ΜΑΡΙΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ

ΜΑΡΙΟΣ

 

Ο Μάριος Αγαθοκλέους γεννήθηκε το 1948 στη Λεμεσό. Είναι παντρεμένος και έχει τρία παιδιά. Εργάστηκε για σαράντα χρόνια ως παρατηρητής φυσικών φαινομένων. Τη δεκαετία του ογδόντα, μαζί με τους Κώστα Μακρίδη και Χρίστο Μελίδη έκδωσαν το λογοτεχνικό περιοδικό Η ΑΜΑΞΑ και δημιούργησαν το καφεθέατρο ΤΑ ΠΕΡΙΞ στη Λεμεσό. Το 1981 έλαβε μέρος με τρία διηγήματα στις ΔΕΚΑ ΓΡΑΦΕΣ, κοινή έκδοση δέκα Λεμεσιανών δημιουργών.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΕΟΛΙΘΙΑ (1983),
ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ (1988),
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ (2003)
ΑΠΤΕΡΟΣ ΛΥΠΗ (2012).

 

1-βιβλια - 0004

1-βιβλια - 0003

1-βιβλια - 0002

1-βιβλια - 0001

 

ΑΠΤΕΡΟΣ ΛΥΠΗ (2012)

 

Είδα ένα σκύλο με φτερά
ορκιζόταν η μικρή Έλενα
κι έκλαιγε με αναφιλητά
που δεν την πίστευαν οι μεγάλοι.

 

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Αδέξιες σκέψεις
μονοδρομούν τη λογική μου

«Σε είδα όνειρο» της ψιθυρίζω,
«σαν βούττημαν ήλιου.

Σκόνη και πλήθος
να οδηγούνται αμετακλήτως
στα ψηλόλιγνα δένδρα.

Ήσουν κι εσύ εκεί
κλαίουσα.»

Το μαύρο ταιριάζει
σε αυτούς που το σκέφτονται.

 

 

ΤΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ
ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ

Έμοιαζε
να ήταν στο σωστό τοπίο
γι αυτό και έμπλεκε
με ένα κουβάρι
και ένα καράβι.

Νόμιζε,
αλλά τι να περιμένεις από κάποιον
που θα έμενε εκ προθέσεως
με το ίδιο χρώμα.

Δε λέω
το μαύρο έχει τη δική του γοητεία
κι οι άνθρωποι τις δικές τους προσδοκίες.

Άμα πιστέψεις όμως σε όλα αυτά
μένεις με τα κουβάρια
σε όλο το σώμα

και μπροστά στον κίνδυνο
χωρίς αξιοπρέπεια,

γονυπετούσα καταριέσαι
το πανί που απομακρύνεται.

 

 

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ

Κτίζεις αυθαίρετα
χωρίς όρια
στο μυαλό μου.

Ανεξιχνίαστη στο χάρτη
ανεντόπιστη στη μνήμη.

Κι όμως υπάρχεις.

Οι ήχοι στο λουτρό σου
υπερχειλίζουν
και ως ιδρώτες πυρετού
διαμορφώνουν το σώμα μου.

Καταφθάνουν ειδικοί
με προϊστορικά εργαλεία
να σε οριοθετήσουν
στα λευκά μου σύνορα.

Παταγωδώς αποτυγχάνουν
κι εγώ απελπισμένος
τους φωνάζω,

«Ανίκανοι,
την αφήνετε χωρίς όρια
να με τρομάζει τις νύχτες;»

 

 

ΑΠΟΝ ΑΚΟΥΕΙ ΤΟΥ ΓΟΝΙΟΥ
ΠΑΡΑ ΓΩΝΙΑΣ ΤΖΙΟΙΜΑΤΑΙ

Γι’ αυτό τρέχω
στο νοσοκομείο να ακούσω
τα τελευταία λόγια
του πατέρα μου που αργοπεθαίνει.

Κολλώ το αφτί μου
στα αδύναμα του λόγια
που κυματίζουν με την ανάσα του
σαν οδηγίες προς ναυτιλλομένους.

«Να δραπετεύεις τις νύχτες γιέ μου
τις ώρες που όλοι κοιμούνται
και ^αγρυπνούν
μόνο αυτοί
που θέλεις εσύ να σε περιμένουν».

 

 

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ (2003)

 

Ο ΘΗΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΑΡΙΑΔΝΗ

Οι εκπλήξεις συντηρούν τη ζωή μου.
Δεν κλείνω
και περιμένω στη γραμμή.

Κι επιτέλους εμφανίζεσαι
στην άκρη του ανελκυστήρα
ελκυστική σαν έκπληξη
ν’ ανεβαίνεις με την πίεσή μου.

Όμως
ένα αγκάθι
ξεφουσκώνει τον ουράνιο θόλο
και βρίσκομαι ακάλυπτος
στο άγνωστο και σκοτεινό Σύμπαν.

Ας με οδηγήσει λοιπόν κοντά σου
η μαγική σειρά των λέξεων.

 

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ

Όλα λοιπόν μπορεί να συμβούν.

Και να ‘μαι που την συνοδεύω
τη γυναίκα που έχω ποθήσει πιο πολύ
στο σκοτεινό δωμάτιο.

