ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΣ

tolis_nikiforoy

Ο Τόλης Νικηφόρου, γιος προσφύγων από τη Μ. Ασία και την Αν Ρωμυλία, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το Κολλέγιο Ανατολία και σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάστηκε κυρίως ως σύμβουλος οργάνωσης επιχειρήσεων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και το Λονδίνο.

Ως τώρα έχουν εκδοθεί 34 βιβλία του, 20 ποιητικά (μαζί με τη συγκεντρωτική έκδοση Ο Πλοηγός του Απείρου, 2004)  και 14 πεζογραφίας (4 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων και 3 παραμύθια για μεγάλους).

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 9 ευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες ανθολογίες, καθώς και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της μέσης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Για το παραμύθι του, Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας τού απονεμήθηκε το βραβείο μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς το 1989 και για τη συλλογή διηγημάτων του, Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, το κρατικό βραβείο διηγήματος το 2009.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Οι άταφοι, Θεσσαλονίκη 1966
Αναρχικά, Θεσσαλονίκη 1979
Ο μεθυσμένος ακροβάτης, Θεσσαλονίκη 1979
Το μαγικό χαλί, Θεσσαλονίκη 1980
Με τη φωτιά στα μάτια (συγκεντρωτική έκδοση των τριών προηγούμενων και της ανέκδοτης συλλογής Ελεύθερος σκοπευτής), Θεσσαλονίκη 1982
Ο πλοηγός του απείρου, Θεσσαλονίκη 1986
Ξένες χώρες, «Νέα Πορεία», 1991
Το διπλό άλφα της αγάπης, «Νέα Πορεία», 1994, «Παρατηρητής», 2002
Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, «Νέα Πορεία», 1997
Χώμα στον ουρανό, «Νέα Πορεία», 1998
Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, «Νέα Πορεία», 1999
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, «Νέα Πορεία», 2002
Ο πλοηγός του απείρου (ποιήματα 1966-2002), «Νέα Πορεία», 2004
Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, «Μανδραγόρας», 2007
Το μυστικό αλφάβητο, «Μανδραγόρας», 2010
Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, «Μανδραγόρας», 2012
Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα (32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013), «Μανδραγόρας», 2013
Φωτεινά παράθυρα, «Μανδραγόρας», 2014
Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου «Μανδραγόρας», 2015
Φλόγα από στάχτη σου «Μανδραγόρας», 2017

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα, Θεσσαλονίκη 1971
Εγνατία οδός, «Νέα Πορεία», 1973
Ονειροπολών εγκλήματα, Θεσσαλονίκη 1976, 1977
Τα μάτια του πάνθηρα, «Νέα Πορεία», 1996
Νόστος, «Νέα Πορεία», 2000
Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, «Νεφέλη» 2008 (κρατικό βραβείο διηγήματος)
Αγνώστου στρατιώτου «Μανδραγόρας», 2016

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Η γοητεία των δευτερολέπτων, «Νέα Πορεία», 2001
Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, «Νεφέλη», 2005
Η εξαίσια ηδονή του βιασμού, «Νεφέλη», 2006
•Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου, «Νεφέλη», 2009

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (για μεγάλους)

Ένα παραμύθι για όλους, «Πασχάλης», 1984
Νόσιλκα, Α.Σ.Ε., 1989
Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας, Ο.Μ.Ε.Π., 1996 (βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς)

 

 

ΦΛΟΓΑ ΑΠ’ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ (2017)

 

όρθιος

σαν να μην ήταν το παιχνίδι
απ’ την αρχή στημένο

σαν να νικούσε κάποτε
τον θάνατο η αγάπη

σαν ν’ αχνοφέγγει
’κεί στο βάθος η πατρίδα

όρθιος
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

όρθιος
περήφανο ένα τίποτα
στην άβυσσο της λήθης

 

ασκήσεις ματαιότητας

μοναχικός και αδύναμος
γράφω μάταιες λέξεις
λέξεις βουβές και χάρτινες
για κείνους που μιλάνε άλλη γλώσσα
εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάζουν

γράφω για τους απόκληρους
και για τους καταδικασμένους
γράφω αν και γνωρίζω
πως η οδύνη ακυρώνει
κάθε συνδυασμό των λέξεων
κάθε αθώο ποίημα
κι όταν ακόμη εκείνο σφίγγει τη γροθιά του

κι όταν ακόμη ανώφελα δακρύζει

 

γιατί το φως

υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

 

σκιές από το τίποτα

ακούσιοι μέτοικοι
μιας φωτεινής ψευδαίσθησης
σκιές από το τίποτα
αναζητούμε απεγνωσμένα
την απαγορευμένη αλήθεια

όσο ένα φτερούγισμα
προσωρινοί
τη λύτρωση αναζητούμε
σ’ άλλες σκιές
στη φλογερή αυταπάτη
του έρωτα ή της τέχνης

όμως το τίποτα ενεδρεύει
το τίποτα αναπόδραστα μας περιμένει
καταγωγή μας και προορισμός
ανεξιχνίαστος

απάντηση στα μάταια ερωτήματά μας

 

ποιος τώρα

θα σε βλέπει να λικνίζεσαι
νεράιδα του παραμυθιού
με την πνοή του ανέμου

ποιος τώρα
με τ’ ακροδάχτυλα θα σε αγγίζει
βάζο πολύτιμο
αρχαίας δυναστείας των μινγκ

ποιος τώρα
θα μεθάει με τη φωνή σου
και θα καταποντίζεται στα μάτια σου

κορίτσι εσύ της λογικής
ποιος τώρα
θα σου γράφει ποιήματα

σε ποιο σύννεφο ποιον ουρανό
τώρα θα λούζεται ο έρωτας
για ν’ αναδύεται άφθαρτος
στο γκρίζο της καθημερινής ζωής;

 

ολάνθιστη

μ’ ένα εξαίσιο χάραμα στα μάτια
να ερχόσουν σαν το πρώτο φως

μέσα απ’ τον δαίδαλο του χρόνου
να πρόβαλλε ολάνθιστη η αθωότητα
με το δειλό χαμόγελο της προσμονής

ανέγγιχτη
μαγική
εκθαμβωτική

να ερχόσουν πάλι ευλογία του έρωτα
εδώ και χρόνια πια λησμονημένη άνοιξη

 

χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός

με μια απαλή βροχή
σαν χάδι
στο χώμα της παλιάς μας γειτονιάς
χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός

παραθυρόφυλλα κλειστά
βουβές εξώπορτες
από καιρό όλοι έχουν φύγει
έκλεισε το βιβλίο
που ήταν γραμμένο στο νερό

ένα απελπισμένο κόκκινο
αστράφτει στο περβάζι
αντιστέκεται
στην άνοιξη επιμένει ακόμα

σ’ ένα ξενιτεμένο όνειρο

 

στάση ζωής

να αποδεχτείς τη ματαιότητα
το σκοτεινό μηδενικό
που καθημερινά στα βήματά μας ενεδρεύει

να ζήσεις πάντα δικασμένος
ερωτευμένος με τα θαύματα
λες κι είσαι δεκαοχτώ χρονών
λες και δεν πρόκειται αύριο
να γίνουν όλα στάχτη
ή ακριβώς γι’ αυτό

όχι λοιπόν στη ματαιοδοξία
και ναι στα εκστατικά
στα θαμπωμένα μάτια
ναι στο μολύβι που επιμένει
ένα μολύβι που πεθαίνει
ανυπότακτο

 

να είσαι καλός

κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο
κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός
ανυπεράσπιστος
μπροστά στην αθωότητα
εκστατικός
μπροστά στο θαύμα
αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο
στον δρόμο που δεν έχει τέλος
στο τέλος που δεν έχει ελπίδα

να είσαι καλός

 

 

ΡΙΓΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ (2015)

63 ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη (1966-2015)

 

Το μαγικό μπαλόνι

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα σου ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο
(1979)

 

Το τραγούδι του έρωτα

είμαι πλασμένος από μαύρο χώμα
ανθίζω όπως η μυγδαλιά το καταχείμωνο
φέρνω πολύτιμο μέσα στις φλέβες μου
αυτής της ίδιας γης το σπέρμα

φιλάω μία μία της άκρες των δαχτύλων σου
διατρέχω με τα χείλη μου
το κάθε εκατοστό του δέρματός σου
αγγίζω ψηλαφώ ορθώνω τις σκληρές θηλές σου
ψάχνω τις εσοχές σου με τη γλώσσα μου
τις εξοχές σου με τις μύτες των δοντιών
βρίσκομαι πάνω, πλάι, κάτω σου
εισβάλλω μένω ακίνητος
σαν κορυφή βουνού
που την τυλίγει ο μπαμπακένιος ουρανός
νιώθω να πάλλεσαι σαν τρυφερή χορδή
να χαλαρώνεις και να σφίγγεσαι
ν’ αποτραβιέσαι και να δίνεσαι
εισπνέω αχόρταγα το άρωμα
μετράω τους σπονδύλους σου
αδειάζω βίαια τη ραχοκοκαλιά μου
τον νωτιαίο μου μυελό
λούζομαι μέσα στα δάκρυα των μαλλιών σου

είμαι ένα πυρωμένο σίδερο
που ανεξίτηλο χαράζει στη μήτρα σου το μέλλον
κάθε σου ηδονικός σπασμός
μια οιμωγή του κόσμου που γεννιέται
είμαι η ίδια η ζωή
και είμαι αθάνατος
(1979)

 

Θεσσαλονίκη 1980

πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη, αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ’ το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών
(1980)

 

γυναίκα

κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει
κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια
κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές
κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή
απ’ το παγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς
εγώ είμαι ο αληθινός προδότης

στέκεσαι δίπλα μου
στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα
και με τα ίδια μάτια
ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο
περήφανοι
ασυμβίβαστοι
ωραίοι μέσα στα τόσα ελαττώματά μας
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία
(1980)

 

 

λουσμένη στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο

λουσμένη στα δεκαοχτώ σου χρόνια θα σε περιμένω,λουσμένη
στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο,ένα όνειρο του φανοστάτη
πάνω απ’ τη θάλασσα εκεί που ο δρόμος μόλις άρχισε,εκεί που
κάνει η δίψα το αδύνατο να ανθίσει,εκεί που η προσμονή θαμπά
φωτίζει χιλιάδες μυστικά και θαύματα
(1998)

 

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ’ τις κραυγές των γλάρων
το ωδείο

στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες

κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου.
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό ωδείο
σε λεν Σιμόνη
κι αγαπιόμαστε τρελά
(1999)

 

ευτυχία

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα με κάτι από τους
γαλαξίες στο βλέμμα σου στην κίνηση σου κάτι από γατάκι ή
τίγρη στο φόρεμά σου κάτι από το φως σε κάποιαν άλλη εποχή
πρέπει να ζήσαμε μαζί σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω, ξέρω
όταν χαμογελάς κάθε ρυτίδα σου κι όταν σωπαίνεις ξέρω το
σκοτεινό βελούδο των ματιών σου σε νιώθω τώρα μέσα μου να
αναδύεσαι γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο μυστικό, είσαι ο
αρχικός μου κωδικός ψυχή αιώνια παρούσα και απρόσιτη
(1999)

 

θα αγαπηθούμε ατέλειωτα

θα σκοτεινιάσει ο ουρανός στην παραλία και θα απομείνουν τα
σκόρπια φώτα και η υγρή τους λάμψη στα πλακάκια η θάλασσα
θα ψιθυρίζει ένα παλιό σκοπό καθώς στο βάθος θα ανατείλει το
περπάτημά σου. ένα χαμόγελο ύστερα το ανεπαίσθητο άρωμα της
προσμονής μια λέξη πριν το άγγιγμά σου. θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
εκείνο το θλιμμένο δειλινό ως το χάραμα
(2010)

 

όνειρο

να περπατάς ανάλαφρα σαν μακρινό τραγούδι κι όλα ν’ ανθίζουν
γύρω σου μες στον μπαχτσέ το σούρουπο ένας γαλάζιος άνεμος ν’
ανάβει ξαφνικά τα φώτα τ’ ουρανού λόγια δειλά στα φύλλα να
σου ψιθυρίζει τα χρώματα που χάθηκαν στα μάτια σου εξαίσια να
αστράφτουν πάλι, σαν άρωμα να σε τυλίγουν μυστικά
να είσαι εκεί όπως παλιά κι όπως παλιά να μ’ αγαπάς
(2010)

 

έρωτας

τα χόρτα χάιδευαν τα πόδια της
ο αέρας τα μαλλιά της
η πρωινή δροσιά ριγούσε στη επιδερμίδα της

κι ο ουρανός;

μόλις την είδε στ’ ανοιξιάτικο λιβάδι
ο ουρανός
κατέβηκε αργά και μίκρυνε
και έγινε στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα
(2010)

 

είσαι

ένα επιφώνημα
τα μυστικά εξαίσια όργανα
που αιφνίδια θρυμματίζουν τη σιγή

μια λάμψη
που δραπετεύει από τα σύννεφα
οι ιαχές στο γήπεδο
που στιγμιαία διαρρηγνύουν
τις γκρίζες πύλες τ’ ουρανού

είσαι
βαθύ πηγάδι αφύλαχτο
σε ανθισμένη αυλή
(2010)

 

φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει

μ’ αρέσει αυτό το κάτι στη φωνή σου ήχος αχνός κι εκστατικός
ένα φτερούγισμα που απλώνεται τριγύρω όπως όταν στο βάθος τ’
ουρανού χαράζει κι όλα τα άλλα φώτα χαμηλώνουν.μ’ αρέσει αυτό
το κόκκινο στις λέξεις σου θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα
που έρπει και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της δρόμος
μακρύς κάτω απ’ τα κάστρα κι είσαι η πλατεία με τις μουσικές
στο τέρμα του
(2010)

 

σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης

όπως το σούρουπο ανθίζει η θάλασσα με σκόρπιες λάμψεις και
μυστικές φωνές μέσα στα χόρτα τρεμοφέγγουν,έτσι αναδύομαι κι
εγώ απ’ το σώμα μου στο άγγιγμά σου.μας περιμένει μια παραλία
ερημική μες στο σκοτάδι με κόκκινα πανιά ένα πλοίο που όλο τον
χρόνο ταξιδεύει η ανάσα σου ένας ψίθυρος μες στο δικό μου
χνώτο. αγάπησέ με σαν όνειρο στα μάτια ενός παιδιού σαν ποίημα
μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης, και σαν το κάτι εκείνο που
δεν δόθηκε ποτέ και σε κανένα
(2010)

 

μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο

λευκές καμπύλες απαλές πάνω στο σκούρο
μια χώρα μαγική, ουτοπική
που εκτείνεται σε θαμπωμένα μάτια
άγνωστη σε κάθε λόχμη και κρυψώνα της
με το γυμνό και το βελούδινο
ακόμη ανεξερεύνητο

ψηλά μια τούφα καστανά μαλλιά
στα μαξιλάρια βυθισμένα
κι ως κάτω ανεπαίσθητο
ένα σκίρτημα
μια λάμψη υγρή μελωδική
που στην επιδερμίδα αχνά λικνίζεται

όλα είναι απλά και ηδονικά
όλα είναι δέος
από τα γόνατα ως τους ώμους
κι ως το εξαίσιο τόξο του λαιμού
ως το πυκνό σκοτάδι στην ανάσα της
που ψιθυρίζει λέξεις μυστικές

βαθύσκιο πρόσωπο εκστατικό
μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο
(2010)

 

εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού

βουβαίνονται στην παραλία οι φανοστάτες
που άλλοτε ψιθύριζαν εκστατικά το όνομά της
μια βάρκα μόνη αργά λικνίζεται
σε σκοτεινά νερά
εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού
τώρα δειλά αποσύρεται στο βάθος

το πρόσωπο της πολιτείας χλομιάζει
γέρνουν τα φύλλα
τα χρώματα διαλύονται που θάμπωναν τα μάτια
μάτια που τώρα βλέπουν καθαρά
κάθε επιφάνεια και κάθε σχήμα
το αύριο ή το τίποτα

άτυχη αγάπη
που κάποια μέρα χάνεται
όπως ο δρόμος, η πλατεία, οι μουσικές
όπως το άγγιγμα ή το φως
και πια απομένει μια λάμψη αχνή
ή κάτι από ψυχή
πάνω στα κάστρα

μια λάμψη αχνή
μια θύμηση
μια γεύση από χαρτί και δάκρυ
(2010)

 

στη διάλεκτο της μοναξιάς

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς

όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ

άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της
(2010)

 

να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο

σ’ ένα δωμάτιο παλιό, μοναχικό
σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές
να μου διαβάζεις ποιήματα

στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια

στα χείλη σου να ανθίζει
ένα χαμόγελο κρυφό
όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
σε ερειπωμένο σπίτι
ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
στη μία και μοναδική πατρίδα του

να μου διαβάζεις ποιήματα
και να μ’ αγγίζεις με το φως
με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο
(2010)

 

δυο λέξεις έξι γράμματα

το όνειρο είναι όνειρο
αυτό είναι σ’ αγαπώ

από το άλφα ως το ωμέγα του
αυτό είναι σ’ αγαπώ

δυο λέξεις που κανείς
δεν πρόφερε ως τώρα
και μόλις ανακάλυψα εγώ

με την ομίχλη
με το άρωμα του ονείρου
όμως απτές, πραγματικές
όπως η γη
όπως η ανάσα σου

εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω
μα σ’ αγαπώ
μ’ όλα τα γράμματα
μ’ όλα τα ρήματα
τα επιφωνήματα
με τη σιωπή μου
σ’ αγαπώ
(2010)

 

το κάτι εκείνο και το τίποτα

είμαι ένα σύννεφο το δειλινό
που αναζητά το απέραντο βαθύ γαλάζιο
με κόκκινο για να συνθέσει το δικό σου χρώμα

στην έρημο είμαι κόκκος άμμου
που λαχταράει τον άνεμο
για να τρυπώσει στα μαλλιά σου

είμαι ένα άγγιγμα στα δάχτυλα
ψίθυρος στην κομμένη ανάσα σου
χάδι απαλό στους ώμους
ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει
στα μελαγχολικά σου μάτια

στη άκρη της αβύσσου είμαι
το μυστικό αλφάβητο
το κάτι εκείνο και το τίποτα
που αναδύθηκε στο φως
για να ζητήσει τη δική σου αγάπη
(2012)

 

ουρανός

χάραμα
πράσινο φύλλο εσύ
μέσα στη νύχτα
και την έρημο του κόσμου
αγάπησέ με

αγάπησέ με
μ’ όλα τα πάθη
και τα λάθη μου
με της ψυχής το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο

άνοιξε τους κρουνούς
για να λουστείς
στις λέξεις και το βλέμμα
στις άκρες των δαχτύλων μου
νίκησε τη φθορά
το καθημερινό μας γκρίζο
μετάγγισε στις φλέβες μας πνοή

αγάπησέ με
δεν έχω άλλο κλαδί να κρατηθώ
άλλο ουρανό
(2014)

 

ΦΩΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ (2014)

 

ύμνος ερωτικός

κανένα γυναικείο χέρι
δεν κράτησα
δεν χαΐδεψα ως τώρα
με την παλάμη μου
με τ’ ακροδάχτυλα
τόσο ανάλαφρα
τόσο θερμά κι ερωτικά
όσο ένα κοινό μολύβι

ένα μολύβι που κουρνιάζει
ανάμεσα στον μέσο και τον δείκτη
και κάτω απ’ τον αντίχειρά μου
έτοιμο
να γονιμοποιήσει το λευκό χαρτί
ένα μολύβι που ποτέ δεν ζήλεψε
την άψυχη παρέμβαση των πλήκτρων

γνωρίζει πως εμείς οι τρεις
τις ίδιες ρίζες έχουμε
κοινή καταγωγή το δάσος
και φτερουγίζει στο άγγιγμά μου
μέσα στα μάτια μου θυμάται
το δέντρο που ήταν κάποτε
και δακρυσμένο σηκώνει απ’ το χαρτί
τα φύλλα του στον ουρανό

 

μέσα στο πλήθος ξαφνικά

και ξαφνικά
βρίσκεσαι ανάμεσα σε πρόσωπα
χιλιάδες πρόσωπα
φωτογραφίες, ονόματα

βρίσκεσαι μέσα στην ομίχλη
ομίχλη από θραύσματα, σκιές, αρώματα
γίνεσαι μια ψηφίδα σε μωσαϊκό
ένα ίχνος σε κινούμενη άμμο
νότα ή φωνή από πολλές φωνές

και ξαφνικά
είσαι ένας φίλος
ένας από χιλιάδες φίλους
που έρχονται, μιλάνε, λάμπουν
γνωρίζονται, αγαπιούνται
κουράζονται, μαλώνουν και σκορπίζουν
υλοποιούνται και εξαφανίζονται
ζώντας σ’ ένα σχεδόν φανταστικό
τοπίο ηλεκτρονικό

μέσα στο πλήθος όμως ξαφνικά
το θαύμα αστράφτει
γίνεται χνώτο, άγγιγμα
χαμόγελο αποκλειστικά δικό σου

 

δεν γράφονται ποτέ

τα πιο ωραία ποιήματα
γράφονται χωρίς λέξεις
οι πιο μεγάλοι έρωτες
δεν γράφονται ποτέ

μια φλόγα είναι η ιστορία τους
που λιώνει το μολύβι
που κάνει στάχτη το χαρτί
και παραμένει μυστική
εκστατική
ένα άρωμα που δεν διαλύεται
στον άνεμο του χρόνου

οι πιο μεγάλοι έρωτες
αθώοι ταυτόχρονα
και καταχθόνιοι συνωμότες
στο μισοσκόταδο θροΐζουν
ανάσα ή άγγιγμα
σε μια μεταξωτή κουρτίνα
και χάδι σε βελούδινο κορμί

τα μαγικά τους δευτερόλεπτα
είναι το ρίγος της ζωής
ισόθεο με το δέος του θανάτου 

 

όταν το αύριο γίνει τώρα

όταν την άνοιξη συναντηθούμε
σε μια επόμενη ζωή
να με κοιτάξεις πάλι
βαθιά στα μάτια
να θυμηθείς το άγγιγμά μου
πόσο απελπισμένα
σε είχα κάποτε αγαπήσει

όταν το αύριο γίνει τώρα
στο Βαλπαραΐζο ή το Βλαδιβοστόκ
σ’ ένα πλανήτη μακρινό του γαλαξία
μη με ξεχάσεις

πάνω απ’ τον μικρό μας εαυτό
και πέρα από τον θάνατο
εσύ κι εγώ να γίνουμε για πάντα
στο χώμα η φλόγα που δεν σβήνει
κόκκινο σύννεφο στον ουρανό 

 

ρομαντικά

πάμε μια βόλτα στην παραλία το βράδυ
να σε αγγίζω
με τις άκρες των δαχτύλων μου
κι άλλοτε με το βλέμμα
ή ένα δειλό χαμόγελο

πέρα απ’ τους μικροπωλητές
κι από τον πύργο τον λευκό
πέρα απ’ το λαμπερό ξενοδοχείο
κι από τα σκοτεινά μας χρόνια
ολόισια στην καρδιά της μνήμης
στη φωτεινή υπόσχεση των πλοίων

γι’ ακόμα μια φορά να ακούσουμε το κύμα
και να μετρήσουμε τ’ άστρα στον ουρανό

εκστατικά μου μάτια
που τόσο αστραφτερά
λυτρωτικά δακρύζουν
θυμήσου τα όλα
κι όλα ξέχασέ τα
να ξαναγεννηθεί μ’ ένα φιλί σου ο κόσμος 

 

αιωνιότητα

είμαι στα δώδεκα μου χρόνια
και κάτω απ’ το μπαλκόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγονται φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσκοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως 

 

πρωτόγονοι

με τη λαχτάρα
με την αγωνία στα μάτια
αναζητούσαν πίσω απ’ τα βουνά
μια λάμψη
ένα ξημέρωμα
μια ελάχιστη ελπίδα
ο ένας ανασαίνοντας το χνώτο του άλλου
μες στο σκοτάδι της σπηλιάς

πάντα πρωτόγονοι κι εμείς
και πάντα σε βαθύ σκοτάδι
μα τώρα μόνοι
μέσα στην τεχνολογική σπηλιά μας
τον ήλιο ν’ ανατείλει περιμένουμε
οι πρώτοι άνθρωποι το πρώτο φως 

 

για πάντα

ένα ανοιξιάτικο λουλούδι
μέσα από τη σχισμή του βράχου
μία παρήγορη
μια συγκινητική ψευδαίσθηση
πάνω απ’ την άβυσσο

το ξέπνοο θήραμα
όταν για λίγο
αναζητά τη θαλπωρή
σε καταφύγιο μυστικό

όταν σ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι
χωράει η θάλασσα
στα μάτια σου ο ουρανός
και στην καρδιά το πεπρωμένο

όταν τον θάνατο η αγάπη
σε επιτύμβια στήλη υπερβαίνει

χαμογελάνε μελαγχολικά οι θεοί
μες στην ομίχλη
σαν να ζητάνε εκείνοι
τη δική μας επιείκεια

 

εξόριστο φως

όχι μόνο στο χάραμα το φως
στ’ αγαπημένα μάτια
στο άγγιγμα ή το χαμόγελο

όχι μόνο το φως που αστράφτει
παντού με χίλιες λάμψεις
που απλώνεται με χίλια χρώματα

μα πιο πολύ το φως
που κρύβεται μες στην ψυχή
στο ξύλο και την πέτρα
το φως στο χώμα
σε υπόγεια μυστικά
το φως πέρα απ’ τις πύλες του Άδη

εκστατικά
λυτρωτικά σε αναζητώ
σε επικαλούμαι φως εξόριστο
πηγή της ύπαρξής μας
και πατρίδα μας

 

πεπρωμένο

σε μία ρωγμή του τοίχου
σε μια σχισμή του βράχου
στην έρημο άγριο φυτό
να ζήσω ήμουν ταγμένος
και ν’ ανθίσω

με τα ελάχιστα της γης
και τα πιο λίγα τ’ ουρανού
με το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
με το δικό σου χνώτο

να φλέγομαι ταγμένος
να φλέγομαι και να ονειρεύομαι
με όλες τις αισθήσεις μου
με την ψυχή μου

θα ’ναι δικός μας αύριο ο κόσμος

 

Ν’ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ (2013)

32 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

μαγεμένη ψυχή

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ’ αγάπησα, σύντροφε μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει

(από τη συλλογή Αναρχικά, 1979)

 

 

εργατική πρωτομαγιά

ωραία που ήταν η συγκέντρωση
στην πιο μεγάλη μας πλατεία
ωραία τα μάρμαρα
ωραία τα μέγαρα
ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει
να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές
με τις γυναίκες τα παιδιά και τα γεμάτα τους καλάθια
απόμεινες εσύ
απόμεινα εγώ
να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο
και τα στολισμένα μπαλκόνια
με τους βραχνούς ομιλητές

(από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)

 

 

Θεσσαλονίκη 1980

πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ’ το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών

(από τη συλλογή Το μαγικό χαλί, 1980)

 

 

γενέθλια πόλη, 1

αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
απ’ τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
κι από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
σπόρια ονείρου

εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
ο ήλιος ν’ αμολάει απλόχερα τους ήχους
από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

αριστερά και δεξιά πιο κάτω
ν’ απλώνεται η πλατεία ουρανός
με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου
και τ’ άσπρα σύννεφά της ν’ ανεμίζουν
σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

μέσα απ’ τη γη να ξεπροβάλλει
η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
όπως το χέρι του πατέρα
τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

η φλόγα απ’ το δαδί να λαμπαδιάζει
στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα
διαρκώς ν’ αλλάζουν και να μένουν
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
απ’ όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

γενέθλια πόλη, 2

θίασος παιδικός της γειτονιάς
που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια
στο παλκοσένικο του δρόμου
ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε
στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου

οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι
ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός
που πήγαζε στα όρη της Αμύντα
και εξέβαλε στην ωκεάνια πλατεία
όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν
αρχαίες αγορές κι αγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος
ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν
το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου
και ναυλοχούν στο βορεινό λιμάνι Ολύμπου

διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες
χλομά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια
πεισματικά που αγκυροβόλησαν
σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία
και αξιώθηκαν να μην γνωρίσουν
την καταισχύνη των μεγάλων

τα όνειρα που μείναν όνειρα
κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου
στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

πατρίδα, 1

ωραία κυκλική λέξη η πατρίδα
με το διπλό άλφα της αγάπης
προαιώνιο εφαλτήριο του βαρδάρη
κυβόλιθος στην Εγνατία Οδό

μια σειρά όρθια γιώτα τα κάστρα της
λυγισμένα κατάρτια οι νεκροί της
που ναυλοχούν γαλήνια παραδίπλα
μέσα στην προσωρινή ομίχλη της νύχτας

ωραίος προορισμός η πατρίδα
με τη δική της μουσική του ρο
που είναι ρίζες και γίνεται ροή
κάτω από τους φανοστάτες της παραλίας
με τις πυγολαμπίδες στην απέναντι ακτή
πριν και μετά κάθε ταξίδι

το διπλό άλφα της αγάπης
και το δέλτα του ποταμού
που εκβάλλει στην απεραντοσύνη

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

Θεσσαλονίκη

(ΜΕ ΤΟ ΟΜΙΚΡΟΝ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ 

ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ Μ.Χ. ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ)

ξεχύνεται απ’ τα υψώματα στη θάλασσα
σαν κατρακύλι με το όμικρον του ονείρου
ανηφορίζει από τη θάλασσα στον ουρανό
σαν προσευχή με τη θαμπή φωνή του πλήθους

όχι κούφια και άφωνη
σαν τις πολύχρωμες κραυγές των διαφημίσεων
όχι φτηνή και χρήσιμη
σαν πλαστικό ουροδοχείο
όχι τυφλή
για τα παιδιά της
για τα δέντρα και τους ποιητές
για κάθε τι παράλογα που ανθίζει

εβραία σλάβα αρμένισσα
ανατολίτισσα ρωμιά τουρκάλα
κοινότητα της αρετής και της παιδείας
επέμενε ο ανώνυμος εκείνος ζηλωτής
κρατώντας τη στιγμή μετέωρη
πάνω από τα παρελθόντα και τα μέλλοντα
πριν εξακόσια τόσα χρόνια

παγκόσμια πόλη ελληνική
αρσενική σαν τον βαρδάρη της
σαν τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα καλντερίμια της
γυναίκα σαν την απεραντοσύνη
και σαν τον ήλιο στον φιλόξενο της κόλπο
μεθυστικά όταν βασιλεύει

παγκόσμια πόλη μακεδονική
με το διπλό άλφα της αγάπης
κυβόλιθο στην Εγνατία Οδό
με τον δικό της ουρανό Ναζίμ στα μάτια σου
κόρη της Ιωνίας
την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας στα κάστρα της
ψυχή της προσφυγιάς

καμένη κουρσεμένη ανίκητη

κοινότητα της αρετής και της παιδείας
που δεν δανείζεται αλλά δωρίζει
που ζωγραφίζει χαμογελαστές καμπύλες
στην ανθισμένη από το χώμα Παναγία Χαλκέων
με το αβέβαιο άρωμα της ουτοπίας
πατρίδα
με ανοιχτές τις πύλες απροσπέλαστη

κοινότητα της αρετής και της παιδείας
αρχαίο καράβι με κομμένες άγκυρες
μες στο νωχελικό φθινόπωρο της παραλίας
για το ατέλειωτο ταξίδι στο απρόσιτο

(από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997)

 

 

μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας, 2

σε είδα μεσημέρι στ’ όνειρο μου
μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας
να ξεπροβάλλεις με το σκεφτικό σου βήμα
σία δάχτυλά σου αβέβαια κρατώντας
τα παιδικά μου χρόνια
κι ήταν το μέτωπο σου μια σταγόνα φως
κι από τις άκρες των χειλιών σου
το χάδι σου με τύλιξε
όπως σ’ εκείνη την παλιά φωτογραφία
που χαμογελούσε
με θλίψη μακρινή και ανεπαίσθητη
ένας μακρόσυρτος σκοπός της Ιωνίας
για όσα χάθηκαν
και μας ορίζουν αμετάκλητα
πατέρα

(από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998)

 

 


βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες
βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μιαν ανάσα τους στηρίζουν
την ετοιμόρροπη ζωή μας

(από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998)

 

 

το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί
άστραφτε το βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο
από τη μια ο μεγάλος μου αδερφός
αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσι του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσά μας η μικρή
το πρόσωπο της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της.
και η μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω
μια φράση εδώ
σαν χάδι ένα μάλωμα εκεί
οι λέξεις πινελιές απ’ το χαμόγελο της.
σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

(από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

ένας μικρός Χριστός
γεννιέται πάλι αύριο
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός Χριστός που ζωγραφίζει
δέντρα για τα παιδιά
καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους,
παραμονή
και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

(από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

απαρηγόρητος

πώς και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει.
ίσως να είναι σαν το χνώτο μου
από παλιά στο τζάμι
σαν τα ρυάκια της βροχής
στο χώμα της Πλατείας Δικαστηρίων
ίσως να είναι σαν τον γόο του βαρδάρη
στα καλντερίμια της γενέθλιας πόλης
ή σαν τα γράμματα που αναβοσβήνουν μακριά
στις φωτεινές επιγραφές
και σαν το άγνωστο εκείνο
που κάποτε με έσπειρε και χάθηκε

πώς και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει
σε ξένο τόπο και σε ξένους δρόμους
μόνο

(από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρελυεται, 2002)

 

 

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

(Από τη συλλογή Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος κόσμος της ουτοπίας 2007)

 

 

μητρόπολη της μνήμης, της ψυχής

πόσοι και πόσοι αγάπησαν
και χάθηκαν σ’ αυτή την πόλη
κι άφησαν ένα φως παράξενο
σαν απ’ τα μάτια τους θαμπό
σε ρημαγμένες πέτρες

παιδιά της προσφυγιάς στα καλντερίμια της
με τον απέραντο καημό της μνήμης
στους λόφους και τις φτωχογειτονιές
γύρω απ’ τον κόλπο

λάμπουν εκστατικά τα ερείπια από τότε
ένα παράξενο ψηφιδωτό της ιστορίας
κάστρα και μαυρισμένα ξύλα
αόρατα τζαμιά, συναγωγές,
αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα,
τάφοι και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα
φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά
απ’ την αρχή του χρόνου

εδώ το σούρουπο ανατέλλουν οι ψυχές
κόκκινος ήλιος, σύννεφα
που παιχνιδίζουν με τον άνεμο στον ουρανό
στο άπειρο που ονειρεύονται και ταξιδεύουν

(αδημοσίευτο)

 

 

και πάλι στα δεκαοχτώ ένα βράδυ

ένα καράβι μαγικό αργά το βράδυ
με κόκκινα πανιά και ξάρτια
ρίχνει άγκυρα στης παραλίας το βαθύ γαλάζιο

μόλις κι οι δυο πατήσετε τη σκάλα
κι είναι το χέρι της σφιχτά μες στο δικό σου
αρχίζει να γυρίζει πίσω ο χρόνος

καθώς κάτω απ’ τον ουρανό απλώνεται
μεθυστική η σειρά τα φώτα
από το Καλοχώρι ως το Μικρό Καραμπουρνάκι
καθώς το χέρι σου χαϊδεύει τα μαλλιά της
κι είναι τα μάτια σου μες στα δικά της μάτια
καθώς απέναντι η ρουτίνα της ζωής
γίνεται όνειρο νυχτερινό μέσα στη λάμψη
ξαναγυρίζετε στα δεκαοχτώ σας χρόνια

βουβοί κι εκστατικοί μπροστά στο θαύμα
εισπνέετε το εξαίσιο άρωμα
της νιότης σας που χάθηκε για πάντα

(αδημοσίευτο)

 

ΜΙΑ ΚΙΜΩΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ (2012)

 

Ζω

τη στιγμή που ένα παιδί
στο βλέμμα του σηκώνει
την οδύνη αιώνων

τη στιγμή που το φτερό
με ένα του άγγιγμα
το σίδερο λυγίζει

ζω τη στιγμή
που ακούω εκστατικά
τη μελωδία των χρωμάτων

ζω στο έλεος των θαυμάτων

 

 

το κάτι εκείνο και το τίποτα

είμαι ένα σύννεφο το δειλινό
που αναζητά το απέραντο βαθύ γαλάζιο
με κόκκινο για να συνθέσει το δικό σου χρώμα

στην έρημο είμαι κόκκος άμμου
που λαχταράει τον άνεμο
για να τρυπώσει στα μαλλιά σου

είμαι ένα άγγιγμα στα δάχτυλα
ψίθυρος στην κομμένη ανάσα σου
χάδι απαλό στους ώμους
ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει
στα μελαγχολικά σου μάτια

στη άκρη της αβύσσου είμαι
το μυστικό αλφάβητο
το κάτι εκείνο και το τίποτα
που αναδύθηκε στο φως
για να ζητήσει τη δική σου αγάπη

 

 

άγγιγμα

σαν ξαφνικό φτερούγισμα
σ’ έρημο σπίτι
μ’ όλα τα χρώματα
κάθισε πλάι μου
και φώτισέ με

μ’ όλες τις μυρωδιές σου
μέθυσέ με
με την ανάσα σου
φλόγισε και γαλήνεψέ με

μίλησε
χαμογέλασε
κάθισε πλάι μου
κι αγκάλιασέ με

 

 

νυχτερινό τοπίο μετά την καταιγίδα

ούτε ένας ήχος
εισχωρεί
ούτε μια δίπλα στην πολύχρωμη κουρτίνα
κυματίζει

κάτι ακαθόριστο, θαμπό
κάτι σαν φως που φτερουγίζει
κάνει τον ξένο χώρο οικείο

εισπνέω την ανάσα σου
εισπνέω το ρίγος
εισπνέω την απαλή σου επιδερμίδα
σπαρακτικά υγρή και ηδονική

και τη στιγμή
στα μάτια και τα χείλη σου
λόγια παράξενα
και λόγια μαγικά
να ψιθυρίζει

 

 

αργά το βράδυ

η μουσική αργοσβήνει
και ξεθωριάζουν
τα χρώματα και οι λάμψεις

με την ανάσα της
στην πέτρα και το σίδερο
η γειτονιά ησυχάζει
κάπου μακριά
μια εξάτμιση πυροβολεί
το προαιώνιο πυκνό σκοτάδι

πίσω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα
είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

οι σκόρπιες ζωγραφιές ψηλά
και οι τυφλές οθόνες αντικρίζουν
ατέλειωτες σειρές βιβλία στα ράφια
μάταιες επικλήσεις
χρόνο ατέλειωτο χωρίς επιστροφή
κι ανάμεσα σε μια γωνιά
εκεί που ένα κορίτσι
ξένοιαστα χαμογελάει στο κάδρο
κι ο τοίχος ανεπαίσθητα ραγίζει
μόνος με βλέμμα αμίλητο
κάθεται ένας άντρας
και θυμάται

είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

 

 

Κυριακή στην Πλατεία Δικαστηρίων

απέραντη στην ερημιά της η πλατεία
το βροχερό εκείνο σούρουπο της Κυριακής
πίσω απ’ τις στάλες να χλομιάζουν σκόρπια τα φώτα
κι από τα λούκια το νερό
να γουργουρίζει στο πλακόστρωτο

υγρά και μόνα τα συρματοπλέγματα
γύρω απ’ το λυμφατικό παρκάκι
υγρά και μόνα τα αρχαία αγάλματα
βαθιά μέσα στο χώμα
και το παιδί στη μπαλκονόπορτα
το τζάμι να θαμπώνει με το χνώτο του
και να το ζωγραφίζει με το δάχτυλο

νυχτώνει και θα ξημερώσει
στην πινακίδα απέναντι
του τέταρτου αστυνομικού που στάζει
στα παραπήγματα λίγο πιο πάνω
στα σκυθρωπά της μέγαρα τριγύρω
στα μάτια που περίμεναν και περιμένουν

νυχτώνει και θα ξημερώσει
με άλλο όνομα, άλλη όψη της πλατείας
θα αποκαλυφθούν τα αγάλματα
θα φωτιστεί εκθαμβωτικά
θα εξωραϊστεί η πλατεία
θα μεγαλώσει το παιδί
θα ξαναρχίσει ο κύκλος και θα κλείσει

και θα’ ναι ίδια εκείνη η Κυριακή
κι απέραντη στην ερημιά της η πλατεία

 

 

δεν είμαι μόνος

κάποιες στιγμές
κάποιες πολύχρωμες κλωστές
που αιωρούνται στο κενό
μες στην ομίχλη

μάτια γαλάζια
φωτεινά
μάτια γλυκά
κι όμως θλιμμένα, μακρινά
πηγές της μνήμης

ο ήχος μιας φωνής
φωνής από πολλές φωνές
και μουσική
καθώς προφέρει απαλά
το λάμδα στ’ όνομά μου

πέρα απ’ τον κόσμο
με καλούν
πέρα απ’ τον κόσμο
τις καλώ

κι είμαστε ένα
μέσα μου όπως πάντα ένα
εγώ και οι σκιές
οι αγαπημένες μου σκιές

δεν είμαι μόνος

 

 

δέος

είσαι η απουσία μου
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα

κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις

είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος

είπε το φως

πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου

 

 

στα μαύρα σύνορα

βαδίσαμε μέρες και μήνες
χρόνια βαδίσαμε σαν μόνο μια στιγμή
μες σε λιβάδια και φαράγγια
και στην πολύβουη ερημιά των πόλεων
κοιτάζοντας τ’ αστέρια ή το χώμα
μα πάντα μέσα στην ομίχλη
ακολουθώντας πάντα τους σταυρούς
που πίσω αφήναμε
πάντα ρωτώντας και μην παίρνοντας απάντηση

φτάσαμε τέλος στα μαύρα σύνορα
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
εκείνον που μας οδηγούσε
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
αν θέλαμε να φύγουμε ή να μείνουμε
και αν θα αφήναμε ή θα βρίσκαμε
μια ξένη χώρα ή την πατρίδα

από τα σύνορα λοιπόν σας γράφω τώρα
αυτές τις μάταιες λέξεις στο σκοτάδι
μόνος μου με τους λίγους που απόμειναν
και τυχερός την τελευταία στιγμή
ένα σπασμένο χέρι που μπορώ
να τους απλώσω ή να κρατήσω

 

 

μια κιμωλία στον μαυροπίνακα

ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου
χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
στη μουσική των λέξεων
έκπληκτος διακρίνω
να αναδύονται γρίφοι και αινίγματα
εκστατικά φωνήεντα
που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει

κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
ανάμεσα στα δάχτυλα του

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ (2010)

 

αφιέρωση

στο μυστικό αλφάβητο
που γράφει με ανοιχτά φτερά
ένα θαλασσοπούλι στο γαλάζιο

στο αλμυρό νερό
στις μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα από την ομίχλη στο λιμάνι

στους γερανούς
που υψώνουν τα σπασμένα χέρια τους
μάταιη επίκληση στον ουρανό

στην πολιτεία
που αποπλέει για τ’ όνειρο
με κόκκινα πανιά το ηλιοβασίλεμα

σε όσους κάθονται απέναντι βουβοί
μες στο σκοτάδι και καπνίζουν
και ταξιδεύουν με τα παιδικά τους χρόνια στ’ άστρα

και στη στιγμή που χάνεται
που κρύβεται στα μάτια σου
και λάμπει για να μην δακρύσει

 

ερήμωσε απόψε η παραλία

ερήμωσε απόψε η παραλία
χωρίς ν’ ανθίζει ούτε ένα φως
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού.
κι έμειναν μόνα τους τα εφηβικά μας χρόνια
να περιμένουν το πλοίο για την απέναντι ακτή.
Λευκή το λένε πάντα ή Ευδοκία
αστράφτει τώρα μέσα στην ομίχλη
λες κι είναι χάραμα
λες κι είναι εξαίσιος ήχος μυστικός.
και να που ακούγονται φωνές
τραγούδια στο κατάστρωμά του
και να που κόκκινα φορέματα ανεμίζουν
για μια στιγμή η νύχτα πλημμυρίζει φως.

