Category Archives: ΠΟΙΗΣΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

1-ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στη Λύση το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Είναι κάτοχος πτυχίου M.A. στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία και Ph.D. στη Λογοτεχνία. Εργάστηκε ως Πολιτιστικός Λειτουργός στον Δήμο Λάρνακας και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπου κατείχε τη θέση του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Εργάστηκε, επίσης, στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, όπου κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου.
Διετέλεσε πρόεδρος και μέλος σε διάφορα συμβούλια πολιτιστικών σωματείων, πρόεδρος και μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και από το 2013 είναι Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.
Μερικές από τις ποιητικές του συλλογές μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία. Τιμήθηκε με κρατικό έπαινο και κρατικό βραβείο ποίησης.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Όμορφη χώρα, Κύπρος 1967
Ο δρόμος, Κύπρος 1970
Αυτοβιογραφία, Κύπρος 1972
Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι, Κύπρος 1980
Τα δέντρα στο βορρά, Κύπρος 1981
Περαστική άνοιξη, Κύπρος 1984
Σκαλιώτικα σχέδια, Κύπρος 1987
Η στέρνα των ερώτων, Κύπρος1987
Το σπίτι κι ο χρόνος, Κύπρος 1990
Ποιήματα 1980-1990 (συγκεντρωτική έκδοση), Κύπρος 1993
Το νερό της μνήμης, Λευκωσία 1998
Από το Ελάχιστο, Λευκωσία 2001
Αναμονή βροχής, Ποιήματα 1980—2001, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008
Μες στη ροή, ποιήματα, Δίβατον, Λευκωσία 2009
Το ημιτελές ποίημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τα κλεμμένα σταφύλια, Κύπρος 1985

ΜΕΛΕΤΕΣ

Παύλος Λιασίδης, Η δύναμη του ποιητικού ταλέντου, Κύπρος 1995

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Εκατό χρόνια ρωσικής ποίησης, ανθολογία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 1989
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια – εισαγωγή –
μετάφραση – σχόλια, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995
Ατάλ Μπιχαρί Βαζπεί\ 21 ποιήματα, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού –
Πολιτιστικές Υπηρεσίες, Λευκωσία 2002
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα, ανθολογία — εισαγωγή — μετάφραση
σχόλια, Εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα 2004
Σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι ποιητές Απόπειρα επικοινωνίας, Τόπος 2010

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0003

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0006

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0004

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0005

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0002

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0001

Το ημιτελές ποίημα 2014

 

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Ένας γορίλας στο ζωολογικό κήπο του Βερολίνου
περιφέρεται οργισμένος μέσα στον περίκλειστο
από τοίχους και σίδερα λάκκο του. Μας κοιτάζει
με βλέμμα σκοτεινό, όπως ο φυλακισμένος σε ισόβια.
Σίγουρα έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασής του
και μισεί τη μοίρα του, όπως κι εμάς,
που τον κάναμε θέαμα.

Αν μπορούσε να μας φωνάξει κατάμουτρα
αυτά που σκέφτεται για μας
δε θα ξέραμε που να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Πιο πολύ όμως θα ήθελε να βρεθεί ελεύθερος
έξω από το λάκκο του
και σαν ένας φοβερός θεός, απελευθερωμένος,
να μας σκορπίσει όλους δεξιά κι αριστερά
και να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας,
πάνω από την περίφραξη του κήπου, τους δρόμους,
τα σπίτια, τις πολυκατοικίες, τα εργοστάσια,
τα τρένα και τα αυτοκίνητα

και να βρεθεί μέσα στο παρθένο του δάσος
χίλια χρόνια πριν απ’ όλα τούτα, μόνος,
πρόσωπο με πρόσωπο με το θεό του.

2012

 

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

Στη Νόνα

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος.
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.

Μες στη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί
σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη
μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι
κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση
των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι
όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό
και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα.

Είναι κι ένα παιδί
που στη μια και στην άλλη γλώσσα
μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου.

Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

2013

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.
Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του.

Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί
-τόπο χαμένο μες στη Μικρασία-
να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,
τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…

Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων
γυρίζουν σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,
σαν μουσικές μες στον αγέρα,
κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί
μες στην ομίχλη του χρόνου.

Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ
και τα περασμένα χρόνια
μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.

Περπατώ μέσα σ’ έναν κόσμο
που είναι την ίδια στιγμή
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,
δάσος από ανθρώπους,
πράγματα και μνήμες…

 

ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Μπροστά μου,
πάνω στο γραφείο που εργάζομαι,
βρίσκονται παραταγμένα σε σειρά
διάφορα άψυχα πράγματα: τρεις μικρές πέτρες
που κουβάλησα από τρεις θάλασσες
δυο θραύσματα ηφαιστειογενών πετρωμάτων,
που περιμάζεψα από τα κράσπεδα
δυο μακρινών ηφαιστείων,
ένα κομμάτι παλιού κεραμικού
με κάποια ίχνη κλασικότροπης διακόσμησης,
που ξεκόλλησε από παλιό κτίριο μεγαλούπολης
που με φιλοξένησε για χρόνια,
ένα κομμάτι σίδερο κι ένα άλλο από χαλκό,
που μάζεψα από μηχανουργεία
κι οικοδομές που δούλεψα κάποτε…

Είναι όλα εδώ μπροστά μου, χρόνια τώρα.
Τις μέρες φωτίζονται από το βόρειο φως
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο,
τις νύχτες απ’ το φως της επιτραπέζιας λάμπας.
Κάποτε απλώνω το χέρι μου και τα αγγίζω,
τα ανακατεύω σαν τις αναμνήσεις από μακρινά ταξίδια
κι ύστερα τα επανατοποθετώ στις θέσεις τους.

Το καθένα είναι και μια ιστορία,
με την αρχή, το τέλος, τη διάρκειά της….

Το καθένα κρύβει μέσα του μια ζεστασιά,
ένα ίχνος ψυχής, μια σπίθα φωτιάς,
μια αίσθηση σταθερότητας
μέσα στην ανελέητη ρευστότητα του κόσμου,
μια ανθρώπινη ανάσα, μια χειρονομία
που προεκτάθηκε στο χρόνο.

Το πιο σημαντικό, ωστόσο,
είναι που τα άψυχα τούτα πράγματα
μπορούν να γίνονται μνήμες, λόγια και μουσικές,
χάρτες των διαστάσεων του κόσμου
και του βάθους της μνήμης,

να δίνουν την αίσθηση της διάρκειας του χρόνου
στο τέλος μια άλλης εφήμερης μέρας.

 

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

Οκτώβριος 2010

 

ΚΥΚΛΟΣ

Τίποτε δεν έχει τελειώσει.
Ξαναπερνούν και θερίζουν οι τυφώνες,
αναταράζουν τα σπλάχνα της γης οι σεισμοί,
ξυπνούν ξαφνικά οι επαναστάσεις
κι ανεμίζουν το ματωμένο τους λάβαρο
για να δοξάσουν και πάλι το όνειρο…

Ακόμη και οι θεοί που πέθαναν
έρχονται ξανά με καινούργιο πρόσωπο.

Και μας βρίσκουν πάντα τους ίδιους,
όσο κι αν είμαστε διαφορετικοί.

 

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1974

Σαν τέλειωσε ο πόλεμος
ήρθε στη Λάρνακα
με τη μορφή πλοίου σοβιετικού
ο Γεωργιανός ποιητής Σιότα Ρουσταβέλι
και μας πήρε για την Οδησσό.
Στην Κωνσταντινούπολη έκανε στάση.
Βγήκα στον δρόμο,
ένα λεωφορείο έκανε τη διαδρομή
ΚΕΡΥΝΕΙΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ
και τη διαφήμιζε ελληνικά.

Ήθελα να το σταματήσω,
να πω στον οδηγό
πως δεν υπάρχει πια αυτός ο δρόμος,
πως είναι κομμένος
με νεκρούς και οδοφράγματα,
ήθελα να του πω ν’ αλλάξει διαδρομή.

Ήθελα, μα δεν σταμάτησε. Έτρεχε,
έτρεχε αναπτύσσοντας ταχύτητα,
οδηγώντας την εγκλωβισμένη μέσα του ζωή μας
σε μια πορεία στην άκρη του γκρεμού,
διαγράφοντας ιστορία και γεωγραφία,
έργα ανθρώπων και χειρονομίες…

Ήτανε πια κι αυτό μέρος της ιστορίας
κι έτρεχε, έτρεχε όπως ο χρόνος, αμείλικτα,
δίχως να κοιτάζει πίσω…

 

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Στον Χρίστο Χατζήπαπα

Τόσα χρόνια μέσα στο πηγάδι
κι ούτε μια χούφτα νερό να τους δροσίσει,
ούτε ένα δάκρυ πόνου να τους ράνει,
μήτε ο ήλιος να τους αγγίζει μήτε η βροχή,
μόνο ο χρόνος να τους τρώει τη σάρκα
και τα κόκαλα να πριονίζει.

Κάποτε ένα φίδι,
κάποτε ένα τρωκτικό
και τα υπόγεια σκουλήκια.

Λίγες σταγόνες βροχής σε βροχερούς χειμώνες
και μια ηλιαχτίδα τη μια και μοναδική
μεγάλη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου
να τους επισκέπτεται.

Τίποτε άλλο.
Μήτε χόρτο χλωρό,
μήτε λουλούδι,
μήτε άρωμα.

Τόσα χρόνια τώρα
να χρεώνουν τους ζωντανούς,
να χρεώνουν τον τόπο
και να χρεοκοπούμε όλοι μας.

Ιούλης 2010

 

Ο ΔΩΡΟΣ

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε
στην καρδιά του -εκείνες τις δυο ώρες
μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού
της διακοπής από τη σκοπιά- ήρθε
και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,
αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,
εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…
Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,
μα η φωνή μου δεν έβγαινε, σάμπως να βρισκόμουν
μέσα σε βαθύ πηγάδι
και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.
Κι εκείνος με ακλουθούσε.

Σαν μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα
-ήτανε Αύγουστος- εκείνος
βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ
προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,
μα δεν μπορούσα να βγω.

Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.
Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα
κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο
πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι
κι αναζητώ διέξοδο.

Κάθε φορά από την αρχή.

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
μετά τον πόλεμο. Την ώρα του πολέμου
τίποτε δεν χτίζεται,
μόνο χαλιέται. Ακόμη και οι νεκροί
δεν αξιώνονται ένα αποχαιρετιστήριο φιλί,
έναν λόγο, ένα δάκρυ, έναν τάφο. Τίποτε.

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
όταν αρχίσουν οι περιπέτειες του πρόσφυγα,
ο δύσβατος δρόμος του ακρωτηριασμένου,
η αναζήτηση των νεκρών. Γράφονται
όταν οι δρόμοι γεμίζουν
με πικραμένους του χάρου.

Τότε γράφονται τα ποιήματα για την ειρήνη,
μα τι να τα κάνεις; Ούτε κανένα φέρνουν πίσω,
μήτε και τον επόμενο πόλεμο μπορούν να ματαιώσουν.
Αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, θα γίνει
για αποκατάσταση της δικαιοσύνης
και για την ειρήνη.

Τελικά και τα ποιήματα για την ειρήνη
είναι κι αυτά μέρος της τραγωδίας,
χρειάζονται για την ολοκλήρωση της πράξης
και την καταγραφή της στην ιστορία.

Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010

 

ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ

Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,
πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα
και συναντιούνται στον αέρα,
κάθονται ύστερα πάνω στη γη
που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,
πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,
περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια
τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους
μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.

Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί
και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους
μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.

Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας
είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,
όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει
το άλλο να έρθει να το σφίξει.

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Πολλές φορές τον χρόνο το φεγγάρι
κάνει τον κύκλο του
και γίνεται πανσέληνος.
Το επιθανάτιο χλωμό του φως
πέφτει πάντα το ίδιο πάνω στον κόσμο,

όμως ο κόσμος κάτω
είναι κάθε φορά διαφορετικός,
το φως διαγράφει άλλα περιγράμματα,
σκιάζει άλλους τάφους, άλλα ερείπια
σε γειτονιές πολέμων,
σε συνοικισμούς προσφύγων,
άλλους κρατήρες, άλλα ναυάγια…

Και κάθε φορά
που επαναλαμβάνεται η πανσέληνος
γίνονται όλο και πιο άσπρα
τα κόκαλα των άταφων νεκρών.

Αύγουστος 2010

 

Μες στη ροή (2009)

 

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Μες στα σκοτεινά πηγάδια και στα βαθιά νερά
όπου πρωτογεννιούνται του κόσμου τα στοιχειά,

στης ιστορίας το σκίρτημα, στου μύθου τις πηγές,
στων ηφαιστείων τη λάβα, στις άγριες φωτιές,

όπου φωνάζει το αίμα και μιλούνε οι νεκροί,
τα θεμέλια κείτονται της μνήμης κι οι μικροί θεοί.

Εκεί πηγάδια ανοίγω για το μαγικό νερό
και βρίσκω δράκου πόδι, στόμα αχόρταγο.

Η φωνή μου σβήνει σ΄ άγριο βουητό,
σε τρόμο για το θάνατο, για το άγνωστο.

Δρόμοι σκοτεινοί της ύπαρξής μου, αδιέξοδοι,
μέσα μου φυλακισμένοι, αφιλόξενοι,

θα μιλήσουνε μια μέρα με τη μουσική τους
και θ΄ ανοίξουν δίχως λόγια τη μυστική πηγή τους

κι ό, τι έχει μέλλον θα φανεί διάφανο
κι ό, τι είναι του θανάτου θα πάει στο θάνατο.

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Ο νεκρός εκείνης της άνοιξης ήταν νέος
κι ωραίο παιδί, καμάρι των γονιών του
κι έρωτας κρυφός των κοριτσιών.

Μα τόσο νέος πώς να κρατηθεί μέσα στην κάσα του!
Άδεια την κουβαλήσανε στην εκκλησιά,
άδεια την κατεβάσανε στον τάφο.
Αυτός βγήκε κρυφά και γύριζε στους δρόμους
ντυμένος την πιο καινούρια του αλλαξιά,
με πρόσωπο βαθιά θλιμμένο
και μια πληγή ανοιχτή κάτω απ’ το στήθος
απ’ όπου βγήκε και του ‘φυγε η ψυχή.

Με παρουσίες που όλο πύκνωναν τα βράδια
γέμισαν οι δρόμοι.
Λέξεις πολλές μέσα στο λόγο των ανθρώπων
άρχισαν να σημαίνουν θάνατο.
Έγινε κι αυτός πρόσωπο του χωριού,
σαν το γέροντα του διπλανού σπιτιού,
τον ιερέα, το δάσκαλο ή το μαύρο γύπα
στην κορυφή του κυπαρισσιού στο κοιμητήρι.

Από τότε κάθε άνοιξη
πεθαίνει μέσα μου ένας νέος.
Ο θάνατος ειρωνεύεται την ταραχή μου
και ο θεός αθέατος σιωπά.

 

ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΣΕ ΜΕΡΑ ΒΡΟΧΕΡΗ

«Βρέχει, πατέρα».
«Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω».
(Διάλογος του ποιητή με τον πατέρα του)

Στον τόπο μας είναι λίγες οι βροχές, πιο πολλή
η κάψα του ήλιου κι η αιώνια σκόνη
που σκεπάζει ιστορία και μύθο.
Κι όμως τη μέρα εκείνη της κηδείας
έβρεχε ασταμάτητα από το χάραμα.
Βρεχότανε ο κόσμος όλος κι όσοι μαζεύτηκαν
να συνοδεύσουν το νεκρό στον τάφο.

Μισοβρεγμένο τον πήγαμε στην εκκλησιά,
καταβρεγμένο τον εβάλαμε στο λασπωμένο χώμα.
«Είναι η ευλογία του Θεού», λέγαν οι γέροντες,
«είναι η συγχώρεση στις αμαρτίες του…».
Μα ήτανε τόσες πολλές οι αμαρτίες του
ή μήπως η ευλογία του Θεού ήτανε τόσο μεγάλη
για να χαρεί κι η διψασμένη γη μας!…
«Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…»
Ποιος αξιώθηκε τόση ευλογία!

Πόσες φορές είχε σπείρει όλο το βιος του
και περίμενε τη βροχή να το πολλαπλασιάσει.
Έβγαινε μες στο χάραμα κι άπλωνε τα χέρια
ικετεύοντας να φυσήξει ο αγέρας
να φέρει το σύννεφο, να φέρει ψωμί για τα παιδιά…

Κι όση βροχή του αρνήθηκε ο Θεός
του την έδωσε όλη μονομιάς την τελευταία του μέρα.

 

ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΘΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

Καίγεται στις όχθες των ποταμών με τους νεκρούς,
κυλά με την τέφρα τους μες στα νερά,
κάθεται μέσα στον κάθε σβώλο γης,
στο κάθε φύλλο, στον ανθό και τον καρπό.

Κυκλοφορεί στις αγορές με τους ζητιάνους,
τους πωλητές, τα πλήθη των ανθρώπων,
τις αγελάδες, τα γουρούνια, τους ελέφαντες
τους σκύλους, τους πιθήκους, όπου ξαφνικά
μια νεκρική πομπή ανοίγει δρόμο.

Υπάρχει ακόμη στους ναούς με τους ζωόμορφους θεούς
και στα πολλά ομοιώματά τους
που φτωχοί τεχνίτες φτιάχνουνε για τους τουρίστες.

Πουθενά αλλού δε συναντάς τόση ποσότητα Θεού
που ακόμη κι αν δεν πιστεύεις
τον βλέπεις να αγκομαχά σα βόδι
σέρνοντας καθημερινά το άροτρο της ζωής.

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

 

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Στη Νόνα, που μου έδωσε την ιδέα

Τον είδα παντού. Στα ιερά του Πάπα και του Πατριάρχη,
στους βουδιστικούς ναούς της Κίνας με τις πολλές λαμπάδες
και στους ινδουιστικούς των Ινδιών με τα πολλά πρόσωπα
και τα μαραμένα λουλούδια των προσκυνητών.
Μια κούκλα είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος
τον κρατά από το χέρι και το σέρνει
στους δρόμους της δικής του αγωνίας.

Μικρό το νανουρίζει σαν παιδί στην κούνια,
έφηβο το θαυμάζει για τη δύναμή του,
γέροντα το φοβάται για τη σοφία του.
Το λούζει, τον αρωματίζει, το στολίζει,
τον ντύνει στα χρυσά, τον αγαπά,
θυμώνει και το βάζει στη γωνιά,
το θάβει και τον ανασταίνει,
τον οδηγεί στον πόλεμο, τον προσκαλεί
στη γέννηση, στο γάμο, στην κηδεία.

Μια κούκλα είναι ο Θεός με χίλια πρόσωπα
κι έχει ο καθένας το δικό του. Με τον καιρό
τον κάνει να του μοιάζει.
Γίνεται και παιδί του και πατέρας και κριτής του.

 

Η ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Σκόνη, σκόνη, σκόνη παντού.
Φυσά ο αγέρας της ερήμου ως εμάς
και την ταξιδεύει άπλυτη
πάνω απ’ τη θάλασσα.

Ταξιδεύει σαν τα διαβατάρικα πουλιά
μα δε διαβαίνει. Εδώ κάθεται.
Ταξιδεύει σαν τα αποδημητικά πουλιά
μα δεν αποδημεί. Μένει.

Έρχεται σήμερα, χθες, από πάντα
και κάθεται πάνω στα μάρμαρα
και στα μωσαϊκά. Καλύπτει τα χρώματα,
εισχωρεί μέσα τους, γίνεται μέρος τους.

Αιώνες η έρημος
μαζεύεται μέσα μας.
Τώρα μονάχα ένας κατακλυσμός
μπορεί να μας ξεπλύνει.

 

ΜΗΝ ΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που ταξιδεύουνε με τη σοφία αστροναύτη
και σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές
και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που πρώτα γνώρισαν την αρμονία
και την ενότητα του κόσμου,
πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν
και παίρνει και φέρνει τη ζωή,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που έρχονται να πιουν νερό
και να γευτούν πράσινο χόρτο,
ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους
λίγη χαρά και λίγη θλίψη
να δίνουμε με το φευγιό τους
υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
κινούν το χρόνο και τις εποχές
κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή
και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
μην τα πυροβολείτε.

 

ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ

Μπορεί να πάρεις την απόφαση
να πορευτείς σε λάθος δρόμο
είτε να μπεις σε λάθος πόλεμο
και προχωρώντας
να κερδίζεις καθημερινά και κάποιες μάχες.

Με τις επιτυχίες σου αυτές
μπορεί να επαίρεσαι
νομίζοντας πως προχωρείς μπροστά,
αγνοώντας πως σε μια πορεία με μικροκέρδη
θεμελιώνεις τη μεγάλη
κι αναπότρεπτη ζημιά.

Το πιο τραγικό είναι, ωστόσο,
όταν καταλάβεις πού πηγαίνεις –
δέσμιος των επιλογών σου πια –
να συνεχίσεις να πανηγυρίζεις
μ΄ αυτές τις μικρονίκες
που όλο και πιο κοντά σε οδηγούνε
στη μεγάλη κι αναπότρεπτη σου ήττα.

 

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Σα φύλλα σε στάσιμα νερά επιπλέουν
ονόματα ατεκμηρίωτων αγίων και ηρώων,
εμπορικοποιημένες πράξεις άλλων εποχών,
προσοδοφόρες επενδύσεις συνθημάτων –
αλαλαγμοί νίκης σε μια πορεία ήττας.

Ιστορικός ο τόπος κι ανιστόρητος.
Κάθε φορά πιστεύει πως ξεκινά κάτι καινούριο
ενώ συνεχίζει να ξύνει μια παλιά πληγή.

Τώρα πια ούτε που τολμούμε να ομολογήσουμε
πως μέσα σε όλα τούτα άλλο τίποτε δεν κάναμε
από το να εξαργυρώνουμε συνέχεια
την παραφουσκωμένη προσφορά μας
με ότι είχε πέραση κάθε φορά, έτσι που τώρα
καταντήσαμε χρεωμένοι κι από πάνω.

Βαραίνει η ψυχή μας και πώς να πετάξει
όταν το σώμα ασήκωτο πια
φυτεύεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα!

2004

 

ΞΕΝΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ

«Η αλήθεια είναι» – είπε ο ξένος συνομιλητής μου –
«πως εσείς μπορεί να φύγετε ή να ‘ρθουν άλλοι
και να πάρουνε τα σπίτια σας,
μα τούτες οι αρχαίες κολώνες και το θέατρο
κι η αγορά με τα μωσαϊκά και τα αγάλματα,
πάλι εδώ θα είναι – μια πρόκληση
για τους αρχαιολόγους και τους τουρίστες –
κι αυτός ο ήλιος του καλοκαιριού
κι η θάλασσα τις νύχτες με το φεγγάρι
που κρεμάζεται από πάνω της ολόχρυσο πανέρι,
όλα εδώ θα είναι, αρχαία και σημερινά,
όπως ο χρόνος, που σαν παιδί
γεννιέται με τον ήλιο κάθε αυγή.
Κι όσο και αν σου φαίνεται τούτο κυνικό,
όλα αυτά θα δίνουν πάντα μια καλή προοπτική
γι΄ ανάπτυξη και για τουριστική αξιοποίηση».

«Το ξέρω, αυτό είναι σκληρό για σένα» – πρόσθεσε –
«που έχεις τις ρίζες σου εδώ τόσους αιώνες,
μα μόνο ο τρελός νομίζει πως το δίκαιο ή ο Θεός,
είτε ακόμη η ίδια η ιστορία του,
μπορούνε να τον προστατεύσουν σ΄ ένα κόσμο
με τόση δύναμη στα χέρια του,
με τόσο πλούτο
και με ψυχή τόσο φτωχή!».

 

ΠΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στους τοίχους του χωριού
μισοδιαβάζονται ακόμη τα παλιά συνθήματα,
προβάλλουν οι σκιές αυτών που ‘φύγαν:

Στο δεξιό σωματείο ο Χατζηκώστας,
στο κεντρώο ο Σουρουλάς,
στο αριστερό ο Κολάνης.
Ο Αυξεντίου άγαλμα στην πλατεία,
ο Μιχάλης Πέτρου ένας στιγματισμένος νεκρός
κι ο Λιασίδης ένας αλλόκοτος ποιητής
που μεταθανάτια επιστρέφει.

Κανένας δεν υπάρχει πια. ΄Ερημος ο δρόμος,
γεμάτος με χαλάσματα σπιτιών
που τριάντα χρόνια τώρα όλο πληθαίνουν.
Κομμένο σύρριζα το κυπαρίσσι
των παιδικών μου χρόνων
ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα
μες στον ύπνο μου φορτωμένο
πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών,
όταν η ποίηση ήταν σημαία
και λάβαρο και θυμίαμα και μοιρολόι.

Τώρα πηγαίνω επίσκεψη σαν ξένος.
Άλλα μνημεία τώρα με υποδέχονται,
άλλα συνθήματα φωνάζουν.
Στρίβει και πάλι αδίστακτα και φονικά
η ιστορία. Εκεί στα ίδια σπίτια
γράφουν ποιήματα ο Γκουργκέντς και ο Τζενάν.

Κοιτάζω γύρω, αμνήμονα μνημεία,
στομφώδη, υπερφίαλα,
τσιμπούρια στο σώμα του μέλλοντος
να σκοτώνουν καθημερινά τη μνήμη.
Κοιτάζουν πίσω και θέλουν
να προχωρούν μπροστά.

Φεύγουν οι άνθρωποι που θυμούνται,
έρχονται άλλοι που δεν ξέρουν.
Ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου,
τελειώνει ο καιρός. Όποιος προλάβει
ν’ αναστηθεί αναστήθηκε.
Μπροστά στη βαριά πόρτα του μέλλοντος
όλο και περισσότεροι υποψήφιοι νεκροί
μαζεύονται και περιμένουν
χάνοντας σιγά – σιγά την ελπίδα
χάνοντας το όνομά τους
και την ιστορία τους.

 

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΖΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Περπατήσαμε πολύ δρόμο,
ζήσαμε μεγάλο μέρος της ζωής,
πεθάναμε μεγάλο μέρος του θανάτου.
Πού είμαστε τώρα;
Τι είναι παρελθόν,
τι είναι μέλλον
και που ισορροπούν;

Λουλουδιάζει ο χρόνος.
Όπου να ‘ναι
θα δούμε ρίζες να γεννιούνται
λευκές μες στο ουδέτερο…

…φτερά της ψυχής
οιμωγές της καρδιάς
ρανίδες του λόγου
που τόλμησε και πόνεσε
κι έπεσε.

 

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ   

Όπου κάηκες μια, καίγεσαι πάλι
Κι όπου βρέχτηκες βρέχεσαι.
Μα όπου δεν, ποτέ και τίποτε.

Όλα μια φορά συμβαίνουν
κι ό, τι κρατήσεις
μες στη ροή που ρέεις.

 

 

Από το ελάχιστον  (2001)

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Την ποίηση, όπως και την καλή διάθεση,
μπορείς να την αντλήσεις κι απ’ το ελάχιστο,
σχεδόν από το τίποτε. Και τότε
το τίποτε αυτό θα πάρει υπόσταση
και θ’ αποκτήσει σώμα όπως στο θαύμα της Κανά.

Πολλά δεν θέλει να υπάρξει η ποίηση. Τα γεγονότα
πιο συχνά τη βαραίνουν και την πνίγουν
όπως οι κάθε λογής υπολογισμοί τον έρωτα.
Αλλά όταν υπάρξει είναι μια σκάλα
που ανεβάζει σε τραπέζι με φωμί
σε κανάτι με κρασί
ή στο κρεβάτι του έρωτα.

Δίνει ακόμη λίγη από τη γεύση της αθανασίας
καθώς η ερωτική πράξη με γυναίκα αγαπημένη
που ρίχνει το έμβρυο μέσα στη μήτρα.

 

ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

 

ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΗ

Ο κάθε ποιητής πρέπει να τραγουδήσει το τραγούδι του
πριν ο θάνατος τον κλείσει μέσα στην κάσα του.
Το κάθε καλάμι στην ακροποταμιά
πρέπει να σφυρίξει με τον άνεμο όσο μπορεί
πριν ο άνεμος το τσακίσει και σωπάσει.
Το κάθε όργανο πρέπει να παίξει τη μουσική του
πριν Ιάπωνας εκατομμυριούχος
το κλείσει σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας.

Η σιωπή είναι τρόμος.
Ένα Στραντιβάριους σε θησαυροφυλάκιο
είναι χειρότερο κι από ένα πουλί σε κλουβί,
είναι ένας αδικαίωτος ποιητής μέσα στο φέρετρό του.

Ό, τι πήρε ο καθένας πρέπει να το ανταποδώσει.
Το βιολί να παίξει για χάρη του δασοφύλακα,
για χάρη του ξυλοκόπου, του μαραγκού, του μάστορα
κι ακόμη για κείνη τη ξεχωριστή χάρη που του δόθηκε
ν΄ αγγίζει με τον ήχο του τη μυστική πηγή του κόσμου.

Να τραγουδήσει ο ποιητής και με τους στίχους
την πείνα να χορτάσει της ψυχής του ανθρώπου,
το πρωινό, τον ήλιο, τη βροχή να πολλαπλασιάσει,
ως την άκρη της χαράς τον πόνο να οδηγήσει,
ως την άκρη της ελπίδας την απελπισία.

Με την ανταπόδοση κερδίζεται η δικαίωση,
με το ξόδεμα συσσωρεύεται το κέρδος.

 

ΡΌΔΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ

Μόνο το πνεύμα μπορεί να γεννήσει ρόδα αμάραντα
και η τέχνη να πλάσει το τελειωμένο.
Με όλα τα συν και τα πλην της ιστορίας
και της ψυχής του ανθρώπου
διευρύνονται ολοένα οι στίχοι του Ομήρου,
τα μάρμαρα του Μιχαήλ Αγγέλου
και το γκρίζο του Θεοτοκόπουλου.

Μόνο πράγματα ανώφελα από τη μεριά του υλικού κόσμου
μπορούν να παραμένουν τα ίδια και να αλλάζουν
ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι και το χρόνο,
την αγωνία της ψυχής και την προέκταση του μυαλού
και μονάχα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό επιδέχονται.

Όλα τα άλλα ξεπέφτουνε συχνά στο πλην

και στη διαίρεση, γίνονται στάδια μεταβατικά
για την κατασκευή του εγκλήματος.

Αν υπάρχει ελπίδα κάτι να σωθεί στο τέλος
είναι η ψυχή κι αυτά τα ανώφελα κατά τα άλλα πράγματα
που είναι το ψωμί της, το νερό της και το μέλι της.

 

Η ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Και ο φωναχτός ανθός της μηλιάς και ο σιωπηλός του σταχυού
μετατρέπουν την ωριμότητά τους σε σώμα και σε πνεύμα.
Τα σοφά και τα τρελά που του συμβαίνουν
σε στίχους τα μετατρέπει ο ποιητής
για να ΄ναι η ποίηση μήλο και σιτάρι και σταφύλι
να ΄ναι ψωμί και κρασί και το θαύμα που τα αυξάνει.

Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος.
Και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σα ζωγραφιά και σαν ποίηση
για ν΄ αποκτήσει χρώμα το άχρωμο και νόημα το αμίλητο.

Το φως στους πίνακες του Βαν Γκογκ
είναι τόσο θρεπτικό όσο και το σιτάρι
και το μήλο του Σεζάν είναι σαν το ουσιαστικό
που σημαίνει όλα τα μήλα του κόσμου και κάτι παραπάνω.

Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το όνειρο
που μέσα του μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις
όπως μέσα στη θάλασσα
κι όλο να ανακαλύπτεις το πολύπλευρο
και το ατελεύτητο του κόσμου.

 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ

Τρεις χιλιάδες χρόνια κυλάει το ποτάμι του Ηράκλειτου
με την πιο σοφή ρήση των αιώνων
κι όλο θέλουμε να μπούμε μέσα του μια δεύτερη φορά.
Γνωρίζει ο νους κι αμφισβητεί το όνειρο
αφού πολλές φορές όλα συμβαίνουν μέσα του.

Ωστόσο ποτέ δε θα ξανασυναντήσεις μια γυναίκα που ερωτεύτηκες
ακόμη και αν την συναντήσεις
κι ούτε την πόλη που άφησες την ξαναβρίσκεις.

Τα χρόνια δε φεύγουν αδειανά. Είναι τόσο φορτωμένα
που γκρεμίζονται ένα ένα και τσακίζονται
έτσι που δεν μπορείς να επανενώσεις τίποτε.

Μόνο το όνειρο ξαναγυρίζει πίσω τα αγύριστα
κι η ποίηση τα τσακισμένα επανασυναρμολογεί.

 

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Μια μέρα που βρήκε ευκαιρία, μίλησε ο ποιητής στο Θεό:
Κάνε, του λέει, μια καινούρια σφαίρα
και βάλε μέσα της όλο τον κόσμο,
μα προπαντός, βάλε στον ένα πόλο
την απόλυτη φωτιά του έρωτα
που λιώνουν μέσα της τα σώματα
και γίνονται λάβα που διαπλέει τους αιώνες.
Και βάλε στον άλλο πόλο
την απόλυτη παγωνιά της αιωνιότητας
που μέσα της τα σώματα και οι ψυχές
γίνονται μια παγωμένη στήλη μες στο άπειρο.
Και χάρισέ μου αυτή τη σφαίρα
βάλσαμο να γίνει στην αγιάτρευτη πληγή μου.

Όταν θα δω το χάροντα με το γυμνό σπαθί του
καβαλάρη να πηδά πάνω απ΄ το φράκτη
κι ένα φεγγάρι σα δρεπάνι πίσω να τον ακολουθεί
όρθιος μπροστά να βγω στον κήπο.

Τόσες φορές που έλιωσα μες στην πυρά του έρωτα
στην παγωνιά ξανά να λιώσω της αιωνιότητας
και σαν ένα κοντάρι φως
να επιμηκυνθώ στο σύμπαν
στήλη να γίνω μες στο άπειρο.

 

Τ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ

Τόσο πολύ εγέμισα με άστρα
αφού μεγάλωσα τρώγοντάς τα σαν καραμέλες
που τα κουβαλώ μέσα μου ακόμη και τη μέρα.

Μες στην αυλή μας με τα γέρικα δέντρα,
τους μισοχαλασμένους τοίχους και τους γέροντες
που κάθε μέρα φεύγαν
τ΄ αστέρια ήταν κάθε βράδυ το μόνο καινούριο πράγμα.

Τα τραγούδια της γιαγιάς
καθώς επαναλαμβάνονταν με τ΄ άστρα
ανεβαίνανε κάθε βράδυ στον ουρανό
αναζητώντας το καθένα το δικό του αστέρι.

Το πρωί πέφτανε όλα μέσα μου.

Τώρα που δεν υπάρχει πια
μήτε η αυλή μήτε το σπίτι
και φύγανε οι γέροντες
τα κουβαλώ όλα μέσα μου,
το καθένα με το δικό του αστέρι.

Και κάθε βράδυ,
ύστερα από μια κουραστική μέρα
με κέρδη και ζημιές και μόνιμες απώλειες,
τίποτε δε βρίσκω πιο καινούριο
από τ΄ αστέρια.

 

ΡΩΜΗ

Περπατώ και νιώθω να επιμηκύνεται το σώμα μου
σαν τη ρίζα της κάπαρης και να φτάνει τα υπόγεια ρεύματα.
Επιμηκύνεται το όνομά μου και φτάνει ως τις ρίζες της γλώσσας,
πέφτω ολόκληρος μες στη λιωμένη λάβα της ιστορίας
που ποτέ της δεν κρυώνει.

Κάποτε μου φαίνεται πως ήμουν με τους μονομάχους,
κάποτε με τους ριγμένους στην αρένα σκλάβους
όμως ποτέ δεν ήμουν με το αλαλάζον πλήθος στην κερκίδα
κι από τους κυβερνήτες προτιμούσα τους ποιητές.

Η ίδια μέρα γεννούσε τα μεγάλα έργα και τα μεγάλα εγκλήματα
κι όλα μαζί παράλληλα και την ίδια στιγμή
φωνάζουν στους αιώνες από τα χτίσματα του Κολοσσαίου.

Απλωμένη σα ρούχο η ψυχή του ανθρώπου
μαζεύει αλλού το φως κι αλλού το σκοτάδι.
Ένα πανέρι πανσπερμίας η Ιστορία,
με μεγάλες προσθέσεις και μεγάλες αφαιρέσεις προχωρεί.

 

ΑΓΙΑ ΣΕΒΕΡΗΝΗ

Αίθουσα μεσαιωνική κάστρου παλαιού,
χώρος ταφής λαϊκών και επισκόπων,
τώρα φιλοξενεί μια συναυλία μουσικής.
Οι τάφοι ανοιχτοί με ό,τι απόμεινε
από τους παλαιούς κατοίκους τους
και σκεπασμένοι με διάφανο γυαλί
που κάθεται απάνω ο κόσμος.

Ήχοι από Μπαχ, σόλο βιολί και έγχορδα
γεμίζουνε όλη την αίθουσα που πάει να πετάξει.
Πολύ δρόμο διάνυσε το ξύλο όσο να γίνει βιολί
και πιο πολύ ο άνθρωπος όσο να φτάσει
ν΄ αναλύει σε τέτοιους ήχους την ψυχή του.

Ήταν ένα θαύμα αυτό που ζούσαμε,
γιατί με τόσους νεκρούς κάτω απ΄ τα πόδια σου
να σε κοιτάζουν από δέκα αιώνες μακριά χωρίς ελπίδα
θα ‘τανε δύσκολο πολύ, δίχως αυτή τη μουσική
να πιστέψεις στην ανάσταση.

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ

Η αλήθεια δεν είναι ευθεία γραμμή, ούτε και το ψέμα,
έχουν και τα δυο ένα κοίλο. Μέσα στο κοίλο της αλήθειας
εισχωρεί το ψέμα και μέσα στο κοίλο του ψέματος
εισχωρεί η αλήθεια και αλληλοεφάπτονται. Έτσι
μέσα στην ομορφιά εισχωρεί η ασχήμια
και μέσα στην ασχήμια η ομορφιά,
όπως στο κέρδος εισχωρεί η ζημιά
και στη ζημιά το κέρδος.

Όλα παίζουν ένα παιχνίδι, ο πιστός και ο άπιστος,
ο νόμος και η παρανομία, ο εγκληματίας
και ο διώκτης του. Έτσι καθώς εφάπτονται διαρκώς
το ένα μέσα στο άλλο λίγο εισχωρεί,
το ένα από το άλλο λίγο χωματίζεται.

Μετά που είδαμε ν’ ανάβουν οι φούρνοι για ανθρώπους
και τις βόμβες να πέφτουν μέσα στο πλήθος
χάσαμε τη γραμμή που ορίζει το συν και το πλην,
το μπροστά και το πίσω.

Κάθε φορά μέσα απ΄ τη λάσπη περιμαζεύουμε τον άγγελο,
τον πλένουμε και τον χάνουμε. Όλο και ψάχνουμε
να βρούμε να ακολουθεί πορεία ανόδου είτε πτώσης,
πόσα κέρδισε στην πάλη με το σατανά και πόσα έχασε,
τι σατανικό πήρε και τι αγγελικό έδωσε
σε τούτο το παιχνίδι των διδύμων.

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Το μισό φεγγάρι στον κρύο ουρανό
δείχνει πόσο στενός είναι ο χώρος και ο χρόνος.

Μέσα στο αίμα μας πιο πολύ κυλά η Ανατολή.
Μεσ’ απ’ τη μυρωδιά του γιασεμιού και του πακιστανού
έρχεται ο Νιζαμί και ο Τζελαλουτίν Ρουμί
να σμίξουνε το λόγο του Χριστού και του Μωάμεθ
αναζητώντας δύναμη μες στις αδυναμίες του ανθρώπου,
ένα συν που να αντισταθμίζει στη φθορά του κόσμου.

Αμφισβητώντας το «μπροστά», το «πίσω»,
το «πάνω» και το «κάτω»
τη φωτεινή ουσία της ψυχής
αναζητούν στο «είναι».

Ένα κάποιο συν αναζητά ο ιστορικός
για να χαρακτηρίσει τον αιώνα,
όπως τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα,
τον Παρθενώνα και την Πιετά,
το Χριστό και το Σωκράτη.

Το συν που διευρύνει το νόημα των λέξεων
αναζητά ο ποιητής
που χτίζει κόσμο από το τίποτε και βλέπει
πως ένας πάπυρος με μια τραγωδία του Αισχύλου
αξίζει όσο και μια θρησκεία.

Όλα μια παράλληλη πορεία ακολουθούν,
γι΄ αυτό και περιπλέκονται συχνά
κι ο ένας βαδίζει στη γραμμή του άλλου
καθώς γεμίζει, αδειάζει, χάνεται
και πάλι βγαίνει το φεγγάρι.

 

ΚΑΤΑΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι κλέφτης
κι άλλοτε λέω πως είμαι ο ίδιος κατακλεμμένος.

Αγροίκος ήρθα μέσ’ από τη χέρσα γη μου και το δάσος
κι έκλεψα λέξεις και χρώματα
κι έπλασα κόσμο από το τίποτε και σημαία απ΄ το μηδέν.

Μπήκα κλέφτης μες στις συγκινήσεις της ποίησης,
κλέφτης διπλός και τριπλός στον έρωτα.
Ταξίδεψα πολύ και γεύτηκα σπάνιες γεύσεις
ποτών και φαγητών
κι αρώματα κόσμων μακρινών.

Κλέφτης του φεγγαριού, του ήλιου και της θάλασσας,
του πράσινου χόρτου και της άσπρης πέτρας,
της γνώσης κλέφτης σταυρωμένων ποιητών.

Όμως στο τέλος τίποτε δεν πήρα.
Όλα είναι εδώ σε τούτο το ανοιχτό πανέρι των στίχων
ενώ κρυφά κι επίμονα
έρχεται και με κατακλέβει ο χρόνος.

Ο χρόνος είναι δυσανάλογα μικρός απ΄ την επιθυμία.
Σαν αρχικλέφταρος κατηφορίζει πάνω στην κλίση της γης
και χάνεται γρήγορα στον ορίζοντα.

Από τα κέρδη μου τρώει και προχωρεί
σαν ασυνείδητος καταχραστής
καθώς η γη όλο και περιστρέφεται στο σύμπαν.

 

ΕΙΜΑΙ ΚΕΡΙ

Είμαι κερί.
Μ΄ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά
προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;

Και είναι τούτο αρκετό;

 

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ευτυχώς που οι ήρωες δεν περιμένουνε δικαίωση
από το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα τους
διαφορετικά θα ήταν όλοι τους χαμένοι όπως τους πολιτικούς.
Αυτοί αρκούνται με την απόδοση της πράξης τους μονάχα,
με την απόδοση της μιας στιγμής που απομόνωσαν στο χρόνο,
σαν κάποιος που βγαίνει απ΄ το παιχνίδι
τη στιγμή του μέγιστου κέρδους.

Εμείς που μείναμε να συνεχίσουμε
θα πληρώσουμε και τη ζημιά.

 

ΤΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ

Σπάνια κάποιος άγιασε για το σύνολο της ζωής του,
οι περισσότεροι ήταν για κάποιο μέρος της μονάχα,
για λίγες πράξεις ή και για μια μόνο απόφαση.
Κι ούτε κανένας έγινε ήρωας για όλη του τη ζωή
παρά για κάποιες πράξεις ή και μια μονάχα.
Όλη η άλλη ζωή είναι με τα λάθη και τις αμαρτίες της,
τα συν και τα πλην, τα πάνω και τα κάτω της.

Γι΄ αυτό κανένας μύθος δεν είναι πλήρης
και καμιά μυθοποίηση δεν είναι δίχως ψέμα.

Πρέπει, λοιπόν, το φωτοστέφανο να αφαιρείται
κι από αγίους κι από ήρωες
και να φυλάγεται σε σκοτεινό ντουλάπι.
Να τους φοράμε μόνο όταν μιλούμε
για τη μέρα ή την ώρα που το αξιώθηκαν.

 

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Αναστρέψαμε τη γη και γυρίσαμε τα μέσα έξω,
ενέργειες φυλακισμένες σε πέτρες και σε μέταλλα
ασύλληπτες περιπολούν στο σύμπαν.

Μα ποιος μπορεί να μετρήσει
αν μεγαλώνει η χαρά
κι αν λιγοστεύει ο φόβος του θανάτου.

Όλα έγιναν για την ελευθερία
μα μια μοιραία απόκλιση
εμφυτεύτηκε στο ξεκίνημα
κι όλα προς μια αναπόφευκτη μεταβολή κινούνται.

Πού είναι ο τυχερός ψαράς
που θα πιάσει το χρυσό ψάρι
κι αφού πλουτίσει με την πρώτη επιθυμία
και αποκτήσει δόξα με τη δεύτερη
με την τρίτη να τ΄ απαρνηθεί
και να σώσει τον κόσμο.

 

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό
πάντα μένει ένα σύννεφο
που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.
Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει
μια φλέβα φωτιάς
για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.

Σκάψε σκάψε,
ανατίναξε ανατίναξε
και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος
που θα μετατοπιστεί
για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.

Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο
όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις
παραμένει μια φλέβα περηφάνιας
που μπορεί να γίνει ποτάμι
και να ξεπλύνει τον κόσμο.

Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων
η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.

 

Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ

Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της
που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία
μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει
είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται
σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.

Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις
και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.

 

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ

Ο τόπος μας είναι μικρός και γύρω η θάλασσα
τα σύνορα του άλλου κόσμου δεν τα βλέπεις.
Οι βροχές κάνουν πως έρχονται και φεύγουν ξαφνικά
και μένουμε στεγνοί και διψασμένοι.
Οι αγέρηδες φυσούνε απ’ όλες τις διευθύνσεις
μα ποτέ δεν παίρνουμε μια σωστή κατεύθυνση.
Ο τόπος μας είναι μικρός και μας μικραίνει επικίνδυνα.
Ισορροπούμε για λίγο κι ύστερα πέφτουμε και πάλι.
Φοβισμένοι, πιο πολύ κοιτάζουμε πίσω παρά μπροστά
ξεθάβοντας ξεχασμένους αγίους και ήρωες.
Μικραίνει ο τόπος και πληθαίνουν οι ήρωες
φτωχαίνουν οι ψυχές μας και πληθαίνουν οι άγιοι.
Σε τι μας ωφέλεσαν και τους επικαλούμαστε
αυτούς που έχουνε με όλα πια ξοφλήσει!
Οι ήρωες έγιναν στρατιά και σκοτώνουν τον άνθρωπο μέσα μας
οι άγιοι έγιναν στρατιά και σκοτώνουν το θεό μέσα μας.
Ελευθερία! Ελευθερία! Από πού να ‘ρθεις να μας λυτρώσεις!

 

 

Το νερό της μνήμης    (1998)

 

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ

Περιμένουμε τη βροχή. Χρόνια περιμένουμε
κοιτάζοντας τον άδειο ουρανό.
Σκόνη σκέπασε τον κόσμο,
τα φύλλα χάσανε το χρώμα τους.
Άτροφη μήτρα η γη προσμένει τον οργασμό.
Ως κι ο ήλιος θέλει να πλυθεί.

Τούτη η αναβροχιά κάθεται στην ψυχή μας
και τη σκεπάζει όπως η σκόνη τις αρχαίες πέτρες
που καίγονται άπλυτες στον ήλιο.
Η ψυχή μας κατάντησε κι αυτή
ένα αρχαίο μωσαϊκό σκεπασμένο από τη σκόνη.

Περιμένουμε τη βροχή να μας καθαρίσει,
να βρούμε το χρώμα μας,
αυτή τη λάμψη που φυλακίστηκε μέσα μας,
το φως
που γεννιέται από τις πέτρες και το χώμα μας.

1998

 

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Ο στίχος είναι όνειρο
επιθυμιά κρυφή
επιθυμιά φανερή
λαχτάρα για το υπαρκτό
λαχτάρα για το ανύπαρκτο.
Ο στίχος είναι πάθος
να ζήσεις ο,τι ζεις
να ξαναζήσεις ό,τι έζησες.
Ο στίχος είναι πόθος
για κείνο το δικό σου
που δεν έζησες.

Κι έτσι
όπως
ο κάθε κτύπος της καρδιάς
μακραίνει τις μέρες μας
ολοένα
πληθαίνουν οι στίχοι
οι επιθυμίες
τα όνειρα!…

 

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΗΣ ΨΥΧΗΣ

΄Όταν η ψυχή βγαίνει από το σώμα
φεύγει καθώς γυναίκα απατημένη
που ποτέ πια δε θέλει να επιστρέψει
στο σπίτι αυτό που την κρατούσε
δέσμια των πραγμάτων
και των τριών διαστάσεων του κόσμου.

Περιφέρεται γυμνή σαν πεταλούδα
από ανθό σ΄ ανθό,
γυρίζει μες στους δρόμους,
σε ποτάμια ταξιδεύει και σε θάλασσες,
ερωτεύεται τον κόσμο απ΄ την αρχή,
τραγουδά, επαναστατεί…

Αφήνει το σώμα στην αγκάλη του φωτός,
στο νερό το αφήνει και στη γη
και προχωρεί σιωπηλή μες στη βροχή
να συνδεθεί με την αιώνια μουσική του σύμπαντος
απ΄ όπου πια δε θα ‘χει επιστροφή.
Θα ‘θελε, ωστόσο, να επιστρέψει
εκεί που γνώρισε το φως και τη χαρά,
σε όλα όσα έζησε να επιστρέψει
και να γίνει όλα τούτα
ενωμένα σε μια άπειρη στιγμή,
σε μια ύπαρξη.

Και να συνεχίσει να είναι εδώ,
άφωνη,
αθέατη,
μυστική,
χωρίς δικαίωμα ψήφου είτε επέμβασης,
μα πάντα,
μέσα σε όλα,
μια θέση,
ένα δάκρυ,
ένα χαμόγελο.

 

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μισά τα σχέδια των κυριακάτικων μας εξόδων.
Φεύγουμε πάντα για το νότο
κι επιστρέφουμε σε μια Λευκωσία που αδρανεί
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
μες στο λιλά του δειλινού…

Κι έτσι όπως σε κοιτάζω και με κοιτάζεις,
Πενταδάχτυλε,
περιπλανιέμαι ανάμεσα στις κορφές σου
με το δικό μου παραμύθι.
Διαβαίνω στην αντίπερα όχθη και βυθίζομαι
σε χρόνους άλλους,
σε μέρες που η θάλασσα άνθιζε χαμόγελα,
σε άλλες τραγωδίες,
σε άλλες εξάρσεις…

Και στα παιδιά που όλο ρωτούν γι΄ αυτό το τείχος
λέω ένα παραμύθι
με τον καλό, με τον κακό
κι αυτό που πάντα γίνεται στα παραμύθια,
πώς το καλό θριαμβεύει
κι ο ήρωας μπαίνει στο παλάτι,
είτε,
φέρνει την τελευταία στιγμή
τ΄ αθάνατο νερό
και το νερό της μνήμης.

1998

 

ΤΥΦΛΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ
ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τυφλός ομιλητής ανέβηκε στο βήμα,
άνοιξε το χειρόγραφό του
κι άρχισε να μιλά αγγίζοντας μια μια τις λέξεις
με τα δάχτυλά του. Ήτανε Τούρκος
και μιλούσε ελληνικά. Οι λέξεις του,
ελληνικές και τούρκικες μαζί,
πετούσανε σαν τα πουλιά πάνω από σύνορα
που δεν μπορείς να πεις την εθνικότητά τους.

Κι όσο μιλούσε αγγίζοντας τις λέξεις με τα δάχτυλά του
κι αφήνοντας τες στον αέρα
έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τον αγγειοπλάστη
που έπλαθε μια γη στρογγυλή, μια πατρίδα ενωμένη,
δίχως ζώνες θανάτου, ένα περιστέρι της ειρήνης…
Τα έπλαθε ένα ένα με τα δάχτυλά του,
τους εμφυσούσε πνοή και τ΄ άφηνε
να πετούν μέσα στην αίθουσα,
ν΄ αναζητούν παράθυρα και πόρτες ανοιχτές
για να πετάξουνε στον κόσμο.

 

ΟΡΦΑΝΙΑ

Στη μνήμη της μητέρας μου

Το σώμα σου στο παγωμένο τραπέζι του νεκροτομείου
είναι ξένο και μακρινό
μα όλη σου η ζωή είναι τώρα πιο πολύ δική μου.
Μέσα μου όλα σου τα βάσανα κι όλες οι πίκρες
καρφιά που με ματώνουν.
Δε χάρηκε ποτέ στη ζωή της, είπε ο γέρο Ιωνάς.
υπενθυμίζοντας χρόνια ορφάνιας,
χρόνια σκληρής δουλειάς και ταπείνωσης μέσα στη φτώχεια.

Η ορφάνια είναι ένα κενό
που πέφτει αμείλικτο και σε τυλίγει.
Κόβεται πίσω σου το νήμα και μένει
να το ξετυλίγεις μονάχα μπροστά,
να πορεύεσαι καθώς ο πρόσφυγας
όλο και πιο μακριά απ΄ το σπίτι του,
καθώς ο ξενιτεμένος που δεν έχει πια δυνάμεις να γυρίσει.

I am an orphan, έλεγε ο γέρο Κεβόργκ
και τα υγρά του μάτια κι η τρεμάμενη φωνή του
γράφανε ένα κενό ογδόντα χρόνων
που πορεύτηκε στην προσφυγιά
αφήνοντας στο δρόμο μάνα και πατέρα.
Ύστερα από χρόνια γύρισε στον τόπο που χαθήκαν
και προσκύνησε το χώμα.

It was a pilgrimage, έλεγε,
να φτάσω εκεί, στη γη που τους πήρε,
να φιλήσω το χώμα,
να εκπληρώσω το χρέος μου…

Είμαι χρεωμένος, μάνα, είμαι ανεξόφλητα χρεωμένος
με όλα σου τα βάσανα,
με την ορφάνια και την προσφυγιά σου,
μ΄ αυτό τον πρόωρό σου θάνατο.

Πέφτει η βροχή, υγραίνεται το χώμα,
διαλύονται τα σώματα και οι ψυχές μας
διψασμένες πορεύονται περιμένοντας
ένα κατακλυσμό να τις ξεπλύνει.
Η γη ν΄ ανοίξει μέσα της δρόμους μυστικούς
τον ένα νεκρό να δέσει με τον άλλο,
να μιλήσει ο παππούς ο εκατοντάχρονος
και ο πατέρας που πήγε να το βρει
κι εσύ που ακολουθείς
κι ο θεριστής και ο σποριάς κι ο λακοτρύπης
και ο βοσκός κι ο γεωργός
και οι γυναίκες οι σταχομαζώχτρες
κι οι πλύστρες κι οι γαλακτοκόμες
κι όλοι οι ορφανοί και οι βασανισμένοι,
να μας δώσουν την ευχή τους,

να εξαγνιστούμε κι εμείς
κι η γη που τους επήρε.

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΔΙ

Στη μνήμη του πατέρα μου

… Προχωρούσα μέσα στη νύχτα
από τη μια στάση του ύπνου στην άλλη
κυνηγημένος από έναν πυρωμένο καιρό
που με πίεζε σαν λιωμένο μολύβι.
Ανοίγοντας μαύρα φτερά νυχτερίδας
ο Ιούλιος έμπαινε μέσα στον Αύγουστο.
Κι ύστερα οι δυο αλλάζανε σειρά,
ο Αύγουστος έμπαινε μέσα στον Ιούλιο
και συνωμοτώντας διαμέλιζαν το σώμα μου.
Τα χέρια μου δεν είχαν που ν΄ απλώσω
κι η φωνή μου έπηξε στο κρύο πρωινό σαν το μολύβι…

Καθώς ξύπνησε πρωί στο προσφυγικό του σπίτι
και πριν προλάβει ακόμα να γυρίσει από το άλλο,
όπου περιφερότανε ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών,
στην αυλή και στον κήπο με τα διψασμένα δέντρα,
φύσηξε ένας αγέρας δυνατός που χτυπούσε τα παράθυρα
κι έτρεχε να τα κλείσει…
Μα ποιου σπιτιού ήταν τα παράθυρα;
Εκείνου του αληθινού είτε τούτου;
Και τι αγέρας ήταν αυτός;…

Κι απάνω που έτρεχε να κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα
παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έσπρωξε
έτσι που έπεσε κι έσπασε το πόδι του.

Χαστούκι του χάρου, σκέφτηκε,
καθώς μέσα στον πόνο του είδε
πως το σπασμένο πόδι ήταν εδώ
και τον έριξε χάμω στο προσφυγικό του σπίτι.

Αϊ, αϊ, αϊ … χαστούκι του χάρου,
λέγανε κι οι άλλοι γέροντες
που μαζεύτηκαν απ΄ το συνοικισμό.

Ύστερα προσπαθούσε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε,
ήθελε να βγει στην αυλή μα δεν μπορούσε
κι όμως ήταν εκεί, μες στο παλιό του σπίτι.
Πολεμούσε τη βροχή που έσταζε απ΄ τη στέγη,
την ξέρα του καλοκαιριού,
την πείνα και τις αρρώστιες των παιδιών…
Καλλιεργούσε την πέρα κι έσπερνε τον άνεμο,
έσβηνε μια πυρκαγιά που δεν έλεγε να σβήσει
και πάντα μόνος… μόνος… μόνος…

Μ΄ όσους πολλούς κι αν έζησε,
μ΄ όσους κι αν περπάτησε ως εδώ
κι όσοι κι αν ήταν τώρα γύρω του και τον πονούσαν,
τον άνεμο αυτό και τη φωτιά
κι όλη την πείνα κι όλες τις αρρώστιες
μόνος τώρα θα τα πολεμούσε,
μόνος θα περπατούσε
και το στερνό ετούτο δρόμο
με σπασμένο το ποδάρι…

Στους δρόμους του χωριού του γεωργοί κουβαλούσαν καρπούς,
καθόντουσαν ξυπόλυτοι στο καφενείο
ακουμπώντας κάτω τα ζεμπίλια τους,
πίναν καφέ, πίναν ρακή και διώχνανε την κούρασή τους.
Ύστερα φεύγαν για τα σπίτια και για τα χωράφια τους
μα δεν φτάναν πουθενά
αφού τα σώματά τους διαλύονταν
στο φως του ήλιου και στον άνεμο.

Και τους ακολουθούσε με σπασμένο το ποδάρι…

1998

 

Το σπίτι κι ο χρόνος   (1990)

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Τώρα πια έχουν αλλάξει τόσα πολλά,
μετατοπίστηκαν τα οπτικά σημεία,
μεταβλήθηκαν οι προοπτικές.
Το σπίτι στέκει ή δε στέκει,
άντεξε τις βροχές του περασμένου χειμώνα ή υποχώρησε;

Σαλεύει σαν κουρτίνα στη μνήμη και διαθλάται
όλη εκείνη η σειρά των γεγονότων:
πότε και ποιος μπήκε και βγήκε,
πότε και με ποια σειρά γεννηθήκαν τα παιδιά,
πότε πέρασε ο θάνατος…

Εκείνο που μένει πάντα και με βασανίζει πιο πολύ
είναι το πόσο δύσκολα μεγάλωναν όλα και όλοι.
Το χειμώνα σφύριζε ο αγέρας μέσα από τις τρύπιες πόρτες και τα παράθυρα,
έμπαινε η βροχή, η αστραπή και η βροντή από τις ίδιες τρύπες.
Τις κλείναμε, πότε με κουρέλια και πότε με χαρτιά.
Έμπαινε και το κρύο και μας πάγωνε τα κόκκαλα προχωρώντας
ως μέσα στον ύπνο μας.

Κάποτε τέτοιες νύχτες γυρίζανε μέσα στο σπίτι
τα κλάματα και οι φωνές σαν τα φαντάσματα.
Το μίσος μας άλλαξε θέση με τον οίκτο:
μάνα-πατέρας, πατέρας-μάνα… Ποιος φταίει;
Με την επίμονη άρνηση του Θεού, την απουσία του.

Τα καλοκαίρια στέγνωνε η γη κι έσχιζε όπως το σώμα μας.
Καίγανε όλα: οι πέτρες κάτω απ΄ τα γυμνά πόδια,
τα δέντρα, το χώμα, το νερό.
Ό, τι πείσμωνε να μεγαλώσει σερνότανε αργά
σαν το φίδι μέσα στο οργωμένο χωράφι.

Ο χρόνος ο ίδιος σερνότανε αργά
και δεν έλεγε να βιαστεί να μεγαλώσουμε,
να δυναμώσουν τα χέρια και τα πόδια μας,
να δυναμώσει η ψυχή μας
και να πάμε στο δρόμο των ονείρων μας.

1990

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

─ Γιατί κλαίς Ελένη;
─ Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός και φοβήθηκα.
─ Πώς ήταν ο κακός;
─ Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της)

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό, τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…

Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα σου,
ο λύκος έρχεται απ΄ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ΄ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ΄ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαις. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

1990

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου μπαίνει το φως
κομματιασμένο – παίζει ανάμεσα στη στιγμή και το άπειρο,
ανάμεσα στον κόσμο αυτό και τον άλλο
καθώς πέφτει πάνω στο αποκαλυμμένο πρόσωπο
του νεκρού εφήβου
κάτω απ’ το θόλο της εκκλησίας.

Στέκει η μάνα ένα χρόνο στο ίδιο μέρος
και μπαίνει το φως κομματιασμένο και φωτίζει
τη σκιά του θανάτου στο πρόσωπο της.

Μπροστά της στέκει ο άλλος γιος γαμπρός
κάτω απ’ το μεγάλο θόλο, καθώς το φως
απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου
διαθλάται πάνω στο άσπρο φόρεμα και τα λουλούδια.

Έτσι, από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, πόσους καιρούς
σ’ αυτή τη θέση, κάτω απ’ το μεγάλο θόλο
κυλούν τα πρόσωπα, το μαύρο και το άσπρο εναλλάσσονται
και συνυπάρχουν
και όλα καταγράφονται
στο αιώνιο βιβλίο του φωτός!

 

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

Γρήγορα ξεχνούμε δίχως το αγκάθι να μας τρυπά τη μνήμη,
δίχως την πέτρα να μας καθηλώνει στο σχήμα της,
το χώμα που βουλιάζει το πόδι μας, το δέντρο που ανεβαίναμε παιδιά,
δίχως το λόγο που αποκαλύφθηκε πέφτοντας νύχτα από τ’ αστέρια
λόγος βαρύς απ’ την ταφόπετρα,
λευκός απ’ τα φτερά των αγγέλων…

Κατεβαίνουμε απ’ τον κόσμο της μάνας,
αφήνουμε το στήθος που μας έθρεψε και γρήγορα ξεχνούμε
η ζεστασιά του κόρφου, τη γεύση του γάλακτος, το σχήμα του στήθους
και φεύγουμε σ’ έναν κόσμο που μας στριφογυρίζει διαρκώς,
φεύγουμε χωρίς επιστροφή, χωρίς επανάληψη.

Μα η ελπίδα είναι εκεί, όταν επαναλαμβάνεις αυτή τη γλώσσα
που έρχεται απ’ το στόμα της μάνας σου κι απ’ τους αιώνες,
όταν χτίζεις καινούργιο σπίτι στα θεμέλια του παλιού,
όταν ανεβαίνεις στο δέντρο που φύτεψε ο παππούς, κατεβαίνεις
και φυτεύεις ένα καινούργιο.

 

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Διασχίζοντας βουνά και πεδιάδες περνούν τα σύνορα.
Από φυλάκιο σε φυλάκιο προεχτείνονται νεκρές λωρίδες
κόβοντας το δάσος και τα χόρτα που οργιάζουν.

ΜΕ την κοινή συναίνεση και των δυο πλευρών
περνά το τσεκούρι κάθε τόσο και καθαρίζει τις γραμμές.
Αυτός είναι ένας πόλεμος ενάντια στις ρίζες
που κάτω από τη γη βαθιά πλέκονται μεταξύ τους
και προχωρούν πετώντας νέους βλαστούς.
Είναι ένας πόλεμος ενάντια στις κορφές
που ανεβαίνουνε ψηλά και ρίχνουνε σπόρους σ’ όλο το κενό.

Αγώνας γίνεται πολύς για να κρατιούνται καθαρές
οι γραμμές των συνόρων.
Και καλά, το χώμα δεν κινείται. Τα δέντρα ξεριζώνονται.
Όμως τα νερά των ποταμών που κυλούν διαρκώς,
τα νερά των λιμνών που εναλλάσσονται
διαπλέοντας τα σημεία των συνόρων πάνω απ’ τα νερά!

Στις περιοχές αυτές των συνόρων
όπως τα δέντρα είναι και οι άνθρωποι,
όπως το νερό. Ρευστές οι ανθρώπινές τους γλώσσες,
κυλούν από τη μια στην άλλη πλευρά
μαζί με τις συνήθειες και τις ιστορίες τους.

Συχνά η ιστορία ενοχλεί, επεμβαίνει, παροτρύνει…

 

ΕΙΡΗΝΗ

Πρωί. Ο ήλιος βγήκε χαμηλά και βόσκει μες στον κάμπο
την πρωινή δροσιά των δέντρων και των χόρτων.
Το ξενοδοχείο στις όχθες της Οχρίδας κατειλημμένο
από πολύχρωμες σημαίες μιλά σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κι ήρθε και ‘στάθη κάτω απ’ τα μπαλκόνια ένα φορτίο ζεστού ψωμιού
και με τη μυρωδιά του πυροβόλησε κάθε παράθυρο
και μας πέτυχε όλους. Καλύτερα κι από τους ήχους της ποίησης
μας πέτυχε όλους με τον ίδιο τρόπο. Και είπα:
Αλήθεια, η μυρωδιά αυτή δεν έχει σύνορα, δεν έχει χρώμα,
η μυρωδιά αυτή σε όλα προηγείται…
Διατρέχει τον κόσμο, διαπλέει τις θάλασσες,
γεμίζει σπίτια και αυλές, παλάτια και τσαντίρια
είναι το όνειρο του κόσμου το πιο δυνατό μες στους αιώνες.
Και δεν ξέρω γιατί, αλλά περισσότερο κι από τους ήχους της
ποίησης,
ο ήχος αυτής της μυρωδιάς του ζεστού ψωμιού μες στο πρωί
έδωσε το σχήμα κι έπλασε χειροπιαστή τη μορφή της ειρήνης.

 

Η στέρνα των ερώτων  (1987)

 

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Στάθηκε ξυπόλυτη στην άκρη του νερού,
μικρή παιδούλα,
περιβεβλημένη την αθωότητα
των δώδεκά της χρόνων.
Οι έφηβοι την πείραζαν,
χωρίς να ξέρουν ακόμα το γιατί,
πονώντας την. Κι αυτή χαμογελούσε
της θάλασσας, του ήλιου και της μέρας.

Μεγάλη μπροστά της απλωνότανε η μέρα,
κρατώντας στάλες πρωινής ομίχλης
κι αρώματα της αυγής.
Μεγάλη κι η ζωή απλωνότανε μπροστά της
αρχίζοντας μόλις να μαζεύει
το χνούδι από το σώμα της…

Μα όλα τούτα κράτησαν τόσο λίγο,
όσο που άρχισε να ξεντύνεται . Όσο
που ξεντύθηκε, αποκαλύπτοντας
σώμα ώριμο,
σώμα γυναίκας πλήρες,
σχήμα τέλειο ─ μήτε να προσθέσεις
μήτε ν΄ αφαιρέσεις ─
γυμνό σπαθί μες στη φωτιά,
στήλη νερού πάνω στον ήλιο,
ψυχή αιωρούμενη ανάμεσα στα λουλούδια…

Φωτιά πήρανε όλοι οι πόθοι.
Καίγονται και δεν την αγγίζουν.
Αδιαμφισβήτητη πορεύεται η ουσία.
Γίνεται το κέντρο των πραγμάτων.

Γιατί το σώματα τούτο όλα τα έχει,
γιατί το σώμα τούτο αθάνατο είναι
κι άφθαρτο
στέκει απέναντι στο θάνατο
και με ζωή τον προκαλεί.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Η θάλασσα γυμνή να τη χαϊδεύει ο ήλιος
και στήθια κοριτσιών μαρμάρινα
ρίχνουν δροσιά στη δίψα.

Ήμουν ξανά εδώ.
Πέρασα αόρατη ανάσα έρωτα
κι άναψα φωτιά
και γέννησα στίχο
κι έπλασα κόσμο
να περιφέρεται ανάμεσα στην ομορφιά αυτή
όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου
ασημώνουν το νερό
και βάφουν κόκκινα
τα στήθια των γυμνών κοριτσιών
και τον πόθο μου.

…Τίποτε πιο εφήμερο απ’ το γυμνό σου σώμα
γυναίκα του καλοκαιριού
και τίποτε πιο αιώνιο
από τον πόθο για τούτο το σώμα.

 

ΠΡΩΙ

Πρωί. Η θάλασσα καθρέφτης. Τυφλώνει ο ήλιος.
Το πρωί, η θάλασσα και ο ήλιος
όλη την αιωνιότητα της γης θ’ αντέξουν.

Μα η κοπέλα που στέκει ακίνητη, φυτεμένη
ως τη μέση στο αιώνιο νερό
με τ’ όρθιο στήθος της γυμνό, να λάμπει
κάτω απ’ τον απειροαιώνιο ήλιο
σα δίκοπο σπαθί; Η ίδια –
ένα ολόδροσο και γελαστό πρωί;

Αυτή περαστική κι ο ποιητής περαστικός.
Σε ποιο πρωί, σε ποια θάλασσα
και σε ποιον ήλιο να επαναλαμβάνονται

 

ΚΑΘΑΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Μες στον καθρέφτη του σώματος
του άλλου φύλου
ανακαλύπτει
τη φωτιά που τον καίει.
Και δίχως να ξέρει από αγάπη
πέφτει μέσα της
και καίει τα φτερά του –
σέρνεται γονατιστός στα πόδια της
και χύνει δάκρυα πικρά.

