ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Η Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος –ψυχοθεραπεύτρια, (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας και εργάσθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως ψυχολόγος στην Ειδική αγωγή και Εκπαίδευση του ΥΠΕΠΘ, όπου διετέλεσε Προϊστάμενη ΚΕΔΔΥ Σερρών. Δίδαξε ψυχολογία και Ειδική αγωγή και είναι πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Εκπαιδευτών Ενηλίκων.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές

Ο δρόμος (2006)
Συναισθηματικό αλφαβητάρι (2009)
Διαδρομές, (2015)
Λιγοστεύουν οι λέξεις (υπό έκδοση) (2017)

Μεταφράσεις

Δημοσίευσε ποιήματα μεταφρασμένα από τη σουηδική γλώσσα «Μανδραγόρας» & «Θευθ».

Μετάφραση ποιημάτων της

(2008) ДНИТЕ НИСАКЛАДА, Εκδόσεις «ЬЕЛЛОПРЦНМ»,
βουλγαρική γλώσσα, συμμετοχή
Μετάφραση ποιημάτων της στα ιταλικά από την ποιήτρια Αλεξάνδρα
Ζαμπά.

 

 

 

 

 

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ 2017

(υπό έκδοση ποιητική συλλογή εντός του 2017 )

 

ΘΡΥΜΑΤΑ

θρύμματα
διάσπαρτα
διάτρητου δοχείου
περιεχόμενο
διάχυτο παντού
περιρρέουν
άμορφη μάζα
οι ρίζες τους
ρινίσματα
συμπαντικής σκόνης
στης νύχτας το βλέφαρο

 

 

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ – ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ

Κοιτώ το ρυάκι να ρέει αμέριμνο
το νερό να κυλά λαμπυρίζοντας
Αντανακλάσεις φωτός διαγράφουν
γιρλάντες στη ράχη του
Τα βότσαλα λάμπουν ατάραχα στο βυθό
Χρυσοκίτρινα φύλλα πέφτουν

και χάνονται βιαστικά
Η σκιά τους διαγράφεται σκοτεινή
περνούν γρήγορα και χάνονται
Βαθιά πηγή αναβλύζει μέσα μου
λόγια ακατάληπτα
Ψιθυριστά νανουρίσματα
συγχωνεύονται με του νερού το κελάρυσμα
για παιδιά που ‘χάσαν τον ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται
στου βυθού την αταραξία
Μέσα σε τόση ομορφιά
κάτι με πνίγει κι εγείρεται μέσα μου
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου

και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
«Κι αυτό το αγοράκι
δεν έχει κρεβατάκι»*
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
14-12-2015

*Σεβιλλιάνικο νανούρισμα
[Στίχοι: F.G.Lorca. Απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Γιάννης Γλέζος]

ΑΝΕΣΤΙΟΣ

Πρό-χωμα
απροχώρητο
κι ανα-χωρείς
και προ-χωράς
Ανέστιος
Όσο μπορείς είπε
κοίταζε πίσω αν θες να πας μπροστά
Επιστροφή ο δρόμος
ποτέ δε φύγαμε
Επι-στροφή
πέτρα στον ώμο
στη χούφτα βότσαλο
Γυρίνοι γυροφέρνουν γκιόλα πράσινη
η γλίτσα γλύφει κολλώδης
Πάλλονται οι ουρές
τριχιές δονούν τα σύμπαντα
χίλιες καμπάνες
Κοίτα πως έμεινα στην όχθη
Απολίθωμα
ηχώ αρχαίου όστρακου
Δεσμώτης της Ιθάκης
να ονειρεύομαι

ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ

Αθώο αίμα παφλάζει
σε μετρό και σε πλατείες
Τυφλός ο μακελάρης
φούλι δε φίλησε
Αυγή δεν άνθισε ποτέ
κελάρι θεοσκότεινο

Φως λίγο φως να ψάξουμε τα έρημα κορμιά
Λίγο νερό να πλένουμε διαμελισμένα σώματα
Χώμα στεγνό να βρέξουμε στο δάκρυ μας

ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Κατά το σούρουπο απ’ το βορρά
έρχονται ψίθυροι απαλοί
και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία
Τότε στα μάτια μεταξωτές κλωστές
λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες
Λουσμένες στο βόρειο σέλας
λαμπυρίζουν και με ζεστά αγγίγματα
σε δάση δύσβατα με παρασέρνουν

Βραδιάζει πάλι μέσα μου
σκοτάδι η απουσία με τυλίγει
Θέλω να κλάψω να βυθιστώ
σε κολυμβήθρας δάκρυα
Βρέφος που του προσδίδουν όνομα
πρόσωπο ν’ αντικρύσει τη μέρα
Βραδιάζει πάλι μέσα μου
απόψε δε θα κοιμηθώ

ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΠΛΗΓΩΜΕΝΕΣ

Μέρες πολλές φάλαινες πληγωμένες
κολύμπαγαν στο πέλαγος
Κάποτε κύματα βίαια τις ξέβρασαν
σ’ ακτή βραχώδη κι έρημη
Άρχισαν να θρηνούν τον πόνο των βρεφών
και ν’ αποθέτουν τάματα σ’ αόρατο βωμό
Αρχαίος πόνος βρέφους άνθισε
σ’ όστρακο θεϊκό
κι η θάλασσα γαλήνη απύθμενη

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Λιγοστεύουν οι λέξεις
Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα
χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό
με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα
μουρμουρητά και κραυγές
ανακούρκουδα καθισμένα
κουνιούνται πέρα δώθε
Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δε γίνεται
Φρίκη που δε τη φτάνουν λέξεις

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (2015)

Διαδρομές

Ι

Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες
άγουρα χρόνια
χνούδια απαλά
ανήσυχα
φλόγα γιομάτα
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών
τ’ αλάτι γεύονταν
στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο
τόσο σύντομα
αύριο κιόλας
καράβια ξέμπαρκα
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν
γέρνοντας προς την άλλη χώρα

ΙΙΙ

Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει
όνειρα στέρνες δίχως νερό
Αφού οι πηγές στέρεψαν
και τα χείλη στεγνά
πεφταστέρια οράματα
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας
μια γαλήνη πετρωμένη
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό
προσπαθεί κρυφά
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού
Ψαχουλεύουμε
το φως λιγόστεψε τώρα πια
και οι ρίζες κομμένες
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
άδειους περιστερώνες
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
μείναν ερημωμένοι περιστερώνες
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω
Τώρα τα πέτρινα χρόνια
προδοσίες φυτρώσαν
ανθίσαν απώλειες
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν
θα ’ν’ αρκετό
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί

V

Ήταν ωραία τα παιχνίδια
που υποψιαστήκαμε στην παραλία
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει
στα υπόγεια στρώματα
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
Ύστερα ουράνιο τόξο
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης
και των ονείρων μας την αύρα
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων
και μεις χαμογελάμε
μες στων παιδιών τα βλέμματα

Μέχρι τις εκβολές του ποταμού

ΜΗ ΡΩΤΑΣ

Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Προσπάθησε να δεις, ν’ αφουγκραστείς
Αφουγκράσου τη φύση
μήτρα σπαρακτική που εγείρεται
Αφουγκράσου το ποτάμι
το νερό κυλά και χάνεται
Βούτα, βούτα βαθιά να δροσιστείς
νιώσε την κάθε σταγόνα στο κορμί
Κοίτα με βαθιά μέσα στα μάτια
άσε με να χαθώ στο βλέμμα σου
Νιώσε τη μοναξιά της ανεμώνης
τη θλίψη νιώσε του σκύλου αυτού του άστεγου
Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση
Μη ρωτάς

ΠΗΓΑ ΠΑΛΙ ΑΠ’ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Πήγα πάλι απ’ το ποτάμι
ανταριασμένο κι αυτό
κυλά σκοτεινό μ’ έναν υπόκωφο ρόγχο
Ο ουρανός συννεφιασμένος
Κάποια γεράκια εδώ κι εκεί
κατά μόνας το καθένα στο δέντρο του
Παρατηρώ τους σπουργίτες
πετούν αδιάλειπτα σε σμήνη
σχηματίζουν σημαίες να κυματίζουν ελπιδοφόρες
Στη συννεφιά το πέταγμα ακόμη πιο αναγκαίο
πιο συναρπαστικό
Πού θα πάει
θα βγει κι ο ήλιος κάποια στιγμή

