σου ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο
(1979)

 

Το τραγούδι του έρωτα

είμαι πλασμένος από μαύρο χώμα
ανθίζω όπως η μυγδαλιά το καταχείμωνο
φέρνω πολύτιμο μέσα στις φλέβες μου
αυτής της ίδιας γης το σπέρμα

φιλάω μία μία της άκρες των δαχτύλων σου
διατρέχω με τα χείλη μου
το κάθε εκατοστό του δέρματός σου
αγγίζω ψηλαφώ ορθώνω τις σκληρές θηλές σου
ψάχνω τις εσοχές σου με τη γλώσσα μου
τις εξοχές σου με τις μύτες των δοντιών
βρίσκομαι πάνω, πλάι, κάτω σου
εισβάλλω μένω ακίνητος
σαν κορυφή βουνού
που την τυλίγει ο μπαμπακένιος ουρανός
νιώθω να πάλλεσαι σαν τρυφερή χορδή
να χαλαρώνεις και να σφίγγεσαι
ν’ αποτραβιέσαι και να δίνεσαι
εισπνέω αχόρταγα το άρωμα
μετράω τους σπονδύλους σου
αδειάζω βίαια τη ραχοκοκαλιά μου
τον νωτιαίο μου μυελό
λούζομαι μέσα στα δάκρυα των μαλλιών σου

είμαι ένα πυρωμένο σίδερο
που ανεξίτηλο χαράζει στη μήτρα σου το μέλλον
κάθε σου ηδονικός σπασμός
μια οιμωγή του κόσμου που γεννιέται
είμαι η ίδια η ζωή
και είμαι αθάνατος
(1979)

 

Θεσσαλονίκη 1980

πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη, αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ’ το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών
(1980)

 

γυναίκα

κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει
κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια
κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές
κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή
απ’ το παγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς
εγώ είμαι ο αληθινός προδότης

στέκεσαι δίπλα μου
στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα
και με τα ίδια μάτια
ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο
περήφανοι
ασυμβίβαστοι
ωραίοι μέσα στα τόσα ελαττώματά μας
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία
(1980)

 

 

λουσμένη στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο

λουσμένη στα δεκαοχτώ σου χρόνια θα σε περιμένω,λουσμένη
στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο,ένα όνειρο του φανοστάτη
πάνω απ’ τη θάλασσα εκεί που ο δρόμος μόλις άρχισε,εκεί που
κάνει η δίψα το αδύνατο να ανθίσει,εκεί που η προσμονή θαμπά
φωτίζει χιλιάδες μυστικά και θαύματα
(1998)

 

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ’ τις κραυγές των γλάρων
το ωδείο

στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες

κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου.
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό ωδείο
σε λεν Σιμόνη
κι αγαπιόμαστε τρελά
(1999)

 

ευτυχία

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα με κάτι από τους
γαλαξίες στο βλέμμα σου στην κίνηση σου κάτι από γατάκι ή
τίγρη στο φόρεμά σου κάτι από το φως σε κάποιαν άλλη εποχή
πρέπει να ζήσαμε μαζί σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω, ξέρω
όταν χαμογελάς κάθε ρυτίδα σου κι όταν σωπαίνεις ξέρω το
σκοτεινό βελούδο των ματιών σου σε νιώθω τώρα μέσα μου να
αναδύεσαι γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο μυστικό, είσαι ο
αρχικός μου κωδικός ψυχή αιώνια παρούσα και απρόσιτη
(1999)

 

θα αγαπηθούμε ατέλειωτα

θα σκοτεινιάσει ο ουρανός στην παραλία και θα απομείνουν τα
σκόρπια φώτα και η υγρή τους λάμψη στα πλακάκια η θάλασσα
θα ψιθυρίζει ένα παλιό σκοπό καθώς στο βάθος θα ανατείλει το
περπάτημά σου. ένα χαμόγελο ύστερα το ανεπαίσθητο άρωμα της
προσμονής μια λέξη πριν το άγγιγμά σου. θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
εκείνο το θλιμμένο δειλινό ως το χάραμα
(2010)

 

όνειρο

να περπατάς ανάλαφρα σαν μακρινό τραγούδι κι όλα ν’ ανθίζουν
γύρω σου μες στον μπαχτσέ το σούρουπο ένας γαλάζιος άνεμος ν’
ανάβει ξαφνικά τα φώτα τ’ ουρανού λόγια δειλά στα φύλλα να
σου ψιθυρίζει τα χρώματα που χάθηκαν στα μάτια σου εξαίσια να
αστράφτουν πάλι, σαν άρωμα να σε τυλίγουν μυστικά
να είσαι εκεί όπως παλιά κι όπως παλιά να μ’ αγαπάς
(2010)

 

έρωτας

τα χόρτα χάιδευαν τα πόδια της
ο αέρας τα μαλλιά της
η πρωινή δροσιά ριγούσε στη επιδερμίδα της

κι ο ουρανός;

μόλις την είδε στ’ ανοιξιάτικο λιβάδι
ο ουρανός
κατέβηκε αργά και μίκρυνε
και έγινε στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα
(2010)

 

είσαι

ένα επιφώνημα
τα μυστικά εξαίσια όργανα
που αιφνίδια θρυμματίζουν τη σιγή

μια λάμψη
που δραπετεύει από τα σύννεφα
οι ιαχές στο γήπεδο
που στιγμιαία διαρρηγνύουν
τις γκρίζες πύλες τ’ ουρανού

είσαι
βαθύ πηγάδι αφύλαχτο
σε ανθισμένη αυλή
(2010)

 

φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει

μ’ αρέσει αυτό το κάτι στη φωνή σου ήχος αχνός κι εκστατικός
ένα φτερούγισμα που απλώνεται τριγύρω όπως όταν στο βάθος τ’
ουρανού χαράζει κι όλα τα άλλα φώτα χαμηλώνουν.μ’ αρέσει αυτό
το κόκκινο στις λέξεις σου θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα
που έρπει και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της δρόμος
μακρύς κάτω απ’ τα κάστρα κι είσαι η πλατεία με τις μουσικές
στο τέρμα του
(2010)

 

σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης

όπως το σούρουπο ανθίζει η θάλασσα με σκόρπιες λάμψεις και
μυστικές φωνές μέσα στα χόρτα τρεμοφέγγουν,έτσι αναδύομαι κι
εγώ απ’ το σώμα μου στο άγγιγμά σου.μας περιμένει μια παραλία
ερημική μες στο σκοτάδι με κόκκινα πανιά ένα πλοίο που όλο τον
χρόνο ταξιδεύει η ανάσα σου ένας ψίθυρος μες στο δικό μου
χνώτο. αγάπησέ με σαν όνειρο στα μάτια ενός παιδιού σαν ποίημα
μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης, και σαν το κάτι εκείνο που
δεν δόθηκε ποτέ και σε κανένα
(2010)

 

μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο

λευκές καμπύλες απαλές πάνω στο σκούρο
μια χώρα μαγική, ουτοπική
που εκτείνεται σε θαμπωμένα μάτια
άγνωστη σε κάθε λόχμη και κρυψώνα της
με το γυμνό και το βελούδινο
ακόμη ανεξερεύνητο

ψηλά μια τούφα καστανά μαλλιά
στα μαξιλάρια βυθισμένα
κι ως κάτω ανεπαίσθητο
ένα σκίρτημα
μια λάμψη υγρή μελωδική
που στην επιδερμίδα αχνά λικνίζεται

όλα είναι απλά και ηδονικά
όλα είναι δέος
από τα γόνατα ως τους ώμους
κι ως το εξαίσιο τόξο του λαιμού
ως το πυκνό σκοτάδι στην ανάσα της
που ψιθυρίζει λέξεις μυστικές

βαθύσκιο πρόσωπο εκστατικό
μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο
(2010)

 

εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού

βουβαίνονται στην παραλία οι φανοστάτες
που άλλοτε ψιθύριζαν εκστατικά το όνομά της
μια βάρκα μόνη αργά λικνίζεται
σε σκοτεινά νερά
εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού
τώρα δειλά αποσύρεται στο βάθος

το πρόσωπο της πολιτείας χλομιάζει
γέρνουν τα φύλλα
τα χρώματα διαλύονται που θάμπωναν τα μάτια
μάτια που τώρα βλέπουν καθαρά
κάθε επιφάνεια και κάθε σχήμα
το αύριο ή το τίποτα

άτυχη αγάπη
που κάποια μέρα χάνεται
όπως ο δρόμος, η πλατεία, οι μουσικές
όπως το άγγιγμα ή το φως
και πια απομένει μια λάμψη αχνή
ή κάτι από ψυχή
πάνω στα κάστρα

μια λάμψη αχνή
μια θύμηση
μια γεύση από χαρτί και δάκρυ
(2010)

 

στη διάλεκτο της μοναξιάς

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς

όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ

άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της
(2010)

 

να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο

σ’ ένα δωμάτιο παλιό, μοναχικό
σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές
να μου διαβάζεις ποιήματα

στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια

στα χείλη σου να ανθίζει
ένα χαμόγελο κρυφό
όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
σε ερειπωμένο σπίτι
ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
στη μία και μοναδική πατρίδα του

να μου διαβάζεις ποιήματα
και να μ’ αγγίζεις με το φως
με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο
(2010)

 

δυο λέξεις έξι γράμματα

το όνειρο είναι όνειρο
αυτό είναι σ’ αγαπώ

από το άλφα ως το ωμέγα του
αυτό είναι σ’ αγαπώ

δυο λέξεις που κανείς
δεν πρόφερε ως τώρα
και μόλις ανακάλυψα εγώ

με την ομίχλη
με το άρωμα του ονείρου
όμως απτές, πραγματικές
όπως η γη
όπως η ανάσα σου

εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω
μα σ’ αγαπώ
μ’ όλα τα γράμματα
μ’ όλα τα ρήματα
τα επιφωνήματα
με τη σιωπή μου
σ’ αγαπώ
(2010)

 

το κάτι εκείνο και το τίποτα

είμαι ένα σύννεφο το δειλινό
που αναζητά το απέραντο βαθύ γαλάζιο
με κόκκινο για να συνθέσει το δικό σου χρώμα

στην έρημο είμαι κόκκος άμμου
που λαχταράει τον άνεμο
για να τρυπώσει στα μαλλιά σου

είμαι ένα άγγιγμα στα δάχτυλα
ψίθυρος στην κομμένη ανάσα σου
χάδι απαλό στους ώμους
ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει
στα μελαγχολικά σου μάτια

στη άκρη της αβύσσου είμαι
το μυστικό αλφάβητο
το κάτι εκείνο και το τίποτα
που αναδύθηκε στο φως
για να ζητήσει τη δική σου αγάπη
(2012)

 

ουρανός

χάραμα
πράσινο φύλλο εσύ
μέσα στη νύχτα
και την έρημο του κόσμου
αγάπησέ με

αγάπησέ με
μ’ όλα τα πάθη
και τα λάθη μου
με της ψυχής το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο

άνοιξε τους κρουνούς
για να λουστείς
στις λέξεις και το βλέμμα
στις άκρες των δαχτύλων μου
νίκησε τη φθορά
το καθημερινό μας γκρίζο
μετάγγισε στις φλέβες μας πνοή

αγάπησέ με
δεν έχω άλλο κλαδί να κρατηθώ
άλλο ουρανό
(2014)

 

ΦΩΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ (2014)

 

ύμνος ερωτικός

κανένα γυναικείο χέρι
δεν κράτησα
δεν χαΐδεψα ως τώρα
με την παλάμη μου
με τ’ ακροδάχτυλα
τόσο ανάλαφρα
τόσο θερμά κι ερωτικά
όσο ένα κοινό μολύβι

ένα μολύβι που κουρνιάζει
ανάμεσα στον μέσο και τον δείκτη
και κάτω απ’ τον αντίχειρά μου
έτοιμο
να γονιμοποιήσει το λευκό χαρτί
ένα μολύβι που ποτέ δεν ζήλεψε
την άψυχη παρέμβαση των πλήκτρων

γνωρίζει πως εμείς οι τρεις
τις ίδιες ρίζες έχουμε
κοινή καταγωγή το δάσος
και φτερουγίζει στο άγγιγμά μου
μέσα στα μάτια μου θυμάται
το δέντρο που ήταν κάποτε
και δακρυσμένο σηκώνει απ’ το χαρτί
τα φύλλα του στον ουρανό

 

μέσα στο πλήθος ξαφνικά

και ξαφνικά
βρίσκεσαι ανάμεσα σε πρόσωπα
χιλιάδες πρόσωπα
φωτογραφίες, ονόματα

βρίσκεσαι μέσα στην ομίχλη
ομίχλη από θραύσματα, σκιές, αρώματα
γίνεσαι μια ψηφίδα σε μωσαϊκό
ένα ίχνος σε κινούμενη άμμο
νότα ή φωνή από πολλές φωνές

και ξαφνικά
είσαι ένας φίλος
ένας από χιλιάδες φίλους
που έρχονται, μιλάνε, λάμπουν
γνωρίζονται, αγαπιούνται
κουράζονται, μαλώνουν και σκορπίζουν
υλοποιούνται και εξαφανίζονται
ζώντας σ’ ένα σχεδόν φανταστικό
τοπίο ηλεκτρονικό

μέσα στο πλήθος όμως ξαφνικά
το θαύμα αστράφτει
γίνεται χνώτο, άγγιγμα
χαμόγελο αποκλειστικά δικό σου

 

δεν γράφονται ποτέ

τα πιο ωραία ποιήματα
γράφονται χωρίς λέξεις
οι πιο μεγάλοι έρωτες
δεν γράφονται ποτέ

μια φλόγα είναι η ιστορία τους
που λιώνει το μολύβι
που κάνει στάχτη το χαρτί
και παραμένει μυστική
εκστατική
ένα άρωμα που δεν διαλύεται
στον άνεμο του χρόνου

οι πιο μεγάλοι έρωτες
αθώοι ταυτόχρονα
και καταχθόνιοι συνωμότες
στο μισοσκόταδο θροΐζουν
ανάσα ή άγγιγμα
σε μια μεταξωτή κουρτίνα
και χάδι σε βελούδινο κορμί

τα μαγικά τους δευτερόλεπτα
είναι το ρίγος της ζωής
ισόθεο με το δέος του θανάτου 

 

όταν το αύριο γίνει τώρα

όταν την άνοιξη συναντηθούμε
σε μια επόμενη ζωή
να με κοιτάξεις πάλι
βαθιά στα μάτια
να θυμηθείς το άγγιγμά μου
πόσο απελπισμένα
σε είχα κάποτε αγαπήσει

όταν το αύριο γίνει τώρα
στο Βαλπαραΐζο ή το Βλαδιβοστόκ
σ’ ένα πλανήτη μακρινό του γαλαξία
μη με ξεχάσεις

πάνω απ’ τον μικρό μας εαυτό
και πέρα από τον θάνατο
εσύ κι εγώ να γίνουμε για πάντα
στο χώμα η φλόγα που δεν σβήνει
κόκκινο σύννεφο στον ουρανό 

 

ρομαντικά

πάμε μια βόλτα στην παραλία το βράδυ
να σε αγγίζω
με τις άκρες των δαχτύλων μου
κι άλλοτε με το βλέμμα
ή ένα δειλό χαμόγελο

πέρα απ’ τους μικροπωλητές
κι από τον πύργο τον λευκό
πέρα απ’ το λαμπερό ξενοδοχείο
κι από τα σκοτεινά μας χρόνια
ολόισια στην καρδιά της μνήμης
στη φωτεινή υπόσχεση των πλοίων

γι’ ακόμα μια φορά να ακούσουμε το κύμα
και να μετρήσουμε τ’ άστρα στον ουρανό

εκστατικά μου μάτια
που τόσο αστραφτερά
λυτρωτικά δακρύζουν
θυμήσου τα όλα
κι όλα ξέχασέ τα
να ξαναγεννηθεί μ’ ένα φιλί σου ο κόσμος 

 

αιωνιότητα

είμαι στα δώδεκα μου χρόνια
και κάτω απ’ το μπαλκόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγονται φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσκοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως 

 

πρωτόγονοι

με τη λαχτάρα
με την αγωνία στα μάτια
αναζητούσαν πίσω απ’ τα βουνά
μια λάμψη
ένα ξημέρωμα
μια ελάχιστη ελπίδα
ο ένας ανασαίνοντας το χνώτο του άλλου
μες στο σκοτάδι της σπηλιάς

πάντα πρωτόγονοι κι εμείς
και πάντα σε βαθύ σκοτάδι
μα τώρα μόνοι
μέσα στην τεχνολογική σπηλιά μας
τον ήλιο ν’ ανατείλει περιμένουμε
οι πρώτοι άνθρωποι το πρώτο φως 

 

για πάντα

ένα ανοιξιάτικο λουλούδι
μέσα από τη σχισμή του βράχου
μία παρήγορη
μια συγκινητική ψευδαίσθηση
πάνω απ’ την άβυσσο

το ξέπνοο θήραμα
όταν για λίγο
αναζητά τη θαλπωρή
σε καταφύγιο μυστικό

όταν σ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι
χωράει η θάλασσα
στα μάτια σου ο ουρανός
και στην καρδιά το πεπρωμένο

όταν τον θάνατο η αγάπη
σε επιτύμβια στήλη υπερβαίνει

χαμογελάνε μελαγχολικά οι θεοί
μες στην ομίχλη
σαν να ζητάνε εκείνοι
τη δική μας επιείκεια

 

εξόριστο φως

όχι μόνο στο χάραμα το φως
στ’ αγαπημένα μάτια
στο άγγιγμα ή το χαμόγελο

όχι μόνο το φως που αστράφτει
παντού με χίλιες λάμψεις
που απλώνεται με χίλια χρώματα

μα πιο πολύ το φως
που κρύβεται μες στην ψυχή
στο ξύλο και την πέτρα
το φως στο χώμα
σε υπόγεια μυστικά
το φως πέρα απ’ τις πύλες του Άδη

εκστατικά
λυτρωτικά σε αναζητώ
σε επικαλούμαι φως εξόριστο
πηγή της ύπαρξής μας
και πατρίδα μας

 

πεπρωμένο

σε μία ρωγμή του τοίχου
σε μια σχισμή του βράχου
στην έρημο άγριο φυτό
να ζήσω ήμουν ταγμένος
και ν’ ανθίσω

με τα ελάχιστα της γης
και τα πιο λίγα τ’ ουρανού
με το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
με το δικό σου χνώτο

να φλέγομαι ταγμένος
να φλέγομαι και να ονειρεύομαι
με όλες τις αισθήσεις μου
με την ψυχή μου

θα ’ναι δικός μας αύριο ο κόσμος

 

Ν’ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ (2013)

32 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

μαγεμένη ψυχή

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ’ αγάπησα, σύντροφε μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει

(από τη συλλογή Αναρχικά, 1979)

 

 

εργατική πρωτομαγιά

ωραία που ήταν η συγκέντρωση
στην πιο μεγάλη μας πλατεία
ωραία τα μάρμαρα
ωραία τα μέγαρα
ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει
να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές
με τις γυναίκες τα παιδιά και τα γεμάτα τους καλάθια
απόμεινες εσύ
απόμεινα εγώ
να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο
και τα στολισμένα μπαλκόνια
με τους βραχνούς ομιλητές

(από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)

 

 

Θεσσαλονίκη 1980

πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ’ το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών

(από τη συλλογή Το μαγικό χαλί, 1980)

 

 

γενέθλια πόλη, 1

αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
απ’ τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
κι από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
σπόρια ονείρου

εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
ο ήλιος ν’ αμολάει απλόχερα τους ήχους
από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

αριστερά και δεξιά πιο κάτω
ν’ απλώνεται η πλατεία ουρανός
με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου
και τ’ άσπρα σύννεφά της ν’ ανεμίζουν
σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

μέσα απ’ τη γη να ξεπροβάλλει
η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
όπως το χέρι του πατέρα
τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

η φλόγα απ’ το δαδί να λαμπαδιάζει
στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα
διαρκώς ν’ αλλάζουν και να μένουν
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
απ’ όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

γενέθλια πόλη, 2

θίασος παιδικός της γειτονιάς
που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια
στο παλκοσένικο του δρόμου
ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε
στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου

οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι
ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός
που πήγαζε στα όρη της Αμύντα
και εξέβαλε στην ωκεάνια πλατεία
όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν
αρχαίες αγορές κι αγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος
ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν
το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου
και ναυλοχούν στο βορεινό λιμάνι Ολύμπου

διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες
χλομά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια
πεισματικά που αγκυροβόλησαν
σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία
και αξιώθηκαν να μην γνωρίσουν
την καταισχύνη των μεγάλων

τα όνειρα που μείναν όνειρα
κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου
στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

πατρίδα, 1

ωραία κυκλική λέξη η πατρίδα
με το διπλό άλφα της αγάπης
προαιώνιο εφαλτήριο του βαρδάρη
κυβόλιθος στην Εγνατία Οδό

μια σειρά όρθια γιώτα τα κάστρα της
λυγισμένα κατάρτια οι νεκροί της
που ναυλοχούν γαλήνια παραδίπλα
μέσα στην προσωρινή ομίχλη της νύχτας

ωραίος προορισμός η πατρίδα
με τη δική της μουσική του ρο
που είναι ρίζες και γίνεται ροή
κάτω από τους φανοστάτες της παραλίας
με τις πυγολαμπίδες στην απέναντι ακτή
πριν και μετά κάθε ταξίδι

το διπλό άλφα της αγάπης
και το δέλτα του ποταμού
που εκβάλλει στην απεραντοσύνη

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

Θεσσαλονίκη

(ΜΕ ΤΟ ΟΜΙΚΡΟΝ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ 

ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ Μ.Χ. ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ)

ξεχύνεται απ’ τα υψώματα στη θάλασσα
σαν κατρακύλι με το όμικρον του ονείρου
ανηφορίζει από τη θάλασσα στον ουρανό
σαν προσευχή με τη θαμπή φωνή του πλήθους

όχι κούφια και άφωνη
σαν τις πολύχρωμες κραυγές των διαφημίσεων
όχι φτηνή και χρήσιμη
σαν πλαστικό ουροδοχείο
όχι τυφλή
για τα παιδιά της
για τα δέντρα και τους ποιητές
για κάθε τι παράλογα που ανθίζει

εβραία σλάβα αρμένισσα
ανατολίτισσα ρωμιά τουρκάλα
κοινότητα της αρετής και της παιδείας
επέμενε ο ανώνυμος εκείνος ζηλωτής
κρατώντας τη στιγμή μετέωρη
πάνω από τα παρελθόντα και τα μέλλοντα
πριν εξακόσια τόσα χρόνια

παγκόσμια πόλη ελληνική
αρσενική σαν τον βαρδάρη της
σαν τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα καλντερίμια της
γυναίκα σαν την απεραντοσύνη
και σαν τον ήλιο στον φιλόξενο της κόλπο
μεθυστικά όταν βασιλεύει

παγκόσμια πόλη μακεδονική
με το διπλό άλφα της αγάπης
κυβόλιθο στην Εγνατία Οδό
με τον δικό της ουρανό Ναζίμ στα μάτια σου
κόρη της Ιωνίας
την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας στα κάστρα της
ψυχή της προσφυγιάς

καμένη κουρσεμένη ανίκητη

κοινότητα της αρετής και της παιδείας
που δεν δανείζεται αλλά δωρίζει
που ζωγραφίζει χαμογελαστές καμπύλες
στην ανθισμένη από το χώμα Παναγία Χαλκέων
με το αβέβαιο άρωμα της ουτοπίας
πατρίδα
με ανοιχτές τις πύλες απροσπέλαστη

κοινότητα της αρετής και της παιδείας
αρχαίο καράβι με κομμένες άγκυρες
μες στο νωχελικό φθινόπωρο της παραλίας
για το ατέλειωτο ταξίδι στο απρόσιτο

(από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997)

 

 

μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας, 2

σε είδα μεσημέρι στ’ όνειρο μου
μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας
να ξεπροβάλλεις με το σκεφτικό σου βήμα
σία δάχτυλά σου αβέβαια κρατώντας
τα παιδικά μου χρόνια
κι ήταν το μέτωπο σου μια σταγόνα φως
κι από τις άκρες των χειλιών σου
το χάδι σου με τύλιξε
όπως σ’ εκείνη την παλιά φωτογραφία
που χαμογελούσε
με θλίψη μακρινή και ανεπαίσθητη
ένας μακρόσυρτος σκοπός της Ιωνίας
για όσα χάθηκαν
και μας ορίζουν αμετάκλητα
πατέρα

(από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998)

 

 


βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες
βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μιαν ανάσα τους στηρίζουν
την ετοιμόρροπη ζωή μας

(από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998)

 

 

το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί
άστραφτε το βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο
από τη μια ο μεγάλος μου αδερφός
αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσι του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσά μας η μικρή
το πρόσωπο της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της.
και η μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω
μια φράση εδώ
σαν χάδι ένα μάλωμα εκεί
οι λέξεις πινελιές απ’ το χαμόγελο της.
σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

(από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

ένας μικρός Χριστός
γεννιέται πάλι αύριο
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός Χριστός που ζωγραφίζει
δέντρα για τα παιδιά
καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους,
παραμονή
και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

(από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

απαρηγόρητος

πώς και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει.
ίσως να είναι σαν το χνώτο μου
από παλιά στο τζάμι
σαν τα ρυάκια της βροχής
στο χώμα της Πλατείας Δικαστηρίων
ίσως να είναι σαν τον γόο του βαρδάρη
στα καλντερίμια της γενέθλιας πόλης
ή σαν τα γράμματα που αναβοσβήνουν μακριά
στις φωτεινές επιγραφές
και σαν το άγνωστο εκείνο
που κάποτε με έσπειρε και χάθηκε

πώς και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει
σε ξένο τόπο και σε ξένους δρόμους
μόνο

(από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρελυεται, 2002)

 

 

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

(Από τη συλλογή Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος κόσμος της ουτοπίας 2007)

 

 

μητρόπολη της μνήμης, της ψυχής

πόσοι και πόσοι αγάπησαν
και χάθηκαν σ’ αυτή την πόλη
κι άφησαν ένα φως παράξενο
σαν απ’ τα μάτια τους θαμπό
σε ρημαγμένες πέτρες

παιδιά της προσφυγιάς στα καλντερίμια της
με τον απέραντο καημό της μνήμης
στους λόφους και τις φτωχογειτονιές
γύρω απ’ τον κόλπο

λάμπουν εκστατικά τα ερείπια από τότε
ένα παράξενο ψηφιδωτό της ιστορίας
κάστρα και μαυρισμένα ξύλα
αόρατα τζαμιά, συναγωγές,
αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα,
τάφοι και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα
φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά
απ’ την αρχή του χρόνου

εδώ το σούρουπο ανατέλλουν οι ψυχές
κόκκινος ήλιος, σύννεφα
που παιχνιδίζουν με τον άνεμο στον ουρανό
στο άπειρο που ονειρεύονται και ταξιδεύουν

(αδημοσίευτο)

 

 

και πάλι στα δεκαοχτώ ένα βράδυ

ένα καράβι μαγικό αργά το βράδυ
με κόκκινα πανιά και ξάρτια
ρίχνει άγκυρα στης παραλίας το βαθύ γαλάζιο

μόλις κι οι δυο πατήσετε τη σκάλα
κι είναι το χέρι της σφιχτά μες στο δικό σου
αρχίζει να γυρίζει πίσω ο χρόνος

καθώς κάτω απ’ τον ουρανό απλώνεται
μεθυστική η σειρά τα φώτα
από το Καλοχώρι ως το Μικρό Καραμπουρνάκι
καθώς το χέρι σου χαϊδεύει τα μαλλιά της
κι είναι τα μάτια σου μες στα δικά της μάτια
καθώς απέναντι η ρουτίνα της ζωής
γίνεται όνειρο νυχτερινό μέσα στη λάμψη
ξαναγυρίζετε στα δεκαοχτώ σας χρόνια

βουβοί κι εκστατικοί μπροστά στο θαύμα
εισπνέετε το εξαίσιο άρωμα
της νιότης σας που χάθηκε για πάντα

(αδημοσίευτο)

 

ΜΙΑ ΚΙΜΩΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ (2012)

 

Ζω

τη στιγμή που ένα παιδί
στο βλέμμα του σηκώνει
την οδύνη αιώνων

τη στιγμή που το φτερό
με ένα του άγγιγμα
το σίδερο λυγίζει

ζω τη στιγμή
που ακούω εκστατικά
τη μελωδία των χρωμάτων

ζω στο έλεος των θαυμάτων

 

 

το κάτι εκείνο και το τίποτα

είμαι ένα σύννεφο το δειλινό
που αναζητά το απέραντο βαθύ γαλάζιο
με κόκκινο για να συνθέσει το δικό σου χρώμα

στην έρημο είμαι κόκκος άμμου
που λαχταράει τον άνεμο
για να τρυπώσει στα μαλλιά σου

είμαι ένα άγγιγμα στα δάχτυλα
ψίθυρος στην κομμένη ανάσα σου
χάδι απαλό στους ώμους
ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει
στα μελαγχολικά σου μάτια

στη άκρη της αβύσσου είμαι
το μυστικό αλφάβητο
το κάτι εκείνο και το τίποτα
που αναδύθηκε στο φως
για να ζητήσει τη δική σου αγάπη

 

 

άγγιγμα

σαν ξαφνικό φτερούγισμα
σ’ έρημο σπίτι
μ’ όλα τα χρώματα
κάθισε πλάι μου
και φώτισέ με

μ’ όλες τις μυρωδιές σου
μέθυσέ με
με την ανάσα σου
φλόγισε και γαλήνεψέ με

μίλησε
χαμογέλασε
κάθισε πλάι μου
κι αγκάλιασέ με

 

 

νυχτερινό τοπίο μετά την καταιγίδα

ούτε ένας ήχος
εισχωρεί
ούτε μια δίπλα στην πολύχρωμη κουρτίνα
κυματίζει

κάτι ακαθόριστο, θαμπό
κάτι σαν φως που φτερουγίζει
κάνει τον ξένο χώρο οικείο

εισπνέω την ανάσα σου
εισπνέω το ρίγος
εισπνέω την απαλή σου επιδερμίδα
σπαρακτικά υγρή και ηδονική

και τη στιγμή
στα μάτια και τα χείλη σου
λόγια παράξενα
και λόγια μαγικά
να ψιθυρίζει

 

 

αργά το βράδυ

η μουσική αργοσβήνει
και ξεθωριάζουν
τα χρώματα και οι λάμψεις

με την ανάσα της
στην πέτρα και το σίδερο
η γειτονιά ησυχάζει
κάπου μακριά
μια εξάτμιση πυροβολεί
το προαιώνιο πυκνό σκοτάδι

πίσω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα
είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

οι σκόρπιες ζωγραφιές ψηλά
και οι τυφλές οθόνες αντικρίζουν
ατέλειωτες σειρές βιβλία στα ράφια
μάταιες επικλήσεις
χρόνο ατέλειωτο χωρίς επιστροφή
κι ανάμεσα σε μια γωνιά
εκεί που ένα κορίτσι
ξένοιαστα χαμογελάει στο κάδρο
κι ο τοίχος ανεπαίσθητα ραγίζει
μόνος με βλέμμα αμίλητο
κάθεται ένας άντρας
και θυμάται

είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

 

 

Κυριακή στην Πλατεία Δικαστηρίων

απέραντη στην ερημιά της η πλατεία
το βροχερό εκείνο σούρουπο της Κυριακής
πίσω απ’ τις στάλες να χλομιάζουν σκόρπια τα φώτα
κι από τα λούκια το νερό
να γουργουρίζει στο πλακόστρωτο

υγρά και μόνα τα συρματοπλέγματα
γύρω απ’ το λυμφατικό παρκάκι
υγρά και μόνα τα αρχαία αγάλματα
βαθιά μέσα στο χώμα
και το παιδί στη μπαλκονόπορτα
το τζάμι να θαμπώνει με το χνώτο του
και να το ζωγραφίζει με το δάχτυλο

νυχτώνει και θα ξημερώσει
στην πινακίδα απέναντι
του τέταρτου αστυνομικού που στάζει
στα παραπήγματα λίγο πιο πάνω
στα σκυθρωπά της μέγαρα τριγύρω
στα μάτια που περίμεναν και περιμένουν

νυχτώνει και θα ξημερώσει
με άλλο όνομα, άλλη όψη της πλατείας
θα αποκαλυφθούν τα αγάλματα
θα φωτιστεί εκθαμβωτικά
θα εξωραϊστεί η πλατεία
θα μεγαλώσει το παιδί
θα ξαναρχίσει ο κύκλος και θα κλείσει

και θα’ ναι ίδια εκείνη η Κυριακή
κι απέραντη στην ερημιά της η πλατεία

 

 

δεν είμαι μόνος

κάποιες στιγμές
κάποιες πολύχρωμες κλωστές
που αιωρούνται στο κενό
μες στην ομίχλη

μάτια γαλάζια
φωτεινά
μάτια γλυκά
κι όμως θλιμμένα, μακρινά
πηγές της μνήμης

ο ήχος μιας φωνής
φωνής από πολλές φωνές
και μουσική
καθώς προφέρει απαλά
το λάμδα στ’ όνομά μου

πέρα απ’ τον κόσμο
με καλούν
πέρα απ’ τον κόσμο
τις καλώ

κι είμαστε ένα
μέσα μου όπως πάντα ένα
εγώ και οι σκιές
οι αγαπημένες μου σκιές

δεν είμαι μόνος

 

 

δέος

είσαι η απουσία μου
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα

κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις

είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος

είπε το φως

πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου

 

 

στα μαύρα σύνορα

βαδίσαμε μέρες και μήνες
χρόνια βαδίσαμε σαν μόνο μια στιγμή
μες σε λιβάδια και φαράγγια
και στην πολύβουη ερημιά των πόλεων
κοιτάζοντας τ’ αστέρια ή το χώμα
μα πάντα μέσα στην ομίχλη
ακολουθώντας πάντα τους σταυρούς
που πίσω αφήναμε
πάντα ρωτώντας και μην παίρνοντας απάντηση

φτάσαμε τέλος στα μαύρα σύνορα
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
εκείνον που μας οδηγούσε
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
αν θέλαμε να φύγουμε ή να μείνουμε
και αν θα αφήναμε ή θα βρίσκαμε
μια ξένη χώρα ή την πατρίδα

από τα σύνορα λοιπόν σας γράφω τώρα
αυτές τις μάταιες λέξεις στο σκοτάδι
μόνος μου με τους λίγους που απόμειναν
και τυχερός την τελευταία στιγμή
ένα σπασμένο χέρι που μπορώ
να τους απλώσω ή να κρατήσω

 

 

μια κιμωλία στον μαυροπίνακα

ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου
χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
στη μουσική των λέξεων
έκπληκτος διακρίνω
να αναδύονται γρίφοι και αινίγματα
εκστατικά φωνήεντα
που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει

κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
ανάμεσα στα δάχτυλα του

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ (2010)

 

αφιέρωση

στο μυστικό αλφάβητο
που γράφει με ανοιχτά φτερά
ένα θαλασσοπούλι στο γαλάζιο

στο αλμυρό νερό
στις μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα από την ομίχλη στο λιμάνι

στους γερανούς
που υψώνουν τα σπασμένα χέρια τους
μάταιη επίκληση στον ουρανό

στην πολιτεία
που αποπλέει για τ’ όνειρο
με κόκκινα πανιά το ηλιοβασίλεμα

σε όσους κάθονται απέναντι βουβοί
μες στο σκοτάδι και καπνίζουν
και ταξιδεύουν με τα παιδικά τους χρόνια στ’ άστρα

και στη στιγμή που χάνεται
που κρύβεται στα μάτια σου
και λάμπει για να μην δακρύσει

 

ερήμωσε απόψε η παραλία

ερήμωσε απόψε η παραλία
χωρίς ν’ ανθίζει ούτε ένα φως
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού.
κι έμειναν μόνα τους τα εφηβικά μας χρόνια
να περιμένουν το πλοίο για την απέναντι ακτή.
Λευκή το λένε πάντα ή Ευδοκία
αστράφτει τώρα μέσα στην ομίχλη
λες κι είναι χάραμα
λες κι είναι εξαίσιος ήχος μυστικός.
και να που ακούγονται φωνές
τραγούδια στο κατάστρωμά του
και να που κόκκινα φορέματα ανεμίζουν
για μια στιγμή η νύχτα πλημμυρίζει φως.

ερήμωσε απόψε η παραλία
και μέσα στο ψιλόβροχο
έμεινε μόνη της η επίκληση στους φανοστάτες
στα ξεχασμένα πρόσωπα
η μάταιη, η αιώνια προσδοκία

 

μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

 

πυκνό βελούδινο σκοτάδι

στην έρημη πλατεία από νωρίς
λυσσομανάει ένας βαρδάρης απροσκύνητος
πυκνό βελούδινο σκοτάδι
σκοτάδι θηλυκό ανεξερεύνητο
στα τζάμια πέφτει τούφες-τούφες
η γειτονιά υποδέχεται βουβή
την άλλη όψη τ΄ουρανού

την ώρα εκείνη που όλα ξεθωριάζουν
από τις χαραμάδες εισχωρούν
και διαγράφονται ολοκάθαρα οι σκιές
προφέρουν ήχους μυστικούς, εκστατικούς
λόγια ανεπαίσθητα
στα έπιπλα τριγύρω απλώνουν
ένα άρωμα
ένα παλιό λησμονημένο χάδι

παράξενα που σβήνει τότε ο πόνος
παράξενα που λάμπει η μνήμη
παράξενα που η νύχτα αστράφτει
μες στο δικό της φως

 

τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

ξέφυγε ανεπαίσθητα και πέφτει
διάφανη και λαμπερή σταγόνα
γράμμα αναλφάβητο
τους στίχους ένα- ένα που νοτίζει
μέχρι το σκοτεινό υπόγειο της γραφής

ψηλά τα μάτια σου εκστατικά
τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

 

παλιές γραφές και θαύματα

πειρατικό καράβι στ’ ανοιχτά
μες στην ομίχλη με σημαία τ’ όνειρο
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα χρώμα μονοσύλλαβο
όπως το δάκρυ τ’ ουρανού
ή το φως
αυτό είσαι

κι εγώ
ρίγος αιχμάλωτο
στον ήχο της φωνής σου
βαθειά στα μάτια σου
κρυμμένη λάμψη
καυτή ανάσα
που ανεμίζει τα μαλλιά σου

έκθαμβος μελετώ
παλιές γραφές και θαύματα
αναζητώ τον μυστικό ορίζοντα
όπου ελλοχεύει η μοίρα

 

πέρα απ’ τις λέξεις

πώς ονομάζει η γη τον ουρανό
το έρημο νησί τον άδειο ορίζοντα
η νύχτα τη στιγμή που ξημερώνει;

ποια λέξη υπάρχει
για το σούρουπο στα μάτια σου
το μουσικό βελούδο στην αφή σου;

πώς λέγεται
το μονοπάτι στην παλάμη σου
το ουράνιο τόξο
στο χρώμα της φωνής σου
και το καμίνι στην ανάσα σου
μ’ όλα τ’ αρώματα το άγριο μέλι
που αναβλύζει στην επιδερμίδα σου;

πώς είναι ο ήχος
για τη λάμψη εκείνη
πώς τα φωνήεντα
που εκφράζουν το φτερούγισμα
τη μυστική πηγή που κάποτε μας γέννησε
και την ψυχή που έγινε θάλασσα
και μας ενώνει;

ποια είναι η γλώσσα
που μιλάει το φως;

 

ένα ποίημα

ένα ποίημα
από παλιό σκοτάδι
από θολό πυκνό βυθό
που αναδύθηκε στο φως

ένα ποίημα
γυμνό
εμπρηστικό
κόκκινο επιφώνημα
της φλόγας ή της αστραπής

ένα ποίημα
μυστικό
εξωτικό
κι όμως απλό
κι όμως γλυκό
κι όμως απέραντα μαγευτικό

ένα ποίημα
που δεν γνωρίζει
το άρωμα
τη μουσική
το ίδιο τ’ όνομά του

ένα ποίημα
ένα τρέμουλο στα γόνατα
ή τα χείλη
που κρύβεται και φανερώνεται
και λάμπει

εσύ

 

