ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

1-ΦΩΤΟ1

 

Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964.
Κατάγεται από τη Λίμνη Ευβοίας. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Από το 1986 διδάσκει ως φιλόλογος σε γυμνάσια και λύκεια, πρώτα στην Αθήνα και αργότερα στη Χαλκίδα, όπου και μένει μόνιμα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Έχει ασχοληθεί με πολλών ειδών δημιουργικές δραστηριότητες στα σχολεία της —και όχι μόνο- σχετικά με το βιβλίο, τη λογοτεχνία.  Ο ΑΛΙΠΛΟΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ (2015) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

ΑΛΙΠΛΟΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ (2015)

 

 

1. ΠΑΦΛΑΣΜΟΣ

Τα μάγουλα του σκάφους
θωπεύει ο παφλασμός
στιλπνός παλμός
ριγίζει σύγκορμος.

Σφίγγουν τα κύματα
τα στήθη και τα ίσαλα,
σκάζουν σα χίμαιρα
με σπασμούς στα ύφαλα.

Σφαδάζει στραφταλιστά
το σφρίγος του σφυγμού
-η σαγήνη του σουραυλιού-
το σκίρτημα σπαρταράει
και στροβιλιστά σκάει.

Στο ρίγος των ωρών
σαλπίζει αρχαία ηχώ.

 

 

4. ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΓΑΛΗΝΗ

Στον παφλασμό της ρότας
πάλλονται τα κύματα
τρεμουλιάζει το νερό
στραφταλιάζει το πλαγκτό
θαλασσινό αιώνιο φώσφορο
άστρα σε νυχτερινό ουρανό.

– Καθρεφτίζονται τα πάνω κάτω;
Ή τα σωθικά μας σπαρταρούν;

 

 

6. ΠΕΡΣΙΔΕΣ ή ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

Ο νους
μόνο ο νους
μιαν αυγουστιάτικη νύχτα
στολισμένη με Περσίδες
μια νύχτα με βροχή τα πεφταστέρια

Ο νους
μόνο ο νους
μια τέτοια νύχτα
μπορεί ν’ αδράξει την αρχή
—με το βλέφαρο σφαλιστό—

τη στιγμή εκείνη
την άχρονη κι αϊδήν
όπου αρχή και τέλος ένα
πριν και μετά κανένα.

 

 

8. ΚΑΒΟΥΡΑΣ

Μπατάρισε η ψυχή
σαν κάβουρας λοξοδρομεί
ψηλαφιστά εναντιοδρομεί γυρίστηκε τα έξω μέσα
απ’ των αισθητών τη γοητεία
στων νοητών την πολιτεία
απ’ το εφήμερο γίγνεσθαι
στο καθαρό είναι

Έρχομαι εκ καθαρών καθαρά

στην ενατένιση του όντως όντος
του αναλλοίωτου κι αιώνιου φωτός
στη γνώση της πρώτης αρχής του Παντός.

Έλαμψε ο ήλιος
κι επέστρεψε η ψυχή στον εαυτό της.

 

 

9. ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΛΕΜΟΝΙΑΣ

Έχετε προσέξει τις ντελικάτες
γραμμές του άνθους της λεμονιάς
Λευκό του αφρού του κύματος
Ώχρα του ηλιοκαμένου στιλπνού μπράτσου
Κροκάτος πυρήνας με πινελιές ξεβαμμένης
άλικης πορφύρας σε δερμάτινη περγαμηνή.

Ποια ιδιοφυία καλλιτέχνη
ευωδιάζει πιρουέτες αιθέριας
μπαλαρίνας καθώς το διάφανο
πέπλο της ακολουθεί τη λεπτή
γραμμή του χεριού της στον αέρα
τη στιγμή που ξεπηδά απρόβλεπτα
ο ίμερος στην κοιλιά, στο στήθος
στο κεφάλι

ω θεία Αρμονία!
ω τέλεια Συμμετρία!
ω ολική Ενότητα!
ω απόλυτη Ομορφιά!

Ναι-
η Αλήθεια δεν είναι
τυχαία

 

 

14. Η ΝΥΧΤΑ

Ω έλα νύχτα
Ζώσα και σιωπηλή
Ευδαίμων και σοφή
Ψιθύρισε μου λόγια
Χρησμικά
Για μια θάλασσα πλατιά
Και μιαν αμμουδιά ασημιά

Ω έλα νύχτα
Απέραντη και σκοτεινή
Δίδαξέ μου
Της Ατραπού
Τη βουστροφηδόν γραφή.

 

 

17. ΝΑΥΤΙΛΟΣ

Κάτω απ’ του αφρού τη σκόνη
στης άμμου τη γούβα τη σκιερή
τα πόδια μου συνάντησαν τη στριφτή
αρχαίου κοχυλιού την απαντοχή.
Πασπαλισμένο με αμμόσκονη ξανθή
με του βρεγμένου τη γυαλάδα
μισό έξω μισό μέσα
κείτονταν – ποιος ξέρει χρόνια πόσα
έγραψαν οι κύκλοι τ’ οστράκου
ραβδώσεις στην τέλεια σπείρα του

Στιλπνό και καθαρό στην παλάμη μου
ευωδίαζε ακριβή άρμη νόστου

Τι μελωδία μυστική
θύμιαζε μέσα απ’ το κοχύλι;
Μια αρμονία θεϊκή
άχνιζε — .. .σαν από πηγή;

 

 

18. ΑΛΩΝΙ

Ο ίδρος δένει διαμάντι
Ο ήλιος κατακόρυφα χτυπά

Μύες τεντωμένοι γραμμώνουν
Μυκτήρες ορθάνοιχτοι ξεφυσούν
Λαγάνες τσιτωμένες γυαλίζουν
Οπλές πεισματικά ωθούν

Κύκλος — κύκλος — κύκλος

Αχ να ’μουνα Πήγασος
Άτι Λευκό και Φτερωτό
Ανάερο κι ανάλαφρο
Κι ας έκανα κύκλους εκεί
Ψηλά στον ορίζοντα των γεγονότων
Πριν χαθεί εδώ κάτω η Μνήμη.

 

 

21. ΓΛΑΡΟΣ II

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσύ,
Πέταξες γλάρε, στο νησί
Έφτασες, έπιασες λιμάνι
Να ξαποστάσεις απ’ το θαλασσομάνι.
Να ’ναι ο τόπος σου αυτός
Ή άλλος κάβος στο πέλαγος;

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσυ,
Που μου ’δωσες γλάρου μορφή
Στα χαμηλά για να πετώ
Πάνω απ’ της θάλασσας τον αφρό
Κάτω απ’ τ’ ουρανού την απλωσιά
Με την κρυφή λαχτάρα στην καρδιά

Να ’μουν αστέρι λαμπερό στο θόλο του τον απλωτό!
Να ’μουνα βότσαλο λευκό στο σκιερό του το βυθό

Όχι εδώ, όχι εδώ, στης ψυχής την ερημία
Όχι εδώ, όχι εδώ, στου κορμιού την εξορία

Ες αεί περιιπτάμενος
Σκοτεινός ναυαγός του φωτός.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Lucid dream

Το όνομά της είναι Λουσίντα
Κάθε βράδυ βλέπει το ίδιο όνειρο
Το ξέρει ότι ονειρεύεται
το ξέρει ότι βρίσκεται μέσα σ’ ένα
διαυγές, φωτεινό όνειρο
Ξέρει πως αν σταματήσει να μετρά
τη συχνότητα των αναπνοών της,
το φως θα την καταπιεί,
γι΄ αυτό συνειδητά ενεργοποιεί
εκείνο το εγκεφαλικό ημισφαίριο
που τη βοηθά να τραγουδά
κάθε στίχος της και μια υπερχορδή
κάθε νότα της και μια ραφή
στων ανθρώπων τις ρωγμές

Καθώς το τραγούδι της αυτό
καμπυλώνει το χωρόχρονο,
ύλη πλάθεται από αντιύλη
οι προτάσεις αυτοεκπληρώνονται
οι λόγοι αγαπούν τις εικασίες.
Εκείνο όμως που την κάνει μοναδική
είναι ότι αν και βρίσκεται σε σκοτεινή οπή
είναι κι όλο το φως μαζί,
πέρα πια απ’ το παιχνίδι της μίμησης

Μάλιστα έχει βρει κι ένα κόλπο για να μην ξυπνά:
μέσα στο όνειρο ζωγραφίζει ένα μηχανικό δράκο
με χρώματα πάνω απ’ το μικρό της κόσμο
να την αγκαλιάζει ερωτικά μέσα σε κουκούλι,
για να ταξιδεύουν διαρκώς στα σημεία που
αθωώνεται ο θεός κι ο θάνατος εκεί
Άλλο τρόπο δεν έχει να θεραπεύεται απ’ τους εφιάλτες,
κι έτσι ίπταται μέσα στη χίμαιρα μιας οιονεί λάμψης
στο χείλος της εν εγρηγόρσει ονειρότητας.

Το όνομά της είναι Λουσίντα.

 

Θράκα 13/2/2017
http://www.thraca.gr/2017/02/lucid-dream.html

 

 

Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΧΥΛΙΟΥ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ

Ιερουργώντας
Έστω τώρα

Κέντρο

Έβαλα τη γλώσσα στο αυτί σου
52 καρατίων αλάτι
Ξαναμοιράζεις την τράπουλα

Βάρος

Χτένιζα όλη νύχτα τα μαλλιά σου
1 κόκκος σύννεφου
Ξεπλένεις την αμαρτία

Επιφάνεια

Φυσούσα τις ώρες στους μηρούς σου
χ κλάσμα θαλάσσης
Ξεφεύγεις το μέτρημα

Περίμετρος

Έψαχνα τον ιδρώτα στα στήθη σου
360 μοίρες κύματος
Ξαναπράττεις το έγκλημα

Βάθος

Έκλεβα το σάλιο στα χείλη σου
φ σπείρα αφρού
Ξεγλιστράς την κατηγορία

Ύψος

Άκουγα την έκρηξη στη μασχάλη σου
δυο ∞ βυθού
Ξεχνάς την επιστροφή

Άρα,
Ο λόγος των ακτίνων από κάθε πόρο του δέρματός σου ισούται με τη χρυσή τομή της έλξης μας. Η εξίσωση αυτή αποδεικνύεται στο σώμα σου. Και αυτοαναιρείται. Κάθε φορά.

