ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΑΝΟΓΛΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

Η Ελευθερία Θάνογλου γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1978. Από τότε ταξιδεύει μέσα στις ρωγμές του χρόνου με το φαινόμενο της πλημμυρίδας.
Σε κάθε παλίρροια αλλάζει ρωγμή και σε κάθε άμπωτη ψάχνει τη θάλασσα
μέσα της.

 

 

1-ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ

 

 

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ (2017)

 

Της απουσίας

 

Πώς
ξόδεψες τις στιγμές που δεν έζησες
κι εγώ με τι οικονομία μάζευα τις απουσίες σου
ανεκτίμητες παρουσίες
σ’ έναν μικρό κουμπαρά που τις χώρεσε όλες.
Την απόφαση πήρα
κι έσπασα τον κουμπαρά ένα βράδυ,
δεν χωρούσε άλλες απουσίες πια.
Κι αυτές ξεχύθηκαν στο πάτωμα
σύρθηκαν ως τα πόδια μου
και με ικέτευαν να μην τις ξοδέψω

***

Μέρες στιγματισμένες από έλλειψη
φαρμακωμένες από το δάγκωμα
κόμπρας μνήμης.
Μέρες μαντατοφόρες κακών ειδήσεων
καμένων ποιημάτων.
Μέρες με τα πόδια σας ακινητοποιημένα
στο τσιμέντο
εγώ καπνίζω το τσιγάρο μου
η στάχτη πλέον είναι δική σας.

***

Έκλεισα εισιτήρια σου είπα.
Κατεύθυνση άγνωστη.
Διάρκεια ταξιδιού άγνωστη.
Στα σακίδιά μας το Μαζί.

Το τρένο έφευγε ξημερώματα
του Αγίου Τώρα ή Ποτέ·
θέσεις σε κουπέ έξι.
Ένας δεν ήρθε.

Κανένας εισπράκτορας
δεν ακύρωσε το δικό σου εισιτήριο.
Κι εγώ έψαχνα το στίγμα της ακύρωσης
μια ζωή
να χωθώ μέσα του λαθρεπιβάτης
να δω την πίσω πλευρά του
εισιτηρίου σου.

***

Ντύθηκε κλόουν και παίζει τη ζωή
στα χρωματιστά κουρέλια της.

***

 

Της μετανοίας

 

Λερναίες Ύδρες

Ξεφλούδισα πράσινο μήλο
βρήκα ένα σκουλήκι.
Έκανα μια με το μαχαίρι αφαίρεσα τη σάρκα,
μαζί και το σκουλήκι.

Ξεφλούδισα τον χειμώνα
με την πικρή ψυχή του
βρήκα πολλά σκουλήκια.
Έκανα μία με το μαχαίρι, αφαίρεσα
λίγο από ψυχή
λίγο από σάρκα
κατάφερα να βγάλω ένα σκουλήκι.

Τα υπόλοιπα που μείνανε εντός μου·
βγάλανε κι άλλα κεφάλια.

 

Κρυμμένες έννοιες

Έπαψες από καιρό να προσπαθείς
να βρεις τις έννοιες που κρύβονται
πίσω από τις λέξεις στα μηνύματά μου.

Πάει και το «κόκκινο παλτό»
το ξέγραψε η μνήμη σου.
Κι έτσι έμεινε μετέωρη η ελπίδα
που κρυβόταν πίσω από το «κόκκινο»
κι έτσι έμεινε μετέωρο το μέλλον
που ντύθηκε τελικά το παλτό.

 

Το κόκκινο παλτό

Το κρύο μου παγώνει το σώμα
μια σιωπή εκκωφαντική στο σπίτι.
Ρίχνω επάνω μου το κόκκινο παλτό να με ζεστάνει.
Μεγαλώνει το δράμα μέσα μου μ’ αυτό το παλτό.
Βουλιάζω πάλι σιγά σιγά σε περασμένα λόγια.
Λείπεις μαζί με τις υποσχέσεις σου.

Όταν θα έρθεις
θα πατάς πάνω σε κόκκινους λεκέδες.
Θα δεις να φοράω το κόκκινο παλτό
στη ραχοκοκαλιά της απουσίας.

Όταν θα έρθεις θα βγάλω απ’ τις τσέπες
σκισμένους σαρκασμούς
χρωματιστές κορδέλες για να δέσω τα μαλλιά μου.
Όταν θα έρθεις τις παρουσίες σου
θα μετράει ένας πολύχρωμος κλόουν.

***

Τα χέρια μας παίζουνε με τις σκιές στον τοίχο.
Εσύ ο λύκος.
Εγώ το φίδι.
Εγώ έχω το δηλητήριο,
μα εσύ στάζεις φαρμάκι.

 

Της παράθλασης

 

Οι ποιητές
για καθρέφτες
όνειρα
βυθούς
και κενά μιλάνε.

Σταμάτησε η ποίηση να σιωπά στο φως
μετά από χρόνια πολλά κοιτάχτηκε στα γυαλικά της σάλας.
Οι καθρέφτες είχαν θαμπώσει
χωρίς να καθρεφτίζουν τίποτα
τα όνειρα είχανε ξεχαστεί
και είχανε αλλάξει ταυτότητα
οι βυθοί γεμάτοι φύκια
και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμεναν ίδια·
μεγάλα.

