ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

νασια

 

Γεννήθηκε στην Κύπρο το 1979. Σπούδασε Νομική και Διεθνές Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αντικείμενο με το οποίο ασχολείται επαγγελματικά. Είναι μητέρα της Μυρτώς.
Διηγήματά της έχουν περιληφθεί στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014) και έχουν, επίσης, δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda). Το 2017 εκδόθηκε η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, με τίτλο «Περιττή ομορφιά» (εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα).

 

βιβλιο

 

ΠΕΡΙΤΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (2017)

Δώδεκα διηγήματα απαρτίζουν το πρώτο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου.
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατάρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

 

«Χαίρετε», είπε ο άντρας.
Ο αέρας ήταν παγωμένος, ασάλευτος, αψύς. Μύριζε λάσπη και σαπισμένα φύλλα, όχι ακόμα καπνό από οξιές, οι πυροστιές θα άναβαν σε λίγο.
Κάτω από τη χοντρή ζακέτα της —θα ’μοιάζε ίσως με σκιά πού γλιστράει μες στο σύθαμπο— βάδιζε γρήγορα προς τα κλουβιά. Όσο βαριά κι αν ήταν τα κιλίμια που ’ρίχνε πάνω τους, είχε πουλιά πεταρούδια, κουνέλια με μάτια μισόκλειστα- μακάρι να τα ’βρίσκε κουρνιασμένα το ένα στ’ άλλο, να ’χαν βαστάξει. Μονάχα τα βήματά της άκουγε ν’ αντηχούνε όσο σίμωνε. Ακόμα οι κραξιές, οι συριγμοί και τα φτερουγίσματα. Η μέρα χάραζε αβρή, σαν κάθε μέρα.
«Χαίρετε», της είπε κι ο πετεινός τινάχτηκε.
Πώς βρέθηκε μπροστά της, από πού, τί γύρευε εδώ στη γη της, τι τέτοιαν ώρα, ποιος ήταν ό ξένος;
«Χαίρετε», ξανάπε εκείνος.
Το χέρι της κύλησε αργά στην τσέπη κι έσφιξε τον μικρό σουγιά που κουβαλούσε, άλλοτε για τα φθαρτά, άλλοτε για τα ζιζάνια.
«Μη φοβάσαι», της μίλησε πάλι. Η αχλή σάμπως ν’ αραίωσε κι η λιγνή μορφή αχνοφάνηκε απέναντι της. «Τον άντρα σου ψάχνω.»
Ο παγωμένος αέρας αντιλάλησε συλλαβιστά τις λέξεις κι η γυναίκα αποκρίθηκε, σαν να υπάκουε σε διαταγή ή σε στερνή επιθυμία, φωνάζοντας δυνατά τ’ όνομα τού άντρα της.
Μια κίσσα σφύριξε την ίδια ώρα.
Καθώς ο άντρας πήγαινε σκυφτός στους στάβλους για το πρώτο άρμεγμα, έστρεψε το κεφάλι κι αντάμωσε από μακριά το βλέμμα της γυναίκας του. Πότε πρόλαβε και τη ζύγωσε, πότε έβαλε το κορμί μπροστά απ’ το δικό της, πότε η πάχνη παραμέρισε και φάνηκαν χλωμές οι πρώτες ηλιαχτίδες.
Έβγαλε τότε μια κραυγή: «Τί γυρεύεις εσύ μέσα στους ζωντανούς;
Με τα χέρια μου τράνταξα το σώμα σου και δε λύγιζε… Με τα δάχτυλά μου άγγιξα τη φλέβα σου και δε χτυπούσε… Με τα μάτια μου είδα τα πόδια σου μελανιασμένα, το πρόσωπο κάτωχρο…»
Λάλησε δεύτερη φορά ο πετεινός και σκίστηκε ο αέρας.
Ένα φορτηγό περνούσε από τον δρόμο κείνη την ώρα και μερικά άδεια κιβώτια ανεβοκατέβαιναν σκορπίζοντας ολόγυρα έναν τσίγκινο ήχο. Στα κλουβιά οι κότες αναπηδούσαν κι οι κατσίκες βέλαζαν στους στάβλους. Απ’ τις υδρορροές έσταζε νερό. Η γυναίκα έμενε γραπωμένη στο σώμα του άντρα της. Και, πίσω απ’ όλα, το ποτάμι κύλαγε αθόρυβα.
«Μη φοβάσαι», είπε ο ξένος. «Δεν ήρθα για πολύ. Ούτε για κακό ήρθα. Ποτέ για πολύ και ποτέ για κακό δεν ερχόμαστε.»
«Μη μιλάς, μη! Ήσουνα ζαρωμένος στο βαθούλωμα», απάντησε ο
άντρας, «δεν ήτανε για να ξαναμιλήσεις».
Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν —
αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου. Ήταν τα ίδια σκούρα μάτια με του κοριτσιού που, λίγες μέρες πρωτύτερα, τυλιγμένο στο πανωφόρι του, είχε φέρει ο άντρας της από τις όχθες κοντά στο πέρασμα. Τάλα τους είπε πως τη λέγανε, μπορεί και Τάρα — το «ρ» φαίνεται πως δεν το ’χε πει ακόμα. Ένα βήμα στο πλάι έκανε τότε η γυναίκα, ξεσφίγγοντας τον σουγιά στην τσέπη της. «Αν ήρθες για την κόρη σου, δεν την έχουμε πια μαζί μας, άλλα είναι καλά.»
Τα λόγια της γλύκαναν σαν μύρο την παγωνιά και με μάτια πιο υγρά
απάντησε ευθύς ο ξένος: «Ήμουν εκεί, όλα τα είδα, το παιδί μαζεμένο δίπλα στο κουφάρι μου, σκοτάδι πίσσα, κι εγώ ούτε ένα χάδι, ένα νανούρισμα, να πέφτει η νύχτα, η πάχνη, να τρέμει το παιδάκι, κάπου να φωλιάσουνε τα δάχτυλά του, ύστερα η αυγή, ο θόρυβος του αυτοκινήτου, κάποιος να μας βοηθήσει, φώναξα’ στ’ αλήθεια φώναξα, κι ας ξέρω πώς δεν έχουν ήχο οι ψυχές- όμως μπορεί ένας Θεός να τις ακούει.»
«Μια κουκκίδα ήταν, μια τοσηδά σκιά ανάμεσα στις άλλες, πλάι στο
ποτάμι, εκεί στο πέρασμα.» Έτσι αποκρίθηκε ο άντρας. «Ο Θεός το
θέλησε, δεν ήτανε για να χαθεί. Πάμε τώρα μέσα, ξένε, μη στέκεις άλλο
στην παγωνιά.»
Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ’κόβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θά του ’φτιάχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει.
«Δεν έχει παγωνιά εκεί που θα περάσω, για μένα πια τελείωσαν τα
πάθια κι οι καημοί», απάντησε ο ξένος. «Μονάχα θα ’θελα, πριχού διαβώ,
τα γόνατά σας να αγκάλιαζα, να σας φιλούσα τις παλάμες. Ξέρω όμως
πως δεν γίνεται οι πεθαμένοι ν’ αγγίζουνε τους ζωντανούς.»
Τρίτη φορά λάλησε ο πετεινός, θρόισαν τα κυπαρίσσια στα χωράφια
αντίπερα, το κάλεσμα της καμπάνας έφτασε μερωμένο από το βάθος
του χωριού. Στους στάβλους τα ζώα δεν άντεχαν να περιμένουν άλλο. Ό άντρας κι η γυναίκα είχαν να ετοιμαστούνε για τη λειτουργία. Ξημέρωσε. Κυριακή.
«Σούκραν*», ήταν ή τελευταία λέξη πού άκουσαν.
«Σούκλαν», είχε πει δειλά και η Τάλα, που, από όλες τις σκιές, σκιές που χάνονται, εκεί, εδώ, στο πέρασμα, εκείνη ακόμα δεν ήτανε για να χαθεί.

* Σούκραν (Αραβική λέξη). Ευχαριστώ

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Κοιτώντας χάμω.
Έμειναν αντικριστά.
Ολάνθιστη μια κιτρομηλιά* στο πεζοδρόμιο.
Η σειρήνα του περιπολικού.
Για μερικές σοκολάτες.
Ρεύμα κρύου αέρα.
Η ντροπή στα σώματά τους.
Για μερικές σοκολάτες.

Από μέσα είχαν πεταχτεί τρία πακέτα τσιγάρα και μερικές σοκολάτες.
Η νάιλον σακούλα ανάμεσα, τριγύρω σκορπισμένες καραμέλες, κίτρινες, πράσινες, μπλε, κομμάτια από γυαλί, τσίχλες, γαριδάκια, χυμοί, ένα σταντ πεσμένο χάμω. Κοίταζαν χάμω.
Αναψοκοκκινισμένοι και οι δύο, αποκαμωμένοι
.
Κάθισε κι αυτός στο πάτωμα με την πλάτη στον απέναντι τοίχο.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει.
Δεν έβγαλε τσιμουδιά.
Η πόλη θα του φαινόταν κάποτε παράδεισος.
Ένα παιδί, σχεδόν παιδί.
Σύρθηκε κι ακούμπησε στον τοίχο.
Ένα παιδί ήτανε.

«Στάσου. Κοίταξε εκεί. Λοξά, εκεί, στο ψιλικατζίδικο. Τί γυρεύει μισάνοιχτη ή πόρτα τέτοια ώρα; Πάω να ρίξω μια ματιά. Ναι, εγώ. Εσύ μείν’ εδώ. Τον βλέπεις; Εσύ μείνε, ειδοποίησε. Εγώ τρέχω. Να τος, εκεί, μέσα, ένας είναι, στο βάθος, μόνος του, τον βλέπω καλά, δυο βήματα το μαγαζί όλο κι όλο, κρατά μια σακούλα, κάνει να σκαρφαλώσει, είναι στενό το παράθυρο, δε θα χωρέσει, τον έφτασα, έλα δω, πού θα πας, δε μου ξεφεύγεις, ρε μπαγάσα, στα πράσα πιάστηκες, στη φάκα, πού νομίζεις πως θα πας ρε, τον τραβώ απ’ το μανίκι, τον αρπάζω απ’ τον ώμο, γλιστράει, τον πιάνω απ’ τη μέση, μια σταλιά μέση, γλιστράει πάλι, τί ’ναι τούτος, τον κρατάω, τον κρατώ γερά, πώς κλοτσάει έτσι ο άτιμος, χέρια-πόδια το κεφάλι του, τινάζεται ισαπάνω, κάτσε κάτω, κάτσε σου λέω, βρομοαράπη, κάτσε, τον πιάνω τώρα απ’ τα μπράτσα, του ρίχνω μια στο στόμα, πέφτει στο πάτωμα, τού περνώ τις χειροπέδες.»

Με τα καλά της.
Η πόλη.
Πάτησε γκάζι.
Η πόλη τη νύχτα.
Έβαλε ταχύτητα.
Πώς θα ’ταν η πόλη με τους ανθρώπους να φορούν τα καλά τους;
Αναρωτήθηκε πώς θα ’τανε.
Γύρισε το κλειδί.

Δουλειά.
Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του;
Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;
Στην αστυνομία νυχτέρια, μεροκάματα το πρωί.
Ένα παιδί ήτανε, σχεδόν παιδί.
Έπειτα δουλειά, μόνο δουλειά.
Η πόλη του φαινόταν τότε παράδεισος.
Ένα παιδί ήτανε όταν πρωτοήρθε.
Δεν θυμάται από πότε είχε να κατέβει βραδιάτικα στην πόλη.
Μπαίνει στο αμάξι.

Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζίν παντελόνι.
Τί φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό.

