ΣΤΕΛΛΑ ΡΩΤΟΥ

ΣΤΕΛΛΑ

 

H Στέλλα Ρωτού γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο. Αγαπά τα ταξίδια, το θέατρο, την πεζογραφία και την ποίηση. Λατρεύει το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, που πάντα καταλαγιάζει κάθε εσωτερική αγωνία της. Διηγήματά της περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Οδός Δημιουργικής Γραφής» εκδόσεις γραφομηχανή 2015.

 

 

ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

 

Δημοσιεύτηκε στο πολιτιστικό περιοδικό ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ τχ 327

Το ταξίδι προς τη λύτρωση ξεκίνησε. Στοιβαγμένοι σ’ ένα σαπιοκάραβο, τριακόσιοι πενήντα άνθρωποι, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά. Κατεύθυνση προς το Αιγαίο. Απ’ εκεί το «εισιτήριο» για την Ευρώπη, για μια καλύτερη ζωή. Δεν θα ήταν άπιαστο όνειρο, πια. Έτσι τους διαβεβαίωσαν οι έμποροι διακίνησης και εκμετάλλευσης των προσφύγων. Λογάριαζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο… Την κακοκαιρία και τη μανία της θάλασσας δεν την είχαν υπολογίσει διόλου. 0 ενθουσιασμός της φυγής και της σωτηρίας τούς «τύφλωσε» ολότελα.
Το κακόμοιρο το κοριτσάκι ανασύρθηκε από τη θάλασσα μελανιασμένο. Αρχικά, οι άντρες του Λιμενικού Σώματος νόμισαν πως το άτυχο κορμάκι ήταν άψυχο. Ωστόσο, ένας εθελοντής επέμενε: του παρασχέθηκαν άμεσα οι πρώτες βοήθειες καρδιακές μαλάξεις και τεχνητή αναπνοή. Ευτυχώς σώθηκε. Φάνηκε πολύ τυχερό έναντι πολλών άλλων παιδιών, που παρότι άπλωσαν τα χέρια εκλιπαρώντας, δεν τα κατάφεραν. Αθώες παιδικές ψυχούλες που τις ρούφηξε ο βυθός της θάλασσας. Μιας θάλασσας που στάθηκε πολύ εχθρική απέναντι σ’ αυτούς τους δύσμοιρους ανθρώπους. Μιας θάλασσας θυμωμένης κι ανταριασμένης που ξέβρασε αμέτρητα κόκκινα σωσίβια.
Το κοριτσάκι άνοιξε δειλά τ’ αθώα παιδικά μάτια του. Κοίταξε τριγύρω προσπαθώντας να διακρίνει οτιδήποτε γνώριμο. Τίποτε όμως, πουθενά. Έβαλε μεμιάς τα κλάματα. Έκλαιγε σπαρακτικά κι απελπισμένα. Γύρευε απεγνωσμένα τη μανούλα του. Στ’ αλήθεια, πόση ανάγκη είχε τη ζεστή αγκαλιά της. Ξανάκλεισε τα μάτια και τα κράτησε πεισματικά κλειστά για πολλή ώρα. «Κρυώνω, πονάω, φοβάμαι το σκοτάδι. Δεν μπορώ ν’ ανοίξω τα μάτια. Δεν θέλω να τ’ ανοίξω. Θέλω τη μαμά μου. Αν ανοίξω τα μάτια και δεν είν’ εδώ η μαμά μου; Θα τα κρατήσω κλειστά. Μέχρι ν’ ακούσω τη φωνή σου μαμά, μέχρι να νιώσω το χέρι σου να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Αλήθεια μαμά, γλυκιά μου μανούλα, θα με γυρίσεις πίσω στο σπίτι μας; Δεν θέλω να
μείνω μόνη εδώ. Καλύτερα να μην έχω φαγητό και να έχω εσένα, μαμά. Καλύτερα να με μαλώνεις όταν κάνω αταξίες κι ας μου δίνεις και κανένα χαστούκι πού και πού. Πάντως, να ζω μακριά σου δεν μπορώ. Προτιμώ να πεθάνω. Έλα μανούλα, κράτησέ μου το χέρι. Φοβάμαι, φοβάμαι…». Αυτά σκεφτόταν το κοριτσάκι και συνέχιζε να κλαίει γοερά. Θα μπορούσε να συγκινήσει ακόμη και τις πέτρες.
