ΜΙΧΑΛΗΣ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

1-%ce%bc%ce%b9%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%82

 

Ο Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Λεμεσό, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Aix-en-Provence στη Γαλλία όπου πήρε πτυχίο και μεταπτυχιακό τίτλο στην Ψυχολογία. Την περίοδο 1976-2013 εργάστηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, από το 2002 ως Ανώτερος Εκπαιδευτικός Ψυχολόγος.
Το 1996 αναγορεύτηκε Αριστούχος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Δίδαξε την περίοδο 1997-1999 ως Επισκέπτης Αναπληρωτής Καθηγητής στο «Τμήμα Επιστημών της Αγωγής» στη «Σχολή Ψυχολογίας και Επιστημών της Αγωγής» του Πανεπιστημίου Aix-Marseille Ι, την περίοδο 2000-2002 ως Ειδικός Επιστήμονας στο «Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών» στο Πανεπιστήμιο Κύπρου σε Προγράμματα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών και Διευθυντικού προσωπικού.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

σωΜα το Ποίηση  εκδ. Νήσος (2012)
Ανατολή ηλίου Αναστολή θανάτου εκδ. Μανδραγόρας (2014) 
Ανθρω πεινώ εκδ. Μανδραγόρας  (2016)
Ποίηση και ζεϊμπέκικος Χαρμολύπη  εκδ. Μανδραγόρας (2017)

 

1-ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ

2 ΑΝΘΡΩΠΙΝΩ

3 ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ

4 ΣΩΜΩΤΟΠΟΙ

 

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ (2017)

ΠΟΙΗΣΗ
Η ποίηση
χορεύει τις λέξεις
Ζεϊμπέκικο
Στους τεκέδες
Του έρωτα και
Του θανάτου
(Ανθρω πεινώ 2016)

1. ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ανά χείρας βιβλίο προέκυψε από μια συνάντηση σε μια ρεμπετοταβέρνα της Λεμεσού. Συνάντησα εκεί το μουσικό τραγουδιστή Γιώργο Τζώρτζη που πήγα να ακούσω. Έκανα παραγγελιά για το ζεϊμπέκικο «Ένα φθινόπωρο» το οποίο χόρεψα κλεισμένος στο καβούκι μου και κατευθύνοντας το βλέμμα στη γη, στον ουρανό και ενίοτε προς την ορχήστρα και ιδιαίτερα τον κύριο τραγουδιστή τον Τζώρτζη με τον οποίο ένιωθα μια ιδιαίτερη στι(η)χουργική επικοινωνία. Από την πλευρά του ο Τζώρτζης έκανε προσπάθεια να συμπορευθεί με τον «αλλόφρονα χορευτή». Εγώ ένιωθα να διαπερνά όλο μου το σώμα και να καταλήγει στα πόδια μου ο ήχος και ο στίχος. Στίχο γύριζα σαν υπερ ηχη τικό αεροπλάνο χωρίς να μετακινούμαι πολύ από τη θέση μου.
Πώς αλλιώς να εκφράσεις το βαρύ και ασήκωτο φορτίο της λύπης για αυτό που λείπει; Πώς να γίνεις ποιητής όπως όρισε τους ποιητές ο μέγας Τάσος Λειβαδίτης «Ποιητές ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις και γίνονται πουλιά.» Ο ήχος, ο στίχος, ο στ ήχος, τελικά πυροδοτούν όχι μόνο τα πόδια του χορευτή, αλλά και τη στάση του, τις χειρονομίες, τα χέρια, τα μάτια, τον εγκέφαλο με τα δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα του. Παράγουν ένα ζεϊμπεκο γράφημα το οποίο καταγράφει την κυοφορία του πόνου, του πόθου, του πάθους και τη συνεπακόλουθη γέννηση των πουλιών, τη γέννηση και το θάνατο. «Η ποίηση χορεύει τις λέξεις ζεϊμπέκικο στους τεκέδες του έρωτα και του θανάτου.» (Ανθρω-πεινώ, ποίηση, εκδ. Μανδραγόρας, 2016). Ζεϊμπέκικο και ποίηση δημιουργούνται από τα υλικά του Διόνυσου και του Άδη.
Ο Γιώργος Τζώρτζης είναι ένας μουσικός, διανοούμενος «άνευ χαρτοφυλακίου», εκτός από το μουσικό ταλέντο και την οξύνοια του, έκανε πράξη ζωής την ποίηση. Η συνάντηση μας, έδωσε έναυσμα για την ικανο ποίηση της φαντασίωσης μου για την αρχαιολογική διερεύνηση της κοινής πηγής που υδροδοτεί το όνειρο, την ποίηση και το ζεϊμπέκικο.
Η ένταση των συναισθημάτων, των παρορμήσεων και των τόσο πρωτόγονων ενστικτωδών κινήσεων, τόσο στην ποίηση όσο και στο ζεϊμπέκικο φτάνουν στα τόσα πολλά μποφόρ που συχνά εμποδίζουν τον απόπλουν. Για αυτό οι περισσότεροι χρειάζονται πριν να χορέψουν να «φτιαχτούν» με αλκοόλ ή με ουσίες.
«Αν δεν πονέσεις, δεν μπαίνεις στη μουσική. Η τρέλα επικοινωνεί αμέσως με τη μουσική. Εννοώ πάντα, για τη τρέλα που είναι ένα φευγιό. Που εγώ δεν το λέω τρέλα, το λέω επικοινωνία με πολλές διαστάσεις. Αν με ρωτήσεις (στη νεότερη μου ηλικία) θα σου πω ήθελα προστασία να εκθέσω τα συναισθήματα μου. […]έπρεπε να νιώθω ασφαλής, από φίλους, ότι προστατεύομαι […]» (Τζώρτζης)
Με αυτή του την περιγραφή, ο Τζώρτζης ερμηνεύει τις δύο πραγματικότητες σύμφωνα με τη ψυχαναλυτική θεωρία, την Αρχή της Πραγματικότητας και την Αρχή της Ηδονής τονίζοντας σε ένα σημείο της συνέντευξης του πως αυτό που λέμε πραγματικότητα « μπορεί να είναι αυτό που ζητάει το μέσα σου για να πάει ». Αυτό ίσως είναι πιο πραγματικό από τα υπόλοιπα. Την Αρχή της Πραγματικότητας την ορίζει με τον τρόπο του ο Τζώρτζης λέγοντας «είναι αυτό που πρέπει να κάνω, αυτό , εκείνο, το πώς θα το κάνω. Όσο πιο βαθιά μπαίνεις στον ήχο ή στην εικόνα τόσο το άλλο τοπίο παραμερίζεται. Ωραία, αυτή είναι η πραγματικότητα της δημιουργικότητας που φεύγει. Η συνάντηση με τον άλλο. Είσαι στο πάρκο και τραγουδάς… φεύγεις από την πραγματικότητα. Φεύγεις από τους ανθρώπους που σε ακούνε; Καμία φορά ναι. Όταν πραγματικά νιώθεις, φεύγεις, δηλαδή χτες που χόρευες ήθελα να πάρω από σένα τις κινήσεις σου.»
Κατά τη διάρκεια μιας συνεστίασης που μου είχαν παραθέσει οι συνάδελφοι μου στην Αγία Αννα, (ένα χωρίο της Λάρνακας) είχα χορέψει το «Βρέχει Φωτιά στη στράτα μου» και μια αντροπαρέα χωρικών που παρίσταντο είχαν ανάψει ένα πιάτο με ζιβανία. Η όλη εμπειρία της τελετουργίας του χορού αυτού, πυροδότησε την δημιουργία του πιο κάτω ποιήματος που θεωρώ ότι εικονογραφεί τη φιλοσοφία του ζεϊμπέκικου.
Ζεϊμπέκικος ηδονή και οδύνη
Τα μάτια κλειστά. Το σώμα σχεδόν ακίνητο
Σκύβει στη γη
Ερωτοτροπεί μαζί της
Αυτή τον καταβροχθίζει
Σαν Αδη φαγον αιδοίον
Αυτός εκσπερματώνοντας την απελπισία του
Πεθαίνει
Ξαναγεννιέται
Ανάβει τσιγάρο
Υψώνει τα χέρια προς τον ουρανό
Θέλει να πετάξει
Το σώμα του
Να απαλλαγεί από το βάρος του
Να πάρει τη ψυχή του ανα χείρας
Και να αποδημήσει
Όπως τα αποδημητικά πουλιά.
(Μιχαήλ Κ.Παπαδόπουλου, Ανατολή ηλίου Ανατολή θανάτου , εκδ. Μανδραγόρας, 2014)

Η γνωριμία μου με το Τζώρτζη έγινε σε μια περίοδο της ζωής μου που άφηνα τα λημέρια της ψυχολογίας για να αλητεύω σ΄ αυτά της Ποίησης και του Ζεϊμπέκικου. Στην αρχή μου φάνηκε περίεργη αυτή η στροφή. Στη συνέχεια όμως συνειδητοποίησα ότι ποίηση και ψυχολογική κλινική εργασία εκπηγάζουν από τον ίδιο ψυχολογικό χώρο. Το χώρο του ονείρου που οι ψυχαναλυτές αποκαλούν ασυνείδητο.

Η ποίηση όπως και το όνειρο εγγράφονται στη σφαίρα της πρωτογενούς ψυχολογικής διαδικασίας όπου κυριαρχεί η «Αρχή της Ηδονής», έν αντιθέσει με τη δευτερογενή ψυχική διαδικασία η οποία λειτουργεί σύμφωνα με την «Αρχή της Πραγματικότητας». Με ότι αυτό συνεπάγεται σε έλεγχο της ψυχικής ενέργειας, αναβολή της ικανοποίησης και της προσαρμογής στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Αν θεωρήσουμε το ψυχαναλυτικό πλαίσιο ανάλυσης της ψυχικής πραγματικότητας τότε θα κατανοήσουμε πιο εύκολα τη ψυχική συγγένεια της ποίησης καθώς και όλων των τεχνών με την ονειρική διαδικασία. Από την ίδια πηγή με το όνειρο εκπορεύεται και το παιδικό συμβολικό παιχνίδι, Ο Φρόιντ είχε εξηγήσει πως κάθε παιδί που παίζει συμπεριφέρεται ως ένας ποιητής δημιουργώντας για τον εαυτό του ένα δικό του κόσμο ή για να το πούμε ορθότερα μεταβιβάζοντας τα πράγματα του δικού του κόσμου σε νέα αρεστή σε εκείνον τάξη… O ιδρυτής της ψυχανάλυσης μας διδάσκει πως ο ποιητής κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα όπως το παιδί που παίζει. Δημιουργεί ένα φαντασιακό κόσμο τον οποίο λαμβάνει σοβαρά υπόψη αφού τον εξοπλίζει με ισχυρή συναισθηματική επένδυση διακρίνοντας τον σαφώς από την πραγματικότητα. Ο ενήλικας αντικαθιστά αυτό τον ψυχικό χώρο του παιχνιδιού με τις ονειροπολήσεις και τις φαντασιώσεις του. Ο Φρόιντ, στο ίδιο κείμενο του για το παιδικό παιχνίδι, γράφει πως «η ποίηση όπως και η ονειροπόληση αποτελούν συνέχιση και υποκατάστατο του παιδικού παιχνιδιού». Ο Σάββας Μιχαήλ στο βιβλίο του Homo Poeticus υπογραμμίζει πως «Δεν υπάρχει μέλλον για την ποίηση εάν δεν γίνει η ποίηση του μέλλον των Ανθρώπων».

Μεγάλοι ποιητές αναγνωρίζουν το γεγονός πως η ποίηση προέρχεται από άλλο ψυχικό χώρο. Ο Ελύτης δηλώνει πως «Αν ζητούσα κάτι από την πεζογραφία για να μπορέσω να την ανεχθώ ήταν η διάλυση στα εξών συνετέθη της πραγματικότητας και η επανασύνδεση της επάνω σε μια βάση όπου ο χρόνος και η αιτιότητα να μη διατηρούν πλέον καμία ισχύ. Το τηγάνι ναι αλλά όχι για να τηγανίζει. Που σημαίνει: οι σχέσεις των ανθρώπων ναι- η οργάνωση της πολιτικής ναι- αλλά όχι πάλι και πάλι ανάμεσα στις δαγκάνες του δέοντος και του ωφελίμου… Η αληθινή επανάσταση δεν εξαντλείται στα φαινόμενα εισχωρεί βαθιά στη ψυχή, φτάνει στα όνειρα κι΄ ας φαίνεται αυτό αφέλεια η παραδοξολογία.»

Ο Σεφέρης προσθέτει: «Δεν θέλω να πω ότι δεν πρέπει να περιέχει η ποίηση νόημα λογικό. Υποστηρίζω μόνο πως η ύπαρξη των νοημάτων είναι συχνά άσχετη με την ποιητική αξία. Η ποίηση είναι καλυμμένη από λόγο και σιωπή, σμιλεύει τη σιωπή κατά κάποιο τρόπο.»
Η γνωστή ψυχαναλύτρια Άννα Ποταμιάνου (poeticanet.gr, Ομιλία στο 32ο Συμπόσιο Ποίησης Πάτρα ,2012) σχολιάζοντας τις τοποθετήσεις αυτές του Σεφέρη επισημαίνει πως ο λόγος του στήνει μια γέφυρα ανάμεσα στα ποιήματα της εγρηγόρσεως ενός ποιητή και στα ποιήματα της νύχτας των ανθρώπων αφού από τα βάθη μιας σκέψης στην οποία αλήθεια σμίγουν όλα τα νερά, ξεπροβάλλουν όσα ο άνθρωπος πλάθει. «Ον βαθύτατα ποιητικό ο άνθρωπος ψυχικά βρίσκεται σε συνεχή κίνηση μετασχηματισμών, και περιπλανήσεων, η δε λειτουργία κάθε ψυχισμού θεμελιώνεται με τις μεταλλαγές των ερεθισμών και διεγέρσεων που έρχονται από το σώμα. Η ονειρική διαδικασία αναδεικνύει την «δυνάμει υπάρχουσα ποιητικότητα του κάθε ατόμου.» Ο ψυχαναλυτής Γεράσιμος Στεφανάτος προχωρά ακόμα περισσότερο γράφοντας «η γλώσσα του άλλου εν εαυτώ που διακινεί και διερωτά τον γράφοντα δεν εξαντλείται στη λογική του σημαίνοντος, είναι γλώσσα ένσαρκη. Η γραφή δυνητικά οδηγεί πέρα από τις παραστάσεις λέξεων όσο εγγύτερα γίνεται στο πράγμα και στις παραστάσεις πράγματος του ασυνείδητου τότε το γράφειν επανακτά τη σχέση του με το ονειρεύεσθαι.» Και η διεργασία της γραφής προσομοιάζει με την εργασία του ονείρου:

«Κι΄ εσύ δεν κατάλαβες ακόμη
Πως οι λέξεις έχουν σάρκα και οστά,
και τις εκφέρεις με τα οστά,
έτσι που να μην μπορούν
να συνουσιαστούν με
τις δικές μου.»

(Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλος, Σωματοποίηση εκδ. νήσος 2012)

 

 

Ανθρω πεινώ (2016)

 

ΑΝΘΡΩ ΠΕΙΝΩ

 

ΤΟ ΑΙΜΑ TOY ΑΕΤΟΥ

Ο πυροβολισμός που δέχτηκε
ο αητός στη δεξιά φτερούγα
προκάλεσε ακατάσχετη αιμορραγία
στο φεγγάρι με το οποίο συνομιλούσε
Οι εξ αίματος και μη συγγενείς
καθώς και πολλοί φίλοι
πανικόβλητοι, έτρεχαν να κρυφτούν
πίσω από δέντρα, βράχια και άλλους
ανθρώπους
Μόνο οι νεκροί δεν φοβούνται
το αίμα και τις νύχτες εξέρχονται από
την τελευταία τους κατοικία
για να τον επισκεφθούν
Μαζί τους και κάτι
γκρίζα θανατηφόρα φίδια

 

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΙΜΟΡΡΑΓΕΙ

Θρυμματισμένα κύτταρα
Θρυμματισμένα όνειρα
Εγκατάλειψη
Ερήμωση
Αφωνία
Απουσία
Αγωνία
Στη γωνία
Και το ποίημα αιμορραγεί

 

 

ΦΘΟΝΟΣ, ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΦΟΝΟΣ

Στον καθηγητικό σύλλογο:
«Εφηβική κατάθλιψη, πιθανές
αυτοκαταστροφικές αντιδράσεις»
Διάγνωση Ψυχολόγου
Ακούστηκε ένας πυροβολισμός
Ο Ψυχολόγος νεκρός
Η ομάδα υποχθόνιων καταστροφών
Απαγγέλει το κατηγορητήριο
Στη συνέχεια αφού ανέσυραν
τα Καλά σνικόφ τους
άρχισαν να πυροβολούν
Αυτοί που δεν ξέρουν να μιλούν
Αυτοί που αρνούνται να σκεφτούν
Αυτοί που δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
τον εαυτό τους μισούν
Το παιδί που είναι μέσα τους φθονούν
Και πυροβολούν και το πυροβολούν
Με την αφέλειά τους ανά χείρας
Χειροκροτούν τον θάνατό τους
Η μειοψηφία των δασκάλων
εξερχόμενοι της αιθ ούσης
διε ρωτήθηκαν: Ω! οι πτωχοί
συνάδελφοι δεν κατάλαβαν πως
δεν πρόκειται για φόνο
Αλλά για αυτοκτονία

 

 

ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ-ΠΙΑ

Σαρκοβόρα πουλιά
επέδραμαν νύκτωρ
κατά της αιωνόβιας
λεμονιάς
ξεσκίζοντας σάρκες
της Μνήμης
Η οποία αιμάσσουσα
τρέχει να κρυφτεί
Πισω από μια
Χάρου πια

 

 

ΜΑΘΗ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΤΕΤΡ ΑΔΕΙΑ

 

ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΕΤΡ ΑΔΕΙΑ

Μια ζωή κρυβόσουν
Σε βιβλία και τετράδια
Και αφού μαθη ματώθηκες
Τώρα πενθείς
Για τη ζωή σου
Την τετρ άδεια

 

 

ΜΑΘΗ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΤΕΤΡ ΑΔΕΙΑ

Εσύ τα Μαθηματικά
Εγώ τα Παθηματικά
Εσύ τη Γραμματική
Εγώ τη Γαματική
Εσύ το Πρόγραμμα
Εγώ το Γράμμα
Εσύ το «Εγώ»
Εγώ το «Εμείς»

 

 

ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Η Ανατολή χτες
Μας έστειλε τα πουλιά της
Εκατομμύρια
Για να καθαρίσουνε το τοπίο
Από τα πεθαμένα μας όνειρα

 

 

ΟΙ ΕΦΤΑ ΑΝΑΤΟΛΕΣ

Χρειάστηκα εφτά
Ανατολές
Για να ζεστάνω
Τις Λέξεις που
Πάγωσες χτες

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση
χορεύει τις λέξεις
Ζεϊμπέκικο
Στους τεκέδες
Του έρωτα και
Του θανάτου

 

 

Ο ΦΘΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ο ποιητής άναψε όλα
τα καντήλια στα ξωκλήσια
του σώματός της
με τις πολυτιμότερες
Λέξεις-κεριά
Εκείνη μη αντέχοντας
το φως της ποίησης
άρχισε να του εκσφενδονίζει
χαρούπια στο πρόσωπο
ν’ αρπάζει τις λέξεις
από το λαιμό
και να τις ρίχνει σε παρακείμενο πηγάδι 

 

 

ΔΕΛΤΙΟΝ ΚΑΙΡΟΥ

Ναι φ ώσεις με βροχές στίχων
ρημάτων, ποιημάτων και άλλων
«άχρηστων» σωματιδίων
αναμένονται κατά την ογδόην
μεταμεσημβρινή στο Σπίτι της Κύπρου
Η θερμοκρασία στους 46 βαθμούς φιλίας
Τότε ο Απόκληρος ποιητής
ανοίγοντας το αλεξιβρόχιό του
ανέβηκε με ζεϊμπέκικα βήματα
στο φεγγάρι ανα φωνω όντας
Αυτό είναι πράγματι μια
Παρ ουσία ιαση!

 

 

ΣΤΙΧΟ ΖΩΑΡΙΑ

ΣΤΙΧΟ ΖΩΑΡΙΑ

Ουδέν σχολείον
Άλμα εις ήθος
Με διαφορά στίχους
Θα σε συναντήσω Πόθου και Οδύνης γωνία
Μήλα μας και μη μας απατάς
Το σύκο και το σήκω
Ποιήματα γονέων παιδεύουσιν τέκνα
Το αυγόν και χάριν έχει
Πάλι μ’ έστυσες κι εγώ σε γράφω
Καλώ βρ άδει
Να σε συνα ντύσω Ή να σε συναγδύσω;
Σύκο χόρεψε κουκλί μου
Προσοχή και οι ψύλλοι έχουν αυτιά
Ψύλλοι στ’ αυγά μου μπήκανε
Χρόνου φιδου
Ματωμένα Χρώματα

Διακοπές στα θερινά φέρετρα
Χριστι αμνοί

Αν έχεις σ τίχοι διάβαινε
Αν έχεις στύση πήδα

 

 

Ο ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΣΑΝ ΡΩΣΙΔΑ ΠΑΝΑΓΙΑ

Συνάντηση
«Θαλασσάκι» &
Ονείρου γωνία
Κι εσύ άγνωστη
Γυμνή με μανδύα
Σαν από Αρχαία Τραγωδία
Ή σαν Ρωσίδα Παναγία
Αναζητώντας τον Χριστό
Με μια τρελή μανία

 

 

Ο ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Οι λέξεις που κοιμούνται
Θα ξυπνήσουν
Όπως ξυπνάνε
Τ’ αγόρια χο πρωί
Και θ’ απαιτήσουν
Άμεσον θηλασμόν
Των ονείρων τους

 

 

ΜΗΝ ΩΜΗΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ

Ένα λουλούδι
Ένα σώμα
Ένα σωματικό λουλούδι
Το για σε αιμί
Τυλίγει τα σώματα
Την ώρα της συνωμηλίας

 

 

ΑΠΟ ΣΩΜΑΤΟ ΠΟΙΗΣΗ

PARKING SON

Μαγνητική τομογραφία
Ο εγκέφαλος μου στη γωνία
Αγωνία
Αποτέλεσμα: καθαρόν
Ουδέν το μεμπτόν
Αθωωθείς από την τεχνολογία
Παίρνω τον εγκέφαλόν μου ανά χείρας
Και εις την έξοδον του Νοσοκομείου
Επανα συλλαμβόνομαι από όνδρες
Της Νεύρο λογικής Κλινικής
«Πρέπει να ανα κριθείς»
«Και να διαγνωσθείς»
Μετά το πέρας της κλινικής εξετάσεως
το Νεύρο λογικόν εύρημα
με οδήγησε στον χώρο
στάθμευσης του Νοσοκομείου
με την ετυμηγορία
parking son

 

* * *

Η Ποίηση είναι πόνος
πόθος
πένθος
πεν θυμός
πυρά
πυροβολισμός
πουλί
ουλή

 

* * *

Η Ποίηση είναι Παραγγελιά
Ζεϊμπεκιά

 

* * *

 

ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΘΑΝΑΤΟΥ (2014)

 

ΤΑ Ψ ΑΙΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤ ΟΡΓΗΣ

Ο ΠΝΙΓΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ο έρωτας εθεάθη
Να επιπλέει
Αιμόφυρτος
Μέσα σε μια μπανιέρα
Που τη γέμισες ψ αίματα

 

 

ΘΑ ΣΕ ΖΩ ΓΡ ΑΦΗ ΖΩ

Θα σε ζω γρ αφή ζω
Θα σε περί στίχοι ζω
Κι εσύ θα συνεχίσεις
να μου βγάζεις τα ποιη μάτια μου

 

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Κι αυτή η πανσέληνος
Στάζει αίμα
Στην αυλή σου
Και δεν υπάρχει κανείς
Να την παρηγορήσει
Μόνο οι μαύρες γάτες
Περιφέρονται απειλητικά
Έτοιμες να ξεσκίσουν
Τα μάτια της επιθυμίας

 

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΜΑ ΧΑΙΡΙΑ

Και η αποψινή πανσέληνος
Πάει χαμένη
Μαχαιρωμένη
Όπως και οι προηγούμενες
Από τα μα χαίρια
Των εν οχιών σου

 

 

ΤΟ ΦΥΛΑΘΛΟΝ ΒΛΕΜΜΑ

Από τη χαραγ ματιά
Του Ονείρου
Ξεπρόβαλε
Το βλέμμα
Το δειλό
Ήθελε λέει
Να κοιμηθεί
Με το φεγγάρι
Να συνουσιασθεί
Με τ’ αστέρια
Να νιώσει τη φλεγμονή
Από το χάδι του Ήλιου
Τότε άρπαξε τους στίχους
Που είχε αγκαλιά
Και ιππεύοντας επί του εν πλήρει στύση
Ποιήματος
Ανήλθεν εις τους Ουρανούς
Καλπάζοντας
Ένας διερχόμενος ποιητής
Που παρηκολούθησε τη σκηνή
Αναφώνησε κάθυγρος
θεέ μου Αυτό το βλέμμα
Είναι φύλαθλον

 

 

ΜΟΥ ΛΥΠΗΣ

ΜΟΥ ΛΥΠΗΣ

Μου λείπεις
Μου λύπης
Δεν ξέρω πού να δώσω τις λέξεις μου
Άρχισα να τις πίνω στην υγειά σου

 

 

ΑΠ ΟΥΣΙΑ 2

Απόψε είμαι μόνος
Προσπαθώ να σκαρφαλώσω
στις λέξεις μου
Για να βγω από το πηγάδι
της Απουσίας σου

 

 

ΑΠ ΟΥΣΙΑ 3

Εγώ πια κοιμάμαι με τις λέξεις
Τα ποιήματα μου εφιάλτες
Καίνε τα παιδιά εντός μου
Η μνήμη μένει διάτρητη
Σα βομβαρδισμένο Σεράγιεβο

 

 

ΑΦΩΝΟΣ ΣΧΕΣΙΣ

Όταν ο ένα συμφωνεί
Κι ο άλλος συν φονεί
Τα φωνήεντα γίνονται φονοι εντα
Φωνή εντός
Και η σχέση μένει άφωνη

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡ ΟΙΑ

Μικρή μου Σαντορίνη
Γιατί αφαίρεσες από τα
ΜΑΤ ΟΙΑ σου την ΟΙΑ
Και τα ΜΑΤ που σου απομένουνε
ξυλοκοπούνε του Ηλιοβασιλέματος
την Ελεύθερ ΟΙΑ

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ταξίδι στο κοιμητήριο των αναμνήσεων
Κάθε λέξη σου κι ένας τάφος
Προσπαθώ να σε αναγνώσω
Σκοντάφτω στις ταφόπλακες
που εκπυρσοκροτούν
θρυμματίζοντας τα κύτταρα
του εγκεφάλου μου

 

 

ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΕΘΝΟΣ-ΚΡΑΤΟΣ

Ο ποιητής ζει
Υπό το κράτος του βλέμματός της
Στο έθνος των ματιών της

 

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Άμα φορέσω τα Μάτια σου
Θα μπορέσω να δω τον Θεό

 

 

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Άμα μου δώσεις το βλέμμα σου
Θα μπορώ να μιλήσω με τον Ήλιο

 

 

ΧΡΩΜΑΤΟΣ ΕΦΗΒΙ

Το φεγγάρι μισοφαγωμένο
Από τα δόντια της ενοχής
Μισό αιώνα τώρα
Η πιο ερυθρή φωτιά
Χρώματος εφηβί
που έκρυβε στα σωθικά του
Το πρώτο μου φιλί
Κοιμότανε
Στο κρεβάτι των ανεκπλήρωτων
πόθων
Ξύπνησε όμως
Ετούτο το καλοκαίρι
Όταν ξενο-Κυμη θηκε
και σε συνάντησε στο
όνειρο
Τωρινό και εφηβικό μα-ζει
Όταν γεμίσει το φεγγάρι
Θα σκαρφαλώσω στο
γέλιο σου
Και θ’ανέβω
να καταθέσω
Το κομμάτι της ψυχής μου
που σου ανήκει

 

 

ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ

Επί Σκέψη
Προς Κίνημα
Η Μνήμη Πολυβολεί
Βαδι ζώντας πάνω
Στην εκκωφαντική σιωπή
Που αρθρώνει το
στενό δρομάκι προς το
χώρο της εκτέλεσης

 

 

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

SUN… AND MOON.Ι

Όταν το ZEI μπέκικο
Συναντά την ποίηση
Είναι σαν το ερωτοκύλισμα
Σωμάτων
Που το βλέμμα πυρπολεί
Σαν το σμίξιμο των χεριών
Δύο παράνομων εραστών
Σαν την ηδονή του βρέφους
Που απολαμβάνει το βυζί
Σαν το χάδι του ανδρός
Στα μαλλιά μιας γυναικός
Που τον παίρνει αγκαλιά
Σαν…
Sun… and moon…i

 

 

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΜΑΧΑΙΡΩΜΑ

Τράπεζα
Εφ Άπαξ
Χρήμα
Κρίμα
Κανένα νήμα
Ούτε ρήμα
Την άλλη μέρα
Ταβέρνα
Πάρτυ αφυπηρέτησης
Πραγματικό εφ Άπαξ
Ποίημα
Αφή και Πυρ Φιλίας
Βρέχει φωτιά Αγάπης
Λιώσαν οι πάγοι της μοναξιάς μου
Ο Γιώργος μού ’δώσε το Μαχαίρι του Καββαδία
Για να μαχαιρώνω
Τον Πόνο του Αποχωρισμού
Εγώ επιμένω:
«Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» και
«Βρέχει φωτιά στη στράτα μου»
Καταθέτοντας τα Ζεϊμπέκικο βήματά μου στην Τράπεζα της Φιλίας

 

 

σωΜα το Ποίηση (2012)

 

 

Μ Η Π ΟΙΗΣΗ

ΠΟΙΗΣΗ

Ποίηση είναι
Το ηδονικό παιγνίδι των λέξεων
Που συνευρίσκονται στις ακρογιαλιές του ονείρου
Ποίηση είναι
Η αντίσταση του Λόγου
Στην τάξη της Λογικής
Το πήδημα του Αλόγου
Η εκσφενδόνιση του σπέρματος
Στο σώμα του φεγγαριού
Ποίηση είναι
Η έκρηξη μολότοφ
Στα μούτρα του Ορθολογισμού
Ποίηση είναι
Η εμπειρίκειος στύση των λέξεων
Η συνουσία των Κυκλάδων
Στο κρεβάτι του Ελύτη
Ποίηση είναι
Η νικηφόρος ρομφαία της Επιθυμίας

 

* * *

 

Η γραφή
Ως απόπειρα χειραγώγησης
Του πονοχρόνου
Και κάθε ποίημα
Ως κατεξοχήν πονοχρονογράφημα
Και άθυρμα εγκλωβισμένο
Στον ιστό του πονοχρόνου

 

 

ΠΟΙΗΤΟΓΕΝΕΣΗ

Όταν το χάδι ενός στίχου
Φθάνει από το δέρμα
Στα βάθη της ψυχής
Προκαλώντας σεισμικές δονήσεις
Στις ευαίσθητες περιοχές
Που πάλλονται και γονιμοποιούνται
Ποίηση είναι τελικά
Η οργασμιαία έκρηξη των λέξεων
Επί του γυμνού σώματος της πανσελήνου

 

* * *

 

Αν μου δώσεις τις λέξεις σου
Θα σου φτιάξω ένα ξωκλήσι
Για να σε παντρεύομαι
Κάθε ηλιοβασίλεμα

 

* * *

 

Οι λέξεις μου αγριέψανε
Και δαγκώνουν τη σιωπή σου

 

* * *

 

Οι λέξεις σου ξυράφι
Κόβουν το νήμα της επιθυμίας μου

 

* * *

 