εκρηκτικά το κόκκινο ενεδρεύει

η αμέλεια
είναι πιο επινοητική από την προμελέτη

ένα όνειρο
που διαφεύγει από τη λήθη
και ξεφτισμένο στο γαλάζιο υπερίπταται
έχει πιο αιχμηρές γωνιές
από κάθε αστικό τετράγωνο

οι υπνοβάτες
στο γκρίζο μάταια εκπαιδεύονται
η επιφάνεια στην άσφαλτο
στο ρυθμικό τους βήμα οι πεζοπόροι

στη λάμψη του σηματοδότη
στις χαραμάδες της παλάμης
εκρηκτικά πάντα το κόκκινο ενεδρεύει

 

αισιοδοξία

μια λάμψη
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού

ένα λουλούδι
πάνω στον τάφο του
ή ένα χαμόγελο
σε ραγισμένο πρόσωπο

ο έρωτας
μπροστά στον θάνατο

 

ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ (2007)

 

γυμνή ν΄ακούγεται ακέραια η ψυχή

γράφοντας υποστέλλω μία μία τις λέξεις,
τα χρώματα αφαιρώ, τις μουσικές,
στο χάος τον κόσμο απλώνω σαν λευκό χαρτί,
ν’ ακούγεται στο τίποτα ένα σήμαντρο,
ν’ ακούγεται ένα φως μες στην ομίχλη,
γυμνή ν’ ακούγεται ακέραια η ψυχή

 

πράσινα αινίγματα στο φως

αν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
και απαλή σκιά
στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
κι ακόμη αν ήταν
ήχος και λάμψη
πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
λέξεις κοινές
κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
στα δέντρα όπως τα φύλλα

θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
αινίγματα και μυστικά στο φως

 

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο του κόσμου

μην φύγεις
ξαναγύρισε
εγώ εδώ θα ‘μαι να σε περιμένω

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο
φτερούγισμα σε παγωμένους δρόμους
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
όνειρο στην ψυχή του κόσμου

κι αν γίνω στάχτη μες στη φλόγα μου
ατμός πάνω από ξένη θάλασσα
χόρτο που ψιθυρίζει μυστικά στον άνεμο
χρώμα βαθύ όταν δακρύζει ο ουρανός

κι αν φύγεις
και ποτέ σου δεν ξαναγυρίσεις
εγώ εδώ θα ‘μαι να σε περιμένω

 

το χαρούμενο ποίημα

έπεσε σαν νιφάδα από τον ουρανό
και στροβιλίστηκε στα μάτια των παιδιών

μα τι γυρεύει ένα ποίημα χαρούμενο
σ’ αυτόν τον λυπημένο κόσμο;
και τι γυρεύει ένας κόσμος λυπημένος
σ’ αυτό το χαρούμενο ποίημα;

τίποτα δεν γυρεύουν
δεν έμαθαν ποτέ γραφή και ανάγνωση

 

σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό

να ξαναγεννηθούμε
με το δικό σου χάραμα ν’ ανθίσει ο κόσμος

να ξαναγεννηθούμε
σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό
άγγιγμα και ταξίδι εγώ σαν άνεμος

να ξαναγεννηθούμε
θάλασσα εσύ των τροπικών
κι εγώ νησί μοναχικό στον κόρφο σου

δάσος εσύ, βελούδινο σκοτάδι
κι εγώ τ’ αγρίμι που προφέρει
με το χνώτο του τις μυστικές σου λέξεις

αγνοί, αθώοι, αθάνατοι
εσύ κι εγώ ψυχή και φως

 

ο μυστικός κήπος

κλείνουν τις πόρτες, τα παράθυρα
βουλώνουν με κουρέλια κάθε χαραμάδα
κι ενώ στα σκεύη στην κουζίνα ηχούν
και το διπλό κρεβάτι τρίζει
ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο

ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο μυστικά
μεταμορφώνεται σε πουπουλένιο στρώμα
τα φύλλα και τα πράσινα κλαριά
γίνονται επιδερμίδα, χείλη
γίνονται κεντημένα μαξιλάρια

με τα λουλούδια και τα σιντριβάνια του
με χώμα μυρωμένο, αφράτο
ανθίζει ο κήπος στο δωμάτιο
τα γκρίζα πρόσωπα μιας άλλης εποχής
θυμούνται και παράξενα φωτίζονται
στου τοίχου τις παλιές φωτογραφίες

ο κήπος κατακτά και παραδίδεται
εξερευνά κι ανακαλύπτει
με χίλιες δυο κραυγές, επιφωνήματα
με αναστεναγμούς και βογκητά
ως το μακρόσυρτο αχ και τη σιγή του τέλους

όλα τριγύρω είναι καθημερινά
κι όμως ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο
ο προαιώνιος κήπος
από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά

 

κίτρινο ξωτικό, κόκκινος χρόνος

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου

στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη
στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες
αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο
ακούγεται μια μουσική
και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά
μια ελευθερία παράνομη
στην κόκκινη καρδιά του χρόνου

στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη
δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας
που ήταν τα πάντα

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό

 

ραμφίζει μάταια την παγωνιά

μνήμη Τάσου Σταϊκόπουλου

χειμώνας
τ’ αστέρια ανελέητα μακρινά
οι κορυφές των πεύκων σκορπίζουν
ένα γκρίζο τίποτα στο χώμα
κι είναι η ψυχή μας σπουργίτι
που ραμφίζει μάταια την παγωνιά

στην καφετέρια θαμπώνει ο κόσμος
θαμπώνουν οι φωνές
η άδεια καρέκλα στο τραπέζι
κι εμείς τριγύρω
θαμπώνει τ’ όνομά σου
κάτω η πόλη
όλα όσα ζήσαμε μαζί

παράξενα η μνήμη
θαμπώνει με το χνώτο της τα μάτια
μιαν άδεια Κυριακή

αντίο φίλε

 

το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο

παρόλα όσα ισχυρίζεται η αρχή
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο.
χωρίς ωραία ενδύματα
το σώμα αναγνωρίζει την αλήθεια του
με τη λευκή σημαία της
η οθόνη άνευ όρων παραδίδεται
στον θεατή που έχει ήδη αποχωρήσει.
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο
ενώ και πάλι μυστικά
τα χρώματα στην άδεια οθόνη αναδύονται

 

αιωνιότητα

όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
τα δάκρυα μου στον ωκεανό
τα χρώματά μου στο ουράνιο τόξο
το όνομά μου στα φωνήεντα της σιγής.
όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
κι εσύ μια μέρα
σ’ άγνωστα μάτια θ’ αγαπήσεις
μεθυστικό κι ανώνυμο
το ίδιο προαιώνιο φως

ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας

πια δεν υπάρχει τόπος
πια δεν υπάρχει χρόνος
πια δεν υπάρχει φως.
για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα.
πως χάθηκαν τα ονόματα
πως έλιωσαν τα μάρμαρα
πως σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες.
τα δάκρυα
οι λέξεις
όλα τα χρώματα κι οι μουσικές
πως συμπυκνώθηκαν στην αρχική γαλήνη.
και με μια κόκκινη έκρηξη
πως κάποτε ακούστηκε
και πάλι ανεξερεύνητος
ο μυστικός λόγος της ουτοπίας

 

ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ (2002)

 

ουτοπία

το ωμέγα ως ωκεανός ως χώμα και ως φως. ο
χρόνος ως αιώνιο δευτερόλεπτο, ο χώρος ως
μοναδικό σημείο. το ανερμήνευτο που κάποτε
εγκαθίδρυσε και τώρα ανατρέπει την τάξη αυτού του
κόσμου. εκείνο που όλους μας αξίζει το όνειρο που
είναι εγγεγραμμένο στα κύτταρά μας και στον
ουρανό

 

καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί

υπάρχει μέσα μου ένα φως. καμιά φορά σαν δέντρο
ή σαν πουλί ή ξέφτι απ’ το γαλάζιο στο περβάζι σου.
υπάρχει μέσα μου ένα φως που όλα τα ξέρει κι όλα
τα αισθάνεται μοναχικό που ταξιδεύει απ’ την αρχή
του χρόνου που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται

 

ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται

νάμασταν, λέει τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο,
δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο ένα λιβάδι μέσα
στην ομίχλη που ονειρεύεται. ή μήπως νάμασταν
εκεί ψηλά τα κεραμίδια πλάι στην καπνοδόχο την
ώρα πού όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός. κι ύστερα,
λέει να φύτρωναν κόκκινα κατακόκκινα φτερά
στους ώμους μας στα μάτια μας ένας κιτρινισμένος
χάρτης για τον ουρανό. να ταξιδέψουμε πέρα
απ’ τον πόνο και τον θάνατο. νάμασταν, λέει με
κόκκινα φτερά ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που
ονειρεύεται

 

η καταγωγή του ονείρου

παρασκευή μήνα νοέμβρη με το ζώδιο του σκορπιού,
καθώς πυκνά σκοτείνιαζε στις παρυφές του
Ολύμπου, σχίστηκε σαν από σεισμό η γη στα δύο
κι από τον Άδη ορθώθηκε περήφανος και σκυθρωπός
μπροστά μου ο Πλούτων. μου φαίνεται πως ξέχασες
ποιος είσαι, είπε βαριά, ενώ το αράπικο χρεμέτιζε
και δάγκωνε με αφρούς τα χάμουρα κι ο Κέρβερος
ήρθε κουνώντας την ουρά και μου ‘γλειφε τα χέρια.
άλλο δεν έχει από το λίγο του αυτός ο ξένος τόπος,
κι είναι καιρός που η μάνα σου (εδώ μαλάκωσε ελάχιστα
το αψύ του βλέμμα) γύρισε στην πατρίδα και σε περιμένει.
σήκωσε το δεξί του χέρι απότομα κι έπεσε νεκρική σιγή
τριγύρω.είσαι ψυχή κι η θέση σου είναι δίπλα μου,με τις ψυχές

 

βόλτα στις ράμπλας* τ’ ουρανού, 3

αργά χθες βράδυ ξαφνικά μες στην ομίχλη, είδα
στις ράμπλας τ’ ουρανού λουλούδια και μικρά πουλιά
μάτια να λάμπουν. κι ένα αρχαίο φιλόλογο
και πάλι όρθιο να διδάσκει άγνωστα κείμενα σαν
υποσχέσεις ή αινίγματα. χαμογελούσε κι έγραφε,
στα δάχτυλά του έλιωνε η κιμωλία του χρόνου κι
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα οι έφηβοι είχαν ήδη
δραπετεύσει και ταξίδευαν. αργά χθες βράδυ ξαφνικά
είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα για πάντα αμετάφραστη
τη λέξη ελευθερία

* κεντρικός δρόμος στις ισπανικές πόλεις.
στη Βαρκελώνη, η Rambla de las Flores αρχίζει
από την Πλατεία της Καταλωνίας και καταλήγει
στο λιμάνι, στο άγαλμα του Κολόμβου και το
πλοίο Σάντα Μαρία

 

μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη

εκεί που πήγαινα βαρύς και μόνος με τα χρόνια μου
στην Εγνατία ανάμεσα σε χωρικούς και μαγαζάτορες
βγήκε και πάλι ξαφνικά μέσα στα χρώματα
μπροστά μου η Έφη κι έγειρε να σκουπίσει με τα
μάτια της τη μελανιά απ’ το παλιό μου μπικ στο
μέτωπο. ένα δειλό πορτοκαλί αχνοχάραζε στα χείλη
της κι ένα βαθύ γαλάζιο ξέφτι τ’ ουρανού είχε
σκαλώσει στα μαλλιά της. σφιχτά κρατώντας τα βιβλία
στο λευκό πουκάμισο η ίδια εκείνη Έφη απ’ τα
δεκαοχτώ το ίδιο σκονισμένο απομεσήμερο τα ίδια
εκείνα μάτια μέσα στη θλίψη που χαμογελούσαν

 

ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο

μια έρημη σοφίτα μακρινή μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού
είναι η ψυχή μου. γεμάτη άχρηστα αντικείμενα
μια ψάθινη καρέκλα ένα ποδήλατο με τρύπια
λάστιχα μια κόκκινη ξεφουσκωμένη μπάλα. κι ένα
σωρό θαμπές φωτογραφίες απ’ τους αρχαίους
ενοίκους της. όμως δεν κρύβει πλάσματα επικίνδυνα
κι ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο.
μια έρημη σοφίτα μακρινή μια λέξη ανείπωτη είναι
η ψυχή μου ένα μοναχικό παράθυρο που κάποτε
φωτίζεται μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού

 

κόκκινο όπως κόκκινο

κόκκινο χρώμα μυστικό όπως βαθιά στο μαύρο και
το μπλε. κόκκινο κόκκινο, μα όχι κόκκινο όπως αίμα,
ηφαίστειο, αστραπή κόκκινο όπως κόκκινο όπως τα
χρώματα που δεν γνωρίσαμε ποτέ ο ήχος που αναδύεται
από την πρώτη συλλαβή της ουτοπίας

 

αρχαία πυξίδα

μια αιωνιότητα μετά είμαστε πάντοτε θρυμματισμένα
αστέρια στην άλλη άκρη τ’ ουρανού κι είναι
το κάθε κύτταρό μας αρχαία πυξίδα που, μέσα απ’
τη μεγάλη σκοτεινιά αλάνθαστα μας κατευθύνει
στην πατρίδα απορημένη η ψυχή μας αναπέμπεται
στο χάος έκθαμβη παραδίδεται στο άπειρο, εκεί
όπου αναδύονται και τελικά ερμηνεύονται οι
μυστικές γραφές της ουτοπίας

 

έζησα

έζησα μια κόκκινη αχνή γραμμή μια λάμψη ίσως
ή φωνή μια ανάσα στο νερό έζησα σε δρόμους
καθημερινούς στον άνεμο και στη φωτιά στον ουρανό
έζησα για το δικό σου άγγιγμα κι ένα χαμόγελο
παιδιού στον κόσμο αυτό του φόνου. έζησα
και είμαι ακόμη εδώ μια κόκκινη αχνή γραμμή,
μια λάμψη ίσως ή φωνή μια ανάσα στο νερό

 

ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ   (1999)

 

μαθητεία, 2

και πάλι υπέβαλα στο άγνωστο τις πέντε αισθήσεις
μου και την ψυχή μου και έγινα δεκτός στην πρώτη
τάξη του σύμπαντος σχολείου της αγάπης τα τραύ-
ματά μου γράφοντας σαν όνομα στο εξώφυλλο της
καθημερινής ζωής. είναι καλός για άνθρωπος λένε
οι δάσκαλοι μου με τον τρόπο τους, μια φλαμουριά
που αγγίζει το μπαλκόνι μου, ένα γατί που περπατάει
νωχελικά στον ήλιο, θα μάθει γρήγορα, όσα μπορεί
να μάθει. κι εγώ επιμένω αφού δεν έχω πού αλλού
να πάω, μερόνυχτα εγκύπτω και λέω πως συνεχίζω
τις σπουδές μου, σ’ αυτό το πρώτο και πιο δύσκολο
σχολείο, απ’ το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση

 

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά και κάτω απ’ τις
κραυγές των γλάρων το ωδείο στο πάρκο της
Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα κοιτάζοντας προς
τη μεριά της θάλασσας. κάποτε φάνηκες κι όσο πλησίαζες
ήσουν εσύ κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ και μέσα στην
ομίχλη μου χαμογελούσες. στις μύτες στάθηκες
να με φιλήσεις κι ύστερα έφυγες κι όσο, χρόνο το
χρόνο, στο βάθος σβήνεις τόσο πιο καθαρά λάμπεις
στα μάτια μου. μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ, κάπου έξι μήνες πιο
μικρή από μένα πηγαίνεις στο παλιό ωδείο σε λεν
Σιμόνη κι αγαπιόμαστε τρελά

 

το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί, άστραφτε το
βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο από τη μια ο μεγάλος
μου αδερφός αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσι του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσά μας η μικρή το πρόσωπο
της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της. και η
μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω μια φράση εδώ σαν
χάδι ένα μάλωμα εκεί οι λέξεις πινελιές απ’ το χαμόγελο
της. σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

 

γαλάζιο βαθύ σαν αντίο

κι έμεινα μόνος με το γαλάζιο έλεος της τελευταίας
στιγμής στα μάτια σου γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο
γαλάζιο που με γέννησε με φώτιζε και με σκοτείνιαζε
που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε έμεινα μόνος
με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου
μητέρα

 

ευτυχία

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα με κάτι
από τους γαλαξίες στο βλέμμα σου στην κίνηση σου
κάτι από γατάκι ή τίγρη στο φόρεμά σου κάτι από το
φως σε κάποιαν άλλη εποχή πρέπει να ζήσαμε μαζί
σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω ξέρω όταν χαμογελάς
κάθε ρυτίδα σου κι όταν σωπαίνεις ξέρω το σκοτεινό
βελούδο των ματιών σου σε νιώθω τώρα μέσα
μου να αναδύεσαι γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο
μυστικό είσαι ο αρχικός μου κωδικός ψυχή αιώνια
παρούσα και απρόσιτη

 

Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο μόνος στον
κόσμο ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

 

εδώ τελειώνει αυτό το παραμύθι

μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη της ανατολής ζούσε
ένα ήλιος μόνος. σχεδόν παράνομος με την πυρακτωμένη
του καρδιά προορισμένος ν’ ανατέλλει να φωτίζει
πάντα να βρίσκεται στον ουρανό και να τα βλέπει
όλα είπε η γιαγιά του κόσμου γι’ ακόμη μια φορά
θλιμμένη εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα αυτό το
παραμύθι, ώρα να πάτε για ύπνο ε, όπως πάντα ο ήλιος
έζησε καλά κι εμείς βεβαίως καλύτερα

 

έζησα χρόνια και δεν έμαθα

έζησα χρόνια, διάβασα, ταξίδεψα, όμως ποτέ δεν
έμαθα ποιος είμαι, τι είναι αυτός ο δρόμος και πού
βγάζει. ίσως τα μάτια μου να θάμπωσαν ίχνη ζωής
κρυσταλλωμένα στις σελίδες, κάτω απ’ το φως όσα
κοιτούσα και δεν έβλεπα, εκείνοι που πολύ αγάπησα,
ανίδεοι σαν εμένα, έζησα χρόνια και δεν πήρα απάντηση
γιαυτό που αστράφτει μέσα μου, αυτό που μούδωσε
πνοή και με σκοτώνει, έζησα χρόνια και δεν έμαθα

 

βραχνά μες στην ομίχλη

λοιπόν, μπορείτε να μαζέψετε τα ζάρια, για μας
τέλειωσε πια το παιχνίδι και χάσαμε, όπως ήταν φυσικό
τα πάντα, ήδη χαράζει και οι σειρήνες μάς καλούν
για ένα τελευταίο καφέ στην παραλία πάνω απ’ τους
γλάρους και τα πλοία έξω απ’ το γκρίζο φράγμα του
κυματοθραύστη βραχνά οι σειρήνες μας καλούν μες
στην ομίχλη

 

είμαι όσα μου δόθηκαν

είμαι όσα μου δόθηκαν μια στάλα κόκκινο στο απέραντο
του μπλε ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα
ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω με το δικό
μου όνομα γράφω για τον δικό σας πόνο, που ούτε
δικός μου είναι ούτε δικός σας δεν είμαι εγώ λοιπόν
που σας μιλώ, γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν, γιατί
εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι τώρα απομένει να επιστρέψω
εκεί που κάποτε ξεκίνησα να επιστρέψω εκεί που οφείλω
το εγώ που είμαι και που ποτέ δεν γνώρισα

 

ΧΩΜΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (1998)

 

ένα ποτάμι στοιχειωμένο

ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου από
προγόνους και μνήμες σκοτεινές λάμψεις της αστραπής
που σχηματίζουν λέξεις ταξίδια μυστικά σε χώρες
που ποτέ δεν γνώρισα. ένα ποτάμι στοιχειωμένο
είναι το αίμα μου, μια μουσική, ένα μελλοντικό
καράβι, πλησίστιο που περιπλανιέται σε κατακόμβες
φωτεινές του γαλαξία

 

βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους,
φορώντας τις μαγικές τους μπότες, βυθισμένοι
σε αχνά χαμόγελα και φως, κάθε πρωί εισπλέουν στο
νηπιαγωγείο της γειτονιάς οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ουρανού μας δείχνουν τον θεό
που δεν πιστέψαμε, σκορπίζουν στον αέρα
θαύματα που δεν αξίζουμε, με μιαν ανάσα τους
στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

 

το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα

την ώρα που ένιωθα ασφαλής στην πέτρινη σιγή του
κόσμου, άνοιξαν ξαφνικά οι μυστικοί κρουνοί το
απομεσήμερο και η αυλή πλημμύρισε κίτρινες πεταλούδες
γιορταστικά πολύφωτα ιπτάμενα ίχνη του απρόσιτου
που ενεδρεύει την ώρα που ένιωθα ασφαλής
με ξύπνησε το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα κι είδα
μέσα στο φως να ξεπροβάλλει η τίγρη.

