ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

1-ΓΙΩΤΑ
Η Γιώτα Αργυροπούλου γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Ζει στην Καλαμάτα. Για την ποιητική της συλλογή Διηγήματα τιμήθηκε το 2010 από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Γεωργίου Αθάνα του Ιδρύματος Ουράνη.
Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, τα ουγγρικά και τα γερμανικά.

ΒΙΒΛΙΑ
Τοιχογραφία της άνοιξης, (1998)
Νερά απαρηγόρητα, (2004)
Διηγήματα, (2010)
Ποιητών και Αγίων Πάντων, (2013) (Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων)
Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό (2017)

1-ΓΙΑ ΣΙΚΙΝΟ

1-ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓ ΠΑΝΤΩΝ

1-ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

1-ΝΕΡΑ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ

1-ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ 2

 

 

ΓΙΑ ΣΙΚΙΝΟ, ΑΝΑΦΗ, ΑΜΟΡΓΟ (2017)

 

ΑΚΤΑΙΩΡΟΣ

 

ΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Όσα ταξίδια έκανε στη γη
ήταν με το άλογό του.
Όταν κάποτε ρώτησα πώς είναι η θάλασσα
άφησε το αλέτρι από τα χέρια του
μου έδειξε τον ουρανό.

Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα
μα ο καλός μου ζευγολάτης κατέβηκε
κούρος αρχαϊκός
βαθιά μέσα στα χώματα που όργωνε
με δυνατό ζευγάρι
βόδι και άλογο.

Και δεν αντίκρισε ποτέ τη θάλασσα.

 

 

ΝΗΣΙ

ΙΙ

Μαντρότοιχος
ξερολιθιά
πέτρινο αλωνάκι

ο τόπος
στρατολόγησε τις πέτρες του
κατάντικρύ στο φως.

 

 

ΤΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΩΡΑ

Σπαρμένα στο ’Αρχιπέλαγος
σε ξέρες, φοβερά γκρεμνά
στις Χώρες μέσα αγκαλιασμένα
γλυπτά θαρρείς
ξωκλήσια ασβεστωμένα.

Εκκλησίες ανάγλυφες της Παναγιάς.
Η Παραπορτιανή στη Μύκονο
στην ’Αμοργό η Χοζοβιώτισσα
Παντάνασσα στη Σίκινο, Χρυσοπηγή,
στη Φολέγανδρο η Κοίμηση
σκαρφαλωμένη στα ψηλά,
η Καλαμιώτισσα στον μονολιθικό
πελώριο βράχο της ’Ανάφης.

Τάματα και αντίδωρα
της πίστης αντιστύλια
σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος.

Με όποιο φως και να σταθείς αντίκρυ τους
στον κυκλαδίτικο ουρανό
ξημέρωμα
απόβραδο
άπλετο μεσημέρι,
— μια γλώσσα μιλά η ομορφιά
ανάμεσα ουρανού και γης
από γεννησιμιού του κόσμου.

 

 

[Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα]

Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα
κατάσαρκα πυρπόλησε τη νιότη τους το φως

στον Άη Νικόλα
στο Σαρακήνικο Καράβι
στο Κατάρτι
στα βράχια πάνω τα κατάπληκτα

έρωτας αλμυρός.

 

 

[Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου]

Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου
που κατάγονταν από ένα άσημο Νιοχώρι
στου Μελιγαλά τις παρυφές
δεν είναι μόνο γιατί ενσάρκωσε το θεϊκό ταλέντο
και έμεινε η Κάλλας,
η ντίβα η απόλυτη σ’ όλες τις εποχές.

Είναι διότι το ’σκάσε
από το σήμα και τον τάφο
και δονείται στο Αιγαίο
στων κυμάτων το βιμπράτο
πάλι αντηχώντας

— στις σπηλιές!

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ 1987

Άφησες πίσω το λιμάνι, την κουρασμένη πόλη
για τα μικρά Δωδεκάνησα.
Πρώτος σταθμός η Πάτμος, περπατημένη
από άκρου εις άκρον προηγούμενη χρονιά.
Πρωτοϊδωμένη η Νίσυρος, η Σύμη
η Χάλκη, η Τήλος.
Σαν τις γυναίκες του ποιητή όλες ωραίες μέσα στη
νύχτα.
Μα προκειμένου για νησιά, το χάραμα αναδεύονται
στης αυγής τα σπάργανα
τα μεσημέρια πλέουν μετέωρα στο φως.

Θα ήταν κρίμα να μαυρίσει τέτοια στίλβη.
Σε περίμενε φαιός ο Πειραιάς,
το τραίνο, ο σταθμός Πελοποννήσου.
Πάνω στο πλοίο της γραμμής άλλαξες ρότα.
Χάραξες πλου ανήκουστο.
Απ’ το Καρπάθιο, την Κρήτη, το Μυρτώο
τρεις μέρες Τήλος – Γύθειο, παραμονή Δεκαπενταύγουστου
έφτασες στο στεριανό χωριό σου.

Είδες την Κάσο και την Κάρπαθο — μετά από δέκα χρόνια
σήμανε και η ώρα για την Όλυμπο, τη σπηλιά
του Άη Γιάννη.
Διέσχισες την Κρήτη, από τον Άγιο ως τα Χανιά
στα Κύθηρα νόμισες πως ήσουν πάλι πίσω.
Όσα ακλούθησαν μετά, πρόσωπα, τόποι
στο πέρασμα του χρόνου ας συμφυρθούν στη μνήμη.
Όμως αυτό το μυρωμένο καλοκαίρι, πού ακόμα το ανασαίνεις
βράχια φωτόλουστα, ομήλικοι ταξιδευτές
πλοία νυσταγμένα, το καθετί να κρατηθεί
στη θέση του. Σε σχέδιο ονείρου.

 

 

ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ

Φύσηξε απ’ όλες τις μεριές
κυκλαδικός αέρας
σαλάγησε νομή σπιτιών
πάνω στο φρύδι του γκρεμού
καταντικρύ στα αστέρια

Κι ας αντικρίζουν κίνδυνο.
Μετράς τα σπίτια, όλα σωστά.
Μετράς νησιά
καράβια
μετράς τα αστέρια του ουρανού
και περισσεύουν.

Φέγγουν ψηλά και οι εκκλησιές
στου γαλαξία τις πόρτες.

 

 

ΑΝΕΜΟΤΑΦΙΑ ΙΚΑΡΙΑΣ

Σ’ ένα ασκί παρέδωσε στον Οδυσσέα
ο Αίολος κλεισμένους τους ανέμους του
μα οι νήπιοι τους έλυσαν
και πώς να τους μαζέψεις
που μ’ άγρια σφυρίγματα
τρυγάνε τα νησιά
Γραίγος, Βοριάς, Σιρόκος;

Στην ανεμόδαρτη Ικαρία
που ολοχρονίς τη μαστιγώνουν οι ανέμοι
σε στάμνα έθαβαν τον άνεμο
με χώμα, πέτρες κι αναθέματα
ξόρκια και μαγικά, χειρονομίες.
Αλαφροΐσκιωτοι νησιώτες
βουλήθηκαν να τον δαμάσουν
τον κραταιό μαστιγωτή.

Τύμβοι από χώματα και πέτρες χαλαζία
τα Ανεμοτάφια στην Ικαρία
πως είμαστε αθύρματα θυμίζουν

 

 

ΜΕΛΤΕΜΙ

Μετά από χρόνια αν ξαναπάς
στην Αμοργό
θα είσαι πάλι δεκαεννιά.
Στη Χώρα οι δρόμοι δεν θα σ’ έχουν λησμονήσει.
Εδώ
στον άνεμο που σφύριζε θαυμαστικά
ένα φουστάνι σου, που φόραγες, λευκό
είχες χαρίσει.

 

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ
ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ

 

Τα καλοκαίρια του έδειχνε φωτογραφίες
τα νησιά. Τα κάστρα, τα σοκάκια
παραλίες. Ψιλή άμμος, Πλατύ-γιαλός
αντίσκηνα, αρμυρίκια.
Αυτός δεκατεσσάρων, γειτονόπουλο.
Μια μέρα πρόσεξε δύο απλωμένα κομματάκια το μαγιό της
το πάνω ολοκαίνουργιο.
Από τότε όλο την φαντάζεται με στήθος γυμνό
να κολυμπά, να κάθεται στον ήλιο
όλο αυτό σκεφτόταν.
Κι απόψε, Αύγουστος με φεγγάρι στο μπαλκόνι της,
σαν άντρας γύρεψε το βλέμμα της
σαν παιδί την παρακάλεσε.
Μυστικό όλη του τη ζωή θα το κρατούσε.
Του ‘πε δεν είναι το ίδιο με τον ήλιο
με τη θάλασσα — εκεί κανείς δεν σε κοιτάζει.
Σαν άντρας υποσχέθηκε, σαν παιδί ορκίστηκε
δεν θα ζητούσε τίποτα πια, ποτέ.
Μόνο να δει στο φεγγαρόφωτο το στήθος της.
Να μην το αγγίξει
να το δει.
Να δει το στήθος της μονάχα.

 

 

ΑΠΟΠΛΟΥΣ 2017

ΙΙ

Σειρήνες δεν θα ακούσεις πια.
Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια.
Μπορεί να φταίει που δεν είσαι δεκαεννιά
που δεν έχεις στο σακίδιο βιβλία
μόνο ρούχα, μπουκαλάκια, αξεσουάρ
το ταξίδι είναι οι ώρες μοναχά
μέχρι να φτάσεις.

Ακόμα θαρρώ, ελπίζω ακόμα,
για όσους είναι δεκαεννιά
δεν έχει χρόνο το ταξίδι, δεν έχει προορισμό
έχει μόνο τις γλυκόλαλες σειρήνες.

Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια.

Αυτοί που σκαρφαλώνουν
σαν πρωτόπλαστοι στα βράχια
κόντρα στο φως, γεμάτοι αλάτι
κι αγαπιούνται στις σπηλιές
θα έρθει μέρα, θα νοσταλγούν τη νιότη τους
αριθμημένα, χάι-σπιντ, μπλου σταρ
και σούπερ φέρι.

 

 

ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ

 

[Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες]

Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες
ανέστιοι νεκροί
οι πνιγμένοι.

Κανένας ξύλινος σταυρός δεν θα δηλώνει
τη βάσανό τους επί γης
και τον απελπισμένο διάπλου.
Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες
με τα μωρά στην αγκαλιά
μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους
μού ‘ρχονται στο μυαλό
τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης
τα μνημόρια.
Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια
σε τοποθεσίες περίοπτες
εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.

Φαντασία ένοχη, για τούτο γενναιόδωρη
να τους προσφέρει μετά θάνατον
αυτήν την καλοσύνη.

 

 

[Σαν φουσκοθαλασσιά]

Σαν φουσκοθαλασσιά σηκώνει κάθε τόσο ο Καιρός
μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους
με μπόγους, μωρά στην αγκαλιά
και την καρδιά ξεριζωμένη.
Πόλεμοι, λάβες ηφαιστείων, αποικισμοί,
λοιμοί, μεταναστεύσεις
μια ταραχή αέναη συνέχει
στο Αιγαίο τη ζωή
από τη ρίζα της.

Μυρίπνοα νησιά σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος
στου άσωτου νερού το δρόμο.

 

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (2013)

 

[Συγχώρεσε με που σε ξέχασα]

Συγχώρεσε με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του
τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.

Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο

πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

 

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.

Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα
Τι ζεστασιά. Τι βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.

Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλύτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
Άγιοι Πάντες.

Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.

 

 

Η ΕΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Κάθε φορά που ταχυδρομεί ένα βιβλίο του
– αφιερωμένο εξαιρετικά –
για την τύχη του αγωνιά.
Θα διαβαστεί;
Θα πεταχτεί;
Θα ξεχαστεί
σε μια γωνιά;

Και σκέφτεται μοιραία
τη συλλογή του Καρυωτάκη
αφιερωμένη – κι άκοπη –
στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.

 

 

[Ακολουθώ τις νύχτες …]

Ακολουθώ τις νύχτες
το φεγγάρι, τις σκιές
παίρνω από πίσω τη σκιά μου.
Γιατί τι είναι
ο ποιητής;

Ένα υπάκουο σκυλί
που ιχνεύει τη σκιά του
ψάχνει τα θηράματα
που χτύπησε ο Θεός
να του τα πάει.

 

 

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Σε σχολική γιορτή μαθήτρια μεγαλύτερη
απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Να πω τολμηρά άστραψε φως
και είδα την ψυχή μου;

Το βράδυ στο μπαλκόνι μας
την ώρα που η μάννα μου ξέχναγε σιγά σιγά –
την κούραση της μέρας,
πήρα να της διηγηθώ της ιστορίας τα καθέκαστα.
H μάννα για λίγο μ’ άφησε.
– Το είπα και εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δε με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα, μου λέει, να σ’ το πω και ’γω για να το μάθεις.

Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια
με λίγα φώτα αχνά μπροστά μας από τα σπίτια του χωριού
και γύρω μας καλαμωτά με τρυφερά μουρόφυλλα
και τους μεταξοσκώληκες να θρέφονται
και να θροΐζουν νύχτα μέρα
η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο
έπεσαν στάλες τα δάκρια από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
και τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.

Αργότερα στο Γυμνάσιο
δεν μαθαίναμε πια απέξω τα ποιήματα
– αν έχει κανείς άλλο μ’ αυτά να κάνει .
Σχεδόν σε κάθε στίχο, στην ερώτηση
τί εννοεί εδώ ο ποιητής,
ολονών οι γνώμες υψώνονταν
σαν χαρταετοί στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας.

Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τί εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία
αυτήν που αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα
μιλήσαν ώς και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τί λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.
Τότε, ο καλπασμός του Κωσταντή
σκέπασε το θρόισμα του μεταξοσκώληκα
πάνω στα φρέσκα φύλλα.

 

 

ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

Καθώς τις νύχτες καθρεφτίζομαι
στις σελίδες με τα παλιά μου ποιήματα
-δεν είναι παρά λίγοι επίμονοι στίχοι-
βλέπω πως η σκιά μου μεγάλωσε
και δε χωρώ στο ποίημα
περισσεύω.
Τότε έγραφα στις αμμουδιές με ήλιο τη σκιά μου
και όπως είπε ο ζωγράφος-χρόνια θήτευε στο φως
το φεγγάρι γεννά τις μεγάλες σκιές
ο ήλιος τις επίμονες.
Μεγάλωσαν οι νύχτες μου
τα σύνεργα πανάλαφρα, βγαίνω με το φεγγάρι
κι όλο προβάρω και φορώ
παλιά, καινούργια ποιήματα
μακριές μεγάλες νύχτες.