ερήμωσε απόψε η παραλία
και μέσα στο ψιλόβροχο
έμεινε μόνη της η επίκληση στους φανοστάτες
στα ξεχασμένα πρόσωπα
η μάταιη, η αιώνια προσδοκία

 

μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

 

πυκνό βελούδινο σκοτάδι

στην έρημη πλατεία από νωρίς
λυσσομανάει ένας βαρδάρης απροσκύνητος
πυκνό βελούδινο σκοτάδι
σκοτάδι θηλυκό ανεξερεύνητο
στα τζάμια πέφτει τούφες-τούφες
η γειτονιά υποδέχεται βουβή
την άλλη όψη τ΄ουρανού

την ώρα εκείνη που όλα ξεθωριάζουν
από τις χαραμάδες εισχωρούν
και διαγράφονται ολοκάθαρα οι σκιές
προφέρουν ήχους μυστικούς, εκστατικούς
λόγια ανεπαίσθητα
στα έπιπλα τριγύρω απλώνουν
ένα άρωμα
ένα παλιό λησμονημένο χάδι

παράξενα που σβήνει τότε ο πόνος
παράξενα που λάμπει η μνήμη
παράξενα που η νύχτα αστράφτει
μες στο δικό της φως

 

τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

ξέφυγε ανεπαίσθητα και πέφτει
διάφανη και λαμπερή σταγόνα
γράμμα αναλφάβητο
τους στίχους ένα- ένα που νοτίζει
μέχρι το σκοτεινό υπόγειο της γραφής

ψηλά τα μάτια σου εκστατικά
τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

 

παλιές γραφές και θαύματα

πειρατικό καράβι στ’ ανοιχτά
μες στην ομίχλη με σημαία τ’ όνειρο
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα χρώμα μονοσύλλαβο
όπως το δάκρυ τ’ ουρανού
ή το φως
αυτό είσαι

κι εγώ
ρίγος αιχμάλωτο
στον ήχο της φωνής σου
βαθειά στα μάτια σου
κρυμμένη λάμψη
καυτή ανάσα
που ανεμίζει τα μαλλιά σου

έκθαμβος μελετώ
παλιές γραφές και θαύματα
αναζητώ τον μυστικό ορίζοντα
όπου ελλοχεύει η μοίρα

 

πέρα απ’ τις λέξεις

πώς ονομάζει η γη τον ουρανό
το έρημο νησί τον άδειο ορίζοντα
η νύχτα τη στιγμή που ξημερώνει;

ποια λέξη υπάρχει
για το σούρουπο στα μάτια σου
το μουσικό βελούδο στην αφή σου;

πώς λέγεται
το μονοπάτι στην παλάμη σου
το ουράνιο τόξο
στο χρώμα της φωνής σου
και το καμίνι στην ανάσα σου
μ’ όλα τ’ αρώματα το άγριο μέλι
που αναβλύζει στην επιδερμίδα σου;

πώς είναι ο ήχος
για τη λάμψη εκείνη
πώς τα φωνήεντα
που εκφράζουν το φτερούγισμα
τη μυστική πηγή που κάποτε μας γέννησε
και την ψυχή που έγινε θάλασσα
και μας ενώνει;

ποια είναι η γλώσσα
που μιλάει το φως;

 

ένα ποίημα

ένα ποίημα
από παλιό σκοτάδι
από θολό πυκνό βυθό
που αναδύθηκε στο φως

ένα ποίημα
γυμνό
εμπρηστικό
κόκκινο επιφώνημα
της φλόγας ή της αστραπής

ένα ποίημα
μυστικό
εξωτικό
κι όμως απλό
κι όμως γλυκό
κι όμως απέραντα μαγευτικό

ένα ποίημα
που δεν γνωρίζει
το άρωμα
τη μουσική
το ίδιο τ’ όνομά του

ένα ποίημα
ένα τρέμουλο στα γόνατα
ή τα χείλη
που κρύβεται και φανερώνεται
και λάμπει

εσύ

 

εκρηκτικά το κόκκινο ενεδρεύει

η αμέλεια
είναι πιο επινοητική από την προμελέτη

ένα όνειρο
που διαφεύγει από τη λήθη
και ξεφτισμένο στο γαλάζιο υπερίπταται
έχει πιο αιχμηρές γωνιές
από κάθε αστικό τετράγωνο

οι υπνοβάτες
στο γκρίζο μάταια εκπαιδεύονται
η επιφάνεια στην άσφαλτο
στο ρυθμικό τους βήμα οι πεζοπόροι

στη λάμψη του σηματοδότη
στις χαραμάδες της παλάμης
εκρηκτικά πάντα το κόκκινο ενεδρεύει

 

αισιοδοξία

μια λάμψη
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού

ένα λουλούδι
πάνω στον τάφο του
ή ένα χαμόγελο
σε ραγισμένο πρόσωπο

ο έρωτας
μπροστά στον θάνατο

 

ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ (2007)

 

γυμνή ν΄ακούγεται ακέραια η ψυχή

γράφοντας υποστέλλω μία μία τις λέξεις,
τα χρώματα αφαιρώ, τις μουσικές,
στο χάος τον κόσμο απλώνω σαν λευκό χαρτί,
ν’ ακούγεται στο τίποτα ένα σήμαντρο,
ν’ ακούγεται ένα φως μες στην ομίχλη,
γυμνή ν’ ακούγεται ακέραια η ψυχή

 

πράσινα αινίγματα στο φως

αν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
και απαλή σκιά
στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
κι ακόμη αν ήταν
ήχος και λάμψη
πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
λέξεις κοινές
κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
στα δέντρα όπως τα φύλλα

θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
αινίγματα και μυστικά στο φως

 

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο του κόσμου

μην φύγεις
ξαναγύρισε
εγώ εδώ θα ‘μαι να σε περιμένω

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο
φτερούγισμα σε παγωμένους δρόμους
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
όνειρο στην ψυχή του κόσμου

κι αν γίνω στάχτη μες στη φλόγα μου
ατμός πάνω από ξένη θάλασσα
χόρτο που ψιθυρίζει μυστικά στον άνεμο
χρώμα βαθύ όταν δακρύζει ο ουρανός

κι αν φύγεις
και ποτέ σου δεν ξαναγυρίσεις
εγώ εδώ θα ‘μαι να σε περιμένω

 

το χαρούμενο ποίημα

έπεσε σαν νιφάδα από τον ουρανό
και στροβιλίστηκε στα μάτια των παιδιών

μα τι γυρεύει ένα ποίημα χαρούμενο
σ’ αυτόν τον λυπημένο κόσμο;
και τι γυρεύει ένας κόσμος λυπημένος
σ’ αυτό το χαρούμενο ποίημα;

τίποτα δεν γυρεύουν
δεν έμαθαν ποτέ γραφή και ανάγνωση

 

σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό

να ξαναγεννηθούμε
με το δικό σου χάραμα ν’ ανθίσει ο κόσμος

να ξαναγεννηθούμε
σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό
άγγιγμα και ταξίδι εγώ σαν άνεμος

να ξαναγεννηθούμε
θάλασσα εσύ των τροπικών
κι εγώ νησί μοναχικό στον κόρφο σου

δάσος εσύ, βελούδινο σκοτάδι
κι εγώ τ’ αγρίμι που προφέρει
με το χνώτο του τις μυστικές σου λέξεις

αγνοί, αθώοι, αθάνατοι
εσύ κι εγώ ψυχή και φως

 

ο μυστικός κήπος

κλείνουν τις πόρτες, τα παράθυρα
βουλώνουν με κουρέλια κάθε χαραμάδα
κι ενώ στα σκεύη στην κουζίνα ηχούν
και το διπλό κρεβάτι τρίζει
ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο

ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο μυστικά
μεταμορφώνεται σε πουπουλένιο στρώμα
τα φύλλα και τα πράσινα κλαριά
γίνονται επιδερμίδα, χείλη
γίνονται κεντημένα μαξιλάρια

με τα λουλούδια και τα σιντριβάνια του
με χώμα μυρωμένο, αφράτο
ανθίζει ο κήπος στο δωμάτιο
τα γκρίζα πρόσωπα μιας άλλης εποχής
θυμούνται και παράξενα φωτίζονται
στου τοίχου τις παλιές φωτογραφίες

ο κήπος κατακτά και παραδίδεται
εξερευνά κι ανακαλύπτει
με χίλιες δυο κραυγές, επιφωνήματα
με αναστεναγμούς και βογκητά
ως το μακρόσυρτο αχ και τη σιγή του τέλους

όλα τριγύρω είναι καθημερινά
κι όμως ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο
ο προαιώνιος κήπος
από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά

 

κίτρινο ξωτικό, κόκκινος χρόνος

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου

στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη
στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες
αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο
ακούγεται μια μουσική
και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά
μια ελευθερία παράνομη
στην κόκκινη καρδιά του χρόνου

στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη
δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας
που ήταν τα πάντα

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό

 

ραμφίζει μάταια την παγωνιά

μνήμη Τάσου Σταϊκόπουλου

χειμώνας
τ’ αστέρια ανελέητα μακρινά
οι κορυφές των πεύκων σκορπίζουν
ένα γκρίζο τίποτα στο χώμα
κι είναι η ψυχή μας σπουργίτι
που ραμφίζει μάταια την παγωνιά

στην καφετέρια θαμπώνει ο κόσμος
θαμπώνουν οι φωνές
η άδεια καρέκλα στο τραπέζι
κι εμείς τριγύρω
θαμπώνει τ’ όνομά σου
κάτω η πόλη
όλα όσα ζήσαμε μαζί

παράξενα η μνήμη
θαμπώνει με το χνώτο της τα μάτια
μιαν άδεια Κυριακή

αντίο φίλε

 

το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο

παρόλα όσα ισχυρίζεται η αρχή
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο.
χωρίς ωραία ενδύματα
το σώμα αναγνωρίζει την αλήθεια του
με τη λευκή σημαία της
η οθόνη άνευ όρων παραδίδεται
στον θεατή που έχει ήδη αποχωρήσει.
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο
ενώ και πάλι μυστικά
τα χρώματα στην άδεια οθόνη αναδύονται

 

αιωνιότητα

όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
τα δάκρυα μου στον ωκεανό
τα χρώματά μου στο ουράνιο τόξο
το όνομά μου στα φωνήεντα της σιγής.
όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
κι εσύ μια μέρα
σ’ άγνωστα μάτια θ’ αγαπήσεις
μεθυστικό κι ανώνυμο
το ίδιο προαιώνιο φως

ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας

πια δεν υπάρχει τόπος
πια δεν υπάρχει χρόνος
πια δεν υπάρχει φως.
για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα.
πως χάθηκαν τα ονόματα
πως έλιωσαν τα μάρμαρα
πως σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες.
τα δάκρυα
οι λέξεις
όλα τα χρώματα κι οι μουσικές
πως συμπυκνώθηκαν στην αρχική γαλήνη.
και με μια κόκκινη έκρηξη
πως κάποτε ακούστηκε
και πάλι ανεξερεύνητος
ο μυστικός λόγος της ουτοπίας

 

ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ (2002)

 

ουτοπία

το ωμέγα ως ωκεανός ως χώμα και ως φως. ο
χρόνος ως αιώνιο δευτερόλεπτο, ο χώρος ως
μοναδικό σημείο. το ανερμήνευτο που κάποτε
εγκαθίδρυσε και τώρα ανατρέπει την τάξη αυτού του
κόσμου. εκείνο που όλους μας αξίζει το όνειρο που
είναι εγγεγραμμένο στα κύτταρά μας και στον
ουρανό

 

καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί

υπάρχει μέσα μου ένα φως. καμιά φορά σαν δέντρο
ή σαν πουλί ή ξέφτι απ’ το γαλάζιο στο περβάζι σου.
υπάρχει μέσα μου ένα φως που όλα τα ξέρει κι όλα
τα αισθάνεται μοναχικό που ταξιδεύει απ’ την αρχή
του χρόνου που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται

 

ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται

νάμασταν, λέει τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο,
δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο ένα λιβάδι μέσα
στην ομίχλη που ονειρεύεται. ή μήπως νάμασταν
εκεί ψηλά τα κεραμίδια πλάι στην καπνοδόχο την
ώρα πού όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός. κι ύστερα,
λέει να φύτρωναν κόκκινα κατακόκκινα φτερά
στους ώμους μας στα μάτια μας ένας κιτρινισμένος
χάρτης για τον ουρανό. να ταξιδέψουμε πέρα
απ’ τον πόνο και τον θάνατο. νάμασταν, λέει με
κόκκινα φτερά ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που
ονειρεύεται

 

η καταγωγή του ονείρου

παρασκευή μήνα νοέμβρη με το ζώδιο του σκορπιού,
καθώς πυκνά σκοτείνιαζε στις παρυφές του
Ολύμπου, σχίστηκε σαν από σεισμό η γη στα δύο
κι από τον Άδη ορθώθηκε περήφανος και σκυθρωπός
μπροστά μου ο Πλούτων. μου φαίνεται πως ξέχασες
ποιος είσαι, είπε βαριά, ενώ το αράπικο χρεμέτιζε
και δάγκωνε με αφρούς τα χάμουρα κι ο Κέρβερος
ήρθε κουνώντας την ουρά και μου ‘γλειφε τα χέρια.
άλλο δεν έχει από το λίγο του αυτός ο ξένος τόπος,
κι είναι καιρός που η μάνα σου (εδώ μαλάκωσε ελάχιστα
το αψύ του βλέμμα) γύρισε στην πατρίδα και σε περιμένει.
σήκωσε το δεξί του χέρι απότομα κι έπεσε νεκρική σιγή
τριγύρω.είσαι ψυχή κι η θέση σου είναι δίπλα μου,με τις ψυχές

 

βόλτα στις ράμπλας* τ’ ουρανού, 3

αργά χθες βράδυ ξαφνικά μες στην ομίχλη, είδα
στις ράμπλας τ’ ουρανού λουλούδια και μικρά πουλιά
μάτια να λάμπουν. κι ένα αρχαίο φιλόλογο
και πάλι όρθιο να διδάσκει άγνωστα κείμενα σαν
υποσχέσεις ή αινίγματα. χαμογελούσε κι έγραφε,
στα δάχτυλά του έλιωνε η κιμωλία του χρόνου κι
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα οι έφηβοι είχαν ήδη
δραπετεύσει και ταξίδευαν. αργά χθες βράδυ ξαφνικά
είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα για πάντα αμετάφραστη
τη λέξη ελευθερία

* κεντρικός δρόμος στις ισπανικές πόλεις.
στη Βαρκελώνη, η Rambla de las Flores αρχίζει
από την Πλατεία της Καταλωνίας και καταλήγει
στο λιμάνι, στο άγαλμα του Κολόμβου και το
πλοίο Σάντα Μαρία

 

μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη

εκεί που πήγαινα βαρύς και μόνος με τα χρόνια μου
στην Εγνατία ανάμεσα σε χωρικούς και μαγαζάτορες
βγήκε και πάλι ξαφνικά μέσα στα χρώματα
μπροστά μου η Έφη κι έγειρε να σκουπίσει με τα
μάτια της τη μελανιά απ’ το παλιό μου μπικ στο
μέτωπο. ένα δειλό πορτοκαλί αχνοχάραζε στα χείλη
της κι ένα βαθύ γαλάζιο ξέφτι τ’ ουρανού είχε
σκαλώσει στα μαλλιά της. σφιχτά κρατώντας τα βιβλία
στο λευκό πουκάμισο η ίδια εκείνη Έφη απ’ τα
δεκαοχτώ το ίδιο σκονισμένο απομεσήμερο τα ίδια
εκείνα μάτια μέσα στη θλίψη που χαμογελούσαν

 

ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο

μια έρημη σοφίτα μακρινή μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού
είναι η ψυχή μου. γεμάτη άχρηστα αντικείμενα
μια ψάθινη καρέκλα ένα ποδήλατο με τρύπια
λάστιχα μια κόκκινη ξεφουσκωμένη μπάλα. κι ένα
σωρό θαμπές φωτογραφίες απ’ τους αρχαίους
ενοίκους της. όμως δεν κρύβει πλάσματα επικίνδυνα
κι ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο.
μια έρημη σοφίτα μακρινή μια λέξη ανείπωτη είναι
η ψυχή μου ένα μοναχικό παράθυρο που κάποτε
φωτίζεται μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού

 

κόκκινο όπως κόκκινο

κόκκινο χρώμα μυστικό όπως βαθιά στο μαύρο και
το μπλε. κόκκινο κόκκινο, μα όχι κόκκινο όπως αίμα,
ηφαίστειο, αστραπή κόκκινο όπως κόκκινο όπως τα
χρώματα που δεν γνωρίσαμε ποτέ ο ήχος που αναδύεται
από την πρώτη συλλαβή της ουτοπίας

 

αρχαία πυξίδα

μια αιωνιότητα μετά είμαστε πάντοτε θρυμματισμένα
αστέρια στην άλλη άκρη τ’ ουρανού κι είναι
το κάθε κύτταρό μας αρχαία πυξίδα που, μέσα απ’
τη μεγάλη σκοτεινιά αλάνθαστα μας κατευθύνει
στην πατρίδα απορημένη η ψυχή μας αναπέμπεται
στο χάος έκθαμβη παραδίδεται στο άπειρο, εκεί
όπου αναδύονται και τελικά ερμηνεύονται οι
μυστικές γραφές της ουτοπίας

 

έζησα

έζησα μια κόκκινη αχνή γραμμή μια λάμψη ίσως
ή φωνή μια ανάσα στο νερό έζησα σε δρόμους
καθημερινούς στον άνεμο και στη φωτιά στον ουρανό
έζησα για το δικό σου άγγιγμα κι ένα χαμόγελο
παιδιού στον κόσμο αυτό του φόνου. έζησα
και είμαι ακόμη εδώ μια κόκκινη αχνή γραμμή,
μια λάμψη ίσως ή φωνή μια ανάσα στο νερό

 

ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ   (1999)

 

μαθητεία, 2

και πάλι υπέβαλα στο άγνωστο τις πέντε αισθήσεις
μου και την ψυχή μου και έγινα δεκτός στην πρώτη
τάξη του σύμπαντος σχολείου της αγάπης τα τραύ-
ματά μου γράφοντας σαν όνομα στο εξώφυλλο της
καθημερινής ζωής. είναι καλός για άνθρωπος λένε
οι δάσκαλοι μου με τον τρόπο τους, μια φλαμουριά
που αγγίζει το μπαλκόνι μου, ένα γατί που περπατάει
νωχελικά στον ήλιο, θα μάθει γρήγορα, όσα μπορεί
να μάθει. κι εγώ επιμένω αφού δεν έχω πού αλλού
να πάω, μερόνυχτα εγκύπτω και λέω πως συνεχίζω
τις σπουδές μου, σ’ αυτό το πρώτο και πιο δύσκολο
σχολείο, απ’ το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση

 

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά και κάτω απ’ τις
κραυγές των γλάρων το ωδείο στο πάρκο της
Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα κοιτάζοντας προς
τη μεριά της θάλασσας. κάποτε φάνηκες κι όσο πλησίαζες
ήσουν εσύ κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ και μέσα στην
ομίχλη μου χαμογελούσες. στις μύτες στάθηκες
να με φιλήσεις κι ύστερα έφυγες κι όσο, χρόνο το
χρόνο, στο βάθος σβήνεις τόσο πιο καθαρά λάμπεις
στα μάτια μου. μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ, κάπου έξι μήνες πιο
μικρή από μένα πηγαίνεις στο παλιό ωδείο σε λεν
Σιμόνη κι αγαπιόμαστε τρελά

 

το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί, άστραφτε το
βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο από τη μια ο μεγάλος
μου αδερφός αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσι του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσά μας η μικρή το πρόσωπο
της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της. και η
μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω μια φράση εδώ σαν
χάδι ένα μάλωμα εκεί οι λέξεις πινελιές απ’ το χαμόγελο
της. σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

 

γαλάζιο βαθύ σαν αντίο

κι έμεινα μόνος με το γαλάζιο έλεος της τελευταίας
στιγμής στα μάτια σου γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο
γαλάζιο που με γέννησε με φώτιζε και με σκοτείνιαζε
που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε έμεινα μόνος
με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου
μητέρα

 

ευτυχία

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα με κάτι
από τους γαλαξίες στο βλέμμα σου στην κίνηση σου
κάτι από γατάκι ή τίγρη στο φόρεμά σου κάτι από το
φως σε κάποιαν άλλη εποχή πρέπει να ζήσαμε μαζί
σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω ξέρω όταν χαμογελάς
κάθε ρυτίδα σου κι όταν σωπαίνεις ξέρω το σκοτεινό
βελούδο των ματιών σου σε νιώθω τώρα μέσα
μου να αναδύεσαι γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο
μυστικό είσαι ο αρχικός μου κωδικός ψυχή αιώνια
παρούσα και απρόσιτη

 

Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο μόνος στον
κόσμο ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

 

εδώ τελειώνει αυτό το παραμύθι

μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη της ανατολής ζούσε
ένα ήλιος μόνος. σχεδόν παράνομος με την πυρακτωμένη
του καρδιά προορισμένος ν’ ανατέλλει να φωτίζει
πάντα να βρίσκεται στον ουρανό και να τα βλέπει
όλα είπε η γιαγιά του κόσμου γι’ ακόμη μια φορά
θλιμμένη εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα αυτό το
παραμύθι, ώρα να πάτε για ύπνο ε, όπως πάντα ο ήλιος
έζησε καλά κι εμείς βεβαίως καλύτερα

 

έζησα χρόνια και δεν έμαθα

έζησα χρόνια, διάβασα, ταξίδεψα, όμως ποτέ δεν
έμαθα ποιος είμαι, τι είναι αυτός ο δρόμος και πού
βγάζει. ίσως τα μάτια μου να θάμπωσαν ίχνη ζωής
κρυσταλλωμένα στις σελίδες, κάτω απ’ το φως όσα
κοιτούσα και δεν έβλεπα, εκείνοι που πολύ αγάπησα,
ανίδεοι σαν εμένα, έζησα χρόνια και δεν πήρα απάντηση
γιαυτό που αστράφτει μέσα μου, αυτό που μούδωσε
πνοή και με σκοτώνει, έζησα χρόνια και δεν έμαθα

 

βραχνά μες στην ομίχλη

λοιπόν, μπορείτε να μαζέψετε τα ζάρια, για μας
τέλειωσε πια το παιχνίδι και χάσαμε, όπως ήταν φυσικό
τα πάντα, ήδη χαράζει και οι σειρήνες μάς καλούν
για ένα τελευταίο καφέ στην παραλία πάνω απ’ τους
γλάρους και τα πλοία έξω απ’ το γκρίζο φράγμα του
κυματοθραύστη βραχνά οι σειρήνες μας καλούν μες
στην ομίχλη

 

είμαι όσα μου δόθηκαν

είμαι όσα μου δόθηκαν μια στάλα κόκκινο στο απέραντο
του μπλε ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα
ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω με το δικό
μου όνομα γράφω για τον δικό σας πόνο, που ούτε
δικός μου είναι ούτε δικός σας δεν είμαι εγώ λοιπόν
που σας μιλώ, γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν, γιατί
εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι τώρα απομένει να επιστρέψω
εκεί που κάποτε ξεκίνησα να επιστρέψω εκεί που οφείλω
το εγώ που είμαι και που ποτέ δεν γνώρισα

 

ΧΩΜΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (1998)

 

ένα ποτάμι στοιχειωμένο

ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου από
προγόνους και μνήμες σκοτεινές λάμψεις της αστραπής
που σχηματίζουν λέξεις ταξίδια μυστικά σε χώρες
που ποτέ δεν γνώρισα. ένα ποτάμι στοιχειωμένο
είναι το αίμα μου, μια μουσική, ένα μελλοντικό
καράβι, πλησίστιο που περιπλανιέται σε κατακόμβες
φωτεινές του γαλαξία

 

βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους,
φορώντας τις μαγικές τους μπότες, βυθισμένοι
σε αχνά χαμόγελα και φως, κάθε πρωί εισπλέουν στο
νηπιαγωγείο της γειτονιάς οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ουρανού μας δείχνουν τον θεό
που δεν πιστέψαμε, σκορπίζουν στον αέρα
θαύματα που δεν αξίζουμε, με μιαν ανάσα τους
στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

 

το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα

την ώρα που ένιωθα ασφαλής στην πέτρινη σιγή του
κόσμου, άνοιξαν ξαφνικά οι μυστικοί κρουνοί το
απομεσήμερο και η αυλή πλημμύρισε κίτρινες πεταλούδες
γιορταστικά πολύφωτα ιπτάμενα ίχνη του απρόσιτου
που ενεδρεύει την ώρα που ένιωθα ασφαλής
με ξύπνησε το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα κι είδα
μέσα στο φως να ξεπροβάλλει η τίγρη.

 

σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

προφέρετε τις λέξεις απαλά σαν να κρατάτε με τα
χείλη μιαν αχτίδα φως και σταθερά σαν μια μπουκιά
ψωμί στα δόντια, ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν
στην ερημιά για λίγο σ’ άγριες γειτονιές κι εκεί
που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα προφέρετε
τις λέξεις απαλά με τα δικά τους σχήματα,
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες, σαν να κρατάτε
με τα χείλη μιαν αχτίδα φως ή την ψυχή του ναυαγού
όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα.

 

ύπαρξη

ο θεατής είναι θεατής, το μάτι από την όχθη που
παρατηρεί ξέρει νερά, κλαριά και χώματα, δεν ξέρει
το ποτάμι, το μάτι από την όχθη που παρατηρεί δεν
είναι το ποτάμι, από το άγνωστο στο άγνωστο
προορισμένος είναι ο άγνωστος να κατευθύνεται, στη
χώρα που δεν έχει μονοπάτι, έως ότου το μάτι κάποτε
γίνει νερό, κλαριά και χώματα, και στρόβιλος για το
βυθό, ακούσια, μυστικά και αναπόφευκτα, έως ότου
γίνει κάποτε ποτάμι ο θεατής

 

κάτι όπως έκρηξη ηφαιστείου ή επίκληση

σε γνώρισα πριν ανακαλυφθούν οι λέξεις, κι ήσουν
όσα με λέξεις δεν εκφράζονται, κάτι όπως λάμψη,
χάδι, κασταλία πηγή, κάτι όπως έκρηξη ηφαιστείου
ή επίκληση, σε γνώρισα αργότερα με ονόματα, κάτι
όπως Ρόζα, Κάθυ, Αϊλάτι Αζμάγα, Σοφία του
παρόντος χρόνου, όμως εσύ δεν ήσουν τα ονόματα,
χιλιάδες χρόνια τώρα προσπαθώ να γράψω αυτό που
με τις λέξεις χάνεται, στο φως που κρύβεται, στους
ήχους που σωπαίνει

 

μια φράση καθημερινή με τ’ όνομά σου

τα φύλλα από το τίποτα όταν πρασινίζουν, ένα γέλιο
που αστράφτει ξαφνικά σαν παρουσία, εκείνη η
παλιά φωτογραφία που ξεθώριασε, να μας θυμάσαι,
κάποιο αποτύπωμα αχνό στη δεξιά σελίδα, μια
φράση καθημερινή με τ’ όνομά σου, ένα κόκκινο
μπαλόνι που ξεφεύγει και υψώνεται, να μας θυμάσαι,
στους τοίχους μάταιες οι επικλήσεις κι οι δρόμοι που
οδηγούν, που τέμνονται, με τις σκιές, τα δέντρα
τους, τα τραπεζάκια στη γωνία, στο χώμα οι δρόμοι,
στη φωτιά, στον ουρανό, να μας θυμάσαι.

 

μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας, 2

σε είδα μεσημέρι στ’ όνειρό μου, μέσα στην άχνα από
το βάθος της πλατείας, να ξεπροβάλεις με το σκε-
φτικό σου βήμα, στα δάχτυλά σου αβέβαια κρατώ-
ντας τα παιδικά μου χρόνια, κι ήταν το μέτωπό σου
μια σταγόνα φως, κι από τις άκρες των χειλιών σου
το χάδι σου με τύλιξε, όπως σ’ εκείνη την παλιά
φωτογραφία που χαμογελούσε, με θλίψη μακρινή και
ανεπαίσθητη, ένας μακρόσυρτος σκοπός της Ιωνίας
για όσα χάθηκαν και μας ορίζουν αμετάκλητα,
πατέρα

 

μια ανάσα από την απουσία τους

αν θα μπορούσες να με συγχωρήσεις για όσα είναι
αδύνατον πια να διορθώσω, για κείνους που άφησα
να φύγουν μέσα στη νύχτα και τους καλώ με δάκρυα
να μ’ αξιώσουν λίγα λεπτά από τον θάνατό τους, μια
ανάσα από την απουσία τους, ένα μονάχα κύμα από
το ωκεάνιο ταξίδι τους, για να σωριάσω όλα μου τα
υπάρχοντα στα πόδια τους, να στρώσω τη ζωή μου
και τις λέξεις μου κιλίμι να πατήσουν, να οδηγηθώ
από ένα ξέφτι φως στα σφραγισμένα μάτια τους

 

ποιος σκόρπισε τον πόνο και τα θαύματα

ποιος σκηνοθέτησε αυτή την αποτρόπαια κωμωδία,
ποιος είναι πρωταγωνιστής και υποβολέας, ποιος
χρονομέτρης, που παρακολουθεί με παγωμένα μάτια
τις λέξεις μας να εξοστρακίζονται στους τοίχους,
ποιος σκόρπισε τον πόνο και τα θαύματα και κρύβεται
μέσα στο φως, από το τίποτα ποιος είναι ο ξένος
που ζητάει πίσω την ψυχή μου

 

ex nihilo

από το τίποτα αναδύεται το φως και στον πυρήνα
εγγράφεται του κόσμου ο απρόσιτος εκείνος κωδικός
τις διαστάσεις που εμπεριέχει του χωροχρόνου, σαν
ιχνογράφημα με συμπαθητική μελάνη, από το
τίποτα συντίθεται και πάλι η γειτονιά, μεθυστικό
φουντώνει το αγιόκλημα στους τοίχους, το ακέραιο
χώμα διαρρηγνύει την άσφαλτο και εμφανίζονται
αυλές και σπίτια, το βήμα σου ακούγεται στις σκάλες
αδιάψευστο, πατέρα, και αχνοφέγγει το χαμόγελό
σου ενώ μας καταυγάζουν οι απίστευτοι, μητέρα,
γαλαζοπράσινοι φεγγίτες των ματιών σου. όλα
και πάλι από το τίποτα αρχίζουν σαν να μην είχανε
ποτέ τελειώσει, σαν νάταν πάντοτε αριστοτεχνικά
κρυμμένα μπροστά στα θαμπωμένα μάτια μας

 

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω

όταν το κάτι αυτό το οτιδήποτε για μένα θα τελειώσει
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι
εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει το ύψιλον
στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή, η απαλή καμπύλη
στο αύριο το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας.
όταν το κάτι αυτό το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει
θα σας αγγίζει απαλά θα σας ζητάει χαμογελώντας
το αδύνατο.

 

ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΙ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ (1997)

 

I  ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

 

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας
εισπλέει αθόρυβα
στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου
ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς

ελεύθερο
το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων
στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει
τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας

από το άλφα ως το ωμέγα
ευθύς τα γράμματα ενώνονται και ενοποιούνται
στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα
αρχαίοι λινοτύπες
συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα
και κάτω από τα υψωμένα χέρια
το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες
κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια
με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους
στις στέγες αιωρούνται
και τα ερωτικά προαύλια
φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους
συστάδες δέντρων διαρρηγνύουν την άσφαλτο
και σιωπηλά αναδύονται στο φως

έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν
το πυροτέχνημα κορμί
και στο γαλάζιο εξακτινώνονται
ενώ τριγύρω τα περίπτερα
λικνίζονται στη μουσική
που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει

παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου
λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό

 

ο κηπουρός των άστρων

εξόριστος
απ’ όλους τους περιφραγμένους κήπους
φυτεύει νυχτολούλουδα σε άγριο χώμα
και τα ραντίζει με σταγόνες φως

στον ίσκιο εκείνα ενός μαντρότοιχου
κρύβουν προσεχτικά τους σπόρους τους
κι ανέμελα στον άνεμο τους παραδίδουν
μεταναστεύουν το φθινόπωρο στο αόρατο
και απροσδόκητα ξαναφουντώνουν μεγαλύτερα
το τελικό σίγμα της άνοιξης
όταν προφέρει ο χρόνος

με σκόρπιες πινελιές
στα φύλλα τους χορεύει το αύριο
κίτρινα χρώματα φούξια και μωβ
το σούρουπο φεγγοβολούν στο κούτελο

εξόριστος
απ’ όλους τους περιφραγμένους κήπους
ο πρεσβευτής του εγγύτατα, απρόσιτου
στη γη προσφέρει όνειρο
τον ουρανό

 

οι γειτονιές του παρελθόντος χρόνου

απόμεινε
ένα γυμνό παράθυρο
οικείο σαν αίνιγμα
που η λύση του ανεξήγητα σου διαφεύγει
μια σιδεριά σε μισογκρεμισμένο τοίχο
ένα τραπέζι
με αποτυπώματα φωνής και χνώτου
κι ο άνεμος που υπενθυμίζει την αγάπη
αχνά στις συλλαβές των ονομάτων τους

απόμεινε
ο αφρός στην κορυφή του κύματος
που σαν λουλούδι ανθίζει και μαραίνεται
μια μουσική
που ανεπαίσθητα στο αίμα σου εισβάλλει
και παραμένει μακρινή
όσο κι αν ανιχνεύεις την πηγή της

απόμεινε
προσωρινά αόρατο ένα χαμόγελο
από τις γειτονιές του παρελθόντος χρόνου
που ξαφνικά θα φωτιστεί μες στο σκοτάδι
σαν μια απόδειξη ζωής που δεν τελειώνει

 

Άφυτος, 2

είναι γλυκό το φως
αιώνες που ωρίμασε στην απουσία
και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια

αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου
φύλλα ζουζούνια αγριόχορτα
μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας
σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα
στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα
ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα

είναι γλυκό το φως
μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι
και η μικρούλα έρημη εκκλησιά
με το θαμπό της κόκκινο

 

τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης

πρώτα με τον Απρίλη και την άνοιξη
με μεσογειακά νησιά
με μέρες στρογγυλές σαν το παλιό ψωμί
απρόσκλητο
το συνεργείο του χρόνου
μεθοδικά ερείπωσε το πρόσωπό της
μην παραλείποντας και το ωραίο κορμί
τα άλλοτε όρθια στήθη

θροΐζοντας και τρεμοπαίζοντας
έτσι έσβησε το πρωινό χαμόγελό της

στις γκρίζες λόχμες των ματιών
η εξαίσια λάμψη εκείνη
άοπλη τώρα κρύβεται
σαν τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης

 

οι μυστικές πηγές του κόσμου

με ένα ααα μακρόσυρτο
εκπέμπεται το δέος της αγάπης
από το χάος
ως την καρδιά του κεραυνού

με ένα εεε μακρόσυρτο
αναθρώσκει η καθολική οδύνη
από την άβυσσο των πόλεων
ως την αρχέγονη έρημο της νύχτας

με ένα ωωω μακρόσυρτο
εγγράφεται η απαλή καμπύλη
στο βλέμμα ενός παιδιού
συντίθεται η ωκεάνια αγωνία του τέλους

ααα εεε ωωω
προφέρουν έκθαμβοι οι πρωτόγονοι
αγγίζοντας τις παρυφές της μουσικής
διακρίνοντας ένα μοναδικό φωτόνιο
στις μυστικές πηγές του κόσμου

 

II ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΕΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΑΘΩΟΣ

 

ουτοπία αναρχικού λούστρου

κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σύννεφο
βουτώντας το πινέλο του
στο κασελάκι με τα χρώματα
το κασελάκι με τις λέξεις
με τον τζιλά και τ’ άλλα εκρηκτικά
και βάφει κόκκινα τα υποδήματα
κάθε περαστικού θεού
κόκκινο κόκκινο και μαύρο
ένα παιδικό μπαλόνι

με την απρόσεχτή του κίνηση
τα θαμπωμένα μάτια του
από του ήλιου την εγγύτητα
τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν
και τότε στάζει ο ουρανός
μυριάδες άστρα

 

 

Όταν πεθαίνει ένα παιδί, 1

αβιταμίνωση
είναι όρος των στατιστικών δελτίων
η πείνα εξωραϊσμένη
αποπροσωποποιημένη
όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής
λέξη χωρίς εικόνα

ένα παιδί είναι μονάκριβο
ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο
με την κοιλιά πρησμένη
μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους
σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές
πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου

όταν πεθαίνει ένα παιδί
πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα
βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά
πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών
κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους
ενώ σαν χάλκινο πουλί
ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
οι λέξεις κι οι φωνές συντρίβονται
τριγύρω ο κόσμος καταρρέει

 

Αυτοβιογραφία, 1

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
απλώνω τα σπασμένα δάχτυλα
και της χαϊδεύω τα μαλλιά
της γράφω παραμύθια
της ψιθυρίζω ποιήματα
και τη φιλάω τρυφερά στα μάτια
λες κι είναι ένα μικρό παιδί
ζεστό καφτό
και με τον εφιάλτη από τον ύπνο τρομαγμένο

λες κι είναι το δικό μου το παιδί
λες κι είναι όλα τα παιδιά του κόσμου
που αξίζουν ένα θαύμα καθημερινό
όπως το βότσαλο όταν αστράφτει
με χίλια χρώματα στα διάφανα νερά
και ζουν μέσα στο ψέμα και τον θάνατο

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
να τη ζεστάνω για να ζεσταθώ κι εγώ
και της μιλάω για ν’ ακούσω ζωντανή φωνή
και κλαίω

 

επικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

αν το παιδί πράγματι είχε πει
ο βασιλιάς είναι γυμνός
μετά την πρώτη έκπληξη
τον πρώτο ίσως θαυμασμό και φθόνο
θα επέπιπτε ως είθισται η εξουσία
με τους λακέδες και τις πόρνες της
να το κατασπαράξει

ως είθισται αιώνες τώρα

καμία έκπληξη λοιπόν
όταν καλείται η αθωότητα να απολογηθεί
καμία έκπληξη όταν δοξάζεται η ατιμία
ούτε ίχνος παραπόνου
γι’ αυτά και τα χειρότερα
να βλέπουμε μονάχα και να ξέρουμε
και να μην επιτρέπουμε την αυταπάτη

και να κρατάμε ακέραια
στο στήθος μας την έκρηξη

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

 

υστεροφημία

από τις λέξεις μου να απομείνει
ό,τι ακριβώς θα απομείνει κι από μένα

με τα δικά του γράμματα
το χώμα θα προφέρει την ανυπαρξία
στο εγώ μου δίνοντας ακριβοδίκαια
τις ρεαλιστικές του διαστάσεις

από ψυχή όμως και τίποτα
θ’ αναδυθεί κάποτε εκθαμβωτικός στο χάος
ένας καινούριος γαλαξίας

 

απλά λόγια, 2

όπως το αθέατο είναι η μήτρα του ορατού
αυτά που λέμε σήμερα
είναι πράγματα απλά
που αύριο θα είναι αυτονόητα
χωρίς η λάμψη τους να θαμπώνει
χωρίς να χάνεται η μουσική
χωρίς στο αυτονόητο να διαλύεται
η μαγεία των καθημερινών θαυμάτων

στη διάλεκτο του σήμερα
λέμε το πάντα
στη γλώσσα μιας μικρής πατρίδας
προφέρουμε το όνομα της οικουμένης
προσθέτουμε τη δική μας οδύνη
στον μέγιστο ωκεανό των δακρύων

γιατί στ’ αλήθεια είναι πράγματα απλά
όπως κάθε άνθρωπος στην ερημιά του
που ακόμα ονειρεύεται το φως

 

ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΑΛΦΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ  (1994)

 

πατρίδα, 2

σαν άγρια σκυλιά
σαν παγωμένος άνεμος
αν κάποτε μέρες τυφλές
ουρλιάζουν στο κατώφλι σου
κρατήσου από το μέσα σου

ποιές λέξεις έγραφε
το βλέμμα μου θυμήσου
πώς φώτιζαν και πώς τριζοβολούσαν
στο σπίτι μας τα ξύλα
γιατί ήταν ανοιχτή
και απροσπέλαστη η πόρτα μας

κόκκινες και γαλάζιες
ψηφίδες αποσπώ για σένα από τον ουρανό
με νύχια και με δόντια αθέατη
σου χτίζω μια μελλοντική πατρίδα

 

αγάπη θάνατος

το διπλό άλφα της αγάπης
εμπεριέχεται στις συλλαβές του θανάτου
που δίνουν μιαν υπόσχεση αρχής
σε κάποιο ανεξιχνίαστο μέλλον

