ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ

ΑΝΑΣΤΑΣΣΙΑ 2


Η Αναστασία Παρασκευουλάκου γεννήθηκε στο Άστρος Κυνουρίας της Αρκαδίας. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία (Montclair State University, N. Jersey) και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Ζει και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Αθήνα.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Ο Ορφέας Ταξιδεύει, 1995
Εσώτερα, 2014
Λευκός Καμβάς, 2017

ΠΕΖΑ
Στηβ Ολιβερ, Συλλέκτης Ήχων, 2005

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Ο σκύλλος του Θεού, Νάνος Βαλαωρίτης, 1998

 

 

 

 

ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΜΒΑΣ 2017

 

ΑΝΑΤΟΛΗ

Ανέτειλε ο ήλιος και σήμερα
να θρέψει τον παγετώνα.
Κρυσταλλωμένες σκέψεις
ανάμεσα σε κλαδιά.
Δέντρα,
γυμνές Μήδειες,
με θυμό και έπαρση.
Το φως θολώνει την όραση.
Πραγματικό και φανταστικό
εμπλέκονται στη θέρμη μιας αγάπης
Φως, ηλίανθος
στων λέξεων τη φθορά,
πώς να σε φέρω
πίσω στο καθημερινό
αγαπημένη,
να κοιταχτούμε
από έρωτα να σκιρτήσουμε;

 

 

ΛΕΥΚΟΣ KΑΜΒΑΣ

Παγερός χειμώνας το σαλόνι.
Ο καμβάς παραμένει λευκός.
Μόλις δυο εβδομάδων τα κυκλάμινα,
γλύτωσαν από την καταστροφή.
Ύλη βυθισμένη στο νερό,
στιγμή διαρκείας,
χωρίς ρίζες,
ανεξάρτητη από θλίψη
ενικού ή πληθυντικού αριθμού.
Όσες ώρες αγνοείσαι αγαπημένη,
κοιμάμαι σ’ αυτή τη γωνιά.
Έχω καταργήσει την καθημερινότητα,
είμαι μια πόλη με απρόσωπα κτίρια.
Απομακρύνω τα πουλιά μέσα μου,
φοβάμαι μη γίνω δέντρο
και χάσω από άνθρωπος.

 

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ

Καθηλωμένη μπροστά στον καμβά
με το λευκό να σε γδύνει,
τακτοποιείς το κραγιόν στο καθρεφτάκι.
Ακολουθεί η κάθοδος των σωμάτων,
τα φιλιά εκείνη την Άνοιξη
στο πάρκο με τους ερωδιούς.
Ακούς τα σκυλιά
πώς αλυχτούν στη γέφυρα
πάνω από το ποτάμι, ναι,
αυτός ο θρήνος φτάνει
μέχρι τη δική μας πόρτα.
Αναζητούν σαστισμένα
μια πατρίδα,
ένα χάδι.
Ποιος όμως
μπορεί να εγγυηθεί
την πολυτέλεια της αφής;

 

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Κάτι φιγούρες στα παράθυρα του τραίνου
με κατεβασμένα πρόσωπα,
παραδομένα στης νύχτας τις διαδρομές.
Τελευταίο δρομολόγιο.
Άνθρωποι βράχια.
Πόσο ν’ αντέξει κανείς
χωρίς αγάπη.
Απουσιάζεις και φλέγομαι.
Λησμόνησα όσα έμαθα
κι αναβλύζει μια γλύκα απ’ τον πόνο.
Καίγομαι από επιθυμίες.
Να σου ζεστάνω τα χέρια,
να φυσήξω στ’ αυτί ανάσες.
Η απουσία σου, έγκαυμα.
Όσο περνάει η ώρα,
γίνομαι ξένος
στο δικό μας σπίτι,
μια τελεία
στο δέρμα σου.