 

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (2010)

 

ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΛΙ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

Έρχονται από το σόι της το πλατύφυλλο
το κοντοκλαδεμένο
οι θειοί και τα ξαδέρφια.

Στρώνει υφαντό τραπεζομάντιλο
και γυαλικά, πιατέλες, χάρες από το γάμο.
Μα τούτες τις νερόκουπες με τις επάλληλες γραμμές
τις επιχρυσωμένες
και τα λεπτούλια κρασοπότητα με λουλουδάκια χάραγμα
μέσα στα χρόνια τα ‘σπασα μ’ αδέξια προθυμία.
Πώς βρέθηκαν κι αστράφτουνε μαζί με τις κανάτες
και με τι χέρια θα τσουγκρίσουνε
στο στήθος σταυρωμένα;

Μα σήμερα είναι Πασχαλιά
μ’ έχουν στα γόνατά τους ψίχαλο
κι εκείνοι λένε φωναχτά
μωραϊτικα τραγούδια.

Είναι σαν τότε Πασχαλιά.
Η μάννα μου τους έστρωσε τραπέζι να φιλιώσουν
όσοι φύγαν αμίλητοι.
Θα πιούν, θα τραγουδήσουνε,
κάνει η ίδια την αρχή
το γιορτινό τραγούδι της
σώπαινε μάννα

σώπαινε
τούτο το μοιρολόι.

από τη συλλογή

 

 

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Ι

Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.
Αέρισα καλά το ξένο σπίτι
αλλά μυρίζει ακόμα φαγητό
τσιγάρα
αναπνοές.

Χτες μετακόμισα
μια μοναξιά
πιο πέρα.

 

 

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ

ΙΙΙ

Ξαγρυπνούσα κι άκουγα ερωτευμένο αηδόνι.
Είχε τη φωλιά του στα φυλλώματα ενός δέντρου ταπεινού
τη μέρα δεν το πρόσεχες
δεν το ‘πιανε το μάτι σου για δέντρο
και τώρα το αηδονάκι με τις τρίλιες του
το αποκάλυψε στα μάτια μου
δέντρο μικρό κι ασήμαντο
καχεκτικό δεντράκι
σκονισμένο.

Ξαγρυπνούσα κι άκουγα το ερωτευμένο αηδόνι.
Αναπολούσα τον καιρό που ήμουνα πουλί
κι αηδόνι
κοίταζα μόνο το τραγούδι μου
στο δώμα που ξαγρύπναγα
μικρό και σκονισμένο.

 

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΣΤΩ

Όταν προ ετών απηύθυνα νερά απαρηγόρητα
σε οίκο εκδοτικό
ειλικρινώς μας ενδιαφέρει η γραφή σας είπε η υπεύθυνη
αλλά ξέρετε δεν κινείται η ποίηση.
Μήπως έχετε κάποιο πεζό, νουβέλα
ύη μυθιστόρημα; Διηγήματα έστω.
Η ποίηση δεν κινείται.
Και όμως κινείται

αντέτεινα ασυναίσθητα.
Δεν είχα υπόψη μου στατιστικά κι ευπώλητα
μονάχα αποστολές των ποιητών με τα ταχυδρομεία
κι ακόμη της αμέτρητες μποτίλιες
που αφήνουν κάθε βράδυ ναυαγοί
στου διαδικτύου τους ιστότοπους
αυτούς τους έστω τόπους
το ίδιο για μένα ακατανόητους
με αυτούς που όριζε ο μαθηματικός στον πίνακα
σε ένα μαύρο πουθενά
στη στερεομετρία.

Και όμως κινείται.
Υπερασπίστηκα ασυναίσθητα την ταπεινή μου τέχνη.
ασυναίσθητα της αφιέρωσα τις ιστορίες μου όλες.
Διηγήματα λοιπόν. Διηγήματα έστω.

 

 

ΝΕΡΑ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ (2009)

 

Α’ Νερά απαρηγόρητα

 

Τοπίο

Ι
Υγροί πράσινοι λόφοι
και οι σταγόνες της βροχής
μικρές εγκυμονούσες.

Άπλωνα τα χέρια μου
έδινα την καρδιά μου,
δέκα χρονών μέσα στο θαύμα.

ΙΙ
Μόλις ξεδιάλυνε η ομίχλη
φάνηκαν οι αμυγδαλιές
ίδιο ανάερο άστρο.

Πιο κάτω σπίτια νοτισμένα
αραιός καπνός στις καμινάδες
τα κεραμίδια υγρά.

 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Άνοιξη

Πλένουν οι μανάδες μας στρωσίδια τοϋ χειμώνα.
Ολόκληρη ημέρα στο ποτάμι
το πρώτο πανηγύρι στο νερό.

Θα πέρασε πλανόδιος φωτογράφος.
’Αγκαλιασμένες με το νερό ως το γόνατο
— Η Δέσπω με περνάει ένα κεφάλι —
θα ’μαστέ δέκα-έντεκα χρόνων.
“Φίλες αχώριστες μέχρι θανάτου”.

Είκοσι χρόνια Δέσπω
έχω να σε δω.

Καλοκαίρι

Νεράκι κελαηδιστικό
και οι καβουρομάνες
θολώνουν λίγο το νερό
καθώς τρυπώνουν στη φωλιά τους.

Ψηλά στον αναβαθμό τα αγόρια
ρίχνουν βουτιές με σαματά
χαλούν τον κόσμο.
Δοξάζουνε την εποχή και το ποτάμι.

Φθινόπωρο

Ήρθαν οι τσιγγάνοι.
Έστησαν στις όχθες τα τσαντίρια.

Βροχή τους ρήμαξε όλη νύχτα,
ηλεκτρισμένο πρωτοβρόχι.

Εκείνοι όμως το πρωί
απλώσανε στον ήλιο
μελαχρινό χαμόγελο.

Χειμώνας

Ιτιές
πλατάνια
το ποτάμι
άσπρο το χνώτο του
στον κάμπο το πρωί.

 

 

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Ιούλιος

Το αλώνι
τα δεμάτια
το άλογο ιδρωμένο στου φεγγαριού το φως.

Εδώ τραγούδησαν τη γη για να καρπίσει.

Αύγουστος

Αδειάζει το καπέλο του γεμάτο
στην ποδιά μου. Σταλαγματιές οπώρας
ευωδιάζει η μνήμη μου.

Θάλλουν τα τζιτζίκια, δονείται ο ελαιώνας.
Λίγα καρποφόρα
στενοί μου φίλοι παιδικοί.

 

 

Β’ Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στο κόσμο

 

Κόκκινη κλωστή δεμένη

Ι.

Τις άγγιξα παιδί και έλυσα στον ώμο τα μαλλιά τους.
Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στον κόσμο.
Τασία Καίτη Ελένη.
Ζεστό χρώμα γυναικείας σάρκας
άρωμα αλωμένης τρυφεράδας.

ΙΙ

Ύφαιναν στον αργαλειό
τα μυστικά του κόσμου με τραγούδια,
με νήματα βαμμένα στις φλούδες του ευκάλυπτου
στης καρυδιάς τα φύλλα.

Έπαιζα ή κρυφάκουγα λιγάκι παραπέρα;
Ας ήταν όλα φανερά.
Εγώ κρυφά τα άκουγα
κρυφά τα κελαηδούσα.

ΙΙΙ

Κι’ ας φύλαξες ευλαβικά προγονικό αδράχτι
και του αργαλειού εξαρτήματα όσα βρήκες.
Ο ήχος που ύφαινε ξερός των γυναικών το πεπρωμένο
πάει και πια δεν θ’ ακουστεί
η γειτονιά τα γέλια.

 

 

Κυριακή

ΙΙ

Φοράω κάθε μέρα τα καλά μου στη δουλειά μου.
Πάει χρόνια που διορίστηκα σε μια στενοχωρία.
Δάσκαλε τι μ’ έθελγες σε τούτο το εύ ζην;
Βουίζει τώρα
ζην ζην ζην
ασίγαστο μελίσσι η καρδιά μου.
Η καρδιά μου δίψασε η καρδιά μου αρρώστησε.
Στη χειροποίητη ζωή θα σμηνουργήσει.
Να ανθοφορεί ο λόγγος το σπάρτο και το σφάλαχτρο.
Να ‘ναι η βδομάδα Κυριακή
Θα μέλπει ο πετροκότσυφας
βου γα δη κε με πεταστές.
Το ζην
θα αντιφωνεί θριαμβικά η καρδιά μου,
γλώσσα περισπώμενη
των μελισσών και των πουλιών
και των αγγέλων.

 

 

ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

— Το έμαθες το πήμα σου;
— Ποί-η-μα τη διόρθωνα, της έλεγα το ξέρω.
Και νόμιζα ότι το ’ξέρα, μα εκεί μπροστά στον κόσμο,
στην πρώτη του δημοτικού, στην ξύλινη εξέδρα,
προπάντων στον παππούλη μου μπροστά,
που ’ταν σαν ψάρι στη στεριά
εκεί στην πρώτη τη σειρά μακριά απ’ τα χωράφια,
εσάστισα ολότελα
και το ’χασα το ποίημα με το βαρύ φορτίο.
— γίνεται να ’ναι ελαφρύ το ελληνικό το χώμα
ή μία χούφτα ειδικά για τον ξενιτεμένο;

Τριάντα χρόνια αργότερα
η μάνα πια το έμαθε, λέει σωστά το ποίημα.
Μα απ’ το παλιό μου πάθημα και τη στερνή τη γνώση,
την ξέρω πια τη γλύκα του
— τότε το έλεγες σωστά. Πήμα της λέω.
Πήμα.

 

 

ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ

Τα μήλα ήταν μέλι.
Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.
Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,
δε μάλωναν,
δεν τα ’παίρνε ο πατέρας στο χωράφι.
Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.
Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά ή βασίλισσα στο κάδρο
και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.

Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.
Δεν άλλαξε η γεύση του,
συνήθισα μονάχα.

 

 

ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ σ’ αδειανά καφενεία
και η παλιά πελατεία
φωτογραφία στον τοίχο.
Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ
χωρίς ήχο.

Θυσίαζα σε σας το χαρτζιλίκι μου
Και τι δε θα θυσίαζα και τώρα
που έμεινε η Κυριακή
σαν καλαμιά
στον κάμπο.

 

 

(Μετακομίζω στα όνειρα τις νύχτες)

ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ στα όνειρα τις νύχτες.
Στα όνειρά μου κυλούν νερά
τοπία φτερά
κυλούν απαρηγόρητα.

Και το χωριό μου
ολοένα μετακομίζει
μετακομίζει στον ουρανό
κι όσοι προλάβαν στην Αθήνα.

Και τα νερά κυλούν
απαρηγόρητα
στον ύπνο μου
στο ασφοδελό χωριό μου.

 

 

Κλεινόν άστυ

IV

Αγνάντευες εφτά χωριά
και τα βουνά γαλάζια.

Η Άνω Μεσσηνιακή πεδιάς
τα φώτα της
και τα χωριά της.

Πώς να υποστείλεις τώρα
τη ματιά σου ως το κάδρο;

V

Κι ας πήρες την απόφαση
να τελειώσεις τη ζωή σου στο τριάρι.
Έχεις τον ανοιχτό ορίζοντα εγγεγραμμένο
εντός σου,
αλώνι και πηγάδι,
τον ίσκιο μιας κληματαριάς
να σεργιανάς στον ύπνο σου.

Τα παιδιά σου όμως,
δεν θα έχουν πού την κεφαλήν κλίναι.
Κι αν έχεις ώτα ακούειν
άκου με.
Τζάμπα παιδεύεσαι και χτίζεις
και συνταιριάζεις όνειρα
και τους μυαλού παλιές φωτογραφίες.

 

 

[Η Αγάπη δυναμώνει και την πέτρα]

Ανθίζουν σπίτια ταπεινά
όρθια μετράνε τούς αιώνες.
Κυλάει το ποτάμι της αγάπης
το αίμα που δε γίνεται νερό,
κι όπως στεριώνει τις γενιές
την πέτρα δυναμώνει.

Αρχοντικά περήφανα ρημάξαν.
Μεσοτοιχίες εχθρικές μοιράσανε τις σάλες
—πού να περάσουν οι ψυχές
πού να βρει κοίτη η αγάπη —
σαλεύουν απ’ τη θέση τους
γκρεμίζονται και οι πέτρες.

Γιατί η αγάπη στερεώνει και την πέτρα

 

 

Γ΄ Σαν τη δροσιά στο φύλλο

Εις μνήμην

Αναστασίας

Πώς να χαρώ είπε πια εγώ
και πώς να ζήσω.

Σ’ ένα συρτάρι στον κομό
έβαλε τα ασπρόρουχα που τύλιξαν τα νιάτα της.
Την καλημέρα χειροποίητη
τα γυαλικά του γάμου.

Έδεσε τα μυστικά κόμπους μες στην παλάμη της
και κλείδωσε το σπίτι.

 

 

Δημητρίου

Σ’ αυτό εδώ το τραπέζι
τσουγκρίσαμε της Παναγιάς ξέχειλα τα ποτήρια
κι ήταν για τελευταία φορά.

Θα χτυπάει αύριο στο χωριό λυπητερά η καμπάνα.
Πάει κι ο Μίμης σα δροσιά
θα πουν οι χωριανοί μας.
Έσβησε ο Μίμης σα δροσιά,
σαν τη δροσιά στο φύλλο.

7-12-99

 

 

[Το ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ βράδυ τους κοιμήθηκαν στη σάλα]

Το τελευταίο βράδυ τους κοιμήθηκαν στη σάλα.
Μόνο δεν άλλαξαν πλευρό μες στη στενή τους κάσα.

Τούς σκέπαζαν τα άνθη ελαφριά,
υγρά τα μοιρολόγια
και κει κοντά στα πόδια τους
τα ψυχοκέρια καίγαν στο σιτάρι.

Το σπίτι
είχε τη λύπη γιορτινή
τό τελευταίο τους βράδυ.

Και ύστερα τι ανάερη μετατόπιση.
Με αρχαϊκό χαμόγελο ανάμεσα στους συγγενείς
κοιτούν από το κάδρο.
Και οι πίκρες πού τους κέρασαν
τώρα περάσαν όλα.

 

 

[ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ βοριά μου]

Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα δυνατά
να μαζέψεις τα κλαράκια.

Το λινάρι
το μετάξι
τό κουκούλι του,
την ανέμη
τον αργαλειό
και το τραγούδι του.

Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα ταπεινά
ν’ αρμενίσουν οι ψυχές τους
να ’ρθουνε κοντά.

