ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ

ΦΡΟΣΟΥΛΑ

 

 

Η Φροσούλα Κολοσιάτου γεννήθηκε στη Κύπρο το 1954 και ζει στην Αθήνα από το 1974.Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει κυκλοφορήσει 9 ποιητικές συλλογές και έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας για το έργο της «Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος» το 2005

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Κατοχική Εποχή, (1979)
Διαγωγή, (1981)
Ηλικία, (1995)
Σα να συνέβη, (2002)
Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος,, (2005)
Μέσα από παλιά φινιστρίνια,, (2008)
Μισό σκοτάδι, (2010)
Σκοτεινή συγκατοίκηση  (2014)
Φοράει τα μάτια του νερού (2017)

 

12

34

56

 

 

ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2017)

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Το άνεμο μην εμπιστεύεσαι
Είναι η θάλασσα χωρίς τα ανεμόφυλλα
Είναι το νερό της απώλειας
Με τη γραφή του γυρισμένη
Προς τα μέσα

Κάτω από λεπτό φιλμ αφρού
Άνθρωποι κρύφτηκαν
Σχεδόν τυφλό
Ένα μελτέμι ελλοχεύει την απόγνωση
Τον ορίζοντα πνίγει ο θάνατος

Παιδικά στόματα δίχως πνοή
Τυλίγουν το νερό
Αναλώσιμα όνειρα και άνθρωποι
Επιπλέουν

Φτερά έχουν τα φύκια
Δες πάλλονται
Πέλαγο πεινασμένο
Δάκρυ κρυστάλλωσε

Αυξάνεται ο χαμός
Σαν να είναι τέρας που ξαναγεννιέται
Όταν ξεφεύγουν από τον θάνατο
Και πάνε σε άλλο θάνατο

Με το πρώτο φεγγάρι της άνοιξης
Μολυσμένες χειρονομίες
Αντανακλούν στα τζάμια της νύχτας
«Θάνατος στην Μεσόγειο»

 

 

Η ΜΕΔΟΥΣΑ

Άκου σκάβουν το νερό
Αλλόκοτα
Με παφλασμό η Μέδουσα
Τους σαβανώνει
Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει
Με δουλεμπόρους
Θα έχει χαλάσει
Η αντανάκλαση του φεγγαριού
Δεμένη με μαύρο σκοινί
Στην ακτή

Ένα παιδάκι
Ικετεύει τα κύματα
Να ζήσει
Όταν αγγίζει το βυθό
Γίνεται κόκκινος
Μυρίζει φόβο
Αμετάκλητο κακό

Άλλαξε η γεύση του νερού
Ποιός κολυμπάει σε τούτο το γιαλό;

 

 

ΣΥΜΦΟΡΑ

Όταν χαράζει στο Αιγαίο
Ο κρότος του νερού τινάζεται

Φυσάει δυνατός πουνέντες
Όμως ο πνιγμός καταλήγει αθέατος
Οριοθετεί τα κύματα

Βαθύφωνη η μέρα υποκλίνεται
Αποσυντονίζει ο καιρός
Και ο κραδασμός της νύχτας τεμαχίζει

Μέσα σε λαβύρινθους υγρούς
Πέτρωσαν οι υπόγειες στοές
Και ο θάνατος

 

 

ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ

Ηχώ του τρόμου
Αέρας που ρίχνει τα κίτρινα φύλλα

Απόκοσμη σιωπή
Φουρτουνιασμένα λόγια
Να τους πάρουνε λέει
Ό,τι πολύτιμο έχουν

Όταν οι λαοί χάνουν τις ευκαιρίες
Βάφουν τις πόρτες κόκκινες

 

 

ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Λέει το παιδί σαν να με διατάζει
– Προστάτεψε με
Δώσε μου στέγη και τροφή
Μην με σκοτώσεις

 

 

ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Προσωπείο κλειστό
Σαν φράχτης στημένος
Να χωρίζει

Σκέβρωσαν οι υποσχέσεις

 

 

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κοιτάζουν το μεγάλο κύμα
Το κύμα τούς κοιτάζει θυμωμένο
Είναι το ταξίδι
Φυσικό φαινόμενο
Που τους προδίδει

Το φεγγάρι απελπισμένο
Βουτάει στο βυθό
Μέσα από στοίβες σωσίβια
Αντιφεγγίζεται

Να δραπετεύσουν
Να πάνε πού;

 

 

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ

Περίτεχνα ο τυφώνας
Φοράει τα μάτια του νερού

Δίχως επίθετο
Η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
Γωνία ακτής και θάλασσας

 

 

 

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ (2014)

 

Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα
Η ζωή μας σε στασιμότητα
Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα
Κραυγή για το αμετάκλητο
Όπως το σκοτάδι
Ό,τι με βασανίζει συρρικνώνεται
Αόρατος τυφώνας συμπαρασύρει
Υποβρύχιο παραμύθι σε περιδίνηση
Τρισδιάστατο ταξίδι
Κόσμος οικείος

Υπάρχει το σπίτι που αγάπησα
Η λαβή από το μπαστούνι
Της μητέρας
Και η φωνούλα από κουρδιστή κούκλα
Τραγουδά ένα πλεόνασμα αγάπης

Όταν φεύγουν οι άνθρωποι
Αφήνουν πίσω τους
Παράξενες μικρές αναμνήσεις
Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες
Ίσκιοι της μεταμόρφωσης
Κρατούν στα χέρια τους
Συμβολικούς θανάτους

Φέρνει τα μέλλοντα
Να μοιάζουν με τα παρελθόντα
Το μετέωρο βλέμμα τους

***

Η φωνή χάνεται
Ανεξήγητο δάκρυ
Το δάκρυ είναι ένδυμα
Κάτι ζητάει πίσω
Όπως ζητάνε πίσω τη ζωή τους
Πουλιά σε διάτρητο τοπίο
Σήμερα όμως βρέχει
Άκου…
Κακό δεν κάνει η βροχή
Μοιάζει να βγαίνει
Μέσα από πηγάδι
Σαν να είναι η φωνή απάντηση
Σε κάποιον που είναι απών
Και πρέπει να γυρίσει

***

Όταν οι ουρανοί της πόλης
Χειροκροτούν σε πάμφωτο ελεγκτήριο
Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους
Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί
Σαν τις καταιγίδες
Παγωμένοι από αρχαία λάβα
Και σιωπές
Έχουν την γκριμάτσα του πόνου
Όπως ελέφαντες
Κάνουν μερικά βήματα πίσω
Και βγάζουν κραυγή
Σαν να κλαίνε

Όσοι ξέμειναν από κόσμο
Κινδυνεύουν

***

Δυτικός άνεμος
Έφερε τη λογοκρισία
Με το γιγαντισμό
Προϊστορικών ζώων

Πέτρινος φρουρός
Με δύσμορφη περικεφαλαία
Μοτοσικλετιστές
Στο γύρο του θανάτου
Μουσικοί συνωμότες
Έχουν φτηνές
Μικρές χρεώσεις
Ασυντόνιστα βήματα
Χωρίς πιθανότητες

Στις ακτές ξεβράζουν
Τα κύματα πνιγμένους

Παραπλανητικά
Από ήχο και φώτα
Νεογνά οχιάς
Με άκαμπτα μάτια
Τα υψωμένα φρύδια
Της πόλης

Κάθε μέρα
Σβήνει και ένα φως

***

Δεν υπάρχουν νέα
Πλοία φεύγουν
Άνεμος τρελός μας πλησιάζει
Οι μεγάλοι δρόμοι
Αόρατοι μοιάζουν
Διάπλατα ανοίγουν
Στενά και κτίρια
Μέσα στην μπόρα
Δημοπρατούν την αγωνία
Και το φόβο
Απόψε θα σκοτώσουν
Ένα αγόρι

Ένας ποδηλάτης
Διασχίζει την πλατεία
Ρουφάει το ποδήλατο η άσφαλτος
Γίνεται θάλασσα
Πιο κάτω
Αμετακίνητα τραπέζια
Στον πεζόδρομο
Τρέμουν από το κρύο
Παρκαρισμένα αυτοκίνητα
Φύλλα πέφτουν
Φύλλα στη θύελλα
Γεμίζουν δάκρυα πλανόδια
Ψυχή στους δρόμους
Τρίζει το ξεχασμένο πόμολο
Της πόλης
Όπως παράθυρο από μέσα
Στο δικό της λαβύρινθο
Η πόλη ολόκληρη
Χωρίς αισθήσεις

***

Όταν αγαπάς τον τόπο
Ο τόπος υπάρχει

Στην οθόνη του κινητού
Λευκωσία-Αθήνα
Φανερά και κρυφά
Σκιές και έρωτες
Πραγματικός χρόνος
Πάνω από την εποχή
Ο ύπνος έχει γεύση τρικυμίας

Έτσι αρχίζει ένας κόμπος στο λαιμό
Για τα ανάποδα κομμάτια
Και τα σύνορα αόρατα

Περίτεχνα στην γκρεμισμένη ώρα
Φτάσαμε τελευταίοι

***

Κόκκινες κούκλες
Τις σήκωσε ο αέρας
Αιωρούνται
Ένα μαχαίρι μαυρομάνικο
Κόβει το φεγγάρι
Ήταν μικρά
Πολύ μικρά παιδιά
Της μάνας τους τα χέρια
Ενώθηκαν ακριβώς στις άκρες
Του ολέθρου
Να μη μιλάει κανείς για θάνατο

Ξεχείλωσαν οι εικόνες
Μέσα από ματωμένες σελίδες
Σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις

Ζωή να ξαναδώσει ποιος μπορεί;
Ψυχούλες μου
Τα μωρά της Γάζας
Μέσα σε γάζες

13/1/2009

***

Πατρίδα μου είναι
Το φως
Και ένας ήλιος
Που καίει

Τα μαλλιά της
Βρεγμένα ωραία
Γυναίκα που δεν κλαίει ποτέ
Η άλλη της όψη
Έρχεται μέσα από τα κύματα

Σ’ αυτά τα άσπρα χώματα
Καινούργιος θρίαμβος
Και δικαστής
Το φως θα μας δικάσει

***

Αθροίζω αδιέξοδα
Σε ώρα ανάπηρη
Μα έτυχε
Λέξη από νερό
Ανυπόταχτη
Ανάσα του λυγμού
Άθικτη σχεδόν καινούργια
Ένας κόσμος που χάνεται
Εκεί που πάντα επιστρέφει η βροχή

Να ξεγελάσω τα λόγια μου
Να μη φωνάξω
Για τα χρόνια που έρχονται
Απλώνω το χέρι μου
Μια σπιθαμή από την άβυσσο

***

Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους

Στην αυτοτέλεια
Και ισομετρία της λέξης
Αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους

***

της μικρής Σάρας

Μακριά
Ένας γέροντας είδε στο όνειρο
Μια γειτονιά ολόκληρη
Συνεχώς ανοιγόκλεινε
Το σπίτι να γέρνει
Και ένα μάτι να κοιτάζει τα έγκατα
Άφωνη μέρα δίχως διήγηση
Τις φωνές του δρόμου
Δεν τις άκουγε ο ήλιος
Βόγκηξε το κορίτσι
Πριν ξυπνήσει ο κάτω κόσμος
Πριν την κλέψει
Ως άλλη Περσεφόνη ο Πλούτωνας

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα
Να μην έχουν θέρμανση τα αστέρια
Θέριζε ο αέρας παγωμένα δάκρυα
Στις εκδορές του τοίχου
Ένα κορίτσι δίπλα στο μαγκάλι
Με κλειστά παράθυρα και μάτια
Να μη βλέπει το κακό που πλησιάζει
Μια μικρή ιερή θεότητα
Στο βωμό του ασύστολου κόσμου
Δίχως έλεος
Συναρμολόγησε το θάνατο
Χωρίς ανάσα

5/12/2013

***

Φωνές βραχνές
Όπως αυτές που έχουν οι ρεμπέτες
Υπονοούμενο σκοτεινό
Στεγνό τοπίο
Σαν άκρη από δωμάτιο χωρίς φως

Ακούγεται γλέντι μακρινό
Κάτι σαλεύει στα ερείπια
Αόρατες δυνάμεις
Και ένας μοναχικός θεός
Στο πέτο ενός παλιάτσου

Χλομιάζει το φεγγάρι
Ο μάγος του νερού
Λιπόθυμος

Πια δε χρειάζονται εποχές
Μικρής υποβαθμισμένης
Επιβίωσης ριπές
Και ο θάνατος

***

Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου
Ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται
Όταν άλλοι πεθαίνουν
Τα χαμένα λόγια
Κατεβαίνουν στη θάλασσα

Να προλάβουμε λέει
Πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες
Την αυλή των ψιθύρων
Η φωνή της μέρας αντηχεί
Μια κουκκίδα στο χάρτη

Έχει αρχίσει να νυχτώνει
Ανοίγω την πόρτα
Νεκρά είδωλα
Πέφτουν μπροστά μου
Άλλος τώρα ο προσανατολισμός
Ολόκληρη η γεωγραφία
Η δική μας αλλάζει
Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος

 

 

ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ (2010)

Η ψιλή βροχή
Αναπνοή του φύλλου
Της ανεμώνης

Λαξευμένη τάφρος
Της εποχής του χαλκού
Και ασύλητη

Τόσοι άνεργοι
Παθητικοί αποδέκτες
Επιδομάτων

Λάμπει ο ήλιος
Κανένας δεν κοιμάται
Το φως του Μάη 

Γραμματόσημο
Χάλκινος πολεμιστής
Τρελά καλπάζει

Η εξουσία
Λατρεία παράλογη
Παγιδεύεται

Χιλιόμετρα
Της νέας παράκαμψης
Η ταπείνωση

Οι τόποι μικροί
Κενά κρύβουν μεγάλα
Και με φοβίζουν

Μ’ άρρωστες λέξεις
Μολύβι αόρατο
Κεντά το πένθος

Μισό σκοτάδι
Οι μικροί γαλαξίες
Σκύβω ν’ ακούσω

Προς τον ουρανό
Παιχνίδι βαρύτητας
Τα Μετέωρα

Οι εξεγέρσεις
Τα μαραμένα φύλλα
Και ο Οκτώβρης

Τα περασμένα
Μονολογούσες πάλι
Κύματα πλάνης

Ο παράδεισος
Όλο θυσιάζεται
Σ’ αδιέξοδα

Μόνο η θλίψη
Χωρίς το φως του ήλιου
Ξαναγεννιέται

Ίχνη ζωής
Τα μυστικά σου τώρα
Ν’ αποτυπώσω

Τραγούδα γέλα
Της νύχτας το σημάδι
Δε θα ξεχάσεις

Χλομέ ουρανέ
Σκορπισμένα τ’ αστέρια
Να ξημερώσεις

Το χιόνι πέφτει
Το γέλιο υπόκωφο
Μες στο φαράγγι

Το περίβλημα
Στα πρόσωπα των άλλων
Θάνατε μοιάζεις

Σε παράθυρο
Χωρίς τζάμι με θέα
Μόνο το κενό

Να που φύσηξε
Ο υγρός νοτιάς φέρνει
Μόνο τον πόνο

Είναι του πόνου
Τα αποτυπώματα
Μέσα στο βλέμμα

Χωρίς πιλότο
Και σε θολό ουρανό
Η τυφλή πτήση

Επιθυμία
Αστέρι τεράστιο
Των γενεθλίων

Μα απέτυχαν
Δε θα λυτρώσουν ποτέ
Οι ψευδαισθήσεις

Μη φανερώσεις
Μωσαϊκό του φλοίσβου
Την αγωνία

Χωρίς ενοχή
Σε χάδια αφήνεται
Κλέφτης ειδώλων

Ανεξόφλητα
Βαλκανικά χρώματα
Φτερά σε μπόρα 

Έχω αντοχές
Στην ίδια αυλαία
Χρόνια και χρόνια

Ανεξήγητα
Η θαμμένη ελπίδα
Φόβο θα φέρει

Φεύγει ο καιρός
Και η θάλασσα ακτές
Καταβροχθίζει

Ανυπάκουα
Ο λόγος πρωτότυπος
Της ανατροπής

Κοντοστέκεσαι
Και ένα χαμόγελο
Δες τρεμοπαίζει

Μας παραπλανείς
Προδοσία της λέξης
Γερά δεμένη

Μαγικής γραφής
Σύμβολα και φυλακτά
Κρύβουν οι φράσεις

 

 

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ (2008)

 

ΥΠΕΡΦΟΡΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ

Ουράνια χτυπήματα
Έγκαυμα από λευκό φώσφορο
Σφραγίζεται
Ανοίγει και αναφλέγεται
Δύσκαμπτη στάση
Του ουρανού θυγατέρες
Με ένα ποτήρι κρασί
Ξεμακραίνουν ώρες χωρίς ειδήσεις
Σαν ταραξίες εντός ορίων
Με θηλυκό νερό
Και τα δώρα της Δήμητρας
Ψάχνουν το άλλο πρόσωπο του δειλινού
Του φόβου αντίδοτο
Εικονολήπτες του αύριο

 

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΕΚΛΕΙΨΕΙΣ

Το χρυσό σεντούκι των παραμυθιών
Ψηφιακός καθρέφτης
Γέμισε κόκκινη παλίρροια
Σε ψυχρά νερά
Το βαθυσκάφος έχτισε με μουσική
Ηλιακές εκρήξεις
Τα χρώματα
Της τέχνης των σπηλαίων

