ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

1-1011789_10200430437828153_1465902388_n

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε Νομικά στο Α.Π.Θ. Εργάστηκε για δέκα οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.
Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής οκτώ ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορήματα και δύο θεατρικά έργα.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Ποίηση

1. Σχέσεις σιωπής Εγνατία 1985
2. Η νύχτα είναι μια φάλαινα Βιβλιοπωλείο Λοξίας 1990
3. Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα Νέα Πορεία 2004
4. Η λίμνη, ο κήπος και η απώλεια Νέα Πορεία 2006
5. Η αλεπού και ο κόκκινος χορός Γαβριηλίδης 2009
6. Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς Γαβριηλίδης 2012
7. Κλινικά απών Γαβριηλίδης 2014
8. Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης Γαβριηλίδης 2016

Β. Μυθιστόρημα

1. Ψιθυριστά Παρατηρητής 2002
2. Ο βοηθός του κυρίου Κλάϊν Μελάνι 2017

Γ. Θεατρικά

1. Ορφέας στο μπαρ Πάροδος 2005
2. Το ιερό δοχείο Θίνες 2015

Δ. Ηλεκτρονικά βιβλία

1. Απαγόρευση κυκλοφορίας, 2013
2. Η μυστική ζωή των ποιημάτων, 2014
(Ποιήματα της ιδίας με φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου)

 

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΪΝ (2017)


ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ποιος είναι ο Κύριος Κλάιν; Γιατί προσλαμβάνει τον Στέφαν, πρώην δικηγόρο, νυν άνεργο, ως βοηθό του, θυρωρό και συντηρητή για σαράντα εικοσιτετράωρα; Ποια μπορεί να είναι η λύτρωση για ένα εγωκεντρικό άτομο που δεν ενδιαφέρεται και δεν σχετίζεται ουσιαστικά με τους άλλους ανθρώπους; Μπορεί ένας άνθρωπος να επηρεάσει το περιβάλλον του και να γίνει καταλύτης στη ζωή των άλλων; Τοποθετημένο σε κάποια γωνιά του πλανήτη Γη, αρχές εικοστού πρώτου αιώνα, μέσα σε μία παγκόσμια κρίση, το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη με τρόπο αλληγορικό και συμβολικό εξετάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και την υποχρέωση του ατόμου προς το κοινωνικό σύνολο, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέλος.
Ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα για την απώλεια, την κάθαρση και κυρίως για την αγάπη, μια και αυτή είναι, σύμφωνα με τη συγγραφέα, η συγκολλητική ουσία του σύμπαντος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

0 κύριος Κλάιν έβγαλε μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά από τη βαθιά του τσέπη, έβαλε το μεγαλύτερο από αυτά στην κλειδαριά, η εξώπορτα της πολυκατοικίας υποχώρησε με θόρυβο κι από μέσα ξεπρόβαλε το σκοτεινό της υπογάστριο. 0 Στέφαν τον ακολούθησε κι ένιωσε σαν να κατέβαιναν επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης. Στη δεξιά πλευρά της εισόδου υπήρχε μόνον ένα θυρωρείο με έναν ξύλινο πάγκο και μία καρέκλα. Ο πάγκος ήταν σκεπασμένος με έντυπα, ενώ στον αριστερό τοίχο ένας θολός καθρέφτης έστειλε πίσω την αντανάκλαση των μορφών τους. Ήταν άραγε πάλι η φαντασία του Στέφαν ή ο κύριος Κλάιν εμφανίστηκε ξαφνικά θεόρατος στη μισοσκότεινη είσοδο; Ίσως όμως να τον κάνει τόσο επιβλητικό ο τρόπος που ρουφάει τον αέρα γύρω του, η μεγαλοπρέπεια ενός άρχοντα που επιθεωρεί την επικράτειά του, και γιατί όχι άλλωστε, αφού η πολυκατοικία αυτή με τα πέντε διαμερίσματα, ένα σε κάθε όροφο, ανήκε ολοκληρωτικά σ’ αυτόν και σήμερα θα την έλεγχε με τη συγκατάθεση βέβαια των ενοίκων και τη βοήθεια του Στέφαν.
Από μια εσωτερική τσέπη του σακακιού του, ο κύριος Κλάιν εμφάνισε μια κατάσταση με ονόματα και ο Στέφαν πρόλαβε να δει μουτζουρωμένα γράμματα, που καβαλίκευαν το ένα το άλλο.
«Διαμέρισμα 102 στον πρώτο όροφο. Τυπική τετραμελής οικογένεια, ο κύριος και η κυρία Μουρν, αυτός δικηγόρος, αυτή ασφαλίστρια, δύο παιδιά, κόρη δεκαεπτά, γιος είκοσι, θα τους πετύχουμε στο πρωινό. Είστε έτοιμος;» ρώτησε και κοίταξε με σημασία το μπλοκάκι και το στιλό που κρατούσε
ο Στέφαν στα χέρια του. Οι οδηγίες που είχε λάβει την προηγούμενη μέρα στο τηλέφωνο από τον κύριο Κλάιν ήταν πολύ συγκεκριμένες. Όχι τάμπλετ ή ηλεκτρονικό σημειωματάριο, ένα μπλοκάκι μόνο και μάλιστα συγκεκριμένων διαστάσεων και μια πένα. «Τι σημασία έχει;» είχε πει η Κρίστυ σκληρά. «Ακόμα και αν σου ζητούσε να κρατάς κατσαβίδι και κλεφτοφάναρο, θα έπρεπε να τον υπακούσεις, έτσι ζορισμένοι που είμαστε».
Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν υπερσύγχρονη και προφανώς είχε αντικατασταθεί πρόσφατα. Τόνοι από ατσάλι που άστραφτε. Ο κύριος Κλάιν χτύπησε το κουδούνι. Η κυρία Μουρν τούς άνοιξε σχεδόν αμέσως.
«Σας περίμενα», είπε και ένα χαμόγελο έσπασε το πρόσωπό της σε ρυτίδες. Ύστερα πάλι το πανί του δέρματος τεντώθηκε. Είχε ξανθά μαλλιά πιασμένα σε κότσο και φορούσε ένα κομψό κλασικό ταγέρ. Λικνιζόταν επιδέξια πάνω στις ψηλές της γόβες, όμως ο Στέφαν είχε την αίσθηση ότι
από στιγμή σε στιγμή θα σωριαζόταν στο πάτωμα. Τα γαλανά της μάτια ήταν ψυχρά σαν δυο στρογγυλά κομμάτια καθρέφτη.
Παραμέρισε για να περάσει πρώτος ο κύριος Κλάιν και ύστερα τον ακολούθησε σε ένα μεγάλο σαλόνι ενωμένο με την κουζίνα, με μεταλλικές πολυθρόνες, γυάλινο τραπέζι, μεγάλους πίνακες με αφαιρετική ζωγραφική στους τοίχους και ένα χαλί σκακιέρα με μαύρα και άσπρα τετράγωνα στο
πάτωμα. Όλα τακτικά, οργανωμένα, καθαρά. Πάνω στο γυάλινο τραπέζι υπήρχε το πρωινό. Μπολ δημητριακών, φρούτα, γιαούρτι και γάλα. Ο κύριος Μουρν, ένας γοητευτικός άντρας με γκρίζους κροτάφους, ντυμένος με ένα ακριβό κοστούμι και καλογυαλισμένα παπούτσια που έτριζαν καθώς περπατούσε, σηκώθηκε και τους χαιρέτισε με χειραψία. Το χέρι του ήταν κρύο και άτονο. Στο τραπέζι είχε απομείνει η κόρη της οικογένειας να τρώει δημητριακά που μούλιαζε σε λίγο γάλα και τα κατάπινε αθόρυβα για να μην ταράξει τη σιωπή.
Η κυρία Μουρν τούς έδειξε τους αναπαυτικούς καναπέ-
δες με τα αφράτα μαξιλάρια και κάθισαν όλοι εκεί.
«Ο γιος σας κοιμάται ακόμα;» ρώτησε ο κύριος Κλάιν, αφού τα μάτια του, σταχτιά ποντίκια, διέτρεξαν το διαμέρισμα.
«Ναι, κοιμάται πάντα ως αργά», ράγισε η φωνή της κυρίας Μουρν.
«Όχι, ξυπνάει νωρίς και πάει για περπάτημα», απάντησε ο κύριος Μουρν ταυτόχρονα.
Μια αμήχανη σιωπή διαδέχτηκε τα λόγια τους.
Τότε η κόρη σταμάτησε να τρώει και γύρισε το κεφάλι προς την κατεύθυνσή τους. Η ματιά της διασταυρώθηκε με του Στέφαν για μια στιγμή. Είχε τα γαλάζια μάτια της μαμάς της, μόνο που αυτής ήταν βαθιά και υγρά. Μάτια ζωντανά που πάλλονταν. Φορούσε τη στολή του σχολείου της, γκρίζα φούστα και μπλε πουλόβερ από το οποίο ξεπρόβαλλε νούφαρο ένα άσπρο πουκάμισο. Ήταν υπερβολικά αδύνατη, στη βάση του λαιμού της πρόβαλλαν ανάγλυφα τα κόκαλά της. Ωστόσο ο Στέφαν τη βρήκε ελκυστική.
«Ο αδελφός μου δεν μένει πια εδώ», είπε με καθαρή φωνή που έσπασε την κρυστάλλινη ατμόσφαιρα.
«Εντελώς προσωρινά, φυσικά!» επενέβη βιαστικά η κυρία Μουρν. «Ξέρετε πώς είναι τα σημερινά παιδιά. Λατρεύουν την ανεξαρτησία τους. Σύντομα θα είναι πάλι μαζί μας».
Ο Στέφαν κοίταξε το τραπέζι και παρατήρησε ότι υπήρχαν πάνω του τέσσερα σερβίτσια φαγητού.
Η κυρία Μουρν ακολούθησε το βλέμμα του.

«Για εμάς είναι ακόμα εδώ». Όταν χαμογελούσε, η κυρία Μουρν άλλαζε ηλικία, το πρόσωπό της τσαλάκωνε και έβλεπες πώς θα ήταν σε είκοσι χρόνια.
«Ναι», είπε ο κύριος Μουρν με καλλιεργημένη φωνή που μάλλον θα χρησιμοποιούσε για να κατευνάσει τους πελάτες του. «Ο Μπίλλυ είναι ακόμα εδώ. Η μητέρα του επιμένει να καθαρίζει το δωμάτιό του, να πλένει τα πουλόβερ, να τακτοποιεί τα ντουλάπια του. Και βάζει πάντα ένα επιπλέον
σερβίτσιο στο τραπέζι για το πρωινό στις οκτώ, το μεσημεριανό στις πέντε και το δείπνο στις οκτώ. Η σύζυγός μου, βλέπετε, κύριοι, είναι η προσωποποίηση της τάξης».
Ο κύριος Κλάιν και ο Στέφαν προσποιήθηκαν ότι δεν πρόσεξαν την καλυμμένη μομφή και χαμογέλασαν τυπικά.
«Και γι’ αυτό ακριβώς με επέλεξες, αγάπη μου, για να οργανώσω το χάος στο οποίο είχες συνηθίσει να ζεις». Το χαμόγελο της κυρίας Μουρν είχε αρχίσει να ξεχειλώνει και να κρέμεται πλαδαρό. Ο Στέφαν είχε την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή η γυναίκα θα αναλυόταν σε λυγμούς.
Και τότε πρόσεξε ξαφνικά κάτι παράξενο. Ενώ μιλούσαν, η κόρη είχε τελειώσει το πρωινό της, αλλά συνέχιζε να κάθεται στο τραπέζι. Είχε πάρει ένα κοφτερό μαχαίρι και ανασηκώνοντας το μανίκι της, έμπηγε απορροφημένη την άκρη του κοφτερού μαχαιριού στο λευκό ζυμάρι του μπράτσου της μέχρι να ματώσει. Μικρές σταγόνες αίμα λέκιαζαν το λευκό τραπεζομάντιλο. Το χέρι ήταν γεμάτο περίτεχνα μπλαβά λουλούδια, που κάποια είχαν επάνω τους ξεραμένο αίμα, πράγμα που σήμαινε ότι αυτό ήταν κάτι που η δεσποινίς Μουρν έκανε πολύ τακτικά. Για μια ακόμα φορά οι ματιές τους διασταυρώθηκαν, το μανίκι αμέσως της κατάπιε το χέρι, φόρεσε τη σχολική της σάκα στους ώμους, χαιρέτησε τυπικά και έφυγε.

 

 

 

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ (2016)

 

 

Α. ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

 

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

 

I

Ο άντρας στην φαντασίωσή της γέρασε.
Πέταξε το μαστίγιο και τα γάντια
κάθεται κουλουριασμένος στην φωτιά
ενώ ο χρόνος
του γλείφει πιστά τα πόδια.

 

II

Η γυναίκα μεγαλώνει.
Τα ποιήματα μικραίνουν.
Θα πρέπει να παραγγείλει
άλλο μέγεθος πόνου.

 

V

Μην έρχεστε σε μένα, τους φωνάζω.
Διαβάστε την πινακίδα,
είμαι από την γενιά του ιδιωτικού οράματος
που ομφαλοσκοπεί.
Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι
χώνονται στους στίχους
μπλέκονται στο αμπάρι
πλημμυρίζουν το κατάστρωμα.

 

VII

Δεν ξέρει πώς να τελειώσει ένα ποίημα.
Ίσως γιατί ποτέ ένα ποίημα δεν τελειώνει
πάπυρος ξεδιπλώνεται στον χρόνο
βούβαλοι χαραγμένοι στις σπηλιές.
Μόνον οι άνθρωποι τελειώνουν.
Ύστερα η γάζα της νύχτας στο οστεοφυλάκιο
μούμιες αναμνήσεις τούς τυλίγει.

 

 

IN MEMORIAM

III

Ο μπαμπάς μου υπήρξε ένας παλαιάς κοπής γιατρός, από αυτούς που ψηλαφούν το ανθρώπινο σώμα και νιώθουν κάτω από τα δάχτυλά τους το πρόβλημα, από αυτούς που τις περισσότερες φορές πληρωνόταν με αυγά ή φρούτα, από αυτούς που εκτός από παθολόγοι και καρδιολόγοι ήταν ταυτόχρονα και ψυχοθεραπευτές. Από αυτούς που άγγιζαν, από αυτούς που συμπονούσαν. Δεν υπήρξε ποτέ ούτε πλούσιος, ούτε διάσημος, όμως όταν έλεγα το επίθετό μου, πέντε στους δέκα ανθρώπους με ρωτούσαν, αν ήμουν κόρη του και είχαν να μου αναφέρουν ένα καλό, που τους είχε κάνει. Την περίοδο που είχαμε μείνει μόνοι, τον θυμάμαι να μαγειρεύει μία ντοματόσουπα δικής του επινόησης. Έκοβε ντομάτες και μέσα έριχνε λαχανικά, ρύζι και ό,τι άλλο ήταν διαθέσιμο στο ψυγείο. Το μείγμα πάντα έκρυβε μία έκπληξη, τις περισσότερες φορές όχι και τόσο ευχάριστη. Έτρωγα πάντα όμως την σούπα που μου μαγείρευε. Ίσως αυτό που θα μου λείψει περισσότερο είναι η ντοματόσουπα αυτή.

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ι

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ώς πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

 

Β. ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΧΑΝΣ;

 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΡΟΟΥΝΤ

Ι

Εκείνο το απόγευμα
στις πέντε και σαράντα δύο
οι γυναίκες της οδού Ρόουντ
βγήκαν από το σπίτι
ανέβηκαν στον λόφο
έπλεξαν τα χέρια
κι άρχισαν να στροβιλίζονται
αντίθετα απ’ τους δείκτες
ενός χρόνου που δεν όριζαν,
δακτυλοδεικτούμενες κι αθώες,
ώσπου τα φορέματά τους ξεκουμπώθηκαν
οι κολλαριστές ποδιές ξελύθηκαν
τα μεσοφόρια φούσκωσαν στον αέρα,
γυμνές τότε και ελεύθερες,
συνέχισαν να περιστρέφονται
ώσπου το έδαφος έλιωσε κάτω από τα πόδια τους
κι οι ίδιες έγιναν μία σταγόνα ζυμάρι
στο ξύλινο τραπέζι.

 

II

Μα τι περιμένουν οι γυναίκες
με τα λευκά σκουφάκια
τα μαύρα φουστάνια, τις άσπρες ποδιές,
ποια άφιξη, ποια επιστροφή;
Μόνο το θρόισμα θα μείνει απ’ τον ποδόγυρο τους
ίσως και ένα όνειρο βαμβακερό
που να σκαλώσει πρόλαβε στο ράμφος πελαργού.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΟΧΕΙΟ (2015)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Τι θα γινόταν άραγε, αν ο Νώε δεν έπαιρνε μαζί του στην Κιβωτό, την Εμζάρα, την νόμιμη σύζυγό του, αλλά μία νεαρή κοπέλα, την Σιγκάλ, κατάλληλη για τεκνοποίηση, για να κυοφορήσει στα σπλάχνα της τον γιο του στον Καινούργιο Κόσμο; Και αν με κάποιο τρόπο διασώζονταν τα γράμματα που έστελνε αυτή η νεαρή γυναίκα στην Εμζάρα, ως γυναίκα προς γυναίκα; Σ’ αυτό τον επιστολικό μονόλογο της Σιγκάλ, παρακολουθούμε την βαθμιαία συνειδητοποίηση της γυναίκας που γίνεται αντικείμενο της ανδρικής εξουσίας,
που το κορμί της χρησιμοποιείται ως δοχείο μέσα στις δομές μιας
πατριαρχικής κοινωνίας, που χαρακτηριστικά της νοοτροπίας της
επιβιώνουν μέχρι σήμερα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟ

Έπαψα πια ακόμα και να προσπαθώ να μετρώ τις ημέρες, εδώ μέσα ο χρόνος είναι άχρονος. Περνάμε τώρα ώρες στο κατάστρωμα να αγναντεύουμε μακριά.
Σήμερα προσθέσαμε μία ελιά κομμένη σε οκτώ κομμάτια στον χυλό μας. Την έφερε το περιστέρι. Κρίθηκε καλός οιωνός. Τα νερά έχουν υποχωρήσει, λέει ο Νώε, σε λίγο θα προσαράξουμε. Εγώ δεν μιλώ. Κάτι μέσα μου σαλεύει, είναι το ιερό μωρό, δεν το λέω πουθενά, η Νέλε όμως το έχει καταλάβει και μερικές φορές μου χαμογελάει, ενώ κρυφά μου δίνει να τρώω περισσότερο.
Νομίζω ότι και η Αντατανέσε το ξέρει, κάποια στιγμή μού έδωσε να πιω ένα ζεστό ρόφημα, το οποίο όμως ήταν πολύ πικρό, έκανα ψέματα ότι το πίνω και μετά το έχυσα σε ένα φυτό, που την άλλη μέρα μαράθηκε.
Η Σέντε δεν ενδιαφέρεται για τίποτε. Πολλές φορές περνάει όλη την μέρα στο κρεβάτι, έχει περίεργα ρίγη, έχει αδυνατίσει πολύ, τώρα όλοι βλέπουμε μία γριά γυναίκα, που έχει παραιτηθεί από όλα. Έτσι αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε περισσότερο, για να τα βγάλουμε πέρα. Όμως σε λίγο, όλα θα αλλάξουν. Θα φθάσουμε στην στεριά.

 

 

ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ (2014)

 

ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Aνοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάυλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνδέσει την ελπίδα.
Επίσημα θα ήσουν τώρα.
Κλινικά απών.

 

 

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

Όλοι εμείς οι συγγενείς
είχαμε φέρει ντόρτια
στο παιχνίδι με τα πούλια
παγώνει σε μονά φλιτζάνια όμως ο καφές
στο καφενείο χωρίς όνομα
στην οδό Αρίστου Τέλους.
Εκλεκτική συγγένεια λοιπόν σημαίνει
κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι
ενώ σε ειδική αίθουσα υποδοχής
σερβίρεται κονιάκ και κουλουράκι.
Στον προθάλαμο κάποιος χτυπάει νούμερα
στο μπράτσο εραστών που γίναν δήθεν φίλοι.

Γιατί άραγε λαχανιάζουμε άδικα μέσα στους αιώνες
εμείς οι εκλεκτοί εκλεκτικοί
χωρίς γένος χωρίς φύλο
που τρέχουμε γυμνοί μέσα σε γυάλα
που σμίγουμε κρυφά φθηνά και με ντροπή
σε παχιά μαξιλάρια από πούπουλα
κύκνων που ραμφίζουν
για λίγο στην σιωπή
για πάντα στο κενό.

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο.

 

 

ΛΙΛΙΘ

Τρεις αγγέλους της έστειλε ο Θεός
Τον Σανβί, τον Σανσαβί
και τον τρίτο τον αλαφροΐσκιωτο
τον Σαμεγκελάφ
που τα φτερά του θρόιζαν στον ήλιο.
Πήγαν με βαριά καρδιά στην θεϊκή γυναίκα.
Ο Θεός και ο Αδάμ την συγχωρούν,
της μήνυσαν και την ζητούνε πίσω.
«Τι θέλετε άβουλα έντομα του Παραδείσου»
έφτυσε τότε αυτή
«και με ενοχλείτε;
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου.
Λιλλάκε, Μπελίλι, Μπααλάτ.
Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους
ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ.
Με συγχωρούν είπατε; Γιατί;
Που γεννήθηκα ισότιμη;
Που έκανα έρωτα με πάθος;
Που πρόφερα την ιερή λέξη
που ο Αδάμ δεν άντεχε να ακούσει;
Που ανέτρεψα την γαλήνια πλήξη
του Κήπου με τα πολλά σκουλήκια
και την μυρωδιά της ήδη σήψης;
Ή που δεν χώρεσα στο καλούπι του πηλού
εκείνο με το λειψό πλευρό
που είχε ετοιμάσει ο αφέντης σας για μένα;»
Έπεσε σιωπή που κράτησε αιώνες.
Ύστερα μίλησε ο πιο σοφός ο Σανσαβί.
«Μα γράφεις ποιήματα Αρχόντισσα,
υπάρχει τίποτε πιο δαιμονικό από αυτό;»

 

 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ

Προπάντων να αποφεύγετε τις σκάλες
σε σπίτια που κατοικήσατε παλιά
ποτέ το βελούδινο χαλί
δεν κρύβει καλωσόρισμα,
κάθε σκαλοπάτι χαλασμένο δόντι
έτοιμο να υποχωρήσει
στην άβυσσο από κάτω.
Κυρίως όμως πρέπει να γνωρίζετε.
Πως για κάθε σκαλοπάτι που ανεβαίνετε
πάντα δύο πίσω θα γλιστράτε.

 

 

ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

Σύμπτωση πρώτη ότι βρεθήκαμε
στην ίδια φέτα του τόπου και του χρόνου
είχαμε χάσει και οι δύο Γενέθλια Γη
ο καθένας είχε κάνει ένα ταξίδι
οι πρόγονοί μας σκυφτοί και μαλλιαροί
έτρεχαν μες στον χρόνο.
Σύμπτωση δεύτερη
Σώματα που επιπλέουν στο ποτάμι
μία γυναίκα με μαύρο κότσο
ζωγραφίζει έναν άντρα που προδίδει,
ταυτόχρονα κάποιος κόβει το αυτί
και το στέλνει δώρο σε μια πόρνη
μία ποιήτρια γράφει σε έναν Κώστα
ένας Κώστας σε μία Μαρία που βήχει
σύμπτωση τρίτη ασύμπτωτες ιστορίες
ανθρώπων που αγαπήσαν μέσα σε έναν καμβά
γιατί οι λέξεις ήταν πιο αναπαυτικές από τις πράξεις
γιατί πάντα μέσα από ένα παράθυρο
το δάσος μοιάζει πιο γοητευτικό
καθώς βυθίζεται στην θάλασσα.

 

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΗΘΗ

Στα σύνορα κατάσχονται οι αποσκευές.
Πρώτος σταθμός Απολυμαντήριο.
Κάτω από το καυτό νερό
το σώμα ξαναγίνεται
χωρίς ουλές και κόκκινα σημάδια
χωρίς το αιμάτωμα του οργασμού
χωρίς το χωρίς του.
Η μετακίνηση γίνεται με παγοπέδιλα.
Μοιράζονται φυλλάδια με οδηγίες.
Γιατί καιροφυλακτούν τόσοι πίδακες θερμού αέρα
κάτω από τα στρώματα του πάγου
η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί
με ένα μόνο τηλεφώνημα
και όλη η Λήθη να καταποντιστεί
στον ζεστό κόλπο της Αλήθειας

 

 

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ

Φόρεσα το πιο γυαλιστερό φουστάνι
(κόκκινο για να μην φαίνεται το αίμα)
και τα σκουλαρίκια μισοφέγγαρα
δώρα της Θεάς.
Σου πρόσφερα δύο ποτήρια.
Στο ένα του νερού έριξα φίλτρο της Λήθης
στο άλλο του κρασιού, της Μνημοσύνης.
Μαύρα ποτάμια η νύχτα
κυλούσε ολόγυρά μας.
Το πρώτο πιάτο περιείχε
τρυφερά ακέφαλα ορτύκια
από αυτά που ως χθες γέμιζαν το μαξιλάρι μου
το δεύτερο ήταν το ελάφι
που έσφαξα το μεσημέρι στην αυλή
αφού πρώτα το φίλησα στο στόμα.
Για επιδόρπιο σου έφερα κάτι κόκκινο
που σπαρταρούσε ακόμα,
το καταβρόχθισες λαίμαργα
και σκούπισες τα χείλη.
«Γιατί είσαι τόσο χλωμή απόψε;» ρώτησες.

 

 

ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

 

 

ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ (2012)

 

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΕΡΝΟΥΝ

Όσο μεγαλώνουμε, τόσο τα ποιήματα γερνούν.
Η σάρκα πλαδαρή
οι περούκες και η πούδρα
δεν μπορούν να κρύψουν τις ρυτίδες
μία μαύρη γάτα αίλουρος
κοιμάται ανάμεσα στις λέξεις

Έρημοι πύργοι είναι τα ποιήματα
στην άκρη πάντα ενός γκρεμού
Κανείς μέσα τους δεν φοράει κόκκινο φουστάνι
δεν χαϊδεύει
δεν εκσπερματώνει
δεν καίει
δεν περικλείει.
Όπως πίνακας ζωγράφου
που αυτός ζωγράφισε με αίμα
μπήγοντας το πινέλο μες την σάρκα του
και τώρα παγώνει σε μουσείο.

Γι αυτό όσο μεγαλώνω
διαλέγω πιο αιχμηρούς κονδυλοφόρους

 

 

Η ΘΥΣΙΑ

Στο βωμό τυφλός ιερέας θυσίαζε ελάφι
τα τύμπανα χτυπούσαν ρυθμικά
οι καλεσμένοι ετοιμάζονταν να φάνε
ανθρώπινα κόκαλα και σάρκα
καλυμμένα περίτεχνα από ρίζες
ένα φίδι ξεπήδησε από παλιά βιβλία
η γυναίκα φοβισμένη σκέπασε το φύλο της
ένα ξύλινο φέρετρο με ζώα και πουλιά
διασχίζει την βροχή
ο άντρας τρέχει σε έναν βάλτο
η γυναίκα πονάει, γεννάει ένοχα παιδιά
μια μέρα ανακαλύπτουν ένα μισοσβησμένο αστέρι
ψήνουν πάνω του το κρέας και το τρώνε
στέκονται οι δυο τους μπροστά σε ένα βωμό
ξέρουν πως αυτοί είναι το ελάφι
πως ο ιερέας ποτέ του δεν λαθεύει
πως την δική τους σάρκα
θα φαν οι καλεσμένοι στο τραπέζι.
Και τότε ο άντρας προφέρει σιγανά μια λέξη
και είναι το όνομα του Κύριου
του Άρχοντα του Χορού και των Κυμάτων
και ξεπροβάλλει ατόφιος, ακέραιος, τρομερός
ο Έρωτας των πάντων
με την Σελήνη αγκαλιά
και πλάθεται ξανά ο Κόσμος.

 

 

Η ΔΙΚΗ

«Είναι μια παράνομη γυναίκα»,
Και πρώτα πρώτα δεν φοράει βέρα»
«Δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας,
«Ούτε σφραγίδα στον μηρό».
«Διαθέτει το κορμί όπως και την ψυχή ελεύθερα»
«Και το χειρότερο: ποιήτρια»
«ξέρετε από εκείνες που προφητεύουν τα δεινά,
ή χώνουν το κεφάλι μες τον φούρνο
ή ταξιδεύουν με το Όριεντ Εξπρές
πίνοντας τσάι σε ανύπαρκτα φλιτζάνια».
Αυτή τους άκουγε διαβάζοντας τα χείλη
γιατί η συχνότητα των λόγων τους δεν έφτανε στ’ αυτιά της,
Ύστερα έκοψε ήρεμα με το μαχαίρι το ένα στήθος
και πορτοκάλι το πρόσφερε στους δικαστές.
«Το όνομά μου είναι Αντιγόνη»
φώναξε θαρραλέα,
«κι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος ν’ αγαπώ.»

 

 

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα
είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων
πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια
ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα
είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων
και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα
δεν είχα γονείς ούτε ιστορία
θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε
και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα.
Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο
στην μέση εκεί του πουθενά
να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια.
Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου.
Κάτι παλιό κατέρρευσε με θόρυβο
και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο.

 

 

TOY ΑΝΤΡΕΑ
(Μόρφου, Κύπρος)

Στο πατρικό μου σπίτι
γύρισα πάλι χθες
η πόρτα έχασκε ορθάνοιχτη
γάβγιζε συνέχεια ένα ανύπαρκτο σκυλί
δυο γυναίκες στα μαύρα
έπλεκαν καθισμένες
«Αντρέα, εσύ είσαι;»
ψέλλισε ένοχα η πρώτη
Οι ρυτίδες στο πρόσωπο της
άνοιξαν ρήγματα σε όλο το νησί
«Το σπίτι πάλιωσε» μου είπε
«βατράχια κοάζουν όλη μέρα
τις νύχτες γεμίζει νυφίτσες και ασβούς
τα έπιπλα τρίζουν και πονούν»
Στο τραπέζι στρωμένο
το τραπεζομάντιλο της μάνας
από τη νύχτα ακόμα του χαμού
«Δώσε λίγο χρυσάφι»
πετάχτηκε η δεύτερη
«να φτιάξουμε το σπίτι
να το βρείτε καινούργιο
όταν θα ρθείτε πίσω»
Άπληστα τα μάτια της
γαντζώθηκαν στα χέρια μου
Κινήθηκα αυθόρμητα μπροστά
και υστέρα πάλι πίσω

Χθες βράδυ με τους φίλους μου
επέστρεψα στο πατρικό μου

 

 

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΤΑΞΙ

Όχι κύριε με μπερδεύετε με κάποια άλλη.
Δεν ήμουνα εγώ αυτή
στο κίτρινο ταξί
ούτε καθόμουνα ποτέ στο πίσω κάθισμα μαζί σας.
Ούτε χιόνιζε, είμαι βέβαιη για αυτό
και όχι δεν έπεφταν νιφάδες στα μαλλιά μου.
Δεν έχω άλλωστε μαλλιά.
Δεν με φιλήσατε ποτέ, αλλιώς θα το θυμόμουν.
Και αν με φιλήσατε, εγώ δεν ήμουνα εκεί.
Ούτε ο οδηγός γύρισε καμιά φορά πίσω το κεφάλι.
Σιωπηλά διέσχισε την λίμνη ως το τέλος
και που και που βύθιζε το κουπί
στα μαύρα ολόγυρα νερά

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«Για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν
από την φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία
του οριστικά χαμένου.

 

 

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ

Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα
κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι
αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες
αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα
αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι
και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντήλια
αγοράστε ένα λαχείο,
δεν έχετε πια τίποτε να χάσετε.
Έτσι κι αλλιώς
τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο
ο αποστολέας είναι άγνωστος
κι ο παραλήπτης λάθος.
Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο
σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι
ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα
ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει.
Κρύψτε το άφοβα κάτω απ’ το κρεβάτι.
Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα
για μας.

 

 

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ (2009)

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

Είναι, εκείνο το πρώτο αυγό στρουθοκαμήλου
που κάποτε στην έρημο
γέμισες με νερό
κι έθαψες κάτω από την άμμο.
Επτά εκατομμύρια χρόνια
άλλοτε στα τέσσερα, μετά στα δύο,
με άκρα κοντά, με άκρα μακριά
με τρίχες και χωρίς
έτρεχες, ζευγάρωνες, έτρωγες, πάλευες,
κρύωνες, ζεσταινόσουν, πέθαινες.
Και ύστερα αιφνίδια ένα άδειο κέλυφος αυγού
με νερό κάτω απ’ την άμμο.
Προνόησες ότι θα ξαναπεράσεις διψασμένος από κει.
Επτά εκατομμύρια χρόνια μέχρι να φανταστείς.
Τώρα χαράζεις στις σπηλιές τον φόβο σου
στέκεσαι όρθιος πια στα πόδια σου
και το κεφάλι σου ατενίζει το φεγγάρι,
τα βράδια αγκαλιά μού ψιθυρίζεις λόγια
κι όταν με χάνεις πάλι με λέξεις κλαις.
Επτά εκατομμύρια χρόνια για να μου πεις το «σ’ αγαπώ».
Έχει αρχίσει πια το παραμύθι της ζωής.

 

 

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ Ι

Πρώτα βγάζει το πουκάμισο
μετά το αστραφτερό χαμόγελο,
έχει σειρά η φούστα
ύστερα το μεσοφόρι από δαντέλα.
Ντύνεται ολόκληρη το κόκκινο κραγιόν.
Έξω η νύχτα βάφει με πινέλο μαύρο το σκοτάδι της.

 

 

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΙΙ

Γυναίκα σε καθρέφτη.
Φοράει, μαύρες κάλτσες,
νυχτερίδες στο χιόνι του κορμιού της.
Ένας άντρας στέκεται κοντά της.
Δεν φαίνεται η αντανάκλασή του στο γυαλί.
Τα μάτια του έχουν ήδη φύγει.
Δεν μπορεί να δει
το τρίγωνο του φόβου της
τα ελάφια των ματιών της
τα σπαρταριστά περιστέρια των δαχτύλων της.

Όπως κάθε βράδυ
τελευταία αποχωρούν τα χέρια του.

 

 

IT TAKES TWO TO TANGO

Τις νύχτες χορεύω ταγκό.
Μικροί πιγκουΐνοι χειροκροτούν θερμά
και σερβίρουν παγωμένη σαμπάνια
στα φαντάσματα του κήπου.
Ο καβαλιέρος μου εξατμίζεται,
σηκώνω την πολύχρωμή μου φούστα
και πηδάω στο κενό.

 

 

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΙΙ

Γάζες από χαμόγελα στο στόμα
έθαψες πια τους νεκρούς,
τον Κρέοντα τον κουβαλάς μαζί σου,
τον ψάχνεις στους άντρες που αγαπάς.
Γνώρισες τους κανόνες της απώλειας
την πνιγηρή υγρασία της σπηλιάς.
Τώρα πια γυαλίζεις τα ασημένια σου σερβίτσια
ενώ οι γύπες κάθε μέρα αφαιρούν
παράθυρα, σκεπή, αύριο την πόρτα
κι εσύ κάτι πρέπει να θυμηθείς
που όμως συνέχεια διαφεύγει.
Κι έτσι ολότελα γλιστράς
το αλλού γίνεται άλλοθι
και όλα τα ποιήματα νερό.

 

 

ΠΑΛΙΕΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΡΙΕΣ

Με ξεσκισμένες σάρκες και γυμνά φτερά
μικροί καθρέφτες των ρυτίδων μου
πόσο ακόμα ως το τέλος;

 

 

Ο ΦΟΒΟΣ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ

Ποιος είναι αυτός ο Φόβος
που ουρλιάζει με τα δυο του όμικρον
να χάσκουν στο σκοτάδι;
Ποιο είναι το βουβό βήτα
που βηματίζει βαρύγδουπα
σέρνοντας το παραμορφωμένο του ποδάρι;
Ποια φυγή ονειρεύεται το φι
και γιατί το σίγμα
σπαράζει σιωπηλά στο τέλος
αλλά και μπροστά
από το άλλο ρήμα
που τόσο πολύ φοβάμαι να προφέρω;

 

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

Μια γυναίκα κι ένας άντρας στη
σκοτεινή σπηλιά
με τα κόκαλα των νεκρών αδελφών
και τις χαραγμένες με πέτρα κοφτερή
σκηνές από κυνήγι άγριων ζώων.
Η νύχτα βαθαίνει ολοένα
τα ουρλιαχτά απέξω δυναμώνουν
η σπηλιά-στόμα μεγαλώνει
η γυναίκα παγώνει στους χειμώνες
τότε ο άντρας απλώνει το χέρι
ένα άγγιγμα στο μάγουλο,
χάδι από μικρές νεφέλες.
Ύστερα σκοτάδι.
Σε έναν ουρανοξύστη, σε μια πόλη ξένη,
Σάββατο, ώρα δώδεκα το βράδυ,
μία γυναίκα, ένας άντρας,
αυτός άπλωσε το χέρι,
ένα άγγιγμα στο μάγουλο,
τόσο απλό τόσο πολύπλοκο
τόσο ανεπανάληπτα παλιό.

Το χέρι σου στο πρόσωπό μου.

 

 

Η ΛΙΜΝΗ, Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ (2006)

 

 

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ

Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο
και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,
αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,
κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων
τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα
ή του ανοιχτού παράθυρου
στη μέση μιας ερήμου.
Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.
Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα
με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.
Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,
κρυστάλλινος και διάφανος,
σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος
και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,
που πάντα έμπαινα στον πειρασμό
να τον ρίξω κάτω, για να σπάσει.
Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,
στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,
έτρωγα κέικ από μοναξιά,
σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.
Ύστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,
ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,
ο αδελφός μου παντρεύτηκε τη Νύχτα
και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στη θάλασσα.
Κι από όλη την οικογένεια μου,
απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές
να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

 

 

ΟΤΑΝ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα μυρίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.

Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.

 

 

ΡΟΤΟΝΤΑ

Ροτόντα
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.

Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

 

 

ΜΟΝΑΧΑ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

 

I.

Στην αρχή συνέβαινε μονάχα στα όνειρα.
Κάποιος άνοιγε την πόρτα του κορμιού της
και γλιστρούσε μέσα του.
Ποτέ δεν του παραχωρούσε από μόνη της
το κλειδί της μυστικής της κρύπτης.
Όμως αυτός το ανακάλυπτε,
μια ελιά στον αριστερό της ώμο
ή ένα μικρό δελφίνι κάτω από τον ομφαλό.

 

II.

Στην αρχή συνέβαινε μόνο στα όνειρα.
Ύστερα συνέβαινε γενικά.
Αυτός την συναντούσε,
κάτω από τα δέντρα το σούρουπο,
ή όταν κεντούσε στο μπαλκόνι της.
Δεν πάλευε ποτέ, δεν του αντιστεκόταν.
Τη γοήτευε πού γνώριζε τόσο το κορμί της.
‘Αναρωτιόταν πόσο παλιά ήταν η γνώση του.
‘Αναρωτιόταν αν την αγαπούσε.

 

VII.

Ποτέ της δεν κατάφερε το τέλος του.
Το έλος του την κράτησε δικό του.
Ύστερα από καιρό είπαν πώς χάθηκε,
πώς τριγυρνούσε σε παλιές φωτογραφίες
με άσπρα φορέματα χόρευε στους βάλτους
και κάποιοι την είδαν συντροφιά με μιαν αρκούδα
να χάνεται σε δρόμο δίχως τέλος.

 

VIII.

