ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Miltos_Sahtouris

 

 

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του δικαστικού και κρατικού νομικού συμβούλου Δημητρίου Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυάρχου και αγωνιστή του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη από την Ύδρα. Το 1937 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του στο τέταρτο έτος και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, ζώντας από την πατρική του περιουσία. Το 1944 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η λησμονημένη. Ακολούθησαν οχτώ ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν και στο συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα (1945-1971) του 1977, καθώς επίσης τα Χρωμοτραύματα (1980) και τα Εκτοπλάσματα (1986). Η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια κυκλοφόρησε από τον Κέδρο το 1998. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Φραντς Κάφκα και συνεργάστηκε με περιοδικά όπως Τα Νέα Γράμματα, Το Τετράδιο, Τα Νέα Ελληνικά, Το τράμ, Η λέξη. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό ποίησης της ιταλικής ραδιοφωνίας (1956), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962), τη χορηγεία του ιδρύματος Φορντ (1972), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1987 για τη συλλογή Εκτοπλάσματα). Ο Μίλτος Σαχτούρης ξεκίνησε να γράφει ποιήματα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όταν ακόμη ήταν φοιτητής στη Νομική. Τότε γνωρίστηκε με το Νίκο Εγγονόπουλο και ήρθε σε επαφή με το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού, τα μηνύματα του οποίου αφομοίωσε δημιουργικά στην πορεία του προσδιορισμού της προσωπικής του ποιητικής έκφρασης. Η ποίησή του κυριαρχείται από συμβολικά και αρχετυπικά στοιχεία και κινείται στα εφιαλτικά πλαίσια του κλειστού ποιητικού του κόσμου, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικές θεματολογικές, γλωσσικές και εκφραστικές εμμονές, πάντα όμως με μια βαθύτερη, αν και έμμεση, πολιτική αγωνία.
Πέθανε στις 29 Μαρτίου 2005.

 

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Η Μουσική των νησιών μου» (1941) (αποκηρυγμένη συλλογή δημοσιευμένη με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης)
«Η Λησμονημένη» (1945)
«Παραλογαίς» (1948)
«Μέ τό πρόσωπο στον τοίχο» (1952)
«Όταν σας μιλώ» (1956)
«Τα φάσματα ή Ή χαρά στον άλλο δρόμο» (1958)
«Ο περίπατος» (1960)
«Τα στίγματα» (1962)
«Σφραγίδα ή Η όγδοη Σελήνη» (1964)
«Το Σκεύος» (1971)
«Ποιήματα» 1945-1971 (Εκδόσεις Κέδρος, 1977)
«Χρωμοτραύματα» (1980)
«Εκτοπλάσματα» (1986)
«Καταβύθιση» (1990)
«Έκτοτε» (1996)
«Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998)
«Ποιήματα (1980-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2002)
«Ποιήματα (1945-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2014)

 

 

 

 

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (1945)

 

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος

που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα —κεντημένος ένας αετός—
πράσινος παπαγάλος —κλείνω τα μάτια— κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

 

 

Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή
ηλεχτρικοί πολυέλαιοι
δυο πρωινά παράθυρα
δυο μάτια φωτισμένα
η σκιά τ’ ανθρώπου διαβαίνει
μέρα να ’ναι για νύχτα
κι η φωνή: Μην τρέχεις μη φεύγεις
σ’ αγαπώ
La voix du rêve

 

 

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρόμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογκάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

 

 

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ

Αυτός ο άντρας
με τα δύσκολα λόγια
μέσα στη νύχτα
δίχως τη φωνή του
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα χέρι σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα στήθος σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
δεν έχεις πια μάτια
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
πηγαίνεις
λησμονημένη
ψηλαφητά
μες στα μαύρα πηγάδια
ούτε το φιλί σου
να κάψεις
ούτε στο πηγάδι
να πέσεις
ούτε το αίμα σου
να συνάξεις
όταν θα σκύβει
βαρύς επάνω σου
να πάρεις ένα
δάχτυλό του
να κάνεις δική σου
τη νύχτα
να ξημερώσεις
πάλι ολάκερη
πάλι ωραία
τη χαραυγή

 

 

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

I

Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος
δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας
δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής
δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής
δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών
δεν είναι αυτό το δέντρο δέντρο ηλεχτρικό
δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού

Δεν είναι η λευκή γριά γριά ετοιμοθάνατη

Είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί δύναμη χαράς
για τη ζωή της λησμονημένης

IV

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγκος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μες στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά τ’ αγαπημένου της που πέρασε

V

Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησιές
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δέντρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκότωσαν
εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια
τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν
ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι ήθελαν
να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν
και τον κόψαν στα δυο μ’ ένα σπαθί. Από τη μέση
κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ’ ένα παράθυρο.
Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν
τα μικρά που αρχινάνε. Γι’ άγαλμα δε φάνηκε άξιος
γιατί δε μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του.
Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και
τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα παράθυρα.
Τώρα πλάι στα χείλια του έχουν φυτρώσει
δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος
ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι
άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος. Αυτά τα λόγια
θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμονημένη.