Ιπτάμενη σανίδα των παιδιών
Εξαπάτησε το φως
Να μας καθησυχάσει
Στους δρόμους με τις κάμερες
Σύνολα αργυρά και χάλκινα
Πλαστά νομίσματα
Ρυθμίζουν τη ζωή μας

 

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Όταν μάζεψαν
Τα αποκόμματα του μυαλού
Έγειραν προς το ποτάμι
Με την οσμή των νεκρών

Πόσο κοστίζει η ανάφλεξη;
Το φως είναι πρόσχημα
Από εκεί μέχρι το κάρβουνο

Κοράκια έγιναν οι ψυχές
Ολόκληρες ήπειροι
Καθησυχάζουν
Στην πίσω πλευρά της θάλασσας
Ξεδιπλώνοντας ένα προσχέδιο
Ρυθμού αλλόκοτου

Των αποστάσεων
Τούτες οι ώρες αιώνιες
Μόνο ο πόνος δεν έχει ρυθμό

Καταπακτές που άνοιξαν κρυφά
Ξεδίπλωσαν βασίλεια της χίμαιρας
Μόνο ο πόνος δεν έχει ρυθμό

 

 

ΑΞΕΔΙΑΛΥΤΟ ΑΡΩΜΑ

Ερασιτέχνες του ασπρόμαυρου
Σαν στάχυα που λικνίζονται
Πευκοβελόνες που τρίζουν
Είναι οι πολλοί
Του αυταρχισμού υποστηρικτές
Ο φόβος
Αναγραμματισμός της ελπίδας
Υπεροπτικά γοητευμένος
Από ραδιενεργές αμμοθύελλες
Συμπεριφορές εγκλείστων
Στο κλάμα της βροχής
Πυγολαμπίδες χάθηκαν
Σε λίμνες ανυπότακτων πουλιών
Εκεί που καθρεφτίζονται τα αστέρια

Επαναστατικές τοιχογραφίες
Για λίγους
Διαδοχικά
Πλωτές πολιτείες
Τα χαρακώματα του χιονιού
Φόρεσαν τα χρώματα που λιώνουν
Θυσία και πένθος

Στα παζάρια των μάγων
Οι Νέρωνες καίνε τις πόλεις

Αρχές Αυγούστου 2006

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ

Φλέβα
Φτιαγμένη από λέξεις
Χρώματα
Δίχως όνομα
Φωνή γεμάτη μυστικά
Με τη χροιά του τρόπου
Που λένε τ’ όνομά σου
Αυτοί που σ’ αγαπούν
Καρικατούρα μιας κούκλας
Του κοριτσιού
Ταξιδεύει
Με τον σιδηρόδρομο του μεταξιού
Να προλάβει τον ήλιο που δύει
Στις χούφτες της
Κρατάει ψιχάλες δειλινά
Ανηφορίζουν χειρονομίες
Σε κυλιόμενες σκάλες
Σαν ικεσίες Αμαδρυάδας
Στους υλοτόμους

Με τη μυρωδιά του Θεού
Ανάμεσα ηθικής και αισθητικής
Ήταν κάποτε ένας χάλκινος τρίποδας
Ήταν κάποτε
Ένα κορίτσι με τις κούκλες του

 

 

ΩΣ ΔΑΝΕΙΟ

Μούσα της μνήμης
Δεν ορίζω τις δυνάμεις του Αίολου
Με βρήκε ο ύπνος
Με τη μελαγχολία του Άμλετ
Είμαι μια τοξοβόλος σε υπέρβαση
Αφόρητα πλαγιοδρομώ
Τα επίσημα ψεύδη
Ανυπεράσπιστη
Με το πέπλο της μυθοπλασίας
Απέμεινε αίμα στον τοίχο
Και με εκθέτει

Την αϋπνία
Την απορροφάει το φως της μέρας
Έρχεται να μας βρει
Εκεί που αρνιόμαστε να φτάσουμε

 

 

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

Έκθεση
Με γκραβούρες
Και πάνινες χειροποίητες κούκλες
Επίσκεψη περαστική
Γυροβολιά της νιότης
Σιωπηλά φεύγει

Φθινοπωρινοί διάλογοι
Ιερά δώρα
Αποχαιρετιστήρια
Ο άγιος των χαμένων σκοπών
Με το ανελέητο βλέμμα του
Ταξίδι στον ήλιο

Η θυσία χαρίστηκε
Στους λωτοφάγους
Κοιτάς έξω
Μ ια σειρά πράξεις
Στοιχειοθετούν όρια
Να δικαιώσουν το θάνατο

 

 

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Στα άκρα της λύπης
Το τέλος των πραγμάτων

Μας ελκύει
Στη μυστική την κρύπτη
Ο κόσμος της ομορφιάς

Να προλάβω το θάνατο;

 

 

ΥΠΑΙΘΡΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

Δίνουν χρώμα
Στο γκρίζο της πόλης
Στην άλλη πλευρά
Μιας μαγικής πόρτας
Φλερτάρουν τα πρόσωπα
Σε φωτοσκιάσεις
Αρχαίοι αθλητές
Σε καλύμματα παλιών βιβλίων

Των γκράφιτι writers
Οι χαράξεις
Όπως στις παιδικές ζωγραφιές
Είναι οι μάγοι
Με τις πινελιές θραυσμάτων

 

 

ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ

Δίγνωμη ματιά
Λεηλασία
Εισβολείς
Εγκληματούν και διαφεύγουν
Με ανανεωμένη διάθεση

Ένας μοναχικός γυπαετός
Με βαθύ πορτοκαλί
Λούζεται
Στη διαβάθμιση των χρωματισμών
Κλαίει

 

 

ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ

Ένα περιβόλι ντάλιες
Μετατρέπεται
Σε χέρσα ζωή
Την καταπίνουν
Παράφωνες κουκουβάγιες
Του ψιθυρισμού
Το ασύντακτο σκοτάδι
Στα ναρκοπέδια
Μετέωρα δάκρυα
Τα τύλιξαν τρελοί αέρηδες
Στις αγορές της πόλης

Μέσα στη βουή των επερχόμενων
Το μέλλον θα το φοβούνται οι δυνατοί

 

 

Η ΣΑΛΙΜΕ

Στις λυόμενες αίθουσες του ονείρου
Η Σαλιμέ έμεινε ασάλευτη
Στο χρώμα της αγάπης
Το άπλωσε στα ραδίκια και στις μολόχες
Και στα μήλα που μας χάριζε
Σαν παίζαμε πόλεμο
Τούρκοι και Έλληνες μες στην αυλή της
Το σπίτι τώρα το γκρεμίσανε
Τα μήλα έγιναν πέτρες
Στα τζάμια του καφενείου σκιές
Θραύσματα αγγέλων
Τα πήρε ο στοιχειωμένος ύπνος
Την ώρα τη δύσκολη
Η Σαλιμέ
Όπως η Φαδίμη
Αποφάσισε να μείνει μαζί μας
Φύτρωσαν τότε λουλούδια τριγύρω μας
Στις αποχρώσεις της χένας
Τα σκόρπισε νύχτα ο άνεμος
Εκείνον τον παράξενο χειμώνα
Ανατολικά του αντίσκηνου
Ακούστηκε θρήνος βιολιού
Βγήκαν μοιρολογίστρες
Έσβησαν οι λάμπες ασετιλίνης
Και η εξόρυξη χαλκοπυρίτη
Υδρόχρωμα σκέπασε
Σκέλιθρα ξύλα στην αυλή
Κι ένα ειδώλιο του έρωτα
Στην πόρτα της
Τα ηχοπετάσματα
Τώρα σκοτώνουν τα πουλιά
Κι ένα ωραίο
Ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας

 

 

ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΡΗΞΗ

Πρόσεχε τις παρουσίες μέσα στη θλίψη
Αδειάζουν βαθιά τον εαυτό σου
Σαν παλιά αγάλματα
Σε κοιτάζουν ακίνητα
Τις νοσταλγίες προσφέρουν
Σε μονοσύλλαβο χρόνο
Προθεσμίες που έληξαν
Μ’ ένα σπασμένο γέλιο
Η γιαγιά ντυμένη τη σκούρα ποπλίνα
Βγαίνει στον κήπο να μαζέψει ροδάκινα
Τώρα διαρκώς ταξιδεύει
Στο σπίτι
Είναι παλιός και σκουριασμένος
Ο καθρέφτης
Μπερδεύει το φως με τις σκιές
Τα περασμένα με τα τωρινά
Ποιος σηκώνεται νωρίς
Και βρίσκει το σκυλί πεθαμένο
Ποια μάνα ξαναπλένει
Το πουκάμισο του γιου
Και το απλώνει στα σύννεφα
Είναι φευγάτη σε ξένη χώρα
Και σε άδεια ερείπια
Μέσα σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα
Πέθανε η αγάπη
Ένα σπίτι δίχως παράθυρα και πόρτες
Είτε για σένα φτιάχνεται
Είτε για σένα πέφτει

 

 

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ (2005)

 

Κρατικό Βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου.
Σκεπτικό βράβευσης: Η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου διακρίνεται για την αισθητική αρτιότητα και την υποβλητικότητα. Η έντονη παραστατική δύναμη, η θεματολογική και υφολογική ομοιογένεια, η ελλειπτικότητα είναι κύρια χαρακτηριστικά του έργου. Μέσα από χαμηλόφωνους τόνους η ποιήτρια επιβάλλει το δικό της εσωτερικό ρυθμό αποτυπώνοντας υπαρξιακές ανησυχίες και αποκαλύπτοντας ένα πλούσιο συναισθηματικά κόσμο.

 

ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΔΕΝ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Κρεμάστηκε από τον ουρανό
Βροχή
Και απειλεί
Σαν την παράδοση της Ανδρομάχης
Έχει ακόμα χρόνο
Που λιγοστεύει
Καθώς αρχίζουν
Μέσα στην απορία τα θαύματα
Λοξοδρομούν
Στις συγκοπές των βημάτων
Που κάνουν το νερό να γλιστρά
Στα πόδια της μάνας
Να βρεθεί κάποιος
Να πάρει το μωρό που κλαίει

Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος
Φεύγει πίσω τους ο τόπος

 

 

ΜΕ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Τόσο σκιώδες
Τόσο εφήμερο
Είναι το γούρι των θνητών
Η μνήμη γράφεται
Στο νερό
Όταν φυσήξει ο άνεμος
Όλοι θα σ’ έχουν ξεχάσει
Φυσάει πάντα
Απλώς αλλάζει κατεύθυνση
Με την κλαγγή των όπλων
Προβάλλει μια γατοκέφαλη θεά
Με δίχρωμα μάτια
Φοράει το δαχτυλίδι του Μίνωα
Σιωπηλά
Βαλσαμώνει πτώματα

 

 

ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ

Ένας χείμαρρος
Ακούω τη βουή του
Τη νύχτα
Δισύλλαβο μοιρολόι
Μοίρα και πρόκληση
Με χωρίζει από τους άλλους
Ό,τι δεν χάθηκε
Είναι μέσα μου

 

 

ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ

Θα μαζέψουμε τα σκουπίδια
Ενός πολέμου που δεν αποφασίσαμε
Με μάσκες που συγκαλύπτουν ασχήμιες
Θα ξεχάσουμε
Δύο τρύπια παπούτσια στις ερημιές
Δύο τρύπες άδειες τα μάτια
Θάνατος

 

 

ΦΡΟΥΡΟΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ

Μεγάλωσα σε σπίτια εκατό
Στις γειτονιές του ελάσσονος
Γι’ αυτό τρομάζω στους θυμούς
Μισώ να πιέζω τους ανθρώπους

Κάθε που έρχεται η άνοιξη
Μοσχοβολούσαν τα κρινάκια
Κρασί
Γλυκά
Κεντήματα
Τότε που τα παιδιά
Επινοούσαν ακόμα παιχνίδια
Ο συλλαβισμός της ομορφιάς
Να σκαλίζει μικρά αλλόκοτα είδωλα

Έρχονται από τον κόσμο του ονείρου
Τρυφερές διαφάνειες
Ακριβές
Της παιδικής ηλικίας

 

 

 

ΣΑ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ (2002)

 

ΤΟ ΜΙΣΟΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ «ΑΝΩΙ»

Το μισογκρεμισμένο «ανώι»
Δεν φτιάχτηκε
Για να διαρκέσει
Μ’ αυτό δεν θα μπορέσω άλλο να ζήσω
Κάτω απ’ τη στέγη
Στη μέση ακριβώς της καμάρας
Ένα φανάρι
Ανάβει ακόμη απ’ το χέρι της μάνας
Η σκάλα φαγωμένη πέτρινη κατεβαίνοντας
Μέσ’ στα αγριόχορτα λυπημένη
Για την αναχώρηση όλων μας
Οι νύμφες γύρω απ’ το ψηλό
Σιδερένιο νυφικό κρεβάτι του παππού
Στήνουνε χορό με μύθους και ήρωες
Το χαμομήλι σιωπηλό
Μέσα απ’ τις πλάκες της αυλής
Κ αι τα αδιάκοπα τζιτζίκια του καλοκαιριού
Ανάμεσα μια θεά άγνωστη
Μ’ όμορφα δάχτυλα να γνέθει
Πολλά γνωστά και άγνωστα
Πάνω απ’ τη στέγη τα σπουργίτια
Ψηλά μέχρι τον ανοιχτό αέρα και
Τ ι κεραμίδια του απέναντι σπιτιού
Εκεί που ε στηνε σκοπιά ο εγγλέζος στρατιώτης
Όταν μας βάζανε οι εγγλέζοι «κέρφιου»
Μέσα σε αφόρητη ζέστη και δέντρα ακύμαντα
Ακόμη μοσχοβολάει εκατόχρονος δυόσμος
Δεν έπρεπε να δεχτώ

Να χαλάσουν το φράχτη με τις φραγκοσυκιές
Ένα φίδι τράβηξε ίσια κατά την αυλή
Μέσα σε μια αδιαπέραστη ψύχρα ερήμωσης
Τ ο πέτρινο ανώι
Με την καμάρα και τα πολλά παράθυρα
Δεν υπάρχει παρά μονάχα
Για να πουληθεί
Οι αγοραστές του
Θα μεταλλάξουν το φως
Απ’ την πέτρα του
Και το φανάρι της μάνας θα σβήσει

 

 

ΚΑΤΑΔΥΣΕΙΣ

Το σκουπιδιάρικο περνάει στις τέσσερις κάθε πρωί
Μ e ξυπνάει
Με πιάνει αγωνία
Εφιαλτική εξάρτηση απ’ το χρόνο
Ξαγρυπνάω
Έρχονται τότε πράγματα της νοσταλγίας
Λέξεις της αγάπης
Λέξεις της θλίψης
Η μάνα μου γριά ντυμένη στα μαύρα
Μ’ αποχαιρετάει στο κατώφλι του σπιτιού
Λυπημένη
Εγώ φεύγω
Μεγάλα μυρμήγκια με φτερά και βατραχάκια
Οι γάτες μας μεγάλες σαν λιοντάρια και γουργουρίσματα
Η μάνα έχει μια στενοχώρια
Μεγάλη σαν τη νύχτα
Είναι ένα κύρτωμα στους ώμους της που τη γερνάει
Μα όταν γελά σκάνε τα ρόδια
Μου ’πες να τα κρατήσω
Μ* αυτά ξανάγιναν σπουργίτια και
Χελιδόνια που τριγυρνούν στις στέγες
Των σπιτιών της γειτονιάς
Αποδημητικά πουλιά ο τόπος μου έχει πολλά
Μου ‘λειψαν ας πούμε
Οι τσακιστές ελιές με κόλιανδρο
που τρώγαμε τ’ απόγευμα

Τα χαλίκια της αυλής
Τα μαντολίνα
Οι μυρωδιές…
Στην αυλή μας ένας σκαντζόχοιρος ήμερος
Περιφέρεται ακόμα
Δεν μας φοβάται
Όλο ξεχνώ τα πράγματα που έχω προγραμματίσει
Για να κάνω
Σήμερα όμως
Στη δροσιά του σώσπιτου με το φεγγίτη
Προς τη μεριά του Τροόδους
Στο φλιτζάνι του καφέ η Ξενοφίνα
Διαβάζει σημάδια των ονείρων
Μαύρο είναι το χρώμα στις μπλούζες των νέων
Γκρίζο είναι το χρώμα της θλίψης
Κόκκινο είναι… και όλα τ’ άλλα
Κοσμήματα της οικειότητας
Ύστερα ξημερώνει.