Οι λέξεις μου
Σε κοιτούν στο πρόσωπο
Προσπαθούν να σκαρφαλώσουν
Στο βλέμμα σου
Να συγχρονιστούν
Με την ανάσα σου
Να μεθύσουν
Με τη μυρωδιά σου
Όταν κουραστούν
Θ’ αποκοιμηθούν
στα μαλλιά σου

 

 

ΣΠΟΥΔΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΣΙ ΝΟΥ ΚΟΛΠΟΥ
ΜΗΤΡΟ ΠΟΛΙΤΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΗΤΡΟ ΠΟΛΙΝ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ Η ΔΟΝΗΣ

Στην Παναγία των μαστών σου
Εκ κλησιάζομαι εγώ ένας άθεος
Καπνίζοντας την ανάσα σου μεθώ

 

* * *

 

Το ερώ τημα που τίθεται στον μητρο πολίτη
Είναι υπαρξιακό
«Και τώρα πώς θα λειτουργήσω αυτήν την εκκλησίαν
Που το εικονοστάσι της μετατράπηκε σε εικονο στύση;

 

* * *

 

Το Τμήμα Ηθών σε μια επιχείρηση σκούπα
Συνέλαβε τα επικίνδυνα
Διά την δημοσίαν αιδώ γ (ρ) άματα
Και τα παρέδωσε στον Αρχιεπίσκοπο

 

* * *

 

Στο μπλουζάκι σου εκσφενδονίζω τις λέξεις μου
Για να στρατοπεδεύσουν στα μαστιχοχώρια σου
Στο λαιμό σου ζω γραφίζω ονειρογρ αφή ματα
Το βλέμμα σου το έκρυψα κάτω από το μαξιλάρι
Πολύτιμο φυλακτό
Και με οδηγούσε στους κήπους με τις τουλίπες

 

* * *

 

Το βλέμμα της άλλαξε
Τη βλάστηση του τοπίου εντός μου
Που ξαφνικά γέμισε τουλίπες

 

* * *

 

Μια σπίθα φωτός από το βλέμμα σου
Κι εγώ υπάρχω

 

* * *

 

Το οινό πνευμα του βλέμματός σου
Είναι καθαρό
Κι εγώ το καταναλώνω
Καθώς το βρέφος το γάλα το μητρικό
Μ’ έχεις καταντήσει αλκοολικό

 

* * *

 

Το άγγιγμα της πεταλούδας
Προκάλεσε ισχυρότατες δονήσεις
Στο σώμα των λέξεων μου
Που εξερχόμενες από τον εγκέφαλό μου ανέκραξαν
«Πού είναι η κόρη που μας χρωμάτισε;»

* *

Στα λιβάδια της ποίησης
Οι πεταλούδες ιερουργούν
Προκαλώντας δονήσεις στο σώμα της άνοιξης

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

ΤΙ ΕΠΙΘΥΜΕΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Τι επιθυμεί η Γυναίκα
Ιδού το μέγα ερώτημα
Που ο Μέγας Φρόυντ
Παρέπεμψε στους ποιητές
Οι ποιητές βρήκαν τη λύση
Και αναφωνώντας με παράπονο
Απάντησαν
«Μα είναι απλό, πρόκειται περί
Ανορθογραφίας
Το πήδημα το γράφουν ως π οίδημα
Τη σχέση ως κατά-σχεση
Το πέταγμα ως πέταμα
Το χάδι ως χΆδη
Τα χρώματα ως χώματα
Το χέρι ως μαχαίρι
Το όνειρο ως όμηρο
Τα ρήματα ως βλήματα»

 

* * *

 

Αίφνης ο ποιητής σκαρφαλώνοντας στους στίχους του
Ανέβηκε στο ρετιρέ του ποιήματος
Κι άρχισε να χαϊδεύει τις λέξεις στο λαιμό
Μια νεάνις που καθόταν στο απέναντι μπαλκόνι
Καπνίζοντας γυμνή
Ανέκραξε «Θεέ μου! Ο ποιητής τρελάθηκε»

 

* * *

 

Στεκόσουν γυμνή πίσω από την πόρτα
Ωραία μορφή και απορημένη
Εγώ άρπαξα το βλέμμα σου
Για να το φυτέψω στον κήπο μου
Να γεννήσει ορχιδέες
Εσένα σε σκέπασα με ένα υφαντό από μετάξι
Και άλλα πολύτιμα υλικά

 

* * *

 

Μια λευκοντυμένη νεάνις
Σκαρφάλωσε στον τοίχο
Και ερωτοτροπούσε με τα χρ ώ ματα
Ένας διερχόμενος ποιητής αναφώνησε
«Ζήτωσαν τα χρ ώ ματα»

 

* * *

 

Ξυπόλυτη γυρίζεις
Στις αυλές των ονείρων μου
Γλυκό σπαθί το βλέμμα σου
Καρφώνει τη φωνή μου

 

 

ΕΝ ΟΧΗ ΜΑΤΙ ΚΑΙ ΕΡΗΜΙΑ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΥΡ ΟΔΥΣΣΕΑ

Η ερήμωσή σου
Τεμαχίζει τις λέξεις μου
Καθώς το βλέμμα μου
Σκοντάφτει στο πρόσωπό σου
Που φωτίζει μνήμες
Μιας άλλης εποχής

 

 

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΟΝΟΥ

Η ετυμηγορία της ιατρικής
Ήτο σαφής και αμετάκλητος:
«Η κατηγορουμένη κρίνεται
Ένοχη καρκινικών κυττάρων»
Απόδειξη: οι μοβ κηλίδες
Ορατές διά του μικροσκοπίου
Απόφαση: θάνατος με αναστολή

Τώρα η αναστολή τελείωσε
Η εκτέλεση άρχισε και συνεχίζεται
Εσύ δεν καταλαβαίνεις
Και μας ρωτάς με αγωνία
Εμείς ανήμποροι πιότερο από σε
Δεν σου απαντούμε
Φόβος, φόβος, φόβος, φόβος
Και οδύνη, οδύνη, οδύνη

 

* * *

 

Κι εγώ σκυφτός μαζεύω
Τ’ αποτσίγαρα
Των ερώτων μας
Για να τα φυτέψω
Στον αμπελώνα των αναμνήσεων

 

* * *

 

Οι έναστροι οφθαλμοί σου
Ταξιδεύουν στο μαύρο πέλαγος
Της μοναξιάς μου

 

* * *

 

Απόψε
Οι θύμησες οι εν οχιές
Προκάλεσαν επιληψία
Στην πανσέληνο
Των ονείρων μου

 

* * *

 

Η πανσέληνος απόψε
Ουρλιάζει
Θέλει να κατασπαράξει
Την απουσία σου

 

* * *

 

Ο εγκέφαλός μου είχε μετατραπεί
Σε τοπίο ερειπωμένο
Τότε οι λέξεις μου
Μη έχοντας πού αλλού να πάνε
Στρατοπέδευσαν στο χαρτί
Αγνοώντας όμως τους υφιστάμενους
Στρατιωτικούς κανόνες
Και την πειθαρχία του νοήματος

Ο εγκέφαλός μου είχε μετατραπεί
Σε τοπίο ερειπωμένο
Τότε οι λέξεις μου
Μη έχοντας πού αλλού να πάνε
Στρατοπέδευσαν στο χαρτί
Αγνοώντας όμως τους υφιστάμενους
Στρατιωτικούς κανόνες
Και την πειθαρχία του νοήματος

 

* * *

 

Μια μέρα το ουράνιο τόξο
Κατέπεσε σ’ ένα ψαροντούφεκο
Που του ξέσχισε τον εγκέφαλο
Προκαλώντας του οξείαν
Αλλά παροδικής μορφής αφασίαν
Την επομένην ένας κολυμβητής
Που διέσχιζε τον τόπο του εγκλήματος
Ανέκραξε
«Θεέ μου, οι λέξεις επαναστάτησαν
Εγκατέλειψαν τον εγκέφαλο
Και εθεαθησαν να κολυμπούν αμέριμνες».

[16.8.1987]

 

* * *

 

Απόψε μ’ άφησες μόνο
Φοβάμαι το φεγγάρι
Δαγκώνει τη μοναξιά μου

 

* * *

 

Το κείμενο της επιθυμίας μου
Αναμένει τη δική σου ανάγνωση
Η οποία καθίσταται αδύνατη
Λόγω της λιβιδινικής σου δυσλεξίας

 

* * *

 

Σταμάτα να χαϊδεύεις τις αράχνες
θα βραχυκυκλώσεις τα όνειρά σου
θα προκαλέσεις σύγκρουση
Εντός της κεφαλής μιας πεταλούδας
Λευκής και κοιμωμένης

 

* * *

 

Απόψε καταβρόχθισα τα ποιήματά μου
Δάγκωσα το φεγγάρι
Και πυροβολώντας τις φαντασιώσεις μου
Παραδόθηκα στην Ιεράν Εξέτασιν

 

* * *

 

«Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντος μας»
Λαλεί ο ποιητής
Εσύ όμως αγνοείς τους ποιητές
Προσδένεσαι με πείσμα τη γνωστή
Κι οξειδωμένη ζώνη αφελείας
Κι επιχειρείς κατάδυση
Στ’ αραχνιασμένο παρελθόν
Μ’ αφού επιτέλους γνωρίζεις πως
Οι αράχνες σε πληγώνουν
Γιατί επιμένεις να τις χαϊδεύεις;
Δεν βλέπεις τα λόγια σου που ματώνουν
Χειρονομώντας με σκουριασμένες θεωρίες;

* * *

 

Όταν έπεσε η αυλαία
Έντυσα τα όνειρά μου
Με τα καλά τους ρούχα
Όπως ντύνουν τους νεκρούς
Τα χτένισα
Και τα εναπόθεσα στο νεκρικό κρεβάτι
Ύστερα πυρπόλησα
Τις λέξεις μου
Και πορεύθηκα στην εκκλησία
Για να παρακολουθήσω την κηδεία μου

 

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΘΕΤΕΙ ΤΑ ΟΠΛΑ

Ο ποιητής κουράστηκε
Ετοιμάζεται να καταθέσει
Τις λέξεις του
Τα μόνα όπλα που διαθέτει
Και ν’ αποχωρήσει
Αφού ακόμη μια φορά
Έγινε μάρτυρας
Πως οι μετοχές της ποίησης
Στο χρηματιστήριο του Έρωτα
Δεν πουλάνε τελικά
Παρά τα αρχικά ενθουσιώδη σχόλια

 

* * *

 

Ο ποιητής
Παρακολουθώντας
Την εξόδιον ακολουθίαν
Του έρωτός του
Αναφώνησε σφαδάζοντας
«Γιατί άραγε πάντα
Να σκοτώνουν τα πουλιά;»

 

* * *

 

Το φιλί
Έγινε φίδι
Αφού του ξερίζωσες
Το Λάμδα
Και του πρόσδεσες
Το δηλητηριώδες Δέλτα

Στον κήπο του βλέμματός σου
Παραδείσια πουλιά
Τα οποία οι ενεδρεύοντες εντός
Του εγκεφάλου σου δεινόσαυροι
Εξακοντίζοντας δηλητηριώδεις εν οχιές
Τα μετατρέπουν σε αρπακτικά
Που τρώνε τα εντόσθια των ερωτευμένων ποιητών

Εκείνο το βράδυ
Η αυλή της γέμισε
Σφαγμένα πουλιά
Τα χέρια της κατακόκκινα
Από το αίμα
Τα μάτια της μαύρα
Σαν σπίτια που τα
Κατοικούσε ο θάνατος
Το βλέμμα της σκληρό
Σαν του στρατιώτη
Που σημαδεύει τον εχθρό
Η φωνή της καταπέλτης
Απαγγέλλει το κατηγορητήριο
«Σε κατηγορώ
Γιατί μου άνοιξες
Την πόρτα του ονείρου
Και αφού συνουσιάστηκα
Με τις λέξεις σου
Με κοίμισες αγκαλιά
Με το φεγγάρι

 

* * *

 

Εκείνο το βράδυ
Ανέσυρες το περίστροφο
Του Αφέντη σου
Έστησες στον τοίχο
Τα ποιήματα
Και η αυλή σου
Γέμισε με σφαγμένες
Λέξεις

 

* * *

 

Εκείνο το βράδυ
Στην Ανώγυρα
Το ηλιοβασίλεμα
Έσταζε αίμα
Και οι μνήμες
Έκοβαν το δέρμα των λέξεων μου
Με κοφτερό λεπίδι

 

* * *

 

Εκείνο το βράδυ
Κατά την αναχώρηση του εραστή της
Εκείνη στεκόταν γυμνή στη γωνία του δωματίου
Με μάτια παιδιού φοβισμένου
Πουλιού κυνηγημένου, ενώ
Από την παρακείμενη ταβέρνα
Ακουγόταν βαριά η φωνή του Καζαντζίδη
«αν είν’ η αγάπη έγκλημα, έχω εγκληματήσει….»

 

Ρ ΩΔΗ ΚΑΙ ΡΟΔΟ ΠΑΙΓΝΙΑ/ ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΣ
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ;

Τα ρόδα η ροδιά
Το ροδόδενδρο η ροδακινιά
Το βλέμμα σου η μεγάλη δωρεά
Ιδού η Ρόδος
Χρειάζεται και το πήδημα;

 

* * *

 

Τα ρόδα ως δωρεά εναπόθεσα
Στο ροδόδενδρο
Της ηβικής σου χώρας

 

* * *

 

Εναπόθεσα τα ρόδια των λέξεων μου
Επί των μαστών σου
Και γέμισαν μαστιχόδενδρα της ηδονής

 

 

ΠΑΙΡΝΩ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΣΒΕΡΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΡΕΥΩ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Στο ζεϊμπέκικο μοιράζω το σκοτ Άδη
Στο ’να μου χέρι κρατάω τη χαρά
Στ’ άλλο κρατώ τη λύπη
Και τα δύο μου πόδια υφαίνουνε
Τον ιστό της χαρμολύπης

 

* * *

 

Χορεύω ζεϊμπέκικο
Καπνίζοντας τον καπνό
Της απουσίας σου

 

* * *

 

Βρέχεις φωτιά στη στράτα μου
Και δε σε νοιάζει αν με κάψει

 

* * *

 

Κάθε ζεϊμπέκικο και ένας θάνατος

 

 

ΜΑΚΡΥ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΣΤΗ ΣΚΟΠΕΛΟ

Στην αρχή ήταν ο Κρητικός
Που μας θύμισε
Το μακελειό του ’74
Και τις λέξεις «λεβεντιά»
«αδελφοσύνη», «αρχίδια»
«τρέλα», «πυρ»

Ύστερα ήταν η Άννα
Που αιμορραγούσε
Από τις πολλές πληγές
Μιας θανατηφόρας σχέσης
Ανέβηκε στον καπνό του τσιγάρου της
Σκαρφάλωσε στο πρώτο σύννεφο
Κι έβρεχε αίμα

Ο Γρηγόρης δίπλα μου προσπαθούσε
Να τη συναντήσει
Αναζητώντας μέσα από τα τραγούδια
Λέξεις-ιώδιο
Χρόνια τώρα ζωγραφίζει
Την απ-ουσία
Εσύ γέμισες
Τη φτωχική αυλή

Με το φως της πανσέληνου σου όπως
Τη βραδιά που πυρπολήσαμε
Το διαμέρισμα
Πήρα το φως
Από το βλέμμα σου

Και ταξίδεψα στη Δραπετσώνα
Με βήματα αργά
Σ’ ένα μακρύ ζεϊμπέκικο
Για να σε ξανασυναντήσω
Το μισό κο χείλη
Που μου χάρισες απόψε
Γλυκιά μου πεταλούδα
Θα το φυλάξω στο εικονοστάσι
Της ψυχής μου
Για να το προσκυνώ κάδε πρωί
Το βράδυ
Θα το χορεύω ζεϊμπέκικο

 

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ (Υπό έκδοση)

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

ΜΑΚΡΥ ΖΕΪΜΠΕΚΟΓΡΑΦΗΜΑ ΜΕ ΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΤΖΩΡΤΖΗ,
ΜΟΥΣΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟ ΑΝΕΥ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ

(Απόσπασμα)

