ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

1-ΜΑΡΙΟΣ

Ο Μάριος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στη Κύπρο και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και απέκτησε το πτυχίο ΜΑ, Εd από το Πανεπιστήμιο Αρκάνσας (ΗΠΑ) Εργάστηκε στην Αθήνα στην ιδιωτική εκπαίδευση.
Τρία έργα του, η ποιητική συλλογή «Σαν άλλοθι οι λέξεις» (2003) το μυθιστόρημα «Ο Οστεοφύλαξ» (2007) και η νουβέλα «Ο Ανακριτής» (2012) τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Το μυθιστόρημα «Ανατολικά της Αττάλειας βόρεια της Λευκωσίας» μεταφράστηκε στα τουρκικά και στα γερμανικά.

ΠΟΙΗΣΗ
Αντίκρυ στην Ανατολή, Κύπρος 1971
Τα ανεξίτηλα, Δόμος 1987
Τα αναστάσιμα, Εκπαιδευτήρια Δούκα 2001
(σε 1000 αντίτυπα εκτός εμπορίου)
Σαν άλλοθι οι λέξεις, Μεταίχμιο 2003 Βραβείο
Τέφρα ονείρων 2016

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ο οστεοφύλαξ, Μεταίχμιο 2007, 2011 (Μυθιστόρημα) Βραβείο
Τα κρόταλα του χρόνου, Μεταίχμιο 2010, 2011
Ο ανακριτής, Γαβριηλίδης 2012 (Νουβέλλα) Βραβειο
Ανατολικά της Αττάλειας, Momentum 2014, 2015
Η Απειλή 2016

 

 

 

 

ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ (2016)

 

α’

Όταν μπήκα στον κήπο αντίκρισα συνωστισμό
Η συστοιχία των μυριστικών
Θριαμβολογούσε τα ακατάληπτα ρήματα των μελισσών
Και οι κηπουροί αφημένοι στην έκθαμβη μέρα
Έσκαβαν στις υπώρειες του έσχατου χρόνου

Όλα κατολίσθαιναν τα πέταλα η γύρη
Με τα μυστικά φορέματα οι λέξεις που
Γέμιζαν τις οπτασίες των σχημάτων
Μια ακατανίκητη έλξη ωσάν μαγνητισμός
Την ώρα που επωάζονται αμφίβια πουλιά
Η Μεγάλη Ακολουθία των Ορών -σκέφτηκα-
Και με τραβούσαν τα ελάχιστα ζούδια
Στην υψικάμινο του κήπου
Όπου έμαθα κι εγώ να ασφυκτιώ και να σκάβω
Και να μετεωρίζομαι και να κατολισθαίνω

Στις εσχατιές μιας ακατανίκητης οπτασίας

 

β’

Ανάερο χάδι η ματιά που
Με κοίταε
Την ώρα που φτερούγες πουλιών
Κροτούσαν συλλαβίζοντας
Παράξενες αρμονίες

Ώσπου έπεσε το απόβραδο
Τη νύχτα δαμάζοντας στα
Ακροβλέφαρά της
Με ανάσες και πόθους
Την Κύπριδα υμνώντας

 

γ’

Ύστερα τα πουλιά πέταξαν
Ηλεκτροφόρα
Οι φτερούγες τους
Πλατάγιζαν στο σύθαμπο
Σαν φλάμπουρα καμένα
Μα εκείνα δε νοιάζονταν
Έτσι πυρωμένα
Που τα μαγνήτιζε
Το σύμπαν με τις έγνοιες του
Μετά αφέθηκαν
Σε μια τροχιά ελλειπτική

Κάτω
Τα καλώδια εξακολουθούν
Να μεταδίδουν ασαφείς ειδήσεις
Για την τύχη τους

 

ζ’

Αύγουστος ήταν
Ο φίλος στεκόταν ευθυτενής
Κι αγνάντευε το πέλαγο
Προσμένοντας

Τίποτα…

Ώρα κοντά στο μούχρωμα
Και στον αγέρα πλατάγιζαν
Μυστικές φτερούγες
Ώσπου ξαφνιάστηκε

Τον προσπερνούσαν κάτι
Ξεχασμένοι γλάροι που
Κοίταγαν κι αυτοί
Κι όλο απορούσαν
Ποιος ήταν να φανεί

Κάτι είχαν ακούσει για τον πικρό ποιητή
Μα δεν αφήνονταν σε άκαιρες αναπολήσεις
Άλλωστε δεν ήταν άνθρωποι
Μόνο πουλιά θαλασσινά…
Ο φίλος στεκόταν μα απόκαμε
Και πήρε να κολυμπά στη θλίψη του δειλινού

Μα ήταν Αύγουστος
Και η μνήμη κουβαλούσε
Οπτασίες απίθανων φεγγαριών
“Όπου να ’ναι θα φανεί, όπου να ’ναι θα φανεί..

Μέχρι που τον πήρε το κλάμα
Κι άρχισε να πετροβολά τους γλάρους
Που όλο τον κοίταγαν …

 

ιβ’

Τα Πουλιά του Προύθου
Μας προσπέρασαν κρούοντας
Διάφανα κύμβαλα
Με φτερούγες μυστικές

Την ώρα της αποδημίας
Μας άφησαν και πήραμε πολλά
Φωνές και λοφία
Ράμφη ευθυτενή και άλλα γαμψά
Και καθώς ο ποιητής
Τροχοδρομούσε ανέμελος στο σύμπαν
Ιππεύοντας άτι φτερωτό
Τον προϋπαντούσαν οι αυτόχειρες
Με μια κουστωδία ματωμένων στίχων

Ελάτε μας έγνεφαν
Η εκδημία ρίχνει πέπλο σκοτεινό
Κι η ποίηση δεν είναι πια
Αυτού του κόσμου
Εκείνος στάθηκε
Έχωσε το χέρι στα σπλάχνα του
Έβγαλε ένα λευκό μαντήλι
Το τίναξε
Και τότε περιχύθηκε στο σύμπαν
Στάχτη από την Υψικάμινο

Πώς είναι όταν οι λαμπηδόνες
Διαχέονται ακανόνιστα μέσα στο σκότος
Ωσάν σημεία στίξεως
Που δαιμονίζονται
Από την παρασημαντική των λέξεων

Έτσι
Γεννήθηκαν μικροί γαλαξίες
Υψικάμινοι με αιλουροτροφεία και παλλακίδες
Που ταλαντεύονται
Στη σκιά μιας μελλοντικής αυτοχειρίας

 

.. .και σαν σταμάτησαν
οι σπονδές των πουλιών
άρχισαν οι υλακές
πανάρχαιων σκυλιών.

 

α’

Είπε να ετοιμάσουν τη σκηνή
Το δράμα παιζόταν ήδη χρόνια τώρα
Αλλά μια έκτακτη θεατρική σκηνή
Θα νομιμοποιούσε τα πάντα.
Τότε οι ηθοποιοί έβγαλαν τα προσωπεία
Και φάνηκαν οι μαύροι κύκλοι των ματιών τους
-όχι δεν ήταν ψιμύθια-
Ήταν γιατί κλαίγανε πολύ
Καθώς μοιράζονταν
Ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.
Η ώρα περνούσε και τα σκηνικά στήνονταν
Με τις απαραίτητες προσαρμογές
Ο σκηνοθέτης όμως γυρόφερνε
Στο μυαλό του την πιο επίμαχη σκηνή
Αλήθεια τι θα γινόταν με τη σφαγή
Όχι επιτέλους όχι
Με τίποτα δεν έπρεπε να διαταραχθεί
Η ειρήνη των αμνών

Το πράγμα ήταν σαφώς απλό
Ο αγγελιαφόρος
Αυτός ο φευγαλέος κομιστής των κακών
Αυτός να σφαγιαστεί
Άλλωστε και ο ίδιος το γνωρίζει
Ενίοτε οι κακές μαντείες
Θερίζουν όχι του θεούς αλλά
Αυτούς που τις κομίζουν

Ο σκηνοθέτης το αποφάσισε
Δε χρειάζονται προφάσεις
Ας πάρει το μάθημά του επιτέλους ο μάντης κακών

Όμως η ώρα περνούσε
Όταν ξαφνικά φάνηκε ένα παιδί
Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί άλλον περίμεναν
Και πριν προλάβουν να σκεφτούν
Το παιδί άνοιξε τη χούφτα του
Και σαν να’ ταν ζάρια
Πέταξε μπροστά τους
Τα μάτια του μάντη Τειρεσία
Ο παλιόγερος μας πρόλαβε
Μονολόγησε ο σκηνοθέτης
Και ούρλιαξε από τον πόνο
Καθώς έφτυνε θραύσματα δοντιών
Και ένα αυτούσιο μάτι…

 

ς’

Τις σαΐτες που σφύριζαν
τις ένιωθε στα σπλάχνα της
Η Πηνελόπη
Καθώς ένα ένα τρομαγμένα τα αρχοντόπουλα
Έγερναν προς τη μεριά
Που δε βγαίνουν τα όνειρα.
Τότες ο Άργος δεν άντεξε
Της κυράς του της αδικημένης
Να βλέπει που ξανεμίζονταν οι γλυκασμοί
Για είκοσι τόσα χρόνια…
Και μ’ ένα πήδο τού πήρε το λαιμό
Εκεινού του Οδυσσέα
Που έτσι χωρίς αιδώ
Αφάνιζε τα νιάτα της Ιθάκης.

Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε
Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα
Πως στη θέρμη του καλοκαιριού
Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι
Και κλείνουν τα μπαράκια
Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα
Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά
Μια νύμφη που τηνε λένε Πηνελόπη.

 

ι’

Ο χρόνος ο χρόνος
Αέναος χτύπος ρυθμός μυθικός
Μιας αυγής ανατέλλει το κάλλιστο φως
Και λάβαρα ανεμίζοντας στη φορά των ανέμων
Διαλύει του σκότους σκιές
Ο χρόνος ο χρόνος της ζωής ρυθμιστής

Εμπρός με κρουστά υφαντά
Αστερίες ιππήλατοι ο Ρίτσος ο Ελύτης
Ο Σολωμός ο Σεφέρης ο Κάλβος
Ο Παλαμάς ο Καβάφης ο Εμπειρικός

Τις φωνές των πατρίδων τρίβοντας διαμαντικά στο φως
Χρωματιστό υαλί στις αμμουδιές του Ομήρου
Με ένα στίλβον επιφώνημα στο στόμιο τον φεγγαριού

Και του λόγου του πρώτου τα ρίγη
Φτάνουν ίσαμε μας
Ξεχύνοντας στ’ αυλάκια του νου φωταψίες
Τα κρόταλα χτυπώντας της μέρας
Ο χρόνος ο χρόνος ρυθμός μυθικός
Της αυγής σιγολάμνει το σκάφος και
Φλογίζει σημαίες θριάμβου
Οι χτύποι οι χτύποι ψηφίδες του χώρου του χρόνου
Και νυν και αεί

 

… επιθαλάμια
και
τέφρα υμεναίων.

α’

Ανέστιε πόθε
Μη ζητάς από μένα δανεικά
Τα είπαμε στο χώρο του
κοινού μας πεπρωμένου
Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν

Βλέπω να χάνεις το δρόμο
Ξανά και ξανά
Και να επικαλείσαι τάχα
Τους θολούς οδοδείκτες και την
Ύποπτη συνέργεια των αριθμών

Μα όταν αργείς να φανείς
Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με
Ανεπαίσθητο δόλο
Διαλαλώ τα κέρδη μου

Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα
Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς
Και να φεύγεις όποτε θες

 

ε’

Κι όταν χτυπήσεις την πόρτα
Μην ξεχάσεις να έχεις μαζί σου
Πολλά αντίγραφα εκείνης
Της νύχτας

Γιατί κάτι σκέφτηκα
Στο νέο μου βιβλίο θέλω
Να χαράξω
Αυθεντικές συντεταγμένες
Μιας έσχατης ελεγείας
Έτσι για να δαιμονίσω
Τις σελίδες μου
Με την αυταπάτη
Ενός ατελεύτητου ρόγχου
Που εσύ επέμενες
Να τον αποκαλείς έρωτα

 

η’

Να επέρχομαι δρομαίος
Στεφανωμένος έσω με φως
Έτοιμος
Για το μέγα τελετουργικό
Της στέψεως των αγγέλων
Σε πυρφόρους θεούς

Κι εσύ να με σκέφτεσαι
Να εισβάλλω
Και να σου αφήνω
Θριαμβικά επισκεπτήρια
Πυρσούς και φτερά

 

ιδ’

Κι αν πιστέψεις
Τα λόγια που φτεροκοπούν
Σαν αλκυόνες
Θα βρεθείς μ’ ένα σου πέταγμα
Στη χαίτη του Πηγάσου
Και θα καλπάζεις
Ατίθαση κι εσύ
Στην κόψη ενός ονείρου
Που πρόλαβε κι ατόφιο
Βρέθηκε στο σύμπαν

Δέξου λοιπόν Αλκυόνη
Τα δώρα μου και έλα
Μα μην ξαφνιαστείς
Μόνο λέξεις δαμάζοντας
Και σημεία στίξεως
Μπορώ να σου χαρίσω

 

.. .κι εσύ γυμνός χορεύοντας
στα δόντια των πατρίδων.

 

γ’

Η πολιορκία ελύθη οπότε
Ας καταμετρήσουμε τις απώλειες
Μόνο μη μας πάρει η ώρα γιατί το μάτι της νύχτας
Συνωμοτεί με τους δαίμονες των ενυπνίων
Και τούτο είναι της απαντοχής μας
Η ακροτελεύτια καταβασία
Άλλωστε τώρα το τοπίο ηρεμεί
Περικεφαλαίες με λοφία από λαιμούς σπουργιτιών
Θώρακες με ωραίες ανοιχτές σάρκες και αχνίζοντα οστά
Περικνημίδες καριοφίλια και
Μεταξωτά πέπλα από τα ξανθά τους όνειρα
Το χέρι που κρατά τους όρκους και
Τις στερνές ρώγες των καμένων αμπελιών
Γεια σου και σένα μετέωρε φίλε χορεύοντας
Στα σαγόνια των πατρίδων
Η Άννα που σου έλαχε χάθηκε
Με το μετάλλιο τιμής κατάστηθα να αιμάσσει
Να δεις τώρα τα εμβατήρια πώς διασχίζουν ό,τι απόμεινε
Και μια ηρεμία απλώνεται στον κάμπο
Με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης
Κοκκινοτριμιθιά Άουσβιτς Άδανα φορώντας
Ένα κάτασπρο πουκάμισο
Σαν τη μνήμη που πετροβολά το μάτι τούτης της νύχτας

 

ε’

Όταν ανελκύσθη το ναυάγιο
Το πέλαγο εμυρώθη
Την ώρα της θαλάσσιας χαρμονής
Αναδύονταν ευφρόσυνα αγγέλματα
Από την πανσπερμία των χρυσών νομισμάτων

Και επιτέλους
Η μοίρα συνεργός του πνιγηρού πελάγους
Κατεβρόχθισε το σκαιόν της προδοσίας
Καθώς οι σιαγώνες καταθρυμμάτιζαν το πρωραίον μέρος
Της ανήκουστης εκείνης βραχώδους πλησμονής

Πώς αφουγκράζονται τα παιδιά μας
Τις φωνές και το ρόγχο της θαλάσσης
Με ένα όστρακο χωνί
Πώς αναδύονται τα ίδια τα ναυάγια
Καθώς το πρωραίον σφαδάζει
Υπό τους ήχους πνιγηρούς
Που αφήνουν οι σιαγώνες των τεράτων

Αυτά ακούς και αδημονείς να συγκολλήσεις
τα ετερώνυμα: ΣΑΡΚΑΜΕ… ΚΤΥΠΕΝΤΑΔΑΛΟΣ… και
Ο! τι ελαφρότης…

 

 

ΣΑΝ AΛΛΟΘΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (2003)

 

Σαν άλλοθι οι λέξεις
Κι ο ποιητής υψώνει το σώμα του
Καιόμενος
Μα ούτε φθόγγος κραταιός
Μόνον ανάσες χνώτο προβάτου
Πριν απ’ τη σφαγή
Ή σαν νεφέλη απλωμένη
Στο σώμα στρατιώτη που ξεψύχησε
Βογκώντας όνειρα παιδικά.
Αποκεφαλισμένοι φθόγγοι
Τυμπανισμένοι ήχοι
Κραυγές αλυχτώντας
Σαν άλλοθι οι λέξεις
Γυρεύουν δικαίωση

***

Και φρύαξε η αυγή
Καθώς μας άνοιγαν τα σπλάχνα οι οβίδες
Και δεν μπορώ σου λέω να μη θυμάμαι
Και σκοτείνιασε μου λες
Τα κορίτσια μας κλειστά
Σαν άνθη και δεν έστερξαν το φως.
Η Μαίρη η Χρύσω κι η άλλη Μαίρη
Με τους λωτούς στα στήθη
Και σκοτείνιασε Κι ούτε που ξέρω
Πώς θα βγει και τούτη η νύχτα

***

Σαν κάτι μια υποψία
Ψηλαφώντας αδιόρατους παλμούς
Και ήχους συριστικούς
Μιας ανάσας κεκαυμένης
Πώς όταν επέρχεται σκότος
Και μυριάδες θρύμματα
Του αντιρρόπου φωτός
Περιλούζουν το συμπαντικό κενό
Και μέσα σε όλα αυτά
Ασθμαίνει η εσωλέμβιος Μαρία
Τα έξω του κόσμου καταμετρώντας
Σαν κάτι μια υποψία
Το «αχ» που της έλαχε
Στα περίχωρα μιας νυκτωδίας
Και η αγωνία της να φθέγγεται
Καμπύλους υμεναίους
Στα άωρα μιας ευμέλειας
Ο ίσκιος της με τις ευθυτενείς προσδοκίες
Καθώς η Μαρία συρρικνώνεται υποδορίως
Μες στην ευρυχωρία του κάτι

***

Σε είδα στα ρίγη των άστρων
Ήλιος σαν φλεγμονή
Στα έγκατα του σύμπαντος
Να αντανακλάς υπερούσια θραύσματα
Σκοτεινών θαλάμων
Εκεί στα ρίγη των άστρων σε είδα
Περίκλειστη να επωάζεις γάμους μυστικούς
Ασύμμετρη με περιλάλητες πληγές
Να τανύεις ήχους επιθαλάμιους
Θριαμβικά γυρνώντας τις ώρες
Κατά το τίναγμα του αυχένα σου.

***

Αδημονία
Μες στη σιωπή
Των ήχων της νύχτας
Των αστεριών
Των αιθερίων
Της μαρμαρυγής
Των στεναγμών
Της αμφιλύκης
Εκ βαθέων μιας μουσικής
Η παύση με πληγώνει
Σαν αδημονία που αιμάσσει
Σιωπή και θάνατο

***

Είναι ωραίο να συλλέγεις διαθλάσεις φωτός
Στη μαρμαρυγή της αδημονίας σου
Ειρμός αειφόρος
Κι εσύ αμφίκυρτος πεπλανημένος
Στις υπώρειες κρυφών λιμένων
Εκεί τη ζωή αναμέλποντας ασώματος
Και να των ανέμων ο πλεονασμός
Με σφυρίγματα εωθινά και να
Το σώμα ασπίδα της γύμνιας ψυχούλα μου
Τα έγκατα αναδεύοντας
Μη στέρξει και ξημερώσει μη
Κούρνιασε εαρινό μου κούρνιασε
Και μην κλαις ή καλύτερα κλάψε

***

Όταν γράφεις ποίηση στα σκοτεινά
Φορτωμένος μεγαβάτ
Όταν βρυχάσαι κι ανελέητος ο πόνος
Σου νυχιάζει τα σπλάχνα
Τότες οι λέξεις αιμάσσουν
Κι ο λόγος αμφίστομος σε διαπερνά
Οπότε ιχνηλατείς επιφωνήματα τριγμούς
Και μικρές παιδίσκες που θαμπίζουν στο φως
Τερπνού ποδηλάτου και λες να πάμε αλλού
Σε κάμπους πρωτόγνωρους μα κι εκεί
Τι άραγε θα’χει απομείνει
Έτσι που λεηλατήσαμε τα τοπία μας
Που αποκεφαλίσαμε τις γυναίκες μας
Με την παμπάλαια έγνοια
Τότες όλα ακινητούν
Τα χείλη άλαλα κι οι ασεβείς μας πόθοι
Επίκληση στο έλεος μιας μνημοσύνης
Επιτέλους γενηθήτω μια λέξη
Ή μιας εικόνας απείκασμα
Σαν άλλοθι

***

Σε εργαστήρια επιγραφοποιών
Ο λόγος οιακίζεται και αναρριγά
Το νέον τρεμοπαίζει στη γυάλινη πανοπλία του
Και η λέξη που ήξερες τώρα ασφυκτιά
Αναρτημένη στις μετώπες της σιωπής μας
Χιλιάδες άσημες πεταλούδες
Ανυποψίαστες χορεύουν μαζί της το θάνατο
Υπό τους ήχους μιας πένθιμης σιωπής

***

Η λέξη υποτροπίασε
Τα καρινώματα αιμάσσουν
Να ΄ναι άραγε
Της ψυχής μας η αντανάκλαση

***

Λοιπόν επέστρεψες
Και είδες τα ορατά
Και στην ψυχή σου αντήχησαν
Τα αόρατα
Και πόνεσες λες ξανά
Ικέτεψες να σου δώσουν μια γουλιά λεμονανθούς
Και έφερες τροπαιούχος ίχνη κι ανάσες
Του άλλου καιρού
Έφερες και τη φωτογραφία της γιαγιάς
Μόνο που δεν μπόρεσες λες να βρεις τους τάφους
Και ρωτάς τι να ‘γιναν, άραγε οι νεκροί
Μα δεν υπήρξαν ποτέ
Άλλωστε τώρα δεν αρχίζει η ιστορία
Παραδέξου το όλα ήταν μια ψευδαίσθηση
Και που ζούσαμε αγκαλιά με το καυτό αίμα
Και που συντηρούσαμε το μνημονική εκείνης της μέρας
Τα αγάλματα και τις μαυρόασπρες φωτογραφίες
Υπήρξαμε ρομαντικοί πολύ ρομαντικοί σου λέω

***

Τότε το αυγινό φως
Διεισδύει μέσα στις ρωγμές
Και διαθλάται στα πολλοστημόρια του
Και τι χαρά είπες
Να αδράχνεις χρυσές πεταλούδες
Κι ολοένα τα χέρια σου να αιωρούνται
Έως ότου διαπιστώσεις πως όλα αυτά
Παίζονται ερήμην σου
Και λες
Θεέ μου να γίνω ένας Οιδίποδας
Οπότε αιχμαλωτίζεις μια παλλακίδα
από αυτές που ιστόρησες ξανά και ξανά
καθώς τότε το σπέρμα διαπηδώντας
εισχωρεί στα κούφια μάτια σου
Αχ μονολογώντας εκδικούμαι
Τη σάρκα μου ο ανελέητος
Χλευάζοντας την πλεκτάνη
Που σου έστησαν

***

Πώς όλα ξαφνικά
παίρνουν το χρώμα της σκουριάς
Και οι φίλοι μας αποφλοιώνονται
Κι η σάρκα τους μυρίζει θάνατο
Εκεί που χτες οι ροδώνες
Ασφυκτιούσαν γλυκασμούς
Μήπως δεν είναι να τους περιμένουμε άλλο
Η σκιά τους απλώνεται
Γίνεται πέτρα και χώμα και χώμα
Αφή κενού

***

Στα δισκοπότηρα της μετάληψης
Έτσι όπως θα σημώνουμε τ’αγαπημένα νερά της Κύπρου
Σ’άκουγα κι ο νους ταξίδευε
Κι αλάργευε κι αλάργευε κι οσμίζονταν
Και μέθαγε και πάλι επέστρεφε και πάλι ταξίδευε
Ώσπου η νύχτα κόμιζε μαζωμένες ιαχές και βογγητά
Των φίλων που δε θα ξαναβλέπαμε.
Και σ’έπιανε το παράπονο και μαζί κλαίγαμε
Καρφώνοντας στον αέρα τα λόγια τον Σεφέρη
«Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου
που κατάντησε κι αυτό ς πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις δεν μπορείς…»

***

Εν τέλει η ποίησή μας
Είναι τόκοι και ωδίνες
Λέξεις εν κενώ
Μετέωρα

 

 

ΤΑ ΑΝΕΞΗΤΙΛΑ (1987)

 

α’

Πέτρα τσουρουφλισμένη
Και ο ήχος ακούστηκε παράξενος
Στο μαγγανοπήγαδο του κήπου μας
Άκουσα τη φωνή
Την έφερνε αυτός που αιώνες πριν
Στα αρχαία μας όνειρα
Επικρατούσε λογχοφόρος
Ήρθε με τη μάσκα του προσώπου του ανάποδη
Με ξέφρενα συνθήματα για νίκες και τρόπαια
Και πλήρωμα χρόνου και όπλα ορθόφρονα
Ήρθε με φίλτρα αδερφικά
Μίλησε σε γλώσσα Ελληνική με
Αλεξανδρινή κομπορρημοσύνη
Και χάραξε στους βράχους του ξεραμένου κάμπου μας
Νέα σχήματα λέξεις πρωτόγνωρες
Που προμηνούσαν το μέγα τίποτα
Ήρθε και μέσα στην άμετρη ανία μας
Πρόσθεσε τη δική του υπόσταση
Τη στομφώδη την αμείλικτη

 

β’

Κύμβαλο θανάτου μου έκλεισε τα μάτια
Και το ψέμα μ’ επεσκίασε
Στην όσφρηση του απόηχου
Άκουσα τα λόγια τους
Και τη βαριά πατημασιά τους
Οι μικροί αρλεκίνοι φίλοι μου
Συνωμοτούσαν οιστρηλατούμενοι

 

γ’

0 χρησμός δόθηκε
Μέσα σε αμφορέα δήθεν αρχαίο
Με πλαστά ιωνικά σχήματα
Τα κτερίσματα και η γραμμική γραφή
Αποδείχτηκαν πλάνες
Ο τρίτος σκοπός ξαφνιάστηκε
Οι Μηδίζοντες καιροφυλακτούσαν

 

στ’

Ό βρόγχος πού γεύτηκε λαιμούς έφηβων
Αιώρα σαν πανάρχαιο όνειρό
Οι καιροί που μας πέρασαν
Είπαν πέντε τουφέκια και μια ψυχή αλώνι
Για του χάρου το ροβόλισμα
Κι είχαν τα κοπέλια μουστάκι
Και παππούδες Αντρόνικους
Τον Ευαγόρα τον άδραξε ό βρόγχος στα 1957