 

Στην αλλαγή ώρας

I

Κι απόψε
χαράσσει ευθείες βαθιές γραμμές στο χαρτί
0 πόνος τρένο που σφυρίζει λίγο πριν τον σταθμό.

II

Ζωγραφίζει κύκλους με τον διαβήτη.
Η σκληρή βελόνα του βρίσκει το κέντρο
τρυπάει το χαρτί
τρυπάει το κενό
τρυπάει την αλλαγή της ώρας
και περιστρέφεται
γύρω γύρω απ’ την ώρα που το ρολόι έδειξε
τρεις τα ξημερώματα δύο φορές
από την ώρα που έδειξε δύο φορές την μοναξιά της.

***

Τη φίλησε
εκεί που έπεφτε η μπλούζα της
αφήνοντας τον έναν ώμο ακάλυπτο.

Κι αυτή σήκωσε την μπλούζα
να μην κρυώσει το χνώτο του
που ‘ταν ζεστό σαν ποίημα.

***

Στη γνωστή οδό
σε περίμενα
πίσω από τον κίονα
στη γωνία ενός ετοιμόρροπου σπιτιού
που μετά βίας κρατούσε το σκοτάδι.

Μα εσύ αργούσες
κι άρχισε να με απορροφά
η ξεφλουδισμένη μπογιά του χρόνου
στους τοίχους.

Όταν ήρθες δε με βρήκες.
Δεν μπορούσες να διακρίνεις στην κίτρινη ώχρα
την κόκκινη πιτσιλιά μου.

 

Της αλμύρας

 

Η δική του ζωή
δεν ήτανε πάνω σε αστερίες γραμμένη
ούτε την σκέπαζαν τα κύματα.
Δεν είχε καΐκια να ρίχνουν παραγάδια
να την ταξιδεύουν
ούτε όστρακα και αλμυρίκια
να στολίζουν τις αμμουδιές της.

Η δική του ζωή
δεν είχε συκιές να γλυκαίνουν τον ίσκιο του
ούτε πλατάνια να κρεμάει τα όνειρά του.
Δεν είχε ρίγανη και θυμάρι να φυτρώνουν
δίπλα στις ξερολιθιές, ούτε σαύρες
να σεργιανάνε στην ψυχή του.

Η δική του ζωή
δεν είχε βασιλικούς
να ευωδιάζουν τους εσπερινούς
ούτε ιτιές ν’ αγκαλιάζουν τους πόθους του
δεν είχε κληματόφυλλα τα δάκρυά του να τυλίγει.

Η δική του ζωή
μόνο φελλούς είχε
που τους έδινε σ’ έναν μικρό ναυτίλο
να ζυγίζει στις παλάμες του να βρει
της διαφοράς το βάρος.

 

Στον γιο μου

Μέσα στα δυο σου μάτια
χαμογελάνε
γαλάζιες θάλασσες.
Στα μαλλιά σου
κάθεται ένας ήλιος.

0 κόσμος σου
αθώος, υγρός και μέγας.
Ήταν θυμάμαι πέντε Αυγούστου
σαν πρωτοαντίκρισα το θαύμα

 

Πεταλίδες άμυνες

Στην παλάμη μου μια τρύπα απ’ τον μικρό σουγιά σου.
Ο ήλιος σκούρο κίτρινο χρώμα σήμερα.
Στον αφρό της θάλασσας
κρέμονται τσαμπιά με πεταλίδες.
Οι βράχοι μείνανε γυμνοί.

Οι πεταλίδες μου ξεγλίστρησαν
απ’ τους βράχους
πέσανε στην θάλασσα
για να τις αιχμαλωτίσεις.

Τι ήθελες τον κόκκινο σουγιά σου;
Τώρα στην παλάμη μου
στην τρύπα που μου άνοιξες
χώθηκε αυτός ο σκούρος κίτρινος ήλιος
και στάζει αίμα.

Δημιουργίες εντυπώσεων

Ήταν ένας άνθρωπος
που ενώ ήξερε να κολυμπάει μεσοπέλαγα
όταν έφτανε στα ρηχά
ζητούσε βοήθεια γιατί πνιγόταν.
Στο τέλος του έφτιαξαν ένα νησί με φοίνικες
να ναυαγήσει εκεί
γιατί είχαν βαρεθεί τους ψεύτικους πνιγμούς του.

Από τότε αυτός σκαρφίζεται κρεμάλες πάνω στα δέντρα.

 

Των πτήσεων

 

Άνευ θαυμάτων

Εκείνο το βράδυ
με τα σπασμένα
κυπαρίσσια
αναχώρησες για τη
δική σου ενδοχώρα.

Η δική μου πολύχρωμη
χωρίς την Αλίκη των θαυμάτων
στις άκριες του γιασεμιού
παίζει με το φεγγάρι.

***

Αυτός πάντα ψάρευε
με δόλωμα την ψυχή του
στ’ αγκίστρι του καθότανε πάντα ένα φεγγάρι
και με τους καπνούς απ’ τα τσιγάρα του
φυσούσε γαλαξίες.

