ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Κωστας

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο και σπούδασε στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση. Δοκιμιογράφος και πεζογράφος, έχει συνεργαστεί με έγκριτες περιοδικές και εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Έχει τιμηθεί με το βραβείο δοκιμίου του PEN Club και το βραβείο Φωτέα για το βιβλίο του «Εναντίον του χρόνου» ενώ το 2011 έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης («European Union Prize for Literature») για το μυθιστόρημά του «Αγκριτζέντο».

Φέτος κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ και στο οπισθόφυλλο γράφει:

«Ο κύκλος του χώματος είναι ο κύκλος της ζωής – όπως γεννιέται, αναπτύσσεται και τελειώνει στο χώμα. Αυτό είναι το θεμελιακό στοιχείο της φύσης, η γη πάνω στην οποία υψώνεται το οικοδόμημα του πολιτισμού μας. Αυτό είναι και ο τελικός μας προορισμός, στο χώμα λύνονται όλοι οι σωματικοί δεσμοί. Μέσα από αναδρομές σε ιστορικά επεισόδια που σφράγισαν την πορεία μιας οικογένειας, προβάλλει ένας ιδιαίτερος κόσμος που παρακμάζει αλλά αρνείται να συμβιβαστεί με το πνεύμα των νέων καιρών. Με άξονα τον ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά. αγνοούμενου από τις επιχειρήσεις της Κύπρου το 1974 και σκιά από τότε στη ζωή των οικείων του, ο αναγνώστης παρακολουθεί την εξέλιξη της νεοελληνικής ζωής, όπως σημαδεύεται από την κυπριακή τραγωδία και κορυφώνεται μέσα στην καταναλωτική μέθη της μεταπολίτευσης. Ο θάνατος των παλαιότερων Γαβαλάδων και οι αντισυμβατικές επιλογές της νεότερης γενιάς τους, κλείνουν έναν ιστορικό και βιολογικό κύκλο. Ο κύκλος του χώματος όμως, πανίσχυρος νόμος της φύσης, αναζητά τον τρόπο για ν’ ανοίξει πάλι με μια νέα ζωή.»

 

1-βιβλιο

 

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα που αναφέρεται στις μαύρες μέρες του 1974 με το πραξικόπημα και τη τουρκική εισβολή καθώς και κριτικές για το βιβλίο.

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ

[2] Αγρυπνία στο Γ.Σ.Π.