όταν λοιπόν τα πάντα ενοποιούνται
μήπως ταυτίζεται και η αγάπη με τον θάνατο;

καθώς στρέφεται η ύπαρξη στην πηγή της
όπως ο νους του ξενιτεμένου στην πατρίδα
μήπως οι λέξεις διαστέλλονται
και χάνουν το ιδιαίτερο νόημά τους
αγγίζοντας το μικρό δαχτυλάκι του θεού;

θάνατος είναι η μύτη μιας καρφίτσας
που σκάζει το παιδικό μπαλόνι της ζωής
και μέσα από το επιφανειακό σκότος
προσδίδει στην αγάπη μιαν ανυπέρβλητη λαμπρότητα

 

το διπλό άλφα της αγάπης

κάποτε μέσα απ’ το χώμα εκρήγνυται
σαν ρόδι σκορπίζει στον ουρανό

μέσα στο θριαμβικό ωμέγα της ζωής
ελλοχεύει το διπλό άλφα της αγάπης
για να ολοκληρώσει τους κύκλους του
να αναιρέσει την ήττα που ακολουθεί
να σημάνει την αρχή μετά το τέλος της
να προσθέσει φως στην ύπαρξή της

το διπλό άλφα της αγάπης
που κάποτε υπερβαίνει τον θάνατο
αγγίζει τ’ άστρα
πέφτει χλιαρή βροχή στην πατρώα γη

 

αιώνια λάμψη του προσωρινού

με χαίτη φεγγαροσυρμή
βλέμμα της γης στον ουρανό
αχ καθαρόαιμο φαρί
αχ άνοιξη
μήνυμα του θνητού στο ακαταμέτρητο
σιγά σιγά πώς γλύστρησες στη φρονιμάδα
στον παγωμένο βάλτο της
αιώνια λάμψη του προσωρινού
πώς έσπασες τα φτερωτά σου πόδια

 

έλεος της νύχτας

εξαϋλώνοντας το υπαρκτό των αισθήσεων
προσφέρει το δικό της υπέρτατο έλεος

η νύχτα επουλώνει κάθε πληγή
σβήνει απαλά κάθε μνήμη
μέσα στην παγκόσμια συνείδηση

στο άφθαρτο βελούδο της
η ψυχή αιωρείται σαν πούπουλο
υπερβαίνει την ανθρώπινη αγάπη
και ταξιδεύει στους μυστικούς δρόμους του γαλαξία
με μιαν εκθαμβωτική ακεραιότητα

 

νότα της θάλασσας φως τ’ ουρανού

από το γκρι
ως το βαθύ γαλάζιο ή το πορφυρό
μεσολαβεί ένα βλέμμα
μια υποψία κυματισμού
όπως από το χάραμα ή την έρημο
στον ουρανό

είναι στα μάτια σου το λα
ο πυρωμένος ρα στο μέτωπό σου
νότα της θάλασσας φως τ’ ουρανού

η κάθε σου επάνοδος δεν αποκλείει
τη διαρκή σου παρουσία
η κάθε μου αναζήτηση σημαίνει
πως ήδη ανθίζεις μέσα μου

κίνηση ανεπαίσθητη του χώρου
παιχνίδι ανεξιχνίαστο του χρόνου
μάταιη απόπειρα να διακρίνεις
το οπτικό σου νεύρο

 

λέξεις αμετανόητες

τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ’ αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης

μέσα στο κάθε κύτταρό μου
ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία
έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει
ο καθημερινός τριγύρω θάνατος

πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου

ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

 

ΞΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ  (1991)

 

ξένες χώρες

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
από τη χαραμάδα εισρέει
και στα θαμπά μου μάτια διαχέεται
ηχεί το σήμαντρο μιας παιδικής φωνής
ανάμεσα στο τέλος την αρχή
τις σκόρπιες συλλαβές των λέξεων
απλώνεται καπνός κρασί
μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα
ακούγεται ένα γέλιο κοντινό
σαν γυναικεία δάχτυλα που ανιχνεύουν
τη μουσική κάτω απ’ το δέρμα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
το φως στον ύπνο που δεν χάρηκα
το φως που τώρα δεν αγγίζω
καθώς ξεφτίζει στο κατώφλι μου

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

 

κατάδυση

περιπλανήθηκα σε σκοτεινούς θαλάμους
βγήκα σε δάση σιωπηλά με αιωνόβια δέντρα
ν’ ανακαλύψω παιδικές ηδονικές κρυψώνες
λιβάδι κεντημένο πάπλωμα με παπαρούνες
κείνο τον άνεμο γαλάζιο από τα μακρινά βουνά

και μόνος έμεινα στην ξένη αγαπημένη χώρα
που μέσα μου απλώνεται για πάντα ανεξερεύνητη

αν με τα δάκρυα μπορούσα
την απαγορευμένη είσοδο να προσπελάσω
τη μυρωμένη σάρκα της ν’ αγγίξω μια φορά
και με τα μάτια κάρβουνα να δω

 

μοναξιά

έρημος είναι μια θάλασσα χωρίς νερό
θάλασσα είναι μια έρημος χωρίς άμμο
μια έρημος και μια θάλασσα συνθέτουν τον ουρανό
ένα θε κι ένα ου
όπου καταποντίζεται πλησίστια η ψυχή μου

 

αχ

το ανέκφραστο μέσα στις λέξεις
η φωτιά στη ρίζα του καπνού
το άγγιγμα φυλακισμένο στην καρδιά του γρανίτη

χώρες που ποτέ δεν ταξιδέψαμε
χαρές που ποτέ δεν γνωρίσαμε
ένα χαμόγελο σε σφραγισμένα χείλη

πάνω στο πέτρινο ημερολόγιο
η σμίλη και το σφυρί σπασμένο

 

παραμύθι

θα σου υφάνω ένα πολύχρωμο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα ατέλειωτο παραμύθι
η ζεστή φωνή στα άπληστα μάτια
ή ακόμη καλύτερα
θα σου υφάνω ένα ατέλειωτο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα πολύχρωμο παραμύθι
η άπληστη φωνή στα ζεστά μάτια

μα πάνω απ’ όλα
ένα μαγικό χαλί
ένα μαγικό παραμύθι
με μαγεμένη φωνή
στα μαγεμένα μάτια

ιχνηλατώντας το φως

σε μυστικά κλαδιά των άστρων
θ’ αναζητήσω ξέφτια από το φόρεμά σου
ιχνηλατώντας σκοτεινά μονοπάτια
με τα τυφλά μου μάτια θα τρυπήσω
τον μελανό πολτό της μοναξιάς

μια αιωνιότητα ανυπαρξίας
βυθισμένος στ’ απόνερα ενός πλοίου
πούχει πια χαθεί στον ορίζοντα
βυθισμένος στην τροχιά ενός άστρου
πούχει ήδη συρρικνωθεί στον αρχικό του πυρήνα

απρόσιτος μέσα στο μέσα μου
απρόσιτος στο πρώτο μου κύτταρο
απρόσιτος στη μελλοντική μου έκρηξη
απρόσιτος αναδύομαι και αγγίζω
την τελική διάσταση του χρόνου

υποθαλάσσια σήμαντρα
μετουράνιοι διάττοντες
ένας αστραφτερός ψίθυρος στις παρυφές της σιγής
φωτεινό προοιωνίζεται το φως

 

τα δέντρα

εξόριστα παιδιά τ’ ουρανού
για την απόλυτη αθωότητά τους
χωρίς πίκρα κατάντικρυ στο γαλάζιο
ανοίγουν μεγάλα πράσινα μάτια
κι άλλες φορές κίτρινα ή κόκκινα
χορδές της μουσικής και της μοναξιάς τους

τα δέντρα υμνούν το φως
ανάβοντας σιωπηλά το κάθε τους φύλλο
ψιθυρίζοντας ένα παιδικό τραγούδι
αγγίζοντας τη φουντωτή ουρά του ανέμου
φιλοξενώντας πουλιά κι αστέρια
έτσι μιλώντας για το απρόσιτο

τα δέντρα
ένα ουράνιο τόξο που φύτρωσε στη γη
φωτίζουν γαλήνια την αιωνιότητα
για τον άνθρωπο

 

καταγωγή

τι νάχει απογίνει ο πατέρας
ατμός θαλασσινού νερού
κι ύστερα σύννεφο που ταξιδεύει ανατολικά
αφράτο χώμα μήπως
της γλάστρας στο περβάζι
λουλούδι που ανθίζει
αλλάζει χρώμα και μαραίνεται
ή μήπως άγγιγμα
εκεί που δεν υπάρχει χέρι
δάκρυ αλμυρό
εκεί που δεν υπάρχει μάτι
σπάνια χαμόγελο
που διαγράφεται αχνό στην πρωινή ομίχλη

σε ξένη χώρα γύρισε ο πατέρας
σε χώρα άγνωστη μα και παράξενα οικεία
κει που πηγάζει απρόσιτο το φως
και μεταγγίζεται στο βλέμμα των παιδιών
και μέσα σε οδυνηρή διαφάνεια
μου γνέφει

 

ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου

μου λείπει η άνοιξη
η άνοιξη μετά βαρύ χειμώνα
που πλημμυρίζει τον αέρα φτερουγίσματα
το φως μου λείπει
απ’ τα γαλάζια μάτια σου
τις επτασφράγιστες τώρα μητέρα
πύλες του κόσμου

μου λείπει τ’ όνομά μου στα δικά σου χείλη
αυτά που μόνο εσύ για μένα ήξερες

τώρα δεν μένει τίποτα
ούτε το θρόισμα από το φόρεμά σου
μια νότα απ’ τη φωνή σου
μικρό ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου
τώρα δεν μένει
παρά να σκεπαστώ μ’ αυτό το τίποτα
και στο κενό βουβός να βλέπω
κάποιον που θάλεγες πώς είμαι εγώ
σαν τον χλωμό αντικατοπτρισμό
μιας παιδικής φωτογραφίας σου

 

άλφα στερητικό

μερικές φορές χαμογελούν ανεξήγητα
δεν ενδίδουν όμως ποτέ
ασυγκίνητοι μένουν στα δάκρυά μας
απρόσιτοι
όπως ο μυστικός κρουνός
που τη νύχτα σκορπίζει στον κόσμο

οι νεκροί
για πάντα άτρωτοι από τη μοναξιά ή την αγάπη

 

σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν

στις άδειες κόγχες θ’ ανατείλουν
και θ’ αστραποβολήσουν κάποτε
σαν ήλιοι τα μάτια των νεκρών μας
το πετρωμένο τελευταίο δάκρυ τους
θα λιώσει

πλατύφυλλο το φως θα δώσει τέλος
στον ισοθάνατο εκπατρισμό τους
και θα γυρίσουμε όλοι αγκαλιασμένοι
από τον ξένο πάνω και τον ξένο κάτω κόσμο
στην κεντρική πλατεία της πατρίδας

ο μόνος που θα κλάψει τότε
θα είναι εκείνος που ονομάσαμε θεό
πρώτη φορά το πρόσωπό του φανερώνοντας
πάνω απ’ τις ψάθινες καρέκλες
ν’ ανθίσουν τα μπαλκόνια και τα σύννεφα
να σπάσουν στα σοκάκια οι στάμνες
να πλημμυρίσει ο χώρος μουσική

σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν κάποτε
τα ωραία μάτια των νεκρών μας
θεός και άνθρωποι θα εξισωθούν στο φως

 

Ο ΠΛΟΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ  (1986)

 

ο πλοηγός του απείρου, 1

είναι ανεξακρίβωτες οι προθέσεις του
καθώς σιωπηλός μας οδηγεί
πέρα από τις γνωστές θάλασσες
πλοηγός του απείρου
με πρόσωπο σκοτεινό

έχουν πολλά να εξερευνήσουν
τα τυφλά μας μάτια
τα μυστικά της άλλης όχθης
τι κρύβεται πέρα από την αγάπη
πώς από μαύρο πυρήνα
εκσφενδονίζεται ακέραιο το φως

ο δικός του ουρανός
είναι μια έρημος με υπόγεια νερά
ένας ανεξερεύνητος γαλαξίας
όπου καίγονται οι ψυχές σαν άστρα

 

ο πλοηγός του απείρου, 2

το ένα χέρι αγγίζει τις πληγές
ενώ το άλλο ανιχνεύει το άπειρο
ενέργεια που μετατρέπεται σε λέξεις
λέξεις που μεγαλώνουν σαν τρυφερά βλαστάρια
και κάποτε σφυρηλατούν ένα μεγάλο άνεμο
που μόνο εκείνος καθορίζει
ανεξιχνίαστο το φάσμα της σποράς

αιώνες τώρα
στην τέφρα υφαίνεται το φως
ψηφίδες πόνου συνθέτουν το χαμόγελο
η άνοιξη κυοφορείται στη μήτρα του χειμώνα

 

ο πλοηγός του απείρου, 3

οι ποιητές είναι το πιο ψηλό κατάρτι
ο κόσμος φως
κι εσείς περήφανοι σαν ποιητές

οι ποιητές είναι τα φωτεινά αστέρια
κι εσείς ο απέραντός τους γαλαξίας

οι ποιητές είναι τα κόκκινα αιμοσφαίρια
κι εσείς οι φλέβες της οικουμένης

οι ποιητές είναι η μάνα γη
κι εσείς ο μυστικός τους σπόρος

οι ποιητές είναι παιδιά
ο κόσμος φως
κι εσείς αθώοι σαν ποιητές

 

ο πλοηγός του απείρου, 4

ξυπόλητος βαδίζοντας στην έρημο
καπνίζω το χαρμάνι γης κι ουρανού
η καύτρα από τα μάτια μου
τρυπάει την αιώνια σκοτεινιά
και λάμπει σαν αστέρι

δουλεύω μεροκάματο στις σκαλωσιές του απείρου
μέσα στο αίμα των αθώων
και τα σκατά των δολοφόνων
ένα παραμυθένιο κόσμο χτίζω της φαντασίας μου

μιλάω με τη φωνή της αρμονίας του χάους
στα σπλάχνα της αβύσσου δίνω ζωή
δίνω φωτιά και δίψα
προσφέρω την ψυχή μου σαν ποτάμι
μαύρο ψωμί για τους σκληρούς καιρούς

 

μυστικοί δρόμοι, 1

ταιριάστε μόνοι σας τις λέξεις
όπως τα αινιγματικά κομμάτια
που ένα ένα σχηματίζουν
την τελικά ωραία εικόνα
εγώ σας δίνω τη δική μου εκδοχή

 

μυστικοί δρόμοι, 2

αν πω γλυκό
αν πω γελούν
αν πω συντρόφισσά μου
μήπως κανείς θα καταλάβει
πόσο γλυκό είναι το χαμόγελο
πόσο γελούν τα μάτια σου
πόσο ζεστό είναι το χέρι σου
που με κρατάει σφιχτά

μέσα από χίλιες λέξεις καθημερινές
διαβαίνει το ακαταμέτρητο

 

μυστικοί δρόμοι, 3

ο πελαργός ταϊζει τα μικρά του
με ψήγματα ουρανού
είναι η στιγμή που τα φτερά
κρατάει στη στέγη διπλωμένα
ή μήπως όχι
το ένα πόδι υψώνοντας
και το λευκό κηρύκειο του λαιμού

 

γράμμα

στην Ισιδώρα

συγχώρα με για τον βαρύ χειμώνα
σου αναγγέλλω την επιστροφή των πελαργών
και σου χαρίζω δυο μικρά ποιήματα
να στροβιλίζονται στον κήπο σου
σαν ανοιξιάτικες νιφάδες
είσαι καλά;

 

ο εσωτερικός εχθρός

σε μυστικά κυκλώματα του εγκεφάλου
και σε άγνωστες διαστάσεις των κυττάρων
ελλοχεύει ο θανάσιμος αντίπαλος
ένας καταχθόνιος συνωμότης
που απεργάζεται την καταστροφή μας
με αξιοθαύμαστη υπομονή

να φοβάσαι την πικρή γεύση της μοναξιάς
και το ανεξερεύνητο φάσμα της αλήθειας

 

μοίρα αγαθή

στην Ισιδώρα

αν είσαι πράσινο φύλλο
σ’ έρημο καπνομάγαζο
κι ούτε μια αχτίδα ήλιου
διαπερνά τα σκονισμένα τζάμια
όταν σε έσχατη απόγνωση
γυρεύεις τις πηγές σου
θυμήσου πως στην κωμόπολη σουγκ-λι της κίνας
υπάρχω εγώ
περίτεχνο ψηφιδωτό και φως
προορισμένος να χαϊδεύω τα γυμνά σου πέλματα

 

κασταλία πηγή

γαλάζιο σύννεφο
μικρό πουλί
δώρο της τύχης και της άνοιξης
σαν ινδιάνος ονομάζω το παιδί μου

ζεστή φωτιά
αρκούδας γούνα απαλή
ανθισμένο καλύβι σ’ ένα κόσμο ερημιάς
σαν εσκιμώος ονομάζω το παιδί μου

πρωινή δροσιά του χόρτου
φτερουγίζει στο μέτωπό του
η ανάσα του σαν κόκκινο μπαλόνι
υψώνει επίκληση στον ουρανό
με δέος η απεραντοσύνη
αγγίζει τα δυο του χρόνια

κι εγώ ισοβίτης από τοίχο σε τοίχο
τα βήματά μου που μετρούσα
λούζομαι τώρα στις μυστικές του λέξεις
με τα νύχια στην πέτρα ζωγραφίζω το φως

 

ειρήνη

λέξη αγαπημένη σαν το μονάκριβο παιδί
που λούζεται στον ύπνο του
εξαίσια λάμψη σαν ασημένιο νόμισμα
στο πήλινο δοχείο της ανθρωπότητας

λέξη στο χρώμα της ελπίδας
ντυμένη τα φύλλα της ελιάς
θηλυκή σαν την πικροδάφνη
ζωτική σαν το ψωμί
τρυφερό δώρο σε παλάμες αθώων
κι όμως χτισμένη με αίμα

ειρήνη
πολύτιμη λέξη ελληνική
πάνω στη γη των ανθρώπων

 

ο κατάδικος της ανατολικής συνοικίας

παράθυρα στις διαστάσεις του ορίζοντα
στο χρώμα της γαρδένιας το μπαλκόνι
και του βασιλικού
σπίτι ζεστό όπως η αγκαλιά που σφίγγει ένα παιδί
όταν ξυπνάει τη νύχτα τρομαγμένο
σπίτι στο στόχαστρο των δέκα μεγατόνων

πίσω απ’ το φάσμα του ήλιου και των λουλουδιών
η φοβερή παραμονεύει εκατόμβη των αθώων

μια πασχαλίτσα κόκκινη με βούλες
κάπου ανάμεσα στο πρώτο φως και το στερνό σκοτάδι
είναι η καρδιά μου
που ανθίζει και ματώνει και μαραίνεται
σαν ρόδι που σκορπίζει στα παιδιά της γειτονιάς
και ξέρει την αλήθεια

προδότες, δολοφόνοι και παράφρονες
νομοθετούν τη μοίρα μας

 

επίλογος

έστω λοιπόν
όταν στεγνώσει το ποτάμι
όταν στερέψει η μνήμη
αίμα, δάκρυ κι ιδρώτα
ας είναι η αθωότητα το τελευταίο ψήγμα
στης φύσης που απομένει την τραχειά παλάμη

έστω λοιπόν
η έσχατη αυτή γαλήνη
τα πρόσωπα ας κρυσταλλώσει των πεθαμένων
για να βλαστήσουν στα τυφλά τους μάτια
κίτρινες πεταλούδες
φωνές παιδιών
μια στήλη ίσως καπνού που χαιρετίζει
τον γυρισμό από ατέλειωτο σκοτάδι

έστω λοιπόν
αν είναι η νύχτα να σφραγίσει αυτόν τον κύκλο
κάτω απ’ τις ρημαγμένες πέτρες
ας μπουμπουκιάσει ένα καινούριο φως

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ  (1982)

 

αγωνία θωρακοφόρου

οφείλω να σε προειδοποιήσω
οι στίχοι αυτοί σκοπεύουν ίσια στην καρδιά σου

με δάχτυλα γυμνά μην τους αγγίζεις
μέσα από καπνισμένο τζάμι
να φτάνει εδώ η ματιά σου
ύψωσε φράγματα κι αγκαθωτά συρματοπλέγματα
άκοπες άφησε τις τελευταίες σελίδες
Θανάσιμο τον κίνδυνο όταν αντιληφθείς
φρόντισε να μη με πιστέψεις
άσε με μόνο
μείνε μόνος

εγώ που γνώρισα το βάθος της αβύσσου
μπορώ να καταλάβω τη δική σου οδύνη

 

ποίηση 1982

οι δικές μας οι λέξεις
είναι λέξεις σκληρές και μεγάλες
μυτερές σαν καρφιά
λέξεις όπως το ξεραμένο πύο
μαύρες όπως τα φλέματα
που βγάζουνε κάθε πρωί τα σωθικά μας
οι καπνοδόχες των εργοστασίων
τα τραίνα που αναπόδραστα ακολουθούν τις ράγες
κόκκινες λέξεις
όπως ο ήλιος ο μοναδικός
και το λουλούδι που σπαραχτικά ανθίζει
σε στεγνό και κατάμαυρο χώμα

οι δικές μας οι λέξεις
είναι λέξεις γυμνές
λέξεις γεμάτες τραύματα
συστατικά στοιχεία, αναγραμματισμοί
και μόρια της ίδιας αγωνίας

οι δικές μας οι λέξεις
προκηρύξεις κι αφίσες του τοίχου
φωτισμένα παράθυρα στο σκοτάδι της νύχτας
που αφυπνίζουν την πόλη
όταν κλείνει με πείσμα τα μάτια
στη γραφή του θανάτου

αυτές οι τελευταίες λέξεις
πριν κάθε εκτέλεση
πριν κάθε μεταμφίεση του καθημερινού θανάτου
τα δικά σου είναι δάχτυλα που γνωρίζουν το χάδι
είναι λέξεις κραυγές
οιμωγές και ελπίδες
που δοξάζουν το φως
που μετράνε με δέος το μπόι τους
και δεν τρέμουν

ίσως κάποτε τα δικά μας παιδιά
να μιλήσουν με άλλη φωνή
να βαδίσουν με ξένοιαστο βήμα
πάνω στις νότες της δικής μας μουσικής
και στους κυβόλιθους του δικού μας αγώνα

 

αδερφοσύνη, 1

σκιά και άρωμα θανάτου
στα μεγάλα κάτοπτρα του δρόμου
η αγωνία στο χνώτο
η αγωνία στο άγγιγμα και τον σπασμό
ποιος κράτησε στο βλέμμα του
τόση ερημιά και τόση λύπη
ποιος αναζήτησε στις άναρθρες κραυγές
ανθρώπινη ομιλία να συνθέσει
ορυμαγδοί και βογγητά
σκιά και άρωμα θανάτου

τα δάκρυά σου τρέχουν στις φλέβες μου
δεν είσαι μόνος

 

αδερφοσύνη, 2

τρόμο είδα στα μάτια σου
είδα τυφλό τον πανικό
και την ψυχή μου να καταποντίζεται
σε μαύρη άβυσσο
σαν άγρια σκύλα που της πήραν τα μικρά της
και κλαίει
ερημωμένη καθώς σέρνεται στους πέντε ανέμους

 

χειμωνιάτικος ήλιος, 2

όπως ψηλά οι γκρίζες στέγες των σπιτιών
φωτίζονται νοσταλγικά
από τον ήλιο του χειμώνα
ακόμα βουτηγμένες στη βροχή

όπως το μακρινό βουνό
υψώνεται και αιωρείται πάνω στη θάλασσα
σχεδόν αγγίζει την ακτή
μέσα στη διαφάνεια του πρωινού αέρα

όπως τα μάτια της γάτας
ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο

είσαι ένα φύλλο πράσινο
με φλέβες νοτισμένες από τη βραδινή δροσιά
μια κίνηση ανάλαφρη που ζωντανεύει τη χαρά
ένα γλυκό του κουταλιού
ένα νερό στον δίσκο της γιαγιάς
μέσα στην κάτασπρη αυλή της συνοικίας

 

χειμωνιάτικος ήλιος, 3

μεθυστικά χαράζει
μέσα στ’ απέραντα μάτια σου
με τις γιορταστικές αντανακλάσεις του φωτός
στην υγρή επιφάνεια

με μιαν αργή μεγαλοπρέπεια
οι πολιτείες του κόσμου αναδύονται
λουσμένες σ’ όλες τις φωτιές της οικουμένης
πανέμορφες ^αναγεννιούνται
εξαίσιες μες στην αθάνατη ψυχή σου
χίλιες βροχές μετά και χίλιες καταιγίδες

μεθυστικά χαράζει
μέσα στ’ απέραντα μάτια σου
που αστραποβολούνε στις παλάμες μου

 

μάταια λόγια

πόρνες και μαστρωποί
θα διαβάσουν το πολύτιμο αίμα μου
έντρομοι θ’ αποπειραθούν
σ’ αραχνιασμένα ράφια να το κρύψουν
με τρεις αδιάφορες λέξεις
να προδώσουν το χρώμα του
τους νέους να παραπλανήσουν

όμως εγώ
μες στο περίλαμπρο κλουβί
σαν άνεμος θα εισχωρήσω
μ’ αυτά τα μάταια λόγια
θα κλέψω τ’ ακριβά παιδιά σας
με το φαρμάκι της αλήθειας
εχθρούς και ξένους θα τα μεγαλώσω
οράματα θα ορθώσω
εμπόδιο στις καθημερινές συναλλαγές

η επανάσταση κυοφορείται
μέσα στα πεθαμένα σπίτια σας

 

πορεία στην ομίχλη

θα πω λοιπόν τα δυο μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με τ’ άλλο
σαν νιώθω μόνος

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουνε χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογγητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με χρώματα παράδοξα
αλλόκοτους συνδυασμούς

θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα μου θα δαγκώσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου

τίποτα όμως δεν θάχω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θάναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη

αν μου μείνει μια μόνο κλωστή
απ’ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα

 

συνέπεια, 2

μέσα μου ζουν και ανασαίνουν
δυο άγριοι διψασμένοι λύκοι
όσα ποτέ δεν έπραξα
κι όσα σε κρίσιμες στιγμές έπραξα λάθος

είναι φορές που ο πόνος γίνεται αφόρητος
καθώς ρουφάνε ανελέητα
το πιο καθάριο αίμα της καρδιάς μου

 

ο θάνατος του ποιητή 3

η μοίρα είναι βαρύτερη από τη θέλησή μου
θα φύγω μόνος
ν’ ακολουθήσω τους μυστικούς μου δρόμους
να ταξιδέψω στ’ άστρα
να φλέγομαι μετεωρίτης στον αιώνα
σ’ άγνωστες διαστάσεις

όταν γυρίζω
να γίνω μια κλωστή στο φόρεμά σου
μια άσπρη τρίχα στα μαλλιά σου
στο δάκρυ σου ένας κόκκος αλάτι
εσύ δεν θα το ξέρεις

όταν γυρίζω
ψωμί να γίνω για τα παιδιά της αφρικής
σημαία, όπλο, ελπίδα για το αύριο
εσύ δεν θα το ξέρεις

εσύ θα με κρατάς στη μνήμη σου ακέραιο
και θα με ψάχνεις στη στροφή του δρόμου
παλεύοντας ένα μάταιο αγώνα με τη βεβαιότητα

όταν γυρίζω
εσύ θα με φιλάς στα μάτια
μα δεν θα με γνωρίζεις

 

Ο ΜΑΓΙΚΟ ΧΑΛΙ (1980)

 

ζωντανός

με οξυγόνο τις εξάρσεις του σεισμού
στην υποθετική γραμμή που σχηματίζουν
μετέωρος σε πυκνή καταχνιά
συντηρώ την ανάσα μου

μέσα στην πυκνή καταχνιά
ανοίγω χαραμάδες με την πράξη μου
στην άγρια εποχή
εσένα καταθέτω
τη σχέση μας και τα γραφτά μου

αυτόν τον νικητήριο λόγο
καταθέτω
που κρύβει τη φωτιά στα σπλάχνα του
με τη φωτιά χυμούς που μεταγγίζει
το δέντρο της ζωής ν’ ανθίσει
απλό, περήφανο, μοναδικό
ένα προς ένα
για όλους τους ανθρώπους
αυτό το σ’ αγαπώ που λογοκρίθηκε
στην ξενητειά που επιβίωσε
και την παρανομία
έγινε αγώνας καθημερινός
κι είναι πιο δυνατό από τότε

κι αν τρέμει η φωνή
από τα δάκρυα αν έχουνε θαμπώσει
ακόμα μια φορά τα μάτια μου
η πυρκαγιά ξεκάθαρα το δείχνει
πως είμαι ζωντανός

 

το μαγικό χαλί

σε μυστικά δωμάτια υφαίνεται
με δάχτυλα σκληρά ή ευαίσθητα
από τεχνίτες που υποπτεύονται
πως το έργο μπορεί και να μην έχει τέλος
– αυτή είναι η φύση του –
που ελάχιστα κατέχουνε
υπόσταση και τον σκοπό της κίνησης
βλέπουνε – ο καθένας – μικρά κομμάτια
από μια μόνο θέση
ταγμένοι να υφαίνουν

όταν πεθαίνουν
μετουσιώνονται σε απειρόχρωμες κλωστές

 

η στιγμή

κράτησε τη στιγμή αυτή
στην άκρη των ματιών σου
σαν κάτι το μοναδικό
μια λάμψη εκτυφλωτική
ένα μεθυστικό πουλί με κόκκινα φτερά

στο βάθος της κοιλάδας
λαμπυρίζουν χιλιάδες φώτα
ζει ένας κόσμος άγνωστος πίσω από το σκοτάδι
κι εγώ μέσα στο τραίνο
μονάχος με το άρωμά σου
τα τρυφερά σου γόνατα
το στήθος σου ακουμπισμένο στις παλάμες μου
και την ψυχή σου αχόρταγη και ξένη

μη μου μιλάς και άκουσε
η γη ρουφάει το τραγούδι μου εκστατική
τα άστρα μυριάδες του γαλαξία
φωτίζονται και τρέμουν

 

σκοτεινή μοίρα

εκούσια βυθίζομαι
μες στις αστραφτερές παγίδες
τις κόρες των γυμνών ματιών σου
τη σκοτεινή εκείνη θάλασσα των τροπικών
που λαχταράει τον ξάστερο ουρανό
τους μυστικούς βυθούς όπου ελλοχεύει
στο αίμα βουτηγμένη
γεμάτη αγκίδες κι άρωμα μεθυστικό
ακέραια η ψυχή σου
μετά τις τόσες μάταιες απόπειρες λεηλασίας

τυλίγομαι στα μαύρα σύννεφα
και τον κατακλυσμό δακρύων των μαλλιών σου
κι εσύ δεν μου μιλάς
μα στέλνεις τις σκιές σου αδιάκοπα
να απλωθούν στους ώμους μου

ζητάς βοήθεια απεγνωσμένα
με ήχους που δεν κρυσταλλώνονται
ξέροντας πως καμιά φυγή
καμιά προσποιητή αδιαφορία
τίποτα δεν σε σώζει πια

μα όπως δεν θέλεις να σωθείς
και διάλεξες ν’ ακολουθήσεις χωρίς δισταγμό
τον τελικό αυτό δρόμο της φωτιάς
χαμογελάς και χαίρεσαι
καθώς με βεβαιότητα ορθώνεται μπροστά
η σκοτεινή μας μοίρα

 

επίγνωση

με επίγνωση βαδίζω
στην άκρη άκρη του γκρεμού
γνωρίζω πια την κατασκότεινη άβυσσο
κι όταν σκοντάφτω και παραπατώ
χωρίς κανένα μάταιο επιφώνημα
κρατάω το χέρι σου σφιχτά
μες στις σχισμές των βράχων
ψάχνω για άγρια φυτά
να μου διδάξουν το δικό τους βλέμμα
μπροστά σε χίλια χρόνια
ή δέκα δευτερόλεπτα ζωής
με επίγνωση αιωρούμαι
πάνω από το κενό, το τίποτα
με τη φωνή μου ακέραια
και τον αντίλαλο
κι εσένα

 

ανεξακρίβωτο ιπτάμενο αντικείμενο

στον Βασίλη

αλκυόνες με περίλαμπρα χρώματα
οι μακρινοί μου πρόγονοι
ένα σμήνος με εξόριστα φτερά
από τον άγνωστο γαλαξία
μεσουράνησαν στη μεγάλη σκοτεινιά
έτη και έτη φωτός
κρατώντας τον σπόρο της δημιουργίας
σφιχτά στο ράμφος

κι έρχομαι σήμερα εγώ
με αίμα και φως να σας μιλήσω
με των θαυμάτων τα λίγα ψίχουλα
θανάσιμα τοξεύω την καρδιά σας
έρχομαι σήμερα εγώ να ζωγραφίσω
ένα φανταστικό πουλί στο μέτωπό σας

 

πράξη ζωής

αιμάτινη μια στάλα βροχής
παντοτεινός ο έρωτας φτερουγίζει
στα νύχια του νεκρού
που εξακολουθούν να μεγαλώνουν
στο αγριόχορτο που αδιάφορο φυτρώνει
γύρω απ’ τους τάφους
στην έσχατη εκείνη συνουσία
του ετοιμοθάνατου ελέφαντα

ο έρωτας ραπίζει το πέτρινο πρόσωπο της ανυπαρξίας

 

σαν άγριος

έρωτας είναι η σάρκα μου μέσα στη σάρκα σου
και η καφτή αναπνοή σου
το λείο σώμα σου όταν σπαράζει
και ο υπέρτατος σπασμός της ηδονής

έρωτας και τα μάτια σου κλειστά
το στόμα σου μισάνοιχτο σαν ν’ απορείς
μες στην απόλυτη εγκατάλειψη του ύπνου

έρωτας χωρίς καμιά προοπτική
ίχνη στο δάπεδο και το σκληρό χαλί
με τη μαυλιστική υπόκρουση κουβέντας
από τα διπλανά γραφεία

έρωτας που φωτίζεται στο τραίνο
απ’ τους περαστικούς σταθμούς
έρωτας και στο πεζοδρόμιο της κεντρικής οδού

σαν άγριος θα σε πάρω
πάνω στα αρμυρά σου δάκρυα
σαν τίγρη θα ξεσκίσω το κορμί σου
έρωτας έρωτας φωνάζοντας

 

ανατριχίλα

από τα χείλη αργά
μακρόσυρτα ως τον λαιμό
τα στήθια ανάμεσα, τους ώμους
μια σκοτεινή ανατριχίλα
ανατριχίλα που κυριεύει το μυαλό
ανάβει τη φωτιά στα γόνατα
ως το μεδούλι που εισχωρεί
που καίει το δέρμα
προμήνυμα του πυρετού
και της κοφτής ανάσας
μεθοδικά που κορυφώνεται
που επιταχύνει τον παλμό
ξυπνάει κάθε μόριο στο κορμί
νύχια που ψάχνουν για αίμα
δόντια που ψάχνουν για αίμα
ακόμη πιο βαθιά
πιο δυνατά
ανατριχίλα που γεννάει τον σπασμό
ο ψίθυρος που γίνεται κραυγή, εκτίναξη
γίνεται μούδιασμα, εγκατάλειψη
και σβήνει.

 

Λονδίνο 1967 – 1971

ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
με το χαμόγελο στο πρόσωπο του αστυφύλακα
λεωφορεία κόκκινα με μυθικούς προορισμούς
πόλη της απεργίας
ράθυμη όπως το ποτάμι σου
με την κατάλεπτη επιδερμίδα της ηδονής

παγκόσμια πόλη
με τις χιλιάδες εκδοχές της ίδιας γλώσσας
με τα χιλιάδες πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου
με τις χιλιάδες εκκλησιές της ίδιας πλάνης

πόλη που έμαθες να ζεις χωρίς το πάθος
που κρύβεις με στοργή τα λάφυρά σου
στις αίθουσες των μεσαιωνικών κτιρίων
πόλη που κατορθώνεις να φιλοξενείς
και την υπεροψία των αγραμμάτων
και την ελπίδα των κατατρεγμένων

γυναίκες με παράξενα καπέλα
η μυρωδιά του καπνού και του ξύλου
το ευχαριστώ σε κάθε φράση
οι ανεξήγητες επιγραφές
και τα πολύβουα καπηλειά με τη ζεστή τους μπύρα

γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιό σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου

 

οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν

νιώθω μιαν ακατάσχετη παρόρμηση
να κατουρήσω πάνω στο γραφείο σας
κύριε πρόεδρε
πάνω στους ισολογισμούς εταιριών
με κέρδη αμύθητα, πάνω στους κώνους
τα υποβρύχια και τους κομπιούτερ
και τους αδιάφορους πολίτες της πατρίδας σας

άλλο χαιρετισμό σαν μελλοθάνατος δεν έχω
μπροστά στο σπίτι μας που καίγεται
και στο παράλογο αυτό τέλος της ζωής

κι εσύ, μονάκριβη μου εσύ,
μη με ρωτήσεις πώς και γιατί
τύλιξε μόνο τα μαλλιά σου στον λαιμό μου
κι ακούμπησε στο στήθος μου το χέρι σου
αυτό το έσχατο μυστήριο να τελέσουμε
να ταξιδέψουμε στο άπειρο
κάποια μετέωρη στιγμή του γαλαξία
σαν σκόρπιες νότες από τη μουσική του αύριο

 

O ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ  ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ  (1979)

 

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
βαδίζω απρόσεχτα, χορεύω
γλιστράω, κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
παίζω με την κομμένη σας ανάσα
περιγελώ τα επιφωνήματα
εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα

το ξέρω πως θα συντριβώ
το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
ένα παράξενο φεγγάρι
οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένεια
θα διασώσουν μοναχά
κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
που θε ν’ανθίσει στο σημείο που έπεσα

 

ποιητής

εγώ δεν γράφω στίχους
δεν τραγουδάω
σαν προαιώνιος κατακλυσμός
κλονίζω τα ίδια φράγματα
σαν την πανούργα θάλασσα
κατατρώω τον ίδιο βράχο
σαν πεισματάρης γύφτος
δουλεύω το ίδιο φυσερό
ανάβω την ίδια φλόγα
κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
σκίζω στολές
τσακίζω αλύπητα παράσημα
χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε
αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας

 

το μαγικό μπαλόνι

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα σου ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο

 

στον αστερισμό του σκορπιού

είναι μικρός τόσο μικρός
αυτός ο τόπος
μόλις χωράει τους μικρούς καιρούς που ζούμε
μόλις χωράει τις μικρές λογιστικές καρδιές σας

ακούστε βολεμένοι
που μετράτε τις δεκάρες σας
σαν τα τριάντα αργύρια της μίζερης ψυχής σας
ένας μετεωρίτης στροβιλίζεται πυραχτωμένος
σβήνει τα τεχνητά σας φώτα
και σας ραντίζει με τις σπίθες του
και να σας κάψει απειλεί με τη φωτιά του
ακούστε ευνούχοι
με τις λεπτές φωνές και τα καμώματα
της κοινωνίας των εμπόρων
ακούστε εμένα που κατέβηκα μήνα νοέμβρη
με το φαρμακερό αερόπλοιο του σκορπιού
και σας κεντάω θανάσιμα με την ουρά μου

πάνω στις γειτονιές σας απλώνεται ακατάλυτο
μεθυστικό
το ανεξήγητο τραγούδι μου

 

Ελλάδα 1979

με το αίμα μου σε ιστορώ πατρίδα μου

πολιτείες παραδομένες στο μπετόν
δρόμοι σημαδεμένοι με ξενικές επιγραφές
κάθε οικοδομή και μια τράπεζα
κάθε γωνιά κι ένα φροντιστήριο
κάθε διαμέρισμα και ένα διαφθορείο
οι νέοι με τα μηχανάκια
τα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο
αναρίθμητα ξενοδοχεία και υπηρέτες
εκτρώσεις σε ιδιωτικά ιατρεία
οι άρρωστοι στους διαδρόμους των νοσοκομείων
δεκατρείς χιλιάδες δικηγόροι στην πρωτεύουσα
και οι εργολάβοι σε απεργία
με παγάκια και ξηρούς καρπούς
προδότες που δοξολογούνται
δοσίλογοι που αμείβονται
χαφιέδες που καταχωρούν τα ίχνη της αγωνίας μας

στο καφενείο του χωριού ο λαός περιμένει
πριν και μετά τις διαφημίσεις
το επόμενο έμβασμα του μετανάστη
το επόμενο αστυνομικό σήριαλ
την επόμενη μοναδική διέξοδο
κοινή ευρωπαϊκή εξαγορά

τα ψάρια νεκρά
η αέρας μαύρος
η γη πουλημένη

κι η ελιά να γαντζώνεται με πείσμα
ν’ απλώνει παλάμες στον γαλάζιο ουρανό
αιώνες τώρα
και τα πεύκα να χαϊδεύουν τη θάλασσα

πατρίδα μου
το μεγαλείο σου τέλος δεν έχει

 

εργατική πρωτομαγιά

ωραία που ήταν η συγκέντρωση
στην πιο μεγάλη μας πλατεία
ωραία τα μάρμαρα
ωραία τα μέγαρα
ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει
να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές
με τις γυναίκες, τα παιδιά
και τα γεμάτα τους καλάθια
απόμεινες εσύ
απόμεινα εγώ
να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο
και τα στολισμένα μπαλκόνια
με τους βραχνούς ομιλητές

 

το ποίημα το πιο ωραίο

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
τους έγραψες εσύ
έφηβη όταν δούλεψες καπνεργάτρια
για να πληρώσεις το ψωμί και το βιβλίο σου

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
και πάλι εσύ τους γράφεις
στα δικόγραφα και τις γυμνές αίθουσες
τους απαγγέλλεις με πεντακάθαρη φωνή
μπροστά σ’ εκείνους που δικάζουν τα παιδιά
για τις εφημερίδες, τα χουνιά και τις αφίσες

σηκώνομαι και σε φιλώ ψηλά στο μέτωπο
σφίγγω συντροφικά τα χέρι σου
μοιράζομαι με ευγνωμοσύνη το φορτίο
ποιήτρια της καθημερινής ζωής

 

που πάμε

ξεκινάμε κάθε πρωί
αρματωμένοι μ’ ένα φλογισμένο νου
και βγαίνουμε ξυπόλυτοι στον δρόμο

πού πάμε
και πού περιφέρουμε
αυτό το μεθυσμένο όραμα
ποιούς προσπαθούμε να πλανέψουμε
μιλώντας τη δική μας γλώσσα
ίσως αγγίζοντας τις κορυφές των δέντρων