Τώρα τ’ αστέρια θα ‘χει δόλωμα
και πετονιά τα ρούχα
θα κάθεται σε σύννεφο που γράφει τ’ όνομά του
και ατενίζοντας την θάλασσα που τόσο αγαπούσε
γυμνός απ’ όλα
θα βλέπει τα φτερά
που έβγαλε στους ώμους
με ένστολη σιωπή
κάποια Δευτέρα βράδυ.

 

Στους γονείς μου

Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα
αμετακίνητοι
σαν στάσεις λεωφορείων
σου προσφέρουν το βαμβακερό χάδι τους
την ψυχή σου ν’ ακουμπήσεις.
Κι εσύ που ’χεις κουραστεί
στο γαλάζιο ταξίδι τ’ ουρανού
ακουμπάς επάνω τους.

Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα·
τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
πως δεν κρύβουν αστραπές και γκρίζες λάμψεις
μέσα τους.
Τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
ότι το βαμβάκι ουδέποτε χάραξε,
μόνο πληγές καθάρισε.

***

Είμαι ο μήνας
ανάμεσα στον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο
σου δίνω την πιο ζεστή θάλασσα
να κολυμπήσεις
έζησα ένα καυτό καλοκαίρι, τα χείλη μου ξερά.
Δρόσισέ τα.

Είμαι η εποχή
ανάμεσα στο Καλοκαίρι και το Φθινόπωρο
σου δίνω την πιο βαθιά σκιά
να ξαποστάσεις
περπάτησα σε άμμο σκληρή
τα πέλματα σκισμένα.
Γιάτρεψέ τα.

Είμαι ένα αειθαλές δέντρο
ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα.
Όταν θα πέσουν τα φύλλα
μάζεψέ τα.
Την Άνοιξη θα σου στολίσω ξανά.

Τώρα όλα ησύχασαν
δεν είχε παρά να πάει να κοιμηθεί.
Το παρελθόν σε μια σειρά σιαγμένη
το ίδιο και το μέλλον της.

Δεν είχε παρά να πάει να κοιμηθεί.

Μα δεν την άφηνε
ο κούκος στο ρολόι
που σήμαινε πάντα τη σιωπή της.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΑΝΟΓΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

ΦΡΕΑΡ 19/12/2017

Με το βλέμμα της θάλασσας

«Τίποτα περισσότερο δεν ζήτησα
από τη ζωή μου
παρά μονάχα ένα βράχο
να ατενίζω την θάλασσα»

«Οι πέντε εποχές του κόκκινου» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου. Σε πέντε ενότητες: «της απουσίας, της μετανοίας, της παράθλασης, της αλμύρας, των πτήσεων». Με ποιήματα σύντομα ως επί το πλείστον, με τίτλο ή χωρίς τίτλο. Όλες οι ενότητες αντιστοιχούν στο περιεχόμενο των τίτλων τους. Όμως σχετίζονται και μεταξύ τους σαν μια ορχήστρα σε ένα ενιαίο όλον.
Η ποιήτρια κατασκευάζει το δικό της σύμπαν με υλικά το προσωπικό βίωμα και την ευαισθησία. Ο κόσμος της είναι μελαγχολικός. Όμως δεν είναι ζοφερός. Είναι ο κόσμος των ατομικών εμπειριών και της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. Τις περιπέτειες της δικής της ζωής ιχνηλατεί. Όμως με τρόπο που να συναιρεί αντίστοιχα συλλογικά στοιχεία. Και αυτό είναι που καταξιώνει την ποίησή της. Το βιωμένο προσωπικό γεγονός, φορτισμένο με φιλοσοφημένη στάση, αντανακλά και εκφράζει τον αναγνώστη.

Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από λυρισμό και ερωτισμό. Μια γλυκιά μελαγχολία τη διακρίνει.

«Ένα μικρό Λονδίνο η ψυχή μου. Πάντα βρέχει».

Πρωτοστατεί η εικόνα στο λόγο της και τα εκφραστικά μέσα είναι πλούσια. Η ερωτική απουσία, το τέλος των σχέσεων, η ευτυχία που χάνεται, εκφράζονται παραστατικά, με ζωντανές εικόνες και διαυγή λόγο. Κυριαρχεί η μνήμη, επώδυνη, αλλά και νοσταλγική. Μικρά σπαράγματα ερωτικού λόγου τα ποιήματά της. Ο έρωτας μια δίνη, ένας καταρράκτης που φοβίζει τους μη μετέχοντες. Γέφυρες, αναχώματα, λευκές σημαίες δεν αρκούν. Ποτάμι ο έρωτας. Δεν αλλάζει κατεύθυνση, ούτε γυρίζει πίσω. Χαρμολύπη η ουσία του. Πικρό γλυκό κυδώνι η γεύση του. Στο τέλος πετάς το κουκούτσι.

Ο γιατρός
αποφάνθηκε
κρύσταλλα σπασμένα
τ’ αγγεία των δαχτύλων μου.

