ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

1-ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στη Λύση το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Είναι κάτοχος πτυχίου M.A. στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία και Ph.D. στη Λογοτεχνία. Εργάστηκε ως Πολιτιστικός Λειτουργός στον Δήμο Λάρνακας και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπου κατείχε τη θέση του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Εργάστηκε, επίσης, στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, όπου κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου.
Διετέλεσε πρόεδρος και μέλος σε διάφορα συμβούλια πολιτιστικών σωματείων, πρόεδρος και μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και από το 2013 είναι Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.
Μερικές από τις ποιητικές του συλλογές μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία. Τιμήθηκε με κρατικό έπαινο και κρατικό βραβείο ποίησης.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Όμορφη χώρα, Κύπρος 1967
Ο δρόμος, Κύπρος 1970
Αυτοβιογραφία, Κύπρος 1972
Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι, Κύπρος 1980
Τα δέντρα στο βορρά, Κύπρος 1981
Περαστική άνοιξη, Κύπρος 1984
Σκαλιώτικα σχέδια, Κύπρος 1987
Η στέρνα των ερώτων, Κύπρος1987
Το σπίτι κι ο χρόνος, Κύπρος 1990
Ποιήματα 1980-1990 (συγκεντρωτική έκδοση), Κύπρος 1993
Το νερό της μνήμης, Λευκωσία 1998
Από το Ελάχιστο, Λευκωσία 2001
Αναμονή βροχής, Ποιήματα 1980—2001, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008
Μες στη ροή, ποιήματα, Δίβατον, Λευκωσία 2009
Το ημιτελές ποίημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τα κλεμμένα σταφύλια, Κύπρος 1985

ΜΕΛΕΤΕΣ

Παύλος Λιασίδης, Η δύναμη του ποιητικού ταλέντου, Κύπρος 1995

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Εκατό χρόνια ρωσικής ποίησης, ανθολογία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 1989
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια – εισαγωγή –
μετάφραση – σχόλια, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995
Ατάλ Μπιχαρί Βαζπεί\ 21 ποιήματα, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού –
Πολιτιστικές Υπηρεσίες, Λευκωσία 2002
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα, ανθολογία — εισαγωγή — μετάφραση
σχόλια, Εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα 2004
Σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι ποιητές Απόπειρα επικοινωνίας, Τόπος 2010

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0003

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0006

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0004

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0005

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0002

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0001

Το ημιτελές ποίημα 2014

 

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Ένας γορίλας στο ζωολογικό κήπο του Βερολίνου
περιφέρεται οργισμένος μέσα στον περίκλειστο
από τοίχους και σίδερα λάκκο του. Μας κοιτάζει
με βλέμμα σκοτεινό, όπως ο φυλακισμένος σε ισόβια.
Σίγουρα έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασής του
και μισεί τη μοίρα του, όπως κι εμάς,
που τον κάναμε θέαμα.

Αν μπορούσε να μας φωνάξει κατάμουτρα
αυτά που σκέφτεται για μας
δε θα ξέραμε που να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Πιο πολύ όμως θα ήθελε να βρεθεί ελεύθερος
έξω από το λάκκο του
και σαν ένας φοβερός θεός, απελευθερωμένος,
να μας σκορπίσει όλους δεξιά κι αριστερά
και να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας,
πάνω από την περίφραξη του κήπου, τους δρόμους,
τα σπίτια, τις πολυκατοικίες, τα εργοστάσια,
τα τρένα και τα αυτοκίνητα

και να βρεθεί μέσα στο παρθένο του δάσος
χίλια χρόνια πριν απ’ όλα τούτα, μόνος,
πρόσωπο με πρόσωπο με το θεό του.

2012

 

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

Στη Νόνα

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος.
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.

Μες στη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί
σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη
μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι
κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση
των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι
όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό
και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα.

Είναι κι ένα παιδί
που στη μια και στην άλλη γλώσσα
μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου.

Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

2013

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.
Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του.

Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί
-τόπο χαμένο μες στη Μικρασία-
να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,
τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…

Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων
γυρίζουν σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,
σαν μουσικές μες στον αγέρα,
κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί
μες στην ομίχλη του χρόνου.

Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ
και τα περασμένα χρόνια
μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.

Περπατώ μέσα σ’ έναν κόσμο
που είναι την ίδια στιγμή
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,
δάσος από ανθρώπους,
πράγματα και μνήμες…

 

ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Μπροστά μου,
πάνω στο γραφείο που εργάζομαι,
βρίσκονται παραταγμένα σε σειρά
διάφορα άψυχα πράγματα: τρεις μικρές πέτρες
που κουβάλησα από τρεις θάλασσες
δυο θραύσματα ηφαιστειογενών πετρωμάτων,
που περιμάζεψα από τα κράσπεδα
δυο μακρινών ηφαιστείων,
ένα κομμάτι παλιού κεραμικού
με κάποια ίχνη κλασικότροπης διακόσμησης,
που ξεκόλλησε από παλιό κτίριο μεγαλούπολης
που με φιλοξένησε για χρόνια,
ένα κομμάτι σίδερο κι ένα άλλο από χαλκό,
που μάζεψα από μηχανουργεία
κι οικοδομές που δούλεψα κάποτε…

Είναι όλα εδώ μπροστά μου, χρόνια τώρα.
Τις μέρες φωτίζονται από το βόρειο φως
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο,
τις νύχτες απ’ το φως της επιτραπέζιας λάμπας.
Κάποτε απλώνω το χέρι μου και τα αγγίζω,
τα ανακατεύω σαν τις αναμνήσεις από μακρινά ταξίδια
κι ύστερα τα επανατοποθετώ στις θέσεις τους.

Το καθένα είναι και μια ιστορία,
με την αρχή, το τέλος, τη διάρκειά της….

Το καθένα κρύβει μέσα του μια ζεστασιά,
ένα ίχνος ψυχής, μια σπίθα φωτιάς,
μια αίσθηση σταθερότητας
μέσα στην ανελέητη ρευστότητα του κόσμου,
μια ανθρώπινη ανάσα, μια χειρονομία
που προεκτάθηκε στο χρόνο.

Το πιο σημαντικό, ωστόσο,
είναι που τα άψυχα τούτα πράγματα
μπορούν να γίνονται μνήμες, λόγια και μουσικές,
χάρτες των διαστάσεων του κόσμου
και του βάθους της μνήμης,

να δίνουν την αίσθηση της διάρκειας του χρόνου
στο τέλος μια άλλης εφήμερης μέρας.

 

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

Οκτώβριος 2010

 

ΚΥΚΛΟΣ

Τίποτε δεν έχει τελειώσει.
Ξαναπερνούν και θερίζουν οι τυφώνες,
αναταράζουν τα σπλάχνα της γης οι σεισμοί,
ξυπνούν ξαφνικά οι επαναστάσεις
κι ανεμίζουν το ματωμένο τους λάβαρο
για να δοξάσουν και πάλι το όνειρο…

Ακόμη και οι θεοί που πέθαναν
έρχονται ξανά με καινούργιο πρόσωπο.

Και μας βρίσκουν πάντα τους ίδιους,
όσο κι αν είμαστε διαφορετικοί.

 

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1974

Σαν τέλειωσε ο πόλεμος
ήρθε στη Λάρνακα
με τη μορφή πλοίου σοβιετικού
ο Γεωργιανός ποιητής Σιότα Ρουσταβέλι
και μας πήρε για την Οδησσό.
Στην Κωνσταντινούπολη έκανε στάση.
Βγήκα στον δρόμο,
ένα λεωφορείο έκανε τη διαδρομή
ΚΕΡΥΝΕΙΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ
και τη διαφήμιζε ελληνικά.

Ήθελα να το σταματήσω,
να πω στον οδηγό
πως δεν υπάρχει πια αυτός ο δρόμος,
πως είναι κομμένος
με νεκρούς και οδοφράγματα,
ήθελα να του πω ν’ αλλάξει διαδρομή.

Ήθελα, μα δεν σταμάτησε. Έτρεχε,
έτρεχε αναπτύσσοντας ταχύτητα,
οδηγώντας την εγκλωβισμένη μέσα του ζωή μας
σε μια πορεία στην άκρη του γκρεμού,
διαγράφοντας ιστορία και γεωγραφία,
έργα ανθρώπων και χειρονομίες…

Ήτανε πια κι αυτό μέρος της ιστορίας
κι έτρεχε, έτρεχε όπως ο χρόνος, αμείλικτα,
δίχως να κοιτάζει πίσω…

 

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Στον Χρίστο Χατζήπαπα

Τόσα χρόνια μέσα στο πηγάδι
κι ούτε μια χούφτα νερό να τους δροσίσει,
ούτε ένα δάκρυ πόνου να τους ράνει,
μήτε ο ήλιος να τους αγγίζει μήτε η βροχή,
μόνο ο χρόνος να τους τρώει τη σάρκα
και τα κόκαλα να πριονίζει.

Κάποτε ένα φίδι,
κάποτε ένα τρωκτικό
και τα υπόγεια σκουλήκια.

Λίγες σταγόνες βροχής σε βροχερούς χειμώνες
και μια ηλιαχτίδα τη μια και μοναδική
μεγάλη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου
να τους επισκέπτεται.

Τίποτε άλλο.
Μήτε χόρτο χλωρό,
μήτε λουλούδι,
μήτε άρωμα.

Τόσα χρόνια τώρα
να χρεώνουν τους ζωντανούς,
να χρεώνουν τον τόπο
και να χρεοκοπούμε όλοι μας.

Ιούλης 2010

 

Ο ΔΩΡΟΣ

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε
στην καρδιά του -εκείνες τις δυο ώρες
μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού
της διακοπής από τη σκοπιά- ήρθε
και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,
αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,
εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…
Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,
μα η φωνή μου δεν έβγαινε, σάμπως να βρισκόμουν
μέσα σε βαθύ πηγάδι
και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.
Κι εκείνος με ακλουθούσε.

Σαν μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα
-ήτανε Αύγουστος- εκείνος
βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ
προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,
μα δεν μπορούσα να βγω.

Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.
Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα
κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο
πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι
κι αναζητώ διέξοδο.

Κάθε φορά από την αρχή.

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
μετά τον πόλεμο. Την ώρα του πολέμου
τίποτε δεν χτίζεται,
μόνο χαλιέται. Ακόμη και οι νεκροί
δεν αξιώνονται ένα αποχαιρετιστήριο φιλί,
έναν λόγο, ένα δάκρυ, έναν τάφο. Τίποτε.

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
όταν αρχίσουν οι περιπέτειες του πρόσφυγα,
ο δύσβατος δρόμος του ακρωτηριασμένου,
η αναζήτηση των νεκρών. Γράφονται
όταν οι δρόμοι γεμίζουν
με πικραμένους του χάρου.

Τότε γράφονται τα ποιήματα για την ειρήνη,
μα τι να τα κάνεις; Ούτε κανένα φέρνουν πίσω,
μήτε και τον επόμενο πόλεμο μπορούν να ματαιώσουν.
Αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, θα γίνει
για αποκατάσταση της δικαιοσύνης
και για την ειρήνη.

Τελικά και τα ποιήματα για την ειρήνη
είναι κι αυτά μέρος της τραγωδίας,
χρειάζονται για την ολοκλήρωση της πράξης
και την καταγραφή της στην ιστορία.

Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010

 

ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ

Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,
πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα
και συναντιούνται στον αέρα,
κάθονται ύστερα πάνω στη γη
που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,
πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,
περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια
τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους
μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.

Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί
και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους
μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.

Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας
είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,
όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει
το άλλο να έρθει να το σφίξει.

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Πολλές φορές τον χρόνο το φεγγάρι
κάνει τον κύκλο του
και γίνεται πανσέληνος.
Το επιθανάτιο χλωμό του φως
πέφτει πάντα το ίδιο πάνω στον κόσμο,

όμως ο κόσμος κάτω
είναι κάθε φορά διαφορετικός,
το φως διαγράφει άλλα περιγράμματα,
σκιάζει άλλους τάφους, άλλα ερείπια
σε γειτονιές πολέμων,
σε συνοικισμούς προσφύγων,
άλλους κρατήρες, άλλα ναυάγια…

Και κάθε φορά
που επαναλαμβάνεται η πανσέληνος
γίνονται όλο και πιο άσπρα
τα κόκαλα των άταφων νεκρών.

Αύγουστος 2010

 

Μες στη ροή (2009)

 

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Μες στα σκοτεινά πηγάδια και στα βαθιά νερά
όπου πρωτογεννιούνται του κόσμου τα στοιχειά,

στης ιστορίας το σκίρτημα, στου μύθου τις πηγές,
στων ηφαιστείων τη λάβα, στις άγριες φωτιές,

όπου φωνάζει το αίμα και μιλούνε οι νεκροί,
τα θεμέλια κείτονται της μνήμης κι οι μικροί θεοί.

Εκεί πηγάδια ανοίγω για το μαγικό νερό
και βρίσκω δράκου πόδι, στόμα αχόρταγο.

Η φωνή μου σβήνει σ΄ άγριο βουητό,
σε τρόμο για το θάνατο, για το άγνωστο.

Δρόμοι σκοτεινοί της ύπαρξής μου, αδιέξοδοι,
μέσα μου φυλακισμένοι, αφιλόξενοι,

θα μιλήσουνε μια μέρα με τη μουσική τους
και θ΄ ανοίξουν δίχως λόγια τη μυστική πηγή τους

κι ό, τι έχει μέλλον θα φανεί διάφανο
κι ό, τι είναι του θανάτου θα πάει στο θάνατο.

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Ο νεκρός εκείνης της άνοιξης ήταν νέος
κι ωραίο παιδί, καμάρι των γονιών του
κι έρωτας κρυφός των κοριτσιών.

Μα τόσο νέος πώς να κρατηθεί μέσα στην κάσα του!
Άδεια την κουβαλήσανε στην εκκλησιά,
άδεια την κατεβάσανε στον τάφο.
Αυτός βγήκε κρυφά και γύριζε στους δρόμους
ντυμένος την πιο καινούρια του αλλαξιά,
με πρόσωπο βαθιά θλιμμένο
και μια πληγή ανοιχτή κάτω απ’ το στήθος
απ’ όπου βγήκε και του ‘φυγε η ψυχή.

Με παρουσίες που όλο πύκνωναν τα βράδια
γέμισαν οι δρόμοι.
Λέξεις πολλές μέσα στο λόγο των ανθρώπων
άρχισαν να σημαίνουν θάνατο.
Έγινε κι αυτός πρόσωπο του χωριού,
σαν το γέροντα του διπλανού σπιτιού,
τον ιερέα, το δάσκαλο ή το μαύρο γύπα
στην κορυφή του κυπαρισσιού στο κοιμητήρι.

Από τότε κάθε άνοιξη
πεθαίνει μέσα μου ένας νέος.
Ο θάνατος ειρωνεύεται την ταραχή μου
και ο θεός αθέατος σιωπά.

 

ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΣΕ ΜΕΡΑ ΒΡΟΧΕΡΗ

«Βρέχει, πατέρα».
«Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω».
(Διάλογος του ποιητή με τον πατέρα του)

Στον τόπο μας είναι λίγες οι βροχές, πιο πολλή
η κάψα του ήλιου κι η αιώνια σκόνη
που σκεπάζει ιστορία και μύθο.
Κι όμως τη μέρα εκείνη της κηδείας
έβρεχε ασταμάτητα από το χάραμα.
Βρεχότανε ο κόσμος όλος κι όσοι μαζεύτηκαν
να συνοδεύσουν το νεκρό στον τάφο.

Μισοβρεγμένο τον πήγαμε στην εκκλησιά,
καταβρεγμένο τον εβάλαμε στο λασπωμένο χώμα.
«Είναι η ευλογία του Θεού», λέγαν οι γέροντες,
«είναι η συγχώρεση στις αμαρτίες του…».
Μα ήτανε τόσες πολλές οι αμαρτίες του
ή μήπως η ευλογία του Θεού ήτανε τόσο μεγάλη
για να χαρεί κι η διψασμένη γη μας!…
«Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…»
Ποιος αξιώθηκε τόση ευλογία!

Πόσες φορές είχε σπείρει όλο το βιος του
και περίμενε τη βροχή να το πολλαπλασιάσει.
Έβγαινε μες στο χάραμα κι άπλωνε τα χέρια
ικετεύοντας να φυσήξει ο αγέρας
να φέρει το σύννεφο, να φέρει ψωμί για τα παιδιά…

Κι όση βροχή του αρνήθηκε ο Θεός
του την έδωσε όλη μονομιάς την τελευταία του μέρα.

 

ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΘΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

Καίγεται στις όχθες των ποταμών με τους νεκρούς,
κυλά με την τέφρα τους μες στα νερά,
κάθεται μέσα στον κάθε σβώλο γης,
στο κάθε φύλλο, στον ανθό και τον καρπό.

Κυκλοφορεί στις αγορές με τους ζητιάνους,
τους πωλητές, τα πλήθη των ανθρώπων,
τις αγελάδες, τα γουρούνια, τους ελέφαντες
τους σκύλους, τους πιθήκους, όπου ξαφνικά
μια νεκρική πομπή ανοίγει δρόμο.

Υπάρχει ακόμη στους ναούς με τους ζωόμορφους θεούς
και στα πολλά ομοιώματά τους
που φτωχοί τεχνίτες φτιάχνουνε για τους τουρίστες.

Πουθενά αλλού δε συναντάς τόση ποσότητα Θεού
που ακόμη κι αν δεν πιστεύεις
τον βλέπεις να αγκομαχά σα βόδι
σέρνοντας καθημερινά το άροτρο της ζωής.

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

 

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Στη Νόνα, που μου έδωσε την ιδέα

Τον είδα παντού. Στα ιερά του Πάπα και του Πατριάρχη,
στους βουδιστικούς ναούς της Κίνας με τις πολλές λαμπάδες
και στους ινδουιστικούς των Ινδιών με τα πολλά πρόσωπα
και τα μαραμένα λουλούδια των προσκυνητών.
Μια κούκλα είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος
τον κρατά από το χέρι και το σέρνει
στους δρόμους της δικής του αγωνίας.

Μικρό το νανουρίζει σαν παιδί στην κούνια,
έφηβο το θαυμάζει για τη δύναμή του,
γέροντα το φοβάται για τη σοφία του.
Το λούζει, τον αρωματίζει, το στολίζει,
τον ντύνει στα χρυσά, τον αγαπά,
θυμώνει και το βάζει στη γωνιά,
το θάβει και τον ανασταίνει,
τον οδηγεί στον πόλεμο, τον προσκαλεί
στη γέννηση, στο γάμο, στην κηδεία.

Μια κούκλα είναι ο Θεός με χίλια πρόσωπα
κι έχει ο καθένας το δικό του. Με τον καιρό
τον κάνει να του μοιάζει.
Γίνεται και παιδί του και πατέρας και κριτής του.

 

Η ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Σκόνη, σκόνη, σκόνη παντού.
Φυσά ο αγέρας της ερήμου ως εμάς
και την ταξιδεύει άπλυτη
πάνω απ’ τη θάλασσα.

Ταξιδεύει σαν τα διαβατάρικα πουλιά
μα δε διαβαίνει. Εδώ κάθεται.
Ταξιδεύει σαν τα αποδημητικά πουλιά
μα δεν αποδημεί. Μένει.

Έρχεται σήμερα, χθες, από πάντα
και κάθεται πάνω στα μάρμαρα
και στα μωσαϊκά. Καλύπτει τα χρώματα,
εισχωρεί μέσα τους, γίνεται μέρος τους.

Αιώνες η έρημος
μαζεύεται μέσα μας.
Τώρα μονάχα ένας κατακλυσμός
μπορεί να μας ξεπλύνει.

 

ΜΗΝ ΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που ταξιδεύουνε με τη σοφία αστροναύτη
και σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές
και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που πρώτα γνώρισαν την αρμονία
και την ενότητα του κόσμου,
πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν
και παίρνει και φέρνει τη ζωή,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που έρχονται να πιουν νερό
και να γευτούν πράσινο χόρτο,
ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους
λίγη χαρά και λίγη θλίψη
να δίνουμε με το φευγιό τους
υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
κινούν το χρόνο και τις εποχές
κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή
και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
μην τα πυροβολείτε.

 

ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ

Μπορεί να πάρεις την απόφαση
να πορευτείς σε λάθος δρόμο
είτε να μπεις σε λάθος πόλεμο
και προχωρώντας
να κερδίζεις καθημερινά και κάποιες μάχες.

Με τις επιτυχίες σου αυτές
μπορεί να επαίρεσαι
νομίζοντας πως προχωρείς μπροστά,
αγνοώντας πως σε μια πορεία με μικροκέρδη
θεμελιώνεις τη μεγάλη
κι αναπότρεπτη ζημιά.

Το πιο τραγικό είναι, ωστόσο,
όταν καταλάβεις πού πηγαίνεις –
δέσμιος των επιλογών σου πια –
να συνεχίσεις να πανηγυρίζεις
μ΄ αυτές τις μικρονίκες
που όλο και πιο κοντά σε οδηγούνε
στη μεγάλη κι αναπότρεπτη σου ήττα.

 

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Σα φύλλα σε στάσιμα νερά επιπλέουν
ονόματα ατεκμηρίωτων αγίων και ηρώων,
εμπορικοποιημένες πράξεις άλλων εποχών,
προσοδοφόρες επενδύσεις συνθημάτων –
αλαλαγμοί νίκης σε μια πορεία ήττας.

Ιστορικός ο τόπος κι ανιστόρητος.
Κάθε φορά πιστεύει πως ξεκινά κάτι καινούριο
ενώ συνεχίζει να ξύνει μια παλιά πληγή.

Τώρα πια ούτε που τολμούμε να ομολογήσουμε
πως μέσα σε όλα τούτα άλλο τίποτε δεν κάναμε
από το να εξαργυρώνουμε συνέχεια
την παραφουσκωμένη προσφορά μας
με ότι είχε πέραση κάθε φορά, έτσι που τώρα
καταντήσαμε χρεωμένοι κι από πάνω.

Βαραίνει η ψυχή μας και πώς να πετάξει
όταν το σώμα ασήκωτο πια
φυτεύεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα!

2004

 

ΞΕΝΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ

«Η αλήθεια είναι» – είπε ο ξένος συνομιλητής μου –
«πως εσείς μπορεί να φύγετε ή να ‘ρθουν άλλοι
και να πάρουνε τα σπίτια σας,
μα τούτες οι αρχαίες κολώνες και το θέατρο
κι η αγορά με τα μωσαϊκά και τα αγάλματα,
πάλι εδώ θα είναι – μια πρόκληση
για τους αρχαιολόγους και τους τουρίστες –
κι αυτός ο ήλιος του καλοκαιριού
κι η θάλασσα τις νύχτες με το φεγγάρι
που κρεμάζεται από πάνω της ολόχρυσο πανέρι,
όλα εδώ θα είναι, αρχαία και σημερινά,
όπως ο χρόνος, που σαν παιδί
γεννιέται με τον ήλιο κάθε αυγή.
Κι όσο και αν σου φαίνεται τούτο κυνικό,
όλα αυτά θα δίνουν πάντα μια καλή προοπτική
γι΄ ανάπτυξη και για τουριστική αξιοποίηση».