Μαύρο πέπλο της καλύπτει το πρόσωπο
και μαύρο φόρεμα το κορμί.

Είναι η χήρα των απάντων.

Τι θα ήμουν και ‘γω αν δεν την γνώριζα
παρά ένας απών των αισθημάτων μου
ανυποψίαστος την απουσία μου.

Τώρα οι λεπτομέρειές της
μου υγραίνουν τις νύκτες
κι ο πόθος μου αδειάζει το μυαλό.

Στο αύταρκες Ένα κατατείνω.
Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστος.

 

 

Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

Καθώς σε τυλίγει ο ύπνος
εγώ ξαγρυπνώ.

Τα καταδυτικά μου σύνεργα επιθεωρώ
και είμαι πανέτοιμος.

Όταν στη σκαφανδρική μου οθόνη
εμφανιστεί το ονειρικό σου κήτος
περιφερόμενο ανήσυχο στο βυθό
εγώ ταλαντεύομαι μόνο για μια στιγμή
κι αποφασίζω.

Εγκαταλείπω τα όπλα μου
και γυμνός
επιχειρώ κατάδυση εκπληκτική.

Καταβροχθίζομαι
αμετακλήτως
από το κήτος.

Όμως τα χαμόγελά μου
ανεβαίνουν
με τις φουσκαλίδες στην επιφάνεια

γιατί εγώ είμαι πάλι ο νικητής.

Μετενσαρκώνομαι σε σάρκα ονείρου
και σαν Δούρειος Ίππος
εισέρχομαι
στο εγκλωβισμένο σου όνειρο
δια παντός.

 

 

Η ΑΝΕΛΕΗΤΗ

Στα πόδια σου
κατάθεσα τον εαυτό μου
και συ
αδικαίωτο με αφήνεις.

Η δικαιοσύνη σου
είναι σκληρή
και τιμωρεί
όποιον σε ποθεί
χωρίς την άδειά σου.

Στην κόλαση καταδικάζεται
του ανικανοποίητου
να γράφει
γελοίο κέρδος
ποιήματα

για σένα;

 

 

 

ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ (1988)

 

ΣΥΝΤΗΡΗΤΗΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ

 

Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ

Αυτά θα τα κρατήσω για μένα.
Σ’ ανθρώπου μάτι δε θα εκτεθούν
μα προπαντός σ’ ανθρώπου λογική.

Γι’ αυτό και δε με βλέπουν που τ’ απλώνω,
τις νύκτες χωρίς φεγγάρι,
στο σκοτεινό μου δωμάτιο.

Κανένας άλλος ας μην πληρώσει
γι’ αυτά που έφταιξα, πάρεξ εγώ.

Διπλοκλειδώνω λοιπόν από μέσα
κι ανοίγω στον τοίχο τα μάτια μου.

 

 

Ο ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΗΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙ
ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ

Τι κι αν οι σκοτεινές νύκτες
μου αναστηλώνουν τις επιθυμίες.

Ο Προκρούστης δουλεύει στο μυαλό μου.

Με ξεχειλωμένο λαιμό τις κρυφοκοιτάζω
να χάνονται προς τον ορίζοντα
κι η φωνή μου τις ακολουθεί
σαν ψίθυρος,
«περιμένετε…»
σαν ηχώ τις ακολουθεί.

 

 

ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ

Ένας ήρεμος ποταμός επιστρέφει.

Ανάλαφρο το μειδίαμα
σχηματίζεται κατά την ένωση.

Πάντα μια ένωση μπροστά στα μάτια μου,
φασματοποιεί τα αντικείμενα που αγαπώ,
αποκαθηλώνει τα εξαίσιά τους χρώματα.

Το άρωμα των χρωμάτων με συνεπαίρνει
και ανέρχομαι ακολουθώντας τροχιά
ανωθρώσκοντα μισοζαλισμένου καπνού.

Όμως δεν φταίω μόνον εγώ
για τις αποτυχίες μου.

Εκεί που ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ
σε ουράνια ρεύματα,
παρασυρόμενος για πάντα μακριά,
ατμοσφαιρικές ιδιοτροπίες
μου συμπυκνώνουν τα συναισθήματα,
μου στερεοποιούν τις εκλάμψεις,
και σαν ανύμφευτη νιφάδα ξαπλώνω
στα κατάλευκα στήθη των σκοτεινών ορέων.

Κίτρινοι φανοί ομίχλης φωτίζουν
τους σωρούς άτυχων πεθαμένων πεταγμάτων
ξεμαλλιασμένες εκλάμψεις
σπασμωδικά αυτοφωτίζονται.

Και πως κατέρχομαι τώρα, σώος,
από απόκρημνα συναισθήματα πόθου.

Αρπάζω το τηλεσκόπιο του πυροφύλακα
και ατενίζω με ζήλεια
και με κομμένη ανάσα ηδονοβλεψία,
μια θάλασσα στο βάθος,
να αγκαλιάζει έναν ήρεμο επιστρέφοντα ποταμό.

 

 

ΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Οι σκουπιδιάρηδες του μεσημεριού
μας διώχνουν τον ύπνο.

Έντομα οι μύγες
που κάθονται στον ιδρωμένο τους λαιμό
καθώς και οι πεταλουδίτσες
με τα πολύχρωμα αισθήματα.