ΣΠΙΤΙΑ

Σπίτια μεγάλα και μικρά
ανήλιαγα και φωτεινά
σπίτια λιμάνια κι αγκαλιές
κιβώτια κλειστά και φυλακές
φυτώρια χαρούμενων παλμών
τράπεζες θλίψης, στεναγμών
στέρνες γεμάτες και στεγνές
εστίες πυρωμένες και σβηστές

Σπίτια που τις καρδιές μας δέσατε στις κόγχες σας
τις ενοχές και τις ντροπές μας φυλάτε μυστικά
τις λύπες μας κεντάτε ψιλοβελονιά
και τις χαρές μας γιορτινά φοράτε

Σπίτια αραδιασμένα στου χρόνου τη σκιά
μορφές καρτερικές δίχως ν’ αγκομαχάτε
τις ώρες μας μετράτε στωικά
και τις ζωές μας καταγράφετε και μελετάτε

Σπίτια περιστερώνες αδειανοί
σε κάθε κόγχη ψίθυροι, γέλια, λυγμοί
μες στα χαλάσματα, μες στις ρωγμές
πλανώνται ανήσυχες, χωρίς ανάπαυση ψυχές
ν’ αφουγκραστούν αγγίγματα, φωνές

ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΗ

Ακρωτηριασμένη τώρα πορεύομαι
ανάμεσα στους θάμνους και τα βρύα
ανάμεσα στις πέτρες που κείτονται αμίλητες
κρατώντας μυστικά βαθιά κρυμμένα
Αφουγκράζομαι τον ποταμό που αμέριμνος κυλά
πατώ πεσμένα φύλλα που αθόρυβα σήπονται σιγά σιγά

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ
ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΑΜΕ

Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη

ΗΡΘΕ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ

Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
«Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι»

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ
ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Το ποτάμι άλλοτε ήρεμο κι άλλοτε μ’ ορμή
μας προσκαλεί να το διαβούμε
να ξεδιψάσουμε, να δροσιστούμε
Κάποιες φορές θολό κι ανταριασμένο
μας παρασέρνει στα βαθιά
Τη φλόγα που μας πυρπολεί να σβήσουμε
με μανιασμένα ρεύματα να μετρηθούμε
Κι αν αγριεμένο βρυχηθεί και ξεχειλίσει
και μας ξεβράσει σε λασπόνερα λερά
Πικροχαμογελώντας με λαχτάρα θα προσμένουμε
για να μας πάρει πάλι σε γάργαρα νερά

Κι αν οργισμένο στην κοίτη του μας παρασύρει ανελέητα
Ίσως εκεί παλεύοντας απεγνωσμένα στα θολόνερα
λιθάρια ξεχασμένα θά ’βρούμε
που τα πετούσαμε παιδιά
το βάθος του ν’ αφουγκραστούμε
και θα πατήσουμε σ’ αυτά να λυτρωθούμε
Ίσως ακόμη εκεί στης κοίτης τις καταχθόνιες πτυχές
κάποια φλέβα χρυσού ανακαλύψουμε
και στις χρυσίζουσες ανταύγειες της σκαλώσουμε
στην επιφάνεια να βγούμε

Αν όμως τέτοια τύχη δεν την έχουμε
ίσως η καλοσύνη του βυθού να μας ωθήσει γενναιόδωρα
και όχθη να πατήσουμε ξανά εξαντλημένοι ναυαγοί
Κι ανάσα αφού πάρουμε
λουφάζοντας κάτω από στρώματα σταχτιά
και ανασκουμπωθούμε,
Ξεθυμασμένα κάρβουνα π’ αναζωπύρωσαν
και σπινθηρίζοντας σιγαλά
θα ξαναλάμψουμε
Και πάλι με δέος θα βουτήξουμε
μέσα στην αύρα του να ονειρευτούμε
μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού

Κι εκεί σε θάλασσα απύθμενη, άχρονη κι άπειρη
φθαρμένα πλέον και πολυταξιδεμένα ποταμόπλοια
στου ονείρου την αχλή και σε νεφέλη αστερόσκονης
βαρκούλες καλοτάξιδες θ’ απλώσουμε πανιά
για τα συμπαντικά πελάγη ν’ ανοιχτούμε

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ (2009)

Στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης

Στην ποιητική συλλογή συναισθήματα όπως η αγάπη, η ζήλια, η ηρεμία, ο θυμός, η λύπη, η μοναξιά, η ντροπή, ο πόνος, η τρυφερότητα κλπ, καθώς και συναισθηματικές διαθέσεις και αξίες όπως η αποδοχή, η βοήθεια, η ισότητα, η καλοσύνη κλπ παίρνουν μορφή και περιγράφονται απλά και κατανοητά «διεκδικώντας» ν’ αγγίξουν την ψυχή του παιδιού και να του ανοίξουν το δρόμο για συμφιλίωση με τα δικά του συναισθήματα.
Αφιερώνω το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης, γιατί ερχόμενη σ’ επαφή μαζί τους, διαπίστωσα ότι πολλά απ’ αυτά τα παιδιά δεν χαίρονταν την σχολική τους ζωή και δυσκολεύονταν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στην μαθησιακή διαδικασία λόγω των συναισθηματικών προβλημάτων που βίωναν.

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ

Φωνήεντα και σύμφωνα δεμένα
Μας βοηθούν να λευτερώσουμε
Να σμίξουμε φωνές
Χτίζουν γέφυρες
Ανοίγουν δρόμους

Ρυάκια γάργαρα
Τρεχούμενα νερά
Ανάπαυτα, θλιμμένα
Ποτάμια αγριεμένα

Να φιλιωθούμε
Nα φωνάξουμε
Να γίνουμ’ εαυτοί
Να ξανασμίξουμε
Να νιώσουμε εμείς
Να γίνουμ’ ένα

ΒΟΗΘΕΙΑ

Η Βοήθεια πηγή βαθιά
Με ευαίσθητη καρδιά
Έτρεχε και μελετούσε
Ποιον θα πρωτοβοηθούσε
Στα καθάρια της νερά
Ξεδιψούσαν τα πουλιά
Κι αυτή γέμιζε χαρά

Στην πλατιά της αγκαλιά
Έβρισκαν ζεστή φωλιά
Όλα του κόσμου τα παιδιά
Και σε δύσκολες στιγμές
Προσκαλούσε τη Βροχή
Βοήθεια ζήταγε κι αυτή
Μη στερέψει, μη σωθεί

ΙΣΟΤΗΤΑ

Ίσοι είμαστε και ίδιοι
Στις ανάγκες, στη ζωή
Ίσοι αλλά μοναδικοί
Με ικανότητες πολλές
Αρετές και αντοχές
Δυσκολίες και φραγμούς
Όνειρα, περιορισμούς

Νιώθοντας αποδοχή
Ο καθένας θ’ ακουστεί
Και τον δρόμο του θα βρει

ΛΥΠΗ

Η Λύπη, ανεμώνη μοναχή
Σε κάμπο ερημικό
Θλιμμένη, δακρυσμένη
Τον ουρανό κοιτούσε
Και τον λαμπρό τον Ήλιο
Θερμοπαρακαλούσε
-Ήλιε λαμπρέ και βασιλιά
Χάρισε λίγη ζεστασιά
Στην παγωμένη μου καρδιά

Κι ο Ήλιος στοργικά
Τα δάκρυα στεγνώνει
Την παίρνει αγκαλιά

ΣΥΜΠΑΝ

Σύμπαν! μα τι είν’ αυτό;
Άπειρο κι ασύλληπτο
Γαλαξίες και πλανήτες
Ήλιοι, αστέρες, κομήτες
Και η Γη που περπατώ
Κόκκος άμμου μέσα σε αυτό
Τότε τι είμαι εγώ;
Εκστασιάζομαι!
Σιγώ!
Τι μεγαλείο!
Προσκυνώ!
Και θαυμάζω κι απορώ!

Ο ΔΡΟΜΟΣ (2006)

ΜΥΛΟΠΕΤΡΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ

Πλήξη, ανία κι ακεφιά τις μέρες συνοδεύουν
Συχνά, πολύ συχνά, πίκρες παραμονεύουν
Καμιά φορά απρόσμενες χαρές ακολουθούν
Πλήξη, ανία, ακεφιά, στιγμές χαράς
Και πάλι πλήξη
Κι ύστερα λύπη
Και ξανά πάλι ακεφιά
Οι μέρες έρχονται και φεύγουν

Δεν το αντέχω
Να σκέφτομαι δε θέλω
Μυλόπετρες οι μέρες
Τη ζωή μου παγιδεύουν.