«Το ξέρω, αυτό είναι σκληρό για σένα» – πρόσθεσε –
«που έχεις τις ρίζες σου εδώ τόσους αιώνες,
μα μόνο ο τρελός νομίζει πως το δίκαιο ή ο Θεός,
είτε ακόμη η ίδια η ιστορία του,
μπορούνε να τον προστατεύσουν σ΄ ένα κόσμο
με τόση δύναμη στα χέρια του,
με τόσο πλούτο
και με ψυχή τόσο φτωχή!».

 

ΠΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στους τοίχους του χωριού
μισοδιαβάζονται ακόμη τα παλιά συνθήματα,
προβάλλουν οι σκιές αυτών που ‘φύγαν:

Στο δεξιό σωματείο ο Χατζηκώστας,
στο κεντρώο ο Σουρουλάς,
στο αριστερό ο Κολάνης.
Ο Αυξεντίου άγαλμα στην πλατεία,
ο Μιχάλης Πέτρου ένας στιγματισμένος νεκρός
κι ο Λιασίδης ένας αλλόκοτος ποιητής
που μεταθανάτια επιστρέφει.

Κανένας δεν υπάρχει πια. ΄Ερημος ο δρόμος,
γεμάτος με χαλάσματα σπιτιών
που τριάντα χρόνια τώρα όλο πληθαίνουν.
Κομμένο σύρριζα το κυπαρίσσι
των παιδικών μου χρόνων
ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα
μες στον ύπνο μου φορτωμένο
πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών,
όταν η ποίηση ήταν σημαία
και λάβαρο και θυμίαμα και μοιρολόι.

Τώρα πηγαίνω επίσκεψη σαν ξένος.
Άλλα μνημεία τώρα με υποδέχονται,
άλλα συνθήματα φωνάζουν.
Στρίβει και πάλι αδίστακτα και φονικά
η ιστορία. Εκεί στα ίδια σπίτια
γράφουν ποιήματα ο Γκουργκέντς και ο Τζενάν.

Κοιτάζω γύρω, αμνήμονα μνημεία,
στομφώδη, υπερφίαλα,
τσιμπούρια στο σώμα του μέλλοντος
να σκοτώνουν καθημερινά τη μνήμη.
Κοιτάζουν πίσω και θέλουν
να προχωρούν μπροστά.

Φεύγουν οι άνθρωποι που θυμούνται,
έρχονται άλλοι που δεν ξέρουν.
Ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου,
τελειώνει ο καιρός. Όποιος προλάβει
ν’ αναστηθεί αναστήθηκε.
Μπροστά στη βαριά πόρτα του μέλλοντος
όλο και περισσότεροι υποψήφιοι νεκροί
μαζεύονται και περιμένουν
χάνοντας σιγά – σιγά την ελπίδα
χάνοντας το όνομά τους
και την ιστορία τους.

 

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΖΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Περπατήσαμε πολύ δρόμο,
ζήσαμε μεγάλο μέρος της ζωής,
πεθάναμε μεγάλο μέρος του θανάτου.
Πού είμαστε τώρα;
Τι είναι παρελθόν,
τι είναι μέλλον
και που ισορροπούν;

Λουλουδιάζει ο χρόνος.
Όπου να ‘ναι
θα δούμε ρίζες να γεννιούνται
λευκές μες στο ουδέτερο…

…φτερά της ψυχής
οιμωγές της καρδιάς
ρανίδες του λόγου
που τόλμησε και πόνεσε
κι έπεσε.

 

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ   

Όπου κάηκες μια, καίγεσαι πάλι
Κι όπου βρέχτηκες βρέχεσαι.
Μα όπου δεν, ποτέ και τίποτε.

Όλα μια φορά συμβαίνουν
κι ό, τι κρατήσεις
μες στη ροή που ρέεις.

 

 

Από το ελάχιστον  (2001)

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Την ποίηση, όπως και την καλή διάθεση,
μπορείς να την αντλήσεις κι απ’ το ελάχιστο,
σχεδόν από το τίποτε. Και τότε
το τίποτε αυτό θα πάρει υπόσταση
και θ’ αποκτήσει σώμα όπως στο θαύμα της Κανά.

Πολλά δεν θέλει να υπάρξει η ποίηση. Τα γεγονότα
πιο συχνά τη βαραίνουν και την πνίγουν
όπως οι κάθε λογής υπολογισμοί τον έρωτα.
Αλλά όταν υπάρξει είναι μια σκάλα
που ανεβάζει σε τραπέζι με φωμί
σε κανάτι με κρασί
ή στο κρεβάτι του έρωτα.

Δίνει ακόμη λίγη από τη γεύση της αθανασίας
καθώς η ερωτική πράξη με γυναίκα αγαπημένη
που ρίχνει το έμβρυο μέσα στη μήτρα.

 

ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

 

ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΗ

Ο κάθε ποιητής πρέπει να τραγουδήσει το τραγούδι του
πριν ο θάνατος τον κλείσει μέσα στην κάσα του.
Το κάθε καλάμι στην ακροποταμιά
πρέπει να σφυρίξει με τον άνεμο όσο μπορεί
πριν ο άνεμος το τσακίσει και σωπάσει.
Το κάθε όργανο πρέπει να παίξει τη μουσική του
πριν Ιάπωνας εκατομμυριούχος
το κλείσει σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας.

Η σιωπή είναι τρόμος.
Ένα Στραντιβάριους σε θησαυροφυλάκιο
είναι χειρότερο κι από ένα πουλί σε κλουβί,
είναι ένας αδικαίωτος ποιητής μέσα στο φέρετρό του.

Ό, τι πήρε ο καθένας πρέπει να το ανταποδώσει.
Το βιολί να παίξει για χάρη του δασοφύλακα,
για χάρη του ξυλοκόπου, του μαραγκού, του μάστορα
κι ακόμη για κείνη τη ξεχωριστή χάρη που του δόθηκε
ν΄ αγγίζει με τον ήχο του τη μυστική πηγή του κόσμου.

Να τραγουδήσει ο ποιητής και με τους στίχους
την πείνα να χορτάσει της ψυχής του ανθρώπου,
το πρωινό, τον ήλιο, τη βροχή να πολλαπλασιάσει,
ως την άκρη της χαράς τον πόνο να οδηγήσει,
ως την άκρη της ελπίδας την απελπισία.

Με την ανταπόδοση κερδίζεται η δικαίωση,
με το ξόδεμα συσσωρεύεται το κέρδος.

 

ΡΌΔΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ

Μόνο το πνεύμα μπορεί να γεννήσει ρόδα αμάραντα
και η τέχνη να πλάσει το τελειωμένο.
Με όλα τα συν και τα πλην της ιστορίας
και της ψυχής του ανθρώπου
διευρύνονται ολοένα οι στίχοι του Ομήρου,
τα μάρμαρα του Μιχαήλ Αγγέλου
και το γκρίζο του Θεοτοκόπουλου.

Μόνο πράγματα ανώφελα από τη μεριά του υλικού κόσμου
μπορούν να παραμένουν τα ίδια και να αλλάζουν
ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι και το χρόνο,
την αγωνία της ψυχής και την προέκταση του μυαλού
και μονάχα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό επιδέχονται.

Όλα τα άλλα ξεπέφτουνε συχνά στο πλην

και στη διαίρεση, γίνονται στάδια μεταβατικά
για την κατασκευή του εγκλήματος.

Αν υπάρχει ελπίδα κάτι να σωθεί στο τέλος
είναι η ψυχή κι αυτά τα ανώφελα κατά τα άλλα πράγματα
που είναι το ψωμί της, το νερό της και το μέλι της.

 

Η ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Και ο φωναχτός ανθός της μηλιάς και ο σιωπηλός του σταχυού
μετατρέπουν την ωριμότητά τους σε σώμα και σε πνεύμα.
Τα σοφά και τα τρελά που του συμβαίνουν
σε στίχους τα μετατρέπει ο ποιητής
για να ΄ναι η ποίηση μήλο και σιτάρι και σταφύλι
να ΄ναι ψωμί και κρασί και το θαύμα που τα αυξάνει.

Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος.
Και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σα ζωγραφιά και σαν ποίηση
για ν΄ αποκτήσει χρώμα το άχρωμο και νόημα το αμίλητο.

Το φως στους πίνακες του Βαν Γκογκ
είναι τόσο θρεπτικό όσο και το σιτάρι
και το μήλο του Σεζάν είναι σαν το ουσιαστικό
που σημαίνει όλα τα μήλα του κόσμου και κάτι παραπάνω.

Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το όνειρο
που μέσα του μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις
όπως μέσα στη θάλασσα
κι όλο να ανακαλύπτεις το πολύπλευρο
και το ατελεύτητο του κόσμου.

 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ

Τρεις χιλιάδες χρόνια κυλάει το ποτάμι του Ηράκλειτου
με την πιο σοφή ρήση των αιώνων
κι όλο θέλουμε να μπούμε μέσα του μια δεύτερη φορά.
Γνωρίζει ο νους κι αμφισβητεί το όνειρο
αφού πολλές φορές όλα συμβαίνουν μέσα του.

Ωστόσο ποτέ δε θα ξανασυναντήσεις μια γυναίκα που ερωτεύτηκες
ακόμη και αν την συναντήσεις
κι ούτε την πόλη που άφησες την ξαναβρίσκεις.

Τα χρόνια δε φεύγουν αδειανά. Είναι τόσο φορτωμένα
που γκρεμίζονται ένα ένα και τσακίζονται
έτσι που δεν μπορείς να επανενώσεις τίποτε.

Μόνο το όνειρο ξαναγυρίζει πίσω τα αγύριστα
κι η ποίηση τα τσακισμένα επανασυναρμολογεί.

 

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Μια μέρα που βρήκε ευκαιρία, μίλησε ο ποιητής στο Θεό:
Κάνε, του λέει, μια καινούρια σφαίρα
και βάλε μέσα της όλο τον κόσμο,
μα προπαντός, βάλε στον ένα πόλο
την απόλυτη φωτιά του έρωτα
που λιώνουν μέσα της τα σώματα
και γίνονται λάβα που διαπλέει τους αιώνες.
Και βάλε στον άλλο πόλο
την απόλυτη παγωνιά της αιωνιότητας
που μέσα της τα σώματα και οι ψυχές
γίνονται μια παγωμένη στήλη μες στο άπειρο.
Και χάρισέ μου αυτή τη σφαίρα
βάλσαμο να γίνει στην αγιάτρευτη πληγή μου.

Όταν θα δω το χάροντα με το γυμνό σπαθί του
καβαλάρη να πηδά πάνω απ΄ το φράκτη
κι ένα φεγγάρι σα δρεπάνι πίσω να τον ακολουθεί
όρθιος μπροστά να βγω στον κήπο.

Τόσες φορές που έλιωσα μες στην πυρά του έρωτα
στην παγωνιά ξανά να λιώσω της αιωνιότητας
και σαν ένα κοντάρι φως
να επιμηκυνθώ στο σύμπαν
στήλη να γίνω μες στο άπειρο.

 

Τ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ

Τόσο πολύ εγέμισα με άστρα
αφού μεγάλωσα τρώγοντάς τα σαν καραμέλες
που τα κουβαλώ μέσα μου ακόμη και τη μέρα.

Μες στην αυλή μας με τα γέρικα δέντρα,
τους μισοχαλασμένους τοίχους και τους γέροντες
που κάθε μέρα φεύγαν
τ΄ αστέρια ήταν κάθε βράδυ το μόνο καινούριο πράγμα.

Τα τραγούδια της γιαγιάς
καθώς επαναλαμβάνονταν με τ΄ άστρα
ανεβαίνανε κάθε βράδυ στον ουρανό
αναζητώντας το καθένα το δικό του αστέρι.

Το πρωί πέφτανε όλα μέσα μου.

Τώρα που δεν υπάρχει πια
μήτε η αυλή μήτε το σπίτι
και φύγανε οι γέροντες
τα κουβαλώ όλα μέσα μου,
το καθένα με το δικό του αστέρι.

Και κάθε βράδυ,
ύστερα από μια κουραστική μέρα
με κέρδη και ζημιές και μόνιμες απώλειες,
τίποτε δε βρίσκω πιο καινούριο
από τ΄ αστέρια.

 

ΡΩΜΗ

Περπατώ και νιώθω να επιμηκύνεται το σώμα μου
σαν τη ρίζα της κάπαρης και να φτάνει τα υπόγεια ρεύματα.
Επιμηκύνεται το όνομά μου και φτάνει ως τις ρίζες της γλώσσας,
πέφτω ολόκληρος μες στη λιωμένη λάβα της ιστορίας
που ποτέ της δεν κρυώνει.

Κάποτε μου φαίνεται πως ήμουν με τους μονομάχους,
κάποτε με τους ριγμένους στην αρένα σκλάβους
όμως ποτέ δεν ήμουν με το αλαλάζον πλήθος στην κερκίδα
κι από τους κυβερνήτες προτιμούσα τους ποιητές.

Η ίδια μέρα γεννούσε τα μεγάλα έργα και τα μεγάλα εγκλήματα
κι όλα μαζί παράλληλα και την ίδια στιγμή
φωνάζουν στους αιώνες από τα χτίσματα του Κολοσσαίου.

Απλωμένη σα ρούχο η ψυχή του ανθρώπου
μαζεύει αλλού το φως κι αλλού το σκοτάδι.
Ένα πανέρι πανσπερμίας η Ιστορία,
με μεγάλες προσθέσεις και μεγάλες αφαιρέσεις προχωρεί.

 

ΑΓΙΑ ΣΕΒΕΡΗΝΗ

Αίθουσα μεσαιωνική κάστρου παλαιού,
χώρος ταφής λαϊκών και επισκόπων,
τώρα φιλοξενεί μια συναυλία μουσικής.
Οι τάφοι ανοιχτοί με ό,τι απόμεινε
από τους παλαιούς κατοίκους τους
και σκεπασμένοι με διάφανο γυαλί
που κάθεται απάνω ο κόσμος.

Ήχοι από Μπαχ, σόλο βιολί και έγχορδα
γεμίζουνε όλη την αίθουσα που πάει να πετάξει.
Πολύ δρόμο διάνυσε το ξύλο όσο να γίνει βιολί
και πιο πολύ ο άνθρωπος όσο να φτάσει
ν΄ αναλύει σε τέτοιους ήχους την ψυχή του.

Ήταν ένα θαύμα αυτό που ζούσαμε,
γιατί με τόσους νεκρούς κάτω απ΄ τα πόδια σου
να σε κοιτάζουν από δέκα αιώνες μακριά χωρίς ελπίδα
θα ‘τανε δύσκολο πολύ, δίχως αυτή τη μουσική
να πιστέψεις στην ανάσταση.

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ

Η αλήθεια δεν είναι ευθεία γραμμή, ούτε και το ψέμα,
έχουν και τα δυο ένα κοίλο. Μέσα στο κοίλο της αλήθειας
εισχωρεί το ψέμα και μέσα στο κοίλο του ψέματος
εισχωρεί η αλήθεια και αλληλοεφάπτονται. Έτσι
μέσα στην ομορφιά εισχωρεί η ασχήμια
και μέσα στην ασχήμια η ομορφιά,
όπως στο κέρδος εισχωρεί η ζημιά
και στη ζημιά το κέρδος.

Όλα παίζουν ένα παιχνίδι, ο πιστός και ο άπιστος,
ο νόμος και η παρανομία, ο εγκληματίας
και ο διώκτης του. Έτσι καθώς εφάπτονται διαρκώς
το ένα μέσα στο άλλο λίγο εισχωρεί,
το ένα από το άλλο λίγο χωματίζεται.

Μετά που είδαμε ν’ ανάβουν οι φούρνοι για ανθρώπους
και τις βόμβες να πέφτουν μέσα στο πλήθος
χάσαμε τη γραμμή που ορίζει το συν και το πλην,
το μπροστά και το πίσω.

Κάθε φορά μέσα απ΄ τη λάσπη περιμαζεύουμε τον άγγελο,
τον πλένουμε και τον χάνουμε. Όλο και ψάχνουμε
να βρούμε να ακολουθεί πορεία ανόδου είτε πτώσης,
πόσα κέρδισε στην πάλη με το σατανά και πόσα έχασε,
τι σατανικό πήρε και τι αγγελικό έδωσε
σε τούτο το παιχνίδι των διδύμων.

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Το μισό φεγγάρι στον κρύο ουρανό
δείχνει πόσο στενός είναι ο χώρος και ο χρόνος.

Μέσα στο αίμα μας πιο πολύ κυλά η Ανατολή.
Μεσ’ απ’ τη μυρωδιά του γιασεμιού και του πακιστανού
έρχεται ο Νιζαμί και ο Τζελαλουτίν Ρουμί
να σμίξουνε το λόγο του Χριστού και του Μωάμεθ
αναζητώντας δύναμη μες στις αδυναμίες του ανθρώπου,
ένα συν που να αντισταθμίζει στη φθορά του κόσμου.

Αμφισβητώντας το «μπροστά», το «πίσω»,
το «πάνω» και το «κάτω»
τη φωτεινή ουσία της ψυχής
αναζητούν στο «είναι».

Ένα κάποιο συν αναζητά ο ιστορικός
για να χαρακτηρίσει τον αιώνα,
όπως τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα,
τον Παρθενώνα και την Πιετά,
το Χριστό και το Σωκράτη.

Το συν που διευρύνει το νόημα των λέξεων
αναζητά ο ποιητής
που χτίζει κόσμο από το τίποτε και βλέπει
πως ένας πάπυρος με μια τραγωδία του Αισχύλου
αξίζει όσο και μια θρησκεία.

Όλα μια παράλληλη πορεία ακολουθούν,
γι΄ αυτό και περιπλέκονται συχνά
κι ο ένας βαδίζει στη γραμμή του άλλου
καθώς γεμίζει, αδειάζει, χάνεται
και πάλι βγαίνει το φεγγάρι.

 

ΚΑΤΑΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι κλέφτης
κι άλλοτε λέω πως είμαι ο ίδιος κατακλεμμένος.

Αγροίκος ήρθα μέσ’ από τη χέρσα γη μου και το δάσος
κι έκλεψα λέξεις και χρώματα
κι έπλασα κόσμο από το τίποτε και σημαία απ΄ το μηδέν.

Μπήκα κλέφτης μες στις συγκινήσεις της ποίησης,
κλέφτης διπλός και τριπλός στον έρωτα.
Ταξίδεψα πολύ και γεύτηκα σπάνιες γεύσεις
ποτών και φαγητών
κι αρώματα κόσμων μακρινών.

Κλέφτης του φεγγαριού, του ήλιου και της θάλασσας,
του πράσινου χόρτου και της άσπρης πέτρας,
της γνώσης κλέφτης σταυρωμένων ποιητών.

Όμως στο τέλος τίποτε δεν πήρα.
Όλα είναι εδώ σε τούτο το ανοιχτό πανέρι των στίχων
ενώ κρυφά κι επίμονα
έρχεται και με κατακλέβει ο χρόνος.

Ο χρόνος είναι δυσανάλογα μικρός απ΄ την επιθυμία.
Σαν αρχικλέφταρος κατηφορίζει πάνω στην κλίση της γης
και χάνεται γρήγορα στον ορίζοντα.

Από τα κέρδη μου τρώει και προχωρεί
σαν ασυνείδητος καταχραστής
καθώς η γη όλο και περιστρέφεται στο σύμπαν.

 

ΕΙΜΑΙ ΚΕΡΙ

Είμαι κερί.
Μ΄ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά
προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;

Και είναι τούτο αρκετό;

 

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ευτυχώς που οι ήρωες δεν περιμένουνε δικαίωση
από το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα τους
διαφορετικά θα ήταν όλοι τους χαμένοι όπως τους πολιτικούς.
Αυτοί αρκούνται με την απόδοση της πράξης τους μονάχα,
με την απόδοση της μιας στιγμής που απομόνωσαν στο χρόνο,
σαν κάποιος που βγαίνει απ΄ το παιχνίδι
τη στιγμή του μέγιστου κέρδους.

Εμείς που μείναμε να συνεχίσουμε
θα πληρώσουμε και τη ζημιά.

 

ΤΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ

Σπάνια κάποιος άγιασε για το σύνολο της ζωής του,
οι περισσότεροι ήταν για κάποιο μέρος της μονάχα,
για λίγες πράξεις ή και για μια μόνο απόφαση.
Κι ούτε κανένας έγινε ήρωας για όλη του τη ζωή
παρά για κάποιες πράξεις ή και μια μονάχα.
Όλη η άλλη ζωή είναι με τα λάθη και τις αμαρτίες της,
τα συν και τα πλην, τα πάνω και τα κάτω της.

Γι΄ αυτό κανένας μύθος δεν είναι πλήρης
και καμιά μυθοποίηση δεν είναι δίχως ψέμα.

Πρέπει, λοιπόν, το φωτοστέφανο να αφαιρείται
κι από αγίους κι από ήρωες
και να φυλάγεται σε σκοτεινό ντουλάπι.
Να τους φοράμε μόνο όταν μιλούμε
για τη μέρα ή την ώρα που το αξιώθηκαν.

 

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Αναστρέψαμε τη γη και γυρίσαμε τα μέσα έξω,
ενέργειες φυλακισμένες σε πέτρες και σε μέταλλα
ασύλληπτες περιπολούν στο σύμπαν.

Μα ποιος μπορεί να μετρήσει
αν μεγαλώνει η χαρά
κι αν λιγοστεύει ο φόβος του θανάτου.

Όλα έγιναν για την ελευθερία
μα μια μοιραία απόκλιση
εμφυτεύτηκε στο ξεκίνημα
κι όλα προς μια αναπόφευκτη μεταβολή κινούνται.

Πού είναι ο τυχερός ψαράς
που θα πιάσει το χρυσό ψάρι
κι αφού πλουτίσει με την πρώτη επιθυμία
και αποκτήσει δόξα με τη δεύτερη
με την τρίτη να τ΄ απαρνηθεί
και να σώσει τον κόσμο.

 

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό
πάντα μένει ένα σύννεφο
που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.
Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει
μια φλέβα φωτιάς
για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.

Σκάψε σκάψε,
ανατίναξε ανατίναξε
και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος
που θα μετατοπιστεί
για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.

Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο
όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις
παραμένει μια φλέβα περηφάνιας
που μπορεί να γίνει ποτάμι
και να ξεπλύνει τον κόσμο.

Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων
η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.

 

Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ

Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της
που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία
μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει
είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται
σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.

Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις
και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.