ξεκινάμε κάθε πρωί
όπως ο ήλιος και το φως
ακολουθούν τη φυσική πορεία τους

 

τι θα μείνει

και ποιον δεν περιμένει το άγιο σκοτάδι
η λησμονιά, η σιγή, το τέλος
καθώς θα εκσφενδονιστεί η μάταιη γη
στην πρώτη και έσχατη πατρίδα μας
καθώς αδιάφορο θα μας υποδεχτεί το χάος
τι θ’ απομείνει άραγε
παρά τα φωτεινά κουρέλια
οι πέντε τρομερές μου λέξεις
για να περιμαζέψουνε με δέος οι κοσμοναύτες
σ’ άλλα συστήματα αστρικά
να αναστήσουνε του πεθαμένους ήλιους
που γύρω τους θα περιφέρονται
πλανήτες με λαμπρούς πολιτισμούς

το άπειρο μιλάει με τη φωνή μου

 

 

ΑΝΑΡΧΙΚΑ  (1979)

 

ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
τη γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν τη ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

 

τραγούδι επιτάφιο κι επαναστατικό

γεννήθηκε ισπανός
αν έχει η φλόγα εθνικότητα

ήταν ένας απλός εργάτης
που έζησε σε τρώγλες
σε τρύπες των τοίχων
και πίσω από οδοφράγματα

δεν έμαθε πολλά
να μιλάει μοναχά με τον ήλιο
να μην φοβάται τα ερείπια
έτσι να χτίζει καλύτερα

γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο της σαραγκόσα
ο βίαιος
πυρπόλησε τις μητροπόλεις
ο κακοποιός
χτύπησε τον βασιλιά και τις τράπεζες
ο ληστής
περιπλανήθηκε στη νότια αμερική
ο αλήτης
τέσσερα κράτη τον καταδίκασαν σε θάνατο
όμως αυτός
είχε όλα τα κράτη καταδικάσει
όλες τις κυβερνήσεις
κλαίγοντας και γελώντας σαν παιδί
μπροστά στην οδύνη του ανθρώπου

στην ισπανία γύρισε
να πολεμήσει για την επανάσταση
να καταχτήσει τη ζωή και το μέλλον
γνωρίζοντας πως θάνατος δεν υπάρχει

σκοτώθηκε στη μαδρίτη
μπροστά στην υποδειγματική φυλακή
για να μην υπάρχουν φυλακισμένοι στον κόσμο

ο μπουεναβεντούρα ντουρρούτι
σαν φλόγα καυτή
άναψε πολλές καρδιές

 

εμείς

εμείς
δεν έχουμε παρά ένα φλογισμένο όραμα
ένα όραμα ασυμβίβαστο
εμείς
δεν διστάζουμε να μιλήσουμε την αλήθεια
που καρφώνει τη σημαία της
πάνω στο πτώμα του φόβου
εμείς
γεννηθήκαμε πριν τον καιρό μας
για να φέρουμε τον καιρό μας στο σήμερα
εμείς
δεν έχουμε παρά ένα τραχύ ρούχο
κόκκινο και μαύρο
να μας κεντρίζει το στήθος
στο σημείο της καρδιάς
ένα ρούχο που σημαίνει
ελευθερία

 

χρέος

χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγάπησαν
και ζήσανε την πίκρα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγωνίστηκαν
και ζήσανε την ήττα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ ονειρεύτηκαν
και ζήσανε τον εφιάλτη
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που περιφρονήσανε τον θάνατο
και πέθαναν
κι είναι νεκροί
κι ανθίζουν
και μυρώνουνε το χώμα

χρωστάμε μόνον
το φως του κόσμου

 

η μουσική των ονομάτων

διαβάζω ονόματα ένα ένα
φεντερίκα μοντσένι
ελ καμπεσίνο
μιγκέλ ντε ουναμούνο
κι ύστερα
τζων κόρνφόρντ
άγγλος φοιτητής πρώτος στο μέτωπο
πιέρ – εργάτης
τζιάκομο – αγρότης
αλέξανδρος – ποιητής
άγνωστος ή ανώνυμος
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε εικοσιδύο χρονώ

διαβάζω φράσεις σαν διάττοντες
οι διεθνείς ταξιαρχίες στη μάχη
από πενήντα χώρες τρέξανε
αλληλεγγύη των λαών

τόση ζωή μέσα στα μνήματα
τόση φωτιά πάνω στα μάρμαρα
τόση δίψα
τόσο μεγάλο το κοιμητήριο της ισπανίας

 

το ποτάμι

πορτοκαλιές όχθες
κιτρινισμένα φύλλα π’ αγγίζουν το νερό

αυτό το ποτάμι
που φιδοσέρνεται στον κάμπο
είναι η ζωή μου

ήρεμο κι αργό
ένα βουβό πάθος
πυρετός για τη θάλασσα
μια λαχτάρα για τα ψηλώματα που άφησε για πάντα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
διαφήμιση

σε περιοδικά και εφημερίδες
στις αφίσες του τοίχου
σε τετράγωνες οθόνες
μόνιμο το χαμόγελό σου
καθώς εξαργυρώνεις τη σαγήνη σου
προαιώνιο θηλυκό
ηγερία της κατανάλωσης
εφιάλτη της γενιάς σου
ανίδεο και συ εμπόρευμα

 

προσευχή δυτικόφρονος

και δώσε μου σήμερα
ροπαλοφόρε μου αφέντη
την ευτυχία του ζεστού περιστρόφου
μιας κόκα-κόλα τη δροσιά
ν’ αλλάζω αυτοκίνητο κάθε έξι μήνες
να αποκτήσω ψυγείο κελβινέιτορ
αυτόματο σκουπιδοφάγο
την προστασία της σαβάκ, της ντίνα, της εσά
να γίνω πάνω απ’ όλα
υπάλληλος μιας πολυεθνικής σου
προοδευτικής και κερδοφόρας
άλλο δεν θέλω

εγώ θα δώσω βάσεις και διευκολύνσεις
θα είμαι εχθρός για τους εχθρούς σου
θ’ ανακατεύω λέξεις ξενικές στην ομιλία μου
θα τραγουδήσω τα τραγούδια σου

θα γίνω μια ακόρεστη αγορά
θα ζήσω με την αγωνία του χρήματος
θα βλέπω τη μοναδική διάσταση στα πράγματα

παράκληση και προσφορά μου

 

ένας κοινός άνθρωπος

φόρεσε τη γραβάτα
το λευκό του πουκάμισο
τα γυαλισμένα του παπούτσια
το πρόσωπο που αρμόζει στην περίσταση
και λύγισε τη μέση

κάθε άνθρωπος το έχει κάνει αυτό
κάθε άνθρωπος έχει ξεχάσει
μόνιμα το ξεχνάει
να ψάξει μέσα του
φοβάται μην ανακαλύψει
ένα μικρό αναρχικό να κρύβεται και να του γνέφει

και τι θα γίνει τότε
η ακριβέστατα ρυθμισμένη του ζωή

 

εγώ

μη με κοιτάτε έτσι χλωμό
καλοντυμένο
με τρόπους άνετους και με κινήσεις
από το σπίτι στο γραφείο
απ’ το γραφείο στο σπίτι
σε μάταιο κύκλο ερμητικά κλεισμένο

μη με κοιτάτε έτσι δειλό
με το σημάδι του γραφιά στο δάχτυλο
με τον μισθό στην πρώτη και στις δεκαπέντε
ανίδεο
ή με τη γνώση υποταγμένη

εγώ
κρύβω στα μάτια μου οράματα που οδηγούν
σε τόπους και καιρούς που θάρθουν

εγώ
μπορώ με μια φωνή
να πλημμυρίσω τις πλατείες
τους δρόμους με σημαίες και λάβαρα
με μια βουή ασυγκράτητη που καταλύει τα πάντα

η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας

 

μαγεμένη ψυχή

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ΄αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ΄αγάπησα, σύντροφέ μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει

 

επενδύσεις

χρόνια ολόκληρα δουλειάς
χρόνια μεγάλης προσμονής
είκοσι χρόνια

σε μια μακρινή γειτονιά
ένα σπίτι
τοίχοι γεμάτοι βιβλία
πάτωμα γεμάτο παιχνίδια
μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια
παράθυρα γεμάτα φως

ένα σπίτι
πλημμυρισμένο παιδιά
απ’ το ορφανοτροφείο και το άσυλο
μελαγχολικά μάτια
που αύριο θα γελάσουν
τα παιδιά μας

είμαστε πλούσιοι τώρα
είναι δικό μας
το μέλλον του κόσμου

 

η επανάσταση

η επανάσταση δεν έχει αρχή και τέλος
γεννιέται και πεθαίνει κάθε στιγμή
η επανάσταση κυνηγάει τη χίμαιρα
είναι ένα ποίημα με όπλο
μια μήτρα γεμάτη σπέρμα
ένας έρωτας της αρμονίας του γίγνεσθαι
κι ακόμα είναι
ψωμί για τα παιδιά του κόσμου

η επανάσταση αγναντεύει το άπειρο

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Ο ΣΙΣΥΦΟΣ» Τ.12-13/2017

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

(Απόσπασμα)

II, ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Όπως ήδη ειπώθηκε, ο Νικηφόρου δεν λειτουργεί ως εκφραστής του
περιθωρίου. Μολονότι η κριτική εντόπισε επιρροές από τη γενιά του ’30 και την Α’ Μεταπολεμική Γενιά, εντούτοις ο δημιουργός μάλλον αυτονομείται.
Αρνείται τη μελαγχολία της ήττας, ακόμα κι όταν παλεύει κόντρα
σε βέβαιη ήττα για ένα άπιαστο όνειρο. Η ποίησή του είναι εξωστρεφής
χωρίς συμβολισμούς, και κοινωνική με βαθιές πολιτικές ρίζες. Η γλώσσα του διατηρεί μια μοναδική ευθύτητα και διαύγεια, ενώ κυριαρχεί η αμεσότητα των νοημάτων και το επαναστατικό, ριζοσπαστικό στοιχείο.
Στην πρώτη φάση της ποιητικής του πορείας κυριαρχεί ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός, αναζητώντας τη δική του ουτοπία, αγωνιζόμενος «σε έναν αγώνα εκ των προτέρων καταδικασμένο, με το κόκκινο και το μαύρο ως χρώματα της αναρχίας προσεγγίζοντας το απρόσιτο».
Στον χειμαρρώδη ποιητικό λόγο των άταφων κυριαρχεί μια αίσθηση
ήττας και θανάτου, που υπερνικούνται από έναν εσχατολογικό μέλλοντα ανατροπής. Η ίδια βεβαιότητα για την υλοποίηση της ουτοπίας σε κάποιο αόριστο μακρινό μέλλον διακρίνεται και στα αναρχικά. Χαρακτηριστική στην έκφρασή του, αυτή την περίοδο, είναι η διαρκής χρήση του ενεστώτα και του μέλλοντα, είτε ως χρονών είτε ως χρονικών βαθμιδών. Ας σημειώσουμε πως οι ιστορικές αναφορές συνδέουν άμεσα το παρόν με το οραματικό μέλλον, όχι ως περιεχόμενο εσχατολογικό αλλά θεμελιωδώς μέσα από την έκφραση.
Η εναντίωση σε κάθε εξουσία και η επαναστατική ουτοπία βρίσκουν
αποκούμπι στον ισπανικό εμφύλιο6 και στον γαλλικό Μάη, μέσα σε στιχουργικά επαναστατικά επύλλια, εκθέτοντας μια ιστορική υποχρέωση για ανυπότακτο αγώνα. Η ιστορική εμπειρία τροφοδοτεί όχι μόνο πολιτική Στροφή, μα και επικολυρική προσαρμογή της ιστορίας και του οράματος. Έτσι όμως, με την επίκληση της ιστορίας προσδίδει διαχρονική βαρύτητα στο όραμα.
Η πολιτική διάσταση της ποίησής του απλώνεται με βαθιά ποιητική
ειρωνεία και στην κοινωνική κριτική. Σαρκάζει τον καταναλωτισμό, τις πολιτικές μεταπτώσεις και τις στάσεις ζωής, και τον ωφελιμισμό. Η άρνηση όμως μετατρέπεται σε στιχουργική ρητορεία. Το καταγγελτικό ύφος συνδέεται με μια αστική ρεαλιστική εικαστική και με την ειρωνική αντίσταση του πάσχοντος και συμμετέχοντος ποιητή. 0 τόνος του γίνεται πιο ήπιος, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το όραμα.
Μέσα στον ειρωνικό του τόνο διατηρεί και μια λυρική διάσταση,
επιταχύνοντας το αναδυόμενο συναίσθημα, δίχως να υιοθετεί μια ωμή
προφορικότητα. Αντίθετα, τούτη συμπλέει με την επιμελημένη γλώσσα,
τη στιγμή που η επαναστατική ιαχή γίνεται σύντροφος της ποίησης.
Αποφεύγει έτσι τόσο την ποιητική δημηγορία όσο και την κρυπτικότητα,
διατηρώντας πάντα στο επίκεντρο τα συναισθήματα και τις αισθήσεις.
Το πολιτικό στοιχείο όμως εκφράζεται και μέσα από το πολυάνθρωπο κάδρο. Μολονότι η ποιητική του Νικηφόρου είναι σταθερά αυτοαναφορική, ο ποιητής υποτάσσει το ποιητικό εγώ, που ταυτίζεται με
τον ποιητή, στην εικαστική τοποθέτηση του ατόμου σε έναν πολυπληθή
χώρο. Το ποιητικό υποκείμενο εντάσσεται άλλοτε μέσα στο κοινωνικό
σύνολο με μια υπαρξιακή διάσταση16 και άλλοτε μακριά από την κοινότητα, καθώς γίνεται πιο κλειστός ο κύκλος, πιο πυρηνικός.
Άλλωστε, κι αργότερα που ο «νεανικός» μέλλοντας έχει πια αντικατασταθεί με άλλους χρόνους και ο αόριστος κάνει σημαντική είσοδο, ή
όταν τα «πλάνα» του γίνονται ολιγοπρόσωπα, το ποιητικό υποκείμενο δεν είναι μόνο του αλλά μέλος μιας κοινότητας· καταγράφεται ποιοτική στροφή. Ακόμα και το ερωτικό στοιχείο συνδέεται με την κοινωνία και
τον χώρο, ενώ πολιτική διάσταση αποκτούν κι οι μονόλογοι, όταν το
ποιητικό υποκείμενο μιλάει για τον εαυτό του.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

(Απόσπασμα)
…/…
Ποίηση αλλά και πεζογραφία –για να αναφερθώ μόνο στο πρόσφατο και επίσης αυτοβιογραφικό του βιβλίο Αγνώστου Στρατιώτου-
εξωτερικού χώρου, κοινωνική-πολιτική με την αθηναϊκή διάσταση του
όρου, ποίηση που μπορεί και προλέγει ήδη από το 1986: «προδότες,
δολοφόνοι και παράφρονες / νομοθετούν τη μοίρα μας» (από τη συλλογή
Πλοηγός του ονείρου). Ποίηση ονείρου και ιδεών, ποίηση διαδηλώσεων, πλατειών, συναθροίσεων (ή και πλατιών συναθροίσεων), τότε που
οι άνθρωποι τόλμαγαν ν’ αντισταθούν στα δύσκολα ίσως γιατί τους
περίσσευε φρόνηση, καθώς δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Ποίηση με ανάσες της πόλης του -της μοναδικής Θεσσαλονίκης-, την οποία άλλωστε
ουδέποτε εγκαταλείπει παραμένοντας πεισματικά τα τελευταία χρόνια
στα σπλάχνα της: ένας Αρειανός στην καρδιά της Τούμπας:

Αυτός ήταν ο τόπος μου, αυτή η θάλασσά μου, αυτή η γλώσσα
μου και η γραμμή του αίματός μου χιλαάδες χρόνια τώρα απ’ τα
παράλια της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας ως τη μεγάλη πό-
λη των προσφύγων. Εδώ ήμουν προορισμένος να ζήσω, να γράφω
τα βιβλία μου και να πεθάνω,

γράφει μεταξύ άλλων στο εκ βαθέων προλογικό σημείωμά του στη συλλογή ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα… 32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013) (εκδ. Μανδραγόρας, 2013), που θα μπορούσε να αποτελέσει και το 33ο ποίημα του βιβλίου.
Την πόλη όπου ανατέλλουν οι ψυχές και παιχνιδίζουν με τον άνεμο
στον ουρανό διάλεξε να υμνήσει ο Τόλης Νικηφόρου με το έργο του, ταυτίζοντας μοίρα και ζωή μαζί της «στο άπειρο που ονειρεύονται και
ταξιδεύουν» οι ποιητές. Ένα ψηφιδωτό όπου αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, το Ηρώο του Γ Σώματος Στρατού, το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το Σιντριβάνι, ο Λευκός Πύργος, ο Πύργος Τριγωνίου, η Ροτόντα, η Αγία Σοφία, ο χώρος της Έκθεσης, όπως προβάλλει από τη ΧΑΝΘ, η Μονή Βλατάδων… 0 Τόλης Νικηφόρου απολαμβάνει το παράξενο φως σε ρημαγμένες πέτρες, συνομιλεί στα καλντερίμια της προσφυγιάς με τον απέραντο καημό της μνήμης, θυμάται «κάστρα και μαυρισμένα ξύλα / αόρατα τζαμιά, συναγωγές, / αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα, / τάφους και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα / φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά / απ’ την αρχή του χρόνου», αισθανόμενος πως τα χρόνια του έζησε εξόριστος έχοντας ως απαντοχή [δική μου κρίση και συμπλήρωμα] «έναν μισοσβησμένο στίχο / σε μετόπη της
γενέθλιας πόλης».
Τι άλλο από κουράγιο στη ζωή είναι τελικά η τέχνη; Μια απλή, καθαρή, γεμάτη όνειρα γραφή που παίρνει τις λέξεις και τις σκορπά στον άνεμο, προκειμένου να σμίξουν με όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους. Αυτό κάνει θαυμάσια ο Τόλης Νικηφόρου: αναπλάθει διαρκώς ολόφρεσκη την ελπίδα για ένα αύριο που, όσο κι αν είναι άγνωστο και αβέβαιο, εντούτοις θα υπάρξει. Κι αυτό είναι το θαύμα: «Γιατί όσο κι αν είναι αφόρητος ο πόνος και η αγάπη, κάποτε γίνονται ρίζες δέντρου που περιμένει μια καινούρια άνοιξη» (Αγνώστου Στρατιώτου, 2016, σ. 83).

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΟΤ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ (ΜΕ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗ-
ΜΑΤΩΝ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ, ΕΚΔ. ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, 2016)

(Απόσπασμα)

Τα διηγήματα του Τόλη Νικηφόρου στη συλλογή Αγνώστου Στρατιώτου αρχίζουν, τις πιο πολλές φορές, με μια αφόρμηση από το παρόν.
Γυρίζουν με αναδρομική αφήγηση στο παρελθόν, προχωρώντας γραμμικά από εκεί και πέρα την εξέλιξη, για να καταλήξουν και πάλι στο παρόν, με μια παράγραφο γεμάτη συναίσθημα, συγκίνηση, συμπυκνωμένη μνήμη. Άλλοτε πάλι, ξεκινούν από μια εικόνα από το παρελθόν ή από ένα σχόλιο, από μια περιγραφή. Καταλήγουν, σχεδόν πάντα, στο παρόν, με αυτή την κατακλείδα που δείχνει θαυμάσια τον λόγο ή τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν το χέρι του συγγραφέα να καταγράψει εικόνες και περιστατικά, να αφηγηθεί. Ο αφηγητής μιλά με τη φωνή του ενήλικα που κάνει την αναδρομή και, μέσα από αυτήν, προσπαθεί να ενώσει τις φωνές του παιδιού-εφήβου-νεότερου άντρα, καθώς και να αναλύσει τις οπτικές τους μέσα από τη σύγχρονη του οπτική.
Παραθέτω ένα μικρό μέρος από την κατακλείδα της πρώτης, και
σαν εισαγωγής, αφήγησής του:

Γιατί κάπως έτσι αρχίζουν όλες οι ιστορίες. Από το τέλος. Ή μάλ-
λον χρόνια πολλά μετά το τέλος τους. Χρόνια πολλά μετά χαρές
και λύπες, πολέμους και καταστροφές, ζωή και θάνατο. Αρχίζουν
με μια επιστροφή, συχνά οδυνηρή αλλά και λυτρωτική, με μιαν
αναδρομή, με μια βουτιά στο κάποτε άπαν και τώρα τίποτα.
(«Κάπως έτσι αρχίζουν όλες οι ιστορίες», σ. 16)

Τι συμβαίνει τώρα όταν ο ποιητής Νικηφόρου κάνει ποιήματα τις μνήμες-εικόνες του; Με άλλα λόγια, τι συμβαίνει όταν το ποίημα διαλέγεται με το πεζό, με ίδιο ή παρόμοιο θέμα; Ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν η δική μου αφετηρία για να ξεκινήσω μια τέτοια διαδρομή, καθώς βάζει ως προμετωπίδα σε αρκετά διηγήματά του αποσπάσματα από ποιήματα που συνδέονται άμεσα ή πιο έμμεσα με αυτά. Θα δουλέψω συνδυαστικά, λοιπόν:
– Με το διήγημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου», το ομώνυ-
μο ποίημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου» (από τη συλλογή
Ξένες χώρες, 1991), και το ποίημα «Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο» (από τη
συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)
– Με τα διηγήματα «Τα παιδιά της γειτονιάς» και «Το γκαράζ του
Μπεμπελέκου», τα ποιήματα «Γενέθλια πόλη 2» (από τη συλλογή Το
διπλό άλφα της αγάπης, Ί994) και «Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χρι-
στούγεννα» (από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο,1999).
Να τονίσω εξαρχής ότι οι επιλογές μου είναι ενδεικτικές, εφόσον
δεν καλύπτουν το σύνολο των διηγημάτων του Νικηφόρου, πολύ περισσότερο το σύνολο των ποιημάτων του. Επαγωγικά, ωστόσο, λειτουργώντας, μπορούν να δώσουν μια εικόνα για το εργαστήρι του συγγραφέα και τη διαδικασία της γραφής, όταν ο ποιητικός λόγος συναντά την πρόζα και τούμπαλιν.
Το διήγημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου» ξεκινά από το
δύσκολο συναίσθημα της απουσίας της μητέρας και του συνακόλουθου κενού. Πηγαίνει πίσω στα παιδικά χρόνια, όταν εκείνη εγκατέλειψε το σπίτι, και στα συναισθήματα του μικρού γιου, ο οποίος είναι ο αφηγητής. Συναισθήματα δυνατά και κυρίαρχα, τα οποία τον ακολουθούν και ίσως καλύπτουν τις μνήμες από τα χρόνια που η μητέρα ζούσε μαζί τους.
Συνεχίζει με την εποχή που ξανασυναντιέται με τη μητέρα και, ζώντας μαζί της και με τη νέα οικογένειά της, χτίζουν μια καινούργια σχέση ως το τέλος, την αρρώστια και τον θάνατο, και το οριστικό κενό, μαζί με ένα ανεπούλωτο τραύμα:

Κι όμως. Το χάσμα, το κενό μέσα μου εξακολουθούσε να υπάρχει σε όλη την περιπέτεια της ζωής μου. Καλυμμένο και βουβό, ξεχασμένο αλλά καθοριστικό. Το χάσμα που αναδύθηκε στην επιφάνεια και έγινε λυγμός όταν περίπου σαράντα χρόνια αργότερα η μητέρα μου που ζούσε τότε στην Αθήνα μαζί με την οικογένεια της αδερφής μου, αρρώστησε βαριά και κατεβήκαμε με τη Σοφία για να είμαι κι εγώ κοντά της τις τελευταίες της στιγμές.
Τέτοιο σπαραγμό δεν είχα νιώσει ποτέ άλλοτε, ούτε καν όταν είχε πεθάνει ο πατέρας μου. Καθόμουν απέναντι στο κρεβάτι της, κοίταζα τα βαθιά γαλάζια μάτια της και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα δικά μου.
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου», σ. 89)

Και τα δυο ποιήματα γράφονται μετά τον θάνατο της μητέρας.
Εστιάζουν, λοιπόν, στην απουσία,
έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου, μητέρα
(«Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο»)
στον πόνο,
τώρα δεν μένει τίποτα
ούτε το θρόισμα από το φόρεμά σου
μια νότα απ’ τη φωνή σου
μικρό ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)
σε μοναδικές στιγμές της σχέσης τους,
μου λείπει τ’ όνομά μου στα δικά σου χείλη

αυτά που μόνο εσύ για μένα ήξερες
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)

σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως το γαλάζιο χρώμα των ματιών της,
στολίδι της ομορφιάς της, δεσμό με τον αφηγητή που κληρονόμησε το
χρώμα αυτό
τώρα δεν μένει
παρά να σκεπαστώ μ’ αυτό το τίποτα
και στο κενό βουβός να βλέπω
κάποιον θάλεγες πως είμαι εγώ
σαν τον χλωμό αντικατοπτρισμό
μιας παιδικής φωτογραφίας σου
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)
Αν δεν είχε γραφτεί το πρόσφατο διήγημα, δεν θα γνωρίζαμε λεπτομέρειες για τη μητέρα και τις σχέσεις της με τα παιδιά της. Το ποιητικό υποκείμενο, για το οποίο δεν αυθαιρετούμε αν πούμε ότι ταυτίζεται με τον αφηγητή, εφόσον δηλωμένα αυτοβιογραφική είναι η αφετηρία
των διηγημάτων, απομονώνει εικόνες και συναισθήματα που δηλώνουν,
αριστοτεχνικά, τον πόνο του παρόντος. Μικρές νύξεις κάνουν για το
παρελθόν, μάλλον με Θετική επίγευση.
Το ποιητικό υποκείμενο δεν ήταν έτοιμο ή δεν ήθελε να αγγίξει την
υπόλοιπη ιστορία και την υπόλοιπη σχέση.
…/…

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΕΝΑΣ ΟΙΚΕΙΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
(ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ)

(Απόσπασμα)

Υπάρχουν ποιητές που επιλέγουν αυτοβούλως την απόμακρη θέαση της ζωής των άλλων, αποσυρόμενοι σε μια ιδιωτική οδό μη προσπελάσιμη και αναμένοντας (επί ματαίω ίσως) την ανταπόκριση στο έργο τους. Άλλοι πάλι αφήνονται έρμαιο στη βούληση μιας μάζας αδιαμόρφωτης, που επιμένει, ωστόσο, να καθορίζει τα όρια μιας αισθητικής με αμφίβολη αξία. Κι όμως, η θέση του δημιουργού είναι μέσα στην κοινωνία που κλυδωνίζεται, δίπλα στον πάσχοντα άνθρωπο. Να παρατηρεί και να καταγράφει, να εντοπίζει και να προτείνει, να προσφέρει τη μικρή του έστω επιδιόρθωση στις μικρές ή στις μεγάλες καταστροφές και απώλειες. Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου είναι εμφανώς τοποθετημένος σ’ αυτή την οπτική της ποίησης, και με ένα λόγο σύγχρονο, επίκαιρο, ζωντανό αντιλαμβάνεται και την προσωπική ποιητική του προσφορά:

να φλέγομαι ταγμένος
να φλέγομαι και να ονειρεύομαι
με όλες τις αισθήσεις μου
με την ψυχή μου
θα ’ναι δικός μας αύριο ο κόσμος
Και είναι ίσως το σημαντικότερο να μπορείς με όχημα τον ποιητικό σου λόγο να δεις λίγο πιο έξω από το σκοτεινό και στεγανό δωμάτιο μιας ιδιωτικής ενασχόλησης, να αγναντέψεις ανοιχτό ορίζοντα και να δώσεις το μήνυμα για ένα καλύτερο μέλλον. Το ερώτημα, βέβαια, πάντοτε θα είναι πόσοι θα σε ακούσουν. Εδώ εντοπίζεται ίσως η αξία του δημιουργού να μπορεί να κινητοποιήσει αισθήματα, να κάνει κοινωνό του τον άλλο άνθρωπο που αναζητά λόγο οικείο και ζωντανό.
Σκέφτομαι πως τα πιο καλά ποιήματα είναι αυτά που αφηγούνται μια ιστορία, η οποία μπορεί να αντλεί τη θνητή της αφορμή από τον ίδιο τον ποιητή, ωστόσο έχει τη δύναμη να ανταποκριθεί στον αναγνώστη εκείνον που αναζητά την αλήθεια των στίχων, έτσι όπως ο ίδιος τους ερμηνεύει. Και ο Τόλης Νικηφόρου ξέρει καλά πώς να κινητοποιεί την ευαισθησία του αποδέκτη της ποίησής του, χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια. Γιατί του μιλά με ειλικρίνεια αισθημάτων, του λέει μόνο αλήθειες, όπως αβίαστα γράφονται στους στίχους του.
Θα έλεγα ότι ο Τόλης Νικηφόρου είναι πρωτίστως ποιητής, αν και
πολλά είναι τα πεζά που έχει γράψει. Έτσι όπως μας δίνει τον ποιητικό του λόγο με μια αθωότητα πεζής κουβέντας σε φίλο και οικείο πρόσωπο. έτσι και διοχετεύει τον ποιητικό αέρα του εσωτερικού ρυθμού στα πεζογραφήματά του, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι γι’ αυτόν είναι ίσως ασαφή τα όρια ανάμεσα στα δύο αυτά είδη. Άλλωστε, η παρατηρητικότητα είναι μία από τις αρετές του δημιουργού, είτε του ποιητή είτε του πεζογράφου. Μαζί με την ικανότητα να μεταφέρει αυτό που παρατηρεί στον αναγνώστη του με όλη την ιδιαίτερη αίσθηση που του δημιούργησε, με όλο το συναισθηματικό βάρος που εμπεριέχει η εικόνα και η στιγμή. Κομμάτια και αποσπάσματα πραγματικής ζωής είναι που καταθέτει ο Τόλης Νικηφόρου, με τη μαγεία της αλλά και με την οδύνη της. Ο ποιητής/πεζογράφος ανοίγει τον δικό του κόσμο και μας παίρνει από το χέρι. Συχνά θα πιστεύουμε πως μας τοποθετεί μέσα στις
λέξεις του, μας κάνει μέρος του τοπίου που αφηγείται, είτε πρόκειται για ποιητικό είτε για πεζό. Δεν είναι λίγο αυτό και ενδεχομένως εκεί να εντοπίζεται και η διαφορά που ξεχωρίζει έναν σπουδαίο δημιουργό ανάμεσα στους πολλούς.
Πώς γράφεται, αλήθεια, αυτή η ποίηση; Πώς φθάνει η λέξη στο χαρτί; Νιώθεις, σαν διαβάζεις τον Τόλη Νικηφόρου, ότι έχει πιάσει το νήμα του λόγου από τις πρώτες του γραφές και μέχρι σήμερα συμπληρώνει διαρκώς αυτό το ένα ποίημα που κάποτε ξεκίνησε:

το ποίημα επιλέγει τον δικό του χώρο για να γεννηθεί, είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας, κυκλοφορεί στο υπόγειο και λούζεται με φως στο υπερώο, διαβάζει ένα ένα τα χειρόγραφά μας, αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές που ταξιδεύουν μέσα μας. και πίνει για να μεγαλώσει, γι’ αυτό και είναι πάντα μεθυσμένο, το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί, όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει.

Και μάλλον σκέφτομαι πως είναι το ποίημα που τον γράφει, τον καθοδηγεί, παρά αυτός που γράφει το ποίημα. Όχι, δεν εννοώ καθόλου κάποιο είδος στράτευσης, μια που η σκέψη του Νικηφόρου είναι έξω από δεδομένα σχήματα και δεν υπακούει σε κάποιες εντολές διατεταγμένης υπηρεσίας. Εννοώ περισσότερο αυτή τη βαθύτατη ανάγκη της έκφρασης που τον κάνει να δημιουργεί, που τον κατευθύνει στον δρόμο της αληθινής δημιουργίας. Αυτή την ανάγκη υπηρετεί και πάνω στα χνάρια της βαδίζει με συνέπεια εδώ και πενήντα συναπτά έτη. Και συνεχίζει:
εκείνος που κανένας δεν γνωρίζει
θέλει κι άλλα βιβλία
θέλει από σένα κι άλλο αίμα
…/…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ
Η ΥΣΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ. 2007-2015

(Απόσπασμα)

Εισαγωγικά

Το καλοκαίρι του 2004, σε ένα άρθρο μου για την ποίηση του Τόλη Νικηφόρου έγραφα1: «μπορεί να ισχυριστεί κανείς βάσιμα ότι ο Νικηφόρου
αποτελεί μια ποιητική έκπληξη: τη στιγμή που οι περισσότεροι ποιητές σιγούν μετά από κάποια ηλικία, ο ίδιος παρουσιάζει ένα ανανεούμενο έργο που εξελίσσεται ανοδικά τα τελευταία χρόνια, έτσι που η Κριτική περιμένει ανυπόμονα την κάθε επόμενη συλλογή του που πάντα προσθέτει αντί να επαναλαμβάνει ή να είναι ποιητικά αδιάφορη. Ο υπογραφών περιλαμβάνεται στους αναμένοντες αναγνώστες της απόλαυσης της ποίησής του και κρυφακούει από μακριά κάποια λίγα ακόρντα που παίζουν στην ποιητική κιθάρα τα δάχτυλα του ποιητή, ανυπομονώντας πότε θα αρχίσει πάλι να παίζει τις ολοκληρωμένες του συνθέσεις». Το άρθρο παρακολουθούσε την ποιητική πορεία του Νικηφόρου, από την πρώτη του συλλογή (Οι άταφοι, 1966) μέχρι την (τότε) τελευταία του (Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, 2002), με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητή από την Νέα Πορεία του (ζώντος τότε) Τηλέμαχου Αλαβέρα, με τίτλο Ο πλοηγός του απείρου, το 2004. Η τελευταία παράγραφος του άρθρου έθετε το ζήτημα της σχέσης της ηλικίας του ποιητή με την ποιητική έμπνευση (και γενικότερα, καλλιτεχνική δημιουργία), η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων βαίνει μειούμενη και συχνά μηδενίζεται με τα χρόνια (ή δεν μηδενίζεται, αλλά συντελεί σε έργο χαμηλότερης ποιότητας από εκείνο που έδωσε ο ποιητής στην ηλικιακή κορύφωσή του) και στην πραγματικότητα υπαινισσόταν ότι ο κριτικός επιφυλάσσονταν να δει αν το επόμενο έργο του ποιητή θα προσθέτει στο δημοσιευθέν έργο του, αν θα επαναλαμβάνεται ή αν θα είναι ποιητικά αδιάφορο.
Και να που περάσανε από τότε 12 χρόνια και έρχεται η ώρα να δούμε τη συνέχεια της ποιητικής πορείας του Νικηφόρου μέσα από τις κατοπινές του ποιητικές συλλογές και να απαντήσουμε έτσι στο προηγούμενο ερώτημα, παρακάμπτοντας το πεζογραφικό του έργο, το οποίο εξέδωσε στο μεταξύ.

Μυστικά και θαύματα, 2007
…/…
Εδώ, η ουτοπία είναι πια, το 2007, μια μακρινή υπόμνηση: αναφέρεται μόνον 2 φορές, στο τέλος της συλλογής, στο ομώνυμο ποίημα «Ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας», όπου:

πια δεν υπάρχει τόπος, πια δεν υπάρχει χρόνος, πια
δεν υπάρχει φως, για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα,
πως χάθηκαν τα ονόματα, πως έλιωσαν τα μάρμαρα, πως
σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες
[…]
Έτσι, τα «μυστικά και θαύματα» είναι «πια» μια νοσταλγία της μνήμης (οι εφηβικοί φίλοι, τα παιδιά της γειτονιάς του ποιητή, οι νεανικοί έρωτες, το χώμα της πλατείας) και μια αντίστιξη μεταξύ της ζωής και του θανάτου, του «προαιώνιου θ», της ζωικής κατάφασης και της στιγμής του τέλους.
Κι εδώ, όπως και στις προηγούμενες συλλογές, το «φως» παίζει
κομβικό ρόλο: αναφέρεται σε 30 περιπτώσεις στα 32 ποιήματα της συλλογής, ένα φως που «με χίλια χρώματα ονειρεύεται». Αντίστοιχα, η μνεία διαφόρων χρωμάτων (λευκό, γαλάζιο, βαθύ γαλάζιο, μπλε, πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, γκρίζο, μαύρο) είναι επίσης παρούσα σε άλλες 30 περιπτώσεις, εξειδικευμένες: οι λέξεις και οι λάμψεις είναι «κίτρινες» όπως και το «ξωτικό της Εγνατίας», το όνειρο γίνεται «κόκκινο και βαθύ γαλάζιο», οι «πράσινες κερκίδες του ουρανού, τα τεφρά βουνά, το μαυροπράσινο των δέντρων, το βαθύ γαλάζιο του ουρανού, το γκρίζο τίποτα στο χώμα, η πράσινη αγκαλιά», ενώ αυτή καθ’ εαυτήν η λέξη χρώμα παρουσιάζεται 13 φορές. Το κλειδί για τον αναγνώστη βρίσκεται στους εξής στίχους:
Τα χρώματα είναι μνήμη
Τα χρώματα είναι φως
Οι συμβολισμοί των χρωμάτων έπαιζαν και παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ποίηση του Νικηφόρου. Η σιγή είναι «μαύρη», η καρδιά του χρόνου κόκκινη», το χώμα «κόκκινο», το αμίλητο «γκρίζο», τα αινίγματα «πράσινα» κ.ο.κ. Το φως επίσης έχει τους δικούς του συμβολισμούς: πότε «το μακρινό εκείνο μάταιο φως», πότε η αθωότητα «σκορπίζει το δικό της φως, ολοφάνερο και μυστικό», πότε το κόκκινο φόρεμα γίνεται «εμβατήριο, συμπυκνωμένο φως», πότε «με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως», άλλοτε υπάρχουν «χιλιάδες χρώματα μέσα στο φως, άνθη της μνήμης».
…/…

Το μυστικό αλφάβητο, 2010

Κι εδώ τα χρώματα και το φως παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Ο κόσμος είναι «μαγικός» «μέσα στο πράσινο και το βαθύ γαλάζιο του», το φθινόπωρο «με χρώματα βαθιά, ηδονικά, ανερμήνευτα… γλιστράει από τις χαραμάδες… σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό» και «το φως γίνεται σύννεφο». Η νύχτα «αστράφτει μες στο δικό της φως», το σούρουπο «ένας γαλάζιος άνεμος ανάβει ξαφνικά τα φώτα του ουρανού», όταν χάνεται η πόλη μέσ’ στα φώτα της «άρχισε να χιονίζει ο ουρανός κόκκινα και γαλάζια ξέφτια στα μαλλιά» της αγαπημένης, άλλοτε ο ουρανός κατεβαίνει αργά και γίνεται «στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα», η αγαπημένη έχει ένα «κάτι» στη φωνή της κι ο ποιητής ξεσπάει:
Μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου, θαμπό σαν τη φωτιά
μέσα στα χόρτα που έρπει και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και
το χρώμα της…

Επίλογος
Και για να επανέλθουμε στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε επισκοπώντας το ποιητικό έργο του Νικηφόρου τα τελευταία χρόνια, από το 2004 μέχρι το 2015, αβίαστα καταλήγουμε ότι ο ποιητής μπορεί να θεωρηθεί ως ο χαλκέντερος της ποίησης, καθώς εκεί που στερεύει η έμπνευση στους περισσότερους ποιητές, εκείνος εξακολουθεί να γράφει και να εκδίδει. Ποιητικό αίτιο της γραφής του ο έρωτας, η μνήμη, τα παιδικά χρόνια, η πόλη Θεσσαλονίκη, οι πρόγονοι του, το πατρικό σπίτι.
Κάθε νεότερη συλλογή του, χωρίς να αποκολλάται από την αντιπροσωπευτική αυτή βασική του θεματολογία, προσθέτει και κάτι καινούργιο: στα Μυστικά και θαύματα την απεξάρτηση από την «ουτοπία»,
στο Μυστικό αλφάβητο τη σημασία και το ειδικό βάρος της λέξης «σ’ αγαπώ», στην Κιμωλία στον μαυροπίνακα τη ματαιότητα των συμβόλων και στο Φωτεινό παράθυρο τη σχέση έρωτα – γραφής και θανάτου. θέλω να πιστεύω ότι και πάλι βρισκόμαστε σε στάση αναμονής, σε αναμονή της επόμενης…

 

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΣΤΟ 2ο ΣΔΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο Τόλης Νικηφόρου είναι ένας από τους ποιητές στους οποίους εδόθη η χάρη να μιλήσουν απλά και να φτάσει ο λόγος τους στο ευρύτερο κοινό, χωρίς να ευτελίζεται και να γίνεται απλοϊκός. Η ποίησή του έχει τη δύναμη αθόρυβα, ταπεινά, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αμεσότητα να κουβεντιάζει με τον κάθε άνθρωπο για τα μεγάλα θέματα της ζωής και της ύπαρξης: την αγάπη, τον έρωτα, το πάθος, την απώλεια, το πένθος, τον φόβο του θανάτου, το όνειρο, την αναζήτηση της ταυτότητας, την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης που όσο ζει γνωρίζει την τελεσίδικη ύπαρξη του επικείμενου τέλους της. Διαβάζοντας τα ποιήματα του Νικηφόρου ο αναγνώστης, ακόμη και ο μη μυημένος στα μυστικά της ποίησης, μπαίνει σε ένα οικείο κλίμα και αισθάνεται ότι τον περιέχουν και τον αφορούν.
Αφορμή για αυτό το σύντομο σχόλιο έδωσε μια μικρή ανθολογία που έφτιαξαν οι 24 εκπαιδευόμενοι του 2ου Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Θεσσαλονίκης, ηλικίας από 20 μέχρι και 60 ετών, πριν από δύο χρόνια, έτσι σαν ένα στοίχημα, ένα πείραμα ή, αν το προτιμάτε, σαν ένα παιγνίδι. Οι περισσότεροι από τους εκπαιδευόμενους ήταν προκατειλημμένοι και αρνητικοί απέναντι στην ποίηση, πιστεύοντας πως πρόκειται για ένα είδος λόγου δύσκολο, δυσνόητο και παράξενο που δεν τους αφορά. Η εντύπωση αυτή είχε καταγραφεί μέσα τους από τα σχολικά χρόνια και παρέμενε ισχυρή.
Στην προσπάθειά μου να κλονίσω λιγάκι αυτή την εντύπωση, σκέτηκα να καλέσω στο σχολείο τον Τόλη Νικηφόρου, έναν ποιητή που ξέρει καλά την τέχνη της επικοινωνίας, διαθέτει χιούμορ και μπορεί να μιλά απλά. Κυρίως τον επέλεξα επειδή μια μέρα είχαμε διαβάσει στην τάξη το ποίημά του «Ένα παιδί» και προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι η απλότητα της γραφής, το ανικανοποίητο αυτού του παιδιού, οι απώλειες και οι ματαιώσεις που έχει υποστεί, αφορούσαν πολλά από τα ενήλικα «παιδιά» της τάξης μου.
Για να τον υποδεχτούμε και να ετοιμάσουμε αυτή τη συνάντηση, πρότεινα στους εκπαιδευόμενους να διαλέξουν ένα ποίημα του Τόλη από το διαδίκτυο ή από τα βιβλία του, που τους αρέσει ή πιστεύουν ότι τους αφορά προσωπικά, να το διαβάσουν και να αιτιολογήσουν την επιλογή τους. Συγκεντρώνοντας, λοιπόν, αυτά τα 24 ποιήματα θα ετοιμάζαμε μια μικρή ανθολογία, δώρο στον ποιητή. Στην αρχή ήταν διατακτικοί και είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το αν θα τα καταφέρουν ή όχι. Οι πιο τολμηροί έκαναν το πρώτο βήμα και έτσι έφτασαν στην αίθουσα οι πρώτες επιλογές. Ποιήματα για τη γενέθλια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, αλλά κυρίως ποιήματα υπαρξιακά που μιλούν για το φως, για το μυστήριο της ζωής, τα όνειρα και την ποίηση.