Κι ο άντρας; Υπήρξε;
Ή ήταν μόνο μια αφορμή,
Μικρού θανάτου πρόβα
σε θίασο επαρχίας;

 

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Όλοι oι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα,
τραγόμορφοι σκύβουν πάνω μου
και με χαϊδεύουν
με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια.
Πού να ‘ναι τώρα ο Οδυσσέας,
πόσοι μικροί σταλακτίτες
παγώνουν σ’ ένα δάκρυ,
γιατί ο ουρανός κοιμάται πάντα
με τα μάτια ανοιχτά,
γιατί ο Οδυσσέας είναι ξένος
και το όνομά μου Πηνελόπη
και δεν έχω δική μου ούτε στεριά, ούτε νησί,
ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ
γιατί το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο
σ’ ένα πηγάδι χωρίς βυθό;
Γιατί, τέλος, ό,τι ποίημα και να υφάνω
έχει για κλωστές βελούδινες γυναίκες
που λάμπουν για λίγο στο σκοτάδι
πριν σβήσουν γιά πάντα στήν σιωπή;

 

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Έξι μήνες σε νυμφεύομαι,
κορμί από πορτοκάλι,
τσακάλια βδέλλες
κολλούν στη σάρκα μου,
σε τρώω κι ύστερα με τρως,
στολίζομαι με λάσπη
και το νυφικό
ξεσκίζουν δέκα τυφλοπόντικες.
Ύστερα επιστρέφω,
παρθενική και μόνη,
να μυηθώ στην ποίηση.
Έτσι από τον πηλό
πλάστηκε η ζωή.

 

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Σωπαίνεις.
Σε λευκό μανδύα τυλιγμένος
μου διδάσκεις πόνο και ηδονή.
Τεράστιος ορθώνεται, πατέρα,
ο ίσκιος σου επάνω απ’ το βωμό.
Εραστής και ξένος
ο αγαπημένος δήμιος.
Βλέπεις, οι σκοπιμότητες.
Το διαζύγιο, ο ούριος άνεμος,
τα πλοία πού δεν έφυγαν ποτέ
για την χαμένη Τροία,
ο χρόνος πού σταμάτησε,
ο θάνατος πού με νυμφεύεται
αντί του ‘Αχιλλέα.
Κόκκινος ο μανδύας σου από αίμα.
Κι εσύ φοράς το μαύρο σου καπέλο
στρίβεις ατάραχος το πόμολο της πόρτας.

Το μόνο πού χρειαζότανε ήτανε μία θυσία.

 

 

ΤΕΛΟΣ

Της είπαν να θέσει ένα τέλος.
Το επιβάλλει λεν ο Νόμος και το Δίκαιο.
Και πώς, ρωτάει τότε αυτή,
πώς τελειώνει, κύριοι, ο βουρκωμένος ουρανός,
η γυμνή βροχή,
ή ένα άγγιγμα στο στόμα;
Πώς άραγε τελειώνει το τέλος και ό καιρός;
Και ποιός απ’ όλους σας εβίωσε
το τέλος ως το τέλος;

Ένα πουλί χτυπάει με δύναμη το τζάμι.
Κόκκινες μικρές σταγόνες
το περιδέραιο τού χιονιού.

 

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ (2002)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ένα μυθιστόρημα που εμπεριέχει ένα δεύτερο, μία ιστορία έρωτα, φιλίας και προδοσίας που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη τού σήμερα και μία άλλη ιστορία που ξεπηδάει μέσα από την πρώτη, αντίστοιχη με την πρώτη, που εκτυλίσσεται σε κάποια αγγλοσαξονική χώρα του δέκατου ένατου αιώνα.
Πόσο ο έρωτας και η φιλία επηρεάζονται από την εποχή, τον αιώνα και τον κοινωνικό περίγυρο; Και η προδοσία είχε την ίδια γεύση παλιά, όπως και
τώρα; Πόσα πράγματα τελικά αλλάζουν στις σχέσεις των ανθρώπων, καθώς διασχίζουμε τις εποχές, και πόσα παραμένουν αναλλοίωτα;
Ψιθυριστοί πόθοι και ελπίδες, λαχτάρα και διάψευση, κρυφές συνομιλίες, υπαινικτικά αγγίγματα ψυχών και σωμάτων, μηνύματα στον τηλεφωνητή και επιστολές, άλλες με παραλήπτη και άλλες ανεπίδοτες, τέσσερα πρόσωπα, δύο άντρες και δύο γυναίκες, που ακροβατούν επικίνδυνα στις μεταξύ τους σχέσεις, που τολμούν, που ψάχνουν αυτό, που όλοι μας τελικά ψάχνουμε. Τη χαρά της αληθινής επαφής με ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Πέμτττη

Θεία μου,
Δεν ξέρω γιατί, τον τελευταίο καιρό, σκέφτομαι συνέχεια το θίασο. Την κοκκινομάλλα Μόλλυ, που βυθιζόμουν στο πληθωρικό της στήθος για παρηγοριά, κάθε φορά που η μαμά γινόταν πολύ αυστηρή μαζί μου. Την Μόλλυ που πάντα την ταλαιπωρούσαν και συχνά την έδερναν οι κατά πολύ νεώτεροι της εραστές. Παντρεύτηκε τελικά έναν από αυτούς και μένουν μαζί τώρα στη Σ. Είναι και αυτός ηθοποιός και περιστασιακά παίζουν μαζί σε κάποιο τοπικό θέατρο. Η Μόλλυ που πάντα με κάλυπτε, όταν κοιμόμουν με το Ροβέρτο.
Ο Ροβέρτος. Όταν αποχαιρετιστήκαμε, έκλαιγα ασταμάτητα.
Η μαμά δεν ήθελε να κλαίω. Έλεγε περιφρονητικά πως τα δάκρυα δεν είναι τίποτε άλλο από αλατόνερο και πως μία πραγματική κυρία πρέπει πάνω απ ’ όλα να είναι θαρραλέα.
Της χρωστώ πολλά. Μου έμαθε να αγαπώ την ποίηση, το φλάουτο, το χορό και το θέατρο. Θυμάμαι που κάποια βράδια μου διάβαζε μεταφρασμένα τα έργα του Ομήρου και κοιμόμουν με τις εικόνες του ωραίου Πάρη και του πολυμήχανου Οδυσσέα στο μυαλό. Άλλες φορές διάβαζε τις ελεγείες του Προπέρτιου στα Λατινικά και μου τις μετάφραζε.
Το μόνο που πήρε φεύγοντας από το σπίτι του παππού ήταν τα
βιβλία της. Αυτά που έχω μεταφέρει και εγώ στη βιβλιοθήκη του Κάρολου. Τα κοιτάει με περιέργεια, σαν να μην πιστεύει ότι μπορεί να τα έχω διαβάσει.
Ξέρεις θεία, ότι ο Προπέρτιος ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα που την έλεγαν Κυνθία, αλλά αυτή ήταν παντρεμένη με άλλον. Γιατί άραγε η μαμά γοητεύτηκε τόσο πολύ από τις ελεγείες του Προπέρτιου, ώστε να μου δώσει το όνομα Κύνθια. Ήταν πολύ παράξενη γυναίκα η μαμά. Ωστόσο δε θα την άλλαζα με καμία άλλη.
Πολλές φορές μέσα στη νύχτα ξυπνώ και ακούω το Ροβέρτο
να μου ψιθυρίζει «Όπου και να πας, θα είμαι κοντά σου, θα σε βρω ξανά».
Τότε η μυρωδιά του πλημμυρίζει το δωμάτιο, αναπνέω την ανάσα του, κοιτάζω το γυμνό μου κορμί και βλέπω πάνω του τα
χνάρια των χεριών του.
Είναι κάποιες νύχτες που γίνομαι πάλι δεκατριών χρόνων, έχω μόλις παίξει την Οφηλία και φορώ ένα δαντελένιο, λευκό φόρεμα, η μυρωδιά των πυρσών και των ξύλινων παραπηγμάτων, η γεύση των χειλιών του, το φόρεμα μου να ξεσκίζεται, ο Ροβέρτος μέσα μου, τα χείλη μου ματώνουν καθώς με δαγκώνει, απόλυτη νύχτα, όλοι κοιμισμένοι.
Ο Ροβέρτος της εφηβείας, πάντα παρών, όταν το στήθος μου άρχισε να ξεπροβάλλει αυτός ήταν που το πρωτογεύτηκε, πάντα μέσα στο σκοτάδι, στα κρύα δωμάτια των πανδοχείων όταν η μαμά και ο υπόλοιπος θίασος διασκέδαζαν με θόρυβο στην κάτω σάλα, κάτω από τις κουβέρτες η αχνιστή τρυφερότητα και το πρώτο πάθος, όλα μαζί του. Θεία, αυτό το γράμμα δεν πρέπει να το διαβάσεις. Φοβάμαι ότι θα ανησυχήσεις. Όμως μου κάνει καλό έτσι να γράφω. Αλλιώς….

 

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ (2004)

 

 

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ;

 

I.

Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο και πόσο απρόσμενο
είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζίν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια,
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικιές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Ή βάρκα γλυστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
τό δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν στα κλαδιά των δέντρων
τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι ή βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.

 

ΙΙ

0ι ποιητές δεν μένουν ποτέ οί ίδιοι.
Στην διάρκεια του ταξιδιού μεταμορφώνονται,
σε γυπαετούς ή κάργες
ή σε κατακόκκινα πουλιά στο χρώμα της φωτιάς
Κάποιοι μεταμορφώνονται σε λύκους
πού με τα ουρλιαχτά τους αλλάζουν τό σκοτάδι,
άλλοι γίνονται ορχιδέες
ή ανεμώνες,
ή ασημένια χέλια,
κουκούλια σκάν
μικρές σαύρες σέρνονται στις όχθες,
τα νερά στη λίμνη παγώνουν,
η λίμνη ποτέ δεν μένει ίδια.
Η βάρκα γλυστράει αθόρυβα
σαν έλκηθρο,
που το σέρνουν τάρανδοι
και μικρά βατράχια.

 

III.

Κάποια στιγμή η βάρκα σταματά.
Οι ποιητές αποβιβάζονται στον πάγο,
κάποιοι αριστερόστροφα γυρνούν,
βυθίζονται σε έκσταση.
Σε λεπτές φέτες πάγου
που σκίζονται με θόρυβο
σαν φύλλα από χαρτί,
στροβιλίζονται οι ποιητές
με κόκκινα πατίνια.
Μία ποιήτρια κύκνος,
δαγκώνει με το ράμφος τον λαιμό της,
με αίμα χαράζει στρογγυλό νησί
γύρω της στον πάγο.
Δύο ερωτευμένοι ποιητές
κρατούν στη χούφτα τους
κρύσταλλους χιονιού πού λαμπυρίζουν,
καθρεφτίζονται στο σκληρό χιόνι πού αστράφτει
και τυφλώνονται.

 

VII.

Μην εμπιστεύεσαι τους ποιητές.
Γερνούνε με τα χρόνια.
Χωρίς τα χρόνια, γερνούνε πιο πολύ.
Πεθαίνουν νωρίς
πεθαίνουν νέοι,
ή ζούνε ατέλειωτα χρόνια σιωπής.
Φοβούνται τη σιωπή οι ποιητές.
Μα όταν γράφουν, μυούνται στη σιωπή.
Με τη σιωπή τους αλλάζουνε τον κόσμο.

 

VIII

Τα πιο όμορφα ποιήματα γράφτηκαν στη σιωπή.

 

IX.

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο σ
το χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;

 

X.

Γιατί σπαράζει ο κύκνος
καθώς λευκός, παρθενικός
τινάζει τα φτερά του
και γράφει τον τελευταίο του στίχο;

 

 

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται,
δεν παραδίδει,
μόνο αποχωρεί,
την κατάλληλη εκείνη στιγμή,
που το ρολόι της σάλας
χτυπάει το τέλος.

Τότε η Λαίδη Κ. κατεβαίνει
τη δρύινη σκάλα,
το βαρύ της φόρεμα κυλάει στα σκαλοπάτια,
ή Λαίδη Κ. φοράει πάντα
μαύρο βελούδο και μαργαριτάρια στο λαιμό,
οποιοσδήποτε μπορεί να την αγγίξει
έτσι καθώς ανάλαφρα γλυστράει μες στη σάλα,
κανείς ποτέ δεν την αγγίζει,
μαύρο βελούδο φοράει ή Λαίδη Κ.
μαύρα βελούδινα τα μάτια της
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Ποτέ δεν φωνάζει ή Λαίδη Κ.,
ποτέ δεν κλαίει,
τα δάκρυα είναι στολίδια,
που τα φοράει γυμνή
στον καθρέφτη της τα βράδια.

Καθώς ή Λαίδη Κ. γλυστράει μες στον χρόνο,
αφήνει πίσω ένα άρωμα πικραμύγδαλου και μέντας,
το κολιέ της χαλαρώνει και της πέφτει,
τα μαργαριτάρια πέταλα από άγρια τριαντάφυλλα,
σκορπίζονται στη σκάλα,
η Λαίδη Κ. είναι μόνη,
κανείς δεν την ακούει να ουρλιάζει
το βράδυ στο σκοτάδι.

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται.
Δεν θα παραδοθεί.
Μόνο την κατάλληλη στιγμή.
Θα λύσει τα μακριά φλογισμένα της μαλλιά
θα πετάξει κρινολίνα και βελούδα,
και ανέγγιχτη έξαφνα
θα γίνει μια μικρή κόκκινη αλεπού
πού σαν σπίθα θα χαθεί
για πάντα μες στο δάσος.

 

 

ΓΥΜΝΟ

Ένα κορμί κάτω από λευκό σεντόνι.
Μόνο ένα κορμί.
Κάτω από λευκό σεντόνι.
Κι όμως.
Κανείς φαντάζεται.
Τα ρείκια να ανασαίνουν στις μασχάλες,
τα πράσινα βρύα να αναδεύονται στο στήθος,
τη μαύρη τρύπα του ομφαλοί ν’ ανοιγοκλείνει,
την καρδιά να πάλλεται ολοκόκκινη,
το φίδι λείο και στιλπνό,
να τεντώνεται για να επιτεθεί,
στο σεντόνι ανάγλυφη
η γεωγραφία του κορμιού σου,
οι καταρράκτες των μηρών
οι χαράδρες των γονάτων σου,
οι μικρές πικρολίμνες στις πατούσες σου.
Ή άμμος πέφτει με κοφτές ανάσες στην κλεψύδρα,
βουτώ στη σκληρή σάρκα του καρπού,
η παλάμη μου αγγίζει
τον καυτό πυρήνα.
Κόκκινοι κόσμοι εκτοξεύονται στο σύμπαν.
Ένα κορμί δεν είναι.
Μόνο ένα κορμί.
Το φίλντισι στα μάτια σου
δεν είναι.
Μόνο ένα δάκρυ.
Το κορμί σου δίπλα μου.
Χωρίς σεντόνι.

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

Όταν η πλατεία της σιωπής
γεμίζει περιστέρια,
εκείνα τα πουλιά της νύχτας,
τα γυμνά, τα κοραλένια,
το χρυσάνθεμο γόνδολα
κυλάει στα βαθυσκότεινα νερά.

Κάποιο βράδυ θα αφεθώ.
Εκεί.

Σε μία πόλη βυθισμένη στο νερό,
όπου η απουσία δεν είναι απώλεια,
όπου τα μάτια σου δεν έχουν
χρώμα ξεχασμένης βροχής
και οι σταγόνες στο πρόσωπό σου
είναι αφρισμένα κύματα δαμάσκηνου.
Εκεί.

Στον πυρήνα της σιωπής
τα εξωτικά πουλιά θα κελαηδούν,
καρύδες θα πέφτουν ρυθμικά,
οι κοκοφοίνικες θα πανηγυρίζουν
το τέλος του χειμώνα,
οι παπαγάλοι θα βρέχουν τα φτερά τους
με χρώματα,
και εγώ γυμνή
θα εκτίθεμαι και θα εκθέτω,
κρατώντας πάντα
την ουσία μου κρυφή.

 

 

ΧΡΟΝΟΣ

Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
που αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό.

 

 

ΔΑΚΡΥ

Μικρή λίμνη είσαι δάκρυ;
Μικρή; Λίμνη; Είσαι;
Και αν όχι, τότε;
Τί; Γιατί;
Ναι, μικρή, λίμνη, ωκεανός, θάλασσα, δάκρυ
είμαι. Εσύ.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TON ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΩΝ

 

ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Ποιος είσαι ξένε;
Πούθε έρχεσαι και πού πηγαίνεις;
Ποιο ξωτικό του δάσους
σ’ έστειλε μπροστά μου,
τούτη την ώρα που αχνίζει ή αυγή
Τα ρούχα σου είναι φτωχικά
μα αρχοντικά ραμμένα,
τα πρόσωπό σου απόκοσμο
μα τόσο οικείο μοιάζει,
τα μάτια σου άγρια καστανά,
τί άραγε να ελπίζουν;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Με ξάφνιασες σαν πρόβαλες
αθόρυβα απ’ την πάχνη,
πριγκίπισσα των πάγων,
Τουραντού.
Γνωρίζω τ’ όνομά σου
από αρχαίους κόσμους,
σε φωτεινά αστέρια,
στη μέση τού πελάγους,
σ’ έχω ξαναδεί.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Ποιος είσαι; Με φοβίζεις,
τα λόγια σου παράξενα αντηχούν.
Αν ήσουν χιόνι, θα έκαιγες,
δάκρυ αν ήσουν, θα έλιωνα.
Άγγιγμα αν ήσουν, θα μ’ έχανα.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Με λένε ’Όναρ,
με το λευκό μου άλογο
τον χρόνο διασχίζω.
Το ξύλινο σπαθί μου μυρίζει βελανίδια,
τα ρούχα μου πευκοβελόνες,
στρατιώτης είμαι, πρίγκιπας, επαίτης.
Ένας άντρας είμαι και ψάχνω.
Ένας άντρας είμαι και ελπίζω.
Ποθώ και ονειρεύομαι.
Αύριο την ίδια ώρα
θα σε προσμένω εδώ.

ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΤΑΣΗ

 

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Όναρ, αδελφέ και σύντροφε,
τα φωτεινά σου αχνάρια ακολούθησα
χθες βράδυ,
στου φεγγαριού την κούπα,
ξεχείλισε η ψυχή μου από χαρά.
Όμως σήμερα δεν φάνηκες,
τρείς ώρες με το άλογο καλπάζω,
και με αγωνία ψάχνω να σε βρω.
Και τώρα πού σε βρίσκω να κοιμάσαι
αμέριμνος κάτω από τον πλάτανο αυτό,
φλογισμένα βέλη θέλω να πετάξω,
και να κόψω τον ένα μου μαστό,
τον κόκκινο μανδύα μου να κάψω,
μαινάδα οργισμένη να γενώ.
Τα βραχιόλια μου ένα ‘ένα σου πετάω,
ολάκερη θέλω να καώ.

ΟΝΑΡ: Περίεργος ο πόλεμος αυτός
που όποιος νικήσει, χάνει.
Ξίφος με ξίφος
και φωτιά με τη φωτιά.
Φωτιά και αγέρας, νερό και γη.
Το ένα τρέφει το άλλο,
ενωμένα όλα και αντίθετα,
υπάρχουν μες στον κόσμο.
Έτσι και εμείς πριγκίπισσα,
από φωτιά, αέρα, νερό και γη
είμαστε πλασμένοι,
κι άλλοτε η φωτιά υπερτερεί
άλλοτε το νερό,
άλλοτε πάλι η σάρκα η γήινη
και άλλοτε ο αέρας.
Ωστόσο χωρίς βραχιόλια σε προτιμώ.
Έτσι με τα μαλλιά να πάλλονται
σαν μαγεμένο δάσος.
Σαν πεταλούδα έλκομαι
από την κόκκινη φωτιά σου,
μέσα της θέλω να καώ.
Μα αντί γι’ αυτό,
σε αποχαιρετώ,
την ίδια ώρα αύριο, εδώ θα να σε βρω.

 

ΗΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ: Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

 

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Γιατί πρέπει όλα να τελειώνουν;
Είναι το τέλος το πιο πολύτιμο πετράδι
ή ένας σβώλος χώμα από χώμα;
Πρίγκιπα πιο οικείος
απ’ τούς οικείους έγινες,
γι’ αυτό τώρα, πιο ξένος
από τούς ξένους.
ΠΡΙΣΚΙΠΑΣ: Αγαπημένη, μόνο την καρδιά μου.
Ολάκερη δική σου.
Μαζί σου πάντα εδώ θα κατοικεί.
Σ’ αυτή τη μικρή στιγμή
πού πάλλεται στο χρόνο.
Τίποτε ποτέ του δεν τελειώνει,
σ’ ένα μπλε δωμάτιο
κρυμμένα όλα ζουν.
Τα μάτια σου λάμπουν από δάκρυα
που σαν χαμόγελα γνέφουν και γελούν.
Ο πιο βαθύς σου πόνος,
το πιο πολύτιμο διαμάντι,
να σου φέγγει
το δρόμο τού γυρισμού.
Έχε γεια.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Μείνε.

ΟΝΑΡ: Κράτα με μέσα σου.
Το πιο δύσκολο αυτό είναι.
Θησαυρός είναι ό πόνος.
Τώρα είσαι αλλιώτικη από πριν.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Είμαι γήινη, γυναίκα.
Μου ζητάς πολλά.
Πώς να σ’ αποχωριστώ,
χωρίς καν να σε φιλήσω;
Χωρίς μια αγκαλιά,
ένα χάδι να θυμάμαι;

ΟΝΑΡ: Αν σ’ αγγίξω θα χαθώ.
Οι ψυχές μας αγγίχτηκαν.
Χόρεψαν μαζί τον πιο αρχέγονο χορό.
Κράτα με.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Αν ήσουν χιόνι, θα μ’ έκαιγες.
Κρύσταλλος αν ήσουν, θα μ’ έσπαγες.
Μαχαίρι αν ήσουν, θα μ’ έκοβες.
Με ματώνεις,
το χιόνι κοκκινίζει.
Οι σκίουροι του δάσους φεύγουν μακριά.
Σε κρατώ.
Μόνο την καρδιά σου.
Αυτή τη μικρή στιγμή πού πάλλεται
στο φλογισμένο δάσος.
‘Όμως έχε γεια. Αγαπημένε.

 

 

Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΑΑΑΙΝΑ (1990)

 

 

ΦΑΛΑΙΝΑ

Κάθομαι πάνω σ’ ένα τρίγωνο από χρώματα,
τα πόδια μου αιωρούνται στο άπειρο, μια
μωβ μπανάνα κρέμεται από το ταβάνι, έξω
μικρές μπάλες χιονιού φωσφορίζουν στο
σκοτάδι, χιονίζει παιδιά, ανέφελα μικρά,
στρογγυλά παιδιά, μαλακά ακουμπούν πάνω
στο χώμα και αναλύονται σε μικρούς γαλαζόασπρους
κύκνους στο μέγεθος του δάκτυλου, έγκυες
γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά, γυμνές και
δακρυσμένες αγκαλιάζουν μια διάφανη μέδουσα,
μια γαλάζια φάλαινα κυλάει στην κουζίνα μου,
μια φυσαλίδα κίτρινη, κοιτιέται στον καθρέπτη
και σκάει σε εκατομμύρια ξεκαρδισμένους υδρατμούς,
είναι Τετάρτη βράδυ, ανάμεσα στο πριν και στο μετά,
στο κάπου και στο πουθενά, σ’ έναν πλανήτη,
σε μια χώρα, σ’ ένα σπίτι.

 

 

ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ

 

I

Το ελάχιστο σου άγγιγμα εκεί κοντά στο στόμα
ανεπαίσθητο, ολότελα αισθητό, η μυρωδιά του
μαζί μου όλο το βράδυ, βροχή από γιασεμί.

 

II

Ολάκερη η νύχτα είναι κομμένη σε μεταξωτές,
ευέλικτες κορδέλες γύρω από το πρόσωπό σου,
ήχοι σκιάς, βελούδινο πηγάδι
πάτημα πεταλούδας, η μέρα με τρομάζει.

 

ΙΙΙ

Δε με φοβίζει
που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο
που κάποια μέρα,
Θα γράφω πάλι σε χαρτί
ποιήματα με μελάνι.

 

IV

Τότε ακούστηκαν οι σάλπιγγες της Ιεριχούς,
και ένα μετά το άλλο γκρεμίστηκαν
τα τελευταία προπύργιά μου στο κορμί σου,
το τελευταίο άγγιγμα, το τελευταίο τέλος,
χαμένες πατρίδες
νεκρικοί αλαλαγμοί στο σκοτάδι,
μεταναστεύω,
κουλουριάζομαι στο γυαλιστερό καταφύγιο
των μαύρων ματιών σου,
με αποδιώχνεις, αποδιώχνομαι,
και αλλάζω χώρες και χρώματα
και μυστικά και αέρα,
ξέροντας πως η γη της επαγγελίας
έχει για μένα οριστικά χαθεί.

 

V

Αποβάθρα στο πουθενά
περιμένοντας το κάτι
χάνοντας το τώρα
στα μάτια το τότε,
διαλύομαι στον καπνό τον πλοίου
που ξέρω πως δε θα ‘ρθει

Αναδεύω το χρόνο
σε μια πελώρια χύτρα,
φυσώ την καλαμένια μου φλογέρα,
Έτσι,

σα να μη σ’ είχα ποτέ μου αγαπήσει

 

ΦΑΣΕΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

I

Ταξιδεύω πάνω στη νύχτα,
κατάσπαρτο το γυμνό κορμί της
από πολύχρωμα φωτάκια διαθλασμένων θυμήσεων,
μπαράκια με έντονη την οσμή της σήψης,
φαντάσματα χαμένης τρυφερότητας
ανοίγουν βουβές τρύπες μέσα στό σκοτάδι,
κρύο και κενό,
τρομαγμένες αντιλόπες ο φόβος στα δυό σου μάτια,
όταν πάω να σ’ αγκαλιάσω
γίνεσαι αχνή βροχή,
χάνεσαι μέσα στο τούνελ ενός σαξόφωνου,
διαλύεσαι μέσα σ’ ένα μπλουζ,
γίνεσαι μέγεθος απόστασης,
βεβήλωση και εξαγνισμός,
ένας φραγμός, μια απιστία,
ένα ποτέ, ένα γιατί,
ένας δρόμος,
μια νύχτα.

 

ΙΙ

Πλανήθηκα στις κατηφόρες
των αποστεωμένων προσώπων,
γλίστρησα σε μωβ παράλληλες
απέφυγα τους σκόπελονς
των μαύρων δελεαστικών μαξιλαριών,
ξεκουράστηκα στους άσπρους τοίχους
των κυλινδρικών σπιτιών,
δεν μ’ άγγιξε κανείς
μα ούτε εγώ πλησίασα κανένα,
πού και πού
μερικοί τολμηροί
βούλιαζαν τα δάχτυλά τους
στο πρόσωπο μου
και σαν πείθονταν
πως δεν έχω πρόσωπο,
τότε ανακουφισμένοι
με χτυπούσαν φιλικά στη πλάτη, ν
ενώ εγώ ταξίδευα
όλο το βράδυ,
ακροβατώντας
πάνω στα ζαχαρωμένα χείλη ενός ποτηριού
γεμάτου από ουίσκυ.

 

ΕΛΕΝΗ

Ψάχνεις αδιάκοπα για την ωραία Ελένη,
χαμένη στην ομίχλη του παλιού,
χλωμή και όμορφη,
με ξέπλεκα μαλλιά,
δάχτυλα κρίνα,
και ψηλή κορμοστασιά,
γεμάτη πάθος να κλέβεται με τον ωραίο Πάρη,
να δίνεται, να χαίρεται,
κάθε φορά η Ελένη σου,
άλλο πρόσωπο αποκτά, άλλο κορμί, άλλη χάρη,
μα εσύ ζεις μοναχά γι’ αυτήν
ερωτευμένος για πάντα, με το ποτέ του χρόνου,
και όμως πίσω, αιώνες μακρινούς,
πίσω από τον ίδιο τον καιρό
και πέρα από τους ανθρώπους,
σε μια Τροία μακρινή
με τείχη γκρεμισμένα
και αιμόφυρτα κορμιά παλικαριών
μια κοπέλα κλαίει σε μια μοναχική αμμουδιά,
δεν είναι ωραία, δεν είναι άσχημη,
είναι μόνο η Ελένη,
που κλαίει μόνη
για τους άντρες που αγάπησε και έχασε

 

 

ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΩΡΑ

 

A ‘

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Είναι η ώρα που αποχαιρετάς τους φίλους,
το τελικό τους χαμόγελο σε καταδιώκει στο δρόμο,
πλαδαρή σκιά πάνω στους τοίχους,
είναι η ώρα που, θυμάσαι τους εραστές
όχι αυτούς που απόκτησες.
Ανάμεσα σε ανάστατα κρεβάτια και σκληρά
πατώματα,
μα αυτούς που αγνάντεψες
κάποιες νύχτες κιτρινισμένες από όξινο φεγγάρι
με τρίμματα λεμονιού στη παλάμη
και ματωμένες πληγές ανοιχτού πόθου
να αιμορραγούν τώρα τα μεσάνυχτα
Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Ξάφνου μετράς και συλλογιέσαι
όχι αυτά που έκανες ως τώρα,
μα εκείνα τα ανεκπλήρωτα,
τα όνειρα, τις πεθυμιές, τα ανέλπιστα, τα
α ελπιδοφόρα απελπισμένα,
η μισή νύχτα γίνεται μισή ζωή.
Και η άλλη μισή χάνεται
σκαλωμένη στους δείχτες του ρολογιού
και ο χρόνος μασκοφόρος δολοφόνος
αμείλιχτα πλανιέται μες στη νύχτα.

 

 

ΤΟ ΛΕΝΕ «ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ»

Είναι σταχτί, γρήγορο, μικρό
το λένε «φόβο»,
είναι κοφτό, στενό, τριγωνικό
το λένε «χωρίς λόγια»,
είναι μαύρο, στενό, προκλητικό,
δαντελωτό, πρόστυχο, φτηνό
είναι η ζωή μας,
είναι ένα τηλεφώνημα
από ένα τηλέφωνο-χοάνη
ξεβρασμένο κοχύλι,
το βάζω στο αντί μου και δεν ακούω
το βάζω στο στόμα μου,
μα δεν ακούγεται η φωνή μου,
είναι ένα τραγούδι
αφιερωμένο σε κάποια Μαρία
ξεχασμένη σ’ ένα δωμάτιο με ιστούς,
που ξέρει ή δεν ξέρει
και τα δύο εξίσου τραγικά,
και εγώ δεν έχω πια τι να αφιερώσω,
ακόμα και αν ήξερα σε ποιόν.

 

 

ΜΟΝΑΧΑ AN

Αν υπήρχες,
έστω σαν αποσπασματικό φως
ταριχευμένου φεγγαριού σε Μαυσωλείο,
χωρίς οστά και σάρκα,
χωρίς τέλος, χωρίς σύνορα,
τότε και τότε μόνο
ίσως μπορούσα να σ’ αγαπώ
και τα βράδια να σε κλειδώνω
στο μικρό φιλντισένιο μου κουτί,
με ηρεμία δεσμοφύλακα
γιατί τότε Θα ‘ξέρα,
πως κι αν ακόμα με πλημμυρίσεις
και έξω ξεχυθείς,
Θα ξέρα πως δεν θα μπορούσα να πνιγώ
στο λιωμένο, ορειχάλκινο κορμί σου,
γιατί μέσα μου
Θα σ’ είχα εξημερώσει,
κι έτσι αργά Θα σε σκότωνα,
αγαπώντας σε τόσο.

 

 

ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ (1985)

 

 

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Η μέρα που τρεκλίζει
σέρνοντας το ξυλωμένο της ποδόγυρο,
οι άνθρωποι που σε χαιρετούν,
οι άνθρωποι που χαιρετάς,
η αγωνία να χαιρετάς
αυτούς που σε χαιρετούν,
οι λέξεις που λέγονται
και οι λέξεις που δε λέγονται,
η αγωνία των λέξεων
που δε λέγονται,
όλη η ζωή μας,
η μη ζωή μας,
με κάνουν ντυμένη λέξεις,
να γίνομαι ποίημα,
τελευταία προσπάθεια διάσωσης
για κάτι που ίσως
και νάχει πάψει να υπάρχει.

 

 

ΛΕΞΕΙΣ

Τώρα πια με πληγώνουν οι λέξεις,
όχι οι νεκρές λέξεις στο άσπρο χαρτί,
ούτε οι φλύαρες λέξεις στα στόματα των φίλων,
γιατί αυτές δεν το μπορούν.
Μα με πληγώνουν οι άλλες,
αυτές που σωπαίνουν,
πριν γίνουν θάλασσα, τραγούδι, προσφορά,
μια και η καρδιά έγινε όργανο με αρτηρίες,
μια και φόρεσα τα κόκκινα χαμόγελα στις εύθυμες παρέες,
μια και το μολύβι κοιμάται άψυχο στη φούχτα.
Και από όλες τις λέξεις πιο πολύ,
με πληγώνει αυτή,
που δεν μπορώ πια να πω,
γιατί δεν το τολμώ,

η λέξη «σ’ αγαπώ».

 

 

ΣΤΟ ΦΡΙΞΟ

Δε θέλω να σπάσω τη συνοχή
του χρυσάνθεμου με τον ήλιο,
του ανεκπλήρωτου πόθου
με τη γλυκειά προσμονή,
των ματιών σου
με τις ανοιξιάτικες καταιγίδες,
της ευτυχίας
με τους κόκκους της κλεψύδρας.
Δε θέλω να σπάσω τη συνοχή των χεριών μας.
Δε θέλω να φύγεις μακριά.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ

Τώρα το βράδυ
που τα δέντρα ερωτοτροπούν
με τις λικνιστές βεντάλιες τους,
θα ‘θελα να ‘βλεπα εδώ μπροστά
το σώμα σου,
βροχή, βρεμένο χώμα,
βουλιάζω και γλιστρώ
στα υγρά χαντάκια του κορμιού σου
και το χαμόγελό σου
ποτάμι στα μαλλιά.
Έτσι θα σε ήθελα.
Όλον μια προσφορά,
ένα ποίημα που ζωντάνεψε
παράλογα και ανέλπιστα
μια νύχτα που
στη φαντασία όλα επιτρέπονται.

 

 

ΦΙΛΟΙ

Όταν και οι τελευταίοι φίλοι
σαν σε βλέπουν
ρουφούν με καλαμάκι τηλεόραση,
ή προσφέρουν ξερά χαμόγελα
σε μεγάλα ποτήρια ουίσκυ,
όταν η ανάγκη να δώσεις θάλασσα,
ορμάει να σε πνίξει,
και μέσα στη φούχτα σου
ιδρώνει η στάχτη των καμένων λουλουδιών,
τότε όλο και πιο πολύ,
νιώθεις τη σιωπή
να σου γλύφει τα χέρια
σαν αρρωστημένο, υπάκουο σκυλί.

 

 

ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ

Τούτη την ώρα που το σκοτάδι
το τρυπούν μικροί σταλακτίτες από φως,
κάτω από το μπαλκόνι,
δύο πουκάμισα λευκά,
δειλός υπαινιγμός ανθρώπινης σάρκας,
μοναδική ανθρώπινη επαφή,
τούτη την ώρα
που τα σπίτια σιωπούν
με συνοφρυωμένα τα κλειστά πατζούρια,
νιώθω τον ύπνο λεκέ στα ματόκλαδα,
ρίχνω νερό να τον ξεπλύνω,
γιατί θέλω να ζήσω
όσο πιο πολύ μπορώ αυτή την ώρα,
που η μοναξιά
γίνεται αβάστακτη,
τόσο πολύ αβάστακτη,
όσο πολύ γλυκιά.

 

 

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΕΙΡΗΝΗΣ

Γυναίκα της Χιροσίμα,
εγώ, παιδί μιας άλλης χώρας,
μιας άλλης γενιάς,
μιας άλλης εποχής,
σε συνάντησα χθες στην πλατεία,
το φαλακρό κεφάλι,
το «διαμελισμένο κορμί,
τα κοκκάλινα άσπρα χέρια,
τις τσακισμένες λέξεις,
ναι, τα είδα και τα άκουσα όλα,
και όταν τραγούδησες στη γλώσσα σου
το τραγούδι της ειρήνης
όλοι στην πλατεία,
παιδιά πολλών γενεών, πολλών εποχών
τραγούδησαν μαζί σου,
και κάποτε γυναίκα,
θα φυτρώσουν λουλούδια στο κομματιασμένο σου κορμί,
και από τη μήτρα σου
θα γεννηθούν ροδομάγουλα παιδιά,
και θα κάνεις έρωτα
χωρίς την αγωνία
του μωρού με τα σπέρματα της βόμβας.
Ναι γυναίκα της Χιροσίμα,
κάποτε όλοι θα μιλήσουν τη γλώσσα σου
και τότε
όλοι οι λαοί θα τραγουδήσουν το τραγούδι σου.

 

 

ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Ένα χαμόγελο
στρογγυλό βαζάκι με ανεμώνες,
αγκαλιά
γεμάτη αχνιστό ήλιο,
δυο μάτια
στο χρώμα καστανής καλωσύνης,
όλη μια ελπίδα,
όλη μια υπόσχεση
πως υπάρχουν άνθρωποι…

 

 

ΕΡΩΤΑΣ Ι

Το δάκρυ σου μοιάζει με θάλασσα
και το χαμόγελό σου με ηλιαχτίδα,
θάθελα να βρέξω την καρδιά μου σε μια θάλασσα
και να τη στεγνώσω σε μια ηλιαχτίδα.

 

 

ΕΡΩΤΑΣ ΙΙ

Το φεγγάρι έλιωσε στον ουρανό.
Τα αστέρια σταμάτησαν το χορό τους.
Πάνω στο τζάμι δυο σταγόνες
ξεχώρισαν και κύλισαν στο έδαφος.