Στα σίγουρα όμως προτιμώ
αυτές της νύκτας.

Το τίμιο δεν με ελκύει
καθώς και τα παιδιά του
που μυρίζουν ανέκπληκτα.

Υπάρχω λοιπόν γιατί επιλέγω,
και όχι επιλέγω όσο υπάρχω ακόμη,
ακόλουθος μίζερων φορτηγών
στο καταμεσήμερο,
διακόπτοντας μεσημβρινούς εραστές
με τιποτένιους θορύβους.

Μακριά λοιπόν από τον οίκτο μου
και από αυτόν που προτιμά
τον ιδρώτα του ακόλουθου,
παρά του εραστή.

Με τρομάζουν όλα αυτά
που είναι πέρα από τη λογική μου.

 

 

Η ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ

Με παρακολουθεί από μέρες.

Όταν λείπει,
απλώνω στον ήλιο
τα χρωματιστά της εσώρουχα,
και την περιμένω.

Πάντα επιστρέφει με νέες ιδέες
κι εγώ χαίρομαι,
που δεν κουράστηκα.

«Όμως», μου είπε μια μέρα
ενώ μάζευα τα ρούχα,
«αν επιμένω να μην έρθω,
θα πηδήξω από τον Ουρανοξύστη

 

 

Η ΣΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ

 

 

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ

Η γυναίκα που έντυσα σαν αδελφή μου
κάθεται στα γόνατά μου.

Οι γοφοί της με πιέζουν να προχωρήσω.

Ακόμα δεν την έχω συνηθίσει.
Της χαϊδεύω τις ξυρισμένες της γάμπες
και στα μαλλιά της ανάβουν
οι λάμπες της χριστουγεννιάτικης θλίψης.

Όλοι έχουν φύγει για τα βουνά.

Στο μέτωπο τη φιλώ
και αδέξια της ψιθυρίζω, «αδελφή μου».

Δυσφορεί που οι λέξεις παίζουν ακόμα
το ρόλο του παγωμένου Χειμώνα.

Αυτή τρελαίνεται για ατέλειωτα
αμμουδερά καλοκαίρια
και η αδελφική εποχή με τα καμώματά της,
είναι διαγραμμένη από τις χρονιαίες της επιλογές.

 

 

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Τα φώτα που τρεμοσβήνουν στο βάθος,
οπωσδήποτε δεν είναι η «Νήσος τις εστί»,
όπως θα την αναγνώριζαν αμέσως
οι ευφυείς φιλόλογοι
και οι ευτραφείς κτηματομεσίτες.

Όμως το παράπονο που επιπλέει
στις λίμνες των ματιών,
είναι απόλυτα δικαιολογημένο.

Γιατί δεν είναι μόνο τα συρτάρια
που έχουν γεμίσει μυστικά,

είναι και το σώμα που αλλάζει.

Όταν θα ξανασυναντηθούμε
στο τέλος αυτού του λειμώνα στο νησί,
η ανομβρία θα μου έχει σκληρύνει τις παλάμες
και θ’ αποφύγω να σε χαϊδέψω τρυφερά.

 

 

ΣΥΝΘΗ

Σου χαρίζω τα ξυρισμένα μου όνειρα
που κατεβαίνουν με ορμή από το νεροχύτη
στις υγρές φαντασιώσεις μου.

Σου χαρίζω τον τοίχο που χωρίζει
τους λεπτούς σου τρόπους και την ευγένεια
από την αναίδεια της κρεβατοκάμαρας.

Σου χαρίζω τις χυδαίες λέξεις
που δονούν ηδονικά τα σώματά μας
και τις κινήσεις που ταιριάζουν με τις λέξεις μας.

Και τέλος, σου χαρίζω τα τολμηρά αγάλματα
που αναδύονται ιδρωμένα.

Και συ; Και συ ω Σύνθη,
χάρισέ μου απλώς
την αποδοχή των δώρων μου.

 

 

ΕΟΛΙΘΙΑ (1983)

 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Όταν είμαι μαζί σου νοιώθω θαυμάσια.
Χωρία να πιω καν την παγωμένη μου μπάρα
λύνεται η σφιχτή μου γλώσσα
δραπέτης δειλίας εξελίσσομαι
κι αιχμάλωτη σού παραδίδω
την κουζίνα των μυστικών μου αισθημάτων.

 

 

ΟΙ ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΙ ΜΕΝΟΥΝ ΜΟΝΟΙ

Μέσα στη λευκή κάμαρη
του ζητούσε επίμονα έρωτα
η μικρή γκόμενα.

Αντί αυτού
της πρόταξε
τη σχιζοφρενική διαύγεια της ειμαρμένης
το εολίθιο τέκνο.

Έφυγε απογοητευμένη.

Απογευματινή εφημερίδα
ανάγγελλε τους αρραβώνες της
με σοβαρό διδάσκαλο
από την επαρχία.

 

 

ΟΥΤΟΠΙΑ

Με μεθοδικότητα αρχαιολόγου
ξεθάβω και συγκολλώ
τα προϊστορικά μου μέλη
αναστυλώνοντας
το τεράστιο άγαλμα
που το χαμόγελό του
θα προχωρήσει

Γιώργο Σεφέρη.