Εθελοντές και γιατροί προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να περιθάλψουν τους επιζώντες. Δυστυχώς, δεν ήταν πολλοί. Ξεβράζονταν άψυχα κόκκινα σωσίβια. Παρά τις χαμηλές θερμοκρασίες της εποχής και τη βαριά χιονόπτωση, οι αφίξεις μεταναστών συνεχίζονταν. Το νησί ήταν ντυμένο στα κατάλευκα. Τα κλαδιά των δέντρων μέσα στην άσπρη φορεσιά τους ήταν πανέμορφα. Οι στέγες των σπιτιών, ακόμη και τα καμπαναριά, καλυμμένα από το χιόνι. Τα σχολεία παρέμεναν κλειστά για Τρίτη συνεχόμενη ημέρα. Κάποια παιδάκια, αψηφώντας το διαπεραστικό κρύο, προσπαθούσαν να στήσουν έναν χιονάνθρωπο. Το τοπίο ήταν μαγευτικό. Ωστόσο, ο παγωμένος αέρας δυσκόλευε πολύ το έργο διάσωσης των ναυαγών. Το θέαμα, ανατριχιαστικό. Οι εθελοντές και οι υπάλληλοι του Λιμενικού δεν μπορούσαν να συνηθίσουν την τόση φρίκη. Ήταν απάνθρωπο να χάνονται έτσι άδικα τόσες ανθρώπινες ζωές. Κάτι ουσιαστικό έπρεπε να γίνει επιτέλους…
Ήταν κι αυτοί άνθρωποι όπως όλοι εμείς. Δικαιούνταν να ζουν και να ονειρεύονται όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι. Δικαιούνταν να έχουν το σπιτικό τους, το ζεστό φαγητό, την ασφάλεια και τη σιγουριά όπως ο καθένας. Ήθελαν κι αυτοί να κάνουν σχέδια για το μέλλον, το δικό τους και των παιδιών τους. Τίποτε παράλογο δεν απαιτούσαν. Ένα κομμάτι γης προσπαθούσαν να πατήσουν, να το κάνουν πατρίδα τους και να ζήσουν ελεύθεροι.
Κουράστηκαν να ζουν κάτω από έναν ουρανό που γινόταν γκρίζος από τους βομβαρδισμούς. Πνίγονταν από την αποπνιχτική μυρωδιά του πολέμου και από τη μαυρίλα του θανάτου. Έλεος!
Εν τω μεταξύ, οι ειδήσεις που κατέφταναν από την αρχαία Παλμύρα ήταν αποκαρδιωτικές. Οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους κατέστρεψαν τον ναό του Βήλου. Ένα μνημείο που κοσμούσε την πόλη εδώ και 2.000 χρόνια. Όσον κι αν διαβεβαίωναν οι ισλαμιστές ότι δεν θα κατέστρεφαν τα μνημεία παρά την κατάληψη του αρχαιολογικού χώρου της Παλμύρας.
Ωστόσο, η Ευρώπη της αλληλεγγύης αρνείταιν’ ακούσει τις σπαρακτικές κραυγές του μικρού κοριτσιού. Κωφεύει στις παρακλήσεις του. Εθελοτυφλεί μπροστά στην απελπισία και στο δράμα τόσων χιλιάδων ανθρώπων. Δεν προσφέρει χείρα βοήθειας, παρά μόνον υψώνει τείχη αφήνοντας τους πρόσφυγες απροστάτευτους στον επικίνδυνο διάπλου του πελάγου. Δείξε λίγο έλεος Ευρώπη. Πάψε να φέρεσαι με τόση σκληρότητα.
Το κοριτσάκι ανοιγόκλεισε τα μάτια. Έτσουζαν από την αλμύρα. Για μια στιγμή βλέποντας τη νοσοκόμα μες στην άσπρη στολή της, νόμισε πως ήταν η μανούλα της. «Αχ, σε βρίσκω επιτέλους. Προς στιγμήν πίστεψα πως σ’ είχα χάσει για πάντα. Πως δεν θα σε ξανάβλεπα ποτέ. Πως δεν θα μ’ έκλεινες στην αγκαλιά σου πια».