Δεκαοχτώ χρόνων τον Νίκο ένα αυγουστιάτικο
Δείλι στα 1974 τότε πού το στάχυ μεστωμένο
Σελάγιζε στη Μεσαρκά

 

θ’

Στο βυθό της παντερημικής
Στην αχερουσία των στεναγμών
Και στην αγωνία του τίποτα
Ένα μασημένο δαφνόφυλλο
Και μια ταινία κίτρινη
Από το κάτουρο μιας κουκουβάγιας

Ήρθαν οί μοιρολογήτρες να τον κλάψουν

Η μια τον είπε αητό
Η άλλη καβαλλάρη
Η τρίτη δεν μίλησε

 

ια’

Αρχαϊκά προσωπεία
Τα όνειρα μας που χάθηκαν
Ο Νίκος ο Παυλής
Ακρωτηριασμένοι Ελπήνορες

 

ιβ’

Ρωγμές
Η μνήμη ελλειπτική
Η απορία καμπύλη
Ασθμαίνουσα
Και να μην ξέρεις πώς να τ αποσιωπήσεις
Στα ζυγωματικά του Ιούλη
Ένα στάχυ αμφίστομο
Μπηγμένο σ’ ένα φάρυγγα
Που αιμάσσει φθόγγους ακατάληπτους
Μεσαρκά… Μεσαρκά…

 

ιστ’

Και πώς ν’ αντέξουμε
Την επίβουλη ρευστότητα
Που μας κατακλύζει
Έτσι χωρίς τύψεις
Ν’ αποσιωπήσουμε την αγωνία μας

Εκείνα τα ηρωικά και πένθιμα
Θα μας βαραίνουν με την επίπλαστη σιωπή τους

 

κ’

Αύριο καθώς θα υποχωρούμε
Καθώς θα υποστέλλουμε τις σημαίες
Υποβασταζόμενοι χωρίς δεκανίκια
Ο λόγος μας πρέπει να είναι απλός
Όχι αμφισημίες και τα παρόμοια
Εξάλλου ο καιρός τους θα ‘χει περάσει
Λέω
Να μιλήσουμε χωρίς εφικτά και ευκτέα
Πρώτα όμως να ετοιμάσουμε μια γλώσσα έκτακτη
Όπως ταιριάζει
Φωνήεντα εν μέρει ελληνικά
Εν μέρει αρκαδικά
Να τα συλλέξουμε λέω

Στο ρόδο τον έρωτα
Στο παράθυρο των ελπίδων
Στο κοχύλι των μυστικών ψιθύρων

 

κγ’

Ό ερωτάς μου χαρακιά
Στη νηνεμία των ονείρων σου
Οι πόθοι μου σπαράζουν
Εσύ ενδίδεις
Κι ευάλωτη στο σκότος καθώς λες
’Ομνύεις στους όρκους μου
Μα απορώ γιατί ν’ αλλάζεις πουκάμισο
Και μέσα στους γλυκασμούς μου
Ξάφνου να διαθλάσαι

 

κζ’

Νυχιάζεις τον πόνο
Κι αφουγκράζεσαι
Οι φωνές διαχέονται
Η ηχώ τους ανερμάτιστη
Στα ύφαλα ενός πικρού λογισμού
Να συνθλίβεσαι λέω
Μες στον απόηχο που αφήνει η ποίησή μας

 

λβ’

Μόλις πήρε το μήνυμα
Λούστηκε
Με τις ώρες καλλοπιζόταν
Ήξερε πως άρεσε πολύ και προσπάθησε
Το πρόσωπο να λάμπει
Τα μάτια να είναι εύγλωττα
Τα χείλη πάλι να τρεμοπαίζουν
Παιχνίδισμα και τούτο αρεστό στις κρυφές συνεννοήσεις
Ο καθρέφτης ασφαλώς δεν τον ξεγελούσε
Ήταν χάρμα νέος έτοιμος καθόλα
Μα έτσι καθώς κοιτιόταν
Το συμπαθητικό είδωλο
Έμοιαζε να ασφυκτιά
Κι ήταν όλο λύπη
Τότε λαχτάρησε εντός του
Και του ‘φυγεν ο ερωτισμός

 

λζ’

μνήμη

Στη δοξολογία των θαμπών μαρμάρων
Η λεύκα που λίκνιζε το σώμα της
Το χέρι που κουρταλούσε μνήμες
Κι εσύ πού κειτόσουν γαλήνιος
Μες στην άφατη θλίψη μας
Καράβι πλησίστιο
Στων ανέμων την όρχηση

 

μ’

Πριν σε ρίξει κάτω η αηδία και η βρωμιά
Που σ’ έστησε σκοπό να φυλάς σε ανεξιχνίαστη χώρα
Με αμφίβολα σύνορα γίνου ένα με τη φωνή
Πού θα σκορπίσει η μοναξιά στην απόγνωση της
Κοιμάσαι με το φως του λύχνου
Και με την αφομοίωση του μέσα στα κρόσσια
Της νύχτας αλλάζεις το νεανικό σου πουκάμισο
Με τη μαύρη αυλαία
Στο ποτάμι της ξεχασιάς αλλάζουν σκοπό τα βατράχια
Κι εσύ με τη φοβερή όψη και την παλάμη
Στο μέτωπο σε σχήμα κατάρας αναζητάς τον άγνωστο
Δαίμονα να φανεί στην αντίπερα όχθη

Μη με ρωτάς γιατί δεν ξημερώνει ακόμη
Μέσα στη σιγαλιά ακούγονται οι πιο παράξενοι άνεμοι
Γι’ αυτό μη με ρωτάς
Είναι η ώρα πού βρυκολακιάζουν οι ακρίδες
Στα δάχτυλα των σκοτωμένων
Είναι η ώρα που αλλάζουν στροφή οι ποταμοί
Έτοιμοι να χυθούν στους πλατιούς δρόμους
Είναι η ώρα που κοιτάζει η ύαινα την όψη
Της νεράιδας στην ανάποδη του σπασμένου καθρέφτη
Άκου το ποδοβολητό
Η νύχτα με τα κατοικίδιά της φεύγει
Γι’ αυτό μη με ρωτάς
Το μόνο πού ξέρω είναι πως πάντα ο ήλιος
Στήνει καρτέρι στα επιφάνεια της χαραυγής

 

μα’

Το φεγγάρι γιομάτο
Συλλέγει αχόρταγα τις εκλάμψεις
Του σύμπαντος
ΗΗ νύχτα ξαπλώνει το καμπύλο σώμα και
Μέσα της εισχωρούν τα πολλοστημόρια
Ενός νέου γαλαξία

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΑΥΓΙΝΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ

Με την αρματωσιά του ένα τρικάταρτο
Ρίχτηκε στου πελάγου τα μάκρη.
Γοργόφτεροι γλάροι συντρόφευαν
την αρχινημένη λιτανεία και αφροί
διαμαντικοί σε πλάτες δελφινιών.
Ψηλά στο μεσιανό κατάρτι μια σημαία
να αντέχει στων ανέμων τη φορά
κι η μάσκα να γέρνει μια δεξά και μια ζερβά,
μα φόβος κανένας.
Μόνο των γλάρων το κρώξιμο κι οι μνήμες
π’ ανασταίνουν μιας Αφροδίτης
το συναπάντημα στου Διγενή την Πέτρα.
Κι όλα τα θάρρητα
κρατούσαν την ελπίδα ορθόπλωρη,
με των δελφινιών το ξάφνισμα και
της γοργόνας τ’ ατίθασο βλέμμα να ρωτά
ξανά και ξανά, παγιδευμένη
σε μιας αγάπης την απαντοχή.
Και περνούσε τ’ αυλάκια το τρικάταρτο
κι έπιανε αρόδο εκεί που
τα ύφαλα του μνημονικού χτυπούσαν.
Και τότες αναδύονταν γοργοεπήκοες Παναγίες
με υπερούσιους Χριστούς μες στην πλατιάν αγκάλη,
κουβαλώντας μέδουσες και αστερίες
και με την αρμύρα να στάζει ρίγη.
Κι ύστερα, βουτώντας ξανά
μες στης αυγής τη χαρμονή ξανοίγονταν
μπροστά σε κίονες αμέτρητους κι αγάλματα,
σε θόλους και μετώπες.

Όλα λευκά κι ολόφωτα στο
μάγεμα του πρωινού.

Και ξάφνου αντίκρισε στρατιές.
Παντιέρες περσικές πλατάγιζαν στη χαίτη
του πελάγου και μαζί γαλέρες γενοβέζικες
κι αρμάτες τουρκικές.

Και τότες το πέλαγο εθεοκρούστη
και γίνηκε καταποτήρας που τους ρούφηξεν
όλους εξόν από εκείνο το τρικάταρτο
που έλαμνε γοργά μες στου γιαλού τα πλάτη
κι ακόμα γοργολάμνει το σκαρί που
το λαλούσιν Κύπρο…
Και μιας φωνής μέγας αχός αργά το συντροφεύει:
Υπερούσια Σαλαμίνα κράζω σε Βασίλισσα
κι εσένα Πάφο, Αγία
κι εσέ Κερύνεια, Δέσποινα
που σαράντα χρόνους με θωρείς αδάκρυτη
με βλέμμα που σκοτώνει…

 

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

Η ΑΠΕΙΛΗ (2016)

(Απόσπασμα)

Το νεκροταφείο ροκανίζει την πόλη

Το τοπίο στην πόλη άλλαζε. Η μεγάλη λεωφόρος γινόταν πεζόδρομος και οι παράπλευρες οδοί έπαιρναν το σχήμα διπλών διαδρόμων. Στο μέσον ένα στενό κατάφυτο διάζωμα και στα πλάγια μικρά παρτέρια και κρήνες με τον ίδιο ακριβώς φυτικό, κεραμικό και μαρμάρινο διάκοσμο του κοιμητηρίου. Επρόκειτο για μια μορφή ήπιας εισβολής και κατάληψης ζωτικού χώρου
στις παρυφές της πόλης. Φαινομενικώς τουλάχιστον. Γιατί, στην πραγματικότητα, χωρίς κανένα πρόσχημα, είχε κιόλας αρχίσει η πολεοδομική αποψίλωση, και το δυστύχημα ήταν πως όλοι πίστευαν ότι η νομαρχία
και ο δήμος μεριμνούσαν για την αισθητική αναμόρφωση αστικών χώρων.
Ο Πολ Μελίδης δεν είχε κανένα λόγο για να ανησυχεί. Αντίθετα, αισθανόταν πανευτυχής, αφού όλα εξελίσσονταν κατ’ ευχήν. Το επιτελείο των ψυχολόγων της εταιρείας είχε δώσει σαφέστατη αναφορά με τολμηρότατες προβλέψεις, που η ίδια η πραγματικότητα τις επιβεβαίωνε με τρόπο πανηγυρικό. Και ήταν αυτό ένα δείγμα ότι τα προγράμματα έρευνας ήταν σχεδιασμένα με άκρως επιστημονικό τρόπο. Ο ψυχικός σφυγμός των κατοίκων αποτυπωνόταν με εκπληκτική ευκρίνεια στις απαντήσεις που έδιναν σε σχετικά ερωτήματα. Η φρενίτιδα που τους κυρίευσε για την αγορά ταφικών κτισμάτων καν η απουσία κάθε αντίδρασης στη νέα φάση της επέκτασης-εισβολής αποδείκνυαν ότι η πόλη παραδιδόταν αμαχητί στις βουλήσεις της εταιρείας. Οι κάτοικοι έδειχναν να συμφιλιώνονται με την ιδέα της γειτνιάσεως των σπιτιών τους με τάφους-χώρους υπνώσεως, «ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται»…
Όταν κλήθηκε ο νεαρός διανοούμενος να παραστεί στην έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας, τα λόγια του προκάλεσαν σε όλους θαυμασμό. «Το κοιμητήριον» είπε, «ως εκφερόμενος όρος, απαλύνει το άλγος ακόμα και από έσχατα δυστυχήματα. Τότε ο πικρότατος πόνος γλυκαίνει και το συνειδός συμφιλιώνεται με το θάνατο, που τον εκλαμβάνει πλέον ως αχρονία μακαριότητος».
Τέτοια και άλλα ηχηρά παρόμοια έλεγε ο διανοούμενος, που, ακούγοντάς τον ο Μελίδης, έμενε άναυδος. Όμως εκείνο που κυριολεκτικά τους ξάφνιασε όλους ήταν η πρόσληψη του διανοουμένου ως υπευθύνου προγραμμάτων ψυχολογικής υποστήριξης. Τη θέση, φυσικά, την αποδέχτηκε ασμένως. Βέβαια, άλλο είναι να περιφέρεσαι στα καφέ και στα μπαρ της πλατείας με τον Μαρξ ανά χείρας, ή και ενίοτε τον Γκόργκι, και άλλο να είσαι στέλεχος της πολυεθνικής Εταιρείας Σχεδιασμού και Αναπλάσεων με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Το πράγμα δεν έμεινε εκεί. Τα παρτέρια προχωρούσαν, ροκάνιζαν τους δρόμους, καταλάμβαναν τα πεζοδρόμια, πατούσαν τα ελάχιστα αλσύλλια και πίσω τους στήνονταν τάφοι. Πολλοί τάφοι. Προτιμήθηκε αυτή η κατευθείαν επέκταση προς το κέντρο της πόλεως, διότι το προηγούμενο, με την αποψίλωση των παρυφών του πολεοδομικού συγκροτήματος, δε συνάντησε καμιάν απολύτως αντίδραση. Άλλωστε η πρόταση για σταδιακή περιφερειακή άλωση ενείχε τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί δόλια τακτική. Και αυτό ήταν πολύ πιθανό να προκαλέσει τους ελάχιστους αμετανόητους από τον κύκλο του νεαρού διανοουμένου, που εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι τους είχε
προδώσει.
Έτσι λοιπόν, το σύστημα των ετοιμοπαράδοτων ταφικών κτισμάτων κατακτούσε διαρκώς έδαφος. Ο Πολ Μελίδης έτριβε τα χέρια του. Μάλιστα αποφάσισε να υποβάλει αρμοδίως προτάσεις για την εφαρμογή του σχεδίου σε όλη την επικράτεια. Είχε λόγους να πιστεύει ότι οι τοπικοί άρχοντες θα το έβλεπαν θετικά. Ήδη οι επισκέψεις νομαρχών και δημάρχων στην πόλη αυξάνονταν, και αυτό ήταν πολύ ενθαρρυντικό. Γι’ αυτό και η επιτόπια ξενάγηση από στελέχη της εταιρείας εμπλουτίστηκε με διάφορα δρώμενα, τα οποία αισθητικοποιούσαν το ανοίκειο του θανάτου και το αφόρητο της ταφής αναγάγοντάς τα σε οντολογικές παραλλάξεις κτλ., ναι, και για τις οποίες μεριμνά η χάρις των συμπαντικών δυνάμεων, επιδαψιλεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εύνοιά της προς τους εκλεκτούς.
Για όλα αυτά την επιχειρηματική ευθύνη ανέλαβε ο μέχρι χτες αριστερός διανοούμενος και τώρα εκλεκτό στέλεχος της εταιρείας, ο οποίος χρησιμοποίησε τόσο τη γλωσσική του οξυδέρκεια όσο και τις γνωριμίες του. Η χορωδία ιδιωτικού σχολείου της περιοχής απέδωσε θαυμάσια τον «Μεγάλο Ερωτικό», ενώ τα κείμενα και τις θεατρικές αποδόσεις ανέλαβαν με ιδιαίτερο πάθος δύο φιλόλογοι, για τους οποίους έχουν να λένε ότι, δεν μπορεί, η μοίρα δυστρόπησε. Γιατί για άλλα ήταν καμωμένοι και άλλα η ψυχή τους λαχταρούσε. Ας είναι.
Συμμετείχαν, φυσικά, και οι κάτοικοι της πόλης. Εννοείται όσοι συνήλθαν από εκείνο το αποτρόπαιο συμβάν του ολοκαυτώματος των Καλαβρυτινών μαστόρων. Γιατί οι πιο πολλοί έχουν κλειστεί στα σπίτια τους και, καθώς λέγεται, κάθονται ώρες ατέλειωτες και κοιτούν με αδημονία τις σκιές που άφησαν στον τοίχο οι καθρέφτες. Προτού οι ίδιοι τους καταθρυμματίσουν. Τότε. Τώρα, όσο κι αν οι αρχές επιμένουν να τους χαρίσουν από έναν καθρέφτη και ένα κλουβί γεμάτο τιτιβίσματα, αυτοί αρνούνται. Προτιμούν να κοιτούν. Και να μοιρολογούν. Λέγεται.
Όσοι συνήλθαν λοιπόν, αφού φόρεσαν κατάσαρκα στενά πουκάμισα, ολόλευκα με κόκκινα σιρίτια, συνέχεια συστρέφονταν και έψελναν σε γλώσσα κρυπτική
ύμνους, που τους αποκαλούσαν «θριάμβους». Μαγεμένοι, οι τοπικοί άρχοντες δάκρυζαν και κάποιοι εκστασιάζονταν και έμεναν με τα μάτια κλειστά για πολλή ώρα. Τότε παρενέβαινε η ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης και άρχιζαν οι συνεδρίες. Μετά, αφού ορίζονταν ρήτρες και υπογράφονταν συμβόλαια, ο Πολ Μελίδης έδενε τους δημάρχους με νόμιμες κατά τα άλλα χορηγίες. Ο νομάρχης τα έβλεπε όλα αυτά και παρέμενε απαθής. Μάλλον χαιρόταν. Γιατί η συνενοχή ελαφρύνει το άλγος που προκαλούν άστοχες ή σφαλμένες επιλογές και, το χείριστο, αργυρώνητες αποφάσεις. Ενίοτε μάλιστα το εξαλείφει, εφόσον η κρούστα που σκεπάζει τα πράγματα, διά της εκτεταμένης συνενοχής, γίνεται όλο και πιο φασματική, μέχρι που διαλύεται.

 

ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΑΤΤΑΛΕΙΑΣ ΒΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (2014)

(Απόσπασμα)

Προμηνύματα χαμού

Εν τω μεταξύ, ο καιρός περνούσε κα η αγωνία μας άρχισε να φυραίνει, μέχρι που ένας αδικαιολόγητος εφησυχασμός απλώθηκε σχεδόν παντού, εμποτίζοντας το καθετί με την ηδονή της απραξίας. Η βεβαιότητα «Διά
την δικαίωσιν τον αγώνος μας, και την εκπλήρωσιν των προαιώνιων πόθων μας…», στερούσε από τον καθένα το δικαίωμα να οραματίζεται και να παλεύει.
Το πραξικόπημα στην Ελλάδα είχε πέσει σαν πολύ δυνατή γροθιά στο πρόσωπό μας. Εκείνο που αποδείχτηκε περίτρανα ήταν το πόσο βαθιά είχε προχωρήσει η σήψη και το πόσο ευδιάκριτο γινόταν πια το τέλος. Ένα καλογραμμένο σύνθημα με μπλε μπογιά και με βυζαντινούς χαρακτήρες, μου χάραξε τη μνήμη και από τότε με βασανίζει με τις ενοχικές του διακυμάνσεις.
«Όχι άλλη Μικρά Ασία!»
Σε χρόνο ασυνήθιστα μικρό, η Κύπρος έμεινε να μοιάζει με καΐκι ριγμένο σε μανιασμένο πέλαγο. Τα καράβια φορτωμένα ελληνικό στρατό έφευγαν το ένα πίσω από το άλλο. Είδα στρατιώτες να κλαίνε, γιατί το
είχαν ντροπή που δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Ο κόσμος απελπιζόταν και δεν ήξερε με ποιον να τα βάλει. Στεκόμασταν σιωπηλοί με τον Χάρη στην προκυμαία της Λεμεσού. Πήγαμε με φανερή πρόθεση να δούμε το αντιτορπιλικό «ΙΕΡΑΞ». Μέσα μας όμως τρέφαμε την ελπίδα, πως κάτι θα γινόταν στο τέλος και οι στρατιώτες θα γυρνούσαν στα στρατόπεδά τους. Φαίνεται πως το ίδιο ένιωσαν κι άλλοι, γιατί η προκυμαία είχε γεμίσει από κόσμο. Τα πρόσωπα ήταν βουβά. Μόνο κάτι γέροντες βρακοφόροι γονάτιζαν, ύψωναν τα χέρια τους και ήταν αυτό η πιο ακραία στάση ικεσίας.
Δίπλα στο «ΙΕΡΑΞ», είχαν δέσει δύο οχηματαγωγά, το «ΝΗΣΟΣ ΑΝΔΡΟΣ» και το «ΕΝΑΛΙΟΣ». Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι μηχανές των αυτοκινήτων και το μουγκρητό των τεθωρακισμένων. Οι στρατιώτες,
με τα κράνη και τις εξαρτήσεις τους έμπαιναν με τάξη στα πλοία και κάποιοι στρέφονταν με θλιμμένο βλέμμα προς το πλήθος. Φαινόταν πως κάτι έλειπε για να ξεσπάσει η βουβή οργή που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή μας διαπέρασε ένα ρίγος, καθώς, σαν να ήταν συμφωνημένο, όσοι κρατούσαν σημαίες τις ύψωσαν και ο κόσμος άρχισε να ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Με μιας οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή και οι αξιωματικοί χαιρετούσαν. Όμως το «Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθερίά…» πνίγηκε μέσα σε κραυγές και συνθήματα:
«Η Κύπρος είναι Ελληνική», «Κάτω η χούντα», «Αδέρφια, μη φεύγετε», «Θάνατος στους προδότες». Κι εκεί Ανατολικά της Αττάλειας που τα πλοία έλυσαν τους κάβους και άρχιζε της επιστροφής, ακούστηκε ένας κι άλλος πυροβολισμός. Το πλήθος τρομαγμένο ζητούσε διαφυγής με φωνές, σπρωξίματα και άγριες διαθέσεις για όσους στέκονταν εμπόδιο. Τέσσερις κρατούσαν ψηλά το σώμα ενός παλικαριού και κραύγαζαν ν’ ανοίξει διάδρομος… Πιο πίσω, δυο γυναίκες ολοφύρονταν…
Έτρεχα και προσπαθούσα να μη χάσω απ’ τα μάτια μου τον Χάρη. Τον είδα να χώνεται κάτω από το στέγαστρο του τελωνείου και να κοιτά πίσω. «Γρήγορα! Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά…», και με κομμένη την ανάσα μου έδειξε ψηλά στο καμπαναριό της εκκλησίας τρεις ντυμένους στα μαύρα να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς το πλήθος. Ο εφιάλτης της διχόνοιας είχε πρόσωπο τη μάσκα του θανάτου.
Μείναμε στου Γιώργου Χαριτωνίδη, θείου του Χάρη, που πιο πολύ έμοιαζε σαν μεγάλος του αδερφός. «Να αποτραβηχτείτε. Θα μπλέξετε άσχημα. Μη σας τάξουν και σας παρασύρουν…», μας συμβούλευε όλο το
βράδυ. Τον καιρό των Άγγλων, μαθητής ακόμη, αναμείχθηκε στον αγώνα. Οι Άγγλοι τον προκήρυξαν και αναγκάστηκε να βγει στο βουνό αντάρτης. Μετά την απελευθέρωση, δε γύρεψε χάρη από κανένα. Δούλευε στο μικρό τυπογραφείο του πατέρα του και τα βράδια, κρυφά, έγραφε ποιήματα. Στα τριανταπέντε του, αποφάσισε να σπουδάσει φιλολογία. Τέλειωσε, γύρισε
πίσω και διορίστηκε καθηγητής. Ούτε ν’ ακούσει ήθελε γι’ αυτά που γίνονταν τελευταία.
«Θυμάσαι που σου το ’λεγα;», είπε κοιτώντας τον Χάρη ίσια στα μάτια. «Κάποιοι πουλάνε με περισσή ευκολία εθνολυτρωτική πραμάτεια, γιατί θέλουν να μας ρίξουν στην παγίδα του αδελφοκτόνου σπαραγμού…» Και σαν να ένιωθε το βάρος της λέξης, σταμάτησε για να πάρει ανάσα και να συμπληρώσει με έμφαση: «…για ν’ ανοίξουν έτσι πιο εύκολα οι Κερκόπορτες».
Μιλούσε χωρίς πάθος. Ωστόσο, η φωνή του παλλόταν ελαφρά καθώς στην κουβέντα απάνω πρόφερε τις λέξεις «Ελλάδα… Ένωση… Ελευθερία…»
Ο Χάρης, για τις ίδιες λέξεις, συχνά μιλούσε παράφορα. Η φωνή του γινόταν βραχνή, το βλέμμα του χανόταν σε πλατιούς ορίζοντες και ήταν αυτό σαν
γλυκασμός και άγγιγμα μιας πρωτόγνωρης εμπειρίας. Δεν υπήρχε κάτι ούτε ανώτερο ούτε και πιο ιερό από όσα οι λέξεις αυτές έκλειναν μέσα τους. Σαν τον άκουγα, έλεγα πως άλλος μιλούσε και όχι ο Χάρης. Πού τα έβρισκε όλα αυτά; Και εκεί που σιωπούσε και το στήθος του ηρεμούσε, ξαφνικά, τα μάτια άνοιγαν διάπλατα και ήταν σαν να έβγαζαν φωτιές. Νόμιζες πως απέναντι του στέκονταν κάποιοι, που σκοπός τους ήταν να καταστρέφουν τα πιο μεγάλα όνειρά του. Δε συγκρατιόταν. Άνοιγε έναν υποθετικό διάλογο και τέντωνε τα χέρια του με τέτοια αυτοπεποίθηση σαν να είχε όλο το σύμπαν με το μέρος του. Ζήλευα το πάθος του και ένιωθα ανάξιος που δεν μπορούσα να αισθανθώ κι εγώ τα ίδια ρίγη που διαπερνούσαν την ψυχή του.
Μετά το φονικό στη Λεμεσό, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Ο κόσμος μοιράστηκε στα δυο και οι πιο μυαλωμένοι τρόμαξαν στην ιδέα πως το αδελφοκτόνο μίσος μπορούσε να απλώσει τα πλοκάμια του, να κόψει την
ανάσα και να πνίξει τις φωνές, που μέχρι χτες έβγαιναν από το ίδιο στήθος. Εκεί στη Λεμεσό, τον Οκτώβρη του 1931, ξέσπασε η οργή των σκλαβωμένων, γιατί δε χωρούσε κι άλλη υπομονή στην ψυχή τους. Το 1955, τα αμούστακα παιδιά μέτρησαν το μπόι τους με εκείνο της λευτεριάς. Τώρα, σαν να πιάστηκαν όλοι στις κλωστές της αράχνης και αναδεύοντας χέρια και πόδια μπλέκονται όλο και πιο πολύ και ασφυκτιούν, χωρίς κανείς να γνωρίζει πως το δικό τους σάλιο είναι που φτιάχνει τον ιστό.
Το είδα στα λόγια της Δήμητρας. Πού βρήκε, αλήθεια, τόσο πάθος και τόση οργή ένα κορίτσι σαν κι αυτό;
«Να τους σκοτώσουν όλους», φώναξε, «κι αυτούς και τα παιδιά τους… είναι προδότες, είναι ανθέλληνες, κομμουνιστές…»
Γιατί τόσο φαρμάκι γι’ αυτούς που αποφάσισαν να συναντηθούν με μια ομάδα Τούρκων αριστερών; Γιατί είναι έγκλημα να συζητάς για την ειρήνη; Γιατί, παιδική μου φίλη, Δήμητρα;

 

Ο ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ (2012)

(Απόσπασμα)

Ένιωθε το σχοινί να χαράζει τη σάρκα του, τα μπράτσα, την κοιλιά, τα πόδια. Πήγε να παίξει τα δάχτυλα. Τίποτα. Είχε μουδιάσει ολόκληρος. Ο νάνος απέναντι τον κάρφωνε. Ο άλλος… ο άλλος… Στο διάολο ο άλλος! Συνήλθε. Θα λαγοκοιμήθηκε δυο τρία λεπτά. Η κλοτσιά στην πόρτα τον τάραξε για τα καλά. Το κεφάλι του πήγε να εκραγεί. Μπήκε μέσα ο επιστήμονας και άπλωσε τα σύνεργα στο τραπέζι. Οι κινήσεις του, τελετουργικές. Τον έβλεπε. Λαχτάρισε. Όχι δεν ήθελε. Ας έμενε έτσι για ώρες. Θα είναι ήσυχος. Έκλεισε τα μάτια. Τον πίεζε η κύστη του. Βράχηκε. Ανάσανε με ανακούφιση. Έτσι που αλάφρυνε, μπορούσε να αντέξει πολλές ώρες ακόμη. Μόνο μην τον πειράξει ο επιστήμονας. Μα εκείνος τον πλησίασε. Άνοιξε ένα ρουμπινέ κι έκανε απότομα πίσω. Από την οροφή ξεχύθηκε ένας χείμαρρος. Κράτησε όσο που να τον περιλούσει και να του κόψει την ανάσα. Μετά, τακ, τακ άρχισαν να πέφτουν κάτι χοντρές σταγόνες κατευθείαν στο κεφάλι του. Πέρασαν λίγα λεπτά κι άρχισε να τινάζει τον αυχένα του. Καθόλου δεν του άρεσε η ιδέα πως οι σταγόνες θα συνέχιζαν να πέφτουν αδιάκοπα. Άρχισε να δυσανασχετεί, μέχρι που η όλη κατάσταση τού γινόταν ανυπόφορη. Μετά, κάθε που έπεφτε μια σταγόνα, νόμιζε πως του κάρφωναν πρόκες στο κεφάλι. Άρχισε να πονά, να υποφέρει. Ήθελε να φωνάξει, δάγκωνε τα χείλη του, μάτωνε. Ο πόνος έμοιαζε να του διαλύει το κρανίο. Κάποια στιγμή το μαρτύριο σταμάτησε. Όμως, ο πόνος δεν έλεγε να τον αφήσει. Πέρασε έτσι κάμποση ώρα. Καταλάγιασε.