 

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 12/9/2016]
http://frear.gr/?p=15074

 

 

Ιόντα επιθυμίας

«ἔλθε μοι καὶ νῦν, χαλεπᾶν δὲ λῦσον
ἐκ μερίμναν, ὄσσα δέ μοι τέλεσσαι
θῦμος ἰμέρρει, τέλεσον»
Σαπφώ

Και τώρα έλα μου,
κι απ΄ τον σκοτεινό λύσε με
καημό, κι όσα να γίνουν
ποθεί η ψυχή, κάνε για με

Δεν αναπνέω σε τροχιά
Πάλλομαι μέσ’ στα νερά

Δεν είμαι
προκαθορισμένη γραμμή
αλλά
μορφο/κλασματική διαδρο-
——————————-μή

άλλοτε κύμα
άλλοτε σώμα

Αν θες να με βρεις
πρέπει να με δεις
αλλά
εκείνο που οράς
αυτό και θηρεύεις.

Αν θες να μ’ αγγίξεις
πρέπει να με αλώσεις
αλλά
όποιο δέρμα φοράς
μονάχα θωπεύεις.

Όμως εγώ
δεν έχω δέρμα
είμαι νερό
κατοπτρίζω αν θέλω
αυτόν που ποθώ.

Όμως εγώ
δεν έχω δέρμα
είμαι βυθός
μετέχω στο φως
αλλά πλέω πάντα εντός.

Και τώρα έλα μου
και στο σκοτεινό μου φάσμα σε απορροφώ
ως κύμα φωτονίου αντιστοιχώ
στην πρώτη διέγερση.

(Από την ερωτική αλληλογραφία του Bob και της Alice/ Οι πληροφορίες χάθηκαν στη μεταγραφή )

 

 

Παράξενος ελκυστής

τᾶ]ς κε βολλοίμαν ἔρατόν τε βᾶμα
κἀμάρυχμα λάμπρον ἴδην προσώπω
Σαπφώ
Το λικνιστό της βάδισμα ποθώ
το φωτεινό της πρόσωπο να δω*

Περιδινίζω το δέρμα
σε χορό ελλειπτικό
στροβιλισμός πυρήνα
σε κενό φως
δίχως αποδέκτη.

Στο έμπα των ματιών σου
χάνω το ρυθμό
ζαλίζομαι παραπατώντας κύ-
μα γίνομαι ρεύμα ραδιενεργό
-ηλεκτρική θάλασσα-
κι αν Πρωτέας στο βυθό μοιραία
δραπετεύοντας τα πουκάμισά σου αλλάζω
για να σου είμαι όμορφη
η πλάτη μου έχει πάρει το σχήμα του έρωτά σου

Είμαστε
στο χάσιμο του σφυγμού
στο θόρυβο πίσω από τη μελωδία
στα παράσιτα κάτω από τον ήχο
στο σφάλμα μετά την πρόσθεση
στο αχ! του σπασμού
στην αρχή πάντα – είμαστε-

Η έλξη μας άλμα σε γκρεμό
παράξενη καταστροφή
έσκασε η σαπουνόφουσκα
χωρίς αιτία επανάσταση
μα άξαφνα κατάλαβα
– στο α πάντοτε είμαστε –
κι έγινα τόσο χαρούμενη για αυτό

(από υποκλοπή τηλεφωνικών συνομιλιών ανάμεσα σε Julia και Thom)

 

Στάχτες 5/1/2016
http://staxtes.com/2003/?p=7934

 

 

Κόμβος

τοίχος αριστερά τοίχος δεξιά δεν βλέπω καλά πώς όταν μεθυσμένος ή ένα
κλάσμα δευτερολέπτου πριν τη λιποθυμία τα πράγματα διαχέονται λοξά στον αμφιβληστροειδή σου; πάντως ήταν τοίχος δεξιά τοίχος αριστερά μια μορφή περνά ξαφνικά μπροστά δεν ξέρω δεν μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά πρόσωπο αξεδιάλυτο πυκνό στη στροφή του τοίχου με αρπάζει μου ξεκολλά το εξωτερικό περίβλημα ή μήπως το εσωτερικό
με σέρνει απ΄ τα μαλλιά πίσω

Το ξυλάκι έκανε άταχτες στροφές στον αέρα κι έπεσε δίπλα στο κύμα. Ο Τζακ έτρεξε χοροπηδώντας με τη γλώσσα να κρέμεται έξω από το στόμα του σ΄ ένα τεράστιο χαμόγελο και το έπιασε με τα δόντια του. Κάθε μέρα, λίγο πριν νυχτώσει, επαναλαμβανόταν αυτή η ιεροτελεστία. Δυο φιγούρες, μοναχικές, στο άπλωμα της ακτής εκεί ακριβώς όπου μόλις είχε αποσύρει τα νερά της η παλίρροια. Είχαν αποκαλυφθεί τόποι τόποι αμμώδεις, με γύρω το υπόλοιπο της θάλασσας. Βούλιαζαν τα πέλματα του αργά στη μαλακή άμμο. Κάπου εκεί είχε βρει και τον Τζακ, μια ώρα σαν και αυτή, πριν ένα χρόνο. Πώς είχε ξεπέσει εκεί; δεν ανακάλυψε ποτέ. Είχαν γίνει οι καλύτεροι φίλοι από την πρώτη στιγμή. Είχαν ταιριάξει, σαν να αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον, όπως θα έλεγε κανείς. Από τότε όλα τα έκαναν μαζί. Ο Τζακ κάτω από το κρεβάτι τη νύχτα στον ύπνο. Ο Τζακ δίπλα στο τραπέζι στο γεύμα. Ο Τζακ πίσω απ’ την πολυθρόνα στο διάβασμα. Ο Τζακ μπροστά απ’ τα πόδια στον περίπατο. Είχαν περπατήσει πολλά μέρη μαζί στην ερημιά, γύρω απ’ το σπίτι, στο δάσος που εκτεινόταν στην πίσω πλευρά, αλλά και στην ακτή που φιδογύριζε τη θέα. Αυτή την ώρα της αμφιλύκης, τα βήματά τους πάντα κατέληγαν σε αυτό το ίδιο σημείο. Σαν να ήταν συγχρονισμένοι με το τράβηγμα της παλίρροιας. Άρεσε στον Τζακ να σκαλίζει τη βρεγμένη άμμο και να ανασύρει με τη μουσούδα του καβούρια, που είχαν εγκλωβιστεί στους μικρούς θύλακες νερού.

με σέρνει ακόμα πόση ώρα; οι ρίζες των μαλλιών στο κρανίο πονάνε
θ’ αποκολληθεί το δέρμα! με νύχια και με δόντια γραπώνω το πάτωμα να κρατήσω αντίσταση! δεν έχει πάτωμα μα πού είναι ο πάτος πιάνω βάλτο χώμα χύνεται μέσα απ’ τα δάχτυλα λάσπη μέσα στα μάτια νερό στα ρουθούνια ζάλη στα μέλη αφήνομαι

Χάρτινο το φεγγαράκι/κόκκινη η ακρογιαλιά/αν μ’ αγάπαγες λιγάκι/θα ‘ταν όλα αληθινά, σιγομουρμούριζε, ρυθμικά βηματίζοντας, εκείνο το τραγούδι. Κατάφερε να βγάλει το κακόμοιρο το καβουράκι μέσα από τα δόντια του Τζακ. Το πέταξε στο διπλανό αμμόλοφο. Την προηγούμενη φορά, οι δαγκάνες του, είχαν κόψει κομμάτι από το ένα το ρουθούνι. Έκανε μέρες να κλείσει το τραύμα. Α, δεν είχε διάθεση πάλι για αίματα στα χαλιά. Να μάθαινε πια κι αυτός ο Τζακ να μη χώνει τη μουσούδα του παντού

από μακριά έρχεται μια μελωδία παρά την παράλυση μ’ αρέσει χάδι στο πονεμένο μου κρανίο αγγίγματα στο κορμί αγαπημένα κλείνω τα μάτια πότε τα άνοιξα; τράβηγμα στον ώμο πέφτω πέφτω κάνω κύκλους στον αέρα;
ένα τράνταγμα στην πλάτη τίναγμα στα γόνατα
μαύρη σιωπή

Πέταξε το μολύβι στην άκρη. Έκλεισε με θόρυβο το τετράδιο. Επιτέλους! Τον είχαν κουράσει με τη γκρίνια τους. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Η υλακή του σκύλου. Τα βογγητά του ανθρώπου. Περίεργο όμως, τόσες νύχτες γράφω ξανά και ξανά, μέσα σε πυρετό, την ίδια σκηνή κι ακόμα δεν έχω καταφέρει να περιγράψω τα χαρακτηριστικά της μορφής. Το πρόσωπο του, μου είναι αξεδιάλυτο. Πυκνό. Θα είναι απ’ τα αίματα, σκέφτηκε. Και σκουπίζοντας με την ανάστροφη του χεριού, το πηχτό υγρό που κυλούσε απ΄ τα μάτια του, σηκώθηκε βαριανασαίνοντας απ’ την καρέκλα.