 

 

ΤΟΠΙΟ

Υπάρχουν θάνατοι και θάνατοι.
Πώς να υποψιαστείς αλήθειες,
να χτίσεις νοήματα
ενώ θα μπορούσα
να σου χαϊδεύω τα μαλλιά.
Δέσμιος στην πολυθρόνα
με μια κουβέρτα ριγμένη στα πόδια,
δεν αναγνωρίζω εαυτόν,
αρνούμαι να ωριμάσω,
Θόρυβος στην πόρτα.
Αναδύεται η μορφή σου.
Το αγιόκλημα
απλώνεται στους τοίχους.
Μια λευκή απουσία
τρυπάει το κουκούλι,
ορδές οι μεταξοσκώληκες.
Όσο σκοτάδι κι αν πιω,
δεν μεθώ να σε ξεχάσω.

 

 

ΒΡΑΧΙΑ

Αντικρίζω τη θάλασσα,
εσένα,
και συ, ξεμακραίνει.
Γύρε, ν’ ακουμπήσεις πάνω μου.
Οι πινελιές του λευκού
εγκαταλείπουν το σπίτι
καθώς η μοναξιά
αγγίζει την τελειότητα.
Χλωμό λουλούδι,
στην άκρη του δρόμου,
ποθώ να σε μυρίσω.
Παραμένω όμως δέντρο
πάνω σε βράχια,
πέρα απ’ την αντάρα των κυμάτων
κατά την εκβολή,
όπου χάνονται τα σύνορα.
Λεπτομέρεια από ρίζα ανάμνησης.
Υπήρξαμε κάποτε
από αγάπη.

 

 

ΣΙΩΠΕΣ

Πάνω στον λευκό καμβά
το κενό μοιάζει με τοίχο.
Στο επόμενο λεπτό με λιβάδι.
Πνίγομαι από στάχυα και σπαθάκια
Αλλά πώς μπορώ να είμαι
σίγουρος για το λευκό κενό.
Ντρέπομαι
επειδή είμαι άνθρωπος.
Ύστερα, μετρώ σιωπές,
πόσες σιωπές
συμπληρώνουν
την επιστροφή σου.
Μέσα στο λευκό κενό,
βλέπω στίχους
να φυτρώνουν στο κορμί σου,
λέξεις
από δική σου σάρκα.

 

 

ΕΣΩΤΕΡΑ 2014

 

Κίτρινο το γιασεμί στη φωτογραφία,
και μ’ ένα κορμί ξερολιθιά,
χαράζω χρόνους απόρθητους,
υπάρχω σα σκέψη.

Το σπίτι με κοιτάζει σαν ξένος,
τις αγωνίες μου δε συμπάθησε ποτέ.
Είναι αδύνατον να ζήσω στους δρόμους,
γι’ αυτό προσεύχομαι
να γλιτώσω από τα υπάρχοντα.

*

Στης νύχτας την ατέλεια
συμπλέει μια ανάμνηση
όταν παιδί φοβόμουν
τα σκοτάδια και φώναζα:
μητέρα, γιατί αργεί ο ήλιος.

*

Σέρνω τ’ αλέτρι
για ένα κομμάτι προσευχή,
ραντίζω το χώμα με ένα δάκρυ.
Δεν πρόκειται για έργο τέχνης
αλλά για μια υποψία από όνειρο.

*

Ουρανέ, δώσε πνοή στα όνειρα
κι ας μην υπάρχω,
προτιμώ την ανυπαρξία
στης πόλης το νεφέλωμα.

*

Πάσχω από όνειρα,
κουλουριάζομαι στο χρόνο,
εκεί που λέω γέρασα,
ένα γιασεμί ανθίζει
από το μικρό δάχτυλο.

*

Έχω μείνει πίσω λένε οι φίλοι.
Από τότε δεν ξαναβγήκα περίπατο,
φοβάμαι για το παρόν,
παρακολουθώ τα πάντα απ’ το παράθυρο.

*

Με το φως ανοιχτό και ένα βιβλίο,
αναπνέω τη ζωή αγνώστων
για να περάσει η νύχτα.
Το πρωί δε θυμάμαι τίποτα,
με σκεπάζει η σκιά της γλώσσας.