 

 

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ

Θα σ’ ονόμαζα αστραπή
Σε πορεία απόλυτα ευθυγραμμισμένη
Αξιοθαύμαστο βεβαίως, δε λέω
Κι απορίας άξιο ωστόσο
Αλήθεια η απόλυτη σιγουριά
Ένδειξη σιγουριάς είναι;

Τρέχεις με το σώμα γερμένο μπροστά
Κι άλλο απ’ το τέρμα στο νου δεν έχεις
Μήπως βαρύ το φορτίο
Και βιάζεσαι να τα’ αποθέσεις;
Να ξαποστάσεις αδιανόητο
Περιθώρια για κάποιο «μήπως;»
Για κάποιο «μπορεί και να μην είναι έτσι»
Ανεπίτρεπτα

Ναι, μπορεί και να είναι έτσι
Αν όμως όχι
Πως θα τα’ αντέξεις;

 

 

ΣΑΝ ΘΑ ΝΤΥΘΩ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Σαν θα ντυθώ το βλέμμα σου
Περίλαμπρη θα διαβαίνω τους δρόμους
Δρόμους διάπλατους
Στα άνθη στολισμένους
Ορθό το ανάστημα θα έχω
Και στο κεφάλι φωτοστέφανο τη λάμψη σου
Εγώ αγέρι ανήσυχο
Σε αρμονία με το γύρω κόσμο
Σταγόνα της βροχής εγώ
Πολύτιμο κομμάτι του σύμπαντος

 

 

ΘΑΡΡΩ

Θαρρώ ότι πλησίασα
Θαρρώ πως ένιωσα την ύπαρξή του
Τους κραδασμούς του πως βίωσα θαρρώ
Μα δεν τον έζησα
Γιατί φοβήθηκα
Την ηδονή του δεν την απόλαυσα
Γιατί δεν τόλμησα
Κάποιες ελάχιστες στιγμές
Ανείπωτης χαράς
Στο πέρασμά του μ’ άφησε
Και σήκωσα στο στήθος
Τον πόνο τον βαθύ της λύτρωσής μου.

 

 

ΟΤΑΝ

Όταν λόγια ευχάριστα μου λένε
Με κάνουν να αισθάνομαι σημαντικός
Σπουδαίος
Με ξεγελούν, με γαληνεύουν
Προς στιγμήν βέβαια
Γιατί στο βάθος σιγανή βροχή
Νοτίζει την μπογιά από τα λαμπερά εξώτοιχά μου
Και τριβελίζει επίμονα τ’ αυτιά
Ας μπόραγα να την σταμάταγα
Τον πληκτικό τον ήχο της τουλάχιστον να μην ακούω
Ωτοασπίδες να προμηθευτώ
Είναι ίσως μια κάποια λύση
Αναγνωρίζω τη βροχή αυτή τη σιγανή
Την καθαρή
Μα είν’ ανυπόφορη και θλιβερή.

 

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ

Αυτός ο κόσμος που διαβαίνει αλαφιασμένος
Σε ποιο κυνήγι να ‘χει εμπλακεί
Τι να φοβάται
Τι να ψάχνει
Άνθρωποι που πάνε βιαστικοί
Χωρίς χαμόγελο
Χωρίς βλέμμα
Κι όλο τρέχουν, όλο τρέχουν
Κι οι δρόμοι κλείνουν
Κάτω από τρύπιες πατούσες
Κι οι δρόμοι χάνονται
Αφήνοντας το βήμα μετέωρο.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΜΑΝΤΙΛΙ

Πως ν’ αντέξουμε την λαίλαπα της τύρβης
Τ’ ανούσια φτιασιδωτά κρωξίματα ταών
Πόρτες δίχως δωμάτια χάσκουν τριγύρω
Και στην καρδιά χέρσες αυλές
Στρωμένες πλαστικό γκαζόν
Αφόρητα σιωπηλές
Τον πετεινό τον πλουμιστό, το χρυσωπό
Σε σπίτια αθέμελα θυσιάσαμε
Θυμάσαι;
Αγέρωχα μας έφερνε τα πρωινά
Που να σταθούμε τώρα αλήθεια;
Πώς να μη χάσουμε την όσφρηση
Χωρίς το άρωμα της πασχαλιάς;
Πρόσφορο πώς να μοιράσουμε τα ψυχοσάββατα;
Χωρίς μαντίλι τους νέους
Πώς να ευχηθούμε κατευόδιο;
Της καλομάνας τ’ ολόλευκο μαντίλι
Πάει καιρός που κουρελιάσαμε
Κι αυτό το χαρτομάντιλο τ’ άβαρο, τ’ ακυμάτιστο
Μιας χρήσης μόνο δυστυχώς

*καλομάνα= γιαγιά στην ποντιακή

ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΕΙΔΩΛΩΝ

Μια αχτίδα ας έβρισκα
Μια αχτίδα μόνο
Κατασκευασμένη έστω
Να στη φόραγα
Φωτοστέφανο στο κεφάλι
Να μ’ έλουζες πάλι
Και μυριάδες αστέρια
Να λαμπύριζαν στην καρδιά
Να ξαναρούφαγα μούστο ζωής
Μεθυσμένος με ιαχές μαγικές
Ανάπλασης να ‘στηνα ωραίο χορό
Το πράσινο λέει των βουνών να διαβώ
Άγονες γραμμές να προσπεράσω
Στις κορφές να πατήσω
Και ν’ αγγίξω τ’ ουρανού το γαλάζιο
Κι απ’ εκεί σαν παιδί
Ν’ αγναντεύσω με δέος
Τον κόσμο αυτό το θαυμαστό, τον ωραίο.

 

 

ΓΑΛΗΝΗ

Ας μπορούσα γαλήνη να βρω
Πέρα απ’ τα πρέπει
Πέρα απ’ τα θέλω
Απλώς να υπάρχω
Σε αρμονία με τον κόσμο
Της ενδοχώρας και το γύρω
Του εδώ και του υπερπέραν
Τον νυν και τον αεί.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Διαδρομές (2015)

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 17/2/2016

«Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε»

Αυτές οι πέντε τόσο διακριτές όσο και ασαφείς στην ουσία τους διαστάσεις του χρόνου θέτουν και τα όρια του νοήματος στους στίχους της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη ποιητική απόπειρα να καθοδηγηθεί η σκέψη από τα χρονικά διαστήματα, έτσι κι εδώ η νοηματική συγκομιδή είναι και πλούσια και ενδιαφέρουσα.

Μένω περισσότερο στη χρήση των χρόνων (μας έχει προετοιμάσει άλλωστε με τους στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ που παραθέτει εν είδει προμετωπίδας: «ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο») καθόσον αυτοί αποκαλύπτουν καλύτερα το υποσυνείδητο που τους επέλεξε. Έτσι εδώ συναντάμε και τον ενεστωτικό χρόνο του αναπόφευκτου παρόντος, που με τον ρεαλισμό του τείνει να αποποιηθεί κάθε ποιητική διάθεση «πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα», συναντάμε και τους παρελθοντικούς χρόνους, εκείνον τον παρατατικό με την απατηλή του διάρκεια «γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους», που λίγο κόντεψε να ξεγελάσει με την αιωνιότητα που είχε στην όψη, αλλά κι εκείνον τον αδυσώπητο αόριστο, τον κατ’ εξοχήν χρόνο της απώλειας, τον βιωμένο αόριστο, τόσο οριστικό όμως και τελεσίδικο «προδοσίες φυτρώσαν/ ανθίσαν απώλειες». Και ο μελλοντικός χρόνος της ελπίδας; Αυτός επιβιώνει μέσα από ερωτήματα που στην ουσία καταργούν το ευφρόσυνο της φύσης του: «πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας άδειους περιστερώνες;» θα μας προετοιμάσει ο στίχος και θα προλάβει την ερώτηση «μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση μη ρωτάς», αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτός ο μέλλοντας να είναι επίσης δυσοίωνος.