Στις συζητήσεις που έγιναν στην τάξη, καθώς ετοιμάζαμε το υλικό για την ανθολογία, οι εκπαιδευόμενοι τολμούσαν μέρα τη μέρα όλο και πιο αρρετά να εκφράσουν τις σκέψεις τους και αίφνης διαπίστωσα ότι οι επιλογές και τα σχόλιά τους δεν υστερούσαν διόλου από τα σχόλια φιλολόγων και κριτικών, διεκδικούσαν μάλιστα τη φρεσκάδα και την τόλμη του ανιδιοτελούς και αθώου αναγνώστη που δεν διστάζει να θέσει σοβαρά και πρωταρχικά ερωτήματα στα ποιήματα και τον ποιητή. Επέμεινα πολύ στο να διαλέξουν το πιο δικό τους ποίημα, αυτό που μιλάει για δικές τους ανησυχίες και αισθήματα. Οι επιλογές έχουν ενδιαφέρον, γιατί δεν ήταν οι αναμενόμενες. Θα σταθώ σε μερικές από
αυτές. Ενδιαφέρον και έκπληξη προκαλούν οι επιλογές ποιημάτων για
την ποίηση. Η ανθολογία ξεκινά με το ποίημα «Ένας ξένος από παλιά στο σπίτι μας», που εκφράζει την αντίληψη του Νικηφόρου ότι το ποίημα δεν αποτελεί συνειδητή κατασκευή, δεν είναι δημιούργημα του ποιητή, τουναντίον, πρόκειται για συστατικό υλικό της ψυχής του, που ωριμάζει και εκδηλώνεται όταν είναι έτοιμο να εκδηλωθεί. Το ποίημα επιλέγει τον ποιητή. Το μικρό αυτό τεύχος ολοκληρώνεται πάλι με ένα ποίημα που αναφέρεται στον ρόλο του ποιητή και έχει τίτλο «είμαι όσα μου δόθηκαν», όπου φαίνεται καθαρά ότι η ποίηση είναι για τον Νικηφόρου μια αποστολή, ο δημιουργός μεταφέρει τα μηνύματα της ζωής, νιώθει ότι κρατάει την ανθρωπότητα στην αγκαλιά του, βιώνει τον ανθρώπινο πόνο και τον εκφράζει με τις λέξεις του.
Την προσοχή των ανθολόγων τράβηξαν και ποιήματα με ανοιχτό και
αναπάντητο το πρωταρχικό ερώτημα «ποιος είμαι». Το ποίημα «έζησα χρόνια και δεν έμαθα» υπήρξε δημοφιλές, όπως και άλλα ποιήματα που θέτουν το ερώτημα για το μυστήριο της ύπαρξης και αντικατοπτρίζουν την πάλη με το εσωτερικό σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής, όπως τα ποιήματα «εξόριστο φως» και «να γυρίζεις στο φως».
Οι νεότεροι της παρέας επέλεξαν τα ποιήματα «Ευτυχία» και «συ-
νέπεια 2». Ειδικά το δεύτερο, απεικόνιζε, όπως είπαν χαρακτηριστικά,
το καθημερινό τοπίο της ψυχής τους:
μέσα μου ζουν και ανασαίνουν
δυο άγριοι διψασμένοι λύκοι
όσα ποτέ δεν έπραξα
κι όσα σε κρίσιμες στιγμές έπραξα λάθος
Το μυστικό, το όνειρο και το θαύμα αναδείχτηκαν σε λέξεις κλειδιά
για να εισέλθουν οι νέοι αυτοί αναγνώστες στον κόσμο του Νικηφόρου.
Επανέλαβαν πολλές φορές ότι ο άνθρωπος που μιλά στα κείμενα αυτά,
το ποιητικό υποκείμενο, όπως λένε οι σχολιαστές, είναι ένα παιδί που
επιμένει να ονειρεύεται, να αισθάνεται και να υποφέρει γιατί ο κόσμος
δεν είναι στα μέτρα της καρδιάς του. Πράγματι, η φωνή του Νικηφόρου
είναι η φωνή που δίνει λόγο στη νοσταλγία μας για το για το πατρικό
σπίτι που χάθηκε, για τους γονείς που έφυγαν, για την αγάπη που δεν πήραμε, για τα παιγνίδια και τους φίλους που μεταλλάχτηκαν, για ό,τι λιγόστεψε επικίνδυνα στη ζωή μας. Είναι η φωνή που πεισματικά διεκδικεί τον έρωτα, την αγάπη, είναι το παιδικό βλέμμα που θαυμάζει το ακατανόητο μυστήριο της ζωής και της ύπαρξης, που ξορκίζει τον < του θανάτου με τα φωτεινά χρώματα ζωής.
Κάπως έτσι διάβασαν οι εκπαιδευόμενοι του 2ου ΣΔΕ Θεσσαλονίκης τον Τόλη Νικηφόρου. Κάθισαν δίπλα του, άρθρωσαν με τη δική τους φωνή τους στίχους του, κοινωνοί πλέον του λόγου του, του μετέφεραν τη συγκίνηση και τις σκέψεις τους, του υπέβαλαν δύσκολα ερωτήματα αλλά και ερωτήματα προορισμένα να παραμείνουν δραστικά αναπάντητα, όπως για παράδειγμα αν «τα πιο ωραία ποιήματα / γράφονται χωρίς λέξεις» και αν «οι πιο μεγάλοι έρωτες / δεν γράφονται ποτέ».
Ήταν ένα όμορφο, εαρινό ποιητικό απόγευμα. Ο Τόλης έμοιαζε να το ευχαριστήθηκε. Έγινε μια συζήτηση φιλική, ουσιαστική, διόλου επιτηδευμένη και προπαντός ανιδιοτελής. Οι μαθητές και οι μαθήτριες μου χάρηκαν που γνώρισαν έναν ποιητή της πόλης μας, μίλησαν μαζί του, ένιωσαν πιο δυνατοί και πιο σίγουροι για τον εαυτό τους, διαπίστωσαν πως η ποίηση είναι η ωραία κοιμωμένη της καρδιάς μας, κάπου μέσα μας κατοικεί και περιμένει από μας μια ευκαιρία να ξυπνήσει, μια αφορμή να ζωντανέψει στη ζωή μας. Όσο για μένα, είμαι η πλέον κερδισμένη αυτής της ιστορίας. Οι μαθητές μου μού δίδαξαν τα πρώτα βήματα της ποίησης, έσπειραν μέσα μου το πρωταρχικό αίτημα του λόγου: να φτάσει στην ψυχή του ακροατή/αναγνώστη.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΕΙΩΣΗ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ (ΜΕΤΕΩΡΙΖΟΜΕΝΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ «ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΒΑΘΙΟΥ ΓΑΛΑΖΙΟΥ»)

(Απόσπασμα)

…/…
Τόσο η φιλοσοφία, λοιπόν, όσο και η ποίησή του εξαρτώνται από τη φύση του· κι έτσι, ως άλλος Γερμανός ρομαντικός ή φιλόσοφος –ως άλλος Φίχτε, καθώς θα έλεγε ο Χέγκελ-, «αισθάνεται απόγνωση, τρόμο και αποστροφή ακόμη και στη σκέψη των αιώνιων νόμων της φύσης και της αυστηρής αναγκαιότητάς τους», τα οποία και ξορκίζει μέσω των χρωμάτων, της μουσικής και του ανθρώπινου -κι όχι μόνο- αγγίγματος στο σύνολο του έργου του. Άνθρωπος που, λόγω ιδιοσυγκρασίας, νιώθει κατάθλιψη απέναντι στο αναπόδραστο του κόσμου -τόσο στο πλαίσιο της λειτουργίας του, αλλά κυρίως στο πλαίσιο της περατότητάς του-, που διαλύει στην κίνηση και το πέρασμά του αμετάκλητα τις μεμονωμένες συνειδήσεις μας, παρόλο που (ή επειδή;) είναι-είμαστε
παράγωγά του.
Φύση που και λόγω των βιωμάτων της (ο χωρισμός των γονέων, ενώ
ήταν στην πολύ τρυφερή ηλικία των 6 χρόνων, ο ποιητής μένει με τον πατέρα του) σε «ψυχικό» επίπεδο ρέπει προς την αυτοκτονία και την κατάθλιψη (ενδεικτικά τα παιδικά μάτια πίσω από το τζάμι που αναρωτιούνται: «τι θα γίνω αν πεθάνω;»), ενώ σωματικά παραμένει ρωμαλέα και κτητικά, υποθέτουμε ερωτική, μέσα στην τρυφερότητα και την «αιλουροειδότητά» της. Με μάτι που γυαλίζει, ως άλλη τίγρη της Βεγγάλης (θαυμάζει τη φονική αυτή μηχανή, τους μύες, τα νύχια, την κίνηση αυτής της μορφοποιημένης μάζας των τριακοσίων κιλών, στη φύση της οποίας τολμώ να πω πως μετέχει), διατρέχει τον βιωμένο ιστορικό και κοσμικό χρόνο ως τόπο, κι ως άθρησκος πλέον αγνωστικιστής –ένθεος όμως συνάμα- πορεύεται συνδυάζοντας το τρυφερό με το άγριο, το θεϊκό με το ανθρώπινο, το κοινό με το υπερβατικό και το φωτεινό με το σκοτάδι. Στο «κίτρινο περπάτημα στα χόρτα» βλέπουμε χαρακτηριστικά το πάτημα της τίγρης στο πράσινο λιβάδι, με την τίγρη να λειτουργεί πρωτίστως, όπως σημειώσαμε, ως το θεϊκό στοιχείο, στη σαρκοβόρα κυρίως λειτουργία του, και το πράσινο ίσως ως ο ίδιος ο θάνατος.
Οι κρίσεις πανικού, που έρχονται εύλογα σε μια τέτοια φύση με
τόση έκθεση, φαίνεται να λειτουργούν διχαστικά. Στις αρχές μάλιστα
της δεκαετίας του ’90, είναι φανερό στην εξέλιξη του έργου του, ο ποιητής βρίσκεται ενώπιον μιας τριπλής κρίσης: α) τον θάνατο των γονέων,
β) την πτώση του ανατολικού μπλοκ και γ) την επερχόμενη ωριμότητα των χρόνων του, η οποία επίσης λειτουργεί στην περίπτωσή του ως κρίση. Συγκλονισμένος, όπως και παλιότερα, κατά τα χρόνια του Λονδίνου (μένει τέσσερα χρόνια εκεί και στο Luton, «δέκα χιλιόμετρα δυτικά») φαίνεται να βρίσκεται ήδη στον τόπο της αυτοκτονίας και να φοβάται μήπως πηδήξει, κάτι που στην περίπτωσή του λειτουργεί και παραμένει ως συστατικό κομμάτι της γνησιότητας και της ταυτότητάς του. Το βελούδο -σε αυτό το πλαίσιο θα γίνει καλύτερα κατανοητό λειτουργεί ως η νηνεμία μετά την τρικυμία αλλά και ως ένα όχημα προς αυτήν. Μια «θάλασσα» που «συμπλέει», που συν-κινείται με μύες και δορές, ως μια επιφάνεια, πάνω στην οποία είμαστε καταδικασμένοι να κινούμαστε, μια θάλασσα που κρύβει από κάτω της ή από πίσω της το άπειρο, το οποίο είτε μας «κανονίζει» είτε αδιαφορεί για μας.
Φαίνεται, μάλιστα, μερικές φορές να φλερτάρει με την ιδέα πως αυτή η
αναγκαιότητα της υποταγής μπορεί να μετατραπεί σε μια ενστικτώδη,
αρκετά ελεύθερη, αρμονική και αυθόρμητη «φυσική» λειτουργία, συνομιλώντας εν μέρει με τον Σίλερ και τον Σολωμό, αλλά, ενώ παίρνει
αυτό τον δρόμο, δεν φαίνεται να τον πιστεύει έως τέλους και έτσι παραιτείται από αυτή την συγκεκριμένη ιδέα, παραμένοντας «σύμφωνος» και με την οπτική της εποχής του. Μια συμφιλίωση με αυτόν τον κόσμο παραμένει αδύνατη, καθώς η φύση μάς καταστρέφει έναν-έναν με τον πιο ανηλεή και απαίσιο τρόπο, κι αφού προφανώς δεν αφήνεται στα ρεύματά της, αντιστέκεται και δηλώνει ποιητικά με τα μορφώματα και με το πρόσωπό του (που αποτελούν ένα αξεδιάλυτο πλέον ένα) πως δεν αποτελεί μέρος της και πως μπροστά στην επερχόμενη κονιορτοποίησή του αρπάζει ένα κλαδί κι ως άλλος Καρούζος που λέει «η φύση είναι θεία μας», αλλά κι ως Σολωμός, εναντιώνεται δίνοντας κι άλλο αίμα, κόκκινο πάνω στο μαύρο, μεταθέτοντας την οριστική χώνευσή του εντός του «μηδενός».
0 Νικηφόρου παραμένει εξαρχής μακριά από τον εξωφρενικό επιδεικτισμό και την αυτοπροβολή ορισμένων της γενιάς του, που με την υστερική επιβολή του «Εγώ» τους και τη μονομανία τους θολώσανε μηδενιστικά τη ρέουσα «παράδοση». Δεν παραδίδεται σε εξωτισμούς, σε θεωρίες και σε αντιγραφές με μια χαριτωμένη ή εκκεντρική ευκολία, αλλά ως «ποιητής τίγρης» διά βίου «αποσύρεται» σε ένα χώρο «ιδιωτικό» και αξιοπρεπή, όπου ταγμένος στην τέχνη του σφυρηλατεί το όραμά του και τις ποιητικές του συλλήψεις, παραμένοντας ανοιχτός και αβοήθητα εκτεθειμένος ως άνθρωπος στην τύχη, στο σκοτάδι του ακατάληπτου μυστηρίου που μας συμβαίνει, και απέναντι στη μοίρα και στις «αμαρτωλές» δυνάμεις που κάνουν τη ζωή μας ακόμη πιο δύσκολη.
Η ποιητική του έκφραση, να προστεθεί επίσης, λειτουργεί με τη μουσικότητα της άρτια, ως κατορθωμένη τεχνική κατάκτηση –τίποτα δεν εξέχει πουθενά και ενώ φαίνεται φορές να μπαίνει σε πειρασμό να αφαιρέσει κάτι, σίγουρα δεν δείχνει πως θα επιθυμούσε να προσθέσει οτιδήποτε. Είναι κάποιος, λοιπόν, που δίνει πλήρη και οριστική έκφραση στη φαντασία του και που αφήνει ως παρακαταθήκη τη γενναιότητα και την τραγικότητα με την οποία αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, όπως της «πρέπει», γνωρίζοντας πώς να κρατήσει ως άλλος Σούμπερτ τον «έλεγχο» των διαφόρων δυνάμεων που λυσσομανούν εντός του όσο κρατάει η θύελλα, κι έπειτα κάθε φορά και ισόβια μας δίνει το απόσταγμά του, μας «περιγράφει» δηλαδή ποιητικά αυτά που «είδε» και βίωσε, μεταποιημένα πάντοτε σε τέχνη. Μέσα σε αυτό το μεταίσθημά του πυρώνεται, ή και επαναφλογίζεται, το αρχικό του όραμα και έτσι μετέχουμε κι εμείς σε μια αποκαλυψιακή πρακτική και ποίηση.
Το κύριο ερώτημα που βέβαια παραμένει κατά κάποιον τρόπο κι έως τέλους ανοιχτό, μέσ’ στις παραλλαγές του, αν δηλαδή η ζωή είναι σκοτάδι ή φως, είναι η λεγόμενη αέναη Sehnsucht, η αποκαλούμενη νοσταλγία των ρομαντικών. Η αναζήτηση του «γαλάζιου άνθους», που έλεγε κι ο Νοβάλις, απαντώντας στην ερώτηση προς τι η τέχνη του: «επιστρέφω πάντα στον οίκο μου. Στον οίκο του πατρός μου». Η αναζήτηση αυτή, λοιπόν, στο πλαίσιό μας πλέον, δεν είναι παρά μια εκκοσμικευμένη εκδοχή της θρησκευτικής στάσης στην ένωσή της με το θείο, μια γραμμή που από τους ορφικοπυθαγόριους περνά στον Πλάτωνα και στους νεοπλατωνικούς και στους χριστιανούς, και από εκεί στους Γερμανούς, στις αποχρώσεις του πιετισμού, τον Eckhart, τον Boehme και τελικά στους ρομαντικούς κι από ’κεί στον Αντρέι Ταρκόφκσι, με τη διαφορά, βέβαια, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με καλλιτεχνήματα στην κοσμική τους μορφή, κάτι που ίσως σημαίνει πως η όλη προσπάθεια αρχίζει και τελειώνει εντός του καλλιτεχνήματος, σε μια ουσιαστική μετατόπιση. Κι έτσι, ως άλλος Αναγνωστάκης, σε μεταφυσικά αυτή τη φορά πλαίσια, θα μας πει(;): «στα ψέματα παίζαμε». Θα αποφανθεί ίσως στο τέλος, άσχετα αν η απάντηση ρέπει ήδη, θεωρώ, προς: «… το όχι φως».

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ, ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ,
2010

Τα μοτίβα που επανέρχονται στο έργο του Τόλη Νικηφόρου και δίνουν
το στίγμα της ποιητικής του, είναι εμφανή και εντοπίζονται με μια προσεκτική ματιά και ανάγνωση. Το μυστικό αλφάβητο προηγείται του μαυροπίνακα, αλλά οι συνδέσεις τους είναι εμφανείς. Επικοινωνούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία, αποτελούν και τα δύο οχήματα της συναισθηματικής μνήμης -και όχι μόνο- του ποιητή.
Το όνειρο, ο έρωτας και τα «αχ» του, τα θαύματα, η απαισιόδοξη
διάθεση που ανατρέπεται από ένα ευλογημένο φως, αυτά και άλλα δηλώνουν εύγλωττα την παρουσία τους, βάζουν τον αναγνώστη σε μια συγκεκριμένη ροή σκέψης και παραπέμπουν σε εικόνες γεμάτες μουσική και λυρισμό. Τα επανερχόμενα μοτίβα είναι ο τρόπος που ο ποιητής αυτοπροσδιορίζεται και δημιουργεί έναν κόσμο που φέρει τη δική του σημασιοδότηση. Είναι ο κόσμος που βλέπει κανείς τα πράγματα εν τέλει και συμβαίνει συχνά το βιβλίο ενός ποιητή να είναι συνέχεια του άλλου ή προϋπόθεση του άλλου. Μοιάζουν έτσι τα έργα μεταξύ τους και δίνουν την αίσθηση ενός ενιαίου έργου, ενός συνόλου που τελικά αποτελεί και την ιδιόλεκτο του εκάστοτε ποιητή. Διαβάζοντας τα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως χάνει την αλήθεια της δύσκολης εποχής μέσα στην οποία ζούμε, καθώς η διαρκής αναζήτηση του Ανθρώπου και του ήθους του, ακόμα και μέσα στην έντονη εσωτερική ταλάντευση που η έννοια του θανάτου επιφέρει, μοιάζει τρυφερή και γεμάτη κατανόηση για το εύθραυστο της ζωής.
Το μυστικό αλφάβητο για να αντέχει κανείς μέσα του πρέπει να το
ψάχνει. Να γυρνά πίσω στα παιδικά χρόνια -όπως και ο ίδιος ο ποιητής
κάνει-, να ψαχουλεύει τις εικόνες και τις μνήμες εκείνες που κάνουν τη ζωή να έχει αξία και διάρκεια («και στη στιγμή που χάνεται / που κρύβεται στα μάτια σου / και λάμπει για να μην δακρύσει» («Αφιέρωση»). Η απουσία διαρκώς παρούσα παντού «αναδύεται μοσχοβολώντας φρέσκο χώμα» («Κόσμος παράξενος»). Ποίηση που, αν ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. «Φθινόπωρο με χρώματα ηδονικά, ανερμήνευτα / […] το φως γίνεται σύννεφο και στα μαλλιά σου χαμηλώνει μυστικά/ ένας θλιμμένος άγγελος κάθισε δίπλα σου δειλά και σου κρατάει το χέρι» («Σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό»). Ποίηση που άλλοτε ηχεί σαν μάταιη αιώνια προσδοκία, άλλοτε σαν χαρά μεταμφιεσμένη, μόνο για λίγο έστω, σε θλίψη, έτσι για να μην ξεχνά να εκτιμά τη ζωή, τις παραμέτρους και τις προεκτάσεις της. Κι εδώ άλλος ένας ορισμός της μνήμης από τον Νικηφόρου: «ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο / βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει» («Μοναχικό παιδί κάτω απ’
το δέντρο»), Ο έρωτας γιορτάζει κανονικά στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής: «τα χόρτα χαΐδευαν τα πόδια της / ο αέρας τα μαλλιά της/ η πρωινή δροσιά ριγούσε στην επιδερμίδα της / κι ο ουρανός; / μόλις την είδε στ’ ανοιξιάτικο λιβάδι / ο ουρανός / κατέβηκε αργά και μίκρυνε/και έγινε στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα». 0 έρωτας είναι διαρκής μέσα στο μυστικό αλφάβητο, αλλά και η σημειολογία των ποιημάτων είναι οικεία στον αναγνώστη που παρακολουθεί τη δουλειά του Τόλη Νικηφόρου. Έχει γνώση των κωδίκων, των συνειρμών, των εικόνων που διατρέχουν την υφή αυτού του έργου, «αγάπησέ με, σαν όνειρο στα μάτια ενός παιδιού, σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης, και σαν το κάτι εκείνο που δεν δόθηκε ποτέ και σε κανένα» («Σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης»). Και στο ποίημα «Δύο λέξεις έξι γράμματα»: «Εσύ τρομάζεις και γω τρέμω / μα σ’ αγαπώ / μ’ όλα τα γράμματα / μ’ όλα τα ρήματα / τα επιφωνήματα / με τη σιωπή μου /
σ’ αγαπώ).
Τα ποιήματα του χλομιάζουν, αλλά δεν αρρωσταίνουν ποτέ. Στο βάθος της γραφής του ξεχωρίζει η θάλασσα «σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι». Ποιήματα σαν παλιές φωτογραφίες μιας εποχής που διαρκεί και που οι εποχές όλες συνοψίζονται στην περίληψη μιας αύρας φθινοπωρινής («να μου διαβάζει ποιήματα / και να μ’ αγγίζεις με το φως» («Να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο»).
Στη γραφή του Νικηφόρου δεν συναντά κανείς μοντέρνα άλματα ή μεταμοντέρνα ακροβατικά. Είναι μια συνδιαλλαγή με την αλήθεια σε γλώσσα αισθαντική και γλυκιά, μια γλώσσα που πάντα δακρύζει, αλλά ποτέ δεν κλαίει, μια γλώσσα που απορεί και αγαπά να μιλά για θαύματα («[…] με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος /με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως, πριν απ’ το φως / πέρα απ’ το φως» («Πιστεύετε στα θαύματα;»)

 

ΦΩΤΗΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ

Σ’ ΑΓΑΠΩ. ΕΛΟΓΟΚΡΙΘΗ!
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
(Απόσπασμα)

το όνειρο είναι όνειρο
αυτό είναι σ’ αγαπώ

από το άλφα ως το ωμέγα του
αυτό είναι σ’ αγαπώ

δυο λέξεις που κανείς
δεν πρόφερε ως τώρα
και μόλις ανακάλυψα εγώ

Με τις λέξεις «σ’ αγαπώ», από το ποίημα «δυο λέξεις έξι γράμματα», ξεκινώ την αναφορά μου στον Τόλη και το ντοκιμαντέρ μας με τίτλο «Σ’ αγαπώ. Ελογοκρίθη!». Το δεύτερο σκέλος του παραπάνω τίτλου αφορά τη λογοκρισία που, όπως μου έμαθε ο Τόλης, υπάρχει παντού. Η λογοκρισία σχετίζεται ακόμη και με το γεγονός ότι το ντοκιμαντέρ είναι -αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο πολύς κόσμος- ένας δημιουργικός επανασχεδιασμός της πραγματικότητας. Ο υπότιτλος «Η αλήθεια του ποιητή Τόλη Νικηφόρου» αναφέρεται αφενός στην κρυμμένη αλήθεια και αφετέρου στη σύσσωμη αφοσίωση του Τόλη στην ποίηση. Η ταινία, που έκανε την πρεμιέρα της στο 17ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης (2015), είναι, λοιπόν, ένα αντίδωρο αγάπης στον λογοτέχνη Τόλη Νικηφόρου και τη σύντροφό του, τη δικηγόρο Σοφία Αναστασιάδου, οι οποίοι αποτελούν πνευματικές παρακαταθήκες και σύμβολα
δημοκρατικού αγώνα για την πόλη της Θεσσαλονίκης.
Είναι αλήθεια ότι στη χώρα μας σπανίζουν οι κινηματογραφικές καταγραφές ενός εν ενεργεία καταξιωμένου λογοτέχνη. Με άλλα λόγια, μας λείπουν ο μύθος και η ιστορία του. Πέρα από τις ενδεχόμενες σκόρπιες αποτυπώσεις (συνεντεύξεων, εκδηλώσεων και άλλου υλικού ρεπορτάζ), ελλείπουν οι εκ του φυσικού εικόνες. Εμείς, όμως, πήγαμε κόντρα στους καιρούς. Διαισθανθήκαμε ότι ο λόγος του Τόλη έπρεπε να βγει παραέξω. Διαιωνίσαμε την κινούμενη ύπαρξη, τον φυσικό λόγο, τη σωματική γλώσσα, την προσωπική έκφραση ενός ανθρώπου με δημόσιο και ιστορικό ρόλο στην κοινότητά μας. Εξάλλου, η λογοτεχνικότητα του Τόλη ταυτίζεται με την καθημερινότητά του. Όπως κι αν απλώσεις αυτό το υφαντό -στα γράμματα ή τα μηνύματά του στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης, στις σκηνοθετικές υποδείξεις του, στις κουβέντες και τις συζητήσεις του- παντού φανερώνεται η ίδια ψιλοβελονιά. Μια ποίηση με τόσες εικόνες, πώς ήταν δυνατόν να μην γίνει ταινία;
Ως εκ τούτου, αν η ποίηση του Τόλη εξασφαλίζει το συναισθητικό και προκαλεί τον αναγνώστη να παρακολουθήσει τον κόσμο με ταινία σκαλίζει τον βαθύ κόσμο του Τόλη, αποκαλύπτει ανείπωτες αλήθειες και τις μεταφέρει στον θεατή. Ως σκηνοθέτης προσέγγισα την ξεχωριστή ανθρώπινη ύπαρξη και αξιοποίησα. εκ του παραλλήλου. τη δημιουργική κινηματογραφική γλώσσα. Για παράδειγμα, ανασυνθέτοντας τις μνήμες και τα λόγια του Τόλη, διαπίστωσα ότι το υπαρξιακό και λογοτεχνικό του σύμπαν ανατρέπει τη γραμμική διάταξη του χρόνου. Ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματά του, διέκρινα την επανερχόμενη επιμονή του σε μια εξιδανικευμένη μορφή ενός κοριτσιού.
Περιδιαβαίνοντας τα μέρη που μεγάλωσε, ένιωσα την καταπραϋντική ανάγκη του για επιστροφή σε έναν αισθαντικό και αγιοποιημένο τόπο γέννησης. Έτσι, λοιπόν, κι εγώ έπλεξα αναλογικά την ταινία σε ιστούς: ο θεατής βλέπει συχνά τον μικρό Τόλη να διαβάζει στο σαλόνι του παλιού σπιτιού ποιήματά του από το μέλλον. Τον παρακολουθεί εν προόδω σε μια ερωτική υποϊστορία από το πρώτο σκίρτημα της παιδικής του ηλικίας. Βιώνει μαζί του μια εμπειρία, όταν τελικά το χέρι του πατέρα, μέσα σε ένα ερειπωμένο σπίτι, ηρεμεί την ψυχή του παιδιού του.
Τα βασικά γυρίσματα του ντοκιμαντέρ διήρκεσαν ένα περίπου έτος,
από τον Αύγουστο του 2013 έως τον Αύγουστο του 2014. Ωστόσο, ο Τόλης ποτέ δεν θέλησε να σκηνοθετήσουμε σκηνές. Αρνήθηκε κάθε υπόδειξη. όσο κι αν εγώ προετοίμαζα ή ανακοίνωνα ντεκουπάζ και σχέδια.
Για του λόγου το αληθές, ξεχωρίζω -από την πολυσέλιδη αλληλογραφία
μας- μια ξεκάθαρη και αποστομωτική απάντησή του όταν, την προπαραμονή του πρώτου μας γυρίσματος (23/8/2013) στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου, επιχείρησα να του στείλω κάποια σκηνοθετική οδηγία:

Δεν είμαι ηθοποιός! Σκέψου ότι σιχαίνομαι την κάθε μορφής υποκρισία. Αν παριστάνω οτιδήποτε άλλο από τον σημερινό εαυτό μου, κινδυνεύω να γελοιοποιηθώ. Δεν παίζω κανένα ρόλο, είμαι ο εαυτός μου. Και κάνω μια βόλτα στην παλιά μου γειτονιά. Η γνώμη μου είναι να μην το ψάχνεις υπερβολικά από σκηνοθετικής απόψεως. Ό,τι είναι να βγει στην επιφάνεια, θα βγει από τα ποιήματά μου και από αυτά που θα εξιστορήσω.

Ξεκινά, λοιπόν, η ταινία! Πρώτο γύρισμα. Ο Τόλης, ρισκάροντας τη
φήμη του με την αδεξιότητα ενός τριμελούς κινηματογραφικού συνεργείου, ακολουθεί τη διαδρομή των πρώτων παιδικών του χρόνων: οδός Αγνώστου Στρατιώτη, οδός Μητσαίων, 36ο (παλιό 22ο) Δημοτικό Σχολείο. Οικείος, εύθυμος και γοητευτικός, ο Τόλης -με τον χειμαρρώδη λόγο και την εξομολογητική του διάθεση- ξεδιπλώνει όχι μόνο ιστορίες από το παρελθόν του αλλά και στοιχεία από την εσώτατή του αλήθεια. Η Θεσσαλονίκη καταλαμβάνει, φυσικά, ικανό χώρο στο ντοκιμαντέρ, αφού η λογοτεχνία του Τόλη είναι ένα ιδιοποιημένο παλίμψηστο αυτής. Και το βλέπουμε στην ταινία, χάρη και στην τοπιογραφία του αγαπημένου του φίλου, του Ντίνου Παπασπύρου. Η Θεσσαλονίκη ξεχύνεται μέσα από τα ποιήματα του Τόλη άλλοτε ως «πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου» και άλλοτε ως «έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος». Η Θεσσαλονίκη του οδοντικού θήτα (θάλασσα και γενέθλιος πόλη, «άρωμα ονείρου», ένας «θίασος παιδικός της γειτονιάς») είναι το «θαύμα» που είναι αληθινό στα ποιήματα του Τόλη, αρκεί να θελήσουμε να έλθουμε λιγάκι πιο κοντά σ’ αυτό που υπάρχει δίπλα μας.
Έτσι κι εγώ μεταφέρομαι μαζί του στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου, την Παύλου Μελά, την Ζεύξιδος και την Περραιβού. Και, ενίοτε, όταν σουρουπώνει, ανεβαίνω κι εγώ στο ξωτικό της Εγνατίας:

Χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό.

Όσο συνεχίζονται τα γυρίσματα, ο ανιδιοτελής δικός μου Τόλης δίνει -από βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο- μια κινούμενη και ομιλούσα μαρτυρία, μια νέα δυνατότητα ανάμνησης στους μεταγενέστερους, μια συνεισφορά στην ανθρώπινη κατανόηση. Θέλει να μιλήσει για την αγαπημένη του Σοφούλα, θέλει να μιλήσει για τους παλιούς και τους νέους φίλους, θέλει να μιλήσει για το θαύμα των βλεμμάτων που συντελείται στα κάστρα, «φωταγωγημένα πέρα ως πέρα από τα μάτια των παιδιών». 0 Τόλης είναι υγρός και χειλικός. Κάθε φορά που μπλέκει το ανθρώπινο ρο στις λέξεις των ποιημάτων του, μου μιλά για τον έρωτα, την εργατική πρωτομαγιά, το δάκρυ, την προδοσία, την αριστερά, τον εξόριστο, τις γνωριμίες, την απορία. Άλλοτε πάλι μου μιλά με το απέραντο πι: το παιδί, τον πρόσφυγα πατέρα, την πατρίδα, την απέραντη
πλατεία, την παραλία, την ποίηση, την πυρίκαυστη πόλη. Τώρα πια ο Τόλης αγκαλιάζει με τη σκηνοθετική του άποψη την ταινία μας, όπως αποδεικνύεται στο παρακάτω μήνυμα της 23ης/9/2013 από την αλληλογραφία μας:

Καλημέρα και καλή εβδομάδα, Φώτη μου. Νομίζω ότι η συνεργασία μας έχει συνεχώς και καλύτερα αποτελέσματα. Καταρχήν, ήθελα να σε ρωτήσω αν χρειάζεται έγγραφη αίτηση για να γίνει η Σοφούλα μέλος του κινηματογραφικού συνεργείου και, πιο συγκεκριμένα, τρίτη βοηθός σου. Ελπίζω να μην είναι υπερβολική η φιλοδοξία της. Είδαμε τα δύο DVD από τη Λέσχη Ανάγνωσης και τις αναγνώσεις των ποιημάτων στο σπίτι μας.

 

ΒΙΚΥ ΒΑΝΙΔΗ

ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ
ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

…το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει

Σκέφτομαι ότι ίσως το ποίημα δεν επιλέγει μόνο τον χρόνο για να γεννηθεί αλλά και τον χρόνο για να συναντήσει τον αναγνώστη του, όχι τον
χρόνο που θα περάσει και θα φύγει δίπλα του, αλλά τον χρόνο που θα κατοικήσει μέσα του. Υπάρχει μια αφανής τελετουργία στιγμών πριν από αυτή τη μετάληψη. Στο δισκοπότηρο ανακατεύεται το βίωμα του ποιητή, ο τρόπος που ζει το προσωπικό του δράμα, η καθημερινότητά του με τα εξωτερικά ερεθίσματα. Το λευκό χαρτί περιμένει υπομονετικά την επίθεση των λέξεων. Κάποτε έρχεται η στιγμή που ανακατεύει με τη μαγική της κουτάλα όλα τα υλικά και ενεργοποιεί την έμπνευση του ποιητή, έτσι δίνει πνοή στο μελάνι για να σχηματοποιήσει με λέξεις τη λειτουργία της ψυχής του. Τέλος, υπάρχει εκείνη η στιγμή που ο αναγνώστης διαβάζει τους στίχους και κινητοποιεί τη λειτουργία της δικής του ψυχής. Είναι αυτή η μαγική στιγμή που δύο ψυχές εναρμονίζονται στο ίδιο συναίσθημα και ας είναι από διαφορετική οπτική ή
ακόμη και από διαφορετική κατεύθυνση.
Δεν ξέρω γιατί γεννιέται αυτή η λαχτάρα στους ανθρώπους να
υπάρχει κάτι γραφτό στη ζωή τους, κάτι που θα το συναντήσουν και θα τους λυτρώσει από τα βάσανα τους. Παρόλο που δεν υπήρξα ποτέ φαταλίστρια, το αντίθετο θα έλεγα, όταν συνάντησα το ποίημα του Τόλη Νικηφόρου «ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα», ένιωσα ότι λειτούργησε το πεπρωμένο και βρέθηκα την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο. Ίσως αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι από το τέλος του 2009 ξεκίνησε για μένα η αμφισβήτηση της ιδέας, μετά ήρθε το έτος των απομυθοποιήσεών μου. Η ψυχή μου αρρώσταινε από θλίψη και αγανάκτηση, οι ουτοπίες που κάποτε έμοιαζαν πραγματοποιήσιμες και με θάμπωναν, κατέρρευσαν εκφυλισμένες από τους ίδιους τους συντρόφους μου. Η συνάντησή μου, λοιπόν, με την ποίηση του Νικηφόρου ανέτρεψε τον σαρωτικό κυνισμό που αναπτυσσόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα μου, έβαλε στοπ στις απομυθοποιήσεις και σηματοδότησε την αλλαγή της πορείας μου. 18 Αυγούστου 2010 έπνεε νηνεμία
στο ηλεκτρονικό μονοπάτι, η βόλτα μου από τοίχο σε τοίχο βούλιαζε αθόρυβα στο άνυδρο μαγγανοπήγαδο της κοινωνικής δικτύωσης. Όλα κοινότυπα. Οι τοίχοι εξιστορούσαν τις ίδιες νίκες και ήττες, υμνούσαν πάλι τις καλοκαιρινές διακοπές και τότε μια φυσαρμόνικα ήχησε μπροστά μου και με μαγνήτισε. Τελικά ίσως αυτό το ποίημα επέλεξε τη στιγμή για να εμφανιστεί μπροστά μου ή ίσως εγώ ήμουν έτοιμη για να το συναντήσω. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, μπορεί να λειτούργησε το σύμπαν, η τύχη ή απλά ήταν θέμα συμπτώσεων και πιθανοτήτων, πάντως ένα είναι το σίγουρο, ήταν ξάφνιασμα, κάτι σαν κεραυνοβόλος έρωτας. Ερωτική σαγήνη όρμησε από τις γραμματοσειρές και άρπαξε την ψυχή μου, τράνταξε το μυαλό μου τέτοια ορμή για σμίξιμο ερωτικό, γλίστρησε μέσα μου και ήθελα να κινητοποιήσω τις λέξεις για να κινητοποιήσουν τη ζωή μου. 0 σπόρος είχε φυτευτεί μέσα μου και ο καρπός
ήταν πλέον στη διαδικασία της ανθοφορίας.
Αποφάσισα να ψάξω το έργο αυτού του Ποιητή που πριν λίγα λεπτά δεν ήξερα ούτε καν το όνομά του. Τόλης Νικηφόρου, γιος προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Ρωμυλία, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και εμφανίστηκε στα γράμματα το 1966 με το μεγάλο ποίημα «Οι άταφοι», «[…] είναι καιρός που ανέλπιδα σε αποζητώ / κι απόψε / με κεραύνωσε το όραμα της αγάπης σου / και μέθυσα […]». Κάπως έτσι, λοιπόν, ο Ποιητής Τόλης Νικηφόρου εισέβαλε στην καρδιά μου και στη βιβλιοθήκη μου. Ξεκίνησα μαζί του ένα ταξίδι στο τίποτα, όπως ακριβώς ξεκινάει μια ερωτική σχέση, αβέβαιη διαδρομή με τη βεβαιότητα της έλξης που μπορεί εύκολα να καταλήξει σε μίσος και μαγικά σε αγάπη. Στα πρώτα ποιήματα ο θυμός και η οργή της επαναστατημένης νιότης του 27χρονου Ποιητή ενώθηκαν με την αηδία που ένιωθα εγώ εκείνη την εποχή. Το νεκρωμένο τοπίο όπως φαίνεται στους άταφους, η ιδέα που ακινητοποιήθηκε, η ζωή που μοιάζει με ψευδαίσθηση, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, η ομορφιά που χάνεται τον απογοήτευαν και με απογοήτευαν, όμως στον αντίποδα υπάρχουν ίχνη αγάπης από μνήμες παιδικές, υπάρχει ο έρωτας που ακόμη και αν αποτυπώνεται στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν, φωτίζει λίγο το σκοτεινό τοπίο, και αυτό το κάτι το ελάχιστο που ανακάλυψα στο πρώτο του ποίημα μου έδωσε το νήμα που σιγά σιγά ξεδιπλωνόταν στο μετέπειτα λογοτεχνικό του έργο και με οδήγησε έξω από τα σκοτάδια των πληγών μου, εκεί όπου συνάντησα το φως στο διπλό άλφα της αγάπης. Η ποίηση οφείλει να προκαλεί το συναίσθημα, να ρίχνει γέφυρες στις ψυχές που ψάχνουν δρόμους διαφυγής από τον λαβύρινθο της εσωτερικής αβύσσου, οφείλει να δίνει τα απαραίτητα νήματα στον αναγνώστη για να βρίσκει τη λύτρωση. 0 ποιητικός λόγος του Νικηφόρου σε μένα ξεχρέωσε όλες τις οφειλές, ευστόχησε μέσα μου και κατάφερε να με λυτρώσει, διέλυσε τα σκοτάδια μου και μου χάρισε ένα μονάδικό λογοτεχνικό ταξίδι με την εξαιρετική μοναδική γραφή του. Αυτή η κιμωλία, που έλειωνε αργά στον μαυροπίνακα του τίποτα, σκόρπια μέσα μου λέξεις-έννοιες γεμάτες φως και αγάπη, ορθάνοιχτα τα φύλλα της καρδιάς μου υποδέχτηκαν αυτό το κάτι το ελάχιστο που μετέτρεψε την ελπίδα σε βεβαιότητα. Εισχώρησα λαθραία στις λέξεις του, έκανα κατάληψη στο ύψιλον της ελευθερίας, κλείστηκα στην αγκαλιά του όμικρον της συντροφικότητας, λούστηκα ζωή στο τριπλό λάμδα της αλληλεγγύης, ξεφλούδισα το χάος του γιώτα της ατομικότητας, γλίστρησα στο αιχμηρό νι της επανάστασης για να συναντήσω το διπλό άλφα της αγάπης. Λαθρεπιβάτης του τίποτα βρήκα άσυλο στις λέξεις του ποιητή και πλέον αγαπημένου μου φίλου.
Ο Τόλης Νικηφόρου χρησιμοποιώντας μια γλώσσα άμεση, απλή, κατανοητή, δημιουργεί γνήσια ποίηση, γυμνή και ακέραια. Λέξεις, εικόνες,
ήχος, ρυθμός, όλα αρμονικά συνταιριασμένα σε οδηγούν στη θέωση της
ποίησης. Ο Τόλης ευστοχεί γιατί βλέπει, καταγράφει και αισθάνεται, όπως κάνει ένας αυθεντικός ποιητής. Απαλλαγμένος από περιττά στολίδια που βαραίνουν, ο ποιητικός λόγος φτάνει σε λέξεις που προσδιορίζουν την ουσία των πάντων. Πλάθει τις λέξεις του από φως, μετά τις χαϊδεύει και τους δίνει ζωή, και αυτές, έτσι αιθέρια πλασμένες, ξεφεύγουν από τα στενά όρια της σελίδας και εισρέουν μέσα σου, σαν κελαρυστό ποτάμι, αφήνοντας στο πέρασμά τους όλα τα δομικά υλικά που χρειάζεσαι για να χτίσεις τη νέα ουτοπία σου.
Αυτός ο ξένος τελικά δεν πέρασε απλώς για μια επίσκεψη, αλλά ήρθε για να μείνει μέσα μου, μοιραστήκαμε την ίδια δίψα για ουρανό και μου άνοιξε ένα φωτεινό παράθυρο να αγναντεύω το θαύμα τη ζωής.