 

 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ (1998)

 

[Στου γέλιου σου την άκρη …]

Στου γέλιου σου την άκρη
ματώνει άσπρο μετάξι.

Δόντια πυκνά
και μαργαριταρένια.
΄
Έτσι αστράφτουν με το χιόνι
τα βουνά.

Έτσι λιποθυμούν μες στ’ άνθη τους
οι ακακίες.

Έτσι αστράφτει,
έτσι λιποθυμάει το στόμα σου
βελούδο παπαρούνας.

Όραμα πυρκαγιάς
ολάνθιστο.

 

 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Στον Δημήτρη

Ευφημισμός ο τίτλος στο εξώφυλλο.
Ευφημισμός η εικόνα. Τα χελιδόνια
ερωτοτροπούν στην ευωδία των κρίνων
και εικονίζουν αισιόδοξα
την εποχή του έρωτα
που τα υποσχόταν όλα.

Να ξαναγράψεις ερωτικά ποιήματα.
Τα ερωτικά είναι το στοιχείο σου
είπε φίλος αργότερα.
Μα ο φτερωτός θεός
δεν είναι το παιδί που παριστάνουν
για να το ξεγελάσεις με ποιήματα
συνταγογραφημένα.
Δε θέλει θυσία αναίμακτη
τους στίχους που θα γράψεις.

Κοιτώ τον σύντροφό μου,
παρακαλώ βουβά να μη γράψω ποτέ πια
ερωτικά ποιήματα.
Να μείνει αυτός το ζωντανό σημάδι
πως ο θεός
εξευμενίστηκε
με τους φτωχούς μου στίχους.

 

 

ΤΑ ΤΖΗΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΚΩ

Καμιά φορά γυρίζεις και θυμάσαι
όχι φορέματα που ντύθηκες
και καθρεφτίστηκες φιλάρεσκα
μες στον αντρών τα μάτια,
μα κάτι ρούχα ταπεινά,
πού ‘χες μ’ αυτά τα χρόνια σου τα δεκαεννιά ντύσει
και πέσαν από πάνω σου αργά.
Η κοριτσίστική ντροπή σου τα κρατούσε
και σώμα με σώμα δύσκολα
ο έρωτας νικούσε στο τρυφερό το πάλεμα.
Σώμα με σώμα
αίμα με αίμα
μέθαγε στα χέρια του το ξαφνιασμένο δέρμα
πήγαινε από πάνω σου να πέσει
και αυτό.

Τα τζην και τα μακώ
τα ταπεινά σου ρούχα γυρίζεις και θυμάσαι
το ρίγος του κορμιού
των δεκαεννιά χρόνων.

 

 

[Κάπου εδώ έλαβε τέλος …]

Κάπου εδώ έλαβε τέλος η μικρή ιστορία
μιας μεγάλης μου αγάπης,
Στο δωμάτιο αυτό αγαπούσα τα νιάτα.

Και στα απέναντι σπίτια
ξέρω σ΄ όλη την πόλη
σε σταθμούς και σε πάρκα
κάπως έτσι τελειώνουν κι αλλονών οι αγάπες.

Με ασυντρόφευτα δάκρυα
και μ’ αδιάφορους ώμους.

 

 

ΟΛΟΝΥΧΤΙΣ

Ολονυχτίς
στον καναπέ
λες και θα ακούσω νέα σου
στο τελευταίο δελτίο.
Πώς τάχατε
νυχτώθηκες σε χώρα λωτοφάγων
και μόλις ξεμυτίσει λίγη μνήμη
θα γυρίσεις.

 

 

ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 26/07/2017

Μια απίστευτη αιθρία

«Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό» της Γιώτας Αργυροπούλου, εκδόσεις Gutenberg

Ποιο είναι το χρώμα της ποίησης; Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου αποφασίζεις ότι θα μπορούσε το χρώμα της να είναι το λευκό. Το φως διάσπαρτο στους στίχους της, σε κάνει να αναρωτιέσαι για τη σπατάλη της απλόχερης και γενναιόδωρης φύσης στα ξερά αιγαιοπελαγίτικα νησιά, που δάνεισαν κάτι από αυτό το αυτοφυές φως στην ποίηση. Και ας ξέρουμε ότι από τα πιο σκοτεινά εσώτερα κι απύθμενα αντλεί το ποίημα πάντα. Εδώ αποκαλύπτεται μια αλήθεια αποστομωτική: ετούτο το ξερό τοπίο, μ’ αυτό το φως που το στεφανώνει, ίσως να μεταλλάσσει το μέσα σκότος, και έτσι όλο το ποίημα πλέον να θάλλει από απαύγασμα ζωής.

Το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο βρίσκεται σε κάθε ποίημα, δίνοντας έτσι την απαραίτητη συνοχή. Τα ποιήματα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους μόνο με τα τοπωνύμια, τις εκκλησιές, τα πλήθος των προσκυνημάτων που διάσπαρτα στη θάλασσα δίνουν το απαραίτητο γαλάζιο πλάι στο λευκό των ασβεστωμένων τοίχων. Μια δέσμη φωτός τα δένει το ένα με το άλλο και έτσι τα ταξιδεύεις, σαν να σε προσκαλούν σ’ αυτό το αντάμωμα.

Η Γιώτα Αργυροπούλου δεν ελκύεται μόνο από το φως. Δίνει μέσα από τους στίχους της μια συνολική εικόνα του τοπίου, με βαθιά ριζωμένες τις μνήμες από τα συναπαντήματα μαζί του μέσα στα χρόνια. Άλλωστε θα πει ξεκινώντας:

Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα

Πώς γίνεται να την ξεχάσεις έπειτα; Κι εκείνη η εικόνα του πλοίου στον ορίζοντα;

Ίσαλο πλοίο
στον ορίζοντα

το άρπαξε ο ουρανός
στο φως.

Όσοι ευλογήθηκαν να γεννηθούν με τέτοιες εικόνες στα πρώτα τους κοιτάγματα έχουν εννοήσει ήδη. Αλλά και οι υπόλοιποι που μάθαμε τα βήματα στο ελληνικό θαλασσινό τοπίο από ταξίδια επιλογής στα άγονα κυκλαδονήσια, κατανοούμε το άγγιγμα το μαγικό, κι ας μην τα έχουμε γενέθλιο τόπο. Όπου τη συναντήσεις την ομορφιά ίδια θα είναι:

– Μια γλώσσα μιλά η ομορφιά
ανάμεσα ουρανού και γης
από γεννησιμιού του κόσμου.

Τούτο το ξερό τοπίο λες και απλώνει τις ξερολιθιές του (το πέτρινο αλωνάκι για την ποιήτρια) απέναντι στον ήλιο σαν ασπίδα, αυτές όμως όλο και πιο πολύ ρουφάνε και αποθηκεύουν φως, για να ξορκίσουν τα σκοτάδια της ψυχής. Ανοίγει η ψυχή σου σαν βρεθείς στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Να γιατί πάντα θα κερδίζουν έδαφος στην ελληνική συνείδηση οι Κυκλάδες αλλά και τα μικρά τα Δωδεκάνησα, ακόμα και τα άλλα τα κοντινά στην όχθη την απέναντι, τα φορτωμένα μνήμες από ξεριζωμούς αλλά και ποίηση αλλοτινή, έτσι σπαρμένα που είναι, λες αφημένα στην τύχη τους μεσοπέλαγα να αρμενίζουν με απλό πανί.

[…]Κι όπως κοιτούσα θαμπωμένη
Ψάπφα του μέλους
συστήθηκε ψιθυριστά
χάθηκε στο πανηγύρι.

Κι όμως σ’ αυτά τα ξερονήσια κάποτε, χρόνια μακρινά, ακούμπησαν να ξαποστάσουν κυνηγημένοι, στης εξορίας το ανέλπιδο τοπίο. Δεν τα ξεχνά κι αυτά η ποιήτρια, γιατί κι εδώ έχει το δικό του μερίδιο το φως, κι ας μην το θέλησαν έτσι οι θύτες των ψυχών.

[…]
(Να πλένουνε το πουκάμισο στο κύμα
να το στεγνώνουνε στα βράχια.
Να στρίβουνε καπνό φαρμάκι
όλο να κοιτάζουν μακριά.)
[…]

(Στην ανέσπερη αιθρία!

Να μην μπορούν να της ξεφύγουν πουθενά.)

Αλλά ούτε μπορεί να αγνοήσει τον θάνατο που -αθέλητα πολύ αυτός- έβαψε με το χρώμα του πλεούμενες ψυχές, που είδανε τη θάλασσα και νόμιζαν πως καταργεί τα σύνορα. Μα λάθεψαν και βρέθηκαν, παιδάκια μόλις, να παίζουνε παιχνίδια στον βυθό.

[…]
Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες
με τα μωρά στην αγκαλιά
μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους
μου ’ρχονται στο μυαλό
τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης
τα μνημόρια.

Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια
σε τοποθεσίες περίοπτες
εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.

Κι έτσι με τη γενναιόδωρη φαντασία της η ποιήτρια δένει μεταξύ τους, απρόσμενα πολύ, χρόνους και λαούς, σήματα μνήμης, κατάλοιπα σπουδαία στον χώρο του Αιγαίου. Η ποίηση όμως έχει τέτοια δικαιώματα και τα εξαντλεί κάθε που θα βρεθεί αυθεντική φωνή, όπως αυτή εδώ.

Η ποιήτρια έχει διαλέξει τον χώρο που θα διασώσει με τους στίχους της και δεν τον αλλάζει με τα καταπράσινα τοπία αλλού της ελληνικής γης. Όμορφα είναι όλα, αλλά ετούτο εδώ πιο ελληνικό από όλα. Και αφουγκράζεται και ακούει τη θεϊκή φωνή να βγαίνει στον αέρα και πάνω από τα κύματα να δίνει την απόλυτη απόλαυση των αισθήσεων. Η Κάλλας:

[…]το ’σκασε
από το σήμα και τον τάφο
και δονείται στο Αιγαίο
στων κυμάτων το βιμπράτο
πάλι αντηχώντας

– στις σπηλιές.

Γι’ αυτό το τοπίο θα ήθελε να μιμηθεί τον λυρικό Αρχίλοχο, που (όχι ασυλλόγιστα αλλά ίσα ίσα μετά από σκέψη σοβαρή) όλα τα χάρισε δίνοντας την ασπίδα του στη μάχη, μόνο για να αντικρίσει λίγο ακόμα τη ζωή που λάτρεψε. Έτσι, όταν νιώθεις να λιγοστεύει μέσα σου το φως, ανοίγεις και διαβάζεις. Και τότε κύματα έρχονται και σε φέρνουν στη απίστευτη αυτή αιθρία. Και λες: μακάρια η ποίηση που όλο αυτό μπορεί να το μετουσιώνει και να το δίνει προσφορά σε όποιον το αναζητά.

 

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

diastixo07 Ιουλίου 2017

Μες στου Αιγαίου τα νερά τρία νησιά αρμενίζουν. Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό μας καλεί ο τίτλος της Γιώτας Αργυροπούλου, την άγονη κάποτε γραμμή και σήμερα στολίδι του Αιγαίου, γόνιμη και τουριστική.

Πολυταξιδεμένο, πολυτραγουδισμένο, φωτεινό και φρέσκο, νέο και παλαιό, πολύπαθο, πικρό, αλλά πάντα γαλανό.

Η ποιήτρια σε τρεις ενότητες θα τραγουδήσει το Αιγαίο, θα ξετυλίξει τον μύθο του, το θαύμα του, τον πολιτισμό του και τα πάθη του, παλιά και νέα.

Δεν έχει σημασία αν άλλοι μεγάλοι ή μικροί έψαλλαν τα νησιά. «Ο καθείς και τα όπλα του» είπε ο Ελύτης και Άξιον Εστί το τόλμημα.

Ενότητα πρώτη –«Ακταιωρός»–, πλεούμενο για την περιφρούρηση ακτών: «εφτά χρονών αντίκρισα τη θάλασσα», ενώ ο πατέρας, στο άλογο καβάλα, ποτέ του δεν την είδε. Και το θαύμα αρχίζει: το πλοίο «το άρπαξε ο ουρανός / στο φως» και αναλήφτηκε. Όταν δυο πλοία της άγονης γραμμής διασταυρώνονται μοιάζουν «αντικριστή φιγούρα μπάλου». «Σίκινο-Ανάφη αναμεσίς / έπιασαν δυο δελφίνια» σαν να είναι εκείνα «της ζωφόρου / που περιτρέχει τη Δυτική οικία / του Ακρωτηρίου Θήρας», τα «ζωνοδέλφινα… σαν μισοφέγγαρα… αέναη Τοιχογραφία Στόλου». Αυτά στη θάλασσα∙ και στη στεριά, η «ξερολιθιά», ο «Ιούλιος», «η δροσιά της νύχτας», «το σπίτι με τη στέρνα του», «το πέτρινο αλωνάκι», ο τόπος που «στρατολόγησε τις πέτρες του / καταντικρύ στο φως». Οι βράχοι με το αλάτι, σαν έφηβοι ηλιοκαμένοι και «γυμνοί». Οι γλάροι που «ζυγίζουν τα φτερά τους», η Παναγιά με τα ονόματά της, η «ραψωδία με βιολί και λαούτο». Το αστραφτοβόλημα του Αιγαίου θαμπώνει τα μάτια, η αίσθηση ξυπνάει τη διαίσθηση.
Το χρώμα και το φως, το όνειρο και το θαύμα, έρχονται να σχολιάσουν δυο σύγχρονοι ποιητές με προφανείς αιτίες: «Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου» (Αναγνωστάκης) και «Όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση / να πλημμυρίζει τα σαλόνια, εγώ σωπαίνω» (Κατσαρός) και η Αργυροπούλου: «Στίχοι εμβληματικοί / που αποστήθισα και εγώ / ματαίως». Ματαίως, γιατί ξένη αίσθηση δεν αποστηθίζεται, απλώς παπαγαλίζεται. Ο κάθε ποιητής και οι αφετηρίες του∙ πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και άλλες. Ανάλογοι και οι στίχοι. Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κακοσμημένον Και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ.

Θα έπρεπε μήπως να ακυρώσουμε τον Όμηρο επειδή «στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα» δεν έχουν πέραση τα κλέα; Ευτυχώς που η ποιήτρια μας καταθέτει εκείνο το «ματαίως», ζωσμένο ασφυκτικά από την περίσταση. «Δεν τον αντέχει η ψυχή μου, περισσά ωραίος στέκει στα πόδια του» έλεγε ο Καζαντζάκης για τον Παρθενώνα∙ μήπως θα έπρεπε να τον γκρεμίσει επειδή ξεπερνά το μπόι του; Είτε μας αρέσει είτε όχι, το Αιγαίο, Αιγαίο είναι. «Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη» και ας είναι παραμονή θανάτου.