1.3. ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ
Το ίδιο και για το Ζεϊμπέκικο για το οποίο οι παρατηρήσεις του Γιώργου Τζώρτζη στη συνέντευξη που ακολουθεί υποδηλούν μια ψυχαναλυτική αντίληψη παραπέμποντας το Ζεϊμπέκικο στην πρωτογενή διαδικασία, μαζί με το όνειρο, τη φαντασίωση, το παιδικό παιχνίδι. Χαρακτήρισε το χορευτή (εμένα στην περίπτωση) «ως ένα αλλόφρονα αλλά υπάρχοντα άνθρωπο που αιωρόταν στον αέρα σε σχήματα που εγώ δεν τα έχω ξαναδεί… Τέτοια έκθεση κινήσεων δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου.» και πράγματι όλα τα σχόλια του Τζώρτζη για τον αυθεντικό χορευτή του ζεϊμπέκικου μας οδήγησαν, όπως και η ποίηση, στην «Αρχή της ηδονής» της Άλλης φρόνησης, του ανθρώπου που βρίσκεται «εκτός εαυτού, που έχει χάσει τα λογικά του». Του δημιουργού που για να δημιουργήσει μια καινούργια πραγματικότητα χρειάζεται να διαλύσει την υφιστάμενη.
Το Ζεϊμπέκικο που χόρεψα ήταν το «Πρώτο φθινόπωρο». Ένα Ζεϊμπέκικο που χορεύει την απώλεια, το θάνατο τον οποίο τελικά παίρνει από το σβέρκο λέγοντας του να μην ξανάρθει. Ένα Ζεϊμπέκικο το οποίο ήτανε και η αιτία να «αδελφοποιηθούμε» με τον Τζώρτζη όπως οι πόλεις. Ο Τζώρτζης στη συνέντευξη εκφράζοντας την ευχάριστη έκπληξη του και διαπιστώνοντας πως χόρευα με αυτό που ήμουνα σε αντίθεση με τους μετρημένους και τους άρρυθμους… Οι άρρυθμοι και οι μετρημένοι έρχονται μέσα από ένα δρόμο σχολών χορού… Δεν πείθουν, συνεχίζει, γιατί δεν χορεύουν για να εκφράσουν τον εαυτό τους. Ο ίδιος, ως μουσικός θέλει μια βαθιά επικοινωνία με το χορευτή μια ειλικρίνεια της σχέσης γιατί «εκείνη τη στιγμή γίνεται μια μορφή έρωτος, Συν ουσίας, Συν Μουσίας».
Οι παρατηρήσεις του Τζώρτζη οριοθετούν την ουσία του Ζεϊμπέκικου χορού όπως με εξαιρετικό τρόπο τον περιγράφει ο Διονύσης Χαριτόπουλος «Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό που τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Και όσο χορεύει τόσο μαυρίζει. Πότε μ΄ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αητό που επιπίπτει κατά παντός υπευθύνου για τα πάθη του. Και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς την μοίρα και το θείο. Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι Έλληνες ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανάφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 είναι σύμφωνα με τον Μάνο Χατζιδάκι «ο ποιο καθαρός Ελληνικός ρυθμός». (Χαριτόπουλος Διονύσης, Ημών των Ιδίων, εκδ. ΤΟΠΟΣ)
Ο Θωμάς Κοροβίνης στο βιβλίο του « Ο Ζεϊμπέκικος της Μικράς Ασίας» (2005) εκδ. ΑΓΡΑ ορίζει ως ουσία του Ζεϊμπέκικου την αντιθετική αρμονία αφού πρόκειται για ένα εσωτερικό και ψυχικό χορό ο οποίος αφηγείται, με τον τρόπο του τις περιπέτειες του καινούργιου και του παλιού της χαράς και της λύπης. Δηλαδή η ουσία του Ζεϊμπέκικου είναι η Χαρμολύπη.
«Ο Ζεϊμπέκικος χορός περιέχει με το δικό του τρόπο συστατικά από παγανιστικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, όλα εκείνα τα στοιχεία του ενθουσιασμού της έκστασης του μυστικιστικού πάθους και της εξουθένωσης, τα οποία όπως αναφέρεται στους αρχαίους συγγραφείς ήταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Διονυσιακών οργιαστικών χορών» (Κοροβίνης) Ένα παράδειγμα της συνύπαρξης της χαράς και της λύπης σ΄ ένα ζεϊμπέκικο που τραγουδά ο Τζώρτζης είναι τα πιο κάτω:

«Δεν φεύγω που δεν μπόρεσα τα χρόνια να κρατήσω
Μα που δεν μπόρεσα τίποτα στον κόσμο ν΄ αγαπήσω.
Ακόμα κι΄ όταν η ζωή παραγγελιά ζητάει
στην άκρη κάνει η ψυχή κι΄ ο πόνος τραγουδάει.»

Σύμφωνα με το συγγραφέα Γεώργιο Σιέντο οι ρίζες της διονυσιακής λατρείας που εμφανίζονται στη Θράκη, στη Μικρά Ασία, στη Φρυγία και στην Ινδία χάνονται στην αχλύ του χρόνου.
Τα βασικά στοιχεία της Διονυσιακής λατρείας είναι ο ενθουσιασμός δηλαδή το μπάσιμο του θεού μέσα στον άνθρωπο, ο χορός πανάρχαιο έθιμο κάθε λατρείας και ο μυστικισμός, που βασίζεται στις ιδέες της γέννησης και του θανάτου…» Και αυτό έχει αναφερθεί, σύμφωνα με τον Κοροβίνη από Έλληνες και Τούρκους λαογράφους οι οποίοι υποστηρίζουν πως ο Ζεϊμπέκικος της Μικράς Ασίας συντηρεί ίχνη επιβιωμάτων από τις αρχαίες λατρευτικές τελετές προς τιμήν του Διόνυσου.
Τα θρησκευτικά και μυσταγωγικά στοιχεία της επιβλητικής οργής, της αργής και ήρεμης κίνησης καθώς και η βαθύτατη ενδοσκόπηση, η μυστικοπαθής ψυχοσωματική αφοσίωση του χορευτή του Ζεϊμπέκικου παρατηρούνται και στους χορευτές των αναστενάρικων χορών όσο και στους χορευτές των δερβίσικων χορών σεμα (sema). Ταυτόχρονα οι Ζεϊμπέκοι θεωρούνται παλικαράδες σε όλες τις εποχές της δράσης τους, έκαναν έντονη ερωτική ζωή και ξεσήκωναν άγρια πάθη στις καρδιές των γυναικών. Πολλοί απέχτησαν πλήθος παιδιά από διαφορετικές γυναίκες, με τις οποίες διατηρούσαν επίσημες ή ελεύθερες σχέσεις.
Ιδού που πήγε και βρήκε εκείνον τον «Αλλόφρονα» ο Γιώργος Τζώρτζης ως βιωματικός Αρχαιολόγος της μουσικής γνώσης. Με σκαπάνη τη μουσική του ευαισθησία τη βαθιά βιωματική του γνώση για τον Άνθρωπο και την ιδιαίτερη οξύνοια του ανέσκαψε πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα που σηματοδοτούν τη σχέση του σημερινού Ζεϊμπέκικου με τους αρχαίους Διονυσιακούς χορούς.

Η καταγωγή του Ζεϊμπέκικου της Χαρμολύπης ή της Ηδονής και της Οδύνης όπως το αποκαλώ εγώ, μας παίρνει μέχρι την Αρχαία Ελλάδα και ως προς τη συνύπαρξη της Χαράς και της Λύπης. Ο Γεωργουσόπουλος μας θυμίζει πως ο Ηράκλειτος θεωρεί πως ο Διόνυσος και ο Άδης είναι ένας και ο αυτός:
«Γιατί αν δεν ήταν ο Διόνυσος αυτός για τον οποίον κάνουν πομπή και τραγουδούν τον ύμνο για τα αιδοία θα έπρατταν έργο εντελώς αναίσχυντο. Όμως ο Άδης και ο Διόνυσος, προς τιμήν του οποίου μαζεύονται γιορτάζοντας τα Λήναια είναι ένας και ο αυτός»
Έρωτας και θάνατος κατά Φρόιντ είναι οι δυνάμεις που κυβερνούν τη ψυχική μας ζωή.Για πολλούς συγγραφείς Έλληνες και Τούρκους ο νεοελληνικός Ζεϊμπέκικος ανάγεται σε αρχαίους ελληνικούς χορούς οι οποίοι χορεύοντο κατά την αρχαιότητα από τους φρυγικής, ιωνικής και λυδικής καταγωγής κατοίκους των μικρασιατικών παραλιών ( Βελλούδιος, Ταχτσής, Τσαρούχης κ.α.)
Στο σημερινό τουλάχιστον, ζεϊμπέκικο ο Γιώργος Τζώρτζης θέτει το θέμα της σχέσης μουσικού και χορευτή προσδοκώντας από πλευράς του ως μουσικός να υπάρχει μια ειλικρινής σχέση, ένας διάλογος «γιατί ο χορευτής με το μουσικό ταυτίζεται, γίνεται ένας έρωτας.» Πρόκειται «για μια συγχορδία, συμπόρευση συναισθημάτων, αντιδράσεων αλληλοεκπομπής.» Ο Τζώρτζης μιλάει για συναισθήματα αλληλοεκπομπή με το χορευτή και είναι επόμενο στη συνέχεια να μιλά για αξίες, να είσαι μάγκας, τίμιος, λεβέντης, διαχωρίζει τη ψυχαγωγία από τη διασκέδαση και αναλύει πως μετά ήρθαν τα φράγκα και χάθηκαν οι αξίες.
Οι Αξίες εμπεδώνονται στην οικογένεια και αφορούν και την αποχή από τα ναρκωτικά και τότε το 60 η ηθική του αριστερού χώρου σε ότι αφορά στην αποχή από τα ναρκωτικά ήταν πλήρης. Εκτός από το οικογενειακό φρένο υπήρχε και η αριστερή ηθική. Ο Τζώρτζης εξηγεί πως παρόλες τις ακραίες συμπεριφορές του και το είδος του χώρου που δούλευε δεν χρειάστηκε να πάρει ναρκωτικά, ούτε καν κάνναβη «Τι να το κάνω το ναρκωτικό, το είδος ναρκωτικού μπροστά στη νάρκωση που είχα εγώ δεν μπορούσε να με φτάσει.» Αυτή η δήλωση ενός ανθρώπου που πήρε πολλούς κινδύνους στη ζωή μας διδάσκει πως τις ουσίες της ηδονής τις παράγει ο εγκέφαλος μας, δεν χρειάζεται να τις ψάχνουμε αλλού. Μέσα στα πλαίσια των αξιακών του αναζητήσεων στην εφηβεία του βρίσκεται στο Άγιο Όρος όπου και συναντάει και τον Παΐσιο.

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

Σφηνάκι μονό: «Ανθρω πεινώ» του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου

 

ΠΟΙΗΣΗ
Η ποίηση
χορεύει τις λέξεις
Ζεϊμπέκικο
Στους τεκέδες
Του έρωτα και
Του θανάτου[1]

Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος στο Ανθρω πεινώ γράφει μια μοντέρνα, εκκεντρική και ζωντανή ποίηση, και για να το κάνει αυτό, επιλέγει -συνειδητά υποθέτω- να βγει απ’ την πεπατημένη και να αρχίσει να παρατηρεί και να αποτυπώνει αυτά που συμβαίνουν και διαδραματίζονται σήμερα, τώρα. Η κρυμμένη αλληγορία και ο υπερρεαλισμός, το αναμφίβολο θάρρος της ανατροπής και οι ανεστραμμένες ισορροπίες είναι τα δομικά συστατικά αυτής της συλλογής που παίζει με την επικαιρότητα και που αναγκάζει τελικά τον αναγνώστη να ξανασκεφτεί τα στεγανά του.

Αυτό που προσωπικά μου άρεσε ιδιαίτερα είναι το ότι ο Μ. Παπαδόπουλος παίζει με τις λέξεις ως αντικείμενα, τις «αντικειμενοποιεί» για να τις περιεργαστεί, να τις κόψει και να τις ράψει στα μέτρα του, να δει αν μπορούν να δείξουν κάτι άλλο από την όποια έννοια εξέφραζαν ως τώρα. Παίζει με τον ρυθμό και τον ήχο σχεδόν πριν αγγίξει το ίδιο το νόημα και ταυτόχρονα αποστασιοποιείται και από τις λέξεις και από τις έννοιες για να κρυφτεί πίσω από τη μορφή. Τα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή (εξαιρετικά δομημένη παρεμπιπτόντως), στηρίζονται στις ανατροπές για να παράγουν σκέψη και θέληση και κυρίως περιέργεια στον αναγνώστη όχι μόνο για την επόμενη σελίδα αλλά και για το πώς και το γιατί εδραιωμένων καταστάσεων και συνθηκών.
Διαλέγω ένα ακόμα από τα πολλά που απόλαυσα περισσότερο:

ΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Επέδραμαν νύκτωρ
Κατά του κειμένου-σώματος
του φεγγαριού
αφού το διαμέλισαν
έφαγαν τα συκώτια
και τις λέξεις του
Ένας Γλέζος
που κουβαλούσε στους ώμους του
την Ιστορία
Απ ορώντας
Μονολογούσε:
Ω αγράμματοι Δυτικοί Τοκογλύφοι
Δεν γνωρίζετε
Πως το φως και
Η γνώση του φεγγαριού
Δεν τρώγονται;[2]

 

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

 

Ανθρω πεινώ» του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου,
εκδόσεις ‘’Μανδραγόρας’’ 2016. Σημειώσεις μύησης.

 

