ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

 

Ο Επιτάφιος Θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής σμίγει με τους στίχους των ποιητών της Κύπρου που σαράντα τρία χρόνια αρμενίζει στη προσδοκία της δικιάς της Ανάστασης.

 

 

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.
Κώστας Μόντης

 

 

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το νησί
που ήταν όνειρο χτες και θυμάρι κι αμίαντο
και σήμερα ποτάμι οδύνης
Μιχάλης Πασιαρδής

 

 

Μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.
Νίκη Μαραγκού

 

 

Δεν έγραψα πολλά γι’ αυτά που μας χωρίζουν
μα ούτε και γι’ αυτά που μας ενώνουν.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
φουσκώνει χρόνο με το χρόνο
Λίλη Μιχαηλίδου

 

 

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
τριάντα τρία τώρα χρόνια,
η πόλη μου.
Πώς ν’ ανασαίνει μέσ’ στον πνιγερό αγέρα;
Ντίνα Παγιάση-Κατσούρη

 

 

Να ‘βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα
ν’ άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων
να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου
να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!
Λεωνίδας Γαλάζης

 

 

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου και της προδοσίας.
Βασίλκα Χατζήπαπα

 

 

Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου

 

 

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι
Νένα Φιλούση

 

 

Βραδιά ποιητική
στο σπίτι με τα συνθήματα
«Δεν ξεχνώ»…
«Δεν είναι εδώ τα σύνορά μας»…
Αλεξάνδρα Γαλανού

 

 

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 

 

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
Αγγέλα Καϊμακλιώτη

 

 

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
Γιώργος Χριστοδουλίδης

 

 

Λικνιζόμασταν ατάραχα στη θάλασσα
Της Κερύνειας
Ζώντας έκθαμβα σε φόντο
Παρωχημένων τραγουδιών.
Ανδρέας Μαλόρης

 

 

Κερύνεια
στ’ άπιαστα κι απροφήτευτα
αγκίστρωσες τη ζωή μας
Κερύνεια η μοίρα σου μοίρα δική μας
Βέρα Κορφιώτη

 

 

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Παντελής Μηχανικός

 

 

Ανοίγει τα παράθυρα και μπαίνει
νάμα σα’ νόημα που κάπου με καλεί
άκουσμα γνώριμο από την Αγία Ζώνη
γιούλι μυρίζει και γιασεμί.
Νίκη Κατσαούνη

 

 

Τριάντα τρία χρόνια μέσ’ στο συρματόπλεγμα
η Αμμόχωστος
ονειρεύεται ριπές ανέμων.
Όλο γυρεύει λυτρωμό.
Κλαίρη Αγγελίδου

 

 

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
Ανδρέας Χατζηχαμπής

 

 

Αμμόχωστος.
Γη που έδινες ζωή.
Γη που χάριζες χαρά.
Γη του έρωτα και γη της ομορφιάς.
Ανδρέας Τιμοθέου

 

 

Ήταν καιρός…
η πανσέληνος του Ιούλη
παίρνει εκδίκηση.
Κάπου εδώ ο χρόνος σταματά.
Εύα Νεοκλέους

 

 

Φίλησα δάκρυ μάγουλο
δάκρυσες λόγια χώρια
Κάθε που θ’ αλλάζει ο χρόνος
με τον Ιούλιο ποτήρια θα τσουγκρίζεις
Πάμπος Κουζάλης

 

 

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο, κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.
Νίκος Κρανιδιώτης

 

 

Μα πώς ξηγείς του Πενταδάχτυλου
πώς όλα τούτα εσκεμμένα έγιναν,
πώς ξηγείς πώς ήταν εκ προμελέτης
πώς τούτος ο Ιούλης ήρθε με ψευδώνυμο
Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου

 

 

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε
για τον Πενταδάκτυλο
είναι γιατί
μοιάζει χτυπημένο πουλί
Ανδρέας Πετρίδης

 

 

Της Μεσαριάς ο κάμπος ο ξανθόσπαρτος
Του Πενταδάκτυλου το στέμμα το πεντάκορφο
Τόσο κοντά
Τόσο μακριά
Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου

 

 

Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.
Γιάννης Ποδηναράς

 

 

Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.
Κατίνα Γιαννάκη- Παπαστυλιανού

 

 

0 λιόντας που καβαλλικάς ελούθηκεν το κλάμαν
’εν τζ’ έν’ αγκάθιν με γιαράς
μα ‘ν’ ο καμός της προσφυγιάς
βοσσέ μου Αη Μάμα.
Χρήστος Αργυρού

 

 

Χειρουργούν τη Γη των Κυπρίων
Την κόβουν οικόπεδα.
Περνούν οδοστρωτήρες
ν’ ασφαλτώσουν τη ράχη μας
Χρίστος Χατζήπαπας

 

 

καθρέφτης ζωής ξελογιασμένης
σε στιλπνό βράχο σπαράζει-πεταγμένο
περιορισμένη γραμμή παλλόμενη
σ’ ένα κλειστό άπειρο εγκαταλελειμμένο νησί
Αλεξάνδρα Ζαμπά

 

 

Μοίρα και πρόκληση
Με χωρίζει από τους άλλους
Ό,τι δεν χάθηκε
Είναι μέσα μου
Φροσούλα Κολοσιάτου

 

 

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
Γιώργος Μολέσκης

 

 

Για τη διαίρεση
από μικρός κουβαλώ το φόβο
Όταν την έμαθα στη δευτέρα
τον τόπο μου διαίρεσαν σε δύο πράξεις
Βάκης Λοϊζίδης

 

 

ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Λεύκιος Ζαφειρίου

 

 

Η Λευκωσία μας αποδημεί στους χάρτες
σε αταχυδρόμητες φωτογραφίες
απ’ τις ψηλές ταράτσες την κοιτάμε
να ταξιδεύει στην ποδιά του Πενταδάκτυλου.
Κύπρος Χρυσάνθης

 

 

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
Νίκος Πενταράς

 

 

η πόλη καιγόταν
άδειασαν τα ξενοδοχεία οι πολυκατοικίας τίποτα
άγρια αγκάθια και τσουκνίδας φυτρώνουν από τις ρωγμές τ’ αυλάκια
φτάνουν κάποτε ίσαμε το δεύτερο πάτωμα τα φίδια
Έλενα Τουμαζή

 

 

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Αθηνά Τεμβρίου

 

 

Στη σκιά του δρεπανιού
τεντωμένο τόξο
δίκοπο μαχαίρι
η ελευθερία.
Ανδρέας Χατζηθωμάς

 

 

Βαδίζει, περνώντας απ’ την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να ‘ναι ακέραιο
Ιωσήφ Ιωσηφίδης

 

 

Η πατρίδα μου
έχει τα μάτια της υγρά, τα χείλη της κατάξερα,
απ’ την υπομονή και τα λυπημένα ακρογιάλια
λίγο πιο λίγα, λίγο πιο σκλαβωμένα.
Κλεοπάτρα Μακρίδου

 

 

φαντάσματα, φαντάσματα τού χθεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι’ εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι’ αβάσταχτη μάς φέρνετε ευωδιά χαμένου δυόσμου;
Έλλη Παιονίδου

 

 

Δίποδα όντα να κουρσεύουν κάθε χαρά
και μια μνήμη μακρινή οδοιπορώντας
να σκοντάφτει συνέχεια στο απέναντι ύψωμα
Άνθρωποι! Άνθρωποι με προσωπεία ξένα και κραυγές
Μιχάλης Ζαφείρης

 

 

Κράτα γερά στο πόστο, παλικάρι
Η εδώ μεριά αφουγκράζεται τους στίχους σου
Ουράνιο τόξο πάνω από τους λύκους.
Κράτα γερά για να κρατήσουμε.
Έλλη Παιονίδου

 

 

Σιωπώ
Τα χορικά του δράματός μας
Είναι ανόσιες παρεμβάσεις
Ενός ανύπαρκτου ποιητή
Μάριος Μιχαηλίδης

 

 

ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος.
Ανδρέας Καρακόκκινος

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s