 

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ

Ο τόπος μας είναι μικρός και γύρω η θάλασσα
τα σύνορα του άλλου κόσμου δεν τα βλέπεις.
Οι βροχές κάνουν πως έρχονται και φεύγουν ξαφνικά
και μένουμε στεγνοί και διψασμένοι.
Οι αγέρηδες φυσούνε απ’ όλες τις διευθύνσεις
μα ποτέ δεν παίρνουμε μια σωστή κατεύθυνση.
Ο τόπος μας είναι μικρός και μας μικραίνει επικίνδυνα.
Ισορροπούμε για λίγο κι ύστερα πέφτουμε και πάλι.
Φοβισμένοι, πιο πολύ κοιτάζουμε πίσω παρά μπροστά
ξεθάβοντας ξεχασμένους αγίους και ήρωες.
Μικραίνει ο τόπος και πληθαίνουν οι ήρωες
φτωχαίνουν οι ψυχές μας και πληθαίνουν οι άγιοι.
Σε τι μας ωφέλεσαν και τους επικαλούμαστε
αυτούς που έχουνε με όλα πια ξοφλήσει!
Οι ήρωες έγιναν στρατιά και σκοτώνουν τον άνθρωπο μέσα μας
οι άγιοι έγιναν στρατιά και σκοτώνουν το θεό μέσα μας.
Ελευθερία! Ελευθερία! Από πού να ‘ρθεις να μας λυτρώσεις!

 

 

Το νερό της μνήμης    (1998)

 

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ

Περιμένουμε τη βροχή. Χρόνια περιμένουμε
κοιτάζοντας τον άδειο ουρανό.
Σκόνη σκέπασε τον κόσμο,
τα φύλλα χάσανε το χρώμα τους.
Άτροφη μήτρα η γη προσμένει τον οργασμό.
Ως κι ο ήλιος θέλει να πλυθεί.

Τούτη η αναβροχιά κάθεται στην ψυχή μας
και τη σκεπάζει όπως η σκόνη τις αρχαίες πέτρες
που καίγονται άπλυτες στον ήλιο.
Η ψυχή μας κατάντησε κι αυτή
ένα αρχαίο μωσαϊκό σκεπασμένο από τη σκόνη.

Περιμένουμε τη βροχή να μας καθαρίσει,
να βρούμε το χρώμα μας,
αυτή τη λάμψη που φυλακίστηκε μέσα μας,
το φως
που γεννιέται από τις πέτρες και το χώμα μας.

1998

 

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Ο στίχος είναι όνειρο
επιθυμιά κρυφή
επιθυμιά φανερή
λαχτάρα για το υπαρκτό
λαχτάρα για το ανύπαρκτο.
Ο στίχος είναι πάθος
να ζήσεις ο,τι ζεις
να ξαναζήσεις ό,τι έζησες.
Ο στίχος είναι πόθος
για κείνο το δικό σου
που δεν έζησες.

Κι έτσι
όπως
ο κάθε κτύπος της καρδιάς
μακραίνει τις μέρες μας
ολοένα
πληθαίνουν οι στίχοι
οι επιθυμίες
τα όνειρα!…

 

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΗΣ ΨΥΧΗΣ

΄Όταν η ψυχή βγαίνει από το σώμα
φεύγει καθώς γυναίκα απατημένη
που ποτέ πια δε θέλει να επιστρέψει
στο σπίτι αυτό που την κρατούσε
δέσμια των πραγμάτων
και των τριών διαστάσεων του κόσμου.

Περιφέρεται γυμνή σαν πεταλούδα
από ανθό σ΄ ανθό,
γυρίζει μες στους δρόμους,
σε ποτάμια ταξιδεύει και σε θάλασσες,
ερωτεύεται τον κόσμο απ΄ την αρχή,
τραγουδά, επαναστατεί…

Αφήνει το σώμα στην αγκάλη του φωτός,
στο νερό το αφήνει και στη γη
και προχωρεί σιωπηλή μες στη βροχή
να συνδεθεί με την αιώνια μουσική του σύμπαντος
απ΄ όπου πια δε θα ‘χει επιστροφή.
Θα ‘θελε, ωστόσο, να επιστρέψει
εκεί που γνώρισε το φως και τη χαρά,
σε όλα όσα έζησε να επιστρέψει
και να γίνει όλα τούτα
ενωμένα σε μια άπειρη στιγμή,
σε μια ύπαρξη.

Και να συνεχίσει να είναι εδώ,
άφωνη,
αθέατη,
μυστική,
χωρίς δικαίωμα ψήφου είτε επέμβασης,
μα πάντα,
μέσα σε όλα,
μια θέση,
ένα δάκρυ,
ένα χαμόγελο.

 

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μισά τα σχέδια των κυριακάτικων μας εξόδων.
Φεύγουμε πάντα για το νότο
κι επιστρέφουμε σε μια Λευκωσία που αδρανεί
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
μες στο λιλά του δειλινού…

Κι έτσι όπως σε κοιτάζω και με κοιτάζεις,
Πενταδάχτυλε,
περιπλανιέμαι ανάμεσα στις κορφές σου
με το δικό μου παραμύθι.
Διαβαίνω στην αντίπερα όχθη και βυθίζομαι
σε χρόνους άλλους,
σε μέρες που η θάλασσα άνθιζε χαμόγελα,
σε άλλες τραγωδίες,
σε άλλες εξάρσεις…

Και στα παιδιά που όλο ρωτούν γι΄ αυτό το τείχος
λέω ένα παραμύθι
με τον καλό, με τον κακό
κι αυτό που πάντα γίνεται στα παραμύθια,
πώς το καλό θριαμβεύει
κι ο ήρωας μπαίνει στο παλάτι,
είτε,
φέρνει την τελευταία στιγμή
τ΄ αθάνατο νερό
και το νερό της μνήμης.

1998

 

ΤΥΦΛΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ
ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τυφλός ομιλητής ανέβηκε στο βήμα,
άνοιξε το χειρόγραφό του
κι άρχισε να μιλά αγγίζοντας μια μια τις λέξεις
με τα δάχτυλά του. Ήτανε Τούρκος
και μιλούσε ελληνικά. Οι λέξεις του,
ελληνικές και τούρκικες μαζί,
πετούσανε σαν τα πουλιά πάνω από σύνορα
που δεν μπορείς να πεις την εθνικότητά τους.

Κι όσο μιλούσε αγγίζοντας τις λέξεις με τα δάχτυλά του
κι αφήνοντας τες στον αέρα
έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τον αγγειοπλάστη
που έπλαθε μια γη στρογγυλή, μια πατρίδα ενωμένη,
δίχως ζώνες θανάτου, ένα περιστέρι της ειρήνης…
Τα έπλαθε ένα ένα με τα δάχτυλά του,
τους εμφυσούσε πνοή και τ΄ άφηνε
να πετούν μέσα στην αίθουσα,
ν΄ αναζητούν παράθυρα και πόρτες ανοιχτές
για να πετάξουνε στον κόσμο.

 

ΟΡΦΑΝΙΑ

Στη μνήμη της μητέρας μου

Το σώμα σου στο παγωμένο τραπέζι του νεκροτομείου
είναι ξένο και μακρινό
μα όλη σου η ζωή είναι τώρα πιο πολύ δική μου.
Μέσα μου όλα σου τα βάσανα κι όλες οι πίκρες
καρφιά που με ματώνουν.
Δε χάρηκε ποτέ στη ζωή της, είπε ο γέρο Ιωνάς.
υπενθυμίζοντας χρόνια ορφάνιας,
χρόνια σκληρής δουλειάς και ταπείνωσης μέσα στη φτώχεια.

Η ορφάνια είναι ένα κενό
που πέφτει αμείλικτο και σε τυλίγει.
Κόβεται πίσω σου το νήμα και μένει
να το ξετυλίγεις μονάχα μπροστά,
να πορεύεσαι καθώς ο πρόσφυγας
όλο και πιο μακριά απ΄ το σπίτι του,
καθώς ο ξενιτεμένος που δεν έχει πια δυνάμεις να γυρίσει.

I am an orphan, έλεγε ο γέρο Κεβόργκ
και τα υγρά του μάτια κι η τρεμάμενη φωνή του
γράφανε ένα κενό ογδόντα χρόνων
που πορεύτηκε στην προσφυγιά
αφήνοντας στο δρόμο μάνα και πατέρα.
Ύστερα από χρόνια γύρισε στον τόπο που χαθήκαν
και προσκύνησε το χώμα.

It was a pilgrimage, έλεγε,
να φτάσω εκεί, στη γη που τους πήρε,
να φιλήσω το χώμα,
να εκπληρώσω το χρέος μου…

Είμαι χρεωμένος, μάνα, είμαι ανεξόφλητα χρεωμένος
με όλα σου τα βάσανα,
με την ορφάνια και την προσφυγιά σου,
μ΄ αυτό τον πρόωρό σου θάνατο.

Πέφτει η βροχή, υγραίνεται το χώμα,
διαλύονται τα σώματα και οι ψυχές μας
διψασμένες πορεύονται περιμένοντας
ένα κατακλυσμό να τις ξεπλύνει.
Η γη ν΄ ανοίξει μέσα της δρόμους μυστικούς
τον ένα νεκρό να δέσει με τον άλλο,
να μιλήσει ο παππούς ο εκατοντάχρονος
και ο πατέρας που πήγε να το βρει
κι εσύ που ακολουθείς
κι ο θεριστής και ο σποριάς κι ο λακοτρύπης
και ο βοσκός κι ο γεωργός
και οι γυναίκες οι σταχομαζώχτρες
κι οι πλύστρες κι οι γαλακτοκόμες
κι όλοι οι ορφανοί και οι βασανισμένοι,
να μας δώσουν την ευχή τους,

να εξαγνιστούμε κι εμείς
κι η γη που τους επήρε.

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΔΙ

Στη μνήμη του πατέρα μου

… Προχωρούσα μέσα στη νύχτα
από τη μια στάση του ύπνου στην άλλη
κυνηγημένος από έναν πυρωμένο καιρό
που με πίεζε σαν λιωμένο μολύβι.
Ανοίγοντας μαύρα φτερά νυχτερίδας
ο Ιούλιος έμπαινε μέσα στον Αύγουστο.
Κι ύστερα οι δυο αλλάζανε σειρά,
ο Αύγουστος έμπαινε μέσα στον Ιούλιο
και συνωμοτώντας διαμέλιζαν το σώμα μου.
Τα χέρια μου δεν είχαν που ν΄ απλώσω
κι η φωνή μου έπηξε στο κρύο πρωινό σαν το μολύβι…

Καθώς ξύπνησε πρωί στο προσφυγικό του σπίτι
και πριν προλάβει ακόμα να γυρίσει από το άλλο,
όπου περιφερότανε ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών,
στην αυλή και στον κήπο με τα διψασμένα δέντρα,
φύσηξε ένας αγέρας δυνατός που χτυπούσε τα παράθυρα
κι έτρεχε να τα κλείσει…
Μα ποιου σπιτιού ήταν τα παράθυρα;
Εκείνου του αληθινού είτε τούτου;
Και τι αγέρας ήταν αυτός;…

Κι απάνω που έτρεχε να κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα
παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έσπρωξε
έτσι που έπεσε κι έσπασε το πόδι του.

Χαστούκι του χάρου, σκέφτηκε,
καθώς μέσα στον πόνο του είδε
πως το σπασμένο πόδι ήταν εδώ
και τον έριξε χάμω στο προσφυγικό του σπίτι.

Αϊ, αϊ, αϊ … χαστούκι του χάρου,
λέγανε κι οι άλλοι γέροντες
που μαζεύτηκαν απ΄ το συνοικισμό.

Ύστερα προσπαθούσε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε,
ήθελε να βγει στην αυλή μα δεν μπορούσε
κι όμως ήταν εκεί, μες στο παλιό του σπίτι.
Πολεμούσε τη βροχή που έσταζε απ΄ τη στέγη,
την ξέρα του καλοκαιριού,
την πείνα και τις αρρώστιες των παιδιών…
Καλλιεργούσε την πέρα κι έσπερνε τον άνεμο,
έσβηνε μια πυρκαγιά που δεν έλεγε να σβήσει
και πάντα μόνος… μόνος… μόνος…

Μ΄ όσους πολλούς κι αν έζησε,
μ΄ όσους κι αν περπάτησε ως εδώ
κι όσοι κι αν ήταν τώρα γύρω του και τον πονούσαν,
τον άνεμο αυτό και τη φωτιά
κι όλη την πείνα κι όλες τις αρρώστιες
μόνος τώρα θα τα πολεμούσε,
μόνος θα περπατούσε
και το στερνό ετούτο δρόμο
με σπασμένο το ποδάρι…

Στους δρόμους του χωριού του γεωργοί κουβαλούσαν καρπούς,
καθόντουσαν ξυπόλυτοι στο καφενείο
ακουμπώντας κάτω τα ζεμπίλια τους,
πίναν καφέ, πίναν ρακή και διώχνανε την κούρασή τους.
Ύστερα φεύγαν για τα σπίτια και για τα χωράφια τους
μα δεν φτάναν πουθενά
αφού τα σώματά τους διαλύονταν
στο φως του ήλιου και στον άνεμο.

Και τους ακολουθούσε με σπασμένο το ποδάρι…

1998

 

Το σπίτι κι ο χρόνος   (1990)

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Τώρα πια έχουν αλλάξει τόσα πολλά,
μετατοπίστηκαν τα οπτικά σημεία,
μεταβλήθηκαν οι προοπτικές.
Το σπίτι στέκει ή δε στέκει,
άντεξε τις βροχές του περασμένου χειμώνα ή υποχώρησε;

Σαλεύει σαν κουρτίνα στη μνήμη και διαθλάται
όλη εκείνη η σειρά των γεγονότων:
πότε και ποιος μπήκε και βγήκε,
πότε και με ποια σειρά γεννηθήκαν τα παιδιά,
πότε πέρασε ο θάνατος…

Εκείνο που μένει πάντα και με βασανίζει πιο πολύ
είναι το πόσο δύσκολα μεγάλωναν όλα και όλοι.
Το χειμώνα σφύριζε ο αγέρας μέσα από τις τρύπιες πόρτες και τα παράθυρα,
έμπαινε η βροχή, η αστραπή και η βροντή από τις ίδιες τρύπες.
Τις κλείναμε, πότε με κουρέλια και πότε με χαρτιά.
Έμπαινε και το κρύο και μας πάγωνε τα κόκκαλα προχωρώντας
ως μέσα στον ύπνο μας.

Κάποτε τέτοιες νύχτες γυρίζανε μέσα στο σπίτι
τα κλάματα και οι φωνές σαν τα φαντάσματα.
Το μίσος μας άλλαξε θέση με τον οίκτο:
μάνα-πατέρας, πατέρας-μάνα… Ποιος φταίει;
Με την επίμονη άρνηση του Θεού, την απουσία του.

Τα καλοκαίρια στέγνωνε η γη κι έσχιζε όπως το σώμα μας.
Καίγανε όλα: οι πέτρες κάτω απ΄ τα γυμνά πόδια,
τα δέντρα, το χώμα, το νερό.
Ό, τι πείσμωνε να μεγαλώσει σερνότανε αργά
σαν το φίδι μέσα στο οργωμένο χωράφι.

Ο χρόνος ο ίδιος σερνότανε αργά
και δεν έλεγε να βιαστεί να μεγαλώσουμε,
να δυναμώσουν τα χέρια και τα πόδια μας,
να δυναμώσει η ψυχή μας
και να πάμε στο δρόμο των ονείρων μας.

1990

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

─ Γιατί κλαίς Ελένη;
─ Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός και φοβήθηκα.
─ Πώς ήταν ο κακός;
─ Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της)

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό, τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…

Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα σου,
ο λύκος έρχεται απ΄ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ΄ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ΄ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαις. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

1990

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου μπαίνει το φως
κομματιασμένο – παίζει ανάμεσα στη στιγμή και το άπειρο,
ανάμεσα στον κόσμο αυτό και τον άλλο
καθώς πέφτει πάνω στο αποκαλυμμένο πρόσωπο
του νεκρού εφήβου
κάτω απ’ το θόλο της εκκλησίας.

Στέκει η μάνα ένα χρόνο στο ίδιο μέρος
και μπαίνει το φως κομματιασμένο και φωτίζει
τη σκιά του θανάτου στο πρόσωπο της.

Μπροστά της στέκει ο άλλος γιος γαμπρός
κάτω απ’ το μεγάλο θόλο, καθώς το φως
απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου
διαθλάται πάνω στο άσπρο φόρεμα και τα λουλούδια.

Έτσι, από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, πόσους καιρούς
σ’ αυτή τη θέση, κάτω απ’ το μεγάλο θόλο
κυλούν τα πρόσωπα, το μαύρο και το άσπρο εναλλάσσονται
και συνυπάρχουν
και όλα καταγράφονται
στο αιώνιο βιβλίο του φωτός!

 

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

Γρήγορα ξεχνούμε δίχως το αγκάθι να μας τρυπά τη μνήμη,
δίχως την πέτρα να μας καθηλώνει στο σχήμα της,
το χώμα που βουλιάζει το πόδι μας, το δέντρο που ανεβαίναμε παιδιά,
δίχως το λόγο που αποκαλύφθηκε πέφτοντας νύχτα από τ’ αστέρια
λόγος βαρύς απ’ την ταφόπετρα,
λευκός απ’ τα φτερά των αγγέλων…

Κατεβαίνουμε απ’ τον κόσμο της μάνας,
αφήνουμε το στήθος που μας έθρεψε και γρήγορα ξεχνούμε
η ζεστασιά του κόρφου, τη γεύση του γάλακτος, το σχήμα του στήθους
και φεύγουμε σ’ έναν κόσμο που μας στριφογυρίζει διαρκώς,
φεύγουμε χωρίς επιστροφή, χωρίς επανάληψη.

Μα η ελπίδα είναι εκεί, όταν επαναλαμβάνεις αυτή τη γλώσσα
που έρχεται απ’ το στόμα της μάνας σου κι απ’ τους αιώνες,
όταν χτίζεις καινούργιο σπίτι στα θεμέλια του παλιού,
όταν ανεβαίνεις στο δέντρο που φύτεψε ο παππούς, κατεβαίνεις
και φυτεύεις ένα καινούργιο.

 

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Διασχίζοντας βουνά και πεδιάδες περνούν τα σύνορα.
Από φυλάκιο σε φυλάκιο προεχτείνονται νεκρές λωρίδες
κόβοντας το δάσος και τα χόρτα που οργιάζουν.

ΜΕ την κοινή συναίνεση και των δυο πλευρών
περνά το τσεκούρι κάθε τόσο και καθαρίζει τις γραμμές.
Αυτός είναι ένας πόλεμος ενάντια στις ρίζες
που κάτω από τη γη βαθιά πλέκονται μεταξύ τους
και προχωρούν πετώντας νέους βλαστούς.
Είναι ένας πόλεμος ενάντια στις κορφές
που ανεβαίνουνε ψηλά και ρίχνουνε σπόρους σ’ όλο το κενό.

Αγώνας γίνεται πολύς για να κρατιούνται καθαρές
οι γραμμές των συνόρων.
Και καλά, το χώμα δεν κινείται. Τα δέντρα ξεριζώνονται.
Όμως τα νερά των ποταμών που κυλούν διαρκώς,
τα νερά των λιμνών που εναλλάσσονται
διαπλέοντας τα σημεία των συνόρων πάνω απ’ τα νερά!

Στις περιοχές αυτές των συνόρων
όπως τα δέντρα είναι και οι άνθρωποι,
όπως το νερό. Ρευστές οι ανθρώπινές τους γλώσσες,
κυλούν από τη μια στην άλλη πλευρά
μαζί με τις συνήθειες και τις ιστορίες τους.

Συχνά η ιστορία ενοχλεί, επεμβαίνει, παροτρύνει…

 

ΕΙΡΗΝΗ

Πρωί. Ο ήλιος βγήκε χαμηλά και βόσκει μες στον κάμπο
την πρωινή δροσιά των δέντρων και των χόρτων.
Το ξενοδοχείο στις όχθες της Οχρίδας κατειλημμένο
από πολύχρωμες σημαίες μιλά σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κι ήρθε και ‘στάθη κάτω απ’ τα μπαλκόνια ένα φορτίο ζεστού ψωμιού
και με τη μυρωδιά του πυροβόλησε κάθε παράθυρο
και μας πέτυχε όλους. Καλύτερα κι από τους ήχους της ποίησης
μας πέτυχε όλους με τον ίδιο τρόπο. Και είπα:
Αλήθεια, η μυρωδιά αυτή δεν έχει σύνορα, δεν έχει χρώμα,
η μυρωδιά αυτή σε όλα προηγείται…
Διατρέχει τον κόσμο, διαπλέει τις θάλασσες,
γεμίζει σπίτια και αυλές, παλάτια και τσαντίρια
είναι το όνειρο του κόσμου το πιο δυνατό μες στους αιώνες.
Και δεν ξέρω γιατί, αλλά περισσότερο κι από τους ήχους της
ποίησης,
ο ήχος αυτής της μυρωδιάς του ζεστού ψωμιού μες στο πρωί
έδωσε το σχήμα κι έπλασε χειροπιαστή τη μορφή της ειρήνης.

 

Η στέρνα των ερώτων  (1987)

 

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Στάθηκε ξυπόλυτη στην άκρη του νερού,
μικρή παιδούλα,
περιβεβλημένη την αθωότητα
των δώδεκά της χρόνων.
Οι έφηβοι την πείραζαν,
χωρίς να ξέρουν ακόμα το γιατί,
πονώντας την. Κι αυτή χαμογελούσε
της θάλασσας, του ήλιου και της μέρας.

Μεγάλη μπροστά της απλωνότανε η μέρα,
κρατώντας στάλες πρωινής ομίχλης
κι αρώματα της αυγής.
Μεγάλη κι η ζωή απλωνότανε μπροστά της
αρχίζοντας μόλις να μαζεύει
το χνούδι από το σώμα της…

Μα όλα τούτα κράτησαν τόσο λίγο,
όσο που άρχισε να ξεντύνεται . Όσο
που ξεντύθηκε, αποκαλύπτοντας
σώμα ώριμο,
σώμα γυναίκας πλήρες,
σχήμα τέλειο ─ μήτε να προσθέσεις
μήτε ν΄ αφαιρέσεις ─
γυμνό σπαθί μες στη φωτιά,
στήλη νερού πάνω στον ήλιο,
ψυχή αιωρούμενη ανάμεσα στα λουλούδια…

Φωτιά πήρανε όλοι οι πόθοι.
Καίγονται και δεν την αγγίζουν.
Αδιαμφισβήτητη πορεύεται η ουσία.
Γίνεται το κέντρο των πραγμάτων.

Γιατί το σώματα τούτο όλα τα έχει,
γιατί το σώμα τούτο αθάνατο είναι
κι άφθαρτο
στέκει απέναντι στο θάνατο
και με ζωή τον προκαλεί.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Η θάλασσα γυμνή να τη χαϊδεύει ο ήλιος
και στήθια κοριτσιών μαρμάρινα
ρίχνουν δροσιά στη δίψα.

Ήμουν ξανά εδώ.
Πέρασα αόρατη ανάσα έρωτα
κι άναψα φωτιά
και γέννησα στίχο
κι έπλασα κόσμο
να περιφέρεται ανάμεσα στην ομορφιά αυτή
όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου
ασημώνουν το νερό
και βάφουν κόκκινα
τα στήθια των γυμνών κοριτσιών
και τον πόθο μου.