Τον Αμερικάνο τον πυροβόλησαν στο κούτελο. Ακαριαία. Έγειρε πίσω και ξάπλωσε ανάσκελα με ορθάνοιχτα μάτια. Ήρθαν αμέσως, με τις σειρήνες να στριγκλίζουν απαίσια. Τον σήκωσαν και τον πήρανε. Μια φήμη σερνόταν στους δρόμους της πόλης. Όλοι ψιθύριζαν σαν να γνώριζαν από καιρό, για μια σκοτεινή οργάνωση, που αντρώθηκε στα χρόνια της χούντας και που τώρα έπαιρνε εκδίκηση. Κάποιοι θυμήθηκαν τον άλλο, τον Αμερικάνο το δημοσιογράφο, που τον φάγανε στον Εμφύλιο. Τότε. Στη μαύρη καταχνιά… Την άλλη μέρα τον κάλεσαν στην Ασφάλεια. Εκεί ήταν καμιά εικοσαριά. Ανάμεσά τους, γνώριμα πρόσωπα, συμφοιτητές, φίλοι. Πρώτος ο Παναγιώτης ο Τρικαλινός. Του ’γνεψε να μη μιλήσουν, να κάνει τον αδιάφορο. Τα πουλάκια μου… εδώ είμαστε πάλι… ακούστηκε μια φωνή. Ο Ηρακλής, η αδερφή…. Τώρα ούτε γυαλιά ούτε κουνήματα. Τα ’χασε. Δυο χωροφύλακες άρπαξαν τον Τρικαλινό και τον έσυραν έξω από την αίθουσα. Έμεινε να κοιτά. Τι άλλο να ’κανε. Τον πλησίασε ο Ηρακλής. Ομορφούλη, τι γυρεύεις εσύ εδώ; Τον κοίταξε στα μάτια. Δεν ξέρω. Με κάλεσαν. Από κάποιο υπόγειο ακούγονταν οι φωνές των χωροφυλάκων. Χτυπούσαν τον Παναγιώτη. Αλύπητα. Μα εκείνος, μιλιά. Ούτε φωνές ούτε τίποτε. Κοντά σ’ εκείνα που τράβηξε στην Αίγινα, αυτά θα τα ’νιωθε χαϊδέματα. Μα όσο δε μιλούσε και δεν ούρλιαζε τόσο και αποκτηνώνονταν οι χωροφύλακες. Οι άλλοι ταράχτηκαν. Ένας λοχίας άνοιξε το ραδιόφωνο στη διαπασών. Τον καημένο θα τον λιανίσουν, σκέφτηκε. Ο Ηρακλής σαν να διάβασε τη σκέψη του, τον στραβοκοίταξε. Εσύ είσαι το αιώνιο θύμα. Ούτε για τσιλιαδόρος δεν κάνεις. Αυτός σας πήρε στο λαιμό του. Και σαν κάτι να τον χτύπησε, πέταξε με θυμό ένα παλιοκουμμούνια θα σας λιώσουμε… κι έφυγε. Τα είχε χαμένα. Είδε άλλους δυο, του σπουδαστικού. Ρουφιάνοι κι αυτοί. Ο ένας, του ’κλεισε το μάτι. Τον ρώτησαν, τους είπε, ξανά εκείνοι επέμεναν, αυτός έτρεμε. Ναι, δεν έκανε για συνωμότης. Μετά τον πήγαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Τον φωτογράφισαν κι έτσι κι αλλιώς. Μετά του πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα. Στα 1974. Χειμώνας.
Τώρα τι να θέλουν πάλι; Ένας τσιλιαδόρος ήταν, τίποτε άλλο. Κι αυτό από τη λαχτάρα να κάνει κάτι κι αυτός. Έβλεπε τους άλλους που μιλούσαν συνωμοτικά και τους ζήλευε. Ένιωθε ανάπηρος. Εγώ σου το ’πα, μην τους ακούς, φύγε. Εσύ έχεις μέλλον. Του μιλούσε και τον κάρφωνε στα μάτια. Εκείνη. Του άρεσε. Είχε ωραίο πρόσωπο. Έδειχνε να τον νοιάζεται. Κόρη Πτεράρχου. Στα χρόνια της xούντας, στη Φιλοσοφική. Σόλωνος και Μασσαλίας γωνία.

 

O Oστεοφύλαξ (2007)

(Απόσπασμα)

Του άρεσε πολύ να κατανέμει κόκαλα νεκρών σε κιβώτια μεταλλικά. Έπαιρνε με περισσή ευλάβεια το κρανίο και τα συνήθη οστά, την ωλένη και το μηριαίον. Τα σκούπιζε ελαφρά και με ζηλευτή δεξιοσύνη τα τοποθετούσε, την κεφαλή στο μέσον και τα κόκαλα εκατέρωθεν. Ανάμεσά τους έβαζε μπόλικο βαμβάκι. Βεβαίως τα οστά –ιδίως αυτά– δεν θραύονται εύκολα. Όμως, υπό συνθήκες βίας, εσκεμμένης ή τυχαίας, θρυμματίζονται.
Μετά τα τακτοποιούσε στις προθήκες. Ένας τοίχος σεβάσμια οστά. Φρόντιζε πολύ η αίθουσα των μακαριστών αδελφών να μυρίζει λιβάνι και ο καπνός, κυανούς, ελαφρύς και νωχελικός, να αναδύεται ίσαμε την οροφή και από εκεί να διαχέεται ατάκτως στο σεπτό οστεοφυλάκιο. Φρόντιζε, επίσης, να γραφούν αριθμοί στο άνω δεξιό μέρος του μεταλλικού κιβωτίου και όριζε αυτός το μέγεθος της φωτογραφίας του τεθνεώτος. Θεώρησε όμως περιττό να γράφεται το όνομα, διότι οι οικείοι γνωρίζουν, οπότε δεν υπάρχει λόγος να μαθαίνουν και οι άλλοι το όνομα του πάλαι ποτέ περιβάλλοντος τα οστά. Ωστόσο αυτό, μαζί με άλλες ενέργειες, εξόχως συνωμοτικές, σχετιζόταν με τη γνώση μυστικών κωδίκων, καθότι επί της Εθνοσωτηρίου του ’67 υπηρέτησε την πατρίδα ως κρυπτογράφος.
Δεν επέτρεπε, ακόμα, τα πλαστικά λουλούδια, καθώς και άλλα κακόγουστα, όπως έλεγε, σταυρουδάκια, χάντρες και όρκους σε στιχάκια «Θα σε θυμάμαι παντοτινά» – εξευτελισμοί δηλαδή που όντως εκθέτουν τις νυν δακρυρροούσες σεβάσμιες δέσποινες. Διότι οι κιβωτιόσχημοι εν ζωή πολλά ημάρτησαν έργω, λόγω και διανοία. Πώς να το κάνουμε; Η ανθρωπίνη φύσις δεν τελειούται. Ψεγάδι πάντοτε μένει – ακόμα και τα πάνσεπτα οστά το γνωρίζουν. Άλλωστε, όταν οι τεθνεώτες όριζαν εν ζωή τα σώματά των, πολλάκις θα ενέδωσαν σε πειρασμούς σαρκός και της σαρκός τα ρίγη διαπέρασαν και ανατάραξαν το μυελό των οστών. Τώρα, χωρίς πάθη, μόνο με υποθέσεις, αλλά και με εκμυστηρεύσεις των οικείων ή και με αναμενόμενες διαδόσεις, μπορεί να εικάσει τον βίον και την πολιτείαν των σεμνοτάτων οστών. Του άρεσε να εικάζει.
Φορές μάλιστα αναστήλωνε διά περιγραμμάτων τα απομεινάρια. Τα ενέδυε φορέματα και τα περιέφερε σε σχήματα οίκων και αγορών. Συνταίριαζε τα περιγράμματα, διαμόρφωνε σχέσεις, εμπνεόταν διαλόγους και έστηνε τα σκηνικά μιας μακάβριας, τωόντι, παράστασης. Η δημιουργικότης του Οστεοφύλακος, καταρχήν, τον ακολουθούσε από την εφηβεία, αλλά προσέφερε ικανοποίηση μόνο στον ίδιο. Αυτό διήρκεσε μέχρι που δραστηριοποιήθηκε στη σχολική ομάδα θεάτρου. Tην ομάδα ενεθάρρυνε η κ. Λεοντίδου, φιλόλογος και φιλότεχνος, σύζυγος του κ. Δημάρχου, ο οποίος εχήρευσε νωρίς, υπό συνθήκας –λέγεται– ασαφείς. Διότι πώς η Ναταλία Λεοντίδου βούτηξε με σκάφανδρο, ενώ τίποτε δεν γνώριζε περί την αλιεία σφουγγαριών, και μάλιστα φορώντας χρυσό περιδέραιο, με βαμμένα χείλη και με καταμωλωπισμένα τα πόδια στο ύψος της λεκάνης; Ερωτήματα που συνεχώς επανέρχονται και τώρα εμπλουτίζονται εσκεμμένως, αφότου ο κ. Δήμαρχος παραιτήθηκε και εξαφανίστηκε, λένε, κάπου στο Βέλγιο.
Η εν λόγω κ. Λεοντίδου θεωρούσε πολύ προχωρημένες τις σκηνοθετικές εμπνεύσεις του μαθητού της. Mάλιστα ο ίδιος διαισθανόταν και μια ζηλόφθονη διάθεση, εφόσον της κυρίας η αντίληψη περί σκηνοθεσίας όχι μόνον πρωτόλεια ήτο αλλά και κακόγουστη αντιγραφή χειρίστων δειγμάτων από παραστάσεις περιοδεύοντος θιάσου. Εξαιρετικώς εθύμωσε η κ. Λεοντίδου όταν επέμεναν οι μαθηταί της ογδόης να ανεβάσουν Άμλετ και ιδίως εκεί όπου, στην επίμαχη σκηνή, αντί κρανίου, ο φιλόδοξος νέος σκηνοθέτης επρότεινε μετά πάθους να κρατά ο πρίγκιψ μια φρουτιέρα.
Και το μένος των συγγενών της νεκράς Λεοντίδου ήταν ασυγκράτητο, όταν άρχισαν να διαδίδονται φήμες περί επιστολών της προς τον ατίθασο μαθητή με τις σκηνοθετικές ανησυχίες, ο οποίος προηγουμένως είχε φροντίσει –λέγεται– να της εκμυστηρευθεί πόθους της εφηβείας. Ναι, με σκάφανδρον.
Εννοείται ότι ο νέος επέζησε και τώρα ούτε καν ενθυμείται –έτσι τουλάχιστον δείχνει– την περιπέτειά του. Όμως συνεχίζει να σκηνοθετεί. Να εμπνέεται, να προτείνει και να εφαρμόζει στο δικό του βασίλειο, αυτό της οστεόπολης. Η αίθουσα με τα οστά ήταν το σπίτι του. Κι αν δεν φοβόταν ένα πολύ πιθανό σκάνδαλο, θα το τολμούσε: θα τοποθετούσε έναν καναπέ-κρεβάτι στη δεξιά κόγχη, ακριβώς κάτω από την Εις Άδου Κάθοδον του μεγάλου μαΐστορος Γεωργίου Πιφλιντζή, του εκ Κοζάνης. Όλα τα είχε σκεφθεί – αλλά δεν ήθελε να δώσει λαβή. Οπότε διατηρούσε ένα μικρό διαμέρισμα, για το οποίο κανείς τίποτε δεν εγνώριζε.
Του άρεσε να μπαινοβγαίνει στην αίθουσα με τα οστά. Μάλιστα λυπήθηκε πολύ που το συμβούλιο της Πανελληνίου Ενώσεως Διευθυντών Ορθοδόξων Κοιμητηρίων (ΠΕΔΟΚ) απέρριψε πρότασή του να δοθεί συναυλία με βιολί και τσέμπαλο την ημέρα των νεκρών, δηλαδή το Ψυχοσάββατο. Ιδίως ο μητροπολίτης της περιοχής όπου και το οστεοφυλάκιον τον επέπληξε διά την μιαράν σκέψιν του. Ήμαρτον! Συναυλία με όργανα και διαφόρους περιέργους εντός του οστεοφυλακίου!

 

 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΠΟΙΗΣΗ

ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΜΙΧΑΛΗΣ Α. ΜΕΛΕΤΙΟΥ

FRACTAL 23/8/2017

Η παρασημαντική των πουλιών στην ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη. Μια απόπειρα ερμηνείας.

«Τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό» λέει ένας στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Δηλαδή τα κτυπά πάνω στο σημείο της διαφορετικότητάς τους. Στον βιολογικό σχηματισμό που τους προσφέρει το μοναδικό και αξιοθαύμαστο προνόμιο του πετάγματος που μόνο αυτά, μαζί με τα έντομα, κατέχουν. Ακόμα και ο θάνατος μπορεί να λοιδορήσει αυτή τη μαγική ικανότητα των πουλιών. Όπως έγραψε εξάλλου και ο Γιώργος Βέης, τα πουλιά είναι οι φρουροί των τάφων μας (Ν όπως Νοσταλγία, εκδόσεις Ύψιλον, 2008). Μέσω του πετάγματος, καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα στενά όρια της χέρσου και να ταξιδέψουν μακριά, εκεί όπου δεν υπάρχουν οι περιορισμοί του παρόντος. Ως σύμβολα αυτεξούσιας κίνησης προς τη φυγή και την εξερεύνηση, τα πουλιά ανέκαθεν άγγιζαν τις ευαίσθητες ψυχές των ποιητών. Η εναλλαγή των τοπίων και των συνθηκών είναι ο νόμος που διέπει την ύπαρξή του. Είναι προγραμματισμένα να αποδημούν, να αναζητούν νέους τόπους, βάσει του βιολογικού τους καλέσματος. Εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης και γεωφυσικών προσαρμογών τα προγραμμάτισαν αλάνθαστα στην αναζήτηση των κατάλληλων συνθηκών για τροφή και ωοτοκία. Η παρατήρηση της συμπεριφοράς των πουλιών σε κάνει πράγματι να απορείς: καταστρατηγείται άραγε η αρχή της τέλειας οικονομίας των βιολογικών πόρων χάριν του ταξιδιού και της περιπέτειας ή είναι αυτή η αποδημία η πιο εξωφρενικά παράτολμη ροπή προς τη διατήρησή της; Και τι γίνεται όταν η αποδημία δεν γίνεται ποτέ της παρεπιδημία; Τα πουλιά τότε απλώς εκδημούν ή μήπως αρνούνται τον αρχικό τους τόπο που πλέον έγινε πολύ στατικός και ανεπαρκής για να τα θρέψει; Ερωτήματα σημαντικά και διαχρονικά που επιδέχονται πολλούς και διαφορετικούς τρόπους (από-) συμβολισμού και μεταφοράς στις δύστροπες υποθέσεις των ανθρώπων.
Όταν ένα αντικείμενο καίγεται, ακόμα και ένα ταπεινό χαρτί γεμάτο με τις σκέψεις αυτού που τις αποτύπωσε, το μόνο που απομένει μετά την καύση είναι η τέφρα του. Χάνονται ανεπιστρεπτί όσα υπήρχαν προηγουμένως. Τι γίνεται όμως όταν τα όνειρα καίγονται; Μπορεί έστω και κάτι να περισωθεί από την τέφρα τους; Μπορεί κάτι να ανασυσταθεί μέσα από τις στάχτες όπως ο φοίνικας (πουλί κι αυτός) αναγεννάται μέσα από τα απομεινάρια της δική του καύσης; Τα καμένα όνειρα έχουν την μοιραία συνήθεια να μεταμορφώνονται άλλοτε σε αιμοσταγείς βρικόλακες της περασμένης νιότης και άλλοτε σε τρομακτικά φαντάσματα που μας στοιχειώνουν. Η τέφρα τους σκορπίζεται στα πέρατα του ψυχισμού μας και γίνεται λίπασμα θλίψεως που, συν τω χρόνω, θρέφει τις κακόβουλες παπαρούνες της ψυχής μας (Μοναχικό πουλί σ’ άδειο ουρανό/κανένα όνειρο δεν μένει ατιμώρητο/κανένα ξέφτι από βαθύ γαλάζιο – Τόλης Νικηφόρου, Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, εκδ. Μανδραγόρας, 2012). Τι γίνεται ωστόσο με τα χαμένα και καψαλισμένα όνειρα των ποιητών; Στην πιο ρομαντική εκδοχή, τα όνειρα των ποιητών ζουν ακόμα σε έναν άλλο κόσμο, ακριβώς σαν τα μεταναστευτικά πουλιά που βρίσκονται κάπου εκεί στην μακρινή πλάση που μας περιβάλλει. Έτσι, η νοσταλγία και η θύμησή τους μετατρέπονται στη σκέψη των ποιητών σε μαγιά που σιγοζυμώνεται με την υγρασία που εκρέει από τις λέξεις. Κατ’ επέκταση, τα αποκαΐδια από τα όνειρα των ποιητών, η τέφρα των ονείρων τους, μετατρέπεται σε μία εν εξελίξει ιστορία ανάκαμψης που υποφώσκει. Μια βάρκα που αντί να αλαργεύει μεσοπέλαγα, προσεγγίζει με αργούς ρυθμούς το λιμάνι της συμφιλίωσης με το ανεκπλήρωτο του ονείρου που δολοφονήθηκε ποικιλοτρόπως (Αν μπορείς να ελπίζεις ελπίδα, έλπιζε στο Ποίημα/Αν μπορείς να πιστέψεις στο θαύμα, πίστευε στο Ποίημα/Πίστευε και έλπιζε – Γιώργος Θέμελης, Το κακό πουλί, από τη συλλογή «Βιβλικά», 1975).
Στην ποίηση του Μάριου Μιχαηλίδη, τα πουλιά και τα όνειρα διεκδικούν προεξάρχοντα ρόλο. Ενυπάρχουν μέσα στις σκέψεις του από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στα γράμματά μας. «Αχ και να το ‘ξερες πως λάθεψε τ’ όνειρο» διαβάζουμε στο ποίημα ε΄ της συλλογής ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ (εκδόσεις Δόμος, 1987). «Αιώρα σαν πανάρχαιο όνειρο/οι καιροί που μας πέρασαν» αποφαίνεται στο στ΄ της ίδιας συλλογής. Για να συνεχίσει λίγο αργότερα στο ιζ΄ με τον καημό ενός παλαιού ονείρου που έσβησε επειδή οι προδοσίες κατέφθασαν την ώρα του μεσονυχτίου για χάριν των νέων επιταγών που απαιτούσαν τον θάνατό του. Μα και στη συλλογή με ΣΑΝ ΑΛΛΟΘΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003), τα όνειρα που διαψεύστηκαν είναι παρόντα από την αρχή μέχρι το τέλος: «(…) Στο σώμα στρατιώτη που ξεψύχησε/βογκώντας όνειρα παιδικά» (α΄ σ.7), «(…) Στην άκρη του ονείρου σου/καθώς υγρά τα μάτια πασχίζουν/να ξεδιαλύνουν τα μεσονύχτια φαντάσματα» (ια΄ σ.17), «(…) Ωστόσο τα δίπτωτα όνειρα συντάσσονται με ευχετική πλαγίου ήχου που εγκολπώνει προστακτικές και ενεστωτικούς διθυράμβους μιας ανόητης προσδοκίας»(κβ΄ σ.28). Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, τα όνειρα παρουσιάζονται στη ναυαγισμένη τους μορφή. Ο ποιητής ζητεί εναγωνίως να αφουγκραστεί τους παλμούς του πόνου που τον κατακλύζει. Ψάχνει για δικαίωση. Όσον αφορά τις αναφορές στα πουλιά, ΤΑ ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ βρίθουν από αυτές: «(…) Σαν χίλιοι δράκοντες/και διψασμένοι γύπες/σημάδι πως εστέρευαν/τ’αστείρευτου οι βρύσες» αναφέρει στο η΄ (σ. 26-27) προσπαθώντας να αποτυπώσει την φρίκη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. «Μυστικό φτερούγισμα/τα πουλιά διαγράφουν καμπύλες» αναφέρει περίλυπος στο ιδ΄ (σ.24) προσπαθώντας να συμβιβαστεί με την απώλεια των φίλων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Τέλος, στο ιη΄(σ.28-29), ακολουθώντας την αρχαία παράδοση, αποδίδει στα πουλιά προεξαγγελτικές-προφητικές ιδιότητες: Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας/(…) Να κουρταλούν την πόρτα άνεμοι/Να σκιάζεται ο γρύλος ο εσπερινός/ Το νυχτοπούλι να σκούζει θάνατο/Άκουγες μερόνυχτα (…). Μάλιστα, στο ίδιο ποίημα, ο καταληκτικός στίχος περιέχει εν σπέρματι τον τίτλο του μυθιστορήματος του συγγραφέα Ανατολικά της Αττάλειας βόρεια της Λευκωσίας (Momentum 2014). Δηλαδή 27 ολόκληρα χρόνια μετά από τα ΑΝΕΞΊΤΗΛΑ. Ισχυρή ένδειξη ενός άκρως βασανιστικού συναισθήματος που προσδοκά τη λύτρωση.
Συνοψίζοντας, και προτού εστιάσουμε στην ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ του Μ. Μιχαηλίδη, κρατάμε ως ποιοτικό ανεμοδείκτη, τρία σημαντικά στοιχεία της ποίησής του: 1) τη διάψευση των νεανικών ονείρων με καταλυτικό γεγονός τον πόλεμο της Κύπρου, 2) τη βαθιά προσήλωση, εν είδει συχνών στοχαστικών επισκέψεων του, στα γεγονότα που τον σημάδεψαν στο διάβα της ζωής του και 3) την αίσθηση πως το κακό του κόσμου συνθλίβει τους ανθρώπους κατά έναν τρόπο που φανερώνει την φθαρτότητα που τους χαρακτηρίζει. Όπως θα δούμε αμέσως μετά, τα πουλιά χρησιμοποιούνται από τον ποιητή ως ένα προσφιλές, αλλά και προσφυές μέσο για την κωδικοποίηση (παρά για την αποκωδικοποίηση) και την τακτοποίηση των εμπειριών του με απώτερο στόχο -ίσως- την αποκοπή του επιτέλους από τον ομφάλιο λώρο που τον κρατά δέσμιο με εκείνα τα από καιρό νεκρά όνειρα της τόσο βίαια χαμένης αθωότητας.
Η ποιητική συλλογή ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016) χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος, που αποτελείται από 14 άτιτλα ποιήματα, έχει ως κοινή αναφορά τα πουλιά. Ας θεωρηθεί αυτό το πρώτο μέρος της συλλογής ως το προπαρασκευαστικό στάδιο που στοχεύει στον ίδιο τον ψυχισμό του ποιητή για να τον βοηθήσει να έρθει αντιμέτωπος με την ώρα του μεγάλου εγχειρήματος. Το εγχείρημα, όπως υπαινικτικά αφέθηκε λίγο πριν να εννοηθεί, είναι η εξημέρωση των εσωτερικών θηρίων που για δεκαετίες βασάνιζαν τη σκέψη του ποιητή. Πρόκειται ουσιαστικά για την προετοιμασία του εδάφους για μια μεγάλη και λυτρωτική συμφιλίωση με το παρελθόν. Το αναφέρει εξάλλου και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τρόπο ελαφρώς κεκαλυμμένο αφού κάνει αναφορά στην Μεσαορία και τον Πενταδάκτυλο. Ο χρόνος λειαίνει τις άκρες των γεγονότων και οι άνθρωποι που γεύτηκαν για χρόνια τις πίκρες της ζωής, αποζητούν την μετριοπάθεια και την ησυχία. Ο ποιητής αναζητεί τις δικές του Αλκυονίδες μέρες καταμεσής ενός χειμώνα που έχει πολλά πρόσωπα και που είναι ικανός να ξεγελάσει τους άπειρους και προπετείς ανθρώπους: «Μετά φωνάξανε τις μάσκες της άνοιξης και/κάποιοι πήραν να χορεύουν/μα η μάγισσα η αυγή τους κοίταξε/με το ένα μάτι το θολό/και μετά τους σκέπασε με μαύρο σύννεφο» (ποίημα ε΄, σ.13). Δεν αποτελεί μάλιστα έκπληξη ότι η Αλκυόνη που έδωσε το όνομά της στις πολυπόθητες εκείνες μέρες του χειμώνα, είναι πουλί. Κι αυτό, μέσα από μια μεταφορική εκδοχή εκφράζει τη σκέψη του ποιητή, αφού συμβολίζει τον ήλιο και τη νέα ωοτοκία μέσα στο καταχείμωνο. Γι’ αυτό, γράφει κι ο αρχαίος φιλόσοφος Πλούταρχος πως η Αλκυόνη είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στους ανθρώπους μιας και χάρη σ’ αυτήν, επτά μέρες κι επτά νύκτες στην ακμή του χειμώνα καλοσυνεύει ο καιρός και πλέουν άφοβα (στο έργο του: Πότερα τῶν ζώων φρονιμώτερα τὰ χερσαῖα ἤ τὰ ἔνυδρα). Επηρεασμένος από τη συμβολική σημασία της Αλκυόνης, ο Μ. Μιχαηλίδης την επισκέπτεται ερωτικά στο γ΄ μέρος της συλλογής προσπαθώντας να την σαγηνέψει με τι άλλο; με λέξεις και με όνειρο (ιδ΄, σ.56).
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, ο ποιητής μας μεταφέρει σε ένα γριφώδες και συνάμα ποιητικό σκηνικό που παραπέμπει σε γεγονότα που τελούνται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Υπάρχει ένας κήπος, μυρωδιές, κάποιοι ματαιοπονούν σκάβοντας στο άπειρο. Και όλα αυτά ενόσω επωάζονται αμφίβια πουλιά. Η αινιγματική αυτή πληροφορία συντελεί μαζί με τον στίχο «η Μεγάλη Ακολουθία των Ωρών» ως το εισαγωγικό σημείωμα ολόκληρης της συλλογής. Είναι μια ηχηρή προειδοποίηση για τους ενδόμυχους σκοπούς του ποιητή. Πρόκειται για το πρελούδιο της σωτηρίας του μέσω της εκκόλαψης κάποιων όντων (πτηνών) που έχουν μια απρόσμενα διπλή φύση. Είναι και ζωντανά και νεκρά. Επομένως, με αρκετά μεγάλη ασφάλεια και με βάση τις δικές μας εισαγωγικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας ανάλυσης, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι τα πουλιά του Μάριου Μιχαηλίδη στη δική του τέφρα των ονείρων, είναι τα ίδια τα όνειρα. Πρέπει να βιαστεί ωστόσο, διότι το μεθυστικό και λοξό τοπίο που βρίσκεται μέσα του, τον παρασέρνει τάχιστα στο αποτεφρωτήριο. Όπως όλοι μας, έτσι και αυτός, έμαθε να ρέπει προς τις οπτασίες. Χωρίς σημεία στίξης στον λόγο του, σαν μια σκέψη βγαλμένη μέσα από κάποιον αρχαίο χρησμό που αυτεπιτάσσει, θέτει τα πουλιά/όνειρα ως τους αγγελιαφόρους των Θεών που φέρουν τις ευλογίες του Ουρανού. Ως προσευχή, τα καλεί να σπάσουν το κέλυφος και να εκκολαφθούν. Να γεννηθούν, να βαπτιστούν με τους πόνους του αλλά και να σταυρωθούν όπως ο ίδιος ο Χριστός, για τη δική του σωτηρία. Παράλληλο νοηματικά με το πρώτο είναι και το ποίημα στ΄(σ.14). Πάλι τονίζεται με τρόπο αλληγορικό το στοιχείο της φθοράς και του θανάτου. Ποτισμένο με την αύρα της Σονάτας του Σεληνόφωτος του Ρίτσου, το εν λόγω ποίημα προσπαθεί να συντελέσει στην αναγέννηση της τέχνης του ποιητή κάνοντας ένα νέο ξεκίνημα. Εδώ, τα πουλιά παρουσιάζονται ως οπτασίες που έρχονται με τον αέρα και συμπλέκονται με τα πολύχρωμα σύννεφα. Τελικά, η απάντηση δίνεται μέσα από την επανατοποθέτηση του στίγματος του ποιητή μέσα στον κόσμο της σκέψης «αναζητώντας άυλο χρώμα/ν’ απλώσει τον καμβά της».