«Πώς είσαι, κορίτσι μου; Στη δουλειά σε πετυχαίνω; Μα ακόμα δουλεύεις; Ναι, η διαφορά στην ώρα, το ξέρω, αλλά και πάλι αργά δεν είναι;
Εντάξει, δε γκρινιάζω. Σου τα ’λεγα όμως, να ’βρισκες κάτι εδώ, συγυρισμένα πράγματα, εδώ, κοντά μας. Να δεις πώς φούντωσαν οι κιτρομηλιές στον κήπο! Καλά, δεν ξαναρχίζω, ένα αστείο έκανα, μη θυμώνεις. Οι τρελοί σου καλά; Πώς αλλιώς να τους πω, βρε κορίτσι μου;
Εντάξει, η δουλειά σου είναι, το ξέρω, μη θυμώνεις. Εντάξει, γι’ άλλο σε πήρα.
»Απόψε βγαίνω την πρώτη μου περιπολία. Μάλιστα, εγώ. Τώρα
στα γεράματα, ναι, θα το ζήσω κι αυτό. Καταργήσανε τις κρατικές φρουρές, θέλουνε, λέει, ιδιώτες. Κι έτσι, στο άψε-σβήσε, μάς έδωσαν άλλα καθήκοντα.
»Τί να γίνει, αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα
του προσώπου το ψωμί, κατάρα, βλέπεις, κατάρα του Θεού.
»Μην ανησυχείς, όχι, δε θα ’μαι μόνος. Μα, κι έτσι να ’ταν, κρατιέται ο γέρος σου, ακόμα κρατιέται. Το άλλο δε σ’ το ’πα, θα είμαστε
υπό κάλυψη. Με πολιτικά, μάλιστα. Να ήσουν εδώ να με καμάρωνες!
«Γελάς, κορίτσι μου, γελάς, πάντα να γελάς. Ναι, παιδί μου, σε
ζητάνε, κλείνω, ναι, ακούω πού σε φωνάζουν, τ’ ακούω, κι ας μην καταλαβαίνω γρι. Μια λέξη ξέρω μόνο απ’ αυτή τη γλώσσα, “chocolates”,
ναι, από τότε τη θυμάμαι, τότε που τρέχαμε ξοπίσω στους Εγγλέζους,
μωρά ακόμα, για μερικές σοκολάτες. Για μερικές σοκολάτες.
«Γεια σου, κορίτσι μου. ’Εσύ να προσέχεις. Εσύ.»

* κιτρομηλιά Η νερατζιά στα Κυπριακά.

 

ΔΥΟ ΓΑΤΕΣ

Είναι το σπίτι μου. Στο κέντρο του δυο γάτες. Δεν ξέρω το φύλο τους.
Τις φωνάζω «Άννα».
Η μία παρδαλή. Με λευκό φουντωτό τρίχωμα, αφήνει σημάδια όπου
κι αν τρίβεται. Και με κανελιές βουλές, σαν σκορπισμένες λίμνες, μπορεί σαν αραιωμένα σύννεφα, μπορεί σαν πεσμένα φύλλα.
Στο χρώμα της στάχτης η άλλη — χρώμα σκούρο, παχύ, ομοιογενές. Με μακριά μουστάκια κι έντονα μάτια —κατάμαυρες κόρες, ίδιες
πευκοβελόνες, κατάμαυρα φρύδια, τεντωμένες χορδές— που με ακολουθούν.
Με ακολουθούν καθώς αυτή περπατά ολόισια, ανασηκώνοντας ένα- ένα τα πόδια. Κάθε της κίνηση ακριβής, αυτοτελής, σίγουρη, αλλά και
σε απόλυτη αρμονία με την επόμενη· θυμίζει σχοινοβάτη, θυμίζει χειρουργό η μπαλαρίνα. Η άκρη της ουράς ανασηκωμένη, ευθυγραμμισμένη η ραχοκοκαλιά, στητό το κεφάλι, τα αυτιά της ακονίζουν τον αέρα, καραδοκώντας. Ξύνει τον τοίχο και λυγίζει επιδέξια περνώντας κάτω από την καρέκλα ή πηδώντας στο σκαμπό πλάι στο κλειδωμένο παράθυρο. Η κουρτίνα θροΐζει, αυτή σταματά τότε απότομα, εστιάζει, κυρτώνει τη ράχη- τίποτε δεν μπορεί να πλησιάσει, περιφρουρεί τα σύνορά μας. Άγρυπνη. Τα μάτια της δυο καθρέφτες —γνώση: το καλό ή το κακό— που αντανακλούν στο σκοτάδι.
Η άλλη γέρνει νωχελικά στον καναπέ μισοκλείνοντας τα βλέφαρα.
Ρονρονίζει ξαπλωμένη ανάσκελα και αλλάζει θέση ανάλογα με το πού
πέφτει ο ήλιος. Κυλιέται και γραπώνεται από τα κρόσσια. Βγάζει έπειτα
γλώσσα και πιάνει να γλείφεται από τα μαξιλαράκια των πελμάτων μέχρι το κεφάλι, στο σβέρκο, στην κοιλιά, ανάμεσα στα σκέλια. Η κίνησή της θυμίζει βρύα που κυματίζουν, ολόκληρη μια λίμνη, μπορεί σύννεφα που πάλλονται, μπορεί φύλλα πού ξεσηκώνουν το χώμα.
Απλώνω τα δάχτυλα, τα κοφτερά δοντάκια της γαντζώνονται στο δέρμα μου, τραχιά ηδονή το σύρσιμο της γλώσσας της τα ποδάρια της τυλίγονται γύρω από το χέρι μου, το κορμί της συστέλλεται, κορμί και χέρι πια δεν ξεχωρίζουν, σπαρταρούν ρυθμικά. Σπαρταρούν ρυθμικά οι κουρτίνες, το παράθυρο ανοίγει —ζωή — , οι κουρτίνες ξεχύνονται, χρώματα.
Η άλλη σέρνεται κροταλίζοντας. Κάθεται στα πισινά πόδια και στήνει το σώμα της παράλληλα στο δικό μου. Η σκιά μου πέφτει πάνω της και παίρνει το καθαρό, αλύγιστο σχήμα της. Η άλλη νιαουρίζει ζωηρά και συνεχίζει να πιπιλά τα δάχτυλά μου, τρίβει τη μουσούδα της στον λαιμό μου, ξετυλίγει ανάμεσα στα πόδια μου κουβάρια χρωματιστό μαλλί. Η άλλη δείχνει τα νύχια της, βγάζει μικρούς υπόκωφους ρόγχους και μου φέρνει έναν πνιγμένο ποντικό. Η άλλη συνεχίζει ξέπνοη να κλώθει ολόγυρά μου χρωματιστό μαλλί. Η άλλη στοιβάζει μπροστά μου κι άλλους πνιγμένους ποντικούς. Η άλλη κι άλλο μαλλί. Η άλλη κι άλλους ποντικούς.
Πώς βρέθηκαν τόσοι ποντικοί μέσα στο σπίτι μου — είναι αυτό το σπίτι μου; Το κεφάλι μου βουίζει, θέλω να βγω έξω, κλειδωμένα τα
παράθυρα, χρειάζομαι σώμα — ποιο είναι το σώμα μου; Τα παράθυρα
ορθάνοιχτα, ρουφούν τον αέρα μου, θέλω να βγω έξω, ανοίγω το στόμα — είναι αυτό το στόμα μου; Κανένας ήχος — ποια είναι ή φωνή μου; Χώνω τα δάχτυλα στο λαρύγγι- φτύνω χρωματιστούς κόμπους, φτύνω διαμελισμένους ποντικούς. Θέλω το έξω, το έξω μου.
Απλώνω τα χέρια στο δέντρο — ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο
δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια κι άλλο μαλλί, ή άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.

Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιό είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Ένα.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Δρ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής Περιττή Ομορφιά της Νάσιας Διονυσίου (Αθήνα: Το Ροδακιό 2017), το οποίο τιτλοφορείται «Στην Έξοδο» (σσ. 52–56), μια γυναίκα κινείται προς την άκρη μιας ξύλινης προβλήτας. Η κίνηση αυτή έχει κάτι από τη βιβλική Έξοδο· είναι η απαραίτητη τελική δοκιμασία, που απαιτείται πριν από την απόλαυση της μεγάλης Επαγγελίας, της μετάβασης σε έναν άλλο κόσμο, όπου «άφθονο θα ρέει το μέλι και το γάλα» (σ. 54). Πριν περάσουν, όμως, οι άνθρωποι στη νέα αυτή σφαίρα της ύπαρξής τους, πρέπει να ρίξουν στο νερό το ένα πράγμα που θα ήθελαν να μεταφέρει η θάλασσα ­­— μια προσωποποιημένη δύναμη, περισσότερο σκοτεινή παρά σωτήρια — στον νέο τους κόσμο.

Η γυναίκα δεν κουβαλάει τίποτα, παρά μόνο το παιδί που μεγαλώνει στα σπλάχνα της και το οποίο παλεύει τώρα να γεννηθεί με τους πόνους που η Κατάρα έχει επιβάλει στην ανθρωπότητα. Η γυναίκα κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν επιχειρεί: δεν κινείται προς την έξοδο μηχανικά, σαν ρομπότ. Προσπαθεί να ελέγξει την κίνησή της, να κρατηθεί, να μην γεννήσει τώρα, να μην βασιστεί στη θάλασσα να μεταφέρει το παιδί της στον άλλο κόσμο· να κρατήσει μέσα της το παιδί και να το γεννήσει με τους δικούς της όρους, αφού άλλωστε «στον τόπο της Επαγγελίας, στον Παράδεισο, στον Κήπο της Εδέμ» δεν θα υπάρχει πόνος, θλίψη ή στεναγμός.

Τη γυναίκα τη διαχωρίζει από το πλήθος η εμμονή του διερευνητικού της πνεύματος, μια φωνή που ακατασίγαστη μέσα της κραυγάζει και αμφισβητεί τα ηγεμονικά αφηγήματα (της πατριαρχίας και του χριστιανισμού — του χριστιανισμού που κατάντησε συνώνυμος της πατριαρχίας και μιας κοσμοθεώρησης που θέλει να κάνει τη ζωή σκέτη προσμονή θανάτου). Αν όλα θα είναι τέλεια στον τόπο της Επαγγελίας, τότε τι; Όλα αυτά που ζήσαμε μέχρι τώρα ήταν μάταια, περιττά; Άραγε ο Κήπος –– που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με την επιστροφή στην απώτατη Αρχή αλλά ταυτόχρονα και με την κατάληξη στην ύστατη γαλήνη της ανυπαρξίας –– ο Κήπος, λοιπόν, άραγε, ακυρώνει τη ζωή; Η απάντηση είναι προφανώς καταφατική. Ναι, σύμφωνα με τη δεσπόζουσα, δεσποτική αφήγηση, ό,τι υπάρχει έξω από τον Κήπο δεν είναι παρά γύμνασμα για την επιστροφή σε αυτόν, γύμνασμα που χάνει την αξία του τη στιγμή της επιστροφής. Αλλά καθώς οι ανταύγειες από το σέλας «βάφουν με φως το νερό, τον ουρανό, τη στεριά» πριν σβήσουν (σ. 56), η Γυναίκα ­­— και μαζί η συλλογή — καταλήγουν στο συμπέρασμά τους: ναι, η ζωή, αφού προέρχεται από την άβυσσο και καταλήγει στην άβυσσο, μπορεί να είναι περιττή, αλλά είναι όμορφη. Είναι Περιττή Ομορφιά.
Το καταληκτικό διήγημα της συλλογής συμπυκνώνει τα βασικά θεματικά και τεχνοτροπικά της χαρακτηριστικά. Η συλλογή αποτελείται από δώδεκα «διηγήματα»· σε λίγα όμως από αυτά ο αναγνώστης θα εντοπίσει τα γνωρίσματα της παραδοσιακής μυθοπλασίας (καμπυλοειδείς μύθους με αρχή, κορύφωση και τέλος· ολοκληρωμένους, ρεαλιστικούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες, κ.λπ.). Πρόκειται περισσότερο για ποιητικότροπα αφηγήματα, πυρηνικές μονάχα ιστορίες, πλούσιες σε εικόνες, μεταφορές, αφαιρέσεις, αισθήσεις και αισθήματα, κάποιες από τις οποίες (π.χ. το εναρκτήριο, «Στο φως») διαβάζονται αβίαστα ως πεζά ποιήματα. Το αφηγηματικό πλαίσιο είναι πότε συγκεκριμένο (η ελληνική επαρχία, μια πόλη, ένα διαμέρισμα η Κύπρος του σήμερα), πότε αφηρημένο (ένα «κάπου»), πότε εντελώς (παρα)μυθικό ή συγχωνευμένο με το μυθικό του φόντο.

