ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

ΕΛΣΑ Φ

 

Γεννήθηκε στο Μόναχο το 1969. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και στο Πανεπιστημίου του Trier Γερμανίας. Για μια δεκαετία εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Δημοσιεύει τακτικά δοκίμια, βιβλιοκρισίες, μεταφράσεις και άλλα κείμενα. Υπήρξε δύο φορές υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, «Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα» (2009), «Κονσέρβα Μαργαριτάρι» (2011). Η ποιητική συλλογή της «Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά» βραβεύτηκε το 2013 με το βραβείο «Γιώργος Κάρτερ» του περιοδικού Πόρφυρας. Η ανέκδοτη ποιητική συλλογή της «Κρυμμένες» βραβεύτηκε το 2015 με το α΄ βραβείο «Κούρος του Ευρωπού» της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρίας «Τέχνη». Ποιήματά της έχουν περιληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε 10 γλώσσες.

(2016) Αγγελόπτερα
(2014) Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά
(2013) Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ
(2012) Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί
(2011) Κονσέρβα μαργαριτάρι
(2009) Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα
(2007) Η αιώνια κουτσουλιά

Μεταφράσεις

(2011) Aridjis, Homero, 1940-, Ηλιακά και άλλα ποιήματα

Δοκίμιο

(2013) Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας

 

 

1-ΒΙΒΛΙΑ

 

 

ΑΓΓΕΛόΠΤΕΡΑ (2016)

 

Αναγκαστική προσγείωση

Μόλις απέδρασε επιτυχώς από τον πίνακα στον οποίο αιώνες
τώρα κατοικούσε Το παράθυρο έμεινε για λίγο ανοιχτό στο
γραφείο Το περβάζι πρόβαλε φαρδύ και φιλόξενο Μια βουτιά
στο κενό κι άφησε πίσω του ένα παλάτι από χρυσό το πνιγηρό
πολυτελές δωμάτιο και τον φιλότεχνο μα αλλοπρόσαλλο
κυβερνήτη Τόσα χρόνια ακίνητος δεν απογειώθηκε μόνον έπεσε
Το ένα του φτερό δεν κινήθηκε Έσπασε από τη χρόνια ακαμψία
Αναγκάστηκε να προσγειωθεί στο κέντρο της παράξενης
πλατείας δίπλα στο άγαλμα του ιππότη Όμως δεν πρόλαβε να
σηκωθεί Ένα κοπάδι εξαγριωμένα σκυλιά όρμησε κατά πάνω
του να τον κατασπαράξει Άφησε πίσω του πούπουλα κόκκινα,
μπλε, κίτρινα να στροβιλίζουν όλο χάρη την ελαφρότητά
τους στο πρωινό θαλασσινό αεράκι που φύσηξε στην πόλη του
Ντουμπρόβνικ

«Τι κρίμα! Τι κρίμα!» αναφώνησαν οι περαστικοί που έγιναν
μάρτυρες του αποτρόπαιου θεάματος
«Ήταν ο μοναδικός άγγελος με φτερά παπαγάλου»

Πλατεία Stradun, Ντουμπρόβνικ, Αύγουστος 2010

Σημείωση: Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε από τον Κροάτη ζωγράφο
Μihajlo Hamzic, με τον τίτλο «Η Βάπτιση στον Ιορδάνη» τον 16ο αιώνα

 

 

Αγγελοδαμαστής

Προσοχή στους αγγέλους, μου έλεγαν, όταν λιώνουν με τα
κοράλλια στον ύφαλο, όταν εξατμίζονται από αχρηστία στο
μπουκάλι του γαλλικού αρώματος, όταν κοιμούνται στη στάχτη,
όταν καταπίνουν κάρβουνα γελώντας, όταν χοροπηδούν
με τις σούστες στο παλιό στρώμα, όταν αλλάζουν κόμμωση,
όταν μαθαίνουν ν’ αγαπούν κρυφά και σιωπηλά

Οι άγγελοι εξαφανίζονται, μου έλεγαν,
όταν φοβηθούν το ποδοβολητό των κυμάτων, σκεπάζουν τα
φτερά τους με φύκια και καρφώνονται σαν βράχια στον πυθ-
μένα της θάλασσας

Μα εγώ έχω αδυναμία στους αγγέλους
ο άγγελος προστάτης μου
μου πέταξε ένα φίδι
να πιαστώ ν’ αναρριχηθώ
να φτάσω στον (Π)πατέρα
όμως εγώ γλίστρησα
κι αρπάχτηκα από ένα κρόταλο κουδουνίστρα
κι άρχισα να το κουνάω πέρα δώθε
σαν αφρικανός μάγος
γιατί μόνο στο τσίρκο
αισθάνομαι δυνατός

Κοιτάξτε με τον ξορκίζω
Θαυμάστε με τον δαμάζω

Είμαι ένας ταχυδακτυλουργός
γ0ν πιάνω από τα φτερά
βγάζω έξω απ’ το καπέλο
κι αυτός μ’ έναν πήδο
απογειώνεται

Το κοινό χειροκροτεί
γίνεται ένα πελώριο στόμα
Αναφωνεί:
Angelus Novus
Angelus Novus

 

 

Αγγελόπτερο

Πόσο να σκάψει ακόμα το βιολί
Στο ασημένιο φλιτζάνι του καφέ
Για να εξορύξει χώμα;

Οι άγγελοι Σαν αυγά Πρώτα μέσα στις φλόγες επωάζονται
Κιτρινίζουν σαν ηλιοτρόπια Κι έπειτα Απ’ το ρουθούνι μιας
καμινάδας Ξεχύνονται σε σμήνη Κολλούν δυο σύννεφα φτερούγες
στη ράχη του ο καθένας Ακολουθούν τα ίχνη της όξινης βροχής
Τα δάκρια μιας άρπας Κι εγώ που έχω μάθει από μικρή να
ξεχωρίζω έναν ερωτευμένο άγγελο Τον βλέπω να παίζει βιολί
Για μια παράξενη αγάπη Για τους μνηστήρες που μαρμάρωσαν
στον χρόνο Κρεμιέται από τον πολυέλαιο Ενός καμένου θόλου
Με το δοξάρι του μονομαχεί Τρυπώντας άτακτες νότες Τόσο
χαριτωμένα Τραμπαλίζεται Στα ξέφτια μιας γιρλάντας Στο
παραμύθι που έγινε Σαπίλα Πολυτελείας

Έμεινα έκπληκτη να τον κοιτώ
Όπως υπέρλαμπρος πετούσε
Πριονίζοντας με το δοξάρι
Τον λαιμό του

Πιάσε, μου φώναξε
κι ευθύς μου πέταξε
σαν τόπι χρυσό
κομμένο το κεφάλι του
που φέγγοντας
ακόμα χαμογελούσε

 

 

Ο άγγελος του Βάλτου

Μια σκιαμαχία ονείρων στο πράσινο ιστορικό νερό της
Βενετίας Στ’ όνειρο είδες σ’ ένα κανάλι πνιγμένο Το μωρό σου
Μεταφυσικός εφιάλτης Με μια κλωτσιά ονείρου εκεί κάπου
χαμηλά Άρχισες να κουβαλάς Νεκρό το έμβρυο στην κοιλιά
σου Κανένα θάρρος μόνο δειλία Η άτολμη σκάβει την τάφρο
Γύρω από τον εαυτό της Θα τη γεμίσει με στεκούμενο νερό κι
πεινασμένους κροκόδειλους Κανένας δεν θα τολμήσει να τη
πλησιάσει ξανά

Αυτό το μωρό δεν θα το φάτε
Αυτό το μωρό θα το φάω εγώ
Αυτή η πράσινη θάλασσα
στην κοιλιά μου θα το χωνέψει
κάνοντας όλη τη βρόμικη δουλειά
Όμως τώρα αφήστε με όλοι ήσυχη
Σαν μεσαιωνικό κάστρο
Να στοιχειώσω
Εσείς αρκεστείτε στα ζουμερά θεμέλια
Συνεχίστε να ροκανίζετε ανέμελα τις ρίζες της πόλης

Μητέρα είμαι ευγνώμων
για το υπέροχο σαρκοφάγο σώμα που μου δόθηκε

 

 

Στους κήπους του Μονέ

Η γυναίκα βροχή Με μακριά διάφανα Δάχτυλα σταγόνες Τα
πόδια κρυμμένα σε φεγγαρόσχημες οπλές Μια υπόσχεση
Ανθοφορίας εγκυμονεί όταν στην έρημο των λέξεων καλπάζει
Ρομαντική νοσταλγός της κίνησης του ήχου που κάνει το
κούρδισμα του ρολογιού Ζηλεύει το πλωτό άνθος που χωρίς
ρίζες ταξιδεύει

Ό,τι με πάθος
Πρώτα σε διαιρεί
Έπειτα με πόνο
Σε πολλαπλασιάζει
Είσαι το γινόμενο
Ξεχειλωμένων εμμονών
Μαθηματικός γρίφος
Προς αποφυγή
Συνταγή για μαγειρική
Εύγευστων κυττάρων

Θυμάσαι;
Τότε
Στους κήπους του Μονέ
Στο Ζιβερνύ
Δικαίως είχες σκεφτεί:
Την καρδιά του νούφαρου
Την τρώει πάντα
Ένα βατράχι

 

 

Το μπλε αλογάκι

Ένα απότομο εκτόπισμα
απ’ το κύμα του ύπνου
σε πέταξε στα βράχια
ενός ακόμη θορυβώδους
πρωινού

Σε μια τυφλή στροφή
που δεν υπολόγισες
μπήκες σ’ ένα σύννεφο φυγής
χάθηκες στον κήπο
με τις ανθισμένες κερασιές
βυθίστηκες στην τρυφερή αγκαλιά
ενός παραμυθά

Έπειτα ανέβηκες στο μπλε ξύλινο αλογάκι
για να κλυδωνιστείς
στις παιδικές μνήμες

Κάποιος σε είδε για τελευταία φορά
να κρατάς μια βαλίτσα όνειρα
και να περιμένεις στωικά
στον σταθμό του πεπρωμένου

 

 

Ad Infinitum

Σε χρόνο νεκρό
χωρίς ουσία και δράμα
ο έρωτας σαν κοσμικό αυγό
λάμποντας θριαμβεύει
όταν εκείνος ορμά
τη σκιά της ν’ απαγάγει
Ανήμπορη η Elizabeth
δεν μπορεί να κινηθεί
μπορεί όμως τους στίχους της
οε μικροσκοπικά όνειρα
να πλέκει
κι έπειτα να τα φορά
οε αμέριμνα πουλιά

Μέσα σε ξέπνοη στιγμή
[ί ένα φιλί σφραγίδα
ην ασθενική εικόνα της
κατεδαφίζει
Ξεντύνεται
έναν λευκό διάφανο εξωσκελετό
όμοιο με αυτόν
που μεγαλόσωμη αράχνη
πίσω της αφήνει
Μικρό απολίθωμα ζωής
αδιάφορο για τον καθένα

-Δεν έχω σώμα να σου δώσω
Είπε αυτή
– Τη σκιά σου θέλω μόνον
Άγγελος θα γίνω
επ’ άπειρον να σε φυλώ
είπε αυτός

Η αχόρταγη χαράδρα
στο Άζολο
έναν αντίλαλο
κατάπιε:
«Ελισάβετ, Ξύπνα!
Το φάντασμα έφυγε και η ιστορία τελείωσε».

Σημείωση: Σε εισαγωγικά παράφραση μτφρ. απο: Robert
The Complete works of Robert Browning Vol. II, Sordello

 

 

Ατολμία

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα τσιμπούσες τα μάγουλα
ενός ηλιοβασιλέματος
για να ξυπνήσεις ένα ζευγάρι
κυανόλευκα πουλιά

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα έβγαζες από την κατάψυξη
την καρδιά σου για να τη ζεστάνεις
με λίγες σταγόνες
ανιδιοτελούς αγάπης

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα ξεπρόβαλλες από τη στοά του φόβου
και θα φορούσες ένα ζευγάρι θαρραλέα μάτια

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
το αλαφιασμένο σου μυαλό
θα δανειζόταν το εμπριμέ φόρεμα
μιας οικογενειακής γιορτής

Αν είχες άλλη μια μέρα εκείνου του χρόνου
θα δίδασκες στις ώρες
το μάθημα της ασεβούς ελπίδας

 

 

Η ομηρία του μύθου

Κλεισμένοι στη σπηλιά
έπρεπε ν’ αποφασίσουν
ποιος απ’ όλους είναι
ο αληθινός Ποιητής
κι ενώ άρχισαν με αβρότητα να ξεμαλλιάζονται
κι έπειτα με ευγένεια να χτυπιούνται

— Εγώ είμαι ο Ποιητής
— Όχι εγώ είμαι ο Ποιητής
— Εγώ είμαι σας λέω

ο Κύκλωπας με το ηχηρό του μάτι
επέστρεψε στη σπηλιά κι έφραξε την είσοδο
κυλώντας έναν βράχο γνωστό
κι αφού έφαγε τους διοργανωτές, τους μουσικούς
κι άλλους περιφερόμενους κι έδειχνε ακόμα
πεινασμένος ρώτησε τους αναμαλλιασμένους:

Λοιπόν, ποιος από εσάς είναι ο Ποιητής;

κι όλοι μαζί τού απάντησαν:

Κανένας

 

 

 

ΚΑΝΟΝΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΜΕ ΛΟΦΙΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΔΑΛΗ ΟΥΡΑ (2014)

 

Κανονικέ άνθρωπε
πες μου
πώς μπορείς να ζεις
χωρίς λοφίο
χωρίς παρδαλή ουρά
χωρίς μια γαλάζια ανταύγεια
στα φτερά;

 

 

ΤΑ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Οι μεγάλες συγκινήσεις
μοιάζουν με φτηνά ναρκωτικά
Σε εθίζουν
σε χαμηλές πτήσεις
και σε ηχηρές πτώσεις

Η αγαπημένη σου απασχόληση
να στοιβάζεις τα συναισθήματα
σε λόφους από άμμο
Κατά προτίμηση
όταν φυσάει

Έχεις καταλήξει
Δεν ξέρεις τίποτα γι’ αυτήν
Η ψυχή σου κι εσύ
Είστε δύο ξένοι

Το ν’ αγαπάς τον εαυτό σου
και ν’ αγαπιέσαι ταυτόχρονα
σημαίνει μια πετυχημένη συνύπαρξη
ευαισθησίας και βαρβαρότητας

Το αποφάσισες
Δεν ανήκεις σε κανέναν
Περιφέρεσαι ως διαρκής απουσία
κι ο εαυτός σου φυτρώνει
στη σκιά σου
σαν παραισθησιογόνο μανιτάρι

Ακύρωσε την ομορφιά σου
Αποδέξου την πρόκληση
να υπάρξεις
Βάλε την ακινησία σου
σε δόνηση
Γιατί δεν το παραδέχεσαι;
Το κρυφτούλι με τη σκιά σου
τελείωσε άδοξα
Ποτέ δεν έψαξε να σε βρει

Χτες ήσουν σωστός
υπηρετούσες την εντιμότητα
Σήμερα πνίγεις το ανικανοποίητο
Επιθυμείς
Αύριο τυλίγεσαι στην ηδυπάθεια
Χάνεσαι στο κενό

Σαρκική εξάρτηση – συναισθηματική εξάρτηση
Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος
Αν και δεν πρόκειται ποτέ κατάματα
να κοιταχτούν
μπορούν τουλάχιστον
να συνεργαστούν

Αυτό που προέχει
για το νάρκισσο εραστή
είναι η συγκίνηση
Η προσωρινή

Η αυτογνωσία είναι
μια περιπέτεια αναγνωριστική
όταν επιτέλους συνειδητοποιείς
την ελαττωματική σου
κατασκευή

Κατακτώντας την τέχνη του έρωτα
απώλεσε τον έρωτα
μα κυρίως τον εαυτό του

Όσο
στο αίμα του
ο θανατηφόρος έρωτας
κοχλάζει
η ομορφιά του
μετέωρη αναπνέει
σε μίσχο λουλουδιού

Φόρεσες
τα μεταχειρισμένα ρούχα
του καθρέφτη

Παρατηρείς
τους ανθρώπους

Περιμένεις
να σε κοιτάξουν

για να λυτρωθείς
ως απολίθωμα

Αυτή Νάρκισσε
Είναι η ώρα της ταπείνωσης.
Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή.
Τώρα που είσαι αλευρωμένος και ρημαγμένος.
Τώρα πρέπει να γελάσεις.
Τώρα οφείλεις να γελάσεις.
Δυνατά

Ώσπου να φορέσεις
μια νυχτερίδα για σκουλαρίκι
η λίμνη έγινε σπηλιά
και το ομοίωμά σου
αντανάκλαση

Στο βυθό
του κίτρινου ύπερου
τώρα ξαπλώνεις
Ο προβολέας για σένα
είναι πια σβηστός

 

 

ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Το χαρισματικό παιδί
Άλλαξε
Προσαρμόστηκε
Αφομοιώθηκε
Στο σκουπιδότοπο
Όπου η γνώση
Καταλήγει ασύμφορη
Και η ανοησία
Ανθεκτική
Ας σταθείς τουλάχιστον
Για ν’ απολαύσεις
Την επιστροφή στην
Άγνοια που
Αναπαύει
Το πνεύμα

Όλα
αποκρυπτογραφήθηκαν
Όλα
αποκωδικοποιήθηκαν
Τα χάρισες —
Τον εγκέφαλο
Το DNA
Το υπογάστριο

Όμως δεν θέλεις άλλο
Να πονάς επειδή υπάρχεις
Δεν τις αντέχεις τόσες αλήθειες
Δεν αντέχεις να ζεις
Μια ζωή που δεν έχει πια μυστικά
Ούτε μικρά ούτε μεγάλα
Αδύναμος ν’ αντιδράσεις
Μέσα στην αταξία που μπαίνει σε τάξη
Το μουγκρητό της τεχνολογίας
Οι φοβίες
Σε οδηγούν
Στο παιχνίδι
Σε μια γυάλινη σφαίρα

Και το βράδυ
Ανασαίνεις
Όταν μακάριος
Κολυμπάς μόνος
Στην ατομική γυάλα

Ο αριθμομάχος
Αδέσποτος
Περιφέρεται
Ανάμεσα σε λέξεις που μικραίνουν
Σε φράσεις που κονταίνουν
και ακτινοβολούν

Ο νάρκισσος
Απροστάτευτος
Περιφέρεται
Ανάμεσα σε ελιξίρια
Που υπόσχονται
Ομορφιά διάρκειας
Νιάτα διαρκείας
Πνευματική αδράνεια διαρκείας

Ζεις σ’ έναν:
Καλό Νέο Κόσμο

Ζεις σ’ έναν:
Έναν Καλό Νέο Κόσμο
Ψεκασμένο με εντομοκτόνο
Που ανησυχεί και αναρωτιέται:

Γιατί εξαφανίζονται οι μέλισσες;
Γιατί οι άνθρωποι έβγαλαν λέπια;

…/…

Ήταν ένας διακριτικός άνθρωπος
Που έπασχε από ακατάσχετη ευγένεια
Και έφυγε από υπερβολική διακριτικότητα
Η παρουσία του δεν επιβάρυνε κανέναν
Όταν πέθανε ο περίγυρος
Απλοποιώντας το φαινόμενο είπε:
Ήταν θέμα καλού χαρακτήρα

…/…

Τους παρατηρεί
Δέντρα, πουλιά και άνθρωποι δεμένοι με κλωστές
Χορεύουν στα σύννεφα κλακέτες

Κι αυτός δεν θυμάται τι έφαγε αν έφαγε
Δεν θυμάται πού μένει
Δεν θυμάται τ’ όνομά του
Δεν θυμάται αν κοιμήθηκε χθες το βράδυ
Δεν θυμάται πού κοιμήθηκε χθες το βράδυ
Του έκλεψαν τα ρούχα και τα παπούτσια
Του έκοψαν τα μαλλιά κι ένα δάχτυλο ποδιού
Όπου τον συναντούν τον σπρώχνουν
Τον περιγελούν
Όμως αυτός δεν τους θυμάται
Ποιοι είναι;

…/…

Ο μοναδικός άνθρωπος
Χάνεται στο πλήθος
Των πολλαπλασιασμών του

Ο εγκλωβισμένος άνθρωπος
Συντηρείται σε θερμοκρασία δωματίου
Για να μη μουχλιάσει

…/…

Η προνομιούχος
Ζει σε μια δεξαμενή
Χρώματος ροζ
Κάθε πρωί φτυαρίζει έξω
Από την πόρτα της
Αλγόριθμους και μικρά θαύματα
Το μεσημέρι γεμίζει το πιάτο της
Με επιθετικές νότες
Και το βράδυ στριμώχνει
Βιαστικά ένα όνειρο ευκολίας
Στον υπνόσακο

…/…

Μετά από κάθε ερωτική προδοσία
Ο συναισθηματικός άνθρωπος
Βάζει την καρδιά του
Στην κατάψυξη
Τη σερβίρει στην επόμενη σχέση
Σαν άλλο ένα
Σέξι εκκεντρικό παγάκι

…/…

Τοξικέ άνθρωπε
Έλα να παίξουμε
το κυνήγι του δολοφόνου

Αναρωτιέμαι ποιο δηλητήριο
είναι πιο ισχυρό
Όταν πίνεις τον εαυτό σου
όταν πίνεις την οικογένεια
όταν πίνεις τη δουλειά
ή όταν πίνεις τους άλλους

Η διαπίστωση είναι τοξικότερη του ανθρώπου

Ο πατέρας δεν πέθανε από καρκίνο
Πέθανε από οξεία δηλητηρίαση

 

 

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΝΕΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Ι

Έχει μάθει
Με ταχύτητα όταν ραγίζει
Να κολλάει το σπασμένο μέλος
Όπου βρει
Ένα χέρι στο πόδι
Ένα δάχτυλο στο μάτι
Μια μύτη στην κοιλιά
Ένα αυτί στη φτέρνα
Να προλάβει να συναρμολογηθεί
Έστω στραβά έστω ανάποδα
Έστω διεστραμμένα
Πριν ρουφήξει τα κομμάτια της
Η υπερσύγχρονη
Ηλεκτρική σκούπα

ΙΙΙ

Αν κάποιος είναι σημαντικός
Δεν τον αφήνεις να φύγει
Τον φυτεύεις σε μια γλάστρα
Τον ποτίζεις
Τον βάζεις στο φως
Τον ονομάζεις
Άνθρωπο Εσωτερικού Χώρου

Κάποτε μια μύγα θα τον φτύσει
Κάποτε ένα κατοικίδιο θα τον μασήσει
Κάποτε ένα παιδάκι θα τον μαδήσει
Κάποτε η αδιαφορία θα τον μαράνει

V

Ο κόσμος ολοένα χαμηλώνει
Πέφτει στα γόνατα
Υποκλίνεται
Σε ανθρώπους φελλούς
Που πνίγηκαν σε σαμπάνιες ονειρώξεων
Και τώρα εκτινάσσονται με ορμή
Μέσα από γυάλινα στόμια
Πυροβολώντας
Με σφαίρες αφρου
Την υπεροψία της ανυπαρξίας τους
Μιας ζωής
Σε άδειο κέλυφος

 

 

ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ

ΙΙΙ

Μια αυταπάτη
με λάγνα μάτια σε κοιτά
χαρίζοντάς σου
το παραλήρημα του χρόνου
και μια καρφίτσα δώρο
για να τσιμπήσεις
τον καθρέφτη

Το ρολόι τρίζει
Δεν το ανέχεσαι να το φοράς
Το σώμα σου ξεφλουδίζεται αργά
Μια οπτασία δακρύζει στο ταβάνι
Άγρυπνες φέγγουν γύρω σου οι αναπνοές
Κι εσύ έρπεις τυφλός μέσα στο σκοτάδι

Στην παρτιτούρα του κόσμου
μια άρια ξεδιπλώνει ρυθμικά
την επιδερμίδα της Γης
σπέρνει ξεριζωμένα δόντια
από φαγάνες οδοστρωτήρες
σπεύδοντας ν’ αποπλανήσει βίαια
τη μακαριότητα της ψευδαίσθησης
και τον παρατηρητή
της λάμψης 

ΙV

Μαινόμενος δήμιος
η νύχτα
τριγυρνά στα τυφλά
αποκεφαλίζοντας
τις αναπνοές της ημέρας
όσες απέμειναν
να μην αφήσει ούτε ίχνος
ούτε απόδειξη
ότι υπήρξαν

Κι εσύ
ο κρυμμένος
άνθρωπος σκιά
κρυφοκοιτάζεις
κρυφακούς από τη χαραμάδα

με
μισό μάτι
μισό αυτί
μισό σώμα
μισή αναπνοή

Κάποτε θα διαπιστώσεις ότι
ο ντροπαλός ο συνεσταλμένος
ο ευγενής ο διακριτικός
συνθέτουν έναν
άνθρωπο
αόρατο

VΙΙ

Το ποδοβολητό της αγέλης
σε πλησιάζει απειλητικά
Σήμερα θα μάθεις
να εξαφανίζεσαι
πατώντας ένα κουμπί
προθέρμανση για το άγνωστο
που έρχεται

Χρειάζεται μια διαστροφή
Μια παράλειψη κι ένα δυνατό άλλοθι
Για να εντοιχίσεις επιτυχώς
Τον ψευδή εαυτό σου
Σ’ ένα συμπαγές κτίριο

Όταν αυτό μετά από χρόνια
Κατεδαφιστεί θα πούνε:
Κοιτάξτε έναν άνθρωπο πονηρό
Αφού έζησε μια χαμένη ζωή
Πρόλαβε να κρυφτεί στην ασφάλεια
Μέσα στο παχύ φρέσκο τσιμέντο

 

 

ΣΥΜΠΑΣΧΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ

Καλέ μου φίλε ποτέ μην το ξεχνάς
Η σπείρα των ανθρωποειδών
Ελίσσεται με την κομψότητα
Του αλιγάτορα

Και η φιλοδοξία οφείλει
Να υπερέχει της ηθικής

Τα μαλακά καπέλα των μανιταριών
στροβιλίζονται παρέα με μαύρες ομπρέλες
Ο κόμπος είναι τόσο απρόβλεπτος
όσο και μια αθόρυβη κυτταρική συμπλοκή
κι η κατσαρίδα ατάραχη αφήνει τα ίχνη της
σε άλλη μια εικαστική βόλτα στην ταπετσαρία
τ’ Ουρανού εκείνη τη φθαρμένη την κακόγουστη

Ο εκκρεμής άνθρωπος κτισμένος στον τοίχο
ζει με συνέπεια κάτω από το άγρυπνο βλέμμα
του ρολογιού
Κάθε μεσάνυχτα ξεπροβάλλει από
το πορτάκι
Ανακοινώνει το καθήκον του
σαν ένας κούκος
με ξύλινη φωνή

❖ ❖

Αγαπητοί συνάνθρωποι
Μην είστε αχάριστοι
Μια κατάδυση αρκεί
Σας παρέχουμε την πολυτέλεια
Να επιλέξετε
Το βυθό
Της αρεσκείας σας

Αγαπητέ συνάνθρωπε

που κάθε μέρα επιβιώνεις σ’ έναν ιχθυοφάγο ωκεανό
περίγραψε τον πόνο σου με φυσαλίδες και
ίσως τότε
σε καταλάβουν καλύτερα

❖ ❖

«Υπάρχει έλλειψη σας λέω,
Υπάρχει έλλειψη…»
Μονολογούσε μες στην παγωνιά
ο αγαθός τρελός της γειτονιάς
όπως ξυπόλυτος σε προσπερνούσε

Υπάρχει έλλειψη…

 

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΦΗΣ

6

Αυτές τις λέξεις
Δεν τις λυπάσαι
Ποτέ δεν τις λυπόσουν
Σου αρέσει να τις σέρνεις πέρα δώθε
Μέχρι να τις ζαλίσεις
Ώσπου να χύσουν τα σωθικά τους
Στα λευκά σου τελάρα
Κι έπειτα ν’ αρχίσεις
Να ζωγραφίζεις
Με συκώτια σφουγγάρια

7

Στην τροχιά του κύκλου
Κυλά αέναα η περιστροφή
Στο κέντρο του κύκλου
Φωλιάζει η ουσία
Πάνω στον γυάλινο υμένα του ματιού
Γράφεται το νεογέννητο ποίημα
Που στην καταμέτρηση
Χάνεται
Σαν γόνος πλαγκτόν

 

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

I

Ξαπλώνουμε στην απέραντη τρυφερότητα της νύχτας
Αγαπιόμαστε πάνω στη βελούδινη σιωπή της
Γινόμαστε το συμπαντικό επίκεντρο
Κανένα άστρο πια για μας
Δεν αδιαφορεί

II

Σμιλεύοντας τη θάλασσα
Λαξεύω τον Ουρανό
Είμαι ένα νεροπούλι
Που παίζει με τη φωτιά
Όταν με τα δάκρυα του Ήλιου ξεδιψώ
Το σώμα σου είναι ο ναός μου
Κουρνιάζω μέσα στη φουντωτή γούβα
Του στήθους
Εκεί μέσα

ΙΙΙ

Η τρυφερότητα
Είναι ένα μοναχικό γαστερόποδο
Μια γλώσσα από βελούδο
Το άλικο μαξιλάρι
Στο ψυχρό δωμάτιο
Του κοχυλιού

 

 

ΑΠΟΡΙΕΣ

Πότε άραγε
μπορεί ο άνθρωπος να βάλει
σε τάξη τον εαυτό του;
Σε μια εαυτού ανακατασκευή
ή σε μια εαυτού κατεδάφιση;

Το στοίχημα
να βάλεις την πρόταση
να σταθεί όρθια
σε δύο λέξεις

Σε ποια συμπαντική χωματερή
πετιούνται
όλα τα πρόωρα ληγμένα
σ’ αγαπώ του έρωτα;

Πού τελειώνει
η σκυταλοδρομία των στίχων;

Στην άκρη της γης
εκεί που λιώνει ο χρόνος
κι ο κόσμος χύνεται
σε λαμπερό ασήμι

 

 

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΓΚΙΟΥΛΙΒΕΡ (2013)

 

Από μια κάποια διαστροφή της φύσης
αγαπώ τα μουσεία
τα σπίτια που απολίθωσαν τον χρόνο
τα κρεμασμένα παλτό
τα φορεμένα παπούτσια εποχής
τα πεθαμένα καπέλα
Μια κατάψυξη σώματος
όπου τα κύτταρα παγώνουν το αίμα
και το μυαλό κυλάει ανάποδα
Ιδανικός χώρος
Όταν δεν θέλεις να πας πουθενά
Όταν δεν μπορείς να πας πουθενά
Εγκλωβισμένος σε μια ψευδαίσθηση ακινησίας
κάθεσαι ασάλευτος
στον μοναδικό σταθμό του χρόνου
χωρίς να περιμένεις κανέναν
ούτε άνθρωπο
ούτε τρένο

❖ ❖

– Θα συμμαχήσω μαζί σας
Μόνον πάρτε αυτά τα φανάρια απ’ τα μάτια μου
Φορέστε μου τα γυαλιά μου
Δεν αντέχω την ανακριτική σιωπή σας
Βγάλτε αυτό το πιάνο απ’ το αυτί μου

Αφήστε επιτέλους την κοπτοραπτική
Τι έχετε να κερδίσετε από την άθλια ζωή μου;
Γιατί με δέσατε;
Γιατί με τραυματίζετε;

— Αρκετά έπαιξες εξαρτημένε άνθρωπε
Τώρα πρέπει να ζήσεις

❖ ❖

Εγώ
Σας αγαπώ
Σας λατρεύω
Όμως ας μείνουμε όλοι μαζί χωριστά
σαν μια ωραία οικογένεια δια αλληλογραφίας
Εγώ κι εσείς καλοί μου εαυτοί
θα μάθουμε να συνυπάρχουμε αρμονικά από μακριά
Μια γωνιά μόνο στον κύκλο σας ζητώ
για να ξαποστάσω

Και κάποτε αν βρω το θάρρος
ν’ απαλλαγώ από εσάς
να σας ξεφορτωθώ
να σας πνίξω όλους
σαν κατσαρίδες
σε καυτό νερό
θα είναι η μεγαλύτερη ανακούφιση
που ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει

— Κι όμως κάποτε θα μας ευγνωμονείς
Εμείς σε σώσαμε ναυαγισμένε κυβερνοναύτη
Η διαδικτυακή αποτοξίνωση κοστίζει

❖ ❖

Ήρθε η ώρα να με βγάλουν βόλτα
όλα τα παράξενα πλάσματα της ζωής μου
χίλια μικρά περιλαίμια χιμούν επάνω μου
να με δέσουν
να με οδηγήσουν έξω
να κάνω την ανάγκη μου πάνω
στον αγκαθωτό κόσμο τον πραγματικό
τρέχοντας σ’ ένα ποδοπατημένο χορτάρι
μακριά από την ασφάλεια της επίπεδης θέασης
μακριά απ’ την κρύα λάμψη της οθόνης

Δόλιοι μικροί εαυτοί
Δαιμόνιο το σχέδιο σας
να με κάνετε
άνθρωπο μαριονέτα
καλωδιωμένο τρυπημένο με κλωστές
για να κινούμαι δέσμιος
χορεύοντας τον σκοπό σας

❖ ❖

Χα!
Τα αναρχικά όνειρα μου!
Τα βλέπω να υπερίπτανται
Όρνιων χορός
Διαγράφει στον ουρανό
Κύκλους φτερωτούς
Ιπτάμενη
Η αυθάδικη πείνα τους
Ράμφος γαμψό
Με σημαδεύει

Κρατώ τα μάτια ανοιχτά
μην τύχει και με βλέμμα επίμονο
τα εξοστρακίσω

❖ ❖

Ήρθε η ώρα να το παραδεχτώ
Είμαι θύμα παράλογης εποχής
Θύμα της επανάστασης
Τον τεχνολογικού αέρα
Αέρας που τόσο αδιάφορα σφύριζε
στις χαραμάδες
τον μυαλού
η ζωή μου

Ακούστε την εξομολόγηση
ενός πρώην βαλσαμωμένου ανθρώπου παρακαλώ
Που μόνον τα ακροδάχτυλα εξάσκησε
να κτυπούν τα πλήκτρα ενός κουτιού
Κι η ζωή του ολόκληρη σάπισε
αιχμάλωτη σε μια ηλεκτρονική κονσέρβα

❖ ❖

Βλέπετε
Πριν με απαγάγετε
Ήμουν ήδη αιχμάλωτος
Η κονσέρβα
ήταν το σπίτι μου
Το σπίτι της σάπιας
ραδιενεργής σαρδέλας

Τη ζωή που έχασα
δεν την αναπολώ
Προτιμώ δέσμιος
Εδώ μαζί σας
Στον καταναγκασμό
της απεξάρτησης

Ήμουν άνθρωπος
ανήμπορος
ανίκανος
νωθρός
Το μόνο που θυμόμουν
κάθε τόσο ήταν ν’ αναπνέω
Τα υπόλοιπα τα υπολόγιζε μόνη της
Η κυρίαρχος της ζωής μου
Η θαυμαστή ηλεκτρονική κονσέρβα

❖ ❖

Άλλη μια μέρα
ξαπλωμένος
κι ο ουρανός γέμισε
κίτρινα βατράχια
και πράσινα γατιά
χιουμορίστες χλευαστές
τους βλέπεις να φωνάζουν

Μη φοβάστε κορόιδα
Μόνον γελάτε κορόιδα
Είμαστε εδώ
Οι αχόρταγες κοιλιές μας θα σας κυβερνούν

Μην αγχώνεστε μικρά πράσινα ανθρωπάκια
Μην αγχώνεστε μικρά κίτρινα ανθρωπάκια

Είστε όλοι καλεσμένοι
στη γιορτή των λιλιπούτειων εαυτών
Όλοι θα χωρέσετε

Όλοι θα χωρέσετε στον θαλαμίσκο
Όλοι θα χωρέσετε
στο Διασ(τ)ημόπλοιο

❖ ❖

Γύρω σου
μέσα σε γούβες
με βρόχινο νερό
μικρά λασπωμένα πουλιά
κάνουν το λουτρό τους

Σκέφτεσαι
Μέσα στον τυχαίου
τον στατικό κατακλυσμό
η ασημαντότητα
το φτέρωμά της
καθαρίζει

❖ ❖

Λένε πως
Κάθε άνθρωπος έχει ένα αστέρι,
για ν’ ακολουθεί
Αν είναι όμως το αστέρι σου αλκοολικό
και η διαδρομή δαιδαλοειδής
Μ’ ένα ατέρμονο ζικ ζακ
Πώς τερματίζεις;

– Ένας γνήσιος αιολικός επαναστάτης
με ρυθμικές βροντερές ανάσες
παίζει του ανέμου του τη μουσική
πάνω σε παρτιτούρα γαλήνιου
χάους απροσμέτρητου
γράφοντας νότες
αστεροειδών
εκρήξεις

❖ ❖

Όσοι ελάχιστα με ξέρουν
κάποτε θα πουν για μένα:

Κοιτάξτε έναν άνθρωπο ανεδαφικό
γέμισε τις τσέπες τον με μικρά πουλιά
με την ελπίδα κάποτε πετώντας
ν’ αποδράσει

 

 

 

Ο ΛΑΙΜΑΡΓΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ
ΚΙ ΕΝΑ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΠΟΥΛΙ (2012)

 

Σκέφτομαι
Θα μου στήσω στον κήπο
έναν ανδριάντα
Για ν’ αυτοθαυμάζομαι
για να δω
πόσο θα αντέξω στο χρόνο
χωρίς να κονιορτοποιηθώ

Καθρέφτη
Πες μου
Πες μου
Πες μου

Είμαι όμορφος;
Είμαι έξυπνος;
Είμαι πλούσιος;
Είμαι άπληστος;
Είμαι λαίμαργος;
Είμαι ανήθικος;

Είμαι
Ένας
Αυτοκράτορας; 

❖ ❖

Παράξενο!
Αυτή η Μούσα
Είναι αρρενωπή

— Δεν θυμάσαι;
Θυμήσου
Θυμήσου
Θυμήσου

— Θυμάμαι!
Ήταν τότε
που ερωτεύτηκα
Εμένα
Μέσα από Εμένα

❖ ❖

Αστρονόμε!
Αγόρασέ μου κι άλλο χρόνο!

Κι εσύ καλέ μου τραπεζίτη
Βάλε τα λεφτά μου να χορέψουν!