Τον παρακολουθεί από τη γωνία του δωματίου. Κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό. Σκιρτάει στα σκεπάσματα, βογκώντας. Πετιέται απότομα και σέρνεται, όπως όπως, στο μικρό γραφείο στη σκοτεινή γωνιά του κελιού του. Γράφει για ώρες πυρετικά πάνω από ένα τετράδιο. Αγωνιά μάταια να χύσει τους ζωντανούς εφιάλτες του στο χαρτί. Κάθε νύχτα. Πόσα χρόνια, έχασε κι αυτός το μέτρημα. Έχει καταντήσει μονότονο πια. Δεν του προσφέρει πλέον καμιά ηδονή. Καιρός να ψαρέψω άλλον κάβουρα! χαμογελά,
και μ΄ ένα ελαφρύ πήδο χάνεται
στη στροφή του τοίχου.

Θράκα 4/5/2017
http://www.thraca.gr/2017/05/blog-post_4.html

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΔΟΥ-ΠΟΘΟΥ

DIASTIXO 29/2/ 2016

Ες αεί περιιπτάμενος
Σκοτεινός ναυαγός του φωτός

Ποιητικές εικόνες σαν μικροί φάροι μέσα στην ομίχλη της κοσμικής αμφιβολίας. Η ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου είναι μαζί και συμβολισμοί μιας μεταφοράς ή και αναφοράς των κοσμικών στοιχείων και πλασμάτων σε έννοιες αρχετυπικές, σε μια ποιητική απαρχή των όντων.

Ανάμεσα στα πλάσματα του βιβλίου της είναι ο κάβουρας, είναι ο γλάρος, είναι το ψάρι, είναι ο αχινός, το κοχύλι. Της θάλασσας πλάσματα όλα, με τον γλάρο να «περιίπταται» ανάμεσα στη θάλασσα και στον ουρανό. Ένας γλάρος Ιωνάθαν που ονειρεύεται τον ουρανό και, κάποιες φορές, η ποιήτρια τον ταυτίζει με το βαθύτερο Εγώ της. Νομίζω πως είναι από τα πιο σημαντικά της συλλογής τα δύο ποιήματά της «Γλάρος Ι» και «Γλάρος ΙΙ». Υπάρχει εκεί μια αγωνία ταύτισης του ποιητικού της Εγώ με την ανάγκη να ανυψωθεί, να αναταθεί, να ενωθεί με το ουρανικό μυστήριο που απλώνεται χρησμικό και αινιγματικό πάνω από τη θάλασσα, στο απέραντο γαλάζιο.

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσύ,
Που μου ’δωσες γλάρου μορφή
Στα χαμηλά για να πετώ

Σαν να επιζητεί να μεταμορφωθεί η ίδια σε γλαροπούλι, για να πετάξει ψηλά. Ζητά τη μοίρα του γλάρου για να ονειρεύεται πως μπορεί να σπάσει το «τσόφλι τ’ ουρανού».

Αχ! Έλα, γλάρε μου
Εγώ το χέρι μου το καψερό
Εσύ το φτέρωμα το ουρανικό
[…]
να σπάσω – επιτέλους
το τσόφλι τ’ ουρανού
τ’ ακούς, τ’ ακούς το σχίσμα του γλαυκού;

Έτσι περιμένοντας από αυτό το «σχίσμα του γλαυκού» να «ξεχυθεί η νοητή λάμψη», αυτή που θα φτάσει ίσαμε τα «σκιερά μύχια/ των βαθύσκιωτων βυθών μου», όπως γράφει, επισημαίνοντας και πάλι την ποιητική της ταύτιση όχι μόνο με τα φτερά του γλάρου, αλλά και με τους βυθούς της θάλασσας.
Ιδιαίτερο είναι και το ποίημά της «Θαλασσεύουσα πολιτεία», και εμένα μου έδωσε μια αναφορά στην προέκταση της Λήμνου που λεγόταν Χρύση και καταποντίστηκε από μεγάλο σεισμό.

Βούλιαξε η νήσος η χρυσή
καταποντίστηκε από σεισμό
ηφαίστειο άνοιξε ρήγμα βαθύ
στον υποθαλάσσιο φλοιό
[…]
Κι άξαφνα μέσα απ’ τη ρωγμή
αναδύθηκε κυανογέννητη νήσος ιερή
πυριγενής

Αν πας, σήμερα ακόμα, στο ακρωτήρι εκείνο της Λήμνου, θα δεις τις στέγες των κτισμάτων που βυθίστηκαν σ’ εκείνον τον μακρινό καιρό, κάπου δύο ή δυόμισι χιλιάδες χρόνια π.Χ. Και από τότε η Λήμνος ονομάστηκε πυρόεσσα ή πυριγενής. Ακόμα, θα βρεις εκεί γύρω πέτρες κόκκινες σαν αίμα, έτσι όπως βγήκαν από τη λάβα. Και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου περπάτησε εκεί νοερά –ή και πραγματικά– με την ποιητική της ματιά.

Θέλω να επισημάνω την πλούσια γλώσσα και τις αρχαιοπρεπείς λέξεις που χρησιμοποιεί με μεγάλη άνεση, σαν να είναι λέξεις σημερινές, όπως «ο ορίζοντας γίνεται αλιπόρφυρος/ κι ο πόντος φέγγει αλίγλαυκος».

Να κι η Καμένη της Θήρας εκεί
Γράμματα αλλοτινής ζωής
Πολιτεία αλίπεδος και αλιτενής

«Η Καμένη της Θήρας» είναι μια άλλη ηφαιστειογενής περίπτωση, κάπως διαφορετική από αυτή της Λημνιακής Χρύσης. Και πιστεύω πως αυτός ο καταποντισμός, για την ποιήτρια, σημαίνει μια αλληγορική μεταφορά στον καταποντισμό της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε βυθούς σκοτεινούς και ανεξερεύνητους.

Η ποιητική συλλογή Αλίπλοος ουρανός της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου αξίζει να διαβαστεί και να εκτιμηθεί. Ο ποιητικός λόγος της είναι δουλεμένος και ώριμος, με μεταφορές και αναφορές σε σύμβολα και υπαρξιακές αγωνίες, και η μεγάλη της αρχαιοελληνική παιδεία δίνει μια ιδιαίτερη αξία στην πρώτη αυτή δυναμική παρουσία της.

 

ΒΙΚΥ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

Φρέαρ. 15/4/2016

«Στραφταλίζουν» οι λέξεις στον Αλίπλοο Ουρανό της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου χορεύοντας τον αναγνώστη μια στο βυθό και μια στον αφρό, μια στα κύματα και μια στον ουρανό. Ένα ταξίδι αρμύρας, όπου οι αισθήσεις ταξιδεύουν όχι στα γνωστά και τα τετριμμένα ενός τέτοιου ταξιδιού και σίγουρα μακριά από κοινοτοπίες και γραφικότητες. Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου έχει αναμφισβήτητα τον δικό της τρόπο να μας μεταφέρει σε «θαλασσεύουσες πολιτείες», να μας ψιθυρίσει διακριτικά τα μυστικά και τα αφανέρωτα, τα μυστικιστικά και τα αρχέγονα που ζέουν στα μεγάλα βάθη ή αναδύονται με χάρη για να φτάσουν ψηλά, «να σπάσουν επιτέλους το τσόφλι του ουρανού», όπως αυτολεξεί λαχταρά και ο γλάρος των στίχων της.

Μια συνεχής παλινδρόμηση ανάμεσα στα ύψη και στα υδάτινα έγκατα, με στάσεις εκεί όπου η ματιά της ποιήτριας εστιάζει γι’ αυτό που αντιλαμβάνεται ως ξεχωριστό, ως πολύτιμο. Και δεν πρόκειται για κοράλια και μαργαριτάρια, αλλά για αγκαθωτούς αχινούς και ανάποδους κάβουρες, για γλάρους και αρμενάκια, ακόμα κι αυτοί οι λεμονανθοί κάτι απ’ το «λευκό του αφρού του κύματος» κρατούν, ενώ το ηλιοβασίλεμα «σιρόπι από νεραντζάκι γλυκό», αφήνοντας ενδεχομένως πέρα από την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του και μια υπόρρητη πικράδα.

Πλέοντας ποίημα-ποίημα, η θάλασσα συνομιλεί με τον ουρανό στην αιώνια γλώσσα του σύμπαντος και της δημιουργίας, στο απλό αλφάβητο, το χαραγμένο στη γενετική μνήμη, παρωχημένο στους σύγχρονους πολύβουους κώδικες, αλλά αναπόφευκτα και νομοτελειακά οικείο. Όλα αυτά στο ποίημα με τίτλο «Αλφάβητο». Με παρεμφερές αλφάβητο φαίνεται να ψιθυρίζει και η νύχτα, στο ομότιτλο ποίημα, μόνο που εδώ οι φθόγγοι καλούνται να αποκωδικοποιηθούν στο βαθύ σκοτάδι, σε δύσκολα μονοπάτια, εναλλασσόμενα, «βουστροφηδόν» γραμμένα. Στο έκτο ποίημα της συλλογής το διαζευκτικό «ή» του τίτλου «Περσίδες ή πεφταστέρια» μοιάζει σαν να επισημαίνει το δικαίωμα της επιλογής της οπτικής. Για κάποιους είναι αστέρια που πέφτουν, μια χρυσή βροχή σε μια καλοκαιρινή νύχτα, προς τέρψη αποκλειστικά των αισθήσεων, ενώ για άλλους η άχρονη εκείνη στιγμή «όπου αρχή και τέλος ένα, πριν και μετά κανένα», που μόνο με τη δύναμη του νου μπορεί να συλληφθεί.

Η παρήχηση παρασύρει στο φειδωλό ποίημα με τίτλο «Όναρ», όπου το γράμμα «ρο» – «ρέουν ροές ρευστών υδάτων» – αποτυπώνει γλαφυρά την κινητικότητα των εικόνων, μέσα στην ακαθόριστη ατμόσφαιρα του ονείρου, μικραίνοντας κι άλλο την απόσταση ανάμεσα στο εφήμερο και το ατέρμονο, ενώ στο πρώτο ποίημα της συλλογής, τον «Παφλασμό» το ίδιο γράμμα, το «ρο», αναδεύεται μαζί με το «φι», το «ταυ», το «σίγμα» -«σφαδάζει στραφταλιστά το σφρίγος του σφυγμού», «το σκίρτημα σπαρταράει και στροβιλιστά σκάει»- για να μιμηθεί με σθένος το ρου του κυματισμού.