*

Εξετάζω τα όνειρα
κάτω από το φως της λάμπας
ψάχνω για ρωγμές
να κρυφτώ στις πέτρες

*

Ανοίγω φτερά σε ήλιο και ουρανό,
απορώ για όλα, τι συμβαίνει
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα,
σήμερα το απόγευμα,
παραμονή της Παναγίας.

*

κόβει τα νερά, αγριεύει.
Θάβω τις σκέψεις
με τη γάζα της θάλασσας-
δεν επιτρέπονται συγκινήσεις.

*

Τα όνειρα συνεπαίρνουν
πόλεις κι αλήθειες.
Δεν υπάρχω.
Απομίμηση ώρας,
ζω να τους αιώνες.

*

Κι αν βγω στους δρόμους
ποια πόλη, ποιοι άνθρωποι.
Τα τείχη είμαστε εμείς,
άνθρωποι με πέτρινο βλέμμα.
Εμμένω σε απορίες,
σύννεφο ελάχιστων τετραγωνικών.

*

Ένα σημάδι αγωνίας στο μέτωπο,
δεν με αφήνει σε ησυχία.
Κλείνω το φως τα βράδια
υπάρχω στο σκοτάδι,
σημάδι νοτισμένο από έρωτα.

*

Αγαπημένε,
σέρνεις τον έρωτα
λάφυρο στην ανέραστη πόλη.
Αποκοιμιέσαι στο αύριο,
αν είναι αλήθεια αύριο.

*

Ο έρωτας σαύρα στο λιοπύρι
κόβει δρόμο μέσα από το βλέμμα σου.
Εκεί μέσα αστράφτει το γκρίζο
μιας θλίψης και ανεβαίνει
ψηλά στον ουρανό.

*

Τη στιγμή που ερωτεύομαι,
διασχίζω την πύλη του παραδείσου.
Ο ταύρος άθικτος στο κόκκινο περιδέραιο
καθώς ο ταυρομάχος απομακρύνει τα όρνεα.

*

Αμμόλοφοι
στην άκρη του ουρανού,
στρατιές από μυρμήγκια.
Ένα κίτρινο γυροφέρνει
το διάσελο του κορμιού σου
μέχρι να βουλιάξει ο ήλιος.

*

Με το πρώτο χτύπημα
της καμπάνας, ταξιδεύουν
άγγελοι και δαίμονες στη γύμνια σου,
χτίζεται το σύμπαν.

*

Ο χρόνος κύλησε ανάμεσα
σε ουρανό και γη.
Δεν ξέρω πλέον
με πόσο παρελθόν
να αραιώσω το κρασί μου.

*

Είμαι ένα ποίημα εν διαστάσει,
με τη μια όψη στραμμένη στη φύση.
Η άλλη μισή σέρνει τη γλώσσα
στης πόλης τα στενά,
απλώνει πλοκάμια
να πνίξει τους προδότες.

 

 

Ο ΟΡΦΕΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ 1995 

 

Ι

Την ώρα που κοιμάσαι
σηκώνεις το χέρι
δείχνεις το χαμόγελο στον ουρανό
το φως στον ορίζοντα. 

*

Τα σύννεφα πλησιάζουν στα μάτια σου
που φυλάνε οι εποχές
μόνο που φοβούνται να κοιτάξουν.
Τα δέντρα κοιμούνται στο σώμα σου
που φυλάνε οι άγγελοι.

