ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

Αγγέλα

 

 

Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1967. Σπούδασε Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές σε θέματα διαχείρισης κρίσεων και διαμεσολάβησης. Είναι κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Master of Arts στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική.
Είναι διευθύντρια σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης και Αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποίηση:

Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα,2011
Στιγμές Αλκυονίδες, 2012
Εκ του Σύνεγγυς, 2014, (βραχεία λίστα για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας Κύπρου – Το έργο μεταφράστηκε στα Σερβικά από το Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.)
Αειθαλής θάλασσα, 2017

Διηγήματα:

Οι ψυχές βαδίζουν μόνες, 2011

Συμμετοχή στις δίγλωσσες ποιητικές ανθολογίες:

«Poetic and visual routes on Aphrodite’s island», Ακτίς, 2012
«Pane e poesia», La Vita Felice, 2015
«Anthologie de la poésie chypriote contemporaine «, Editions Variations, 2016

 

 

 

 

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑ (2017)

 

Άγκυρες είναι τα λόγια
όταν σαλπάρεις
δεν τα χρειάζεσαι
Μόνο λευκά πανιά σιωπής
όρτσα στην εκκωφαντική
ελευθερία των ανέμων

 

Θ

Χάρη στην κεντητή της ζώνη,
θάμπωνε τους θνητούς
και τους αθάνατους
η Κύπριδα
Το Θέλγητρον
την καθιστούσε ποθητή
Η θελκτική της ικανότητα
το σώμα το αειθαλές,
το θηλυκό της θάμπος
Θαλασσογέννητη
Θαλασσοκράτειρα
Θαλασσοπούλι
Όχι Θεά
Μια θαλπωρή για τους θνητούς
στο θολοσκέπαστο θαλάμι
Μια θαρραλέα θεατρίνα
Θήλυ και θήκη και θηλή
Θνητή που νίκησε το θάνατο
την κάθειρξη και τη θλιβή
θάλλοντας στην αθανασία

 

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Νερό και χώμα για το ποίημα
να πάρει σώμα στον τροχό
τα χέρια να του δώσουν σχήμα
να γίνει πλάσμα ζωντανό

Γυρίζει ο δίσκος πήλινο θραύσμα
στην πεθαμένη Σαλαμίνα
βαθιά στο στόμα κρύβω το τραύμα
το εναποθέτω σε μια βιτρίνα

Στον κλίβανο το ποίημα εξαγνίζω
με αλοιφές που αντέχουν προδοσία
αγγείο βαθύ οξυπύθμενο σκαλίζω
περιρραντήριο για τη λατρεία

Έχω ένα ποίημα πήλινο
βαθύ και το λαξεύω
η σπείρα και ο μαίανδρος
κρατούν το αποτύπωμα

Κραδαίνω καπνιστήρι πήλινο
θυμίαμα το ποίημα
η μνήμη αιμορραγεί
με καθαιρεί και με καθαίρει

Είμαι διάτρητο αγγείο
φλοίσβος σε λήκυθο λευκή
πλάσμα και πλάστης

Είμαι η Κύπριδα – Δεν θα χαθώ

 

 

ΝΗΣΙ

Οι Βαλκυρίες κολυμπούν
με τον Αττίλα στη Μεσόγειο
Τέλος εποχής
Ανατολή

Ναυαγοί στην κόκκινη θάλασσα
βαρκούλα χλωμή μισοφέγγαρη
παιδιά φοβισμένων ανθρώπων
παιδιά γερασμένων ελπίδων
η μεγάλη Θεά απλωμένη στο ανάχωμα
αναδυόμενη μετανάστρια
επαναστάτης οπλισμένη
μάρτυρας των πληγών

Η μάνα θάλασσα;
Η αρχαία θεά;
Η Ερινύα; Η Αστάρτη;
Ποια και ποιος ο φόβος;
Ματωμένο το φεγγάρι στην Ανατολή
Μαρμάρινο το κεφάλι στη Δύση
Ωσάν να ήταν πάντα η μοίρα
των ταπεινών και των ημίθεων πατρίδα
να θάβουμε πολλές φορές τον ίδιο απόντα

Φινάλε διάφανο λιποβαρές
δίχως εκτόπισμα χορός υδρόβιος
υπότιτλοι κυματισμοί ακροτελεύτιο
Άνωση δίχως όρους σχεδόν ένωση
αμφίβια σώματα χελιδονόψαρα
Ήλιος παρών αρμύρα πανταχόθεν
δίχως εκπτώσεις αναχωρώντας
πάντα επιστρέφεις
δίχως εσένα

 

 

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα είναι γυναίκα
Τα ζωντανά βαθιά νερά είναι αλμυρά
Μην πιείς ακόμα κι αν πεθαίνεις από δίψα
Αν είναι ήρεμη μπορείς να νιώσεις καπετάνιος
Αν αγριέψει γίνε πειρατής
Τα μυστικά της τα κρατά βαθιά κρυμμένα
Για να τα μάθεις γίνε δύτης
ή ψάρι αν προτιμείς
Οι νίκες της είναι ναυάγια
Όσα καράβια την παλέψανε
κι έφτασαν στα λιμάνια
δεν τα θυμάται πια
Είναι της γης εκείνα πεθαμένα
Η θάλασσα είναι γυναίκα
είναι γυναίκα η θάλασσα

Η θάλασσα φοράει δαντέλα
κάθε παλίρροια μέρα
κάρβουνο απλώνει στις σκιές
σαν έρθει άμπωτη σελήνη
φωτοδός να μαρτυρήσει βάθη εβένινα
Η θάλασσα αιμορραγεί
τις ώρες της θλιβής
κυοφορώντας την ανάδυση

 

 

Εκ του σύνεγγυς 2014

 

Παιδί στο προσφυγόσημο

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
θέλει ελεύθερο να περπατήσει
να ζήσει θέλει
να ξεκολλήσει επιτέλους
την παιδική ψυχή από το έρεβος
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
σε φάκελους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί 

 

 

Πρόσφυγες

Διανύεις αποστάσεις επί τόπου
κρατώντας πυξίδα ένα μισοφέγγαρο ήλιο
που ανατέλλει και δύει μαζί σου
Φαύλη ανακύκλωση ευχών
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου
Ποιου χρόνου;
Πορεύεσαι
Εναποθέτεις ελπίδες
Μνήμες ανακαλείς
Πορεύομαι πλάι σου καιρό
Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι

 

 

Αμμόχωστος

Για να σε λησμονήσω
ξαπλώνω στην άμμο σου
και μαζεύω φωτόνια
Ύστερα τα αλείβω
με ευλάβεια στο δέρμα μου
Μικροσκοπικά αστέρια
φυτρώνουν εντός μου
και τότε ανατέλλω
μηδενικά φορτισμένη
πανδέκτης και πανσέληνος αλλού
Μα δε σε λησμονώ 

 

 

Θεοφάνεια

Στον Άγιο Θέρισσο της Αιγιαλούσας
περπάτησαν ως κάτω στο γιαλό
για τον αγιασμό των υδάτων
εξόριστοι σαράντα χρόνους
αμίλητοι, αγέλαστοι, αλύτρωτοι
και το βλέμμα περιστέρι νεκρό
σε κατεχόμενους ουρανούς
εβεβαίου του πόνου το ασφαλές

 

 

Ιούλης

Οι σειρήνες
ήχος μνημόσυνος
μνήμες ερινύες
ερινύες μοίρες
μοίρες ερπύστριες
Παρελθόν αγνοούμενο
παρόν εγκλωβισμένο
μέλλον αιχμάλωτο
Δύναται ο ήχος
να πυροδοτήσει τη μνήμη;
Ιούλης καύσωνας
κατακτητής
Ελέω λειψυδρίας
λειψανδρίας προπάντων
Μονόλεπτη σιγή
μονόλεπτη ντροπή
μονόλεπτος σκασμός
Ύστερα
ψυχές ρακένδυτες
μπάνια στις παραλίες

 

 

Τουρκική Εισβολή

Μετά από κείνη
την ειρηνική επέμβαση
καπνίσαμε οι περισσότεροι
το τελευταίο μας τσιγάρο
Έκτοτε κυκλοφορούμε φαντάσματα
στο θίασο του Καραγκιόζη
Τα βράδια μετά την παράσταση
κοιμόμαστε ανάλαφρα
στα όνειρα των παιδιών
κρατώντας σφικτά
παραμάσχαλα τις ενοχές μας 

 

 

Αύγουστος

Όλα τα δώρα
ο Αύγουστος τα έφερε
Το κόκκινο
του έρωτα και της φωτιάς
Το μαύρο
της προσφυγιάς και του θανάτου
Το γαλανό
της Αμμοχώστου και της προδοσίας
Και το λευκό
της αθωότητας και της απελπισίας
Όλα τα χρώματα
από τον Αύγουστο τα πήρανε
κι αφήσανε ασπρόμαυρα τα καλοκαίρια

 

 

Αιώνες τώρα

Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
και Ιούδες
Αιώνες τώρα
μας φιλούν

 

 

Σε ξένο τόπο

Ύστερα ήτανε κι ο ουρανός τους
τόσο γαλανός, τόσο απέραντος
και τόσο βαθύς
που μύριζε θάλασσα.
Εκεί πνίγονται άραγε
οι απελπισμένοι τους;
Στον ουρανό;

 

 

Μετανάστες

Στην αποβάθρα του Κάστρου
τις Κυριακές συνωστίζονται
ακίνητοι με το βλέμμα καρφωμένο
στη γραμμή του ορίζοντα
εκείνη την απατηλή γραμμή
την πύλη ενός παράδεισου
δίχως σταθμούς και τρένα
με βάρκες ξεβρασμένες
σε παραλίες κατεχόμενες
Αύριο ο κύριος και η κυρία
θα τους πληρώσουν
για την απελπισία τους

 

 

Εκδήλωση Διαμαρτυρίας

Και κάποιες φορές γινόμαστε
σαν εκείνους τους βιολιστές
που όλη μέρα ξοδεύονται
στα πεζοδρόμια της ιστορίας
μαζεύοντας κέρματα
και το βράδυ γυρνούν
στο σπίτι άχρωμοι
άοσμοι και μικροί
σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία
σε σμίκρυνση

 

 

Εκ του σύνεγγυς

Θα τα πούμε
από κοντά είπες
Όχι, δεν θέλω
τα κοντινά τα ψέματα
με βλάπτουν
οι χειραψίες
οι εναγκαλισμοί
οι ασπασμοί
Δεν ωφελούν

 

 

 

Στιγμές Αλκυονίδες (2012)

 

 

 

 

Στιγμές Αλκυονίδες

Ο χρόνος; Άχρωμος, άχραντος και άχρονος. Στριμωγμένος ανάμεσα σε μνήμες, γεύσεις, χρώματα, μετεικάσματα. Εντούτοις αμόλυντος. Οι μήνες δώδεκα, οι ώρες δώδεκα κι οι στιγμές μας τόσες. Μετρημένες κι αμέτρητες. Στιγμές αλκυονίδες, ως στιγμές καλοκαιρίας. Με την Αλκυόνη εντός κι εκτός μας, δέσμια τ’ ουρανού και της θάλασσας. Την Αλκυόνη με τη μπλε φτερούγα μισανοιγμένη, ελεύθερη των ανθρώπων και φυλακισμένη των Θεών εγκλωβισμένη στην αγκαλιά του αδιαπέραστου ορίζοντα. Εκεί μετρώ δώδεκα. Είναι στιγμές. Είναι αλκυονίδες. Και το ξέρω. Το ξέρεις κι εσύ. Μαζί τις ζήσαμε. Μετά χτυπά ο πανδαμάτωρ μεσάνυκτα. Στεκόμαστε αντίκρυ. Ενός λεπτού σιγή, στη μνήμη του χρόνου που σκοτώσαμε αδίκως. Του το οφείλουμε. Αιωνία του η μνήμη.

 

I

Ήσουν
η γεύση του Αυγούστου
κι ήταν
η πρώτη μέρα του χειμώνα

 

II

Τις ώρες της μνήμης
τις ώρες της λήθης
πάντα επιστρέφεις
Βροχή μου

 

III

Είναι ό, τι ζήσαμε
φυλακισμένο
Πίσω από πόρτες
κλειστά παράθυρα
Σφικτοδεμένο
Δίχως αέρα

 

VI

Σε ψιθυρίζει ένα κοχύλι
Σε τραγουδούν τα κύματα
Σε αφουγκράζεται η καρδιά μου
Η μνήμη σου βροχή διαττόντων
Μέσα σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
Με κατακλύζεις

 

VII

Ακόμη κι άμα δεν έρχεσαι
είναι υπέροχο
που εγώ σε περιμένω

 

XII

Μελαγχολικά απογεύματα
κυοφορούν τη σιωπή σου
Ας μη γεννηθεί ως λέξη
Ας παραμείνει αμόλυντη
εκκωφαντική κι αμετανόητη

 

 

Εν αρχή ην ο λόγος

Και μετά τη σιωπή, ο λόγος σου. Νερό γάργαρο, μέλι παχύρευστο, βραχύ φωνήεν, ακριβό. Ο λόγος σου κι η σιωπή σου. Ανατολή και Δύση. Αρχή και τέλος. Παρακαλώ σε. Να μιλάμε για να μοιραζόμαστε ένα κομμάτι σύννεφο. Δίνοντας χώρο στον ουρανό να μπαίνει απ’ της ψυχής μας το παράθυρο. Επιτρέποντας στη βροχή να κρυφοκλαίει, κάτω απ’ των ονείρων τα λευκά σεντόνια. Να μιλάμε για να φυτρώσει επιτέλους της ζωής το δέντρο. Πέρασε το φθινόπωρο. Θυμάσαι τη φυλλορροή; Θα φύγει και φέτος η άνοιξη. Το ξέρω βέβαια, με λόγια δεν ανθίζει τίποτα. Ήλιος χρειάζεται και θέρμη. Αέρας λευτεριάς και ύδωρ. Ωστόσο μην ανησυχείς. Αν όμορφα τον σπόρο φύτεψες κι αν είσαι για τον ήλιο ευγνώμων, εκεί που θέλει και όπως θέλει εκείνος θα φυτρώσει. Κοίτα, το χελιδόνι στην αφετηρία επιστρέφει. Μπορούμε κι εμείς. Να μιλάμε λοιπόν. Εν αρχή ην ο λόγος. Και ο λόγος ην προς τον Θεόν. Και Θεός ην ο λόγος.

 

 

Ψιθυριστά να ονειρεύεσαι

Ψιθύρισα:
-Θέλω ν’ αγγίξω την Αλήθεια
Tα όρια να ψηλαφίσω
στην άκρη του γκρεμού να περπατήσω
στη θάλασσα της μέσα να χαθώ

Ψιθύρισες:
-Μη βιάζεσαι
Νωρίς ζητάς στην τρικυμία της
απέναντι να πλεύσουμε
Μείνε σιμά
Τα νώτα μας να προφυλάξουμε
τη μοίρα μας στα μάτια να κοιτάξουμε
Μείνε σιμά
Στη δίνη μιας μεγάλης καταιγίδας
στο μάτι του πιο κόκκινου κυκλώνα
στη χώρα της Αλήθειας λιποτάκτες
λαθραία να αποδράσουμε
Διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων
στον ήλιο να παραδοθούμε
Λευκή σημαία η ελευθερία

Ακούς καρδιά μου;
Ψιθυριστά να ονειρεύεσαι

 

Μαζί σου

Το λίγο γίνεται πολύ
το πολύ λίγο
όταν τολμήσω να το μοιραστώ
μαζί σου
Το λάθος γίνεται σωστό
το σωστό λάθος
όταν τολμήσω να τ’ ονειρευτώ
μαζί σου
Είναι η αίσθηση που γίνεται
ψευδαίσθηση
μαζί σου

 

Τριάντα δευτερόλεπτα

Καρδιά μου
σ’ ακούω
Αρκούν
τριάντα δευτερόλεπτα
Είκοσι λέξεις
μόνο
και δέκα παύσεις
Επιχορήγηση ευτυχίας
σταδιακά
σε δόσεις μη θανατηφόρες

 

Ασφυξία

Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
Αλλεπάλληλοι στραγγαλισμοί
μιας αλήθειας εφτάψυχης
που αρνείται να πεθάνει
Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
δολοφονία εκ προμελέτης
του μέλλοντος
του προσδοκώμενου
του ποθητού
Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
ασφυξία εξ αμελείας

 

Φωτογραφία

Σε κείνη τη φωτογραφία
δίπλα στη θάλασσα
είδα το προσωπείο
Τη μάσκα που φορούσες χρόνια
ίσως για αιώνες
Τη διέκρινα ψηλαφίζοντας
το ειρωνικό παιχνίδι των ελπίδων σου
Με βοήθησε βέβαια ο ήλιος
καθώς το φως του παλιρροιακό
αποκάλυψε το θλιβερό κενό σου

Κάποτε σε σκέφτομαι
Άραγε βρήκες τις συντεταγμένες της ελευθερίας;
Ή μήπως χάθηκες κρατώντας την ψευδοπυξίδα των ονείρων

 

 

Ένας Λαβύρινθος ακόμα

 

Άκουσε λοιπόν το μύθο: Στης Αμαθούντας τα παράλια βρήκαν λιμάνι ο Θησέας κι η Αριάδνη Αφροδισία, φεύγοντας απ’ του Μίνωα το μυθικό παλάτι. Αγαπηθήκανε στα σταυροδρόμια του λαβύρινθου, στα χνάρια σκιασμένων αναμνήσεων. Περιπλανήθηκαν σε σκοτεινούς διαδρόμους, εκτός χώρου και χρόνου, σε διαλείμματα διεγέρσεων. Οραματίστηκαν το «δυνατόν γενέσθαι». Στη σπηλιά ξέφωτα επινόησαν, πανάρχαιους αεραγωγούς εντόπισαν, χωρίς πυξίδα κεκλεισμένοι, δεμένοι με του μίτου την ελπίδα. Βάδισαν στις σκιές, ακροβάτες του βάθους. Λάτρεψαν το λαβύρινθο, του έδωσαν υπόσταση. Τώρα στο ακρογιάλι ξαπλωμένοι, κοιτάζουνε τον ουρανό, ελπίζοντας ν’ αναδυθεί ένας Λαβύρινθος ακόμα.

 

 

Αυτογνωσία

Μετρώ τον κόσμο
με το μοιρογνωμόνιο
της αισιοδοξίας
Χαράζω κάθετα
την ευθεία της αφετηρίας,
οριζόντια
την ευθεία του τέρματος
Σημείο συνάντησης
η ορθή γωνία
της λογικής
Γράφω το μυστικό
στο μηχανισμό των Αντικυθήρων
Αετός επιτέλλει εσπέριος

 

Απόλλωνας

Τι όμορφα που λάμπει μέσα μου
αυτός ο Ήλιος
ο φωτοδότης
ο ζωοδότης
Τις ώρες της ανατολής που ελπίζω
της δύσης τις στιγμές που τον ευγνωμονώ
Τις μέρες τις νεφοσκεπείς
στα βάθη μου ελλοχεύει
Φοίβος ή Απόλλωνας ή Κυβερνήτης
το πιο λαμπρό αστέρι τ’ ουρανού

 

Του Οδυσσέα

Σαν βγήκες μόνος για τον πηγαιμό
το διαπίστωσες
Εσύ ήσουν ο Πολύφημος
οι Φαίακες εσύ κι οι Λαιστρυγόνες
Η Καλυψώ, η Κίρκη, οι Σειρήνες
προσωπεία δικά σου
Εσύ η Ιθάκη
ταξίδι η καρδιά σου
Πηνελόπη και Τηλέμαχος
οι όψεις της σκιάς σου
Όλα εσύ Οδυσσέα
Πιστό σκυλί το σώμα σου
να περιμένει
Μνηστήρες φόβοι
το μυαλό σου σφετερίζονται
Πάρε το τόξο σου
Εξόντωσέ τους
Ρίξε στις μνήμες σου
το νηπενθές κρασί
και νάρκωσέ τες
Οδυσσέα πολύτροπε της Τροίας
και του Κόσμου Μυθοπλάστη
Δούρειος Ίππος η ψυχή σου μόνη
και μέσα όλα τα ταξίδια σου
φυλακισμένα

«Πολυμήχαν’ Ὀδυσσεῦ, ἴσχεο, παῦε δὲ νεῖκος ὁμοιί̈ου πολέμοιο» *

 

Ψευδονίκη

Έτσι χαμηλά που διάλεξες
να τοποθετηθείς
κάτω
κοντά στο «τίποτα»
δίπλα στο «ανώδυνα»
κινδύνεψες με το «όλα» να ενωθείς
σε ψευδομάχες ματαιότητας
σύμμαχος και συνένοχος
αφού το «όλα» και το «τίποτα»
στην ίδια μάχη πολεμούν
τους ίδιους δαίμονες παλεύουν
φτιαγμένα από το ίδιο υλικό
το θάρρος
Φαίνεται δεν το γνώριζες
κι έτσι ακούσια, σχεδόν αναίμακτα
εσύ ο δειλός, τη μάχη κέρδισες
Όλα μα πάλι τίποτα

 

Τα προσωπεία

Τα προσωπεία πέφτουν
ως κύμβαλα αλαλάζοντα
Η συνείδηση
ζύμη αλήθειας
πείραξη φόβου ή ψεύδους
Ανατροπή
Θλιβερός λιποτάκτης το παρόν
Σφετεριστής το παρελθόν
πένθιμο εμβατήριο στην μπάντα του χάους
Τότε εμφανίζεται συνήθως η παιδική σου αθωότητα
ως από μηχανής θεότητα
Φοράει ένα διάφανο φουστάνι
και τραγουδά γλυκά ύμνους πανάρχαιους
Σε παίρνει απ’ το χέρι και σε γλιτώνει
σε μεγαλώνει, σε μαλακώνει
Είναι η στιγμή της αλήθειας σου
αυτής που γνώριζες παιδί
Της αλήθειας η στιγμή, της προαιώνιας
εκείνης με το πρόσωπο τ ‘ ολόλευκο
που δεν μπορούν να τη χαλάσουν ευτυχώς
τα προσωπεία

 

Σκαλοπάτια: επίλογος, στάσιμο, πρόλογος
και κύκλος φαύλος

 

Εγώ: Πορεύομαι από χθες δίχως στάση. Τις παύσεις αποφεύγω, τα διάκενα, τα ενδιάμεσα. Υπάρχω εν πορεία, διατελώ εν ενεργεία, εν οδώ. Αν τολμήσω μιαν ανάσα, αν σταματήσω, τα σκαλοπάτια θα με κατεβάσουν ή θα με ανεβάσουν σε παράδεισο ή κόλαση. Θα μ’ οδηγήσουν σε πορείες κυλιόμενες, σκάλες πτυσσόμενες, σε λαβυρίνθους ηδυπάθειας. Ζητώ επιλογή: Σ’ έναν παράδεισο αν θέλω να κατέβω -ποιος αποκάλεσε την κάθοδο αμαρτία;

Εσύ: Υπάρχεις και άρχεις και αργείς και καταργείς και καταργείσαι. Είναι μια μικρή πλαγιά χιονισμένη. Εσύ την επινόησες. Απ’ το τσιμέντο ξεπροβάλλουν γιασεμιά και γαρδένιες. Με περιμένεις εκεί στη μέση της σκάλας. Η σιωπή προσθέτει σκαλοπάτια στον αέρα που δονείται εκκωφαντικά. Η κάθοδος μεγαλώνει, η άνοδος μεγαλώνει. Η είσοδος, η έξοδος, η οδός. Όλα μαζί συνονθύλευμα. Αφετηρία και τέρμα και διαδρομή. Απλώνεις το χέρι με οδηγείς. Πού; Αγνοείς. Αγνοείς κι αγνοείσαι.

Εμείς: Κρατάμε σφικτά ο ένας τον άλλο στη μέση της σκάλας . Χαμένοι δεσμώτες. Ηλεκτροφόρα καλώδια γαρδένιας και γιασεμιών μας τυλίγουν. Ηλεκτρικές εκκενώσεις ανθοφορούν στις καρδιές μας. Ανεβαίνουμε. Ανεβαίνουν μαζί μας οι μικρές κόκκινες ανάσες. Κατεβαίνουμε. Οι γαρδένιες κατεβαίνουν μαζί μας. Δίπλα το ασανσέρ χρονοβαγόνι χωρίς χάρτη πορείας. Ένα – Μηδέν – Υπό το μηδέν – Στάση.

Είναι μια μικρή χιονισμένη πλαγιά. Εσύ την επινόησες.
Εκεί παγώσαμε το χρόνο στα σκαλοπάτια.