Ας ασφαλίσουμε όλες τις πιθανότητες
που θα εγγυηθούν να μας επιστρέφουν
ακέραιο το κεφάλαιο της λαιμαργίας μας

❖ ❖

Απόψε αισθάνομαι υπέροχα
Ονειρεύτηκα πως έβαλα
το δάχτυλό μου
στην τσέπη ενός ιππόκαμπου
και πήρα το χρώμα του βυθού

Μη φεύγεις παράξενο πουλί

Έλα κοντά μου
Κι άμα πεινάς
Θα σου δώσω
Μια φρυγανιά
Την ψυχή μου

❖ ❖

Ο νάρκισσος Αυτοκράτορας
ψάχνει πάντα να βρει
πειθήνιους υπηκόους
κοιτώντας από την κλειδαρότρυπα
του όμικρον ή του μηδενός ;

❖ ❖

Καλοί μου υπήκοοι
Σας απαγορεύω
Ίσον σας υπαγορεύω
Ίσον σας απαγορεύω

Συμπεραίνω:
Η ευθραυστότητα
Είναι για το Βασίλειο
Μη παραγωγική

Από σήμερα η ευαισθησία
Ονομάζεται αδυναμία

Διαλαλείστε :
Οι αδύναμοι ευαίσθητοι
καταδικάζονται σε
καταναγκαστικά έργα
επιβίωσης

❖ ❖

Οι δυνατοί αναίσθητοι
Φοράνε προβοσκίδες
Έχουν δάχτυλα τσιγκέλια
και μια παρδαλή ουρά
Αποκεφαλίζουν
της φαντασίας τα παιδιά
πριν αυτά ακόμα γεννηθούνε
Στα όνειρά τους
δεν βρέχει μανταρίνια
Ποτέ δεν τόλμησαν να πατήσουν
την ουρά μιας κοιμισμένης τίγρης
κι όμως βρυχώνται
Το μόνο που φοβούνται
μην τύχει και τους λιώσει
η μεταξωτή παντόφλα
του Αυτοκράτορα

❖ ❖

— Λυπάμαι
Η ασθένεια σας
δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά
Θα σας συνιστούσα όμως
να τσιμπάτε κάθε πρωί
με μια καρφίτσα
τον καθρέφτη
Ώσπου να ματώσει

❖ ❖

— Κατεβείτε γρήγορα Μεγαλειότατε
Θα πέσετε
Το ξύλινο αλογάκι
Σας είναι πια μικρό

❖ ❖

Κοιτά ανέμελα τον ορίζοντα από το παράθυρο
αυτά δεν είναι σύννεφα που πλησιάζουν
αλλά ένα σμήνος λευκών χαρταετών
Του κτυπούν επίμονα το τζάμι
Μήπως θα έπρεπε ν’ ανησυχήσει;

— Τι θέλετε από μένα;
— Να μας ακολουθήσετε ήσυχα
χωρίς να διαμαρτυρηθείτε

 

 

ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ (2011)

 

ΟΦΙΣ UNIVERSALIS

Μια φορά κι έναν καιρό
όταν το I διακόρευσε το Ο
αυτό γέννησε
το λάγνο γράμμα Φ

Από τότε οι νύχτες μας γράφονται με αστραπές
“Κανείς δεν ξέρει πού ο άγγελος ξεκινά και πού
ο διάβολος τελειώνει»

Μίλα μου
Κοίταξε με
Θέλω να σε ακούω
Θέλεις να με βλέπεις

Όσο η καρδιά του ρόδου χλιμιντρίζει
Αραχνοΰφαντες αναβλύζουν ηδονές
Βαριά αρώματα κεντούν στο σώμα, σαύρες
Οι ουρές γίνονται τσιγκέλια
Σηκώνουν το δέρμα
Βυθίζονται στο κρέας
Βρέχουν φολίδες πέταλα
στου έρωτα
το γάλα

Έλα κεφάλι όμορφο
ματωμένο στ’ αθώα χέρια μου
να σε κρατήσω

Από την κόχη της σχισμής
Χύνεται ένα ψάρι
Σε σιντριβάνι αίματος
Χορεύει
Σπαρταράει

Δώσε μου τώρα
να πιώ
τη γλώσσα σου
τα μάτια
το μυαλό σου

Το έβδομο πέπλο
ρούφηξε
σώμα άπληστο πηγάδι
Μπαίνει βαθιά
τυλίγεται σφυρίζει
από το στόμα πετάγεται σαν φίδι
η γλώσσα του διχαλωτή
με δηλητήριο γλείφει
σάλια χυμούς, ρώγες τρύπες, λέπια ορέξεις

Φίλα με αγάπη μου
Του πεθαμένου το φιλί
θα μ’ αναστήσει

Κι εσύ αναγνώστη
Αν έναν έρωτα πρόστυχο
ζητάς
Πάρε βαθιά αναπνοή
και φώναζε:

Σαλώμη
Μάγισσα

Εσύ φταις

Της Ομορφιάς
Άχρηστη
Κόρη

 

 

ΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΗ

Η μεγάλη κυρία
Των εκατό ετών
Με τα μαύρα τα λέπια
Με την αήττητη οστέινη θωράκιση
Ξαπλώνει ατάραχη στον ήλιο

Περιμένοντας μάταια μιαν απογείωση
Διαπιστώνει ότι ο υδάτινος κόσμος της
Παραμένει υπόγεια σταθερός
Συχνά αναλογίζεται ότι
Χρειάζεται μεγάλη τέχνη για
Να αντέχει την υπερχείλιση
Αοράτων όγκων νερού
Χρειάζεται μεγάλη χάρη για
Να σέρνεται ύπουλα
Πίσω από κάθε υποψήφιο γεύμα
Μεγάλη φήμη για
Να διακηρυχτεί
Το διαβόητο σαρκοφάγο ερπετό
Που ο χρόνος περισσότερο από τα όρνια ευνοεί
Μεγάλη μητρική καρδιά για
Να κρύβει τους απογόνους της
Στα νούφαρα

Μπορεί όμως
Σε μια υπενθύμιση αθωότητας
Να αμβλύνει
Τη γωνία μιας τσουκνίδας
Να ζει ψάχνοντας
Άλλον έναν ονειρικό συνειρμό
Καθώς θα βυθίζεται
Στο πολύτιμο δώρο
Της πλημμύρας

Μπορεί
Να τους αφήσει όλους
Περίεργους, κατάπληκτους
Να τη ρωτούν:
Μήπως έχετε κάτι να προσθέσετε ακόμα
Ένα κροκοδείλιο δάκρυ
ίσως;

 

 

ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ

Κοιτάξτε με παρακαλώ
Αυτή είναι η νέα μου αποκριάτικη στολή
φέτος ντύθηκα πολυέλαιος θαλάσσης

Φίδια μαλλιά στο μέτωπο κυματίζουν
καλώδια εσωστρεφή ηλεκτροφόρα
ένα κρυστάλλινο κεφάλι μεγεθυντικός φακός
για να κοιτώ με πρίσμα το νερό
το άπειρο απ’ τον πυθμένα
για να είμαι αστέρι γαλανό
ρόδα αυτάρεσκη που ατέρμονα κυλά
γύρω από τον εαυτό της

Υπάρχει τρόπος να τον κατακτήσω
αμάσητο να τον καταπιώ
τα κόκαλα του να χωνέψω

Με σώμα αντλία υδραυλική
καμπάνα που σφυρίζει
γίνομαι τέρας τρομερό
σαν βεντούζα στο πρόσωπο
κολλάω

Καμία χτένα
δεν με ακουμπά
παράλυτος μένει
όποιος μ’ αγγίζει

Θα ερωτευτώ
όποιον με βρει
όποιον χωρίς να πετρώσει
με κοιτάξει 

Εμένα
την Τοξική Μέδουσα Γοργόνα
που μολύνω τον ωκεανό
σαν πλαστική σακούλα
χρώματος
μπλε

 

Η ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

ΙΙ

Όταν σβήνει το φως
οι σκιές τρεμοπαίζουν στο ταβάνι.
Ο γεωγραφικός χάρτης
το παιχνίδι που έπαιζες μικρή
Μια νέα χώρα διαγράφεται
εκεί πάνω δεξιά στη γωνία
Μήπως την έχεις ξαναδεί ;

Είναι, η χώρα της Θλίψης

 

 

UTERUS CELESTIAL

Η μήτρα πέθανε
αναλήφθηκε με τ’ αγγελόψαρα
στους ουρανούς
Όταν την είδε ο Θεός των Τρελών Πιθήκων
έτσι αφιλόξενη και άδεια
την πέταξε σαν βότσαλο στη θάλασσα
Τότε η μήτρα έγινε
θαλάσσια ανεμώνη

που είπε:

Ό,τι μέσα μου φυτρώνει
Ό,τι με αγγίζει
θα πεθαίνει
Μόνο το ψάρι κλόουν
θα με κατοικεί

 

 

ΦΤΕΡΩΤΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Κυρίες και Κύριοι
Θα ήθελα να σας εξομολογηθώ τον εθισμό μου
Είμαι κλεπτομανής
Κλέβω το οξυγόνο των λέξεων
Εισπνέω τις φωνές τους
Γιατί μόνον έτσι αναπνέω
Η σειρά σου τώρα:
Κυρίες και Κύριοι
Θα ήθελα να σας εξομολογηθώ τον εθισμό μου
Είμαι αυτοκτονική
Συλλέγω τους υποψήφιους θανάτους μου
Όπως οι γάτες τις ζωές τους
Έχω επτά ολόκληρους θανάτους για να ζήσω
Αφήστε την επιτέλους
Να γδυθεί με την ησυχία της
Τα σώματα είναι ανέκφραστα
Δηλώνω εχθρός της κίνησης
Κι όμως όλο και πιο συχνά
Πέφτω, πέφτω…
Πρόσεξε
Στη διαχωριστική γραμμή στέκεται
Ο αντίπαλος εραστής – Η αντίπαλη ερωμένη
Περιμένουν στωικά με μύτες γαμψές
Το αρσενικό πάντα πρώτο οσμίζεται τη γονιμότητα
Βοήθεια – Δεν θυμάμαι τίποτα
Οι κλεμμένες στιγμές διαρκούν λίγο
Μισώ τη διαίσθησή μου
Για περάστε παρακαλώ
Εδώ πωλούνται τα φθηνά ηλιοβασιλέματα
Σου χαρίζω
Την καταραμένη μου ομορφιά
Σε μωβ χαρτί
Κι εγώ σου χαρίζω
Το καταραμένο μου μυαλό
Σε μωβ κουτί
Vanitas – Λέγεται η τιμωρία μας
Μετά από κάθε δυνατό μεθύσι
Μένουμε όλο και πιο διψασμένες
Κάποτε όμως θα καρφωθούμε στον ουρανό
Σαν δύο γιγάντιες πεταλούδες Attacus Atlas
Ο θάνατός μας
Θα είναι μια λεπτομέρεια

 

 

ΜΙΑ ΤΑΛΑΝΤΕΥΣΗ ΜΟΝΟ

Το κρινολίνο
είναι συμμετρικό
τόσο ζωντανό
Ταλαντεύεται
αιχμάλωτο κι αυτό
της ευπρέπειας
που ο Velasquez
μισούσε
Το υπάκουο παιδί
ελεύθερο
παραληρεί
μόλις η χαριτωμένη
Ινφάντα Μαργαρίτα
με οργή
στροβιλιστεί
σπάζοντας
την περίτεχνη
πορσελάνινη
αλατιέρα

 

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ

στον Στρατή Πασχάλη για την ανεκτίμητη
ενθάρρυνση της αρχής

 

Οι κίτρινοι κύβοι
Κρέμονται
Περασμένοι σε μια κόκκινη κλωστή αίματος
Τυφλές πεταλούδες
Ξεχύνονται μέσα
Από την καταπακτή της καρδιάς
Το σώμα πριονισμένο σε συρτάρια
Όμορφος ποθητός
Αιωρείται
Μπροστά στην πανούκλα

Η εξάπλωση Είναι θέμα χρόνου
Ο γενναίος άντρας Με ταπεινά τετράγωνα καρφιά
Γενναιόδωρα Ανελέητα
Γαζώθηκε
Στη ραπτομηχανή
του θανάτου
Μετέωρος
ο αστερισμός του
βρίσκει τη θέση του
στο υπέρλαμπρο σύμπαν
Για να μείνει αλώβητη
κι ακέραιη
η απέραντη αγάπη
μας άφησε μόνους να παλεύουμε
με την υπέρβαση
του άθλιου εαυτού

Παρακαλώ απλά υπογράψτε
κι έπειτα ρίξτε τον οβολό σας στη σχισμή, στο κίτρινο κουτί
σε σχήμα σταυρού.
Σας ευχαριστώ.
Είπε κι απομακρύνθηκε
από τον Εσταυρωμένο
ο Salvador Dali

 

 

Η ΑΤΕΡΜΟΝΗ ΧΩΝΕΨΗ
ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

1

Η ατελής τελείωση
η εξάντληση της φθοράς
το παραλήρημα της ύπαρξης
η ρευστότητα της καταστροφής

συνθέτουν τη συνταγή
για μια ηδονική απόλαυση
όταν ΣΕ τρώω
όταν ΜΕ τρως

4

Η αποσύνθεση της επιθυμίας
φέρνει την πλήξη στην έκπληξη
ο φόβος της απώλειας
στην έκπληξη πλήξη
όταν ως δώρο γενεθλίων βρίσκεις
στο μαξιλάρι σου
ένα απολιθωμένο
ροδάκινο

7

Έλα
να πετάξουμε μαζί
Στην κορυφή της νύχτας
θα μας εκσφενδονίσει
ο ίλιγγος της αστραπής

 

 

ΜΙΚΡΟΒΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Το αντικείμενο του πόθου
οφείλει να μην παραμελεί τον εαυτό του
Να κυκλοφορεί αόρατο

***

Βοηθείστε με παρακαλώ!
Να διορθώσω ό,τι δεν είναι σωστό στον
Ή μήπως ό,τι είναι σωστό;

***

Το ελάττωμά σου:
ν’ αφουγκράζεσαι τους συνειρμούς
Όταν στην ελευθερία των ματαιώσεων
ψάχνεις να βρεις
στη λαβή του ξίφους
την πιο αιχμηρή
ερωτική λέξη

***

Το οπλοστάσιο τον έρωτα

Το όπλο του με τις γυναίκες
Η διαχυτικότητα
Ακονισμένο σπαθί

Το όπλο της με τους άντρες
Ο ιστός της αράχνης
Μια συλλογή θηλιές

***

Τα φύλλα της καρδιάς

Προσοχή οι θύρες κλείνουν αυτόματα
Προς τα μέσα

***

Ερωτική παραμόρφωση

Αφού θέλεις ν’ απογυμνωθείς
Να μη νιώθεις
Να μην αγαπάς
Έλα λοιπόν
Γίνε ένα τέρας
Τις πράσινες φολίδες
Σου τις χαρίζω
Εγώ

***
Ο θάνατος του έρωτα
– Δεν σας το είπανε;
– Όχι.
– Δυστυχώς, ο ασθενής κατέληξε.

 

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ

“And I’ll kill you first and, love you after “
Shakespeare, Othello, act 5, scene 2

Θα ντυθώ μωβ ανεμώνη
και δεν θα μαραθώ
Όχι σήμερα τουλάχιστον
Μετά το πένθος της ταπείνωσης
το συναίσθημα ανθίζει ξανά

***

Η εκδίκηση του αισθήματος
σε βρίσκει να κρατάς
κόκκινο κουβάρι
Την καρδιά σου

***

Ο υπέρηχος έδειξε την καρδιά
σε κάθετη θέση
Προφανής μετατόπιση
από υπέρβαρο ευαισθησίας

***

Συναισθηματική αναπηρία
Η ποινή για τον πρότερο
ανέντιμο βίο σου

***

Η εξαγορά της αγκαλιάς
Παθογόνο στοιχείο
της νέας εποχής

***

Είναι προτιμότερο
να θυμάσαι τον άνθρωπο
Όχι τον στίχο

***

Τα ευγενή αισθήματα
δυσκολεύονται να επιβιώσουν
όταν τόσο αποτελεσματικά
εξολοθρεύονται
από τα ευγενή προσωπεία

***

Συναισθηματική σύγχυση

Άπλετο φως
η συσκότιση
Αρκεί ν’ αποφασίσεις
να δεις

***

Μάταια παλεύει
ν’ ανακαλύψει
την ενδιαφέρουσα
ανεξιχνίαστη ψυχή σου
Το αίτημα
παραμένει:
Να ξεριζώσει
την καρδιά του αστερία

***

Όταν το μάτι της γαρίδας
με λύπηση σε κοίταξε
διαπίστωσες:
Η άβυσσος σφύζει από ζωή

***

Ένα στίγμα στον ουρανό
Πώς το ερμηνεύεις;
Σκιά πουλιού;
Ξερό φύλλο;
Αεροπλάνο;
ή Ελπίδα;

 

 

ΑΤΡΑΚΤΟΣ

Φυλακισμένος πίσω από τα γυάλινα κάγκελα
της αιώνιας νηνεμίας
ο άγγελος προστάτης σου
ανήμπορος
σωπαίνει
όταν μέσα σε λίγα λεπτά
τ’ ακρωνύμια των λέξεων αιμορραγούν
και ακανόνιστος ο σφυγμός της ώρας εμβολίζει
ένα ζευγάρι εμπύρετων στιγμών
όταν το φεγγάρι στραγγίζει
τα υγρά του κατρακυλώντας
στο πέτρινο στήθος της νύχτας
για να σου στείλει το ουρλιαχτό
μιας πληγωμένης λύκαινας

Τ’ αγκίστρια λαμπυρίζουν στο σκοτάδι
βουτούν βαθιά
ο προβολέας φωτίζει
τα τοιχώματα της σπηλιάς

Όσο και να σκαλίσεις
όσο κι αν ψάξεις βαθιά
πίσω από τις ρωγμές της ατράκτου
θα βρεις μόνον
το νεκρό μάτι του ψαριού
και τα κέρματα των σκουριασμένων ονείρων
που μάταια στοιβάζονταν
στο πηγάδι των επιθυμιών 

 

 

FEMMINA

Αυτά τα ποτάμια αίματος
Μια ζωή πιστά σ’ ακολουθούν
Πίσω σου κυλούν
Σε φουσκώνουν
Σε πονάνε
Σε βαραίνουν
Κι όταν ξαφνικά αρχίσει
Η ξηρασία
Σταγόνα σταγόνα να
Σε τρελαίνει
Τα ποτάμια στερεύουν
Τότε
Ω, τι έκπληξη!
Αρχίζουν
Να σου λείπουν

Ξέρεις
Τι σημαίνει
Η απόσυρση της κόκκινης κηλίδας;
Να μένεις μια γυναίκα λειψή
Μισή γυναίκα; 

VENUS

Η Αφροδίτη του Botticelli εγκατέλειψε
το κατεψυγμένο όστρακο της αιωνιότητας
Έγινε πάλι μια άγνωστη μελαχρινή
Αποφάσισε
να ζήσει, να ερωτευτεί και να γεράσει
ως πρώην περιεχομένου
κενή

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΔΙΑΙΡΕΤΗΣ

Λίγο μετά τη διαίρεση
Μένει το γράμμα Θήτα
Να χωρίζει
Το μηδέν από το μηδέν
Τον φθόνο από τον φόνο

Το εξοστρακίζεις
Όπως το χτυπάς
Με το κουτάλι
Στο κεφάλι

Τότε αυτό
Βουτά στη μαύρη τρύπα
Χάνεται προσωρινά
Αφήνοντας πίσω του
Ένα τσόφλι

Το
Άπειρ
Θ

 

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΑΠΟΛΙΘΩΜΑΤΑ

1

Έρωτας δεν είναι το ποίημα το ίδιο
αλλά ό,τι αυτό προς εξερεύνηση αφήνει
στο κενό των περιθωρίων του

2

Ο μόνος ασφαλής έρωτας είναι ο απολιθωμένος έρωτας
Ο έρωτας που έγινε ποίημα

3

Η υπόσχεση του έρωτα είναι μια αιωνιότητα
με ημερομηνία λήξης

7

Στο ναρκοπέδιο του έρωτα
τα μνήματα διευκολύνουν τους διαλόγους

8

«Το κόκκινο χρώμα είναι χυδαίο» λένε
Οι καρδιές όμως βάφονται κόκκινες
Άρα οι καρδιές είναι χυδαίες

12

Η σύγχρονη ερωτική αλληλογραφία είναι μονολεκτική
Όταν εκείνος ποθεί
Εκείνη σκέφτεται
Ο έρωτας έχει τη δομή του λάστιχου
Τεντώνεται – Επιμηκύνεται – Συρρικνώνεται

14

Ο έρωτας δεν είναι ούτε λαμπερός, ούτε ανεξίτηλος
Είναι σκοτεινός, ύπουλος, σκούρος
Ένας λεκές

15

Του έρωτα η τιμή είναι αδιαπραγμάτευτη
Συνεχόμενες εκπτώσεις εγγυώνται τη χρεοκοπία του

18

Τα ερωτικά διλήμματα φοράνε τα χρώματα του ουράνιοι
τόξου
Ο έρωτας και η τρομοκρατία προϋποθέτουν ένα κοινό
χαρακτηριστικό:
Τον αιφνιδιασμό

20

Όσο οι άγγελοι τσιμπολογούν λεμονανθούς στο στεφάνι του
ο έρωτας λάμπει. Όταν όμως οι άγγελοι βαρυστομαχιάσουν
ο έρωτας σκοτεινιάζει

23

Δεν είναι ήρωες οι ποιητές και οι ερωτευμένοι
Είναι το ποίημα και ο έρωτας
Ηρωικές πράξεις

24

Το τέλος του έρωτα μοιάζει με το φαρμακωμένο μήλο του
παραμυθιού
Η δαγκωνιά του είναι πάντα ακαριαία και θανάσιμη

 

 

 

ΕΝΑ ΜΠΟΥΚΕΤΟ ΨΑΡΟΚΟΚΑΛΑ (2009)

 

ΤΟ ΑΥΓΟ TOY BRANCOUSI

I

Η γυναίκα μετέωρη ανάμεσα στο εκμαγείο και τον τοίχο
Ο άντρας αιχμάλωτος στο περίγραμμα

Έλα λοιπόν
Κάνε μια κίνηση
Όσο ακόμα η φωνή χαϊδεύει το βλέμμα

Η γυναίκα εκκολάπτεται μέσα στο εκμαγείο

Το ξέρεις ότι μπορείς
Σπάσε τη φόρμα

Το εκμαγείο μεγαλώνει
Η σχισμή στενεύει

Πες κάτι
Σπάσε το τετριμμένο

Πίσω από την καγκελόπορτα
εκείνος την κοιτάζει με απορία
προσπαθεί να καταλάβει
να καταλάβει;

Η γυναίκα έξω από το εκμαγείο
Ραγίζει

Μη με κοιτάς
Κάνε μια αποκάλυψη
Ψάξε για μια παρέμβαση

Το κύμα βάφει τα δάχτυλα των ποδιών στο χρώμα
του κρόκου

Η γυναίκα ξαπλώνει, κάτω από το εκμαγείο
το γύψινο σώμα άδειο
κέλυφος ωοειδές
χωρίς στίγματα

Οι λέξεις συγκροτούνται σε επεξήγηση
όσο το αντικείμενο απομακρύνεται
το κενό του χώρου μεγεθύνεται

Ένας άντρας θα εμφανιστεί τον οποίο θα ερωτευτεί
Αλλά όχι ακόμα

 

 

ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ

Το ανεμόπτερο του έρωτα
αιωρείται
με μια αρμαθιά ψίθυρους
από την καταπακτή της νύχτας

τα σώματά μας
ανεξερεύνητα ακόμα
τόσο ελαφριά
που σαν αφρόψαρα
πετάνε

ο πειρασμός
δικτυωτός
καλπασμός που αφρίζει
στο στόμα του Μονόκερου
σε σφίγγει
με δεξιόστροφη περιστροφή
στο συρματόπλεγμα
ώσπου
σε καταπίνει
μια ριγέ τέντα

με μια κλοτσιά αλόγου στα πλευρά
παίζεις το τυχερό σου νούμερο στη ρουλέτα
τίποτα δεν είναι τυχαίο

το κόκκινο χρώμα ρέει
άφθονο
τα φλωρεντινά κρίνα
αφηνιάζουν
ξεχύνονται
από το φόρεμα της αναγεννησιακής Madonna
ποδοπατούν
τον Κόκκινο Τοίχο

«Τι όμορφη που είσαι!»
«Μπορούμε να μοιραστούμε τουλάχιστον την αστειότητα;»

Δεν προλαβαίνω — Δεν προλαβαίνεις — Δεν προλαβαίνουμε

Γλυκό μου κορίτσι, σ’ αγαπώ!

Ο έρωτας κανίβαλος
Έφαγε τον κόκκινο Τοίχο

«Είσαι όμορφος απόψε!»
«Μη σταματάς…»

Το Crescendo
Ποτέ δεν είναι αρκετό
Άσε τις ατίθασες φράντζες
στο μέτωπο να πέφτουν
Άσε τις ρυτίδες να βαθαίνουν

Τα καλύτερά μας χρόνια
γίνανε πολτός
χωνεύονται
μέσα στα όξινα υγρά
στο στομάχι του Έρωτα
λιώνουν
με τ’ απομεινάρια
του Κόκκινου Τοίχου

«This is the final call»

«Κι αυτό που ανεβαίνει;
Είναι υδράργυρος ή αίμα;»
«Μην τρομάζεις!»
«Σφίξε με δυνατά να μην τελειώσει η νύχτα!»

 

 

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΕΡΙΔΑΣ

Στο αλλοπρόσαλλο δέντρο του ουρανού
τα πουλιά γεννούν φύλλα καθρέφτες
και οι νυχτερίδες ταΐζουν το χρόνο
με τα μικρά παιδιά των ανθρώπων.

Στο φυλλοβόλο δέντρο του ουρανού
μέσα σε πηχτή σιωπή που αναδεύει η νύχτα να μη σβολιάσει
φύτρωσε ένα τσαμπί έκπτωτων αγγέλων.

Με ξεκούρδιστα φτερά
ανάποδα κρεμασμένοι
γαντζωμένοι σε κλαδιά από απενεργοποιημένα μηνύματα
ακίνητοι αιωρούνται –
λίγο πριν την αναμέτρησή τους με τους θρόμβους
του τελευταίου ηλιοβασιλέματος.

Κι όταν οι ριπές από ένα κοπάδι καπνισμένες σκιές
με χνότα που μυρίζουν μπαρούτι
αιφνιδιάσουν το χάος
οι άγγελοι δεν αιμορραγούν
μόνον πέφτουν…

πέφτουν
με συνεχείς πτώσεις

πέφτουν
και τα μαλλιά τους μπλέκονται με τα μαλλιά
των παραστρατημένων αστεριών
που ψάχνουν τις ρίζες τους στο χώμα
πέφτουν
και φυτεύονται με την προσωρινότητα
των παρασιτικών σωμάτων

πέφτουν
και κυλούν μέσα στις φλέβες της νύχτας
με τον ορό του σκοτεινού σου εαυτού

Τώρα οι άγγελοι σκοτώθηκαν στη θέση των πουλιών
Έμειναν ομοιώματα από κερί κι από πηλό
κακόγουστα αυτοκόλλητα και βασανισμένες καρτ ποστάλ
να σε κοιτούν
από την ταράτσα του πολυώροφου κτιρίου

και να πέφτουν
με συνέχεια

να μεταλλάσσονται
με συνέπεια

έτσι όπως
η επίπεδη θέα
θα διαψεύδει πάντα
την καμπυλότητα της ιστορίας
που έχεις να διηγηθείς

 

 

ΤΟΥΒΛΑΚΙΑ

Τι ωραία!
Παίζετε πάλι με τα τουβλάκια
Τα έχετε χωρίσει
Εκείνος βάζει τα μπλε
Εσύ βάζεις τα κίτρινα
Το σπίτι σηκώνεται ψηλά
Κάθεστε επάνω
Σε τριάντα ορόφους
Προχωράτε γελώντας
Χτίζετε
Ακόμα πιο γρήγορα
Ανεβαίνετε
Ακόμα πιο ψηλά
Φθάσατε στα σύννεφα
Περάσατε τα σύννεφα
Εκεί ο πατέρας χάθηκε
Το σπίτι πέφτει
Τα κομμάτια
Σκορπίζουν στο κενό

 

 

Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΣΟΥ

Όταν
-μετεξεταστέοι, καθισμένοι
μέσα σε μια μήτρα από χαλκό
αφορισμένοι
να σερνόμαστε
πάνω στη διαθλαστική συρραφή του χρόνου—
επιστρέφουμε σαν γλάροι

η τραγωδία της ανθρωπότητας
θα έχει σταματήσει
την ξέφρενη αναπαραγωγή της

τα ακροδάχτυλα του κυπαρισσιού
θα χαϊδεύουν στοργικά
το οδοιπορικό του άσπρου λύκου

δεν θα βυθιστείς ξανά
σε τοξικό έδαφος
ανεξήγητης ανησυχίας

μια φέτα άγουρο πεπόνι
και μια τρύπια ομπρέλα
θα αιωρούνται πάντα στο ταβάνι

το πέτρινο βιολί
δεν θα γδέρνει πια
τις θολές βιτρίνες των ημερών σου

άχρονη η κοσμική ανάσα
θα πάλλεται μέσα στους νευρώνες του ροδοπέταλου

ένα γερασμένο υπογάστριο
δεν θα είναι πια το θέμα
ούτε και η συναισθηματική υπερβολή
μια κακή απομίμηση έρωτα
οι φίλοι σου δεν θα δεξιώνονται την ευτυχία τους
προσφέροντας κατεψυγμένα φιλέτα

θα καθρεφτίζεις με θάρρος τη βασανιστική σου μυωπία
στα πόδια του αγάλματος

και τότε
δεν θα υπάρχει καμία δικαιολογία για να βρεις
ότι δήθεν δεν σ’ αφήνουν να ζωγραφίσεις

 

 

ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΠΑΛΟ ΓΡΑΣΙΔΙ

Τη στιγμή που ο ήλιος εισχωρεί στο κάδρο
ο άτολμος
εκείνος
ανιχνεύει στη λιπόσαρκη εικόνα του
την ασυμμετρία ως αγωνιώδη διάσταση
αναμένει
την ανατροπή της εικόνας
που θα του φέρει η αφαίρεση
με ένα εναέριο φύσημα
Τρυπιέται με ενέσεις θάρρους
γίνεται αόρατος
και αυτοθαυμάζεται
προσπαθώντας να δει αυτό
που δεν βλέπουν οι άλλοι

εκείνη
η σκεπτόμενη γυναίκα
ανθυγιεινή για τον περίγυρο
θύμα της ανησυχίας της
προορίζεται για συγκεκριμένη χρήση,
όλα τα στολίδια είναι περιττά

Δεν ήθελες τίποτα το περίπλοκο
απλώς να ζαλίσεις τον αφηγηματικό χρόνο
με το διαπεραστικό βλέμμα της ακινησίας
να κλυδωνίζεσαι ανάμεσα
στο αφηρημένο και το ακατανόητο

Η πραγματικότητα όμως αναπαράγεται διαδοχικά
Έτσι ήταν πάντα. Ο αέναος χορός
Το κουρασμένο χόρτο. Πολλαπλασιάζεται,
κιτρινίζει, ξεριζώνεται, ξαναφυτρώνει

Εκείνος:
«Νόμιζα ότι υπήρχε κάτι να ανακαλύψω»

Εκείνη:
«Μ όνο η όσφρηση μένει ως αίσθηση μνήμης»

«Θέλω να είμαι επιθυμητός»

«Ναι, αλλά ξεχνάς ότι είσαι αόρατος»

«Τότε θα μετατοπίσω την ορατότητα
για να μείνει το ποίημα ανοικτό»

«Άσε επιτέλους ένα στίχο να σε γδάρει
φόρεσε τη χροιά μιας ανατρεπτικής φωνής
μιας εποχής που έφυγε ή που θα έρθει
τότε που πετούσαμε ή θα πετάξουμε πέτρες
και τρυπούσαμε ή θα τρυπήσουμε τους τοίχους»

«Και η ζωή μου;»

«Βρες παρηγοριά στο παραμύθι
ανακάλυψε δέκα τρόπους να δελεάσεις
ένα σπερματοζωάριο για να συνθέσεις
ένα νέο ευσυνείδητο βάρβαρο»

 

 

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΜΑΛΕΡ

Στην κουφάλα της βιόλας
κουδουνίζει η καρδιά του αηδονιού
Ένας κρότος
λάμπει στο λαιμό
Η ανθοδέσμη
κατάπιε το περιδέραιο
Το λακκάκι σου
αναβοσβήνει
Ανεβαίνεις στο πιο ψηλό κλαδί
για ν’ αγγίξεις ένα αστέρι
Η βρύση στάζει
μακριές μαύρες φούστες
Η σκόνη παραιτήθηκε
παρέδωσε το πέπλο της
στο χνούδι

Αφήνεσαι στα έμπειρα χέρια
της απερισκεψίας
για να σου κάνει
την καλύτερη κόμμωση
με μουσική

Στα ηχητικά ξεσπάσματα
παρακαλάς απεγνωσμένα τη διαφάνεια
να θολώσει
Για να μη βλέπουν τον εσωτερικό σου κόσμο

Παρακαλώ πολύ
όπως απομακρυνθείτε από το γυαλί
Τα εντόσθιά μου ανήκουν
δικαιωματικά
όπως και
οι νότες

 

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

με τους χορευτές τον
American Ballet Theatre

Μια χειραψία μόνο
και ο έρωτας αφήνει τ’ αποτυπώματα του
να ρουθουνίζουν παράφορα στο φλοιό της γης

Μια καλοζυγισμένη περιστροφή
και απρόσκλητος ο ανεμοστρόβιλος
κλέβει τις μαύρες βούλες του σκύλου

Στη σεισμική ακολουθία
το όμορφο γόνατο
συναντά
το λοβό του αυτιού

Όταν η αίσθηση
γίνει ζευγάρι με την παραίσθηση
κι ο πόνος με την ηδονή
το τραγούδι της καρδερίνας
ζωγραφίζει
τεντωμένους μυς
σε φλογισμένα σώματα

Το προαιώνιο ερωτικό παιχνίδι
μπαίνει σε τροχιά
μοιραίας αναμέτρησης
για την επικράτηση

και κάθε φορά
που το χρυσό γάντι μιας ηλιαχτίδας
πέφτει
ο χορός της φυσαλίδας
κεντά στην κόκκινη φούστα
σαράντα ανέμους
κι ένα χειροκρότημα

 

 

HOMO AQUARIUS

Μια παράλογη εξομολόγηση
που οφείλεις να κάνεις
Αφού έθαψες με σεμνή τελετή
την κληρονομική ανησυχία
τώρα βουτάς με μόνο εξοπλισμό
ένα σκάφανδρο
για να κρυφτείς
κάτω από το μεγάλο τραπέζι

Ντυμένος με
κοράλλια από νάιλον
καταπίνεις ψηφιακό πλαγκτόν
παρατηρώντας
τα δόντια της κουφάλας
τους χαλαρούς συνδέσμους
των αρθρώσεων
την ελαφρότητα της μάζας

κι όταν
τα ξύλινα πόδια
σε πλησιάζουν απειλητικά
για να σου λιώσουν το κεφάλι

ξεπροβάλλεις

ανοίγεις τις υδάτινες κουρτίνες
και τους φωνάζεις:

«Ακούστε με παρακαλώ!
Θα πρόκειται για παρεξήγηση
Εγώ ένας ταλαιπωρημένος ναυαγός
είμαι μόνον που επέλεξε να απέχει
από τους εορτασμούς για να μην
ακούει το θόρυβο των εικόνων»

έπειτα
πρώτη – πρώτη
σπεύδεις να τους παραδώσεις
την οικογενειακή ρυτίδα
—του μεσόφρυδου—

για να αισθανθείς ξανά
ένας άνθρωπος περιττός
που έμαθε να ζει
στο ενυδρείο

 

 

ΚΑΝΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ

Ακούς;
Είμαστε παράφωνοι πάλι απόψε
Ταλαντευόμαστε σε μια ξεκούρδιστη χορδή κιθάρας
τρίζουμε τα δόντια
ξεφωνίζουμε ανέραστες ματιές

Θυμάσαι;
Κάποτε κερνούσες την ελαφρότητα του παραμυθιού
κρυφοκοιτούσαμε το ξεκούμπωτο πουκάμισο της γης
αγγιζόμασταν με ηλεκτρισμένα δάχτυλα

Τώρα
Είσαι ο άντρας-πολυθρόνα που ασάλευτος κινείται
Είμαι η γυναίκα-πολύφωτο με λάμπες που τρεμοσβήνουν

Μόλις ξεντυθήκαμε έναν πολυφορεμένο έρωτα
που έμοιαζε με φτιασιδωμένο χρυσοποίκιλτο ναό

Το νιώθεις;
Είμαστε άκαμπτοι πάλι απόψε
Άλλο ένα δειλινό μόλις έσβησε τ’ αποτσίγαρά του
στις πονεμένες μας αρθρώσεις

Τα σώματά μας ασπάζονται το κενό
Χωρίς σπινθήρα
Χωρίς ανάφλεξη
Μόνο τα λόγια του φλύαρου κουνουπιού
Διαπεραστικοί βόμβοι από στόματα τρυπάνια

Είναι βλέπεις η επιβολή του παράσιτου

 

 

ΕΝΑ ΧΕΡΙ

μνήμη Κλείτου Κύρου

Σε μια μόνο χρονική αναλαμπή
ώσπου ν’ αγγίξει ένας κόκκος
την άμμο της κλεψύδρας
έσφιξα ένα χέρι

ήταν φτερό από πουλί της νύχτας
που αφουγκράζεται το σκοτάδι
βελούδο από ελεύθερο πέταγμα πεταλούδας

ήταν θαυμασμός για ένα πνεύμα
κατολίσθηση στον ήχο ενός ηδονικού φλαμέγκο
κραδασμοί και δονήσεις που
κοιτούν με μάτια γουρλωμένα

οι λέξεις που κλάδεψες
γεννούν φύλλα και λουλούδια
υπερκόσμιας ευαισθησίας
τα ποιήματά σου ξεκλειδώνουν
την καρδιά του τριαντάφυλλου
φωτίζουν τις υπόγειες στοές του κόσμου
εξιχνιάζουν τα εγκλήματα της ύλης
σε μια πόλη-κτήνος
που δήθεν ήσυχα βελάζει

κλαίω γιατί σε διάλεξε μια πυγολαμπίδα
συνταξιδιώτη στο απύθμενο σκοτάδι
χαίρομαι γιατί θα γίνεις αιώνιος κολυμβητής
σε μακρινό γαλαξία

Καλό σου ταξίδι

 

 

ATELIA

Πόσο μπορεί
να ξεχειλώσει ένα στόμα
με μια κραυγή;

Όσο κενό χωράει
για να γεμίσει
με πληρότητα
μια τρύπα

Τόσο χρόνο χρειάζεσαι
για να κατακτήσεις
την υπόγεια διάβαση
διασχίζοντας τη μήτρα
ενός μηδενικού
που θα γεννήσει
αγνή κι αμόλυντη
την A t e l i a

Να είστε σίγουροι
Θα τη βρω τη φωνή μου
ν’ αντιλαλεί μελωδικά
στα τοιχώματα
του υπονόμου
Στο Βασίλειο
των Ανώνυμων Εμβρύων

 

 

 

Η ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΥΤΣΟΥΛΙΑ (2007)

 

COMPLEXITY

Dear incomprehension
It’s thanks to you
III be myself at the end.
SAMUEL BECKETT

Την πληρώνεις την νοικοκυροσύνη σου
για να είναι απούσα.
Όπως πληρώνεις και τον ελεύθερο χρόνο σου
για να είναι παρών.
Όπως πληρώνεις και τα αφελή όνειρά σου
Ακριβά.