ΕΧΕΙ τα μάτια ανοιχτά όλη τη νύχτα στο σκοτάδι, κόκκινα απ’ τον ελάχιστο ύπνο που με κόπο κερδίζει, για λίγα λεπτά μόνο. Θέλει ανυπόμονος να δει πώς ξανοίγει την αυγή το γαλατένιο απ’ το γκρίζο. Μέρα ζεστή, μέρα της στάχτης φτάνει, απ’ το θολό το βλέμμα πρώτα. Το αισθάνεται δυο νύχτες τώρα, άστατα καθώς κοιμάται, από τις δεκαοχτώ του μήνα που εγκαταστάθηκαν εδώ στο στάδιο του Γυμναστικού Συλλόγου Παγκύπρια. Οι άντρες κοιμούνται στις κερκίδες. Σκέφτεται ξανά και ξανά όσα γίνανε από τις δεκαπέντε Ιουλίου. Ήταν εφτά το πρωί, όταν έφτασε με τζιπ στο στρατόπεδο της Κοκκινοτριμιθιάς ο συνταγματάρχης της διεύθυνσης τεθωρακισμένων. Λίγο μετά τις οκτώ ένα mazda έφερε μήνυμα απ’ το Επιτελείο. «Σχετική ενέργεια θα εκδηλωθεί εντός ολίγου. Πρόκειται περί διαταγής, δεν ερωτάσθε». Κάθε απορία περιττή. «Ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με τον…». Η βρισιά δεν ακούστηκε καθαρά, σαν να ντρεπόταν αυτός που την ξεστόμισε. «Έγινε λοιπόν αυτό που αρνιόμουν να πιστέψω», ψιθύρισε ο Μπούτος, ο διοικητής του τάγματος. Δεν είχε μυηθεί, «δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη». Πήραν εντολή να κινηθούν αμέσως προς το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.
     Τη νεκρική σιγή διαδέχτηκε ένα κλίμα που άρχισε να γίνεται πανηγυρικό. «Καιρός να τελειώνουμε με τα κουμμούνια», κραύγασε ένας ανθυπασπιστής. «Έφθασε η ώρα της Ενώσεως», πετάχτηκε κάποιος δόκιμος. «Αν είναι να γίνει η Ένωσις, ας χαθούν χίλιοι Μακάριοι», πήγε να πει ο Αλέξανδρος. Μα δεν μίλησε. Όπως δεν μιλούσε κι όταν οι γριβικοί φίλοι του ζητούσανε πιο δυναμική δράση. Ούτε για Τούρκους είπε τίποτα, θέλησε να ρωτήσει κάτι, μα του έκανε νόημα ο Μπούτος να σωπάσει. Άρχισαν να φορτώνουν υλικά και πυρομαχικά, στους λόχους ανακοίνωσαν πως ήταν άσκηση συναγερμού. Απέναντι, τα άρματα της επιλαρχίας είχανε κιόλας ξεκινήσει. Βάλανε μπροστά τις μηχανές κι αυτοί. Φτάνοντας στην ΕΛΔΥΚ πήραν διαταγή να ετοιμάσουν μια διμοιρία και δύο οχήματα για να κατευθυνθούν στο αεροδρόμιο. Νέα εντολή μετά, να στείλουνε δύο λόχους με τέσσερα οχήματα κατά του πιστού στον Μακάριο Εφεδρικού. Ύστερα περίπολα στη Λευκωσία, σκοπιές, έλεγχοι κι άλλα έξι οχήματα μετά, στην Αρχιεπισκοπή που αντιστεκόταν σκληρά ως το απόγευμα. Αίμα, θυμός και πλιάτσικο κι ο Μπούτος να τρέχει να επιστρέφει τα κλεμμένα, να μην απλώσει κι άλλο η ντροπή.
     «Και τώρα;», σκέφτεται καθώς γυρίζει ξανά προς την πλευρά του παραθύρου, «Τώρα τι κάνουμε που φάνηκαν τ’ αποβατικά; Τώρα που έρχεται ο πραγματικός εχθρός και η Εθνική Φρουρά είναι διαλυμένη;». Τι κι αν έφταναν σωρηδόν οι πληροφορίες για τουρκικές προπαρασκευές – οι πυροβολαρχίες και οι καταδρομείς κυνηγούσαν ακόμη Μακαριακούς ή κινούνταν προς την Πάφο αντί να είναι με το δάχτυλο στη σκανδάλη στον Πενταδάχτυλο. Η εξάντληση, οι απώλειες, η νευρικότητα, το μίσος που κόχλαζε καταλύοντας κάθε συνοχή, δεν είχαν αφήσει ούτε μέρα να συχάσουν, να κοιμηθούν σαν άνθρωποι μήτε αξιωματικοί μήτε φαντάροι. Φώναζε στο επιτελείο από το πρωί ο Μπούτος και οι άλλοι διοικητές. «Να πάμε στους χώρους διασποράς όπως προβλέπει το σχέδιο επιφυλακής, να ληφθούν στοιχειώδη μέτρα, να γίνει κάποια επιστράτευση». Άδικα. «Επίδειξη κάνουν», τους λέγανε. Και έμενε ακίνητο στο ΓΣΠ το μηχανοκίνητο, ενώ στον θύλακο του Κιόνελι ηχούσαν αμανέδες, κινούνταν λεωφορεία, μπουλντόζες διευθετούσαν τον διάδρομο της Αγύρτας για να προσγειώνονται άνετα αεροπλάνα. Και το επιτελείο της Εθνικής Φρουράς; Ύπνος αδιάφορος και ροχαλητό πατριδεμπορίου. Κάποιοι έφευγαν ήδη άρον-άρον για την Αθήνα.
     Τους είχαν κουβαλήσει απ’ το στρατόπεδο της Κοκκινοτριμιθιάς, έδρα του τάγματος, για το πραξικόπημα και τους κρατούσαν επίμονα στη Λευκωσία μέρες τώρα. Τι κι αν τα σχέδια όριζαν να βρίσκονται στον Καραβά, δυτικά της Κερύνειας, εκεί, στον χώρο άμυνας σε περίπτωση εισβολής; Και δεν ήταν μια μονάδα σαν όλες τις άλλες. Ήταν το μηχανοκίνητο τάγμα, το κύριο προς αντεπίθεση τάγμα σε περίπτωση απόβασης, το μόνο μηχανοκίνητο της Εθνοφρουράς, αυτό που θα έπληττε τον εχθρό από την πρώτη στιγμή. Με τα θωρακισμένα οχήματα που διέθεταν, δεκαεννέα BTR και λίγα άρματα ακόμη, δεν θα περνούσε κουνούπι στην Κερύνεια. «Πόσο θα μείνουμε εδώ;», ρώταγε ο Μπούτος όταν φτάσανε στο στρατόπεδο της ΕΑΔΥΚ, εφεδρεία του στρατηγείου. Κι όσο δεν έπαιρναν απάντηση, τόσο τους έζωναν τα φίδια. Το μεσημέρι πήγαν με τον υπολοχαγό Φαντίδη στην 3η Ανωτάτη. «Ασκήσεις προς εκφοβισμό», επαναλάμβαναν μονότονα εκεί, «μην ανησυχείτε».
     Αργά το απόγευμα ήρθε επιτέλους από τη διοίκηση τεθωρακισμένων η διαταγή να τεθούν σε ετοιμότητα, να καλέσουν κρίσιμες ειδικότητες, ν’ αρχίσει προπαρασκευή για επιστράτευση. Πριν βραδιάσει, πήγε πάλι ο Μπούτος στο ΓΕΕΦ, παρακάλεσε να φύγουνε αμέσως για τον Καραβά, ν’ αναχωρήσουν έστω για τον χώρο διασποράς της Μύρτου. «Αν κινηθούμε αύριο υπό το φως της μέρας θα μας τσακίσει η αεροπορία». Μάταια. «Θα μείνεις στη θέση σου κι αν χρειαστεί θα αναχωρήσετε το πρωί», ήταν η απάντηση. Κάποιοι μίλαγαν γι’ απόβαση στην Αμμόχωστο. «Τι λένε; Στην Κερύνεια θα χτυπήσουν, να ξεκινήσουμε τώρα», φωνάζει ο Ζαχαρής. «Βαγγέλη, δεν μπορώ να παραβώ τη διαταγή. Δεν μπορεί, κάτι θα ξέρουν από την Αθήνα. Πάλι καλά που μας άφησαν να καλέσουμε πενήντα εφέδρους ειδικοτήτων». Ο ταγματάρχης τον κοιτάζει και κουνάει το κεφάλι. «Ποιος θα τους βρει και πότε θα τους φέρει…», ψιθυρίζει. Τη νύχτα νέο τηλεφώνημα, να ετοιμαστούν: εφαρμογή του σχεδίου «Αφροδίτη».