Όμως η φωτιά αυτή τον καθαρίζει
και γίνεται
ένα φωτεινό πλυμένο τριαντάφυλλο
που χαμογελά
όλης της γης
του σύμπαντος
και όλων των αιώνων.

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Η θάλασσα λουσμένη σε μια πλημμύρα ήλιου
σ΄ ένα καταμεσήμερο που κρατούσε αιώνες
κι εσύ με πόδια γυμνά να τρέχεις
πάνω στους βράχους που απλώνονταν
ως το λεπτό σου φόρεμα να το ξεσκίσουν
σάμπως να μην τους έφτανε που αγγίζανε τα πόδια σου,
πίνοντας στάλες κόκκινες ερωτευμένου αίματος.

Αυτά κερδήθηκαν. Γράφτηκαν
πάνω στη χρυσή πλάκα μιας υποδιαίρεσης ζωής
που δε χάνεται.

Κι όσο περνούν τα βράδια και οι χειμώνες
κι όσο η θάλασσας μετατοπίζεται
κι οι βράχοι ντύνονται παράξενα χρώματα,
παρδαλά κουρέλια, καθώς παραλίες τουριστικές
και δεν τους φτάνει πια η μνήμη,
μένεις εσύ να τρέχεις ανάερα
κι απ΄ το σχισμένο φόρεμά σου να προβάλλει
πόδι γυμνό, καθώς σπαθί στην αιωνιότητα
και τρεις σταγόνες αίμα
να πετούν με τα φτερά των αγγέλων,

ενώ το τραγούδι της γοργόνας επιστρέφει,
σάμπως από φωνόγραφο, στο σύμπαν.

 

ΜΥΘΟΣ

Χρόνια πριν, όταν ακόμα περπατούσαμε
με γυμνά πόδια όλες μας τις ακρογιαλιές,
γλιστρώντας μέσα από τ’ αγκάθια και τους βράχους,
χρόνια πριν
είδα το νησί απ’ την κορφή του Πενταδάχτυλου
να ταξιδεύει προς τα στενά
της Σκύλλας και της Χάρυβδης
και τ’ αυτιά του ανοιχτά στις Σειρήνες
χωρίς να προβλέπει…
Και άκουσα τη Γοργόνα να κλαίει
τη μοίρα δυο ερωτευμένων
κι άλλα πολλά…
Ύστερα ταξιδέψαμε όλοι μας πολύ
και σήμερα δεν ξέρω καν τι να ‘γιναν οι ερωτευμένοι,
πού να βρίσκεται η Γοργόνα,
πού σκάλωσε ταξιδεύοντας το νησί.
Κι αναζητώ κορφή να σταθώ,
θάλασσα να φουρτουνιάζει,
νησί να ταξιδεύει,
έρωτα που η Γοργόνα
φοβισμένη απ’ τη φωτιά του να τον κλαίει.

 

 

Περαστική άνοιξη  (1984)

 

ΑΝΟΙΞΗ

Στην ομορφιά σου και στη νιότη σου καρφώνεται το βλέμμα μου βαθύ
κι απ’ την αντιστροφή ετούτη του φωτός
πληγές ανοίγονται μες στην ψυχή μου.

Αγάπησα πολύ, όχι εσέ, αλλά την άνοιξη
που ανθίζει γύρω στο κορμί σου,
αγάπησα πολύ την ομορφιά που φώλιασε μέσα στη νιότη σου.
Γύρω σου σαν κατάδικος γυρίζω σάμπως πάνω στον τροχό
με δύναμη φυγόκεντρη. Κι όλο φεύγω,
ενώ εσύ γυρίζεις στον τόπο, ίδια πάντα,
λάμπεις κι ανθίζεις ασταμάτητα
κρατώντας κοντά σου σκλάβα την καρδιά μου.

Το νήμα τεντώνεται. Φεύγει ο δικός μου φυγόκεντρος χρόνος.
Και πρέπει να προλάβω να συμβιβαστώ.
Ν αγαπήσω τούτη τη φυγόκεντρη πορεία,
να δοθώ σε κάποια άλλη έλξη. Και να προλάβω,
γιατί αυτοί που αγάπησαν πολύ την άνοιξη φύγανε νέοι.

Μόσχα, Άνοιξη 1982

 

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στη Μαρία

Ωχ και να ‘ξερα ποιος φέρνει
το κλάμα μες στον ύπνο σου!
Τάχα μέσα στη ζούγκλα τους ξυπνούν
άγρια τα παιχνίδια σου
και ύφος παίρνουν απειλητικό!

Κοιμήσου. Το μικρό λυκόπουλο
που ήρθε να σε πάρει σε δάσος άλλης εποχής,
να σε πάρει στη μάνα του για να σε νανουρίσει,
να σε βυζάξει με το γάλα της
πια δεν υπάρχει… Υπάρχει μόνο
μέσα στο βάθος του κόσμου απ΄ όπου έρχεσαι,
στο βάθος του κόσμου που φέρνεις μέσα σου
και που ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Εγώ καλά τον έφραξα τον κόσμο εκείνο,
μέσα του δε θα μπεις ποτέ. Κοιμήσου
και θα δέσω πάνω σε κόκκινη κορδέλα
το λύκο που ήρθε στο δάσος να σε πάρει
και ζαχαρένιο το πρωί θα στον χαρίσω.

Κοιμήσου για να μεγαλώσεις,
να μεγαλώσει μαζί σου και ο κόσμος τούτος
που τόσο έχει μικρύνει.

 

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα
που έρχεται ν’ αναστήσει το χαμένο σπίτι,
την αυλή με το νεκρό σκύλο,
τα βράδια τα γεμάτα με θανάτους
και τις φωνές που σπάζανε
τα πιάτα και τα γυαλικά μέσα στο σπίτι.

Πονεί η μνήμη που αποζήτησε τη λήθη
οξειδωμένη σαν την παλιά λακάτη πάνω στο άδειο πηγάδι
ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και τις ξερές συκομουριές.
Τι θέλεις και τη σπρώχνεις ανελέητα
όταν μουγκρίζει σαν τροχός χρόνια ακίνητος
πάνω στον άξονά του οξειδωμένος;…

Θ’ αντλήσει το νερό που πίνεις και θυμάσαι,
το νερό που καταλάγιασαν μέσα του
τόσες και τόσες ιστορίες.
Και δεν υπάρχει πια φυγή ούτε λήθη,
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

Ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη,
μου λαχαίνει και τώρα να ψηλαφώ
με το αποστασιοποιημένο μου βλέμμα
την πόλη σου μες στην ομίχλη που σιγά σιγά
την πνίγει ως το θάνατο της λησμονιάς.

Μα τι τα θες; Ήμουνα στην πόλη σου
ένας πληβείος. Πολλά έχτισα κτίρια
─ βλέπεις και τώρα τις κορφές τους
απ΄ το γύρισμα της Δερύνειας ─
που καθόλου πια δε μου μιλούνε.

Οι αναμνήσεις μου
μηχανουργεία κι οικοδομές,
νυσταγμένα λεωφορεία και φτωχοί εργάτες
─ Τούρκοι κι Έλληνες ─
να σκληραίνουν την ψυχή τους
κάτω από την εκμετάλλευση.

Οι αναμνήσεις μου
εργολάβοι, χρηματιστές κι ιδιοκτήτες που θησαύριζαν
την πόλη εκδίδοντας
σε ντόπιους εκποιητές και ξένους εραστές.

… Τη θάλασσα, τη θάλασσα
κι αυτή την εξαντλούσαν…

Λες, γιατί να τα θυμάμαι τώρα όλα τούτα.
Μα πώς να μην τα θυμηθώ. Τέτοια που ήταν η πόλη τούτη
τη βλέπω και τώρα, σαν μην έφτανε
το μερτικό της στην καταστροφή,
ν΄ απλώνεται και να με κυνηγά;

Μιλώ, καταλαβαίνεις, για εργολάβους
χρηματιστές κι ιδιοκτήτες
που συνεχίζουνε κι εδώ
αδιάφοροι για το πού θα μας σπρώξουν οι ανέμοι.
Τέτοια που έγινε η πόλη τούτη μας ακολουθεί,
ψηφίζει ακόμα τους παλιούς εκποιητές.
και ονειρεύεται δωσίλογα παιχνίδια είτε στέμματα
με την ψυχολογία την εμπορική της ευκαιρίας.

Και λέω μια τέτοια πόλη
φωτιά να πάρω να την κάψω
τους δίκαιους προστάζοντας να πάρουνε αλλού τα μάτια τους
να λυτρωθούν κι αυτοί, κι εγώ, κι ο τόπος.

14-17 Ιανουαρίου 1983

 

ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Το νερό στον κήπο λιγοστεύει,
ξεραίνονται τα δέντρα
και μαραίνονται στον ήλιο τα λαχανικά.

Τα μαλλιά ασπρίζουν του πατέρα
κι η μάνα τους θανάτους μετρά του χρόνου
που ήτανε πολλοί.
Τα χείλη της δαγκώνει η σιωπή
και βάφει το ηλιοκαμένο μάγουλο της
και το μαύρο της τσεμπέρι.

Δεν έμεινε νερό, δεν έμειναν τα δέντρα,
πήγε κι ο κήπος… Το καλοκαίρι γυμνό
καίει το σώμα του μέσα στους κάμπους,
καίει τις πέτρες και το αίμα
που στεγνώνει πάνω στη γη,
καίει τα άγουρα σώματα
τούτων των πρόωρων νεκρών…

 

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ

Κάτω απ’ τους λόφους του Αλασσού
όπου έσπερνε ο πατέρας, μες στις πέτρες
θαμμένη αρχαία πόλη. Και που δεν είναι
θαμμένη μια πόλη! Στη θάλασσα
όπου κατεβαίνουμε τις Κυριακές
για να ξεπλύνουμε την πόλη μιας βδομάδας,
στον κάμπο που καρβούνιασε
κάτω από το σαραντάβαθμο αυγουστιάτικο λιοπύρι
και μας άφησε διψασμένους;
Στους κάμπους της προσφυγιάς,
στα ξένα, μες στον καημό του γυρισμού;

Παντού μια πόλη είναι θαμμένη.
Και πέφτουνε ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,
ανοίγουνε ποτάμια και αποκαλύπτουν
λέξεις, επιγραφές και χρώματα,
θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,
φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.

 

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε; Μην έπιασε φωτιά;

Συχνά σαν μ’ αγαπούσε βρισκότανε στα πρόθυρα,
συχνά σαν μ’ αγαπούσε έσβηνε την τελευταία στιγμή.

Κανένας δεν τον είδε. Όμως σαν βράδιασε
«εκεί είναι και ανάβει» φώναξε
«εκεί είναι και ανάβει» φωνάξαμε
κοιτάζοντας κατά τη σκλαβωμένη γη μας.

Φωτιά στο σχήμα του κυπαρισσιού,
φλόγες ξανθές, θαλασσινές, λαδιές…
Έτσι ανάβει δέκα χρόνια τώρα
και γίνεται μύθος.

1984

 

 

Μεγάλο που ήταν το Φεγγάρι  (1980)

 

α’

ΠΑΝΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Στο νότο του νησιού αραγμένα τα πανιά και καρτερούν
πότε θα φυσήξει, πότε θα φυσήξει…
Κι όλοι το ξέρουν πως οι θυσίες δεν ωφέλεσαν σε τίποτα
κι η γνώμη των δυνατών παρέμεινε αμετάκλητη.
Ποιο το όφελος τώρα να γυρέψουμε νέες θυσίες,
όταν το βλέπουμε καθαρά πως θα ‘ναι άδικες;

Κι ωστόσο, σήμερα, αύριο, ύστερα από χρόνια,
αν θα ‘ναι το μόνο που μας απομένει,
δεν θα ‘χουμε άλλη εκλογή παρά να κάνουμε
και την τελευταία θυσία.

 

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Ένα λουλούδι
που πέταξε μίσχο και άνθισε
γυρίζει κατά τη γη
τσακισμένο από το βάρος
της ίδιας του της ύπαρξης.
Θέλει ν’ αγγίξει τις ρίζες του,
να βεβαιωθεί…

Μα πού
θα βρει τις ρίζες
που χώθηκαν σε τόσο βάθος,
που σκόρπισαν σε τόσες κατευθύνσεις;

Κι όμως το ξέρει,
οι ρίζες του το τρέφουν.

Λευκωσία, Φυλάκιο Νο 3, οδός Πάφου
Αύγουστος 1974

 

ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Στη Νόνα

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός, μικρή Μήδεια.
Είναι τραχύς σαν πεδίο ηφαιστείου —
τα λουλούδια ανθίζουν πάνω στην πέτρα
και τα δέντρα ριζώνουν στην ξέρα.
Ένας δράκος κρατάει το νερό,
ένας ληστής κλείνει τους δρόμους,
ένα πουλί από σπαθιά κόβει τον ουρανό κομμάτια
κι ένας κήτος σιδερένιο κλείνει τη θάλασσα.
Δεν μπορείς να ζήσεις εδώ χωρίς αγάπη.
Δεν αρκεί η αγάπη για το παραμύθι,
τ΄ ακρογιάλια τα δαντελλωτά,
τις ανθισμένες λεμονιές, τα πορτοκάλια.
Ούτε και για τον πρίγκιπα
τον καβαλάρη της Αργώς η αγάπη,
που πατρίδες λησμονά.

Εδώ θα βρεις μονάχα τα κρανία των σοφών,
τα κόκκαλα των πολεμιστών,
τα θέατρα αδειανά και τους ναούς
απ΄ τους θεούς εγκαταλειμμένους.
Τη φωνή του ποιητή θα την ακούς
μονάχα όταν πιστεύεις
και πολύ πρέπει να πιστεύεις
για να δεις το φως,
να δεις τη λάμψη, τη γαλήνη,
την ομορφιά που μας σκλαβώνει.

Είμαστε εδώ
αχθοφόροι
και φύλακες
τούτων των καταλοίπων
του πολιτισμού.
Τσακισμένοι
απ΄ το βαρύ τους φορτίο,
με ματωμένα τα χέρια
κυρτωμένες τις πλάτες,
δεν είμαστε εμείς
της ζωής
απλοί διαβάτες.

Πώς να σου εξηγήσουμε αλλιώς,
και πώς να καταλάβεις, μικρή Μήδεια.

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός
και για να ζήσεις πρέπει πολύ ν΄ αγαπάς.
Ν΄ αγαπάς με τούτη την αγάπη την παράλογη,
τη μυστική, την ανεξήγητη —
αγάπη για την πέτρα, την ξέρα
τα ερείπια,
τα χτεσινά και τα σημερινά,
τα ερείπια που όλο πληθαίνουν,
τα κόκκαλα,
τα σύνορα που όλο μικραίνουν,
τα λάθη, τα λάθη κι όλα…
Το αποπροσανατόλισμα,
τα δάρσιμο στους βράχους,
την πιθανότητα
μιας τελικής καταστροφής…

Κι αν έτσι δεν αγαπάς
εδώ σε τούτο τον τόπο
χάθηκες κι εσύ
κι ο τόπος.

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

Ο κόσμος που αγαπήσαμε απόμεινε
ένας δρόμος σπαρμένος με πτώματα,
ένα ξερό πηγάδι με τρεις αγνώριστους νεκρούς,
μια πόρτα ανοιχτή σε μισοχαλασμένο σπίτι,
που τη χτυπά αδιάκοπα ο αγέρας,
ένας νεκρός σκύλος
με φουσκωμένη την κοιλιά του, σαν σακκί, πλάι στην εξώπορτα.

Δεν μπορούμε να το συλλογιστούμε αλλιώς
παρά μονάχα όπως τον αφήσαμε τούτο τον κόσμο

κι όλο θέλουμε να γυρίσουμε
για να βάλουμε τάξη.

 

β’

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ

Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές κουρνιάζουνε τα περιστέρια,
κουρνιάζει το κύμα στο βυθό
και μπαίνει να κρυφτεί τα βράδια ο ήλιος.
Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές
καταπλέουνε ξύλα από τσακισμένα καράβια,
καταπλέουνε κόκαλα. Αδιάφορη
-ένας κόσμος που δεν ξέρει την αρχή και το τέλος του-
στέκει η θάλασσα καθώς το φως
σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της
σαν τον πόθο μέσα στο νέο κορμί.

Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω με τούτο το φως
για την αλήθεια που γυρεύω μια ζωή
μέσα σε πολιτείες, ερείπια, άδειους ναούς,
μέσα σε άλλες θάλασσες!
θα ‘θελα να μιλήσω για όλ’ αυτά,
τα μαραμένα σώματα, τα σπασμένα κόκαλα, τα σανίδια,
για τη νιότη που όλο φεύγει χωρίς επιστροφή
και τούτη την ομορφιά που με περιζώνει
κι ωστόσο δεν μπορώ
να τη σφίξω μέσα στα χέρια μου
σαν τη ρώγα του σταφυλιού
για να στάξει ο χυμός της μέσα στην ποίησή μου…

 

ΠΕΤΡΙΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ

Αρμενία

1

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
αίμα και νερό
και πλάθει τη ζωή.

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
ήχους και χρώματα
και πλάθει την τέχνη.

Είναι τούτη η αγάπη
που γεμίζει τ’ άδεια θέατρα
που φέρνει τους θεούς
μέσα στους εγκαταλειμμένους ναούς,
τους νεκρούς
μέσα στους άδειους τάφους
και που ατέλειωτα πλαταίνει
τα σύνορα της κουρσεμένης πατρίδας.

Είναι τούτη η αγάπη
που αποκαλύπτει το φως
την ομορφιά που φανερώνει
και τη δύναμη
και που σκλαβώνει την ψυχή
σε τούτο το φανερωμένο θαύμα.

2

Θυσίες, θυσίες, θυσίες…
Κυλάει το αίμα πάνω στο βράχο,
σταυρώνει τα μέτωπα,
χαράζει τη γη,
σμίγει με το ποτάμι
από τη μυστική που κυλάει πηγή.
Κυλάει το νερό,
κυλούν οι αιώνες,
κυλάει το αίμα…
Κυλάει σαν τον ουρανό,
τις εποχές, το χόρτο,
σαν τη μοίρα.

………………………..

Κυλάει το νερό,
κυλάει το αίμα,
το θολώνει,
μετράς μπροστά
(βήματα, χρόνια)
κρυστάλλινο και πάλι
κυλάει…

3

Πέτρες, σταυρόπετρες,
με τόσους σταυρούς χαραγμένους,
όσο και νεκρούς σφαγμένους
σε διαλυμένες πολιτείες
και βρύσες με γάργαρο νερό
να πίνουνε οι περαστικοί και να θυμούνται:
«Τα χτίζω εγώ… ο μόνος επιζήσας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο μόνος εναπομείνας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο αρχηγός καινούργιας οικογένειας,
στη μνήμη…».

Κι η μνήμη,
βαριά σαν πέτρα, σαν σταυρός
κυλάει με το νερό…

Ερεβάν, Μόσχα, 1978

 

 

Αυτοβιογραφία  (1972)

 

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΦΙΔΙ

Στο φίλο Θεόδωρο Στυλιανού

Τώρα βασιλεύει στο χωριό ένα μαύρο φίδι
που έχει παλάτι του το παλιό αρχοντικό.

Τα μαύρα φίδια
μερεύουν με ψωμί σταρένιο
ή με το μαύρο το ψωμί του κριθαριού
μες στους καιρούς της φτώχειας.

Όμως τώρα, τόσο μόνο,
πιστός ακόμα φύλακας,
πιο πολύ την ερημιά τονίζει
κρατώντας την πικρή ιστορία του:

Ήτανε χρόνια πριν, τότε που στο χωριό
κατοικούσε ο τελευταίος νοικοκύρης
σε τούτο δω τ΄ αρχοντικό. Θυμάται, Σχέδιο
γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί.
Τότε συχνά μιλούσαν για φευγιό,
για τα χωράφια που δεν δίναν να τους θρέψουν,
για το παιδί και το σχολειό που θα το ‘στέλναν.

Τότε παιδί και φίδι πιάσαν φιλία μεγάλη
και κάθε βράδυ στου παιδιού μαζί
κοιμόντουσαν την κούνια αγκαλιασμένα.
Το ένα περίμενε το άλλο
και τα δυο περίμεναν το βράδυ.

Κι όταν το παιδί μπορούσε να μιλήσει
και τα ονόματα να λέει των γονιών
χαρά γεμίζοντας το σπίτι,
επίμονα μιλούσε για το φίλο του
που τον καρτέραε κάθε βράδυ.
Μα ποιος πιστεύει ένα παιδί σαν λέει:
Θα ‘ρθει το φίδι και μαζί θα κοιμηθούμε.
Ώσπου μια μέρα η μάνα βλέπει
σαν ήταν ξαπλωμένο το παιδί στην κούνια
ένα φίδι ν΄ ανεβαίνει
και το παιδί με μια κραυγή χαράς
ν΄ απλώνει τα χεράκια του,
τα δυο να σμίγουν σαν αδέρφια.

Τρόμαξε η μάνα
κι όλο το σπίτι τρόμαξε.
Να καταλάβουν τι μπορούσαν
απ΄ το παιχνίδι τούτο της ζωής;
κι όλοι μαζί , πήραν το παιδί και φύγαν.

Έτσι μονάχο του ένα φίδι
γυρίζει τα χαλάσματα.
Κοιμήθηκε χειμώνες,
ξύπνησε καλοκαίρια,
άλλαξε ντύματα πολλά και πάντα
θυμάται ένα παιδί, μια κούνια
και τη ζωή που ήταν άλλοτε
φίδι και παιδί αγκαλιασμένα.

Και το παιδί, άντρας πια,
άκουσε κάποτε σαν ένα παραμύθι
την παλιά ιστορία.
Τώρα, σαν επιστρέφει κάποτε να δει
το σπίτι, που ήταν άλλοτε το σπίτι του,
βλέπει το φίδι και τρομάζει.

 

 

ΡΩΣΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

 

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΜΠΛΟΚ

 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ
Το βράδυ πάνω απ’ τις ταβέρνες
Ο ζεστός αγέρας άγριος και πνικτικός,
Σκορπά παντού κουβέντες μεθυσμένες
Άνεμος της σήψης ανοιξιάτικος.

Πιο πέρα, σε δρομάκια που η σκόνη τα γεμίζει,
Πάνω απ’ την πλήξη σπιτιών εξοχικών,
Το κουλούρι στο ψωμάδικο μόλις χρυσίζει
Κι ακούγεται το κλάμα των παιδιών.

Και κάθε βράδυ πάνω στις γραμμές των τρένων,
Φορώντας τα καπέλα τους στραβά,
Γυναικάδες περπατούν με ύφος ερωτευμένων
Γυναίκες κρατώντας αγκαλιά.

Πάνω από τη λίμνη τρίζουν τα κουπιά
Και μια γυναίκα μακριά στριγκλίζει.
Στον ουρανό συνηθισμένοι σε όλα αυτά
Και το φεγγάρι δίχως νόημα στριφογυρίζει.

Και κάθε βράδυ ο φίλος μου ο μοναδικός
Μες στο ποτήρι μου είναι καθισμένος.
Απ’ το μυστήριο υγρό είναι κι αυτός
Όπως κι εγώ, σκλάβος και ζαλισμένος.

Στα τραπεζάκια τα διπλανά
Στέκουν οι σερβιτόροι και νυστάζουν
Κι οι μεθυσμένοι με μάτια μισάνοιχτα
«In vino veritas» φωνάζουν.

Και κάθε βράδυ, σε ώρα τακτική,
(Ή μήπως τ’ ονειρεύομαι κάθε φορά;)
Στα μετάξια τυλιγμένη, με λαμπρό κορμί,
Απ το θαμπό παράθυρο περνά.

Μέσ’ απ’ τους μεθυσμένους αργοδιαβαίνοντας,
Πάντα με δίχως συνοδούς, μονάχη
Κι αρώματα και δρόσους αναδίνοντας
Στου παραθύρου κάθεται την άκρη.

Κι αναδίνουν μύθους αρχαίους
Τα μετάξια της τα στητά,
Το καπέλο με τα φτερά του πάθους,
Τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα τα λεπτά.

Απ’ την παράξενη ομορφιά της μαγεμένος
Πίσω απ’ το δίχτυ κοιτώ το σκοτεινό·
Σε μαγεμένη όχθη βρίσκομαι χαμένος,
Σε μαγεμένο πλανιέμαι ωκεανό.

Μυστικά μου αποκαλύφθηκαν κρυφά,
Τον ήλιο του κάποιος μου έχει δώσει
Κι ως της ψυχής μου τα σωθικά
Η στυφάδα του κρασιού έχει απλώσει.

Φτερά στρουθοκαμήλου γέρνοντας
Μες στο κεφάλι μου κουνιούνται
Και μάτια γαλανά, στο βάθος φεύγοντας,
Σε όχθες μακρινές πλανιούνται.

Θησαυρό έχω στην ψυχή κρυμμένο
Κι έχω εγώ μονάχα το κλειδί!
Έχεις δίκιο, τέρας μεθυσμένο,
Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο κρασί.

24 Απριλίου, 1906, Οξιόρκι

 

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

 

Αϋπνία. Όμηρος. Τεντωμένα τα πανιά.
Τον κατάλογο των καραβιών διάβασα ως τη μέση:
Τούτη η μακρά ουρά, τούτο το τρένο γερανών
Που πέρασε κάποτε πάνω απ’ την Ελλάδα…

Όπως το «νι» που σχηματίζει σμάρι γερανών σε ξένα σύνορα,
Θεϊκός αφρός στις κεφαλές των βασιλιάδων —
Πλέγετε για πού; Με δίχως την Ελένη
Η Τροία τι θα ‘ταν για σας, άντρες Αχαιοί;

Κι η θάλασσα κι ο Όμηρος — όλα κινούνται απ΄ την αγάπη.
Ποιος θα μ’ ακούσει; Ο Όμηρος σιωπά
Μαγεμένη, όλο βουίζει η Μαύρη Θάλασσα
Και με βρόντο βαρύ πλησιάζει το προσκέφαλό μου.

1915

 

ΒΕΛΙΜΙΡ ΧΛΕΠΝΙΚΟΒ

 

ΘΑΜΝΟΤΟΠΟΙ
Στους θαμνότοπους ακούγονταν ήχοι
Κουδούνιζε και μούγκριζε το δάσος
Ώστε
Ο κυνηγός το ζώο να πετύχει.
Γιατί με τόσο κόπο το ελάφι, το ελάφι
Στα κέρατά του μεταφέρει την αγάπη;
Στο μηρό βυθίστηκε του βέλους ο χαλκός,
Αλάθευτος στάθηκε ο υπολογισμός.
Τώρα τα πόδια του στη γη θα τσακιστούνε,
Το θάνατό του θα προαισθανθεί
Και τα’ άλογα φλύαρα θα πούνε:
«Παλικάρια άδικα δεν κουβαλούμε!»
Άδικα με των κινήσεών του τη χάρη προσπαθεί
Και του προσώπου του την κάπως κοριτσίστικη ομορφιά
Απ’ τους διώχτες του λύτρωση να βρει
που με τ’ ακόντια κυνηγούνε το φυγά.
Το χνώτο των αλόγων όλο και πιο κοντά,
Όλο κρεμάζονται τα κέρατα πιο χαμηλά,
Του τόξου το τρέμουλο ακούγεται πιο συχνά
Και δεν έχει, δεν έχει σωτηρία καμιά.
Μα ξαφνικά απ το σβέρκο του προβάλλει χαίτη
Και κοφτερά σαγόνια δείχνει λιονταρίσια.
Μ΄ άγρια νύχια παίζοντας τους άγγιξε με τρόπο.
Χωρίς διαμαρτυρίες και φωνές περίσσιες
Στα φέρετρά τους ξάπλωσαν μονάχοι
Ενώ αυτό στεκότανε μ ανάστημα αφέντη —
Γύρω φαινόντουσαν να σέρνονται οι σκλάβοι.

1910

 

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ»

Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –
το βλέπω καθαρά,
καθαρά καθώς παραίσθηση
τόσο
που μου φαίνεται –
από τη ρίμα τούτη να γλυτώσω
και θα τρέξω
πάνω στο στίχο
σε καταπληκτική ζωή.
Εγώ τάχα θα ρωτώ –
είναι τούτο;
είναι κείνο;!
Βλέπω,
βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.
Αγέρας στον αγέρα,
όπως πέτρα σε πέτρα,
απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη
λάμποντας
υψώνεται αιώνες
το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.

Να τον,
πλατυμέτωπος,
ήρεμος χημικός
πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.
Στο βιβλίο —
«Όλη η γη» —
ψάχνει για όνομα.
Αιώνας εικοστός
Ποιον ν΄ αναστήσει;
– Ο Μαγιακόφσκι εδώ…
Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες, —
δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής –
Φωνάζω εγώ
από τούτη να
τούτη τη σελίδα.
— Μη γυρίζεις τις σελίδες!
Ανάστησε εμένα!
…………………………………………………………………….

Ανάστησέ με
τουλάχιστον γιατί
εγώ
ποιητής
σε πρόσμενα
παραμερίζοντας της καθεμέρας τη ρουτίνα!

1923

 

ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ

* * *

Εδώ το αίνιγμα το μυστικό του νύχι έχει ρίξει.
— Είναι αργά, όμως θα κοιμηθώ, παρά το φως αυτό να μελετώ.
Κι όσο θα κοιμούμαι, την αγαπημένη μου ν’ αγγίξει
Κανένας δεν μπορεί, ούτε και ν΄ αγκαλιάσει όπως εγώ.

Πώς σ’ άγγιζα! Ακόμα και των χειλιών μου ο χαλκός
Σ΄ άγγιζε έτσι, όπως την αίθουσα αγγίζει η τραγωδία.
Ήταν σαν καλοκαίρι το φιλί μου, κυλούσε αργός ρυθμός
Και μόνο ύστερα από ώρα πολλή ξέσπασε η καταιγίδα.

Έπινα σαν τα πουλιά, μέχρι που τις αισθήσεις μου έχανα.
Απ’ το λαιμό στον οισοφάγο αργά κυλούσανε τ΄ αστέρια,
Τρομαγμένα τ΄ αηδόνια τα μάτια τους έπαιρναν,
Σταγόνα – σταγόνα νιώθοντας του θόλου τα σκοτάδια.

1918

 

ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΕΣΕΝΙΝ

* * *

Αύριο ξύπνα με νωρίς,
Υπομονετική μου μάνα!
Φίλος ακριβός θα ΄ρθει
Από μακριά κοντά μας.

Στο δάσος είδα στο φως της μέρας
Τα σημάδια πλατιών τροχών.
Κάτω απ΄ τα σύννεφα ο αγέρας
Το χρυσό του σφυρίζει αυλό.

Αύριο την αυγή θα ορίσει
Με το καπέλο σκύβοντας κάτω απ’ το θάμνο
Και τ’ άλογο παίζοντας θα κουνήσει
Την ουρά του πάνω απ’ τον κάμπο.

Ξύπνα με αύριο νωρίς,
Φώτισε την καλύβα τη φτωχή.
Σύντομα λένε θα με δεις
Μεγάλο Ρώσο ποιητή.

Θα τραγουδήσω εσένα και τον ξένο,
Την καλύβα μας, το φούρνο, τη φοράδα
Και με τα τραγούδια μου θα ρέει μυρωμένο
Το γάλα από την ξανθή σου αγελάδα.

1917

 

ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Γιορτάζαμε σαν των Θεοφανείων τη γιορτή
Των ραντεβού μας την κάθε μια στιγμή,
Μόνοι σ’ όλο τον κόσμο. Ήσουν πιο δυνατή
Κι ανάλαφρη από φτερό πουλιού,
Πάνω στη σκάλα, σαν τρελή,
Έτρεχες κι οδηγούσες με χαρά
Μέσ’ από την υγρή την πασχαλιά
Στην άλλη άκρη του καθρέφτη.

Σαν ήρθε η νύχτα ήτανε για με χαρά
Δοσμένη. Οι πύλες ανοιχτές του ιερού
Και στο σκοτάδι φώτιζε απαλά
Η γύμνια κι έσκυβε σιγαλά.
Και ξυπνώντας – «ας είσαι ευλογημένη!»–
Είπα κι ήξερα ότι η ευλογία τούτη
Παράτολμη ήταν. Κοιμόσουν κι απ’ τα βλέφαρα
Του σύμπαντος του γαλανού αγγιγμένη
Απλωνότανε σε σένα απ΄ το τραπέζι η πασχαλιά
Και τα γαλαζοταραγμένα βλέφαρα ήσυχα ήταν
Και ζεστό το χέρι απλωνότανε απαλά.

Μέσα στο κρύσταλλο χτυπούσαν τα ποτάμια,
Κάπνιζαν τα βουνά, αχνόφεγγαν οι θάλασσες
Κι εσύ κρατούσες την υδρόγειο στην παλάμη
Κρυσταλλένια και κοιμόσουνα στο θρόνο
Και Θεέ μου – ήσουνα δικιά μου.

Ξύπνησες εσύ και μεταμόρφωσες
Τ΄ ανθρώπινο λεξιλόγιο το καθημερινό
Κι ο λόγος παντοδύναμος ορθώθηκε.
Μίλησες κι η λέξη «εσύ» πλάτυνε
Και νέο νόημα πήρε: «βασιλιά».

Όλα στον κόσμο μεταβλήθηκαν, ακόμη
Πράγματα καθημερινά – λεκάνη, βάζο, – όταν
Στεκότανε ανάμεσά μας σαν φρουρός
Σκληρό σαν μέταλλο απλωμένο το νερό.

Τραβούσαμε στ΄ άγνωστο αντάμα.
Μπροστά μας παραμέριζαν, καθώς οφθαλμαπάτες
Πόλεις χτισμένες μ΄ ένα θαύμα,
Το χόρτο έγερνε στα πόδια μας
Και τα πουλιά ακολουθούσανε στο δρόμο μας
Και στα μάτια μας μπροστά γύριζε ο ουρανός…

΄Οταν η μοίρα σαν τρελή μας ακολουθούσε
Στα χέρια της κρατώντας το ξυράφι.

 

ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΕΣΕΝΣΚΙ

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΡΛΙΝ ΜΟΝΡΟΕ

Είμαι η Μέρλιν, η Μέρλιν.
Είμαι ηρωίδα
της αυτοκτονίας και της ηρωίνης.
Οι δάλιες μου για ποιον να καίνε;
Τα τηλέφωνά με ποιον μιλούν;
Στο ιματοφυλάκιο ποιος θορυβεί;

Αβάσταχτο,

αβάσταχτο, να μην ερωτευτείς,
αβάσταχτο, στις αγριόλευκες να μη χωθείς,
η αυτοκτονία αβάσταχτη,
μα πιο αβάσταχτη
η ζωή!

Ξεπουλήματα.. Μούτρα. Σαν πουλάρι χλιμιντρίζει ο διευθυντής..
(Θυμούμαι τη Μέρλιν,
την κοιτούσαν τ’ αυτοκίνητα.
Πάνω στην εκατοντάμετρη οθόνη,
στο βιβλικό ουρανό,
μέσα στην αφθονία των αστεριών,
πάνω από τη στέππα των μικρών ρεκλάμων
ανάπνεε η Μέρλιν,
την αγαπούσαν…
Εξαντλούνται, φεύγουν τ’ αυτοκίνητα.
(Αβάσταχτο),
αβάσταχτο
με το πρόσωπο στο κάθισμα με τη σκυλίσια μυρωδιά.
Αβάσταχτο
όταν είναι με τη βία
και με τη θέλησή σου – πιο αβάσταχτο!

Αβάσταχτο να ζεις δίχως να σκέφτεσαι,
πιο αβάσταχτο να εμβαθύνεις.
Πού είναι η πίστη μας; Μας ξεγέλασαν,
Η ύπαρξη είναι – αυτοκτονία,
αυτοκτονία να πολεμάς με τη βρομιά,
αυτοκτονία να συμφιλιωθείς μαζί της,
αβάσταχτο, να ΄σαι χωρίς ταλέντο,
μα όταν έχεις ταλέντο – πιο αβάσταχτο.

Σκοτωνόμαστε να κάνουμε καριέρα,
λεφτά, ηλιοκαμένες ερωμένες…
Είμαστε ηθοποιοί
και δε θα ζήσουμε με τους απογόνους
κι οι σκηνοθέτες – όλοι καθάρματα.

Πνίγουμε τους αγαπημένους μας στις αγκαλιές μας
και αποτυπώνονται τα μαξιλάρια στα νεανικά τους πρόσωπα
καθώς σημάδια από λάστιχα τροχών,
αβάσταχτο,

αχ, γιατί γεννούν οι μάνες•
Το ‘ξερε η μάνα μου πως θα με λιώναν.

Ω, ο αέρας του κινηματοαστέρα
Είναι αδύνατη η απομόνωση
στο μετρό,
στο τρόλεϊ,
στο κατάστημα –
«Γεια σας, είστε εσείς!» – και κοιτούν αποχαυνωμένοι.

Αβάσταχτο όταν είμαστε γυμνοί
σ΄ όλες τις αφίσες, σ’ όλες τις εφημερίδες
κι όταν ξεχνώντας
πως έχεις καρδιά
σε κάνουν περιτύλιγμα για ρέγγες,

τσαλακώνεται το πρόσωπο,
σχίζονται τα μάτια…
(Πόσο σκληρό να θυμάσαι στη «Γαλλική Ομπσέρβερ»
τη φωτογραφία σου με πρόσωπο
όλο αυτοσιγουριά
στην άλλη πλευρά της νεκρής Μέρλιν!).

Ο παραγωγός φωνάζει, τρώγοντας ένα γλύκισμα:
«Είστε χάρμα,
έχετε ένα μέτωπο σα χάντρα»!
Μα ξέρετε μήπως τι μυρίζει η χάντρα!
Αυτοκτονία!

Αυτόχειρες – μηχανόβιοι φοβεροί,
αυτόχειρες τρέχουν να σκοτωθούν ,
από τις λάμψεις των φλας χλωμοί οι υπουργοί, –
αυτόχειρες,
αυτόχειρες
προχωρεί η παγκόσμια Χιροσίμα,
αβάσταχτο,
αβάσταχτο όλο να καρτεράς,
για να ‘ρθει,
κι ακόμα –
ανεξήγητα αβάσταχτη
στα χέρια της βενζίνης η βρόμα!

αβάσταχτα
λάμπουν στο γαλάζιο ακέραια
τα πορτοκάλια σου τα’ αποχαιρετιστήρια…

Είμαι γυναίκα αδύναμη. Θ΄ αλλάξω μήπως;
Καλύτερα τώρα – τώρα αμέσως!

1963

 

ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΕΒΤΟΥΣΙΕΝΚΟ

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΙΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ

Είπε μια ηθοποιός του Μπρόντγουεϊ
καταρρέοντας, σαν την αρχαία Τροία:
«Δεν υπάρχει ρόλος!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος, που να δώσω την ψυχή μου!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος,
που να χύσω όλα τα δάκρυά μου!
Παρά τέτοια ζωή καλύτερα
να χαθείς σ΄ άγονη γη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Το Μπρόντγουεϊ τρέμει σαν καπέλο στο κεφάλι του κλέφτη…
Δεν υπάρχει ρόλος,
δεν υπάρχει ρόλος
ανάμεσα σ΄ εκατοντάδες ρόλους.
Πνιγόμαστε με δίχως ρόλους…
Δεν υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς!
Κι οι κλασικοί ιδροκοπούν
καθώς ναυαγοσώστες.
Μα τι ξέραν εκείνοι
για τη Χιροσίμα,
για τους θανάτους αθώων,
τους δικούς μας πόνους.
Μήπως όλα αυτά δε θέλουν έκφραση;
Δεν υπάρχουν ρόλοι.
Δίχως ρόλο —
είσαι σάμπως δίχως πυξίδα.
Ξέρεις πόσο είναι τρομερό το φως
όταν μαζεύεται μέσα σου
ολοένα
και διέξοδος δεν υπάρχει.
Ορίστε – τουρνέ.
Ορίστε – ανέσεις.
Οι ρόλοι πιασμένοι
και πετάνε ρολάκια.
Πίνω…
Το ξέρω πως είναι ανώφελο.
Μα τι να κάνω,
με δίχως κοινό, με δίχως ρόλο!
Πίνει κάπου ο εργάτης
μέσα απ’ το θαμπό ποτήρι…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Πίνει ο γεωργός,
στενάζοντας από αδυναμία και πόνο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι το μαχαίρωσαν οι φίλοι του
από πλήξη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Σιωπώντας για κτηνώδεις φόνους,
παθιασμένα φωνάζει κάποιος στο διαιτητή
μα πού;
στο ποδόσφαιρο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Δίχως ρόλο η ζωή είναι φθορά και μόνο.
Είμαστε όλοι διάνοιες μέσα στη μήτρα,
όμως πεθαίνουν τόσες ιδιοφυΐες
στην ανυπαρξία ρόλου.
Δε ζητώ το αίμα κανενός –
ένα ρόλο
μόνο
ζητώ»!

1967

 

ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

 

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ

Τηλέμαχέ μου,
ο Τρωικός πόλεμος
τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.
Θα πρέπει να ‘ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς
αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…
Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα
ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,
σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί
χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο..
Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,
τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρώμικο νησί,
θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,
πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,
χόρτα και πέτρες… Γλυκέ Τηλέμαχε,
όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους
όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό
αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,
το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει
κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.
Δε θυμάμαι,, πώς τέλειωσε ο πόλεμος
και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμούμαι.

Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.
Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.
Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί
που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.
Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.
Όμως μπορεί και να ‘χε δίκιο. Χωρίς εμένα
από τα Οιδιπόδεια πάθη γλύτωσες,
κι είναι, Τηλέμαχέ μου, αθώα τα όνειρά σου.

1972

 

ΣΥΓXΡΟΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

ΜΕΧΜΕΤ ΚΑΝΣΟΥ

 

VERUM DICERE
(Να λες την αλήθεια)
Όταν προφέρω τ’ όνομά σου,
απαντώντας στην ερώτηση κάποιου αγνώστου,
μια παρατεταμένη σιωπή παίρνει μορφή.

Σ΄ αυτό το διάστημα το ποίημα αρχίζει
να σαλεύει, ύστερα μετατρέπεται σε λέξεις
ή, τίποτε.

Από τη σκιά που έπεφτε πίσω μου
μια σταθερή φωνή ψιθύρισε : «κι εγώ
το ίδιο σκέφτομαι όπως κι εσύ».

Καθώς περπατούσαμε πλάι πλάι
είπε και πάλι: «Εγώ δεν είμαι η σκιά σου,
επιστρέφω εδώ κάθε φορά που ακούω τ’ όνομά μου
για να ξεφύγω απ’ τη σιωπή».

 

ΦΙΚΡΕΤ ΝΤΕΜΙΡΑΓ

 

ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΒΗΜΑΤΑ ΧΟΡΟΥ
Στις άκριες δύο διασταυρωνόμενων ουράνιων τόξων
Ανγκόνα! Θελέτρα! Κάτω πέτρα! Διόριγος!
Το φως έπεφτε απάνω τους κάποτε άγιο κάποτε σκληρό.
Τα πατήματά μου στο χώμα τους: Μπάτα, μπότες, Αντίντας.
Τα μυστικά της ζωής μου είναι τα χαμένα μου πνεύμα που
περιπλανιούνται τριγύρω.
Βρίσκομαι σε τόπο όπου η ελονοσία της βαρβαρότητας απλώνεται,
πεθαίνω μα δεν μπορώ να γίνω το ίδιο σκληρός,
ό, τι κουβαλώ μαζί μου είναι η χαμένη μου μνήμη.

Περπατώ πάνω στη γη με βήματα χορού
σάμπως πάνω στα κλειδοκύμβαλα του πιάνου,
Θέλω να φυτέψω ποιήματα να στεγνώσω τα έλη,
φτερωτούς ρυθμούς να ελευθερώσω απ’ τις χορδές της ψυχής μου,
να βρω το χαμένο μου όνομα να το φορέσω
καθώς στέμμα στο κεφάλι μου και να βαδίσω
ενάντια σ’ αυτούς που με σκλάβωσαν και με παρέδωσαν σκλάβο.

Δε θέλω να βαραίνουν την ψυχή μου οι πληγές του σταυρού
ή της ημισελήνου.
Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φορτωμένος
με τις πληγές της Αγάπης και της Ποίησης.
Κι όταν το αίμα μου χυθεί
να κυλήσει με τους ήχους της λύρας
και να τρέξει στο ιερό της Αγάπης και της Ποίησης.
Μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά και τα γεράνια μου
να κοιτάζω τις νύχτες του καλοκαιριού το δικό μου αστέρι
με την ευχή ως άνθρωπος να μεγαλώσω.

Της ειρήνης το αστέρι και της αγάπης να λάμπει στον ουρανό.

 

ΖΕΚΙ ΑΛΙ

 

ΘΑΛΑΣΣΑ
Είμαι εδώ,
γαλάζιος σα θάλασσα
μες στην παλίρροια της.
Ξέρω πως δε με ξέχασες,
πως έχεις υποχρεώσεις
για την ευτυχία άλλων ανθρώπων.

Εδώ στη σκοτεινή άμμο
τα βήματα του χρόνου
δε φαίνονται, όμως τα αισθάνεσαι.
Κάτω απ’ τα γυμνά μου πόδια ένα τοπίο
που βυθίζεται στη μνήμη
χιλιάδων εκλείψεων του φεγγαριού.

Ένα βογκητό κατηφορίζει απ’ το βουνό,
ίσως μια λύρα μακρινή να συναντά μια ανθρώπινη φωνή,
είτε ένα μοναχικό αγριοκάτσικο, που ξέμεινε
κατά τις μέρες του άγριου κυνηγητού.
Ο ήχος ανεβαίνει και κατεβαίνει
στην παλίρροια και την άμπωτη της σκοτεινής θάλασσας,
σκοτεινής σαν το αποχαιρετιστήριο άγγιγμά σου,
τα χέρια σου που παίζουν μια αόρατη λύρα
με λεπτές κινήσεις αποχαιρετισμού, κρύβοντας κάθε απολογία.
Τώρα τα κοχύλια είναι άδεια,
η Αφροδίτη είναι κλειδωμένη σ’ ένα μουσείο
κάτω από άδεια βλέμματα
χωρίς εμάς.

Ξέρω πως δε με ξέχασες,
ξέρω πως οι μέρες της ευτυχίας σου πληρώνονται
απ’ όλους εκείνους που μαγεύεις με τη χάρη σου.
Έχω άσπρες πέτρες μες στην τσέπη μου
που προσπαθούν τη μοναξιά μου ν΄ απαλύνουν
συνομιλώντας μεταξύ τους.
Η σκιά μου μού λέει
πως εγώ είμαι ο πιο πραγματικός
απ’ όλα τα φαντάσματα τις ακροθαλασσιάς.

Όμως δε θα μπορούσα να γίνω τόσο πραγματικός
ώστε να σε συναντήσω ξανά, αντί να ονειρεύομαι.

Είμαι εδώ,
να με καθοδηγεί το αστέρι του βορρά,
απογυμνωμένος απ’ όλα μου τα υπάρχοντα.
Είμαι εδώ
πιο γαλάζιος κι απ’ τη θάλασσα.
Κάποτε ήμουν φίλος του Διόνυσου,
τώρα
δεν μπορώ να μεθύσω δίχως εσέ στην αγκαλιά μου.

Αύγουστος 2003

 

ΜΕΧΜΕΤ ΓΙΑΣΙΝ

 

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Όταν βγήκαμε απ’ το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τη χώρα,
είχαν αλλάξει οι ήχοι και τα χρώματα,
τα ονόματα των δρόμων και των χωριών.
Πώς θα βρούμε τώρα το σπίτι μας;
Όπου περπατήσουμε είναι αδιέξοδος δρόμος
κομμένος με οδοφράγματα.

Αρχίσαμε ν’ αναζητούμε γνωστά σημεία:
Το σχολείο βρισκόταν στη γωνιά… δίπλα στο μπαρ «Ατλαντίς»…
μετά τους τρεις μεγάλους πεύκους…
Στρατόπεδο χτίστηκε στη γωνιά, τα δέντρα είναι καμένα,
θα πρέπει να ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα
ούτε σημάδι της δεν βρίσκεται.

Μας έδωσαν άλλα σπίτια με τα πτώματά τους,
ήμασταν αρκούδες που γυρεύαμε κρύπτη για τη χειμέρια νάρκη,
με νέες ταυτότητες, νέα πιστοποιητικά γεννήσεως.
Συνεχίζαμε να λέμε «εμείς» – αλλά ποιοι «εμείς»;
Αν χαρακτηριζόμαστε μόνο ως το αντίθετο των… γειτόνων μας
υπήρξαμε, μήπως, πότε;

Σάμπως να βρισκόμαστε σε ταξίδι στην Ανατολή
τρέχουμε στο λιμάνι με τη φωτογραφική μας,
οι κάτοικοι μας πλησιάζουν,
τους φωνάζουμε «εσείς»
προσποιούμενοι πως αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας.
Μα όταν πετούμε τα κράνη των στρατιωτών μας είμαστε γυμνοί.
Σηκώνω το τηλέφωνο ενός σπιτιού εγκαταλειμμένου στον πόλεμο,
-Κανείς δεν απαντά, μήπως είναι όλοι νεκροί;-
Μήπως εγώ μόνος επέζησα απ’ αυτόν τον όχλο;
Οι γέροντες βρίσκουν παράξενους
αυτούς που μπαίνουν στις γραμμές των στίχων μου,
όπως ξεχασμένες επιγραφές σε παλιά ταφόπετρα.

Σε τέτοια καταστροφή μόνο η θάλασσα ίσως να δίνει ελπίδα.
Μέσα μου ακούω συνέχεια μια φωνή:
-Ποτέ δεν θα εξαλειφθούν οι Κύπριοι
από τούτο τον κήπο που ανθίζουν οι πορτοκαλιές.
Εμείς και η πατρίδα μας αναζητούμε τον εαυτό μας κι ένα διαβατήριο
για να περάσουμε τις πύλες του κόσμου.

Λευκωσία, 1984

 

ΝΕΣΙΕ ΓΙΑΣΙΝ

 

Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
τα λόγια σου κούρνιασαν στο στήθος μου
σαν το πουλί στο κλαδί του
(πίσω σου έκλεισα το παράθυρό μου).

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
το είδωλό του κολυμπά μες στο νερό,
το φιλί του πέταξε μακριά,
μέσα στον ύπνο μείνανε τα φώτα του.

Το ποτήρι του κρασιού γεμάτο αίμα
χύθηκε ανάμεσά μας,
αγκαλιαστήκαμε
τα ανάκατα μαλλιά μας πήρανε φωτιά,
στο νόμο υποκύψαμε της σάρκας.

Θρύψαλα έγινε ο γυάλινος έρωτάς μας,
η βασίλισσα των άγριων λουλουδιών
μάταια περίμενε το τηλεφώνημά σου.
Τα πλήκτρα έγραψαν στη γραφομηχανή:
«Ο έρωτας λερώθηκε», τελεία.

Τη νύχτα εκείνοι ξαγρυπνήσαμε κι οι δυο,
οι νεκροθάφτες πήρανε την πληρωμή τους,
φορτώθηκαν το φέρετρο του έρωτα
και η νεκρώσιμη πομπή ξεκίνησε με δάκρυα.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας
καιγότανε σαν το φιλί,
σαν τέλειωσαν τα λόγια έσβησε στα μάτια.

Με τα σώματά μας ματωμένα
συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα,
όσο διαρκούσε η μουσική
κρατούσε και το πάθος
(ή μήπως ήτανε ψέμα κι αυτό;).

Το πρωί χτύπησε την πόρτα η σιωπή,
είπες πως δε θα ξανάρθεις πια.
Έσβησα τα φώτα
και ολόκληρη βυθίστηκα στη μοναξιά μου.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας.

Το μυστικό μου φύλαξε
καθρέφτη της ψυχής μου!
Και μην κλαις!

 

ΟΥΜΙΤ ΙΝΑΤΣΙ

 

ΣΕΝΑΡΙΟ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
1.
Τι ωραία χείλη, τι ωραίο στήθος!
Τι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς!
Τι λαμπερό δέρμα και τι αύρα!
Ένα παθιασμένο τσίμπημα στην κοιλιά
έκανε τα δάχτυλα μου να τεντωθούν
κι εμένα να πηδήξω στο άλλο κανάλι.

2.
Θάνατος, φωτιά, κραυγή, πληγή,
τι αποσύνθεση, τι αιμορραγία!
Κάπου κάνουν πόλεμο,
άλλοι ελπίζουν στο Θεό,
τι κατατεμαχισμός, τι πτώση!
Ένα αρχαίο σπαθί κόβει τη σάρκα μου
και η ψυχή μου τεντώνεται
και με κάνει να ριχτώ στον άλλο μου εαυτό.

3.
Από τους τοίχους των σπηλαίων στην οθόνη της TV,
από το κίτρινο δόρυ στις ατομικές βόμβες.
Τι τεράστιο και τρομερό άλμα!
Τι είναι αυτή η τρέλα της ανθρωπότητας!
Τα νεύρα μου τεντώνονται
και με κάνουν να ριχτώ μέσα στο λάκκο μου.

 

ΑΛΕΒ ΑΝΤΙΛ

 

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες
και σκέφτεσαι τι θα ‘παιρνες μαζί σου
αν έπρεπε να φύγεις
άλλη μια φορά
κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;
Ο κανόνας του πρόσφυγα:
μια βαλίτσα για τον καθένα,
δυο για την οικογένεια.
Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάριά σου,
τις φωτογραφίες;
Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;
Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.
Ίσως ένα απ’ τα περσικά χαλιά
-μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.
Τι θα διέσωζες;
Μήπως σε ταράζει ακόμη
η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία
του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα
για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,
ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών
για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά
το ηλεκτρικό ρεύμα
και η λογική του πρόσφυγα
ότι μπορεί να κατέχει στ’ αλήθεια
μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;
Όλα τα’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τα’ άλλα πρέπει να τα’ αφήσεις πίσω.

1999

 

ΓΚΟYΡ ΓΚΕΝΤΣ

 

ΟΧΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΝΕΡΟ

Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί
απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.
Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες
κι απομεινάρια κατακτητικών πολιτισμών.
Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε
ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ΄ τα πόδια μας.

Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο
κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,
είναι το νερό.

Η κάψα λιώνει ακόμη και τις πέτρες
που κυλούνε μες στη θάλασσα.
Η ερωτική εισβολή ξένων γλωσσών
έκαψε τα χείλη μας σαν λιωμένος χαλκός.

Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό
παρακαλώ μη γράφετε άλλο
φυτέψτε ένα δέντρο
φυτέψτε νερό.

 

ΖΕΝΑΝ ΣΕΛΤΣΟΥΚ

 

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Είμαι ένα δέντρο, μια φοινικιά
σ’ ένα νεκροταφείο της Μεσαριάς.
Στη σκιά μου είναι θαμμένοι πολλοί πολιτισμοί
τα κόκαλά τους είναι οι ρίζες μου.

Με πλοία που τα κωπηλατούσαν σαράντα σκλάβοι σγουρομάλληδες
με ‘φέρανε απ’ την Αίγυπτο.
Με βάφτισε ένας Έλληνας με σκουλαρίκι,
μου έκανε περιτομή ένας Οθωμανός μπαρμπέρης,
παιδεραστής. Τις άνοιξες στην Αφροδίτη,
τους χειμώνες στο Ζήνωνα μαθήτευσα.

Μπορεί να μην το έχετε καταλάβει
εγώ ήμουν το μοντέλο για τους Λουζινιανούς αρχιτέκτονες.
Μια κληρονομιά από Βενετούς εμπόρους.
είναι αυτή η χαριτωμένη γλώσσα που μιλώ, που αναζητά απόλαυση
Βυζαντινό-Ρωμαϊκή… Μια εφεύρεση των Βρετανών.

Αυτό είναι το σύνδρομο της διαθλασμένης μου προσωπικότητας
που προβάλλω. Από καιρού εις καιρόν
λογαριάζοντας τον εαυτό μου για άνθρωπο, που ψεύδεται πιο πολύ
όταν τον γλείφουν. Οι παράνοιές μου
ένας ζουρλομανδύας ραμμένος από ρούχο σημαίας
made in Greece, made in Turkey:

Βλέπω πόλεμο όταν κοιτάζω το νερό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΛΕΣΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη
Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας

Στις καλύτερές του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της τον προστατεύει και του εκμαιεύει έναν απλό και ουσιαστικό λόγο, με ανάλογα θετικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πάς.
Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.
Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.
Χτυπούν…Χτυπά κι ο ήλιος
της παγωμένης γης την κρούστα,
χτυπά και το νερό
βαθιά μέσα στις φλέβες της…
Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!
Μέσ’ από δρόμους θα σε παν
από καιρό κλειστούς,
μέσ’ από πόρτες σκοτεινές θα σε περάσουν.
Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι…

«Κραυγή γυναίκας» ( Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι )

Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, κι η γλωσσική τους επιφάνεια είναι σχεδόν συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης- και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριον είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα υποπέσει στο λάθος, να προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους – αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές- και να παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του. Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως έναν αυτοτελή, δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεχτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο, έχοντας όπλα του την αυθεντικότητα, μα και την ανεξάντλητη αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.

Ας δούμε τώρα ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:

Ο ποιητής πάντα γυρίζει.
Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ’ τους πάγους,
την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται
πλατιά μέσα στους κάμπους…
Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,
τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη…

Ο ποιητής πάντα γυρίζει
κι όπου συναντήσει ένα παιδί
ξαναγεννιέται.

«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)

Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της άρτιας μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε, στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων, μια εντυπωσιακά λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.

Το επόμενο ποίημα, με τον τίτλο « Νανούρισμα », κράτησα για χρόνια στη μνήμη. Όχι πως το αποστήθισα, θυμάμαι εκτός βιβλίου μόνο τους δυο πρώτους στίχους: «Ωχ και νά’ ξερα ποιος φέρνει / το κλάμα μες στον ύπνο σου ! ». Πιότερο όμως κι από αυτούς με διαπερνά η ριγηλά στοργική μελωδία τους, που τη νοιώθω να ρέει μέσα στο σώμα μου, όπως ακριβώς διαποτίζει με την έντασή της ολόκληρο το ποίημα ( ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο τρίστιχο, όπου γλιστρά ανεπαίσθητα προς ηθικοδιδακτική μεριά ).

Το κλίμα στο ποίημα που ακολουθεί είναι διαφορετικό. Τιτλοφορείται «Όταν έρχεται η ποίηση », και διακρίνεται από ένα αυστηρό λυρικό τόνο. Παρά τους εύκολα ανιχνεύσιμους Σεφερικούς απόηχους του ενδιάμεσου μέρους, το θεωρούσα ανέκαθεν ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Γιώργου Μολέσκη. Διάβασα και ξαναδιάβασα κατά καιρούς τούτο το κομμάτι, γιατί μου επιβαλλόταν με την αρχαιοπρεπή και καλοπελεκημένη δομή του. Ο πρώτος στίχος « Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα» έχει ένα υπόστρωμα τελετουργικό, που με ξεσηκώνει. Αλλά και το καταληκτικό μέρος, ακούεται σαν κομιστής του θελήματος μιας άγνωστης, σκληρής μοίρας.

…Και δεν υπάρχει πια φυγή
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

«Ο αγνοούμενος» ανήκει επίσης στις πιο άρτια δομημένες συνθέσεις. Παρά τη θεματική του επικαιρικότητα, ο τόνος του στιγμές- στιγμές φτάνει σε δραματικές εκρήξεις, με εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες και υποβλητικούς οραματικούς διαλόγους. Έτσι αρχίζει:

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε;
Μην έπιασε φωτιά;

Περαστική Άνοιξη, 1984

Επιστρέφω σ’ ένα ακόμα πολύ σύντομο ποίημα ποιητικής, που συνδυάζει εκφραστική οικονομία και πυκνό συμβολισμό:

Η σιωπή

Η σιωπή στο σπίτι του ποιητή γυρίζει
ξυπόλυτη. Στέκει πλάϊ στην καρέκλα,
δίπλα στο κρεβάτι,
μπαίνει στη κουζίνα…

Πιστή παραδουλεύτρα, σκλάβα,
όλο δουλεύει καθαρίζοντας μια λέξη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Δίνοντας τώρα ένα γρηγορότερο ρυθμό στην περιδιάβασή μου μέσα από το έργο του Γιώργου Μολέσκη, αφήνω για την ώρα κατά μέρος τον σχολιασμό μεμονωμένων τίτλων, και καταθέτω προς ανάγνωση μερικές αρκετά αξιόλογες κι αισθητικά ισοδύναμες δημιουργίες. Τα παρακάτω ποιήματα είναι ενδεικτικά μιας ώριμης γραφής. Κατορθώνονται μόνο όταν το συναίσθημα εκφραστικά τιθασσεύεται, κι η στοχαστικότητα μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση. Διαβάζουμε:

Παραισθήσεις

Οι νύχτες έχουν μια τέτοια σιωπή, μια τέτοια επιθυμία,
που είν’ έτοιμες να φέρουν πίσω τον ξενιτεμένο,
να φέρουν τον αγνοούμενο απ’ τη φυλακή ή τον τάφο.

Βήματα ακούγονται στο δρόμο,
χτύποι στην πόρτα…
Μα είναι τα δέντρα,
είναι η θάλασσα,
είναι το σκοτάδι πνιγμένο μές στη σκοτεινιά του,
είν’ ο αγέρας φιμωμένος από τη φωνή του.

Γύμνια

Από το πρώτο κι όλας βράδυ
φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.
Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε
κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,
ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

Όλοι και όλα εξισωμένα,
δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.
Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

Απολιθωμένος χρόνος

Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
σε μορφή ψωμιού, κομμένος σε πέτρινο σταυρό,
σε στάμνα από νερό κάτω απ’ το δέντρο,
όγκος από φως είτε σκοτάδι…
Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
μέσα στο λόγο μου
σε λέξεις που είναι πια κι αυτές
ψωμιά, νερό και πέτρες,
τις αγγίζω με τα δάχτυλα και ζωντανεύουν.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Στις «παραισθήσεις», η μυστηριακά προσωποποιημένη νύχτα μας αγγίζει βαθιά, με τη σφοδρή επιθυμία της να παρέμβει για την επιστροφή του αγνοούμενου από τη φυλακή ή τον τάφο. Από ένα σχεδόν ενορατικό κλίμα, στη δημιουργία του οποίου συμβάλλει η προσμονή και ο αβάσταχτος πόνος, το ποίημα μας περνά σε μια ψευδαισθησιακή εναλλαγή σκηνικού, με την ελπίδα να σηκώνει κεφάλι…Μα δεν είναι να μπει στο σπίτι κανένας, αφού πρόκειται απλά για φαντασιακό κτύπημα στην πόρτα.

Στο δεύτερο ποίημα με τον τίτλο «Γύμνια», διαχέεται ένα έντονο, καταθλιπτικό άρωμα καταστροφής και ερήμωσης, σε τόπο που απογυμνώθηκε κι ορφάνεψε από τα πιο ζωτικά του στοιχεία…Όλα τα σπίτια κι όλα τα δέντρα που μας έδεναν μαζί του, πια δεν υπάρχουν. Απόμεινε η ολόμαυρη ράχη μιας πατρίδας «κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο»- και γύρω «ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση» πια. Σε παρόμοια πιο «συμμαζεμένα» ποιήματα, ο ποιητής πετυχαίνει σχεδόν πάντα έναν πυκνό και υποβλητικό λόγο με πολλές προεκτάσεις. Κι εδώ είναι η πραγματική του επίδοση, όπου μπορεί να μας μεταδώσει στον μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή του απόσταξη.

Θα σχολιάσω όμως, για να συμπληρωθεί η τριάδα, και τον τίτλο «Απολιθωμένος χρόνος », που έχει την ίδια ποιητική με τα δυο άλλα. Πραγματεύεται την κατηγορία του χρόνου, υπαρκτή ουσιαστικά μόνο σε σχέση με την ανθρώπινη δράση. Γι’ αυτό κι ο χρόνος είναι αλληλένδετος με την παρουσία του ανθρώπου και των οικείων, κοντινών του πραγμάτων…Ενταγμένος κι απολιθωμένος στη μορφή της στάμνας, του ψωμιού, του πέτρινου σταυρού, κι άλλων τινών της βιοτικής εμπειρίας, μπορεί μέσω του λόγου να ξαναζωντανέψει ο χρόνος – και μαζί του κι οι αντίστοιχες μορφές ζωής. Ο φυσιοκεντρικός ρεαλισμός του ποιητή αναδύεται έτσι ανάγλυφος.

Αν είχα κάτι συμπερασματικό να προσθέσω μετά από τόσο δυνατά ποιήματα, είναι το εξής κριτικό συμπέρασμα : Όταν ο Γιώργος Μολέσκης εξωτερικεύει έμμεσα τον υπαρξιακό ή φιλοσοφικό στοχασμό του, συγκινεί βαθύτερα, επικοινωνεί ουσιαστικότερα και καταξιώνεται αισθητικά Εκεί αντιθέτως που αναλώνεται σε απευθείας διανοητικό προβληματισμό, όσο ευρηματικός κι αν προκύπτει, μπορεί να φαίνεται σοφός και πλούσιος σε ιδέες, συγκινησιακά εντούτοις φτωχαίνει και χάνει σε δραστικότητα. Μια τέτοια τάση θα δούμε κάπως συχνότερα σ’ ένα μέρος του κατοπινότερου έργου του…Για την ώρα όμως με σπρώχνει ήδη πιεστικά, διεκδικώντας δικαίωμα στην ανάγνωση, ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα: « Το όνειρο της Ελένης». Με τα δικά μου μέτρα είναι απ’ τα καλύτερα που έχει γράψει ο Μολέσκης. Και σ’ αυτό το συγκρατημένα τρυφερό κλίμα ευδοκιμεί ιδιαίτερα η πέννα του.

– Γιατί κλαίς, Ελένη;
– Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός
και φοβήθηκα.
– Πώς ήταν ο κακός;
– Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της )

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…
Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου,
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα του,
ο λύκος έρχεται απ’ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ’ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ’ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαίς. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

Το σπίτι και ο χρόνος, 1990

Είναι ένα εξαιρετικό ποίημα, γιατί μας παίρνει ίσαμε τις ρίζες της πρωταρχικής αθωότητας, πριν την έκπτωσή μας από τον παιδικό παράδεισο. Διανύουμε τη ζωή μας, ξοδεύοντας χρόνια σε ποικίλους περισπασμούς κι ανούσιες ρότες, για ν’ αυξηθεί μέσα μας ακόμα περισσότερο ο καημός της επιστροφής στον μαγικό κόσμο των πρώτων χρόνων…Όπου ξανασμίγει κανείς σε σφιχτή αγκαλιά με τη φύση, τα δέντρα και τα ζώα της…Όπου αγγίζεται για λίγο το αιώνιο και ξεχνιέται η θνητότητα. Γι’ αυτό μας σαγηνεύουν τα παραμύθια…Για τον ίδιο λόγο μας αρέσει κι η παρέα με τα μικρά παιδιά, επειδή νοιώθουν εκεί μέσα σαν στο σπίτι τους. Κι αν μας φωνάξουν κάποτε, πως κάτι τους στέκεται εμπόδιο, βρίσκουμε αφορμή να τρέξουμε σαν μεγάλα παιδιά να τα βοηθήσουμε. Να εξορκίσουμε τους φόβους των και να καθυστερήσουμε την έξοδό τους από την παραμυθένια φάση της ύπαρξης. Ο Γιώργος Μολέσκης ευτύχησε σε τούτο το ποίημα, να επενεργεί στη ψυχή του αναγνώστη ως εκτονωτική βαλβίδα. Παρόμοια με τη μικρή Ελένη ποθούμε να σηκώσει κι εμάς στα βελούδινα φτερά του ο ύπνος. Από κει και πέρα, όπως τόσο εύστοχα δηλώνει ο ποιητής:

Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό
στα ανοιχτά φτερά της…

Με «Το όνειρο της Ελένης», κλείνουμε δειγματολογικά ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο του πρώτου, αλλά και του Μολέσκη της μακράς ενδιάμεσης πορείας. Ήταν μια γόνιμη πορεία με θεματολογικό εύρος, συναισθηματικό βάθος και πλούτο βιωματικής ουσίας Υπήρξε μια αληθινή στράτευσή του στον μαγικό κόσμο της ποίησης, τον οποίο κι υπηρέτησε πιστά και χωρίς διακοπή. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των βιβλίων του, δέχεσαι την ευχάριστη αύρα μιας κρυπτο-επικής καλλιτεχνικής ανάσας, που νοιώθει να της έπεσε ο κλήρος «ν’ απολιθώσει» σε λέξεις και στίχους την πάνσεπτη και διαχρονική του τόπου τοιχογραφία. Το αισθητικό αποτέλεσμα της ποιητικής αυτής ανθοφορίας προεικάζεται σ’ ένα βαθμό κι από το εύρος της προσπάθειας. Το αναγνωρίσιμα προσωπικό του ύφος είναι αδιάσπαστο κι αφήνει παντού την αμεσότητα και ζεστασιά της σφραγίδας του. Η έμπνευσή του αντλεί από φυσικά νερά κι από στρώματα, που του είναι γνωστά και οικεία. Oρισμένες φυσικά φορές δίνεται η εντύπωση, πως του ξεφεύγει μια επαρκέστερη μορφική πύκνωση. Αυτό όμως παρατηρείται συνήθως σε αυτοβιογραφικές ή τοποκεντρικές διαχύσεις, εν αντιθέσει με άλλες ποιοτικότερες επιτεύξεις, όπου εκρέει ένας αποσταγματικός και πολυσήμαντος λόγος…Ένας λόγος περασμένος τόσο έντονα από τις ψηλές θερμοκρασίες μιας δυνατής εμπνοής, που δύσκολα αφήνει περιθώριο να διαφανεί το σκαρί της τεχνικής του. Μια καλή γεύση τέτοιων στίχων πήραμε από τα ποιήματα, που σχολιάσαμε ήδη.