 

σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

προφέρετε τις λέξεις απαλά σαν να κρατάτε με τα
χείλη μιαν αχτίδα φως και σταθερά σαν μια μπουκιά
ψωμί στα δόντια, ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν
στην ερημιά για λίγο σ’ άγριες γειτονιές κι εκεί
που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα προφέρετε
τις λέξεις απαλά με τα δικά τους σχήματα,
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες, σαν να κρατάτε
με τα χείλη μιαν αχτίδα φως ή την ψυχή του ναυαγού
όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα.

 

ύπαρξη

ο θεατής είναι θεατής, το μάτι από την όχθη που
παρατηρεί ξέρει νερά, κλαριά και χώματα, δεν ξέρει
το ποτάμι, το μάτι από την όχθη που παρατηρεί δεν
είναι το ποτάμι, από το άγνωστο στο άγνωστο
προορισμένος είναι ο άγνωστος να κατευθύνεται, στη
χώρα που δεν έχει μονοπάτι, έως ότου το μάτι κάποτε
γίνει νερό, κλαριά και χώματα, και στρόβιλος για το
βυθό, ακούσια, μυστικά και αναπόφευκτα, έως ότου
γίνει κάποτε ποτάμι ο θεατής

 

κάτι όπως έκρηξη ηφαιστείου ή επίκληση

σε γνώρισα πριν ανακαλυφθούν οι λέξεις, κι ήσουν
όσα με λέξεις δεν εκφράζονται, κάτι όπως λάμψη,
χάδι, κασταλία πηγή, κάτι όπως έκρηξη ηφαιστείου
ή επίκληση, σε γνώρισα αργότερα με ονόματα, κάτι
όπως Ρόζα, Κάθυ, Αϊλάτι Αζμάγα, Σοφία του
παρόντος χρόνου, όμως εσύ δεν ήσουν τα ονόματα,
χιλιάδες χρόνια τώρα προσπαθώ να γράψω αυτό που
με τις λέξεις χάνεται, στο φως που κρύβεται, στους
ήχους που σωπαίνει

 

μια φράση καθημερινή με τ’ όνομά σου

τα φύλλα από το τίποτα όταν πρασινίζουν, ένα γέλιο
που αστράφτει ξαφνικά σαν παρουσία, εκείνη η
παλιά φωτογραφία που ξεθώριασε, να μας θυμάσαι,
κάποιο αποτύπωμα αχνό στη δεξιά σελίδα, μια
φράση καθημερινή με τ’ όνομά σου, ένα κόκκινο
μπαλόνι που ξεφεύγει και υψώνεται, να μας θυμάσαι,
στους τοίχους μάταιες οι επικλήσεις κι οι δρόμοι που
οδηγούν, που τέμνονται, με τις σκιές, τα δέντρα
τους, τα τραπεζάκια στη γωνία, στο χώμα οι δρόμοι,
στη φωτιά, στον ουρανό, να μας θυμάσαι.

 

μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας, 2

σε είδα μεσημέρι στ’ όνειρό μου, μέσα στην άχνα από
το βάθος της πλατείας, να ξεπροβάλεις με το σκε-
φτικό σου βήμα, στα δάχτυλά σου αβέβαια κρατώ-
ντας τα παιδικά μου χρόνια, κι ήταν το μέτωπό σου
μια σταγόνα φως, κι από τις άκρες των χειλιών σου
το χάδι σου με τύλιξε, όπως σ’ εκείνη την παλιά
φωτογραφία που χαμογελούσε, με θλίψη μακρινή και
ανεπαίσθητη, ένας μακρόσυρτος σκοπός της Ιωνίας
για όσα χάθηκαν και μας ορίζουν αμετάκλητα,
πατέρα

 

μια ανάσα από την απουσία τους

αν θα μπορούσες να με συγχωρήσεις για όσα είναι
αδύνατον πια να διορθώσω, για κείνους που άφησα
να φύγουν μέσα στη νύχτα και τους καλώ με δάκρυα
να μ’ αξιώσουν λίγα λεπτά από τον θάνατό τους, μια
ανάσα από την απουσία τους, ένα μονάχα κύμα από
το ωκεάνιο ταξίδι τους, για να σωριάσω όλα μου τα
υπάρχοντα στα πόδια τους, να στρώσω τη ζωή μου
και τις λέξεις μου κιλίμι να πατήσουν, να οδηγηθώ
από ένα ξέφτι φως στα σφραγισμένα μάτια τους

 

ποιος σκόρπισε τον πόνο και τα θαύματα

ποιος σκηνοθέτησε αυτή την αποτρόπαια κωμωδία,
ποιος είναι πρωταγωνιστής και υποβολέας, ποιος
χρονομέτρης, που παρακολουθεί με παγωμένα μάτια
τις λέξεις μας να εξοστρακίζονται στους τοίχους,
ποιος σκόρπισε τον πόνο και τα θαύματα και κρύβεται
μέσα στο φως, από το τίποτα ποιος είναι ο ξένος
που ζητάει πίσω την ψυχή μου

 

ex nihilo

από το τίποτα αναδύεται το φως και στον πυρήνα
εγγράφεται του κόσμου ο απρόσιτος εκείνος κωδικός
τις διαστάσεις που εμπεριέχει του χωροχρόνου, σαν
ιχνογράφημα με συμπαθητική μελάνη, από το
τίποτα συντίθεται και πάλι η γειτονιά, μεθυστικό
φουντώνει το αγιόκλημα στους τοίχους, το ακέραιο
χώμα διαρρηγνύει την άσφαλτο και εμφανίζονται
αυλές και σπίτια, το βήμα σου ακούγεται στις σκάλες
αδιάψευστο, πατέρα, και αχνοφέγγει το χαμόγελό
σου ενώ μας καταυγάζουν οι απίστευτοι, μητέρα,
γαλαζοπράσινοι φεγγίτες των ματιών σου. όλα
και πάλι από το τίποτα αρχίζουν σαν να μην είχανε
ποτέ τελειώσει, σαν νάταν πάντοτε αριστοτεχνικά
κρυμμένα μπροστά στα θαμπωμένα μάτια μας

 

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω

όταν το κάτι αυτό το οτιδήποτε για μένα θα τελειώσει
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι
εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει το ύψιλον
στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή, η απαλή καμπύλη
στο αύριο το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας.
όταν το κάτι αυτό το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει
θα σας αγγίζει απαλά θα σας ζητάει χαμογελώντας
το αδύνατο.

 

ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΙ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ (1997)

 

I  ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

 

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας
εισπλέει αθόρυβα
στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου
ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς

ελεύθερο
το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων
στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει
τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας

από το άλφα ως το ωμέγα
ευθύς τα γράμματα ενώνονται και ενοποιούνται
στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα
αρχαίοι λινοτύπες
συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα
και κάτω από τα υψωμένα χέρια
το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες
κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια
με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους
στις στέγες αιωρούνται
και τα ερωτικά προαύλια
φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους
συστάδες δέντρων διαρρηγνύουν την άσφαλτο
και σιωπηλά αναδύονται στο φως

έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν
το πυροτέχνημα κορμί
και στο γαλάζιο εξακτινώνονται
ενώ τριγύρω τα περίπτερα
λικνίζονται στη μουσική
που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει

παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου
λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό

 

ο κηπουρός των άστρων

εξόριστος
απ’ όλους τους περιφραγμένους κήπους
φυτεύει νυχτολούλουδα σε άγριο χώμα
και τα ραντίζει με σταγόνες φως

στον ίσκιο εκείνα ενός μαντρότοιχου
κρύβουν προσεχτικά τους σπόρους τους
κι ανέμελα στον άνεμο τους παραδίδουν
μεταναστεύουν το φθινόπωρο στο αόρατο
και απροσδόκητα ξαναφουντώνουν μεγαλύτερα
το τελικό σίγμα της άνοιξης
όταν προφέρει ο χρόνος

με σκόρπιες πινελιές
στα φύλλα τους χορεύει το αύριο
κίτρινα χρώματα φούξια και μωβ
το σούρουπο φεγγοβολούν στο κούτελο

εξόριστος
απ’ όλους τους περιφραγμένους κήπους
ο πρεσβευτής του εγγύτατα, απρόσιτου
στη γη προσφέρει όνειρο
τον ουρανό

 

οι γειτονιές του παρελθόντος χρόνου

απόμεινε
ένα γυμνό παράθυρο
οικείο σαν αίνιγμα
που η λύση του ανεξήγητα σου διαφεύγει
μια σιδεριά σε μισογκρεμισμένο τοίχο
ένα τραπέζι
με αποτυπώματα φωνής και χνώτου
κι ο άνεμος που υπενθυμίζει την αγάπη
αχνά στις συλλαβές των ονομάτων τους

απόμεινε
ο αφρός στην κορυφή του κύματος
που σαν λουλούδι ανθίζει και μαραίνεται
μια μουσική
που ανεπαίσθητα στο αίμα σου εισβάλλει
και παραμένει μακρινή
όσο κι αν ανιχνεύεις την πηγή της

απόμεινε
προσωρινά αόρατο ένα χαμόγελο
από τις γειτονιές του παρελθόντος χρόνου
που ξαφνικά θα φωτιστεί μες στο σκοτάδι
σαν μια απόδειξη ζωής που δεν τελειώνει

 

Άφυτος, 2

είναι γλυκό το φως
αιώνες που ωρίμασε στην απουσία
και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια

αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου
φύλλα ζουζούνια αγριόχορτα
μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας
σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα
στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα
ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα

είναι γλυκό το φως
μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι
και η μικρούλα έρημη εκκλησιά
με το θαμπό της κόκκινο

 

τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης

πρώτα με τον Απρίλη και την άνοιξη
με μεσογειακά νησιά
με μέρες στρογγυλές σαν το παλιό ψωμί
απρόσκλητο
το συνεργείο του χρόνου
μεθοδικά ερείπωσε το πρόσωπό της
μην παραλείποντας και το ωραίο κορμί
τα άλλοτε όρθια στήθη

θροΐζοντας και τρεμοπαίζοντας
έτσι έσβησε το πρωινό χαμόγελό της

στις γκρίζες λόχμες των ματιών
η εξαίσια λάμψη εκείνη
άοπλη τώρα κρύβεται
σαν τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης

 

οι μυστικές πηγές του κόσμου

με ένα ααα μακρόσυρτο
εκπέμπεται το δέος της αγάπης
από το χάος
ως την καρδιά του κεραυνού

με ένα εεε μακρόσυρτο
αναθρώσκει η καθολική οδύνη
από την άβυσσο των πόλεων
ως την αρχέγονη έρημο της νύχτας

με ένα ωωω μακρόσυρτο
εγγράφεται η απαλή καμπύλη
στο βλέμμα ενός παιδιού
συντίθεται η ωκεάνια αγωνία του τέλους

ααα εεε ωωω
προφέρουν έκθαμβοι οι πρωτόγονοι
αγγίζοντας τις παρυφές της μουσικής
διακρίνοντας ένα μοναδικό φωτόνιο
στις μυστικές πηγές του κόσμου

 

II ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΕΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΑΘΩΟΣ

 

ουτοπία αναρχικού λούστρου

κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σύννεφο
βουτώντας το πινέλο του
στο κασελάκι με τα χρώματα
το κασελάκι με τις λέξεις
με τον τζιλά και τ’ άλλα εκρηκτικά
και βάφει κόκκινα τα υποδήματα
κάθε περαστικού θεού
κόκκινο κόκκινο και μαύρο
ένα παιδικό μπαλόνι

με την απρόσεχτή του κίνηση
τα θαμπωμένα μάτια του
από του ήλιου την εγγύτητα
τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν
και τότε στάζει ο ουρανός
μυριάδες άστρα

 

 

Όταν πεθαίνει ένα παιδί, 1

αβιταμίνωση
είναι όρος των στατιστικών δελτίων
η πείνα εξωραϊσμένη
αποπροσωποποιημένη
όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής
λέξη χωρίς εικόνα

ένα παιδί είναι μονάκριβο
ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο
με την κοιλιά πρησμένη
μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους
σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές
πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου

όταν πεθαίνει ένα παιδί
πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα
βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά
πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών
κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους
ενώ σαν χάλκινο πουλί
ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
οι λέξεις κι οι φωνές συντρίβονται
τριγύρω ο κόσμος καταρρέει

 

Αυτοβιογραφία, 1

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
απλώνω τα σπασμένα δάχτυλα
και της χαϊδεύω τα μαλλιά
της γράφω παραμύθια
της ψιθυρίζω ποιήματα
και τη φιλάω τρυφερά στα μάτια
λες κι είναι ένα μικρό παιδί
ζεστό καφτό
και με τον εφιάλτη από τον ύπνο τρομαγμένο

λες κι είναι το δικό μου το παιδί
λες κι είναι όλα τα παιδιά του κόσμου
που αξίζουν ένα θαύμα καθημερινό
όπως το βότσαλο όταν αστράφτει
με χίλια χρώματα στα διάφανα νερά
και ζουν μέσα στο ψέμα και τον θάνατο

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
να τη ζεστάνω για να ζεσταθώ κι εγώ
και της μιλάω για ν’ ακούσω ζωντανή φωνή
και κλαίω

 

επικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

αν το παιδί πράγματι είχε πει
ο βασιλιάς είναι γυμνός
μετά την πρώτη έκπληξη
τον πρώτο ίσως θαυμασμό και φθόνο
θα επέπιπτε ως είθισται η εξουσία
με τους λακέδες και τις πόρνες της
να το κατασπαράξει

ως είθισται αιώνες τώρα

καμία έκπληξη λοιπόν
όταν καλείται η αθωότητα να απολογηθεί
καμία έκπληξη όταν δοξάζεται η ατιμία
ούτε ίχνος παραπόνου
γι’ αυτά και τα χειρότερα
να βλέπουμε μονάχα και να ξέρουμε
και να μην επιτρέπουμε την αυταπάτη

και να κρατάμε ακέραια
στο στήθος μας την έκρηξη

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

 

υστεροφημία

από τις λέξεις μου να απομείνει
ό,τι ακριβώς θα απομείνει κι από μένα

με τα δικά του γράμματα
το χώμα θα προφέρει την ανυπαρξία
στο εγώ μου δίνοντας ακριβοδίκαια
τις ρεαλιστικές του διαστάσεις

από ψυχή όμως και τίποτα
θ’ αναδυθεί κάποτε εκθαμβωτικός στο χάος
ένας καινούριος γαλαξίας

 

απλά λόγια, 2

όπως το αθέατο είναι η μήτρα του ορατού
αυτά που λέμε σήμερα
είναι πράγματα απλά
που αύριο θα είναι αυτονόητα
χωρίς η λάμψη τους να θαμπώνει
χωρίς να χάνεται η μουσική
χωρίς στο αυτονόητο να διαλύεται
η μαγεία των καθημερινών θαυμάτων

στη διάλεκτο του σήμερα
λέμε το πάντα
στη γλώσσα μιας μικρής πατρίδας
προφέρουμε το όνομα της οικουμένης
προσθέτουμε τη δική μας οδύνη
στον μέγιστο ωκεανό των δακρύων

γιατί στ’ αλήθεια είναι πράγματα απλά
όπως κάθε άνθρωπος στην ερημιά του
που ακόμα ονειρεύεται το φως

 

ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΑΛΦΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ  (1994)

 

πατρίδα, 2

σαν άγρια σκυλιά
σαν παγωμένος άνεμος
αν κάποτε μέρες τυφλές
ουρλιάζουν στο κατώφλι σου
κρατήσου από το μέσα σου

ποιές λέξεις έγραφε
το βλέμμα μου θυμήσου
πώς φώτιζαν και πώς τριζοβολούσαν
στο σπίτι μας τα ξύλα
γιατί ήταν ανοιχτή
και απροσπέλαστη η πόρτα μας

κόκκινες και γαλάζιες
ψηφίδες αποσπώ για σένα από τον ουρανό
με νύχια και με δόντια αθέατη
σου χτίζω μια μελλοντική πατρίδα

 

αγάπη θάνατος

το διπλό άλφα της αγάπης
εμπεριέχεται στις συλλαβές του θανάτου
που δίνουν μιαν υπόσχεση αρχής
σε κάποιο ανεξιχνίαστο μέλλον

όταν λοιπόν τα πάντα ενοποιούνται
μήπως ταυτίζεται και η αγάπη με τον θάνατο;

καθώς στρέφεται η ύπαρξη στην πηγή της
όπως ο νους του ξενιτεμένου στην πατρίδα
μήπως οι λέξεις διαστέλλονται
και χάνουν το ιδιαίτερο νόημά τους
αγγίζοντας το μικρό δαχτυλάκι του θεού;

θάνατος είναι η μύτη μιας καρφίτσας
που σκάζει το παιδικό μπαλόνι της ζωής
και μέσα από το επιφανειακό σκότος
προσδίδει στην αγάπη μιαν ανυπέρβλητη λαμπρότητα

 

το διπλό άλφα της αγάπης

κάποτε μέσα απ’ το χώμα εκρήγνυται
σαν ρόδι σκορπίζει στον ουρανό

μέσα στο θριαμβικό ωμέγα της ζωής
ελλοχεύει το διπλό άλφα της αγάπης
για να ολοκληρώσει τους κύκλους του
να αναιρέσει την ήττα που ακολουθεί
να σημάνει την αρχή μετά το τέλος της
να προσθέσει φως στην ύπαρξή της

το διπλό άλφα της αγάπης
που κάποτε υπερβαίνει τον θάνατο
αγγίζει τ’ άστρα
πέφτει χλιαρή βροχή στην πατρώα γη

 

αιώνια λάμψη του προσωρινού

με χαίτη φεγγαροσυρμή
βλέμμα της γης στον ουρανό
αχ καθαρόαιμο φαρί
αχ άνοιξη
μήνυμα του θνητού στο ακαταμέτρητο
σιγά σιγά πώς γλύστρησες στη φρονιμάδα
στον παγωμένο βάλτο της
αιώνια λάμψη του προσωρινού
πώς έσπασες τα φτερωτά σου πόδια

 

έλεος της νύχτας

εξαϋλώνοντας το υπαρκτό των αισθήσεων
προσφέρει το δικό της υπέρτατο έλεος

η νύχτα επουλώνει κάθε πληγή
σβήνει απαλά κάθε μνήμη
μέσα στην παγκόσμια συνείδηση

στο άφθαρτο βελούδο της
η ψυχή αιωρείται σαν πούπουλο
υπερβαίνει την ανθρώπινη αγάπη
και ταξιδεύει στους μυστικούς δρόμους του γαλαξία
με μιαν εκθαμβωτική ακεραιότητα

 

νότα της θάλασσας φως τ’ ουρανού

από το γκρι
ως το βαθύ γαλάζιο ή το πορφυρό
μεσολαβεί ένα βλέμμα
μια υποψία κυματισμού
όπως από το χάραμα ή την έρημο
στον ουρανό

είναι στα μάτια σου το λα
ο πυρωμένος ρα στο μέτωπό σου
νότα της θάλασσας φως τ’ ουρανού

η κάθε σου επάνοδος δεν αποκλείει
τη διαρκή σου παρουσία
η κάθε μου αναζήτηση σημαίνει
πως ήδη ανθίζεις μέσα μου

κίνηση ανεπαίσθητη του χώρου
παιχνίδι ανεξιχνίαστο του χρόνου
μάταιη απόπειρα να διακρίνεις
το οπτικό σου νεύρο

 

λέξεις αμετανόητες

τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ’ αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης

μέσα στο κάθε κύτταρό μου
ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία
έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει
ο καθημερινός τριγύρω θάνατος

πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου

ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

 

ΞΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ  (1991)

 