 

 

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Σούρουπο,
αέρας,
τα λουλούδια που σωπαίνουν στις γλάστρες,
το κόκκινο αυτοκίνητο που φεύγει,
ο αυτόματος τηλεφωνητής στο τηλέφωνο,
το υδάτινο πέπλο της αναπνοής στο τζάμι,
ο ουρανός πληκτικά γαλάζιος
σαν ατέλειωτη θάλασσα.
Πότε απόμεινε μόνο ένα νησί,
και γύρω απόηχοι,
άχρωμα χρώματα,
άπιαστα χέρια,
πότε απόμεινε έτσι ένα νησί,
η καρδιά μου.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΙΝ

ΠΌΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΆΚΗ

«Η Αυγή», 11.7.2017

Στέφαν όπως Τσβάιχ, η Μαγική Πολυκατοικία στον Αρχαίο Κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη

Γίνεται λόγος πολλές φορές για τον αρχικό «πόνο» ή το «τραύμα» στη λογοτεχνία, αυτό που δίνει το ερέθισμα στον λογοτέχνη να αναπτύξει γύρω του, όπως η μαλακή πληγωμένη σάρκα του στρειδιού αντιδρά σε έναν παρείσακτο κόκκο άμμου, για παράδειγμα, και δημιουργεί το πολύτιμο μαργαριτάρι. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάποτε και την καλλιτεχνική δημιουργία, ως αντίδραση στο τραύμα: ο πάσχων λογοτέχνης επιστρατεύει αποθέματα, ψυχικές και πνευματικές εφεδρείες για να μπορέσει να πετύχει για τον ίδιο ίσως την επούλωση και την αυτογνωσία, με αποτέλεσμα το έργο του, τη δημιουργία του.
Η δικαίωση ωστόσο αυτής της διαδικασίας πάντα διακυβεύεται. Δεν δικαιώνεται ο λογοτέχνης όταν έχει θεραπευτεί ο ίδιος, παρά μόνο όταν έχει δώσει ένα άξιο λογοτεχνικό έργο. Η δικαίωση δηλαδή συμβαίνει, αν συμβαίνει αλλού, και όχι στο επίπεδο της θεραπείας του τραύματος, όσο τραγικό και επώδυνο να είναι αυτό. Να θυμίσουμε περιπτώσεις όπως το τραύμα του πολέμου στην «Κυρία Νταλογουέη» της Βιρτζίνια Γουλφ, ή το Ολοκαύτωμα και την εξορία στον «Άουστερλιτς» του Ζέμπαλντ. Η δικαίωση συμβαίνει με λογοτεχνικά και αναγνωστικά κριτήρια και όχι με αυτά της θεραπείας.
Θεωρώ απαραίτητη αυτή την εισαγωγή για το πρόσφατο μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν». Η συγγραφέας έχει ξαναασχοληθεί με την πεζογραφία – μυθιστόρημα και θεατρικό έργο. Είναι γνωστή όμως για την ποιητική της παρουσία -οκτώ ποιητικές συλλογές- όπου μεταφέρει την εμπειρία της από τα ταξίδια στο Αλλού.
Είχα την ευκαιρία στο παρελθόν να αναφερθώ στους «Χάρτες του Αλλού στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη» στην παρουσίαση της ποιητικής της συλλογής «Στον Αρχαίο Κόσμο βραδιάζει νωρίς» (το κείμενο αναρτημένο στις Πινακίδες από κερί, το ιστολόγιό μου), χαρτογραφώντας και ορίζοντας ανθρωπολογικές παραμέτρους ενός κόσμου όπου πηγαινοέρχεται η ποιήτρια. Ένας κόσμος αλλιώς, σαν τους πίνακες του Νταλί, σαν την ταινία «Μάτριξ». Αργότερα, με αφορμή τη συλλογή «Κλινικά απών», μίλησα για την Οδύσσεια του πένθους, τη συγκρότηση της θεραπείας της ποιήτριας. Στην ίδια κατεύθυνση ένιωσα πως θα μιλούσα και για την επόμενη συλλογή, «Οι ομοτράπεζοι της άλλης Γης» -αφιερωμένο σε τρεις προσφιλείς νεκρούς της, όπου ποιητικά είχαν μετοικήσει στον Αρχαίο Κόσμο της- αυτή ήταν η Άλλη Γη, με τους άλλους ρυθμούς του χρόνου, τα αλλόκοτα ποτάμια και τις άγριες μορφές του πένθους, προσωποποιημένο ως τέρας.
Ένας τέτοιος πόνος όμως, εξευγενισμένος ή άγριος, εξημερώνεται αλλά δεν εξαντλείται και έπρεπε να το υποψιαστώ αρχίζοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν». Μια ιστορία δομημένη στο στυλ ταινίας τους Γουές Άντερσον, όπως το «Grand Budapest Hotel» ή η «Οικογένεια Τένεμπάουμ», με χαρακτήρες σε χωριστά κουτιά, ορατά και χαρτογραφημένα σε τρεις διαστάσεις. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια πολυκατοικία όπου ο παράξενος βοηθός του κυρίου Κλάιν, όπως ο θυρωρός στο Γκραν Μπούνταπεστ, που βασίζεται σε μια νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, εξυπηρετεί και σχετίζεται συναισθηματικά με τους ενοίκους. Στέφαν και το όνομα του ήρωα – πνευματική οφειλή στον Τσβάιχ, υποθέτω. Όλα τα ονόματα παραπέμπουν κάπου: στο πένθος – Οικογένεια Μουρν, στη θεραπεία – κύριος και κυρία Χιλ και δεν λείπει η αναφορά διά του συμβολικού ονόματος στο σύμπλεγμα το μυθικό, κύριος και κυρία Ίντιπους. Ο Μπίλλυ που λείπει – τρυφερή αναφορά στον «Βασίλη μας», τον αδελφό της που στη μνήμη του είναι αφιερωμένο το βιβλίο.
Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, συναρπαστικό, χωρίς αντιφάσεις, ένα μυθιστόρημα που ο πόνος έχει εξαφανιστεί στη δομή, τόσο σοφά μελετημένο, «άτρωτο από οποιασδήποτε κλίμακας σεισμικές δονήσεις του λογικού και των αιτημάτων του ρεαλισμού» όπως σημειώνει εύστοχα για τη λογοτεχνική συνθήκη του μυθιστορήματος ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Ο ρεαλισμός παρών σε έναν κόσμο μαγικό, με το περιθώριο, τους μετανάστες, τους άστεγους, την ανεργία, τη δυστυχία, την έλλειψη επικοινωνίας του. Διαβάζεται απνευστί. Επιμένω στις λεπτομέρειες της δομής και της αφήγησης γιατί όσον αφορά την ευαισθησία και το βάθος της γραφής, η Χλόη Κουτσουμπέλη δεν εγκαταλείπει ούτε λεπτό την ποίηση και τα στοιχειά του κόσμου του Αλλού όταν γράφει.

Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.

Η χώρα της ποίησης είναι μια άλλη χώρα. Ο ποιητής ένα αμφίβιο που ζει και στους δύο κόσμους. Ο κόσμος της τέχνης είναι κόσμος σκιών, δεν δίνει απαντήσεις. Σ’ αυτόν πηγαίνουν οι προορισμένοι, όσοι σφραγίστηκαν μικροί με κείνο το μισό πέταλο στον ώμο που σημαίνει πως τίποτε ποτέ δεν θα ’ναι ολόκληρο. Εκτός από ένα μελανοδοχείο που αδειάζει.
Στο ποίημα ΤΟ ΚΕΝΟ υπάρχει η εξής ενδεικτική περιγραφή:

Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
Σε μία κόλλα από χαρτί
Αφού το φιμώσεις με μελάνι
Κοιμάσαι μαζί του μία δύο τρεις φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
Μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
Όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
….
Τότε και μόνο τότε, καταλήγει το ποίημα,
Μπορείς να γράψεις για το τίποτα.
Το τέλος του ποιήματος, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου μια φράση από το ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ, Κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι.
Ο κόσμος της ποιητικής συλλογής ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ είναι θλιμμένος, μοιάζει αδιέξοδος. Υπάρχουν όμως και σημεία φυγής. Στο ποίημα ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελπίδα βρίσκεται πάλι στην αγάπη, γιατί συνέχεια χ«ο χωρισμός είναι απόφαση, η αγάπη χωρίς διακοπή». Και στο ποίημα Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, και κλείνω με αυτό το απόσπασμα, διαβάζουμε:

Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
Παράλογα και ανόητα γενναίοι
Που αψήφησαν την βέβαιη ήττα
Άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
Άλλη ψυχή, οικεία
Και με ένα φιλί
Σταγόνα βουλοκέρι
Σφράγισαν τον Χρόνο

 

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

FREAR 13/7/2017

ΕΝΩ ΕΣΥ ΚΟΙΜΟΣΟΥΝ
Μια ανάγνωση του βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη

Σε μια στέρεη δομή, ο ήρωας της αφήγησης, ο Στέφαν, έχει αναλάβει εργασίες βοηθού συντηρητή στην πολυκατοικία του παρόντος, υπογράφοντας ένα συμβόλαιο με έναν μυστηριώδη εργοδότη. Επιδιορθώνει, βοηθεί και βοηθιέται, ξεκλειδώνει πόρτες και μυστικά, που τον εμπλέκουν και με πρόσωπα από το μακρινό του παρελθόν και την παλιά πόλη, και αποτελούν μια σπαρακτική αναψηλάφηση των σημαντικών περιόδων της στοιχειωμένης του ζωής. Πού, πότε; Ανοικείωση κατ’ αρχάς του αναγνώστη από την αμφισημία του χωρόχρονου. Ένας βιωματικός χορός μεταμφιεσμένων προσώπων, που θα μπορούσαν να ζοyν οπουδήποτε στον κόσμο αλλά οπωσδήποτε εν μέσω κρίσης και παραλυτικής ανεργίας. Και ο Στέφαν, σε κάποιον δαντικό κύκλο της κολάσεως, σε ένα μεσοδιάστημα ή σε μια Νέκυια οφείλει να ξαναζήσει με τη μνήμη του τα πάθη του, «τα συμπιεσμένα συναισθήματα», όλα εκείνα που θέλει να ξεχάσει ‒δύσκολα παιδικά χρόνια και απώλειες‒, να καταλάβει τη ζωή του, τον εαυτό του, με υπομονή και ταπεινοφροσύνη, την αυτοκαταστροφικότητα και τη δειλία του ακόμα και μπροστά στο δώρο του έρωτα, που του χαρίστηκε. Οφείλει να συμφιλιωθεί με τους δαίμονές του, να πονέσει και να λυπηθεί, αγκαλιάζοντας τον άλλο άνθρωπο και τώρα, έγκαιρα να κάνει την υπέρβασή του, βοηθώντας τους άλλους να σωθούν, αγαπώντας με την ψυχή του τους άλλους, μια και ήμαστε όλοι «μια ψυχή σε ένα περίβλημα». Από Μίδας, το χρυσό αγόρι με τη σημαδεμένη τράπουλα, ο νάρκισσος και κακομαθημένος, να φτάσει στην αγάπη, γιατί «μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία… αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στο χάος της ζωής μας». Να μη νιώθει μόνος, να βγει στο φως.
Ο παντογνώστης αφηγητής με μια εξαιρετικά ποιητική γραφή, εγκαθιστά τον Στέφαν στον άλλο κόσμο της πολυκατοικίας. «Τότε είδε μπροστά του μια τεράστια φάλαινα, ένα κήτος που ανέπνεε, με το εσωτερικό να πάλλεται, τα μπαλκόνια να σείονται, τα τούβλα, τα μπετόν, τους αρμούς να σαλεύουν. Ύστερα ένα σύννεφο κατάπιε πάλι τον ήλιο και η αίσθηση χάθηκε». Ή «Ο Στέφαν άκουσε νοερά τα κάγκελα του κελιού του να κατεβαίνουν και την κλειδαριά να κλειδώνει αυτόματα. Ο πάνθηρας μέσα του άρχισε να βηματίζει ανυπόμονα». Ή «Ο Στέφαν χαμογέλασε μόνος του, καθώς σκέφτηκε τον κύριο Κλάιν να φοράει ένα λευκό νυχτικό, να τον κυνηγάει στο διάδρομο με ένα κερί στο χέρι και να διεκδικεί μερίδιο της σάρκας του». Επιδιορθώνει εξαρτήματα και σχέσεις και ξεκλειδώνει μυστικά, διατρέχοντας την παιδική του ηλικία και την εφηβεία του, ως την κάθαρση.
Αναγνωστική απόλαυση από ένα μοντέρνο, πληθωρικό, πρωτότυπο και ζωντανό φιλοσοφικό, μη ρεαλιστικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται ως αστυνομικό.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Στον παράξενο κόσμο του κυρίου Κλάιν
BOOKPRESS 21/6/ 2017

Το γρήγορα και το αργά είναι έννοιες σχετικές, αγαπητέ μου.
Ανάλογες με τη σφοδρότητα της επιθυμίας.
Με το πάθος ή το πένθος. Με την ενοχή και τη μετάνοια.
Με τον αποχαιρετισμό. Με το τέλος του τέλους.

Τα παραπάνω λόγια του μυστηριώδους κυρίου Κλάιν συμπυκνώνουν το νόημα της παράξενης αυτής ιστορίας. Ο χρόνος είναι μια υποκειμενική υπόθεση, έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε με τη συμβατική ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Βιώνεται από τη συνείδησή μας (αποκτώντας έτσι την απαραίτητη υλική υπόσταση) η οποία όμως αγνοεί την πραγματική του διάσταση, καθώς αυτή βρίσκεται πέρα πολύ από τα όρια της λογικής μας ικανότητας, και έτσι ζώντας μέσα του αδυνατούμε να συλλάβουμε την ουσία του. Ο χρόνος μετριέται με τα σημάδια του πάνω μας, με τις απώλειες και τη φθορά που γράφει στο σώμα και στη μνήμη. Παραμένει ασύλληπτος όμως. Και αυτή τη σχετικότητα της έννοιας του χρόνου φαίνεται να τη γνωρίζει ο κύριος Κλάιν, όπως και τα όρια της ανθρώπινης εκδοχής του: το τέλος του τέλους.
Αυτό το τέλος για τον ήρωα της ιστορίας, τον Στέφαν, θα έρχεται αργά, σε μια απροσδιοριστία του αληθινού και του φανταστικού. Η ιστορία ξεκινά με ένα ατύχημα, καθώς ο Στέφαν παρασύρεται από ένα μαύρο αυτοκίνητο στην προσπάθειά του να διασχίσει τον δρόμο για να προφτάσει το ραντεβού του με τον κύριο Κλάιν, ο οποίος του έχει υποσχεθεί θέση εργασίας. Σώζεται (αλήθεια σώζεται;) όμως και αναλαμβάνει τη δουλειά που του προσφέρει ο ιδιόρρυθμος εργοδότης του παραδίδοντας ταυτόχρονα την υπόστασή του στην ανυπαρξία, τουλάχιστον για τα ανθρώπινα μέτρα. Η συμφωνία προβλέπει την εγκατάστασή του στην πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν για σαράντα μέρες έναντι υψηλής αμοιβής, που παρουσιάζεται σωτήρια για τον Στέφαν, με την υποχρέωση να επιδιορθώνει τα προβλήματα που θα προκύπτουν στα διαμερίσματα. Ό,τι θα ακολουθήσει θα ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο αιφνίδια ανατρεπτικό τοπίο, ίδιον της γραφής της Χλόης Κουτσουμπέλη ακόμα και στον ποιητικό της λόγο και όχι μόνον στα πεζά της. Χωρίζει την αφήγησή της σε κεφάλαια των οποίων οι προμετωπίδες, που εισαγωγικά προετοιμάζουν τον αναγνώστη, θα μπορούσαν να αποτελούν και μια τρόπον τινά περίληψη όλης της ιστορίας, φυσικά με την ανάλογη μεταφορικότητα και με υπόρρητες συνδέσεις. Έτσι, η άποψη του Μπέρναρντ Σω, που μας εισάγει στο πρώτο κεφάλαιο, προϊδεάζει για το ξετύλιγμα της ζωής του Στέφαν που θα παρακολουθήσουμε και μας προβληματίζει για τη σημασία μιας ζωής που αναλώθηκε σε λάθη παραμένοντας όμως αξιέπαινη. Και παρακάτω το ζύγισμα της ψυχής από τον θεό Άνουβι, στο απόσπασμα από την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών, θα μας υποψιάσει για το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή του Στέφαν, που νιώθει να τον ξεπερνά ο χρόνος και βλέπει το σώμα του να μεταμορφώνεται, να φθίνει, να φθείρεται. Η αναφορά σε άλλη προμετωπίδα κεφαλαίου (και όταν η πλοκή πλέον έχει αφήσει να διαφανεί η αλήθεια των πραγμάτων) στην εμβληματική Έβδομη σφραγίδα του Μπέργκμαν, αποτελεί μια από τις ισχυρότερες συνδέσεις/οδηγούς της ανάγνωσης.
Δίπλα στον κεντρικό ήρωα, οι υπόλοιποι χαρακτήρες, όλοι με κάποια σχέση μαζί του που αναδύεται από τα βάθη της μνήμης συνδέοντάς τον με ένα παρελθόν που θα προτιμούσε να μη θυμάται. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό το λογοτεχνικό τοπίο που δημιουργεί η Χλόη Κουτσουμπέλη. Σαν ο ήρωας να βυθίζεται σε μια δίνη, η οποία συμπαρασύρει με τους κύκλους της τα υπόλοιπα πρόσωπα, ώσπου να εξαφανιστούν τα ορατά σημάδια της παρουσίας τους. Η πέτρα που πέφτει σε μια ήρεμη λίμνη και δημιουργεί ομόκεντρους κύκλους που όσο απομακρύνονται από το κέντρο τόσο φθίνουν, μέχρι να εξαφανιστούν. Ο Στέφαν θα επηρεαστεί από την παρουσία τους, ταυτόχρονα θα αποβεί καταλύτης στα δικά τους αδιέξοδα. Και όλα αυτά μέσα σε μια πόλη σύγχρονη, να βιώνει την κατάντια της κοινωνικής και οικονομική κρίσης και να «κρύβει κάτω από το χαλί» την ύπαρξη της Παλιάς πόλης των αποσυνάγωγων και περιθωριακών, των απορριμμάτων της ζωής. Από τη μια η ηθική και από την άλλη η ανηθικότητα, λες και η μία δεν είναι απότοκο της άλλης, σε μια συμβατικά δομημένη θεώρηση του σωστού και του λαθεμένου.
Η Κουτσουμπέλη παράλληλα με την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της, που οδηγεί τον αναγνώστη να αποκωδικοποιεί τις ευρηματικές εικόνες, παράλληλα και με μια φιλοσοφικών προεκτάσεων συμβολιστική, κατορθώνει να μιλήσει με γλώσσα απολύτως σημερινή δίνοντας το αντικαθρέφτισμα μιας κοινωνίας που μοιάζει απελπιστικά με τη δική μας. Η επιλογή μιας απροσδιόριστης πόλης ως προς την ταυτότητά της, καθώς και τα ξένα ονόματα των ηρώων της, αποθαρρύνουν την απόλυτη ταύτιση με το ελληνικό τοπίο και καθιστούν το μυθιστόρημα οικουμενικό ως προς τις αναφορές του, σε απόλυτη αρμονία με τα θέματα που θίγει. Ο άνθρωπος και η κοινωνία, τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, την καταξίωση και την απαξίωση, τη συμπόρευση με τους άλλους, τη συμφιλίωση με τη διαφορετικότητά τους, τη διάθεση της προσφοράς με το μοίρασμα του εαυτού. Όλα σε μία δυναμική σύμπλευση, αλληλοσυμπληρούμενα και αλληλοαναιρούμενα. Ένα μυθιστόρημα που κινείται στο μεταίχμιο, στο ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο, όπου όλα πιθανολογούνται για αληθινά και όλα απειλούνται με μια διάψευση. Σημαντική η αναφορά στον θιβετιανό Βουδισμό και στην κατάσταση μπάρντο, με το σώμα να είναι νεκρό και τη συνείδηση να εξακολουθεί να ζει βιώνοντας νέες εμπειρίες. Άλλωστε ζης και είσαι νεκρός θα δούμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, που ως προμετωπίδα θα μας οδηγήσει σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου.
Η ιστορία αυτή θυμίζει το περιβάλλον που επιλέγει ο Κάφκα στις δικές του απεικονίσεις του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες. Την κατάλληλη στιγμή που έχεις νιώσει να πλανάται η εφιαλτική αυτή ομοιότητα πάνω από τα πρόσωπα της ιστορίας, θα έρθει και η κατευθείαν αναφορά: Ο Κάφκα λέει σε ένα από τα γράμματά του στη Μίλενα ότι η τιμωρία της κόλασης συνίσταται στο να αναγκάζεται κάποιος να διεξέλθει μια φορά τη ζωή του με τη ματιά της γνώσης και το χειρότερο δεν είναι να αναθεωρεί τις προφανώς κακές του πράξεις, αλλά τις πράξεις που νόμιζε άλλοτε καλές.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μάς οδηγεί με το βιβλίο αυτό σε μια καταβύθιση εσώτερη και οδυνηρή, στον βαθμό που η λογοτεχνία ξεπερνά τα στενά όρια των σελίδων και εγκαθίσταται στο μυαλό του αναγνώστη για να δημιουργήσει εκεί τις δικές της συνδέσεις. Ωστόσο έχει και μια πρόταση/θέση, που αφήνει μια κάποια αισιοδοξία μέσα σ’ αυτό το χάος και την περιδίνηση: […] ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους, κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα Σύμπαντα. Του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, η επιλογή μας, αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο Χάος της ζωής μας.
Αν λοιπόν οι υπάρξεις μας είναι εκλάμψεις του τυχαίου, τότε η επιλογή η δική μας έγκειται στη διαχείριση αυτής της συνθήκης που ονομάζουμε ζωή, χωρίς φυσικά να γνωρίζουμε τα όριά της αλλά και την αληθινή φύση της. Στη βάση της αγάπης, της αλληλοϋποστήριξης και της συνδρομής στις ανάγκες του άλλου, ωστόσο, θα μπορούσε αυτή η ζωή να γίνει ανεκτή.
Διαφαίνεται πίσω από το εγχείρημα της συγγραφής αυτής της ξεχωριστής ιστορίας η προσπάθεια της Κουτσουμπέλη να κατανοήσει τη διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Γιατί όλο αυτό το πολύπλευρο και πολυσήμαντο θέμα προσεγγίστηκε με την αγωνία μιας επαλήθευσης του βαθύτερου πόθου για μια επαρκή ερμηνεία του ταξιδιού της ζωής και της σύνδεσής του με το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση. Ποιος μπορεί να συμφιλιωθεί με το τελεσίδικο κενό μετά το τέλος του τέλους;
Και επειδή οι συνειρμοί που κάνει ο αναγνώστης είναι αποδεκτοί στη λογοτεχνική περιπέτεια, διαβάζοντας τον Βοηθό του κυρίου Κλάιν σκέφτομαι από τη μία εκείνη την ταινία του Joseph Losey, το Monsieur Klein, σκοτεινή και εφιαλτική, με την ομοιότητα να εντοπίζεται όχι μόνον στο όνομα αλλά και στον παράδοξο κόσμο (καφκικό επίσης) της ιστορίας (βλ. κεντρική εικόνα). Από την άλλη το όνομα έχει και την ερμηνεία του, Klein, δηλαδή μικρός, με όποια σύνδεση μπορεί να γίνει ανάμεσα στον άνθρωπο/Στέφαν και στον θάνατο/μοίρα/κύριο Κλάιν. Πολύ περισσότερο, αν πρόκειται για έναν απλό μεσάζοντα, που τώρα φαίνεται τόσο μικρός μπροστά στον πάσχοντα και αγωνιούντα κατακρημνισμένο άνθρωπο. Ένα μυθιστόρημα με πολλές αναγνώσεις/ερμηνείες, γι’ αυτό και άξιο προσοχής.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 24/05/2017,

Ο ατυχής βίος της ανθρωπότητας

Καφκικό περιβάλλον, ανατριχίλα αστυνομικού μυθιστορήματος, διαρκές σασπένς και φιλοσοφική διάθεση. Το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν» αποδεικνύεται μυθιστόρημα υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων. Ο αναγνώστης βυθίζεται απόλυτα στο έργο, έργο που πλέκεται με δεξιοτεχνία, σα λεπτή δαντέλα, και συνεπαίρνεται από αυτό. Η ζωή και ο θάνατος, η τάξη και το χάος. Ο κ. Γκούντμαν, φορέας της ηθικής και ο Στέφαν. Οι άνθρωποι της Παλιάς πόλης, που κινούνται στο περιθώριο της ζωής, ο κόσμος των απόκληρων, των κολασμένων. Κι ανάμεσά τους η Λούσυ, η προσωποποίηση της καλοσύνης και της αγνότητας.
Σε μορφή θεατρική, με ιστορίες που εναλλάσσονται σαν θεατρικές σκηνές και πρόσωπα τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας, ξεδιπλώνεται το κουβάρι του κόσμου του εικοστού πρώτου αιώνα, ενός κόσμου αποτυχημένου, «που γονατίζει αφήνοντας όλο και περισσότερο το χιμπατζή να κυριαρχεί στον εγκέφαλό του». Πόλεμοι μαίνονται, μια τεράστια οικονομική κρίση. Άνθρωποι που κουβαλούν το σπίτι τους στην πλάτη, παιδιά που πνίγονται στη θάλασσα. Μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του Στέφαν, του πρωταγωνιστή, περιγράφεται ο ατυχής βίος ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Με συνεχείς μεταβάσεις στο παρελθόν και το παρόν της ζωής του ήρωα, καταγράφεται η ανήκεστος βλάβη της κοινωνίας μας και του ανθρώπου που συνεχώς βρίσκει δικαιολογίες για την κακότητα που τον χαρακτηρίζει. Εθισμένος στο τζόγο και την ηδονή, ξεχνά πως δεν είναι παρά «μια ψυχή σε ένα περίβλημα», ένα ρολόι που κάποτε θα σταματήσει. Ο καθρέφτης θα θολώσει κι αυτός τότε θα εισέλθει σ’ ένα σκοτεινό υπογάστριο, σ΄ ένα κήτος που θα τον κατεβάσει επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης. Ένας κόσμος μούχλας και λαθών η ζωή, κι ο άνθρωπος με μια Αποστολή, που είναι το δώρο του. Με αυτό έρχεται στη ζωή, δέσμιος μιας μοίρας που δεν ελέγχει.
Το Σώμα Σύμπαν, η Μητέρα Γη, η Θεότητα, η γνώση, η παράδοση, οι εντολές του Ευαγγελίου. «Ιστός αράχνης είμαστε, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους. Κάποιος μας φυσά και ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα σύμπαντα του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, αυτό που μπορεί να δώσει νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο χάος της ζωής μας». Με εικονοπλασία εκπληκτικής δεινότητας, με παρομοιώσεις μοναδικής εφευρετικότητας και κάλλους, καταγράφεται στο βιβλίο η ιστορία της εφηβείας και της ενηλικίωσης του ανθρώπου, ο οποίος μόνον όταν έρχεται κ. Κλάιν, ευθυτενής και αγέρωχος, με τη γκρίζα καμπαρντίνα και το καπέλο του, φορώντας τα μαύρα του γάντια, κάνει τον απολογισμό της ζωής του. Τότε όμως οι αναμνήσεις γίνονται κοφτερά δόντια που τον ξεσκίζουν.
Το παραμύθι και η πραγματικότητα, το καλό και το κακό, τα ανθρώπινα πάθη. Κάποια στιγμή πιάνεις κι εσύ στα χέρια σου το μαύρο βότσαλο. Ο Στέφαν, μια μέρα σκοτεινή και συννεφιασμένη, κατεβαίνοντας από το λεωφορείο και προσπαθώντας να περάσει το δρόμο, παρασύρεται από μια μαύρη λιμουζίνα. Θα σωθεί την τελευταία στιγμή. Το ρολόι του θα σταματήσει και θα εισέλθει στη ζωή του ο αινιγματικός κ. Κλάιν που θα του τάξει χρήματα -που τα έχει μεγάλη ανάγκη- για την εργασία του επιδιορθωτή των προβλημάτων της ιδιόκτητης πολυκατοικίας του. Στην προσπάθειά του να καθαρίσει την πολυκατοικία, να σφουγγαρίσει τη ζωή τη δική του και των άλλων, θα πέσει σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Θα εγκλωβιστεί σ’ έναν κύκλο ατέλειωτων αναμνήσεων και καταγραφής λαθών που θα τον εξουθενώσει, καθώς πεθαίνει σιγά σιγά. Μεταβαίνει στην κατάσταση Μπάρντο, σύμφωνα με τη Θιβετιανή Βίβλο των Νεκρών. Σε μια ενδιάμεση ζωή, ανάμεσα στο θάνατο και τη ζωή, σε μια καινούργια γέννηση.
Με τριτοπρόσωπη γραφή, με τη ματιά ενός παντογνώστη αφηγητή, χωρίς ούτε μια λέξη περιττή, με τη μορφή ανάμνησης, ακόμη και αναμνηστικής επιστολής, σαν ανάλυση ενός φροϋδικού ονείρου, με αλλεπάλληλες συνειρμικές μεταβάσεις, περνάει μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη το παρελθόν του ήρωα. Η Βίβλος, η Αποκάλυψη, το ζήτημα του τυχαίου, η ρευστότητα της ζωής, το προσφυγικό ως η ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας, όλα εξετάζονται και συγκλονίζουν με τη διεισδυτική ματιά μιας ποιητικής γραφής υψηλού επιπέδου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν τα φιλοσοφημένα παραθέματα που τοποθετούνται ως μότο πριν από κάθε κεφάλαιο, καθώς και οι υπέροχες λογοτεχνικές αναφορές που κοσμούν την αφήγηση, μια αφήγηση ρέουσα και φυσική. Δεσπόζοντα ρόλο στο κείμενο αποκτούν η θεωρία των συμπτώσεων και της συγχρονικότητας του Γιούγκ, μέσα από τα λόγια του συγγραφέα Σεμπάστιαν Χήλ, προσωποποίηση της γνώσης και της σοφίας στο βιβλίο.
«Ο ιππότης προσκαλεί το Θάνατο σε μια παρτίδα σκάκι. Αν ο ιππότης κερδίσει, ο Θάνατος θα του επιτρέψει να ζήσει». Ο Στέφαν θα παίξει τη ζωή του στα ζάρια. Θα ζήσει κινούμενος στο χείλος του γκρεμού. Τελικά θα χάσει την παρτίδα από το Θάνατο. Στο μεταξύ θα καταφέρει να μας προβληματίσει για τα καλά με τη ζωή του.
Το έργο είναι συγκλονιστικό. Η Χλόη Κουτσουμπέλη δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ποιητικής πρόζας ιδιαίτερα καλαίσθητη και θα λέγαμε διδακτική. Αν αποστολή της λογοτεχνίας είναι να διδάξει ευχαριστώντας (docere delictedo), όπως πίστευε ο Οβίδιος, η Χλόη Κουτσουμπέλη το πετυχαίνει στο ακέραιο με το νέο της βιβλίο «Ο βοηθός του κ.Κλάιν», αφιερωμένο στη μνήμη του αδελφού της. Κι αν ο σκοπός της λογοτεχνίας είναι η κάθαρση μέσα από τη διέγερση συναισθημάτων και την ταύτιση του αναγνώστη με τον πρωταγωνιστή («ο έλεος και ο φόβος», σύμφωνα με τον Αριστοτέλη), το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη βρίσκεται εκεί. Ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει με τη δύναμη της γραφής και του περιεχομένου του.

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

 

ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ

ΦΡΕΑΡ/3/11/2017 Στης έμπνευσης τον στροβιλισμό

ΤΟΠΟΙ ΚΑΙ ΝΟΡΜΕΣ ΜΙΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΤΑΠΕΛΤΗ

Το πένθος, τόπος σκοτεινός και άδηλος, ακαθόριστος ως προς τα σύνορα ή την τοπιογραφία του, συχνά γίνεται της ποίησης τόπος καθώς η απόπειρα περιγραφής του δεν υπακούει σε γλωσσικές νόρμες. Το πένθος δεν περιστέλλεται με τη γραφή, μα θρυμματίζεται σε λέξεις για να αναδομηθεί με την ποίηση. Εκεί, θα διατηρηθεί αν όχι ανέπαφο, τουλάχιστον επισκέψιμο.
Η συλλογή χωρίζεται σε δυο μέρη. Κοσμείται από τις λιτές εκφραστικές φωτογραφίες της Μαρίας Κοσσυφίδου, όπου το άλγος του θανάτου και της ζωής αποτυπώνεται σε ασπρόμαυρα στιγμιότυπα και φτάνει στον αναγνώστη με ευγένεια και τρυφερότητα.
Στο πρώτο μέρος της συλλογής με τίτλο «Τα γυάλινα σπίτια» η ποιήτρια ενορχηστρώνει το πένθος και τις ποικίλες εκφάνσεις του σε δημιουργία. «Οι ομοτράπεζοι» νεκροί της, ξαποσταίνοντας στο ποίημα απολαμβάνουν το αγαθό της μη-λήθης. Μα το πένθος δεν αφορά μόνον τους δικούς της νεκρούς και το καταθέτει ξεκάθαρα η ποιήτρια στο ομότιτλο της συλλογής σπονδυλωτό ποίημα που απαρτίζει μιαν από τις ενότητες του πρώτου μέρους. Παιδιά -πρόσφυγες πνιγμένα στην παγωμένη κόλαση του βυθού, θύματα παλιά και νέα της ωμής βίας των βομβαρδισμών, απέθαντες σκιές των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά και της σύγχρονης κοινωνικής βίας περνούν συχνά απ’ τα παράθυρα του ποιήματος: «Μερικές φορές έξω από το παράθυρο / περνάει ένας νεαρός / με μία ζώνη δεμένη σφιχτά γύρω απ’ τον λαιμό. / Στο οικοτροφείο περνούσα καλά, της γνέφει / αν εξαιρέσεις τους αλλεπάλληλους βιασμούς, / ένας άλλος σωριάζεται στην τριανταφυλλιά, / την βάφει κόκκινη / στην πλάτη σφηνωμένο ένα μαχαίρι / τραγουδάει για λύκους και μαύρες κουκούλες / και μια σβάστικα που απλώνεται παντού».
Η διαχείριση του πένθους ακολουθεί θαρρείς ένα τελετουργικό που απαιτεί οπωσδήποτε τη θυσία της σιωπής. Εδώ πρέπει να σαλπάρει ο σπαραγμός, η οδύνη οφείλει να σπάσει το νήμα της ιδιωτικότητας και οι λέξεις να βαφτούν με όλες τις αποχρώσεις του μαύρου, για ν’ αποκτήσει υπόσταση η πρόθεση του ποιήματος. Ο λόγος της σπαραχτικός, αποκαλυπτικός, καταγγελτικός. Τα ποιήματα γίνονται σπίτια γυάλινα, διάφανα, διαπερατά στο βλέμμα του αναγνώστη. Συχνά καταρρέουν κι όλα τα θραύσματα καρφώνονται στο ποίημα: «Αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια / δεν είχαν ποτέ καλοστρωμένο κυριακάτικο τραπέζι /κανείς δεν τους πέρασε ποτέ το αλάτι / όσο για το βούτυρο απλώς έλιωνε επάνω στις πληγές / αυτοί που ζουν σε γυάλινα σπίτια / διακριτικά ας αδειάζουν τα σταχτοδοχεία / και ας προσφέρουν πηχτό καφέ παρηγοριάς /σε σεμνά φλιτζανάκια ενός δακρύου».
Σ’ αυτή τη συλλογή δεν λειτουργεί ο υπαινιγμός. Το υπόστρωμα της θλίψης, οι ψυχολογικές διακυμάνσεις, η ενσάρκωση και η επέκταση των τραγικών μύθων στο σήμερα (Θέλω να μάθω/ πώς ο αγαπημένος / μπορεί να είναι γιός και εραστής / πατέρας, βασιλιάς / τυφλός χρησμός / πρησμένη θηλιά/ βήματα με μπαστούνι / ξένος που ξέχασε το αίνιγμα), η οργή και η διαμαρτυρία για τις σύγχρονες και τις παλαιές σφαγές , δεσπόζουν τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο μέρος της συλλογής. Το ύφος της διακρίνεται για την πυκνότητά του, ωστόσο διατηρεί πάντα το ουσιώδες. Υποθάλπτοντας τον λυρισμό και μια ιδιάζουσα μουσικότητα, το ύφος γίνεται έρεισμα για το περιεχόμενο που άλλοτε ξεσπά συναισθηματική καταιγίδα κι άλλοτε εκλεπτυσμένος σαρκασμός: «Βγαίνοντας, κλείσε το καλοκαίρι / πίσω σου ανώδυνα. / Έτσι και αλλιώς ο πόνος / θα σε περιμένει στην αποθήκη / μαζί με τα βατραχοπέδιλα / για να τον φουσκώσεις πάλι / το άλλο καλοκαίρι».
Η δεινότητα με την οποία η ποιήτρια χειρίζεται το ισοζύγιο των λέξεων, του ρυθμού και του συγκινησιακού φορτίου, οδηγεί σε ποιήματα όπου η υπέρβαση του αισθητού κόσμου εξωτερικεύει περίτεχνα τις διεργασίες του υποσυνείδητου, πράγμα που συναντάμε και σε προηγούμενες συλλογές της. Άλλοτε ξορκίζει την οδύνη αφήνοντας τις καθημαγμένες λέξεις της στις έρημες εκτάσεις του πόνου κι άλλοτε σηκώνει ανάστημα, σαρκάζει με τόλμη και παρρησία την σήψη και την απάθεια της εφησυχασμένης κοινωνίας. Μερικές φορές, ένα ποίημα μάς βοηθά να κατανοήσουμε κάτι που μέχρι πριν ήταν μακρινό κι ακατανόητο, κάτι που κρύβαμε ακόμη (κυρίως) από τον εαυτό, μα η ποιήτρια το αποκαλύπτει, το εξομολογείται στους αναγνώστες: «Μην έρχεστε σε μένα τους φωνάζω / Διαβάστε την πινακίδα, / είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος / που ομφαλοσκοπεί. / Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι / χώνονται στους στίχους / μπλέκονται στο αμπάρι / πλημμυρίζουν το κατάστρωμα.»
Το πρώτο μέρος κλείνει με το συγκλονιστικό ποίημα –που παραπέμπει σε διάλογο αρχαίας τραγωδίας– με τον τίτλο «Αποχαιρετισμός», μία από χέρι χαμένη αναμέτρηση με τον θάνατο που οδηγεί όμως στον θρίαμβο του ποιήματος.
Ωστόσο, δεν εξαντλείται στο πένθος. Ο έρωτας, σημαντικό θεματικό κέντρο στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη κάνει την εμφάνισή του με τα εξαιρετικά ποιήματα «Μαραθώνιος» και «Κινηματογράφος», ακατάλυτος και εμμένων. Δείχνει κατάκοπος, με σπασμούς και τρεμάμενα χέρια κουλουριασμένος λουφάζει μέσα στην κοιλιά της μαύρης φάλαινας. Όμως, χάρη στην ιδιαίτερη ποίηση της Χ. Κουτσουμπέλη, ακόμη κι ο ματαιωμένος έρωτας αντιπροσωπεύει πάντα τις αντιφάσεις και την πολυμορφία των χειρονομιών της αγάπης, τον πλούτο των ενστίκτων και των αισθημάτων που αντιπαλεύουν την άβυσσο του θανάτου.
Το δεύτερο μέρος της συλλογής με τίτλο «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;» εμφανίζει πολύ ιδιαίτερη δομή. Η ποιήτρια σμιλεύει με στίχους έναν μικρόκοσμο, μια συνοικία θα τολμούσα να πω με ποιήματα-κτίσματα πάνω στα σαθρά θεμέλια του δήθεν καλύτερου κόσμου. Ο αναγνώστης προετοιμάζεται κιόλας από το πρώτο ποίημα της δεύτερης ενότητας γι αυτή τη μετάβαση σ’ ένα άλλου είδους πένθος που έχει απωλέσει την αθωότητα και την ενάργεια του, αφού δεν πρόκειται για το πένθος του θανάτου, αλλά για το άνευρο, αργόσυρτο και βλοσυρό πένθος της ζωής. Δημιουργεί με τους στίχους της ένα αντιπαραμύθι όπου οι ήρωες, το περιβάλλον και τα αντικείμενα που τους περιστοιχίζουν, όλα, εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό: διαφυλάττουν τον καθωσπρεπισμό (το πιο «χαϊδεμένο» απ’ όλα τα παιδιά της πολιτισμένης κοινωνίας). Με γνήσια και πρωτότυπη δημιουργική πνοή δίνει ανάσα σε πρόσωπα και προσωπεία που κατοικούν στο ποίημα. Προσδίδει σε αυτά, όχι τυχαία, ονόματα αγγλοσαξονικής προέλευσης και επίθετα-οικόσημα του αδιάβρωτου, εδώ και αιώνες, συντηρητισμού: αξιοσέβαστος, αξιοζήλευτη, αξιότιμος, μοναχοκόρη, καθαρές, εύθυμη. Με τα ουσιαστικά-αντικείμενα φετίχ της αριστοκρατικής κληρονομιάς, όπως οικογενειακά πορτρέτα, κομοδίνα, κορνίζες, πιάνο, μελανοδοχεία και πένες, μπαστούνια και μπουτουνιέρες, νυφικά με ουρά, φραμαπλάδες, δαντέλες, πορσελάνες, κουνιστές πολυθρόνες, γκουβερνάντες και σφιχτές γραβάτες, η ποιήτρια στήνει το σκηνικό για να ερμηνεύσει ο θίασός της την «πολιτισμένη πολιτεία». Οι κάτοικοι αυτής της πολιτείας κοιμούνται και ξυπνούν, συνδιαλέγονται, διαπλέκονται, προσποιούνται (κυρίως προσποιούνται), καιροφυλακτούν, βασανίζουν τους αδύναμους, κομπάζουν, θάβουν τις επιθυμίες τους, ταΐζουν την αλαζονεία, υποκύπτοντας έως θανάτου στα στεγανά της κοινωνικής ευπρέπειας. Οι σχέσεις τους ποικίλουν: οικογενειακές –αδέρφια, σύζυγοι (με οχτώ γάμους και βάλε), εραστές αληθινοί και φαντασιακοί– ταυτοπροσωπίες, μα κυρίως είναι σχέσεις εξουσίας, οι κατ’ εξοχήν σχέσεις του σύγχρονου κόσμου. Όλοι, ομοτράπεζοι στα γεύματα της σιωπής και της υποκρισίας. Οι περσόνες που δημιουργεί η Χλόη Κουτσουμπέλη με τολμηρή εικονοποιία και πρωτοποριακή μορφή, βυθίζονται εκούσια στο ποίημα και αναδύονται ξανά για ν’ αντιμετωπίσουν επιτέλους τον εαυτό τους, να μιλήσουν στον αναγνώστη για τους μύχιους πόθους, την οδύνη και το τραύμα, την ανάγκη για αγάπη, το πάθος της γραφής, μα κυρίως λαχταρούν να μιλήσουν για το ανέκφραστο καθημερινό τους πένθος, για τη φενάκη της ζωής τους, σ’ ένα περιβάλλον στεγνό και στυγνό, όπου σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος επινοείται. Ειδικά ο αξιοσέβαστος αστός κ. ΄Οουεν όλα τα επινοεί: «Στο τέλος τον ίδιο του τον εαυτό. / Ένα τέλειο όμικρον με διαβήτη. / Εμπρός λοιπόν κύριε ΄Οουεν,/ εισχωρήστε στο ταπεινό μας σώμα / πλημμυρίστε με χώμα /τα μάτια μας, τα χείλη, την καρδιά / ώσπου να γίνουμε κι εμείς /ένα ακόμη χρυσό δόντι /στην οδοντοστοιχία που αστράφτει.», ενώ η μοναχοκόρη Κόνστανς επινοεί τις αδερφές της για την επιτακτική ανάγκη της επιβίωσης, της δικής της και του ποιήματος. «Οι αδερφές μου είναι στοργικές. / Κάθονται πάντα δεξιά και αριστερά μου./ Έχουν τα μαλλιά του σε κότσο σφιχτό / απαγορεύουν την αιμομιξία. // Μα μια στιγμή, / δεν είχα ποτέ αδερφές. / Αφού από πάντα μου υπήρξα / μοναχοκόρη των δακρύων.» Σάμπως η αξιοζήλευτη δεσποινίς Εντελβάϊς Φλέτσερ έκανε διαφορετικά; «μ’ ένα πινέλο ζωγράφιζε τα δάκρυα. / Ω πόσο λυπημένη ήταν η Εντελβάις. /Ύστερα πάλι τα έσβηνε / και χρωμάτιζε χαμόγελα./ Ω πόσο χαρούμενη ήταν η Εντελβάις.» για ν’ αντέξει την κακοποίηση για την οποία η ίδια σιωπά, μα η ποιήτρια δεν διστάζει να γράψει γι’ αυτήν και τους σκοτεινούς βυθούς όπου καταποντίζει τα θύματά της.
Επίσης, ο φασισμός που δεν έχει εξαλειφθεί, οι επώδυνες παιδικές μνήμες, ο τρόμος των ενοχών, ο πανικός της μητρότητας, η αδηφάγα της θηλυκής υπόστασης μητρική φύση, η βία στην οικογένεια, ο φόβος που εκφράζεται ακόμη και με διατροφικές διαταραχές, αποτελούν τους κυριότερους θεματικούς άξονες. Ο χωροχρόνος των ποιημάτων αυτών είναι απροσδιόριστος και ρευστός. Οι καθαρές δεσποινίδες θα μπορούσαν να κοιμούνται αγκαλιά με τη μεταξένια καθαριότητα των φραμπαλάδων τους στις αρχές του 19ου αιώνα και να ξυπνούν σ’ ένα μοναχικό τριάρι της σημερινής Αθήνας. Γυναίκες που αδυνατούν να ξεπεράσουν τον καταδικασμένο εαυτό τους, μα οι σκιές τους το καταφέρνουν, αφού όλα στροβιλίζονται γύρω απ’ το ποίημα που όπως αναφέρθηκε νωρίτερα αποτελεί την κατοικία τους. Δημιουργεί ποιήματα που δεν επιδέχονται ανάλυση γιατί από μόνα τους υπερθεματίζουν την ανάγκη της έκφρασης και αποτελούν μανιφέστο. Τέτοιο είναι το ποίημα «Ο αξιότιμος κύριος Πόμπους» που μόνο με τα αντιφασιστικά ποιήματα του Μπρεχτ μπορώ να το παραλληλίσω. Τέλος, με μαεστρία και χάρη φέρνει τον Σέρλοκ Χολμς στη συνοικία του μικρού Χανς για να μας θυμίσει ότι συνήθως μπερδεύουμε τον Έρωτα με τον Θάνατο. Αυτή η σύγχυση δεν είναι άλλωστε από πάντα χαραγμένη στα σπλάχνα της ποίησης;
Καθώς διάβαζα και ξαναδιάβαζα τη συλλογή, αναρωτήθηκα πολλές φορές για τις επιρροές της. Τελικά δεν κατέληξα σε ασφαλές συμπέρασμα γιατί ενώ ορισμένα ποιήματα μου θύμισαν τους λυγμικούς στίχους της Ανν Σέξτον, άλλα οδήγησαν συνειρμικά στη φεμινιστική, διαπεραστική ποίηση της Αντριάν Ρίτς και κάποια, σα να συνομιλούσαν με την συγκινησιακή ποίηση της Ντενίς Λέβερτοφ, τελικά συνειδητοποίησα ότι δεν μοιάζει με καμιά ποίηση που έχω διαβάσει. Η Χλόη Κουτσουμπέλη κομίζει κάτι νέο σ’ αυτή την συλλογή που ίσως δεν είμαι αρμόδια να περιγράψω, ωστόσο μπορώ να το αισθανθώ και να το θαυμάσω. Η καινοτομία που εκφράζεται με όλη της τη δύναμη, επικυρώνει την παραπάνω από ερωτική σχέση της με την ποίηση. Η ρίζα της και το σπίτι της, η ποίηση.
Αξιοσημείωτος ο τρόπος με τον οποίο η ποιήτρια εμπλέκει τα πρόσωπα και τα σπίτια-ποιήματά τους, όπως στο ποίημα με τον τίτλο: Ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο πόδι «Πού να είναι άραγε το τυφλό πόδι /του μικρού Φρανκ; / Μήπως το έφαγε ο λυσσασμένος σκύλος / του κυρίου Πόμπους; // Μήπως το καταβρόχθισε η κερένια κούκλα / της κυρίας Σμιθ;». Ο αναγνώστης οδηγείται στην πεποίθηση ότι ο ένας χαρακτήρας γέννησε τον άλλον στης έμπνευσης τον στροβιλισμό.
Με πάθος, θεατρικότητα, εσωτερικό μονόλογο που ενίοτε εκφράζεται και με διάλογο μέσα στο ποίημα, λογοτεχνικές αναφορές και φεμινιστικές προσεγγίσεις, χωρίς ποτέ να καταλήγουν σε κήρυγμα, η Χλόη Κουτσουμπέλη επιχειρεί και καταφέρνει μια νεκροψία των επί χρόνια ψυχορραγούντων κοινωνικών θεσμών, ρόλων και κανόνων. Το πόρισμά της, ποιήματα καταπέλτες ενάντια σε κάθε φανερή ή κρυμμένη εκδοχή φασισμού και βίας, καταγγέλλοντας συγχρόνως την απάθεια και τον συμβιβασμό που κυριαρχεί στα καθαρά λευκά κελιά της δήθεν ευπρέπειας: «“Αυτοί ήταν τότε γάμοι” ξεφυσάς/ και χτυπάς κάτω το μπαστούνι σου. /Διαρκείας από ξύλο ανθεκτικό, /οι άνθρωποι σαπίζουν μαζί με το κρεβάτι / και τα κομοδίνα με σκαλίσματα /δεξιά κι αριστερά. //Γίνομαι κολλαριστή για να με αγαπήσεις ./ Ένας αιώνας πέρασε / και ακόμα δεν με κοιτάς / όταν γδύνομαι μπροστά σου.»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]
http://frear.gr/?p=19793