Το αποτύπωμα του χρόνου, η συνέχεια και το αιώνιο θίγονται με επιμονή και συχνά.

Το αποτύπωμα του χρόνου, η συνέχεια και το αιώνιο θίγονται με επιμονή και συχνά. Η θάλασσα κι ο ουρανός άλλωστε είναι δυο σύμβολα που εμπεριέχουν το άφθαρτο και το αιώνιο, ανταλλάσοντας και ανακυκλώνοντας την ενέργεια του κόσμου και η ποιήτρια τα χρησιμοποιεί περίτεχνα ώστε να θέσει και να αναδείξει αυτές τις έννοιες. Στο ποίημα με τίτλο «Ναυτίλος», ο χρόνος αποτυπωμένος στη σπείρα του όστρακου, κουβαλά τις αιώνιες μνήμες, αυτές που λειτουργούν ως εστία για τη λυτρωτική επιστροφή. Αντίθετα, στο ποίημα με τίτλο «Αλώνι» ο χρόνος εγκλωβίζεται στο τώρα, σε έναν φαύλο κύκλο άγονης προσπάθειας, εκεί όπου η μνήμη έχει χαθεί και τα φτερά μόνο μπορούν να λυτρώσουν, ενώ στο ποίημα «Ψαράδες» ο χρόνος ενώνεται σε «μιας στιγμής σταμάτημα».

Την υπαρξιακή αγωνία της ποιήτριας, όπως αυτή κορυφώνεται με απανωτά ερωτήματα και με μια λυτρωτική επίκληση στο θείο στο ποίημα «Έπεα Πτερόεντα», έρχονται να αποφορτίσουν δυο -γραμμένα λες από παιδικά ενήλικο χέρι- ποιήματα, που υπενθυμίζουν στον αναγνώστη ότι η αγωνία της ύπαρξης πηγαίνει χέρι-χέρι με την ελαφρότητά της, αντιπαραβάλλοντας στα αιώνια άλυτα τα απλά και παιδιόθεν κατακτημένα. Η θάλασσα, ένα τραμπολίνο για να φτάσει κανείς στα σύννεφα στο ποίημα «Συννεφάκι», ενώ στο έτερο με τίτλο «Αρμενάκι», οι απλές γραμμές ανάγονται σε δυσκολότερα σχήματα, οι απλές ομορφιές σε καθολικές.

Εκείνα για τα οποία η ποιήτρια δε θέλησε να μιλήσει με έννοιες αόριστες και συμβολικές, τα προσωποποίησε σε έμβια όντα με ξεκάθαρο ρόλο σε αυτό το αλίπλοο ταξίδι, μεταθέτοντάς τους εν μέρει ανθρώπινες αδυναμίες, αρετές και επιθυμίες. Ο γλάρος, πτηνό – σύμβολο των θαλασσινών ταξιδιών, εμφανίζεται δυο φορές στη συλλογή. Την πρώτη, ως ερωτικό πάθος, απόλυτο, μοιραίο, εξυψωτικό, και τη δεύτερη ως μύχια επιθυμία της απόλυτης ελευθερίας, απαλλαγμένης από τη μετριότητα και τη συνεχή μάταιη αναζήτηση ως «σκοτεινός ναυαγός του φωτός». Λιγότερες από τις ιδιότητές του φαίνεται να φέρει ο κάβουρας, στο ομότιτλο ποίημα, καθώς η χαρακτηριστική λοξοδρόμησή του ήταν αρκετή για να συνοψίσει τους παράδρομους της ψυχικής περιπλάνησης πέρα από το εμφανές και το αυτονόητο. Αντίθετα, η περιγραφή του αχινού, λεπτομερής όσο χρειάζεται ώστε να χτιστεί ένα ασφυκτικό και κλειστοφοβικό περιβάλλον, που ωστόσο αφήνει στιγμές φωτός ακόμη κι αν αυτές πηγάζουν από τα αιχμηρά αγκάθια του.

Και είναι οι μεμονωμένες λέξεις στη συλλογή της Παπαγεωργίου αυτές που κρατούν το ποίημα στο ύψος ή στο βάθος που επιθυμεί η ίδια. Άλλωστε, όλα τα υποκείμενα –μερικές φορές ακόμη και αυτές οι αισθήσεις- στο βιβλίο μοιάζουν να μην αντέχουν τη μετριότητα, επιθυμούν είτε το απόλυτο ύψος είτε το θαλάσσιο βάθος, την Ομορφιά αναπόσπαστη από την Αλήθεια, κι όταν δεν μπορούν να τα κατακτήσουν κυριολεκτικά, τα αναζητούν αέναα και τα κερδίζουν μέσα από την ψυχική ανάταση. Οι λέξεις μετουσιώνουν τις απλές εικόνες σε βιωμένες αισθήσεις, τα φωνήεντα παίζουν με τα σύμφωνα γεννώντας θαλασσινούς ήχους που φτάνουν ξεκάθαρα στα αυτιά μας. Και, εν τέλει, είναι αυτές οι επίλεκτες λέξεις που καθαρίζουν τους στίχους από τα περιττά και συμπυκνώνουν τις περιγραφές παίρνοντας επάνω τους την «ευθύνη».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

 

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

“Βακχικόν” τεύχος 32

Το πρώτο βιβλίο της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου φέρει τον τίτλο »Αλίπλοος ουρανός» και αποτελεί ένα ποιητικό σύνολο, μια ποιητική σύνθεση κατά την οποία η φύση, το τοπίο είναι αυτό που ερεθίζει τη σκέψη και τις αισθήσεις και προκαλεί το υποκείμενο της γραφής να δράσει. Μικρές επιμέρους ποιητικές ενότητες, με τον δικό της τίτλο η καθεμία, στην ουσία όμως όλες σχετίζονται και συνηγορούν υπέρ της γενικής αίσθησης που θέλει να δώσει η Παπαγεωργίου και συμβάλουν στη δημιουργία ενός ενιαίου κλίματος γεμάτο λυρικά στοιχεία.

Μια αρμονική έκφραση που σε κατακλύζει από την αρχή, από τον »Παφλασμό» και σε πάει μέχρι το τέλος. Έντονη εικονοποιία, γλώσσα ελκυστική, συχνές παρηχήσεις και ενίοτε ομοιοκαταληξία, στοιχεία που χαρίζουν αβίαστα μουσικότητα στον λόγο και ένα σκίρτημα στην έκφραση: […] Σφαδάζει στραφταλιστά /το σφρίγος του σφυγμού/-η σαγήνη του σουραυλιού-το σκίρτημα σπαρταράει/και στροβιλιστά σκάει […]

Προσδιορισμός τόπου από τη δεύτερη ποιητική ενότητα: η Καμένη της Θήρας. »Γράμματα αλλοτινής ζωής, Πολιτεία αλίπεδος και αλιτενής.»

Η παρήχηση του λ (αλιπόρφυρος, αλίγλαυκος) και γενικότερα των υγρών συμφώνων συνεχίζεται και στη »Θαλασσεύουσα Πολιτεία». Εδώ γίνεται σύντομη αναφορά σε ένα πραγματικό γεγονός, στην έκρηξη του Ηφαιστείου της Θήρας που επέφερε τεράστια καταστροφή από όλες τις απόψεις στην περιοχή. »Βούλιαξε η νήσος η χρυσή/καταποντίστηκε από σεισμό/,Ηφαίστειο άνοιξε ρήγμα βαθύ/στον υποθαλάσσιο φλοιό/-αστραποβόλησαν μες στον αέρα/γήινης σκόνης θραύσματα[…] Ενότητα με ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού αφηγείται την ιστορία του τοπίου που ταλαιπωρήθηκε τόσο, αλλά συνεχίζει να υπάρχει κουβαλώντας τις πληγές του στο βάθος ([…]Κάτι σαν μελαγχολία /σαν αβάσταχτη νοσταλγία/στα μάτια καημού λυγμός…»[…]) Όταν έρχεται το βράδυ κάθε τι άλικο βυθίζεται στο σκοτάδι και στη σιωπή, σαν να κοιμάται το καμένο νησί, το οποίο στη συνείδηση της γράφουσας διαθέτει μια κάποια ιερότητα.

»[…]το μάτι ξεχωρίζει/ένα αμυδρά φεγγερό διάφανο δαχτύλιο,/μόλις ν’ απαυγάζει /πάνω από το καμένο νησί,σα θυμίαμα-φωτοστέφανο σε μαυρισμένη/εικα ξεχασμένου αγίου.» Σαν να αναπαύεται το βλέμμα του αναγνώστη στις εικόνες και τις λεπτομέρειες που τις κατοικούν. Μέσα σε μια τέτοια αυγουστιάτικη νύχτα »με βροχή τα πεφταστέρια», ο »νους μπορεί ν’ αδράξει την αρχή/-με το βλέφαρο σφαλιστό-/τη στιγμή εκείνη την άχρονη κι αιδήν / όπου αρχή και τέλος ένα /πριν και μετά κανένα. »Κι είναι μια γαλήνη vυχτερινή που κατακλύζει τη σκέψη και βυθίζει στη μαύρη θάλασσα τον νου. Αν και τα επίθετα δεν τα προτιμούμε στην ποίηση, γιατί αποδυναμώνουν τον λόγο, δεν ενοχλούν στο »Όναρ» όσα υπάρχουν (εφήμερο κι ατέρμονο/Στιγμιαίο κι ατελεύτητο/Αείζωο κι αέναο) συνδυασμένα με μια σειρά παρηχήσεων ρ και κ. (»[..]Ρέουν ροές ρευστών υδάτων/Κρουστά κύματα κραίνουν/καθαρά νερά θάλλουν[…])

Χαριτωμένο, σαν παιδικό τραγουδάκι, με έντονο παιχνίδισμα το »Συννεφάκι», μα πιο ισορροπημένο από άποψη τεχνικής, αφού το ρήμα κυριαρχεί και είναι σαφώς πιο δραστικό απ’ ότι είναι πάντα ένα επίθετο: »πάτησα/εκσφενδονίστηκα/πιάστηκα/τεντώθηκα/βυθίστηκα/γνωρίστηκα/πασπαλίστηκα».

