ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

michaelides-foto

 

Ο Ανδρέας Μιχαηλίδης γεννήθηκε το 1963 στη Λεμεσό της Κύπρου. Από το 1978, ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή, στο τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών σπουδών. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει κάθε φορά (1986), Περιπέτεια κλειστού χώρου (2000) και Το εργοτάξιο (2016).

 

to-ergotaxio1

1-Untitled.FR12 - 0002

ΤΟ ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ (2016)

 

ΛΕΞΕΙΣ ΕΥΕΙΔΕΙΣ

Λέξεις ευειδείς
και
ευυπόληπτες

σπάνιες λέξεις
συλλεκτικές

είδαν στο ποίημα φως
και μπήκαν.

 

 

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

«Ο καιρός δείχνει τα δόντια του» –
χαμογελώντας άραγε χαιρέκακα
ή μήπως
με κάποιον δυσφορίας μορφασμό;

Τ’ αποδημητικά πουλιά
συμφώνως τω νόμω
απελαύνονται.
Αδιάντροπα τα δέντρα
περιφέρονται γυμνά
σε τοπία εξοχικά
ενώ οι ένοικοι
του μηνός Δεκεμβρίου
κλεισμένοι στα κελιά τους
κρατούν ομπρέλες ανοιχτές
για τις ιδιωτικές τους βροχοπτώσεις
επαιτώντας γοερά
λίγες ρανίδες θαλάσσης
να δροσίσουν τον πυρετό τους
κάποια άνθη να στολίσουν
τα επιτάφια όνειρα.

Λένε ότι
εφέτος
το αγγελτήριο της άνοιξης
άρπαξε θηριώδης άνεμος
με παγωμένα χέρια
και με σπουδή
το έκρυψε στον κόρφο του

κανείς να μην το δει.

 

 

REUNION ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ

Οι παλαιοί συμμαθητές
οι συμμαθήτριες
δραπέτες φωτογραφιών
δεκαετίας εβδομήντα
καταφθάνουν στη γιορτή –
γενέθλια μέρα
της αληθινής μας ηλικίας.

Στα μέτωπά τους
λάμπουν ανεξίτηλα
τα οικόσημα του χρόνου.
Στο βλέμμα τους
νυσταγμένος περιφέρεται ο έρωτας
κι απ’ τα μαλλιά
έφηβων τώρα κοριτσιών
φτερουγίζοντας εξέρχονται
χελιδόνια από κάποιο παρελθόν
που αργοπόρησαν.
Το κέφι ρέει άφθονο
γλυκό της νοσταλγίας το κρασί
κι όσο περνά η ώρα
οι μουσικές και οι χοροί
ανακυκλώνουν όνειρα
μέχρι να ξημερώσει.

Οι παλαιοί συμμαθητές
οι συμμαθήτριες
κρατώντας τρυφερά
τα χαρτοφυλάκια των αναμνήσεων

επικυρωμένα
από του μέλλοντος
τον σεβάσμιο
ληξίαρχο.

 

 

ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ

Συμμορίες κακόφημων λέξεων
κακόηχων και διε-
φθαρμένων
λυμαίνονται τα ποιήματα
μέτριων
έως κακών
ποιητών.

 

 

ΣΥΡΙΑ 2015

Μέσα στο δάκρυ
του μικρού πρόσφυγα
καθρεφτίζεται χρωματιστό
ένα σαπιοκάραβο
με πλήθος
ελπίδες στοιβαγμένες

κι από ένα σπαγκάκι
να τ’ οδηγούν
σέρνοντας το πέρα-δώθε
σε θυμωμένες θάλασσες
τα χλομά
αρθριτικά δάχτυλα
κάποιου
θανάτου.

 

 

ΟΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΙ

Λαχανιάζουν
κοντοστέκονται
και πάλι επί το έργον

οι άγγελοι ταχυδρόμοι
σε ολονύχτια δρομολόγια
συστημένων προσευχών.