 

 

Ελεύθερη πτήση

Το φιλί
χέρια φτερά
ελεύθερη πτήση
Η αγάπη
αγγέλων οδός
ψυχών χορός
Τα σώματα ανάδυση
στον ουρανό
κατάδυση στο γαλανό
Ελεύθερη πτώση
Κράτα με
Σε κρατώ
Σήκωσέ με ψηλά
Πιο ψηλά
Μαζί σου
Πετώ

 

Εποχές

Κι ύστερα οι εποχές εναλλάσσονταν τυχαία
Άνοιξη φθινόπωρο χειμώνας
φθινόπωρο, φθινόπωρο
Το καλοκαίρι θνησιγενές και αγνοούμενο
στο περιθώριο της ζωής μας πεταμένο
με στρώματα δειλίας σκεπασμένο
περίμενε της κρίσεως την ώρα

Κι εσύ κρατούσες στο χέρι τα βιβλία και μου ‘ λεγες
για τη δροσιά του νοτισμένου χώματος
τη ζεστασιά του διχασμένου σώματος

Έπειτα η αγάπη ακατάσχετα φυλλορροούσε
Ο έρως ο αειθαλής κιτρίνιζε κι αιμορραγούσε
κι ενώ συνέβαινε η άνοιξη για αιώνες
μας βρήκε το φθινόπωρο μοναχικούς θαμώνες

Φόρεσε η καρδιά διπλό πουκάμισο
χάλασαν οι καιροί στο ενδιάμεσο
Μια ελπίδα φόνισσα, λευκό μαχαίρι
με χιόνι σκότωσε το καλοκαίρι

 

Ανάκριση

Μιαν αύρα
μια γαλήνη αναπολώ
ίσως ανάμνηση ή όνειρο
Σίγουρα για να πω δεν ξέρω
Μα ρίγος νιώθω
όταν τα μάτια σου
το σώμα μου ανακρίνουν
δίχως οίκτο

Φαντάσου να φαινόταν κι η ψυχή μου

 

Πιθανότητες

Ανάμεσα στο πιθανό
και το απίθανο
πιθανολογείται ο έρωτας
άπειρες
οι πιθανότητες λάθους
καθώς στη θεωρία
των παιγνίων
οι ενδιάμεσες αποδράσεις
εκμηδενίζονται ως
απλά ενδεχόμενα
στατιστικώς ασήμαντα

 

Το κάδρο

Φως σκοτεινό
ο μαύρος πάνθηρας
βλέμμα βαθύ
σε κάδρο βελούδινο
πάνω στον άσπρο τοίχο
στο εφηβικό του στρώμα απέναντι
Τα βράδια στ’ όνειρό του
ζωντανεύει το αγρίμι
αίμα και σάρκα
μάταια γυρεύει
Πεινασμένο
επιστρέφει κάθε πρωί
πίσω στο κάδρο
Κι εκείνος μόνος πια συνεχίζει
να υφίσταται
ως πάνθηρας σε κάδρο
Ένα μαύρο, βελούδινο αιλουροειδές
περήφανο μα λαβωμένο
Κάποια βράδια βέβαια
ο πάνθηρας επιστρέφει
κι αυτός
τον αφήνει να κατασπαράξει
την καρδιά του
όχι από φόβο ούτε απ’ αγάπη
Από οίκτο

 

Τέλος

Θα κρατήσω για πάντα στο κέντρο μου
το ουράνιο τόξο που μου χάρισες
να βάφω τις αναμνήσεις και τα όνειρα
Ήλιε μου
Και θα φαντάζομαι πως ταξιδεύεις μαζί μου
μέχρι το τέλος της διαδρομής
εκεί που τελειώνουν τα ψέματα

Θα ονειρεύομαι πως φτάνεις μαζί μου
στη χώρα του «κάποτε» εκεί που διαγράφονται
όλες οι προηγούμενες διαδρομές
Στα σταυροδρόμια και στα ξέφωτα της ουτοπίας
εκεί που όλες ελπίδες γίνονται βροχή και χιόνι
στα χέρια σου
Ήλιε μου
Εκεί που τελειώνει ο δρόμος

 

 

 

ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΦΑΒΗΤΑ (2011)

 

 

 

Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα

Απύθμενα
βάθη
γονυπετής
διένυσα
επιθυμώντας
ζωή
ήλιο
Θεό.
Ικετεύοντας
και
λοιδορώντας
μοίρες
νυκτερινές.
Ξέροντας
ότι
πέρασαν,
ρήμαξαν,
σκότωσαν,
τέλειωσαν.
Ύστερα
φεύγοντας
χρωμάτισα
ψεύτικα
ωροσκόπια.

 

 

Συνάντηση

Έψαξε
εκείνος
την καρδιά της,
το χέρι του εκείνη.
Πόθησε
γυμνό το κορμί της
εκείνος,
γυμνή την ψυχή του
εκείνη.
Βάδισαν μοιραία
σε παράλληλους δρόμους
σε προορισμούς διαφορετικούς
χωρίς σταυροδρόμια.
Έπλεξαν
γέφυρα συνάντησης
με τις κλωστές του ονείρου.
Εκείνος μετέωρος
πάνω απ’ το φόβο,
δίπλα στον πόθο
κάτω απ’ τα θέλω.
Εκείνη ισορροπώντας
ανάμεσα
στις επιθυμίες και τις νόρμες.
Μες στη μέση
του κόσμου,
στη μέση
του χρόνου
συναντήθηκαν.

 

 

Ολική έκλειψη

Συναντηθήκαμε
στο μονοπάτι του ήλιου
όταν συνέβαινε ήδη
μια έκλειψη.
Στην πρώτη επαφή
η δαγκωματιά της σελήνης
οριοθέτησε
την πορεία
προς το σκοτάδι,
την απουσία φωτός.
Απόκοσμη αίσθηση
στις σκιώδεις ζώνες.
Διαδοχικά,
με ταχύτητα φωτός
εναλλάσσονταν
λευκές και μαύρες επιφάνειες,
επεισόδια από τη ζωή μας.
Ελάχιστα δευτερόλεπτα
πριν το τέλος
οι φωτεινές χάντρες
αστραπιαία χάθηκαν
κι όταν έμεινε
η τελευταία απ’ αυτές,
επιβλητικό
το στέμμα του ήλιου,
εμφανίστηκε,
τοποθετώντας μας
στο κέντρο του κύκλου,
έγκλειστους
στο μαργαριταρένιο δαχτυλίδι.
Κι αμέσως μετά
ο μαύρος δίσκος της σελήνης
πήρε τη θέση του ηλίου
σηματοδοτώντας
την ολική έκλειψη.
Εμείς ακόμα εκεί
παραμένουμε.
Υπομένουμε.
Επιμένουμε.
Αθεράπευτα μόνοι
κι αφόρητα ανθρώπινοι.

 

 

Στο Φάρο

Μέχρι το Φάρο
απόγευμα του Απρίλη
περπατήσαμε παρέα.
Στα βραχάκια
της κοινής πορείας μας
σταθήκαμε
μουσκεμένοι ως τα γόνατα
μ’ αρμυρό νερό, γλυφό.
Στ’ άσπρα βότσαλα
τις ανείπωτες ελπίδες
ζωγραφίσαμε
με αρμυρίκια
και μελάνι κόκκινο.
Ο Φάρος, είπες
άντεξε το βάθος
και το σκοτάδι
μιας θάλασσας
γνώριμης
μα ολωσδιόλου ξένης.
Ο Φάρος, είπα
στην ίδια θέση
αιώνες τώρα
να ξεγελά τους ναυτικούς
-και τους χαμένους, είπες-
με φωτεινά καμώματα
κι αντικατοπτρισμούς.
Ο Φάρος,
ολόγραμμα της επιθυμίας,
οφθαλμαπάτη, συμφωνήσαμε.
Μέχρι το Φάρο περπατήσαμε
εκείνο του Απριλίου το δείλι
κι ήταν η θάλασσα
καθρέφτης
κι ο Φάρος σκοτεινός
και ψεύτης.

 

 

Τουλάχιστον βροχή

Μα τελικά αυτό ήσουν;
Μια σκιά;
Μια νεφέλη;
Τώρα εξηγείται
το μέγεθος,
η αστάθεια,
το γκρίζο.
Αυτό το απροσδιόριστο γκρίζο.
Ούτε μαύρο,
ούτε άσπρο.
Μια νεφελώδης σκιά.
Κρίμα.
Μπορούσες τουλάχιστον
βροχή να γίνεις.

 

 

Σχέδιο Απόδρασης

Κατάφερε να φυτέψει
μιαν άσπρη ελπίδα
έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής του.
Έσκαβε μήνες, χρόνια.
το τούνελ της απόδρασης.
Και τώρα, να!
Χωρά το χέρι του ολόκληρο.
Μέχρι τον αγκώνα.
Βούλιαξε στο χώμα μυστικά.
Τα δάκτυλα ελεύθερα
τον σπόρο φύτεψαν,
στα τυφλά ψαχουλεύοντας
κι ένα λουλούδι φύτρωσε.
Tώρα αυτός ανασαίνει
με μιαν αίσθηση ελευθερίας.
Όταν βγει, θα έχει άνθη
να φτιάξει ένα μπουκέτο.

 

 

Στο καρουζέλ του χρόνου

Έκανα την ευχή
χαζεύοντας πυροτεχνήματα.
Έκανα την ευχή,
τρελή ευχή,
ν’ ανέβω εγώ ξανά
στο κόκκινο αλογάκι
στο καρουζέλ του χρόνου.
Και να με ταξιδέψει
στην αρχή
να κάνω κύκλους πάλι,
να γίνω ένα παιδί.
Έκανα την ευχή,
κύκλους να κάνω!
Ν’ ακούσω πάλι
μουσική,
να ζαλιστώ.
Να δω ξανά τα πρόσωπα
τ’ αγαπημένα
των παιδικών μου φίλων,
Τα χρώματα
τα ξεχασμένα
των παιδικών μου ελπίδων.
Ν’ ανέβω αν γίνεται ζητώ
στο καρουζέλ του χρόνου!

 

 

Στο Άλφα του Κενταύρου

Θα ταξιδέψεις στο Άλφα του Κενταύρου
με κείνη την απρόσωπη αποστολή
αφήνοντας πίσω σου
τα καλοκαίρια και τους χειμώνες;
Θ΄ αναζητήσεις περιπλανήσεις μαγικές
στις αστρικές λεωφόρους;
Θα καταφέρεις να λησμονήσεις
τη θάλασσα,
τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος
μετά τη βροχή;
Ή μήπως θα πάρεις μαζί σου
τριαντάφυλλα κατεψυγμένα
να οσμίζεσαι
τις κρύες γαλαξιακές νύκτες;
Θα κρύψεις
το σπέρμα
και το χώμα
σε διαστημικές μποτίλιες
και κάψουλες μελλοντικής επιστροφής;
Γελώ.
Γνωρίζεις βέβαια αυτό
που πρόκειται
να πράξεις,
Άνθρωπε.

 

 

Ανάμνηση

Η ανάμνηση,
άρωμα της ψυχής
λάβα από κοιμισμένο ηφαίστειο.
Αόρατη, ανυπόστατη, επαναλαμβανόμενη μαχαιριά,
δίκοπη ρομφαία, πύρινη
η ανάμνηση!

 

 

Πεταλούδα

Μια πεταλούδα:
Ανάλαφρο αντιφέγγισμα ψυχής,
μετείκασμα παράδεισου.

 

 

Αενάως

Πόσους αιώνες κρύβει η στιγμή;
Κι άνοιξη πόσους χειμώνες;

 

 

Κόκκινο

Το πρωτόγνωρο
δεν αλλάζει ούτε ξεχνιέται.
όσες μάσκες κι αν του φορέσεις!
Και το κόκκινο είναι κόκκινο
ακόμα και ξεθωριασμένο!

 

 

Ελευθερία και Μεταμφίεση

Ελευθερία και μεταμφίεση
έννοιες αντιφατικές,
διαμετρικά αντίθετες.
τοξικά αντικείμενες.
Αδύνατη η συνύπαρξη.
Η μεταμφίεση
ακυρώνει την ελευθερία.
Η ελευθερία
διαβρώνει τη μεταμφίεση.
Αταίριαστη η μάσκα
στο πρόσωπο του λεύτερου.
Καταστροφική η θύελλα της ελευθερίας,
ανατρέπει τα προσωπεία
κι αποκαλύπτει
γυμνή την ύπαρξη.
Απολογούμαι.
Ύβρις.
Απορώ και πώς το σκέφτηκα.

 

 

Τα χρώματα

Τα χρώματα
που σε τυλίγουνε
τα βράδια
είναι
τα χάδια.
Τα χρώματα
που σου μαγεύουν
την καρδιά
είν’ τα φιλιά.
Είναι τα σώματα,
είναι τα στόματα
τ’ ανένδοτα.
Τα χρώματα.
της ευτυχίας
και του έρωτα
ονόματα.
Είναι τ’ Απρίλη
η δροσιά
και τα αρώματα,
μιας πεταλούδας
τα εφήμερα
καμώματα,
τα χρώματα.

 

 

Φεύγω

Το ρήμα «φεύγω».
Αινιγματικό, άταχτο
ζωντανό.
Δηλώνει προπάντων κίνηση,
συναισθήματα
φευγάτα ή φευγαλέα,
τέλος ή αρχή μιας ιστορίας
ή μιας χημείας.
Υπάρχει μέσα του
ολοφάνερα και μυστικά
το ευ
η αρχή του καλού.
Φεύγω.
Αντιφατικό εγχείρημα.
Συνήθως σημαίνει «έρχομαι»
περισσότερο
απ΄όσο σημαίνει «φεύγω».

 

 

Φωνοκιβώτιο

Η ψυχή που καλέσατε
δεν ανταποκρίνεται.
Παρακαλώ
δοκιμάστε
αργότερα.
Η κλήση σας
προωθείται
στο φωνοκιβώτιο
των ανεκπλήρωτων
υποσχέσεων.

 

 

 

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ (2011)

Διηγήματα

Τα γενέθλια

Τα γενέθλια ήταν πάντοτε για εκείνον η κατάκτηση ακόμα μιας κορυφής. Η εξερεύνηση ενός ακόμα κλάσματος του άπειρου χωροχρόνου, η απόκτηση ακόμα λίγης σοφίας, το ανέβασμα ακόμα λίγο ψηλότερα. Αυτοί ήταν και οι λόγοι που τον έκαναν να χαίρεται κάθε χρόνο στα γενέθλιά του. Ενθουσιαζόταν σαν παιδί, τα περίμενε και τα σχεδίαζε. Τα θεωρούσε σταθμούς στη ζωή του, παρόλο που γνώριζε πως ήταν απλά μια μέρα, άλλου ενός τριακοσιοεξηνταπενθήμερου ταξιδιού γύρω από τον ήλιο. Τι σήμαινε αυτή η χαρά; Τι του συνέβαινε; Παλιμπαιδισμός; Υπεραισιοδοξία; Δε γνώριζε. Αυτό που ήξερε ήταν ότι κάθε χρόνο κάμποσοι φίλοι, ακόμα και κάποιοι μαθητές του, έρχονταν σπίτι του την παραμονή της 21ης Ιουνίου, απροειδοποίητα τις περισσότερες φορές, για να του ευχηθούν. Κι εκείνος κάθε χρόνο μαγείρευε κι έκανε ετοιμασίες σαν να είχε μεγάλη γιορτή, άναβε όλα τα φώτα του σπιτιού και της ψυχής του και τους υποδεχόταν ολόχαρος! Κι όλα εκείνα τα υπέροχα συνέβαιναν το μεσοκαλόκαιρο, στο θερινό ηλιοστάσιο. Αισθανόταν τυχερός, αφού γεννήθηκε την πιο μεγάλη μέρα του χρόνου, πράγμα που σήμαινε σύμφωνα με τη μάνα του, πως θα είχε και πιο μεγάλη ζωή.

«Στις 21 Ιουνίου, είναι το θερινό ηλιοστάσιο. Δηλαδή, σταματάει ο ήλιος. Ή αν θέλετε, η γη σταματάει, στην ελλειπτική τροχιά της γύρω από τον ήλιο. Η 21η Ιουνίου είναι η αρχή του καλοκαιριού, είναι το χρονικό σημείο για το οποίο έγραψε ο Σαίξπηρ το όνειρο καλοκαιρινής νυκτός.» Οι μαθητές του είχαν ακούσει αυτή την ιστορία πολλές φορές. Ίσως γι’ αυτό του ’χαν δώσει και το παρατσούκλι «Σαίξπηρ». Κάτι που φυσικά δεν τον ενοχλούσε καθόλου, αντίθετα τον έκανε να κρυφοκαμαρώνει, αφού ο Σαίξπηρ ήταν από τους αγαπημένους του θεατρικούς συγγραφείς.

Έτσι τα είχε σκαρώσει εκείνο το μαγικό βράδυ. Σαν θεατρική παράσταση. Όλα έπρεπε να είναι τέλεια. Το φαγητό, το κρασί, τα γλυκά, η μουσική, τα φώτα, τα κεριά. Τα κεριά. Τα υπέροχα, μαγικά κεριά. Πάντα άναβε κεριά τις νύκτες. Τα προτιμούσε από το ψυχρό και κουραστικό ηλεκτρικό φως. Του θύμιζαν το ομώνυμο ποίημα του Καβάφη και συνήθως ανάβοντάς τα, σιγοψιθύριζε την πρώτη στροφή:

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας,
σαν μια σειρά κεράκια αναμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Ναι, εκείνη ήταν η αγαπημένη του στροφή. Στην πραγματικότητα απεχθανόταν το υπόλοιπο ποίημα το οποίο τον άγχωνε υπερβολικά. Εκείνο το:

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων…

ήταν απελπιστικά μαύρο και εκείνος προτιμούσε τα λαμπερά χρώματα. Οι χειρότεροι στίχοι όμως, οι πιο εφιαλτικοί ήταν οι τελευταίοι:

Δεν θέλω να γυρίσω, να μη δω και φρίξω,
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

Το βραδάκι πλησίαζε και η χαρά του κορυφωνόταν. Παλιότερα όταν εκείνη ζούσε, ήταν μαζί του και τον βοηθούσε. Έβαζε τις γυναικείες πινελιές στο σκηνικό και τον μάλωνε όταν εκείνος ήταν υπερβολικά αγχωμένος. Τον καλομάθαινε και συνήθιζε να του λέει πως ήταν ο πρίγκιπάς της. Εκείνη έφτιαχνε τα γλυκά, τα φαγητά, όλες τις μαγικές συνταγές της που οι γεύσεις τους ήταν τελείως διαφορετικές, ξεχωριστές, καλύτερες απ’ όλα τα εδέσματα που είχε ποτέ κανείς δοκιμάσει. Τα τελευταία χρόνια ακόμα και μετά την ασθένεια της ενώ ήταν μαζί του, ουσιαστικά ήταν απούσα. Τα γαλανά της μάτια είχαν πάρει μια ανοικτή απόχρωση προς το γκρίζο και το βλέμμα της ήταν μονίμως απλανές.

Κάποτε δεν τον αναγνώριζε. Τον ρωτούσε ποιος ήταν κι εκείνος αναγκαζόταν να της σιγοτραγουδήσει στο αυτί ένα παιδικό νανούρισμα. Ένα νανούρισμα που του τραγουδούσε εκείνη, από την πρώτη κιόλας νύκτα της ζωής του, όταν τον πρωτοπήρε στην αγκαλιά της για να τον θηλάσει και να τον αποκοιμίσει. Το ίδιο νανούρισμα που συνέχιζε να του σιγοτραγουδά: «Αγια-Μαρίνα και κυρά π’ αποκοιμίζεις τα μωρά…» Εκείνος ήταν πάντα το μωρό της κι εκείνη είχε φυλάξει στο μυστήριο λαβύρινθο του μυαλού της, μόνο εκείνη τη μελωδία, μόνο εκείνη την πληροφορία. Η ασθένεια του Αλτσχάιμερ, ήταν η κατάληξη της υπέροχης αυτής γυναίκας που στάθηκε δίπλα του μέχρι το τέλος της. Ήταν μια από στις ασθένειες τις οποίες φοβόταν το περισσότερο.

Μια εκφυλιστική πάθηση που κατάφερε να διαταράξει και να αποδιοργανώσει καταστρέφοντας, όλες τις νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου της. Όταν όμως τον άκουγε να τραγουδά το νανούρισμα, συνέχιζε μαζί του κι εκείνη, με τη μελωδική, βελούδινη φωνή της και τότε η σχέση τους ξαναχτιζόταν κι ένα μαγικό παρόν διέγραφε την άνοια. Καθόταν δίπλα της στον μενεξεδί καναπέ, εκείνη διόρθωνε τα χρωματιστά μαξιλάρια και σιγοτραγουδούσαν το νανούρισμα μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Ήταν κάτι σαν ταινία με αντεστραμμένους ρόλους. Η μάνα που γινόταν παιδί και το παιδί που γινόταν γονιός και κρατούσε στα χέρια το γερασμένο σώμα. Εκεί, σ’ εκείνο τον καναπέ, ένα απόγευμα τη νανούρισε, κι εκείνη κοιμήθηκε για πάντα ευτυχισμένη. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, άλλαξαν πολλά από τότε.

Διόρθωσε και τις τελευταίες ατέλειες στα μαξιλαράκια του καναπέ με το ξεθωριασμένο πια μενεξεδί χρώμα, άναψε τα φώτα της μπροστινής βεράντας, έβαλε λίγο κρασί στο ποτήρι του, κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα και χαϊδεύοντας τη γάτα του, ευχήθηκε στον εαυτό του «Ευτυχισμένα γενέθλια». Ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένος. Ήταν αρκετά καλά στην υγεία του και παρόλα τα ογδόντα πέντε του χρόνια μπορούσε να αυτοσυντηρείται. Στα γενέθλιά του δεν ήρθε κανείς. Ήταν αρκετά χρόνια που σταμάτησαν όλοι να τα θυμούνται. Δεν είχε όμως σημασία. Η ουσία ήταν ότι τα θυμόταν εκείνος! Ζούσε και περίμενε με δέος και λαχτάρα να γιορτάσει και τα επόμενα.

« Χρόνια Πολλά αγαπημένε μου εαυτέ! Καλά κρατάς! Συνέχισε να με αγαπάς και μαζί με μένα όλο τον κόσμο! Να ζήσουμε!» Έσβηνε τα κεριά απαγγέλλοντας την αγαπημένη του πρώτη στροφή από τα «Κεριά»:

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας,
σαν μια σειρά κεράκια αναμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

(Τεύχος 327 Άνοιξη 2016)

 

Οι γάτες του τεκκέ

Οι άνθρωποι πορεύονται στην όχθη μιας ερήμου
ζητώντας το γλυφό νερό να πιουν της γνώσης
ξυπόλυτοι προσκυνητές ανίδεοι φωτογράφοι
ενός αποδημητικού παρόντος.
Το πράσινο χαλί κι ένας μετέωρος λίθος
κρυφά περάσματα των φοινικόπτερων
φύκια πικρά ξερά αρμυρίκια
μια πόλη αντίστροφο αντιφέγγισμα
υγρός καθρέφτης αλμυρός.
Ποιος άραγε μπορεί να πει με σιγουριά
τι είναι δικό μας ποιο το ξένο;
Ποιος άκουσε τους μυστικούς
της καλαμιάς ψιθύρους;
Οι γάτες του προφήτη βέβαια
αυτές γνωρίζουν
όταν κάποιες βραδιές αρχαίες
νωχελικό φεγγάρι φανερώνει
ασημοκαπνισμένη την ελιά
τη φοινικιά σκιά ρομφαία.
Οι γάτες καταγράφουν
με το χρυσό σκοτάδι των ματιών τους
τις δυο αδελφές να μπαίνουν μες την αλυκή
κραδαίνοντας τσαπιά και κληματόβεργες
λάκκους ανοίγοντας φυτεύουν αμπελώνες
η Ουμ Χαράμ κι η Παναγιά Φανερωμένη.

 

 

Στις αλυκές

Ο ερχομός τόσων πουλιών
μας βρήκε απροετοίμαστους καθώς
δεν είχαμε φορέσει εγκαίρως
τα καθαρά φτερά μας
κι έτσι ματαιώθηκαν οριστικά
οι προγραμματισμένες πτήσεις.
Παρεμπιπτόντως μήνες τώρα
φήμες διαδίδονται ασυστόλως
πως έχουν μολυνθεί εφέτος τα πουλιά
αφού με δυσκολίες χαμηλοπετώντας
από τα πορφυρά πεδία των μαχών
στα σκοτεινά πελάγη των αμάχων
κάτω από τα αθώα ροζ φτερά τους
μαζεύουνε ρυπαντικά φορτία
-κορμιά μελανιασμένα, χεράκια παιδικά,
παντελονάκια, σωσίβια πλαστικά.
Εν πάση περιπτώσει
ήταν πολλές της λίμνης οι γαρίδες
και τα υποδέχτηκαν θερμά
όταν χαράματα κατέφθασαν.
Αύριο λοιπόν κι εμείς
στις Αλυκές ολόχαροι θα πάμε
για ειδυλλιακές φωτογραφίες
με τους ταξιδευτές της Μεσογείου.
Εκ του μακρόθεν εννοείται.