 

 

 

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)

 

Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα στάλα το αίμα
απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφαχτήκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της

 

 

ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρομισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες των δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως

Να πεθάνουν

Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

 

 

ΤΑ ΔΩΡΑ

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

 

ΕΞΙ ΣΤΙΓΜΕΣ

I
Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές
φωτογραφίες
κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει
στόματα κοριτσιών
κλαίει βγάζει ένα κόκκινο
σκαμνί στο πεζοδρόμιο

II
Ο άρρωστος μελετάει
τις καπνοδόχες
ξέρει πως από μέσα τους
φεύγουν τα όνειρα
και οι καπνοί
των πεθαμένων

III
Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του
μια ζωγραφιά
έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι
θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά
θέλει να βγάλει το μαχαίρι
να σκίσει τη ζωγραφιά

IV
Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο
εγώ έχω μια κιθάρα
όταν οπλίζω την κιθάρα
το περίστροφο παίζει μια εξαίσια
μουσική
όταν σκοτώνω με την κιθάρα

V
Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια
ανοιχτά φέρετρα κάτω απ’ τον ήλιο
ανοιχτά στόματα κάτω απ’ τον ήλιο
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα

VI
Ο βαρκάρης των κεραυνών
γυρίζει
από ακτή σε ακτή
δε θέλει ν’ αράξει πουθενά
τη βάρκα του ψιθυρίζει
φύγαν φύγαν τα νερά

 

 

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Στον Οδυσσέα Ελύτη

Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει
μες στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς

Ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τις γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγείτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου

Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά
ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
ελάτε βγείτε σφαγμένα περιστέρια μου

 

 

Ο ΑΕΤΟΣ

Την ώρα που κοιμάται
ένας αϊτός
πέφτει μες στο κρεβάτι της
νεκρός
την ώρα που κοιμάται
ένα περιστέρι
κουρνιάζει στο δεξί της
χέρι

Τον αετό
τα ματωμένα δάχτυλα της
ρίχνουν
στον γκρεμό
το περιστέρι
τα ματωμένα δάχτυλα της
σφίγγουν
ρίχνουν στο πανέρι

Την ώρα που ξυπνάει
ένας αϊτός
στέκεται στο κρεβάτι της
ορθός
την ώρα που ξυπνάει
ένα μαχαίρι
της κόβει το δεξί της
χέρι

 

 

ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε
η κόρη με τα φίδια της
με τα ωραία λουλούδια της

Όμορφα που μυρίζαν τα λουλούδια

Τα χέρια του έδενε
ο ληστής
που μούγκριζε
στα πόδια της
το αίμα
το κεφάλι του
η γλώσσα
η ρίζα
το φιλί
γιομάτοι οι κήποι
αίμα
μη μιλάς

Κανένας δε μιλούσε

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε
η κόρη με τα φίδια της
με τα ωραία λουλούδια της

 

 

 

ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (1952)

 

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

Στον Γιώργο Μαυροΐδη

Χώρα
γιατί
ποιά χώρα

τα σπίτια γύρω γύρω
οι πόρτες
ποιά σπίτια
ποιές πόρτες

τα χέρια
και τα πόδια
και τα δάχτυλα

όχι τα σπίτια
οι πέτρες

ποιά χέρια
και ποιά πόδια
και ποιά δάχτυλα

οι πέτρες;

ποιές πέτρες
αυτές που είχα στα
χέρια μου
ή τα δάκρυα
που δε θα τρέξουν
από τα μάτια μου

 

 

Η ΣΚΗΝΗ

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τούς τοίχους τους είχαν στολίσει με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυό σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες
τις πλευρές
δε θα ‘ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τούς σπάγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ’ έξω έγδερνε τις πόρτες

 

 

ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ

Δυστυχισμένα όνειρα
τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία
οι εφημερίδες λησμονούν
όμως μες στην καρδιά μας
καίει μια κατακόκκινη πληγή
απ’ το παλιό χρυσάφι

Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας
τα κρύβουμε σε βαθιά υπόγεια
λύνουμε τις ντουλάπες μας
στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας
κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει
από μια χαραματιά και τις φωτίζει

Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια
ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί
μες στο κεφάλι μας
ακόμα λίγο και θα πήξει
το αίμα μέσα στην καρδιά μας
πρέπει να βγούμε σύρριζα
πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια

 

 

ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στον Νίκο Γκάτσο

Κανείς δε θάβει εδώ
τριαντάφυλλα
τουφέκια ρημαγμένα
δίχως φτερά
γυρίζουνε τις κάννες τους
απάνω μας
το βράδυ
όταν σημάνει προσκλητήριο
μαζεύονται
οι σημαίες
κι αυτά τ’ άλλα πουλιά
με τ’ ανθρώπινα στόματα
που είναι σαν καρδιές
και με το αίμα
και μας κοιτάζουν

Η ιστορία αυτή
γίνεται σε μια λίμνη
εδώ και δέκα χρόνια
απαράλλαχτη
κάθε νύχτα
χειμώνα
καλοκαίρι

 

 

Η ΑΠΟΚΡΙΑ

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο
εν-δυο με παγωμένα δόντια
Το βράδυ βρήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά

 

 

 

ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ (1956)

 

Η ΠΗΓΗ

Φεγγάρι πεθαμένο μου
γιά ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μια πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι

 

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
ετούτος κρύβει το φεγγάρι
για χάρη της είχαν κρεμάσει
τριαντάφυλλα στον ουρανό

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
γεμίσανε σπυριά τα χέρια
γεμίσαν λάσπη κι οι καρδιές
είν’ ένας δρόμος πληγωμένος

Είν’ ένας δρόμος φλογισμένος
είν’ ένας δρόμος λυπημένος
μπρος το παιδί με την ουρά
κι ο δαίμονας με την παρθένα

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
άναψαν πράσινα κεριά
πρόβαλε ο σκύλος με τα πέπλα
βόγκηξε αργά και προχωρούσε

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

Αποδώ θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου

τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα

 

 

 

ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ (1958)

 

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

 

 

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο
σκισμένο από κοφτερά γυαλιά
ύστερα φάνηκε στον ουρανό
μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού
έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ένα ραγισμένο χέρι λίγα βήματα
ύστερα γίνηκε φωτιά
έκλαιγε σαν κακό πουλί
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιός ξέρει από πού ήρθε και πώς έφυγε

Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα

18 Φεβρουαρίου 1956

 

 

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου

Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

 

 

Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ

Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω

 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ

—Η βροχή
έρχεται
μέσα στο μυαλό μου
πλένει τα όνειρα μου

—Ένα αυτοκίνητο
ξεκοιλιασμένο
στο δρόμο
περιμένει
το χασάπη
των Χριστουγέννων

—Ένα τσιγάρο
δυο τσιγάρα
στο μοναχικό
δωμάτιο
ο άντρας είναι πυγμάχος
η γυναίκα είναι καρφίτσα

—Φοβερή ιστορία
η μανία
του βοριά
πάνω στο παράθυρο
σταύρωσε
μια παιδούλα

—Ένα φύλλο έπεσε
από το δέντρο
το βράδυ
κι άρχισε
να πηδάει
πάνω στο χώμα
ουρλιάζοντας

 

 

ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Δύσκολα χρόνια
τρομαγμένα παιδιά
σιάχνουν με χαρτί κοκοράκια
τα βάφουν μαύρα
σα σβησμένα κεριά
τα βάφουν κόκκινα
σα ματωμένα λουλούδια
κι απορούν οι μανάδες
που ύστερα έρχεται
ο μεγάλος φίλος
ο κατάμαυρος φίλος
με τα χρυσά χέρια

και τα παίρνει

 

 

 

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ (1960)

 

ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΕΡΧΟΤΑΝΕ

Αυτή που ερχότανε
τη νύχτα
η γελαστή
κι η άλλη η γελαστή απ’ το λουλούδι
κι η άλλη η γελαστή απ’ τη γωνία
του φριχτού
συγκλίναν προς εμένα
όμως
το πρόσωπό μου ήταν
νεκρό
με δυο πελώριους σταυρούς
για μάτια
ενώ απ’ τη δική του
τη στιγμή
ο γλύπτης
χαμογελούσε

 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Χρόνια
ο ουρανός
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
κρυμμένο
μες στην τσέπη μου
και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
αίμα
γιατί βροχή
πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
τσακίζοντας
κρέατα
και κόκαλα

Έτσι
σαν ήρθε η Ανάσταση
ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους

ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί

 

 

ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΟ

Ζωγραφισμένα στόματα
μπήκε η φωτιά
ο καπνός
σας έσπασε τα δόντια

ένα κορίτσι
έκαψε το φουστάνι του
γιατί πάγωσε
λέει: «Αγαπώ τα παγωμένα φορέματα
και σας κρατώ μόνο ένα λουλούδι
ευχαριστώ»

ένας ζητιάνος
λέει: «Το ξέρετε;
ένας πατέρας έγινε
περίστροφο
εγώ όμως
έχω ένα μεγάλο δωμάτιο
με κόκκινες κουρτίνες
φύγετε!
δεν είστε άνθρωποι
είστε φεγγάρια
δε θέλω να σας ξαναδώ!»