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 21/09/2016

Ο αλλόκοτος αλλά παραδόξως προσιτός κόσμος της Χλόης Κουτσουμπέλη

[…] είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση.

Είναι η ποίηση απρόβλεπτη, αλλόκοτη, αφύσικη; Αν αυτές οι λέξεις ακούγονται προκλητικές, ας σκεφθούμε αν θα συμβιβαζόμαστε με τις αντίθετές τους: προβλέψιμη, κοινότοπη και φυσιολογική. Μα, σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον το ποιητικό αποτέλεσμα δεν θα μας αφορούσε.

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη ξέρει να αιφνιδιάζει. Ξέρει να προκαλεί με την εικονοπλασία της. Πάνω απ’ όλα ξέρει να προσεγγίζει τον εσώτερο κόσμο του αναγνώστη της και να τον παίρνει μαζί της στη δική της αισθητική και ηθική της ποιητικής της άποψης.

Το βιβλίο της Χλόης, αν και ποιητικό, διαβάζεται σαν ένα αφήγημα με την απόλυτη συνέχεια που απαιτεί ο πεζός λόγος. Με την απαίτηση της μέθεξης όμως προς τον αναγνώστη της. Η ποίηση αυτή δεν είναι για εύκολες αναγνώσεις. Και για όποιον θελήσει να εισχωρήσει στα δικά της μονοπάτια, η επιστροφή σε ανώδυνες γραφές δεν υπάρχει.

[…]
Αυτό είναι το νυχτερινό τρένο.
Κανείς δεν είδε ποτέ τον οδηγό του.
Όμως εδώ και χρόνια μάτια μου
Δεν υπάρχει άλλο όχημα για μας.

Ανάμεσα στις δύο συλλογές που συναποτελούν τους «ομοτράπεζους της άλλης γης», τα «Γυάλινα σπίτια» και το «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;», υπάρχει μυστική δίοδος, για όποιον πατήσει σωστά πάνω στα σημάδια τους. Η απώλεια με το βάρος της χαράσσει βαθιά τους στίχους της πρώτης συλλογής και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το βιωματικό τους περιεχόμενο. Έχει τον τρόπο να πει τα πράγματα ακριβώς όπως είναι, με μια πιστότητα εικόνων και αισθήσεων, κι όμως τη βλέπουμε καθαρά τη μεταμφίεσή τους, απαραίτητη στον ποιητικό λόγο, που έτσι λειτουργεί η κατάθεσή του διαχρονικά.

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ως πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

Ντύνει τον κόσμο με τη δική της αισθητική αλλά και ηθική κατορθώνοντας έτσι να μας προσκαλεί μέσα στο φαινομενικά παράδοξο τοπίο. Να μπούμε και να το θεωρήσουμε οικείο. Σαν να μπήκαμε στο σπίτι μας. Τα λόγια της είναι αυτά που (κι αν ποτέ δεν τα αρθρώσαμε) θα θέλαμε να τα έχουμε πει. Τα πρόσωπα που φέρνει μπροστά μας είναι τα δικά μας πρόσωπα, οι δικές μας απώλειες.
Η φωνή της, αναγνωρίσιμη, μοιάζει να συναντά άλλους ποιητές, σαν να αποτελεί τον κρίκο σ’ αυτή την αλυσίδα που επιμένει να μιλά για όλα τα δυσερμήνευτα του κόσμου τούτου, κι ας μην μπορεί να δώσει τελικές απαντήσεις.
[…]
Τι σφίγγεις λοιπόν;
Τι είναι αυτό που μόνον εσύ κατέχεις;
Ποιο αρχαίο μυστικό εκτυλίσσεται
μέσα στο κορμί;
Σε ποιο μυστήριο οδηγούμαι
χωρίς μάτια;
Σφίγγα το ξέρω τώρα.
Αυτό που εσύ ζητάς
είναι το μόνο που έχω.

θα δούμε στην ποίηση της Χλόης, κι εδώ, κοντά δέκα χρόνια πριν, μια τελευταία στροφή από το ποίημα του Τάσου Γαλάτη «Τα γερατειά» (Συλλογή «Ο σημειωμένος», εκδόσεις «τυπωθήτω») σαν να ανοίγει διάλογο μαζί της:

[…]
Δεν είναι λίγο να συναντήσεις το μυστικό της φύτρας σου
κι εγώ το άγγιξα το μυστικό
το άκουσα να πάλλεται στο αίμα μου
κι ίσως μόνο γι’ αυτό
αξίζει να με συντροφέψουν στο στερνό ταξίδι μου
του Κολωνού τ’ αηδόνια.

Τα μυστικά περάσματα από την άγνοια στη γνώση, η σοφία συντροφευμένη πια με την οδύνη, αλλά και η συναίσθηση ότι αυτή η απόλυτη πλέον προσέγγιση, του ασαφούς μέχρι πρότινος, αξίζει περισσότερο από όλη την ήρεμη και βολεμένη απόσταση από την αλήθεια. Κυρίως αν έχει όλη αυτή η πορεία αγγίξει τα όρια της αισθητικής απόλαυσης. Σκληρό; Οπωσδήποτε. Αλλά πώς αλλιώς να μιλήσεις για μεγέθη που υπερβαίνουν το ανθρώπινο ύψος;

Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ’ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματα της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνονται τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.

Και σκέφτομαι αν ήταν χρώμα αυτό το ποίημα τι θα ήταν; Θα είχε κάτι από το σκούρο πράσινο των φύλλων, εκεί κοντά στο μούχρωμα, να σκιάζει πάνω στο χώμα τον βαθύ του ήχο, να αντιφέγγει πάνω του όλο το μαύρο και το γκρίζο που σέρνουνε τα σύννεφα λίγο προτού να αποσυρθούν. Έτσι θα το ζωγραφίζαμε αφήνοντας στην άκρη τις λέξεις και τον πόνο τους. Γιατί τα χρώματα τη βάφουνε καλύτερα τη βιωμένη θλίψη. Κι έπειτα θα αφουγκραζόμασταν τα ηχοσήματα που στέλνουν εκείνοι που σχολαστικά πληκτρολογούν μηνύματα από έναν κόσμο σιωπηλό, μήπως πιο πολύ (κι από τις λέξεις και τα χρώματα ακόμη) φανεί μια αλήθεια ασήμαντη, μα απόλυτη, λυτρωτική: καθένας μας με τους δικούς του που αναχώρησαν κάνει παιχνίδι, γιατί με τη φυγή τους άλλαξαν μορφή, και πια μας μοιάζουν τόσο.
Στη δεύτερη συλλογή, «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς», έχουμε ανοίξει την αυλαία κι έχουμε εισχωρήσει στον ιδιαίτερο κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη. Νιώθεις να συμμετέχεις σ’ αυτό το σκηνικό που φτιάχτηκε θαρρείς από ταινίες του Φελλίνι ή από σελίδες μυθιστορημάτων ή και τα δύο απολύτως συνταιριασμένα μεταξύ τους. Κι εσύ; Έχεις ήδη μπει μαζί με τα πρόσωπα στον μέσα χώρο αυτής της ποίησης και δεν παρακολουθείς μόνο αλλά και συμμετέχεις. Κι όμως, τα ίχνη δείχνουν πως ομαλά πέρασες από τα πρώτα ποιήματα των «Γυάλινων σπιτιών» σ’ αυτά τα θεατρικά στημένα με περισσή τέχνη.
Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαριστά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.
Διαβάζω και σταματώ εδώ αδυνατώντας να πάω παραπέρα. Γιατί εδώ δεν είναι η αθωότητα του ζυμαρένιου Χανς αλλά η αυθεντική και ανομολόγητη αθωότητα του ποιήματος, ικανή να ξεχρεώσει αναρίθμητες εικόνες σφάλματος προσωπικού μα και συλλογικού. Και λέω πως, αν αυτό μπορεί να το κάνει η ποίηση, έστω με αυτό το ελάχιστο εδώ, δεν είμαστε εντελώς χαμένοι.

Στην οικογένεια μου είμαστε όλοι πορτρέτα.
Ζούμε γαντζωμένοι από καρφιά.
Με πρόσωπα χλωμά και μάτια μαύρα
μαλλιά σε κότσο και παλαιομοδίτικα φουστάνια
σακάκια που μυρίζουν πράσινο σαπούνι.
Καθώς είμαστε κρεμασμένοι σε τοίχους
που χρειάζονται σοβάτισμα,
έξαφνα κάποιος ερωτεύεται
η κορνίζα του ραγίζει
και κυλάει στο πάτωμα.
Στον τοίχο εμφανίζεται τετράγωνος
ο λεκές της απουσίας.
Ύστερα από λίγο κάποιοι τον ανασύρουν
τον αποκαθιστούν στην αρχική του θέση.
Μόνο τα μάτια του για λίγο αλλάζουν χρώμα.
Μπορεί όμως να ’ναι κι απ’ την υγρασία

Ίσως για τη βίωση της απώλειας τα σκηνικά να είναι απαραίτητα, όπως στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, που ξέρεις ότι όλο αυτό είναι στημένο και ψεύτικο, και όμως κλαις. Τη θλίψη την υποδυόμαστε, κατάσαρκα ντυνόμαστε το ρούχο της και με την αμφίεση αυτή πορευόμαστε. Κι εδώ, στην ποίηση, όλα τα βλέπεις, αρκεί να ανασηκώσεις λίγο την κουρτίνα που επιμελώς τα σκεπάζει.
Γι’ αυτό πιστεύω πως η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι απολύτως προσιτή παρά τις μεταμφιέσεις της. Κάτω από κάθε μάσκα που βάζει στα πρόσωπα και στα πράγματα ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Όχι τις ιδέες σου, όπως σε άλλους ποιητές, μα το ίδιο σου το πρόσωπο. Και αυτό δεν είναι σύνηθες στον κόσμο της ποίησης. Τελικά αυτή η ποιήτρια είναι δική μας.
Μια μνεία να γίνει και για την εικονογράφηση του βιβλίου. Το εξώφυλλο και δύο φωτογραφίες στην είσοδο της κάθε μιας από τις συλλογές (όλες της Μαρίας Κοσσυφίδου), με το ασπρόμαυρο λιτό τους σώμα. Υπέροχη υπογράμμιση του ποιητικού κόσμου των σκιών, των απόντων, του κενού χώρου που αφήνουν οι αναχωρήσεις. Του κόσμου δηλαδή της εκλεκτής ποιήτριας, που μοιάζει η εναλλαγή του άσπρου με το μαύρο να τον χρωματίζει ιδανικά.

 

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 24/1/2017

«Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω»

Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούν την πορεία της Χλόης Κουτσουμπέλη εύκολα αναγνωρίζουν ότι η ποιήτρια βρίσκεται ήδη στο μεταίχμιο μιας επίμοχθης και πεισματικής προσπάθειας που άρχισε πολύ νωρίς να αφήνει ολοκάθαρες αποτυπώσεις ποιητικής σοβαρότητας και ευθύνης. Το πρόσφατο ποιητικό έργο της Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης επιβεβαιώνει την ορατή πλέον σε πολλούς ανοδική πορεία που ακολουθεί. Πρόκειται για ώριμους και ολοκληρωμένους ποιητικούς καρπούς.
Το έργο Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης διεκδικεί πολλά εύσημα. Και τα δύο μέρη που το συνιστούν -Τα γυάλινα σπίτια και το Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;- συνθέτουν δύο ευδιάκριτες, εν μέρει και εν συνόλω, ποιητικές αφηγήσεις που μεταξύ τους συνδέονται οργανικά. Στην πρώτη, κεντρικός άξονας είναι η μνήμη. Η πικρή και αδυσώπητη μνήμη που δεν ησυχάζει, καθώς ανακαλεί διαρκώς την παρουσία-απουσία προσφιλών κυρίως ατόμων που πέρασαν στην αντίπερα όχθη, αλλά και ατόμων που επέλεξαν να αλλαξοδρομήσουν και να υπερβούν τα όρια του κοινού, μεταξύ αυτών και της φθεγγόμενης φωνής, συναισθηματικού χώρου. Κάποτε, το βασανιστικό κενό των παρόντων-απόντων προσλαμβάνει τη μορφή μιας βασάνου που τροφοδοτείται από το βάρος ενός διαρκώς διογκούμενου πένθους. Όμως, ο ποιητικός λόγος δεν αφήνεται να εκπέσει. Αυτοελέγχεται με τη συνέργεια μιας μεστής γλώσσας, με συνέπεια να παραμένει στις παρυφές του μαύρου και της καταχνιάς, χωρίς όμως ποτέ να αφήνεται σε σπαρακτικές επικλήσεις και άλλα μέσα που υπονομεύουν και συνθλίβουν ακόμη και τις πιο αγνές ποιητικές προθέσεις. Αντίθετα, κι αυτό πιστώνεται στις αρετές της ποιήτριας, μεταβάλλεται σε μια χαμηλόφωνη πένθιμη ποιητική που εκφέρεται με ένα σύνολο υπέροχων εικόνων: Πού και πού χτυπάει την πόρτα ένα κοριτσάκι./Έχει ένα καλαθάκι φράουλες/δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα./Φάε, μου λέει, είναι ματωμένες/και πασαλείβεται με αίμα. (ΙV, σ. 14). Μην έρχεστε σε μένα φωνάζω./Διαβάστε την πινακίδα,/είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος/που ομφαλοσκοπεί./Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι/χώνονται στους στίχους/μπλέκονται στο αμπάρι/πλημμυρίζουν το κατάστρωμα. (ΙV, σ. 14/15)
Εκείνο όμως που κυριαρχεί στις παρουσίες-απουσίες είναι η απώλεια των οικείων και κυρίως του πατέρα. Ένα βίωμα που αναπόφευκτα στιγματίζει τη ζωή ευαίσθητων ατόμων. Οι δεσμοί αίματος, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ισοδυναμούν με σωσίβια γι’ αυτούς που μένουν και που «απρόσμενα» καλούνται να υπομένουν. Γιατί, ποιος είναι εκείνος που, ενώ ξέρει την αλήθεια για τη μοίρα που δυναστεύει τα ανθρώπινα, δεν αποδιώχνει την ιδέα του θανάτου ακόμη και την ώρα που αυτός κουρταλεί την εξώθυρα του δικού του σπιτιού; Τότε είναι που η ποίηση, σαν αντίστιξη του έσω κόσμου, ντύνεται κατάσαρκα το χρώμα του πένθους. Τότε είναι, που με τη χάρη της ποίησης, το ιδιωτικό μεταβάλλεται σε κοινό δώρημα, καθώς η ομιλούσα φωνή δεν ανασύρει μόνο το δικό της πένθος, αλλά, ανασκαλεύοντας την ψυχή αυτών που γεύονται το δικό της πάθος, ενεργοποιεί, με την τεχνική του ποιητικού αυτοματισμού, τη δική τους ανενεργό ή και υπνώττουσα μνήμη. Και μοιάζει σαν ενορχηστρωτής που στέκεται απέναντί τους και τους καλεί στο όνομα της μνημοσύνης: τους νεκρούς… αυτούς μην τους ξεχνάτε… Θα με προστατεύεις τώρα που πέθανε ο μπαμπάς;/(…)και η σιωπή είναι βάραθρο/με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ/και μας κατασπαράζουν/(…) Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί/με ένα μαύρο τρένο που χάνεται στην ομίχλη./Από πίσω τους ακούω ψαλμωδίες από μελλοντικές κηδείες./Τελικά/θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα. (Οι συγγενείς, σ. 26-27)
Από αυτή την αίσθηση του πένθους και της πληγωμένης μνήμης, δεν απουσιάζει ο προδομένος έρωτας, μια μορφή «απώλειας» που συνδαυλίζεται με τη «χάρη» ενός ηδονικού αναστοχασμού και που αιώνες τώρα μεταποιεί τον πόνο σε ευφάνταστο άκουσμα. Θα τρέχω επτά μέρες και επτά νύχτες/ώσπου κάθε μικρή θάλασσα/να νεκρώσει απ’ τ’ αλάτι της/απ’ την Σαχάρα ως την Ιορδανία,/απ’ την Κόκκινη Έρημο ως την Τακλαμακάν/(…) θα τρέχω (…) μέχρι αύριο/που γέροι/σε ριγέ πολυθρόνες/θα βουλιάζουμε/σε κάποια Βενετία/(…) μέχρι που να μην πονάω πια για σένα. (Μαραθώνιος, σ. 16)
Μετά τα Γυάλινα σπίτια, ακολουθεί το δεύτερο μέρος του ποιητικού βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη με τον τίτλο Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς; Όπως στο πρώτο μέρος η ζωή αποδείχτηκε πολύ εύθραυστη, γεγονός που έλαβε την έκτυπη μορφή ενός πόνου απερίγραπτου, έτσι και εδώ τα πάντα τρεκλίζουν, υπονομεύονται και καταρρέουν. Η Χλόη Κουτσουμπέλη ακολουθεί την ίδια τεχνική, αυτήν της πρωτότυπης ποιητικής αφήγησης. Μόνο που εδώ μετατοπίζει το λεκτικό και αφηγηματικό βάρος σε μια ιδιότυπη σύνθεση ονομάτων και ελλειπτικών μύθων που μεταξύ τους ανταγωνίζονται σε θεατρική επινοητικότητα. Κοινός τόπος όλων αυτών η απώλεια που συνέχει και προωθεί τα επιμέρους.
Εξαρχής δηλώνεται, μέσω της ακουόμενης φωνής, ότι η απόπειρα επιστροφής στην παιδική ηλικία της αθωότητας δεν μπορεί να γίνει ανέξοδα. Πίσω από τις προθέσεις που ωραιοποιούν το χθες, καιροφυλακτεί η γόνιμη αμφιβολία: Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω και όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, (…) τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας,(…) κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε σε άλλο αιώνα. (Το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου, σ. 39)
Η αμφιβολία δεν αργεί να μεταβληθεί σε παράφορο σαρκασμό μπροστά στην απάτη και την προσποίηση που κάνει αισθητή την παρουσία της με τα φτιασίδια της ταξικής υπεροχής: Κυκλοφορεί πάντοτε με φράκο/κι ένα παράσημο στο πέτο/μ’ έναν σκαντζόχοιρο που σκούζει./Εναντιώνεται στο κυνήγι της φώκιας/ και είναι υπέρ των δικαιωμάτων/ που έχουν οι ποντικοί στις φάκες(…) (Ο αξιοσέβαστος κύριος Όουεν, σ. 40)
Είναι ολοφάνερη η πρόθεση της Χλόης Κουτσουμπέλη να προκαλέσει τον αναγνώστη να σκεφτεί μήπως η περίοδος της αθωότητας είναι μύθος και αυταπάτη, αφού πολύ νωρίς διεμβόλιζεται από το τραγικό που καραδοκεί και λεηλατεί τη ζωή πολλών ανθρώπων. Ο μύθος αυτός συρρικνώνεται και ξεφτίζει από τις κινήσεις της αξιοζήλευτης δεσποινίδος Εντελβάις Φλέτσερ στο ομώνυμο ποίημα, (σ. 41): Μέσα στο δωμάτιο έβραζε καρούλια/και τύλιγε τις μπούκλες η Εντελβάις,/ έβαφε το πρόσωπο με ασβέστη/χάραζε τα χείλη που δεν είχε,/μ’ ένα πινέλο ζωγράφιζε τα δάκρυα. Ω πόσο χαρούμενη ήταν η Εντελβάις.(…) Όπως οι πεταλούδες που καίγονταν γύρω απ’ το κερί/και με τις στάχτες τους πασάλειβε το πρόσωπό της.
Οι σκηνοθετικές επινοήσεις του δεύτερου μέρους μεταβάλλουν τα ποιήματα σε ένα ξεχωριστό σύνολο νουάρ μικροαφηγήσεων, όπου το δραματικό στοιχείο συνυπάρχει με έκδηλη τη διάθεση σαρκασμού και ειρωνείας: Τακ τικ τακ/ ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο πόδι/διασχίζει έναν χωματόδρομο/ το ξυλοπόδαρο μπήγεται στον βούρκο/ η κινητή άμμος τον καταπίνει ολόκληρο./(…) (Ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο ποδάρι, σ.43). Ο κύριος Πόμπιους κυκλοφορεί ανάμεσα σε κρέατα/λουκάνικα κρέμονται από τον χοντρό λαιμό του(…)Τα βράδια αγοράζει με το κιλό γυναίκες/παρθένες γάλακτος κατά προτίμηση./(…)Στον πόλεμο στραγγάλιζε ανθρώπους./(…)Μετά έπνιγε στο λάδι/τους αυτόπτες μάρτυρες/απόδειξη ότι κάποια μέρα εξελέγη Δήμαρχος./(…) (Ο αξιότιμος κύριος Πόμπους, σ.45).
Κοινός εκθέτης όλων των ποιημάτων της συλλογής είναι το μοτίβο της απώλειας που, όπως εξαρχής ειπώθηκε, συνδέει οργανικά τα δύο μέρη. Εκείνο που ξαφνιάζει ευχάριστα, εκτός όλων των άλλων, είναι ο ποιητικός λόγος της Χλόης Κουτσουμπέλη. Τα ζεύγματα, κυρίως, των αναφορικών και των προσδιοριστικών λέξεων, τα σημαινόμενα και τα σημαίνοντα, χαρακτηρίζονται από ευφυέστατες και όλως απροσδόκητες συλλήψεις, που καθόλου δεν εμποδίζουν αλλά ευκολύνουν την πρόσληψη. Σ’ αυτό συνεισφέρουν το εξαίρετο μίγμα ποίησης και αφήγησης, τα πρόσωπα, τα σκηνικά και οι «ανατροπές» που προκαλούν την αίσθηση εσωτερικών λειτουργικών αναδιπλώσεων.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

FRACTAL 01/02/2017

«Στην ραφή μιας δαντέλας»

Όταν ήρθε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη με ξάφνιασε ο εντυπωσιακός τίτλος. Παραπέμπει σε μεταφυσικό χώρο, σε «άλλη γη», παραπέμπει στην άλλη διάσταση, στον χώρο του «αμίλητου», στους προσφιλείς νεκρούς της, όπου όλοι είναι ομοτράπεζοι, συνδαιτυμόνες! Στην πραγματικότητα, και οι ζωντανοί «ομοτράπεζοι σε άλλη γη», στα κοιμητήρια είμαστε, στα «μνημόσυνα» και τις χοές, με τα κόλλυβα, το λάδι, το κρασί και τα κεριά…
Με τη Χλόη Κουτσουμπέλη συναντηθήκαμε πρώτη φορά στο «Ιερό δοχείο» της, ένα βιβλίο διαφορετικό, όμορφο, χαριτωμένο εξωτερικά, καλογραμμένο, ευφυέστατο, ευανάγνωστο, απολαυστικό, ένα ποιητικό εν πολλοίς κείμενο, που η ποιήτρια το κατατάσσει στα θεατρικά. Προσφέρεται.
Στο πρόσφατα εκδομένο ποιητικό βιβλίο της με τον χαρακτηριστικό τίτλο: Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», αφιερωμένο σε τρεις απόντες πολύ αγαπημένους της, σε γενικές γραμμές ακολουθεί την ίδια περίπου οδό προκειμένου να φτάσει στο σημείο από όπου μπορεί να μιλήσει για το πρόβλημα που την απασχολεί. Χρησιμοποιεί πρόσωπα και ονόματα είτε γνωστά είτα άγνωστα και με πρόσχημα τη συμπεριφορά τους, εκθέτει τις απόψεις της και δημιουργεί κάθε φορά και σε κάθε περίπτωση το κλίμα και την ένταση που χρειάζεται για να λειτουργήσει ποιητικά και να γίνει πειστική.
Ο λόγος της είναι απλός, καθαρός, χωρίς εξάρσεις, ρέει ποιητικά με απαλούς ρυθμούς και εσωτερικούς διαλόγους ακολουθώντας την εξέλιξη της δράσης. Είναι χαρακτηριστικό το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο: «Αν κάποτε βρεθείς», που μιλάει σε κάποιον απόντα και με εύσχημο τρόπο τον διαβεβαιώνει ότι δεν τον ξέχασε:

«Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
χειμώνα με ομίχλη
(…)και δεν υπάρχει δρόμος
ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
(…) το ξύλινο τραπέζι
τη σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι
είναι η μνήμη.

Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιεί το «ξύλινο τραπέζι, το τυρί και το ψωμί», στοιχεία λαϊκά, ολοκάθαρα ελληνικά με φόρτιση αιώνων, που αντιπροσωπεύουν βασικά υλικά καθημερινής χρήσης και υπαινικτικά παραπέμπουν σε ό, τι παίρνει μαζί του ο εκλιπών στην «ξένη γη», στην άλλη ζωή. Με πολλούς τρόπους εικονογραφεί την απώλεια, τη μοναξιά, την ερημιά, την εγκατάλειψη που ακολουθεί όταν φεύγουν από τη ζωή αναντικατάστατοι προσφιλείς, ενώ οι συγγενείς είναι τυπικά παρόντες:

«και η σιωπή είναι βάραθρο
με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
και μας κατασπαράζουν.
Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί
με ένα μαύρο τρένο και χάνονται μες στην ομίχλη.
(…) Τελικά
θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα».

Η ποιήτρια ζει το παρόν της κάθε μέρας, παρατηρεί τα δρώμενα στο φυσικό και στο ανθρώπινο κυρίως τοπίο, σε κάθε ήρωα καρφιτσώνει στο πέτο του το παράσημο που αποκομίζει από την εκμετάλλευση. Ο «Αξιοσέβαστος κύριος Όουεν» π. χ., ο μη ων, ο ανύπαρκτος, στην πραγματικότητα, ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό για να πάρει μαζί του στην άλλη ζωή αποκτά:

Ένα τέλειο όμικρον με διαβήτη.
(…)ένα ακόμα χρυσό δόντι
στην οδοντοστοιχία που αστράφτει»

για να μασάει καλύτερα τις σάρκες των άλλων. Αλλού μια άλλη μοναξιά, «Η μοναχοκόρη των δακρύων Κονστάνς» θα προστεθεί ψηφίδα στο μωσαϊκό της μοναξιάς. «Ο συγγραφέας κύριος Μπάρυ», από τη μητέρα του που αυτοκτόνησε:

«κράτησε μόνο το χέρι.
(…)Κοιμάται με αυτό τις νύχτες.
Τον χαϊδεύει στοργικά.
Μ’ αυτό το χέρι γράφει».

Όλα σ’ αυτή τη γη τα βλέπει πάντα από την ίδια σκοπιά η ποιήτρια. Όχι πως δεν υπήρξε, πως δεν υπάρχει και πως δεν θα υπάρχει διαχρονικά αυτή η πραγματικότητα, που η στέρηση δημιουργεί προσδοκίες από εκεί που δεν πρόκειται να έρθουν, πως για τα μικρά πεινασμένα παιδιά!

«…η πιο όμορφη στιγμή είναι
όταν περιμένουμε τον άγγελο να έρθει».
Αλλά κι αυτός με άδεια χέρια. Νηστικός θα έρθει. Γι’ αυτό:
«Του φυλάμε πάντα λίγο γάλα και ψωμί
γιατί σ’’ αυτή τη γη
οι άγγελοι των μικρών παιδιών
πάντα είναι κουρασμένοι».

Πολύς πόνος και ερημιά υποβόσκει στη σάρκα της ποιήτριας πίσω από τον ήρεμο, απαλό, εκφραστικό, απλό ίσαμε την ειλικρίνεια που αγγίζει τη γυμνότητα που αφήνει πίσω του μια τελεσίδικη απώλεια ποιητικό της τρόπο και τον σιγανό, διακριτικό θρήνο που διαρρέει τους καλοστημένους στίχους της και διαβρώνει την ύπαρξή της περνώντας μέσα από τις σάρκες όλων των ηρώων που τους φορτώνει τα αμαρτήματα όλου του ανθρώπινου γένους.

Στην «Ταυτοπροσωπία της Άννας Ο και της Άννας Κ….»,

«…Η Άννα ζει στην ραφή μιας δαντέλας.
(…)Σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε.
Αφού ποτέ δεν αγαπήθηκε».