 

ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΚΛΟ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ

Κύπρος, καλοκαίρι του 1974. «Το καλοκαίρι με τις δυο λεπίδες του» (τον Ιούλιο και τον Αύγουστο), όπως γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης σ’ ένα ποίημα του· πώς γύρισε τον κόσμο ανάποδα. Ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Γαβαλάς διάλεξε συνειδητά να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του στην Κύπρο κουβαλώντας ως εδώ μια παλιά οικογενειακή ιστορία, η οποία ξεκίνησε εκατό χρόνια πριν πάλι με έναν άλλο Αλέξανδρο σπουδαστή Ιερολοχίτη στη Μολδοβλαχία και συνεχίστηκε το 1922 στη Μικρά Ασία και το 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Εδώ ο νεαρός ανθυπολοχαγός θα γευτεί τον έρωτα, θα οσμιστεί την προδοσία και θα ακολουθήσει τη μοίρα του που τον οδηγούσε αταλάντευτα στα δύσβατα μονοπάτια του Πενταδάκτυλου και στις αφύλακτες ακτές της Κερύνειας.

Το καινούριο βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου Ο κύκλος του χώματος (Καστανιώτης 2017) έρχεται να προστεθεί σε μια ευάριθμη σειρά καλών μυθιστορημάτων με θέμα τα γεγονότα του 1974, δηλαδή το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή: αναφέρομαι κυρίως στο Κόκκινο στην πράσινη γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη (2011) και το Νόστου πάθη του Μιλτιάδη Χατζόπουλου (2011, το τρίτο βιβλίο της τριλογίας Εν μέρει ελληνίζων). Εξαιρώ από αυτή τη λιτή σοδειά ορισμένα συναφή από θεματική άποψη μυθιστορήματα κύπριων πεζογράφων, προκειμένου να υποδηλώσω το γεγονός ότι η ελλαδική λογοτεχνία, τόσο η ποίηση όσο και η πεζογραφία, απώθησε ουσιαστικά ένα ιστορικό γεγονός το οποίο λογικά (αν εντέλει υπάρχει λογική σε αυτά τα πράγματα) θα ανέμενε κανείς ότι θα αποτελούσε ερέθισμα και πρόκληση για δημιουργική αναμέτρηση.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου τολμά επομένως να σκαλίσει την ιστορία και τη μνήμη και να διεισδύσει σε τόπους πυρακτωμένους. Έχοντας στο κέντρο του κατόπτρου του τον αγνοούμενο ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά, βυθοσκοπεί στις σκέψεις των ηρώων του, ιχνηλατεί την προδοσία των συνταγματαρχών, εστιάζει ενίοτε στη συμπάσχουσα φύση και αποτυπώνει με αναπαραστατική δεξιότητα σκηνές από το πολεμικό πεδίο· της απελπισμένης άνισης μάχης των άοπλων και προδομένων πολεμιστών με τα τουρκικά αεροπλάνα. Απ’ εκεί και πέρα η κυπριακή τραγωδία εξακτινώνεται στην Ελλάδα· στους οικείους πρώτα από όλα του Αλέξανδρου. Και η ζωή (ο κύκλος του χώματος, ο πανίσχυρος νόμος της φύσης, όπως γράφει ο συγγραφέας) συνεχίζεται. Άλλοι εξακολουθούν ως σήμερα να βασανίζονται από εφιάλτες και άλλοι είτε παραδίδονται στην καταναλωτική μέθη είτε ν’ αναλίσκονται στις ιδεολογικές αυταπάτες της μεταπολίτευσης.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