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ

ΑΜΜΟΧΩΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

16 Φεβρουαρίου 2014

Υπάρχω. Πριν από τον πόλεμο και μετά, υπάρχω. Ένα παιδί που είδε πολλά, βίωσε περισσότερα, ένα παιδί μεσήλικο. Απλώνομαι, κρύβομαι, μαζεύομαι σ’ ένα όστρακο που μεταφέρω συνέχεια. Κουβαλώ καλύτερα. Είναι η ταυτότητά μου. Είμαι και δεν είμαι: Ελληνίδα, Κυπραία, Ελληνοκύπρια, Ευρωπαία, γυναίκα. Τι είμαι; Η συνείδησή μου κακοποιήθηκε, την εγκλώβισαν εμπνευσμένοι ή και ανίδεοι δάσκαλοι σε σκοτεινά δωμάτια με άχρωμα συνθήματα που μεταμφίεζαν με το χρώμα του ουρανού ή και του ήλιου ανάλογα με τις τάσεις, τις εγκυκλίους, τα ψηφίσματα. Τόση πλάνη…

Τα τελευταία γεγονότα με τις απάτες των τραπεζικών, των πολιτικών και των πολιτικάντηδων με πνίγουν. Κι άλλη τόση πλάνη. Θέλαμε εδώ και χρόνια να γίνουμε Ευρωπαίοι. Το προσπαθούσαμε και δυσκολευόμαστε. Το μεσογειακό ταμπεραμέντο δύσκολα ρίχνει τις θερμοκρασίες του. Κι όμως να που μάθαμε μέσα σε μια νύχτα, να στεκόμαστε στην ουρά για την ανάληψη μετρητών, για λίγα τρόφιμα στο κοινωνικό παντοπωλείο, να στεκόμαστε για ώρες χωρίς να σπρώχνουμε, χωρίς να χαμογελάμε, χωρίς να φωνάζουμε. Και η μνήμη, πουλί αποδημητικό, τραβάει όπου θέλει, με πάει πίσω σε κάποια άλλα συσσίτια, σε άλλες ουρές, εκεί στους προσφυγικούς καταυλισμούς του 1974, στα αντίσκηνα, εκεί που έζησα ξανά παρόμοια και χειρότερα.

Θέλω να ξετυλίξω το κουβάρι, να ξαναδιαβάσω την ιστορία από την αρχή μου. Να δω ποια είμαι, πού ζω, ποια είναι η χώρα μου και ποιοι οι άνθρωποί της, ποιο είναι το μέλλον μας εδώ σ’ αυτό το Φάρο που αναβοσβήνει αιώνες τώρα, στο ακρωτήρι της Δύσης ή μήπως είναι στο ακρωτήρι της Ανατολής; Θα επιστρέψω στην πατρώα γη, στα κατεχόμενα. Το αποφασίζω αμέσως, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Δεν ξέρω γιατί αναδύθηκε αυτή τη στιγμή η ανάγκη τούτη. Θέλω να επιστρέψω έστω ως επισκέπτης, ως τουρίστας για την ακρίβεια. Να τραβήξω ενδεχομένως και μερικές φωτογραφίες για να τακτοποιήσω ξανά τις μνήμες και να έρθω σε επαφή με την αλήθεια. Να διαγράψω το παραμύθι. Όχι την ιστορία. Η ιστορία δεν διαγράφεται. Ούτε και ξαναγράφεται. Να γιατρέψω τις πληγές και να πιω ζωή από τις πηγές. Σάββατο πρωί θα είμαι εκεί. Χαίρομαι. Όχι, δεν χαίρομαι. Μπορεί και να χαίρομαι. Δεν ξέρω. Νομίζω περισσότερο λυπάμαι.

Επιστρέφω λοιπόν ως πρόσφυγας που λαμβάνει άδεια να μπει για λίγες ώρες σπίτι του για να το δει, να θρηνήσει, να συνειδητοποιήσει κι όμως να φύγει πάλι. Πορεύομαι προς το παρελθόν μου για να ξεκαθαρίσω το παρόν μου και να ονειρευτώ ελεύθερα το μέλλον μου. Επιστρέφω προσωρινά. Ταπεινά και πένθιμα πορεύομαι, όπως κάθε Μεγάλη Παρασκευή, όταν ακολουθώ την πομπή του Επιταφίου. Έτσι νιώθω. Ακολουθώ ένα άγιο σώμα που υπάρχει επειδή το πιστεύω, ένα σεπτό σώμα βασανισμένο, που όμως κάποτε θα αναστηθεί. Είμαι ήδη στο οδόφραγμα. Στην πράσινη γραμμή. Εκείνη που χωρίζει το νησί μου στα δύο. Στο Νότο και στο Βορρά. Ζω στο Νότο. Τα όνειρα και οι εφιάλτες μου όμως, πολλές φορές έρχονται από το Βορρά. Εκεί γεννήθηκα. Είναι όνειρα σκονισμένα, καπνισμένα, αμμόχωστα. Ίσως έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου, για να τα ερμηνεύσω, να ξεσκεπάσω το θαμμένο παρελθόν. Να το ξεσκονίσω σαν ξεχασμένο ιερό βιβλίο και να το ξαναδιαβάσω ή να το ξαναγράψω ή έστω να το χρωματίσω. Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως τα αμμόχωστα όνειρά μου είναι μαυρόασπρα.

Ο ένστολος στέκεται απέναντι μου. Με κοιτάζει κατάματα, το ίδιο κι εγώ. Του δίνω την ταυτότητά μου, συνεννοούμαστε αμέσως. Ξέρει ποια είμαι, ξέρει τι θέλω, ίσως και να με κατανοεί ή να με συμπονά, ή απλώς κάνει τη δουλειά του. Μπορεί και να με μισεί. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία μου. Θέλω να τον ρωτήσω από πού είναι μα δεν το κάνω. Δεν είναι ένας συμπατριώτης μου αυτή τη στιγμή, είναι ένας ένστολος και στέκεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μου. Αν συμπεριφερθώ ψύχραιμα, θα με αφήσει να περάσω. Με ξανακοιτάζει, μου επιστρέφει τα έγγραφα και μου επιτρέπει να περάσω απέναντι. Στο Βορρά. Περνώ. Κι αμέσως ξεκινά μια ταινία μαυρόασπρη, με ήχο και μυρωδιές. Από το ίδιο σημείο πέρασα στο Νότο πολλά χρόνια πριν με άλλους ανθρώπους, άλλα συναισθήματα, άλλες ελπίδες, άλλους φόβους. Στις 14 Αυγούστου, το 1974, κυνηγημένη από τις ερινύες που καταριούνται τη χώρα μου αιώνες τώρα. Οι ήχοι και οι μυρωδιές επιστρέφουν. Κι εγώ επιστρέφω στο σπίτι μου. Ανοίγω τα μάτια μου, τα μάτια της ψυχής μου, να μη χαθώ.

Κουβαλώ αυτά τα μάτια από τότε που θυμάμαι. Δεν είναι πίνακες, ούτε καθρέφτες. Είναι πηγάδια. Πηγάδια δίχως πυθμένα. Άβυσσος η ματιά και κάπου ένα αντιφέγγισμα. Αυτά τα μάτια με οδηγούν ετούτο το πρωινό, ετούτο τ’ ανοιξιάτικο πρωινό τ’ Απρίλη. Ω! Πόσα χρόνια τ’ ονειρευόμουνα, πόσα βράδια το λαχταρούσα. Τα χέρια μου καρφωμένα στο τιμόνι. Η ψυχή μου καρφωμένη στη μνήμη. Το σώμα μου καρφωμένο στην ιστορία. Έχω μαζί μου συνεπιβάτες, συνοδοιπόρους τ’ αδέλφια μου και τα παιδιά μου. Είναι μαζί μου και δεν είναι. Δεν είμαι η μάνα τους τώρα, είμαι απλώς ένα κορίτσι που πάει σπίτι του, που έχει να πει τόσα πολλά κι όμως δε λέει τίποτα. Στόμα κλειστό, ερμητικά κλειστό να μην πληγώσει τη σιωπή, να μην πει κάτι λάθος, επιτρέπονται μόνο μικρές κραυγές χαράς, αυθόρμητες, άναρχες, άλογες. Είμαστε πέντε μικρά παιδιά που γυρίζουμε στο σπίτι μας. Γιατί ετούτο το πρωινό γίνομαι πάλι εφτά χρονών. Και τρέχω και πετώ και γελώ και φωνάζω και σιωπώ. Είμαι εφτά χρονών και δεν λογαριάζω κανέναν. Και σιωπώντας ουρλιάζω την αλήθεια μου. Κάνω βουτιές στη μνήμη, μακροβούτια στο τότε, μακροβούτια στο πριν. Κατάδυση στο παραμύθι μου; Είμαι ήδη στην Αμμόχωστο. Όχι στα όνειρα πια, τα αμμόχωστα. Στην Αμμόχωστο.

Ευτυχώς τα μάτια μου είναι πηγάδια χωρίς πυθμένα, επειδή είναι απύθμενη η χαρά μου. Δεν ακολουθώ πια τον επιτάφιο. Κρατώ λευκή αναμμένη λαμπάδα κι αφού είμαι εδώ, αφού υπάρχω εδώ έστω και στιγμιαία, είναι Ανάσταση. Ανοίγω το τζάμι του αυτοκινήτου μου να καταπιώ το γλυκόθερμο αέρα του τόπου μου. Να καταπιώ το γλυκόπικρο νόστο. Κι αφήνω την ψυχή μου να εξατμιστεί, να αναβλύσει, να γίνει δάκρυα ζεστά και να κυλήσει. Να κυλήσει και να κυλιστεί στο χώμα της πατρίδας μου. Δάκρυα φυλαγμένα τόσα χρόνια στο χρονοντούλαπο των ονείρων μου και της οργής μου.

Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο κάμπος της Μεσαορίας. Ο τόπος μου! Ναι, έτσι είναι, όπως τον έβλεπα τα βράδια στα όνειρά μου – κάθε βράδυ- από τα μικράτα μου. Όπως τον περιέγραφε ο παππούς, όπως τον έντυνε με παραμύθια η γιαγιά, όπως τον θρήνησε η μάνα μου. Ο τόπος μου! Αρχαίος τόπος, του Ομήρου. Ο κάμπος μας κατάσπαρτος, απλωμένος, ευλογημένος, ευάλωτος, ταπεινός όπως αυτούς που τον καλλιεργούσαν. Η θάλασσα. Η θάλασσα της Σαλαμίνας γαλανή, μυστήρια, απέραντη. Γνώριμη, αγαπημένη σαν μητέρα, πανίσχυρη, αρχαία θεότητα. «Θυμάσαι που μ’ αγκάλιαζες με τη δροσιά σου, θάλασσα των παιδικών μου ονείρων;» Ρουφώ με λαιμαργία τις αρχαίες εικόνες και μόνο αυτές είναι ο καημός κι ο θαυμασμός μου. Ο κάμπος, τα κυπαρίσσια, οι αμμουδιές, τα χωράφια, τα περβόλια, η θάλασσα, τα χαλίκια, ο ουρανός, τα βουνά. Όλα τ’ άλλα είναι μικροσκοπικά, ασήμαντα, προσωρινά, ψεύτικα, θνητά κι αυτά που βλέπουν τα απύθμενα μάτια μου είναι γιγάντια, αειθαλή, αληθινά. Είναι ο τόπος μου! Σταματώ τ’ αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Ρίχνομαι στο κατάσπαρτο μ’ αγριολούλουδα χωράφι κι αφήνω τη φύση να με χαϊδέψει. Τον ήλιο των προγόνων μου να μου ζεστάνει το πρόσωπο και τους ώμους. Τον αγέρα να με καλωσορίσει με χαστούκια στ’ αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Το χώμα, το χώμα. Το χώμα που πατούν τα πόδια μου. Το άγιο χώμα της Μεσαορίας, το ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα χώμα, του τόπου μου!

«Τότε ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν, στα χώματά του. Κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη, τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. »

Μα εγώ την αναγνώρισα, την ξέρω την πατρική μου γη. Αιώνες κι αν έλειπα γνωρίζω κάθε μια της σπιθαμή. Τα χέρια και τα μάτια με οδηγούν σωστά. Είμαι μπροστά στο πατρικό μου κι είμαι εφτά χρονών και σχολνώ απ’ το σχολείο και με περιμένει η μάνα κι η γιαγιά με φαγητό αχνιστό κι αγκάλες. Είμαι στο σπίτι μου. Στους ίσκιους της βεράντας. Προχωρώ. Το γιασεμί είναι εδώ κι ας γέρασε. Τα είδε όλα. Τα βλέπει όλα. Βλέπει κι εμένα. Με αναγνωρίζει.. Τ’ αγριόχορτα, στον κήπο και στην αυλή. Το νούμερο του σπιτιού στον τοίχο. Από το λερωμένο τζάμι η ζωή μας, ταινία μαυρόασπρη. Κρυφοκοιτάζω. Είναι η μάνα μου εκεί; Είναι η ψυχή της ή δεν είναι τίποτα; Περπατώ στην αυλή. Ακουμπώ στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς. Στο στάβλο, στο σσώσπιτο, στο φούρνο, στο σιμιντίρι. Ακουμπώ την ψυχή μου στο παρελθόν. Δεν ακούω τίποτα. Μόνο μυρωδιές. Όχι χρώματα, ούτε ήχους.

Μας ανοίγουν. Μπαίνω μέσα. Η κουζίνα. Η μάνα μου, νεαρή κοπελίτσα μαγειρεύει και μου χαμογελά. Είμαι εφτά χρονών και κάθομαι εκεί στο τραπέζι και τρώω με τ’ αδέλφια μου. Ανοίγω τα ντουλάπια. Μέσα είναι η προίκα της μάνας μου. Τα θυμάμαι πολύ καλά εκείνα τα φλιτζάνια με τις κοπέλες πάνω στις κούνιες, με τα ωραία φορέματα και τα ξανθά μαλλιά. Η μάνα μου δε μας άφηνε να τ’ ακουμπήσουμε. Ήταν το καλό της σερβίτσιο. Μα εγώ τις γνωρίζω πολύ καλά αυτές τις κοπέλες γιατί παίζω μαζί τους και τραγουδώ όταν κρυφά τρυπώνω στο σαλόνι και χαζεύω τα γυαλικά και τα σερβίτσια και τις φωτογραφίες. Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος 1972. Γεννήθηκε ο αδερφός μου. Στη φωτογραφία χαμογελάμε. Από εκείνο το χαμόγελο μένει πια μόνο ο χαμός. Προχωρώ στο σαλόνι. Οι κουρτίνες κρέμονται από τα παράθυρα, θλιβερές, σκονισμένες, ξεχαρβαλωμένες μνήμες. Κόκκινο, βασιλικό βελούδο. Έτσι τις παράγγειλε η μάνα μου. «Μα δε βρέθηκε ένα χέρι να τις κατεβάσει και να τις πλύνει; Όπως τις έπλενε πάντα η μάνα μου με κρύο νερό και σαπούνι και μετά τις σιδέρωνε κι ύστερα ξυπόλυτη τις κρεμούσε πάλι με αργές κινήσεις σαν σε ιεροτελεστία.» Όλα με αργές κινήσεις να τα ζήσω θέλω, να μην τελειώσουν, να τα χορτάσω ακόμα λίγο.

Ξυπόλυτη πάνω σε κρύα μάρμαρα. Έτσι μου άρεσε να γυρίζω μέσα στα δωμάτια. Το πάτωμα. Τα μάτια μου ψάχνουν στο πάτωμα. Εκεί γκρέμισα το δίχρονο αδελφό μου και μάτωσαν τα χείλια του την ημέρα της εισβολής. Ήμασταν εκεί όταν ακούσαμε τους βομβαρδισμούς και τ’ αεροπλάνα. Σκούπισα με το φουστάνι μου το αίμα από το παρκέ, μην το δει η μάνα μου και στεναχωρηθεί. Στο υπνοδωμάτιό της. Δεν μ’ αφήνουν να μπω. Είναι κλειδωμένο. Το σέντε. Το σέντε ήθελα να το δω. Να το εξερευνήσω. Εκεί κρύβονταν τα φαντάσματα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια του, η αμαξού και οι κούκλες μου. Τώρα πια μπορώ να πάρω μια καρέκλα και ν’ ανέβω να δω. Δεν είναι εδώ η μάνα μου, και τ’ αδέλφια μου δε θα με μαρτυρήσουν. Αρπάζω μια καρέκλα. Ανεβαίνω, μου φαίνεται πως ανεβαίνουν μαζί μου κι άλλοι, ψυχές που πλανιούνται στο χώρο. «Δεν γίνεται», είπε αυτός που μένει στο σπίτι μου. «Δεν μπορείς ν’ ανέβεις εκεί πάνω. Δεν το επιτρέπω». Κατεβαίνω από την καρέκλα, κάτω, χαμηλά στο πάτωμα. Κατεβαίνουν και οι άλλοι μαζί μου, πένθιμα.

Γιατί; Γιατί; Δεν υπάρχει απάντηση. Κι ούτε μ’ ενδιαφέρει αυτή την στιγμή. Τόσα ερωτήματα, τόσα χρόνια, έμειναν μετέωρα, αναπάντητα. Αυτό, γιατί ν’ απαντηθεί; Τι σημασία έχει άλλωστε τώρα πια; «Δεν επιτρέπεται.» Τελεία και παύλα. Κι είχα μια κρυφή ελπίδα πως θα ‘βρισκα εκεί πάνω τη τσάντα μου τη σχολική με τα βιβλία μου της Πρώτης Δημοτικού και τα τετράδια με τα στρογγυλά γράμματα. Νομίζω, πως γι’ αυτήν ήρθα και αυτήν αναζητούσα τόσα χρόνια. Μα δεν είναι εδώ. Το σπίτι είναι εδώ μα η ζωή μας, όχι. Τα έπιπλα είναι εδώ, μα τα κορμιά μας όχι. Η ψυχή μου είναι εδώ εγκλωβισμένη και ήρθα να την ελευθερώσω. Ήρθα να ανοίξω τα παράθυρα, να φύγει επιτέλους, να πετάξει ελεύθερη όπου θέλει. Να βλέπει κι άλλα όνειρα, όχι μονάχα όνειρα προσφυγικά.

Βγαίνω έξω. Πνίγομαι. Στην αυλή πίσω απ’ τα αγριόχορτα ήταν το ανάχωμα. Το είχα ξεχάσει εντελώς. Και τώρα να το. Ζωντανεύει και τούτη η μνήμη, μαζί του ζωντανεύει κι ο παππούς μου. Τρεις μέρες και τρεις νύκτες έσκαβε με τον δεκαεξάχρονο εγγονό του. «Εκεί μέσα θα κρυφτούμε όταν αρχινήσουν οι βομβαρδισμοί», είπε. Και ο λόγος του ήταν προσταγή. Κατεβαίνω με δέος τα έξι χωματένια σκαλοπάτια και ακουμπώ το δροσερό χώμα. Εκεί στα σκοτεινά, αφουγκράζομαι τις συζητήσεις των μεγάλων για το κακό που μας βρήκε. Για τους φόνους, τους βιασμούς, τα ορφανά, τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τα σπίτια τους. Αισθανόμουν ασφαλής εκεί, στο πρόχειρο καταφύγιο και ήξερα πως ο παππούς θα μας έσωζε. Τις κόρες του, τη γιαγιά και τα εγγόνια του. Οι γαμπροί του έλειπαν στον πόλεμο. Ποιον πόλεμο αλήθεια; Και με τι όπλα; Τους είδα τους θείους μου και τον πατέρα μου, να φεύγουν. Δεν γνώριζα πού πήγαιναν μα φοβήθηκα να ρωτήσω. Στο ανάχωμα έχουν φυτρώσει κίτρινες μαργαρίτες. Μια μυρμηγκοφωλιά στο βάθος και σαλιγκάρια στα τοιχώματα. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρθηκαν να κλείσουν το μικρό λαξευτό τάφο. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως κάποια παιδιά να παίζουν ακόμα κρυφτό εδώ μέσα, ίσως και να φτιάχνουν γιρλάντες με τις μαργαρίτες.

Βγαίνω έξω, φεύγω. Κλείνω αργά την καγκελόπορτα πίσω μου. Τότε, την έκλεισε η γιαγιά μου. Πήρε μαζί της τα κλειδιά. «Γιαγιά μου, δεν κατάφερες να επιστρέψεις. Έφυγες. Κι ο παππούς. Κι η μάνα μου. Μα αν ερχόσουν τώρα μαζί μας θα ‘ταν χειρότερα γιατί το σπίτι σου, τα κλήματά σου, το νοικοκυριό σου δεν είναι πια εδώ. Ή μήπως έχετε έρθει ήδη πριν από μένα;»

Ο άνθρωπος, μας φέρνει δυο τρεις φωτογραφίες και μας τις δίνει. Οικογενειακές φωτογραφίες. Η θεία Νιόβη με το θείο Λούκα, τη μέρα του γάμου τους. «Σου μοιάζει η γυναίκα», λέει. «Μόλις σε είδα θυμήθηκα τη φωτογραφία». Ο ξάδελφός μου, ο Μιχάλης με κοντό παντελόνι και τιράντες. Στηρίζεται πάνω σε μια κολόνα. «Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος, 1970». Τις αρπάζω. Να τις πάρω μαζί μου θέλω. Οι φωτογραφίες είναι η μνήμη, είναι οι άνθρωποι. Δεν ταιριάζουν εδώ. Πρέπει να τις πάρω μαζί μου. Τι να τις κάνει ο ξένος; Γιατί τις φύλαξε άραγε; Ο άνθρωπος σκύβει να μου κόψει ένα κλαδί γιασεμί. Να το φυτέψω λέει. Θα πιάσει. Δεν το παίρνω. Δεν το θέλω. Να μείνει εκεί που είναι. Εγώ έφυγα πριν τόσα χρόνια. Μεγάλωσα. Τώρα πια δεν είμαι εφτά χρονών.

Η εκκλησία του Αη-Γιώρκη είναι μπροστά μου. Το σπίτι μου είναι χτισμένο απέναντι από το καμπαναριό. Πηδώ πάνω από την καγκελόπορτα της εκκλησιάς αφού την έχουν δεμένη με χοντρές σκουριασμένες αλυσίδες. «Σαράντα χρόνια αλυσοδεμένη η καγκελόπορτά σου Αη-Γιώρκη μου, γιατί δεν πήρες τ’ άλογο και το σπαθί σου; Γιατί δεν έγινες κοφίνι γεμάτο φωτιά να σε δουν και να σε προσκυνήσουν; Πώς άντεξες όλα τούτα τα χρόνια μόνος σου γεράκο μου; Πού κρύφτηκες; Γιατί εσύ δεν ήρθες μαζί μας. Ήσουν εδώ. Έμεινες να προσέχεις το χωριό είπε η γιαγιά». «Και δε θα πειράξουν τα σπίτια μας κόρη μου. Φοβούνται τον Άγιο». Αυτά έλεγε η γιαγιά μου, η Αγγελού, που τον ήξερε τον Άγιο μας γιατί μιλούσε μαζί του κάθε δειλινό και μας κάπνιζε με φύλλα ελιάς λέγοντας ξόρκια κι ευχές αρχαίες, που σίγουρα τα ‘χε μάθει από τον Άγιό μας. «Σαν τρέχει ο νήλιος, σαν τρέχουν τ’ άστρα, σαν τρέχει το φεγγάρι…» Μια μισοσπασμένη καρέκλα. Αυτή έμεινε στην εκκλησιά μας. Ούτε εικόνες, ούτε ξυλόγλυπτοι σκάμνοι, ούτε παγκάρι, ούτε τέμπλο, ούτε πολυέλαιοι. Τίποτα. Χώρος ασφυκτικά κενός, γεμάτος παρούσες απουσίες. Ο σταυρός στο καμπαναριό; Οι τοιχογραφίες; « Άη-Γιώρκη μου, πού πήγες; Έφυγες κι εσύ τελικά; Και τώρα ποιος θα προσέχει τα σπίτια και τα χωράφια μας;»

Στο δρόμο της επιστροφής δεν είμαι πια εφτά χρονών. Τα μάτια μου δεν είναι πια απύθμενα. Δεν ονειρεύομαι πια. Ξέρω! Είδα! Φεύγω από το σπίτι μου και δεν είμαι εφτά χρονών. Δε φοβάμαι και ξέρω πού θα πάω αυτή τη φορά. Περνώντας στο Νότο αισθάνομαι πως τέλειωσε ακόμα μια κηδεία. Έθαψα τις αναμνήσεις μου. Έκλαψα τους νεκρούς μου. Ξεχρέωσα με τις Ερινύες. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού που έκτισα με το σύντροφό μου. Τώρα είμαι σίγουρη. «Ξέχνα τα, ξέχασέ τα επιτέλους! Ή ξαναθυμήσου τα αλλιώς. Πρόσφυγας, δεν είσαι πρόσφυγας πια. Πρέπει να ξεκολλήσεις, να το ξεπεράσεις, να προχωρήσεις! Έκτισες μια καινούρια ζωή, ανήκεις εδώ, ανήκεις παντού, δεν ανήκεις πουθενά, είσαι ελεύθερη.»