ένας άνθρωπος
ψάχνει
τους δρόμους
μαζεύει κομματάκια
από χαρτί
πακέτα από τσιγάρα
χαμογελάει
λέει: «Είμαι δολοφόνος
τί νομίζετε»

κι εγώ
με την καρδιά βαριά
μαζί μ’ αυτούς
σε δύσκολους καιρούς
μηδενισμένος
ξεσπάω σ’ έναν άσπρο
θάνατο
με αίμα

 

 

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ

μνήμη Guillaume Apollinaire

Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει
γεμίζει λάσπη τ’ όνειρό μου
είναι ένα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τρένο
ο σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγες
γιατί έχει πολύν καιρό νά ’ρθει
τρένο σ’ ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ’ ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά τα γένια
σα να ’μαι άρρωστος πολύ
κι όπως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι

 

 

ΤΟ ΡΟΛΟΓΙ

Μαύρος ο ήλιος
στον κήπο
της μητέρας μου
μ’ ένα ψηλό καπέλο
πράσινο
ο πατέρας μου
μάγευε τα πουλιά
κι εγώ
μ’ ένα κουφό
ρολόγι δύσπιστο
μετρώ τα χρόνια
και
τους περιμένω

 

 

 

ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ (1962)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ο ήλιος είναι πράσινος
τα δέντρα καίνε
περιμένουνε τα χελιδόνια
οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές
δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια
μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας
τώρα τα χέρια και τα πόδια μας
κρέμονται στα δέντρα

 

 

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει

Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι

Έν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι

 

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΜΙΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ

Ήταν μια όμορφη γωνιά
μια όμορφη μέρα
με υποχθόνιο κρότο έτριζε έκαιγε
βαθιά ο ήλιος έβγαινε
κι ύστερα χάνοταν παράξενα
ήταν μια όμορφη γωνιά
μια όμορφη μέρα
μέσα στο θάνατό μου
πετούσαν πεταλούδες
κι ο ήλιος ξάφνου έβγαινε
κι ύστερα
χάνοταν έσβηνε
παντοτινά

 

 

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Στην Εύα Μυλωνά

Πάλεψα
πάλεψα πολύ

όμως
μονάχα αυτός ο μαύρος
άνθρωπος
έμεινε
στριφογυρίζει
δείχνοντας τα δόντια

πάλεψα
πάλεψα πολύ
ώσπου να γίνουν όλα
μαύρα

σκεπαστείτε

 

 

ΕΡΗΜΟΙ

Έρημοι άνθρωποι μέσα στο κρύο
μιλούν στην Παναγία

ανέκφραστο το δέντρο
δίχως φύλλα
τους κοιτάζει

κοράκια ντύθηκαν κόκκινα
σαν πόρνες

η εκκλησία έσπασε
απ’ την πολλή βροχή
οι άγιοι βρεθήκανε
να τρέχουνε στους δρόμο

Η ΚΟΛΑΣΗ

Έβγαινε
ένα ζεστό σκοτάδι
κι αυτός
είχε ξεχάσει το κεφάλι
που επίμονα
αρνιότανε
τα δόντια

τώρα
βασίλευε
ο τρελός

ένα μπαμπάκι
και η πίσσα

 

 

 

ΣΦΡΑΓΙΔΑ ή Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ (1964)

 

ΓΥΡΙΖΩ

Γυρίζω γύρω γύρω ματωμένος
μες στο φεγγάρι του ύπνου μου

ασπρίζει μέσα μου η φωτιά

άγριο σπίτι της κούκλας
με τις πασχαλιές
το πόρφυρό σου μάτι υψώνοντας
μ’ εξουθενώνεις

δέντρα που καίτε τα πορτοκάλια
σαν κεριά
στην παγωμένη σας βροχή
θ’ αναπαυτώ

ασπρίζει μέσα μου η φωτιά
καυτό μες στην καρδιά μου
στάζει το κερί

και συ μαρμάρινο φεγγάρι

με ραγίζεις

 

 