Μέσα από αυτές τις χρονικές διάρκειες η ποιήτρια ρίχνει ένα βαθύ βλέμμα στη ζωή που βίωσε, έτσι όπως ανοίχτηκε στο πέλαγος, αλλά και στη σοφία που αποκόμισε από τον κόσμο γύρω και μέσα της. Γιατί αυτοί οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε μια συνομιλία μεταξύ τους, και όπως ο ένας γερνά στον χρόνο ο άλλος ο εσωτερικός τον παρακολουθεί με την αναπόφευκτη θλίψη που γεννά η βεβαιότητα της φθοράς.

«Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη»

Η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη έχει εσωτερικό ρυθμό, καλή γνώση της ροής του λόγου και ποικιλία στη μορφή. Εναλλάσσει τα πρόσωπα επιμένοντας στο πρώτο ενικό της αυτοσυνειδησίας και στο πρώτο πληθυντικό της συνύπαρξης με τους ομοειδείς ομοφρονούντες ή συμπάσχοντες. Νομίζω πως είναι συνακόλουθο της ώριμης ποιητικής ηλικίας αυτή η ανάγκη συμπόρευσης, εκεί που στα πρώτα στιχουργικά βήματα επικρατεί συνήθως η αυτάρεσκη απομόνωση του “εγώ”. Έτσι, λοιπόν, εδώ η ποίηση νιώθει την ανάγκη να ακουμπήσει σε συνομήλικους πόνους, να νιώσει την κοινή πορεία, να γίνει κατανοητή από αυτούς που έχουν βιώσει απώλειες καθοριστικές στη ζωή τους. Αυτή την εικόνα ζωής, για παράδειγμα, που δηλώνεται εδώ

«σιγά σιγά ψηλαφιστά στα σκοτεινά
να ψάξουμε να κρατηθούμε απ’ τις ρίζες
μη και κουτρουβαλώντας τσακιστούμε
μες στης επιστροφής το σκοτεινό κι άνυδρο ρέμα»

ίσως για να τη συλλάβεις θα πρέπει να έχεις βιώσει πάνω σου αρκετές πτώσεις και ματαιώσεις.
Αναπόφευκτα διαβάζοντας αποκομίζεις μια θλίψη (προσωπικά τη θεωρώ απαραίτητη σύντροφο της ποίησης) η οποία, ωστόσο, δεν είναι ταυτόσημη της συντριβής. Αποπνέει μια δύναμη ο στίχος και, αν και σε καταβυθίζει, έχει τον τρόπο να σε στηρίξει με το σχόλιο που σου φυλάει συχνά το ποίημα στο τέλος του

«Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά,
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
“Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι”»

Μια ποίηση γεμάτη από εικόνες, άλλες πραγματικές φυλαγμένες στη μνήμη της ποιήτριας (τα σπίτια, η μάνα, οι φωτογραφίες) και άλλες επινοημένες, ένας αντικατοπτρισμός του εσωτερικού κόσμου, μια ανάγκη έκφρασης του μη ορατού

«δρόμοι πολλοί λαμπύριζαν

κι ένας είχε μουντές κηλίδες σκοτεινές
που όλο μεγάλωναν, μεγάλωναν
ώσπου σκέπασαν τον χαρταετό που ανέμελα πετούσε».

Μια αναβάθμιση του ποιητικού λόγου, λοιπόν, έχουμε εδώ, με όχημα τις λέξεις που φέρουν όλο το νοηματικό φορτίο και με δημιουργό μια ξεχωριστή φωνή. Μια ώριμη ποιητική φωνή.
Το περιεχόμενο σε αγαστή συνομιλία με το εξώφυλλο, όπου στο απόλυτο μαύρο του φόντου, εισβάλλει από τη μία πλευρά ο πανάρχαιος δίσκος με τα μυστηριώδη σύμβολα. Ένα σχόλιο στο πέρασμα του χρόνου που διασώζει όλα τα καλά φυλαγμένα σκοτεινά σημεία. Και ένας ρόλος, καλά φυλαγμένος κι αυτός, για τον άνθρωπο να ανοίξει δρόμο μέσα από τα δυσδιάκριτα περάσματα για να κατανοήσει έστω αυτό το ελάχιστο που του αναλογεί ως ερμηνεία. Εν προκειμένω, όλο αυτό συντελείται μέσω της ποίησης.

 

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΠΤΗ

ΠΟΙΕΙΝ 31/1/2016

Στην νέα της ποιητική συλλογή “Διαδρομές’, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη καλεί τον αναγνώστη σε ένα καθαρτικό παιγνίδι αέναων διαδρομών στο χρόνο. Πρόκειται για ένα γεμάτο ευαισθησία παιγνίδι της μνήμης που ενεργοποιείται μέσα από τη φαινομενολογική, ευφάνταστη προσέγγιση της φύσης. Ο άνθρωπος-βλασταράκι-κλαράκι που ‘ βιάζεται ν’ ανθίσει’ βρίσκεται στη βάση της ποιητικής συνείδησης-δημιουργού και παρά τις αντιξοότητες τις οποίες υφίσταται και που “ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλλει’ δίνει το στίγμα της αισιοδοξίας στη συλλογή αυτή. Σε πείσμα της αμείλικτης φθοράς, της απώλειας, του ακρωτηριασμού που επιβάλλει ο χρόνος, το ορμέμφυτο της ζωής αντιστέκεται και κρατιέται άσβηστο χάρη στη συμφιλίωση με την έννοια του ενιαίου του σύμπαντος και του άχρονου χρόνου: “Η γέννηση και ο θάνατος/ Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι/ το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο/Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν’ (20). Έξ ου και η φυσική αποδοχή της μεταφοράς στην πληθώρα των εκφάνσεών της. Η φρεσκάδα των εικόνων της φύσης που απλόχερα μας χαρίζει η ποιήτρια είναι από μόνη της απολαυστική αλλά σε αποζημιώνει ακόμη περισσότερο όταν περνά στο μεταφορικό επίπεδο οπότε οι διαδρομές τις οποίες καλείται ο αναγνώστης να διαβεί μεταμορφώνονται σε διαδρομές ενδοσκόπησης στον Χωροχρόνο, έναν χωροχρόνο απίστευτα οικείο, σχεδόν αρχετυπικό. Έχοντας θητεύσει στην Ελληνική ποίηση, και την παραδοσιακή και την νεωτεριστική, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “συνομιλεί’ επιδέξια με τον Γεώργιο Δροσίνη αλλά και με τον Σεφέρη και τον Εγγονόπουλο. Εκεί που νομίζει ο αναγνώστης ότι βαδίζει σε στέρεα παραδοσιακά ποιητικά μονοπάτια, νάσουκαι ξεπετάγονται μπροστά σου τολμηρές εκπλήξεις με τη μορφή ρηγμάτων στον στίχο ή ακόμη και έσχατης ταλάντωσής του για να μοιάσει μιας τεράστιας αγκαλιάς που ν’ αγγίζει τ’ αστέρια, όπως μας το θυμίζει και το τελευταίο μέρος της συλλογής, αυτό που αποτελεί έναν καινούργιο Επιτάφιο είς μνήμην του αδικοχαμένου Φύσσα. Αυτό αποτελεί κατά τη γνώμη μου και τη μεγάλη καινοτομία της συλλογής που συγκεκριμενοποιεί με τον πιο δυνατό τρόπο την όλη φιλοσοφική διάθεση που διατρέχει όλη την ποιητική συλλογή: είναι η παραμυθία που αφήνουν οι γενναιόδωροι στίχοι του ανθισμένου κλωναριού που λύγισε νωρίς για να μεταμορφωθεί σε άχρονο αστέρι ψηλά στο σύμπαν.