*

Ο άγγελος ο ήλιος είναι εδώ
Ηλιόσπορε ξύπνα
Αδελφέ κοιμήσου
Εραστή πάρε την ματιά σου απ’ την πλώρη

*

Ακόμα και οι άγγελοι αφήνουν πίσω τη μνήμη
ακόμα και όταν ο δικός τους χρόνος είναι μνήμη
Εσύ κρεμασμένος απ’ τα πέπλα τους
διασχίζεις την ουράνια σκόνη
διαγράφεις το χρόνο της μνήμης
με μια πινελιά απ’ τη γη μέχρι τον ουρανό
Μόνο που οι άγγελοι δεν θυμούνται
ακόμα και όταν ο δικός τους χρόνος είναι μνήμη 

*

Αναπαύσου.
Σε συνάντησα στο ταξίδι.
Η μακρόστενη είσοδος
του αεροπλάνου έκοβε
το φως στα δύο.
Βαλίτσες.
Απέναντί σου στη σκιά εγώ.
Εσύ με μια ανδρική παρέα στον
Ήσουν νεώτερος.
Δεν σε ήξερα για αδελφό μου.

*

Πλησιάζεις το ανεπιθύμητο
μ’ ένα σώμα όπως ο ξεροπόταμος:
κόκκαλα μ’ ελάχιστη σάρκα,
πέτρες, χαλίκια κρατημένα στην άμμο.
Εσύ κρατημένος απ’ τον πόνο
που όλο και σύρεται στην τροχιά
του ανεπιθύμητου στον πλανήτη του θανάτου.

 

ΙΙ

ΛΥΠΗ: Το ποτάμι που πλημμυρίζει κάθε Άνοιξη. 

 

Περνάς απ’ τον καθρέφτη
σιωπηλός
πέτρα που δεν κουνιέται απ’ τη θέση της.

*

Το πορτραίτο ομολογούσε:
λαιμός τεντωμένος σαν κορμός δέντρου,
προφίλ που κάλυπτε την αλλαγή της ώρας,
γύμνια που συναντούσε την υγρασία του λιμανιού.
Είναι το χέρι που προβάλλει
σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας.

*

Θαυμάζω τ’ αστραφτερά σου μάτια
βλέπω μέσα απ’ τη σκιά τους
και ξαπλώνω στα φτερά της θάλασσας. 

*

Το κορμί δεν σου ανήκει πια.
Μιλάει διαφορετική γλώσσα
και σε προδίδει.
Μικραίνει και προειδοποιεί
αλλά αρνείται να εκφραστεί.
Ένα μικρό βήμα συμπίπτει με
μια συλλαβή μόνο, με μια ανάσα,
με το φρρ του περιστεριού
και την κίνηση των ματιών σου
που δεν αντιστέκονται στην προδοσία
του κορμιού — σε ξεπέρασε
όπως έναν έρωτα χωρίς εξήγηση
για να καταλάβεις την έννοια
της αυστηρής απουσίας. 

*

θλιμμένη τίγρη που περπατάει ώρες και μέρες
η προπέλα του έρωτα διαμελίζει το κορμί μου
στον κόσμο των αφρών.

Ξημερώνει, βραδιάζει και ο Ορφέας ταξιδεύει.

*

Όταν δεν είσαι ο εαυτός σου
είσαι η βροχή
που χτυπάει στα μάτια.

*

Η νύχτα σε φέρνει μέσα απ’ τα σκοτάδια
και παύει να ‘ναι νύχτα.

Η μέλισσα σου μιλάει με το μισό κορμί
στο μέλι και το άλλο μισό στον ουρανό.

Εσύ γέρνεις μια κατά την μέλισσα
και μια κατά τη νύχτα.

Πού είναι η γραμμή
εκείνη πάνω απ’ τα χείλια σου; 

*

Το απόγευμα
παρουσιάζεται η χρυσόμαυρη πεταλούδα.

Φτερουγίζει σε κύκλους μπροστά
στ’ αφοσιωμένο βλέμμα
της κοιλάδας των ματιών του.

Ζαλισμένη απομακρύνεται για τη θάλασσα.

Οδηγεί την κοιλάδα των ματιών του μαζί
μέσα απ’ το χρυσό μονοπάτι.