«Οι καλεσμένοι της Ελεονόρ Ρόμπιν», βρήκαν πολύ διασκεδαστική την ιστορία που μιλούσε για τον «παππού με την καπνιστή ρέγγα στο χέρι… τη γιαγιά με το δαντελένιο μαντηλάκι στη μύτη… με τη γκουβερνάντα που τρέκλιζε με μια άδεια μπουκάλα στο ένα χέρι, ενώ με το άλλο έσερνε ένα καρότσι με δυο αδιαμόρφωτα έμβρυα πάνω σε μια ροζ κουβερτούλα… Οι καλεσμένοι έπιναν το τσάι τους» αμέτοχοι, αδιάφοροι, ως μη παρόντες και «διασκέδασαν πολύ», χωρίς καν να νιώσουν την απουσία της Ελεονόρ, απλούστατα γιατί «λατρεύουν τις ιστορίες με φαντάσματα.
Κλείνω τους όποιους λογαριασμούς μου με την ποίηση της Χλόης, ύστερα από μια σύντομη, αδρομερή συνομιλία μαζί της. Επισήμανα επιλεκτικά ελάχιστα σημεία στο πλούσιο και πολυεπίπεδο ετούτο έργο που πλουτίζεται και διευρύνεται με αναφορές σε πολλαπλά γεγονότα, σε εμβληματικά πρόσωπα, συνεκτικό, πολύπλοκο, πολυπρόσωπο, ανατριχιαστικά συγκλονιστικό εν πολλοίς στη φαινομενική αφέλεια, την ειλικρίνεια και στιλπνότητα με μια αναφορά στο τελευταίο ποιητικό κείμενο:

«Ο μπαμπάς μου είχε κακό γούστο στα σπίτια, στα αυτοκίνητα και στις γυναίκες…» Όλες οι επιλογές του στραβά κι ανάποδα του έβγαιναν, σπίτια κι αυτοκίνητα και οι γυναίκες του «έτρωγαν μόνο ένα παξιμάδι βουτηγμένο στο νερό», αλλά χειρότερη ήταν η τελευταία που έζησαν ευτυχισμένοι χωρίς παιδιά «ως τη στιγμή που κάποιος έκοψε με ένα ψαλίδι το νυφικό και όλα της τα φορέματα στην ντουλάπα…Δεν ξέρω λεπτομέρειες γιατί είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση».
Η άποψή μου είναι πως μένει αδιευκρίνιστο ποιος κατοικεί ποιον! Έχω διαβάσει κι έχω ασχοληθεί με αρκετά και ενδιαφέροντα, ποιοτικά ποιητικά βιβλία Ελληνίδων ποιητριών τον τελευταίο καιρό. Στο σύνολό τους αναφέρονται σε σύγχρονα κοινωνικά θέματα, σε προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Η Χλόη Κουτσουμπέλη, αποτελεί εξαίρεση. Τα θέματα που την απασχολούν και ο τρόπος που τα διαχειρίζεται είναι εντελώς προσωπικός, έχει έντονη φόρτιση. Έχει κάτι από «Αρσενικό και παλιά δαντέλα», από ταινίες τρόμου, από Αγκάθα Κρίστι και Έντγκαρ Άλαν Πόε.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 24.3.2017

Αν η Σέξτον, περνώντας στη ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη (Θεσσαλονίκη, 1962), διεκδικεί το δικαίωμα στο ουρλιαχτό, αποκαλύπτει «οικογενειακά μυστικά», κάνει χρήση «αντιποιητικών» λεπτομερειών του γυναικείου σώματος, παραμένοντας ώς τέλους ένα κορίτσι πληγωμένο που ζητά την προσοχή και την αγάπη όσων την περιτριγυρίζουν, η Θεσσαλονικιά ποιήτρια, στο νέο της ποιητικό βιβλίο «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», κινείται ακριβώς αντίστροφα, δίνοντας αγάπη και χώρο στον άλλον, στην πραγματική και στην παραμυθητική του έκφανση.
Ως είσοδο στο παραμυθο-ποιητικό σύμπαν παραθέτουμε δύο σύντομα ποιήματά της. Τις «Αδειες Μέρες»: «Οι άδειες μέρες / Πάνω σε τσιγκέλια / κρεμασμένες / ωμές και ψόφιες / οι μέρες της ζωής μας / ενώ ο κρεοπώλης χρόνος / τρίβει χαρούμενα τα χέρια» («Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς», Γαβριηλίδης, 2012) και το «Οταν μπαίνεις μέσα μου»: «Οταν μπαίνεις μέσα μου, / το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά. / Μα την ίδια στιγμή, / μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει, / σε κρύο διάδρομο, / σε άδειο σπίτι. / Στην οδό Αγίου Δημητρίου, / ένα κοριτσάκι μού γνέφει λυπημένα» («Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», εκδ. Νέα Πορεία, 2006).
Ποιήματα που μας ανοίγουν σε μια θηλυκή εκδοχή, ας μας επιτραπεί, του Σαχτούρη. Που πέρα από μια σκοτεινή, ασαφή θα λέγαμε ανατριχίλα, που παραπέμπει σε αμερικανικά κινηματογραφικά θρίλερ που πραγματεύονται αμβλώσεις, έρωτες χωρίς ανταπόκριση και μεταφυσικές εν γένει παρεμβάσεις, μας ανοίγουν σε μια εικονοποιία που εικαστικά θα την τοποθετούσαμε μεταξύ του Francis Bacon και του Marc Chagall με «πινελιές» του Edward Hopper και μια πατίνα ρετρό επίσης παρούσα.
Η Κουτσουμπέλη στο νέο της βιβλίο, επαναπροσδιορίζοντας εκ νέου τις προτεραιότητές της και τη σχέση της με το υπαρκτό και με την απώλεια, τοποθετεί στη θέση της απουσίας του «άλλου» το ίδιο το ποίημα και κυρίως την αφήγηση-εκφώνησή του. Ενα ποίημα που όχι μόνο φέρει το παράπονο και ίσως τη γλύκα του βλέμματος ενός ζωντανού ανθρώπου, αλλά κινούμενο πέρα από τη νοσταλγία, με τρόπο αιχμηρό και ευθύβολο, στοχεύει στο δόξα πατρί του κόσμου.
Συμπληρώνοντας επαναληπτικά το κενό με την ανάδυση της φωνής, με τα ηχοχρώματα, τη θέρμη της και την αμεσότητα της συγκεκριμένης απεύθυνσής της. Χωρίς να πετυχαίνει πάντοτε τον στόχο στο κέντρο, θα λέγαμε πως τον πλευρίζει με τρόπο γνήσιο και απέριττο, συμπυκνώνοντας και ξετυλίγοντας τα αλλόκοτα και απρόβλεπτα παραμυθο-ποιήματά της σαν ένα κουβάρι πλάι στο τζάκι.
Ποιήματα που καρφώνονται μέσα μας και μεταφέρουν ατόφιο τον σπαραγμό, αφήνοντας τα ερωτήματα της παρουσίας-απουσίας να λειτουργούν και ως μουσικές παύσεις.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 23/5/2014

Η τελευταία συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη αποτελείται από 35 ποιήματα, όπου η ποιήτρια δείχνει ότι εξελίσσει και ελέγχει τα εκφραστικά της μέσα, ώστε σήμερα, μετά από έξι ποιητικές συλλογές, είναι φανερό ότι έχει πλέον διαμορφώσει το δικό της ύφος. Θα έλεγα ότι είναι η πλέον εικαστική ποιητική συλλογή της, μια και τα ποιήματα αυτά διαβάζονται, κατά τη γνώμη μου, και ως αυτόνομοι νέο- υπερρεαλιστικοί ζωγραφικοί πίνακες. Είτε σε πρώτο είτε σε τρίτο πρόσωπο, αλλά και όταν σκηνοθετούν ένα διάλογο με λέξεις καθημερινές αλλά ωστόσο απρόβλεπτες, τα ποιήματα αυτά δημιουργούν εικόνες παράδοξες, που ενέχουν το στοιχείο της έκπληξης, προκαλούν την περιέργεια, ξεβολεύουν, άλλοτε τρομάζουν, άλλοτε γοητεύουν, με τα σύμβολά τους στέλνουν σήματα στο ασυνείδητο, μιλούν τη γλώσσα του, σε κυκλώνουν, σε παγιδεύουν και δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα, ένα κλίμα το οποίο έχει τη δύναμη να αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις. Γενικότερα η ποίηση της Κουτσουμπέλη επιθυμεί να είναι λόγος μαγικός και η δημιουργός του μοιάζει να ποθεί για τον εαυτό της το αρχέτυπο της γυναίκας –μάγισσας, που με την ενέργεια της θηλυκότητάς της μπορεί να μεταμορφώνεται, να θέλγει, αλλά και να δημιουργεί. Η θηλυκή ενέργεια τρόμαζε και τρομάζει. Υφίσταται επομένως βασανιστήρια, ακρωτηριασμούς και κάθε λογής απάνθρωπες τιμωρίες, ρίψη στην πυρά, απόρριψη, άρνηση της αγάπης, εξορία από τον παράδεισο του έρωτα, αμφισβήτηση και ευνουχισμό της δημιουργικότητας. Ο ορθός λόγος εξορίζει τα πλάσματα αυτά ως μάγισσες, νεράιδες, σειρήνες, ξωτικά στο χώρο του παραμυθιού, νομίζοντας πως έτσι τα αποδυναμώνει. Η συμβολική δύναμη όμως που έχουν αποκτήσει στο πέρασμα του χρόνου κινεί τη σκέψη και τη φαντασία των απογόνων τους, μέσω της γλώσσας. Η Κουτσουμπέλη γνωρίζει καλά τη γλώσσα του παραμυθιού και του μύθου, κινείται άνετα στα πεδία αυτά, δεν την τρομάζουν τα τέρατα που συναντά εκεί μέσα, ξέρει πια να τα αντιμετωπίζει και να τα χρησιμοποιεί επ’ ωφελεία της ποιητικής της γραφής.
Διαβάζοντας την ποίησή της, βρίσκουμε να υπάρχει στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου ένα παιδί που υπαγορεύει διαθέσεις, ανάγκες και συμπεριφορές και αυτό το παιδί είναι εξοικειωμένο με τη γλώσσα των παραμυθιών και με τα παιδικά παιχνίδια. Αυτά αναπαριστούν τον κόσμο, σ’ αυτά το παιδί εκτονώνει τα βίαια συναισθήματά του, σ’ αυτά γυρεύει την παρηγοριά και την ελπίδα του. Αυτά του δίνουν τα γλωσσικά και συμβολικά εργαλεία, μέσω προσωποποιήσεων, αλληγοριών και μεταφορών να μεταφράσει τους φόβους του, να αποφορτιστεί από τη βία που έχει υποστεί, να αγγίξει με προσοχή τα τραύματά του, με το αίσθημα ότι μέσα στο ποίημα, μέσα στη γραφή είναι ασφαλές.
Υπάρχει ακόμη στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου και ένας αναγνώστης των μύθων του πολιτισμένου κόσμου που αιώνες τώρα επιχειρεί να λύσει τον ανερμήνευτο γρίφο της δημιουργίας των δύο φύλων, το πώς και το γιατί, ποιο ήταν το μήλο, ποια η γνώση, ποιος ο παράδεισος, ποιος ο κλήρος της Εύας αλλά και η θέση και ο ρόλος της Λίλιθ σ’ αυτό το κατασκευασμένο σύμπαν, θέματα που εμφανίζονται και σε προηγούμενα βιβλία της Κουτσουμπέλη. Μόνο που εδώ η δική της Λίλιθ είναι ποιήτρια κι αυτό φοβούνται οι άρρενες ένοικοι του παραδείσου. Περισσότερο από τις πράξεις της, τη φυγή της από την Εδέμ φοβούνται τη δαιμονική δύναμη της γραφής της. Οι πρώτες γυναίκες του Παραδείσου κατάλαβαν πια πώς παίζεται το παιχνίδι και πήραν τη ζωή στα χέρια τους. Η γυναίκα κι η μοίρα της, οι ρόλοι της, η δημιουργικότητά της έχουν απασχολήσει την Κουτσουμπέλη από τα πρώτα της ποιήματα. Τα κείμενά της συνομιλούν με τη σύγχρονη φεμινιστική γραφή και η ποιήτρια έχει πειραματιστεί επαρκώς στο να αξιοποιεί και να μεταπλάθει τη μυθολογία του φεμινιστικού λόγου. Έχει υποδυθεί τους ρόλους μυθικών γυναικείων μορφών, έδωσε στα πλάσματα αυτά του μύθου το δικό της σύγχρονο λόγο, παίρνοντας για τις ανάγκες του εκάστοτε ποιήματος τη δική τους μορφή, το δικό τους σχήμα. Στο βιβλίο αυτό καλά πλέον αφομοιωμένες αυτές οι αναζητήσεις υποστηρίζουνε με σιγουριά και αυτονομία το λόγο της Κουτσουμπέλη, χωρίς πλέον να διεκδικούν επιτακτικά από τον αναγνώστη να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί το αυτονόητο: τη γυναικεία οπτική της ποιήτριας.
Στην ποίηση της Κουτσουμπέλη υπάρχουν δύο κυρίαρχα θέματα που επανέρχονται με διάφορες παραλλαγές και μετεξελίξεις από συλλογή σε συλλογή. Ο έρωτας και η ποίηση. Τα θέματα αυτά συχνά συμπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Ο έρωτας ως παρουσία και κυρίως ως απουσία και απώλεια τροφοδοτεί και γεννά το ποίημα και το ποίημα αναζητά τον έρωτα, τον παθιασμένο χορό, τη μονομαχία, τη θανάσιμη πάλη δύο σωμάτων για να τραφεί. Άλλοτε πάλι το ποίημα γεννά τον έρωτα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, εκλεκτικές συγγένειες μέσα από ασύμπτωτες ιστορίες, άνθρωποι αγαπήθηκαν πιο αναπαυτικά, πιο παρηγορητικά μέσα από τις λέξεις, συμβολικές εκεί οι ανθρωποθυσίες του έρωτα. Τα δύο αυτά θέματα αναδεικνύονται ξεκάθαρα στην παρούσα συλλογή, γεμίζουν τον καμβά του κάθε ποιήματος με τα φαινομενικά ετερόκλητα μοτίβα τους, που ωστόσο συνέχονται με ένα αόρατο νήμα.
Ξεκινάμε με τον τίτλο «κλινικά απών», ο οποίος συνειρμικά μας παραπέμπει στη δυσοίωνη ιατρική γνωμάτευση κλινικά νεκρός. Ποιος είναι ιατρικά ο κλινικά νεκρός; Είναι αυτός που η αναπνευστική και καρδιακή λειτουργία του υποστηρίζονται μηχανικά, ενώ ο μεταβολισμός ακόμη αντιστέκεται. Ο τίτλος του βιβλίου είναι ο τελευταίος στίχος του ποιήματος Εκ των υστέρων .

Αν ήμουν πιο προσεκτική
Θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
Επίσημα θα ήσουν τώρα
Κλινικά απών.

Το ποιητικό υποκείμενο, κάνοντας τον απολογισμό του, μετά το τέλος ενός έρωτα, καταφεύγει σε ένα υποθετικό λόγο του μη πραγματικού ( αν ήμουν…τότε θα…) και συνειδητοποιεί ότι τόσον καιρό ο έρωτας αυτός ζούσε και ανέπνεε από τη δική του ελπίδα. Αυτή ήταν η μηχανική υποστήριξη ενός κλινικά νεκρού έρωτα. Αξίζει να επισημάνουμε ότι η ποιήτρια χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό συχνά λέξεις που παραπέμπουν στο ιατρικό λεξιλόγιο και στη δομή του ιατρικού λόγου ( οδηγίες, συστάσεις, συμβουλές), στοιχεία ενισχυτικά της άποψης ότι ο τίτλος πέρα από το συγκεκριμένο ποίημα ανταποκρίνεται στο γενικότερο κλίμα και την ατμόσφαιρα αυτής της συλλογής. Ο έρωτας, λοιπόν, είναι ο κλινικά απών.
Η απουσία που διατρέχει όλο το βιβλίο εξετάζεται ως μία ανίατη ασθένεια, η οποία μας επιτρέπει μόνο μία επιλογή: να την αποδεχτούμε. Η Κουτσουμπέλη με ωριμότητα επιχειρεί, την κατανόηση και αποδοχή αυτού του επικείμενου αλλά αναπόφευκτου θανάτου. Αποδέχεται πως ο θάνατος του έρωτα ξεκινά από τη γέννησή του, αφού θνησιγενή είναι τα ασυνείδητα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε το συμπρωταγωνιστή μας σ’ αυτή την επανάληψη της αρχέγονης ένωσης. Το σενάριο ζωής που έχουμε προαποφασίσει, αυτό εντέλει θα παιχτεί και με μικρές παραλλαγές θα φτάσουμε στο οικείο αποτέλεσμα. Αυτό το σενάριο θα επιμείνει να επιβεβαιώσει τις πεποιθήσεις μας, όποιες κι αν είναι αυτές και οι οποίες έχουν διαμορφωθεί στα τρυφερά παιδικά μας χρόνια. Χωρίς να το γνωρίζουμε έχουν χαραχτεί μέσα μας στα σκοτεινά και έχουν κρυφτεί τώρα στη σκιά μας, με την οποία πάντα έτσι κι αλλιώς πλαγιάζουμε τη νύχτα. Αν, λοιπόν, στο παιδικό μας σύμπαν η ένωση του αρσενικού και του θηλυκού είναι μια ανελέητη μονομαχία που τελειώνει με θανάσιμους τραυματισμούς, τότε θα μπαίνουμε σε μονομαχίες και θα επιλέγουμε πάντα τον ίδιο ιππότη για παρτενέρ. Αυτή η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της είναι μια πράξη ενηλικίωσης και ωριμότητας η οποία καθρεφτίζεται στους στίχους της Κουτσουμπέλη, που διακρίνονται για την οικονομία και την ισορροπία στη χρήση του λόγου.
Το τέλος του έρωτα ωστόσο δε γίνεται εύκολα αποδεκτό. Επιστρατεύεται η άμυνα της απώθησης. Η όποια υποψία του τέλους μεταφράζεται ως επιστροφή στην απώλεια των βασικών προσώπων υποστήριξης, στη μνήμη της παιδικής εγκατάλειψης. Γι’ αυτό το τέλος, έστω και με αυταπάτες, είναι ανάγκη να αμφισβητηθεί. Η άρνηση της αποφυγής του πόνου, η άρνηση της λύσης και της συνεπαγόμενης μοναξιάς που θα επιφέρει συναινούν στη διατήρηση του κλινικά απόντος έρωτος. Για αυτούς τους λόγους κάποιοι έρωτες στοιχειώνουν και συντηρούνται με κάθε υπερσύγχρονο μέσο συντήρησης.
Ο θάνατος του έρωτα επιφέρει αναπότρεπτα μία περίοδο πένθους, επώδυνη αλλά αναγκαία για να συνεχιστεί η ζωή. Η Κουτσουμπέλη διαχειρίζεται με ψυχραιμία τη φάση αυτή του πένθους, έχοντας ένα σταθερό και πιστό σύμμαχο: τις λέξεις, την πράξη της γραφής. Όλα τα στάδια του πένθους, ο θυμός, η άρνηση, η επεξεργασία, η αποδοχή περνούν μέσα από την ποίηση. Τα ποιήματα δε μας απαλλάσσουν από το πένθος, αντιθέτως το ενισχύουν. Μας συντρέχουν ωστόσο να το ημερώσουμε. Το πένθος είναι ο ομφάλιος λώρος που μας δένει με τη μνήμη. Η τέχνη τροφοδοτείται από την απώλεια και το πένθος, αλλά λειτουργεί και ως ο ασφαλέστερος οδηγός για την έξοδο. Άλλωστε, κατά την Κουτσουμπέλη, οι ποιητές ορίζονται κι από μια μοίρα, μια σφραγίδα δωρεάς στον ώμο, που ορίζει πως τίποτα στη ζωή τους δε θα’ ναι ακέραιο κι ολοκληρωμένο, θα αναλώνουν τη ζωή τους, κυνηγώντας την πληρότητα και την ολοκλήρωση, θ’ αδειάζουν τα μελανοδοχεία, θα γεμίζουν τα λευκά χαρτιά, μια και η τέχνη στην έλλειψη ελλοχεύει, στο ερειπωμένο και το ατελές.
Οι τολμηρές μεταφορές και οι αντιθέσεις συνθέτουν τις εικόνες του ποιητικού κόσμου της Κουτσουμπέλη, ζωγραφίζουν τον πόθο αλλά και τη ματαίωσή του. Η ροή του λόγου, οι αναπνοές και οι παύσεις σκηνοθετούν τις κινήσεις των προσώπων σε ένα ελεύθερο αφαιρετικό σκηνικό. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το κόκκινο και το μαύρο με τους συμβολισμούς του πόθου, του πάθους του πένθους και του μυστηρίου που τα περιβάλλει. Η γλώσσα κάποιες στιγμές τρυφερή, άλλοτε ειρωνική και σαρκαστική, εκφράζει την εσωτερική αντίσταση του ατόμου στην αποδοχή του τετελεσμένου. Το ποίημα γίνεται το κορμί του απόντος αγαπημένου, πράξη εγχείρησης, επέμβασης με οδύνη και χωρίς αναισθητικό. Κόβω για να διασώσω, κόβω για να δημιουργήσω, η γραφή μια χειρουργική επέμβαση στη μνήμη, μια ανατομική επέμβαση στην παιδική ηλικία, τη σκέψη και τα αισθήματα.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 13.5.2014

Η ποιητική οδύσσεια μιας ερωτικής ματαίωσης

Είχε γράψει κάποτε ο Ρενέ Ζιράρ, ο σπουδαίος ανθρωπολόγος και θεωρητικός της λογοτεχνίας, επαναλαμβάνοντας ίσως απόψεις άλλων πριν από αυτόν, ότι ένας συγγραφέας αυτοδημιουργείται μέσω της δημιουργίας του έργου του… Ο Ζιράρ αναφερόταν στο έργο του Ντοστογιέφσκι και στον νέο εαυτό που δημιούργησε, τον νέο άνθρωπο με τους άλλους ψυχολογικούς και αισθητικούς ορίζοντες που αναδύθηκε μέσα από τα μυθιστορήματά του. Ένα ανάλογο σχήμα, η δημιουργία δηλαδή ενός νέου εαυτού στο πλαίσιο μιας -ερωτικής- απώλειας, η αποδοχή και αποδέσμευση από το πένθος, εκφράζει και νοηματοδοτεί την ανάγνωσή μου της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη «Κλινικά Απών» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Η ποιητική αυτή συλλογή είναι ή έβδομη κατά σειρά που εκδίδει η Χλόη Κουτσουμπέλη μετά την εμφάνισή της στα γράμματα το 1984 με την ποιητική συλλογή Σχέσεις Σιωπής από τις εκδόσεις Εγνατία.
Είχα αναφερθεί και παλαιότερα σε κείμενό μου στην «Αυγή» στο γοητευτικό ποιητικό σύμπαν της Χλόης Κουτσουμπέλη, που κατοικείται από όντα της λογοτεχνίας, της αρχαίας τραγωδίας, των μύθων που ζουν ανάμεσα στο Αλλού και την πραγματικότητα. Η ποιητική της περιλαμβάνει σκηνές από όνειρα, αρχετυπικές εικόνες, αλληγορίες. Η θεματική της περιστρέφεται γύρω από το εφήμερο των ανθρώπινων σχέσεων, την απώλεια, τις πολύπλοκες και εύθραυστες ισορροπίες του έρωτα, την ανατρεπτική δύναμη της θηλυκής αρχής.
Στο ίδιο πλαίσιο, λοιπόν, αλλά με την ωριμότητα και τη γενναιότητα που προκύπτει από μια χωρίς συμβιβασμούς προσωπική ποιητική Οδύσσεια, στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης, η Χλόη εστιάζει στο θέμα του πένθους, του ματαιωμένου έρωτα, της απουσίας του Άλλου, όπως αναγγέλεται προγραμματικά στον τίτλο. Με αυτή τη διαδικασία, στην οποία η ποιήτρια εισέρχεται με θάρρος και απροειδοποίητα, πραγματοποιεί μια κατάδυση στη σκοτεινή πλευρά του πένθους, μια συνάντηση με μια φαντασμαγορία εικόνων από τον κόσμο της σκιάς, λυτρωτική για την ίδια και για τον αναγνώστη που παρακολουθεί το ταξίδι, κατόπιν μια ανάδυση, έναν μετασχηματισμό, μια δημιουργία εαυτού.
Ο ματαιωμένος έρωτας ο χωρισμός, η απουσία και πώς ο ποιητής επιχειρεί με τους στίχους του την ψηλάφηση του κενού, της θλίψης. «Χρήσιμες οδηγίες για το πένθος – να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή […] θα το ακούτε να αλυχτάει/δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ». Επιχειρεί να εμπεδώσει τη μορφή του πόνου και της απουσίας. Κατά την αναμέτρηση με τον κόσμο των σκιών, το ταξίδι στην επανάληψη ενός ερωτικού εφιάλτη, στην παιδική ηλικία, στα τραύματα από τους γονείς, τους εραστές, τα ζευγαρώματα, τη ματαίωση, την αναζήτηση του καθρέφτη, καταφέρνει στο τέλος να αποκολληθεί από το πένθος και να κατασκευάσει ένα δικό της ομοιότυπο πάνω σε άλλα πρότυπα. «Δεν χώρεσα στο καλούπι», αναφωνεί και αναγνωρίζει ότι ο απών είναι πλευρό του εαυτού της και όχι εκείνη δικό του πλευρό. Το επόμενο στάδιο είναι και η εσωτερική αποδοχή «δεν πειράζει/ έτσι κι αλλιώς/ πάντα με τη σκιά μας/ πλαγιάζουμε τις νύχτες» και εν κατακλείδι η αναζήτηση και η απελευθέρωση του δικού της εσωτερικού διπλού, του καθρεφτίσματος. «Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια […] είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ».
Ο έρωτας είναι καθρέφτης, προβολές, έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί. Η κατάδυση στον Άδη είναι αφηγημένη πρώτα από τον Όμηρο. Η κατάδυση της Χλόης όμως είναι από την πλευρά του δικού της φύλου, την αρνητική. Όχι την Εύα, αλλά το αρνητικό της τη Λιλίθ – πάλι μια εικόνα διπλού – που αντιμετωπίζει το ανεξημέρωτο ζώο – το τέρας της θλίψης – σπάει το καλούπι που δεν την δημιουργεί και δημιουργεί – ψαλιδίζει – εν κατακλείδι έναν εαυτό απελευθερωμένο… «Κόβω με ψαλίδι αυτό το ποίημα».

Βασίλης Δασκαλάκης

«Παρέμβαση», τχ. 172, Καλοκαίρι 2014

Έχοντας την ωριμότητα και την εμπειρία τριάντα ετών, στην έβδομη ποιητική συλλογή της, η Χλόη Κουτσουμπέλη ξεδιπλώνει αρετές, αποστάγματα σοφίας και μια ποιητική στόφα που οδηγεί σε βαθιά νερά και αναζητήσεις που κατατρώγουν τις ψυχές και τις σάρκες των ίδιων των λέξεων. Λέξεις που σωματοποιούνται και εξαϋλώνονται, χαράζουν το δέρμα και το επουλώνουν. (ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ), (ΤΕΛΟΣ), (ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ)
Θα μπορούσαμε να δούμε τριανταπέντε σπαραχτικά κείμενα δομημένα στη λογική της απώλειας, του διαρκούς πένθους, του ανικανοποίητου έρωτα, της σκηνοθεσία του φόβου της μοναξιάς, του φόβου εν γένει. (ΤΟ ΚΕΝΟ), (ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ)
Μας παραπέμπει στον Ingmar Bergman και το αριστούργημά του “Έβδομη Σφραγίδα” καθώς το κάθε ποίημα μετατρέπεται σε ιππότη που δίνει την μάχη με το θάνατο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μυρίζει θειάφι. Κάθε τελείωμα κειμένου μια εξόδιος ακολουθία, αλλά επιμένει να στέκεται όρθια , να πορεύεται μοναχικά το δύσβατο μονοπάτι στην υψηλή τέχνη της ποίησης. (ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ), (ΣΤΕΠΑ), (ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΑΡΚΑΡΙΣΜΑ), (ΛΙΛΙΘ), (ΤΕΧΝΗ), (Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ), (ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΤΑΓΚΟ)
Η Χλόη Κουτσουμπέλη χαράζει ένα προσωπικό όραμα, σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο που μοιάζει σε πρώτη ανάγνωση να αποδυναμώνει τα κείμενα, όμως σε δεύτερη και τρίτη προσέγγιση ως δια μαγείας αποκαλύπτεται ως νέα Σαλώμη με πέπλα που πέφτουν μαζί με τις αμφιβολίες για την αγάπη στην ποίηση και τον λόγο που κάποιος γράφει επειδή είναι προσηλωμένος και με περισσή πίστη. (Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ), (ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ), (ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ)
Αν υπήρχε ένα «Σχολείο Ποίησης» με τη Χλόη θα ήμουν συμμαθητής, ο άχαρος ρόλος της απουσιολόγου θα έπαιρνε μια άλλη διάσταση στο μικρό μεθοδικό κορίτσι που παλεύει με την μνήμη, μας κλείνει το μάτι, σβήνει τις απουσίες εξωραΐζει τα κακώς κείμενα και μας επαναφέρει στην τάξη. (Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ), (ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ), (ΜΑΤΑΙΩΣΗ), (ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ), (ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ), (ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ), (ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ)
Ο τίτλος της συλλογής (ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ) εσκεμμένως μας παραπλανεί, γιατί όπως όφειλε να είναι ΝΕΚΡΟΣ, ουσιαστικά είναι Παρών ή μάλλον ΠΑΡΟΥΣΑ στην πρώτη γραμμή, άλλωστε ο χρόνος και ο πόνος είναι η κοινή συνισταμένη της λήθης, ενός φαρμάκου που όλες τις εποχές λειτουργούσε στην πραγματική τέχνη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress 10/9/2014

Στοιχειωμένοι έρωτες ξυπνούν

Συνεπής στον δρόμο που έχει χαράξει με τα προηγούμενα ποιητικά της βιβλία και με ευκρινέστερο πλέον τον ποιητικό της στόχο, η Χλόη Κουτσουμπέλη καταθέτει την έβδομη κατά σειρά συλλογή της με τον χαρακτηριστικό και απόλυτα συμβατό με τη θεματολογία των ποιημάτων της τίτλο Κλινικά απών. Κλινικά απών, όχι μόνο ένα ευφυές λογοπαίγνιο, μια λεκτική παραδοξότητα, αλλά μια φράση με ποικίλες αναγνώσεις. Εν μέρει παραπέμπει στον ιατρικό όρο Κλινικά νεκρός, ίσως όμως να είναι δραστικότερος και πιο επώδυνος από αυτόν, αφού υποδηλώνει τους μικρούς καθημερινούς θανάτους στους οποίους ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να οδηγηθεί, στο ανελέητο αγώνισμα μιας μονομαχίας, σώμα με σώμα, στον ερωτικό στίβο.
«Το σώμα στη μάχη» είναι ένας στίχος-τίτλος ποιήματος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, με νοηματική αμφισημία και πολλαπλές αναγνώσεις, που λατρεύει, κατά δήλωσή του, ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς. «Τα σώματα πριν από τη μάχη» θα τον παράλλαζα, κάπως αυθαίρετα, για να εκφράσω ή να αποτυπώσω την ουσία των περισσότερων ερωτικών ποιημάτων της παρουσιαζόμενης ποιήτριας. Φανερό λοιπόν πως ο έρωτας σκέπει ξανά τους στίχους της Κουτσουμπέλη, ένας έρωτας όμως όχι ηδονιστικός ή αντικείμενο αναπόλησης για να θυμηθούμε την ποίηση του Μεγάλου Αλεξανδρινού που προσφάτως γιορτάσαμε τα εκατό πενήντα χρόνια από τη γέννησή του, ούτε ένας έρωτας που συνοψίζεται στη στέρηση, την αγωνία ή την εξιδανίκευση του αγαπημένου προσώπου, όπως αυτός εκφράζεται στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου ή του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου αντίστοιχα, αλλά ένας έρωτας ακυρωμένος εξ αρχής λόγω προκαθορισμένων διαφορών, αρχέγονων και σκοτεινών μυστικών και ενοχών, και εντέλει λόγω της ασυμβατότητας της ουσίας του αρσενικού με το θηλυκό, που στους στίχους της ποιήτριας μάχονται απεγνωσμένα να συναντηθούν, δίχως, όμως, ουσιαστικό αποτέλεσμα. Απόρροια αυτής της κατάστασης που διαιωνίζεται, η ερωτική ματαίωση, η ερωτική απόγνωση, η προσωπική φθορά, η στυφή εκείνη γεύση που μένει στο στόμα των πρόσκαιρων εραστών και υποψήφιων αιώνιων αγαπημένων, όταν ανακαλύψουν ξαφνικά το χάσμα που τους χωρίζει. Έτσι, το θηλυκό, συχνά στην απόληξη του ερωτικού παιχνιδιού διαπιστώνει πως το έτερο ήμισυ είναι κλινικά απών, απών από την κλίνη του ζευγαρώματος, από την ψυχή του, τη ζωή του, τις ανάγκες του, τις προσδοκίες του και τις προβλέψεις του, δεχόμενο αυτήν την κατάσταση ως αναπόφευκτη μοίρα, που απαλύνεται κάπως με την ιαματική δράση του ποιητικού παιχνιδιού στο οποίο καταφεύγει, και της τέχνης γενικότερα. Αναφέρω χαρακτηριστικούς στίχους της Κουτσουμπέλη που φανερώνουν αυτήν τη ματαίωση, πολλοί από τους οποίους αποτελούν επιμύθια των ποιημάτων της:

Και όταν ερχόμουν θα σ’ αγκάλιαζα / αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα, Το πένθος υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό, (Οι στοιχειωμένοι έρωτες) την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν / και μπήγουν τα λευκά τους δόντια / στην καινούρια τους ζωή, Από τον θάνατο του έρωτα προτιμώ τη μοναξιά, Το τέλος γράφεται από μόνο του / και είναι πάντα σαρκοβόρο, Διαλέγω πάντα άντρες που το νούμερό τους τελειώνει σε μηδέν κ.ά.

Οι λέξεις που επανέρχονται

Λέξεις όπως: κενό, τέλος, σιωπή, λάθος, νύχτα, απών, ματαίωση, πένθος, ήττα, επαναλαμβάνονται συνεχώς στο βιβλίο, αποκαλύπτοντάς μας την ψυχική διάθεση της ποιήτριας αλλά και την απόληξη του ερωτικού παιχνιδιού που διαδραματίζεται μέσα της, πάντα σε ακαθόριστο, μη προσδιορισμένο τόπο και χρόνο, όπως μας έχει συνηθίσει και από τις προηγούμενες συλλογές της. Ωστόσο, στην παρούσα συλλογή, υπάρχει πια μια πιο κατασταλαγμένη γνώση, μια βαθύτερη συνείδηση των κανόνων του ερωτικού παιχνιδιού, που θωρακίζει την ποιήτρια, βοηθώντας την να ξεπερνά τη μελαγχολία της ή τουλάχιστον να μην παραδίνεται σ’ αυτήν αμαχητί. Αυτό, αν μη τι άλλο, φανερώνει, πέρα από συναισθηματική, και ποιητική ωριμότητα.
Η Κουτσουμπέλη συνθέτει ποιήματα με σκηνοθετικό τρόπο γραφής. Σε προηγούμενες συλλογές της αυτό συνέβαινε με το ονειρικό στοιχείο που πρόσθετε ή καλύτερα με το οποίο έντυνε τους στίχους της – ένα μονίμως παραμυθένιο, υπερβατικό, σουρεάλ σκηνικό, με το οποίο αφ’ ενός υπονομευόταν ο ρεαλισμός των ποιημάτων της, αφ’ ετέρου πετύχαινε να μας μεταφέρει σκληρά προσωπικά της βιώματα με λιγότερο επώδυνο, κυρίως για την ίδια, τρόπο. Στο Κλινικά απών το στοιχείο αυτό έχει κάπως αμβλυνθεί, έχει περιοριστεί, δίχως πάντως να εκλείπει. Η στόχευση του μηνύματος γίνεται πιο συγκεκριμένη και ευθύβολη, η σκηνοθεσία είναι λιγότερο ομιχλώδης και παραπλανητική, ο αλληγορικός λόγος όμως πάλι κυριαρχεί, ενώ συχνά η εικονοποιία παραμένει τολμηρή και ασυνήθιστη. Γράφει στο ποίημά της Αδυναμία: Αν δεν μπορείς να έρθεις με ένα τρένο / ούτε να ξεφλουδίσεις το πορτοκάλι του ουρανού / σούρουπο με ένα αεροπλάνο, / αφού το πλοίο εντείνει την αστάθεια / και σου δημιουργεί όπως λες ναυτία / δέσε ένα ποδήλατο / πίσω από ένα σμάρι πουλιά / και πέταξε να ρθεις κοντά μου. / Εσύ που ισχυρίζεσαι ανίσχυρος.
Σε δύο της ποιήματα ο έρωτας προσδιορίζεται με διαφορετικό τρόπο, ως προκαθορισμένο αγώνισμα μονομαχίας, με αναμενόμενη, πάντα, συνέπεια τη δική μας εξολόθρευση (ποίημα Το αγώνισμα της μονομαχίας) ή ως συντηρημένη, κατεψυγμένη κονσέρβα (ποίημα Η κονσέρβα) το ανέφικτο και το ανεκπλήρωτο των ερωτικών σχέσεων (αυτά τα αφήνει στην τέχνη της ποιήσεως). Στο ποίημα Παρά λίγο, ο στίχος της Κουτσουμπέλη Κάθε ένας περίμενε άλλον αλλού / και κανείς δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού, συμπυκνώνει όλο το αδιέξοδο των προσωπικών σχέσεων, ενώ όλο το ποίημα Το δείπνο, πέρα από τη χρωματική και μεταφορική αντίθεση του κόκκινου των προσπαθειών της γυναικός, με το χλωμό που διέκρινε εν τέλει ο άνδρας στο πρόσωπό της, το εξέλαβα ως αποθέωση της ερωτικής ασυνεννοησίας, ασυμβατότητας κι εντέλει μιας έντονης προσωπικής ματαίωσης. Παρεμφερές και το Άκρως ερωτικό και απόρρητο, όπου η ποιήτρια κατέχει πλέον τη γνώση για το άλλο φύλο, που την εξουθενώνει, ακυρώνοντας τη μυθολογία και τις συμβάσεις των καιρών μέσα από τους στίχους: Ότι δεν είμαι το πλευρό ή / η δεξιά σου άτρωτη φτέρνα / αλλά γυμνή κι εγώ / καταδικασμένη να σε ψάχνω στους αιώνες / μέρος κι αυτό της γνώσης που δεν έπρεπε. Στο ποίημα Τέχνη, η ποιήτρια αυτοπροσδιορίζεται αναφορικά με την τέχνη, ενώ μας κλείνει με τρόπο το μάτι αποκαλύπτοντάς μας πως θα μπορούσε να γράψει περισσότερο γυμνά, ξεκάθαρα και με μεγαλύτερη σαφήνεια, αλλά δεν είναι αυτή η πρόθεσή της γιατί άλλες είναι οι ποιητικές της βλέψεις. Εντούτοις θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον το εν λόγω ποίημα, και παρότι διαφέρει από την πλειονότητα των υπόλοιπων ποιημάτων της τόσο υφολογικά όσο και θεματολογικά, το καταθέτω. Τέχνη: Ποτέ δεν συμπάθησα / τα άψογα χαμόγελα / τις τέλειες οδοντοστοιχίες / τους σιδερωμένους άντρες / την τσάκιση στο παντελόνι / τα ανατομικά στρώματα / τα αναπαυτικά όνειρα / τα πούπουλα χήνας στην ομίχλη. / Γι’ αυτό και ζω σε ερειπωμένα σπίτια / Κάτι να χάσκει / κάτι να λείπει / κάτι να διαβρώνει την τελειότητα. / Γιατί τέχνη είναι πάντα η οροφή που λείπει.
Ο χρόνος στην ποίηση της Κουτσουμπέλη

Επανέρχομαι και ολοκληρώνω με κάποιες σκέψεις για την έννοια του χρόνου στα ποιήματα της Κουτσουμπέλη. Είπαμε, και το έχω γράψει και στο παρελθόν για άλλα της βιβλία, πως ο χρόνος στην ποίηση της Κουτσουμπέλη είναι απροσδιόριστος και αόριστος, αφού πολλά της ποιήματα ακολουθούν τις χρονικές συμβάσεις μύθων ή παραμυθιών, όπου κι εκεί ο χρόνος είναι ασαφής και απροσδιόριστος. Στην τελευταία συλλογή της γίνεται φανερό πως αυτό έχει και μια άλλη εξήγηση, αλλά και μια άλλη διάσταση. Η ποιήτρια συναιρεί ένα τραυματικό παρελθόν που αφορά την παιδική ηλικία, όπου πνίγεται το όνειρο, ο έρωτας, το κάθε σκίρτημα για ζωή από τις δράσεις και τις ενέργειες των μεγάλων, με ένα εξίσου οδυνηρό παρών, εξ αιτίας της σκληρής συνειδητοποίησης του αδιεξόδου των ερωτικών σχέσεων. Η ποίηση, έτσι, έρχεται ομαλά, απόλυτα φυσιολογικά και αβίαστα να λειτουργήσει εξισορροπητικά, κάνοντας την ποιήτρια να ακυρώσει μέσα της τις δύο προηγούμενες επώδυνες χρονικές συμβάσεις, βιώνοντας έτσι το καθαρτήριο, ιαματικό, άχρονο ποιητικό σύμπαν, με τη σύνθεση ποιημάτων. Όλα αυτά συνοψίζονται θαυμάσια στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής, που έχει τίτλο Το ψαλίδι. Η ποιητική συλλογή της Κουτσουμπέλη έχει ως εξώφυλλο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου, που εκφράζει περίτεχνα το αίσθημα της μοναξιάς, αποτυπώνοντας με απλά και λιτά μέσα τον ίλιγγο της απουσίας. Κάποια πανωφόρια, κενά περιεχομένου, κρεμασμένα σε ξύλινες παλιομοδίτικες κρεμάστρες, μια λάμπα θαρρείς φυλακισμένη σε ένα διχτυωτό πλαίσιο και η αίσθηση μιας απλωμένης, έρημης, ωστόσο, εξ αντανακλάσεως, φωτιζόμενης πίστας ως ακαθόριστο φόντο. Η Κουτσουμπέλη συνομίλησε καλλιτεχνικά με τον Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο και παλιότερα. Την Πρωτοχρονιά του 2013 δημιούργησαν μαζί ένα ηλεκτρονικό βιβλίο με δικές του φωτογραφίες και δικά της ποιήματα-σχόλια πάνω σ’ αυτές, με τίτλο Απαγόρεση κυκλοφορίας, αφιερωμένο στους μοναχικούς ανθρώπους των πόλεων. Επίσης, έναν χρόνο ακριβώς μετά, ο Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος σχολίασε με τις φωτογραφίες του ένα σπονδυλωτό δικό της ποίημα που δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Θράκα. Είχε ως τίτλο Η μυστική ζωή των ποιημάτων και ήταν αφιερωμένο στην μνήμη του Παύλου Φύσσα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη , αρχής γενομένης από την ποιητική της συλλογή Σχέσεις σιωπής που τυπώθηκε το 1984, διανύει μια γόνιμη τριακονταετία στα γράμματα με εφτά ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και ένα θεατρικό έργο. Έχει μια σταθερά ανοδική πορεία, βρίσκοντας από την τρίτη ήδη συλλογή της έναν σταθερό βηματισμό και κατακτώντας ένα απόλυτα προσωπικό και ευδιάκριτο ποιητικό ύφος. Νομίζω πως αξίζει να παρακολουθήσουμε, βήμα προς βήμα, όλη την έως τώρα πορεία της, και να εστιάσουμε ιδιαιτέρως στο πρόσφατο βιβλίο της, το Κλινικά απών, στο οποίο η ίδια είναι έντονα παρούσα με την τέχνη της γραφής της, ιδίως αναφορικά με το ερωτικό παιχνίδι και τις διαστάσεις που αυτό παίρνει μέσα από τις πανάρχαιες αντιφάσεις του.

*Το κείμενο εκφωνήθηκε τον Μάιο του 2014, στη ΔΕΒ Θεσσαλονίκης, σε παρουσίαση του βιβλίου.

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη

diastixo 30/9/2014

Κλινικά απών είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για την έβδομη κατά σειράν συλλογή ποιημάτων που εκδίδει η Θεσσαλονικιά ποιήτρια μετά την πρώτη εμφάνισή της στα Γράμματα το 1984, με το ποιητικό έργο Σχέσεις σιωπής (Εκδόσεις Εγνατία).