Κι εγώ απορούσα πώς
μπορούσαν να γράφουν με τόσο αίμα
το φως
και να σβήνουν με τόσες ζωές
τη νύχτα.

Εκθειάζεται το «μαζί» της αγάπης. Για τις μέρες της φθοράς, η ποίηση αποτελεί λύτρωση, είναι το καθαρτήριο.

Ο δικός σου έρωτας
μου χαράζει το δέρμα
κι εγώ για επούλωση
χαράζω μια λευκή κόλλα χαρτί.

Γίνεται χρήση της γεωμετρίας, για να εκφραστούν σχέσεις, αισθήματα, συμπεριφορές. Γωνίες και κύκλοι, τετράγωνα, ευθείες γραμμές, τεθλασμένες, κενά.

«Τετραγώνισέ με» της είπε.
«Δεν μπορώ» του απάντησε «ξέρεις πως στις γωνίες σκοτώνουν
κι ότι για μένα υπήρξες ο κύκλος μου».

Το ίδιο χρησιμοποιούνται και τα χρώματα. Δεσπόζει το κόκκινο. Αλλά και το κίτρινο, το γαλάζιο, το μπλε έχουν τη θέση τους. Όπως και οι εποχές, η φύση, η θάλασσα, το φως.

Ξεφλούδισα πράσινο μήλο
βρήκα ένα σκουλήκι
έκανα μια με το μαχαίρι αφαίρεσα τη σάρκα,
μαζί με το σκουλήκι.

Ξεφλούδισα τον χειμώνα
με την πικρή ψυχή του
βρήκα πολλά σκουλήκια.
Έκανα μια με το μαχαίρι, αφαίρεσα
λίγο από ψυχή
λίγο από σάρκα
κατάφερα να βγάλω ένα σκουλήκι.

Τα υπόλοιπα που μείνανε εντός μου•
βγάλανε κι άλλα κεφάλια.
Θίγεται ο φθόνος, η κακία, η ματαιοδοξία, η εγωπάθεια. Όμως βρίσκουμε και πολύ τρυφερά ποιήματα αφιερωμένα στους γονείς, στα παιδιά, όπως και ποιήματα ποιητικής.
Οι ποιητές
για καθρέφτες
όνειρα
βυθούς
και κενά μιλάνε.

Σταμάτησε η ποίηση να σιωπά στο φως
μετά από χρόνια πολλά κοιτάχτηκε στα γυαλικά της σάλας.
Οι καθρέφτες είχαν θαμπώσει
χωρίς να καθρεφτίζουν τίποτα
τα όνειρα είχαν ξεχαστεί
και είχανε αλλάξει ταυτότητα
οι βυθοί γεμάτοι φύκια
και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμειναν ίδια•
μεγάλα.
Η μοναξιά έχει την ιδιαίτερη θέση της. «Γίνεται επαίτης για ένα άγγιγμα». «Στην ψυχή μια μικρή ρωγμή». Η διάψευση αναρρώνει με «ψίχουλα καλοκαιριού».
Κάθε πρωί τα σπουργίτια
πιστά στο ραντεβού τους
τσιμπολογούν την Άνοιξη
μαζί με το ψωμί της.

Ραμφίζουν στο παράθυρο
την μοναξιά που πήγε να το σκάσει.

Κι εγώ τους πετώ ψίχουλα καλοκαιριού
που είχα φυλαγμένα
να ‘χουν στην απουσία μου
κάτι να με θυμίζει.

Η θάλασσα έχει την τιμητική της. Μονοπωλεί «την εποχή της αλμύρας». Αστερίες, όστρακα, καΐκια, παραγάδια, αλμυρίκια, αμμουδιές. Όλο το γλωσσάρι της επιστρατεύεται. Συνδυασμένη με το καλοκαίρι, άλλοτε λειτουργεί αναζωογονητικά και άλλοτε γίνεται πνιγμός για τα χαμένα όνειρα ή οδηγεί σε ναυάγιο.

Χαράματα.
Πήρε το καρεκλάκι,
τα πρωινά του όνειρα
τα εναπόθεσε στην άμμο
και κάθισε να δει την αρχή της ημέρας.

Φέτα καρπούζι η αυγουστιάτικη ανατολή
έσταξε πάνω στη θάλασσα, την λέρωσε•
κι έτσι καθώς υψωνόταν αργά αργά
για να την βαστάξει ο ουρανός,
δυο τρία σύννεφα περαστικά
ζήλεψαν την προσωρινή δόξα του θεάματος
όμοια με μαχαίρια έκοψαν από την ανατολή
δυο – τρεις φέτες δόξας.

Εκτός από την παραστατική εικονοποιία, αξίζει να τονίσουμε τη χρήση της αντίθεσης, όπως και το παιχνίδι με τις λέξεις. Αυτά είναι τα εργαλεία της ποιήτριας. Μ’ αυτά συνθέτει τον δικό της υποκειμενικό ποιητικό κόσμο.

Η θάλασσα πρασίνισε
ο ουρανός μαύρισε.

Εκείνη έσκισε τα κύματα
τα κύματα έσκισαν τα βράδυ τα χαρτιά της.