 

 

ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟΣ

Ήρθε από τα βάθη της ζωής
ένα βράδυ καλοκαιρινό
και κόλλησε σα σφραγίδα
στο μέτωπό μου.

Με την άμπωτη υποχώρησε
αφήνοντας ανεξίτηλη μια λέξη
«σημαδεμένος», καθώς λένε,
φορτίο βαρύ
να το μεταφέρω στους αιώνες.

Ότι έγινε υπάρχει
και δεν φτάνει η συγχώρεση.

 

 

ΤΗΛΕ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΡΙΑ

Διανύομεν περιόδους
επιδημιών λοιμωδών νόσων.

Ψηλός πυρετός
και συστήματα ηλεκτρονικά
επαναφέρουν την εικόνα σου
έντονα κόκκινη
σε οθόνη τηλεοράσεως.

Μου είναι αδύνατο
να σε αναγνωρίσω
με τα έγχρωμα στίγματα
της αρρώστιας σου.

Κάτω από την πούδρα
το πρόσωπό σου
νεκρικά χλωμό.

Και τα μαλλιά σου π’ αγαπούσα’
φορμαρισμένα στο κομμωτήρια.

 

 

ΤΟ ΣΩΜΑ TOY ΑΧΙΛΛΕΑ

Στην προσπάθειά τους
να καταστήσουν ολόκληρο
το σώμα του Αχιλλέα
άτρωτο
εγκατέστησαν πυρηνικά πριόνια
στη δάση Ακρωτηρίου
ακρωτηριάζοντας
το κάτω άκρο
του ποδιού του ήρωα
στο σημείο ακριβώς
που τον κρατούσε η μητέρα του
πάνω από τη φωτιά
καθιστώντας
το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων
άτρωτο μεν
αλλά ανάπηρο σε καροτσάκι.

 

 

ΕΠΙΜΟΝΗ ΑΠΟΥΣΙΑ

Μισόφαγε, μα νοιώθει κουρασμένοι
Η μπάρα στο ποτήρι του
χάνει τον ιδρώτα.

Κάνει μια προσπάθεια…
η κίνηση μετέωρη απομένει.

Όλα του έρχονται μισά
στο πληχτικό δωμάτιο.

Του λείπει οπωσδήποτε
αυτό που απουσιάζει.

 

 

ΦΘΙΝΟΥΣΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ

Με ιστορίες διαστελλόμενες
μάχεται απεγνωσμένα
να αναρριχηθεί στο ενδιαφέρον
βαριεστημένων συνδαιτυμόνων.

Η υποψία της φθοράς τον πεισμώνει
και διηγούμενος οδηγείται

εκεί
όπου πια
δεν μπορεί

να υποχωρήσει με αξιοπρέπεια.

 

 

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΟΡΙΠΗΣ

Από τις πολεμίστρες
του μεσαιωνικού κάστρου
Ζωσμένη τις σφιχτές ζώνες
τυλιγμένη τα βαριά ρούχα
αχάδευτη κι αφίλητη
αγναντεύει το λεμονόδασος
που κατεβαίνει στη θάλασσα,

κι αναστενάζει.

 

 

Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ

Υποστέλλω τις σημαίες
διαστέλλω τις πύλες της πόλης
και καταλήγω όπως πάντοτε
μόνος
σαν ημερομηνία
να κοιτάζω από το περιθώριο

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΙΟ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΕΓΑΨΑΝ:

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Η Ελλειπτική φωνή του Μάριου Αγαθοκλέους

Από τον «Ηδονοβλεψία» στη «Γυναίκα με τα μαύρο»:

Α. Με τη δεύτερη του ποιητική συλλογή «Ηδονοβλεψίας», 1988-η πρώτη του με τον τίτλο Εολίθια εκδόθηκε το 1983 – ο Μάριος Αγαθοκλέους, όχι μόνο Βελτιώνει τη χαρακτηριστικά λιτή και στρωτή τεχνική του, αλλά και της προσδίδει μια πιο σύνθετη και πιο πλούσια συμβολιστική. Με έντονη ακόμα την ερωτική διάθεση και θεματική, απαλλάσσεται σ’ ένα Βαθμό από το προηγούμενο αισθητικά αμφίβολο στίγμα μιας ερωτικά «σωματικής» εκφραστικής, και περνά στην πολυσήμαντη ανάπτυξη του ποιήματος. Η ροή των εικόνων κι ο πάντα απρόβλεπτος μεταφορικός του λόγος, ξετυλίγονται σχεδόν επεισοδιακά, με εύγλωττες σιωπές και σκόπιμα χάσματα. Διαβάζω κάτι χαρακτηριστικό:

ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ

Αυτά θα τα κρατήσω για μένα.
Σ’ ανθρώπου μάτι δε θα εκτεθούν
μα προπαντός σ’ ανθρώπου λογική.

Γι’ αυτό και δε με βλέπουν που τ’ απλώνω,
τις νύκτες χωρίς φεγγάρι,
στο σκοτεινό μου δωμάτιο.

Κανένας άλλος ας μην πληρώσει
γι’ αυτά που έφταιξα, πάρεξ εγώ.