Όταν ήσουν μικρή κυνηγούσες πεταλούδες,
σου θύμισε μια ηλικιωμένη θεία.
Τώρα πια μόνον οι περιστασιακοί πόθοι
πετούν γύρω σου
και δεν είναι καν έγχρωμοι.

Πες μου τι προτιμάς και θα σ’ το σχεδιάσω.
Τρίγωνο;
Τετράγωνο;
Ρόμβο;
Το σχήμα της ημέρας το δίνω εγώ.
Έπειτα απομακρύνομαι για να παρατηρήσω
από τη σωστή απόσταση
τον πίνακα
με το δημιούργημα – ανοσιούργημα.

Πίσω από τις πυκνές φυλλωσιές των παθιασμένων
συνειρμών
κρύβονται οι υποκριτικοί καθωσπρεπισμοί
όλα τα ζευγάρια μάτια
που ορμούν να κατασπαράξουν τις μικρές σου αλήθειες.
Και καθώς η ανησυχία οδηγεί στην τελική έκρηξη
η παρόρμηση παραμονεύει χαιρέκακα να δει
την αυτοκαταστροφή να θριαμβεύει.

Ως γνήσιο πειθήνιο ον
με βήμα υπνωτισμένου αερικού
ακολουθούσες μια ζωή το σκοπό
του μαγικού αυλού.
Περνούσες
αόρατη
απαρατήρητη
φιγούρα αλαφροΐσκιωτη
στεφανωμένη με τις περισπωμένες
αλυσιδωτών ψευδαισθήσεων.

Όταν γυρεύεις την αιτία της φυγής
σκοντάφτεις πάντα πάνω στο φόβο
τον αμετανόητο εργένη.

Γιατί επιμένεις να σκαλίζεις;
Οι ανασκαφές σου στις μαθητικές μνήμες
δεν θα φέρουν στο φως τίποτα άλλο
παρά μόνον την εξάρθρωση της τάξης
το τετράγωνο της υποτείνουσας
και τη ρίζα του 144.

Το πόρισμα του ειδικού έλεγε:
«Ο πολύπλοκος είναι συγκεκριμένος.
Ο απλοϊκός είναι αυθόρμητος και φυσικός.»
Εσύ πρόσθεσες:
«αλλά πάνω από όλα ανθεκτικός».

Τουλάχιστον έμαθες έστω και αργά
ότι η ομορφιά βρίσκεται
εκεί όπου βασιλεύει η ατέλεια
και η ευτυχία
εκεί όπου απουσιάζει
η πολυπλοκότητα.

 

 

ΕΡΙΝΥΕΣ vs ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

So fine, we cannot do it.
But nearing means distancing.
SYLVIA PLATH

Ως ένθερμος οπαδός μιας παράδοξης πολυτέλειας
κάθε φορά που η διχασμένη φύση σου γιορτάζει
φροντίζεις να φοδράρεις τα μυστικά σου
με μεταξωτή ευτέλεια.

Όλες αυτές οι μικροσκοπικές δηλητηριώδεις σκέψεις
που συσσωρεύονται στο μυαλό σου
σαν αιωρούμενα σωματίδια
γίνονται αυτόχειρες σκορπιοί
που τσιμπούν με την ουρά τους το κεφάλι τους.

Αν αγωνιωδώς ψάχνεις να βρεις
ένα κουμπί επάνω μου να πατήσεις
για να ζήσεις μαζί μου μια συνηθισμένη ζωή
θυμήσου ότι το σημείο ανάφλεξής μου
είναι η αδράνεια.

Έχεις σ’ εκκρεμότητα
έναν θάνατο
που δεν πρόλαβες να πενθήσεις
και μια κακοποιημένη σχέση
που αιμορραγεί.
Ακόμα όμως ψάχνεις για επιδέσμους.

Δεν παραλείπω
να συλλέγω
όλα αυτά τα χρυσόχαρτα που μου χάρισες.
Απ’ όπου όμως απουσίαζαν οι καραμέλες.

Πρέπει επιτέλους να καταλάβεις
ότι λειτουργείς μόνον ως δέκτης.
Ο πομπός χρόνια τώρα
σου φωνάζει
«Out of Order».

Γιατί πρέπει να βασανίζεσαι
να τυραννιέσαι
να υποφέρεις
για να ξεφορτώνεσαι όλα αυτά τα χαλίκια
που βαραίνουν το μυαλό σου;
Για να συντηρείς με τεχνητές αναπνοές
το πτώμα της τέχνης που παράγεις;

Ξέρεις πώς είναι να ψάχνεις
έναν ομοϊδεάτη για να επικοινωνήσεις;
Και τι έχεις άλλωστε να μοιραστείς;
Το φθινόπωρο της διαταραγμένης σου σκέψης;

Σήμερα θα γίνεις τολμηρή.
Κάθε πρωί πετάς
το γάντι για να μονομαχήσεις
με τη δειλία σου.
Δεν ανταποκρίνεται ποτέ στην πρόκληση
αλλά παραμένει φυλακισμένη
στο πορτρέτο μιας καλοστημένης απάτης.

Δεν είσαι ποτέ ευχαριστημένη
απ’ αυτό που είσαι
απ’ αυτό που έχεις
απ’ αυτό που κάνεις.
Τα κλοπιμαία της ψυχής σου συνεχίζουν
να στοιβάζονται στα σεντούκια της ζωής σου.
Και κάθε βράδυ χωράς να μπεις
στον θαλαμίσκο της δακτυλήθρας.

Υποκλίνομαι βαθιά
στο συναισθηματικό κενό
και στη συνοφρυωμένη ανεπάρκεια
που μου χάρισες.
Με το μαγικό σου άγγιγμα
η παθολογική μου εσωστρέφεια
μετατράπηκε σε συγγραφική ακράτεια.

Όσο για σένα που εισπνέεις καθημερινά
τις αναθυμιάσεις των αλυσιδωτών σου νευρώσεων,
αρκέσου στις προσωπικές σου εξομολογήσεις
σε μια αρσενική πόρνη
και στην ασυναρτησία της ηθικής σου.

 

Η ΓΝΩΣΤΗ ΠΟΛΩΣΗ

What we call the. beginning is often the end
and to make an end is to make a beginning.
X S. ELJOT

Θέλω να κολυμπήσω σε μια καινούργια ψυχή
τόσο μπλε
τόσο αμέριμνη
τόσο αθόρυβη
όσο και η εγκυμοσύνη της θάλασσας.
Γιατί θα πρέπει να υπομένω
τη γλυκιά προσμονή
ενός βρέφους απάτη
που προτίμησε να με εγκαταλείψει
για την προσωρινή ύπαρξη
του κίτρινου φύλλου;
Δώσε μου ένα λόγο για να το κάνω.
Για άλλη μια παράταση αθανασίας;

Με το ν’ αναλώνεσαι σε παράνομους έρωτες
και κατά συρροή απιστίες τι ξορκίζεις;
τα γηρατειά;
το θάνατο;
Πόσο γελασμένος είσαι στ’ αλήθεια.
Αφού το ξέρεις καλά ότι το έργο έχει πάντα
την ίδια πλοκή και την ίδια κατάληξη.
Μετά την εκούσια αποχώρηση από το πλατό
ξεβάφεις σχολαστικά το μακιγιάζ
και το κενό αναβλύζει πάλι από τα μάτια σου.
Πίνεις ένα ποτό παρέα με το δίδυμο θλίψη-πλήξη.
Αρχίζεις να στάζεις παγωμένους κρυστάλλους.

Χρειάζεται μια ευσυγκίνητη φύση
ένα μεγάλο χάρισμα
και ανεξάντλητα αποθέματα δακρύων
για να κλαις

ανεξέλεγκτα
ακατάσχετα
αναίτια.

Κι εσύ είσαι προικισμένη.

Άσε τουλάχιστον μετά την απανθράκωση της αδικίας
το θυμό να γίνει καπνός.
Δώσε στο τραγούδι της αγάπης μια ευκαιρία
να σκίσει με τη φωνή του
τα μεταξωτά σεντόνια των αιθέρων.

 

 

ΕΜΜΟΝΕΣ

Αναλώθηκες σε μια τόσο υπερβάλλουσα
εγωπαθή ενασχόληση
με τη διαιώνιση των κυττάρων σου.
Ώστε σήμερα μέσα από μια κατασταλαγμένη ωριμότητα
να καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι δεν είναι παρά
το νοσηρό απόσταγμα της συμπλεγματικής σου σχέσης
με το αιώνιο και την ασημαντότητα.

Όλη αυτή η συμπυκνωμένη ανησυχία ασφυκτιά
πίσω από τα κάγκελα του στενού σου θώρακα.
Δεν έχει πια χώρο να απλωθεί.
Μόνη της επιλογή
η έκρηξη.

Χρόνια βασανίζεσαι
προσπαθείς απεγνωσμένα να βγεις
από την τέντα του τσίρκου που σε έβαλαν να παίξεις
και να πετάξεις επιτέλους τη στολή του κλόουν.
Όμως είσαι ακόμα μέσα.

Πόσο εύκολα και γρήγορα σε οδήγησε
η πλήξη των δεδομένων κεκτημένων
στην αποκαθήλωση των επιθυμιών σου.

Αναρωτιέσαι σε τι χρησιμεύει όλη αυτή
η συσσώρευση υπερκόσμιας ευαισθησίας
(για την οποία τόσο περήφανη είσαι) στο άτομό σου,
και που επιμένεις να περιφέρεις άσκοπα εδώ κι εκεί.
Το κοινωνικό σου έργο περιορίζεται
στην αποστασιοποιημένη
και προπάντων ασφαλή παρακολούθηση των γεγονότων
και στις έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις
των πλημμυροπαθών και σεισμοπαθών
του Τρίτου Κόσμου.
Κάθε Χριστούγεννα φυσικά.
Τι καλόκαρδη και πόσο γενναιόδωρη είσαι στ’ αλήθεια!

 

 

ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙ
ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΟΠΤΡΟΥ

From mirror after mirror,
no vanity’s displayed
I am looking for the face i had
before the world was made.
W. IS YEATS

Κάποτε ήταν τα όνειρα ταραγμένα
και ευτυχισμένες οι μέρες.
Σήμερα οι όροι αντιστράφηκαν.

Ήταν καλά ο πατέρας χθες το βράδυ.
Του έθεσα για πολλοστή φορά
το αγωνιώδες ερώτημά μου
— Πώς είσαι;
— Είμαι καλά.

Ήταν καλά ο πατέρας χθες το βράδυ
Στον ύπνο μου
Σε ένα βαθύ ευτυχισμένο όνειρο.

Ταραγμένη ήταν η μέρα όταν ξύπνησα
και το πρωινό που με χαστούκισε
με βροχή ωμού ρεαλισμού.

Μη με ψάχνεις στο δωμάτιο
βρίσκομαι στο συρτάρι
διπλωμένη προσεκτικά
πάνω στα ματωμένα σεντόνια
με τις σκοτωμένες μου δυνάμεις
ένδοξα τρόπαια των μαχών μου. 


Κάθε φορά που μένεις αντιμέτωπος
με τα ερείπια της ψυχής σου
προσπαθείς μάταια να επαναπροσδιοριστείς.
Για να πετύχεις όμως την πλήρη χαρτογράφηση
του εαυτού σου
έχεις ακόμα να διανύσεις το μακρύ πικρό ταξίδι
της ανεπάρκειας.

Έχεις αυτή τη μοναδική ικανότητα να κουκουλώνεις
όλες τις μικρές σου δυστυχίες με ολοστρόγγυλα
γυαλιστερά καπάκια
και να γιορτάζεις την κάθε μέρα ζώντας μέσα
στην ψευδαίσθηση της τάξης.
Ελέγχεις προσεκτικά αν όλα είναι στη θέση τους.
Μένεις ήσυχη.

Κατάματα τον καθρέφτη σου όταν κοιτάς
περιμένεις την αντανάκλαση της επευφημίας.
Δεν εισπράττεις όμως παρά ένα τετράγωνο
κορνιζωμένο ψέμα
που με τόση ελαφρότητα αναιρεί
μια υπόσχεση που μπαγιάτεψε στο χρόνο.

 

 

ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ Ν’ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙ
ΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΡΩΤΑ

Who than devised the torment?
Love
T. S. ELIOT

Αν αφαιρέσουμε όλα αυτά τα χρυσά πλαίσια
που με την αλαζονική τους πολυτέλεια
τόσο βάναυσα μας κορνιζώνουν,
είμαστε ένας άντρας και μια γυναίκα
που μέσα από τις σκιές των φύλλων
έρπουμε αθόρυβα στο σκοτάδι,
συναντούμε τις νυχτοπεταλούδες
που ερωτοτροπούν
και περιμένουμε ν’ αγαπηθούμε
κάτω από ένα ανάποδο φεγγάρι.

Of love there is hardly a ghost left.
O who what angel of power can assuage
My terrible demon of revenge!

δεν υπάρχεις
δεν υπήρξες ποτέ

ήσουν μια γερή μπουκιά φαντασιοπληξίας
είσαι κολλημένος στον ουρανίσκο μου

ήσουν έρωτας εγωιστής
είσαι φάντασμα ξεπερασμένο
αλυσοδεμένο σε κάστρο χρεωμένο 

σε μια προσπάθεια να σωθώ
από το ανεπιθύμητο άγγιγμά σου
τη βίαιη ματιά σου
αποφάσισα να γίνω δαίμονας
και να σ’ εκδικηθώ
για όλα τα ματωμένα φιλιά σου.

Το καλύτερο ποίημα που όμως δεν έγραψες ακόμα
θα είναι για έναν μεγάλο έρωτα που θα σπαρταράει
κρεμασμένος στο τσιγκέλι ενός ερωτηματικού.

— Κι έπειτα;
– Ο ερειπωμένος έρωτας τίναξε νευρικά τις σκονισμένες
μνήμες
από το πέτο της λήθης και χώθηκε βιαστικά στην κρυψώνα
της κόκκινης σαύρας.
– Κι έπειτα;
— Το μικρό αγόρι μπήκε στο δωμάτιο και ρώτησε:
«Μαμά υπάρχουν κόκκινες σαύρες;»

Τότε έτρεξες να κρυφτείς.
Να προφυλαχτείς από την ψιχάλα αστερόσκονης.
Που δεν σε άγγιξε τελικά.

Και έκανες λάθος
Όχι.
Δεν είχες δικαίωμα να κάνεις λάθος.
Τώρα το λάθος έγινε η σκιά σου
σ’ ακολουθεί παντού.
Γίνεται φίλος φορτικός
εξαρτημένος εραστής
ζηλόφθονος σύζυγος.

Σε κατασκοπεύει.
Σε παρατηρεί.
Σε γδύνει.

Κολλάει επάνω σου σαν στρείδι.
Σε κουκουλώνει.
Σε φιμώνει.
Σου κλείνει τα μάτια.

Ό,τι κι αν κάνεις δεν θα ξεφύγεις.
Το βρίσκεις κουλουριασμένο
στα δροσερά σου σεντόνια.
Το λευκό σουβλερό του δόντι
αστράφτει αυτάρεσκα στον ήλιο.

Είναι ένας Έρωτας χωρίς έρωτα!

 

 

ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Όπως ανενόχλητα
τα μαλλιά του καθρέφτη σου
ασπρίζουν
σε πρόβες που λιποθυμούν
σε ανόητες παραστάσεις
που χωρίς χειροκρότημα σωπαίνουν
όσο ο κλώνος της ημέρας
παραμένει ατύχημα
εκεί που κρύβεται το φοβισμένο ωάριο
το επίμονο ψάρι
κολυμπά αντίθετα στο ρεύμα
μέχρι να συναντήσει
το αντικαθρέφτισμα
της ευτυχίας.

Πίσω από κάγκελα
μεταξωτά κρόσσια
η επαναστατική πινελιά
σε αποσύνθεση στεγνώνει
και ο πόθος
όπως φιμώθηκε εκπνέει
τυλιγμένος
σε κόκκινο κασκόλ.

Bizarre.
Ήταν ο πρώτος άντρας
που σου μίλησε για τον έρωτα
χωρίζοντας τον σε στάδια
σαν να ήταν καρκίνος.

Κι όταν μείνει μονόφθαλμο
το λαμπερό της εκτόπισμα
την απατάς
με πρόσχημα
την απώλεια της ομορφιάς.

Από την αρχή ήμασταν πολλές γραμμές
σ’ αυτό το σχήμα.
Αποχωρώ αθόρυβα και σιωπηλά όπως
μπήκα
Γιατί απλώς είμαι μια ευθεία που περισσεύει.

Να μάθεις να σκέφτεσαι
αυτό που νιώθεις
ακόμα κι όταν ξυπνάς
με πρόσωπο
την πατούσα του ρινόκερου
που πέρασε από πάνω σου τη νύχτα.


Έλα να περπατήσουμε στο φως,
αφού το ξέρεις
δεν μπορούμε να φιμώσουμε
ένα κοπάδι γρήγορους σφυγμούς
και το νεογέννητο κλάμα της ομορφιάς.

 

 

Η ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΥΤΣΟΥΛΙΑ

Στη γη των απολαύσεων
δεν υπάρχουν
γωνίες
για να τραυματίσουν
το γοφό σου
οι μέρες κυλούν
σε τηλεοπτικά επεισόδια
ενώ στα χωράφια
φυτρώνουν
χαρτονομίσματα
στην ευθραυστότητα του ορίζοντα
επιπλέουν
δαντελένια εσώρουχα
και περιστέρια
από πλεξιγκλάς

κι
εσύ
που βούτηξες
τη σόλα σου
σε περιττώματα σκύλου
άφησες
τα ίχνη σου
στην καινούργια μοκέτα
στο δωμάτιο
του καλύτερού σου
φίλου. 

Πτώση
από αποτυχημένο ακροβατικό.
Είσαι έτοιμη
να εκτεθείς
σαν την αιώνια κουτσουλιά
στο κεφάλι του αγάλματος;

Όπως
ένα μεθυσμένο περιστέρι
πετά
η ζωή
χτυπά
τα φτερά της
στο φακό
του ηδονοβλεψία
κινηματογραφιστή.

Η μαρτυρία του φόνου
θα είναι πάντα
η επιτυχία
του αργόσχολου παρατηρητή
που σαν την κουτσουλιά
απρόσκλητος
ξεπροβάλλει.

Τα περιστέρια
πετούν
μόνον
όταν τα κυνηγούν
μικρά παιδιά
που φορούν
αλεξίσφαιρα γιλέκα.

Στη δύση
μιας συνηθισμένης ημέρας
φτερωτές θεές
πετούν
μέσα στα βαγόνια του μετρά
ενώ
η νύχτα αστράφτει
στο βάθος του τούνελ.

 

 

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΕΚΔΟΧΗ

Εδώ είμαι
ξαπλωμένος.
Με σκεπάζει μια κίτρινη κουβέρτα
πλεγμένη με λέξεις στρείδια
που με τριβελίζουν.

Τις ακολουθώ:
Βούλα
Κίνηση
Παύση
Τελεία.
Βιάζομαι:
Κόμμα
Να προλάβω τη διάβρωση:
Παύση
Πριν πέσει
η όξινη βροχή:
Επικόλληση
Αποκοπή.

Πριν με πουν νωθρό
και νικήσει ο θάνατος
τον ύπνο.

Είναι περίεργη η σιωπή
στο κίτρινο σπίτι
βαμμένη
στο χρώμα του ακατοίκητου.

Τα όνειρα που βράζουν
σε χύτρες ταχύτητας
μένουν ωμά, κίτρινα και θορυβώδη.

Κίτρινη προσποίηση

Πότε ήταν η τελευταία φορά
που έκανες κάτι αυθόρμητο;
Όταν φτερνίστηκες ίσως.

Ψιχαλίζει.
Το κίτρινο φλας
αυτάρεσκα βουίζει
την υγρή του αντανάκλαση
σε σώματα ανέραστα.

Νιαουρίζει
γρυλίζει
φοράει ένα κίτρινο καπέλο
και κοιμάται.

Τι είναι;

Τι ποίημα που όταν αποφάσισες να γράψεις
ξυπνάει
και βρυχάται. 

Το ταξίδι, του γυρίνου.

Νιώθω: ενθουσιώδης
Αισθάνομαι: παρορμητικός
Υπάρχω: αυθόρμητος

Μόνον όταν ως γυρίνος κολυμπώ
με κίτρινα βατραχοπέδιλα.

Η γυναίκα με το κίτρινο κολιέ

Η Φρανσουάζ ήταν τόσο όμορφη
φορώντας μόνο το κίτρινο κολιέ
όταν τη ζωγράφιζε
ο Πικάσο.

Το κίτρινο πορτρέτο

Τα γυμνά του Nonda
«είναι άσεμνα» είπαν.
Όμως «η γυναίκα σε κίτρινο φόντο»
δίδαξε στο κίτρινο
πώς μπορεί να γίνει
το πιο ερωτικό χρώμα.

Οι πεταλούδες του Νταλί

Το μυαλό του Νταλί ήταν άτακτο.
Σε μια σκοτεινή
διαταραγμένη
και άγνωστη πτυχή του
φτερούγιζαν κίτρινες πεταλούδες.

 

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ – PRINT

Στον ανήσυχο βολβό
του νέου κόσμου
όταν
η ίριδα
περιστρέφει
τα δακτυλικά της αποτυπώματα
σε σώματα αναίσθητα
ο ήλιος
φωτίζει
το νεκρό άλογο
τυφλώνοντας
τα γαλάζια κρύσταλλα.

Η ίριδα του ματιού σου
έχει κατάλληλα εκπαιδευτεί
— τρεμοπαίζει
ξεθωριάζει
ώσπου καταψύχει
Νεκρά τοπία κυανής αγάπης.

Η κληρονομιά της αδύναμης μνήμης
Το παράθυρο που ζήτησες
Η τελευταία λέξη: «Φεύγεις;»
Τα απόκρυφα της απαγορευμένης ηδονής

Η μεμβράνη του τύμπανου
στο στήθος του νεκρού.
Ενός λεπτού οργή.
Κι όλα αυτά
για να κυλήσει
ένα τετράγωνο δάκρυ.

Κρατάς
τη μάσκα
με το πρόσωπό σου.
Στηρίζεσαι στο δεκανίκι
ενός φαιδρού συμβιβασμού
— όμως τα πόδια σου
εξέχουν πάντα
από την κόκκινη μπανιέρα.

Τα σύνδρομα της εγκατάλειψης.
Το αδύναμο πουλί
έτοιμο να σπάσει.
Η αγωνία
μην κλειδώσουν ξαφνικά οι αγκαλιές
και μείνεις
άδειος
από καύσιμη αγάπη.

Τον κοιτώ.
Είναι ενοχλητικά όμορφος
μέσα στο πράσινο μπλουζάκι.
Στο βλέμμα του
η συμμετρία
σπαρακτική! 

Αυτή:
«Σε φορώ
Άρα μου ανήκεις».
Ο χρυσός κρίκος
παραδοσιακό σύμβολο
ιδιοκτησίας.

Μια ζωή διοπτροφόρος
μακάριζες
όσους έχουν δυνατά μάτια.
Τώρα λυπάσαι
όσους έχουν αδύνατη
ματιά.

Είμαστε ανύπαρκτοι
Εγώ
Εσύ
Εμείς.
Απλώς δεν υπάρχουμε.
Η χοντρή κρεατοελιά μόνον
στο μάγουλο του γέρου
Υ π ά ρ χ ε ι.

 

 

ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΟ – RAW

Μια ραχοκοκαλιά από στάχτη
ο εύθραυστος κόσμος
κι οι ημέρες
χύνονται
χαμηλόφωνα
σε θρύψαλα.

Στο ήσυχο σπίτι.

Το φεγγάρι
Το σκιάχτρο του θεού
Ο θυμός της Ιστορίας.

Δεν με νοιάζει τι θα πούνε
να κλαίω θέλω μόνο
κι ας με κοιτούν καχύποπτα
οι άγγελοι από τον τρούλο.

Έχεις αναρωτηθεί
με ποιον τελικά
μοιράζεσαι τα επιτεύγματά σου;
– Με τις μασέλες της νύχτας.

Για τη διαιώνιση του είδους
κι ο γάμος του φιδιού
μ’ ένα τσαμπί σταφύλι. 

Η περιπλανώμενη ωραιολατρεία
στις στοές του ορυχείου.
Κυλιέται
πάνω σε διαμάντια-κάρβουνα
ή κάρβουνα-διαμάντια;

 

 

ΦΩΤΟΣΚΙΑΣΕΙΣ

Υπάρχουν φορές που οι προσωπικοί μας δαίμονες
είναι πιο δυνατοί από τους φύλακες αγγέλους μας,
όμως ποτέ δεν ξέρεις
ποιος είναι
ο πραγματικός φύλακας άγγελός σου.

Στην εικονογραφημένη εποχή σου
δεν έχεις τίποτα να πεις
Ας φαίνεσαι τουλάχιστον.

Ο λαθραίος θεατής του σύμπαντος
Ο θάνατος.

Οι φτυαριές που αντηχούν γοερά.
Ο ανθρακωρύχος στη στοά της μνήμης
Σκάβει το άρρωστο χώμα.

Ο επίμονος βήχας
Ο επαναλαμβανόμενος βήχας
Ο παροξυντικός βήχας
Το κόκκινο αυτοκινητάκι του εγγονού
που πάτησε το καλώδιο του οξυγόνου
Η αθωότητα που ακυρώνει
την τροφοδοσία του νεκρού πνεύμονα. 

Όλα εκείνα τα
χλωμά φεγγάρια
καθισμένα οκλαδόν
μέσα σε γυάλες με φορμόλη
ψηλά
στο τελευταίο ράφι
του γυναικολόγου (σου)
δεν ήταν παρά
συλλεκτικά έμβρυα.

Ανάμεσά μας
η παράσταση σε κυκλική σκηνή:
προσποίηση
νάρκη
κούραση
γηρατειά.

Γι’ αυτό βολεύουν οι πόρνες τελικά
Επειδή δεν δημιουργούν
συναισθηματικές παρεκτροπές.


Στο ντιβάνι τον ψυχαναλυτή

Η ενδοσκόπηση απέτυχε
Ο ασθενής επιβίωσε.

Τα Χριστούγεννα της κυρίας Έψιλον

Όταν ο τυφώνας που πέρασε από το σπίτι
έφαγε τις γωνίες των επίπλων
και τις χαραμάδες της ευτυχίας

Όταν η ψυχή τύλιξε το χέρι της
γύρω από τη μέση του αστεριού
το παρέσυρε σ’ έναν ξέφρενο χορό
που κράτησε ως το πρωί
ώσπου η ψυχή
έλιωσε
και το αστέρι
έσβησε

Θυμάσαι κυρία Έψιλον;
Τότε ήσουν
ένα λευκό κεράσι.

 

FADE OUT

End of the endless Journey
To no End.
T. S. ELIOT

Υπήρξα ένα από τα αθώα και ανυποψίαστα θύματα
μιας ομαδικής οικογενειακής παραίσθησης.
Το τελευταίο φιλί δεν ήταν για καληνύχτα.
Πόσο έξυπνα με ξεγέλασες
Πατέρα!

Πυροτέχνημα που άναψε και έσβησε η ζωή σου.
Με μια σπρωξιά που σου έδωσε ο Θεός
γκρεμίστηκες στο άπειρο.
Τώρα πια αποτελείς μέρος της συμπαντικής ευθύνης.

Επέλεξες την εκούσια τύφλωσή σου.
Δεν έβλεπες αυτό που συνέβαινε
γιατί δεν μπορούσες να διαχειριστείς άλλη λύπη.
Αλλά αυτή είναι άλλη μια άθλια δικαιολογία.

Λίγο μετά από άλλη μια λανθασμένη διάγνωση
σου είχε πει:
«Αυτό λέγεται Leichtsinnigkeit ή αλλιώς
το αμάρτημα της επιπολαιότητας». 

Μετά το στιγμιαίο χοροπηδητό της βελόνας
ήρθε η καρδιακή παύλα.
Αφού σου ροκάνισε καλά καλά
τα σωθικά
το έκφυλο σαράκι
την τελευταία λέξη
την είχε ο καρδιογράφος.

Η χροιά της φωνής του χάθηκε για πάντα.
Ο πατέρας βράχος έγινε αεράκι.
Ο πατέρας κυματοθραύστης έγινε πουλί.
Ο πατέρας κεραυνός έγινε προμήνυμα βροχής.
Έφυγε χωρίς να διεκδικήσει ένα χάδι ή ένα φιλί
κι έμεινε να μας χωρίζει
ένας θάνατος και μια παρεξήγηση.
— Γιατί κλαις τώρα κοριτσάκι;

Το πολικό ψύχος λαφυραγώγησε ανενόχλητο
το άκαμπτο σώμα
ξεφύλλισε ηδονικά τα πέταλα της ζωής
τα σκόρπισε στα έγκατα
του πολτοποιημένου ανθρώπινου στερεώματος.
Ήταν η τελευταία πρόβα θανάτου.
Ήσουν παρών.

Σε τι χρησιμεύουν τα δάκρυα;
Δεν έχουν να ξεπλύνουν τίποτα άλλο πια.
Ξέρουν όμως να σέρνονται αθόρυβα στο σκοτάδι
και να κρύβονται βαθιά στις πτυχές του μαξιλαριού.

Αυτό που χάθηκε
είναι η αγάπη.
Η ανιδιοτελής αγάπη.
Κι όλα εκείνα τα φιλιά της καληνύχτας
που εξατμίστηκαν τελικά.

Ο διαμαντένιος σταυρός που φοράς.
Το τελευταίο δώρο του σε σένα πριν πεθάνει.
Και να σκεφτείς ότι σε όλη του τη ζωή υπήρξε άθεος.

Δεν έχεις τη δύναμη να αναχαιτίσεις
την πολιορκία της λύπης
όταν σου χτυπά
την πόρτα λυσσασμένα
όταν στύβει τα κύτταρά σου
χλωμιάζει το μυαλό σου
αδειάζει τα μάτια σου
και πίνει την ψυχή σου.
Το μόνο που μπορείς να κάνεις
είναι να της ευχηθείς:
«Εις υγείαν».

Θεέ μου πόσο ψυχρά και βίαια
καρφώνεις τις απουσίες
στον πίνακα των απολεσθέντων.

Όλα αυτά που ήθελες να πεις
όλα αυτά που ήθελες να προλάβεις να πεις
έμειναν θρυμματισμένα ψαροκόκαλα
μπηγμένα στο λαιμό σου.

Ρωτούσες:
Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι χωρίς σκιές;
Πού πάνε όλες αυτές οι σκιές χωρίς ανθρώπους;
Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι χωρίς φωνές;
Πού πάνε όλες αυτές οι φωνές χωρίς ανθρώπους;

Στο βασίλειο της σιωπής και της απουσίας
δεν υπάρχουν
ούτε σώματα
ούτε σκιές
ούτε φωνές.

Λίγο πριν πεθάνει
σου είχε πει:
«Όλα έχουν ένα τέλος».

 

 

4 ΦΥΛΛΑ ΚΑΙ 3 ΠΕΤΑΛΑ

με την αιώρηση
τον Alexander Calder

Θα ήθελα
Να γίνω
Εσύ

Μια ευθεία γραμμή
Ούτε καμπύλη
Ούτε τεθλασμένη.

Σε αυτό το δείπνο
κάλεσες
όλες τις επίπεδες στιγμές
για να σε κλείσουν επιτέλους
μέσα στη συζυγική παρένθεση.

Δεν θέλεις άλλη περιστροφή
της σκοτεινής μπαλαρίνας
προτιμάς να μείνεις
μισή μπαλαρίνα
κατά προτίμηση
σε πίνακα του Degas.

Η άνιση πάλη
με το δαίμονα της αναλογίας
όταν με σκαρπέλα
4 φύλλα και 3 πέταλα
παλεύεις
να μειώσεις
την προεξοχή της μύτης.

Ασφαλής αισθάνεσαι
μόνον όταν χωράς
να περάσεις
από το μάτι της βελόνας
για να βγεις
σ’ ένα λιβάδι χαμομήλια.

Όταν οι κόμποι γίνονται
πολλαπλές μεταμορφώσεις
μιας πρώιμης εκσπερμάτωσης
τότε αρχίζει ο διάλογος
ανάμεσα στις πεταλούδες και τις
κάμπιες.

Στη χορογραφία του εγκλωβισμένου
μετράει μόνον ο αυτοσχεδιασμός.
Ύστερα μπορείς να πέσεις πάλι
με ασφάλεια στα πόδια του διαβήτη.

 

 

SYNDROMES

To σύνδρομο του χάους

I wonder!
Who came first?
Order or disorder?
Or both?

Το σύνδρομο της κατά φαντασίαν νεόπλουτης

Το όνειρο της θηλυκής γενιάς του βασικού μισθού
Μια τσάντα Luis Vuitton.

Το σύνδρομο της δυσπεψίας

Οι συμπατριώτες σου
πάσχουν από το σύνδρομο
της χρόνιας δυσπεψίας.
Ίσως επειδή έχουν καταπιεί
πολύ ήλιο, ούζο και θάλασσα.

Το ενοχικό σύνδρομο

«Σας ρωτώ λοιπόν φίλοι δικαστές
Για ποιο λάθος με καταδικάζετε;
αφού ευνουχισμένο τον παρέλαβα ,
και ως γνωστόν μετά την απομάκρυνση
από το ταμείο ουδέν…»

Το σύνδρομο του γρανιτένιου βράχου

Όταν όλα γύρω καταρρέουν
η φωτογραφία του γάμου
παραμένει ακλόνητη
ή μήπως ατρόμητη;

Το σύνδρομο της μοναχικής ηδονής

Ο καθ’ έξιν αυνανισμός
Το χρόνιο φετίχ του
Η έμπνευσή του.

Το σύνδρομο του κοινού γούστου

Η αμετάκλητα παντρεμένη
Ο αμετάκλητα χωρισμένος
Η αμετάκλητα χωρισμένη
Ο αμετάκλητα παντρεμένος
φοράνε ροζ κραγιόν.

Το σύνδρομο της πολυπλοκότητας

Έχεις σχεδόν διανύσει το ήμισυ της διαδρομής σου
όμως παραμένεις ανικανοποίητη.
Τι θέλεις;
Τι ψάχνεις;
Αφού το ξέρεις ότι πάσχεις
από το σύνδρομο της πολυπλοκότητας
και η περίπτωσή σου είναι ανίατη.

Το σύνδρομο της υπνηλίας

— Σε προειδοποιώ
θα πρέπει να ψάξεις για να με βρεις,
το φεγγάρι κοιμάται σε πολλούς ουρανούς
κι εγώ δεν μετανιώνω για την κλινοφιλία μου.

Το σύνδρομο της τετράγωνης σκέψης

Ήθελα να σου πω:
«να μην ξεχάσεις να διαβάσεις
για τις καθιζήσεις».

Το σύνδρομο της νυχτερινής ακράτειας

Με την οξύτητα του κίτρινου
η ακατάσχετη, ανούσια λογοδιάρροια
διαβρώνει το άκαμπτο στρώμα της νύχτας

Το σύνδρομο της αφωνίας

Προσβάλλει
ένα ποίημα χωρίς ήρωα
ή μήπως μια ζωή χωρίς ποίημα;

Το σύνδρομο της αποπλάνησης

Κι. έτσι το λίκνισμα της θάλασσας
αποπλάνησε το φεγγαρόφωτο.

– Έχεις κολυμπήσει ποτέ
σε σεληνιακή τρικυμία;

Το σύνδρομο της φραγής

Όταν το όστρακο σφίγγει πεισματικά
τα χείλη.

Το σύνδρομο της βουλιμίας

– Τι ταΐζεις τη νεύρωσή σου
και παχαίνει τόσο γρήγορα;
– Μεγάλες μπουκιές υπερβολής.

Το σύνδρομο της νοσηρής φαντασίας

Μόλις βρήκες ένα πράσινο μπαρμπούνι
στο μανίκι σου.

Το σύνδρομο της υστεροφημίας

— Έχεις αναλογιστεί
ως πότε θα σπρώχνεις τα σκουπίδια σου
κάτω από το χαλί του άστρου
για να λάμπεις από μετριότητα;

 

ΠΩΣ ΝΑ ΔΑΓΚΩΣΕΙΣ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

Το οικογενειακό δέντρο
Το διάτρητο οικογενειακό δέντρο
Το σπίτι του άοκνου τερμίτη.

Οι πατρικοί πνεύμονες
Οι διάτρητοι πατρικοί πνεύμονες
Οι κατακόμβες του αρουραίου.

Οι τρύπες
«Οι νομισματοειδείς σκιάσεις»
Η κομψή ιατρική διάγνωση.

Η περιπέτεια αρχίζει
στο φιστικί δωμάτιο
με ήρωα
ένα παγόνι με τρύπες
ή
ένα τρύπιο παγόνι
ή
ένα παγόνι που το μυαλό του
γέμισε τρύπες.

Η νευρική ταλάντωση του δάσους
με δέντρα κιμωλίες
απελευθερώνει
το προσβλητικό τιτίβισμα
ενός
urlo educato.

Ένα δέντρο νυστάζει
Όλο το δάσος χασμουριέται
Ο εαυτός σου γονιμοποιείται.

Athene noctua

Στη ρωγμή του βράχου
σφηνωμένο το ράμφος
Στη σκιά του βράχου
φυτρωμένος ο αντίχειρας
περιστρέφονται
για να καθρεφτιστούν
στην πράσινη κηλίδα.

Ένα λιβάδι με κόκκινες παπαρούνες
αντικατοπτρίζεται
σε ένα σώμα με κόκκινες φλύκταινες.

«Λοιπόν δεσποινίς μου,
πρόκειται για αλλεργική αντίδραση,
μήπως περάσατε
κάποιο ψυχολογικό σοκ
πρόσφατα;»

Όταν το σφύριγμα ενός φθόγγου
καταδιώκει την πυκνότητα της εικόνας
για να ανακτήσεις τη μνήμη
και να βαπτίσεις το αντικείμενο στο φως
αρκεί να καρφώσεις τη σκιά σου
σ’ ένα δέντρο.

Duellum
Στέκεσαι,
μόνος
ολόγυμνος
απέναντι στις σκέψεις σου
οπλισμένος
με κλαδιά από αλουμίνιο.

0 ορισμός της πράσινης ευφορίας:
Ένα δάσος
από πριόνια δοξάρια
που ατέρμονα ροκανίζουν
μέχρι να πετύχουν
το τέλειο staccato.

Το πρωινό πέταγμα του κορυδαλλού
ξεπλένει σχολαστικά το δάσος
από τις παρενέργειες
ενός ηλιοβασιλέματος.

Στη φωλιά του σκίουρου
αιχμάλωτο
το χελιδονόψαρο
σπαρταρά
δεμένο με λουρί
για να μην πετάξει.

Ανυποψίαστη
η αναπνοή του δέντρου
πιάστηκε
στη φάκα του ποντικού
κι έμεινε πεινασμένη.