Η νοσοκόμα αγκάλιασε το κοριτσάκι και μέσ’ από τα δόντια μέμφθηκε τους υπαίτιους. Παρότι, εδώ και πολύ καιρό προσέφερε τις υπηρεσίες της σ’ εκείνο το σημείο, και δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε τέτοια κατάσταση, δεν άντεξε. Όσον κι αν προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμη και να επικεντρωθεί στη δουλειά της, ήταν αδύνατο. Δυο χοντρά δάκρυα ξέφυγαν από τα μάτια της και κύλησαν πάνω στα παιδικά μαγουλάκια…
Το κοριτσάκι δέχτηκε με ανακούφιση τα δάκρυα της νοσοκόμας στο πρόσωπό του. Η ζεστασιά τους την έκανε να νιώσει σιγουριά κι αφέθηκε στα χέρια της μ’ ένα ξαλάφρωμα. Όσο μικρό κι αν ήταν, δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτά που έζησε από την ώρα που επιβιβάστηκαν σ’ εκείνο το καταραμένο σκάφος. Δεν θα έφευγαν ποτέ από τ’ αυτιά της οι σπαραγμοί και οι κραυγές απελπισίας των συνταξιδιωτών. Θ’ άκουγε τη μάνα της να φωνάζει απελπισμένα «τα παιδιά μου, σώστε τα παιδιά μου» μέχρι τέλους.
Η νοσοκόμα είχε κι αυτή ένα κοριτσάκι στην ίδια ηλικία. Είχε να το δει πολύ καιρό, αφού ήταν αποσπασμένη και βοηθούσε τους μετανάστες. Το αποθύμησε. Όμως, συναισθανόταν πόσο τυχερό ήταν το παιδί της που ζούσε με τη γιαγιά στ ασφάλεια και στη ζεστασιά του σπιτιού τους. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε ευλαβικά το έργο της. Τη συγκεκριμένη στιγμή, εκείνο το κορίτσι που ξέβρασε η θάλασσα, ορφανό κι απροστάτευτο, την είχε απόλυτη ανάγκη. Ήταν θέμα επιβίωσης. «Θεέ μου, πόσο τραγικές είν’ αυτές οι εικόνες. Μάτωσε η ψυχή. Δεν μπορώ άλλο ν’ αντέξω τον ανθρώπινο πόνο. Το καημένο το παιδάκι. Έχασε τους δικούς του κι έμεινε ολότελα μόνο… Ποιος θα του προσφέρει την οικογενειακή
θαλπωρή; Τρελαίνομαι στη σκέψη ότι θα μπορούσε σ’ αυτή τη θέση να ήταν το δικό μου παιδί. Αλλά, όχι! Από πού κι ως πού να τύχαινε αυτό στην Ελενίτσα μου; Θεός φυλάξει. Ας κουνηθώ από τη θέση μου. Νομίζω, η πολλή δουλειά με κάνει να έχω παραισθήσεις». Αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της νοσοκόμας και την έκαναν να τρέμει σύγκορμη.
Σώστε τις ψυχές μας. Η ανθρωπότητα στέλλει σήμα κινδύνου. Ξυπνήστε επιτελούς άνθρωποι. Βγείτε από τον λήθαργο. Η αδράνεια και η απάθεια δεν βοηθούν κανέναν. «Κάντε κάτι, κυρία. Δεν μπορεί, κάπου θα βρίσκεται η μανούλα μου. Ψάξτε καλά. Είμαι σίγουρη πως θα τη βρείτε. Δεν γίνεται να μ’ εγκατέλειψε. Πάντοτε μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της και μου έλεγε πως ό,τι κι αν συμβεί, θα είναι δίπλα μου. Εσείς κυρία, έχετε παιδιά; Θα μπορούσατε ποτέ ν’ αφήσετε το κοριτσάκι σας μόνο; Χθες ήταν η σειρά των Σύρων. Αύριο μπορεί να είναι η δική μας. Κάτι πρέπει να κάνουμε άμεσα. Διαφορετικά θα μας ρουφήξει όλους ο βυθός της θάλασσας…