Προτού όμως παρακολουθήσουμε τον Γιώργο Μολέσκη και στις πιο πρόσφατες πνευματικές και καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, δεν αντέχω ν’ αφήσω ασχολίαστο άλλο ένα πολύ καλό ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Πρόσκαιρη βροχή», από τη συλλογή Το νερό της μνήμης,1998. Ας το δούμε λοιπόν καλύτερα:

Πρόσκαιρη βροχή

Είναι φιλιά που απόμειναν μοναδικά
χαμόγελα που δεν επαναλήφθηκαν.
Η μνήμη τους ένα αόριστο χάδι στα χείλη,
ήλιος που φώτισε για μια στιγμή
κι έπαψε να ζεσταίνει. Απόμειναν
σαν τα λουλούδια που αγγίξαμε περνώντας
με τα δάχτυλά μας κι ύστερα χάθηκαν…
Ξεχνιέται η γεύση, το άρωμα,
οι γραμμές των χειλιών, το χρώμα των ματιών…
Απομένουν μόνο
το πάρκο, το παγκάκι, γυμνά κλαδιά, κίτρινα φύλλα,
όψιμα φθινοπωρινά λουλούδια, δυο περαστικοί
κι οι χοντρές στάλες από μια πρόσκαιρη βροχή.

Αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις ένα τέτοιο ποίημα. Η βασική στιχουργική γραμμή εκτυλίσσεται καίρια και επιγραμματικά, με εναλλασσόμενο ρυθμό και εικόνες, και μια προσέγγιση των πραγμάτων βαθιά ανθρώπινη και διαλεκτική. Εκπέμπεται μια υπόγεια ζωηφόρα αύρα, που μας κατακλύζει με την αλήθεια και τη δροσιά της…Όλα κυλάν και φεύγουν, όλα δεν μένουν ποτέ τα ίδια, εξόν απ’ τη μνήμη που τα ανακαλεί και τα φορτίζει με συγκινησιακή δύναμη.

Η ποιητική συλλογή Από το ελάχιστο, έκδοση 2001, σηματοδοτεί για τον Γιώργο Μολέσκη, κατά τη γνώμη μου, ένα νέο ποιητικό κεφάλαιο. Ευκρινέστερα πλέον και με επαρκές δείγμα, συστηματοποιεί έναν κύρια στοχαστικό λόγο κι αποστασιοποιείται σ’ ένα βαθμό από τα γνώριμα διακριτικά στοιχεία μιας κοινωνικής και αυτοβιογραφικής θεματικής. Αυτή μου η επισήμανση δεν έχει καταρχήν αξιολογικό χαρακτήρα, δίνει όμως τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των πνευματικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων του ποιητή. Προσωπικά συμπαθώ περισσότερο τους ποιητικούς τρόπους του πρώτου Μολέσκη, γιατί βρίσκω εκεί κάτι αυθεντικότερο και συγκινησιακά δραστικότερο, που πραγματικά με συνεπαίρνει. Ανεξάρτητα όμως από αυτές τις διαπιστώσεις, βρίσκουμε πάντοτε εξαιρετικά ποιήματα σε κάθε δημιουργική του περίοδο. Όσον αφορά τώρα την αισθητική πλευρά του βιβλίου «Από το ελάχιστο», θα δοκιμάσω να βγάλω μερικά πιο συγκεκριμένα κριτικά συμπεράσματα:

Ο Γιώργος Μολέσκης κάνει σ’ αυτό μια μεγάλη αφαιρετική προσπάθεια, ανοίγοντας δρόμους προς τα πάνω και προς τα μέσα των ψυχοπνευματικών του οριζόντων. Σε λογοτεχνικό πεδίο, που μας ενδιαφέρει κυρίως, διεξάγει ενίοτε έναν αμφίρροπο αγώνα. Στις ογδόντα τόσες σελίδες της ποιητικής συλλογής, η έκβαση της αισθητικής αναμέτρησης κινείται σε ευρύ φάσμα της αξιολογικής κλίμακας. Στις ατυχέστερές του στιγμές η πλάστιγγα κλίνει προς τον άμεσο διαλεκτικό λογισμό, με δομές πειστικές μεν αλλά χωρίς ικανοποιητική συνειρμική δυναμική. Στις καλύτερές του πάλι επιτεύξεις ορθώνει ένα υποβλητικό ποιητικό λόγο γεμάτο αρμονία, ικανό ν’ αγγίξει και να διεγείρει τα έγκατα της ύπαρξής μας. Γενικά όλες οι στιχουργικές του ενότητες φαντάζουν ως μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης, με κοινή λυρικο-επική υπόκρουση. Αυτό φυσικά που θα ενδιέφερε, στην προκείμενη περίπτωση τον αναγνώστη, είναι ο εντοπισμός κι η ανάδειξη υποδειγματικών πραγματώσεων του ποιητή…Μια ιχνηλάτηση κορυφώσεων του πρόσφατου έργου του, και όχι μια ανούσια γενίκευση εφ’όλης της ύλης. Από τις ευάριθμες αυτές αισθητικές επιδόσεις, καταθέτω και σχολιάζω με τη σειρά κάποια εξαίρετα δείγματα:

Ωριμότητα

Τώρα ξέρω καλά τί πλήρωσα για όλα.
Μήτε χρησμός μήτε παλάμη καθαρή και φύλλο λευκό,
όλα ήταν βουβά στην αδιέξοδή μου μέρα
και ό’τι χρεώθηκα αυξάνει διαρκώς την οφειλή μου.

Εδώ που όλα προμελετούνται και προδιαγράφονται,
ξόδεψα στα τυφλά τις τρεις ευχές της μοίρας μου
και τώρα σκάβω με τα χέρια για το μαγικό νερό,
καίω στον άνεμο του χρόνου την καρδιά μου.

Μόνο μου κέρδος η γνώση από την απώλεια
κι η λάμψη του χρυσού μέσα στη λάσπη.

Τέτοιοι στίχοι διαπερνούν όλους τους ιστούς της ύπαρξής μας, από τους πιο σωματικούς ως τους πνευματικότερους που διαθέτουμε. Ένα άρωμα σοφής ενατένισης της αινιγματικής καμπύλης του βίου, μεταπλάθεται παραστατικά και με υποβλητικότητα, διαχέοντας στη ψυχή μας την παράξενη αίσθηση της ματαιότητας και του πεπερασμένου των ανθρωπίνων. Αλλά μήπως δεν διανοίγονται ακόμα βαθύτεροι διαλογισμοί από τους ακόλουθους, άτιτλους στίχους ;

Κάποτε είναι μια λάμψη χρυσή πίσω από μαύρα σύννεφα
είτε πίσω απ΄ τον ορίζοντα που δεν τη βλέπεις
αλλά τη νιώθεις, μια μουσική πίσω απ’ τη σιωπή
που είναι έτοιμη να αποκαλυφθεί μα όλο φέγγει.
Αυτοί που ασκήθηκαν πολύ βλέπουν κι ακούνε-
είτε έτσι νομίζουν.
Σιγά-σιγά όλα απολιθώνονται μέσα μου
όπως μέσα στα επίπεδα των πετρωμάτων
είτε όπως στις κυκλικές ραβδώσεις γέρικων κορμών
διαστρωματώνεται ο χρόνος.
Όλα είναι εκεί κι αν ασκηθείς πολύ
ίσως και κάτι να μπορέσεις να διαβάσεις.
Με λίγη τρέλα ίσως και να ξαναζήσεις κάτι ακόμη.

Τώρα είμαι βέβαιος πια, ότι ο Γιώργος Μολέσκης, παρά τις αισθητικές διακυμάνσεις του σύνολου έργου του, έχει δώσει ποιητικές καταθέσεις από τις γνησιότερες και αυθεντικότερες της ποίησής μας. Σηκώνοντας το βλέμμα πάνω από τη μακρά λογοτεχνική διαδρομή του, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πανοραμική θέα μιας πλούσιας δημιουργίας. Κλείνω τον σχολιασμό αυτού του βιβλίου μ’ ένα επίσης πολύ αξιόλογο ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Είμαι κερί»:

Είμαι κερί

Μ’ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;
Και είναι τούτο αρκετό;

Τα αιώνια και αναπάντητα ερωτηματικά της τελευταίας στροφής, μας καθηλώνουν και μας συγκλονίζουν. Η ύπαρξή μας εξαντλείται ολοένα και μεταβολίζεται σ’ επίμονη φλόγα, που ανοίγει με κόπο φωτεινό δρόμο μές στο σκοτάδι. Κι αν «είναι τούτο αρκετό», όπως απορητικά υποβάλλεται στον τελευταίο στίχο, θα παραμείνει ένα αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα. Το σίγουρο όμως είναι, ότι το λυρικό απόσταγμα που κερδίσαμε ήταν αρκετό, αφού ο Γιώργος Μολέσκης κατάφερε «από το ελάχιστο» να μας δώσει πολλές φορές το μέγιστο σε ποίηση.

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 12/2014

«Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο, μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη»

Το Ημιτελές Ποίημα, η δεύτερη συλλογή του Κύπριου ποιητή Γιώργου Μολέσκη, κάθε άλλο από ημιτελές είναι. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αισθητικά και τεχνικά έργο, που αποτυπώνει γεγονότα και καταστάσεις ζωής, τον βιωμένο χρόνο, την ατομική αλλά και την ιστορική μνήμη με ένα απλό, λιτό και συνάμα στιβαρό λόγο, άμεσο, ανεπιτήδευτο, χωρίς περισπούδαστες ή βαθυστόχαστες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι, δηλαδή, μια συλλογή, όπου οι κύριες πηγές έμπνευσης είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες του από γεγονότα και περιστατικά της ζωής του, που διυλίζονται, όμως, μέσα από τη μνήμη ενός ανθρώπου με έντονη ευαισθησία και εκλεπτυσμένο συναισθηματικό κόσμο. Ο ποιητής καταφέρνει να προσδώσει ακόμα και στις πιο απλές καταστάσεις, στα πιο καθημερινά και απλά πράγματα μια διάσταση σχεδόν αλληγορική. Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία αυτής της συλλογής.

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί
Είχε βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κ ήταν ψηλό κι αδύναμο –μου φάνηκε πεινασμένο
το κοίταξα και με κοίταξε κι αυτό
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα
του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα
το κράτησε για λίγο και το άφησε
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.
Έτσι με τη χειρονομία αυτή
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου
ξεγύμνωσε τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα της ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία
για την ελεημοσύνη της δεκάρας.

Εντυπωσιάζει, λοιπόν, η αμεσότητα του Γ. Μ., η διαύγεια του ποιητικού στοχασμού, αλλά κυρίως συγκινεί η ευγενική, διακριτική διείσδυση του σε ευαίσθητα ζητήματα της ζωής, όπως είναι αυτό της προσφοράς, της ενσυναίσθησης, της συμπόνιας και του ελέους, σε έναν κόσμο άνυδρο πια και συναισθηματικά αποστεωμένο. Ενώ με διάθεση εξομολογητική, λίγο πιο κάτω, αποκαλύπτει το καταστάλαγμα της σκέψης του για την ασημαντότητα, ακόμα και της ίδια της ποιητικής δημιουργίας, όταν αυτή συγκρίνεται με την ανθρώπινη επαφή, κυρίως τον έρωτα, που εκτοπίζει την υπαρξιακή μοναξιά, την ανία, τη μηδαμινότητα, ακόμα και αυτής της δημιουργίας. Το ποίημα φέρει τον τίτλο της συλλογής του, καθιστώντας το ίσως την κορωνίδα της σκέψης του.

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες, κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.
Μες τη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες το πρωί
σε ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη…

Παράλληλα, όμως, με την προσωπική μνήμη, που ‘διαστέλλεται’ αποκαλύπτεται, μεταμορφώνεται ή μεταμορφώνει, ο Γιώργος Μολέσκης, μεταπηδά στην ιστορική, που συχνά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης. Άλλωστε η ιστορική, κοινωνική και πολιτική περιπέτεια της Κύπρου ανέκαθεν αποτελούσε κύριο συστατικό, πρώτη ύλη στα περισσότερα ποιήματα των Κυπρίων ποιητών, ειδικότερα της γενιάς του Γιώργου Μολέσκη. Παραθέτω απόσπασμα:

Στο μυστικό αλφάβητο γράφει

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο
μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του….

Αλλά και ο Χρόνος, που είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας της μνήμης, της αναπόλησης και του στοχασμού, της ίδιας της ιστορίας, δεν διαφεύγει της παρατήρησής του. Την ακατάληπτη φύση του, την απεραντοσύνη, την ανυπέρβλητη δύναμη ακόμα και μιας σύντομης στιγμής που παρέρχεται, αποτυπώνει έξοχα στο ποίημά του η Κλεψύδρα:

Σε κάθε σταγόνα κρεμασμένη
στο στόμιο της κλεψύδρας
καθρεφτίζεται ο κόσμος όλος
Η σταγόνα πέφτει
κι όλος ο κόσμος διαλύεται μέσα στο σύμπαν…

η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά
όσο να πέσει και η τελευταία σταγόνα
και να διαλυθεί μες τον ωκεανό του σύμπαντος.
τότε όλα θα σκορπίσουν.

Ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει εκφάνσεις, περιστατικά, πρόσωπα και τόπους που έμειναν ως εγχαράγματα μνήμης στο συνειδητό του, έχει ανάγκη να τ’ αφηγηθεί, να τ’ αναβιώσει, ως μια πράξη κάθαρσης/ λύτρωσης και αυτοσυνείδησης. Με έντονη εξομολογητική διάθεση και εσωτερικότητα που αποπνέουν όμως μια πρωτοφανή εξωστρέφεια, προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη του να συνοδοιπορήσει μαζί του, να ταυτιστεί και να συμμετάσχει αβίαστα σε αυτή την προσωπική διαδρομή, στη διαδικασία της καταβύθισης της μνήμης και των στοχασμών, της ψυχικής ωρίμανσης. Είναι μια συλλογή, λοιπόν, που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία, τη φιλοσοφική θεώρηση του ποιητή, σχετικά με έννοιες που τον απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στην πορεία του χρόνου, με τη συνέργεια μιας γλώσσας άμεσης, καθημερινής, όσο και λυρικής. Πολλοί ποιητές πιστεύουν ότι με έναν υπερβολικά έντεχνο λόγο-συχνά δυσνόητο ή κουραστικό για τους πολλούς-καταφέρνουν το στόχο τους, ‘παλεύουν’ με τη φόρμα και πειραματίζονται διαρκώς, προκειμένου να «κερδίσουν» τον αναγνώστη τους, να τον εντυπωσιάσουν. Συνήθως, όμως, αυτό που πετυχαίνουν είναι το εντελώς αντίθετο. Αυτό δεν συμβαίνει με την ποίηση του Γιώργου Μολέσκη. Η δική του ποίηση είναι βαθιά ενδοσκοπική, χωρίς υπερβολές ή εξάρσεις, χωρίς ανούσιους βερμπαλισμούς και χαοτικούς λεκτικούς ή άλλους εντυπωσιασμούς. Οι λέξεις κυλούν ήρεμα, ενώ η ποιότητα και το βάθος των νοημάτων επιτυγχάνεται μέσα από τη ρέουσα, «διαυγή», οικεία γλώσσα, που όχι μόνο δε σκοντάφτει πουθενά, αλλά αντιθέτως, προτρέπει τον αναγνώστη να συνεχίσει να διαβάζει τα ποιήματα έως τον τελευταίο τους στίχο, χωρίς καμία παύση.

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

diavasame 8/7/2014

Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ
που θα μας αναμείξει όλους
και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,
πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας
(σελ. 19)

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1946. Σπούδασε στο Αγγλικό Κολέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, από το οποίο απέκτησε πτυχίο στη ρωσική φιλολογία και διδακτορικό δίπλωμα στη φιλολογία. Από το 1987 μέχρι το 2007 εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Είναι Σύμβουλος στο Ίδρυμα «Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου». Από το 1967 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές. Επιλογές από το ποιητικό του έργο έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία και Σερβία. Έχει τιμηθεί με Κρατικό Έπαινο και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Κύπρο. Είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Στη συλλογή με τίτλο «Το ημιτελές ποίημα», συναντούμε την ανθρώπινη υπόσταση ως ατομική καθαρά υπόθεση στον τόπο και τον χρόνο, τη φύση και την κοινωνία, τον υπαρξισμό και την ελευθερία. Το άτομο αφουγκράζεται τη φύση, κατα-κρίνει την κοινωνία με τις δομές της, διερωτάται τα διαχρονικά ερωτήματα περί υπάρξεως, παραιτείται από τον κοπιώδη αγώνα να βρει απαντήσεις δίχως αποτέλεσμα, επικαλείται το παρελθόν για να αντέξει και τελικά δια-φεύγει προς κάτι νέο, το οποίο τελικά δεν διαφέρει από το γνώριμο και παλιό.

Στα ποιήματα της συλλογής ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει τη σύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς οι εξωγενείς παράγοντες διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παρατηρώντας τα κάγκελα της φυλακής, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για ζώο, και από τις δυο πλευρές, είναι τρομακτική η απουσία της ελευθερίας. Και ίσως για τον φυλακισμένο έχει μια λογική συνοχή. Για τον «ελεύθερο» όμως;

Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, ενώ τα περισσότερα εξ αυτών είναι μεγάλα σε έκταση, αφού κάθε ποίημα αποτελεί μια ιστορία, ένα πρίσμα στη δηκτική καθημερινότητα. Η έκδοση φιλοτεχνείται από τα όμορφα σχέδια του Χρίστου Φουκαρά.

Για το τέλος άφησα το απόσπασμα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή:
Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό και η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 11/6/ 2014

Ώριμοι ποιητικοί καρποί

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη έρχεται να επιβεβαιώσει μιαν πολύ παλιά διαπίστωσή μου για τον ίδιο: ότι διαθέτει γνήσιο ταλέντο, προσόν που το συνδυάζει με σπάνιο συγγραφικό ήθος, το οποίο, εκτός των άλλων, εκδηλώνεται με σεμνή γι’ αυτό και σιωπηλή αφοσίωση στο έργο του.

Υπογραμμίζω αυτή την τελευταία ιδιότητα, γιατί στους καιρούς μας, όπου όλα, ή σχεδόν όλα ανατρέπονται, η σεμνότητα παραμερίζεται και προκλητικώς προβάλλεται η κραυγαλέα επίδειξη της απαιδευσίας, της αγλωσσίας και, τελικώς, του δήθεν ως επιστεγάσματος μιας εξαίσιας κατά τα άλλα κενότητας. Σ’ αυτό, φυσικά, συνεργεί και μία πλήθουσα αγορά «ειδημόνων» που επιβάλλει τις κάθε λογής μετριότητες με ή χωρίς τα στρας της νεάζουσας και κοάζουσας λογοτεχνικής «αυθεντίας». Και αν αυτοί οι τελευταίοι είναι προορισμένοι, αργά ή γρήγορα, να καταβυθιστούν στη λησμονιά, λογοτέχνες όπως ο Γιώργος Μολέσκης επιζούν, και αναδεικνύονται μόνο με το έργο τους.

Η συλλογή Το ημιτελές ποίημα είναι η δωδέκατη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Μολέσκη. Μάλιστα, θα έλεγα μετά γνώσεως λόγου ότι είναι και η πλέον ώριμη. Εννοώ ποιητικά. Η καθεμιά από τις προηγούμενες, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω την εξέλιξη του, ήταν και μια απόπειρα κατάκτησης επιμέρους χώρων του ποιητικού σύμπαντος. Στα πρώτα του έργα ο Μολέσκης κινήθηκε στα χνάρια των ποιητών που αναζητούν το προσωπικό τους στίγμα, μέσα στο περιβάλλον της δικής τους εθνικής και κοινωνικής τοπιογραφίας. Οι συλλογές Όμορφη χώρα (1967), Ο δρόμος (1970), Αυτογραφία (1972) αποτελούν βεβαίωση αυτής της θέσης.

Πέραν του εθνικού τραύματος

Όμως, πολύ νωρίς, ο ποιητής δείχνει έντονες τάσεις για άλματα, που τελικώς πραγματοποιεί και με τα οποία απαγκιστρώνεται από την ηδονική αρτάνη, η οποία εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει πολλούς άξιους, κατά τα άλλα, κύπριους ποιητές, στις παρυφές και τα κράσπεδα του κυπριακού δράματος. Βέβαια, η κυπριακή αιματηρή περιπέτεια ούτε φευγαλέα εμπειρία υπήρξε ούτε και εύκολα διαγράφεται από τη μνήμη των ανθρώπων και ιδίως των ποιητών. Όμως, μιλώντας με κριτήριο την ποίηση αυτήν καθεαυτή, θα έλεγα ότι όσο και αν είναι μεγάλο το πρόβλημα της Κύπρου, ποιητικά δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητο. Κι ας μην παρεξηγηθώ.

Ο Γιώργος Μολέσκης ανήκει σε μια ευάριθμη ομάδα Ελλήνων Κυπρίων ποιητών που κατόρθωσαν νωρίς να ανασύρουν από πάνω τους το ανάλαφρο, στη αρχή, πέπλο μιας, ας πούμε, κυπριακής ποιητικής αυταρέσκειας. Μιας συναισθηματικής κατάστασης που έτεινε να μετατραπεί σε βαρύ σκέπασμα ποιητικού κυπριωτισμού. Ποιητικά, δηλαδή, απεγκλωβίστηκαν και κατόρθωσαν να δώσουν οικουμενικές διαστάσεις στο δράμα της ιδιαίτερης πατρίδας τους και παράλληλα να αναζητήσουν και να κατακτήσουν άλλους, πιο σύγχρονους ποιητικούς τρόπους και μέσα, γεγονός που τους βοήθησε να διευρύνουν την ποιητική τους ματιά.

Ο Μολέσκης επιβεβαιώνει αυτήν την ωριμότητα και στα 49 επιμέρους έργα της συλλογής Το ημιτελές ποίημα. Στο ποίημα «Σαν τον Μεταξοσκώληκα» (σ. 24) είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι: Με λίγη ποσότητα θεού/ μπορείς να χτίσεις μια θρησκεία,/με λίγες δόσεις απελπισίας μια επανάσταση/ με λίγες λέξεις, λίγα χρώματα/και κάποια αποθέματα συναισθημάτων/ένα ποίημα. Αλήθεια, πόσο θαυμαστή είναι η ενάργεια του ποιητικού λόγου και πόσο εύστοχα δομημένη η κατιούσα πορεία, που, εν τέλει, συναντά το ποίημα με όχημα μιαν ειρηνική και λιτή «συνταγή».

Στο ποίημα «Άγουρα πράγματα» (σ.29) προβάλλει τα φορτία της παιδικής μνήμης σαν γεύσεις, που κοντά στην ξινή του σταφυλιού, τη στυφή του φοινικιού, την πικρή της ελιάς, ξεχωρίζει η ανεκπλήρωτη της φιλίας/ η μονομερής της αγάπης/ η αλμυρή του θανάτου. Και εδώ, πάλι, ως μέσο προβάλλεται το τριαδικό συγκριτικό σχήμα, οργανωμένο ισομερώς σε δύο περιοχές: η άγουρη γεύση απτών πραγμάτων (σταφύλι, φοινίκι, ελιά) από τη μια, και από την άλλη το αδιέξοδο του ανεκπλήρωτου που γίνεται πιο τραγικό καθώς γειτνιάζει με το αναπόδραστο του θανάτου. Όμως, -στο ίδιο ποίημα- εκείνο που δεσπόζει είναι: (…) η μυρωδιά της μεγάλης βροχής/ που ξεθάβει μέσα από το χώμα/κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,/ σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Η αίσθηση μιας βροχής-καταρράκτη με τις ανάμεικτες ευωδίες της πέτρας, των βράχων, των φύλλων, της χλόης και των μυριστικών προκαλεί ένα είδος συναισθησίας μαζί και διανοητικού καταιονισμού. Τότε, έρχονται στο φως τα ετερόκλητα: κομμάτια αγαλμάτων που αισθητοποιούν το παρελθόν, την παράδοση, τον πολιτισμό και κόκκαλα νεκρών, προφανώς από τάφους ομαδικούς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν επρόκειτο για νεκρούς συγκαιρινούς των αγαλμάτων ή για νεκρούς των αγώνων, ο ποιητής δε θα κατέληγε στο παρομοιαστικό συμπέρασμα από την μεγάλη αποκάλυψη σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Γιατί οι παλαιότεροι, στα χρόνια πρώτης εφηβείας αφυπνίστηκαν απότομα, όταν, ιχνηλατώντας τα τοπία, την παράδοση και τα αποτυπώματα της ιστορίας, για να προσδιορίσουν το ατομικό τους στίγμα στη ζωή, ακούσανε φωνές σκοτωμένων να βγαίνουν από πηγάδια, και σκάβοντας στόμωνε η σκέψη τους στα φονικά και στο άδικο αίμα. Και οι φίλοι κοιτιόνταν με πρόσωπα που ξαφνικά γίνονταν σοβαρά… Τότε, έτσι εγκατέλειπαν την εφηβεία και ανδρώνονταν παράωρα.

Ο Μολέσκης δεν αναιρεί τίποτε από τα παιδικά του βιώματα. Μπορεί η μνήμη συχνά να μην αντέχεται, ωστόσο, ο ποιητής υπονομεύει το δυσβάσταχτο που τη χαρακτηρίζει: Ταξιδεύω τα όνειρά μου στο γαλάζιο, τη φαντασία μου στο πράσινο και τη θλίψη μου στο λευκό. Στο ίδιο ποίημα, («Διαδικασία εξαγνισμού»), έχοντας βαθειά συνείδηση της αναπόφευκτης ηλικιακής ωρίμανσης, πορεύεται το δρόμο της αυτολύτρωσης: Αν υπάρχει παράδεισος/θα φτάσω καθαρός σ’ αυτήν. Όμως, όλη αυτή η διαδικασία εξαγνισμού δε γίνεται ερήμην της ποιήσεως. Οι εξόδιοι στίχοι το ομολογούν: Κατά τα άλλα/ ό, τι σωθεί. Κι ό, τι ανθίσει/ μες στο ποίημα. Αυτή η πορεία του ποιητή, αποτελεί για τον ίδιο μια βαθειά εμπειρία αυτογνωσίας. Το συνειδητοποιεί και το ομολογεί ως ένα βέβαιο συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα ηλικιακή και συνάμα πνευματική του διαδρομή, στο ποίημα «Αυτή η μέρα»: Είμαι ένας περιοδεύων συλλέκτης/χρωμάτων, αρωμάτων, γεύσεων, κι αισθήσεων,/όψεων και μαγνητισμών, προσώπων και σωμάτων,/των υστερημάτων και των πλεονασμάτων του κόσμου,/ που τ’ αγάπησε όλα και δεν θέλει τίποτε ν’ αφήσει πίσω./ Και τα κουβαλά όλα, βουλιάζοντας όσο ανεβαίνει!…

Ο Γιώργος Μολέσκης έχει πλήρη συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας. Αυτήν τη μοίρα ούτε την περιγελά ούτε την χλευάζει. Αντίθετα, έχει συμφιλιωθεί μαζί της και τη σέβεται. Γι’ αυτό, απαγκιστρωμένος καθώς είναι από κάθε μεμψίμοιρη διάθεση και απαλλαγμένος από πεισιθάνατους καρυωτακισμούς που εξωθούν στα όρια μιας συναισθηματικής και πνευματικής αυτοχειρίας, εποπτεύει τη ζωή με γνήσια ποιητική-φιλοσοφική διάθεση. Και το ομολογεί στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ο μονόλογος ενός φύλακα αρχαίου θεάτρου» (σ.39): Τα ίδια λάθη, η ίδια ύβρις,/τα ίδια χειροκροτήματα./Και ο λόγος, άσπιλος κι αμόλυντος,/λάμπει καθώς χρυσός μες στους αιώνες-/μόνος αυτός.

Στη διάρκεια της ανθρώπινης περιπέτειας ανώτερος εκθέτης είναι η αρχαία κατάρα, που τιμωρεί αμετακλήτως όσους υπερβαίνουν τα όρια τους. Το μόνο που διασώζεται από τον μολυντήρα των καιρών είναι η ποίηση.

Νομίζω ότι η εμμονή μου στην ποιητική ωριμότητα του Μολέσκη δικαιολογείται. Μάλιστα, το στοιχείο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην ολοφάνερη στοχαστική/φιλοσοφική χροιά που αποτυπώνεται σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, επεκτείνεται και σφραγίζει τα ποιητικά μέσα που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Η τονικότητα του ποιητικού του λόγου κινείται στα όρια του λεκτικού και του δομικού γνωρίσματος της καθημερινής ομιλίας των απλών και συνάμα καλλιεργημένων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, έχει να επιδείξει μιαν εξαιρετική εσωτερική ισορροπία. Ήδη, οι προηγούμενες αναφορές στο τριαδικό σχήμα, προδίδουν τη σχέση και την επικοινωνία του ποιητή με τα δημοτικά τραγούδια και γενικά με την ποιητική μας κληρονομιά. Κλείνοντας αυτό το σημείωμα δεν θα παραλείψω να επαινέσω το Μεταίχμιο γι αυτή την πολύ προσεγμένη έκδοση.

 

ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, 1980

 

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΖΙΤΣΑΙΑ

περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, Ιωάννινα 1980, τεύχος 342-343, σελ. 949
Οκτώβριος-Νοέμβριος 1980

Έχουν πολύ δυναμισμό και πλούσιο χυμό ζωής, οι στίχοι του Γ. Μολέσκη. Απλώνεται σε πανανθρώπινο πλάτος η ποίησή του, αλλά οι ρίζες της, βρίσκονται βαθειά στο χώμα της πατρίδας του. ΄Τραγουδώ τη γη μου / με τη φωνή την πανανθρώπινη…΄. Από την αγάπη και τον καημό της ξεκινάει, κι αυτού πάλι επιστρέφει. Κι αυτό είναι που γίνεται η ουσία της ύπαρξης, κι η δύναμη για τον αγώνα. Η ΄Γεύση Πατρίδας΄ έντονη, με αναδρομές στο παρελθόν, με σταθμούς σε ιστορικές κορυφώσεις. Έχουν μια αμεσότητα, κι ένα ποιητικό ρίγος όλοι οι στίχοι του, που αναταράζουν την ψυχή μας

 

ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 1987

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

περιοδικό Νέα Εποχή, τεύχος 185-186, σελ. 686
Λευκωσία, Ιούλιος – Οκτώβριος 1987

Στα είκοσι χρόνια ποιητικής πορείας η «Στέρνα των Ερώτων» είναι η όγδοη ποιητική συλλογή του ποιητή Γιώργου Μολέσκη. Η Στέρνα των Ερώτων είναι άλλο ένα σκαλοπάτι στη σταθερή άνοδο του δημιουργού στο χώρο της ποιητικής πραγμάτωσης αξιών, συγκινήσεων, αναμνήσεων κι ακόμη θέσεων του ποιητή όχι μόνο πάνω στον έρωτα, αλλά και πάνω σε άλλες ζωτικές εκφάνσεις της ζωής. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, είναι το ερωτικό, βαπτισμένο μέσα σε διαλύματα διάφορης πυκνότητας και χρωματισμών κάθε φορά, ιδωμένο μέσα από πρίσμα και φωτισμό που εναλλάσσεται σε κάθε ποιητική στιγμή

 

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 1998

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

εφημερίδα Πολίτης 25 Απριλίου 1999

Ο τίτλος αποδεικνύεται αντιπροσωπευτικός, αφού η μνήμη επανέρχεται ως αξονικό μοτίβο σε αρκετά ποιήματα, ειδικά στην τελευταία ομώνυμη ενότητα του βιβλίου. Η μνήμη λειτουργεί ως ποιητικό πρόπλασμα, που τρέφει την έμπνευση του δημιουργού. Συχνά προβάλλεται από το ποιητικό υποκείμενο ως αντίδοτο στη λήθη και στον θάνατο, ως πηγή ζωής που διαποτίζει τη σκέψη και μνημειώνεται με την τέχνη.
Ο ομιλητής συνηθίζει να επιστρέφει επίμονα (όπως κα στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, 1985, και σε άλλα ποιήματά του) σε μνήμες της παιδικής ηλικίας που σφραγίζουν αμετάκλητα το πρόσωπο της ωριμότητας. Μορφές αγαπημένων προσώπων που έφυγαν ή ονόματα χωριών που παραμένουν απρόσιτα λόγω της τουρκικής κατοχής συνδέονται με εικόνες από την κυπριακή φύση και με τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητικού υποκειμένου. Ο έρωτας και η αναγέννηση της φύσης προβάλλονται ως αντίβαρο στη φθορά, ενώ το άνυδρο κυπριακό τοποίο προβάλλεται με τη διψασμένη για ανθρωπιά ψυχή του ομιλητή

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ 2001

 

Δρ Γιάννης Η. Ιωάννου

περιοδικό Δια-Κείμενα, τεύχος 6, σελ. 283
Θεσσαλονίκη 2004

Η ενδέκατη συλλογή του Γιώργου Μολέσκη, ΄Από το Ελάχιστο΄, επικυρώνει έναν κύκλο που άρχισε με τη συλλογή ΄Η Στέρνα των Ερώτων΄ το 1987. Η δεκαπενταετής αυτή πορεία, πρώτα ήλεγξε την αισθητική τάση του ποιητή προς την αναλυτική γραφή. Από τη συλλογή εκείνη και εντεύθεν, ο Μολέσκης ελέγχει όλο και περισσότερο, τα εκφραστικά του μέσα, επιδιώκει την ακρίβεια στην έκφραση και την οικονομία στο λόγο. Οι θεματικές του εμπλουτίζονται και ο έρωτας, ο χώρος και ο χρόνος προσλαμβάνουν κεντρική θέση στην ποίησή του. Σ΄ αυτή τη γραμμή εντάσσεται, πιστεύω, και η τελευταία συλλογή. Με τη διευκρίνιση ότι ο ποιητής υπογραμμίζει πια την ανάγκη για οικονομία, επιδεικνύει την αναγκαιότητα για αισθητική επεξεργασία και ενώ διατηρεί θεματικές που επεξεργάστηκε σε προηγούμενα έργα, επιχειρεί πλέον μια συνθετική προσέγγιση, αλλά και μια εμφανή, θα έλεγα, απόπειρα υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του υποκειμενισμού. Η συλλογή ΄Από το Ελάχιστο΄ επιχειρεί να συλλάβει το ελάχιστο, στην κλίμακα των αξιών αλλά και στην κλίμακα του χώρου και του χρόνου, επίσης στο επίπεδο των πράξεων, των σκέψεων και των γεγονότων, και από το ελάχιστο να εξαγάγει την ποιητική διάσταση, την ποιητική αξία. Ταυτόχρονα, αντιπαραθέτει αυτό το ποσοτικά ελάχιστο στην ποσοτική διάρκεια της ροής των γεγονότων. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση απελευθερώνεται το ποιοτικά και ποιητικά «μέγιστο». Κεντρικό θέμα της συλλογής είναι «η ποίηση» και η περιπέτεια μέσα στην ποίηση, η ποίηση ως πράξη, ως γεγονός, ως χωροχρονική σύλληψη, ως εικόνα, ως τρόπος ζωής

 

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1980 – 2001

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ

εφημερίδα Η Αυγή
25 Μαΐου 2009

Στον παρόντα τόμο ο Γ. Μολέσκης (Λύση Κύπρου, 1946) κεφαλαιοποιεί τους μόχθους μιας ζωής επιλέγοντας ποιήματα από τις 5 τελευταίες συλλογές του ( 1980 – 2001 ) και περιλαμβάνοντας ολόκληρη την Από το ελάχιστο, καλύπτοντας το μαρτυρικότερο τέταρτο του αιώνος της περιπέτειας της Κύπρου. Ποιήματα μαθήματα και παθήματα πατριδογνωσίας, απόσταγμα γεωστρωματογραφίας στο σύνολό τους, ιδιαίτερα η πρώτη συλλογή Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι (1980), υπό τον αστερισμό της φύσης, ιθαγένειας, ιστορικοκοινωνικού πλαισίου που στοιχειώνεται από τους άταφους της εισβολής, τα καραβάνια της προσφυγιάς, «σαν πανιά καραβιών στημένες οι σκηνές μέσα στον κάμπο» (μυρώνεται από την αύρα του δημοτικού τραγουδιού «ποιος είδε καράβι στη στεριά»), με το εμβληματικό ποίημα «Ο κόσμος που αγαπήσαμε», που πνίγεται στην ομορφιά αλλά και στη θηλιά της κακοφορμισμένης – κατ’ ευφημισμό – πράσινης γραμμής. Νόστιμον ήμαρ κι αναθρώσκων καπνός πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ο σιτιστής ελπίδας ποιητής εξακολουθεί να συστήνει το δικό του νεκρόδειπνο για τους αγνοούμενους. Ο Μολέσκης συντηρεί τα’ αποκαΐδια και τις φρυκτωρίες να καίνε νυχθημερόν, διασώζοντας τοιχογραφίες από το παλίμψηστο της πικρής Κύπρου στο θηριώδη αιώνα. Ο διάλογος με το γενέθλιο τόπο συνεχίζεται και στην Περαστική άνοιξη (1984), υπομνηματίζοντας λιτά το τοπίο με τα αμετακίνητα οδόσημά του «Και μεγάλα τα δέντρα μοναχικά / το καθένα και μια προσωπικότητα». Στην Στέρνα των ερώτων (1987) αλλάζει ρότα και κλίμα, θησαυρίζοντας τα μύρα του έρωτα, δεξαμενή επιβίωσης. Ιδιότυπη ερωτική ποίηση φιλοσοφικής χροιάς ως ποιητική του έρωτα ή έρωτας της ποιητικής, όπου η ελλειπτικότητα φωτίζει το όλον. Στη συλλογή Το σπίτι κι ο χρόνος (1990) παλιννοστεί με το φορτίο των προσφύγων στους ώμους ως άλλος Αινείας στους τόπους του μαρτυρίου, ερμηνεύοντας τα ιερογλυφικά της βροχής στο χώμα, συνομιλώντας με τον Αυξεντίου και τους άλλους ταμένους της ελευθερίας. Διεθνιστής και πατριώτης, υλικός, σχεδόν υλιστής, αλλά και πλατωνιστής και μυστικιστής, αξεδιάλυτα όπως οι ρίζες των δέντρων εκατέρωθεν συνόρων και πράσινης γραμμής. Στο ίδιο κλίμα και η συλλογή Το νερό της μνήμης (1998), όπου κοχλιώνεται ο διάλογος με το Δώρο, τον Ξάνθο κι άλλες μορφές της απουσίας-παρουσίας, συλλαβίζει τη νθλίψη των δέντρων που εγγράφουν στους κύκλους του κορμού τους τον κομμό και τους κύκλους της ιστορίας, στήνοντας παράλληλα γέφυρες για την ειρήνη και το άνθισμα του χάσματος που άνοιξε ο σεισμός του ’74. Στην τελευταία συλλογή Από το ελάχιστο (2001) ξανοίγεται κυρίως την αυτοαναφορικότητα, ξεναγώντας μας στο εργαστήρι του δημιουργού που τροχίζει λέξεις τινάζοντας τη σκουριά της χρήσης, επαναβαπτίζοντάς τες ν’ αποκτήσουν μαγνητικότητα, αξιοποιεί τη θρεπτικότητα του φωτός, όλα σε μη εξεζητημένο ύφος, ποίηση φυσικής αναπνοής, παραμυθητική που δεν απεκδύεται τη σισύφεια ελπίδα: «παρόλη την αποτυχία των επαναστάσεων / η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούργια επανάσταση». Και πρωτίστως φαντάζομαι εννοεί την εσωτερική, που αλλάζει όχι τον κόσμο αλλά εμάς τους ίδιους, τον εαυτό μας. Δύσκολο στοίχημα, που όμως αξίζει να κερδηθεί, και με βαρύ τίμημα. Ο ποιητής εντοπίζοντας φωλιές νερού, φλέβες αρτεσιανών, αφουγκράζεται τον μακρινό ήχο των μυστικών π(λ)ηγών, ωτακουστής και πολιορκητής «μιας στήλης δροσερού νερού / που πίνω διψασμένος / μα ποτέ δεν χόρτασα», εμφιαλώνει μπουκάλες αθάνατου νερού για το παρόν και μέλλον – που θα ’χει πολλή ξηρασία ως προφήτεψε από παλιά ο Κατσαρός – αφαλατώνοντας με το ποιητικό του φίλτρο τα αλμυρά δάκρυα του τόπου του σε λάλον ύδωρ, σε κυψέλες ζωής, διασφαλίζοντας την επιβίωση στον απειλούμενο με ξηρασία εθνικό δρυμό.

 

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  2009

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

εφημερίδα Αλήθεια

Άλλη μια εξαιρετικά ευθύβολη, και ζεστή, ποιητική συλλογή, από το Γιώργο Μολέσκη. Προσοχή, γράφω με βάση τον κατακλυσμό συναισθημάτων που μου προκαλεί η ανάγνωση των στίχων, και κατ’ αυτό τον τρόπο γράφω πάντα. Ίσως να μην γνωρίζω τι σημαίνει ποίηση, με τεχνικούς όρους, ή ακόμα να μην μπορώ να κολυμπώ στα έγκατά της, αλλά οδηγός μου ήταν, και παραμένειi, ευτυχώς, το συναίσθημα. Για να γίνω σαφέστερος: η συγκίνηση που διαπερνά τους πόρους μου αλλά, κυρίως, η τρυφερότητα του ποιητή, καθώς ταξιδεύει, σαν διαβατάρικο πουλί, μέσα στις στιχουργικές φυλλωσιές. Υπό την έννοια αυτή, λοιπόν, η συλλογή Μες στη ροή αποτελεί κομψοτέχνημα ύφους και στοχασμού.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

εφημερίδα Ο Φιλελέυθερος

Και με τη νέα ποιητική του συλλογή, τη 12η στη σειρά, ο Γιώργος Μολέσκης παραμένει απαρασάλευτα πιστός στο υφολογικό, στυλιστικό στίγμα που τον καθιέρωσε στην ποίηση. Χαμηλόφωνος, λυρικός, επαγωγικά αναλυτικός, με βαθιά εσωτερικότητα, τόσο στα νοήματα και το ρυθμό, όσο και στις εικόνες της καθημερινότητας που μεταπλάθει ποιητικά. Ο Γ.Μ. και σ’ αυτή τη συλλογή, συχνά πυκνά επιστρατεύει υπερρεαλιστικά στοιχεία για να πετύχει ποιητικές κατακτήσεις. Απλό και λιτό, όπως πάντα, το λεκτικό του οπλοστάσιο, με έντονη αφηγηματικότητα, που διασπάται όμως συχνά από ποιητικές εξάρσεις, αναλαμπές και αισθητικές υπερβάσεις, συνήθως στις κατακλείδες των ποιημάτων του. Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του: “Από το ελάχιστο” (2001) υπερίσχυαν αριθμητικά και ποιοτικά, τα ποιήματα ποιητικής. Σ’ αυτήν εδώ υπερισχύουν τα υπαρξιακής θεματικής ποιήματα. Κι αυτή η διαφοροποίηση είναι μάλλον ενδεικτική για την περαιτέρω ωρίμανση του ποιητή, θεματική και αισθητική

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ- ΦΩΤΙΑΔΟΥ

1-ΕΛΕΝΗ

 

Κατάγεται από την Αμμόχωστο. Είναι Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης. Σπούδασε Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Εκπαιδευτική Διοίκηση και Πολιτική. Κατέχει επίσης τον τίτλο “Master of Arts in Literature “. Ασχολείται με τη λογοτεχνία καθώς και με το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο. Πολλά από τα έργα της έχουν μεταδοθεί , κυρίως από την Κρατική Τηλεόραση, ενώ το παιδικό της έργο « Το γαλάζιο διαμάντι» έχει βραβευτεί από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε διάφορους παγκύπριους, πανελλήνιους και παγκόσμιους διαγωνισμούς. Το διήγημά της « Κάποτε εκεί ήταν περιβόλια» , με θέμα την ημέρα της φυγής από την Αμμόχωστο το 1974, τιμήθηκε το 2012 με το Πρώτο Βραβείο της Πανελλήνιας ‘Ενωσης Λογοτεχνών. Η ποιητική της σύνθεση « Αλεξ-ήνεμος» απέσπασε το Βραβείο Κώστα Μόντη από το Ινστιτούτο Πολιτισμού Κύπρου. Η ποιητική της συλλογή ««Κατεπείγον» ήταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Ποίησης για εκδόσεις του 2011.
Αρκετά ποιήματα και διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες ή έχουν δημοσιευτεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ασχολείται επίσης με τη θεατρική γραφή και έργα της έχουν ανεβαστεί από επαγγελματικές σκηνές της Κύπρου και της Ελλάδας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Το ταξίδι του Ήλιου στο Φεγγάρι, εκδ. Αιγαίον, 2007.
Αλεξ-ήνεμος, εκδ. Πήλιο, 2010, Βραβείο Κώστα Μάντη.
Οι διαδρομές τον Αδάμ, εκδ. Πήλιο, 2010. Φ
Κατεπείγον, εκδ. Μανδραγόρας, 2011.
Ο κύκλος ενός τετράγωνου έρωτα, εκδ. Πήλιο, 2012.
Διμερής συμφωνία, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.
Η λίμνη των κύκλων, εκδ. Μανδραγόρας, 2014.
Φωνήεντα σε περίπτερο εκδ. Μανδραγόρας, 2016.

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Αφύπνιση 800mg, εκδ. Μανδραγόρας, 2012.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Χρόνος είναι και γυρίζει, 2000.
Ο Μπαμπακένιος, 2009.
Άρης ο Φεγγάρης, 2010.
Ο κήπος με τις τριανταφυλλιές, 2011.
Ο βασιλιάς Ξεκούτης, 2011, Παιδικό θέατρο, Βραβείο Θ.Ο.Κ.
Στη Λιακαδοχώρα, 2005, Κρατιχό βραβείο Παιδιχής Λογοτεχνίας Κύπρου.
Ο Πρωταθλητής, 2009, Κρατιχό βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου.
Ο μικρός κύριος Ου!, 2011.
Για ένα χαμόγελο, ένα ποίημα-παραμύθι, εκδ. Μανδραγόρας, 2014.

 

ΦΩΝΙΕΝΤΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ.

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ ΤΟ ΚΥΚΛΟΣ ΕΝΟΣ ΤΕΤΡΑΓ ΕΡΩΤΑ

ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

ΑΛΕΞ ΗΝΕΜΟΣ

ΑΦΥΠΝΗΣΗ 800

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (2016)

 

ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΛΑΒΗ

Πέρασα όλη τη ζωή μου όρθια
σε ένα λεωφορείο άγονης ζωής
Σαν έτοιμη μονίμως για μια έξοδο

Καρδιά πιασμένη σε χειρολαβή
Τράνταγμα σε κάθε απότομο φρενάρισμα
Πάντα ένα τέλος στη στροφή
Χωρίς καμιά προειδοποίηση
Κι ανάπαυση καμιά
Ούτε ένα κάθισμα ασφαλείας
να προσφέρει μία πρόθεση ευγενής
από ένδειξη έστω σεβασμού
στην έλλειψή μου
ή στην υπερήλική μου ανάγκη

Σκέφτομαι τώρα
κάτω από το φως μιας λογικής
πόσο στριμώχτηκαν τα αιμοφόρα λόγια μου
ώστε να μην ακούγεται ο χτύπος τους
Ενώ θα μπορούσαν
την ώρα μιας αιχμής
να γίνουνε ποτάμι
Να με εκβάλουν σε πάθη ωκεανών

 

 

ΟΜΠΡΕΛΑ ΚΑΠΟΤΕ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΥΡΗ

Με μια ομπρέλα
κράτησες στεγνή τη μέρα
Τόσο ξηρή
που έσπαζε σαν καρυδότσουφλο στα μάτια μας
Χορεύαμε εγώ κι εσύ μες στη βροχή του ανέλπιστου
Singing in the rain
Once again
Singing in the rain
Φαινόμασταν σαν σταρ του σινεμά
Τα ρούχα μας δεν έσταξαν αγάπη
Υπήρξαν φορές
που εκείνη η ομπρέλα
κάποτε κόκκινη κάποτε μαύρη
γινόταν μια τεράστια καρφίτσα
στα χέρια άτσαλης μοδίστρας εποχής
τρυπώντας πού και πού τις βεβαιότητες
αφήνοντας στο πάτωμα να ρέει
ένα φιλί σαν αίμα
ώσπου να γίνει ανάμνηση

Όχι
Ποτέ δεν έμαθες σωστά τα βήματα
Εκεί που έπεφτες
τώρα και πριν
σπασμένο βρέθηκε το σκαλοπάτι

 

 

ΑΝΕΝΕΡΓΗ ΒΟΜΒΑ

Έχω μέσα μου έναν θυμό
Ανενεργή βόμβα μολότοφ
που ψάχνει τη διαδήλωσή της

Αν φτάσει μια φορά στην έκρηξη
θα ’ναι για να διαψεύσει
τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου
όπως η μέρα επιβεβαιώνει ως τη μετάνοια
το παρελθόν μιας νύχτας

 

 

ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Το πρωινό γίνεται στάλα
ντύνει δροσιά τη βουκαμβίλια
και της χαρίζει κρύσταλλα φωνήεντα

Κάτι μικρό
κάτι μεγάλο
σαν άνοιξης κήπος
σαν διαδήλωση
σαν εμβατήριο εαρινό
ατού φθινοπώρου τη χλομή την κουστωδία
ανοίγει πάλι έναν δρόμο

Και τότε τρέχω με ιλιγγιώδη αγάπη
μήπως ψυχή μου ανατραπώ
στη μεγάλη λεωφόρο με τα όνειρα
και τα κοιτάξω ακίνητη
σχεδόν αμετακίνητη

 

 

ΚΑΝΝΗ ΟΠΛΟΥ

Κάθε βράδυ, προτού πέσεις για ύπνο
αφήνεις στα χέρια μου ένα όπλο
Έχει την κάννη του στραμμένη προς το στόμα σου
επιδιώκοντας να σημαδέψω
τον τελευταίο ήχο σου
που ’πεσε σαν καρφί μες στα σεντόνια

Εγώ σημαδεμένη
με το συναίσθημα, χωρίς την κάμψη του καρπού,
αγκυλωμένη στο στενό κρεβάτι,
στρέφω αναγκαστικά την κάννη προς εμένα
και πυροβολώ αδιακρίτως
τις μισόκλειστες λέξεις μου
μήπως και στον στερνό τους σπαραγμό
επιθανάτιο ρόγχο μιας ζωής
ελευθερώσουν τη φωτοβολίδα εκείνη
που έχω κρυμμένη κάτω απ’ τη σιωπή μου

 

 

ΣΚΕΛΕΤΟΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Αντί πινακίου πυγμής
παρέδωσα τους τελευταίους μου στίχους
Πώς θέλεις να ’μαι ακόμα ποιητής
Πώς θέλεις να μιλώ με τις αισθήσεις
Η ποίησή μου
άγνωστη λέξη
συνώνυμη οδύνης
ή μιας ωδίνης
καθώς μου είπαν
Να γεννώ ακόμα μια τήξη από σάρκα
Να απομένω μάζα οστών
στον σκελετό της σύνταξής μου
Με τις βροχές στα πυκνά μου στάχυα
παράκαιρες
να απειλούνε τη σοδειά που προετοίμαζα
για έναν βαρύ αβάσταχτο χειμώνα

 

 

ΚΕΡΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Κρίμα
Τόση σπατάλη
με κέρματα αγάπης
που δεν εξαργυρώνονται
Πέφτανε μόνο ανυπεράσπιστα
μες στα πηγάδια των ευχών
για να πνιγούν

 

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΝΟΤΑ

Έχουν μια μουσική τα τρένα
Έχουν τη μελωδία της εναλλαγής
Την ώρα που σφυρίζουνε σφαδάζοντας
ην έλλειψη
ελευθερώνουν νότα νότα το ερωτικό τους κάλεσμα
Βλέπεις τις ράγες τους
νο ορθώνονται
να γίνονται αγκαλιά
να σφίγγουν μέσα τους μια άγνωστη ηδονή
κάποιου ορίζοντα
Να λυγίζουν
σαν επιδέξιοι χορευτές

Κι άλλοτε πάλι
να γίνονται δεσμά
να τυλιχτούνε γύρω στις σκέψεις σου
κι από πουλιά που τις ξεγέννησες
να πέσουνε στο χώμα σου βαρίδια

Η επόμενη μου νότα
θα ήθελα να είναι το φως
που αντανακλά πάνω στις ράγες 

 

 

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΧΟΡΟΥ

Αυτή η συγκίνηση που χτυπούσε χαμηλά στον λαιμό
κρατώντας τις ανάσες των χελιδονιών
σε μια χούφτα μέρες
αυτή η ταραχή με απροσδιόριστο χρώμα
με προέλευση χωρίς ταυτοποίηση αισθημάτων
ενεργοποιούσε τον χρόνο που καθότανε αμέριμνος
στη σιωπή της μνήμης

Και τότε είπες πως οι ώρες πρέπει να βάζουν
παπούτσια χορού
Να στροβιλίζονται στη ζωή
μέχρι να αποσυρθούν στη γωνιά τους
χορτασμένα από κίνηση
λησμονημένα από αγάπη

 

 

ΣΧΟΙΝΙ ΟΡΕΙΒΑΤΗ

Σχοινί ορειβασίας έχω για μνήμη
να σκαρφαλώνω νύχτα σε απάτητες στιγμές
γιατί η θύμηση
συνθέτει διαδρομή
δεν είναι απλώς το πεπραγμένο
είναι κυρίως το άφταστο
πρωτίστως το ανέφικτο
που μας προσπέρασε στον δρόμο του
δίχως μιλιά

 

 

ΣΑΝ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΠΑΛΙΟ

Τι κι αν σώθηκαν όλα τα παιχνίδια
της μοίρας
της ζωής
του έρωτα
Ας παίξουμε πεντοβολά
όπως μας έμαθε κάποτε
ένας καιρός περαστικός

Ήταν οι μέρες που ευωδίαζαν αγάπη
κάνοντας κούνια στο ψηλό της πόρτας γιασεμί
Τώρα πέτρες μικρές που να χωράνε μες στη χούφτα
θα έχουμε τις λέξεις που ζυμώθηκαν σκληρό
στην πιο μεγάλη απουσία της συγγνώμης
Κι όταν πετάμε μια κουβέντα μας ψηλά
ευχή θα κάνουμε να γίνεται ανάστροφο πουλί
ν’ αποδημεί στις κρύες ώρες

 

 

ΜΟΝΑΧΑ ΟΥΡΑΝΟ ΘΑ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ

Πέτα μου ένα δίχτυ
Αντί για ψάρι
θα γίνω γοργόνα
πέτα το λοιπόν
Δελέασε με
με τα δώρα της στεριάς σου
Είναι η θάλασσα που με αρμένιζε
τώρα ατέλειωτος βυθός
Εύκολα γίνονται τα κύματα πνιγμός
αντί ταξίδι
Πέτα μου ένα δίχτυ στιβαρό
να βγω σαν τη γοργόνα στη στεριά
Κι ας μην υπάρχει πρίγκιπας
Εγώ έτσι κι αλλιώς
μονάχα ουρανό θα ερωτεύομαι

 

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσανε σε έναν γκρεμό χωρίς αντίλαλο
και από τότε
βλέπουν την συνεχεία εντός μου

Ρίξε μου μια αγάπη
να ανέβω!

 

 

23 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

 

3

Έχεις μια ρωγμή στην πάνω αριστερή γωνία
Δεν ξέρω αν θυμάσαι
Εγώ ποτέ δεν ξέχασα
όταν στα δεκάξι μου
στάθηκα απέναντι σου με ένα λάβαρο
Και μ’ έναν έρωτα με τις ξανθές πλεξούδες του
Εσύ μόλις ξυπνούσες
Είχες πιει πολύ, πρώτη φορά
το περασμένο βράδυ
κοιτάζοντας μια αόρατη πανσέληνο
Τρέκλιζες, είχες θολή τη σκέψη σου
Βαριόσουνα να πεις ακόμα ένα ψέμα
Και μου ’στειλες κατάμουτρα
την άρρωστη αλήθεια
Τότε το χέρι μου οργίστηκε
Κι έχωσε την κόκκινη καρδιά του
επάνω αριστερά σε μια γωνίτσα σου

 

13

Πάντα παραμόρφωνες το μέλλον που ερχόταν
Του άλλαζες σχήμα, πρόσωπο
Τα μάτια διαστέλλονταν τρομαγμένα
και το λεπτό ευλύγιστο κορμί
μεταμορφωνόταν σε υπερβολική αμφιβολία
Ύστερα έσβηνες το φως
κι απέμενες μια λεία ουδετερότητα
μες στην αδιόρατη κατάβασή

 

 

ΕΡΩΣ ΑΝΕΡΑΣΤΟΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ

 

ΙΙ

Δεν κοιμήθηκα, δεν έχω πεθάνει
Τεχνητό μάλλον κώμα με κρατάει πρίγκιπα
σ αναμονή για το φιλί της ζωής
Αλλιώς θα με είχα ήδη σκοτώσει
με ευθανασία αγίνωτων καρπών
Εσύ καλπάζεις με το κουτσό σου άλογο
πανοπλία τρύπια από τον άνεμο
την ώρα που τα βήματά σου σβήνουνε στην έρημο
Αντικατοπτρισμός
Με παραισθήσεις δεν αισθάνομαι Χιονάτη

 

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ (2014)

 

ΕΝΟΧΕΣ

Μην τις κοιτάς
Δεν έχουν πρόσωπο
για να κοιτάξουν στον καθρέφτη
Δεν έχουν μάτια
να μην ακούνε τις σιωπές
που ζωγραφίζονται στους τοίχους
Είναι μπογιές με ακαθόριστα υλικά
Με χρώμα νοθευμένο
Σε μια αντίστιξη του γκρι που επιμένει
Κι όταν καθίσουν στο τραπέζι
δήθεν προσεύχονται
ο’ ένα Θεό που συγχωρά το ασυγχώρητο
Ύστερα τρώνε φλυαρώντας δυο μπουκιές από τη μνήμη
Ψίχουλα μένουν και τα ρίχνουνε σε γάτες και σκυλιά
να ‘χουν να λένε πως αγαπούνε τη ζωή
Κάποτε σβήνουν το κερί
Φεύγει και το χλομό ημίφως
Τον έρωτά τους αγκαλιάζουν στο σκοτάδι
λίγο προτού γεννήσουν έναν ακόμα θάνατο 

 

ΜΕΡΙΔΙΟ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ

Πέντε ώρες πριν από το χάραμα
καθόμουνα α’ ένα τραπέζι
Και με κουζινομάχαιρο
έκοβα τη νύχτα σε μερίδες
Για τους ληστές και τους φονιάδες
γι’ αυτούς που προσκυνάνε τ’ άδικο
στήνουνε λιτανείες
τις ανομίες όλες περιφέροντας
μήπως κι αγιάσουν
Κι ως το πρωί μετρούσα τα υπολείμματα
Κι ήταν ακέραιη η νύχτα στο σεντόνι μου

 

 

ΥΠΟ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ

Ωραίο το κέλυφος
Επίχρυσο κάλυμμα
Μικρή χαραμάδα για την εισροή οξυγόνου
Γυάλινος θόλος για μια υποψία ουρανού
Μέσα φιλάσθενη μια πεταλούδα
περιμένει το σύνθημα για να πετάξει
Το κέλυφος πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξει
αν το ορίσουνε Θεοί και ημίθεοι
με κεραυνούς και δωρεές

 

 

ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΥΓΡΕΣ

Η χαλασμένη στέγη κάποιας σύναξης
άνοιγε πού και πού το πέρασμά της
σε μια ψιλή βροχή
υγραίνοντας τις λίγες λέξεις
που μαλακές πέφτανε
επάνω στις κλειστές αισθήσεις
Ριγούσανε εκείνες σαν παρθένες
που κάναν έρωτα
πρώτη φορά με την ψυχή τους

 

 

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Κοιμήσου μικρή μου πόλη
με όλα τα φώτα σου ανοιχτά
Τώρα που δεν αχούν τους ήχους οι άνθρωποι
εσύ απερίσπαστη θε να κοιτάξεις τις ρωγμές
τις γρατσουνιές πάνω στους τοίχους
Κάπου το συρματόπλεγμα έχει σχιστεί
και μια καρδιά σε σχήμα τριαντάφυλλου
ανάσκελα ατενίζει τ’ άστρα
Κοιμήσου μ’ ανοιχτές προθέσεις
Ως το πρωί σαν υπνοβάτης
θ’ αντανακλάς την ύπαρξή σου

 

 

ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Η ευτυχία γράφεται με ήττα
Πολλές φορές θα πέσεις
στα πεδία των μαχών σου
ανυπεράσπιστος και κάποτε δοσίλογος
με άναρθρες στιγμές
Κι άλλες φορές θα κλείσεις στο κελί τους
δυο τρεις μικρές επαναστάσεις
και τις σημαίες θα διπλώσεις
μην τις ερωτευτεί ο άνεμος
Η ευτυχία γράφεται ανορθόγραφα
Χωρίς κανόνες δίχως τονισμούς
Σαν λέξη μονοσύλλαβη
Σαν δίφθογγος χωρίς διαλυτικά 

 

 

ΕΠΙΒΙΩΣΗ  I

Τα πρωινά καταδύομαι
στη βυθισμένη μέρα της μεγαλούπολης
Στα καταστήματα υπάρχει έλλειψη
από φιάλες οξυγόνου
Μαυραγορίτες εξαγοράζουν τη συνέχεια
διεκδικώντας τις τελευταίες χρυσές ελπίδες μας
Καταδύομαι κρατώντας μονάχα την αναπνοή μου
δασκαλεμένη να κρατώ σιγή ιχθύος

 

 

ΕΠΙΒΙΩΣΗ  II

Επιχείρηση διάσωσης
Ούρλιαζαν μες στη νύχτα τα πυροσβεστικά συνθήματα
αγνοώντας τη βιολογική καύση των ονείρων μας
Πονάνε οι αποξηραμένες θλίψεις;

 

 

ΜΝΗΜΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Έσταζε η βρύση από τη μνήμη
Χρόνια δεν μ’ άφηνε τις νύχτες
να κλείσω απ’ έξω τη φωνή μου
Εκνευριστικές οι υπενθυμίσεις της
Τιπ ταπ εικόνες θορυβώδεις
Λόγια που ξύριζαν τα όνειρα
Φωτογραφίες που αλλοίωναν το σώμα
και σκοτεινές φιγούρες πρόβαλλαν
Η μουσική από τη διπλανή απουσία
μία κραυγή στη διαπασών
Έξω ο κόσμος κυοφορούσε τη ρουτίνα του
Το νέο παιδί γεννιόταν λερωμένο
ατάιστο, απότιστο
με μάτια αιωνόβιου θανάτου

Σηκώθηκα απ’ τη σκέψη με μισόκλειστη την πρόθεση
ψάχνοντας για διακόπτες φωταγώγησης
Θα πρέπει να ‘χαμε διακοπή ηλεκτρικού
όπως συμβαίνει μετά την καταιγίδα 

 

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΩΣ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

Γεννιόμαστε με δυο δάχτυλα κρασί στις πεθυμιές
Οι ώρες μας χορεύουν ζαλισμένες εξαρχής
0 κόσμος μας ανάποδα γυρίζει
από τη δύση ως την ανατολή
Για τούτο ζούμε πρώτα στο σκοτάδι
Μετά σαν άτυχοι ορειβάτες
στο πεπρωμένο μας επάνω γαντζωνόμαστε
Αρχίζουμε για λίγο την ανάβαση
μέχρι τις παρυφές της λογικής μας

 

 

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Έχουν εκλείψει πια τα κεφαλαία γράμματα
ΣΤΟ καθημερινό μας λεξιλόγιο
γράφουμε μόνο τις μικρές μας πράξεις
χωρίς τελείες και εισαγωγικά
πάμπολλα τα ερωτηματικά που παραλείπονται
χωρίς να είναι ευκόλως εννοούμενα
παρά μονάχα προσποιούμενα
πως δήθεν συνοδεύονται από θαυμαστικά

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ

Η μουσική τρυπάει τον μανδύα της νύχτας
Σαν κλέφτης ψάχνει για τα τιμαλφή της μέρας
Παλιά κειμήλια
Μοντέρνα αξεσουάρ
Ποτέ δεν θα τελειώσει
η φιλαρέσκεια της πλήξης

 

 

ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Έξω στους δρόμους μια φωνή ξυπνά
Μικρός λυγμός
μεγάλη ήττα κάποιας νύχτας
που ανακατεύει τα σεντόνια μου
Κανένας πλέον δεν μπορεί να κοιμηθεί
Η τελευταία μας βόλτα στο φεγγάρι
περιφορά μας σε μια έκλειψη
μας έριξε στην έρημο
σαν επαναστατημένους δορυφόρους
Πες μου πως θα φωνάξει δυνατά ετούτος ο λυγμός
Πες πως θα γίνει δάκρυ σαν σταγόνα
επάνω σε θολό καθρέφτη
που όταν πέφτει
μια ρωγμή σκαλίζει προς τα ενδότερα
ίδια με πέτρα που χαράζει την οργή της 

 

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ

Χορεύω στις μύτες στιγμών
Μπαλαρίνα χωρίς ισορροπία αισθήσεων
μονάχα παραισθήσεων
Ο κόσμος είναι ωραιότερος
όταν αντίστροφα τον περιγράφεις
Απ’ το Ωμέγα με επιφώνημα το Ω!
ως το στερνό μας Άλφα της μεταμέλειας

 

 

ΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (2013)

 

Τις Κυριακές αφήνω ένα πουλί ελεύθερο να φύγει απ το στήθος μου
να φτερουγίσει πάνω στις κορυφογραμμές των δισταγμών

***

Δεν κάρπισαν τ’ αμπέλια μου, κρασί δεν ήπιε η λογική μου
Ποτέ τρεκλίζοντας δε βγήκε η ανεράδα μου να ζωγραφίσει τη ζωή μου

***

Αφηνιασμένα άλογα απ’ την καρδιά ξεχύνονται, στα σύνορα κινάνε
Να ξεπερνούν στα λόγια και τις λογικές, τους ισολογισμούς του κάθε χρέους

***

Τα πέλαγα που έζησα ήτανε θάλασσες κλειστές με βράχια γύρω
Δε με ταξίδεψαν, μονάχα με ξεβράσανε κουφάρι στις ακτές του τέλους

***

Σβήνει η μέρα τούς κρατήρες που ανάψαν τα φεγγάρια
Μια χούφτα λάβα απομένει να λιώνει τα φορέματα του ήλιου

***

Με δυο φτερά στα πόδια και σία χέρια πετάω πάνω απ’ το βράχο
που μυτερό κι ολόρθο έστησε στο δρόμο μου ο φόβος

*** 

Κομμένες ήτανε σία δυο οι ώρες της πορείας
Ένα κομμάτι για τη θέληση κι ένα για την προκοπή του κόσμου

***

Τεχνίτης ήμουν με την έγνοια της διαύγειας και πάσχισα
της άμμου τις ρυτίδες απ’ το χρώμα του γυαλιού να αφαιρέσω

***

Τη μουσική μου έβαλα στο γέλιο ενός παιδιού
να ηχολογεί στα βήματα του μέλλοντος
***

Με ένα γλάρο στο κρυφό το χτυποκάρδι μου ταξίδεψα
σε ουρανό και θάλασσα ανάμεσα κρατώντας το γλαυκό της νηνεμίας

***

Πελώριες οι νύχτες κρατούσανε φεγγάρια σε ομηρεία
Μικρές οι μέρες λευτερώνανε του ήλιου τις αχτίδες σ άλλο Σύμπαν

***

Προσεκτικά θα συλλαβίσω δύσκολα φωνήεντα
προσέχοντας τα δίφθογγο σε κάποιες διασταυρώσεις 

***

Έρωτας πειρατής ήρθε και ρήμαξε της νιότης τα προικιά
κουρέλια μιας καρδιάς αφήνοντας στο πέρασμά του

***

Τα βράδια πέφτουν με τους ψίθυρους της μέρας
κι αναχωρούν με τις κραυγές αναμετρήσεων

***

Κράτα εκείνη την αγάπη, που φτερά σού δίνει σαν τον Ίκαρο
μα ποτέ σιμά στη φλόγα δε σ’ αφήνει, να μη λιώσεις

***

Λόγια σαν χάντρες κομπολογιού πήγανε κι ήρθανε σε χείλη αργόσχολα
Μέχρι που γίναν όπλα να σκοτώσουνε αθώους κι ένοχους αντάμα

***

Σαν άλογα καλπάζουνε τα χρόνια σε χλωρά λιβάδια
ποδοπατώντας άνοιξες για να ‘μπει αξιοπρεπές ένα φθινόπωρο

***

Φυλάκισε μια κόρη μνήμη στο πιο ψηλό του κάστρου του παράθυρο
να αγναντεύει ολημερίς αγάπης σταυροφόρους

***

Το άγαλμα του Μεγάλου Στρατηλάτη όρθιο μες στην πτώση μας
κρατούσε τη λευκή του μάρμαρου γυαλάδα στα σκοτάδια