 

ΘΕΤΑ ΚΑΪΔΟΓΛΟΥ

ΓΙΑ ΣΕΝΑ, ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Κυριακή απόγευμα στο ζεστό πατάρι μιας δημοτικής βιβλιοθήκης, στη
λογοτεχνική συγκέντρωση μιας λέσχης ανάγνωσης, πριν πολύ καιρό, χειμώνας κρύος και σκοτεινός, θυμάμαι, ήταν η πρώτη φορά που είδα τον Τόλη Νικηφόρου. Εκείνη ήταν η στιγμή που έμελλε να γίνει η αρχή μιας μακροχρόνιας φιλίας. Μια φιλία που τη δένουν η κοινή αγάπη για τα βιβλία και η αφοσίωση στη συγγραφή. Συζητάμε, συνεργαζόμαστε, με τιμά με την ευκαιρία που μου δίνει να μιλώ και να γράφω για το σπουδαίο έργο του.
Μα παράλληλα με τη χαρά που βιώνω κάθε φορά που με τιμά με την εμπιστοσύνη του, αντιμετωπίζω κι ένα, το ίδιο πάντα, δυσεπίλυτο πρόβλημα. Νιώθω μια φοβερή αμηχανία, όποτε καλούμαι να διαβάσω δημόσια κάτι δικό του. Έχω μονίμως την αίσθηση πως θα το μικρύνω, θα το συνθλίψω, θα το κακοποιήσω με τη συγκίνηση και την άχαρη φωνή μου. Ίσως δεν είναι παράλογος ο φόβος μου. Τα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου έχουν τη δική τους συναρπαστική φωνή. Είναι ψίθυροι και κραυγές μαζί. Έτσι μου μίλησαν από την πρώτη κιόλας στιγμή, με πλησίασαν, άλλοτε διακριτικά και χαμηλόφωνα κι άλλοτε βίαια και με κρότο, κι έτσι θα τα ακούσω με προσοχή και δίχως να εμπλακώ, για να αφουγκραστώ όσα στέκονται δίπλα του κι όσα τον συντροφεύουν.
Δίπλα στον ποιητή δεν στέκεται τίποτα πέρα απ’ την εκκωφαντική
μοναξιά του, το συρτό του κλάμα, το παιδικό αυθόρμητο γέλιο του.
Βλέπω πάνω στο χαρτί το σαφές ίχνος απ’ το βαρύ του βάδισμα κι άλλοτε μόλις την υποψία του βαδίσματός του. Μυρίζω τον αέρα, που αναδεύτηκε απ’ το ακροπάτημα και το φευγαλέο πέρασμά του. Τη βιάση απ’ το τρεχαλητό και τη λαχτάρα του. Ακούω την αναστατωμένη του ανάσα. Η ποίηση του Τόλη είναι ένα μάτσο φρεσκοκομμένα λουλούδια, ένα αυθόρμητο, αναπάντεχο άγγιγμα, ένα πιάτο ζεστό σπιτίσιο φαί. Και επισημαίνω το σπιτίσιο, γιατί είναι τόσο ζεστή, οικεία και αγαπητή αυτή η ποίηση, αυτή η εγκάρδια καταγραφή, την αισθάνεσαι τόσο δική σου όσο αισθάνεσαι και το σπίτι σου.
Πόσο ανθρώπινα μιλάει για τα ανθρώπινα; Πόσο λυρικά τραγουδάει τη μουσική του εσωτερικού του κόσμου; Κι αυτό, ξέρετε, δεν είναι κάτι απλό, εύκολο ή αυτονόητο για τον καθένα που διαβάζει την ποίηση ή για τον ποιητή που τη γράφει. Γιατί πολλές φορές η ποίηση μπορεί να μοιάζει με μια κακή αποστήθιση ενός δυσνόητου κειμένου ενηλίκων από ένα παιδί. Οι έννοιες να είναι γεμάτες τραχύτητα και ακατανόητους συνειρμούς, που δεν φτάνουν πέρα απ’ τη μύτη του ποιητή, ούτε καν ακουμπούν τα ακροδάχτυλα του αναγνώστη. Πώς, λοιπόν, να αγγίξουν την καρδιά του; Είναι οι φορές που οι στίχοι ισορροπούν σ’ ένα κοντό σχοινί και καθώς βαδίζουν παραπαίοντας στο κενό, τελειώνει ξαφνικά ο δρόμος τους και γκρεμίζονται στο τσιμέντο, διαμελίζονται σαν γυάλινοι αδέξιοι ακροβάτες και γίνονται κομμάτια. Κι από τα
σκορπισμένα θρύψαλα ο περαστικός, στην προκειμένη περίπτωση ο
αναγνώστης, είναι αδύνατο ενώνοντας να τα συνθέσει για να βγάλει
ένα σχήμα, ένα νόημα, μια οικεία λέξη. Η απόσταση τότε ανάμεσα στον
δημιουργό και το κοινό του δεν διανύεται. Μένει απάτητη. Όπως οι πιο
μακρινοί πλανήτες αυτού του γαλαξία.
Αυτά όμως σε μιαν άλλη ποίηση. Του εντυπωσιασμού, της φιλολογολαγνείας, της γλωσσολατρείας και της προσποίησης. Όταν όλα είναι
ταυτόχρονα περιορισμένα και οδυνηρά αραιά. Μόλις έκλεψα και αντέστρεψα έναν τίτλο από ένα ποίημά του, ας με συγχωρέσει ο ποιητής για την αυθαιρεσία, μιλώ για το ποίημα «ταυτόχρονα απέραντο και οδυνηρά συμπυκνωμένο», από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό. Και αυτός ο τίτλος θα μπορούσε να είναι ένας δεύτερος εναλλακτικός τίτλος σε όλα του σχεδόν τα ποιήματα, γιατί τα αντιπροσωπεύει ιδανικά.
Τα ποιήματά του ισορροπούν εξαιρετικά ανάμεσα στη διάνοια και
στο συναίσθημα, δίχως να υποκύπτουν ούτε στο αφελές παραλήρημα, ούτε και στον αποστειρωμένο στοχασμό όμως. Μια τόσο ευαίσθητη ισορροπία πολύ δύσκολο να επιτευχθεί, πόσω μάλλον να διατηρηθεί. Κι εκείνος το καταφέρνει με το να ισορροπήσει πάνω στο τεντωμένο σχοινί με φοβερή μαεστρία.
Όλα τα γραπτά του είναι μια έκπληξη, μια ανατροπή, μια ανασφάλεια, ένας κίνδυνος, ένα -πάλι θα κλέψω έναν τίτλο ποιήματος και διηγήματος του- είναι ένα «κίτρινο περπάτημα στα χόρτα». Μια τίγρης που παραμονεύει πίσω απ’ τους θάμνους και τις φυλλωσιές, και είναι έτοιμη να ορμήσει καταπάνω μας, αφήνοντας το αποτύπωμά της στα χόρτα της ψυχής μας, να μας σκάψει τα χώματα, να μας ανακατέψει τις θάλασσες, να φέρει τα πάνω κάτω, να αναποδογυρίσει τα πάντα εντός μας. Να μας θέσει απέναντι μας. Όπως και ο ίδιος έρχεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό και μας δείχνει με το δάχτυλο τον χειρότερο εχθρό του. Τον εσωτερικό εχθρό του. Πόσο αληθινά μιλάει για τις αυτοκαταστροφές μας! Τις φωτογραφίζει εξαίσια μέσα απ’ τις δικές του αυτοκαταστροφές στο ποίημα «ο εσωτερικός εχθρός». Αλλά και στο ποίημα με τίτλο «μόνη ανθρώπινη φωνή» χάσκουν ανοιχτές οι πληγές μας.
Αυτές που είναι η κύρια πηγή της δημιουργίας και το εκτυφλωτικό φως
της έμπνευσης. Οι πληγές του Τόλη Νικηφόρου είναι το χέρι που γράφει
γι’ αυτόν. Γι’ αυτόν που είναι πληγωμένος, απαρηγόρητος, μόνος.
Κι άλλοτε πάλι ζητά να μας γλυκάνει. Τότε που η νοσταλγία του γίνεται ακατανίκητη. Η μητέρα κι ο πατέρας, στα δύο υπέροχα ποιήματα «μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας 1» και «μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας 2», έρχονται επικίνδυνα κοντά, πλησιάζουν τόσο, που νιώθεις το χνώτο τους στο πρόσωπό σου. Γίνονται τόσο δικά σου αυτά τα δυο ποιήματα, που μοιάζουν σαν να γεννήθηκαν από σένα. Να τα ξεστόμισες μόλις εσύ, να τα χάραξες με το δικό σου μολύβι.
Τα παιδικά χρόνια του ποιητή στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, στην
Πλατεία Δικαστηρίων, οι αλητείες, οι συμμορίες, οι πρώτες αγάπες που
έμειναν αξέχαστες. Αυτά τα βιώματα που αποτυπώθηκαν ολοζώντανα
στο βιβλίο του με τίτλο Αγνώστου Στρατιώτου, μια συλλογή από απολαυστικά πεζά κείμενα. Αυθόρμητα και πηγαία.
Επιστρέφω στην ποίηση. Ξανά και ξανά.
Διαβάζοντας το ποίημα «στη θέα απ’ τη λεκάνη της ξενιτιάς» είδα
τον ποιητή και κινηματογραφιστή. Εικόνες σαν σινεμά, ζωντανές, κινούμενες, να περνάνε από μπροστά μου. Κι όλα περνάνε ελεύθερα κι αβίαστα από μπροστά μου. Γιατί ο ίδιος ο ποιητής μού παραχωρεί αυτήν την ελευθερία. Στο ποίημα «μυστικοί δρόμοι» από τη συλλογή Ο πλοηγός του απείρου μου δίνει τη δική του εκδοχή. Όπως κάθε γνήσιος δημιουργός, ξεγυμνώνεται, βγαίνει στο εκτυφλωτικό φως, στα αδιάκριτά μας μάτια, μας αφήνει να τον πλησιάσουμε, να τον αγαπήσουμε ή όχι, ό,τι εμείς επιθυμούμε.
Μα θα τον αγαπήσουμε. Η αγάπη και ο έρωτας. 0 έρωτας είναι
κυρίαρχος και αφεντικό και δούλος. Σ’ αυτόν υποτάσσεται η ψυχή του ποιητή, αυτός την υπηρετεί σαν ταπεινός σκλάβος. 0 έρωτας είναι ένας σκλάβος έμπνευσης για ’κείνον. Στο ποίημα «έρωτας» από τη συλλογή Μυστικό αλφάβητο το ποιητικό μάτι δεν μπορεί να γίνει ποιητικότερο. Και αυτό είναι το όλο θέμα· ότι ο Τόλης Νικηφόρου έχει ένα τέτοιο φίλτρο καθώς κοιτάζει, μια εφαρμογή στον γαλάζιο του φακό, στον αμφιβληστροειδή, στην απύθμενη κόρη του ματιού του, που τα βλέπει όλα ποίηση. Ή μάλλον όσα βλέπει, τα μετουσιώνει σε ποίηση. Και ό,τι δεν τον οδηγεί αυτόματα σε μια τέτοια μετουσίωση, τον αφήνει παγερά αδιάφορο.
Άλλη μια γοητεία του. Άλλο ένα αμιγώς ποιητικό χαρακτηριστικό.
Αφήνει ενίοτε μια κυνική απόσταση απ’ τα δικά του πράγματα, λες και
μιλάει για υποθέσεις άλλου. Όμως ακόμη και τότε, θα συγκινήσει. Συγκινεί η προσπάθεια του ποιητή να συμφιλιωθεί με το τέλος, το δεδομένο, το αδιαπραγμάτευτο. Ο θάνατος είναι κάτι για το οποίο είμαστε βέβαιοι. Και υπό το καθεστώς αυτής της τυραννικής βεβαιότητας μιλάει και ο ίδιος. Μόνο που αυτός ο κυνισμός είναι διάφανος. Είναι ένα τέχνασμα. Ένας ψεύτης δολοπλόκος. Πίσω απ’ τον κυνισμό της βεβαιότητας στέκεται ανήμπορος, γυμνός και απόλυτος, με ξεκάθαρο περίγραμμα, σαφέστατος, ο πόνος και το δάκρυ του θανάτου. Το σπάραγμα του ποιητή. Ο λυγμός της ψυχής του. Και ο λυγμός αυτός, ο πόνος και η αγωνία, η ελπίδα και το όνειρο είναι το πιο όμορφο και το πιο αξέχαστο πρόσωπο σε όλη του την ποίηση, σε όλο του το έργο. Ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δόθηκε, έστω και φευγαλέα, να το διατρέξω.

 

ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΚΑΙ ΣΘΕΝΟΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ

η Ποίηση είναι μια ανταρσία από τους ελάχιστους
για τους ελάχιστους.
Η Ποίηση είναι σαν να μπαίνει ένας άγνωστος
στο σπίτι του νοικοκύρη
και να κατουράει τα ασημικά του […]

Δεν ξέρω πολλούς ποιητές σ’ αυτόν τον τόπο, που να τους αγαπάνε τρεις γενιές αναγνωστών. 0 Τόλης Νικηφόρου είναι ένας από αυτούς τους τυχερούς. Δεν ξέρω πολλούς ποιητές που να διατηρούν στην ώριμη τους ηλικία ένα εντελώς παιδικό χαμόγελο σ’ ένα κόσμο γύρω τους που η μιζέρια περισσεύει. 0 Τόλης το έχει.
Δεν πιστεύω πως το όλο έργο του λαμπρού αυτού ποιητή και πεζογράφου μπορεί να το εντάξει ο όποιος μελετητής ή αναγνώστης σε
συγκεκριμένη κατηγορία, όπως γίνεται συνήθως με τους αναλυτές της
λογοτεχνικής γραμματολογίας μας.
Κι αυτό γιατί ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζεται με την ίδια ευχαρίστηση από ένα δεκαεξάρη, από ένα ογδοντάρη, από έναν συντηρητικό ή
έναν φιλελεύθερο κεντρώο, από έναν οπτιμιστή ή από έναν πεσιμιστή
αναρχικό… Αυτό κι αν είναι επιτυχία του δημιουργού όλων των βιβλίων
που έγραψε μέχρι τις μέρες μας.

αργά χτες το βράδυ ξαφνικά
είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα
για πάντα αμετάφραστη τη λέξη
ελευθερία…

Τι άραγε είναι «αυτό» που μπορεί να φτιάξει το μυαλό του ποιητή, ώστε το δημιούργημά του να δημιουργεί ντοπαμίνη στο μυαλό του αναγνώστη του; Το «αυτό» είναι πολλά μαζί, είναι το εγώ και το εμείς, είναι το ελπιδοφόρο και ταυτόχρονα μάταιο, είναι το μοναδικό και το αέναο, είναι η μεταβλητή του Χρόνου, όπως ακριβώς την βιώνει και την παράγει ο «αποσυνάγωγος» χαρισματικός άνθρωπος που βρίσκεται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας αλλά αρνείται να κατασπαράξει τους αποκάτω του. Δύσκολο πολύ. Ωστόσο, ποιητές όπως ο Τόλης Νικηφόρου το καταφέρνουν.
Αν μπορέσουμε να μπούμε στο μυαλό του ποιητή, ίσως θα κατανοήσουμε αυτό που λέει ο Χάιντεγκερ «η ποίηση είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια μορφή τέχνης και διασκέδασης, είναι η δύναμη που φέρει
τον άνθρωπο στο ύψος της ύπαρξης και του κόσμου».
Αυτό το λέει ο μεγάλος φιλόσοφος, αλλά το τι ακριβώς «οδηγεί» τον ποιητή στη μαρτυρική και θαυμάσια διαδρομή του, το λέει υπέροχα ο Νικηφόρου:

υπάρχει μέσα μου ένα φως
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται […]

Αν έκανα μια παρομοίωση με τις μεγάλες μάχες, θα έλεγα πως ο
εμπνευσμένος ποιητής μέσα στο πεδίο της μεγάλης σφαγής του κόσμου
και του πολιτισμού του απαντάει δυνατά όπως ο στρατηγός Καμπρόν στη μάχη του Βατερλό, «σκατά λοιπόν», συνεχίζοντας την πορεία του ματαίως αλλά δικαιωμένος στο επέκεινα του δικού του απείρου.
Σε μια εποχή που η διαφάνεια είναι κατάμαυρη, η διαύγεια κατασκότεινη, και η πολιτική οικονομικός βόθρος, ο ποιητής ξέρει τη διαδρομή του.
Υπάρχουν δύο κατηγορίες κατεύθυνσης στον σύγχρονο ποιητικό λόγο: η μία είναι η συνεχής αγωνία του δημιουργού να βρίσκεται στο προσκήνιο μέσα από την επαφή του με τα όποια κυκλώματα μπορούν να αναδείξουν την ποιητική του δημιουργία με τρόπο πολιτικό, κοινωνικό, εκδοτικό, ανταποδοτικό, ανταγωνιστικό, και η άλλη που ο δημιουργός διαρκώς αγωνιά, μη έχοντας στο μυαλό του την κατεστημένη αναγνώριση του έργου του. Η πρώτη κατηγορία απαιτεί κάποιου είδους «συναλλαγή» και η δεύτερη προσωπική θυσία του «εγώ», που σημαίνει ότι οι λέξεις της Ποίησης ξεπερνούν τη σημειολογία της γλώσσας της. Τα πιο ωραία ποιήματα γράφονται χωρίς λέξεις, οι πιο μεγάλοι έρωτες δεν γράφονται ποτέ, επισημαίνει ο Τόλης Νικηφόρου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει σιωπή γραφής αλλά ανατροπή κανόνων και εφεύρεση μιας άλλης επικοινωνίας, κατά την οποία ο δημιουργός της, ενώ αποδέχεται το αδιέξοδο της επικοινωνίας, ταυτόχρονα δημιουργεί μια «άλλη», πιο απλή, πιο βατή, πιο ελπιδοφόρα. Θυμίζει την αφέλεια του ήρωα του Ντοστογιέφσκι πρίγκηπα Μίσκιν, όταν δηλώνει πως «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», παρά το γεγονός πως ο σύγχρονος άνθρωπος ζει ακόμα την προ-ιστορία του και διαρκώς ακυρώνεται η βούλησή του για ανάταση και διαφυγή, από τα καρκινώματα που του δημιουργούν οι όποιοι καθοδηγητές του.
Έχει εξαίρετο ενδιαφέρον η ζωή του ποιητή που έζησε τα πάθη μιας
κοινωνίας, η οποία από τις περίκλειστες πολιτικές, ιστορικές και πολιτειακές δεσμεύσεις της βρίσκεται σήμερα σε «κρίση» και βαδίζει ψηλαφιστά σχεδόν προς το αβέβαιο μέλλον της. Κάποιοι ποιητές -ελάχιστοι-, όπως ο Νικηφόρου, μπορούν με το έργο τους να σε κοιτάξουν στα μάτια, όταν οι περισσότεροι κοιτάζουν χαμηλά:

Δεν μένει παρά να κοιτάξεις
το θηρίο στα μάτια
καθώς σου πίνει κάθε μέρα το αίμα
στο μονοπάτι προς την κορυφή
που δεν υπάρχει

Ο Τόλης Νικηφόρου στο τελευταίο του βιβλίο, Αγνώστου Στρατιώτου, χαρίζει στους αναγνώστες του την προσωπική βιωματική του ιστορία καταγράφοντας ταυτόχρονα και την ιστορία της ίδιας της Θεσσαλονίκης, της πόλης που τον εξέθρεψε και τον καθιέρωσε ως γνήσια ποιητική persona, δεκαετίες τώρα. Αυτό που δήλωσε στην παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου του, «θα ήθελα να πεθάνω μ’ ένα μολύβι στο χέρι […]» καθορίζει και την προσωπική του αγωνία για την «επικοινωνία» του σύγχρονου κόσμου μας:

κανένα γυναικείο χέρι
δεν κράτησα δεν χάιδεψα ως τώρα
με την παλάμη μου
με τα ακροδάχτυλα τόσο ανάλαφρα
τόσο θερμά κι ερωτικά
όσο ένα κοινό μολύβι

Το «μολύβι», λοιπόν, είναι το άλφα και το ωμέγα του Τόλη Νικηφόρου. Αυτό είναι και η αποκάλυψη της γραφής του, με αυτό γράφει την «ακριβή και δύσκολη γεωμετρία της Ποίησης», όπως έγραφε ο Φλωμπέρ, και με αυτό αποθεώνει την καθημερινή πραγματικότητά μας -όποια κι αν είναι…

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα.

Ο ήχος της φυσαρμόνικας γλυκός και νοσταλγικός , σμίγει με τους στίχους του Τόλη Νικηφόρου και πλημμυρίζει τη ψυχή σου με την ομορφιά της απλότητας, ξυπνά τις μνήμες και ζωντανεύει στιγμές της Θεσσαλονίκης που έζησε ο ποιητής στη πόλη του, σε κάνει να ταυτιστείς μαζί του, να νοιώσεις το σφυγμό της πόλης και τις μυρουδιές στις γειτονιές της που σε τυλίγουν με τα αρώματα τους.
Ο Τόλης Νικηφόρου σε πολλά ποιήματα του αλλά και διηγήματα, μας μιλά γι αυτές τις στιγμές της Θεσσαλονίκης που ο ίδιος έζησε.
«Γεννήθηκα στην πυρίκαυστη καρδιά της πόλης, στην ανατολική πλευρά της Πλατείας Δικαστηρίων (σήμερα Πλατεία Αρχαίας Αγοράς). Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες, ο πατέρας μου από τη Μικρά Ασία, η μητέρα μου από την Ανατολική Ρωμυλία» μας λέει ο ίδιος. Και στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα
«Η γοητεία των δευτερολέπτων» όταν, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, το τραίνο σταματά κοντά στον Αξιό γράφει: «Αυτός ήταν ο τόπος μου, αυτή η θάλασσά μου, αυτή η γλώσσα μου και η γραμμή του αίματος χιλιάδες χρόνια τώρα απ’ τα παράλια της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας ως τη μεγάλη
πόλη των προσφύγων. Εδώ ήμουν προορισμένος να ζήσω, να γράψω
τα βιβλία μου και να πεθάνω. Εδώ βρίσκεται ο πλούτος της ζωής μου, όλοι σχεδόν οι άνθρωποι που αγάπησα, νεκροί και ζωντανοί. Η θάλασσα και τα κάστρα, η κάθε γειτονιά, η κάθε πλατεία και ο κάθε δρόμος σημαίνει κάτι για μένα.»
Ας περπατήσουμε με το ποιητή Κυριακή ξημέρωμα με το ψιλόβροχο να ποτίζει το χώμα, να σε τυλίγει η μυρωδιά της βρεγμένης γης, «ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα /και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι».
Πόσες φορές αλήθεια προσέξαμε το χαμόγελο μιας γλάστρας σ’ ένα μπαλκόνι, σε μια αυλή, σ ένα πεζούλι, Το άρωμα της γειτονιάς διάχυτο παντού, στα καλντερίμια και στα δρομάκια, εκεί που μεγαλώσαμε παιδιά, εκεί που οι μνήμες είναι γεμάτες παιγνίδια, ματωμένα γόνατα, γέλια κι ανεμελιά.
Ο Τόλης Νικηφόρου ζωγραφίζει με λέξεις τη πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, λέξεις που αναπνέουν με αγάπη και νοσταλγία και φτιάχνει εικόνες που κυλάνε μέσα μας σαν ταινία με τον καθένα να κρατά τον δικό του χαρταετό πάνω απ το δικό του κάστρο στο τόπο που μεγάλωσε.
Φορτωμένος μνήμες και μια ιστορία αιώνων «νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους» σμίγοντας την ανάσα σου με τις νότες της φυσαρμόνικας κι αφήνοντας το βλέμμα σου να ταξιδεύει πέρα μακριά «κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα» και κάτω από τις καμάρες να φτάνεις στη παραλία αναπνέοντας Θερμαϊκό.
Είναι όλα τόσο απλά και τόσο όμορφα σ αυτή τη πόλη. Ακόμα και ο καφές στα καφενεία της παραλίας μια ξεχωριστή ιεροτελεστία «πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς/αργά, πολύ αργά τον τούρκικο/και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα/με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη»
Μια ιεροτελεστία που σε ταξιδεύει στα όνειρα, πέρα από το «βαθύ γαλάζιο» της θάλασσας και της ψυχής.
«Όλα μου τα βιβλία, ποιητικά και πεζογραφίας, ακόμη και τα εντελώς φανταστικά, είναι πλημμυρισμένα από Θεσσαλονίκη. Από τη μητρόπολη της μνήμης και της ψυχής.» μας λέει ο ποιητής.
Όλο το ποίημα είναι η μνήμη και η ψυχή της Θεσσαλονίκης, ένας ύμνος όπου με τις νότες της φυσαρμόνικας «χρώματα σκοτεινά αναδύονται στο φως»
και οι λέξεις φωτίζουν ότι αγαπήσαμε και ότι ονειρευτήκαμε στο χτες, στο σήμερα και στο πάντα αυτής της πόλης.

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

Μυστικά και θαύματα (2007)

 

ΦΛΟΓΑ ΑΠ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

05/9/2017 http://tvxs /το βιβλίο

Από τη φλόγα της ποίησης στη στάχτη του παρόντος

Έχουν περάσει περισσότερα από 50 χρόνια από την πρώτη ποιητική συλλογή του Τόλη Νικηφόρου, και ακόμα ο ποιητής συνεχίζει το δημιουργικό δρόμο πού ξεκίνησε το 1966. Η «φλόγα απ’ τη στάχτη» (Μανδραγόρας, 2017) εντάσσεται κατά τη γνώμη μας στην τρίτη περίοδο της ποιητικής του πορείας, αυτή που ονομάσαμε ελεγειακό απολογισμό μαζί με τις συλλογές «μια κιμωλία στον μαυροπίνακα» (2012) και «σκοτεινά παράθυρα» (2014).
Η ποιητική του παραμένει εικονιστική (στο δρόμο για το πουθενά, ως τον υπόνομο) ενώ το καναβάτσο του είναι γεμάτο χρώματα (και ξαφνικά η ζωή, ονειροφαντασία θνητού, αρμονίη αφανής φανερής κρείττων, ευχαριστώ, γιατί το φως) και σημαντική παρουσία του φυσικού στοιχείου. Μία διαρκής κίνηση διακρίνει το ποιητικό του κάδρο (μήπως, εξόριστη θλίψη, ξαναγυρίζει στο μυστήριό του, ποιος τώρα, ανοιξιάτικο σπουργίτι, χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός, και ξαφνικά η ζωή, ονειροφαντασία θνητού) πλάι σε εικόνες οσφρητικές (αρμονίη αφανής φανερής κρείττων, μήπως) και ακουστικές (εξόριστη θλίψη, άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου, ποιος τώρα).
Ενώ όμως ο Νικηφόρου διατηρεί την χαρακτηριστική εικαστική στιχουργική του, τούτη η τελευταία συλλογή διακρίνεται από ένα πλήθος εσωτερικών -κι όχι μόνο- αντιθέσεων (γιατί το φως, άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου, εξόριστη θλίψη, μήπως, χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός, εσπερινή απολογία θνητού). Κλειστοί ή στενοί και ανοιχτοί χώροι συνυπάρχουν στη ίδια συλλογή, σκοτάδι και φως ή συχνά το πρώτο φως της μέρας ή ένα σπινθήρισμα αγκαλιάζονται σε μία διαρκή εικαστική μάχη αισιοδοξίας/ελπίδας και πεσιμισμού/απογοήτευσης.
Εξάλλου, το φως στην ποιητική του Νικηφόρου κατέχει σημαντική θέση, όπως λέει ο ίδιος (γιορτάζω, γιατί το φως) είναι μία ακτίνα μπροστά στο τίποτα, μία λύτρωση από τα τραύματα ενός πλάσματος του βυθού (ο ίδιος ο ποιητής). Είναι το αντιθετικό ζεύγος προς το σκοτάδι που δηλώνει την ίδια τη ζωή, τη νίκη έναντι του χαμού και της φθοράς. Μέσα σε ένα στιχουργικό ιστό νυχτερινών ή σκοτεινών χώρων και σκοταδιού (αρμονίη αφανής φανερής κρείττων, άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου, μήπως, απορημένα όλα), το φως προσφέρει μία νότα αισιοδοξίας (συλλέκτης τραυμάτων, γιατί το φως, ένα πρώτο φως, γιορτάζω, ευχαριστώ, εσπερινή απολογία θνητού, ολάνθιστη, ονειροφαντασία θνητού).
Η αισιοδοξία όμως αυτή προκύπτει ως μια προσπάθεια αντίστασης του ποιητή απέναντι στα προβλήματα που ταλανίζουν τόσο τον ίδιο όσο και την κοινωνία. Είναι η αντίδρασή του απέναντι στο χαμό αγαπημένων προσώπων, τη μοναξιά και το άγχος. Στην ουσία πρόκειται για μία αγωνιστική στάση απέναντι στις μεταβολές της ζωής που αναζητά το φως στις σκοτεινές της εποχές και μία διαφορετική οπτική για την ίδια την τέχνη σε μία προσπάθεια εξοστρακισμού της μαυρίλας και του φόβου για το θάνατο. Και τούτη η αισιοδοξία τροφοδότησε την εκφραστική διέξοδο στην ποιητική του Νικηφόρου».
Έτσι με επίκεντρο τον λυρισμό του φωτός ο ποιητής ταξιδεύει στο παρελθόν, αναπολώντας (στον ουρανό της μνήμης μου, χαμογέλασέ μου, ανοιξιάτικο σπουργίτι, μία άτυχη ζαριά) στιγμές μοναξιάς ή έρωτα (ο εσωτερικός εχθρός 2, εσπερινή απολογία θνητού, χαμογέλασέ μου), οδηγώντας σε έναν μονολογικό απομνημονευματικό απολογισμό. Βέβαια, τούτο δεν τον εμποδίζει να μιλήσει για την ποίηση (ξαναγυρίζει στο μυστήριό του, η διψασμένη άβυσσος, ονειροφαντασία θνητού) ή να στοχαστεί πάνω σε αφηρημένες έννοιες (σκιές από το τίποτα, γιορτάζω, στάση ζωής).
Ταυτόχρονα, όμως, ο ποιητής στοχάζεται για το παρόν με ευαισθησία εκφράζοντας την κοινωνική του αγωνία. Με επίκεντρο το αυτοαναφορικό υποκείμενο η ποιητική του αποκτά μία συλλογική διάσταση. Μόλο που το ποιητικό εγώ κυριαρχεί, δεν εγκλωβίζεται στις ατραπούς του ατομοκεντρισμού. Και μολονότι έχουν περάσει δεκαετίες από την εποχή των «άταφων» ή των «αναρχικών», ως ευαίσθητο αντιληπτικό όργανο της κοινωνίας ο Σαλονικιός ποιητής εκφράζει τις αγωνίες του για τους απόκληρους (κάποτε κάτι στον δρόμο για το πουθενά, ως τον υπόνομο, ονειροφαντασία θνητού, το άγριο θηρίο της μοναξιάς, ξαναγυρίζει στο μυστήριό του, η διψασμένη άβυσσος, στάση ζωής).
Έτσι όμως αφήνει σπέρματα μιας στροφής προς τη δημιουργία ενός κύκλου με την αρχική του πορεία στην ποίηση. Μοιάζει σα να θέλει να πλησιάσει τη νεανική ποίηση -κοινωνικής αναζήτησης- εκ νέου μέσα στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες, εκφράζοντας την αγωνία του για το κοινωνικό παρόν, πολύ μακριά όμως από την ουτοπία που ο ίδιος κυνηγούσε στις πρώτες συλλογές του. Έτσι, μέσα από την ωριμότητα της ηλικίας, τις απογοητεύσεις και τις χαρές που αυτή φέρνει ο Νικηφόρου μοιάζει με την εσωτερική δύναμη που διακρίνει τον ίδιο και την στιχουργική του να θέλει να επικοινωνήσει με το κοινό, εξομολογούμενος προσωπικά βιώματα και όσα παρατηρεί και σήμερα γύρω του.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

bookpress/22/8/2017

«Σαν να νικούσε κάποτε το θάνατο η αγάπη»

Ο ποιητής θα επισημάνει τα σημαντικά του από την πρώτη κι όλας σελίδα, με το πρώτο κι όλας τρίστιχο: σαν να μην ήταν το παιχνίδι/ απ’ την αρχή στημένο/ σαν να νικούσε κάποτε το θάνατο η αγάπη, εννοώντας βέβαια ακριβώς το αντίθετο: το παιχνίδι είναι γνωστό και χαμένο εκ των προτέρων, κανείς δεν μπορεί να νικήσει σ’ αυτό και η μόνη στάση που μπορεί να έχει κάποιος είναι η αξιοπρέπεια. Το κοίταγμα κατάματα του αναπότρεπτου, σε όρθια στάση, χωρίς μιζέριες και υπερβολικούς κλαυθμούς, η όρθια στάση ενός υπερήφανου τίποτα.
Ασκήσεις ματαιότητας τιτλοφορεί ένα επόμενο ποίημά του, όπου και οι λέξεις ακόμα λογίζονται ως μάταιες, ανώφελα δακρύζουν, αν και η ποίηση γράφεται από τον ποιητή για τους ομοιοπαθείς αδερφούς, τους καταδικασμένους αυτούς στη φθορά και στο θάνατο. Η παρηγορητική λειτουργία της Τέχνης δεν είναι πάντα ικανή να αναχαιτίσει την οδύνη της ύπαρξης σε όλες της τις εκφάνσεις. Ωστόσο ο ποιητής δηλώνει ότι είναι γαλήνιος, αλλά ταυτοχρόνως φλέγεται, δηλαδή έχει πλήρη συνείδηση του έργου που έχει αναλάβει. Ακολουθώντας τη μοίρα του ανθρώπου που, αν και γνωρίζει, συνεχίζει να παλεύει. “Δεν υπάρχει μοίρα που να μην νικιέται με την περιφρόνηση” έχουμε ακούσει ήδη άλλωστε από τον Αλμπέρ Καμύ. Ο άνθρωπος αποδέχεται αυτή τη μοίρα, αλλά την ίδια στιγμή με κάποιο τρόπο την αλλάζει, ορίζοντας ο ίδιος το πεπρωμένο του. Κάθε βιβλίο λοιπόν, του Τόλη Νικηφόρου, αν και είναι μια χειραψία με τη ματαιότητα αφού οι στίχοι είναι προορισμένοι να χαθούν στο βάθος του χρόνου, ταυτοχρόνως όμως είναι και ένα πείσμα, μια περηφάνια, επειδή ο αγώνας, όταν έχει αρχίσει, δεν αρμόζει να εγκαταλείπεται στη μέση. Η γραφή στην πορεία της ακροβατεί επάνω στα τραύματα του βίου, μοιάζει ωστόσο με τα φωτοτρόπα εκείνα λουλούδια που έλκονται από το ηλιακό φως, το αναζητά συνεχώς, σαν να θέλει να υπερβεί ή να απομακρύνει το σκοτάδι που θα φτάσει κάποτε αμείλικτο. Και μοιάζει με άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου. Μια ωραία επίσης εικόνα -κατά Νικηφόρου- των ποιητών: παράξενα πλάσματα/ αμετανόητα/ να γράφουν με σπασμένα δάχτυλα/ να τραγουδούν με κομμένο λαιμό. Με οποιοδήποτε τίμημα λοιπόν, με οποιεσδήποτε δυσκολίες, η ποιητική γραφή συνεχίζεται για τους αποφασισμένους. Η γραφή είναι η περιγραφή των τραυμάτων, αλλά ταυτοχρόνως και η περιγραφή του ενδυναμωμένου εαυτού, όπως σχηματίζεται με τις διαρκείς μετατροπές του στο διάβα του καιρού. Είναι η στιγμιαία έκλαμψη που αναδύεται με την αρχική έμπνευση, προσφέρει τις κατάλληλες διατυπώσεις και κατόπιν αποσύρεται στο μυστηριακό της χώρο, από όπου και μια επόμενη φορά θα αντλήσει τα θέματά της. Η γραφή είναι η απεγνωσμένη αναζήτηση της απαγορευμένης αλήθειας, πετά στα ψηλά ξαναγυρίζοντας όμως ύστερα στα χαμηλά και τα καθημερινά και υμνώντας τις συνηθισμένες στιγμές που συνιστούν την ανθρώπινη ζωή, μια ηλιαχτίδα, ένα δέντρο, το αεράκι που φύσηξε, ένα άγγιγμα, ένα βιβλίο, τις νότες μιας μουσικής που ευχαρίστησε την ψυχή, τα ανεκτίμητα μικρά πράγματα, που θεωρεί ο ποιητής σαν ίχνη ενός άγνωστου Θεού. Το εφήμερο και το φευγαλέο γίνονται έτσι, δείκτες της αιωνιότητας. Μα και η αφανής αρμονίη φανερής κρείττων θα αναδειχθεί -μέσω ενός τίτλου ποιήματός του- σε πλήρη συμφωνία με τη ρήση του Ηράκλειτου, επειδή υπάρχει στον κόσμο η λάβα που νεκρώνει, αλλά και η πηγή του κρυστάλλινου νερού που ζωοποιεί, η αστραπή που κατακαίει, αλλά και η ανοιξιάτικη ορμή που αναγεννά, ο Άδης έχει και Παράδεισο, το χώμα δέχεται το περπάτημα του ζωντανού, αλλά και το σώμα του νεκρού και το όλον του κόσμου αποτελεί τη θαυμάσια συνένωση της αρμονίας των αντιθέτων. Και οι βοήθειες στο γήινο δρόμο και αγώνα μας; Οι φλογερές αυταπάτες του έρωτα ή της τέχνης θα υποστηρίξει. Ο έρωτας είναι πνοή που περνά συχνά -σε αυτήν και σε παλαιότερες συλλογές- μέσα στο έργο του Τόλη Νικηφόρου. Ο ήχος της φωνής, η λάμψη από τα μάτια, το βελούδο των χεριών, το πρόσωπο που χαμογελάει είτε δίπλα του, είτε μέσα στις αναμνήσεις που υγραίνουν την ψυχή. Βέβαια ο έρωτας κάποτε δεν διαρκεί για πάντα. Και …από μέσα/ προδίδονται οι μεγάλοι έρωτες όταν έχουν θεμέλια σαθρά. Δεν θα πάψει όμως να τον αναζητάει: να ερχόσουν πάλι ευλογία του έρωτα/ εδώ και χρόνια πια λησμονημένη άνοιξη, καθώς ο έρωτας τροφοδοτεί, σε κάθε ηλικία μάλιστα, την ύπαρξη με παλλόμενη χαρά. Από τις σελίδες του θα περάσουν εμβόλιμα και οι κοινωνικές του ευαισθησίες μιλώντας για παιδιά της προσφυγιάς, για παρατημένους γέρους, για ανάπηρους που ζητιανεύουν, για περιφερόμενους ανέργους, για τις γυναίκες του δρόμου και τους εφήβους με τις ενέσεις, όταν ο άνθρωπος μοιάζει να εξισώνεται με τα σκουπίδια που κυλούν στον υπόνομο, όταν στο μεταξύ έχουν περισσέψει τα ωραία λόγια και οι πολιτικές ρητορείες. Και οι οδηγίες βίου του: να είσαι καλός και να έχεις ανοιχτή πάντα την καρδιά σου στον διπλανό, στον πιο μικρό και ανυπεράσπιστο. Έτσι θα νικηθεί -δια της συναλληλίας- μας λέει και το θηρίο της μοναξιάς.
Ο Τόλης Νικηφόρου στην μακρόχρονη πορεία του με τριαντατέσσερα βιβλία, εκ των οποίων τα είκοσι ποιητικά, έχει αποδείξει ότι σέβεται την ποιητική του ιδιότητα. Ξεκίνησε μάλλον ως θεράπων της ονομαζόμενης κοινωνικής ποίησης, στα τελευταία του όμως βιβλία η γραφή του έχει λάβει χαρακτήρα μυστικιστικό. Πάμπολλες οι αναφορές στο φως και μέσα στη συλλογή αυτή, πότε ως πρώτο φως, πότε ως φως πατρίδα (υμνώ το φως/ γιατί το φως πηγάζει από μέσα μου/ γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα), πότε ως φως λυτρωτικό, πότε ως φως που εξορκίζει το σκοτάδι, πότε ως φως που περιβάλλει μια ευτυχισμένη χώρα χωρίς πόνο και θάνατο, ή άλλοτε ως φως συγγενές με τα τραύματα και ως φως των ματιών της αγαπημένης, πάντως φως άξιο ύμνων. Για να αποκτήσει αμεσότητα χωρίς περιορισμούς αφήνει κατά μέρος εντελώς τη στίξη και τα κεφαλαία γράμματα, διαχωρίζοντας απλώς -όπου νομίζει ότι χρειάζεται- τις σκέψεις του με κενά διαστήματα εν είδει παραγράφων. Τα παρόμοια και επανερχόμενα μοτίβα που μεταχειρίζεται στα πλαίσια ενός ευδιάκριτου προσωπικού ύφους, αποδεικνύουν ότι η ποίησή του είναι αυθεντική και βγαίνει από τα βάθη της ύπαρξής του και όχι ευκαιριακή και προς εντυπωσιασμό. Τη διατρέχει μια εκφραστική λιτότητα χωρίς οποιουδήποτε είδους υπερβολές, με την οποία υποστηρίζει με θαυμαστή επάρκεια τα νοήματά του. Με λέξεις συνήθως απλές, οι οποίες όμως στους κατάλληλους συνδυασμούς τους επιφέρουν στον αναγνώστη ένα αίσθημα παραμυθίας και πληρότητας. Μια διαφαινόμενη ρομαντική ιδιοσυγκρασία που επιμένει στον αγώνα που της έχει ταχθεί επί σειρά ετών και θα επιμείνει -όπως φαίνεται με τη συχνή του και αδιάλειπτη παρουσία στα γράμματα- ως την τελευταία στιγμή. Ναι λοιπόν στο μολύβι που επιμένει, ναι στη γραφή που είναι η ανάγκη του καλλιτέχνη σαν φλεγόμενου και χωρίς ησυχία όντος, αν δεν ασχοληθεί με την τέχνη του, τόσο που και τη στάχτη μπορεί να μετατρέψει σε φλόγα με τις εμπνεύσεις του, από το τίποτα -σαν μικρός θεός- μπορεί να αναστήσει τα πλάσματα του κόσμου της δικής του δημιουργίας.
Ο Τόλης Νικηφόρου θεωρώ ότι θα ήταν αξιότιμος ποιητής, ακόμα κι αν είχε γράψει μόνο τον καταπληκτικό στίχο του παρελθόντος ποια είναι η γλώσσα/ που μιλάει το φως;, που συνάντησα μέσα στη συγκεντρωτική με ερωτική ποίηση συλλογή του Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου. Μου φέρνει στη μνήμη μου τον άλλο θεσπέσιο στίχο του Νικηφόρου Βρεττάκου παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω/ σ’ ευθείες το φως. Και δεν ξέρω εάν απάντησε τελικά ικανοποιητικά στον εαυτό του σε αυτό το παλιό ερώτημά του περί της γλώσσας του φωτός ο ποιητής, αλλά νομίζω ότι η δική του γλώσσα ξέρει να μεταφέρει με επιτυχία το φως στην καρδιά του ευεπίφορου αναγνώστη.