Εκείνος φόρεσε το βράδυ
και το πρωί που το ‘βγαλε σκοτείνιασε τελείως.

Το καλοκαίρι, η θάλασσα, η αγάπη, ο έρωτας. Ευαισθησία και συγκίνηση στην ποίηση της Ελευθερίας Θάνογλου. Πίνακες του Μονέ τα ποιήματά της, με ζωηρά χρώματα, συνθέσεις σε εξωτερικούς χώρους, έμφαση στο φως. Σε πολλά σημεία ο στίχος ευφάνταστος, δυνατός.

Η Ελευθερία Θάνογλου με την ποιητική συλλογή «Οι πέντε εποχές του κόκκινου» κάνει τα πρώτα βήματά της στην ποίηση. Αποδεικνύονται πολύ ελπιδοφόρα. Ο λυρισμός υποβλητικός. Η ποίησή της σου χαμογελάει. Τη γεύεσαι, την οσφραίνεσαι, τη ζεις. Αφήνει μια γλυκιά γεύση στα χείλη, σαν το παλιό καλό κόκκινο κρασί. Το αποτέλεσμα εξαιρετικά θετικό και ευοίωνο. Της ευχόμαστε καλή αρχή! Και καλοτάξιδη η ποιητική της συλλογή!

http://frear.gr/?p=20220

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

FRACTAL 6/12/2017

«Ζω χωρίς εμένα»

Είναι το πρώτο βιβλίο της Ελευθερίας Θάνογλου με ποιήματα (άλλα με τίτλο, άλλα χωρίς) συγκροτημένα σε πέντε ενότητες. Πέντε εποχές. Πέντε γραμμές παράλληλες. Της απουσίας. Της μετανοίας. Της παράθλασης. Της αλμύρας. Των πτήσεων. Πέντε αποβάθρες σταθμών. Πέντε λεκτικά υπόβαθρα που αποτελούν ένα πεντάγραμμο, στο οποίο είναι γραμμένο το τραγούδι της ζωής: έρωτας, απουσία, μοναξιά. Σώμα, ψυχή, νους. Προβληματισμοί, διαπιστώσεις, καταστάσεις. Είναι πέντε παράθυρα προς τον κόσμο, ανοιγμένα στον κατακόκκινο τοίχο της σιωπής, του πόνου, του αίματος. Πέντε παράθυρα ανοιχτά για να βλέπεις τις διακυμάνσεις του φωτός, της ύλης, των συναισθημάτων, των σκέψεων, των ερωτημάτων και των διλημμάτων.
Η εποχή της απουσίας, πρώτη. Προϋποτίθεται η ύπαρξη παρουσίας πριν. Άρα χρόνος κοινός. Έρχεται με συνειδητοποιήσεις που συνοδεύονται από απορίες για τη ζωή του απόντος, αφήνοντας στην άκρη το γεγονός πως και τότε όλα γινόντουσαν μπροστά στα μάτια μας:

Πώς
ξόδεψες τις στιγμές που δεν έζησες
κι εγώ με τι οικονομία μάζευα τις απουσίες σου.

Η νοσταλγία του άλλου, σωματικά και ψυχικά, μαχαίρι. Το σώμα διψά, ποθεί, θυμάται:

Κοιτάζω τα χέρια σου,
ξένα χέρια,
άλλου σώματος,
ξένα.
Αυτά που γνώρισαν το σώμα μου
καλύτερα κι απ’ τα δικά μου.

Η αφή κυρίαρχη αίσθηση στη συλλογή, εντείνει την απουσία, η οποία περιστρέφεται κυρίως γύρω από το σώμα, τον έρωτα και τελικά το όλο «είναι», το οποίο ως ποτάμι ρέει συνεχώς αρνούμενο να υποταχτεί. Ο πόνος της απουσίας μαλακώνει όταν θυμάται στην εποχή της παρουσίας τις άκαρπες προσπάθειες και τις μονομερείς θυσίες για επίτευξη συμπόρευσης:

Τι κι αν έστησα αναχώματα σηκώνοντας λευκή σημαία
επάνω τους
εσύ πάντα ζητούσες την ευθυγράμμισή μου…
Πώς μπορείς λοιπόν να ευθυγραμμίσεις ένα ποτάμι;
Και για πόσο μπορείς να το κρατήσεις έτσι;…
Πώς μπορείς και μου ζητάς ν’ αλλάξω;
Δεν βλέπεις; Χύθηκα μέσα στη θάλασσα πια.

Λόγια σκληρά; Λόγια αληθινά, ειλικρινά, κατακτημένα μέσα από πόνο, εμπειρίες, καταστάσεις, τριβή. Όταν η απουσία είναι παρούσα, ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι μένουν μαζί, το γυαλί πάει, έχει ραγίσει και δεν ξαναγίνεται όπως ήταν πριν. Κάθε προσπάθεια καταδικασμένη. Με το ζόρι βέβαια τα κομμάτια μπορεί να μείνουν σε κάποιου είδους «επαφή», οι ρωγμές όμως είναι πάντα εκεί ως απέναντι όχθες που μέσα τους κυλάει και φεύγει ανεπιστρεπτί το νερό από το ποτάμι της ζωής. Φεύγει και ο χρόνος, άνοστος, χαμένος. Τίποτε δεν μπορεί να αναστρέψει τα πράγματα, ούτε η εκούσια θυσία του ενός στο βωμό της λογικής ούτε ο νοητικός εγκλωβισμός του μέσα σε τεχνητά καλούπια. Μάταιο:

«Τετραγώνισε με» της είπε.
«Δεν μπορώ» του απάντησε «ξέρεις πως στις γωνίες σκοτώνουν
κι ότι για μένα υπήρξες ο κύκλος μου».