***

Ατέλειωτες ώρες κρατούσανε στα δίκτυα τους μια ευκαιρία
μα εκείνη σπαρταρούσε επώδυνα αρνούμενη την παράδοσή της

***

Κάπου ανάμεσα στη νιότη και στην ωριμότητα
ζύγιασα του δρόμου τις στροφές πίσω μου κι εμπρός μου

***

Με το φουστάνι μιας μικρής απόδρασης βγήκε μια βόλτα το φεγγάρι
τη μέρα να ‘βρει που πολλά τού ιστορήσαν για το φως της

***

Περαστικές χαρές, αξεπέραστες θλίψεις, διαπερατές ευτυχίες
κεντήσανε κλωστή κλωστή των χρόνων τα προικιά

***

Ό,τι αγάπησε το μίσος μου το βάσταξαν δέντρα δίχως καρπό
Με φύλλα μόνο πού ‘πεφταν κατακαλόκαιρα στο χώμα της ξηρής προοπτικής μου

 

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΕΝΟΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΥ ΕΡΩΤΑ (2012)

 

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΟΝΕΙΡΟ

Το μικρό μου όνειρο
Το έπλυνα, το έντυσα
Του φόρεσα μια κόκκινη καρδιά
Μία χρυσή κορδέλα στα φτερά
Κι ύστερα
Μ’ ένα φιλί στον ήλιο κατευόδιο
Το έστειλα στο πρώτο του ταξίδι
Και τώρα νέα περιμένω να μου στείλει
Από τη χώρα των ευχών
Την ένταση των προσευχών
Από τ’ απρόσμενο, τ’ ασύλληπτο
Το ευλογημένο το νερό του κόσμου

 

 

Τ’ΑΔΟΚΙΜΑΣΤΟ

Ξύλινο παγκάκι σ’ ανθισμένες λέξεις
Από στόματα με τα κόκκινα κεράσια της νιότης
Αγκαλιές με τρυφερότητα παρθένου δισταγμού
Χέρια που διψούν για ένα άγγιγμα στη νέα προοπτική
Κι ένας μικρός φτερωτός άνεμος
Χαϊδεύει τα μαλλιά κυματίζοντας το πάθος του
Μέσα στα δάχτυλα
Που συγκρατούν ακόμη η συστολή και τ’ αδοκίμαστο 

 

 

ΠΕΡΙΦΟΡΑ

Η τροχιά σου παραμένει ελλειπτική
Να συντηρεί τις εποχές στο σύστημά μου
Κι εγώ Ήλιος αδύναμος, χλωμός
Αμετακίνητος στις τρυφερές εξάρσεις της αγάπης
Προσμένω τη δική σου κίνηση
Περιφορά του Άγιου Έρωτα και λιτανεία της ψυχής

 

 

ΚΑΘΕΤΩΣ ΚΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΣ

Στα ερωτικά σταυρόλεξα
Ας μη δίνονται οι λέξεις
Οριζοντίως και καθέτως
Περιορίζεται η έκταση του πάθους
Σε μία μόνο στήλη
Σε μια μόνο γραμμή
Τη στιγμή που ο έρωτας που γέννησε
Μονάχα η ματιά της Αφροδίτης
0 έρωτας που δεν υπόκειται σε πενιχρές απομιμήσεις
Και σε ελεύθερης μετάφρασης φτωχές διασκευές
Ξεχύνεται μονάχα διαγωνίως
Καταλαμβάνοντας όλες τις στήλες
Όλες τις γραμμές
Κι όλες τις κορυφογραμμές
Των αντιστάσεών μας

 

 

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ

Ανίατη μέρα
Αρρυθμίες αισθημάτων
Ανεπάρκεια συγκινήσεων
Σμίκρυνση χαμόγελου
Μεγέθυνση επιφύλαξης
Το βράδυ αναμένεται βελτίωση της ασθενούς μας προοπτικής
Όταν ο κόσμος θα ξυπνά
Απ’ της συνήθειας το λήθαργο

 

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

Ήταν το αίμα τάχα που ποτέ μου δεν εκοίμισα
Ακόμα και σαν ήρθε πολιορκητής ο χρόνος
Επάνω σ’ ένα μύθο
Που απέτρεπε της φύσης την επέλαση;
Ή μήπως ήτανε η κουρασμένη του Μενέλαου ανάσα
Δίπλα στα ξάγρυπνά μου μέλη
Στις διεσταλμένες πόθων διαδρομές;
Ίσως και να ’ταν αρκετή η μέρα
Που μες στου Πάρη τη ματιά κυλούσε
Με τις λιακάδες όλες
Με το σφυγμό πιο δυνατό απ’ τη συνήθεια
Και τα φιλιά πιο νοτισμένα απ’ τους ξηρούς συμβιβασμούς μου

 

 

ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Στη σπηλιά που έχεις κρυφτεί
Μαζί με την αντίστασή σου
Έξοδος είναι η είσοδός σου
Για τούτο κι επιβάλλεται
Πλησιάζοντάς την να έχεις γνώση
Αν την απόφασή σου επανακαθορίζεις ισχυρότερος
Ή αν την έξοδο κινδύνου πλησιάζεις

 

 

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Στη φωτιά καίει το τελευταίο μας φιλί
Έξω κρατιέται ο καιρός από ’να σύννεφο
Που ερωτεύτηκε τρελά το καλοκαίρι
Μα εκείνο παίρνει τις καυτές του ώρες αγκαλιά
Σε παραλίες μακρινές μονάχο ταξιδεύει
Στέλνοντας μόνο καρτ ποστάλ της απουσίας του
Την ευτυχία σε μικρές συσκευασίες ηλιοφάνειας
Τις ώρες που μια Αγάπη βιαστική
Στης καρδιάς μας τις διαβάσεις
Αδιάφορα περνά κοιτάζοντας μπροστά
Ενώ εμείς προσμένουμε ξανά
Τη φωτεινή οδοσήμανση
Που τρέφει η προσδοκία

 

 

ΛΕΞΗΜΑ

Οι προθέσεις σου δεν είχαν λέξεις
Μείναν στο λέξημα
Κι έτσι το αγαπ-
Δεν έγινε αγάπη κι αγαπώ
Αλλά αγαπημένη ανάμνηση
Σε μια εταζέρα
Μ’ ασημένιες περιδέσεις του ανέφικτου
Και το ερωτ-
Έρωτας δεν εγίνη
Ερωτηματικό προέκυψε
Ένα στην αρχή πολλά μετά
Που θέριεψαν
Σαν γόπες βγήκαν πεινασμένοι
Και ζώσανε σφιχτά την απουσία σου
Τρώγοντας απ’ της ψυχής μου το κορμί

 

 

ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ

Στο τετράδιο μιας ανάμνησης
Με γράμματα μουντζουρωμένα
Καταλήξεις ανορθόγραφες ρημάτων
Γράφτηκε το τέλος της πέμπτης εποχής
Δεν ήτανε καλοκαιριά μα μήτε άνοιξη
Δεν ήτανε χειμώνας
Μα δε μύριζε φθινόπωρο
Καιρός παράξενος
Με της ερήμου τη σκληρή εναλλαγή
Βραδιές της απουσίας σου με τύλιγε το ψύχος
Στιγμές της παρουσίας σου
Μαστίγωνε τις ώρες η φλόγα των ονείρων
Ώσπου το δέρμα μου δεν άντεξε ετούτη τη μετάλλαξη
Τη συνεχή προσαρμογή στις διαθέσεις των ματιών σου
Την αλλαγή στις μεταπτώσεις των χεριών σου
Και έσκασε στο χρόνο μέσα
Με τις μικρές εκρήξεις ελεγχόμενης οργής
Με απαλές εντάσεις πικραινόμενης στοργής

 

 

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ

Πόσα παιδιά γέννησε η συνέχειά μας
Πόσα παιδιά φόνευσε η απάθειά μας
Σε πόσους στίχους τραγουδήσαμε τον έρωτα
Σε πόσες λέξεις εξοντώσαμε την αγάπη
Μετράω τ’ αμέτρητο
Λογαριάζω το άλογο
Σταματώ στο παράλογο

 

ΤΑ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Τα νεκρά σαλιγκάρια στις υγρές αυλές
θαρρώ πως μοιάζουν με τους χαμένους έρωτές μου
Μία ζωή κουβάλησαν στην πλάτη
Το κέλυφος της προστασίας τους
Μ’ αγνόησαν το βήμα του απρόσκλητου διαβάτη
Στο μικρό παράδεισο που σέρνονταν αδύναμα
Κυρίως όμως θανάσιμα ανυποψίαστα

 

 

ΕΚΛΕΙΨΗ

Έκλειψη αγάπης
Για άλλη μια φορά
Ανάδρομοι πλανήτες μες στην πλάνη μου
Παλεύω απ’ το μηδέν να κρατηθώ
Κι απ’ το ελάχιστο που πρόφταξα
Πριν απ’ το θάνατο του Ήλιου ν’ αγναντέψω
Είναι μικρές οι ρίζες και πικρές οι διαδρομές τους
Άγονος καιρός που διώχνει τη βροχή του κόσμου
Ξηρές οι μέρες πιότερο στεγνώνουνε τη δύναμη της γης μου
Λέω πως θα ’ρθουν ώρες
Ν’ ανθίσουνε καινούριες μυρωδιές
Απ’ τις αγάπες που δε μ’ αξίωσε ακόμα ο χρησμός μου
Κι έτσι
Από τούτα τα άβγαλτα κλαδιά κρατιέμαι
Πιο δυνατά, πιο στερεά από ελπίδα
Πιο ανοιξιάτικα απ’ την πρώτη του χελιδονιού φωνή

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ

Έγειρα σε μιαν ανάμνηση επάνω
Προσμένοντας ν’ ακούσω πάλι
Τa ιδιαίτερα φωνήεντα
Που ήξερε κάποτε να γράφει
Στ’ αλφαβητάρι των αισθήσεών μου
Μα εκείνα, σαν ξεκούρδιστα πια σύμφωνα
Σε γλώσσα ξένη, ακατανόητη
Προσπέρασαν αδιάφορα την καινούρια μου τη μέρα

 

 

ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Κορίτσι με τα ηλικιωμένα μάτια
Με τις πατούσες σου επάνω στις ξηρές
Του χρόνου κίτρινες πευκοβελόνες
Τα χείλη σου ξηρά από κρασί που δε γεύτηκες
Κάθεσαι μες στη σκέψη σου
Διαβάζοντας μικρά ημερολόγια
Από μεγάλες μέρες
Ενώ την πόρτα σου κτυπά ελαφρά
Ένα τραγούδι απ’ την τελευταία θάλασσα που σε ταξίδεψε
Κόρη με το σκουριασμένο πέρασμα
Του ήλιου επάνω στα φθαρμένα τα παντζούρια του έρωτά σου
Στέκεις ολόρθη στο κατώφλι της αδράνειας
Κρατώντας ένα μαραμένο τριαντάφυλλο
Με ευωδιές ατέλευτες
Που σου μυρώνουνε το σούρουπο του κόσμου

 

 

ΣΧΗΜΑ Α-ΣΧΗΜΙΑΣ

Κύκλοι τετράγωνα τρίγωνα μέσα στη μέρα μου
Αναταράζουν τις καμπύλες αισθημάτων
Τις εσοχές απόκρυψης μιας αδυναμίας
Την ωραιότητα μιας άγνοιας αποσυνδέουν
Από προσπάθειες λεπτής ισορροπίας
Έτσι που κάθε σχήμα ά-σχημο προκύπτει
Εύπλαστο σαν συνείδηση ασθενική
Η αποκάλυψη ντύνει τη μέρα με καημό
Και η παράσταση αρχινά
Με νοθευμένες ερμηνείες

 

ΦΤΩΧΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ

Κι είναι νωρίς για να σωπάσει το αίμα
Κι είναι αργά για να ξανάβρω την αρχή μου
Και στο μεταίχμιο παλεύω για κανονικές αναπνοές
Εισπνοές, εκπνοές σ’ εκγύμναση ψυχής
Μέχρι που πνίγομαι σαν μανιώδης καπνιστής
Στις καταχρήσεις μιας φτωχής συναλλαγής

 

 

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Αλλάζοντας τη ροή του πόνου

Σε μια πανσέληνο πληγώθηκε η αγάπη
Τα δάκρυά της θρέψανε τις ασημένιες φεγγαριού πνοές
Κι αυτές, ευαίσθητες χορδές
ΣΤΟ πέλαγο της λύπης πέσανε
Τα φουρτουνιασμένα λόγια ψιθυρίζοντας μ’ έναν υγρό καημό
Σε μια πανσέληνο γυμνώθηκε η ζωή
Απ’ τα στολίδια ενός πλανόδιου έρωτα
Που τον προσμένανε στις γειτονιές
Οι κοριτσίστικες πλεξούδες του ονείρου
Μ’ αυτός με τις πραμάτειες του όλες λοξοδρόμησε
Αφήνοντας τα χέρια αδειανά απ’ της Θεάς την προσφορά
Κάθε που το φεγγάρι ταξιδεύει στην πληρότητά του
Μια θλίψη λύνει τη σιωπή της
Με κρουσταλλένια δίφθογγα μικρής εξομολόγησης
Στην αύρα μέσα μιας θαλάσσιας συγχορδίας
Με μουσικές σε ύφεση καρδιάς

 

 

ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΗ

Σοβαρής μορφής εξάρτηση
Μη αναστρέψιμη αγάπη
Σε τούτο το βασίλεμα καλοκαιριάς
Του κόσμου και της ζήσης
Κι έτσι
Καθώς φθινόπωρο κουρνιάζει στον αγέρα
Καθώς τα φύλλα ετοιμάζονται
Για πλήρη υποταγή στο θείο χώμα
Παίρνω ανάσες απ’ το άρωμα του κάμπου σου
Δροσοσταλίδες απ’ το πρώτο ξέσπασμά σου
Σε άσπρο σύννεφο τις κλείνω
Κι αυτό σαν αίνιγμα χαμογελά
Θερμαίνοντας τις έκπληκτες αισθήσεις μου
Περνώντας πότε πιο ψηλά
Και πότε χαμηλότερα
Από το χάδι σου που όλο και σιμώνει
Απ’ το επερχόμενο φιλί σου
Από τις φλογισμένες μου αναμονές
Εμπρός στο αναπάντεχο ετούτο δώρο
Θεού ξεστρατισμένου

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ημιτελής δεν έζησα ποτέ
Ολόκληρο το μήλο κυνηγούσα
Όλες τις κόκκινες δαγκωματιές βιαζόμουν να γευτώ
Και στην ψυχή μου μέσα ημιθανής δεν άντεξα στο ελάχιστο
Τη στρογγυλάδα ήθελα και πάλι να αγγίξω
Στον κύκλο μέσα αγνοείς το τέλος
Τα δάχτυλά σου δεν το ψηλαφούν αχρείαστα, ασυλλάβιστα
Κι ούτε και γύρεψα σ’ άλλους σταθμούς
Το γύρο της καρδιάς μου να ναυλώσω
Σε τούτο εδώ τον ήλιο κυνηγούσα τις σκιές μου
Ακολουθούσα μια φωνή που πρόσταζε αδιάκοπες πορείες
Εντελώς στο ηχόχρωμά της αφημένος
Εντελώς του τέλους μαχητής

 

 

ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ (2011)

 

ΧΑΪΚΟΥ

 

ΠΡΟΣ ΕΛΕΝΗ

Ωραία ήσουν
μέχρι του Μενέλαου
το στερνό φιλί

 

ΠΕΡΙ ΘΥΣΙΩΝ

Ποτέ δεν ήρθε
ο ούριος άνεμος
Ιφιγένεια

 

Η ΑΛΛΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Δεν επιστρέφω
σε Ιθάκες που μείναν
χωρίς μνηστήρες

 

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ

Αν δεν ακούσεις
μια σιωπή στη ζωή
δε θα φωνάξεις

 

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Για μια Χιονάτη
φυγάδευσαν τα μήλα
απ’ την αγάπη

 

ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

Υποχωρώντας
η αλήθεια σκόνταψε
σε λίγες τύψεις

 

ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ

Ο αυτόχειρας
ποτέ δεν πήρε χάρη
απ’ την ψυχή του

 

ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Αγάπης ήχος
ταξίδεψε γρήγορα
σ’ ένα σου βλέμμα

ΣΥΝΕΠΕΙΑ

Δεν επέτρεψα
την παρακαμπτήριο
στα όνειρά μου

ΕΛΞΗ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

Ερωτευμένος
ένας μύθος τριγυρνά
σε μιαν αλήθεια

 

ΑΦΟΤΟΥ ΕΦΥΓΕΣ

Ραδιόφωνα
καλύπτουν τους οδυρμούς
του φονικού σου

 

ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΝΘΟΦΟΡΙΑΣ

Δεν ανθίσανε
λουλούδια που έμειναν
χωρίς χειμώνα

 

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οι Πηνελόπες
διαβάζουν το μέλλον τους
στο παρελθόν τους

 

ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΗ

Αβρόχοις ποσί
διήλθε ωκεανούς
αγκομαχώντας

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Όταν βραδιάζει
μια ανάμνηση σκύβει
στα σεντόνια μου

 

ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

Κοίταξε τα’ άστρο!
Πέφτει καβάλα σε ευχές
μετανοούντων

 

ΑΓΩΝΑΣ

Εντός ή εκτός
κράτησα τη ψυχή μου
επί τα αυτά

 

ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ

Μετά τη βροχή
ξυπόλυτο γυρνούσε
το όνειρο μας

 

ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Στη νύχτα μέσα
έκλαιγε ένας ήλιος
που ξεστράτισε

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΖΩΗΣ

Αθροίζω στιγμές
Αφαιρώ μειωτέους
Διαιρώ λάθη

 

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Ζήσανε καλά
όσοι στα παραμύθια
δεν πιστέψανε

 

 

ΟΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ (2010)

 

ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΟ

Με την πήλινη του σάρκα
Κυρίως, όμως, με την πήλινη καρδιά
Πορεύτηκε σε στέπες και ερήμους
Σε σαβάνες με τα θηρία των ψυχρών του λογισμών
Ψάχνοντας για τα εδέσματα της ευφορίας
Βρέθηκε ακόμα και στους πάγους
Δοκιμάζοντας τις αντοχές του σε όλα τα υπό
Στους τριακόσιους βαθμούς Κελσίου
Χαράχτηκε η άνυδρη ψυχή του
Μαράθηκαν καρποί και άνθη
Που παλεύαν από καταβολής αγάπης να φυτρώσουν
Σε κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες
Έγραφε στίχους στη μουσική της θείας αύρας
Νήστευε τον ύπνο που ξεστράτιζε σε λήθαργο
Ήξερε ν’ αγναντεύει πέρα απ’ τους κλειστούς ορίζοντες
Με τα καράβια σαν κουκκίδα ανήμπορη
Ν’ αντέξει τρικυμίες και καρχαρίες
Με την πήλινη μου σάρκα
Κυρίως, όμως, με την πήλινη καρδιά
Πορεύτηκα και πορεύτηκες Αδάμ
Σε τσέπες και ερήμους
Σε σαβάνες με θηρία που κατέτρωγαν
Τα πρώτα σαλπίσματα της ταπεινής ανθοφορίας μας
Βρεθήκαμε ακόμα και στους πάγους
Παλεύοντας με μείον και με πλην
Στους τριακόσιους βαθμούς Κελσίου
Θρυμματίστηκε η παλάμη της ευγενούς μας δωρεάς
Μα σε κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες
Αφήσαμε το ελαφρύ αεράκι του Έρωτα και της ζωής
Να φυσήξει στα λευκά πανιά μας
Σαν Αίολος παραπεμπτικός
Με τους ασκούς γεμάτους περιστέρια
Να ‘χουμε να στέλνουμε στις όπου γης στεριές
Κάθε φορά που η κιβωτός της περιπλάνησής μας
Ακουμπούσε στο Αραράτ της σωτηρίας

 

 

ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Χρειάζεται μια άγνοια για να χτιστεί ένας Παράδεισος
Να κρατηθεί έστω σε απόσταση ασφαλείας
Απ’ τους καταραμένους όφεις
Όταν οι Εύες ανεμίζουνε τη χαίτη τους
Με τίναγμα ηδονικό πίσω απ’ τον ώμο
Το μήλο γίνεται πιο κόκκινο
Η γνώση πλανεμένη κι απαστράπτουσα
Αποκοιμίζει το γαλάζιο κύμα των ουράνιων αισθήσεων
Και μένει μόνο η αφή για το νερό, το χώμα, τη φωτιά
Μα…
Αν είναι να βραχείς, βρες του ωκεανού την πιο βαθιά Αγάπη
Αν είναι να χτιστείς, ψάξε για στέρεα υλικά υποταγής
Κι αν είναι να καείς,
Άσε τη στάχτη σου να ντύσει τις ψυχές των λουλουδιών
Στη μετενσάρκωση του Λόγου και του Πνεύματος

 

ΣΗΜΑΔΕΥΟΝΤΑΣ…

Πήρε το τόξο, πήρε τη φαρέτρα με τα βέλη
Κοίταξε μια τον ουρανό και μια τη θάλασσα
Δεν ήξερε προς τα πού να σημαδέψει
Τ’ άστρα ή τα κύματα
Ώσπου κι απόκαμε στη σκέψη μέσα
Στον ίσκιο μιας ελιάς ακούμπησε το δίλημμα
Ως το πρωί μετρούσε την απόσταση
Ύστερα, λίγο πριν χαράξει
Το τόξο τέντωσε προς τη Μητέρα Γη
Εκείνο ρίζωσε και γίνηκε δεντρό
Που τραγουδάει κι απλώνει ρίζες προς τα κύματα
Που χαιρετάει με τα ακρόκλωνα τη σκέπη τ’ ουρανού

 

 

ΓΕΛΙΟ ΠΑΙΔΙΟΥ

Το γέλιο του παιδιού
Κατρακύλησε ένα πρωί από τη στέρνα
Τόπι που πιάστηκε για λίγο
Στ’ ανοιξιάτικο χορτάρι
Στο καθρέφτισμα τ’ ουρανού
Επάνω απ’ την ερωτευμένη λίμνη
Σύρθηκε ως τα κλειστά παράθυρα
Τις σκούρες, σκονισμένες κουρτίνες
Δεν άνοιξαν
Μα τώρα ξέρουν πως εκεί έξω
Η μέρα κυνηγάει την Αλήθεια της
Και τα ξανθά λουλούδια
Γεννάνε το αντίδοτο του Τέλους

 

 

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΣ

Απ’ την αρχή σου το ‘πα
Στο μαιευτήριο των αιώνιων αισθημάτων
Η αγάπη μας δεν ήτανε αυτή που μας εδόθη
Βρέφος πανομοιότυπο με το σύνηθες
Στο κλάμα και στον ύπνο
Ανταλλάχτηκε μες στη στενή θερμοκοιτίδα της ανάπτυξης
Με άλλο, πιο προσηνές, πιο δεχτικό
Στις αναταράξεις της παιδικής του κλίνης
Εμείς έμελλε να ζήσουμε με το σεισμό των λέξεων
Μα πρόλαβε ευπαθής ο σεισμογράφος
Να προειδοποιήσει για τη μελλούμενη κατάληξη
Ώστε να πάρουμε τα μέτρα μας
Να θωρακίσουμε το μέγεθος της ευτυχίας μας
Απέναντι στην επίφοβη σπανιότητα του δώρου

 

 

ΠΕΡΙ ΦΘΟΡΑΣ

Παρακαλώ, περάστε, καινούριο είναι το κατάστημα
Εδώ και μέρες έχω προσέξει τη φθορά των προσωπείων σας
Πόσο αρνούνταν πλέον να κρύβουν την αλήθεια σας
Λίγο η βροχή που έπεσε καθάρια το πρωί
Χωρίς τη λάσπη απ’ τις μέρες της ερήμου
Λίγο η θάλασσα που ξέβρασε προώρως
Τα μπουκάλια με τα διφορούμενα μηνύματά σας
Και ιδού τώρα η ανάγκη της αμέμπτου επαλήθευσης
Περάστε κι αγοράστε τη συνέχεια της πλάνης σας
Σε χαμηλές τιμές πωλείται η απεμπόληση
Οι μαύρες σας σελίδες επιτήδεια λευκαίνονται
Τα προσωπεία αποκαθίστανται
Συνεχίζεται ο καθαγιασμός των μη μετανοούντων
Στους ναούς με τους σιωπηλούς αγίους
Γιατί κι η σιωπή με την αποσιώπηση τρέφεται κι ακμάζει

 

 

ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

Όταν κοιμάσαι μια τύψη ξεψυχά για τις ώρες που δεν έφερες
Μια καταιγίδα για τα σύννεφα που κράτησες
Πίσω απ’ τα λόγια που ξεστόμισες
Ύστερα παίζουνε τα βλέφαρά σου σε ρυθμούς αναμονής
Στην πρώτη υποψία της καινούριας μέρας
Ξανανοίγεις τους καλά σχεδιασμένους χάρτες σου

 

 

ΝΟΥΜΗΝΙΑ

Έφτασες κατάκοπος στο τέρμα
Κρατώντας μοναχά μια μαργαρίτα
Που μάζεψες στο δρόμο
Ζυγός ήταν ο αριθμός από τα πέταλά της
Μπορούσες έτσι να καθορίζεις τη συνέχεια στο μάδημα
Προχωρώ, δεν προχωρώ
Δεν προχωρώ και προχωρώ
Μπορούσες, ακόμα και μετά από τόσα χιλιόμετρα αγάπης
Να ρυθμίζεις αναλόγως τ’ αποθέματα
Έφερες τη μαργαρίτα κοντά στην όσφρηση των έργων σου
Κι ύστερα την αντάλλαξες
Μ’ ένα καινούριο ένδυμα για την ψυχή σου
Καινούριες σόλες για τις ατέρμονες διαδρομές
Της λευκής παράδοσής σου

 

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Απολογισμός εσόδων και εξόδων
Το ταξίδι ακριβό
Πιο ακριβοί οι άνθρωποι που δε συνάντησα
Τα αισθήματα που δε μου άπλωσαν το χέρι
Σε μια τυπική έστω χειραψία
Στις αποσκευές έκλεισα
Πιότερο τον έρωτα παρά το ερωτηματικό
Κι αγάπησα πολύ και δυνατά τους δρόμους μου
Τα μονοπάτια ακόμα
Που μου χάραξαν και χάραξα μες στο πυκνό μου δάσος
Και τις πηγές που με ξεδίψασαν στο τέρμα
Σαν έσκυψα με καθαρές τις χούφτες μου
Να βρέξω μέσα τις ευχές και προσευχές μου

 

 

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ…

Και ποιος μπορεί εν τέλει να μου μιλήσει για σένα, Αδάμ;
Ποιος μπορεί να ακουμπήσει τα δάχτυλα
Επί των τύπων των αιώνιων κραδασμών σου
Άλλοτε γίνονται ταξίδια με τον ούριο άνεμο
Απ ‘τη θυσία κάποιας Ιφιγένειας
Κι άλλοτε ρίζες γίνονται σε γη άνυδρη και στείρα
Χωρίς καμιά διαδρομή από τους χάρτες
Που ζωγράφισαν όσοι Μαγγελάνοι και Κολόμβοι
Σου περίγραψαν τα άγνωστα για σένα χώματα
Πέρα απ’ τις Ηράκλειες στήλες
Της επίπεδής σου απομόνωσης
Κι άλλοτε έρχεται πυρπολητής ο Έρωτας
Αφοπλίζοντας τις αμφισβητούμενες προσταγές
Της καθεστηκυίας νομοτέλειας
Και ποιος μπορεί εν τέλει να μιλήσει
Για σένα και για μένα
Και για όλους τους ομοίους μας, Αδάμ
Ποιος μπορεί απόλυτα να θέσει τα δάχτυλα
Επί των τύπων όλων όσων ακούμπησαν
Στη θεία πνοή του χώματός μας
Άλλοτε σαν ψιλή βροχούλα, ευεργετική για τις ανάγκες μας
Κι άλλοτε σαν αξίνα βαθιά που χάραξε
Την προστατευτική μας κρούστα
Κι ίσως ο Παράδεισος να παρέμεινε εκεί μονάχα που δεν ψάξαμε…

 

 

ΑΛΕΞ – ΗΝΕΜΟΣ (2010)

 

ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ…

 

ΣΚΕΨΗ ΠΡΩΤΗ

Όταν Εγώ κχ Εσύ βαδίσαμε, πρώτη φορά
Στη Χώρα των Παθών και των Ανέμων
Σε μια Πατρίδα που αφήσαμε, σε μια Πληγή που δε νικήσαμε
Όταν κοπάσανε για λίγο του Αιόλου οι ασκοί
Σαν φύσηξε για λίγο μια Ανάμνηση
Επιστροφή… που δεν ήταν
Δικαίωση… που δεν ήταν
Ντυμένες κι οι δυο την Παρηγοριά
Φορώντας μια κορδέλα περιέργεια στα λυτά τους τα μαλλιά

 

 

ΣΚΕΨΗ ΤΡΙΤΗ

Καν να’ μαι
Εγώ τώρα… Αλεξ-ήνεμος
Διώχνω για λίγο μακριά τους Άνεμους της πίκρας
Το πεπρωμένο τόσων χρόνων
Ντύνομαι μόνο τη λαχτάρα μου για σένα
Παίρνω τη νια θωριά σου
Παίρνω τη σκέψη παραμάσχαλα
Του τόπου μου τον Έρωτα στην άκρη των ματιών
Στα μέσα της καρδιάς
Και βάφω πίνακες του Χρόνου για σένα μοναχά
Εσύ, δώσε μου λίγο μόνο απ’ το δικό σου χρόνο
Λίγο απ’ το χρώμα που σε στόλισε
Η θάλασσα του Νότου
Της λεύτερης πατρίδας ο ουρανός
Κι έλα μαζί μου
Σε μια Επιστροφή… που δεν είναι
Σε μια Δικαίωση… που δεν είναι
Έλα μαζί μου
Πάνω από Πράσινες Γραμμές
Μέσα από Κόκκινες Μέρες
Εγώ θα πονέσω…
Εσύ θα μάθεις…
Εγώ θα ξαναζήσω την οδύνη και το όνειρο
Εσύ θα περπατήσεις σ’ έναν κόσμο
Που σου ανήκε και σ’ τον κλέψανε
Ποιες Μοίρες στείλανε τους άρπαγες εκείνο το πρωί
Που ξημέρωσε σαν νύχτα δίχως άστρα
Εγώ κι εσύ
Ένα Χτες κι ένα Αύριο
Στην περιπλάνηση του Σήμερα
Δώσε μου τ’ άσπρα τα πανιά που αρμενίζουν στη ματιά σου
Δώσε μου γιούλια, μενεξέδες απ’ τους δρόμους που περπάτησες
Πάρε την πρώτη μου ζωή
Πάρε την έγνοια και τη μνήμη μου
κι’ άκου…
Κοίτα…
Νοιώσε…
Τίποτα δεν πεθαίνει
Όσο υπάρχουν οι αγάπες που το γέννησαν

 

 

ΣΑΝ ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΕΓΩ

Ο τόπος μας
Μια θάλασσα τραγούδι
Το κύμα έπαιζε πεντοβολά
Στο κεφαλόσκαλο της άνοιξης
Μύριζε άνθια ο αγέρας
Σαν χνώτο βρέφους βυζανιάρικου
Μύριζε γέλιο το φεγγάρι
Σαν ευτυχία, λάφυρο ζωής
Τον είχαμε κερδίσει αυτό τον πόλεμο
Είχαμε στήσει τη σημαία μας
Στην κορυφή τ’ απέραντου ονείρου
Επάνω, με γιγάντια γράμματα
Σαν σύνθημα, σαν ιαχή της νίκης μας
Χαράξαμε τη λέξη ευδαιμονία
Την πήρε του Πενταδάχτυλου το λιόγερμα
Να τηνε βάψει στο χρυσό
Το κόκκινο, το πορφυρό της φλόγας
Την πήρε της Μεσαριάς το στάχυ τ’ ανεμόδαρτο
Να τηνε κάνει θρέμμα και ψωμί της φαμελιάς μας

 

ΕΣΥ

Της Μεσαριάς ο κάμπος ο ξανθόσπαρτος
Του Πενταδάκτυλου το στέμμα το πεντάκορφο
Τόσο κοντά
Τόσο μακριά

 

ΕΓΩ

Μια Κυριακή, μια σκόλη η βδομάδα μας
Στα χέρια μας οι ρόζοι της Αγάπης
Είναι γλυκός ο κάματος της γης σου
Είναι ολόγλυφος του κόπου σου ο καρπός
Ανοίγει φλούδες μες στις χούφτες σου
Απ’ το Θεό σταλμένη η ευλογία
Ανοίγει ήλιους μες στη σκέψη σου
Το δώρο της ζωής

 

ΕΣΥ

Ανοίγει τόξα στα ουράνια αστραπόμορφα
Ανοίγει σκέψεις της Αγάπης, της Ζωής
Όλα κοντά μου… Μακριά μου

 

ΕΓΩ

Θυμάμαι ακόμα τη μεγάλη μας την κάμαρη
Στη μέση άγιο το τραπέζι δισκοπότηρο
Να κοινωνούν εφτά παιδιά το κόκκινο αίμα μας
Αίμα ζεστό, σαν από νιόσκαφτη πληγή
Της γης μας οι πληγές
Που γίνονταν ψωμί κι ήσυχη ανάσα μες στη νύχτα
Κάτω απ’ την έγνοια του πατέρα
Κάτω απ’ το χάδι της μητέρας
Πνοή γαλήνια και χορτάτη, ειρηνική
Εφτά τραγούδια στα κλειστά ματόκλαδα
Εφτά νεράιδες νανούριζαν το όνειρο
Κι ύστερα γέλαγαν με χάχανα
Μέσα στα κίτρα, στα νεράντζια της αυλής
Κάναν στεφάνια τους ανθούς στα ξέμπλεκα μαλλιά τους
Βάφαν τα χείλη με της άνοιξης τους κράχτες
Βρέχαν τα βλέφαρα
Στους κρουσταλλένιους ψίθυρους φιδίσιου ρυακιού
Τα μάτια τους ασήμωναν ψιχάλες της σελήνης
Τις κόρες χρύσωναν καράβια της αυγής
Μες στ’ ακροδάχτυλά τους παιχνιδιάρικες αχτίνες
Πλάθανε κάστρα και παλάτια, γιγαντόσωμους ιππότες
Ζύμωναν χρώματα κι αγέρα
Να ζωγραφίσουνε το άπειρο
Να χρωματίσουνε το άμετρο
Να σχηματίσουνε το άμορφο
Να ράψουνε τον ήλιο στα δικά τους μέτρα
Έτσι σαν ζύγιαζαν τ’ ατέλευτο ταξίδι του
Πάνω απ’ την έγνοια του πατέρα
Κάτω απ’ το χάδι της μητέρας
Κάτω και πάνω τ’ ουρανού

 

ΕΣΥ

Το βιολετί, το θαλασσί, τ’ αγαπημένα μου
Αγαπημένα είναι και του ονείρου
Πορτοκαλιά και κόκκινα και κίτρινα πεφτάστερα
Στο προσκεφάλι μου τις νύχτες σεργιανίζουν
Σαν κύμβαλα αλαλάζοντα, πνοές ανέμου
Σαν σπίθες πυρκαγιάς, βάτοι καιόμενοι
Είναι βαθιά επιθυμιά τα δεκαπέντε μου τα χρόνια
Είν’ ουρανός και γη και θάλασσα και ήλιος
Είναι κλαδί της μυγδαλιάς στο καταχείμωνο
Είναι σκοπός στην άκρη των χειλιώνε
Αχτίδα που στα πούπουλα του σύννεφου όλο κρύβεται
Καιρό γυρεύοντας να βγει και να θεριέψει

 

ΕΓΩ

Θαρρείς κι ακούω τον πατέρα σου
Έτσι κι αυτός
Μαστίγωνε της νιότης τ’ άσπρο άλογο
Κρυφά το πεπρωμένο ν’ ανταμώσει
Τα μάτια σου… τα μάτια του
Το στέρνο του… η κραυγή σου
Μες στο περβόλι δουλευτής ακάματος
Να ιδρώνει τ’ απανώχειλο
Τ’ αρσενικού υποψία
Τ’ άσπρα μανίκια διπλωμένα ως τα μπράτσα του
Μια φλέβα να χτυπάει δώθε κείθε
Και δες
Θρασομανάει το πείσμα στου καιρού την άρνηση
Γίνεται άνθι και καρπός κάθε γυμνόκλαδο
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας μακάριας πεταλούδας
Δυο χελιδόνια ερωτεμένα τιτιβίζουνε
Μες στα πυκνά φυλλώματα της νιότης
Πηγαινοφέρνουνε τον άνεμο
Πηγαινοφέρνουν την αγάπη
Φωλιά να χτίσουν για το νιο, το αύριο
Στην πόρτα το στεφάνι να κρεμάσουνε
Με τριαντάφυλλα του μύρου και του πόθου
Ω ναι
Θαρρείς και βλέπω τον πατέρα σου
Δυο μάτια κάρβουνο μες στις αλάνες της ζωής
Δυο χέρια σίδερο μες στις πλατείες του ήλιου
Πετροβολούσε τ’ Άδικο και χλεύαζε τ’ Αδύνατο
Τα βράδια, εκεί στο κεφαλόσκαλο
Χόρταινε άστρα, μουσική και νυχτολούλουδο

ΕΣΥ

Άσε με ν’ ακουμπήσω την καρδιά μου στην απαλάμη σου
Άσε με να πιαστώ απ’ τα καρφιά της μνήμης σου
Επάνω να κρεμάσω τους Ιούληδες που διάβηκαν
Μέσα στη δίνη των καιρών
Μέσα στα άγνωστα γνωστά
Και στα δικά τα ξένα
Δυο στάλες άσε με να πιω
Απ’ το κρασί της νιότης σου
Τώρα που σήμανε η στιγμή
Στο χώμα τούτο που σε γέννησε
Κι εμείς αντάμα θα χωθούμε
Στης μάνας γης σου την αγκάλη
Με μια λαμπάδα τάμα για τη χάρη Του
Με δυο ποτήρια νοσταλγία
Στων Μοιροχρόνων τα γυρίσματα
Ετούτη, η άλλη μας πατρίδα
Τόσων αβάσταχτων δακρύων
Τόσων παράξενων Ιούληδων
Κοίτα! Δεν είναι σύνθημα στον τοίχο
Δεν είναι άμορφη εικόνα
Σε κάποιου δάσκαλου το στόμα
Δεν είναι μύθος στα βιβλία
Τόσων πολύπαθων σοφών
Δεν είναι μνήμη

 

ΕΓΩ

Είναι αίμα
Πηχτό, κόκκινο αίμα
Στο ρημαγμένο σήμαντρο
Είναι μαρμάρινη Ιστορία
Στο κουρσεμένο ακροθαλάσσι
Είναι το χώμα της παιδιάστικης ανάσας μας
Και το λιθάρι στο χτυπόκαρδο της ήβης
Πόνος, Χαμός και Κουρνιαχτός
Κι είναι παλιά φωτογραφία
Που όμηρο τη νιότη μας κρατάει
Αποδιωγμένη μες στα λάφυρα πολέμου
Ίσως ετούτα εδώ τα μάτια
Να βλέπαν κάποτε σαν και τα δικά μου
Ψυχές! Τόσες ψυχές χωρίς κορμιά
Σαν τα κριάρια ’ναι ριγμένες
Σε μιας πανάρχαιας θεότητας βωμούς

 

ΕΣΥ

Περνάω τη σκέψη μου επάνω απ’ το σταμάτημα του χρόνου
Επάνω απ’ τα τριάντα χρόνια της ματιάς σου
Ωραίος σαν Υμέναιος
Κρατάς σφιχτά τον κρίνο της αγνότητας
Μέσα στου άσπρου πέπλου την Ιθάκη
Της αγάπης χρώματα βάφουν τα χείλη, τη θωριά
Το σφιχταγκάλιασμα μες στο ουράνιο τόξο

 

ΕΓΩ

Αν ήταν εδώ…

 

ΕΣΥ

Είναι πάντα εδώ
Κοίτα
Τα μακριά λυτά μαλλιά, τα δυο γαϊτανοφρύδα .
Χέρια λευκά σαν αθωότητα
Σκύβουν απάνω στα σγουρόμαλλα κεφάλια
Εφτά ανάσες σμίγουνε βαθιά με τη δική της

 

ΕΓΩ

Μάνα! Γυναίκα! Ουρανέ!
Ήταν το Χτες… είναι το Σήμερα…
Πια δεν το ξέρω
Ροδάνι ο χρόνος μ’ ακατάλυτη Εκείνη

 

ΕΣΥ

Νιότη κι Αγάπη μες στο πέλαγο του Νου

 

ΕΓΩ

Βραδιάζει… Ακούω πέρα το τριζόνι
Και το σκοτάδι αλάργα διώχνει
Του Ήλιου το χρυσάκτινο αστέρι
Κι αυτή η άλλη μας ζωή μέσα στο σούρουπο
Μιαν άλλη γλώσσα κουβεντιάζει
Κι άλλους Θεούς δοξάζει
Σε σκύλες και γιορτές
Τάχα να ζούμε τούτες τις στιγμές
Ή ναν κρυφό ξανά σεργιάνι
Στους έρωτες τους παιδικούς
Που θέριεψαν και γίναν Πάθη
Να’ ναι ακόμα μια σκιά
Στον ύπνο έκπτωτων αγγέλων
Με στεναγμούς τη θύρα κρούουν της Εδέμ
Και το παλιό το κλέος ζητιανεύουν

 

ΕΣΥ

Είμαστε δω
Πέρα μουχρώνει η θάλασσα

 

ΕΓΩ

Πέρα μουχρώνει η θάλασσα
Και δώθε η καρδιά μας
Ίδιο το κάλλος μένει
Κι ας κλαίει κάτω από μισό φεγγάρι
Φεγγάρι κόκκινο και ξένο

 

ΕΣΥ

Είμαστε δω, πατάμε απάνω στις δικές σου λέξεις
Στο χώμα σκύβουμε
Φιλάμε την Αλήθεια του Ανέμου

 

ΕΓΩ

Δώρο πικρό μας δόθηκε
Μα τ’ άπλωσα το χέρι, τη ματιά, το άκουσμα
Αγαπάω με τις πέντε μου αισθήσεις

 

ΕΣΥ

Αγαπάω με τις δέκα μου αισθήσεις
Πατρίδα! Δικό σου μύρο αναπνέω
Κι είναι το άρωμά σου γλυκοβοτανο
Πνοή Μαντόνας
Πάνω απ’ της Πείνας και της Δίψας μου το βρέφος
Στα μακριά μαλλιά μου
Χύνω αφρούς απ’ τ’ ακρογιάλι σου
Κι έτσι λουσμένος μες στο κύμα σου
Παιδί δικό σου αναγεννιέμαι
Μάνα…
Αφέντρα…
Προσταγή…

 

ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ

Εγώ κι εσύ
Εμείς
Τότε, Τώρα… Αύριο
Ο δρόμος εκεί, ανοιχτός
Οι καρδιές εκεί, ανοιχτές
Μες στις πολύβουες ζωές
Των άλλων μα και τις δικές μας
Κράτησέ με…
Ταξίδεψέ με…
Με τους δικούς μας χάρτες
Καλογυαλισμένες τις πυξίδες
Αλεξ-ήνεμοι κινάμε

 

ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

Άκου! Περνάν τα χρόνια μας στο δρόμο
Με σιωπές που ξεκουφαίνουν
Με ήχους πλάγιους, σχεδόν βυζαντινούς
Κάθε πρωί σταυρώνω
Στης Ανατολής τα μέρη τα δυο μάτια μου
Το Ζωοδότη Ήλιο προσκυνάω
Λέω πως θα ’βγει σήμερα απ’ του Βορρά τα μέρη
Πως θα μου φέρει ένα στιχάκι απ’ τα κύματα της άνοιξης
Ένα του ονείρου παραμύθι απ’ το Χτες
Και μια μαρμαρωμένη πριγκιπέσσα
Θα νιώσει του καημού μου το φιλί
Θ’ αναστηθεί απ’τον ατέλειωτο τον ύπνο της
Πέρα από μάγισσες και μήλα δηλητήριο
Θα κοιταχτεί και πάλι στον καθρέφτη της
Με τις ξανθιές, τις πράσινες, τις γαλανές πλεξούδες
Με τις βαρκούλες στο γιαλό των δυο ματιών της
Και πάλι καλοτάξιδες, καλότυχες και πάλι
Μ’ ένα ολόλευκο μαντίλι θα κάνει το σινιάλο της
Κι εγώ, με καραβάνια τόσων χρόνων
Θύμησες, γνώρες θα φορτώσω
Σαν να ’μαι Εγώ…
Σαν να ’μαι Εσύ…

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ, ΑΣΒΕΣΤΗ ΜΝΗΜΗ

Περνώ συχνά εμπρός από τη στοιχειωμένη μνήμη
Τα μισόκτιστα όνειρα, οι ημιτελείς προσδοκίες
Αφημένες σε μέρες νεκρές, σε νύχτες ασέληνες
Ξεριζωμένες νοσταλγίες φιλούν με χείλη απουσίας
Μία ζωή στα σπάργανα κλεισμένη

Κάποτε τα κύματα μιλούσαν με τη γλώσσα των αγγέλων
Οι βάρκες έφερναν τα δίχτυα γεμάτα ήλιους
Μικρό παιδί χαιρόμουν στις πατούσες, μες στη χούφτα μου
Τη χρυσαφένια διαδρομή της άμμου
Εκεί μιλούσα με τις Μοίρες μου, στήνοντας κάστρα που δεν γκρέμιζε
Το ξέβρασμα της θάλασσας τις ώρες που οι προσκυνητές της αποσύρονταν
Στα περιβόλια γύριζαν αχείμαντες, ξανθομαλλούσες οι νεράιδες
Με κίτρινες, πορτοκαλιές ανταύγειες μες στις πλεξούδες που ανέμιζαν
Με γέλιο κρύσταλλο, ματιά καθρέφτης του γαλάζιου τ’ ουρανού

Μα την Εστία αποδιώξαν του Κάτω Κόσμου ετερόσημες βουλές
Γεμίσαν τα όνειρα καπνούς κι αιθάλη μαρμαρωμένη σαν παράπονο πικρό
Κοιμήθηκα με βλέφαρα ανοικτά, με φλόγες να μου καιν τις ίριδες
Καθώς στην πόλη με σκυφτό κεφάλι, βήματα βαριά
Τριγυρνούσε αλυσόδετο το κλέος μιας μακραίωνης πορείας

Αμμόχωστος! Αρσινόη! Σαλαμίνα !Αλάσια!

Σαν στάχυ μέστωσα και γέρνω στου Νότου την άλλη μου πατρίδα
Με κόκκους ποτισμένους απ’ το δάκρυ και την έγνοια σου
Mέσα εκεί ερμητικά κλεισμένους φυλάω τους θησαυρούς σου
Ημερολόγια και χάρτες απ’ τις μέρες της Αγάπης που κοιμήθηκε
Με ξιφολόγχη για προσκέφαλο, φωνές κι αντάρα πανωσέντονα
Μα’ χει στη θλίψη αποκάτω λεμονανθούς και πράσινα φυλλώματα
Κάθε που μπαίνει άνοιξη μοσχοβολάν αμάραντη πατρίδα και πεθυμιά ατέλευτη
Ολόχρονα τους πόθους μου μυρώνουν , δίνουν φωνή στο δρόμο που καλεί
Στην πόλη με την κραυγαλέα σιωπή, με τη βουβή εγκαρτέρηση

Α΄Βραβείο ποίησης στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό E.Π.Ο.Κ
Απρίλιος 2010

 

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΜΙΑ ΑΠΕΘΑΝΤΗ ΑΓΑΠΗ

M’ ακούς; Εδώ είμαι πάλι, μπρος στην καρτερία σου
Περνώ τον ψίθυρό μου μέσα απ΄το κουρασμένο φύλλωμα
Από τη θλίψη μέσα ενός αγίνωτου πορτοκαλιού
Τον σπαραγμό μιας εφηβείας που δεν εγίνη νιότη
Παρά μονάχα κρύφτηκε μες στα χαλάσματά σου
Χτυπώντας στις αιχμάλωτες φλέβες το ρυθμό της απουσίας

Εσύ πάντα εκεί, ακίνητη στων εποχών την κίνηση

Πες μου πως μ’ αναγνωρίζεις όταν έρχομαι
΄Ισως η φωνή μου να ΄χει αλλάξει
Απ΄τις καταχρήσεις μιας πληγωμένης ωριμότητας
Μα είμαι πάντα το παιδί π’ ανάστησε το φως σου
Και τα μαλλιά μου δε γέρασαν
Γλάροι λευκοί γενήκανε για να κουρνιάσουν στων κυμάτων σου το στίχο

Μακριά σου ανάστησα οργή, Οθέλλους ενός κόκκινου καημού
Και ζήτησα το πάθος μου να πνίξω
Σε μνήμες μέσα πληγιασμένες απ΄ του ΄Αδη το κοντάρι
Και τότες έτρεχε το αίμα της ψυχής και της αγάπης

Αμμόχωστος των παιδικών μου ανθώνων,
Των παιχνιδιών του ήλιου στους βλαστούς της ύπαρξής μου
Στη σιωπή σου οδοιπορώντας αναζήτησα
Αγάλματα και κίονες του κλέους
Στη θάλασσά σου γύρεψα
Συγκλητικές να ντύσουν την τιμή, την αντοχή μου με τη φλόγα τους
Με πανοπλίες και ασπίδες στους σκληρούς καιρούς ενάντια
Και μες στα χέρια που’ θρεψε των χρόνων το παράπονο
Τα βέλη της επιστροφής να μου χαρίσουν
Και τοξοβόλος της χαμένης μου της μοίρας να ορθωθώ
Προσκυνητής που στη μεγάλη του την πίστη επιστρέφει

 

Αριστείο Ποίησης 2011, Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου Κυπρίων
ΘΕΜΑ: « Αμμόχωστος Βασιλεύουσα». Χώμα που περπάτησα, γη που νοσταλγώ

 

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Γυναίκα,
το άγαλμά σου έχει στηθεί κάτω απ΄τον ήλιο
πότε με ένα μαντίλι στο κεφάλι
πότε με ξέμπλεκα μαλλιά
Μα πάντα εκεί βλέπω σκυμμένο ένα γκρίζο πουλί
να σκύβει να τσιμπολογάει
λίγο λίγο το ουράνιο τόξο
που θα ΄θελε να γίνει καλοκαιριάτικη κορδέλα στα μαλλιά σου
μα γίνεται σκέψη ανεμοδαρμένη
γίνεται κουπί και αρμενίζει μες στην έγνοια, Γυναίκα
Γιατί γεννήθηκες για να γεννάς τη θάλασσα
κι όλους τους βράχους της μαζί
μα και καράβια που όλο φεύγουνε
πότε με ούρια ευχή
πότε με πόνο χωρισμού

Γυναίκα
σου΄δωσε ο Θεός αντρίκια χέρια
για να δουλεύεις σαν αμόνι τον καιρό
Και τις φωτιές να ανάβεις
να λάμπουν φώτα μες στους δρόμους των παιδιών
Κι όταν πονάς, γυναίκα
με τις ωδίνες και οδύνες του καιρού σου
είναι για να γεννάς ακόμα ελπίδα
και να γεννιέσαι εσύ σαν άλλη μέρα
μια νέα ανατολή
για τα παιδιά που έμειναν χωρίς αγκάλη
για ένα κόσμο που έμεινε ακίνητος
χωρίς την γενική του πτώση στην αγάπη
Της αγάπης, της αγάπης , της αγάπης κόσμος
μόνο μέσα στο κόκκινό σου αίμα πάλλεται
σαν νέο φεγγάρι είκοσι οχτώ ημερών
και σαν κύκλος μυστικός που πλάθει
και ξαναπλάθει τη ζωή
ώσπου ο έρωτας να γονιμοποιήσει ένα μέλλον

 

 

ΑΦΥΠΝΙΣΗ 800 mg (2012)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

ΜΕ ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο πίνοντας αργά τον καφέ του, χαζεύοντας ασυναίσθητα την κίνηση του δρόμου. Κάποια στιγμή εκείνη θα φαινόταν, αέρινη, υπέροχη όπως πάντα, κάνοντας την καρδιά του να κτυπά σαν εικοσάχρονο παλικαράκι. Χαμογέλασε ακόμα και στη σκέψη. Παλικαράκι αυτός που ετοιμαζόταν σε λίγους μήνες να βγει στη σύνταξη! Είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει τα προσωπικά του αντικείμενα από τα συρτάρια του γραφείου του. Ετοίμαζε την αποχώρησή του με τη μεγαλοπρέπεια ενός μαχητή που εγκαταλείπει νικηφόρα το πεδίο της μάχης. Σκεφτόταν τις ατέλειωτες μοναχικές νύχτες μπροστά στην πληθώρα των τηλεοπτικών προϊόντων που θα του κρατούσαν πλέον συντροφιά, μια και συμβία δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του. Πολλές μόνο και περαστικές γνωριμίες, που
του πρόσφεραν την επιβεβαίωση που χρειαζόταν κάθε αρσενικό, ποτέ όμως τη βεβαιότητα πως είχε βρει το έτερον ήμισυ, που λέγαν κι οι ρομαντικοί. Και τώρα, στο κατώφλι της αφυπηρέτησης, μπήκε εκείνη σαν άνοιξη στην ύπαρξή του. Συνάδελφος, ζωντοχήρα, χωρίς υποχρεώσεις, μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο μες στο βλέμμα της, αναστάτωσε τη μοναξιά του, ανέτρεψε τα πιστεύω του, κατακερμάτισε τις αντιστάσεις του. Και σαν εκείνη ανταποκρίθηκε στην πρότασή του να πιει ένα ποτό μαζί του, έμεινε άγρυπνος ολόκληρο το βράδυ, πλάθοντας με τη φαντασία του κάθε λεπτομέρεια αυτής της συνάντησης.
Ρούφηξε την τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ του, χάιδεψε απαλά το τριαντάφυλλο που φύλαγε γι’ αυτήν κάτω από το τραπέζι με καρδιοχτύπι ερωτοχτυπημένου έφηβου και αφέθηκε και πάλι στ’ αγνάντεμα του δρόμου. Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό του. Αγανάκτησε σαν πιστός προσκυνητής που του διακόπτουν μια ιεροτελεστία. Η αδερφή του η Αμαλία ήταν, με χρόνια πάθηση στην γκρίνια και στη μιζέρια. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσει ήσυχο, αν δεν της έδινε την ευκαιρία να του μιλήσει. Αφοσιώθηκε στο τηλεφώνημα. Οι γνωστές μεμψιμοιρίες. Ένας άντρας τάχα μου γυναικάς, που όλο κυνήγαγε να τον πιάσει στα πράσα χι όλο της ξέφευγε, τα λεφτά που δεν της έδινε, η ζωή που δεν της χάριζε. Του ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός. Δε θυμόταν τι ψέλλισε, άφησε μόνο το τηλέφωνο στην άκρη κι εκείνη να μιλά χωρίς να την ακούει και κάρφωσε το βλέμμα στο ταβάνι ψάχνοντας στη λευκότητά του την ηρεμία που δεν του πρόσφερε η μέρα.
Τινάχτηκε λες και τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα στη φωνή της.
«Ιάκωβε», είπε μόνο εκείνη κι ένιωσε να τον καλούν όλοι οι άγγελοι του Παραδείσου με τις άρπες τους.
Σηκώθηκε κάπως άτσαλα, προσπαθώντας να τιθασεύσει το τρέμουλο των χεριών, των ποδιών, των χειλιών, της ζωής του ολάκερης. Εκείνη δέχτηκε τη χειραψία του μ’ ελαφρύ χαμόγελο και κάθισε ανασηκώνοντας χαριτωμένα το λουλουδάτο της φόρεμα, αποκαλύπτοντας την αρχή από δυο καλλίγραμμες γάμπες. Εκείνος κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια να αποσύρει τα μάτια του από το υπέροχο, γυναικείο θέαμα και να προσηλωθεί στα λόγια της. Κι εκείνη μιλούσε, μιλούσε, με φθόγγους που στην αρχή έφταναν σαν τα ροδοπέταλα του τριαντάφυλλού του στ’ αυτιά κι ύστερα, χωρίς να το καταλάβει, ακούμπησαν τ’ αγκάθια στο μίσχο και του τρύπησαν την καρδιά. Την άκουσε μες στην παραζάλη του να του ζητάει να μεσολαβήσει εκείνος, σαν ανώτερος υπάλληλος για την πρόσληψη ενός φίλου, που απ’ τον τρόπο που πρόφερε το όνομά του μόνο απλώς φίλος δε φαινόταν να είναι για κείνην. Και σαν τέλειωσε το μονόλογό της και τον ύμνο για τον δήθεν φίλο, βέβαιη για τη γοητεία της και πιο βέβαιη για τη δική του παράδοση, σηκώθηκε με το γνωστό χαμόγελο να κλείνει το αντίο της, προφασίστηκε ένα επείγον ραντεβού για μανικιούρ πεντικιούρ και χάθηκε στην κίνηση του δρόμου.
Έξω έπεφτε η νύχτα. Κάτω από το τραπέζι έπεφταν ένα ένα τα πέταλα του τριαντάφυλλου σαν μαδημένες ελπίδες. Δίπλα του το κινητό του, ανοικτό ακόμα, έφερνε στ’ αυτιά του τον απόηχο μιας ακατάσχετης φλυαρίας. Το σήκωσε αργά αργά, τ’ ακούμπησε στ’ αυτί του κι άφησε να του φύγει άλλος ένας αναστεναγμός σαν βάρος ψυχής.
«Δέξου την πραγματικότητα, Αμαλία», είπε και κοίταξε έντονα το είδωλό του, καθώς καθρεφτιζόταν στον καθρέφτη του τοίχου απέναντι.

 

 

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ

Έβαλε μια τελευταία πινελιά στο μακιγιάζ της, βάφοντας ακόμα πιο κόκκινα τα χείλη της και κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στον καθρέφτη. Μια γυναίκα θελκτική, ερωτική, της έστειλε το πιο προκλητικό της χαμόγελο και της έκλεισε πονηρά το μάτι. Πολύ καλά κρατιόταν στα σαράντα τρία της, το ’βλεπε στα λαίμαργα βλέμματα των άντρων και στις ζηλόφθονες ματιές του γυναικείου της περίγυρου. Το στενό μαύρο φόρεμα που είχε επιλέξει για τη βραδιά αναδείκνυε το καλογυμνασμένο σώμα της, προϊόν ατέλειωτου μόχθου στο γυμναστήριο και αδιάκοπης στέρησης από τις γαστριμαργικές δημιουργίες που ορεγόταν μεν, απωθούσε δε, για χάρη της άψογης εμφάνισης.
Έψαξε για τα κλειδιά του καινούριου σπορ αυτοκινήτου της. Απόψε θα το επεδείκνυε για πρώτη φορά στην παρέα. Θα το ’βλεπε κι ο Αλκής, το νέο μέλος της συντροφιάς, συνάδελφος της Τζένης στη Νομική Υπηρεσία, μόλιςτριάντα πέντε χρόνων, αρρενωπός και όνειρο κάθε γυναίκας που τον  γνώριζε. Αν η Τζένη δεν ήταν φρεσκοπαντρεμένη κι ερωτοχτυπημένη, σίγουρα δε θ’ άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη, αλλά σαν καλή φίλη της τον σύστησε ξέροντας το γούστο και την προτίμησή της για τους νεότερους άντρες. Και γιατί όχι; Άνετα μπορούσε να περάσει για συνομήλική του, δεν είχαν δα και καμιά τρομερή διαφορά. Και στα βλέμματά του, στα δήθεν τυχαία αγγίγματά του, άλλο δεν αισθανόταν παρά τον πόθο του για κείνη, μια γυναίκα αδέσμευτη, οικονομικά ανεξάρτητη, που ήξερε να ζει τη ζωή της και να γεύεται την κάθε μέρα σαν πρωτόγνωρη εμπειρία.
Έξω ο καιρός μύριζε πια καλοκαίρι. Μπήκε στο αυτοκίνητο με τη σιγουριά ακαταμάχητου θηλυκού, αναπνέοντας βαθιά ένα κράμα νυχτερινής δρόσου και καινούριου δέρματος στα καθίσματα του αποκτήματός της. Μες στο μισοσκόταδο άναψε τον ειδικό φωτισμό, πέρασε άλλη μια γραμμή μάσκαρα στις πυκνές βλεφαρίδες της, τίναξε την πλούσια ξανθή της κόμη n έβαλε μπρος οργώνοντας τους δρόμους της νύχτας.
Οδηγούσε σαν μεθυσμένη, έχοντας ήδη πιει το γλυκό κρασί από τα χάδια και τα φιλιά του. Έβαλε μουσική λες και ήθελε να τονώσει ακόμα περισσότερο την ερωτική ατμόσφαιρα που γεννιόταν μες στο μυαλό της. Χαμογέλασε βαθιά ικανοποιημένη. Όχι, δεν είχε παράπονο, μια χαρά της είχε φερθεί η ζωή κι ούτε μια στιγμή δεν είχε μετανιώσει για εκείνο το διαζύγιο, είκοσι χρόνια πριν. Ίσως τώρα, αν έμενε σ’ εκείνο το γάμο, να είχε παιδιά, μα αυτό δε σήμαινε πως θα ήταν και πιο ευτυχισμένη. Ένας γάμος που άλλοι αποφάσισαν για εκείνη και κράτησε μόνο όσο εκείνη μπόρεσε να τον αντέξει. Ασυναίσθητα ήρθε μπρος της ο Αντρέας, το βλέμμα του, την ώρα που εκείνη έλεγε το «αντίο», άνοιγε την πόρτα κι έφευγε απ’ τη ζωή του. Εκείνο το βλέμμα του δε θα μπορούσε ποτέ να το ξεχάσει. Μπα σε καλό της! Τι της ήρθε στο μυαλό μια τέτοια νύχτα! Βιάστηκε να διώξει τις ανεπιθύμητες μνήμες, προσηλώθηκε στο ραδιόφωνο και στα σουξέ της εποχής, που ξεσήκωναν μέσα της όλες τις ερωτικές επιθυμίες της σάρκας.
Έσβησε τον κλιματισμό του αυτοκινήτου, άνοιξε το παράθυρο κι άφησε το καλοκαιρινό αεράκι να της χαϊδέψει το πρόσωπο, έτσι καθώς έτρεχε προς την αγκαλιά του καινούριου έρωτα. Ο δρόμος ευθύς, σχεδόν άδειος, προκάλεσε τις αισθήσεις της, πάτησε γκάζι κι έτρεξε πιο γρήγορα προς την προοπτική της αγκαλιάς του.
Η σκιά φάνηκε μπροστά της πολύ αργά, όταν πια κανένα φρένο δε θα μπορούσε να αποτρέψει το χτύπημα. Ένας βαρύς γδούπος και μετά η σκιά έγινε μια άμορφη μάζα καταμεσής του δρόμου. Κατέβηκε σαν ζαλισμένη, πλησίασε με κομμένη την αναπνοή, έσκυψε πάνω απ’ το θύμα της. Το βλέμμα του κατακόκκινο σαν ερινύα.
«Αντρέα», ψέλλισε…
«Αντρέα», φώναξε…
«Αντρέα», ούρλιαξε κι αφέθηκε στη σκοτοδίνη μιας νύχτας που έπεφτε
βαριά στην ψυχή της.

 

 

ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ

Τρία ολόκληρα χρόνια! Μια άνιση μάχη με το θάνατο, ένα συνεχόμενο κυνηγητό της ελπίδας. Μα εκείνη κρυβόταν πότε πίσω από ιατρικά ανακοινωθέντα, πότε μέσα στα μισόλογα γνωστών και φίλων και πότε μπρος στα μάτια των δικών της ανθρώπων, σαν πέφταν ασυμμάζευτες οι σκιές της απόγνωσης.
Η ετυμηγορία καταπέλτης. Προχωρημένος καρκίνος του μαστού, άμεση ανάγκη για χημειοθεραπεία, αδιευκρίνιστες οι πιθανότητες επιτυχίας. Ζήτησε ειλικρίνεια κι άφησε την καρδιά της να μαστιγωθεί μέσα στο ελάχιστο από ζωή που της προσφερόταν.
Εκείνο το βράδυ, της αλήθειας το βράδυ, κάθισε για ώρα πολλή στο κατώφλι της συντροφιά με ένα λειψό φεγγάρι. Σε λίγες μέρες έκλεινε τα τριάντα οχτώ. Ίσως να ήταν και τα τελευταία της γενέθλια σ’ αυτό τον κόσμο, σκέφτηκε και ρίγησε. Όχι στη σκέψη του θανάτου, μα στην έγνοια του ανεκπλήρωτου. Μικρός της φάνηκε ο δρόμος που είχε ήδη διαβεί, ελάχιστος αυτός που είχε απομείνει. Και τι πρόλαβε να κτίσει από όνειρα; Μικρή ήθελε να γίνει γιατρός και να γυρίσει τον κόσμο. Τώρα γύρευε από τους γιατρούς της τη συνέχεια κι ο κόσμος μίκραινε και μαζευόταν, ένα κουβάρι γινόταν που της στεκόταν κόμπος στο λαιμό στης εισπνοής την ώρα.
Γύρισε η μνήμη στα παιδικά τα χρόνια. Στις μυρωδιές από το φρέσκο
ψωμί στην αυλή της γιαγιάς, στα χαρούμενα παιχνίδια με αδέρφια και ξαδέρφια, στα μπάνια στην καταγάλανη θάλασσα της πόλης της. Κι ύστερα ξύπνησε η εφηβεία, θέριεψαν τα θέλω, ήρθαν και τη βρήκαν επιτακτικές οι πεθυμιές. Κάπου εκεί στα δεκάξι της ήταν που έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό μουσικής και φώλιασε μέσα της η επιθυμία να γίνει τραγουδίστρια. Λες και άναψε ξάφνου μέσα της ένα πράσινο φως, που της έδειχνε το δρόμο προς το πεπρωμένο της. Απόρησε η χήρα μάνα. Τραγουδίστρια η κόρη της, τη στιγμή που μάζευε δεκάρα δεκάρα τις οικονομίες της να τη σπουδάσει
γιατρό; Αντίθετους δρόμους γύρευε να διαβεί. Το ’χε σκεφτεί καλά; Πολύ καλά είχε ριζώσει στην καρδιά της η αγάπη για τις νότες, ο καημός για το τραγούδι. Παράτησε τα φροντιστήρια Φυσικής και Χημείας,βάλθηκε να τρέχει στα ωδεία. Ασκήσεις φωνητικής, αρμονία, κιθάρα, όλα σε ένα συνδυασμό που θα της επέτρεπε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την καινούρια, μεγάλη της χαρά. Τελειώνοντας το Λύκειο, ήταν πια έτοιμη να ανοίξει τα φτερά της για τη Βοστώνη και να σπουδάσει σε ένα από τα πιο φημισμένα Πανεπιστήμια του κόσμου στον κλάδο της Μουσικής. Τέσσερα χρόνια ανείπωτης ευτυχίας, τέσσερα χρόνια μοναδικής δημιουργίας.Κάθε νότα κι ένα σκαλί, που την ανέβαζε ψηλότερα στον ουρανό που ήθελε να φτάσει.