 

 

ΤΟ ΝΕΟ ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΞ

Ήδη το φεγγάρι
Ένα κενό ανάμεσα στα κύματα
Τόσα λείψανα αγαλμάτων
Τόσοι πολλοί αγώνες
Για λογαριασμό τρίτων
Τόσος καπνός από θυσίες
Που μυρίζουν ακόμα τα σκοίνα

Καθώς τα χαρακώματα έζωσαν
Τα πλευρά του τόπου
Εμείς παιδιά μάθαμε
Να μπαίνουμε στις καταιγίδες
Όπως κάποιος μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο

Λες τώρα να στήσουν μνημείο
Στον Μαριγιάν το μονόφθαλμο λιοντάρι
Του ζωολογικού κήπου της Καμπούλ
Στο κέντρο της πόλης
Καταμεσής του πολέμου;

 

 

ΓΥΜΝΟΙ ΙΚΕΤΕΣ

Στην εξέδρα των δακρύων
Ένας λαός πολιορκημένος
Βρέχει σοβάδες και λυγμούς
Μα τα πουλιά δεν βρίσκουν τόπο να κουρνιάσουν
Τα πτώματα έμειναν άταφα
Τα μάτια στεγνά
Ένα φως ίδιο με λάμψη πυρετού
Άπληστη τυραννία
Μαχαραγιάδες με τα κυνικά φετίχ της ευμάριας
Άστοχοι εκ των πραγμάτων
Φωνή θανάτου στα σοκάκια της Ραμάλας
Παρατεταμένη αστάθεια του γρύλου
Με το τραγούδι της νύχτας πένθιμο
Η Ραμάλα των σκοτεινιασμένων αποκλεισμών
Στα οχυρά της άνοιξης ναυαγισμένη πόλη
Σε κατάσταση θανατηφόρα
Ζητάνε υποχωρητική συμπεριφορά
Αλαζόνες προς φτωχούς
Μια διέξοδος διαφυγής προς το θάνατο
Με τραγούδι γυμνό
Ιππότες της αποκάλυψης
Για να ερμηνευτεί η λυρική ανατολίτικη ομιλία
Σε πραγματική ταυτότητα
Χρονοφανάρια να φωτίσουν
Το ωραίο πρόσωπο της Παλαιστίνης
Η ισορροπία της αλήθειας
Ώσπου να αλλάξουν τα χρώματα

1-4-2002

 

Του Σολωμού Σολωμού
Του παλικαριού που τόλμησε

…Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…
Τούτο εστί το αίμα μου…
Ένα τραγούδι μεσ’ στο καταμεσήμερο υψώνεσαι
Μεσ’ στην αγάπη μας μ’ όλους εμάς
Μόνος ή τον θάνατο
Γυμνός και λεύτερος
Το στιλπνό σου όνειρο
Αίμα αναβλύζον
Απ’ τις πληγές του κορμιού σου
Πατρίδα σου είναι ο άνθρωπος
Περήφανος
Και λεύτερος
Ένα ασθενοφόρο ολομόναχο πέρασε στους
Άδειους δρόμους ασθμαίνοντας
Μια αφόρητη λύπη
Χαιρετώ το παλικάρι
Που προσπάθησε να φτιάξει έναν κόσμο
Έξω απ’ την πραγματικότητα
Αυτός ο θάνατος είναι το όνειρο
Είναι ο θάνατος του φωτός
Ωστόσο
Ο ήλιος είναι η πηγή της ζωής
Γι’ αυτό γυρίζεις διαυγής στις αυλές
Των σπιτιών μας
Στη δροσιά των κληματαριών

Στο πρωινό φως
Στους αντίλαλους τ’ ουρανού
Πέρνα λοιπόν
Λεβέντη δικέ μας
Τίποτε δεν σου κλείνει τον δρόμο
Σ’ ένα άγιο Ιδανικό τέρμα
Γιατί ποτέ δεν ήλθες και ποτέ δεν έφυγες
Γεννημένος με το χαμόγελο της αθανασίας.
Στα χείλη σου

16-08-96

 

 

ΗΛΙΚΙΑ (1985)

 

ΧΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΑΤΛΑΝΤΕΣ

Μέσα στο σπίτι κοιμούνται οι παλάμες του έρωτα.
Κάπου εισδύει μια διαύγεια έξαλλη,
δεσπόζει η λατρεία μέσα στο παιδικό δωμάτιο
με τα παιχνίδια
και το καγκουρό που ήρθε απ’ την Αυστραλία.
Κάτωχροι τοίχοι εξάπτουν την πραγματικότητα,
εισδύουν στα παραμύθια του παιδιού.
Ποιος τυραννούσε άραγε τη μάνα μου,
κι ένα τοπίο γυμνό Κυπριακό
που στέκει αβίαστα μες στον καθρέφτη.

Μέσα στο σπίτι κολυμπάει μεταξένια αταξία.
Καλπάζουν χωματένιοι σβόλοι
στη φαντασία της κίτρινης μπάλας
κι ο Ιάσονας γελάει.

 

 

ΓΥΑΛΙΣΜΕΝΟ ΤΖΑΜΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ

Κουβαλήσαμε την αμφιβολία του αιώνα
στο σπίτι στην Καλαβασό.
Τ ο νερό στη γυάλα του ψαριού έμεινε ανάλλαχτο.
Με μάτια ατημέλητα οι άνθρωποι έρχονται.
Τι θέλουν;
Ξεθώριασε η μανταρινιά.
Τους κέρασε γλυκό κυδώνι η γειτόνισσα.
Η πρόθεση των χαλικιών ήταν να βαλσαμώσουν
την ακαμψία των βουνών,
ταράζει το ρυθμό της λάμπας η ροή των χειμάρρων.
Βραδιάζει σοκάκια και παιδιά που παίζουνε,
νυχτώνει ηρεμία και πεφτάστερα.
Μείναν σεντόνια απλωμένα στην αυλή οι θύμησες.

 

 

ΛΙΠΟΘΥΜΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Ανήκω σ’ έναν κόσμο που γοητεύεται να ακούει ιστορίες.
Ξεχάστηκα και φόρεσα τα ρούχα μου ανάποδα.
Κάνω κολάζ ανθρώπων αγαπημένων που μπαίνουν μέσα σ’ άλλες εποχές.
Έμαθα πάλι απ’ την αρχή κάτι απ’ τις μυρωδιές να ξεδιαλύνω.

Μου λείψαν ξαφνικά πολλά. Καπνίζω ακόμα.
Το πρόσωπό μου είναι χλωμό. Μη με κοιτάς.
Ο καιρός ετοιμάζεται πάλι να γυρίσει.
Όμορφοι που είναι οι άνθρωποι όταν γελάνε.

Τ α λόγια κλείνονται σε μια βαλίτσα αναχώρησης.
Τ α κλείνει η κυρία Νίκη η καθαρίστρια
κι ένας πντσιρικάς μαζεύει νομίσματα χρυσά.
Κάποιοι τουρίστες έγιναν πολύχρωμοι πίνακες.
Οικείος και μακρινός σ’ ολονύχτιο αεροπορικό ταξίδι.
« Έλα να δούμε από εδώ τη Λευκωσία»,
Μόνη διέξοδος μικρές αθώες εμμονές,
και η μνήμη να επιμένει σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια.
Στα χέρια σου κρατούσες κάποτε υγρές νοσταλγίες.
Με τα δάκτυλα του μύθου περιεργάζεσαι ακόμα
μια απορία που έγειρε και κοιμήθηκε σ’ αυθαιρεσίες ονείρου.

Σου φώναξα δυνατά.
Κάτω από ένα δέντρο. Θα μ’ άκουσες.
Κάτι απ’ τα παλιά με άγγιξε.
Ξεχύθηκε μια ανατριχίλα απ’ το Φασούρι μέχρι το λιμάνι.
Πέρασε κάποτε ένα καράβι
τυλίγοντας τον καπνό του γύρω απ’ το σπίτι μου.
Με πήρε μαζί του και δεν θα γυρίσω ποτέ.

Την αγάπη σου την ματαιώνει ο χρόνος.
Προτιμώ να πιω έναν καφέ στο σπίτι της φίλης μου,
πριν με προλάβουν οι αιώνες του καλοκαιριού
και η κίνηση απ’ τα χιόνια του χειμώνα με φοβίζει.
Ένας φωτορεπόρτερ τραβάει σ’ επαναλήψεις
την γιαγιά μου να ερωτεύεται.

 

 

ΕΧΕΙ ΕΝΑΝ ΕΡΩΤΑ

Σε πόσες γιορτές θεών και σε χορούς ξεχάστηκε.
Άφωνη με γραμμένα στα πόδια χρυσά του έρωτα λόγια.
Ήσυχα μελετάει την απόφασή της μες στη νύχτα.
Κανείς δεν πρέπει να της έχει εμπιστοσύνη.

Χρησιμοποίησε τις μέρες της απλά.
Δεν την απασχολούνε πια πολλά
έχει έναν έρωτα που την ταράζει.
Τώρα της ανήκει η ομορφιά.

Λοιπόν όταν κανείς δεν την προσέχει, κοιτάζει τον καθρέφτη
και φτιάχνει τις ρυτίδες της.
Μετά πίνει ένα ποτήρι καφέ, ανάβει τσιγάρο,
μιλάει στο τηλέφωνο με τις ώρες. Γελάει.
Δε θα γεράσει ποτέ.

 

 

ΚΥΠΡΟΣ 15 TOY ΝΙΟΒΡΗ 1983

Η θλίψη σου πλανιέται στα μάτια μου
Και μας ανήκει

Σήμερα θα ‘χω γεράσει πάλι απότομα
Είμαστε μόνες
Τα ματαίωσε όλα
Η χειμερινή λευκή απεργία των μουσικών.
Μια άτυπη επέμβαση χωρίς ευθύνη.
Αν όλο και περισσότερο σ’ αγαπώ
όλο και πιο πολύ σε χάνω.
Οι πρώτες σοδειές σκορπίστηκαν.
Η γλώσσα σου τώρα βουβή.
Φοβούμαι δεν θα προλάβεις να μου μιλήσεις.
Ποια θέση να πάρω σε τούτο τον τόπο;
Είσαι ένα σώμα συνέχεια εκτεθειμένο στο θάνατο.
Μέσα στο μυστικό πηγάδι πνιγμένη,
Μια μακραίωνη συμβίωση
με το θυμωμένο ουράνιο τόξο.
Μια σύνθεση ωστόσο πολύμορφη
Επίμονα έρχεσαι απ’ το βυθό της θάλασσας αθάνατη.

 

 

ΔΙΑΓΩΓΗ (1981)

 

ΜΑΛΕΜΕ

Σε θυμήθηκα στο παράλογο πλάνο
να ριψοκινδυνεύεις τη ζωή σου
στις κυριακάτικες παρελάσεις.
Τώρα οι φίλοι μας απόχτησαν συνήθειες…
Παιδιά
βλέπαμε τους ξανθούς Άγγλους στο νησί μας
να παίρνουν το πρωινό τους πλάι στη θάλασσα.
Ήταν αγέλαστοι κι εμείς τρομάζαμε.
Τότε μια ριπή ανέμου
μας πήρε στο ταξίδι των καταιγίδων.
Αντικατοπτριστήκαμε στις λευκές επιφάνειες
και μεγαλώσαμε.
Στο μέσο κάπου του οχταώρου
αγαπηθήκαμε.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Ο θρυμματισμένος κόσμος της Φροσούλας Κολοσιάτου