Διπλοκλειδώνω λοιπόν από μέσα
κι ανοίγω στον τοίχο τα μάτια μου.

0 αναγνώστη εξέρχεται του ποιήματος έχοντας τη βέβαιη αίσθηση, ότι ο ποιητής κατόρθωσε να «διπλοκλειδώσει » εξίσου μια συμπαγή στην εναλλακτικότητά της καλλιτεχνική μορφή, που κρατά τις κεραίες μας σε διαρκή εγρήγορση. Δεν πρόκειται εδώ για κοινότοπη ψυχογραφία ή ανιαρό εξομολογητικό μονόλογο, που διαβάζουμε τόσο συχνά. Η κίνηση των στίχων είναι συνήθως σύντομη κι ελλειπτική, άλλοτε πάλι γίνεται πιο σύνθετη κι ελικοειδής, οδηγώντας σε τελικές επιγραμματικές συμπυκνώσεις. Αυτή η αρμονικά δομημένη ταλάντωση της κειμενικής μορφής, και ιδιαίτερα η ταυτόχρονη συνάρθρωση του συγκεκριμένου και του υπονοούμενου, διαχέουν εντός μας μια ουσία αποσταγματική, που ευφραντικά μας κατακλύζει.
Έρχομαι τώρα στο ποίημα «Ηδονοβλεψίας», που δίνει και τον τίτλο της συλλογής. Άποψη μου είναι, ότι ο συγκεκριμένος τίτλος δεν είναι τόσο υποβοηθητικός για τη σωστή πρόσληψη της ποίησης που ακολουθεί, καθότι θα μπορούσε να δημιουργήσει προκαταβολικά ρηχούς συνειρμούς στον βιαστικό αναγνώστη. Ασχέτως όμως αυτού, δίνω δυο εξαίρετα ενδεικτικά αποσπάσματα. Το πρώτο είναι πολύ σύντομο, μονάχα τρεις στίχοι, προσέξτε όμως την πυκνότητα και τον πολυδύναμο συμβολισμό τους.

Πάντα μια ένωση μπροστά στα μάτια μου
φασματοποιεί τα αντικείμενα που αγαπώ,
αποκαθηλώνει τα εξαίσια τους χρώματα.

Είναι απαράμιλλα διαυγείς, συγχρόνου όμως και κρυπτικοί στίχοι, με φυσική κι αβίαστα αναδυόμενη υποβλητικότητα. Μπορούμε να τους διαβάζουμε και να τους ξαναδιαβάζουμε, χωρίς να νοιώθουμε να μειώνεται το σημασιολογικό και συγκινησιακό τους φορτίο. Κι αυτό, γιατί υπερβαίνουν το λογικό κι αυτονόητο, λειτουργώντας ως εφαλτήριο προς αποκαλυπτικότερες των πραγμάτων θεάσεις.
Το δεύτερο απόσπασμα από τον «Ηδονοβλεψία», μου χρησιμεύει για να καταδείξω και την καθαρά λυρική εκφραστική ικανότητα του δημιουργού, εκεί που οι ανάγκες του ποιήματος υποβάλλουν μια χαλάρωση από τη στοχαστική πολλαπλότητα.
Διαβάζουμε:

Εκεί που ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ
σε ουράνια ρεύματα,
παρασυρόμενος για πάντα μακριά,
ατμοσφαιρικές ιδιοτροπίες
μου συμπυκνώνουν τα συναισθήματα,
μου στερεοποιούν τις εκλάμψεις,
και σαν ανύμφευτη νιφάδα ξαπλώνω
στα κατάλευκα στήθη των σκοτεινών ορέων.

Ακόμα και σ’ αυτούς τους σχετικά ανάλαφρους στίχους, δεν έχουμε καθόλου την αίσθηση του απλά εξωτερικού λυρισμού, αφού τους διατρέχει μια υπόγεια υπαινικτικότερη αύρα, με «ατμοσφαιρικές ιδιοτροπίες», όπως διαβάζουμε, να «συμπυκνώνουν συναισθήματα» και να «στερεοποιούν εκλάμψεις». Τελικά,
αφού μας περάσει από «ωχρά φωτισμένα, πεθαμένα πετάγματα» κι επώδυνες προσγειώσει «από απόκρημνα συναισθήματα πόθου», το εντυπωσιακό τούτο ποίημα κλείνει την κυκλική του διαδρομή με επαναφορά της αρχικής εικόνας του «ήρεμου ποταμού», που επιστρέφει με ζηλευτό τρόπο στην αγκαλιά της θάλασσας. Πόσο πρωτότυπη και παρθενική νοιώθουμε μια τέτοια εικόνα, ικανή κατά τον ποιητή να «φασματοποιεί» τα αντικείμενα της αγάπης του και να «αποκαθηλώνει τα εξαίσια τους χρώματα»
Έτσι, το ζητούμενο της ποίησης κατορθώνεται με επάρκεια κι ο δημιουργός δικαιώνεται στον επίμοχθο αγώνα του.
Υποκύπτω στον πειρασμό ν’ αναφερθώ κάπως εκτενέστερα και στο ποίημα «Η αδελφή μου», το οποίο αξιολογώ ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Μάριου Αγαθοκλέους. Ο δυάχυτος ερωτισμός του εξιδανικεύεται από ένα κλίμα πρωτογενούς νεανικού αρώματος, που μετατρέπει κάθε αισθησιακή πτυχή σε βαθιά ανθρώπινη και συμπαθητική φανέρωση. Οι εικόνες σταδιακά μεταλλάσσονται από το γήινο και υλικό, στο αιθέριο και πνευματικό. Παρακολουθείστε τον:

Ακόμα δεν την έχω συνηθίσει.
Τις χαϊδεύω τις ξυρισμένες της γάμπες
και στα μαλλιά της ανάβουν
οι λάμπες της χριστουγεννιάτικης θλίψης.
Όλοι έχουν φύγει για τα βουνά.