Κι ύστερα, σαν γύρισε πια στην πατρίδα, σαν πήρε το μικρόφωνο στα χέρια της και βγήκε σε πίστες και συναυλίες, άλλος αέρας φύσηξε μες στην καρδιά της. Τη μεθούσε κυριολεκτικά η στιγμή που αντάμωνε το κοινό της, που γινόταν ένα μαζί του κι άφηνε τη μελωδία να τους ενώσει σε ένα μαγικό ταξίδι. Κι η ίδια ένιωθε τόσο γεμάτη, που άλλο δε γύρεψε για χρόνια στη ζωή της από τούτο το μεθύσι της ερμηνείας. Όχι πως δε βρέθηκαν στο δρόμο της άντρες κατάλληλοι να τη συντροφέψουν. Μα εκείνη όλο και ανέβαλλε, όλο και μάζευε για το μέλλον τα ωραία και τα μεγάλα που της πρόσφερε το παρόν.
Και τώρα, εμπρός της η καταραμένη αρρώστια. Κοίταξε ξανά το μαύρο ουρανό. Πιο λεπτή ακόμα της φάνηκε η φέτα φεγγαριού. Και πιο πολλά τα απραγματοποίητα που μαζευτήκαν στην καρδιά της. Έσφιξε μες στη θέλησή της την απόφαση. Κάθε στιγμή από δω και μπρος ήταν ακόμα πιο σημαντική από εκείνες που φύγανε. Ήθελε πολλά, θα αγωνιζόταν έστω και για τα λίγα. Πρώτη φορά πρόσεχε τη λάμψη των αστεριών, πρώτη φορά ανέπνεε μες στη νύχτα τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου. Και πρώτη φορά που θα ’θελε να μπει στο σπίτι και να χαϊδέψει το κεφάλι ενός παιδιού. Του δικού της παιδιού.
Τρία ολόκληρα χρόνια! Μια άνιση μάχη με το θάνατο, μέχρι που εκείνος λιποψύχησε κι εγκατέλειψε τον πόλεμο. Οι γιατροί μίλησαν για θαύμα. Μα εκείνη το ήξερε καλά. Δεν είναι θαύμα η θέληση ενός ανθρώπου για ζωή. Κινητήριος δύναμη είναι, που ανατρέπει τα πικρά τα δεδομένα.
Κοίταξε ξανά το είδωλό της στον καθρέφτη. Κι εκεί αντάμωσε τη λεπτή σιλουέτα της μέσα στο μακρύ λευκό φόρεμα. Ανέβηκε ύστερα στο πρόσωπο, εστίασε στα δυο της μάτια, που πάλευαν να συγκρατήσουν ένα κομμάτι φως στις δυο τους ίριδες. Τα μάγουλά της πρόβαλλαν χλομά ακόμα απέναντι της. Κι ύστερα το βλέμμα ανέβηκε, έφτασε μέχρι το κεφάλι. Το γυμνό κεφάλι, που είχε αφήσει χωρίς μαλλιά η τρίχρονη χημειοθεραπεία. Το άγγιξε με χέρι τρεμάμενο, ενώ το χείλι έπνιγε ένα μικρό λυγμό. Δίπλα της η περούκα με τα μακριά ξανθά μαλλιά την κοίταζε αναποφάσιστη.
Το θέατρο κατάμεστο από κόσμο. Η ορχήστρα στη θέση της είχε αρχίσει ήδη να παίζει την εισαγωγή από το πρώτο της τραγούδι. Κι εκείνη βάδισε στη σκηνή με ξεγύμνωτη καρδιά, με το κεφάλι όρθιο. Αυθόρμητο το χειροκρότημα, της έφερε δάκρυα στα μάτια. Κι έτσι, χωρίς φτιασίδια, χωρίς μακιγιάζ, χωρίς την άλλοτε περήφανη κόμη της να προσθέτει στην εμφάνισή της, άφησε το τραγούδι της να γλιστρήσει από την ψυχή της και να φτάσει μέχρι την ευαισθησία όλων εκείνων που πήγαν να την ακούσουν είτε από θαυμασμό είτε από απλή περιέργεια. Κάπου ανάμεσα στο πλήθος, στις πρώτες σειρές, συνάντησε το βλέμμα του. Ο Θέμης, μια ηλιαχτίδα από τα εφηβικά της χρόνια, συμμαθητής στο Γυμνάσιο, το πρώτο ερωτικό της σκίρτημα. Δυο φορές της είχε κάνει πρόταση γάμου, δυο φορές είχε αρνηθεί. Στύλωσε τα μάτια της στα δικά τον και του ψιθύρισε σιωπηρά πόσο πολύ αγαπούσε πια τη ζωή, πόσο πολύ εκτιμούσε την κάθε στιγμή που της χάριζε.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

 

«Φωνήεντα σε περίπτερο», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016
Κύριος πυλώνας ο έρωτας

Η αξιομνημόνευτα παραγωγική ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου έχει πλέον καλά επεξεργασμένη συμβολιστική μεθοδολογία, εύγλωττη, παραστατική και προσλήψιμη. Κι αυτό είναι κάτι που διαπιστώνει κανείς εύκολα, από τα πρώτα κιόλας ποιήματα της νέας της συλλογής: «Πέρασα όλη τη ζωή μου όρθια / σε ένα λεωφορείο άγονης ζωής / Σαν έτοιμη μονίμως για την έξοδο». (σελ. 9)

Η ποίησή της είναι βαθιά ενδοσκοπική, ποίηση εσωτερικού χώρου, με κύριο θεματικό πυλώνα τον έρωτα, που συχνά διανθίζεται και από σπαράγματα ποιητικής: «Αρπάζω τις λέξεις ενώ ακόμα σπαρταρούν / τις περιχύνω με λίγη αρμύρα / από θάλασσα που δεν ταξίδεψα / και τις σερβίρω με ελαφρύ πασπάλισμα μελαγχολίας / Δεν μαγειρεύονται οι λέξεις μου / μα καίγονται / όπως τα όνειρά μου». (σελ. 15)

Πιστεύω πως στη ενδοσκοπική ποίηση της Ε.Α.Φ. ανιχνεύεται μια εσωτερική δυναμική, η οποία και διακρίνεται για μια οιονεί εκρηκτικότητα: «Έχω μέσα μου έναν θυμό / Ανενεργή βόμβα μολότοφ / που ψάχνει τη διαδήλωσή της». (σελ. 24)

Ωστόσο, συνολικά, δεσπόζει η ερωτική θεματική, η οποία, άλλοτε βγαίνει στην επιφάνεια και άλλοτε μένει στον βυθό των στίχων της, αλλά είναι, σχεδόν εσαεί, παρούσα. Και πρόκειται για μια θεματική πολύπλευρη, πολύπτυχη και πολυεπίπεδη, που εξετάζεται ενδελεχώς, πολυπρισματικά και όχι μονοδιάστατα ή μονοσήμαντα.

Συχνά οι στίχοι της Ε.Α.Φ. αποπνέουν ένα συναίσθημα συντριβής, μάλλον με ερωτικό υπογάστριο: «Έκλαψα πολύ μέσα μου / θάλασσες πια οι στεριές και τα βράχια μου / Τα σπλάχνα πλημμύρισαν αλάτι…». (σελ. 26) Στη συλλογή όμως δεν θεματοποιείται μόνο η ερωτική συντριβή, αλλά και η ερωτική ανάταση. Έτσι, συναντούμε στίχους αναθάρρησης, αισιοδοξίας, προοπτικής, με σαφέστατα ερωτικό υπόβαθρο: «Κι αν όλες οι μέρες μας / έρθουν σαν νύχτες / εγώ θα βάζω ήλιο πετράδι στον λαιμό / να γίνομαι αυτόφωτη περιφορά αγάπης». (σελ. 34)

Υπάρχουν βέβαια και ποιήματα όπου ο έρωτας αντιμετωπίζεται ως μια υπόσχεση, μια δέσμευση με μελλοντολογικό χαρακτήρα. Εδώ σωματοποιείται η ερωτική προσμονή, η προσδοκία, ο ευσεβής πόθος της ερωτικής πραγμάτωσης, έστω κι αν ενίοτε αποδεικνύεται ευσεβοποθισμός: «Η καρτ ποστάλ πανάρχαια πια διαδικασία / Γι’ αυτό μου στέλνεις τα e-mail με χαρακτήρες ελλιπείς / Με υποσχέσεις που εννοούνται / Παρανοούνται ενίοτε / Στην ψευδαίσθηση του ελλιπούς αφήνομαι / και ό,τι είναι / το επεκτείνω / σε μια υπόσχεση καρδιάς». (σελ. 40)

Βασικά, η ποιήτρια υμνεί και το ερωτικό δόσιμο, την αυτοπροσφορά, τη σπονδή, τη θυσία χάριν της ερωτικής πραγμάτωσης, χάριν της ερωτικής κορύφωσης: «Πάει καιρός που έχω να καώ σε τόση λάβα / Χλωρό κορμί που τώρα επιστρέφει / να αποξηρανθώ μέσα στο βλέμμα σου / και να καώ ολόκληρη». (σελ. 54)

Βέβαια, φυσιολογικά και μοιραία, η Ε.Α.Φ. υμνεί και το ατελέσφορο, το ανεπίδοτο, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, ενός πάθους που δεν ευοδώθηκε ποτέ: «Κρίμα / Τόση σπατάλη / με κέρματα αγάπης / που δεν εξαργυρώνονται / Πέφτανε μόνο ανυπεράσπιστα / μες στα πηγάδια των ευχών / για να πνιγούν». (σελ. 64)

Εντός της θεματικής διαπασών της Ε.Α.Φ. και οι έρωτες που αποδείχτηκαν κατώτεροι των προσδοκιών, χρησιμοθηρικοί και ωφελιμιστικοί. Άλλης μορφής ερωτικο-συναισθηματικά τραύματα κι αυτά, που η ποιήτρια πραγματεύεται αρκούντως ικανοποιητικά, από αισθητικής άποψης: «Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα / φέγγει σαν λύχνο παλιό / το μυστικό φεγγάρι μου / Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν / φόδρες που υποχώρησαν / και με αφήσανε γυμνή / στα βλέμματα τ’ αχόρταγα / αρσενικών ωρών / που σπέρναμε μα δεν γεννούσαν μέλλον». (σελ. 81)

Τέλος, επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο στο βιβλίο είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο απραγματοποίητος, αυτός που δεν συντελέστηκε ποτέ, παρά την τόση προσμονή. Έτσι ήλθε η πίκρα και η απογοήτευση: «Τρέχω σαν Σταχτοπούτα να νοικοκυρέψω τόσες πτώσεις… / Κάθε βράδυ / Στις δώδεκα ακριβώς / Κομματιάζω κολοκύθες που αρνήθηκαν τα μάγια». (σελ. 133)

Όπως και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της, «Η λίμνη των κύκλων», 2014, η Ε.Α.Φ. αντλεί τα βασικά σύμβολά της από τη σύγχρονη καθημερινότητα, γεγονός που τα καθιστά οικεία και προσλήψιμα για τον αναγνώστη.

Θεωρώ τα ευσύνοπτα ποιήματά της ως τα πλέον λειτουργικά, εικονοκλαστικά, ιματζινιστικά και αξιοπρόσεκτα: «Να κρατάς πάντα ένα κλουβί στο σπίτι / Να βάζεις κάθε μέρα την τροφή / Ν’ αλλάζεις το νερό / προσμένοντας ένα πουλί / να νιώσει έλξη απόδρασης / για έναν εγκλεισμό που ετοιμάζεις». (σελ. 19)

Ακόμη μια καλή ευσύνοπτη στιγμή στο βιβλίο, ενδοσκοπική, παραστατική, λιτή, ευπρόσωπη και αισθητικά λειτουργική: «Λύπη / Μην καπηλεύεσαι τις μέρες μου / Σκοτάδι είσαι / και μου κρατάς ένα φεγγάρι στο μυαλό / για δόλωμα». Σελ. 57)

Ωστόσο, θεωρώ πως στα μακροσκελή ποιήματά της η ποιήτρια ενδεχομένως κάποτε να χάνεται μέσα στους συνειρμούς και τη λεξιλαγνία-λεξιθηρία της, με αποτέλεσμα, ο νοηματικός φόρτος να διαβρώνεται και να αποδυναμώνεται. Στιγμές-στιγμές δίνει την εντύπωση ότι γι’ άλλου ξεκίνησε κι αλλού το ποίημα την πήγε. Έτσι όμως η θεματική παραμένει συγκεχυμένη και η στόχευση θολή.

Θέλω να κλείσω με τη διαπίστωση ότι στο βιβλίο της Ε.Α.Φ., σπάνια αλλά πολύ ωραία, επιστρέφουν εικόνες από παιδικές μνήμες, άκρως λειτουργικές και ευπρόσωπες. Εδώ ιχνηλατείται και μια τρυφερή οικειότητα με τα σύμβολα και τις λέξεις: «Βυθίζομαι πάλι στη νύχτα / Ακούω τα μεσάνυχτα να περπατάνε / μες σε ψηλά τακούνια στον διάδρομο… / Λύκε Λύκε / μην είσαι πια εδώ / παίρνω το μπαστούνι μου / και σε κυνηγώ». (σελ. 94)

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Φωνήεντα σε περίπτερο

Λέξεις σε μια χειρολαβή από την Αρτεμίου-Φωτιάδου

23/8/2016/tvxs

Η κριτική για δεκαετίες δεν αντιμετώπιζε την κυπριακή ποίηση ως ισότιμη. Οι σχετικές μελέτες ήταν υπερβολικά λίγες και μόνο τα τελευταία χρόνια -δειλά, είναι η αλήθεια, προς το παρόν- στράφηκαν προς την λογοτεχνική παραγωγή της Μεγαλονήσου. Και δεν αποτελεί υπερβολή η θέση ότι μεγάλο μέρος της κυπριακής λογοτεχνίας σφραγίζεται από τις μακρόχρονες πολιτικές περιπέτειες της Μεγαλονήσου με έναν πολιτικό κι εθνικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, όπως σημειώναμε και παλαιότερα, η σύγχρονη κυπριακή ποίηση, με χρονική απόσταση από τα τραγικά συμβάντα της εισβολής, της διχοτόμησης και την εμπειρία των προηγούμενων διακοινοτικών συγκρούσεων, καλλιέργησαν την ποίηση -ως απόρροια της ειρήνευσης- με μία άλλη οπτική. Οι νεώτεροι λογοτέχνες πλησίασαν και παρακολούθησαν την ελλαδική λογοτεχνική παραγωγή διαμορφώνοντας για πρώτη φορά μία εθνική ελληνική ποίηση. Κύπριοι ποιητές συνδέονται άμεσα με την Ελλάδα παρακολουθώντας εκδοτικές δραστηριότητες και συμμετέχοντας σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δράσεις, ενισχύοντας συνεχώς τον ισχυρό δεσμό και εμπλουτίζοντας τελικά την ίδια την ποίηση και την τέχνη.

Η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου, «Φωνήεντα σε περίπτερο» (Μανδραγόρας, 2016), είναι υπαρξιακή με έντονο το κοινωνικό στοιχείο ως δομικό συστατικό. Ωστόσο, ξεφεύγει από την εσωτερική ανάγκη και την απελευθέρωση από τις λέξεις και συνδέεται με το κοινωνικό περιβάλλον. Πλήθος κοινωνικών παραστάσεων λειτουργούν ως οπλισμός για την οικοδόμηση μιας υπαρξιακής ποιητικής μακριά από το στενό ατομικιστικό πλαίσιο παλαιότερων γενεών.

Αν και παραμένει μία ενδοσκοπική ποίηση εντούτοις περιορίζεται από τις κοινωνικές προβολές και την πλούσια εκφραστική της, ισορροπώντας συναισθηματικά ανάμεσα στην προσωπική αγωνία και την κοινωνική απογοήτευση μέσα σε χώρους γεμάτους φως, χρώματα κίνηση και ήχο.

Η έκφρασή της ισορροπεί σε ένα αραχνοειδές πλέγμα μεταξύ προφορικότητας και εμπλουτισμένης λιτότητας ενισχυμένης με σουρεαλιστικά στοιχεία και λογοτεχνικά σχήματα. Διόλου τυχαία και η επιλογή του λεξιλογίου, που αποκαλύπτει έναν συνεχή αγώνα στιχουργικής επεξεργασίας και γλωσσικής καινοτομίας. Η μουσικότητα του στίχου και ο ρυθμός οδηγούν τον αναγνώστη/ακροατή χωρίς να τον πιέζουν, αλλά αφήνοντάς τον ελεύθερο να συναισθανθεί.

Η εκφραστική της Αρτεμίου-Φωτιάδου θεμελιώνεται σε μια πολύπλευρη γλώσσα, συμβάλλοντας στη διαρροή του συναισθήματος και στον έλεγχο της έντασης των συνθέσεων. Παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις και αντιθέσεις πλαισιώνουν ενεργητικά τις κοινωνικές παραστάσεις που εισάγει στην ποίησή της και τη ρομαντική διάθεσή της. Δυναμικές γλωσσικά μεταφορές με βάση ασυνήθιστους -ετερόπτωτους ή επιθετικούς- προσδιορισμούς ξαφνιάζουν τον αναγνώστη/ακροατή με την πολυδιάστατη γλώσσα της ποιήτριας· τον συναρπάζουν με τον ποιητικό πλούτο και την εφευρετικότητά της.

Οι μετωνυμίες και οι μεταφορικοί προσδιορισμοί όμως δε στέκουν απλά δίπλα στο προσηγορικό ουσιαστικό ως μία ιδιότητα. Συχνά το χρωματίζουν συνειρμικά με τη μόνιμη χρωματική ιδιότητα της λέξης (πχ το αίμα) ή συναισθηματικά (πχ χάρτινη κουρτίνα, νεογέννητες χειρονομίες, νύχτες ναυαγισμένες, στάζουνε ζωή κλπ). Παράλληλα, συμβάλλουν εικονοπλαστικά πλουταίνοντας τον ήδη δαψιλή καμβά της.

Άλλωστε, η εικαστική της Αρτεμίου-Φωτιάδου δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Πλούσιες εικόνες ζωντανεύουν στο καναβάτσο της· εικόνες γεμάτες κίνηση και ήχο. Συχνά ο ποιητικός χώρος είναι πλήρης ανθρώπων.

Αν και συνήθως η πρωτοενική εξομολογητική έκφραση σκηνογραφικά περιορίζεται σε κλειστούς η περιορισμένης έκτασης χώρους και σκηνοθετικά αποδίδεται με λίγα πρόσωπα, στην περίπτωση της Αρτεμίου-Φωτιάδου η ενσωμάτωση κοινωνικών παραστάσεων μεταμορφώνει την περιοχή. Έτσι, το ενικό πρόσωπο συνειρμικά γίνεται μέρος του κοινωνικού συνόλου και του περιβάλλοντος εγκαταλείποντας την ποιητική ατομικότητα προηγούμενων δεκαετιών. Ταυτόχρονα όμως το α΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο μεταμορφώνεται σε ένα συλλογικό υποκείμενο εκφράζοντας το γενικότερο συναίσθημα και βασικές κοινές μας αγωνίες και αξίες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποιητικής της Αρτεμίου-Φωτιάδου -πέρα από την εικαστική- είναι η ευρηματική αξιοποίηση μίας ιδέας με παραμυθική διάσταση. Μία ανατρεπτική ιδέα αναπτύσσεται σε όλο το ποίημα καθιστώντας τελικά όλη τη σύνθεση μία τεράστια μεταφορά (ένας χάρτης γίνεται ερωτικό σύμβολο, μία ομπρέλα σύνδεσμος χορού κι αγάπης). Το δε αφηγηματικό ύφος μετατρέπει τα ποιήματά της σε μικρές ιστορίες μυθικές έμπνευσης.

Η βραβευμένη -σε Ελλάδα, Κύπρο και Γερμανία- ποιήτρια διαθέτει μία από τις πιο δημιουργικές λογοτεχνικές φωνές της σύγχρονης κυπριακής ποίησης. Πολυγραφότατη και με συνεχή επεξεργασία της γλώσσας και του στίχου εκφράζει μία εσωτερική φωνή υπομονής απέναντι στ’ ανθρώπινα βάσανα· μία φωνή πλούσια σε συναισθήματα, φέρνοντας το πρόσωπο στο επίκεντρο της κοινωνίας.

1. Και βέβαια, δε λείπουν οι διαμαρτυρίες από λίγους μελετητές πως διατρανώνουν πως η κυπριακή ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «φτωχός συγγενής» ή σαν ξένο σώμα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στα σχολικά εγχειρίδια (που φέρνουν το άτομο πρώτη φορά σε επαφή με τη λογοτεχνία) σπάνια συμπεριλαμβάνεται κάποιος Κύπριος ποιητής.

2. Εθνική ποίηση βεβαίως δε σημαίνει και ταυτόσημη γεωγραφικά οπτική. Η κυπριακή ποίηση, μέσα από την ιστορική της εξέλιξη, διατηρεί τα τοπικά της χαρακτηριστικά εμπλουτίζοντας την ελληνική ποίηση. Η διχοτόμηση, εκτός από γεωγραφική και πληθυσμιακή, είχε σαν συνέπεια και την περαιτέρω σύνδεση της κυπριακής λογοτεχνίας με την ελληνική, αφήνοντας σε απόσταση του όραμα των τουρκοκύπριων ποιητών για μία κοσμοπολίτικη αυτόνομη Κυπριακή Λογοτεχνία. Άλλωστε, δεν είναι υπερβολή να σημειώσουμε ότι οι Τουρκοκύπριοι ποιητές είναι, θα λέγαμε, παντελώς άγνωστοι στο ελλαδικό κοινό (βλ. και παλαιότερη κριτική μας στο Μεχμέτ Γιασίν).

 

 

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

στίγμαΛόγου/14/12/2016
«Φωνήεντα σε περίπτερο» της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Αποθέτω την τέφρα της μέρας
Στα πιο ακριβά κρύσταλλα της νύχτας
Οι νεκροί αξίζουν τις τιμές
Των ζωντανών ονείρων μας[1]

Τα Φωνήεντα σε περίπτερο είναι μια ιδιαίτερα εκτενής συλλογή, ξεπερνάει τα 100 ποιήματα. Το αναφέρω αυτό από την αρχή επειδή είναι ταυτόχρονα ένα θετικό στοιχείο και ένα μειονέκτημα. Η ευκαιρία που δίνει στον εαυτό της η ποιήτρια να ξετυλίξει σκέψεις, γραφή, και προσωπική μυθολογία βλάπτεται από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που εκ των πραγμάτων συναντά κανείς σε μια συλλογή ανάλογης έκτασης. Ο ποιητικός λόγος της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι συμπυκνωμένος και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, από την άλλη μεριά όμως βρισκόμαστε απέναντι σε μια ποίηση κατά μια έννοια στατική, χωρίς κίνηση και εναλλαγές. Υπάρχει ισορροπία και η γραφή της είναι γενικά λεία χωρίς μεταπτώσεις, τα leitmotifs της νύχτας, του φεγγαριού, του χρόνου, των χεριών παίζουν με επιτυχία τον ρόλο των θεματικών αξόνων. Δεν είναι πρωτότυπα αλλά παρέχουν ενότητα και εξασφαλίζουν μια συνολική οπτική. Η αίσθηση στατικότητας που ανέφερα και πριν έγκειται κυρίως στην στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στα γεγονότα και στα ποιήματα που προέκυψαν από αυτά. Πάντως επιλέγει να μην τοποθετεί εαυτόν ενεργά απέναντι στα πράγματα, αν και η παθητικότητα δείχνει να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο όπου όλα είναι κλειδωμένα στο παρελθόν.

Το πιο έντονο στοιχείο, αυτό που είναι καταλυτικά παρόν στην αρχή τουλάχιστον της ανάγνωσης είναι η λέξη: ως πρωτεύον εργαλείο επικοινωνίας, ως σύμβολο φέρον μαγικές ιδιότητες, ως βασικό συστατικό της προσωπικής μυθολογίας της ποιήτριας. Όπως και στην προηγούμενή της συλλογή που είχα κοιτάξει πριν κάποιο καιρό, την Διμερή συμφωνία, υπάρχει ακρίβεια στην έκφραση και στην απόδοση, αυτό το στοιχείο είναι και εδώ χαρακτηριστικό και μάλιστα εξελίσσεται κατά τη γνώμη μου στην πιο μεγάλη αρετή αυτής της δουλειάς.
Σε αντίθεση με ό,τι είχα διαβάσει από την ίδια παλιότερα, εδώ είδα την δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας: χωρίς φως, με το κρύο να υπολανθάνει (περισσότερο σαν αίσθηση παρά σαν κυριολεκτική παρουσία), με μια κατακρημνισμένη και διαρρηγμένη ενότητα του εγώ, και μια αίσθηση κενού στο στόμα ελάχιστα συγκαλυμμένη. Ακόμα και τις φορές που φαίνεται να υπάρχει ελπίδα, αυτή στοιχειοθετείται ως απάντηση μιας εν δυνάμει καταστροφής.

Μια πιο σφαιρική ματιά θα έδειχνε μια πολύ συχνά αλληγορική ποίηση, επικεντρωμένη στους συμβολισμούς της (και κλείνοντας τον αναγνώστη απ’ έξω όταν αυτοί γίνονται πολύ προσωπικοί), που αυτό που χάνει από την έλλειψη πρωτοτυπίας το κερδίζει χωρίς αμφιβολία από την ειλικρίνεια και την ένταση που αυτή επιφέρει. Ακόμα και όταν δεν λέει πρωτότυπα πράγματα, η ευθεία ματιά και η γενναιότητα να εκθέσει όσα την καθιστούν ευάλωτη, παράγουν στίχους όπου μπορεί κανείς να ακουμπήσει τις σκέψεις του. Το εγώ που κινείται στους στίχους της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου βρίσκεται σε μια μετέωρη στιγμή της πορείας του, και προσπαθεί να εντοπίσει το στίγμα του, το περίγραμμα και τα όριά του. Το όποιο μέλλον θα έχει μετέπειτα, εξαρτάται από αυτή την συγκεκριμένη πορεία αναζήτησης. Και δεν είναι εγωκεντρική η ποίηση, επειδή μεταξύ άλλων το πολύ ισχυρό πρώτο ενικό επικεντρώνεται στα κενά και τις ρωγμές με όλο το θάρρος που διαθέτει. Εκεί έγκειται κατά την γνώμη μου και το σημείο ταύτισης του αναγνώστη. Ό,τι συμβαίνει στους στίχους των Φωνήεντων σε περίπτερο δεν συμβαίνει σε μια απτή πραγματικότητα αλλά σε άλλες παράλληλες: του ονείρου, του εφιάλτη, της φαντασίας. Το εγώ κοιτάζει μεν τον εαυτό του, αλλά αυτό που βλέπει τελικά είναι ένα παραμορφωμένο είδωλο, όπως όλοι μας λίγο ή πολύ. Αυτό είναι ένα δεύτερο σημείο ταύτισης με τον αναγνώστη.

Ο έρωτας ανήκει κι αυτός στο παρελθόν, το τετελεσμένο και το απρόσιτο, αλλά δεν είναι καθαγιασμένος από την απόσταση, το αντίθετο: είναι αυτή η χρονική απόσταση που τον καθιστά αντικείμενο παρατήρησης από την ποιήτρια, ένα αντικείμενο απογυμνωμένο από τον φόβο της συναισθηματικής εμπλοκής. Το δεύτερο ενικό του Άλλου έχει υποστηρικτικό ρόλο σε αυτή την τόσο προσωπική τελικά αναζήτηση, δεν έχει ξεκάθαρη ατομική ταυτότητα, δεν μπορεί –πλέον- να επηρεάσει.

Υπάρχει τελικά ένα είδος εσωτερικής εξέλιξης στην συλλογή. Ξεκινάει με την αναγνώριση της απώλειας ως μη-αμφισβητήσιμη πραγματικότητα, συνεχίζει σε μια απόπειρα να την αποδεχτεί ως τέτοια και να την εντάξει σε ό,τι στέκεται ακόμα όρθιο, και καταλήγει σε απόπειρες να την αφήσει πίσω. Τέλος, εγκαθίσταται η συνειδητοποίηση, η παραδοχή έστω, ότι καμία απάντηση στις ερωτήσεις δεν θα φέρει ανατροπή σε παρόν και μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, τα Φωνήεντα σε περίπτερο διαγράφουν μια ολοκληρωμένη πορεία, και στο τέλος τους δεν αφήνουν ανοιχτές υποθέσεις για κανέναν, ούτε για την ποιήτρια, ούτε και για τον αναγνώστη.

Κάποια ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

ΒΕΛΌΝΙ ΚΑΙ ΔΑΚΤΥΛΗΘΡΑ ΣΙΔΕΡΟ[2]
Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα
φέγγει σαν λύχνο παλιό
το μυστικό φεγγάρι μου
Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν
φόδρες που υποχώρησαν
και με αφήσανε γυμνή
στα βλέμματα τα’ αχόρταγα
αρσενικών ωρών
που σπέρνανε μα δε γεννούσαν μέλλον
Βελόνι παίρνω και δαχτυλήθρα σίδερο
από ορυχείο που έσκαψα
βαθιά μέσα στη νύχτα
δίχως το φως από τα μάτια τους

Μόνο σκοτάδι να φωτίζει
να απογεμίσει χρώματα
ζωή να μεγαλώσει

ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΕΣ ΣΤΕΓΕΣ[3]
Γερνούν τα σπίτια
Οι τοίχοι τους γεμάτοι ρυτίδες
Τα κεραμίδια κάτασπρα
διάτρητα από μνήμες
Οι πόρτες παραβιασμένες
Ορθάνοιχτες σαν παραδομένες οδοντοστοιχίες
στην τερηδόνα της απόγνωσης
Μέσα ανήμπορες οι λέξεις
Αφηρημένα ουσιαστικά σε πτώση ονομαστική
Η έλλειψη… η παράλειψη

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

Η εξαιρετική ποιητική συλλογή » Φωνήεντα σε περίπτερο» της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου παρουσιάζονται στην αίθουσα εκδηλώσεων των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
Μια ποιητική συλλογή που μου κράτησε συντροφιά όλο το Καλοκαίρι.
Όπως ανέφερα και σε προηγούμενη ανάρτησή μου πρόκειται για μια εξαιρετική ποιητική συλλογή, μεστή νοημάτων, γλώσσα άμεση, σύγχρονη αλλά ταυτόχρονα και γλαφυρή. Στα φωνήεντα στο περίπτερο οι λέξεις εφνιδιάζουν, συγκινούν, παραμονεύουν να χαρίσουν το απρόσμενο, το ξεχωριστό και αθέατο κάλλος. Έγραψα σε πάρα πολλά ποιήματα δίπλα από τον τίτλο τη λέξη εξαιρετικό όπως τα ποιήματα:
-Όχημα του μέλλοντος
-Φωνήεντα στο περίπτερο
-Κρύσταλλα φωνήεντα
-Επίδεσμος
και τόσα άλλα.
Μοιράζομαι μαζί σας τα δύο πρώτα.
…………………………………
Όχημα του μέλλοντος
Αφέσου
Είπα στη σκέψη
Γίνε όχημα του μέλλοντος
Να μη χρειάζεσαι ενέργεια
Μονάχα φαντασία και τόλμη
Σε καύσημα του νου
Να υπερίπτασαι αντί να σέρνεσαι
Να αλλάζεις τον κόσμο – να μπορούσες
Μη μετανιώνεις τη μοναξιά του
Μηδενικές οι εκπομπές της λύπης
Όταν ετοιμαστείς στη ζωή
ξανασκέψου τον έρωτα
Και αφέσου στην κίνηση του σύμπαντος
Αγνόησε τα κορναρίσματα
εκνευρισμένων εποχών
Διασταύρωσε τη μέρα
Πέρνα απέναντι όταν σβήσει το φεγγάρι
Κινδύνευσε στους φανοστάτες
Πες μια καινούρια προσευχή
Για όνειρα των επιζώντων
ελπίζοντας ανάσταση νεκρών
Και μια ζωή του μέλλοντός μας κόσμου
………………………………….
Φωνήεντα σε περίπτερο
Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσανε σε έναν γκρεμό χωρίς αντίλαλο
και από τότε
βλέπουν συνέχεια εντός μου
Ρίξε μου μια αγάπη
να ανέβω!
Ευχαριστώ Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου.
Ευχαριστούμε για την προσφορά αυτής της ακέραια, ατόφιας και ρωμαλαίας ποίησης.

 

 

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

 

Η φίλη ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, παρουσίασε πρόσφατα την 8η Ποιητική Συλλογή της ‘‘ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ’’ (Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα). Ώριμη εργασία με πυκνές εικόνες/ αλληγορίες – κάποιες είναι τραγικές και προκαλούν ίλιγγο π.χ. νιώθει μέσα της σαν ανενεργή βόμβα ή τυλίγεται στο σελοφάν της. Νιώθει πουλί σε κλουβί, ή κόβεται σε μικρές καρδιές από μια σκέψη σπαθί ή καίγονται οι λέξεις της όπως τα όνειρά της. Εχθροί της η διάψευση, η έλλειψη, η υποκρισία.
.
ΒΑΖΟ
Το βάζο σου στο σαλόνι αποδιώχνει την άνοιξη
Δεν εκπληρώνουν όλα τα βάζα τον ρόλο τους
Κάποτε ξεγελούν τον σκηνοθέτη
εξαπατούν για το ταλέντο τους
διεκδικούν διπλούς και τριπλούς ρόλους
μας ξεγελάνε στην υπόκλιση
για να πετάξουνε την τέφρα που φυλάγουν
μπροστά σε ανυποψίαστο κοινό
.
VASE
Your vase in the living room expels the Spring.
Not all the jars fulfil their role
Sometimes they fooled the film director
they cheat others on their talent
they claim double roles even triple ones
They just deluding us when they bow
and throw around the ash they were keeping
in front of an unsuspecting public
.
Μετάφραση στα Αγγλικά από τον ποιητή Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδη
.
ΔΟΛΩΜΑ
Λύπη
Μην καπηλεύεσαι τις μέρες
Σκοτάδι είσαι
και μου κρατάς ένα φεγγάρι
στο μυαλό
για δόλωμα
.
APPÂT
Douleur
ne pas abuser mes journées
Tu es une obscurité
qui garde à mon esprit une lune
comme d’appât
.
Μετάφραση στα Γαλλικά από τη Julie Tsorou
.
2. (συνέχεια παρουσίασης) => Από την άλλη η ποιήτρια συντηρεί την ελπίδα : μπορεί να ‘’στέκει μετέωρη / αναποφάσιστη / στο ένα πόδι της ψυχής’’ αλλά αναζητά βελόνι να συρράψει το βόρειο και νότιο εγώ της (πολιτικό μήνυμα), στο ενήλικο σώμα της αναμένει να ξαναγεννηθούν οι ελπίδες, νιώθει τον ήλιο πετράδι στον λαιμό της σε αυτόφωτη περιφορά αγάπης. Ό,τι δεν είναι το φαντάζεται και ό,τι είναι το επεκτείνει σε μια υπόσχεση καρδιάς. Αν και νιώθει τη σάρκα σε ένα κενό ψυχής, την ώρα που χτυπιέται σε άδειους τοίχους ανακαλεί τα παιδικά της χρόνια και μπαινοβγαίνει σε παραμύθια για να σώσει την αθωότητά της. Τα πόδια και τα χέρια αν της τα έχουν δέσει, η ποιήτρια βρίσκει τρόπο να σκύψει και να βυθίσει το κεφάλι εντός της, κι ας της καταστρέφουν τα πυκνά της στάχυα οι παράκαιρες βροχές. Μαζεύει, ελπίζει !
.
ΜΑΖΕΥΑ ΚΟΧΥΛΙΑ
Το ξέρω
Μη μου το λες κι εσύ ζωή
Μάζευα κοχύλια
γιατί δεν μπορούσα να ’χω μια θάλασσα
.
3. (συνέχεια παρουσίασης) => Αναζητεί το μέτρο της ελευθερίας της, με τραυματισμένο σώμα, μεσημέρι ή μεσάνυκτα (με τους δύο δείκτες στο σημείο δώδεκα). Θέλει ν’ ακούσει, επιτέλους, τη φωνή του Θεού της, ‘’κι ας μην έχει τελειωμό αυτό το Καρναβάλι (της ζωής) / με τις σκληρές μεταμφιέσεις’’. Τελικά, μέσα από το δράμα, τις ανατροπές και το παράλογο που την εξουθενώνουν καταλήγει πως ‘‘Μ’ αρέσουν οι στιγμές-παράθυρα / που αντανακλούν το μέλλον / στρώνουν αγάπες / και περιμένουν’’.
.
ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ
Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσαμε σε ένα γκρεμό χωρίς αντίλαλο
κι από τότε
βλέπουν συνέχεια εντός μου
Ρίξε μου μια αγάπη
να ανεβώ !
.
4. (συνέχεια παρουσίασης) => Τέλος, είναι οι ερωτικές μέρες που την στηρίζουν. Τις σημειώνει στο ημερολόγιο του μέλλοντος με κόκκινους κύκλους…κι ύστερα μετρά αντίστροφα, ξεκινώντας από την πιο μεγάλη ελπίδα της. Πετά, με φτερά ταλαιπωρημένα η ποιήτρια, πετά προς την ελευθερία της, πετά προς τον ουρανό, και μονάχα αυτόν θα ερωτεύεται !
.
Εισήγηση Ιωσήφ Ιωσηφίδη : Δεν υπάρχει χώρος να παρουσιάσω πιο πολλά. Οι αναγνώστες της καλαίσθητης αυτής έκδοσης θα βρουν και 4 μεγάλα πολύ καλά ποιήματα 1) ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΟΥΣ, 2) ΧΑΡΤΙΝΗ ΚΟΥΡΤΙΝΑ, 3) ΤΑ ΚΑΔΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝΕ ΠΙΑ, 4) ΟΘΟΝΗ 32 ΠΑΘΩΝ
Ευχή => Καλοτάξιδη η 8η Ποιητική Συλλογή σου, φίλη Ελένη, και να φτάσει σε πολλά λιμάνια να αφήσει την αξιόλογη πραμάτεια σου

 

 

ΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

 

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

στίγμαΛόγου 9/10/ 2014
«Διμερής συμφωνία» της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ήδη από την πρώτη σελίδα η ποιητική συλλογή της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου διεκδικεί μια ιδιαιτερότητα, σχεδόν ιδιορρυθμία. Μια πρώτη ματιά αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι οι στίχοι της δεν έχουν την αναμενόμενη μορφή, ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ποιήματα αλλά για δίστιχα αυτόνομα μεταξύ τους. Το δεύτερο συμπέρασμα, άμεσο εξίσου, είναι ότι η γλώσσα είναι προσεγμένη, οι λέξεις τοποθετημένες με ακρίβεια και κατ’ εικόνα των νοημάτων: ο αναγνώστης δεν αναγκάζεται να μαντέψει, ούτε να αναζητήσει αυτό που δεν βλέπει στον ίδιο τον στίχο.

Από την άλλη μεριά βέβαια, τα δίστιχα ως ποιητική μορφή συχνά μπορούν να λειτουργήσουν αποσπασματικά, να στερούνται συνοχής και συνολικής προσέγγισης και ερμηνείας, να μην μπορούν με άλλα λόγια να παράξουν ένα άρτιο ποιητικό προϊόν. Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου δεν κατάφερε να αποφύγει αυτή την παγίδα, κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα ο αναγνώστης να βρίσκεται συχνά «κρεμασμένος» στον δεύτερο και τελευταίο στίχο και να απομένει μετέωρος στο τέλος του, αποκομμένος από μια αναμενόμενη συνέχεια. Με μια θεματολογία τουλάχιστον ευρεία, που κινείται ανάμεσα σε Βιβλικά στοιχεία, μυθολογικά θέματα, και παραλληλισμούς με το φυσικό τοπίο, η αίσθηση ότι υπάρχει απουσία συνοχής εντείνεται. Είναι γεγονός ότι δεν μπορούν να ειπωθούν πολλά σε ένα δίστιχο, εξ ου και το πρόβλημα του αποσπασματικού. Ως επιλογή λοιπόν ποιητικής φόρμας εμπεριέχει ρίσκα και εκ φύσεως αδυναμίες ίσως, τις οποίες η ποιήτρια δεν πέτυχε να αναιρέσει.

Η αίσθηση της ενότητας και της συνοχής παίζει έναν τόσο βασικό ρόλο στην ποίηση, περισσότερο ίσως και από την πρόζα σε κάποιες περιπτώσεις, γιατί ο αναγνώστης κινείται εξ ορισμού σε ευαίσθητες ισορροπίες και σε λεπτές γραμμές: το ρίσκο να χαθούν η επαφή και το δέσιμο που τον κρατάνε αγκιστρωμένο στο ποίημα είναι μεγαλύτερο. Ένα δίστιχο είναι τελικά ένας περιορισμένος χώρος… ο δημιουργός ελάχιστα ανοίγεται στον αναγνώστη και ο αναγνώστης σπάνια βρίσκει εκεί τον καθρέφτη των δικών του μύχιων συναισθημάτων, ας πούμε ότι είναι ένα στοίχημα με μεγάλο ρίσκο. Ένα στοίχημα που εδώ η Ελένη Αρτεμίου ίσως δεν κέρδισε, παρόλη τη λεπτομέρεια στις συνδέσεις των λέξεων μεταξύ τους και στην εννοιολογική ακρίβεια που – καλώς ή κακώς – ήταν πάντα το κλειδί για την απρόσκοπτη ανταλλαγή συγκινήσεων ανάμεσα στον δημιουργό και τον παραλήπτη του έργου.

Παραθέτω μερικά από τα δίστιχα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

Αμφιταλάντευση ανάμεσα στο ωραίο και το όμορφο
Ανάμεσα σε θάλασσα πλανεύτρα και πελάγου μαγεία

Κόβω τις άγκυρες, ανοίγω πανιά, εξημερώνω τον άνεμο
Ποσειδώνες οργισμένους κατευνάζω, για τις Ιθάκες μου όλες κινώ[2]

Μαζεύω τις λέξεις μου, ανασκαλεύω τις μνήμες
για μια εν ψυχρώ εκτέλεση του παρελθόντος[3]

Και περπατώ, Κύριε, μες στην πυκνή ομίχλη, με ραγισμένη την πυξίδα μου
Κομμάτια πίστης μόνο αγόρασα από πλανόδιους σκοπούς[4]

Στα Μουσεία ξυπνά τις νύχτες μια Ιστορία με ρούχα καθημερινά, μαλλιά ατημέλητα
για τις απλές στιγμές που παραπέμπει η συνέχεια στους αιώνες

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΕΡΗΣ
Μανδραγόρας

Ελένη Αρτεμιου-Φωτιαδου: Διμερής συμφωνία. Αθήνα, Εκδ. Μανδραγόρας, σειρά «Σύγχρονη ελληνική ποίηση», 2013, σελ 40.

Με 162 δίστιχα, η ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου εξιστορεί στην 6η της ποιητική συλλογή, έναν τρόπο ζωής, ένα είδος εκεχειρίας με τα απρόβλεπτα ή τις καθημερινές αντιξοότητες, προκειμένου να ζήσει με συντροφιά την ποίηση. Γιατί, σ’ έναν κόσμο όπου η τεχνολογία κυριαρχεί με όλα τα δεινά που έχει επιφέρει στις συνήθειες, με τις αντιφάσεις που έχει επιβάλει στον τρόπο αντίληψης των στόχων της, με τις τρομερές δυνατότητες που μας παρέχει αλλά και τα απίθανα αδιέξοδα που δημιούργησε, το ποιητικό εγώ, είναι υποχρεωμένο να συμβιβαστεί, να βρει ένα modus vivendi: «Θυμός καβάλησε τα πράσινα τα στάχυα και τα ωρίμασε/ Οργή τα θέρισε κι έδωσε στάρι να τραφούν τα επόμενα τραγούδια της ζωής» (σ. 18). Η Αρτεμίου-Φωτιάδου επιλέγει συνειδητά, όλο της το κείμενο να δίνει την εντύπωση πως είναι γραμμένο με στοιχεία πεζά και σχεδόν χωρίς στίξη (χρησιμοποιεί ελάχιστες φορές το κόμα και μία μόνον φορά το ερωτηματικό), προσφέροντας, στον αναγνώστη, παύσεις ατέλειωτες και ένα κείμενο συνεχές και αδιάλειπτο αναδεικνύοντας προσωπικές παρατηρήσεις για να καταλήξει σε μια κατηγορηματική αποτύπωση, καθαρά προσωπική και την προτείνει έμμεσα στον αναγνώστη: «Τα βράδια πέφτουν με τους ψίθυρους της μέρας/ κι αναχωρούν με τις κραυγές αναμετρήσεων» (σ. 21).
Και οι 324 στίχοι διαθέτουν το δικό τους ρυθμό και καθιερώνουν έναν ιδιόμορφο διάλογο για μια σειρά από θέματα που απασχολούν την ποιήτρια. Στην ουσία όλα αυτά τα δίστιχα διατυπώνουν την εξέλιξη μιας νοητικής και συναισθηματικής διεργασίας που στοχεύει στη χαρτογράφηση ενός προσωπικού χωροχρόνου, αλλά και μιας προσωπικής στάσης ζωής, απέναντι στην πολυεπίπεδη πραγματικότητα που βιώνει το ποιητικό εγώ: «Σαν Οδυσσέας να γυρέψεις το παλάτι σου/ Μα πρέπει πρώτα με Δούρειους Ίππους φονικά να σταματήσεις» (σ. 20). Αξιοποιώντας ένα γλωσσικό υλικό που προέρχεται από μια ανεπιτήδευτη καθαρή καθομιλουμένη, η Αρτεμίου-Φωτιάδου συνθέτει σύντομους διαλογισμούς, τους δίνει ποιητική μορφή και τους εκφράζει με γλυκόπικρη γεύση. Η ποιητική συλλογή καταγράφει στιγμές ή βιώματα προσωπικά, με τρόπο ουδέτερο, αποφεύγοντας τις λεπτομέρειες, γεγονός που προσδίδει μια απόσταση από καθετί το ατομικό και το υποκειμενικό. Αυτή ακριβώς η στάση προτείνει στον αναγνώστη διαδρομές με οδηγό τον εσωτερικό αυτοέλεγχο του ατόμου. Η αποτύπωση της προσωπικής «μυθολογίας», που εμφανίζεται ως δημιουργική επεξεργασία στοιχείων που προέρχονται από τον αντικειμενικό εξωτερικό κόσμο, προτείνεται έμμεσα ως επικοινωνία και απόσταση, μεταξύ ζωής και θανάτου, πραγματικότητας και φαντασίας: «Εμβαθύνοντας στις ρηχές αποκαλύψεις της μέρας/ βούτηξα την ανία μου σε κίτρινες προθέσεις» (σ. 23).
Πρόκειται για μια ποίηση που καταγράφει μια πορεία μέσα στη ζωή και τις σχέσεις της, μια πορεία που σμιλεύεται με τον χρόνο, την πείρα και τη μνήμη, μια πορεία ζωής που αναδεικνύει τις συγκρούσεις, τις μετατοπίσεις και κυρίως που κοιτάζει προς τα μπρος: «Αφήνεται η ελπίδα σαν μικρό πλεούμενο στη χίμαιρα/ Αν είναι αυτό το μόνο της ταξίδι μας στην αναζήτηση» (σ. 32). Γι αυτό και όλα τα θέματα που διαπραγματεύεται (κάθε δίστιχο αναφέρεται και σ’ένα θέμα) συντελούν σε μια σαφή διμερή συμφωνία μεταξύ του εγώ και της ζωής, ανάμεσα στο ποιητικό εγώ σε μια εποχή –την τωρινή– όπου η ύπαρξη, παρά τις όποιες απογοητεύσεις ή τις μικροενθαρρύνσεις, βρίσκει τον παλμό της στο σισύφειο έργο της κοινωνικής αλλαγής ή της προσωπικής επιλογής για μια ευρηματική συναίνεση σ’ έναν κόσμο όπου συντελείται η κατάρρευση αξιών και ιδεών: «Οι τεθλασμένες μου γραμμές/ επάνω σ’ αδιόρατες καμπύλες ξεψυχούνε» (σ. 37). Με αυτήν την «προσωπική απόσυρση» όμως του ποιητικού εγώ, επιτυγχάνεται και ο θρίαμβος της ποίησης αφού διασώζεται η σκέψη και η αλώβητη ποιητική συνείδηση που διατηρεί όχι μόνον την απόλυτη ελευθερία της, αλλά και την αγνότητά της ή το «ριζικό φαντασιακό» που έλεγε κι ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Προσεκτικά θα συλλαβίσω δύσκολα φωνήεντα
προσέχοντας τους δίφθογγους σε κάποιες διασταυρώσεις

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου έχει ήδη στο ενεργητικό της έξι ποιητικές συλλογές, οκτώ βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και μια συλλογή διηγημάτων. Σήμερα θα αναφερθούμε σε δυο από τα τελευταία της ποιητικά το Κατεπείγον που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 και έχει ως εξώφυλλο το έργο του σημαντικού Έλληνα ζωγράφου Απόστολου Γιαγιάννου, και τη Διμερή Συμφωνία που φέραμε μαζί μας από την Αθήνα. Και τα δυο ποιητικά βιβλία περιέχουν μικρά σύντομα ποιήματα –το πρώτο εκατόν δεκάξι χαϊκού και το δεύτερο 186 δίστιχα.
Το συνδετικό των δύο ποιητικών συλλογών είναι ο ολιγόστιχος χαρακτήρας των ποιημάτων –σχεδόν αποφθεγματικός– όπου περικλείονται σκέψεις/ εικόνες/ συναισθήματα, προσεκτικά και κατ’ οικονομία διαρθρωμένα μέσα από την αυτονόητα απλή αλλά και καλλιτεχνικά κρίσιμη διαδικασία/επιλογή διάταξης απλών λέξεων σε τέτοια συχνότητα και με τέτοια σειρά ώστε να προκύπτει το αισθητικό αποτέλεσμα που ειναι και το αίτημα στην τέχνη: «Στα ποιήματα μια πεζή λέξη χτίζει το συναίσθημα».
Η Ελένη Αρτεμίου επιλέγει για να εκφραστεί αφενός μεν τα χαϊκού αφετέρου τα δίστιχα στα οποία η ποιήτρια δεν ακολουθεί την αυστηρή ποιητική φόρμα των χαϊκού αλλά επιλέγει και πάλι τον απόλυτα περιορισμένο χώρο των δυο στίχων για να καταγράψει τα ολοκληρωμένα νοήματά της. Τα δίστιχά της έχουν μια λογική ποιητικών σημειώσεων στις οποίες αποτυπώνονται αυθόρμητες σκέψεις που μετά την ωρίμασή τους και την τελική επεξεργασία τους δίνουν υπόσταση στην τελική ποιητική ύλη.

Τα παραδοσιακά/κλασικά εκφραστικά της μέσα είναι φυσικό να βρίσκουν οικείο το χώρο των γιαπωνέζικων 17σύλλαβων ποιημάτων των 5-7-5 συλλαβών, ίσως την πιο σύντομη ποιητική φόρμα, με αναφορά και εικόνες από και για, τη φύση, τις εποχές του χρόνου, αυτή τη δυναμική εναλλαγή και ταυτόχρονα ποικιλλία των φυσικών φαινομένων που αντιστοιχούν στην πολυπλοκότητα, τη πολυμορφία και την διαρκή κίνηση της ανθρώπινης φύσης.
Μέσα από λέξεις λοιπόν που προσδιορίζουν ακριβώς τις διαρκείς εναλλαγές, που ακολουθούν αυτή τη συνεχή κυκλική σπειροειδή πορεία/κίνησης της γης και των όντων της, επιχειρούν οι ποιητές να καταθέσουν το έργο τους, μέσω ακριβώς των χαϊκού. Αυτή η στενή σχέση/εξέλιξη φύσης και ανθρώπου ίσως να αιτιολογεί και τη μεγάλη άνθιση αλλά και απήχηση της φόρμας των χαϊκού που παραμένουν δημοφιλή από το 13ο αιώνα και εξακολουθούν να προκαλούν τους ποιητές. Αρχικά ήταν ομοιοκατάληκτα ποιήματα παρότι στην εξέλιξή τους παρατηρούνται χαϊκού και σε ελεύθερη μορφή, διατηρώντας ωστόσο –πράγμα που επιβάλλεται στην ποίηση/σε κάθε ποίημα– ζωντανό το ρυθμό και το μέτρο. Η αξία ενός ποιητικού είδους βρίσκεται στη διαρκή ανανέωση και στον εμπλουτισμό του, κάτι που γίνεται και με τα χαϊκού καθώς πολλοί σύγχρονοι ποιητές τα τελευταία χρόνια επιλέγουν με την προσθήκη τίτλου, που λειτουργεί συμπληρωματικά και οργανικά στο περιεχόμενο του ποιήματος, να δώσουν ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στο τελικό αποτέλεσμα, χωρίς αυτό να σημαίνει αλλαγή στην οικονομία του ύφους.
Συχνά επίσης μετατοπίζονται και από την προσφιλή θεματική των χαϊκού, διευρύνοντας τους ορίζοντες του ποιήματος με κοινωνικές, ερωτικές, ακόμα και πολιτικές αναφορές.
Η Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου είναι ίσως από τους συνεπέστερους προς το πνεύμα των χαϊκού, καθώς τα θέματά της για τη φύση, οι συμβολισμοί της για τα φυσικά φαινόμενα και η σχέση/σύνδεσή τους με τον άνθρωπο την καθιστούν από τους πιστότερους προς την παραδοσιακή φόρμα ποιητές. Τόσο στο Κατεπείγον, όσο και στη Διμερή Συμφωνία διαβάζουμε ποιήματα για τα αμπέλια, συμβολισμούς για το κρασί, αναφορές στη θάλασσα, τον ήλιο, τα φεγγάρια, το γκρίζο σύννεφο που αποκτά ανθρώπινη υπόσταση –έκφραση ψυχισμού, ποιήματα που προσλαμβάνουν διαστάσεις και ιδιότητες ανθρώπων, ή πάλι αναφορές σε εποχές: (βλ. το ποίημα ΕΣΠΕΡΙΝΟ, Επαναστάτης/ ο ήλιος στη δύση του/ βάφει τις τύψεις), ή από το δίστιχο: Την άνοιξη κρατούσε πάντα μια επιφύλαξη/ για του καλοκαιριού την ακριβή ώρα της άφιξης. Και αλλού: Ανασαίνω επάνω απ’ το χώμα της βροχής όλη τη μέρα/ που με ιδρώτα και κόπο κυνηγά το πιο λαμπρο ηλιοβασίλεμα. Ή: νησί κρατά/ μέσα στη θάλασσά του/ υγρή την ξηρά
Αν η άνοιξη/ δεν είχε χελιδόνια/ θα μ’ αγάπαγες; («ΕΑΡΙΝΟ»). Ή: Δε μου μιλάνε πια οι εποχές με το γνωστό τους χρώμα/ Να ζωγραφίσω δεν μπορώ την πτώση και την άνοδό τους, διαβάζουμε σ’ ένα δίστιχο της πρόσφατης συλλογής «Διμερής συμφωνία», διαπιστώνοντας τη διαλεκτική σχέση/συγγένεια ανάμεσα στις ποιητικές μορφές και τα είδη της ποίησης.
Η ποιήτρια αξιοποιεί την ολιγόστιχη τεχνική των χαϊκού αλλά και την αυστηρή οικονομία των δίστιχων, για να εκφράσει ποιητικά τη σύγχρονη αντίληψη της ζωής: (βλ. ΑΠΟΞΗΡΑΝΣΗ, Έλλειψη νερού/ στη θάλασσα των πόθων/ με ερήμωσε), αλλά και τα αδιέξοδα του βίου: (Ένα Βατερλό/ εκθρονίζει μονίμως/ τους υπερόπτες). Ή ΕΚΟΥΣΙΩΣ, Φυλακισμένος/ έζησα τις μεγάλες/ ελευθερίες
Τα ποιήματά της, όπως άλλωστε και τα πεζογραφήματά της, διακρίνονται για τη δύναμη, την πυκνότητα του υπαινιγμού, τη λιτή τους φόρμα, αλλά και την υπαρξιακή τους ένταση: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ, Κόντρα στο ρεύμα/ κυνήγησα πρωτίστως/ τον εαυτό μου.
Τόσο στα χαϊκού όσο και στα δίστιχα –μικρά σύντομα ποιήματα όπου περικλείονται με λιτό τρόπο ποιητικές εικόνες και συναισθήματα υπάρχουν όλα εκείνα τα γνωρίσματα που θέλει την ποίηση να πλάθει με φαντασία και τόλμη ιδέες, ελπίδες, επιθυμίες, να αποδιώχνει φόβους, να νοσταλγεί: Ξυπνώ μέσα στη νύχτα, ετοιμάζομαι για της αυγής το χρώμα/ καλοχτενίζω το κουράγιο μου αφήνοντας λυτές τις πεθυμιές μου.
Πολλά από τα ποιήματα επίσης της συλλογής έχουν έντονο το ερωτικό στοιχείο με την υπόσταση που δίνει στη μαγεία της ζωής και στην αδιάλειπτη συνέχεια της φύσης. Μια ακόμα απόδειξη της συγγένειας/συνέχειας της τέχνης δια μέσου των λαών και των αιώνων. Μια απόδειξη δηλ. του καθαρά ανθρωποκεντρικού συστατικού της.
Διαβάζω μερικά ποιήματα ενδεικτικά όπου παντρεύεται το στοιχείο ακριβώς της φύσης με τον έρωτα: (ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, Αγάπης ήχος/ ταξίδεψε γρήγορα/ σ’ ένα σου βλέμμα, ή Δε με φίλησε/ έρωτας εαρινός/ και δεν άνθισα), σκη¬νές από την ιστορία και τη μυθολογία (ΠΕΡΙ ΘΥΣΙΩΝ, Ποτέ δεν ήρθε ο ούριος άνεμος/ Ιφιγένεια), όπου καταγράφονται υπαρξιακές αναζητήσεις κι ερωτηματικά (ΣΟΥΑΡΕ, Προσκαλείστε σε/ δείπνο απολογισμών/ κι ελαφρυντικών, ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ, Έντιμο λάθος/ καλωσόρισες ξανά/ στην ύπαρξή μου).
Τελειώνοντας, στα χαϊκού της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου, αλλά και στα δίστιχα που κατατίθενται από την ποιήτρια, συνυπάρχουν μια δυναμική αλλά κι ένα λεπτό συναίσθημα που περικλείει τη γραφή. Διαβάζοντας παράλληλα και τα δυο βιβλία διαπιστώνουμε πως στη δημιουργό υπάρχει ένα ενιαίο ύφος, μια προσφιλής θεματική μια σαφής ποιητική φόρμα που περνά από βιβλίο σε βιβλίο διατηρώντας το αυστηρά προσωπικό, καλλιτεχνικό, υφολογικό, ακόμα και ιδεολογικό σχήμα της ποιήτριας. Ήθη, συνήθειες, παραδόσεις, οικογενειακές σκηνές, έρχονται να προστεθούν στις αναζητήσεις του ανθρώπου γύρω από τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο, για να αποτελέσουν τον κορμό της ποιητικής τέχνης, της καλλιτεχνικής έκφρασης.
Γι’ αυτό αντιμετωπίζοντας ενιαία τα ποιήματα της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου ας μιλήσουμε για την ευστοχία που τα διακρίνει, την αισθαντικότητα, το δυναμισμό, το μέτρο και το ρυθμό τους: Κερκίδα δίχως οπαδούς, νυχτιά χωρίς τα άστρα/ Ο χρόνος κύλισε μακριά από το άγγιγμά σου, που μαζί με την οικονομία στην έκφραση –καθώς τόσο τα χαϊκού όσο και τα δίστιχα διακρίνονται για τη λιτότητά τους–, αλλά τον συναισθηματικά φορτισμένο κόσμο τους, κατακτούν τελικά την τεχνική τους αρτιότητα.

Ύστερα μίλησε ο τρόμος/ Κι ήτανε λες κι άλλος κανείς δεν είχε πει κουβέντα

Οι τεθλασμένες μου γραμμές / επάνω σ’ αδιόρατες καμπύλες ξεψυχούνε

Κίτρινος καημός σαν φύλλο έπεσε από ’να φθινόπωρο/ Δάκρυ που κράτησε τη θάλασσα από το καλοκαίρι

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ.

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ 2/ΙV/2015

Κατ’ αρχάς θέλω να επαναλάβω ότι μου άρεσε πολύ και ο τίτλος. Ξέρεις εντυπωσιάζομαι πολύ από έξυπνες και σπιρτόζικες ατάκες, λογοπαίγνια, συλλαβόγριφους (charades), εκφράσεις και βέβαια παραφράσεις άλλων τίτλων, έργων, ρητών.
Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ λοιπόν είναι κατά τη γνώμη μου ένας πανέξυπνος τίτλος, (μάλλον δικής σου έμπνευσης κι όχι του αγαπητού μου Κώστα Κρεμμύδα, λέω εγώ), και πολύ ελκυστικός για ένα βιβλίο ποίησης.
Επίσης εντυπωσιάζομαι και από τα εξώφυλλα, που μου έλκουν την προσοχή, όπως το λουλούδι τραβάει τις μέλισσες. Πιστεύω ότι το εξώφυλλο είναι το ωραίο φόρεμα που ντύνει ένα ωραίο σώμα και του δίνει προοπτικές και προτροπές για έρευνα.
Ατυχώς όλοι οι εκδότες γενικά, για λόγους κόστους έκδοσης προφανώς δεν εκμεταλλεύονται τέτοιες εμπνεύσεις και τελικά δεν αναδεικνύουν όσο πρέπει και την αξία των έργων. Βλέπεις το μάρκετινγκ είναι στη ζωή μας και δεν μπορεί να το παραγνωρίσει ούτε και ο ποιητής. Κατά μείζονα λόγο δεν πρέπει να το αμελεί κανένας εκδότης.
Αλλά αυτά, παρά το ότι είναι συνισταμένες κάποιων πηγών μάθησης και όχι δικές μου πρωτόβουλες απόψεις, εν τούτοις δεν παύουν να εκφράζουν δική μου υποκειμενικότητα, που σηκώνει πολλές αντιρρήσεις, αντιλόγους και … πολύ νερό, που λέμε.
Το σώμα του βιβλίου σου βέβαια, τα ποιήματα, είναι καθαρά… Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου, με το γνωστό πλέον και αναγνωρίσιμο ύφος, το ξετύλιγμα των λέξεων, τις εμπνευσμένες εκφράσεις, τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, τις ποιητικές λέξεις, που γεννάνε εικόνες και σε παραπέμπουν σε σκέψεις, ιδέες, προβληματισμούς, τη ροή του λόγου, τη μουσικότητα, το ρυθμό και το μέτρο που «ενυπάρχουν σε λανθάνουσα μορφή» λόγω του ελεύθερου στίχου, και που διατηρούν την ποιητικότητά του, χωρίς να την μετατρέπουν σε πρόζα ή πεζό λόγο. Οι στίχοι σου είναι καθαρά ποιήματα. (Κι όταν γράψεις πεζογράφημα, ίσως υπάρχει κι εκεί κάποια κρυμμένη ποίηση, αλλά είναι πεζογράφημα εκατό τοις εκατό).
Να σου θυμίσω τι είχε πει ο Νομπελίστας (1992) Ποιητής Ντέρεκ Γουόλκοτ; Οι μυθιστοριογράφοι δεν είναι παρά … «απογοητευμένοι» ποιητές.
Τώρα, αν μου ζητούσαν να πω ποιο από τα ποιήματά σου στη Λίμνη των Κύκλων, μου άρεσε πιο πολύ δεν θα μπορούσα να εκφέρω άποψη, γιατί παρά το ότι είναι 58 ξεχωριστά και αυτόνομα ποιήματα κάτι τα συνδέει μεταξύ τους, σαν να συνεχίζουν το ένα το άλλο. Βοηθάει πολύ και η σειρά που έχεις διαλέξει.
Είναι σαν να βρίσκεται κανείς μπρος σε ένα ωραίο μπουφέ με εδέσματα και ενώ πρέπει υποχρεωτικά να πάρει ένα- δύο, δεν ξέρει ποιο να προτιμήσει. Θα τα ήθελε όλα.
Πάντως θεωρώ ως… «διαμάντια» τα:
ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ (ΣΕΛ 24),
ΙΚΕΤΙΔΕΣ ΠΟΘΟΙ (ΣΕΛ 33)
ΕΝΟΧΕΣ (ΣΕΛ. 9)
AUDITION ( ΣΕΛ 42)
ΚΛΑΣΜΑ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟ (ΣΕΛ 11)
ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ (ΣΕΛ 51)
ΕΠΙΒΙΩΣΗ Ι & ΙΙ (ΣΕΛ 26, 27)
ΑΛΙΕΑΣ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ (ΣΕΛ 35, ΦΟΒΕΡΟ ΠΟΙΗΜΑ –ΙΣΩΣ Ο ΤΙΤΛΟΣ ΝΑ ΗΤΑΝ ΚΑΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ) ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ
Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ (ΣΕΛ 54)

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ

Κι’ άκου… κοίτα… νιώσε…
Τίποτα δ ε ν πεθαίνει,
Όσο υπάρχουν οι αγάπες
που το γέννησαν…

( Μια… υποψία βιβλιοπαρουσίασης, για δύο πονήματα που μου άρεσαν πολύ, Άρις Αντάνης,
Μαρούσι, Αθήνα- 7/3/2011)

1. Αλεξ-ήνεμος

της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου, «εκδόσεις Πήλιο»- Κύπρος 2010

Η Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου χειρίζεται το λόγο με πολύ μεγάλη ευχέρεια.
Από την πρώτη αράδα προσελκύει τον αναγνώστη και τον κάνει να μη μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση, να μη κάνει… στάση, ούτε για να επαναλάβει μια φράση, προς επιβεβαίωση της κατανόησης του νοήματος.
Αυτό είναι στα υπέρ, άραγε; Μα βέβαια, εκατό τοις εκατό.
Πρώτα από όλα διότι, αν δεν σε τραβάει η γραφή, το παρατάς το ποίημα και δεν πας παρακάτω. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Και δεύτερο διότι «αναγκάζεσαι» να ξαναδιαβάσεις, με ευχαρίστηση, την ποίησή της, ώστε να αποκομίσεις όσο γίνεται περισσότερα στοιχεία από τα μηνύματα που σου περνάει, από τα συναισθήματα που σου προκαλεί και από τα καλολογικά στοιχεία που σου προσφέρει, με το ύφος και τη ροή της πένας της.
Έτσι καθίσταται πολύ εύκολο να αναγνώσεις ποίηση μιας μόνο θεματολογίας, ποίηση με μακροσκελές κείμενο, σαν πεζό, ποίηση- αφιέρωμα σε συγκεκριμένο χαρακτήρα, ήρωα ή γεγονός, όπως είναι το προκείμενο.
Και βέβαια, δεν είναι πεζό, αφού, κατά την ανάγνωση, μέσα στις λέξεις και στη φόρμα, περιέχει ρυθμό, διαβάζεις μέτρο, ακούς μια μουσική υπόκρουση, υποπτεύεσαι ακόμα και μελωδία.
Η Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου δείχνει μεγάλο σεβασμό στις λέξεις, επεκτείνει τις έννοιές τους, προσωποποιεί την αξία τους, τις χρησιμοποιεί πέρα από την κυριολεξία τους, μεταφέρει το νόημά τους και μέσα από έξυπνο χειρισμό και ιδέες, όχι μόνο αφαιρεί παντελώς την πιθανότητα μονοτονίας ή και κάποιας ανίας, που συνήθως προκαλεί η ανάγνωση ποιημάτων με θεματολογία από προσωπικά ή οικογενειακά βιώματα, αλλά εντείνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, προκαλώντας τον, όχι μόνο να αναγνώσει, αλλά και να απαγγείλει τους στίχους της.
Φαντάζομαι δε μια παρουσίαση αυτού του έργου, όπου η απαγγελία γίνεται από περισσότερα του ενός άτομα, ώστε σε αυτή την ποίηση να υπάρχει και… δραματο-ποίηση:

ΕΣΥ *
«Περνάω τη σκέψη μου επάνω από το σταμάτημα του χρόνου
Επάνω απ’ τα τριάντα χρόνιας της ματιάς σου
Ωραίος σαν Υμέναιος
Κρατάς σφικτά τον κρίνο της αγνότητας
Μέσα στου άσπρου πέπλου την Ιθάκη
Της αγάπης χρώματα βάφουν τα χείλη, τη θωριά
Το σφιχταγκάλιασμα, μες το ουράνιο τόξο»

ΕΓΩ *
«Αν ήταν εδώ»

ΕΣΥ
«Είναι πάντα εδώ
Κοίτα
Τα μακριά λυτά μαλλιά, τα δύο γαϊτανόφρυδα…
Χέρια λευκά σαν αθωότητα
Σκύβουν απάνω στα σγουρόμαλλα κεφάλια
Εφτά ανάσες σμίγουνε βαθιά με τη δική της.»

ΕΓΩ
«Μάννα ! Γυναίκα! Ουρανέ!
Ήταν το Χτες… είναι το Σήμερα…
Πια δεν το ξέρω
Ροδάνι ο χρόνος μ’ ακατάλυτη Εκείνη.»

ΕΣΥ
«Νιότη κι αγάπη στο πέλαγο του Νου.»

ΕΓΩ
«Βραδιάζει………………
………………………………….»
*Σημείωση: Το ΕΓΩ μπορεί να είναι ΕΣΥ και το αντίθετο. Και οι δύο προσωπικές αντωνυμίες τον ίδιο ρόλο παίζουν δηλαδή. Εγώ έτσι το ερμήνευσα, αφού η ποιήτρια ορίζει τους ρόλους και των δύο.

2. Οι Διαδρομές του Αδάμ

Ποίηση Ελένης Αρτεμίου- Φωτιάδου
Εκδόσεις «Πήλιο» Κύπρος 2010

Το ποίημα είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Είναι πιο δύσκολο από το διήγημα και, κατά μείζονα λόγο, από το μυθιστόρημα. Και πιο παρεξηγημένο. Έτσι πιστεύω, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Το ποίημα όμως, που δεν είναι μια ιστορία, να τη διαβάσεις και να την καταλάβεις, πρέπει και να σου βγάζει μια ιστορία. Και από την ιστορία του ποιητή, να σε μεταφέρει στη δική σου ιστορία.
Ο ποιητής είναι σαν το μέντιουμ που σου λέει πράγματα από το παρελθόν σου και προβλέπει το μέλλον σου. Κι οι άνθρωποι, αν και πάντα δυσπιστούν με τα μέντιουμ, τα επισκέπτονται και μάλιστα προκατειλημμένοι, όχι για να ακούσουν αυτά που θα τους πουν, αλλά για να αποδείξουν την αναξιοπιστία τους.
Έτσι διαβάζουμε και τα ποιήματα: Με προκατάληψη. Με δυσπιστία. Όχι μόνο στο ποίημα, αλλά και στον ποιητή. Τι γράφει τώρα ο αλαφροήσκιωτος! λέμε. Δεν έχει τι άλλο να κάνει και γράφει ποιήματα. Αλλά πάντα μένουμε έκπληκτοι, όταν η ιστορία που βγάζουν μοιάζει με τη δική μας. Και τα μεν μέντιουμ είναι στ’ αλήθεια αναξιόπιστα. Τα ποιήματα όμως είναι μόνο… στ’ αλήθεια. Πρώτα από όλα γι’ αυτόν που τα γράφει και μετά γι’ αυτόν που θα καταλάβει το νόημά τους.
Για να το καταλάβεις όμως πρέπει να ασχοληθείς. Πρέπει να ανατρέξεις με τη φαντασία σου στη στιγμή της σύνθεσης του ποιήματος και να αναρωτηθείς γιατί το γράφει αυτό ο ποιητής και μάλιστα γιατί το γράφει έτσι. Ίσως θα πρέπει να πας και στον χώρο του, με το μυαλό σου, στο γραφείο του, στο σημείο που περιγράφει, να τον δεις κάπως με το νου σου, να δεις τις εκφράσεις τού προσώπου του όταν δεν βρίσκει τις λέξεις και όταν τις ανακαλύπτει.
Η ανάγνωση των «διαδρομών του Αδάμ», που έγραψε η Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου μού επιβεβαιώνει ακόμα μια φορά και ίσως πιο.. επιβεβαιωτικά, την ήδη αποκρυσταλλωμένη γνώμη μου για την ποίηση γενικά και τη δική της ποίηση, ειδικότερα, ότι εδώ έχουμε μια ποιήτρια, τουλάχιστον σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια. Ποια είναι αυτά; Είναι πολύ προσωπικά, αλλά θα τα γράψω: Πρώτον όταν μου αρέσει κάτι πολύ, ζηλεύω και θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ. Και δεύτερον μου δημιουργεί ένα περίεργο συναίσθημα, κάτι σαν να με παρασύρει έξω από το περιβάλλον μου. Τέλος πάντων αυτά είναι.
Έτσι οι στίχοι της Κας Φωτιάδου με δικαιώνουν που ασχολούμαι με την ανάγνωση ποιητικών συλλογών, στίχων και συνθέσεων και με παροτρύνουν να γράψω κι εγώ. Επί παραδείγματι οι διαδρομές του Αδάμ είναι παρά πολύ ελκυστικό έργο τόσο στο σύνολό του όσο και στα επί μέρους σημεία του.