ξένες χώρες

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
από τη χαραμάδα εισρέει
και στα θαμπά μου μάτια διαχέεται
ηχεί το σήμαντρο μιας παιδικής φωνής
ανάμεσα στο τέλος την αρχή
τις σκόρπιες συλλαβές των λέξεων
απλώνεται καπνός κρασί
μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα
ακούγεται ένα γέλιο κοντινό
σαν γυναικεία δάχτυλα που ανιχνεύουν
τη μουσική κάτω απ’ το δέρμα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
το φως στον ύπνο που δεν χάρηκα
το φως που τώρα δεν αγγίζω
καθώς ξεφτίζει στο κατώφλι μου

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

 

κατάδυση

περιπλανήθηκα σε σκοτεινούς θαλάμους
βγήκα σε δάση σιωπηλά με αιωνόβια δέντρα
ν’ ανακαλύψω παιδικές ηδονικές κρυψώνες
λιβάδι κεντημένο πάπλωμα με παπαρούνες
κείνο τον άνεμο γαλάζιο από τα μακρινά βουνά

και μόνος έμεινα στην ξένη αγαπημένη χώρα
που μέσα μου απλώνεται για πάντα ανεξερεύνητη

αν με τα δάκρυα μπορούσα
την απαγορευμένη είσοδο να προσπελάσω
τη μυρωμένη σάρκα της ν’ αγγίξω μια φορά
και με τα μάτια κάρβουνα να δω

 

μοναξιά

έρημος είναι μια θάλασσα χωρίς νερό
θάλασσα είναι μια έρημος χωρίς άμμο
μια έρημος και μια θάλασσα συνθέτουν τον ουρανό
ένα θε κι ένα ου
όπου καταποντίζεται πλησίστια η ψυχή μου

 

αχ

το ανέκφραστο μέσα στις λέξεις
η φωτιά στη ρίζα του καπνού
το άγγιγμα φυλακισμένο στην καρδιά του γρανίτη

χώρες που ποτέ δεν ταξιδέψαμε
χαρές που ποτέ δεν γνωρίσαμε
ένα χαμόγελο σε σφραγισμένα χείλη

πάνω στο πέτρινο ημερολόγιο
η σμίλη και το σφυρί σπασμένο

 

παραμύθι

θα σου υφάνω ένα πολύχρωμο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα ατέλειωτο παραμύθι
η ζεστή φωνή στα άπληστα μάτια
ή ακόμη καλύτερα
θα σου υφάνω ένα ατέλειωτο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα πολύχρωμο παραμύθι
η άπληστη φωνή στα ζεστά μάτια

μα πάνω απ’ όλα
ένα μαγικό χαλί
ένα μαγικό παραμύθι
με μαγεμένη φωνή
στα μαγεμένα μάτια

ιχνηλατώντας το φως

σε μυστικά κλαδιά των άστρων
θ’ αναζητήσω ξέφτια από το φόρεμά σου
ιχνηλατώντας σκοτεινά μονοπάτια
με τα τυφλά μου μάτια θα τρυπήσω
τον μελανό πολτό της μοναξιάς

μια αιωνιότητα ανυπαρξίας
βυθισμένος στ’ απόνερα ενός πλοίου
πούχει πια χαθεί στον ορίζοντα
βυθισμένος στην τροχιά ενός άστρου
πούχει ήδη συρρικνωθεί στον αρχικό του πυρήνα

απρόσιτος μέσα στο μέσα μου
απρόσιτος στο πρώτο μου κύτταρο
απρόσιτος στη μελλοντική μου έκρηξη
απρόσιτος αναδύομαι και αγγίζω
την τελική διάσταση του χρόνου

υποθαλάσσια σήμαντρα
μετουράνιοι διάττοντες
ένας αστραφτερός ψίθυρος στις παρυφές της σιγής
φωτεινό προοιωνίζεται το φως

 

τα δέντρα

εξόριστα παιδιά τ’ ουρανού
για την απόλυτη αθωότητά τους
χωρίς πίκρα κατάντικρυ στο γαλάζιο
ανοίγουν μεγάλα πράσινα μάτια
κι άλλες φορές κίτρινα ή κόκκινα
χορδές της μουσικής και της μοναξιάς τους

τα δέντρα υμνούν το φως
ανάβοντας σιωπηλά το κάθε τους φύλλο
ψιθυρίζοντας ένα παιδικό τραγούδι
αγγίζοντας τη φουντωτή ουρά του ανέμου
φιλοξενώντας πουλιά κι αστέρια
έτσι μιλώντας για το απρόσιτο

τα δέντρα
ένα ουράνιο τόξο που φύτρωσε στη γη
φωτίζουν γαλήνια την αιωνιότητα
για τον άνθρωπο

 

καταγωγή

τι νάχει απογίνει ο πατέρας
ατμός θαλασσινού νερού
κι ύστερα σύννεφο που ταξιδεύει ανατολικά
αφράτο χώμα μήπως
της γλάστρας στο περβάζι
λουλούδι που ανθίζει
αλλάζει χρώμα και μαραίνεται
ή μήπως άγγιγμα
εκεί που δεν υπάρχει χέρι
δάκρυ αλμυρό
εκεί που δεν υπάρχει μάτι
σπάνια χαμόγελο
που διαγράφεται αχνό στην πρωινή ομίχλη

σε ξένη χώρα γύρισε ο πατέρας
σε χώρα άγνωστη μα και παράξενα οικεία
κει που πηγάζει απρόσιτο το φως
και μεταγγίζεται στο βλέμμα των παιδιών
και μέσα σε οδυνηρή διαφάνεια
μου γνέφει

 

ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου

μου λείπει η άνοιξη
η άνοιξη μετά βαρύ χειμώνα
που πλημμυρίζει τον αέρα φτερουγίσματα
το φως μου λείπει
απ’ τα γαλάζια μάτια σου
τις επτασφράγιστες τώρα μητέρα
πύλες του κόσμου

μου λείπει τ’ όνομά μου στα δικά σου χείλη
αυτά που μόνο εσύ για μένα ήξερες

τώρα δεν μένει τίποτα
ούτε το θρόισμα από το φόρεμά σου
μια νότα απ’ τη φωνή σου
μικρό ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου
τώρα δεν μένει
παρά να σκεπαστώ μ’ αυτό το τίποτα
και στο κενό βουβός να βλέπω
κάποιον που θάλεγες πώς είμαι εγώ
σαν τον χλωμό αντικατοπτρισμό
μιας παιδικής φωτογραφίας σου

 

άλφα στερητικό

μερικές φορές χαμογελούν ανεξήγητα
δεν ενδίδουν όμως ποτέ
ασυγκίνητοι μένουν στα δάκρυά μας
απρόσιτοι
όπως ο μυστικός κρουνός
που τη νύχτα σκορπίζει στον κόσμο

οι νεκροί
για πάντα άτρωτοι από τη μοναξιά ή την αγάπη

 

σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν

στις άδειες κόγχες θ’ ανατείλουν
και θ’ αστραποβολήσουν κάποτε
σαν ήλιοι τα μάτια των νεκρών μας
το πετρωμένο τελευταίο δάκρυ τους
θα λιώσει

πλατύφυλλο το φως θα δώσει τέλος
στον ισοθάνατο εκπατρισμό τους
και θα γυρίσουμε όλοι αγκαλιασμένοι
από τον ξένο πάνω και τον ξένο κάτω κόσμο
στην κεντρική πλατεία της πατρίδας

ο μόνος που θα κλάψει τότε
θα είναι εκείνος που ονομάσαμε θεό
πρώτη φορά το πρόσωπό του φανερώνοντας
πάνω απ’ τις ψάθινες καρέκλες
ν’ ανθίσουν τα μπαλκόνια και τα σύννεφα
να σπάσουν στα σοκάκια οι στάμνες
να πλημμυρίσει ο χώρος μουσική

σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν κάποτε
τα ωραία μάτια των νεκρών μας
θεός και άνθρωποι θα εξισωθούν στο φως

 

Ο ΠΛΟΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ  (1986)

 

ο πλοηγός του απείρου, 1

είναι ανεξακρίβωτες οι προθέσεις του
καθώς σιωπηλός μας οδηγεί
πέρα από τις γνωστές θάλασσες
πλοηγός του απείρου
με πρόσωπο σκοτεινό

έχουν πολλά να εξερευνήσουν
τα τυφλά μας μάτια
τα μυστικά της άλλης όχθης
τι κρύβεται πέρα από την αγάπη
πώς από μαύρο πυρήνα
εκσφενδονίζεται ακέραιο το φως

ο δικός του ουρανός
είναι μια έρημος με υπόγεια νερά
ένας ανεξερεύνητος γαλαξίας
όπου καίγονται οι ψυχές σαν άστρα

 

ο πλοηγός του απείρου, 2

το ένα χέρι αγγίζει τις πληγές
ενώ το άλλο ανιχνεύει το άπειρο
ενέργεια που μετατρέπεται σε λέξεις
λέξεις που μεγαλώνουν σαν τρυφερά βλαστάρια
και κάποτε σφυρηλατούν ένα μεγάλο άνεμο
που μόνο εκείνος καθορίζει
ανεξιχνίαστο το φάσμα της σποράς

αιώνες τώρα
στην τέφρα υφαίνεται το φως
ψηφίδες πόνου συνθέτουν το χαμόγελο
η άνοιξη κυοφορείται στη μήτρα του χειμώνα

 

ο πλοηγός του απείρου, 3

οι ποιητές είναι το πιο ψηλό κατάρτι
ο κόσμος φως
κι εσείς περήφανοι σαν ποιητές

οι ποιητές είναι τα φωτεινά αστέρια
κι εσείς ο απέραντός τους γαλαξίας

οι ποιητές είναι τα κόκκινα αιμοσφαίρια
κι εσείς οι φλέβες της οικουμένης

οι ποιητές είναι η μάνα γη
κι εσείς ο μυστικός τους σπόρος

οι ποιητές είναι παιδιά
ο κόσμος φως
κι εσείς αθώοι σαν ποιητές

 

ο πλοηγός του απείρου, 4

ξυπόλητος βαδίζοντας στην έρημο
καπνίζω το χαρμάνι γης κι ουρανού
η καύτρα από τα μάτια μου
τρυπάει την αιώνια σκοτεινιά
και λάμπει σαν αστέρι

δουλεύω μεροκάματο στις σκαλωσιές του απείρου
μέσα στο αίμα των αθώων
και τα σκατά των δολοφόνων
ένα παραμυθένιο κόσμο χτίζω της φαντασίας μου

μιλάω με τη φωνή της αρμονίας του χάους
στα σπλάχνα της αβύσσου δίνω ζωή
δίνω φωτιά και δίψα
προσφέρω την ψυχή μου σαν ποτάμι
μαύρο ψωμί για τους σκληρούς καιρούς

 

μυστικοί δρόμοι, 1

ταιριάστε μόνοι σας τις λέξεις
όπως τα αινιγματικά κομμάτια
που ένα ένα σχηματίζουν
την τελικά ωραία εικόνα
εγώ σας δίνω τη δική μου εκδοχή

 

μυστικοί δρόμοι, 2

αν πω γλυκό
αν πω γελούν
αν πω συντρόφισσά μου
μήπως κανείς θα καταλάβει
πόσο γλυκό είναι το χαμόγελο
πόσο γελούν τα μάτια σου
πόσο ζεστό είναι το χέρι σου
που με κρατάει σφιχτά

μέσα από χίλιες λέξεις καθημερινές
διαβαίνει το ακαταμέτρητο

 

μυστικοί δρόμοι, 3

ο πελαργός ταϊζει τα μικρά του
με ψήγματα ουρανού
είναι η στιγμή που τα φτερά
κρατάει στη στέγη διπλωμένα
ή μήπως όχι
το ένα πόδι υψώνοντας
και το λευκό κηρύκειο του λαιμού

 

γράμμα

στην Ισιδώρα

συγχώρα με για τον βαρύ χειμώνα
σου αναγγέλλω την επιστροφή των πελαργών
και σου χαρίζω δυο μικρά ποιήματα
να στροβιλίζονται στον κήπο σου
σαν ανοιξιάτικες νιφάδες
είσαι καλά;

 

ο εσωτερικός εχθρός

σε μυστικά κυκλώματα του εγκεφάλου
και σε άγνωστες διαστάσεις των κυττάρων
ελλοχεύει ο θανάσιμος αντίπαλος
ένας καταχθόνιος συνωμότης
που απεργάζεται την καταστροφή μας
με αξιοθαύμαστη υπομονή

να φοβάσαι την πικρή γεύση της μοναξιάς
και το ανεξερεύνητο φάσμα της αλήθειας

 

μοίρα αγαθή

στην Ισιδώρα

αν είσαι πράσινο φύλλο
σ’ έρημο καπνομάγαζο
κι ούτε μια αχτίδα ήλιου
διαπερνά τα σκονισμένα τζάμια
όταν σε έσχατη απόγνωση
γυρεύεις τις πηγές σου
θυμήσου πως στην κωμόπολη σουγκ-λι της κίνας
υπάρχω εγώ
περίτεχνο ψηφιδωτό και φως
προορισμένος να χαϊδεύω τα γυμνά σου πέλματα

 

κασταλία πηγή

γαλάζιο σύννεφο
μικρό πουλί
δώρο της τύχης και της άνοιξης
σαν ινδιάνος ονομάζω το παιδί μου

ζεστή φωτιά
αρκούδας γούνα απαλή
ανθισμένο καλύβι σ’ ένα κόσμο ερημιάς
σαν εσκιμώος ονομάζω το παιδί μου

πρωινή δροσιά του χόρτου
φτερουγίζει στο μέτωπό του
η ανάσα του σαν κόκκινο μπαλόνι
υψώνει επίκληση στον ουρανό
με δέος η απεραντοσύνη
αγγίζει τα δυο του χρόνια

κι εγώ ισοβίτης από τοίχο σε τοίχο
τα βήματά μου που μετρούσα
λούζομαι τώρα στις μυστικές του λέξεις
με τα νύχια στην πέτρα ζωγραφίζω το φως

 

ειρήνη

λέξη αγαπημένη σαν το μονάκριβο παιδί
που λούζεται στον ύπνο του
εξαίσια λάμψη σαν ασημένιο νόμισμα
στο πήλινο δοχείο της ανθρωπότητας

λέξη στο χρώμα της ελπίδας
ντυμένη τα φύλλα της ελιάς
θηλυκή σαν την πικροδάφνη
ζωτική σαν το ψωμί
τρυφερό δώρο σε παλάμες αθώων
κι όμως χτισμένη με αίμα

ειρήνη
πολύτιμη λέξη ελληνική
πάνω στη γη των ανθρώπων

 

ο κατάδικος της ανατολικής συνοικίας

παράθυρα στις διαστάσεις του ορίζοντα
στο χρώμα της γαρδένιας το μπαλκόνι
και του βασιλικού
σπίτι ζεστό όπως η αγκαλιά που σφίγγει ένα παιδί
όταν ξυπνάει τη νύχτα τρομαγμένο
σπίτι στο στόχαστρο των δέκα μεγατόνων

πίσω απ’ το φάσμα του ήλιου και των λουλουδιών
η φοβερή παραμονεύει εκατόμβη των αθώων

μια πασχαλίτσα κόκκινη με βούλες
κάπου ανάμεσα στο πρώτο φως και το στερνό σκοτάδι
είναι η καρδιά μου
που ανθίζει και ματώνει και μαραίνεται
σαν ρόδι που σκορπίζει στα παιδιά της γειτονιάς
και ξέρει την αλήθεια

προδότες, δολοφόνοι και παράφρονες
νομοθετούν τη μοίρα μας

 

επίλογος

έστω λοιπόν
όταν στεγνώσει το ποτάμι
όταν στερέψει η μνήμη
αίμα, δάκρυ κι ιδρώτα
ας είναι η αθωότητα το τελευταίο ψήγμα
στης φύσης που απομένει την τραχειά παλάμη

έστω λοιπόν
η έσχατη αυτή γαλήνη
τα πρόσωπα ας κρυσταλλώσει των πεθαμένων
για να βλαστήσουν στα τυφλά τους μάτια
κίτρινες πεταλούδες
φωνές παιδιών
μια στήλη ίσως καπνού που χαιρετίζει
τον γυρισμό από ατέλειωτο σκοτάδι

έστω λοιπόν
αν είναι η νύχτα να σφραγίσει αυτόν τον κύκλο
κάτω απ’ τις ρημαγμένες πέτρες
ας μπουμπουκιάσει ένα καινούριο φως

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ  (1982)

 

αγωνία θωρακοφόρου

οφείλω να σε προειδοποιήσω
οι στίχοι αυτοί σκοπεύουν ίσια στην καρδιά σου

με δάχτυλα γυμνά μην τους αγγίζεις
μέσα από καπνισμένο τζάμι
να φτάνει εδώ η ματιά σου
ύψωσε φράγματα κι αγκαθωτά συρματοπλέγματα
άκοπες άφησε τις τελευταίες σελίδες
Θανάσιμο τον κίνδυνο όταν αντιληφθείς
φρόντισε να μη με πιστέψεις
άσε με μόνο
μείνε μόνος

εγώ που γνώρισα το βάθος της αβύσσου
μπορώ να καταλάβω τη δική σου οδύνη

 

ποίηση 1982

οι δικές μας οι λέξεις
είναι λέξεις σκληρές και μεγάλες
μυτερές σαν καρφιά
λέξεις όπως το ξεραμένο πύο
μαύρες όπως τα φλέματα
που βγάζουνε κάθε πρωί τα σωθικά μας
οι καπνοδόχες των εργοστασίων
τα τραίνα που αναπόδραστα ακολουθούν τις ράγες
κόκκινες λέξεις
όπως ο ήλιος ο μοναδικός
και το λουλούδι που σπαραχτικά ανθίζει
σε στεγνό και κατάμαυρο χώμα

οι δικές μας οι λέξεις
είναι λέξεις γυμνές
λέξεις γεμάτες τραύματα
συστατικά στοιχεία, αναγραμματισμοί
και μόρια της ίδιας αγωνίας

οι δικές μας οι λέξεις
προκηρύξεις κι αφίσες του τοίχου
φωτισμένα παράθυρα στο σκοτάδι της νύχτας
που αφυπνίζουν την πόλη
όταν κλείνει με πείσμα τα μάτια
στη γραφή του θανάτου

αυτές οι τελευταίες λέξεις
πριν κάθε εκτέλεση
πριν κάθε μεταμφίεση του καθημερινού θανάτου
τα δικά σου είναι δάχτυλα που γνωρίζουν το χάδι
είναι λέξεις κραυγές
οιμωγές και ελπίδες
που δοξάζουν το φως
που μετράνε με δέος το μπόι τους
και δεν τρέμουν

ίσως κάποτε τα δικά μας παιδιά
να μιλήσουν με άλλη φωνή
να βαδίσουν με ξένοιαστο βήμα
πάνω στις νότες της δικής μας μουσικής
και στους κυβόλιθους του δικού μας αγώνα

 

αδερφοσύνη, 1

σκιά και άρωμα θανάτου
στα μεγάλα κάτοπτρα του δρόμου
η αγωνία στο χνώτο
η αγωνία στο άγγιγμα και τον σπασμό
ποιος κράτησε στο βλέμμα του
τόση ερημιά και τόση λύπη
ποιος αναζήτησε στις άναρθρες κραυγές
ανθρώπινη ομιλία να συνθέσει
ορυμαγδοί και βογγητά
σκιά και άρωμα θανάτου

τα δάκρυά σου τρέχουν στις φλέβες μου
δεν είσαι μόνος

 

αδερφοσύνη, 2

τρόμο είδα στα μάτια σου
είδα τυφλό τον πανικό
και την ψυχή μου να καταποντίζεται
σε μαύρη άβυσσο
σαν άγρια σκύλα που της πήραν τα μικρά της
και κλαίει
ερημωμένη καθώς σέρνεται στους πέντε ανέμους

 

χειμωνιάτικος ήλιος, 2

όπως ψηλά οι γκρίζες στέγες των σπιτιών
φωτίζονται νοσταλγικά
από τον ήλιο του χειμώνα
ακόμα βουτηγμένες στη βροχή

όπως το μακρινό βουνό
υψώνεται και αιωρείται πάνω στη θάλασσα
σχεδόν αγγίζει την ακτή
μέσα στη διαφάνεια του πρωινού αέρα

όπως τα μάτια της γάτας
ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο

είσαι ένα φύλλο πράσινο
με φλέβες νοτισμένες από τη βραδινή δροσιά
μια κίνηση ανάλαφρη που ζωντανεύει τη χαρά
ένα γλυκό του κουταλιού
ένα νερό στον δίσκο της γιαγιάς
μέσα στην κάτασπρη αυλή της συνοικίας