Ως γνήσιοι πρωταγωνιστές
σε δεύτερους ρόλους
οι ανεκπλήρωτοι έρωτες
περίτεχνα κρύβουν
τα αυτόγραφά τους
πίσω από το αγκομαχητό
των τσαλαπετεινών
στις κουμαριές.

Όταν ήσουν μικρή
αναρωτιόσουν
αν είναι τα δέντρα
που κυλιούνται στον ουρανό
ή ο ουρανός πάνω στα δέντρα.

Από περιέργεια
οι κόκκινοι στήμονες
ανασηκώθηκαν
για να παρατηρήσουν
τη θρυμματισμένη σου ομορφιά.

– «Τι έχεις να πεις για το πάθος;
– «Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις
το λαβωμένο γάτο εραστή
που γλείφει τις πληγές του.

– Τι έχεις να πεις για τον έρωτα;
– Ο καλύτερος ήχος
μετά τη σιωπή του δάσους.

 

 

ΜΙΑ ΠΕΡΙΤΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Αναρωτιέμαι
Με ονειρεύεσαι;

Σαν μια σταγόνα κερί
ή μια πιτσιλιά γάλα;

Οι φακίδες
καλοκαιρινά τρόπαια.
Δικά της.
Οι φακίδες
διεγερτικά χάπια.
Δικά του.


Σου αρέσει
το ξεχαρβάλωμα τελικά
Να θαμπώνεσαι
με στολίδια φωτάκια
Να μπουκώνεσαι
με επίθετα κουραμπιέδες

Όταν βρίσκεσαι σε ποιητική έκσταση.

Το φιλί που μου έδωσες κάποτε
το κρατώ
ως πιθανή σανίδα σωτηρίας.

Τα κουρέλια της προδοσίας
ντύνουν τη μεταμέλεια
με υψηλές ενδυματολογικές
επιλογές.

Ο κόκκινος φιόγκος
στολίζει το γοβάκι της σοβαροφάνειας
και το κεφάλι της φραγκόκοτας.

Για να ξεβουλώσεις επιτυχώς
το σωλήνα των φωνητικών σου χορδών
αρκεί να φυσήξεις
στο λαιμό μιας μαργαρίτας.

Έπρεπε να σε συναντήσω
στη ράχη ενός τραπουλόχαρτου
για να μάθω
ότι το φλος ρουαγιάλ
δεν είναι ζήτημα καλής τύχης
αλλά έξυπνης μπλόφας.

Χωρίς να προλάβεις
να γευτείς το «όλα»
βρέθηκες στο «τίποτα».

Η απώλεια της ιστορίας σου
ήταν απλώς προϊόν
υπερκορεσμένης μνήμης.

Ποτέ δεν είναι αργά
για να μάθεις να δίνεις
δωρεάν αγκαλιές
και να ψάχνεις
για βολικές αλήθειες.

Έχεις μήπως αναλογιστεί
ότι το ζώο που φοράς
αποτελεί από μόνο του
μια δήλωση πολυτέλειας;

Είσαι έτοιμη να μπεις στην καταιγίδα
για να την τακτοποιήσεις
σε κουτιά και κουτάκια;

Μια που όλα βρίσκονται
υπό πλήρη εποπτεία
είναι καιρός πια
να επιδοθείς
σε κάτι ανεξέλεγκτο.

Η κατάκτηση της μοναξιάς
είναι η κοινωνική σου επιτυχία.

Ο ανεμοδείκτης της ζωής σου
βρίσκεται σταθερά στραμμένος
στον προσανατολισμό
του ημίμετρου.

Η χειρότερη αίσθηση:
Να ξέρεις ότι γνωρίζουν
την άγνοιά σου.

Το νόημα της ύπαρξής σου
συνοψίστηκε στην ευγονική.

 

POSTSCRIPT

Είναι γεγονός
Οι γυναίκες λεκτικοποιούν τα συναισθήματα τους.
Αν μπορούσες μόνον να ξεκολλήσεις κάτι από μέσα σου
Να το καταθέσεις.
Όχι έντερα όμως παρακαλώ!

Δεν βλέπω
πίσω από τα μάτια σου
που σαν λερωμένα τζάμια με κοιτάζουν.
Με εμποδίζει ο συσσωρευμένος θυμός τους
που ποτέ επαρκώς δεν εκτονώθηκε.

Η διχασμένη σου ταυτότητα
πάντα θα ταλαντεύεται
ανάμεσα
στο «πανάριστον» και
στο «παν μέτρον άριστον».

Γιατί είσαι θυμωμένη;
Έτοιμη να εκραγείς κάθε λεπτό.
Τελικά είναι πρόβλημα να μη λες
αυτό που σκέφτεσαι
και να εξοργίζεσαι με την επιλογή σου.

Μαργαριτάρια και νεκρές καρδιές
είναι τα ποιήματα που ζούνε μέσα στα
Τα ξεκολλάς από το σώμα σου
Τα πετάς στη θάλασσα
Με ανακούφιση.

Δεν άκουγα
Δεν ήθελα ν’ ακούω
Ήθελα μόνο να φεύγω.

Οι μικρές κυρίες
Δεν μεγαλώνουν
Δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους
να μεγαλώσει.

Είσαι φημισμένος.
Όλοι σε ξέρουν
Αλλά κανείς δεν σε ανακάλυψε
Ακόμη.

Η υποσημείωση αφορά την υποχρέωση
σε ένα φάντασμα.

 

 

ΜΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ (;)

Η ίδια αγωνία κάθε φορά.
Αν ο στίχος θα έχει χαλαρή ή σφιχτή πλέξη.
Αν η βελόνα πλεξίματος ξεφύγει από το θηλύκι
και τρυπήσει θανάσιμα τη λέξη.
Αν το ποίημα πεθάνει άδοξα
από ακατάσχετη αιμορραγία.

Αν το ειδικό βάρος ενός ποιήματος
μετριέται σε τέχνη ή συναίσθημα
δεν είναι το θέμα
αλλά το αν είναι ικανό να φωτίσει
μια μικρή ή μεγάλη αλήθεια.

 

 

 

ΔΟΚΙΜΙΟ

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΗΤΤΑΣ (2013)

 

Δεν συμπονούμε τον ασθενή

1
Η Ποίηση: σαν ακριβό γαλλικό άρωμα
φοριέται σε σταγόνες. Μία πίσω από κάθε αυτί.

2
0 φθόνος: ένα παγκόσμιο αγαθό.

3
Το αντίδοτο της μοναξιάς: η ελευθερία.

4
0 έρωτας και το μίσος: δύο θηρία άγρια, σαρκοφάγα.

5
Βασική αρχή επαγγελματικής δεοντολογίας:
δεν συμπονούμε τον ασθενή.
Αγνοούμε τους συγγενείς.
Βασική αρχή επιβίωσης:
δεν συμπονούμε τον συνάνθρωπο.

6
Αυτόματος μηχανισμός επιβίωσης σε τοξικό περιβάλλον:
η Ποίηση…

 

Ο χρόνος έξω απ’ τον κόσμο

22
Ποιος βρίσκεται πού;
Ο κόσμος έξω από τον χρόνο ή ο χρόνος έξω από τον κόσμο;
Ο χρόνος στον κόσμο του ή ο κόσμος στον χρόνο του;

23
Δεν αναρωτιέμαι πια. Το αποφάσισα: ο καλλιτέχνης όταν δη-
μιουργεί είναι ταυτόχρονα καλός και κακός, Θεός και Διάβο-
λος, δυνατός και αδύναμος, πιστός και άπιστος. Αιχμάλωτος
στο φως, ελεύθερος στο σκοτάδι.

24
Μοιράσαμε δίκαια τις μεταφυσικές δουλειές —
εσύ βλέπεις τα όνειρα
κι εγώ κάνω τις προβλέψεις.

25
Το στρείδι ήταν σκουριασμένο
και το μαργαριτάρι άφαντο.

26
Ο απόηχος της χαμένης ευδαιμονίας
αντιλαλεί τόσο δυνατά όσο κι ένα συναχωμένο δάσος.

27
Η τιμή μιας χώρας χάνεται πάντα μαζί με τη συνείδηση των
κατοίκων της.

28
Τι ευχήθηκα να γίνω όταν μεγαλώσω;
Μια τρομερή ματιά. Μια πραγματική ανατροπή.

29
Το μαγικό κελάηδημα ενός μικροσκοπικού πουλιού:
καμιά ποιητική πέννα δεν μπόρεσε ποτέ να το περιγράφει.
Άλλος ένας θεϊκός δάκτυλος.
Στα πιο ασήμαντα πλάσματα έχει δοθεί η μεγαλύτερη χάρη.

30
Ο ανεμοστρόβιλος της ζωής σαρώνει πρώτα το σώμα ή το
πνεύμα;

31
Η ευθραυστότητα ταιριάζει καλύτερα στους αναξιοπαθείς. Εσέ-
να θα σου ταίριαζε να είσαι ένα συλλεκτικό βάζο της δυναστείας
των Μίνγκ, ανυπολόγιστης αξίας, το οποίο από το μόνο
που θα κινδυνεύει θα είναι ένα απρόσεκτο αδέξιο χέρι ή μάλλον
ένα μνησίκακο ξεσκονόπανο.

32
Γυναίκα: πολυδιασπώμενο ον με αυτοματικό μηχανισμό
αποτελεσματικής συγκόλλησης θραυσμάτων.

 

Υπερασπίζοντας την Ύπαρξη

43
Υπερασπίζοντας την Ύπαρξη, υπερασπίζεσαι την Ποίηση.
Υπερασπίζοντας την Ποίηση, υπερασπίζεσαι την Ύπαρξη.

44
Η μνήμη που απωλέσαμε ευφάνταστα μεταφράζεται
σε χρονοπόνο.

45
Η Σούζαν Σόνταγκ εύστοχα είχε πει:
«Ποτέ δεν ξέρεις τι φύλο είναι κάθε μέρα που έρχεται
όπως δεν ξέρεις τι ηλικία έχεις κάθε μέρα που περνάει».
Επιτέλους κάποιος κάποτε προώθησε την απενεχοποίηση της ζωής.

46
Αφήστε με να υποδυθώ για μια φορά τον Άνθρωπο.

47
Ο βολικός Άλλος είναι ο ελαττωματικός Άλλος.

48
Μέσα σε κάθε αυθεντικό άνθρωπο ζει μια μεταφυσική ιστορία.

49
Όταν είπες «τώρα επιτέλους μπορώ να ζήσω»
τότε ήταν που πέθανες.

 

Κάκτοι κι ανεμόμυλοι

50
Οι ανεμόμυλοι φυτρώνουν με τους κάκτους στην έρημο της
αυταπάτης.

51
Οι ημέρες· πανομοιότυπα αναβράζοντα δισκία.
Υψηλής διατροφικής αξίας.

52
Το κοινό ανάμεσα σ’ ένα ποιητή, ένα φιλόσοφο και μια μύγα:
Κατά καιρούς αποδεικνύουν ότι ανήκουν στα πιο περιφρονημένα
όντα.

53
Το σώμα όπως ακριβώς και η γλώσσα ξέρει να παίζει καλά το
παιχνίδι των λέξεων. Όταν ένα και μόνο γράμμα χωρίζει με μια
δρασκελιά μια χαράδρα από έναν αιθέρα την οδύνη από την
ηδονή.

54
Ο ποιητής είναι ένα εξωτικό φρούτο
που προσφέρει τον εαυτό του στον αναγνώστη
σαν επιδόρπιο με γεύση μάνγκο.

55
Όταν βλέπεις από μακριά τα γαϊδουράγκαθα σαν τριαντάφυλλα.
Αυτό αποστρέφομαι. 

 

Να ζεις σαν θεατρίνος

67
Αγαπώ τα πουλιά που χτίζουν εναέριες φωλιές, γιατί έτσι βλέ-
πω τα πιτσιλωτά όνειρα να εκκολάπτονται μέσα σε καμπανού-
λες από χόρτο που κρέμονται στον αέρα.

68
Τα ελάφια είναι τα ζώα που με συγκινούν με την εκφραστική
αθωότητά τους. Η αθωότητά τους εκλύεται στην ατμόσφαιρα.
Η αθωότητά τους έχει άρωμα. Αν μπορούσε να συσκευασθεί σε
γυάλινα μπουκάλια, τότε θ’ αγόραζα άρωμα ελαφιού.

69
Η τέχνη είναι ένας αόρατος λαβύρινθος. Για έναν απλό λόγο:
η τέχνη διεγείρει την προσωπική σου επιλογή και μια επιθυ-
μία. Να βλέπεις αυτό που θέλεις. Να διαλέξεις να δεις αυτό
που περισσότερο επιθυμείς.

70
Οι αμετανόητοι ονειροπόλοι είναι καταδικασμένοι να ψήνονται
στην κόλαση των ονείρων τους.

71
Περπατάς στο περίγραμμά σου γεμάτος περιέργεια.
Ανακαλύπτεις τα όρια σου.
Εκεί είναι ο τόπος. Εκεί όπου ο πόνος κατοικεί. 

72
Τα όνειρα του ύπνου είναι ό,τι δεν μπορείς να θυμηθείς, αλλά
τα όνειρα του ξύπνου ό,τι δεν μπορείς να ξεχάσεις.

73
«Το θέατρο δεν έχει μνήμη, κάτι που το καθιστά την πιο υπαρξιακή
τέχνη». Το σώμα όμως έχει μνήμη. Για να την απολέσει
και να σταματήσει να πονά πρέπει να ζει σαν θεατρίνος.

 

Πώς να σώσεις ένα κόσμο που δεν θέλει να σωθεί;

87
Ο Ντοστογιέφσκι πίστευε ότι η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο.
Αν όμως ζούσε σήμερα, η κυρίαρχη πλαστική ομορφιά της εποχής
θα του άλλαζε άμεσα τη γνώμη.

Πώς να σώσεις ένα κόσμο που δεν θέλει να σωθεί;

 

89
Η καθαρότητα των αισθημάτων: ένα σπάνιο θηλαστικό του
ζωικού βασιλείου το οποίο τελεί υπό εξαφάνιση.

90
Η ελπίδα είναι η μοναχοκόρη του δράματος.

91
Ένα πονηρό καλαμάρι που κρύβεται στο βυθό με στολή παραλλαγής
είναι η έμπνευση. Όταν την ανακαλύψεις θα σε τυλίξει
σφιχτά στα πλοκάμια της. Μετά θα σ’ εγκαταλείψει πνιγμένο
μέσα σε νέφη μελάνης.

 

Η πτητική ικανότητα (της Mary Poppins)

92
Η τύχη; Μια ασθένεια επιλεκτική από την οποία δεν πρόκειται
όλοι να νοσήσουν.

93
Στις ηρωικές σκέψεις πρωταγωνιστεί ο ήσυχος θεατής που
θωπεύει με το βλέμμα έναν ανήσυχο κόσμο. Στις ηρωικές
πράξεις ο πρωταγωνιστής αντιπαθεί τα χάδια και συνήθως
απουσιάζει.

94
Η σχέση με τον εαυτό και τον κόσμο είναι μια βαθιά αμφίθυμη
σχέση που ταλαντεύεται πάνω σε κύματα από αναρχικό αίμα.

95
Για πρώτη φορά ένας λαός είναι φοβισμένος περισσότερο
απέναντι στη ζωή παρά στο θάνατο.

96
Αν είχες για μόνο μέσο μεταφοράς και απόδρασης μια μαύρη
ομπρέλα.

 

Η μετατόπιση του ονείρου

123
Μεγάλοι θηρευτές τα όνειρα, που παραμονεύουν στο σκοτάδι
για να σε βάλουν στον απάνθρωπο κόσμο του φανταστικού.

124
Η μόνη πραγματικότητα είναι η αόρατη πραγματικότητα.

125
Όλη αυτή η κοσμική τακτοποίηση να καταλήγει τόσο άδοξα
στο χάος…
126
Ένας εξωτικός προορισμός η ζούγκλα της ψυχής.

127
Το μεταφυσικό επίτευγμα της Ποίησης είναι η μετατόπιση του
ονείρου στην πραγματική ζωή.

128
Στην Τράπεζα του Ουρανού να καταθέτεις, έλεγε ο Μάνος
Χατζιδάκις. Κι αυτή είναι η τράπεζα που επιλέγει ο Ποιητής
για να καταθέσει τις ονειροπολήσεις του. Οι τόκοι θα είναι μια
μεταθανάτια έκπληξη.

129
Η Ποίηση δένεται στη Ζωή με το αόρατο νήμα που συγκρατεί
την ορατή και αόρατη τάξη. Ή μήπως την αταξία;

130
Το πραγματικό αποζημιώνει τον ορθολογιστή με την ύπαρξή
του. Το ιδανικό προδίδει τον ονειροπόλο με την ανυπαρξία του.

 

Μια παράταιρη γεωμετρική σχέση

146
Πού να κρυφτεί κανείς από τις λέξεις; Στη στροφή του δρόμου
καραδοκούν και σχεδόν πάντοτε ορμούν σε κάθε ατάλαντο ποιη-
τή για να τον ποδοπατήσουν.
147
Οι λέξεις είναι οι επίδοξοι απαγωγείς του Ποιητή. Ζητούν για
λύτρα το βάρος του σε μελάνι.

148
Ένα τετράγωνο κι ένας κύκλος. Μια παράταιρη γεωμετρική
σχέση όπως αυτή του Κυνισμού με τον Λυρισμό.

149
Ξεχειλώνοντας τις ραφές του ο ποιητής χωράει πιο άνετα στο
ποίημα. Ξηλώνοντας το ποίημα το ίδιο, ανακουφίζεται.

150
Η αθανασία σού ανήκει, επίδοξε ποιητή. Η πειραγμένη σου
φαντασία αποβαίνει σε αυτό το θέμα χρήσιμη και δημιουργική.

151
Στις πύλες της αιωνιότητας επικρατεί ο μεγαλύτερος συνωστι-
σμός από υπερεκτιμημένους συγγραφείς κυρίως.

152
Ο μόνος που μονοπωλεί ερωτικά τη Μούσα είναι ο θεός της
Ποίησης. Οι υπόλοιποι απλά την φαντασιώνονται. 

 

Η γονιμοποίηση τον χρόνου

153
Ρολόι ακρίβειας φορά άνθρωπο πολυτελείας. Άνθρωπος ακρί-
βειας φορά ρολόι πολυτελείας.

154
Όσο ο χρόνος ανέραστος παραμένει, ο χρόνος της ζωής επιταχύνεται.
Από την άλλη, ο χρόνος του σύμπαντος επιβραδύνεται
περπατώντας ανάποδα σαν το καβούρι. Συμπέρασμα: όταν η
ανθρωπότητα συνουσιαστεί κάποτε μαζί του ίσως πετύχει την
πολυπόθητη αναπαραγωγή του.

155
Με την επιβράδυνσή του τακτοποιεί ήδη ο χρόνος την αταξία
του σύμπαντος. Ξεκινά εξαφανίζοντας όλα τα διακοσμητικά
του αντικείμενα.

156
Φωνές διαττόντων αστέρων: η άδηλη αναπνοή του σύμπαντος.

157
Ο χρόνος θα σταματήσει όταν αποσυνδεθεί. Μένει να βρούμε
την πρίζα του σύμπαντος.

158
Σε δύο μόνον περιπτώσεις η πολυθραυσματική μας ύπαρξη γίνεται
άρρηκτη και συμπαγής. Όταν αγαπάμε κι όταν ονειρευόμαστε.

 

Η Τέχνη είναι ένας θηριοδαμαστής

167
Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ο θρίαμβος της χημείας. Μια φού-
σκα έτοιμη να εκραγεί κάθε λεπτό γεμάτη τοξικά αέρια.

168
Η Τέχνη είναι ένας θηριοδαμαστής. Εξημερώνει τις άγριες ψυ-
χές των ανθρώπων.

169
Είναι πολύ βρόμικος αυτός ο κόσμος. Τι να σου κάνουν κι οι
ονειροπόλοι; Δεν διαθέτουν προηγμένα απολυμαντικά. Το μόνο
που ξέρουν να φτυαρίζουν είναι αστερόσκονη.

170
Όταν νιώσεις την ανάγκη να δημιουργήσεις, κανείς δεν μπορεί
να σε σταματήσει. Θα δημιουργήσεις ακόμα και φυλακισμένος
στον πάτο ενός πηγαδιού.

171
Την άοκνη βελόνα του μετρονόμου προσπαθείς ν’ απορρυθμί-
σεις όλη σου τη ζωή.

172
Ο άνθρωπος σαν ζωντανό ρολόι ξεκουρδίζεται όποτε περιφρονεί
τον χρόνο. Ξανακουρδίζεται όμως κάθε φορά που το πεπρωμένο
του αποδεχτεί. 

173
Ο καλλιτέχνης είναι καταδικασμένος να ζει σ’ έναν άξεστο
κόσμο. Και να τον καταγράφει.

174
Αγαπητέ συνάνθρωπε που ζεις κι επιβιώνεις σε ιχθυοφάγο
ωκεανό, να περιγράφεις τον πόνο σου με φυσαλίδες. Τότε ίσως
σε καταλάβουν καλύτερα.

 

Τοπία εικονικής πραγματικότητας

189
Ούτε η θάλασσα δεν μπορεί πια να χωνέψει τα σύγχρονα σκουπίδια.
Τα γαστρικά της υγρά είναι παρωχημένης τεχνολογίας.
Μόνον σμήνη από πεφταστέρια βυθίζονται μέσα της λιώνοντας
σαν αναβράζοντα δισκία.

190
Τα αυτοκίνητα του μέλλοντος δεν θα χρειάζονται οδηγό. Θα
είναι τηλεκατευθυνόμενα. Όπως οι άνθρωποι. Όπως η ζωή. Το
θέμα είναι ποιος θα κρατά το μεγάλο τηλεχειριστήριο.

191
Ποίηση είναι ο κόσμος που καλείσαι να πλάσεις δημιουργώντας
μια νέα πραγματικότητα που θα σε αφορά δουλεύοντας επίμονα
σαν πλαστελίνη την ψυχή σου.

192
Η ομορφιά είναι μια φτωχή λέξη για ό,τι, για όσα δεν
περιγράφονται.

193
Τα τοπία εικονικής πραγματικότητας. Άριστη προετοιμασία
για το άγριο μέλλον που έρχεται. Τα ειδυλλιακά τοπία που
ζήσαμε θα είναι προϊόντα επιστημονικής φαντασίας. Η δύναμη
της εικόνας όλα τα καταπίνει.

194
Σχήμα οξύμωρο: η απληστία ενός ξεδοντιασμένου κόσμοι

195
Τα πουλιά της γης: αλυσοδεμένοι βαρυποινίτες.
Οι μετεωρίτες: γαλαξιακά περιττώματα.
Τ’ αστέρια: οι χρυσόμυγες του Θεού!

Η ευγένεια αγαπάει τους καρναβαλιστές

228
Οι εφιάλτες δεν σε ξεχνούν. Όπως και τα φαντάσματα άλλωστε.

229
Η έλξη και απώθηση των ουράνιων σωμάτων καθρεφτίζεται
σε μια γήινη πορνογραφική χορογραφία.

230
Παρατηρείς από κοντά την ελευθερία των Άλλων· την περιπέτεια
του ανθρώπινου ελαττώματος.

231
Ο δάκτυλος του προσωπικού βιώματος γαργαλάει τη μασχάλη
της φαντασίας και ο δάκτυλος της φαντασίας γαργαλάει την
φτέρνα του βιώματος. Το ποιητικό έργο πεθαίνει γελώντας.

232
Όταν η ομορφιά σ’ αποστομώνει, το απόλυτο λογοτεχνικό αγαθό
είναι η σιωπή.

233
Ο 21ος αιώνας θα χαρακτηριστεί άνετα ως εποχή άδοξου
τεχνολογικού ρομαντισμού.

234
Συνοπτική ερμηνεία της Ποίησης: τέχνη ακατάλληλη για
πεζούς.

235
Ζωή είναι ο φόβος του θανάτου.

236
Η ευγένεια, που είναι ένα είδος μεταμφιεσμένης καταπίεσης,
αγαπάει τους καρναβαλιστές.

237
0 έρωτας είναι ένας παρεξηγημένος λιμπερτίνος.

238
Η αιώνια αγάπη: μια ταινία δράσης επιστημονικής φαντασίας.

239
Η αγάπη: γαλαξιακή περιπλάνηση.
Χωρίς τοίχους, χωρίς φυλακές, χωρίς δεσμεύσεις.

240
Η αγάπη στην αφετηρία
η τόλμη της ομορφιάς.
Η αγάπη στην πορεία
η ομορφιά της τόλμης.
Η αγάπη πρώτη στο τέρμα
η ελευθερία της τόλμης.

 

 

Ο βηματισμός της ψυχής

256
Τι να πρωτοδιαλέξεις ανάμεσα στην ματαιότητα της ομορφιάς
και στην ομορφιά της ματαιότητας;

257
Ελάχιστοι το γνωρίζουν, όμως χρειάζεται μεγάλη δόση
ενέργειας για να δείχνεις εύθραυστος.

258
Η ομορφιά είναι η λεπτεπίλεπτη κόρη της ευθραυστότητας

259
Αν ήταν η ευθραυστότητα μεταδοτική, ο κόσμος θα πρόσεχε
περισσότερο. Μην πέσει και σπάσει.

260
Ο δημοφιλέστερος φόβος είναι ο φόβος του θανάτου. Τώρα
προέκυψε και ο φόβος της ζωής.

261
Ο Άινσταϊν αρνήθηκε μια επέμβαση σωτηρίας. Μια ιδιοφυία
οφείλει πάντα να πεθάνει κομψά.

262
Είναι ο φόβος ενστίκτου που τη μνήμη ρηχαίνει. Άλλωστε σε τι
αποσκοπεί μια συλλογή από ενθύμια τραυμάτων;

263
Ο βηματισμός της ψυχής: ένας ρυθμός που δεν ξεχνιέται.

264
Το μόνο που δεν μπόρεσε να του κλέψει η αμνησία ήταν οι
νότες. Το μόνο που θυμόταν να κάνει ακόμα ήταν να παίζει
τσέλο.

Σύγχρονος Κοντορεβυθούλης

293
Η πλήξη της κανονικότητας· παγκόσμια καταδίκη.
Η ζωή σαν μια πινακοθήκη εγωιστικών ανδρείκελων.

294
Πετυχημένος στο διαδίκτυο. Αποτυχημένος στη ζωή.

295
Μέσα κοινωνικής δικτύωσης: ναρκωτικά νέας γενιάς.

296
Ο θαμώνας του ψηφιακού χάους: «Δεσμώτης ιλίγγου».

297
0 φαντασιοκόπος είναι ο δηλωμένος δενδροβάτης της υπερβολής.

298
0 σύγχρονος Κοντορεβιθούλης είναι χαμένος για πάντα. Ούτε
ψίχουλα ούτε βοτσαλάκια. Το αχόρταγο διαδίκτυο όλα τα
χωνεύει στο μεγάλο χωνευτήρι της ευτέλειας.

 

Ψευδαισθητικά κατοικεί ο άνθρωπος

316
Σήμερα ψευδαισθητικά κατοικεί ο άνθρωπος.

317
Η καλύτερη ευχή σε έναν αλαζόνα ατάλαντο και επιπλέον
κλέφτη και ψεύτη ποιητή: να γίνει κακιά σκόνη.

318
Να αποδράσεις από τον ασφυκτικό κλοιό που σε πνίγει: μια
επανάσταση ενάντια στην ενοχή. Να μην είσαι πια το θύμα μιας
κατάστασης, αλλά να γίνει η κατάσταση το δικό σου θύμα.

319
Να προχωράς ξεχνώντας είναι κι αυτό ένα σύστημα προόδου.

320
Η πλέον ορκισμένη εχθρός του ποιητή: η κανονικότητα.
Η πλέον απωθητική κατάσταση: η πλήξη της κανονικότητας.

321
θα σου λένε κάποτε:
το βραδινό χάπι μην ξεχάσεις για την ακράτεια ονείρων.

322
0 ποιητικός εγκέφαλος: ο ορισμός του χάους.

 

Τα όνειρα να τα ξυπνάς

345
Τι παράξενο αλήθεια!
Η καριέρα του απογειώθηκε μόλις προσγειώθηκε η ζωή του.

346
Τα ζιζάνια μαραίνουν τα άνθη. Θα πρέπει ν’ αποφασίσεις με
ποιόν θέλεις να ζεις. Με τα ζιζάνια ή με τα άνθη; Εκτός κι αν
προτιμάς να φοράς εντομοκτόνο.

347
Μόνον η ύπαρξη οφείλει να είναι φωτεινή. Όλα τα άλλα
ανήκουν στο σκοτάδι.

348
Ζήλεια και κτητικότητα: τα κοινωφελή ζιζάνια του έρωτα.

349
Το θέμα δεν είναι ν’ ακολουθείς τ’ όνειρό σου νεαρέ Βέρθερε,
αλλά να το προσπεράσεις.

350
Τα όνειρα τα ξυπνάς όποτε εσύ επιλέξεις.

351
«Η μοίρα όλων μας είναι να μην μας κατανοούν».
Έτσι θέλουμε να πιστεύουμε αφού το δικαίωμα στο όνειρο ήταν
ανέκαθεν μια βολική παραίτηση.

352
Το ότι η ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά ένα όνειρο το έχουν
πει πολλοί, είπε ο Γκαίτε δια στόματος Βέρθερου. Μόνο που
αυτό το όνειρο καλό θα ήταν να το ξυπνήσουμε κάποτε.

 

Ο θορυβοποιός

380
Η εικόνα έγινε μοιραία εθισμός. Όμως η εικόνα θα τρέχει πάντα
με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κι εσύ θα είσαι καταδικασμένος
στην μάταιη καταδίωξη του άπιαστου.

381
Είσαι βαθιά βουρκωμένος. Η λέξη βουρκώνω, έτοιμος να
δακρύσω, παίρνει άλλη διάσταση, αυτήν της ακινησίας και του
πνιγμού μέσα σε πηχτό ακάθαρτο δύσοσμο υγρό κι αυτό
σίγουρα όχι δακρύων.

382
Ζούμε σε μια εποχή όπου κανένας δεν δίνει σε τίποτα προσοχή
παραπάνω από πέντε λεπτά. Κυρίως κανείς δεν κοιτάζει τον
διπλανό του. Είναι μια εποχή αναίτιας αντιπαραγωγικής
ανυπομονησίας. Μια πολυδιασπαστική εποχή, ένας φακός χωρίς
focus.

383
Μια νέα εποχή προσγειώθηκε επάνω μου. Μια εποχή όπου η
φαντασία έγινε λογική και η πραγματικότητα παράλογη.

384
Οι αποτυχημένοι άνθρωποι απολαμβάνουν τουλάχιστον
επιτυχημένα όνειρα.

385
Η καρδιά αγνοεί όσους την παραμελούνε.

386
Οι μανιώδεις συλλέκτες άψυχων πραγμάτων, όσοι επενδύουν
στην ύλη καταλήγουν επηρμένοι ιδιοκτήτες αχανών νεκροταφείων.

387
Η κατάσταση ακραίου πόνου είναι ένα είδος διεστραμμένης
απόλαυσης.

 

Για ποιόν ρομαντισμό;

407
Μην τραυματίζετε άλλο την Ελληνική Ποίηση. Δεν είναι μόνο
η ανιαρή σοβαροφάνεια που την κάνει να αιμορραγεί. Είναι η
έλλειψη χιούμορ από την οποία χρόνια τώρα υποφέρει.

408
Η εξυγίανση έρχεται πάντα μέσα από την εξαθλίωση.

409
Τι κοινό μπορεί να έχει μια όμορφη πεταλούδα Hebomoia
Glaucippe με το μικροσκοπικό θαλάσσιο σαλιγκάρι Conus
Marmoreus; Και οι δύο είναι εξοπλισμένοι με πανίσχυρο
δηλητήριο για την εξόντωση των εχθρών τους. Σκέφτομαι πως και
ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν δηλητηριώδη είδη τυχερά
προικισμένα με φυσική άμυνα.

410
Συνταγή διάσωσης: να πάρεις τις αποστάσεις σου από το παρόν.
Άλλωστε η μόνη πραγματικότητα είναι αυτή που ζει μέσα στο
κεφάλι σου. Επομένως μπες μέσα σ’ αυτόν τον μεταφυσικό
κήπο όπου τα άνθη πετούν και τα δέντρα χορεύουν.

411
Ένα ακαριαίο ψυχικό τραύμα είναι πάντα προτιμότερο από ένα
κυλιόμενο.

412
Οι «ιπτάμενοι» άνθρωποι συνεργάζονται καλύτερα με τις
δυνάμεις της γης.

413
Ο συγγενικός καταναγκασμός είναι η εξ αίματος υποκρισία.

414
Για ποιόν ρομαντισμό μιλάμε αλήθεια;
Όταν στο φτερό της πεταλούδας κρύβεται το ισχυρότερο δηλητήριο…

 

Πέννα σπαθί

443
Σύντομα θα επέλθει ραγδαία τροποποίηση στα ερωτόλογα. Οι
ερωτευμένοι του μέλλοντος θα λένε: ο εγκέφαλός μου χτυπά
για σένα. Ο εγκέφαλός μου πονά για σένα. Μου ραγίζεις τον
εγκέφαλο…

444
Ο Σάρτρ θεωρούσε την πέννα του σπαθί. Αναρωτιέμαι αν η πέν-
να του συγγραφέα είναι σήμερα μεταλλική ή από πλαστελίνη,
εκτός κι αν ο συγγραφέας είναι χαρτοπαίκτης κι η πέννα του
Πέννα Σπαθί.

445
Κάποτε το ζωικό βασίλειο θα διεκδικήσει τα απολεσθέντα
κεκτημένα και τότε θα εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό.

446
Το μόνο μάθημα που πήρα άριστα ήταν η Ανθρωπογραφία.

447
Τα παλιά όνειρα δεν τα κρεμάμε στην ντουλάπα.
Τα τρώει ο σκώρος. Ας τα φοράμε λοιπόν.

448
Βραβείο καλής συμπεριφοράς: το πιο μάταιο βραβείο.

449
Ο Σαρτρ έλεγε: «Ελλείψει ορατών εχθρών η αστική τάξη
χαιρόταν να τρομάζει με την σκιά της. Αντάλλασσε την πλήξη της
με μια κατευθυνόμενη ανησυχία». Σήμερα τρομάζει γιατί δεν
βλέπει πια ούτε τη σκιά της. Με χρόνια φιλότιμη προσπάθεια
την έχασε κι αυτήν.

 

Το αντίτιμο της διάσωσης

483
Το αντίτιμο της διάσωσης είναι πάντα ακριβό:
η ανήλικη μητέρα της ενήλικης κόρης.

484
Η ομορφιά των λίγων πρέπει διαρκώς να εκπαιδεύεται για να
αντισταθεί στην αντιπάθεια των πολλών.

485
Η ειλικρίνεια της τεχνολογίας: όταν ο μόνος που εμπιστεύεσαι
είναι ο υπολογιστής σου κι αυτός σου δείχνει την αφοσίωσή του
με το να σε κοιτά βαθιά στα μάτια.

486
0 Μπρεχτ έλεγε πως ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον κόσμο μέσα
από την κίνησή του. Μα εγώ διαπιστώνω όλο και πιο πολύ
πως ο περιστρεφόμενος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να ζει
αν μεθυσμένος.

487
Η υπεροχή του συναισθηματικά ανάπηρου έναντι του
συναισθηματικά ευάλωτου: ο μαύρος πάνθηρας επιτίθεται στην κουτσή
κι ανήμπορη γαζέλα.

488
Η ζυγαριά διέψευσε τον μύθο. Η νοημοσύνη δεν είναι θέμα
εγκεφαλικού μεγέθους.

 

Η νοημοσύνη των μικροβίων

506
Η νοημοσύνη των μικροβίων είναι υψηλή. Η νοημοσύνη των
βακτηρίων είναι υψηλή. Είναι η ανθρώπινη νοημοσύνη που
φθίνει όταν αρχίζει να υποτιμά τον αντίπαλό της.

507
Κάθε χρόνο κι ένα κάστρο πέφτει. Τα σούπερ βακτήρια γιορτάζουν
την αθανασία της υπεροχής τους. Το μόνο οχυρό που μας
απέμεινε είναι ένα βουνό απενεργοποιημένων αντιβιοτικών.
Στεκόμαστε ευάλωτοι απελπιστικά ορατοί, μπροστά μας σμήνη
αόρατων εχθρών. Επιτίθενται για να σε εξολοθρεύσουν.

508
Οι εύθραυστοι κι οι άθραυστοι: ο μόνος αληθινός κοινωνικός
διαχωρισμός.

509
Η επιτυχημένη φάρσα της ζωής: Το καταναγκαστικό κολύμπι
σε μια δεξαμενή αριθμών χωρίς να πνίγεσαι. Κι ας είσαι δηλω-
μένος ως εκ γενετής δυσαριθμικός.

510
Το δυστύχημα με τον μέσο Άλλο είναι ότι το λίπος μετακόμισε
από το σώμα του στον εγκέφαλο.

511
Τα τσακάλια και τα ψοφίμια είναι παντοτινά.

 

0 ερωτοκτόνος ποιητής

520
Ποιος μίλησε για την μοναξιά της γραφής;
Ποιος είπε ότι είσαι μόνος όταν γράφεις;
Κι όλα αυτά τα φαντάσματα καθισμένα στους ώμους σου
σαν παπαγάλοι, να επικαλούνται εκλεκτικές συγγένειες;

521
Τα μαυσωλεία της Ποίησης πυκνώνουν γύρω σου. Τα απολιθώματα
της Ποίησης πληθαίνουν μπροστά σου. Άρα οι μούμιες
κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

522
Ναι. Το Ταλέντο. Μόνον αυτό ν’ αποθησαυρίζει κανείς. Η μό-
νη αποταμίευση που δίνει τον μεγαλύτερο τόκο.

523
Turritopsis dohmii, ή αλλιώς το πλάσμα «Ποτέ δεν πεθαίνω»,
-η μέδουσα πολύποδας-, είναι το πιο ανεγκέφαλο πλάσμα του
ζωικού βασιλείου αλλά και αυτό που κατέχει το μυστικό της
αθανασίας. Ωστόσο, η τιμωρία της αλαζονικής επιστημονικής
κοινότητας εξακολουθεί να παραμένει η άχρωμη ασπόνδυλη
ακατανοησία.

524
Όλοι ασχολούνται με αρχιτεκτονικές εργασίες σώματος έχοντας
να διαλέξουν ανάμεσα στην αναπαλαίωση και στην ανακαίνισή
του. Κανέναν όμως δεν άκουσα να μιλά για ανακαίνιση
ή αναπαλαίωση ψυχής.

 

Οι τσαρλατάνοι της ψυχής

556
Αλήθεια, ποιος είναι ο άρρωστος τελικά; Ο καταθλιπτικός που
είναι ανίκανος να δομήσει το μέλλον ή ο μη καταθλιπτικός που
είναι ικανός να δομήσει το μέλλον, αλλά ανίκανος να ζήσει το
παρόν;

557
Αν αναρωτιέσαι ποιος είναι ο Δικτάτορας της Ζωής: είναι η
Βιολογία που προστάζει.