19/8/2013

Ως συνειδητοποιημένος ειδωλολάτρης αρέσκομαι στο να χτίζω κρυφούς προσωπικούς χώρους μέσα στους οποίους αποθέτω με πολύ μεγάλη αγάπη μικρά κομμάτια τέχνης . Εκεί λοιπόν γδύνομαι τη λογική και επιστρέφω στην πρωτόγονη γύμνια μας , την καμωμένη με τις ευλογίες του πλατωνικού «επιθυμητικού». Κολυμπάω σε μιαν απέραντη στιγμή που περιπαίζει τις ορατές εκδοχές της πραγματικότητας και προκαλεί το αφανέρωτο να εκτεθεί στο φως .Γιατί νομίζω πως αυτό είναι η τέχνη : μια τιτάνια μάχη του ανθρώπου με το αφανέρωτο , μια συνωμοσία με τον προσωπικό μας μύθο ,για να κρατηθούμε λίγο ακόμα στις άμορφες περιοχές του ,προτού μας συνεπάρει οριστικά ο χείμαρρος που λέγεται λογική . Όποτε βρίσκω επομένως την ευκαιρία ,θολώνω λίγο το τζάμι της καθημερινότητάς μου , για να μπορώ πάνω στην πάχνη της να ζωγραφίζω με το δάχτυλο δράκοντες και βασιλοπούλες ,όνειρα μέσα σε ρευστό περιτύλιγμα .Μόνο έτσι μπορώ και βάζω την ανθρωπιά μου σε κίνηση ,μόνο έτσι γλυκαίνει μέσα μου ένα κομμάτι πικρό που το σωρεύουν με πείσμα και με αναλγησία, μέρα με την ημέρα , άλλοι. Ανάμεσα σ’αυτές τις αλλόκοτες ζωγραφιές που αναστατώνουν κάποτε το βλέμμα μου είναι και η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου .
Παρόλο που τ’ όνομά της είναι γνωστό σε όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης μετά το 1970 ,θα μπω στον κόπο να σας τη συστήσω .Γεννημένη στη Λάρνακα της Κύπρου ,η ποιήτρια ανήκει λογοτεχνικά στη λεγόμενη «γενιά της εισβολής» ,σε έναν κύκλο Κυπρίων δημιουργών που το έργο τους στιγματίστηκε έντονα από το γεγονός της κατοχής μεγάλου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους εισβολείς το 1974. Ως εκ τούτου το στοιχείο του πατριωτικού ρομαντισμού χαρακτηρίζει σε ένα σημαντικό βαθμό το έργο πολλών από τους ποιητές εκείνης της γενιάς ,χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για μια μανιέρα που δεν επέτρεψε στους δημιουργούς να αφήσουν πίσω τους αξιόλογο έργο .Η Κολοσιάτου ξεκίνησε τη λογοτεχνική διαδρομή της λίγο αργότερα ,το 1979 ,με την «Κατοχική εποχή» κι από τότε μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει άλλες έξι ποιητικές συλλογές , κατορθώνοντας μάλιστα να αποσπάσει και τιμητικές διακρίσεις για τις δουλειές της .
Το πρώτο στοιχείο που θα παρατηρήσει κανείς μελετώντας την ποίησή της είναι ο διάλογος με την ηλικία , με το χρόνο . Ο χρόνος ωστόσο δεν αντιμετωπίζεται ως μία ποιότητα με απροσδιόριστα χαρακτηριστικά ,ως μία φιλοσοφική σύλληψη που απλώς εξιδανικεύεται ή ξορκίζεται από την ποιήτρια .Έχει συγκεκριμένες αποτυπώσεις σε απτά καθημερινά αντικείμενα , σε αγαπημένες μνήμες από το παρελθόν ,σε πρόσωπα που συμβολίζουν μια αλλοτινή ευτυχία καμωμένη με τα ευτελέστερα υλικά , με μυρωδιές και αγγίγματα . Ακόμη και το βάρος της τραγωδίας του τόπου της η ποιήτρια το αποδίδει με όρους που παραπέμπουν στη φθοροποιό δύναμη του χρόνου ,το μεταφράζει ως απότομο γέρασμα του δικού της σώματος [Η θλίψη σου πλανιέται στα μάτια μου/Και μας ανήκει / Σήμερα θα’ χω γεράσει πάλι απότομα]. Η γενικότερη όμως αίσθηση που αφήνουν πολλά ποιήματα είναι εκείνη μιας βαθιάς νοσταλγίας για κάτι που έχει αφεθεί οριστικά στο παρελθόν και είναι αδύνατο πια να επιστρέψει .Η μετάβαση μάλιστα σ’ αυτό γίνεται με μια τεχνική που θυμίζει το κολάζ . Το λέει άλλωστε η ίδια η δημιουργός «Κάνω κολάζ αγαπημένων ανθρώπων που μπαίνουν μέσα σ’ άλλες εποχές» . Χωρίς να φεύγει κάτω από τα πόδια της το παρόν , χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί ότι παγιδεύεται μέσα στις ψευδαισθήσεις της , αρπάζει μια εικόνα από δω ,μια εικόνα από κει , μια κίνηση , ένα νεύμα , και τα συντάσσει σε ένα σύνολο μέσα στο οποίο κυριαρχεί η χαμένη αθωότητα ενός άλλου κόσμου . Σ’ αυτό τον κόσμο έχουν θέση η συνομιλία με νεκρά αγαπημένα πρόσωπα που επιστρέφουν για να βάλουν σε τάξη τα πράγματα [ Μια γυναίκα ωραία , η μάνα μου , με κοιτάζει πίσω απ’ τα γυαλιά της /Γλιστράει μέσα από στρατιές αγγέλων /Είναι γλυκιά και όμορφη μα είναι πεθαμένη/Μου φτιάχνει το παιδί στην αγκαλιά , χαμογελάει ] ,η ανάκληση τρυφερών εικόνων της παιδικής ηλικίας που κρατιούνται μέσα σε ντουλάπια όπως τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα [Παιδικές φιγούρες που τις σιδέρωσες μες στο δωμάτιο/ Τις δίπλωσες μες στις ντουλάπες και τις φύλαξες ], οι εξομολογήσεις μεσήλικων γυναικών που θαρρείς παλεύουν για να κρατήσουν για λίγο ακόμη την άμμο της ηλικίας τους στο πάνω μέρος της κλεψύδρας [Έχω ήδη κρεμάσει ανάποδα /Τους καθρέφτες της σκέψης μου /Για να μη βλέπω τους φόβους μου], η παρηγορητική λειτουργία του ύπνου ,ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να απαλλαγεί προσωρινά από την ασκήμια του παρόντος και να μεταφερθεί σχεδόν σωματικά σε στιγμές περασμένης ευφορίας [Μυστική σύμβαση με τον ύπνο έχει / Η νοσταλγία της επιστροφής] [Να έρθει ένας ύπνος γλυκός ν’ απαλύνει τις σκέψεις σου] [Θα χρειαστώ ένα διαβατήριο να αποδράσω /Έναν ύπνο ας μοιάζει με θάνατο].
Θα τολμούσα να πω ότι μέσα από την ποίηση της Κολοσιάτου ξεπροβάλλει ένας θρυμματισμένος κόσμος , μια πραγματικότητα της οποίας τα κομμάτια ευελπιστεί να συρράψει η ποιήτρια .Όχι τόσο για να δημιουργήσει ένα σύνολο μέσα από το οποίο να μεταφέρει την εικόνα της ,όσο για να δείξει πως λειτουργούν μέσα στη μοναδικότητά τους αυτά τα κομμάτια ,ως αυτόνομες στιγμές μιας ζωής μοιρασμένης ανάμεσα σε δύο διαφορετικές διαστάσεις , σε δύο αλληλοσυγκρουόμενα χρονικά επίπεδα .Υπό αυτό τον όρο , τα ποιήματά της μοιάζουν με συστάδες από σπασμένες εικόνες που διατρέχουν με αστραπιαία ταχύτητα την απόσταση μεταξύ του κάποτε και του τώρα .Ξεκινούν από ένα μικρό ερέθισμα , περιφέρονται μέσα σε διαφορετικά τοπία χρόνου , συλλαμβάνουν αθέατες λεπτομέρειες και τις οδηγούν στο κέντρο της προσοχής του αναγνώστη , κάνουν το λίγο να φαίνεται πολύ και το αντίστροφο , μεταφράζουν το υπαρξιακό άγχος σε λέξεις, απαιτούν να τα προσεγγίσει κανείς κομματιάζοντας και όχι συγκεντρώνοντας τη σκέψη του .
Το βίωμα υπάρχει ασφαλώς ,είτε αυτόδηλα δοσμένο είτε υπαινικτικά . Στιγμές από τη ζωή της ποιήτριας ,από τον κόσμο μέσα στον οποίο κατέθεσε το σώμα και την ψυχή της ,από τις εικόνες και τα σύμβολα που αγκαλιάστηκαν μ’ αυτό τον κόσμο ,υπάρχουν σε πολλά ποιήματα [Βγαίνω με τα γκρίζα μαλλιά μου/ Φέρνοντας τοπία μέσα από άλλους αιώνες/Ξενόγλωσσα βιβλία στην τσάντα /Στη γιορτή της ανάγνωσης/ Διαβρωτικό φθινόπωρο να γλείψει /Τ’ αλάτι του καλοκαιριού και τις έγνοιες μου]. Δε θα έλεγα όμως ότι η ποίηση της Κολοσιάτου είναι αποκλειστικά πρωτοπρόσωπη .Δεν εκθέτει εύκολα το εγώ η ποιήτρια στους στίχους της , όσο κι αν το βιωματικό στοιχείο είναι προφανές .Συχνά επιλέγει το τρίτο πρόσωπο για να μιλήσει για δικά της τραύματα ή αφήνει τα τραύματα αυτά να περιβληθούν έναν πανανθρώπινο μανδύα [Μια πλανόδιος /Με πρόσωπο που είναι δύσκολο/Να το ορίσεις / Σε μεγάλο περίπατο στους αιώνες/Ελληνικό τοπίο και παράπλευρες εικόνες / Με ξύλινα πέδιλα τριγυρίζοντας /Τα είχε χάσει όλα/ Σκαλίζει τις λέξεις /Τίποτε δεν φυτρώνει/Παντού νεκροί]. Κι εδώ πάλι ,όταν η ποιήτρια , σκαλίζει ποιητικά τα δικά της βιώματα , κυριαρχούν αλλεπάλληλες εικόνες που θαρρεί κανείς ότι ξορκίζουν το άγχος της να προφτάσει να κλείσει στα σύνορα ενός ποιήματος μια πολύμορφη εμπειρία . Ή ότι πραγματοποιεί εσωτερικές ανασκαφές προς άγραν σκοτεινών πραγμάτων [Σα να σκάβω τάφους στο κορμί μου/ Προσπαθώντας να εμφανίσω σκιές].
Καίριο ρόλο στην ποιητική της παίζει επιπλέον η μνήμη ,ως μία ενοποιητική δύναμη που αναγκάζει το παρελθόν να πλησιάσει με τις ιαματικές του ιδιότητες το παρόν . Η είσοδος βέβαια στην περιοχή των αναμνήσεων δε γίνεται πάντοτε με τη βεβαιότητα της απόδρασης σε ένα σίγουρο καταφύγιο .Υπάρχει πολλές φορές ένα συναίσθημα ανασφάλειας , μια υποψία ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο [Μπαίνουμε στις αναμνήσεις /Σαν σε αβέβαιο όνειρο/Γέφυρες αμφίδρομης νοσταλγίας]. Αυτό φυσικά που διεγείρει τις περισσότερες αναμνήσεις είναι ο τόπος από τον οποίο αποκόπηκε το ποιητικό υποκείμενο [Υπάρχει πάντα /Ο τόπος που συσσωρεύει αναμνήσεις]. Συνηθισμένοι χώροι , αντικείμενα , φωνές , αρώματα , πρόσωπα , ενός άλλου τόπου και μιας άλλης χρονικής στιγμής , εγγράφονται στους στίχους ως θολές και ανάλαφρες διαφάνειες [Έρχονται από τον κόσμο του ονείρου/Τρυφερές διαφάνειες/Ακριβές/Της παιδικής ηλικίας] , έτοιμες να διαλυθούν μόλις τις αγγίξει η παραμικρή πνοή του ανέμου [Η μνήμη γράφεται /Στο νερό/Όταν φυσήξει ο άνεμος/ Όλοι θα σ’ έχουν ξεχάσει]. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι η ποιήτρια αντιμετωπίζει τη μνήμη ως ένα παιχνίδι συγκέντρωσης γνώριμων εικόνων , θέλοντας να υποτάξει με αυτό τον τρόπο το άπειρο , να το ορίσει με κομμάτια από το δικό της οπτικό πεδίο [Άσκηση μνήμης /Συναθροίζοντας πουλιά/Στην κορυφή μιας γυμνής λεύκας /Οι πτήσεις είναι χαμηλές/Πολύ κοντά στη θάλασσα/Πολύ κοντά στον ουρανό/Στο όριο να γίνει/Το άπειρο /περατό].
Όπως ειπώθηκε παραπάνω , η μνήμη λειτουργεί συνήθως ως ένα προσωρινό παυσίπονο . Απλώνει πάνω στα πονεμένα σημεία του παρόντος μιαν ανακούφιση .Τόσο που το ποιητικό υποκείμενο να αισθάνεται πλήρη ευδαιμονία όταν κουβαλά τους νεκρούς του [Προτιμώ να γελώ/Έτσι που έμαθα να κουβαλώ τους νεκρούς μου/μαζί στις εκδρομές/Στη δουλειά κι όπου να ‘ναι] .Σε άλλα ποιήματα ωστόσο η μνήμη βιώνεται ως επίπονη σκέψη που φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης αλυσιδωτά ναυάγια [Πώς να τη διώξω /Αυτή τη σκέψη /Που δεν δένεται /Στοίχειωσε /Λυπημένο πλοίο που ναυάγησε /Και φέρνει άλλο ναυάγιο]. Μετατρέπεται σε μήτρα αγωνίας και άγχους για την ενδεχόμενη επιστροφή οδυνηρών συναισθημάτων [Πώς να σε συντηρήσω/Φοβούμαι την απορία που έχει ο θάνατος] [Η ανάμνηση μακρινή/Διευρύνει τα σβησμένα σύμφωνα/Τραυλίζουν περίεργα/Σε παιδική φωτογραφία /Κρεμασμένη στον τοίχο/Οι μεταλλαγές της απώλειας /Και το ανέφικτο με τατουάζ θανάτου]. Αυτή μάλιστα η αγωνία ξεπερνά τα όρια του παρελθόντος και κυρίως στα τελευταία ποιήματα της συλλογής «Μέσα από παλιά φινιστρίνια» ακουμπάει τις χορδές του μέλλοντος .Μεταμορφώνεται σε ένα είδος απειλής που υπονομεύει ό, τι καλό κατάφερε να σωρεύσει το παρόν [Έρχεται μες στην ακινησία/Βουίζοντας η καταιγίδα/Πίσω να πάρει/ Ό, τι έχει δώσει από την ψυχή της /Η άνοιξη] [Ταυτίζονται οι έξοδοι κινδύνου/Με τις εισόδους/Μ’ έναν τρόπο που αγγίζει/Τα όρια μιας απειλής]
Επιπλέον ,όπως συμβαίνει με τους περισσότερους από τους ποιητές που ανήκουν στη «γενιά της εισβολής» ,ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός διαπερνά ένα σημαντικό κομμάτι της ποίησης της Κολοσιάτου ,ιδιαίτερα στις πρώτες συλλογές της . Η ποιήτρια διυλίζει τη μοίρα του τόπου της και μεταφέρει στους στίχους χαρακτηριστικές παραστάσεις της .Δε μένει όμως μόνο εκεί . Τα τραύματα του δικού της λαού την κάνουν ν’ αφουγκραστεί με την ίδια συγκίνηση ανάλογες περιπέτειες άλλων λαών . Μιλά για τη φρίκη ομαδικών εκτελέσεων αμάχων , για πολιορκημένες πόλεις , για πρόσφυγες που γίνονται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης .Μιλά για την Παλαιστίνη και το Ιράκ και τις πρωτόγονες φυλές που σφάχτηκαν στο όνομα της πολιτιστικής επανάστασης, και στέκεται στο πλευρό των κάθε λογής ηττημένων .Στήνει αδιάκοπα μικρές νάρκες στον οδοστρωτήρα ενός απάνθρωπου καπιταλισμού που σαρώνει σταδιακά τα πάντα κι εξορίζει την ανθρωπιά μας στο επίπεδο της ρομαντικής επιδίωξης .Περιγράφει το τεχνολογικό αδιέξοδο μιας εποχής που έχει για προορισμό της το πουθενά. Κατορθώνει όμως να αποφύγει τον άσκοπο μελοδραματισμό , την υπερβολή που απωθεί , τη ρητορεία που κουράζει ή το διδακτισμό .Η λυρική της πένα υπερβαίνει το εφήμερο των γεγονότων και των διαπιστώσεων ,και φέρνει στο προσκήνιο μια αυθεντικά βιωμένη αγωνία για το απότομο γκρέμισμα κάθε πανανθρώπινης αξίας .
Και είναι γενικότερο χαρακτηριστικό της ποίησης της Κολοσιάτου ότι απουσιάζουν οι ανέξοδοι συναισθηματισμοί .Το συναίσθημα ακουμπάει τους στίχους της με έναν συγκρατημένο τρόπο , αφήνοντας τον αναγνώστη να το αποστάξει μόνος του. Εκείνη απλώς παρατηρεί με διεισδυτικό βλέμμα τη διαδοχή των πραγμάτων γύρω της ,τη σύσταση και την εξέλιξη των εικόνων , την αναμέτρηση του ανθρώπου με τις δυνάμεις και με τη μοίρα που τον συντροφεύει . Μέσα σε αυτό το πλαίσιο , αφήνει την ανάγνωση των στίχων να είναι ρευστή , να επιτρέπει με την απουσία της στίξης και με τη θέση των λέξεων πολλαπλές ερμηνείες .Παράλληλα , ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τίτλοι των ποιημάτων της . Στις περισσότερες περιπτώσεις μοιάζουν άσχετοι με το σώμα των ποιημάτων ,ως υποψήφιοι στίχοι που δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν να ενταχθούν κάπου και παρέμειναν εκεί , στην αρχή των ποιημάτων , ως σηματοδότες του ευρύτερου φιλοσοφικού πεδίου μέσα στο οποίο κινείται η σκέψη της ποιήτριας .
Κλείνοντας τη μικρή αυτή συνομιλία με την ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου ,θα μείνω στους παρακάτω στίχους από το ποίημα «Κέρινα ομοιώματα» : Ένα ποίημα/Οι στίχοι το ξεφυλλίζουν άσκοπα/Προσπαθώντας να σπάσουν το νήμα /που δένει τη σιωπή . Κάπως έτσι νομίζω ότι βιώνει την πράξη της ποίησης η ποιήτρια .Ξεφυλλίζει «άσκοπα» σελίδες από τον εαυτό της και τον κόσμο που την περιζώνει ,κι αφήνει τη σιωπή να βγάλει προς τα έξω την εξαγνιστική της δύναμη ,να μετουσιωθεί σε λόγο ζωντανό και γενεσιουργό υποσυνείδητων εκρήξεων .

http://filologikesmaties.blogspot.gr/search?updated-max=2013-08-20T06:01:00-07:00&max-results=7

 

 

Σα να συνέβη, (2002)

 

ΤΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η γραφή της Φροσούλας Κολοσιάτου έχει άρωμα πατρίδας και συνάμα οικουμενικό στίγμα.
Γνωρίζει από γυναικεία θέση και διαίσθηση, πως ο κόσμος δεν πλάστηκε ιδανικός. θα μπορούσε η θα όφειλε όμως να είναι πιο ανθρώπινος.

Το φάσμα της αδικίας, της φτώχειας, των πολέμων είναι κάτι που έρχεται και ξανάρχεται στην ποίησή της και αποδεικνύει πως πέρα από τις υπερβατικές προσεγγίσεις στο βάθος έχουμε να κάνουμε με μια ποιήτρια που ζει με την επίγνωση της πραγματικότητας, που εκλογικεύει τους φόβους ,την αγωνία της για το αύριο και το μέλλον εν γένει μέσα σε ποιοτικούς στίχους. Η νοσταλγία της για το νησί των παιδικών ονείρων επανέρχεται στις τελευταίες σελίδες του του σαν εμμονή.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου στην τελευταία συλλογή της εμφανίζεται να ψάχνει τις λέξεις, να συγκεκριμενοποιεί το ακαθάριστο και το αφηρημένο μέσα από ανεπιτήδευτα σχήματα. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι η αντισυμβατικότητα. Οι ποιητικές της επιλογές βασίζονται στην έμπνευση και στη ρήξη. Παραμένει αφοπλιστικά αληθινή, τωρινή και συνάμα μια ποιήτρια που ανήκει στο μέλλον.

Οι λέξεις είναι γι αυτήν το μαγικά εργαλείο με το οποίο επιχειρεί νοητικές εκρήξεις και υψιπετή άλματα. Γοητευτικές στη διάταξή τους, κατάσπαρτες μέσα στο ταξίδι που λέγεται γλώσσα, συνιστούν απολαυστικούς σταθμούς στην πνευματική μας περιδιάβαση.

 

 

Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος,, (2005)

 

ΜΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΤΟΣ

Η Φροσούλα Κολοσιάτου αν και σχετικά νέα, δεν είναι τωρινή ποιήτρια, ούτε προέκυψε από το
πουθενά. Την γνώρισα σε Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ποίησης στην τότε Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία
το 1983. Εκπροσωπούσε την Κύπρο κι εγώ την Ελλάδα. Έκτοτε το ποιητικό της ταλέντο μου αποκαλύπτει την ανοδική της πορεία. Μία πορεία σεμνή, διακριτική, χαμηλών τόνων, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Αυτό το προσόν, έκδηλο στην ποιητική της γραφή, από τη μία αντικατοπτρίζει τον ψυχισμό της και από την άλλη, σιγά-σιγά κερδίζει έδαφος. Έτσι, όλο και πιο έγκυροι και περισσότεροι κριτικοί και δημιουργοί αντιμετωπίζουν το έργο της θετικά.

Σ΄ αυτή την πρόσφατη πέμπτη συλλογή της, νόστος και λυρισμός, φαντασία και σουρεαλιστι-κές εικόνες με ιμπρεσιονιστική πολυχρωμία, συνθέτουν συνεχόμενα και άρτια σύνολα υψηλής αισθητικής, ενώ ο στοχασμός της βαθύς και εύστοχος, φέρει τη σφραγίδα διεργασιών και βιωμάτων.

<<Η μνήμη γράφεται/Στο νερό/ Όταν φυσήξει ο άνεμος/Όλοι θα σ΄ έχουν ξεχάσει …>>.
Και αλλού θα πει <<Μπρούντζινα σώματα/Από τον ήλιο και την αλμύρα/Εδώ αφήσαμε τα παιδικά μας όνειρα/Το καλοκαίρι η θάλασσα/ Η άνοιξη/Με κήπους ανθισμένες τριανταφυλλιές(……)>>.

Εδώ, ο στοχασμός βάθους δίνει τη θέση του στο νατουραλισμό επιφανείας, με τα χρώματα να οργιάζουν σιωπηρά συνθέτοντας τη συμφωνία της τοπιογραφίας, ρεκβιέμ ίσως για έναν κόσμο που χάνεται. Πράγμα εμφανές στους επόμενους στίχους του ίδιου ποιήματος.<<(…) Καινούργιος μύθος/Ράβει στη μηχανή/Η Ανέζα/Με χιλιάδες μαργαρίτες/Κατακίτρινα χωράφια/Κόκκινα/Μώβ/Πολύχρωμα/Κάθομαι/Μπροστά στο παράθυρο>>.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου ξέρει να αξιοποιεί το ταλέντο της, να δέχεται τα θετικά μηνύματα των καιρών και των ρευμάτων να τα μπολιάζει γόνιμα, με δημιουργικές παραμέτρους φανταστικών μεταπλάσεων ενός προσωπικού στύλ. Χωρίς μιμητισμό και κοινοτυπίες.