Η συλλογή κλείνει με μια πορεία προς την «Έξοδο», αλλά ανοίγει, όπως είπαμε, με μια κίνηση «Στο φως» (σσ. 9–11). Το αρχικό αφήγημα είναι το πιο ποιητικό ίσως κείμενό της. Τα δύο, αρχικό και τελικό, είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένα και στο θεματικό επίπεδο. Η συλλογή είναι στην ουσία της μια συνεκτική, ενιαία αφηγηματική σύνθεση, μια κυκλική πορεία από την Απαρχή στην Έξοδο της ζωής, από το Φως στο Σκοτάδι και πάλι στο Φως (ή έστω την ανακάλυψη πως και μες στο σκοτάδι μπορεί να λάμψει για λίγο το φως, ως Σέλας). Στους ενδιάμεσους σταθμούς αυτής της πορείας διαδραματίζονται όλα εκείνα τα συμβάντα, που καθιστούν τη ζωή Περιττή αλλά Όμορφη, ακόμη και μες την ασχήμια της: ο Έρωτας, η Σεξουαλικότητα, η Μητρότητα, η Βιοτική Πάλη, η Κοινωνική Αδικία, η Μετανάστευση, η Προσφυγιά, η Επιβίωση, η Απώλεια, η Μοναξιά, η Επανασύνδεση, η Γαλήνη.

Όπως υπονοεί τόσο η «Έξοδος» όσο και το «Φως» («…καὶ ἐγένετο φῶς…») την Περιττή Ομορφιά διατρέχει ως βασικό διακείμενο η Βίβλος:

Το Βιβλίο της Εξόδου: Η Έξοδος είναι κίνηση προς τη Γη της Επαγγελίας αλλά και προς τον Θάνατο (κίνηση αντίθετη με τα διδάγματα του ενστίκτου αλλά ταυτόσημη σύμφωνα με τα διδάγματα του χριστιανισμού). Κάποτε, όπως στο τελευταίο διήγημα, γίνεται εκούσια και με μια αίσθηση αυτοδυναμίας και πληρότητας. Άλλοτε όμως, όπως «Στο πέρασμα» (σσ. 20–23), είναι κίνηση τραγική: είναι η μακρά πορεία των Σύρων προσφύγων προς τη δική τους έξοδο από την απειλή του πολέμου, η οποία επίσης προϋποθέτει τη διάβαση του υγρού στοιχείου –– μόνο που γι’ αυτούς κανείς Γιεχβά και κανείς Μωυσής δεν θα ανοίξει πέρασμα μέσα από το νερό. Στο «Πέρασμα», ο ποταμός Έβρος γίνεται άλλη Νεκρά Θάλασσα, αλλά αυτός επειδή ξεβράζει τους πρόσφυγες νεκρούς –– αν και, ως εκ θαύματος, όχι όλους: κάποιοι θα σωθούν, κάποιοι άλλοι θα επιστρέψουν προσώρας από τον κόσμο των πνευμάτων, για να ευχαριστήσουν τους αγαθούς ανθρώπους που περιέσωσαν την ελπίδα της αναγέννησης.
Η Καινή Διαθήκη και ειδικά η προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαιών εμφανίζεται στο διήγημα «Γιος Γυναίκας» (σσ. 30–32), στο οποίο μαεστρικά η εστίαση μετατοπίζεται από τον αμφιταλαντευόμενο Χριστό στη Μητέρα του, από τον Ευαγγελιστή στον Ρίτσο και από τον δοκιμαζόμενο Θεάνθρωπο στον νεκρό εργάτη της Θεσσαλονίκης του 1936, τον οποίο θρηνεί σπαρακτικά η μάνα του στον «Επιτάφιο», όπως η Παναγιά τον νεκρό Ιησού, χωρίς όμως να μπορεί να ελπίζει σε Ανάσταση. Ο «Γιος Γυναίκας», όπως και το «Ανάποδα» (βλ. παρακάτω) είναι τα μοναδικά διηγήματα στα οποία η αφηγηματική φωνή είναι ανδρική· και στα δύο όμως είναι οι γυναίκες πίσω από τους άνδρες που όντως πρωταγωνιστούν. Στον πειρασμό του, ο Ιησούς της Διονυσίου αρνείται το παραδοσιακό ανδρικό πρότυπο του ηρωισμού, το οποίο ταιριαστά αρθρώνεται με πλαστά ποιητικά τσιτάτα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που παραπέμπουν σε ηρωικά δημοτικά τραγούδια (ακριτικά, κλέφτικα, παραλογές). Τα ποιήματα αυτά κατασκευάζουν πρότυπα για «του ανδρειωμένου το παιδί». Καθώς όμως η φωνή του Ιησού τα συμπλέκει αφενός με τον «Επιτάφιο» αφετέρου με τον «Θρήνο της Παναγιάς», είναι λες και οι γυναικείες φωνές των δύο τελευταίων ποιημάτων κατακεραυνώνουν και ματαιώνουν, ματαίως έστω, το αξιακό σύστημα που οδήγησε τα παιδιά τους στον θάνατο.
Πρωτίστως, όμως, στη συλλογή κυριαρχεί ως κεντρικό διακείμενο το Βιβλίο της Γένεσης. Η ιστορία του Κάιν και του Άβελ είναι το υπόβαθρο του πιο εκτενούς, διαπεραστικού και άρτιου από τα διηγήματα της Περιττής Ομορφιάς, του «Φράκτη» (σσ. 24–29). Το θέμα του διηγήματος είναι η υποκριτική, αδαής μας ξενοφοβία. Στις πρώτες του παραγράφους το διήγημα έχει κάτι από την ειρωνεία της πολιτικής παραβολής-αλληγορίας ενός Βασιλικού, ενός Φραγκιά, ενός Μαλεβίτση. Το βιβλικό διακείμενο του Κάιν εισάγεται στο δεύτερο μέρος –– υπέροχα υπονομευμένο: διότι, όπως και στον «Γιο Γυναίκας» πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο άνδρας που κυριαρχεί στο πρωταρχικό κείμενο, αλλά μια γυναίκα, η Μάνα: η Μάνα του Φονιά και η Μάνα του Νεκρού, που εν προκειμένω είναι βεβαίως μία και η αυτή.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: αυτή η μορφή, στις ποικίλες μυθικές και κοινωνικές υποστάσεις της, είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής των αφηγημάτων της Περιττής Ομορφιάς. Πάντοτε (σχεδόν) ανώνυμη, αλλά πάντοτε τοποθετημένη σε ευδιάκριτα ρεαλιστικά πλαίσια, τα οποία όμως προβάλλονται στην προοπτική του μύθου και δη του βιβλικού. Γιατί το αρχέτυπο της Γυναίκας που διατρέχει τη συλλογή είναι εκείνο που κυριαρχεί στο ιουδαιοχριστιανικό φαντασιακό, η Εύα:

Η Εύα ως η εκπεπτωκυία δύναμη της απόκλισης από τα Πατριαρχικά προτάγματα και τις Αρσενικές επιταγές, που επισύρει εις βάρος και του Αρσενικού τη θεϊκή οργή και δέχεται ως ποινή για την υπερβασία της «τα πάθια και τους καημούς του κόσμου» (η φώκια του Παπαδιαμάντη που μοιρολογεί καθίσταται ένα ακόμη αρχέτυπο αυτής της εκδοχής του Θηλυκού): τους πόνους της γέννας, τον σπαραγμό της μάνας που στερείται το παιδί της («Γιος Γυναίκας», σσ. 30–32· «Ο φράκτης», σσ. 24–29), την ανάγκη της καρτερικής υποταγής στην ανδρική βιαιότητα («Τα κλειδιά», σσ. 16–19), τον κοινωνικό ρατσισμό και τη μοναξιά εξαιτίας μιας ασήμαντης φυσικής ατέλειας («Μια ευθεία», σσ. 37–40).
Είναι όμως επίσης και μια άλλη Εύα, η ασυγκράτητη δύναμη της γυναικείας σεξουαλικότητας, η επιθετική, λυτήρια Ορμή του Θηλυκού, η Γυναίκα που οι άνδρες θέλουν να παραμερίσουν ως επικίνδυνη, άτοπη, «τρελή», να τη δαμάσουν ενσωματώνοντάς τη βίαια στις δικές τους δομές, να την καταστήσουν ήμερο κατοικίδιο («Δυο Γάτες», σσ. 41–43). Αλλά εκείνη επιστρέφει σε όλο της το γυμνό μεγαλείο πίσω στον Κήπο της Εδέμ, για να διεκδικήσει όσα της στερήσανε («Ζωντανή Γυμνή Γυναίκα», σσ. 12–15). Η Γυναίκα ως Λίλιθ, το Αρχέτυπο πριν από το Αρχέτυπο του Θηλυκού, το σύγχρονο φεμινιστικό σύμβολο, που εξορίζεται τόσο από τον κήπο της Εδέμ όσο και από το βιβλίο της Γενέσεως. Εξορίζεται, εξορκίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται και είναι έτοιμη να βυθίσει ακόμη και το ξίφος στο στήθος της, να θυσιάσει το φθαρτό σώμα που έχει γίνει σῆμα της ψυχής της, φυλακή χτισμένη από το Αρσενικό, προκειμένου να αποτάξει το δοτά ονόματα («Άννα», «Αθανασία») και να επιστρέψει στο μόνο όνομα που της ανήκει: «Εύα. Με λένε Εύα» («Δυο Γάτες», σ. 43).
Η Περιττή Ομορφιά της συλλογής είναι εν τέλει η Γυναίκα, η Ομορφιά που ενίοτε φαντάζει Περιττή στον κόσμο των ανδρών: διωκόμενη, βαλλόμενη, θυματοποιούμενη. Το αφηγηματικό νήμα που συνδέει τα αφηγήματα της Περιττής Ομορφιάς είναι, όπως σημειώνει η ίδια η Διονυσίου σε ιδιωτική μας συνομιλία, «η σχέση της σύγχρονης γυναίκας με τη γεννήτορά της, καθώς κι η οριζόντια σχέση ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες κάθε εποχής και τόπου». Η Γυναίκα ως αρχέγονη μήτρα, ως τροφός, ως ζωτική ορμή, που εγκλωβίζεται και καλουπώνεται και ετεροπροσδιορίζεται ασφυκτικά, αλλά παλεύει, σε ένα αιώνιο παράδοξο, να ανακτήσει, να επαναβιώσει την πρώτη συνείδηση του Εαυτού της, να υπάρξει εκ νέου «Στο φως».

Σε ένα μόνο διήγημα της συλλογής συμβαίνουν όλα «Ανάποδα» (σσ. 33–36), κι όμως κι εδώ η σκληρότητα της κόρης είναι μορφή αντίστασης, επανάστασης και δίκαιης τιμωρίας. Το αγόρι, που κάποτε ζητιάνευε σοκολάτες από τους Εγγλέζους αποικιοκράτες, τώρα, όντας ο ίδιος όργανο ασφαλείας, συλλαμβάνει και βρίζει έναν «βρωμοαράπη», σχεδόν παιδί, που επιχειρεί να σουφρώσει λίγα γλυκά από ένα ψιλικατζίδικο. Το πρώην παιδί, που δεν έζησε ως παιδί, διότι πάντοτε έπρεπε να δουλεύει, γίνεται πατέρας, που δεν χαίρεται το παιδί του, γιατί η κόρη του, την οποία σπούδασε με αίμα, κάνει καριέρα και ζωή, πού αλλού, στην Αγγλία. Η ελευθερία της κοπέλας είναι σχεδόν σαδιστική, ο τρόπος που αδειάζει τον πατέρα της βάναυσος, αλλά κάτι στο διήγημα αυτό δεν σε αφήνει να τον λυπηθείς και πολύ.