 

III

Ταχυδρομώ εξπρές τη ζωή ενός μήνα
στο χτήμα με τα λιόδεντρα.
Το γραμματόσημο δηλώνει επίσημη πραγματικότητα:
πύραυλος που σπρώχνει τη μελαγχολία στο διάστημα.
Στην κορνίζα του καθρέφτη είναι χωμένο το γράμμα.
Γέρνουν τα δυο πρόσωπα να το διαβάσουν.
Τα χείλια ανοιγοκλείνουν:
«Σας φιλώ με αγάπη.»

*

Την ημέρα οι γόνδολες κοιτάζουν τον ουρανό.
Το βράδυ φιλοξενούν τις μυρωδάτες κοιλιές κοριτσιών
που μοιράζουν ρόδα στους αγγέλους των μπαλκονιών.

*

Ανοίγουν τα παράθυρα
κι’ ο έρωτας πετάγεται
μαζί με τα πουλιά.

Στους δρόμους τα πρόσωπα
παραμένουν αφύλαχτα
με μάτια σαν ανοιχτά παράθυρα
περιμένοντας την επιστροφή του έρωτα. 

*

Μέχρι που να ‘ρθει ο χειμώνας
περιμένω μπρος στα σκαλιά της εκκλησίας
όχι για να προσευχηθώ αλλά
για να φανερώσω μια σιωπή
στους αγίους με τ’ αυστηρά πρόσωπα. 

*

Είναι ο καιρός θάλασσα
και τα φτερά της νύχτας μοναξιά.
Κλείνω τα παντζούρια με μανία
φέρνοντας την παλάμη δίπλα στην άλλη
για να προσευχηθώ στον ίσκιο της νύχτας. 

*

Μια ένταση κόκκινη
σαν ερωτικό αδιέξοδο
χορδή της ύπαρξης και μόνο
δίπλα στα μάτια με τις ακτινωτές ρυτίδες.
0 έρωτας μαζί του χρώμα
που δεν μοιάζει με τις παπαρούνες.
Το παίρνουν τα ποτάμια και το φυλάνε
σε σπήλαια ιερά που αντέχουν
περισσότερο απ’ την ερωτευμένη καρδιά.
Τα ποτάμια δεν την ξεχνούν.
Ασταμάτητα τη διασχίζουν
με ρεύματα φερμένα από μακριά.

*

Ύστερα μάθαμε απ’ την εμπειρία τους
ότι παρακολουθήσανε μονόπρακτο
παιγμένο στο φόντο
μακρόσυρτων σκιών που
όλοι είχανε καρφιτσώσει στο πέτο.

*

Μίλα με τα πουλιά όχι με τους ανθρώπους
Μίλα με τις καλοκαιρινές φωτιές όχι με τα ποτάμια
Μίλα με τους άφαντους ποιητές όχι με τους ηθοποιούς
Που παίζουνε Σοφοκλή, Αισχύλο, Ευριπίδη.

Μίλα με τον Τειρεσία όχι με την ξέμυαλη γειτόνισσα
Μίλα με τον αγέννητο έρωτα όχι με τον εραστή
Μίλα με την αμαρτωλή στιγμή όχι με τους εραστές
Μίλα με το καράβι όχι με τον πόθο του ταξιδιού
Μίλα με τις τολμηρές γυναίκες όχι με τις γοργόνες
Που λατρεύουνε τα κορμιά τους στην μπλε κόλαση

Μίλα με τις γυναίκες που υφαίνουνε σαν να τις έχουνε
Καταραστεί οι άντρες τους όχι με τις αναμνήσεις.

Μίλα με το στόμα στ’ άλλο στόμα.