22/6/2017 BOOKPRESS

Το να διεισδύει η Ιστορία στη λογοτεχνία είναι φαινόμενο που έχει βαθιές ρίζες στην εθνική μας λογοτεχνία. Σε μυθιστορήματα του Βικέλα, του Ροΐδη, του Παπαδιαμάντη, της Πηνελόπης Δέλτα και της Διδώς Σωτηρίου, βιβλία εκπροσώπων της πεζογραφικής Γενιάς του Τριάντα αλλά και αρκετών σύγχρονων λογοτεχνών, η Ιστορία είναι πάντα παρούσα, άλλοτε έντονα, άμεσα και δραστικά κι άλλοτε απλώς ως φόντο. Πολυάριθμοι τίτλοι εξάντλησαν το συλλογικό τραύμα της Μικρασιατικής καταστροφής, της Κατοχής και του Εμφυλίου, ενώ ουκ ολίγα βιβλία κάλυψαν το τρίπτυχο των χαμένων πατρίδων (Σμύρνη, Πόντος, Κωνσταντινούπολη), άλλοτε με ακατάσχετη αισθηματολογία και ποικίλου τύπου εθνικοπατριωτικά ιδεολογήματα και στερεότυπα κι άλλοτε με ισορροπημένη νοσταλγία και ειλικρινή, λελογισμένη θλίψη γι’ αυτό που ήταν κάποτε δικό μας (ήταν άραγε ποτέ;) και τώρα δεν υπάρχει.
Οι αιτίες των ιστορικών γεγονότων, οι λεπτεπίλεπτες αποχρώσεις τους και η ερμηνεία τού σήμερα μέσα από την αναψηλάφηση του παρελθόντος είναι στοιχεία που ο αναγνώστης θα βρει σε αναγνωρισμένους, παλιότερους ή νεότερους πεζογράφους: Τσίρκας, Ιωάννου –ιδανική περίπτωση για διδασκαλία τοπικής Ιστορίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες–, Φραγκιάς, Κοτζιάς, Πλασκοβίτης, Γαλανάκη, Βαλτινός, Αλ. Πανσέληνος, Θέμελης, Μέσκος, Θ. Γρηγοριάδης, Σ. Τριανταφύλλου, Φακίνου, Κακούρη και πολλούς άλλους. Στους πρόσφατους τίτλους βιβλίων όπου η Ιστορία εμπλέκεται περίτεχνα και εμφιλοχωρεί στη λογοτεχνία, θα πρέπει νομίζω να σταθούμε και σε ορισμένα βιβλία του Νίκου Δαββέτα, της Σοφίας Νικολαΐδου, του Βασίλη Τσιαμπούση, του Θωμά Κοροβίνη, του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, της Έλενας Χουζούρη, του Σάκη Σερέφα και κάποιων ακόμη πεζογράφων, ενώ μια άλλη παρατήρηση γι’ αυτό το είδος λογοτεχνίας που ανθεί (και έχει αποκτήσει και το δικό του κοινό) είναι πως, απομακρυνόμενοι οι συγγραφείς από τις ιστορικές εποχές που τους απασχολούν και όντας σχετικώς νέοι ηλικιακά, κάνουν, πλέον, μια στροφή από το αυθεντικό, προσωπικό βίωμα στη μυθοπλασία, στην επινοημένη συνέντευξη και στην εξονυχιστική ιστορική έρευνα. Σπανίζουν πια συγγραφείς που, λόγω ηλικίας, πρόλαβαν να ζήσουν από πρώτο χέρι γεγονότα της μικρασιατικής προσφυγιάς, της Κατοχής ή του Εμφυλίου, κι αυτά τα κατέθεσαν ως άμεσο βίωμα (δίχως μελέτες, έρευνες ή μυθοπλαστικού τύπου εμπνεύσεις) στα βιβλία τους, ακόμη κι αν στις σελίδες τους επιμένουν περισσότερο στη μικροϊστορία ατόμων ή ολόκληρων οικογενειών, δίχως να ερμηνεύουν ή να αναλύουν διεξοδικά τις αιτίες και τις συνέπειες των ιστορικών γεγονότων (περίπτωση Σφυρίδη, που με την έξοχη οικογενειακή του σάγκα Ψυχή μπλε και κόκκινη –«μυθιστορία» τη χαρακτηρίζει ο ίδιος– διατρέχει την πορεία μιας οικογένειας στη διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα, με εκτενή αναφορά στα ιστορικά γεγονότα του καιρού τους).