Όταν πιάνεις στα χέρια σου ένα από τα κομψοτεχνήματα των εκδόσεων Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη, προκαταλαμβάνεσαι θετικά έναντι του βιβλίου και του συγγραφέα μόνο και μόνο από τη σαγήνη της τυπογραφίας, πριν καλά-καλά διαβάσεις έστω μία λέξη: ιδανικό μεσαίο σχήμα, εξώφυλλα που τραβούν το μάτι χωρίς να είναι κραυγαλέα, χαρτί που το νιώθεις στα δάχτυλα σαν λείο δέρμα γυναίκας και μια υπέροχη, στρογγυλή γραμματοσειρά σαν καλοσχηματισμένο στήθος, που πολύ θα ήθελα να μάθω πώς λέγεται και πώς θα μπορούσα να την κλέψω (Ναι, μην σοκάρεστε, η ανάγνωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ερωτική πράξη)! Το Ροδακιό το αγάπησα κυρίως χάρη στις ποιητικές συλλογές του Πέτρου Στεφανέα. Τώρα προσθέτω στα θέλγητρά του την Περισσής Ομορφιάς, αφηγηματικής δύναμης, θεματικής ρώμης και γλωσσικού κάλλους συλλογή της Νάσιας Διονυσίου.

Το βιβλίο αυτό προσθέτει μία ακόμη αιτία να πιστεύουμε ότι κάτι καλό συμβαίνει, μια άνοιξη συντελείται, στα κυπριακά γράμματα τα τελευταία χρόνια. Καλώς ή κακώς οι Κύπριοι καλλιτέχνες αποδεσμεύονται σιγά­-σιγά από τη θρηνωδία της χαμένης πατρίδας και αναζητούν νέους ορίζοντες –– ακόμη και όταν γράφουν για την ίδια την κυπριακή ιστορία, όπως ο… έτερος Καππαδόκης της σύγχρονης (γυναικείας) γραφής στην Κύπρο, η Κωνσταντία Σωτηρίου. Η Σωτηρίου έκανε αίσθηση με την Αϊσέ και μπορεί να θεωρείται πλέον καθιερωμένη χάρη στις Φωνές από Χώμα. Η Διονυσίου δείχνει με την Περιττή Ομορφιά ότι διαθέτει γραφίδα αλλιώτικη, αλλά εξίσου διεισδυτική και ελπιδοφόρα. Αναμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα βήματά της.

https://antonispetrides.wordpress.com/2017/08/07/nasia-dionysiou-peritti-omorfia/

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 64 (Φθινόπωρο 2017) 102-109

Με το πρώτο αυτό βιβλίο της η Νάσια Διονυσίου δείχνει ότι κατέχει το χάρισμα της γραφής· μιας γραφής ιδιαίτερης, στην οποία επανέρχονται στοιχεία της ποίησης (η εικόνα, η μεταφορά, η αφαίρεση, η υποβολή) και μια ιδιόμορφη προσέγγιση στα πράγματα. Όμως χρειάζεται να προσεχθεί αυτό το πάντρεμα της ποίησης με την πρόζα, ώστε η πρώτη να μη λειτουργεί σε βάρος της δεύτερης.
Δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Ούτε ζητάμε από τους νέους συγγραφείς να γράψουν παραδοσιακά διηγήματα ή να εφαρμόσουν πιστά οποιαδήποτε δομικά ή άλλα συστατικά του είδους. Αλλά, από τη στιγμή που η συγγραφέας επιλέγει να καλλιεργήσει το διήγημα ή το ποιητικό αφήγημα (δεν μιλάμε για πεζό ποίημα), θα ήταν καλά να μείνει στην περιοχή της πρόζας. Δηλαδή, όση γοητεία ή μυστήριο και αν προκαλούν η αμφισημία, η αφαίρεση και η υποβολή, θα θέλαμε μια πιο αφηγηματική, πιο εμπράγματη γλώσσα, που να μη χάνεται μέσα σε ασάφειες και υπονοούμενα.
Ακόμα και όταν η συγγραφέας εκκινεί από προσωπικές εμπειρίες και άλλα γεγονότα (η κύηση μιας νέας ζωής, η κηδεία του παππού, ο θάνατος ενός πρόσφυγα από τη Συρία στον Έβρο κτλ.), προτιμά να τα αποδώσει με φευγαλέες εικόνες, με αφαιρετική γραφή και υπονοούμενα, με τεμαχισμένη, σπειροειδή αφήγηση. Επιλέγει να υπαινιχθεί τα πράγματα και να σκιαγραφήσει έναν ρευστό, ομιχλώδη αφηγηματικό κόσμο, που χάνει το περίγραμμά του ή δεν μας αποκαλύπτει τα μυστικά του. Ο αναγνώστης καλείται να ξαναγράψει τα αφηγήματα αυτά, να βάλει σε τάξη το ρευστό αφηγηματικό υλικό και να δώσει δικές του ερμηνείες ή προεκτάσεις σε ό,τι υπονοείται ή αποσιωπάται.
Στα περισσότερα κείμενα δεσπόζει ως κεντρική μορφή η γυναίκα· η γυναικεία ευαισθησία και αντίληψη, το γυναικείο σώμα, που συνταιριάζονται με μια ενδοσκοπική γραφή, η οποία αποδιδόταν παλαιότερα σε γυναίκες συγγραφείς (αν και η άποψη αυτή είναι μάλλον ξεπερασμένη). Στο πρώτο κείμενο της συλλογής («Στο φως»), μέσα από αφαιρετικές και αλληγορικές εικόνες, υποψιαζόμαστε ότι το γυναικείο σώμα βρίσκεται στην κορύφωση της άνθισης και της έκρηξής του (παραλληλίζεται με σεισμό και λάβα), τη στιγμή που φέρνει στο φως μια νέα ζωή. Στην εμπειρία της εγκυμοσύνης αναφέρεται και το τελευταίο αφήγημα του βιβλίου («Στην έξοδο»), που είναι ακόμη πιο σιβυλλικό. Εδώ παρακολουθούμε μια νέα γυναίκα να περπατά πάνω σε μια ξύλινη προβλήτα δίπλα στη θάλασσα, ενώ νιώθει μέσα της το σκίρτημα του εμβρύου που κυοφορεί. Καθώς είναι υποχρεωμένη να μεταβεί σε έναν άλλο, ιδανικό τόπο, χωρίς να πάρει οτιδήποτε μαζί της, αποφασίζει να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Το αφήγημα αυτό, ίσως το καλύτερο του τόμου, κλείνει με τα λόγια: «Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Οι δύο πρώτες λέξεις αποτελούν τον τίτλο του βιβλίου και, μαζί με τα συμφραζόμενά τους, τον φωτίζουν.
Και στα υπόλοιπα κείμενα η Ν. Διονυσίου δεν αποβλέπει να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποτυπώσει φευγαλέες εικόνες και μετέωρες καταστάσεις, που δεν καταλήγουν πουθενά: Μια γυναίκα τρέχει γυμνή στον δρόμο και προκαλεί ερωτηματικά σε όσους τη βλέπουν («Ζωντανή γυμνή γυναίκα»). Στο χιονισμένο τοπίο που κατακλύζει το αφήγημα «Ο φράχτης», με τους «χιονοσκεπτικιστές» και τον «χιονένιο φράχτη», τα δημοψηφίσματα, τις συγκρούσεις και τις διμερείς συμφωνίες, αντιλαμβανόμαστε ότι υπόκειται το άλυτο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Αλλού («Γιος γυναίκας»), μέσα από στίχους από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και από δημώδη άσματα, παρακολουθούμε την ανθρώπινη διάσταση του Ιησού στο Όρος των Ελαιών, καθώς αρνείται να θυσιαστεί για τους ανθρώπους. Μια απόπειρα ληστείας («Ανάποδα»), η σχέση μιας έγκλειστης γυναίκας με τις δύο γάτες της («Δύο γάτες»), η εικόνα μιας ξένης γυναίκας που περπατά σε απόσταση από το κοριτσάκι της σε πάρκο («Μια ευθεία»), ένα αρχετυπικό ζευγάρι που επιχειρεί να ανα-γνωρίσει το έτερον ήμισυ («Σημάδια αναγνώρισης») και οι σκέψεις μιας άλλης μοναχικής γυναίκας που απευθύνεται στον εαυτό της («Σχετικότητα») είναι οι βασικοί θεματικοί άξονες που περνούν στα υπόλοιπα κείμενα της συλλογής.
Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις που σημειώνονται εδώ, πιστεύουμε ότι η πρώτη αυτή εμφάνιση της Ν. Διονυσίου αξίζει να προσεχθεί. Αναμένουμε όμως να δούμε τη συνέχεια.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Περιοδικό Διόραμα

Μια ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας

Καθόλου δεν περιττεύει η ομορφιά, η επάρκεια της αισθητικής πρόθεσης,
το υψηλό επίπεδο στοχασμού εφοδιασμένου με νόημα και αξία στα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου
«Περιττή Ομορφιά», η πρώτη εντύπωση που κυριαρχεί και προβάλλεται
είναι μια ποιητική γραφή που επιτυγχάνει με αφαιρετική τεχνική να εμβαθύνει στα υπαρξιακά ερωτήματα των όντων.
Τα διηγήματά της είναι ένα ανιδιοτελές παιχνίδι μιας άκρως ευαίσθητης ψυχής, η οποία επενδύει στη διανοητική πράξη, για να αποκωδικοποιήσει και να αποκρυσταλλώσει με τόλμη μια σειρά βιωματικών εμπειριών, στοχασμών και προκλήσεων, ως ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας.
Η συλλογή της Νάσιας Διονυσίου «Περιττή Ομορφιά» εμφανίζεται σε μια χρονική περίοδο που επικρατούν άλλου είδους ρητορικές, αυθαιρεσίες, ελλείψεις και εξοικείωση με τη σύγχυση. Μέσα από ένα εντελώς νέο πρίσμα αντίληψης της γραφής και του στοχασμού επιτυγχάνει να ξεφύγει από τις υπάρχουσες ανούσιες καταγραφές και να προβάλλει ως μια ενόραση και παλινόρθωση ενός πνεύματος και μιας εμπνευσμένης καρδιάς. Οι ιστορίες της εμφανίζονται μέσα από μια ιεροτελεστία γραφής, αναγνώρισης, ανάλυσης και ομολογίας.
Η συγγραφέας διοχετεύει στα κείμενά της βαθύτατους ανθρωπιστικούς στοχασμούς, υπαρξιακούς προβληματισμούς και μια υψηλή αισθητική διατύπωσης των σκέψεών της.

…«Απλώνω τα χέρια στο δέντρο – ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια και άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιο είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα…»

(Δύο γάτες)

Αποκαλυπτική, θεμελιωμένη σε μια συνεκτική στάση, παραστατική και αληθινή η γραφή της, γίνεται προϊόν γενεσιουργό ταυτισμένο με την ποιότητα, την επινόηση και την αξίωση.
Ειλικρινής, στοχαστική και, προπάντων, ποιοτική μετρά τις δυνάμεις της με πάθος, σκέφτεται με το σώμα, πλουτίζει το συναίσθημα με τη δριμύτητα της καρδιάς. Περνά μέσα από τη δοκιμασία ψυχής – σώματος γνώσης και επίγνωσης, μνήμης και ανάμνησης, παραληρήματος και σιωπής, αισθησιασμού
και τραγωδίας. Η συγγραφέας εντοπίζει τη σχέση αυτών των ζευγαριών και νιώθει στο πετσί της τη σκληρή και χαοτική κατάσταση που την περιβάλλει. Όμως, γύρω της αναπτύσσει ένα πνευματικό περίβλημα που αφενός την προστατεύει ως άνθρωπο και αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα, με βάση τους ηθικούς και συναισθηματικούς της άξονες, να συνδυάσει το πολύ προσωπικό της ύφος – μεγάλο πλεονέκτημα – με την εικονοποιία και το πλούσιο διανοητικό στοιχείο που κατέχει.
Οι αισθήσεις της κατακλύζονται από τη μοναξιά των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολλών, τον πόνο των αδικημένων, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τον αποκλεισμό του χρώματος από τη ζωή και τη διαφάνεια του σύμπαντος.
Αιώνια υπαρξιακά θέματα αναζητούν την κάθαρση. Αδημονούν για μια καινούργια αρχή, μια νέα αυγή.
Η Διονυσίου γίνεται καθρέφτης των προσώπων που τη συνοδεύουν στην καθημερινότητα, γίνεται φωνή στη σιωπή τους, κραυγή στη δοκιμασία τους, συνέχεια και γι’ αυτούς που έχουν φύγει μια ανάμνηση.