Πιο κάτω θα αναρωτηθεί: «Τι ξέρω εγώ από το αιγαίο φως; / Από τη μεταφυσική του φοβάμαι δεν ξέρω τίποτα»∙ σαν τον Σωκράτη, «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Γιατί πολύ καλά αναγνωρίζει τη μεταφυσική, όταν με φως «τοιχογραφία βυζαντινή τα δειλινά / αγιογραφεί τους βράχους». Όταν με αληθινή κατάπληξη «από το χρώμα του Απόλλωνα… αναπολούσα δρυς και τα πλατάνια του Μοριά». Όταν «Άνοιξε και η δική μου η καρδιά στο θαύμα», όταν η Κάλλας «το ’σκασε / από το σήμα και τον τάφο / και δονείται στο Αιγαίο / στων κυμάτων το βιμπράτο / πάλι αντηχώντας». Μα αφού η ψυχή του Έλληνα είναι πάντα συνδεδεμένη με το μεταφυσικό, και το θαύμα είναι προέκταση της καθημερινής ζωής του.

Ενότητα δεύτερη, «Απόπλους». Τώρα πια μπαίνουν στους στίχους και άλλα νησιά που «το χάραμα αναδεύονται / στης αυγής τα σπάργανα». Από τη μακρινή Τήλο έρχεται η δεκαεννιάχρονη Ήριννα με την Ηλακάτη της. Κι ο πατέρας: «Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας και οργώνεις τα ξερονήσια. / Εκεί πηγαίνανε τους εξορίστους παλιά». Σωστά, αυτά τα νησιά, που σαν πολύτιμους λίθους έσπειρε από ψηλά ο Θεός, όπως είπε ο Ζακ Λακαριέρ, στιγμάτισε η ιδιοτροπία της ιστορίας, μέχρι να έρθει η ίαση και αναβάπτισή τους με του ποιητή το ανάβλεμμα ή έστω και του ορθολογισμού το συνάλλαγμα.

Ήδη, όμως, το κλίμα έχει αλλάξει. Στην Ικαρία οι άνεμοι βγήκαν από το ασκί, γιατί «οι νήπιοι τους έλυσαν / και πώς να τους μαζέψεις», «τα Ανεμοτάφια» πιο πέρα «πως είμαστε αθύρματα θυμίζουν», κάτω από τον άσπρο ασβέστη το λουλακί παραμονεύει: Λουλάκι ο τοίχος, «λουλάκι ο ουρανός / η θάλασσα λουλάκι / λουλάκι κι ο καημός στην Αμοργό», κι ο Γκάτσος: μια καμπάνα βάφει τον ουρανό με λουλάκι και όλα του θανάτου μοιάζουν. Αν και η Αμοργός-νησί δεν σχετίζεται με την Αμοργό-συλλογή, ο συνειρμός, τόσο στενός και τόσο υπαινικτικός, σαν μίτος μας τραβάει.

Κι ο χρόνος τρέχει. Ένα δεκατετράχρονο αγόρι κάποτε, που τώρα έγινε άντρας, ήθελε «Μόνο να δει στο φεγγαρόφωτο το στήθος της» («Το στήθος νέας γυναίκας άρθρο μελλοντικού συντάγματος» είπε ο ποιητής), σ’ ένα σοκάκι «φιλήθηκαν παράφορα στο στόμα» και τώρα όχι πια. Στο λιμάνι τα καράβια με τα παράξενα ονόματα, «χάι-σπιντ, μπλου σταρ, και σούπερ φέρι» εκτόπισαν τον «Ταξιάρχη», την «Ελεούσα», τον «Πανορμίτη». Χάθηκε η μεταφυσική, η πίστη πως και μόνο το όνομα αρκεί για το καλό ταξίδι, την κατάπιε η εξέλιξη. Ωστόσο, η «Κυρία Μαρία» και η «Ζαμπέτα» είναι εκεί∙ και ο «Αρχίλοχος» με την ασπίδα του από πάντα.

Κι έρχεται η τρίτη ενότητα, «Σαν φουσκοθαλασσιά». Το Αιγαίο γίνεται η θάλασσα των μεταναστών και των προσφύγων, των απελπισμένων που τρέχουν να πνιγούν στα γαλανά νερά του. «Κανένας ξύλινος σταυρός δεν θα δηλώνει / τη βάσανό τους επί γης». Μια περιδιάβαση στα αρχαία νεκροταφεία και στα μνημόρια αρκεί για να μελετά η ποιήτρια τα «μαύρα λουλούδια»που πνίγηκαν. Σαν φουσκοθαλασσιά ο καιρός φέρνει «μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους / με μπόγους, μωρά στην αγκαλιά / και την καρδιά ξεριζωμένη».

«Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια, / η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό» είπε ο Σεφέρης, γιατί, όσο και να κοιτάξουμε από κοντά δεν θα δούμε τι κρύβει ο βυθός της. Και όσο και αν «σηκώνεται κι ουρλιάζει» πάντοτε παραμένει «Θάλασσα της θαλάσσης» λέει ο Εμπειρίκος που ξέρει και από καράβια και από θάλασσες.

Σε Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό, σε όλα τα νησιά του Αιγαίου η Γιώτα Αργυροπούλου μας ξενάγησε στα θαύματα της φύσης και του ανθρώπου, πλασμένη η ίδια από ιδέα, χώμα και ποιητικό νερό και μια καρδιά που όλα τα χωράει. Το όνειρο, το θαύμα, τη ζωή όπως είναι και τη θλίψη που δεν είναι, όπως έπρεπε να είναι.

Και οι αντινομίες ισχύουν πάντα. Και η ποιήτρια αργοπορεί στο ωραίο Αιγαίο με τη σύγχρονη θλίψη.

 

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

FRACTAL 23/8/2017

Απόπλους σε αναζήτηση ταυτότητας

Μια ώριμη έφηβη το ποιητικό υποκείμενο αρμενίζει στον καιρό, σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αυτοψία στους τόπους της νεότητας απ’ όπου περνά περιπολώντας (ΑΚΤΑΙΩΡΟΣ.)

Ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι./ Νησάκια θεοφύλακτα./ Ξεφύλλισες τις Χώρες τους / συλλάβισες ξερολιθιές / κάθε αμμουδιάς τους φθόγγους./ Σχεδόν τα αποστήθισες – /ραψωδία με βιολί και με λαγούτο./ Και όπως στα αγαπημένα ποιήματα / κάθε φορά ξαναγυρνάς / και σαν καινούργια τα διαβάζεις, / κι αυτά, με το ίδιο αίσθημα / τα επισκέπτεσαι και πάλι.

Βρίσκει τώρα εκεί των άλλων την νεότητα.

Ηλιοκαμένοι έφηβοι. Ηλιοκαμένοι βράχοι / σπηλιές των κούρων/ των κορών / των ειδωλίων).

Πάντως οι νέοι του τότε που φιλήθηκαν παράφορα στο στόμα (ΣΟΚΑΚΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ),

Δεν φιλιούνται πια στο στόμα/ το ρίγος του φιλιού πλάι στις ροδοδάφνες/ βαθιά το νοσταλγούν. Αποκαθήλωση, απομυθοποίηση, ο χρόνος σήμερα ορίζει αλλιώς (ΑΠΟΠΛΟΥΣ 2017.)

Άλλα τώρα ονόματα οργώνουν τα νερά / Αριθμημένα χάι-σπιντ, μπλου σταρ και σούπερ φέρι ./ Καράβια οικεία σαν άγγελοι / τι Ταξιάρχης / Ελεούσα / Πανορμίτης / πάνε πια/ ……………Με άλλα τώρα ονόματα βουλιάζουν τα καράβια– προοικονομεί η τελευταία στροφή την επερχόμενη δυστυχία των προσφύγων (ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ).

Ο γεωμετρικός τόπος που λέγεται «γαλάζια αιθρία του Αιγαίου», όπως τον όρισαν και τον ξόρκισαν οι ποιητές μας, την αιχμαλωτίζει, παρόλο που ξέρει τον κίνδυνο, έχει διαβάσει καλή ποίηση. Σαν φανατική της θρησκείας έρχεται

……κάθε καλοκαίρι κι ένα τάμα /Ακόμα ένα προσκύνημα / στις Κυκλάδες και τα μικρά Δωδεκάνησα.

Αυθαδιάζοντας στο δικηγόρο του διαβόλου, εδώ κι όχι αλλού – Ας πάει στην ευχή το πράσινο και τα καλά του, δηλώνει πως αξίζει να το σκάσεις… από το σήμα και τον τάφο, διαλέγοντας το Αιγαίο για να ζήσεις και για να πεθάνεις, στο γυμνό τοπίο και το απόλυτο φως, με το βιολί και το λαούτο και τη χαρά της ζωής.

Ένας τολμηρός απόπλους είχε λάβει χώρα στην ηρωική εποχή της νεότητας (ΑΠΟΠΛΟΥΣ 1987)- Χάραξες πλού ανήκουστο, που στοίχειωσε τη μνήμη.

Όμως αυτό το μυρωμένο καλοκαίρι, που ακόμα το / ανασαίνεις / βράχια φωτόλουστα, ομήλικοι ταξιδευτές / πλοία νυσταγμένα, το κάθετί να κρατηθεί / στη θέση του. Σε σχέδιο ονείρου

Σημείο αναφοράς για αναστοχασμό ας μείνει αυτό το καλοκαίρι της ηρωικής εποχής Συγκινητική βιωματικότητα (ΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ), ως προεξαγγελτική παράθεση στο πρώτο ποίημα του πρώτου κεφαλαίου αλλά και στο επόμενο κεφάλαιο (ΑΠΟΠΛΟΥΣ ) (ΠΑΡΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ), ιερό το εικόνισμα του αγαπημένου πατέρα, εργάτη της γης, που έφυγε χωρίς να αντικρύσει ποτέ θάλασσα. Ένας απλός αταξίδευτος άνθρωπος είναι ο πατέρας, που κάνει το πέρασμά του από την ηρωική νεανική εποχή των ταξιδιών της ηρωίδας (ΠΑΡΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ), ταξίδια στον εαυτό της, στη λογοτεχνία και στα νησιά. Αιχμάλωτη από τότε στην ποίηση και τους τόπους. Αφοπλιστικά εκείνος εναντιώνεται στις επιλογές της για τα ξερά κυκλαδονήσια όταν πια αυτές είναι ήδη μια αισθητική και υπαρξιακή επιλογή, ορίζοντας πια την ταυτότητά της μέσα από τις σπουδές και τα διαβάσματα.

Έκλεισε απηυδισμένος./ Πού ήμουνα εντέλει δεν καάλαβε. / Το μόνο του παράπονο./ Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας κι οργώνεις τα ξερονήσια. / Εκεί πηγαίνανε τους εξορίστους παλιά./ ( Να πλένουν το πουκάμισο στο κύμα / να το στεγνώνουνε στα βράχια./ Να στρίβουνε καπνό φαρμάκι / όλο να κοιτάζουν μακριά. ) / Άμα ήταν καλά, εκεί θα τους στέλνανε; / (Στην ανέσπερη αιθρία! / Να μην μπορούν να της ξεφύγουν πουθενά.)

Φολέγανδρος, Αστυπάλαια, Νάξος, Ικαρία, Χίος , Λέσβος κι Αμοργός, Λεύκες Πάρου, διάσπαρτοι τίτλοι τα ποιήματα σαν τα νησιά τα μικρά και τα μεγάλα που ιστορούνται..

Όλα είναι στη θέση τους και αυτό το καλοκαίρι.

Μικρές εξομολογήσεις (ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ- ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΧΩΡΑ ) και (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ), όπου ξεφυλλίζει η ηρωίδα τα πάθη της, τις πρωταρχικές ερωτικές της ιστορίες.

….Εκεί ένα μελαχρινό παιδί απ’ τη Λαμία, ένας Γιάννης / διάβαζε «Τα άνθη του κακού και τον Λωτρεαμόν/ ήθελε να σωθεί από μια Μαρία

Με την ελεγεία του τέλους (ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ.)

Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες / ανέστιοι νεκροί / ……………………….Δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά

Μην ξανανθίσεις θάλασσα / μ’ ενός παιδιού το σώμα

Μια ποίηση που αστράφτει από γνώση και πείρα ζωής και συγχρόνως βαθιά πεισματωμένη νεανικότητα. Αξιανάγνωστη.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS 12/10/ 2017

Το Αιγαίο ως υπερχρονικό σύμβολο στην ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου

Το Αιγαίο πέλαγος υμνήθηκε όσα λίγες θάλασσες στην παγκόσμια ποίηση. Από την αρχαιότητα ακόμη βρέθηκε στο επίκεντρο επικών και λυρικών ποιητών. Η αγριότητά του, η φωταύγειά του και η διαρκής κίνηση ως μέσο συνένωσης πολιτισμικών κι εμπορικών/πειρατικών οδών τροφοδότησαν την τέχνη όσο λίγοι τόποι. Αξιόλογοι σύγχρονοι ποιητές με πρωτεργάτη τον Οδυσσέα Ελύτη αφιέρωσαν πολλούς στίχους στο Αιγαίο.
Ακολουθώντας τον δρόμο του Ελύτη και η Γιώτα Αργυροπούλου στη νέα της ποιητική συλλογή, «για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό» (Gutenberg, 2017) δοξάζει το αιγαιοπελαγίτικο φως και ταξιδεύει στους βράχους που έσπειρε η φύση μέσα στη θάλασσα[1]. Με μία λυρική φωνή που αντανακλά το Αιγαίο φως[2] και τα χρώματα του πελάγους υμνεί την ελληνική φύση με μία λανθάνουσα μεταφυσική χροιά[3].
Η ομορφιά του Αιγαίου έρχεται να αγκαλιάσει με τόση θέρμη τη δημιουργό, ώστε την πλημμυρίζουν συναισθήματα και μία παλίρροια αισθήσεων. Αρνείται κάθε απόπειρα μίμησης[4], μα δηλώνει συγκλονισμένη όπως την πρώτη φορά· άλλωστε, τέτοια ηλιόλουστη βραχογραφία δεν αντάμωσε άλλη φορά[5].
Η Αργυροπούλου σαν αοιδός του Αιγαίου ψάλλει το έπος που της ενέπνευσε ο ζευγολάτης που όργωσε τη θάλασσα με τ’ αλέτρι του[6]. Τραγουδά τους επίγειους μύθους και τον πολιτισμό του, από τους πρώτους κατοίκους του. Τραγουδά το κλέος των ηρώων που ζωντανεύουν τους βράχους του πελάγου.
Η ποίησή της είναι βαθιά ανθρωποκεντρική κι ελληνική. Με οδηγό το βίωμα στιχουργεί για το πέλαγος και τους νησιώτες που ντύνονται τη θάλασσα και τον άνεμο. Η εμπειρία όμως στην ποιητική της αποκτά υπαρξιακά χαρακτηριστικά, καθώς το πέλαγος γίνεται ένα αντικείμενο πέρα από την έννοια του χρόνου. Και σε τούτο το πλέγμα εισέρχεται και η υπαρξιακή διάσταση της μνήμης[7]. Και το πέλαγος με τα ξερονήσια του –γυμνά βράχια[8], αγριότοποι εξορίας[9] και ποίησης[10] – απλώνονται από την αρχαιότητα ως το σήμερα[11] παραδαρμένα από τους ανέμους[12]. Έτσι, όμως το Αιγαίο αποκτά μία συμβολοχρονική υφή.
Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι το πέλαγος στην ποίηση της Αργυροπούλου δεν είναι ένα «τουριστικό αξιοθέατο» σαν εκείνα τα λυρικά τοπία που μαγεύουν τους κατοίκους των άστεων. Αποτελεί ένα υπερχρονικό στοιχείο που συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Κούροι και κόρες[13], εκκλησίες[14] και ξερολιθιές[15] γίνονται τα σύμβολα του χρόνου που ποτίζει το Αιγαίο.
Μα το Αιγαίο μέσα στην ελληνικότητά του ξεπερνά τα στενά χωρικά ύδατα ως σύμβολο. Γίνεται η δίοδος σωτηρίας ανθρώπων πέρα από το λιβυκό[16], ανέστιων και ναυαγών που χαθήκαν στο βυθό του[17]. Γιατί αν το Αιγαίο αξίζει να υμνηθεί για την ομορφιά του, αξίζει άλλο τόσο να γίνει θρήνος και μοιρολόι για τους χαμένους πρόσφυγες.
Η Αργυροπούλου είναι μία τρυφερή κι ευγενική ποιητική φωνή, που χειρουργεί την ποιητική με έναν λόγο σπάνιας διαύγειας. Η αμεσότητα του βιώματος και οι καθαρές εικόνες της σε συνδυασμό με τον επιμελημένο στίχο μαγεύουν τον ακροατή/αναγνώστη. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στην έκφρασή της, καμία λέξη δεν θα προσέδιδε τέτοιο συναισθηματικό βάρος αν ήταν σε άλλη θέση.
Διατηρεί μία αρμονία ανάμεσα στο εικονιστικό στοιχείο και το υπαρξιακό και ελέγχει τη συναισθηματική ένταση και τη ρυθμικότητα του στίχου[18]. Ο πυκνός της λόγος χαρακτηρίζεται από μία ζωηρή εξωστρέφεια που ισορροπεί με τη σεμνότητα και την ποιητική ειλικρίνεια. Η έκφρασή της οικοδομημένη στην λυρική προφορικότητα διαμορφώνει μία μονολογική σκηνικότητα. Η στιχουργική της αποπνέει τη δροσιά των μελτεμιών και τη δραματική ζωντάνια της προφορικής ποίησης, συνεχίζοντας την παράδοση που τα πρώτα ακόμα έπη. Αφήνει τους φθόγγους και τη φωνή της ποίησης, εκείνοι να οπτικοποιήσουν το αρχαίο μαγικό φως του Αιγαίου στους ξερόβραχους, καθώς οι λέξεις δαμάζουν την εικόνα[19].
Η λιτή εικονοποιία της αφήνει το φως να λούζει τους στίχους της[20]. Μοιάζει σαν ο αιγιακός ήλιος να θρυμματίζει τη στιχουργία της με τους γλάρους να διασχίζουν[21] τους χορευτές π’ ανταμώνουν με το βιολί του μπάλου[22] ή του έρωτα[23].
Και το κάδρο της Αργυροπούλου είναι γεμάτο κίνηση και φως ζωντανό που πλουμίζει τους πάντα ανοιχτούς χώρους των στίχων της. η κίνηση συχνά δίνεται με τη θάλασσα ή με τον άνεμο, ενώ συχνά το βιολί γεμίζει με ήχους το καναβάτσο της, που σέρνει σε χορό τους κατοίκους των νησιών.
Η ζωή και η τέχνη στην ποίηση Αργυροπούλου προχωρούν σε μία ενότητα αξεχώριστη. Τροφοδοτούν με εικόνες και μελωδία, χρώματα, ρυθμό και νοηματικό υλικό η μία την άλλη. Το παρελθόν και το παρόν συνταιριάζονται με συνεκτικό δεσμό τη θάλασσα του Αιγαίου και τα γυμνά του βράχια.
Η ποίησή της είναι το παράδειγμα μίας ποιητικής που απηχεί μια κοινωνία σε κίνηση, σε αναβρασμό. Χωρίς να διαμαρτύρεται δημιουργεί το δικό της εθνικό χωροχρονικό σύμβολο με πρώτη ύλη τη δράση της θάλασσας μέσα από έναν λόγο κοινό και συλλογικό για μία κοινωνία με μνήμη, παρελθόν και παρόν αδιαχώριστα. Ο ακροατής/αναγνώστης αισθάνεται σαν ένας λλόκοτος ταξιδευτής στο αλλόκοτο πέλαγος της γλώσσας, στον συναρπαστικό κόσμο των αλλόκοτων μα κι αυθεντικών συναισθημάτων.
Ο λόγος της Αργυροπούλου συναντάται με τον εικαστικό λόγο σε μία κοινή πορεία παράλληλης αναζήτησης και ώσμωσης των τεχνών. Η εικαστική της γλώσσα διαφυλάσσει την αυτοτέλεια, τον εκφραστικό πλούτου και της μορφολογική της ιδιομορφία, σε μία προσπάθεια να ανασκάπτει διαρκώς το κοινό υπέδαφος ευαισθησίας και να αναζητά εναγωνίως τα όρια ζωής και τέχνης, τα όρια λόγου και εικόνας, τη σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο, του ατομικού με το συλλογικό.

[1] βλ. τάματα και αντίδωρα, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, νησί ΙΙΙ.
[2] βλ. τι ξέρω εγώ από το αιγαίο φως;, Αστυπάλαια, Φολέγανδρος, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, δεν είχαν δει ποτέ τη θάλασσα.
[3] βλ. Φολέγανδρος, λεύκες Πάρου.
[4] βλ. τι θέλω εγώ με το αιγαίον φως;
[5] βλ. τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;
[6] βλ. εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα.
[7] βλ. μελτέμι, στην Πάτμο – κοιτάζοντας τη Χώρα, σοκάκι στο νησί, ηλιοκαείς αγαπημένοι χράχοι, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;
[8] βλ. ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα, εδώ-εκεί στα βράχια, ηλιώτες βράχοι, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, ηλιοκαμένοι έφηβοι.
[9] βλ. πάρε το μηδέν ΙΙΙ.
[10] βλ. πάρε το μηδέν ΙΙ, στο κατάστρωμα.
[11] βλ. στο καφενείο «η ωραία πλατεία», δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά.
[12] βλ. ανεμοτάφια Ικαριάς.
[13] βλ. ηλιοκαμένοι έφηβοι, εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα, δελφίνια, εδώ-εκεί στα βράχια, Νάξος, στο κατάστρωμα.
[14] βλ. τάματα και αντίδωρα, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;
[15] βλ. νησί Ι & ΙΙ, λεύκες Πάρου.
[16] βλ. στην προκυμαία, στο κατάστρωμα.
[17] βλ. δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες, δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά, σαράντα πέντε κύματα.
[18] βλ. ανάληψη.
[19] βλ. ανεμοτάφια Ικαριάς, Λέσβος Αιολίς, Νάξος, Φολέγανδρος, δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά, δεν είχαν δει ποτέ τη θάλασσα, ειδώλιο και κόρη.
[20] βλ. ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;
[21] βλ. νησί ΙΙΙ.
[22] βλ. χώρα, δελφίνια, Αμοργός ΙΙ, Λέσβος Αιολίς, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι.
[23] βλ. ηλιοκαμένοι βράχοι.

 

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

 

ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

diastixo 30/9/2014

Στο βιβλίο αυτό αναπολώ την καθημερινότητα των νεανικών μου χρόνων μέσα στο έργο ποιητών που μου χάριζαν παρηγόρηση. Αυτό που ένιωθα τότε, το διάβασα αργότερα σε μια συνέντευξη του Εγγονόπουλου: οι ποιητές είναι οι μεγάλοι παρηγορητές της ανθρωπότητας. Ο κόσμος των Αγίων είναι βέβαια υψηλότερος από τον κόσμο των ποιητών μα, ποιητική αδεία, έφτιαξα το εικονοστάσι των δικών μου αγίων ποιητών, επωνύμων και ανωνύμων. Εξάλλου «ο ίδιος ο Θεός Ποιητής εκλήθη»! Από τον Όμηρο στα προοίμιά του «Μήνιν άειδε, θεά…» και «Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα…» έως τον Ελύτη («Ποίηση, ω Αγία μου») και τον Καβάφη, που της απευθύνεται με προσευχητικό τρόπο («Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως που κάπως ξέρεις από φάρμακα»), οι ποιητές καταφεύγουν στον τόσο παλιό και πάντα νέο δρόμο της. Την υπηρετούν ως κάτι ιερό, δαπανώνται. Όσοι τυχεροί δέχονται και με τη σειρά τους προσφέρουν την ιαματική της χάρη.
Στα ποιήματα αυτού του βιβλίου πήραν θέση αγαπημένοι ποιητές, κορυφαίοι και ελάσσονες – κάποιοι συναπαντημένοι στους δρόμους ή τα καφενεία της Αθήνας. Πρόσωπα που με συντρόφεψαν επίσης στο ταξίδι της αναζήτησης της ποίησης, συμφοιτητές, βιβλία, βιβλιοπωλεία, δρόμοι, τυπογραφεία, αμφιθέατρα, δάσκαλοι-μύστες, χώροι εκδηλώσεων. Από την άλλη, εκφράστηκαν σε αυτά τα ποιήματα σκέψεις και προβληματισμοί που αφορούν την ποίηση και τη λειτουργία της, την αδυναμία πρόσληψής της: «Τι εννοεί εδώ ο ποιητής;» Παρότι η ποίηση γεννήθηκε σε αυτόν τον τόπο και η γλώσσα μας είναι η γλώσσα της ποίησης, η τέχνη αυτή έχει πάψει πια να είναι η τέχνη η φιλάνθρωπη. Έγινε ερμητική και ακατανόητη, «ακατάδεχτη», και οι συνέλληνες, που γονιδιακώς έχουν ευήκοον ους στον ποιητικό λόγο, της έστρεψαν με τη σειρά τους τα νώτα – έχουν τόσους μπελάδες στο κεφάλι τους, να προσθέσουν και τον γρίφο μιας συλλογής ποιημάτων που τους κάνει να νιώθουν ανεπαρκείς; Από την άλλη, οι ποιητές έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν το δικό τους όργανο, τον δικό τους τρόπο ο καθένας προκειμένου να εκφραστούν.
Όπως και να έχει, το ποίημα είναι μια στιγμή δωρεάς, μια στιγμή χάριτος· είναι τρόπον τινά η προσευχή του ποιητή μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, με την ομορφιά και την ασχήμια του, το μεγαλείο και τη μικρότητά του. Κάθε προσευχή είναι ενέργεια και η πλάση χρειάζεται τις προσευχές όλων μας – ποιητών και μη.
Ακολουθώ τις νύχτες το φεγγάρι
τις σκιές
παίρνω από πίσω τη σκιά μου.
Γιατί, τι είναι ο ποιητής;
Ένα υπάκουο σκυλί που ιχνεύει τη σκιά του
ψάχνει τα θηράματα που χτύπησε ο Θεός
να του τα πάει.

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ.

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Καίρια μαγνητίζει με την πρωτοτυπία και την ατμόσφαιρα των συναισθηματικών εκμυστηρεύσεων η καινούργια συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου»Ποιητών και Αγίων Πάντων». Διαθέτει αξιοσημείωτες αρετές, όπως η αμεσότητα του βιώματος, η ενάργεια, ο ευθύβολος, καλοδουλεμένος, διαυγέστατος ποιητικός λόγο, ένας λόγος και μια δική της ιδιότυπη έκφραση που δένει τέλεια, αρμονικά με το παλλόμενο από χυμούς ζωής περιεχόμενο. Φυσάει αναζωογονητικό αεράκι γνήσιας ποιητικής κατάθεσης, που ευχάριστα μας εκπλήσσει κι ενσταλάζει βάλσαμο στην κουρασμένη ψυχή μας.

Η ποιήτρια βάζει βαθιά το νυστέρι μέσα της και εξομολογείται ότι οι σκιές και τα σκοτάδια που την περιβάλλουν συνεχώς μεγαλώνουν καθώς περνούν τα χρόνια. Οι σκιές και τα σκοτάδια αντιπροσωπεύουν την αίσθηση της απώλειας και των ελλείψεων σε δυνατά αισθήματα, όπως ο έρωτας, οι σαγηνευτικές συναναστροφές, οι εξάρσεις, οι ενθουσιασμοί σε δράσεις, συμμετοχές και γεγονότα. Αν μαθήτευσε στο φως για να γράψει ποίηση, άλλο τόσο και περισσότερο εμποτίστηκε από «το σκοτεινό μέρος του φεγγαριού» που τραγικά της αποκάλυψε το ανυπόφορο, το μοιραία ανυπόφορο που κυκλοφορεί και απειλητικά μας πνίγει στη ζωή. «Γιατί τι είναι ο ποιητής;/ Ένα υπάκουο σκυλί/που ανιχνεύει τη σκιά του/ψάχνει τα θηράματα/που χτύπησε ο θεός/ να του τα πάει», εν πλήρει γνώσει και με επιγραμματική δύναμη το δηλώνει η ποιήτρια. Ασφαλώς η λέξη «σκιά» που αρκετές φορές επαναλαμβάνεται στη συλλογή έχει ευρύτερη σημασία. Συμβολίζει και υπαινίσσεται την ανίχνευση των εσώτερων τοπίων του ψυχικού της κόσμου, στη χαρά ή στη λύπη, τις ευφρόσυνες στιγμές αλλά και «τα δύσκολα, τα τραχιά, τα ερημικά, τη μοναξιά, το φόβο».