Με τον Μιχάλη επικοινωνούμε με ποίηση και internet. Εκείνος στη νήσο των συνόρων• γη προμαχώνας. Του λόγου μου στην Αθήνα• κέντρο σε αέναη φθίνουσα κατάσταση. Κοινός τόπος η γλώσσα, η Μεσόγειος και το κρεμεζί της ιστορίας. Σύμπαν που ως συνήθως φλέγεται φωτίζοντας τόσες λαλιές ένα γύρω. Ο Μιχάλης, δεν έχει σημασία αν μιλά για θάλασσα , κρατάει όμως απ΄ την ψυχή της καθώς οι λεξεις του, συγκρουόμενες, εξατμίζονται αφήνοντας το αλάτι τους. Λόγος που στροβιλίζεται . Χοροί θαλασσινοί. Εκρηκτική γεύση. «Κοιμήθηκε το Φεγγάρι/Ανάμεσα στα πόδια της/Κι εγώ διψώ/Για λίγα ψίχουλα/ Φωτός».
Πίστη, πλάνη, γνώση. Έρωτας για ζωή. Έρωτας για λάθος. Άρα έρωτας για μετασχηματισμούς εντός περιβάλλοντος συμβολισμού. Υπερρεαλισμός; Όχι. Ουσία ζωής; Ναι. Και μια πορεία φωτογραφίζοντας το άπιαστο . «Αυτή δεν είναι/Ανατολή είν΄ ο/Λυγμός της».
Τρίγλυφα και μετώπες στο διάζωμα της επιβίωσης. Αφή αιωνιότητας. Μια σταγόνα κύματος κάθε στροφή. Κυματαγωγή οι σελίδες. Σχεδόν αστραπιαία διανύσματα. Τεθλασμένη κίνηση. Αιρετική ματιά. «Σαρκοβόρα πουλιά / επέδραμον νύκτωρ / κατά της αιωνόβιας / λεμονιάς / ξεσκίζοντας σάρκες / της Μνήμης / Η οποία αιμάσσουσα / τρέχει να κρυφτεί /πίσω από μια / Χάρου πια». Αιωρούνται θαλασσοπούλια κόντρα στον μαΐστρο. Σχεδόν παιχνίδι στα όρια του ακατόρθωτου. Ένα μικρό θαύμα κάθε σελίδα. Συχνά στα όρια του λογισμού. Κάτι που μοιάζει παράλογο απέναντι στα τρέχοντα, εντούτοις εμπαίζει απλά την κατάσταση γραφειοκρατίας που μας συντρίβει. Ειρωνεύεται πρώτα τον εαυτόν του και ύστερα εμένα, τον ανυποψίαστο, που δεν μπορώ να καλοχωνέψω τροφή χωρίς μαχαιροπήρουνα στην πρέπουσα διάταξη. « Η ποίηση μου είναι / Εγκε φαλλική/ Οι λέξεις που εκκρίνονται/ Ζω γρ αφή ζουν/ Συν άψεις/ Με τα φεγγάρια-ωάρια/Εντός του βαθέως-κράτους/Του Ισθμού της Κορη νθου». Δημιουργία μυστηρίου; Όχι. Ελλειπτικότητα που βοηθά στην κατανόηση της εξέλιξης; Ναι. Αφαίρεση μέσω συμβολισμών που οδηγεί τη συνείδηση σε πορεία επικοινωνίας. Συνεχής εξέλιξη επικοινωνίας. Μέθεξη αντιθέτων. Μια ποίηση που τρέχει σαν αστραπή από σύννεφο σε σύννεφο. Παίζει με τις λέξεις , με τις συλλαβές, με την άρθρωση, διεισδύοντας και εξορύσσοντας. Μια διαδικασία αποδόμησης που δεν διαλύει. Αντίθετα μετασχηματίζει έννοιες θέτοντας τον λόγο στην υπηρεσία τού κοινωνικού και προσωπικού γίγνεσθαι. Ο Μιχάλης μάς πάει από άλλο δρόμο. «Ένα λουλούδι / Ένα σώμα / Ένα για σε αιμί / Τυλίγει τα σώματα / Την ώρα της συνομιλίας». Λες και ακολουθεί κατά γράμμα τη ρήση «όταν κλείνει μια πόρτα ανοίγει ένα παράθυρο» ή εκείνη την άλλη, που επιμένει πως «για να κτίσεις πρέπει να γκρεμίσεις». Ξέρετε κάποτε ήταν από τα πιο επαναστατικά συνθήματα. Σήμερα, μετά πενήντα έτη, όταν δίκαια για άδικα έχουμε βυθιστεί σε μια κατάσταση που όλα αυτά τα αντιμετωπίζουμε σαν προκαθορισμένα δρομολόγια ανέμων, σαν γραφειοκρατική διαδικασία, σαν υποδιαιρέσεις σε ιστογράμματα, ή κι επικίνδυνους βερμπαλισμούς, ο Μιχάλης κρατάει υπό έλεγχο τις «γραμμές» του και ίσταται με πείσμα στην αποβάθρα παρατηρώντας, κρίνοντας, περιμένοντας. Είναι έτοιμος να επιβιβαστεί με εισιτήριο ένα ποίημα που δεν ακολουθεί κανόνες. Μια γραφή που ανοίγει το παράθυρο και πηδάει στο δρόμο δίχως ένστικτο αυτοσυντήρησης. Μια ποίηση που δεν ακολουθεί σήμανση πορείας. Ένα συλλαλητήριο που καταφτάνει αιφνιδιαστικά δια μέσου ατραπών στην πλατεία. Και οδηγός ένα κερασφόρο αγρίμι τριποδίζοντας στα γκρεμνά των όψεων. Διακρίνει κανείς σε τούτη τη δυναμική, σαρκασμό, ειρωνεία, πρόταση, αποδοχή, οδύνη, κριτική. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνείς με τούτες τις μορφικές επιλογές και το περιεχόμενο. Αλλά οπωσδήποτε πρέπει να συμφωνήσουμε ότι, σήμερα που όλα είναι στο τραπέζι, ο λόγος του Μιχάλη είναι σαν κέντρισμα οίστρου. Ένας δρόμος έμπνευσης και έξαρσης. «Οι λέξεις μου κοιμούνται / Θα ξυπνήσουν / Όπως ξυπνάνε / Τ΄ αγόρια το πρωί / Και θ΄ απαιτήσουν / Άμεσον θηλασμόν / Των ονείρων τους».

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

 

1.
ανθρω πεινώ

Τον Μιχαήλ Παπαδόπουλο τον είχαμε πρωτογνωρίσαμε με την «ΣωΜΑ το ποίηση» (νήσος, 2012) και την «ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου» (Μανδραγόρας, 2014) όπου παρατηρήσαμε ότι ανοίγει νέους δρόμους στην ποίηση με την ιδιαίτερη αποφθεγματική του διατύπωση που στηρίζεται σε γλωσσικά λογοπαίγνια και μία αξιόλογη κι ευρηματική έκφραση… μέσα από το πρίσμα ενός ιδιάζοντος γλωσσοκεντρικού υπερρεαλισμού εμπλουτίζει τις συνθέσεις του με τη δύναμη της πολυσημίας των λέξεων[1].
Στο ίδιο πνεύμα ο Κύπριος ποιητής ακόμα μία φορά μας αναστατώνει με τη νέα του συλλογή «ανθρω πεινώ» (Μανδραγόρας, 2016). Στην ολιγόστιχη κατά βάση και χωρισμένη σε εννιά ευρύτερες ποιητικές συνθέσεις νέα του δουλειά, ο γλωσσικός υπερρεαλισμός βρίσκει έκφραση σχεδόν σε κάθε στίχο του.

Αξιοποιεί την υπερρεαλιστική μεταγλώσσα σε μία επανάσταση του ασυνείδητου και του συναισθήματος και της προσδίδει την ανοίκεια δομή μίας ποιητικής διαλέκτου. Ας μη λησμονούμε πως ο σουρεαλισμός δεν είναι μορφή της ποίησης. Είναι μια κραυγή του πνεύματος που ξαναγυρίζει στον εαυτό του με την απεγνωσμένη απόφαση να σπάσει τις αλυσίδες του. Και στην ανάγκη με υλικά σφυριά[2], ένα επαναστατικό κίνημα που λειτούργησε απελευθερωτικά για τον ποιητή και τη γλώσσα ως δομικό του υλικό.

Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος εγκαταλείπει όμως την εικαστική του αποτύπωση και τον αναπροσανατολίζει στον γλωσσικό ορίζοντα. Ως αυθύπαρκτο γλωσσικό επίνειο ο στίχος του ξεπερνά την υποκειμενική θολότητα και την ονειρική αναπαραστατική αποτύπωση του παραδοσιακού σουρεαλισμού και γεννά μία πολύτροπη και πολυδιάστατη γλωσσική αντικειμενικότητα με έναν συναισθηματικό πλούτο (έκπληξη, αιφνιδιασμό, σαρκασμό, οργή) δίχως εξάρσεις· το συναίσθημα τίθεται πάντα από τον έλεγχο του ποιητή.

Η υπερρεαλιστική του όμως τοποθέτηση είναι πάντα ευδιάκριτη, καθώς στηρίζεται στη συνειρμική δύναμη του σημαινόμενου· ωστόσο ακόμα και η «διαλυμένη» λέξη διατηρεί την αυτοτέλειά της ως αυθυπόστατο ποιητικό θεμέλιο, άλλοτε ως σημαίνον κι άλλοτε ως σημαινόμενο· άλλες φορές παρα-ποιεί το σημαινόμενο μέσα από το ασυνείδητο δέσιμο του συναισθηματικού φορτίου με κάποιο ομόηχο ή παρώνυμο ως μία υπερρεαλιστική μετάλλαξη από την ακτινοβολία του πειραματισμού.

Η ποίηση του Μιχαήλ Παπαδόπουλου είναι οπτική και εγκεφαλική. Η δημιουργία ή ο (αν)ορθογραφικός (ανα)σχηματισμός μίας λέξης προσθέτει ένα ακόμα περιεχόμενο στο ποίημα, εύκολα αντιληπτό από τον αναγνώστη μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό (πχ το «ζω φρ αφή ζουν» στο ποίημα η ποίησή μου είναι που αποκτά το νόημα της ερωτικής ψαύσης).

Λεξογραφήματα με οδηγό τους συνειρμούς και την αυθόρμητη διάσπασή τους σε ένα υπερρεαλιστικό παιχνίδισμα λέξεων (το ποίημα αιμορραγεί, ανθρω πεινώ, 43, 49, 57). Ο ποιητής πλάθει λέξεις μέσα από διαλυμένα τμήματα άλλων, ανασκευάζει φωνήματα ορίζοντας εκ νέου την ορθογραφία τους και μεταθέτοντας το νοηματικό βάρος στη νέα «ανορθόγραφη» λέξη (η ποίησή μου είναι, ανθρω πεινώ, μια ζωή τετρ άδεια, αριθμητικές αρρυθμίες, το εγκόλπιον του καλού εραστή, μην ωμηλείτε εις τον οδηγό, η ποίηση είναι πόνος, από σωματοποίηση, εγώ).

Η ποιητική του όμως, εξαιρώντας τις αυτοαναφορικές συνθέσεις για την ποίηση (ανατο λυγμός, ο φθόνος της ποίησης, ο θηλασμός των ονείρων), είναι εξωστρεφής μέσα σε ένα εξπρεσιονιστικό πλαίσιο με μία λανθάνουσα σκηνική διάσταση. Μιλά για τη μοναξιά, την ασθένεια, τον πόνο και την απόγνωση, τον χορό, την διαλεκτική σχέση του ελληνικού πολιτισμού με την ανατολή. Το σχολείο αποτελεί ένα κομβικό σημείο του ποιητικού του ενδιαφέροντος (φθόνος, φόβος και φόνος, μια ζωή τετρ άδεια, μάθη ματωμένα τετρα άδεια, αριθμητικές αρρυθμίες), χωρίς να απουσιάζει η πολιτική ή κοινωνική κριτική (μαύρα πουλιά της δύσης, της ανατολής, το αίμα του αετού, parking son) ή το προσφυγικό (τα πουλιά της ανατολής) και η γυναίκα (σαν ρωσίδα Παναγία). Εξάλλου, ένας διάχυτος ερωτισμός εμβάλλει σε όλη τη συλλογή (λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω, ερωτικός αναλφαβητισμός, περί στήθους με διαφορά στίχους, ο καλπασμός της νεανίδος, το εγκόλπιον του καλού εραστή, εκείνο το βράδυ, η ποίησή μου είναι).

Αξίζει να επισημάνουμε την συχνή εμφάνιση του ζεϊμπέκικου στην ποιητική του (ποίηση, δελτίον καιρού, η ποίηση είναι πόνος), καθώς και την έμμεση αναφορά στον Νίκο Εγγονόπουλου με υιοθέτηση ενός τίτλου του μεγάλου υπερρεαλιστή ποιητή (μην ωμηλείτε εις τον οδηγό) ως. Ομοίως και η αναφορά στον Οδυσσέα Ελύτη (περί στήθους με διαφορά στίχους) αναγνωρίζοντας πώς όρισε το ποιητικό ήθος ο ποιητής όταν έγραφε για στήθος, δίχως ίχνος χυδαιότητας. Στην ποιητική όμως του Μιχαήλ Παπαδόπουλου υποβόσκουν οι επιρροές του Εμπειρίκου από την ορμή και την αγνότητα του ερωτισμού του.

Ως αρχιτέκτων σχεδιάζει και επιβλέπει την ανόρθωση ποιητικών τεχνουργημάτων με έναν γλωσσοκεντρικό προσανατολισμό. Μία ποιητική ανατολή φωτίζει το γλωσσικό του πειραματισμό. Άλλωστε τι θα ήταν ένας ποιητής χωρίς να πειραματίζεται με το βασικό του υλικό; Λέξεις διασπώμενες σε ηχητικά γραφήματα για τη σχάση του πυρήνα τους και τη διάχυση της συναισθηματικής έκρηξης του αναγνώστη.

Στην εποχή της εικόνας και του εύπεπτου προϊόντος προς πώληση, ο Μιχαήλ Παπαδόπουλου επιτίθεται με λέξεις και έναν συναισθηματισμό που φαντάζει τόσο παράλογος. Και γλωσσικός παραλογισμός του λειτουργεί ως αντίδοτο στην απολυτότητα του στείρου πολιτικού και δημοσιογραφικού λόγου με τη νατουραλιστική λογική του. Και ακριβώς αυτό το λεκτικό ρασιοναλισμό επιχειρεί να αποδομήσει συναισθηματικά μέσα από τις εκφραστικές του υπερβάσεις που ισορροπούν στην άκρη του ασυνείδητου με την υποστήριξη ενός γλωσσικού ονείρου.

 

2.
ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ, ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο υπερρεαλισμός για πολλούς αναλυτές και κριτικούς αποτελεί μία διαφορετική ποιητική διάλεκτο, ξεπερνώντας κατά πολύ την τάση όπως εμφανίστηκε κατά το Μεσοπόλεμο. Η υπερρεαλιστική έκφραση είναι μια μεταγλώσσα, μία επανάσταση του ασυνείδητου και του συναισθήματος κόντρα στη μηχανοποιημένη και λογικοκρατούμενη πραγματικότητα που εξοστρακίζει το θυμικό ως παρία.
Δεν είναι τυχαίο ότι επηρέασε όσο κανένα άλλο ρεύμα τις Τέχνες. Στην ποίηση ακόμα και σήμερα είναι εμφανής η παρουσία του. Ο θρυμματισμός του στίχου και η εικονοπλαστική εμμονή της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής αποτελούν σουρεαλιστικούς επιγόνους. Ωστόσο, καθώς η ποίηση είναι ένας γλωσσικός πειραματισμός με έμφαση στο συναίσθημα, ο υπερρεαλισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
Και ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος -με την συλλογή «ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου» (Μανδραγόρας, 2014)- ακολουθεί τη μαχητική σουρεαλιστική πρωτοπορία του Μεσοπολέμου, δίνοντας μία γλωσσοκεντρική διάσταση. Στην ποίησή του ανθίζει ο κόσμος των λέξεων και αναδύεται το γλωσσικό υποσυνείδητο, η μαγεία μιας λεκτικής υπερπραγματικότητας που υποκαθιστά τη νοητική συμβατικότητα της γλώσσας προς όφελος της συναισθηματικής και συνειρμικής της ισχύος.

ο ποιητής ζει
υπό το κράτος του βλέμματός της
και υπό το έθνος των ματιών της

Η ποίηση του Παπαδόπουλου είναι ερωτική· χωρίς να προκαλεί, κινείται μεταξύ λαγνείας και ερωτικού συναισθήματος. Κυριαρχεί ο ρομαντισμός (πανσέληνος, μάτια, φιλί, ήλιος). Το ύφος του δεν είναι εξομολογητικό. Ποιητικό υποκείμενο είναι ένας -ανώνυμος- ποιητής, γοητευμένος από το αντικείμενο του πόθου του.
Η λιτή του διατύπωση διανθίζεται με επίθετα κι επιρρήματα που ενισχύοντας τη ρομαντική διάθεση αναδεικνύουν τη γλωσσική ευρηματικότητα της ποιητικής του. Η θραυσματική στιχουργία εντείνει το ανεκπλήρωτο πάθος σαν κραυγή πόνου. Ωστόσο, στην ποίηση του Παπαδόπουλου δεν κυριαρχεί κάποιο αίσθημα απογοήτευσης, παρά την ύπαρξή της σε κάποια λανθάνουσα μορφή. Ισορροπεί μεταξύ αισιοδοξίας κι απαισιοδοξίας· χαρακτηριστικό είναι ότι η «έκπληξη» του αναγνώστη από τη γλωσσική του εφευρετικότητα μειώνει/εκμηδενίζει τον όποιο πόνο και θλίψη.

βουβός ποιηματογράφος

Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος ανοίγει νέους δρόμους στην ποίηση με την ιδιαίτερη αποφθεγματική του διατύπωση που στηρίζεται σε γλωσσικά λογοπαίγνια και μία αξιόλογη ευρηματική διατύπωση. Μέσα από το πρίσμα ενός ιδιάζοντος γλωσσοκεντρικού υπερρεαλισμού αξιοποιεί τα συνθετικά μέρη των λέξεων και τα συνδέει συνειρμικά με άλλες ομόηχες λέξεις, όπως βλ-αίμα, εφη-βία, μα-χαίρια (πανσέληνος μαχαίρια, αγαποιημένη και πάλιν, πανσέληνος ανορθογραφία) κι άλλοτε καινοτομεί με τη χρήση παρώνυμων (φύλαθλον βλέμμα, μου λύπης) ή παρηχήσεων (άφωνος σχέσις, δι-Αλογος).