 

 

Μέσα από παλιά φινιστρίνια,, (2008)

 

ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΑ Λ. ΜΑΝΟΥΣΟΥ

Λέξεις, στίχοι, εικόνες στην ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου

Η απόπειρα του αναγνώστη της ποίησης να σπάσει τον κώδικα της μοναχικής γραφής του ποιητή γίνεται πολλές φορές αποκάλυψη ενός άλλου κόσμου αλλιώτικου και απόκρυφου που αφυπνίζει τον δικό μας μικρόκοσμο. Έτσι ο δημιουργός ποιητής με τη «στιχουργημένη» επιστολή _ συλλογή
του, αυτοεξομολόγηση και καταγραφή του είναι του, ανοίγει παράθυρο στη δική μας ύπαρξη, παράθυρο που ίσως νάναι το φινιστρίνι του τίτλου. Διάφανο γυαλί το βλέμμα της Φροσούλας Κολοσιάτου αφήνει το φως της μέρας κι άλλοτε τη νυχτερινή μελαγχολία να διαχέονται σε τοπία αόρατα μα υπαρκτά.

«Υδρόχρωμα σκέπασε
Σκέλιθρα ξύλα στην αυλή
Κι ένα ειδώλιο του έρωτα
Στην πόρτα της
Τα ηχοπετάσματα
Τώρα σκοτώνουν τα πουλιά
Κι είναι ωραίο
Ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας»

Ένα πολύπτυχο βιωματικών εικόνων, ήχων υγρών, φωνών απροσδιόριστων, συγκινησιακών κυμάτων και προσωπικών κραδασμών η ποίησή της ένα παιχνίδι πρόκληση με το χρόνο που άλλοτε παγώνει σε φωτογραφικό στιγμιότυπο, άλλοτε αναδιπλώνεται, επιταχύνεται, πισογυρίζει, αφήνοντας χαραμάδα φωτός σε σκηνικά αλλοτινά. Η διαλεκτική του τότε και του τώρα, τη νοσταλγίας και του πραγματικού, της ζωής και του θανάτου, του ιστορικού και του βιωματικού χρόνου, της γης και του νερού, όλα γίνονται στίχοι με τη γλυπτική του λόγου της Φ.Κ.
Το καράβι των στίχων της Φ.Κ. άλλοτε κυλά σε θάλασσες καλοτάξιδες κι άλλοτε τρικυμισμένες, θάλασσες ζωής με πυξίδα τη θύμηση και το όραμα. Μέτοχοι εμείς και συνταξιδιώτες στη διαδρομή της γραμμικής, τεθλασμένης ή κυκλικής χρονικής πορείας της ποιήτριας, μυούμενοι στη γνώση που η βίωση αποφέρει.

Σε κείνους που αντέχουν τον ίλιγγο της ζώσας μνήμης.
«Το βλέμμα των ανθρώπων
θάλασσα
Και μας ενώνει»

 

 

ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Πιστεύω ότι π Φροσούλα Κολοσιάτου ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ποιητών που έχει σχηματίσει, με την πάροδο του χρόνου, μια ταυτότητα, έχει βρει τα χαρακτηριστικά και το στίγμα της, την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της,
πράγματα αναγνωρίσιμα σ’ όλους όσους αγαπούν την ποίησή της. Η ποίησή της είναι σαν το καλό κρασί που διακρίνεται για τη στιβαρότητα της γεύσης
που του δίνει ο χρόνος, ενώ παράλληλα σε ξαφνιάζει ευχάριστα με τη φρεσκάδα που κρύβεται στις φρουτώδεις επιγεύσεις του. Η ποιητική της
γραφή αποπνέει ένα άρωμα ωριμότητας ανάμικτο με ένα άρωμα φρεσκάδας.
Στη νέα ποιητική συλλογή της με τίτλο «Μέσα από παλιά φινιστρίνια» διακρίνει κανείς χαρακτηριστικά σταθερά που συναντά και στις προηγούμενες συλλογές, όμως η γενική αποτίμηση είναι ότι αυτή η συλλογή είναι διαφορετική, με το δικό της φρέσκο αέρα, το δικό της άρωμα, μια γλύκα
στη ματιά ανάμικτη με την αστραπή.
Όταν πήρα στα χέρια μου τη συλλογή, εστίασα την προσοχή μου στον τίτλο της. Μ ‘ αρέσει η επιλογή του που ανακαλεί μνήμες, μια ιδιαίτερη ματιά που στρογγυλεύει την εικόνα του παρελθόντος και την ίδια στιγμή σε κρατάει στην άκρη της έντασης, της ρήξης, της άρνησης για παραίτηση, της άρνησης να παραδοθείς, στην ακμή αυτού του πρώτου «ν» που υπάρχει στη λέξη φινιστρίνι.
Η συλλογή μικρή, αλλά πλούσια, αποτελείται από 39 ποιητικές δημιουργίες. Η νέα αυτή συλλογή σηματοδοτεί μια αλλαγή στην ποιητική της Φροσούλας Κολοσιάτου, αλλαγή στην έκφραση, στη θεματική, στον τρόπο προσέγγισης. Μία αλλαγή που άρχισε η προηγούμενη συλλογή «Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος» και που τώρα έχει αρχίσει να διαγράφεται ξεκάθαρα. Μια κρυμμένη υπόσχεση ότι έχει πολλά ακόμη να μας δώσει στο μέλλον
η Φροσούλα Κολοσιάτου.
Η εστίαση της προσοχής της σε ό,τι περιβάλλει το σύγχρονο άνθρωπο. 0 αστικός χώρος, η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, ο απεγνωσμένος αγώνας της ανθρώπινης ύπαρξης να μη χαθεί στο κενό, σε μια ζωή χωρίς νόημα, ανερμάτιστη, διεγείρουν την ευαισθησία της Φροσούλας Κολοσιάτου, προκαλούν το συναίσθημα της, την αγανάκτηση ,,το θυμό, τη θλίψη, την πίκρα της διαπίστωσης και της θύμησης, το πείσμα της αντίστασης, τη διάθεση να συμφιλιωθεί με το χθες, να αντισταθεί, να μην παραιτηθεί. Σημειώνει στην
σύνθεσή της «παραγγελία για φλάουτο» «…Πραγματικότητα εύθραυστη/σαν το χαλάζι σκληρή/όσο κρατάει μια στιγμή/εξαϋλώνονται οι άνθρωποι/και ο πράξεις τους/από φρίκη και νόημα». Ενώ στα «μικρόφωνα ψείρες» διαπιστώνει: «Η ατολμία χωρίζει/τα βήματα από το ρυθμό/τον ήχο
από το τραγούδι.
Η Φροσούλα Κολοσιάτου αναζητεί, όπως εκμυστηρεύεται στο «Γιγαντοαφίσες στον ουρανό», όψεις αλήθειας, ονειρεύεται τον άνθρωπο, «ελεύθερος/ο άνθρωπος στον τόπο του/να ζωστεί με το γέλιο/με το χάδι». Στιγματίζει τον πόλεμο, τους «Νέρωνες» που καίνε πόλεις, την «πλανητική σκίαση», «τον πόνο που δεν έχει ρυθμό», τις λεπτές επιδιορθώσεις του ολέθρου, το αξεδιάλυτο άρωμα του αυταρχισμού, του φόβου (που, σχολιάζει ανατρεπτικά, δεν είναι παρά ένας αναγραμματισμός της ελπίδας). Την προβληματίζουν και τη θυμώνουν σι κοινωνικές πραγματικότητες «των
νέων της προσωρινής απασχόλησης, η χέρσα γη στα «θλιμμένα νεράντζια» για να καταλήξει «Μέσα στη βοή των επερχόμενων/το μέλλον θα το
φοβούνται οι δυνατοί».
Εκείνο που ιδιαίτερα αγαπώ —και αναζητώ— στην ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου είναι οι αναφορές στο νησί της, την Κύπρο. Αυτή η μεγάλη αγάπη, αυτή η νοσταλγία για τον τόπο της, τα αγαπημένα μέρη, οι εικόνες της ζωής της νιότης, οι σκληρές μνήμες που ανατροφοδοτούνται από τη σύγχρονη πραγματικότητα με συγκινούν μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο. Στα «κέρινα ομοιώματα» ξεχώρισα: «Κάθεσαι και κλαις στο βράχο/το να αγαπάς πολύ έναν τόπο/είναι μια πέτρα/ένα ποίημα/οι στίχοι το ξεφυλλίζουν άσκοπα/προσπαθώντας να σπάσουν το νήμα/που δένει τη οιωπή».
Στο «ως δάνειο» η ανάγκη της θύμησης, η δύναμη της μνήμης και της αγάπης θυμίζει στίχους του Γ. Σεφέρη, ανακαλεί στίχους από την «Ελένη», από τη συλλογή «Κύπρον ου μ’ εθέσπισε». Στο ποίημα «Σαλιμέ» σε συγκινεί η εικόνα της ζωής στην Κύπρο του τότε, σε προσγειώνει η πικρή διαπίστωση, η σκληράδα της πραγματικότητας «το σπίτι τώρα το γκρεμίσανε/τα μήλα έγιναν πέτρες» και πιο κάτω… «στην πόρτα της/τα ηχοπετάσματα/τώρα σκοτώνουν τα πουλιά/κι ένα ωραίο/ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας/», όπως στη σύγχρονη πραγματικότητα όλων μας. Λάτρεψα στο «πεζοτράγουδο της σιωπής» αυτό το παιχνίδι με τις μνήμες, αυτό τον καταιγισμό από εικόνες, οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές, γευστικές, αυτή τη βαθιά αγάπη για «μια παλάμη πατρίδα/ένα πείσμα των αιώνων». Στο ποίημα «Σε δυο καθρέπτες» η εικόνα «Ήρθε η μάνα με το καλό της φόρεμα/φερμένο από το Λονδίνο…/, όπως οι μικρές μαντλέν του Μ. Προυστ («Αναζητώντας το χαμένο χρόνο») μου έφερε στο νου την πρώτη μου επαφή με την ποίηση της Φροσούλας
Κολοσιάτου: μία συλλογή των εκδόσεων Καστανιώτη, μία ανθολογία με τίτλο «τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα». Αυτή η συλλογή με βοήθησε να
ανακαλύψω την ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά, είχε τον τίτλο «η Μάνα μου». Από το ποίημα αυτό, ένα υπέροχο
ξεχείλισμα αγάπης, έχω κρατήσει στη μνήμη μου το στίχο «και βγήκαμε στους κήπους της αγάπης της/να σημαδεύσουμε μαζί στρογγυλό το μέλλον». Αυτή η εικόνα της μάνας συναντά την εικόνα της άλλης μάνας, του βασανισμένου τό-
που, της Κύπρου. Εικόνες σε «δυο καθρέπτες», μία πικρή διαπίστωση «Αλλαξε ο καιρός…/».
Συμφιλίωση και ρήξη, στρογγύλεμα και αιχμές σαν την εικόνα των παλιών φινιστρινιών, σαν το «ν» που εμποδίζει τη γλώσσα να λειάνει τον ήχο, να κλείσει ο παράθυρο. Μια συλλογή μεστή. Προσεγμένη δουλειά των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Η λεπτομέρεια από τον πίνακα της Φραντσέσκας Μανούσου επιτυχημένη. Προσωπικά θα ήθελα αντί για τις γωνίες του τετραγώνου, τη λείανση των αιχμών, το στρογγύλεμα της έλλειψης, σαν τα παλιά φινιστρίνια. Αλλά είπαμε συμφιλίωση και ρήξη ακόμη και στο εξώφυλλο.

 

 

Μισό σκοτάδι (2010)

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 22/4/2015

«Μισό σκοτάδι
Οι μικροί γαλαξίες
Σκύβω ν’ ακούσω»

«Μισό σκοτάδι» είναι ο τίτλος του προηγούμενου βιβλίου της Φροσούλας Κολοσιάτου. Ένα βιβλίο πριν τη «Σκοτεινή Συγκατοίκηση « δηλαδή που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Το «Μισό Σκοτάδι» περιλαμβάνει χάι κού και είναι διαποτισμένο από μελαγχολική και στοχαστική διάθεση, γνωρίσματα που συναντάμε σε ολόκληρο το έργο της ποιήτριας. Μπορεί το σκοτάδι να είvαι μισό; Το παράδοξον του τίτλου μάς εισάγει, κατά κάποιον τρόπο, στο κλίμα και στο πνεύμα του έργου, δίνοντας ένα πρώτο ουσιαστικό στίγμα. Όχι, το σκοτάδι δεν μπορεί να είναι μισό, παρά μόνο στην τέχνη και με το ανοίκειο βλέμμα ενός ποιητή. Το σκοτάδι είναι πάντα σκοτάδι και πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι αυτή η μοίρα του κόσμου τούτου τελικά. Η ποιήτρια ξαγρυπνά για αυτήν τη μοίρα. Είναι πολίτης της κοινωνίας, πολίτης του κόσμου. Η κοινωνική πραγματικότητα μέσα την οποία ζει σαφώς και δεν την αφήνει αδιάφορη. Χάι κού σχόλια, χάι κού διαμαρτυρίες:

«Tόσοι άνεργοι
Παθητικοί αποδέκτες
Επιδομάτων»

«Την περίοδο
Των μεγάλων πολέμων
Ούτ’ ένα θαύμα»

«Η εξουσία
Λατρεία παράλογη
Παγιδεύεται»

«Ο παράδεισος
Όλο θυσιάζεται
Σ’ αδιέξοδα».
Η αγωνία για τον χρόνο, για τον πόνο, για την απώλεια είναι εμφανής. Κυρίαρχη μια χαμηλών τόνων δραματικότητα ,σαν ήρεμη δύναμη που όμως ερεθίζει τον αναγνώστη. Μπορούν οι λέξεις να ξορκίσουν το κακό; Ή μήπως αρρώστησαν κι αυτές κι έχουν όλα το περίβλημα της θλίψης και σε πένθος της ψυχής μας οδηγούν; Και τον «ορίζοντα της απώλειας» ,καθώς και τα «κύματα της πλάνης» πώς τραγούδι να τα κάνεις; Είναι καίρια και ουσιαστική η ποιητική της Κολοσιάτου. Βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο έχοντας επίγνωση ότι «Δεν θα λυτρώσουν ποτέ οι ψευδαισθήσεις». Και πώς η «θαμμένη ελπίδα φόβο θα φέρει».

«Μ ‘άρρωστες λέξεις
Μολύβι αόρατο
Κεντά το πένθος»

Το βλέμμα της ποιήτριας αποτυπώνει αισθήσεις, συναισθήματα, εικόνες, κεντά οπτικές και προοπτικές και διαθέτει μια σοφία για τα πράγματα ,μια σοφία τέτοια που σε έλκει να εξερευνήσεις την υφή της. Τα χάι κού από τη φύση τους, ως είδος, μας παραπέμπουν στο εύκολο παίγνιο. Όμως εδώ, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για παιχνιδιάρικα χάι κού, που αβίαστα γραμμένα διεκδικούν αυθάδικα την προσοχή του αναγνώστη. Κάθε άλλο. Ασκείται έλεγχος στα εκφραστικά μέσα. Kατ’ επανάληψη υφαίνεται η απαισιοδοξία, την ίδια στιγμή ένα φως τρεμοπαίζει, αναζητείται η νέα εκδοχή.