 

 

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Πάλι άυπνος
αλλά τρελός από ελπίδα
ξεφυλλίζω νευρικά
το διαβατήριό μου
στην αίθουσα αναμονής
της επόμενης ημέρας.

 

 

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Το πλοίο που σε ταξίδεψε
ξεμάκραινε ολόφωτο
μέσα σε μια νύχτα πηχτή
αβυσσαλέα

κι εσύ
όρθια στο κατάστρωμα
με χαιρετούσες ζωηρά

κι εκείνο χανόταν ολοένα
κι εσύ μίκραινες
όλο μίκραινες
και χαιρετούσες

ώσπου κάποτε τα μάτια μου
δεν έφταναν πια να σ’ αγκαλιάσουν

κι έγινες σιγά-σιγά κουκκίδα
μια κουκκίδα φωτεινή
στον ωκεανό

της μνήμης.

 

 

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΛΟΓΟ

Όταν ολοκληρώθηκε
με απόλυτη επιτυχία
η συντέλεια του κόσμου
έρποντας βγήκα
μέσ’ από τον καθρέφτη
τίναξα τη σκόνη από τα ρούχα μου
κι απερίσπαστος συνέχισα
την καταγραφή καθημερινών
ασήμαντων γεγονότων

σε πραγματικό
τώρα πια
χρόνο.

 

 

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΚΛΕΙΣΤΟΥ ΧΩΡΟΥ (2000)

 

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Τις νύχτες κοιμάμαι σε φέρετρα κι όμως
πάντα ξυπνάω αθάνατος. Τη μέρα
σκάβω λάκκους μεγάλους

για μικρόψυχα σώματα

1990

 

ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ

Άλλοτε
έρχεσαι θλιμμένη
μαχαιρωμένη
με τις σημαίες της καρδιάς σου
μεσίστιες

κι άλλοτε
με τις μυρουδιές του παραδείσου στα μαλλιά
με το χαμόγελο κι ένα ροζέ
αυτοκόλλητο φιλί στο μάγουλό σου

αναλόγως των καιρικών συνθηκών
αναλόγως των περιστάσεων

1993

 

 

ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Εδώ είσαι εσύ.
Μέσ’ απ’ το άλαλο πλήθος που σε περιβάλλει
με δυσκολία διακρίνω το πρόσωπό σου
να χαμογελάει στο φακό
-ή μήπως κλαις;-

Μεσ’ απ’ τη σκόνη του καιρού
με δυσκολία μου έρχεται στο νου ακόμα
και τ’ όνομά σου Αλεξάνδρα
-ή μήπως σε λέγανε Άννα;-

Άννα ή
Αλεξάνδρα ή
Ξεχασμένη

1990

 

 

ΚΡΥΦΑ ΤΑΛΕΝΤΑ

Είμαι ο τάδε φημισμένος θαυματοποιός

Μεσ’ απ’ τη συννεφιά της ζωής σας
εμφανίζω αλκυονίδες Κυριακές
μες απ’ τον κήπο της σιωπής σας
ένα μπουκέτο από κρυμμένες προσευχές
βασανισμένα λόγια. Αργά-αργά
βγάζω απ’ το βαθύ καπέλο μου
ένα φεγγάρι μοναξιάς πανσέληνης
να φωτίζει τους μικρούς νυχτερινούς σας χωρισμούς
τα σκοτεινά σας καταφύγια στο μέλλον

κι ακόμα

τη λιακάδα σε βροχή μεταμορφώνω
το θρήνο σε γιορτή θριαμβευτική
το γέλιο σας σε βρυχηθμό που με τρομάζει
ξυπνώντας μνήμες τρωκτικά
και άλλα κατοικίδια του μυαλού μου

και για φινάλε ασφαλώς
φυλάω το πιο καλό μου νούμερο
όταν γεμάτος έξαψη
πριονίζω τη γυναίκα μου στα δύο
να πάρω το ένα κομμάτι εγώ
και τ’ άλλο ο Χρόνος που κρυφογελά στα σκοτεινά.