Η ψυχή της γράφουσας αναζητά ίσως την ανάπαυση, κάτι που θα τη γεμίζει και θα της προσφέρει την συμμετρία, την ενότητα, την ομορφιά. Είναι πλεονασμός να πει »θεία’ ‘την Αρμονία, τέλεια τη Συμμετρία, ολική την Ενότητα και απόλυτη την Ομορφιά. Αλλά ίσως είναι το τοπίο εξαιρετικά μεθυστικό και της υπόσχεται πολλά, δημιουργώντας της έναν μεγάλο ενθουσιασμό και θαυμασμό, και ιδιάζουσα συγκίνηση μπροστά σε ένα φυσικό περιβάλλον που έχει γίνει γοητευτικό και θελκτικό, ακριβώς επειδή κουβαλά »απίστευτα θραύσματα / άλλων καιρών-άλλων χρόνων;-/(11. Μαϊστράλι)

Πίσω από το αθώο τοπίο και τα σκηνικά της θάλασσας (με τους αχινούς, τους γλάρους, τους ψαράδες, την αμμουδιά, τα βότσαλα και άλλα παρόμοια) μια Μνήμη καιροφυλακτεί, από άλλους καιρούς βγαλμένη, που έχει σημαδέψει την περιοχή εκεί. Σαν αναγνώστρια θα ήθελα μεγαλύτερη αναφορά σε αυτή τη Μνήμη, να δω συνδέσεις πιο βαθιές. Να δω να συνδέεται ένα ισχυρό και μοιραίο παρελθόν με το παρόν του ποιήματος. Συνδέσεις που να υφαίνουν μια καθολικότητα που να με αφορά υπαρξιακά, ή διανοητικά, αν όχι μόνο συναισθηματικά. Να δω την ιστορική στιγμή να συνδιαλέγεται γόνιμα με τη λογοτεχνία. Δεν μου αρκεί μόνο ό,τι πετυχημένα γίνεται στο »Αλφάβητο» »που ερχόταν πριν απ’ τον Καιρό/Και πριν από τον Αιώνα». Η Παπαγεωργίου με τη χρήση της Μνήμης ερεθίζει τη σκέψη και τις αισθήσεις, αισθάνομαι όμως ότι αυτό το στοιχείο, η Μνήμη του ιστορικού Συμβάντος, θα μπορούσε να γίνει πιο ουσιαστικό μέρος της ποιητικής αυτής σύνθεσης και να έχει μεγαλύτερη απήχηση στην ψυχή, αν η εμπλοκή του ήταν μεγαλύτερη και πιο λειτουργική. »Μόνο έτσι η Ομορφιά θα έχει ίσο ζύγι/με την αλήθεια».

 

 

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

poeticanet 6/2016

«Καθώς η στοίβα των ποιητικών συλλογών που έχεις μπροστά σου ψηλώνει διαρκώς, την κοιτάς και, ξαφνικά, πανικοβάλλεσαι. Και μετά αναρωτιέσαι, όπως ο μελαγχολικός γαϊδαράκος στο Winnie the Pooh: «Γιατί;» Ή «Προς τι;» Ή «Έ, και;»
Και μετά δεν ξέρεις πια ούτε ο ίδιος τι αναρωτιέσαι. Και μετά ανακαλείς το του Σεφέρη: «Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια του κάθε ανθρώπου…», οπότε στενοχωριέσαι, ντρέπεσαι, και αποφασίζεις να τα μαζέψεις. Τις παίρνεις μια – μια με ευλάβεια, τις ξεφυλλίζεις, και ζητάς να σου αποκαλύψουν την αιτία ύπαρξής τους. Έχεις κάθε δικαίωμα να το ζητάς: υποτίθεται πως ένα βιβλίο εκδίδεται μόνο όταν είναι αρκετά βασανισμένο- τόσο βασανισμένο, που τα παίζει πια όλα για όλα, και αποφασίζει να εκτεθεί πηγαίνοντας στο τυπογραφείο και παίρνοντας το σχήμα μικρού, αβαθούς παραλληλόγραμμου κουτιού. Και μας καλεί να το ανοίξουμε και να εντοπίσουμε μέσα του, μαζί με τα μικρά του μυστικά και όνυχες- ή τουλάχιστον μυρωδιά- κάποιου κρυμμένου λέοντος…
Πάντα υπήρχαν –υπάρχουν και θα υπάρχουν – μερικοί αποκλίνοντες, σταθερά ή περιστασιακά. Από αυτούς λίγοι ήταν, είναι και θα είναι ποιητές. Οι περισσότεροι είναι, ήταν και θα είναι, ευαίσθητοι άνθρωποι – ή απλώς ερωτευμένοι, που θέλουν, ήθελαν, ή θα θελήσουν κάποια στιγμή να «εκφραστούν». Η αντίδραση αυτή είναι φυσιολογική και ανεκτή. Μέχρις εδώ, εντάξει. Αλλά, στις μέρες μας πλέον, οι αριθμοί των ατόμων όλων των κατηγοριών αυξάνονται ακατάπαυστα -κατά γεωμετρική πρόοδο […]
Επειδή λοιπόν πολύ με απασχολούν αυτές οι σκέψεις, στη «Στήλη Άλατος», που ακολουθεί, λέω να απευθύνω σε μερικές συλλογές (που έχω επιλέξει βάσει μιας διαφορετικότητας που διακρίνω), ερωτήσεις που έχουν λίγο-πολύ σχέση με τον προβληματισμό μου».


[6 Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Αλίπλοος ουρανός, Γαβριηλίδης
ΕΡ: ΤΙ ΒΛΕΠΕΤΕ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ;
ΑΠ: Αχ, τόσο κοντά στην αυλή του παράδεισος!
ΕΡ: ΣΤΟ ΑΝΘΟΣ ΛΕΜΟΝΙΑΣ ΤΙ ΒΛΕΠΕΤΕ;
ΑΠ: Ποια ιδιοφυία καλλιτέχνη / ευωδιάζει πιρουέτες αιθέριας μπαλαρίνας καθώς το διάφανο / πέπλο της ακολουθεί τη λεπτή γραμμή του χεριού της στον αέρα / τη στιγμή που ξεπηδά απρόβλεπτα / ο ίμερος στην κοιλιά, στο στήθος / στο κεφάλι
ΕΡ: ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ, ΤΙ ΒΛΕΠΕΤΕ;
ΑΠ: Αχ, έλα γλάρε μου / Εγώ το χέρι μου το καψερό / εσύ το φτέρωμα το ουρανικό
ΕΡ: ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ;
ΑΠ: Μετά από μια καλή ψαριά / πρέπει να νετάρουμε τα δίχτυα / ξεχωρίζοντας το θεμελιώδες από το ενδεχόμενο / μόνο έτσι / η Ομορφιά θα έχει ίσο ζύγι / με την Αλήθεια.
ΕΡ: ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙΤΕ ΚΑΤΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟ;
ΑΠ: Όχι εδώ, όχι εδώ, στης ψυχής την ερημία / Όχι εδώ, όχι εδώ, στου κορμιού την εξορία // Ες αεί περιιπτάμενος / Σκοτεινός ναυαγός του φωτός.
Εντύπωση: Λυρική διάθεση άλλων καιρών, γλωσσοπλαστικές δεξιότητες, μακροσκοπική όραση με εστίαση στην λεπτομέρεια. ]
poeticanet τεύχος 26, Ιούνιος 2016

 

 

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΘΩΜΑ

«το κοράλλι», τεύχος 9, Απρίλιος-Ιούνιος 2016

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΙΠΛΟΟ ΟΥΡΑΝΟ

Η ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου τραβάει την προσοχή, κιόλας από τον τίτλο: τί μπορεί να σημαίνει «Αλίπλοος ουρανός»; Ποιο είναι το νόημά του; Ο ουρανός που ανοίγει δρόμο της θάλασσας; Η θάλασσα που κυματίζει τα σύννεφά της; Μια τρικυμία που αχνίζει, μια λέξη που νοτίζεται; Κι αν τίποτε από αυτά και όλα μαζί, μήπως είναι τότε μια φράση- καταφύγιο, ένα απάνεμο λιμάνι. Αφετηρία και προορισμός μαζί. Η πλεύση μιας σκέψης που ξωκείλει. Η δοκιμή της γλώσσας πού γαργαλάει τον ουρανίσκο:

«Σιρόπι από/ νεραντζάκι γλυκό το ηλιοβασίλεμα/ σου ‘ρχεται να το
γλείψεις./Ευωδιάζει βιολετί και μενεξεδί/ κι έχει γεύση αγιόκλημα και γιασεμί».

Από τον ουρανό της ποίησης, στον ουρανίσκο της γεύσης. Έχει κι άλλους δρόμους η ποίηση κι άλλους τρόπους ζωής. Γευσιγνωσία χρωμάτων, αισθήσεων, ήχων. Δοκιμασία και αντοχή των υλικών:

«Κρούουν τα βότσαλα στα βάθη/ ρέουν ροές ρευστών υδάτων»

Κατά συρροή χρώματα, ήχοι, αισθήσεις και αισθήματα, σύμβολα του νου, ανεμοδείκτες της ψυχής, μέσα από αυτά βγαίνει η ποίηση της Παπαγεωργίου. Ένα νησί με ήλιο, θάλασσα και τον καρπό του λόγου, τον λωτό του λόγου που σε κάνει να ξεχνάς αυτό που ξέρεις και να βυθίζεσαι σ’ εκείνο που θέλεις να μάθεις, την ουσία πίσω από το φαινόμενο, τη νόηση πίσω απ’ την επινόηση, την κίνηση πίσω από την ακινησία. Έτσι περιδινίζεται ο νους. Με τέτοια υλικά πλέκει νοήματα. Το νόημα, όπως το νήμα, ανεμίζει στο αδράχτι, δένεται και λύνεται στον κόσμο, φιλονικεί και φιλιώνει. Αντίτιμο; Η τιμή της μοναξιάς και της «έρημίας».