… «Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζιν παντελόνι.
Τι φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό…»
(Ανάποδα)
Συμμετέχει και συμπάσχει με τον άνθρωπο, όχι συμβατικά και παθητικά. Κάνει μαζί του κρυφή συμφωνία. Να τον πάρει από το χέρι να τον οδηγήσει στο ξέφωτο, να του μιλήσει με ευθύ και πλάγιο λόγο, για να του προσδώσει βάθος και ουσία στο φάσμα της ύπαρξης, όραμα και πεμπτουσία σε μια πραγματικότητα που περιδινίζεται στον ανύπαρκτο χρόνο, στον
απροσδιόριστο χώρο.
Αυτό που εντυπωσιάζει στη συλλογή διηγημάτων της Νάσιας Διονυσίου πέρα από τα πιο πάνω, είναι η κλίμακα πάνω στην οποία κινείται τόσο η σκέψη όσο και το υλικό που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί και να αποκαλύψει τη νοητική
καταβύθισή της στο θαύμα της ύπαρξης, στο πρωτεϊκό και το πρωταρχικό σύστημα αρχέτυπων της ψυχολογίας, παραπέμποντας, μάλιστα, σε θεοσοφικά και ανθρωπομετρικά θεωρήματα.

…«Ανέπνεα. Μέσα στην κοιλιά μου πλάθονταν οι νέοι ωκεανοί και με κατέκλυζαν, στα πέλματά μου στεκόταν το σύμπαν, χωρούσα τα μουρμουρητά και τις εκρήξεις του, τα νανούριζα. Κι όταν ξεσπούσαν οι πόνοι της γέννας μου και με σάρωναν, βράχοι που ξεκολλούσαν και γκρεμίζονταν, μια τρομερή κραυγή από στόματα άγνωστα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη: εγώ ο σει-
σμός, εγώ η λάβα, εγώ η πράσινη χλόη….»
(Στο φως)

Η εκφορά του λόγου της, συγκροτημένη, καλά προφυλαγμένη από περιττή περιγραφή, από πλεονασμούς και εκφραστικές διαθλάσεις, εκπηγάζει ως εσωτερική ανάγκη την οποία υπαγορεύει ο προσωπικός της στοχασμός και η ψυχικής της επάρκεια.
Αυτό εκδηλώνεται με αναγνωστική πρόσληψη και μητρική, εμπειρική και βιωματική διαίσθηση ως ειδικού βάρους του τελετουργικού και προσωπικού φορτίου που επωμίζεται για να συγγράφει και να διεκδικήσει τον τίτλο της συγγραφέως.
Τα κατάφερε περίφημα. Την υποδεχόμαστε με γηθοσύνη και απροσπέλαστη πληρότητα, μ’ ένα ακόμη απόσπασμα από τη συλλογή της που φέρει τον τίτλο,
«Σχετικότητα».

… «Μια μέρα άναψες ένα μαγκάλι.
Τη θέλω τη στάχτη μου…
Έριξες μέσα αποκόμματα εισιτηρίων, φωτογραφίες, την κόκκινη
φανέλα του.
Αφού ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω…
Μια μεγάλη φωτιά.
Αφού δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να γυρίσει…
Στάχτη, όλα στάχτη.
Τη θέλω, τη θέλω τη στάχτη μου!
Μάζεψες μετά αυτή τη στάχτη.
Ας τρέξει λοιπόν ο χρόνος, ας τρέξει μπροστά ο χρόνος,
γρήγορα, πιο γρήγορα…
Την έκλεισες σε μια τεφροδόχο.
Να τελειώνει.
Τώρα πια κοιμάται αγκαλιάζοντας σφιχτά την τεφροδόχο.
Ήλιος. Περιστρέφεσαι. Γύρω του.
Καμιά φορά – συχνά, πολύ συχνά – ονειρεύεται πως ξεφεύγει
από την τροχιά της και πέφτει με φόρα μέσα του.
Πέφτεις. Με φόρα. Μέσα του.
Καμιά θεωρία τότε, κανένας νόμος. Μόνο ύλη που έλκεται.
Μόνο. Μαζί. Τα σώματά σας.
Ξυπνά, βλέπει τον ακίνητο ουρανό από την ανοιχτή μπαλκονό-
πορτα, κλείνει την τεφροδόχο στο συρτάρι του διπλανού κομο-
δίνου και ένα σημείωμα που μόλις έγραψε, παλιό σημείωμα, το
πρώτο της.
Η στάχτη μου να μπει κι αυτή μαζί στην τεφροδόχο…»

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΤΤΟΣ

tvxs /biblio 20/8/2017

Η ομορφιά του απόντος νοήματος

Στην ταινία «Το θεώρημα»1, του Πιερ Πάολο Παζολίνι, μία τυπική μιλανέζικη μεγαλοαστική οικογένεια διαλύεται στα εξ ων συνετέθη εξαιτίας της παρουσίας και της διάδρασης μαζί της ενός μυστηριώδους ξένου. Ο ξένος έρχεται από το πουθενά και αιφνιδίως ξαναφεύγει για το πουθενά αχρηστεύοντας την ιταλική εκδοχή του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: στην τελευταία σκηνή, ο pater familias, αφού έχει παραδώσει το εργαστάσιό του στους εργάτες, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια δυναμική απεργία, βγάζει τα ρούχα του σε έναν κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει στις καμένες πλαγιές της Αίτνας όπου τρέχει γυμνός, κραυγάζοντας άναρθα ανάμεσα στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις του σικελικού ηφαιστείου.

Διαβάζοντας τα διηγήματα ‘’Περιττή Ομορφιά’’ της Νάσιας Διονυσίου (Εκδόσεις Ροδακιό,2017), αντιμετώπισα μία συγγραφέα που πια δεν αφουγκράζεται –αν ποτέ αφουγκράστηκε- μεγάλες αφηγήσεις και δραματικές λύσεις στα μεγάλα ζητήματα του κόσμου και του εαυτού. Η Διονυσίου φαίνεται ότι δεν προσέρχεται καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης στο οποίο πολλοί συνομήλικοι ομότεχνοί της, ειδικά κατά την διάρκεια της παρούσας κοινωνικής κρίσης, έχουν αυτόκλητα παρακαθίσει τραπέζι γύρω από το οποίο διαμείβονται αυτοαναφορικές διακηρύξεις ατομικιστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα, εισφέρει ακομπλεξάριστα μία μεταφυσική, αποδεχόμενη το γεγονός ότι πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Πράγματα απλά και καθημερινά όπως το βάδισμα μιας γάτας, ένα φανάρι της τροχαίας, μια τυχαία συνάντηση ψάχνουν απεγνωσμένα το αρχέτυπό τους: η συγγραφέας δεν πιστεύει θρησκευτικά σε μια άλλη τους διάσταση∙ θαμπώνεται, εισπνέει, γρατζουνιέται, ακροάται, συνομιλεί με την άλλη τους διάσταση ξέροντας ότι δεν μπορεί ούτε να την καταλάβει, ούτε να την αποδείξει. Έτσι αποφασίζει να οδηγήσει στη λεωφόρο διπλής κατεύθυνσης που ενώνει τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, μέσα από ελλειπτικές τροχιές αλλά με αποφασιστικότητα.
Να κάποια πράγματα που η Διονυσίου αποδέχεται ότι δεν καταλαβαίνει:

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση συνέβη, συμβαίνει και σαν εικόνα κατέκλυσε όλο τον πλανήτη προσφέροντας άλλοθι και έξοδο διαφυγής στα ασθμαίνοντα πανανθρώπινα ιδανικά του δυτικού κόσμου. Στην ταινία «Η ανακάλυψη»2 του Charlie McDowell, ο γιος (Brian Mc Carthy) ενός επιστήμονα (Robert Redford) που ανακάλυψε και απέδειξε επιστημονικά την μεταθανάτια ζωή, εμφανίζεται μέσα στην σύγχυσή του να λέει: ‘’είναι, υπάρχει∙αλλά τι σημαίνει;’’. Για την συγγραφέα (Στο πέρασμα, Ο φράχτης) η φρίκη, η αδικία, η βαρβαρότητα δεν φτάνει να αποδειχθούν συνθηματολογικά: ‘’ήταν και μερικοί, θαρρώ οι περισσότεροι από εμάς, που δεν έλεγαν τίποτα…’’ (Ο φράχτης). Αντίθετα πρέπει να διερευνηθεί φιλοσοφικά αν η ρεάλ-πολιτίκ του «δεν υπάρχει φύλαξη των συνόρων αν δεν υπάρχουν νεκροί»3 είναι συμβατή με τον αρχέτυπο της ανθρώπινης φυλής. Γιατί -υπενθυμίζει η Διονυσίου- εκτός από τον Σαμαρείτη υπάρχει και ο Κάιν.

Εκτός από το θανατηφόρο μίσος για τους άλλους που ρέει σαν υπόγειο ρεύμα και εκπυρσοκροτεί στα σύνορα του δυτικού πολιτισμού, η Διονυσίου επιμένει ότι , πριν ερμηνεύσουμε και καταγγείλουμε τον κόσμο, πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το μούδιασμα απέναντι στην δική μας ύπαρξη που δεν νοείται παρά μέσα από τον φτωχό εξοπλισμό επιβίωσης: το ανθρώπινο σώμα. Πρέπει πρώτα να νιώσουμε τις χημικές αντιδράσεις του έρωτα, του φόβου, της ηδονής∙ δεν χρειάζεται να είναι κανείς νευρολόγος, ψυχολόγος ή ψυχίατρος για να δώσει την μητέρα των μαχών του σύγχρονου ανθρώπου: να ανασύρει τις αισθήσεις, να θυμηθεί πως νιώθει αληθινά και όχι ψηφιακά.

Η διηγηματογράφος ακούει τα καλώδια τους σώματός της να δουλεύουν. Μέσα στον ηλεκτρισμό του έρωτα και του θανάτου, ανάμεσα στα φορτία του χρόνου ψάχνει να βρει το δικό της σωματίδιο του θεού (Δύο γάτες, Σημάδια αναγνώρισης, Σχετικότητα). Ο τελεσίδικα λυτρωτικός ισχυρισμός του Κωστή Παπαγιώργη ότι ‘’ουσιαστικά δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας’’4γλυκαίνει στα δάχτυλα της Διονυσίου: ‘’Έγειρα τότε στο χώμα. Με πόδια ανοιχτά, ανοιχτά χέρια, ανοιχτά δάχτυλα, στο χώμα, σαν πάνω σε σταυρό. Ανέπνεα. Κι είδα το κορμί μου στο φως. Και δεν ήταν μόνο ένα κομμάτι πλευρό, ένα κομμάτι, αγαπημένε μου, έστω από το πλευρό σου. Στο φως είδα το κορμί μου∙ κι ήταν καλό’’ (Στο φως). Η αλλαγή θα έρθει, αν έρθει, από μία Διεθνή των Αισθήσεων. Οι άνθρωποι θα αναγνωρίζονται από την υφή της παλάμης τους, από την βραχνάδα της φωνής τους, από τις λίγες γκρίζες τρίχες στα γένια τους και από τα σίγουρα στήθη τους.