Στη συνέχεια, οι προβληματισμοί του τον κάνουν να αναρωτιέται: Καταλαβαίνει κανείς πραγματικά; Ή μπορούμε μόνο να μεταδίδουμε ασαφείς εκδοχές για την τύχη των ονείρων μας; Στο γ΄(σ.11), τα πουλιά παρομοιάζονται με καμένα πολεμικά λάβαρα που τελικά αφήνονται σε μια ελλειπτική τροχιά, σαν πλανήτες που ποτέ δεν αγγίζονται, γύρω από μια κεντρική ιδέα. Τα πολεμικά λάβαρα που κάηκαν, συσχετίζονται ασφαλώς με τα όνειρα της πυρωμένης νιότης που νικήθηκαν από τον κυκεώνα των προβλημάτων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ζωής. Τελικά, τόσο τα όνειρα/πουλιά, όσο και εμείς, ακολουθούμε ξεχωριστές πορείες χωρίς να νοιαζόμαστε πραγματικά ο ένας για τον άλλο. Έτσι, δημιουργείται μια παράξενη αρμονία που μόνο ο έρωτας μπορεί να επεξηγήσει (βλέπε β, σ.6). Μάλιστα, ο έρωτας μπορεί να αποτελέσει το πολυπόθητο εφαλτήριο ανάκαμψης. Ειδικά όταν τίθεται σε λειτουργία τις ώρες γύρω από τα μεσάνυκτα. Το στοιχείο του έρωτα συμπλέκεται αριστοτεχνικά με τις αντοχές που χρειάζονται να ενυπάρχουν μέσα μας στο ποίημα β΄ του τρίτου μέρους (σ.44). Με σαφείς αναφορές στην Ελένη του Σεφέρη, αναζητεί στον έρωτα απάγκιο και κατοικία για τα ορφανά του όνειρα.
Νύξεις για την ενδεχόμενη μελλοντική λύτρωση παρέχει, κατά τρόπο πληθωρικό, το ποίημα δ΄ (σ. 12). Έρχονται τα τριζόνια την ώρα της μέγιστης απόγνωσης φορτωμένα με τέφρα και πόνο. Μα ο ήχος και μόνο του πλαταγίσματος των φτερούγων τους είναι ικανός να προκαλέσει το φύτρωμα του δέντρου της σκέψης του ποιητή ακόμα και σε γη κατάξερη. Ο εσωτερικός κόσμος που εμφανίζεται εδώ υπό τη μορφή ενός δέντρου που αντίς για φύλλα στα κλαριά του φυτρώνουν λέξεις, προσλαμβάνει υπερφυσικές διαστάσεις αφού παρουσιάζεται υπεργόνιμος και αυτάρκης. Χρειάζεται μόνο τα όνειρά του που είναι γεμάτα ελπίδα και φως. Όμως, σχεδόν αμέσως, έρχεται η διάψευση των προσδοκιών να τον στοιχειώσει. Το ποίημα ζ΄ (σ.15) ξεχειλίζει από απαισιοδοξία. Τεχνηέντως, ο ποιητής μεταθέτει σε ένα τρίτο πρόσωπο την αγωνία για την ατελέσφορη αγωνία, τη βασανιστική προσμονή και το ανεκπλήρωτο. Καταστάσεις που “συνομιλούν” ευθέως με ομόλογα συναισθήματα του αποδέκτη, αλλά και που λειτουργούν ως αφορμίσεις για αναγωγές στη πρόσφατη κυπριακή και ευρύτερα ελληνική συλλογική εμπειρία. Το όλο θλιβερό συναίσθημα του ποιητή συμπληρώνει το μουντό σκηνικό της δράσης. Η λέξη «μούχρωμα» είναι χαρακτηριστική και παραπέμπει στο γνωστό, ομώνυμο ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη (πλάνα δώρα ζηλεμένα/της ζήσης, που αχνοσβιέται και τελειώνει/σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λιώνει).
Τέλος, σημαντική θέση στις αναφορές του ποιητή για τα πουλιά, έχουν οι αναφορές του στον Αντρέα Εμπειρίκο και κυρίως στα Πουλιά του Προύθου (ιβ΄, σ.21). Πριν φτάσει όμως εκεί, η απαισιοδοξία του ποιητή κορυφώνεται αφού περίλυπος συνειδητοποιεί ότι η ύλη πεθαίνει μια ώρα αρχύτερα εφόσον δεν μένει το πνεύμα που της αναλογεί προσηλωμένο στα όνειρά του. Σαν τα φευγάτα πουλιά του μεσαυγούστου μας εγκαταλείπουν κι εμείς απλώς ψάχνουμε εκ των υστέρων να συλλαβίσουμε το πέρασμά τους. Φοβάται πως οδεύουμε για μια λοβοτομή που θα μας στερήσει ακόμα και από εκείνα τα όνειρα που έχουμε καλά κλεισμένα μέσα μας. Η επερχόμενη λοβοτομή θα κάνει τα όνειρα/πουλιά μας να πετάξουν και να χαθούν μέσα στην ερημιά του σύμπαντος (θ’, σ.18). Πλήρως επηρεασμένος από αυτό το κλίμα, θλίβεται που οι στίχοι των μεγάλων ποιητών (και δη του Εμπειρίκου) έγιναν άπιαστα πουλιά, ακατάληπτες λέξεις χωρίς νόημα ακόμα και για τους ίδιους τους ποιητές. Τη λύση όμως την έχουμε μέσα μας. Όπως λέει και στα Πουλιά του Προύθου ο Εμπειρίκος, οἱ λογισμοὶ τῆς ἡδονῆς εἶναι πουλιὰ/ποὺ νύχτα-μέρα διασχίζουν τὸν ἀέρα/εἶναι τὰ βλέφαρά μου διάφανες αὐλαῖες/ὅταν τ’ ἀνοίγω βλέπω ἐμπρός μου ὅ,τι κι ἂν τύχει/ὅταν τὰ κλείνω βλέπω ἐμπρός μου ὅ,τι ποθῶ.

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«Fractal», 25/5/2016

Και να που ο ποιητής και πεζογράφος Μάριος Μιχαηλίδης μετά την τετραλογία του, που άρχισε με το κορυφαίο μυθιστόρημα Ο Οστεοφύλαξ [1] (Μεταίχμιο 2007) και συνεχίστηκε με άλλα τρία αφήγημα [2], ποιητικής πνοής, όπου η σύγχρονη ιστορική περιπέτεια του τόπου συναυλίζεται με τη συλλογική μνήμη, επιστρέφει σε γνώριμους τόπους.

Η ποιητική συλλογή Τέφρα Ονείρων (Γαβριηλίδης 2016) δεν ξάφνιασε όσους έχουν τη χαρά να επικοινωνούν με τον ΜΜ. Θα ξαφνιάσει όμως πολλούς, αφού η παρούσα έκδοση είναι η πρώτη ποιητική συλλογή μετά από το Σαν άλλοθι οι λέξεις [3] (Μεταίχμιο 2004).

Η παρούσα έκδοση, άρτια επιμελημένη, χωρίζεται σε τέσσερις ποιητικές ενότητες. Στην πρώτη περιέχονται δεκατέσσερα άτιτλα ποιήματα που αριθμούνται με ελληνικούς χαρακτήρες. Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει δέκα ποιήματα, η τρίτη δεκαπέντε και η τέταρτη πέντε. Κοινό γνώρισμα των ποιημάτων της πρώτης ενότητας είναι η παρουσία των πουλιών, με όλες τις μεταφορικές και αλληγορικές σημάνσεις που υποδηλώνει η φύση τους. Στο πρώτο ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο, ο ίδιος ο Μιχαηλίδης μοιράζεται με τον αναγνώστη την εμπειρία της μαθητείας του στον «κήπο» της ποίησης.

(…) Στην υψικάμινο του κήπου/ Όπου έμαθα κι εγώ να ασφυκτιώ και να σκάβω/ Και να μετεωρίζομαι και να κατολισθαίνω/ Στις εσχατιές μιας ακατανίκητης οπτασίας

Το ποίημα όμως που μας εισάγει στο πνεύμα και το ήθος της ποίησης αυτής της συλλογής είναι το δεύτερο της ενότητας:

Ανάερο χάδι η ματιά που/ Με κοίταε την ώρα που φτερούγες πουλιών/ Κροτούσαν συλλαβίζοντας/ Παράξενες αρμονίες

Ώσπου έπεσε το απόβραδο/ Τη νύχτα δαμάζοντας στα/ Ακροβλέφαρά της/ Με ανάσες και πόθους/ Την Κύπριδα υμνώντας.

Οι στίχοι θυμίζουν μουσικό μοτίβο ενός θλιμμένου τραγουδιού, ενός ύμνου που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα ή μιας ελεγείας. Τα ποιήματα αυτής της ενότητας θα μπορούσαν να συνθέτουν μια ολότητα ή ένα μεγαλύτερο ποίημα, αφού ο αναγνώστης διακρίνει τη συνοχή και τη συνέχειά τους. Θα λέγαμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για «ποίημα εν προόδω».

Οι περιγραφές μιας θλιμμένης φύσης που διατρέχει όλα σχεδόν τα ποιήματα του πρώτου αυτού μέρους, και που σαν μια ενιαία οπτασία/εικόνα γεννιέται σε μια άνυδρη και ερημική γη, αποτυπώνουν την εσωτερική διάθεση του ποιητή και τη θλίψη του για τα ψήγματα εκείνα της δημιουργίας, που σαν μαύρα πουλιά πετούν άπραγα, ματαιωμένα ή ακόμα κι αναξιοποίητα, ώσπου να βρουν τη θέση τους σε ένα άγνωστο, διαφορετικό ή αλλότριο σύμπαν. Ενδεχομένως, στο σύμπαν κάποιου άλλου ποιητή ή ακόμα και του ιδίου σε μια άλλη χρονική στιγμή, που απέχει από το σήμερα. Και είναι μια φύση, που αναδημιουργείται έντεχνα μέσω των εικόνων και με τη συνέργεια μιας ιδιάζουσας γλώσσας, μέσα στην οποία αντικαθρεπτίζονται τα νοήματα και τα θέματα που επιλέγει ο ποιητής: η μοναξιά του δημιουργού, όταν οι λέξεις φεύγουν, ο ψυχικός θάνατος, μετά την ολοκλήρωση της δημιουργίας και ίσως το ανεκπλήρωτο. Εδώ η φύση πρωταγωνιστεί. Τα χρώματα του σύθαμπου περιπλέκονται με τα λαμπερά του ουρανού, εκεί όπου καταφεύγουν τα παράξενα πουλιά, ενώ οι σκούρες αποχρώσεις των φτερωτών πλασμάτων που μοιάζουν σαν να έχουν ξεπεταχτεί από έναν πίνακα εξπρεσιονιστή ζωγράφου, συμπλέουν και συγχρωτίζονται με τα νοήματα, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για ένα μεγαλύτερο και ενδεχομένως ύστατο πέταγμα, εκείνο του πνευματικού θανάτου.

Η γλώσσα και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία στις περιγραφές θυμίζουν ή, καλύτερα, διαγράφουν με ενάργεια την παρουσία του Ανδρέα Εμπειρίκου. Η αναφορά στα “Πουλιά του Προύθου”, είναι εσκεμμένη, αφού τα νοητικώς συλληπτά των εικόνων του Μ.Μ, έμμεσα φωτίζουν το στίχο: «Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά που νύχτα μέρα διασχίζουν τον αέρα..». Υπερρεαλιστικά, αινιγματικά και μυστηριώδη τοπία και εσκεμμένως παραθέματα ‘εμπειρίκιων λέξεων, (όπως: υψικάμινος, αιλουροτροφεία, παλλακίδες) συνδέονται ή αναγεννώνται εκ νέου από τις συνηχήσεις των στίχων του. Αυτά είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα αυτής της πολύ ιδιαίτερης και άκρως ελκυστικής γραφής.

Στο δεύτερο μέρος των ποιημάτων του Μ.Μ, που και αυτά θα μπορούσαν να απαρτίζουν μια ολότητα ή ένα μεγαλύτερο και αυτοτελές ποίημα, πρωταγωνιστούν τα σκυλιά. Γιατί, όπως λέει και ίδιος ο ποιητής σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής του, «Οπωσδήποτε ένα σκυλί βρίσκεται στην ποίησή μας. Είτε σαν μια μέρα που δείχνει τα σκυλόδοντά της… », και εδώ η ψευδαίσθηση, η αλληγορία και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία αναδύονται και πάλι σε όλο τους το μεγαλείο.

Κορυφαία στιγμή αυτής της ‘συστάδας’ ποιημάτων είναι εκείνο, όπου ο ποιητής στήνει το ιδιότυπο πάλκο του, για να παιχτεί η τελευταία σκηνή της Οδυσσεϊκού μύθου. Το στήνει εκ νέου, για να αναδημιουργήσει ή να αφηγηθεί την ιστορία του Οδυσσέα, όχι όμως όπως τη συνέλαβε ο Όμηρος, ούτε όπως τη διαιώνισε ο Καβάφης μέσα από τη ποίηση του, αλλά όπως τη συλλαμβάνει ο ίδιος ο ποιητής, προσδίδοντας στο γνωστό αυτό μύθο μια επιπλέον μυθική, τραγική και εξωπραγματική διάσταση, γα να μας θυμίσει αυτή τη φορά με τους στίχους και την κρυπτική του γλώσσα την Οδυσσεϊκή αναζήτηση του Σεφέρη.

Η ώρα περνούσε και τα σκηνικά στήνονταν/ Με τις απαραίτητες προσαρμογές/ Ο σκηνοθέτης όμως γυρόφερνε/ Στο μυαλό του την πιο επίμαχη σκηνή:/ Αλήθεια τι θα γινόταν με τη σφαγή;

Αμέσως μετά η ποίηση του αλλάζει, γίνεται βίαιη, ακόμα πιο τραγική, προκαλώντας το δέος στον αναγνώστη, αφού ο Μ.Μ επιλέγει να μετασχηματίσει ή να μεταμορφώσει το αρχαίο σκηνικό τοπίο για άλλη μια φορά, για να σκιαγραφήσει άλλη μια εικόνα, ανασυρμένη σαν από όνειρο, που μοιάζει περισσότερο με εκείνους τους εφιάλτες που προοιωνίζονται το θάνατο, την ανυπαρξία.

Η ασπίδα θρυμματίστηκε/ Η θεά κατέβασε τα χέρια/ Τα κεφάλια των αντρών ευθύς κόπηκαν/ Και κύλησαν στο χώμα

Η τραγικότητα, οι εναλλαγές της διάθεσης, των χρωμάτων και των εικόνων, θα έλεγα πως προσδίδουν στο ποιητικό αυτό έργο ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό και μια εκρηκτικότητα που δυναμιτίζεται, όσο βαίνει προς το τέλος. Με ελεγειακό ύφος γονατίζει μπροστά στο φάσμα του θανάτου, του φυσικού θανάτου, του έρωτα, ίσως, πάντα με μια γλώσσα μεταφορική, συμβολική, αλληγορική. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, η γλώσσα είναι πρωταγωνιστής του έργου του Μ.Μ, αφού αυτή δίνει σάρκα και οστά σε ένα μοναδικό συμβολιστικό σύστημα, σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, το απτό και το ονειρικό.

Τέλος, τα υπερρεαλιστικά μοτίβα μαζί με την αλληγορία και το ψευδαισθησιακό κορυφώνονται, όταν ο ποιητής τέμνει εκ νέου το μύθο και, καταρρίπτοντας κάθε ηρωική του διάσταση, γεννά έναν αντισυμβατικό και άκρως προκλητικό αντιήρωα, τοποθετώντας τον στη θέση του Οδυσσέα.

Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε/ Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα/ Πως στη θέρμη του καλοκαιριού/ Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι/ Και κλείνουν τα μπαράκια/ Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα/ Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά/ Μια νύμφη που την λένε Πηνελόπη.

Τις επόμενες δυο ενότητες, τις συγκροτούν μια ομάδα ερωτικών ποιημάτων και άλλη μια με ποιήματα της πικρής πατρίδας. Τα ποιήματα αυτά καθόλου δε διασαλεύουν τη συνοχή, ή το ύφος του βιβλίου, αφού, κυρίως τα ερωτικά, διατηρούν σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα, τη μουσικότητα, τις αντιθέσεις και το ρυθμό των δύο πρώτων μερών. Και δε διστάζω να πω ότι η ποιητική δημιουργία του ΜΜ, στο τρίτο μέρος της συλλογής, φτάνει στο απόγειό της, χωρίς ωστόσο να απουσιάζει από αυτά η δηκτικότητα, ο σαρκασμός και η τραγικότητα που χαρακτηρίζουν τα ποιήματα που προηγούνται. Θεωρώ αναγκαία αυτή την επισήμανση, διότι, συχνά, η δύναμη του ερωτικού στοιχείου παρασύρει και στρεβλώνει τη γραφίδα πολλών ποιητών. Κι αυτό, με συνέπεια να αποδιοργανώνονται οι επιλογές τους –λεκτικές, εικονοπλαστικές- και να ασθμαίνει η νοηματοδότηση των στίχων.

Σε αντίθεση προς αυτή την παγιωμένη πλέον κατάσταση, ο Μιχαηλίδης κατορθώνει να την υπερβεί. Μάλιστα, σε ορισμένα ποιήματα του τρίτου μέρους, ο λυρισμός και ο έντονος ερωτισμός διαρκώς εναλλάσσονται με την ένταση και την ορμή των συναισθημάτων που αποτυπώνουν οι στίχοι. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι τα ακόλουθα:

Ήρθες πάλι κρυφά/ Τρυπώνοντας σε γρίλιες μυστικές/ Αργά στη χάση/ Κατάχαμα βρήκες τα κουρέλια της νύχτας/ Και με το αχ μιας ανάσας/ Σάρωσες τα πάντα/

Μα τα στίγματα είναι ’κεί/ Ατίθασα αλαζονικά/ Κοιτάνε επίμονα το ανάρμοστο/ Ν’ αντιπαλεύει με τη σκιά του

Φαντάζομαι/ το άγγιγμά σου/ Σαν μια χορδή άρπας που/ Εφάπτεται σε οριζόντια/ Σειρά ανεκτέλεστων πόθων./ Έλα γλυκιά ειμαρμένη/ Και νιώσε ηδονικά /Τα ακροδάχτυλα της νύχτας/ Που όλο θωπεύουν μυστικά/ Τα ίχνη από το πέρασμά σου…

Να σημειωθεί ότι, εδώ, όπως και στην τέταρτη ενότητα, ιδίως σ’ αυτήν, το υπερρεαλιστικό στοιχείο συνυπάρχει με την έντονη κριτική ματιά του δημιουργού, που μερικές φορές αγγίζει το σημείο του πάθους και της οργής.

Φρικώδης αποστασία της οργής ενδιαίτημα/ Σφαδάζω και ακούω τον απόηχο της καρτερίας/ Καθώς το άγαλμα/ Αδιαλείπτως καταγράφει των καιρών τους συριγμούς/ Και των άστρων τη μαρμαρυγή ενώ το πανωφόρι γέρνει/ Και ξεμυτά η πληγή από τα φουσάτα/ Εγκαρσίως από πνεύμονος έως καρδίας το βόλι που τον ξάφνιασε/ Όπως και τώρα πετρωμένο τον ξαφνιάζουν/ Τα μεθεόρτια και οι επινίκιοι αλαλαγμοί

……………………………………………………………………………

Άλλωστε τώρα το τοπίο ηρεμεί/ Περικεφαλαίες με λοφία από λαιμούς σπουργιτιών/ Θώρακες με ωραίες ανοιχτές σάρκες και αχνίζοντα οστά/ Περικνημίδες καριοφίλια και/ Μεταξωτά πέπλα από τα ξανθά τους όνειρα/ Το χέρι που κρατά τους όρκους και/ Τις στερνές ρώγες των καμένων αμπελιών (…)

Αιρετικός, λοιπόν, μέσα στον κατ’ επίφαση συντηρητισμό του, ο γλωσσοκεντρικός, όπως έχει χαρακτηριστεί ποιητής, αναδεικνύει την ανάσα και την αύρα της γλώσσας, τα νοήματα, τα χρώματα, τον κυματισμό των ήχων, τη μαγεία των λέξεων, που συνυπάρχουν με τη μαγεία των εικόνων της ποίησής του. Ο ποιητικός στοχασμός, το ερωτικό στοιχείο που υποφώσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου, η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν εξωπραγματικό κόσμο που δημιουργεί και που συμφύρεται συνεχώς με την ουσιαστική υπαρξιακή αλήθεια, αναδεικνύουν τον Μ.Μ ως έναν από τους σημαντικούς ποιητές της γενιάς του.