Με τη γλωσσική προσέγγισή του εμπλουτίζει τις συνθέσεις του με τη δύναμη της πολυσημίας των λέξεων. Οι θρυμματισμένοι -παρώνυμοι- όροι ξεπερνούν το τυποποιημένο περιεχόμενο της λέξης με τη συμβατική ορθογραφία και επικονιάζονται με το μήνυμα της νέας λέξης (βλέμμα->βλ αίμα, συν φωνία->συν φονία κλπ). Έτσι μέσα από τη γλωσσική σουρεαλιστική του γραφή προστίθεται μία ακόμα έννοια στο στίχο, αλλάζοντας στην ουσία συνειρμικά το συναισθηματικό βάρος του.

Η ποίηση του Παπαδόπουλου δεν είναι απαγγελίας/ακουστική, αλλά οπτική/ανάγνωσης. Ο ακροατής αδυνατεί να συλλάβει το μήνυμα και το γλωσσικό ριζοσπαστισμό του δημιουργού, καθώς χάνεται η λεκτική αποτύπωση. Ωστόσο, οπτικά οι λέξεις με την ανορθογραφία, τη θρυμματισμένη σε συνθετικά μορφή τους και την αποκωδικοποίηση και επανακωδικοποίησή τους, ενισχύουν ακριβώς την αισθητικοαναρχική ουσία του αρχέγονου υπερρεαλισμού, μόλο που εκείνος στηρίζονταν στην εικόνα και το μήνυμα.
Ακόμα και η εικονοπλασία του υποτάσσεται στην εκφραστική δεινότητα του δημιουργού. Η εικόνα χάνει το λειτουργικό της ρόλο μέσα στο χώρο των συνθέσεών του, ακόμα κι αν οι μεταμοντέρνες υπερρεαλιστικές πινελιές σε συνδυασμό με τη γλωσσική δημιουργικότητά του επεκτείνονται χωρικά και θεματικά ως αλληγορική εικαστική αναπαράσταση με κεντρικό θέμα πάντα τον έρωτα. Μέσα από τη γλωσσοκεντρική σουρεαλιστική γραφή του Παπαδόπουλου αναδύεται ένας κόσμος ερωτικός και ονειρικός, άλλοτε λάγνος κι άλλες φορές αναζήτησης.
Ας μην παραβλέπουμε, εξάλλου, πως ο υπερρεαλισμός ήταν ένα κίνημα μέσα στη γενική δραστηριότητα της ανθρώπινης παρουσίας. Ο ευρύτερος στόχος του είναι ν’ απελευθερώσει όλες τις παραμέτρους που στοιχειώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο, ν’ αποκαταστήσει στο λειτουργικό τους ρόλο την ύλη που αδρανοποιείται κάτω από την συντριπτική πίεση της νοησιαρχίας. Και αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο Παπαδόπουλος.
Αναδεικνύει όχι μόνο την οπτική απεικόνιση μιας λέξης ή την ηχητική της διάσταση, αλλά ταυτόχρονα τη διασπά μέχρι να βρει εκείνο το συναισθηματικό υπόβαθρο στα συνθετικά της μέρη -ή στα γράμματά της- που να εξυπηρετεί το δικό του μήνυμα, δίχως να απεμπολεί το αρχικό νόημα. Διαμαρτύρεται καλλιτεχνικά για τη συμβατική μονοκρατορία της χρήσης των λέξεων στην ποίηση με ένα μόνο σημαίνον και ένα συγκεκριμένο σημαινόμενο. Θέλει να φέρει στο φως από το χώρο του ασυνείδητου το γλωσσικό απωθημένο από το λογικό/συμβατικό με εισβολές και παύσεις αναδεικνύοντας ένα νέο σημαινόμενο και μία ρηξικέλευθη αλλαγή του σημαίνοντος.

 

 

ΜΕ ΤΟΝ «ΑΡΧΑΙΟ» ΨΥΧΟΛΟΓΟ ΔΡΑ Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ

του Μάριου Δημητρίου στην Εφημερίδα Σημερινή 25/8/2016

«Θεωρώ ότι η ελευθερία μου να γράφω ποίηση, συμπίπτει με την ελευθερία του ζεϊμπέκικου – δεν χρειάζομαι αλκοόλ ή άλλη ουσία, για να βγω να χορέψω, γιατί το ζεϊμπέκικο είναι ένα ελεύθερο, υπερρεαλιστικό ποίημα, όπου καταθέτω την ψυχή μου»

ΦΘΟΝΟΣ, ΦΟΒΟΣ και ΦΟΝΟΣ
Στον καθηγητικό σύλλογο:

«Εφηβική κατάθλιψη, πιθανές
αυτοκαταστροφικές αντιδράσεις»
Διάγνωση Ψυχολόγου
Ακούστηκε ένας πυροβολισμός
Ο Ψυχολόγος νεκρός
Η ομάδα υποχθόνιων καταστροφών
Απαγγέλει το κατηγορητήριο
Στη συνέχεια αφού ανέσυραν
τα Καλά σνικόφ τους
άρχισαν να πυροβολούν
Αυτοί που δεν ξέρουν να μιλούν
Αυτοί που αρνούνται να σκεφτούν
Αυτοί που δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
τον εαυτό τους μισούν
Το παιδί που είναι μέσα τους φθονούν
Και πυροβολούν και το πυροβολούν
Με την αφέλειά τους ανά χείρας
Χειροκροτούν τον θάνατό τους
Η μειοψηφία των δασκάλων
εξερχόμενοι της αιθ ούσης
διερωτήθηκαν: Ω! οι πτωχοί
συνάδελφοι δεν κατάλαβαν πως
δεν πρόκειται για φόνο
Αλλά για αυτοκτονία
(Από τη συλλογή «Ανθρω πεινώ)

Μια νύχτα του καλοκαιριού του 2013, ο Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος, «αρχαίος… ψυχολόγος και νέος ποιητής», όπως ο ίδιος προσδιόρισε τον εαυτό του μιλώντας την περασμένη Δευτέρα (8 Αυγούστου 2016) στη «Σημερινή» του Σαββάτου, χόρεψε το βαρύ ζεϊμπέκικο «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», σε μια ταβέρνα στην Αγία Άννα, σε πάρτι για την αφυπηρέτησή του, που οργάνωσαν οι συνάδελφοί του στο Υπουργείο Παιδείας.

Ενώ χόρευε, κάποιοι παρακείμενοι θαμώνες, ενθουσιασμένοι από τον αυθορμητισμό του, τον συνόδευσαν και συντρόφεψαν, τραγουδώντας και ανάβοντας ζιβανία σε ένα πιάτο! Μετά από 37 χρόνια συνεχούς υπηρεσίας ως εκπαιδευτικός ψυχολόγος, με σημαντικό έργο στα θέματα της σχολικής βίας και της νεανικής παραβατικότητας, ο Δρ Παπαδόπουλος αφυπηρετούσε πρόωρα, στα 61 του χρόνια, από τη θέση του Αναπληρωτή Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας.

Την άλλη μέρα το πρωί, όπως μας είπε, κάθισε κι έγραψε το ποίημα με τίτλο «Ζεϊμπέκικος ηδονή και οδύνη», που περιλαμβάνεται στη δεύτερη ποιητική συλλογή του, «Ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου», που εκείνη την περίοδο την είχε στα σκαριά και την εξέδωσε το 2014. To ζεϊμπέκικο είναι αναπόσπαστο μέρος της σκέψης του και έρχεται κι επανέρχεται στην ποίησή του. Να το συγκεκριμένο ποίημα:

Τα μάτια κλειστά
Το σώμα σχεδόν ακίνητο
Σκύβει στη γη
Ερωτοτροπεί μαζί της
Αυτή τον καταβροχθίζει
Σαν Αδη φαγον αιδοίον
Αυτός εκσπερματώνοντας την απελπισία του
Πεθαίνει
Ξαναγεννιέται
Ανάβει τσιγάρο
Υψώνει τα χέρια προς τον ουρανό
Θέλει να πετάξει
Το σώμα του
Να απαλλαγεί από το βάρος του
Να πάρει τη ψυχή του ανά χείρας
Και να αποδημήσει
Όπως τα αποδημητικά πουλιά

Όταν είσαι εκτός θέματος…

«Αυτό το τραγούδι με εκφράζει φιλοσοφικά, γιατί το ζεϊμπέκικο εκπηγάζει από την ίδια πηγή, του ονείρου και της ποίησης, δηλαδή από το ασυνείδητο, όπου καταθέτεις τη βαθιά ψυχή σου, χωρίς όρια, με πλήρη ελευθερία», παρατήρησε ο Δρ Παπαδόπουλος, μιλώντας στη «Σημερινή», στο σπίτι του στη Λεμεσό.

«Μου το είπε κι ο φίλος μου, ο ρεμπέτης τραγουδιστής Γιώργος Τζώρτζης: “Σε είδα που χόρευες ένα ζεϊμπέκικο, πραγματικό, βαρύ, σαν αλλόφρονας, δηλαδή δεν ήσουν από αυτούς που εκτελούν κάποια προκαθορισμένα βήματα, κατέθετες ψυχή”. Έτσι γίναμε αδελφοί και φίλοι με τον Γιώργο. Θεωρώ λοιπόν ότι η ελευθερία μου να γράφω ποίηση τα τελευταία χρόνια, συμπίπτει με την ελευθερία του ζεϊμπέκικου. Δεν χρειάζομαι αλκοόλ ή άλλη ουσία, για να βγω να χορέψω και θεωρώ ότι εκφράζω τον εαυτό μου αυτοσχεδιάζοντας – και κάθε φορά είναι διαφορετική.

»Είναι ένα ελεύθερο, υπερρεαλιστικό ποίημα το ζεϊμπέκικο, όπου καταθέτω την ψυχή μου. Μια φορά, χορεύοντας ένα από τα τελευταία ζεϊμπέκικα του Γιώργου Τζώρτζη, εντελώς αποκομμένος από τον κόσμο, πρόσεξα στο βίντεο που είδα αργότερα, ότι με είχε προσεγγίσει μια ωραιοτάτη κυρία κι εγώ… ούτε καν την είδα… όταν χορεύεις ζεϊμπέκικο, είσαι μόνος με τα πιο απόκρυφα μέρη της ψυχής σου, που δεν λογοκρίνει η λογική και η πραγματικότητα. Είσαι εκτός θέματος, που θα έλεγε και μια νομιμόφρων δασκάλα…».

Ένα πρωί στη θάλασσα της Λεμεσού

Να σημειώσουμε ότι ο ποιητής εμπνεύστηκε τον τίτλο της ποιητικής του συλλογής κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες, όπως μας τις περίγραψε: «Ένα βράδυ ένιωθα μια δυσθυμία… ήμουν λίγο down, για να το πω στην αγγλική έκφραση, που το αποδίδει καλύτερα… το πρωί που ξύπνησα, πήγα στον μώλο, στη θάλασσα της Λεμεσού, που είναι πολύ κοντά στο σπίτι μου, να δω την ανατολή. Όταν είδα εκείνο το ζεστό φως, μου ήρθε ο στίχος “ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου” και έτσι τιτλοφόρησα τη συλλογή…».

Όπως έγραψε μεταξύ άλλων ο ιστορικός και φιλόλογος Δήμος Χλωπτσιούδης, «ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος, με τη συλλογή “Ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου”, ακολουθεί τη μαχητική σουρεαλιστική πρωτοπορία του Μεσοπολέμου, δίνοντας μία γλωσσοκεντρική διάσταση. Στην ποίησή του ανθίζει ο κόσμος των λέξεων και αναδύεται το γλωσσικό υποσυνείδητο, η μαγεία μιας λεκτικής υπερ-πραγματικότητας, που υποκαθιστά τη νοητική συμβατικότητα της γλώσσας, προς όφελος της συναισθηματικής και συνειρμικής της ισχύος.

»Ο ποιητής ζει υπό το κράτος του βλέμματός της και υπό το έθνος των ματιών της. Η ποίηση του Παπαδόπουλου είναι ερωτική· χωρίς να προκαλεί, κινείται μεταξύ λαγνείας και ερωτικού συναισθήματος. Κυριαρχεί ο ρομαντισμός (πανσέληνος, μάτια, φιλί, ήλιος). Το ύφος του δεν είναι εξομολογητικό. Ποιητικό υποκείμενο είναι ένας ανώνυμος ποιητής, γοητευμένος από το αντικείμενο του πόθου του. Η λιτή του διατύπωση διανθίζεται με επίθετα κι επιρρήματα που ενισχύοντας τη ρομαντική διάθεση, αναδεικνύουν τη γλωσσική ευρηματικότητα της ποιητικής του.

» Η θραυσματική στιχουργία εντείνει το ανεκπλήρωτο πάθος σαν κραυγή πόνου. Ωστόσο, στην ποίηση του Παπαδόπουλου δεν κυριαρχεί κάποιο αίσθημα απογοήτευσης, παρά την ύπαρξή της σε κάποια λανθάνουσα μορφή. Ισορροπεί μεταξύ αισιοδοξίας κι απαισιοδοξίας· χαρακτηριστικό είναι ότι η “έκπληξη” του αναγνώστη από τη γλωσσική του εφευρετικότητα, μειώνει/εκμηδενίζει τον όποιο πόνο και θλίψη».

Ένας γλωσσοκεντρικός υπερρεαλισμός

«Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος ανοίγει νέους δρόμους στην ποίηση, με την ιδιαίτερη αποφθεγματική του διατύπωση που στηρίζεται σε γλωσσικά λογοπαίγνια και μία αξιόλογη ευρηματική διατύπωση. Μέσα από το πρίσμα ενός ιδιάζοντος γλωσσοκεντρικού υπερρεαλισμού, αξιοποιεί τα συνθετικά μέρη των λέξεων και τα συνδέει συνειρμικά με άλλες ομόηχες λέξεις, όπως βλ. αίμα, εφη βία, μα χαίρια (πανσέληνος μαχαίρια, αγαποιημένη και πάλιν, πανσέληνος ανορθογραφία) κι άλλοτε καινοτομεί με τη χρήση παρώνυμων (φύλαθλον βλέμμα, μου λύπης) ή παρηχήσεων (άφωνος σχέσις, δι Αλογος).

»Με τη γλωσσική προσέγγισή του, εμπλουτίζει τις συνθέσεις του με τη δύναμη της πολυσημίας των λέξεων. Οι θρυμματισμένοι παρώνυμοι όροι ξεπερνούν το τυποποιημένο περιεχόμενο της λέξης με τη συμβατική ορθογραφία και επικονιάζονται με το μήνυμα της νέας λέξης (βλέμμα>βλ αίμα, συν φωνία>συν φονία κλπ). Έτσι μέσα από τη γλωσσική σουρεαλιστική του γραφή, προστίθεται μία ακόμα έννοια στο στίχο, αλλάζοντας στην ουσία συνειρμικά το συναισθηματικό βάρος του. Η ποίηση του Παπαδόπουλου δεν είναι απαγγελίας/ακουστική, αλλά οπτική/ανάγνωσης.

»Ο ακροατής αδυνατεί να συλλάβει το μήνυμα και το γλωσσικό ριζοσπαστισμό του δημιουργού, καθώς χάνεται η λεκτική αποτύπωση. Ωστόσο, οπτικά οι λέξεις με την ανορθογραφία, τη θρυμματισμένη σε συνθετικά μορφή τους και την αποκωδικοποίηση και επανακωδικοποίησή τους, ενισχύουν ακριβώς την αισθητικο-αναρχική ουσία του αρχέγονου υπερρεαλισμού, μόλο που εκείνος στηρίζονταν στην εικόνα και το μήνυμα.

»Ακόμα και η εικονοπλασία του υποτάσσεται στην εκφραστική δεινότητα του δημιουργού. Η εικόνα χάνει το λειτουργικό της ρόλο μέσα στο χώρο των συνθέσεών του, ακόμα κι αν οι μεταμοντέρνες υπερρεαλιστικές πινελιές σε συνδυασμό με τη γλωσσική δημιουργικότητά του επεκτείνονται χωρικά και θεματικά ως αλληγορική εικαστική αναπαράσταση, με κεντρικό θέμα πάντα τον έρωτα».