Σύχασε

Σου μιλάω

 

 

ΣΤΗΒ ΟΛΙΒΕΡ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΗΧΩΝ 2005

ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 

ΟΝΕΙΡΑ, ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΤΙΡΙΑ

ΠΙΑΝΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ να ξαφνιάζεται με ασήμαντα πράγματα στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο. Τα νερά στο δικό μου ποτάμι ταράζονται.
Τα απομεινάρια της ημέρας γλιστρούν στη νύχτα.
Οι ελάχιστοι φίλοι με κοιτάζουν απορημένοι: «Στηβ, η δουλειά σου διαθέτει μεθοδικότητα και σενάριο. Ξέρεις πόσο σε ζηλεύουμε. Τι σε πιάνει και
ξαφνιάζεσαι τόσο εύκολα;» Αποφεύγω ν’ απαντήσω. Ξέρω ότι δεν υπάρχει
απάντηση.
(Χτυπά το τηλέφωνο.)
— Παρακαλώ.
— Ο κύριος Όλιβερ;
— Ο ίδιος. Ποιος στο τηλέφωνο, παρακαλώ;
— Είμαστε απ’ την εταιρία. Είναι επείγον!
— Ναι, σας ακούιυ, τι τρέχει;
— Συλλάβαμε μερικούς σπάνιους ήχους και πρέπει να γίνει διάγνωση.
— Τι ώρα τους συναντήσατε;
— Λίγο πριν το σούρουπο.
— Ασφαλίστε τους και θα κάνω τη διάγνωση νωρίς αύριο το πρωί.
— Εντάξει, θα τους ασφαλίσουμε στ’ ονειροκιβώτιο. Δεν θα τους πειράξει κουνούπι. Ευχαριστούμε κύριε Όλιβερ, καλές γιορτές!
— Επίσης, καλό βράδυ!
Αν συνδέσω καλύτερα τους άξονες της περιγραφής θα ξεγελάσω την προσωρινή ανία κάτω απ’ το τεράστιο φθινοπωρινό δένδρο, πάντοτε μέσα στην πόλη.
Η εταιρία στην οποία εργάζομαι διαθέτει σπουδαίο αρχείο. Σκοπεύει να ιδρύσει μουσείο ήχων, παρόμοιο με πεδίο μάχης. Οι επισκέπτες θα φοράνε
ειδικές στολές προς αποφυγή τραυματισμών.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα βίαια ακούσματα προκαλούν ψυχικό κλονισμό. Λυπάμαι, λιγοστεύει ο χρόνος και δεν προλαβαίνω να σας εξηγήσω περισσότερα. Τι κρίμα! Με πνίγουν ανούσιες λεπτομέρειες. Αδύνατον να ξεφύγω. Καταδικασμένο έντομο της πόλης, φτερουγίζω στα ουράνια κτίρια.

 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ

 

1.ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Τι κρίμα κυρία Κίρκη! Χάνω την ευκαιρία να μεταμορφωθώ. Ουφ, ξέμπλεξα με το μυστηριώδες άγνωστο. Ζήτω το προβλέψιμο! Και το κατακάθι των φόβων; Ξεχνάς ότι τους καταπολεμάς με την τεχνολογία! Διαθέτω μέτρια χρήση γλώσσας, άριστη τεχνολογία στη δουλειά και στο σπίτι. Αδιαφορεί με ευγενικό χαμόγελο για το εάν πρόκειται να χαθούν οι ισορροπίες. Κατάφερα επιτέλους να διασχίσω έναν ολόκληρο αιώνα, μάρτυράς μου η χιονόλευκη γενειάδα. Επιβιώνει) στήθος με στήθος ανάμεσα σε χιλιάδες λέξεις. Πραματευτής στο θεοπάλαβο τσίρκο των θνητών, κουβαλώ φανταστικές ιστορίες στην πλάτη.
Από πόλη σε πόλη, σφάλμα και αμαρτία τείνουν προς εξαφάνιση. Ξυπνάμε απ’ τη νάρκη στ’ όνομα του χρήματος, της ηδονής. «Σημασία έχει ότι αντιδρούμε», σκέφτηκα. «Αντέχεται η ηδονή χωρίς αμαρτία;», ρώτησε ο απέναντι ουρανοξύστης. Έβγαλα ψύχραιμα τα γυαλιά ηλίου, υψώνοντας το βλέμμα. Η φωνή της ύλης συνέχισε: «Μήπως η ηδονή φλέγεται από ανία, ενώνεται αρχικά με την ύλη, ύστερα συγκρούεται, εξουδετερώνεται στ’ όνειρο;»
Το προπατορικό αμάρτημα ξεπλύθηκε στο χρηματιστήριο. Από έννοια
εξελίχθηκε σε ύλη. Έκρουσε σήμα κινδύνου. Ο κίνδυνος χτύπησε και την
πόρτα της Λογοτεχνίας. Εκρηκτική, ευάλωτη, αισθαντική η αφεντιά της,
εγκατέλειψε τον επισκέπτη, τον όποιο κίνδυνο, το ίδιο απόγευμα. Βρόντηξε
την πόρτα, κατεβαίνοντας με πείσμα τις σκάλες. Το ίδιο απόγευμα, την είδα
πάνω στη σχεδία, να μετατρέπεται σε Οδυσσέα, χωρίς Ιθάκη, να νοιώθει εξόριστη στην αμαρτία της, επειδή όλα είναι ύλη.
Προτείνω λοιπόν να παγώσετε το χρόνο με αμήχανο μειδίαμα. Μάρτυρες της μεγάλης εξόδου της Γραφής, διατηρήστε τις απορίες. Σε στιγμές υψηλού κινδύνου, προέχει η κατανόηση. 