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ

bookpress.gr, 24.5.2016

Είναι η 5η ποιητική συλλογή του Μάριου Μιχαηλίδη. Η αμέσως προηγούμενη, με τον τίτλο Σαν άλλοθι οι λέξεις, είχε εκδοθεί το 2003. Εκπλήσσει, ασφαλώς, η ποιητική σιωπή των 13 ετών. Στην ουσία όμως, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα δημιουργικό μεσοδιάστημα ζωής. Σ’ αυτά τα 13 χρόνια, που η ποιητική φωνή είχε σιγήσει, εκδοτικά μόνο, τον Μιχαηλίδη τον κέρδισε η αφηγηματική ευρυχωρία της πεζογραφίας. Η δημιουργική γονιμότητα εκφράστηκε με τέσσερα μυθιστορήματα.

Αυτή η τελευταία και πολύ πρόσφατη ποιητική συλλογή τιτλοφορήθηκε Τέφρα ονείρων. Η άμεση αναγνωστική λειτουργία του τίτλου προεπηρεάζει έντονα τον αναγνώστη, καθώς προβάλλει και επιβάλλει έντονες νοηματικές προσημάνσεις. Συγκεκριμένα, μας δημιουργεί την αναγνωστική προαίσθηση για πολλαπλές διαψεύσεις και όνειρα ματαιωμένα. Όνειρα που άφησαν πίσω τους γεύση πικρής τέφρας. Μένει να δούμε αν έχουν έτσι τα πράγματα.
Η εξωτερική διάρθρωση της συνολικής ποιητικής γραφής μοιράζεται σε τέσσερις ευδιάκριτες αλλά άνισες ενότητες. Ξεχωρίζουν, γιατί ανάμεσά τους παρεμβάλλονται, ως τυπικοί μεσότιτλοι, ψήγματα στιχοποιημένου λόγου που ανήκουν στην πατρότητα του ποιητή. Η εκτενέστερη ενότητα είναι η τρίτη στη σειρά, στην οποία εγγράφονται 15 συνολικά ποιήματα, και η συντομότερη η καταληκτική με πέντε μόνο ποιήματα. Έχουν τη σημασία τους αυτές οι αριθμητικές ανισότητες. Δείχνουν πώς γεωμετρείται ο ποιητικός λόγος πάνω στο λευκό χαρτί. Αυτό, για όσους ξέρουν ότι ο ελευθερόστιχος ποιητικός λόγος έχει, εκτός των άλλων, και εξωτερική όψη με τα δικά της σημαινόμενα και με βαρύνουσα σημασία. Στην ποίηση υπάρχει και η αισθητική της διάταξης των στίχων.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν μονοσέλιδο ανάπτυγμα και, φυσικά, ακολουθούν τη σχεδόν παγιωμένη πλέον, για την ποίηση, μορφή του ελευθερόστιχου άστικτου ποιητικού λόγου. Η παρουσία μιας τελείας και ενός ερωτηματικού πιστεύω ότι οφείλεται σε διορθωτική αβλεψία. Υπάρχει και ένα ποίημα, στην τέταρτη ενότητα, σε πεζόμορφη γραφή. Μάλιστα είναι από αυτά που ιδιαίτερα ξεχωρίζουν. Έχει πολύ υψηλό δείκτη ποιητικής αρτιότητας. Άλλα δύο ποιήματα ακολουθούν μια μικτή μορφή: ξεκινούν ως στιχοποιημένος λόγος και καταλήγουν πεζόμορφα. Πάντως, όλα τα ποιήματα φέρονται άτιτλα. Αριθμούνται μόνο, στο εσωτερικά της κάθε ενότητας, με ελληνική αρίθμηση. Συνολικά είναι 44, διαταγμένα, ανά ενότητα, με αυτόν τον τρόπο: 14+10+15+5.[44].

Αυτά τα λίγα ως ένας σύντομος προοιμιακός-περιγραφικός λόγος για την εξωτερική «επιφάνεια» της ποιητικής γραφής. Για τη σύγχρονη ποίηση, που είναι δύστροπη νοηματικά, τον θεωρώ αυτόν τον περιγράφοντα λόγο απόλυτα αναγκαίο. Προσωπικά δηλαδή φρονώ ότι η ερμηνευτική ανάγνωση της ποίησης πρέπει να γίνεται, με ανιχνευτικά βήματα, από την εξωτερική όψη προς τα ενδότερα. Εξάλλου, η εξωτερική πλευρά μια ποιητικής συλλογής περιέχει και την τυποτεχνική αισθητική που είναι σημαντικό μέρος του όλου. Αυτή, ακριβώς, η αισθητική «επενδύει» την ποίηση, ως περιβάλλουσα ωραιότητα, και την αναδεικνύει. Σ’ αυτό το σημείο οι εκδόσεις Γαβριηλίδη άγγιξαν την τελειότητα.
Να περάσουμε, όμως, και στα ενδότερα, στην ψίχα δηλαδή και την ουσία της ποιητικής συλλογής. Ως αναγνώστη εξοικειωμένο με την ανάγνωση και τη διδασκαλία της ποίησης, με βασανίζει (με την καλή έννοια) ένα ερώτημα: από όλα τα στοιχεία, που συνθέτουν την προσωπική ποιητική του Μιχαηλίδη, ποιο μπορεί να είναι αυτό που έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στην ποιότητα του στίχου; Θα μπορούσα να απαντήσω χωρίς δισταγμό και χωρίς περιφράσεις: το προεξέχον στοιχείο στην ποιητική συλλογή του Μιχαηλίδη είναι η συστηματική και έμμονη θήρευση της σπάνιας, της στιλπνής και της λάμπουσας λέξης ή έκφρασης. Αυτό το στοιχείο είναι που χρωματίζει έντονα τον ποιητικό λόγο και του προσδίδει τη γοητεύουσα γλωσσική-εκφραστική αρτίωση και ωραιότητα. Κι αυτό, εξάλλου, το στοιχείο είναι που δημιουργεί τα εκπλήσσοντα και πρωτοφανέρωτα ζεύγματα λέξεων, που ανασυνθέτουν σε νέες μορφές την ποιητική δυναμική της ελληνικής γλώσσας.

Παράλληλα, όμως, προκαλούν και μια αναγνωστική αμηχανία: δημιουργούν δηλαδή ποίημα «κλειστό» και δυσπρόσιτο, με έντονη τη νοηματική διάχυση και ρευστότητα, παρόλο που αυτοί, ακριβώς, οι «δυσνόητοι» στίχοι αφήνουν στον αναγνώστη μια ισχυρή αίσθηση ποιητικής ομορφιάς. Είναι, βέβαια, κάπως περίεργο την ίδια στιγμή να χάνει ο αναγνώστης την καθαρότητα του νοηματικού περιγράμματος και ταυτόχρονα η ανάγνωση του ποιήματος να συντηρεί μέσα του ξεχωριστά υψηλό δείκτη ποιητικής εκφραστικής.

Το αντίθετο συμβαίνει με αρκετά ολιγόστιχα ποιήματα, τα βραχύτερα της ποιητικής συλλογής, στα οποία και οι λάμποντες εκφραστικά στίχοι και το νοηματικό περίγραμμα συλλειτουργούν ισόρροπα και αναδεικνύονται σε δίδυμη ποιητική καθαρότητα. Για του λόγου το ασφαλές, αντιγράφω ένα από αυτά, ως μικρό δείγμα ποιητικής στιλπνότητας, μέσω της οποίας εκφράζεται με «ρήματα» ποιητικής αβρότητας ο ερωτικός ίμερος.

Δώσε μου μια λέξη να
Στήσω το σκηνικό της νύχτας
Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα
Κι ένα καράβι απάγκιο
Δώσε μου μια λέξη
Χωρίς πνιγηρά κακόηχα
Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα
Σύμφωνο υγρό – “Έλα” να μου πεις,
Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω
Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για
Να με αντέχουν τα όνειρά μου

Υπάρχει και ένα άλλο εκπλήσσον στοιχείο. Το συνολικό ποιητικό corpus δημιουργεί την αίσθηση ότι οι στίχοι προβάλλουν την ογκηρότητα αλλά και τη λεπταισθησία ενός συναισθηματικά πάσχοντος ποιητικού εγώ. Κι όμως, ελάχιστα ποιήματα είναι πρωτοπρόσωπα. Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνα τα ποιήματα που το ομιλούν εγώ το «χωνεύουν» μέσα στη ρηματική πληθυντικότητα (π.χ. Απλώσαμε τα αιθέριααρώματα). Αλλά και αυτός ο ρηματικός πληθυντικός δε δημιουργεί την αίσθηση ότι η ποιητική συλλογή δονείται και ταράζεται από τις εντάσεις του συλλογικού πόνου, του πόνου του εμείς. Ενώ δηλαδή θα ταύτιζα τον ποιητικό λόγο με μια θεματική που ανήκει στο εγώ και στα κινήματα της ψυχής του ποιητή, το κατόρθωμα του Μιχαηλίδη είναι ότι «έσβησε» τον όγκο του εγώ, δημιουργώντας την πιο όμορφη αναγνωστική πλάνη: ότι ο λόγος είναι γραμμένος για το συλλογικό εγώ.

Θα κλείσω αυτές τις πρωτοβάθμιες διαπιστώσεις, αναφερόμενος σε δύο λεπτομέρειες που αναγνωστικά με προσέλκυσαν και τις είδα πολύ προσεκτικά. Η πρώτη λεπτομέρεια είναι η εμμονή του ποιητή, ιδιαίτερα στη πρώτη ενότητα, σε κάποια μοτίβα (;) όπως, για παράδειγμα, είναι η παρουσία πουλιών σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της προαναφερόμενης ενότητας. Και ενώ, πράγματι, ομολογώ ότι ως μοτίβο μού αρέσει, δεν μπορώ ακόμη να δω τη θεματική και νοηματική του λειτουργία στη ροή του ποιητικού λόγου.

Η άλλη λεπτομέρεια είναι μια έντεχνα εμβόλιμη πολλαπλή λειτουργία και παρουσία διακειμενικής συνύπαρξης με τους στίχους του καταληκτικού ποιήματος της δεύτερης ενότητας. Μέσα στη συνήχηση αυτής της πολλαπλής διακειμενικότητας ακούγονται φωνές και ποιητικά θραύσματα από πολλούς ποιητές: Σινόπουλος, Καβάφης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Ρίτσος κλπ. Τη θεωρώ, ως συλλειτουργία αλλότριων φωνών ιδιαίτερα εύστοχη.

Τις φωνές των πατρίδων τρίβοντας διαμαντικά στο φως Χρωματιστό υαλί στις αμμουδιές του Ομήρου Με ένα στίλβον επιφώνημα στο στόμιο του φεγγαριού

Τελικά, για την ποίηση δεν πρέπει να λέμε πολλά. Προτιμητέο πάντα να ακούμε το δικό της λόγο και να τον συντηρούμε μέσα μας ως εκρέοντα απ’ τη μαγεία της γλώσσας μας, που είναι η πιο όμορφη και η πιο σπάνια ποιητική μοναδικότητα.

 

ΣΩΤΗΡΗΣ Π. ΒΑΡΝΑΒΑΣ

«Fractal» 12/4/2017

«Υπέρπυρες φεγγοβολές» από την ανάδυση της ζωής μέσα από την «Τέφρα Ονείρων»

Η ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, τα ποιήματα δεν φέρουν τίτλους αλλά αριθμούνται αλφαβητικά. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα, η δεύτερη περιλαμβάνει δέκα ποιήματα, η τρίτη δεκαπέντε και η τέταρτη πέντε. Η κάθε ενότητα μπορεί να λειτουργεί νοηματικά και δομικά ως αυτόνομη ποιητική σύνθεση, αλλά και από κοινού με τις άλλες στη συνολική ποιητική σύνθεση υπό τον πιο πάνω τίτλο.
Με διάχυτη τη θλίψη σε όλες της ενότητες, η πρώτη και η δεύτερη έχουν επίκεντρο το έργο του ποιητή μέσα στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας θεώρησης των παραγόντων που ρυθμίζουν τη καλλιτεχνική δημιουργία, το τρίτο αφορά μια ερωτική ελεγεία, ενώ το τέταρτο εστιάζει στην τραγωδία της Κύπρου .
Να πω εδώ ότι παρουσιάζω τις προσωπικές μου σκέψεις για το κείμενο αυτό που είναι αποτέλεσμα της δικής μου ανάγνωσης. Αυτό δε σημαίνει ότι η ποιητική αυτή συλλογή δε θα μπορούσε να έχει και άλλες αναγνώσεις. Επίσης, επιλέγονται εδώ ορισμένα μόνο σημεία της ποιητικής συλλογής για θεώρηση, τα οποία κρίνουμε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ρωγμές εισόδου του αναγνώστη στο ποίημα. Σ’ αυτές τις ρωγμές ρίχνουμε λίγο φως ή καλύτερα περιγράφουμε τον τρόπο με τον οποίο εμείς περάσαμε στα ενδότερα του ποιήματος, με προσοχή πάντοτε να μη διαταράξουμε με αυτή την ενδιάμεση παρουσία μας μεταξύ ποιήματος και αναγνώστη την ωραιότητα του δημιουργήματος.
Εύστοχος και αποτελεσματικός στο ρόλο του ο τίτλος, «Τέφρα Ονείρων», εισάγει εύγλωττα τον αναγνώστη στο πνεύμα και στο περιεχόμενο του βιβλίου, που είναι όλες εκείνες οι ψυχικές και διανοητικές διεργασίες και τα παρελκόμενα μιας εφ όλης της ύλης ματαίωσης του ονείρου και οι συναισθηματικές νοητικές περιπλανήσεις του ποιητικού υποκειμένου, του ποιητή δηλαδή , ο οποίος με τη γραφή του αφήνει ελεύθερες τις αισθήσεις και τη νόηση να συνδιαλλαγούν μεταξύ τους, ανιχνεύοντας και τα αίτια της ματαίωσης. Τέφρα είναι ο, τι απομένει μετά από φωτιά, ο, τι αφήνουν πίσω τους οι φλόγες. Είναι όμως και η γόνιμη ουσία που άντεξε το πάθος της φωτιάς, που μαρτυρεί το πέρασμά της, και μέσα από το οποίο μάλιστα αναδύεται και το νέο Σύμπαν.
Τον συμβολισμό της αναζωογόνησης μέσα από την τέφρα, τη φλόγα και το φως ως την κινούσα δύναμη μπορούμε να πούμε ό, τι βλέπουμε και στην εικόνα του εξωφύλλου. Ένα καμένο χέρι. Κάτω όμως από το καμένο δέρμα ζωντανεύουν οι φλέβες εκπέμποντας το φως απ’ την άσβεστη φλόγα της δημιουργίας. Μέσα απ’ το σκοτάδι προβάλλουν οι λαμπηδόνες και μέσα απ’ τη σιωπή το τριζόνι ξαναδίνει ζωή στο συναισθηματικά υποβαθμισμένο τοπίο με τον ήχο του, που λειτουργεί ως κινούσα δύναμη, ενόρμηση, για δημιουργία.

Γύρω στα μεσάνυχτα/Ακούστηκε ξανά το τριζόνι/Ήχος παράξενος/Φορτωμένος τέφρα και άλγος/Η φωνή της ερημίας είπε ο φίλος/Κι άρχισε να μιλά μια γλώσσα κρυπτική/

Ευθύς ακούστηκε ένα φτέρωμα/Και κάτι σαν δέντρο πήρε να φυτρώνει/Πάνω στην άνυδρη γη/Τότε γέμισε παντού λαμπηδόνες/Που τις παράσερνε ο αγέρας/Κατά τη φορά των πουλιών/Γιατί εν τω μεταξύ/Το δέντρο αντίς για φύλλα έβγαζε λέξεις/Κι άλλης λογής πετούμενα/Που όλο αντρειεύονταν/Ώρα μεσάνυχτα

Η τέφρα προϋποθέτει τη φωτιά και η ματαίωση την διέλευση μέσα από ένα κορυφαίο γεγονός, οι φλόγες του οποίου ήδη έχουν διαπεράσει το ποιητικό υποκείμενο. Αυτό θα μπορούσε να είναι ο έρωτας, αλλά και όποιο άλλο μετουσιωμένο γεγονός είναι δυνατόν να εμπεριέχει αντίστοιχη ένταση, όπως λ.χ. οι φλόγες και ο πόθος της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Ο ποιητής χρησιμοποιεί το συμβολισμό για να κρυπτογραφήσει τα νοήματά του, δημιουργώντας κατάλληλους συνειρμούς στον αναγνώστη, ώστε αυτός να τον ακολουθήσει στις ατραπούς της διανόησης του. Το πετυχαίνει με τον καλύτερο τρόπο χάρις στην επιλογή του να χρησιμοποιεί σύμβολα παρμένα από τα θεμελιώδη συστατικά και τις λειτουργίες της φύσης. Η «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη βρίθει τέτοιων αινιγματικών συμβόλων. Ζώα, φυτά, χλόη, είδη πουλιών, σκύλοι, το φως, ο ορίζοντας, τα άστρα, και μύθοι διαμορφώνουν το ποιητικό του τοπίο, διευκολύνοντας τον αναγνώστη στο ταξίδι αναζήτησης της περί του κόσμου αλήθειας.
Ως αναγνώστης, διακρίνω τη δύναμη των συνειρμών στην ποίηση αυτή. Ο ποιητής με την παρεμβολή ενός και μόνο στίχου, τοποθετώντας τον στην κατάλληλη θέση, επιτυγχάνει να δημιουργεί ροή σκέψεων και συναισθημάτων προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και αφού τα ρυάκια αυτά πάρουν όλα τα θρεπτικά συστατικά από τους τόπους που περνούν, ανταμώνουν ξανά στο ίδιο μεγάλο ποτάμι των σκέψεων και συναισθημάτων για να θρέψουν το δέντρο, δηλαδή το ποίημα. Όσο προσχωρούμε στην ανάγνωση της κάθε ενότητας, το δέντρο-ποίημα του Μ.Μ όλο και βαθαίνει τις ρίζες του, να φτάσει θέλοντας στην αρχέγονη πηγή της θρέψης του, η κορφή του ανεβαίνει πιο ψηλά να αντλήσει φως, να φωτοσυνθέσουν τα φύλλα του λέξεις και στα κλαδιά του να ενδημούν όλων των ειδών τα πουλιά, που άλλοτε τρομάζουν παγιδευμένα κι άλλοτε φτερουγίζουν φέρνοντας μηνύματα που καλείται ο αναγνώστης να διαβάσει , ανάλογα με το φτερούγισμα ή το χρώμα τους.
Ας δώσουμε όμως κάποια στοιχεία της ευρύτερης κλιματικής ζώνης στην οποία ευδοκιμεί και αναπτύσσεται το δένδρο της ποίησης του Μ.Μ. Εξετάζοντας προσεκτικά τις λέξεις- σύμβολα του ποιήματος αξίζει να σταθούμε στους Εμπειρίκειους όρους και τις αναφορές που γίνονται, όπως «Yψικάμινος, πουλιά του Προύθου, παλλακίδες» κ.α. που σηματοδοτούν την υπερρεαλιστική ποιητική γραφή του Μ.Μ. Σ’ αυτήν αποτυπώνεται, με πλούσια εκφραστικά μέσα μια υπαρξιακή θλίψη, η οποία οφείλεται στη ματαίωση του ονείρου, περιγράφοντάς την με λεπτομερείς εικόνες, μύθους και σύμβολα, που έχουν πολλές φορές ακόμα και ένα τρομακτικό χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση όμως οι ελκυστικοί στίχοι και η εναλλαγή συναισθημάτων προκαλούν την επιθυμία στον αναγνώστη να προχωρεί όλο και περισσότερο στα ενδότερα του μυστηρίου της ποιητικής πραγματείας. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό, γιατί στην ποίηση αυτή συμπυκνώνονται σκέψεις, γνώσεις και απόψεις περί μιας σωρείας πραγμάτων του κόσμου, η προσεκτική μελέτη των οποίων μπορεί να οδηγήσει στην ερμηνεία των ανθρώπινων συμπεριφορών.

(…)
Την ώρα της αποδημίας/Μας άφησαν και πήραμε πολλά/Φωνές και λοφία/Ράμφη ευθυτενή και άλλα γαμψά/Και καθώς ο ποιητής/Τροχοδρομούσε ανέμελος στο σύμπαν/

Ιππεύοντας άτι φτερωτό/Τον προϋπαντούσαν οι αυτόχειρες/Με μια κουστωδία ματωμένων στίχων/Ελάτε μας έγνεφαν/Η εκδημία ρίχνει πέπλο σκοτεινό/Κι η ποίηση δεν είναι πια/Αυτού του κόσμου/Εκείνος στάθηκε/Έχωσε το χέρι στα σπλάχνα του/Έβγαλε ένα λευκό μαντήλι/Το τίναξε/Και τότε περιχύθηκε στο σύμπαν/Στάχτη από την Υψικάμινο

Οι συντεταγμένες του Εμπειρίκειου τοπίου συνοψίζονται: στον ερωτικό πόθο που συνδέεται με το ποιητικό υποκείμενο και στους φραγμούς ενός πολιτισμού σε δυσφορία, στην εναντίωση σε αυτούς και στη δυστυχία που γεννάται από αυτούς. Η χειραφέτηση, κατά τον Εμπειρίκο, δε στηρίζεται απλώς στην παράκαμψη των φραγμών, αλλά στην προσδοκία ενός νέου ερωτικού κόσμου λυτρωμένου από τα κοινωνικά δεσμά.
Ο άνθρωπος βέβαια, ως κοινωνικό ον, δημιούργησε με την πάροδο του χρόνου κανόνες, και νόμους που προστατεύουν τους αδυνάτους από τους ισχυρούς, δημιουργώντας τις πολιτιστικές συνθήκες. Οι κανόνες αυτοί και οι τρόποι κοινωνικής συμπεριφοράς αναπτύσσονται και εδράζονται κυρίως στον μετωπικό λοβό. (αυτά θα μας χρειαστούν αμέσως πιο κάτω) Την έδρα αυτή των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς ο Φρόιντ ονομάζει Υπερεγώ, ενώ την έδρα των ενστίκτων ονομάζει Προεγώ.
Η σύγκρουση του Προεγώ με το Υπερεγώ δημιούργησε την αναγκαιότητα ανάπτυξης ενός τρίτου οργάνου σκέψης, που είναι το Εγώ και που έχει ρόλο να συγκεράσει τις συγκρουόμενες ψυχικές τάσεις.
Αυτά σύμφωνα με τον Φρόιντ, προκαλούν την δυσφορία μέσα στον πολιτισμό, θεωρώντας ότι η ισορροπία μεταξύ Προεγώ και Υπερεγώ είναι εξαιρετικά δύσκολη. Λόγω των δυσκολιών αυτών προκαλούνται ενδοψυχικές και κοινωνικές συγκρούσεις που συχνά καταλήγουν σε ματαίωση, απογοήτευση, και δυστυχία. Αυτή τη διαρκή αντιπαράθεση μέσα στο ανθρώπινο ψυχικό κόσμο πραγματεύεται η ποίηση του Μ.Μ., ανιχνεύοντας το αίτιο και το αιτιατό, εκφράζοντας κάθε φορά με ελκυστικούς στίχους τα αντίστοιχα συναισθήματα όπως, θλίψη, φόβο, αγωνία θανάτου, προσδοκία, ευδαιμονία κ.α
Τα πουλιά, σύμβολα της επικοινωνίας του ανθρώπου με το θείο κατά τους αρχαίους, παίζουν το ρόλο αγγελιαφόρου των θεών, ενώ στην πάλη μεταξύ του καλού και του κακού γίνονται τιμωροί για τους κακούς και σωτήρες των καλών. Ακόμα, τα πουλιά αποτελούν και σύμβολο του ασυνειδήτου. Στην «Τέφρα Ονείρων», και κυρίως στην πρώτη ενότητα, τα πουλιά ενδημούν με όλους τους ρόλους και συμβολισμούς τους. Σχεδόν σε κάθε ποίημα, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, εκφράζοντας τις αισθήσεις που μεταφέρονται από την αρχέγονη μνήμη και οι οποίες εδρεύουν στο υποσυνείδητο.

Μετά συνέβη και αυτό/Η εγκάρσια λοβοτομή/Άφησε να δραπετεύσουν/Έγκλειστα πουλιά/Κι αυτά πέταξαν και χάθηκαν/Στην ερημία του σύμπαντος/Κάτω/Το σώμα έπαλλε/Αφημένο καθώς ήταν/Στη λαγνεία των συνειρμών/Κι όλο αδημονούσε πότε/

Θα επιστρέψουν τα πουλιά/Που τα ξάφνιασε η ιδέα/Μιας τελευταίας αποδημίας (…)

Οιωνοί απώλειας ή θανάτου τα μαύρα πουλιά ενδημούν στην πρώτη κυρίως ενότητα της «Τέφρας Ονείρων», τονίζοντας την παρουσία τους. Αναζητείται επομένως το αίτιο της παρουσίας τους ή καλύτερα το αίτιο του προμηνυόμενου θανάτου. Για ποιο θάνατο άραγε γίνεται η αναφορά; Την απάντηση ότι η συμφραζόμενη αγωνία θανάτου αφορά τον πνευματικό θάνατο και την πλησμονή του έργου του ανθρώπου και επομένως και του έργου του ποιητή, δίνει ο ίδιος ο ποιητής με τους στίχους του.

(…)Στον ορίζοντα φάνηκε/Ένα σμήνος πουλιά μαύρα πουλιά/Όλοι τρομάξανε/Και πιάσανε να μελετούν/Τα σπλάχνα της μέρας που ξεψύχησε/Κι άρχισε να κακοφορμίζει/

Τίποτα (…)

Μετά φωνάξανε τις μάσκες της άνοιξης και
Κάποιοι πήραν να χορεύουν
Μα η μάγισσα η αυγή τους κοίταξε
Με το ένα μάτι το θολό
Και μετά τους σκέπασε με μαύρο σύννεφο

Μέσα στον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό και στην προσπάθεια του Υπερεγώ να κυριαρχήσει πάνω στο Προεγώ, επιχειρείται, μέσω προσχημάτων, με αφορμή κανόνες που στην πραγματικότητα πολλές φορές δεν συνεισφέρουν στην εξισορρόπηση μεταξύ Προεγώ και Υπερεγώ, ο αποκλεισμός από τη συμμετοχή του συναισθήματος στις ανθρώπινες καθημερινές λειτουργίες της ζωής.