ΤΩΡΑ

Το ξέρεις ! Τώρα είναι η στιγμή!
Να εγερθείς ψηλότερα απ’ το ψηλά σου
Μακρύτερα απ’ το σφυγμό που πιάνεις στον καρπό σου
Μόνο που πρέπει λίγο
Απ’ το δέντρο σου να τραβηχτείς
Από την ήρεμη σκιά της πράσινής σου μέρας
Μπορείς, αν θες, στο ταξιδιωτικό σου σακίδιο
Δυο φύλλα, μια μυρωδιά από το γνώριμό σου χώμα να ακουμπήσεις
Σαν πρώτο λίπασμα μιας νέας ανθοφορίας των αισθήσεων

Δεν είναι πολύ ωραίο; Δεν σε αγγίζει και σένα; Δεν είναι η δική σου ιστορία;
Το τώρα σου; Δεν σκέφτεσαι συχνά ότι η ανάταση των χεριών σου δεν ξεπερνάει το όριο, έστω κατά ένα χιλιοστό, για να φτάσει; Και η έκταση των βραχιόνων σου μια ιδέα πιο ανοιχτή, για να αγκαλιάσει; Δεν λες μέσα σου: Ρε παιδί μου όλοι το ίδιο κάνουν, εκεί κυμαίνονται, στο σύνηθες «πλαφόν». Τίποτα νέο, τίποτα διαφορετικό… Κάτι παραπάνω πρέπει να κάνω εγώ». Αλλά δεν θα το κάνω, αν δεν ξεφύγω από τη… σκιούλα μου, το δεντράκι μου και όλα τα κτητικά μου «μου», που τελικά δεν είναι καθόλου μου. Είναι …αλλουνού!
Μια νέα ανθοφορία των αισθήσεων όμως μπορεί να είναι κάτι δικό μου. Μια νέα προσπάθεια είναι δική μου και την αξίζω. Με ένα ποίημα ως επίκουρο, θα την επιχειρήσω.

Κλείνοντας θέλω να θυμίσω ότι:
α)Γράφοντας γι αυτά τα δύο βιβλία, από μόνος μου, χωρίς να μου το ζητήσει κάποιος, πέρασα πολύ όμορφα.
β)Η ποίηση έχει εραστές, δεν έχει αγοραστές. Από αντίδραση πάω και αγοράζω ποιήματα γνωστών και αγνώστων ποιητών. Η ποίηση με εμπνέει να έχω καλοσύνη κάθε φορά που το ξεχνάω και γενναιοδωρία, κυρίως όπου, ενώ δεν κοστίζει τίποτα, την τσιγκουνευόμαστε. Με βοηθάει να λέω μπράβο, με ειλικρίνεια, όχι μόνο για τα λεγόμενα αριστουργήματα αλλά και για την κάθε προσπάθεια. Μερικά ποιήματα όμως είναι πράγματι συναρπαστικά. Όπως της Κας Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου.
γ) Παρ όλα αυτά συνηθίζω να λέω ότι ανάμεσά μας υπάρχουν ποιητές, που δεν έχουν γράψει τίποτα, όπως και άλλοι που έχουν γράψει τόμους και δεν είναι τίποτα.
δ) Δεν πρέπει να λυπόμαστε τον ποιητή που δεν έχει «Κοινό», αλλά το Κοινό που δεν έχει ποιητή, και,
ε) Αν δεν είχα ανακαλύψει τη Διασπορική εντελώς τυχαία, δεν θα είχα την τύχη να διαβάσω τα τόσο ωραία ποιήματα της Κας Φωτιάδου, να εμπλουτίσω τη βιβλιοθήκη μου με τα βιβλία που μου χάρισε, αλλά και να απολαμβάνω τις συμμετοχές των πολύ αξιόλογων λογοτεχνών που κοσμούν καθημερινά τo Diasporic Literature Spot.

 

 

Ο Κύκλος ενός τετραγώνου Έρωτα

Ζήνων Ζαννέτος,

Ρέθυμνο Κρήτης

σε 78 διαμέτρους ή (Ποιήματα)

Εκφάνσεις και εκφορές του Έρωτα, που γρηγορεί παννύχιος στις παρειές της ψυχής, στα δώματα της σκέψης και στους σκολιούς δρόμους της συνείδησης.

Στη συλλογή υπάρχουν αρκετά ποιήματα «ποιητικής», ποιήματα που η αποκρυπτογράφησή τους μας φέρνει ενώπιων των τρόπων και των διαθέσεων της γραφής της ποιήτριας, της ικανότητάς της να προσλαμβάνει τους ερεθισμούς του κόσμου και των δυνατοτήτων της να μεταπλάθει σε ποίηση τις εσωτερικές της φωνές και των πραγμάτων τα σύμβολα και τα σχήματα. Τέτοια ποιήματα «ποιητικής» είναι τα:
Τώρα που έχεις φύγει, το σαλιγκάρι, Οι έρωτες των άλλων,
ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: Ανακαλύπτοντας την αλήθεια του εαυτού και άλλα.

Τα ποιήματα αυτά και τα συγγενή τους, ως προς το περιεχόμενο, ευκολύνουν την ανάγνωση να ιχνεύσει τον προβληματισμό της ποιήτριας γύρω από την ασύλληπτη, σχεδόν θεματική του Έρωτα στη Ζωή του ανθρώπου, των μαγικών κωδίκων επαφής και ομιλίας (συνεύρεσης) μαζί του, αλλά και τη συναισθηματική κλίμακα της χαρμολύπης που αφήνει στην ψυχή η επίσκεψη ή η απουσία του.

Ο τίτλος της συλλογής είναι, επίσης σημειολογικός, παραδίδοντας την τόλμη της ποιήτριας να δοκιμαστεί στη γοητεία της προσέγγισης του διαχρονικού μαθηματικού αδύνατου (άλυτου), του τετραγωνισμού του κύκλου. Του τετραγωνισμού όχι μόνον του σχήματος του κύκλου του Έρωτα, της περιφερειακής του περιστροφής, αλλά και του αδαπάνητου και της αγνότητας του περιεχομένου του.

Το έλλογο διδάσκει τον άνθρωπο πως είναι αδύνατο να συνθέσεις σε αρμονία τα αντιφάσκοντα και αυτή η αδυναμία φαίνεται και στα ποιήματα της υπό συζήτηση συλλογής, παρ’ όλον ότι η γλωσσική και μετρική μορφή τους είναι αξιέπαινη. Η ποιήτρια πειράται να εγκιβωτίσει τον Έρωτα την αχώρητη δηλαδή έννοια, την ασύλληπτη σχηματικά και απερινόητη λογικά και συναισθηματικά έννοια σε γεωμετρικά σχήματα –κύκλος, τετράγωνο- τα οποία καμιά εξίσωση ή άλλο δόγμα δεν είναι σε θέση να διαρρήξει και να ανασυνθέσει. Ο τίτλος μας εισάγει στον μετεωρισμό του εγχειρήματος της ποιήτριας, στις αναμενόμενες αδυναμίες της απόδοσης του εσωτερικού προβληματισμού, με την ακρίβεια και στερεότητα της ποιητικής γεωμετρίας.

Θα μπορούσε, βέβαια, να αντείπει κάποιος πως η ποίηση ως Τέχνη, μπορεί να υπερβεί το αδύνατο του λογικού με το έκχυμα του συναισθηματικού και την απλοχωρία του ονείρου. Στην κριτική αποτίμηση των ποιημάτων συντρέχει και αυτή η οπτική ανάγνωσης. Μπορεί μόνη η Τέχνη να επιτύχει την γήωση του Έρωτα και την επένδυση της αύρας του σε συναισθήματα, αισθήματα, εκστάσεις του σώματος και του πνεύματος, σε πάθος άλογο και έλλογο θάμασμα, σε συνειδησιακό διάλογο και ηθικό μονόλογο, εκφάνσεις που αρνούνται τα σχήματα, όμως η ποιήτρια πειράται να τετραγωνίσει το ονειρικό βίωμα και να το ευμορφήσει στο τέλειο σχήμα ενός κύκλου. Γι αυτό η ανάγνωση εκλύει, πιο πολύ, λογικά στάγματα θυμόσοφου ποιητικού λόγου παρά σταλαμές του θαύματος της αλογίας του Έρωτα, βεγγαλικές εικόνες των θαυμασίων του.

Ο αναγνώστης αιωρείται σε δίσημο δίλημμα ανάγνωσης: Οι στίχοι αποτελούν δοκίμια περί Έρωτος, αποστασιοποιημένη α-πορία του θαύματός του ή συναισθηματικές αναμνήσεις εμβίωτης πρόσληψης, που εγκυκλώνονται και λογικεύονται με την τεχνική του γεωμετρικού σχήματος. Σε κάθε περίπτωση, η ποιήτρια πραγματώνει τις εσωτερικές της διαθέσεις και φωνές σε στίχους, πολλοί των οποίων είναι και πρωτότυποι και αξιόλογοι.

Με αξιοσημείωτη ευχέρεια η κ. Φωτιάδου χειραγωγεί τις τρέχουσες έννοιες του χώρου και του χρόνου και με εικονοποιητική φαντασία εισχωρεί στον τόπο του ονείρου και τραγουδά αυτό που είπαμε Έρωτα, με εκ-στασιαστική νουνεχία, (ή νουνέχεια) με συστράτευση της λογικής παρατηρητικότητας και της ενστάλαχτης συναισθηματικότητας. Η εσωτερική αναστάτωση και ο συναισθηματικός τάραχος υφαίνεται με το μετάξι του Λόγου, μέσα από συνειδησιακή εγκράτεια και το κοινοτικό δέον.

Για τεκμηρίωση των πιο πάνω σκέψεων παίρνω ως δείγμα κριτικής ανάλυσης το ποίημα «Οι έρωτες των άλλων». Ο πρώτος στίχος είναι δηλωτικός της ανασταλτικής νουνεχίας, με την οποίαν η ποιήτρια προσεγγίζει τον έρωτα:

Αποφεύγω τους έρωτες των άλλων.
Η πρώτη λέξη «Αποφεύγω», το ρήμα που δηλοί τη δυναμική ενέργεια του ποιήματος ακυρώνει την ίδια την ουσία της ομιλίας του έρωτα. Ο έρωτας, ως λειτουργία ζωής, είναι διάλογος με τον Άλλον, κατάλυση του Εγώ μέσα στο Εσύ με αυτοπροαίρετη θυσία. Γιατί η κατάλυση του Έρωτα προϋποθέτει θυσιαστική δύναμη και ιδιόβουλη είσοδο σε σκοτεινό προς εξερεύνηση σπήλαιο, σαν εκείνο του σοφού Πλάτωνα. Από την είσοδο και την κύκλεια στροφή και περιήγηση του Εγώ στους ανθηρούς λειμώνες του Εσύ θα αναδυθεί η έλλαμψη, που θα ακυρώσει τις σκιές που θα λαμπαδεύσει το λυτρωτικό μέγα φως της ζωής και του βίου. Αυτό το φως του Έρωτα είναι εκείνο που γηώνει τα Ουράνια και ενουρανίζει τα Γαιώδη. Σε άλλους στίχους – στα ποιήματα «Έξοδος κινδύνου» και «Δάσος τροπικό» – αλλά και στο ποίημα που αναλύομε η ποιήτρια υπαινίσσεται αυτήν την είσοδο, όμως η ποιητική της απόδοση δεν εκφαίνει συντελεσθέντα συγκλονισμό ή διαπορία του Θαύματος:

Αγγίζω θέλοντας και μη την αναμέτρηση.
Ικανοποιείται με τη λογίκευση εικόνων ποιητικών, που εξαρκούνται στη νοητική περιπέτεια των λέξεων, χωρίς να ολοκαυτώνεται, όπως η Σεμέλη, στο φως του Έρωτα-Δία. Λείπει η ποιητική σάρκωση του συναισθηματικού πάθους και του δραματικού εύρους ενός πραγματωθέντος εν βίω έρωτα. Η ομολογία της «Αποφεύγω τους έρωτες των άλλων» προδίδει την ίδια την ποιότητα της προσέγγισης του Έρωτα και του Λόγου του, τον οποίον η ποιήτρια προσπαθεί να εκφράσει στα ποιήματά της. Η ποίηση, βέβαια, η επώνυμη – η έχουσα το όνομα του δημιουργού της – κατ’ αντίστιξη με τη δημώδη, καταθέτει τα οράματα, τα σκέμματα, τους στοχασμούς, τις συναισθηματικές χαρμολύπες του ένδον τόπου του ποιητή της και τις φανταστικές του φτερουγίσεις με τον χιτώνα και τα ιμάτια της γλώσσας. Η ανάγνωση, συναίσθητη ή ερμηνευτική, προσλαμβάνει, κατά προαίρεση, ό,τι την εκφράζει ή αποκρυπτογραφεί τα σύμβολα εκείνα που νοηματοδοτούν τους δικούς της κώδικες ζωής και βίωσης, ονείρου ή χθόνιου ρυθμού της ύπαρξης. Κατά συνέπεια, οι όποιες ενστάσεις ή παρατηρήσεις διατυπώνονται εδώ, πέραν του ότι εκφράζουν το ήθος μιας προσωπικής ανάγνωσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στη σάρκωση των οραμάτων και των λογικών εκπτώσεων της ποιήτριας. Γιατί η μορφική ύφανση και πολύ καλή είναι και μαρτυρεί γλωσσική επάρκεια, ποιητικήν ευαισθησία λόγου. Η γλωσσική ένδυση της εικονοποιΐας μαρτυρεί ικανότητα απόδοσης λεπτών ισορροπιών του νοητικού με το Θυμικό, με ποιητική γλώσσα και ρυθμό.

Σε πολλούς στίχους η ποιήτρια πετυχαίνει να εκφράσει τη στυφή γεύση του απραγματοποίητου ή του ανονειρικού Έρωτα, με εικόνες μοναξιάς, λυρικής πικρής μνήμης, πόνου, δοκιμής και συναισθηματικής περιπέτειας, που παροτρύνουν για νέα προσέγγιση του ερωτικού καημού, των βιωματικών του αντιφάσεων, της υπαρξιακής ερημίας και της αναστοχαστικής Θέασης του Λόγου του Έρωτα στη Ζωή και στον βίο του ανθρώπου. Με καθαρή λογική διατύπωση ερρυθμίζεται ο στοχασμός της ποιήτριας σε ποιητικά σκέμματα, που δίνουν απαντήσεις σε λογικεύουσες απορίες του ερωτικού βιώματος, του ενσώματου ή, πιο πολύ του πνευματικού βιώματος και της ουσίας του Έρωτα. Στα ποιήματα ελλοχεύει το αβέβαιο, το άπυρο ερωτηματικό της βίωσης του Έρωτα.

Το ποιητικό αποτέλεσμα προσομοιάζει με προσυλληφθέν νοητικό σχεδίασμα – σενάριο – ερωτικό, που πολιορκεί τον Θείον Έρωτα στις ποικίλες του εμβιώσεις και πειράται να τον σχηματοποιήσει με σύμβολα ποιητικά, με την εμβέλεια της ποιητικής λέξης και τη δύναμη της εικόνας. Όμως, ο πυρετός και το καύμα του Έρωτα, στα πιο πολλά ποιήματα της συλλογής, μένει στο πλαίσιο του μύθου του ποιήματος, στην ατμόσφαιρα που περιρρέει τον ποιητικό λόγο, χωρίς να μεταπλάθεται σε Ποίηση.

Αξίζει, εδώ ν σχολιαστεί ένα άλλο ποίημα, που αποκαλύπτει τις δημιουργικές δυνατότητες της ποιήτριας. Είναι το ποίημα «Λυγμός αγάπης»:

Με παρθενική και ιδιότυπη σύλληψη περιγράφεται ο πόνος της φθοράς, της γήρανσης του πάθους, τότε που λιγαίνει ο ερωτικός πόθος, μέχρι σιωπής, και ενσταλάζεται στον λυγμό της αγάπης. Είναι η συγκλονιστική ώρα του ανθρώπου της συναισθηματικής αποδοχής του μεταβολισμού της ευχυμίας και της ενάργειας της ερωτικής μαγείας σε ξέθωρη συγκίνηση, που ονοματίζεται αγάπη – λυγμός αγάπης – μέσα στο μείγμα του πόνου της ανάμνησης, του λυγμού της μνήμης της ζέστης του έρωτα, της αδυναμίας αναθέρμης του ερωτικού ρίγους. Επιστρατεύεται τότε ως δεκανίκι η λειτουργία της αγάπης. Ένα αξιόλογο ποίημα, όπου το προσωπικό συναίσθητο βίωμα, με την απλότητα και την αλήθεια της έκφανσής του, αλλά και με τις ακριβόλογες και λυρικές ποιητικές του εικονίσεις κοινωνεί ως κοινότροπο και γνώριμο σε κάθε άνθρωπο δραματικό εσωτερικό στάγμα. Είναι, συνάμα, και ένα ευτυχές ποιητικό πλάσμα, που καταδεικνύει την ποιητική δωρεά και ικανότητα γραφής της Ελένης Α. Φωτιάδου, οσάκις η ποιήτρια αντλεί την ποιητική της μελάνη από τις δραματικές εσχατιές της ύπαρξης, χωρίς φοβίες και αναστολές ετερόνομης «ευπρέπειας». Γιατί ο Έρωτας είναι σιωπηλή κραυγή της ύπαρξης, που, ως ποιητική ωδή, άδεται στα αχάρακτα μονοπάτια της ψυχής και τρέφεται με τον πυρετό του αίματος της καρδιάς. Όμως, ψυχή και καρδιά αποτελούν ιδιοπρόσωπες ταυτότητες του Εγώ της ύπαρξης, με κανόνες και ήθος αυτόνομα, ιδιόβουλα και αυτοπροαίρετα. Είναι ό,τι το πρόσωπο συνειδητοποιεί ως λειτουργία της κορυφαίας πραγμάτωσης της Ελευθερίας του. Η πραγμάτωση αυτή διέρχεται από βωμούς και Θυσίες, από λυγμούς, αλλά με γενναιότητα και όχι μικρόψυχη φειδώ.
Η λιγόστιχη μονολογία, σε πρώτο πρόσωπο, με τίτλο «Μετριότης» επιβεβαιώνει τις προηγούμενες παρατηρήσεις. Στο ποίημα κατατίθεται η ομολογία της δειλής διαδρομής, του φτωχού φόρου που πλήρωσεν η ύπαρξη γι τη φοίτησή της στο παιδευτήριο της αγάπης, στην παιδονομή του Έρωτα:

«Δεν έκανα παιδί με την αγάπη», προφανώς, με τη λέξη αγάπη υπονοεί τον Έρωτα. Είναι η ακριβόλογη γραφή της ορφάνιας της ζωής, της ερημίας του βίου. Η ζωή, ως σύμβαση και όχι ως δώρον Θεού, κατασπαταλάται σε συναλλαγές συναισθημάτων, σε συμβάσεις ετεροκαθοριζόμενες, καθώς το σώμα και η ψυχή του προσώπου διαλέγονται με όρους χρησιμοθηρικούς κοινωνικής μασκοφορίας. Πουθενά η χαρά της δωροδοκίας, η ευχαριστιακή δοξολογία για τη δωρεά. Μονάχα θλιβή του ανεκπλήρωτου, ελεγχόμενος βηματισμός σ’ ένα, κατ’ επίφαση, πεντάγραμμο ελευθερίας, μαθητεία σε μια δύσληπτη αλφαβήτα.

Οι ομολογίες αυτές, δυσμένες ποιητικά με τον φόβο της «κοινωνικής ευπρέπειας», διατυπωμένες με ελεγχόμενο συναισθηματισμό και με πειστικό λυρισμό μοιάζουν με μελέτη Έρωτα και όχι θήτευση ή μαθητεία στο παιδευτήριο του Έρωτα και της ψυχής. Η αδυναμία ή η δειλία αναδρομεί τον ποιητικό βηματισμό και τον συγκρατεί να μην αφεθεί στη μέθη των ορίων και των κινδυνοτήτων του βιώματος ή του σκέμματος. Τότε το ποίημα, αντί της πυρετικής βίωσης και της δραματικής φώνησης, αναλώνεται στη μελέτη και σχεδίαση της ερωτικής σάρκωσης του ανεπανάληπτου. Το αποτέλεσμα αυτό αδικεί την Ελένη Α. Φωτιάδου ως ποιήτρια, γιατί και ικανότητες ποιητικής ολοκλήρωσης και απόδοσης του ερωτικού καημού διαθέτει και ευαισθησίες ως προς τη δραματικότητα του υπαρξιακού ελλείμματος και της τραγικότητας της υπαρξιακής του ίχνευσης. Η ανάγνωση της ερωτικής ποίησης της Φωτιάδου αφήνει την απαλή περιγραφή της αύρας του Έρωτα από το εργαστήρι της σκέψης, μακράν του δραματικού συγκλονισμού και της πυρέσσουσας ύπαρξης, εξαιτίας της χαρμολύπης του Έρωτα.

Η ποίηση, ως γνωστόν, έχει δικό της Ήθος και ιδιόνομους τρόπους του «φάσκειν» και «εκφαίνεσθαι», τρόποι που δεν ομονοούν, κατ’ ανάγκη, με τις βιοτικές συνήθειες της καθημερινότητας, τα ήθη και τα έθη της. Ακόμα και στον βιωματικό λόγο της ποίησης, το βίωμα πλάθεται σε ποίημα με τις οριακές του συγκινήσεις και με την κρυμμένη μορφή, συχνά ανυμολόγητη, που φωτίζεται με το ρυθμικό φως του μέτρου και της αρμονίας. Το ρυθμικό αυτό φως πηγάζει από το ελεύθερο φρόνιμα της ύπαρξης, εκεί που κυοφορείται το όνειρο και οι ιδανικές μορφές της συναισθηματικής κάθαρσης της ποίησης. Η ποιητική κάθαρση γεννάει το ελεύθερον ήθος της Τέχνης, το κάλλος του Λόγου Της, την αυτόνομη ακτινοβολία και εμβέλειά της.

Τα ποιήματα της συλλογής, τα πιο πολλά, είναι επιτυχείς συνθέσεις περί Έρωτος και προσομοιάζουν με περιγραφές μιας έντονης επιθυμίας να γευτεί η ποιήτρια έναν καρπό, που τον διαισθάνεται ώριμο και γλυκύ, τον αναλώνει, όμως, μέσα από προσμονές πραγματιστικής αίσθησης και από πλασματικές «γευστικές» ευχαριστήσεις, αντικατάστατα του ηδονικού ερωτικού συνταραγμού της ύπαρξης. Έτσι η όποια αλήθεια ενυπάρχει στα ποιήματα, υποβόσκει και οικουρεί κάτω από τη θυμική διάθεση, την ονειροπολία ή την προσμονή απτικής πραγμάτωσης και μασκαρεύεται ως διανοητικό παιχνίδισμα της φαντασίας και ποιητική πλασματουργία μιας γρηγορούσας, αλλά δεσμίας συνείδησης. Θα προσομοίαζα τον ερωτικό λόγο της συλλογής ως μια θαυμαστή ακροβασία, όπου ο κίνδυνός της έχει εκ των προτέρων αναιρεθεί με τα υπόδοχα δίχτυα που έχουν απλωθεί για να διασφαλίζουν κάθε ενάερο ακρόβατον άλμα, που θα επιχειρήσει ο ακροβάτης, εντυπωσιάζοντας τους θεατές του. Και, βέβαια, όλα τα άλματα είναι σχεδιασμένα εκ των προτέρων με γεωμετρική ακρίβεια.

Η συναισθηματική ανάγνωση και πρόσληψη του Ερωτικού Λόγου των ποιημάτων αφήνει μια στυφότητα από ελλείμματα αφής και ρίγους, εκστασιαστικής σαλότητας και πυρετικού αναλώματος, συστατικά στοιχεία της κυριαρχικής λειτουργίας του έρωτα, τα οποία ως οπτασία βηματίζουν ή ακινητούν μέσα στα ποιήματα, με τη βοήθεια της μνήμης. Η στυφότητα είναι παρούσα και στον τρόπο που η ποιήτρια εγχρονίζει τις εσωτερικές της φωνές: ένα διαρκές παρελθόν, άναιμο και ανεμικό (αέρινο), ονειρικό και φαντασιακό εγκιβωτίζεται στο παρόν, χωρίς να σαρκούται. Απλά δηλώνεται πώς μπορεί να λειτουργήσει ως ανοιχτάρι του Ναού του Έρωτα εφεξής. Το υπαρξιακό δράμα ή ακόμα, και η τραγικότητα που αναδύεται από την αναμέτρησή μας με τον Έρωτα η ποιήτρια τα πλάθει ως λυρική θλιβή του απραγματοποίητου, της ονειρικής τελειότητας, που τη γεύτηκε ως βιοτικόν έλασσον ή παρέμεινε πουκάμισο αδειανό να το «φοράει» η μνήμη και να συγκινείται, πλάθοντάς το ως θυμικήν αύρα επισκέπτιδα, περιγραφόμενη με επιτυχή καλλιλογική εικονοποιΐα. Το φως του εκπεμπόμενου Έρωτα, αυτό που προσδέχτηκεν η ποιήτρια είτε ως ορασιακή λάμψη είτε ως ποθούμενο απτικό καύμα είτε ως ακατάδεκτο σωματικό πυρανάλωμα και ψυχικό ολοκλήρωμα παραμένει, διαρκώς, ωσεί παρόν, στα ποιήματα, χωρίς, ωστόσο, να μεταπλάθεται σε ένδροσον ύδωρ ζωής, με το οποίον ο άνθρωπος ξεδιψά οριστικά και στο εσαεί.

Η νοηματική ακροτελευτή κάθε ποιήματος αναδύει μια ρομαντική πικρία, που, ως νάρκισσο στάγμα, παρηγορεί την ψυχή της ποιήτριας, ανοίγοντας, μάλιστα, παράθυρο αδιέξοδης συλλογής (λογισμού) για αναονείρευση και αναπλαστική ονειροδρομία μέσα στην αχλυώδη μελλοντική παρουσία του Έρωτα και την ψυχική και σωματική πενία της ύπαρξης, αλλά και τη νοσταλγόν ανάμνηση του τέλειου. Ανάμνηση Πλατωνική.

Θα μπορούσε κάποιος, ως ένσταση προς την ποιότητα των ποιημάτων της συλλογής, να παρατηρήσει ότι η Φωτιάδου με κοινά σύμβολα, με γνώριμους ποιητικούς τρόπους, με κοινότοπα όνειρα, με χειροπέδες στα αισθήματα και στον νουν, με κατηγορικές κοινωνικές προσταγές πειράται να στρατεύσει ένα θυμικό ευαίσθητο και έμπλουτο με επιθυμίες για ιδανικές βιώσεις και τάσεις για γνωριμία και ψαύσης της τέλειας συγκίνησης του ασύλληπτου Λόγου του Έρωτα. Με τις λογικές και συναισθηματικές αυτές προσωπιδοφορίες και αναστολές τα ποιήματα μετεωρίζονται με σφαγμένα πρόσωπα πόθου, με απρόσιτα όνειρα, με λυρική θλιβή του απραγματοποίητου, με αυτομαστιγώσεις και εξομολογήσεις για τη δειλία προς τη Ζωή και τον σημειωτόν της, που αντιστρατεύεται τον ελεύθερο βηματισμό του πνεύματος. Το ποίημα της συλλογής

ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: Ανακαλύπτοντας την αλήθεια του εαυτού και όχι μόνον αυτό, είναι χαρακτηριστικό και αποκαλυπτικό για τις προηγούμενες παρατηρήσεις: Απομονώνω στίχους αυτοαναλυτικούς, που περιγράφουν την ποιητική ομολογία της Φωτιάδου:
Στη σιωπή σου ακούμπησα τις νύχτες μου
… Εγώ ό,τι απέμεινε από’να κόσμο πού’χτισα στο μέλλον μου
… Ποια νύχτα θα φανεί γενναιόδωρη
Να μου χαρίσει ολάκερη την παρουσία σου
Χωρίς τα μη τα όχι και τα πρέπει των πολλών
Χωρίς το βυθισμένο καημό ενός αηδονιού
Κυνηγημένο από φθόνο μετριότητας
… Στην αθέατη μορφή που κρύβει η μεγαλοπρέπειά σου
Αθέατη μήπως γίνω κι εγώ απ’ τον εαυτό μου
Πολύ με τυράννησε με την άλλη του εποχή
… Οι λέξεις εννοούν αυτό που δε λένε

Με τέτοιες αναστολές η ποίηση μοιάζει με ηχώ που φωνεί μέσα από ραγισματιές οροπεδίου, αντί της σπηλαίας βοής, που εκφαίνει την ανατριχίλα του δέους της αβύσσου, τον μετεωρισμό του ουρανίου χάους, την εκστασιαστική υπαπαντή του μυστηρίου και την ψυχική γιόστρα με τον Θάνατο, στοιχεία του Λόγου της συνείδησης και του πνεύματος. Αυτά τα στοιχεία ελευθερώνει ο Λόγος του Έρωτα και αυτά σημαίνει και η Ποίηση. Όμως στα ποιήματα της συλλογής όλα αυτά μένουν ανολοκλήρωτα και μακρινά, θολές εικόνες του θυμικού, του εγκάρδιου πόθου, του ονείρου και εκχέουν πενία της ομιλίας του σώματος και υποταγή του ελεύθερου φρονήματος του πνεύματος. Κι όμως, ρυθμοί, γλωσσική αρμονία και πλουσιότητα, συμβολοποίηση εικόνων της Ζωής και εικονοποιΐα σκεμμάτων και συμβολισμών προδίδουν ποιητικό τάλαντο όχι ευκαταφρόνητο, ύφανση ποιητική που αντέχει σε κάθε κριτική, ποίηση που εκφεύγει του ρηχού συρμού και της εύκολης γραφής.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑ-ΓΡΙΒΑ

Ο ΠΥΚΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου έχει ένα πλούσιο λογοτεχνικό έργο. Μέχρι σήμερα, και είναι νέα και υποσχόμενη, έχει ήδη γράψει επτά ποιητικές συλλογές, μια συλλογή διηγημάτων, εννέα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και σενάρια.
Προσωπικά, λόγω της ενασχόλησής μου με τις εκδόσεις Μανδραγόρας ήρθα σε επαφή με το έργο της το 2011, όταν μας εμπιστεύτηκε προς έκδοση τα χαϊκού της. ΄Ηταν η συλλογή με τον τίτλο «Κατεπείγον», ένα ποιητικό σώμα που περιελάμβανε 116 ποιήματα. Αν σκεφτούμε ότι τα χαϊκού είναι ποιήματα που αποτελούνται από 3 στίχους εκ των οποίων ο πρώτος και ο τρίτος έχουν 5 συλλαβές ενώ ο δεύτερος 7, αντιλαμβανόμαστε ότι το να γράψει κανείς χαϊκού είναι μια μορφή δύσκολης άσκησης. Ο ποιητής πρέπει να τιθασεύσει την έμπνευση και τα μηνύματά του σε μια πολύ αυστηρή και απίστευτα σύντομη και λιτή φόρμα. Θα έλεγα ότι είναι πολύ απλούστερο να γράψει κανείς ένα μεγάλο ποίημα σε ελεύθερο στίχο παρά ένα και μόνο χαϊκού. 116 λοιπόν χαϊκού, που όλα κερδίζουν τον αναγνώστη σε πρωτοτυπία και νοήματα, απαιτούν απόλυτη αφοσίωση, σκληρή δουλειά και αριστοτεχνική χρήση της γλώσσας. Παραθέτω μερικά για να γίνει κατανοητό πώς η συγγραφέας κατορθώνει μ’ αυτές τις 17 μόλις συλλαβές να εκφράσει ολοκληρωμένες θέσεις που απηχούν την κοσμοθεωρία της για τη ζωή (DNA Επιβάλλεται/ ονείρων και πράξεων/ ταυτοποίηση), την αξία της αυτοκριτικής (Προσφώνηση: Έντιμο λάθος/ καλωσόρισες ξανά/ στην ύπαρξή μου// Ο πρώτος αντίπαλος: Κόντρα στο ρεύμα/ κυνήγησα πρωτίστως/ τον εαυτό μου), τον ρόλο της συνείδησης στον πνευματικό της κόσμο (Διά βίου: Επιείκεια/ δεν έδειξε ο χρόνος/ στη συνείδηση), την αξία της αγάπης (Ανυπεράσπιστος: Λευκή σημαία/ υψώνω στην αγάπη/ Παραδίνομαι!), την αξία τελικά της ίδιας της ζωής (Αυτοδικία: Ο αυτόχειρας/ ποτέ δεν πήρε χάρη/ απ’ την ψυχή του).
Nα σημειώσω απλώς για γραμματολογικούς λόγους, ότι η Eλένη στα χαϊκού της βάζει και τίτλο ο οποίος, συνήθως, συνδιαλέγεται με το ποίημα. O τίτλος είναι κάτι που δεν υπάρχει στην κλασική ιαπωνική παράδοση των χαϊκού, η δημιουργική προσθήκη όμως είναι στοιχείο εξέλιξης και τίποτα, κατά την άποψή μου, δεν πρέπει να είναι ταμπού. Xαϊκού με τίτλο λοιπόν πρωτοέγραψε στα ελληνικά ο Σεφέρης και πλέον έχει δημιουργηθεί μια σχολή στην ελληνική γλώσσα με πρωτεργάτη τον σύγχρονό μας ποιητή Xάρη Mελιτά.

Μόλις ένα χρόνο μετά τα χαϊκού, η Ελένη εξέδωσε μια συλλογή διηγημάτων. Κι αν τα χαϊκού έχουν αυστηρή φόρμα που δεν επιδέχεται καμία παρέκκλιση, τα διηγήματα είναι ελεύθερος πεζός λόγος που δεν υπόκειται σε κανόνες. Η ίδια όμως και στα διηγήματά της έθεσε κανόνες. Κάθε ένα κυμαινόταν, με επιλογή της, γύρω στις 800 λέξεις. O κρυπτογραφικός, θα τον χαρακτήριζα, τίτλος της συλλογής είναι «ΑΦΥΠΝΙΣΗ 800 mg». Πρόκειται για ένα κώδικα που θα τον σπάσετε μόνο αφού διαβάσετε τα διηγήματα. Τότε θα αντιληφθείτε ότι αυτές οι 800 λέξεις σε κάθε διήγημα είναι ένα σοκ. Αφού σας ταξιδέψουν σ’ ένα κόσμο πόνου, πένθους, δεινών, μικρών και μεγάλων προσωπικών τραγωδιών, θα σας αφυπνίσουν θυμίζοντάς σας ότι η τέχνη της ζωής είναι να βλέπεις τη χαρά που μπορεί να σου δώσει η πιο απλή στιγμή, ένα ηλιοβασίλεμα, ένα λουλούδι, η εικόνα ενός αγαπημένου· η αφύπνιση λοιπόν λειτουργεί, ως φάρμακο που περιέχεται στις 800 λέξεις. Έτσι, επειδή η περιεκτικότητα στα φάρμακα μετριέται σε mg, αποκωδικοποιούμε: Aφύπνιση 800 mg. Ευρηματικός τίτλος, πυκνός, πρωτότυπος και ακριβής. Εξίσου όμως πυκνά, πρωτότυπα, ευρηματικά και ακριβή είναι και τα «δραματικά» διηγήματά της, τα οποία καταφέρνουν στις 800 λέξεις τους να έχουν:
1. Πλοκή· όλα έχουν αρχή, μέση, τέλος, διηγούνται μια πλήρη ιστορία.
2. Έχουν από έναν μέχρι τρεις ήρωες των οποίων οι χαρακτήρες είναι διακριτοί, καθορισμένοι και σαφώς περιγεγραμμένοι, και
3. Διατυπώνουν ένα ηθικό δίδαγμα.
Παραθέτω χαρακτηριστικά από το διήγημα με τίτλο «Σαν λύσεις τα σκοινιά»: Αλληλοκοιτάχτηκαν οι ληστές, ρίξανε ένα βλέμμα στα δυο σφικτοδεμένα θύματά τους και με μια σιωπηλή συνεννόηση σάλπισαν ταυτόχρονα υποχώρηση. Μείνανε οι δυο τους, με τις ζωές τους δεμένες επάνω στις καρέκλες του σαλονιού, αμίλητοι μες στα πολλά που λέγανε τα μάτια τους.
Βάλθηκε να κινείται σπασμωδικά, πάνω κάτω, δεξιά κι αριστερά, σε μια προσπάθεια να χαλαρώσει τα δεσμά του. Μάταιος κόπος, μα κοίταξε τη δακρυσμένη της θωριά και συνέχισε.
Το πρωί προσμένανε το γιο τους. Σίγουρα τότε θα αναπνέανε αέρα ελευθερίας, μα μέχρι το πρωί μπορούσε να μαζεύει το κουράγιο του και να προσπαθεί να φτάσει κοντά της. Άκουγε την καρδιά της να τον καλεί, άκουγε την καρδιά του να την αγαπά όπως παλιά. Αλήθεια, πού ήταν κρυμμένη τόσο καιρό ετούτη η στοργή και τρυφερότητα, που τους επισκέφθηκε απόψε, αντάμα με το φόβο;
Είδε το βλέμμα της να καρφώνεται στο πάτωμα, ακολούθησε το ταξίδι του. Κάτι λαμπύριζε ανάμεσα σε πεταμένα χαρτιά κι αντικείμενα. Ένα φως, απ’ το παρελθόν φερμένο, άναψε μέσα του. Η βέρα του, η βέρα που δεν έβαζε εδώ και χρόνια και την είχε αφημένη σ’ ένα ξύλινο κουτί με την πρόφαση ότι τον στένευε πια, έπεσε φαίνεται απ’ τα χέρια των ληστών. Γλίστρησε κάπου αθέατη.
Κοιτάχτηκαν. Εκείνος κι εκείνη. Έτσι όπως δεν είχαν κοιταχτεί για χρόνια. Οι καρέκλες τους ήταν τόσο κοντά πια. Αν έγερνε το κεφάλι του, θα μπορούσε ίσως να αγγίξει το δικό της. Κι αν έγερνε κι εκείνη το κεφάλι της, θα μπορούσαν να κρατήσουν αυτή την επαφή σαν μια παρηγοριά στην ανημπόρια τους.
Το χάραμα τους βρήκε δίχως τα χρόνια της φθοράς. Μπήκε ο γιος τους στο σαλόνι νωρίς το πρωί, με το φως της άνοιξης να κυνηγά όλα τα γκρίζα λόγια που ξεστόμισε κάποτε η απομάκρυνση. Έσκυψε, έλυσε τα σχοινιά τους, μαζί και την αγάπη τους και την άφησε ν’ αρμενίσει με νέα πανιά στο μέλλον.
Xάρη λοιπόν στην πυκνότητα των κειμένων, στην άριστη χρήση της γλώσσας και στην πλοκή, η συλλογή διαβάζεται μονορούφι, κεντρίζει το ενδιαφέρον, το κάθε διήγημα σε καλεί να διαβάσεις και το επόμενο, κι αν κάπου στα μισά μπορεί να ξενίσει η αλληλουχία των τραγικών ιστοριών, στο τέλος το βιβλίο χαρίζει στον αναγνώστη εκείνο το εσωτερικό χαμόγελο που μόνο η κατανόηση των πνευματικών αξιών στη ζωή μπορεί να προκαλέσει.

Λίγο καιρό μετά τα διηγήματα η Ελένη είχε έτοιμη προς έκδοση μια συλλογή με δίστιχα. Η «Διμερής συμφωνία» που εκδόθηκε το 2013 περιέλαβε 186! δίστιχα. Κι εδώ έχουμε την ίδια πυκνότητα στο λόγο. Σε δυο γραμμές ολοκληρώνεται η εικόνα, ο αφορισμός, η σκέψη, η φιλοσοφία ζωής της. Διαβάζω: Περπάτησα ανάμεσα σε λέαινες κι αμνούς/ απλώνοντας το χέρι πότε για χάδι και πότε για εξημέρωση// Ποια θάλασσα Ερυθρά θα ανοιχτεί στα δυο για τις πορείες μου/ έτσι που να ξεφύγω από τα πάθη και τα λάθη που διώκουν το σκοπό μου;// Eναντιώνεται η μνήμη σ’ ένα μέλλον/ που θέλει να βαδίσει απερίσκεπτο// Κράτα εκείνη την αγάπη, που φτερά σού δίνει σαν τον Ίκαρο/ μα ποτέ σιμά στη φλόγα δε σ’ αφήνει, να μη λιώσεις.

Κι αμέσως μετά, σχεδόν ταυτόχρονα με την «Λίμνη των κύκλων» (Μανδραγόρας 2014), την τελευταία ποιητική συλλογή της, η Ελένη Αρτεμίου κυκλοφόρησε ένα έμμετρο παιδικό παραμύθι, με τον τίτλο «Για ένα χαμόγελο». Ένα παραμυθάκι για το πώς επέστρεψε το διαρκές χαμόγελο, αυτό που φθόνησε η κακιά μάγισσα και θέλησε να το σβήσει από τα χείλη των ανθρώπων, στη χώρα με το όνομα «Χαμογελία» (Eκεί χαμογελούσαν συνεχώς/ μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη/ O βασιλιάς και όλος ο λαός/ απ’ το πρωί μέχρι αργά το δείλι) Kαι πάλι η συγγραφέας θέτει αυστηρούς κανόνες στον εαυτό της: όλη η πλοκή ξεδιπλώνεται σε ομοικατάληκτες τετράστιχες στροφές.

Συμπεραίνω λοιπόν: αυτό που αισθάνομαι παρακολουθώντας το έργο της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου τα τελευταία 4 χρόνια, είναι ότι το κάθε βιβλίο της είναι ένα προσωπικό στοίχημα, ένα στοίχημα που βάζει με τη γλώσσα και το κερδίζει. Έτσι ενώ οι πρώτες ποιητικές συλλογές της αποτελούνταν από ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, όπως σε ελεύθερο στίχο είναι και η Λίμνη των κύκλων, –ένα ιντερμέδιο άραγε στον αγώνα της με τις αυστηρές λογοτεχνικές φόρμες ή επιστροφή σε πιο ελεύθερες μορφές έκφρασης;– η Ελένη από το 2011 και μετά, φαίνεται ότι δουλεύει ασταμάτητα, υποθέτω νυχθημερόν για να έχει αυτή τη λογοτεχνική παραγωγή, προσπαθώντας να βρει τον πιο πυκνό τρόπο να εκφράσει τις σκέψεις της, είτε πρόκειται για ποίηση είτε για πεζό λόγο. Το στοίχημά της είναι η χρήση όσο το δυνατόν λιγότερων λέξεων για τη διατύπωση ολοκληρωμένων νοημάτων, νοημάτων που συνήθως απηχούν το δικό της αξιακό σύστημα. Ένα αξιακό σύστημα καθαρό, με διακριτό το σωστό από το λάθος, το ηθικό από το ανήθικο. Κι αν το ίδιο έλεγα πριν δυο χρόνια στην εκδήλωση που έγινε στο Κίτι, για την παρουσίαση των διηγημάτων της, τώρα μπορώ να το υποστηρίξω στηριζόμενη και στα δίστιχα και στο παραμύθι και στα χαϊκού. Ο γελαστός καλός βασιλιάς τα καταφέρνει. Το χαμόγελο γυρνά στην Χαμογελία. Αυτός που ηττάται είναι η μιζέρια, το κακό, η κατήφεια, ο φθόνος. Σε κάθε διήγημα μες από τις 800 λέξεις αναδεικνύεται ανάγλυφα το καλό και το κακό, υπάρχουν ήρωες που κερδίζουν την κάθαρση δίνοντας ακόμα και τη ζωή τους. Στα δίστιχα και στα χαϊκού η ποιητική έμπνευση αναδύεται μέσα από τους ελάχιστους στίχους και προσφέρει μαθήματα ζωής.
Η Ελένη λοιπόν κερδίζει τα στοιχήματά της γιατί έχει ξεκάθαρη σκέψη, κρυστάλλινες αρχές και αίσθηση δικαίου, αλλά παράλληλα είναι μια τεχνίτρια της γλώσσας, γνωρίζει σε βάθος τα ελληνικά, αξιοποιεί τον πλούτο τους, δημιουργεί σχήματα λόγου και εργάζεται επίμονα και ακούραστα για να επιτύχει τη λογοτεχνική μορφή που κάθε φορά επιλέγει.
Και καταφέρνει να μας προσφέρει αισθητική απόλαυση μέσα από τις ξεκάθαρες, διατυπωμένες με απόλυτη ακρίβεια, πλούσιες ιδέες της.

 

Φοίβος Νικολαΐδης

Εκλεκτή ποιήτρια και συγγραφέας «Κάνει άλματα πέραν της φθοράς»
Χαρισματική και πολυτάλαντη, διακρίνεται σε διάφορους τομείς, με την ίδια πάντοτε επιτυχία. Δημιουργική και ικανή, αναδύει τις σκέψεις και τους στοχασμούς της, σμιλεύοντας με δεξιοτεχνία τον ποιητικό της λόγο. Κάθε της λέξη, βγαίνει μέσα από τα εσώψυχά της, διανύοντας ασταμάτητες περιπλανήσεις, του νου και της καρδιάς. Οι στίχοι της πριν απογειώσουν το λόγο της, διαγράφουν τροχιά γύρω από τις έντονες πνευματικές της αναζητήσεις. Αποτυπώνει, όσο γίνεται πιο πιστά, στις ωραίες της ποιητικές πινελιές με τα πλούσια χρώματα των συναισθημάτων και τους ήχους της ψυχής της. Γλυκύτατοι ψίθυροι καρδιάς, τα ποιήματα της, ακούγονται σαν μια υπερβατική μελωδία στο άπειρο.

Από τα πρώτα της βήματα, εργάζεται σκληρά και συνεχίζει μέχρι σήμερα με την ίδια σοβαρότητα και ζήλο. Άνθρωπος χαμηλών τόνων, με περισσή ευγένεια και εσωτερικό πλούτο, γοητεύει με το λόγο της και καθηλώνει με τα ποιήματά της. Εκείνο που ξεχωρίζει στην Έλενα, πέραν του πλούσιου της έργου, είναι η αύρα που εκπέμπει και σε αιχμαλωτίζει με την πρώτη κιόλας ματιά.

Η Ελένη είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ευαισθησίες, προβληματισμούς και ενδιαφέροντα για τα κοινά. Γνωρίζει αρκετά καλά, όλα εκείνα τα απαραίτητα «μικρά μυστικά» που τη βοηθούν να γράφει όμορφους στίχους, που ελκύουν την προσοχή, των αναγνωστών.

Η Ελένη βρίσκει μέσα από την ποίηση τη χαρά, που δίνει ο ρυθμός της και η μουσικότητα, που μπορεί κανείς να διακρίνει. Η ποίηση για την Ελένη, έχει ρυθμό σ’ ένα μουσικό πλαίσιο. Είναι σαν να ακούς ένα τραγούδι. Ένας ρυθμικός, συμβολικός, συμπυκνωμένος τρόπος σκέψης, ένα μοτίβο. Η ποίηση για την Ελένη σημαίνει ο απόλυτος τρόπος έκφρασης, η ελευθερία της εκφραστικότητας. Η απελευθέρωση των συναισθημάτων μέσω των στίχων, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει.

Καθοδηγείται από μια απίστευτη αγάπη για τη ζωή και έναν έρωτα για την ποίηση, που την υπηρετεί με πάθος. Οι στίχοι της διακρίνονται από μια υψηλή καλαισθησία και ευαισθησία. Είναι δοσμένη ολοκληρωτικά στην ποίηση ψυχί τε και σώματι. Γι’ αυτήν είναι ο απόλυτος τρόπος έκφρασης στις μεγάλες χαρές ή λύπες, από την εφηβική της ηλικία, που άρχισε να απλώνει τις σκέψεις της στον ποιητικό καμβά.

Η ποιητική της έκφραση βρίσκει διεξόδους στα όμορφα ποιήματά της με θεματολόγιο από τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα και γενικά τον άνθρωπο. Οι στίχοι της έχουν εκφραστικότητα, λυρισμό και αρμονία, αφήνοντας τον θεατή να ταξιδέψει μέσα από τα κρυμμένα μηνύματα που προβάλλει. Με πρωτοτυπία περιεχομένου και φροντισμένη επιμέλεια, γίνονται αφετηρία για αναζήτηση άλλων παραμέτρων της ζωής. Το αποτέλεσμα της δουλειάς της είναι εξαιρετικά όμορφο. Η Ελένη είναι μια ποιήτρια με καλπάζουσα φαντασία, δημιουργική με μεγάλες δυνατότητες.

Πέραν από την ποίηση, ασχολείται συστηματικά με το γραπτό λόγο. Πλάθει όμορφα παραμύθια, ντύνοντάς τα με το βελούδο της ψυχής της για τρυφερές ψυχούλες. Οι διακρίσεις της πολλές, συνθέτουν ένα μακρύ κατάλογο κι έχουν περάσει και στον ελλαδικό χώρο τιμώντας την Κύπρο.

Μετά από τόσα βραβεία και διακρίσεις η Ελένη νιώθει εντονότερη την ευθύνη, για να συνεχίσει, να γράφει και να παρουσιάζει τα έργα της. Τα βραβεία για την Ελένη, αρχικά, ήταν μια καλοδεχούμενη, ευχάριστη έκπληξη. Τώρα, αποτελούν το σημείο αναφοράς ευθύνης, για να της θυμίζουν την ευθύνη, να προσπαθεί, να γίνεται ακόμη καλύτερη. Το ταλέντο της, το θεωρεί ως ένα θείο δώρο, για το καλό όμως, όλων.

Θαυμάζει πολλούς ποιητές και ξεχωρίζει τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Αναγνωστάκη το Τ. Έλλιοτ και πολλούς άλλους. Έχοντας το φιλοσοφικό υπόβαθρο και τα γερά θεμέλια ως στάση ζωής, τα γνωμικά που την εκφράζουν, είναι το «Παν Μέτρον Άριστον» ως επίσης και το «Ες αύριον τα σπουδαία» (Πάντα υπάρχει το αύριο, κυνήγησέ το). Σλόγκαν της όμως στη ζωή είναι η φράση του Οδυσσέα Ελύτη: «Κάνε άλμα πέραν της φθοράς». (Να ξεπεράσεις τον εαυτό σου).

 

Aφύπνιση 800 mg

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑ-ΓΡΙΒΑ

Eλένη Aρτεμίου-Φωτιάδου, Aφύπνιση 800 mg, διηγήματα
εκδ. «Mανδραγόρας», σελ. 127

ΔEΛTIO TYΠOY

Τριάντα εννέα διηγήματα που σχεδόν όλα ολοκληρώνονται περίπου στις 800 λέξεις –εξ ου και ο τίτλος της συλλογής. Κάθε ιστορία αφορά μια στιγμή κρίσης στη ζωή του πρωταγωνιστή της, μια κρίση που εκτονώνεται με την «αφύπνιση» του κεντρικού ήρωα.
Η αφηγηματική αλληλουχία και η συνεχόμενη ροή από διήγημα σε διήγημα, αναδεικνύουν την κοινή κεντρική ιδέα του βιβλίου καθώς η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου παρακολουθεί συμπάσχουσα τον πόνο και τις στιγμές απογνωσης στη ζωή των ανθρώπων.
Η Αρτεμίου με μια γραφή βατή, καθημερινή, απλή επιτυγχάνει να περιγράψει έντονες συναισθηματικές καταστάσεις. Mε ακρίβεια αλλά και με αφαίρεση στην εξιστόρηση κορυφώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο οποίος «εξαναγκάζεται» να συμμεριστεί τα συναισθήματα και τις εντάσεις των ηρώων. Ο λόγος της, στην πρώτη πεζογραφική απόπειρα μετά από πέντε ποιητικές συλλογές και οκτώ βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, είναι κλασικά διαρθρωμένος, ταυτόχρονα όμως δυνατός και φορτισμένος, με εμφανή την ποιητικότητα (Έξω το ψιλόβροχο ξεψυχούσε με μικρές, κουρασμένες σταγόνες) που αξιοποιείται για να προσδώσει ακόμα μεγαλύτερο βάρος και βάθος στο κείμενο: Έκανε ένα γύρο με το βλέμμα στο δωμάτιο. Μύρισε τη μιζέρια στα ξεχαρβαλωμένα έπιπλα στο φθαρμένο καναπέ, στις κουρτίνες που κρέμονταν σαν ικέτιδες στα τζάμια. Πήρε βαθιά αναπνοή και το αποφάσισε. Έψαξε βιαστικά στο σωρό με τα κουρέλια, φόρεσε το μοναδικό φουστάνι που στεκότανε ακόμα λιγάκι αξιοπρεπώς στο κορμί που δάμασε ο χρόνος. Έσιαξε όπως όπως τα μαλλιά της, ξεθωριασμένα σαν την κρύα μέρα στο κατώφλι της και κίνησε με τα πόδια να βρει τη χαμένη ελπίδα.
Τα σχήματα του λόγου χρησιμοποιούνται αριστοτεχνικά· δεν είναι κραυγαλέα, δεν ανακόπτουν τη ροή, αντίθετα παρασύρουν τον αναγνώστη στην πλοκή και επιτείνουν το ενδιαφέρον για την εξέλιξη της ιστορίας μέχρι την τελική κάθαρση: «Ένα δόρυ αιχμηρό τρύπησε τις αντιστάσεις της, μπήκε εκείνη η άνοιξη στην ύπαρξή του, αφήνοντας ελεύθερη την κατάδυσή του στο χθες., καινούριος ουρανός πιο δροσερός θα στάξει τις καινούριες μέρες που έρχονται».
Όμως, τα διηγήματα παρότι περιγράφουν στιγμές θλίψης, απόγνωσης, μοναξιάς, πένθους, παραμένουν στο βάθος τους αισιόδοξα, καλοσυνάτα, ανθρώπινα. Δυο μικρά δείγματα:
Βγήκαν στο δρόμο, περπάτησαν ακουμπώντας στην άκρη της καρδιάς τους, φτάσανε μέχρι το σύνορο της αγάπης τους, το διάβηκαν κι ανοίξανε καινούριο ουρανό επάνω από την καθημερινότητά τους. Πλατύτερο, να χωράει το αναπάντεχο και πιο γαλάζιο, να βάφει όλες τις άχρωμες ώρες τους. (σελ. 13)
Πήρε το πρώτο αεροπλάνο κι ήρθε ν’ ανοίξει την αγκαλιά του στο Γιώργη, σαν φωλιά που κλείνει μέσα της το κρύο της ψυχής. Και σαν κόπασε η πρώτη συγκίνηση έβγαλε απ’ την τσέπη το κλειδί. Τέσσερα δωμάτια όλα κι όλα. Και στο πίσω μέρος μια μεγάλη αυλή. Για να φυτεύει, πια τις αντοχές και τις ελπίδες, προσμένοντας ολόχρονα τους πολύτιμος καρπούς της. (σελ 83).
Η «Αφύπνιση 800 mg» είναι ένα βιβλίο που θα διαβαστεί και θα συγκινήσει.

«Μ»

H Eλένη Aρτεμίου-Φωτιάδου κατάγεται από την Αμμόχωστο. Είναι Διευθύντρια Δημοτικής Εκπαίδευσης και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στον κλάδο της Εκπαιδευτικής Διοίκησης .
Ασχολείται με την ποίηση και την παιδική λογοτεχνία καθώς και με το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο.
Το λογοτεχνικό της έργο έχει τύχει διαφόρων διακρίσεων και είναι συνεργάτης της International Art Academy.

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ

«Αφύπνιση 800 mg»
(Εκδόσεις Μανδραγόρας)
Η Ελένη Φωτιάδου- Αρτεμίου είναι μια ποιήτρια. Αυτό είναι γνωστό. Οι στίχοι που έχω διαβάσει, κατά καιρούς, είναι εξαιρετικοί. Το ύφος της, οι λέξεις, τα μηνύματα, τα καλολογικά στοιχεία, η γλώσσα, οι ελιγμοί της γλώσσας, οι ατάκες, δίνουν μια ζωντάνια και μια ελκυστικότητα στην ποίησή της. Και αρέσει.

Όλα αυτά όμως ενυπάρχουν και στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Αφύπνιση 800 mg”, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρα.
Δηλαδή ο πεζός της λόγος έχει και μια ποιητικότητα, που τη νιώθει ο αναγνώστης κατά την ανάγνωση. Μια μορφή ελεύθερου στίχου, είναι εμφανής, σε πολλά σημεία κάθε κειμένου. Αυτό προσδίδει ένα επί πλέον ενδιαφέρον προνόμιο, να λες δηλαδή μια ιστορία και η αφήγησή σου να έχει και ρυθμό στις λέξεις, στις φράσεις, στις ενότητες.

Θεωρώ πολύ έξυπνη την ιδέα τα αφηγήματα να μη ξεπερνούν σε μάκρος τις 800 λέξεις (εξ ού και το… 800 mg). Από μόνες τους οι ιστορίες διαβάζονται ξεκούραστα, ενώ το μικρό τους μήκος ευνοεί ακόμα πιο πολύ την ευχερή ανάγνωση.
Σε αυτό το είδος γραφής φυσικά επικρέμαται ο κίνδυνος να λείπουν στοιχεία από την ιστορία, αλλά εδώ η συγγραφέας έχει καταφέρει να βάζει τον αναγνώστη να συμπληρώνει την «αφαίρεση» και να μη του λείπει τίποτα. Αυτό είναι πολύ δύσκολο να το πετύχει κανείς. Γι αυτό πολλοί πεζογράφοι αποφεύγουν το διήγημα, φοβούμενοι μη πέσουν στην παγίδα της γραφής μιας απλής … περίληψης της ιστορίας και δεν καταφέρουν τελικά να πουν αυτό που θέλουν μέσα σε 2,3,4 σελίδες. Ή ακόμα να τους ξεφύγει η πένα και να επεκταθούν, οπότε το τελικό σχήμα δεν θα είναι πια ούτε διήγημα αλλά ούτε και μυθιστόρημα. Τα κείμενα της Ελένης είναι πλήρη διηγήματα και μάλιστα πολύ ωραία.

Οι ιστορίες είναι καθημερινά θέματα συνηθισμένων ανθρώπων που ζουν γύρω μας. Τα βλέπουμε, τα ακούμε, συμμετέχουμε, τα σχολιάζουμε, τα φέρνουμε σαν παραδείγματα, άλλοτε προς μίμηση, άλλοτε προς αποφυγή. Η αγάπη δεν λείπει από την πλοκή των ιστοριών και όπως πιστεύω και το έχω γράψει και σε δικά μου κείμενα, τα συμβάντα γενικά είναι σαν την αγάπη που άμα δεν κυκλοφορήσεις δεν την συναντάς. Το διαδίκτυο διευκολύνει μεν αλλά δεν υποκαθιστά την ανθρώπινη επικοινωνία, ούτε την απτή σχέση μας με το βιβλίο. Γι αυτό θεωρώ ότι το βιβλίο γενικά ποτέ δεν θα πάψει να υπάρχει.

Το βιβλίο της Ελένης μου άρεσε πολύ και ως… βιβλίο. Παίζει και αυτό το ρόλο του. Το χαρτί, το χρώμα η εικόνα στο εξώφυλλο, το άγγιγμα, ακόμα και οι γραμματοσειρές και το μέγεθος των στοιχείων. Αλλά εγώ νομίζω ότι όλα τα βιβλία του ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑ προκαλούν μια ιδιαίτερη οπτική και απτική έλξη, που οφείλεται στην καλαίσθητη επιμέλεια των εκδόσεων. Νομίζω ότι ο Κώστας Κρεμμύδας, σε κάθε έκδοση και βέβαια στα διηγήματα της Ελένης Φωτιάδου- Αρτεμίου δείχνει να «νοιάζεται» σαν να επρόκειτο για δικά του γραπτά. Αυτό είναι σπουδαίο και … σπάνιο.

Στις συλλογές διηγημάτων -όπως και ποιημάτων- άλλο αρέσει πιο πολύ και άλλο λιγότερο. Εν προκειμένω όλα τα διηγήματα της Ελένης μου άρεσαν πολύ. Πρέπει να πω όμως ότι μερικά από αυτά, εγώ προσωπικά, με αμιγή υποκειμενικότητα, τα θεώρησα ως μικρά αριστουργήματα.
Σαν κριτήριο βάζω πάντα ένα περίεργο συναίσθημα που μου προκύπτει όταν κάτι μου αρέσει πολύ. Λέω μέσα μου: μακάρι να το είχα γράψει εγώ. Αυτό το είπα για τα διηγήματα της Ελένης, παρα πολλές φορές.-

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, Αφύπνιση 800 mg – Διηγήματα
Eκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2012

Το διήγημα εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ανοδική πορεία. Η ταραγμένη εποχή, και ειδικά ο ελληνικός, ο ελλαδικός ορθότερα, χώρος λόγω της κρίσης που τον μαστίζει, αποτελεί σκηνικό, μπροστά στο οποίο εκτυλίσσονται άπειρες μικρές ιστορίες, αμέτρητα δράματα, με ήρωες άτομα του πόνου και της ανάγκης. Τις διάχυτες αυτές σκηνές το διήγημα μπορεί και τις αποτυπώνει σύντομα, σκληρά, τραγικά, σύμφυτα με την οδυνηρή πραγματικότητα. Δεν πρόκειται, μάλιστα, για απόμακρες περιπτώσεις περιθωριακών ομάδων, αλλά για ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που μέχρι χθες απολάμβαναν μια παραπλανητική ηρεμία με τον συνακόλουθο εφησυχασμό. Η ζωή όμως έφερε τα πάνω κάτω και οι όλβιοι βρέθηκαν άνεργοι, ανέστιοι, μόνοι. Οι νεόπλουτοι έγιναν νεοπένητες. Είναι τα ναυάγια της κρίσης των ημερών μας, είναι οι λεηλατημένες ψυχές και τα ερείπια της σημερινής ζωής, είναι αυτοί, από τους οποίους αντλεί τις ιστορίες της η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου.
΄Αρχισα εντοπίζοντας το γενικό κοινωνικό πλαίσιο, το κοινωνικό σκηνικό, όπως ανέφερα, μπροστά στο οποίο διαδραματίζονται τα διηγήματα της «Αφύπνισης», μιας αφύπνισης σοκαριστικής και όχι υπό τους επαναλαμβανόμενους προγραμματισμένα και γλυκά ήχους ενός ρολογιού. Με άλλα λόγια, στην περίπτωσή μας δεν αλλάζεις νωθρά πλευρό με την άνεση της μακάριας αναβολής∙ τινάζεσαι έντρομος από τον αφυπνιστικό τρόπο και τα κατεπείγοντα μηνύματα της συγγραφέως.
39 μικρά διηγήματα περιέχει ο τόμος που παρουσιάζουμε, τρισέλιδα στην πλειονότητά τους, δομημένα ομοιόμορφα, με έναν ή δύο ήρωες, σύντομες ιστορίες που αφήνουν οδυνηρά στίγματα και γεύση δηλητήριου στη γλώσσα. Κάποιο ατυχές συμβάν, μία κοινωνική κακοτοπιά, η παρουσία του θανάτου σε κάθε σχεδόν σελίδα, που πλαισιώνει και αναβαθμίζει τη δυστυχία, αποτελούν την αφορμή για τη συγγραφέα να πλέξει τις ιστορίες της. Με κομμένη ανάσα ο αναγνώστης περιμένει την έκβαση και φτάνοντας στο τέλος αποκομίζει αυτό που η συγγραφέας επιδίωξε, την αφύπνιση, αφύπνιση όντως πολλών mg, αλλά μετρημένων λέξεων, με διπλή δράση: η πρώτη είναι εφιαλτική, αποτέλεσμα κάποιας τραγωδίας, και αφήνει πίσω της ερείπια, τραυματικό προβληματισμό και ανθρώπινα ράκη με λεηλατημένες ζωές, εγκαταλείψεις, προδοσίες, πληρωμένους έρωτες, νεκρωμένες ή δολοφονικές μνήμες. Η άλλη, και αυτή πρέπει να την πιστώσουμε στην ευαισθησία της συγγραφέως, αφήνει ένα αμυδρό φως ελπίδας στο βάθος της ταραγμένης σκέψης και το φως αυτό δίνει κουράγιο για μία νέα αρχή, χωρίς υποσχέσεις και ωραιοποιήσεις∙ αρχή που εμφωλεύει πάντα στην καρδιά του πάσχοντος ανθρώπου και τον οδηγεί σιγά σιγά στην ανάνηψη. Είναι ένας προβληματισμός, ευοίωνος, αισιόδοξος και τονωτικός.
Ο θάνατος, όπως ανέφερα, καθιστά πιο τραγική την κατάσταση που βιώνουν οι ήρωές της. Πρόκειται για θάνατο δικών τους προσώπων, που έρχεται να αλλάξει τη ζωή τους, να συντελέσει στην «καταστροφή» τους. Μάλιστα, εξαιτίας του η κοινωνική παθογένεια και η αναλγησία παίρνουν δραματικότερες διαστάσεις. Δίπλα του κυριαρχούν η μοναξιά και η ερήμωση. Είναι η έλλειψη ανθρωπιάς των καιρών μας, που αποτελεί το άλλο αίτιο της μεγάλης διάστασης που παίρνουν οι ανθρώπινες αναποδιές, είναι η έλλειψη ενός αδελφικού, ενός φιλικού χεριού που θα βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του ο αναξιοπαθών, ο παραστρατημένος, ο αδικημένος, με μια λέξη ο κάθε δυστυχισμένος. Ξεχωρίζουν, λοιπόν, με την κυριαρχία της απερήμωσης αυτής τα διηγήματα του βιβλίου, επειδή ακριβώς αποδίδουν το κλίμα της δικής μας εποχής, και αυτήν έμμεσα καταγγέλλει η συγγραφέας, μέσα από την ακηδία, την αδιαφορία, την πρόκληση των εφησυχασμένων, θέλοντας να υποδείξει ότι κανενός η θέση δεν είναι πλέον ασφαλής, θίγοντας έτσι το κοινωνικό και ανθρωπιστικό χάος του αιώνα μας.
Η Ελένη Αρτεμίου πιστεύει στις ανθρώπινες αντιστάσεις, στην ψυχική αντοχή που περιορίζει το ατυχές συμβάν στην υλική του διάσταση και αποτρέπει την ηθική διάβρωση και τη σήψη. Με τον τρόπο αυτό αναθερμαίνει την υπνώττουσα πατρότητα και συνακόλουθα το κέφι για ζωή, θεραπεύει τις διαψεύσεις, κατασιγάζει τα ερωτικά πάθη, ακυρώνει τον χωρισμό και συνενώνει τους ανθρώπους στις κρίσιμες στιγμές, στις οποίες η ενότητα λειτουργεί ως φάρμακο κατά της δυστυχίας και ως ενδυνάμωση της αξιοπρέπειας.
Διαβάζοντας τα διηγήματα, μετά τα πρώτα από αυτά, δημιουργείται στις πρώτες πρώτες αράδες τού εκάστοτε επόμενου μία αίσθηση επανάληψης, μία στερεότυπη πρακτική προϊούσας παρακμής. Ωστόσο, όσο εξελίσσεται η ιστορία, η ομοιότητα χάνεται και ανοίγεται με τρόπο ρεαλιστικό μια άλλη ιστορία, με ευρηματικότητα αξιοπαρατήρητη στα θέματα, που όντως υπάρχουν στην καθημερινή μας ζωή. Όμως ανά περίπτωση είναι τέτοιες οι διαφορές, που με το τέλος της ανάγνωσης αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης τη διαφορά, την άλλη εκδοχή, τη αλλότροπη αντιμετώπιση, την αποπνικτική πολυπλοκότητα της παθογένειας, την ανάσα ενός συνανθρώπου που, παρά την έντονη προβολή του αποξενωμένου Άλλου, δεν παύει να είναι μέρος του εαυτού μας. Είναι η λύτρωση που αφήνει να διαφαίνεται στο τέλος των περισσότερων διηγημάτων της η συγγραφέας, η οποία εναπόκειται στην επικοινωνία και την καθαρή σχέση με τον συγγενή, τον οικείο, τον διπλανό μας, τον άγνωστο εν τέλει συνάνθρωπο.
Θα σταθώ για λίγο στα διηγήματα του τόμου που σχετίζονται με τα ερωτικά πάθη και την ηθική καταστροφή ή την ανάδυση της μέγιστης αξιοπρέπειας από αυτά. Και θα αναφερθώ στο ότι το είδος των διηγημάτων αυτών που καλλιεργεί η συγγραφέας, είναι γνωστό από τα τέλη του 19ου αιώνα στη λογοτεχνία μας. Ακόμη, ότι κάθε εποχή ανέδειξε διηγηματογραφικά τα παθήματα του ανθρώπου από τον έρωτα και το χρήμα, όταν αυτά παραβιάζουν την κρατούσα ηθική και την κοινωνική ισορροπία. Με τα διηγήματά της, θέλω να πω, η συγγραφέας αποτελεί έναν εκπρόσωπο του διαχρονικού αυτού είδους στη δική μας εποχή, όταν, υπό τις σημερινές συνθήκες, οι εφαρμογές και τα δεινά που προκαλούν στους ανθρώπους είναι πρωτόγνωρα. Από την πρόσφατη διηγηματογραφική παραγωγή θυμάμαι να αναφέρω δύο καλές συλλογές της Μαρίας Κουγιουμτζή, το Άγριο βελούδο, του 2008, και το Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου, του 2013, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Ο άνθρωπος θα ερωτεύεται και θα επιδιώκει την ευημερία και την υλική άνεση. Αλλά και θα υπερβαίνει το μέτρο, θα αδιαφορεί για τα όρια, καταλήγοντας στην ύβρη εξαιτίας της εκμετάλλευσης, της παρανομίας, της παράβασης. Την παραβατικότητα αυτή στην εποχή μας από τον καταστροφικό συνδυασμό της άνομης σύνδεσης ερωτικού πάθους και λατρείας του χρήματος αποτυπώνει σε αρκετά από τα εν λόγω πεζογραφήματά της η συγγραφέας.
Το υλικό της, παρμένο από την επικαιρότητα, από τον τύπο, από την τηλεόραση, από την περιδιάβαση στους δρόμους της σκληρής ζωής, μας φέρνει στο νου έναν μάστορα και μεγάλο δάσκαλο του είδους, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι αντλούσε τον πυρήνα των ιστοριών του από τις εφημερίδες της δικής του εποχής. Εννοώ τον κερκυραίο πεζογράφο Κωνσταντίνο Θεοτόκη και τις Κορφιάτικες ιστορίες του, αλλά και τα μεγάλα μυθιστορήματά του, όπου τα ερωτικά πάθη αποτελούν κακή μοίρα του ανθρώπου και οδηγούν στην τίση.
Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό και να μη δω τις ομοιότητες, τυχαίες ή διακειμενικού χαρακτήρα∙ την εκλεκτική συγγένεια, θα πρόσθετα διευκρινιστικά. Ο τίτλος, για παράδειγμα, της γνωστής νουβέλας του Θεοτόκη Η τιμή και το χρήμα με παραπέμπει στον τίτλο, επίσης, του διηγήματος της Ελένης Αρτεμίου «Κόστος και τιμή»∙ και επί του περιεχομένου, το τέλος του ωραίου πρώτου διηγήματος του βιβλίου, με τίτλο «Το κλάμα», με οδηγεί στο τέλος της νουβέλας που προανέφερα, όπου η μητρότητα, το ήθος και η αξιοπρέπεια νικούν το ερωτικό πάθος και ακυρώνουν την κοινωνική κατακραυγή.
Δεν είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ έως τώρα με το έργο της κύπριας συγγραφέως, παρά τη συχνή ενασχόλησή μου με τα κυπριακά γράμματα. Με θητεία στην παιδική λογοτεχνία και την ποίηση, και ανάλογες εμπειρίες στη δημιουργική γραφή, δοκίμασε πρόσφατα μόνο, αν δεν απατώμαι, τις διηγηματογραφικές δυνάμεις της στην αφηγηματική λογοτεχνία για ώριμους αναγνώστες, και μάλιστα αντιστρέφοντας τους κοινωνικούς όρους: με στροφή δηλαδή από την ευαισθησία της παιδικής αθωότητας και την αγνότητα της παιδικής ψυχής, από τον θαυμαστό δηλαδή κόσμο της παιδικής ηλικίας, στη σκληρότητα της βιοπάλης, της στυγνής εκμετάλλευσης και της εκπόρνευσης των ψυχών. Έχω την ευχάριστη εντύπωση ότι απέδωσε με πειστικό τρόπο τον φθαρμένο κόσμο των μεγάλων, εμφυσώντας την παιδική αλήθεια και λίγες, έστω, αισιόδοξες στιγμές, ακτίνες ελπιδοφόρου φωτός στις ταραγμένες ψυχές των παραστρατημένων ή αδικημένων ενήλικων ηρώων της.