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ-ΔΕΝΔΡΟ

ΟΙ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ ME ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΓΟΝΑΤΙΣΜΕΝΟ μπροστά σε δύο γάμπες. Η θέα εξαντλήθηκε σ’ ένα ζευγάρι γυαλιστερά, ψηλοτάκουνα πέδιλα κι ένα λουράκι δέσμευε τους λεπτούς αστράγαλους.
— Οου, συγγνώμη. τσίριξε το θηλυκό, για την ακρίβεια το κορίτσι του Θόροου.
(Πετάχτηκα σα να με χτύπησε κεραυνός.)
— Παρακαλώ, περάστε.
— Αου, δεν πειράζει.
(Σκύβει, ακριβώς όταν τελειώνει την πρόταση και ισιώνει την κάλτσα στο
δεξί πόδι. Σηκώνει τη φούστα. Η δαντέλα ανεβαίνει περήφανα. Εκεί, στηριζόταν η ζωή μιας ζαρτιέρας. Συνέχισε με τ’ άλλο πόδι.)
— Μπορείτε σας παρακαλώ να με βοηθήσετε; Φοβάμαι μη τη σκίσω. Να,
δείτε τα νύχια μου. Αρνούμαι να σκύψω για δεύτερη φορά. Παραδίνομαι.
Μακάρι η μεγαλοψυχία σας να μας σώσει όλους εδώ μέσα. Ίσως τότε επιστρέφουμε στην επίγεια ζωή. Ίσιος τότε ξαναδούμε το φως του ήλιου, ίσως ξαναζήσουμε έρωτες.
— Ορίστε, να σας βοηθήσω, είπατε; Χμ…
(Πριν από μερικά χρόνια, ένα κοπάδι με ηλιοτρόπια έγερνε το κεφάλι του
στο δειλινό. Επιστρέφαμε απ’ το αγρόκτημα, όταν εσύ αδελφέ κατέβαινες στ’
άδυτα. Τι γυρεύω εδώ κάτω μου εξηγείς; Τι μ’ έπιασε και χρησιμοποιώ την
απουσία σου μπροστά σε μία ωραία γυναίκα. Ντροπή μου! Γούρλωσα τα μάτια και συγκεντρώθηκα. Η γυναίκα έτεινε το πόδι. Τα χέρια μου, άγκυρες ριγμένες στη δαντελωτή φούστα.)
— Να, φοβάμαι μήπως…
Το κλαρινέτο σκόρπιζε τις σκιές. Διάβαζα τα σαρκώδη χείλη της. Απαιτητικό κείμενο. Κατέβασα το πηγούνι αργά. Σχεδόν νωχελικά. Δέχτηκα την παράκληση και ξαναγονάτισα. Η κόλαση ή ο παράδεισος μετρήθηκαν με δύο κινήσεις: πρώτα τράβηξα κι ύστερα στερέωσα τη δύναμη των χεριών στη σούστα.
— «Ελάτε, συμπαθητικέ κύριε. (βιαστείτε». είπε με νάζι η καλλονή. «Τι θα
λέγατε για ένα ποτό; Χρωστάω κέρασμα. Αποκλείεται να ξεφύγετε. Είμαστε
αιχμάλωτοι».
Ζέσταινα το προφίλ στα γόνατα της τραγουδίστριας. Αφουγκραζόμουν
την ιστορία όπως έκανα μικρός με τα δέντρα. Κουλουριασμένος πάνω στη
γυναίκα-δέντρο έμοιαζα με ωραιότατο θύμα. Όφις στο καλοκαίρι του κορμιού της.
«Αχ. μη γελάτε άλλο σας παρακαλώ Θα τσακιστώ αγαπητέ μου. Θα πέσω
πάνω σας… αχ!»