Η παραγνώριση της σημασίας των αισθήσεων μέσα στον κόσμο που δημιούργησαν οι κανόνες του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού, οδήγησε στην αναγκαιότητα ανάπτυξη της θεωρίας της συναισθηματικής νοημοσύνης. Αυτή υποστηρίζει ότι έρχεται να αυξήσει σημαντικά το δείκτη νοημοσύνης και να συμβάλει στην ορθή λήψη αποφάσεων, κάτι που τελικά αμβλύνει τις διαφορές, μειώνει της συγκρούσεις και συμβάλλει στην ισορροπία μεταξύ Υπερεγώ και Προεγώ. Ο ποιητής Μ.Μ στην «Τέφρα Ονείρων» υπεραμύνεται της αναγκαιότητας συμμετοχής των συναισθημάτων στην διαχείριση της καθημερινότητας του ανθρώπου.
Ενώ στην πρώτη ενότητα το κυρίαρχο σύμβολο του ποιητή είναι τα πουλιά, το χρώμα τους, οι αριθμοί, το πέταγμα τους, στη δεύτερη ενότητα τα σκυλιά ακολουθούν πιστά και παντού τη νόηση του ποιητή, διεισδύοντας σε όποια σπήλαια της επιθυμεί να εξερευνήσει.
Ο μύθος, όπως αναφέραμε, αποτελεί επίσης μέθοδο ξενάγησης του αναγνώστη στον κόσμο της ποίησης του Μ.Μ. Κατά την εξελικτική πορεία της ποίησης υπάρχει μια γενική τάση ανατροπής του Οδυσσειακού μύθου. Το Ομηρικό πρότυπο του Οδυσσέα στον υπερρεαλισμό ανατρέπεται και το πρόσωπο του ήρωα παίρνει διάφορες μορφές στο νέο μύθο που δημιουργείται. Μεταπολεμικά οι ποιητές αποποιούνται τις πολεμικές του δόξες, ενώ το πρόσωπό του συνδέεται με μια απαισιοδοξία. Η ακύρωση του νόστου στον Οδυσσειακό μύθο και οι περιπτώσεις ανατροπής του Ομηρικού προτύπου καθώς πληθαίνουν στην ποίηση τις τελευταίες δεκαετίες, γίνονται αφορμή για φιλολογικούς διαλόγους. Στην ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» ο ποιητής δεν εστιάζει στο πρόσωπο του Οδυσσέα ως κυρίαρχου και ηρωικού πρωταγωνιστή, αλλά πρωταγωνιστής στην ανατραπέντα μύθο είναι το σκυλί του Οδυσσέα, ο Άργος, που μαζί με την Πηνελόπη παραπέμπουν στις καταστάσεις που επιβάλλει το Προεγώ .
Έτσι γίνεται εμφανές ότι οι δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου συνδέονται άρρηκτα, ενδυναμώνοντας την ποιητική στόχευση του έργου που είναι οι διαρκείς ψυχικές διεργασίες, που προκύπτουν με την συνύπαρξη του Προεγώ και Υπερεγώ και την ανταγωνιστική σχέση που τη διέπει.
Στην «Τέφρα Ονείρων» του Μ.Μ οι διαρκείς συγκρούσεις μεταξύ αυτών των δύο του Υπερεγώ και του Προεγώ, οι αλλεπάλληλες μάχες και θυσίες διαδέχονται η μια την άλλη με εμπλοκή όλων ανεξαιρέτως των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπινου είδους, που παίρνουν τη μορφή ενός διαρκούς πολέμου με αιώνιες προετοιμασίες και περιπέτειες για την παλιννόστηση τελικά στην πατρώα γη, την αρχέγονη μνήμη. Η αρχέγονη μνήμη ως διαπίστωση ή προσδοκία επανέρχεται συχνά στην «Τέφρα Ονείρων», προφητεύοντας ίσως και την επικράτηση της ζωής έναντι του θανάτου χάρις σ’ αυτήν.
Και να η ζωή κανοναρχώντας το αέναο/Και την αρμονία ορίζοντας/Του συνάναρχου λόγου/Και να ο Άδης υποχωρεί με τα δρεπάνια/Και τις φτερούγες των χαμένων σπουργιτιών/Και να ο θάνατος των αντρειωμένων πουλιών/Κελάηδημα αυγινό μιας ανάσας παλμός/Ρουφώντας του φωτός τη σπορά/Ως τα έγκατα περιδιαβάζοντας την αρχέγονη μνήμη
Κατά τον Φρόιντ, ό, τι διαλανθάνει της λήθης αποτελεί αλήθεια. Επομένως το γεγονός ότι η ποιητική συλλογή ‘Τέφρα Ονείρων’ αφορά ψυχικές διεργασίες και τις συνέπειες τους, κάτι που απασχολεί διαχρονικά τον άνθρωπο, καταδεικνύει την καθολικότητα της ποίησης του Μ.Μ.
Μέσα σε όλη τη σύγχυση των συγκρουσιακών καταστάσεων, το έργο υφίσταται τις συνέπειες της καταστροφικής υπερτροφίας και του φανατισμού υπέρ των κανόνων του πολιτισμού, οι οποίοι τελικά χάνουν τον προορισμό τους και χρησιμοποιούνται προσχηματικά για επίτευξη αλλότριων στόχων από εκείνους για τους οποίους θεσπίσθηκαν. Το προφητικό αισθητήριο του ποιητή διαβλέπει την καταστροφή εξ αιτίας αυτού και η αγωνία της ακύρωσης και πλησμονής του έργου του κορυφώνεται και μη έχοντας άλλο τρόπο να αμυνθεί το κάνει μέσα από το ίδιο το έργο του.
Γράφει:

Μέσα σε κάθε ποίημα είναι και ένα σκυλί/ (…)/Οπωσδήποτε ένα σκυλί βρίσκεται στην ποίησή μας/Κάποτε τα σκυλιά μας τα φαρμακώνουν/Το σώμα τους στεγνώνει/Και γίνονται πολτός στη μοίρα της ασφάλτου/Τότε μιας ποίησης η πλησμονή μέσα μας σφαδάζει

Δεν μπορεί παρά να σταθεί κανείς στον τελευταίο στίχο και να τον αποδώσει στην αγωνία του ποιητή για την τύχη του έργου του και του κάθε λογής πνευματικού ή καλλιτεχνικού δημιουργήματος εν ονόματι των ανταγωνιστικών δυνάμεων που αναπτύσσονται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.
Η Τρίτη ενότητα αποτελεί μια ερωτική σύνθεση με πολλά από τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων ενοτήτων. Λέξεις-σύμβολα παραπέμπουν με διαδοχικά κλιμακούμενη ένταση στις ψυχικές καταστάσεις του ποιητικού υποκειμένου υποβάλλοντας τον αναγνώστη την επιθυμία να συμμετάσχει στην ποιητική περιπλάνηση.

Ανέστιε πόθε/Μη ζητάς από μένα δανεικά/Τα είπαμε στο χώρο του κοινού μας πεπρωμένου/Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν/Βλέπω να χάνεις το δρόμο/Ξανά και ξανά

Και να επικαλείσαι τάχα/Τους θολούς οδοδείκτες και την/Ύποπτη συνέργεια των αριθμών/Μα όταν αργείς να φανείς/Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με/Ανεπαίσθητο δόλο/Διαλαλώ τα κέρδη μου/Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα/Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς/Και να φεύγεις όποτε θες

Μια εισαγωγή που σε οδηγεί κατ’ ευθείαν στην ουσία του υπαρξιακού κενού που προκαλεί η διάψευση του ερωτικού ονείρου και που στη συνέχεια όπως εξελίσσεται η ποιητική γραφή, συμπληρώνεται με την ίδια την ποιητική δημιουργία.
Την εικονιστική περιγραφή του ποιητικού αντικειμένου, του πόθου δηλαδή, ακολουθούν οι περιγραφές των ψυχικών καταστάσεων που προκύπτουν από τη διάψευση με σύντομους και ελκυστικούς στίχους.

(…)

Και τι νομίζεις/Πως θ’ απομείνει από σένα;/Ένα άδειο φουστάνι/Να περιφέρεται σε σκοτεινούς/Διαδρόμους αδημονώντας/Να συναντήσει το σώμα σου/Ή ό,τι θα έχει περισωθεί/Από την τέφρα της μνήμης (…)

Ενώ στις προηγούμενες ενότητες η μορφή του στίχου, η αίσθηση κατά την ανάγνωση και τα νοήματα τονίζουν τα σκούρα χρώματα της απώλειας και της τραγικότητας των γεγονότων, στην τρίτη ενότητα τα πράγματα κάπως αλλάζουν. Εδώ οι στίχοι γίνονται μικροί δίνοντας την πρωτιά στις αισθήσεις. Δεν απαιτείται εδώ μεγάλη αποκρυπτογράφηση, και η νόηση συνεπικουρεί απλά τις αισθήσεις, αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα να κινηθούν ελεύθερες καθιστώντας το ποίημα γοητευτικό.
Παραθέτω ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της ενότητας αυτής.

Δώσε μου μια λέξη να/Στήσω το σκηνικό της νύχτας/Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα/Κι ένα καράβι απάγκιο/Δώσε μου μια λέξη/Χωρίς πνιγηρά κακόηχα/Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα/Σύμφωνο υγρό – “Έλα” να μου πεις/Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω/Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για/Να με αντέχουν τα όνειρά μου

Στο Τέταρτο μέρος ο ποιητής διεισδύει σε βάθος με την κρυπτική μέθοδο του στα ιστορικά γεγονότα της Κυπριακής τραγωδίας, παραπέμποντας στα τραγικά αποτελέσματα της υπερτροφίας του Υπερεγώ και στη μεγάλη απώλεια των όσων δια θυσιών αποκτήθηκαν, καταλήγοντας ότι επείγει να επιστρέψουμε στην παιδική μας αθωότητα.
Αλλά και πιο κάτω οι στίχοι του διατρέχονται από λέξεις σύμβολα του τιμήματος που πληρώνεται καθημερινά, μετρώντας τις απώλειες και καταγράφοντας επινίκιες αντιφάσεις. Η διάψευση των θυσιών των ηρώων της Κύπρου και η ματαίωση του αιωνίου ονείρου για Ελευθερία, μια ανοικτή πληγή στο σώμα της Κύπρου, διαπερνά τους στίχους του τέταρτου μέρους αφήνοντας στον αναγνώστη την πικρή γεύση της αδικίας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα.
(…)
Εγκαρσίως από πνεύμονος έως καρδίας το βόλι που τον ξάφνιασε/Όπως και τώρα πετρωμένο τον ξαφνιάζουν/Τα μεθεόρτια και οι επινίκιοι αλαλαγμοί/Και το βάθρο υποχωρεί αιωρούμενο/Και τα ικριώματα των εκπονηθέντων σχεδίων καταρρέουν/Και έμεινες μόνος με γυρτή λαβωματιά/Με ένα πανωφόρι που σου έλαχε/Να κρύβεις τ’ άστρα νύχτες και πρωινά/Με το αγιάζι να διαπερνά τις ορθάνοιχτες πληγές σου/

Γλυκό μου άγαλμα
(…)

Η καθολικότητα της ποίησης του Μ.Μ. στην ποιητική σύνθεση «Τέφρα Ονείρων», σε συνδυασμό με την οντολογική και φιλοσοφική θεώρηση των ανθρώπινων ανησυχιών, καθιστά το βιβλίο αυτό υψηλής πνευματικής αξίας και συνιστάται η ανάγνωσή του.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 6/12/2016

Ο υπερρεαλιστικός αντιλυρισμός του Μάριου Μιχαηλίδη

Υπάρχει μία τάση στην κριτική να διαχωρίζεται η κυπριακή ποίηση από την ελληνική παραβλέποντας την κοινή τους πορεία από άποψη εκφράσης, επιρροών και αναζητήσεων. Παρά τις τοπικές ιδιομορφίες, όπως η τραγωδία της εισβολής, το στοιχείο της εντοπιότητας και μία συνήθη φυσιολατρική εικαστική που συνδέεται με τη βιωματική επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Άλλωστε τα προβλήματα που απασχολούν πλέον τους νέους ανθρώπους και τους παλαιότερους δημιουργούς δεν διαφέρουν από εκείνα που καταγράφονται στην ελληνικής παραγωγής ποίηση.

Η ποιητική άνοιξη της δεκαετίας του 1960, που αναδύθηκε μέσα στην ευφορία της κυπριακής ανεξαρτησίας, θα φέρει νεωτερισμούς που θα αφομοιωθούν γόνιμα και δημιουργικά. Όπως είναι λογικό το δράμα της βίαιης διχοτόμησης θα αφήσει τις επιδράσεις του και στην ποίηση, όπου διακρίνεται μία πικρία και μία οργή με έντονα στοιχεία σαρκασμού κι ειρωνείας σε μία ποίηση πολιτική.

Ωστόσο, με τον καιρό έχει φανεί ότι οι ποιητές, χωρίς να ξεχνούν ή να παραβλέπουν την τοπική ιστορία, κινούνται πιο κοντά στην ελλαδίτικη ποίηση στη βάση κοινωνικών προβληματισμών, χωρίς γεωγραφικό προσανατολισμό[1]. Στην πορεία αυτή κινείται και ο πολυβραβευμένος Μάριος Μιχαηλίδης με τη νέα του ποιητική συλλογή, «τέφρα ονείρων» (Γαβριηλίδης, 2016), 13 χρόνια μετά την προηγούμενη.

Η συλλογή αποτελείται από τέσσερις ποιητικές ενότητες που απαρτίζονται από επιμέρους αυτόνομες συνθέσεις. Η απλότητα της γλώσσας του και η συνοχή του ύφους δημιουργούν μία αλυσίδα εικόνων και συναισθημάτων που συνδέουν την ποιητική αυτοαναφορικότητα με την αγωνία του θανάτου, τον έρωτα και το φυσικό περιβάλλον διαμορφώνοντας τελικά μία αξιομνημόνευτη εικονιστική υπαρξιακή ποιητική.

Με τη δυναμική μιας γλώσσας ζωντανής, με έντονα στοιχεία προφορικότητας, ο Μιχαηλίδης διαμορφώνει έναν παραστατικό αφηγηματικό και περιγραφικό συνάμα ποιητικό λόγο. Η γλώσσα του είναι ρέουσα με σαφήνεια, ζωηράδα και γλαφυρότητα, ενώ μέσα από την παραστατικότητα της αφήγησης αποκαλύπτεται μία καινοφανής διαύγεια. Η ποιητική του γραφή με τον πεζολογικό της χαρακτήρα και την ξεχωριστή λεξιλογική λιτότητά της, επιτρέπει στην αφήγηση να ρέει ανεμπόδιστα και να εμβάλει το συναίσθημα στην ψυχή του αναγνώστη/ακροατή με την υποστήριξη των ανεξάντλητων στοιχείων της εικαστικής του που εμπλουτίζουν τον καμβά του.

Έντονο είναι το σουρεαλιστικό στοιχείο το οποίο αποτυπώνεται τόσο στη συνειρμική ροή όσο και στην αναπαραστατική δύναμη που του προσφέρει η υπερρεαλιστική συνοχή θρυμματισμένων εικόνων. Είναι εμφανείς οι επιρροές από τους τρεις αρχιερείς του ελληνικού υπερρεαλισμού. Εξάλλου, εμφανή είναι τα στοιχεία αναφοράς στους τρεις κλασσικούς· η αναφορά στην υψικάμινο και στον ίδιο τον Εμπειρίκο, η διαρκής παρουσία πουλιών και ο σαχτουρικός θάνατος με τη θραυσματική εικαστική του Εγγονόπουλου.

Το στοχαστικό στοιχείο συμπλέκεται με το λογοτεχνικό σχόλιο με αναφορές στο Ρίτσο τον Εμπειρίκο και έμμεσα στον Σεφέρη, τον Εγγονόπουλο και τον Σαχτούρη. Με υπερρεαλιστική ρώμη ο Μιχαηλίδης αναπλάθει τον μύθο της οδύσσειας, προσαρμόζει σε μία σουρεαλιστική σκηνή ακροβατώντας μεταξύ του ά-λογου και του μυκηναϊκού νόστου σαν σε θέατρο του παραλόγου. Η ρευστότητα των σκηνών παρασέρνει το συναίσθημα και τις αγωνίες του ποιητή μέσα από την κίνηση των συνειρμών.

Αρχέγονοι μύθοι συνδέονται με την αρχαιοελληνικές μυθικές δοξασίες και κοινωνικές παραστάσεις προσφέροντας ένα διαχρονικό ηχόχρωμα στην υπαρξιακή του αγωνία. Θυσίες, θέατρο, μία οδυσσειακή ποιητική αναζήτηση συμπλέκονται σαν ξεθυμασμένοι ήχοι ενός επικού υπερρεαλισμού. Πουλιά ως αρχέγονα υπερρεαλιστικά σύμβολα εμφανίζονται σε όλη τη συλλογή ως ψήγματα αλληγορικά της εικονιστικής του ποίησης.

Μέσα στο άνυδρο τοπίο και την έρημη γη, η θλιμμένη φύση με τα σπαράγματα των εικόνων αισθητοποιεί την εσωτερική διάθεση του ποιητή. Η ερημιά και η συνεχής κίνηση, ο πετροπόλεμος των γλάρων, η εγκατάλειψη των πουλιών συντελούν στη διαμόρφωση ενός συναισθήματος ήπιας μελαγχολίας. Ο έλεγχος όμως της συναισθηματικής έντασης των συνθέσεων δεν επιτρέπει την όξυνση του βασικού συναισθήματος.

Η φυσιολατρική εικαστική του Μιχαηλίδη συνδέεται με έναν ιδιότυπο ακτινωτό σουρεαλισμό με την ποίηση της περιφέρειας. Το φυσικό στοιχείο εισέρχεται αβίαστα, με έναν μοναδικό αυθορμητισμό στον καμβά του, παρά την απουσία στοιχείων εντοπιότητας. Το φυσικό τοπίο προσφέρει όλα τα σύμβολα που χρειάζεται ο δημιουργός για να εκθέσει τον ψυχισμό του. Σπαράγματα στιγμιότυπων από το φυσικό περιβάλλον συνενώνονται με ένα λυρικό ύφος σε μία αντιλυρική συνειρμική εικαστική. Ο ποιητής με την έμφαση που δίνει στο φυσιολατρικό στοιχείο διαμορφώνει αισθητικά έναν φενάκη ρομαντισμό, που στην πραγματικότητα όμως ορίζει ένα αντιρομαντικό συναίσθημα.
Μία διαρκής κίνηση διαρρέει το ποιητικό κάδρο του Μιχαηλίδη. Λέξεις που μάλλον δεν προδιαθέτουν για μία κινητικότητα είναι αυτές που τελικά ορίζουν τη συνεχή ροή στο καναβάτσο του (έσκαβαν, γέμιζαν, έλξη, τραβούσαν, κατολισθαίνω, αγέρας). Ήχοι και χρώματα διανθίζουν ακατάπαυστα τον θρυμματισμένο σε ψηφίδες μωσαϊκό του (τριζόνια, απαγγελία).

Οι εναλλαγές στη διάθεση και η ποικιλία των συναισθημάτων προσδίδουν στο έργο μια τραγικότητα μέσα στο εκρηκτικό μείγμα συμβόλων και σουρεαλιστικών μεταφορών και προσωποποιήσεων. Είναι ένα ποιητικό παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και την υπαρξιακή αγωνία για το θάνατο, τη φθορά και τον έρωτα.

 

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

FREAR 18/10/2017

Πέρασε καιρός, 13 ολόκληρα χρόνια, από την τέταρτη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο «Σαν άλλοθι οι λέξεις», για να ξαναμιλήσει ποιητικά ο Μάριος Μιχαηλίδης. Γιατί στο διάστημα αυτό δεν ήταν απών από τα λογοτεχνικά μας πράγματα. Αντίθετα. Με την παράλληλη ιδιότητα του πεζογράφου εξέδωσε πέντε μυθιστορήματα, στα οποία, εκτός των άλλων, εύκολα διαπιστώνει κανείς την ποιητική του καταγωγή.
Και τώρα, με την παρούσα ποιητική σύνθεση επιστρέφοντας, θαρρείς και απολογείται σπεύδει να μας πληροφορήσει για τα όσα προηγήθηκαν της απουσίας του. Κάτι ακούστηκε για πυρκαγιά, κάτι για ξεριζωμό, κάτι για έναν ύπνο βαθύ απ’ τον οποίο επέστρεψε κρατώντας στα χέρια του απομεινάρια στάχτης…
«Τέφρα ονείρων» αναφωνεί στο εξώφυλλο της συλλογής, λες και εκμυστηρεύεται τον λόγο που τον κράτησε τόσον καιρό μακριά απ’ τη σκηνή του ρυθμικού λόγου. Η μνήμη της καταστροφής συμπυκνωμένη ολόκληρη σε έναν τίτλο με χρώμα σταχτί και καπνισμένο. Τέφρα! Μια σκόνη πυκνή σαν μαύρο αλεύρι, μάρτυρας αδιάψευστος προηγηθείσας ύλης ακέραιης και ένδοξης. Η τέφρα, συνώνυμη της ματαίωσης και της συντριβής, της λήξης και του αφανισμού δεν είναι παρά το απείκασμα ενός σύμπαντος παρελθοντικού που υπέστη το μένος της φωτιάς μαρτυρώντας την επέλαση της οριστικής αποδόμησης. Ή μήπως τελικά δεν είναι και τόσο οριστική, αφού κάποτε μια δύναμη μικρή και άσβεστη βρίσκεται καλά κρυμμένη μέσα της φυλάγοντας κάτι απ’ τη μνήμη της φλόγας που προηγήθηκε. Μνήμη λάκτισμα και μνήμη βατήρας για αναζωπυρώσεις ή αλλιώς για αιφνίδια ανάδυση ενός κόσμου νέου που σαν το τριζόνι θα αναστηλώσει με το τραγούδι του τη φύση σε πείσμα της κατάρρευσής της. Όμως, ένας συγκλονισμός μόνο με έναν άλλο συγκλονισμό ισοδύναμο μπορεί ν’ ανατραπεί. Κι αυτό που καταρρέει, στην πραγματικότητα είναι αυτό που χάνει τον συντονισμό του με τον αρχαίο ρυθμό, απομακρύνεται δηλαδή από την πρώτη φωνή και αποσυντονίζεται. Ο Μάριος Μιχαηλίδης λοιπόν αποφασίζει να κατασκευάσει εκ νέου τις προϋποθέσεις, ώστε να δημιουργηθεί το σκηνικό που θα φιλοξενήσει τη δυνατότητα του ήχου. Του νέου ήχου. Κι αυτό που κάνει συνάδει απόλυτα με την ίδια την ιδιότητα του ποιητή που εντέλει είναι η μίμηση του ίδιου του Δημιουργού. Ας γίνω πιο σαφής. Όταν ο Jacques Prévert έδινε οδηγίες ή αλλιώς υποδείκνυε τους τρόπους για να ζωγραφίσουμε ένα πουλί, στην πραγματικότητα συνέγραφε την πιο σοφή συνταγή αναδημιουργίας του κόσμου που θα θέλαμε να ζούμε. Μας προέτρεπε λοιπόν να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες που θα του επέτρεπαν να κελαηδήσει ή ακόμα απλώς και μόνο να εμφανιστεί. Κατ’ αντιστοιχία θα λέγαμε πως για τον κόσμο που οραματιζόμαστε αρκεί να ζωγραφίσουμε το πλαίσιο, να ορίσουμε το σχήμα του, να τον διακοσμήσουμε και στη συνέχεια να εισέλθουμε εντός του νόμιμοι κάτοχοι και ιδιοκτήτες του, για να τον κατοικήσουμε. Ποιητική αδεία θα πει κάποιος. Ποιητική ευφυΐα θα έλεγα εγώ.
Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί / με μια πόρτα ανοιχτή/ζωγραφίστε μετά/κάτι όμορφο/κάτι απλό/κάτι ωραίο/κάτι χρήσιμο/για το πουλί/βάλτε μετά το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο/σ’ ένα κήπο/σ’ ένα πάρκο/ή σ’ ένα δάσος/κρυφτείτε πίσω από το δέντρο/χωρίς μιλιά/τελείως ακίνητοι…/Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα/μα μπορεί και να περιμένει χρόνια/πριν τα’ αποφασίσει./Μην απογοητευτείτε./Περιμένετε/περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα./ Το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί/δε θα ’χει καμία σχέση/με την επιτυχία του πίνακα./Όταν φτάσει το πουλί/αν φτάσει/κρατήστε απόλυτη σιωπή/περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί/κι όταν μπει/κλείστε απαλά την πόρτα με το πινέλο/μετά/σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα/προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού./Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο/διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του/για το πουλί/ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου/τη σκόνη του ήλιου/το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού/και μετά περιμένετε ν’ αποφασίσει το πουλί να τραγουδήσει./Αν δεν τραγουδά το πουλί/είναι κακό σημάδι/σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός/μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι/σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε./Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά/ένα φτερό απ’ το πουλί/και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνία του πίνακα.
Στην πρώτη ενότητα από τις τέσσερις του βιβλίου ο Μιχαηλίδης έχει ανάγκη να επαναφέρει τον ήχο εκεί που κόπηκε άξαφνα η λαλιά και να συντονίσει τον εαυτό του αλλά κι έναν λαό ολόκληρο που αποσυντονίστηκε, όταν αποφασίστηκε η βίαιη εκδίωξη απ’ τον Παράδεισό του. Τι κάνει λοιπόν; Ακολουθώντας τις οδηγίες του Πρεβέρ ζωγραφίζει τον κήπο και τα δέντρα και εγκαθιστά λέξεις πουλιά επάνω στα κλαδιά να τραγουδήσουν. Είναι οι λέξεις που ονομάζουν τα πράγματα κι ευθύς γίνεται ο κήπος, είναι οι λέξεις που οικοδομούν τον νέο τόπο για το ελεύθερο κελάηδημα των πουλιών.
Όταν μπήκα στον κήπο αντίκρισα συνωστισμό / Η συστοιχία των μυριστικών / Θριαμβολογούσε τα ακατάληπτα ρήματα των μελισσών / Και οι κηπουροί αφημένοι στην έκθαμβη μέρα / Έσκαβαν στις υπώρειες του έσχατου χρόνου // Όλα κατολίσθαιναν τα πέταλα η γύρη / Με τα μυστικά φορέματα οι λέξεις που / Γέμιζαν τις οπτασίες των σχημάτων / Μια ακατανίκητη έλξη ωσάν μαγνητισμός/ Την ώρα που επωάζονται τα αμφίβια πουλιά / Η Μεγάλη Ακολουθία των Ωρών –σκέφτηκα- […] (α΄)

Το ποίημα λοιπόν γίνεται δέντρο που πάνω του ο ποιητής ανεβάζει πουλιά να υμνήσουν,όπως λέει,την Κύπριδα που μπορεί να είναι η Αφροδίτη μπορεί όμως και η ίδια η Κύπριδα γη, της οποίας τον διαμελισμό βιώνει. Με εικόνεςπου παραπέμπουν στη Γένεση και διαδοχικά στη δημιουργία του Παραδείσου άξαφνα γινόμαστε μάρτυρες του αιφνίδιου εξορισμού των αμέριμνων πουλιών, που τώρα πια με τις φτερούγες τους σαν φλάμπουρα καμένα μεταμορφώνονται σε πουλιά ηλεκτροφόρα, την ίδια ώρα που […] Κάτω / τα καλώδια εξακολουθούν / Να μεταδίδουν ασαφείς ειδήσεις / Για την τύχη τους (γ΄).
Αναπαριστώντας το θολό τοπίο όπου σκιαγραφείται η αβέβαιη τύχη του τόπου του με τους ανθρώπους πουλιά παγιδευμένα να φτερουγίζουν άλλοτε φοβισμένα κι άλλοτε μεταμφιεσμένα σε μαντατοφόρους ειδήσεων σκοτεινών, επικαλείται την ελπίδα της επιστροφής και αρπάζεται από ένα κλαράκι αισιοδοξίας. Μια αισιοδοξία που ακούει στο όνομα παλιννόστηση ή αλλιώς μια ελπίδα νεκρή που αναλαμβάνει μόνη την νεκρανάστασή της.