 

Χαιρετισμός Πρέσβη της Ελλάδος στην Κύπρο, κου Βασίλη Παπαϊωάννου, στην παρουσίαση του έργου της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου
« Η λίμνη των κύκλων» (Λάρνακα, 3 Νοεμβρίου 2014)

1. Με χαρά απευθύνω θερμό χαιρετισμό στην παρουσίαση του έργου της καταξιωμένης συγγραφέως Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου «Η λίμνη των κύκλων». Το έργο της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου αποτελεί ακόμα μία απόδειξη ότι η ελληνική λογοτεχνία, ως πνευματική δραστηριότητα, δεν αναπτύσσεται αποκλειστικά στο στενό γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας αλλά στον ευρύτερο πνευματικό χώρο του Ελληνισμού, αναπόσπαστο κομμάτι του οποίου αποτελεί και η καλλιτεχνική παραγωγή της Κύπρου.
2. Και αν τελικά αληθεύει αυτό που είπε ο Οδυσσέας Ελύτης, ότι γράφουμε για να αφήσουμε «ίχνη αθανασίας», τότε το σημαντικό και πολυποίκιλο έργο της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου στο χώρο της ποίησης, της παιδικής λογοτεχνίας αλλά και του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σεναρίου επιβεβαιώνει την προσπάθεια μιας λογοτέχνιδας να αποτυπώσει με τα μέσα της τέχνης αγωνίες και ελπίδες καθημερινών ανθρώπων, δυσκολίες αλλά και χαρές της ανθρώπινης ζωής.
3. Τα πολυάριθμα βραβεία και οι σημαντικές διακρίσεις της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου (Βραβείο Κώστα Μόντη 2010, Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου το 2009 και 2011, καθώς και πλήθος διακρίσεων σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς) επιβεβαιώνουν την ευρεία αναγνώριση που έχει λάβει το έργο της, ενώ πολύ γνωστά και αγαπητά στο τηλεοπτικό κοινό είναι και τα έργα της για την τηλεόραση («Ο Δάσκαλος», «Γκρίζος Ουρανός», «Μανόλης και Κατίνα», «Άνεμοι του Πάθους»)
4. Επαναλαμβάνω ότι η Πρεσβεία της Ελλάδος παραμένει σταθερά προσηλωμένη στην ανάδειξη του Πολιτισμού μας στο πλαίσιο του προγράμματος δράσης της. Στην επιδίωξη αυτή, θεωρώ ότι οι λογοτέχνες και γενικά οι πνευματικοί άνθρωποι αποτελούν την εμπροσθοφυλακή στην πορεία για τη χάραξη του νεότερου πολιτισμού μας. Και εμείς χτίζουμε όσο μπορούμε πιο δημιουργικά πάνω στο έργο αυτό.
5. Σήμερα η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο της ιστορίας τους. Η πρωτοφανής κρίση που περνάμε δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση πολιτισμική. Η μελέτη της λογοτεχνίας και η προβολή της πολιτιστικής μας παρακαταθήκης, παραμένει ένα σπουδαίο όπλο στην διάθεσή μας με αναμφίβολα τεράστια δύναμη. Η λογοτεχνία αποτελούσε, εξάλλου, πάντοτε το καταφύγιο των ευαίσθητων ψυχών από την οποία αντλούσαν δύναμη για το παρόν και τις δυσκολίες του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ίσως η καλύτερη λογοτεχνία γράφτηκε σε εποχές κρίσης.
6. Συγχαίρω και πάλι την λογοτέχνη Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου και εύχομαι κάθε επιτυχία στη σημερινή εκδήλωσή σας.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΝΗΜΕΣ ΣΤΟ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ

 

 

ΑΝΝΑ ΚΑΚΟΥΛΛΗ

Πίνακας: ΑΝΝΑ ΚΑΚΟΥΛΛΗ

 

 

ΝΤΙΝΑ ΠΑΓΙΑΣΗ-ΚΑΤΣΟΥΡΗ

Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα επιμένουν
ν’ ανθίζουν στο Ακταίο.
Μια πόλη μες στο συρματόπλεγμα.
τα χέρια της ματώνουν
και ποιος να της γιατρέψει
τις πληγές;

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Κάθε Αύγουστο
νοικιάζεις ένα ζευγάρι κιάλια
τα βάζεις στα μάτια
κι ονειρεύεσαι…
την πολιτεία
πέρα από τα γκρίζα δέντρα,
την πολιτεία
που απλώνεται μέχρι τη θάλασσα.

 

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

Σώμα τ’ Αυγούστου
με δυο σκοτώστρες άρβυλα
με χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
κίβδηλα πρόσωπα
πως επανέρχεται
με προσωπεία τώρα απονενοημένων καιρών;

 

 

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΙΜΑΚΛΙΩΤΗ

Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση

 

 

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΣΙΑΤΟΥ

Γύρισα μα δε μπόρεσα να βρω το νησί μου.
Το πήρε ο πόλεμος.
Αθώα μαζί και ένοχη
θυμούμαι τους πλακόστρωτους δρόμους
που χάθηκαν ένα πρωί
μαζί με τα παιδιά που θέλησαν να τραγουδήσουν.

 

 

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

 

 

ΑΛΕΞAΝΔΡΑ ΖΑΜΠA

Εκκρεμείς κοιτούσαμε αργά
και κύματα τα ανακατεμένα μαλλιά
ρύθμιζαν ελαφρά λυτά φτερουγίσματα
Τα κορμιά τεντώνονταν στο διάχυτο αδύναμο φως
τα βλέμματα τότε γλυστρώντας ξάπλωναν
και ήταν Σάββατο…

 

 

ΒΕΡΑ ΚΟΡΦΙΩΤΗ

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες
οικουμενική εκκρεμότης.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

Ίσως να ‘ναι και παρήγορο
που δε θυμάμαι τον ξεριζωμό,
που δεν ακουμπά τη μνήμη μου
ο κρότος απ’ το κλείσιμο της πόρτας
για τελευταία φορά.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

Κύκλωπα βράχε
οροσειρά της μοίρας του τόπου
και των στιγμών
η αιθέρια μουσική των κυμάτων
έρχεται ολοένα κοντά σου
μα πάντα φεύγει

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού,
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το μαρτύριο
που δένει τη γη μας, τον τροχό που στενάζει
η πατρίδα μας, την πληγή στο σώμα του Ιησού.
Εσύ δεν λες τίποτα
μα η πληγή στο σώμα του Ιησού
δεν στερεύει.

 

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.
Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ

Ακούω μόνο τη φωνή της θάλασσας
Μουσική πάνω στους βράχους της σιωπής
Κι όσο κι αν με θωρείτε να ‘μαι κύμα λευκό
Πνιγμένα κρίνα είναι κάτω απ’ τον αφρό μου.
Έχω μια γεύση μνήμης αλμυρής στο στόμα
Του Ιουλίου μήνα με φοβίζει η φωνή
Και αυτών που πνίγηκαν στις τρικυμίες.

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΣΩΝΗ

Οι λεμονιές σου θ’ ανθίσουν και πάλι
σκορπώντας απλόχερα μυρωδιές
που μεθούν την ψυχή
και μεστώνουν τον πόθο
για τον γυρισμό…

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
οι άγιοι που μας φανερώνονται
να τους ανάψουμε το καντήλι

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΟΡΗΣ

Θα ‘ρθει κάποτε μια μέρα
Με κάποια πολλαπλότητα
Στο φέρσιμο της
Μια μέρα όμορφη ίσως
Που η ιστορία δε θα ρωτά
Για κάτι που δε φταίξαμε

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε
για τον Πενταδάκτυλο
είναι γιατί
μοιάζει χτυπημένο πουλί
με δυο φτερούγες
καρφωμένες στο χώμα.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Προδότες και προδομένοι
ίδιες ευθύνες
ίση μοιρασιά του καιρού-μου.
Το λυκόφως του συμβιβασμού
κάνει τις φλέβες της ανοχής
διάφανες.

 

 

ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ

Γεννάνε τα κογχύλια σκοπό ανατρεπτικό
κι εγώ αναζητώ τη Ρήγαινα
όπως την ύφανε η γιαγιά στον αργαλειό
χωστό μαζί της για να παίξω.
Μα αυτή είν’ άφαντη απ’ του μύθου τα λημέρια,
στέκει στα οδοφράγματα
εθελόντρια στην εθνική φρουρά

 

 

ΒΑΣΙΛΚΑ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ
σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου
και της προδοσίας.

 

 

ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ

Εκείνο το μικραστέρι
αντίκρισε τη σκλαβωμένη Αμμόχωστο
και κρύφτηκε στο άπειρο.
Εκείνη η ηλιαχτίδα
ακούμπησε στο ερειπωμένο κρησφύγετο
στο Δίκωμο και πάγωσε.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΗΝΑΡΑΣ

Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…
Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
πως των αδυνάμων τα λάθη
πληρώνονται με απώλεια
και με των ισχυρών το κέρδος.

 

 

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ

Να τους οι εξουδετερωμένοι
παρέα με τους μεγάλους μοναχικούς ποιητές
πορεύονται
έξω από τα τείχη και της δικής μας πόλης
ο Αττίλας ήρθε να «αποκαταστήσει την ανατραπείσα τάξη»

 

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Μακριά σου ανάστησα οργή, Οθέλλους ενός κόκκινου καημού
Και ζήτησα το πάθος μου να πνίξω
Σε μνήμες μέσα πληγιασμένες απ΄ του ΄Αδη το κοντάρι
Και τότες έτρεχε το αίμα της ψυχής και της αγάπης
Αμμόχωστος των παιδικών μου ανθώνων,
Των παιχνιδιών του ήλιου στους βλαστούς της ύπαρξής μου

 

 

ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης
και της χαράς που λαχτάρησα
η συνύπαρξη
σ’ ένα πανηγύρι των ανατροπών…
Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.

 

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ

Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
πρώτη φορά.
Δίχως συνθήματα θα ερωτευόμαστε εις τούς αιώνας
στην πόλη την κλειστή
ώσπου ν’ ανοίξει – επιτέλους – η δειλή καρδιά της

 

 

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

Βαδίζει, περνώντας απ’ την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να ‘ναι ακέραιο.
Πιο γενναίος απ’ όλους ο πρόσφυγας
που του αρκεί ο ήλιος να βαδίζει εμπρός

 

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

Ο χρόνος κλείστηκε
μες τα πηγάδια της Μεσαορίας
τα πουλιά φορέσαν
μια βουβή φλογέρα
κι οι νεκροί κρατάνε το χώμα
στις τρύπιες παλάμες τους.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.
Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.

 

 

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.

 

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Καμένα τα δέντρα η γη ρημαγμένη.
Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.
Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.
Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά
σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων
το αίμα ξεπετιέται ακράτητο
και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων

 

 

ΛΙΛΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Δεν έγραψα πολλά γι’ αυτά που μας χωρίζουν
μα ούτε και γι’ αυτά που μας ενώνουν.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
φουσκώνει χρόνο με το χρόνο
και έχει γίνει ένα τεράστιο αερόστατο πάνω από την πόλη
που κρύβει τον ήλιο.
Η σκιά του χαράχτηκε στη γη, στην πλάτη και το μέλλον μας
ανεξίτηλη μελανιά.

 

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Λευκωσία 1974
Γιέ μου γιέ μου μιλιούνια τα αλεξίπτωτα
Πώς πέφτανε ο πατέρας σου άρρωστος η γιαγιά
Άρπαξα το ρολόι φύγαμε ξέχασα να κλείσω τις βρύσες
Ανατολικά η πορτοκαλιά την αγαπούσα έλεγες
Τί να σου πω κλαίαμε πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας Βόρεια της Λευκωσίας μιαν
αγωνία που ζήσαμε

 

 

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι.
Είπα θα πεθάνω εδώ
κι ακόμα ζω αλλού.

 

 

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Ένα φεγγάρι σαν κλωστή
πάνω απ’ τη Λευκωσία
20 του ’Ιούλη 1979,
πάνω από τη γη όλο ξεχνάς
το κοφτερό μαχαίρι

 

 

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάθε πρωί
Ακονίζω τη μνήμη μου
Κι ένα μαχαίρι
Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν
Σε δυο κομμάτια με χωρίζει.
Τα παιδικά μου χρόνια με συνθλίβουν

 

 

ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
και φίλεψαν τον χάροντα
με πλούσιο τραπέζι.

 

 

ΝΟΡΑ NΑΝΤΖΑΡΙΑΝ

Ξαναπές μου εκείνο το παραμύθι, πατέρα.
Το παραμύθι για την ακρωτηριασμένη χώρα
και τα όνειρα της που εξοντώθηκαν.
Για την εκκλησία που έκλαψε,
την αλήθεια που κατηγορήθηκε πως έλεγε ψέματα,
τις φωνές που ξεσχίστηκαν σαν άκρα του σώματος.

 

 

ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ

Υπόσχομαι
ύμνους άλλων ηρώων
να μη σιγοτραγουδήσω
Υποσχεθείτε όμως κι εσείς
πως δεν θ’ αφήσετε
άλλο πετροχελίδονο
ν’ ανέβει στον ιστό

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

Στον προσφυγικό συνοικισμό
ήξερες την προέλευση του καθενού.
Έβλεπες το σπίτι της κυράς Αντρούλας
πνιγμένο λεμονόδεντρα,
μια μικρή Λάπηθο είχε φτιάξει.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ

Ζω την κατοχή στη χώρα
στην ψυχή
στον έρωτά μου.
Σβήσανε τον κύκλο που ’χα κάνει για εμάς
με κιμωλία πράσινη
και πάμε παρακάτω.

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

Ό,τι έγραψα ήταν υποσημειώσεις.
Στίχους δεν έγραψα,
θαύμαζα τα αιώνια ποιήματα που περπατούν
τα απογεύματα στις λεωφόρους της Λευκωσίας
και της κάθε πολιτείας
που φημίζεται, για την εξαίσια στιχοποιία της…

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΑΠΑΠΑΣ

Άσπρη μέρα, επιτέλους,
σαβάνωσε την ημισέληνο
στο αμίλητο βουνό.
Αναίσθητος όμως ο ήλιος
βούρτσισε στο πι και φι
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ

Πώς έγινε Θεέ μου, αυτό το θαύμα!
Ύμνε Ελληνικέ, γεμάτε φώς,
ντύσου τον ήλιο της Ανατολής,
έλα να διαλύσεις τ’ άγρια σύννεφα,
τη λύτρωση να φέρεις στη μικρή πόλη μας,
και ν’ αποδώσεις λεύτερο στο πέλαγο
το σκλαβωμένο, μες στο κάστρο, αρχαίο καράβι.

 

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΙΛΛΑΣ

χαμένη χώρα
μέσα στην πίκρα ταξιδεύοντας του Τεύκρου,
κατάβρεχτη πυξίδα νόστου αιώνιου,
Σκηνή του Μαρτυρίου
εγκαταλελειμμένη
μέσα στη λεηλατημένη μνήμη
των Ελλήνων.

 

 

ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

Η Λευκωσία μας αποδημεί στους χάρτες
σε αταχυδρόμητες φωτογραφίες
απ’ τις ψηλές ταράτσες την κοιτάμε
να ταξιδεύει στην ποδιά του Πενταδάκτυλου.
Μα η άλλη Λευκωσία φυλλορροεί στα στήθη μας
στα βραδινά μας βλέφαρα
η Λευκωσία μας η παλιά
η Λευκωσία μας

 

 

ΕΛΛΗ ΠΑΙΟΝΙΔΟΥ

φαντάσματα, φαντάσματα τού χθεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι’ εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι’ αβάσταχτη μάς φέρνετε ευωδιά χαμένου δυόσμου;

 

 

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ- ΠΑΠΑΔΟΥΠΟΥΛΟΥ

Μα πώς ξηγείς
του Πενταδάχτυλου
πώς όλα τούτα εσκεμμένα έγιναν,
πώς ξηγείς πώς ήταν
εκ προμελέτης
πώς τούτος ο Ιούλης
ήρθε με ψευδώνυμο
κ’ ένα κρεσιέντο ενατένισης
στο θάνατο μας;

 

 

ΚΑΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ- ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.

 

 

ΚΛΑΙΡΗ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

Δένεις, Αμμόχωστος,
τον ήλιο
στη χρυσή αμμουδιά
εκεί που άνθισαν τα κρίνα
και φτερούγισαν
τα όνειρά μας ουρανοτάξιδα.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα –
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

 

 

ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ

Πρόσφυγες είμαστε
που επισκεπτόμαστε σαν τουρίστες
τα σπίτια μας
ακέφαλοι
ματαιωμένοι
χωρίς ταυτότητα.
Πριν γίνουμε στήλες άλατος
βρε αδερφέ,
έναν καφέ θα τον πιούμε…!

 

 

ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ

Με πράσινο
περνά την πράσινη γραμμή
με κόκκινο
κατάργησε την κατοχή
Και θαλασσίς
γυρίζει στη Γιαλούσα
γυρευοντας
να ξαναγεννηθεί.

 

 

ΝΙΚΗ ΛΑΔΑΚΗ-ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Είκοσι μαρτυρολόγια
δε φτάνουν για την Κύπρο.
Μνήμη, εκείνα τα παιδιά
ήταν οι αγαπημένοι μου φίλοι,
εκείνα τα κοριτσόπουλα
ίδια η ψυχή μου.
Μνήμη,
τ’ αυγουστιάτικα σούρουπα
κράτησε το πρόσωπο τους.

 

 

ΠΙΤΣΑ ΓΑΛΑΖΗ

Με πυρσούς αναμμένους, με ορμή, με απέραντη υπομονή και μαρτύριο
Αξιοθέα, Αρσινόη Δημόνασσα, Αντωνού.
Γενναίες, δίκαιες των δικαίων, δυνατές και μεγάλες
Με μάτια πρησμένα απ’ τα δάκρυα κι ωστόσο αδάκρυτες
Να χαιρετούν την λευτεριά
Και με το αίμα τους να γράφουνε συνθήματα ατούς τοίχους

 

 

ΑΝΘΟΣ ΛΥΚΑΥΓΗΣ

Ιούλιο μήνα
βγαίνουν τα μαχαίρια
στον κάμπο. Και το βουνό
πιστάγκωνα δεμένο
σαν το τραγί στα χέρια
του χασάπη.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ

 

Γεννήθηκε το 1962 στις Μοίρες Ηρακλείου. Από το 1993 ζει και εργάζεται στη Βέροια. Έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά με τη μουσική και τη
ζωγραφική.

ΒΙΒΛΙΑ

Παράλληλη μνήμη, Εντευκτήριο (2017)
Προσομοίωση, Ενδυμίων (2013)
Διαδικασία αναβολής, Ενδυμίων (2011)

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
Ποιητικός πυρήνας: Ανθολογία, Ενδυμίων (2012)

 

1-Untitled.FR12

ΠΡΟΣΩΜΟΙΩΣΗ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΒΟΛΗΣ

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ (2017)

 

ΗΡΘΕ

με βρήκε γυμνό
απροστάτευτο
οι λέξεις άρχισαν να χοροπηδάνε
σαν κύματα σε πλώρη

με χτύπησε στον ώμο
σήκω
ήρθε η ώρα
να βαπτιστείς στις αλυκές

να ξεχάσεις τη ματιά σου
να πάρεις δρόμο ονείρου
να είμαι κύμα
να είσαι τρικυμία
να είμαστε ένα
αδιέξοδο
αντίδοτο
αντίδωρο
βροχή
πηγή
και εν τέλει
τέλος και αρχή
μέση άκρη
φωνή δόνηση δάκρυ
μαχαίρι μαυρομάνικο
μαντίλι
μαντιλίδα
ουσία άστρων

 

 

ΑΝΕΣΤΙΟΣ

έβαλα τη φορεσιά της λύπης
περπάτησα μέρες σε μονοπάτια
δρόμους σκοτεινούς, ήσυχους
φωταγωγημένους και θορυβώδεις

αρνήθηκα τη λάμψη της φωτιάς
όσο κι αν με τραβούσε

με τις καύσεις των ερειπίων
άλλαξε η ρότα της ανησυχίας μου

έζησα δύο αιώνες εξορία
μα ξαναγύρισα

ξέχασα, ναι
όμως η λήθη σμίλεψε τη φωνή μου
η μνήμη, α! ναι η μνήμη
μητέρα σκληρή
απροσπέλαστη ερωμένη
σπασμένος σκληρός δίσκος

ένα όστρακο
είναι η αμοιβή μου
κάθε καλοκαίρι

 

 

ΜΑΝΑ

όσο περνά ο χρόνος
κι οι μέρες κυλούν με ταχύτητα
μένει στην καρδιά ένα ημερολόγιο τοίχου
σκέφτομαι πόσοι ποιητές σε ύμνησαν
σε λάτρεψαν σε εξύψωσαν
τρομάζω με τον εαυτό μου
γιατί τάχα γράφω ποιήματα
(κι έναν στίχο για σένα δεν βρήκα)
κάποιοι λένε είναι καλά
κι άλλοι με λένε γραφικό
μα δε με νοιάζει μάνα
κοιτάζω τον χρόνο κατάματα και δεν μου λείπεις
κοιτάζω τον καθρέφτη και βλέπω τη μορφή σου
σε βλέπω
μαλλιά, χαμόγελο, μάτια, ίδια όλα
κλωνάρι σου είμαι

 

 

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

κοχύλι στο βαθύ το μπλε
είμαι λησμονημένο
αφέθηκα στην άνοιξη
και στον ξανθό Σεπτέμβρη

χορεύουν οι τουρίστριες
φλεγόμενες τα βράδια

στον βράχο που τον χάιδευε
ένα γλυκό αεράκι
μου στέλνει χαιρετίσματα
ο καπετάν Περδίκης

τσακίσαμε τα όργανα
χάθηκαν οι πυξίδες
κι η δόλια η αδερφούλα μου
μαζεύει μαντιλίδες

και στην κορφή του λιονταριού
κρυφός καημός ηκούσθη
είναι η αγάπη ακριβή
ξερή μα πλουμισμένη
σαν πέρδικα φεγγοβολά
και πάει στα ουράνια

 

ΥΛΟΤΟΜΙΑ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

τόσο πολύ σ’ αγάπησα
που σε περιφέρω
σαν επιτάφιο

τόσο μου λείπεις που θαρρώ
πως άνοιξη δεν θα ’ρθει

ούτε φύλλο δεν ράγισε
ούτε ανάσα ακούστηκε
μόνο η ομορφιά κύλησε
δάκρυ διαμάντι

κι ο θρίαμβος;

μια νύχτα, οι νεωκόροι των εκκλησιών
θα σαβανώσουν και τις τελευταίες ελπίδες
και ο αόμματος αρχαιοφύλακας θ’ αποδράσει
μ’ ένα αντίγραφο της απτέρου νίκης

 

 

ΕΝ ΜΕΣΩ ΘΕΡΟΥΣ

χούντα
μουντά χειμέρια τα πάντα
κι ωστόσο Ιούλιος
κι ο Αύγουστος να απέχει αιώνες

η μάνα έχει βρει σκάρους

επιστράτευση
άλλοι σκαρώνουν την ιστορία
άρον άρον τ’ αφήσαμε όλα
και γυρίσαμε Μοίρες με τον Μύρο

αναψυκτικά Λέντας «κάνουν καλό»
κάτι ήξεραν οι ιερείς του Ασκληπιού
ψάχνω την πηγή
μεταμφιέζομαι σε ασθενή και οδοιπόρο
χάραξα τον δρόμο μου στην κακοτοπιά

παντού στον κάμπο επίστρατοι
περιμένουν πόλεμο
φθινόπωρο
θάνατο

δε φοβάμαι τη ρίζα μου
ανθίζει
κρυφίως και αενάως

 

 

ΗΡΘΑΝ

μας βρήκαν ανυποψίαστους
κάπνιζαν ξενικά τσιγάρα
τη θλίψη πάνε διακοπές
εμείς νομίζαμε πως ήταν αυθεντίες

θέμα οπτικής
εκείνοι στη διαφορετικότητά μου
και εγώ στα όνειρά τους
που ήταν γκρίζα
όπως οι ψυχές τους

why not με μια απόκλιση στο τέλος nor
ή κάτι σαν τρέλα

το είπε και μια γραμματέας υπουργείου:
εδώ οι άντρες μυρίζουν θυμάρι
και οι γυναίκες δενδρολίβανο

 

 

ΟΜΗΡΟΣ

παιδί κοίταζα ώρες
τον πατέρα ξαπλωμένο
να ακούει ραδιόφωνο

Νήπιο ακόμα
με ρώτησε η κυρία:
-τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
-αγρότης απάντησα
-όχι, κυρία, φώναξε μια γειτονοπούλα
είναι τυφλός

Πρώτη φορά ένιωθα λυπημένος
ήξερα κι έκρυβα ό,τι γνώριζαν όλοι

Άρχισα να ψάχνω
τον άγνωστο άνθρωπο
που ζούσαμε
στο ίδιο σπίτι

Μιλούσε και έβγαιναν πουλιά πολύχρωμα
χειρονομούσε και διηύθυνε
αόρατες ορχήστρες

μια μέρα τον πλησίασα:
– πατέρα, πώς τόσα χρόνια στο σκοτάδι;
απάντησε:
-ίδωμεν το φως το αληθινόν

 

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ

εν τοις όρεσι και ταις διαβάθραις των κλεισουρών

ο γενέθλιος τόπος μου
μια λιτή εικόνα
μη ρέον ύδωρ
άγρια τοποθεσία
απόκρημνα φαράγγια
άδενδροι βράχοι
δεν επροίκισεν το Βυζάντιο
με πρίγκιπες, αυλικούς, στρατηγούς
επιφανείς κληρικούς

ο κόσμος που γαλουχήθηκα περίκλειστος
μόνη διέξοδος η θάλασσα
το πνεύμα παγιδευμένο
η μνήμη στο αίμα
τα τροπάρια στα γονίδια
το φως στο σκοτάδι και στον φόβο
η ομοθυμία στο πέραν
οι ενιαυτοί στο παρόν

η ψυχή μου πορεύεται σε νέους τόπους

βηματιστής στη σκουριά των ημερών
αναλήφθηκα
ως αιχμή καπνού
στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων

 

 

ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ (2013)

 

Ημερολόγιο Εκπαίδευσης

 

ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ

δεν προσποιούμαι
δε φοβάμαι
οι άγκυρές μου σε μια ξέρα ριζωμένες
σε παγερό κρεβάτι χειρουργείται
η ψυχή μου και η αναισθησιολόγος
ανήσυχη
χρόνος μηδέν ξανά
σμήνη αποδημητικών
των άλλων οι ζωές
ο πόνος ποντικός που βγαίνει απ’ τ’ αλεύρι
πυρ και μανία να ιριδίσει το φουρνάρικο
της νοσοκόμας η μορφή σκουραίνει ολοένα
αγγέλου μοιάζει σκοτεινού που κάνει χρέη θανάτου
φριχτό των φίλων το φιλί
ήσυχος ύπνος

 

 

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΟ

προσοχή κύριε, θα μείνετε στείρος
βγάλτε τη βέρα και
βάλτε στην καρδιά το ρουλεμάν
βαθιά αναπνοή
ύστερα στύσις
ανάρπαστοι και παραγωγικοί
δημόσιοι υπάλληλοι
κύριε Καρυωτάκη
δώστε τη σφαίρα
και εμείς αναλαμβάνουμε τα υπόλοιπα

να πάρεις παραπεμπτικό
σφραγίδα στρογγυλή στη γραμματεία

αθέλητος συνωστισμός
σε σκοτεινούς διαδρόμους
με τους πλασιέ εταιρειών
και τα ετοιμοπόλεμα
γραφεία τελετών

 

Παρενέργειες Εκπαιδευομένου

 

ΣΟΥΡΟΥΠΟ ΣΤΟ ΛΕΝΤΑ

Γλυκά νυχτώνει απόψε
μια νοσταλγία με ξελογιάζει
πετώ τη μάσκα
ο τόπος μου
άδειος καθρέφτης

πόσες φορές να σε τραγούδησα αγαπημένη!

λυτό σούρουπο καλοκαιριού
υγρό φιλί στο στόμα

η φλογέρα φταίει για το λυγμό
του θυμαριού
που ακονίζει το τοπίο

 

 

ΑΝΑΝΗΨΗ

ρίγησα δέος με τον Κάλβο
μια νύχτα στο Λιβόρνο
ήμουν το σφάγιον
ένιωσα το βλέμμα του
το παγερό χαμόγελο
τον ήχο του καθαρτηρίου
φωνές –να τον προλάβουμε έλεγαν–
φωτάκια αναβόσβηναν
με λύσσα ενός πνιγμένου
στης Γόρτυνας το δίστρατο
είπα να πάω στα μέρη μου
μήπως και ξαποστάσω
να ξαναπάρω τα βουνά
τη άβολη χαρά μου να γιορτάσω
μια επιβίωση ακόμα ξεκινά

 

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΒΟΛΗΣ (2011)

 

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Το αστρικό σώμα μου
χάνεται, στο φεγγάρι.

Φωνή μου
Πολιτεία αγέρωχη.
Τα λυτά σου μαλλιά
φτάνουν στις εκβολές του Ευφράτη.

Μαζί με το μύθο μου φεύγω…

 

 

ΑΡΙΑΔΝΗ

Έρπω χωρίς μίτο
ομιχλώδης
ακόρεστος ιέραξ ή
θαλάσσιος ίππος
να φεύγω πάμφτωχος.

Όμως στη γλώσσα μου
η αγάπη έχει χρώμα μπλε
και φεύγω πάμφωτος.

Είμαι βαρκούλα στο γιαλό
και συ μεθάς με άστρα.

 

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Σε μυθικές νύχτες
περιστασιακών αναστάσεων
ατενίζω το διάστιχτο
απ’ άστρα σώμα σου.

Κατακερματίζομαι στην Αχερουσία
φωνή μου πέτρινη!

Σπύρο πού είσαι;

 

 

ΝΕΚΡΟΦΑΝΕΙΑ

Το χάραμα, όταν ξεψυχούσα
το μισό στήθος γελούσε.
Τώρα, είπα, όλα πάνε πρίμα!
Το καράβι, στη ρότα
οι δουλειές θαυμάσια…

Και πώς θα φαίνομαι!
Σοβαρότατος στο φέρετρο.

 

 

ΘΡΟΙΣΜΑ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ

Οι λέξεις μου χάνονται
στο κόκκινο των χειλιών σου
γίνομαι μαγικός ήχος
γλιστρώ από τα χέρια σου

Και εσύ όλο να δραπετεύεις
σε πέλαγος θλίψης

Δεν αφήνω ίχνη
χωρίς ενοχές σε πλησιάζω
Όπως το ελάφι την πηγή

 

 

ΦΟΙΝΙΚΕΣ

Πολλές φορές η μουσική
ξυπνά εντός μου ένα μικρό ατίθασο γιατί
Θέλω να σέρνω το χορό
στην πίστα της αιώνιας νιότης
Ν’ ανοίξω τα φλογισμένα μου φτερά

Πολλές φορές η μοναξιά μου
τρυπούσε το ταβάνι
φαίνονταν μόνο ο ουρανός
Και συ να τραγουδάς:

Ουράνιοι ταξιδιώτες είμαστε
του κόσμου…

 

 

ΓΛΥΚΑΝΙΣΟΣ

Μια νέα συνταγή μαγειρέματος θα ακολουθήσω
Πρώτα να τσιγαρίσω πορτοκάλι με λεμονανθούς
Μετά να κόψω την καρδιά κομμάτια σε κύβους
Από αίμα θα πάρω άμεσα το μπλε
Βασιλικό και δυόσμο να δροσίσω τα μέλη μου

 

 

ΒΕΡΟΙΑ

Κάθομαι, παλεύω γελώντας
ροδάκινο αίμα
σταλακτίτες της μοναξιάς
στου Αλιάκμονα τις κοίτες

Χαμηλώνω, χαμηλώνω, ανάπαυση
ζωή τροχόσπιτο-σπιρτόξυλο

Γελώ, γελώ όταν πετώ
στις κερασιές
μίας όασης θανάτου…
0 κάμπος
οι σιδηροτροχιές
μια μελωδία

 

 

ΕΠΡΕΠΕ

Έπρεπε να περάσουνε τα χρόνια
να είναι η καρδιά μου άδεια.
Έπρεπε να κοιμάμαι σε χαρτόνια,
φυγάς του κόσμου αυτού, του άπιαστου.

Μια νέα τυραννία έρχεται από σκοτάδια.
Έπρεπε απλόχερα να ζω και να μη λογαριάζω
τις αντιφάσεις μου να καλοπιάσω.
Τη μοναξιά μου έπρεπε να βγάλω στα σκουπίδια.
Έπρεπε όλα να ‘ναι ίδια ή ν’ αλλάζουν
όπως τα χρώματα της ίριδας να μοιάζουν.
Έπρεπε να ‘σουν εδώ,
την αγωνία του αιώνα να ζήσουμε μαζί

 

 

ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Ανιάτως ωραίος
χωρίς δέος για θεούς και ανθρώπους
εμφανίζομαι.
Με την ψυχή σπαρμένη
ψίχουλα αιωνιότητας.
Στη δίνη ενός ονείρου
φορώ τις μπότες του Ερμή.

Ω! ζωοδότρα πληγή κι αιτία
δεν θέλω άλλη να πάρω αναβολή.

 

 

ΑΠΟ ΤΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΝΔΥΜΙΩΝ
ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ (2012)

 

TURRITOPSIS NUTRICULA

Όποτε με κοιτούσες πέτρωνα!
Όταν με φίλησες ανάσταση
Αργότερα εξέπεσα αξιωμάτων
Διασπάστηκα ον πολυδιάστατο
Όντας Οβίδιος ανίδεος και εύχαρις
Αποδομήθηκα
Και με την Αλεξάνδρα δεν…

Δώδεκα παρά τέταρτο
Είμαι κομμάτια
Μες στα χαλάσματα του Ωκεανού
Να ονειρεύομαι ξανά τον κόσμο:
Απ’ την αρχή

 

 

ΨΕΜΑ

Ο βοσκός ήταν αληθινός
Τα πρόβατα υπήρξαν
Και ο λύκος και το χωριό
Η στάνη
Το μονοπάτι
Όλα
Οι μαζώξεις και οι λιτανείες
Τα ξόρκια και οι νεράιδες
Τα τραγούδια, οι φωνές, η φλογέρα
Το λουλούδι που άνθισε

Ακόμα και οι σιδηροτροχιές
Στον κάμπο μαρτυρούσαν:
Υπάρχει αίμα
Σιωπή
Και το κυριότερο
Οι ψυχές που ίπτανται αενάως
Στον Ουράνιο θόλο

 

 

ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

στο Γιώργη Δασκαλάκη

Άδειο τραπέζι
μου παίρνουν τον καφέ
παίρνουν το γλυκό και τα φρούτα
παίρνουν το κυρίως πιάτο
τα ορεκτικά
το απεριτίφ
μπαίνω στο εστιατόριο

Αυθάδης
Αναστήθηκα

Σούρουπο

Όλη μέρα σκεφτόμουν την ομορφιά
την επιθυμία να συνουσιαστώ με την ουσία του γεύματος
ή της προσδοκίας

Χαράζει

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ

 

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

ΤΑ ΝΕΑ / Βιβλιοδρόμιο/5/8/2017

Επιτέλους, ένα ποιητικό βιβλίο, η «Παράλληλη μνήμη» του Βασίλη Δασκαλάκη, χωρίς ημερομηνίες για το πότε γράφτηκε το κάθε ποίημα, χωρίς αφιερώσεις σε συναδέλφους ποιητές ή σε συγγενικά πρόσωπα, χωρίς ξένες λέξεις ή επεξηγηματικές σημειώσεις στις τελευταίες σελίδες και κυρίως χωρίς μότο – ούτε ένα! -, μην τυχόν και μας διαφύγει πόσο κατατοπισμένος είναι ο ποιητής σε αλλότριους ποιητικούς λειμώνες. Ετσι, τα είκοσι εννέα ποιήματα του βιβλίου επιτρέπουν να διακρίνεις και την εσωτερική βάσανο που τα υπαγόρευσε και την ποιητική μεταστοιχείωση της βασάνου αυτής. Οπως το καθένα ποίημα χωριστά (για παράδειγμα, τα ποιήματα «Εν μέσω θέρους» και «Ομηρος») αλλά και όλα μαζί κατατείνουν στη συγκρότηση ενός «ημερολογίου», αφού μια παράλληλη μνήμη των ανθρώπων και των πραγμάτων, σε σχέση με τη διαρκώς παρούσα και εκφρασμένη, μια μνήμη μυστική και αθέατη, που συχνά ακόμη και το ίδιο το ποίημα σαν να διστάζει να την αγγίξει, αναδεικνύεται σε μια μνήμη απείρως πιο επίμονη και ζωτικής σημασίας. Με τους στίχους «Ένα όστρακο / είναι η αμοιβή μου / κάθε καλοκαίρι», να υπαινίσσεται εύγλωττα πως η ποίηση τελικά είναι η μόνη επιβεβαίωση για το ότι υπήρξαμε.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Τ. 112/ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017

Παράλληλες σκέψεις σε καταγωγικά ποιήματα

Ο Βασίλης Δασκαλάκης γεννήθηκε το 1962 στις Μοίρες Ηρακλείου· από το
1993 ζει και δημιουργεί στη Βέροια. Μετά από δύο προσωπικές ποιητικές
συλλογές (Διαδικασία αναβολής, Ενδυμίων 2011· Προσομοίωση, Ενδυμίων
2013) και μία συμμετοχή στη συλλογική έκδοση Ποιητικός Πυρήνας (Ενδυ-
μίων 2012), επιστρέφει με αυτή τη νέα συλλογή.
Με λίγα λόγια, και για να μπούμε κατευθείαν στο ψητό των ποιημάτων, πρόκειται για μια επιστροφή στα πάτρια, στα καταγωγικά, στην κρητική
παιδική και εφηβική ηλικία, μαχαίρι μαυρομάνικο/ μαντήλι/ μαντιλίδα. Το
ποίημα σαν όστρακο μοιάζει, γιατρικό στον εξοστρακισμό και η μνήμη μητέρα σκληρή/ απροσπέλαστη ερωμένη/σπασμένος σκληρός δίσκος. Όποιος νιώθει ανέστιος, η ρίζα τον κρατά όρθιο —καρδιακή, μητρική, σαν την ποδιά της μάνας -, άλλοτε φωτεινή κι άλλοτε σκοτεινή.
Όλοι είμαστε “κλωνάρια” στην ποίηση του Δασκαλάκη, ο χρόνος πάλι είναι ένα ημερολόγιο τοίχου και η ζωή κάτι σαν τις τουρίστριες στην Κρήτη
που φλέγονται τα βράδια. Ο ποιητής συνεχίζει ανάμεσα στα δύο, κοιτώντας
τον εαυτό του στον καθρέφτη του ποιήματος — κλωνάρι κι αυτός, πέρδικα
και γλυκό αεράκι.
Αν οι λέξεις γίναν θρύψαλα, κομμάτια οι νευρώνες, το ποίημα-κάτεργο βαστά μέχρι ο πρώτος στίχος να ζευγαρώσει με τον τελευταίο, μέχρι ο ποιητής Β.Δ. να πετάξει από τη Βέροια στο Ηράκλειο, να πει στους παιδικούς του φίλους ένα “γεια χαρά”. Στους πρώτους έρωτες, ο ποιητής δεν συμμορφώνεται, ακρωτηριάζει το ποίημα και με τα άκρα του σχηματίζει
αφαιρετικά ερωτικά τέμπλα, μια νέα Πομπηία του έρωτα, πύρινη.
Ο ποιητής Β.Δ. “περιφέρει” την πατρώα παιδική ηλικία σαν “επιτάφιο”,
σαν ποίημα-επιτάφιο, και η ομορφιά κυλά σαν δάκρυ, σαν απόδραση. Οι στίχοι σαν “νεωκόροι” σαβανώνουν – πάντα ένα αντίγραφο απτέρου νίκης θα
είναι ο θρίαμβος του ποιήματος στο χαρτί.
Όταν θυμώνει ο ποιητής με τη θάλασσα ή με τα βουνά της παιδικής του ηλικίας, δεν θωπεύει ακριβώς τη μνήμη, αλλά την ταριχεύει με τεχνικές Αιγυπτίων – μούμια το ποίημα, δύο λέξεις αρκούν για να περιγράφει τη θλίψη του ο ποιητής.
Βαρύ φορτίο η οικειότης, είτε ημεδαπός είτε αλλοδαπός, τουρίστας ή εσωτερικός μετανάστης — στη ζωή και στο ποίημα, ο ποιητής θέλει δεν θέλει θα προσεύχεται σώσουν, Κύριε, τον λαό Σου.
Το ποίημα σαν τελετουργία, σαν αντίστροφη διαδρομή αποκαθήλωσης — η Αργυρώ, η Πηνελόπη, το καπνοπωλείο «Θεόδουλος». Σαν αγριοπερίστερο ο ποιητής Β.Δ., σαν σκυλί σγουρόμαλλο, επιστρέφει ευάλωτο στην παραθαλάσσια σπηλιά του.
Ο ποιητής Β.Δ. κάθε πρωί καπνίζει ένα τσιγάρο-ποίημα, σαν να βγαίνει
στην επιφάνεια του πατρικού του χωριού, σαν “ψάρι”. Το στεριανό ποίημα
δηλαδή, έξω από τα νερά του, επιστρέφει, έστω και νοερά, διά του καπνού
των στίχων, στην πατρική θάλασσα – εκεί ανάβει, εκεί και σβήνει.
Γιατί άδικο χρέος η σπατάλη της ομορφιάς, του έρωτα, της πατρικής ρίζας, γιατί κι ο ποιητής πότε Χριστός πότε Ιούδας, γιατί άλλη η αδελφοποίηση με την τρέλα και άλλη η ποιητική περίφραξη της καρδιάς.
Γιατί και η ποίηση είναι ένας τόπος, μία εξόδιος ακολουθία, όπως το βλέμμα της θλιμμένης γκαρσόνας στην Κρήτη, κύριε Βασίλη, μαύρη ζάχαρη;/ μαύρη κι η καρδιά μου/ψάρι σε δίχτυ.
Γιατί ο τυφλός πατέρας, ξαπλωμένος χρόνια, γνωστός-άγνωστος, έδειξε το φως το αληθινό, όπως το ποίημα κάτοπτρο — μίση αλήθεια φως, μισή σκοτάδι.
Γιατί λίγα λόγια το ποίημα. Μέσα στο πολύχρωμο ζόρι του κάμπου, τσακάλι πένθιμο ο ποιητής Β.Δ., θερίζει την πραμάτεια του, Ιούλιο μήνα, από
τον Βορρά μέχρι τον Νότο.
Γιατί εδώ, στον γενέθλιο τόπο, τόσο ανυποψίαστα, οι άντρες μυρίζουν θυμάρι και οι γυναίκες δενδρολίβανο. Γιατί πόσο πιο απλά να το ονομάσει Παράλληλη μνήμη ο ποιητής Β.Δ., αυτός που βηματιστής στη σκουριά των ημερών/ αναλήφθηκε/ ως αιχμή καπνού /στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων.

 

 

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ
ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Τ. 112/ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017

Βενετία

Ο τίτλος Παράλληλη μνήμη στο εξώφυλλο, σε πρώτη ανάγνωση, είναι ασαφής. Διότι παραμένει ποιητικά αινιγματική η παραλληλία του. Παράλληλη με άλλη μνήμη; Ή μήπως μνήμη παράλληλη με τη ζωή; Το ταξίδι στη μνήμη αποτελεί μία συνάντηση με πράγματα και πρόσωπα πολύ παλιά, που είναι όμως ακόμη ζωντανά και συνυπάρχουν με το τώρα, μια διείσδυση, θα λέγαμε, στον αρχαϊσμό της παιδικής ηλικίας, της ίδιας της ύπαρξης: κρυβόμουν στην ποδιά της μάνας/ ύστατη προσπάθεια/ να επιστρέφω στη μήτρα/[…] κρυβόμουν στα πόδια της ιστορίας/στην αρχή της μνήμης/ όταν τα λουλούδια πρωτάνθιζαν/ στους πιο ψηλούς γκρεμούς.
Ο Βασίλης Δασκαλάκης χρησιμοποιεί την ανάμνηση ως βοηθητικό εργαλείο. Δεν βάζει τους περασμένους ανθρώπους να εκφράζονται απευθείας, αλλά θυμάται ο ίδιος τι έκαναν και τι έλεγαν. Κι ενώ περιμένεις ότι, δεν μπορεί, θα υπάρξουν δυσκολίες στην αξιοπιστία και στην εγκυρότητα τέτοιων δεδομένων που προκύπτουν είτε από την ανεπάρκεια της μνήμης είτε από την επιθυμία να παρουσιάσει κανείς ευνοϊκά τον εαυτό του, ο Β.Δ.
εντέλει δεν μεροληπτεί. Η ανάμνηση μοιάζει να είναι η κατάλληλη τεχνική
για να επανεξετάσει την πραγματική ζωή στον πραγματικό κόσμο, μέχρι να
αποβεί μνήμη παντοτινή: […] τρομάζω με τον εαυτό μου/ γιατί τάχα γράφω
ποιήματα/ (κι έναν στίχο για σένα δεν βρήκα) […] μα δε με νοιάζει μάνα. Ο
ποιητής δεν νοιάζεται γιατί φέρει την “ανάμνηση” της μάνας αποτυπωμένη
στο πρόσωπό του. Όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη του, βλέπει ότι είναι ολόιδιος αυτή. Η μνήμη τότε εγκαθίσταται με σάρκα στα οστά του.
Το παρελθόν είναι πανταχού παρόν, σαν τη μαλακή λάσπη στον πυθμένα της θάλασσας που βρέχει ολόγυρα το νησί της καταγωγής του. Ο Κρητικός Δασκαλάκης γλιστρά μέσα της χωρίς να το καταλαβαίνει, και το παρόν βυθίζεται κι αυτό: κοχύλι στο βαθύ το μπλε/είμαι λησμονημένο – χορεύουν οι τουρίστριες – μου στέλνει χαιρετίσματα/ο καπετάν Περδίκης – τσακίσαμε τα όργανα – κρυφός καημός ηκούσθη – είναι η αγάπη η ακριβή. Οι παραπάνω στίχοι, αλιευμένοι από το ποίημα «Θαλάσσια διαδρομή», αποδεικνύουν τη χρονική ανάμειξη, την εναλλαγή ενεστώτα-αορίστου, το πισωγύρισμα από το παρόν στο παρελθόν μέχρι τη βεγγαλική ανάληψη της αγάπης, που σαν πέρδικα φεγγοβολά/ και πάει στα ουράνια.
Αλλού, οι εντυπώσεις που ξενίζουν δημιουργούν μία ατμόσφαιρα, μία γήινη συνθήκη, η οποία αναδημιουργείται ακατάπαυστα από τις επαναληπτικές εμφανίσεις των φυσικών στοιχείων που γεμίζουν τα μάτια και πλημμυρίζουν το μυαλό: παντού το νερό και η πέτρα. ω! αιώνια μάνα/—μητέρα θαλασσόβρεχτη —/συγχώρεσέ με/ ω! άνεμε, σπλαχνίσου με/ κάποτε έπινα τον ήλιο/η πέτρα έλιωνε στα χέρια μου.
Στο ποίημα «Θαλασσογεωγραφία» ο ποιητής λυχνίζεται και απολυχνίζεται, για να σχολιάσω παιγνιωδώς τους στίχους. Ένα ψάρι εξωπραγματικό και πραγματικό ταυτόχρονα κάνει την εμφάνισή του. Ένα χωριό γνώριμο και αγνοημένο. Εδώ ο γενέθλιος τόπος είναι τόσο διακριτικός, τόσο αποτελεσματικά κρυμμένος μέσα σε μια θάλασσα που κυριαρχεί χωρίς να ονομάζεται: κάθε πρωί/ ένα ψάρι βγαίνει/ και καπνίζει στη στεριά/ τ’ όνομά του/ Λύχνος/ κοντά στο χωριό μου/ είναι ένα μικρότερο χωριό/ που δεν καπνίζει κανένας/ τ’ όνομά του/ Απόλυχνος.
Η νέα ποιητική κατάθεση του Β.Δ. θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια Βενετία της μνήμης. Το νερό είναι η πρώτη ύλη, το υλικό των αναμνήσεων, το ερωτικό αίτιο ακόμα ακόμα. Για τα νερά της Κρήτης έρχονται οι βόρειες τουρίστριες και ο ποιητής σ’ αυτές καταφεύγει για τη σεξουαλική, καλοκαιρινή καταβύθιση: ήτανε οι τουρίστριες/ καύσιμο για τα βράδια/ βουτούσαμε φονικά στην παρακμή.
Κάποιος ποιητής της γενιάς του ’70 έγραψε το εμβληματικό δίστιχο «Όταν εγώ θυμάμαι, ιδρύω παλιές λεβάντες». Όταν ο Δασκαλάκης θυμάται, επανιδρύει μικρές ιστορίες, ασήμαντες φαινομενικά, σαν τα τελευταία διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου, όπου το θέμα είναι η απουσία συγκεκριμένου θέματος. Ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο να αγαπά τη “Βενετία” του, που δεν μοιάζει με τον τρόπο του διπλανού. 0 χαμηλόφωνος είναι αυτός του Δασκαλάκη. Στη γενέτειρα ξαναβρίσκει τη χαρά της ζωής, το γήρασμα του θανάτου, μια ανάπαυλα, ένα άλλοθι, μια γοητευτική παραξενιά του τοπίου ή απλούστερα μια διαφορετική ζωή.
Η Παράλληλη μνήμη είναι ένα βιβλίο ειλικρινές για τη λειτουργία της
θύμησης, που άλλοτε σαν νερό κακότροπο και δόλιο απειλεί να καλύψει τα
πάντα —δεν γίνεται να θυμάσαι μόνο, πρέπει και να ζεις—, κι άλλοτε σαν
νερό που “τραβιέται” αφήνει να φανεί η εσωτερική αμμουδιά, το ψυχικό τοπίο. Είμαστε ό,τι θυμόμαστε. Ο Δασκαλάκης θυμάται με μια γλώσσα απαλλαγμένη από περιττά στολίδια και την ίδια στιγμή επηρεασμένη από την τραγουδιστή εκφορά των λέξεων, όπως συνηθίζεται στο νησί του. Γλώσσα μουσική. Αλλά κυρίως ζωντανή, πολύπαθη σαν το καρδιοχτύπι στο ποίημα «Η ποίηση είναι ένας τόπος»: μαύρη κι η καρδιά μου/ ψάρι σε δίχτυ. Ο Δασκαλάκης,
αναμφίβολα, τον επισκέφθηκε.

 

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΜΥΡΝΗ

faretra/21/5/2017

για να χωρέσει σ’ αυτόν το βάλτο
έχτισα τη δική μου
Αλεξάνδρεια…

Ο Βασίλης Δασκαλάκης χτίζει τη δική του Αλεξάνδρεια εδώ και χρόνια με τη «Διαδικασία αναβολής» (2011), την «Προσομοίωση» (2013) και τη συμμετοχή του στην Ανθολογία του Ποιητικού Πυρήνα της Βέροιας (2012), του οποίου είναι και ιδρυτικό μέλος.

Μικρές ή μεγάλες οι Αλεξάνδρειες του κάθε ποιητή, αποτελούν τόπο καταφυγής γι αυτούς, και ναό κατάθεσης του αγώνα τους στη διαδικασία της Ποίησης.

Η νέα ποιητική συλλογή του με τίτλο «Παράλληλη μνήμη», Εκδόσεις Εντευκτηρίου – με εξώφυλλό του ένα άγριο θυμάρι της Κρήτης, που προδιαθέτει ατμοσφαιρικά για το περιεχόμενο- είναι αποτέλεσμα όχι μόνο μιας τετραετούς γόνιμης εκδοτικής σιωπής, αλλά και μιας ουσιαστικής αναζήτησης και προσδιορισμού του ποιητικού του εγώ.

Η ποίηση είναι ένας τόπος

όπως η εξόδιος ακολουθία
η χάρη της Νάντιας Κομανέτσι

το βλέμμα της θλιμμένης γκαρσόνας
που νιώθει το δέος μου
και αδιαφορεί

τη στιγμή
που με συστολή με ρωτάει;
κύριε Βασίλη, μαύρη ζάχαρη;

Μαύρη κι καρδιά μου
ψάρι σε δίχτυ.

Αν συγκρίνει κανείς τα ποιήματα της προηγούμενης ποιητικής του διαδρομής με κείνα της τελευταίας συλλογής του, θα διαπιστώσει πως ο λόγος του έγινε πυκνότερος, ουσιαστικότερος και προπαντός περισσότερο προσεγγίσιμος στον αναγνώστη ως προς την κατανόηση της ποιητικής σύλληψης.

Το καλό χαρτί του Βασίλη Δασκαλάκη είναι εδώ και χρόνια ο μεμονωμένος στίχος ή το δίστιχο, φορτισμένος συναισθηματικά ή σημασιολογικά, που πολλές φορές όμως δε σώζει την ολότητα του ποιήματος από την αποσπασματικότητα.

Στην «Παράλληλη μνήμη» ο ποιητής περνά από το μέρος στο όλον δίνοντας, τις περισσότερες φορές, ποιήματα εννοιολογικά ολοκληρωμένα, με έκδηλο το σημαινόμενο. Τα ποιήματά του παραπέμπουν σαφώς στο συναίσθημα, χωρίς όμως να λείπει και η στάση της κριτικής απέναντι σε γεγονότα και καταστάσεις. Για παράδειγμα:

…επιστράτευση
άλλοι σκαρώνουν την Ιστορία…

και παρακάτω:

δε φοβάμαι τη ρίζα μου
ανθίζει
κρυφίως και αενάως

Σε πολλά, με ριπές λέξεων, ζυγίζοντας το βάρος τους και τη συναισθηματική τους εμβέλεια, περνά εκφραστικά από το μοντέρνο και ασύνδετο κάποιες φορές στο παραδοσιακό, χρησιμοποιώντας δοκιμασμένα σχήματα λόγου και κάποτε ακόμη και εμφανές μέτρο.

Όπως:

…να είμαι κύμα
να είσαι τρικυμία»
να είμαστε ένα
αδιέξοδο
αντίδοτο
αντίδωρο
βροχή
πηγή
και εν τέλει
τέλος και αρχή…

κι αλλού:

κοχύλι στο βαθύ το μπλε
είμαι λησμονημένο
αφέθηκα στην άνοιξη
και στον ξανθό Σεπτέμβρη
………………
είναι η αγάπη ακριβή
ξερή μα πλουμισμένη
σαν πέρδικα φεγγοβολά
και πάει στα ουράνια

Συχνά οι εικόνες του αναδίδουν το άρωμα της πατρίδας του, της Κρήτης
………………..

βουή
θαλάσσιος ίππος
κρυμμένος σε φιλί λιονταριού
…………….
σκόνη Σαχάρας πάνω μας
έρωτας
………………….

και κάποτε γεύσεις της νιότης των ξέφρενων απολαύσεων γίνονται νοσταλγία με κάποια δόση αυτοκριτικής

ήτανε οι τουρίστριες
καύσιμο για τα βράδια
βουτούσαμε ηδονικά στην παρακμή
………………
εκείνες
στους πειρασμούς μαθημένες
αγέρωχες και μεθυσμένες
ορμητικές σαν καταρράχτες
μας καταβρόχθιζαν

ζωοπανήγυρις με όλο το σεβασμό

Μορφές όπως του πατέρα ή της μάνας έχουν τη θέση τους με ευρηματικότητα που ξαφνιάζει ευχάριστα.

Για τη μάνα του:

……………………
τρομάζω με τον εαυτό μου
γιατί τάχα γράφω ποιήματα
(κι έναν στίχο για σένα δεν βρήκα)
κάποιοι λένε είναι καλά
κι άλλοι με λένε γραφικό
μα δε με νοιάζει μάνα
κοιτάζω το χρόνο κατάματα και δεν μου λείπεις
κοιτάζω τον καθρέφτη και βλέπω τη μορφή σου
σε βλέπω
μαλλιά, χαμόγελο, μάτια, ίδια όλα
κλωνάρι σου είμαι

Και για τον πατέρα, με τον τίτλο «Όμηρος», με την αμφισημία της λέξης:

Παιδί κοίταζα ώρες
τον πατέρα ξαπλωμένο
να ακούει ραδιόφωνο

Νήπιο ακόμα
με ρώτησε η κυρία:
-τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
-αγρότης απάντησα
-όχι, κυρία, φώναξε μια γειτονοπούλα
είναι τυφλός

Πρώτη φορά ένιωθα λυπημένος
ήξερα κι έκρυβα ό,τι γνώριζαν όλοι

Άρχισα να ψάχνω
τον άγνωστο άνθρωπο
που ζούσαμε
στο ίδιο σπίτι

Μιλούσε και έβγαιναν πουλιά πολύχρωμα
χειρονομούσε και διήθυνε
αόρατες ορχήστρες

μια μέρα τον πλησίασα:
– πατέρα, πώς τόσα χρόνια στο σκοτάδι;
απάντησε:
-ίδωμεν το φως το αληθινόν

Και περπατώντας στα σοκάκια της μνήμης, με αναφορές σε τοπωνύμια και πρόσωπα αληθινά και όχι της φαντασίας, λέει για τον τόπο του, στο τελευταίο ομώνυμο με τη συλλογή ποίημα, κλείνοντας:
…………………
άγρια τοποθεσία
απόκρημνα φαράγγια
άδενδροι βράχοι
……………………
ο κόσμος που γαλουχήθηκα περίκλειστος
μόνη διέξοδος η θάλασσα
το πνεύμα παγιδευμένο
η μνήμη στο αίμα
τα τροπάρια στα γονίδια
το φως στο σκοτάδι και στο φόβο
η ομοθυμία στο πέραν
οι ενιαυτοί στο παρόν

Οι μνήμες-σφραγίδα, κληρονομιά πολύτιμη που προσδιορίζει μέσα από το χθες το σήμερα, μοιάζουν «κληρονομιά πειρατική/ καλά κρυμμένη», που τον οδηγεί πια στην καινούργια πατρίδα.

………………………
η ψυχή μου πορεύεται σε νέους τόπους

βηματιστής στη σκουριά των ημερών
αναλήφθηκα
ως αιχμή καπνού
στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων

Μια συλλογή που καταγράφει τη σαφή ποιητική ωρίμανση του Βασίλη Δασκαλάκη, αλλά και την επιλογή από τη μεριά του μιας καινούργιας και περισσότερο ενδιαφέρουσας ρότας στον κόσμο της Ποίησης.

ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ενότητες, καθεμία εκ των οποίων αποτελείται από 24 ποιήματα, όλα αριστοτεχνικά δουλεμένα.
Στην πρώτη ενότητα που έχει τον τίτλο Ημερολόγιο Εκπαίδευσης, ο ποιητής μάς παίρνει μαζί του για να μας μυήσει σε μια μυστηριώδη δοκιμασία. Πρόκειται για μια ετοιμασία που όλοι μας, άλλος λίγο άλλος πολύ, την έχουμε γυροφέρει στο υποσυνείδητό μας αλλά σχεδόν πάντοτε την αφήνουμε για τις …ελληνικές καλένδες (ad calendas graecas) χτυπώντας ξύλο. Ο Δασκαλάκης όμως ως άλλος μύστης Ελευσινίων Μυστηρίων μάς βάζει σε ένα ιδιόμορφο cockpit και μας συστήνει απόκοσμες οντότητες και διαστάσεις, καθησυχαστικά ωστόσο, καθώς από τα μέρη που μας ξεναγεί υπάρχει επιστροφή με τον ασφαλή προσομοιωτή του.
Στην δεύτερη ενότητα έχουμε τις Παρενέργειες Εκπαιδευομένου. Η ύπαρξη ξανακερδίζει το βάρος της και την συνέχειά της στον γραμμικό μας χρόνο με ένα είδος τεχνητής ανάνηψης όμως οι επιταχύνσεις από το πρότερο ταξίδι ανακατεύουν τις αποστολές που υπήρχαν ως τα πριν καθώς και τις αναμνήσεις, μερικές από τις οποίες, αν και ουσιαστικές, είχανε θαφτεί στους λαβυρίνθους της μνήμης μα τώρα ανακτούν την σημασία τους ξεπλυμένες από τη σκόνη της λήθης. Η συγκίνηση είναι μεγάλη και η αίσθηση από το χνώτο του Κέρβερου που ένιωσε ο εκπαιδευόμενος στο παράδοξο ταξίδι του πρώτου μέρους ωχριά μπροστά της. Τώρα, χαμογελώντας θα πει ζωή και πάλι ζωή και είναι έτοιμος να ξεκινήσει μιαν ακόμη επιβίωση.

 

 

Συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

faretra 8/2/2015

Ο ποιητής Βασίλης Δασκαλάκης μιλά για το «εγώ» και το «εμείς» της ποίησης
8 Φεβρουαρίου 2015

Ιδιαίτερα σεμνός, χαμηλών τόνων, με τη διάθεση να προβάλλει πάντα τους άλλους, ο ποιητής Βασίλης Δασκαλάκης μιλά στη «Φαρέτρα» για τη λυτρωτική δύναμη της ποίησης, το ρόλο του ποιητή και για τον «Ποιητικό Πυρήνα» της Βέροιας, την ομάδα που έδωσε το δικό της χρώμα στην πνευματική ζωή της πόλης.

Συνήθως μια συνέντευξη μ’ έναν ποιητή κλείνει με την ερώτηση: « Τι είναι, λοιπόν, για σάς η ποίηση;» Ας πρωτοτυπήσουμε κι ας ξεκινήσουμε έτσι.
Ευχαριστώ για την πρόσκληση και οφείλω, εδώ, να ευχαριστήσω και τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας, που παραχώρησε αυτόν τον ιδανικό χώρο για τη συνέντευξη.

Να μιλήσω για την ποίηση… Η ποίηση είναι το αναπάντεχο για μένα. Ορισμοί υπάρχουν πάρα πολλοί. Με το αναπάντεχο, όμως, τι εννοώ: Είναι το όχημα κυρίως που μας βοηθάει να μεταβούμε από τη ζωή, ομαλά, όχι σ’ έναν ήσυχο θάνατο, αλλά στη συμφιλίωση με την ιδέα του θανάτου. Βέβαια, αυτό είναι υποκειμενικό. Αλλά το αναπάντεχο του θανάτου ισχύει για όλους. Γράφει ο Βεροιώτης ποιητής , ο Δημήτρης Καρασάββας, στο «Ναυτικό φυλλάδιο»… «Κύριε, το πασπόρτι σας δε γράφει ημερομηνία θανάτου». Είναι, λοιπόν, κάτι, που για όλους είναι κοινό και αναπάντεχο. Έτσι, πρέπει, σιγά – σιγά, να συμφιλιωθούμε μ’ αυτήν την ιδέα. Η ποίηση, λοιπόν, για μένα, είναι ένα τέτοιο όχημα, που με κάνει να γίνω καλύτερος άνθρωπος, και πέρα από το δημιουργικό μέρος, που είναι ατομικό, να γνωρίσω κι άλλους ανθρώπους, που έχουν τα ίδια όνειρα, τις ίδιες αγωνίες. Γι αυτό υπάρχουν και συλλογικότητες μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία.

Έρχεστε από την Κρήτη, το γενέθλιο τόπο, στη Βέροια, και ριζώνετε εδώ. Πώς προσαρμόζεται ένας Κρητικός στη Μακεδονία; Πόσο η νοσταλγία του για τον τόπο που άφησε γίνεται ποίηση; Πώς βλέπει τη Βέροια με τις… « τόσες εκκλησίες, όσες και τα μπαράκια», όπως λέτε στην τελευταία σας συλλογή;

Η Βέροια είναι ένας τόπος, για μένα, ονειρικός, γιατί εδώ ήρθα εξαιτίας της γυναίκας μου. Ήταν μια ευκαιρία για μένα να δραπετεύσω από την Κρήτη, γιατί με πίεζε αφόρητα το « Χρέος» του Καζαντζάκη. Είμαι περήφανος για την καταγωγή μου ,αλλά η πίεση εκεί και ο κόσμος, που είναι σκληρός μάλλον για μένα, είναι πράγματα που δε θα μπορούσα ν’ αντέξω. Είναι δύσκολο το να ζεις σ’ ένα περιβάλλον όπου, συνεχώς και ανά πάσα στιγμή, μπορεί να βρεθείς εκτεθειμένος και να πρέπει να υπερασπίσεις τον εαυτό σου, ίσως και με το όπλο! Όταν πρωτοήρθα στη Βέροια, τον Απρίλιο του ’91, διαπίστωσα ότι υπάρχει ένας κόσμος ήρεμος, ευγενικός, πολιτισμένος και ήταν εντυπωσιακό αυτό.
Αποφασίζοντας να μείνω στη Βέροια, ήταν λογικό να με διακατέχει νοσταλγία, γιατί στην Κρήτη ήταν οι γονείς μου, τα αδέλφια μου… Επηρεασμένος από τον αγαπημένο μου ποιητή , το Γιώργο Μαρκόπουλο, φίλο και δάσκαλο – εξαιτίας του άρχισα να γράφω – έμαθα να μετουσιώνω τη νοσταλγία μου σε ποίηση . Ταυτόχρονα διαπίστωνα ότι, όσο ήμουν μακριά, είχα πολύ ωραίες εικόνες για την πατρίδα μου, όταν επέστρεφα, ήθελα να ξαναφύγω …

Μιλάτε σε κάποιο ποίημα για… «βαρβάρους των καλοκαιριών», τους τουρίστες εννοείτε, που αλλοτριώνουν το τοπίο και τους ανθρώπους;

Ακριβώς. Αντίθετα η Βέροια είναι μια ενδοχώρα , όπου υπάρχει ένα άλλο πνεύμα, μια ηρεμία, μια αμιγής ελληνικότητα. Ενώ είναι ένα πολυπολιτισμικό μέρος, απ’ όπου πέρασαν πολλές φυλές, δε νιώθεις, όταν έρχεται ο τουρίστας, σα να είσαι …γκαρσόνι!