…Τίποτε πιο εφήμερο απ’ το γυμνό σου σώμα
γυναίκα του καλοκαιριού
και τίποτε πιο αιώνιο
από τον πόθο για τούτο το σώμα.

 

ΠΡΩΙ

Πρωί. Η θάλασσα καθρέφτης. Τυφλώνει ο ήλιος.
Το πρωί, η θάλασσα και ο ήλιος
όλη την αιωνιότητα της γης θ’ αντέξουν.

Μα η κοπέλα που στέκει ακίνητη, φυτεμένη
ως τη μέση στο αιώνιο νερό
με τ’ όρθιο στήθος της γυμνό, να λάμπει
κάτω απ’ τον απειροαιώνιο ήλιο
σα δίκοπο σπαθί; Η ίδια –
ένα ολόδροσο και γελαστό πρωί;

Αυτή περαστική κι ο ποιητής περαστικός.
Σε ποιο πρωί, σε ποια θάλασσα
και σε ποιον ήλιο να επαναλαμβάνονται

 

ΚΑΘΑΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Μες στον καθρέφτη του σώματος
του άλλου φύλου
ανακαλύπτει
τη φωτιά που τον καίει.
Και δίχως να ξέρει από αγάπη
πέφτει μέσα της
και καίει τα φτερά του –
σέρνεται γονατιστός στα πόδια της
και χύνει δάκρυα πικρά.

Όμως η φωτιά αυτή τον καθαρίζει
και γίνεται
ένα φωτεινό πλυμένο τριαντάφυλλο
που χαμογελά
όλης της γης
του σύμπαντος
και όλων των αιώνων.

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Η θάλασσα λουσμένη σε μια πλημμύρα ήλιου
σ΄ ένα καταμεσήμερο που κρατούσε αιώνες
κι εσύ με πόδια γυμνά να τρέχεις
πάνω στους βράχους που απλώνονταν
ως το λεπτό σου φόρεμα να το ξεσκίσουν
σάμπως να μην τους έφτανε που αγγίζανε τα πόδια σου,
πίνοντας στάλες κόκκινες ερωτευμένου αίματος.

Αυτά κερδήθηκαν. Γράφτηκαν
πάνω στη χρυσή πλάκα μιας υποδιαίρεσης ζωής
που δε χάνεται.

Κι όσο περνούν τα βράδια και οι χειμώνες
κι όσο η θάλασσας μετατοπίζεται
κι οι βράχοι ντύνονται παράξενα χρώματα,
παρδαλά κουρέλια, καθώς παραλίες τουριστικές
και δεν τους φτάνει πια η μνήμη,
μένεις εσύ να τρέχεις ανάερα
κι απ΄ το σχισμένο φόρεμά σου να προβάλλει
πόδι γυμνό, καθώς σπαθί στην αιωνιότητα
και τρεις σταγόνες αίμα
να πετούν με τα φτερά των αγγέλων,

ενώ το τραγούδι της γοργόνας επιστρέφει,
σάμπως από φωνόγραφο, στο σύμπαν.

 

ΜΥΘΟΣ

Χρόνια πριν, όταν ακόμα περπατούσαμε
με γυμνά πόδια όλες μας τις ακρογιαλιές,
γλιστρώντας μέσα από τ’ αγκάθια και τους βράχους,
χρόνια πριν
είδα το νησί απ’ την κορφή του Πενταδάχτυλου
να ταξιδεύει προς τα στενά
της Σκύλλας και της Χάρυβδης
και τ’ αυτιά του ανοιχτά στις Σειρήνες
χωρίς να προβλέπει…
Και άκουσα τη Γοργόνα να κλαίει
τη μοίρα δυο ερωτευμένων
κι άλλα πολλά…
Ύστερα ταξιδέψαμε όλοι μας πολύ
και σήμερα δεν ξέρω καν τι να ‘γιναν οι ερωτευμένοι,
πού να βρίσκεται η Γοργόνα,
πού σκάλωσε ταξιδεύοντας το νησί.
Κι αναζητώ κορφή να σταθώ,
θάλασσα να φουρτουνιάζει,
νησί να ταξιδεύει,
έρωτα που η Γοργόνα
φοβισμένη απ’ τη φωτιά του να τον κλαίει.

 

 

Περαστική άνοιξη  (1984)

 

ΑΝΟΙΞΗ

Στην ομορφιά σου και στη νιότη σου καρφώνεται το βλέμμα μου βαθύ
κι απ’ την αντιστροφή ετούτη του φωτός
πληγές ανοίγονται μες στην ψυχή μου.

Αγάπησα πολύ, όχι εσέ, αλλά την άνοιξη
που ανθίζει γύρω στο κορμί σου,
αγάπησα πολύ την ομορφιά που φώλιασε μέσα στη νιότη σου.
Γύρω σου σαν κατάδικος γυρίζω σάμπως πάνω στον τροχό
με δύναμη φυγόκεντρη. Κι όλο φεύγω,
ενώ εσύ γυρίζεις στον τόπο, ίδια πάντα,
λάμπεις κι ανθίζεις ασταμάτητα
κρατώντας κοντά σου σκλάβα την καρδιά μου.

Το νήμα τεντώνεται. Φεύγει ο δικός μου φυγόκεντρος χρόνος.
Και πρέπει να προλάβω να συμβιβαστώ.
Ν αγαπήσω τούτη τη φυγόκεντρη πορεία,
να δοθώ σε κάποια άλλη έλξη. Και να προλάβω,
γιατί αυτοί που αγάπησαν πολύ την άνοιξη φύγανε νέοι.

Μόσχα, Άνοιξη 1982

 

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στη Μαρία

Ωχ και να ‘ξερα ποιος φέρνει
το κλάμα μες στον ύπνο σου!
Τάχα μέσα στη ζούγκλα τους ξυπνούν
άγρια τα παιχνίδια σου
και ύφος παίρνουν απειλητικό!

Κοιμήσου. Το μικρό λυκόπουλο
που ήρθε να σε πάρει σε δάσος άλλης εποχής,
να σε πάρει στη μάνα του για να σε νανουρίσει,
να σε βυζάξει με το γάλα της
πια δεν υπάρχει… Υπάρχει μόνο
μέσα στο βάθος του κόσμου απ΄ όπου έρχεσαι,
στο βάθος του κόσμου που φέρνεις μέσα σου
και που ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Εγώ καλά τον έφραξα τον κόσμο εκείνο,
μέσα του δε θα μπεις ποτέ. Κοιμήσου
και θα δέσω πάνω σε κόκκινη κορδέλα
το λύκο που ήρθε στο δάσος να σε πάρει
και ζαχαρένιο το πρωί θα στον χαρίσω.

Κοιμήσου για να μεγαλώσεις,
να μεγαλώσει μαζί σου και ο κόσμος τούτος
που τόσο έχει μικρύνει.

 

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα
που έρχεται ν’ αναστήσει το χαμένο σπίτι,
την αυλή με το νεκρό σκύλο,
τα βράδια τα γεμάτα με θανάτους
και τις φωνές που σπάζανε
τα πιάτα και τα γυαλικά μέσα στο σπίτι.

Πονεί η μνήμη που αποζήτησε τη λήθη
οξειδωμένη σαν την παλιά λακάτη πάνω στο άδειο πηγάδι
ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και τις ξερές συκομουριές.
Τι θέλεις και τη σπρώχνεις ανελέητα
όταν μουγκρίζει σαν τροχός χρόνια ακίνητος
πάνω στον άξονά του οξειδωμένος;…

Θ’ αντλήσει το νερό που πίνεις και θυμάσαι,
το νερό που καταλάγιασαν μέσα του
τόσες και τόσες ιστορίες.
Και δεν υπάρχει πια φυγή ούτε λήθη,
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

Ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη,
μου λαχαίνει και τώρα να ψηλαφώ
με το αποστασιοποιημένο μου βλέμμα
την πόλη σου μες στην ομίχλη που σιγά σιγά
την πνίγει ως το θάνατο της λησμονιάς.

Μα τι τα θες; Ήμουνα στην πόλη σου
ένας πληβείος. Πολλά έχτισα κτίρια
─ βλέπεις και τώρα τις κορφές τους
απ΄ το γύρισμα της Δερύνειας ─
που καθόλου πια δε μου μιλούνε.

Οι αναμνήσεις μου
μηχανουργεία κι οικοδομές,
νυσταγμένα λεωφορεία και φτωχοί εργάτες
─ Τούρκοι κι Έλληνες ─
να σκληραίνουν την ψυχή τους
κάτω από την εκμετάλλευση.

Οι αναμνήσεις μου
εργολάβοι, χρηματιστές κι ιδιοκτήτες που θησαύριζαν
την πόλη εκδίδοντας
σε ντόπιους εκποιητές και ξένους εραστές.

… Τη θάλασσα, τη θάλασσα
κι αυτή την εξαντλούσαν…

Λες, γιατί να τα θυμάμαι τώρα όλα τούτα.
Μα πώς να μην τα θυμηθώ. Τέτοια που ήταν η πόλη τούτη
τη βλέπω και τώρα, σαν μην έφτανε
το μερτικό της στην καταστροφή,
ν΄ απλώνεται και να με κυνηγά;

Μιλώ, καταλαβαίνεις, για εργολάβους
χρηματιστές κι ιδιοκτήτες
που συνεχίζουνε κι εδώ
αδιάφοροι για το πού θα μας σπρώξουν οι ανέμοι.
Τέτοια που έγινε η πόλη τούτη μας ακολουθεί,
ψηφίζει ακόμα τους παλιούς εκποιητές.
και ονειρεύεται δωσίλογα παιχνίδια είτε στέμματα
με την ψυχολογία την εμπορική της ευκαιρίας.

Και λέω μια τέτοια πόλη
φωτιά να πάρω να την κάψω
τους δίκαιους προστάζοντας να πάρουνε αλλού τα μάτια τους
να λυτρωθούν κι αυτοί, κι εγώ, κι ο τόπος.

14-17 Ιανουαρίου 1983

 

ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Το νερό στον κήπο λιγοστεύει,
ξεραίνονται τα δέντρα
και μαραίνονται στον ήλιο τα λαχανικά.

Τα μαλλιά ασπρίζουν του πατέρα
κι η μάνα τους θανάτους μετρά του χρόνου
που ήτανε πολλοί.
Τα χείλη της δαγκώνει η σιωπή
και βάφει το ηλιοκαμένο μάγουλο της
και το μαύρο της τσεμπέρι.

Δεν έμεινε νερό, δεν έμειναν τα δέντρα,
πήγε κι ο κήπος… Το καλοκαίρι γυμνό
καίει το σώμα του μέσα στους κάμπους,
καίει τις πέτρες και το αίμα
που στεγνώνει πάνω στη γη,
καίει τα άγουρα σώματα
τούτων των πρόωρων νεκρών…

 

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ

Κάτω απ’ τους λόφους του Αλασσού
όπου έσπερνε ο πατέρας, μες στις πέτρες
θαμμένη αρχαία πόλη. Και που δεν είναι
θαμμένη μια πόλη! Στη θάλασσα
όπου κατεβαίνουμε τις Κυριακές
για να ξεπλύνουμε την πόλη μιας βδομάδας,
στον κάμπο που καρβούνιασε
κάτω από το σαραντάβαθμο αυγουστιάτικο λιοπύρι
και μας άφησε διψασμένους;
Στους κάμπους της προσφυγιάς,
στα ξένα, μες στον καημό του γυρισμού;

Παντού μια πόλη είναι θαμμένη.
Και πέφτουνε ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,
ανοίγουνε ποτάμια και αποκαλύπτουν
λέξεις, επιγραφές και χρώματα,
θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,
φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.

 

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε; Μην έπιασε φωτιά;

Συχνά σαν μ’ αγαπούσε βρισκότανε στα πρόθυρα,
συχνά σαν μ’ αγαπούσε έσβηνε την τελευταία στιγμή.

Κανένας δεν τον είδε. Όμως σαν βράδιασε
«εκεί είναι και ανάβει» φώναξε
«εκεί είναι και ανάβει» φωνάξαμε
κοιτάζοντας κατά τη σκλαβωμένη γη μας.

Φωτιά στο σχήμα του κυπαρισσιού,
φλόγες ξανθές, θαλασσινές, λαδιές…
Έτσι ανάβει δέκα χρόνια τώρα
και γίνεται μύθος.

1984

 

 

Μεγάλο που ήταν το Φεγγάρι  (1980)

 

α’

ΠΑΝΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Στο νότο του νησιού αραγμένα τα πανιά και καρτερούν
πότε θα φυσήξει, πότε θα φυσήξει…
Κι όλοι το ξέρουν πως οι θυσίες δεν ωφέλεσαν σε τίποτα
κι η γνώμη των δυνατών παρέμεινε αμετάκλητη.
Ποιο το όφελος τώρα να γυρέψουμε νέες θυσίες,
όταν το βλέπουμε καθαρά πως θα ‘ναι άδικες;

Κι ωστόσο, σήμερα, αύριο, ύστερα από χρόνια,
αν θα ‘ναι το μόνο που μας απομένει,
δεν θα ‘χουμε άλλη εκλογή παρά να κάνουμε
και την τελευταία θυσία.

 

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Ένα λουλούδι
που πέταξε μίσχο και άνθισε
γυρίζει κατά τη γη
τσακισμένο από το βάρος
της ίδιας του της ύπαρξης.
Θέλει ν’ αγγίξει τις ρίζες του,
να βεβαιωθεί…

Μα πού
θα βρει τις ρίζες
που χώθηκαν σε τόσο βάθος,
που σκόρπισαν σε τόσες κατευθύνσεις;

Κι όμως το ξέρει,
οι ρίζες του το τρέφουν.

Λευκωσία, Φυλάκιο Νο 3, οδός Πάφου
Αύγουστος 1974

 

ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Στη Νόνα

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός, μικρή Μήδεια.
Είναι τραχύς σαν πεδίο ηφαιστείου —
τα λουλούδια ανθίζουν πάνω στην πέτρα
και τα δέντρα ριζώνουν στην ξέρα.
Ένας δράκος κρατάει το νερό,
ένας ληστής κλείνει τους δρόμους,
ένα πουλί από σπαθιά κόβει τον ουρανό κομμάτια
κι ένας κήτος σιδερένιο κλείνει τη θάλασσα.
Δεν μπορείς να ζήσεις εδώ χωρίς αγάπη.
Δεν αρκεί η αγάπη για το παραμύθι,
τ΄ ακρογιάλια τα δαντελλωτά,
τις ανθισμένες λεμονιές, τα πορτοκάλια.
Ούτε και για τον πρίγκιπα
τον καβαλάρη της Αργώς η αγάπη,
που πατρίδες λησμονά.

Εδώ θα βρεις μονάχα τα κρανία των σοφών,
τα κόκκαλα των πολεμιστών,
τα θέατρα αδειανά και τους ναούς
απ΄ τους θεούς εγκαταλειμμένους.
Τη φωνή του ποιητή θα την ακούς
μονάχα όταν πιστεύεις
και πολύ πρέπει να πιστεύεις
για να δεις το φως,
να δεις τη λάμψη, τη γαλήνη,
την ομορφιά που μας σκλαβώνει.

Είμαστε εδώ
αχθοφόροι
και φύλακες
τούτων των καταλοίπων
του πολιτισμού.
Τσακισμένοι
απ΄ το βαρύ τους φορτίο,
με ματωμένα τα χέρια
κυρτωμένες τις πλάτες,
δεν είμαστε εμείς
της ζωής
απλοί διαβάτες.

Πώς να σου εξηγήσουμε αλλιώς,
και πώς να καταλάβεις, μικρή Μήδεια.

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός
και για να ζήσεις πρέπει πολύ ν΄ αγαπάς.
Ν΄ αγαπάς με τούτη την αγάπη την παράλογη,
τη μυστική, την ανεξήγητη —
αγάπη για την πέτρα, την ξέρα
τα ερείπια,
τα χτεσινά και τα σημερινά,
τα ερείπια που όλο πληθαίνουν,
τα κόκκαλα,
τα σύνορα που όλο μικραίνουν,
τα λάθη, τα λάθη κι όλα…
Το αποπροσανατόλισμα,
τα δάρσιμο στους βράχους,
την πιθανότητα
μιας τελικής καταστροφής…

Κι αν έτσι δεν αγαπάς
εδώ σε τούτο τον τόπο
χάθηκες κι εσύ
κι ο τόπος.

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

Ο κόσμος που αγαπήσαμε απόμεινε
ένας δρόμος σπαρμένος με πτώματα,
ένα ξερό πηγάδι με τρεις αγνώριστους νεκρούς,
μια πόρτα ανοιχτή σε μισοχαλασμένο σπίτι,
που τη χτυπά αδιάκοπα ο αγέρας,
ένας νεκρός σκύλος
με φουσκωμένη την κοιλιά του, σαν σακκί, πλάι στην εξώπορτα.

Δεν μπορούμε να το συλλογιστούμε αλλιώς
παρά μονάχα όπως τον αφήσαμε τούτο τον κόσμο

κι όλο θέλουμε να γυρίσουμε
για να βάλουμε τάξη.

 

β’

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ

Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές κουρνιάζουνε τα περιστέρια,
κουρνιάζει το κύμα στο βυθό
και μπαίνει να κρυφτεί τα βράδια ο ήλιος.
Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές
καταπλέουνε ξύλα από τσακισμένα καράβια,
καταπλέουνε κόκαλα. Αδιάφορη
-ένας κόσμος που δεν ξέρει την αρχή και το τέλος του-
στέκει η θάλασσα καθώς το φως
σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της
σαν τον πόθο μέσα στο νέο κορμί.

Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω με τούτο το φως
για την αλήθεια που γυρεύω μια ζωή
μέσα σε πολιτείες, ερείπια, άδειους ναούς,
μέσα σε άλλες θάλασσες!
θα ‘θελα να μιλήσω για όλ’ αυτά,
τα μαραμένα σώματα, τα σπασμένα κόκαλα, τα σανίδια,
για τη νιότη που όλο φεύγει χωρίς επιστροφή
και τούτη την ομορφιά που με περιζώνει
κι ωστόσο δεν μπορώ
να τη σφίξω μέσα στα χέρια μου
σαν τη ρώγα του σταφυλιού
για να στάξει ο χυμός της μέσα στην ποίησή μου…

 

ΠΕΤΡΙΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ

Αρμενία

1

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
αίμα και νερό
και πλάθει τη ζωή.

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
ήχους και χρώματα
και πλάθει την τέχνη.

Είναι τούτη η αγάπη
που γεμίζει τ’ άδεια θέατρα
που φέρνει τους θεούς
μέσα στους εγκαταλειμμένους ναούς,
τους νεκρούς
μέσα στους άδειους τάφους
και που ατέλειωτα πλαταίνει
τα σύνορα της κουρσεμένης πατρίδας.

Είναι τούτη η αγάπη
που αποκαλύπτει το φως
την ομορφιά που φανερώνει
και τη δύναμη
και που σκλαβώνει την ψυχή
σε τούτο το φανερωμένο θαύμα.

2

Θυσίες, θυσίες, θυσίες…
Κυλάει το αίμα πάνω στο βράχο,
σταυρώνει τα μέτωπα,
χαράζει τη γη,
σμίγει με το ποτάμι
από τη μυστική που κυλάει πηγή.
Κυλάει το νερό,
κυλούν οι αιώνες,
κυλάει το αίμα…
Κυλάει σαν τον ουρανό,
τις εποχές, το χόρτο,
σαν τη μοίρα.

………………………..

Κυλάει το νερό,
κυλάει το αίμα,
το θολώνει,
μετράς μπροστά
(βήματα, χρόνια)
κρυστάλλινο και πάλι
κυλάει…

3

Πέτρες, σταυρόπετρες,
με τόσους σταυρούς χαραγμένους,
όσο και νεκρούς σφαγμένους
σε διαλυμένες πολιτείες
και βρύσες με γάργαρο νερό
να πίνουνε οι περαστικοί και να θυμούνται:
«Τα χτίζω εγώ… ο μόνος επιζήσας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο μόνος εναπομείνας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο αρχηγός καινούργιας οικογένειας,
στη μνήμη…».

Κι η μνήμη,
βαριά σαν πέτρα, σαν σταυρός
κυλάει με το νερό…

Ερεβάν, Μόσχα, 1978

 

 

Αυτοβιογραφία  (1972)

 

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΦΙΔΙ

Στο φίλο Θεόδωρο Στυλιανού

Τώρα βασιλεύει στο χωριό ένα μαύρο φίδι
που έχει παλάτι του το παλιό αρχοντικό.

Τα μαύρα φίδια
μερεύουν με ψωμί σταρένιο
ή με το μαύρο το ψωμί του κριθαριού
μες στους καιρούς της φτώχειας.

Όμως τώρα, τόσο μόνο,
πιστός ακόμα φύλακας,
πιο πολύ την ερημιά τονίζει
κρατώντας την πικρή ιστορία του:

Ήτανε χρόνια πριν, τότε που στο χωριό
κατοικούσε ο τελευταίος νοικοκύρης
σε τούτο δω τ΄ αρχοντικό. Θυμάται, Σχέδιο
γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί.
Τότε συχνά μιλούσαν για φευγιό,
για τα χωράφια που δεν δίναν να τους θρέψουν,
για το παιδί και το σχολειό που θα το ‘στέλναν.

Τότε παιδί και φίδι πιάσαν φιλία μεγάλη
και κάθε βράδυ στου παιδιού μαζί
κοιμόντουσαν την κούνια αγκαλιασμένα.
Το ένα περίμενε το άλλο
και τα δυο περίμεναν το βράδυ.

Κι όταν το παιδί μπορούσε να μιλήσει
και τα ονόματα να λέει των γονιών
χαρά γεμίζοντας το σπίτι,
επίμονα μιλούσε για το φίλο του
που τον καρτέραε κάθε βράδυ.
Μα ποιος πιστεύει ένα παιδί σαν λέει:
Θα ‘ρθει το φίδι και μαζί θα κοιμηθούμε.
Ώσπου μια μέρα η μάνα βλέπει
σαν ήταν ξαπλωμένο το παιδί στην κούνια
ένα φίδι ν΄ ανεβαίνει
και το παιδί με μια κραυγή χαράς
ν΄ απλώνει τα χεράκια του,
τα δυο να σμίγουν σαν αδέρφια.

Τρόμαξε η μάνα
κι όλο το σπίτι τρόμαξε.
Να καταλάβουν τι μπορούσαν
απ΄ το παιχνίδι τούτο της ζωής;
κι όλοι μαζί , πήραν το παιδί και φύγαν.

Έτσι μονάχο του ένα φίδι
γυρίζει τα χαλάσματα.
Κοιμήθηκε χειμώνες,
ξύπνησε καλοκαίρια,
άλλαξε ντύματα πολλά και πάντα
θυμάται ένα παιδί, μια κούνια
και τη ζωή που ήταν άλλοτε
φίδι και παιδί αγκαλιασμένα.

Και το παιδί, άντρας πια,
άκουσε κάποτε σαν ένα παραμύθι
την παλιά ιστορία.
Τώρα, σαν επιστρέφει κάποτε να δει
το σπίτι, που ήταν άλλοτε το σπίτι του,
βλέπει το φίδι και τρομάζει.