[…] Κάτω / Το σώμα έπαλλε / Αφημένο καθώς ήταν / Στη λαγνεία των συνειρμών / Κι όλο αδημονούσε πότε / Θα επιστρέψουν τα πουλιά / Που τα ξάφνιασε η ιδέα / Μιας τελευταίας αποδημίας (θ΄)

Τα πουλιά ωστόσο φορτωμένα την τέφρα της πυρπόλησης σκοτεινιάζουν τον ορίζοντα και γίνονται Κασσάνδρες μελανές που απηχούν την ερημία. Μοναδικό αντίδοτο στην αλαλία του τοπίου είναι η επίκληση της πρώτης των πάντων αρχής. Κι αφού εν αρχή ην ο Λόγος, στην περίπτωσή μας ο ποιητής δημιουργός αποφασίζει να αρθρώσει λόγο ποιητικό, προκειμένου να γεννηθεί ξανά το τοπίο και μάλιστα να φωτιστεί με φύλλα,τη φωτοσύνθεση των οποίων μοιάζει να αναθέτει στις λέξεις. Ο Μάριος Μιχαηλίδης συλλέκτης αποχρώσεων σηκώνει ένα ιδιότυπο αεράκι δωματίου, συμπλέκει χρώματα με πουλιά και αντιστέκεται στην οριστικότητα της διάλυσης ενός λαού σταλάζοντας στην οργή του μαύρου και του γκρι το υποκίτρινο της Βενετίας και το χρυσαφί της Πόλης.
Η άστικτη γραφή του που ξεκινά στιχοποιημένη και καταλήγει πεζόμορφη μιλά για το αλλότριο και το μοναχικό, το ανεκπλήρωτο και το ματαιωμένο στήνοντας μες στην αλληγορία της την κατοικία και το σκηνικό, το ρούχο και τον έρωτα, ένα ρούχο όχι για να φορεθεί μα για να το ξεντυθεί την ώρα που θα τον επισκεφτεί ο έρωτας.

Δώσε μου μια λέξη να / Στήσω το σκηνικό της νύχτας / Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα / Κι ένα καράβι απάγκιο / Δώσε μου μια λέξη / Χωρίς πνιγηρά κακόηχα / Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα / Σύμφωνο υγρό – «Έλα» να μου πεις / Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω / Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για / Να με αντέχουν τα όνειρά μου (β΄)

Στο σημείο αυτό αρχίζει ν’ αποκαλύπτεται σταδιακά η τακτική που ακολουθεί ο Μιχαηλίδης και η οποία είναι η ίδια με αυτήν του Πρεβέρ μα και του Εμπειρίκου, όταν μέσω του οραματισμού ο τελευταίος κατορθώνει να κατασκευάσει τον κόσμο του, να κοιτάξει κατάματα το αόρατο. Γράφει στα «Πουλιά του Προύθου» ο Εμπειρίκος:

[…] Οι λογισμοὶ της ηδονής είναι πουλιὰ / Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.//
Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες /Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι’ αν τύχει /Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.

Κάποτε όμως σ’ αυτή την ιδιαίτερη συνομιλία με τη μέθοδο του Εμπειρίκου ο Μιχαηλίδης δηλώνει μάλλον απογοητευμένος, καθώς η διάψευση συχνά διαδέχεται την αισιοδοξία, μ’ αποτέλεσμα οι στίχοι να περιφέρονται αμήχανοι στο αχανές και άνυδρο τοπίο της ποίησης ερήμην ακόμη και αυτών τούτων των ποιητών.
Με τον στίχο Τα Πουλιά του Προύθου μας προσπέρασαν αρχικά ο Μιχαηλίδης καταγγέλλει τον έρωτα που πέρασε βιαστικός κι αδιαφόρησε για την ψυχή που ακόμα έμοιαζε να επιθυμεί, όμως σε ένα δεύτερο επίπεδο υπαινίσσεται και την αδυναμία κάποτε αυτής της ίδιας της ψυχής να συγκρουστεί με τις συμβάσεις και να τις υπερνικήσει. Ταυτίζοντας τη μοίρα των ανθρώπων με εκείνη των πουλιών καταλήγει να τα οικτίρει για την αδυναμία τους ν’ αντισταθούν και να αντέξουν τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, τις συγκρούσεις και τις πτώσεις καταντώντας σκιές που μάταια αντιδικούν με τη μοίρα τους. Όμως ο Μάριος Μιχαηλίδης δεν περιορίζεται να συνομιλεί μόνο με τον Εμπειρίκο, αλλά διαλέγεται και με άλλους ποιητές: τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο τον Ελύτη και βέβαια στις τελευταίες σελίδες και με τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη.
Στη δεύτερη ενότητα τα σκυλιά παίρνουν τη θέση των πουλιών και κυρίαρχη μοιάζει να είναι η τάση ανατροπής του μύθου του Οδυσσέα, καθώς αποφασίζει να στρέψει τον προβολέα του ο ποιητής από τον φημισμένο πολυμήχανο στον σκύλο του τον Άργο, τον οποίο και μετατρέπει σε πρωταγωνιστή που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες απρόβλεπτες. Ο Άργος συναισθάνεται, πονά και αγανακτεί, γι’ αυτό και παίρνει εκδίκηση θυμίζοντάς μας την ανάλογη ανατροπή που επιχείρησε ο Γιάννης Βαρβέρης στο έργο του «Ο κύριος Φογκ», όπου έβαζε τον Φιλέα να αντιστέκεται στον Βερν διεκδικώντας για τον εαυτό του τη δυνατότητα να επιλέγει μόνος του τη μοίρα του κι όχι ο συγγραφέας. Κάτι ανάλογο γίνεται κι εδώ, αφού εντέλει ο Άργος αρνείται τον ρόλο του καρτερικού πιστού σκυλιού που περιμένει το αφεντικό του να επιστρέψεικαι επιλέγει να δείξει πίστη υποδειγματική στην Πηνελόπη συγκινημένος από τη μάταιη υπομονή της. Εκφράζει μάλιστα την πίστη του αυτή με βία απρόσμενη και ανατρεπτική.

[…] Τότες ο Άργος δεν άντεξε / Της κυράς του της αδικημένης / Να βλέπει που ξανεμίζονταν οι γλυκασμοί / Για είκοσι τόσα χρόνια…/ Και μ’ ένα πήδο του πήρε το λαιμό / Εκείνου του Οδυσσέα / Που έτσι χωρίς αιδώ / Αφάνιζε τα νιάτα της Ιθάκης.// Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε / Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα / Πως στη θέρμη του καλοκαιριού / Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι / Και κλείνουν τα μπαράκια / Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα / Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά / Μια νύμφη που τηνε λένε Πηνελόπη.(ς΄)

Κι αν κάποιος αναρωτηθεί πού εξυπηρετεί η αλλαγή του μύθου, αν είναι δηλαδή ένα έξυπνο παιχνίδι ανατροπής και αιφνιδιασμού, προκειμένου να προκαλέσει έκπληξη ο ποιητής, θα έλεγα πως μάλλον τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Αισθάνομαι ότι ξυπνάει μέσα του εκείνη η αρχέγονη υλακή, το πρωτογενές αλύχτισμα της ύπαρξης,που, ενώ θυμάται την πρώτη της ενότητα με την ελευθερία, άξαφνα νιώθει γύρω της τις αλυσίδες και τη βαριά υποταγή. Είναι η στιγμή που αρνείται να συνεχίσει τον υποτελή βουβό συμβιβασμό και παίρνει πλέον τη μοίρα στα δικά της χέρια. Ως εκ τούτου σκοτώνει τον αυτουργό του εγκλεισμού της και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Πρόκειται για μια ύστατη προσπάθεια διάσωσης της αξιοπρέπειάς της, μια αντίσταση και μια ανατροπή ή αλλιώς ένα αλύχτισμα σωτήριο που κάποτε ακούγεται μέσα στα ποιήματα σαν του σκυλιού την υλακή, παρόλο που κάποιοι φροντίζουν τούτη τη σπαραχτική κραυγή να τη φιμώσουν.

Μέσα σε κάθε ποίημα είναι και ένα σκυλί / Άλλοτε με τη μουσούδα του ν’ αχνίζει πάχνη και σάλιο / Άλλοτε με τις κραυγές των ποιητών να αλυχτούν μες στο χτικιό του ριζικού τους […] Κάποτε τα σκυλιά μας τα φαρμακώνουν / Το σώμα τους στεγνώνει / Και γίνονται πολτός στη μοίρα της ασφάλτου / Τότε μιας ποίησης η πλησμονή μέσα μας σφαδάζει (γ΄)

Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει ποιήματα ερωτικά του ανέστιου πόθου, όπου και πάλι η διάψευση σηματοδοτεί το πλαίσιο μιας ελεγείας για την υποστολή των αισθήσεων με το αντικείμενο του πόθου πατρίδα μακρινή γι’ αυτό και απλησίαστη. Είναι η στιγμή που ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με μια εκ προοιμίου χαμένη μάχη, καθώς βλέπει το ανάρμοστο ν’ αντιπαλεύει με τη σκιά του.
Κινούμενος λοιπόν ανάμεσα στο ματαιωμένο και στο ατελέσφορο μιλά για τον ρόγχο του έρωτα,τον οποίο όμως συμβιβάζεται να τον βλέπει να πηγαινοέρχεται ελεύθερος και να χωρά σ’ ένα τρύπιο πουκάμισο ανασαίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο όλες τις πιθανότητες.

Ανέστιε πόθε/Μη ζητάς από μένα δανεικά / Τα είπαμε στο χώρο του κοινού μας πεπρωμένου /Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν […] Μα όταν αργείς να φανείς /Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με / Ανεπαίσθητο δόλο /Διαλαλώ τα κέρδη μου // Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα / Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς /Και να φεύγεις όποτε θες (α΄).

Στην τέταρτη ενότητα συνομιλεί απροκάλυπτα πλέον με την Κυπριακή τραγωδία και μετρά πληγές στο σώμα του τόπου του. Αναθυμάται την αφέλεια των οραματισμών και των μακρόπνοων ονείρων, τον αδικαίωτο πόθο για μια δικαιοσύνη που να αντισταθμίζει επιτέλους τη θυσία. Αντ’ αυτών μαθαίνει να ζει με μια ελπίδα πετρωμένη σαν άγαλμα, καταγράφοντας μόνο τον χρόνο που περνά, άγαλμα ακίνητο, αναγκασμένο ν’ ακούει τα μεθεόρτια και τους επινίκιους αλαλαγμούς, την ίδια ώρα που βλέπει τα εκπονηθέντα σχέδια να καταρρέουν. Να μετατρέπονται διά μιας τα πάντα σε ναυάγιο.

Όταν ανελκύσθη το ναυάγιο / Το πέλαγο εμυρώθη / Την ώρα της θαλάσσιας χαρμονής / Αναδύονταν ευφρόσυνα αγγέλματα / Από την πανσπερμία των χρυσών νομισμάτων // Και επιτέλους / Η μοίρα συνεργός του πνιγηρού πελάγους / Κατεβρόχθισε το σκαιόν της προδοσίας / Καθώς οι σιαγώνες καταθρυμμάτιζαν το πρωραίον μέρος / Της ανήκουστης εκείνης βραχώδους πλησμονής […] (ε΄)

Δεν είμαι σίγουρη, αν τα ποιήματα καταφέρνουν πλήγματα στην αφασία του καιρού ούτε αν διαταράσσουν έστω και κατ’ ελάχιστον τη γαλήνη των αμέριμνων. Εκείνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι ότι οι στίχοι κάποτε ανοίγουν τα πορτάκια των κλουβιών, ανασύρουν επιζώντες απ’ τα ναυάγια κι άλλοτε πάλι ακόμη κι ένα νησί μοιρασμένο στα δυο μπορούν να το ενώσουν.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ:

 

Η ΑΠΕΙΛΗ

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

FREAR 19/5/2017

ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Ο Μάριος Μιχαηλίδης παρουσιάζει μία πόλη χωρίς όνομα. Δεν περιγράφει όμως το μέλλον. Μέσα από οικείες στον αναγνώστη καταστάσεις, ένα περίπλοκο γραφειοκρατικό μηχανισμό, ανθρώπους που λοιδορούν και ανθρώπους που λοιδορούνται, ανθρώπους που συντρίβονται κυριολεκτικά και μεταφορικά από τις αρπάγες ενός τυφλού και άψυχου μηχανισμού, υφαίνει ένα μακάβριο και αποτρόπαιο σκηνικό που μας θυμώνει, μας σοκάρει, μας απωθεί, μας έλκει, μας συγκινεί. Γιατί μας θυμίζει απελπιστικά τον εαυτό μας. Την πόλη μας. Την χώρα μας.
O Μάριος Μιχαηλίδης δεν γράφει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένα ηθογράφημα. Μας δίνει μία ακριβή περιγραφή της κοινωνίας του τώρα, η πόλη θα μπορούσε να είναι η Πτολεμαΐδα ή τα Τρίκαλα, η Θεσσαλονίκη ή η Αθήνα. Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε πόλη μέσα στην οποία περιφέρονται άνθρωποι σκιές, άβουλοι χωρίς συναίσθηση. O συγγραφέας εδώ χρησιμοποιεί την τεχνική «από το έλασσον στο μείζον» η απρόσωπη πόλη, είναι το έλασσον, ένας μικρόκοσμος δηλαδή που μας οδηγεί σε μια μείζονα πραγματικότητα και όχι κατ’ ανάγκην ελληνική.
Αλληγορικό και συμβολικό, πραγματικό και ταυτόχρονα μαγικά ρεαλιστικό, ενοχλητικό, θηριώδες, αποκρουστικό και ταυτόχρονα ποιητικό και γοητευτικό, το μυθιστόρημα αυτό διαβάζεται μονορούφι. H απειλή είναι η τυφλότητα του Ζοζέ Σαραμάγκο, η Πανούκλα του Καμύ, η επιδημία του ωχαδελφισμού, η σταδιακή αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό, η ψυχική και συναισθηματική απονέκρωση, ο θάνατος της ευαισθησίας και της αλληλεγγύης. Είναι ο πλησίον που γίνεται ο ξένος. Ο οικείος που γίνεται ο άλλος. Η σταθερά διαβρωτική διαδικασία του κεφαλαίου μέσα σε ένα σύστημα που ευνοεί τους πάνω και εξαθλιώνει τους κάτω.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ένας κόσμος ανάποδα

BOOK PRESS 17/1/2017

Ουσιαστικά, ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι η «πόλη», όχι φυσικά με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης. Μια οποιαδήποτε πόλη/χώρα που δέχεται πολλαπλής προέλευσης απειλές, άνωθεν και κάτωθεν. Γιατί το αξιοπερίεργο είναι πως οι «πάνω» συγχρωτίζονται διαρκώς με τους «κάτω» (τις υποχθόνιες δυνάμεις), αλλά και οι «κάτω» παρεμβαίνουν και καθορίζουν συνωμοτικά τις εξελίξεις. Η «πόλη» του Μιχαηλίδη συνιστά ένα συνεκδοχικό σκηνικό, καθώς χρησιμοποιείται ως «μικρόκοσμος», ένας φανταστικός μερικός κόσμος, που παρουσιάζει σε συμπυκνωμένη μορφή τις σχέσεις που ο συγγραφέας επιδιώκει να δείξει πως υφίστανται στον πολύπλοκο μηχανισμό του μακρόκοσμου (της ελληνικής αλλά και παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας), όταν κακοφορμίζουν τα σπλάχνα της γης. Ένας γοητευτικός μυθοπλαστικός μικρόκοσμος που καλεί τον αναγνώστη να τον κατακτήσει με τα δικά του διανοητικά εφόδια. Εδώ, ο Μιχαηλίδης αναδεικνύεται σε πραγματικό μάστορα μιας ευφάνταστης αλλά και εκπλήσσουσας περιγραφής με όλων των ειδών τις εικόνες: Τη δυσοσμία την απελευθέρωναν το κατεστραμμένο αποχετευτικό σύστημα και οι υπόνομοι, που εντωμεταξύ πλημμύριζαν, αδυνατώντας να συγκρατήσουν τα κάθε λογής λύματα. Ήδη ένα υποκίτρινο υγρό άρχισε να αναβλύζει από τις σχισμές των δρόμων… (σ. 111).

ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΑΡΑΛΗ

DIASTIXO 31/5/2017

Ο Μάριος Μιχαηλίδης «κεντάει» αποκαλύπτοντας με μεθοδικότητα ψυχολόγου βυθομέτρη τις ενδόμυχες σκέψεις του ήρωά του. Έτσι που τον ακολουθούμε βήμα βήμα και βλέπουμε να πασχίζει, υποφέροντας από ψυχοσωματικά συμπτώματα, προκειμένου να συνυπάρξει μέσα στο σύστημα όπου μετρά τελικά μόνον η ισχύς και το χρήμα.
Στο δίπτυχο μυθιστόρημά του ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία ακροθιγώς, μα όχι τυχαία, στην περιοχή των Καλαβρύτων (Κατοχή, Εμφύλιος κ.ά.), όχι απλώς ως φόντο μιας ματαιόδοξης περιπέτειας, αλλά ως στοιχείο ενεργό που έρχεται να αναδείξει ένα ευάλωτο συναισθηματικό υπόστρωμα όλο ματαίωση.
Οι αφηγηματικοί τρόποι του, καφκικής ώσμωσης, διεγείρουν τη διαίσθηση του αναγνώστη για την απειλή μιας πολύσημης δυσοσμίας. Με την πιο λεπτή ειρωνεία, καβαφικού απόηχου, σαν απόμακρος παρατηρητής σκαρώνει με φυσικό τρόπο εικόνες εφιαλτικές από τη διάλυση του περιβάλλοντος.
Η ρέουσα γραφή του Μάριου Μιχαηλίδη, με το ν’ αποφεύγει την ευκολία του λαϊκότροπου με κείνο το τετριμμένο δίπολο έρωτας-γάμος σε όλη την αφήγηση όπως αυτή δέσποσε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τον Μεσοπόλεμο, καθίσταται ανάγνωσμα υψηλών απαιτήσεων. Και πώς αλλιώς;

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ

BOOKPRESS 8/5/2017

Πώς ένας συγγραφέας χτίζει τον κόσμο του

Και στα τρία από τα πέντε έργα της πεζογραφίας του, τον Οστεοφύλακα, τον Ανακριτή και το τελευταίο του Η απειλή ακολουθεί την ίδια τεχνική. Κάτω από τον μονολεκτικό τίτλο –ακόμα κι αν αυτός παραπέμπει σε συγκεκριμένο πρόσωπο όπως λόγου χάρη τον τάδε οστεοφύλακα ή τον δείνα ανακριτή– υπολανθάνει μια γενικότερη ιδέα, μια κατάσταση που πάνω της θα βασιστεί η ιστορία του. Το ομολογεί, μάλιστα, ο αφηγητής στο τελευταίο μυθιστόρημα: «Τα όσα συνέβηκαν τον τελευταίο καιρό έμοιαζαν να μην είναι τού κόσμου τούτου», θα πει στη σελ. 72, της Απειλής. Ωστόσο, ενώ ο αναγνώστης αποφαίνεται τελικά, «ναι, δεν μπορεί να έγιναν ποτέ αυτά που λέει ο συγγραφέας», κατά έναν παράδοξο τρόπο, τα υλικά με τα οποία χτίζει σελίδα-σελίδα, ενότητα την ενότητα την ιστορία του ο Μιχαηλίδης είναι πολύ γνωστά στον αναγνώστη. Από την τρέχουσα πραγματικότητα, από την ειδησεογραφία της εποχής, από πρόσωπα αναγνωρίσιμα (που ενίοτε κατονομάζονται), από τόπους γνωστούς, από την πολιτική επικαιρότητα ή από το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν. Παραδείγματος χάρη, οι Καλαβρυτινοί μαστόροι και το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων εμπλέκονται στην φανταστική ιστορία της Απειλής. Προσοχή όμως, δεν αναπαριστά τα ήδη γνωστά, δεν περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά συνθέτει με τα υλικά αυτά μιαν άλλη ιστορία. Αυτόνομη, ανεξάρτητη, εντελώς διαφορετική και με άλλη θεματική. Την οποία και αφηγείται.

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Το μυθιστόρημα είναι μια αλληγορία κόλασης. Και αυτή η κόλαση έχει γεωγραφικό προσδιορισμό. Είναι μέσα στο ταραγμένο μυαλό του ήρωα, του Γεράσιμου Γιαννίδη, που είναι Νομάρχης, που ήταν αντάρτης, που σπούδασε στη Φιλοσοφική, στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, που γνώρισε χούντα και βασανιστήρια, που πήγε στο Συνέδριο της Δρέσδης με πρόταση για την πόλη, που έκανε πράγματα για τα οποία ντρέπεται, που δεν μπορεί να κοιμηθεί από τους εφιάλτες, που είχε όνειρα και όλα διαψεύστηκαν.
Ο συγγραφέας αξιοποιώντας τα διδάγματα του υπερρεαλισμού μπαινοβγαίνει στο όνειρο και στην πραγματική ζωή. Και όλα εκείνα τα τρομακτικά και αηδιαστικά μπορεί να μεταφορικά ή ένα κακό όνειρο ή διαστροφή του νου που τα γεννάει ή ενοχές και τύψεις ή αγωνίες, με στόχο την αφύπνιση του αναγνώστη. Ο λαός λέει ότι από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Ο συγγραφέας ποιητής είναι ένας «τρελός» που μέσα από το παραλήρημα του ήρωά του λέει την αλήθεια. Κι αυτή η μεταφορική αλήθεια και η μεταφορική καταβύθιση στο βούρκο είναι η άλλη όψη της πραγματικότητας. Κι έτσι μας δείχνει την αλήθεια σαν ψέμα, αλλά το ψέμα του είναι αληθινό. Είναι όλα αυτά που έγιναν και έκαναν τη ζωή μας, από μικρό χωριό που ήταν, ωραίο νεκροταφείο που επεκτείνεται και δεν είναι τυχαίο το παράδειγμα της αλληγορίας.

 

Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας

 

ΚΩΣΤΑΣ ΣΕΡΕΖΗΣ

oanagnostis.gr, 29.12.2014

Η βαθύτερη ουσία που καθοδηγεί την αφηγηματική γραμμή του Μάριου Μιχαηλίδη, όπως και τα βήματα των προσώπων, πάνω στη ζωή των οποίων έσκυψε, είναι κυρίως η μοίρα των ανθρώπων που εκδιώκονται από τις πατρογονικές τους εστίες, η ψυχολογία του πρόσφυγα, η συναίσθηση του ξεριζώματος, που την έζησε πολλάκις, όχι μόνο μια φορά, ο Έλληνας της περιφέρειας του Ελληνισμού.
Είναι η μοίρα που έχει επηρεάσει με τρόπο απόλυτο και καθοριστικό τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, τους Έλληνες της Κύπρου, τους Αιγυπτιώτες Έλληνες, τους Βορειοηπειρώτες, τους Έλληνες των πόλεων με τα ελληνικά ονόματα στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου που κατέληξαν στα ρωσικά παράλια, μετά τη γενοκτονία που υπέστησαν από τους Τούρκους, και υπήρξαν, αργότερα, τα θύματα των μεγάλων σοβιετικών εκκαθαρίσεων, οι οποίες ήρθαν στο φως της δημοσιότητας από τις ίδιες τις ρωσικές αρχές μετά τη πτώση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού.
Γι’ αυτό, ίσως, και όχι τυχαία, παρά τον κίνδυνο να φιλολογήσει μέσα στην ανέλιξη της μυθοπλασίας, εντάσσει έντεχνα και ακριβολόγα τον πάντα σοφό και πικρό λόγο του Γιώργου Σεφέρη:

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Η λέξη «πραμάτεια», εκεί που την εντάσσει ο ποιητής, είναι συγκλονιστική, και ομολογουμένως, πολλοί από τους κατατρεγμένους ανθρώπους των σελίδων του βιβλίου του Μάριου Μιχαηλίδη, άγονται και φέρονται από τρίτους, μέσα σ’ ένα κλίμα αγωνίας και διώξεων, σαν «πραμάτεια».