Ο κύκλος του χώματος

Οικογενειακή σάγκα είναι και το πρόσφατο (δεύτερο, μετά το βραβευμένο Αγκριτζέντο) μυθιστόρημα του πεζογράφου και ιστορικού Κώστα Χατζηαντωνίου, που φαίνεται πως συνεχίζει την τάση αρκετών ομοτέχνων του αναφορικά με το πάντρεμα της Ιστορίας με τη λογοτεχνία, σε μυθοπλαστική, φυσικά, βάση. Ο Χατζηαντωνίου αναφέρεται στην πορεία μέσα στον χρόνο μιας νησιώτικης οικογένειας, των Γαβαλάδων, μακρινοί πρόγονοι των οποίων πολέμησαν με τους Ιερολοχίτες (σελ. 143 «από τον Ιερολοχίτη που πολιτογραφήθηκε στο Άργος»), συμμετείχαν στον μικρασιατικό ξεριζωμό ή πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο, στο έπος του Σαράντα. Ο γιος του γιατρού Βασίλη Γαβαλά, ο Αλέξανδρος, πολεμά ως ανθυπολοχαγός στα γεγονότα της Κύπρου, κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής, τον Ιούλιο του 1974, που είχε ως συνέπεια τη διχοτόμηση του νησιού και τη δημιουργία του «κυπριακού ζητήματος», που, παρά τις κατ’ επίφαση προσπάθειες και διπλωματικές ενέργειες των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ακόμη χρονίζει. Ο Αλέξανδρος, στις τελευταίες πολεμικές επιχειρήσεις στο βόρειο τμήμα του νησιού, κοντά στην Κερύνεια, κηρύσσεται αγνοούμενος σκορπώντας θλίψη στους συγγενείς και στους αγαπημένους του, που ζουν, πλέον, μια γκρίζα κατάσταση, στο ενδιάμεσο του έγχρωμου της ζωής και του μαύρου τού θανάτου. Μια παρατεταμένη και εξουθενωτική θλίψη που κάνει τον γιατρό πατέρα του, όταν ψυχορραγεί, να φέρνει το όνομά του στα χείλη του, την αδελφή του Βέρα να δυσκολεύεται να ορθοποδήσει στην προσωπική της ζωή, και τα ξαδέλφια του Παύλο και Μιχαήλ να τραβούν διαφορετικούς δρόμους, έχοντας όμως τη μορφή και την πράξη του αγνοούμενου εξάδελφού τους σημείο αναφοράς – ο πρώτος, αριστερών πεποιθήσεων, ενεπλάκη με βομβιστές του ΙRΑ λόγω της Ιρλανδής αγαπημένης του, δίδαξε τελικώς οικονομικά, ενώ ο δεύτερος, σοβαρός, λιγομίλητος, θρησκευόμενος, διετέλεσε ακόλουθος στο υπουργείο Εξωτερικών και τον αναζήτησε απεγνωσμένα στα Μικρασιατικά παράλια και στην Κωνσταντινούπολη, προσπαθώντας να γεφυρώσει το προβληματικό παρελθόν του με το άγονο παρόν. Μια έρευνα DNA, ένας γάμος του Μιχαήλ με μια κοπέλα από τα παλιά, την Εύα, κι ένα μωρό που θα έρθει στη ζωή, δίνουν κάποια λύση στο όλο οικογενειακό δράμα, αφήνοντάς μας γλυκόπικρη γεύση στο στόμα, αφού η νέα ζωή είναι μια όαση, μια επίφαση ελπίδας στον αέναο κύκλο του χώματος που μας εξουσιάζει και μας καθορίζει.