558
Οι μελλοντικές κλινικές απεξάρτησης του μέλλοντος δεν θα
είναι γεμάτες με τοξικομανείς, αλλά με διαδικτυακούς χρήστες.

559
Την επαναμάγευση του κόσμου δεν την αφήνεις σε μνησίκακες
μάγισσες και συμπλεγματικά βραχύσωμα ξωτικά. Προτιμάς
μια απ’ ευθείας ανάθεση στις ανισόρροπες νεράιδες. Πού θ’
αναθέσεις όμως την επαναμάγευση του εαυτού; Στους τσαρλατάνους
της ψυχής;

560
Ίσως να είναι μόνον οι τεχνοφοβικοί οι αληθινοί εραστές της
ζωής.

561
Άνθρωπος: Ο γεννημένος μ’ ένα κόκκινο κουμπί φυτρωμένο
στο σβέρκο.

562

Το πιο πετυχημένο τηλεκατευθυνόμενο παιχνίδι της εποχής
λέγεται ηλεκτρονικός αποπροσανατολισμός. Εκτροπή της
κατεύθυνσης της προσοχής στο μη ουσιώδες.

563
Το αμελητέο βάρος της φαντασίωσης πάντα αντιστρόφως ανά-
λογο με τη βαρύτητα της σκέψης. Από τον γάμο τους γεννιέται
η ελαφρόπετρα.

 

Η φαγούρα

564
Θα επιχειρήσω με περιπαικτική διάθεση να πειράξω το κλισέ
περί «κατάθεσης ψυχής» στην ποίηση. Θα το διανθίσω λέγοντας
πως γράφοντας καταθέτεις ένα είδος εσωτερικής φαγούρας.
Τη φαγούρα της ψυχής.

565
Η μοναδική άνοδος δείκτη που θα σώσει τον κόσμο θα είναι
αυτή της συναισθηματικής νοημοσύνης της ανθρωπότητας.

566
Να περπατάς ξεχνώντας την ζωή που πάντα των βημάτων σου
προηγείται.

567
Τις επιδημιολογικές μελέτες του μέλλοντος θ’ απασχολήσουν
όλες οι καχεκτικές αγάπες.

568
Να μην αργήσεις στο ραντεβού με τον εαυτό σου.

569
Τελικά δεν είναι το παραμύθι που ντύνει τη ζωή αλλά η ζωή
το παραμύθι.

 

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

1.ΑΓΓΕΛΟΠΤΕΡΑ 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ

ΜΑΧΗΤΗΣ ΑΡΤΑΣ 26/1/2017
Αγγελόπτερα 2016

Με λόγο περιεκτικό, πυκνό, που τείνει όχι να αφηγηθεί αλλά να σημάνει, με δομική μονάδα τον στίχο, μας παραδίδει η Έλσα Κορνέτη μια ποίηση που αναβλύζει από το κοινωνικό και φθαρτό μας σώμα, προσθέτοντας μια διακριτή ψηφίδα στη λογοτεχνία μας. Πεζόμορφα ποιήματα μας συστήνει στην τελευταία της ποιητική συλλογή.

Ξεκινώντας από τη βεβαιότητα πως καμιά λέξη δεν ερμηνεύει τον κόσμο συντριπτικά καταλήγει στα ποιήματα ως αποτεφρωμένα όνειρα, αφού καμιά πράξη δεν αλλάζει τον κόσμο οριστικά.

Ποιήματα που παρουσιάζουν το θέμα της ρευστότητας της ζωής αλλά και τα γυρίσματά της και τις ανακολουθίες της, δημιουργούν έναν μικρό λαβύρινθο μιας έντονα μυθοπλαστικής ποιητικής, με το κάθε ποίημα να είναι ένα επεισόδιο μιας αποστολής εμπειρικής σε άψογη γλώσσα καθημερινής και ειρωνικής αβεβαιότητας. Αμφιβολία, αμφισβήτηση, αναζήτηση, ρήξη. Ρήξη με τη συνήθεια, ρήξη με την ηρεμία, ρήξη με το γνωστό, ρήξη με το παραδεκτό, ρήξη με τις συμβάσεις, ρήξη με το φόβο. Η ποιήτρια μας προτρέπει να είμαστε έτοιμοι να σκεφτούμε και να δράσουμε αντισυμβατικά, να γίνουμε απρόβλεπτοι, να γίνουμε εφευρετικοί. Η δημιουργία του κόσμου δεν έγινε μία και μόνη φορά, αλλά γίνεται κάθε μέρα…

Κουκλόσπιτα, κοσμικά αυγά, διαμαντόπετρες, άγγελοι του Βάλτου, ερωτευμένοι άγγελοι, χρυσός άγγελος μίμος, αγγελοδαμαστής, άγγελος του πόνου, απολιθώματα αδικοχαμένων αγγέλων, άγγελοι ποιητές, άγγελοι με φτερά παπαγάλου, έρωτας φωτιά, μεθυσμένοι εραστές, αγγελόπτερα, αέρινοι χορευτές, αλγάπη (το άλγος της αγάπης), ατέλεια, ατολμία, Αργιόπη, ανθισμένοι άνθρωποι, προσομοιωτές άστρων, ερειπωμένες γυναίκες, γυναίκα -πουλί, ήλιος με χάπια, ηλιοτρόπια, δέρμα του αγάλματος, τέλειοι γλύπτες, κοιλάδες σπαρμένες αυτιά, βουνά σπαρμένα μάτια, αόρατο τοπίο ψυχής, χορταριασμένα νεκροταφεία, τσουκάλια μάγισσας, δράκοι, Χιονάτη φιμωμένη, Κόμης Δράκουλας, τυμβωρυχίες, νύφη των κουταλιών, η πόρτα του πόνου της Μαρίνας Αμπράμοβιτς, κόκκινη βασίλισσα, τρελό άλογο, ιχθυοφάγος ωκεανός, δέντρο της ζωής, νεκρές καρδιές, χρόνος αράχνη, αναγιγνώσκων άνθρωπος, μαθηματικοί γρίφοι, Μούσα προνοητική, άπιστη Μούσα, αγάλματα που γλίστρησαν σαν σκιές, ο περιπλανώμενος στην έρημο της τρέλας, η εμπειρία της Κόλασης είναι η γνώση του Παραδείσου…

Μια σειρά από ποιήματα που τα διακρίνει η ευστροφία και οι πετυχημένες γλωσσικές στιγμές, γεμάτες ελαφρότητα, εκπλήξεις και ανατροπές.

Έχουμε έτσι μια επιτυχημένη ποιητική συλλογή, εκτός πεπατημένης. Μια σειρά από κομψά, όλο σπιρτάδα ποιήματα, σε τέλεια μορφή και με έναν προσγειωμένο γλωσσικό λυρισμό. Διαβάστε τα.

Η Έλσα Κορνέτη γεννήθηκε στο Μόναχο. Σπούδασε Οικονομικά. Για μια δεκαετία εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Δημοσιεύει τακτικά δοκίμια, βιβλιοκρισίες, μεταφράσεις και άλλα κείμενα. Υπήρξε δύο φορές υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, «Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα»(2009), «Κονσέρβα μαργαριτάρι»(2011). Ποιήματά της έχουν περιληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε εννιά γλώσσες.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

lifo.gr 25/2/2017

Αγγελόπτερα

Γυάλινος παράφορος ιππότης. Η Έλσα Κορνέτη, ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο πυκνό φιλοσοφικό δοκίμιο και στην έγερση της ποιητικής φαντασίας, συνθέτει πεζοτράγουδα που μας θυμίζουν την ύπαρξη του ζωγράφου Ρενέ Μαγκρίτ και του ποιητή Τζον Kιτς, της ποιήτριας Μαρίνας Τσβετάγιεβα που «αναρριχάται στον ουρανό με μια μπούκλα αγγέλου βρόχο στον λαιμό της», της φοβερής και τρομερής εικαστικού Μαρίνας Αμπράμοβιτς, του leader του υπερρεαλισμού Ανδρέα Μπρετόν, της Louise Bourgeois που τόσο τίμησε την τέχνη και τον άνθρωπο, και του λατρεμένου ήρωα όσων επιμένουν να συγκατοικούν με το όνειρο, του Δον Κιχώτη. Γράφει η Έλσα Κορνέτη στη νέα της ποιητική σύνθεση Αγγελόπτερα (εκδ. Μελάνι):

Το αποφάσισε
Σήμερα θα γίνει ελαφρύς
Θα βγάλει το σιδερένιο κοστούμι και τη χαλύβδινη γραβάτα
Θα πετάξει το γραφείο στο κενό από το παράθυρο του ορόφου
Θα φορέσει μόνο καθαρό και φίνο κρύσταλλο Βοημίας
Το αποφάσισε
Από σήμερα θα γίνει
Ένας γυάλινος παράφορος ιππότης
Από σήμερα θα γίνει ένας αλλοπαρμένος φούρναρης ιππότης
Κάθε χάραμα θα ζυμώνει τον κόσμο που επιθυμεί με
άνθη λωτού κι Έπειτα θα γεμίζει τον ουρανό με
αφράτα πολύχρωμα μπαλόνια Καρβέλια για να ταΐζει
πλάνητες αγαθούς και ονειροπόλους.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΟ-ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

ΘΡΑΚΑ 23/6/2017
Έλσα Κορνέτη, Αγγελόπτερα, εκδ. Μελάνι, 2016

Αν στην Άνν Σέξτον οι λέξεις λειτουργούν ως ένα «σμήνος μελισσών» και αν επίσης η εν λόγω ποιήτρια ξεγελά τον χρόνο γράφοντας, η Έλσα Κορνέτη μέσω των δικών της λέξεων −που θα της δούμε στο ιδιαίτερο της λειτουργίας τους− μας περνά σε μια «χωρική συσπείρωση του χρόνου» και συγκεκριμένα σε μια Αριστοφανική «Νεφελοκοκκυγία». Εκεί, στο ενδιάμεσο ανθρώπων και θεών ελέγχει και κατευθύνει ως διευθύντρια ορχήστρας τις λέξεις, αποφασίζοντας άλλοτε να αφήσει την τσίκνα −από τις σφαγές των θυσιασμένων ζώων και ζωών− να περάσει προς τα πάνω, προς τέρψη των θεών, και άλλοτε να αφήσει την παρουσία των θεών να κατεβεί προς τα εμάς, στα γήινα. Η ποιήτρια από εκεί περιγράφει μετεωριζόμενη, με τρόπο εικαστικο-ποιητικό, τα τεκταινόμενα και εκεί είναι που θα την παρακολουθήσουμε.
Μεταξύ λοιπόν ουρανού και γης, η Κορνέτη εξ αρχής μας δηλώνει πως το ίδιο το βιβλίο της είναι και λειτουργεί ως πουλί. Το οποίο και παρεμβάλουμε στην εικονοποιία τόσο των καμωμένων από κιμωλία πουλιών του νοτιοαφρικανού εικαστικού Γούλλιαμ Κέντριτζ, όσο και στα ζωγραφικά έργα της μητέρας της, Πέννυς Δίκα-Κορνέτη, που επαναληπτικά κοσμούν τα βιβλία της.
Στο νέο της αυτό βιβλίο λοιπόν, τα ΑγγελόΠτερα, μας καλεί μέσω της αφής σε μια διαδραστικότητα, σε έναν τόπο όπου κινούνται αμφίδρομα και ταυτοτικά η ζωγραφική με την ποίηση, το καλλιτεχνικό έργο με τον κόσμο (ως universe) και η ίδια η ποιήτρια με τον αναγνώστη, λειτουργώντας ταυτόχρονα και η ίδια ως αναγνώστης. Ένας αναγνώστης που ταυτίζεται με ένα συγκεκριμένο είδος ανθρώπου, σύμφωνα με την ίδια: τον homo Legens, δηλαδή τον αναγιγνώσκοντα άνθρωπο. Κι εκεί, σε αυτόν τον τόπο, γέρνουμε μαζί της στο πεδίο του αναγνώστη και περνάμε μαζί του στα σύννεφα, που ήδη είδαμε ως το κυρίαρχο σκηνικό του βιβλίου. Όπου και συναντούμε επαναληπτικά τα παράξενα παραμυθο-πλάσματά της και τα μυθο-ποιητικά μορφώματά της.
Συγκεκριμένα και ενδεικτικά, βλέπουμε το σμήνος όχι των «μελισσών-λέξεων» της Σέξτον, αλλά ένα «σμήνος γυναίκες φανάρια», σε μια αναλογία με τις δισυπόστατες μορφές του Μίλτου Σαχτούρη, όπου η μια ιδιότητα δεν υποσκελίζει την άλλην και ούτε απαραίτητα ορθώνεται μια εικόνα που συναπαρτίζεται από τα δύο αυτά μέρη όπως τίθενται. «Γυναίκες φανάρια» λοιπόν κυριολεκτικά, που «με κίτρινα μάτια γαλάζια φτερά και μεγάλους αιμάτινους μαστούς», μας ξεδιψούν όποτε εμείς το ζητήσουμε. Αρκεί να ανοίξουμε το βιβλίο. Κι όποτε το κάνουμε η ποιήτρια μας πετάει ξαφνικά από ένα κόκκινο μήλο. Κι εμείς δεν έχουμε παρά να θηλάσουμε επαναληπτικά το αίμα από τους ιπτάμενους αυτούς κρουνούς. Μετέχοντας.
Προτού όμως δούμε και άλλα πλάσματα αυτής της ξεχωριστής «κορνέτειας» εικονοποιίας και δράσης, ενημερωνόμαστε πως στον ενδιάμεσο αυτόν τόπο, μεταξύ βιβλίου και χεριών, ουρανού και γης, φυσικής και μεταφυσικής, ζωντανών και τεθνεώτων, «τα φωνήεντα θέλουν ήλιο» και «τα σύμφωνα νερό», αντιμετωπίζοντας προφανώς τα γράμματα ως ζωντανούς ή έστω ως φυτικούς οργανισμούς. Επιπρόσθετα ανοιγόμαστε στις «λέξεις» που «τις τρώνε μαύρα πουλιά» και «που τη νύχτα με τα φτερά τους σε σκεπάζουν».
Η Κορνέτη μάλιστα, στην τόσο χαρακτηριστική αυτή εικονοποιία, εμφανίζεται ως «ένας βρικόλακας που χώνει το σουβλερό του δόντι βαθιά στο κρέας των λέξεων», των λέξεων των άλλων, των λέξεων-λαιμών, με τους λαιμούς να ορθώνονται ως λαιμοί πτηνών να ξεχωρίσουν. Λειτουργώντας η ποιήτρια εδώ πρωτίστως ως αναγνώστης, πίνει το αίμα των άλλων καλλιτεχνών και βάφει το φωτεινό της δέρμα στις αποχρώσεις του γκρι. Προτιμώντας το γκρι του ουρανού.
Εκεί στον συννεφιασμένο αυτόν ουρανό, βλέπουμε τον εικαστικό Ρενέ Μαγκρίτ να μας βρέχει με τα «κουστουμαρισμένα μαύρα ανθρωπάκια» του, αυτά με τα «φτερά των αγγέλων» («Ο φυσιολογικός κύρος Μαγκρίτ»), τον Κροάτη ζωγράφο του 16ου αιώνα Mihajlo Hamzic να εμφανίζεται ως «ο μοναδικός άγγελος με φτερά παπαγάλου» («Αναγκαστική προσγείωση»), τον Τζον Κητς ως τον άγγελο-ποιητή που γράφει επαναληπτικά ως νεκρός το όνομά του στο νερό («Η παράξενη πτήση του Τζον Κητς») και τον «τέλειο γλύπτη» να βγάζει «μ’ ένα κουτάλι το μάτι του» το οποίο και βάζει «να κατρακυλήσει πάνω στο χέρι του» («Τέλειοι ξένοι»). Τέλος, πάντοτε ενδεικτικά, ο Τζιακομέτι που δεν υπάρχει πια, απολαμβάνει τον καφέ του μέσω των «ψηλόλιγνων ανθρώπων» του στα καφέ του Παρισιού. Ενώ η ποιήτρια τραγουδά, εν μέρει περιαυτολογώντας αυτοσαρκαζόμενη, άρα ως πραγματικά απελεύθερη και ικανή:

Καλέ μου
Κόμη Δράκουλα
Μη φοβάσαι
Δεν πρόκειται
Να λείψεις
Σε Κανέναν

Και το πρώτο συμπέρασμα; Με τα λόγια της ποιήτριας φυσικά: «Το παραμύθι είναι παράλογο Η αλήθεια είναι παράλογη Μια σατανική [δηλ.] εξίσωση: Το παραμύθι ισούται με την αλήθεια» («Homo Legens»).
Η Κορνέτη κινούμενη συνειδητά μεταξύ ζωγραφικής και παραμυθιού, με δομική μονάδα άλλοτε την εικόνα και άλλοτε τον σύντομο αφορισμό μας παραδίδει τους κύριους άξονες της. Που αξίζει και να τονίσουμε. Τη ζωγραφική που τείνει ελαφρά και προς την εικονοποιία των κόμικ, το παραμύθι που ταυτίζεται με τη ζωή, δηλαδή αυτό που εκλαμβάνουμε όλοι με τα προσχηματισμένα μας κοινωνικο-βιολογικά φίλτρα ως «αλήθεια», και το επαναληπτικό της κάλεσμα, την απεύθυνσή της δηλαδή στον αναγνώστη, τον οποίο και διαρκώς ενεργοποιεί. Και με τις επιλογές της αυτές σαφώς μας παραδίδει το δικό της αναγνωρίσιμο ύφος. Πρόκειται για ένα στυλ και μια γλώσσα που όμοιο της δεν συναντούμε σε άλλα ποιητικά σώματα, από όσο γίνεται να γνωρίζουμε, και που υποστηρίζεται μοναδικά από την τόσο ιδιαίτερη ανάγνωσή της, την οποία επίσης θα δούμε, αφού όμως πρώτα δώσουμε τον τύπο της «αλήθειας» που καλλιεργεί. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«Τα όνειρά του αλέθονται στη μυλόπετρα της αλήθειας»

«Θα ζυμώνει τον κόσμο που επιθυμεί με άνθη λωτού»

και:

«Η έρημος του είναι από αλεύρι»
(«Δον Κιχώτης»)

Οι αναγνώσεις της ποιήτριας λοιπόν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μη δραματικές και φορτισμένες (βλ. ενδεικτικά: Σέξτον, Πάουντ, Μπάρροουζ), ούτε επίσης ως ειρωνικές και αφ’ υψηλού, με παρούσα μια μεταφυσική ειρωνεία (βλ. π.χ. τη Δημουλά), σίγουρα όχι θεατρικές με ένα τόνο υψωμένο πάνω από τα πράγματα και με ρητορικό στόμφο (βλ. Σικελιανό ή Μαγιακόφσκι) αλλά με έναν τόνο και μια απόσταση παραμυθητικά γειωμένη πάνω στα πράγματα και μαζί με τα πράγματα, και με μια μεταφυσική έγνοια επίσης διακριτικά παρούσα. Συγκεκριμένα, τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ο γειωμένος και παραμυθητικός τόνος, και ο μεταφυσικός μικρός και παιγνιώδης αυτός μετεωρισμός, συγκεντρώνονται στα δάχτυλά της, σαν να παίζει η ίδια μόνη της πιάνο για τον εαυτό της. Σε μια ανάπαυλα περισυλλογής, όπου κυμαίνεται μεταξύ παραμυθιού και διδακτισμού, που δεν απευθύνεται όμως στον άλλον. Εκεί παραμένει ευγενική και με αυτοπεποίθηση γέρνει το κεφάλι της για να αφουγκραστεί και να δώσει φωνή στα πρωτοπλάσματά της που λειτουργούν ως τα alter ego της. Διαβάζουμε σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά αποσπάσματά της:

Η γυναίκα Δημιουργός
Πιστή στη μία και μοναδική Μούσα
τον Εαυτό της
(«Μουσοθηρεία vs Μουσοθηρία»)

Ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζεται με πάθος και ισόβια, την ίδια την υπόθεση της ποίησης, χωρίς να την ανοίγει και να την διαποτίζει σε οποιοδήποτε κοινωνικοπολιτικό βάθος. Αλλά απεναντίας προτάσσοντάς την ίδια την ποίηση, ενσαρκώνει το γυναικείο της φύλο, με το δικό της αναγνωρίσιμο τρόπο, αξίζοντας τη φήμη της ποιήτριας, την οποία και ορθά περιφέρει.
Γυρνώντας σύντομα στην πρώτη της ποιητική συλλογή Στη σπείρα του κοχλία (2007) διαπιστώνουμε πως εξ αρχής δεν υπάρχει οτιδήποτε σωτηριολογικό στην περίπτωσή της, και μακριά από μυστικιστικές κι άλλου τύπου ενώσεις, η ποιήτρια γήινη, μες στην πτηνότητά της, δεν αναζητά ίχνη από το σώμα του ερωμένου, αλλά απεναντίας καταμαρτυρεί το δόντι του. Διαβάζουμε:

Τώρα το λάθος έγινε η σκιά σου
σ’ ακολουθεί παντού.
Γίνεται φίλος φορτικός
εξαρτημένος εραστής
ζηλόφθονος σύζυγος.
Σε κατασκοπεύει.
Σε παρατηρεί.
Σε γδύνει.

Κολλάει επάνω σου σαν στρείδι.
Σε κουκουλώνει.
Σε φιμώνει.
Σου κλείνει τα μάτια.

[…]
Το λευκό σουβλερό του δόντι
αστράφτει αυτάρεσκα στον ήλιο.
[…]
(«Ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί στη δύναμη
ενός μεγάλου έρωτα», Η αιώνια κουτσουλιά)

Η ποιήτρια, περνώντας και στις επόμενες συλλογές, φαίνεται να ζητά επίμονα μιαν απόσταση για να ανθίσει, να αναδυθεί και να αφαιρέσει τη μάσκα-προσωπείο που η ίδια φόρεσε στον εαυτό της. Ώστε να μας δώσει πτυχές της γυναικείας μήτρας και να μας εκθέσει στο ποίημα ως το άλλο ερωτικό σώμα. Ένα ποίημα-σώμα που σύμφωνα με το μότο της Σέξτον, που η Κορνέτη παραθέτει, πρέπει να ανιχνεύσουμε και να εντοπίσουμε, αφού «η συγγραφέας είναι ουσιαστικά ένας κατάσκοπος» (“A writer is essentially a spy”).
Ας ακούσουμε όμως την ίδια τη φωνή της, πατώντας σύντομα στα κομβικά βιβλία της: Η αιώνια κουτσουλιά και στο Κονσέρβα μαργαριτάρι και αφού τονίσουμε πως οι τίτλοι της αλληλοαναιρούνται ευφυώς και με ένα χαρακτηριστικό τρόπο: «Αιώνια κουτσουλιά», «Κονσέρβα μαργαριτάρι».

«Στέκεσαι αμήχανα μπρος στην αφετηρία
της αυτογνωσίας
για ν’ αρχίσεις άλλη μια φορά το επίμονο
και βασανιστικό ξεφλούδισμα της ψυχής σου»
(«Ποιος μπορεί να αντισταθεί
στην αντανάκλαση του κατόπτρου»)

«Όλα αυτά που ήθελες να προλάβεις να πεις
έμειναν θρυμματισμένα ψαροκόκαλα
μπηγμένα στο λαιμό σου»
(«Fade out»)

«Πάσχεις από το σύνδρομο της πολυπλοκότητας
και η περίπτωσή σου είναι ανίατη»
(«Syndromes»)

«Κοιτάξτε με παρακαλώ
Αυτή είναι η νέα μου αποκριάτικη στολή
φέτος ντύθηκα πολυέλαιος θαλάσσης […]
για να είμαι αστέρι γαλανό
ρόδα αυτάρεσκη που ατέρμονα κυλά
γύρω από τον εαυτό της»
(«Θαλάσσιος δαίμονας»)

Με δομική μονάδα, όπως ήδη σημειώσαμε, τον σύντομο αφορισμό, μας παραδίδει, ποιήματα τελικά, ασχέτως μεγέθους, της μιας πνοής. Κοφτά και επαναλαμβανόμενα. Που απευθύνονται στον ίδιο της τον εαυτό στο τρίτο πρόσωπο, κάτι που προσθέτει στην αναγνωρισιμότητα του στυλ της.
Το ποίημα λειτουργώντας, σύμφωνα με τα λόγια της, «ως νοσηρό απόσταγμα της συμπλεγματικής σου σχέσης / με το αιώνιο και την ασημαντότητα» («Εμμονές», Η αιώνια κουτσουλιά) εξωθείται σε μια ακραία συνειδητοποίηση, στο: «Να πετάξεις επιτέλους τη στολή του κλόουν», που χωρίζει προφανώς τη ζωή της στα δυο. Πριν και μετά την ποίηση. Και που επαναληπτικά υπηρετεί ως ποιήτρια.
Και τώρα ας δούμε διεξοδικότερα, πλησιάζοντας προς το τέλος, την Κορνέτη στη σχέση της με την Ανν Σέξτον. Αν η Σέξτον, λοιπόν, μιλά συχνά στο πρώτο πρόσωπο παρουσιάζοντας την ιστορία ενός τρίτου, η Κορνέτη μιλά στο τρίτο πρόσωπο μιλώντας για τον εαυτό της. Και τις φορές, θα λέγαμε, που εισέρχεται σε περσόνες (ζωγράφους, ήρωες παραμυθιών, καρτούν και στα διάφορα προσωπεία της) στην ουσία διηγείται την ιστορία της και ξεκαθαρίζει, στον εαυτό της πρωτίστως, τη δική της αντίληψη. Κι εκεί καλούμαστε να μετέχουμε σε μια θα λέγαμε «δομική αποκάλυψη», δηλαδή ενώ η ποιήτρια ξεγυμνώνεται (ως «κρεμμύδι») ταυτόχρονα δομείται και αναδομείται, καθώς σχηματίζεται στον τόπο του αναγνώστη.
Ξεκινώντας συχνά από μια αίσθηση η Κορνέτη, όπως και η Σέξτον, επιζητά τη σαφήνεια και ένα συγκεκριμένο νοηματικό περιεχόμενο, που παραμένει όμως συχνά κρυπτικό. Συμφωνώντας με την Αμερικανίδα πως «η εικονοποιία είναι το πιο σημαντικό πράγμα σ’ ένα ποίημα», ξεπερνά τις μικρές, κοινές, ψευδαισθήσεις και ανοίγει το ποίημα ως ένα μηχανισμό της «αλήθειας». Η οποία βέβαια και κείτεται συχνά ασύνειδη εντός του ποιήματος ή και εντός της ξεπερνώντας την ίδια ως συγγραφέα όπως και τον αναγνώστη. Μια «αλήθεια» που σαφώς περιμένει την ψευδή ενεργοποίησή της.
Ας δούμε όμως εδώ ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ιδιαίτερης αυτής εικαστικο-ποιητικής πλαστικότητας:

Η νύφη έλιωσε στη βροχή
Χύθηκε στο προαύλιο της εκκλησίας
Γιατί ήταν πλασμένη από ζάχαρη κι αμυγδαλόψιχα
Κι είχε για καρδιά ένα πράσινο λεμόνι
[…]
Μνημειώδες γλυπτό
Σφυρηλατημένο
Από λιωμένα κουτάλια
Το μεταλλικό
Νυφικό
(«Η νύφη των κουταλιών»)

Η ποίηση και στις δύο ποιήτριες λειτουργεί ως το προσωπικότερο, βαθύτερο και ίσως το πιο πολύτιμο κομμάτι τους. Η κάθε μια, στον ρόλο της, εκλαμβάνεται ως ηθοποιός ή καλύτερα ως ένας εκκεντρικός άνθρωπος με υπεραναπτυγμένη την ενσυναίσθηση και την συναισθησία του.
Κι αν η Σέξτον αυτοκτονεί αφού ολοκληρώσει Το Τρομερό κωπηλάτισμα προς τον Θεό, η Κορνέτη μέσω του ποιήματός της λειτουργεί ως το διαδοχικό χτύπημα των δακτύλων του ασώματου χεριού μετά τον καρπό, ως ένα δακτυλοκρότημα του θεού. Αναφερόμενοι εδώ στο γνωστό «the Τhing-το πράγμα», από την κινηματογραφική ταινία «Οικογένεια Άνταμς». Τη μαύρη εκκεντρική κωμωδία στη φύση της οποίας επίσης μετέχει η ποίηση της Κορνέτη. Διαβάζουμε συγκεκριμένα:

Κινώντας πέρα δώθε
ένα μεταφυσικό δάκτυλο
προπονείται
στο γαργαλητό
του μυαλού του

θυμίζοντας και το ιπτάμενο χέρι του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Και στο ίδιο ποίημα («Ο βιρτουόζος») βλέπουμε παρακάτω:

Κάποτε τα χέρια θα επιστρέψουν
για να κολλήσουν στους καρπούς
για ν’ αποθεωθούν ξανά

Αν τέλος η Σέξτον διεκδικεί το δικαίωμα στο ουρλιαχτό, αποκαλύπτοντας «οικογενειακά μυστικά» και κάνοντας χρήση «αντιποιητικών» λεπτομερειών του γυναικείου σώματος, και αν παραμένει έως τέλους ένα κορίτσι πληγωμένο που ζητά την προσοχή και την αγάπη όσων την περιτριγυρίζουν, η Κορνέτη δεν αποκαλύπτει τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από την ποιητική της μάσκα αλλά μας καλεί να δούμε πώς τη δομεί, σμιλεύοντάς την, μπροστά μας. Συμμετέχουμε συνεπώς σε έναν χώρο όπου τα παρασκήνια και η σκηνή ταυτίζονται. Η ποιήτρια μάλιστα σκέφτεται φωναχτά και με δομική μονάδα την εικόνα και τον αφορισμό, όπως σημειώσαμε, χωρίς να ακολουθεί τον πατέρα της «εξομολογητικής ποίησης» Ρόμπερτ Λόουελ, δηλαδή χωρίς να καλεί τον αναγνώστη να δει το έργο της ως ένα είδος εξομολόγησης, παλεύει με τον ορίζοντα προσδοκίας που έτρεφαν και τρέφουν οι οικείοι της και ιδίως οι διακειμενικοί, φανταστικοί ομότεχνοί της.
Χωρίς να ακολουθεί απαραίτητα τη γραμμή της Σύλβια Πλαθ (με το Άριελ του 1965), του Τζον Μπέρρυμαν (με το Sonnets to Christ, 1967) και του Ουρλιαχτού του Γκίνσμπεργ (1955), που καλλιεργούν την αποκαλούμενη «προσωπική», θα λέγαμε «πλεονάζουσα ποίηση», αλλάζει σταδιακά, καθώς προχωράει, τα ζύγια και τις προτεραιότητές της. Ερχόμενη, με ένα τρόπο πιο αβίαστο και οικείο για μας, από την προσωπική-λυρική ποίηση του Αρχίλοχου και της Σαπφούς (βλ. ενδεικτικά το ποίημα «όττω τις έραται») υιοθετεί και δουλεύει έναν λόγο που λειτουργεί στην πραγματικότητα μετωνυμικά, προτάσσοντας φορές το «πονάω, άρα υπάρχω».
Μέσω του συνεχή διαλόγου, επιμένει έως τέλους, σε μια τριβή για να φανεί το πρόσωπο που παραμένει και λειτουργεί ως προσωπείο και δομείται αδιάκοπα διακειμενικά στην ποίηση και δι-υποκειμενικά στις οικογενειακές και στις κοινωνικές σχέσεις. Δεν γραπώνεται μάλιστα από τις λέξεις, αλλά τις σπρώχνει προς το μέρος μας. Ζητώντας χώρο από τον αναγνώστη, από τον όμοιο, από τον οικείο. Ως ένα αγριολούλουδο, ένα εντελβάις, σε τελική ανάλυση, της ποίησής μας.
Συνοψίζοντας, η ποίηση της Κορνέτη γεννιέται μέσα από τη ζωγραφική και από το παραμύθι. Χωρίς ενοχές και προσχήματα αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται, απολαμβάνοντας εξαντλητικά το παιχνίδι με τις λέξεις, όπως ο ζωγράφος απολαμβάνει και αναπνέει με το ανακάτεμα των χρωμάτων. Κι επομένως αυτό που πρωτίστως φαίνεται να την ενδιαφέρει, η κύρια θα λέγαμε πράξη και εμμονή της, είναι ο σχηματισμός του ίδιου του ποιήματος. Τη φανταζόμαστε μάλιστα να παίρνει απόσταση από το ποίημα, όπως ο ζωγράφος από τον πίνακα, για να δει τις σχέσεις των γραμμών, των σκιών και των λέξεων. Ώστε να διαπιστώσει, πώς αναδύεται το κατάλοιπο, το μη αρθρωμένο, το διάκενο, πώς σκιάζει το ποίημα για να του δώσει όγκο, για να διογκώσει λεπτομέρειες και να κρύψει, ως σφουμάτο, πράγματα φανερά, προκαλώντας ταυτόχρονα νέους συσχετισμούς, κ.λπ.
Χωρίς να εξακτινώνει λυρικά τις αναμνήσεις της και χωρίς να μυθοποιεί, ακολουθεί τη σκληρότητα και την αμεσότητα του γερμανικού παραμυθιού παραδειγματίζοντας τις υπό διαμόρφωση κόρες, και κλείνοντας το μάτι στις ομοιοπαθούσες μητέρες, συντρόφους και γυναίκες και σαφώς και στους ομότεχνους και στους συνειδητούς και φιλοπερίεργους εν γένει φορείς της ύπαρξης.
Χωρίς να παρασέρνεται από τη «λεξιμαγεία» αλλά αντιμετωπίζοντας τη λέξη ως πλαστική ύλη προς τρισδιάστατη ή προς σκηνική διαμόρφωση, τις αποφορτίζει από το συναίσθημα, ακολουθώντας εδώ τη συμβουλή του Έλιοτ.
Και τέλος, χωρίς να επιχρωματίζει τα έργα της, όπως κάνει συχνά ο Πίνδαρος, ανοίγεται με ένα μοντέρνο τρόπο στη χρήση του χρώματος μες στο ποίημα και μας παραδίδει μια ποίηση όπου το εικαστικό συνυπάρχει με το ποιητικό και το παραμυθητικό με το λόγιο.

 

 

2. ΚΑΝΟΝΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕ ΛΟΦΙΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΔΑΛΗ ΟΥΡΑ 2014

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΤΕΥΧΟΣ 17

ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

(Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά, 2014)

Λένε ότι η φορμαλιστική κριτική είναι ελλιπής, γιατί αγνοεί το περιεχόμενο. H αλήθεια είναι ότι τέτοια κριτική –όπως δηλαδή τη φαντάζονται οι επικριτές της- δεν υπάρχει. Πρώτα απ’ όλα γιατί όσο και αν ψάξουμε δεν θα βρούμε λέξεις χωρίς νοήματα. Και ακόμη γιατί ο φορμαλισμός, μια καθοριστική τομή στη μελέτη της λογοτεχνίας, ξεκινά από τη γόνιμη στιγμή που γινόμαστε μάρτυρες στην ένωση, ή και σύγκρουση, της μελωδίας των λέξεων με την πιο βαθιά σημασία τους. Αυτή τη διαδικασία νιώθει έντονα ο επαρκής αναγνώστης, όταν διαβάζει την ποίηση της Έλσας Κορνέτη. Ίσως μάλιστα γι’ αυτό η ποίησή της συχνά συμπυκνώνεται σε αποφθεγματικό λόγο, όπως βλέπουμε στο προηγούμενο βιβλίο της, Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας, αν και
το αποκαλεί, με αυτοσαρκασμό υποθέτω, δοκίμιο.
Οι φορμαλιστές προσπάθησαν να συλλάβουν τα σημάδια και από
εκεί τη σημασία των μορφών, ενώ οι επίγονοί τους έμειναν στην πρώτη φάση. Άρα, μορφή δεν είναι ούτε η σωματική ούτε η ψυχική ουσία ενός κειμένου, αλλά το σημείο που οι δύο έρχονται αντιμέτωπες, με φιλική ή εχθρική διάθεση, και αυτό συμβαίνει συνήθως στην ποίηση. H οπτική αυτή εδραιώνεται με την έννοια της κανονικότητας, όπως στη φορμαλιστική μελέτη της λογοτεχνίας. Οι κανονικές λέξεις δεν γεννούν λογοτεχνία, εκτός και αν προκαλέσουν αποξένωση, με τη βοήθεια λογοτεχνικών συμβάσεών. Με το ίδιο σκεπτικό οι κανονικοί άνθρωποι δεν ανήκουν στην κοινωνία, των ποιητών. Και αν ονειρεύονται να φορούν λοφία και να κυκλοφορούν με παρδαλή ουρά, αυτό θα το κατορθώσουν μόνο αν μπορέσουν να διεισδύσουν και να ενκατα σταθούν στο χώρο της τέχνης.

Φανταζόταν απεγνωσμένα να κολυμπά / Με την ελπίδα να πετάξει

γράφει η Έλσα Κορνέτη στο εκτενές ποίημα «Κανονικός άνθρωπος», στο νέο ποιητικό της βιβλίο, Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά. Οι δύο στίχοι ανοίγουν και κλείνουν με τροχαίο, που περικλείει ίαμβο. Το πρόσκαιρο παιχνίδι ανάμεσα στα δύο παραδοσιακά μέτρα αναδεικνύει την προσπάθεια του «κανονικού ανθρώπου» να μετατρέψει τα χέρια που κολυμπούν σε φτερά, για να τον βοηθήσουν να πετάξει από τη θάλασσα κατευθείαν στον ουρανό. Εξάλλου, αυτό ακριβώς το υπαινιχτικό πάντρεμα ρυθμών και νοημάτων επιδιώκει η ποίηση. Εδώ ο τόνος μετατίθεται από την παραλήγουσα στη λήγουσα και ξανά στην παραλήγουσα, παράγεται μια συνεχής ονοματοποιία. Μετά τη γέννηση της δομικής γλωσσολογίας, όλοι γνωρίζουμε ότι το γλωσσικό σημείο βασίζεται στην αποδοχή μιας σύμβασης
ανάμεσα στους ήχους και το νόημα. H ποίηση ανατρέπει αυτή τη φιλοσοφία της γλώσσας, όπως γίνεται στον Κρατύλο, όταν Κρατύλος και Ερμογένης έρχονται αντιμέτωποι μέσα στο λόγο του Σωκράτη. Και όπως όλες οι λέξεις έχουν νοήματα, όσο α-νόητες και αν μας φαίνονται, έχουν επίσης ήχους, ακόμη και όταν δηλούν την ησυχία. Προχωρούν ανέμελα, είναι στη φύση τους να ηχούν και μαζί να σημαίνουν:

Ανέμελα όπως προχωρά / Ο ήχος της λέξης ησυχία

Με ποιητικούς ρυθμούς, οι λέξεις ανακτούν την προφανώς εγγενή εκφραστικότητά τους, η αλλαγή ενός ήχου παραπέμπει σε διαφορετικό
νόημα, ενώ η ομοιότητα που παραμένει συνδέει τις δύο λέξεις:

Oι μεγάλες συγκινήσεις / μοιάζουν με φτηνά ναρκωτικά / Σε
εθίζουν/ σε χαμηλές πτήσεις /και σε ηχηρές πτώσεις

Μπορεί επίσης να αλλάξει όχι ένας ήχος αλλά ένα γράμμα, με τη λέξη «ονειροπόληση», σημαντική στιγμή για τον ποιητή και για το παιδί, να γράφεται τη δεύτερη φορά με ωμέγα. Το δούναι και λαβείν της κοινωνίας μας αρχίζει στο σχολείο και μπορεί να κρύβεται σε ένα ηχηρό βογγητό, όταν το μικρό «ο» μεταμορφώνεται σε μεγάλο:

Λάθος. Αυτό είναι ανεπίτρεπτο, του φωνάζουν. Ή ονειροπόληση στο / σχολείο είναι απαγορευτική. Εδώ διδάσκεται μόνο η ονειροπώληση.