«Επανάληψη
Να φέρει το καινούριο
Άλλον αέρα»

«Ανυπάκουα
Ο λόγος πρωτότυπος
Της ανατροπής»

 

 

Σκοτεινή συγκατοίκηση  (2014)

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

ΠΟΙΕΙΝ 22/3/2015

Η σε βάθος ενασχόληση του κριτικού με τα ποιήματα ενός δημιουργού αποτελεί ένα είδος αυταπάτης, καθώς ο κριτικός έχει την εντύπωση ότι μπορεί να σταθεί δίπλα στα ποιήματα και να τα βοηθήσει να μιλήσουν και να μεταδώσουν το ρίγος τους, τη στιγμή που εκείνα έχουν ήδη πει πολλά στους αναγνώστες. Από την άποψη αυτή κάθε απόπειρα κριτικής ενέχει το στοιχείο της τραγικής πλάνης. Παλεύει ο κριτικός να βάλει σε τάξη τα ύψη και τα βάθη του, να κουρντίσει τις λέξεις του με τρόπο που να πείθουν, να βάλει χαλινάρι σε τόσο απείθαρχα πλάσματα όσο τα ποιήματα και τα πεζά. Φτιάνει γεφύρια μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, αλλά ξεχνάει πάντα να κλείσει στα θεμέλιά τους τη γυναίκα του Πρωτομάστορα. Κι έτσι τα γεφύρια του, αβέβαια και κούφια, γονατίζουν στον πρώτο χείμαρρο που θα τα συναντήσει. Αλλά ο κριτικός επιμένει , δηλώνει αυτάρεσκα ότι πλάθει τέχνη μέσα στην τέχνη. Αισθάνεται χρέος του να προσεγγίσει τις αρετές ενός έργου με έναν κατά το δυνατόν αντικειμενικό κώδικα πρόσληψης του ωραίου. Μόνο και μόνο για να δώσει στο έργο τροφή, να το δυναμώσει, να το ξεγυμνώσει κι έτσι να αιφνιδιάσει πρώτος τους κάθε λογής ηδονοβλεψίες. Επιμένει πως η βούλησή του να γεννήσει τέχνη από την τέχνη, ενισχύει τελικά τις πιθανότητες για μία ψύχραιμη παρατήρηση εκείνων των παραμέτρων που χαρακτηρίζουν με καίριο τρόπο τα έργα. Κι αυτή η επιμονή γίνεται η δύναμή του.
Με τον ίδιο τρόπο επιμένοντας, πήρα να γράψω για την καινούργια δουλειά της Φροσούλας Κολοσιάτου. Με όλες τις δυσκολίες και τις αναστολές που γεννά η αναμέτρηση ενός περίπου άπειρου στοχαστή με μια ποιητική πορεία χρόνων. Η πρώτη ωστόσο δοκιμή να συναντήσω το έργο της ποιήτριας είχε γίνει πριν από δύο χρόνια. Και τώρα πάλι αντιμέτωπος μ’ ένα νεογέννητο έργο της και με το δέος που αισθάνεται κανείς, όταν αγγίζει κάτι τόσο ώριμο, αποκρυσταλλωμένο σε μια λογοτεχνική μορφή που αποπνέει σιγουριά για τον εαυτό της. Ο τίτλος είναι προσδιοριστικός της ατμόσφαιρας των ποιημάτων . Τα συστατικά του ένα επίθετο, η λέξη «σκοτεινός», πολυφορεμένη στην ποίηση, μυστηριώδης μα πάντα ελκυστική με την αοριστία της, κι ένα ουσιαστικό , η λέξη «συγκατοίκηση», η οποία προδίδει ένα είδος συνύπαρξης ετερόκλητων στοιχείων. Ουσιαστικό και επίθετο, ως σύνολο, διαγράφουν μία περίκλειστη ζωή δίπλα σε μιαν άλλη ζωή, μία συμβίωση μέσα στο μαύρο.

Ανέκαθεν η ποίηση της Κολοσιάτου είχε στα σπλάχνα της κάτι μαύρο . Ένα μαύρο που εκφραζόταν ως φυγή, ως φθορά, ως ηλικία , ως παλιό, ως κατοχή . Έβγαινε μέσα από τις μνήμες του τόπου της , μέσα απ’ το φόβο για τη ρηχότητα των πραγμάτων γύρω της . Άγγιζε με τρόπο τις λέξεις, τις φωνές , τις μουσικές των ποιημάτων της. Το ίδιο μαύρο είναι παρόν κι εδώ , αλλά θαρρεί κανείς γνώριμο και διακριτικό . Μοιάζει με απαλό αεράκι που φουσκώνει τα πανιά των ποιημάτων και τους δίνει κίνηση . Αποτελεί τη ρίζα απ’ την οποία βλασταίνει ο λόγος της. Δεν υπάρχει ωστόσο τίποτε το μελοδραματικό, το προσποιητό , το υπέρμετρο. Κι ούτε ξεπέφτει η ποιητική σ’ έναν ανέξοδο και φλύαρο ρομαντισμό. Η Κολοσιάτου ξέρει καλά πώς να ισορροπεί ανάμεσα στο λόγο και στο συναίσθημα. Εκεί που κινδυνεύει ένα ποίημα να εκτραπεί προς μία μεγαλόστομη ρητορεία, εκεί παρεμβαίνει το μέτρο κι επαναφέρει τις λέξεις στην ποιητική τους τροχιά.
Aς μείνουμε για παράδειγμα στο ποίημα «Αετοί μαζεύουν τα φτερά τους» , για να φανεί καλύτερα η παραπάνω παρατήρηση. Εκεί λοιπόν το αρχικό λυρικό σκηνικό με τους αετούς και το θαλασσινό νερό υπονομεύεται πρόσκαιρα από την επισήμανση της πανταχού παρουσίας του θανάτου, για να γίνει έπειτα η απροσδόκητη ταύτιση του θανάτου με το ρόδι που κυλάει «στα ελλείμματα του χρόνου» και να επανέλθει το ποίημα απολύτως φυσιολογικά στη μεριά του λυρισμού. Θα έλεγα παράλληλα ότι τα περισσότερα ποιήματα εδώ έχουν ως εκκίνηση την άρνηση . Ξεκινούν ως γκρίζες λέξεις [τέφρα , βουβά, ανοχύρωτη , θρυμματισμένο, τέλος ] ή ως γκρίζες διαπιστώσεις [με εξαντλεί ό,τι αγάπησα, η φωνή χάνεται, ισορροπία σε μια χιονοστιβάδα, δεν υπάρχουν νέα, μέχρι τις θυρίδες της ασφυξίας] και καταλήγουν πάλι στην άρνηση, στο φόβο, στον εφιάλτη. Ενδιάμεσα ωστόσο υπάρχει ανάταση, υπάρχει μία οξεία ποιητική ματιά που αντιστρέφει το σκοτάδι σε λόγο.

Θεματικά κυριαρχούν γνώριμα στην ποίησή της μοτίβα. Τα ποιήματα παίρνουν ανάσα από το βάρος των πραγμάτων που κουβαλάει στη μνήμη της η ποιήτρια , από την αναπόφευκτη πάλη του ανθρώπινου σώματος με το τέλος του , από την απορία για την όψη που τείνει να λάβει ο κόσμος γύρω μας , από το μικρό και ασήμαντο , στο οποίο ανακαλύπτει το αξιοπρόσεκτο και διαχρονικό . Το διαχρονικό, βέβαια, στην ποίηση της Κολοσιάτου δεν εμπεριέχεται σε ασκήσεις διδακτισμού ή σε στίχους -μηνύματα , αλλά κυρίως στην εντύπωση που αφήνουν οι στίχοι της ως βιωμένες αλήθειες, ως λυρικές εξάψεις ενός ανήσυχου υποσυνείδητου .
Επιπλέον, η έμπνευση πολλών ποιημάτων αντλείται από τις τραυματικές εμπειρίες της οικονομικής και θεσμικής κρίσης την οποία βιώνουμε τα τελευταία πέντε χρόνια. Ως μέρος αυτής της πραγματικότητας, η ποιήτρια συλλέγει τα τραύματα, μετασχηματίζει τα θραύσματα σε καθολικές εποπτείες, εγκλωβίζει την ατομική συγκίνηση σε λειτουργικά λογοτεχνικά σχήματα . Έτσι , ο ποιητικός της κόσμος δίνει στον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό το αισθητικό κίνητρο που του επιτρέπει να ξεπεράσει το εμπόδιο της απλής και κάποτε γραφικής αποτύπωσης της επικαιρότητας. Η Κολοσιάτου άλλοτε σημαδεύει τα μικρά καθημερινά στιγμιότυπα που όμως,παρά τη μικρότητά τους, συλλαμβάνουν και ανακλούν τις ευρύτερες διαστάσεις μιας πανανθρώπινης απελπισίας. Κι άλλοτε βάζει το φακό πάνω στην ίδια την πανανθρώπινη απελπισία , για να τη φωτίσει ποικιλότροπα και να την καταστήσει αναπόσπαστο κομμάτι από την εμπειρία όλων μας . Μέσα σ’ αυτή την οπτική συνυπάρχουν η μικρή καθημερινή οδύνη ,όπως αυτή που βιώνουν «νοικοκυριά εύθραυστα / Σας πορσελάνη» και «Καταρρέουν χωρίς όνομα» , αλλά και πρόσωπα –θύματα της λογικής που επιβάλλει η νέα τάξη πραγμάτων ,όπως η μικρή Σάρα ,πάνω από την οποία στέκεται με συγκίνηση η ποιήτρια και ψάλλει ένα τρυφερό μοιρολόι . Κάποτε μάλιστα ο κύκλος ανοίγει , αγκαλιάζει τα μωρά της Γάζας , τη Φουκουσίμα, μαρτυρικές περιοχές όπως η Λιβύη και η Συρία .

Υφολογικά, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι η αφηγηματική φωνή κινείται ανάμεσα στη συμμετοχή και στην αποχή . Συμμετέχει και δε συμμετέχει, αγγίζει και δεν αγγίζει. Βρίσκεται από μέσα κι απ’ έξω ταυτόχρονα . Η παρουσία άλλωστε του εγώ είναι εδώ ελάχιστη, κάτι που φανερώνει την επιδίωξη της ποιήτριας να κρατήσει σε απόσταση την αφηγηματική φωνή από το πρόσωπό της. Με τον τρόπο αυτό διευρύνει το οπτικό πεδίο των ποιημάτων της, τα απαλλάσσει από την ταύτισή τους με αποκλειστικά δικά της βιώματα ,στέκεται περισσότερο στο ρόλο του παρατηρητή παρά του πάσχοντος υποκειμένου . Αυτή η τεχνική της επιτρέπει να φέρνει στο προσκήνιο το «αντικείμενο» και μ’ έναν τρόπο ασφαλώς ποιητικό να το φωτίζει από απίθανες πλευρές. Ας δούμε τους παρακάτω στίχους : «Ψυχή στους δρόμους /Τρίζει το ξεχασμένο πόμολο της πόλης /όπως παράθυρο από μέσα / Στο δικό της λαβύρινθο / Η πόλη ολόκληρη / χωρίς αισθήσεις» . Θαρρείς πως το «αντικείμενο» , η πόλη σηκώνεται από το τσιμέντο κι ανασαίνει , αυτόνομη , ξέχωρη από τα βήματα κι από τις λέξεις της αφηγηματικής φωνής ,κι αποτυπωμένη με μια συνειρμική διαδοχή εικόνων .
Αυτή η παράταξη των εικόνων είναι ένα άλλο υφολογικό γνώρισμα της ποιήτριας και παραπέμπει στην τεχνική του διασπασμένου θέματος ,με την οποία οι καθολικές εμπειρίες κομματιάζονται και τοποθετούνται επιδέξια στο σώμα πολλών εικόνων του ίδιου ποιήματος , έτσι που τα ποιήματα της Κολοσιάτου μοιάζουν συχνά με σπασμένο καθρέφτη ,τα κομμάτια του οποίου ενώνονται με συνειρμούς , για να μεταφέρουν μία αντισυμβατική εικόνα της πραγματικότητας .Για παράδειγμα , στο ποίημα [Τέφρα και ατμός] , το θέμα της αναλγησίας του σημερινού κόσμου θρυμματίζεται σε εικόνες όπως της τέφρας και του ατμού, της κακοκαιρίας που σκιάζει τους πληθυσμούς , των χαρακτηριστικών του προσώπου , των λαοπλάνων , του παιδιού που γράφει ιστορία στις καταπακτές της φτώχειας .
Ο λόγος πάλι είναι πυκνός , αφήνει συχνά το ρήμα στην άκρη , φέρνει μπροστά χωρίς φόβο το ουσιαστικό και το επίθετο , σε διαδοχικές συνεκφορές , θα έλεγε κανείς για να νεκρώσει για λίγο την κίνηση , για να φωτίσει αυτά που στέκονται μέσα στη σιωπή . Με τον τρόπο αυτό η δραματικότητα επεκτείνεται και στα μη ζώντα και δίνει τη δυνατότητα να μετατοπιστεί έστω για λίγο η προσοχή από κέντρο στην περιφέρεια της πράξης .
Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και λέξεις που μεταφέρουν ήχους ,ακουστικές εποπτείες , και που απαντούν με μεγάλη συχνότητα σε μία πληθώρα ποιημάτων . Το ηχητικό ρεπερτόριο ξεκινά από τον ψίθυρο . Έπειτα έρχονται οι τριγμοί «από το ξεχασμένο πόμολο της πόλης» , η φωνούλα «από κουρδιστή κούκλα» , το παράπονο . Η φωνή επιστρέφει σαν αντίλαλος , ακούγονται «βραχνές φωνές» , «φωνές του δρόμου» , «φωνές άλλων ανθρώπων» , σύντομα «θόρυβος» ,»μοιρολόι» , «τύμπανα πολέμου», ύστερα «μακρινές ιαχές» , «κραυγή». Σε όλες τις εντάσεις της , η φωνή χρησιμοποιείται από την ποιήτρια ως ένα ανιμιστικό εργαλείο , ως ένας τρόπος ανάστασης των νεκρών πραγμάτων. Γιατί όπως γράφει η ίδια «Όλα μπορούν να συμβούν /αν τα πεις δυνατά» ή «σαν να είναι η φωνή απάντηση / σε κάποιον που είναι απών /και πρέπει να γυρίσει» .
Στην ποίηση της Κολοσιάτου λοιπόν οι πιθανότητες είναι με το μέρος των απίθανων πραγμάτων , ο χρόνος άλλοτε παγώνει κι άλλοτε κινείται γοργά , οι εμπειρίες συμφύρονται , ανατρέπουν η μία την άλλη , αλληλοσυμπληρώνονται , συνθέτουν παράξενα ποιητικά ψηφιδωτά ,μέσα στα οποία διαγράφεται πάντα το πρόσωπο της ηλικίας . Κι αν όπως λέει ο Βαλερύ «η ποίηση είναι η γλώσσα όχι της αλήθειας αλλά της δημιουργίας» , η Φροσούλα Κολοσιάτου με τη «Σκοτεινή Συγκατοίκηση» κατορθώνει να μιλήσει αυτή τη γλώσσα με το δικό της ανορθόδοξο αλλά γοητευτικό τρόπο.

 

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ – ΛΑΖΑΡΟΥ

13 Απριλίου 2015

Ο Χρόνος κι η Μνήμη, ο Τόπος κι η Πόλη: Το τοπίο της «Σκοτεινής Συγκατοίκησης» της Φροσούλας Κολοσιάτου

Διαβάζοντας πάλι αυτές τι μέρες, και μετά που πέρασαν κάποιοι μήνες από τις πρώτες αναγνώσεις, το έργο της Φροσούλας Κολοσιάτου «Σκοτεινή Συγκατοίκηση», δοκιμάζω να γευτώ το τοπίο της Συγκατοίκησης ακολουθώντας ως οδηγό και ορίζουσες το Χρόνο και τη Μνήμη τον Τόπο και την Πόλη.
Ο Χρόνος περνάει γρήγορα, ακούμε την κραυγή του για το αμετάκλητο από το πρώτο ποίημα της συλλογής. Ωστόσο αμέσως τίθεται σε λειτουργία η μνήμη. Υπάρχει το σπίτι που αγαπά η ποιήτρια, η λαβή από το μπαστούνι της μητέρας, μια κούκλα , πλεονάσματα αγάπης, που σώθηκαν και μας σώζουν ίσως από το σκοτάδι. Στους τελευταίους στίχους του ποιήματος επιχειρείται ένας κύκλος από όπου θα μπορούσε κανείς να αντλήσει μια αίσθηση αιωνιότητας. «Φέρνει τα μέλλοντα να μοιάζουν με τα παρελθόντα» Μόνο που αυτό υπονομεύεται από μια λέξη. «Μοιάζουν» δεν είναι, ούτε καν υπονοείται πως το μέλλον βρίσκεται ήδη μέσα στο παρελθόν ή και αντίστροφα. Όσο για το παρόν ως να απουσιάζει. Επομένως όλα πάλι γλιστρούν, διαβαίνουν. Χάνονται.
Η ποιήτρια επιχειρεί για δεύτερη φορά με τη λειτουργία της μνήμης να διευρύνει το Χρόνο. «Ανεφοδιάζει λέξεις με μνήμες» και σε αυτή την αγωνία να σώσει από το σκοτάδι ό,τι χάνεται συνεπικουρείται τώρα από βιολιά, χαρά και αρμονία, που είναι τα υπόλοιπα του χρόνου. Μια πρόσκληση στο παρόν, σε αντίθεση προς την κραυγή για το αμετάκλητο που προηγήθηκε.
Ο διπλός αυτός λόγος συμβιβάζεται στο τέλος σε μια «ευρύχωρη ελευθερία» σαν αυτή που σχεδιάζεται με το πέταγμα των πουλιών, τελευταία εικόνα του ποιήματος. Ωστόσο το αίσθημα της ασφυξίας θα επανέλθει αρκετές φορές σε άλλα σημεία του έργου. Ο θάνατος παραμένει «ένα ενδεχόμενο κάθε στιγμής» και τελικά δεν είναι παρά « σα να μεγαλώνει η μέρα και δεν έρχεται φως». Όσο για το μέλλον « προδιαγράφεται με ένα προσχέδιο θανάτου»
Όσο ματαιώνονται η λειτουργία της μνήμης κι η διεύρυνση του χρόνου, η παρουσία του θανάτου πυκνώνει μέσα στο έργο. « Και κάθε μέρα σβήνει κι ένα φως». Νύχτα, σκοτάδι, σιωπή. « Το τέλος απέχει απ’ τη ζωή μια χαραμάδα». Η αντίσταση όμως της ποιήτριας εξακολουθεί, επειδή όπως μας λέει «Όταν αφηγείσαι, αντιστέκεσαι» Και πάλι όμως, κινούμενη προς το σκοτάδι και κάποτε πότε προς το φως, αποφαίνεται πως αυτό που ζούμε δεν είναι παρά «Μικρής υποβαθμισμένης επιβίωσης ριπές. Και ο θάνατος.»
Και ο τόπος ποιος είναι; Ένας τόπος που του αξίζει να αγαπηθεί γιατί « Όταν αγαπάς τον τόπο ο τόπος υπάρχει». Ποια είναι η πόλη που αναφέρεται συχνά; Κάποτε ονομάζονται πόλεις και χώρες: Λευκωσία, Αθήνα , Φουκουσίμα , Γάζα, Γιουγκοσλαβία, Αφχγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία. Γρήγορα όμως αυτά τα σημεία αφήνονται απλώς ως οδοδείχτες, που μας φέρνουν γύρω γύρω σε μια άχρονη πόλη, σε μια κοινότητα. « Σε μια κοινότητα πόνου»
Μέσα της παρακολουθούμε ανθρώπους πάντα να μετακινούνται, παιδιά να πεθαίνουν, παιδιά να κλαίνε, ανθρώπους να φοβούνται, να κινδυνεύουν, αγέλες πεινασμένων, κούκλες και ξυλοπόδαρους να παριστάνουν πλήθος προσώπων, χρηματολάτρες, παραχαράκτες, αργυραμοιβούς… Κάποτε η ποιήτρια από το πλήθος μας μεταφέρει στο πρόσωπο: ένα νηστικό παιδί, μια γυναίκα με μαύρα γυαλιά, έναν ποδηλάτη… κινούνται όλοι ως σε μια «λειτουργία θανάτου», ένας κόσμος με θρυμματισμένο το νόημα.
Έχουμε μπροστά μας ένα τοπίο σκοτεινό, ομιχλώδες, τοπίο θανάτου, «τέφρα και ατμό», «στεγνό τοπίο σαν άκρη από δωμάτιο δίχως φως»
« Όπως παράθυρο από μέσα
Στο δικό της λαβύρινθο
Η πόλη ολόκληρη
Χωρίς αισθήσεις»
Και το φως; Είναι η πατρίδα της ποιήτριας κι ο δικαστής που θα δικάσει το μέσα μας σκοτάδι. Δεν είναι αρκετό το φως. Ο τελευταίος λόγος της ποιήτριας – για αυτό και μόνο το έργο τελευταίος – είναι η απόφανση:
« Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου»

«Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος»
Η διαφορά στον τελευταίο στίχο δεν είναι μια λέξη που έφυγε!!!