Ενδιαφέρον και καλογραμμένο μυθιστόρημα

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αξιοθαύμαστη πειθαρχία στη γραφή του (το μυθιστόρημα είναι μοιρασμένο σε τρία ισομεγέθη μέρη, με δώδεκα ολιγοσέλιδες-ισομεγέθεις ενότητες το καθένα), με αφηγηματικό νεύρο, ένταση κι ανατροπές, με πολύ προσεγμένη, ποιητική σε πολλά σημεία γλώσσα (όλη η ενότητα «Εσένα ενθυμούνται ακόμη», στην οποία περιπλέκονται αριστοτεχνικά η θλίψη του αγνοουμένου, οι ιστορικές μνήμες, το ταξίδι, οι περιγραφές του τοπίου με σκόρπιους στίχους τραγουδιών για τη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία, είναι άκρως ποιητική) και με διεξοδική έρευνα σε ιστορικές πηγές και ιστορικά γεγονότα της πρόσφατης αλλά και της παλαιότερης ιστορίας, στήνει ένα ενδιαφέρον και ευανάγνωστο μυθιστόρημα, που καθηλώνει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος. Ωραία αποδίδεται στο Α΄ Μέρος η μοίρα των πολεμιστών στην Κύπρο, ο αγνός και άδολος αγώνας τους ενάντια στον εισβολέα, η μεγαλοσύνη της ψυχής τους, τα ιδανικά και η αθωότητά τους. Απέναντι σε όλα αυτά κανείς δεν βοηθά, κανείς δεν συντονίζει τον αγώνα τους, όλα είναι εναντίον τους, ακόμη και η φύση (σολωμικού τύπου εύρημα), ενώ πάντα πλανάται στην ατμόσφαιρα η ύπουλη συμφωνία κάποιας συνθηκολόγησης με τους Τούρκους, σε πολιτικό ή διπλωματικό επίπεδο, κάτι που οι πεθαμένοι δεν θα το μάθουν ποτέ, καθιστώντας τους ακόμα πιο τραγικές φιγούρες της Ιστορίας. Στο Β΄ Μέρος ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποτύπωση της, σταδιακά, επερχόμενης οξείδωσης και φθοράς της Ελλάδας, η κοινωνική και ηθική σήψη της Μεταπολίτευσης. Η χρεοκοπία του θείου του Αλέξανδρου, του Ιάκωβου, κάθε άλλο παρά τυχαία δεν είναι, συμβολίζοντας τη χρεοκοπία ενός ολόκληρου έθνους. Τέλος, στο Γ΄ Μέρος υπάρχει δράση, κίνηση των ηρώων, αλλεπάλληλοι θάνατοι, αναζήτηση των ιχνών του αγνοούμενου ανθυπολοχαγού, ανατροπές, ένας αναπάντεχος γάμος, κι ο κύκλος του χώματος ολοκληρώνεται με την έλευση μιας νέας ζωής, στην οποία ο αναγνώστης εναποθέτει τις ελπίδες του για κάτι το καλύτερο μελλοντικά. «Γιατί ο Καιρός –πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα;– πάντα θα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ’ ανοίγει» καταλήγει ο συγγραφέας.

Ο κύκλος του χώματος είναι ένα καλοδουλεμένο μυθιστόρημα, όπου το πάντρεμα Ιστορίας και λογοτεχνίας γίνεται γόνιμα, αβίαστα, ισορροπημένα και δημιουργικά, δίχως η μία να πνίγει την άλλη. Ο συγγραφέας δεν προβάλει πολιτικές ή ιδεολογικού τύπου πεποιθήσεις, κρατώντας, όπως αρμόζει, ο ίδιος αποστάσεις από τα ιστορικά γεγονότα, πάντα αντιλαμβανόμενος τον συμβολισμό και τη βαρύτητά τους στον απλό άνθρωπο του καιρού του. Το βιβλίο λειτουργεί, εν μέρει, και ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης των εναπομεινάντων στη ζωή ηρώων, απόγονων των παλιών Γαβαλάδων, ενώ παράλληλα φωτίζει κι ένα κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας μας, με τα γεγονότα της Κύπρου, που, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχει αποτυπωθεί επαρκώς στη Νεοελληνική γραμματεία. Θα μπορούσα να το χαρακτήριζα και έργο μεγάλης πνοής, αν δεν σκόνταφτα σε κάποιους υπερβολικά διατυπωμένους, σχεδόν μεγαλόστομους, διαλόγους ανάμεσα στον Μιχαήλ και στον παλαιοπώλη, στον Μιχαήλ και στον Παύλο, στον Παύλο και στους βομβιστές του ΙRΑ στην ιρλανδέζικη παμπ και, ιδίως, στην ακατάσχετη φιλοσοφικοϊστορική ρητορεία του (!) ψυχορραγούντα γιατρού Βασίλη Γαβαλά, οι οποίοι δεν προσθέτουν τίποτα στο κείμενο, απεναντίας στερούν από τους ήρωες τη φυσική τους έκφραση. Αλλά αυτές είναι, κάποιες φορές, οι παρενέργειες της χρήσης του «πνευματικού εργαστηρίου» στη λογοτεχνία. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, το να υπονοούνται κάποιες σκέψεις ή ιδέες ή, τελικώς, η αποσιώπησή τους, ίσως και να ήταν μια κάποια λύσις σ’ αυτή τη συνολικά ολιγοσέλιδη αφηγηματική δυσκαμψία, που ωστόσο ούτε αναιρεί ούτε ακυρώνει τη συνολική προσπάθεια του συγγραφέα.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