Με βαθιά, γήινη φωνή –ανοίγοντας έτσι μια μικρή χαραμάδα στην εγγύτητα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη–, η ποιήτρια καταδύεται στις διαστάσεις του αδόκητου, της αλληγορίας, του συμβολισμού, στο γήινο των πραγμάτων ταξίδι και στο άλλο ταξίδι το ονειρικό, παρεμβαίνοντας καθοριστικά στη λογική τους. Όλοι οι στίχοι της υπαινίσσονται την ύπαρξη ενός υπερφυσικού, σκοτεινού κόσμου, που δεν τον βλέπουν τα μάτια, αλλά που φανερώνεται ακέραιος μέσα από τη φαντασιακή ανασυγκρότησή του και παρουσιάζεται στο ποίημα σαν οργανικό σύνολο. Η ποίησή της αναπτύσσει:
Τη θεματική της ερωτικής απώλειας και ματαίωσης:
Φορώ ένα σκονισμένο νυφικό/ με μακριά ουρά που σέρνεται στο δρόμο/
η αρρώστια καλπάζει/ κόκκινο άλογο μέσα στην καρδιά./ –αγαπώ νεκρά γιατρέ/
ή
το να συντηρεί κανείς κατεψυγμένους έρωτες/ είναι κι αυτό μια τέχνη.

Της απουσίας που επίκειται και εντέλει συντελείται:
Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
επίσημα θα ήσουν τώρα
κλινικά απών.

Της λήθης που αναπαράγει μνήμες και ταυτόχρονα αναπαράγεται:
Η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί/ με ένα μόνο τηλεφώνημα/ και όλη η λήθη να καταποντιστεί/ στον ζεστό κόλπο της αλήθειας.

Της αποδοχής του πένθους, όπου οι συλλήψεις του παράδοξου και του αλλόκοτου συνιστούν μιαν ενόραση κατεξοχήν ποιητική.

Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή./ Κάποιες νύχτες να αφήνετε την πόρτα ανοιχτή./ Θα ανεβαίνει στο κρεβάτι/ πηχτές κηλίδες στα σεντόνια/ δαγκωματιές στο στήθος, στο λαιμό./
Θα το ακούτε ν’ αλυχτάει./ Δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ./
ή
Να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη/ με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια/ για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής.

Η ποιήτρια αμφιδρομεί ανάμεσα στις πληγές της παιδικής ηλικίας:
Βρισκόμουν σε ορφανοτροφείο/
φορούσα γκρι φουστάνι κι άσπρες κάλτσες/ έψαχνα μια κούκλα δίχως χέρια
ή
Δεν έβρισκα το σωστό νούμερο ανθρώπου/ η πλέξη ήταν χαλαρή/ ή οι τεράστιες βελόνες μπήγονταν στο στέρνο.

Της μεταφυσικής αγωνίας που μεταμορφώνεται σε αδημονία:
Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Ανοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάιλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Της άφατης τρυφερότητας που προστατεύει και ξαγρυπνά:
Κι ανησυχώ
αν είναι μαλακά τα όνειρά σου
νεογέννητα πουλιά
μες στη φωλιά τους
και τρέμω μήπως κάποιο θελήσει να πετάξει
και πέσει κάτω και χτυπήσει.

Και της σκοτεινής Περσεφόνης, που βασιλεύει μέσα στον προσωπικό μας Άδη:
Η γλώσσα σάλεψε μέσα στην κόκκινη σπηλιά
και τεντώθηκε να αγγίξει
τους σταλακτίτες δόντια
ποια διαδρομή είναι πιο σύντομη
το δάγκωμα του σκορπιού
ή ένα αιλουροειδές φιλί;

Τα στοιχεία που εντοπίζονται είναι αναγνωρίσιμα στους αναγνώστες της Κουτσουμπέλη. Ατμόσφαιρα του υάκινθου της θλίψης, γκόθικ ή γκροτέσκ, μοβ της spleen μελαγχολίας, άνθρωποι –γυναίκες, κυρίως– που μετρούν οδύνες, απώλειες, ελλείψεις, απουσίες, στέρηση, πίκρα, μοναξιά. Αφετηρία βιωματική η παιδική ηλικία. Σίγουρα τραυματική…

Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια που επιπλέουν θολά/ θρυμματίζονται στο πάτωμα./ Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ.

Με λιτά εκφραστικά μέσα, η χαρισματική ποιήτρια σχηματίζει υπερρεαλιστικές εικόνες, με τον χρωστήρα των εξπρεσιονιστών με θέματα τη φθορά, τον θάνατο, την εχθρότητα και την οργή, τη θλίψη, τη ματαίωση, ενώ με τη φαντασία ως πηγή έλκεται από τον έρωτά της και μονομαχεί με ένα άλλο σώμα. Σάρκα με σάρκα, ανάμεικτη με αίμα, ο ένας πάνω στον άλλο/ πεινούσαν και χόρταιναν σάρκα, οι παθιασμένοι εραστές κατασπαράσσουν βουλιμικά αλλήλους εις το όνομα της αρχαίας γνώσης που κατοικεί στα κύτταρα.
Την παρακολουθούμε καθώς καταδύεται σ’ ένα δάσος αντιθέσεων και αντιφατικών οραμάτων: καθρέφτες που ραγίζουν, στοιχειωμένοι έρωτες που κοιμούνται σε σεντούκια, μικρές αλεπούδες που γερνούν στο σαλόνι, το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου που γεμίζει συνέχεια θάλασσα, μια μουχλιασμένη άνοιξη, που απλώνω για ν’ αεριστεί, υποδηλώνοντας έναν ψυχισμό ευάλωτο και ανασφαλή, με ανεκπλήρωτες επιθυμίες κι εμμονές, με μια φρενίτιδα να καταλαμβάνει το ποίημα.

Ακούω τα σκυλιά που αλυχτούν δεμένα/ καθώς άγρια τραντάζουν τις αλυσίδες/ ξαναγυρνώ στο σπίτι./ Κλείνομαι στο δωμάτιο/ και με μια ψαλιδιά/ κόβω σύρριζα πέρα ως πέρα τα μαλλιά.

Ενοράσεις πρισματικών εικόνων μιας σπουδαίας φωνής έντονα θηλυκής μετουσιωμένες σε στίχους, που ασθμαίνουν κάτω από το βάρος των λέξεων των γυναικείων αρχετυπικών συμβόλων:
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου./ Λίλλακε, Μπελίλι, Μπααλάτ./ Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους/ ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ/

ενώ μια άλλη τάξη ονείρων επιβάλλεται σκιαγραφώντας το πορτρέτο μιας βαθιά πληγωμένης γυναίκας, που ανακαλεί ένα παρελθόν συντηρημένο σε κονσέρβα:
Και όταν ερχόμουν
θα σ’ αγκάλιαζα
αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα.
Γι’ αυτό σου λέω. Μην λυπάσαι.
Και στείλε αυτήν την τενεκεδένια απουσία
για ανακύκλωση.

Η έμπνευση της δημιουργού κινείται μέσα σε ένα αβυσσαλέο υποσυνείδητο. Ένας κόσμος παραίσθησης βουτηγμένος στην ένταση, την ψευδαίσθηση και τη φαντασίωση, μια καταβύθιση και συγχρόνως εξύψωση, ένα οδυνηρό παιχνίδι ανάμεσα στην απόκρυψη και την εμφάνιση, με ποιητικά μέσα το ασύλληπτο και το άρρητο. Τα όνειρά της έχουν δόντια κίτρινα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μεταβάλλει τη ρευστότητα του χρόνου σε πορεία ποιητικής ακμής:
Ύστερα κάποιος μετατόπισε τους δείκτες
στο κουρδιστό ρολόι τοίχου στο σαλόνι
κι άργησα είκοσι χρόνια.
Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα
αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια
καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα.

Διακρίνονται επιρροές από Ρεμπό, Μποντλέρ, Λόρκα, Πόε, Σολωμό, Καβάφη, Σαχτούρη, Χιόνη, Δημουλά, Σίλβια Πλαθ και Ανν Κάρσον, των οποίων οι καταβολές έχουν ζυμωθεί και ενσωματωθεί στο ποιητικό σύμπαν της ποιήτριας, δημιουργώντας ένα γοητευτικό συνονθύλευμα, όπου τα χρώματα και τα σχήματα των λέξεων διαλύονται και αναμειγνύονται για να ανασυνταχθούν στη συνέχεια σε πλήρη αρμονία και τάξη, διαμορφώνοντας τοιουτοτρόπως ένα εντελώς προσωπικό ύφος, χαρακτηριστικό πλέον της Χλόης Κουτσουμπέλη.
Η Θεσσαλονικιά ποιήτρια της νέας γενιάς, και με τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με το παρόν έργο, αποτελεί πλέον μια αναγνωρίσιμη, σπουδαία και πρωτότυπη ποιητική φωνή, αφήνοντας ήδη από τώρα σημαντική παρακαταθήκη στη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση. Η γλώσσα της διασπά και καταργεί τη ρομαντική παράδοση, είναι λιτή, με τη σωστή δόση –στη μύτη του κουταλιού ίσα ίσα– γλυκασμού, ουσιαστική, ευθύβολη, αποφορτισμένη από λυρικές τονικότητες, παράγοντας δομική ύλη που μεταβάλλεται σε αισθητικό φαινόμενο –«ολόσωμα» ποιήματα– ενώ το απόρρητο-βέβηλο ομολογείται, με τη φύση δαιμονιακά ελεύθερη να ακκίζεται στην υπερβολή της, ορίζοντας άλλο δρόμο στην ανάσα.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

Κρατώντας κανείς στο χέρι και ξεφυλλίζοντας μια ποιητική συλλογή, κάνει το ίδιο με το να κοιτά απ’ έξω ένα σπίτι. Στο κουδούνι το όνομα του ιδιοκτήτη. Κλεφτές ματιές από τα παράθυρα αφήνουν να φανεί ένα μικρό μέρος του εσωτερικού. Μια πλευρά του σαλονιού και μια θέα της κουζίνας ίσως. Πρέπει να μπει κανείς μέσα στο σπίτι, για να το αισθανθεί, να περπατήσει στους χώρους, να ψάξει. Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ποίηση από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας είναι τα ίδια πάνω κάτω· αγάπη έρωτας, θάνατος, τέχνη, μοναξιά κ.α. Σε κάθε βιβλίο όμως που κρατάμε στα χέρια μας είναι απόφαση του καλλιτέχνη πού θα επιμείνει και με ποιο τρόπο θα σκύψει στα θέματά του. Το ζήτημα και το μεγαλείο της τέχνης συνήθως κρύβονται στα πατάρια και στα υπόγεια. Κάτω από μαξιλάρια με πούπουλα χήνας, στα πιο αθώα μέρη που κανείς δεν υποψιάζεται εύκολα. Γι’ αυτό η ποίηση είναι τέχνη απαιτητική.
Kλινικά απών είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη την οποία θα παρουσιάσουμε σήμερα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για την έβδομη κατά σειράν συλλογή ποιημάτων που εκδίδει η ποιήτρια μετά την πρώτη εμφάνισή της στα Γράμματα το 1984, με το ποιητικό έργο Σχέσεις σιωπής (Εκδόσεις Εγνατία).
Κλινικά απών. Μας παραπέμπει στο κλινικά νεκρός αλλά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κλινικός θάνατος είναι η παύση της καρδιακής, της αναπνευστικής και της εγκεφαλικής λειτουργίας. Κλινικά απών είναι ο άνθρωπος που εξακολουθεί να υφίσταται σωματικά, απουσιάζει όμως πνευματικά. Με τον τίτλο υποδηλώνεται η απουσία, το κενό, που αφήνει πίσω ο θάνατος της αγάπης, η ερωτική ματαίωση, ο θανατηφόρος λαβύρινθος των επιλογών που κουβαλά ο καθένας είτε ως παιδικό τραύμα είτε ως προσχεδιασμένη ατυχία, γιατί

Στο αγώνισμα της μονομαχίας
το παν είναι η δική μας εξολόθρευση.
Αφού αυτήν έχουμε μεθοδεύσει
απ’ την αρχή με τόσο πάθος

γράφει στο ποίημα ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ η ποιήτρια.
Ο μελετητής της ποίησης της Χλόης Κουτσουμπέλη έχει την αίσθηση εξαρχής ότι η ποιήτρια ως έμπειρος ναυτικός, αφού διέπλευσε ωκεανούς και πέλαγα, καταθέτει τη συσσωρευμένη εμπειρία της σε άπειρους ναυτιλλομένους. Στο ποίημα ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΩΜΑ βλέπουμε και τις ερωτήσεις που μπορεί να θέτουν.-Πώς το ξέρεις; -Τι θα πει η λέξη; -Και κανείς ποτέ δεν αισθανόταν; Σε άλλα ποιήματα όπως το ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ, τίτλος που έρχεται σε αντίθεση με το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο του ποιήματος ή αλλιώς όπως λέμε: τα λέω σε σας για να τ’ ακούω κι εγώ, διαβάζουμε: Προπάντων να φοράτε κόκκινο κραγιόν. Ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης. Στο ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ προτρέπει: Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή. Στο ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ διαβάζουμε: Προπάντων να αποφεύγετε τις σκάλες σε σπίτια που κατοικήσατε παλιά.
Στα περισσότερα ωστόσο ποιήματα κυριαρχεί ένας αφηγηματικός μονόλογος, σε πρώτο πρόσωπο, και σε κάποια μια αποστροφή σε δεύτερο πρόσωπο, ένας διάλογος με τον εαυτό της, θα μπορούσαμε να πούμε. Η ποιήτρια βυθίζεται σε σκέψεις και συνειρμούς, γιατί εν τέλει τα πολύ σπουδαία πράγματα κανείς αληθινά μπορεί να τα κουβεντιάσει μόνο με τον εαυτό του.
Η συλλογή ανοίγει με το ποίημα ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ
Συστήνει την αξιοπρέπεια την ώρα της εγκατάλειψης. Προτείνει κόκκινο κραγιόν όταν το στόμα δεν λέει πια σ’ αγαπώ για να καταβροχθίσει τις λεπτομέρειες, αφού έχει χαθεί πια η ουσία.
Αμέσως, από την αρχή, η Χλόη Κουτσουμπέλη πετάει στα βαθιά τον αναγνώστη σε μια ποίηση, συμβολική, πολυεπίπεδη, που τη χαρακτηρίζει η μετωνυμία και η μεταφορά. Εικόνες της πραγματικότητας, της εμπειρίας μας, οικείες σε μας χρησιμοποιούνται ως αμφίεση της ποίησης και ανατρέπονται διαρκώς. Μας αιφνιδιάζει ο απροσδόκητος τρόπος χρήσης της λέξης και η πρωτότυπη νοηματοδότησή της. Κλινικά νεκρός θα περιμέναμε στον τίτλο, κλινικά απών μας προκύπτει. Ένα αυτοκίνητο που το απομακρύνει ο γερανός επειδή πάρκαρε παράνομα είναι αυτό που η εμπειρία μας κάνει να αναμένουμε. Στην ποίηση της Χλόης παράνομα πάρκαρε το όνειρο και αυτό απομακρύνεται από το γερανό. Μαθαίνουμε ακόμα ότι είναι δυνατόν να σε κλειδώσουν στο υπόγειο μιας ψυχρής ματιάς, ότι ένα ποδήλατο μπορεί να ταξιδέψει δεμένο πίσω από ένα σμάρι πουλιά, ή ότι μια εναλλακτική χρήση της κατάψυξης είναι να συντηρούμε εκτός των άλλων και έρωτες.
Επιπλέον τα νοήματα δίνονται με έναν έντονα θεατρικό και παραστατικό τρόπο. Για κάθε ποίημα στήνεται ένα μικρό υπερρεαλιστικό σκηνικό. Τα διαβάζει με ενδιαφέρον και αδημονία ο αναγνώστης σαν να παρακολουθεί ένα συμπυκνωμένο θεατρικό έργο. Το σκηνικό αλλάζει από ποίημα σε ποίημα, στα περισσότερα όμως είναι εφιαλτικό, κλειστοφοβικό και πλησιάζει τα θρίλερ. Περιλαμβάνει έρωτες βρυκόλακες που κοιμούνται σε σεντούκια με το ένα μάτι μισόκλειστο. Το πένθος, παραφυλάει

Ανεβαίνει στο κρεβάτι
Δαγκώνει το στήθος και τον λαιμό
κόβει κομμάτια τις σάρκες της κούκλας
όταν μαλώνουν οι γονείς
ξεσκίζει τα μαξιλάρια
όταν αποχωρούν οι αγαπημένοι

Στο ποίημα ΜΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ οι πλατείες, οι δρόμοι, τα στενά συστέλλονται και διαστέλλονται

οι διευθύνσεις άλλαζαν
και μέναμε με αγνώστους
σε σπίτια με λαίμαργες ντουλάπες
που έτρωγαν τσάντες και παπούτσια
Στο ποίημα ΣΤΕΠΑ

Όλη η αγέλη οσμίζεται το αίμα
το φεγγάρι ματώνει ως το κόκαλο
αστέρια οστά γεμίζουν τον ουρανό

Η ποίηση της Χλόης απαιτεί προσοχή, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική. Κι αυτό είναι ένα στοιχείο του καλού τεχνίτη, όταν σου προσφέρει τη δυνατότητα να παρακολουθήσεις το μαγικό βυθό της ποίησής του χωρίς να πνιγείς στους περιδινισμούς της σκέψης και του προβληματισμού του.
Στην ποιητική συλλογή κλινικά απών, υπερισχύει το θέμα του έρωτα. Όχι όμως όπως συνήθως τον εννοούμε. Ο έρωτας συνδέεται με την προδοσία ή την αδυναμία να πραγματωθεί. Είναι ατελέσφορος, είναι η εναγώνια αναζήτηση της αγάπης και ο τρομακτικός μηχανισμός διαπίστωσης της απουσίας της. Κεντρική φράση, που αποτελεί και τον τραγικό πυρήνα της συλλογής, είναι η φράση «ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ». Λίγο πιο κάτω στο ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ αποκαλύπτεται ολόγυμνη η τραγική ανθρώπινη ύπαρξη στους τέσσερις τελευταίους στίχους:

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο

Την απουσία αγάπης ακολουθεί η μοναξιά και το κενό. Η ζωή βρίσκεται σε μια κατάσταση αφασίας, αναισθησίας όπου την οδήγησε ο πόνος, από την ανθρώπινη αδυναμία να συνάψει σχέσεις. Άλλα θέματα στην ποίησή της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι η τέχνη, η μνήμη και η λήθη, το πένθος και η γυναίκα.
Ας προσεγγίσουμε όμως μέσα από τα ποιήματα κάποια από τα θέματα αυτά για να έχετε κι εσείς μια πιο σαφή εικόνα του υλικού που σας περιγράφω. Να πούμε ότι τα ποιήματα όλα συνδέονται μαζί σε ένα σώμα σαν να είναι τα κεφάλαια ενός βιβλίου.
Αναφερθήκαμε πιο πάνω στο ποίημα ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ και είπαμε ότι συστήνει αξιοπρέπεια όταν πεθαίνει η αγάπη. Οι ανθρώπινες σχέσεις τελειώνουν. Συνήθως δεν αρχίζουν σωστά. Θα βρούμε στην ποίηση της Χλόης βαθιά ανθρωπολογική μελέτη. Στο ποίημα ΤΕΛΟΣ βλέπουμε ότι «Οι ευδιάκριτοι τίτλοι τέλους εμφανίζονται πάντα στην αρχή». Δεν διαβάζουμε όμως σωστά την πινακίδα. Παγιδευόμαστε στο έλος. Μια αίσθηση ορφάνιας μας ωθεί. Τρύπιες αυταπάτες μας οδηγούν. Δεν βλέπουμε το λάθος νούμερο ανθρώπου, τη χαλαρή σχέση- πλέξη. Τις βελόνες- πόνους που μπήγονται στο στέρνο.
«Το θέμα είναι η προσεκτική επιλογή. Αυτή είναι ο καθρέφτης που ραγίζει… Εμείς είμαστε αυτοί που ρίχνουμε το γάντι στο πρόσωπο του άλλου, εμείς που σφραγίζουμε με βουλοκέρι τον πάπυρο που καταφθάνει με μαύρη άμαξα την νύχτα. Έρωτας, γράφει επάνω…» διαβάζουμε στο ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
Ο κόσμος στην ποίηση της Χλόης είναι γεμάτος παγίδες.

Ο Κήπος ήταν ναρκοθετημένος με μήλα που εύκολα αναφλέγονταν
Η κιβωτός είχε ρωγμές και βούλιαζε
Η ποσότητα ελπίδας που διοχετεύτηκε στην αγορά ήταν ελαττωματική.

Ματαιώσεις και ματαιότητα διακρίνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Προορισμένες λες να ηττηθούν. Οι άνθρωποι συνάπτουν σχέσεις σε κάτι που μοιάζει κρεβάτι, σε κτίρια που «γέρνουν αποστάσεις» και όλα γίνονται γρήγορα «θαρρείς μακριά και κάπου ξένα θαρρείς και ήσουν άλλος κι όχι εσύ». Τα όνειρα σβήνουν, η συνάντηση διαρκώς ματαιώνεται. «Ένα κοράκι καταβρόχθισε το μονοπάτι, κάποιος μετατόπισε τους δείκτες στο κουρδιστό ρολόι στο σαλόνι κι άργησα είκοσι χρόνια. Τα ταχυδρομικά περιστέρια καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα. …Θα σ’ αγκάλιαζα αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα». Άλλοτε πάλι

Κάθε ένας περίμενε άλλον αλλού
Και κανείς δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού.
Φύσηξε δυνατός αέρας
και σκόρπισε τα κορμιά τους μακριά.
Τουλάχιστον απ’ αυτούς
έμειναν τα παπούτσια.
Παρά λίγο εραστές

Πεθαίνουν οι έρωτες. Κάποιοι όμως τείνουν να συντηρούν κατεψυγμένους έρωτες, λέει στο ποίημα Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ. Είναι μια τέχνη κι αυτό, δηλαδή παραμυθία, παρηγοριά ή μια διαδικασία-ανάγκη της ζωής να δραπετεύει. Άλλοι πάλι αμνήμονες συνεχίζουν να συνάπτουν σχέσεις, να ζευγαρώνουν με άλλους του είδους τους και να ξεχνούν. Ό,τι και να γίνει έρχεται και το σβήνει το αιώνιο κενό. Όλα χάνονται στο τίποτα.
Υπάρχουν και έρωτες που στοιχειώνουν όμως. «Κοιμούνται σε σεντούκια με το ένα μάτι μισόκλειστο σε αργή αναμονή… Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν και μπήγουν τα λευκά τους δόντια στην καινούργια σου ζωή».
Τραγική είναι η δήλωση με την οποία κλείνει το ποίημα ΑΚΡΩΣ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Από το θάνατο του έρωτα
Προτιμώ την μοναξιά

Στο μέσον περίπου της συλλογής βρίσκουμε το ποίημα ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ
Το πένθος (από το ρήμα πάσχω, από όπου προέρχεται βέβαια και το πάθος συνοδεύει τη ζωή μας. Μας ακολουθεί από τη γέννησή. Είναι ο ομφάλιος λώρος που μας δένει με την μνήμη. Το ενδυναμώνει η απουσία της αγάπης. Μας συνιστά η ποιήτρια να συμφιλιωθούμε μαζί του, να είμαστε ψύχραιμοι κι ευγνώμονες γιατί υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό.
Ας έλθουμε τώρα στο θέμα της ποίησης και της τέχνης γενικότερα.
Η ζωή και η ποίηση είναι οι δύο άκρες μιας κλεψύδρας. Η ζωή βρίσκεται σε ένα πατητήρι σταφυλιών. Η σύνθλιψή της τροφοδοτεί την ποίηση. Η ποίηση από την άλλη πλευρά είναι η σκιά της ζωής. Υποδεικνύει την ύπαρξή της, αλλά δεν είναι η ζωή. Αγάπη μπορεί να υπάρξει μόνο στην αληθινή ζωή. Στην απεικόνιση αγάπη δεν υπάρχει.
Στο ποίημα ΤΕΧΝΗ η ποιήτρια δηλώνει ότι η τέχνη είναι η οροφή που λείπει γι’ αυτό ζει πάντα σε ερειπωμένα σπίτια

Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.

Η χώρα της ποίησης είναι μια άλλη χώρα. Ο ποιητής ένα αμφίβιο που ζει και στους δύο κόσμους. Ο κόσμος της τέχνης είναι κόσμος σκιών, δεν δίνει απαντήσεις. Σ’ αυτόν πηγαίνουν οι προορισμένοι, όσοι σφραγίστηκαν μικροί με κείνο το μισό πέταλο στον ώμο που σημαίνει πως τίποτε ποτέ δεν θα ’ναι ολόκληρο. Εκτός από ένα μελανοδοχείο που αδειάζει.
Στο ποίημα ΤΟ ΚΕΝΟ υπάρχει η εξής ενδεικτική περιγραφή:

Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
Σε μία κόλλα από χαρτί
Αφού το φιμώσεις με μελάνι
Κοιμάσαι μαζί του μία δύο τρεις φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
Μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
Όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
….
Τότε και μόνο τότε, καταλήγει το ποίημα,
Μπορείς να γράψεις για το τίποτα.
Το τέλος του ποιήματος, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου μια φράση από το ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ, Κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι.
Ο κόσμος της ποιητικής συλλογής ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ είναι θλιμμένος, μοιάζει αδιέξοδος. Υπάρχουν όμως και σημεία φυγής. Στο ποίημα ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελπίδα βρίσκεται πάλι στην αγάπη, γιατί συνέχεια χ«ο χωρισμός είναι απόφαση, η αγάπη χωρίς διακοπή». Και στο ποίημα Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, και κλείνω με αυτό το απόσπασμα, διαβάζουμε:

Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
Παράλογα και ανόητα γενναίοι
Που αψήφησαν την βέβαιη ήττα
Άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
Άλλη ψυχή, οικεία
Και με ένα φιλί
Σταγόνα βουλοκέρι
Σφράγισαν τον Χρόνο

Το κείμενο είναι η ομιλία του Αλέξανδρου Βαναργιώτη στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Κλινικά Απών, της Χλόης Κουτσουμπέλη, στο βιβλιοπωλείο Κηρήθρες(12 Δεκεμβρίου 2014)

ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ

vakxikon τχ 20

Στον ποιητικό κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη

«Στον Αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς» η έκτη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη. Τίτλος – δάνειο από δίστιχο ποιήματος που συμπεριλαμβάνεται στο σώμα του βιβλίου και ο οποίος αν αποσυντεθεί στις επιμέρους λέξεις, μας δίνει όλες εκείνες τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να συνοψίσουμε την ποιητική υπόστασή της, ως μια βαθιά τομή στο χρόνο και το χώρο.
Θέα μέσα από παραθυρόφυλλο θα τολμούσα να χαρακτηρίσω την ποίησή της και αυτό γιατί, τα παράθυρα αποτελούν το σημείο που το τεχνητό μας περιβάλλον μηδενίζεται και ταυτόχρονα, ανοίγει το κανάλι επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον.
Το «μέσα» και το «έξω» , αποτελούν τους δύο μεγάλους κόσμους μας, που τους θέλουμε και τους δύο και χωρίς αυτούς δεν μπορούμε να υπάρχουμε με βάσιμες δυνατότητες επιβίωσης και ανέλιξης.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι απαλλαγμένη από την έκφραση μιας φίλαυτης προσωπικότητας, από τη μίζερη επιθυμία, του να δειχτεί. Απέχει από τα όνειρα της άνεργης περιπλανώμενης φαντασίας, από τα κατά παραγγελία αισθήματα και την επιδεικτική θλίψη. Δε γράφει για να ξεφορτωθεί στιγμιαία, ή χρόνια υποκειμενικά βάρη, μετακυλώντας τους εφιάλτες της στην πλάτη του αναγνώστη. Αφήνει να μεγαλώσουν μέσα της οι σκιές και μετά παίρνει το φως και το τοποθετεί με φροντίδα περισσή στα εκτός παραθυρόφυλλων.
Ήρωες που αλλάζουν μορφή και φύλο, αλληγορίες που εξάπτουν τη φαντασία και το συναίσθημα, ονειρικές περιπλανήσεις σε κόσμους παράλληλους και γριφώδεις, που δίνουν μία διαρκή εναλλαγή από το μικρό στο μεγάλο, από το δυνατό στο αδύνατο, από την εξομολόγηση στην αποστασιοποίηση.
Οι κώδικές της, τα στοιχεία- σύμβολα, αλλά και οι σταθερές της, σχηματοποιούν το μύθο της, που όσο και αν περιχαρακώνεται, ή εκτείνεται στην απεραντοσύνη των οριζόντων του φανταστικού και του υποκειμενικού ονείρου, δεν παύει να κατάγεται από την πραγματικότητα.
Τόσο το πραγματικό, όσο και το φανταστικό βρίσκονται σε μία διαρκή σύγκρουση, αλλά και συνύπαρξη, η οποία οδηγεί σε μια σπάνια συμμετρία και αρμονία.
Είναι σαφές, ότι με όποιο τρόπο και αν επιχειρήσει κανείς την ανάγνωση αυτής της ποίησης, θα οδηγηθεί στη γνωριμία με ένα πληρέστατο κοσμοείδωλο, το οποίο βρίσκει την τέλεια έκφρασή του στον κόσμο των λέξεων. Και αυτό γιατί, η Χλόη Κουτσουμπέλη εισέρχεται στο ποιητικό τοπίο με μια φαντασία δημιουργική και για το λόγο αυτό, ικανή να οικοδομήσει ελεύθερα, με τους «παραμορφωτικούς» καθρέφτες την πραγματικότητα και κατόπιν να τη διαλύσει, ταξιδεύοντας έτσι τον αναγνώστη της, στο αέναο και ασύνορο σύμπαν, δίνοντάς του τη δυνατότητα να επιστρέψει από εκεί, ακόμα πιο πλούσιος.
Στην ποίηση αυτή, ανακαλύπτεις το βαθύ ερωτικό λόγο -που αρχή του, μα και τέλος του έχει το να αντικρίζει την ωραιότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων- να ελίσσεται και να μορφοποιείται μέσα στον κόσμο. Έναν κόσμο ανθεκτικό, φορές περίτεχνο, φορές λιτό, αφού η ποιήτρια γνωρίζει καλά το πώς, το πότε και το πού θα χρησιμοποιήσει τις λέξεις εκείνες που θα δομήσουν, ή θα αποδομήσουν το σύνολο του ποιήματος.

Χαρακτηριστικά παραθέτω το ποίημα:

Η ΚΙΒΩΤΟΣ

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου
τα παχύδερμα απογεύματα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου
τους σκορπιούς της απουσίας»
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά
όπως νανουρίζουμε τον πόνο
«Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά
«με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα
Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό
Το ολόγυμνό της σώμα

Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει την ικανότητα να μας οδηγεί στο ψηφιδωτό των ανθρώπινων σχέσεων. Κάτω από κάθε ψηφίδα, είναι ικανή να αντικρίσει τον άνθρωπο τον ερχόμενο από τα βάθη των αιώνων, που κάνει στάση στο παρόν, ή και στο μέλλον ίσως. Μοιάζει να περιμένει αυτόν τον άνθρωπο η ποιήτρια, έτοιμη πάντα να σταθεί δίπλα του, με την κατασταλαγμένη γνώση ότι ποτέ δε θα μπορέσει να αποδράσει από τη διαρκή πολιορκία του μυστηρίου της ζωής, κάνοντας την τομή, στον κύκλο της ύπαρξης.

Παραθέτω το ποίημα:

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στον καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές
Μία πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι
Χθες ή αύριο
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής

Η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη, μέσα στα 44 ποιήματα της συλλογής της, μας προσφέρει αφειδώς μιαν απόλαυση. Αυτή της σταδιακής αποκάλυψης του ποιητικού της Είναι.

Ας χαμηλώσουμε την έσω φωνή μας, να γίνουμε ένα με τους στίχους της:

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
Ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει τα χέρια με χαρά

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

diastixo 11/3/2013

Ποίηση του ανικανοποίητου έρωτα, υπό τη σκιά της ιδεαλιστικής τελειότητας, που στιγμιαία μόνο αγγίζεται από το υποκείμενο. Τα πρόσωπά της «αυτοκτονούν» συναισθηματικά γιατί δεν μπορούν να γευτούν το απόλυτο, σε μια ασυμβίβαστη λογική (π.χ. «Ιερή πέτρα»).
Ο έρωτας είναι δισυπόστατος, κρύβει μια αγγελική και μια σκοτεινή μύχια πλευρά, που καραδοκεί έτοιμη να ξεχυθεί («Λευκό γάντι», «Κρύα ψάρια»). Ζει μέσα στο όνειρο ιδανικός («Η τέλεια μέρα»), φλερτάρει, αλλά κατά βάση αποχωρεί ανεκπλήρωτος ή ανολοκλήρωτος και αυτό είναι το κλειδί της κινητήριας δύναμης των ποιημάτων της. Η πραγματικότητα ωχριά, μοιάζει ψεύτικη, οι εραστές γυρνούν με μάσκες («Η παράσταση») και δεν ικανοποιούν τη βαθύτερη επιθυμία για το απόλυτο, το οποίο είναι διαρκώς ζητούμενο. Ο έρωτας είναι συνυφασμένος με το τέλος, τον θάνατό του, την απώλεια και η θετική του όψη μένει στη σφαίρα της φαντασίας. Η επιθυμία παραμένει καθοριστική, η θλίψη και η προδοσία επικρατούν (σσ. 31, 32).
Συχνά μέσα από μια σειρά μυθικών συμβόλων, Αριάδνη, Θησέας (σελ. 32), Αδάμ, Εύα, Λίλιθ (σελ. 51), Πηνελόπη (σελ. 47, 57) ή ακόμα και την Αλίκη του παραμυθιού (σελ. 43), αντλεί σύμβολα και συναισθηματική φόρτιση, χρησιμοποιώντας τα ως πηγές μυθικής αντικειμενικής συστοιχίας. Τα σύμβολα αυτά διαχέονται και στις προηγούμενες συλλογές της και τείνουν να γίνουν συναισθηματικά μοτίβα, με διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο. Χρησιμοποιεί μάλιστα και τον αύξοντα λατινικό αριθμό για να ξεχωρίσει το ποίημα από τα άλλα με τον ίδιο τίτλο, εντός της ίδιας ή άλλων συλλογών («Πηνελόπη III» «Αντιγόνη IV», «Πηνελόπη IV»). Οι χαρακτήρες πιστοποιούν και επαναφέρουν συμπεριφορές σύγχρονες, αλλά και διαχρονικές. Χειρίζεται όμως πολύ ελεύθερα τις ιστορίες, ποιητική αδεία, πολλές φορές συστρέφοντας ή ακόμα και ανατρέποντάς τες (π.χ. «Η Αλίκη κερδίζει»). Βέβαια, συγκρινόμενη η μέθοδός της με αυτή του μεγάλου Γιώργου Σεφέρη –που πρώτος τεκμηρίωσε τον όρο μαζί με τον Έλιοτ–, διακρίνουμε εδώ ότι κατευθύνεται προς τον ψυχολογικό και ερωτικό τομέα και όχι προς τον ιστορικό ή κοινωνικό και τα «προσωπεία» συχνά ανταποκρίνονται σε διαχρονικές καταστάσεις, με αρκετά αυτοαναφορικά στοιχεία («Ιερή πέτρα», «Η συγνώμη», «Στο βυζαντινό μουσείο»).
Η ποιήτρια είναι το ποίημα («Τα ποιήματα γερνούν»), πληγώνεται και τεμαχίζεται λυρικά μπροστά μας, χωρίς εκκωφαντικές εξάρσεις, με μια περιγραφή λιτή, απλή, άμεση, μέσα από εικόνες και επενέργειες συναισθηματικής αλληλουχίας, νοηματικής συνάφειας, με συγκεκριμένη δομή και κατεύθυνση, γι’ αυτό δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε σουρεαλιστική, ακόμα και αν μερικές στιγμές, υπό το κράτος της συναισθηματικής καταβολής, σπάει ο λογικός μίτος. Νόημα, συνέχεια και αίσθηση υπάρχουν, συνήθως με εσκεμμένη ελλειμματικότητα, που αυξάνει την ποιητικότητα και απομακρύνεται από την απλή αποτύπωση. Παρουσιάζονται, βέβαια, και εξαιρέσεις: «Η θυσία» και «Στη στάση», όπου τα υπερρεαλιστικά στοιχεία είναι εμφανή και επικρατούν.
Συνολικά μπορώ να παρατηρήσω ότι το υπαρξιακό, κυρίως ερωτικό –γιατί αυτή η ανικανοποίητη έλλειψη υπαινίσσεται ένα αδιαμφισβήτητο κενό–, αλλά όχι μόνο («Το είδωλο»), είναι αυτό που κυριαρχεί στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΟΧΕΙΟ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΠΤΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 9.3.2016

Ο Νώε και η Σιγκάλ

Σε ένα λεπτό βιβλιαράκι από τις εκδόσεις «Θίνες» (2015), η Χλόη Κουτσουμπέλη στο Ιερό Δοχείο μας συστρατεύει στο πλευρό της τραγικά «τυχερής» 18χρονης Σιγκάλ εντός μίας «απόκρυφης» Κιβωτού του Νώε, η οποία χρήζει ενός κατακλυσμού εκ των έσω, αφού όσα σημεία και τέρατα γίνονται μέσα στην Κιβωτό, ανθρώπου νους δεν μπορεί να τα συλλάβει.
Η γνωστή γραφίδα-λεπίδα της Χλόης Κουτσουμπέλη ανατέμνει μία φρικιαστική πατριαρχική κοινωνία που «καλά κρατεί» από κατακλυσμιαίων χρόνων με την ευλογία του Θεού και τη δικαιολογία του επινοήματος της Αναγκαιότητας σύμφωνα με το οποίο η Γυναίκα είναι «το ιερό δοχείο» για τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους με οποιοδήποτε κόστος. Μετονομαζόμενη ως «ιερό δοχείο» λοιπόν η δεκαοχτάχρονη Σιγκάλ έχει επιλεγεί από τον μαθουσάλα (και ενίοτε μεθύστακα) Νώε (ο οποίος επικοινωνεί απευθείας με τον Θεό) να αντικαταστήσει την νόμιμη ηλικιωμένη γυναίκα του την Εμζάρα, η οποία αφού έχει ήδη φέρει στον κόσμο τους τρεις γιους του Νώε, έχει πλέον καταστεί άχρηστη ως ιερό δοχείο. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστεί η Εμζάρα την ώρα του μεγάλου Κατακλυσμού, αφού δεν υπάρχει χώρος πλέον γι’ αυτή μέσα στην Κιβωτό που έφτιαξε ο Νώε, η οποία μεταφέρει εκτός από τον ίδιο και τη νεαρή παλλακίδα του την Σιγκάλ, και τους τρεις γιούς του με τις γυναίκες τους μαζί με 50.000 ζώα και 1.000.000 είδη εντόμων. Μέσα στην ασφυκτική μπόχα λοιπόν της Κιβωτού, η δυσωδία των εγκλημάτων του βιασμού και της συγκεκαλυμμένης πατρικής στοργής- σεξουαλικής εκμετάλλευσης της ορφανής Σιγκάλ κάνει τη μπόχα των ζώων να ωχριά.
Κουβαλώντας τα τραύματα του «πασπατεύματος» μέσα στο οικείο της περιβάλλον από τη στιγμή που η μητέρα της πέθανε, η Σιγκάλ βρέθηκε έγκλειστη στην «σωτήρια» Κιβωτό, αλλά και όμηρος στις «νόμιμες» ορέξεις ενός αρνητικά σκιαγραφούμενου Νώε, οι οποίες όμως δημιουργούν περαιτέρω εντάσεις καθώς διεγείρουν και τον έναν γιο του Νώε, και οι σχέσεις μεταξύ όλων αλλοιώνονται φέρνοντας στο προσκήνιο κάθε αρνητικό συναίσθημα που μετατρέπει την καθημερινότητα της Σιγκάλ σε κόλαση. Η μόνη της διέξοδος λοιπόν είναι η γραφή με τη μορφή επιστολών στην Εμζάρα (την οποία φανταζόμαστε να ζει το δικό της δράμα της εγκατάλειψης και της εγκαρτέρησης μπροστά στον επικείμενο θάνατο).
Μέσα από εννέα επιστολές γραμμένες σε πάπυρο, από τις οποίες οι πρώτες επτά είναι τοποθετημένες στο χρόνο και οι δύο τελευταίες σε απροσδιόριστο χρόνο, η Σιγκάλ σαν ένα άλλο τζιτζίκι (όπως υποδηλώνει το όνομά της στα γαλλικά) τραγουδά τον πόνο της και τον κοινοποιεί στη μεγάλη αδερφή, μητέρα, φίλη Εμζάρα μέσω ενός γαλάζιου γαλόπουλου, ακόμα κι αν δεν είναι βέβαιο αν ποτέ θα φτάσουν στον προορισμό τους. Σημασία όμως έχει ότι μέσω της γραφής επιτελείται μία διαδικασία αφύπνισης και αυτοσυνειδησίας της Σιγκάλ, ενώ ταυτόχρονα υφαίνεται μία ηχηρή καταγγελία εναντίον της ανδρικής εξουσίας που έχει περιορίσει την αξία της γυναίκας μόνο στη σάρκα της. Αυτές οι εννέα επιστολές της Σιγκάλ είναι αρκετές για να συμπυκνώσουν το μεγάλο «ΚΑΤΗΓΟΡΩ» που επιδέξια έπλεξε η φεμινίστρια Χλόη Κουτσουμπέλη ως παρακαταθήκη στον αγώνα για τα δικαιώματα της γυναίκας που ακόμη και σήμερα σε διάφορες γωνιές του πλανήτη υποβαθμίζεται και γίνεται αντικείμενο αισχρής εκμετάλλευσης.