«Όχι εδώ, όχι εδώ, στης ψυχής την ερημία/Όχι εδώ, όχι εδώ, στου
κορμιού την εξορία/Ες αεί περιιπτάμενος/ Σκοτεινός ναυαγός του φωτός»

Επειδή το νησί της ποίησης έχει κι αυτό τους ναυαγούς του. Αυτό προκαλεί η τρικυμία της λέξης. Κι έπειτα, τί άλλο; Ένας κόσμος φασματικός που ρέει πυρίκαυστος και σκάβει την ύλη του για να φτάσει στο κουκούτσι της σκέψης, το μεδούλι της ύπαρξης. Από την όραση στη σκέψη κι από την αίσθηση στη γνώση, αρχαία τα υλικά μιας τέτοιας οντολογίας. Ηφαιστειογενή, απόκρημνα κι απόκρυφα. Ο Ηράκλειτος μειδιά από δίπλα. Πού βρίσκεται η αλήθεια, στην επιφάνεια ή στο βάθος, στον κανόνα ή στο ακανόνιστο, στο τυχαίο ή
στο αναγκαίο; Αυτό το σύμπαν των βυθών και των αφρών, των υπόγειων σπηλαίων και των αχανών εκτάσεων που έχει το τέλος και πού την
αρχή του; Μήπως υπάρχει μόνο και μόνο για να γίνει στίχος – παραφράζοντας εδώ τον Μαλλαρμέ; Κι αν όλα γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα στη σκέψη μας, πόσο ξένοι και πόσο οικείοι είμαστε με ό,τι μάς περιβάλλει;

«Ο νους/ μόνο ο νους/ μιαν αυγουστιάτικη νύχτα/ στολισμένη με Περσίδες/ μια νύχτα με βροχή τα πεφταστέρια/Ο νους/ μόνο ο νους/ μια τέτοια νύχτα/ μπορεί ν’ αδράξει την αρχή/-μέ τό βλέφαρο σφαλιστό-τη στιγμή εκείνη/ την άχρονη και αϊδήν/ όπου αρχή και τέλος ένα/πριν και μετά κανένα.»

Ο νους λοιπόν οπλίζει τη λέξη πού σώζει; Από την όραση στη σκέψη κι
απ’ τη σκέψη μέχρι τη λέξη, πόσο δρόμο κάνει για να σωθεί;
«στιλπνός»- «παλμός»- «σαλπίζει»- «σφρίγος»- «σφυγμού»- «σφαδάζει»- «ύφαλα»- «ίσαλα».
’Αν αποθεώνεται κάπου η ποίηση της Παπαγεωργίου είναι εκεί: στή
σφυρηλασία της λέξης. Λες κι η ποιήτρια δοκιμάζει τα εργαλεία της στην
αντοχή των φράσεων, στα όρια των στίχων.

«Το μαϊστράλι τούς έδωσε/ μια μπάτσα και τα έσπρωξε/ μπατάρισαν
λοξά»

Λέξη και χτύπος, ήχος, ρυθμός, παλμός. Φράση – πηγή, γαλήνη, τρικυμία. Είναι κι αυτός ένας τρόπος πλεύσης, μια τεχνοτροπία της ζωγραφικής ποίησης που αποχτά λαλιά. Από την εικαστική ποίηση της γεύσης, στη γευστική ποίηση της λέξης, λοιπόν. Αλλά δεν είναι μόνο σύγχρονος ο
γλωσσικός αυτός κόσμος, έχει τη ρίζα του βαθιά μέσα στον ελληνικό
χρόνο. Κάπως έτσι ή δεξαμενή ενός πολιτισμού γίνεται δεξαμενή του νου.
Που θησαυρίζει:
«αλίπεδος»- «αλιτενής»- «κυανογέννητη»- «πυριγενής»- «αϊδήν»-
«αλιπόρφυρος»- «αλίγλαυκος»- «όναρ»- «αείζωο»- «αέναο»

Τέτοιες λέξεις αλιεύονται στα ποιήματα του αλίπλοου ουρανού, ομηρικά πετράδια, βότσαλα της σύγχρονης λαλιάς και μέσα από τη ρυθμική των παρηχήσεων και των αντηχήσεων ξεδιπλώνουν σύμβολα και ιδέες,
υφάδια μιας τέχνης που ανασκαλεύει. Γιατί οι λέξεις αυτές δεν είναι απλά
διακοσμητικές, εμποτίζονται στο αίσθημα τού λόγου, για να παραδοθούν
κατόπιν στο συλλογισμό και τη διερεύνηση της ψυχής, την εξερεύνηση
του κόσμου. Το ανθρώπινο υποκείμενο πάσχει, αλλά και χαίρεται, παλεύει με τα στοιχεία γύρω του και συμφιλιώνεται μαζί τους μέσα από μια
ευθυγράμμιση τόσο απόλυτη, όσο κι η ευθυγράμμιση ψυχής, σώματος
και νου. Να πώς ο στοχασμός αισθάνεται και το αίσθημα λογίζεται. Κι ο
λόγος βρίσκει το φυσικό του αντηχείο στην έκφραση της γλώσσας. Θέσεις και αντί-θέσεις, ήχοι και αντηχήσεις. Αντηχήσεις λέξεων που τρίβονται και πάλλονται, αλέθοντας το νόημα, τρυγώντας τον χυμό. «Αλίπλοος»
είναι ο ουρανός, «αλίπλοος» κι ο στίχος. Το εργαστήριο της λέξης, και οι
πολλαπλές οξειδώσεις της. Από το βίωμα ως το γραμματολογικό της αντηχείο: μια ομιλία που γίνεται συνομιλία με τον εαυτό και με τον κόσμο,
λέξη – γεύση, γνώση, σφραγίδα. Φιλότητα και νείκος, πάλη και εναρμόνιση, γαλήνη και ταραχή κι εδώ ξανά. Συμφωνία μορφής και περιεχομένου.

Να είναι μια ανάγκη εξισορρόπησης της «ομορφιάς» με την «αλήθεια»; Ακονίζοντας τα εργαλεία της γνώσης μέσα από την αισθητική αναζήτηση, είναι σαν να προσπαθείς να εξημερώσεις τα δύο θηρία: την επιστήμη και την τέχνη. Κι όσα αισθήματα και χρώματα έχει η παλέτα σου, άλλες τόσες νοηματοδοτήσεις, πατήματα σκέψης, ίχνη ιδεών. Έτσι ή δεξαμενή των αισθημάτων γίνεται δεξαμενή των ιδεών και οι μεταμορφώσεις της όλης, φωτοσκιάσεις του πνεύματος. Από τη μια μεριά (παραθέτω στίχους: «γήινης σκόνης θραύσματα ανάκατα μ’ αστεριών μαλάματα, το θαλάσσιο αιώνιο φώσφορο, το δέρμα, το μάτι, το αίμα») κι από την άλλη «το εφήμερο γίγνεσθαι, το καθαρό είναι, η ενατένιση του όντως όντος, η γνώση της πρώτης αρχής του Παντός».
«Έλαμψε ο ήλιος και επέστρεψε η ψυχή στον εαυτό της»: εξαίσιος στίχος. Αναρωτιέμαι, αν μπορεί να διατυπωθεί καλύτερα η σχέση πνεύματος και σώματος, αίσθησης και ιδέας μέσα από το αντηχείο της ψυχής. Η ζωγραφική τέχνη του αλίπλοου ουρανού δεν διεγείρει λοιπόν μονάχα την όσφρηση, τη γεύση, την ακοή Κάι τις αισθήσεις: προκαλεί και αναταράξεις του νου. Είναι ποίηση των κυμάτων, αλλά και στιχοπλοκία τ’ ουρανού. Αλληλουχία εννοιών, σύνθεση, αναγωγή. Αναγωγή στη ουράνιο, εκεί όπου κατοικεί ή Ιδέα; «Απ’ των αισθητών τη γοητεία, στων νοητών την πολιτεία», μάς λέει ή Μαργαρίτα Παπαγεωργίου. Και «-Ναι- ή Αλήθεια δεν είναι τυχαία».
Εκεί που καταλήγει η άβυσσος, το χάος, εκεί που θαμπώνει ο αιθέρας,
εκεί γεωμετρείται και ο νους, χαρακώνονται οι σκέψεις, χαράσσονται οι
στίχοι. Νι γιατί ο ουρανός γίνεται «αλίπλοος», κατεύθυνση και προορισμός μιας πορείας, ορίζοντας μιας προσδοκίας: Γιατί μπορεί να αλιεύσει τις ιδέες μας. Ό,τι μένει δηλαδή μετά από μια καλή ψαριά:

«Μετά/ από μια καλή ψαριά/ πρέπει να νετάρουμε τα δίχτυα/ξεχωρίζοντας το θεμελιώδες από το ενδεχόμενο/μόνο έτσι/ ή ’Ομορφιά θα έχει ίσο ζύγι/ με την Αλήθεια».

Είναι φανερό, λοιπόν: το καραβάκι του Αλίπλοου ουρανού έχει κερδίσει την ψαριά του.