H έννοια της κανονικότητας δεν μπορεί παρά να αμφισβητείται από την ποιήτρια. Τι είναι κανονικότητα; Πόσο αντικειμενικά βλέπουμε τον άλλο, ή κατ τον ίδιο τον εαυτό μας, ώστε να κρίνουμε αν ακολουθεί τους κανόνες; Και επιπλέον, τους κανόνες ποιου; Στην αρχή της ποιητικής συλλογής γράφει:

Κανονικέ άνθρωπε / πες μου /πώς μπορείς να ζεις / χωρίς λοφίο /χωρίς παρδαλή ουρά /χωρίς μια γαλάζια ανταύγεια / στα φτερά;

Η κανονικότητα αντιτίθεται στην ίδια την ουσία της ύπαρξης. Από την πρώτη στιγμή αρχίζουμε να ψάχνουμε την έννοια, το σχήμα, τη μορφή της κανονικότητας. Ίσως γι’ αυτό, στο ποίημα «Κανονικός άνθρωπος», αν και γεννιόμαστε χαρισματικά παιδιά, καταλήγουμε να ζούμε σε χώρο εχθρικό στη δημιουργικότητα:

Το χαρισματικό παιδί/Άλλαξε / Προσαρμόστηκε / Αφομοιώθηκε / Στο σκουπιδότοπο /Όπου η γνώση / Καταλήγει ασύμφορη / Και η ανοησία / Ανθεκτική

Στο ποίημα «Συμπάσχοντας με την ανθρωπότητα», διαβάζουμε:

Οδηγία καλής συμπεριφοράς: / Λεν πετάμε τους ανθρώπους
στα / σκουπίδια / Με οικολογική συνείδηση / Στηρίζουμε την
ανακύκλωση

Οι φωνές που ακούγονται προέρχονται συχνά από μισάνθρωπους ή
και μη ανθρώπους. H παρουσία ανθρώπινων όντων τους προκαλεί
φόβο:

Μόνο θυμήσου σε παρακαλώ / πριν βγεις / μην ξεχύσεις / να
φορέσεις / το ανθρωποαπωθητικό σου

Ό,τι κι αν γίνει, ο άνθρωπος φαίνεται να είναι καταδικασμένος. Στην
προσπάθεια να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του, ονειρεύεται μια
ζωή με χαρακτηριστικά την υπακοή και την ισοπέδωση. Αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να ευδοκιμήσει σε μια ποιητική κοινωνία:

Στέκομαι έκπληκτος / Και με κοπώ /Έγινα αυτό που πάντα
ονειρευόμουν […] Γι’ αυτό που πάντα ονειρευόμουν/ Γι’ αυτό
που τώρα, έγινα /Ένα Κουρδιστό Ανθρωπάκι

Μία ποιητική περσόνα μιλά για «κεφάλια προσωρινών ανθρώπων» και
μας προσκαλεί να αναρωτηθούμε: Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που
είναι προσωρινοί ή μήπως όλη η ανθρωπότητα περνά μια μεταβατική
στιγμή; Αποφασίζει λοιπόν να γράψει ποίηση αυτός ο άνθρωπος, αν
και είχε απομακρυνθεί θεληματικά από το περιθώριο, εκεί που βρίσκεται ο ποιητικός λόγος -η αποξένωση, για να επιστρέφω στο φορμαλισμό-, και τότε ανακαλύπτει ότι και στη σελίδα υπάρχει περιθώριο, όπως ακριβώς και στη ζωή. Αλλά ενώ μέσα στην πραγματικότητα καταλαμβάνει το κέντρο, στη σελίδα δεν τολμά να κάνει το ίδιο. Δεν έχει λοιπόν άλλη επιλογή. Γράφει στο περιθώριο των σελίδων, και ο ρυθμός του μας βοηθά να ακούσουμε το λυγμό του:

Ήμουν ένας ήσυχος άνθρωπος που ξεκίνησε / να γράφει ένα ποίημα /Στέκομαι ασάλευτος στο /περιθώριο του ποιήματος. /Τώρα έγινα/ένας επικίνδυνος άνθρωπος /κυρίως για τον εαυτό μου

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά,

«Τον μονήρη και μονομάχο ήλιο» δέχεται ως βαθύτερη συνείδηση η Έλσα Κορνέτη, όταν στη λέξη ήλιος, ως σύμβολο, συμπυκνώνονται όλες εκείνες οι θετικές ιδιότητες που η ποιήτρια ενστερνίζεται, όπως η ορμή, η εγρήγορση, η μαχητικότητα, το καθαρό βλέμμα για τη διερεύνηση της αλήθειας, όσο επώδυνη κι αν είναι. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε τις
συνεχείς βολές της προς «τούς κανονικούς ανθρώπους», την εναντίωση, τον
σαρκασμό και καγχασμό της στην «κανονικότητά τους», που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μοιρολατρική παράδοσή τους στις συμβάσεις, τον κενό κομφορμισμό, την κάθε είδους πνευματική αδράνεια και νωθρότητα, που τους καταδικάζει σε μια μουντή και άχαρη πραγματικότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προσλαμβάνουμε την ειρωνική στάση ή και την προτροπή της Κορνέτη προς τους «κανονικούς» ανθρώπους να αποδεσμευθούν
από τις παρωπίδες τους, την όποια γελοιότητα των αδιέξοδων έμμονων και
συνηθειών τους, ώστε με μια «τρέλα» απελευθερωμένης ζωντάνιας να δώσουν χρώμα και αναζωογονητική πνοή στην περιορισμένη ζωή τους. Ως επακόλουθο, ο τίτλος της συλλογής ως ειρωνικό σχόλιο -αντανακλώντας έναν σκανδαλιάρικο αναρχισμό- μπορεί να ερμηνευτεί.
Χρησιμοποιώντας κυρίως το δεύτερο και τρίτο ενικό πρόσωπο, καθώς και διάφορα προσωπεία, όπως «νάρκισσος», «εμφιαλωμένος άνθρωπος», «γυναίκα πεταλίδα», «εξυπνόμορφη», «εγκλωβισμένος άνθρωπος», «προνομιούχος», «κουρδιστό ανθρωπάκι», «άνθρωπος σκιά», «χαρισματικό παιδί» η Κορνέτη προχωρά σε μια γενναία απογύμνωση κι έκθεση τού πυρήνα των βαθύτερων αισθημάτων της. Φύση στοχαστική κι ευαίσθητη, εκμυστηρεύεται την άλωσή της από «δηλητήρια» και τοξικές μολύνσεις που δέχτηκε από παντού: από τη δουλειά, την οικογένεια, τον διπλανό, την κοινωνία, όταν η ίδια η ζωή μοιάζει με πεδίο αλληλοσπαραγμού και «κυνήγι
δολοφόνων». Μέ δεξιοτεχνία ώριμου τεχνίτη η ποιήτρια θίγει απτά και εύστοχα το επώδυνο και τρομαχτικό πρόβλημα της ανθρωποφαγίας -κάτι που άμεσα όλοι βιώνουμε και μας αφορά- μέσα σε καιρούς κυνισμού, ωμότητας κι
αμοραλισμού.
Επίσης τρωτή κι ευάλωτη νιώθει η Κορνέτη από τους καταναγκασμούς της λογικής, του ορθολογισμού της επιστήμης, των αυστηρών προγραμμάτων που επιτάσσει το καθήκον, των στόχων για επιβράβευση και διάκριση. Παραθέτουμε τούς στίχους από το ποίημα «Ηλεκτρικά όνειρα IX» (σ. 49): «Ή επιστήμη σε θέλει άψυχο / Η επιστήμη σε θέλει ατάραχο / ξεντύσου κάθε συναισθηματική υπερβολή /… / Μάζεψε τα κουρέλια σου / Τέντωσε τον ξύλινο σταυρωτό κορμό σου / Καμία φτερωτή ύπαρξη δεν θα σε πλησιάσει».
Είτε μέσα από την τριβή και τον συγχρωτισμό της με πρόσωπα και καταστάσεις είτε μέσα από τή στοχαστική βυθομέτρηση που της παρέχει η ποίηση, η Κορνέτη νιώθει αποξενωμένη κι απογοητευμένη από την εποχή της, που είναι άγευστη, άνοστη, αδιάφορη και μικρόψυχη. Σαρκαστικά την ονομάζει «Καλό Νέο Κόσμο», και δηλώνει ότι είναι αναμφίβολα «παλικάρι» όποιος πέρα από κάθε υποκρισία διαπιστώνει «την ωμότητα των δεδομένων» και τον κυνισμό που κυριαρχεί. Εντυπωσιάζει η απροσχημάτιστη δυσανεξία κι απαρέσκεια της ποιήτριας προς την ισοπεδωτική ανοησία, την πληκτική ρηχότητα της μαζικής καταναλωτικής, την ψυχρή κενότητα, σαθρή αλαζονεία
κι απατηλή λάμψη κάθε φαντασμένου μεγαλόσχημου, που ως χρυσός γύπας
«καταβροχθίζει πλουμιστά αγαθά και μεταξωτές ευδαιμονίες». Στο ίδιο μήκος κύματος εκφράζει την απαξίωση της για τον ψηφιακό κυβερνοχώρο και τις παγίδες που στήνει η «εικονική πραγματικότητα» που αυτός προσφέρει.
Με μορφασμό πόνου η Κορνέτη αναφέρεται στον «άνθρωπο σκιά», που κτυπημένος, τσαλακωμένος, τραυματισμένος από τούς μικρούς και μεγάλους
καθημερινούς εφιάλτες της πραγματικότητας, «κρυφοκοιτάζοντας και κρυφακούοντας από τη χαραμάδα με μισό μάτι», διαπιστώνει ότι το καλό δεν έχει καμία άξια σε έναν χαοτικό, αλλόκοτο και αφάνταστα σκληρό κόσμο. Γιατί «ο ντροπαλός, ο ευγενής, ο διακριτικός συνθέτει έναν άνθρωπο αόρατο», ουσιαστικά έναν άνθρωπο χαμένο από χέρι.
Νιώθοντας την επικινδυνότητα της κάθε μέρας και προσέχοντας να ισορροπεί στον τρόμο κάθε είδους ασυμμετρίας, απώλειας και παραλογισμών, το ποιητικό υποκείμενο καταλήγει να φτάσει στα άκρα, περιχαρακώνεται ασφυκτικά στον εαυτό του, γίνεται έτσι ο «εμφιαλωμένος, εγκλωβισμένος άνθρωπος». Με πανικό για την αυτοπροστασία του καταφεύγει από κρησφύγετο σε κρησφύγετο, όπως κλειστά δωμάτια, σφαίρες, γυάλες, δεξαμενές, κυψέλες, επίσης εντοιχίζεται στο τσιμέντο των κτηρίων ή καταβυθίζεται σε αβύσσους ωκεανών διάγοντας μια «υποβρύχια ζωή». Είναι πολύ παραστατικοί οι στίχοι στη σ. 48: «Από σήμερα / Ζεις μια υποβρύχια ζωή / Μέσα στο σκοτάδι της αβύσσου / Πασχίζεις να παράγεις /Το δικό σου φως / […] Κυλώντας μέσα σ’ ένα / Πελώριο / Συμπαντικό / Δάκρυ».
Εξαιρετικά κεντρίζει το ενδιαφέρον μας η εναγώνια προσπάθεια της Κορνέτη να βυθομετρήσει, να κατανοήσει τον εαυτό της μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου κάθε έννοια συλλογικότητας παντελώς απουσιάζει. Αν ο εξωτερικός κόσμος είναι κατακερματισμένος, επικίνδυνος, σκοτεινός, αντιφατικός, ούτε λίγο ούτε πολύ τό ίδιο διαπιστώνει και για τους κυματισμούς της ίδιας της ψυχής της. Τό ανικανοποίητο, ο φόβος, τα αδιέξοδα τού ναρκισσισμού και κάθε έπαρσης, τα τραντάγματα της μοναξιάς, το φορτίο απογοητεύσεων και διαψεύσεων που την καταδιώκουν, φωτίζονται με οξύτητα και διαυγή ειλικρίνεια. Για την ποιήτρια η ψυχή, ο εσώτερος εαυτός κάθε ανθρώπου, είναι από τη φύση της μια «προβληματική κατασκευή» που κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά της κι είναι απείρως πιό δύσκολο να ανιχνευτεί από την εξωτερική πραγματικότητα. Παραθέτω τούς στίχους από το ποίημα «Απορίες»: «Πότε άραγε / μπορεί ο άνθρωπος να
βάλει / σε τάξη τον εαυτό του; / Σε μια εαυτού ανακατασκευή / ή σε μια εαυτού κατεδάφιση;». Η μόνη χαρά και διαφυγή από την σκοτεινότητα της ύπαρξης είναι για την ποιήτρια η ολοκλήρωση μέσα από τον έρωτα και ο μετεωρισμός στην ονειροπόληση.
Λόγω του εκμυστηρευτικού, εξομολογητικού περιεχομένου της συλλογής, η Κορνέτη μιλάει με λιτό, στέρεο κι εύχυμο αφηγηματικό λόγο, τον όποιο όμως διανθίζει με εντόνως παραστατικά –όπως πάντα το συνηθίζει- μεταϋπερρεαλιστικά σχήματα έκφρασης. Το ύφος της είναι ορμητικό, εύθραυστο κι επεξεργασμένο. Η συλλογή άμεσα κερδίζει τον αναγνώστη, γιατί προσφέρει έξαψη μέσα από αιχμηρές αλήθειες, που είναι πάντα το μέγα ζητούμενο στην τέχνη.

 

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

diastixo 10 Μαρτίου 2015

Έλσα Κορνέτη: «Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά» κριτική της Κλεοπάτρας Λυμπέρη

«Ο φόβος είναι η ευφάνταστη μοδίστρα του σύμπαντος». (Έλσα Κορνέτη)
Με τον κατακερματισμένο άνθρωπο, αυτόν που έχει απολέσει την ταυτότητά του θαμμένος στους πνευματικούς και ηθικούς σκουπιδότοπους των σύγχρονων κοινωνιών, ανάμεσα σε τερατώδεις κανονικότητες, εκπτώσεις, ματαιώσεις και στυγνές αδιαφορίες, ασχολείται η Έλσα Κορνέτη σε αυτή τη συλλογή. Ο φακός της δεν φωτίζει μόνο την ατομική ανθρώπινη ψυχή και τις ειδικές ποιότητές της, παρακολουθεί το ον-άνθρωπο στη συλλογική του διάσταση μέσα από μια αυστηρή κοινωνική κριτική, προσεγγίζοντας την ίδια την έννοια της ανθρωπινότητας και τον αντίποδά της. Έτσι, εκτός από την ποιητική μιας ανθρωπολογίας, το βιβλίο αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και μια κοινωνιολογική ματιά, ένα ηχηρό σχόλιο αναφορικά με τον παρόντα ιστορικό χρόνο του πολιτισμού, όπου το ον-άνθρωπος, δέσμιο του υπολογιστή, της οθόνης και των ηλεκτρονικών διαπροσωπικών σχέσεων, καταργεί σταδιακά ό,τι μέχρι σήμερα ονομάζαμε ζωή.
Έχω την εντύπωση ότι οι αισθητικές επιδράσεις της Κορνέτη στη συγκεκριμένη σύνθεση έρχονται κυρίως από την ποίηση της Σύλβια Πλαθ, σε ό,τι αφορά το ύφος, την εικονοποιητική δύναμη της γλώσσας, την αναπάντεχη συμπλοκή των λέξεων και των εννοιών. Αλλά σε αντίθεση με την Αμερικανίδα ποιήτρια, το σύμπαν της Κορνέτη δεν είναι τόσο περίκλειστο και ιδιωτικό· αφήνεται στη συνολική ανθρώπινη περιπέτεια και, παρά τις εξωτερικές επικριτικές του θέσεις, εμπεριέχει ταυτοχρόνως μια καλοκρυμμένη ρομαντική διάσταση, από την οποία προέρχεται και η ανάγκη της ποιήτριας για έναν πιο αρμονικό κόσμο: η νοσταλγία για το Απόλυτο.
Πάνω σε αυτόν τον καμβά, η Κορνέτη αναπτύσσει τα εκφραστικά της μέσα εστιάζοντας σε μια εσωτερική αίσθηση ματαίωσης της εξιδανίκευσης για όλα τα ανθρώπινα, γεγονός που αφήνει μια πικρή γεύση. Το τέλος του παιδικού παραμυθιού, που οδηγεί στη σκληρή πραγματικότητα του ενήλικου, η ασφυκτική καθημερινότητα η υποταγμένη στην αδηφάγα μηχανή της τεχνολογίας, η διάλυση των αξιών, μέσα από τις οποίες παράγονται άνθρωποι «ανύπαρκτοι», είναι μερικές επισημάνσεις αυτής της ποίησης.
Η Κορνέτη ανήκει σε ένα ρεύμα ποιητών οι οποίοι δεν βλέπουν την ποιητική δραστηριότητα ως μια απλή λυρική κατάσταση που εξαντλείται σε συναισθηματικές εκκρίσεις, αλλά ως μια ευκαιρία σύνδεσης του αισθήματος με τη σκέψη, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα και τη σύνδεση ποίησης/φιλοσοφίας – κάτι που παλιότερα ήταν μάλλον απαγορευτικό για ένα ποιητικό βιβλίο.
Η Κορνέτη ανατέμνει προσεχτικά την ανθρώπινη ψυχή και αποδεικνύεται καλός γνώστης της ψυχολογίας, παρακολουθώντας από απόσταση τα πράγματα, σαν παρατηρητής που διαθέτει ιδιαίτερη ευαισθησία και διεισδυτικότητα. Έτσι χτίζει την εικόνα του απομονωμένου σύγχρονου ανθρώπου, όχι με τον τρόπο που το έκαναν οι προηγούμενοι ποιητές του Μοντερνισμού (οι οποίοι μίλησαν για τη ματαιότητα, την απώλεια και το non sense της ανθρώπινης ύπαρξης), αλλά περιγράφοντας έναν παραμορφωμένο ψυχικό κόσμο, που ξαπλώνει πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Στην εποχή της μηδενικής γενναιότητας οι κανονικοί άνθρωποι/ Στροβιλίζονται στην παρδαλή δίνη του παγκόσμιου σκουπιδοφάγου/ Οχυρώνονται στο χαμηλοτάβανο σπίτι όπου η οθόνη ολοένα ψηλώνει/ Με γαλάζιο θάρρος αγγίζονται ηλεκτρονικά/ Με ασφαλή πληκτρολόγηση συνουσιάζονται πάνω σε γυάλινο κρεβάτι αφής («Τα ποιήματα της αφής»).
Πρόκειται για τον σύγχρονο κόσμο που, απογυμνωμένος από τις ιδέες και τα οράματα, γεννά τα σύγχρονα τέρατα (πνευματικά και συναισθηματικά υβρίδια), βουλιάζοντας όλο και περισσότερο σε μια κατάσταση θανάτου. Πρόκειται για μια «άλλη» ζωή, που δεν μπορεί πια να κινηθεί από τα βαθιά, από την ουσία της. Πρόκειται για τον έρωτα που υποδύεται τον έρωτα, τη λογοτεχνία που υποδύεται τη λογοτεχνία. Πρόκειται για την ποίηση που έχασε το κέντρο της, όλα όσα μπορούσε να αντλήσει από τη συλλογική γλώσσα, τον καιρό που ήταν ακόμα ζωντανή η πνευματική συνεκτικότητα. Όταν θα φτάσει πλέον στην κορυφή του σκουπιδόλοφου/ Θ’ ατενίσει έναν κόσμο ανόητο και ρηχό./ Τότε ίσως αναρωτηθεί για τη θρυμματισμένη του όραση/ Για τα χρόνια της λάμψης όταν έκανε παρέα με χρυσούς γύπες/ (Συμπάσχοντας με την ανθρωπότητα)… Ο κόσμος ολοένα χαμηλώνει/ πέφτει στα γόνατα/ υποκλίνεται/ σε ανθρώπους φελλούς (Προϊόντα νέας τεχνολογίας)… Στο σύγχρονο παραμύθι/ η Χιονάτη γίνεται στάχτη («Μοιραία εξέλιξη»).
Άλλοτε η ποιήτρια θα μιλήσει για ψυχικές ποιότητες που συνδέονται με την πρωταρχική έννοια του ανθρώπου, για καταστάσεις που τον ακολουθούν σε όλες τις εποχές. Στη σκιά κάθε επίδοξου πετεινού/ Ζει ένας αλαζόνας ποιητής/ Που χάνει τα μάτια του. Αν και ο ψυχαναλυτικός προσανατολισμός της Κορνέτη στο παρόν βιβλίο είναι πολύ ισχυρός, μαζί του συμβαδίζει το στέρεο βήμα ενός σκεπτόμενου ανθρώπου, ο οποίος αντλεί από το φιλοσοφικό υπέδαφος. Οι δυο αυτές δυνάμεις ενωμένες επεξεργάζονται, διά μέσου της ποίησης, ζητήματα όπως το έλλειμμα της επικοινωνίας, ο εγωκεντρισμός, η υπεροψία, η κοινωνική υποκρισία, η έκπτωση της ηθικής και των αξιών. Η ίδια η ηθική, σαν πρωταρχική φιλοσοφική κατηγορία της αρχαιοελληνικής σκέψης, κάνει αισθητή την παρουσία της εδώ, χωρίς να κραυγάζει, αλλά λειτουργώντας υποδόρια, μέσα από υπαινιγμούς, καθώς προσεγγίζεται η προβληματική σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τις παραδεδεγμένες αξίες του παλιού κόσμου.
Η φιλοσοφική κλίση της Κορνέτη, η οποία μας κοινοποιήθηκε πιο άμεσα με το προηγούμενο βιβλίο της, Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας, κατά την αίσθησή μου είναι αυτή που έχει την υψηλή εποπτεία του βιβλίου της, υπονοώντας μια στέρεη βάση στις συνολικές συλλήψεις της. Η Κορνέτη ανήκει σε ένα ρεύμα ποιητών οι οποίοι δεν βλέπουν την ποιητική δραστηριότητα ως μια απλή λυρική κατάσταση που εξαντλείται σε συναισθηματικές εκκρίσεις, αλλά ως μια ευκαιρία σύνδεσης του αισθήματος με τη σκέψη, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα και τη σύνδεση ποίησης/φιλοσοφίας – κάτι που παλιότερα ήταν μάλλον απαγορευτικό για ένα ποιητικό βιβλίο. Πότε άραγε/ ο άνθρωπος μπορεί να βάλει/ σε τάξη τον εαυτό του;/ Σε μια εαυτού ανακατασκευή/ Ή σε μια εαυτού κατεδάφιση; (Απορίες)… H αυτογνωσία είναι/ μια περιπέτεια αναγνωριστική/ όταν επιτέλους συνειδητοποιείς/ την ελαττωματική σου/ κατασκευή («Τα μεταχειρισμένα ρούχα του καθρέφτη»).
Γράφει ο Στάινερ: «Ίσως η αδελφική διαμάχη ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, και ειδικότερα ανάμεσα στην οντολογία και την ποιητική, έφτασε στο τέλος της». Μου έρχεται στον νου ο Αμερικανός John Asbery, ο δικός μας Νίκος Καρούζος, η Καναδή Ann Carson, οι οποίοι μεταπήδησαν σε μια διαφορετική αντίληψη της ποιητικής έκφρασης, εντάσσοντας τη σκέψη με φυσικότητα στο έργο τους χωρίς αυτό να γίνεται σε βάρος της ποιητικής τους. Είναι φανερό πως ό,τι άρχισε κάποτε με την εξαίρεση των ποιητών από την ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα, μάλλον τελείωσε τον 20ό αιώνα, με τον ισχυρισμό του Χάιντεγκερ ότι «ο αυθεντικός στοχαστής και ο αληθινός ποιητής κατ’ ανάγκη εμπλέκονται στην ίδια πράξη και μαρτυρία της ύπαρξης» (ο Χάιντεγκερ έγραψε για την ενότητα denken και dichten, τις δυο παράλληλες λειτουργίες της πνευματικής αντιληπτικότητας και της ποιητικής δημιουργικότητας). Για την ίδια ακριβώς σύζευξη, συμπληρώνει ο Στάινερ: «Η φιλοσοφία και η λογοτεχνία είναι θεωρητικά οικοδομήματα της συναλλαγής μεταξύ λέξης και κόσμου».
Η Κορνέτη καλλιεργεί αυτή τη συναλλαγή, χρησιμοποιώντας μια έκρυθμη ποιητική εικονοποιία, αναπάντεχες συνδέσεις εικόνων που ενσωματώνουν και απογειώνουν συνδέσεις λέξεων (αυτό είναι από τα ατού του έργου της), αλλά κυρίως στηρίζεται στην πνευματική της συγκρότηση, μέσα από την οποία μπορεί να εισχωρεί πιο βαθιά στα πράγματα. Στο παρόν βιβλίο –κατά την αίσθησή μου πάντα– δεν δίνει κάποια ιδιαίτερη έμφαση στη γλώσσα, την ενδιαφέρει κυρίως το Νόημα, ως το μόνο αυθεντικό όργανο ποιητικής και ως κλειδί επικοινωνίας που ανασυνθέτει κόσμους για να τους διαμοιράσει. Έτσι υπερασπιζόμενη το Νόημα, σθεναρά και με ειλικρίνεια, γίνεται στυλοβάτης της γλώσσας, σε μια εποχή όπου η τάση κατάργησης της σημασίας του Νοήματος ευθύνεται για τη σταδιακή αποδόμηση του πολιτισμού – τουλάχιστον έτσι όπως τον γνωρίζαμε μέχρι τώρα.
Αυτή η ένταξη της ποιήτριας στην υπηρεσία του Νοήματος τη βοηθά να απαλλάσσει το έργο της από περιττά λικνίσματα και φιοριτούρες, που σαφώς θα έκαναν τη δουλειά της λιγότερο ουσιαστική. Παρατηρώ, όμως, ότι εκεί που δημιουργεί περισσότερη θερμότητα και πιο ολοκληρωμένες όψεις της γλώσσας είναι όταν αφήνεται στο συναίσθημά της χωρίς να το επιτηρεί. Ειδικά στα ποιήματα «Η βουλιμική οικογένεια» και «Ιn suspenso», νομίζω η ποίησή της απογειώνεται ακριβώς λόγω της συναισθηματικής πρωτοκαθεδρίας, η οποία επιτρέπει στο νόημα να αναδύεται πιο συντονισμένο και υποταγμένο στους εσωτερικούς ψυχικούς ρυθμούς. Είναι φανερό ότι εδώ υπάρχει ισχυρό προσωπικό βίωμα, μια ανάφλεξη που υποβοηθά την κίνηση του λόγου, δίνοντας πιο πλούσια και αυθεντικά στοιχεία συγκίνησης και εσωτερικότητας. Όπως η μύγα μυρίζει το φως/ ο φόβος μυρίζει το σκοτάδι/ και το αιχμάλωτο μαύρο μαργαριτάρι/ Ο φόβος ζει μέσα σε ένα υπερηχητικό αυτί/ Μεγαλώνει συντονίζεται/ με το βόμβο της σφηκοφωλιάς/ μπαίνει στο μυαλό μιας κουκουνάρας/ για να την πολλαπλασιάσει («In suspenso»). Είναι κάποιες μέρες που/ η αγάπη μοιάζει/ με κόκκινη ξεραμένη σάλτσα/ Είναι κάποιες μέρες που/ η αγάπη έχει γεύση/ ξινής ντοματόσουπας/ Μια μέρα η αγάπη/ Κόλλησε/ ανάμεσα σε δύο/ άπλυτα κουτάλια («Η βουλιμική οικογένεια»).
Ίσως η κεντρική ανησυχία του παρόντος βιβλίου, σχετικά με την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου και τις ψυχικές του ρωγμές, αποτυπώνεται στο ποίημα «Συμπάσχοντας με την ανθρωπότητα», στο σύντομο κομμάτι όπου ο αγαθός τρελός της γειτονιάς μονολογεί περπατώντας μέσα στην (συμβολική) παγωνιά (της ύπαρξης;): «Υπάρχει έλλειψη, υπάρχει έλλειψη». Στο πρόσωπο αυτού του τρελού, η ποιήτρια, μάλλον χωρίς να το συνειδητοποιεί, αισθάνομαι ότι απιθώνει τον εαυτό της και τη βαθύτερη ανάγκη της να ζήσει σε έναν άρτιο κόσμο, εσωτερικό και εξωτερικό, ο οποίος θα επιδιορθώσει και τη δική της ατομική πληγή στη σύνδεση με τους άλλους.
Ένα ποίημα δεν τελειώνει ποτέ, μόνον εγκαταλείπεται, γράφει ο Πολ Βαλερί. Η Κορνέτη εγκαταλείπεται στους αναγνώστες της, για να συνεχίσει να μιλά μέσα μας και μετά την ανάγνωση του βιβλίου της, αφήνοντάς μας τα ίχνη μιας αδιόρατης λύπης, τη σιγανή φωνή ενός μικρού παιδιού που ο κόσμος το έχει πολύ πληγώσει. Αυτή ακριβώς η υφέρπουσα παιδική συντριβή, που υπαινικτικά δρα μέσω των λέξεων, συνθέτει, αισθάνομαι, και το πιο κρυφό σημείο του παρόντος έργου, από όπου οι λέξεις, οι έννοιες, οι εικόνες, οι φαντασιακοί σχεδιασμοί (αντιστοιχίες της ψυχικής ζωής της Κορνέτη) συνεργάζονται, για να αντιστρέψουν το τραύμα σε ώριμο αίσθημα, σε ευφυή γνώση, σε δυναμική αντίληψης, παρατήρησης και εμβάθυνσης, τουτέστιν σε «φιλοσοφική νίκη», δίνοντας έτσι το στίγμα μιας ποίησης που υπόσχεται να μας χαρίσει πολλά.

 

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

FRACTAL 25/12/2015

«Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά» Έλσα Κορνέτη, εκδ.Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014.

Με εντυπωσιακό εξώφυλλο και σουρεαλιστικό τίτλο: «Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης η καινούρια ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη. Το όμορφο σχέδιο που κοσμεί το εξώφυλλο είναι έργο της Πέννυ Βήτα- Κορνέτη
Το ενδιαφέρον και η προοπτική της εστιάζονται στον σύγχρονο «φοβισμένο», τον εγκλωβισμένο στις κατακτήσεις του, απόντα κι από τον εαυτό του άνθρωπο:

«Ο εμφιαλωμένος άνθρωπος
Δεν είναι πια εδώ
Μακάριος επιπλέει
Στην υδάτινη απεραντοσύνη».

Σ’ εκείνον τον απορφανισμένο από κάθε δυνατότητα απεγκλωβισμού, τον δυστυχή, τον «εκκρεμή, τον κτισμένο στον τοίχο άνθρωπο», σ’ εκείνον που πορεύεται με «το οικόσημο της βουλιμικής οικογένειας» στο μέτωπο, αναφέρεται, επισημαίνοντας πως τίποτα, μήτε ο έρωτας δεν τον σώζει από τη δυστυχία γιατί και:

«Ο έρωτας με το διάφανο τρυφερό του δέρμα
Ένα βουλιμικό κτήνος
Τρέφεται με ερείπια ψυχών και σωμάτων
Έμβλημά του δύο πριονωτά κουτάλια
Κλείνουν αρμονικά
Σε δυο σαγόνια
Σ’ ένα δόκανο θανάτου».

Συνεπώς, άσκοπα «κερδοσκοπεί ασύστολα» με κάθε «ατέρμονο ξεπούλημα ενός θλιβερού εαυτού» που και:

«Ο γυρολόγος ποιητής
Τη συμπόνια τους
Γυρεύει».
Και δεν είναι ικανός να τον σώσει, να τον ελευθερώσει.

Ζωγραφεί έναν κόσμο θρυμματισμένο, μετέωρο, ένα τοπίο δυσανάγνωστο. Με σοφά επιλεγμένα ετερόκλητα στοιχεία/σύμβολα, στοιχειοθετεί στιχουργικά σχήματα και φιλοτεχνεί ερημικά ανθρώπινα τοπία, μια απέραντη μοναξιά όπου ο καθένας «δεν ανήκει σε κανέναν/ περιφέρεται ως διαρκής απουσία», αδυνατώντας να απαλλαγεί από «το προϊστορικό ζώο» που τον ακολουθεί και κάθε κατάκτηση ισοδυναμεί με απώλεια του εαυτού του.

«Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και παρδαλή ουρά», προαναγγέλλει ο τίτλος της συλλογής και προχωράς με τη βεβαιότητα πως θα τους δεις να ξεπηδούν από τις σελίδες της, δεν τους συναντάς, κάτι που επιβεβαιώνει στο εισαγωγικό εφτάστιχο η ίδια:

«Κανονικέ άνθρωπε
πες μου
πώς μπορείς να ζεις
χωρίς λοφίο
χωρίς παρδαλή ουρά
χωρίς μια γαλάζια ανταύγεια
στα φτερά;»
……
«Η επιστήμη σε θέλει άψυχο
Η επιστήμη σε θέλει ατάραχο
….
Έγινες ένα σκιάχτρο
Που δεν φοβίζει κανέναν
Παρά μόνο
Τον εαυτό του».

Αφού κατάντησες άγνωστος μεταξύ αγνώστων, τι προσδοκάς; Άλλωστε:
«Ένας γνήσιος αλαζόνας δεν έχει να φοβηθεί κανέναν».
Πληθωρική και δυναμική, όπως μορφοποιείται η γραφή της με τις συνεχείς ενδυναμώσεις των ποιητικών δομών με παλινδρομήσεις, ενίοτε, και παιγνιώδη φραστικά σχήματα, δημιουργεί εντυπωσιακές εικόνες, πολλαπλώς αντιμαχόμενα ηφαιστειακά τοπία συναισθημάτων που, εν τούτοις, συνδέονται μεταξύ τους παρά τις αναταράξεις και τις ανακατατάξεις που συγχέουν τα ποιητικά δεδομένα, μπερδεύουν τα σημαντικά με ασήμαντα και οδηγούν:

«Στην άκρη της γης
εκεί που λιώνει ο χρόνος
κι ο κόσμος χύνεται
σε λαμπερό ασήμι».
Και περνάει έτσι στο περιθώριο του ποιήματος με διάθεση εξαπάτησης του υποθετικού συνομιλητή πως, δήθεν, η όλη θητεία στη μαθητεία της ποίησης, ο αδυσώπητος αγώνας με τις λέξεις για τη συναρμογή τους σε ποιητικό συμβάν, ήταν μάταιος και για να επιβιώσει ως «κανονικός άνθρωπος» χρειάζεσαι εκτός από «λοφίο και μια παρδαλή ουρά», να φοράει και το «ανθρωποαπωθητικό» του!