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

http://www.bookpress.gr, 19.7.2014


Οι πρωταγωνιστικές φιγούρες της συναρπαστικής αφήγησης του Μάριου Μιχαηλίδη χαράσσονται στη μνήμη των συγχρόνων που σήμερα επαναπροσδιορίζουν όσα έμαθαν στην Ιστορία. Μια Ιστορία όχι και τόσο μακρινή που διδάσκει «πώς πλήρωσαν και πληρώνουν οι πολλοί τα ανομήματα εκείνων που αποφασίζουν για τις τύχες των λαών». Ποιος μας βεβαιώνει ότι δεν θα υπάρξει μια νέα ιστορία που θα γραφεί για το σήμερα, μια εποχή με ευδιάκριτα τα προμηνύματα του χαμού; Ας ελπίσουμε ότι ο λαός αυτός που πίστεψε σε αξίες και συντήρησε προσδοκίες, έστω κι αν προδόθηκε, είναι άξιος να σηκώνει το κεφάλι. Την τελευταία έστω στιγμή. Από την απόγνωση στον θρίαμβο. «Αυτό που η μνήμη αιχμαλωτίζει και αδιάκοπα συντηρεί, καθώς εμπίπτει στο άχρονο, από μια άποψη είναι εξωανθρώπινο. Ωστόσο, αυτό είναι που ανδρώνει τα όνειρα και γεννά ελπίδες».

 

ΕΥΜΟΡΦΙΑ ΖΗΣΗ

http://www.diavasame.gr, Ιούνιος 2014


Η αφήγηση των ιστοριών δεν είναι γραμμική, αλλά υπάρχουν αναδρομές στο παρελθόν της ζωής των ηρώων, και πάλι επιστροφή στο παρόν της αφήγησης και έτσι μέσα από τις τραγικές μνήμες της ηρωίδας μάς αποκαλύπτεται το χρονικό του ξεριζωμού: «…Όλα έμοιαζαν με παραμύθι. Το ’λεγε και το ξανάλεγε ψιθυριστά για να τ’ ακούσει και να πιστέψει πως υπήρχε, πως αυτή ήταν η Μαρία από την Αλάγια των Ρωμιών. Πίεζε το μυαλό της για να τα χωρέσει όλα τούτα που έμοιαζαν βράχια ασήκωτα…» (σελ. 53). Ιδιαίτερο στοιχείο της αφήγησης αποτελεί ο τρόπος απόδοσης των συναισθημάτων και των σκέψεων των ηρώων και κυρίως της κεντρικής ηρωίδας με τη χρήση έντεχνου και ποιητικού λόγου: «Ο ξεριζωμός άφησε μέσα της χαρακιές, που ο χρόνος δεν έλεγε να τις επουλώσει. Έρχονταν στιγμές, που άνοιγαν και ήταν σαν να στάζει αίμα και μια πίκρα στέγνωνε τα χείλια της» (σελ. 71). Με την παράθεση των στίχων από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Τελευταίος Σταθμός» αποτυπώνεται σε λίγες γραμμές με καίριο τρόπο η θεματική του βιβλίου που αφορά το ριζικό του πρόσφυγα: «Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου/τη σκέψη/του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια/δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς» (σελ.95).

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ


Το περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα του βιβλίου ανήκει στο χώρο της ιστορικής ύλης και της ιστορικής περιπέτειας. Μέσα δηλαδή στο βιβλίο ακούγεται ζωντανός και άμεσος ο ήχος, ο πόνος, ο καημός, οι συμφορές, τα ασήκωτα και τα αβάσταχτα βάσανα που γεννάει η ιστορική περιπέτεια και τα γεύονται όλα αυτά, ως πικρό φαρμάκι, οι άνθρωποι. Ο ήχος και ο απόηχος αυτών των γεγονότων ανήκει σε ένα ιστορικό τόξο που ξεκινάει απ’ τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής και κλείνει στο δραματικό για την Κύπρο καλοκαίρι του 1974. Τότε που το σώμα του ελληνικού νησιού δοκίμαζε και δοκιμαζόταν από την εισβολή του τουρκικού βαρβαρισμού.

Από τα προηγούμενα, εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν στη νουβέλα του Μιχαηλίδη αφηγηματοποιείται συγκεκριμένη ιστορική ύλη. Η απάντηση είναι: όχι, ακριβώς. Ούτε η ιστορία αφηγηματοποιείται ούτε η αφήγηση ιστορικοποιείται. Δε συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Απλώς, η ιστορία είναι το αχνό περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα της αφήγησης. Και η αφήγηση είναι η ιστορία και η περιπέτεια, μέσα στην ιστορία, μιας οικογένειας. Είναι η ευρύτερη οικογένεια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή που ταυτίζεται με το πρόσωπο του συγγραφέα.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΗΣ


Το περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα του βιβλίου ανήκει στο χώρο της ιστορικής ύλης και της ιστορικής περιπέτειας. Μέσα δηλαδή στο βιβλίο ακούγεται ζωντανός και άμεσος ο ήχος, ο πόνος, ο καημός, οι συμφορές, τα ασήκωτα και τα αβάσταχτα βάσανα που γεννάει η ιστορική περιπέτεια και τα γεύονται όλα αυτά, ως πικρό φαρμάκι, οι άνθρωποι. Ο ήχος και ο απόηχος αυτών των γεγονότων ανήκει σε ένα ιστορικό τόξο που ξεκινάει απ’ τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής και κλείνει στο δραματικό για την Κύπρο καλοκαίρι του 1974. Τότε που το σώμα του ελληνικού νησιού δοκίμαζε και δοκιμαζόταν από την εισβολή του τουρκικού βαρβαρισμού.

Από τα προηγούμενα, εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν στη νουβέλα του Μιχαηλίδη αφηγηματοποιείται συγκεκριμένη ιστορική ύλη. Η απάντηση είναι: όχι, ακριβώς. Ούτε η ιστορία αφηγηματοποιείται ούτε η αφήγηση ιστορικοποιείται. Δε συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Απλώς, η ιστορία είναι το αχνό περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα της αφήγησης. Και η αφήγηση είναι η ιστορία και η περιπέτεια, μέσα στην ιστορία, μιας οικογένειας. Είναι η ευρύτερη οικογένεια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή που ταυτίζεται με το πρόσωπο του συγγραφέα.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

FRACTAL 02/03/2016

Η ΙΣΤΟΡΊΑ ΠΟΥ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΆΝΕΤΑΙ

Ο συγγραφέας ταυτίζεται με την οικογένεια της Μαρίας και μέσα από τη πορεία της από την Αττάλεια στη Λευκωσία με λόγια απλά περιγράφει τα βιώματα της, το πόνο του ξεριζωμού , την αγωνία, τον φόβο και τα βάσανα τους, τις χαρές και τις λύπες μιας ζωής. Κι όλα αυτά τα συναισθήματα έρχονται να ξυπνήσουν τα δικά μας συναισθήματα και να νοιώσουμε το βάθος των ιστορικών στιγμών που ζήσαμε, αλλά και εξακολουθούμε να ζούμε και τώρα. Γιατί σήμερα βορειοδυτικά της Αττάλειας, στις ακτές του Αιγαίου, κάποιοι άλλοι πρόσφυγες, από τη Συρία αυτή τη φορά, προσπαθούν να φτάσουν στα ελληνικά νησιά για να σωθούν από τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει στην πατρίδα τους. Κι η θάλασσα του Αιγαίου ξεβράζει κάθε τόσο πτώματα παιδιών και αθώων ανθρώπων, που αναζητούν σωτηρία στην πολιτισμένη Ευρώπη, μια Ευρώπη που πολλά κράτη της δυστυχώς τους κλείνουν τη πόρτα. Κι η ιστορία επαναλαμβάνεται με το χειρότερο τρόπο.
Το διήγημα του Μάριου Μιχαηλίδη, η ιστορία ουσιαστικά της οικογένειας του, εκτός από τη συγκίνηση που μας προκαλεί, μας δείχνει πόσο εύκολα και πόσο ωμά διαλύονται ζωές και χάνονται πατρίδες με αποφάσεις των ισχυρών που διαχειρίζονται τις τύχες των λαών.

 

 

Ο Ανακριτής

 

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Η Εποχή», 13.1.2013

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΩΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Κατ’ αρχάς, η α­φή­γη­ση πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά στο τρί­το πρό­σω­πο, δη­λώ­νο­ντας άλ­λο­τε έ­ναν πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή και άλ­λο­τε, τις σκέ­ψεις και τις ε­ναλ­λα­γές διά­θε­σης του κε­ντρι­κού χα­ρα­κτή­ρα, δη­λα­δή κά­τι σαν ε­σω­τε­ρι­κός μο­νό­λο­γος. Αυ­τό το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, προ­βάλ­λει, ό­μως, ως κυ­ρίαρ­χο σε έ­να μυ­θο­πλα­στι­κό θία­σο α­πό ελ­λει­πτι­κώς σκια­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο των τριών πε­ζών εί­ναι η ι­διό­τυ­πη δο­μή τους σε σχέ­ση με την πα­ρά­με­τρο του χρό­νου, που δια­μορ­φώ­νε­ται α­πο­σπα­σμα­τι­κή και πο­λυε­πί­πε­δη έ­να­ντι της ευ­θύ­γραμ­μης α­νέ­λι­ξης των συμ­βά­ντων. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δει­κνύε­ται έ­νας homo ludens, κα­θώς ε­πι­νο­εί στρα­τη­γή­μα­τα, α­φη­γη­μα­τι­κά και γλωσ­σι­κά, τα ο­ποία προ­δια­θέ­τουν για την έκ­πλη­ξη του τέ­λους ή, ως εί­θι­σται να α­πο­κα­λεί­ται, την α­να­τρο­πή των α­να­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών. Αν και το πρό­σφα­το βι­βλίο, ί­σως α­πο­δειχ­θεί για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη, που δια­βά­ζει εν τά­χει, πε­ρισ­σό­τε­ρο του δέ­ο­ντως ναρ­κο­θε­τη­μέ­νο.
Μέ­ρος της κύ­πριας ι­διο­προ­σω­πίας του Μι­χα­η­λί­δη συ­νι­στά η εμ­μο­νή του με την Ιστο­ρία των Ελλή­νων. Μα­κράν του ι­στο­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, α­να­μο­χλεύει έ­να δια­χρο­νι­κό υ­πό­στρω­μα. Στο πρώ­το, «Ο Οστε­ο­φύ­λαξ», δί­νει μια ι­στο­ρι­κή φα­ντα­σμα­γο­ρία, με βά­θος χρό­νου την γέ­νε­ση του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Δεν πρό­κει­ται για μια στα­τι­κή ει­κό­να ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρι­δίου, κα­θώς, με το τέ­χνα­σμα του ο­στε­ο­φυ­λα­κίου, α­να­δει­κνύο­νται οι με­τα­βαλ­λό­με­νες, σύμ­φω­να με τις ο­ρέ­ξεις κά­θε ε­πο­χής, προο­πτι­κές. Στο δεύ­τε­ρο, «Τα κρό­τα­λα του χρό­νου», δη­μιουρ­γώ­ντας ει­σα­γω­γι­κά μυ­θι­κή χροιά, ε­στιά­ζει στο Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843, ό­που ε­κεί α­δελ­φώ­νει τον Μα­κρυ­γιάν­νη με κύ­πριους πα­τριώ­τες. Έτσι, βρί­σκει την ευ­και­ρία να δεί­ξει τις συμ­βα­δί­ζου­σες τύ­χες του Ελλα­δι­κού κρά­τους και του κυ­πρια­κού ελ­λη­νι­σμού. Στο τρί­το, ε­στιά­ζει στο τε­τρά­πτυ­χο, Χού­ντα-Πο­λυ­τε­χνείο-Κυ­πρια­κό-Με­τα­πο­λί­τευ­ση, που α­πο­τε­λεί τις πιο πρό­σφα­τες μεί­ζο­νες πε­ρι­πέ­τειες του τό­που αλ­λά και ε­κεί­νες που έ­δε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ τις τύχες Ελλάδας και Κύπρου.

 

ΠΩΛΙΝΑ ΓΟΥΡΔΕΑ


Ο συγγραφέας σκιαγραφεί έναν άκρως εφιαλτικό τόπο όπου ο ήρωάς του έρχεται αντιμέτωπος με μια καταιγιστική ροή εικόνων και συναισθημάτων από τις συναντήσεις της ζωής του. Η ιστορία αυτού του εγκλεισμού έχει διάρκεια δύο ημέρες που φαντάζουν να εκτείνονται στο διηνεκές και μας παρασύρουν σε ένα ψυχολογικό ταξίδι αυτογνωσίας. «Η αίσθηση, πως τα πράγματα δεν εκπέμπουν πια καμία απολύτως μυρωδιά, υπονομεύει τις σχέσεις με αυτά, καθώς αποσυνδέεται από το λώρο που τις γεννά. Γιατί, η κατ’ αίσθησιν αντίληψη των πραγμάτων είναι η πηγή που μέσα από αυτήν η ψυχή πρωτογενώς ψηλαφεί το σύμπαν της γνώσης».[2]

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ

Το θέμα ομολογουμένως προκαλεί αναγνωστική ταραχή, ξυπνάει μνήμες από τρικυμισμένες εποχές και ταραγμένους καιρούς. Οι πιο πολλοί ξαναθυμούνται άυπνες νύχτες και σκοτεινές ώρες απ’ την απριλιανή επταετία. Τότε που η έννοια του ανακριτή ήταν ταυτόσημη με εκείνη του σκληρού και ανάλγητου βασανιστή και ο ανακρινόμενος μετατρεπόταν σε ανθρώπινο κουρέλι.
Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο βασανίζουσας και βασανιστικής φρίκης παραπέμπει ο αφηγημένος μύθος του νέου μυθιστορήματος του Μάριου Μιχαηλίδη Ο Ανακριτής. Όμως, καθώς προχωράει η ανάγνωση, ο αναγνώστης διαρκώς αναρωτιέται: υπάρχει πράγματι αυτός ο συλληφθείς και ο ανακρινόμενος; μήπως πρόκειται για ένα πρόσωπο διαταραγμένο εσωτερικά, αυτο-ενοχοποιούμενο και αυτοβασανιζόμενο μέσα σε τυραννικές φαντασιώσεις; Τελικά, μήπως ο ήρωας του βιβλίου συμβολοποιείται, εκφράζει το νευρωσικό άτομο της εποχής μας που διογκώνει, στο νοσηρό ψυχισμό του, τις σκληρές αιχμές της πραγματικότητας και αυτοπαγιδεύεται μέσα σ’ αυτές;

 

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 29/4/2014


Συγκεκριμένα, κάπου μετά την 23η Δεκεμβρίου, μέσα σε ένα διήμερο, σε 48 μόλις ώρες δηλαδή, εκτυλίσσεται η ιστορία μας και μάλιστα στο στενό χώρο ενός κελιού. Μια παραλλαγή του υπογείου όπου σιωπούμε του Καφταντζή ή του άλλου, εκείνου του Ντοστογιέφσκι.
Το χρονικό πλαίσιο βέβαια παραπέμπει έμμεσα και υπαινικτικά στη δολοφονία του Αμερικανού πράκτορα Ρίτσαρντ Γουέλς -σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα και ειδικού βοηθού του αμερικάνου πρέσβη Τζακ Κιούμπιτς- από την πρωτοεμφανιζόμενη τότε «Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη», η οποία και ανέλαβε την ευθύνη της δολοφονίας. Ωστόσο, αναφορικά με το συγκεκριμένο βιβλίο δε θα ’λεγα πως πρόκειται για άλλη μια απόπειρα απόδοσης της αντίστασης της γενιάς του Πολυτεχνείου, για μια ακόμη αφηγηματοποίηση της νεοελληνικής ιστορίας με την παράθεση των πρόσφατων γεγονότων της Απριλιανής επταετίας, της Κυπριακής τραγωδίας και της Μεταπολίτευσης. Η φρίκη, όπως ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε υπόθεση εξωτερική, αφού συχνά το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο λειτουργεί ως το απαιτούμενο κέλυφος άλλοθι, το αναγκαίο περίβλημα πρόφαση, προκειμένου να μνημειωθεί ο προσωπικός εφιάλτης, η εσωτερική απόγνωση και ο αυτοβασανισμός.
Συνεπώς, η χρονική διαπλοκή στην περίπτωσή μας δεν είναι απόρροια ενός αφηγηματικού τεχνάσματος του συγγραφέα, αλλά έμμεσο σχόλιο της ψυχικής αναστάτωσης που παλινδρομεί και μπαινοβγαίνει από το βιωμένο χτες στο αμφιλεγόμενο τώρα, μια παράλληλη και σε δύο επίπεδα δράση του νου, μια απόδραση εύρημα που διακρίνεται για τις έντονες διαισθητικές της δυνατότητες.

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα των Συντακτών 7/4/2013


Το θέμα της εξουσίας, του παραλογισμού της εξουσίας καλύτερα, στα ανελεύθερα ή στα κατ’ επίφασιν ελεύθερα καθεστώτα, υπόκειται κι αυτό στην οξυμμένη και ειρωνική ματιά του Μιχαηλίδη. Τα πρόσωπα προβάλλουν αυθύπαρκτα και διακριτά. Η Αθήνα της χούντας, του αντιδικτατορικού αγώνα, του Πολυτεχνείου, των κελιών της Ασφάλειας και αντίστοιχα η Κύπρος των ίδιων χρόνων, με λόγο άλλοτε ευθύ και άλλοτε υπαινικτικό. Το χρονικό άνυσμα της νουβέλας εκτείνεται έως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Η αφήγηση του Μάριου Μιχαηλίδη σε κίνηση σπειροειδή, όπου τα πρόσωπα περιδινούνται σε μια προδιαγεγραμμένη πραγματικότητα, στηρίζει πολλά στον ιστό των επαναλήψεων∙ φράσεις, πρόσωπα, καταστάσεις, άλλοτε κεντρικής σημασίας και άλλοτε απλώς περιγραφικά, έρχονται και ξανάρχονται. Η φράση «δεμένος πισθάγκωνα» επαναλαμβανόμενη αποτελεί τον μίτο της αλληγορικής πρόθεσης του Μιχαηλίδη.

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«Book Bar», 9.1.2013

Συναισθήματα απόγνωσης σε καφκικό περιβάλλον

Κυρίαρχο γνώρισμα της νουβέλας είναι οι ανάδρομες αφηγήσεις, μέσα από τις οποίες το κεντρικό πρόσωπο, το “θήραμα” δηλαδή προσπαθεί να ανακαλύψει τους λόγους, για τους οποίους βρέθηκε σ’ αυτήν την οικτρή κατάσταση. Έτσι, παλαιότερες δράσεις του, συμμετοχές και βιώματα προσωπικά αρχίζουν σιγά σιγά να ξετυλίγονται μπροστά μας, ρίχνοντας φως στα ερωτηματικά του ιδίου, αλλά και του αναγνώστη της ιστορίας. Οι ανάδρομες αυτές μνήμες από το κοντινό και μακρινότερο χθες, λαμβάνουν χώρα με ένα καταπελτικό σχεδόν τρόπο, που δομείται με μαεστρία από τον συγγραφέα. Στο μυαλό του θηράματος, διαρκώς στροβιλίζονται σκέψεις, και ενώ, κάθε τόσο, οι βασανιστές εισχωρούν στο κελί και αναλαμβάνουν δράση, ο ίδιος βρίσκεται ακόμα σε συνειρμική παραζάλη, ταραχή..

Ο Μάριος Μιχαηλίδης αποτυπώνει με ενάργεια τις πολύ ιδιαίτερες και εξαιρετικά λεπτές αποχρώσεις όλου του φάσματος των συναισθημάτων: του φόβου, της απόγνωσης, του πόνου, του παραλογισμού, της αηδίας για την καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τον απόλυτο εξευτελισμό της. Κι όλα αυτά σε ένα κλίμα νοσηρό, συχνά σουρεαλιστικό που πολλοί χαρακτήρισαν καφκικό -συμφωνώ απόλυτα- και σε μια ατμόσφαιρα που την προσδιορίζουν: η πραγματικότητα και η φαντασία. Το ρεαλιστικό και το φαντασιακό είναι στοιχεία που συμφύρονται συνεχώς στο έργο του Μ. Μιχαηλίδη δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν παραισθητική, που κινείται μοναδικά ανάμεσα στην αλήθεια και το όνειρο, προκαλώντας την ίδια στιγμή στον αναγνώστη συναισθήματα αποστροφής και φρίκης, αλλά συνάμα και οίκτου και ταύτισης. Νιώθει δηλαδή σαν να βρίσκεται ο ίδιος στο τραγικό αυτό κελί και να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς όλα τα δρώμενα, ή ακόμα σαν να υπόκειται ο ίδιος στον εξευτελισμό και τη βαρβαρότητα των βασανιστικών μεθόδων.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ

bookpress 12/12/2012

Διαβάζοντας τον «Ανακριτή» (Γαβριηλίδης), το τρίτο πεζογράφημα του Μάριου Μιχαηλίδη, στο μυαλό μου ήρθε η περίφημη ταινία του Μόμπιους, το εκπληκτικό εκείνο μαθηματικό αντικείμενο που έχει μόνο μία πλευρά, καίτοι τριών διαστάσεων. Όπως η «ταινία», έτσι και η νουβέλα του Μιχαηλίδη έχει ορισμένες θαυματουργές ιδιότητες, όπως να αναπλάθει διαρκώς τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη, όσο οι σελίδες του γυρνούν. Έτσι, από χρονικό μιας ανάκρισης στην εποχή της επταετίας, με τα αντίστοιχα πραγματολογικά στοιχεία, εξελίσσεται σε ρευστή αναπαράσταση ενός κόσμου δίχως όρια ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα. Στις καλύτερες στιγμές της αφήγησης οι περιγραφές της άτυπης ανάκρισης, με την ιδιότυπη χορογραφία ανάμεσα στον (αυτό)βασανιζόμενο ήρωα και τον σκιώδη ανακριτή.

 

ΤΑ ΚΡΟΤΑΛΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ελευθεροτυπία 4/9/2010
Φλας μπακ στην 3η Σεπτεμβρίου


Η εν λόγω αφήγηση είναι ελεγειακής πνοής, με απαστράπτον λεκτικό ποιητικής χροιάς, στο οποίο αφθονούν τα κοσμητικά επίθετα και οι υποβλητικές εικόνες. Αυτός ο τύπος της αφήγησης αναδεικνύει ακατάλυτες καταστάσεις και αρχετυπικούς χαρακτήρες, κινητοποιώντας, αλλά και συντηρώντας διά συνεχών παρεμβολών τη δεύτερη ιστορική αφήγηση, μέχρι εκείνου του καταληκτικού σημείου που θα την αφομοιώσει και θα αποκαλυφθεί το ρηξικέλευθο εύρημα του συγγραφέα. Με ένα ρητορικό ερώτημα, που απορρέει από τον τίτλο του μυθιστορήματος, εισάγεται το κεντρικό πρόσωπο της ιστορικής αφήγησης: «Ποιο φάντασμα άραγε έπιανε να παίξει με τα κρόταλα του χρόνου;». Αυτό είναι ο προπάππος του «αναχωρητή». Ενας ωραίος εύελπις του ιππικού, με βαυαρική στολή, που τον πηγαίνει τέσσερις γενιές πίσω, στο σωτήριον έτος 1843. Συγκεκριμένα, στις παραμονές του Κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, ο Μιχαηλίδης δεν αναφέρεται στην αδυναμία της Ελλάδας να καταβάλει τα τοκοχρεολύσια του δανείου, που είχε πάρει από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ούτε στους τρεις πρεσβευτές, Αγγλο, Γάλλο, Ρώσο, που είχαν αναλάβει την εκταμίευση, καταλύοντας την αυτονομία της χώρας. Κι αυτό, παρότι η ολέθρια οικονομική κατάσταση, όχι μόνο επέσπευσε το Κίνημα, αλλά παρουσιάζει και εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς δείχνει τον αφετηριακό τύπο της σημερινής οικονομικής δυσπραγίας.

Ο ΟΣΤΕΟΦΥΛΑΞ

 

ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΥΖΑΚΗΣ


Πλοκή: Εφόσον ο κάθε «κιβωτιόσχημος» εκπροσωπεί μια ιστορική περίοδο αλλά και έναν ολόκληρο κοινωνικο-πολιτικο-ιδεολογικό κόσμο, μπορείτε να φανταστείτε πόσο βράζει αυτό το ιδιόμορφο βασίλειο και πόσοι το εποφθαλμιούν. Αυτός ο ύστατος σταθμός του κόσμου γίνεται πεδίο ανταγωνισμών και μαχών από τοπικές (τύπου μικροπολιτικής συμφεροντολογίας) έως εθνικές, με κοινό στοιχείο όλων τον παραλογισμό και την γελοιότητα. Βλέπετε, σήμερα που ο καθένας θέλει να ξαναγράψει την Ιστορία από την σκοπιά της ιδεολογίας και του εθνικισμού που τον συμφέρει, η Οστεόπολη αποτελεί την ιδανική αφετηρία. Ο αδιατάρακτος κόσμος της θα διαταραχθεί, οστά θα θρυμματιστούν, κουτιά θα βεβηλωθούν, τοιχογραφίες θα καταπέσουν, ιερωμένοι θα αναμειχθούν, γείτονα κράτη θα θελήσουν ολίγη ξένη Ιστορία, η θλιβερή όψη των Βαλκανίων θα αναδυθεί. Όλοι διψούν για εξουσία, ακόμα και εδώ!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΑΡΙΟΣ


Ο Οστεοφύλακας καταδύεται στην ατομική -και κάποτε κάποτε στη συλλογική- μνήμη, για να ανασύρει από κει τα απαραίτητα θραύσματα: εφηβικούς έρωτες με την καθηγήτριά του, τεχνηέντως συγκαλυμμένους, φιλίες, φιγούρες από το ποδόσφαιρο κ.λπ. Παράλληλα ο Μιχαηλίδης, ως γνήσιος παρωδός, αναμειγνύει πρόσωπα υπαρκτά της Ιστορίας, κάπως στο περιθώριό της, με πλάσματα της φαντασίας, φόβους πραγματικούς του συλλογικού μας συνειδητού ή υποσυνειδήτου με φόβους φασματικούς, απότοκους μιας αίσθησης εθνικής μειονεξίας, που μας χαρακτηρίζει. Κάθε αποστροφή της διήγησης δίνει στον συγγραφέα την αφορμή να πραγματοποιήσει ένα σκωπτικό άλμα στην Ιστορία μας, σύγχρονη και παλαιότερη, από τον Εμφύλιο ώς τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο Οστεοφύλακάς του, εκτός από σκηνοθέτης της δικής του ατομικής ιστορίας, θέλει να είναι και ο παρωδιακός θεματοφύλακας της εθνικής κιβωτού της Ιστορίας μας…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s