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΛ. ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ

Ευβοϊκός Τύπος Χαλκίδα, 20 Αυγούστου 2015

Ευβοϊκές γραφές, ποιητικές
Μια σύντομη και υπαινικτική οδοιπορία στους εύτονους ευβοϊκούς ποιητικούς τόπους.
Μαργαρίτα Παπαγεωργίου
Η Λιμνιά στην καταγωγή και με την ελύμνια ομορφιά ευμφωλευμένη στο μεδούλι της ψυχής της Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964, σπούδασε Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά από εικοσαετίας στην παρά τον Εύριπο πολιτεία μονίμως διαμένει και εργάζεται.
Τον οριακά τριακονταετή εκπαιδευτικό της βίο τον ξεκίνησε σε σχολεία των Αθηνών και ακολούθως μετατέθηκε σε σχολεία της ευβοϊκής πρωτεύουσας, όπου στους μαθητές ένα μετ’ ήθους εύλαμπρο πνεύμα με επιμονή και φαντασία προσπαθεί να καλλιεργήσει και στα μυστικά της τέχνης με ζέση και πλησμονή να τους μυήσει.
Για την πέραν των στενών εκπαιδευτικών καθηκόντων της πολυποίκιλη δραστηριότητά της στους τομείς της βιβλιογραφικής παραγωγής, της λογοτεχνίας και του θεάτρου ενδεικτικά, αναφέρουμε πως ως εμψυχώτρια των μαθητών της Περιβαλλοντικής Ομάδας του 7ου Γυμνασίου Χαλκίδας – και μετά από επισταμένη και πολύπλευρη έρευνα – πρωταγωνίστησε στην παραγωγή έγκριτων συγγραμμάτων και στη διοργάνωση πολύ ιδιαίτερων πολιτιστικών εκδηλώσεων.
Όσον αφορά τα εκδοτικά ζητήματα του Σχολείου της, είχε την έμπνευση και τη φιλολογική επιμέλεια των λογοτεχνικών λευκωμάτων: Διονύσιος Σολωμός. 200 χρόνια από τον θάνατό του (1998), Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη. Σκιάθος-Χαλκίδα-Αθήνα (2000), Βίκτωρ Ουγκώ (2002) και Τα τρελά νερά του Ευρίπου. Μύθος, ιστορία, κοινωνική και οικονομική ζωή (2005).
Όταν από τα προαναφερθέντα λευκώματα ο έγκριτος Παπαδιαμαντιστής Φιλόλογος Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος μελέτησε το περί τον Παπαδιαμάντη σύγγραμμα, δημοσίευσε άρθρο του στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Οκτ. 2001), εκθειάζοντας το περιεχόμενο του πονήματος και το έργο της αρχιτεκτόνισσας του όλου εγχειρήματος, περί της οποίας σημείωνε:
«(…)Είναι Λιμνιώτισσα, ήγουν από τόπο δίδυμο της Σκιάθου, και ήθελε ξανά τον Παπαδιαμάντη! Φύσηξε, λοιπόν, σαν σαγανίδι, ταξίδεψε πάλι και πάλι στη Σκιάθο, κατέβηκε στην Αθήνα, χτύπησε επίσημες και ανεπίσημες πόρτες, κατάφερε να συνεπάρει Σκιαθίτες και Χαλκιδαίους και Αθηναίους.
(…)Υπενθυμίζοντας ότι ‘‘σαγανίδι’’ σημαίνει ξαφνική και βίαιη πνοή του ανέμου, ισχυρίζομαι πως η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου φιλόλογος του 7ου Γυμνασίου Χαλκίδας, η επιμελήτρια του Λευκώματος, και τσαγανό έχει και σαγανίδι είναι.»
Και παρ’ ότι χαμηλών τόνων άνθρωπος δείχνει, όντως δυναμική, φίλεργος κυρία και εξόχως αποδοτική με ό,τι καταπιάνεται είναι η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, πράγμα που και μέσα από τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Σχολείου της με συνεργάτες άριστους παρουσίασε, πνεύμα των Μουσών καλλίεπο σε τόνους πανηγυρικούς στις ψυχές των μαθητών και των παρισταμένων φορές και φορές εμφύσησε.
Αξιομνημόνευτη αυτών των δράσεων αποτελεί και η βραβευμένη συμμετοχή της θεατρικής ομάδας του 7ου Γυμνασίου Χαλκίδας στο Φεστιβάλ εφηβικού Θεάτρου του Νέου Κόσμου με το έργο Ήβη.
Αξιοποιώντας έτι περαιτέρω τα τάλαντά της και προσφέροντας τα μύχια του είναι της σε απαιτητικότερους της τέχνης τομείς, τα τελευταία χρόνια στενή έχει συνεργασία με το Αεικίνητο Θέατρο Ευρίπου, φροντίζοντας τη μετάφραση και τη φιλολογική επιμέλεια θεατρικών έργων για τις ανάγκες των πάντα επιτυχημένων παραστάσεων του σχήματος και συνάμα αναλαμβάνοντας το τμήμα Δημιουργικής Γραφής, απευθυνόμενη σε:
«Όσους πιστεύουν στην ανάγκη της φαντασίας στη ζωή, στην αξία της δημιουργικότητας του νου και στην απελευθερωτική αξία που έχει η λέξη. Όχι γιατί όλοι είμαστε ή θα γίνουμε λογοτέχνες, αλλά για να επινοήσουμε μέσα από τις λέξεις παράθυρα ελευθερίας.»
Δήλωση, που η ιδία πολλάκις ως τότε και κυρίως μέσα από τον συντονισμό και τη φιλολογική επιμέλεια των μελετών της – για τον Βίκτορα Ουγκώ, τον Εθνικό μας ποιητή, τον Άγιο των Ελληνικών Γραμμάτων, αλλά και τον Εύριπο με την ερωτική του μούσα Χαλκίδα – ευκλεώς είχε κάνει πράξη, ενώ επί μία δεκαετία έπλαθε, απολέπιζε και κρησάριζε τα ποιητικά της γεννήματα, ώσπου μια του Μαγιού ολάνθιστη ημέρα δια των στίχων και των χρωμάτων του ωραίου και πολύσημου λόγου στα θεία της τέχνης πελάγη τον Αλίπλοο ποιητικό της ουρανό έσπρωξε τα άρμενά του ν’ ανοίξει.
Την ίδια περίοδο, το ξεδίπλωμα των φλόκων της συλλογής μέσω των σελίδων Κοινωνικής Δικτύωσης (facebook) ανήγγειλε:
«ΑΛΙΠΛΟΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ
Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφορεί το πρώτο μου βιβλίο-ποιήματα: Αλίπλοος ουρανός
Καλοκαιράκι. Θάλασσα. Ιστιοπλοϊκά. Ήλιος. Αστέρια και φεγγαράδα.
Απρόσμενες εικόνες – αλλόκοτοι ψίθυροι πλάι στο κύμα.
Ο Ηράκλειτος ψαρεύει ψάρια παρέα με τον Ντώκινς*, οι Ιδέες του Πλάτωνα ρεμβάζουν τα αστέρια παρέα με τα Φράκταλς* της νεώτερης θεωρίας του Χάους, οι ορφικοί κάνουν βουτιές χέρι με χέρι με τους κβαντικούς φυσικούς
και η Ψυχή,
άλλοτε κάβουρας, άλλοτε αχινός,
τη μια κοχύλι, την άλλη γλάρος λευκός
κολυμπά,
πετά,
βουτά
στα κόκκινα νερά του ηλιοβασιλέματος, στις αντιφάσεις τού είναι και του φαίνεσθαι στην αέναη αγωνιώδη προσπάθειά της να ανακαλύψει την Αλήθεια.»
Στο λεπτόσαρκο του Αλίπλοου ουρανού σώμα ο ορίζοντας της σκέψης και η θάλασσα των αναζητήσεων συνενώνονται και συνταξιδεύουν στους δρόμους εύρεσης των θυρών της αληθείας των όντως όντων πραγμάτων, μα και των πραϋντικών βαλσάμων για την άμβλυνση του άλγους των υπαρξιακών βαρών, που από καταβολής νόησης την ανθρώπινη ψυχή έντονα ταλανίζουν και την πορεία της πολύτροπα τροχιοδρομούν.
«Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όπως η ίδια διατείνεται, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, συμπλέκονται οργανικά σε μια μη οριζόντια αλληλουχία, όπου ο χωρόχρονος είναι δυναμικός, κάθετα εναλλασσόμενος, δεικνύοντας ότι στη ζωή του ανθρώπου το εδώ και το εκεί με το πριν και το μετά είναι αεί παρόντα.»
Από το τίτλο και εκ πρώτης όψεως επί της θαλάσσης η νεότευκτη της Λιμνιάς Φιλολόγου δημιουργία φαντάζει πλέουσα και ο λόγος της με σημαίες του τις εκ της αλός πλασμένες και καλώς στο ποιητικό σώμα κυματισμένες λέξεις αλίπλοος (ο επί της θαλάσσης πλέων), αλίπεδος (η πλησίον της θάλασσας επίπεδος επιφάνεια), αλιτενής (ο εκτεινόμενος στην ή παρά την θάλασσα χώρος, αλιπόρφυρος (η ερυθροβαμμένη θάλασσα), αλίγλαυκος (ο έχων την όψη της γλαυκής, της ανοιχτόχρωμης θάλασσας) φαίνεται διανθισμένος.
Εισδύοντας όμως στα βάθια της μαγιοφορεμένης πνευματικής της πλεύσης, βρίσκεις στα υποστρώματά της σμάραγδα πολλά να φύονται, πολύκλωνα να βλασταίνουν και σημαίνοντα σημαντικά να μηνούνε.
Και αυτό, όπως μια πραγματικά ποιητική το απαιτεί γραφή, χρειάζεται τουλάχιστο: πνευματική και αφαιρετική σμίλη οξεία, στοχαστική αναδημιουργία του εύκοσμου ή άκοσμου ορατού ή αόρατου σύμπαντος κόσμου, αξιοποίηση συμβόλων, ένταξη ευρηματικών μεταφορικών και παραβολικών σχέσεων, καθάριο και αρμονικά δομημένο λόγο, πύκνωση νοημάτων, κρυφόβλεπτων και με πολλαπλές αναγνώσεις λεκτικών συζεύξεων, εικονοπλαστική δεινότητα, νοηματική συνοχή, εκφραστική ευτολμία και κατά το δυνατόν πρωτόφαντη χρήση και αξιοποίηση του εύπλαστου και πολυάκτινου πατρώου λόγου.
Στοιχεία τα ως άνω, που ευκόσμως στην ποιητική της Παπαγεωργίου γραφή συναντάς και ένας Μύστης και καλοσμιλευτής του ελληνικού λόγου δημιουργός βρίσκεις να είναι, που έναντι της λεξιπενικής τύρφης και της αισθητικής καχεξίας της εποχής αντιλαμπικά ορθούται, φεγγοβολά και συγκινεί.
Προς τούτο, τον ασύμβατο για τους πολλούς και εν πολλοίς μοναχικό και πονετικό του δημιουργού πολυάκανθο δρόμο από ανάγκη εσώτατη έχει επιλέξει και παράλληλα εαυτόν με πέπλα ανοιχτά στο κοινωνικό σύνολο προσφέρει.
Έκδηλα, αυτή της η στάση ζωής στην τελευταία της κομψής της συλλογής σελίδα μέσα από τον Σταυρό του Νότου της αφήνεται να λαμπιρίζει ποιητικά και ως επιμύθιο του γλαυκού και ουράνιου πλόα της βέλη βλαρά μες στης καρδιάς το είναι πέμπει:
«Τώρα ξέρω γιατί/ Γιατί έζησα τα χρόνια μου με την κάμα της δίψας/ Ανύποπτος κι ακούσιος/ Εραστής της μοναξιάς της ρότας/ Με την πεθυμιά τ’ άστρου του Βορρά/ Τον πόθο του Σταυρού του Νότου/ Τη λαχτάρα της ανέσπερης καρδιάς/ Της καρδιάς στο κέντρο του Τοξότη.»