ΘΡΗΝΟΣ

Σκισμένα τα κορίτσια σα χαρτόνι
με στίγματα από θειάφι μέσα στο κεφάλι
με χόρτο θυμωμένο μες στο στόμα
να σπάζουν το φλιτζάνι τ’ ουρανού
με δάκρυα τεντωμένα μες στα μάτια
σα μαύρες ολοκαίνουργιες καρφίτσες
πότε το χρώμα των πουλιών θα τραγουδήσει;
πότε οι πεταλούδες θα χτυπήσουν τα μαχαίρια;
όταν στους ήλιους θα φυτρώσουν άλλα χέρια
κι ο ύπνος θα τους αδειάζει απ’ το σκοτάδι

κι η νύχτα θα ’ναι όμορφη σα μέρα

 

 

ΣΗΜΑΔΙΑ

Τα σήματα που δώσαμε
δεν ήτανε δικά μας

σκύλοι τραγούδαγαν παράφωνα
κι από τη χλόη φύτρωναν αστέρια

στην άσφαλτο τρυπούσαν το λουλούδι
στην πληγή
κοπέλες του νεκρού αέρα

άνοιγαν ξαφνικά τα δόντια
του καιρού
να βγει ο νέος μαστός
ο αγαπημένος

κυνήγαγε ο αέρας το πουλί
με το κομμένο αίμα

έσταζε το αίμα πίσσα στο νερό
κάτουρο άδειαζε πάνω από τα
κεφάλια

με μορφασμούς θανάτου
τωρινούς
και ξεχασμένη την πληγή απ’ το
φεγγάρι

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου

τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου

το πεθαμένο το παιδί

δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι

τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ’ τις λεμονάδες
πετάει μια νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο

μ’ ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι

 

 

Η ΦΕΓΓΑΡΑΔΑ

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μια μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

 

 

ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ

Τον έστησαν εκεί οπού φυσάει ο πιο
άγριος άνεμος
τον έταξαν στις παγωνιές
του δώσαν ένα φόρεμα μαύρο
και μια γραβάτα κόκκινη
έναν ήλιο τρυπημένο με καρφί να στάζει
μαύρα γυαλιά
αίμα πάνω στο δηλητήριο
ένα κοντάρι
κι ένα καναρίνι
τον έστησαν εκεί οπού τινάζεται ο πόνος
τον έδωσαν στο θάνατο
να λάμπει ασημένιος

 

 

ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ (1971)

 

ΧΡΟΝΙΚΟ

Ο ήλιος χτυπάει ρυθμικά
και παγωμένος αέρας βγαίνει απ’ το φεγγάρι
το χέρι του τ’ αριστερό τσακίζει ο δαίμονας
σπάζει το μαύρο
σπάζει και το κόκκινο
ξάφνου ανθίζουν μυγδαλιές
ρίχνει τα ζάρια κλαίγοντας ο γέροντας
κι αναστενάζει η Παναγιά
κι όσους ξεγέλασε ο καιρός
κι όσους ξεχώρισε η σκιά
τώρα είναι καρφωμένοι

σαν πεινασμένοι έλικες γυρίζουνε
οι δείχτες των ωρολογιών

ατάραχος ο Θάνατος κάθεται
στην καρέκλα του

μενεξεδένια συνάρτηση
ο κόσμος

 

 

ΤΑ ΛΟΓΙΑ

—Δε μου αρέσεις
δε μου αρέσει –λέγαν η φωνή σου
—Δε μου αρέσουν τ’ άγρια ζώα που
μπαίνουν βγαίνουν και ουρλιάζουν
μες στο στόμα σου.
(Αυτό το είπε ένα λουλούδι
που έκαιγε απ’ το πυρετό
και που η μάνα του πριν απ’ αυτό
λίγο καιρό είχε πεθάνει

 

 

Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ

Άραγε ο πνιγμένος
με το ριγέ άσπρο κοστούμι στη γωνία
να είμαι εγώ;

άκουσα τη φωνή του μακρινού πατέρα μου
έσπασα το ρολόγι
έβγαλα από μέσα
πλήθος μικρές ροδίτσες κι ελατήρια

άπλωσα τις καραμέλες πάνω στο τραπέζι
πράσινες κίτρινες κόκκινες
βγάζουν μικρές αόρατες φωνές
σαν ζώα

μια γάτα κόκκινη ξάφνου αγρίεψε
όρμησε και μου σκίζει τα βιβλία

άπλωσα την καρδιά μου πάνω στο τραπέζι
την έκοψα στα δύο μ’ ένα ψωμομάχαιρο

ύστερα ξάπλωσα λουλούδια μέσα στη μπανιέρα

ύστερα έπεσα να κοιμηθώ

 

 