 

 

ΡΩΣΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

 

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΜΠΛΟΚ

 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ
Το βράδυ πάνω απ’ τις ταβέρνες
Ο ζεστός αγέρας άγριος και πνικτικός,
Σκορπά παντού κουβέντες μεθυσμένες
Άνεμος της σήψης ανοιξιάτικος.

Πιο πέρα, σε δρομάκια που η σκόνη τα γεμίζει,
Πάνω απ’ την πλήξη σπιτιών εξοχικών,
Το κουλούρι στο ψωμάδικο μόλις χρυσίζει
Κι ακούγεται το κλάμα των παιδιών.

Και κάθε βράδυ πάνω στις γραμμές των τρένων,
Φορώντας τα καπέλα τους στραβά,
Γυναικάδες περπατούν με ύφος ερωτευμένων
Γυναίκες κρατώντας αγκαλιά.

Πάνω από τη λίμνη τρίζουν τα κουπιά
Και μια γυναίκα μακριά στριγκλίζει.
Στον ουρανό συνηθισμένοι σε όλα αυτά
Και το φεγγάρι δίχως νόημα στριφογυρίζει.

Και κάθε βράδυ ο φίλος μου ο μοναδικός
Μες στο ποτήρι μου είναι καθισμένος.
Απ’ το μυστήριο υγρό είναι κι αυτός
Όπως κι εγώ, σκλάβος και ζαλισμένος.

Στα τραπεζάκια τα διπλανά
Στέκουν οι σερβιτόροι και νυστάζουν
Κι οι μεθυσμένοι με μάτια μισάνοιχτα
«In vino veritas» φωνάζουν.

Και κάθε βράδυ, σε ώρα τακτική,
(Ή μήπως τ’ ονειρεύομαι κάθε φορά;)
Στα μετάξια τυλιγμένη, με λαμπρό κορμί,
Απ το θαμπό παράθυρο περνά.

Μέσ’ απ’ τους μεθυσμένους αργοδιαβαίνοντας,
Πάντα με δίχως συνοδούς, μονάχη
Κι αρώματα και δρόσους αναδίνοντας
Στου παραθύρου κάθεται την άκρη.

Κι αναδίνουν μύθους αρχαίους
Τα μετάξια της τα στητά,
Το καπέλο με τα φτερά του πάθους,
Τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα τα λεπτά.

Απ’ την παράξενη ομορφιά της μαγεμένος
Πίσω απ’ το δίχτυ κοιτώ το σκοτεινό·
Σε μαγεμένη όχθη βρίσκομαι χαμένος,
Σε μαγεμένο πλανιέμαι ωκεανό.

Μυστικά μου αποκαλύφθηκαν κρυφά,
Τον ήλιο του κάποιος μου έχει δώσει
Κι ως της ψυχής μου τα σωθικά
Η στυφάδα του κρασιού έχει απλώσει.

Φτερά στρουθοκαμήλου γέρνοντας
Μες στο κεφάλι μου κουνιούνται
Και μάτια γαλανά, στο βάθος φεύγοντας,
Σε όχθες μακρινές πλανιούνται.

Θησαυρό έχω στην ψυχή κρυμμένο
Κι έχω εγώ μονάχα το κλειδί!
Έχεις δίκιο, τέρας μεθυσμένο,
Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο κρασί.

24 Απριλίου, 1906, Οξιόρκι

 

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

 

Αϋπνία. Όμηρος. Τεντωμένα τα πανιά.
Τον κατάλογο των καραβιών διάβασα ως τη μέση:
Τούτη η μακρά ουρά, τούτο το τρένο γερανών
Που πέρασε κάποτε πάνω απ’ την Ελλάδα…

Όπως το «νι» που σχηματίζει σμάρι γερανών σε ξένα σύνορα,
Θεϊκός αφρός στις κεφαλές των βασιλιάδων —
Πλέγετε για πού; Με δίχως την Ελένη
Η Τροία τι θα ‘ταν για σας, άντρες Αχαιοί;

Κι η θάλασσα κι ο Όμηρος — όλα κινούνται απ΄ την αγάπη.
Ποιος θα μ’ ακούσει; Ο Όμηρος σιωπά
Μαγεμένη, όλο βουίζει η Μαύρη Θάλασσα
Και με βρόντο βαρύ πλησιάζει το προσκέφαλό μου.

1915

 

ΒΕΛΙΜΙΡ ΧΛΕΠΝΙΚΟΒ

 

ΘΑΜΝΟΤΟΠΟΙ
Στους θαμνότοπους ακούγονταν ήχοι
Κουδούνιζε και μούγκριζε το δάσος
Ώστε
Ο κυνηγός το ζώο να πετύχει.
Γιατί με τόσο κόπο το ελάφι, το ελάφι
Στα κέρατά του μεταφέρει την αγάπη;
Στο μηρό βυθίστηκε του βέλους ο χαλκός,
Αλάθευτος στάθηκε ο υπολογισμός.
Τώρα τα πόδια του στη γη θα τσακιστούνε,
Το θάνατό του θα προαισθανθεί
Και τα’ άλογα φλύαρα θα πούνε:
«Παλικάρια άδικα δεν κουβαλούμε!»
Άδικα με των κινήσεών του τη χάρη προσπαθεί
Και του προσώπου του την κάπως κοριτσίστικη ομορφιά
Απ’ τους διώχτες του λύτρωση να βρει
που με τ’ ακόντια κυνηγούνε το φυγά.
Το χνώτο των αλόγων όλο και πιο κοντά,
Όλο κρεμάζονται τα κέρατα πιο χαμηλά,
Του τόξου το τρέμουλο ακούγεται πιο συχνά
Και δεν έχει, δεν έχει σωτηρία καμιά.
Μα ξαφνικά απ το σβέρκο του προβάλλει χαίτη
Και κοφτερά σαγόνια δείχνει λιονταρίσια.
Μ΄ άγρια νύχια παίζοντας τους άγγιξε με τρόπο.
Χωρίς διαμαρτυρίες και φωνές περίσσιες
Στα φέρετρά τους ξάπλωσαν μονάχοι
Ενώ αυτό στεκότανε μ ανάστημα αφέντη —
Γύρω φαινόντουσαν να σέρνονται οι σκλάβοι.

1910

 

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ»

Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –
το βλέπω καθαρά,
καθαρά καθώς παραίσθηση
τόσο
που μου φαίνεται –
από τη ρίμα τούτη να γλυτώσω
και θα τρέξω
πάνω στο στίχο
σε καταπληκτική ζωή.
Εγώ τάχα θα ρωτώ –
είναι τούτο;
είναι κείνο;!
Βλέπω,
βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.
Αγέρας στον αγέρα,
όπως πέτρα σε πέτρα,
απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη
λάμποντας
υψώνεται αιώνες
το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.

Να τον,
πλατυμέτωπος,
ήρεμος χημικός
πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.
Στο βιβλίο —
«Όλη η γη» —
ψάχνει για όνομα.
Αιώνας εικοστός
Ποιον ν΄ αναστήσει;
– Ο Μαγιακόφσκι εδώ…
Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες, —
δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής –
Φωνάζω εγώ
από τούτη να
τούτη τη σελίδα.
— Μη γυρίζεις τις σελίδες!
Ανάστησε εμένα!
…………………………………………………………………….

Ανάστησέ με
τουλάχιστον γιατί
εγώ
ποιητής
σε πρόσμενα
παραμερίζοντας της καθεμέρας τη ρουτίνα!

1923

 

ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ

* * *

Εδώ το αίνιγμα το μυστικό του νύχι έχει ρίξει.
— Είναι αργά, όμως θα κοιμηθώ, παρά το φως αυτό να μελετώ.
Κι όσο θα κοιμούμαι, την αγαπημένη μου ν’ αγγίξει
Κανένας δεν μπορεί, ούτε και ν΄ αγκαλιάσει όπως εγώ.

Πώς σ’ άγγιζα! Ακόμα και των χειλιών μου ο χαλκός
Σ΄ άγγιζε έτσι, όπως την αίθουσα αγγίζει η τραγωδία.
Ήταν σαν καλοκαίρι το φιλί μου, κυλούσε αργός ρυθμός
Και μόνο ύστερα από ώρα πολλή ξέσπασε η καταιγίδα.

Έπινα σαν τα πουλιά, μέχρι που τις αισθήσεις μου έχανα.
Απ’ το λαιμό στον οισοφάγο αργά κυλούσανε τ΄ αστέρια,
Τρομαγμένα τ΄ αηδόνια τα μάτια τους έπαιρναν,
Σταγόνα – σταγόνα νιώθοντας του θόλου τα σκοτάδια.

1918

 

ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΕΣΕΝΙΝ

* * *

Αύριο ξύπνα με νωρίς,
Υπομονετική μου μάνα!
Φίλος ακριβός θα ΄ρθει
Από μακριά κοντά μας.

Στο δάσος είδα στο φως της μέρας
Τα σημάδια πλατιών τροχών.
Κάτω απ΄ τα σύννεφα ο αγέρας
Το χρυσό του σφυρίζει αυλό.

Αύριο την αυγή θα ορίσει
Με το καπέλο σκύβοντας κάτω απ’ το θάμνο
Και τ’ άλογο παίζοντας θα κουνήσει
Την ουρά του πάνω απ’ τον κάμπο.

Ξύπνα με αύριο νωρίς,
Φώτισε την καλύβα τη φτωχή.
Σύντομα λένε θα με δεις
Μεγάλο Ρώσο ποιητή.

Θα τραγουδήσω εσένα και τον ξένο,
Την καλύβα μας, το φούρνο, τη φοράδα
Και με τα τραγούδια μου θα ρέει μυρωμένο
Το γάλα από την ξανθή σου αγελάδα.

1917

 

ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Γιορτάζαμε σαν των Θεοφανείων τη γιορτή
Των ραντεβού μας την κάθε μια στιγμή,
Μόνοι σ’ όλο τον κόσμο. Ήσουν πιο δυνατή
Κι ανάλαφρη από φτερό πουλιού,
Πάνω στη σκάλα, σαν τρελή,
Έτρεχες κι οδηγούσες με χαρά
Μέσ’ από την υγρή την πασχαλιά
Στην άλλη άκρη του καθρέφτη.

Σαν ήρθε η νύχτα ήτανε για με χαρά
Δοσμένη. Οι πύλες ανοιχτές του ιερού
Και στο σκοτάδι φώτιζε απαλά
Η γύμνια κι έσκυβε σιγαλά.
Και ξυπνώντας – «ας είσαι ευλογημένη!»–
Είπα κι ήξερα ότι η ευλογία τούτη
Παράτολμη ήταν. Κοιμόσουν κι απ’ τα βλέφαρα
Του σύμπαντος του γαλανού αγγιγμένη
Απλωνότανε σε σένα απ΄ το τραπέζι η πασχαλιά
Και τα γαλαζοταραγμένα βλέφαρα ήσυχα ήταν
Και ζεστό το χέρι απλωνότανε απαλά.

Μέσα στο κρύσταλλο χτυπούσαν τα ποτάμια,
Κάπνιζαν τα βουνά, αχνόφεγγαν οι θάλασσες
Κι εσύ κρατούσες την υδρόγειο στην παλάμη
Κρυσταλλένια και κοιμόσουνα στο θρόνο
Και Θεέ μου – ήσουνα δικιά μου.

Ξύπνησες εσύ και μεταμόρφωσες
Τ΄ ανθρώπινο λεξιλόγιο το καθημερινό
Κι ο λόγος παντοδύναμος ορθώθηκε.
Μίλησες κι η λέξη «εσύ» πλάτυνε
Και νέο νόημα πήρε: «βασιλιά».

Όλα στον κόσμο μεταβλήθηκαν, ακόμη
Πράγματα καθημερινά – λεκάνη, βάζο, – όταν
Στεκότανε ανάμεσά μας σαν φρουρός
Σκληρό σαν μέταλλο απλωμένο το νερό.

Τραβούσαμε στ΄ άγνωστο αντάμα.
Μπροστά μας παραμέριζαν, καθώς οφθαλμαπάτες
Πόλεις χτισμένες μ΄ ένα θαύμα,
Το χόρτο έγερνε στα πόδια μας
Και τα πουλιά ακολουθούσανε στο δρόμο μας
Και στα μάτια μας μπροστά γύριζε ο ουρανός…

΄Οταν η μοίρα σαν τρελή μας ακολουθούσε
Στα χέρια της κρατώντας το ξυράφι.

 

ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΕΣΕΝΣΚΙ

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΡΛΙΝ ΜΟΝΡΟΕ

Είμαι η Μέρλιν, η Μέρλιν.
Είμαι ηρωίδα
της αυτοκτονίας και της ηρωίνης.
Οι δάλιες μου για ποιον να καίνε;
Τα τηλέφωνά με ποιον μιλούν;
Στο ιματοφυλάκιο ποιος θορυβεί;

Αβάσταχτο,

αβάσταχτο, να μην ερωτευτείς,
αβάσταχτο, στις αγριόλευκες να μη χωθείς,
η αυτοκτονία αβάσταχτη,
μα πιο αβάσταχτη
η ζωή!

Ξεπουλήματα.. Μούτρα. Σαν πουλάρι χλιμιντρίζει ο διευθυντής..
(Θυμούμαι τη Μέρλιν,
την κοιτούσαν τ’ αυτοκίνητα.
Πάνω στην εκατοντάμετρη οθόνη,
στο βιβλικό ουρανό,
μέσα στην αφθονία των αστεριών,
πάνω από τη στέππα των μικρών ρεκλάμων
ανάπνεε η Μέρλιν,
την αγαπούσαν…
Εξαντλούνται, φεύγουν τ’ αυτοκίνητα.
(Αβάσταχτο),
αβάσταχτο
με το πρόσωπο στο κάθισμα με τη σκυλίσια μυρωδιά.
Αβάσταχτο
όταν είναι με τη βία
και με τη θέλησή σου – πιο αβάσταχτο!

Αβάσταχτο να ζεις δίχως να σκέφτεσαι,
πιο αβάσταχτο να εμβαθύνεις.
Πού είναι η πίστη μας; Μας ξεγέλασαν,
Η ύπαρξη είναι – αυτοκτονία,
αυτοκτονία να πολεμάς με τη βρομιά,
αυτοκτονία να συμφιλιωθείς μαζί της,
αβάσταχτο, να ΄σαι χωρίς ταλέντο,
μα όταν έχεις ταλέντο – πιο αβάσταχτο.

Σκοτωνόμαστε να κάνουμε καριέρα,
λεφτά, ηλιοκαμένες ερωμένες…
Είμαστε ηθοποιοί
και δε θα ζήσουμε με τους απογόνους
κι οι σκηνοθέτες – όλοι καθάρματα.

Πνίγουμε τους αγαπημένους μας στις αγκαλιές μας
και αποτυπώνονται τα μαξιλάρια στα νεανικά τους πρόσωπα
καθώς σημάδια από λάστιχα τροχών,
αβάσταχτο,

αχ, γιατί γεννούν οι μάνες•
Το ‘ξερε η μάνα μου πως θα με λιώναν.

Ω, ο αέρας του κινηματοαστέρα
Είναι αδύνατη η απομόνωση
στο μετρό,
στο τρόλεϊ,
στο κατάστημα –
«Γεια σας, είστε εσείς!» – και κοιτούν αποχαυνωμένοι.

Αβάσταχτο όταν είμαστε γυμνοί
σ΄ όλες τις αφίσες, σ’ όλες τις εφημερίδες
κι όταν ξεχνώντας
πως έχεις καρδιά
σε κάνουν περιτύλιγμα για ρέγγες,

τσαλακώνεται το πρόσωπο,
σχίζονται τα μάτια…
(Πόσο σκληρό να θυμάσαι στη «Γαλλική Ομπσέρβερ»
τη φωτογραφία σου με πρόσωπο
όλο αυτοσιγουριά
στην άλλη πλευρά της νεκρής Μέρλιν!).

Ο παραγωγός φωνάζει, τρώγοντας ένα γλύκισμα:
«Είστε χάρμα,
έχετε ένα μέτωπο σα χάντρα»!
Μα ξέρετε μήπως τι μυρίζει η χάντρα!
Αυτοκτονία!

Αυτόχειρες – μηχανόβιοι φοβεροί,
αυτόχειρες τρέχουν να σκοτωθούν ,
από τις λάμψεις των φλας χλωμοί οι υπουργοί, –
αυτόχειρες,
αυτόχειρες
προχωρεί η παγκόσμια Χιροσίμα,
αβάσταχτο,
αβάσταχτο όλο να καρτεράς,
για να ‘ρθει,
κι ακόμα –
ανεξήγητα αβάσταχτη
στα χέρια της βενζίνης η βρόμα!

αβάσταχτα
λάμπουν στο γαλάζιο ακέραια
τα πορτοκάλια σου τα’ αποχαιρετιστήρια…

Είμαι γυναίκα αδύναμη. Θ΄ αλλάξω μήπως;
Καλύτερα τώρα – τώρα αμέσως!

1963

 

ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΕΒΤΟΥΣΙΕΝΚΟ

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΙΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ

Είπε μια ηθοποιός του Μπρόντγουεϊ
καταρρέοντας, σαν την αρχαία Τροία:
«Δεν υπάρχει ρόλος!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος, που να δώσω την ψυχή μου!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος,
που να χύσω όλα τα δάκρυά μου!
Παρά τέτοια ζωή καλύτερα
να χαθείς σ΄ άγονη γη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Το Μπρόντγουεϊ τρέμει σαν καπέλο στο κεφάλι του κλέφτη…
Δεν υπάρχει ρόλος,
δεν υπάρχει ρόλος
ανάμεσα σ΄ εκατοντάδες ρόλους.
Πνιγόμαστε με δίχως ρόλους…
Δεν υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς!
Κι οι κλασικοί ιδροκοπούν
καθώς ναυαγοσώστες.
Μα τι ξέραν εκείνοι
για τη Χιροσίμα,
για τους θανάτους αθώων,
τους δικούς μας πόνους.
Μήπως όλα αυτά δε θέλουν έκφραση;
Δεν υπάρχουν ρόλοι.
Δίχως ρόλο —
είσαι σάμπως δίχως πυξίδα.
Ξέρεις πόσο είναι τρομερό το φως
όταν μαζεύεται μέσα σου
ολοένα
και διέξοδος δεν υπάρχει.
Ορίστε – τουρνέ.
Ορίστε – ανέσεις.
Οι ρόλοι πιασμένοι
και πετάνε ρολάκια.
Πίνω…
Το ξέρω πως είναι ανώφελο.
Μα τι να κάνω,
με δίχως κοινό, με δίχως ρόλο!
Πίνει κάπου ο εργάτης
μέσα απ’ το θαμπό ποτήρι…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Πίνει ο γεωργός,
στενάζοντας από αδυναμία και πόνο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι το μαχαίρωσαν οι φίλοι του
από πλήξη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Σιωπώντας για κτηνώδεις φόνους,
παθιασμένα φωνάζει κάποιος στο διαιτητή
μα πού;
στο ποδόσφαιρο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Δίχως ρόλο η ζωή είναι φθορά και μόνο.
Είμαστε όλοι διάνοιες μέσα στη μήτρα,
όμως πεθαίνουν τόσες ιδιοφυΐες
στην ανυπαρξία ρόλου.
Δε ζητώ το αίμα κανενός –
ένα ρόλο
μόνο
ζητώ»!

1967

 

ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

 

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ

Τηλέμαχέ μου,
ο Τρωικός πόλεμος
τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.
Θα πρέπει να ‘ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς
αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…
Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα
ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,
σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί
χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο..
Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,
τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρώμικο νησί,
θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,
πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,
χόρτα και πέτρες… Γλυκέ Τηλέμαχε,
όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους
όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό
αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,
το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει
κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.
Δε θυμάμαι,, πώς τέλειωσε ο πόλεμος
και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμούμαι.

Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.
Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.
Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί
που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.
Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.
Όμως μπορεί και να ‘χε δίκιο. Χωρίς εμένα
από τα Οιδιπόδεια πάθη γλύτωσες,
κι είναι, Τηλέμαχέ μου, αθώα τα όνειρά σου.

1972

 

ΣΥΓXΡΟΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

ΜΕΧΜΕΤ ΚΑΝΣΟΥ

 

VERUM DICERE
(Να λες την αλήθεια)
Όταν προφέρω τ’ όνομά σου,
απαντώντας στην ερώτηση κάποιου αγνώστου,
μια παρατεταμένη σιωπή παίρνει μορφή.

Σ΄ αυτό το διάστημα το ποίημα αρχίζει
να σαλεύει, ύστερα μετατρέπεται σε λέξεις
ή, τίποτε.

Από τη σκιά που έπεφτε πίσω μου
μια σταθερή φωνή ψιθύρισε : «κι εγώ
το ίδιο σκέφτομαι όπως κι εσύ».

Καθώς περπατούσαμε πλάι πλάι
είπε και πάλι: «Εγώ δεν είμαι η σκιά σου,
επιστρέφω εδώ κάθε φορά που ακούω τ’ όνομά μου
για να ξεφύγω απ’ τη σιωπή».

 

ΦΙΚΡΕΤ ΝΤΕΜΙΡΑΓ

 

ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΒΗΜΑΤΑ ΧΟΡΟΥ
Στις άκριες δύο διασταυρωνόμενων ουράνιων τόξων
Ανγκόνα! Θελέτρα! Κάτω πέτρα! Διόριγος!
Το φως έπεφτε απάνω τους κάποτε άγιο κάποτε σκληρό.
Τα πατήματά μου στο χώμα τους: Μπάτα, μπότες, Αντίντας.
Τα μυστικά της ζωής μου είναι τα χαμένα μου πνεύμα που
περιπλανιούνται τριγύρω.
Βρίσκομαι σε τόπο όπου η ελονοσία της βαρβαρότητας απλώνεται,
πεθαίνω μα δεν μπορώ να γίνω το ίδιο σκληρός,
ό, τι κουβαλώ μαζί μου είναι η χαμένη μου μνήμη.

Περπατώ πάνω στη γη με βήματα χορού
σάμπως πάνω στα κλειδοκύμβαλα του πιάνου,
Θέλω να φυτέψω ποιήματα να στεγνώσω τα έλη,
φτερωτούς ρυθμούς να ελευθερώσω απ’ τις χορδές της ψυχής μου,
να βρω το χαμένο μου όνομα να το φορέσω
καθώς στέμμα στο κεφάλι μου και να βαδίσω
ενάντια σ’ αυτούς που με σκλάβωσαν και με παρέδωσαν σκλάβο.

Δε θέλω να βαραίνουν την ψυχή μου οι πληγές του σταυρού
ή της ημισελήνου.
Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φορτωμένος
με τις πληγές της Αγάπης και της Ποίησης.
Κι όταν το αίμα μου χυθεί
να κυλήσει με τους ήχους της λύρας
και να τρέξει στο ιερό της Αγάπης και της Ποίησης.
Μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά και τα γεράνια μου
να κοιτάζω τις νύχτες του καλοκαιριού το δικό μου αστέρι
με την ευχή ως άνθρωπος να μεγαλώσω.