Οι «λάμπες της Χριστουγεννιάτικης θλίψης», που ανάβουν στα μαλλιά της αγαπημένης παιδικής φίλης, μετά από μια εικόνα διακριτά «σαρκική», δίνουν ισχυρή παλμική κίνηση OTIS αισθητικές μας κεραίες, με αποτέλεσμα την έντονη ψυχική συγκίνηση. Επιπρόσθετα ο στίχος «όλοι έχουν φύγει για τα Βουνά», αφήνει ακαριαία την εντύπωση μιας υπαρξιακής μοναξιάς, που επιτείνει τη μοναδικότητα της ερωτικής συνεύρεσης. Μιας συνεύρεσης,
που δεν συμβαίνει βεβιασμένα και παρορμητικά, αλλά απαιτεί τον δικό της χρόνο μετάβασής από το πρώτο νεανικό σκίρτημα στη σύντονη αμοιβαιότητα της τελικής ολοκλήρωσης. Να, πως εκφράζεται ποιητικά η σχετική μ’ αυτό δυστοκία:

Στο μέτωπο τη φιλώ
και αδέξια της ψιθυρίζω, «αδελφή μου».
Δυσφορεί που οι λέξεις παίζουν ακόμα
τον ρόλο του παγωμένου Χειμώνα.

Μπορεί οι λέξεις του έφηβου διστακτικού νέου να συγκρατούν ακόμα, με τη χαμηλή Tτους θερμοκρασία, τον θρίαμβο της ερωτικής πληρότητας, οι ίδιες όμως αυτές λέξεις λειτουργούν με πληρότητα ως προς τη δραστικότητα της ποιητικής δημιουργίας (να σημειώσω, εν παρενθέσει, την πρόδηλη πτώση της ποιητικότητας στους τελευταίους μονοσήμαντους κι επεξηγηματικούς στίχους).
Κλείνω αυτή την ενότητα καταγράφοντας το ποίημα «Το παράπονο».

Τα φώτα που τρεμοσβήνουν στο βάθος,
οπωσδήποτε δεν είναι η «Νήσος τις εστί»,
όπως θα την αναγνώριζαν αμέσως
οι ευφυείς φιλόλογοι
και οι ευτραφείς κτηματομεσίτες.

Όμως το παράπονο που επιπλέει
στις λίμνες των ματιών,
είναι απόλυτα δικαιολογημένο.

Γιατί δεν είναι μόνο τα συρτάρια
που έχουν γεμίσει μυστικά,

είναι και το σώμα που αλλάζει.

Όταν θα ξανασυναντηθούμε
στο τέλος αυτού του λειμώνα στο νησί,
η ανομβρία θα μου έχει σκληρύνει τις παλάμες
και θ’ αποφύγω να σε χαϊδέψω τρυφερά.

Είναι κι αυτό άλλο ένα υποδειγματικό ποίημα του Μάριου ΑγαΘοκλέους, του οποίου το έργο δεν έχει ακόμα προσεχτεί όσο έπρεπε και όσο πράγματι του αξίζει. Να ενοχοποιήσουμε γι’ αυτό και μια δική του, κυνική κάποτε αισθησιακή αντίληψη, που εκφράστηκε στην πρώτη κι όλας συλλογή που εξέδωσε ; Αυτό δεν είναι βέβαιο, μα και να έπαιξε ως γενικότερη εντύπωση
κάποιο ρόλο, ο ποιητής το αντιστάθμισε στη συνέχεια με πιο πολύπλευρες και καθολικότερα ενδιαφέρουσες δημιουργίες. Με τρόπο μάλιστα ανατρεπτικό και πρωτότυπο. Με μια δική του, δηλαδή προσωπική ποιητική.

Β. Η τελευταία ποιητική συλλογή του Μάριου Αγαθοκλέους, έκδοση του 2003, με τον διττό αινιγματικό τίτλο «Λαϊκό Ανάγνωσμα, η Γυναίκα με τα μαύρα», αποτελεί επιβεβαίωση της γνώριμης και καλοδουλεμένης ποιητικής του, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στο προηγούμενό του βιβλίο με τον τίτλο «Ηδονοβλεψίας».
Το ποιητικό βιβλίο «Η γυναίκα με τα μαύρα», με όλα κι όλα επτά ποιήματα, μου φαντάζει κατά παράδοξο τρόπο ως μια ερωτική βιωματική εποποιία. Κι αυτό λόγω της έντασή και του βάθους, που μπόρεσε ο δημιουργός να δώσει σε κάποια έστω από αυτά τα ποιήματα. Το επίτευγμα τούτο, αλλού το προσλαμβάνουμε συνολικά, χωρίς αισθητικές ανισότητες, κι αλλού πάλι το ξεχωρίζουμε μέσα στο ποίημα αποσπασματικά, όπου το νοιώθουμε να
μας ανεβάζει ακαριαία σε μιαν ευδαιμονικότερη κατάσταση.
Να, ένα παράδειγμα από το ποίημα με τον τίτλο «Ο Θησέας και η Αριάδνη»:

Όμως
ένα αγκάθι
ξεφουσκώνει τον ουράνιο θόλο
και βρίσκομαι ακάλυπτοί
στο άγνωστο και σκοτεινό Σύμπαν.
Aς με οδηγήσει λοιπόν κοντά σου
η μαγική σειρά των λέξεων.

Ανεξάρτητα από πού ο ποιητής εκκινεί, οι παραπάνω στίχοι του
αποτελούν δυνατές εκτινάξεις σε χώρους μιας άλλης οντολογικής
και υπαρξιακής εμπειρίας. Κι έχει σίγουρα τον λόγο του ο Μάριος Αγαθοκλέους, όταν κάπου στην αρχή του Βιβλίου χαρακτηρίζει
επώδυνη τη λιγοστή έστω αυτή συγκομιδή, αφού περί επώδυνου αποστάγματος πρόκειται εντέλει. Έτσι, εκκινώντας από συνήθη περιστατικά και αφορμές έμπνευσης, υπερβαίνει συχνά τη στενά ερωτισμική του ροπή, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη με απίθανους συνειρμούς μιας ιδιότυπα αισθαντικότητας.
Δεν θα αναφερθώ περισσότερο, γενικά ή ειδικότερα, σ’ άλλα ποιήματα και στίχους της συλλογής «Η γυναίκα με τα μαύρα». θα μιλήσω όμως με ιδιαίτερη έμφαση κι αναλυτικότερα για το ομώνυμο ποίημα, που είναι πιστεύω μια κορυφαία στιγμή της καθόλου ποιητικής προσπάθειας του Μάριου Αγαθοκλέους. Συνδυάζει συνθετική τελειότητα και βάθος. Και όλα αυτά με
φόντο ένα διλημματικό δραματικό υπόστρωμα, που οδηγείται με τόλμη σε αινιγματική και απρόσμενη έκβαση. Το παρουσιάζω καταρχήν ολόκληρο:

Όλα λοιπόν μπορεί να συμβούν.

Και να ‘μαι που την συνοδεύω
τη γυναίκα που έχω ποθήσει πιο πολύ
στο σκοτεινό δωμάτιο.

Μαύρο πέπλο της καλύπτει το πρόσωπο
και μαύρο φόρεμα το κορμί.

Είναι η χήρα των απάντων.

Τι θα ήμουν και ‘γω αν δεν την γνώριζα
παρά ένας απών των αισθημάτων μου
ανυποψίαστος την απουσία μου.

Τώρα οι λεπτομέρειές της
μου υγραίνουν τις νύκτες
κι ο πόθος μου αδειάζει το μυαλό.

Στο αύταρκες Ένα κατατείνω.
Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστος.

Οι τελευταίοι δυο στίχοι απελευθερώνουν την ένταση, που συσσωρεύτηκε εντός μας, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, ανοίγοντας αίφνης την καλλιτεχνική βαλβίδα εκτόνωσης της ψυχικής και πνευματικής δοκιμασίας.
«Στο αύταρκες Ένα κατατείνω», διαβάζουμε ξανά και ξανά, νοιώθοντας μια παράξενη ευφορία, επειδή ο ποιητής μπόρεσε να δώσει πειστική λύση στην κρίσιμη σύμπτωση αντικρουόμενων προκλήσεων. Το αύταρκες Ένα, αν και νοηματικά δεν καθορίζεται, υπονοείται όμως χωρίς αμφιβολία ως μια θεμελιακότερη κατάσταση, υπερβαίνουσα και συμφιλιώνουσα τα επιμέρους. Στη δική της επικράτεια, που θεωρείται κατάκτηση να φτάσει κανείς κάθε συγκρουσιακή σχέση περιττεύει, αφού όλα κατατείνουν στην ενότητα του συνόλου των εκφάνσεων του ανθρώπινου βίου.
Η πρόταση φυσικά που δίνεται στον επαρκή αναγνώστη δεν είναι ούτε κοινωνική, μήτε ποσώς φιλοσοφική. Είναι καθαρά ψυχική και αισθητική- και στη βάση προπάντων αυτή οδηγούμαστε σε μια λυτρωτική ανακούφιση. Ο στίχος «Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστοε», δεν προσλαμβάνεται ως αναίρεση αγαπημένων χαμένων πατρίδων, αλλά συναίρεση και υπαγωγή τους
σε μια υπέρτερη αρχή.
Ενδιαφέρον όμως είναι να πάμε πίσω στην εκκίνηση του ωραίου αυτού ποιήματος. Να παρακολουθήσουμε εργαστηριακά την ανάπτυξή του και να φωτίσουμε τα διάφορα επίπεδα, τις σύντομες παύσεις και τη δραματικά κορυφούμενη κίνηση προς μια αδιέξοδη – κατά τα φαινόμενα – πορεία… Προσέξτε λοιπόν το άνοιγμα της αυλαίας:

Όλα λοιπόν μπορούν να συμβούν.