Παράθεση αποσπασμάτων του βιβλίου

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

-VII-

Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η γέννηση και ο θάνατος Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

ΕΝΑ ΚΛΑΡΑΚΙ

Ένα κλαράκι σιγά σιγά φουντώνει
τα φυλλαράκια του στιλπνά
το χνούδι απαλό
Ένα κλαράκι βιάζεται ν’ ανθίσει
το μπουμπουκάκι έτοιμο να σκάσει
σειρά να δώσει στον καρπό
Ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλει
Ένα κλαράκι στον κόρφο μου ήταν χθες
Σήμερα θέριεψε, βιάζεται ν’ ανθίσει
το άρωμά του στα πέρατα να σκορπιστεί

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 5/1/2016

Ο χρόνος και η μνήμη στην ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή

Η μνήμη ως θέμα στην ποίηση κατέχει έναν κεντρικό ρόλο. Οι αναμνήσεις του παρελθόντος κατακλύζουν τον ποιητή κι εκείνος με οδηγό τις λέξεις και το στίχο αποτυπώνει τα συναισθήματα στο χαρτί. Άλλωστε η μνήμη είναι εκείνη που καθορίζει το παρόν μας, την ιδιοσυγκρασία και τη συμπεριφορά μας· οι αναμνήσεις κρατούν το δημιουργό άλλοτε δεμένο με δεσμά αίματος, άλλες φορές όμηρο των συναισθημάτων του, ευτυχισμένων που τον ωθούν προς τα εμπρός ή αρνητικών, μελαγχολικών που γκρεμίζουν το είναι του.
Ωστόσο, για την Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη («διαδρομές», Γαβριηλίδης, 2015) η μνήμη τροφοδοτεί με συναισθηματική ενέργεια για τη συνέχιση, μόνη κυρίως, του υπόλοιπου δύσκολου δρόμου. Η ποίηση της Καϊτατζή είναι υπαρξιακή· με ευαισθησία και γλυκιά μελαγχολία η ποιήτρια θυμάται με αγάπη και λαχτάρα προσφιλή πρόσωπα και στιγμιότυπα -σχεδόν φωτογραφικά- του παρελθόντος.
Η δημιουργός μιλά για τον χρόνο και την ίδια τη μνήμη (μήλο κόκκινο, ήρθε αναπάντεχα), στιχουργεί για οικογενειακά στιγμιότυπα (οικογενειακή φωτογραφία, τρεις επιθυμίες, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό), μιλά για το θάνατο και το χωρισμό (πώς γίνεται, πού πάει;, τρεις επιθυμίες, παραμυθία, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό).
Υιοθετεί ένα απέριττο αφηγηματικό ύφος από το οποίο εξάγεται η αναζήτηση ενός ρομαντικής οπτικής παρελθόντος. Η δημιουργός νοσταλγεί πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος. Η γραφή της Καϊτατζή είναι πλούσια, μολονότι η χρήση επιθέτων είναι περιορισμένη, υπηρετώντας το υπαρξιακό μήνυμα (κι όχι την εικόνα). Αντίθετα, αξιοποιεί αρκετά συχνά τη δυναμική των παρομοιώσεων. Οι μεταφορές και το ασύνδετο σχήμα ενισχύουν την ένταση και συμπυκνώνουν το χρόνο (διαδρομές VII).
Βέβαια, η μνήμη κινείται γύρω από ένα αυτοαναφορικό επίκεντρο. Η ποίησή της κλείνεται γύρω από ένα κλειστό κοινωνικό περιβάλλον και έχει μία εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία, ενώ οι κοινωνικές αναφορές περιορίζονται στο εικονοπλαστικό φόντο.
Το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο σε αρκετές συνθέσεις (μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού) προδίδει ένα υπερενικό ποιητικό υποκείμενο· ωστόσο, και αυτή η πτυχή θεμελιώνεται σε μία εσωτερική υπαρξιακή αναζήτηση που στηρίζεται στην απώλεια (διαδρομές ΙΙΙ) ή έναν απολογισμό (διαδρομές ΙΙ και IV). Οι λίγες κοινωνικές αναφορές υποτάσσονται στον κύκλο της αυτοαναφορικής υπαρξιακής νοσταλγίας.
Ακόμα και ο χώρος και η εικονοπλασία αποτελούν μία εσωτερικευμένη αναπαράσταση του έξω, του περίγυρου. Το φυτικό στοιχείο κυριαρχεί σε όλα τα ποιητικά κάδρα· αν και η εικαστική της στηρίζεται σε μία κοινωνική εμπειρία, η χλωρίδα αποτελεί σταθερό στοιχείο σε κάθε σύνθεση, προσφέροντας χρώμα και νότες αισιοδοξίας. Την ίδια στιγμή όμως αναδύουν μία ρομαντική θέαση του παρελθόντος και μία λυρική διάθεση που έρχονται να ενισχύσουν το γενικότερο συναίσθημα νοσταλγίας.
Χαρακτηριστικό, εξάλλου, της ποιητικής της είναι η τάση στρογγυλοποίησης του χρόνου εκκινώντας από το παρελθόν και προχωρώντας προς το παρόν και καταλήγοντας στο μέλλον με μία αισιόδοξη διάθεση. Η αρχική απαισιοδοξία αλλάζει σταδιακά, μετασχηματίζεται σε μία πίστη για την καλή έκβαση των πραγμάτων και φωτίζει το τέλος της σύνθεσης τονίζοντας την οπτιμιστική οπτική ακόμα και μέσα στην -κοινωνική ή προσωπική- απογοήτευση. Συχνά αυτή η αισιοδοξία αποδίδεται με μία αίσθηση αλληγορίας (ένα κλαράκι, πήγα πάλι απ’ το ποτάμι).
Η εξαίρεση της κοινωνικής αγωνίας -και ευαίσθητης πολιτικής κατακραυγής- όπως εκφράζεται μέσα από την ποιητική σύνθεση για τον Παύλο Φύσσα, Killah P (κοίτα ψηλά τ’ αστέρια), δεν αναιρούν την εσωστρέφεια της ποίησης της. Και τούτη η ποιητική σύνθεση εκφράζεται με την ίδια ευαισθησία που αναδύεται από τα «προσωπικά» ποιήματα. Τούτη όμως η σύνθεση έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο αισιόδοξο πνεύμα της Καϊτατζή.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, συναισθηματικού, χώρου που εξωτερικεύεται. Είναι ο ποιητικός μονόλογος με επίκεντρο τις αναμνήσεις του ατόμου και τις πολιτικές ακρότητες μίας εποχής συλλογικής κατάρρευσης. Για την άμυνα από μία εσωτερική κατάρρευση η ποιήτρια επιστρατεύει τις αναμνήσεις και τον παρελθόν αναζητώντας εκεί το στήριγμα.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 30/11/2015

Η συλλογή Διαδρομές έχει ψυχή – κάτι που σπάνια πια συναντάμε με τόση αυθεντικότητα. Έχει επίσης ένα ηρωικό –αν όχι επικό– στοιχείο. Το επικό αυτό στοιχείο, το οποίο εμπλουτίζεται με απόηχους από το δημοτικό τραγούδι, παράγει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα που ωστόσο θυμίζει παλαιότερες εποχές της ποίησης. Παλαιότερες αλλά καλές εποχές:

Όταν τα χέρια απλώσαμε/ αγγίξαμε την ερημιά μας/γείραμε απόμερα/ κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή/ Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος /όπου απλώσαμε το δάκρυ μας/ Το μπλε ήταν βαθύ/ μας χώρεσε/ κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες/ Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά/ και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι

Ο λυρισμός βέβαια ενέχει κινδύνους: τα γλυκά νοήματα μπορεί, αν δεν υπάρξει ισορροπία και δοθούν σε μεγάλες δόσεις, να γίνουν γλυκερά και οι προσωποποιήσεις μπορεί να παρατραβηχθούν και να καταστούν άκυρες. Νομίζω ότι η συλλογή της κ. Χουλιούμη κινείται οριακά εντός του αποδεκτού και ίσως μάλιστα σε ορισμένα σημεία ξεφεύγει. Όμως η ροή είναι καλή, οι μεταβάσεις ομαλές και οι λέξεις που διαχειρίζεται η ποιήτρια πραγματικά ωραίες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μένει, τουλάχιστον αρχικά, αιχμάλωτος της ποίησης που διαβάζει.