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ι. ΠΑΦΛΑΣΜΟΣ
Τα μάγουλα του σκάφους
θωπεύει ο παφλασμός
στιλπνός παλμός
ριγίζει σύγκορμος.

Σφίγγουν τα κύματα
τα στήθη και τα ίσαλα,
σκάζουν σα χίμαιρα
με σπασμούς στα ύφαλα.

Σφαδάζει στραφταλιστά
το σφρίγος του σφυγμού
– η σαγήνη του σουραυλιού –
το σκίρτημα σπαρταράει
και στροβιλιστά σκάει.

Στο ρίγος των ωρών
σαλπίζει αρχαία ηχώ.

ΙΙ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ Μπατάρισε η ψυχή
σαν κάβουρας λοξοδρομεί
ψηλαφιστά εναντιοδρομεί γυρίστηκε τα έξω μέσα
απ’ των αισθητών τη γοητεία
στων νοητών την πολιτεία
απ’ το εφήμερο γίγνεσθαι
στο καθαρό είναι

Έρχομαι εκ καθαρών καθαρά

στην ενατένιση του όντως όντος
του αναλλοίωτου κι αιώνιου φωτός
στη γνώση της πρώτης αρχής του Παντός.

Έλαμψε ο ήλιος
κι επέστρεψε η ψυχή στον εαυτό της.

ΙΙΙ. ΓΛΑΡΟΣ (ΙΙ)

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσύ,
Πέταξες, γλάρε, στο νησί
Έφτασες, έπιασες λιμάνι
Να ξαποστάσεις απ’ το θαλασσομάνι.
Να ’ναι ο τόπος σου αυτός
Ή άλλος κάβος στο πέλαγος;

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσύ,
Που μου ’δωσες γλάρου μορφή
Στα χαμηλά για να πετώ
Πάνω απ’ της θάλασσας τον αφρό
Κάτω απ’ τ’ ουρανού την απλωσιά
Με την κρυφή λαχτάρα στην καρδιά

Να’ μουν αστέρι λαμπερό στον θόλο του τον απλωτό!
Να’ μουνα βότσαλο λευκό στον σκιερό του τον βυθό!

Ες αεί περιιπτάμενος*
Σκοτεινός ναυαγός του φωτός.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΙΚΑ
Ντώκινς (Clinton Richard Dawkins): Βρετανός ηθολόγος, εξελικτικός βιολόγος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και συγγραφέας βιβλίων εκλαϊκευμένης επιστήμης. Στη θεματολογία του περιλαμβάνεται και η περί των φράκταλς θεωρία.
Φράκταλ (μορφόκλασμα ή μορφοκλασματικό σύνολο): Στα Μαθηματικά, στη Φυσική αλλά και σε πολλές επιστήμες γίνεται λόγος για ένα γεωμετρικό σχήμα, που επαναλαμβάνεται αυτούσιο σε άπειρο βαθμό μεγέθυνσης κι ως εκ τούτου αναφέρεται ως «απείρως περίπλοκο» ον. Το φράκταλ παρουσιάζεται ως «μαγική εικόνα», που όσες φορές και να μεγεθυνθεί οποιοδήποτε τμήμα του, θα συνεχίζει να παρουσιάζει ένα εξίσου περίπλοκο σχέδιο με μερική ή ολική επανάληψη του αρχικού. Χαρακτηριστικό των φράκταλ είναι η σε κάποιες δομές τους αυτο-ομοιότητα, η οποία εμφανίζεται σε διαφορετικά επίπεδα μεγέθυνσης.
Ες αεί περιιπτάμενος: Αυτός που πάντα περιίπταται, πετά γύρω από κάτι (αντικείμενο ή ιδέα).
Έρχομαι εκ καθαρών καθαρά: Έρχομαι από καθαρούς, καθάρια και των χθονίων βασίλισσα κι Αγία. (Η φράση προέρχεται από το 10ο βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα.)

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18/10/2015
500 ΛΕΞΕΙΣ

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Μετά το πτυχίο της στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών, μετακόμισε στη Χαλκίδα σε αναζήτηση του ρυθμού ζωής της επαρχίας. Τα τελευταία είκοσι χρόνια διδάσκει ως φιλόλογος σε γυμνάσια και λύκεια. Εχει ασχοληθεί με πολλών ειδών δημιουργικές δραστηριότητες στα σχολεία της –και όχι μόνο– σχετικά με το βιβλίο, τη λογοτεχνία, το θέατρο και την εκπαίδευση. Το πρώτο της βιβλίο «Αλίπλοος Ουρανός» (εκδόσεις Γαβριηλίδη), συλλογή ποιημάτων, κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Πλάι στο κρεβάτι μου, πάνω στο κρεβάτι μου, κάτω από το κρεβάτι μου. Βιβλία βρίσκονται παντού. Ας αναφέρω κάποια ενδεικτικά. Την «Πολιτεία» του Πλάτωνα (έχει μόνιμη θέση). Τα «Κβαντικά Παράδοξα» του Τζιμ Αλ-Καλίλι. Τη «Θαλασσινή Ωδή του Αλβαρο ντε Κάμπος» του Φερνάντο Πεσόα. «Τα παράξενα που δεν ξεχνάμε» του Κωστή Γκιμοσούλη. Το «Κλινικά απών» της Χλόης Κουτσουμπέλη.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Η Αλίκη της Χώρας των Θαυμάτων του Λουίς Κάρολ. Να περιδιαβώ πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας, να ταξιδέψω στο αλλόκοτο και να επιστρέψω στο φως με το όνειρο ζωντανό.

Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;

Με τον Οδυσσέα Ελύτη. Να μιλήσουμε στο «όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας». Να πιούμε σαντορινιό κρασί στην αναγκαιότητα της ποίησης. Να αναζητήσουμε την αλήθεια που κρύβεται «όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών».

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

«Ο Καθεδρικός Ναός», του Ρέιμοντ Κάρβερ, για το πνιγηρό της ματαιοπονίας του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν κατάφερα να το διαβάσω μέχρι τέλους.

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Ο «Αγγελος της Στάχτης» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου, για το άχρονο της ανθρώπινης ψυχής και την απελευθερωτική δύναμη της αγάπης. Η συγκίνηση παραμένει ακέραια όσες φορές κι αν το διαβάζω.
Τα διαβάσματά σας πόσο έχουν επηρεάσει τον τρόπο γραφής σας;

Οι σχέσεις μου με τα βιβλία είναι πάντα σχεδόν ερωτικές. Τα ζω και τα αναπνέω, είτε θετικά είτε αρνητικά. Οι στιγμές μάλιστα που συνειδητοποιώ στα γραπτά μου τη συνομιλία μου με συγγραφείς άλλης εποχής ή σύγχρονης, είναι αποκαλυπτικές και συχνά διασκεδαστικές.

Η επαφή με τη νέα γενιά με ποιον τρόπο τροφοδοτεί τα προσωπικά σας γραπτά;

Ζω καθημερινά τη νέα γενιά, ως μητέρα εφήβων, καθηγήτρια γυμνασίων και λυκείων, και αναγνώστρια της νέας γενιάς λογοτεχνών. Συχνά νιώθω ότι οι απορίες, οι φόβοι και τα όνειρα της νεότητας της εποχής μου με συγκινούν και με προκαλούν. Με οδηγούν στην ανάγκη να ανταποδώσω το άγγιγμα είτε με εναλλακτικούς τρόπους θέασης, είτε θέτοντας ερωτήματα, είτε προσφέροντας δρόμους παραμυθίας μέσα από τον προσωπικό μου τρόπο γραφής.

Τι σας κάνει να χαλαρώνετε, να ονειρεύεστε και να ελπίζετε;

Η θάλασσα με χαλαρώνει. Η ποίηση μού δίνει το όνειρο. Η ελπίδα μού χαρίζεται μέσα από τα μάτια ενός εφήβου.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s