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έκοψα το κεφάλι μου
το ’βαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου

—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε

το ’ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει

το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου

γύριζα έξαλλος τους δρόμους

με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

 

 

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει στόχο την αυλή μου
απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσιρίζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα…

τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

—Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω

 

 

ΏΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ I

Ώς το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί
θα ’πρεπε να ’ταν σύννεφο
σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά
όταν φοβούνται

 

 

ΏΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ II

Πάνω στο στρώμα το σώμα του περνούσε από φάσεις
τρομαχτικές. Το ένα του πόδι λέπταινε σαν κλωστή,
ενώ το άλλο χόντραινε σαν κορμός δέντρου.
Ένιωθε όμως την πυγμή του τρομερή και καθώς το
κρεβάτι του ήταν πλάι στον τοίχο, θα ’θελε μ’ ένα
χτύπημα να τρυπήσει τον τοίχο και το χέρι του να
περάσει στο διαμέρισμα το διπλανό.
Πολλές φορές στο δρόμο, καθώς περπατούσε,
αισθανόταν ξαφνικά να πυρακτώνεται όλο του το κορμί
και στο τέλος θα τιναζότανε προς τ’ απάνω, σα βολίδα.
(Και το ’θελε πολύ αυτό)
Όμως στο καφενείο καθόταν ήσυχος παίζοντας
το κομπολόι του, έπινε τον καφέ του…
Νομίζω τον λέγαν Τζιάκο ή Τζακόπουλο ή κάτι
τέτοιο

 

 

 

ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

 

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

 

 

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες

δεν το περίμεναν

 

 

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΟ

Κρύα βλαστάρια παράξενου
θανάτου
φύτρωσαν στον Ουρανό

ναι, δίχως ύπνο

κι ανοίγανε τα χέρια
και πέφταν και σκορπίζανε
χιλιάδες τα μαργαριτάρια

αντίκρυ στέκοταν ένα μανιτάρι
δηλητηριασμένο και τα κοίταζε

το πιο ωραίο γραμματόσημο

 

 

ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fräulein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

 

 

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

Μέσα στον τάφο μου
περπατώ ταραγμένος
τ’ απάνω κάτω
τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω
να ουρλιάζουν
ιδέες-αυτοκίνητα
αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε
μιλούνε, γελάνε
για μένα

λένε αλήθειες
λένε ψευτιές
για μένα, για μένα!

—Μη, τους φωνάζω
μη μιλάτε
για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν
θα σας βγάλουν τα μάτια!

 

 

ΑΣΑΗ

Όταν ανέβαινες στο βουνό
εσύ κατέβαινες στην πεδιάδα
να κυνηγάς ψυχές
να κυνηγήσεις άσπρες πεταλούδες
και τις περνάς σε ασημένια ψιλά σύρματα
γιατί ο ίδιος είσαι συ αυτός που ανεβαίνει
κι αυτός που κατεβαίνει
δεν είναι λοιπόν η πεταλούδα, πεταλούδα
η πεθαμένη δεν είναι πεθαμένη
ούτε ο τάφος, τάφος της
—Ασάη! σου εφώναξα λοιπόν
όπως σου έλεγα εγώ τις σκάλες κατεβαίνοντας
εγώ ο ίδιος τις σκάλες ανεβαίνοντας
και λίγο έλειψε να τσακιστούμε
εγώ τραβώντας για τον Ουρανό
εγώ πέφτοντας κατακόρυφα
φωνάζοντας κι οι δυο μαζί:

—Ασάη Εσμέ Εσμέ Ασάη!

 

 

 

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)

 

ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ

στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.

 

 

FRANZ KAFKA

Ο Φραντς Κάφκα ζούσε σ’ ένα μεγάλο υγρό δωμάτιο
στρωμένο μ’ ένα βρόμικο παλιό χαλί.
Πού και πού διάτρεχε το χαλί ένας μεγάλος
γκρίζος ποντικός.
Ο πόντικας αυτός, έλεγε συχνά ο Φραντς,
ο πόντικας αυτός, είναι η αγαπημένη μου κι εγώ.

 

 

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ

Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
—Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
—Κι εσύ, Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

 

 

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΝΕΚΡΟΣ

Ένας κόσμος νεκρός
πίνει το παγωμένο γάλα του
βάρκες πηγαίνουν έρχονται
φέρνουν κι άλλους νεκρούς
μητέρες χάνουν τα παιδιά τους
παιδιά κλαίνε γιατί χάσαν τις μητέρες τους
τέρατα χαρτοπαίζουν:
— Ρίξε το πέντε! ουρλιάζει ο νεκρός δολοφόνος
ξάφνου πάλι μιλάει
η κυρία σκατό και καρπούζι
ώσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη
το μαχαίρι της
και ν’ αρχίσει να σφάζει.