Το ζήτημα είναι μετά την απουσία, στην εποχή της μετανοίας, να μετανιώσεις έντιμα και ειλικρινά για όσα ήταν ξένα προς εσένα. Όχι γι’ αυτά που με το χέρι στην καρδιά έκανες. Να μετανιώσεις για τις μάσκες που φόρεσες, να δεις ποιος είσαι χωρίς να φορτωθείς επάνω σου ενοχές, χωρίς να καταδικάσεις τον εαυτό σου. Νοείς μετά την τέλεση. Γίνεσαι καλύτερος. Πώς; «Μετά» και «κατά» νοώντας.

Ξεκινάει δύσκολα η μέρα. Το ξέρω πρώτο χέρι:
Πρωί· κάτω στη σόλα
του παπουτσιού της
η μέρα ήδη σκοτωμένη.

Νιώθεις κενός, άδειος, ασήμαντος, μπορεί και άχρηστος. Ναι, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, έρχεται απρόσκλητη να σε επισκεφθεί.

Και η γυμνή κρεμάστρα;
Έμεινε γυμνή
κατακτώντας το κενό
της καλά κλειστής ντουλάπας.

Το σώμα σου, συμμαχεί με τον απόντα, γεννώντας με δόλο επιθυμίες μέσα από εικόνες γλυκών αναμνήσεων:

Τα χέρια σου μετάνοιες
που χώθηκαν στην μπλούζα μου
στις πρώτες αμαρτίες.

Έρχονται εναντίον σου στρατιές από άνομες συμμαχίες: Οι ενοχές σου, οι νοσταλγίες, ο φόβος της μοναξιάς, οι πεποιθήσεις των πολλών, ο κοινός νους, οι άβουλοι φίλοι, οι «καθωσπρέπει» συμβουλάτορες, όλοι με το χαμόγελο-όπλο σε σημαδεύουν. Σε έχουν καταδικάσει πριν καν μιλήσεις.

Μπορεί να σε χαρακώνει η απουσία, αλλά μήπως ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσεις κι εσύ πως έχεις ευθύνη; Συγκάλυψες, παρανόησες, παρέβλεψες, αγνόησες σημάδια που κραυγαλέα σου φώναζαν την πραγματικότητα. Ζούσες σε έναν κόσμο εικονικό, πλασμένο από εσένα. Είχες καταφύγει εκεί για να νιώθεις ασφαλής, καλύπτοντας το ψέμα με τα ίδια σου τα χέρια. Μήπως να ξυπνήσεις, να δεις κατάματα το τι έχει συμβεί; Μήπως να πάρεις αποφάσεις; Να μετανοήσεις, να δώσεις χώρο στον εαυτό σου (συγ-χώρεση), αγκαλιά, αποδοχή; Να βελτιώσεις την ικανότητά σου να διακρίνεις καθαρά; Να εστιάσεις στην αυτογνωσία σου; Να μην υποτάσσεσαι; Να μην παραβλέπεις; Να μην αφήνεις να παραβιάζουν τον προσωπικό σου χώρο; Θυμάσαι τι του (της) είπες κάποτε;

Εσύ ο λύκος.
Εγώ το φίδι.
Εγώ έχω το δηλητήριο,
μα εσύ στάζεις φαρμάκι.

Οι δέσμες φωτός, οι όποιες εκλάμψεις του νου, την εποχή της παράθλασης που έπεται (κάποτε προηγείται) περνώντας μέσα από την οπή της μνήμης, δεν συνεχίζουν την πορεία τους ευθύγραμμα, αλλά μπορεί να αλλάξουν κλίση. Είναι ίσως από την αγωνία τους να ξεφύγουν από τη λήθη. Όλα αλλάζουν.

Και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμεναν ίδια·
μεγάλα.

Αυτό που έλκει τους προβολείς επάνω του, είναι η μοναξιά. Είναι «κοινό σημείο αναφοράς». Η τραγικότητά της εντείνεται με την ικανότητά της να αλλάζει διαρκώς πρόσωπα, ανεβάζοντας στη σκηνή

την μοναξιά που έγινε επαίτης
για ένα άγγιγμά σου
την μοναξιά που πέθανε μέσα
στα δάχτυλά σου.