 

ΣΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Δημοσιεύτηκε στο FRACTAL 26/10/2016

Στο ημίφως του δωματίου ακούγονται ψιθυριστά οι ομιλίες. Κάποιες φευγαλέες στιγμές η μια φωνή δυναμώνει κι ύστερα πάλι χάνεται. Λες και μπαίνει ξανά στη σήραγγα κι ακούγεται από το υπερπέραν. Η μεγάλη κυρία καθισμένη στη σκληρή πολυθρόνα μοιάζει με απομίμηση του ίδιου του εαυτού της. Το πρόσωπό της παραμένει ανέκφραστο. Καταπνίγει κάθε μορφασμό για να μην μπορεί το κορίτσι να διαβάσει τις σκέψεις της. Χρωματίζει τη φωνή της και την κάνει ν’ ακούγεται ξέγνοιαστη.
Ύστερα από λίγες στιγμές απόλυτης σιωπής ξαναρχίζουν. Ο ήχος ακούγεται και πάλι δειλά ξέπνοος κι απόμακρος.

«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…, πέντε…, έξι…, επτά…, οκτώ…, εννέα…, δέκα…».

«Μπράβο, μια χαρά τα κατάφερες. Βλέπεις, μπορείς όταν θέλεις. Οτιδήποτε επιθυμούμε πολύ, πάντοτε γίνεται. Για πάμε πάλι από την αρχή».

«Δεν μπορώ, σου λέω, κουράστηκα».

«Μια μικρή προσπάθεια ακόμη. Δεν την αξίζω αυτή τη μικρή σου προσπάθεια;».

Πνίγει έναν κόμπο που ανεβαίνει στον λαιμό της. Υψώνει τα μάτια προς τα πάνω και χωρίς να βγαίνει άχνα από τα χείλη της ψάχνει για λίγο φως. Αναζητά μια ντροπαλή ηλιαχτίδα για να φωτίσει κατά πρώτο λόγο το κορίτσι. Ωστόσο, κι εκείνη χρειάζεται το φως.
Ανθρώπινος νους δεν μπορεί να χωρέσει τον ανείπωτο πόνο. Φτωχές οι λέξεις για να τον περιγράψουν. Κι εσύ μπουμπούκι μου, που σου ’χουν ξεριζώσει ανελέητα τον μίσχο… Που δεν πρόλαβες να ολοκληρωθείς… Που σου τσάκισαν τα φτερά χωρίς οίκτο πάνω που ετοιμαζόσουν να τ’ ανοίξεις για να πετάξεις… Δεν πρόλαβες να χαρείς, καρδούλα μου. Πρώτα ο ξαφνικός χαμός της μανούλας σου και τώρα… Κι ο έρμος ο πατέρας σου, σε ποιον ώμο ν’ ακουμπήσει για να βρει ανακούφιση; Πώς να τον αντέξει τόσον πόνο. Είναι να τρελαίνεται κανείς. Ούτε στα παραμύθια ούτε στα πιο εφιαλτικά όνειρα δεν συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Ούτε σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ποια μοίρα σε μοίρανε, μωράκι μου; Τι αμαρτίες ξεπληρώνεις; Μόνο σε μια προηγούμενη ζωή θα μπορούσες να είχες αμαρτήσει, γιατί σε τούτη ’δω δεν πρόλαβες καν να ζήσεις.
Το κορίτσι παραμένει πάντοτε στην ίδια άβολη στάση. Η στάση αυτή δεν αλλάζει μέρες τώρα˙ είτε νυχτώνει είτε ξημερώνει, είτε βρέχει είτε χιονίζει. Τα χεράκια αδυνατισμένα κρατούν και τα δύο μαζί το χέρι της κυρίας. Της το εγκλωβίζουν όπως τη χειροπέδη. Η μεγάλη κυρία κάνει πως θα μετακινήσει λίγο το χέρι της, να το ελευθερώσει, και το σφίξιμο γίνεται πιο δυνατό.