«Μητέρα, τώρα ξέρω τι θα απαντώ όταν με ρωτούν από πού είμαι!» Ο γιος μου; Είναι ο γιος μου αυτός που μου μιλά; Είχα πάρει μαζί μου και τα παιδιά σ’ αυτό το ταξίδι; Μα πώς τα ξέχασα τόσες ώρες; Σε ποια ντουλάπια της μνήμης και της λήθης τα κλείδωσα; Τι λέει Θεέ μου; Και γιατί αυτά του τα λόγια με πληγώνουν; Γιατί αυτές του οι λέξεις, μου προκαλούν ρίγος και φόβο; Στ’ αυτιά μου αντηχούν από τα βάθη των αιώνων τα λόγια του Τηλέμαχου. «Αλλά του λόγου σου, τράβα στην κάμαρη σου και κοίτα τις δουλειές σου. Το τόξο όμως είναι των ανδρών υπόθεση, όλων και προπαντός δική μου, αφού σε μένα ανήκει το κουμάντο του σπιτιού».

«Γιε μου, γιε μου και πώς θα καταφέρεις να διώξεις εσύ και η γενιά σου τους μνηστήρες και τα μνημόνια από τον τόπο μας; Και δεν είναι πια απλά τα πράγματα. Ποτέ δεν ήταν άλλωστε. Δεν είναι καλύτερα να εργαστούμε όλοι μας για την ειρήνη, για την αλληλεγγύη; Έχουμε κουράγιο να θάψουμε κι άλλους νεκρούς; Έχουμε την πολυτέλεια να ορίζουμε τη μοίρα μας ακόμη; Και είναι το δίκιο με το μέρος μας ολότελα;»

Δεν ξέρω τι να πω. Ποιος την γνωρίζει την αλήθεια; Αυτό που βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου πια, είναι ένας ήλιος που συνεχίζει ν’ ανατέλλει στον αρχαίο κάμπο της Μεσαορίας κάθε μέρα ολόχρυσος. Είναι τα χρυσαφένια σπαρτά που αιώνες τώρα φυτρώνουν και ωριμάζουν στα χωράφια. Ακούω τη θάλασσα, στοργική μητέρα, που συνεχίζει να τραγουδά το υπέροχο τραγούδι των κυμάτων σ’ όλες τις γλώσσες. Αφουγκράζομαι τον άνεμο να πολιορκεί τα διψασμένα δέντρα της πατρίδας μου. Τη βροχή, λυτρωτικά να πέφτει και να ξεπλένει τα σκονισμένα σπίτια της πατρίδας μου. Βλέπω παιδιά να περπατάνε σαν από πάντα, ξυπόλυτα στα χώματα. Να στέκονται στην άκρη κάποιου χωματόδρομου, να μας χαμογελούν και να κρατάνε κυκλάμινα και μιτσικόριδα. Αυτά τα μιτσικόριδα εναποθέτω με ευλάβεια κι ελπίδα στα χέρια των δικών μου των παιδιών. Δεν έχω κάτι άλλο.

 

Μπλε Ιστορίες, τέλος του 2014…

 

Α

Τελευταίες μέρες του 74. Η μάνα μου αποφασίζει να μας στείλει με την αδελφή μου να μείνουμε για λίγες μέρες στο Anzio Refugee Camp στις Βρετανικές Βάσεις Δεκέλειας. Εκεί μέσα σε στρατιωτικές παράγκες μένουν μετά την τουρκική εισβολή ο παππούς και η γιαγιά μαζί με την οικογένεια της μεγάλης τους κόρης. Η αδελφή μου, έξι χρονών, κλαίει και οδύρεται κρατώντας σφικτά το φουστάνι της μάνας μας.
«Θα έρθει ο Αη Βασίλης, ο Εγγλέζος. Θα σας δώσει δώρα», λέει η μάνα μου. Πάμε. Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς οι Εγγλέζοι μαζεύουν μόνο τα παιδιά, σε μια μεγάλη αίθουσα. Είναι το εστιατόριο του στρατοπέδου. Τραπέζια, μπαλόνια, πιάτα με φαγητό. Έρχεται μέσα στη φασαρία κι ένας Αη Βασίλης ξερακιανός, ασπρουλιάρης και μας δίνει τα δώρα του… «Happy New Year! Happy New Year!»
Το κεφάλι μου βουίζει. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο τη γιαγιά να μας περιμένει. Τα μάτια της συναντούν τα δικά μου και δακρύζουν…
Τα βράδια της παραμονής στα σπίτια μας, στα Λιμνιά Αμμοχώστου βάζαμε στο τραπέζι κουμανταρία, κουλούρια ζυμωμένα από τα μυρωμένα χέρια της και τον εκαρτερούσαμε. Ερχόταν μυστικά και δεν τον βλέπαμε. Κάποτε τον ακούγαμε να ψάλλει ύμνους βυζαντινούς…
Η μνήμη είναι ένα ματωμένο κουβάρι που όμως ξετυλίγεται ανερυθρίαστα…
Άη Βασίλη, βασιλιά δείξε τζιαι φανέρωσε….
Σαράντα χρόνια από τότε…

 

 

Β

Αγγελικη

 

Αυτή είναι η Αγγελική, 7 χρονών, μαθήτρια της Β´ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Καλογερά. Μένει προσωρινά μαζί με την οικογένειά της και άλλους πρόσφυγες από την Αμμόχωστο, στη Λέσχη Λάρνακας. Μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο πέντε οικογένειες – περίπου τριάντα άτομα. Τα βράδια κοιμούνται σε κουβέρτες στο πάτωμα. Συχνά έρχονται στη Λέσχη κάποιες κυρίες και τους φέρνουν ρούχα και φαγητό. Είναι Δεκέμβρης του 1974.

Η Αγγελική δεν χαμογελά. Φορά ένα κόκκινο πουλόβερ που της έδωσαν τις προάλλες στα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού. Η μαμά της σήμερα την πάει για φωτογράφιση αφού προηγουμένως περάσουν από το κομμωτήριο της Άννας όπου κόβονται δίχως οίκτο οι βελούδινες κοτσίδες που πέφτουν πλούσια στους ώμους της. Κλαίει και διαμαρτύρεται η Αγγελική αλλά η μαμά λέει πως δεν υπάρχει αρκετό νερό για λούσιμο των μαλλιών.

Δεν χαμογελά λοιπόν παρόλο που ο φωτογράφος, της το ζητά με χίλιους τρόπους. Η φωτογραφία πρέπει να βγει για να σταλεί σε μια οικογένεια Ελλήνων στη Θεσσαλονίκη που θέλουν να τη γνωρίσουν. Μαζί με τη φωτογραφία, η Αγγελική θα στείλει κι ένα ευχαριστήριο γράμμα.

«…Είμαι η Αγγελική Παναγή. Σας γράφω για να σας ευχαριστήσω για τα ρούχα που μου στείλατε και για τα λεφτά. Όμως εγώ θέλω να πάω σπίτι μου. Σε λίγες μέρες είναι Χριστούγεννα και νομίζω ότι κάθε παιδί πρέπει να χαίρεται. Μόνο στο σπίτι μου χαίρομαι. Θέλω να επιστρέψω! Εύχομαι του χρόνου τα Χριστούγεννα να ελευθερωθούμε και τότε θα σας καλέσω στο σπίτι μου!…»

Σαράντα χρόνια από τότε… Η Αγγελική στέκεται απέναντί μου χωρίς χαμόγελο -μάτια μόνο- κάθε φορά που πρέπει να υπερασπιστώ ένα παιδί, του οποίου καταπατούνται τα δικαιώματα.

Αν τα καταφέρω, η Αγγελική χαμογελά…

 

 

ΣΤΙΧΟΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Ο χαμένος τόπος και χρόνος στην ποιητική συλλογή

Με αρκετή επιφύλαξη, αντιλαμβανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, ανταποκρίνομαι κάθε φορά, όχι συχνά αλήθεια, που κάποιος ποιητής μου ζητά να πω ή να γράψω για το βιβλίο του.
Είναι ο δισταγμός της αδιάκριτης παρέμβασης σε ένα πνευματικό έργο που έχει ξεφύγει από τα χέρια του ίδιου του δημιουργού του και τοποθετείται πια, αυτόνομα στον κόσμο.
Ενός κώδικα συμβολισμών και αλληγορικών πολλές φορές σχημάτων, κι’ εσύ καλείσαι να παραστήσεις τον επιτήδειο αποκωδικοποιητή, για συλλήψεις, που πολλές φορές ούτε ο ίδιος ο ποιητής έχει σαφή και ξεκάθαρη αιτιολογία και ερμηνεία.
Και το πιο δύσκολο, θα πρέπει να αντιμετωπίσεις το δίλημμα να παραμερίσεις τα κατά την υποκειμενική σου άποψη, ελλείμματα και θα χτίσεις αποκλειστικά στα αξιόλογα και αξιοσημείωτα, προδίδοντας τη συνείδηση και την αισθητική σου.

Ευτυχώς, η Αγγέλα Καϊμακλιώτη, όσο την γνώρισα, ανήκει στην περιορισμένη εκείνη κατηγορία ανθρώπων που δέχεται την αμφισβήτηση, φαινόμενο σπάνιο στη συνήθως υπερφίαλη κατηγορία των ποιητών. Ως εκ τούτου, το δίλημμα εξέπεσε από τα αρχικά στάδια της γέννησης του.
Τι έπρεπε λοιπόν να κρίνω σε αυτό το βιβλίο; Μα τι άλλο από αυτό που και ο πιο αμύητος αναγνώστης κάνει εγγενώς: Την ποιητική πνοή του ανέμου που φύσηξε τους στίχους. Μπορεί η Α.Κ. να σε αναγκάσει να σταματήσεις; Να σου προκαλέσει το μαγικό επιφώνημα που μόνο η αληθινή τέχνη καταφέρνει να σχηματίσει στα χείλη; Τι άλλο είναι η δηλαδή η ποίηση;

Είναι αποδεκτό πως μια παρουσίαση είναι αδύνατον να συμπεριλάβει λεπτομερείς θέσεις για το σύνολο του βιβλίου. Αυτό που κρατά κανείς είναι το αποτύπωμα που αφήνει στη διψασμένη για συγκινήσεις και πρωτοτυπία ύπαρξη, η δύναμη του λόγου.
Θα μιλήσω ως ποιητής κατά κύριο λόγο, ίσως και ως λίγο δημοσιογράφος αλλά σίγουρα όχι ως κριτικός που δεν είμαι.

Ως ποιητής, που συνάντησε διαβάζοντας το «Εκ του Σύνεγγυς», μιαν αδιατάρακτη οδύνη, ένα παρατεταμένο λυγμό, τον λυγμό της απώλειας της αγαπημένης πόλης μαζί και της απώλειας ενός σημαντικού τμήματος των παιδικών χρόνων.
Της απώλειας ενός μέλλοντος, γιατί κάθε απώλεια τόπου, είναι συνάμα και απώλεια χρόνου, χρόνου δικού μας, κλεμμένου και λεηλατημένου. Χρόνου ξεριζωμένου από το υπόστρωμα του ηλικιακού εδάφους, αιωρούμενου στην μαύρη τρύπα του αβέβαιου.
Στο βιβλίο καταγράφεται ένα έγκλημα που η ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί να εγκαλέσει γιατί συντελέστηκε στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής εκεί που το χέρι του νόμου δεν φτάνει, αλλά και να έφτανε, πως θα μπορούσε να απαλύνει τη θλίψη και την οδύνη;
Στο ποίημα «Παιδί στο προσφυγόσημο» η ακόλουθη εικόνα :

Παιδί στο προσφυγόσημο
Ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
Ρακένδυτο και δακρυσμένο
Πλάι στο συρματόπλεγμα
Θέλει να ελεύθερο να περπατήσει
Να ζήσει θέλει
Να ξεκολλήσει επιτέλους
Την παιδική ψυχή από το έρεβος
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
Σε φακέλους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί.

Όπου η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αφήνει την έγερση του ερεθίσματος να ωριμάσει, αφαιρώντας το περιττό, όπως κανείς διεισδύει στο βάθος των πραγμάτων και αφουγκράζεται τους παλλόμενους πυρήνες, εκεί και οι καλύτερες στιγμές της συλλογής.
Ακόμα ένα τέτοιο παράδειγμα το ποίημα «Τραγική ειρωνεία» ένα από τα κορυφαία ποιήματα της συλλογής και από τα πιο μεστά που διάβασα τον τελευταίο καιρό:

Όσο κι αν το προσπάθησα
Να ξεχωρίσω δεν κατάφερα
Αν ήταν αλλοθρήσκων
Ή ομοθρήσκων οι καρδιές
Που κάποια χέρια σκάλισαν
Σε τοίχο στη μοιραία πόλη
Επέζησαν εντούτοις του πολέμου.

Μέσα από λίγους στίχους, η ποίηση αναδεικνύει την ουσία. Χωρίς αχρείαστους διδακτισμούς και με έμφαση στην λεπτομέρεια, υπαινικτικά και ανεπιτήδευτα, η ποιήτρια καταφέρνει να υπερυψώσει το ποίημα στην κορυφή της κλίμακας, να του επιτρέψει την πραγμάτωση. Να καταδείξει τον συμβολισμό. Να σε παραπέμψει σε αυτό που μπορείς να υποθέσεις και όχι να ετυμηγορήσεις. Αυτό που μπορείς συνειρμικά φανταστείς: Ότι κάποιοι νέοι στην ελεύθερη και γεμάτη σφυγμούς ζωής, Αμμόχωστο, εκδήλωναν έτσι τον έρωτα τους, την αιώνια τους δέσμευση χωρίς να υπολογίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτα αιώνιο, ότι εκεί πέρα κάποιοι ερωτεύονταν, δίχως να υποψιάζονται την επικείμενη καταστροφή και δεν έχει σημασία αν ήταν χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, μπορεί να ήταν και από τα δύο, ότι οι βόμβες δεν κατέστρεψαν τις ζωγραφισμένες από άδολο, τρεμάμενο χέρι καρδιές, ότι δεν ξέρουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ τι απέγινε εκείνος ο έρωτας, αν ολοκληρώθηκε ή όχι, ότι η συγκυρία τα έφερε με τρόπο που αυτή η εικόνα πέρασε μέσα από το βλέμμα της Καϊμακλιώτη, έγινε ποίημα, μπήκε σε βιβλίο και να ‘μαστε εδώ απόψε να την εισπράττουμε, εμείς, και κάποιοι από εμάς που δεν είδαν ποτέ την Αμμόχωστο αλλά μπορούν να συγκλονιστούν από την αντίφαση της αθωότητας από τη δραματοποίηση της.

Όπου η Α.Κ. επιχειρεί να πολιτικολογήσει όπως για παράδειγμα τα ποιήματα «Οκτώβρης του 2013» ή «Λύση», ή αίσθηση μου είναι ότι δεν αποφεύγει αχρείαστες πεζολογίες, διακηρύξεις και διατυπώσεις πολιτικών θέσεων, που θα μπορούσαν να αφεθούν να εννοηθούν διακριτικότερα ή με κάποια δόση αμφιβολίας για την ορθότητα τους. Και ο υποφαινόμενος έχει γράψει πολιτικού περιεχομένου ποίηση, η ποίηση είναι από μόνη της μέγιστη πολιτική πράξη και η ποιητική γραφή δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται στα στενά όρια μιας επαναλαμβανόμενης εσωστρέφειας. Το θέμα είναι οι επιφυλάξεις μας να υπερισχύουν των πολιτικών προσλαμβάνουσων μας.
Όπως προφανώς συνάγεται, το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής είναι αφιερωμένο στην Αμμοχώστο, πόλη στην οποία η ποιήτρια έχει γεννηθεί και περάσει τα πρώιμα χρόνια της ηλικίας της μέχρι την Α’ τάξη του Δημοτικού. Πόλη την οποία λόγω της προδοσίας και της τουρκικής εισβολής, η Καϊμακλιώτη όπως και τόσοι άλλοι Αμμοχωστιανοί δεν ευτύχησαν να γευτούν στην πλήρη καρποφορία της. Αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν, προλαβαίνοντας να πάρουν μαζί τους, λίγα υπάρχοντα αλλά και το άρωμα κάποιων χρόνων βίου. Ως εκ τούτου, το απόσταγμα τούτου του αρώματος είναι ελλειπές και το παράπονο, η πίκρα αυτής της βίαια και άδικα διακοπείσας όσμωσης με τον γενέθλιο χώρο, είναι διάχυτα στη συλλογή. Όπως διάχυτη είναι και η αίσθηση της διάψευσης, αφενός, του φυσιολογικού οράματος για μια ομαλή ανάπτυξη στον γνώριμο τόπο, αφετέρου, για άρση της αδικοπραγίας.

Το ποίημα «Αιώνες Τώρα» ενδεικτικά:

Περιμέναμε την άνοιξη
Και την ανάσταση
Λησμονήσαμε ότι προηγούνται
Αιώνες τώρα
Η προδοσία
Και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
Και Ιούδες
Αιώνες τώρα
Μας φιλούν.

Η ποιητική συλλογή Εκ του Σύνεγγυς, αποτελεί την εικονοποιεία μιας πραγματικότητας, ελλοχεύουσας μέσα στον κοχλάζοντα πυρήνα της μνήμης. Μιας πραγματικότητας που συνθλίβει, αποσπασμένης από το καθημερινό εξωτερικό γίγνεσθαι το οποίο έχει πάψει να τραντάζει συχνά τις εσωτερικές χορδές της ψυχής μας, αποδεικνύοντας πως η απώλεια μέρους της πατρίδας, επιμηκυνόμενη στον χρόνο, μπορεί να μετατραπεί σε σιωπηρή συνήθεια, αποκαρδιωτικά συμβατή με τη ζωή μας.
Ωστόσο, από καιρό εις καιρό, εμφανίζονται έργα τα οποία μας υπενθυμίζουν αυτό που χάσαμε. Και δεν χάνεις μόνο αυτό που είχες. Χάνεις και αυτό που θα μπορούσες να αποκτήσεις. Εμφανίζεται ποίηση που μας υπενθυμίζει αυτό που ξέραμε, κατά την προσφιλή έκφραση μιας αγαπημένης Κύπριας φιλόσοφου.
Με μια έννοια, το Εκ του Σύνεγγυς το εκλαμβάνω όχι απλώς ως μια ελεγεία για τη χαμένη πόλη αλλά και ως ένα πυκνόμετρο πολλών χαμένων ζωών και μιας υπερμεγέθους ποσότητας χαμένου χρόνου. Το εκλαμβάνω και ως μια μάχη με το ανίκητο, όσο και μια αντίσταση, ένα προσκλητήριο αν όχι για έγερση, τουλάχιστον για συνειδητοποίηση πως το αποτέλεσμα, πια δεν μπορεί να είναι νικηφόρο γιατί ήδη οι ζημιές που καταμετρούνται είναι ανεπανόρθωτες. Στο ποίημα «Πρόσφυγες», ο συμψηφισμός της μνήμης με τη λήθη γεννά την εξής στιχοπλοκή:

«…πορεύομαι πλάι σου καιρό.
Δεν ξεχνώ αλλά ούτε θυμάμαι».

Ένα γύμνασμα μνήμης είναι και το ποίημα «Αμμόχωστος» το οποίο υπερβαίνει της αναπόλησης, αφαιρώντας τις επιχωματώσεις που αδρανοποιούν την αφή της αυτογνωσίας.

«Για να σε λησμονήσω
Ξαπλώνω στην άμμο σου
Και μαζεύω φωτόνια
Ύστερα τα αλείβω
Με ευλάβεια στο δέρμα μου
Μικροσκοπικά αστέρια
Φυτρώνουν εντός μου
Και τότε ανατέλλω μηδενικά φορτισμένη
Πανδέκτης και πανσέληνος αλλού
Μα δε σε λησμονώ»

Διαβάζοντας τη συλλογή, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της εκτυλίσσεται τόσο κινηματογραφικά όσο και ψυχογραφικά, αισθάνθηκα την εξής εικόνα: Την Αγγέλα Καϊμακλιώτη σε αγώνα δρόμου να τρέχει και να προσπαθεί να πιάσει σφικτά την άκρη της κλωστής που συγκρατεί τα κομμάτια της μνήμη της. Η καυτή ανάσα αυτού του αγκομαχητού, της συσσωρευμένης απόγνωσης, διάχυτη και στο ποίημα «Μετάληψη» όπου διατυπώνεται μάλλον απελπισμένα η δέσμευση ενός προσωπικού «δεν ξεχνώ».

«Τα σα εκ των σων, Αμμόχωστος
Ορκίζομαι να ρίχνω λάδι εσαεί
Στης μνήμης το ανέσπερο καντήλι»

Στο «Εκ του Σύνεγγυς», η Α.Κ. πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό το ζητούμενο για κάθε ποιητή. Να δώσει τις σωστές αναλογίες στις χημικές ενώσεις των λέξεων, ώστε αυτές να αντέξουν το βάρος του ποιήματος. Διότι, κατά την άποψη μου, δεν είναι οι λέξεις το ουσιώδες μέρος της ποίησης, οι λέξεις είναι το μεταφορικό μέσο της πνοής, το μονοπωλιακό μέσο της υλοποίησης της. Ας μην αποθεώνουμε τις λέξεις λοιπόν, ας αποθεώσουμε την πνοή που τους έδωσε προστιθέμενη αξία, χρησιμοποιώντας μια έκφραση της εποχής μας.
Εξαίρετο όσο και ενδεικτικό παράδειγμα, συναντούμε στο ποίημα «Βαρωσιώτες» όπου η ποιήτρια μιλά για τους γέρους Βαρωσιώτες «φαντάσματα προγόνων σε ψυχές εφήβων», καταλήγοντας :

«Τις Κυριακές
Περνούν σκυφτοί τα οδοφράγματα
Βυθίζονται στη θάλασσα και κρυφοκλαίνε»

Και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, η Α.Κ. πετυχαίνει ένα αξιοπρόσεκτο ποιητικό αποτέλεσμα, ειδικά όταν αξιοποιεί τη ζωντανή μαρτυρία ανθρώπων, εκλιπόντων ή μη, ξεσκεπάζοντας από τις γάζες της λήθης την κακοφορμισμένη πληγή, συνοψίζοντας τις αναρίθμητες παραμέτρους του ανείπωτου.

«Του αγνοούμενου ΙΙ»

«…Φέτος με ταυτοποίησαν
Δεν ήρθες στην κηδεία
Η μάνα μας κρατά ακόμα τη φωτογραφία.
Εσύ;»

Θα μπορούσα να μιλώ για ώρες για όσα διάβασα στο «Εκ του Σύνεγγυς». Ωστόσο, όταν κανείς μιλά πολύ για ποίηση, δεν επιτρέπει στην ίδια την ποίηση να μιλήσει. Και τα σημαντικά μονάχα η ποίηση μπορεί να τα πει, χωρίς να έχει ανάγκη από ενδιάμεσους και μεσολαβητές, ασκητές της πολυλογίας, ενώ η ποίηση αποκορυφώνει το ελάχιστο σε μείζων.
Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω τα εξής:
Το βιβλίο της Α.Κ. με οδήγησε ξανά στο συγκλονιστικό ποίημα του κορυφαίου όσο και αποσιωπημένου μας ποιητή Παντελή Μηχανικού «Ονήσιλος».

Στην πραγματικότητα τόσο αυτή η συλλογή όσο και όλες οι άλλες των Κυπρίων ποιητών, τα πεζογραφήματα και όλα τα έργα τέχνης που αναφέρονται στην ιστορική μας μοίρα όπως αυτή καθορίστηκε το 1974, αποτελούν την τραγική εκπλήρωση της προφητείας του Ονήσιλου.
Από τότε, όλοι μας είμαστε παιδιά του Ονήσιλου, η εθνική μας πορεία καθορίζεται από την προφητεία του, η οποία αργά αλλά δυστυχώς σταθερά επαληθεύεται όχι μια φορά, αλλά συνεχόμενα με τον πιο τραγικό και συνάμα, τιμωρητικό τρόπο.
Τον τρόπο του ανήμπορου βλέμματος, του βλέμματος επί του βουβού Πενταδάκτυλου, της έρημης πόλης της Αμμοχώστου, της αφόρητα νεκρής ζώνης και τόσων άλλων περιοχών μας, που η δυνατότητα της οπτικής επαφής μαζί τους ή της απλής επίσκεψης, συνιστά τον θρίαμβο της ουτοπίας μέσα στην οποία ζούμε. Μιας ουτοπίας που παραγγέλλει πως αφού τα βλέπουμε είναι ακόμα εκεί και παραβλέπει πως απέχουν από εμάς σαράντα ολόκληρα χρόνια.

*Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι ποιητής και δημοσιογράφος και το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση της ποιητικής συλλογής.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Εφημερίδα Αλήθεια 1/12/2016

 

Για την Αγγέλα Καιμακλιώτη γνώριζα ελάχιστα ως πριν ένα χρόνο. Κάποια ποιήματα της σε ανθολογίες και περιοδικά. Και μ’ αυτά τα λίγα είχα εύκολα διακρίνει put νέα σημαντική φωνή Θυμάμαι πόση εντύπωση που είχε κάνει το ποίημά της «Οι γάτες του Τεκκέ», στίχοι που μ’ άφησαν έκπληκτη για την
πρωτότυπη εικόνα τους και το μήνυμά τους (Νέα Εποχή. τεύχος 327). Έχω, λοιπόν, στα χέρια μου το «Εκ του σύνεγγυς». το πρώτο της ποιητικό
βιβλίο που διαβάζω, και το πρώτο ολοκληρωμένο βιβλίο της. μετά τα διηγήματα της «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες» (εκδ. Πήλιο. 2011). Από την ίσαμε
τώρα επαφή μου με τη δουλειά της διαπιστώνω με συγκίνηση, ακόμα μια φορά, τη μεγάλη ευαισθησία της ποιήτριας και την αγάπη της για τον τόπο της: την Κύπρο. Ίσως είναι η μόνη κυπροκεντρική μας ποιήτρια. Τόσο τα διηγήματά της. όσο και η «Εκ του σύνεγγυς» ποίησή της αυτό μαρτυρούνε: τον πόνο, την ανησυχία γι’ αυτά που έχει περάσει ο τόπος, για όσα συμβαίνουν τα 42 τούτα
χρόνια
«ΕΚ του σύνεγγυς», λοιπόν, ξεκινάμε την ανάγνωση και τη διερεύνηση της ποιητικής αυτής δουλειάς που, απ’ την πρώτη σελίδα της. σε καθηλώνει με μια εικόνα: Παιδί στο προσφυγόσημο (σελ- 11). Τι έμπνευση, αλήθεια, και τι δυνατός συμβολισμός το γνωστό παιδί που εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε, σε φακέλους σημαδεμένους! «Ξυπόλητο σαράντα χρόνους/ ρακένδυτο και δακρυσμένο/ πλάι στο συρματόπλεγμα/ θέλει ελεύθερο να περπατήσει / να ζήσει θέλει/ να ξεκολλήσει επιτέλους/ την παιδική ψυχή από το έρεβος».
Τι να πει κανείς και για τα επόμενα. Εναγώνιες φωνές συχνά σπαρακτικές όπου «φαύλη ανακύκλωση ευχών/του χρόνου στα σπίτια μας/ του χρόνου στα
σπίτια μας / του χρόνου/ Ποιου χρόνου;» (σελ. 13).
Η ποιήτρια γνωρίζει καλά πως όσο είναι δεμένη με τον τόπο της θα βλέπει πάντα το δράμα της πατρίδας μπροστά, γύρω και μέσα της. «Εκεί/ η πατρίδα ψυχή/ σώμα σε Προκρούστειο κλίνη» (σελ. 15). και σίγουρα θα ζει και θα επιμένει να ζυμώνει τις μνήμες της με τις γροθιές… «Μεσαορία/κι εσύ/ αλώνιζε τα ματωμένα στάχυα/και κράτα σπόρο καθαρό/ αντίδωρο και πρόσφορο/ για τους επόμενους» (Το ιερό ψωμί. σελ. 17).
Η ποίηση της Αγγέλας Καΐμακλιώτη είναι μοντέρνα, σύγχρονη και διαχρονική, υποβλητική. Και το πιο σημαντικό, προσωπική. Δεν θυμίζει, στο στυλ ιδιαίτερα, κάποιο ή κάποιους άλλους ποιητές. Ο αγώνας της. το αναλαμβάνεσαι από την πρώτη στιγμή είναι να διαμορφώσει ένα δικό της τρόπο έκφρασης Και το πετυχαίνει όσο λίγοι. Μια ποιήτρια που το ήθος, η σεμνότητα και η απλότητά της την καθιερώνουν ως μία από τις πιο σημαντικές ποιητικές φωνές του τόπου μας. Ήδη οι προσκλήσεις σε εκδηλώσεις, τόσο στον τόπο μας όσο και στο εξωτερικό, οι μεταφράσεις ποιημάτων της σε διάφορες γλώσσες δείχνουν πως η αναγνώριση είναι συνεχής και σταθερή. Αναγνώριση; Ναι. δεν χρειάζονται «βραβεία» και
οι κάθε λογής αμφιλεγόμενες «διακρίσεις» εδώ κι αλλού. Η ίδια η δουλειά της. μια δουλειά που φέρει πάν’ απ’ όλα την προσωπική της σφραγίδα και
την αληθινή της αγάπη για τον τόπο της. για τον οποίο «αρνείται ποιήματα ασπρόμαυρα να γράφει» κι όπου θέλει «τις λέξεις της γυμνές να κολυμπούν
στον ήλιο» και το μολύβι της σαν «γλάρος να παρασύρει στ’ ανοιχτά την αλφαβήτα».

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 25 Μαΐου 2015

Θεματική ‘74 αλλά με σύγχρονη οπτική

Με τη νέα και τρίτη στη σειρά ποιητική συλλογή της η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αλλάζει άρδην τη θεματική της στόχευση μετακινουμένη από την ερωτική ποίηση στη δημοσιολογική. Αιχμή του δόρατος στην όλη θεματική προσέγγισή της η κυπριακή τραγωδία, όχι όμως ως στατικό γεγονός του 1974, αλλά ως απότοκο φθοροποιών διεργασιών μέσα στην κυπριακή κοινωνία στη σύγχρονη εποχή, στις μέρες μας δηλαδή. Η Αγγ. Κ. δεν γράφει για να αναθεματίσει αίτιους και πρωταίτιους, αλλά για να ψέξει, να μεμφθεί, να οικτίρει, ενίοτε και να συμπονέσει σύγχρονους και συνομήλικους συμπατριώτες της, που έζησαν, όπως και η ίδια, την κυπριακή τραγωδία στην πρώιμη παιδική τους ηλικία.
Εξ ου και εναρκτήριο ποίημα στη συλλογή είναι το «Παιδί στο προσφυγόσημο», όπου η ποιήτρια σημειώνει: «…θέλει ελεύθερο να περπατήσει / να ζήσει θέλει / να ξεκολλήσει επιτέλους / την παιδική ψυχή από το έρεβος / εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε / σε φακέλους σημαδεμένους / Δεν ωφελεί». (σελ. 11) Όλη η ουσία του ποιήματος συμπυκνώνεται στον τελευταίο στίχο: «Δεν ωφελεί», όπου με πίκρα και απογοήτευση συμπεραίνεται το μάταιο και ανώφελο της όποιας αγωνιστικής προσπάθειας και διάθεσης.
Την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο όποιος αγώνας του κυπριακού λαού ενάντια στην κατοχή η ποιήτρια σκιαγραφεί λακωνικά και αποφθεγματικά ως εξής: «Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι». (σελ. 13)
Παρ’ ολ’ αυτά, κάθε άλλο παρά διάθεση παράδοσης και ειρήνευσης με τα δεδομένα και τα τετελεσμένα της κατοχής διακρίνει τους στίχους της Αγγ. Κ.: «Τα σα εκ των σων, Αμμόχωστος / ορκίζομαι να ρίχνω λάδι εσαεί / στης μνήμης το ανέσπερο καντήλι». (σελ. 19)
Γι’ αυτό και όπου εντοπίσει τον συμβιβασμό, την παραδοχή ή την αποδοχή η ποιήτρια σπεύδει να καταδικάσει όχι με βδελυγμία ή αποστροφή αλλά με πόνο ψυχής. 0πως πχ στους «Βαρωσιώτες» όπου λέει: «Τις Κυριακές περνούν σκυφτοί / τα οδοφράγματα / βυθίζονται στη θάλασσα / και κρυφοκλαίνε». (σελ. 20)
Αυτός ο πόνος ακριβώς είναι διάχυτος παντού, σ’ ολόκληρο το βιβλίο, ίσως το μοναδικό συναίσθημα που δεν αλλοίωσε ή δεν κατασίγασε ο χρόνος, ο πανδαμάτωρ χρόνος. Όπως πχ στο ποίημα «Θεοφάνεια» που η ποιήτρια λέει: «…και το βλέμμα περιστέρι νεκρό / σε κατεχόμενους ουρανούς / εβεβαίου του πόνου το ασφαλές». (σελ. 21)
Ο ψόγος, η μομφή, ο σαρκασμός, κάποτε και ο καγχασμός αφορούν το σήμερα. Το χθες, το 1974, είναι το έναυσμα, το ερέθισμα για να ειπωθούν πράγματα, φρέσκα, σύγχρονα, σημερινά. Έτσι, πχ το επετειακό «Ιούλης» είναι απλώς η αφορμή: «Ελέω λειψυδρίας / λειψανδρίας προπάντων / Μονόλεπτη σιγή / μονόλεπτη ντροπή / μονόλεπτος σκασμός / Ύστερα / ψυχές ρακένδυτες / μπάνια στις παραλίες». (σελ. 24)

Η αντικατοχική θεματική, από μόνη της, a priori, εμπερικλείει πολλούς κινδύνους διολίσθησης σε μεγαλοστομίες, σε πομπώδεις ρητορείες, σε άγαρμπους διδακτισμούς και άλλες ατραπούς. Πιστεύω πως είναι προς πίστη της Αγγ. Κ. το γεγονός ότι, κατά την άποψή μου, κατάφερε να τιθασεύσει αυτή την «έμφυτη ροπή» που έχει η συγκεκριμένη θεματική σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Δεν κατάφερε όμως να την εκμηδενίσει εξολοκλήρου. Έτσι, αραιά και που, κάποια ψήγματα διδακτισμού ή μεγαλοστομίας της ξεφεύγουν. Πχ «Εσύ που πέρασες σκυφτός / τα οδοφράγματα / το ξέρεις / Δεν είναι δρόμοι η πατρίδα /ούτε οικόπεδα / είναι τα όνειρα και οι ανάσες / κάτω από κλήματα / σε καθαρές αυλές /…». (σελ. 30)
Ακόμη ένα ψήγμα πομπώδους προσέγγισης απαντούμε και στο ποίημα: «Πωλείται χρυσός»: «Πωλείται σε τιμή ευκαιρίας / ελλείψει αιδούς κι ελευθερίας». (σελ. 34)
Έχω την άποψη πως η ποιήτρια καθίσταται πιο εύστοχη, πιο λειτουργική και πιο καίρια στις επισημάνσεις της, όταν οι στίχοι της κυριαρχούνται από το στίγμα της μομφής, του ψόγου, της κριτικής αποτίμησης: «Κι εμείς / ενδοτικοί σπουργίτες / αναμεταδίδουμε / φλυαρίες χελιδονιών / και λοιπών αποδημητικών / για δήθεν ερχομό / της άνοιξης». (σελ. 33)
Η δημοσιολογική κριτική της ποιήτριας πιστεύω ότι αποφέρει αξιοσημείωτους καρπούς, κυρίως όταν επιστρατεύεται η σαρκαστική ειρωνεία και μια διάθεση αποδόμησης και απομυθοποίησης των πραγμάτων και των δεδομένων. Πάνω σε αυτή τη θεματική μα και υφολογική προσέγγιση από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ποίημα: «Του Αη Γιωρκού του Σπόρου» (σελ. 40) όπου «Ο Αη Γιώργης καβαλάρης στον άσπρο Πήγασο / …νικά τον δράκο στον αιώνα / σε μαρμαρένιες εκκλησιές / μάχες κλιματιζόμενες / …». Για να καταλήξει με το απαισιόδοξο μήνυμα πως «Η κόρη μάταια τον περιμένει / ο δράκος πια ημιθανής αργοπεθαίνει / αποστρατεία αυτεπάγγελτη εγγυημένη».
Εν μέρει εκτός κεντρικής θεματικής, προς το τέλος της συλλογής, η ποιήτρια καταθέτει και ένα ποίημα ποιητικής. Στην ουσία μια διακήρυξη προθέσεων, την οποία και καταφέρνει να εφαρμόσει σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό: «…ποιήματα με χιτώνες / και μανδύες με κουράζουν / θέλω τις λέξεις μου γυμνές / να κολυμπούν στον ήλιο /…». (σελ. 49)

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Τρίτη ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη , το έργο της «Εκ του σύνεγγυς» μοιάζει με μία επαναπροσέγγιση του πολιτικού δράματος της πατρίδας της , της Κύπρου , μέσα από το φακό μιας λυρικής περιήγησης στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού . Το μολύβι της ποιήτριας ανασηκώνει τον κρυμμένο πόνο , διαγράφει τις διαστάσεις της απουσίας , ρίχνει φως στα μάτια των ανθρώπων που απόμειναν οριστικά μισοί .Μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο η μνήμη , εργαλείο επαναφόρτισης της ιστορικής συνείδησης των ανθρώπων , ανάγεται σε κινητήριο μοχλό της ποιητικής έμπνευσης και σε πρωταρχικό αίτημα του ποιητικού υποκειμένου [Απερίσκεπτα / Απενεργοποίησες τη μνήμη / Αδρανοποίησες τη φωνή / Ακύρωσες τη ζωή σου / Αρνήθηκες /το Α το στερητικό / στη λήθη να προσάψεις / Φοβήθηκες μη γίνεις αλάτι/ σαν τη γυναίκα του Λωτ] . Η δε γενέθλια πόλη της ποιήτριας , η Αμμόχωστος , μια ιδιόμορφη νεκρόπολη, είναι πανταχού παρούσα , με το παρελθόν και το παρόν της , και ανυψώνεται σε σύμβολο της ζωής που τελεί υπό το ζυγό της ξένης κατοχής . Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτος ο τρυφερός σύνδεσμος που ενώνει την πόλη με το ποιητικό υποκείμενο , σχέση που θυμίζει παλιούς εραστές που αποζητούν την αποκάθαρση από το ερωτικό πάθος ,αλλά στο τέλος αδυνατούν [Για να σε λησμονήσω /ξαπλώνω στην άμμο σου / και μαζεύω φωτόνια / Ύστερα τα αλείβω /με ευλάβεια στο δέρμα μου /Μικροσκοπικά αστέρια /φυτρώνουν εντός μου/ και τότε ανατέλλω / μηδενικά φορτισμένη/ πανδέκτης και πανσέληνος αλλού/ Μα δε σε λησμονώ ] . Κι ενώ η ποιήτρια γράφει ποιήματα με πολιτική απόχρωση , αυτό που εντυπωσιάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να διαθλάσει το πολιτικό μήνυμα σε μικρά λυρικά στιγμιότυπα , μέσα στα οποία συνυπάρχουν το όμορφο και το τραγικό . Έτσι , το μήνυμα μεταφέρεται στον αναγνώστη φιλτραρισμένο με εικόνες νοσταλγικές και κάποτε πολύ τρυφερές , ενώ την ίδια στιγμή μέσα στους στίχους παρελαύνουν πρόσφυγες , μετανάστες , αγνοούμενοι , παιδιά που αγγίζουν συρματοπλέγματα , σύγχρονοι Οθέλλοι , «γκρεμισμένα σώματα» των γερόντων , όλα παρουσίες σε έναν τόπο διαρκώς απόντα και διαρκώς ακυρωμένο. Από την άποψη της τεχνικής , τα ποιήματα αναπτύσσονται κατά κανόνα σε λίγους στίχους μέσα σε ένα κλίμα μετρημένης συναισθηματικής φόρτισης .Η ποιήτρια , ευτυχώς , αποφεύγει με έντεχνο τρόπο την παγίδα της υπερβολής ή της επιτήδευσης , με αποτέλεσμα να αναδύεται αβίαστα μέσα από την ανάγνωση η αίσθηση της ειλικρίνειας. Εκτός αυτού , εναλλάσσει συνεχώς τα αφηγηματικά της υλικά , χρησιμοποιώντας ισορροπημένα την αφήγηση , την περιγραφή , το μονόλογο , το διάλογο ,την εξομολόγηση ,τον επιφωνηματικό λόγο , χαρίζοντας στο ύφος των ποιημάτων της μία ποικιλία η οποία τονώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και βοηθά την ίδια να εκφράσει πολυπρισματικά το μήνυμά της . Κι όπως γράφει η ίδια στο ποίημα «Αισιοδοξία» : Αρνούμαι ποιήματα / ασπρόμαυρα να γράφω/ σε παλαιούς καθρέφτες/ να κοιτάζω αρνούμαι/ ποιήματα με χιτώνες / και μανδύες με κουράζουν/ θέλω τις λέξεις μου γυμνές/ να κολυμπούν στον ήλιο / και γλάρος το μολύβι μου/ να παρασύρει στ’ ανοικτά/ την αλφαβήτα . Αυτή είναι λοιπόν η ποιητική της Αγγέλας Καϊμακλιώτη , πολύχρωμη και συνάμα γυμνή . Γυμνή από εκείνα τα στοιχεία που βαραίνουν τον ποιητικό λόγο και τον κάνουν δύσκαμπτο και νωθρό.

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

Η ποιητική δημιουργία της Αγγέλας Καϊμακλιώτη

Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, καθώς αναδύεται από το γυναικείο αισθητήριο ενός ευαίσθητου ψυχισμού, αναβλύζει τη χάρη μιας λυρικής, λιτής ποιητικότητας, μεστής, ωστόσο, πυκνών νοημάτων και φιλοσοφικών συλλήψεων, που ενορχηστρώνονται κάτω από τις αισθαντικές χορδές εύρυθμης ερωτικής παιδαγωγίας. Στη συνεκτική διαλεκτική δόμηση σημαινόντων και σημαινομένων οι άξονες της θεματικής της περιστρέφουν τις περιάκτους τής υποβλητικής σκηνογραφικής της εικονοπλασίας γύρω από καθημερινά δρώμενα, μεταστοιχειώνοντάς τα από το «τόδε τι» στο «τι έστιν», στην καθολική τους ουσία και στην ενυπόστατη μεταφυσική τους προοπτική.
Μέσα από τις αναζητήσεις και τις ανατάσεις, τις πτώσεις και τις μεταπτώσεις, αλλά και τις ενσυνείδητες μετατοπίσεις έως τις αέναες ορμέμφυτες πτήσεις ο ποιητικός της λόγος, αποβάλλοντας κάθε περιττό φορτίο επουσιώδους κοινοτοπίας, μας απογειώνει στην περιοχή των ορατών ονείρων και των κρυπτικών αθέατων οραμάτων. Με εύληπτους, εντούτοις, αποκωδικοποιητές της αλληγορικής σημειολογίας, των αινικτικών συμβολισμών και των εύοπτων συνειρμικών συνδηλώσεων. Έτσι, με πυξίδα τις τρεις ποιητικές της συλλογές, την ακολουθούμε στο ταξίδι της δικής της ποιητικής Ιθάκης, σταθμεύοντας σε ελκυστικούς προορισμούς των απέραντων εσωτερικών της τοπίων και αποκτώντας «τες καλές πραγμάτειες» μιας εύκαρπης συγκομιδής.
Απ’ όσα συναπεκόμισε ο Ζήνων Ζαννέτος, προλογίζοντας την πρώτη της συλλογή, που, ευστόχως, τιτλοφορεί «ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα», παραθέτουμε ενδεικτικά κάποια ψήγματα των κριτικών του αποτιμήσεων, που δεν διαψεύδουν τις δικές μας αναγνωστικές προσεγγίσεις:
«Με λογική χειραγωγία η ποιήτρια οδηγείται από τον διάλογο του έρωτα στη μονόλογη κατάφαση ή υπέρβασή του, με εικόνες του λογισμού, πιο πολύ, παρά του θυμικού, όπως συνηθίζεται στην ποίηση και, μάλιστα, στον πρωτοβηματισμό της. […] Στα ποιήματα της «Αλφαβήτα» συναντάει κανείς λυρικούς στίχους με πρωτότυπη ειδή, αλλά και γνώμες έννοιες για τον έρωτα από τον υπαρξιακό κήπο της συγκίνησης, της θλιβής και της γηθοσύνης της ποιήτριας, με ιδιαίτερη γραφή και τρόπο».
Αποσπούμε κάποια αυτοτελή επιγραμματικά ποιήματα αποφθεγματικής απήχησης, που επαληθεύοντας τα προρρηθέντα αντικατοπτρίζουν το ήθος και το ύφος της ποιητικής γραφίδας: «Μια πεταλούδα: / Ανάλαφρο αντιφέγγισμα ψυχής, / μετείκασμα παράδεισου». «Πόσους αιώνες κρύβει η στιγμή; / Κι η άνοιξη πόσους χειμώνες;». «Όσο το σκέφτομαι / τόσο το πιστεύω, / πως η αγάπη / είναι σονέτο για πιάνο, / για τέσσερα χέρια όμως».
Πέραν από τις αντιστικτικές συγχορδίες και τις παλινωδίες του ερωτικού απολογισμού, η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη ασθματικές υπαρξιακές εκμυστηρεύσεις, που καταγράφουν από το Α έως το Ω τής «Αλφαβήτα» της συνειδητά βήματα και αυτεπίγνωστες διαδρομές ζωής, ένα οιονεί αυτοβιογραφικό χρονικό, όπως προϊδεαστικά συναρθρώνεται στο πρώτο της ποίημα με ρηματικές και ουσιαστικές αποφάνσεις: «Απύθμενα / βάθη / γονυπετής / διένυσα / επιθυμώντας / ζωή / ήλιο / Θεό. / Ικετεύοντας / και / λοιδορώντας / μοίρες / νυκτερινές. / Ξέροντας / ότι / πέρασαν, / ρήμαξαν, / σκότωσαν, / τέλειωσαν. / Ύστερα / φεύγοντας / χρωμάτισα / ψεύτικα / ωροσκόπια».
Οι στοχαστικές ανασκοπήσεις τής ποιητικής της προβληματικής, όπως η αναβίωση της πρώτης αθωότητας, η έννοια της ελευθερίας, του χωροχρόνου και της ανθρωπογνωσίας στο αντιθετικό ή αντιφατικό δίπολο των φυγόκεντρων και κεντρομόλων τάσεων μέσα από τα γήινα ή διαστρικά ταξίδια, όπως εμφαίνεται στο ποίημα «Στο Α του Κενταύρου», στοιχειοθετούν κομβικά θεματολογικά σημεία.
Οι μνήμες και οι αναμνήσεις, ωστόσο, των άπειρων και πεπερασμένων εμβιώσεων του χρόνου επανέρχονται στις «Στιγμές Αλκυονίδες», τη δεύτερη συλλογή τής Καϊμακλιώτη. Ακαριαία στιγμιότυπα αντίρροπων κραδασμών και παρατεταμένων δονήσεων στη χρωματική κλίμακα των λέξεων και των νοηματικών τους εμβαθύνσεων συνιστούν οι «Στιγμές» της πρώτης ενότητας. Κάτω από το φωτονικό μικροσκόπιο ανιχνεύουμε και πάλι τον ερωτικό πυρήνα εναλλασσόμενων σκέψεων και συναισθημάτων:

«Όταν σε σκέφτομαι βαθαίνω / Κι όταν σε αγαπώ πλαταίνω». Το ονειρικό σύμπαν, η άλλη όψη του πραγματικού ως Πλατωνική ανάμνηση τού ενοραματικά υπαρκτού κόσμου των ιδεών της ποιήτριας διατρέχει πολλά από τα ποιήματα και των τεσσάρων μερών της συλλογής. Αφουγκραζόμαστε κάποια σπαράγματα:
«Διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων / στον ήλιο να παραδοθούμε / Λευκή σημαία η ελευθερία». «Πίσω απ’ την πόρτα του ονείρου / στη διασταύρωση του απείρου». «Οδοιπόροι της άλλης όψης του φεγγαριού». «Μιαν αύρα / μια γαλήνη αναπολώ / ίσως ανάμνηση ή όνειρο». Άλλα ποιήματα αποτυπώνουν το οξύμωρο της χαρμολύπης και άλλα παλινδρομούν μεταξύ αισιόδοξης και απαισιόδοξης αίσθησης ή εξισορροπούν τη ματαίωση της απώλειας με τη νοσταλγική αναπόληση της πλήρωσης, αλλά και την κατάφαση της ζωής στην απαντοχή της προσδοκίας. Από την τρίτη ενότητα, που αξιοποιεί με απομυθοποιητικές μεταπλάσεις Ομηρικούς ήρωες, ανασύρουμε ένα παράδειγμα: «Εσύ όμως / γυναίκα Πηνελόπη / γεννήθηκες να περιμένεις / […] / πίνοντας φίλτρα / μητέρας, κόρης, αδελφής / τρώγοντας κάθε βράδυ / από το κόκκινο καρβέλι της αγάπης».
Στην «Εκ του σύνεγγυς» πρόσφατη συλλογή ο μνησιπήμονας πόνος της ημικατεχόμενης πατρίδας επανακάμπτει δριμύτερος με την κατασταλαγμένη απόσταση των σαράντα χρόνων τής Αισχύλειας Κυπριακής Τραγωδίας. Ο τουρκοπατημένος τόπος, οι πρόσφυγες, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι και οι εγκλωβισμένοι, αλλά και ο ενδοτισμός της προδοσίας, της απάθειας και της λήθης μνημειώνουν ανεξίτηλα με τόνους σχετλιαστικής ειρωνείας τους στίχους της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Ενδεικτικά επιλέγουμε: «Πατρίδα είναι μνήμη αυτογενής / τα άλλα είναι μνημόνια / συνθήκες νικημένων».