Τέλος η συγγραφέας δεν παύει να ξαφνιάζεται από την μητρότητα (Μια ευθεία, Στην έξοδο). Φαίνεται να καταφάσκει ότι η υπερπροστασία αντανακλά ψυχική φτώχεια, ξέρει ότι θα γεννήσει έναν Μικρό Πρίγκηπα και διακηρύσσει το οικουμενικό μητρικό δικαίωμα στο λάθος. Κι αυτό γιατί στην χειρότερη περίπτωση η ομορφιά είναι το μόνο νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε περιττοί. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ

Εφημερίδα των Συντακτών, 12.8.2017

Με γλώσσα ευρηματική και ελλειπτική, αρκετές φορές στα όρια της ποίησης, χωρίς όμως ποτέ να χάνει την ακρίβειά της, η Νάσια Διονυσίου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά». Πρόκειται για δώδεκα κομψά, ατμοσφαιρικά κείμενα, στις λίγες σελίδες των οποίων η συγγραφέας αφηγείται υποβλητικά «παράξενες» ιστορίες που κινούνται στα όρια του ρεαλισμού.

Οι πυκνές αναφορές στα βιβλικά κείμενα συμβάλλουν σε μια μορφή «κατανυκτικότητας» που χαρακτηρίζει τα διηγήματα της Διονυσίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ήρωες των διηγημάτων ή οι φιγούρες που περνάνε μέσα σε αυτά είναι «άυλες» η αποπνευματωμένες –αντίθετα είναι στέρεα δεμένες στη σωματικότητά τους, με τρόπο ώστε συχνά να αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτήρας του ιερού.
Το πλαίσιο των ιστοριών της συλλογής συχνά μοιάζει άχρονο –ή τουλάχιστον ο σαφής καθορισμός του σε χρόνο και τόπο δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα της Διονυσίου, που επιμένει να εστιάζει στη δύναμη της γλώσσας της και να πειραματίζεται επιτυχημένα με μια σειρά από αφηγηματικές τεχνικές.

Ο πειραματισμός αυτός όμως δεν είναι στείρος, ούτε δίνει την εντύπωση απλής μαθητείας, καθώς «κουμπώνει» κάθε φορά με το περιεχόμενο του διηγήματος, ενώ εξάλλου, παρά τη χρήση ποικίλων τεχνικών, η συλλογή διακρίνεται από μια καθαρή υφολογική και αισθητική σφραγίδα.

Ως συνέπεια το βιβλίο δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του πρωτόλειου, αλλά αποτελεί μια ολοκληρωμένη κατάθεση και μια πολλά υποσχόμενη πρώτη εμφάνιση.

 

ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ

bookpress.gr, 26.6.2017

Οι κραδασμοί της ομορφιάς
Σε φαινομενικά τετριμμένες μέχρι ανίας συνθήκες, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, μια απρόσμενη κίνηση εκτροχιάζει από την ασφυκτική επαναληπτικότητα της καθημερινότητας, κινητοποιεί το εσωτερικό τοπίο και φουντώνει τη φωτιά που σιγοκαίει στον μέσα κόσμο. Τέτοιες συνθήκες μπορεί να είναι μια βόλτα στο πάρκο, δυο γάτες που αγωνίζονται να συνυπάρξουν σ’ ένα σπίτι, η πρώτη περιπολία ενός αστυνομικού, η τροχαία κίνηση στον δρόμο, μια παρατεταμένη χιονοθύελλα, ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα μιας κηδείας… Σε αυτές και άλλες, η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της, διακρίνει τον ανομολόγητο μύχιο σπασμό που διαχέεται και συγκαθορίζει την πολύπλοκη και αντιφατική ανθρώπινη ύπαρξη.
Τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής δεν συνιστούν μελλοντικές υποσχέσεις μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, αλλά αποτελούν μια ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση. Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας. Πρόκειται για ιστορίες γραμμένες με γλώσσα που συμπυκνώνει έντονο, πλην όμως, κατασταλαγμένο βιωματικό φορτίο.

Aφηγημένες σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, οι ιστορίες έχουν ενιαίο και στέρεο θεματικό πυρήνα, υπαρκτό και ευδιάκριτο, καθόλου όμως υπερφωτισμένο. Η καθεμία από αυτές δεν αποτελεί ένα αύταρκες και περίκλειστο σύμπαν. Απεναντίας, στο εσωτερικό τους συγκροτούνται αυθύπαρκτες, επιμέρους νοηματικές ενότητες και εικόνες. Μολονότι η πολλαπλότητα και η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας διαπερνά τα σύνορα των περισσότερων διηγημάτων, η αρχετυπική μορφή της Εύας, ως αστείρευτη πηγή άντλησης συμβόλων και ως ύπαρξη ανήσυχη, μοναχική και πολλαπλή, διαχέεται βουβά και υπόγεια σε όλα τα στρώματα της αφήγησης. Και μάλιστα, με τρόπο μυθοπλαστικά και λογοτεχνικά πρωτότυπο, εντάσσοντας π.χ. μαγικά, μη ρεαλιστικά στοιχεία ή ακόμα κρυπτικά εκφραστικά μέσα φορτισμένα με αρχέτυπα και σύμβολα.

Ξεφεύγοντας από τους κλασσικούς αφηγηματικούς τρόπους, η συγγραφέας μεταπλάθει την πραγματικότητα φτιάχνοντας ιστορίες καθόλου προφανείς. Περιβάλλει την αφήγησή της με διαλόγους αποκαλυπτικούς στην οικονομία τους και πολυσήμαντους στην απλότητα τους, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ποικίλες υφολογικές λύσεις, όπως εσωτερικούς μονόλογους, πολλαπλές φωνές στο μικρό εμβαδόν ενός διηγήματος και συνεχή αλλαγή της αλληλουχίας του χρόνου («Κλειδιά», «Γιός Γυναίκας», «Έξοδος»).

Έπειτα, με κλινική ακρίβεια και λιτό ύφος αναπλάθει τις παράλληλες ψυχικές διαδρομές, ταλαντεύσεις, αμφιθυμίες και μεταπηδήσεις των χαρακτήρων της, την αργόσυρτη ανάδυσή τους από τη δύσβατη μυστική τους ζωή για να αναμετρηθούν με την προοπτική της συντροφικότητας και της συνύπαρξης. Και όσο πιο άπιαστο το όνειρό τους τόσο πιο μεγάλη η προσπάθεια να το αποτυπώσουν. Το συλλαβίζουν, βέβαια (μά-μά), όχι όμως από εμμονικό πείσμα, αλλά επειδή το φορτίο των βιογραφικών θραυσμάτων προσδίδει λυτρωτικό ρίγος στο πλησίασμα των παρυφών του («Μια ευθεία», «Σημάδια αναγνώρισης»).
Η κατασκευή της ιδιότυπης υπόστασης των χαρακτήρων γίνεται με ιδιαίτερες αφηγηματικές τεχνικές, αλλά κυρίως με στοχαστική διάθεση που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται συνήθως για πρόσωπα αποστασιοποιημένα από τα κοινωνικά τους συμφραζόμενα ή ακόμα από αιματοσυγγενικές σχέσεις πρώτου βαθμού, δύσπιστα απέναντι σε σταθερά αγκυροβόλια. Δεν λογοδοτούν παρά μόνο στον εαυτό τους, ενώ εκτίθενται στη δοκιμασία της αυτογνωσίας κατά τρόπο που επικαθορίζει τη δημόσια και ιδιωτική τους ταυτότητα.

Διεμβολίζοντας το παρελθόν τους με διεισδυτικό και ανατρεπτικό βλέμμα, η συγγραφέας συναντάται μαζί τους σε δύσκολα περάσματα της ζωής τους, διερωτάται για τις συνθήκες και τα στερεότυπα που στενεύουν ασφυκτικά το παρόν. Αν και δεν κηρύσσουν καμιά αλήθεια, έχουν κάτι κοινό που τους καθορίζει: ζώντας όπως ζουν έχουν αυτές και μόνο τις δυνατότητες εξωτερίκευσης του κόσμου τους –όχι άλλες, όχι διαφορετικές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες– αυτές μόνο που αναλογούν και αντιστοιχούν στο δικό τους εσωτερικό υπαρξιακό φορτίο.

Το σκηνικό της συλλογής δονείται από μια εσωτερική εκρηκτική ατμόσφαιρα, ενώ σε κάποια διηγήματα («Φράκτης») εικονογραφείται σαν ένα μέρος αλλόκοσμο, μυστηριακό και άχρονο. Η ελλειπτικότητα της γραφής, η ένταση και η πυκνότητά της δείχνουν ότι τις πιο μύχιες έγνοιες μας, τις πιο αποκαλυπτικές εκλάμψεις μας, δεν μπορούμε να τις περιγράψουμε ή να τις εκφράσουμε αναλυτικά παρά μόνο ελλειπτικά, με πολλά αποσιωπητικά και μετέωρους υπαινιγμούς. Στην Περιττή Ομορφιά όταν αυτές συναρμόζονται με το συναισθηματικό βάρος των χαρακτήρων εγκιβωτίζονται σε εμβόλιμες, εντυπωτικές, συμβολικού βάρους εικόνες περισσής ομορφιάς: «… ολομόναχη στον κόσμο. Δεν γίνεται βέβαια να είναι μόνη, κανείς δεν γίνεται να είναι μόνος στον κόσμο, κανείς ακόμα και σήμερα, στο πάρκο, καταχείμωνο, μεσημέρι οικογενειακών συνάξεων, Κυριακή».

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ

FRACTAL 31/5/2017

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, αν και πρωτοεμφανιζόμενη, δείχνει να είναι αρκετά έμπειρη και ικανή στη γραφή και στην απόδοση της ομολογουμένως δύσκολης και απαιτητικής επινόησης του διηγήματος. Επινόηση, γιατί, ως γνωστό στους μυημένους, το σύγχρονο διήγημα απαιτεί τη δημιουργία νέων κόσμων ή τουλάχιστον την αναθεώρηση του τι είναι πραγματικότητα μέσα ή έξω από τον άνθρωπο.

Η συγγραφέας λοιπόν έρχεται να μας εκπλήξει με μια ανατρεπτική συλλογή, όπου τα σύντομα αλλά περιεκτικότατα σε εναλλαγές αφηγηματικής δεινότητας διηγήματα, αμφισβητούν την κοινότυπη τοποθέτηση της ψυχής. Ιστορίες που δίνουν μια εναλλακτική διάσταση της σχέσης του σύμπαντος με το εγώ, ενώ σε κάθε ένα από αυτά, ένα σπιράλ συναισθημάτων και εικόνων καταφέρνει να ξεφύγει από τα στεγανά του στυγνού μοτίβου αφήγησης. Η συγγραφέας καταφέρνει να πάρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι λεξιλογικού ελεγείου, όπου η γλώσσα εξυπηρετεί με αρτιότητα τη δομή, και η δομή αγκαλιάζει την ευαισθησία σε όλα τα επίπεδα. Ο ερωτισμός, ο ρομαντισμός, είναι απέναντι από την αποξένωση και την αλλοτρίωση. Ο πόνος και η γλυκύτητα πρέπει να συμβιώσουν μέσα σε έναν ανυψωμένο Φράκτη.

Όλα αρχίζουν με την απόφαση της ηρωίδας να ξεφύγει από τον παράδεισο, μιας Εύας που επιθυμεί τη γήινη πραγματικότητα, και είναι πρόθυμη να εγκαταλείψει την τελειότητα για να τη γνωρίσει. Μιας Εύας που για πρώτη φορά ανακαλύπτει το σώμα της και επιθυμεί να το χαρίσει, ενώ δεν είναι καν σίγουρη για την ύπαρξη του άλλου ως οντότητα. Η αβεβαιότητα αυτή για το έτερον ήμισυ και η αναζήτηση μιας εξόδου από την ψυχική απομόνωση είναι διάχυτη σε όλη τη συλλογή. Μια συλλογή ταυτόχρονα συναισθηματική και εγκεφαλική, και επαρκώς αφαιρετική για να δώσει στον αναγνώστη αρκετό περιθώριο να εισχωρήσει ο ίδιος μέσα στο κάθε διήγημα και να προσδώσει στην προτεινόμενη απατηλότητα των εύπλαστων κόσμων τη δική του ταυτότητα.