Της ειρήνης το αστέρι και της αγάπης να λάμπει στον ουρανό.

 

ΖΕΚΙ ΑΛΙ

 

ΘΑΛΑΣΣΑ
Είμαι εδώ,
γαλάζιος σα θάλασσα
μες στην παλίρροια της.
Ξέρω πως δε με ξέχασες,
πως έχεις υποχρεώσεις
για την ευτυχία άλλων ανθρώπων.

Εδώ στη σκοτεινή άμμο
τα βήματα του χρόνου
δε φαίνονται, όμως τα αισθάνεσαι.
Κάτω απ’ τα γυμνά μου πόδια ένα τοπίο
που βυθίζεται στη μνήμη
χιλιάδων εκλείψεων του φεγγαριού.

Ένα βογκητό κατηφορίζει απ’ το βουνό,
ίσως μια λύρα μακρινή να συναντά μια ανθρώπινη φωνή,
είτε ένα μοναχικό αγριοκάτσικο, που ξέμεινε
κατά τις μέρες του άγριου κυνηγητού.
Ο ήχος ανεβαίνει και κατεβαίνει
στην παλίρροια και την άμπωτη της σκοτεινής θάλασσας,
σκοτεινής σαν το αποχαιρετιστήριο άγγιγμά σου,
τα χέρια σου που παίζουν μια αόρατη λύρα
με λεπτές κινήσεις αποχαιρετισμού, κρύβοντας κάθε απολογία.
Τώρα τα κοχύλια είναι άδεια,
η Αφροδίτη είναι κλειδωμένη σ’ ένα μουσείο
κάτω από άδεια βλέμματα
χωρίς εμάς.

Ξέρω πως δε με ξέχασες,
ξέρω πως οι μέρες της ευτυχίας σου πληρώνονται
απ’ όλους εκείνους που μαγεύεις με τη χάρη σου.
Έχω άσπρες πέτρες μες στην τσέπη μου
που προσπαθούν τη μοναξιά μου ν΄ απαλύνουν
συνομιλώντας μεταξύ τους.
Η σκιά μου μού λέει
πως εγώ είμαι ο πιο πραγματικός
απ’ όλα τα φαντάσματα τις ακροθαλασσιάς.

Όμως δε θα μπορούσα να γίνω τόσο πραγματικός
ώστε να σε συναντήσω ξανά, αντί να ονειρεύομαι.

Είμαι εδώ,
να με καθοδηγεί το αστέρι του βορρά,
απογυμνωμένος απ’ όλα μου τα υπάρχοντα.
Είμαι εδώ
πιο γαλάζιος κι απ’ τη θάλασσα.
Κάποτε ήμουν φίλος του Διόνυσου,
τώρα
δεν μπορώ να μεθύσω δίχως εσέ στην αγκαλιά μου.

Αύγουστος 2003

 

ΜΕΧΜΕΤ ΓΙΑΣΙΝ

 

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Όταν βγήκαμε απ’ το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τη χώρα,
είχαν αλλάξει οι ήχοι και τα χρώματα,
τα ονόματα των δρόμων και των χωριών.
Πώς θα βρούμε τώρα το σπίτι μας;
Όπου περπατήσουμε είναι αδιέξοδος δρόμος
κομμένος με οδοφράγματα.

Αρχίσαμε ν’ αναζητούμε γνωστά σημεία:
Το σχολείο βρισκόταν στη γωνιά… δίπλα στο μπαρ «Ατλαντίς»…
μετά τους τρεις μεγάλους πεύκους…
Στρατόπεδο χτίστηκε στη γωνιά, τα δέντρα είναι καμένα,
θα πρέπει να ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα
ούτε σημάδι της δεν βρίσκεται.

Μας έδωσαν άλλα σπίτια με τα πτώματά τους,
ήμασταν αρκούδες που γυρεύαμε κρύπτη για τη χειμέρια νάρκη,
με νέες ταυτότητες, νέα πιστοποιητικά γεννήσεως.
Συνεχίζαμε να λέμε «εμείς» – αλλά ποιοι «εμείς»;
Αν χαρακτηριζόμαστε μόνο ως το αντίθετο των… γειτόνων μας
υπήρξαμε, μήπως, πότε;

Σάμπως να βρισκόμαστε σε ταξίδι στην Ανατολή
τρέχουμε στο λιμάνι με τη φωτογραφική μας,
οι κάτοικοι μας πλησιάζουν,
τους φωνάζουμε «εσείς»
προσποιούμενοι πως αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας.
Μα όταν πετούμε τα κράνη των στρατιωτών μας είμαστε γυμνοί.
Σηκώνω το τηλέφωνο ενός σπιτιού εγκαταλειμμένου στον πόλεμο,
-Κανείς δεν απαντά, μήπως είναι όλοι νεκροί;-
Μήπως εγώ μόνος επέζησα απ’ αυτόν τον όχλο;
Οι γέροντες βρίσκουν παράξενους
αυτούς που μπαίνουν στις γραμμές των στίχων μου,
όπως ξεχασμένες επιγραφές σε παλιά ταφόπετρα.

Σε τέτοια καταστροφή μόνο η θάλασσα ίσως να δίνει ελπίδα.
Μέσα μου ακούω συνέχεια μια φωνή:
-Ποτέ δεν θα εξαλειφθούν οι Κύπριοι
από τούτο τον κήπο που ανθίζουν οι πορτοκαλιές.
Εμείς και η πατρίδα μας αναζητούμε τον εαυτό μας κι ένα διαβατήριο
για να περάσουμε τις πύλες του κόσμου.

Λευκωσία, 1984

 

ΝΕΣΙΕ ΓΙΑΣΙΝ

 

Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
τα λόγια σου κούρνιασαν στο στήθος μου
σαν το πουλί στο κλαδί του
(πίσω σου έκλεισα το παράθυρό μου).

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
το είδωλό του κολυμπά μες στο νερό,
το φιλί του πέταξε μακριά,
μέσα στον ύπνο μείνανε τα φώτα του.

Το ποτήρι του κρασιού γεμάτο αίμα
χύθηκε ανάμεσά μας,
αγκαλιαστήκαμε
τα ανάκατα μαλλιά μας πήρανε φωτιά,
στο νόμο υποκύψαμε της σάρκας.

Θρύψαλα έγινε ο γυάλινος έρωτάς μας,
η βασίλισσα των άγριων λουλουδιών
μάταια περίμενε το τηλεφώνημά σου.
Τα πλήκτρα έγραψαν στη γραφομηχανή:
«Ο έρωτας λερώθηκε», τελεία.

Τη νύχτα εκείνοι ξαγρυπνήσαμε κι οι δυο,
οι νεκροθάφτες πήρανε την πληρωμή τους,
φορτώθηκαν το φέρετρο του έρωτα
και η νεκρώσιμη πομπή ξεκίνησε με δάκρυα.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας
καιγότανε σαν το φιλί,
σαν τέλειωσαν τα λόγια έσβησε στα μάτια.

Με τα σώματά μας ματωμένα
συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα,
όσο διαρκούσε η μουσική
κρατούσε και το πάθος
(ή μήπως ήτανε ψέμα κι αυτό;).

Το πρωί χτύπησε την πόρτα η σιωπή,
είπες πως δε θα ξανάρθεις πια.
Έσβησα τα φώτα
και ολόκληρη βυθίστηκα στη μοναξιά μου.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας.

Το μυστικό μου φύλαξε
καθρέφτη της ψυχής μου!
Και μην κλαις!

 

ΟΥΜΙΤ ΙΝΑΤΣΙ

 

ΣΕΝΑΡΙΟ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
1.
Τι ωραία χείλη, τι ωραίο στήθος!
Τι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς!
Τι λαμπερό δέρμα και τι αύρα!
Ένα παθιασμένο τσίμπημα στην κοιλιά
έκανε τα δάχτυλα μου να τεντωθούν
κι εμένα να πηδήξω στο άλλο κανάλι.

2.
Θάνατος, φωτιά, κραυγή, πληγή,
τι αποσύνθεση, τι αιμορραγία!
Κάπου κάνουν πόλεμο,
άλλοι ελπίζουν στο Θεό,
τι κατατεμαχισμός, τι πτώση!
Ένα αρχαίο σπαθί κόβει τη σάρκα μου
και η ψυχή μου τεντώνεται
και με κάνει να ριχτώ στον άλλο μου εαυτό.

3.
Από τους τοίχους των σπηλαίων στην οθόνη της TV,
από το κίτρινο δόρυ στις ατομικές βόμβες.
Τι τεράστιο και τρομερό άλμα!
Τι είναι αυτή η τρέλα της ανθρωπότητας!
Τα νεύρα μου τεντώνονται
και με κάνουν να ριχτώ μέσα στο λάκκο μου.

 

ΑΛΕΒ ΑΝΤΙΛ

 

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες
και σκέφτεσαι τι θα ‘παιρνες μαζί σου
αν έπρεπε να φύγεις
άλλη μια φορά
κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;
Ο κανόνας του πρόσφυγα:
μια βαλίτσα για τον καθένα,
δυο για την οικογένεια.
Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάριά σου,
τις φωτογραφίες;
Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;
Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.
Ίσως ένα απ’ τα περσικά χαλιά
-μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.
Τι θα διέσωζες;
Μήπως σε ταράζει ακόμη
η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία
του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα
για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,
ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών
για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά
το ηλεκτρικό ρεύμα
και η λογική του πρόσφυγα
ότι μπορεί να κατέχει στ’ αλήθεια
μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;
Όλα τα’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τα’ άλλα πρέπει να τα’ αφήσεις πίσω.

1999

 

ΓΚΟYΡ ΓΚΕΝΤΣ

 

ΟΧΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΝΕΡΟ

Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί
απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.
Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες
κι απομεινάρια κατακτητικών πολιτισμών.
Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε
ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ΄ τα πόδια μας.

Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο
κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,
είναι το νερό.

Η κάψα λιώνει ακόμη και τις πέτρες
που κυλούνε μες στη θάλασσα.
Η ερωτική εισβολή ξένων γλωσσών
έκαψε τα χείλη μας σαν λιωμένος χαλκός.

Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό
παρακαλώ μη γράφετε άλλο
φυτέψτε ένα δέντρο
φυτέψτε νερό.

 

ΖΕΝΑΝ ΣΕΛΤΣΟΥΚ

 

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Είμαι ένα δέντρο, μια φοινικιά
σ’ ένα νεκροταφείο της Μεσαριάς.
Στη σκιά μου είναι θαμμένοι πολλοί πολιτισμοί
τα κόκαλά τους είναι οι ρίζες μου.

Με πλοία που τα κωπηλατούσαν σαράντα σκλάβοι σγουρομάλληδες
με ‘φέρανε απ’ την Αίγυπτο.
Με βάφτισε ένας Έλληνας με σκουλαρίκι,
μου έκανε περιτομή ένας Οθωμανός μπαρμπέρης,
παιδεραστής. Τις άνοιξες στην Αφροδίτη,
τους χειμώνες στο Ζήνωνα μαθήτευσα.

Μπορεί να μην το έχετε καταλάβει
εγώ ήμουν το μοντέλο για τους Λουζινιανούς αρχιτέκτονες.
Μια κληρονομιά από Βενετούς εμπόρους.
είναι αυτή η χαριτωμένη γλώσσα που μιλώ, που αναζητά απόλαυση
Βυζαντινό-Ρωμαϊκή… Μια εφεύρεση των Βρετανών.

Αυτό είναι το σύνδρομο της διαθλασμένης μου προσωπικότητας
που προβάλλω. Από καιρού εις καιρόν
λογαριάζοντας τον εαυτό μου για άνθρωπο, που ψεύδεται πιο πολύ
όταν τον γλείφουν. Οι παράνοιές μου
ένας ζουρλομανδύας ραμμένος από ρούχο σημαίας
made in Greece, made in Turkey:

Βλέπω πόλεμο όταν κοιτάζω το νερό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΛΕΣΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη
Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας

Στις καλύτερές του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της τον προστατεύει και του εκμαιεύει έναν απλό και ουσιαστικό λόγο, με ανάλογα θετικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πάς.
Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.
Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.
Χτυπούν…Χτυπά κι ο ήλιος
της παγωμένης γης την κρούστα,
χτυπά και το νερό
βαθιά μέσα στις φλέβες της…
Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!
Μέσ’ από δρόμους θα σε παν
από καιρό κλειστούς,
μέσ’ από πόρτες σκοτεινές θα σε περάσουν.
Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι…

«Κραυγή γυναίκας» ( Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι )

Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, κι η γλωσσική τους επιφάνεια είναι σχεδόν συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης- και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριον είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα υποπέσει στο λάθος, να προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους – αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές- και να παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του. Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως έναν αυτοτελή, δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεχτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο, έχοντας όπλα του την αυθεντικότητα, μα και την ανεξάντλητη αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.

Ας δούμε τώρα ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:

Ο ποιητής πάντα γυρίζει.
Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ’ τους πάγους,
την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται
πλατιά μέσα στους κάμπους…
Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,
τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη…

Ο ποιητής πάντα γυρίζει
κι όπου συναντήσει ένα παιδί
ξαναγεννιέται.

«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)

Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της άρτιας μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε, στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων, μια εντυπωσιακά λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.

Το επόμενο ποίημα, με τον τίτλο « Νανούρισμα », κράτησα για χρόνια στη μνήμη. Όχι πως το αποστήθισα, θυμάμαι εκτός βιβλίου μόνο τους δυο πρώτους στίχους: «Ωχ και νά’ ξερα ποιος φέρνει / το κλάμα μες στον ύπνο σου ! ». Πιότερο όμως κι από αυτούς με διαπερνά η ριγηλά στοργική μελωδία τους, που τη νοιώθω να ρέει μέσα στο σώμα μου, όπως ακριβώς διαποτίζει με την έντασή της ολόκληρο το ποίημα ( ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο τρίστιχο, όπου γλιστρά ανεπαίσθητα προς ηθικοδιδακτική μεριά ).

Το κλίμα στο ποίημα που ακολουθεί είναι διαφορετικό. Τιτλοφορείται «Όταν έρχεται η ποίηση », και διακρίνεται από ένα αυστηρό λυρικό τόνο. Παρά τους εύκολα ανιχνεύσιμους Σεφερικούς απόηχους του ενδιάμεσου μέρους, το θεωρούσα ανέκαθεν ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Γιώργου Μολέσκη. Διάβασα και ξαναδιάβασα κατά καιρούς τούτο το κομμάτι, γιατί μου επιβαλλόταν με την αρχαιοπρεπή και καλοπελεκημένη δομή του. Ο πρώτος στίχος « Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα» έχει ένα υπόστρωμα τελετουργικό, που με ξεσηκώνει. Αλλά και το καταληκτικό μέρος, ακούεται σαν κομιστής του θελήματος μιας άγνωστης, σκληρής μοίρας.

…Και δεν υπάρχει πια φυγή
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

«Ο αγνοούμενος» ανήκει επίσης στις πιο άρτια δομημένες συνθέσεις. Παρά τη θεματική του επικαιρικότητα, ο τόνος του στιγμές- στιγμές φτάνει σε δραματικές εκρήξεις, με εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες και υποβλητικούς οραματικούς διαλόγους. Έτσι αρχίζει:

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε;
Μην έπιασε φωτιά;

Περαστική Άνοιξη, 1984

Επιστρέφω σ’ ένα ακόμα πολύ σύντομο ποίημα ποιητικής, που συνδυάζει εκφραστική οικονομία και πυκνό συμβολισμό:

Η σιωπή

Η σιωπή στο σπίτι του ποιητή γυρίζει
ξυπόλυτη. Στέκει πλάϊ στην καρέκλα,
δίπλα στο κρεβάτι,
μπαίνει στη κουζίνα…

Πιστή παραδουλεύτρα, σκλάβα,
όλο δουλεύει καθαρίζοντας μια λέξη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Δίνοντας τώρα ένα γρηγορότερο ρυθμό στην περιδιάβασή μου μέσα από το έργο του Γιώργου Μολέσκη, αφήνω για την ώρα κατά μέρος τον σχολιασμό μεμονωμένων τίτλων, και καταθέτω προς ανάγνωση μερικές αρκετά αξιόλογες κι αισθητικά ισοδύναμες δημιουργίες. Τα παρακάτω ποιήματα είναι ενδεικτικά μιας ώριμης γραφής. Κατορθώνονται μόνο όταν το συναίσθημα εκφραστικά τιθασσεύεται, κι η στοχαστικότητα μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση. Διαβάζουμε:

Παραισθήσεις

Οι νύχτες έχουν μια τέτοια σιωπή, μια τέτοια επιθυμία,
που είν’ έτοιμες να φέρουν πίσω τον ξενιτεμένο,
να φέρουν τον αγνοούμενο απ’ τη φυλακή ή τον τάφο.

Βήματα ακούγονται στο δρόμο,
χτύποι στην πόρτα…
Μα είναι τα δέντρα,
είναι η θάλασσα,
είναι το σκοτάδι πνιγμένο μές στη σκοτεινιά του,
είν’ ο αγέρας φιμωμένος από τη φωνή του.

Γύμνια

Από το πρώτο κι όλας βράδυ
φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.
Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε
κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,
ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

Όλοι και όλα εξισωμένα,
δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.
Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

Απολιθωμένος χρόνος

Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
σε μορφή ψωμιού, κομμένος σε πέτρινο σταυρό,
σε στάμνα από νερό κάτω απ’ το δέντρο,
όγκος από φως είτε σκοτάδι…
Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
μέσα στο λόγο μου
σε λέξεις που είναι πια κι αυτές
ψωμιά, νερό και πέτρες,
τις αγγίζω με τα δάχτυλα και ζωντανεύουν.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Στις «παραισθήσεις», η μυστηριακά προσωποποιημένη νύχτα μας αγγίζει βαθιά, με τη σφοδρή επιθυμία της να παρέμβει για την επιστροφή του αγνοούμενου από τη φυλακή ή τον τάφο. Από ένα σχεδόν ενορατικό κλίμα, στη δημιουργία του οποίου συμβάλλει η προσμονή και ο αβάσταχτος πόνος, το ποίημα μας περνά σε μια ψευδαισθησιακή εναλλαγή σκηνικού, με την ελπίδα να σηκώνει κεφάλι…Μα δεν είναι να μπει στο σπίτι κανένας, αφού πρόκειται απλά για φαντασιακό κτύπημα στην πόρτα.

Στο δεύτερο ποίημα με τον τίτλο «Γύμνια», διαχέεται ένα έντονο, καταθλιπτικό άρωμα καταστροφής και ερήμωσης, σε τόπο που απογυμνώθηκε κι ορφάνεψε από τα πιο ζωτικά του στοιχεία…Όλα τα σπίτια κι όλα τα δέντρα που μας έδεναν μαζί του, πια δεν υπάρχουν. Απόμεινε η ολόμαυρη ράχη μιας πατρίδας «κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο»- και γύρω «ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση» πια. Σε παρόμοια πιο «συμμαζεμένα» ποιήματα, ο ποιητής πετυχαίνει σχεδόν πάντα έναν πυκνό και υποβλητικό λόγο με πολλές προεκτάσεις. Κι εδώ είναι η πραγματική του επίδοση, όπου μπορεί να μας μεταδώσει στον μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή του απόσταξη.

Θα σχολιάσω όμως, για να συμπληρωθεί η τριάδα, και τον τίτλο «Απολιθωμένος χρόνος », που έχει την ίδια ποιητική με τα δυο άλλα. Πραγματεύεται την κατηγορία του χρόνου, υπαρκτή ουσιαστικά μόνο σε σχέση με την ανθρώπινη δράση. Γι’ αυτό κι ο χρόνος είναι αλληλένδετος με την παρουσία του ανθρώπου και των οικείων, κοντινών του πραγμάτων…Ενταγμένος κι απολιθωμένος στη μορφή της στάμνας, του ψωμιού, του πέτρινου σταυρού, κι άλλων τινών της βιοτικής εμπειρίας, μπορεί μέσω του λόγου να ξαναζωντανέψει ο χρόνος – και μαζί του κι οι αντίστοιχες μορφές ζωής. Ο φυσιοκεντρικός ρεαλισμός του ποιητή αναδύεται έτσι ανάγλυφος.

Αν είχα κάτι συμπερασματικό να προσθέσω μετά από τόσο δυνατά ποιήματα, είναι το εξής κριτικό συμπέρασμα : Όταν ο Γιώργος Μολέσκης εξωτερικεύει έμμεσα τον υπαρξιακό ή φιλοσοφικό στοχασμό του, συγκινεί βαθύτερα, επικοινωνεί ουσιαστικότερα και καταξιώνεται αισθητικά Εκεί αντιθέτως που αναλώνεται σε απευθείας διανοητικό προβληματισμό, όσο ευρηματικός κι αν προκύπτει, μπορεί να φαίνεται σοφός και πλούσιος σε ιδέες, συγκινησιακά εντούτοις φτωχαίνει και χάνει σε δραστικότητα. Μια τέτοια τάση θα δούμε κάπως συχνότερα σ’ ένα μέρος του κατοπινότερου έργου του…Για την ώρα όμως με σπρώχνει ήδη πιεστικά, διεκδικώντας δικαίωμα στην ανάγνωση, ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα: « Το όνειρο της Ελένης». Με τα δικά μου μέτρα είναι απ’ τα καλύτερα που έχει γράψει ο Μολέσκης. Και σ’ αυτό το συγκρατημένα τρυφερό κλίμα ευδοκιμεί ιδιαίτερα η πέννα του.