 

 

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Εφημερίδα ο Φιλελεύθερος 13 Οκτωβρίου 2013

Όλα τα ποιήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Στιγμές Αλκυονίδες», η οποία κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις «Πήλιο», είναι είτε ερωτικής είτε υπαρξιακής πνοής είτε και τα δυο μαζί.
Θεωρώ ωστόσο ότι η ποιήτρια πετυχαίνει καλύτερα αποτελέσματα στην ερωτική θεματική, ενδεχομένως γιατί εδώ οι εμπνεύσεις της είναι πιο βατές και πιο συγκεκριμένες. Π.χ. στο «Έκπτωτος Άγγελος» (σελ. 49), ανάμεσα σ’ άλλα, λέει: «Υποψία φτερών ελαφραίνει / τους ώμους σου / έκπτωτος Άγγελος / Εσύ / Εσύ μου».
Γενικά, στη θεματική της Αγγ. Κ. δεσπόζει η ερωτικο-λυρική διάθεση, αλλά ουδόλως απουσιάζει και μιας μορφής φιλοσοφική προσέγγιση: «Το νόημα της ζωής / μισοκρύβεται πίσω από το νοητό / παλεύει με το ανόητο / και νικά το αδιανόητο». (σελ. 9)
Ιδιαίτερα πετυχημένα βρίσκω τα ευσύνοπτα, λειτουργικά και καίρια ποιήματα της πρώτης ενότητας του βιβλίου. Λόγος λιτός, απλός και ευθύς, όπως στο πρώτο ποίημα της συλλογής: «Ήσουν / η γεύση του Αυγούστου / κι ήταν / η πρώτη μέρα του Χειμώνα». (σελ. 6)
Εύστοχο θεωρώ και τον τρόπο που η Αγγ. Κ. θεματοποίησε στην ποίηση της την ερωτική προσμονή: «Ακόμη κι άμα δεν έρχεσαι / είναι υπέροχο / που εγώ σε περιμένω». (σελ. 12)
Η δύναμη του στίχου της Αγγ. Κ. είναι η απλότητα και η λιτότητα. Όποτε πετυχαίνει την οικονομία του λόγου, τη λακωνικότητα, συνδυάζοντάς την με φαντασία και βαθύτερη σκέψη, το αποτέλεσμα είναι αξιοπρόσεκτο. Όπως στο «Μαζί σου» (σελ. 22), όταν λέει: «Το λίγο γίνεται πολύ / το πολύ λίγο / όταν τολμήσω να το μοιραστώ / μαζί σου / Το λάθος γίνεται σωστό / το σωστό λάθος / όταν τολμήσω να τ’ ονειρευτώ / μαζί σου / Είναι η αίσθηση που γίνεται ψευδαίσθηση / μαζί σου».

Όποτε η ποιήτρια ξεφύγει από τα τετριμμένα, όποτε επιστρατεύσει τη φαντασία ή την ακρίβεια των λέξεων, το αποτέλεσμα είναι απείρως καλύτερο. Όπως στο «Εποικοδομητική ασάφεια» (σελ. 27) όταν, ανάμεσα σ’ άλλα, λέει: «Μπορούσες άραγε / το “σ’ αγαπώ” εκείνο / αντί να το προφέρεις / να το προσφέρεις;».
Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα είναι καλύτερο και όταν υπάρχει προσχεδιασμένη και συμμετρική αρχιτεκτονική δόμηση ενός ποιήματος. Όπως συμβαίνει στο «Ειμαρμένη» (σελ. 35). Εδώ χρησιμοποιούνται οι Μοίρες, ως ποιητικές μορφές, αλλά και ως μέσο ποιητικής μετάπλασης ιδεών και συναισθημάτων, με υπαρξιακό υπόβαθρο.
Γενικά, η συμμετρική ανάπτυξη μιας ποιητικής ιδέας βοηθά την Αγγ. Κ. να πετύχει καλύτερα αισθητικά αποτελέσματα. Όπως συμβαίνει και στο «Αυτογνωσία», (σελ. 36) όταν λέει: «Μετρώ τον κόσμο / με το μοιρογνωμόνιο / της αισιοδοξίας / Χαράζω κάθετα την ευθεία της αφετηρίας, / οριζόντια / την ευθεία του τέρματος / Σημείο συνάντησης / η ορθή γωνία / της λογικής…». Εδώ, κατά την άποψή μου, φαίνεται καθαρά ότι η ευκρίνεια και ο ορθολογισμός, ουδόλως μπορούν να αποδυναμώσουν αισθητικά μια ποιητική ιδέα, φτάνει αρωγός στην όλη προσπάθεια να είναι η φαντασία, η ευαισθησία και η βαθύτερη σκέψη.
Η Αγγ. Κ. ανατρέχει συχνά στην ελληνική μυθολογία αναζητώντας μορφές και ποιητικά σχήματα αισθητικής μετάπλασης ποιητικών ιδεών, είτε πάνω στην ερωτική είτε πάνω στην υπαρξιακή θεματική, που είναι και οι πλέον προσφιλείς της. Συχνά όμως, λυπάμαι να παρατηρήσω, περιορίζεται στην απλή αναπαραγωγή των μυθολογικών προτύπων, μη προσθέτοντας σύγχρονες πινελιές ή μη δημιουργώντας ανατροπές από τα καθιερωμένα. Όταν το πράττει, όπως π.χ. στο «Του Οδυσσέα» (σελ. 41), το αποτέλεσμα είναι αξιοσημείωτο. Και το αξιοσημείωτο έγκειται στο ότι στη μορφή του Οδυσσέα, εμπερικλείονται ως εσωτερική αντιπαλότητα τα πάντα, και ο Πολύφημος, και οι Λαιστρυγόνες, και οι Σειρήνες, αλλά και οι Μνηστήρες. Πρόκειται για μια πρωτότυπη ανάγνωση του γνωστού μύθου που δικαιώνεται αισθητικά.
Έχω όμως ακόμη μερικές παρατηρήσεις να σημειώσω. Συχνά-πυκνά οι στίχοι της ποιήτριας γίνονται συμβατικοί, προβλεπτοί και ως εκ τούτου λιγότερο λειτουργικοί και επαρκείς αισθητικά. Π.χ. στο ποίημα «Το δέντρο της ζωής» (σελ. 56), μεταξύ άλλων, λέει: «Άσε τον άνεμο να σε μαστιγώσει… / Τη βροχή να σε ξεπλύνει… / Το χιόνι να σε παγώσει… / Τον ήλιο να σε ζεστάνει…». Ούτε μια ανατροπή, ούτε μια έκπληξη, ούτε ένας αιφνιδιασμός που να δικαιώνει το όλο εγχείρημα.
Γενικά, θα ήταν πολύ καλύτερα αν η Αγγ. Κ. απέφευγε τις κοινότοπες, τετριμμένες και πολυχρησιμοποιημένες φράσεις και εκφράσεις-κλισέ, όπως «στην άκρη του γκρεμού να περπατήσω» ή «τη μοίρα μας στα μάτια να κοιτάξουμε» ή «στο μάτι του (πιο κόκκινου) κυκλώνα» (σελ. 20), που όλες μαζί εντοπίζονται σε ένα και μόνο ποίημα, διαβρώνοντας το αισθητικό αποτέλεσμα και μειώνοντας την εμβέλεια της αρχικής ποιητικής ιδέας.
Ακόμη ένα ενδεικτικό παράδειγμα ποιήματος που κατατρύχεται από την κοινοτοπία είναι και το «Μεσοπέλαγα» (σελ. 25), στο οποίο τη μια «η αγάπη / μας βρήκε ναυαγούς μεσοπέλαγα», και την άλλη «μας παράτησε / η αγάπη ναυαγούς μεσοπέλαγα». Δεν φτάνει που καταγράφεται μια προφανής κοινοτοπία, επαναλαμβάνεται κιόλας μέσα σε ελάχιστους στίχους για να… εμπεδωθεί καλύτερα.
Θέλω όμως να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με το ποίημα που θεωρώ ως την καλύτερη στιγμή ολόκληρου του βιβλίου. Αναφέρομαι στο «Ονειροπληξία» (σελ. 54) που κρίνω ως το καλύτερο, κυρίως για την ακρίβεια, την παραστατικότητα και την ευρηματικότητά του. Το παραθέτω ολόκληρο. «Να αποφεύγεται καλύτερα / η γείωση ονείρων / εν μέσω βροχής / και καταιγίδων / εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα / Αλεξικέραυνα είναι τα όνειρα / μόνο των καλοκαιρινών διαδρομών».

 

 

ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΦΑΒΗΤΑ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

στην εφημερίδα Αλήθεια 7/8/2012

 

Εκτός από τον πεζό, η Αγγέλα Καϊκακλιώτη ξεχωρίζει και στον ποιητικό λόγο, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης διαβάζοντας, ή καλύτερα μελετώντας, την ποιητική της συλλογή «Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα»(Εκδόσεις Πήλιο). Μπορεί, άραγε, η ποίηση να ξεκλειδώσει την αλφαβήτα; Και μήπως, άμα την ξεκλειδώσει και μετά, δεν θα βρεθεί ενώπιον μιας άλλης σειράς γραμμάτων που, και αυτά, θα προστατεύονται πίσω από δρύινες πόρτες, κρατώντας απ’ έξω τους ποιητές; Γράφω υπαινιχτικά, όπως, φυσικά, και η Αγγέλα Καϊμακλιώτη που μετατρέπει εικόνες της καθημερινότητας, της δικής της και άλλων, σε μελαγχολικά, ως επί το πλείστον, ποιήματα που, ωστόσο, αφήνουν και τη φωτιά της ελπίδας να σιγοβράζει. Η αγάπη, σε όλες τις μορφές της, ο έρωτας, επίσης σε όλες τις μορφές του, οι αναμνήσεις που, σαν πουλιά κελαηδούν ή κρώζουν, οι αγωνίες που μας ακολουθούν σαν σκιές, τα όνειρα, ανεκπλήρωτα ή μη, οι ραγισμένοι καθρέφτες, αλλά και οι παραμορφωτικοί, διατρέχουν τη συλλογή σαν ποτάμια.
Οι στίχοι της Καϊμακλιώτη, ξέχειλοι από τρυφερότητα, θροίζουν σαν φύλλα του φθινοπώρου και, ταυτόχρονα, ιχνογραφούν, μπροστά στα μάτια μας, ένα κόσμο που, συνήθως, ή σχεδόν πάντοτε, μονάχα οι ποιητές, με την αιχμηρή τους ματιά και το ανεξάντλητο απόθεμα εμπνεύσεων, μπορούν να ξεχωρίσουν μέσα στην πολυκοσμία της ρηχότητας.
«Κατάφερε να φυτέψει/μιαν άσπρη ελπίδα/έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής
του/Έσκαβε μήνες, χρόνια/το τούνελ τηςαπόδρασης/Και τώρα, να!/Χωρά το χέρι του ολόκληρο/Μέχρι τον αγκώνα/Βούλιαξε στο χώμα μυστικά/Τα δάχτυλα ελεύθερα/τον σπόρο φύτεψαν/στα τυφλά ψαχουλεύοντας/κι ένα λουλούδι φύτρωσε/Τώρα αυτός ανασαίνει/με μιαν αίσθηση ελευθερίας/Όταν βγει, θα έχει άνθη/να φτιάξει ένα μπουκέτο».
Σημειώνει, μεταξύ άλλων, στον πρόλογό του ο Ζήνων Ζαννέτος: «Με λογική χειραγωγία, η ποιήτρια οδηγείται από το διάλογο του έρωτα στη μονόλογη κατάφαση ή υπέρβασή του, με εικόνες του λογισμού, πιο πολύ, παρά του θυμικού, όπως συνηθίζεται στην ποίηση, και μάλιστα, στον πρωτοβηματισμό της. Διαχειρίζεται τα εφικτά του έρωτα ονειρευόμενη τον απόλυτο λόγο του,
που τον θεωρεί ευλογία. Βέβαια, τα εφικτά, πραγματώνονται μέσα στις δυνατότητες της κοινωνικής ασφυξίας, αλλά και στις βεγγαλικές εκπυρώσεις της υπαρξιακής ελευθερίας του προσώπου».
Και λίγο πιο κάτω: «Στα ποιήματα της Αλφαβήτα συναντάει κανείς λυρικούς στίχους με πρωτότυπη ειδή, αλλά και γνώμες έννοιες για τον έρωτα από τον υπαρξιακό κήπο της συγκίνησης, της θλιβής και της γηθοσύνης της ποιήτριας, με ιδιαίτερη γραφή και τρόπο. Και τούτο καταγράφεται στις αρετές της ποίησης της Καϊμακλιώτη».

 

 

ΕΛΕΝΗ ΜΟΥΖΟΥΡΑ

Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος

 

Αν με τον άνεμο επιθυμήσεις να χορέψεις
φύλλο να γίνεις ή φτερό
και κείνος θα σε παρασύρει
σε χορογραφίες παθιασμένες,
με φιγούρες οργισμένες.
Σε μιαν εκρηκτική περιστροφή
στο μονοπάτι των σιφώνων
αίφνης θα σ` οδηγήσει.
Εκεί που αποτολμούν ταξίδια μόνο οι τρελοί,
λίγο προτού ξεσπάσουν καταιγίδες.

Με αυτό το ποίημα αντί βιογραφικού μας συστήνεται η Κύπρια ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη. Σαν τον άνθρωπο που επιθύμησε να χορέψει με τα φτερά του ανέμου στην ποιητική της δημιουργία. Και πιο κάτω, αφιερώνει αυτή τη ποιητική συλλογή στους αναγνώστες της «σ` όσους κρατάνε φυλαγμένο του παραδείσου αντικλείδι και όσους μαζί μου πορευτήκανε στης αλφαβήτας το ξεκλείδωμα» γράφει. Ακόμα πιο κάτω «του Απρίλη μου» όπως αναφέρει στη δεύτερη αφιέρωσή της, καθώς μας προετοιμάζει να βαδίσουμε μαζί της στις τροχιές του έρωτα.

Στο εξώφυλλο μια γυναίκα, κεντρική μορφή του ποιητικού έργου, βαδίζει ξυπόλυτη στο χορτάρι με κατεύθυνση τη θάλασσα, ίσως ανέμελα. Η πορεία στη ζωή σαν περιδιάβαση που ξεκλειδώνει στη ψυχή προβληματισμούς, αναμνήσεις κι αντιφάσεις. Το δίπολο της ζωής, της ύπαρξης, του έρωτα καθώς ίσως τα αφήνει πίσω της βαδίζοντας. Μπροστά της η ομορφιά της φύσης, η θάλασσα, η ελευθερία από τις συμβάσεις, συναισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις που αποτυπώνονται υποδηλωτικά. Ποτέ φανερά. Παρόλα αυτά όμως στη διάθεση του υποψιασμένου αναγνώστη, αυτού που μπορεί να ερμηνεύσει τους μυστικούς κώδικες. Με το δεξί της χέρι ελαφρά ανασηκωμένο σαν να συγκρατεί τα μαλλιά ή τη ψυχή της στον άνεμο, είτε σε μια στάση μυστικού χαιρετισμού του αναγνώστη της ή /και του έρωτα. Ξυπόλυτη. Ελεύθερη από συμβάσεις.

Ξεκινά την περιδιάβαση της ψυχής της και το χορό με τον άνεμο της ποίησης στα 45 συν ένα ποιήματα ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα της.

Σε μια ακροστιχίδα της αλφαβήτας βαδίζει από στίχο σε στίχο, με εύγλωττη λιτότητα και πυκνότητα σε μια εσωτερική καταβύθιση για την εύρεση και ανάσυρση της ουσίας της. Μια ενδοσκόπηση δραματική σε α΄ ενικό πρόσωπο, κατανυκτική, μέσα από την οποία περιδιαβαίνει από το Α για να φτάσει στο Ω, επιθυμώντας, αναζητώντας το φως και το Θεό, μη αγνοώντας όμως τις μοίρες που πέρασαν και ρήμαξαν, όπως λέει, αλλά συνεχίζοντας χρωματίζει τα ψεύτικα ωροσκόπια της ελπίδας της.

Ποιητικός λόγος έξυπνος, ευρηματικός, λιτός και πυκνός. Συχνά μονολεκτικός, εύγλωττα λακωνικός, που ρέει και οδηγεί τον αναγνώστη σε επίπεδα, κύκλους, σπειροειδή ελιγμούς, που ωστόσο ολοκληρώνονται με μια εσωτερική συμμετρία. Ο λόγος, που ξεκινά σαν ρυάκι, γίνεται γάργαρο νερό στο ποτάμι των συναισθημάτων, συχνά φουσκώνει σε χείμαρρο για να γαληνέψει και πάλι γυρνώντας στην αφετηρία του, στην πηγή του ή τον αέναο κύκλο της ζωής.

Ενδεδυμένη πάντα με το φιλοσοφικό μανδύα της αναζήτησης. Με έναν απόηχο θλίψης, πόνου για όσα ανακαλύφθηκαν στο καταστροφικό χτες, μέσα από την ενδοσκόπηση της αναζήτησης της μοίρας του ανθρώπου, χωρίς βεβαιότητα ή με μια αίσθηση ανθρώπινης ευθύνης. Σαν μουσική υπόκρουση, μια υποψία Καβαφικού στοχασμού οδηγεί σε ήχους πότε φιλοσοφικούς, πότε διδακτικούς και πότε θλιμμένους.

Κυρίαρχη παρουσία ο έρωτας. Ο άντρας, η γυναίκα και ο τρόπος που ο καθένας τους τον βιώνει. Η ποιήτρια βαδίζει σε ένα δραματικό εσωτερικό διάλογο, πότε σε έναν ακόμα πιο δραματικό μονόλογο, με μια λανθάνουσα ειρωνεία, ή και αυτοσαρκασμό που ενίοτε μετατρέπεται σε έναν ιδιόμορφο κυνισμό προς τη ζωή, τη σιωπή, την αγάπη. Το λογοπαίγνιο αγαπημένο της μοτίβο και ο τίτλος κάθε ποιήματος να ανασύρεται μέσα από το ποίημα, πότε ως επωδός, πότε ως συμπέρασμα και πότε ως αφετηρία, δομικό στοιχείο ισορροπίας και εσωτερικής αρμονίας.

Κύκλοι θεματικοί, τεχνικοί, φιλοσοφικοί και γλωσσικοί, που ταξιδεύουν μέσα στη γλυκύτητα και το ρομαντισμό της λυρικής ποίησης και πότε σε ένα στροβιλισμό που σε καλεί να ερμηνεύσεις το κρυφό μήνυμα κάποιου κεκαλυμμένου ή/και πρόδηλου έρωτα. Κεντρικό θέμα, πάντα ο έρωτας. Ο έρωτας, δημιουργός, ο αντρικός, ο γυναικείος έρωτας. Όπως αποτυπώνεται στο ποίημα Συνάντηση: « Έψαξε εκείνος την καρδιά της, το χέρι του εκείνη/ Πόθησε το γυμνό κορμί της εκείνος, γυμνή την ψυχή του εκείνη./Βάδισαν μοιραία σε παράλληλους δρόμους/σε προορισμούς διαφορετικούς χωρίς σταυροδρόμια./ Έπλεξαν γέφυρα συνάντησης με τις κλωστές του ονείρου. Εκείνος μετέωρος πάνω απτο φόβο, δίπλα στον πόθο κάτω απ τα θέλω./Εκέινη ισορροπώντας ανάμεσα στις επιθυμίες και τις νόρμες./Μες τη μέση του κόσμου, στη μέση του χρόνου συναντήθηκαν Σελ 11.

Από το α΄ ενικό καθώς κινείται στο β΄ ενικό φτάνει στο α΄ πληθυντικό από το εγώ στο εμείς, για να συνεχίσει ξανά στο εγώ. Λόγος συχνά αφηγηματικός και εσωτερικός, καθώς ζωγραφίζει εικόνες και θεατρικά δρώμενα στη φαντασία μας, αλλά και βαθιά προσωπικός καθώς περιγράφει το εσωτερικό της ψυχής. Σπειροειδής πορεία, αρχή και τέλος που γίνεται ξανά αρχή για να οδηγήσει στην συμμετρία και την αρμονία.

Μέσα από την εσωτερική καταβύθιση εντοπίζει και ανασύρει τα λάθη της, όπως στο ποίημα με τίτλο «Λάθος» ή τραγικές διαπιστώσεις όπως «κι ο φάρος σκοτεινός και ψεύτης». Προβληματίζεται για την κυκλική πορεία των πραγμάτων. Γράφει: «Τότε μόνο θα κλείσεις τον κύκλο. Όταν το τέλος γίνεται η αρχή και η αρχή το τέλος», σελ 17. Και πάντα ο έρωτας πότε σαν μια σχέση ανάλαφρη, πότε απουσία, πλάνη ή θάλασσα που μπορεί να σε ταξιδέψει, μα και να σε πνίξει, να σε αναρροφήσει, αλλά πάντα ιδιαίτερος.

Πότε γυρίζει τη ψυχή για ν` αγναντέψει τη φύση και να νικήσει το χρόνο, πότε γυρνώντας ξανά στο α΄ ενικό ανακαλύπτει το οξύμωρο στη διπολικότητα της ζωής, μια διπολικότητα που οδηγεί μέσα από το ζευγάρωμα αντιθέσεων στην ισορροπία και την αλήθεια, όπως στο ποίημα Οξύμωρο σελ. 25. Για να καταλήξει και πάλι στον έρωτα. Τον πανταχού παρόν κεκαλυμμένο ή φανερό πρωταγωνιστή αυτής της ποιητικής συλλογής. Η ποιήτρια ταξιδεύει στα φτερά της χαρμολύπης, στο Α του Κενταύρου καθώς αναζητά τα ίχνη που άφησε ο έρωτας του. Πότε σαν ανάμνηση, πότε σαν φωτιά «το σκοτεινό εγώ που αναφλέγεται και γίνεται φως κόκκινο» σελ 33, γράφει. Και μέσα από αυτή τη φωτιά το δύο να γίνεται ένα και ξανά δύο, αντίθετα με κάθε μαθηματικό κανόνα ή θεώρημα.

Ακολουθεί μια σειρά από ολιγόστιχα ακόμα ποιήματα, όπου συνεχίζει μόνιμη επωδός ο έρωτας, όπως στο ποίημα Γυμνό:. «Στο γυμνό της σώμα εναπόθεσε τη γυμνή ψυχή του». Το σώμα και η ψυχή και η συνεχής διαφωνία ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα που παρουσιάζεται σαν το δίπολο φεγγαριού και ήλιου, ελευθερίας και μεταμφίεσης, υποκειμενικότητας ή υποψίας παραίσθησης και ελευθερίας, για να καταλήξει στον έρωτα ως γλυκόπικρο ταξίδι, όπου το δίπολο εμπεριέχεται και συγκατοικεί μέσα στην ίδια λέξη.

Ώσπου πια το ταξίδι ολοκληρώνεται στο οπισθόφυλλο, με τη γυναικεία μορφή να απομακρύνεται θολή και το συμπέρασμα πως, γλυκόπικρος ή όχι ο έρωτας, ο καθένας τον χρωματίζει με τα δικά του χρώματα. Και το ποιητικό επιμύθιο στο ποίημα:

Σονέτο για πιάνο

«Όσο το σκέφτομαι/ τόσο το πιστεύω,/ πως η αγάπη/ είναι ένα σονέτο για πιάνο, /για τέσσερα χέρια όμως».

 

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΖΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής από το μουσικό και λογοτέχνη κ. Στέφανο Ζυμπουλάκη, στις 26 Ιανουαρίου στο Μουσείο Θέασης

Όταν ο έρωτας γίνεται ζωή και η ζωή το φως της ποίησης, τότε η καρδιά φλογίζει το όνειρο, τη μορφή και η ποίηση γίνεται τραγούδι. Η ψυχή τραγουδά, ονειροπολεί, διανθίζει το μίσχο του έρωτα κι ο νους στην εγκεφαλικότητα του ανασαίνει το αίσθημα, το λυρισμό, τη μουσική και την αρμονική ζωή του χρώματος του στίχου. Βιώματα προσωπικά σ’ ένα διάλογο χρωματικής διαύγειας, με τον εσωτερικό της κόσμο και σ’ ένα ύμνο δόξας, προσωποποιούν την ερωτική της ευαισθησία, σε όλα τα επίπεδα της ψυχής της.
Ο έρωτας ζει παντού και πάντοτε. Και το πάντοτε, ένα φωτοβόλο αστέρι στο φεγγαρόφωτο μιας λίμνης ερωτικής, όπου το αηδόνι τραγουδά χωρίς την Καρχηδονική ερημοσύνη, αλλά τραγουδά με το φεγγάρι και την ανταύγεια του «σ’ αγαπώ», του «σε λατρεύω», του «σε ποθώ», μέσα στο αιώνιο φιλί της προσδοκίας και τον ορισμό του Πλάτωνα, ότι ο Έρωτας σε θεληματική νοημοσύνη και έκφραση, είναι η ένωση της ψυχής μετά της σαρκός, και όχι όπως θα όριζε ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος ότι ο Έρωτας είναι η μεγαλυτέρα ευφυΐα των ηλιθίων ή η μεγαλυτέρα ηλιθιότης των ευφυϊών.
Η ερωτική ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη είναι ποίηση Αγγελινή, όπου ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα των συναισθημάτων της σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης καρδιάς, γίνεται ποίηση ομορφιάς. Είναι ποίηση ζωής και πάνω απ’ όλα ένθεης δημιουργίας. Όταν διαβάζεις την ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, ανασαίνεις αίσθημα, συναίσθημα, λυρισμό και χρησμό ερωτικού σκιρτήματος.