 

χειμωνιάτικος ήλιος, 3

μεθυστικά χαράζει
μέσα στ’ απέραντα μάτια σου
με τις γιορταστικές αντανακλάσεις του φωτός
στην υγρή επιφάνεια

με μιαν αργή μεγαλοπρέπεια
οι πολιτείες του κόσμου αναδύονται
λουσμένες σ’ όλες τις φωτιές της οικουμένης
πανέμορφες ^αναγεννιούνται
εξαίσιες μες στην αθάνατη ψυχή σου
χίλιες βροχές μετά και χίλιες καταιγίδες

μεθυστικά χαράζει
μέσα στ’ απέραντα μάτια σου
που αστραποβολούνε στις παλάμες μου

 

μάταια λόγια

πόρνες και μαστρωποί
θα διαβάσουν το πολύτιμο αίμα μου
έντρομοι θ’ αποπειραθούν
σ’ αραχνιασμένα ράφια να το κρύψουν
με τρεις αδιάφορες λέξεις
να προδώσουν το χρώμα του
τους νέους να παραπλανήσουν

όμως εγώ
μες στο περίλαμπρο κλουβί
σαν άνεμος θα εισχωρήσω
μ’ αυτά τα μάταια λόγια
θα κλέψω τ’ ακριβά παιδιά σας
με το φαρμάκι της αλήθειας
εχθρούς και ξένους θα τα μεγαλώσω
οράματα θα ορθώσω
εμπόδιο στις καθημερινές συναλλαγές

η επανάσταση κυοφορείται
μέσα στα πεθαμένα σπίτια σας

 

πορεία στην ομίχλη

θα πω λοιπόν τα δυο μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με τ’ άλλο
σαν νιώθω μόνος

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουνε χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογγητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με χρώματα παράδοξα
αλλόκοτους συνδυασμούς

θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα μου θα δαγκώσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου

τίποτα όμως δεν θάχω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θάναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη

αν μου μείνει μια μόνο κλωστή
απ’ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα

 

συνέπεια, 2

μέσα μου ζουν και ανασαίνουν
δυο άγριοι διψασμένοι λύκοι
όσα ποτέ δεν έπραξα
κι όσα σε κρίσιμες στιγμές έπραξα λάθος

είναι φορές που ο πόνος γίνεται αφόρητος
καθώς ρουφάνε ανελέητα
το πιο καθάριο αίμα της καρδιάς μου

 

ο θάνατος του ποιητή 3

η μοίρα είναι βαρύτερη από τη θέλησή μου
θα φύγω μόνος
ν’ ακολουθήσω τους μυστικούς μου δρόμους
να ταξιδέψω στ’ άστρα
να φλέγομαι μετεωρίτης στον αιώνα
σ’ άγνωστες διαστάσεις

όταν γυρίζω
να γίνω μια κλωστή στο φόρεμά σου
μια άσπρη τρίχα στα μαλλιά σου
στο δάκρυ σου ένας κόκκος αλάτι
εσύ δεν θα το ξέρεις

όταν γυρίζω
ψωμί να γίνω για τα παιδιά της αφρικής
σημαία, όπλο, ελπίδα για το αύριο
εσύ δεν θα το ξέρεις

εσύ θα με κρατάς στη μνήμη σου ακέραιο
και θα με ψάχνεις στη στροφή του δρόμου
παλεύοντας ένα μάταιο αγώνα με τη βεβαιότητα

όταν γυρίζω
εσύ θα με φιλάς στα μάτια
μα δεν θα με γνωρίζεις

 

Ο ΜΑΓΙΚΟ ΧΑΛΙ (1980)

 

ζωντανός

με οξυγόνο τις εξάρσεις του σεισμού
στην υποθετική γραμμή που σχηματίζουν
μετέωρος σε πυκνή καταχνιά
συντηρώ την ανάσα μου

μέσα στην πυκνή καταχνιά
ανοίγω χαραμάδες με την πράξη μου
στην άγρια εποχή
εσένα καταθέτω
τη σχέση μας και τα γραφτά μου

αυτόν τον νικητήριο λόγο
καταθέτω
που κρύβει τη φωτιά στα σπλάχνα του
με τη φωτιά χυμούς που μεταγγίζει
το δέντρο της ζωής ν’ ανθίσει
απλό, περήφανο, μοναδικό
ένα προς ένα
για όλους τους ανθρώπους
αυτό το σ’ αγαπώ που λογοκρίθηκε
στην ξενητειά που επιβίωσε
και την παρανομία
έγινε αγώνας καθημερινός
κι είναι πιο δυνατό από τότε

κι αν τρέμει η φωνή
από τα δάκρυα αν έχουνε θαμπώσει
ακόμα μια φορά τα μάτια μου
η πυρκαγιά ξεκάθαρα το δείχνει
πως είμαι ζωντανός

 

το μαγικό χαλί

σε μυστικά δωμάτια υφαίνεται
με δάχτυλα σκληρά ή ευαίσθητα
από τεχνίτες που υποπτεύονται
πως το έργο μπορεί και να μην έχει τέλος
– αυτή είναι η φύση του –
που ελάχιστα κατέχουνε
υπόσταση και τον σκοπό της κίνησης
βλέπουνε – ο καθένας – μικρά κομμάτια
από μια μόνο θέση
ταγμένοι να υφαίνουν

όταν πεθαίνουν
μετουσιώνονται σε απειρόχρωμες κλωστές

 

η στιγμή

κράτησε τη στιγμή αυτή
στην άκρη των ματιών σου
σαν κάτι το μοναδικό
μια λάμψη εκτυφλωτική
ένα μεθυστικό πουλί με κόκκινα φτερά

στο βάθος της κοιλάδας
λαμπυρίζουν χιλιάδες φώτα
ζει ένας κόσμος άγνωστος πίσω από το σκοτάδι
κι εγώ μέσα στο τραίνο
μονάχος με το άρωμά σου
τα τρυφερά σου γόνατα
το στήθος σου ακουμπισμένο στις παλάμες μου
και την ψυχή σου αχόρταγη και ξένη

μη μου μιλάς και άκουσε
η γη ρουφάει το τραγούδι μου εκστατική
τα άστρα μυριάδες του γαλαξία
φωτίζονται και τρέμουν

 

σκοτεινή μοίρα

εκούσια βυθίζομαι
μες στις αστραφτερές παγίδες
τις κόρες των γυμνών ματιών σου
τη σκοτεινή εκείνη θάλασσα των τροπικών
που λαχταράει τον ξάστερο ουρανό
τους μυστικούς βυθούς όπου ελλοχεύει
στο αίμα βουτηγμένη
γεμάτη αγκίδες κι άρωμα μεθυστικό
ακέραια η ψυχή σου
μετά τις τόσες μάταιες απόπειρες λεηλασίας

τυλίγομαι στα μαύρα σύννεφα
και τον κατακλυσμό δακρύων των μαλλιών σου
κι εσύ δεν μου μιλάς
μα στέλνεις τις σκιές σου αδιάκοπα
να απλωθούν στους ώμους μου

ζητάς βοήθεια απεγνωσμένα
με ήχους που δεν κρυσταλλώνονται
ξέροντας πως καμιά φυγή
καμιά προσποιητή αδιαφορία
τίποτα δεν σε σώζει πια

μα όπως δεν θέλεις να σωθείς
και διάλεξες ν’ ακολουθήσεις χωρίς δισταγμό
τον τελικό αυτό δρόμο της φωτιάς
χαμογελάς και χαίρεσαι
καθώς με βεβαιότητα ορθώνεται μπροστά
η σκοτεινή μας μοίρα

 

επίγνωση

με επίγνωση βαδίζω
στην άκρη άκρη του γκρεμού
γνωρίζω πια την κατασκότεινη άβυσσο
κι όταν σκοντάφτω και παραπατώ
χωρίς κανένα μάταιο επιφώνημα
κρατάω το χέρι σου σφιχτά
μες στις σχισμές των βράχων
ψάχνω για άγρια φυτά
να μου διδάξουν το δικό τους βλέμμα
μπροστά σε χίλια χρόνια
ή δέκα δευτερόλεπτα ζωής
με επίγνωση αιωρούμαι
πάνω από το κενό, το τίποτα
με τη φωνή μου ακέραια
και τον αντίλαλο
κι εσένα

 

ανεξακρίβωτο ιπτάμενο αντικείμενο

στον Βασίλη

αλκυόνες με περίλαμπρα χρώματα
οι μακρινοί μου πρόγονοι
ένα σμήνος με εξόριστα φτερά
από τον άγνωστο γαλαξία
μεσουράνησαν στη μεγάλη σκοτεινιά
έτη και έτη φωτός
κρατώντας τον σπόρο της δημιουργίας
σφιχτά στο ράμφος

κι έρχομαι σήμερα εγώ
με αίμα και φως να σας μιλήσω
με των θαυμάτων τα λίγα ψίχουλα
θανάσιμα τοξεύω την καρδιά σας
έρχομαι σήμερα εγώ να ζωγραφίσω
ένα φανταστικό πουλί στο μέτωπό σας

 

πράξη ζωής

αιμάτινη μια στάλα βροχής
παντοτεινός ο έρωτας φτερουγίζει
στα νύχια του νεκρού
που εξακολουθούν να μεγαλώνουν
στο αγριόχορτο που αδιάφορο φυτρώνει
γύρω απ’ τους τάφους
στην έσχατη εκείνη συνουσία
του ετοιμοθάνατου ελέφαντα

ο έρωτας ραπίζει το πέτρινο πρόσωπο της ανυπαρξίας

 

σαν άγριος

έρωτας είναι η σάρκα μου μέσα στη σάρκα σου
και η καφτή αναπνοή σου
το λείο σώμα σου όταν σπαράζει
και ο υπέρτατος σπασμός της ηδονής

έρωτας και τα μάτια σου κλειστά
το στόμα σου μισάνοιχτο σαν ν’ απορείς
μες στην απόλυτη εγκατάλειψη του ύπνου

έρωτας χωρίς καμιά προοπτική
ίχνη στο δάπεδο και το σκληρό χαλί
με τη μαυλιστική υπόκρουση κουβέντας
από τα διπλανά γραφεία

έρωτας που φωτίζεται στο τραίνο
απ’ τους περαστικούς σταθμούς
έρωτας και στο πεζοδρόμιο της κεντρικής οδού

σαν άγριος θα σε πάρω
πάνω στα αρμυρά σου δάκρυα
σαν τίγρη θα ξεσκίσω το κορμί σου
έρωτας έρωτας φωνάζοντας

 

ανατριχίλα

από τα χείλη αργά
μακρόσυρτα ως τον λαιμό
τα στήθια ανάμεσα, τους ώμους
μια σκοτεινή ανατριχίλα
ανατριχίλα που κυριεύει το μυαλό
ανάβει τη φωτιά στα γόνατα
ως το μεδούλι που εισχωρεί
που καίει το δέρμα
προμήνυμα του πυρετού
και της κοφτής ανάσας
μεθοδικά που κορυφώνεται
που επιταχύνει τον παλμό
ξυπνάει κάθε μόριο στο κορμί
νύχια που ψάχνουν για αίμα
δόντια που ψάχνουν για αίμα
ακόμη πιο βαθιά
πιο δυνατά
ανατριχίλα που γεννάει τον σπασμό
ο ψίθυρος που γίνεται κραυγή, εκτίναξη
γίνεται μούδιασμα, εγκατάλειψη
και σβήνει.

 

Λονδίνο 1967 – 1971

ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
με το χαμόγελο στο πρόσωπο του αστυφύλακα
λεωφορεία κόκκινα με μυθικούς προορισμούς
πόλη της απεργίας
ράθυμη όπως το ποτάμι σου
με την κατάλεπτη επιδερμίδα της ηδονής

παγκόσμια πόλη
με τις χιλιάδες εκδοχές της ίδιας γλώσσας
με τα χιλιάδες πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου
με τις χιλιάδες εκκλησιές της ίδιας πλάνης

πόλη που έμαθες να ζεις χωρίς το πάθος
που κρύβεις με στοργή τα λάφυρά σου
στις αίθουσες των μεσαιωνικών κτιρίων
πόλη που κατορθώνεις να φιλοξενείς
και την υπεροψία των αγραμμάτων
και την ελπίδα των κατατρεγμένων

γυναίκες με παράξενα καπέλα
η μυρωδιά του καπνού και του ξύλου
το ευχαριστώ σε κάθε φράση
οι ανεξήγητες επιγραφές
και τα πολύβουα καπηλειά με τη ζεστή τους μπύρα

γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιό σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου

 

οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν

νιώθω μιαν ακατάσχετη παρόρμηση
να κατουρήσω πάνω στο γραφείο σας
κύριε πρόεδρε
πάνω στους ισολογισμούς εταιριών
με κέρδη αμύθητα, πάνω στους κώνους
τα υποβρύχια και τους κομπιούτερ
και τους αδιάφορους πολίτες της πατρίδας σας

άλλο χαιρετισμό σαν μελλοθάνατος δεν έχω
μπροστά στο σπίτι μας που καίγεται
και στο παράλογο αυτό τέλος της ζωής

κι εσύ, μονάκριβη μου εσύ,
μη με ρωτήσεις πώς και γιατί
τύλιξε μόνο τα μαλλιά σου στον λαιμό μου
κι ακούμπησε στο στήθος μου το χέρι σου
αυτό το έσχατο μυστήριο να τελέσουμε
να ταξιδέψουμε στο άπειρο
κάποια μετέωρη στιγμή του γαλαξία
σαν σκόρπιες νότες από τη μουσική του αύριο

 

O ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ  ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ  (1979)

 

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
βαδίζω απρόσεχτα, χορεύω
γλιστράω, κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
παίζω με την κομμένη σας ανάσα
περιγελώ τα επιφωνήματα
εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα

το ξέρω πως θα συντριβώ
το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
ένα παράξενο φεγγάρι
οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένεια
θα διασώσουν μοναχά
κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
που θε ν’ανθίσει στο σημείο που έπεσα

 

ποιητής

εγώ δεν γράφω στίχους
δεν τραγουδάω
σαν προαιώνιος κατακλυσμός
κλονίζω τα ίδια φράγματα
σαν την πανούργα θάλασσα
κατατρώω τον ίδιο βράχο
σαν πεισματάρης γύφτος
δουλεύω το ίδιο φυσερό
ανάβω την ίδια φλόγα
κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
σκίζω στολές
τσακίζω αλύπητα παράσημα
χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε
αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας

 

το μαγικό μπαλόνι

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα σου ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο

 

στον αστερισμό του σκορπιού

είναι μικρός τόσο μικρός
αυτός ο τόπος
μόλις χωράει τους μικρούς καιρούς που ζούμε
μόλις χωράει τις μικρές λογιστικές καρδιές σας

ακούστε βολεμένοι
που μετράτε τις δεκάρες σας
σαν τα τριάντα αργύρια της μίζερης ψυχής σας
ένας μετεωρίτης στροβιλίζεται πυραχτωμένος
σβήνει τα τεχνητά σας φώτα
και σας ραντίζει με τις σπίθες του
και να σας κάψει απειλεί με τη φωτιά του
ακούστε ευνούχοι
με τις λεπτές φωνές και τα καμώματα
της κοινωνίας των εμπόρων
ακούστε εμένα που κατέβηκα μήνα νοέμβρη
με το φαρμακερό αερόπλοιο του σκορπιού
και σας κεντάω θανάσιμα με την ουρά μου

πάνω στις γειτονιές σας απλώνεται ακατάλυτο
μεθυστικό
το ανεξήγητο τραγούδι μου

 

Ελλάδα 1979

με το αίμα μου σε ιστορώ πατρίδα μου

πολιτείες παραδομένες στο μπετόν
δρόμοι σημαδεμένοι με ξενικές επιγραφές
κάθε οικοδομή και μια τράπεζα
κάθε γωνιά κι ένα φροντιστήριο
κάθε διαμέρισμα και ένα διαφθορείο
οι νέοι με τα μηχανάκια
τα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο
αναρίθμητα ξενοδοχεία και υπηρέτες
εκτρώσεις σε ιδιωτικά ιατρεία
οι άρρωστοι στους διαδρόμους των νοσοκομείων
δεκατρείς χιλιάδες δικηγόροι στην πρωτεύουσα
και οι εργολάβοι σε απεργία
με παγάκια και ξηρούς καρπούς
προδότες που δοξολογούνται
δοσίλογοι που αμείβονται
χαφιέδες που καταχωρούν τα ίχνη της αγωνίας μας

στο καφενείο του χωριού ο λαός περιμένει
πριν και μετά τις διαφημίσεις
το επόμενο έμβασμα του μετανάστη
το επόμενο αστυνομικό σήριαλ
την επόμενη μοναδική διέξοδο
κοινή ευρωπαϊκή εξαγορά

τα ψάρια νεκρά
η αέρας μαύρος
η γη πουλημένη

κι η ελιά να γαντζώνεται με πείσμα
ν’ απλώνει παλάμες στον γαλάζιο ουρανό
αιώνες τώρα
και τα πεύκα να χαϊδεύουν τη θάλασσα

πατρίδα μου
το μεγαλείο σου τέλος δεν έχει

 

εργατική πρωτομαγιά

ωραία που ήταν η συγκέντρωση
στην πιο μεγάλη μας πλατεία
ωραία τα μάρμαρα
ωραία τα μέγαρα
ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει
να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές
με τις γυναίκες, τα παιδιά
και τα γεμάτα τους καλάθια
απόμεινες εσύ
απόμεινα εγώ
να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο
και τα στολισμένα μπαλκόνια
με τους βραχνούς ομιλητές

 

το ποίημα το πιο ωραίο

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
τους έγραψες εσύ
έφηβη όταν δούλεψες καπνεργάτρια
για να πληρώσεις το ψωμί και το βιβλίο σου

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
και πάλι εσύ τους γράφεις
στα δικόγραφα και τις γυμνές αίθουσες
τους απαγγέλλεις με πεντακάθαρη φωνή
μπροστά σ’ εκείνους που δικάζουν τα παιδιά
για τις εφημερίδες, τα χουνιά και τις αφίσες

σηκώνομαι και σε φιλώ ψηλά στο μέτωπο
σφίγγω συντροφικά τα χέρι σου
μοιράζομαι με ευγνωμοσύνη το φορτίο
ποιήτρια της καθημερινής ζωής

 

που πάμε

ξεκινάμε κάθε πρωί
αρματωμένοι μ’ ένα φλογισμένο νου
και βγαίνουμε ξυπόλυτοι στον δρόμο

πού πάμε
και πού περιφέρουμε
αυτό το μεθυσμένο όραμα
ποιούς προσπαθούμε να πλανέψουμε
μιλώντας τη δική μας γλώσσα
ίσως αγγίζοντας τις κορυφές των δέντρων

ξεκινάμε κάθε πρωί
όπως ο ήλιος και το φως
ακολουθούν τη φυσική πορεία τους

 

τι θα μείνει

και ποιον δεν περιμένει το άγιο σκοτάδι
η λησμονιά, η σιγή, το τέλος
καθώς θα εκσφενδονιστεί η μάταιη γη
στην πρώτη και έσχατη πατρίδα μας
καθώς αδιάφορο θα μας υποδεχτεί το χάος
τι θ’ απομείνει άραγε
παρά τα φωτεινά κουρέλια
οι πέντε τρομερές μου λέξεις
για να περιμαζέψουνε με δέος οι κοσμοναύτες
σ’ άλλα συστήματα αστρικά
να αναστήσουνε του πεθαμένους ήλιους
που γύρω τους θα περιφέρονται
πλανήτες με λαμπρούς πολιτισμούς

το άπειρο μιλάει με τη φωνή μου

 

 

ΑΝΑΡΧΙΚΑ  (1979)

 

ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
τη γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν τη ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

 

τραγούδι επιτάφιο κι επαναστατικό

γεννήθηκε ισπανός
αν έχει η φλόγα εθνικότητα

ήταν ένας απλός εργάτης
που έζησε σε τρώγλες
σε τρύπες των τοίχων
και πίσω από οδοφράγματα

δεν έμαθε πολλά
να μιλάει μοναχά με τον ήλιο
να μην φοβάται τα ερείπια
έτσι να χτίζει καλύτερα

γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο της σαραγκόσα
ο βίαιος
πυρπόλησε τις μητροπόλεις
ο κακοποιός
χτύπησε τον βασιλιά και τις τράπεζες
ο ληστής
περιπλανήθηκε στη νότια αμερική
ο αλήτης
τέσσερα κράτη τον καταδίκασαν σε θάνατο
όμως αυτός
είχε όλα τα κράτη καταδικάσει
όλες τις κυβερνήσεις
κλαίγοντας και γελώντας σαν παιδί
μπροστά στην οδύνη του ανθρώπου

στην ισπανία γύρισε
να πολεμήσει για την επανάσταση
να καταχτήσει τη ζωή και το μέλλον
γνωρίζοντας πως θάνατος δεν υπάρχει

σκοτώθηκε στη μαδρίτη
μπροστά στην υποδειγματική φυλακή
για να μην υπάρχουν φυλακισμένοι στον κόσμο

ο μπουεναβεντούρα ντουρρούτι
σαν φλόγα καυτή
άναψε πολλές καρδιές

 

εμείς

εμείς
δεν έχουμε παρά ένα φλογισμένο όραμα
ένα όραμα ασυμβίβαστο
εμείς
δεν διστάζουμε να μιλήσουμε την αλήθεια
που καρφώνει τη σημαία της
πάνω στο πτώμα του φόβου
εμείς
γεννηθήκαμε πριν τον καιρό μας
για να φέρουμε τον καιρό μας στο σήμερα
εμείς
δεν έχουμε παρά ένα τραχύ ρούχο
κόκκινο και μαύρο
να μας κεντρίζει το στήθος
στο σημείο της καρδιάς
ένα ρούχο που σημαίνει
ελευθερία

 

χρέος

χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγάπησαν
και ζήσανε την πίκρα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγωνίστηκαν
και ζήσανε την ήττα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ ονειρεύτηκαν
και ζήσανε τον εφιάλτη
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που περιφρονήσανε τον θάνατο
και πέθαναν
κι είναι νεκροί
κι ανθίζουν
και μυρώνουνε το χώμα

χρωστάμε μόνον
το φως του κόσμου

 

η μουσική των ονομάτων

διαβάζω ονόματα ένα ένα
φεντερίκα μοντσένι
ελ καμπεσίνο
μιγκέλ ντε ουναμούνο
κι ύστερα
τζων κόρνφόρντ
άγγλος φοιτητής πρώτος στο μέτωπο
πιέρ – εργάτης
τζιάκομο – αγρότης
αλέξανδρος – ποιητής
άγνωστος ή ανώνυμος
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε εικοσιδύο χρονώ

διαβάζω φράσεις σαν διάττοντες
οι διεθνείς ταξιαρχίες στη μάχη
από πενήντα χώρες τρέξανε
αλληλεγγύη των λαών

τόση ζωή μέσα στα μνήματα
τόση φωτιά πάνω στα μάρμαρα
τόση δίψα
τόσο μεγάλο το κοιμητήριο της ισπανίας

 

το ποτάμι

πορτοκαλιές όχθες
κιτρινισμένα φύλλα π’ αγγίζουν το νερό

αυτό το ποτάμι
που φιδοσέρνεται στον κάμπο
είναι η ζωή μου

ήρεμο κι αργό
ένα βουβό πάθος
πυρετός για τη θάλασσα
μια λαχτάρα για τα ψηλώματα που άφησε για πάντα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
διαφήμιση

σε περιοδικά και εφημερίδες
στις αφίσες του τοίχου
σε τετράγωνες οθόνες
μόνιμο το χαμόγελό σου
καθώς εξαργυρώνεις τη σαγήνη σου
προαιώνιο θηλυκό
ηγερία της κατανάλωσης
εφιάλτη της γενιάς σου
ανίδεο και συ εμπόρευμα

 

προσευχή δυτικόφρονος

και δώσε μου σήμερα
ροπαλοφόρε μου αφέντη
την ευτυχία του ζεστού περιστρόφου
μιας κόκα-κόλα τη δροσιά
ν’ αλλάζω αυτοκίνητο κάθε έξι μήνες
να αποκτήσω ψυγείο κελβινέιτορ
αυτόματο σκουπιδοφάγο
την προστασία της σαβάκ, της ντίνα, της εσά
να γίνω πάνω απ’ όλα
υπάλληλος μιας πολυεθνικής σου
προοδευτικής και κερδοφόρας
άλλο δεν θέλω

εγώ θα δώσω βάσεις και διευκολύνσεις
θα είμαι εχθρός για τους εχθρούς σου
θ’ ανακατεύω λέξεις ξενικές στην ομιλία μου
θα τραγουδήσω τα τραγούδια σου

θα γίνω μια ακόρεστη αγορά
θα ζήσω με την αγωνία του χρήματος
θα βλέπω τη μοναδική διάσταση στα πράγματα

παράκληση και προσφορά μου

 

ένας κοινός άνθρωπος

φόρεσε τη γραβάτα
το λευκό του πουκάμισο
τα γυαλισμένα του παπούτσια
το πρόσωπο που αρμόζει στην περίσταση
και λύγισε τη μέση

κάθε άνθρωπος το έχει κάνει αυτό
κάθε άνθρωπος έχει ξεχάσει
μόνιμα το ξεχνάει
να ψάξει μέσα του
φοβάται μην ανακαλύψει
ένα μικρό αναρχικό να κρύβεται και να του γνέφει

και τι θα γίνει τότε
η ακριβέστατα ρυθμισμένη του ζωή

 

εγώ

μη με κοιτάτε έτσι χλωμό
καλοντυμένο
με τρόπους άνετους και με κινήσεις
από το σπίτι στο γραφείο
απ’ το γραφείο στο σπίτι
σε μάταιο κύκλο ερμητικά κλεισμένο

μη με κοιτάτε έτσι δειλό
με το σημάδι του γραφιά στο δάχτυλο
με τον μισθό στην πρώτη και στις δεκαπέντε
ανίδεο
ή με τη γνώση υποταγμένη

εγώ
κρύβω στα μάτια μου οράματα που οδηγούν
σε τόπους και καιρούς που θάρθουν

εγώ
μπορώ με μια φωνή
να πλημμυρίσω τις πλατείες
τους δρόμους με σημαίες και λάβαρα
με μια βουή ασυγκράτητη που καταλύει τα πάντα

η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας

 

μαγεμένη ψυχή

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ΄αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ΄αγάπησα, σύντροφέ μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει

 

επενδύσεις

χρόνια ολόκληρα δουλειάς
χρόνια μεγάλης προσμονής
είκοσι χρόνια

σε μια μακρινή γειτονιά
ένα σπίτι
τοίχοι γεμάτοι βιβλία
πάτωμα γεμάτο παιχνίδια
μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια
παράθυρα γεμάτα φως

ένα σπίτι
πλημμυρισμένο παιδιά
απ’ το ορφανοτροφείο και το άσυλο
μελαγχολικά μάτια
που αύριο θα γελάσουν
τα παιδιά μας

είμαστε πλούσιοι τώρα
είναι δικό μας
το μέλλον του κόσμου

 

η επανάσταση

η επανάσταση δεν έχει αρχή και τέλος
γεννιέται και πεθαίνει κάθε στιγμή
η επανάσταση κυνηγάει τη χίμαιρα
είναι ένα ποίημα με όπλο
μια μήτρα γεμάτη σπέρμα
ένας έρωτας της αρμονίας του γίγνεσθαι
κι ακόμα είναι
ψωμί για τα παιδιά του κόσμου

η επανάσταση αγναντεύει το άπειρο

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Ο ΣΙΣΥΦΟΣ» Τ.12-13/2017

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

(Απόσπασμα)

II, ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Όπως ήδη ειπώθηκε, ο Νικηφόρου δεν λειτουργεί ως εκφραστής του
περιθωρίου. Μολονότι η κριτική εντόπισε επιρροές από τη γενιά του ’30 και την Α’ Μεταπολεμική Γενιά, εντούτοις ο δημιουργός μάλλον αυτονομείται.
Αρνείται τη μελαγχολία της ήττας, ακόμα κι όταν παλεύει κόντρα
σε βέβαιη ήττα για ένα άπιαστο όνειρο. Η ποίησή του είναι εξωστρεφής
χωρίς συμβολισμούς, και κοινωνική με βαθιές πολιτικές ρίζες. Η γλώσσα του διατηρεί μια μοναδική ευθύτητα και διαύγεια, ενώ κυριαρχεί η αμεσότητα των νοημάτων και το επαναστατικό, ριζοσπαστικό στοιχείο.
Στην πρώτη φάση της ποιητικής του πορείας κυριαρχεί ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός, αναζητώντας τη δική του ουτοπία, αγωνιζόμενος «σε έναν αγώνα εκ των προτέρων καταδικασμένο, με το κόκκινο και το μαύρο ως χρώματα της αναρχίας προσεγγίζοντας το απρόσιτο».
Στον χειμαρρώδη ποιητικό λόγο των άταφων κυριαρχεί μια αίσθηση
ήττας και θανάτου, που υπερνικούνται από έναν εσχατολογικό μέλλοντα ανατροπής. Η ίδια βεβαιότητα για την υλοποίηση της ουτοπίας σε κάποιο αόριστο μακρινό μέλλον διακρίνεται και στα αναρχικά. Χαρακτηριστική στην έκφρασή του, αυτή την περίοδο, είναι η διαρκής χρήση του ενεστώτα και του μέλλοντα, είτε ως χρονών είτε ως χρονικών βαθμιδών. Ας σημειώσουμε πως οι ιστορικές αναφορές συνδέουν άμεσα το παρόν με το οραματικό μέλλον, όχι ως περιεχόμενο εσχατολογικό αλλά θεμελιωδώς μέσα από την έκφραση.
Η εναντίωση σε κάθε εξουσία και η επαναστατική ουτοπία βρίσκουν
αποκούμπι στον ισπανικό εμφύλιο6 και στον γαλλικό Μάη, μέσα σε στιχουργικά επαναστατικά επύλλια, εκθέτοντας μια ιστορική υποχρέωση για ανυπότακτο αγώνα. Η ιστορική εμπειρία τροφοδοτεί όχι μόνο πολιτική Στροφή, μα και επικολυρική προσαρμογή της ιστορίας και του οράματος. Έτσι όμως, με την επίκληση της ιστορίας προσδίδει διαχρονική βαρύτητα στο όραμα.
Η πολιτική διάσταση της ποίησής του απλώνεται με βαθιά ποιητική
ειρωνεία και στην κοινωνική κριτική. Σαρκάζει τον καταναλωτισμό, τις πολιτικές μεταπτώσεις και τις στάσεις ζωής, και τον ωφελιμισμό. Η άρνηση όμως μετατρέπεται σε στιχουργική ρητορεία. Το καταγγελτικό ύφος συνδέεται με μια αστική ρεαλιστική εικαστική και με την ειρωνική αντίσταση του πάσχοντος και συμμετέχοντος ποιητή. 0 τόνος του γίνεται πιο ήπιος, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το όραμα.
Μέσα στον ειρωνικό του τόνο διατηρεί και μια λυρική διάσταση,
επιταχύνοντας το αναδυόμενο συναίσθημα, δίχως να υιοθετεί μια ωμή
προφορικότητα. Αντίθετα, τούτη συμπλέει με την επιμελημένη γλώσσα,
τη στιγμή που η επαναστατική ιαχή γίνεται σύντροφος της ποίησης.
Αποφεύγει έτσι τόσο την ποιητική δημηγορία όσο και την κρυπτικότητα,
διατηρώντας πάντα στο επίκεντρο τα συναισθήματα και τις αισθήσεις.
Το πολιτικό στοιχείο όμως εκφράζεται και μέσα από το πολυάνθρωπο κάδρο. Μολονότι η ποιητική του Νικηφόρου είναι σταθερά αυτοαναφορική, ο ποιητής υποτάσσει το ποιητικό εγώ, που ταυτίζεται με
τον ποιητή, στην εικαστική τοποθέτηση του ατόμου σε έναν πολυπληθή
χώρο. Το ποιητικό υποκείμενο εντάσσεται άλλοτε μέσα στο κοινωνικό
σύνολο με μια υπαρξιακή διάσταση16 και άλλοτε μακριά από την κοινότητα, καθώς γίνεται πιο κλειστός ο κύκλος, πιο πυρηνικός.
Άλλωστε, κι αργότερα που ο «νεανικός» μέλλοντας έχει πια αντικατασταθεί με άλλους χρόνους και ο αόριστος κάνει σημαντική είσοδο, ή
όταν τα «πλάνα» του γίνονται ολιγοπρόσωπα, το ποιητικό υποκείμενο δεν είναι μόνο του αλλά μέλος μιας κοινότητας· καταγράφεται ποιοτική στροφή. Ακόμα και το ερωτικό στοιχείο συνδέεται με την κοινωνία και
τον χώρο, ενώ πολιτική διάσταση αποκτούν κι οι μονόλογοι, όταν το
ποιητικό υποκείμενο μιλάει για τον εαυτό του.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

(Απόσπασμα)
…/…
Ποίηση αλλά και πεζογραφία –για να αναφερθώ μόνο στο πρόσφατο και επίσης αυτοβιογραφικό του βιβλίο Αγνώστου Στρατιώτου-
εξωτερικού χώρου, κοινωνική-πολιτική με την αθηναϊκή διάσταση του
όρου, ποίηση που μπορεί και προλέγει ήδη από το 1986: «προδότες,
δολοφόνοι και παράφρονες / νομοθετούν τη μοίρα μας» (από τη συλλογή
Πλοηγός του ονείρου). Ποίηση ονείρου και ιδεών, ποίηση διαδηλώσεων, πλατειών, συναθροίσεων (ή και πλατιών συναθροίσεων), τότε που
οι άνθρωποι τόλμαγαν ν’ αντισταθούν στα δύσκολα ίσως γιατί τους
περίσσευε φρόνηση, καθώς δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Ποίηση με ανάσες της πόλης του -της μοναδικής Θεσσαλονίκης-, την οποία άλλωστε
ουδέποτε εγκαταλείπει παραμένοντας πεισματικά τα τελευταία χρόνια
στα σπλάχνα της: ένας Αρειανός στην καρδιά της Τούμπας:

Αυτός ήταν ο τόπος μου, αυτή η θάλασσά μου, αυτή η γλώσσα
μου και η γραμμή του αίματός μου χιλαάδες χρόνια τώρα απ’ τα
παράλια της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας ως τη μεγάλη πό-
λη των προσφύγων. Εδώ ήμουν προορισμένος να ζήσω, να γράφω
τα βιβλία μου και να πεθάνω,

γράφει μεταξύ άλλων στο εκ βαθέων προλογικό σημείωμά του στη συλλογή ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα… 32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013) (εκδ. Μανδραγόρας, 2013), που θα μπορούσε να αποτελέσει και το 33ο ποίημα του βιβλίου.
Την πόλη όπου ανατέλλουν οι ψυχές και παιχνιδίζουν με τον άνεμο
στον ουρανό διάλεξε να υμνήσει ο Τόλης Νικηφόρου με το έργο του, ταυτίζοντας μοίρα και ζωή μαζί της «στο άπειρο που ονειρεύονται και
ταξιδεύουν» οι ποιητές. Ένα ψηφιδωτό όπου αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, το Ηρώο του Γ Σώματος Στρατού, το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το Σιντριβάνι, ο Λευκός Πύργος, ο Πύργος Τριγωνίου, η Ροτόντα, η Αγία Σοφία, ο χώρος της Έκθεσης, όπως προβάλλει από τη ΧΑΝΘ, η Μονή Βλατάδων… 0 Τόλης Νικηφόρου απολαμβάνει το παράξενο φως σε ρημαγμένες πέτρες, συνομιλεί στα καλντερίμια της προσφυγιάς με τον απέραντο καημό της μνήμης, θυμάται «κάστρα και μαυρισμένα ξύλα / αόρατα τζαμιά, συναγωγές, / αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα, / τάφους και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα / φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά / απ’ την αρχή του χρόνου», αισθανόμενος πως τα χρόνια του έζησε εξόριστος έχοντας ως απαντοχή [δική μου κρίση και συμπλήρωμα] «έναν μισοσβησμένο στίχο / σε μετόπη της
γενέθλιας πόλης».
Τι άλλο από κουράγιο στη ζωή είναι τελικά η τέχνη; Μια απλή, καθαρή, γεμάτη όνειρα γραφή που παίρνει τις λέξεις και τις σκορπά στον άνεμο, προκειμένου να σμίξουν με όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους. Αυτό κάνει θαυμάσια ο Τόλης Νικηφόρου: αναπλάθει διαρκώς ολόφρεσκη την ελπίδα για ένα αύριο που, όσο κι αν είναι άγνωστο και αβέβαιο, εντούτοις θα υπάρξει. Κι αυτό είναι το θαύμα: «Γιατί όσο κι αν είναι αφόρητος ο πόνος και η αγάπη, κάποτε γίνονται ρίζες δέντρου που περιμένει μια καινούρια άνοιξη» (Αγνώστου Στρατιώτου, 2016, σ. 83).

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΟΤ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ (ΜΕ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗ-
ΜΑΤΩΝ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ, ΕΚΔ. ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, 2016)

(Απόσπασμα)

Τα διηγήματα του Τόλη Νικηφόρου στη συλλογή Αγνώστου Στρατιώτου αρχίζουν, τις πιο πολλές φορές, με μια αφόρμηση από το παρόν.
Γυρίζουν με αναδρομική αφήγηση στο παρελθόν, προχωρώντας γραμμικά από εκεί και πέρα την εξέλιξη, για να καταλήξουν και πάλι στο παρόν, με μια παράγραφο γεμάτη συναίσθημα, συγκίνηση, συμπυκνωμένη μνήμη. Άλλοτε πάλι, ξεκινούν από μια εικόνα από το παρελθόν ή από ένα σχόλιο, από μια περιγραφή. Καταλήγουν, σχεδόν πάντα, στο παρόν, με αυτή την κατακλείδα που δείχνει θαυμάσια τον λόγο ή τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν το χέρι του συγγραφέα να καταγράψει εικόνες και περιστατικά, να αφηγηθεί. Ο αφηγητής μιλά με τη φωνή του ενήλικα που κάνει την αναδρομή και, μέσα από αυτήν, προσπαθεί να ενώσει τις φωνές του παιδιού-εφήβου-νεότερου άντρα, καθώς και να αναλύσει τις οπτικές τους μέσα από τη σύγχρονη του οπτική.
Παραθέτω ένα μικρό μέρος από την κατακλείδα της πρώτης, και
σαν εισαγωγής, αφήγησής του:

Γιατί κάπως έτσι αρχίζουν όλες οι ιστορίες. Από το τέλος. Ή μάλ-
λον χρόνια πολλά μετά το τέλος τους. Χρόνια πολλά μετά χαρές
και λύπες, πολέμους και καταστροφές, ζωή και θάνατο. Αρχίζουν
με μια επιστροφή, συχνά οδυνηρή αλλά και λυτρωτική, με μιαν
αναδρομή, με μια βουτιά στο κάποτε άπαν και τώρα τίποτα.
(«Κάπως έτσι αρχίζουν όλες οι ιστορίες», σ. 16)

Τι συμβαίνει τώρα όταν ο ποιητής Νικηφόρου κάνει ποιήματα τις μνήμες-εικόνες του; Με άλλα λόγια, τι συμβαίνει όταν το ποίημα διαλέγεται με το πεζό, με ίδιο ή παρόμοιο θέμα; Ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν η δική μου αφετηρία για να ξεκινήσω μια τέτοια διαδρομή, καθώς βάζει ως προμετωπίδα σε αρκετά διηγήματά του αποσπάσματα από ποιήματα που συνδέονται άμεσα ή πιο έμμεσα με αυτά. Θα δουλέψω συνδυαστικά, λοιπόν:
– Με το διήγημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου», το ομώνυ-
μο ποίημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου» (από τη συλλογή
Ξένες χώρες, 1991), και το ποίημα «Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο» (από τη
συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)
– Με τα διηγήματα «Τα παιδιά της γειτονιάς» και «Το γκαράζ του
Μπεμπελέκου», τα ποιήματα «Γενέθλια πόλη 2» (από τη συλλογή Το
διπλό άλφα της αγάπης, Ί994) και «Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χρι-
στούγεννα» (από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο,1999).
Να τονίσω εξαρχής ότι οι επιλογές μου είναι ενδεικτικές, εφόσον
δεν καλύπτουν το σύνολο των διηγημάτων του Νικηφόρου, πολύ περισσότερο το σύνολο των ποιημάτων του. Επαγωγικά, ωστόσο, λειτουργώντας, μπορούν να δώσουν μια εικόνα για το εργαστήρι του συγγραφέα και τη διαδικασία της γραφής, όταν ο ποιητικός λόγος συναντά την πρόζα και τούμπαλιν.
Το διήγημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου» ξεκινά από το
δύσκολο συναίσθημα της απουσίας της μητέρας και του συνακόλουθου κενού. Πηγαίνει πίσω στα παιδικά χρόνια, όταν εκείνη εγκατέλειψε το σπίτι, και στα συναισθήματα του μικρού γιου, ο οποίος είναι ο αφηγητής. Συναισθήματα δυνατά και κυρίαρχα, τα οποία τον ακολουθούν και ίσως καλύπτουν τις μνήμες από τα χρόνια που η μητέρα ζούσε μαζί τους.
Συνεχίζει με την εποχή που ξανασυναντιέται με τη μητέρα και, ζώντας μαζί της και με τη νέα οικογένειά της, χτίζουν μια καινούργια σχέση ως το τέλος, την αρρώστια και τον θάνατο, και το οριστικό κενό, μαζί με ένα ανεπούλωτο τραύμα:

Κι όμως. Το χάσμα, το κενό μέσα μου εξακολουθούσε να υπάρχει σε όλη την περιπέτεια της ζωής μου. Καλυμμένο και βουβό, ξεχασμένο αλλά καθοριστικό. Το χάσμα που αναδύθηκε στην επιφάνεια και έγινε λυγμός όταν περίπου σαράντα χρόνια αργότερα η μητέρα μου που ζούσε τότε στην Αθήνα μαζί με την οικογένεια της αδερφής μου, αρρώστησε βαριά και κατεβήκαμε με τη Σοφία για να είμαι κι εγώ κοντά της τις τελευταίες της στιγμές.
Τέτοιο σπαραγμό δεν είχα νιώσει ποτέ άλλοτε, ούτε καν όταν είχε πεθάνει ο πατέρας μου. Καθόμουν απέναντι στο κρεβάτι της, κοίταζα τα βαθιά γαλάζια μάτια της και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα δικά μου.
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου», σ. 89)

Και τα δυο ποιήματα γράφονται μετά τον θάνατο της μητέρας.
Εστιάζουν, λοιπόν, στην απουσία,
έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου, μητέρα
(«Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο»)
στον πόνο,
τώρα δεν μένει τίποτα
ούτε το θρόισμα από το φόρεμά σου
μια νότα απ’ τη φωνή σου
μικρό ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)
σε μοναδικές στιγμές της σχέσης τους,
μου λείπει τ’ όνομά μου στα δικά σου χείλη

αυτά που μόνο εσύ για μένα ήξερες
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)

σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως το γαλάζιο χρώμα των ματιών της,
στολίδι της ομορφιάς της, δεσμό με τον αφηγητή που κληρονόμησε το
χρώμα αυτό
τώρα δεν μένει
παρά να σκεπαστώ μ’ αυτό το τίποτα
και στο κενό βουβός να βλέπω
κάποιον θάλεγες πως είμαι εγώ
σαν τον χλωμό αντικατοπτρισμό
μιας παιδικής φωτογραφίας σου
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)
Αν δεν είχε γραφτεί το πρόσφατο διήγημα, δεν θα γνωρίζαμε λεπτομέρειες για τη μητέρα και τις σχέσεις της με τα παιδιά της. Το ποιητικό υποκείμενο, για το οποίο δεν αυθαιρετούμε αν πούμε ότι ταυτίζεται με τον αφηγητή, εφόσον δηλωμένα αυτοβιογραφική είναι η αφετηρία
των διηγημάτων, απομονώνει εικόνες και συναισθήματα που δηλώνουν,
αριστοτεχνικά, τον πόνο του παρόντος. Μικρές νύξεις κάνουν για το
παρελθόν, μάλλον με Θετική επίγευση.
Το ποιητικό υποκείμενο δεν ήταν έτοιμο ή δεν ήθελε να αγγίξει την
υπόλοιπη ιστορία και την υπόλοιπη σχέση.
…/…

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΕΝΑΣ ΟΙΚΕΙΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
(ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ)

(Απόσπασμα)

Υπάρχουν ποιητές που επιλέγουν αυτοβούλως την απόμακρη θέαση της ζωής των άλλων, αποσυρόμενοι σε μια ιδιωτική οδό μη προσπελάσιμη και αναμένοντας (επί ματαίω ίσως) την ανταπόκριση στο έργο τους. Άλλοι πάλι αφήνονται έρμαιο στη βούληση μιας μάζας αδιαμόρφωτης, που επιμένει, ωστόσο, να καθορίζει τα όρια μιας αισθητικής με αμφίβολη αξία. Κι όμως, η θέση του δημιουργού είναι μέσα στην κοινωνία που κλυδωνίζεται, δίπλα στον πάσχοντα άνθρωπο. Να παρατηρεί και να καταγράφει, να εντοπίζει και να προτείνει, να προσφέρει τη μικρή του έστω επιδιόρθωση στις μικρές ή στις μεγάλες καταστροφές και απώλειες. Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου είναι εμφανώς τοποθετημένος σ’ αυτή την οπτική της ποίησης, και με ένα λόγο σύγχρονο, επίκαιρο, ζωντανό αντιλαμβάνεται και την προσωπική ποιητική του προσφορά:

να φλέγομαι ταγμένος
να φλέγομαι και να ονειρεύομαι
με όλες τις αισθήσεις μου
με την ψυχή μου
θα ’ναι δικός μας αύριο ο κόσμος
Και είναι ίσως το σημαντικότερο να μπορείς με όχημα τον ποιητικό σου λόγο να δεις λίγο πιο έξω από το σκοτεινό και στεγανό δωμάτιο μιας ιδιωτικής ενασχόλησης, να αγναντέψεις ανοιχτό ορίζοντα και να δώσεις το μήνυμα για ένα καλύτερο μέλλον. Το ερώτημα, βέβαια, πάντοτε θα είναι πόσοι θα σε ακούσουν. Εδώ εντοπίζεται ίσως η αξία του δημιουργού να μπορεί να κινητοποιήσει αισθήματα, να κάνει κοινωνό του τον άλλο άνθρωπο που αναζητά λόγο οικείο και ζωντανό.
Σκέφτομαι πως τα πιο καλά ποιήματα είναι αυτά που αφηγούνται μια ιστορία, η οποία μπορεί να αντλεί τη θνητή της αφορμή από τον ίδιο τον ποιητή, ωστόσο έχει τη δύναμη να ανταποκριθεί στον αναγνώστη εκείνον που αναζητά την αλήθεια των στίχων, έτσι όπως ο ίδιος τους ερμηνεύει. Και ο Τόλης Νικηφόρου ξέρει καλά πώς να κινητοποιεί την ευαισθησία του αποδέκτη της ποίησής του, χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια. Γιατί του μιλά με ειλικρίνεια αισθημάτων, του λέει μόνο αλήθειες, όπως αβίαστα γράφονται στους στίχους του.
Θα έλεγα ότι ο Τόλης Νικηφόρου είναι πρωτίστως ποιητής, αν και
πολλά είναι τα πεζά που έχει γράψει. Έτσι όπως μας δίνει τον ποιητικό του λόγο με μια αθωότητα πεζής κουβέντας σε φίλο και οικείο πρόσωπο. έτσι και διοχετεύει τον ποιητικό αέρα του εσωτερικού ρυθμού στα πεζογραφήματά του, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι γι’ αυτόν είναι ίσως ασαφή τα όρια ανάμεσα στα δύο αυτά είδη. Άλλωστε, η παρατηρητικότητα είναι μία από τις αρετές του δημιουργού, είτε του ποιητή είτε του πεζογράφου. Μαζί με την ικανότητα να μεταφέρει αυτό που παρατηρεί στον αναγνώστη του με όλη την ιδιαίτερη αίσθηση που του δημιούργησε, με όλο το συναισθηματικό βάρος που εμπεριέχει η εικόνα και η στιγμή. Κομμάτια και αποσπάσματα πραγματικής ζωής είναι που καταθέτει ο Τόλης Νικηφόρου, με τη μαγεία της αλλά και με την οδύνη της. Ο ποιητής/πεζογράφος ανοίγει τον δικό του κόσμο και μας παίρνει από το χέρι. Συχνά θα πιστεύουμε πως μας τοποθετεί μέσα στις
λέξεις του, μας κάνει μέρος του τοπίου που αφηγείται, είτε πρόκειται για ποιητικό είτε για πεζό. Δεν είναι λίγο αυτό και ενδεχομένως εκεί να εντοπίζεται και η διαφορά που ξεχωρίζει έναν σπουδαίο δημιουργό ανάμεσα στους πολλούς.
Πώς γράφεται, αλήθεια, αυτή η ποίηση; Πώς φθάνει η λέξη στο χαρτί; Νιώθεις, σαν διαβάζεις τον Τόλη Νικηφόρου, ότι έχει πιάσει το νήμα του λόγου από τις πρώτες του γραφές και μέχρι σήμερα συμπληρώνει διαρκώς αυτό το ένα ποίημα που κάποτε ξεκίνησε:

το ποίημα επιλέγει τον δικό του χώρο για να γεννηθεί, είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας, κυκλοφορεί στο υπόγειο και λούζεται με φως στο υπερώο, διαβάζει ένα ένα τα χειρόγραφά μας, αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές που ταξιδεύουν μέσα μας. και πίνει για να μεγαλώσει, γι’ αυτό και είναι πάντα μεθυσμένο, το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί, όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει.

Και μάλλον σκέφτομαι πως είναι το ποίημα που τον γράφει, τον καθοδηγεί, παρά αυτός που γράφει το ποίημα. Όχι, δεν εννοώ καθόλου κάποιο είδος στράτευσης, μια που η σκέψη του Νικηφόρου είναι έξω από δεδομένα σχήματα και δεν υπακούει σε κάποιες εντολές διατεταγμένης υπηρεσίας. Εννοώ περισσότερο αυτή τη βαθύτατη ανάγκη της έκφρασης που τον κάνει να δημιουργεί, που τον κατευθύνει στον δρόμο της αληθινής δημιουργίας. Αυτή την ανάγκη υπηρετεί και πάνω στα χνάρια της βαδίζει με συνέπεια εδώ και πενήντα συναπτά έτη. Και συνεχίζει:
εκείνος που κανένας δεν γνωρίζει
θέλει κι άλλα βιβλία
θέλει από σένα κι άλλο αίμα
…/…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ
Η ΥΣΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ. 2007-2015

(Απόσπασμα)

Εισαγωγικά

Το καλοκαίρι του 2004, σε ένα άρθρο μου για την ποίηση του Τόλη Νικηφόρου έγραφα1: «μπορεί να ισχυριστεί κανείς βάσιμα ότι ο Νικηφόρου
αποτελεί μια ποιητική έκπληξη: τη στιγμή που οι περισσότεροι ποιητές σιγούν μετά από κάποια ηλικία, ο ίδιος παρουσιάζει ένα ανανεούμενο έργο που εξελίσσεται ανοδικά τα τελευταία χρόνια, έτσι που η Κριτική περιμένει ανυπόμονα την κάθε επόμενη συλλογή του που πάντα προσθέτει αντί να επαναλαμβάνει ή να είναι ποιητικά αδιάφορη. Ο υπογραφών περιλαμβάνεται στους αναμένοντες αναγνώστες της απόλαυσης της ποίησής του και κρυφακούει από μακριά κάποια λίγα ακόρντα που παίζουν στην ποιητική κιθάρα τα δάχτυλα του ποιητή, ανυπομονώντας πότε θα αρχίσει πάλι να παίζει τις ολοκληρωμένες του συνθέσεις». Το άρθρο παρακολουθούσε την ποιητική πορεία του Νικηφόρου, από την πρώτη του συλλογή (Οι άταφοι, 1966) μέχρι την (τότε) τελευταία του (Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, 2002), με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητή από την Νέα Πορεία του (ζώντος τότε) Τηλέμαχου Αλαβέρα, με τίτλο Ο πλοηγός του απείρου, το 2004. Η τελευταία παράγραφος του άρθρου έθετε το ζήτημα της σχέσης της ηλικίας του ποιητή με την ποιητική έμπνευση (και γενικότερα, καλλιτεχνική δημιουργία), η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων βαίνει μειούμενη και συχνά μηδενίζεται με τα χρόνια (ή δεν μηδενίζεται, αλλά συντελεί σε έργο χαμηλότερης ποιότητας από εκείνο που έδωσε ο ποιητής στην ηλικιακή κορύφωσή του) και στην πραγματικότητα υπαινισσόταν ότι ο κριτικός επιφυλάσσονταν να δει αν το επόμενο έργο του ποιητή θα προσθέτει στο δημοσιευθέν έργο του, αν θα επαναλαμβάνεται ή αν θα είναι ποιητικά αδιάφορο.
Και να που περάσανε από τότε 12 χρόνια και έρχεται η ώρα να δούμε τη συνέχεια της ποιητικής πορείας του Νικηφόρου μέσα από τις κατοπινές του ποιητικές συλλογές και να απαντήσουμε έτσι στο προηγούμενο ερώτημα, παρακάμπτοντας το πεζογραφικό του έργο, το οποίο εξέδωσε στο μεταξύ.

Μυστικά και θαύματα, 2007
…/…
Εδώ, η ουτοπία είναι πια, το 2007, μια μακρινή υπόμνηση: αναφέρεται μόνον 2 φορές, στο τέλος της συλλογής, στο ομώνυμο ποίημα «Ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας», όπου:

πια δεν υπάρχει τόπος, πια δεν υπάρχει χρόνος, πια
δεν υπάρχει φως, για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα,
πως χάθηκαν τα ονόματα, πως έλιωσαν τα μάρμαρα, πως
σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες
[…]
Έτσι, τα «μυστικά και θαύματα» είναι «πια» μια νοσταλγία της μνήμης (οι εφηβικοί φίλοι, τα παιδιά της γειτονιάς του ποιητή, οι νεανικοί έρωτες, το χώμα της πλατείας) και μια αντίστιξη μεταξύ της ζωής και του θανάτου, του «προαιώνιου θ», της ζωικής κατάφασης και της στιγμής του τέλους.
Κι εδώ, όπως και στις προηγούμενες συλλογές, το «φως» παίζει
κομβικό ρόλο: αναφέρεται σε 30 περιπτώσεις στα 32 ποιήματα της συλλογής, ένα φως που «με χίλια χρώματα ονειρεύεται». Αντίστοιχα, η μνεία διαφόρων χρωμάτων (λευκό, γαλάζιο, βαθύ γαλάζιο, μπλε, πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, γκρίζο, μαύρο) είναι επίσης παρούσα σε άλλες 30 περιπτώσεις, εξειδικευμένες: οι λέξεις και οι λάμψεις είναι «κίτρινες» όπως και το «ξωτικό της Εγνατίας», το όνειρο γίνεται «κόκκινο και βαθύ γαλάζιο», οι «πράσινες κερκίδες του ουρανού, τα τεφρά βουνά, το μαυροπράσινο των δέντρων, το βαθύ γαλάζιο του ουρανού, το γκρίζο τίποτα στο χώμα, η πράσινη αγκαλιά», ενώ αυτή καθ’ εαυτήν η λέξη χρώμα παρουσιάζεται 13 φορές. Το κλειδί για τον αναγνώστη βρίσκεται στους εξής στίχους:
Τα χρώματα είναι μνήμη
Τα χρώματα είναι φως
Οι συμβολισμοί των χρωμάτων έπαιζαν και παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ποίηση του Νικηφόρου. Η σιγή είναι «μαύρη», η καρδιά του χρόνου κόκκινη», το χώμα «κόκκινο», το αμίλητο «γκρίζο», τα αινίγματα «πράσινα» κ.ο.κ. Το φως επίσης έχει τους δικούς του συμβολισμούς: πότε «το μακρινό εκείνο μάταιο φως», πότε η αθωότητα «σκορπίζει το δικό της φως, ολοφάνερο και μυστικό», πότε το κόκκινο φόρεμα γίνεται «εμβατήριο, συμπυκνωμένο φως», πότε «με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως», άλλοτε υπάρχουν «χιλιάδες χρώματα μέσα στο φως, άνθη της μνήμης».
…/…

Το μυστικό αλφάβητο, 2010

Κι εδώ τα χρώματα και το φως παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Ο κόσμος είναι «μαγικός» «μέσα στο πράσινο και το βαθύ γαλάζιο του», το φθινόπωρο «με χρώματα βαθιά, ηδονικά, ανερμήνευτα… γλιστράει από τις χαραμάδες… σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό» και «το φως γίνεται σύννεφο». Η νύχτα «αστράφτει μες στο δικό της φως», το σούρουπο «ένας γαλάζιος άνεμος ανάβει ξαφνικά τα φώτα του ουρανού», όταν χάνεται η πόλη μέσ’ στα φώτα της «άρχισε να χιονίζει ο ουρανός κόκκινα και γαλάζια ξέφτια στα μαλλιά» της αγαπημένης, άλλοτε ο ουρανός κατεβαίνει αργά και γίνεται «στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα», η αγαπημένη έχει ένα «κάτι» στη φωνή της κι ο ποιητής ξεσπάει:
Μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου, θαμπό σαν τη φωτιά
μέσα στα χόρτα που έρπει και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και
το χρώμα της…

Επίλογος
Και για να επανέλθουμε στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε επισκοπώντας το ποιητικό έργο του Νικηφόρου τα τελευταία χρόνια, από το 2004 μέχρι το 2015, αβίαστα καταλήγουμε ότι ο ποιητής μπορεί να θεωρηθεί ως ο χαλκέντερος της ποίησης, καθώς εκεί που στερεύει η έμπνευση στους περισσότερους ποιητές, εκείνος εξακολουθεί να γράφει και να εκδίδει. Ποιητικό αίτιο της γραφής του ο έρωτας, η μνήμη, τα παιδικά χρόνια, η πόλη Θεσσαλονίκη, οι πρόγονοι του, το πατρικό σπίτι.
Κάθε νεότερη συλλογή του, χωρίς να αποκολλάται από την αντιπροσωπευτική αυτή βασική του θεματολογία, προσθέτει και κάτι καινούργιο: στα Μυστικά και θαύματα την απεξάρτηση από την «ουτοπία»,
στο Μυστικό αλφάβητο τη σημασία και το ειδικό βάρος της λέξης «σ’ αγαπώ», στην Κιμωλία στον μαυροπίνακα τη ματαιότητα των συμβόλων και στο Φωτεινό παράθυρο τη σχέση έρωτα – γραφής και θανάτου. θέλω να πιστεύω ότι και πάλι βρισκόμαστε σε στάση αναμονής, σε αναμονή της επόμενης…

 

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΣΤΟ 2ο ΣΔΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο Τόλης Νικηφόρου είναι ένας από τους ποιητές στους οποίους εδόθη η χάρη να μιλήσουν απλά και να φτάσει ο λόγος τους στο ευρύτερο κοινό, χωρίς να ευτελίζεται και να γίνεται απλοϊκός. Η ποίησή του έχει τη δύναμη αθόρυβα, ταπεινά, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αμεσότητα να κουβεντιάζει με τον κάθε άνθρωπο για τα μεγάλα θέματα της ζωής και της ύπαρξης: την αγάπη, τον έρωτα, το πάθος, την απώλεια, το πένθος, τον φόβο του θανάτου, το όνειρο, την αναζήτηση της ταυτότητας, την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης που όσο ζει γνωρίζει την τελεσίδικη ύπαρξη του επικείμενου τέλους της. Διαβάζοντας τα ποιήματα του Νικηφόρου ο αναγνώστης, ακόμη και ο μη μυημένος στα μυστικά της ποίησης, μπαίνει σε ένα οικείο κλίμα και αισθάνεται ότι τον περιέχουν και τον αφορούν.
Αφορμή για αυτό το σύντομο σχόλιο έδωσε μια μικρή ανθολογία που έφτιαξαν οι 24 εκπαιδευόμενοι του 2ου Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Θεσσαλονίκης, ηλικίας από 20 μέχρι και 60 ετών, πριν από δύο χρόνια, έτσι σαν ένα στοίχημα, ένα πείραμα ή, αν το προτιμάτε, σαν ένα παιγνίδι. Οι περισσότεροι από