Και να’ μαι που την συνοδεύω
τη γυναίκα που έχω ποθήσει πιο πολύ
στο σκοτεινό δωμάτιο.

Με τον πρώτο στίχο «Όλα λοιπόν μπορεί να συμβούν», προετοιμάζεται ο αναγνώστης για κάτι απρόβλεπτο- και σπεύδει με τεντωμένες τις προσληπτικές του κεραίες, να δει τί περαιτέρω θα του αποκαλυφθεί. Μια αινιγματική ατμόσφαιρα διαχέεται κιόλας στους επόμενουςστίχους, με τον ποιητή σε πρώτο πρόσωπο, να συνοδεύει την πολυπόθητη γυναίκα στο σκοτεινό δωμάτιο. Οι συνειρμοί γίνονται ακόμα σκοτεινότεροι, όταν το ποθούμενο πρόσωπο περιγράφεται με τους παρακάτω στίχους ως εξής:

Μαύρο πέπλο της καλύπτει το πρόσωπο
και μαύρο φόρεμα το κορμί.

Είναι η χήρα των απάντων.

Τώρα υποψιαζόμαστε πια, ότι πρόκειται για μια μοιραία όσο κι τραγική μορφή, που μας παραπέμπει σε πρώτο επίπεδο στη μαυροφορεμένη γυναίκα του συμβατικού πένθους, σ’ ένα δεύτερο εντούτοις συμβολικότερο επίπεδο, ο στίχος «είναι η χήρα των απάντων», υπονοεί την έκταση της απώλειας για εκείνους που δεν καταξιώθηκαν μια τέτοια συγκλονιστική εμπειρία. Ανήκει στο καλλιτεχνικό αισθητήριο του δημιουργού η επιλογή του πληθυντικού «χήρα των απάντων», αφού οι παραστάσεις που δημιουργεί αποκτούν ένα απροσδιόριστο εύρος, κάτι που αφήνει πιο ανοιχτό το πεδίο στη δημιουργική φαντασία.
0 ποιητής αλλάζει γρήγορα ατμόσφαιρα με τους στίχους που ακολουθούν, επιδιώκοντας να στηρίξει και να αιτιολογήσει την αιρετικότητα και την τόλμη της καθόλου συναισθηματικής του προσέγγισής.

Τι θα ήμουν κι εγώ αν δεν τη γνώριζα
παρά ένας απών των αισθημάτων μου
ανυποψίαστος την απουσία μου.

Ο ποιητής κατορθώνει τώρα περίτεχνα, απέναντι στον συμβατικό ηθικοκοινωνικό κώδικα, να ορθώσει πειστικά τη συνέπεια σε μια άλλη, βασικότερη αρχή. Το αντίθετο θα αναιρούσε τη βαθύτερη φύση του και θα συνιστούσε υπαρξιακή φυγομαχία θα ήταν τότε, καθώς λέει κι ο ίδιος, «ένας απών των αισθημάτων», και ως εκ τούτου και απών μιας μοναδικής στιγμής της ύπαρξής του.
Αν καταπιάστηκα σχολαστικά με τα επιμέρους στην ανάπτυξη του εξαίρετου τούτου ποιήματος, δεν είναι τόσο για να ερμηνεύσω και να προβάλω την καθαυτό ψυχοσυγκρουσιακή του ιδεολογία, αλλά για να αναδείξω προπάντων το σκηνογραφικό υπόστρωμα και τις λεπτές αναλογίες, απ’ τη δομική διαλεκτικότητα των οποίων εκπέμπεται η αισθητική ηδονή. Κι αν με ρωτάτε για το είδος αυτής T ηδονής ενεργοποιώντας όρους και γνώσεις από τη βιβλιογραφική μου εμπειρία, μπορώ τεκμηριωμένα να ισχυριστώ τα εξής:
Έχουμε να κάνουμε μ’ ένα σχετικά σύντομο, συνθετικής δομής ποίημα. Η αισθητική ικανοποίηση που διακριτά αναβλύζει στο ισορροπημένο ξεδίπλωμά του, είναι πρώτα-πρώτα μια κλιμακούμενη ηδονή προσμονής. Είναι όμως ταυτόχρονα και ελεγχόμενη καθαρτική ικανοποίηση, που φτάνει στο απόγειό της με την τελική λύση της ένταηςή στο αριστοτεχνικό τελευταίο δίστιχο. Το επαναφέρω, για να κλείσει κι ο κύκλος αυτής της ανάλυσης.

Στο αύταρκες Ένα κατατείνω.
Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστος.

Μ’ αυτό το κλείσιμο γαληνεύει και ο αναγνώστη, αφού εκτονώνεται η ψυχοπνευματική του υπερένταση, αλλά πολύ περισσότερο γιατί ικανοποιείται επαρκώς η καλλιτεχνική προσδοκία του.

Ανδρέα Πετρίδη ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μια Εμπειρική Αισθητική Βιβλιοεκδοτική (2010)

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s