«Το παλιό μας πιάνο μες στη σάλα/ η σκιά σου το βαραίνει,/ήπιε η ψυχή σου στάλα, στάλα/ και κλειστό την ανασαίνει.», όπως θα έλεγε ο ποιητής Μάνος Κράλης.
Ο ερωτικός Μπετόβεν στη σονάτα υπό το σεληνόφως, εναρμονίζεται με τους κραδασμούς της ποιήτριας Αγγέλας, για πιάνο για τέσσερα χέρια και δονούνται τα πλήκτρα κι οι χορδές, όπου η συνοδεία χρωματίζει κι ενδυναμώνει το ερωτικό αηδόνι με το πετάλ της διάρκειας, της μέθεξης, της πνευματικής ευφορίας, της οξυδέρκειας και πάνω απ’ όλα, της ενόρασης, σε μια λίμνη όπου ο κύκνος χορεύει και το αηδόνι στο οπάλινο κύμα της χαράς ρυθμίζει την έκφραση του αιώνιου και του μεταφυσικού. Ένας ο ορίζοντας της ερωτικής ποίησης της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Το φτερούγισμα της ευτυχίας που οδηγεί στη λύτρωση και την εσωτερική αποκατάσταση.
Το χρώμα, η φωνή, ο άνθρωπος, η γυναίκα και ο ουρανός, σε μια σύζευξη ερωτικής ευαισθησίας και έξαρσης, όπου η πραγματικότητα γίνεται στοιχείο λύτρωσης και φωσφορίζει ανθούς, ως μορφή και ύπαρξη, που οδηγεί σαν προσευχή, στην αναστάσιμη ελευθεροποίηση των πράξεων, των παθών, των ανατάσεων σ’ ένα κερί από ανθόφυλλα αγάπης, ευτυχίας και οραματισμών για το αύριο, για το μεθαύριο, για το πάντοτε, για το αιώνιο.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη είναι ποιήτρια. Είναι δημιουργός με έκφραση και υποβλητικότητα. Δεν γράφει απλά, δεν απεικονίζει θεωρητικά το ερωτικό στοιχείο. Ζει μονάχα το λίπος της καρδιάς. Γίνεται ένα με το στίχο σε μελίρρυτη γραφή, μουσική και εσωτερικότητα ροής.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη ζωγραφίζει, μορφοποιεί, μα δεν αντιγράφει. Θερμαίνει μονάχα το οξυγόνο της ποίησής της μέσα από την ανθρώπινη ανάσα. Τούτα τα γραφόμενα μου χωρίς υπερβολή και υπέρβαση τα τεκμηριώνω με την προσωπική μου κατάθεση στο έργο της με το θετικό αποδεκτό, και του ομιλείν ποιητικά στην πράξη, απαγγέλλοντας τα πιο κάτω ποιήματά της, όπου το μόριο και το κύτταρο της ερωτικής της ποίησης γίνεται Θούριος Αγάπης, λύτρωση ακουαρέλας, γαρούφαλλο ομορφιάς και αιθέριας ποιητικής καταξίωσης. Εδώ η ποίηση της, είναι ποίηση και η καρδιά της ωριμότητα με το προσωπικό της ύφος, το βάθος και το χαρακτήρα της.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη γράφει και προδιαγράφει τον αυριανό ποιητή, όπου το ουράνιο πνεύμα αισθητοποιεί την ψυχή με τον κόσμο του υπαρκτού και διαχρονικού στίχου, σ’ έναν κύκλο ζωής σε αδιάλειπτο βίο ανθοφόρησης.
Κι όπως θα έλεγε ο ιδρυτής του σουρεαλιστικού μανιφέστου, γάλλος Andre Breton για την ποίηση της, είναι το παιγνίδι των λέξεων μετά του ρυθμού στο κάνιστρο του θεϊκού έρωτα, της καρδιάς και του ανθρώπινου κόσμου. Με τον ίδιο τρόπο θα χρωμάτιζε σαν ορισμό της ποίησης ο έλληνας νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ότι η ποίηση « είναι ο διαλογισμός των λέξεων σε φθόγγους ηχηρούς όπως η θάλασσα με το κύμα για να τραγουδά ελεύθερος ο γλάρος τον έρωτα της ψυχής μαζί με το κύτταρο της καρδιάς και το φως του σώματος.
Για την ίδια όμως προσωπικά η ποίηση είναι η τέχνη με την οποία προκαλούνται αισθήσεις, εντυπώσεις, συγκινήσεις με την ιδιαίτερη χρησιμοποίηση της γλώσσας καθώς αυτή μεταχειρίζεται την ηχητική, τους ρυθμούς, την αρμονικότητα των λέξεων και των φράσεων με εικόνες.

 

 

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ
(διηγήματα)

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

20 Μαΐου 2012

ΤΟ ΚΑΤΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

Η εμφύλια διαμάχη ψυχής και σώματος, το νεορομαντικό ανοίκειο που βιώνει η ψυχή επί γης πασχίζοντας –και πάσχοντας– να αισθανθεί τον κόσμο «κόσμο της» και οι παράλληλες ατομικότητες που πορεύονται μοναχικά μες στη βουή των ανθρώπινων σχέσεων, είναι ο άξονας πάνω στον οποίο έλκονται τα δέκα διηγήματα της παρούσας συλλογής. Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αποδίδει σχεδόν αξιωματική διάσταση σε αυτήν τη συνθήκη. Αν η μοναχικότητα συνιστά γγενές στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης, ο απομονωμένος άνθρωπος «δομείται» στις προεκτάσεις αυτής της συνθήκης και σίγουρα δεν μας είναι κάτι ξένο. Αντιθέτως, είναι το αναπόφευκτο και πραγματικό – και συχνά αυτό που δεν βρίσκει κάθαρση πουθενά.
Άλλωστε, η κάθαρση σπάνια είναι το τέλος της απώλειας. Οι ήρωες της Καϊμακλιώτη, ακόμα και στις περιπτώσεις που βιώνουν ένα είδος κάθαρσης, ουσιαστικά παραμένουν μετέωροι –και άρα απολύτως ανθρώπινοι– στο πένθος τους. Και το πένθος είναι καθαρά προσωπική υπόθεση. Καθένας μπορεί να το βιώσει εντελώς διαφορετικά. Ακόμα κι αντιφατικά. Το πένθος δεν εκχωρεί μέρισμα στο πώς πρέπει να δοκιμαστεί αυτή η εμπειρία. Έτσι, η απώλεια βιώνεται άλλοτε ως αμετάκλητη, δίχως περιθώριο επαναφοράς, κι άλλοτε ως απαραίτητη δοκιμασία ή οφειλή που αξιώνει η αγάπη από τον άνθρωπο.
Σε αυτή την οφειλή εδράζεται και η έννοια του «απομονωμένου ανθρώπου ». Καθότι δεν πρόκειται για την οντότητα που διαχωρίζει τον εαυτό της από τις ποικίλες εκφάνσεις του μοντέρνου τρόπου ζωής –όπως θα τον ορίζαμε στις απαρχές του προηγούμενου αιώνα– μα αντιθέτως ζει μέσα από αυτές –χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ήρωες του διηγήματος «Μια φορά υπάρχουμε» και η σχέση τους που αποτελεί «προϊόν» επικοινωνίας στο πλαίσιο μιας ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης. Το άψυχο, ψυχρό και απειλητικό περιβάλλον για τις ανθρώπινες σχέσεις παραμένει ζωντανό, ωστόσο οι συνθήκες με τις οποίες μπορούμε να το ορίσουμε, έχουν πλέον μετασχηματιστεί. Ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει τα συναισθήματά του –ή καλύτερα, κτίζει τον συναισθηματικό του κόσμο– σε μια επίπλαστη πραγματικότητα όσον αφορά την ανθρώπινη επαφή, γι’ αυτό όμως όχι και αναγκαστικά επίπλαστη εφόσον η πραγματικότητα παίρνει μορφή μέσα στη διάνοιά του. Η συναισθηματική ασφάλεια του σύγχρονου απομονωμένου όντος αναζητείται σε ένα φαινομενικά προστατευτικό πλαίσιο που συγχρόνως ρίχνει τοίχους ανάμεσα στους ανθρώπους. Το φυσικό περιβάλλον όπου θα αναπτυχθούν οι ανθρώπινες σχέσεις, έχει επεκτείνει τα εκφυλισμένα όριά του ακόμα και στον κόσμο της τεχνολογίας. Ο εσωτερικός μονόλογος αντικαθιστά την επαφή με τον Άλλον, εγκολπώνει τα γεγονότα και τα αποκαλύπτει ως μια εσωτερική ερμηνεία αποξένωσης, η οποία εξωτερικεύεται με όρους απώλειας και εγκατάλειψης. Από ποιον και τι μοιάζει ασαφές. Ωστόσο, αυτή είναι και η τραγικότητα του πένθους για τους ήρωες της ανά χείρας συλλογής διηγημάτων.
Έτσι, τα διηγήματα της Καϊμακλιώτη αναπτύσσονται «κάθετα». Καταβυθίζονται στη συναισθηματική δοκιμασία των πρωταγωνιστών με φόντο την εξέλιξη της πλοκής. Ή για την ακρίβεια, πλοκή είναι οι συναισθηματικές εξάρσεις και ο αναστοχασμός των σχέσεων. Πλοκή είναι το πένθος και το κάτεργο της απώλειας, όπου «στέλνεται» κάθε άνθρωπος ξανά και ξανά, και απ’ όπου επιστρέφει –αν επιστρέψει– οριστικά αλλαγμένος. Ομολογουμένως, αυτή η αλλαγή μεταδίδεται σχεδόν φυσιολογικά από τη συγγραφέα. Η Καϊμακλιώτη δεν επιλέγει το σχήμα της ανατροπής –ακόμα και σε διηγήματα που πιθανώς θα «σήκωναν» αποτελεσματικά αυτή την εκφορά– αλλά οδηγεί σταδιακά τους ήρωές της σε αυτή την κατάσταση, δίνοντας την αίσθηση πως το συναίσθημα της απώλειας ενυπάρχει ήδη στους ήρωές της και απλώς κάποιος εξωτερικός παράγοντας το ενεργοποιεί και το φέρνει στην επιφάνεια. Η μετατόπιση προς την απώλεια φαντάζει τόσο ανεπαίσθητη σε ορισμένα από τα αφηγήματα του βιβλίου που δίνεται η εντύπωση πως ο άνθρωπος βιώνει ούτως ή άλλως την πληγή. Μένει να στραφεί ο καλειδοσκοπικός φακός επάνω της.

 

 

ΖΗΝΩΝ ΖΑΝΝΕΤΟΣ

Η υπαρξιακή μοναχικότητα με τη μορφή διηγηματικής σταυρο-βελονιάς, στη γραφή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη.

Κυοφορώ την αλήθεια αιωνίως τροφοδοτώντας τη με σισύφεια όνειρα. Εκκρεμώ ανάμεσα στο ύψος και το βάθος. Είμαι η φωνή. Σε στιγμές αγωνίας κραυγάζω: Υπάρχει νίκη; Υπάρχει διέξοδος; Υπάρχει νόημα; Σιωπώ και αφουγκράζομαι. Διαισθάνομαι πως τοκετός αναμένεται παραμονές του κάποτε και καταγράφεται στα δευτέρια του τίποτε. Έστω ότι γίνεται. Θα βρίσκεσαι εκεί για τα συγχαρητήρια ή θα ξαναχαθείς στον πηγαιμό για τις Ιθάκες;

Σε ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο τόμο των εκδόσεων «Πήλιο» η Αγγέλα Καϊμακλιώτη, η νεοεμφανισθείσα με τη συλλογή «Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα», 2011, ποιήτρια, δημοσιεύει δέκα (10) δοκιμές του πεζού της λόγου, (10) δέκα διηγήματα που εκπλήσσουν ευχάριστα τον αναγνώστη τους. Τίτλος των διηγημάτων, «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες».

Τα διηγήματα διακρίνονται:

1.για την ευανάγνωστη απλότητά τους

2.για τη νεωτερική διαπραγμάτευση του μύθου τους (αντιηρωϊσμός, ψυχογραφική εικόνιση του διπλανού μας συνοδοιπόρου ή του ίδιου του εαυτού μας, στοχασμικό μετέωρο το ζητούμενο του μύθου)

3.για την εμπλοκή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας ως διαμορφωτή του νέου ένδον κόσμου του προσώπου και του ήθους του

4.για την ειλικρινή και μέχρι παιδικής αθωότητας προσέγγιση της σύγχρονης μοναξιάς του προσώπου, με βάση την ψυχική και πνευματική υγεία και όχι τα ψυχεδελικά καμώματα του συρμού, που «πρωτοπορούν», πλεοναστικά, στη σύγχρονη, νεοελληνική πεζογραφία για εντυπωσιασμό.

Και σε άλλη ευκαιρία – προσεγγίζοντας την αξιόλογη διηγηματογραφία του Κώστα Λυμπουρή και επιβραβεύοντας την απλότητα και την καθαρότητα της διατύπωσής του – εξέφρασα τις προσωπικές μου ενστάσεις για τη θεματολογία της νεοελληνικής πεζογραφίας, που, σήμερα, θεωρεί ως δείκτη νεωτερικότητας και καταξιωμένης γραφής τον ασθμαίνοντα ρυθμό της ψυχοπάθειας και το παραλογικό παραλήρημα του λόγου της Ζωής.

Όμως, σήμερα, δε ζει μόνον ο υπαρξιακά και ψυχικά ρημαγμένος άνθρωπος, το σπαρασσόμενο κοινωνικό πρόσωπο, που βιώνει, δραματικά, τη δυστυχία της μοναξιάς. Συμβιώνει και το υγιές πρόσωπο, που, ενδεχομένως, προβληματιζόμενο μονάζει, πνευματικά όμως αγωνίζεται να κατανοήσει την ατμόσφαιρα της σύγχρονης μοναχικότητας και με ορθολογία να την υπερβεί. Στο αλωνάκι της συμβίωσης ομφαλοσκοπείται αφ’ ενός η σύγχρονη δυστυχία του προσώπου με όρους ψυχοπάθειας και άρρωστης ψυχονεύρωσης και αφ’ ετέρου ενδοσκοπείται η μονολογία της αγωνιώσας συνείδησης, που επικαιροποιεί διαχρονικά προβλήματα της ψυχής και τα ανατέμνει με αυτογνωστική παρατηρητικότητα, προσδίδοντάς τους νέα δυναμική μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό κλίμα. Την εξεικόνιση αυτή του ένδον κόσμου του σημερινού προσώπου την ανα-γιγνώσκουμε στη λογοτεχνία με τις εκφράσεις και τους ρυθμούς του επικοινωνιακού λόγου.

Η γραφή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στον τόμο των διηγημάτων «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες» επιλέγει την απλότητα και την κλασική διατύπωση για να αποτυπώσει τη διεργασία της ψυχής και το διάλογο της με τη σύγχρονη καθημερινότητα. Τα διηγήματα της έχουν την αρετή της ακριβούς παρατήρησης και καταγραφής των ψυχικών εκπυρώσεων του μύθου, αλλά και την ευτυχή δομική σύζευξη της ενδογενούς μονολογίας του προσώπου με τη βιοτική του δράση σ’ έναν κύκλειο μύθο, όπου δοκιμάζεται το ήθος του προσώπου, στη βάσανο του με τον κοινωνικό λόγο του περιβάλλοντος κόσμου.

Κάθε διήγημα μυθοποιεί μια κεντρική και κυρίαρχη υπαρξιακή αγωνία ενός προσώπου, κατά την οποίαν το Εγώ, δουλωμένο στο ίδιον πάθος της διάκρισης, της καταξίωσης, της ελεύθερης ατομικής έκφρασης και διάχυσής του προς τον αντί κείμενο κόσμο, αυτοδιαψεύδεται, καθώς διαρρηγνύεται η ύφανση του ονειρικού του κόσμου. Τότε το Εγώ, πεπτωκός, γειώνεται σε εισόδιο άνοιγμα νέου, αδιόρατου και εν μυστηρίω κύκλου ζωής, τον οποίον η Κλωθώ μοίρα θα υφάνει από τα καταληκτήρια νήματα της περιπέτειας του μύθου του διηγήματος. Καθώς κλείνει ο κύκλος του μύθου, ο ήρωας του διηγήματος, ενώπιος ενωπίω, στη σιωπή, έτσι σοφός και μόνος, συνειδητοποιεί, χωρίς θρηνωδία, τις απαντήσεις της υπαρξιακής του αγωνίας και την ψυχική γεύση της περιπέτειάς του. Η σιωπή του τέλους του μύθου του διηγήματος μοιάζει με θυρανοίξιον ψίθυρο, ανείπωτο, μιας άλλης ποιότητας ζωής, με λειψόφτερο Εγώ και χειραγώγιμη ονειροπολία.

Μια άλλη αρετή των διηγημάτων της Αγγέλας Καϊμακλιώτη είναι ο μη αναμενόμενος, αλλά ξαφνιάζων τρόπος, με τον οποίον κλείνει τον κύκλο της εκπύρωσης του μύθου. Κάθε τέλος διηγήματος συναιρεί τις εκφάνσεις του μύθου της ψυχικής περιπέτειας σε ενότητα γνώμης – σκέψης, γνώσης, πείρας – σ’ έναν κύβο ηθικού στάγματος ζωής, που λειτουργεί ως μυστικός κώδικας αξιολόγησης και αποτίμησης του παρελθόντος χρόνου του προσώπου, αλλά και ως εν δυνάμει θυρανοίξιου της βιωματικής περιπέτειας του μέλλοντος χρόνου. Το τέλος, ως δομική τεκτονική Αρμονία[1] του μύθου, περαίνει καθαίροντας την ύπαρξη των παθημάτων της, ενώ πολιορκεί, ανεπιγνώτως, στη σιωπή, το νεύμα του μέλλοντος χρόνου.

Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει πως η υπαρξιακή δραματική μονολογία κάθε διηγήματος, κυρίαρχος λόγος έμπνευσης και τρόπος γραφής της διηγηματογραφίας της Καϊμακλιώτη, συνιστά τη δύναμη και συνάμα την αδυναμία της λογοτεχνικής της γραφής. Αδυναμία, γιατί ο λόγος της Τέχνης και ο σκοπός της, το τέλος δηλαδή κατά την αρχαιοελληνική έννοια, πρέπει να ταυτίζεται και να προβληματίζει το ενδιαφέρον του κοινού των αναγνωστών και όχι να εξαντλείται ως ατομική περιπτωσιακή περιπέτεια ενός μύθου. Η πνευματική διεργασία του αναγνώστη, ως συμ-πάθεια και ως συν-έργεια με τα δρώμενα του διηγηματικού μύθου, συνήθως πηγάζει από την ομοείδεια και τη συνάφεια της υπαρξιακής προβληματικής της κοινότητας των προσώπων και όχι από τον ατομικό περιπτωσιογενή λόγο ενός μύθου. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο μηχανισμός της ηθικής κάθαρσης του αναγνώστη, ως επενέργεια της Τέχνης. Είναι αυτό που άλλοι αποκαλούν κοινωνική αποστολή και άλλοι ιδεολογική στράτευση της λογοτεχνίας.

Το βέβαιον είναι πως, η Καϊμακλιώτη, με κατακτημένη απλότητα τόσο στη γλωσσική διατύπωση, όσο και στη σύνολη καλλιλογική του μύθου σκευή, αλλά και με ενδιαφέρουσα πλοκή της περιπέτειας του διηγηματικού μύθου και με το απρόσμενο του τέλους, του δίκην έμμεσου επιμυθίου τέλους, δομεί με επιτυχή τεχνική και δόκιμο λογοτεχνικό λόγο διηγήματα άξια επαίνου και αξιολογικής γραμματολογικής επιβράβευσης. Η πεζογραφία της Κύπρου καλοδέχεται ένα νέο δημιουργό, με αισιόδοξα τα βήματα της μελλοντικής δημιουργικής ανέλιξης και κατάθεσης.

1.Αρμονία: Η αρχαιοελληνική τεκτονική γλώσσα ονομάζει «Αρμονία» τον τελευταίο πελεκητό λίθο, με τον οποίο έκλειε ο κώνος θολωτού Μυκηναϊκού τάφου των Βασιλέων και ολοκληρωνόταν με αυτόν η ενάρμονη καλλιτεχνική κατασκευή του βασιλικού κτίσματος

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ

Τα ολιγοσέλιδα αυτά διηγηματικά κείμενα, δοσμένα με παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους εφευρετικής εύληπτης γραφής, ανήκουν στον ποιοτικό χώρο του λογοτεχνικού είδους

Εξ αναδρομικής οφειλής, αλλά και με αναπόδραστο το χρέος προς τον άνθρωπο των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων και των ύποπτων καιρών μας μέσα από την αλήθεια της λογοτεχνικής τους πρόσληψης, στεκόμαστε ιδιαίτερα στα δέκα ψυχογραφικά διηγήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη υπό τον ενδεικτικό τίτλο του περιεχομένου τους «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες», που κυκλοφόρησαν το 2011 από τις εκδόσεις Πήλιο.

Εκ προοιμίου σημειώνουμε κάτω από την οπτική της δικής μας ανάγνωσης ότι τα ολιγοσέλιδα αυτά διηγηματικά κείμενα, δοσμένα με παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους εφευρετικής εύληπτης γραφής, ανήκουν στον ποιοτικό χώρο του λογοτεχνικού είδους.

Χωρίς να θηρεύουν την πρωτοτυπία επίπλαστης σφραγίδας με υφολογικές επιτηδεύσεις σουρεαλιστικών ή ιδιόρρυθμων αποτυπώσεων, εγγράφονται στην έκφραση μιας αφαιρετικής συνεκδοχικής λιτότητας, της επικοινωνιακής αμεσότητας μιας διαλεκτικής στοχαστικής διάθεσης με ενδιάθετους μονολόγους ή ασθματικούς σύντομους διαλόγους, καθώς και μιας πηγαίας λυρικής ποιητικότητας, δίχως εξάρσεις μελοδραματικών τόνων ή συναισθηματικών υπερβολών.

Ζωντανεύοντας σε τριτοπρόσωπη αφήγηση με χρώματα και σχήματα σκηνικής υποβλητικότητας πρόσωπα, προσωπεία και δρώμενα, εξωτερικά φαινόμενα του χωροχρόνου ή στιγμιότυπα του φαντασιακού τοπίου και του εικονικού κυβερνοχώρου, στάσεις ζωής και υπαρξιακές εναγώνιες αναζητήσεις αυτοσυνειδησίας και εσωτερικής ταυτότητας, η συγγραφέας δεν αναπαριστά, απλώς, την πραγματικότητα, αλλά τη διευρύνει στο βάθος και το επέκεινα μιας άλλης ανθρωπινότερης διάστασης.

Όπως, ακριβώς, και δεν σκιαγραφεί τους χαρακτήρες των μοναχικών ή αυτοπαγιδευμένων ηρώων της στο προσκήνιο των δράσεων και των αντιδράσεών τους, αλλά συνυφαίνοντας τα αφηγηματικά νήματα του σύγχρονου μίτου της Αριάδνης εισδύει από τον λαβύρινθο ενός περίεργου και απρόσωπου κόσμου στα άδυτα του ψυχισμού τους, για να προβάλει διαθλαστικά καθημερινές διαδρομές και απρόβλεπτες ανατροπές στην προοπτική της μελλοντικής τους πορείας.

Στο πρώτο διήγημα, που επιγράφεται «Παράνομη στάθμευση», η σημειολογία της στάθμευσης και της παρανομίας από το οδικό επιφανειακό επίπεδο εκτείνεται στο ψυχοδιανοητικό πεδίο μιας αδικημένης γυναίκας και αποκρυπτογραφείται στην αμετακίνητη για δεκαπέντε χρόνια στάθμευση σε έναν άτυχο γάμο.