«Έλα μικρή μου, κάνε ακόμη μια προσπάθεια. Δεν θα χρειαστεί να κάνεις πολλές ακόμη τέτοιες προσπάθειες…».

Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ ακούγεται όπως το εκκρεμές.

«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…».

«Ούτε μέχρι τη μέση δεν έχεις μετρήσει, μην σταματάς. Ή μήπως προσπαθείς να με ξεγελάσεις, ρωτά χαριτολογώντας η μεγάλη κυρία.

Ενώ γίνεται αυτός ο διάλογος, ένα πρόσωπο χαμογελαστό προβάλλει στην πόρτα. «Πώς είναι το κορίτσι μας; Συνεχίζει να μετρά, όπως έχουμε συμφωνήσει; Ή μήπως προσπαθεί και πάλι να μας ξεγελάσει;».
Η μεγάλη κυρία που συνεχίζει να κάθεται στη σκληρή πολυθρόνα, έχει στρογγυλό πρόσωπο, απαλό δέρμα κι είναι πολύ στοργική με το κορίτσι. Παρότι συναισθηματική και ευαίσθητη, διώχνει αστραπιαία οποιοδήποτε συναίσθημα τολμήσει να προβάλει στο πρόσωπό της.
Η κυρία που εμφανίστηκε στην πόρτα έκαν’ ένα νεύμα όλο νόημα στη μεγάλη κυρία κι απομακρύνθηκε.
«Έλα κορίτσι μου γλυκό, ας πάμε πάλι από την αρχή. Και σου θυμίζω πως κάτι που το θέλουμε πολύ, με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, πάντοτε το επιτυγχάνουμε. Η θετική ενέργεια μάς φέρνει τα ποθητά αποτελέσματα».
Το ξέρω πως η ώρα πλησιάζει. Το ξέρω πως η μεγάλη κυρία θα μ’ έχει στην αγκαλιά της αλλά εγώ θα πετάξω. Θέλω να πετάξω, να φύγω μακριά. Όμως φοβάμαι. Αν ήταν εδώ η μανούλα μου θα ένιωθα μεγάλη ανακούφιση. Αν ήταν εδώ να μου κρατούσε το χέρι όπως κάνουν όλες οι άλλες μανούλες. Όλοι αυτοί τριγύρω νομίζουν ότι μπορούν να με ξεγελάσουν. Νομίζουν πως δεν καταλαβαίνω γιατί με βάζουν να μετρώ. Μετρούν τις αναπνοές μου. Επιβεβαιώνουν πως είμαι ακόμη ζωντανή. Μάταια. Πάει καιρός που εγώ πέθανα. Μόνο το σακατεμένο κορμί μου βρίσκεται εδώ. Θέλω να φύγω. Κουράστηκα πια, δεν αντέχω άλλο. Λυπάμαι που αφήνω τον μπαμπά και τον αδελφούλη μου. Σπαράζει η καρδιά μου. Όμως πρέπει να φύγω για να γλιτώσω. Θέλω να πάω στη μαμά μου, στην αγκαλιά της. Δεν πρόλαβα να τη χαρώ τη μανούλα μου. Την αποθύμησα πολύ. Μόνο εκεί θα ηρεμήσω και θα ξεκουραστώ. Για πάντα.
«Δεν μπορώ, δεν σώνω. Θέλω να σου κάνω το χατίρι μα δεν μπορώ, δεν το καταλαβαίνεις; Από το πρωί μ’ έχεις τρελάνει, όλο τα ίδια και τα ίδια», είπε το κορίτσι με εμφανή δυσκολία και έντονα σημάδια κόπωσης.

«Δεν είναι που θέλω να σε βασανίζω παιδί μου, όμως έτσι πρέπει. Άκουσες και μόνη σου τι είπε η κυρία που πέρασε νωρίτερα από ’δω».

«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…, πέντε…, έξι…».