Η Έλσα Κορνέτη διαθέτει δυνατό ταμπεραμέντο, ικανή παιδεία, ρητορική ευελιξία, χειρίζεται άνετα και με πολλή ευχέρεια τον εκρηκτικό ποιητικό της λόγο με έναν ιδιαζόντως σουρεαλιστικό εκφραστικό τρόπο και θεωρώντας από περιωπής το ανθρώπινο τοπίο, καταφέρνει με εύστοχα καίριες εκφραστικές κινήσεις να δημιουργεί καλλιτεχνικό έργο, ένα ιδιότυπο ποιητικό σύμπαν όπου έχουν θέση «Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά» και επιλέγει να μείνει στο περιθώριο του ποιήματος και εξηγεί τον λόγο:

«Ήμουν ένας ήσυχος άνθρωπος
που ξεκίνησε
να γράφει ένα ποίημα
Στέκομαι ασάλευτος
στο περιθώριο του ποιήματος
ένας επικίνδυνος άνθρωπος
κυρίως για τον εαυτό του»,
Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει εύλογα ότι η Έλσα Κορνέτη είναι μια ποιήτρια αντισυμβατική. Ορμητική, επιθετική και χειμαρρώδης, ακάθεκτη όσο και ανατρεπτική, δημιουργεί με θέσεις και αντιθέσεις, με αρνήσεις και παραδοχές και με αιχμηρό εργαλείο και σύμμαχο τον σύγχρονο, κυμαινόμενο δραματικά ποιητικό της λόγο, επιτίθεται στο κατεστημένο από θέση ισχύος και με ειρωνική συνήθως, παιγνιώδη διάθεση, προκαλεί φιλοδοξώντας να καινοτομεί προξενώντας ρωγμές στο καθημερινό γίγνεσθαι των «κανονικών ανθρώπων με λοφίο και μια παρδαλή ουρά», αλλά και στο κοινωνικό και πολιτικό, στο κάθε κατεστημένο, αδιαφορώντας για το αν κυριολεκτεί, όταν καταγγέλλει, αν χτίζει ή αν γκρεμίζει είδωλα σ’ έναν κόσμο που ήδη καταρρέει, έχοντας εμπιστοσύνη στην παντοδυναμία του Λόγου, της Τέχνης.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 27/4/2015

Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο…», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014

Με καυστικότητα, χλεύη και σαρκασμό

Βυθομέτρηση στο συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου της εποχής μας επιχειρεί η Θεσσαλονικιά ποιήτρια Έλσα Κορνέτη στη συλλογή της «Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά». Με όπλο την ειρωνεία, το σαρκασμό και τη χλεύη τοποθετείται αξιολογικά και κριτικά απέναντι σε όσα ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο, προκαλώντας του τόσα και τόσα συναισθήματα. Αυτά ακριβώς την απασχολούν, ως εσωτερική διεργασία στη ψυχοσυναισθηματική υπόσταση του ανθρώπου. Π.χ., ενδεχομένως και με μιαν υφέρπουσα ή έμμεση ή υπαινιχτική αυτοκριτική διάθεση, λέει: «Η αγαπημένη σου απασχόληση / να στοιβάζεις τα συναισθήματα / σε λόφους από άμμο / Κατά προτίμηση / όταν φυσάει». (σελ. 12)

Η ποίηση της Ε.Κ. μπορεί να είναι ανθρωποκεντρική αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι θωπευτική για το κύριο υποκείμενο της βασικής θεματικής της. Αντιθέτως, φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στις αρνητικές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, για να ψέξει, να καυτηριάσει, να επικρίνει, ίσως και να διαπομπεύσει, όταν το κρίνει επιβεβλημένο: «Ο νάρκισσος / Απροστάτευτος / Περιφέρεται / Ανάμεσα σε ελιξίρια / Που υπόσχονται / Ομορφιά διαρκείας / Νιάτα διαρκείας / Πνευματική αδράνεια διαρκείας». (σελ. 16)

Η ποιήτρια επικεντρώνεται στους αρνητικούς χαρακτήρες και η σαρκαστική κριτική της φτάνει στα όρια της χλεύης. Και είναι προφανές πως δεν αναφέρεται σε σπάνιες περιπτώσεις αλλά σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας που συναντά στην καθημερινότητα της και έχει την ευχέρεια να τους παρατηρήσει εξονυχιστικά, σχολαστικά και εξαντλητικά. Έτσι τα σχόλια της είναι καυστικά έως …βιτριολικά: «Η εξυπνόμορφη / Υπονομεύει την κανονικότητα της ομορφιάς της / Ακολουθεί πιστά τη μόδα της εποχής / Φορά για καπέλο ένα κλουβί / Κι έχει ραμμένη μια ετικέτα με υπενθύμιση: / Το πορτάκι θ’ ανοίγει / Όταν πεινάς / Τότε θα σου γεμίζουν το στόμα / Με κανναβούρι / Επώνυμης μάρκας». (σελ. 25)

Η Ε.Κ. όμως δεν πραγματεύεται μόνο τους αρνητικούς ανθρώπινους χαρακτήρες, πραγματεύεται και τις ανθρώπινες σχέσεις, κυρίως τις αρνητικές, εκείνες που φθείρουν, που διαβρώνουν ή εξαντλούν. Εδώ ο κυνισμός είναι διάχυτος και συνάμα διαποτισμένος μ’ ένα αίσθημα πίκρας: «Αναρωτιέμαι ποιο δηλητήριο / είναι πιο ισχυρό / Όταν πίνεις τον εαυτό σου / όταν πίνεις την οικογένεια / όταν πίνεις τη δουλειά / ή όταν πίνεις τους άλλους / …». (σελ. 28)
Η ποιήτρια βάζει στο στόχαστρό της ποικίλες αρνητικές συμπεριφορές, προσεγγίσεις και νοοτροπίες, ανάμεσα στις οποίες και ο προστατευτισμός. Δεσπόζον υφολογικό μοτίβο κι εδώ, όπως και σε όλο το βιβλίο εξάλλου, η ειρωνεία και ο σαρκασμός: «Αν κάποιος είναι σημαντικός / Δεν τον αφήνεις να φύγει / Τον φυτεύεις σε μια γλάστρα / Τον ποτίζεις / Τον βάζεις στο φως / Τον ονομάζεις / Άνθρωπο Εσωτερικού Χώρου / Κάποτε μια μύγα θα τον φτύσει / Κάποτε ένα κατοικίδιο θα τον μασήσει / Κάποτε ένα παιδάκι θα τον μαδήσει / Κάποτε η αδιαφορία θα τον μαράνει». (σελ. 35)

Στην καταιγιστική και σκληρή κριτική της η ποιήτρια γίνεται ωμή και κάθετη, χωρίς ενδοιασμούς και υπεκφυγές. Οι τοποθετήσεις της είναι ευθύβολες και μονοσήμαντες, χωρίς να αφήνουν ούτε το ελάχιστο περιθώριο στην αμφισημία: «Όταν ενηλικιώθηκα κατάπια ένα βάτραχο / κι ένας πρίγκιπας στρογγυλοκάθισε στο στομάχι μου / Η δυσπεψία έγινε χρόνια / κι εγώ εγκρατής στην κατανάλωση ωμού / ανδρικού κρέατος». (σελ. 40)

Η ποίηση της Ε.Κ., ενώ δίνει την αίσθηση μιας εξωστρεφούς προσέγγισης των ανθρώπων και των ανθρώπινων σχέσεων, κρύβει μέσα της και βαθιές ενδοσκοπικές ματιές. Το κριτικό στίγμα, ωστόσο, παραμένει αναλλοίωτο και το ίδιο οξύ: «Η διαίρεση της πραγματικότητας / ισούται με τον εικονικό / πολλαπλασιασμό μου». (σελ./ 42)

Μέσα από την ανθρωπογεωγραφία που κατακλύζει την ποίηση της η Ε.Κ. βρίσκει τον τρόπο ν’ αγγίζει και θέματα ποιητικής. Το κριτικό και αυτοκριτικό στίγμα παραμένει βαθύ και διεισδυτικό, η ειρωνεία το ίδιο καταλυτική, ο σαρκασμός το ίδιο ωμός: «Η σκιά μου κι εγώ / μετά από συναινετικό χωρισμό / τα συμφωνήσαμε / πήραμε δρόμους διαφορετικούς / Επέλεξε να υπηρετεί / ένα ανόητο πτηνό / Από τότε στην σκιά κάθε επιδειξία πετεινού / ζει ένας αλαζόνας ποιητής / που χάνει τα μάτια του / στις κοκορομαχίες». (σελ. 45)

Η κριτική στάση της Ε.Κ. είναι καθολική, αφορά όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και στην ουσία αφορά την κοινωνία ολόκληρη. Ο ψόγος που διαπνέει όλους τους στίχους της δίνει και μιαν αίσθηση απαξίωσης στα κρινόμενα, αλλά δεν θα τον χαρακτήριζα αφοριστικό, καθώς εμπερικλείει και μιαν υπόγεια κατάφαση μέσα του, μιαν αγάπη για τον αντίποδα των όσων κρίνονται: «Κονιορτοποιημένη η ζωή / Ζει στη μνήμη του υπολογιστή / Αιωρούμενο διάλειμμα σε σκόνη / Τη ρίχνεις στο νερό / Την ανακατεύεις καλά / Κι έπειτα την πίνεις / Σαν αντιβιοτικό». (σελ. 65)

Οι εικόνες της Ε.Κ. είναι πλούσιες, η ευρηματικότητα της αξιομνημόνευτη και η λειτουργική αμεσότητα των στίχων της προφανής: «Θα ήθελα έναν άφιλτρο ήλιο παρακαλώ / Να τον καπνίσω ήσυχα / Στην ακτή της λέξης». (σελ. 66) Κι εδώ ενυπάρχει προφανέστατα το στοιχείο της ποιητικής ως θεματικού μοτίβου.

Η κριτική-αξιολογική στάση της ποιήτριας εκτείνεται και στην ερωτική θεματική, εκεί όπου για άλλους δεσπόζει το θριαμβικό ή το θρηνητικό ύφος. Στην προκειμένη περίπτωση βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη στυφή γεύση του κυνισμού και της αμφισβήτησης: «Σε ποια συμπαντική χωματερή πετιούνται / όλα τα πρόωρα ληγμένα / σ’ αγαπώ του έρωτα;». (σελ. 77)

Η καθολικότητα της κριτικής προσέγγισης, του κριτικού πνεύματος της Ε.Κ. έχω την εντύπωση ότι, αραιά και πού, αγγίζει τα όρια της ισοπέδωσης και της άγονης άρνησης: «Μόνο θυμήθου σε παρακαλώ / πριν βγεις / μην ξεχάσεις / να φορέσεις / το ανθρωποαπωθητικό σου». (σελ.82) Ευφάνταστο και ευρηματικό το αισθητικό γύμνασμα, αλλά διερωτώμαι, η νοηματοδότησή του δεν ελέγχεται; Τι προτείνει η ποιήτρια; Να ζήσουν οι άνθρωποι ως ερημίτες, απομονωμένοι ο ένας από τον άλλο;

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

Αναψηλάφηση του κόσμου και της ζωής

BOOKPRESS 11 ΜΑΙΟΥ 2015

Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά

Η Έλσα Κορνέτη (γεννημένη στο Μόναχο) έχει πυκνή παρουσία στις ποιητικές δημιουργίες με επτά συλλογές μέσα σε 8 χρόνια. Ξεκίνησε να τυπώνει ποίηση από το 2007, δεν μπορεί βέβαια να χαρακτηριστεί νέα ποιήτρια παρά τη χρονιά της ποιητικής αφετηρίας της, αφού δημιούργησε, έκτισε καλύτερα, ένα δικό της ποιητικό σύμπαν, ενώ φαίνεται πως από βιβλίο σε βιβλίο εξελίσσεται σημαντικά, σε βαθμό που με το τελευταίο βιβλίο της να δείχνει στοιχεία ιδιαίτερα ώριμης και κατασταλαγμένης δημιουργού.

Κοιτώντας την εργογραφία της εντύπωση προκαλεί πως δεν τηρεί αυστηρά στις ποιητικές της εκδόσεις τη σύμβαση της διετίας που, κατά κανόνα, ακολουθούν άλλοι ομότεχνοί της, αφού το 2007 τύπωσε δύο ποιητικές συλλογές, ενώ δύο διαδοχικές χρονιές (2012, 2013) από ένα βιβλία κάθε φορά. Αυτό δείχνει, εκτός του ότι είναι πολυγραφότατη, πως υπάρχουν περίοδοι στη ζωή της που νιώθει ιδιαίτερα δημιουργική και αποφασίζει να εκμεταλλεύεται, ή, καλύτερα, να αξιοποιεί εκδοτικά αυτήν την έμπνευσή της, πράγμα που δείχνει, έως τώρα τουλάχιστον, να μην τη ζημιώνει στην εξέλιξή της και στην ποιητική της διαδρομή.
Στη συλλογή της με τον ασυνήθιστο τίτλο Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά θα συναντήσουμε ποιήματα για νάρκισσους εραστές που αντικρίζουν τη γύμνια τους στον καθρέφτη (σελ. 13: Κατακτώντας την τέχνη του έρωτα / απώλεσε τον έρωτα / μα κυρίως τον εαυτό του), ποιήματα για τον καλό, νέο κόσμο, τον ψεκασμένο με εντομοκτόνο που εξαφάνισε τις μέλισσες και έκανε τους ανθρώπους να βγάλουν λέπια, για την ανθρώπινη παράνοια, για τη διακριτικότητα που υπεραπλουστεύεται και παρεξηγείται από τον ανήξερο και ανυποψίαστο περίγυρο, αφού εκλαμβάνεται ως αδυναμία, ίσως, ακόμα ακόμα, και ως ανθρώπινο μειονέκτημα:

Ήταν ένας διακριτικός άνθρωπος
Που έπασχε από ακατάσχετη ευγένεια
Και έφυγε από υπερβολική διακριτικότητα
Η παρουσία του δεν επιβάρυνε κανέναν
Όταν πέθανε ο περίγυρος
Απλοποιώντας το φαινόμενο είπε:
Ήταν θέμα καλού χαρακτήρα

(Η Κορνέτη μ’ αυτό της το ποίημα επιβεβαιώνει αυτό που ένα καλοκαίρι διάβασα σε κάποιο φαρμακείο του πρώτου ποδιού της Χαλκιδικής, και με εντυπωσίασε για τον κυνισμό και την αλήθεια του: Καμία καλοσύνη δεν μένει ατιμώρητη).

Σε άλλες σελίδες του βιβλίου θα συναντήσουμε ποιήματα για αγαπημένα πρόσωπα που μας χάραξαν και έφυγαν από τη ζωή, για γυναίκες-πουλιά με κλουβιά στο κεφάλι, για γυναίκες-Πεταλίδες, για τοξικούς ανθρώπους και για τα δηλητήρια της ζωής (εαυτός, οικογένεια, δουλειά, συνάνθρωποι, ως πνιγηρά στερεότυπα φυσικά και όχι στην υγιή τους μορφή), για ανθρώπους εσωτερικού χώρου και κουρδιστά ανθρωπάκια. Αλλού, πάλι, η ποιήτρια αγγίζει την ανθρώπινη παράνοια, τις δυστοκίες της ζωής, ψηλαφεί τον ανθρώπινο φόβο, το παράλογο και την ασυναρτησία της ανθρώπινης ύπαρξης, την παρανοημένη και παρεξηγημένη κανονικότητα των ανθρώπινων καταστάσεων.

Είναι
Ένας άνθρωπος κανονικός
Ο Θεός του έδωσε
Ένα κεφάλι υπολογιστή
Ένα σώμα γραφείο
Μια καρδιά χρηματοκιβώτιο

Πίσω από την τολμηρή εικονοποιία της Κορνέτη και τον υπερρεαλιστικό χαρακτήρα της ποίησής της, κρύβεται μια ευαίσθητη ματιά που θλίβεται με την κατάντια της ζωής, ένας διάχυτος ουμανισμός πίσω από τις λέξεις για ανθρώπινες αξίες που έχουν υποστεί τερατώδεις και αφύσικες, σχεδόν εξωπραγματικές, μεταλλάξεις και έχουν απολέσει προ πολλού τη σημασία, το βαθύτερο νόημα και την αλήθεια τους. Ο υπερρεαλισμός της Κορνέτη δεν είναι στείρος ούτε παρωχημένος (δεν βασίζεται δηλαδή απλώς στο ασυνήθιστο των λέξεων, στη εξεζητημένη συρραφή τους, στην τολμηρή εικόνα ως αυτοσκοπό και στην γλωσσοκεντρική κατεύθυνση – πράγματα ελαφρώς ξεπερασμένα στη σημερινή ποίηση, και αποκομμένα από την εποχή μας) αλλά σχετίζεται άμεσα με τον άνθρωπο, τις στρεβλώσεις της ζωής, τις παθογένειες της σημερινής κοινωνίας, την αγωνία της για το αύριο, που σαν φάντασμα πλανάται πάνω από τα κεφάλια ολονών. Η φτήνια, η κενότητα, η μηχανιστική αντίληψη περί ζωής, η επαναλαμβανόμενη ρουτινιάρικη, σχεδόν σχιζοφρενής, ανθρώπινη συμπεριφορά που κάποιοι (γελασμένοι ή υποκριτές) αποκαλούν με αφάνταστη ευκολία «σύγχρονο πολιτισμό» ή «καινούριο νέο κόσμο», κάνουν την ποιήτρια, υπερβαίνοντας τη θλίψη της και την αμηχανία της για όλο αυτό που αντικρίζει γύρω της, να σαρκάσει, να χλευάσει, να καυτηριάσει, να ειρωνευτεί, πάντα με λεπτή, έντεχνη λεκτική διατύπωση και ισορροπημένη εντέλει γραφή, τις παθογένειες μια κοινωνίας που αποδέχεται σε όλα τα επίπεδα το αφύσικο ως φυσιολογικό, το παράλογο ως λογικό, το αρρωστημένο ως υγιές. Αυτή η, κατά βάθος υπαρξιακή, ανισορροπία της ανθρώπινης ύπαρξης που επιμένει να καταδεικνύει (να ξεγυμνώνει, καλύτερα) η Κορνέτη με τη γραφή της, πιστεύω πως είναι και το δυνατό της χαρτί, το ιδιαιτέρως αναγνωρίσιμο στοιχείο σε όλες τις μέχρι τώρα ποιητικές συλλογές της, ο κοινός θεματικός τόπος (και τρόπος) των μέχρι τώρα βιβλίων της.

Από το οξύ και ακονισμένο ποιητικό βλέμμα της Κορνέτη δεν γλιτώνει και ο ρόλος των ανθρώπων του πνεύματος, ο τρόπος που δημιουργούν και εκφράζονται. Αντιγράφω από τη σελ. 54:

Ο συγγραφέας
Ο άνθρωπος σουπιά
Με την υπερτροφική κύστη
Τυλίγει γερά το χρόνο
Στα πλοκάμια του
Κι έπειτα παίρνει φόρα
Κι εκσφενδονίζεται
Σβήνοντας τα ίχνη
Με το μελάνι του
Αλλά και η ανθρώπινη παράνοια, η ανεξιχνίαστη σαλότητα, το βαθιά σκοτεινό της ανθρώπινης ύπαρξης και ψυχής, πόσο ωραία εκφρασμένο μέσα σε 6 μόνο στίχους (σελ. 59):

«Υπάρχει έλλειψη σας λέω,
Υπάρχει έλλειψη…»
Μονολογούσε μες στην παγωνιά
Ο αγαθός τρελός της γειτονιάς
Όπως ξυπόλυτος σε προσπερνούσε

Υπάρχει έλλειψη…
Τα ποιήματα της συλλογής ποικίλουν ως προς τη μορφή τους: άλλα ολιγόστιχα, άλλα μεγαλύτερα σε έκταση, συστάδες ποιημάτων στεγασμένες κάτω από έναν τίτλο-ομπρέλα, μέχρι και σχηματική ποίηση (στίχοι Στο περιθώριο) σκοπίμως γραμμένη, οριζοντίως και καθέτως, στις άκρες των τελευταίων σελίδων, στο περιθώριο του βιβλίου.

Το Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά (ιδανικό συνάκουσμα των στίχων της Κορνέτη η σκοτεινά γοητευτική μουσική του Νικ Κέιβ, ιδίως οι παλιότερες μπαλάντες του – το συστήνω ανεπιφύλακτα στους θεριακλήδες του είδους), με το παράξενα εντυπωσιακό πίνακα-σχέδιο εξωφύλλου της ζωγράφου και μητέρας της ποιήτριας, Πέννυς Δίκα-Κορνέτη, είναι ένα βιβλίο συνειδητοποίησης και αναψηλάφησης του κόσμου και της ζωής. Μέσα από την άκρως ενδιαφέρουσα ματιά μιας ευαίσθητης ποιήτριας, που δίχως ανέξοδους συναισθηματισμούς, παρωχημένους λυρισμούς και γλυκερότητες, ποιητικές ευκολίες και κλισέ, καταθέτει θαρραλέα την αλήθεια της.

 

 

3. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΗΤΤΑΣ (2013)

 

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΑΚΟΣ

diastixo 21/12/2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΗΤΤΑΣ

Το βιβλίο της Έλσας Κορνέτη Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας μπορεί να οδηγήσει σε ερωτήματα όπως: ποιος κόσμος είναι αυτός που εκφράζεται μέσα από αυτό το βιβλίο ή ποιο είναι εκείνο το κομμάτι της συνείδησης που μας οδηγεί σε μια ματιά βαθύτερη, πιο ουσιαστική και ίσως πιο στοχαστική, για να προσπαθήσουμε να προσλάβουμε την αλήθεια αυτού του κόσμου; Ποιος είναι ο κόσμος εκείνος που πεθαίνει και ποιος είναι εκείνος που γεννιέται ή έστω αναδύεται; Μπορούμε να μιλήσουμε για έναν μελλοντικό κόσμο στον οποίο η ποίηση μπορεί να είναι κάτι άλλο ή η ποίηση μπορεί να είναι ο μελλοντικός κόσμος; Τελικώς, ποιο μέλλον οραματίζεται το Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας;
Ζητούμενο και ιχνηλασία, ουτοπία και ευτοπία της Έλσας Κορνέτη η λέξη «ανατροπή». Η άλλη ματιά και η άλλη όψη ενός κοσμοειδώλου. Αν δεχθούμε ότι ο Δυτικός πολιτισμός έφτασε στην πλήρη απίσχνανσή του, σε ένα τελικό-τελευταίο στάδιο ζωής αφού αποδόμησε ό,τι τον δημιούργησε, τότε είναι δυνατόν να συναντήσουμε στο Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας την έκπτωση της ιδεολογίας του Δυτικού πολιτισμού. Το Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας μπορεί να είναι το «Ημερολόγιο της Δυτικής ήττας».
Η Έλσα Κορνέτη δεν κάνει φιλοσοφία. Κάνει λογοτεχνία. Επίσης, δεν δημιουργεί ιδέα. Ο λόγος της ακροβατεί με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στη βαθύτερη εσωτερική αναζήτηση και ενατένιση, στον στοχασμό, στην ποίηση και την αλληλουχία ενός λόγου που έχει κυρίως ένα ιδιότυπο ένστικτο και λιγότερο λογική.
Η παραλληλία και αναλογία της «κραυγής» αυτού του πολιτισμού διατυπώνεται σε όλη την επιφάνεια και την έκταση του λόγου στο Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας. Είναι μια κραυγή αιχμηρή και ειρωνική. Αναδύεται άλλοτε με τον πιο δραστικό τρόπο, σαν θραύσματα ακτινωτά και διάχυτα από τον διαρκώς παλλόμενο συριγμό μιας σφαίρας, η οποία εξακολουθεί να βάλλει στο κενό ή στο άπειρο, και άλλες φορές μέσα από ένα ξεκάθαρο ρεαλιστικό υπόβαθρο. Διαχέεται επίσης μέσα στην τραγικότητα που δημιουργεί ο ανθρώπινος μύθος, ενώ άλλες φορές εκφράζεται με πικρό χιούμορ. Είναι τελικώς η κραυγή αυτή μια ανάλυση εκείνων των πραγμάτων που συνιστούν τις ανθρώπινες ιδιότητες, είναι όμως ταυτοχρόνως και η εκπνοή των ανθρώπινων καταστάσεων. Η κραυγή αυτή εκφράζεται, τέλος, μέσα από μιαν επίφαση της ζωής προσπαθώντας να δομήσει και να διερευνήσει το όραμα του λόγου.
Αν ο κόσμος μεταλλάσσεται, τότε έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να φανταστεί κανείς το μελλοντικό του πρόσωπο. Αυτής της «μεταλλαγμένης ποίησης» το πρόσωπο θα κληθεί ο μελλοντικός «άνθρωπος-ποιητής» να ερμηνεύσει και να υπηρετήσει. Είναι ενδιαφέρον, επίσης, στο πλαίσιο της ανάγνωσης που υπαγορεύει το βιβλίο της Έλσας Κορνέτη να διερευνήσουμε και το είδος της τεχνικής-τεχνητής δημοκρατίας, στην οποία οδήγησε η σύγχρονη εποχή της τεχνικής διακυβέρνησης ενός κράτους. Τέλος, είναι αναγκαία η διερεύνηση και η προσπάθεια ερμηνείας της «φιλοσοφικής σταθεράς» –αν υπάρχει στην εποχή μας– γύρω από την οποία η ανθρώπινη συνείδηση ματαίωσε την ύπαρξή της.
Το Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας αποτελεί ουσιαστικά μια αποφαντική κριτική στην «παρατήρηση» της ζωής και γενικότερα της ανθρώπινης περιπέτειας.
Οι 569 δοκιμές λόγου που εγγράφονται στο βιβλίο συνιστούν μιαν ευρύτατη ποικιλία θεματικών πυρήνων που λαμβάνονται από γενικότερες έννοιες, όπως «ύπαρξη», «συνείδηση», «φύση», «τέχνη», «πολιτική», «βιολογία», «τεχνολογία» κ.ά. Πρόκειται για μια πολυποίκιλη δηλαδή δοκιμή της συνείδησης, όπου ο στοχασμός και η ποίηση –συνυπάρχοντας αδιαίρετα– σπονδυλώνουν ένα διαφορετικού τύπου αίσθημα. Οι αφοριστικοί αυτοί διάλογοι-θραύσματα, κρυσταλλώματα λόγου, εμπεριέχουν ένστικτο και ύλη, πρόβλεψη και αταξία, πρόθεση, ειλικρίνεια, πράξη και χρόνο. Είναι δραστικά σύνολα-πυκνώματα ευαισθησίας και συγκινησιακών φορτίων μέσω των οποίων «νιώθει» κανείς τις αισθήσεις μιας αδιόρατης κίνησης και μιας ροής που πείθουν, όχι τόσο για την αλήθεια τους όσο για την ανατροπή της «καθηλωμένης ιδέας ως επαγωγής» ή, αλλιώς, της ιδέας που έχει καθηλωθεί πλέον από την ίδια της την ιστορική αδράνεια. Πείθουν λογοτεχνικά για την ανάγκη να ιδωθεί τελικώς διαφορετικά η ίδια η φύση του λόγου. Το Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας δεν είναι παρά μια συναγωγή στιγμιοτύπων καίριων και καθολικών της ανθρώπινης συνειδητότητας, αλλά και ένα άνοιγμα ενός σύνθετου δοκιμιακού λόγου στο ζητούμενο νόημα και την «επαναμάγευση» της συγκίνησης.
Η Έλσα Κορνέτη δεν κάνει φιλοσοφία. Κάνει λογοτεχνία. Επίσης, δεν δημιουργεί ιδέα. Ο λόγος της ακροβατεί με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στη βαθύτερη εσωτερική αναζήτηση και ενατένιση, στον στοχασμό, στην ποίηση και την αλληλουχία ενός λόγου που έχει κυρίως ένα ιδιότυπο ένστικτο και λιγότερο λογική. Για τον λόγο αυτό έχουμε να κάνουμε με ένα μείγμα ποικίλων όψεων ποιητικής έκφρασης που συντείνει σε μιαν εξαιρετικής ποιότητας συγκίνηση.
Στόχος επίσης της Κορνέτη ο στοχασμός μέσω των αισθήσεων της γλώσσας ή της γλωσσικής ύλης. Ο στοχασμός εκφράζει, θα έλεγα, από την ίδια του τη φύση μια ποιητική ενότητα, μια μελωδία/συγχορδία ποιητικών οντοτήτων, εκφράζει την κίνηση της ζωής και του κόσμου. Ο στοχασμός με άλλα λόγια δεν είναι παρά η προβολή του μελλοντικού, του οράματος, της γλώσσας τελικώς που μέσω αυτής θα διατυπωθεί κάθε μελλοντική ποίηση ή η κάθε μελλοντική συγκίνηση, για να ακολουθήσω τη λογική που λανθάνει στον υπότιτλο του βιβλίου.
Η πληροφορία, ακριβέστερα η πάσης φύσεως πληροφορία, καταργεί την έννοια και την αίσθηση του χρόνου. Τελικώς, εξαιτίας του χρόνου η πληροφορία μοιάζει κενή. Η ταχύτητα διακίνησής της είναι χρονικά μη αφομοιώσιμη. Καταναλώνεται και αυτή όπως καταναλώνεται ή αναλίσκεται ή εξαντλείται στο δευτερόλεπτο. Σε μελλοντικούς χρόνους θα εξαντλείται εν τη γενέσει της. Μια άλλη πληροφορία αίφνης καταργεί την προηγούμενη. Ερμηνεύοντας, λοιπόν, κατ’ αντίθετη αναλογία: να λειτουργούν άραγε και με αυτόν τον τρόπο των μηδενικών αποστάσεων οι αφοριστικές αυτές ψηφίδες ζωής της Έλσας Κορνέτη;
Η κινητική αυτή χρονική συστολή, η ηρακλείτεια ρευστότητά της, γίνεται τόσο επικίνδυνη για την ανθρώπινη φύση, ώστε αυτή να μην μπορεί να αντιληφθεί τη θνητότητά της. Ζούμε την εποχή της υπερσυνείδησης της πληροφορίας. Μέσω αυτής, αν μπορώ να προσλάβω τη δοκιμιακή στρατηγική της Κορνέτη, ο ποιητικός άνθρωπος δεν είναι πλέον άνθρωπος και ο άνθρωπος δεν είναι πλέον ποιητής. Η πληροφορία οδήγησε και στην αποσπασματικότητα της ανθρώπινης συνείδησης. Τα πάντα γύρω μας είναι πλέον προβολές της πληροφορίας, ενώ ο φυσικός χώρος έγινε εικονικός χώρος. Η μελλοντική ποίηση, η κάθε μελλοντική ποίηση ποιαν τελικώς μελλοντική εικονική πραγματικότητα θα εκφράσει;
Τι άλλο αναδεικνύεται μέσα από το Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας; Μα η ίδια «η ταχύτητα του μηδενός», όπως θα την ονόμαζα, είναι η ταχύτητα του μηδενός τελικώς εκείνη που δεν αφήνει τη συγκίνηση, άρα τη συγκίνηση της τέχνης να εκφράσει ό,τι δυνητικά αυτή μπορεί.
Όλα αυτά δεν είναι παρά μια θέαση ελάχιστων ιδεών-πραγμάτων από κείνα που θα μπορούσαν να διατυπωθούν ακόμη. Άλλωστε, μπροστά στη συγκίνηση της λογοτεχνίας κάθε προσπάθειά μας να εκλογικεύσουμε ή να ερμηνεύσουμε θα είναι πάντα μια προσπάθεια ελλειπτική ή ατελής. Η απόλαυση της λογοτεχνίας είναι μια δυνητική συνθήκη με τις πιο ζωντανές μας μνήμες. Αν μπορούμε να τις μεγεθύνουμε με έναν φακό, τότε σίγουρα διαπιστώνουμε την άπειρη εμμονή τους να μας προκαλούν «εφιάλτες ποιητές». Το ίδιο ακριβώς και με το βιβλίο της Έλσας Κορνέτη, ένα βιβλίο όπου η ανάμνηση κάθε μελλοντικής ποίησης δεν είναι παρά μια μετέωρη αίσθηση της τραγικότητάς μας η –ακριβέστερα– της μελλοντικής τραγικότητάς μας.

 

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

ΦΡΕΑΡ 10/4/2014

Για το Ημερολόγιο Φιλοσοφικής Ήττας

Όλα άρχισαν μ’ έναν κάκτο, μια μέδουσα κι ένα χέλι. Ένιωθα την συνείδηση του κόσμου σαν έναν κάκτο σφηνωμένο στο κεφάλι μου. Έπειτα αναρωτιόμουν: είναι ο άνθρωπος η συνείδηση ή η συνείδηση ο άνθρωπος; Είναι η συνείδηση που κατοικεί σαν φωσφορίζουσα μέδουσα στα έγκατα του ανθρώπου ή είναι ο άνθρωπος που κατοικεί σαν φωσφορίζουσα μέδουσα στα έγκατα της συνείδησης; Κι έπειτα προέκυψε ένα ημερολόγιο σαν χέλι.

Ένα ημερολόγιο με προορισμό όχι μόνον την καταγραφή του παράδοξου της ζωής, της ύπαρξης, της φύσης, της τέχνης, της τεχνολογίας, αλλά την επιβολή μιας ματιάς κι ενός βλέμματος ενάντια σε όλα -με τον καλπασμό της ποιητικής φαντασίας πάντα.

Ως συγγραφέας το μόνο που διεκδικώ είναι το δικό μου πρόσωπο που καταγράφει με το δικό του βλέμμα τα γεγονότα κι έπειτα τα αναποδογυρίζει για να διασκεδάσει – γιατί αυτό είναι η λογοτεχνία και κυρίως η ποίηση -το παιχνίδι με τις λέξεις– διασκέδαση –η ωραιότερη διασκέδαση που είχα ποτέ– μια διασκέδαση που διασκεδάζει με τη βεβαιότητα ότι η ζωή είναι και ζωηρή και έξυπνη και νωθρή και άσχημη και ωραία και διεστραμμένη και πονηρή και ανόητη και αφηρημένη και τεχνοκράτισσα και αυτάρεσκη και απατεώνισσα και κλέφτρα και γητεύτρα και μάγισσα και νεράιδα και ξωτικό και φόνισσα …

Για τους ελλιπέστατους παραπάνω λόγους, διότι δεν προλαβαίνω σε αυτή τη ζωή ν’ αναφερθώ σε όλες τις ιδιότητες της ζωής που το μυαλό μου δύναται να συλλάβει, Η ΖΩΗ είναι μια συνεχής ΗΤΤΑ κάθε φιλοσοφικής θέσης που προσπαθεί να την εξηγήσει -γιατί η ζωή πάντα θα προηγείται των γεγονότων και των θεωριών και των πράξεων και των δηλώσεων και των σοφιών και τους ξεγελά όλους με τα τεχνάσματα, με τα ακροβατικά και τις κωλοτούμπες της, γιατί η ζωή είναι αυτό το πονηρό χέλι που πάντα ξεγλιστράει και προπορεύεται – και το στοίχημα της Τέχνης με τη Ζωή είναι να την ξεπεράσει – με μια αέναη σκυταλοδρομία από ανθρώπων έργα …

Ποιος τερματίζει όμως; Η Ζωή ή η Τέχνη; Ίσως ποτέ να μην μάθουμε ή ίσως να ξέρουμε ήδη… και ποιο να είναι το τέρμα; Εκεί στην άκρη του κόσμου όπου λιώνει ο χρόνος και η ζωή χύνεται σε λαμπερό ασήμι; Θα δανειστώ μια εξαίσια διαπίστωση του αγαπημένου συγγραφέα και φιλοσόφου Βίτολντ Γκομπρόβιτς : «Η λογοτεχνία και το χέλι κρατιούνται στη ζωή όσον καιρό καταφέρνουν να γλιστρούν».

Ενδεχομένως λοιπόν και η ζωή να κρατιέται στη ζωή όσον καιρό καταφέρνει να γλιστρά…

[Το παρόν κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου της Έλσας Κορνέτη, Ημερολόγιο Φιλοσοφικής Ήττας, Σκέψεις και αφορισμοί για κάθε μελλοντική ποίηση, Κουκούτσι 2013, στον Ιανό Θεσσαλονίκης.]

 

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

diastixo 21/7/2014

Στο βιβλίο μου Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας, με αφορμή πάντα τη φλόγα μιας εσωτερικής ανησυχίας για τη διερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης, επιχείρησα να συγκεντρώσω δραστικές σκέψεις και να διατυπώσω σύγχρονους αφορισμούς για τον άνθρωπο, τη φύση, τη ζωή, την τέχνη, την τεχνολογία. Το όλο εγχείρημα κατέληξε σε μια δοκιμιακή σύνθεση από ημερολογιακά θραύσματα με εσωτερική σειρά, που συνθέτουν την υπεράσπιση της ύπαρξης μέσα από την υπεράσπιση κάθε μελλοντικής ποίησης.
Όλα ξεκινούν σ’ ένα σύμπαν τόσο ειρωνικό, αλλά και συνάμα τραγικό, όπου η φαντασία επεμβαίνει στην πραγματικότητα χωρίς να την αλλοιώνει. Σε αυτό το ακατανόητο σύμπαν, η ανθρώπινη μοίρα παίρνει για τον καθένα το δικό της νόημα.
Διαπιστώνω: Η σκιαγράφηση αυτού του κόσμου γίνεται ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας λειτουργεί ως μια ξεχωριστή ύπαρξη, αλλά και ως μέρος μιας ολότητας. Αυτή η ολότητα που ενώνει, οδηγεί στη γνώση και στην κατανόηση ότι η αρχή είναι το τέλος και το τέλος η αρχή. Δεν υπάρχουν ήρωες, νικητές ή χαμένοι, παρά μόνον θύματα. Η συγγραφική μου persona είναι ο οξυδερκής παρατηρητής που περιπλανάται, κάθε άλλο παρά ονειροπόλος, καταγράφει τα γεγονότα με ημερολογιακό ρεαλισμό, κάποτε με ψυχρό ορθολογισμό, με διαρκή φιλοσοφική διάθεση, που διαρκώς τον προδίδει, αλλά κυρίως με πικρό χιούμορ και την ευγένεια μιας κομψής, πυκνής ποιητικής έκφρασης.
Αναρωτιέμαι: Ποιο σχήμα είναι πιο ευτελές; Η αιωνιότητα της αυταπάτης ή η αυταπάτη της αιωνιότητας;
Η τέχνη, άλλωστε, έχει μια εμμονή στη ζωή και οι άνθρωποι έχουν μια εμμονή στον εαυτό τους, κι αυτό γιατί ποτέ άλλοτε δεν είχαν νιώσει σε τέτοιο βαθμό την τερατώδη ανάγκη της αναμέτρησής τους με την ασημαντότητα.
Σκέφτομαι: Η ποίηση, το παράλογο και η συνείδηση συνθέτουν το πιο καυτό ερωτικό τρίγωνο. Η ποίηση τροφοδοτείται από το παράλογο του κόσμου, γι’ αυτό παράγει συνείδηση. Και τότε ως εκ θαύματος το κενό του κόσμου γεμίζει συνείδηση. Η ποιητική τέχνη επιβιώνει δίνοντας το πιο υπέροχο μάθημα ειλικρίνειας, τολμώντας ν’ ανακοινώσει: Ναι. Η φιλοσοφία πάσχει από το σύνδρομο της ηττοπάθειας, της ηττοπλασίας, της ηττολογίας, της ηττοπληξίας και η ζωή με τη ζωώδη ενέργεια, τα απρόσμενα τεχνάσματά της και το συμπαντικό ένστικτό της σε κάθε αγώνα δρόμου την προσπερνά κι όποτε επίμονα την κοιτά, την απενεργοποιεί και την απολιθώνει. Η βιολογία ανένδοτη προτάσσοντας το κυνικό της δάχτυλο προστάζει. Κι όποτε η βιολογία νικά, η φιλοσοφία ηττάται.

Το ποιητικό παραμύθι Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ είναι το έβδομο ποιητικό μου βιβλίο, με θέμα έναν άνθρωπο που δέθηκε και ακινητοποιήθηκε από τους λιλιπούτειους, που ήταν μεταφορικά όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα της εποχής του με τη μορφή πολλαπλών εαυτών, που τον κρατούσαν δεμένο, αιχμάλωτο και δεν τον άφηναν να απολαύσει το μεγαλείο της πραγματικής ζωής. Ήταν ένας άνθρωπος που προτιμούσε να ζει εικονικά. Ένας φοβισμένος, δειλός και εξαρτημένος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που προτίμησε την ψυχρή οθόνη του υπολογιστή από τις χαρές και τις εκπλήξεις και τα δώρα αλλά και τις δυσκολίες της αληθινής ζωής. Ο Γκιούλιβερ μοιάζει να εξομολογείται: «Ναι, πολέμησα με λιλιπούτειους. Γιατί είναι αδιάφορο αν πολεμάς με λιλιπούτειους ή με γίγαντες. Τόσο αδιάφορο, που εύκολα τα συγχέεις. Έχω τη μεταφυσική του μύωπα» (παράφραση).
Είναι ο σύγχρονος αυτός Γκιούλιβερ ήρωας ή θύμα της ηλεκτρονικής επανάστασης; Πρωταγωνιστής ή κομπάρσος; Υποτακτικός ή ανυπότακτος στα σημεία των καιρών; Αντιστέκεται ή υποδουλώνεται στους ψηφιακούς πειρασμούς, που τόσο ελκυστικά του σερβίρουν; Ποιες είναι οι πραγματικότητες που τον περιβάλλουν; Πού προτιμά να ζει; Σ’ έναν κόσμο επινοημένο και προβλέψιμο ή σ’ έναν κόσμο ζωντανό και απρόβλεπτο; Χαμένος στην έρημο της ψευδοεπικοινωνίας και της εικονικής πραγματικότητας, χορτασμένος από παραισθήσεις και διψασμένος για λίγες σταγόνες αληθινής ζωής, επιχειρεί να βγει από το χάος και τη σύγχυση του τεχνολογικού ορθολογισμού. Ο ήρωας του ποιητικού βιβλίου αισθάνεται ότι κάτι τού έχει αφαιρεθεί και περιμένει να συμπληρωθεί. Τον τρόμαζε η ανωνυμία της κουκκίδας. Νόμιζε πως μέσα στο φωτεινό του το κουτί, του υπολογιστή, μπορεί να πρωταγωνιστήσει. Όμως ο σύγχρονος Γκιούλιβερ διακατέχεται από την ευγένεια της αποτυχίας. Όταν πετυχαίνοντας την απόλυτη υποταγή στις προσταγές της ηλεκτρονικής εποχής του, αποτυγχάνει να ζήσει. Στο τέλος, συνεπαρμένος από την καταπιεσμένη μυθολογία των ονείρων απελευθερώνεται, εκτοξεύοντας στους αιθέρες τον φτερωτό πλέον ποιητή-εικονοποιό, αληθινό εαυτό του, ενώ ο ίδιος ο σάρκινος, πεπερασμένος, αφήνεται στην καταβύθιση μέσα στον πολτό της ανθρωπότητας. Πώς όμως επιβάλλεσαι στη ζωή για να σε σέβεται; Είναι απλό: δαμάζοντας τον φόβο. Η ζωή σε σέβεται όταν σε φοβάται, όταν υπερασπίζεσαι το πάθος και της εναντιώνεσαι, όταν δεν υποτάσσεσαι στις ανθρωποφαγικές της ορέξεις. Όταν κυνηγήσεις κι αιχμαλωτίσεις με την απόχη σου τ’ όνειρό σου, όταν διεκδικήσεις την ανυπακοή σου στους κανόνες της ακινησίας και του αφανισμού. Τότε η ζωή θα σε φοβάται, επειδή θα σε σέβεται.