 

 

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ Ν. ΣΕΡΡΩΝ

Γνωρίζοντας το πνευματικό και μορφωτικό της επίπεδο, μα προπαντός τη διαπιστωμένη της αγάπη για την ποίηση, ομολογώ πως δεν είχα την αγωνία του παλιού χρονογράφου Παύλου Παλαιολόγου. Ο γνωστός αυτός γραφιάς είχε εξομολογηθεί, πως κάθε φορά που του στέλνουν ένα ποιητικό βιβλίο καταλαμβάνεται από άγχος. Φοβόταν μήπως δεν το καταλάβει, δεν το εκτιμήσει όσο πρέπει, με αποτέλεσμα να χάσει την αυτοεκτίμησή του.
Διάβασα το ποιητικό της βιβλίο «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ» με ανάμεικτα συναισθήματα. Μου άρεσε πολύ η καθαρή και ραφιναρισμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια και ο συμπυκνωμένος της στίχος. Γράφει σε μοντέρνα γραφή. Αυτή που αποκαλούμε «ελεύθερο στίχο».
Το πόσο «ελεύθερος» είναι ή πρέπει να είναι ο στίχος στη νέα ποίηση είναι ένα μεγάλο θέμα και στο σημείωμα αυτό δεν έχουμε τη δυνατότητα να το αναλύσουμε. Μπορούμε όμως συνοπτικά να πούμε ότι η κατάργηση του μέτρου, της ομοιοκαταληξίας ή των ισοσύλλαβων στίχων δεν κάνουν την ποίηση «ελεύθερη» και «νέα».
Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχοντας τη γνώση και τη φρόνηση να κρατήσει την ποίησή της σ’ ένα επίπεδο μακριά από την πεζολογία, σέβεται τους παραδεχτούς αισθητικούς κανόνες που είναι απαραίτητοι σ’ ένα ποιητικό κείμενο. Ο λόγος της έχει ρυθμό, λυρική προδιάθεση, λυγερή και δροσερή γλώσσα κ.α.
Η ποίηση βέβαια δεν είναι ένα εύπεπτο και ελαφρό ανάγνωσμα. Είναι ποτό δυνατό και επικίνδυνο. Πρέπει να το πιούμε αργά, γουλιά γουλιά, για να νοιώσουμε τη γεύση και το άρωμά του. Τα η γνώση και τη συγκίνηση που κουβαλάει.
Διάβασα με προσοχή το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή- Χουλιούμη. Η συλλογή της μοιάζει με ποτάμι που μαζεύει νερό από πολλά ρυάκια. Μια ορχήστρα που παίζει με πολλά όργανα. Πάει να πει έχει ποικίλη θεματογραφία: Στιγμές περισυλλογής, νοσταλγία για το χτες, φύση, μελαγχολία για πρόσωπα και πράγματα που αγαπήσαμε και είναι πια μακριά, στις όχθες του ονείρου.
Η ποιήτρια δουλεύοντας ασταμάτητα και αθόρυβα σαν τον μεταξοσκώληκα, υπηρετεί την ποίηση με συνέπεια, με αγάπη, με πάθος και απόγνωση. Σε μια εποχή που ο πολιτισμός και οι αξίες υποτιμούνται, λίγοι είναι οι δημιουργοί που μοχθούν και αγωνίζονται με συνέπεια και ανιδιοτέλεια. Και όντας συνεσταλμένοι και σεμνοί περνούν δίπλα μας δίχως να σηκώσουν σκόνη.
Είναι άλλο πράγμα να λες «γράφω στίχους» κι’ άλλο η ποίηση. Αυτή είναι πολύ απαιτητική. Αυτός που γράφει στίχους είναι σαν τον ερασιτέχνη αθλητή. Ο ποιητής γράφει για να βρει το αναγκαίο οξυγόνο που το έχει ανάγκη η ψυχή του. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη.
Όλα αυτά βέβαια άγια και σωστά. Εκείνο που ήθελα να προσθέσω σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα είναι το εξής: Θα είναι καλό και ωφέλιμο η ποιήτρια, ώριμη πια, να στρέψει τα ενδιαφέροντά της και στον κοινωνικό περίγυρο, ν’ αφουγκραστεί τον πόνο και τα προβλήματα του λαού μας. Να τον παρηγορήσουμε, να τον νουθετήσουμε. Έχουμε υποχρέωση. Έχω γράψει σ’ ένα μου δοκίμιο: «Πολλοί αρνούνται στην τέχνη το δικαίωμα να διδάσκει και να νουθετεί. Να εμπνέει και να οδηγεί τον κοινωνικό άνθρωπο σε ανώτερες σφαίρες αξιών. Και αυτό με το επιχείρημα ότι για τη δουλειά αυτή υπάρχουν άλλοι, αρμοδιότεροι: Οι ρήτορες, οι κήρυκες, οι πολιτικοί,οι κοινωνιολόγοι, οι παιδαγωγοί, το ιερατείο. Γιατί αυτοί και όχι η τέχνη;Γιατί όχι και αυτοί και η τέχνη; Τι τους φοβίζει;»
Τόλμησε καλή μου ποιήτρια, ήρθε ο καιρός. Έχεις και χρέος σαν πνευματικός άνθρωπος. Και να έχεις στο νου σου τούτο:Οι ποιητές είναι ιερείς του λόγου, η λαϊκή συνείδηση, οι μεγάλοι πυρφόροι, οι αληθινοί προφήτες της αποκάλυψης, αυτοί που αφουγκράζονται τον καλπασμό των αιώνων.

 

 

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ»

Με τις «Διαδρομές» η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη επιχειρεί μια εκ των έσω θέαση της ζωής. Το εγχείρημα αυτό κινείται στον άξονα του χρόνου, όπως αυτός ορίζεται ως παρελθόν-παρόν-μέλλον. Δεν πρόκειται λοιπόν για αναφορά στον εξωτερικό φλοιό της εμπειρίας (όσον αφορά το χθες και το
σήμερα) ούτε για προβολή της επιθυμίας (όσον αφορά το αύριο) αλλά για εσωτερικές διαδρομές σε τόπους που φωτίζονται και αναδύονται μέσα από μια καθαρή ποιητική σύλληψη και την ανάλογη έκφρασή της με το λόγο.
Πιο συγκεκριμένα:
Στο απ. I η ποιήτρια βυθομετρά το θέμα του χρόνου ώσπου ψηλαφεί με ένα «γλυκόπικρο μειδίαμα» την έκφανση του θανάτου.
Στο απ. II η εσωτερική αναζήτηση οδηγεί σε μια στάση απολογισμού: τίποτε σημαντικό δε χάθηκε, καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ του «φαίνεσθαι» και του «είναι» κάνει το δεύτερο να υπερισχύει.
Διάχυτο είναι το αίσθημα της απώλειας στο απ. III, που, αν και συνυφασμένο με τη θλίψη, δεν καταλήγει σε απόγνωση. Η οδύνη της απουσίας αντισταθμίζεται από τη γεμάτη τρυφερότητα ποιητική ματιά, που, στη δομή του λόγου, κατέχει τη θέση του ουσιαστικού: «Μείναν ερημωμένοι περιστεριώνες», ή του ρήματος, «Ανθισαν απώλειες».
Στο απ. IV αυτό το αίσθημα της απώλειας μοιάζει να μετουσιώνεται σε βουβό θρήνο αρχαίου χορού και, αφού μετεωρίζεται μέσα σε μια απέραντη σιωπή, γεννά τη δύναμη της αναζήτησης και τον πόθο για νέα ταξίδια.
Το τέλος, με τη μορφή του θανάτου, επανέρχεται στο απ. V, υπογραμμίζοντας το εφήμερο της χαράς στη ζωή, όμως η συνέχεια, «μες στων παιδιών τα βλέμματα», ισορροπεί το αίσθημα του μάταιου.
Μέχρι εδώ το ταξίδι πραγματοποιείται σε ανοιχτούς τόπους. Στο απ. VI ο χώρος εσωτερικοττοιείται και, παίρνοντας τη μορφή της πρωτόγονης σπηλιάς, εγκολπώνεται υπαρξιακές αναζητήσεις.
Στο πρώτο σκίρτημα της ζωής θα βρούμε την απάντηση, σε όλη την προσπάθεια του ανθρώπου να διαφυλάξει ό,τι πιο ελπιδοφόρο και να το «θρέψει» με το ίδιο το απόσταγμα της ζωής του «με του μαστού το γάλα». Τότε και ο άνθρωπος περνά από την αγωνία της ύπαρξης στη θέαση της αλήθειας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή καταργείται όχι μόνο ο χρόνος αλλά
και ο διαχωρισμός πραγματικότητας-ονείρου, καθώς το δεύτερο γίνεται το όχημα για να διανύσουμε αντίστροφα την πρώτη, να βιώσουμε τις αρχές που την διέπουν και να φτάσουμε σ’ ένα τέρμα που είναι συγχρόνως και αρχή. Με αυτήν την έννοια, όλα δένουν σε μια ενιαία οντότητα και ολότητα (απ. VII).
Στις «Διαδρομές» χαρακτηριστική είναι μια συνεχής κίνηση προς τα μπρος, μια εσωτερική δύναμη που διαποτίζει και οδηγεί τα πράγματα. Η μνήμη δε βαραίνει, αλλά ορίζει έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο «δέντρα χυμώδη, λυγερά», γεμάτο υπέροχες φωτοσκιάσεις.
Έτσι, όταν ο πόνος ή η στέρηση ή η ερημιά κυριαρχούν, οι ίδιες οι ποιητικές εικόνες μοιάζουν να αντιστέκονται στη φθορά (π.χ., «Όνειρα στέρνες δίχως νερό», «Πευταστέρια οράματα».
Κατ’ αυτήν την έννοια, η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μπορεί να χαρακτηριστεί αισιόδοξη. Η ποιήτρια ακολουθεί τους νόμους και τους ρυθμούς μιας εσωτερικής πορείας και είναι τόσο συνεπής σ’ αυτούς, ώστε ο αναγνώστης εκούσια μένει μαζί της «έτσι στ’ ανοιχτά», αναβαπτίζεται σε μια «θάλασσα που έσκαγε χαμόγελα» και γίνεται —εντέλει- αποδέκτης και συν-λειτουργός ενός αδιαίρετου ποιητικού (και ίσως όχι μόνο) σύμπαντος.