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Εφ. ο Φιλελεύθερος 14/9/2015

Στίχοι υψηλής περιεκτικότητας

Ποίηση ιδιωτικού αλλά και κοινωνικού χώρου γράφει η Κύπρια ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου, που ζει στην Αθήνα εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Η ποίησή της είναι χαρακτηριστική για τη νοηματική της συμπύκνωση, που δίνει τα διαπιστευτήριά της από τους πρώτους κιόλας στίχους του νέου της βιβλίου: «Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα/ Η ζωή μας σε στασιμότητα/ Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα/ …». (σελ. 9) Στίχοι υψηλής περιεκτικότητας, που θα μπορούσαν από μόνοι τους ν’ αποτελέσουν τίτλους άλλων ποιημάτων.
Οι στίχοι της Φρ. Κ. αναδίδουν μιαν αίσθηση γαλήνης και νηφαλιότητας. Είναι στίχοι ενός δημιουργού που γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει να πει, που μιλά με την αυτοπεποίθηση εκείνου που ξέρει πως δεν χρειάζεται να φωνάζει για ν’ ακουστεί. Αφού τα μηνύματά του είναι τόσο διάφανα, τόσο βέβαια και αδιαμφισβήτητα που μπορούν να εκπεμφθούν και χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά: «Πετούσαν τα πουλιά χαμηλά/ Έσβηναν την κίνησή τους κυκλικά/ Τακτοποιούσαν τις λεπτομέρειες/ Μιας ευρύχωρης ελευθερίας». (σελ. 10)
Η ποιητική της Φρ. Κ., διαυγής, συμπαγής και πλέρια κατακτημένη, είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο της. Ξεχώρισα όμως και κάποιους στίχους που έχουν να κάμουν αμιγώς, αποκλειστικά και μόνο, με την ποιητική της. Φρονώ πως εδώ η ποίηση σημασιολογείται ως μια σταθερή πορεία πλεύσης στη ζωή και τη δημιουργία: «Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους/ Στην αυτοτέλεια/ Και ισομέρεια της λέξης/ Αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους». (σελ. 40)
Η Φρ. Κ. καταγράφει χαμηλόφωνα, εξίσου χαμηλόφωνες, υπόκωφες συντριβές. Η φωνή της ωστόσο συνιστά μια κραυγή, έστω κι αν αυτή εκβάλλεται… ψιθυριστά. Πρόκειται για μια φωνή που δεν ακούγεται για να εντυπωσιάσει με τα ντεσιμπέλ της, αλλά για να προβληματίσει με το βάθος της: «Μόνο η μοναξιά της οικοδομής/ Και το κακό μέσα μας/ Μαζεύτηκαν πολλά/ Σαν τα πράγματα στην αποθήκη/ Λέμε το φως χαμηλό/ Τα γεγονότα αδύναμα/ Πληγή κρυφή/ Η τελευταία ελάχιστη πτώση/ Δε φαίνεται/ …». (σελ. 18)
Η κριτική θεώρηση των κοινωνικο-πολιτικών πραγμάτων από μέρους της ποιήτριας, έχω την αίσθηση ότι μονίμως συνοδεύεται κι από ένα αχνό πέπλο θλίψης. Ενδεχομένως βέβαια αυτό να συμβαίνει νομοτελειακά και μοιραία διότι, αλίμονο, τα δρώμενα της τρέχουσας επικαιρότητας είναι από μόνα τους, από την τροπή και τη φύση τους, θλιβερά: «Στις ακτές ξεβράζουν/ Τα κύματα πνιγμένους/ Παραπλανητικά/ Από ήχο και φώτα/ Νεογνά οχιάς/ Με άκαμπτα μάτια/ Τα υψωμένα φρύδια/ Της πόλης/ Κάθε μέρα/ Σβήνει και ένα φως». (σελ. 21)
Η επικαιρότητα την κατατρύχει συνεχώς, πρωτίστως με τη βαναυσότητα, την καταστροφική ορμή και τη δραματικότητά της: «Σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις/ Ζωή να ξαναδώσει ποιος μπορεί;/ Ψυχούλες μου/ Τα μωρά της Γάζας/ Μέσα σε γάζες». (Σελ. 32) Αυτός είναι ένας ενδεικτικός στίχος που πιστεύω ότι ηχεί στ’ αυτιά του αναγνώστη σαν ένας λυγμός.
Προσφιλή σύμβολα της ποιήτριας η βροχή, ο άνεμος, το νερό, η καταιγίδα. Κυρίως όταν πρόκειται να μιλήσει για τον σύγχρονο άνθρωπο και τη συναισθηματική τρικυμία που τον ταλανίζει. Δεσπόζον συναίσθημα βέβαια, ο πόνος: «… Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους/ Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί/ Σαν τις καταιγίδες/ … Έχουν την γκριμάτσα του πόνου/ Όπως ελέφαντες/ Κάνουν μερικά βήματα πίσω/ Και βγάζουν κραυγή/ Σαν να κλαίνε/ …». (σελ. 15)
Έστω κι αν ζει σαράντα τώρα χρόνια στην Αθήνα, η ποιήτρια δεν λησμονεί τις νησιώτικες καταβολές της. Έτσι η θάλασσα, είτε ως θεματική είτε ως φιλοσοφική κατηγορία, αλληγορικά, μεταφορικά ή κυριολεκτικά, κατέχει σημαντική θέση στην ποίησή της: «Στο τέλος είναι πάντα η θάλασσα/ Με τη χροιά του ονείρου/ Θα έρθει από τους σκοτεινούς μου χρόνους». (σελ. 26)
Βέβαια το υγρό στοιχείο έρχεται και επανέρχεται στην ποίηση της Φρ. Κ. ως κυρίαρχο σύμβολο στη σημειωτική της, ανεξαρτήτως θεματικής στόχευσης: «Αθροίζω αδιέξοδα/ Σε ώρα ανάπηρη/ Μα έτυχε/ Λέξη από νερό/ Ανυπότακτη/ Ανάσα του λυγμού/ …». (σελ. 38)
Από την ποίηση της Φρ. Κ. δεν ελλείπει και η συμπαντική ματιά, με κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο και κοινωνική ευαισθησία. Παραθέτω ένα παράδειγμα που συνειρμικά, εμένα τουλάχιστον, με οδήγησε στο χιλιοτραγουδημένο «Καληνύχτα Κεμάλ» του Νίκου Γκάτσου: «Τέφρα και ατμός/ Δεν άλλαξε ο κόσμος δυστυχώς/ … Ένα παιδάκι νηστικό/ Στα μικρά του γόνατα/ Γράφει ιστορία/ Στις καταπακτές της φτώχειας». (σελ. 19)
Η ποιήτρια βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση και ως πολίτης και ως χωριστή συναισθηματική υπόσταση: «Ο ύπνος έχει γεύση τρικυμίας» (σελ. 27), εξομολογείται.
Οι ποιητικές κεραίες της Φρ. Κ. δεν ενεργοποιούνται μόνο από την τρέχουσα επικαιρότητα και από τα κατά κόρον δραματικά γεγονότα που μας κατακλύζουν. Η σύγχρονη ιστορία είναι ζώσα μέσα στην ποιητική συνείδησή της. Κι η ενασχόλησή της, κυρίως πικρή, έχει να κάνει παραπάνω με την αμφισβήτηση, τις διαψεύσεις και την απομυθοποίηση αυτής της ιστορίας: «Μια αλήθεια διάτρητη/ Ό,τι δανείστηκες/ Τους νεκρούς μας ξεπέρασαν/ Μικροί επιζήσαντες». (σελ. 30)
Η «Σκοτεινή συγκατοίκηση» είναι η 8η ποιητική συλλογή της Φρ. Κ. και ίσως να μην είναι και τόσο «σκοτεινή» όσο η ίδια η ποιήτρια την εκλαμβάνει. Το «φως» που υπερνικά το όποιο «σκότος» στην ποίησή της, προφανώς έχει ιδιαίτερη δυναμική και λαμπρότητα…

 

 

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ
poeticanet

Σκοτεινή Συγκατοίκηση, Φροσούλα Κολοσιάτου ( Γαβριηλίδης 2015)
Η Φροσούλα Κολοσιάτου είναι μια κοντράλτο λυρική φωνή. «Πετούσαν τα πουλιά χαμηλά (…) ταχτοποιούσαν τις λεπτομέρειες μιας ευρύχωρης ελευθερίας», γράφει. Σε άλλους καιρούς θα ευδοκιμούσε σε ένα ποιητικό εύφορο κήπο με άνθη, καρπούς, κελαηδισμούς, έρωτες και όμορφα λαϊκά μοτίβα. Νιώθει όμως φαρμακωμένη στη ρίζα της και αποθαρρυμένη. «Με εξαντλεί ό, τι αγάπησα», λέει, καθώς, ενώ είχε αρχίσει να τραγουδά την ψυχή και το νησί της: «Απότομα νερό θαλασσινό με θόρυβο απλώθηκε σαν μοιρολόι». Οπότε, η ποιήτρια αναγκάζεται να αναπροσδιοριστεί, να γίνει μάχιμη και να αντισταθεί με τα όπλα της: «Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους / στην αυτοτέλεια/ και στην ισομετρία της λέξης / αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους»
Η Σκοτεινή Συγκατοίκηση είναι αυτό που λέει ο τίτλος – μια ισόβια συμβίωση των απόντων (και των αγνοούμενων), με το σκοτάδι του πυρήνα της φωτεινής ψυχής της. «Κάθε μέρα σβήνει κι ένα φως» παρατηρεί. Και αλλού: «Όταν φεύγουν οι άνθρωποι / αφήνουν πίσω τους παράξενες μικρές αναμνήσεις». Αυτές οι παράξενες μικρές αναμνήσεις είναι το DNA των απόντων που τα στοιχεία του εμποτίζουν τους στίχους. Και, μέσω των στίχων ανασυντίθεται και συνεχίζεται, άυλη, η ζωή τους, παράλληλα με τη ζωή του ποιητή.
Η Φροσούλα Κολοσιάτου «ανεφοδιάζει λέξεις με μνήμες » και εκθέτει το βιβλίο της ως «ένα δημόσιο μονόλογο » Δεν μπορεί πια να είναι ιδιωτικός ο μονόλογος της ποιήτριας – παραχωρεί ίσως σε άλλη τέχνη την μέριμνα των πιο ανάλαφρων και πτητικών συναισθημάτων, καθώς τώρα την καθησυχάζει η ιδέα πως: «Ό, τι έψαχνα να βρω φροντίζουν οι νότες». Είναι επειδή, εκτός από τη ζωή και το νησί της, την αφορούν και πολλά άλλα, την πονάνε τα πάντα: όλες οι «σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις, για τη Γάζα, το Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη, Φουκουσίμα …» Όλα τα σε λίγο ξεχασμένα που διαπράττονται αδιάκοπα, ενώ κάθε τόσο «Στις φλόγες του Δεκέμβρη / καίγεται η γεωγραφία μιας είδησης»
Οι στίχοι της πενθούν, αλλά είναι νηφάλιοι -και σαν να συγχωρούν. Και, σχολιάζουν ανθρώπινα, αναφερόμενοι και στα απάνθρωπα μακροοικονομικά:
«Ό, τι έγινε έγινε / οι νεκροί ξεχάστηκαν στο δεύτερο διάζωμα / μιας συνεχώς μεταβαλλόμενης οικονομίας» Γιατί η ζωή, οι τόποι, οι τρόποι αλλάζουν με αδιανόητους ρυθμούς για τον ενεό παρατηρητή, τον αμέτοχο μέτοχο. «Άλλος τώρα ο προσανατολισμός / ολόκληρη η γεωγραφία η δική μας αλλάζει / Μόνο η σιωπή του ανθρώπου κι ο πόνος» – το μόνο που παραμένει ανάλλαχτο στους αιώνες. Κι όμως, διατηρεί μέσα στις στάχτες του χρόνου τη σπίθα της ελπίδας: «Ωστόσο», λέει, «όλα μπορεί να συμβούν / αν τα πεις δυνατά» Και επιμένει να προχωρά, διερευνώντας το βάθος των φαινομένων. Κάτι πρέπει να διασωθεί. «Να προλάβουμε», μας προτρέπει «πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες».

 

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΙΤΣΕΚΛΗ

Στίγμα Λόγου 3/2/2017

Οι ποιητές μπορούν να δουν σε μια σταγόνα βροχής ένα δάκρυ, ένα διαμάντι, ολόκληρο τον κόσμο. Με ένα τέτοιο διευρυμένο δάκρυ η Φροσούλα Κολοσιάτου προσεγγίζει τον κόσμο, φτιάχνει το υλικό της ποίησης της, ταυτίζει τη μοίρα της με την ανθρώπινη μοίρα.

Πηγή της είναι οι παράξενες μικρές αναμνήσεις που άφησαν πίσω οι αγαπημένοι που έφυγαν… Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες/ ίσκιοι της μεταμόρφωσης/ κρατούν στα χέρια τους/ συμβολικούς θανάτους/ φέρνει τα μέλλοντα/ να μοιάζουν με τα παρελθόντα/ το μετέωρο βλέμμα τους.

Ο καημός της πατρίδας, ο πόλεμος, η προσφυγιά, ένα καράβι που απομακρύνεται στο βάθος και η αγωνία της ερώτησης, πόσο μακρυά μας πάει; Τι περιμένεις να γυρίσεις; Για εμάς που έχουμε φτιάξει τη ζωή μας αλλού, θα πει, την επιστρέφει ο αντίλαλος/ από όλες τις λύπες/ η πιο λυπημένη.

Οι λέξεις της εφοδιάζονται με μνήμες, μιλούν με τις φωνές άλλων ανθρώπων για το παρόν: όπου και να πας/ θα βρεις ανθρώπους/ πάντα να μετακινούνται/ γράφει, τυλιγμένα στον ύπνο/ μυριάδες χέρια/ υπνοβατούν/ με κύκλους του θανάτου. Οι λέξεις της εφοδιασμένες με ένα περίσσεμα αγάπης κυλούν σαν το νερό, ακουμπούν τη θάλασσα, σε λιμάνια, σε ακτές, όπου συνωστίζονται άνθρωποι σε ανάγκη, ντύνονται την ανθρωπιά τους.

…Εκεί περνούν τα τρένα
παιδιά με κλάματα
μην κοιμηθείς…

Ο κόσμος μετατρέπεται σε μια παγκόσμια σκηνή, καθώς στις φλόγες του Δεκέμβρη καίγεται η γεωγραφία μιας είδησης… Εικόνες υπερρεαλιστικές διαδέχονται εικόνες ωμού ρεαλισμού, σαν έκτακτα δελτία ειδήσεων, μας ταξιδεύουν στις ανοιχτές πληγές του πλανήτη, στην καρδιά του πολέμου. Φρεγάδες αναχώρησαν/ φέραν μικρά εμπόδια/ τενεκεδένιες σημαδούρες/ στη Μεσόγειο/ Γιουγκοσλαβία/ Αφγανιστάν/ Ιράκ/ Λιβύη/ Συρία… Ο τόπος διαρκώς αλλάζει. Ξεχείλωσαν οι εικόνες/ μέσα από ματωμένες σελίδες/ σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις/… Ζωή να ξαναδώσει/ ποιος μπορεί;…

Ο ποιητικός της φακός καταγράφει την προέλαση ενός αδυσώπητου κακού σε όλο τον πλανήτη, μια κοινότητα πόνου που διαρκώς αυξάνει.