Η Νάσια Διονυσίου κατέθεσε μια δυναμική άποψη για την κοσμογονία, μια νέα κοσμοθεωρία για το γίγνεσθαι, καθώς και ο ίδιος της ο λόγος, υποστηρίζοντας αυτή την αμφιταλάντευση μεταξύ παραδείσου και γήινης πραγματικότητας, μεταξύ της ομορφιάς και της έλλειψης αυτής, είναι συνάμα και πεζός και ποιητικός, σε μια συνεχή εναλλαγή. «Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ‘κοβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θα του ‘φτιαχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει». Και μαζί με αυτή την ομορφιά της χρήσης της γλώσσας, η συγγραφέας καταφέρνει να είναι και δυναμική στη χρήση νέων εννοιών που εξυπηρετούν τις παράδοξες, αινιγματικές ιστορίες: «Οι άλλοι, οι χιονοσκεπτικιστές, καταπώς τους είπαμε, διέφεραν».

Η συλλογή αυτή διαφέρει, καθώς θα ανιχνεύσει το στίγμα της
αυτο-αμφισβήτησης μέσα μας ως την Έξοδο, και θα υπενθυμίσει ότι τα αρχέτυπα είναι πλέον προς συζήτηση.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΙΣΤΟ Ρ. ΤΙΣΑΗΛΗ

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου εξομολογείται στον συγγραφέα Χρίστο Ρ. Τσιαήλη: η απαρχή του συγγραφικού ταξιδιού της στον χρόνο, η ανάγκη τού να μιλήσει προσωπικά στους αναγνώστες της, η θέση των γυναικών στη λογοτεχνία και μια συγγραφική Ομορφιά, που μόνο… Περιττή δεν είναι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ: Αγαπητή μου Νάσια, να σε ευχαριστήσω για την προθυμία σου να μου παραχωρήσεις αυτή τη συνέντευξη. Θα ήθελα να αρχίσουμε, αφού πρώτα μου ονοματίσεις το αγαπημένο σου βιβλίο και τον αγαπημένο σου συγγραφέα. Δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα ή το βιβλίο να ανήκει στον συγγραφέα που θα αναφέρεις.

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Θα ’λεγα πως οι πεζογράφοι στους οποίους καταφεύγω ξανά και ξανά, είναι οι δύο μεγάλοι Ρώσοι -ο Ντοστογέβσκη κι ο Τσέχοφ. Από τα βιβλία που αγαπώ, ξεχωρίζω «Το φθινόπωρο του πατριάρχη» του Μάρκες, το «Ανάμεσα στις πράξεις» της Γουλφ και το «Οι χρόνοι του σώματος» του Ντελίλο.

Χ.Τ.: Αρχίζουμε, λοιπόν, με το πιο συνηθισμένο ερώτημα που ρωτάνε έναν συγγραφέα. Πότε και πώς ξεκίνησαν τα πρώτα συγγραφικά ερεθίσματα;

Ν.Δ.: Από τη στιγμή που έμαθα γραφή κι ανάγνωση! Διάβαζα από πάντα μανιωδώς οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου και μαγευόμουν από όλους αυτούς τους άλλους τόπους, τους άλλους χρόνους, τους άλλους ανθρώπους των βιβλίων -που όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να ήταν εγώ, εδώ, τώρα. Και λίγο από ζήλεια να φτάσω αυτά που διάβαζα, λίγο απ’ τη λατρεία που είχα στις λέξεις, στους ήχους, στους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους, βάλθηκα από πολύ μικρή να παιδεύομαι μαζί τους. Στην πέμπτη τάξη του δημοτικού, μάλιστα, έκανα την πρώτη μου -αποτυχημένη, εννοείται– απόπειρα να γράψω βιβλίο!

Χ.Τ.: Τι ήταν αυτό που σε ώθησε προς την αφοσίωση στη συγγραφή και προς την απόφαση να δημιουργήσεις τις συνθήκες εκείνες που θα σε οδηγούσαν στον να εκδόσεις ένα βιβλίο;

Ν.Δ.: Η ανάγκη να μιλήσω πιο προσωπικά, μα και συνάμα να συνομιλήσω. Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα πως η συγγραφή θα με βοηθούσε να εξερευνήσω πτυχές του εαυτού μου, τις οποίες απλώς υποψιαζόμουν ή ίσως και να αγνοούσα, να εμβαθύνω σ’ αυτές, να τις κατανοήσω, να τις σχηματοποιήσω, να τις εκφράσω και εν τέλει να τις μοιραστώ μέσα από τη δική μου ιδιοπροσωπία. Αποφάσισα τότε να παρακολουθήσω εξ αποστάσεως μαθήματα δημιουργικής γραφής, με δασκάλους τους συγγραφείς Μισέλ Φάις και Δημήτρη Τανούδη, και να μαθητεύσω σ’ αυτή την τέχνη που όπως κάθε άλλη απαιτεί συστηματική δουλειά -μελέτη, εξάσκηση, αυτοπειθαρχία, επιμονή…

Χ.Τ.: Πρόσφατα, είχες λάβει μέρος σε μια συζήτηση Ανοικτού Πανεπιστημίου με θέμα τις γυναίκες συγγραφείς στην Κύπρο. Παρουσίασες ένα απόσπασμα από την πιο πρόσφατή σου έκδοση, το βιβλίο «Περιττή Ομορφιά». Από ποιο διήγημα επέλεξες να διαβάσεις και για ποιον ειδικά λόγο;

Ν.Δ.: Πράγματι, τον περασμένο Δεκέμβρη μαζί με τις συγγραφείς Μυρτώ Αζίνα, Μαρία Α. Ιωάννου και Κωνσταντία Σωτηρίου, συμμετείχα σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, υπό τον συντονισμό των καθηγητών Δήμητρας Δημητρίου και Αντώνη Πετρίδη, με τίτλο «Η γυναίκα στο κείμενο». Στόχος της συζήτησης, ήταν η διαπραγμάτευση του ερωτήματος κατά πόσο είτε στη διαδικασία της γραφής, είτε στο αποτέλεσμά της, δηλαδή στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο, επενεργεί το φύλο του συγγραφέα ή εάν η γραφή στέκεται ουδέτερη απέναντι σ’ αυτό.
Στη δική μου παρέμβαση σημείωσα πως συνειδητά ψηλαφώ κι αξιοποιώ στη γραφή μου βιωμένες εμπειρίες που συνδέονται με το φύλο μου και με έχουν καθορίσει, γιατί απλούστατα χωρίς αυτές δεν θα μπορούσα να μιλήσω ειλικρινά, να μιλήσω, δηλαδή, ως εαυτός.
Στην εκδήλωση διάβασα το διήγημα με το οποίο ξεκινά η συλλογή μου, που έχει τον τίτλο «Στο φως». Σ’ αυτό, παρακολουθούμε πώς η πρωτόπλαστη Εύα, έχοντας αποκτήσει συνείδηση της αυθύπαρκτης υπόστασής της, της ζωογόνου δύναμης και των ασύλληπτων δυνατοτήτων που έχει ως γυναίκα, αποφασίζει να αυτοεξοριστεί από τον κήπο της Εδέμ, έστω κι αν γνωρίζει πως αυτό που την περιμένει στον αληθινό κόσμο είναι «ορδές βαρβάρων».

Χ.Τ.: Πιστεύεις ότι η αντιμετώπιση της γυναίκας συγγραφέα στην εποχή μας είναι δίκαιη;

Ν.Δ.: Η γυναίκα διαχρονικά έχει γνωρίσει αποκλεισμούς από όλο σχεδόν το φάσμα της δημόσιας σφαίρας και της δημόσιας έκφρασης. Όταν πλέον οι γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν χώρο και ρόλο στη δημόσια ζωή, η αντιμετώπισή τους στηρίχθηκε σε στερεοτυπικά πρότυπα και κοινωνικά προσδιορισμένους διαχωρισμούς, κάτι που ίσχυσε και στον χώρο της λογοτεχνίας, σε σχέση με την αντιμετώπιση της γυναίκας τόσο ως συγγραφέως, όσο και ως αναγνώστριας. Στη δική μας εποχή και κοινωνία, οι γυναίκες συγγραφείς -όπως και κάθε συγγραφέας, ανεξαρτήτως των πολλαπλών και ιδιαίτερων ταυτοτήτων και χαρακτηριστικών του– αξιώνουν -και σε σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο, βαθμό το έχουν κατακτήσει- να μπορούν να εκφράζονται, να αποτιμούνται και να επιδρούν πέρα και έξω από ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά σχήματα, τα οποία εν τέλει δεν έχουν και καμία σχέση με την τέχνη.

Χ.Τ.: Πόσο δύσκολο, πιστεύεις, είναι για μια εργαζόμενη μητέρα να αφοσιώνεται και στη γραφή;

Ν.Δ.: Η Αλίς Μονρό, η σπουδαία αυτή Νομπελίστρια διηγηματογράφος, έχει δηλώσει πως έγραφε μόνο όταν οι κόρες της κοιμούνταν ή πήγαιναν σχολείο κι αυτός ήταν ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη συγγραφή μυθιστορήματος, παρά μόνο διηγημάτων. Ο Ρίλκε είχε πει πως, «Για να γράψω χρειάζομαι κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά», και πραγματικά για εμένα αυτό ισχύει απόλυτα, αφού για να μπορέσω να γράψω χρειάζομαι αδιάσπαστο χρόνο, αποστασιοποίηση, νηφαλιότητα, επαφή με τον εαυτό μου. Σίγουρα, αυτό είναι πιο δύσκολο όταν η καθημερινότητά μου εν πολλοίς μοιράζεται ανάμεσα στην κόρη μου και την πρωινή εργασία μου, αλλά παλεύω να βρίσκω τους τρόπους, έστω κι αν η προσπάθεια που απαιτείται -συναισθηματική, ψυχική, σωματική- είναι, νομίζω, μεγαλύτερη.

Χ.Τ.: Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, πώς προέκυψε η ιδέα για το «Περιττή Ομορφιά»; Δηλαδή, το έναυσμα της ιδέας ποιο ήταν; Πες μας λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό.

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτοτελείς και αυθύπαρκτες μικρές ιστορίες, που δεν γράφτηκαν με σκοπό να αποτελέσουν μέρος κάποιου ενιαίου συνόλου. Συνειδητοποίησα όμως πως συγκροτούνται ως ενότητα γύρω από τη γυναικεία φιγούρα και γύρω από αυτό τον άξονα στήθηκε τελικά αυτή η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου. Η συλλογή μοιάζει να αποτελεί μια συνεκτική και ενιαία σύνθεση, η οποία παρακολουθεί και αναπλάθει την πορεία της πρωτόπλαστης Εύας από την εγκατάλειψη του κήπου της Εδέμ και την είσοδό της στον σύγχρονο κόσμο μέχρι την τελική έξοδό της απ’ αυτόν. Στο ενδιάμεσο αποτυπώνονται στιγμές και καταστάσεις που περιστρέφονται γύρω από οικεία θεμελιώδη θέματα του σύγχρονου ανθρώπου τα οποία θα έλεγα πως αποτελούν συγγραφικές, κι όχι μόνο, εμμονές μου: την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την πάλη για επιβίωση, τη μετανάστευση, τη βία, τη μισαλλοδοξία…

Χ.Τ.: Αλήθεια, ο τίτλος πώς έδεσε;

Ν.Δ.: Ο τίτλος προέκυψε από την καταληκτική φράση του βιβλίου: «Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει τη δική μου αδιάκοπη απορία για το αν αυτό το απειροελάχιστο μεσοδιάστημα φωτός που μας χαρίστηκε μέσα στο απέραντο σκοτάδι της ανυπαρξίας έχει κάποιο, ελάχιστο έστω, νόημα. Κι αν κατ’ επέκταση υπάρχει οποιαδήποτε αξία στην προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει οτιδήποτε που υπερβαίνει τις καθαρά βιοτικές του ανάγκες, αφού κι αυτό είναι καταδικασμένο στη φθορά και τη λήθη. Αν, με άλλα λόγια, αξίζει που γράφουμε, που διαβάζουμε, που ερωτευόμαστε, που μοιραζόμαστε, αν αξίζουν οι προσωπικές μας αγωνίες, οι συλλογικοί μας αγώνες, οι σκέψεις μας… Δεν ξέρω, πάντως στις στιγμές της μεγάλης απελπισίας, βρίσκω πως η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω στο ερώτημα αν στη ζωή η ομορφιά έχει κάποιο νόημα είναι πως η ομορφιά μπορεί και να ’ναι τελικά το μοναδικό νόημα, γι’ αυτό κι είναι πάντα τόσο εύθραυστη κι όλο εξοστρακίζεται ως περιττή.