DIASTIXO 07/6/2017

Ο πεζογράφος, ιστορικός και δοκιμιογράφος Κώστας Χατζηαντωνίου, μετά το θρυλικό Αγκριτζέντο επανακάμπτει με ένα ακόμη εξαιρετικό μυθιστόρημα, κάποια χρόνια μετά (χρόνος επαρκής για έρευνα και πληροφορία, καθώς επίσης και για εμπεριστατωμένη εργασία), βάζοντάς μας πάλι πολλές δυσκολίες, καλώντας μας να γίνουμε ακόμα κοινωνοί και βερμπαλιστικών ερωτημάτων και, εν κατακλείδι, δείχνοντάς μας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος προκειμένου να φθάσει εκεί απ’ όπου ο συγγραφέας ξεκίνησε. Πράγματι (και αρχίζουμε με αυτή την παρατήρηση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί είναι καθοριστική), ο Χατζηαντωνίου κάνει πράξη αυτή την εντελώς παραποιημένη λέξη, που λέγεται «διαλεκτική» (όρος φιλοσοφικός, επιστημονικός και κριτικός), καθώς αφηγείται με ερωτήσεις, περιγράφει ερωτηματικά και σε μεγάλο μέρος του έργου δεν έχουμε απόλυτη άποψη αλλά το αντίθετο, πρόταση προς συζήτηση (άρα μπορεί και ο αναγνώστης να βάλει τη δική του θέση σε ό,τι διαβάζει). Εργαζόμενος με αυτή τη λογική, ο Χατζηαντωνίου αφενός αποποιείται τον χαρακτήρα του παντεπόπτη, του πανεπιστήμονα, του (ας το πούμε λαϊκά) παντογνώστη, και θέτει στην διαδικασία τόσο της γραφής όσο και του μηνύματος αλλά και της πρόσληψης από τον κόσμο την εν γένει απώλεια, αφετέρου υιοθετεί την εικόνα της πολυπλοκότητας μιας αλήθειας, τις δύο ή και περισσότερες όψεις του ίδιου νομίσματος και, τέλος, την διασταύρωση των υλικών που με την έρευνα έχει κατακτήσει, μέσα από τις διαλεκτικές μορφές έκφρασης, τόσο ξεχασμένες σήμερα και παράλληλα τόσο ανοιχτές σε καταθέσεις έντονου προβληματισμού. Άρα, γίνεται σαφές, πως η τριβή του Χατζηαντωνίου με το δοκίμιο και η ενασχολησή του με την Ιστορία γίνονται εργαλεία και στον πεζό λόγο, στην λογοτεχνία, με τρόπο όχι απλώς μεθοδολογικό αλλά πολύ παραπάνω (με τρόπο) γραφής που επιφέρει πλήθος ερμηνειών και πλήθος αποτελεσμάτων.