Μια δραματική χροιά αναδύεται από τα ποιήματα. Η υπέροχη εποχή των νεανικών της χρόνων με την πίστη σε ιδέες για έναν καλύτερο κόσμο, με τις αισθησιακές συγκινήσεις του έρωτα, με τη μοναδική ομορφιά των λογοτεχνικών συνάξεων και εκδηλώσεων φαντάζει μακρινή και χαμένη. Κάτι άλλαξε, κάτι σβήστηκε, κάτι έδειξε το κενό της απώλειας και των αναπότρεπτων ψευδαισθήσεων.

Μέσα στα τόσα που τη συντάραξαν σε ιδέες, βιώματα κι αισθήματα από τα νεανικά της χρόνια μέχρι τώρα η ποίηση είναι στοιχείο πανταχού παρόν, εμποτίζει το κάθε τι στη ζωή της. Βιβλία, βιβλιοπωλεία, τυπογραφεία, αμφιθέατρα, ποιητικά συμπόσια, δρόμοι, αίθουσες, μέσα συγκοινωνίας, ερωτικές σχέσεις, πρόσωπα της πόλης εισχωρούν μέσα στους στίχους και συναρπαστικά σχετίζονται με την σαρωτική δύναμη που έχει η ποίηση. Η συλλογή αποτελεί έναν ύμνο στη διαδικασία της έμπνευσης και το απτό αποτύπωμά της σε στίχους.. Για την Αργυροπούλου η ποίηση είναι ουσία ζωής. Ως γνήσια δημιουργός γνωρίζει ότι τέχνη και ζωή συνυπάρχουν, συνυφαίνονται και αδιάλειπτα «συγκοινωνούν» μεταξύ τους.

Με κατάνυξη η ποιήτρια υποκλίνεται στην ιερότητα της τέχνης, όπως ένας αφοσιωμένος πιστός προσέρχεται στα ιερά και όσια της θρησκείας του. Αντίστοιχα οι ποιητές με τη μαγευτική γραφή τους ( Καβάφης, Σολωμός, Κάλβος, Σικελιανός, Σαχτούρης, Καριωτάκης, Πολυδούρη, Κατσαρός, Εγγονόπουλος κ.α) είναι οι άγιοι, οι ιερομάρτυρες, οι ήρωες, οι ημίθεοι, τα μυθικά πρόσωπα που της χαρίζουν ανάταση, ευφορία, ευδαιμονία, γνώση της ενδοχώρας του βαθύτερου είναι της.

Ο ρεαλιστικός τρόπος γραφής της ποιήτριας με εκλεκτή αφηγηματική μαστοριά μας ξετυλίγει σπαρταριστές από αισθησιασμό και πεμπτουσία πνεύματος σκηνές, στιγμιότυπα, σκέψεις, τολμήματα, επιθυμίες, τόπους, χώρους, χρονολογίες, των ποιητών που λατρεύει. Διαβάζουμε τους στίχους από το πολύ αισθησιακό ποίημα «Οι ανερούσες»: Ένα μεσημέρι/ η Γαλάτεια με την Εύα μπήκανε κατάγυμνες/στη ρηχή, την κρύα θάλασσα/…Ολόδροσες και λαμπερές/σαν ανερούσες, /κείνο το βράδυ τους περίμεναν, /αμίλητοι να μην τους πάρουν τη λαλιά/ σαν ανερούσες ’κείνο το βράδυ τις κοιμήθηκαν.

Σαν πολύτιμα συναξάρια οι λαμπρές παρουσίες, οι πράξεις, η μοναξιά, οι στοχασμοί, η εγρήγορση, η αγρύπνια, οι ηρωισμοί, η ίδια η γραφή των ποιητών, μεταπλασμένα μέσα από τον ψυχισμό της Αργυροπούλου πλημμυρίζουν τη συλλογή. Απολαμβάνουμε το πανδαιμόνιο των εικόνων από τον βίο των ποιητών, συμμετέχουμε στην φαντασμαγορία της ποιητικής ενδοχώρας, στη μέθη που μας μεταλαμπαδεύει.

Η ποιήτρια δεν φείδεται με λεπτή ειρωνεία και αιχμηρό σαρκασμό σε αρκετά ποιήματά της να καταγγείλει την οίηση, τη μίζερη συμπεριφορά, την εντελώς αδικαιολόγητη αλαζονεία που συναντά σε σύγχρονους ποιητές. Συγχρόνως προβάλλει και την άλλη όψη, το τελείως αντίθετο, που εκείνη θαυμάζει στους «άγιους» ποιητές της και ακολουθεί η ίδια στο έργο της, όπως η ταπεινοφροσύνη, ο στοχασμός, η περισυλλογή, η ασκητική αφοσίωση στην τέχνη- γιατί πάντα η τέχνη είναι δυσκολοκατάκτητη. Το βλέπουμε ξεκάθαρα στο ποίημα: «Η πιο ωραία μας στιγμή δεν είναι όταν/ έμπνευση γοργόφτερη έρχεσαι κοντά μου/ αλλά όταν μέρα νύχτα με παιδεύεις/ και σιγά σιγά μου παραδίνεσαι…κι ας μένεις χρόνια κάποτε/ ποίημα/ ημίεργο στα χαρτιά μου».
Αποτελεί κατάκτηση το γεγονός ότι η Αργυροπούλου μιλάει με απλή και κατανοητή έκφραση («Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση μόνο οι ειδικοί» ευθαρσώς το δηλώνει ο στίχος στη σελ. 20) για τα βαθιά και ουσιαστικά της υπαρξιακής μας υπόστασης. Σε χαλεπούς καιρούς, της πείνας, της καταστροφής, του μίσους και των δεινών, που «σαν χιόνια πέφτουν», πιστεύει ότι «την ποίηση ξανά θα χρειαστούμε…κι έτσι νέο δένδρο στην αυλή μας θα φυτρώσει». Με σθένος επίσης πιστεύει στο ρήμα «ανθίσταμαι», που σαν φρόνημα οφείλει να μετατρέπεται σε έργο και πράξεις. Και για κάθε όνειρο που πεθαίνει προβάλλει τον δυναμικό σαν αστραπή στίχο: «θα μείνουμε. Θα παλέψουμε. Δεν θα ξεριζωθούμε».

Χωρίς μεγαλοστομίες, υψιπετείς λυρισμούς, ρητορικές φλυαρίες, εντυπωσιακούς πειραματισμούς που πέφτουν στο κενό, η Αργυροπούλου συνθέτει- και σε αυτή τη συλλογή της- μεστή, άρτια επεξεργασμένη, ώριμη και πρωτότυπη ως σύλληψη ποίηση.

 

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

diastixo 28/10/2013

Με το μότο «Ανθίζει το άσπρο/ γιασεμί/ που καταπίνει/ το σκοτάδι», η βραβευμένη ποιήτρια Γιώτα Αργυροπούλου (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών) επανέρχεται στον ποιητικό στίβο με μια αλλιώτικη συλλογή, με τον τίτλο Ποιητών και Αγίων Πάντων, προδηλώνοντας την απότισηφόρου τιμής στην ποιητική της οικογένεια. Αν και ο Γιώργος Σεφέρης δεν περιλαμβάνεται στους Άγιους Πάντες Ποιητές της, μοσχοβολάμέσα στο μότο της με το δικό του γιασεμί –«είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί»– από το οποίο ξεκλαδίζεται και αναρριχάται τοάρωμα του δικού της γιασεμιού. Και μια και βρισκόμαστε στις διακειμενικές σχέσεις, δεν μπορώ να μην αναφέρω του Εμπειρίκου την Οκτάνα (Ίκαρος, 1987), «Οι Μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι», ούτεκαι την πρόσφατη έκδοση του Γιάννη Κουβαρά, Της μη συμμορφώσεως άγιοι, Εμπειρίκος Γκόρπας Καρυωτάκης (Άγρα, 2012).

Και είναι προφανέστατο τι σημαίνει αυτή η ποιητική αγιοσύνη στην οποία προσπίπτουν οι ποιητές μας. Η Αργυροπούλου ως πιο νέα, αλλά και ως ταλαντούχα ποιήτρια, ξέρει τι χρωστάει στους ποιητικούς της προγόνους και αποδίδει τιμές όχι μόνο στους μεταστάντες αλλά και σ’ αυτούς που ακόμα κυκλοφορούν γύρω της.

Δύο είναι οι ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή. Η πρώτη, με τον τίτλο «Μια βραδιά ποίησης», και η δεύτερη, με τον τίτλο που ονοματίζει και τη συλλογή «Ποιητών και Αγίων Πάντων».

Στην πρώτη,«Μια βραδιά ποίησης», καταθέτει σκέψεις πάνω στο οντολογικό θέμα τού τι είναι ο ποιητής, πώς η«έλλειψη» γίνεται δημιουργία,πώς γεννά τον ποιητή και το παρηγορητικό ποίημα, πώς αυτό που «ανθίζει στο χαρτί»ο ποιητής, εν προκειμένω η ποιήτρια, σαν «υπάκουο σκυλί» ιχνεύει τη σκιά του/ ψάχνει τα θηράματα/ που χτύπησε ο Θεός/ να του τα πάει». Με άλλα λόγια, μας βάζει στο ποιητικό της εργαστήρι να παρακολουθήσουμε από κοντά το θαύμα της γέννησης.

Όμως στο ποίημα «Μια βραδιά ποίησης» θίγει ένα ιδιαιτέρως σημαντικό θέμα, το οποίο σχετίζεται με την πρόσληψη της ποίησης και με τη συναισθηματική αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ ποιητή και αναγνώστη. Σημείο αναφοράς το τραγούδι του νεκρού αδελφού που η κόρη, μαθήτρια, μαθαίνει, αλλά και η μάνα ως μαθήτρια είχε απαγγείλει και το ξαναθυμάται:

Το είπα κι εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δε με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα, μου λέει, να στο πω και γω για να το μάθεις.

*

Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια

η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδελφού.
Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δυο
έπεσαν στάλες τα δάκρυα από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
και τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.

Μέχρι εδώ φαίνεται ότι μια απλή γυναίκα κατανοεί βιωματικά το ποίημα. Υπήρξε η ίδια «Αρετή» και τώρα είναι μάνα που έχει ζήσει πολλά, αφού ο Χάροντας κι ο πόλεμος φρόντισαν γι’ αυτό.Στη συνέχεια όμως η Αργυροπούλου, αναφερόμενη στις σύγχρονες και επίσημες ποιητικές βραδιές, με το κοινότοπο και συχνά ειρωνικά επανερχόμενο ερώτημα «τι εννοεί εδώ ο ποιητής», στοχάζεται πως ο παλιός εκείνος στίχος κι ο άγνωστος δημιουργός του είχε τον τρόπο ναμιλήσει κατευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη, γιατί το συναίσθημα δεν αλλάζει. Σήμερα όμως το κανάλι έχει πια αλλάξει κι εκείνο που μεταφέρει δεν είναι η συγκίνηση, αλλά ηεπιτηδευμένη ασάφεια.Το παραδοσιακό ποίημα, σαφές στη διατύπωση, εύκολα έφτανε από τον ποιητή στην όποια μάνα, όταν μάλιστα η εμπειρία της ήταν συγγενής. Και η ποιήτρια συνεχίζει:

Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τι εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία
αυτήν, που, αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα
μιλήσαν ως και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
Στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τι λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.
Διότι, όπως λέει στο αμέσως επόμενο ποίημα:
Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση
μόνο οι ειδικοί.
Δεν πιστεύουν στο Θεό
μονάχα οι θεολόγοι.

Άλλωστε κανέναν δεν ξεχνάει, όπως τονΙ.Θ. Κακριδή όταν μιλούσε για Σαπφώ κι όλοι καταλαβαίναν.

Κι από την απαγγελία της ποίησης στη διδασκαλία της ή στην ποιητική παρουσία. Η Αργυροπούλου θυμάται τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο, τον Σαββίδη που δίδασκε Καρυωτάκη, τον Μαρωνίτη που δίδασκε Σαχτούρη, τον συνταξιδιώτη στο τρένο που μιλούσαν για ποίηση, τον Κατσαρό σαν μάντη Τειρεσία στο τρόλεϊ, τον Σαχτούρη στη Φωκίωνος Νέγρη.Και, βέβαια, εκείνον τον φίλο που δεν «ταίριαξε» γιατί του άρεσαν τα «δελφινοκόριτσα» και τα «νερατζοκόριτσα» του Ελύτη κι εκείνης τα «σκοτεινά» και τα «πνιγμένα» του Σαχτούρη. Πιο κάτω, ο Μπαμπινιώτης, ο Σκιαδάς, η αθρόα προσέλευση αρσενικών από τις άλλες σχολές, οι φοιτητές αγορητές, οι λογομάχοι των αμφιθεάτρων, το Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το ’83, οι δρόμοι, τα πρόσωπα, όλα που τώρα πια έχουν αλλάξει.

Ενότητα δεύτερη, «Ποιητών και Αγίων Πάντων», πρώτος ο Καβάφης με το «πρώτο σκαλί» του και ωραία η παρατήρηση:

Είναι υψηλή της ποιήσεως η σκάλα.
Στο ασανσέρ μεγάλο στριμωξίδι,

πράγμα που είχε εύστοχα επισημάνει κι ο Κώστας Καρυωτάκης:

«Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός/ γυρεύοντας ομοιοκαταληξία».
Πιο κάτω, στους στίχους:
Ισοψήφισαν στην πρώτη θέση όλοι
με έναν ψήφο
τον δικό του ο καθείς

ανακάμπτει οΓιάννης Σκαρίμπας που, κρίνοντας τους κρίνοντες (τα πρώτα βραβεία αυτοί, τα δεύτερα οι άλλοι) ανέτρεχε σε μια χαρακτηριστική παροιμία του καιρού του:

«Αν είν’ να φάω να ’ναι αρνί κι αν αρτυθώ μπαρμπούνι».

Ακολουθούν και άλλα καβαφικής έμπνευσης, εκατόν πενήντα χρόνια εφέτος από τη γέννηση του Αλεξανδρινού κι ογδόντα από τον θάνατό του, ο οποίος κόντρα στον Παλαμά κερδίζει έδαφος συνεχώς. Στη συνέχεια, η ποιήτρια μέσα στο αντρικό της σχήμα λόγου μιλάει για την «ξεγνοιασιά» του ποιητή, για την «έγνοια» του, για τη συμβουλή σε κάποια που δυσκολεύεται «να γράψει»:

Της είπα να κοιτάξει άλλα ρήματα. (Βαδίζω ας πούμε, κολυμπώ κλαδεύω, μαγειρεύω.)/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η μέρα της θα μοσχοβολούσε. Και μια επιθυμία:

Σαν τις μανιάτικες ελιές
θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα
με τα κλαδιά κοντά και κλαδεμένα.
Εκεί κοντά στο Οίτυλο τα λιόδεντρα
μοιάζουνε στο ανάστημα σαν τριανταφυλλιές.
Τέρψη στον ουρανίσκο σου το λάδι.