– Γιατί κλαίς, Ελένη;
– Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός
και φοβήθηκα.
– Πώς ήταν ο κακός;
– Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της )

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…
Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου,
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα του,
ο λύκος έρχεται απ’ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ’ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ’ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαίς. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

Το σπίτι και ο χρόνος, 1990

Είναι ένα εξαιρετικό ποίημα, γιατί μας παίρνει ίσαμε τις ρίζες της πρωταρχικής αθωότητας, πριν την έκπτωσή μας από τον παιδικό παράδεισο. Διανύουμε τη ζωή μας, ξοδεύοντας χρόνια σε ποικίλους περισπασμούς κι ανούσιες ρότες, για ν’ αυξηθεί μέσα μας ακόμα περισσότερο ο καημός της επιστροφής στον μαγικό κόσμο των πρώτων χρόνων…Όπου ξανασμίγει κανείς σε σφιχτή αγκαλιά με τη φύση, τα δέντρα και τα ζώα της…Όπου αγγίζεται για λίγο το αιώνιο και ξεχνιέται η θνητότητα. Γι’ αυτό μας σαγηνεύουν τα παραμύθια…Για τον ίδιο λόγο μας αρέσει κι η παρέα με τα μικρά παιδιά, επειδή νοιώθουν εκεί μέσα σαν στο σπίτι τους. Κι αν μας φωνάξουν κάποτε, πως κάτι τους στέκεται εμπόδιο, βρίσκουμε αφορμή να τρέξουμε σαν μεγάλα παιδιά να τα βοηθήσουμε. Να εξορκίσουμε τους φόβους των και να καθυστερήσουμε την έξοδό τους από την παραμυθένια φάση της ύπαρξης. Ο Γιώργος Μολέσκης ευτύχησε σε τούτο το ποίημα, να επενεργεί στη ψυχή του αναγνώστη ως εκτονωτική βαλβίδα. Παρόμοια με τη μικρή Ελένη ποθούμε να σηκώσει κι εμάς στα βελούδινα φτερά του ο ύπνος. Από κει και πέρα, όπως τόσο εύστοχα δηλώνει ο ποιητής:

Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό
στα ανοιχτά φτερά της…

Με «Το όνειρο της Ελένης», κλείνουμε δειγματολογικά ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο του πρώτου, αλλά και του Μολέσκη της μακράς ενδιάμεσης πορείας. Ήταν μια γόνιμη πορεία με θεματολογικό εύρος, συναισθηματικό βάθος και πλούτο βιωματικής ουσίας Υπήρξε μια αληθινή στράτευσή του στον μαγικό κόσμο της ποίησης, τον οποίο κι υπηρέτησε πιστά και χωρίς διακοπή. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των βιβλίων του, δέχεσαι την ευχάριστη αύρα μιας κρυπτο-επικής καλλιτεχνικής ανάσας, που νοιώθει να της έπεσε ο κλήρος «ν’ απολιθώσει» σε λέξεις και στίχους την πάνσεπτη και διαχρονική του τόπου τοιχογραφία. Το αισθητικό αποτέλεσμα της ποιητικής αυτής ανθοφορίας προεικάζεται σ’ ένα βαθμό κι από το εύρος της προσπάθειας. Το αναγνωρίσιμα προσωπικό του ύφος είναι αδιάσπαστο κι αφήνει παντού την αμεσότητα και ζεστασιά της σφραγίδας του. Η έμπνευσή του αντλεί από φυσικά νερά κι από στρώματα, που του είναι γνωστά και οικεία. Oρισμένες φυσικά φορές δίνεται η εντύπωση, πως του ξεφεύγει μια επαρκέστερη μορφική πύκνωση. Αυτό όμως παρατηρείται συνήθως σε αυτοβιογραφικές ή τοποκεντρικές διαχύσεις, εν αντιθέσει με άλλες ποιοτικότερες επιτεύξεις, όπου εκρέει ένας αποσταγματικός και πολυσήμαντος λόγος…Ένας λόγος περασμένος τόσο έντονα από τις ψηλές θερμοκρασίες μιας δυνατής εμπνοής, που δύσκολα αφήνει περιθώριο να διαφανεί το σκαρί της τεχνικής του. Μια καλή γεύση τέτοιων στίχων πήραμε από τα ποιήματα, που σχολιάσαμε ήδη.

Προτού όμως παρακολουθήσουμε τον Γιώργο Μολέσκη και στις πιο πρόσφατες πνευματικές και καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, δεν αντέχω ν’ αφήσω ασχολίαστο άλλο ένα πολύ καλό ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Πρόσκαιρη βροχή», από τη συλλογή Το νερό της μνήμης,1998. Ας το δούμε λοιπόν καλύτερα:

Πρόσκαιρη βροχή

Είναι φιλιά που απόμειναν μοναδικά
χαμόγελα που δεν επαναλήφθηκαν.
Η μνήμη τους ένα αόριστο χάδι στα χείλη,
ήλιος που φώτισε για μια στιγμή
κι έπαψε να ζεσταίνει. Απόμειναν
σαν τα λουλούδια που αγγίξαμε περνώντας
με τα δάχτυλά μας κι ύστερα χάθηκαν…
Ξεχνιέται η γεύση, το άρωμα,
οι γραμμές των χειλιών, το χρώμα των ματιών…
Απομένουν μόνο
το πάρκο, το παγκάκι, γυμνά κλαδιά, κίτρινα φύλλα,
όψιμα φθινοπωρινά λουλούδια, δυο περαστικοί
κι οι χοντρές στάλες από μια πρόσκαιρη βροχή.

Αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις ένα τέτοιο ποίημα. Η βασική στιχουργική γραμμή εκτυλίσσεται καίρια και επιγραμματικά, με εναλλασσόμενο ρυθμό και εικόνες, και μια προσέγγιση των πραγμάτων βαθιά ανθρώπινη και διαλεκτική. Εκπέμπεται μια υπόγεια ζωηφόρα αύρα, που μας κατακλύζει με την αλήθεια και τη δροσιά της…Όλα κυλάν και φεύγουν, όλα δεν μένουν ποτέ τα ίδια, εξόν απ’ τη μνήμη που τα ανακαλεί και τα φορτίζει με συγκινησιακή δύναμη.

Η ποιητική συλλογή Από το ελάχιστο, έκδοση 2001, σηματοδοτεί για τον Γιώργο Μολέσκη, κατά τη γνώμη μου, ένα νέο ποιητικό κεφάλαιο. Ευκρινέστερα πλέον και με επαρκές δείγμα, συστηματοποιεί έναν κύρια στοχαστικό λόγο κι αποστασιοποιείται σ’ ένα βαθμό από τα γνώριμα διακριτικά στοιχεία μιας κοινωνικής και αυτοβιογραφικής θεματικής. Αυτή μου η επισήμανση δεν έχει καταρχήν αξιολογικό χαρακτήρα, δίνει όμως τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των πνευματικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων του ποιητή. Προσωπικά συμπαθώ περισσότερο τους ποιητικούς τρόπους του πρώτου Μολέσκη, γιατί βρίσκω εκεί κάτι αυθεντικότερο και συγκινησιακά δραστικότερο, που πραγματικά με συνεπαίρνει. Ανεξάρτητα όμως από αυτές τις διαπιστώσεις, βρίσκουμε πάντοτε εξαιρετικά ποιήματα σε κάθε δημιουργική του περίοδο. Όσον αφορά τώρα την αισθητική πλευρά του βιβλίου «Από το ελάχιστο», θα δοκιμάσω να βγάλω μερικά πιο συγκεκριμένα κριτικά συμπεράσματα:

Ο Γιώργος Μολέσκης κάνει σ’ αυτό μια μεγάλη αφαιρετική προσπάθεια, ανοίγοντας δρόμους προς τα πάνω και προς τα μέσα των ψυχοπνευματικών του οριζόντων. Σε λογοτεχνικό πεδίο, που μας ενδιαφέρει κυρίως, διεξάγει ενίοτε έναν αμφίρροπο αγώνα. Στις ογδόντα τόσες σελίδες της ποιητικής συλλογής, η έκβαση της αισθητικής αναμέτρησης κινείται σε ευρύ φάσμα της αξιολογικής κλίμακας. Στις ατυχέστερές του στιγμές η πλάστιγγα κλίνει προς τον άμεσο διαλεκτικό λογισμό, με δομές πειστικές μεν αλλά χωρίς ικανοποιητική συνειρμική δυναμική. Στις καλύτερές του πάλι επιτεύξεις ορθώνει ένα υποβλητικό ποιητικό λόγο γεμάτο αρμονία, ικανό ν’ αγγίξει και να διεγείρει τα έγκατα της ύπαρξής μας. Γενικά όλες οι στιχουργικές του ενότητες φαντάζουν ως μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης, με κοινή λυρικο-επική υπόκρουση. Αυτό φυσικά που θα ενδιέφερε, στην προκείμενη περίπτωση τον αναγνώστη, είναι ο εντοπισμός κι η ανάδειξη υποδειγματικών πραγματώσεων του ποιητή…Μια ιχνηλάτηση κορυφώσεων του πρόσφατου έργου του, και όχι μια ανούσια γενίκευση εφ’όλης της ύλης. Από τις ευάριθμες αυτές αισθητικές επιδόσεις, καταθέτω και σχολιάζω με τη σειρά κάποια εξαίρετα δείγματα:

Ωριμότητα

Τώρα ξέρω καλά τί πλήρωσα για όλα.
Μήτε χρησμός μήτε παλάμη καθαρή και φύλλο λευκό,
όλα ήταν βουβά στην αδιέξοδή μου μέρα
και ό’τι χρεώθηκα αυξάνει διαρκώς την οφειλή μου.

Εδώ που όλα προμελετούνται και προδιαγράφονται,
ξόδεψα στα τυφλά τις τρεις ευχές της μοίρας μου
και τώρα σκάβω με τα χέρια για το μαγικό νερό,
καίω στον άνεμο του χρόνου την καρδιά μου.

Μόνο μου κέρδος η γνώση από την απώλεια
κι η λάμψη του χρυσού μέσα στη λάσπη.

Τέτοιοι στίχοι διαπερνούν όλους τους ιστούς της ύπαρξής μας, από τους πιο σωματικούς ως τους πνευματικότερους που διαθέτουμε. Ένα άρωμα σοφής ενατένισης της αινιγματικής καμπύλης του βίου, μεταπλάθεται παραστατικά και με υποβλητικότητα, διαχέοντας στη ψυχή μας την παράξενη αίσθηση της ματαιότητας και του πεπερασμένου των ανθρωπίνων. Αλλά μήπως δεν διανοίγονται ακόμα βαθύτεροι διαλογισμοί από τους ακόλουθους, άτιτλους στίχους ;

Κάποτε είναι μια λάμψη χρυσή πίσω από μαύρα σύννεφα
είτε πίσω απ΄ τον ορίζοντα που δεν τη βλέπεις
αλλά τη νιώθεις, μια μουσική πίσω απ’ τη σιωπή
που είναι έτοιμη να αποκαλυφθεί μα όλο φέγγει.
Αυτοί που ασκήθηκαν πολύ βλέπουν κι ακούνε-
είτε έτσι νομίζουν.
Σιγά-σιγά όλα απολιθώνονται μέσα μου
όπως μέσα στα επίπεδα των πετρωμάτων
είτε όπως στις κυκλικές ραβδώσεις γέρικων κορμών
διαστρωματώνεται ο χρόνος.
Όλα είναι εκεί κι αν ασκηθείς πολύ
ίσως και κάτι να μπορέσεις να διαβάσεις.
Με λίγη τρέλα ίσως και να ξαναζήσεις κάτι ακόμη.

Τώρα είμαι βέβαιος πια, ότι ο Γιώργος Μολέσκης, παρά τις αισθητικές διακυμάνσεις του σύνολου έργου του, έχει δώσει ποιητικές καταθέσεις από τις γνησιότερες και αυθεντικότερες της ποίησής μας. Σηκώνοντας το βλέμμα πάνω από τη μακρά λογοτεχνική διαδρομή του, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πανοραμική θέα μιας πλούσιας δημιουργίας. Κλείνω τον σχολιασμό αυτού του βιβλίου μ’ ένα επίσης πολύ αξιόλογο ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Είμαι κερί»:

Είμαι κερί

Μ’ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;
Και είναι τούτο αρκετό;

Τα αιώνια και αναπάντητα ερωτηματικά της τελευταίας στροφής, μας καθηλώνουν και μας συγκλονίζουν. Η ύπαρξή μας εξαντλείται ολοένα και μεταβολίζεται σ’ επίμονη φλόγα, που ανοίγει με κόπο φωτεινό δρόμο μές στο σκοτάδι. Κι αν «είναι τούτο αρκετό», όπως απορητικά υποβάλλεται στον τελευταίο στίχο, θα παραμείνει ένα αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα. Το σίγουρο όμως είναι, ότι το λυρικό απόσταγμα που κερδίσαμε ήταν αρκετό, αφού ο Γιώργος Μολέσκης κατάφερε «από το ελάχιστο» να μας δώσει πολλές φορές το μέγιστο σε ποίηση.

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 12/2014

«Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο, μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη»

Το Ημιτελές Ποίημα, η δεύτερη συλλογή του Κύπριου ποιητή Γιώργου Μολέσκη, κάθε άλλο από ημιτελές είναι. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αισθητικά και τεχνικά έργο, που αποτυπώνει γεγονότα και καταστάσεις ζωής, τον βιωμένο χρόνο, την ατομική αλλά και την ιστορική μνήμη με ένα απλό, λιτό και συνάμα στιβαρό λόγο, άμεσο, ανεπιτήδευτο, χωρίς περισπούδαστες ή βαθυστόχαστες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι, δηλαδή, μια συλλογή, όπου οι κύριες πηγές έμπνευσης είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες του από γεγονότα και περιστατικά της ζωής του, που διυλίζονται, όμως, μέσα από τη μνήμη ενός ανθρώπου με έντονη ευαισθησία και εκλεπτυσμένο συναισθηματικό κόσμο. Ο ποιητής καταφέρνει να προσδώσει ακόμα και στις πιο απλές καταστάσεις, στα πιο καθημερινά και απλά πράγματα μια διάσταση σχεδόν αλληγορική. Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία αυτής της συλλογής.

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί
Είχε βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κ ήταν ψηλό κι αδύναμο –μου φάνηκε πεινασμένο
το κοίταξα και με κοίταξε κι αυτό
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα
του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα
το κράτησε για λίγο και το άφησε
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.
Έτσι με τη χειρονομία αυτή
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου
ξεγύμνωσε τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα της ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία
για την ελεημοσύνη της δεκάρας.

Εντυπωσιάζει, λοιπόν, η αμεσότητα του Γ. Μ., η διαύγεια του ποιητικού στοχασμού, αλλά κυρίως συγκινεί η ευγενική, διακριτική διείσδυση του σε ευαίσθητα ζητήματα της ζωής, όπως είναι αυτό της προσφοράς, της ενσυναίσθησης, της συμπόνιας και του ελέους, σε έναν κόσμο άνυδρο πια και συναισθηματικά αποστεωμένο. Ενώ με διάθεση εξομολογητική, λίγο πιο κάτω, αποκαλύπτει το καταστάλαγμα της σκέψης του για την ασημαντότητα, ακόμα και της ίδια της ποιητικής δημιουργίας, όταν αυτή συγκρίνεται με την ανθρώπινη επαφή, κυρίως τον έρωτα, που εκτοπίζει την υπαρξιακή μοναξιά, την ανία, τη μηδαμινότητα, ακόμα και αυτής της δημιουργίας. Το ποίημα φέρει τον τίτλο της συλλογής του, καθιστώντας το ίσως την κορωνίδα της σκέψης του.

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες, κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.
Μες τη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες το πρωί
σε ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη…

Παράλληλα, όμως, με την προσωπική μνήμη, που ‘διαστέλλεται’ αποκαλύπτεται, μεταμορφώνεται ή μεταμορφώνει, ο Γιώργος Μολέσκης, μεταπηδά στην ιστορική, που συχνά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης. Άλλωστε η ιστορική, κοινωνική και πολιτική περιπέτεια της Κύπρου ανέκαθεν αποτελούσε κύριο συστατικό, πρώτη ύλη στα περισσότερα ποιήματα των Κυπρίων ποιητών, ειδικότερα της γενιάς του Γιώργου Μολέσκη. Παραθέτω απόσπασμα:

Στο μυστικό αλφάβητο γράφει

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο
μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του….

Αλλά και ο Χρόνος, που είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας της μνήμης, της αναπόλησης και του στοχασμού, της ίδιας της ιστορίας, δεν διαφεύγει της παρατήρησής του. Την ακατάληπτη φύση του, την απεραντοσύνη, την ανυπέρβλητη δύναμη ακόμα και μιας σύντομης στιγμής που παρέρχεται, αποτυπώνει έξοχα στο ποίημά του η Κλεψύδρα:

Σε κάθε σταγόνα κρεμασμένη
στο στόμιο της κλεψύδρας
καθρεφτίζεται ο κόσμος όλος
Η σταγόνα πέφτει
κι όλος ο κόσμος διαλύεται μέσα στο σύμπαν…

η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά
όσο να πέσει και η τελευταία σταγόνα
και να διαλυθεί μες τον ωκεανό του σύμπαντος.
τότε όλα θα σκορπίσουν.

Ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει εκφάνσεις, περιστατικά, πρόσωπα και τόπους που έμειναν ως εγχαράγματα μνήμης στο συνειδητό του, έχει ανάγκη να τ’ αφηγηθεί, να τ’ αναβιώσει, ως μια πράξη κάθαρσης/ λύτρωσης και αυτοσυνείδησης. Με έντονη εξομολογητική διάθεση και εσωτερικότητα που αποπνέουν όμως μια πρωτοφανή εξωστρέφεια, προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη του να συνοδοιπορήσει μαζί του, να ταυτιστεί και να συμμετάσχει αβίαστα σε αυτή την προσωπική διαδρομή, στη διαδικασία της καταβύθισης της μνήμης και των στοχασμών, της ψυχικής ωρίμανσης. Είναι μια συλλογή, λοιπόν, που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία, τη φιλοσοφική θεώρηση του ποιητή, σχετικά με έννοιες που τον απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στην πορεία του χρόνου, με τη συνέργεια μιας γλώσσας άμεσης, καθημερινής, όσο και λυρικής. Πολλοί ποιητές πιστεύουν ότι με έναν υπερβολικά έντεχνο λόγο-συχνά δυσνόητο ή κουραστικό για τους πολλούς-καταφέρνουν το στόχο τους, ‘παλεύουν’ με τη φόρμα και πειραματίζονται διαρκώς, προκειμένου να «κερδίσουν» τον αναγνώστη τους, να τον εντυπωσιάσουν. Συνήθως, όμως, αυτό που πετυχαίνουν είναι το εντελώς αντίθετο. Αυτό δεν συμβαίνει με την ποίηση του Γιώργου Μολέσκη. Η δική του ποίηση είναι βαθιά ενδοσκοπική, χωρίς υπερβολές ή εξάρσεις, χωρίς ανούσιους βερμπαλισμούς και χαοτικούς λεκτικούς ή άλλους εντυπωσιασμούς. Οι λέξεις κυλούν ήρεμα, ενώ η ποιότητα και το βάθος των νοημάτων επιτυγχάνεται μέσα από τη ρέουσα, «διαυγή», οικεία γλώσσα, που όχι μόνο δε σκοντάφτει πουθενά, αλλά αντιθέτως, προτρέπει τον αναγνώστη να συνεχίσει να διαβάζει τα ποιήματα έως τον τελευταίο τους στίχο, χωρίς καμία παύση.

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

diavasame 8/7/2014

Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ
που θα μας αναμείξει όλους
και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,
πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας
(σελ. 19)

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1946. Σπούδασε στο Αγγλικό Κολέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, από το οποίο απέκτησε πτυχίο στη ρωσική φιλολογία και διδακτορικό δίπλωμα στη φιλολογία. Από το 1987 μέχρι το 2007 εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Είναι Σύμβουλος στο Ίδρυμα «Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου». Από το 1967 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές. Επιλογές από το ποιητικό του έργο έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία και Σερβία. Έχει τιμηθεί με Κρατικό Έπαινο και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Κύπρο. Είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Στη συλλογή με τίτλο «Το ημιτελές ποίημα», συναντούμε την ανθρώπινη υπόσταση ως ατομική καθαρά υπόθεση στον τόπο και τον χρόνο, τη φύση και την κοινωνία, τον υπαρξισμό και την ελευθερία. Το άτομο αφουγκράζεται τη φύση, κατα-κρίνει την κοινωνία με τις δομές της, διερωτάται τα διαχρονικά ερωτήματα περί υπάρξεως, παραιτείται από τον κοπιώδη αγώνα να βρει απαντήσεις δίχως αποτέλεσμα, επικαλείται το παρελθόν για να αντέξει και τελικά δια-φεύγει προς κάτι νέο, το οποίο τελικά δεν διαφέρει από το γνώριμο και παλιό.

Στα ποιήματα της συλλογής ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει τη σύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς οι εξωγενείς παράγοντες διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παρατηρώντας τα κάγκελα της φυλακής, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για ζώο, και από τις δυο πλευρές, είναι τρομακτική η απουσία της ελευθερίας. Και ίσως για τον φυλακισμένο έχει μια λογική συνοχή. Για τον «ελεύθερο» όμως;

Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, ενώ τα περισσότερα εξ αυτών είναι μεγάλα σε έκταση, αφού κάθε ποίημα αποτελεί μια ιστορία, ένα πρίσμα στη δηκτική καθημερινότητα. Η έκδοση φιλοτεχνείται από τα όμορφα σχέδια του Χρίστου Φουκαρά.

Για το τέλος άφησα το απόσπασμα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή:
Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό και η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 11/6/ 2014

Ώριμοι ποιητικοί καρποί

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη έρχεται να επιβεβαιώσει μιαν πολύ παλιά διαπίστωσή μου για τον ίδιο: ότι διαθέτει γνήσιο ταλέντο, προσόν που το συνδυάζει με σπάνιο συγγραφικό ήθος, το οποίο, εκτός των άλλων, εκδηλώνεται με σεμνή γι’ αυτό και σιωπηλή αφοσίωση στο έργο του.

Υπογραμμίζω αυτή την τελευταία ιδιότητα, γιατί στους καιρούς μας, όπου όλα, ή σχεδόν όλα ανατρέπονται, η σεμνότητα παραμερίζεται και προκλητικώς προβάλλεται η κραυγαλέα επίδειξη της απαιδευσίας, της αγλωσσίας και, τελικώς, του δήθεν ως επιστεγάσματος μιας εξαίσιας κατά τα άλλα κενότητας. Σ’ αυτό, φυσικά, συνεργεί και μία πλήθουσα αγορά «ειδημόνων» που επιβάλλει τις κάθε λογής μετριότητες με ή χωρίς τα στρας της νεάζουσας και κοάζουσας λογοτεχνικής «αυθεντίας». Και αν αυτοί οι τελευταίοι είναι προορισμένοι, αργά ή γρήγορα, να καταβυθιστούν στη λησμονιά, λογοτέχνες όπως ο Γιώργος Μολέσκης επιζούν, και αναδεικνύονται μόνο με το έργο τους.

Η συλλογή Το ημιτελές ποίημα είναι η δωδέκατη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Μολέσκη. Μάλιστα, θα έλεγα μετά γνώσεως λόγου ότι είναι και η πλέον ώριμη. Εννοώ ποιητικά. Η καθεμιά από τις προηγούμενες, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω την εξέλιξη του, ήταν και μια απόπειρα κατάκτησης επιμέρους χώρων του ποιητικού σύμπαντος. Στα πρώτα του έργα ο Μολέσκης κινήθηκε στα χνάρια των ποιητών που αναζητούν το προσωπικό τους στίγμα, μέσα στο περιβάλλον της δικής τους εθνικής και κοινωνικής τοπιογραφίας. Οι συλλογές Όμορφη χώρα (1967), Ο δρόμος (1970), Αυτογραφία (1972) αποτελούν βεβαίωση αυτής της θέσης.

Πέραν του εθνικού τραύματος

Όμως, πολύ νωρίς, ο ποιητής δείχνει έντονες τάσεις για άλματα, που τελικώς πραγματοποιεί και με τα οποία απαγκιστρώνεται από την ηδονική αρτάνη, η οποία εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει πολλούς άξιους, κατά τα άλλα, κύπριους ποιητές, στις παρυφές και τα κράσπεδα του κυπριακού δράματος. Βέβαια, η κυπριακή αιματηρή περιπέτεια ούτε φευγαλέα εμπειρία υπήρξε ούτε και εύκολα διαγράφεται από τη μνήμη των ανθρώπων και ιδίως των ποιητών. Όμως, μιλώντας με κριτήριο την ποίηση αυτήν καθεαυτή, θα έλεγα ότι όσο και αν είναι μεγάλο το πρόβλημα της Κύπρου, ποιητικά δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητο. Κι ας μην παρεξηγηθώ.