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΦΡΕΑΡ/27/6/2017

Το εικοστό βιβλίο ποίησης, το τριακοστό τέταρτο συνολικά του Θεσσαλονικιού ποιητή και πεζογράφου Τόλη Νικηφόρου. Μία πορεία στα γράμματα που άρχισε με την ποιητική συλλογή Άταφοι του 1966 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με μία σταθερή κανονικότητα, μια και τα τελευταία χρόνια εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Μανδραγόρα του ποιητή Κώστα Κρεμμύδα, περίπου ένα βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου κάθε χρόνο.
Ο Τόλης Νικηφόρου θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς, είναι σαν τους ζωγράφους που ζωγραφίζουν το ίδιο τοπίο συνέχεια, κάθε φορά όμως κάθε πίνακας τους είναι διαφορετικός. Αλλάζουν οι ιριδισμοί, οι αποχρώσεις, τελειοποιείται κάθε φορά το στυλ, το πινέλο κινείται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στο χέρι τους, η θάλασσα φαίνεται πιο ζωντανή, το βαθύ γαλάζιο της αντίο πλαταίνει. Η αγάπη βαθαίνει.
Ο Τόλης Νικηφόρου διατηρεί την ίδια θεματολογία, πολλές φορές χρησιμοποιεί ακόμα και ίδιες λέξεις σε κάθε συλλογή του, όμως κάθε φορά σε κάθε συλλογή, σε κάθε νέο ποίημα, ξαφνιάζει και δονεί όλο και περισσότερο τον αναγνώστη του. Είναι σαν ο ίδιος ο ποιητής να αναβαπτίζεται στην τέχνη του και να προβάλλει καινούργιος κάθε φορά με ενισχυμένη όμως την ποιότητα της γραφής του.
Μία φορά και έναν καιρό ενώθηκε η Μικρά Ασία με την Ανατολική Ρωμυλία και κάπου εκεί στο βάθος της θάλασσας γεννήθηκε μία ποίηση γεμάτη φως. Ένα αγόρι που κοιτάει μέσα από το τζάμι. Γνωρίζει ήδη το Ανείπωτο. Η ρότα έχει χαραχτεί, η προφητεία έχει επαληθευτεί.
Τριάντα τέσσερα ποιήματα η συλλογή. Ο ποιητής κρατάει έναν κανόνα. Ποτέ δεν συμπεριλαμβάνει πολλά ποιήματα σε μία συλλογή.
Έμπειρος πια τεχνίτης εξασφαλίζει την ισορροπία, την αρμονία, την λιτότητα, την μουσικότητα, την συμπύκνωση, την αφαίρεση, την ομορφιά στους στίχους του. Κόβει και ράβει, ξεφορτώνεται το περιττό, κρατά μόνο το αυστηρά ουσιαστικό, το μοναστηριακά ασκητικό, το ένα μήλο πάνω στο τραπέζι.
Το ποίημα, πιστεύει ο Τόλης Νικηφόρου, όταν γεννιέται (και ας μην ξεχνάμε όπως γράφει ο ίδιος στο εξαιρετικό και υποδειγματικό του ποίημα ποιητικής «ότι κάθε ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί»), το ποίημα λοιπόν την ώρα που γεννιέται είναι όπως ένα μωρό που βγαίνει από την μήτρα, πρέπει κάποιος να το περιποιηθεί, να το καθαρίσει από τα αίματα και ύστερα να το εναποθέσει στο χαρτί.
Όμως τα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου καθόλου δεν κινδυνεύουν να κατηγορηθούν εγκεφαλικά. Και αυτό γιατί μπορεί κανείς να αφουγκραστεί την καρδιά τους να χτυπά. Είναι ποιήματα γνήσια, αισθαντικά, συναισθηματικά, υγρά, ρέοντα και παλλόμενα και τις νύχτες αλλάζουν διαρκώς σχήμα πάνω στα δάχτυλα του αναγνώστη που τα ξεφυλλίζει.

Όρθιος
σαν να μην ήταν το παιχνίδι/απ’ την αρχή στημένο/σαν να νικούσε κάποτε/τον θάνατο η αγάπη…όρθιος/περήφανο ένα τίποτα/στην άβυσσο της λήθης.

Ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής ο ποιητής δίνει το στίγμα του. Με λίγους μόνο στίχους αναγνώστης και ποιητής στέκονται μαζί μπροστά στην ζοφερή άβυσσο που χαίνει. Όλη η ατμόσφαιρα του ποιήματος επιτυγχάνεται με μία σπουδαία οικονομία αλλά και επιλογή λέξεων, ακόμα και τα κενά του ποιήματος θυμίζουν άβυσσο. Ο ποιητής όμως στέκεται όρθιος. Και αθώος. Εξαγνισμένος και αναβαπτισμένος. Δεν φοβάται. Γράφει πάνω από το κενό. Γιατί είναι το μόνο που ξέρει. Το μόνο που μπορεί.
Φλόγα από την φωτιά/ φλόγα από την στάχτη. Φλογισμένος, πυρακτωμένος και φλεγόμενος ο ποιητής, μέσα από τα συντρίμμια, τα ερείπια την στάχτη, αλλά και την σταθερή ιερή φλόγα της έμπνευσης. Φλέγει και φλέγεται. Γνωρίζει την ματαιότητα, αλλά γράφει. Γιατί είναι ταγμένος. Γιατί αυτή είναι η αποστολή του. Γιατί όταν γράφει γιορτάζει την παντοδυναμία της στιγμής, την έκρηξη του τώρα που παλεύει το ποτέ, του φωτός που παλεύει το σκοτάδι. Και είναι γενναία η πράξη αυτή, η απεγνωσμένη, η απέλπιδα, γιατί ο ποιητής συνεχίζει να γράφει, ενώ ξέρει ότι η τράπουλα είναι σημαδεμένη.
Και στις σκοτεινές διαδρομές και στους λαβύρινθους της σκέψης αναζητά το πρώτο εκείνο φως, το προαιώνιο, το άχρονο, το ασχημάτιστο ακόμα φως, την έμπνευση. Υμνεί λοιπόν ο ποιητής το φως, γιατί ο ίδιος «είναι πλάσμα του βυθού/ που απώλεσε τον ουρανό/ και τον αναζητά/ και τον επικαλείται απελπισμένα».
Γιατί σύμφωνα με τον Τόλη Νικηφόρου οι ποιητές είναι
άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου
παράξενα πλάσματα/αμετανόητα/να γράφουν με σπασμένα δάχτυλα/να τραγουδούν με κομμένο λαιμό/…
ταχυδρομικά περιστέρια/ σε χώρα κυνηγών/μικρά θερμαντικά σώματα στην επικράτεια των πάγων/…
μικρά δακρυσμένα αδέλφια

όπως γράφει στο σπαρακτικό του ποίημα. Ένα ποίημα αλληλεγγύης και αγάπης για όλους τους εν ποιήσει αδελφούς, όλους τους ευαίσθητους ανθρώπους που διαχρονικά προσπαθούν να γράψουν την στιγμή που το περιβάλλον γύρω τους γίνεται όλο και πιο εχθρικό και η πραγματικότητα απειλεί να τους στραγγαλίζει με τα γκρίζα της γάντια.
Γιατί η φαντασία έρχεται πάντα αντιμέτωπη με την εξουσία, γιατί η ποίηση είναι πράξη βαθιά επαναστατική και συγχρόνως εξόχως τρυφερή.
Γιατί τα τραύματα είναι το δώρο μας, γιατί γράφουμε με μελάνι το αίμα μας.
Γιατί το τραύμα είναι το σώμα του ποιητή, το σώμα της ποίησης.
Γιατί υπάρχει ένα μυστήριο στο πούπουλο που γίνεται νιφάδα, σε ένα χαμόγελο που αγγίζει στιγμιαία, σβήνει και μετατρέπεται σε ποίημα, ένα μυστήριο στο κάτι που εξατμίζεται, που ανασυντίθεται και αστράφτει «πάλι».
Κάπου μακριά στο σπίτι κάθε ποιητή, ενεδρεύει το τίποτα. Κάθεται με το πελώριο μαύρο στόμα του ανοιχτό σε μία βαθιά πολυθρόνα και κάποιες φορές φουσκώνει και μεγαλώνει και η σκιά του εμφανίζεται τρομακτική. Τότε ο ποιητής γράφει. Και είναι αυτός ο άνισος αγώνας με το τίποτε όλη η περιπέτεια της γραφής όπως μας την παρουσιάζει ο Τόλης Νικηφόρου. Γιατί ίσως ένα ποίημα είναι μία φωτογραφία, μία αποτύπωση της στιγμής στον ουρανό της μνήμης του ποιητή
Είδα/στο Hyde Park τους κρόκους/ν ‘ανθίζουν εκθαμβωτικά/μέσα στο χιόνι/από τα βάθη της Ασίας ένας άγνωστος/στην Κόκκινη Πλατεία μου έσφιξε το χέρι/με χτύπησε φιλικά στην πλάτη/απρόσμενα/σε κάποιο πεζοδρόμιο της Θεσσαλονίκης/ένα γατάκι τρίφτηκε στο παντελόνι μου/…
Το πιο φωτεινό όμως αστέρι/στον ουρανό της μνήμης μου/είναι το πρόσωπό σου στο παράθυρο/πέρα μακριά μες στο σκοτάδι/να μου χαμογελάς και να μου γνέφεις/καθώς γύριζ’ αργά απ’ το γραφείο/έρημος σ’ έρημους δρόμους στο Λονδίνο.
Ο έρωτας αέρινος, νοσταλγικός, κρυστάλλινος πάλι παρών και σ’ αυτή την συλλογή του Τόλη Νικηφόρου. Εύθραυστος, γλυκόπικρος, αναλαμπή στο σκοτάδι, αφήνει χνάρια από πυγολαμπίδες. Είναι το θαύμα, είναι ο αφανισμός. Είναι κυρίως όμως πάλι η ποίηση.
Στην πραγματικότητα όλα τα ποιήματα του βιβλίου αυτού είναι ποιήματα ποιητικής. Θα τολμούσα να πω ότι περισσότερο από ποτέ, αυτό το τελευταίο βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου είναι μία κατάθεση, μία απολογία αλλά και μία καταγραφή των σταθμών του ταξιδιού του Ποιητή, κάθε ποιητή μέσα από τις κοιλάδες της σκιάς, την πάλη με τα τέρατα του τίποτα και της ματαιότητας, την νοσταλγία για αυτό που δεν υπήρξε, την εγκόλπωση της νύχτας αλλά του πρώτης αυγής, του έρωτα αστραπή, του έρωτα νερό, του έρωτα που γκρεμίζεται από μέσα. Ο ποιητής ψάχνει τους συνταξιδιώτες του, αυτούς που θα τον καταλάβουν, γίνεται τα τραύματά του, γίνεται νοσταλγία, μυείται και ανακαλύπτει τα συνεχή θαύματα του κόσμου και τέλος γίνεται ο ίδιος ποίημα.
Ή όπως γράφει ο ίδιος η νύχτα γίνει εγώ/και όνειρο.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

diavasame.gr/25/4/2017

ονειροφαντασία θνητού

όταν στερέψουν κάποτε οι πηγές
κι εξατμιστεί η θάλασσα δακρύων
θα αναδυθεί μέσα στο φως
μια χώρα ευτυχισμένη

θα έχουν ήδη εξοριστεί για πάντα
ο πόνος και ο θάνατος
σ’ έρημο γαλαξία μακρινό
και δίκαια πια η χώρα αυτή
θα ονομάζεται πατρίδα

μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι
στην προκυμαία θα εμφανιστούν και πάλι
οι αγαπημένοι μας νεκροί
ακέραιοι και φωτεινοί όπως τότε

κι όλοι μαζί θα γίνουμε
εξαίσια ποίηση και μουσική
όχι όπως παλιά γραμμένη με αίμα
μα με την έκσταση
τα θαμπωμένα μάτια εκείνων
που επιτέλους επιστρέφουν στην πατρίδα
(από τη σελ. 36).

Έτσι, χωρίς κεφαλαία και στίξη, χαμηλόγνωμα αλλά όχι πάντα χαμηλόφωνα, ο ποιητής-φιλόσοφος Τόλης Νικηφόρου είναι κατ’ αρχήν και κυρίως οραματιστής-προφήτης. Κι αν ξεχώρισα αυτό το ποίημά του είναι γιατί συγκοινωνεί υπογείως με το ντοστογιεφσκικό «Όνειρο ενός γελοίου», εκεί όπου καταδεικνύεται με τον αυστηρότερο τρόπο η κακομοιριά και η μεγαλοσύνη του ανθρωπίνου όντος, που μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να μετατραπεί από θηρίο σε άγγελο κι από δράκοντα σε τρυφεράδα ατελείωτη. Αν ο όρος «ιερόν τέρας» σημαίνει κάτι ακόμα σήμερα, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να επιφυλάσσεται κυρίως και πρωτίστως για τους ποιητές, αφού είναι οι μόνοι που κονταροχτυπιούνται με το Άγνωστο και δίνουν τροφή στο Άφατο, παρέχουν αφειδώς «γην και ύδωρ» εις το Άρρητο, δεν ανήκουν σε καμία φυλή παρά μόνο στη γλώσσα που κεντούν κι οραματίζονται για όλους εμάς, αντί ημών, τα βέλτιστα ή τα αίσχιστα, τα ήκιστα ή τα μέγιστα.
Ο ποιητής απολαμβάνει το αγαθό της μεγίστης δυνατής Ελευθερίας, αφού η γλώσσα είναι ο κώδικας που περιορίζει τα πράγματα καταπιέζοντας ανθρώπους, ζώα και φυτά, κάθε τι που θα υποπέσει στην ισοπεδωτική λαίλαπα της ονοματοθεσίας της. Ο ποιητής είναι ελεύθερος – όταν ποιητής είναι κι όχι τζουτζές, σκυλάκι σαλονιού στον καναπέ της κάθε εξουσίας… Φτάνει να θυμηθούμε τον Διογένη. Όταν αρνήθηκε σιωπηλά, ευγενικά και διακριτικά τις προσφορές του μεγάλου στρατηλάτη, αφού το μόνο που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή ήταν ο ήλιος προκειμένου να ολοκληρώσει τη δική του διαδικασία φωτοσυνθέσεως, επέσυρε φυσικά τη μήνιν των αυλοκολάκων, οι οποίοι φυσικά κι απεχθάνονται οποιονδήποτε άλλον είναι ολιγότερον γλοιώδης από δαύτους. Ζήτησαν λοιπόν από τον Μέγα Αλέξανδρο να τον τιμωρήσει. Εκείνος όμως ως φιλό-σοφος αρνήθηκε και δήλωσε ευθαρσώς: «Όχι, γιατί εάν δεν ήμουνα ο Αλέξανδρος θα ήθελα να ήμουνα ο Διογένης!».
Έτσι λοιπόν και με τον Τόλη Νικηφόρου. Όλοι όσοι γράφουμε κι έχουμε το γνώθι σαυτόν θα θέλαμε να είμαστε στη θέση του, για τρεις τουλάχιστον λόγους: πρώτον για τη διάρκεια, δεύτερον για την εμμονή στην ποιότητα, και τρίτον για τον οραματικό βηματισμό του.
Τριακοστό τέταρτο αυτό το βιβλίο του (και όγδοο για τις πάντα επιμελημένες εκδόσεις Μανδραγόρας), δείχνει μια συνεχή πορεία πάνω από τη στάχτη της καθημερινότητας, σαν την ουρά ενός δράκοντα, ενός δεινόσαυρου, που υπερβαίνει για λίγο τη λάσπη του βάλτου που έχει γίνει η πνευματική ζωή μας.
Όμως δεν θέλω να σας αποκαλύψω κι άλλο ποίημα από αυτή την ευκλεή ποιητική συλλογή. Σας προτείνω να την ανακαλύψετε εικόνα προς εικόνα, ανάσα προς ανάσα, στίχο προς στίχο, γεγονός εικαστικό προς γεγονός εικαστικό, γιατί όπως όλοι οι καλοί ποιητές έτσι και ο Τόλης Νικηφόρου αντέχει ν’ απευθύνεται και στις έξι (τουλάχιστον) αισθήσεις μας ταυτοχρόνως.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΦΡΕΑΡ/18/4/2017

ευτυχισμένος όπως ο Σίσυφος

Στην ποίηση του Τόλη Νικηφόρου εισέρχεσαι αργά. Μετράς τις λέξεις και τις ανοίγεις σαν βιβλίο. Η κάθε μία ζυγισμένη στο βάρος που της αναλογεί, δεν περισσεύει ούτε υπολείπεται. Κι έπειτα όλες μαζί, μέσα στο κάθε ποίημα, να δένουν σε μια εικόνα, εικόνα ζωής. Πώς νιώθεις όταν έχεις διανύσει ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής και ακόμα ανεβαίνεις; Ο ποιητής δηλώνει από τον τίτλο της συλλογής ότι από τη στάχτη βγαίνει φλόγα. Ας τον πιστέψουμε:

[…]
κάθε βιβλίο μου
στην άβυσσο του τίποτα
είναι ένα πείσμα
μια περηφάνια

Έχει σημασία να το λέει αυτό ένας ποιητής που σε όλη του τη διαδρομή ως τώρα έγραφε, όταν είχε αληθινά κάτι να πει. Και είχε πολλά να πει και να μοιραστεί με τον αναγνώστη του. Τώρα, λοιπόν, μοιάζει μέσα από τα ποιήματά του να αποτιμά τη ζωή του (την πραγματική αλλά και τη λογοτεχνική – αν φυσικά έχει κάποια σημασία η διάκριση αυτή μεταξύ τους). Σε παλαιότερη ποιητική του κατάθεση έγραφε:

δε μένει παρά να κοιτάζεις
το θηρίο στα μάτια
καθώς σου πίνει κάθε μέρα το αίμα
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

Και τώρα επανέρχεται:

[…]
όρθιος
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

(όρθιος)

Νομίζω πως μας προκαλεί να σταθούμε στην αλήθεια των στίχων του και να διαβάσουμε πίσω από τις λέξεις.
Από το πρώτο ποίημα κιόλας, έκανα έναν απρόσμενο συνειρμό, ως είθισται με την αυθαιρεσία αλλά και την αθωότητα του αναγνώστη, που αγαπά να συνδέει τα δικά του διαβάσματα με αυτά του εκάστοτε συγγραφέα και να επιζητεί την επιβεβαίωση μέσω της ταύτισής τους. Αυτή η πορεία του Νικηφόρου προς μια κορυφή (στην ουσία ανύπαρκτη) συνδέεται κατά άμεσο τρόπο με ένα κείμενο που καθόλου ποιητικό δεν είναι, ωστόσο με την ίδια οπτική πολύ βαθιά στην ουσία των ανθρώπινων πραγμάτων καταδύεται. Όπως και η ποίηση του Νικηφόρου σε όλες της τις εκδοχές. Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι μπορεί να γειτνιάζει η ποίηση με το φιλοσοφικό δοκίμιο. Με γνώμονα αυτό διαβάζω τα ποιήματα έχοντας στο βάθος του μυαλού ότι κοινό υπόστρωμα στη σκέψη του ποιητή, από τη μια, και του φιλοσόφου (στην προκειμένη περίπτωση) Αλμπέρ Καμύ, από την άλλη, θα πρέπει να υπάρχει, γιατί το παράλληλο εδώ είναι ο «Μύθος του Σίσυφου – Δοκίμιο πάνω στο παράλογο».
Επιχειρεί ο Νικηφόρου, καθώς λέει, μια χειραψία με τη ματαιότητα, όπως ακριβώς η εμβληματική μορφή του μυθικού Σίσυφου, κάτω από τη φιλοσοφική της εκδοχή από τον ανατόμο του παραλόγου, επιμένει να ανεβαίνει τον λόφο με το ασήκωτο βάρος του βράχου που τιμωρήθηκε να κουβαλά, και που με τη σειρά του επιμένει διαρκώς να κατρακυλά στα ριζά του λόφου, σε μια μαρτυρική ματαίωση της όλης προσπάθειας. Και όμως, στη φιλοσοφική οπτική του Καμύ ο Σίσυφος θα μπορούσε να θεωρηθεί και ευτυχισμένος:
Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.
(Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σίσυφου – Δοκίμιο πάνω στο παράλογο, εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1973)
Έτσι και εδώ ο Νικηφόρου δηλώνει όρθιος, να κοιτάζει το θηρίο στα μάτια. Απέναντι στην επαναλαμβανόμενη απειλητική ματαίωση ποια δύναμη εφευρίσκεται;

να αποδεχτείς τη ματαιότητα
το σκοτεινό μηδενικό
που καθημερινά στα βήματά μας ενεδρεύει

να ζήσεις πάντα διψασμένος
ερωτευμένος με τα θαύματα
λες κι είσαι δεκαοχτώ χρονών
λες και δεν πρόκειται αύριο
να γίνουν όλα στάχτη
ή ακριβώς γι’ αυτό
[…]

(στάση ζωής)

Κατανοώ διαβάζοντας ότι όλη η τραγικότητα αυτής της διαπίστωσης εντοπίζεται στη φράση «ή ακριβώς γι’ αυτό». Και φυσικά η δύναμη πηγάζει από την αποδοχή αυτής της διαπίστωσης, από τη βίωση του τραγικού.
Συνεχίζω συνειρμικά με έναν άλλο ποιητή, τον Λουκά Κούσουλα (οι συνομιλίες των ποιητών δεν έχουν τέλος ευτυχώς), που σχολιάζοντας ποιητικά τον ευτυχή (κατά τον Καμύ) Σίσυφο θα γράψει:

[…]
Όταν η ευτυχία προϋποθέτει – μάλλον,
αυτό είναι: σαλτάρισμα!
Ο Σίσυφος που κατεβαίνει το λόφο.

(Λουκάς Κούσουλας, Τα ποιήματα, 1962-2002, εκδόσεις Δόμος, 2003)
Αναφέρεται, λοιπόν, ο Νικηφόρου σε έναν κοινό τόπο για όσους κατανοούν τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία (αν θέλουμε εδώ να θυμηθούμε και τον άλλο εκλεκτό της γραφής, τον Άγγελο Σικελιανό, που άγγιξε κι αυτός τις δικές του κορυφές με τη γνώση του μάταιου αγώνα). Και την εξαιρετική θέα της ζωής από αυτόν τον τόπο υπερασπίζεται με την ποίησή του. Ερωτευμένος με τα θαύματα, με τη ζωή και με τον έρωτα τον ίδιο, συλλέκτης των τραυμάτων του κάνει κατάπληκτος τη διαπίστωση:

[…]
ότι απ’ τα γονίδια πιο πολύ
κι απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή
είμαι τα τραύματά μου

(συλλέκτης τραυμάτων)

Μια αποτίμηση ζωής, όπως αυτή που επιχειρείται εδώ, συνεκτιμά και την ποιητική πορεία, φυσικά όχι μόνον επειδή το όχημα της σκέψης είναι το ποίημα, αλλά κυρίως γιατί οι έννοιες ποιητής και άνθρωπος στην περίπτωση του Τόλη Νικηφόρου δεν μπορεί παρά να συμπορεύονται. Και τότε είναι που ο λόγος ο ποιητικός νιώθει την αδυναμία του να μιλά για τα δικά του τραύματα μπροστά στα τραύματα των άλλων:

[…]
γράφω αν και γνωρίζω
πως η οδύνη ακυρώνει
κάθε συνδυασμό των λέξεων
κάθε αθώο ποίημα
κι όταν ακόμη εκείνο σφίγγει τη γροθιά του

κι όταν ακόμη ανώφελα δακρύζει

(ασκήσεις ματαιότητας)

Μιλά όμως και δεν εγκαταλείπει αυτό που κάνει εδώ και πενήντα χρόνια και έχοντας καταθέσει τον λόγο του (ποιητικό και πεζό) μέσα σε 34 βιβλία. Λόγος εσωτερικής δύναμης, με ειλικρινή τη διάθεση επικοινωνίας με τους ανθρώπους που συνοδοιπορούν μαζί του σε μια ζωή δύσκολη και ανηφορική, σε μια σισύφεια πορεία. Και σαν γνήσιος ποιητής που είναι δεν διστάζει να προτείνει τη συνειδητή στάση απέναντι στη μάταιη αναζήτηση του ανθρώπου για απαντήσεις στα ερωτήματά του και στην ταυτόχρονη σιωπή του κόσμου.

[…]
αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο
στον δρόμο που δεν έχει τέλος
στο τέλος που δεν έχει ελπίδα
[…]

Ο Τόλης Νικηφόρου στα ποιήματά του αυτά (περισσότερο από ποτέ) κινείται ανάμεσα στο τότε της νοσταλγίας και στο ποτέ της ματαίωσης, αφήνοντας ωστόσο μικρές χαραμάδες για μια θέα -έστω και ελάχιστη- στο αύριο. Ακόμα κι αν αυτό το αύριο δηλώνεται από τον ίδιο ουτοπικό, όμως εμπεριέχει την πεποίθηση ότι αξίζει να το κυνηγάς. Έχουν εκλείψει σήμερα τέτοιες γραφές, που με όχημα τον δυνατό και ευθύβολο λόγο ανοίγουν ένα παράθυρο σε μια άλλη θέαση και βίωση του κόσμου. Πιο οδυνηρή στην ανηφορική της πορεία αναμφίβολα, όμως περισσότερο οικεία, άρα περισσότερο ουσιαστική. Και ο φορέας αυτής της ποίησης (αλλά και της στάσης ζωής) θα πρέπει με τα μέτρα του σισύφειου μύθου να θεωρείται -γιατί όχι;- ευτυχής.

 

ΡΙΓΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ. 63 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

 

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ ΤΕΥΧ. 17-18/2017

Ο ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Εξήντα τρία ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου, που υμνούν με αμέριστη ειλικρίνεια την αγάπη για το «έτερον ήμισυ», για το μοναδικό άλλο μισό του
εαυτού του, που του προκαλεί ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής της.
Ο πρωτότυπος τίτλος της συλλογής δονείται από το ρίγος που υποδουλώνει τον ποιητή στη φωνή της αγαπημένης, με μια αιχμαλωσία που κρύβει ερωτισμό και απόλυτη υποταγή στο άκουσμα της φωνής του αγαπημένου προσώπου, συναίσθημα γνώριμο σε κάθε αναγνώστη, με την προϋπόθεση ότι είναι δέσμιος του έρωτα.
Στο ποίημά του «παλιές γραφές και θαύματα» ο Νικηφόρου αναφέρει:

κι εγώ
ρίγος αιχμάλωτο
στον ήχο της φωνής σου
βαθιά στα μάτια σου
κρυμμένη λάμψη
καυτή ανάσα
που ανεμίζει τα μαλλιά σου.

Ο ποιητής αγάπησε και συνεχίζει να αγαπά με σεβασμό και σταθερότητα τη γυναικεία ύπαρξη, τη σύντροφο της ζωής του, ενώ παράλληλα εκτιμά, θαυμάζει και αγαπά κάθε γυναίκα.
Αυτή η υγιής, ανιδιοτελής και άνευ όρων αγάπη του θα υπάρχει με διαχρονική δύναμη και αξία, νικώντας το τίποτα και δαμάζοντας τον χρόνο.
Ακολουθώντας, λοιπόν, τον Τόλη Νικηφόρου μέσα από τα ποιήματά
του συναντάμε τον έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις, καθώς και την αγάπη για τη λατρεμένη σύζυγο της ζωής του.
Ο ποιητής χωρίς ένδυμα, χωρίς πουκάμισο, όπου θα μπορούσε να
κρύψει χίμαιρες, θα αναζητήσει την αγάπη του, έστω κι αν χάθηκε η ελπίδα. Με ύφος που αγγίζει τον σουρεαλισμό στην τελευταία στροφή του, «είναι καιρός που απέλπιδα σε αποζητώ», δηλώνει: «ένα σιδερένιο καράβι / στην πλατεία μας περιμένει / καρφωμένο / με λεπρούς ναύτες χωρίς μάτια / αμίλητοι θα ταξιδέψουμε…».
Σε άλλο ποίημα, «το τραγούδι του έρωτα», αποδίδει τον σαρκικό
έρωτα με τη σύντροφό του, με απλές εικόνες που ταυτόχρονα ζωντανεύουν με επιδεξιότητα μπροστά μας αποκαλύπτοντας τη μαγεία της μοναδικής ανθρώπινης πράξης-ένωσης που αποτελεί απόλυτη πτυχή της ζωής.
Αλλού εκφράζει ύμνο και σεβασμό στην έφηβη εργάτρια που μοχθεί
για να εξασφαλίσει τα «προς το ζην» και τα βιβλία της, αυτή τη γυναίκα που εργάζεται και σπουδάζει, που δημιουργεί διαμορφώνοντας τη ζωή της· όπως εύστοχα την ονομάζει ο ποιητής: «ποιήτρια της καθημερινής ζωής». Άλλη μια αγάπη του περιγράφει στο ποίημα «Θεσσαλονίκη 1980», για τη Νύμφη του Θερμαϊκού, καθώς και τον καημό του για την άδικη καταστροφή της από τη λαίλαπα του εκσυγχρονισμού. Ευτυχώς που μέσα σε αυτό το πανδαιμόνιο «κυκλοφορεί ανύποπτος ο έρωτας» και αθώος, ως μόνη ελπίδα για τους νέους.
Ο έρωτας αλλού είναι αυτός που αντιστέκεται και μάχεται για τη ζωή, όπως λέει στην «πράξη ζωής»: «ο έρωτας ραπίζει το πέτρινο πρόσωπο της ανυπαρξίας».
Στο ποίημα «γυναίκα» αποδίδει ύμνο στη γυναικεία φύση, τονίζοντας απόλυτα την έννοια της ισότητας και νιώθοντας ντροπή για τα χαμένα γυναικεία δικαιώματα, ενώ την στηρίζει και της συμπαραστέκεται:

κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια…
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία.

Η αγάπη για τη σύντροφό του είναι σταθερή, τολμηρή και ριζωμένη
βαθιά, ενώ σηματοδοτείται από το άγγιγμα και την ανάσα της, που
βρίσκεται παντού.
Από αυτή τη συλλογή της αγάπης προς τη γυναίκα δεν θα μπορούσε
να λείπει ένα ποίημα αφιερωμένο στη μητέρα του. Έτσι, της αφιερώνει το «ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου», μέσα από το οποίο φαίνεται ότι του λείπει, ενώ μετουσιώνει το φως από τα λαμπερά γαλάζια μάτια της αλλά και τη μόνιμη πια απουσία της σε αντικατοπτρισμό του εαυτού του. Μια άλλη αγάπη, αυτή για την πατρίδα του, διαφαίνεται στο ομώνυμο ποίημά του, όπου εμφανίζεται ο τόπος καταγωγής του, η ιδιαίτερή του πατρίδα, ως σημείο αναφοράς στη ζωή του, παρόλο που βρίσκεται κάπου μακριά, αφού είναι μια από τις «χαμένες πατρίδες», ενώ ο ποιητής ξέρει ότι την πατρίδα μας την αγαπάμε αμέριστα πάντοτε, γιατί την κουβαλάμε μέσα μας.
Στο ποίημα «αγάπη θάνατος» ο ποιητής εντοπίζει την παράξενη
και τολμηρή ταύτιση της αγάπης με τον θάνατο, αφού μορφολογικά και
οι δύο λέξεις εμπεριέχουν δις τον φθόγγο -α-, αλλά και πολλές φορές
μπορεί η αγάπη να είναι απόλυτη μέχρι θανάτου.
«Στον τελευταίο καταζητούμενο αντάρτη» ο ποιητής με παράπονο
και νοσταλγία της νιότης του αγαπημένου του προσώπου κατηγορεί «το συνεργείο του χρόνου», ο οποίος άφησε αμείλικτος τα σημάδια του στο κορμί, όμως ως αντίσταση μοναδική του καταζητούμενου αντάρτη απομένει η λάμψη της ματιάς. Γεμάτο μυστήριο και αναμονή της αγαπημένης στο ποίημα «λουσμένη στην ομίχλη όπως το Σαββατόβραδο», «εκεί που η προσμονή θαμπά φωτίζει χιλιάδες μυστικά και θαύματα», εκεί που η αγαπημένη αναδύεται μέσα από την ομίχλη του υγρού στοιχείου, λουσμένη από το φως του φανοστάτη της θάλασσας στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και του ονείρου, ανακαλώντας στη μνήμη μας τη φεγγαροντημένη του Διονύσιου Σολωμού στον «Κρητικό» του, που λούζεται από τη λαμπρότητα της σελήνης.
Η αγάπη αλλού, στη «μαθητεία», προσδιορίζεται από τον Τόλη Νικηφόρου ως ένα αιώνιο σχολείο, από το οποίο δεν προβλέπεται «αποφοίτηση», αφού η μαθητεία της αγάπης είναι αέναη.
Η ηλικία των δεκαοχτώ ετών αποτελεί συχνή αναφορά στις δημιουργίες του, ημερομηνία της ενηλικίωσης, ας θυμηθούμε εδώ «τη Μαρίνα των βράχων» του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ποιητής σαν ρομαντικός έφηβος προβαίνει σε νοσταλγική αναζήτηση της πρώτης αγάπης, η οποία με την
αναγέννησή της θα παραμείνει αναλλοίωτη και μοναδική.
Αξιοθαύμαστη είναι η εικόνα της αγαπημένης στο ποίημα «έρωτας»,
όπου ο ουρανός υποκλίνεται στην ομορφιά της και μεταμορφώνεται σε γαλάζια ομπρέλα στο χέρι της, ενώ αυτή δέχεται το απαλό χάδι του χορταριού στα πόδια της, όπως και η Αγνώριστη του Διονύσιου Σολωμού στο ομώνυμο ποίημά του.
Άοκνος εξερευνητής της αγάπης ο Τόλης Νικηφόρου, μέσα από τα
δημιουργήματά του την ανακαλύπτει «από το άλφα ως το ωμέγα» δίνοντας τον απόλυτο συνδυασμό των δύο πρωταγωνιστών της στις «δυο λέξεις έξι γράμματα»: «εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω / μα σ’ αγαπώ».
Αλλά και η σχέση του με την ποίηση είναι ερωτική, καθώς το μολύβι
του γεννά εύστοχους καρπούς πάνω στο χαρτί: ο ποιητής, το μολύβι του
και το χαρτί αποτελούν τους πρωταγωνιστές-συντελεστές των αξιόλογων ποιημάτων του.
Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής αυτής, σοδειά πρόσφατης έμπνευσης (2015), ο ποιητής τολμά να αναφερθεί «στο μεγάλο ταξίδι της νύχτας και στην ωκεάνια ερημιά», όπου επιθυμεί εκεί να πάρει φυλαχτό λατρεμένο της αγαπημένης του ύπαρξης, που θα αποτελέσει ελιξίριο ζωής και θα τον ωθήσει να ξαναγεννηθεί.
Λάτρης των χρωμάτων ο Τόλης Νικηφόρου τα χρησιμοποιεί με δεξιοτεχνικό τρόπο για να φιλοτεχνήσει τα ποιήματά του. Αγαπημένο του
χρώμα το κόκκινο, το συναντά και το λατρεύει στις λέξεις της αγαπημένης του: «μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου, θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της», αναφέρει στο ποίημά του «φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει». Αλλού βάφει με κόκκινο χρώμα τον ουρανό και αλλού τα πανιά του πλοίου που ταξιδεύει στον χρόνο, εκεί που ο έρωτας και η αγάπη αποκτούν διαχρονική και αέναη υπόσταση, σαν συστατικά «μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης», «σαν το κάτι εκείνο που δεν δόθηκε ποτέ και σε κανένα» , σαν τον ανεκπλήρωτο έρωτα.
Αλλού συναντάμε το μαύρο του βελούδου, καθώς και το βαθύ γαλάζιο: «να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο», αναφέρει ο ποιητής στο ομώνυμο ποίημα, και αλλού το πράσινο: «στις πράσινες κερκίδες τ’ουρανού». Τολμά, λοιπόν, να παίξει με τα έντονα χρώματα και να τα τοποθετήσει με τρόπο μοναδικό και πρωτότυπο εκεί που δεν θα περίμενε κανείς να τα συναντήσει. Η γλώσσα των ποιημάτων αποτυπώνεται μεστή και όμορφη, ρέουσα, πλουμισμένη με σχήματα λόγου, εκφραστική, αλλού αλληγορική και σε μερικά σημεία κρυπτική, χωρίς όμως να κουράζει και να βασανίζει τον αναγνώστη.
Στα 63 ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής ο Τόλης Νικηφόρου
αποκαλύπτει μια αγάπη μοναδική που σπάει το φράγμα του θανάτου,
συνεχίζει να υπάρχει και στην επόμενη ζωή, μια αγάπη απελπισμένη,
κόκκινη, πώς αλλιώς, αφού αυτό είναι το χρώμα της, μια αγάπη-λύτρωση.
Η Αγάπη που περιγράφεται στο ποίημα «ρομαντικά», που αρκείται
σε μια βόλτα στην παραλία, στο άγγιγμα με τις άκρες των δαχτύλων του
αγαπημένου προσώπου, αυτή που σηματοδοτείται από το βλέμμα ή από ένα δειλό χαμόγελο, δίπλα στο κύμα, κάτω από τον έναστρο ουρανό, αυτή που με ένα φιλί του αγαπημένου προσώπου ξαναγεννιέται ο κόσμος, η μοναδική και αυθεντική Αγάπη των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου.

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗ

tvxs /το βιβλίο/126 Φεβ. 2016

Το κοινωνικοερωτικό ρίγος του Τόλη Νικηφόρου

ΟΤόλης Νικηφόρου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ποιητικές παρουσίες στη Θεσσαλονίκη εδώ και δεκαετίες. Αν και κατατάχθηκε (βάσει ημερομηνίας γέννησης) στη Β΄Μεταπολεμική Γενιά, στα ποιοτικά χαρακτηριστικά περισσότερο μοιάζει με πρόδρομο της γενιάς του ’70 διατηρώντας σημαντική απόσταση από την ποιητική παράδοση της πόλης. Κινείται αυτόνομα, εκτός γενεαλογικών προσεγγίσεων, μεταξύ της πρώτης ποιητικής τριανδρίας της Θεσσαλονίκης (Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης) και της δεύτερης (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Ιωάννου).
Δε λειτουργεί ως εκφραστής του περιθωρίου (κοινωνικού, σεξουαλικού ή πολιτικού), αρνείται τη μελαγχολία της ήττας, ακόμα κι όταν παλεύει κόντρα σε βέβαιη ήττα για ένα άπιαστο όνειρο. Η ποίησή του είναι εξωστρεφής χωρίς συμβολισμούς και κοινωνική με βαθιές πολιτικές ρίζες. Η γλώσσα του διατηρεί μία μοναδική ευθύτητα και διαύγεια, ενώ κυριαρχεί η αμεσότητα των νοημάτων και το επαναστατικό, ριζοσπαστικό, στοιχείο.
…πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων…
Κινείται ανάμεσα στην κοινωνική ποίηση και τον έρωτα εγκαταλείποντας την παράδοση της ερωτικής τριανδρίας της πόλης με εμφανή πολιτικά στοιχεία, ειδικά στα ποιήματα της πρώτης περιόδου. Άλλωστε στην πρώτη φάση της ποιητικής του πορείας κυριαρχεί ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός, αναζητώντας τη δική του ουτοπία, αγωνιζόμενος «σε έναν αγώνα εκ των προτέρων καταδικασμένο, με το κόκκινο και το μαύρο ως χρώματα της αναρχίας προσεγγίζοντας το απρόσιτο», όπως ο ίδιος έγραφε.
Ένα τέτοιο ταξίδι στο όνειρο και την ουτοπία είναι και ο έρωτάς του. Αθώο και ηδονικό συνάμα, ένα όνειρο επαναστατικό που ταξιδεύει στα σύννεφα της -κρυφής, σχεδόν συνωμοτικής- λαγνείας. Ο έρωτας είναι μαγικός και τη μαγεία του ο ποιητής την βρίσκει στις πολιτικές συντροφιές, στις διαδηλώσεις, σε κλειστό δωμάτιο, σε κήπους και πλατείες. Η αγωνία του για τον έρωτα είναι εμφανής σε κάθε λέξη, σε κάθε στίχο, σχεδόν σε κάθε αντικείμενο που συνδέεται με συγκεκριμένα πρόσωπα ή καταστάσεις (τη γυναίκα, την Θεσσαλονίκη, τον συνεχή αγώνα).
Παραμένει όμως συνεχώς μία φωνή αυθεντική. Ο Νικηφόρου καταφέρνει να συνδέσει άρρηκτα τους συμβολισμούς του κόκκινου σε κάθε ποίημα της ανθολογίας. Ο έρωτας/αγάπη συνδέεται με την κοινωνική ποίηση και την αγωνία για το αύριο. Με συναισθηματική επάρκεια και λόγο χειμαρρώδη αγγίζει ενοχλητικά για πολλούς στοιχεία κοινωνικής φύσης και τα εντάσσει στο ερωτικό πεδίο.
Καταγγέλλει τη μακραίωνη γυναικεία υποταγή (αισθανόμενος κι ο ίδιος ως άνδρας συνυπεύθυνος και βλέποντας συνέπειες αυτής της υποδούλωσης και σε εκείνον μειώνοντας την ελευθερία του αφού η σχέση τους θεωρείται ισότιμη μια και η φύση τους έταξε σε σάρκα μία). Εκθέτει το απάνθρωπο τσιμεντένιο αστικό περιβάλλον, τη στάση των αρχών, τη βιοπάλη, την πολιτική αντίσταση για μία καλύτερη ζωή. Συνδέει τον έρωτα με το χαμό, την ποίηση, το φως.
Ο ανοιχτός χώρος είναι βασικό χαρακτηριστικό στην ποίηση του Νικηφόρου (κήπος, διαδηλώσεις, μπαλκόνι, δικαστήρια, αστικό τοπίο κλπ). Οι εικόνες του, ακόμα και οι πιο σκοτεινές, διακρίνονται από τη φωτεινή αισιοδοξία που γεννά ο ίδιος ο έρωτας.