 

 

 

ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

 

BATIR DES CHATEAUX EN ESPAGNE

στον Roger Milliex

Εδώ και σαράντα χρόνια
ο θάνατος στέκει πλάι μου
είναι μι’ ασπροντυμένη κοπέλα
κάθε μέρα μού ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
πού και πού ρίχνει μια κρυφή ματιά
και με κοιτάζει.

Κι εγώ γράφω κόκκινους στίχους
χτίζω γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία
και περνάνε χρόνια και χρόνια
ασπρίζουν τα μαλλιά της κοπέλας
ασπρίζουν τα μαλλιά του θανάτου
κάθε μέρα μού ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
κι όλο ρίχνει κλεφτές ματιές
ματιές απορημένες
σε μένα
που ατάραχος πάντα χτίζω
γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία.

 

 

29 ΙΟΥΛΙΟΥ

29 Ιουλίου, αποφράδα ημέρα
της μη γεννήσεώς μου
βρίσκομαι βαθιά μες στα νερά
της θάλασσας του Πόρου
νεοφώτιστος
συντροφιά με τους φίλους μου
τα ψάρια.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ

Το τρανζίστορ με παρηγορεί
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
καθαρίζω τα γυαλιά μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου
ακούω τραγούδια του χειμώνα
και τραγούδια για το καλοκαίρι
τραγούδια για τους ήλιους
και τραγούδια για τη βροχή
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου.

 

 

ΤΑ ΝΗΣΙΑ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος
καθώς περιμένω μέρες και μέρες
για να γυρίσεις
έτσι που τριγυρίζεις τα νησιά
νησιά θανάτου καθώς περιμένω
τόσες ημέρες κι ώρες θανάτου
για να γυρίσεις
γιατί έρωτας είναι ο θάνατος
απ’ του θανάτου τα νησιά
να ξαναρθείς.

 

 

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.

 

 

ΕΝΑΣΤΡΗ

Έναστρη
εσύ στη μίαν άκρη
εγώ στην άλλη
της αφιλόξενης
αυτής
γης
θυμάσαι
τρέχαμε
το φθινόπωρο
μες στη βροχή
στους υπαίθριους
συνοικιακούς
κινηματογράφους
ύστερα καθόμαστε
στα μαρμάρινα σκαλοπάτια
κάποιων σπιτιών
θυμάσαι
έναστρη
εκείνη τη βροχή
εγώ στη μία τώρα
εσύ στην άλλη άκρη
της αφιλόξενης
αυτής
γης.

 

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Δεν είναι καλοκαίρι
δεν είναι άνοιξη
είναι χειμώνας
περνάν τα χρόνια
περνούν οι εποχές
κι αυτή η καρδιά
ώς πότε θ’ αντέξει;
σήμερα είδα έναν άνθρωπο
φώναζε
στριφογύριζε μ’ ορμή
το σακάκι του
και φώναζε
για το Διάβολο
και το Θεό
κι εγώ με το μπερέ
και το κόκκινο κασκόλ
ξεχνάω
ολοένα ξεχνάω
σε λίγο θα ξεχάσω
και ποιός είμαι
και τότε…

 

 

 

ΕΚΤΟΤΕ (1996)

 

ΙΟΥΛΙΟΣ 1990

—Ε, Μάρκο Πόλο
μου φώναζε τότε ο «Χριστός»
άδεια η Φωκίωνος Νέγρη
μονάχα εμείς οι δύο
είχαμε μείνει
και τα σκυλιά.

 

 

ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ

στον Αλέκο Φασιανό

Πόνος
και πάλι πόνος
τρόμος
και πάλι τρόμος
στο άδικο σώμα
στην άδικη ψυχή
από ένα έρημο ξενοδοχείο
έφυγε ξαφνικά
χάθηκε η μητέρα
σ’ ένα μακρύ τούνελ
χάθηκε ο πατέρας
κι έρημη
πλανιέται
από πόνο
σε πόνο
από τρόμο
σε τρόμο
η άδικη ψυχή.

 

 

Η ΜΗΤΕΡΑ

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν
γεμάτοι ερείπια· μοναχά τοίχους πεσμένους και
πέτρες έβλεπες· κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν.
Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα.
Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,
με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα
συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας.
Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…
Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ

Καημένε Νίκο
τί ζωή ήταν κι αυτή
κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες
οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου
όμως εσύ καλά έκανες
έπινες τα ουζάκια σου
κι όλους αυτούς τους μούντζωνες
και πριν να φύγεις
πρόφτασες κι αρπάχτηκες
από ένα κάτασπρο σύννεφο
από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό
κοιτάζεις
την αθανασία σου.