Και μια ποιήτρια επιφανής, που πήγε, διάβασε, σιώπησε, έφαγε, ήπιε κι αναχώρησε χωρίς να πει ένα «ευχαριστώ», σιβυλλική και ακοινώνητη, σαν τα ποιήματά της, τούτη στα σίγουρα δεν θα ’ναι των Ποιητών και των Αγίων Πάντων. Αντίθετα αεράκι δροσερό έρχεται από μακριά, θυμίζοντας Παπαδιαμάντη:

Διαβάζω βίους ποιητών
στα συναξάρια.
*
Του Διονυσίου Σολωμού
και του Ανδρέα Κάλβου
Καβάφη Αλεξανδρέως
άλλων που βρίσκονται εν ζωή
και ενεργούνε θαύματα.
*
Διαβάζω βίους ποιητών στα συναξάρια
ελάχιστη εγώ.

Στα τόσα που ’χουν για την ποίηση γραφτεί, ας προσθέσουμε κι αυτό που στην ψυχή μοσχοβολά, είτε σαν μυρωδάτο γιασεμί, είτε σαν στίχος από πέρα, Ιόνιο, Αιγαίο, Αλεξάνδρεια, είτε φέρνει παράπονο, είτε και σχόλιο κομψό για τους επηρμένους, είτε ανάμνηση παλιά Σικελιανού και Καζαντζάκη, είτε…

Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες…
και σίγουρα δεν είναι βλάσφημο, ο Ελύτης μάς το λέει: «Ένα κορίτσι που κρατάει κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ’ έναν πίνακα του Matisse… και μια Παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δε διαφέρει πολύ». Οι Ποιητές και Άγιοι Πάντες στο πλευρό μας.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 08/09/13

Στοιχεία ευδιάκριτα, που συνδέουν τις δύο συγγραφείς οι οποίες παρουσιάζονται σήμερα, είναι η βιωματική γραφή, η τρυφερότητα της ματιάς και η γεμάτη χυμούς απλότητα της γλώσσας∙ σ’ αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και την επαγγελματική τους ιδιότητα, εκείνη του συνειδητού δασκάλου.
Ποιήτρια με σταθερό βηματισμό ανοδικής πορείας, όπως αποδεικνύουν οι τέσσερις έως τώρα συλλογές της («Τοιχογραφία της άνοιξης», «Νερά απαρηγόρητα», «Διηγήματα» και το πρόσφατο «Ποιητών και Αγίων Πάντων»), η Γιώτα Αργυροπούλου συγκεντρώνει στο νέο της βιβλίο ποιήματα ποιητικής. Ειλικρινής κατάθεση, διανθισμένη με μεράκι και συγκίνηση, αλλά χωρίς άκαιρους συναισθηματισμούς, αποτελεί το προσωπικό της εικονοστάσι και ανάβει κεριά αγάπης και σεβασμού προς απόντες (κατά κανόνα) προηγούμενους απ’ αυτήν ποιητές, μα και φιλολόγους ή συνοδοιπόρους από τα φοιτητικά χρόνια.
Ο τίτλος της νέας της συλλογής παραπέμπει στην «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου και χωρίζεται σε δύο ενότητες: «Μια βραδιά ποίησης» η πρώτη, «Ποιητών και Αγίων Πάντων» η δεύτερη (όπως και ο τίτλος) και αναφέρεται στο ποιητικό γίγνεσθαι και τους δημιουργούς του. Ποιήματα αφιερωμένα, που αντλούν το θέμα τους από τη ζωή και το έργο ποιητών (Καβάφης, Σικελιανός, Σολωμός, Πολυδούρη, Σαπφώ). Η Αργυροπούλου θυμάται ομοτέχνους της που πρόλαβε (Σαχτούρη, Καρούζο) να περιδιαβαίνουν στους δρόμους, να μετακινούνται με τρόλεϊ ή να τους αναλύουν στις πανεπιστημιακές αίθουσες έμπειρα χείλη.
Τρυφερή ποιήτρια της επαρχίας (χρησιμοποιώ με πολύ σεβασμό τον τοπικό προσδιορισμό)∙ δασκάλα παθιασμένη με τα παιδιά της∙ «διά βίου» μαθήτρια στα μονοπάτια της ποίησης και των δασκάλων της ποιητών, η Αργυροπούλου προκαλεί συγκίνηση με τους στίχους της. Γράφει ποίηση απλή που την καταλαβαίνουν όλοι, κάποιοι περισσότερο. Εξάλλου, όπως μας λέει η ίδια: «Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση/ μόνο οι ειδικοί./ Δεν πιστεύουν στο Θεό/ μονάχα οι θεολόγοι». Ποίηση χειροποίητη, που φθέγγεται απλά, αναβιώνει μνήμες, ξαναζωντανεύει στιγμές και συνδιαλέγεται με το χειροπιαστό και με το βιωμένο. «Σαν τις μανιάτικες ελιές/ θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα/ με τα κλαδιά κοντά και κλαδεμένα» (σ. 47). Υποκύπτοντας στον πειρασμό του βέλτιστου θα έλεγα ότι το ωραιότερο ποίημα του βιβλίου και το μεγαλύτερο (μαζί με την επταμερή σύνθεση για τον Καβάφη) είναι το «Μια βραδιά ποίησης» (σ. 17).
Χωνεμένοι απόηχοι δημοτικού τραγουδιού, του οποίου τα κοιτάσματα η ποιήτρια δείχνει να κατέχει και να αξιοποιεί∙ τοπία της Πελοποννήσου και δη της γενέτειρας Μεσσηνίας μπαινοβγαίνουν στις σελίδες της. Θαυμαστικά στέκεται στη Μάνη και τον Ταΰγετο. Διακρίνεται κάποτε ένας πεζολογικός χαρακτήρας που τον υπαγορεύει η αυτοβιογραφική, απολογιστική σχεδόν χροιά, η οποία υπόκειται σε όλη τη σύνθεση. Πρόκειται τελικά για ένα είδος σχεδιάσματος ποιητικής αυτοβιογραφίας ή, για να θυμηθούμε και τον Νάσο Βαγενά, για έναν διαφορετικό «κήπο μακάρων». Η Κλεοπάτρα Δίγκα, ζωγράφος, σκηνογράφος, αλλά και εμπνευσμένη δασκάλα καλλιτεχνικών, εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1992 με τη νουβέλα «Ξέρεις, τα σπίτια
Στιγμιότυπα ζωής στον χρόνο τον ατέρμονα είναι το καινούργιο της βιβλίο. Σύντομες ιστορίες γραμμένες μέσα στα υπεραστικά λεωφορεία των γραμμών Καλαμάτα-Αθήνα-Πάτρα, στη θέση 44, στο παράθυρο, εμμονή που επεδίωκε να καλύπτει σε κάθε της ταξίδι. «Σημειώσεις στη θητεία του ονείρου» τις χαρακτηρίζει η ίδια. Με τη λέξη όνειρο χαρακτηρίζει τη δουλειά της ή, καλύτερα, μια συγκεκριμένη δραστηριότητα στην επαγγελματική της πορεία: την Οργάνωση Εικαστικών Εργαστηρίων του ΥΠΠΟ. Ενας άνθρωπος που δούλεψε για τον πολιτισμό, όπως και όσο μπορούσε. Μια δασκάλα που αγάπησε τον άνθρωπο και τα παιδιά του.
Ματιά καλλιτεχνική που ξέρει να παρατηρεί και να μεταμορφώνει με προσωπικό τρόπο. Διάθεση ποιητική ή ποιητικίζουσα. «Αν δεν έχει ο καλλιτέχνης βιωμένο υλικό, δεν μπορεί να δημιουργήσει. Αλλά και το βιωμένο υλικό, αν δεν συναντηθεί με τον καλλιτέχνη, μένει απλός βίος», μας λέει η Δίγκα σε ένα σύντομο κείμενό της με τίτλο «Μια σκέψη». Μνήμες ξετυλίγονται με αφορμή μια φωτογραφία∙ σκέψεις αναδεύονται στη θέα μιας σκηνής του δρόμου ή στην κίνηση του τοπίου καθώς τρέχει το τρένο.
Ο λόγος της μικροπερίοδος, με σύντομες κοφτές φράσεις. Κείμενα γραμμένα σε πορεία ζωής. Κάποιες εγγραφές χρονολογημένες: Αύγ. ’86, Μάρτης ’93, Καλοκαίρι ’85, όχι υποχρεωτικά σε χρονική ακολουθία. Πρώτη ημερολογιακή ένδειξη Δεκέμβρης ’67, τελευταία 2013. Τα περισσότερα μετά το 1985. Τα πιο μικρά κείμενα τρεις – τέσσερις αράδες, τα πιο μεγάλα τέσσερις – πέντε μικρόσχημες σελίδες. Η ποιότητα των κειμένων είναι άνιση. Κάποια αποτελούν ευτυχείς λογοτεχνικές στιγμές και κάποια άλλα παρουσιάζουν μικρότερο ενδιαφέρον. Στα εύστοχα, ενδεικτικά, θα κατέτασσα: τα Ημερολόγια 1, 2, 3, 4, 5, 6∙ και τα κείμενα με τίτλους: «Λιοσίων», «Ονειρο», «Το πορτρέτο του Δ.Π.», «Εμμονές», «Πάτρα-Αθήνα», «Για τον δάσκαλο», «Κοιτάζοντας». Κάποτε νιώθεις ότι ήθελε λίγο ακόμη δούλεμα η γλώσσα. Στην αρχή μάλιστα αυτό είναι πιο έντονο. Μία μίξη ποικιλότροπων σημειώσεων γραμμένων με αγάπη και τρυφερότητα: σκέψεις, ημερολογιακές καταγραφές, αναμνήσεις, με σαφές αυτοβιογραφικό και βιωματικό υπόβαθρο. Κάποια έχουν δομή διηγήματος.
Οι διαδρομές με λεωφορείο και οι σκέψεις που ενεργοποιεί και στροβιλίζει στο μυαλό του ο αφηγητής συνιστούν τον εσωτερικό αρμό της γραφής. Η συγγραφέας, στη «Θέση 44, παράθυρο», σκέπτεται από τη μια και από την άλλη κρυφακούει και κρυφοκοιτάζει τους συνταξιδιώτες της. Η ζωή μια διαδρομή, πολλές διαδρομές∙ τροχιές παράλληλες αλλά και διασταυρούμενες. Ενα βιβλίο της καρδιάς.

 

 

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

Το τελευταίο βιβλίο της Γιώτας Αργυροπούλου είναι μια ποιητική συλλογή, ένας κομψός τόμος σε πολυτονικό με ξεχωριστό εξώφυλλο –μια αγιορείτικη εικόνα– που αποπνέει καλό γούστο, χιούμορ, καλόδεχτη ειρωνεία και απλότητα ως τρόπο και ως άποψη. Και, προπάντων, γραμμένο σε θαυμαστή γλώσσα.
Εκεί, στην «τοπιογραφία των νεανικών της χρόνων», όπως σχολιάζει στο σημείωμά της, τη συναντώ σαν παλιά γνωστή στη Θεσσαλονίκη, στην παλιά Φιλοσοφική όπου ιδανικές φωνές κι αγαπημένες παλιών δασκάλων διδάσκουν τους ποιητές: «Στη Φιλοσοφική / ο Σαββίδης δίδασκε Καρυωτάκη / Σαχτούρη ο Μαρωνίτης./ Πολλά δεν καταλάβαινα, μα είχα μαγευτεί.»
Ποια είναι, πώς μυήθηκε στην τέχνη, ποια η ταυτότητά της: «με θαυμασμό περιεργάστηκα στα νιάτα μου / του υπερρεαλισμού το άλογον./ Όμως εγώ / επέπρωτο να πορευτώ / με γαϊδουράκι.»

Ανεβαίνοντας της ποιήσεως τη σκάλα

Σαν δασκάλα που είναι, μας διδάσκει –καθώς έλαβε κι η ίδια ξεχωριστά μαθήματα από τη μάνα της στο γενέθλιο τόπο–, τη βιωμένη ποίηση: «δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά / στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας».
«Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση / μόνο οι ειδικοί» – δίνει μάλιστα κι έναν πρωτότυπο ορισμό του ποιητή: « Γιατί τι είναι / ο ποιητής; / Ένα υπάκουο σκυλί / που ιχνεύει τη σκιά του / ψάχνει τα θηράματα / που χτύπησε ο θεός / να του τα πάει».
Μας συστήνει τους αγαπημένους της ποιητές, εμπλέκοντάς τους σε καθημερινά βιώματα: «του έστελνε μονάχα ποιήματα του Σαχτούρη / σκοτεινά κορίτσια / πνιγμένα, παγωμένα», και παρακάτω, «χάθηκαν τα δελφινοκόριτσα / και τα νεραντζοκόριτσα;» και καταλήγει με καβαφική ειρωνεία: «το πήρε πια απόφαση. / Προπάντων δεν ταιριάζανε / στα ποιητικά».
Σε ποίημα άλλης ενότητας παρωδεί τον αγαπημένο ποιητή: «Είναι υψηλή της ποιήσεως η σκάλα. / Στο ασανσέρ μεγάλο στριμωξίδι.»
Από τους αγαπημένους ο Κ.Π. Καβάφης, έχει το μεγαλύτερο μερίδιο σε ποιήματα υπεράσπισης, αν και ο Αλεξανδρινός «δεν χρήζει υπερασπίσεως».
Ακολουθεί ο αγαπημένος Καρυωτάκης, η Σαπφώ κι η Πολυδούρη. Ιδού και το ποιητικό της credo: Να διαβαστεί το ποίημα, αυτή είναι « η έγνοια του ποιητή»: «Και σκέφτεται μοιραία / τη συλλογή του Καρυωτάκη / αφιερωμένη –κι άκοπη– /στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.»
Μια ποίηση κι ένας ποιητής που κι «Άνθρωποι του δημοτικού θα τον καταλαβαίναν». Μια ποίηση απλότητας κι όχι «με το π κατάμικρο, το -οίηση κεφαλαία». «Σαν τις μανιάτικες ελιές / θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα.»
Έχοντας μελετήσει την ελληνική λογοτεχνία, περιδιαβάζοντας στις σελίδες αναλύσεων και βιβλιογραφίας επιλέγει τους αγαπημένους από τους πεθαμένους ποιητές και τους βάζει έναν έναν στο εικονοστάσι της καρδιάς, τους δικούς της Άγιους Πάντες: «να με παρηγορούν / τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν».
Κι εμάς το ίδιο.