Εσύ πονάς, κλαις, υποφέρεις. Κλείνεσαι. Απομονώνεσαι. Κι όταν η βροχή χτυπήσει τα τζάμια του παραθύρου σου, σηκώνεις το κεφάλι και θυμάσαι καθαρά ποιος ήταν αυτός για τον οποίο άδικα θρηνείς:

Ο έρωτάς σου πέφτει
σαν τα ψίχουλα από κάποιο παραμύθι
σ’ έναν δρόμο που βγάζει μόνο στο εγώ σου.
Ή μήπως μιλάς για σένα;

Όσο για εκείνον; Ο εαυτός του και κανείς άλλος. Με το προσωπείο του φρόντιζε μόνο το εγώ του. Εσύ; Τι έκανες; Η μνήμη, ανοίγει τα πέταλά της να μουσκέψουν από τη βροχή και ψιθυρίζει:

Την φίλησε
εκεί που έπεφτε η μπλούζα της
αφήνοντας έναν ώμο ακάλυπτο.

Και αυτή σήκωσε την μπλούζα
να μην κρυώσει το χνώτο του
που ’ταν ζεστό σαν ποίημα.

Ναι, αυτή ήσουν. Τρυφερή, ευαίσθητη, δοτική, συναισθηματική, εύθραυστη. Για τους άλλους αλλοπαρμένη. Δεν πειράζει. Τους συγχωρείς κι αυτούς. Αυτή ήσουν, αυτή είσαι. Η εποχή της μετανοίας πέρασε. Έδωσες τον καλύτερο εαυτό σου, απροσποίητα, με την καρδιά σου. Δεν μετανιώνεις γι’ αυτό. Ήσουν ο εαυτός σου. Δεν πειράζει αν ο άλλος δεν το κατάλαβε, δεν το εκτίμησε, δεν το υπολόγισε. Ήταν πολύ άκαμπτος για να αισθανθεί την πνοή σου. Πολύ κλειστός. Δεν άφηνε χαραμάδα για να περάσει το φως σου. Αργότερα θα εμπεδώσεις αυτό που ήδη έχεις αισθανθεί (δεν θα πω ξέρεις, δεν έχει σχέση καμία με τη λογική): δεν ήταν για σένα.

Μπορεί αυτή η αίσθηση να σου πέφτει τώρα λίγο αλμυρή, μα πέρασες κιόλας στην εποχή της αλμύρας. Εκεί, έρχεσαι σε επαφή με όλα όσα προνοητικά είχες παστώσει με αλάτι για να έχεις αργότερα, να μπορείς να θρέφεις την ψυχή σου όταν πεινάει. Αξίες που με κόπο ανακάλυψες και διαφύλαξες. Έχουν αλάτι από το αίμα σου. Μα και οι αναμνήσεις έχουν γεύση αλμυρή. Ιδιαίτερα των λαθεμένων επιλογών. Θες το αλάτι του χρόνου, θες το αλάτι του παράπονου, θες το αλάτι άλλων ανθρώπων, δεν παύουν να είναι αλμυρές. Όπως και όλα όσα σε πονάνε.
Το αλάτι τσούζει σε ανοιχτή πληγή. Ξεραίνει το δέρμα και μόνο με την επαφή:

η ζωή αλμύρα πάνω στο δέρμα μου
κι ο θάνατος κοιμήθηκε στο άσπρο μου σεντόνι

μα φέρει μέσα του μνήμες που γίνονται θάλασσα. Ένας και μόνο κρύσταλλος είναι αρκετός να σε κρατήσει όρθιο όταν έχεις έρθει στο σημείο να πεις:

μαζεύτηκε τόση άμμος μέσα μου
που έσβησε απ’ τον ορίζοντά μου την θάλασσα.

Αλμυρές είναι πλέον αρκετές από τις διαπιστώσεις σου, όπως αυτή που συνομιλεί με τον χρόνο:

Σε κάθε ίχνος που αφήνω πίσω μου
βουλιάζει και μια μικρή θάλασσα.

κι εγώ ακόμη ψάχνω να βρω το μέλλον μου
σε κάθε βυθισμένο παρόν.

Έχεις όλα τα άλλα, έχεις και την καθημερινότητα να αντιμετωπίσεις. Ή μήπως αναφέρεσαι σε νέες προτάσεις που σου γίνονται (η παλαιότερες που εκ νέου επανέρχονται) για υπαναχώρηση, συμβιβασμό, φυλάκιση των ανθέων της καρδούλας σου; Έχουν θράσος:

Τώρα πώς σου ζητάνε να χωρέσεις
την ζωή σου σε ρηξικέλευθα τσιμέντα;

Πώς να αντέξεις; Πώς να συνεχίσεις; Η εποχή των πτήσεων, έρχεται να σε πάρει μακριά από όλα τούτα, να σου δώσει μια ανάσα, να κάνεις βουτιές σε κόσμους ονείρων, επιθυμιών, να χαθείς μέσα στο στερέωμα της φαντασίας. Ομολογείς μεν:

Αγαπημένε μου
γελώ χωρίς εσένα
κλαίω χωρίς εσένα
ζω χωρίς εμένα

αλλά θέλεις να προχωρήσεις, να βρεις το κουράγιο να ζήσεις. Κάνοντας την αρχή, ξεκινάς τις πτήσεις σου με όμορφες αναμνήσεις που σε σημάδεψαν:

Από μικρή δεν μου άρεσε η Γεωγραφία
ώσπου ανακάλυψα τις Κυκλάδες
στο κορμί σου.