Ο Μινώταυρος της παγκόσμιας οικονομίας αφήνει πίσω του τόσα ξερά στόματα… Νοικοκυριά εύθραυστα/ σαν πορσελάνη/ καταρρέουν χωρίς όνομα/… Ένα πλήθος αστέγων, προσφύγων και μεταναστών πλημμυρίζει τις πόλεις. Ολόκληρη η γεωγραφία αλλάζει…

Μια αγέλη πεινασμένων ανθρώπων
μεταμορφώθηκε
και εγκαταστάθηκε στην πόλη…
Έκαψα στα γρήγορα
όλες τις μέρες μου
τις χάρισα
σε ένα θίασο περιπλανώμενο
Μέσα ο Μινώταυρος
με πολλά ξερά στόματα
και μια θλίψη άηχη
Έπλυνα τα λόγια του
Στο ψέμα….

Στις φτωχογειτονιές του κόσμου, ένα παιδάκι νηστικό/ στα μικρά του γόνατα/ γράφει ιστορία/ στις καταπακτές της φτώχειας.

Σε φονικό ρεαλισμό
η Φουκουσίμα
ανελέητα φιλοτεχνεί
τη μεγάλη πληγή του πλανήτη…
Μέχρι τις θυρίδες της ασφυξίας
εξαντλεί τον ίλιγγο της ζωής…

Χρηματολάτρες και αργυραμοιβοί με ρούχα ραδιενεργά δημοπρατούν την αγωνία και το φόβο, εξαντλούν ακόμα και το θάνατο…

…Αν δεν αλλάξει ο κόσμος, οι πιθανότητες είναι με το μέρος τους…

Η Σκοτεινή συγκατοίκηση είναι η συνύπαρξη του ανθρώπου με τη διττή φύση του, τον εγωιστικό εαυτό του, εκείνον που προκαλεί τόσα δεινά. Όταν ο άνθρωπος ξεχνάει τη θνητότητά του, και γίνεται αλαζονικός απέναντι στη φύση και στον συνάνθρωπο.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου νιώθει την κάθε γωνιά του πλανήτη γειτονιά της, ό,τι συμβαίνει εκεί την αφορά. Μαζεύτηκαν πολλά, θα πει, τα καταθέτει στα πρόσωπα του πλήθους, σε ένα δημόσιο μονόλογο… Στις σελίδες της δίνει φωνή στη σιωπή του ανθρώπου σε μια κοινότητα πόνου, όπου ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται…, εκφράζει την αγωνία της για το μέλλον, όταν τα παιδιά μας θα ζήσουν ερήμην μας…

Η ποιήτρια αφηγείται, γιατί όπως μας λέει, όταν αφηγείσαι αντιστέκεσαι, μια διαρκής αντίσταση είναι η αφήγηση…

Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

Δε χάνονται οι χορευτές
Σε ανοιχτές πλατείες
Προσεγγίζουν το φως
Και ό,τι κρύβεται πίσω του
Συνδέονται με τη γιορτή
Μέχρι το άπειρο
Μα όσα συνοψίζονται μέσα στο χορό
Μένουν αθέατα
Στη χαραμάδα
Της τελευταίας εξάντλησης
Γέμισε η πόλη ευαισθησία
Ας γίνει ο χορός
Ανυπακοής γιορτή

../..

Όταν οι ουρανοί της πόλης
Χειροκροτούν σε πάμφωτο ελεγκτήριο
Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους
Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί
Σαν τις καταιγίδες
Παγωμένοι από αρχαία λάβα
Και σιωπές
Έχουν την γκριμάτσα του πόνου
Όπως ελέφαντες
Κάνουν μερικά βήματα πίσω
Και βγάζουν κραυγή
Σαν να κλαίνε

Όσοι ξέμειναν από κόσμο

Κινδυνεύουν

 

 

Φοράει τα μάτια του ουρανού (2017)

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Για τον σύγχρονο ξεριζωμό και το καινούριο προσωπείο της προσφυγιάς

Μέσα στη θάλασσα συναντιούνται οι ψυχές και ανεμοδέρνονται. Μέσα στο νερό της απώλειας κολυμπάνε γεμάτοι μοναξιά και απόγνωση. Με όνειρα χρόνων να έχουν πνιγεί σε δευτερόλεπτα και τη ζωή να φθίνει και να χάνει το νόημά της. Τί κι αν κάποτε υπήρξαν; Tί κι αν έζησαν σε κάποια γη, το τέλος τους βασανιστικό μέσα σε πεινασμένα πέλαγα και στεριές αφιλόξενες. Από τον ένα θάνατο στον άλλο, ο φόβος παντού. Με παιδιά που ικετεύουν τα κύματα και αντί για γάλα γεύονται το αρμυρό νερό. Η νέα ποιητική συλλογή της Φροσούλας Κολοσιάτου έχει για θέμα της τους πρόσφυγες και τη μαύρη ζωή τους, τον σύγχρονο ξεριζωμό που όμως ανιχνεύεται από τα βάθη της ιστορίας. Με γλαφυρές εικόνες και στίχους δυνατούς και εκφραστικούς αναφέρεται στο βίο αυτών των ανθρώπων που προσπαθούν μέσα από χίλιες περιπέτειες να σταθούν στα πόδια τους σε ξένο τόπο. «Πώς θα μπορέσουν /τα όνειρά τους να χωρέσουν /στη φυγή τους;» αναρωτιέται στο ποίημα με τον τίτλο «Αιρετικό». Ίσως απαντήσεις δεν υπάρχουν, ίσως μεταμφιέζονται αυτές ή χάνονται μέσα στα θολά και ανταριασμένα νερά του «πολυκατοικημένου» Αιγαίου. Άχαρη η αυγή, οι γλάροι ουρλιάζουν, το σκοτάδι είναι άγριο, η παραφροσύνη παραμονεύει, η ήττα είναι παρούσα, οι λέξεις τους πατάνε πάνω στα κύματα ή βουλιάζουν στο βυθό, κουβαλούν στους ώμους τους στοιχειωμένους τόπους αντί για μπαγκάζια! Ποιος θα νοιαστεί για αυτούς τους ανθρώπους ποιος θα προσευχηθεί για την τύχη τους και σε ποιον θεό! Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου; Λαοί που έχασαν ευκαιρίες, άνθρωποι που χρειάζονται προστασία!«Βοηθήστε μας/Να ξαναγίνουμε πρόσωπα», ακούγεται η απελπισμένοι φωνή τους στο ποίημα «Η γάτα των προσφύγων». Μετέωρη θλίψη ανθρώπων που τρέχουν κατά τις γραμμές του ορίζοντα και έχουν για τραγούδι τους το θρήνο της βροχής για αγκαλιά τους την αγκαλιά της αρμύρας και φοράνε τα μάτια του νερού. Η ποιήτρια είναι με το μέρους, τους συμπονά, τους κατανοεί, τους αφιερώνεται. Τι να μιλάμε τώρα για διπλωματίες, πολιτικές και οικονομικά συμφέροντα, εδώ υπάρχουν οι ανθρώπινες ψυχές που έχουν το προβάδισμα. Είναι η ζωή που πρέπει να διασωθεί. Είναι ο άνθρωπος και ο πόνος του ο πυρήνας του ποιήματος, πηγή της έμπνευσης, ερέθισμα της γραφής. Η ποίηση που διαβάζουμε έχει ουμανιστικό πρόσωπο και αποπνέει ένα ενδιαφέρον για κάθε τι ανθρώπινο, αγγίζει σημαντικές χορδές της ύπαρξής μας. Τα τελευταία χρόνια γράφονται ποιήματα, διηγήματα, κείμενα γενικότερα που αφορούν στα θέματα των μεταναστών και των προσφύγων. Και είναι φυσικό, αφού ο συγγραφέας ζει μέσα στον κόσμο και αφορμάται από αυτόν. Δεν είναι αποκομμένος απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Η Κολοσιάτου φιλτράρει με τον δικό της προσωπικό τρόπο το δράμα τούτο, και γράφει με περίσκεψη και ευαισθησία, θίγοντας ποιητικώ το τρόπω ένα φλέγον ζήτημα, που απασχολεί όλους τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα. Όχι ότι δεν υπήρχαν πρόσφυγες…. Και πρώτα απ’ όλα, ας σκεφτούμε τους πολέμους από την αρχαιότητα ως σήμερα, τη Μικρασιατική Καταστροφή επίσης. Απλά στις μέρες που διανύουμε η προσφυγιά φοράει άλλο προσωπείο, καθορίζεται από άλλους παράγοντες, έχει άλλη υφή. Η ουσία του προβλήματος παραμένει αναλλοίωτη όσα χρόνια κι αν περάσουν, βέβαια… κι αυτό το καθολικό στοιχείο είναι που προκύπτει από αυτήν την συλλογή.

Είχα ασχοληθεί παλαιότερα και με το βιβλίο του Ζαφείρη Νικήτα με τίτλο «Τα Νερά του Μετανάστη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι. Και εκεί υπήρχε το τρυφερό βλέμμα και αγωνία απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους όπως και εδώ. Και κει υπήρχε η αμεσότητα, η λιτότητα, η καθημερινή αλήθεια των πραγμάτων, όπως και δω! Ο Ζαφείρης Νικήτας σε ρόλο-παρατηρητή- αφηγητή μας λέει πιο συγκεκριμένες ιστορίες από τον κόσμο των μεταναστών. Όμως, είναι πιο αισιόδοξος από την Κολοσιάτου. Είχα σημειώσει σε σχετικό κείμενό μου: «Ο Νικήτας βροντοφωνάζει πως, παρά τις αντιξοότητες, τίποτα δεν χάθηκε και κυρίως η ελπίδα. Ο άνθρωπος επιβιώνει όσο μπορεί να ακούει ακόμα τον ήχο των λέξεων, όσο μπορεί να ερωτεύεται σε καιρό πολέμου, όσο μπορεί ακόμα να επιθυμεί.».

Στην περίπτωση της Κολοσιάτου αντίθετα αισθάνομαι πως η ποιήτρια θεωρεί πως ελπίδα δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον πως είναι αμυδρή. Όλη αυτή η νοσηρή κατάσταση, η απίστευτη ταλαιπωρία που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι δεν έχει τελειωμό και φως δεν διαφαίνεται πουθενά. Τα ποιήματα διαδηλώνουν θάνατο. Και τριγυρνά συνεχώς στο μυαλό μου η λέξη Κρίμα με κεφαλαίο κάπα. Κρίμα για την φθορά, την κατάντια, τον μαρασμό. Συνεχής εγκλωβισμός, ματαίωση. Κοινωνικός αποκλεισμός. Διάλογος με τα ερείπια. Από τα ερείπια γεννιέται συχνά η Ποίηση!

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs/Βιβλίο/30/8/2017

Η Φροσούλα Κολοσιάτου φοράει τα μάτια των προσφύγων

Τα προσφυγικά κύματα που ανασήκωσε ως τσουνάμι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, μολονότι καθυστέρησαν να περάσουν στην ποίηση – αναλογικά με τον αριθμό των έργων που εκδόθηκαν -, σήμερα πια φαίνεται να αποκτούν τη θέση που τους πρέπει πλάι σε άλλες – υπαρξιακές ή κοινωνικές – θεματικές. Και δεν θα ήταν δυνατόν η ποιητική ευαισθησία να μην υποκλιθεί μπροστά στο ανθρώπινο μαρτύριο των ετών ετούτων.
Από το πλήθος όμως των ποιημάτων για το προσφυγικό, θα θέσουμε σε περίοπτη θέση τη νέα ποιητική συλλογή της Φροσούλας Κολοσιάτου «φοράει τα μάτια του νερού» (Γαβριηλίδης, 2017). Και αυτό διότι η ποιήτρια δεν καταθέτει απλά κάποιες συνθέσεις, αλλά ολόκληρη συλλογή αποτυπώνοντας με ωριμότητα και λυρισμό τις μελανές πτυχές του ναυτικού – και όχι μόνο – δράματος της προσφυγιάς και του πολέμου.
Οφείλουμε, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε πως η δημιουργός δεν στέκεται απλά στην επικαιρότητα. Μεταπλάθει το επίκαιρο και το αναστυλώνει στο χρόνο ως ένα επιτύμβιο μνημείο σε κάθε προσφυγικό πέρασμα που γέμισε με άταφα πτώματα, γεμάτα όνειρα και ελπίδες, το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Και σε τούτη την αναγωγή στο χρόνο την υποστηρίζει η αφαιρετική της έκφραση με τον θρυμματισμένο στίχο και τα μυθολογικά ή θρησκευτικά στοιχεία που παρεισφρέουν στη στιχουργική της με φυσικότητα (η Μέδουσα, αυτοί πουθενά δεν είναι ευπρόσδεκτοι, δρεπανηφόρο άρμα, μέχρι το βυθό).
Η στιχουργική της, εξάλλου, διακρίνεται από τη λιτότητα που ορίζει ο καθημερινός λόγος, τον οποίο μεταχειρίζεται· μία γλώσσα απαλλαγμένη από επίθετα -πλην ελαχίστων- που κινείται στη δομή της προφορικότητας και μιλά με αμεσότητα στον ακροατή/αναγνώστη. Ο θρυμματισμός δε του στίχου επιβάλλει τον δικό του ρυθμό, ο οποίος εντείνει ένα συναίσθημα οδυρμού όπως αναδύεται από συνθέσεις.
Και η λιτή και χαμηλόφωνη έκφραση οδηγεί σε έναν λυρισμό που καθίσταται κυρίαρχος (το ελάχιστο, αναζητώντας καταφύγιο). Ενισχύουν τόσο από τις εσωτερικές αντιθέσεις στα ποιητικά στιγμιότυπα που ιχνογραφεί όσο και από τον δυναμισμό του στίχου της. Εικόνες γεμάτες θάλασσα και τρικυμιώδη κίνηση διανθίζουν το καναβάτσο της (απομεινάρια, απελπισμένοι, υπόλοιπο ζωής, βρέχει ασταμάτητα, η γάτα των προσφύγων, σκοτεινό λιθάρι). Ήχοι κυμάτων και την πάλης των ανθρώπων για μια νέα ζωή χωρίς πόλεμο ξεπηδούν από τις βουβές λέξεις και γίνονται φθόγγοι και κραυγές (αναζητώντας καταφύγιο, συμφορά, μουτζούρα του λόγου).
Υπέροχες μεταφορές (σκοτεινό λιθάρι, απελπισμένοι, βρέχει ασταμάτητα, δρεπανηφόρο άρμα, ταξίδι στα τυφλά, χαρακιά, με απλωμένα τα χέρια, όσοι αγρυπνούν, φωνές, αληθινές ιστορίες φθοράς) και παρομοιώσεις (χαρακιά, δρεπανηφόρο άρμα, σημεία των καιρών) ή αντιθέσεις διανθίζουν λυρικά την ποιητική έκφραση και διαστέλλουν το συναίσθημα. Επιμύθια που συγκλονίζουν, κλιμακώνουν τον ποιητικό θρήνο (στη δίνη του ανέμου, το ελάχιστο, όσο πιο μακριά τόσο πιο επικίνδυνα) και εκθέτουν με ζηλευτή ποιητική αποφθεγματικότητα τον μάταιο αγώνα των προσφύγων (χαρακιά, συμφορά, κάποιοι που σου μοιάζουν, φωνές, απομεινάρια, σημεία των καιρών, η τρικυμία της απόδρασης). Την ίδια όμως στιγμή αποκαλύπτουν πόσο ικανά ελέγχει η ποιήτρια τη συναισθηματική ένταση.
Άλλοτε, επιμυθικές ρητορικές ερωτήσεις ολοκληρώνουν το θρήνο με μία βουβή απορία της σύνθεσης (αναζητώντας καταφύγιο, όσοι αγρυπνούν, μουτζούρα του λόγου, φωνές). Και στον θρήνο αυτό της δημιουργού φαίνεται συμμετέχουν και οι ίδιοι οι πρόσφυγες δίνοντας έναν σκηνικό χαρακτήρα σε συνθέσεις (στο λιμάνι, η γάτα των προσφύγων, βρέχει ασταμάτητα), στις οποίες διάλογοι ή υποκείμενα σε β’ γραμματικό πρόσωπο έρχονται στο ποιητικό προσκήνιο.
Ως πολίτης ενός κόσμου που ταλανίζεται από πολέμους και ξεριζωμούς η Φροσούλα Κολοσιάτου δεν μπορεί να πάρει τα μάτια από όσα συμβαίνουν γύρω της. Και έτσι μετά το «μισό σκοτάδι» και τη «σκοτεινή συγκατοίκηση» αφήνει πίσω της μία μελαγχολία νοτισμένη στα δάκρυα που χύθηκαν στο Αιγαίο από ανθρώπους που ήθελαν να γλιτώσουν από τα θραύσματα του πολέμου. Μία μελαγχολία που γίνεται λυρισμός εμπλουτισμένος με στοχαστική διάθεση, όπως άλλωστε ολόκληρο σχεδόν το έργο της ποιήτριας.

http://tvxs.gr/news/biblio/30/8/2017

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s