Ο Γιώργος Μολέσκης ανήκει σε μια ευάριθμη ομάδα Ελλήνων Κυπρίων ποιητών που κατόρθωσαν νωρίς να ανασύρουν από πάνω τους το ανάλαφρο, στη αρχή, πέπλο μιας, ας πούμε, κυπριακής ποιητικής αυταρέσκειας. Μιας συναισθηματικής κατάστασης που έτεινε να μετατραπεί σε βαρύ σκέπασμα ποιητικού κυπριωτισμού. Ποιητικά, δηλαδή, απεγκλωβίστηκαν και κατόρθωσαν να δώσουν οικουμενικές διαστάσεις στο δράμα της ιδιαίτερης πατρίδας τους και παράλληλα να αναζητήσουν και να κατακτήσουν άλλους, πιο σύγχρονους ποιητικούς τρόπους και μέσα, γεγονός που τους βοήθησε να διευρύνουν την ποιητική τους ματιά.

Ο Μολέσκης επιβεβαιώνει αυτήν την ωριμότητα και στα 49 επιμέρους έργα της συλλογής Το ημιτελές ποίημα. Στο ποίημα «Σαν τον Μεταξοσκώληκα» (σ. 24) είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι: Με λίγη ποσότητα θεού/ μπορείς να χτίσεις μια θρησκεία,/με λίγες δόσεις απελπισίας μια επανάσταση/ με λίγες λέξεις, λίγα χρώματα/και κάποια αποθέματα συναισθημάτων/ένα ποίημα. Αλήθεια, πόσο θαυμαστή είναι η ενάργεια του ποιητικού λόγου και πόσο εύστοχα δομημένη η κατιούσα πορεία, που, εν τέλει, συναντά το ποίημα με όχημα μιαν ειρηνική και λιτή «συνταγή».

Στο ποίημα «Άγουρα πράγματα» (σ.29) προβάλλει τα φορτία της παιδικής μνήμης σαν γεύσεις, που κοντά στην ξινή του σταφυλιού, τη στυφή του φοινικιού, την πικρή της ελιάς, ξεχωρίζει η ανεκπλήρωτη της φιλίας/ η μονομερής της αγάπης/ η αλμυρή του θανάτου. Και εδώ, πάλι, ως μέσο προβάλλεται το τριαδικό συγκριτικό σχήμα, οργανωμένο ισομερώς σε δύο περιοχές: η άγουρη γεύση απτών πραγμάτων (σταφύλι, φοινίκι, ελιά) από τη μια, και από την άλλη το αδιέξοδο του ανεκπλήρωτου που γίνεται πιο τραγικό καθώς γειτνιάζει με το αναπόδραστο του θανάτου. Όμως, -στο ίδιο ποίημα- εκείνο που δεσπόζει είναι: (…) η μυρωδιά της μεγάλης βροχής/ που ξεθάβει μέσα από το χώμα/κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,/ σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Η αίσθηση μιας βροχής-καταρράκτη με τις ανάμεικτες ευωδίες της πέτρας, των βράχων, των φύλλων, της χλόης και των μυριστικών προκαλεί ένα είδος συναισθησίας μαζί και διανοητικού καταιονισμού. Τότε, έρχονται στο φως τα ετερόκλητα: κομμάτια αγαλμάτων που αισθητοποιούν το παρελθόν, την παράδοση, τον πολιτισμό και κόκκαλα νεκρών, προφανώς από τάφους ομαδικούς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν επρόκειτο για νεκρούς συγκαιρινούς των αγαλμάτων ή για νεκρούς των αγώνων, ο ποιητής δε θα κατέληγε στο παρομοιαστικό συμπέρασμα από την μεγάλη αποκάλυψη σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Γιατί οι παλαιότεροι, στα χρόνια πρώτης εφηβείας αφυπνίστηκαν απότομα, όταν, ιχνηλατώντας τα τοπία, την παράδοση και τα αποτυπώματα της ιστορίας, για να προσδιορίσουν το ατομικό τους στίγμα στη ζωή, ακούσανε φωνές σκοτωμένων να βγαίνουν από πηγάδια, και σκάβοντας στόμωνε η σκέψη τους στα φονικά και στο άδικο αίμα. Και οι φίλοι κοιτιόνταν με πρόσωπα που ξαφνικά γίνονταν σοβαρά… Τότε, έτσι εγκατέλειπαν την εφηβεία και ανδρώνονταν παράωρα.

Ο Μολέσκης δεν αναιρεί τίποτε από τα παιδικά του βιώματα. Μπορεί η μνήμη συχνά να μην αντέχεται, ωστόσο, ο ποιητής υπονομεύει το δυσβάσταχτο που τη χαρακτηρίζει: Ταξιδεύω τα όνειρά μου στο γαλάζιο, τη φαντασία μου στο πράσινο και τη θλίψη μου στο λευκό. Στο ίδιο ποίημα, («Διαδικασία εξαγνισμού»), έχοντας βαθειά συνείδηση της αναπόφευκτης ηλικιακής ωρίμανσης, πορεύεται το δρόμο της αυτολύτρωσης: Αν υπάρχει παράδεισος/θα φτάσω καθαρός σ’ αυτήν. Όμως, όλη αυτή η διαδικασία εξαγνισμού δε γίνεται ερήμην της ποιήσεως. Οι εξόδιοι στίχοι το ομολογούν: Κατά τα άλλα/ ό, τι σωθεί. Κι ό, τι ανθίσει/ μες στο ποίημα. Αυτή η πορεία του ποιητή, αποτελεί για τον ίδιο μια βαθειά εμπειρία αυτογνωσίας. Το συνειδητοποιεί και το ομολογεί ως ένα βέβαιο συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα ηλικιακή και συνάμα πνευματική του διαδρομή, στο ποίημα «Αυτή η μέρα»: Είμαι ένας περιοδεύων συλλέκτης/χρωμάτων, αρωμάτων, γεύσεων, κι αισθήσεων,/όψεων και μαγνητισμών, προσώπων και σωμάτων,/των υστερημάτων και των πλεονασμάτων του κόσμου,/ που τ’ αγάπησε όλα και δεν θέλει τίποτε ν’ αφήσει πίσω./ Και τα κουβαλά όλα, βουλιάζοντας όσο ανεβαίνει!…

Ο Γιώργος Μολέσκης έχει πλήρη συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας. Αυτήν τη μοίρα ούτε την περιγελά ούτε την χλευάζει. Αντίθετα, έχει συμφιλιωθεί μαζί της και τη σέβεται. Γι’ αυτό, απαγκιστρωμένος καθώς είναι από κάθε μεμψίμοιρη διάθεση και απαλλαγμένος από πεισιθάνατους καρυωτακισμούς που εξωθούν στα όρια μιας συναισθηματικής και πνευματικής αυτοχειρίας, εποπτεύει τη ζωή με γνήσια ποιητική-φιλοσοφική διάθεση. Και το ομολογεί στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ο μονόλογος ενός φύλακα αρχαίου θεάτρου» (σ.39): Τα ίδια λάθη, η ίδια ύβρις,/τα ίδια χειροκροτήματα./Και ο λόγος, άσπιλος κι αμόλυντος,/λάμπει καθώς χρυσός μες στους αιώνες-/μόνος αυτός.

Στη διάρκεια της ανθρώπινης περιπέτειας ανώτερος εκθέτης είναι η αρχαία κατάρα, που τιμωρεί αμετακλήτως όσους υπερβαίνουν τα όρια τους. Το μόνο που διασώζεται από τον μολυντήρα των καιρών είναι η ποίηση.

Νομίζω ότι η εμμονή μου στην ποιητική ωριμότητα του Μολέσκη δικαιολογείται. Μάλιστα, το στοιχείο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην ολοφάνερη στοχαστική/φιλοσοφική χροιά που αποτυπώνεται σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, επεκτείνεται και σφραγίζει τα ποιητικά μέσα που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Η τονικότητα του ποιητικού του λόγου κινείται στα όρια του λεκτικού και του δομικού γνωρίσματος της καθημερινής ομιλίας των απλών και συνάμα καλλιεργημένων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, έχει να επιδείξει μιαν εξαιρετική εσωτερική ισορροπία. Ήδη, οι προηγούμενες αναφορές στο τριαδικό σχήμα, προδίδουν τη σχέση και την επικοινωνία του ποιητή με τα δημοτικά τραγούδια και γενικά με την ποιητική μας κληρονομιά. Κλείνοντας αυτό το σημείωμα δεν θα παραλείψω να επαινέσω το Μεταίχμιο γι αυτή την πολύ προσεγμένη έκδοση.

 

ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, 1980

 

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΖΙΤΣΑΙΑ

περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, Ιωάννινα 1980, τεύχος 342-343, σελ. 949
Οκτώβριος-Νοέμβριος 1980

Έχουν πολύ δυναμισμό και πλούσιο χυμό ζωής, οι στίχοι του Γ. Μολέσκη. Απλώνεται σε πανανθρώπινο πλάτος η ποίησή του, αλλά οι ρίζες της, βρίσκονται βαθειά στο χώμα της πατρίδας του. ΄Τραγουδώ τη γη μου / με τη φωνή την πανανθρώπινη…΄. Από την αγάπη και τον καημό της ξεκινάει, κι αυτού πάλι επιστρέφει. Κι αυτό είναι που γίνεται η ουσία της ύπαρξης, κι η δύναμη για τον αγώνα. Η ΄Γεύση Πατρίδας΄ έντονη, με αναδρομές στο παρελθόν, με σταθμούς σε ιστορικές κορυφώσεις. Έχουν μια αμεσότητα, κι ένα ποιητικό ρίγος όλοι οι στίχοι του, που αναταράζουν την ψυχή μας

 

ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 1987

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

περιοδικό Νέα Εποχή, τεύχος 185-186, σελ. 686
Λευκωσία, Ιούλιος – Οκτώβριος 1987

Στα είκοσι χρόνια ποιητικής πορείας η «Στέρνα των Ερώτων» είναι η όγδοη ποιητική συλλογή του ποιητή Γιώργου Μολέσκη. Η Στέρνα των Ερώτων είναι άλλο ένα σκαλοπάτι στη σταθερή άνοδο του δημιουργού στο χώρο της ποιητικής πραγμάτωσης αξιών, συγκινήσεων, αναμνήσεων κι ακόμη θέσεων του ποιητή όχι μόνο πάνω στον έρωτα, αλλά και πάνω σε άλλες ζωτικές εκφάνσεις της ζωής. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, είναι το ερωτικό, βαπτισμένο μέσα σε διαλύματα διάφορης πυκνότητας και χρωματισμών κάθε φορά, ιδωμένο μέσα από πρίσμα και φωτισμό που εναλλάσσεται σε κάθε ποιητική στιγμή

 

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 1998

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

εφημερίδα Πολίτης 25 Απριλίου 1999

Ο τίτλος αποδεικνύεται αντιπροσωπευτικός, αφού η μνήμη επανέρχεται ως αξονικό μοτίβο σε αρκετά ποιήματα, ειδικά στην τελευταία ομώνυμη ενότητα του βιβλίου. Η μνήμη λειτουργεί ως ποιητικό πρόπλασμα, που τρέφει την έμπνευση του δημιουργού. Συχνά προβάλλεται από το ποιητικό υποκείμενο ως αντίδοτο στη λήθη και στον θάνατο, ως πηγή ζωής που διαποτίζει τη σκέψη και μνημειώνεται με την τέχνη.
Ο ομιλητής συνηθίζει να επιστρέφει επίμονα (όπως κα στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, 1985, και σε άλλα ποιήματά του) σε μνήμες της παιδικής ηλικίας που σφραγίζουν αμετάκλητα το πρόσωπο της ωριμότητας. Μορφές αγαπημένων προσώπων που έφυγαν ή ονόματα χωριών που παραμένουν απρόσιτα λόγω της τουρκικής κατοχής συνδέονται με εικόνες από την κυπριακή φύση και με τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητικού υποκειμένου. Ο έρωτας και η αναγέννηση της φύσης προβάλλονται ως αντίβαρο στη φθορά, ενώ το άνυδρο κυπριακό τοποίο προβάλλεται με τη διψασμένη για ανθρωπιά ψυχή του ομιλητή

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ 2001

 

Δρ Γιάννης Η. Ιωάννου

περιοδικό Δια-Κείμενα, τεύχος 6, σελ. 283
Θεσσαλονίκη 2004

Η ενδέκατη συλλογή του Γιώργου Μολέσκη, ΄Από το Ελάχιστο΄, επικυρώνει έναν κύκλο που άρχισε με τη συλλογή ΄Η Στέρνα των Ερώτων΄ το 1987. Η δεκαπενταετής αυτή πορεία, πρώτα ήλεγξε την αισθητική τάση του ποιητή προς την αναλυτική γραφή. Από τη συλλογή εκείνη και εντεύθεν, ο Μολέσκης ελέγχει όλο και περισσότερο, τα εκφραστικά του μέσα, επιδιώκει την ακρίβεια στην έκφραση και την οικονομία στο λόγο. Οι θεματικές του εμπλουτίζονται και ο έρωτας, ο χώρος και ο χρόνος προσλαμβάνουν κεντρική θέση στην ποίησή του. Σ΄ αυτή τη γραμμή εντάσσεται, πιστεύω, και η τελευταία συλλογή. Με τη διευκρίνιση ότι ο ποιητής υπογραμμίζει πια την ανάγκη για οικονομία, επιδεικνύει την αναγκαιότητα για αισθητική επεξεργασία και ενώ διατηρεί θεματικές που επεξεργάστηκε σε προηγούμενα έργα, επιχειρεί πλέον μια συνθετική προσέγγιση, αλλά και μια εμφανή, θα έλεγα, απόπειρα υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του υποκειμενισμού. Η συλλογή ΄Από το Ελάχιστο΄ επιχειρεί να συλλάβει το ελάχιστο, στην κλίμακα των αξιών αλλά και στην κλίμακα του χώρου και του χρόνου, επίσης στο επίπεδο των πράξεων, των σκέψεων και των γεγονότων, και από το ελάχιστο να εξαγάγει την ποιητική διάσταση, την ποιητική αξία. Ταυτόχρονα, αντιπαραθέτει αυτό το ποσοτικά ελάχιστο στην ποσοτική διάρκεια της ροής των γεγονότων. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση απελευθερώνεται το ποιοτικά και ποιητικά «μέγιστο». Κεντρικό θέμα της συλλογής είναι «η ποίηση» και η περιπέτεια μέσα στην ποίηση, η ποίηση ως πράξη, ως γεγονός, ως χωροχρονική σύλληψη, ως εικόνα, ως τρόπος ζωής

 

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1980 – 2001

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ

εφημερίδα Η Αυγή
25 Μαΐου 2009

Στον παρόντα τόμο ο Γ. Μολέσκης (Λύση Κύπρου, 1946) κεφαλαιοποιεί τους μόχθους μιας ζωής επιλέγοντας ποιήματα από τις 5 τελευταίες συλλογές του ( 1980 – 2001 ) και περιλαμβάνοντας ολόκληρη την Από το ελάχιστο, καλύπτοντας το μαρτυρικότερο τέταρτο του αιώνος της περιπέτειας της Κύπρου. Ποιήματα μαθήματα και παθήματα πατριδογνωσίας, απόσταγμα γεωστρωματογραφίας στο σύνολό τους, ιδιαίτερα η πρώτη συλλογή Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι (1980), υπό τον αστερισμό της φύσης, ιθαγένειας, ιστορικοκοινωνικού πλαισίου που στοιχειώνεται από τους άταφους της εισβολής, τα καραβάνια της προσφυγιάς, «σαν πανιά καραβιών στημένες οι σκηνές μέσα στον κάμπο» (μυρώνεται από την αύρα του δημοτικού τραγουδιού «ποιος είδε καράβι στη στεριά»), με το εμβληματικό ποίημα «Ο κόσμος που αγαπήσαμε», που πνίγεται στην ομορφιά αλλά και στη θηλιά της κακοφορμισμένης – κατ’ ευφημισμό – πράσινης γραμμής. Νόστιμον ήμαρ κι αναθρώσκων καπνός πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ο σιτιστής ελπίδας ποιητής εξακολουθεί να συστήνει το δικό του νεκρόδειπνο για τους αγνοούμενους. Ο Μολέσκης συντηρεί τα’ αποκαΐδια και τις φρυκτωρίες να καίνε νυχθημερόν, διασώζοντας τοιχογραφίες από το παλίμψηστο της πικρής Κύπρου στο θηριώδη αιώνα. Ο διάλογος με το γενέθλιο τόπο συνεχίζεται και στην Περαστική άνοιξη (1984), υπομνηματίζοντας λιτά το τοπίο με τα αμετακίνητα οδόσημά του «Και μεγάλα τα δέντρα μοναχικά / το καθένα και μια προσωπικότητα». Στην Στέρνα των ερώτων (1987) αλλάζει ρότα και κλίμα, θησαυρίζοντας τα μύρα του έρωτα, δεξαμενή επιβίωσης. Ιδιότυπη ερωτική ποίηση φιλοσοφικής χροιάς ως ποιητική του έρωτα ή έρωτας της ποιητικής, όπου η ελλειπτικότητα φωτίζει το όλον. Στη συλλογή Το σπίτι κι ο χρόνος (1990) παλιννοστεί με το φορτίο των προσφύγων στους ώμους ως άλλος Αινείας στους τόπους του μαρτυρίου, ερμηνεύοντας τα ιερογλυφικά της βροχής στο χώμα, συνομιλώντας με τον Αυξεντίου και τους άλλους ταμένους της ελευθερίας. Διεθνιστής και πατριώτης, υλικός, σχεδόν υλιστής, αλλά και πλατωνιστής και μυστικιστής, αξεδιάλυτα όπως οι ρίζες των δέντρων εκατέρωθεν συνόρων και πράσινης γραμμής. Στο ίδιο κλίμα και η συλλογή Το νερό της μνήμης (1998), όπου κοχλιώνεται ο διάλογος με το Δώρο, τον Ξάνθο κι άλλες μορφές της απουσίας-παρουσίας, συλλαβίζει τη νθλίψη των δέντρων που εγγράφουν στους κύκλους του κορμού τους τον κομμό και τους κύκλους της ιστορίας, στήνοντας παράλληλα γέφυρες για την ειρήνη και το άνθισμα του χάσματος που άνοιξε ο σεισμός του ’74. Στην τελευταία συλλογή Από το ελάχιστο (2001) ξανοίγεται κυρίως την αυτοαναφορικότητα, ξεναγώντας μας στο εργαστήρι του δημιουργού που τροχίζει λέξεις τινάζοντας τη σκουριά της χρήσης, επαναβαπτίζοντάς τες ν’ αποκτήσουν μαγνητικότητα, αξιοποιεί τη θρεπτικότητα του φωτός, όλα σε μη εξεζητημένο ύφος, ποίηση φυσικής αναπνοής, παραμυθητική που δεν απεκδύεται τη σισύφεια ελπίδα: «παρόλη την αποτυχία των επαναστάσεων / η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούργια επανάσταση». Και πρωτίστως φαντάζομαι εννοεί την εσωτερική, που αλλάζει όχι τον κόσμο αλλά εμάς τους ίδιους, τον εαυτό μας. Δύσκολο στοίχημα, που όμως αξίζει να κερδηθεί, και με βαρύ τίμημα. Ο ποιητής εντοπίζοντας φωλιές νερού, φλέβες αρτεσιανών, αφουγκράζεται τον μακρινό ήχο των μυστικών π(λ)ηγών, ωτακουστής και πολιορκητής «μιας στήλης δροσερού νερού / που πίνω διψασμένος / μα ποτέ δεν χόρτασα», εμφιαλώνει μπουκάλες αθάνατου νερού για το παρόν και μέλλον – που θα ’χει πολλή ξηρασία ως προφήτεψε από παλιά ο Κατσαρός – αφαλατώνοντας με το ποιητικό του φίλτρο τα αλμυρά δάκρυα του τόπου του σε λάλον ύδωρ, σε κυψέλες ζωής, διασφαλίζοντας την επιβίωση στον απειλούμενο με ξηρασία εθνικό δρυμό.

 

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  2009

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

εφημερίδα Αλήθεια

Άλλη μια εξαιρετικά ευθύβολη, και ζεστή, ποιητική συλλογή, από το Γιώργο Μολέσκη. Προσοχή, γράφω με βάση τον κατακλυσμό συναισθημάτων που μου προκαλεί η ανάγνωση των στίχων, και κατ’ αυτό τον τρόπο γράφω πάντα. Ίσως να μην γνωρίζω τι σημαίνει ποίηση, με τεχνικούς όρους, ή ακόμα να μην μπορώ να κολυμπώ στα έγκατά της, αλλά οδηγός μου ήταν, και παραμένειi, ευτυχώς, το συναίσθημα. Για να γίνω σαφέστερος: η συγκίνηση που διαπερνά τους πόρους μου αλλά, κυρίως, η τρυφερότητα του ποιητή, καθώς ταξιδεύει, σαν διαβατάρικο πουλί, μέσα στις στιχουργικές φυλλωσιές. Υπό την έννοια αυτή, λοιπόν, η συλλογή Μες στη ροή αποτελεί κομψοτέχνημα ύφους και στοχασμού.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

εφημερίδα Ο Φιλελέυθερος

Και με τη νέα ποιητική του συλλογή, τη 12η στη σειρά, ο Γιώργος Μολέσκης παραμένει απαρασάλευτα πιστός στο υφολογικό, στυλιστικό στίγμα που τον καθιέρωσε στην ποίηση. Χαμηλόφωνος, λυρικός, επαγωγικά αναλυτικός, με βαθιά εσωτερικότητα, τόσο στα νοήματα και το ρυθμό, όσο και στις εικόνες της καθημερινότητας που μεταπλάθει ποιητικά. Ο Γ.Μ. και σ’ αυτή τη συλλογή, συχνά πυκνά επιστρατεύει υπερρεαλιστικά στοιχεία για να πετύχει ποιητικές κατακτήσεις. Απλό και λιτό, όπως πάντα, το λεκτικό του οπλοστάσιο, με έντονη αφηγηματικότητα, που διασπάται όμως συχνά από ποιητικές εξάρσεις, αναλαμπές και αισθητικές υπερβάσεις, συνήθως στις κατακλείδες των ποιημάτων του. Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του: “Από το ελάχιστο” (2001) υπερίσχυαν αριθμητικά και ποιοτικά, τα ποιήματα ποιητικής. Σ’ αυτήν εδώ υπερισχύουν τα υπαρξιακής θεματικής ποιήματα. Κι αυτή η διαφοροποίηση είναι μάλλον ενδεικτική για την περαιτέρω ωρίμανση του ποιητή, θεματική και αισθητική

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s