Ονειρεύεσαι τον Έρωτα και συγκλονίζεσαι. Αφήνεσαι στη ζωή. Σε μια από τις πτήσεις σου συναντάς εκείνον που βγάζει από μέσα σου ό,τι ομορφότερο έχεις. Είναι κι εκείνος τρυφερός, σαν κι εσένα. Ταιριάζετε. Κάνεις το βήμα. Του λες:

Τα χέρια σου
τα πόδια σου
τέσσερις γραμμές ευθείες.
Όταν ξεμείνω από χαρτί
επάνω τους θα γράψω.

Τολμάς. Πετάς σταθερότερα τώρα προς το μέλλον, έχοντας την εμπειρία των τεσσάρων σταδίων που προηγήθηκαν. Αλλά και δύο ακόμη στηρίγματα.

Τους γονείς σου:
Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα·

Τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
ότι το βαμβάκι ουδέποτε χάραξε,
μόνο πληγές καθάρισε

και τον πρώτο σου, τον άγουρο έρωτα, που μπορεί να έμεινε ως καταγραφή μιας φιλίας ιδανικής, αλλά πάντα ήταν καυτός, ποτέ δεν έχασε το παραμικρό από τη μαγεία και την έντασή του:

τα νιάτα μας
τα όνειρα τα άγουρα
τ’ αγκάλιαζε η ζέστη
και πίσω από τα βραχάκια
μας χάζευε ένα μέλλον.

Πετάς, ξανά, λεύτερη. Πέρασες την εποχή της απουσίας ακούγοντας τη σιωπή της, την εποχή της μετάνοιας μυρίζοντας το άρωμά της, είδες για μια ολόκληρη περίοδο την παράθλαση, γεύτηκες την αλμύρα. Ήρθε η ώρα της χαράς, της απογείωσης των σωμάτων με την αφή, ήρθε επιτέλους η εποχή των πτήσεων.

Ναι, οι πέντε εποχές του κόκκινου, ίσως είναι οι πέντε πρώτες αισθήσεις. Του κόκκινου. Κόκκινου; Στη συλλογή παρουσιάζεται ως κόκκινο παλτό, κατάσαρκα ριγμένο «στη ραχοκοκαλιά της απουσίας». Στη φόδρα του διακρίνω καλά ζωγραφισμένο τον έρωτα και στα κουμπιά του τη ζωή. Η μοναξιά έχει ενώσει τα κομμάτια σε σύνολο με κόκκινη κλωστή.

Ώσπου, στην καθοριστική της πτήση, συναντάει εκείνον που

την γλώσσα της
οι άκρες των δαχτύλων του ακουμπούν.

Πάλι η παντοδύναμη αφή. Ανταποδίδει τη χαρά, την ηδονή. Είναι εκείνη που

κόσμους παραποτάμιους
γεωγραφούν τα χείλη της
στις φλέβες των χεριών του.

Με τον ίδιο τρόπο, κόσμους ποιητικούς γεωγραφούν οι λέξεις της Ελευθερίας Θάνογλου στις φλέβες της ποιητικής της συλλογής.

Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μια ερωτική θαλασσογραφία με κατακόκκινα νερά. Ο φλοίσβος της ακούγεται ποιητικά να μιλάει για πέντε εποχές, πέντε εκδοχές, πέντε αισθήσεις. Κύματα λυρισμού συναγωνίζονται κύματα ρεαλισμού σε μια σύγχρονης ποίησης πορεία, μη καθορισμένη εκ των προτέρων. Αναταράσσουν την επιφάνεια, κάτω από την οποία βασιλεύει ένας τεράστιος όγκος νερού μοναξιάς, αλμυρής από τις εμπειρίες της ζωής. Ο βυθός αμετανόητος σε αντίθεση με την ηπιότητα όσων χρωμάτων έχουν απλωθεί με τον χρωστήρα της μετανοίας. Το φως, παίζει με το μπλε, περνάει από τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου και καταλήγει στο σκούρο (βλ. εξώφυλλο). Φτερωτές μορφές –μόνο τα φτερά είναι ορατά, το σώμα δεν φαίνεται– ίπτανται πάνω από τα κύματα, που είναι πλέον λόφοι και βουνά. Μα και τα φτερά, είναι πλέον χέρια. Και η κίνηση, έχει πετρώσει σε ακινησία.

Σου μένει η αίσθηση του να έρχονται δέσμες φωτός από έναν επίσης αόρατο φάρο και να παθαίνουν παράθλαση καθώς εισχωρούν εντός σου, κατευθυνόμενες ελκτικά στις πηγές του πόνου, πηγαίνοντας ανεμπόδιστα εκεί που αυτές επιλέγουν.

Ως αναγνώστης, ένιωσα πως η ποιητική αυτή συλλογή δεν είναι πρωτόλεια. Έχει να πει, έχει να δώσει, έχει να συγκινήσει και πάνω από όλα, η νέα αυτή ποιητική φωνή, έχει να υποσχεθεί πολλά καλά για το μέλλον.

 

http://fractalart.gr/oi-pente-epoxes-tou-kokkinou/

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s