 

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 6

Η ανθρωπινή ομιλία της ποιήτριας Γιώτας Αργυροπούλου: μιλώντας τη γλώσσα που μιλούσαν τα πουλιά στο τραγούδι του νεκρού αδελφού. (Ποιητών και Αγίων Πάντων)

Έχω στα χέρια μου την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου, «Ποιητών και Αγίων Πάντων» και την έχω από τον Ιούλιο, ένα μήνα νομίζω μετά που πρωτοκυκλοφόρησε. Ξεφύλλισα τότε , διάβασα μερικά σκόρπια μερικά ποιήματα και στάθηκα στο ποίημα του τίτλου – αντιγράφω […]

Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες.

Και κατάλαβα, το γιατί το έγραψε, κατάλαβα πώς πρόκειται για μια φλέβα με πολύτιμο χρυσάφι…
Γνώριζα εξ όψεως και τον άνθρωπο. Είχαμε συναντηθεί με τη Γιώτα στην κοινή ανάγνωση που έκανε στην Αθήνα πριν δυο χρόνια, με τη Χλόη Κουτσουμπέλη και την Αλεξάνδρα Μπακονίκα και με είχε εντυπωσιάσει η σεμνότητά της, η πυκνότητα των στίχων της, η αμεσότητά τους. Επρόκειτο για ερωτική ποίηση. Δεν ήταν όμως η καλύτερη συνθήκη για να διακρίνει κανείς εύκολα τη λαλιά της καθεμιάς τους τότε. Ήταν και που τις άλλες δυο τις εγνώριζα καλύτερα, ήταν και που είχαν χωρίσει την ανάγνωση σε ενότητες, σε στάδια περίπου της ερωτικής σχέσης και έτσι ήταν η τιμητική του έρωτα και της ποιήσεως γενικώς, όχι του κάθε Ποιητή…

Σαν να ισοπεδώθηκε η κάθε χωριστή φωνή μπροστά στην αρμονία. Μου έμεινε η αίσθηση ενός πνεύματος ζεστού και φιλικού, μιλήσαμε για την Ελένη Κοφτερού την κοινή φίλη την ποιήτρια που ζει στην Καλαμάτα κι μετά χώρισαν οι δρόμοι μας πριν γνωριστούμε στ’ αλήθεια.
Πριν λοιπόν διαβάσω το βιογραφικό της, πριν διαβάσω και άλλα της ποιήματα, πριν μάθω για το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών αλλά και για την επιλογή της να ζει στην Καλαμάτα, μακριά από τις σχέσεις της Πρωτεύουσας, τις δημόσιες σχέσεις, αφοσιωμένη στο έργο της και πλαισιωμένη από τη ζωή της μικρής της πόλης, όπου ζει και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση, συνέβη αυτή η φευγαλέα συνάντηση. Αρκετή για νοιώθω εσαεί σεβασμό για την Γιώτα Αργυροπούλου. Ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, μετά δυο μήνες και με την αλλαγή του μήνα, στο έμπα του Σεπτέμβρη, εν τω μέσω της νυκτός, αγωνιώντας προχτές πολύ – αγωνιώ ακόμα – για τη Συρία και την πολεμική μηχανή που στήνεται, νοιώθοντας αυτό το σφίξιμο που μας παραλύει όλους, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και άρχισα να διαβάζω τα ποιήματα της Γιώτας, άρχισα να κοινωνώ την παρηγορία…
Αυτή η λέξη ερχόταν συνεχώς στο νου μου, παρηγορία, πριν μάθω αργότερα στο διαδίκτυο από την εξαιρετική παρουσίαση του πατρός Παν. Καποδίστρια στο ιστολόγιο του για την Απαρηγόρητη Ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου, με αφορμή μια προηγούμενη συλλογή, νερά απαρηγόρητα…
Γιατί δεν το κρύβω, άρχισα να διαβάζω για την Ποιήτρια εκείνο το βράδυ, βρήκα και άλλα ποιήματα, από προηγούμενες συλλογές, διάβασα παρουσιάσεις, ευτυχώς η κριτική έχει σταθεί με γενναιοδωρία απέναντί της, διάβασα ανθολογημένα της ποιήματα, ένοιωσα ότι πρόκειται για μια φωνή καθαρή, χαμηλόφωνη, της καρδιάς, μια ποίηση που σε θερμαίνει και σε παρηγορεί…

Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω εκφράσεις που να μην τιμούν την αξία και την λάμψη της ποίησής της. Δεν αρκεί η ανθολόγηση από τις παρουσιάσεις για να μιλήσω για την ποίησή της – γενικώς – που θαύμασα ωστόσο, δεν αρκεί να πω για τη γείωση στα πάθη της μοίρας μας της κοινής, την επίδραση από τη Δημοτική Ποίηση, το Διονύσιο Σολωμό, τη Σαπφώ που διακρίνουν άλλοι… Αναπνέουν και πάλλονται οι αρχαίες ψυχές στους στίχους της, ακούγονται οι ψίθυροι οι απόηχοι της επίδρασης, οι άλλες φωνές να τραγουδούν τα πάθια και τους καημούς του κόσμου, να λεν για συναντήσεις με της μάνας με την κόρη, για οι νύφες της φωτογραφίας, τη μετανάστευση, η ελληνικότητα, η τραγικότητα που δεν έχει τελειωμό.

Ακούς το ράμφισμα της σιωπής του ποιητή, ακούς τα πουλάκια του τραγουδιού, ακούς τον υπόηχο του κελαηδίσματος που εκφράζει τον νέο λόγο, που όλα τα βάφει, κατά πως γράφει ο Άγγελος Σικελιανός…
Ακούς τη Σαπφώ, την Πολυδούρη, τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, τα πουλιά του δημοτικού τραγουδιού…
Ακούς την ποιήτρια να κάνει την ομολογία της πτηνότητας. Να παρουσιάζει τον εαυτό της. Δένεται ο λόγος του κριτικού αναγνώστη – πώς να το μιλήσει αυτό; – μπροστά στο κελάηδισμα του ποιητή που κρατά μπροστά στον εαυτό του τον καθρέφτη.
Ψιθυρίζει τα βήματά της στην ποίηση. Η τόσο προσωπική σχέση με την τέχνη της, η μαθητεία της στου μεγάλους, οι αναγνώσεις της, οι μυστικές συναντήσεις. Ενδον και έξω.
Τα βιωματικά της βήματα σε αυτό το μονοπάτι. Τι επηρεάζει τον Ποιητή, πώς νιώθεται η ποίηση από τον αναγνώστη, πώς από τον ποιητή. Πώς καρδιοχτυπά ο τελευταίος όταν έχει στείλει μια ποιητική του συλλογή κάπου, ποια είναι η σχέση του με την έμπνευση, ποια είναι η σχέση του με τα πρόσωπα, τους ομοτέχνους του, με τους μεγάλους, με τους μικρούς… Αυτό είναι το πρώτο μέρος της συλλογής με τον επί μέρους τίτλο «Βραδιά ποίησης»

Ακολουθεί το δεύτερο, η ποιητική αγωνία της επίδρασης, της αναγνώρισης της οφειλής, τα πορτρέτα και η σχέση της με τους μεγάλους… «Συνομιλίες με αξιοσημείωτους ανθρώπους» για να θυμηθούμε τον Γκουρτζιέφ. Αυτοβιογραφική αλληλεπίδραση. Εικόνες, σαν χάρτινα εικονίσματα των άλλων των πριν, συνομιλίες και πορτρέτα τους, αφηγήσεις ιδιαίτερες και σπάνιες όπως αυτή με την Κυρά και το βοτάνι στη Μάνη ή τις Νεράιδες, που αφορά Καζαντζάκη και Σικελιανό, ποιήματα με τον τρόπο και για λογαριασμό θα έλεγα του Καβάφη, για τον Σαχτούρη, την Πολυδούρη, τον Διονύσιο Σολωμό και τόσους άλλους.
Πνευματικές οφειλές, συνομιλίες πνευμάτων, συνομιλίες με φαντάσματα.

Αλλάζει η γλώσσα της, αλλάζει το ύφος της κάθε φορά.
Γλωσσολαλιές μιλά.
Γίνεται πουλί…

Ένας μικρός θησαυρός, μια πολύτιμη καταβύθιση, μια εξομολόγηση του ποιητή για την ποίηση και την ποιητική γραφή του, μέσω της ίδιας ποιητικής γραφής.
Ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί και να αγαπηθεί…

 

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΕΝΕΚΕΝ τ. 19/2011

Η Γιώτα Αργυροπούλου δεν είναι καινούργια στα γράμματα. Έχει ήδη εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τα Νερά απαρηγόρητα και την Τοιχογραφία της Άνοιξης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δόκιμη ποιήτρια που έχει φτάσει να κατέχει και να ελέγχει πλήρως τα εκφραστικά της μέσα, συνεπώς μιλούμε για τεχνική, για εμπειρία, για γνώση. Κυρίως όμως μιλάμε για έμπνευση στην καθαρή ατόφια μορφή της.
Και εδώ είναι το παράδοξο. Ενώ δηλαδή η ποιήτρια προσδίδει έναν αφηγηματικό χαρακτήρα στα ποιήματά της και ενώ κάποια από αυτά και εκτενή είναι και έχουν πλοκή και δομή διηγήματος και ενώ ο ίδιος ο τίτλος της ποιητικής συλλογής «διηγήματα» επιβεβαιώνει τον πεζολογικό τους χαρακτήρα, ξαφνικά έχουμε σε αυτή τη συλλογή όλα τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν την ποίηση από την πεζογραφία, δηλαδή έναν ποιητικό λόγο συμπυκνωμένο, με άρτιο εσωτερικό ρυθμό, μία δωρική λιτότητα, την έκπληξη και το σάστισμα, την αλληγορία, τη μεταφορά, τον συμβολισμό, την ένταση των συναισθημάτων και ταυτόχρονα το βύθισμα στο καθολικό, στα προαιώνια ερωτήματα του χώρου και του χρόνου, της μετακόμισης των ψυχών σε δωμάτια υπαρξιακής μοναξιάς αλλά και τη σημασία ενός μόνου αηδονιού σε μία πόλη από μπετόν. Ενώ λοιπόν αρχικά η ποιήτρια ονομάζει διηγήματα τα ποιήματα αυτού του βιβλίου, στη συνέχεια συναντούμε μία συλλογή άκρως ποιητική που πραγματώνει κυρίως τον πιο βασικό στόχο της ποίησης, δηλαδή το να γίνει ο λόγος αγωγός των πιο βαθιών συγκινησιακών κραδασμών και να πετύχει τη συναισθηματική ταύτιση πομπού και δέκτη, ποιητή και αναγνώστη.
Η ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου καταφέρνει να μας κλονίσει, να μας μαγνητίσει, να μας ταρακουνήσει και τέλος να μας συγκινήσει. Η γλώσσα της είναι ακριβής και καθημερινή, οι λέξεις έως και κοινότοπες κάποιες φορές, όμως ο τρόπος που συνορεύουν μεταξύ τους κάνει την ανατροπή στην ποιητική φράση.
«Χθες μετακόμισα/ μια μοναξιά/πιο πέρα.» «Σα να στενάξαν τα βουνά/. Και μαζί του άκουσα όλους τους γιούς του κόσμου».
Όμως η Γιώτα Αργυροπούλου γνωρίζει βαθιά τη γλώσσα μας, την έχει παρακολουθήσει από παλιά, την έχει ενσωματώσει, μέσα της υπάρχουν οι αρχαιοελληνικές λέξεις, λέξεις από εκκλησιαστικά κείμενα, από το δημοτικό τραγούδι, από λόγιους ποιητές και συγγραφείς, διασχίζει με άνεση τις εποχές και μεταχειρίζεται με άνεση τον λόγο. « Τα σιγανά της τα τραγούδια τα θλιμμένα/ που την καρδιά μου/ ριξοπότισαν» και αλλού «οι συγγενείς απόλιγοι, χέρσα χωράφια/ Οβριές στους όχτους και σπαράγγια,/ ανθισμένες κακαλήθρες, μαργαρίτες, παπαρούνες/ και σε άλλο σημείο «ξαστοχήσαμε ολότελα απ’ το φαίνου/ στην επικράτεια κάδε τόσο του λυπού».
Η ποιητική συλλογή είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες, α) Διηγήματα, β) Η μετακόμιση, γ) Στο όνειρο πάλι πασχαλιά, με πιο πρόσφατη την τελευταία ενότητα που περιλαμβάνει ποιήματα που έχουν γραφεί τα δύο τελευταία χρόνια όπως δηλώνει η ίδια η ποιήτρια σε μία συνέντευξή της. (Εφημ. Ελευθερία 24-8-2010).
Γόμοι, κηδείες, ένα τελετουργικό με χορούς και τραγούδια της υπαίθρου, ήθη και έθιμα της Μεσσηνίας και της Μάνης, μία στενή σχέση της Γιώτας Αργυροπούλου με την παράδοσή μας, την ύπαιθρο, τη φύση. Επίσης, είτε αφιερώνοντάς τους ποιήματα είτε μνημονεύοντάς τους ονομαστικά, η Γιώτα Αργυροπούλου αναφέρεται σε άλλους ποιητές που την καθόρισαν και τη σημάδεψαν. «Δύο ποιητές στην ηλικία του πατέρα μου ο Θανάσης Βένετης και ο Τάσος Πορφύρης».
Σ’ αυτή την ποιητική της συλλογή η Γιώτα Αργυροπούλου μετακομίζει για μια ακόμα φορά προς τα ενδότερα στρώματα της ποιητικής αλλά και του εαυτού, σε χώρους μοναχικούς αλλά και τρυφερούς, περισυλλογής και στοχασμού για τα μικρά και τα μεγάλα, για τα καθημερινά και τα παντοτινά, για τα ανθρώπινα. «Ω εκείνη η μετακόμιση/ με τη βροχή, το πισωγύρισμα/ με το
χωριό μου που ξεμάκραινε/ βρέξει δε βρέξει πια σε κάδε μετακόμιση/ το ίδιο εκείνο σπίτι αφήνω».

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s