Είμαι ο τάδε φημισμένος θαυματοποιός

Αρκεί να χτυπήσω με το μαγικό μου
ραβδί αυτό το ποίημα και τότε θα

1986

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Όταν κοιμάται γυμνή
κορμί πανσέληνο
ομορφαίνει ο ύπνος της, φωτίζεται
ευωδιάζει γιασεμί το ερωτικό της όνειρο

Όταν ονειρεύεται γυμνή
φωνές παιδιών γεμίζουν το δωμάτιο
μικρές απύθμενες φωνές που όλο ξεμακραίνουν
γίνονται θλίψη από ρεμπέτικα παλιά
ηλεκτροσόκ της μνήμης

όταν κοιμάμαι
και
την ονειρεύομαι
γυμνή

1991

 

 

ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Κάποτε τις νύχτες
αστραπές παράξενες σκίζουν τον ουρανό.
Δεν είναι άστρα ή κομήτες
είναι μερικοί διάττοντες
άγγελοι που σκοντάφτουν ή γλιστράνε
και πέφτουν από ψηλά για να συντρίβουν
μες στους αγρούς και στα χωράφια.
Τα γλυπτά κορμιά τους
τα βρίσκουν το επόμενο πρωί διαμελισμένα
ανύποπτοι χωρικοί. Αμέσως
ειδοποιούν για την καθιερωμένη νεκροψία
για την οποία καταφθάνουν σύντομα
κάποιοι εθελοντές
κάποιοι εκλεκτοί
τι λέω
οι πιο εκλεκτοί
ποιητές της υφηλίου πατρίδος μας.

1994

 

 

ΚΑΤΟΙΚΩ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ

Κατοικώ στο κορμί ενός νεκρού

Βλέπω με τα δικά του κατακόκκινα
μάτια. Με χέρια ερπετά
και σιδερένια δάχτυλα απ’ την πάλη

με το χρόνο. Με μακριά μαλλιά και γένια.
Με φωνή που τρίβεται και βγάζει κάθε τόσο μικρούς
σπινθήρες. Με μαύρα ρούχα και δυο κομψά

φτερά στην πλάτη για την περίπτωση που.
Κι όλο ν’ αγριεύομαι, να ουρλιάζω κάθε αυγή
καθισμένος στο ανοιχτό παράθυρό μου για να τρομάξω

τους φιλήσυχους πολίτες και εχθρούς μου ενώ
πάντα στην άκρη των χειλιών μου
ένα σκουλήκι αργοσέρνεται. Το άγραφο ποίημα

Κατοικώ στο κορμί ενός νεκρού ποιητή

1987

 

 

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ
ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ

 

Α’
κωπηλατώντας ρυθμικά σε σκοτεινούς
ουρανούς, Βλέπω να εισβάλλουν
στον εναέριο χώρο του δικού μου ονείρου
τρεις άγγελοι αλεξιπτωτιστές
με γαρύφαλλα στα χέρια και ρομφαίες ερωτικές

δραπέτες προφανώς
του ονείρου της αγίας
συζύγου μου, που κοιμάται ακριβώς δίπλα.

 

Β’
μαδώντας μέσα στ’ όνειρό μου
μια μαργαρίτα αστρολογική
μ’ αγαπάει δε μ’ αγαπάει
μια μαργαρίτα με μαύρα άνθη
που όλο μου αρνιέται
μ’ αγαπάει δε μ’ αγαπάει
μια ανάκριση ολονύχτια
που δε βγάζει πουθενά

ενώ στο μεταξύ
η άλλη ακτή του κρεβατιού
ερήμωσε
μόλις πάτησε το πόδι της
η πρώτη
φθινοπωρινή
καταιγίδα

 

 

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Τελειώνω και απέρχομαι.
Γονατισμένος
με μέλλον τυφλό
και κωφάλαλη σκέψη
στιγματισμένος από εχθρούς
και πρώην φίλους
ή
απλώς
περίλυπος
να σέρνω διαρκώς λαχα-
νιασμένος πτώματα λέξεων
από ποίημα
σε ποίημα

από βιβλίο
σε βιβλίο

1990

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s