Ένας ερωτικός και ονειρικός κόσμος

«Μέσα από τη γλωσσοκεντρική, σουρεαλιστική γραφή του Παπαδόπουλου, αναδύεται ένας κόσμος ερωτικός και ονειρικός, άλλοτε λάγνος κι άλλες φορές αναζήτησης. Ας μην παραβλέπουμε, εξάλλου, πως ο υπερρεαλισμός ήταν ένα κίνημα μέσα στη γενική δραστηριότητα της ανθρώπινης παρουσίας. Ο ευρύτερος στόχος του είναι ν’ απελευθερώσει όλες τις παραμέτρους που στοιχειώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο, ν’ αποκαταστήσει στο λειτουργικό τους ρόλο την ύλη που αδρανοποιείται κάτω από τη συντριπτική πίεση της νοησιαρχίας.

»Και αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο Παπαδόπουλος. Αναδεικνύει όχι μόνο την οπτική απεικόνιση μιας λέξης ή την ηχητική της διάσταση, αλλά ταυτόχρονα τη διασπά, μέχρι να βρει εκείνο το συναισθηματικό υπόβαθρο στα συνθετικά της μέρη ή στα γράμματά της που να εξυπηρετεί το δικό του μήνυμα, δίχως να απεμπολεί το αρχικό νόημα.

»Διαμαρτύρεται καλλιτεχνικά για τη συμβατική μονοκρατορία της χρήσης των λέξεων στην ποίηση με ένα μόνο σημαίνον και ένα συγκεκριμένο σημαινόμενο. Θέλει να φέρει στο φως από το χώρο του ασυνείδητου, το γλωσσικό απωθημένο από το λογικό/ συμβατικό, με εισβολές και παύσεις, αναδεικνύοντας ένα νέο σημαινόμενο και μία ρηξικέλευθη αλλαγή του σημαίνοντος».

Μια ενότητα για το ζεϊμπέκικο

Ο Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος 64 χρονών, πατέρας ενός γιου 38 και μιας κόρης 32 χρονών, είχε για το ζεϊμπέκικο ολόκληρη ενότητα, στην πρώτη ποιητική του συλλογή, «σωΜα το Ποίηση», που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Νήσος και είναι αφιερωμένο στον πατέρα του Κώστα «ποιητή της ζωής», όπως τον ακοκαλεί – ένα βιβλίο ερωτικής, υπερρεαλιστικής ποίησης, που εξέδωσε λίγους μήνες πριν αφυπηρετήσει, το 2012. Να ένα δείγμα της γραφής του:

Κάθε ζεϊμπεκιά
Του χάρου μαχαιριά
Παραγγελιά «Βρέχει φωτιά…»
Κι εγώ τη σβήνω με βήματα αργά

Τα καλύτερα ποιήματα τα γράφω
Με του ζεϊμπέκικου τα βήματα

Παίρνω τον θάνατο από το σβέρκο
Και τον χορεύω ζεϊμπέκικο

Στο δρόμο του φεγγαριού σου
Χορεύω χίλια ζεϊμπέκικα

Του ζεϊμπέκικου τα βήματα
Με οδηγούν στα μνήματα

Αφού μαχαίρωσα την απουσίαν σου
Θήλασα το γάλα του φεγγαριού
Ύστερα κοιμήθηκα
Και ξύπνησα χορεύοντας
Στο ζεϊμπέκικο σώμα σου

Βρέχεις φωτιά στη στράτα μου
Και δεν σε νοιάζει αν με κάψει

Επάγγελμα άνθρωπος και υπάλληλος…

Όπως αναφέραμε σε προηγούμενη συνέντευξη, τώρα βιώνει με ενθουσιασμό την ελευθερία να υπηρετεί ταυτόχρονα τις δύο μεγάλες του αγάπες, την ψυχολογία, εργαζόμενος ως ιδιώτης ψυχοθεραπευτής και την ποίηση, χωρίς τα βαρίδια των δημοσιοϋπαλληλικών περιορισμών.

«Έγραφα ποιήματα και στίχους επί των μεταλλικών φοριαμών, στα γραφεία της δημόσιας υπηρεσίας, για 33 χρόνια», μας είχε πει γελώντας, λίγους μήνες μετά την αφυπηρέτησή του. Έγραψε μεταξύ άλλων σε συγκινητική επιστολή του προς τους συναδέλφους του, τη μέρα της αφυπηρέτησής του: «Σε όλη τη διάρκεια της “θητείας” μου στο Υπουργείο της Παιδείας προσπαθούσα να “συμβιβάσω” τα δύο επαγγέλματα, τα οποία ο Σεφέρης θεωρεί “δραματικά ασυμβίβαστα”, το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.

»Γιατί είχα κι έχω πάντοτε επίγνωση πως η ψυχολογία είναι η κατ’ εξοχήν επιστήμη που ασχολείται με τον άνθρωπο, την ανάπτυξη και την εσωτερική του απελευθέρωση. Με τον λόγο της ψυχής εν τη κοινωνία. Γι’ αυτό και δεν ένιωσα ποτέ ως δημόσιος υπάλληλος, αλλά ως “μαχητής” που καλείται να υπερασπιστεί τον λόγο της ψυχής στην κοινωνία, όταν οι κοινωνικοί θεσμοί, οι νομοθεσίες και οι κοινωνικές πρακτικές τον υπονομεύουν».

Στους τεκέδες του έρωτα και του θανάτου

Τρία χρόνια μετά, το 2016, με τις τρεις ποιητικές συλλογές του που εκδόθηκαν στην Αθήνα, έχει ήδη αναγνωριστεί ως ένας από τους νέους ταλαντούχους ποιητές στην Ελλάδα, από σημαντικούς κριτικούς ποίησης, σε λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ άκουσε κολακευτικά σχόλια για την ποίησή του από τον 95χρονο σήμερα Νάνο Βαλαωρίτη, «τον μεγαλύτερο εν ζωή Έλληνα ποιητή και φίλο του Οδυσσέα Ελύτη και του Ανδρέα Εμπειρίκου», όπως τον χαρακτήρισε.
Φέτος, εκδόθηκε στην Αθήνα η τρίτη ποιητική συλλογή του, «Ανθρω πεινώ». Να το ποίημά του με τον τίτλο «Ποίηση»:

Η ποίηση
χορεύει τις λέξεις
Ζεϊμπέκικο
Στους τεκέδες
Του έρωτα και
Του θανάτου

Έγραψε για τη συλλογή η φιλόλογος Κρις Λιβανίου: «Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος στο “Ανθρω πεινώ” γράφει μια μοντέρνα, εκκεντρική και ζωντανή ποίηση, και για να το κάνει αυτό επιλέγει -συνειδητά υποθέτω- να βγει απ’ την πεπατημένη και να αρχίσει να παρατηρεί και να αποτυπώνει αυτά που συμβαίνουν και διαδραματίζονται σήμερα, τώρα. Η κρυμμένη αλληγορία και ο υπερρεαλισμός, το αναμφίβολο θάρρος της ανατροπής και οι ανεστραμμένες ισορροπίες είναι τα δομικά συστατικά αυτής της συλλογής που παίζει με την επικαιρότητα και που αναγκάζει τελικά τον αναγνώστη να ξανασκεφτεί τα στεγανά του.

»Αυτό που προσωπικά μου άρεσε ιδιαίτερα, είναι το ότι ο Μ. Παπαδόπουλος παίζει με τις λέξεις ως αντικείμενα, τις “αντικειμενοποιεί” για να τις περιεργαστεί, να τις κόψει και να τις ράψει στα μέτρα του, να δει αν μπορούν να δείξουν κάτι άλλο από την όποια έννοια εξέφραζαν ώς τώρα. Παίζει με τον ρυθμό και τον ήχο σχεδόν πριν αγγίξει το ίδιο το νόημα και ταυτόχρονα αποστασιοποιείται και από τις λέξεις και από τις έννοιες για να κρυφτεί πίσω από τη μορφή.

»Τα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή (εξαιρετικά δομημένη παρεμπιπτόντως), στηρίζονται στις ανατροπές για να παράγουν σκέψη και θέληση και κυρίως περιέργεια στον αναγνώστη όχι μόνο για την επόμενη σελίδα, αλλά και για το πώς και το γιατί εδραιωμένων καταστάσεων και συνθηκών. Διαλέγω ένα ακόμα από τα πολλά που απόλαυσα περισσότερο, με τον τίτλο “Μαύρα πουλιά της Δύσης”»:

Επέδραμαν νύκτωρ
Κατά του κειμένου-σώματος
του φεγγαριού
αφού το διαμέλισαν
έφαγαν τα συκώτια
και τις λέξεις του
Ένας Γλέζος
που κουβαλούσε στους ώμους του
την Ιστορία
Απ ορώντας
Μονολογούσε:
Ω αγράμματοι Δυτικοί Τοκογλύφοι
Δεν γνωρίζετε
Πως το φως και
Η γνώση του φεγγαριού
Δεν τρώγονται;

Ένα ποίημα για τη Πάρκινσον

Από την ποιητική συλλογή «Ανθρω πεινώ», το ακόλουθο ποίημα, που αφορά τη νόσο Πάρκινσον, την οποία αντιμετωπίζει ο ποιητής τα τελευταία οκτώ περίπου χρόνια:

PARKING SON
Μαγνητική τομογραφία
Ο εγκέφαλός μου στη γωνία
Αγωνία
Αποτέλεσμα: καθαρόν
Ουδέν το μεμπτόν
Αθωωθείς από την τεχνολογία
Παίρνω τον εγκέφαλόν μου ανά χείρας
Και εις την έξοδον του Νοσοκομείου
Επανα συλλαμβάνομαι από άνδρες
Της Νευρο λογικής Κλινικής
«Πρέπει να ανα κριθείς»
«Και να διαγνωσθείς»
Μετά το πέρας της κλινικής εξετάσεως
το Νευρο λογικόν εύρημα
με οδήγησε στον χώρο
στάθμευσης του Νοσοκομείου
με την ετυμηγορία
parking son

«Έγραψα το ποίημα αυτό», μας είπε, «ως έκφραση κάποιων συναισθημάτων, όταν βρίσκεσαι υπό το κράτος της ασθένειας… γιατί όταν το εκφράσεις, το καταπολεμάς ταυτόχρονα. Πρέπει να πω ότι νιώθω πολύ καλά, το παλεύω και παλεύοντάς το, γίνομαι ακόμα πιο δημιουργικός και στη δουλειά μου ως ψυχολόγος και στο έργο μου ως ποιητής».

Με τη Δόμνα Κώστα Παπαδόπουλου

Με την ευκαιρία της συνάντησής μας με τον Δρα Παπαδόπουλο, επισκεφθήκαμε μαζί τη μητέρα του Δόμνα, στο σπίτι της στην ενορία Αϊ-Γιάννη, κοντά στα Φώτα Συμιλλίδη στη Λεμεσό, που την περασμένη Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016, είχε τα 96α γενέθλιά της. (Τα γιόρτασε σε πάρτι που οργάνωσε η κόρη της, Δρ Νίκη-Παπαδοπούλου Παπά, Προϊστάμενη του Γραφείου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Υπουργείου Παιδείας).

«Το μυαλό μου είναι καλό, το φως μου είναι καλό, δόξα σοι ο Θεός πλέκω ακόμα», μας διαβεβαίωσε χαμογελαστή η κυρία Παπαδοπούλου, που κατάγεται από την Ανώγυρα και μας είπε πολλές ιστορίες από τα χρόνια της εκεί, πριν παντρευτεί τον Κώστα Παπαδόπουλο κι εγκατασταθούν στη Λεμεσό. (Ο Κώστας πέθανε πριν 18 χρόνια). «Με αγαπούσε και τον αγαπούσα πολύ», μας είπε. «Όταν ήμασταν αρραβωνιασμένοι και εγώ έμενα για πεντέξι μέρες στο χωριό μακριά του, μου έγραφε γράμματα και ποιήματα όπως αυτό: “Στην εκκλησία που θα πας, προσκύνα και για μένα, γιατί για σε Δομνίτσα μου, τα μάτια μου εν κλαμένα”…».

Ο Δρ Παπαδόπουλος περιέγραψε τη μητέρα του, πάντα πολύ δυναμική και ρεαλίστρια. «Ήταν ο υπουργός Οικονομικών που συστάριζε τα πράγματα στο σπίτι», σχολίασε χαριτολογώντας.

«Ο πατέρας μου δεν σκεφτόταν τα χρήματα, αλλά ήταν για εμάς ένα χρηματιστήριο αξιών και πάντως αν δεν ήταν η μάνα μου, θα κοιμόμασταν στις πέτρες, που λέει ο λόγος. Όταν ήμουν μικρό παιδάκι, ήταν υπερπροστατευτική μαζί μου, αλλά παραδεχόταν το μυαλό μου – γι’ αυτό και έγινα διανοούμενος… Το πρώτο μάθημα που πήρα από τη μητέρα μου, ήταν η δημιουργικότητα, η εργατικότητα και βέβαια η αισιοδοξία για τη ζωή, γιατί ήταν και είναι πάντα αγωνίστρια και πατά στη γη. Και το πιο σημαντικό, είναι ότι είχε πάθος για τα γράμματα, διάβαζε πολύ, παρά το ότι πήγε μόνο στο δημοτικό σχολείο και έγραψε και η ίδια δύο αυτοβιογραφικά βιβλία. Πρόκειται για κείμενα ποταμούς, όπου νομίζω έχει μόνο μια τελεία… είναι συνειρμική η γραφή της… και μιλά πολύ… εκείνο που τη χαρακτηρίζει είναι ο έρωτας του λόγου… να σου λέει συνεχώς ιστορίες».

……………………………………………

25/8/2016 Με το Μάριο Δημητρίου

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου μου για το προσχέδιο του βιβλίου του εκπαιδευτικού ψυχολόγου Δρα Μιχάλη Παπαδόπουλου με τίτλο «DSM, η αυτοκτονία της ψυχιατρικής», να αναφέρω ότι ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στη θεωρητική κριτική στο κυρίαρχο -αμερικανικό – μοντέλο της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Mε έμφαση σε αυτό που αποκαλεί «επινόηση “νέων ασθενειών” και “διαταραχών”, ιδιαίτερα στον χώρο της ψυχολογίας του παιδιού», αναλύει διεξοδικά και με επιστημονική τεκμηρίωση τα δεδομένα που αφορούν κυρίως την «περιβόητη», όπως τη χαρακτηρίζει, ΔΕΠΥ («Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα») και περιγράφει τη δική του, προσωπική εμπλοκή, στο ζήτημα.

Γράφει μεταξύ άλλων: «Από την 37χρονη εμπειρία μου ως εκπαιδευτικός ψυχολόγος στο Υπουργείο Παιδείας, κλήθηκα και εξέτασα εκατοντάδες παιδιά, τα οποία διαγνώστηκαν από διάφορους ειδικούς ως “πάσχοντα” από ΔΕΠΥ. Σε πολλές από τις περιπτώσεις που μου παραπέμπονταν, μια αλλαγή σε παραμέτρους που σχετίζονταν με το σχολείο ή την οικογένεια, ανέτρεπε τη διάγνωση, εξαφανίζοντας τα κύρια σημεία της υπερκινητικότητας.

Σε μια περίπτωση, κλήθηκα επανειλημμένα από τον δάσκαλο και τον επιθεωρητή ενός μονοθέσιου αγροτικού σχολείου, να αντιμετωπίσω την περίπτωση ενός αγοριού που δεν μπορούσε να περιοριστεί μέσα στην τάξη, λόγω της υπερκινητικότητάς του, σε σημείο που έβγαινε συχνά έξω από την τάξη και ανέβαινε στα δέντρα της αυλής. Στα αγωνιώδη αιτήματα του δασκάλου, προς εμένα, για βοήθεια, δεν μπορούσα να ανταποκριθώ, καθώς τότε, τη δεκαετία του 1980, για περίπου δέκα χρόνια, ήμουν ο μόνος ψυχολόγος για όλα τα σχολεία της Λεμεσού και της Πάφου.