 

ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ

 

1.Ο ΕΝΟΙΚΟΣ

Ο χρόνος κατοικούσε στους πνεύμονες. Ζούσε στη δική του καμπούρας
τυφλός στον ανεμοστρόβιλο των λεπτών. Τα γεγονότα, ληγμένο εισιτήριο.
Σπανίως του κρατώ κλειστή την πόρτα. Εμπρός χρόνε, γίνε ματιά, δαγκωματιά στο στήθος του ερωτευμένου, λειψό μαγιάτικο φεγγάρι, απορία στους σπόνδυλους της Γραφής.
Πόσο χρόνο καταναλώνει η Γραφή εν αγνοία μας; Πως ελίσσεται στα κενά; Εδώ, αγαπητοί μου φίλοι, χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Η Γραφή δανείζεται απ’ τον προσωπικό μας χρόνο, αναδιπλώνεται, γλιστρά στο στομάχι. Δεν κάνει διακρίσεις. Κολυμπά στις αρτηρίες, αρχαίο ψάρι, υπηρέτης του Ομήρου.
Περνούν, λοιπόν, τα χρόνια κι ο χρόνος των λέξεων ταξιδεύει στον πατέρα χρόνο. Ατενίζει τους αναγνώστες, αναπαύεται στα βλέμματα, δύει στην ψυχή. Συρρικνώνεται στο τοπίο, κυρίως όταν τον διαπερνά, τον διακόπτει το τρένο της μνήμης.
Ταράζεται ο χρόνος των λέξεων. Αποβιβάζεται η Γραφή. Στο κενό αυτό
ποντάρει η ειρωνεία. Καλείται ο ρόλος των συγγραφέων. Τυφλωμένοι από
κατάχρηση χάνουν τα χνάρια της. Χαριτολογούν, χτυπιούνται σα χταπόδια.
Σε ποιον Τειρεσία θ’ αποταθούν;
Ένα μεταλλικό κουτί στο παγκάκι, μου άναψε την περιέργεια. Χαμήλωσε το αληθινό πτηνό, έσκυψε να φλερτάρει τα πουλιά στην εικόνα. Άνοιξη, το κάρο σταματημένο έξω απ’ την αγροικία. «Τιτ-τατ» το πουλάκι, με λίγο πορτοκαλί στο λαιμό. Πάλι το γνωστό «τιτ-τατ». Ξεροκάταπια. Λύγισα στην ιδέα ότι μπορεί να είχε μεταμορφωθεί ο τρομερός —πως τον λέγανε— απ’ το Χάρλεμ Μπαρ. Με τα χέρια γροθιά στις τσέπες, βρήκα καταφύγιο σε μέρος σκιερό.
Υπάρχουν ειρωνείες κι ειρωνείες. Τίποτε όμως δεν είναι δεδομένο και,
για να περνάμε καλά, συμβιώνουμε με τις πιο αιχμηρές. 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s