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ν. ΑΚΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η συλλογή ποιημάτων «Συναισθηματικό αλφαβητάρι», της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, αποτελεί παράδειγμα ζωντανού λόγου και μέσο αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας για τον μικρό αναγνώστη.
Τα γράμματα της αλφαβήτου αποτελούν αφορμές, προσχήματα, ή ακόμη και ρητορικά σχήματα, που ανοίγουν στην προοπτική των νοημάτων, των εννοιών και των πραγμάτων και σηματοδοτούν ανθρώπινα συναισθήματα· κυρίως εκείνα που προβάλλουν τον άνθρωπο ως ανώτερο ον. Η στοχαστική διάθεση της ποιήτριας μετουσιώνεται σε λυρική φωνή συναισθημάτων που διακατέχουν την ανθρώπινη φύση. Η μετουσίωση αυτή αποτελεί τη λυρική φωνή της, η οποία δονείται κυρίως από τα καθημερινά ψυχικά προβλήματα των ανθρώπων. Εκείνα, τα θετικά ή και αρνητικά συναισθήματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ψυχή στην καθημερινή συμβίωση, αλλά αποτελούν καθολικά βιώματα και όχι ατομικά συναισθήματα. Θετικά και αρνητικά, λοιπόν, συναισθήματα μετουσιώνονται εδώ σε μια θετική στάση ζωής, με υπέρβαση των αρνητικών και με στόχο τη ζωή ως αυταξία, τη ζωή που αξίζει όχι υπό προϋποθέσεις, αλλά ως δώρο που χαρίζεται σε όλους τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα το βαθύτερο φιλοσοφικό υπόστρωμα της ποιητικής αυτής δημιουργίας, την ψυχολογική και ηθική διάσταση των ποιημάτων που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η διαλεκτική, ως εσωτερική ψυχική πορεία, χαρακτηρίζει επίσης την ποιητική φωνή της. Τα συναισθήματα δεν απωθούνται, δεν συντρίβονται μέσα από οδυνηρές εμπειρίες. Τουναντίον, τιθασεύονται μέσα από τη διαλεκτική της ποιητικής αφήγησης, της ποιητικής εικόνας, των συμβόλων, και των συμβολισμών τους. Όπως λόγου χάρη στο ποίημα «Καλοσύνη», μέσα από το εννοιολογικό δίπολο «κακία» / «καλοσύνη», που δίνεται με ανθρωπομορφικά στοιχεία αλλά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά (φόβος – μοναξιά – στέρηση αγάπης, χαρακτηρίζουν την κακία· με τα αντίθετά της, χαρακτηρίζεται η καλοσύνη). Έτσι η ζωή δεν εξωραΐζεται, αλλά εξευμενίζεται: η κακία μεταμορφώνεται και γίνεται καλοσύνη με την επενέργεια της αγάπης, γίνεται ανθρωπιά.
Η συναισθηματική νοημοσύνη, η διαφορετικότητα προβάλλονται θετικά στο έργο, όπως παραδείγματος χάριν στο ποίημα «Νι το ντροπαλό». Η πρώτη, ως απόθεμα ψυχής που πρέπει να διακρίνει τους ανθρώπους, η δεύτερη, ως πραγματικότητα που πρέπει να γίνει αποδεκτή, χωρίς υστεροβουλίες και μέσα από θετικές εμπειρίες.
Μια αναγνωρίσιμη τεχνική της ποιητικής τέχνης της Δ. Κ.-Χ. είναι η λυρική αφήγηση: μια ιστορία ενός προσωποποιημένου ανθρώπινου συναισθήματος, λ.χ. η «Μοναξιά», αρχίζει ως βιωμένη εμπειρία και ως αρνητική κατάσταση ενός υποκειμένου, ενός λουλουδιού, παραδείγματος χάριν (Νυχτολούλουδο)· η αρνητική εμπειρία (Μοναξιά) στη συνέχεια, με τη διαλεκτική επίδραση άλλων αντίρροπων δυνάμεων που συμβολίζονται με ανθρωποποιημένα παραδείγματα και πάλι από τη φύση (μια Παπαρούνα), μεταβάλλουν με τις ενέργειές τους (με μια κόκκινη αγκαλιά), τη συναισθηματική κατάσταση και της προσφέρουν ισορροπία και ψυχική ευεξία.
Τα γράμματα της αλφαβήτου και οι ονομασίες τους γίνονται λόγος, λόγος ποιητικός που λειτουργεί συμβολικά ενσαρκώνοντας ανθρώπινες, κοινωνικές καταστάσεις, οι οποίες παραπέμπουν υποβλητικά σε συνήθειες ή συμπεριφορές και συναισθήματα των ανθρώπων, για να καταλήξουν στη νοηματοδότηση αξιών του πολιτισμού. Έτσι, λόγου χάριν, στο ποίημα «Λάμδα το λαλίστατο», «το λάμδα» προσωποποιείται, γίνεται λόγος, γίνεται φωνή, γίνεται λεξικό, γίνεται γλωσσικός θησαυρός και αξία πολιτισμού, χωρίς την οποία ο άνθρωπος θα ήταν φτωχότερος. Και σε τούτο κατατείνει η ποίηση της Δ. Κ.- Χ., να κάνει τον άνθρωπο πλουσιότερο, με την προϋπόθεση να αναγνώσει κανείς το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» της.
Η ποιητική έκφραση με διάφορες εικόνες, οι οποίες δεν είναι άλλο από ζωντανές μεταφορές, οδηγεί τον αναγνώστη σχεδόν πάντοτε στη φύση. Η «λύπη» παραδείγματος χάριν, ένα ανθρώπινο συναίσθημα και μια ποιητική personna στο ομώνυμο ποίημα, γίνεται «μοναχική ανεμώνη», και μέσα από τον διάλογο με τη φύση μεταβάλλεται, με την ευεργετική της επίδραση. «Ο ήλιος», με τη συμπαντική παρουσία του, επιδρά ευεργετικά σαν στοργικό χέρι, σαν αγκαλιά, και υποβάλλει τον αναγνώστη να την υπερβεί και να προχωρήσει σε κάθαρση της ψυχικής συντριβής.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, του ψυχικού χώρου που θέλει να εξωτερικεύεται, μια εσωτερικότητα που (επι)κοινωνεί και μοιράζεται με τον άλλο. Και με δεδομένη την ηθική της διάσταση, θα λέγαμε ότι η ποίηση αυτή παρακινεί τον αναγνώστη σ’ ένα παράδοξο «ένδον σκάπτε»: στη μεταμορφωτική δύναμη μιας εξωστρεφούς ενδοσκόπησης που δίνει αισιοδοξία και χαρά στο παιδί, γιατί, όπως συμβαίνει και με τα υποκείμενα των ποιημάτων, έτσι και το παιδί-αναγνώστης μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με άλλα παιδιά.
Το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» ως φανέρωμα και έργο της Παιδικής Λογοτεχνίας θα μπορούσε να συμβάλει θετικά σε παιδιά-αναγνώστες ως υποστηρικτικό υλικό για την ψυχική υγεία, την έκφραση των συναισθημάτων, και την κατανόηση του εαυτού τους. Να αποτελέσει ένα βιβλίο θεραπείας ψυχικών παθών, ένα στήριγμα στις τρικυμίες της ψυχής, εφόσον η ποιητική ενέργεια που εκπέμπει μέσα από τα ολιγόστιχα, λιτά, αποφθεγματικά και γεμάτα ηθικό περιεχόμενο ποιήματά του κινείται στο υπαρξιακό υπόστρωμα της ανθρώπινης συνείδησης. Γίνεται πιο ενδιαφέρον μάλιστα, όταν επικεντρώνεται στις διαμορφούμενες παιδικές συνειδήσεις, στις οποίες και απευθύνεται η ποιήτρια.
Έτσι, στην παράδοση της Παιδαγωγικής και των Αλφαβηταρίων, και ειδικότερα των ποιητικών Αλφαβηταρίων, το βιβλίο θα μπορούσε να διαβαστεί αλληγορικά σε δύο επίπεδα : πρώτο, ως ο ανθρωπομορφισμός των γραμμάτων, δηλαδή των γραμμάτων με τις ανθρώπινες φωνές, όθεν κοινωνία γραμμάτων – κοινωνία ανθρώπων, και δεύτερο, ως το Αλφαβητάρι των συναισθημάτων, δηλαδή των θεμελιωδών ανθρώπινων συναισθημάτων σε ένα ποιητικό Λεξικό, με έμφαση σε εκείνα που από αρνητικά, με την επενέργεια του ποιητικού λόγου, γίνονται θετικά, και μεταμορφώνουν ευεργετικά τον άνθρωπο.