Μπροστά από τα μάτια της μεγάλης κυρίας περνούν οι σκηνές, η μία πίσω από την άλλη. Προς στιγμή, νομίζει πως βρίσκεται καθισμένη αναπαυτικά σε μιαν αίθουσα σινεμά με το χωνάκι με ποπ κορν στα χέρια της. Αυτό κρατά μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Κι η άλλη κυρία εμφανίζεται και πάλι στην πόρτα. Η έκφραση του προσώπου της δεν είναι καθόλου καλή. Ψιθυριστά βγαίνουν οι λέξεις από το στόμα της. Η μεγάλη κυρία κοιτάζει το ρολόι που βρίσκεται στον απέναντι τοίχο. Κάνει τον σταυρό της. «Η δύναμή σου, Θεέ μου, ας βοηθήσει κι εμάς τους αμαρτωλούς». Γυρίζει και κοιτάζει στοργικά το κορίτσι. Βλέμμα θλιμμένο.
«Αν με χρειαστείς, είμαι συνέχεια δίπλα. Πάτησε απλά το κουδούνι», υπενθυμίζει για πολλοστή φορά η κυρία της πόρτας.
Τι θα μπορούσε να χρειαστεί, άραγε; Αισθάνεται ότι λιγοστεύει το οξυγόνο μέσα στο δωμάτιο με το αμυδρό φως, και μαζί του κι ο χρόνος. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Προσπάθησε πολύ, το ξέρει, αλλά το αποτέλεσμα μετράει. Το κορίτσι την κοιτάζει μ’ ένα πρόσωπο όλο βλέμμα. Θέλει να της μιλήσει. Ανοίγει το στόμα μα δεν βγαίνει ο ήχος.
Ξαφνικά, κι ενώ η μεγάλη κυρία θ’ άρχιζε και πάλι τα παρακάλια για το μέτρημα, το κορίτσι την κοιτάζει επίμονα με μάτια που φεγγοβολούν και διαμιάς αρχίζει να μετρά σε έναν έντονο ρυθμό. «Ένα, δύο, τρία, τέσσερα», μέχρι και το δέκα, χωρίς διακοπή. Η μεγάλη κυρία έντρομη προσπαθεί να πατήσει το κουδούνι. Θέλει να φωνάξει μα νιώθει τον κόμπο στον λαιμό της σαν μια βαριά πέτρα που ολοένα μεγαλώνει και την πνίγει. Από το μέτωπό της στάζουν χοντρές σταγόνες ιδρώτα ενώ ένα σύγκρυο διαπερνά το κορμί της.
Η άλλη κυρία, μαζί με δυο-τρία άλλα άτομα, εισβάλλει στο δωμάτιο χωρίς χρονοτριβή. Δεν χρειάστηκε ν’ ακούσουν τον ήχο του κουδουνιού. Παρακολουθούσαν διαρκώς μέσ’ από μια μαυρόασπρη οθόνη και γνώριζαν ανά πάσα στιγμή τι διαδραματιζόταν στο σκοτεινό δωμάτιο. Έβλεπαν τον χρόνο να τελειώνει όπως την άμμο μέσα στην κλεψύδρα. Τα περιθώρια είχαν στενέψει πολύ και δεν υπήρχε περίπτωση επανόρθωσης. Απλούστατα, η οποιαδήποτε αργοπορία άμβλυνε το πρόβλημα.
Τόσα χρόνια δουλεύω εδώ, κι όμως πρώτη φορά συναντώ τέτοια δυστυχία. Όσο κι αν έχω συνηθίσει, μέσ’ από το επάγγελμά μου, ματώνει η καρδιά μου για κάθε ψυχούλα που φεύγει. Ωστόσο, για τούτο εδώ το κορίτσι αισθάνομαι την αδικία να με πνίγει. Ξεσκίζεται κυριολεκτικά η καρδιά μου. Κι αμαρτία μου εξομολογημένη, διερωτώμαι εάν υπάρχει Θεός. Κι αν υπάρχει, τι κάνει, κοιμάται; Δεν βλέπει, δεν ακούει; Αυτός ο δύστυχος ο πατέρας πώς θ’ αντέξει; Και με τι δύναμη θα συνεχίσει να πολεμάει το θεριό; Αφού γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους μας την κατάληξη. Αφού ξέρει πως το θεριό θα νικήσει, πως δεν υπάρχει τρόπος να του ξεφύγουν. Του το έχουν ξεκόψει από την αρχή. Κι όλ’ αυτά που έκαναν στο κορίτσι, πειράματα είναι. Κρίμα κι άδικο. Έλεος!