 

 

ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟ

Δαίμονες και Δαιμόνισσες
δαιμονίζονται στην ακτή
χαριεντίζονται μεταξύ τους
ετοιμάζουν τα νέα δαιμονάκια
που θα βασιλέψουν
σ’ αυτή τη γη
που είναι πια δική τους

Μακριά στον ορίζοντα
σε μια κόκκινη θάλασσα
μέσα σε ψεύτικους καπνούς
βυθίζεται ένα καράβι.

 

 

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Στο σπίτι του πεθαμένου ποιητή
είναι κολλημένες φωτογραφίες
άλλων νεκρών ποιητών
που όταν ήταν ζωντανοί
αστειεύονταν
ή τσακωνόντουσαν
με τον πεθαμένο

Τώρα μένουν ακίνητοι
κολλημένοι στους τοίχους
και μόνο ο νεκρός ποιητής
στριφογυρίζει στο κρεβάτι του
απελπισμένος.

 

 

Η ΑΥΤΟΧΕΙΡ

μνήμη Λ. Ι.

Συνάντησα την αυτόχειρα σ’ ένα μικρό καφενεδάκι.
Ήταν ήρεμη, ούτε χαρούμενη, ούτε λυπημένη.
Κάτι φευγαλέα είπαμε για την πράξη της
κι αποχαιρετιστήκαμε

Καθώς έφευγα το γκαρσόνι πλησίαζε το τραπέζι της
φέρνοντας
ένα μεγάλο λουκούμι πάνω σε μιαν οδοντογλυφίδα.

 

 

 

ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ (1998)

 

ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο· είναι πολύ μακριά
και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που
τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε
τους πνιγμένους, καθώς και τους
φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

 

 

Η ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Με ζητούν στο τηλέφωνο
μ’ έχουν τρελάνει απ’ το πρωί
θέλουν να μου μιλήσουν
για το καταραμένο απόγευμα.
—Μα αυτό είναι παλιά ιστορία,
τους λέω,
δεν εννοούν να σταματήσουν.
—Ναι, για την παλιά ιστορία
για το καταραμένο απόγευμα.
Έχουν τρελάνει τ’ αυτιά μου
πάλι χτυπάει το τηλέφωνο
θέλω να σταματήσουν

πάλι χτυπάει το τηλέφωνο
για το καταραμένο απόγευμα
για την παλιά ιστορία…

 

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Καθώς γύριζα σπίτι μου χτες τα μεσάνυχτα
συναντήθηκα με τον Διάβολο.
—Πώς από εδώ; τον ρώτησα.
—Έχω να πάρω δύο τρεις ψυχές
κάπου κοντά, μου απάντησε.
Και καθώς διάκρινε μιαν ακαθόριστη
έκφραση στο πρόσωπό μου…
—Μην ανησυχείς, δεν ήρθε ακόμα
η σειρά σου, έχεις ακόμα καιρό
για να ταλαιπωρηθείς πάνω
σ’ αυτή την απαίσια γη.
Και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε.

Τώρα, δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ
ή να λυπηθώ με τα λόγια του.

 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου… Γύρω
πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους
τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν
και είναι θαύμα πώς δεν πέφταν πάνω μου.
Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,
και νά, ξαφνικά βρέθηκα
μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη
όρθιο.
Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και
καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη
πόρτα του σαλονιού, είδα τον Χ ρ ι σ τα ό,
μ έ σ α σ ε λ ά μ ψ η, με τα χέρια απλωμένα
στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.
Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,
έγειρα και έπεσα κάτω λιπόθυμος.

 

 

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μες στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα.

 

 

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «Η ΕΛΠΙΣ»

Λίγο μακριά από την Αθήνα είναι το
Ξενοδοχείο «Η Ελπίς». Κάθε βράδυ
σ’ αυτό το Ξενοδοχείο, τα μεσάνυχτα,
κλαίνε δύο φαντάσματα. Αυτή η κακοτυχία
απελπίζει τον ξενοδόχο, γιατί καταλαβαίνετε
ότι αυτό που συμβαίνει απομακρύνει
την πελατεία και είναι θαύμα πώς
μένει το Ξενοδοχείο ακόμη ανοιχτό.
Τί αγιασμούς αλλά και τί ξόρκια ακόμα
έχει κάνει ο ιδιοκτήτης,
αλλά ΤΙΠΟΤΕ.
Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα
αρχίζει το σπαραχτικό κλάμα
των δύο φαντασμάτων.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s