 

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ

 

Κ. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχει το «προνόμιο» να είναι ψυχολόγος στο επάγγελμα, δηλαδή να έρχεται καθημερινά σε επαφή με τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, τα άγχη και προβλήματά του, διαπροσωπικά, υπαρξιακά, αποδοχής και αναγνώρισης, με την ανθρώπινη αγωνία.
Αυτό είναι ένα προνόμιο-αυτή τη φορά χωρίς εισαγωγικά- για να εμβαθύνει κανείς στο ουσιώδες της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής. Δεν εμβαθύνεις όμως από κάποια φιλοσοφική διάθεση ή από ιεραποστολική αγάπη ούτε θεωρητικά, αλλά εμβαθύνεις σε διάδραση των βιωμάτων και συναισθημάτων του άλλου και του εαυτού.
Αυτά τα βιώματα και τα άγχη περιορίζουν το λυρισμό και εξοστρακίζουν δόγματα και ιδεολογήματα κάθε είδους, προσγειώνουν την ποιήτρια πλέον Καϊτατζή-Χουλιούμη κσι την κάνουν να πατά γερά στα πόδια της. Όπως θα έλεγε και ο μεγάλος δάσκαλος της απλότητας, ο Γιάννης Σκαρίμπας, «με την χωμάτινη φωνή μου». με τέτοια φωνή απευθύνεται και η Καϊτατζή-Χουλιούμη. Αυτή η φωνή είναι που διαμορφώνει και τη μορφή και το περιεχόμενο της δουλειάς της.
Ούτε μια λέξη ανασυρμένη από μεσαιωνικά λεξικά, που η αντήχησή της θα δήλωνε τάχα μου ποιητικότητα. Ούτε μια λεκτική φιορετούρα που θα έκανε το φύκι να πουληθεί για μεταξωτή κορδέλα, ούτε ένα συντακτικό κατασκεύασμα που να δηλώνει τη στενότητα της γλώσσας στην έκφραση των δικών της νοημάτων. Καμιά διδαχή και κατήχηση του τι πρέπει και του τι δεν πρέπει.
Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος, ο Γιάννης Ρίτσος στο έργο του «Το καπνισμένο τσουκάλι» γράφει «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε αδερφέ μου/ για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο/ εμείς γράφουμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Είναι βέβαιο ότι η Καίτατζή-Χουλιούμη δεν τραγουδά για να ξεχωρίσει από τον κόσμο, δεν τραγουδά όμως και για να τον σμίξει κάτω από μια ιδεολογία, από κάποιου είδους προστατευτική ομπρέλα σιγουριάς και ασφάλειας. Τραγουδά για την προσπάθειά μας ν’ αποδεχθούμε τη ζωή, την ανθρώπινη μοίρα μας, τη ζωή μας. το εφήμερο της ζωής μας, τη δίψα μας για ζωή, τις χαρές και τις πίκρες μας, τα ναυαγισμένα όνειρά μας, τις τσακισμένες φτερούγες μας.
Ο «Δρόμος», τι είναι τελικά η ζωή άλλο από ένα σύντομο διάβα και ποια η ουσία της; «Θέλω κλείνοντας ήρεμα τα μάτια / να σταθώ ανάλαφρα γαλήνια». Πιο απλά και πιο ανθρώπινα δεν μπορεί ν’ αποδοθεί η ζωή. Πόσο κοντά στη γνωστή ρήση «ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότητς». Όχι όμως ως δύστηνη μοίρα, ως λάθρα βιώσας. Με όλες τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος στο άτομο, με όλη την ευθύνη του ατόμου προς το περιβάλλον. «Να κάνω αυτό που περιμένουν από μένα / Υπεύθυνα, δίκαια, σωστά».
Αλλά και «Θέλω να νιώσω το κάθε βήμα/ Το κάθε στραβοπάτημα και πισωγύρισμα», η αποδοχή της ζωής μας όλης, η ικανοποίηση αναγκών, η
ύπαρξη μέσα από το βίωμα, τη συγκίνηση και την εύρεση νοήματος, μας προετοιμάζουν για τον «άλλο δρόμο» του τέλους, του θανάτου.
Θα μπορούσα ν’ αναφερθώ σε πολλά από τα ποιήματα που μου έκανα πολύ θετική εντύπωση, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του επίμετρου. Δεν μπορώ όμως να παραλείψω την αναφορά μου σε δυο ποιήματα. Στο «Μέγας Χαρισματικός», όπου διεμβολίζει τη μακαριότητά μας, στηλιτεύει τη δική μας ευθύνη «Τους ταπεινούς, μικρούς εραστές του» στην ανάδειξη κάποιου ως χαρισματικού, αφήνοντας ερωτηματικά για τους λόγους που κάποιος ωθείται να γίνει χαρισματικός ηγέτης, κάτι που είναι σίγουρο ότι Η Καϊτατζή-Χουλιούμη κατέχει πολύ καλά. Δεν της νοιάζει όμως αυτό, δεν προσπαθεί να συνειδητοποιήσει το χαρισματικό, αλλά να ταρακουνήσει όλους εμάς τους «υποτελείς του, τους άβουλους και πειθήνιους» και να μας βγάλει απ’ αυτή τη θέση.
Το δεύτερο ποίημα που αξίζει ιδιαίτερη αναφορά είναι το «Χωρίς μαντίλι».
Δεν πρόκειται για ρομαντική πεθυμιά. Λόγια μιας μεσήλικης που βλέπει τα νιάτα της να ξεμακραίνουν και τα αναπολεί με λαχτάρα. Δεν είναι ούτε η ξερή, από ανάγκη κριτική στο καινούργιο. Για την ποιήτρια το παλιό το εγκαταλειμμένο μορφοποιείται στο άρωμα της πασχαλιάς, στα ψυχοσάββατα, στο κεντητό μαντίλι, δηλαδή είναι οι ίδιες οι ρίζες μας οι πολιτισμικές, η συνέχειά τους. Κανένας κομπασμός γι’ αυτό που υπήρξε, καμιά κατάρα γι’ αυτό που έρχεται, απλά ένας προβληματισμός, μια αγωνία, ένα ερώτημα για τον καθένα μας, ‘Χωρίς μαντίλι τους νέους/ Πως να ευχηθούμε κατευόδιο;» για ν’ αναλάβουμε τις ευθύνες μας απέναντι στις επερχόμενες γενιές, ίσως απ’ τα καλύτερα ποιήματα αυτής της συλλογής.
Αυτή είναι η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s