Αλυσιδωτές σκέψεις τρυπούσαν το μυαλό της μεγάλης κυρίας. Καθόταν εκεί με σταυρωμένα χέρια. Δεν κουνούσε ούτε το μικρό της δακτυλάκι. Δεν έκανε απολύτως τίποτε.
«Μανούλα μου, έρχομαι. Ξεκίνησα από μέρες αλλά αυτές οι κυρίες με κρατούσαν με το ζόρι κοντά τους. Προσπαθούσα με κάθε τρόπο να τους ξεφύγω μα με είχαν δεμένη. Πάλεψα πολύ, πόνεσα, μάτωσα. Έχασα όλες μου τις δυνάμεις μα τώρα ξαφνικά, η μεγάλη κυρία που μ’ έχει δεμένη με χειροπέδη αποκοιμήθηκε. Κατάφερα να πάρω το κλειδί και την ξεκλείδωσα. Απελευθερώθηκα. Επιτέλους! Τρέχω, έρχομαι, άνοιξε την αγκαλίτσα σου, μαμά. Αχ, πόσο μου έλειψες όλ’ αυτά τα χρόνια».
Οι δύο κυρίες κοκάλωσαν. Παρέμειναν ακίνητες στις θέσεις τους σαν αγάλματα. Σε πολύ λίγο μια πεταλουδίτσα διαπέρασε το δωμάτιο. Έκανε έναν σχολαστικό γύρο, όρισε τον χώρο, χαμογέλασε στις δύο κυρίες-αγάλματα, τους έκλεισε πονηρά το μάτι στέλνοντάς τους κι ένα φιλί, και χάθηκε.
Η κλεψύδρα έκλεψε τον χρόνο πιο σύντομα απ’ ό,τι αναμενόταν. Φάνηκε πόσο μικρή ήταν η μεγάλη κυρία μπροστά σ’ αυτό που συνέβη. Άφησε να κυλήσουν δυο καυτά δάκρυα κι ανασήκωσε το βλέμμα προς τα πάνω ψάχνοντας απεγνωσμένα για κείνη τη ντροπαλή ηλιαχτίδα. Τη χρειαζόταν για να ζεστάνει τα σωθικά της.
Η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται για ένα τραγικό γεγονός που συμβαίνει στη ζωή άλλων ανθρώπων, έξω από το δικό του σπίτι, και δεν τον αφορά άμεσα, για λίγες στιγμές συνετίζεται εστιάζοντας στο πραγματικό νόημα της ζωής. Αντιλαμβάνεται πόσο σύντομο είν’ αυτό το ταξίδι και βάζει στόχους για να το κάνει όσον το δυνατόν ομορφότερο. Δίνει υποσχέσεις στον εαυτό του, παρότι είναι πεπεισμένος βαθιά μέσα του ότι θα τις αθετήσει άμα τη γεννέσει τους. Αισθάνεται ευχαριστημένος από τη ζωή του και τυχερός έναντι πολλών άλλων ανθρώπων. Χαίρεται γιατί όλη η οικογένειά του είναι υγιείς και προσπαθεί να πείσει και τους γύρω του για τα νοήματα, τα ιδανικά και τις αξίες. Δείχνει να ενδιαφέρεται ποσώς για τα υλικά αγαθά. Άλλα είναι που μετρούν τώρα. Μάλιστα γίνεται ιεροκήρυκας και συμβουλεύει και τους άλλους. Τους στέλνει να κάνουν πού και πού μια βόλτα από το νοσοκομείο να δουν τον πόνο των συνανθρώπων τους που ξεχειλίζει, στο ορφανοτροφείο να δουν τα παιδάκια που αναζητούν καινούργιους γονείς κ.ο.κ. Πόσο καλός ηθοποιός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος! Υποδύεται τέλεια τον ρόλο που στο τέλος καταφέρνει να ξεγελάσει ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όλ’ αυτά για λίγες μόνον στιγμές…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s