Το ποιητικό του κάδρο είναι πολύχρωμο και οι εικόνες του έχουν κίνηση και ήχο· τούτη εκδηλώνεται άμεσα με ρήματα κινητικά ή έμμεσα με λέξεις που εμπεριέχουν κινητική ενέργεια (κυκλοφορεί, μεγαλώνουν, λούζεσαι, ανεμίζοντας στροβιλίζονται, άγριος πανικός στους δρόμους) ή συχνά με ρήματα σε ενεστώτα και μέλλοντα.
Το χρώμα αποκαλύπτεται συχνά άμεσα με τα χρωματικά επίθετα ή έμμεσα με όρους που συνειρμικά ταυτίζονται με συγκεκριμένα χρώματα (φύλλα, δέντρα, ματωμένα χείλη, χελιδόνια, ανατέλλουν). Κυριαρχούν το πολυσήμαντο κόκκινο (του έρωτα και του αγώνα), το μπλε, το πράσινο και το λευκό του φωτός. Το φυσικό στοιχείο συνεχώς διανθίζει τις συνθέσεις του Νικηφόρου.
Η θάλασσα της Θεσσαλονίκης (θάλασσα, παραλία, καράβι), το πράσινο (φύλλα, δέντρο, κήπος) κι ο ουρανός έχουν συνεχή παρουσία στην ποίηση του Νικηφόρου, συντελώντας καταλυτικά στη ρομαντική διάθεση και χρωματίζοντας το ποιητικό κάδρο. Μοιάζει με μία προσπάθεια του ευαίσθητου κοινωνικού δημιουργού να δραπετεύσει από το μονότονο γκρίζο αστικό τοπίο που τον περιβάλλει καθημερινά.
Η δε ακουστικότητα των εικόνων του είναι άλλοτε θορυβώδης (σαν άγριος πανικός στους δρόμους ή συγκεντρώσεις απεργών και οδοφράγματα, σαν φασαρία σε τμήματα ασφαλείας και διαδρόμους δικαστηρίων) και άλλες φορές ήπιος (σαν απαγγελία, θρόισμα, φτερούγισμα, ανάσα ή ψίθυρος) κι ενίοτε οι συνθέσεις είναι βουβές αφουγκραζόμενες το συναίσθημα του ποιητή.
Με τον καιρό γίνεται πιο περιγραφικός, η ποιητική ματιά πιο λεπτομερής· η εικαστική εξετάζει από κοντινό ποιητικό πλάνο το αντικείμενο του έρωτα. Μοιάζει σα να έχει αλλάξει ο ίδιος ο δημιουργός και να θέλει να πλησιάσει περισσότερο το αντικείμενο του έρωτα, να μετατρέπεται ο έρωτας και η πύρινη λαγνεία σε βαθιά αγάπη -και αλληλεγγύη σε κοινωνικό επίπεδο.
…κάτω απ’ το δέρμα αστραπές και καταιγίδες, μάτια ιστιοφόρα που αποπλέουν για το νυχτερινό ταξίδι στο άπειρο. στις απαλές καμπύλες των χειλιών του, κρατάει ένα κορίτσι την καρδιά μου, που ονειρεύεται με δάκρυα από χώμα κι ουρανό…
Ο λεκτικός του πλούτος γεμίζει με φως και χρώμα το στιχουργικό καναβάτσο, αξιοποιώντας τους συνειρμούς, ως ένα -ελεγχόμενο- υπερρεαλιστικό στοιχείο. Ωστόσο, με τον καιρό πλησιάζει περισσότερο τον υπερρεαλισμό, ως ένας πρόδρομος του μεταμοντέρνου υπερρεαλισμού, τον επανανοηματοδοτεί και τον εμπλουτίζει εκφραστικά με μεταφορές και μετωνυμίες, αναδύοντας μία πλουσιότερη εικαστική ποίηση.
Ο ποιητής αναζητά συνεχώς την ποιητική έκφραση. Δεν επαναπαύεται ποτέ, κινείται προοδευτικά διαγράφοντας τη δική του εξελικτική πορεία. Πειραματίζεται με νέες φόρμες (πεζοποιήματα, θρυμματισμένος στίχος), κινείται σε νέες εκφραστικές οδούς (γλωσσικά λογοπαίγνια) ενώ υστερότερα «παίζει» με τις εμφατικές επαναλήψεις προσδίδοντας μία κυκλικότητα που μοιάζει να διαστέλλει το χρόνο· ενισχύουν την κίνηση στις εικόνες του και προσδίδουν μία κυματοειδή μελωδικότητα στο στίχο επιτείνοντας το συναίσθημα.
Η εκφραστική αφθονία του Νικηφόρου αξιοποιεί όλα τα μέρη του λόγου. Επίθετα και επιρρήματα με μετοχές διανθίζουν τις διατυπώσεις του και με το πέρασμα του χρόνου αυξάνονται σε μία ιδιαίτερη εικονοπλαστική και νοηματική διάσταση. Μέσα στο χειμαρρώδες ύφος του διακρίνεται μία διαυγής αμεσότητα και τρυφερότητα, μία ειλικρινής ευαισθησία παρά την όποια σκληρότητα κρύβουν οι εικόνες του.
ο έρωτας ραπίζει το πέτρινο πρόσωπο της ανυπαρξίας
Με τον καιρό η φωνή του γίνεται πιο χαμηλόφωνη προς όφελος του συναισθήματος και της τρυφερότητας. Περνώντας στη δεύτερη περίοδο (έως σήμερα) κινείται σε ένα υπαρξιακό επίπεδο, χωρίς να εγκλωβίζεται στην αυτοαναφορικότητα, που απαντάται ως μέσο έκφρασης. Η μνήμη έρχεται στο προσκήνιο (άλλοτε εμφανής κι ενίοτε ως το αόρατο ποιητική βάθρο του έρωτα) χωρίς όμως να χάνονται τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της ποίησής του. Ο χρόνος σταδιακά αφήνει το σημάδι του στα πρόσωπα (ρυτίδες, γκρίζο, φθορά) σε ένα πάντα νεανικό έρωτα, σαν τη γραφή του ποιητή.
Ο Νικηφόρου αποφεύγει συνειδητά τις λεκτικές ακροβασίες. Ο στίχος του παραμένει άρτιος, μεστός και ευκρινής. Ο στιχουργικός ρυθμός -ακόμα και στα πεζοποιήματα- υποτάσσεται στην εικόνα και (αλληλο)τροφοδοτεί το συναίσθημα. Ωστόσο, ο ρομαντισμός και ο λυρισμός πάντα ενυπάρχουν στις συνθέσεις του, ακόμα και στις «διαδηλώσεις».
Η μικρογράμματη γραφή και η απουσία σημείων στίξης ενισχύουν τα πεζολογικά στοιχεία της ποιητικής του. Αντίθετα, στα πεζοποιήματα, τα σημεία στίξης (κόμματα ή τελείες σε μικρογράμματες περιόδους) ορίζουν το ρυθμό διαχωρίζοντας τους οιονεί στίχους. Ταυτόχρονα, πειραματίζεται με τις συνηχήσεις και τις παρομοιώσεις ευνοώντας το συναίσθημα και πλησιάζοντας τον προφορικό λόγο , παρά τον πλούτο και το ορμητικό ύφος.
Η ξεχωριστή ποιητική παρουσία του Τόλη Νικηφόρου συντίθεται από ένα πλήθος χαρακτηριστικών τα οποία αναδεικνύουν έναν καλλιτέχνη που χωρίς επανάπαυση αναζητά νέους δρόμους. Χαράσσει τη δική του πορεία και επηρεάζει τους νεώτερους δημιουργούς. Μακριά από την ποιητική παράδοση της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας καινοτομεί εκφραστικά αποκαλύπτοντας ότι ο ποιητής δεν στέκει μακριά από τις κοινωνικές ζυμώσεις της εποχής του.
Με περιφρόνηση στον καταναγκαστικό κοινωνικό κομφορμισμό μιλά με τη θυελλώδη ποιητική γραφή του για τη γυναίκα, τον αθώο, το διαδηλωτή, τον έρωτα και την αγάπη, το χαμό και την απώλεια, τις κοινωνικές συνθήκες και το περιβάλλον, για την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ποίηση του Νικηφόρου μοιάζει με ένα δέντρο που ανθίζει μέσα στην αστική (με διττό νόημα) καταπίεση. Γράφει για τον έρωτα και τους ανθρώπους, για την πόλη και τη ζωή ως ασυγκράτητος ουτοπιστής της αγάπης και της κοινωνικής δικαιοσύνης με παιδική, και άρα ελεύθερη κι αθώα, ψυχή.

 

ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ

FRACTAL 18/8/2016

Ένας μικρόκοσμος που ανθίζει στο γέρμα της άνοιξης, κελαρύζοντας αισθήσεις

Ο Τόλης Νικηφόρου, από τους σημαντικότερους ποιητές και πεζογράφους της σύγχρονης λογοτεχνίας, ευρισκόμενος στο μεταίχμιο δυο λογοτεχνικών γενεών-δεύτερη μεταπολεμική γενιά και γενιά του ’70, όπως εύστοχα καταθέτει στην εισαγωγή της πρόσφατης ποιητικής του συλλογής ο Παναγιώτης Γούτας-, αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση όχι μόνο στην ποιητική παράδοση της Θεσσαλονίκης, αλλά και στην ευρύτερη Ελληνική.
Τούτο το πιστοποιεί το ογκώδες, βραβευμένο και πολύπλευρο έργο του τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Χαμηλών τόνων, ευγενής με συναίσθηση ευθύνης, στωικότητα και αξιοπρέπεια , είναι από τους πνευματικούς ανθρώπους που καθοδηγούν με το παράδειγμά τους. Τι είναι αυτό όμως που κάνει τα έργα του να ξεχωρίζουν, πέρα βέβαια από την αναμφισβήτητη τέχνη της γραφής του δημιουργού τους;
Είναι μήπως η λαχτάρα, ο πόθος, η αντανάκλαση και κατάθεση των πλέον δυνατών συναισθημάτων , όπως ο έρωτας και η αγάπη, θεμελιακοί λίθοι δόμησης των ερεθισμάτων και εμπνεύσεων του ποιητή κατ’ εξακολούθησιν, η παρηγορία της νοσταλγίας των ηδονών του βίου, οι κοινωνικοί αγώνες ,η αφοσίωση στους συντρόφους του και την Αριστερά, η πατρίδα , ο σεβασμός και η αγάπη στους γονείς του όπως απεικονίζεται σε μοναδικά ποιήματα, τ’ άδολα παιχνίδια των παιδιών κι η ικμάδα της παιδικής αθωότητας, το ακμαίο Ελληνικό φως που διαχέεται λαμπρό και λάβρο μέσα από την εκάστοτε ποιητική του σύνθεση, ή μήπως η λατρεία της γενέθλιας πόλης της Θεσσαλονίκης, που αποτυπώνεται στο έργο του με τα πλέον ζωντανά χρώματα, αφού την έχει υμνήσει ,όσο λίγοι ομότεχνοι, με μια πεμπτουσία αισθητικής;
Όλα τα ανωτέρω αποτελούν σκευή πολύτιμη στη φαρέτρα του ποιητή, στοιχεία δομικά τα οποία έχουν διαποτίσει την ατμόσφαιρα των βιβλίων του. Αναδύονται ξανά στο νέο του πόνημα, που εξεδόθη πρόσφατα από τις εκδόσεις Μανδραγόρας και φέρει τον εμβληματικό τίτλο-στίχο «ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου».
Στο βιβλίο αυτό, ανθολογήθηκαν από κοινού με τον ποιητή περίπου τα μισά από το σύνολο των δημοσιευμένων (ή και αδημοσίευτων) ερωτικών ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου, σε πείσμα των λογοτεχνικών θεωριών που αντιμετωπίζουν το ποίημα ως ολότητα, δίχως να διαχωρίζουν τα –πολλές φορές εμφανή και άξια μελέτης– επί μέρους στοιχεία του.
Η επιλογή δεν ήταν διόλου εύκολη υπόθεση, αφενός λόγω της υψηλής ποιότητας του συνόλου, σχεδόν, των ερωτικών του ποιημάτων, αφετέρου επειδή το ερωτικό στοιχείο διαπερνά σχεδόν την πλειοψηφία του ποιητικού του έργου. Επελέγησαν λοιπόν τα αντιπροσωπευτικότερα ποιήματα, τα οποία εκφράζουν παράλληλα διαφορετικές εκδοχές της ερωτικής περιπέτειας, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα νέο ποιητικό σώμα, το οποίο απλώνεται σε χρονικό άνυσμα μισού αιώνα.
Μάλιστα η παράθεση των ποιημάτων με χρονολογική σειρά σκοπόν έχει να βοηθήσει τον προσεχτικό αναγνώστη ή έναν μελλοντικό μελετητή να εξετάσει την εξελικτική πορεία του Τόλη Νικηφόρου, αναφορικά με την ερωτική περιπέτεια και τα στάδια της ψυχικής (και ποιητικής του) ωρίμανσης, ιδίως ανακαλύπτοντας τα άκρως ενδιαφέροντα σημεία, όπου το βαθύ συναίσθημα της αγάπης εμφιλοχωρεί στην ερωτική επιθυμία.
Αναμφίβολα ο Νικηφόρου δουλεύει τη δομή του έργου του ως συνθέτης. Η μουσική αίσθηση είναι έντονη από την αρχή έως το τέλος των ανθολογημένων ποιημάτων. Οι ήχοι, οι επαναλαμβανόμενες φράσεις και οι εναλλαγές του ρυθμού της αφήγησης, η οικονομία των λέξεων και ο διακριτικός νατουραλισμός που δίνει τους τόνους χωρίς ακρότητες, φέρνουν στο νου μουσικές συμφωνίες.
Η ποίησή του χαμηλόφωνη, υπαρξιακή, με εναλλαγές λυρισμού-ρομαντισμού ενεργοποιείται από τη λειτουργία της μνήμης, νοσταλγώντας αγαπημένους νεκρούς και τη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Φυλλομετρώντας τις σελίδες ανιχνεύουμε κατά τόπους την κατά spleen μελαγχολία του Μπωντλαιρ, τη φύση σ’ όλες της τις παραμέτρους, το άγγιγμα του χρόνου και το πισωγύρισμα του νου, ενώ με δεδομένο το δονούμενο συναίσθημα του ερωτικού πάθους ο ποιητής κινείται προοδευτικά σ’ έναν λόγο εσωτερικό και βαθιά δραματικό.
Τόσον ο έρωτας σαν σημαινόμενο, η λατρεία , η’’ θρησκεία’’ θα έλεγα απέναντι στη γυναίκα, έτσι όπως ορίζεται από τον ποιητή που την απεικονίζει μέσα σε δυνατούς στίχους πότε σαν σύντροφο, σύζυγο, σαν κορίτσι , παιδί ή μητέρα, η αγάπη κυρίως που απορρέει από την πάροδο και τα δεσμά των χρόνων, αυτή που παγιώνεται σαν ήρεμη δύναμη και ιερό σύμβολο, έρχεται σε σύγκρουση με μια κατ’ αντανάκλαση αντιφατικότητα, όπως είναι η σπαραχτική παραφορά του ερωτικού πάθους, που αποδίδεται με χείμαρρους ψυχής και γλώσσας, γεννώντας την έκρηξη του κόσμου του δημιουργού.
Στον αντίποδα η γαλήνη και η πλήρωση απορρέουν απρόσκοπτα και φυσικά από την εικονοποιό δύναμη των στίχων, αποτελώντας σταθερά θέματα ενός ποιητικού κόσμου ο οποίος δεν παραδίδεται στο σκοτάδι αλλά καταφάσκει πεισματικά και με πάθος στη ζωή.
Σε μια τέτοια συσσώρευση εικόνων και ευγενών υλικών, όπου συνυπάρχουν αρμονικά, η υπαρξιακή αναζήτηση με τον ύμνο στον έρωτα, συνδιαλέγονται γόνιμα τα σημαινόμενα, έρωτας, πάθος, μνήμη, παρουσία – απουσία, φως, ουρανός, θάλασσα, πατρίδα, ενώ παράλληλα συναντώνται σε στοχαστικές βάσεις, ρεύματα, ιδέες, τάσεις.
Πρόκειται για μια πραγματικά αξιοσημείωτη ποιητική κατάθεση που συμφωνεί και στην πράξη, με την άποψη που θέλει τον ποιητικό λόγο ουσιώδη, μακριά από φλυαρίες, ένα λόγο όπου κάθε λέξη πρέπει να εκφράζει μ’ ευστοχία το περιεχόμενο, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις επεξηγηματικών στίχων και πλατειασμούς.
Διαβάζοντας ανακαλύπτεις, συμμετέχεις στην αναδίπλωση της μνήμης, το υπερρεαλιστικό όραμα, το παιγνίδι των λέξεων, απολαμβάνοντας πότε το νοσταλγικό και πότε το αισθησιακό κλίμα που προσφέρει η πλούσια ποιητική κατάθεση του Τόλη Νικηφόρου , ενός ακάματου εργάτη του λόγου, τον οποίο υπηρετεί με παλμό και συνείδηση στην πορεία των χρόνων, μην εγκαταλείποντας ποτέ την πολυαγαπημένη του γενέτειρα τη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου όπως μας λέει ο ίδιος…’’ζουν όλοι σχεδόν οι άνθρωποι που αγαπώ, εδώ είναι θαμμένοι οι γονείς μου και ο αδερφός μου, εδώ ήμουν πάντοτε ταγμένος να ζήσω, να γράψω τα βιβλία μου και να πεθάνω.’’
Η ποίηση του Τόλη Νικηφόρου αστράφτει σαν σπάνιο μαργαριτάρι που γεννήθηκε από ένα κόκκο άμμου κι από το κλάμα της ψυχής, το βίωμα, τον πόνο και το χρόνο, ζυμώθηκε , λειάνθηκε κι έγινε κόσμημα ακριβό που κοσμεί τις προθήκες της σύγχρονης ποιητικής τέχνης. Αβίαστα κυλά γάργαρη σ’ άπειρους στίχους-ρυάκια που ξεδιψούν την ψυχή κάτω από τον ολόφωτο ουρανό, ένας μικρόκοσμος που ανθίζει στο γέρμα της άνοιξης κελαρύζοντας αισθήσεις που ολοένα αναδύονται…
«Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου’’… μένει ο απόηχος, η μουσική των λέξεων, η αρμονία του συναισθήματος, το ακέραιο της ποίησης.

 

ΜΙΑ ΚΙΜΩΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ (2012)

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 9/03/2017

Στο έλεος των θαυμάτων

«Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα»: Τρίτη ποιητική συλλογή του Τόλη Νικηφόρου που κυκλοφορεί από τον Μανδραγόρα και δέκατη έκτη στη σειρά με πρώτη την ποιητική ενότητα «Οι άταφοι» (Θεσσαλονίκη 1966).
Πάντα τρυφερός και διεισδυτικός εισχωρεί βαθιά στο τοπίο της ψυχής του αναγνώστη με βλέμμα αγάπης. Πιστεύει ακόμα στα θαύματα και αυτό είναι το πιο θαυμαστό απ’ όλα. Έχει την υπομονή να περιμένει τη στιγμή που «ένα παιδί στο βλέμμα του σηκώνει την οδύνη αιώνων/τη στιγμή που το φτερό με ένα του άγγιγμα το σίδερο λυγίζει/τη στιγμή που θα ακούει μελωδικά τη μελωδία των χρωμάτων» .Ζει στο έλεος των θαυμάτων! Πράγμα διόλου εύκολο στις μέρες μας. Αλλά και ποτέ δεν ήταν. Όμως μαγικά γίνονται όλα στα χέρια ενός ποιητή. Που ακόμα και την θλίψη και την ανισορροπία του κόσμου ξέρει να τα μεταπλάθει ποιητικά και να τα μετουσιώνει σε κάτι άφθαρτο και ανθεκτικό.

ποίηση

η θλίψη από την παιδική καρδιά του κόσμου
μια θλίψη τελεσίδικη μέσα στο φως

Αλλά, είπαμε δεν σκαλώνει ποτέ σε αυτό το τελεσίδικο, το μαύρο του θανάτου. Διότι υπάρχει πάντα το Ποίημα: «το ποίημα/παντού εκεί όπου καταφεύγει/απαρηγόρητη η ψυχή/(παντού εκεί)». Και είναι πάντα οι λέξεις που μπορούν να χρωματίζονται ανάλογα: «και γίνονται ένα μπλε βαθύ/ή της φωτιάς το κόκκινο σε ζωγραφιά» (το ανέκφραστο που εκφράζουν).
Η ποίηση του Νικηφόρου είναι ποίηση «σαν πρωινό χαμόγελο», «σαν αδέσποτη του ήλιου αχτίδα» , όπου «το φως επιμένει απελπισμένα» (αλλ’ όμως επιμένει), για να μιλήσω με δικούς του στίχους. Και έρχεται να μας υπενθυμίσει πως το φως και το σκοτάδι είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στο ποιητικό του σύμπαν κυριαρχούν η μουσική, τα χρώματα, οι ψίθυροι, τα αγγίγματα, ο έρωτας και τα ρίγη του, τα μετέωρα ερωτήματα, η σιωπή. Όλα τα νιώθεις πένθιμα ή έστω κάπως μελαγχολικά. Αλλ’ όμως μέσα σε αυτά το χάος κατασκότεινο αστράφτει. Και το βλέμμα είναι καρφωμένο στο όνειρο. Η απαισιοδοξία νικιέται από το φως και τον μεθυστικά ωραίο ουρανό.
Ο Τόλης Νικηφόρου είναι ένας αιώνιος μαθητής, αναζητεί, ψάχνει, βρίσκει, ανακαλύπτει. Γιατί ξέρει: «αυτός ο δρόμος δεν αρχίζει και δεν φτάνει/ δεν έχει λύση το αίνιγμα/ η ισόβια μαθητεία στο θαύμα». Αναζητεί το φως που όλα τα νικά και «κάνει τόσο μεθυστικά ωραίο τον κόσμο».
Όσο για τη μνήμη: «o συνήθης τόπος των εκτελέσεων, εκεί όπου/οι νεκροί έχουν για πάντα αλώσει την ψυχή μας». Στο ποίημα «τι» γράφει για τη μνήμη: «τι σκοτεινό ποτάμι η μνήμη/για να πνιγείς ή ν’ ανασάνεις/ ν’ απλώσεις ένα χέρι στο κενό» και παρακάτω: «τι άδειος ουρανός η μνήμη/ κόκκινο σύννεφο που πάει να διαλυθεί/ και λάμπει».
Ξέρουμε ότι ο Νικηφόρου αγκαλιάζει πολύ το παρελθόν, και επανέρχεται διαρκώς με εικόνες από αυτό ή σε εικόνες που παραπέμπουν σε κάτι που έχει παρέλθει αλλά έχει αφήσει διάχυτα τα στίγματα μιας απαισιοδοξίας που απαλύνονται τόσο όμορφα μέσω του ποιητικού λόγου .Ο Νικηφόρου πάντα απλός, πάντα ανθρώπινος, αλλά και σπαραχτικός συνάμα, πάντα κοντά στον κόσμο και τον βαθύ του πόνο, δείχνει πώς είναι κανείς ικανός να συνυπάρχει με σκιές, πληγές και πολλή μοναξιά («βυθίζομαι στο τίποτα/βουβός κι εγώ/βυθίζομαι στο μέγα δέος»), αλλά να βγαίνει αλώβητος και να μένει ανθεκτικός μπρος στον ανελέητο χρόνο.
«Να γυρίζεις στο φως/ σαν το μικρό παιδί/ εκστατικά να ανακαλύπτεις / τα δέντρα και τη θάλασσα//ήχους και αρώματα/ ένα χαμόγελο/θαύματα καθημερινά τριγύρω». Το υποκείμενο της γραφής δίνει την αίσθηση ότι δεν έχει απολέσει το συναρπαστικό του βλέμμα, ότι ακόμα αντιστέκεται στη φθορά μέσω της γραφής του.

 

ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

diastixo 06/14/2013

Ο Τόλης Νικηφόρου δεν είναι απλώς ένας ποιητής. Είναι ένας συλλέκτης θαυμάτων. Ένας ταξιδευτής που αναζητά, χρόνια τώρα, «το μυστικό αλφάβητο», με το οποίο γράφονται τα θαύματα. Προσπαθεί μεθοδικά ν’ αποκρυπτογραφήσει τις συλλαβές του ονείρου, καθώς τις διυλίζει στο «προαιώνιο φως» ή στο «προαιώνιο σκοτάδι». Ν’ αφουγκραστεί «τις μελωδίες των χρωμάτων». Οι ποιητικές του συλλογές δεν αποτελούνται από λέξεις. Είναι όργανα πλοήγησης και ταξιδιωτικές περιγραφές, εναγώνιες χαρτογραφήσεις του απείρου και της ουτοπίας. Έχουν το άρωμα της ανακάλυψης, αλλά και της απώλειας. Του φωτός και του σκοταδιού. Της ζωής και του θανάτου. Όμως η γλώσσα των θαυμάτων δεν βρίσκεται σε σφραγισμένες περγαμηνές και παλιά κιτάπια. Κι όποιος την ανακαλύπτει ζει κυριολεκτικά «στο έλεος των θαυμάτων».
Κι αυτή η συλλογή δεν είναι παρά ακόμη ένα ταξίδι, μια συνέχεια αυτής της ισόβιας μαθητείας. Στα ίδια γνώριμα τοπία επιστρέφει και πάλι ο ποιητής, στα αιώνια θέματα. Στην ποιητική τέχνη, τον έρωτα και την αγάπη, το χρόνο και τη μνήμη. Κι όπως ένας εικαστικός καλλιτέχνης επανέρχεται με αλλεπάλληλα σχεδιάσματα στη βασική του έμπνευση, έτσι και ο ποιητής ανακατεύει στον καμβά του ποιήματος τις αγαπημένες του λέξεις, τα δικά του χρώματα, το κόκκινο και το γαλάζιο. Και ολοκαίνουργο ξεπροβάλλει το ποίημα: «σπασμένα δάχτυλα/ που αφήνουν ίχνη στο χαρτί/ το ποίημα/ παντού εκεί όπου καταφεύγει/ απαρηγόρητη η ψυχή».
Όμως το ποίημα από τη στιγμή που θα γεννηθεί αυτονομείται, οι λέξεις αποκτούν δική τους συνολική οντότητα, αφού έχουν τη δύναμη «να εκφράζουν το ανέκφραστο» κι έτσι: «κανείς δεν ξέρει/ ποιον άλλο κόσμο θα συνθέσουν/ κανείς δεν τις αναγνωρίζει/ καθώς στη νέα τους διάσταση/ χαμογελούν/ αδιόρατα, ανεπαίσθητα/ αινιγματικά».
Ποιο λοιπόν το όφελος αυτής της αναζήτησης; Να ανακαλύπτεις το μυστικό αλφάβητο, να κυοφορείς το θαύμα κι ύστερα να παραμένεις μόνος και απαρηγόρητος με «μια θλίψη τελεσίδικη μέσα στο φως»; Εδώ ο ποιητής αποζητά «το κάτι εκείνο και το τίποτα», τη λεπτή κλωστή της αγάπης: «στην άκρη της αβύσσου είμαι/ το μυστικό αλφάβητο/ το κάτι εκείνο και το τίποτα/ που αναδύθηκε στο φως/ για να ζητήσει τη δική σου αγάπη».
Και του αποκαλύπτεται το μεγαλύτερο των θαυμάτων. Εμφανίζεται πρώτα δειλά και αινιγματικά, σαν ρίγος, σαν «εξαίσια λάμψη», σαν «κόκκινο πουλί ανάμεσα στα φύλλα» κι ύστερα ξαφνικά, σαν «ένα χάος κατακόκκινο που αστράφτει» και φωτίζει όλες τις ανεξερεύνητες περιοχές, απαντά σε όλα τα ερωτήματα, ενώ άλλα, μεγαλύτερα γεννιούνται: «είσαι το νήμα στον λαβύρινθο/ η έξοδος στο βάραθρο ή το φως/ ένα χάος κατασκότεινο/ που αστράφτει».
Η αγάπη στην ποίηση του Τόλη Νικηφόρου είναι πρωτίστως σπαρακτική. Είναι σπασμός γυναικείας μήτρας την ώρα που ακούγεται το πρώτο κλάμα. Είναι απύθμενα τρυφερή σαν μαγικό παραμύθι μέσα στη νύχτα. Είναι εκείνη η αγκαλιά η αρκουδίσια η «μεγάλη και ζεστή/ και χωρίς ίχνος μαύρου/ το μαύρο κρύβεται/ πίσω απ’ το πράσινο στα μάτια μου». Είναι βαθιά ερωτική, πότε είναι σιγή, απέραντη σιγή σε μάτια εκστατικά, πότε ανεπαίσθητο άγγιγμα, πότε προσμονή. Κάποιες φορές απελευθερώνονται «όσα για λίγο τιθασεύει η προσμονή» και η αγάπη γίνεται απελπισμένα ηδονική «μάτια υγρά απάτητα/ ψιθυριστή φωνή/ ένα ρίγος ανεπαίσθητο/ που διατρέχει την επιδερμίδα/ και τη βελούδινη κομμένη ανάσα». Η αγάπη στην ποίηση του Νικηφόρου συμπυκνώνεται σ’ ένα και μοναδικό επιφώνημα. Σ’ ένα μόνο «αχ».
Στις εκβολές αυτού του «αχ» βρίσκεται πάντα η Μητέρα, η πρώτη και η πιο καταιγιστική μορφή αγάπης. Στα σκοτεινά νερά της μνήμης, αντίθετα στη ροή, ταξιδεύει τώρα ο ποιητής: «ο συνήθης τόπος των εκτελέσεων, εκεί όπου/ οι νεκροί έχουν για πάντα αλώσει την ψυχή μας».
Το τοπίο της Απώλειας είναι το πιο ανεξερεύνητο και η παιδική μας ηλικία η πιο γλυκιά πατρίδα. «Ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ» λέει ο Ηράκλειτος, αλλά ο ποιητής θέλει να το δει με τα μάτια του. Ξαναγυρίζει λοιπόν στην παλιά γειτονιά, στην Πλατεία Δικαστηρίων: «με άλλο όνομα, άλλη όψη της πλατείας/ θα αποκαλυφθούν τα αγάλματα/ θα φωτιστεί εκθαμβωτικά/ θα εξωραϊστεί η πλατεία/ θα μεγαλώσει το παιδί/ θα ξαναρχίσει ο κύκλος και θα κλείσει». Χτυπά απεγνωσμένα την πόρτα στο σπίτι των παιδικών του χρόνων, ματώνουν τα δάχτυλά του, και στο απαρηγόρητο «γιατί» του, απαντά ο ίδιος: «όμως δεν έχω άλλο σπίτι/ άλλη πατρίδα/ χτυπάω για ν’ ανοίξω εγώ από μέσα». Αναζητά όλες τις αγαπημένες του σκιές, να νιώσει πως δεν είναι μόνος: «μήπως και είναι κάπου εδώ/ πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα/ του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα/ κι αυτή της μάνας μου/ η πανταχού παρούσα απουσία».
Κι ανοίγει. Ανοίγει όλα τα σφαλιστά παράθυρα, να μπει μέσα το φως. Απαιτείται μεγάλη τόλμη για να το κάνει αυτό κανείς. Το φως έχει την ιδιότητα να διεισδύει και στα πιο σκοτεινά σημεία, να τινάζει τη σκόνη του χρόνου και ν’ αποκαλύπτει πτυχές που ποτέ δεν φαντάστηκες. Έτσι ο ποιητής νιώθει «δέος» όταν μετά από το ταξίδι του στα μαύρα σύνορα, ξαναγυρίζει ο ίδιος στο φως: «να γυρίζεις στο φως/ πρώτη φορά να είναι ωραίος/ τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμος».
Τελικά, ο Τόλης Νικηφόρου δεν είναι ούτε ένας απλός ποιητής, αλλά ούτε και ένας συλλέκτης θαυμάτων, αφού ανακαλύπτει πως τα θαύματα είναι όλα γραμμένα σ’ ένα μαυροπίνακα: «κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα/ αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα/ μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά/ ανάμεσα στα δάχτυλά του». Ο Τόλης Νικηφόρου είναι ένα μαθητούδι στο αιώνιο σχολείο της ύπαρξης, που μαθαίνει πάλι να διαβάζει, μαθαίνει από την αρχή να συλλαβίζει μελωδικά τις λέξεις, γιατί «αυτός ο δρόμος δεν αρχίζει και δεν φτάνει/ δεν έχει λύση το αίνιγμα/ η ισόβια μαθητεία στο θαύμα».

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress 28/8/2012

Άπλετο φως που λάμπει απ’ το σκοτάδι

Τα καινούρια ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου που συμπεριλαμβάνονται στη νέα του συλλογή «Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα», παρά τη χρωματική αντίθεση του τίτλου, είναι γεμάτα φως. Είναι λουσμένα στο φως.

Το φανερώνουν στίχοι όπως: «ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει / στα μελαγχολικά σου μάτια», «αυτή η εξαίσια λάμψη», «αστράφτει η Κυριακή στη γειτονιά / σαν καθαρό πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο», «ένα χάος κατασκότεινο / που αστράφτει», «σιγή με λάμψεις / που συνθέτουν φως / ένα άλλο φως / πιο μαγικό / εκστατικό», «μ’ ένα δειλό φτερούγισμα, αστράφτει το γαλάζιο», «λάμψη βαθιά στον ουρανό / οικεία και άγνωστη / και μαγική» κ.τλ. Παράλληλα όμως υπάρχει και μια κοπιαστική, μεγάλης χρονικής διάρκειας πορεία στο σκοτάδι, στην πυκνή ομίχλη, «στα μαύρα σύνορα», στον άδειο ουρανό, για να οδηγηθεί, σταδιακά, ο ποιητής στο φως και στη λάμψη των λέξεων, των ιδεών και των αισθημάτων του. Θα έλεγε κανείς πως, όλο αυτό, έρχεται σαν φυσιολογικό επακόλουθο, σαν μια δικαίωση, μια αίσια έκβαση της πορείας της ζωής του και των επιλογών του. Άλλωστε το σκοτάδι, δεν είναι παρά η άλλη όψη του φωτός.

Ο ποιητής, με τον έρωτα ξαναβρίσκει τη χαμένη αθωότητα. Την αφουγκράζεται με παρθένο μάτι και ολάνοιχτες αισθήσεις. Μαθαίνω πάλι να διαβάζω / τα μυστικά φωνήεντα στο άγγιγμά σου. Προς το τέλος της συλλογής επισημαίνει: να γυρίζεις στο φως / σαν το μικρό παιδί / εκστατικά να ανακαλύπτεις / τα δέντρα και τη θάλασσα / ήχους και αρώματα / ένα χαμόγελο / θαύματα καθημερινά τριγύρω. Αλλού πάλι καταγράφει περίτεχνα το λίγο πριν του έρωτα, τη μετέωρη στιγμή του πρώτου αναστεναγμού, που το πρώτο άγγιγμα θα προκαλέσει.

Οι μεταμορφώσεις του ανέφικτου που εκφράζουν τα ποιήματα, γίνονται με λέξεις, ζωγραφιές ή μουσικές νότες. Ο ποιητής αναλογίζεται νέα διάσταση των λέξεων για τη σύνθεση του κόσμου (ποίημα: το ανέκφραστο που εκφράζουν).

Πάλι ευδιάκριτα τα αγαπημένα χρώματα του ποιητή που τον αντιπροσωπεύουν κι από προηγούμενα ποιητικά του βιβλία: το μπλε βαθύ και το κόκκινο της φωτιάς. Άλλα θέματα που απασχολούν τον Ν. στην τελευταία του συλλογή: η μνήμη, ο ακινητοποιημένος χρόνος, η ερήμωση της γειτονιάς και της ψυχής, ο κύκλος της ζωής που ολοκληρώνεται με μοναξιά και πίκρα, η νοσταλγία για τα παλιά που χάθηκαν. Ο Ν. μεγεθύνει με τα ποιήματά του τις στιγμές, διαστέλλει τον χρόνο, ψηλαφεί το ανέκφραστο με το αθώο βλέμμα ενός παιδιού. Εντέλει ανακαλύπτει μια άλλου τύπου αθωότητα που τον κινητοποιεί και τον εμπνέει (ποίημα: αχνό κουρέλι), ενώ η θλίψη μεταλλάσσεται σε χαρά και ορμή για το θαύμα της ζωής που όλα τα κάνει σαν τίποτε να μην χάθηκε για πάντα. Όλος ο κόσμος του ποιητή συμπυκνώνεται στο κάτι εκείνο και το τίποτα, που από την άκρη της αβύσσου αναδύθηκε στο φως για να ζητήσει τη δική σου αγάπη. Γιατί η ουσία της ύπαρξής μας δεν σχετίζεται στενά με την ατομικότητά μας, αλλά με το πλησίασμα του άλλου, με την (επι) κοινωνία, με το συνεχές δούναι και λαβείν, με την αποδοχή της ετερότητας.

Ο Ν. δείχνει αξιοπρόσεκτη ικανότητα και στο επίγραμμα, το πολύ σύντομο, συμπυκνωμένο μικρό ποίημα (συνήθως δίστιχο) που αποτυπώνει περίτεχνα και ποιητικά μια αφηρημένη έννοια ή έναν ορισμό. Δείγματα γραφής:

(εξουσία)

ένας εφιάλτης που δραπέτευσε
από τα μουσεία φρίκης του μέλλοντος
(μνήμη)
ο συνήθης τόπος των εκτελέσεων, εκεί όπου
οι νεκροί έχουν για πάντα αλώσει την ψυχή μας

Αλλού σπαραχτικός, αλλού ερωτικός, αλλού νοσταλγικός, αλλού με φιλοσοφική-ποιητική ενατένιση (στα επιγράμματά του), πάντα βαθιά ανθρώπινος, τρυφερός και δοτικός στην τέχνη της ποιήσεως, ο Ν. συνεχίζει την πορεία του στον χρόνο, συνθέτοντας ειλικρινή, αισθαντικά, εξαίσια ποιήματα. Και το σημαντικότερο: Μες στον ποιητικό του θρίαμβο, παραμένει σεμνός και προσγειωμένος, αφού εξακολουθεί να προσδιορίζει την ύπαρξή του με την ταπεινή, ωστόσο βαθιά στη σύλληψή της, γνώση (και ώριμη αίσθηση ταυτόχρονα) πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια κιμωλία που λιώνει αργά ανάμεσα στα δάχτυλα του δασκάλου, στον μαυροπίνακα της ζωής.

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

 

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

enet/Ελευθεροτυπία/22/1/2011

«Με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος/ με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως/ πριν απ’ το φως/ πέρα απ’ το φως». Το θαύμα της ζωής και η αισιοδοξία που αποπνέει τροφοδοτεί το νέο ποιητικό βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Γνωστός θεσσαλονικιός ποιητής και πεζογράφος, τιμημένος με κρατικό βραβείο διηγήματος (2008) και με δεκαπέντε μέχρι σήμερα ποιητικές συλλογές στις αποσκευές του, ο Τόλης Νικηφόρου (γενν. 1938) στις τριάντα ποιητικές καταθέσεις της νέας του συλλογής επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η ποίηση συνεχίζει να υπάρχει και εκτός κοινωνικών συνθηκών. Και είναι όντως αξιοθαύμαστο πώς οι λέξεις και οι ήχοι μπορούν στον συνδυασμό τους να χτίσουν έναν κόσμο που αποπνέει προσδοκία και αισιοδοξία «καθώς ακόμα και το πυκνό σκοτάδι παραμένει βελούδινο, ενώ ο παρατατικός χρόνος, αυτός που ζήσαμε κι απλώς παρήλθε (όχι ως χαμένος, αλλά αντίθετα κερδισμένος χρόνος) διατηρεί τη λάμψη της μνήμης». Διαβάζοντας τα ποιήματα της νέας συλλογής του Τόλη Νικηφόρου ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως χάνει τον περίγυρο της δύσκολης πραγματικότητας καθώς η εναγώνια αναζήτηση της ανθρώπινης πορείας ακόμα και μέσα στην αβεβαιότητα του θανάτου γίνεται καθησυχαστική.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

One response to “ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΣ

  1. Τόλης Νικηφόρου

    Ανδρέα μου, τι να πω, μένω κατάπληκτος και σε ευχαριστώ από καρδιάς !!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s