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

FRACTAL 06/04/2016

Γιατί δεν υπάρχουν γαλάζια γαλόπουλα;

«Θέλω» της είπε να φτιάξουμε μια κιβωτό/ Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου/ Τα παχύδερμα απογεύματα/ που περπατούν αργόσυρτα/ τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα/ τις αγριόχηνες των φιλιών/ τις λαίμαργες ύαινες του πόθου/ τους σκορπιούς της απουσίας»/ Αυτή χαμογελούσε τρυφερά/ όπως νανουρίζουμε τον πόνο/ «Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά/ «με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»/ Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι/ κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα/ Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό/ Το ολόγυμνό της σώμα
Η αναφορά αυτή στην Κιβωτό είναι από προηγούμενη ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη, Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012. Δύο πολύ ενδιαφέρουσες αναλογίες: η πρόταση του άντρα για μια κιβωτό με όλα τα είδη της αγάπης του σε ζευγάρια. Η πρόταση της γυναίκας, για το γυμνό γυναικείο σώμα ως κιβωτό. Μια πολύ θετική παρουσία του ερωτικού σώματος. Στο Ιερό Δοχείο το κλίμα αλλάζει, και το γυναικείο σώμα μετατρέπεται από κιβωτό σε (ιερό) δοχείο. Είναι φανερό, πάντως, ότι το θέμα κιβωτός απασχολεί από καιρό τη Χλόη Κουτσουμπέλη.

Στο Ιερό δοχείο έχουμε τη συνάντηση του ποιητικού με τον θεατρικό λόγο. Σε μια εξαιρετική ισορροπία. Με τρόπο αντισυμβατικό και ανατρεπτικό. Γυναικείοι χαρακτήρες αλλά και αντρικοί σμιλεμένοι μέσα από τους επιστολικούς μονολόγους της Σιγκάλ στην Εμζάρα– ομολογώ ότι η τραγικότητα της Εμζάρα με συγκινεί ιδιαίτερα. Πολύ ενδιαφέρον θέμα που αναδεικνύεται από μια ώριμη γραφή.
Δύο είναι οι άξονες που ορίζουν το κείμενο:
1. Ο πρώτος αφορά τη συνειδητοποίηση της Σιγκάλ. Η ανυποψίαστη κοπέλα αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι η αναγκαιότητα του ιερού δοχείου, της μήτρας δηλαδή που θα κυοφορήσει παιδιά του Νώε, όπως της είπε ο ίδιος, είναι σε μεγάλο βαθμό πρόφαση για τις ερωτικές ορέξεις του. Το ιερό δοχείο είναι στην πραγματικότητα ένα απλό δοχείο ερωτικών συνευρέσεων, βιασμού και κακοποίησης.
Η ανυποψίαστη κοπέλα βέβαια κινείται και από μια άλλη ανάγκη, να φύγει μακριά από το σπίτι της και την αρρωστημένη ερωτική συμπεριφορά του πατέρα και των αδερφών της.
Η συνειδητοποίηση της Σιγκάλ καταγράφεται στις επιστολές που προσπαθεί να στείλει στην Εμζάρα, τη γυναίκα του Νώε, που περιμένει τη μοίρα της σε ένα «καταφύγιο» από ιερό ξύλο αλειμμένο με πίσσα πάνω σε ψηλό δέντρο, όπου υποτίθεται θα γλιτώσει από τον κατακλυσμό. Οι επιστολές είναι οι τύψεις της, οι ενοχές, οι αμφιβολίες της, η αλληλεγγύη που νιώθει προς την ηλικιωμένη γυναίκα. Η μεγαλύτερη αναγκαιότητα, εντέλει, μέσα σ’ αυτό το ταξίδι του κατακλυσμού, είναι αυτή της γραφής για τη Σιγκάλ, που αν δεν γράψει θα σταματήσει να ζει.
2. Ο δεύτερος άξονας αφορά τη ματιά της συγγραφέως στην ιστορία της Κιβωτού, και τη στάση των προσώπων της οικογένειας του Νώε. Η Κουτσουμπέλη κρατά το πλαίσιο όπως παραδίδεται από τη Γένεσι: Ο Νώε και οι τρεις γιοι του, οι γυναίκες τους, οχτώ δηλαδή άτομα που θα σωθούν από τον κατακλυσμό. Ο κατακλυσμός και η κιβωτός, και το ένα ζευγάρι από το κάθε είδος ζώου που θα μπει στην κιβωτό. Από εκεί και πέρα υπάρχουν μεταβολές, καθώς κριτικά η γραφή διαμορφώνει το δικό της πλαίσιο. Η Σιγκάλ, η νεαρή καινούρια σύζυγος και ο ρόλος της, είναι απόλυτα δικό της εύρημα. Για τα ονόματα της νόμιμης συζύγου του Νώε, καθώς και των συζύγων των γιων του, η Κουτσουμπέλη επιλέγει από διάφορες σωζόμενες εκδοχές, γιατί η επίσημη εκδοχή δεν δίνει ονόματά στις γυναίκες! Η επίσης δική της προσθήκη για τον ρόλο των γαλάζιων γαλόπουλων είναι ευρηματική. Το χρώμα τους έχει κάτι ονειρικό και δίνει μια πιθανή αίσθηση αισιοδοξίας στο μαύρο σκηνικό του θανάτου. Ως αναγνώστρια, τα αγάπησα πολύ.
Είναι τελικά ενάρετος ο Νώε; Αναλύεται η στάση του αλλά και των γιων και των γυναικών τους, μέσα από τον λόγο της Σιγκάλ. Οι τύψεις σημαδεύουν περισσότερο απ’ όλους τον Ιάφεθ, τον γιο που δεν αντέχει να ηχούν στα αυτιά του οι κραυγές της μάνας του, όταν την εγκατέλειπαν στο δεντρόσπιτο. Αυτός επιταχύνει την επίγνωση της Σιγκάλ και, ως ένα βαθμό, οξύνει τις ενοχές της αλλά και την αρνητική στάση της προς τον Νώε.
Η Κουτσουμπέλη ρίχνει το βάρος στη συμπεριφορά και στα συναισθήματα των ανθρώπων. Εφόσον όμως η γέννηση παιδιού με γενάρχη τον Νώε για τον Καινούριο Κόσμο παρουσιάζεται ως εντολή Θεού, η οπτική της πηγαίνει τον αναγνώστη ένα βήμα πιο πέρα, γιατί η αναγκαιότητα μιας νέας γυναίκας-δοχείου και ενός θανάτου μιας άλλης, ηλικιωμένης, τίθενται από πολύ ψηλά, πιο ψηλά από τον Νώε.
Η Σιγκάλ κινείται από την υποταγή ως την αμφισβήτηση. Αλλά θέλει να ζήσει, και δείχνει έναν βαθμό προσαρμοστικότητας. Στέλνει δύο επιστολές στην Εμζάρα, με τα δύο γαλάζια γαλόπουλα. Βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της με την πράξη της αυτή, που παραλίγο να αποκαλυφθεί. Έτσι, εξαφανίζεται το ζεύγος από τα γαλόπουλα, άρα το είδος δεν υφίσταται στον Καινούριο Κόσμο. Από μια στιγμή και μετά, το περιστέρι αναλαμβάνει να διερευνήσει τις συνθήκες έξω από την κιβωτό, με πρωτοβουλία της Νέλε, που καλύπτει έτσι την «αυθαιρεσία» της Σιγκάλ.
Τις υπόλοιπες επιστολές τις γράφει η Σιγκάλ γιατί νιώθει ότι πρέπει να εκφράσει τα συναισθήματα και τις παρατηρήσεις της, έστω και αν γνωρίζει πως θα μείνουν ανανταπόδοτα. Ίσως πιστεύει ότι μπορεί να χρησιμεύσουν, όταν σταματήσει το κακό. Και οπωσδήποτε η γραφή είναι η αντίδραση και η αντίστασή της στην εξουσία που της επιβάλλεται.
Αυτά ήθελα να σου γράψω και από τον φεγγίτη τώρα θα απελευθερώσω το γαλάζιο γαλόπουλο, για να έρθει σε σένα. Από χθες, δεν του έβαλα βοτάνια στο νερό και στην τροφή του, για να μπορέσει να πετάξει. Ελπίζω να σε βρει καλά. Ο Θεός μαζί σου.
Η καινούρια μικρή αδελφή σου, Σιγκάλ. (Ημέρα έβδομη)
Επιστολικοί μονόλογοι, λοιπόν. Εννιά επιστολές. Από την 7η μέρα ως Κάπου στο Αραράτ. Για να χτιστούν οι χαρακτήρες και των ανδρών και των γυναικών. Καθόλου μανιχαϊστικά. Καλοί και κακοί είναι και οι άντρες και οι γυναίκες. Η συνεσταλμένη Αντατανέσε που μεταβάλλεται σε κυνική διεκδικήτρια της εύνοιας του Νώε, δηλαδή της εξουσίας. Η περίεργη Νέλε, που «διοικεί» την Κιβωτό, σκληρή, ιδιαίτερα με τη Σιγκάλ, τη σώζει όμως στην πιο κρίσιμη στιγμή. Κάποιος περίεργος ερωτισμός υπάρχει μεταξύ τους. Ο υπερευαίσθητος Ιάφεθ, ο ευέξαπτος Χαμ. Ο Νώε, με το βάρος μιας αποστολής από τη μια, με πολλά ανθρώπινα πάθη από την άλλη.
Η ατμόσφαιρα στην Κιβωτό αποδίδεται με παραστατικότητα, με έμφαση σε ορισμένα στοιχεία και συμπεριφορές. Οι οσμές, οι δυσκολίες στη φροντίδα των ζώων – ρίχνουν φάρμακο στο νερό και στην τροφή τους, για να είναι ήσυχα και να κοιμούνται. Η κούραση που αφήνει έντονα τα σημάδια στο πρόσωπο και στο κορμί των γυναικών, σαν να πολλαπλασιάζεται ο χρόνος. Και περισσότερο οι υπαινιγμοί, όσα με μια νύξη αφήνεται ο αναγνώστης να καταλάβει και να φανταστεί. Οι φόβοι της Σιγκάλ, το πνιχτό κλάμα της, οι σιωπές της που λένε πολλά. Υπάρχει εύγλωττη σιωπή σ’ αυτό το κείμενο, με σταθερή υπόκρουση τον ήχο της βροχής.
Εμζάρα, είναι αργά το βράδυ. Γλιστρώ κρυφά με έναν πάπυρο, ένα φτερό κοιμισμένου περιστεριού και ένα δοχείο με πορφυρή βαφή από λουλούδια, για να σου γράψω. Κάθομαι κοντά στη φωτιά, γράφω με το αμυδρό της φως, στο κέντρο της Κιβωτού. (Ημέρα δέκατη τέταρτη)
Κείμενο αφηγηματικό, εφόσον έχουμε την αφήγηση μιας ιστορίας. Ο ποιητικός τόνος προστίθεται με την επιλογή των λέξεων, την ατμόσφαιρα που δημιουργείται, την πυκνότητα του λόγου, τις σιωπές. Και είναι οι επιστολές-μονόλογοι που δίνουν τη θεατρικότητα. Απαιτούν κάποιον αποδέκτη-ακροατή. Που μπορεί να είναι η Εμζάρα αλλά είναι και ο καθένας που θα έχει τη δυνατότητα να ακούσει. Τους μονολόγους τους διαβάζεις, αλλά πάντα «ακούς» τη φωνή του αφηγητή, θέλεις να διακρίνεις όλο το εύρος των συναισθημάτων στην έκφρασή του. Έτσι κι εδώ. Θέλεις να ακούς τη φωνή της αφηγήτριας, να ακούς την ανάσα της, την αγωνία, τη σιωπή της. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το κείμενο είναι θεατρικοί ποιητικοί μονόλογοι.
Μέσα από τους επιστολικούς μονολόγους ο αναγνώστης εισπράττει έμμεσα, με τις περιγραφές, τις αμφιβολίες και τα σχόλια της αφηγήτριας, τη δυσπιστία για τον καινούριο κόσμο: βασισμένος πάνω σε ψέμα, απάτη, ανταγωνισμούς, αυταρχικότητα, μηχανορραφίες και, κυρίως, υποκείμενος στην εξουσία ενός προσώπου, μοιάζει να μην υπόσχεται ευοίωνο μέλλον. Και είναι για τον λόγο αυτό που, μαζί με την ώριμη γραφή, τις ενδιαφέρουσες ανατροπές και την υποβλητική ατμόσφαιρα, το έργο της Κουτσουμπέλη γίνεται εξαιρετικά επίκαιρο.
Οι θεατρικοί μονόλογοι της Σιγκάλ συνιστούν ένα ιδιαίτερο είδος γραφής, ένα θεατρικό ποιητικό είδος, που αξίζει να προσεχθεί, καθώς πατάει καλά και στα δύο συστατικά του μέρη, με τη διαγραφή των χαρακτήρων και την πλοκή από τη μία, και με την ποιότητα και την ατμόσφαιρα της γραφής από την άλλη.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

FREAR 5/4/2016

Διαβάζοντας το «Ιερό δοχείο» της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται στην οργή του Θεού και τον Κατακλυσμό που επέφερε για να τιμωρήσει το ανθρώπινο γένος, για την ηθική του κατάπτωση. Για να μην καταστραφεί ολοκληρωτικά και να εξαφανιστεί κάθε μορφή ζωής από τη γη, ο Θεός προειδοποίησε τον Νώε, ως τον μοναδικό δίκαιο και ευσεβή άνθρωπο της εποχής του, για τον επερχόμενο Κατακλυσμό και τον καθοδήγησε για την κατασκευή της Κιβωτού, στην οποία θα κλείνονταν ο ίδιος, η γυναίκα του και οι τρεις τους γιοι μαζί με τις γυναίκες τους. Μαζί τους θα έκλειναν και ένα ζευγάρι ζώων από κάθε είδος που υπήρχε στη γη. Έτσι, μετά το τέλος του Κατακλυσμού και τον αφανισμό που θα επέφερε, μέσα από αυτούς θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας καινούργιος κόσμος, απαλλαγμένος από το βάρος της αμαρτίας και της ηθικής κατάπτωσης.
Αν, όμως, ο Νώε ήταν ο μοναδικός δίκαιος και ευσεβής άνθρωπος της εποχής του, συνέβαινε το ίδιο και με τη σύζυγό του, τους γιους του και τις νύφες του; Και τι συνέβη άραγε ανάμεσά τους, όταν επί 40 ημέρες και νύχτες ήταν έγκλειστοι στην Κιβωτό, την ίδια στιγμή που όλος ο κόσμος αφανιζόταν;
Η Χλόη Κουτσουμπέλη, στο έργο της Ιερό Δοχείο, μας αφηγείται ακριβώς αυτό: τη ζωή των εγκλείστων στην Κιβωτό και τις δυναμικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Κάνει, όμως, μια καθοριστικής σημασίας αλλαγή στα πρόσωπα της Κιβωτού, που επιδρά καταλυτικά σε όλους και επιταχύνει τις εξελίξεις. Αντί για την Εμζάρα, τη σύζυγο του Νώε, στην Κιβωτό βρίσκεται η Σιγκάλ. Ο Νώε, λέγοντας ότι ακολουθεί το Θεϊκό Σχέδιο, αφήνει πίσω την Εμζάρα, που δεν μπορεί πια να τεκνοποιήσει, και παίρνει μαζί του τη Σιγκάλ, που είναι νέα και αισθησιακή, για να του κάνει ένα παιδί στον Καινούργιο Κόσμο. Αυτό είναι το Θέλημα του Θεού, λέει, αυτή είναι η Αναγκαιότητα.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νώε, δεν έχει πάρει μια τέτοια εντολή από τον Θεό. Επιλέγει να πάρει μαζί του τη νεαρή Σιγκάλ για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του επιθυμίες και επικαλείται το Θέλημα για να κάμψει τις όποιες αντιδράσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν τόσο από την Εμζάρα όσο, και κυρίως, από τους γιους του. Έτσι, όμως, διαπράτει Ύβριν απέναντι στον Θεό. Γιατί εγκληματεί, επικαλούμενος ότι το κάνει στο Όνομά του. Η εγκατάλειψη της Εμζάρα ισοδυναμεί με βέβαιο θάνατο, ο Νώε το γνωρίζει πολύ καλά, όπως το γνωρίζουν, παρότι το αρνούνται αρχικά, και οι υπόλοιποι. Και ο θάνατος αυτός, δεν είναι επιλογή του Θεού, αλλά του Νώε και δεν αντισταθμίζεται από τη σωτηρία της Σιγκάλ. Πρόκειται για μια ανθρωποκτονία από πρόθεση. Με συνενόχους τα παιδιά και τις νύφες τους. Η Ύβρις είναι τόσο μεγάλη, ώστε να συνιστά ουσιαστικά, ένα Δεύτερο Προπατορικό Αμάρτημα και η Ενοχή ρίχνει βαριά τη σκιά της στα πρόσωπα της Κιβωτού και τη συμπεριφορά τους.

Η Σιγκάλ έχει χάσει τη μητέρα της, μένει με τον μέθυσο πατέρα και τα αδέλφια της, οι οποίοι βασάνιζαν τη μητέρα της και βασανίζουν και την ίδια. Τη χρησιμοποιούν σεξουαλικά, με «πασπατέματα» στην πιο αθώα εκδοχή. Εύχεται να μπορέσει να φύγει από το σπίτι και στην κατάλληλη στιγμή εμφανίζεται, ως από μηχανής θεός, ο Νώε, για να την πάρει μαζί του, προβάλλοντας το «Θεϊκό Σχέδιο», αλλά στην πραγματικότητα την αγοράζει από τον πατέρα της. Η Σιγκάλ εντυπωσιάζεται από την απόλυτα Αρχετυπική Πατρική φιγούρα του Νώε, νιώθει δέος και θαυμασμό για τον άνθρωπο που ο Θεός του ανάθεσε να εκτελέσει το Σχέδιό του και με χαρά και ευγνωμοσύνη τον ακολουθεί.
Αυτήν την αρχική ρόδινη ατμόσφαιρα φροντίζει η συγγραφέας να την υπονομεύει με μικρές φράσεις ενταγμένες στη ροή του κειμένου, που μας προειδοποιούν ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι όπως φαίνονται και ότι αρχικά δεν αντικρύζουμε πρόσωπα, αλλά προσωπεία. Σταδιακά, αυτά τα προσωπεία πέφτουν και αποκαλύπτονται τα πραγματικά πρόσωπα που κρύβονται πίσω από αυτά.
Η Σιγκάλ αφηγείται την ιστορία, μέσα από πέντε επιστολές που στέλλει στην Εμζάρα, επιστολές που γράφει την έβδομη ημέρα, τη δέκατη τέταρτη, την τριακοστή, την τριακοστή ένατη και ένα χρόνο μετά το τέλος του Κατακλυσμού, από το όρος Αραράτ. Όπως στον Νώε η Σιγκάλ βλέπει μια Πατρική φιγούρα, έτσι επινοεί και μια Μητρική, μην έχοντας τη μητέρα της, αλλά ούτε κάποιον άλλο για να ακουμπήσει πάνω του συναισθηματικά και ψυχικά. Γνωρίζει, παρότι προσπαθεί αρχικά να το απωθήσει, ότι η Εμζάρα είναι αδύνατο να επιβιώσει. Προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό της και να πιστέψει ότι η Εμζάρα θυσιάστηκε για την «Αναγκαιότητα» και έμεινε πίσω με τη θέλησή της, αλλά σύντομα αναγκάζεται να δει την πραγματικότητα. Η Εμζάρα αφέθηκε πίσω να πνιγεί, παρά τη θέληση και τις εκκλήσεις της για το αντίθετο. Η Σιγκάλ αισθάνεται συνένοχη σε αυτό και αυτή η ενοχή τη βαραίνει και την εμποδίζει να αντιδράσει στη συμπεριφορά του Νώε, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν είναι ο άγιος άνθρωπος, ο Εκτελεστής του Θελήματος, αλλά ένας γέρος με σεξουαλικές ορέξεις που για την ικανοποίησή τους της προκαλεί πόνο και φόβο, αδιαφορώντας εντελώς για τα δικά της συναισθήματα.
Ο Νώε, επίσης αισθάνεται ένοχος για τις πράξεις του. Έχει διαπράξει Ύβριν προς τον Θεό, άφησε τη γυναίκα του να πνιγεί, αγόρασε τη Σιγκάλ για να ικανοποιεί τις ορέξεις του. Στην αρχή, προσπαθεί να απαλύνει την ενοχή του, εξυμνώντας την Εμζάρα και τις ικανότητές της και μειώνοντας εκείνες της Σιγκάλ και των άλλων τριών γυναικών. Όμως αυτό δεν έχει αποτέλεσμα και σύντομα αρχίζει να πίνει κρασί, ολοένα και περισσότερο, να μεθά και να γίνεται πιο απαιτητικός και βίαιος απέναντι στη Σιγκάλ. Η Σιγκάλ, αναγκάζεται να κρύβεται για να αποφύγει τη σεξουαλική κακοποίηση. Και όταν η Σιγκάλ μένει έγκυος, μεθυσμένος γυμνώνεται και κάνει ανήθικες προτάσεις στην Αντατανάσσε, τη γυναίκα του Ιάφεθ, με την οποία τελικά, συνευρίσκεται σεξουαλικά.
Ο Χαμ αντιδρά έντονα όταν ο Νώε παρουσιάζει τη Σιγκάλ ως εκείνη που θα τον ακολουθήσει στην Κιβωτό αντί της Εμζάρα, αλλά ο Νώε επικαλείται το «Θέλημα» και ο Χαμ υποχωρεί. Όταν ο Νώε γυμνώνεται και κάνει ανήθικες προτάσεις στην Αντατανάσε, ο Χαμ φεύγει και δεν επιστρέφει ποτέ κοντά στους άλλους. Ο Σημ, ένα βράδυ που η γυναίκα του, η Σάντε, του λέει ότι σκέφτεται συνέχεια την Εμζάρα και πως την άφησαν πίσω να πνιγεί, της λέει να σκάσει και τη χαστουκίζει. Στο τέλος ο Σημ συζεί με τη γυναίκα του και τη γυναίκα του Χαμ που εξαφανίστηκε και οι δύο γυναίκες περιμένουν παιδί από αυτόν. Ο Ιάφεθ, όταν η Σιγκάλ τολμά να ξεστομίσει τις «λέξεις που κανείς δεν τολμάει να πει» και να τον ρωτήσει αν η Εμζάρα είναι «ασφαλής», απαντά «ας μας συγχωρήσει ο Θεός, ποτέ δεν θα ξεχάσω τις φωνές της…Πάρτε με μαζί σας. Τρέχαμε μέσα στο δάσος και οι φωνές της μας ακολουθούσαν. Μας καταριόταν, μας έβριζε και μετά μας παρακαλούσε», κλαίει και εξαφανίζεται για ώρες. Στο τέλος, μετά το γεγονός του ξεγυμνώματος του Νώε, σταματά να μιλά, ζει πέρα από τον καταυλισμό που μένουν οι υπόλοιποι και εκπαιδεύει άγρια ζώα για να γίνουν οικόσιτα.
Η Σιγκάλ, στο Αραράτ, έχει τον γιο της και προσπαθεί να εκλογικεύσει, να δει τη θετική πλευρά της ζωής. Ο Νώε, λέει, είναι τρυφερός με τον γιο του, είναι όμορφα και γαλήνια στον καταυλισμό, έχουν την ευλογία του Θεού και χτίζουν, όλοι μαζί έναν «όμορφο καινούργιο κόσμο». Αλλά, αμέσως μετά, καταρρίπτει την ψευδαίσθηση, αφηγούμενη το ξεγύμνωμα του Νώε, το κλείσιμό του στη σκηνή με την Αντατανάσσε, που «νομίζω ότι θέλει κι αυτή λίγη από την εξουσία του», το τρίγωνο του Σημ με τη γυναίκα του και τη γυναίκα του Χαμ που εξαφανίστηκε και την απόσυρση του Ιάφεθ στον δικό του κόσμο και τον κόσμο των ζώων. Και τελειώνει προσπαθώντας και πάλι να δώσει έναν τόνο αισιοδοξίας. «Κατά τα άλλα η ζωή είναι όμορφη.» Αλλά, η προσπάθειά της και πάλι υπονομεύεται από τα λόγια της, όσο και να προσπαθεί, η Απώθηση δεν λειτουργεί και το Ασυνείδητο κάνει την εμφάνισή του. «Ο γιος μου θηλάζει, δαγκώνει τις μικρές μου ρώγες και μου τις κομματιάζει. Και ο Νώε γελάει, ενώ το αίμα κυλάει στην κοιλιά μου. Γιατί είμαι το σκεύος του. Και έκανα τον γιο του. Καθ’ ομοίωση του πατέρα του.»
Το αίμα κυλάει στην κοιλιά της Σιγκάλ και τότε και πάντα. Ο γιος της τη σημαδεύει και μαζί της σημαδεύει και την ανθρωπότητα. Το έγκλημα, η Ύβρις, είναι πάντα εδώ, το Δεύτερο Προπατορικό Αμάρτημα έχει διαπραχθεί και δεν υπάρχει τρόπος να συγχωρεθεί, όπως δια της Βάφτισης, συγχωρείται το Πρώτο. Η ανθρωπότητα θα ζει με το έγκλημα, το αίμα, τη βία, τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση της γυναίκας,

Και ο Νώε γελά. Μόνο, που το γέλιο του δεν ακούγεται. Το σκεπάζει ένα άλλο γέλιο, ένα γέλιο σαρκαστικό, κοροϊδευτικό και συνάμα τρομακτικό, το Γέλιο του Θεού.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

bookpress 18/4/2016

Τα έμφυλα άχθη της πρώτης γυναίκας

Γεννηθήκαμε όλοι από την Εύα, αλλά μάλλον καταγόμαστε πλέον από τον Νώε και την οικογένειά του. Είμαστε μεταπτωτικοί αλλά κυρίως μετακατακλυσμιαίοι. Και πώς να σκεφτόταν άραγε η πρώτη γυναίκα, η σύζυγος του Νώε, που σώθηκε από τον πνιγμό και αποτέλεσε τη μήτρα όλων των άλλων ανθρώπων; Σ’ αυτό το μικρό βιβλιαράκι, σε μικρούς μονολόγους λίγων σελίδων, αναδεικνύεται όλη η γυναικεία φύση, όπως την όρισε ο Δημιουργός, κι όπως την προσδιόρισε η μοίρα, η φύση και η Ιστορία. Η Χλόη Κουτσουμπέλη γράφει μια αλληγορική ιστορία για την πρώτη γυναίκα στη μετά τον Κατακλυσμό εποχή.
Μια άγνωστη συγγραφέας, ένα μικρό τευχίδιο 30 σελίδων, αποτέλεσε ένα δυνατό ερέθισμα να ξανασκεφτούμε την ανθρώπινη φύση αλλά κυρίως τη γυναικεία ταυτότητα, όπως την βλέπει η ίδια αλλά και όπως την όρισε εν πολλοίς ο άνδρας. Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι κατά βάση ποιήτρια, που έχει γράψει κι ένα μυθιστόρημα, ενώ τώρα μ’ αυτό το διήγημα συνδυάζει τη μικρή φόρμα με το ευρύ βλέμμα.
Το κείμενο αποτελείται από μια σειρά επιστολών, τις οποίες στέλνει η Σιγκάλ, η νεαρή γυναίκα του Νώε, προς την Εμζάρα, τη γηραιά γυναίκα του, την οποία αυτός άφησε πίσω όταν μπήκε στην Κιβωτό. Επειδή στο ξύλινο καράβι του έπρεπε να βρίσκονται μόνο οκτώ άνθρωποι κι επειδή χρειαζόταν ο ίδιος μια νέα γυναίκα, για να τεκνοποιήσει τις επόμενες γενιές των ανθρώπων, ο εννιακοσιάχρονος ευνοούμενος του Θεού επέλεξε την εικοσάχρονη Σιγκάλ και μαζί με τους τρεις γιους του και τις ισάριθμες νύφες του κλείστηκαν στην Κιβωτό μέχρι να τελειώσει ο κατακλυσμός. Η νεαρή λοιπόν γυναίκα γράφει στην προκάτοχό της για τη θέση της μέσα στο πλοιάριο ως γυναίκας, και μάλιστα παρείσακτης. Εκφράζει την ενοχή της που αυτή επιζεί, ευχόμενη να ζει και η Εμζάρα, εκφράζει όμως και την αίσθηση που έχει ότι όλοι την εκλαμβάνουν μόνο ως μήτρα απογόνων και όχι ως ανθρώπινη προσωπικότητα
Το βιβλιαράκι έχει βάθος, καθώς στηρίζεται διακειμενικά στην Αγία Γραφή και προβάλλει στη Σιγκάλ το αρχέτυπο της γυναίκας με μια φεμινιστική ματιά. Μετά την Εύα, είναι λογικό να θεωρηθούν πρώτες γυναίκες, η γυναίκα του Νώε και οι νύφες του, όπως η Πύρρα στον ελληνικό μύθο του Δευκαλίωνα. Επομένως, η Σιγκάλ είναι η γυναίκα την οποία η Ιστορία έχει φορτώσει / επιφορτίσει με τον ρόλο της τεκνοποιού, της μήτρας που θα διαιωνίσει το είδος, της υποδοχής που θα κυοφορήσει την ανθρωπότητα. Κι αυτός ο ρόλος της την περιόρισε, την έκανε υποχείριο του άνδρα, την πρόσδεσε στο γρανάζι της αναπαραγωγής, υποβαθμίζοντας όλες τις άλλες πλευρές.
Η νεαρή αφηγήτρια είναι το θύμα μιας προαιώνιας ιστορίας, αφού σώθηκε από τον όλεθρο του κατακλυσμού για να ενδυθεί τον χιτώνα της ερωμένης, που την εκμεταλλεύεται όσο κι αν την αγαπά ο σύντροφός της, της μητέρας που δεσμεύεται από τον ρόλο της, της γυναίκας που κουβαλά έμφυλα άχθη. Η γυναίκα είναι ταυτόχρονα θύμα, σαν την Εμζάρα, που θυσιάστηκε για να σωθεί ο Νώε και ο άνθρωπος, αλλά και μοιραία, σαν τη Σιγκάλ, που σώθηκε για να επωμιστεί τη λαγνεία και την ανάγκη των αρσενικών να διαιωνίσουν το είδος.
Ο νέος κόσμος χτίστηκε πάνω στην πρώτη γυναίκα, όπως το Γεφύρι της Άρτας πάνω στη γυναίκα του Πρωτομάστορα.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 7/12/2016