Χ.Τ.: Πολύ όμορφο αυτό που είπες. Να δώσουμε μια εικόνα για κάποια από τα διηγήματα μέσα στο βιβλίο, ίσως αυτά που εσύ θεωρείς τα πιο αγαπημένα σου;

Ν.Δ.: Σε όλα τα διηγήματα, ακόμα και σε αυτά που φαίνεται να απουσιάζει κάποια εμφανής ή συγκεκριμένη πλοκή, οι εικόνες είναι κυρίαρχες, φορτισμένες θα έλεγα, δηλωτικές. Η Εύα που συνειδητοποιεί τον εαυτό της σαν δέντρο, μια γυναίκα μέσα στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητό της που βλέπει τον δρόμο κι όσα τον συναποτελούν -πεζοδρόμια, πινακίδες, δέντρα κ.λπ.- να της επιτίθενται, μια άλλη που προσπαθεί να κάνει ένα ετοιμοθάνατο πουλί να πιει νερό, ένα αγρόκτημα στα σύνορα που το επισκέπτεται το φάντασμα ενός μετανάστη, ο φράχτης που δημιουργείται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να τα βάλουν με το χιόνι που έφτασε απροσδόκητα στην πόλη τους, ένα αναποδογυρισμένο σταντ και τριγύρω σκορπισμένες σοκολάτες, ό,τι έμεινε από την πάλη ενός αστυνομικού κι ενός κλέφτη, μια γυναίκα στο πάρκο που ακολουθεί ένα κοριτσάκι που τρέχει πίσω από τη μαμά του, μια γάτα που κλώθει χρωματιστό μαλλί και μια άλλη που στοιβάζει πνιγμένους ποντικούς, η εικόνα του δάσους που μεταβάλλεται μέσα από την περιστροφή ενός μεγάλου διαμπερούς κύβου, μια γυναίκα που ανεβοκατεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες στο εμπορικό κέντρο, μια ξύλινη προβλήτα απ’ άκρη σ’ άκρη της θάλασσας που μεταφέρει τους ανθρώπους στον «άλλο τόπο» ενώ το νερό γίνεται ολοένα πιο κόκκινο…

Χ.Τ.: Τι ήθελες να δείξεις γενικά στους αναγνώστες σου μέσα από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Περιττή Ομορφιά»;

Ν.Δ.: Τίποτα, στην πραγματικότητα… δεν νομίζω πως έχω να κομίσω κάποιο μήνυμα ή μια αλήθεια, αφού αυτό που κάνει η λογοτεχνία είναι μόνο να υπενθυμίζει, όπως έγραψε ο Τσέχοφ, πως τίποτε σ’ αυτό τον κόσμο δεν είναι απλό. Αν κάτι, όμως, υποδηλώνεται μέσα από τα διηγήματά μου είναι, νομίζω, πως η ζωή δεν ενυπάρχει μόνο σε αυτά που θεωρούνται μεγάλα ή σπουδαία, αλλά και σε αυτά που αγνοούμε, προσπερνούμε ή υποτιμούμε, σ’ αυτά που μένουν άρρητα κι ανομολόγητα, στις φαινομενικά ασήμαντες στιγμές και σε κάποιες αδιόρατες λεπτομέρειες, χειρονομίες, συσπάσεις, μέσα από τις οποίες αναβλύζουν, όμως, ρεύματα ευαισθησίας, πόνου, αγωνίας, που πυροδοτούν το «πρωτογενές» και το «οριακό» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Χ.Τ.: Θα ήθελα να μας χαρίσεις έναν από τους βασικούς σου συμβολισμούς στη συλλογή και να μας εξηγήσεις το σκεπτικό πίσω του.

Ν.Δ.: Όπως προανέφερα, παρότι τα διηγήματα διαφέρουν μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, ολόκληρη η συλλογή περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της γυναικείας φιγούρας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση ποικίλων αναφορών στην πρωτόπλαστη Εύα ή σε άλλες γυναικείες μορφές που στην ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση είτε την ανταγωνίστηκαν, όπως η Λίλιθ, είτε την διαδέχθηκαν, όπως η Παναγία, καθώς και την αξιοποίηση άλλων βιβλικών μοτίβων ή συμβόλων. Στόχος μου, ωστόσο, δεν ήταν να αναπαραστήσω ή να διαιωνίσω στατικές, μονοδιάστατες και στερεοτυπικές απεικονίσεις της γυναικείας προσωπικότητας ή θηλυκότητας, αλλά να τις διερευνήσω, να τις επεκτείνω, να τις αμφισβητήσω ή να και τις διαθλάσω ως πηγή σύνθετων και πολυφασματικών υποστάσεων. Αυτό που με ενδιαφέρει, παράλληλα, είναι να φωτίσω τις ποικίλες, συχνά μύχιες ή απροσδιόριστες, συνδέσεις ανάμεσα στις γυναίκες, αλλά και να υπαινιχθώ πως τα ζητήματα που άπτονται της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως τελικά παραμένουν κοινά και διαχρονικά ανάλλαχτα.Χ.Τ.: Πού έγιναν παρουσιάσεις του βιβλίου; Ποια τα μελλοντικά σχέδια;

Ν.Δ.: Το βιβλίο εκδόθηκε στην Αθήνα από «Το Ροδακιό» τον περασμένο Μάη κι αμέσως μετά έγινε η παρουσίασή του στη Λευκωσία, με τη συμμετοχή του συγγραφέα Δημήτρη Τανούδη και της εικαστικού Αντρεάνας Καμπανέλλα, η οποία ζωγράφισε το σχέδιο του εξωφύλλου. Τέλη Οκτωβρίου το βιβλίο παρουσιάστηκε στη Λεμεσό από τη φιλόλογο και κριτικό θεάτρου, Νόνα Μολέσκη, και τη συγγραφέα Μυρτώ Αζίνα, ενώ τον Νοέμβριο είχα τη χαρά να φιλοξενηθώ στην Αθήνα από τη Λέσχη Ανάγνωσης «Φάλαινα» και να συνομιλήσω με τα μέλη της. Επίσης στις 5 Φεβρουαρίου θα βρεθώ ξανά στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει», ώρα 19:00, μαζί με τους συγγραφείς Τασία Βενέτη, Εύα Μαθιουδάκη και Δημήτρη Χριστόπουλο, σε μια συζήτηση που θα συντονίσει ο συγγραφέας και μεταφραστής λογοτεχνίας Μιχάλης Μακρόπουλος, με θέμα «Τα πολλά πρόσωπα της διηγηματογραφίας».

Χ.Τ.: Τι άλλες δημοσιεύσεις ή εκδόσεις έχεις ως σήμερα;

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» είναι το πρώτο μου βιβλίο. Είχε προηγηθεί η συμπερίληψη ενός διηγήματός μου στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014), ενώ άλλες μικρές ιστορίες μου έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά ή ιστοσελίδες (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda).

Χ.Τ.: Ποια πιστεύεις είναι τα βασικά συστατικά που πρέπει να διαθέτει ένα βιβλίο για να έχει αυτό που λέμε «εκτόπισμα»; Τι πρέπει να αποφεύγεται;

Ν.Δ.: Μπορώ να μιλήσω περισσότερο ως αναγνώστρια, παρά ως συγγραφέας, λέγοντας πως εγώ εκτιμώ τα βιβλία στα οποία η ομορφιά της μορφής, της γλώσσας, της πλοκής, της αφήγησης, συμπίπτει με την αποκάλυψη μιας βαθύτερης αλήθειας, ενός ουσιαστικού νοήματος, μιας άλλης θεώρησης που με οδηγεί πιο κοντά στην καρδιά ή την πρώτη αίσθηση των πραγμάτων. Αγαπώ τα βιβλία τα οποία με βγάζουν από τις ευκολίες μου, γελοιοποιούν προσφιλείς μύθους, με ξεβολεύουν, αναγκάζοντας με να σκεφτώ και να κατανοήσω εξ υπαρχής τον εαυτό μου και τον κόσμο. Εκείνα τα βιβλία που με βοηθούν να ζω με συνειδητότητα, κι όχι απλώς να υπάρχω, έτσι, τυχαία, στα τυφλά. Και που μου υπενθυμίζουν την κοινή μοίρα των ανθρώπων –τους κοινούς πόνους, τις κοινές χαρές, τις θαυμαστές δυνατότητες, την κοινοτυπία, όπως είπε η Χάνα Άρεντ, του κακού, την αιώνια σύγκρουση, τη θνητότητά μας… Τα βιβλία που με διδάσκουν να συμπάσχω και να μην επαναπαύομαι.

Χ.Τ.: Αν το βιβλίο σου θα ταξίδευε τον αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο ενός υπαρκτού σύμπαντος, τι θα βιώναμε σε πέντε λέξεις;

Ν.Δ.: Μπρος, πίσω – εδώ, αλλού – ταχύτητα, ακινησία – σκοτάδια, φως – το διηνεκές, η στιγμή.

Χ.Τ.: Τέλος, ποια είναι τα συναισθήματα με τα οποία πιστεύεις ότι κλείνει ο αναγνώστης του «Περιττή Ομορφιά» και τι αποκομίζει στο τέλος;

Ν.Δ.: Όποιο συναίσθημα ή σκέψη κι αν μπόρεσε να προκαλέσει το βιβλίο μου, ακόμη και το πιο ελάχιστο θραύσμα συγκίνησης, τον παραμικρό κλονισμό ή αμφιβολία, για εμένα είναι σημαντικό, ιδίως σ’ αυτούς τους καιρούς, που όλα μοιάζουν να μας κατακλύζουν, χωρίς όμως να κατορθώνουν να μας βρέξουν -χωρίς να αγγίζουν το μέσα μας. Από ’κει κι έπειτα, η ανάγνωση είναι μια τόσο προσωπική κι ελεύθερη εμπειρία, που ουδόλως ορίζεται ή μπορεί να ερμηνευθεί από τον συγγραφέα, κι αλίμονο, αν ήταν αλλιώς.

Χ.Τ.: Ας κλείσουμε τη συνέντευξη με ένα μικρό αγαπημένο σου χωρίο από το βιβλίο.

Ν.Δ.: «Όμως τώρα ξέρω· μακριά, πέρα από τα κτίσματα, στο βάθος, ο κήπος περιμένει.
Ένας κήπος χωρίς γεωμετρία, χωρίς περιγράμματα και όγκους, μονάχα ένας άπλετος πράσινος χώρος· μπορεί και μπλε και πορτοκαλής και μωβ και ροζ και κίτρινος κι όλες οι αποχρώσεις τους, οι τόνοι, οι συνδυασμοί τους. Ύστερα άλλα χρώματα, νέα χρώματα, νέα πλουμιά, μουσικές, λέξεις, κορμί εύπλαστο, πνοή και χώμα, κι απίθανοι κυματισμοί, σαν αυτούς που ξεσπούν στον ουρανό την ώρα του δειλινού, την ώρα του έρωτα και της γέννησης, χωρίς να επαναλαμβάνονται ούτε μια φορά, ούτε μια φορά στο όλο του χρόνου».

Χ.Τ.: Αγαπητή Νάσια, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη αυτή. Πραγματικά έχεις δώσει μια νέα διάσταση στον όρο «περιττή ομορφιά». Θα περιμένουμε με χαρά την επόμενή σου δουλειά.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s