Εκεί όπου είχε σταθμεύσει καταδυναστεύοντάς την «παράνομα» και κακοποιώντας την απάνθρωπα ο πρώην σύζυγός της. Για τούτο «κι εκείνη όφειλε να την πάρει τη ζωούλα της και να τη μετακινήσει. Να την οδηγήσει αλλού. Αλλού…». «Η απελευθέρωση του ανθρώπου ή θα ’ναι πλήρης ή δεν θα υπάρξει καθόλου», σημειώνει στο μυθιστόρημά του ο Κούντερα «Η ζωή είναι αλλού» και η ηρωίδα εδώ αποφασίζει την προσωπική επαναστατική της υπέρβαση: «Ένα άλλο ταξίδι […] ελευθερίας, μακριά από την αναγκαιότητα».

Ή όπως αλλιώς το διατυπώνει η Σιμόν ντε Μπωβουάρ στην «Προδομένη γυναίκα»: «Είναι το μέλλον. Η πόρτα προς το μέλλον [που] θ’ ανοίξει».

«Τα γενέθλια» του δεύτερου διηγήματος αφήνουν μια στυφή αίσθηση μοναξιάς, αλλά ταυτόχρονα και μιας ηρωικής κατάφασης για τη συνέχιση της ζωής στο πρόσωπο του μονήρους ηλικιωμένου δασκάλου, που δεν τον επισκέπτεται πια κανείς στα γενέθλιά του.

Γι’ αυτό και τα «σκαρώνει» μόνος του «σαν θεατρική παράσταση», προσβλέποντας στις μελλοντικές μέρες της αισιόδοξης στροφής των καβαφικών «Κεριών». Κι αν ανήμερα των γενεθλίων του, την 21η Ιουνίου «η γη σταματάει την ελλειπτική τροχιά της…», αυτός θα εξακολουθήσει να κινείται στη δική του τροχιά για την ολοκλήρωση του επίγειου κύκλου του. Φωτίζοντας, ωστόσο, η συγγραφέας τις παλαιότερες μέρες του με τους ανεστραμμένους ρόλους της υιικής στοργής για την άρρωστη μητέρα του, μάς προϊδεάζει στη θεματική του επόμενου διηγήματος, όπου ο κεντρικός ήρωας αναπλάθει άλλες τρυφερές στιγμές συντροφικότητας με τη δική του μητέρα, ξαναζωντανεύοντας την αναπάντεχη φυγή της λόγω της ανίατης ασθένειας.

Η «Οπτική γωνία» μπορεί να μην είναι η ίδια υπό την έποψη του εξωτερικού χώρου για τον υπουργό του ομώνυμου διηγήματος, που άλλοτε ως νέος «ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο», αλλά παραμένει στις ενδότερες προδιαγραφές της πανομοιότυπη, εφόσον θα διεκδικούσε τώρα «δωρεάν παιδεία».

Εάν, εντούτοις, μη επιτυγχάνοντας τον στόχο του, παρομοιάζεται με «ένα μικρό ποτάμι», που χύνεται «στον πιο θορυβώδη χείμαρρο», ο δημόσιος υπάλληλος του επόμενου διηγήματος πλέκεται στον «ιστό της αράχνης» της δόλιας επιτήδειας συναδέλφου του.

Σε κάποια άλλα δίκτυα, της διαδικτυακής εικονικής «αράχνης» πλέκεται στη συνέχεια και ένας άλλος ήρωας, για να διαβάσει κάποια μέρα στην οθόνη του υπολογιστή του και περισσότερο του μυαλού του τη μη αναστρέψιμη προειδοποίηση: «…Κι εσύ που εξουσιάζεις μόνο την τωρινή στιγμή, αναβάλλεις τη χαρά. Κι η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές της».

Στο βιβλίο, επιπλέον, συναντούμε και τους αφανείς ήρωες των περιθωρίων ή των παρασκηνίων. Αυτούς, αφενός, που συναισθανόμενοι τη δική τους μη αναγνωρισμένη αξία μαζεύουν την πίκρα αρνητικών συναισθημάτων έναντι άλλων, που επιδίωξαν τη «λάμψη» της κοινωνικής προβολής, και αυτούς, αφετέρου, που αφήνοντας τους προβολείς να φωτίσουν τους μικρούς μαθητές τους, αρκούνται στην ηθική ικανοποίηση μιας ευχαριστήριας χριστουγεννιάτικης κάρτας.

Το συνοπτικό μήνυμα εστιάζεται στην αποφθεγματική υπόμνηση του πρώτου από τα δύο αυτά παραπληρωματικά διηγήματα: «Δεν χρειάζεται να σβήσεις το φως από το κερί του διπλανού σου, για να φωτίσει ή να ζεστάνει η λάμψη από το δικό σου».

«Η Αγαπημένη» και «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες», που δανείζει και τον τίτλο στη διηγηματική συλλογή, είναι τα δύο τελευταία διηγήματα, όπου οι πρωταγωνιστές τους τρέφονται με την ψευδαίσθηση της ερωτικής εξιδανίκευσης, για να ανακαλύψουν, εντέλει, την απάτη μιας άλλης στημένης «εικονικής» πραγματικότητας.

Στον αλληλένδετο διηγηματικό της περίπλου η Αγγέλα Καϊμακλιώτη καταφέρνει να μας ταξιδέψει με την εύπλοια τής γραφίδας και τους ούριους ανέμους της ψυχής της, έτσι που «οι ψυχές [να μη] βαδίζουν μόνες».

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Μια ποιήτρια καταθέτει- Συνέντευξη με την ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη
Του Αντρέα Πολυκάρπου

Η ποίηση δύναται να γίνει η κραυγή του ανθρώπου, η δύναμη του λόγου του. Είναι πεδίο αγώνα, αρένα. Εκεί ο ποιητής θα ορθώσει το ανάστημα του

Μέσα στην ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη κυριαρχεί το ανολοκλήρωτο συναίσθημα της απουσίας αλλά και του στιγμιαίου μιας φευγαλέας ερωτικής – κάποιες φορές- ολοκλήρωσης. Ψεύτικη ολοκλήρωση με ένα συναίσθημα που γίνεται βίαιο εξαιτίας της ανακολουθίας της ίδιας της δομής της ζωής.

Έψαξε
εκείνος
την καρδιά της,
το χέρι του εκείνη.
Πόθησε
γυμνό το κορμί της
εκείνος,
γυμνή την ψυχή του
εκείνη.
Βάδισαν μοιραία
σε παράλληλους δρόμους
σε προορισμούς διαφορετικούς
χωρίς σταυροδρόμια.
Έπλεξαν
γέφυρα συνάντησης
με τις κλωστές του ονείρου.

Στην ποίηση της δεν χωράνε συναισθηματισμοί και δεν εμφιλοχωρεί το απαισιόδοξο μιας σύγχρονης μανιέρας που έχει καταντήσει νόθα.

Αντιλαμβάνεται τα γύρω της δρώμενα και τα δίνει μέσα από μια ποιητική ματιά συνυφασμένα με την υπαρξιακή αγωνία της συνέχειας του συναισθήματος και του δίκαιου μοιράσματος ανάμεσα σε εραστές αλλά και σε κοινωνικά όντα εν γένει.

Κατάφερε να φυτέψει
μιαν άσπρη ελπίδα
έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής του.
Έσκαβε μήνες, χρόνια.
το τούνελ της απόδρασης.
Και τώρα, να!
Χωρά το χέρι του ολόκληρο.
Μέχρι τον αγκώνα.
Βούλιαξε στο χώμα μυστικά.
Τα δάκτυλα ελεύθερα
τον σπόρο φύτεψαν,
στα τυφλά ψαχουλεύοντας
κι ένα λουλούδι φύτρωσε.
Tώρα αυτός ανασαίνει
με μιαν αίσθηση ελευθερίας.
Όταν βγει, θα έχει άνθη
να φτιάξει ένα μπουκέτο.

Αντιλαμβάνεται τις σκιερές γωνιές της ψυχής αλλά δεν θέλει να αλλάξει κάτι. Δεν επιδιώκει με διδακτισμό να κρίνει. Αφήνεται στην ποιητική καταγραφή νιώθοντας την ανάγκη να δώσει με τη γραφή της όλα αυτά που οι άλλοι προσπερνούν.

Παρατηρεί, γράφει και νιώθει τους παλμούς των γύρω της τους οποίους και φιλτράρει μέσα στη χοάνη των στίχων.

Η έντονη μελαγχολία της δεν εγγράφεται σε ένα μαύρο καμβά αλλά αφήνει μιαν ανοιχτή χαραμάδα στις τίντες των χρωμάτων.

• Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Αισθάνομαι ότι βιώνω την ποίηση ως έκφραση των συλλογικών αναπαραστάσεων σε σχέση με τα δικά μου βιώματα και ομολογώ πως την αντιμετωπίζω κυρίως ως ταυτότητα. Ταυτότητα που σχετίζεται πρωτίστως με τον τόπο μου και την εποχή μου.

Σε πρόσφατα ποιητικά ταξίδια στο Μιλάνο και στην Κωνσταντινούπολη επέλεξα να διαβάσω ποιήματα που σχετίζονταν με την ταυτότητα μου ως πρόσφυγας, ως γυναίκα, ως πολίτης του κόσμου που παρακολουθεί με αγωνία τις περιπέτειες των μεταναστών στη Μεσόγειο και στην Ευρώπη.

Έτσι δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι η ποιητική ταυτότητα μπορεί να είναι μονοδιάστατη ή δεδομένη αφού χαρακτηρίζεται από την ρευστότητα που μας συνοδεύει αναπότρεπτα, κατά τη διάρκεια της περιπέτειας της ζωής, χρονικά και χωρικά.

Αφού η πραγματικότητα μετατρέπεται, το ποιητικό «εγώ» επιλέγει συχνά να εκφράζεται ως «εσύ», «αυτό», «εμείς», «αυτοί».

Υφίσταται ας πούμε μια υποσυνείδητη ταυτότητα που με προτρέπει να αλλάζω, αναζητώντας συνέχεια τη θέση μου στο γίγνεσθαι. Ως εκ τούτου χρησιμοποιώ την ποίηση ως όπλο που καταργεί τα στερεότυπα καθώς θέτει συνεχώς νέα ερωτήματα.

• Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

Ο ποιητής είναι μια ιδιαίτερη περσόνα. Κάποτε ταυτίζεται με τις λέξεις του οι οποίες είναι έννοιες, είναι σημασίες. Κρύβουν πίσω τους την ιστορία και τις «δομές του αισθάνεσθαι».

Ο ποιητής είναι ταυτόχρονα ο υπερασπιστής αλλά και ο χτίστης αυτών των δομών και της ιστορίας. Τα εργαλεία του είναι οι λέξεις.

Εντούτοις, ίσως η έμπνευση να συνδέεται περισσότερο με τον ενστικτώδη ορμεμφυτισμό. Θα σας αναφέρω ένα στίχο μου ο οποίος γεννήθηκε στο πλαίσιο αυτό: «Κάθε μου ποίημα για την άνοιξη, φυτρώνει ανεξέλεγκτα κι ερυθροφέγγει».

Ο ποιητής χρησιμοποιεί την έμπνευση ως πρώτη ύλη και χτίζει το ποίημα με τις λέξεις του, οι οποίες έχουν ένα ειδικό βάρος.

Έτσι πειραματίζεται με τις λέξεις και διαμέσου των λέξεων δημιουργεί ή και εξελίσσει την ποίηση ή και τον εαυτό του.

• Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Νομίζω, πως ναι! Πολλοί έχουν μιλήσει για την θεραπευτική ιδιότητα της ποίησης, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο αλλά κυρίως μέσα από αυτή την υπαρξιακή διαλεκτική.

Θυμάμαι πως όταν είχαμε παρουσιάσει την ποιητική μου συλλογή «Εκ του Σύνεγγυς», που εκδόθηκε το 2014 και στην οποία συμπυκνώνονται βιώματα της κυπριακής τραγωδίας του 1974, σχεδόν όλοι οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα, είχαν έντονη συγκινησιακή φόρτιση, παρόλο που για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί τόσα πολλά.

Ένα ποιητικό κείμενο, με συγκεκριμένο ποιητικό ύφος, σε ανάλογη χρονική στιγμή, δοσμένο πετυχημένα με λέξεις που έχουν βαρύνουσα σημασία μπορεί να αναπτυχθεί ως διάλογος και να απαλύνει ατομικές ή συλλογικές πληγές.

Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί με όλες τις μορφές της τέχνης. Εξάλλου η τέχνη είναι μια πανανθρώπινη γλώσσα.

• Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Παρόλο που πιστεύω πως οι ψυχές βαδίζουν μόνες, τα ποιητικά μονοπάτια οδηγούν στο ίδιο μέρος.

Πολύ νωρίς στη ζωή μου είχα γοητευτεί από τους μεγάλους ποιητές:

Από τον Όμηρο αρχικά και μετά από τον Καβάφη, στην εφηβεία από τον Ρίτσο και το Σαίξπηρ, νεότερη από το Σεφέρη, τον Έλιοτ και τον Πεσσόα. Αυτοί υπήρξαν οι δάσκαλοι μου.

Στην ποίηση τους εντοπίζω ακόμα τον εαυτό μου, μπορώ να συνομιλήσω με τα κείμενα τους. Όμως η γραφή μου είναι το δικό μου ποιητικό αποτύπωμα. Οι πατημασιές όσο ασήμαντες κι αν είναι αφήνουν το δικό τους ίχνος ακόμα και στα χιλιοπατημένα λημέρια της ποίησης.

• Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Στη γραφή μου υπάρχουν οι άνθρωποι και οι τόποι που αγάπησα, που αγαπώ και που θα αγαπήσω. Εκφράζομαι ποιητικά επειδή αγαπώ, καθώς θεωρώ πως κάθε μορφή δημιουργίας σχετίζεται άμεσα με την αγάπη.

Στον αντίποδα της αγάπης υπάρχει ο φόβος, ο οποίος επίσης υπάρχει στη γραφή μου. Αναγνωρίζω και χαίρομαι την προφητική διάσταση του ποιητικού λόγου που ενίοτε προηγείται των γεγονότων.

Αυτή τη μαγική ιδιότητα της ποίησης, την υποσυνείδητη, την είχε εκφράσει τόσο πετυχημένα ο Φρόυντ με τη φράση: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».

Επομένως, τα πάντα μπορούν να εφορμήσουν στη γραφή μου υπό το πρίσμα της αγάπης ή του φόβου ακόμα και μέσα από ασυνείδητες διαδικασίες, ως γνώση ή ως επίγνωση.

• Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Νομίζω πως καθένας από μας θέτει ο ίδιος τα ερωτήματα που τον απασχολούν ή που τον βασανίζουν, αν αναφερόμαστε στα υπαρξιακά ερωτήματα. Απαντήσεις δεν υπάρχουν καθώς η ίδια η πραγματικότητα διαμορφώνει συνεχώς την αλήθεια. Ο ποιητής δεν είναι φιλόσοφος παρόλο που τον απασχολούν οι υπαρξιακοί γρίφοι.

Η λογική είναι εργαλείο του φιλοσόφου με το οποίο αποπειράται να δώσει απαντήσεις. Αν τα ερωτήματα είναι κοινωνικοπολιτικά, οικονομικά ή επιστημονικά, απαντήσεις καλούνται να δώσουν οι επιστήμονες.

Ο ποιητής γεννά συναίσθημα. Ενώ απορεί για το αιώνιο γίγνεσθαι και την αγωνία της ύπαρξης, απαντά στα δικά του ερωτήματα, τα οποία δεν υπακούουν στους φυσικούς νόμους ή στη λογική.

• Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Γλώσσα και νόηση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως ίσως λέξη και σκέψη αποτελούν τις δύο όψεις του ποιητικού νομίσματος, του ποιήματος. Η λέξη για τον ποιητή δεν είναι μια απλή μορφή έκφρασης αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η ψηφίδα με την οποία θα δημιουργήσει το δικό του ψηφιδωτό.

Για να αναπτυχθεί το ψηφιδωτό σε έργο ποιητικής τέχνης θα πρέπει ο ποιητής να διαλέξει σωστά τις κατάλληλες ψηφίδες- λέξεις έτσι ώστε στην άλλη όψη του ποιήματος να υπάρχει η σκέψη, το νόημα. Η κολλητική ουσία – καθοριστική για τη στερεότητα του ψηφιδωτού – είναι η ψυχή του ποιητή, αυτό που λέμε νόηση, ας το πούμε ψυχικό αποτύπωμα.

• Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

Η ποίηση δύναται να γίνει η κραυγή του ανθρώπου, η δύναμη του λόγου του. Είναι πεδίο αγώνα, αρένα. Εκεί ο ποιητής θα ορθώσει το ανάστημα του, τις περισσότερες φορές ανυπεράσπιστος κι εκτεθειμένος και θα παλέψει με τα όπλα και τα εργαλεία του, που είναι οι λέξεις.

Η ποίηση είναι μορφή δημιουργικής αντίστασης. Μπορεί όμως να λειτουργήσει και ως προσωρινό καταφύγιο. Στα καταφύγια ξεκουράζεται άλλωστε το σώμα και το πνεύμα του ανθρώπου.

• Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Ο κόσμος ζει ποιητικά από την αρχή της ιστορίας. Η πορεία του ανθρώπου στη γη έχει καταγραφεί κι εκφραστεί ανέκαθεν, ποιητικά, μέσα από ύμνους, ψαλμούς, έπη, δημοτικά τραγούδια και μοιρολόγια. Πιστεύω πως θα συνεχίσει να ζει και να πορεύεται ποιητικά εις τους αιώνες.

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 11/1/2015 ΜΕ ΤΟΝ ΠΙΕΡΗ ΠΙΕΡΗ

Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε την τελευταία σας ποιητική συλλογή;
Αφορμή. Μια προκλητική λέξη: το έναυσμα, η πρόφαση, η δικαιολογία. Ξέρετε οι ποιητές βρίσκονται πάντα σε κατάσταση αφορμής. Τα πάντα – σκέψεις, γεύσεις, παραστάσεις, αρώματα, μνήμες – μπορούν να εκραγούν μέσα τους και να γίνουν στίχοι. Αν η στιγμή της έκρηξης είναι φωτισμένη, μπορεί να συμβεί και η ποίηση. Μια τέτοια στιγμή ήταν θαρρώ για μένα το έναυσμα για να γράψω αυτό το κεφάλαιο της μαρτυρίας μου. Όλο αυτό το εγχείρημα είναι μια μορφή μαρτυρίας. Ήμουν λοιπόν στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, την πόλη όπου γεννήθηκα, όταν καρφώθηκε στο μυαλό μου η πρώτη ιδέα. Ήταν πρωτίστως έντονο συναίσθημα που εκφράστηκε ως λόγος. Αν υπάρχει λοιπόν αυτό που λέτε, η αφορμή για τη δημιουργία της συλλογής «Εκ του Σύνεγγυς», είναι ίσως εκείνοι οι πρώτοι στίχοι για τη γενέθλια γη, την Αμμόχωστο.
Πώς επιλέγεται ποιο ποίημα θα μπει τελικά σε μια συλλογή και ποιο όχι;
Η διαδικασία της επιλογής είναι επίσης μια δημιουργική ενασχόληση. Όταν τα συναισθήματα και τα βιώματα γίνουν λόγος, όταν αισθανθώ ότι τέλειωσα το συγκεκριμένο ταξίδι, ότι προς το παρόν οφείλω να σιωπήσω, τότε αρχίζει η σταχυολόγηση. Μαζεύω τα γραπτά μου, τα αλωνίζω και όσα είναι σπόρος καθαρός, προσφέρονται για να γίνουν ψωμί-αντίδωρο. Εκεί υπάρχει πια ένα κείμενο που κατατίθεται ως μαρτυρία. Κάποια ποιήματα εξαιρούνται. Στην τελευταία συλλογή μου αισθάνομαι ότι κυρίως διέγραψα παρά έγραψα στίχους. Συνειδητά, μέσα από τις σιωπές, τα διάκενα, όσο πιο πυκνά μπορούσα, σκιαγράφησα τις μνήμες μου από τα τελευταία σαράντα χρόνια της ζωής στο νησί μας. Από το 1974 ως στο 2014. –
Ποιος στίχος σας είναι πιο έντονα χαραγμένος στο μυαλό σας;

Νομίζω πως στο μυαλό μου δεν υπάρχουν χαραγμένοι στίχοι. Οι στίχοι μου γεννιούνται, κυοφορούνται και μετά γράφονται. Στο μυαλό μου είναι μονίμως χαραγμένοι οι άνθρωποι και οι τόποι που αγάπησα. Θα έλεγα όμως πως αν γεννηθεί κάτι καινούριο, ένα ποιητικό σπινθήρισμα ας πούμε, τότε αυτό κρυφοκαίει και με ταλαιπωρεί μέχρι να γίνει στίχος και να καταγραφεί. Άρα με αυτή την έννοια μπορώ να ομολογήσω πως χαραγμένος στίχος στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή είναι ο στίχος που δεν έγραψα ακόμη.
Μέσα απ’ τα ποιήματά σας κάνετε μια αναδρομή στο παρελθόν ενώ φαίνεται η αγωνία για το παρόν και το μέλλον. Τι είναι αυτό στο οποίο προσδοκείτε;

Έχω διαβάσει κάπου και νομίζω πως με εκφράζει σε μεγάλο βαθμό, ότι το παρελθόν είναι φάρος, όχι λιμάνι. Αν επιθυμούμε να βελτιώσουμε το παρόν μας και να δημιουργήσουμε το μέλλον μας, πρέπει να γνωρίζουμε και σεβόμαστε το παρελθόν μας. Με αυτή την έννοια αγωνιώ. Με αυτή την έννοια μνημονεύω το παρελθόν, αλλά ζω έντονα το παρόν και αισιοδοξώ για ένα καλύτερο μέλλον. Βρίσκομαι επαγγελματικά στο χώρο της εκπαίδευσης. Εκεί που καλλιεργείται η νέα γενιά, η ελπίδα μας, η μόνη σανίδα σωτηρίας. Τι προσδοκώ; Άλλη μια προκλητική λέξη αφού παραπέμπει στο σύμβολο της πίστεως. Προσδοκώ λοιπόν, ανάσταση του τόπου μας και ζωή του μέλλοντος των παιδιών μας. Αυτή είναι η αγωνία και η προσδοκία μου. Μου φαίνεται βέβαια πως δεν είναι αρκετές οι διαπιστώσεις και οι προσδοκίες. Χρειάζεται μεν το όραμα και η ελπίδα αλλά προπάντων η σκληρή δουλειά για να πάνε καλά τα πράγματα. Τα τελευταία γεγονότα που μας συνταράζουν, τα σκάνδαλα, οι αποκαλύψεις, η οργή του κόσμου, η απαίτηση για δικαιοσύνη, ίσως είναι η αρχή της εξυγίανσης. Θέλω να είμαι αισιόδοξη.

Πώς είναι να γράφει κανείς σήμερα έχοντας αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα; Είναι εύκολο να απομονωθείτε;

Γράφω επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι μια βαθύτερη ανάγκη. Και δεν είναι κάτι που μπορώ να το ερμηνεύσω. Απλώς συμβαίνει. Ενίοτε είναι λυτρωτικό. Θα έλεγα ότι συνήθως προηγείται του γραψίματος μια φάση έντονης απογοήτευσης ή απομάγευσης του κόσμου. Μια περίοδος ασφυξίας. Εκεί η μοναχικότητα είναι πλέον επιλογή και δεν συνδέεται απαραίτητα με την παρουσία ή την απουσία άλλων ανθρώπων. Είναι η στιγμή που το δημιουργικό μέρος του εαυτού μου, η ποιήτρια, «αποσύρεται εντός της» για να μορφοποιήσει αυτό που κυοφορεί. Δεν είναι θέμα ευκολίας ή δυσκολίας. Είναι θέμα ανάγκης και μπορεί να συμβεί οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Άλλωστε ο κόσμος είναι κυρίως έμψυχος και νοερός αφού τα σημαντικότερα συμβαίνουν έτσι κι αλλιώς εντός μας. Οι αφορμές ενδεχομένως ανιχνεύονται στην «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» αλλά δεν είναι η ουσία.

Σήμερα, ποιο βιβλίο βρίσκεται δίπλα στο κομοδίνο σας;

Συνήθως δεν είναι ένα βιβλίο, είναι τουλάχιστον πέντε. Διαβάζω παράλληλα, ανάλογα με την ψυχική μου διάθεση. Σε κάποια έργα, μου αρέσει να επιστρέφω και να τα ξαναδιαβάζω. Αισθάνομαι ότι κάθε φορά φωτίζεται μια νέα οπτική, μια γωνιά που ήταν αθέατη στην προηγούμενη ανάγνωση ή ότι βαδίζω σε μονοπάτια που προσπέρασα βιαστικά και θέλω πια να τους αφιερώσω χρόνο, να ανακαλύψω τα κρυμμένα δώρα, τις αλήθειες. Αυτή τη στιγμή διαβάζω ξανά «Το άρωμα», του Πάτρικ Ζίσκιντ και «Το βιβλίο της ανησυχίας», του Φερνάντο Πεσσόα

ΠΙΕΡΗ ΠΙΕΡΗΣ

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s