Ας δούμε λίγο πώς είναι δομημένο το βιβλίο (για τον μύθο του θα μιλήσουμε λίγο παρακάτω). Κατ’ αρχάς χωρίζεται σε τρία ισομεγέθη μέρη, συν ο επίλογος. Ο Χατζηαντωνίου δεν αφηγείται γραμμικά, αντίθετα μπορεί, για παράδειγμα, απ’ την τραγωδία της Κυπρου το 1974 να πεταχθεί στην Γενοκτονία των Ποντίων ή πάλι στην Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει απλώς πως καταγράφει όλες τις ήττες του Ελληνισμού, της μικρής κουκκίδας στην ανατολική Μεσόγειο στην διάρκεια του 20ού αιώνα, με την πρόθεση να καταδείξει πώς γονάτιζε αλλά πάντα σηκωνόταν, έστω και με απώλειες, έστω και χωρίς το ένα χέρι ή το ένα πόδι, όπως οι Καρυάτιδες του Παρθενώνα. Ο Χατζηαντωνίου ως ιστορικός γνωρίζει πολύ καλά πως στο Αλβανικό Μέτωπο –παρά τις ηρωικές εφορμήσεις των στρατιωτών μας– στην ουσία δεν υπήρχε το παραμικρό σχέδιο κατάκτησης των πάτριων εδαφών, άρα το σπάσιμό του και η υποχώρηση ήταν θέμα χρόνου. Γνωρίζει πολύ καλά πως στην Μικρασία έγιναν τόσα λάθη όσα δεν βάζει ο νους ακόμη και του τελευταίου στρατιώτη. Ότι στην Κύπρο έγιναν τα μύρια όσα (πραξικοπήματα και λοιπά), ώστε να ακολουθήσει ο διαμελισμός από την βάρβαρη μπότα του Αττίλα. Και στον Εμφύλιο, και στην Χούντα, παντού όπου η Ελλάδα υπέστη ήττες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη. Ο Χατζηαντωνίου είναι ένας συγγραφέας στα μάτια του οποίου η Ιστορία, η επίσημη, η καταγεγραμμένη, δεν αποτελεί φέουδο και τσιτάτο, το αντίθετο, μπορεί να την δει κανείς όπως θέλει, να την αναλύσει όπως επιθυμεί και να δει τα κρυφά της σημεία (εντάξει, ίσως η λέξη «κρυφά» να μην αποτυπώνει τόσο καλά αυτό που συζητάμε), τα μυστικά εν τέλει, τα οποία και αποτελούν το ψαχνό της, το βάρος της, την αξία της..
Ολόκληρο το πρώτο μέρος (το καλύτερο του τόμου) είναι γραμμένο για πόλεμο, πολεμικές επιχειρήσεις που δεν έχουν κανέναν απολύτως στόχο, μάχες απογοητευτικές με μόνο νεκρούς παρά τον ηρωισμό τους, ένα ιστορικό παζλ καταγραφής ηττών, απωλειών, νεκρών, συρρίκνωσης και εν τέλει πολιτικού, κοινωνικού και πολιτισμικού εξανθρωπισμού.

Θα ήθελα να πω δυο λόγια (και μόνο) για τον μύθο του μυθιστορήματος Ο κύκλος του χώματος (που θα μπορούσε να είναι και «Ο κύκλος του αίματος»): ο γιος του μεγαλοαστού Γαβαλά πέφτει νεκρός στα γεγονότα της Κύπρου σε τούρκικη ενέδρα. Έτσι παίρνουν την σκυτάλη τα δυο ξαδέρφια του και ειδικά ο Μιχαήλ, τον οποίο και παρακολουθούμε παράλληλα με την ζωή του άλλου, σε συνάφεια με τα πολιτικά γεγονότα της τελευταίας τριακονταπενταετίας. Τα επεισόδια διαδέχονται το ένα το άλλο –υπάρχουν θάνατοι, γάμοι, παιδιά, χωρισμοί, επώδυνη πτώση της δυναστείας, ιδεολογίες, απελευθερωτικά κινήματα και λοιπά –μέχρι τον επίλογο–, καθώς το δεύτερο και το τρίτο μέρος δεν διαφέρουν μυθολογικά αλλά ούτε και εκφραστικά – όπου ο νεαρός Γαβαλάς, ως πατέρας πλέον, οφείλει να διατηρήσει το όνομα των γονιών και των προγόνων του, παρά την επελθούσα κατάρρευση και σε οικογενειακό επίπεδο. Η οποία δεν ήταν μόνο οικονομική, δεν ήταν μόνο κοινωνική, δεν ήταν μόνο πολιτική (καθώς σοσιαλιστικά κινήματα και μαζί και ο λαός έρχονταν στην εξουσία), αλλά πολύ περισσότερο ηθική, αξιών και συμβιβασμών που αρνήθηκαν να κάνουν. Μια αλληγορική μυθιστορία, δηλαδή, που διήρκησε έναν αιώνα και η κατάληξή της ήταν η πτώση αστών και μεγαλοαστών, μέχρις ότου να δημιουργηθούν τα καινούργια οικονομικά τζάκια.

Και αν κάποιος με ρωτήσει τι καινούργιο φέρνει ο Χατζηαντωνίου με το συγκεκριμένο βιβλίο γύρω και πάλι από ιστορικά συμβάντα που τόσοι και τόσοι έχουν ασχοληθεί, θα απαντήσω με αυτές τις λίγες φράσεις: η Ιστορία είναι πηλός. Παίρνεις ό,τι σου χρειάζεται, το πλάθεις, το πιλατεύεις, το σφυρηλατείς και έτσι η ματιά σου διαφέρει, γίνεται προσωπική θέση που άπτεται της πραγματικότητας και, τέλος, υπενθυμίζει στους νέους την γνωριμία του παρελθόντος προκειμένου να ζήσουν στο μέλλον.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s