Τον επόμενο χρόνο πληροφορήθηκα ότι το παιδί δεν είχε πια πρόβλημα προσαρμογής και ότι άλλαξε ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος είναι ένας παράγοντας που δεν θεωρείται από το DSM (αμερικανικό διαγνωστικό σύστημα ψυχικών διαταραχών) ότι διαδραματίζει κάποιο ρόλο στη συμπεριφορά των παιδιών.

»Ακόμη μια άλλη περίπτωση, είναι αυτή ενός αγοριού τρίτης τάξης δημοτικού, που διαγνώστηκε από ιδιώτη παιδοψυχίατρο με ΔΕΠΥ και μαθησιακές δυσκολίες, που ανέφερε στους γονείς πως το παιδί μετά δυσκολίας θα μπορούσε να ολοκληρώσει το Γυμνάσιο. Συνέστησε, δε, φαρμακοθεραπεία. Στη συνέχεια κλήθηκα να εξετάσω το παιδί, στο πλαίσιο της δουλειάς μου. Το παιδί ζωγράφισε μια οικογένεια, τοποθετώντας τον πατέρα στο κάτω δεξί μέρος της κόλλας, πολύ μακριά από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και συνάμα μικροσκοπικό.

Από την ένδειξη που μου υπεδείκνυε το σχέδιο της οικογένειας και την όλη κλινικο-ψυχολογική εξέταση, κατέληξα στο συμπέρασμα πως η πηγή της ανησυχίας και της υπερκινητικότητας του παιδιού, καθώς και οι δυσκολίες στη μάθηση, δεν οφείλονταν στη χημεία του εγκεφάλου, αλλά σε ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονταν με την “απουσία” του πατέρα του. Αφού εξήγησα στον πατέρα τις αιτίες του προβλήματος, αυτός συνεργάστηκε, αλλάζοντας τη στάση του.

Τότε η δήθεν ΔΕΠΥ του παιδιού ετράπη εις άτακτον φυγήν και σήμερα το αγόρι είναι απόφοιτος αγγλικού πανεπιστημίου με μεταπτυχιακό δίπλωμα και ξεκίνησε να εργάζεται σε μεγάλη εταιρεία. Αυτές οι δύο περιπτώσεις, που είναι αντιπροσωπευτικές και πολλών άλλων, αποδεικνύουν το αυτονόητο, πως δηλαδή η επίδοση και η συμπεριφορά ενός παιδιού δεν μπορεί να καθορίζεται από έναν παράγοντα, τη βιολογία του, αγνοώντας το σχεσιακό, οικογενειακό, σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο».

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΑΝΙΗΛ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 26.10.2016

Η συλλογή Ανθρω πεινώ είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου. Ο Παπαδόπουλος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ποιητή. Γεννημένος στη Λεμεσό της Κύπρου το 1952 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα νεοελληνικά γράμματα, ώριμος εκφραστικά και ποιητικά, με τη συλλογή σωΜα το Ποίηση, εκδόσεις νήσος, το 2012, δηλαδή σε ηλικία εξήντα χρονών. Μολονότι το φαινόμενο της όψιμης εμφάνισης νέων και ταυτόχρονα ολοκληρωμένων δημιουργών, δεν είναι εντελώς ασυνήθιστο στην εποχή μας, τούτο εντοπίζεται περισσότερο στο χώρο της πεζογραφίας κι όχι της ποίησης (παράβαλε την περίπτωση του πεζογράφου Γιάννη Ατζακά: 1941, 2007, χρονιές γέννησης και πρώτης εμφάνισης στα γράμματα, αντίστοιχα). Οφείλω βέβαια να διευκρινίσω πως όψιμη χαρακτηρίζεται μόνο η δημόσια εμφάνιση του ποιητή και όχι η ενασχόλησή του με την ποίηση. Στην πρώτη του συλλογή συμπεριλαμβάνονται ποιήματα τα οποία φέρουν ως χρονολογική ένδειξη συγγραφής το 1987, το 1996 κ.ά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς; Ο Παπαδόπουλος είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές και ενδιαφέρουσες περιπτώσεις δημιουργών που για χρόνια ασχολούνται με την τέχνη τους σε ένα ιδιωτικό επίπεδο, διαμορφώνουν την εκφραστική και τα μέσα τους με συνεχόμενη τριβή με αυτή, και όταν αποφασίζουν τη δημόσια παρουσίασή τους, συνήθως η επιλογή αυτή συνδέεται με προσωπικές ή επαγγελματικές αλλαγές, παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένοι δημιουργοί.
Ο Παπαδόπουλος σπούδασε ψυχολογία στη Γαλλία, εκπόνησε διδακτορική διατριβή για τον λειτουργικό αναλφαβητισμό και τον σχολικό αποκλεισμό, δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής σε Πανεπιστήμια της Γαλλίας και της Κύπρου, και εργάστηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου. Πρόκειται για έναν μάχιμο επιστήμονα με συχνές δημόσιες παρεμβάσεις αναφορικά με ζητήματα που άπτονται του επιστημονικού του πεδίου: σχολική αποτυχία, ενδοσχολική βία, νεανική παραβατικότητα κ.ά. Η εμφάνισή του στα γράμματα συνέπεσε περίπου χρονικά με την αφυπηρέτησή του από την εργασία του. Έκτοτε ο Παπαδόπουλος, απελευθερωμένος από επαγγελματικές ή άλλες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις υπηρετεί την ποίηση με πάθος και συνέπεια (τρία ποιητικά βιβλία σε διάστημα 4 χρόνων). Εισαγωγικά οφείλω επίσης να σημειώσω πως μολονότι ο Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλος είναι Κύπριος και έχει ως χώρο δράσης του την Κύπρο, η ποίησή του εντάσσεται στον ενιαίο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όχι λόγω της επιλογής του να εκδίδει σε ελλαδικούς εκδοτικούς οίκους, αλλά γιατί σε αυτό συντείνουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, οι τεχνοτροπικές, θεματικές και γλωσσικές του επιλογές.
Ένα από τα πρώτα ποιήματα της πρώτης του συλλογής επιγράφεται «Ποίηση» και ουσιαστικά αποτελεί τη δημοσιοποίηση της ποιητικής του ταυτότητας, καθώς σε αυτό εντοπίζονται τόσο οι καταβολές του όσο και οι αντιλήψεις του περί ποίησης και ποιητικής:

Ποίηση

Ποίηση είναι
Το ηδονικό παιγνίδι των λέξεων
Που συνευρίσκονται στις ακρογιαλιές του ονείρου
Ποίηση είναι
Η αντίσταση του Λόγου
Στην τάξη της Λογικής
Το πήδημα του Αλόγου
Η εκσφενδόνιση του σπέρματος
Στο σώμα του φεγγαριού
Ποίηση είναι
Η έκρηξη μολότοφ
Στα μούτρα του Ορθολογισμού
Ποίηση είναι
Η εμπειρίκειος στύση των λέξεων
Η συνουσία των Κυκλάδων
Στο κρεβάτι του Ελύτη
Ποίηση είναι
Η νικηφόρος ρομφαία της Επιθυμίας

Και πράγματι στην περίπτωση του Παπαδόπουλου παρατηρούμε την ευτυχή σύμπτωση προγραμματικών επιδιώξεων και ποιητικού αποτελέσματος. Η ποίησή του εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο της υπερρεαλιστικής ποίησης καθώς αντιστρατεύεται της Λογικής, επαναστατεί ενάντια στην μονοκρατορία του Ορθολογισμού, ανοίγεται στην απελευθέρωση της Επιθυμίας, στην καταγραφή του Ονείρου και στην νικηφόρα προέλαση του Έρωτα. Για τον Παπαδόπουλο οι λέξεις δεν είναι απλά το μέσο έκφρασης του ποιητικού του λόγου, είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα, είναι η ίδια η φύση της ποίησής του. Ένας γλωσσοκεντρικός υπερρεαλισμός που ξαφνιάζει με την καινότροπη, την απρόσμενη, την ανοίκεια χρήση των λέξεων· οι λέξεις ανατέμνονται, με τρόπο που δεν υπακούει σε ετυμολογικούς ή γλωσσολογικούς κανόνες, και επαναλειτουργούν με σημασιολογικά φορτία που ενυπήρχαν σε αυτές, ήταν όμως αθέατα στην κοινή τους χρήση:

Της Ανατολής
Ιδού γιατί αγαπάμε
Την Ανατολή
Επειδή θηλά-ζει
Τα πουλιά και τις
Λ έξεις μας

ή

Η ποίησή μου είναι
Εγκε φαλλική
Οι λέξεις που εκκρίνονται
Ζω γρ αφή ζουν
Συν άψεις

Σε αυτήν όμως την ανοίκεια χρήση των λέξεων εδράζεται και μία επιφύλαξη που διατηρώ αναφορικά με την ποιητική του Παπαδόπουλου. Γνώμη μου είναι πως ορισμένες, ευτυχώς λίγες, φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της τεχνικής, και ο στίχος εκπίπτει στο εύκολο λογοπαίγνιο, στο αφελές ευφυολόγημα: Σύκο χόρεψε κουκλί μου ή Ψύλλοι στ’ αυγά μου μπήκανε ή μου σπάσανε το ipad/ δυο παλιό χάκερς ψες αργά
Από τα παραπάνω, και από τον τρόπο που ο Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου χειρίζεται τη γλώσσα, γίνεται κατανοητό πως η ποίησή του είναι μια ποίηση αμιγώς ελληνική, καθώς απευθύνεται αποκλειστικά στους χρήστες της ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για μια ποίηση που είναι αδύνατο να μεταφραστεί: Εμείς ή Αφτί ή υψηλή θερμό κρασί Αν ή το ποίημα «Αριθμητικές Αρρυθμίες»: Αρίθ μιση Αρ θυμοί ες/ Αρίθ μισοί Αρρυθ μύες […] ή το ποίημα «Ενοχές» Εν Όχι/ Εν Οχιές […]. Η ποίηση του Παπαδόπουλου απαιτεί την εγρήγορση, τη δημιουργική συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος και θα πρέπει να εντοπίσει και να καταστήσει λειτουργικά τα ποικίλα σήματα που εκπέμπει το κάθε ποίημα· για το λόγο αυτό και είναι μια ποίηση που προορίζεται πρωτίστως για ανάγνωση και όχι για ακρόαση, καθώς καθίσταται πλήρως λειτουργική στην γραπτή της εκδοχή. Ελληνική όμως είναι η ποίηση του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου και για τον πρόσθετο λόγο ότι στο υπόστρωμά της εντοπίζει κανείς πτυχές του σύγχρονου νεοελληνικού πολιτισμού: τη δημιουργική συνομιλία με άλλους ποιητές, π.χ. Εμπειρίκο ή Ελύτη

«Περί στήθους με διαφορά στίχους»

«‘Ένα στήθος νέας γυναίκας
είναι ήδη άρθρο μελλοντικού Συντάγματος»
Χρειαζόταν ένας Ελύτης για να αναγν ορίσει
Το ήθος μέσα στο στήθος

ή τη συνομιλία με το λαϊκό τραγούδι και τον αγαπημένο στον ποιητή ζεϊμπέκικο χορό: Η ποίηση είναι Παραγγελιά / Ζεϊμπεκιά ή αλλού: η ποίηση/ χορεύει τις λέξεις/ Ζεϊμπέκικο/στους τεκέδες/ του έρωτα και/του θανάτου.
Στη θεματολογία της συλλογής Ανθρω πεινώ θα συναντήσουμε τη θεματική που χαρακτήριζε και τις δύο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Παπαδόπουλου: έρωτας και θάνατος, πόνος και πένθος, τραγούδι και χορός, ποίηση και ελευθερία. Εξίσου όμως ενδιαφέροντα είναι και τα ποιήματα εκείνα στα οποία η θεματική στρέφεται και σε άλλες κατευθύνσεις: π.χ. ποιήματα στα οποία διαφαίνεται η επαφή του ποιητή με το εκπαιδευτικό σύστημα, όπως το ποίημα «Μια ζωή Τετρ άδεια», ο ποιητικός σχολιασμός της νέας τεχνολογίας, όπως οι στίχοι Βλέμμα ή Ανάρτηση/ Χέρι ή Like […], ή η αναφορά του ποιητή στην ασθένειά του, με το πικρό, λυτρωτικό της χιούμορ:

Parking Son

Μαγνητική τομογραφία
Ο εγκέφαλός μου στη γωνία
Αγωνία
Αποτέλεσμα: καθαρόν
Ουδέν το μεμπτόν
Αθωωθείς από την τεχνολογία
Παίρνω τον εγκέφαλόν μου ανά χείρας
Και εις την έξοδον του Νοσοκομείου
Επανα συλλαμβάνομαι από άνδρες
Της Νευρο λογικής Κλινικής
«Πρέπει να ανα κριθείς»
«Και να διαγνωσθείς»
Μετά το πέρας της κλινικής εξετάσεως
το Νευρο λογικόν εύρημα
με οδήγησε στον χώρο
στάθμευσης του Νοσοκομείου
με την ετυμηγορία
parking son

Η όλη συλλογή είναι διαρθρωμένη σε εννέα ενότητες, διάρθρωση, κατά τη γνώμη μου, σχετικώς αμήχανη και διεκπεραιωτική. Τούτο γιατί φρονώ πως οι ενότητες είναι σχετικά άνισες και ετεροβαρείς ενώ δεν διακρίνεται κάποια εσωτερική συνοχή μεταξύ τους. Κατά τη γνώμη μου, οι ενότητες θα μπορούσαν να ήταν λιγότερες ή πιο ενισχυμένες από άποψη περιεχομένου· άλλωστε η όλη συλλογή είναι αρκετά σύντομη για να διαιρεθεί σε τόσες πολλές ενότητες: 35 συνολικά σύντομα ποιήματα.
Όταν το 2012 είχα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου μέσω της συλλογής του σωΜα το Ποίηση είχα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που χειρίζεται τη γλώσσα και τα ποιητικά του μέσα, από την ένταση και την ειλικρίνεια της φωνής του. Είχα όμως επιφυλάξεις για το εάν αυτή η ποιητική θα μπορούσε να δώσει και νέα κείμενα ή είχε εξαντληθεί σε εκείνη την εντυπωσιακή πρώτη εμφάνιση χωρίς στη συνέχεια απλά να επαναλαμβάνεται ή να τρέπεται σε μανιέρα. Οι δύο συλλογές που ακολούθησαν με τα ποιοτικά ποιητικά τους αποτελέσματα αποτελούν απάντηση σε εκείνες τις πρώτες μου επιφυλάξεις. Η πρώτη συλλογή είχε παρουσιαστεί σε εκδήλωση τον Δεκέμβρη του 2014 στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της οποίας, εκτός από τις εισηγήσεις και τα ποιήματα που ακούστηκαν, ο ποιητής, όπως πληροφορήθηκα αργότερα, χόρεψε τον αγαπημένο του χορό. Μια ποιητική παρουσίαση εκείνης της παρουσίασης περιλαμβάνει ο Παπαδόπουλος στο νέο του βιβλίο. Το θέμα εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί αποτελεί μια από τις ελάχιστες ποιητικές μαρτυρίες που διαθέτουμε για το πώς οι δημιουργοί βιώνουν τις ολοένα και πιο συχνές στις μέρες μας παρουσιάσεις των βιβλίων τους. Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα καταληκτικά, για τον επιπρόσθετο λόγο πως θεωρώ ότι είναι ένα αξιόλογο ποίημα που συμπυκνώνει εξαιρετικά τον ποιητικό κόσμο Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου:

Δελτίον Καιρού

Ναι φ ώσεις με βροχές στίχων
ρημάτων, ποιημάτων και άλλων
«άχρηστων» σωματιδίων
αναμένονται κατά την ογδόην
μεταμεσημβρινή στο Σπίτι της Κύπρου
Η θερμοκρασία στους 46 βαθμούς φιλίας
Τότε ο Απόκληρος ποιητής
ανοίγοντας το αλεξιβρόχιόν του
ανέβηκε με ζεϊμπέκικα βήματα
στο φεγγάρι ανα φωνω όντας
Αυτό είναι πράγματι μια
Παρ ουσία ιαση!

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s