Ο ιερός μανδύας μιας στερεότυπης αντίληψης

Τα πιο δυνατά λογοτεχνικά έργα είναι αυτά που «αυθαδιάζουν», αυτά που με τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση που τους δίνεται λογοτεχνικῇ ἀδείᾳ εισβάλλουν ορμητικά σε χώρους άβατους, ιερούς ακόμη, και ευθαρσώς διατυπώνουν τη δική τους θέση. Έτσι, μπορούν να εκλαμβάνονται και ως καινοφανείς ιδεολογικοί χώροι. Αυτή είναι και η λογοτεχνία που συνήθως ενοχλεί όσους δεν είναι αρκετά δοκιμασμένοι στα παράδοξα αλλά γοητευτικά παιχνίδια της με τις στερεότυπες αντιλήψεις. Το «Ιερό δοχείο» της Χλόης Κουτσουμπέλη ανήκει σ’ αυτό το είδος της λογοτεχνίας. Όποιος γνωρίζει το ποιητικό της έργο, που ανατέμνει την ουσία των αισθημάτων, των ιδεών και των συμπεριφορών, δεν θα ξαφνιαστεί με το συγκεκριμένο αφήγημα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει προχωρήσει εδώ πολύ βαθιά στον πυρήνα των καθιερωμένων στερεοτύπων που δομούν τη ζωή μας και συγκρατούν το κοινωνικό σώμα για να μην καταρρεύσει κάτω από το βάρος των αντιφάσεών του. Είναι άραγε η φυσική τάξη των πραγμάτων που διατηρεί την ανισότητα των ανθρώπων, που διαχωρίζει ως προς το φύλο ανώτερους και κατώτερους; Ή μήπως το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων βρίσκει τα απαραίτητα δεκανίκια του σε άλλους χώρους, που πρόθυμα υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων;
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, θα οδηγηθούμε στις ρίζες της στερεότυπης αντίληψης για τον ρόλο της γυναίκας, για να ανακαλύψουμε πως κάτω από την επιφανειακή ισότητα δικαιωμάτων υποκρύπτεται ένα παχύ στρώμα καθιερωμένων αντιλήψεων που χτίζει νοοτροπίες και καθυστερεί την ουσιαστική συμπόρευση των δύο φύλων στις κοινωνικές δομές. Θα ξαναδιαβάσουμε τα κείμενα εκείνα που με τον ιερό μανδύα της άνωθεν αλήθειας έχτισαν σταθερά μέσα στους αιώνες τα θεμέλια των ανισοτήτων. Σ’ ένα τέτοιο κείμενο ρίχνει το βλέμμα της η Χλόη Κουτσουμπέλη και ξαναδιαβάζει την ιστορία του κατακλυσμού, του Νώε και της Κιβωτού με μια διαφορετική οπτική, με ένα παιχνίδι ανατροπής των δεδομένων της πανάρχαιας αυτής ιστορίας, την οποία συναντάμε με τις παραλλαγές της σε διάφορους πολιτισμούς και θρησκευτικές παραδόσεις, ως απότοκο της ανάμνησης μιας παγκόσμιας περιβαλλοντικής καταστροφής. Κοινός τόπος, λοιπόν, για να στηθεί η βάση μιας κοινής αντίληψης, η οποία με τη σειρά της κατασκευάζει το κατάλληλο ιδεολόγημα, υποστηρικτικό της αδικίας και της ανισότητας. Με ιερά θεμέλια, άρα δύσκολα αμφισβητήσιμα. Όπως, όμως είπαμε, η λογοτεχνία πατάει ελεύθερα ακόμη και σε τέτοιους τόπους και προτείνει με θάρρος αλλά και με θράσος μια άλλη οπτική.
Με την παρέμβαση της λογοτεχνικής γραφής, με την άδεια που παίρνει κάθε φορά ο συγγραφέας, όταν θελήσει να αλλοιώσει τα παραδεδομένα, παρακολουθούμε την ιστορία της Κιβωτού που πλέει στον πλημμυρισμένο παλαιό κόσμο για να διασώσει τα όντα του πλανήτη και να οριοθετήσει την απαρχή ενός νέου κόσμου, αθώου των ανομιών του παλαιού. Έτσι εδώ έχουμε μια μικρή (καθόσον αφορά μόνο ένα πρόσωπο) διαφοροποίηση των ατόμων που επιβαίνουν στην κιβωτό μετά από τη θεϊκή απόφαση. Η γυναίκα του Νώε, η Εμζάρα, εγκαταλείφθηκε πίσω ως ανίκανη πλέον (λόγω ηλικίας) να τεκνοποιήσει, και στη θέση της ο Νώε επιβίβασε στη σωστική Κιβωτό του τη νεαρή Σιγκάλ, γεγονός που προξενεί τα εχθρικά συναισθήματα των υπολοίπων ανδρών και γυναικών. Πώς να συμβιβαστούν με την ιδέα αυτή οι γιοι της νόμιμης συζύγου του Νώε; Από τη μια φθονούν τη θελκτική επιλογή του πατέρα, που αποκλείει φυσικά τους ίδιους, και από την άλλη ο νους τους είναι στη μητέρα τους, που εγκαταλείφθηκε πάνω στο πιο ψηλό δέντρο με την απατηλή ελπίδα ότι θα διασωθεί. Αλλά και πώς να δεχθούν οι νύφες του Νώε την παρουσία αυτής της νεαρής, προκλητικής, χυμώδους συντρόφου του πατριάρχη τους, τόσο διαφορετικής από τη δική τους μαραμένη ομορφιά; Το κλίμα είναι πολύ αποθαρρυντικό για τη νέα σύντροφο του γηραιού Νώε.
Η Σιγκάλ θα αποφασίσει να εκμυστηρευτεί το πώς νιώθει σ’ αυτήν που αισθάνεται να είναι πιο κοντά της, την προκάτοχό της, σύζυγο του Νώε, την Εμζάρα. Το γεγονός ότι αυτή ποτέ δεν θα διαβάσει αυτά τα γράμματα την αφήνει αδιάφορη. Θέλει να ελπίζει ότι με κάποιο μαγικό τρόπο τα δύο γαλάζια γαλόπουλα, που επέλεξε ως κομιστές, θα βρουν τον δρόμο πάνω από τον πλημμυρισμένο κόσμο. Παρενθετικά εδώ να πούμε ότι η Χλόη Κουτσουμπέλη ξεκαθαρίζει μια και καλή το φλέγον ερώτημα γιατί στον σύγχρονο κόσμο δεν διασώζεται ούτε για δείγμα αυτό το υπέροχο είδος. Απλούστατα, τα δύο μοναδικά γαλάζια γαλόπουλα μεταμφιέστηκαν για τις ανάγκες της επικοινωνίας σε ταχυδρομικά περιστέρια κι έτσι χάθηκαν ως είδος δια παντός! Η λογοτεχνία είναι ευφυής στις ερμηνείες της, το γνωρίζουμε αυτό καλά.
Το εύρημα της συγγραφέως να γράφει η νεαρή Σιγκάλ γράμματα στη γυναίκα του Νώε, μας επιτρέπει να διαβάζουμε μέσα σ’ αυτά την ψυχή της και τη σκέψη της, έτσι όπως μεταπηδά από την έκπληξη στην αμηχανία και έπειτα στην απόγνωση, ανακαλύπτοντας ότι η σωτηρία της είναι συνυφασμένη με την υποδούλωσή της στις ορέξεις του αρσενικού κυρίαρχου. Πώς, αλήθεια, αντιλαμβάνεται τη θέση της; Θα γράψει στην Εμζάρα:
Απόφαση του Θεού και του Νώε, αυτοί οι δύο άντρες παίρνουν τις αποφάσεις.
Στη συνείδηση της νεαρής γυναίκας η ταύτιση των δύο προσώπων είναι αυτονόητη, σ’ έναν κόσμο που δέχεται τη φυσική (όπως διακηρύττει) τάξη του ανώτερου αρσενικού και του κατώτερου θηλυκού, και όπως είναι αναμενόμενο κατασκευάζει αρσενικό και το πρόσωπο του Θεού που διαφυλάσσει αυτή την τάξη. Ήδη έχει ειπωθεί το μέγιστο. Η ιστορία θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, έχοντας δείξει πού πρέπει να εστιάσει ο αναγνώστης, προκειμένου να κατανοήσει τη ρίζα του κακού. Ευτυχώς η Χλόη Κουτσουμπέλη δεν σταμάτησε εδώ, αλλά συνέχισε την ιστορία βοηθώντας μας να εμβαθύνουμε στην ψυχολογία της γυναίκας γενικότερα αλλά και ειδικότερα. Στην ψυχολογία της Σιγκάλ, αυτής της εκλεκτής, της επιλεγμένης με τα κριτήρια της νεαρής ηλικίας και της συνακόλουθης γονιμότητας – χρησιμότητας, αλλά και στην ψυχολογία των άλλων γυναικών που επιβαίνουν στη σωτήρια Κιβωτό. Αυτές ως δείγματα θα οδηγήσουν στη γενίκευση των διαπιστώσεων. Ο ρόλος της γυναίκας που ακολουθεί ως νέα σύντροφος τον Νώε είναι προδιαγεγραμμένος. Θα τεκνοποιήσει, θα είναι το ιερό δοχείο που θα φέρει στον νέο κόσμο την ελπίδα της ανανέωσης, της νέας ηθικής πάνω στα συντρίμμια όλων των παλαιών, που πια κρίθηκαν ανάξια διαιώνισης. Έρχεται, έτσι, αναπόφευκτα στο μυαλό μας η ωφελιμιστική έννοια της χρησιμότητας, η οποία με την αλάνθαστη τάχα λογική της επιλέγει και διακρίνει τους χρήσιμους από τους άχρηστους. Υπό αυτή την έννοια ακριβώς η υπερήλικη γυναίκα του Νώε ήταν καταδικασμένη να πνιγεί, όταν τα νερά θα κατέκλυζαν τον κόσμο, και στη θέση της φυσικῷ τῷ τρόπῳ θα σωζόταν η νέα και σφριγηλή δεκαοχτάχρονη Σιγκάλ. Ο παλαιός κόσμος έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τις ενοχές. Το χρήσιμο καθίσταται και ιερό. Μια αντίληψη που σαρώνει τις όποιες αμφιβολίες τρέφει, ωστόσο, και η γυναίκα του κόσμου αυτού: Άλλωστε αυτό συνάδει απολύτως με την κοινή αντίληψη, την οποία εκφράζει εδώ η νεαρή Σιγκάλ.
Σκέφτομαι και φαντάζομαι πολλά, αλλά δεν τα λέω στον Νώε, τα θεωρεί χαζά και με αποπαίρνει. Δεν του αρέσει η φαντασία στη γυναίκα. Ο Θεός δεν την προόρισε ούτε να φαντάζεται, ούτε να σκέφτεται πολύ, λέει. Αυτό είναι δουλειά του άντρα. Η γυναίκα είναι πλασμένη για να κυοφορήσει την νέα ζωή, αυτό είναι το αξιοθαύμαστο έργο, που έχει να επιτελέσει σ’ αυτή την γη.
Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι αυτά τα λόγια τα εκφέρει η εκπρόσωπος της νέας γενιάς, αυτή που θα κυοφορήσει τη νέα ζωή μέσα στον νέο κόσμο. Όταν μετά το υδάτινο ταξίδι των σαράντα ημερών η Κιβωτός θα βρει στέρεο έδαφος και θα αρχίσει η ζωή να κυλάει πάλι φυσιολογικά, τι αλήθεια περιμένουμε να δούμε; Υπάρχει περίπτωση με τα παλαιά υλικά να χτιστεί το καινούργιο; Πόσο σταθερές έμειναν οι αντιλήψεις των ανθρώπων; Ο νέος κόσμος χτίζεται στα ασφαλή χνάρια του παλαιού; Δικαιολογημένα θα αναρωτηθούμε πόσο νέος θα είναι αλήθεια αυτός ο κόσμος, έτσι όπως θεμελιώνεται πάνω στις πιο παλιές και αναχρονιστικές αντιλήψεις:
Για πρώτη φορά δίπλα σ’ αυτόν τον άντρα νιώθω χρήσιμη και σημαντική.
Όσες φορές αναρωτηθήκαμε για τη διαιώνιση της ανισότητας των δύο φύλων, στραφήκαμε στον κυρίαρχο ρόλο της αντρικής υπεροχής, στην εγγενή αντίληψη περί αντρικής ανωτερότητας που καθορίζει το χτίσιμο των κοινωνιών από την επιβολή της Πατριαρχίας και εξής. Κι όμως, ο ρόλος των γυναικών ως προς τη μακροημέρευση αυτής της αντίληψης είναι κυρίαρχος. Η Χλόη Κουτσουμπέλη με το αφήγημά της μας πήγε πολύ παλιά, μας έδειξε τον αρχέγονο χαρακτήρα των στερεοτύπων, κυρίως εντόπισε τον ρόλο της ίδιας της γυναίκας στη διαιώνισή τους. Γατί, πώς μπορεί να αλλάξει αυτός ο κόσμος, αν αυτή δεν συνειδητοποιήσει πως η τάξη της ανισότητας συνιστά ακριβώς το αντίθετό της, δηλαδή την αταξία; Όσο με την αποδοχή των καθιερωμένων αντιλήψεων συντηρεί το ιδεολόγημα της αντρικής ανωτερότητας, ακόμα και η νεαρότερη εκπρόσωπος του φύλου της, μπορεί στην πραγματικότητα κάτι να αλλάξει; Δεν είναι περίεργο που προκύπτουν αυτά τα ερωτήματα μετά την ανάγνωση. Όταν η λογοτεχνία καταπιάνεται με τόσο στερεοτυπικές αντιλήψεις, ίσως δεν αρκεί η μυθοπλασία της για να φωτίσει τις σκοτεινές γωνίες. Πόσο περισσότερο, όταν αναμετριέται με έναν παμπάλαιο μύθο. Ο ρόλος εδώ του ενεργού και σκεπτόμενου αναγνώστη καθίσταται σημαντικός. Πήρε τη σκυτάλη της σκέψης για να προχωρήσει.
Μήπως, όμως, μια αμυδρή ελπίδα διαφοροποίησης των δεδομένων αυτών συνιστά η απρόσμενη σιωπηλή “συνωμοσία” των γυναικών της Κιβωτού, σε μια καθοριστική στιγμή που όλα κρίνονται; Όταν ο Νώε θα επιθυμήσει ξαφνικά να γευτεί γαλάζιο γαλόπουλο, και φυσικά αυτά θα είναι άφαντα, μια που ταξιδεύουν ως γραμματοκομιστές, τότε οι γυναίκες της Κιβωτού θα επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους για μια κρυφή επικοινωνία της Σιγκάλ με τον έξω κόσμο. Ωστόσο, θα την καλύψουν με τη σιωπή τους. Θα μπορούσε κάτω από αυτό το πρίσμα να θεωρηθεί ελπιδοφόρο το μήνυμα που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου; Ας μη μας διαφεύγει ακόμη ότι η νεαρή Σιγκάλ καταφεύγει στη γηραιά προκάτοχό της σε μια πηγαία ανάγκη της να μιλήσει σε σύμμαχο-γυναίκα που μπορεί να την καταλάβει, πολύ σοφότερη και πιο έμπειρη όπως είναι τόσα χρόνια μέσα στην υποδούλωση. Κι ας μην την ακούει, κι ας μη διαβάσει ποτέ τις σκέψεις της. Η ουσία εντοπίζεται στην ανάγκη της να μιλήσει και να δείξει το σημείο συνειδητοποίησης στο οποίο η ίδια βρίσκεται. Άλλωστε, το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή στα παραδεδομένα κακώς κείμενα παραμένει σταθερά ακριβώς σ’ αυτή τη συνειδητοποίηση της κατάστασης. Κατόπιν θα δούμε τα επόμενα βήματα στην εύρεση των φυσικών συμμάχων και στον καθορισμό των ορίων που πρέπει να υπερκερασθούν.
Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστος και ο τίτλος του αφηγήματος. Αυτό το ιερό δοχείο φτιάχνει ίσως συνειρμό με το ιερό δισκοπότηρο της χριστιανικής παράδοσης, που η αναζήτησή του συνιστά μια προσπάθεια του ανθρώπου να αναπλάσει τον κόσμο του μέσα από την ερμηνεία του μυστηριακού και υπερβατού, το οποίο συχνά ταυτίζεται με τη γυναικεία υπόσταση. Μια μετάδοση ζωής μέσω καταπάτησης του παλαιού και ανασύστασης του κόσμου. Μπορεί να είναι απλώς ένας συνειρμός που κι αυτός ἀναγνωστικῇ ἀδείᾳ προκύπτει. Μπορεί και με τις συνδέσεις αυτές να πήγαν τα πράγματα λίγο πιο πέρα από αυτά που ίσως η συγγραφέας να ήθελε με τη γραφή της. Να προσμετρήσουμε κι αυτό το άνοιγμα της σκέψης στα θετικά του συγκεκριμένου έργου.
Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα πρωτότυπο στη σύλληψή του αφήγημα που μιλάει για τη διαχρονική μοίρα των ανθρώπων μέσα από την παλαιότερη ιστορία. Που συγκινεί με την παράλληλη μοίρα των δύο γυναικών, με τη μία να σώζεται υποδουλωμένη και την άλλη να χάνεται απελευθερωμένη. Με μια καλαίσθητη έκδοση, που φροντίζει και από το εξώφυλλο ακόμη να μιλήσει για το θέμα του βιβλίου, έτσι όπως η εικόνα της Μιχαήλας Καπασκέλη συμπληρώνει το νόημά της με μια δεύτερη στο οπισθόφυλλο. Ένα πολύ σύντομο στην έκτασή του γραπτό. Ίσα για να μας πει ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει. Κοινότοπο; Ίσως όχι, γιατί είπαμε πως το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή είναι η συνειδητοποίηση της κατάστασης των πραγμάτων. Η λογοτεχνία επιτελεί κάποιο σημαντικό έργο, όταν μας καθιστά αυτή την πραγματικότητα σαφή. Κάτι το οποίο εμφανίζεται με σαφήνεια, μπορείς καλύτερα να το αντιμετωπίσεις. Με την εύγλωττη και περιεκτική συντομία του το βιβλίο αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να εντοπίσεις την αλήθεια των πραγμάτων. Μια εύστοχη και ευθύβολη ματιά χρειάζεται, η οποία θα αποδοθεί στον γραπτό λόγο με μια καλή πένα, και με τον ευφυή χειρισμό του αρχαιότατου αυτού μύθου θα αποσείσει για λίγο τον θεϊκό μανδύα. Τόσο όσο χρειάζεται για να αποκαλυφθεί η ρίζα της στερεότυπης αντίληψης. Και αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί μικρό επίτευγμα για τη λογοτεχνία.

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ

bookpress 14/12/2009

Kονιορτοποιώντας βεβαιότητες

Αντέχουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με το είδωλό μας;

Μέσα από ένα πολυπρισματικό πλαίσιο επιχειρεί –και κατορθώνει πειστικά– να προβάλει η Χλόη Κουτσουμπέλη, με τη συλλογή ποιημάτων της «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» (Γαβριηλίδης, 2009), την αρχετυπική συνάντηση, σύγκρουση και σύζευξη των δύο φύλων, καθώς με εκλάμψεις διαττόντων κατακρημνίζονται στο μαύρο βάραθρο της ανυπαρξίας.
Η συλλογή είναι γραμμένη με τη συναισθηματική οπτική της γυναίκας που ταυτίζεται με τη βιωμένη πραγματικότητα της πατριαρχικής κυριαρχίας.
Με γραφή ελλειπτική, αντιστροφές και μεταμορφώσεις, με σχήματα υπερβατά και διαρκείς αναφορές σε γυναικεία πρόσωπα και σε έργα της λογοτεχνίας, η ποιήτρια κατεργάζεται τις πρισματικές επιφάνειες και τοποθετεί απέναντι στον αναγνώστη ποιήματα-καθρέπτες, εξωθώντας τον στο παιχνίδι των αντικατοπτρισμών, προτείνοντάς του να εντοπίσει το είδωλό του και να αντέξει στην αποκάλυψη της ασημαντότητάς του.
Ποιήματα-καθρέπτες: Για το παιχνίδι της κατάκτησης και για τη γοητεία της εθελούσιας ήττας. Για την πάντα παρούσα αθωότητα της παιδικής ηλικίας με τον τρόμο, τον φόβο, την αφέλεια και τις βεβαιότητες. Για τη δοτικότητά μας στο καινούργιο που εισβάλλει ορμητικά στη ζωή μας, κι εμείς –ζυγίζοντας την απειλή και την προσδοκία– αποφασίζουμε να το δεχτούμε προσδοκώντας. Για την «πανούκλα» της συμβατικότητας, από την οποία αδυνατούμε να ξεφύγουμε, και για τον φόβο μας να ανοιχτούμε στον Άλλον, αγαπώντας τον. Για τα ψυχικά κοιτάσματα του ανθρώπου που δεν αναβλύζουν αν δεν κατέχει την τέχνη της ανασκαφής ο σύντροφός μας. Για την ερωτική συνεύρεση που εκπίπτει σε μια τυπική διαδικασία υποχρέωσης, με τον εραστή ψυχικά απόντα και τη γυναίκα –κυριευμένη από στιλπνό σκοτάδι– να πηδά στο κενό. Για την απελπισία από την ερημωμένη ζωή της γυναίκας-υποκειμένου των ηθικών θεσμοθετήσεων, η οποία καταλήγει μια Αντιγόνη που κουβαλά μαζί της τον Κρέοντα, τον οποίο αναζητά στους άντρες που αγαπά. Για τη φθορά του σώματος και της μορφής όταν «τα κυνηγόσκυλα του χρόνου / τρέχουν πιο γρήγορα από μας». Για το μοναχικό και μαύρο τρένο της αγάπης που καίει ελπίδες για να κινηθεί. Για την αξία της απουσίας, αφού πολλές φορές «ό,τι λείπει είναι αυτό που μένει», αλλά και για την αξία της ποίησης, για τη λυτρωτική της λειτουργία, ακόμα και όταν μοιάζει τυραννική.
Ως δείγμα γραφής προτείνω το ποίημα «Εύα», διά του οποίου η Χλόη Κουτσουμπέλη μιλά για τη δική της πεποίθηση ως προς τον μύθο της πτώσης από τον Κήπο της Εδέμ: «Με παρέσυρε. / Πυκνά φυλλώματα, υγρά. / Δεν φορούσε πρόσωπο. / Άγγιξα τότε ένα φίδι, την καρδιά του. / Κι ευθύς κατρακύλησα στο χώμα. / Ούτε θεός ούτε διάβολος. / Στον Κήπο τον αποκαλούσαν “άντρα”. / Στο στόμα άφηνε γεύση μήλου σε αποσύνθεση».

 

 

ΑΠΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΑΡΟΔΟΣ τχ 47

 

 Μαργαρίτα Βασιλάκου

Γνωρίζω τη Χλόη από την πρώτη στιγμή της γέννησης μου. Ότι εγώ ζωγράφιζα στο Νότο, ή Χλόη το περιέγραφε με λέξεις στο Βορρά και ότι εκείνη ψιθύριζε σαν τον Βαρδάρη μέσα στο μυαλό μου, εγώ το έκανα εικόνες πού τις έκαιγε ό Λίβας μέσα στην δική της ψυχή. Αυτό συ¬νέβαινε χωρίς εγώ να γνωρίζω το πρόσωπο της και την αφειδώλευτα λυ¬ρική ποίησή της και χωρίς ή Χλόη νά γνωρίζει τη δική μου ζωή και τις ζωγραφικές εικόνες μου. Συναντηθήκαμε -με την κυριολεξία του όρου πλέον- αφού είχαμε συνεργαστεί εν άγνοια μας αλλά με απόλυτη ειλικρί¬νεια απέναντι στην αλήθεια, στην ποιητική συλλογή της «η αλεπού και ό κόκκινος χορός».

Παναγιώτης Γούτας


Ή Κουτσουμπέλη ψηλαφεί τις ανθρώπινες σχέσεις με φαντασία και τολ¬μηρή είκονοποιία, ενώ από τα ποιήματα της δεν λείπουν οι ψυχαναλυτικές προεκτάσεις (ή μικρή Γκρέις που πιπιλάει τριάντα χρόνια τώρα το δάχτυλο της, φανερώνει καθήλωση στο στοματικό, κατά Φρόιντ, στάδιο) και οι συμ¬βολισμοί (ή πανούκλα πού κουβαλούν οι μετανάστες στο πλοίο, οι τυφλοπόντικες
πού «συνεχίζουν να σκάβουν το λαγούμι/και πού και πού οσμίζονται ανήσυχα/έναν ολόκληρο αιώνα» κ.τ.λ.).
Υπό το πρίσμα της παραπάνω ανάλυσης, κρίνω πώς η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή των ποιημάτων της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι η ερωτική, παρότι στα ερωτικά της ποιήματα, κάποιες φορές, το ονειρικό στοιχείο συνειδητά υπονομεύει και αναιρεί τον ρεαλισμό τους.

 

Γιώργος Γεωργούσης


Στα ποιήματα της Χλόης Κουτσουμπέλη ή ερωτική προσεγγίζεται με όρους όχι ηθικούς (πάντα πρόσκαιρους και ευκαιριακούς, πού εύκολα ξε¬γλιστρούν στην ηθικολογία), άλλα με όρους ψυχολογικούς, στον πυρήνα τους δηλαδή, όπως αρμόζει στα καίρια ριζώματα, όταν αναφερόμαστε σε δυνά¬μεις δαιμονιακής αρχής, όπως είναι ή βίωση του ιερού, του τρομακτικού, του ερωτικού – αυτές είναι οι πραγματικές τιτρώσκουσες εμπειρίες της φύσης. Εξ ου και οι εικόνες είναι ενίοτε και βίαιες (π.χ. ό λύκος σ.12). Η ερωτική τείνει στην βιαιότητα, όπως κάθε τι πού τείνει προς το απόλυτο· χθόνια δύναμις, και, ως τέτοια, πέραν του καλού και του κακού και γνωσιολογικά απρόσιτη. Ο έρωτας ως «δαίμων» μεσάζων, ταυτόχρονα σαγηνευτικός, ανα¬γκαίος και απειλητικός· και ιχνηλάτης της Ετερότητας. Χωρίς την αναζήτηση του Άλλου δεν μπορεί να φτάσει κανείς στην αυτογνωσία. (Το «ορθώς επί τα ερωτικά ιέναι» τού Πλατωνικού Συμποσίου.) Ο άνθρωπος σαν Σίσυφος τού εαυτού του και τού φύλου του.

 

Ευαγγελία Δαμουλή

Ή γραφή της Χλόης Κουτσουμπέλη ατά διηγήματα της «Ή χοντρή κυρία θά έρθει απόψε» και «Τα κόκκινα κεράσια» είναι πολυπρισματική. Ό αφη¬γητής είναι πάντα ό ‘ίδιος, και τά ε’ίδωλά του πολλά μέσα στό πρίσμα ή κα¬θρέφτη της γραφής της. Τό είδωλο είναι ή αλήθεια καί τό είδωλο «ούρλιάζει», ύποφέρει. Τά διηγήματά της μοιάζουν σάν νά είναι βγαλμένα από τά όνειρα ή σάν νά είναι έπηρεασμένα άπό τή φροϋδική ψυχανάλυση, περίπου σάν τους πίνακες του Ίταλοϋ Matteo Masiello καί του Γερμανού Torsten Solin.

 

Ανθούλα Δανιήλ


Αν τα τρία κακά της ζωής είναι, κατά το γνωστό σχήμα το πυρ, ή γυνή και η θάλασσα, ή Χλόη Κουτσουμπέλη εύκολα και γρήγορα διορθώνει τα πράγματα. Η «γυνή» δίνει τη θέση της στο «ανήρ», χωρίς, ωστόσο, να μπο¬ρεί να εξορκίσει το μέγα πάθος πού τήν τσακίζει άλλα και την εμπνέει και την τροφοδοτεί. Κι αν ή «ποίηση είναι το καταφύγιο πού φθονούμε» για κείνην είναι και πηγή δημιουργίας. Ό στίχος ανατροφοδοτείται από τον πόνο και ό πόνος από το στίχο, ο ένα κύκλο από τον όποιο δεν φαίνεται πώς υπάρχει έξοδος. Αφήνεται στη δίνη των συναισθημάτων και σ’ ότι η τύχη έχει συνταιριάσει. Και δεν παίζει με τους στίχους. Ελεύθερο το ποίημα από όποια δέσμευση, ελεύθερη και η ποιήτρια από ότι την περιβάλλει, με απλή αφορμή μια εξωτερική εικόνα και μακρά πολύ στο συνειρμό, με εικόνες πού ανταποκρίνονται σε πίνακες, με πρόσωπα πού ανακαλούν πάθη, με μνήμες παιδικές και άλλες οδυνηρές, με αναπάντητα ερωτηματικά πού δεν περιμέ¬νουν πια απάντηση, απλώς εκεί υπάρχουν ως επιβεβαίωση μιας ιστορίας που με χίλια στόματα ουρλιάζει:
«Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για να ‘ρθω να σε βρω.
Σαν να μην γνώριζα ποιό είναι πάντα το ταξίδι
και ποιόν αλήθεια ψάχνουμε
στον έρημο σταθμό.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης


Αλλά αφήνει κάτι πίσω της ή απώλεια; Κι αν αφήνει τί είναι; Ή Χλόη Κουτσουμπέλη θά γράψει: Γιατί κάποτε ή απουσία, βαθουλώνει τις σκιές / και ότι λείπει είναι αυτό που μένει.
Πάμε ξανά από την αρχή. Σ’ εκείνο πού είπαμε, ότι οι ποιητές μπορεί νά μετουσιώσουν την απώλεια σε αιχμή δημιουργίας. Να πώς αποτυπώνεται η τυραννική και ταυτόχρονα λυτρωτική λειτουργία της ποίησης, σ’ ένα ακόμη ποίημα αυτοαναφορικό, όχι μονάχα για εκείνη που το γράψε, άλλα για κάθε έναν πού γράφει, για κάθε έναν δημιουργό, σε όποια μορφή Τέχνης κι αν αγωνίζεται:

ΧΩΡΙΣ
«Θα ζήσεις χωρίς»
είπε ή μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
«τα κοχύλια σου θ γίνουν χέρια για να γράφεις».
«Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
τό σώμα του νά κολυμπώ».
«Δεν κατάλαβες λοιπόν»
είπε η μάγισσα
και το πρόσωπο της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
«Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά πού ποτέ σου δεν θα αγγίξεις».29 *

Ή Χλόη Κουτσουμπέλη νοηματοδοτεί την απώλεια, φωτίζοντας την
πολυπρισματικότητά της με τους προβολείς της υψηλής Τέχνης της. Το πικρότατο, διαβρωτικό, υγρό της απώλειας διηθημένο μέσα στο σώμα και στην ψυχή της ποιήτριας μας προσφέρεται ως πολύτιμο απόσταγμα Ποίησης. Ή σχέση της Χλόης Κουτσουμπέλη με την Ποίηση είναι, πρωτίστως, σωματική. Είναι ό πόνος πού στιλβώνει τις λέξεις στο ποίημα. Είναι ό πόνος της για την Ποίηση που την σμάλτωσε με τόση τρυφερότητα και αγάπη ως γυναίκα. Ως άνθρωπο.

 

Ευαγγελία Καλεράντε


Η ποιήτρια αναζητεί ένα σενάριο στό όποιο προβιογραφείται και η ίδια, όταν θα είναι έτοιμη για ένα ταξίδι στην ανυπαρξία ή στον ουτοπικό παρά¬δεισο, μαζεύει ψηφίδα-ψηφίδα, στιγμές-στιγμές, πλάνα μιας ζωής πού δεν έζησε και προσπαθεί βιαστικά να τα βάλει σε τάξεις, ως προτεραιότητες, υλη σε μια ποιητική εκδοχή μέ τίτλο: «απολογία ζωής», όταν τί μάτια της θα πάρουν το χρώμα «λυπημένης αυγής».
Σε μια ύστατη στιγμή, θέλει να μετανιώσει: «και μετανιώνω τώρα δα σήμερα για τα χρώματα πού δεν τραγούδησα, για την αγάπη πού δεν κρά¬τησα, για τη φιλία πού γλίστρησε από τα τρύπια πέταλα» (Μετάνοια, όπ., 17). Η σφοδρή επιθυμία να αποδείξει ότι καί η ίδια με την ποίησή της με¬ταμόρφωσε την ψυχή της- μιά επίφαση «συμβολικής ικανοποίησης», ως αυθεντική στιγμή εξομολόγησης.

 

Μαρία Κουγιουμτζή


Τα βήματά της απαλά βελούδινα, αφήνουν ίχνη από αίμα. Μ’ αυτό το αίμα τρέφει τον άπιαστο εραστή, προσπαθεί να του δώσει σάρκα καί οστά. Γυ¬ναίκα πέρα ως πέρα, γνήσια, δοτική, θύμα του έρωτα, με τα τρυφερά της νύχια ξεσκίζει το ίδιο της το πρόσωπο.
Όλο αυτό το πάθος πηγάζει από τα έγκατα του γυναικείου ασυνείδητου, από τον λαβύρινθο των ενστίκτων, σωματικών και νοητικών, από τον βυθό της μήτρας και της πανάρχαιας γέννας. Ή ζωή κινητοποιεί την ερωτική ορμή χωρίς να την ενδιαφέρει η ταύτιση παρά μόνο η συνέχειά της. Και τω θήλυ ζαλισμένο απ’ αυτήν παραδίδεται με όλες του τις δυνάμεις και τις αδυναμίες.
Η γυναικεία γλώσσα διαφορετική άπω τη γλώσσα του άντρα προσπαθεί να αρθρώσει τις δικές της λέξεις, να εκφραστεί μέσα από τον παλμό του απαλού, ζεστού σώματος της, γλώσσα που αμύνεται, δεν επιτίθεται, ψάχνει τον δικό της ήχο μέσα στην ερημιά της καμιάς συνάντησης.

Χρήστος Κρεμνιώτης


Μού φαίνεται κοινός τόπος, να πω ότι η αρτιότερη αρχιτεκτονική της, επιτυγχάνεται στο βιβλίο της Η αλεπού και ό κόκκινος χορός. ‘Ολοκληρώ¬νεται, εκεί, μία αισθητική μέσα στην οποία ενέχονται με μεγάλη συνέπεια οι αισθήσεις και οι θρύλοι γύρω από τις οποίες ή Χ.Κ. έπλεξε. Ως προς αυτούς δε, η ενδελέχεια τού βιβλίου είναι από τις σπάνιες πού μπορούμε νά συναντήσουμε στα σημερινά εκδοτικά γεγονότα, ανεξαρτήτως, από το εάν στο δεύτερο -το διανοητικό- και το τρίτο επίπεδο-«το πνευματικό»- ανάγνωσης, η κριτική, θα χρειαζόταν κάποτε, οξείες εκφράσεις.

Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου

Πού πάνε τα ποιήματα

Πετούν διστακτικά απ το παράθυρο
μετεωρίζονται για λίγο σε καθρέφτη ούρανό
κι ύστερα γέρνουν τις μαύρες τους φτερούγες
καί ακολουθούν την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω.
Μόνο σπάνια
κάποιο απ’ αυτά ξεγελάει τον νόμο της βαρύτητας
και προλαβαίνει να σε αγγίξει
εκεί κοντά στο στόμα
πριν γκρεμιστεί για πάντα μές στην άβυσσο.

Γι’ αυτό το ένα ποίημα γράφω ακόμα.

Τό ποίημα δίχως σαφείς στροφικές ενότητες, δίχως μέτρο και ομοιοκαταλη¬ξία χαρακτηρίζεται από τόνο πεζολογικό, γλωσσική απλότητα και σαφήνεια. Μοτίβο του συγκεκριμένου ποιήματος, ή προσπάθεια της ποιήτριας να προ¬σεγγίσει τη βαθύτερη ουσία της ποίησης. Με τρόπο λιτό και ύφος απέριττο, ή Χλόη Κουτσουμπέλη καταθέτει τη δική της άποψη αναφορικά με τα ποι¬ήματα για την ποιητική. Επιτυγχάνει σε έντεκα στίχους να αποδώσει «ποι¬ητικά» τη διαδικασία από τη σύλληψη της ιδέας και τη γένεση ενός ποιήματος ως το σημείο που ο στίχος υπερβαίνοντας τα πρώτα στάδια της προσωπικής εξομολόγησης (Πετούν διστακτικά… την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω.) φαίνεται να αποκτά υπόσταση καθώς ο λόγος απολυτρώνεται και τείνει να γίνει έκφραση καθολική μέσα απ’ τη βίωση και την αποδοχή του.

 

Γεωργία Μάνιου


Ή αισθαντικότητα της ποιητικής γλώσσας της Χλόης Κουτσουμπέλη, με την λιτή καθαρή γραφή της, αναδεικνύει έναν κόσμο γνήσιο, που είναι το καταστάλαγμα του χορού της, ενώ η γυναικεία ευαισθησία της την οδηγεί. Συμπερασματικά καί συνθέτοντας τα αντιπροσωπευτικά της χαρακτηρι¬στικά, θα λέγαμε ότι πρόκειται για έναν ευθύ, διεισδυτικό και αποφαντικό ποιητικό λόγο, όπου διαρθρώνει το κάθε ποίημα ακολουθώντας την ιεροτε¬λεστία της διαδοχής των αισθημάτων και των βιωμάτων της. Μια ποίηση ερωτική, που αποφαίνεται για τον έρωτα, τη ζωή, τον άντρα, με κέντρο την ίδια – ως δρώσα και αποτιμητή. Κυριαρχούν τά ερωτικά σύμβολα και αισθή¬ματα, προϊόντα βιωμάτων και αποτιμήσεις αισθημάτων από την φλογερή φύση της ποιήτριας.

 

 

Τόλης Νικηφόρου

ΧΡΟΝΟΣ
Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
πού αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό

Η μεγάλη δύναμη της Χλόης βρίσκεται στα σύντομα αυτά ποιήματα, στις αστραπές της έμπνευσης, τις γνήσιες ποιητικές στιγμές. Αν κάποιος με ρω¬τούσε τί είναι ποίηση, θα τού συνιστούσα να διαβάσει τα ποιήματα αυτά. Τα πολύ μεγάλα ποιήματά της, ιστορίες ή παραμύθια σε μορφή ποιήματος, και πάλι βέβαια περιέχουν ψήγματα χρυσού αλλά δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να συγκριθούν με την πυκνή, πρωτότυπη, κρυστάλλινης διαύ¬γειας και εκθαμβωτικής γοητείας σύλληψη των πολύ μικρών σε έκταση ποι¬ημάτων της. Ας δούμε ένα ακόμη ποίημα από τη συλλογή Ή Λίμνη, ό Κήπος και ή Απώλεια, 2006.

ΡΟΤΟΝΤΑ

Ροτόντα.
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.
Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

Και ένα από την τελευταία συλλογή της Η αλεπού και ό κόκκινος χορός, 2009.

ΕΡΩΤΑΣ

Και τότε έρχεται το τέλος
(πριν προβάλλει αχνιστή ή επόμενη αρχή)
με εκείνη τη μεγαλοπρέπεια
του αμετάκλητου

 

Βάσω Οικονομοπούλου

Ή Χλόη Κουτσουμπέλη καταδεικνύει μέ τον ποιητικό λόγο της αυτήν ακριβώς τη ματαιότητα και τη φθορά της βιωμένης πραγματικότητας. Το ποιητικό υποκείμενο, ωστόσο, αντιμάχεται αυτής της φθοράς με το να με¬ταπλάθει τον έρωτα σε συμπυκνωμένο και εκλεπτυσμένο ποιητικό λόγο. Η ποιήτρια προσπαθεί με τρόπο ακαταπόνητο να βρει τή λύση στο αίνιγμα της αιώνιας αγάπης και του πανδαμάτορος έρωτα με το να διυλίζει τα αισθήματα και να κρυσταλλώνει τις συγκινήσεις μέσω της υλικότητας της ποιητικής γλώσσας. Οι διαρκείς, έμμεσες ή άμεσες, αυτοαναφορές στον ποι¬ητικό λόγο αποκαλύπτουν τις εσώτερες σκέψεις και επιθυμίες του ποιητικού εγώ, το οποίο πάλλεται από αγάπη και τρυφερότητα για τό φυσικό κόσμο και ιδιαίτερα για τις ανθρώπινες υπάρξεις που διαβιούν σε αυτόν, τη γυ¬ναίκα και τον άντρα.

Σέ μία πόλη βυθισμένη στό νερό,
όπου η απουσία δέν είναι απώλεια,
όπου τά μάτια σου δέν έχουν
χρώμα ξεχασμένης βροχής
καί οί σταγόνες στό πρόσωπο σου
είναι αφρισμένα κύματα δαμάσκηνου.
Έκεϊ.
Στόν πυρήνα της σιωπής
τά εξωτικά πουλιά θά κελαϊδοϋν,
καρύδες θά πέφτουν ρυθμικά,
οί κοκοφοίνικες θά πανηγυρίζουν
τό τέλος του χειμώνα,
οί παπαγάλοι θά βρέχουν τά φτερά τους
μέ χρώματα,
καί εγώ γυμνή
θά έκτίθεμαι καί θά εκθέτω,
κρατώντας πάντα
την ουσία μου κρυφή.

 

Στυλιανή Παντελιά

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη βασίζεται σε έναν άμεσο λόγο, με πολλά στοιχεία από την καθημερινή γλώσσα. Οί μεταφορές, οί προσωπο¬ποιήσεις, οι έντονες εικόνες, τα θραύσματα του προφορικού λόγου είναι με¬ρικά μόνο από τα στοιχεία αυτά. Τα ρητορικά στοιχεία – μονόλογοι, διάλογοι, ερωτήσεις ζωντανεύουν τον ποιητικό λόγο καί τού δίνουν τον χα¬ρακτήρα τρέχουσας ομιλίας.

 

Θεοδόσης Πυλαρινός

Το μυθιστόρημα Ψιθυριστά της Χλόης Κουτσουμπέλη -τίτλος που μας κλείνει καχύποπτα ή ένοχα το μάτι- συνιστά ιδιότυπη σύνθεση χαρακτήρων, χαρακτήρων πού αυτοπαρουσιάζονται ακούσια, και ως εκ τούτου φυσικά και απροσχημάτιστα (πράγμα πού επικυρώνει την αλήθεια τους), μέσα από τις πράξεις των ηρώων πού εκπροσωπούν· χαρακτήρων αντιφατικών, ανι¬κανοποίητων, κατακτητικών.

Πόλυ Τζωρτζοπούλου

Τά κείμενα της Χλόης Κουτσουμπέλη βαραίνουν από ουσία ποιητική, καθώς αναθρώσκουν από την ψυχική δοκιμασία της ποιήτριας, για να φθά¬σουν ως τη γέννα/λύτρωση, με τη λέξη πολύχυμη και πολύηχη να παίρνει τη θέση της στο ποιητικό σώμα απαρασάλευτα μοναδική και ακαταπαύστως ομιλούσα στην ψυχή μας.
Ψίχα από κάστανο
βουτηγμένη σε αγριόμελο
και στίγματα λιωμένου χρυσαφιού,
η άλχημεία νά κάνεις λέξεις
Η ποιήτρια, μέσα από την έντονα εικονιστική μεταφορά, φανερώνει το μυστικό της αλχημείας να φτιάχνεις λέξεις, ότι αναζωπυρώνει την ποιητική έμπνευση.

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

Δεν θέλω να με ρωτούν γιατί γράφω, με την ίδια λογική που κανείς δεν ρωτάει ένα ψάρι γιατί κολυμπά ή ένα πουλί γιατί πετά ή μία πε¬ταλούδα γιατί ζει τόσο λίγο. Ο τρόπος που είναι πλασμένος ο καθένας και η καθεμία από εμάς είναι ιδιαίτερος, το υλικό μας διαφορετικό και όλοι ακολουθούμε αυτό για το όποιο είμαστε ταγμένοι, αν είμαστε βέβαια αρκετά τυχεροί ώστε νά τω ανακαλύψουμε στην διάρκεια της βραχύβιας ζωής μας.
Δεν θέλω να με ρωτούν αν τα ποιήματά μου είναι αυτοβιογραφικά. Αν πραγματικά έζησα αυτό ή το άλλο. Το ποιητικό υποκείμενο υποφέρει, ζει, ερωτεύεται, πεθαίνει μέσα στα ποιήματα. Το ίδιο κι εμείς. Αύτη είναι η ανθρώπινη μοίρα. ‘Όλοι οι συγγραφείς λοιπόν άπω καταβολής κόσμου γράφουν για το ίδιο ζήτημα, για την Εύα, για τον Αδάμ, για το μήλο, για την εκδίωξη, για τον Κήπο, για τον Θάνατο, για την απώλειας, για την επιστροφή. Αυτά είναι και τα δικά μου θέματα. Είναι αυτοβιογραφικά γιατί με περιέχουν και τα περιέχω.
Διαβάζω από το δημοτικό ακόμα. Πηνελόπη Δέλτα, Ντίκενς, Δουμά, Μπροντέ, Αούιζα Αλκοττ, Σαίντ Έξυπερύ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκυ, Τσέ- χωφ, Μπαλζάκ, Προύστ, Τόμας Μάν, Γκύ ντέ Μοπασάν, Στάινμπεκ, Χέ- μινγουαιη, Μούζιλ, Μυριβήλη, Πολίτη, Καραγάτση, Βιζυηνό, Θεοτοκά, Ροΐδη, Παπαδιαμάντη, Καζαντζάκη, Αουντέμη, Καβάφη, Ρίτσο, Ελύτη, Σεφέρη, Καρούζο, Σαχτούρη, Τόμας «Ελιοτ, Σαπφώ, Σύλβια Πλάθ, Ντί¬κινσον, είναι τα ονόματα πού μού έρχονται πρώτα στο μυαλό, είναι όμως και άλλοι τόσοι πολλοί, άλλοι γνωστοί άλλοι άγνωστοι, κάθε βιβλίο μου χάρισε και κάτι, κάθε βιβλίο με επηρέασε, είναι όμως η γνώση ένα ψηφι-δωτό πού σχηματίζεται σιγά σιγά. Δον έχω έναν αγαπημένο συγγραφέα, όπως δεν μπορώ να απομονώσω μόνο μια μέρα στην ζωή μου, γιατί η ζωή μου είναι ένα σύνολο ημερών και η γνώση και οι λογοτεχνικές μου επιρροές είναι ένα αδιαίρετο σύνολο, ένα ολοκληρωμένο πάζλ από κομματάκια βιβλία.
Δεν πιστεύω ότι τω γράψιμο μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Το να είναι κανείς ποιητής δεν προϋποθέτει, ούτε εξασφαλίζει την ηθική του ακεραιότητα. Αυτό ίσως όμως που μπορεί να καλλιεργήσει η ποιητική γραφή είναι η ευαισθησία με την έννοια ότι οι ποιητές είναι συνήθως ανοιχτοί στους ψίθυρους του άυλου κόσμου, στο αφανέρωτο και στο Μυστικό, στης κρυφές σιωπές του άλλου Σύμπαντος, εκεί που κατοικούν οι σκιές. Ό ποιητής συλλαμβάνει τις λεπτές αποχρώσεις πού δεν μπορεί να δει το συνηθισμένο μάτι, τις συχνότητες των ήχων πού δεν μπορεί να αιχμαλω-τίσει το μέσο αυτί, γίνεται δίαυλος, είναι το μουσικό όργανο πού δονείται από το άπειρο. Δεν ξέρω αν ή ποίηση μπορεί να θεραπεύσει τον πόνο ή τελικά τον επιτείνει. Από την μια ξύνει κανείς την πληγή, η πληγή αιμορ¬ραγεί και γράφεις με το αίμα της. Από την άλλη σπάει το απόστημα των καταπιεσμένων συναισθημάτων, αυτά ξεχύνονται ποταμός και αυτό είναι μια διαδικασία απελευθέρωσης. Σε μένα λειτουργεί διπλά, βραχυπρόθεσμα μου εντείνει τον πόνο αλλά μακροπρόθεσμα με λυτρώνει από αυτόν.
Γράφω μόνο για τον εαυτό μου; Θα μου αρκούσε να διάβαζα μόνον εγώ τα γραπτά μου; Νομίζω πώς όχι. Νομίζω πώς γράφω για να μ’ αγαπούν…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s