Το 2011 εκδίδεται η πρώτη ποιητική σας συλλογή με τίτλο «Διαδικασία αναβολής», εκδόσεις «Ενδυμίων». Είναι μια συλλογή, όπου συμβιώνουν πολλά. Ο έρωτας, ο θάνατος, η απουσία, ο νόστος και πάνω απ’ όλα, σε κόντρα, ο λυρισμός με το σαρκασμό. Διαβάζω στίχους που αγαπώ, ιδιαίτερα λυρικούς: «Όμως στη γλώσσα μου/ η αγάπη έχει χρώμα μπλε» ή «το νυφικό σου έγινε από ανέμους τροπικούς/ κι όλη η προίκα σου τα μάτια σου». Και περνάω στο σαρκαστικό Δασκαλάκη: «χειρότερος χαφιές στη ζωή μας / είναι ο εαυτός μας», ή κάπου αλλού «για μάς δεν υπάρχει γη της επαγγελίας – είπες». Έτσι λοιπόν, τώρα, με την απόσταση μιας τετραετίας από την έκδοση εκείνης, της πρώτης συλλογής, πώς τη βλέπετε;

Πραγματικά, όταν ξαναδιαβάζω αυτήν τη συλλογή, διαπιστώνω ότι είναι μια συλλογή , που, αν και πρώτη, δεν είναι πρωτόλεια, αφού γράφεται από το 2000. Είναι ποιήματα δουλεμένα αρκετά, και το σημαντικότερο που έχω να πω γι αυτήν τη συλλογή είναι ότι, αν δεν υπήρχε ο φίλος και συνεργάτης Δημήτρης Παπαστεργίου, δε θα έβγαινε ποτέ. Όλα τα κείμενα ήταν χωρίς τίτλους, ατάκτως ερριμμένα και τα συμμάζεψε. Γιατί , πέρα από καλός ποιητής, ο Δημήτρης είναι και εξαιρετικός επιμελητής. Είναι κάτι που το ξέρουν ελάχιστοι. Είναι ένας εξαιρετικός εργάτης της ποίησης. Ουσιαστικά συμμάζεψε όλο αυτό το υλικό, με αποτέλεσμα να δώσει τίτλους στα κείμενα, που εγώ απέφευγα να δίνω, και να φωτίσει σαν προβολέας το κάθε κείμενο.
Τώρα, για το λυρικό μέρος, είναι ακριβώς τα έντονα συναισθήματα που βίωσα, και κυρίως ο έρωτας για τη μούσα μου, που λειτουργεί σαν διεγερτικό συστατικό, τη γυναίκα μου, την Κατερίνα. Χωρίς αυτό το συστατικό, τον έρωτα, δεν υπάρχει δημιουργία. Όσον αφορά το σαρκαστικό μέρος, σίγουρα υπάρχουν επιρροές από Καρυωτάκη, αλλά ο Καρυωτάκης είναι σκοτεινός. Άλλωστε και με τη ζωή του μάς το έδειξε αυτό. Εγώ πιστεύω ότι, μέσα από το σκοτάδι, πρέπει να δούμε και το φως .Κι αυτό προσπαθώ να πετύχω, να δώσω τις αποχρώσεις που έχει το φως, μέσα από το σκοτάδι.

Η δεύτερη συλλογή εκδίδεται το Μάρτιο του 2013, με τίτλο «Προσομοίωση». Εκδόσεις «Ενδυμίων» και πάλι. Ο λυρικός Δασκαλάκης υποχωρεί τώρα αισθητά και ο σαρκαστικός, και μάλιστα αυτοσαρκαστικός, με πιο έντονες επιρροές του Καρυωτάκη, επιβάλλεται και θεματικά και ατμοσφαιρικά. Διαβάζω αγαπημένους μου στίχους: «Ανάμνησή μας μόνο οι εκδορές / από την πάλη με τους χειμώνες» ή κάπου αλλού: «χτυπάει απ’ έξω ο θάνατος / μα εγώ δεν του ανοίγω». Ήδη, μιλήσατε για σκοτάδι και φως. Εγώ όμως ρωτώ : ποιες ψυχικές διεργασίες οδηγούν σ’ αυτήν την τελική ποιητική στάση; Γιατί ,ενώ στην πρώτη συλλογή μάχεται ο λυρικός ποιητής με το σαρκαστικό, εδώ επικρατεί ο σαρκαστικός;

Όταν η πρώτη συλλογή βγήκε, το 2011, ήδη ήμουν 49 ετών. Μάλλον, όταν άφησα τα 50, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση, γιατί ήμουν πλέον μεσήλικας. Επηρεασμένος βαθιά κι από μια περιπέτεια της υγείας μου, που με έστειλε στα νοσοκομεία , οδηγήθηκα στην « Προσομοίωση». Φιλόδοξο, βέβαια, κάτι τέτοιο, όπως μου είπε και ο φίλος μου ο Θανάσης Νιάρχος. Έτσι γράφτηκε η «Προσομοίωση» Ένιωσα ότι μπήκα για λίγο σ’ ένα δωμάτιο, ακούμπησα το θάνατο στον ώμο και ξαναβγήκα. Μόνο που εγώ στάθηκα τυχερός. Έμεινα απλά στην προσομοίωση, ενώ άλλοι, όπως ο ποιητής και Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Βαγγέλης Αθανασόπουλος, έκαναν βιβλίο τον επερχόμενο και μη αναστρέψιμο θάνατό τους.

Αυτές λοιπόν οι ψυχικές διεργασίες σάς οδηγούν εδώ, η προσωπική εμπειρία…

Ναι, έτσι. Να προσθέσω ότι κι εδώ είχα την πολύτιμη βοήθεια του Δημήτρη Παπαστεργίου. Από ένα υλικό 70-80 ποιημάτων, έμειναν τελικά 48. Είναι μια ποίηση φτιαγμένη από ψηφίδες. Σκέφτομαι κάποιες φορές, με λύπη, πως όχι μόνο το αναγνωστικό κοινό της ποίησης είναι μικρό , αλλά πως ούτε εμείς οι ποιητές διαβάζουμε πάντα τα ποιήματα των άλλων ποιητών…

Βλέποντας το ποιητικό τοπίο γενικά, τι παρατηρείτε, «σ’ αυτά τα χρόνια τα δικά μας, τα σακάτικα», που λέει κι ο Εγγονόπουλος; Τι απασχολεί την ποίηση και πώς το εκφράζει ;

Αυτό είναι δύσκολο ν’ απαντηθεί ,γιατί έχουν χωριστεί οι ποιητές δυστυχώς σε ομάδες και ομαδούλες, διαβάζονται μεταξύ τους και λένε… «τι ωραίοι που είμαστε»! Αυτό , όμως, το « τι ωραίοι που είμαστε» δε μάς αφήνει να δούμε ένα όραμα πανανθρώπινο. Αυτήν τη στιγμή, στη γενιά μου και τη νέα γενιά, δεν υπάρχει ένας μεγάλος ποιητής, που να τραβήξει μπροστά, κι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Έχουν ειπωθεί όλα και ο καθένας τα βλέπει με τον τρόπο του. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι στην ποίηση έχουμε δυο Νόμπελ, που, σαν φάροι , οδηγούν τους υπόλοιπους ποιητές. Ποιητές έχουμε… Αύριο μπορεί να βγει ένας ποιητής μεγάλος… Ποιος ξέρει…
Στην παρουσίαση της ποιητικής ανθολογίας του 1ου ΓΕΛ Βέροιας, ξεχώρισα δύο μαθητές- ποιητικά ταλέντα. Να, η ελπίδα. Πιστεύω στους νέους. Αυτό το αναφέρει από τη δεκαετία του ’80 η Μαριανίνα Κριεζή,… «Θα’ ρθουν νέα παιδιά, με μάτια λέιζερ και μαλλιά τυρκουάζ , για να κάνουν σαμποτάζ». Εμείς έχουμε το δικό μας όραμα, τα παιδιά το δικό τους.

Χτυπάει η καρδιά της ποίησης στην επαρχία;

Είμαστε πλούσιοι εδώ στην περιοχή μας. Πέρα από τον «Πυρήνα», διαθέτουμε ονόματα ποιητών και πεζογράφων, όπως του Θανάση Μαρκόπουλου, του Δημήτρη Καρασάββα, του Ηλία Τσέχου, της Αρετής Γκανίδου, του Γιάννη Καισαρίδη, του Γιώργου Λιόλιου, του Γιώργου Σιώμου…
Νομίζω τα τελευταία χρόνια, όχι επειδή είμαστε εμείς εδώ ως «Ποιητικός πυρήνας» , αυτό το διαπίστωσα και στη Δράμα και στη Λάρισα, έχουν αναπτυχθεί αντίστοιχα ομάδες, που κάνουν πράγματα. Εμείς και με τις δύο ομάδες είχαμε έρθει σε επαφή. Και μάλιστα το 2014, τον Ιανουάριο, παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το ποιητικό περιοδικό «Θράκα», ως «Ποιητικός πυρήνας». Επικεφαλής της ομάδας αυτής είναι ο ποιητής Σωτήρης Παστάκας. Στη Λάρισα είναι η έδρα, με ποιητές νέα παιδιά και φιλόδοξα, όπως ο Στάθης Ιντζές, ο Θάνος Γώγος, ο Αντώνης Ψάλτης, η Χρύσα Αλεξίου…

Στη Δράμα βγάζουν το περιοδικό «Δίοδος» κι έχουν δημοσιεύσει επίσης δικά μας ποιήματα, του Δημήτρη και του Παύλου του Παρασκευαΐδη και δικά μου. Είναι και εξαιρετικοί φίλοι, γιατί, πέρα από ποιητές, είμαστε και φίλοι. Μεταξύ αυτών ο Γιώργος Κασαπίδης, ο Αλέξανδρος Αραμπατζής, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, ο Σπύρος Γαλήνης, ο Δημήτρης Πέτρου… Όλοι τους πολύ καλοί.
Το πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι στη γενιά του 1970 έπεσε βαριά η σκιά της γενιάς του 1930. Εμείς έχουμε σαφείς επιρροές από τη γενιά του ’70, που τελικά είναι ο σάκος του μποξ και για τη γενιά του ’30 και για την επόμενη γενιά. Μια ποιήτρια φίλη από την Ξάνθη μου είπε: «Δασκαλάκη, είσαι ο καλύτερος ποιητής της γενιάς του ’70»(!) , ενώ, βέβαια, δεν ανήκω σ’ αυτήν τη γενιά. Δηλαδή, εν ολίγοις, έχω επιρροές και το δέχομαι. Όπως από το Γιώργο Μαρκόπουλο, τον Γκανά, τον Αναγνωστάκη, το Λειβαδίτη… βασικούς εκπροσώπους της γενιάς του ’70. Οπότε, μέχρι να βρούμε τη φωνή μας και την ταυτότητά μας, πρέπει να γίνονται πράγματα.

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το δικό μας τόπο, τη Βέροια, και για το δικό μας «Ποιητικό Πυρήνα», του οποίου θεωρείστε η ψυχή από πολλούς, μαζί με τον αχώριστο σύντροφο, στο ταξίδι της ποίησης, το Δημήτρη Παπαστεργίου. Πώς ξεκίνησε ο «Πυρήνας»; Ποια ανάγκη κάλυψε; Ποιοι οι στόχοι του και ποιες οι δραστηριότητές του; Μάλιστα θεωρώ ότι το blog του «Πυρήνα», που κάνατε, είναι η πληρέστερη έκφραση των στόχων σας.

Δεν είμαι η ψυχή. Είμαι η αιχμή του «Πυρήνα». Η ψυχή και η καρδιά είναι ο Δημήτρης. Είναι ο εργάτης που τραβάει μπροστά κι εγώ φαίνομαι χωρίς να μού αξίζει. Ο «Πυρήνας» ξεκίνησε από ένα γεγονός τυχαίο, από τη «Λέσχη Ανάγνωσης» της Κυριώτισσας. Ήμασταν εκεί διάφοροι φίλοι, όπως ο Σούλης ο Λιάκος, ο συγγραφέας Γιώργος Σιώμος και ο Δημήτρης, αλλά δε γνωρίζαμε ο καθένας για τον άλλον τι γράφει. Το 2011 είχε την ιδέα ο Σούλης ο Λιάκος να καλέσουμε στη Λέσχη όλους τους ποιητές του Νομού, να μας πουν για το έργο τους και μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία, μάλιστα, βγήκε μια δουλειά. Τον Ιούνιο, στις φωτιές του Αη Γιάννη, ο Γιάννης ο Καισαρίδης πρότεινε να γράψει ο καθένας ένα ποίημα για τις φωτιές. Έτσι προέκυψαν «Οι φωτιές του Αη Γιάννη». Μια συλλογή, με το ανάλογο τευχίδιο.
Τον Αύγουστο του 2011, βρεθήκαμε με το Δημήτρη τυχαία, να πιούμε έναν καφέ στο McOza, κι από τότε είμαστε αχώριστοι. Διαπιστώσαμε την αγάπη μας για την ποίηση και είδαμε ότι μπορούμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Ούτε καν σκεφτήκαμε ότι θέλουμε να εκδώσουμε ο,τιδήποτε. Μέσα στους καλεσμένους ήταν και ο Παύλος Παρασκευαΐδης
, ο οποίος αμέσως μάς πλαισίωσε. Στόχος μας βασικός ήταν να κάνουμε μια ανθολογία με τους ποιητές του Νομού. Εγώ, μάλιστα, βάφτισα την ομάδα «Ποιητικό Πυρήνα».
Προτείναμε σε όλους τους ποιητές να συμμετέχουν. Άλλοι αρνήθηκαν, άλλοι ήρθαν κοντά μας. Μεταξύ των γνωστών, που ήρθαν κοντά μας, ήταν κι ο Ιγνάτης Χουβαρδάς, που είναι και μέλος της συντακτικής επιτροπής στο blog του «Ποιητικού Πυρήνα». Μάλιστα, μάς στέλνουν απ’ όλη την Ελλάδα κείμενα φίλοι ποιητές, γνωστοί και άγνωστοι, τα συζητάμε και ό,τι μας αρέσει- προσπαθώντας να έχουμε πάντα μια ποιότητα- το βάζουμε. Δεν απορρίπτουμε κανέναν.

Επομένως, πρώτος στόχος να γνωρίσετε ο ένας τον άλλον, δεύτερος να επικοινωνήσετε με τους ποιητές της υπόλοιπης χώρας. Μετά;

Έτσι. Μετά υπήρξε το εγχείρημα της ανθολογίας , το οποίο πήγε πολύ καλά. Ήταν η ευκαιρία να βγούμε έξω από τα τείχη της πόλης. Η πόλη είναι πολύ περιορισμένη. Τώρα, από το Σεπτέμβριο, συνεργαζόμαστε με το «Καλντερίμι», έναν πολύ ζεστό και ιδιαίτερο χώρο στη Βέροια, που έχει και τις ομώνυμες εκδόσεις. Εκεί, κάνουμε αναγνώσεις και συζητήσεις γύρω από ανέκδοτα κείμενα ανθρώπων της πόλης αλλά και ξένων. Δυστυχώς, όμως, ελάχιστοι άνθρωποι ασχολούνται με την ποίηση. Το θεωρούν κάτι σαν πάρεργο.

Σχετικά με το blog του «Πυρήνα», που είναι εξαιρετικό, ως προς τη σοβαρότητα, την πληρότητα και την ενημέρωση, πείτε μας μερικά πράγματα.
Προσπαθούμε να το εμπλουτίσουμε, βάζοντας και εικόνες , που να έχουνε σχέση με το κείμενο. Φιλοξενούμε κυρίως νέους ποιητές . Ένα πνεύμα καινούργιο είναι οι μεταφράσεις. Κυρίως συνεργαζόμαστε και με ποιητές που είναι και μεταφραστές, όπως η Σοφία Γιοβάνογλου, και προσπαθούμε να βρούμε κείμενα που δεν έχουν δημοσιευθεί στο internet. Δηλαδή, δε θα βάλουμε ένα γνωστό ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη. Ανεβάζουμε , συνήθως , ανέκδοτα κείμενα.

Λέτε κάπου στην « Προσομοίωση» : «προσεύχεται στα καντήλια των ποιητών / ζώντων και νεκρών». Για σάς ποιοι ήταν οι «θεοί» της ποίησης, που σας διαμόρφωσαν; Μιλήσατε για το Γιώργο Μαρκόπουλο. Έχετε άλλες επιρροές;

Και στη «Διαδικασία αναβολής» και στην «Προσομοίωση», σαφώς και υπάρχουν. «Θεοί»- σύμβολα είναι ο Απόλλων με τη λύρα του και ο Ερμής, ο ψυχοπομπός. Για μένα ο κορυφαίος ποιητής όλων των εποχών είναι ο Όμηρος. Αμέσως μετά, στο DNA μου είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος. Συχνά το δέσιμό μου με την παράδοση αποδεικνύεται και με κάποιους κρυφούς ή φανερούς 12σύλλαβους ή 15σύλλαβους. Από εκεί και πέρα δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους μεγάλους Ελληνες, Σολωμό, Καβάφη, Ρίτσο, Ελύτη, Σεφέρη… Πολύ μεγάλοι ποιητές! Εμείς δε μπορούμε παρά να τους θαυμάζουμε και να μας επηρεάζουν…

Η ποίησή σας είναι μια ποίηση που δεν παρακάμπτει τα γεγονότα, πολιτικά και κοινωνικά. Επηρεάζεται και δημιουργεί, ανασαίνοντας το παρόν και μετουσιώνοντάς το σε στίχους. Πάντα κριτικά. Μπορεί και πρέπει να είναι ενεργό μέλος της κοινωνίας ο ποιητής και να την μεταμορφώνει με τη στάση του; Έχει ανάγκη ο κόσμος και προπαντός η εποχή μας από τους ποιητές;

Απ’ ότι φαίνεται η εποχή μας δε χρειάζεται ποιητές, αλλά σαλτιμπάγκους! Αυτήν τη στιγμή οι ποιητές που γράφουν πολιτικά είναι στην Ελλάδα μετρημένοι. Γι αυτό λοιδορούνται ή θεωρούνται αποσυνάγωγοι. Πρέπει να ξεφύγουμε από τον επαρχιωτισμό και το εγώ μας και να μιλήσουμε για το συλλογικό. Όσοι μεγάλοι ποιητές έγραψαν με πανανθρώπινη λαλιά, είχαν αυτό το όραμα. Ο λόγος πρέπει να είναι πολιτικός. Γι αυτό αγαπάμε το Γιάννη Ρίτσο, επειδή έλεγε «τα σύκα – σύκα και τη σκάφη – σκάφη». Σαφώς και πρέπει ο ποιητής να είναι πολιτικό ον, και να ξεκαθαρίζει τη θέση του, τιμώντας το ρόλο του ως πνευματικού ανθρώπου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

1-ΓΙΩΤΑ
Η Γιώτα Αργυροπούλου γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Ζει στην Καλαμάτα. Για την ποιητική της συλλογή Διηγήματα τιμήθηκε το 2010 από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Γεωργίου Αθάνα του Ιδρύματος Ουράνη.
Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, τα ουγγρικά και τα γερμανικά.

ΒΙΒΛΙΑ
Τοιχογραφία της άνοιξης, (1998)
Νερά απαρηγόρητα, (2004)
Διηγήματα, (2010)
Ποιητών και Αγίων Πάντων, (2013) (Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων)
Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό (2017)

1-ΓΙΑ ΣΙΚΙΝΟ

1-ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓ ΠΑΝΤΩΝ

1-ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

1-ΝΕΡΑ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ

1-ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ 2

 

 

ΓΙΑ ΣΙΚΙΝΟ, ΑΝΑΦΗ, ΑΜΟΡΓΟ (2017)

 

ΑΚΤΑΙΩΡΟΣ

 

ΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Όσα ταξίδια έκανε στη γη
ήταν με το άλογό του.
Όταν κάποτε ρώτησα πώς είναι η θάλασσα
άφησε το αλέτρι από τα χέρια του
μου έδειξε τον ουρανό.

Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα
μα ο καλός μου ζευγολάτης κατέβηκε
κούρος αρχαϊκός
βαθιά μέσα στα χώματα που όργωνε
με δυνατό ζευγάρι
βόδι και άλογο.

Και δεν αντίκρισε ποτέ τη θάλασσα.

 

 

ΝΗΣΙ

ΙΙ

Μαντρότοιχος
ξερολιθιά
πέτρινο αλωνάκι

ο τόπος
στρατολόγησε τις πέτρες του
κατάντικρύ στο φως.

 

 

ΤΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΩΡΑ

Σπαρμένα στο ’Αρχιπέλαγος
σε ξέρες, φοβερά γκρεμνά
στις Χώρες μέσα αγκαλιασμένα
γλυπτά θαρρείς
ξωκλήσια ασβεστωμένα.

Εκκλησίες ανάγλυφες της Παναγιάς.
Η Παραπορτιανή στη Μύκονο
στην ’Αμοργό η Χοζοβιώτισσα
Παντάνασσα στη Σίκινο, Χρυσοπηγή,
στη Φολέγανδρο η Κοίμηση
σκαρφαλωμένη στα ψηλά,
η Καλαμιώτισσα στον μονολιθικό
πελώριο βράχο της ’Ανάφης.

Τάματα και αντίδωρα
της πίστης αντιστύλια
σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος.

Με όποιο φως και να σταθείς αντίκρυ τους
στον κυκλαδίτικο ουρανό
ξημέρωμα
απόβραδο
άπλετο μεσημέρι,
— μια γλώσσα μιλά η ομορφιά
ανάμεσα ουρανού και γης
από γεννησιμιού του κόσμου.

 

 

[Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα]

Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα
κατάσαρκα πυρπόλησε τη νιότη τους το φως

στον Άη Νικόλα
στο Σαρακήνικο Καράβι
στο Κατάρτι
στα βράχια πάνω τα κατάπληκτα

έρωτας αλμυρός.

 

 

[Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου]

Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου
που κατάγονταν από ένα άσημο Νιοχώρι
στου Μελιγαλά τις παρυφές
δεν είναι μόνο γιατί ενσάρκωσε το θεϊκό ταλέντο
και έμεινε η Κάλλας,
η ντίβα η απόλυτη σ’ όλες τις εποχές.

Είναι διότι το ’σκάσε
από το σήμα και τον τάφο
και δονείται στο Αιγαίο
στων κυμάτων το βιμπράτο
πάλι αντηχώντας

— στις σπηλιές!

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ 1987

Άφησες πίσω το λιμάνι, την κουρασμένη πόλη
για τα μικρά Δωδεκάνησα.
Πρώτος σταθμός η Πάτμος, περπατημένη
από άκρου εις άκρον προηγούμενη χρονιά.
Πρωτοϊδωμένη η Νίσυρος, η Σύμη
η Χάλκη, η Τήλος.
Σαν τις γυναίκες του ποιητή όλες ωραίες μέσα στη
νύχτα.
Μα προκειμένου για νησιά, το χάραμα αναδεύονται
στης αυγής τα σπάργανα
τα μεσημέρια πλέουν μετέωρα στο φως.

Θα ήταν κρίμα να μαυρίσει τέτοια στίλβη.
Σε περίμενε φαιός ο Πειραιάς,
το τραίνο, ο σταθμός Πελοποννήσου.
Πάνω στο πλοίο της γραμμής άλλαξες ρότα.
Χάραξες πλου ανήκουστο.
Απ’ το Καρπάθιο, την Κρήτη, το Μυρτώο
τρεις μέρες Τήλος – Γύθειο, παραμονή Δεκαπενταύγουστου
έφτασες στο στεριανό χωριό σου.

Είδες την Κάσο και την Κάρπαθο — μετά από δέκα χρόνια
σήμανε και η ώρα για την Όλυμπο, τη σπηλιά
του Άη Γιάννη.
Διέσχισες την Κρήτη, από τον Άγιο ως τα Χανιά
στα Κύθηρα νόμισες πως ήσουν πάλι πίσω.
Όσα ακλούθησαν μετά, πρόσωπα, τόποι
στο πέρασμα του χρόνου ας συμφυρθούν στη μνήμη.
Όμως αυτό το μυρωμένο καλοκαίρι, πού ακόμα το ανασαίνεις
βράχια φωτόλουστα, ομήλικοι ταξιδευτές
πλοία νυσταγμένα, το καθετί να κρατηθεί
στη θέση του. Σε σχέδιο ονείρου.

 

 

ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ

Φύσηξε απ’ όλες τις μεριές
κυκλαδικός αέρας
σαλάγησε νομή σπιτιών
πάνω στο φρύδι του γκρεμού
καταντικρύ στα αστέρια

Κι ας αντικρίζουν κίνδυνο.
Μετράς τα σπίτια, όλα σωστά.
Μετράς νησιά
καράβια
μετράς τα αστέρια του ουρανού
και περισσεύουν.

Φέγγουν ψηλά και οι εκκλησιές
στου γαλαξία τις πόρτες.

 

 

ΑΝΕΜΟΤΑΦΙΑ ΙΚΑΡΙΑΣ

Σ’ ένα ασκί παρέδωσε στον Οδυσσέα
ο Αίολος κλεισμένους τους ανέμους του
μα οι νήπιοι τους έλυσαν
και πώς να τους μαζέψεις
που μ’ άγρια σφυρίγματα
τρυγάνε τα νησιά
Γραίγος, Βοριάς, Σιρόκος;

Στην ανεμόδαρτη Ικαρία
που ολοχρονίς τη μαστιγώνουν οι ανέμοι
σε στάμνα έθαβαν τον άνεμο
με χώμα, πέτρες κι αναθέματα
ξόρκια και μαγικά, χειρονομίες.
Αλαφροΐσκιωτοι νησιώτες
βουλήθηκαν να τον δαμάσουν
τον κραταιό μαστιγωτή.

Τύμβοι από χώματα και πέτρες χαλαζία
τα Ανεμοτάφια στην Ικαρία
πως είμαστε αθύρματα θυμίζουν

 

 

ΜΕΛΤΕΜΙ

Μετά από χρόνια αν ξαναπάς
στην Αμοργό
θα είσαι πάλι δεκαεννιά.
Στη Χώρα οι δρόμοι δεν θα σ’ έχουν λησμονήσει.
Εδώ
στον άνεμο που σφύριζε θαυμαστικά
ένα φουστάνι σου, που φόραγες, λευκό
είχες χαρίσει.

 

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ
ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ

 

Τα καλοκαίρια του έδειχνε φωτογραφίες
τα νησιά. Τα κάστρα, τα σοκάκια
παραλίες. Ψιλή άμμος, Πλατύ-γιαλός
αντίσκηνα, αρμυρίκια.
Αυτός δεκατεσσάρων, γειτονόπουλο.
Μια μέρα πρόσεξε δύο απλωμένα κομματάκια το μαγιό της
το πάνω ολοκαίνουργιο.
Από τότε όλο την φαντάζεται με στήθος γυμνό
να κολυμπά, να κάθεται στον ήλιο
όλο αυτό σκεφτόταν.
Κι απόψε, Αύγουστος με φεγγάρι στο μπαλκόνι της,
σαν άντρας γύρεψε το βλέμμα της
σαν παιδί την παρακάλεσε.
Μυστικό όλη του τη ζωή θα το κρατούσε.
Του ‘πε δεν είναι το ίδιο με τον ήλιο
με τη θάλασσα — εκεί κανείς δεν σε κοιτάζει.
Σαν άντρας υποσχέθηκε, σαν παιδί ορκίστηκε
δεν θα ζητούσε τίποτα πια, ποτέ.
Μόνο να δει στο φεγγαρόφωτο το στήθος της.
Να μην το αγγίξει
να το δει.
Να δει το στήθος της μονάχα.

 

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ 2017

ΙΙ

Σειρήνες δεν θα ακούσεις πια.
Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια.
Μπορεί να φταίει που δεν είσαι δεκαεννιά
που δεν έχεις στο σακίδιο βιβλία
μόνο ρούχα, μπουκαλάκια, αξεσουάρ
το ταξίδι είναι οι ώρες μοναχά
μέχρι να φτάσεις.

Ακόμα θαρρώ, ελπίζω ακόμα,
για όσους είναι δεκαεννιά
δεν έχει χρόνο το ταξίδι, δεν έχει προορισμό
έχει μόνο τις γλυκόλαλες σειρήνες.

Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια.

Αυτοί που σκαρφαλώνουν
σαν πρωτόπλαστοι στα βράχια
κόντρα στο φως, γεμάτοι αλάτι
κι αγαπιούνται στις σπηλιές
θα έρθει μέρα, θα νοσταλγούν τη νιότη τους
αριθμημένα, χάι-σπιντ, μπλου σταρ
και σούπερ φέρι.

 

 

ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ

 

[Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες]

Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες
ανέστιοι νεκροί
οι πνιγμένοι.

Κανένας ξύλινος σταυρός δεν θα δηλώνει
τη βάσανό τους επί γης
και τον απελπισμένο διάπλου.
Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες
με τα μωρά στην αγκαλιά
μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους
μού ‘ρχονται στο μυαλό
τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης
τα μνημόρια.
Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια
σε τοποθεσίες περίοπτες
εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.

Φαντασία ένοχη, για τούτο γενναιόδωρη
να τους προσφέρει μετά θάνατον
αυτήν την καλοσύνη.

 

 

[Σαν φουσκοθαλασσιά]

Σαν φουσκοθαλασσιά σηκώνει κάθε τόσο ο Καιρός
μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους
με μπόγους, μωρά στην αγκαλιά
και την καρδιά ξεριζωμένη.
Πόλεμοι, λάβες ηφαιστείων, αποικισμοί,
λοιμοί, μεταναστεύσεις
μια ταραχή αέναη συνέχει
στο Αιγαίο τη ζωή
από τη ρίζα της.

Μυρίπνοα νησιά σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος
στου άσωτου νερού το δρόμο.

 

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (2013)

 

[Συγχώρεσε με που σε ξέχασα]

Συγχώρεσε με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του
τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.

Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο

πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

 

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.

Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα
Τι ζεστασιά. Τι βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.

Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλύτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
Άγιοι Πάντες.

Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.

 

 

Η ΕΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Κάθε φορά που ταχυδρομεί ένα βιβλίο του
– αφιερωμένο εξαιρετικά –
για την τύχη του αγωνιά.
Θα διαβαστεί;
Θα πεταχτεί;
Θα ξεχαστεί
σε μια γωνιά;

Και σκέφτεται μοιραία
τη συλλογή του Καρυωτάκη
αφιερωμένη – κι άκοπη –
στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.

 

 

[Ακολουθώ τις νύχτες …]

Ακολουθώ τις νύχτες
το φεγγάρι, τις σκιές
παίρνω από πίσω τη σκιά μου.
Γιατί τι είναι
ο ποιητής;

Ένα υπάκουο σκυλί
που ιχνεύει τη σκιά του
ψάχνει τα θηράματα
που χτύπησε ο Θεός
να του τα πάει.

 

 

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Σε σχολική γιορτή μαθήτρια μεγαλύτερη
απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Να πω τολμηρά άστραψε φως
και είδα την ψυχή μου;

Το βράδυ στο μπαλκόνι μας
την ώρα που η μάννα μου ξέχναγε σιγά σιγά –
την κούραση της μέρας,
πήρα να της διηγηθώ της ιστορίας τα καθέκαστα.
H μάννα για λίγο μ’ άφησε.
– Το είπα και εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δε με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα, μου λέει, να σ’ το πω και ’γω για να το μάθεις.

Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια
με λίγα φώτα αχνά μπροστά μας από τα σπίτια του χωριού
και γύρω μας καλαμωτά με τρυφερά μουρόφυλλα
και τους μεταξοσκώληκες να θρέφονται
και να θροΐζουν νύχτα μέρα
η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο
έπεσαν στάλες τα δάκρια από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
και τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.

Αργότερα στο Γυμνάσιο
δεν μαθαίναμε πια απέξω τα ποιήματα
– αν έχει κανείς άλλο μ’ αυτά να κάνει .
Σχεδόν σε κάθε στίχο, στην ερώτηση
τί εννοεί εδώ ο ποιητής,
ολονών οι γνώμες υψώνονταν
σαν χαρταετοί στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας.

Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τί εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία
αυτήν που αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα
μιλήσαν ώς και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τί λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.
Τότε, ο καλπασμός του Κωσταντή
σκέπασε το θρόισμα του μεταξοσκώληκα
πάνω στα φρέσκα φύλλα.

 

 

ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

Καθώς τις νύχτες καθρεφτίζομαι
στις σελίδες με τα παλιά μου ποιήματα
-δεν είναι παρά λίγοι επίμονοι στίχοι-
βλέπω πως η σκιά μου μεγάλωσε
και δε χωρώ στο ποίημα
περισσεύω.
Τότε έγραφα στις αμμουδιές με ήλιο τη σκιά μου
και όπως είπε ο ζωγράφος-χρόνια θήτευε στο φως
το φεγγάρι γεννά τις μεγάλες σκιές
ο ήλιος τις επίμονες.
Μεγάλωσαν οι νύχτες μου
τα σύνεργα πανάλαφρα, βγαίνω με το φεγγάρι
κι όλο προβάρω και φορώ
παλιά, καινούργια ποιήματα
μακριές μεγάλες νύχτες.

 

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (2010)

 

ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΛΙ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

Έρχονται από το σόι της το πλατύφυλλο
το κοντοκλαδεμένο
οι θειοί και τα ξαδέρφια.

Στρώνει υφαντό τραπεζομάντιλο
και γυαλικά, πιατέλες, χάρες από το γάμο.
Μα τούτες τις νερόκουπες με τις επάλληλες γραμμές
τις επιχρυσωμένες
και τα λεπτούλια κρασοπότητα με λουλουδάκια χάραγμα
μέσα στα χρόνια τα ‘σπασα μ’ αδέξια προθυμία.
Πώς βρέθηκαν κι αστράφτουνε μαζί με τις κανάτες
και με τι χέρια θα τσουγκρίσουνε
στο στήθος σταυρωμένα;

Μα σήμερα είναι Πασχαλιά
μ’ έχουν στα γόνατά τους ψίχαλο
κι εκείνοι λένε φωναχτά
μωραϊτικα τραγούδια.

Είναι σαν τότε Πασχαλιά.
Η μάννα μου τους έστρωσε τραπέζι να φιλιώσουν
όσοι φύγαν αμίλητοι.
Θα πιούν, θα τραγουδήσουνε,
κάνει η ίδια την αρχή
το γιορτινό τραγούδι της
σώπαινε μάννα

σώπαινε
τούτο το μοιρολόι.

από τη συλλογή

 

 

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Ι

Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.
Αέρισα καλά το ξένο σπίτι
αλλά μυρίζει ακόμα φαγητό
τσιγάρα
αναπνοές.

Χτες μετακόμισα
μια μοναξιά
πιο πέρα.

 

 

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ

ΙΙΙ

Ξαγρυπνούσα κι άκουγα ερωτευμένο αηδόνι.
Είχε τη φωλιά του στα φυλλώματα ενός δέντρου ταπεινού
τη μέρα δεν το πρόσεχες
δεν το ‘πιανε το μάτι σου για δέντρο
και τώρα το αηδονάκι με τις τρίλιες του
το αποκάλυψε στα μάτια μου
δέντρο μικρό κι ασήμαντο
καχεκτικό δεντράκι
σκονισμένο.

Ξαγρυπνούσα κι άκουγα το ερωτευμένο αηδόνι.
Αναπολούσα τον καιρό που ήμουνα πουλί
κι αηδόνι
κοίταζα μόνο το τραγούδι μου
στο δώμα που ξαγρύπναγα
μικρό και σκονισμένο.

 

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΣΤΩ

Όταν προ ετών απηύθυνα νερά απαρηγόρητα
σε οίκο εκδοτικό
ειλικρινώς μας ενδιαφέρει η γραφή σας είπε η υπεύθυνη
αλλά ξέρετε δεν κινείται η ποίηση.
Μήπως έχετε κάποιο πεζό, νουβέλα
ύη μυθιστόρημα; Διηγήματα έστω.
Η ποίηση δεν κινείται.
Και όμως κινείται

αντέτεινα ασυναίσθητα.
Δεν είχα υπόψη μου στατιστικά κι ευπώλητα
μονάχα αποστολές των ποιητών με τα ταχυδρομεία
κι ακόμη της αμέτρητες μποτίλιες
που αφήνουν κάθε βράδυ ναυαγοί
στου διαδικτύου τους ιστότοπους
αυτούς τους έστω τόπους
το ίδιο για μένα ακατανόητους
με αυτούς που όριζε ο μαθηματικός στον πίνακα
σε ένα μαύρο πουθενά
στη στερεομετρία.

Και όμως κινείται.
Υπερασπίστηκα ασυναίσθητα την ταπεινή μου τέχνη.
ασυναίσθητα της αφιέρωσα τις ιστορίες μου όλες.
Διηγήματα λοιπόν. Διηγήματα έστω.

 

 

ΝΕΡΑ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ (2009)

 

Α’ Νερά απαρηγόρητα

 

Τοπίο

Ι
Υγροί πράσινοι λόφοι
και οι σταγόνες της βροχής
μικρές εγκυμονούσες.

Άπλωνα τα χέρια μου
έδινα την καρδιά μου,
δέκα χρονών μέσα στο θαύμα.

ΙΙ
Μόλις ξεδιάλυνε η ομίχλη
φάνηκαν οι αμυγδαλιές
ίδιο ανάερο άστρο.

Πιο κάτω σπίτια νοτισμένα
αραιός καπνός στις καμινάδες
τα κεραμίδια υγρά.

 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Άνοιξη

Πλένουν οι μανάδες μας στρωσίδια τοϋ χειμώνα.
Ολόκληρη ημέρα στο ποτάμι
το πρώτο πανηγύρι στο νερό.

Θα πέρασε πλανόδιος φωτογράφος.
’Αγκαλιασμένες με το νερό ως το γόνατο
— Η Δέσπω με περνάει ένα κεφάλι —
θα ’μαστέ δέκα-έντεκα χρόνων.
“Φίλες αχώριστες μέχρι θανάτου”.

Είκοσι χρόνια Δέσπω
έχω να σε δω.

Καλοκαίρι

Νεράκι κελαηδιστικό
και οι καβουρομάνες
θολώνουν λίγο το νερό
καθώς τρυπώνουν στη φωλιά τους.

Ψηλά στον αναβαθμό τα αγόρια
ρίχνουν βουτιές με σαματά
χαλούν τον κόσμο.
Δοξάζουνε την εποχή και το ποτάμι.

Φθινόπωρο

Ήρθαν οι τσιγγάνοι.
Έστησαν στις όχθες τα τσαντίρια.

Βροχή τους ρήμαξε όλη νύχτα,
ηλεκτρισμένο πρωτοβρόχι.

Εκείνοι όμως το πρωί
απλώσανε στον ήλιο
μελαχρινό χαμόγελο.

Χειμώνας

Ιτιές
πλατάνια
το ποτάμι
άσπρο το χνώτο του
στον κάμπο το πρωί.

 

 

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Ιούλιος

Το αλώνι
τα δεμάτια
το άλογο ιδρωμένο στου φεγγαριού το φως.

Εδώ τραγούδησαν τη γη για να καρπίσει.

Αύγουστος

Αδειάζει το καπέλο του γεμάτο
στην ποδιά μου. Σταλαγματιές οπώρας
ευωδιάζει η μνήμη μου.

Θάλλουν τα τζιτζίκια, δονείται ο ελαιώνας.
Λίγα καρποφόρα
στενοί μου φίλοι παιδικοί.

 

 

Β’ Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στο κόσμο

 

Κόκκινη κλωστή δεμένη

Ι.

Τις άγγιξα παιδί και έλυσα στον ώμο τα μαλλιά τους.
Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στον κόσμο.
Τασία Καίτη Ελένη.
Ζεστό χρώμα γυναικείας σάρκας
άρωμα αλωμένης τρυφεράδας.

ΙΙ

Ύφαιναν στον αργαλειό
τα μυστικά του κόσμου με τραγούδια,
με νήματα βαμμένα στις φλούδες του ευκάλυπτου
στης καρυδιάς τα φύλλα.

Έπαιζα ή κρυφάκουγα λιγάκι παραπέρα;
Ας ήταν όλα φανερά.
Εγώ κρυφά τα άκουγα
κρυφά τα κελαηδούσα.

ΙΙΙ

Κι’ ας φύλαξες ευλαβικά προγονικό αδράχτι
και του αργαλειού εξαρτήματα όσα βρήκες.
Ο ήχος που ύφαινε ξερός των γυναικών το πεπρωμένο
πάει και πια δεν θ’ ακουστεί
η γειτονιά τα γέλια.

 

 

Κυριακή

ΙΙ

Φοράω κάθε μέρα τα καλά μου στη δουλειά μου.
Πάει χρόνια που διορίστηκα σε μια στενοχωρία.
Δάσκαλε τι μ’ έθελγες σε τούτο το εύ ζην;
Βουίζει τώρα
ζην ζην ζην
ασίγαστο μελίσσι η καρδιά μου.
Η καρδιά μου δίψασε η καρδιά μου αρρώστησε.
Στη χειροποίητη ζωή θα σμηνουργήσει.
Να ανθοφορεί ο λόγγος το σπάρτο και το σφάλαχτρο.
Να ‘ναι η βδομάδα Κυριακή
Θα μέλπει ο πετροκότσυφας
βου γα δη κε με πεταστές.
Το ζην
θα αντιφωνεί θριαμβικά η καρδιά μου,
γλώσσα περισπώμενη
των μελισσών και των πουλιών
και των αγγέλων.

 

 

ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

— Το έμαθες το πήμα σου;
— Ποί-η-μα τη διόρθωνα, της έλεγα το ξέρω.
Και νόμιζα ότι το ’ξέρα, μα εκεί μπροστά στον κόσμο,
στην πρώτη του δημοτικού, στην ξύλινη εξέδρα,
προπάντων στον παππούλη μου μπροστά,
που ’ταν σαν ψάρι στη στεριά
εκεί στην πρώτη τη σειρά μακριά απ’ τα χωράφια,
εσάστισα ολότελα
και το ’χασα το ποίημα με το βαρύ φορτίο.
— γίνεται να ’ναι ελαφρύ το ελληνικό το χώμα
ή μία χούφτα ειδικά για τον ξενιτεμένο;

Τριάντα χρόνια αργότερα
η μάνα πια το έμαθε, λέει σωστά το ποίημα.
Μα απ’ το παλιό μου πάθημα και τη στερνή τη γνώση,
την ξέρω πια τη γλύκα του
— τότε το έλεγες σωστά. Πήμα της λέω.
Πήμα.

 

 

ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ

Τα μήλα ήταν μέλι.
Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.
Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,
δε μάλωναν,
δεν τα ’παίρνε ο πατέρας στο χωράφι.
Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.
Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά ή βασίλισσα στο κάδρο
και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.

Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.
Δεν άλλαξε η γεύση του,
συνήθισα μονάχα.

 

 

ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ σ’ αδειανά καφενεία
και η παλιά πελατεία
φωτογραφία στον τοίχο.
Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ
χωρίς ήχο.

Θυσίαζα σε σας το χαρτζιλίκι μου
Και τι δε θα θυσίαζα και τώρα
που έμεινε η Κυριακή
σαν καλαμιά
στον κάμπο.

 

 

(Μετακομίζω στα όνειρα τις νύχτες)

ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ στα όνειρα τις νύχτες.
Στα όνειρά μου κυλούν νερά
τοπία φτερά
κυλούν απαρηγόρητα.

Και το χωριό μου
ολοένα μετακομίζει
μετακομίζει στον ουρανό
κι όσοι προλάβαν στην Αθήνα.

Και τα νερά κυλούν
απαρηγόρητα
στον ύπνο μου
στο ασφοδελό χωριό μου.

 

 

Κλεινόν άστυ

IV

Αγνάντευες εφτά χωριά
και τα βουνά γαλάζια.

Η Άνω Μεσσηνιακή πεδιάς
τα φώτα της
και τα χωριά της.

Πώς να υποστείλεις τώρα
τη ματιά σου ως το κάδρο;

V

Κι ας πήρες την απόφαση
να τελειώσεις τη ζωή σου στο τριάρι.
Έχεις τον ανοιχτό ορίζοντα εγγεγραμμένο
εντός σου,
αλώνι και πηγάδι,
τον ίσκιο μιας κληματαριάς
να σεργιανάς στον ύπνο σου.

Τα παιδιά σου όμως,
δεν θα έχουν πού την κεφαλήν κλίναι.
Κι αν έχεις ώτα ακούειν
άκου με.
Τζάμπα παιδεύεσαι και χτίζεις
και συνταιριάζεις όνειρα
και τους μυαλού παλιές φωτογραφίες.

 

 

[Η Αγάπη δυναμώνει και την πέτρα]

Ανθίζουν σπίτια ταπεινά
όρθια μετράνε τούς αιώνες.
Κυλάει το ποτάμι της αγάπης
το αίμα που δε γίνεται νερό,
κι όπως στεριώνει τις γενιές
την πέτρα δυναμώνει.

Αρχοντικά περήφανα ρημάξαν.
Μεσοτοιχίες εχθρικές μοιράσανε τις σάλες
—πού να περάσουν οι ψυχές
πού να βρει κοίτη η αγάπη —
σαλεύουν απ’ τη θέση τους
γκρεμίζονται και οι πέτρες.

Γιατί η αγάπη στερεώνει και την πέτρα

 

 

Γ΄ Σαν τη δροσιά στο φύλλο

Εις μνήμην

Αναστασίας

Πώς να χαρώ είπε πια εγώ
και πώς να ζήσω.

Σ’ ένα συρτάρι στον κομό
έβαλε τα ασπρόρουχα που τύλιξαν τα νιάτα της.
Την καλημέρα χειροποίητη
τα γυαλικά του γάμου.

Έδεσε τα μυστικά κόμπους μες στην παλάμη της
και κλείδωσε το σπίτι.

 

 

Δημητρίου

Σ’ αυτό εδώ το τραπέζι
τσουγκρίσαμε της Παναγιάς ξέχειλα τα ποτήρια
κι ήταν για τελευταία φορά.

Θα χτυπάει αύριο στο χωριό λυπητερά η καμπάνα.
Πάει κι ο Μίμης σα δροσιά
θα πουν οι χωριανοί μας.
Έσβησε ο Μίμης σα δροσιά,
σαν τη δροσιά στο φύλλο.

7-12-99

 

 

[Το ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ βράδυ τους κοιμήθηκαν στη σάλα]

Το τελευταίο βράδυ τους κοιμήθηκαν στη σάλα.
Μόνο δεν άλλαξαν πλευρό μες στη στενή τους κάσα.

Τούς σκέπαζαν τα άνθη ελαφριά,
υγρά τα μοιρολόγια
και κει κοντά στα πόδια τους
τα ψυχοκέρια καίγαν στο σιτάρι.

Το σπίτι
είχε τη λύπη γιορτινή
τό τελευταίο τους βράδυ.

Και ύστερα τι ανάερη μετατόπιση.
Με αρχαϊκό χαμόγελο ανάμεσα στους συγγενείς
κοιτούν από το κάδρο.
Και οι πίκρες πού τους κέρασαν
τώρα περάσαν όλα.

 

 

[ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ βοριά μου]

Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα δυνατά
να μαζέψεις τα κλαράκια.

Το λινάρι
το μετάξι
τό κουκούλι του,
την ανέμη
τον αργαλειό
και το τραγούδι του.

Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα ταπεινά
ν’ αρμενίσουν οι ψυχές τους
να ’ρθουνε κοντά.

 

 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ (1998)

 

[Στου γέλιου σου την άκρη …]

Στου γέλιου σου την άκρη
ματώνει άσπρο μετάξι.

Δόντια πυκνά
και μαργαριταρένια.
΄
Έτσι αστράφτουν με το χιόνι
τα βουνά.

Έτσι λιποθυμούν μες στ’ άνθη τους
οι ακακίες.

Έτσι αστράφτει,
έτσι λιποθυμάει το στόμα σου
βελούδο παπαρούνας.

Όραμα πυρκαγιάς
ολάνθιστο.

 

 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Στον Δημήτρη

Ευφημισμός ο τίτλος στο εξώφυλλο.
Ευφημισμός η εικόνα. Τα χελιδόνια
ερωτοτροπούν στην ευωδία των κρίνων
και εικονίζουν αισιόδοξα
την εποχή του έρωτα
που τα υποσχόταν όλα.

Να ξαναγράψεις ερωτικά ποιήματα.
Τα ερωτικά είναι το στοιχείο σου
είπε φίλος αργότερα.
Μα ο φτερωτός θεός
δεν είναι το παιδί που παριστάνουν
για να το ξεγελάσεις με ποιήματα
συνταγογραφημένα.
Δε θέλει θυσία αναίμακτη
τους στίχους που θα γράψεις.

Κοιτώ τον σύντροφό μου,
παρακαλώ βουβά να μη γράψω ποτέ πια
ερωτικά ποιήματα.
Να μείνει αυτός το ζωντανό σημάδι
πως ο θεός
εξευμενίστηκε
με τους φτωχούς μου στίχους.

 

 

ΤΑ ΤΖΗΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΚΩ

Καμιά φορά γυρίζεις και θυμάσαι
όχι φορέματα που ντύθηκες
και καθρεφτίστηκες φιλάρεσκα
μες στον αντρών τα μάτια,
μα κάτι ρούχα ταπεινά,
πού ‘χες μ’ αυτά τα χρόνια σου τα δεκαεννιά ντύσει
και πέσαν από πάνω σου αργά.
Η κοριτσίστική ντροπή σου τα κρατούσε
και σώμα με σώμα δύσκολα
ο έρωτας νικούσε στο τρυφερό το πάλεμα.
Σώμα με σώμα
αίμα με αίμα
μέθαγε στα χέρια του το ξαφνιασμένο δέρμα
πήγαινε από πάνω σου να πέσει
και αυτό.

Τα τζην και τα μακώ
τα ταπεινά σου ρούχα γυρίζεις και θυμάσαι
το ρίγος του κορμιού
των δεκαεννιά χρόνων.

 

 

[Κάπου εδώ έλαβε τέλος …]

Κάπου εδώ έλαβε τέλος η μικρή ιστορία
μιας μεγάλης μου αγάπης,
Στο δωμάτιο αυτό αγαπούσα τα νιάτα.

Και στα απέναντι σπίτια
ξέρω σ΄ όλη την πόλη
σε σταθμούς και σε πάρκα
κάπως έτσι τελειώνουν κι αλλονών οι αγάπες.

Με ασυντρόφευτα δάκρυα
και μ’ αδιάφορους ώμους.

 

 

ΟΛΟΝΥΧΤΙΣ

Ολονυχτίς
στον καναπέ
λες και θα ακούσω νέα σου
στο τελευταίο δελτίο.
Πώς τάχατε
νυχτώθηκες σε χώρα λωτοφάγων
και μόλις ξεμυτίσει λίγη μνήμη
θα γυρίσεις.

 

 

ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 26/07/2017

Μια απίστευτη αιθρία

«Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό» της Γιώτας Αργυροπούλου, εκδόσεις Gutenberg

Ποιο είναι το χρώμα της ποίησης; Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου αποφασίζεις ότι θα μπορούσε το χρώμα της να είναι το λευκό. Το φως διάσπαρτο στους στίχους της, σε κάνει να αναρωτιέσαι για τη σπατάλη της απλόχερης και γενναιόδωρης φύσης στα ξερά αιγαιοπελαγίτικα νησιά, που δάνεισαν κάτι από αυτό το αυτοφυές φως στην ποίηση. Και ας ξέρουμε ότι από τα πιο σκοτεινά εσώτερα κι απύθμενα αντλεί το ποίημα πάντα. Εδώ αποκαλύπτεται μια αλήθεια αποστομωτική: ετούτο το ξερό τοπίο, μ’ αυτό το φως που το στεφανώνει, ίσως να μεταλλάσσει το μέσα σκότος, και έτσι όλο το ποίημα πλέον να θάλλει από απαύγασμα ζωής.

Το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο βρίσκεται σε κάθε ποίημα, δίνοντας έτσι την απαραίτητη συνοχή. Τα ποιήματα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους μόνο με τα τοπωνύμια, τις εκκλησιές, τα πλήθος των προσκυνημάτων που διάσπαρτα στη θάλασσα δίνουν το απαραίτητο γαλάζιο πλάι στο λευκό των ασβεστωμένων τοίχων. Μια δέσμη φωτός τα δένει το ένα με το άλλο και έτσι τα ταξιδεύεις, σαν να σε προσκαλούν σ’ αυτό το αντάμωμα.

Η Γιώτα Αργυροπούλου δεν ελκύεται μόνο από το φως. Δίνει μέσα από τους στίχους της μια συνολική εικόνα του τοπίου, με βαθιά ριζωμένες τις μνήμες από τα συναπαντήματα μαζί του μέσα στα χρόνια. Άλλωστε θα πει ξεκινώντας:

Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα

Πώς γίνεται να την ξεχάσεις έπειτα; Κι εκείνη η εικόνα του πλοίου στον ορίζοντα;

Ίσαλο πλοίο
στον ορίζοντα

το άρπαξε ο ουρανός
στο φως.

Όσοι ευλογήθηκαν να γεννηθούν με τέτοιες εικόνες στα πρώτα τους κοιτάγματα έχουν εννοήσει ήδη. Αλλά και οι υπόλοιποι που μάθαμε τα βήματα στο ελληνικό θαλασσινό τοπίο από ταξίδια επιλογής στα άγονα κυκλαδονήσια, κατανοούμε το άγγιγμα το μαγικό, κι ας μην τα έχουμε γενέθλιο τόπο. Όπου τη συναντήσεις την ομορφιά ίδια θα είναι:

– Μια γλώσσα μιλά η ομορφιά
ανάμεσα ουρανού και γης
από γεννησιμιού του κόσμου.

Τούτο το ξερό τοπίο λες και απλώνει τις ξερολιθιές του (το πέτρινο αλωνάκι για την ποιήτρια) απέναντι στον ήλιο σαν ασπίδα, αυτές όμως όλο και πιο πολύ ρουφάνε και αποθηκεύουν φως, για να ξορκίσουν τα σκοτάδια της ψυχής. Ανοίγει η ψυχή σου σαν βρεθείς στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Να γιατί πάντα θα κερδίζουν έδαφος στην ελληνική συνείδηση οι Κυκλάδες αλλά και τα μικρά τα Δωδεκάνησα, ακόμα και τα άλλα τα κοντινά στην όχθη την απέναντι, τα φορτωμένα μνήμες από ξεριζωμούς αλλά και ποίηση αλλοτινή, έτσι σπαρμένα που είναι, λες αφημένα στην τύχη τους μεσοπέλαγα να αρμενίζουν με απλό πανί.

[…]Κι όπως κοιτούσα θαμπωμένη
Ψάπφα του μέλους
συστήθηκε ψιθυριστά
χάθηκε στο πανηγύρι.

Κι όμως σ’ αυτά τα ξερονήσια κάποτε, χρόνια μακρινά, ακούμπησαν να ξαποστάσουν κυνηγημένοι, στης εξορίας το ανέλπιδο τοπίο. Δεν τα ξεχνά κι αυτά η ποιήτρια, γιατί κι εδώ έχει το δικό του μερίδιο το φως, κι ας μην το θέλησαν έτσι οι θύτες των ψυχών.

[…]
(Να πλένουνε το πουκάμισο στο κύμα
να το στεγνώνουνε στα βράχια.
Να στρίβουνε καπνό φαρμάκι
όλο να κοιτάζουν μακριά.)
[…]

(Στην ανέσπερη αιθρία!

Να μην μπορούν να της ξεφύγουν πουθενά.)

Αλλά ούτε μπορεί να αγνοήσει τον θάνατο που -αθέλητα πολύ αυτός- έβαψε με το χρώμα του πλεούμενες ψυχές, που είδανε τη θάλασσα και νόμιζαν πως καταργεί τα σύνορα. Μα λάθεψαν και βρέθηκαν, παιδάκια μόλις, να παίζουνε παιχνίδια στον βυθό.

[…]
Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες
με τα μωρά στην αγκαλιά
μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους
μου ’ρχονται στο μυαλό
τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης
τα μνημόρια.

Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια
σε τοποθεσίες περίοπτες
εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.

Κι έτσι με τη γενναιόδωρη φαντασία της η ποιήτρια δένει μεταξύ τους, απρόσμενα πολύ, χρόνους και λαούς, σήματα μνήμης, κατάλοιπα σπουδαία στον χώρο του Αιγαίου. Η ποίηση όμως έχει τέτοια δικαιώματα και τα εξαντλεί κάθε που θα βρεθεί αυθεντική φωνή, όπως αυτή εδώ.

Η ποιήτρια έχει διαλέξει τον χώρο που θα διασώσει με τους στίχους της και δεν τον αλλάζει με τα καταπράσινα τοπία αλλού της ελληνικής γης. Όμορφα είναι όλα, αλλά ετούτο εδώ πιο ελληνικό από όλα. Και αφουγκράζεται και ακούει τη θεϊκή φωνή να βγαίνει στον αέρα και πάνω από τα κύματα να δίνει την απόλυτη απόλαυση των αισθήσεων. Η Κάλλας:

[…]το ’σκασε
από το σήμα και τον τάφο
και δονείται στο Αιγαίο
στων κυμάτων το βιμπράτο
πάλι αντηχώντας

– στις σπηλιές.

Γι’ αυτό το τοπίο θα ήθελε να μιμηθεί τον λυρικό Αρχίλοχο, που (όχι ασυλλόγιστα αλλά ίσα ίσα μετά από σκέψη σοβαρή) όλα τα χάρισε δίνοντας την ασπίδα του στη μάχη, μόνο για να αντικρίσει λίγο ακόμα τη ζωή που λάτρεψε. Έτσι, όταν νιώθεις να λιγοστεύει μέσα σου το φως, ανοίγεις και διαβάζεις. Και τότε κύματα έρχονται και σε φέρνουν στη απίστευτη αυτή αιθρία. Και λες: μακάρια η ποίηση που όλο αυτό μπορεί να το μετουσιώνει και να το δίνει προσφορά σε όποιον το αναζητά.

 

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

diastixo07 Ιουλίου 2017

Μες στου Αιγαίου τα νερά τρία νησιά αρμενίζουν. Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό μας καλεί ο τίτλος της Γιώτας Αργυροπούλου, την άγονη κάποτε γραμμή και σήμερα στολίδι του Αιγαίου, γόνιμη και τουριστική.

Πολυταξιδεμένο, πολυτραγουδισμένο, φωτεινό και φρέσκο, νέο και παλαιό, πολύπαθο, πικρό, αλλά πάντα γαλανό.

Η ποιήτρια σε τρεις ενότητες θα τραγουδήσει το Αιγαίο, θα ξετυλίξει τον μύθο του, το θαύμα του, τον πολιτισμό του και τα πάθη του, παλιά και νέα.

Δεν έχει σημασία αν άλλοι μεγάλοι ή μικροί έψαλλαν τα νησιά. «Ο καθείς και τα όπλα του» είπε ο Ελύτης και Άξιον Εστί το τόλμημα.

Ενότητα πρώτη –«Ακταιωρός»–, πλεούμενο για την περιφρούρηση ακτών: «εφτά χρονών αντίκρισα τη θάλασσα», ενώ ο πατέρας, στο άλογο καβάλα, ποτέ του δεν την είδε. Και το θαύμα αρχίζει: το πλοίο «το άρπαξε ο ουρανός / στο φως» και αναλήφτηκε. Όταν δυο πλοία της άγονης γραμμής διασταυρώνονται μοιάζουν «αντικριστή φιγούρα μπάλου». «Σίκινο-Ανάφη αναμεσίς / έπιασαν δυο δελφίνια» σαν να είναι εκείνα «της ζωφόρου / που περιτρέχει τη Δυτική οικία / του Ακρωτηρίου Θήρας», τα «ζωνοδέλφινα… σαν μισοφέγγαρα… αέναη Τοιχογραφία Στόλου». Αυτά στη θάλασσα∙ και στη στεριά, η «ξερολιθιά», ο «Ιούλιος», «η δροσιά της νύχτας», «το σπίτι με τη στέρνα του», «το πέτρινο αλωνάκι», ο τόπος που «στρατολόγησε τις πέτρες του / καταντικρύ στο φως». Οι βράχοι με το αλάτι, σαν έφηβοι ηλιοκαμένοι και «γυμνοί». Οι γλάροι που «ζυγίζουν τα φτερά τους», η Παναγιά με τα ονόματά της, η «ραψωδία με βιολί και λαούτο». Το αστραφτοβόλημα του Αιγαίου θαμπώνει τα μάτια, η αίσθηση ξυπνάει τη διαίσθηση.
Το χρώμα και το φως, το όνειρο και το θαύμα, έρχονται να σχολιάσουν δυο σύγχρονοι ποιητές με προφανείς αιτίες: «Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου» (Αναγνωστάκης) και «Όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση / να πλημμυρίζει τα σαλόνια, εγώ σωπαίνω» (Κατσαρός) και η Αργυροπούλου: «Στίχοι εμβληματικοί / που αποστήθισα και εγώ / ματαίως». Ματαίως, γιατί ξένη αίσθηση δεν αποστηθίζεται, απλώς παπαγαλίζεται. Ο κάθε ποιητής και οι αφετηρίες του∙ πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και άλλες. Ανάλογοι και οι στίχοι. Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κακοσμημένον Και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ.

Θα έπρεπε μήπως να ακυρώσουμε τον Όμηρο επειδή «στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα» δεν έχουν πέραση τα κλέα; Ευτυχώς που η ποιήτρια μας καταθέτει εκείνο το «ματαίως», ζωσμένο ασφυκτικά από την περίσταση. «Δεν τον αντέχει η ψυχή μου, περισσά ωραίος στέκει στα πόδια του» έλεγε ο Καζαντζάκης για τον Παρθενώνα∙ μήπως θα έπρεπε να τον γκρεμίσει επειδή ξεπερνά το μπόι του; Είτε μας αρέσει είτε όχι, το Αιγαίο, Αιγαίο είναι. «Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη» και ας είναι παραμονή θανάτου.

Πιο κάτω θα αναρωτηθεί: «Τι ξέρω εγώ από το αιγαίο φως; / Από τη μεταφυσική του φοβάμαι δεν ξέρω τίποτα»∙ σαν τον Σωκράτη, «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Γιατί πολύ καλά αναγνωρίζει τη μεταφυσική, όταν με φως «τοιχογραφία βυζαντινή τα δειλινά / αγιογραφεί τους βράχους». Όταν με αληθινή κατάπληξη «από το χρώμα του Απόλλωνα… αναπολούσα δρυς και τα πλατάνια του Μοριά». Όταν «Άνοιξε και η δική μου η καρδιά στο θαύμα», όταν η Κάλλας «το ’σκασε / από το σήμα και τον τάφο / και δονείται στο Αιγαίο / στων κυμάτων το βιμπράτο / πάλι αντηχώντας». Μα αφού η ψυχή του Έλληνα είναι πάντα συνδεδεμένη με το μεταφυσικό, και το θαύμα είναι προέκταση της καθημερινής ζωής του.

Ενότητα δεύτερη, «Απόπλους». Τώρα πια μπαίνουν στους στίχους και άλλα νησιά που «το χάραμα αναδεύονται / στης αυγής τα σπάργανα». Από τη μακρινή Τήλο έρχεται η δεκαεννιάχρονη Ήριννα με την Ηλακάτη της. Κι ο πατέρας: «Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας και οργώνεις τα ξερονήσια. / Εκεί πηγαίνανε τους εξορίστους παλιά». Σωστά, αυτά τα νησιά, που σαν πολύτιμους λίθους έσπειρε από ψηλά ο Θεός, όπως είπε ο Ζακ Λακαριέρ, στιγμάτισε η ιδιοτροπία της ιστορίας, μέχρι να έρθει η ίαση και αναβάπτισή τους με του ποιητή το ανάβλεμμα ή έστω και του ορθολογισμού το συνάλλαγμα.

Ήδη, όμως, το κλίμα έχει αλλάξει. Στην Ικαρία οι άνεμοι βγήκαν από το ασκί, γιατί «οι νήπιοι τους έλυσαν / και πώς να τους μαζέψεις», «τα Ανεμοτάφια» πιο πέρα «πως είμαστε αθύρματα θυμίζουν», κάτω από τον άσπρο ασβέστη το λουλακί παραμονεύει: Λουλάκι ο τοίχος, «λουλάκι ο ουρανός / η θάλασσα λουλάκι / λουλάκι κι ο καημός στην Αμοργό», κι ο Γκάτσος: μια καμπάνα βάφει τον ουρανό με λουλάκι και όλα του θανάτου μοιάζουν. Αν και η Αμοργός-νησί δεν σχετίζεται με την Αμοργό-συλλογή, ο συνειρμός, τόσο στενός και τόσο υπαινικτικός, σαν μίτος μας τραβάει.

Κι ο χρόνος τρέχει. Ένα δεκατετράχρονο αγόρι κάποτε, που τώρα έγινε άντρας, ήθελε «Μόνο να δει στο φεγγαρόφωτο το στήθος της» («Το στήθος νέας γυναίκας άρθρο μελλοντικού συντάγματος» είπε ο ποιητής), σ’ ένα σοκάκι «φιλήθηκαν παράφορα στο στόμα» και τώρα όχι πια. Στο λιμάνι τα καράβια με τα παράξενα ονόματα, «χάι-σπιντ, μπλου σταρ, και σούπερ φέρι» εκτόπισαν τον «Ταξιάρχη», την «Ελεούσα», τον «Πανορμίτη». Χάθηκε η μεταφυσική, η πίστη πως και μόνο το όνομα αρκεί για το καλό ταξίδι, την κατάπιε η εξέλιξη. Ωστόσο, η «Κυρία Μαρία» και η «Ζαμπέτα» είναι εκεί∙ και ο «Αρχίλοχος» με την ασπίδα του από πάντα.

Κι έρχεται η τρίτη ενότητα, «Σαν φουσκοθαλασσιά». Το Αιγαίο γίνεται η θάλασσα των μεταναστών και των προσφύγων, των απελπισμένων που τρέχουν να πνιγούν στα γαλανά νερά του. «Κανένας ξύλινος σταυρός δεν θα δηλώνει / τη βάσανό τους επί γης». Μια περιδιάβαση στα αρχαία νεκροταφεία και στα μνημόρια αρκεί για να μελετά η ποιήτρια τα «μαύρα λουλούδια»που πνίγηκαν. Σαν φουσκοθαλασσιά ο καιρός φέρνει «μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους / με μπόγους, μωρά στην αγκαλιά / και την καρδιά ξεριζωμένη».

«Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια, / η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό» είπε ο Σεφέρης, γιατί, όσο και να κοιτάξουμε από κοντά δεν θα δούμε τι κρύβει ο βυθός της. Και όσο και αν «σηκώνεται κι ουρλιάζει» πάντοτε παραμένει «Θάλασσα της θαλάσσης» λέει ο Εμπειρίκος που ξέρει και από καράβια και από θάλασσες.

Σε Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό, σε όλα τα νησιά του Αιγαίου η Γιώτα Αργυροπούλου μας ξενάγησε στα θαύματα της φύσης και του ανθρώπου, πλασμένη η ίδια από ιδέα, χώμα και ποιητικό νερό και μια καρδιά που όλα τα χωράει. Το όνειρο, το θαύμα, τη ζωή όπως είναι και τη θλίψη που δεν είναι, όπως έπρεπε να είναι.

Και οι αντινομίες ισχύουν πάντα. Και η ποιήτρια αργοπορεί στο ωραίο Αιγαίο με τη σύγχρονη θλίψη.

 

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

 

ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

diastixo 30/9/2014

Στο βιβλίο αυτό αναπολώ την καθημερινότητα των νεανικών μου χρόνων μέσα στο έργο ποιητών που μου χάριζαν παρηγόρηση. Αυτό που ένιωθα τότε, το διάβασα αργότερα σε μια συνέντευξη του Εγγονόπουλου: οι ποιητές είναι οι μεγάλοι παρηγορητές της ανθρωπότητας. Ο κόσμος των Αγίων είναι βέβαια υψηλότερος από τον κόσμο των ποιητών μα, ποιητική αδεία, έφτιαξα το εικονοστάσι των δικών μου αγίων ποιητών, επωνύμων και ανωνύμων. Εξάλλου «ο ίδιος ο Θεός Ποιητής εκλήθη»! Από τον Όμηρο στα προοίμιά του «Μήνιν άειδε, θεά…» και «Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα…» έως τον Ελύτη («Ποίηση, ω Αγία μου») και τον Καβάφη, που της απευθύνεται με προσευχητικό τρόπο («Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως που κάπως ξέρεις από φάρμακα»), οι ποιητές καταφεύγουν στον τόσο παλιό και πάντα νέο δρόμο της. Την υπηρετούν ως κάτι ιερό, δαπανώνται. Όσοι τυχεροί δέχονται και με τη σειρά τους προσφέρουν την ιαματική της χάρη.
Στα ποιήματα αυτού του βιβλίου πήραν θέση αγαπημένοι ποιητές, κορυφαίοι και ελάσσονες – κάποιοι συναπαντημένοι στους δρόμους ή τα καφενεία της Αθήνας. Πρόσωπα που με συντρόφεψαν επίσης στο ταξίδι της αναζήτησης της πο