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

Το Ποντίκι 24/9/2014

Ζούμε σε μια εποχή όπου κανένας δεν δίνει σε τίποτα προσοχή παραπάνω από πέντε λεπτά. Κυρίως κανείς δεν κοιτάζει τον διπλανό του. Κοιτάζει όμως διαρκώς την οθόνη του κινητού του. Είναι μια εποχή αναίτιας αντιπαραγωγικής ανυπομονησίας. Μια πολυδιασπαστική εποχή, ένας φακός χωρίς focus. Αυτή ήταν η αρχική σκέψη που οδήγησε στη σύνθεση ενός βιβλίου με φιλοσοφικά ποιητικά μηνύματα δευτερολέπτων.

Το «Ημερολόγιο Φιλοσοφικής Ήττας» με εξακόσιες σύντομες δραστικές σκέψεις σαν ριπές πολυβόλου, πυροδοτεί αφορισμούς για τον άνθρωπο, τη φύση, τη ζωή, την τέχνη, την τεχνολογία, συγκροτώντας ένα βιβλίο αποτελεσματικής συγκόλλησης ηττημένων από τη ζωώδη δύναμη της ύπαρξης φιλοσοφικών θραυσμάτων που συνθέτουν την υπεράσπιση της ύπαρξης μέσα από την υπεράσπιση κάθε μελλοντικής ποίησης. Ένα παζλ ανατρεπτικών σκέψεων, πειραγμένων ποιητικών εικόνων και αναποδογυρισμένων αποφθεγμάτων συνθέτει ένα μωσαϊκό αναρχικών ψηφίδων, ένα υφαντό με ατέρμονες κυκλοθυμικές κλωστές που μέσα από την πολυπλοκότητα απλοϊκών διαδρομών υφαίνουν την ήττα της φιλοσοφίας μέσα από τη νίκη της ζωής, ήττες που συχνά ανοίγουν νέους δρόμους και νίκες που κάποιες φορές δεν σπέρνουν παρά τυφλά αδιέξοδα.

 

 

ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

ΑΥΓΗ 21/6/2014
Χαρτογραφώντας τη θάλασσα της εικονικής πραγματικότητας

Φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια η νεότερη ποιητική γενιά –όπως συμβαίνει με την περίπτωση της Έλσας Κορνέτη- ανιχνεύει καινούριους δρόμους στην ποιητική έκφραση. Το βιβλίο της –«Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας. Σκέψεις και αφορισμοί για κάθε μελλοντική ποίηση»- που ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και τον δοκιμιακό λόγο, αποτελεί μια στοχαστική ενατένιση των πραγμάτων και του υποκειμένου και συνεχίζει σταθερά ένα από βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης της που είναι η κοινωνική διάσταση. «Για πρώτη φορά ένας λαός είναι φοβισμένος περισσότερο απέναντι στη ζωή παρά στο θάνατο». Σπάει το είδωλο του κόσμου που λάμπει στον καθρέφτη της ματαιοδοξίας. Κατεδαφίζει τις ψευδαισθήσεις του υποκειμένου, που σέρνεται ως άθυρμα σε μια μπελ εποκ της κατανάλωσης πίσω από τα θάμβος μιας εφήμερης ομορφιάς του κόσμου που είναι πλαστική. «Το ηλεκτρονικό αρχιπέλαγος παφλάζει στην οθόνη των ματιών φέροντας μια «εξέχουσα» αποστολή: την επανεφεύρεση της ηδονής. Έστω εικονικής».
Η φωνή της αποφεύγει το λυρισμό και την αισθηματολογία. Η γλώσσα «αντιποιητική» εισάγει λέξεις καθημερινές, υπονομεύει τη σοβαροφάνεια και δημιουργεί μια γλωσσική σκευή αντίστοιχη με το θέμα και την εποχή που εκφράζει. Ηλεκτρικά όνειρα, υγρά μπαταρίας, φούρνοι μικροκυμάτων και μικροπίξελ είναι τα σύμβολα που στίζουν τα ποιήματά της. «Το μέλλον ραγίζει ήδη στον καταψύκτη». Η ειρωνεία, ο σαρκασμός και το χιούμορ είναι η μάσκα για καταδυθεί στο σύγχρονο κόσμο. «Ναι. Ο Θεός κυκλοφορεί ανάμεσά μας με αντιασφυξιογόνα μάσκα»
Από την μέχρι τώρα πορεία της φαίνεται ότι στην ανάπτυξη των θεμάτων ακολουθεί, παραδόξως, δυο διιστάμενες διαδρομές, οι οποίες πολλές φορές συνυπάρχουν ακόμη και στην ίδια συλλογή. Από τη μια μακροσκελή ποιήματα, με αφηγηματικότητα και μια πληθωρική ρητορική τα οποία χρησιμοποιούν μοτίβα από παραμύθια, ποντισμένα στην αλληγορία –ο Γκιούλιβερ, ο Αυτοκράτορας, ο Μάγος- και από την άλλη υπάρχει η αποφθεγματικότητα που αποτελεί το κυρίαρχο ύφος του ανά χείρας βιβλίου, με μια εκφραστική οικονομία που ,κατά την άποψή μου, αποδίδει καλύτερα. Η επιγραμματικότητα αποτελεί μια βασική σταθερά της φωνής της, αφού εντοπίζεται και σε προηγούμενες συλλογές της, όπως το «Κονσέρβα μαργαριτάρι»: «Η ποιητική κλιμάκωση του έρωτα: Προσποίηση, Περιποίηση, Εκποίηση». Ένα παιγνιώδες βλέμμα αναποδογυρίζει τα πράγματα, αποστάζοντας με την παράδοξη λοξή ματιά τον στοχασμό. Οι αφορισμοί τείνουν να αποβάλλουν τα περιττά σε μια μαθηματική συμπύκνωση. Αποτελούν μια έφοδο για να συλλάβουν το καίριο μέσα από το ελάχιστο. «Στην αφετηρία ενός έρωτα βρίσκεται καρφωμένη η ταμπέλα: «Αγάπη μου καλωσόρισες στο χειρουργείο».
Ο έρωτας ως αναμέτρηση, σαρκοβόρος και ψευδαισθητικός, ο οποίος είναι κυρίαρχος και στις προηγούμενες συλλογές, η ποιητική και η ποίηση ως τρόπος θέασης των πραγμάτων, το υπερτροφικό Εγώ και η περιπετειώδης συνύπαρξη με τον Άλλο είναι μερικά από τα θέματα που επανέρχονται. Το ποιητικό υποκείμενο αιμάσσει σε έναν κόσμο ο οποίος επιφυλάσσει δράματα δωματίου, ζωή κονσέρβα, τέλειες αλλά χωρίς αίμα γυναίκες στους υγρούς κρυστάλλους της οθόνης, πολλαπλά είδωλα και αντίγραφα, όταν ματαίως αναζητά τη γνησιότητα και το πρωτότυπο. Οι νεότεροι ποιητές εξοικειωμένοι με την τεχνολογία, χαρτογραφούν τη θάλασσα του διαδικτύου. Η Έλσα Κορνέτη εκπρόσωπος μιας γενιάς που μαθαίνει τον κόσμο με τα ακροδάχτυλα και τα πλήκτρα του υπολογιστή καταγράφει την υπαρξιακή μελαγχολία από την αίσθηση του εγώ που βουλιάζει στο βυθό μιας εικονικής πραγματικότητας. Συνειδητοποιεί τα όρια της αγάπης, των σχέσεων και της ομορφιάς και ταυτόχρονα αθροίζει τις ήττες σε μια εποχή που κυριαρχούν η κοινωνική δικτύωση, οι ηλεκτρονικοί φίλοι και οι τραπεζίτες. «Αν ξαφνικά οι Τραπεζίτες αυτού του κόσμου απολιθωθούν θα βρέξει στο κεφάλι μας χρυσούς γύπες». Η γραφή της αναζητά ως έσχατο καταφύγιο την τέχνη. «Η τελευταία λέξη του κόσμου για τον κόσμο δεν έχει ακόμα ειπωθεί. Την τελευταία λέξη την κρατά βαθιά κρυμμένη η Ποίηση. Άγνωστο πού…». Έχει επίγνωση των κινδύνων: «Πού να κρυφτεί κανείς από τις λέξεις; Στη στροφή του δρόμου καραδοκούν και σχεδόν πάντα ορμούν σε κάθε ατάλαντο ποιητή για να τον ποδοπατήσουν». Έχει, όμως, ήδη συγκροτήσει με το έργο της θεματικά μια δική της περιοχή και έχει κατακτήσει αναγνωρίσιμη φωνή. Και αυτό είναι ήδη ένα σημαντικό βήμα στην ποίηση.

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΣΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

ATHENS VOICE 5/2/2014 ΤΕΥΧΟΣ 468

Η Θεσσαλονίκη ποιητικώς και sos!

«Αλήθεια, υπάρχει ποίηση, γραμμένη όμως από νέους ανθρώπους στη Θεσσαλονίκη σήμερα; Γιατί έχω την εντύπωση πως “στο άθλημα” –μιλάω για το τι συμβαίνει στο μυαλό του περισσότερου κόσμου– τα ονόματα που κοντά δύο αιώνες την έχουν μονοπώλιο είναι τα γνωστά: Χριστιανόπουλος, Αλαβέρα, Μέρκος, Βαρβιτσιώτης, τέλος. Σαν να μην υπάρχουν νέοι ποιητές, αυτή είναι η εντύπωσή μου. Ή, ακόμα κι αν υπάρχουν, οι λέξεις τους ακολουθούν υπόγειες διαδρομές, δεν τις βλέπει το φως της δημοσιότητας, δεν τους κάνουν αφιερώματα οι εφημερίδες ούτε τις απαγγέλλουν σε καφενεία όπου συχνάζουν. Αν συχνάζουν».

Με την Έλσα Κορνέτη ανταμώσαμε σε ένα κεντρικό μπαρ. Η γκαρσόνα μάς έφερε τασάκι, αλλά μας προειδοποίησε ότι καπνίζουμε υπ’ ευθύνη μας με κίνδυνο να πληρώσουμε ένα πεντακοσάρικο, αν γίνει ντου και μας πιάσουν. Τις δύο τελευταίες εβδομάδες, που επανενεργοποιήθηκε η αντικαπνιστική διάταξη, γίνεται πογκρόμ. Η Έλσα Κορνέτη είναι ποιήτρια, έχει εκδώσει μια δεκάδα συλλογές, γνωριστήκαμε στις αρχές της νέας χρονιάς, όπου και μου χάρισε την τελευταία της με τίτλο «Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας». Ήταν από τους πρωτεργάτες κάποιων slam poetry δράσεων που συνέβησαν στην πόλη τα τελευταία χρόνια, γελά με τα περί Χριστιανόπουλου και άλλων ονομάτων που της παραθέτω, απαντώντας μου πως έχω δίκιο: Οι νέοι ποιητές αυτής της πόλης έχουν, όπως ο καθένας άλλωστε στην Ελλάδα, να ανταγωνιστούν το κλέος του χθες, πρέπει να δώσουν μάχη για να τους πάρουν οι «σοβαροί» λογοτεχνικοί κύκλοι της Θεσσαλονίκης στα σοβαρά.

Το τελευταίο της βιβλίο έχει μερικούς αφορισμούς και μερικές σκέψεις που καίνε: «Το μελόδραμα είναι η έγχρωμη οδός διαφυγής για όσους πλήττουν σε ασπρόμαυρο περιβάλλον. / Ο κίνδυνος είναι το πιο αποτελεσματικό αφροδισιακό. Η άγνοιά του ψευδαίσθηση παντοδυναμίας. / Όλοι οι αναλώσιμοι άνθρωποι υποκύπτουν στην επιτακτική εντολή διαιώνισης του είδους. / Οι άγριοι αλληλοεξοντώνονται. Οι εξημερωμένοι αλληλοεξαπατώνται. Αυτή είναι η προβλέψιμη μοίρα των εξελιγμένων πιθήκων».

Οι πιο τολμηροί δίπλα μας καπνίζουν όπως παλιά, παράνομοι, στο λεωφορείο ή στο σινεμά, κρατώντας το τσιγάρο ανάποδα, με την καύτρα προστατευμένη μέσα στη χούφτα. Υποθέτω πως αυτή η αίσθηση της παρανομίας κάνει την τζούρα γλυκύτερη. Η έξαψη και η αδρεναλίνη λάμπουν στα μάτια τους. Πώς βλέπεις, Έλσα, τη Θεσσαλονίκη; «Σ’ αυτήν την υπέργεια πόλη όσο η υγρασία της ατμόσφαιρας εναλλάσσεται με την ξηρασία της τέχνης οι μούμιες της ποίησης πυκνώνουν γύρω σου. Τα απολιθώματα της Ποίησης πληθαίνουν μπροστά σου. Οι μούμιες κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Οι μούμιες αποφασίζουν. Κι η αέναη πάλη συνεχίζεται. Η αέναη πάλη ανάμεσα σε τρελούς και λογικούς είναι αιώνια. Η πόλη ζει αναπνέοντας πεισματικά αλμυρό οξυγόνο και στην αρένα της ζωής επιβιώνει όποιος τον Άλλον πρώτος εκτοπίσει. Οι γρονθοκοπημένοι τρελοί καθώς αποχωρούν ολοένα κάτι ψιθυρίζουν σε μια γλώσσα άγνωστη που οι λογικοί ποτέ δεν θα καταλάβουν. Πότε ήταν αλήθεια; Ήταν τότε που αποφάσισαν τη μεγάλη ανατροπή: H Κόλαση επάνω, ο Παράδεισος κάτω».

Ψάξτε τις λέξεις της Κορνέτη, ψάξτε για την άλλη Θεσσαλονίκη πέρα από την αυτονόητη που συχνάζει στα καφέ «Mikel», γλεντάει στα τσιπουράδικα, «κρεπάρει» στο Ναυαρίνο και «αριστοτελιάζεται» με θέα τη θάλασσα. Υπάρχει! Κι έχει έναν άλλο κώδικα επικοινωνίας, όπως το διαβάζω στο «Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας»: «Η πραγματικότητα είναι / ότι είμαστε όλοι μόνοι μας / ο κόσμος / ο Ηρακλής / η ομάδα». Αυτό το έγραψες γιατί είσαι ηρακλάκι, Έλσα; Η απάντησή της με στέλνει: «Όχι, δεν είναι δικό μου, παρότι το μετέφερα αυτούσιο. Είναι η φωνή εκφωνητή όπως την αποστήθισα ακούγοντάς την στο ταξί στις 18/6/09, καθώς πήγαινα για το σπίτι».

 

 

4. Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΚYΡΙΟΣ ΓΚΙΟYΛΙΒΕΡ (2013)

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Φρέαρ 5/8/2015

Αποδέσμευση από την εξελισσόμενη τεχνολογική λαίλαπα

Έλσα Κορνέτη, Ο Επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ,

Το κλασικό φανταστικό μυθιστόρημα του Τζόναθαν Σουιφτ (Jonathan Swift, 1667 – 1745) Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ μετουσιώνεται και αποκτά μεταμοντέρνα ποιητική μορφή από τη γραφίδα της Έλσας Κορνέτη υπό τον τίτλο Ο Επανασταστικός κύριος Γκιούλιβερ. Η σπονδυλωτή ένωση των άτιτλων ποιημάτων δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για μια ιστορία, για μια σκέψη που βασανίζεται να αποκτήσει τη λογική της.
Η συλλογή ξεκινά με μία διαπίστωση της ποιήτριας δια στόματος Γκιούλιβερ: η αγάπη για τα μουσεία, για οποιοδήποτε απαρχαιωμένο χώρο αποτελεί ιδανικό μέρος για ηρεμία, απόλαυση και επαφή με το παρελθόν. Μπορεί αυτό το μέρος να σε καθηλώνει, να μην «θέλεις να πας πουθενά» και να θεωρείς ότι μένεις στάσιμος, αλλά τελικά τρέφεις αυταπάτες, καθώς ο χρόνος κυλά. Το μοτίβο της αέναης κίνησης και της αγάπης για το παρελθόν, που υποκρύπτονται πίσω από την ανησυχία και τον φόβο της ποιήτριας, επανέρχονται και στην παρούσα ποιητική συλλογή, όπως και στον Λαίμαργο αυτοκράτορα και ένα ασήμαντο πουλί. Αποδεικνύεται πως η σκέψη της ποιήτριας συνεχίζεται αλλά στον Επαναστατικό κύριο Γκιούλιβερ ωριμάζει και αποκρυσταλλώνεται.

Η θύμηση του παρελθόντος και του μη ψηφιακού τρόπου ζωής του κεντρικού ήρωα Γκιούλιβερ έρχεται σε αντιδιαστολή με τον παρόν, με την εκούσια υπόταξη του εαυτού του στην τεχνολογική εξέλιξη. Τώρα πια είναι δεμένος με «κόκκινα καλώδια» σαν ένα «ζωντανό πτώμα». Συνειδητοποιεί ότι δεν έχει έναν εαυτό αλλά πολλούς, που αποτελούν πιστά αντίγραφά του. Πίσω από τα κάλυμμα των υπερρεαλιστών εικόνων πηγάζει η βαθιά προβληματισμένη σκέψη της ποιήτριας: η συνειδητοποίηση της καθήλωσης του σημερινού ανθρώπου στη ψηφιακή τεχνολογία και η άμεση παρέμβαση και επανάσταση από τη χαλιναγώγησή της διατρέχουν όλη την παρούσα ποιητική συλλογή. Στο πρόσωπο του Γκιούλιβερ μετουσιώνεται ο σύγχρονος άνθρωπος, ο καθηλωμένος στη ψηφιακή εποχή, που κάποια στιγμή συνειδητοποιεί την δυσχέρεια της κατάστασης και μόνη του επιθυμία είναι η απόδραση.

Κάποια στιγμή ο υποταγμένος εαυτός επαναστατεί, θέλει να δει καθαρά τη ζωή μακριά από τα δεσμά της τεχνολογίας. Δεν αντέχει αυτή την κατάσταση, αυτόν τον βασανισμό. Διά στόματος Γκιούλιβερ αναρωτιέται με σθένος: «Γιατί με δέσατε;/ Γιατί με τραυματίζετε;» και απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη και υπεκφυγές: «Τώρα πρέπει να ζήσεις». Θέλει να αποδεσμευτεί, «φωνάζει», απαιτεί την ελευθερία του από την τεχνολογική υποδούλωση. Φυσικά ως αντάλλαγμα δίνει κομμάτια του εξαρτημένου εαυτού του. Δεν έχει να δώσει τίποτα από τον πραγματικό του εαυτό· έχει απορροφηθεί εδώ και καιρό. Η «φίλη» του η τεχνολογία πήρε ό,τι ήθελε και έτσι κατάφερε να τον καθηλώσει.

Σ’ ένα χωροχρόνο «δανεικό» η συνειδητοποίηση της ψεύτικης προστασίας προκαλεί πόνο. Δεν αντέχει τις επικρίσεις για την κατάσταση που έχει παρέλθει και φωνάζει σπαρακτικά: «Σταματήστε τους δαιμονισμένους τοξότες».

Ο εξαρτημένο εαυτός αγαπά τους εαυτούς του, είναι κομμάτια του εγώ του, είναι αυτός ο ίδιος! Αλλά η επιθυμία της επικοινωνίας δεν θέλει να είναι άμεση· μόνο μέσω αλληλογραφίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλει να βρίσκεται σε επικοινωνία μεταξύ τους, καθώς μόνο έτσι θα καταφέρει ο ίδιος να βρει το ιδανικό μέρος «για να ξαποστάσει». Δεν ζητά πολλά· ένα χώρο απεξάρτησης, ένα χώρο αποδέσμευσης. Κι αν είναι τόσο δυνατός και καταφέρει να «ξεφορτωθεί» από πάνω του όλους τους εξαρτημένους εαυτούς, θα νιώσει ανακούφιση, μια ανακούφιση ελευθερίας. Κι αν αυτό το είδος επικοινωνίας δυσχεράνει τις σχέσεις των εαυτών λόγω της υπέρβασης του εαυτού από τη διαδικτυακή λαίλαπα, τότε θα πουν, όπως γράφει η ποιήτρια με σαρκαστικό τόνο, «Εμείς σε σώσαμε ναυαγισμένε κυβερνοναύτη/ Η διαδικτυακή αποτοξίνωση κοστίζει».

Η απότομη αυτή επαναφορά ταυτίζεται με την πραγματική ζωή και όχι με την εικονική. Η αλλαγή συμπεριφοράς προκαλεί αναταραχή, φόβο, γιατί «κάποιοι μετακινούν έπιπλα/ και τους αλλάζουν θέση». Η δυσμενής για τον άνθρωπο τεχνολογική υποδούλωση πρέπει να σταματήσει. Το τεχνολογικό δημιούργημα εν ονόματι «υπολογιστής» διαθέτει και αυτό «εγκέφαλο», όπως οι άνθρωποι. Λειτουργεί, δέχεται εντολές και τις εκτελεί· η μόνη διαφορά επισημαίνεται στην έλλειψη καρδιάς, στην έλλειψη συναισθήματος. Δεν διαθέτει ψυχή, άρα δεν νιώθει πόνο. Καθώς η προσκόλληση γίνεται όλο και πιο τυφλή και ανεδαφική, η «καρδιά» θα μετατεθεί στον υπολογιστή, αφού εκεί θα χτυπά δυνατά η υποτιθέμενη απόλαυση και ευχαρίστηση για τον άνθρωπο:

Έχετε δίκιο λοιπόν
Τ’ ομολογώ
Είπα κάποτε στον αχόρταγο υπολογιστή
– Σου έδωσα τον εγκέφαλό μου
Ό,τι πολυτιμότερο είχα
Τι άλλο θέλεις;
Κι ο υπολογιστής μού απάντησε:
– Θέλω και την καρδιά σου.

Επομένως, η επαφή με τον έξω κόσμο, τον πραγματικό, καθίσταται ανυπέρβλητη. Η καθήλωση του εαυτού στη ψηφιακή θέαση της πραγματικότητας είναι πια γεγονός. Όλη η ζωή μας εξαρτάται από την τεχνολογία. Η πραγματική θέαση προέρχεται από τη ψηφιακή πραγματικότητα. Τα ψηφιακά «δεσμά» είναι σχεδόν ανέφικτο να σπάσουν. Ο κόσμος μας είναι πια ο ψηφιακός! Ο δέσμιος άνθρωπος έχει πια υποταχθεί. Τι όνειρα να κάνει; Αυτή η κατάσταση υπονομεύεται από την Έλσα Κορνέτη, αφού η ελευθερία, η βούληση, η επιθυμία έχουν κλαπεί από τα όνειρά του κι αυτός παραμένεις υποταγμένος:

Δεν είμαι εγώ ανυπότακτος
Ανυπότακτα είναι τα όνειρά μου
Δεν με αφήνουν να τα επιλέξω
Έρχονται στη σύνθεση που επιθυμούν
Αναπαράγονται με τη μέθοδο
Της προτίμησής τους
Τώρα πια ξέρω
Είμαι ένας υποτακτικός
Με αναρχικά όνειρα

Όσο κι αν θέλει να ελευθερωθεί, να δει τα όνειρά του να πραγματοποιούνται, δεν έχει μέσο διαφυγής και έτσι υποτάσσεται. Η καθήλωση στα ψηφιακά μέσα τον υπερβαίνει. Όπως αναφέρει ο Γκιούλιβερ εξ ονόματος της ποιήτριας: «Κρατώ τα μάτια ανοιχτά/ μην τύχει και με βλέμμα επίμονο/ τα εξοστρακίσω». Η συνειδητοποίηση είναι η πιο επίπονη διαδικασία. Όμως, είναι πια «θύμα παράλογης εποχής/ Θύμα της επανάστασης/ Του τεχνολογικού αέρα». Η σκέψη ότι είναι θύμα άψυχων όντων τον πικραίνει· δεν απολαμβάνει τη ζωή. Απλά σπαταλά το χρόνο του με τη ψευδαίσθηση της απόλαυσης.

Οι χίλιοι εαυτοί τον απήγαγαν, τον αιχμαλώτισαν, αλλά γνωρίζει ότι ήταν ήδη αιχμάλωτος σε έναν ψεύτικο κόσμο, στο «σπίτι της σάπιας/ ραδιενεργής σαρδέλας», όπως τον εικονογραφεί υπερρεαλιστικά η Έλσα Κορνέτη. Όμως, η αιχμαλωσία οδηγεί στην απεξάρτηση. Συνειδητοποιεί ότι θέλει να απαγκιστρωθεί από τα δίχτυα της τεχνολογίας· είχε εισχωρήσει τόσο βαθιά μέσα του, που το μόνο στοιχείο ένδειξης της επιβίωσής του ήταν η διαδικασία της αναπνοής.

Η κυριαρχία της τεχνολογίας είναι ισοπεδωτική και καταστροφική για τη ζωή των ανθρώπων. Απομακρύνονται από τον φυσικό κόσμο, ο οποίος συμβάλλει στην πνευματική τους καλλιέργεια. Πνευματικές ικανότητες, όπως η κρίση, η αντίληψη και η φαντασία, δεν χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα των ανθρώπων του ψηφιακού παρόντος. Ο γνωστός κόσμος, ο κόσμος της καθημερινής επαφής είναι ο εικονικός. Χωρίς την αρμονία των στοιχείων της φύσης, χωρίς τον έρωτα («χωρίς ένα/ μ’ αγαπά/ δεν μ’ αγαπά/ μ’ αγαπά/ δεν μ’ αγαπά») είναι δύσκολο να ζήσει κάποιος ευτυχισμένος. Ο έρωτας οδηγεί τον άνθρωπο στην ευτυχία.

Το ταξίδι των ανθρώπων παλιότερα γινόταν μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου, μέσω της δια ζώσης επικοινωνίας και γι’ αυτό άλλωστε η μοναξιά ήταν κρυμμένη στο καβούκι της. Λόγω, όμως, της ψηφιακής διακυβέρνησης η μοναξιά έγινε η οικοδεσπότισσα των υποτακτικών ψυχών. Ο αιχμάλωτος θέλει να αποδράσει, να απελευθερωθεί, «ν’ αρμενίσει ήσυχα/ στο αρχιπέλαγος του Διαστήματος» με τους όρους που θα θέσει ο ίδιος.

Η λύση που δίνει η ποιήτρια είναι σαφής. Η επαφή με την καλλιτεχνική δημιουργία και ειδικότερα με την ποίηση οδηγεί κάθε άνθρωπο στον ιδανικό κόσμο, εκεί όπου ξεφεύγει από τα δεσμά της τεχνολογίας. Φυσικά η αρμονία της φύσης και η επαφή των ανθρώπων με την αίσθηση του ωραίου και της συμμετρίας οδηγήσει στην απόδραση από τη ψηφιακή φυλακή, από την κόσμο της μη έκφρασης συναισθηματισμού και αισθαντικότητας.

 

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΓΚΙΟΥΛΙΒΕΡ κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Δεν έχω υπόψη μου τις πέντε προηγούμενες ποιητικές συλλογές της. Όμως με την έκτη, που επιγράφεται Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ και κυκλοφορεί σε πολύ προσεγμένη και εντυπωσιακή έκδοση από το Σαιξπηρικόν, η Έλσα Κορνέτη είναι έτοιμη ποιητικά να αναποδογυρίσει το διαδικτυακό σύμπαν.
Με τολμηρές ποιητικές εκφάνσεις, εναλλασσόμενες εικόνες, φανερούς και άδηλους μελωδικούς τόνους, φέρνει κάτι επαναστατικό, πρωτοποριακό ίσως, στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής ποιητικής πραγματικότητας. Εντυπωσιακός, στέρεα και λιτά δομημένος ο ποιητικός, ηδυσμένος λόγος· στιλπνός, περιεκτικός, εύρυθμος ο στίχος της, επιβάλλεται με την αυστηρά δωρική μορφή, την εσωτερική δυναμική και την ευρηματικότητα.
Με θαυμαστή συντομία και καθαρότητα αρθρώνει μια ποίηση μορφικά επική, συχνά ασθματική, αγωνιώδη, τολμηρή, δραματική και φιλοσοφημένη, που ρέει αβίαστα, παρά τη φόρτιση που κουβαλούν οι εύρυθμοι φθόγγοι στα φτερά τους. Εκφράζει έναν κόσμο μεταλλαγμένο, όπου κινούνται «χίλιοι μαυροφορεμένοι εαυτοί», κλώνοι θαρρείς της ίδιας της οντότητάς της· νιώθει αλλοτριωμένη, κομματιασμένη, έρμαιο του υπολογιστή, από δημιουργό και εντολέα, όργανο της τεχνολογίας, σχοινοβάτη ή ναυαγισμένο «κυβερνοναύτη» που μ’ ένα άδειο κεφάλι σέρνεται «σε τόπο και σε χρόνο δανεικό», ξένο, προσωρινό, λες και είναι σε «μια κατάψυξη σώματος/ όπου τα κύτταρα παγώνουν το αίμα/ και το μυαλό κυλάει ανάποδα…/ εγκλωβισμένη σε μια ψευδαίσθηση ακινησίας».
Καθηλωμένη στην ακινησία και στη σιωπή που επιβάλλει ο υπολογιστής, υποταγμένη στη γοητεία της οθόνης και του μικροσκοπικού οργάνου που μεταφέρει το σύμπαν στο λευκό κενό, φαντάζεται ότι λειτουργεί σ’ ένα απέραντο πεδίο δράσης, ότι επικοινωνεί με χιλιάδες, εκατομμύρια διαδικτυακούς φίλους, ότι έχει κατακτήσει το σύμπαν, ενώ στις κανονικές διαστάσεις και συνθήκες είναι μόνη με τους «μαυροφορεμένους εαυτούς».
Το παντοδύναμο όργανο της πληροφορικής μετέτρεψε τον άνθρωπο σε άβουλο εξάρτημά του. Του έκλεψε το μυαλό, τη θέληση, την ικανότητα επιλογής, τη χαρά της ζωής, του στέρησε τα πάντα. Μένει να του ξεριζώσει και την καρδιά, να του κλέψει και το συναίσθημα, τα όνειρα, την προσδοκία: «Η ψηφιακή οπτασία άλλωστε/ είναι πάντα πιο βολική».
Δανείζεται τον «επαναστατικό Γκιούλιβερ», τον δυνάμει επαναστάτη, για να εξοβελίσει τους κλώνους: «φίλους, εραστές, θαυμαστές», τους πολλούς εαυτούς, να βγει από τον λήθαργο: «Αρκετά έπαιξες εξαρτημένε άνθρωπε/ τώρα πρέπει να ζήσεις».
Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε όταν συνειδητοποίησε πού έχει φτάσει:
Όταν παράφορα το αίμα αφρίζει το μυαλό
κι από τα μάτια χύνεται στάχτη
σε μια ανθοφορία αριθμολάγνας υπερβολής
αυτό που απειλητικά
μέσα σε σύννεφα μαύρης λάσπης
καλπάζοντας σε πλησιάζει
είναι η νύχτα ή η καταιγίδα;
Ο άνθρωπος δεν υπάρχει ως αυτόνομη οντότητα, είναι μπερδεμένος, ανελεύθερος, διαλυμένος, διαμελισμένος, ναυαγημένος, κατακτημένος από τα έργα του, κατοικημένος από ανασφάλειες. Μ’ ένα «μυαλό που έχει ήδη πολύ θόρυβο», πορεύεται ακυβέρνητο σκάφος στο κενό του κυβερνοχώρου.
Κάποια στιγμή, επαναστατημένα τα ανεκπλήρωτα, «τα αναρχικά όνειρα», εκδικητικά απαιτούν δικαίωση: σαν «ιπτάμενη/ ανθοδέσμη η πείνα τους/ ράμφος γαμψό/ με σημαδεύει», θα πει. Αλλά περιμένει με μάτια ανοιχτά και με «βλέμμα επίμονο» μήπως μπορέσει να τα «εξοστρακίσει», να απαλλαγεί από την ηλεκτρονική πλέον Υπερδύναμη, να πάψει να είναι εξάρτημα της «θαυμαστής ηλεκτρονικής κονσέρβας».
«Ο ένας λευκοντυμένος εαυτός» ξυπνάει από τον λήθαργο, βλέπει να φυτρώνουν στους ώμους του φτερά και τα βάζει με το σινάφι των λιλιπούτειων μαύρων εαυτών, τους κλώνους του, και προστάζει τον Γκιούλιβερ να φύγει, δεν τον χρειάζεται. Όλος ο παιδεμός που υπέστη είχε καλό αποτέλεσμα, τα βιώματα έγιναν πλούσια παρακαταθήκη δημιουργίας.
Μέσα από μια ευφυέστατη, θαυμαστά στοιχειοθετημένη σύνθεση λέξεων και εννοιών, εντυπωσιακά λεκτικά σχήματα, πολλαπλές θέσεις και αντιθέσεις που γίνονται στίχοι/πινελιές πολλαπλών ιριδισμών κι αποχρώσεων, ζωγραφεί αξιοπρόσεκτες νοητές εικόνες, πίνακες ποικιλόμορφων ποιητικών τοπίων που ιλαρύνουν το ανθρώπινο σύμπαν. Το πλήθος των στοιχειωμένων εαυτών που «παρελαύνουν κάτω από τα πόδια» της, και στη συνέχεια γίνονται «εαυτοί ακροβάτες/ αναρριχώνται πάνω» της «με σχοινιά…», κάθονται όλοι υποτακτικά στις παλάμες του πρωτότυπου εαυτού κι εκεί, με την παρότρυνση του ξεχωριστού, του «λευκοντυμένου εαυτού», εγκαταλείπουν το χάος του κυβερνοχώρου, συμμαζεύονται καθένας στο πόστο του, μετασχηματίζονται σε φθόγγους, λέξεις, στίχους, αρθρώνονται σε «ποιήματα / χάρτινα πουλιά», γεμίζουν τις σελίδες χάρτινων οχημάτων για να πετάξουν από κάποια ράφια στο ποιητικό στερέωμα και να κατακτήσουν το ποιητικό τους μικρό-μέγα σύμπαν καταξιώνοντας την ποιήτρια ως μια δυναμικά ποιοτική παρουσία στον πολύπαθο και αδυνατισμένο χώρο της σύγχρονης ποίησης.
Αποκαλυπτικό και ερμηνευτικό το σχέδιο που υπογράφει η Πέννυ Δέκα-Κορνέτη: το μέσο, η τεχνολογία έχει καταβροχθίσει το κεφάλι – τον εγκέφαλο, και καταγίνεται να αφανίσει ολόκληρο τον δημιουργό του.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 17/5/2014

Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ

Η Έλσα Κορνέτη επιστρέφει στη μικρή φόρμα, με τον «Επαναστατικό κύριο Γκιούλιβερ», μια έκδοση την οποία εμπιστεύθηκε ξανά στο «Σαιξπηρικόν». Αυτή τη φορά καταγίνεται με ένα θέμα δύσκολο να αποδοθεί ποιητικά, την τεχνολογία και τον εθισμό του ανθρώπου σε αυτήν. Είναι κάπως σαν να βάζει στοίχημα με τον εαυτό της, είναι όμως ένα στοίχημα που κερδίζει – και μάλιστα με άνεση.
Τα 22 ποιήματα του βιβλίου δίνουν την εντύπωση πως είναι τελικά πολύ λιγότερα, καθώς συνεχίζονται καθένα στο επόμενο, δηλ. κάθε ποίημα πολλές φορές αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου. Όλα μαζί άλλωστε συνθέτουν τον διάλογο – ή μάλλον μονόλογο – ενός εθισμένου στην ψηφιακή εποχή ανθρώπου με τις μέσα του φωνές που έχουν βαλθεί να του θυμίσουν ότι υπάρχει ζωή και εκτός οθόνης.
Είναι σαφές ότι κάτω από αυτή τη φανερή θεματική υφέρπουν χαμηλόφωνες σκέψεις για ζητήματα άλλα, όπως η αποξένωση, η μοναξιά και ο εγκλωβισμός σε λύσεις που μοιάζουν εύκολες. Υφέρπει επίσης η πίστη πως ό,τι έγινε ξεγίνεται, πως είναι δυνατή η επιστροφή σε έναν φυσικό τρόπο ζωής.

Νομίζω πως αυτό που περισσότερο απ’ όλα πραγματεύεται η Έλσα στη συλλογή είναι η τάση φυγής του ανθρώπου από την πραγματικότητα και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί με τον Γκιούλιβερ-δέσμιο των λιλιπούτειων/εσωτερικών φωνών του. Κι αν η φυγή μέσω της εικονικής πραγματικότητας δεν τελεσφορήσει, υπάρχει πάντα η ποίηση που δημιουργεί εναλλακτικούς κόσμους, τους οποίους μπορεί να κατοικήσει κανείς:

Τις βλέπω να φυτρώνουν να μεγαλώνουν
Σε κάθε πόντο του σώματός μου
πεταρίζει κι από μία
Μοιάζουν με σελίδες βιβλίων

Κοιτάζω προσεκτικά
Είναι ποιήματα
Χάρτινα φτερά

γράφει στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής η Έλσα, για να την κλείσει με το ακόλουθο:

Όσοι ελάχιστα με ξέρουν
κάποτε θα πουν για μένα:

Κοιτάξτε έναν άνθρωπο ανεδαφικό
γέμισε τις τσέπες του με μικρά πουλιά
με την ελπίδα κάποτε πετώντας
ν’ αποδράσει

Η τέλεια φυγή από την πραγματικότητα. Όμως, συνολικά, ο Γκιούλιβερ δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, τόσο συγκινητικός ή συγκλονιστικός όσο ο «ασήμαντος αυτοκράτορας και ένα λαίμαργο πουλί». Απουσιάζει η ασυμβίβαστη δύναμη που είδαμε εκεί, αν και διατηρούνται ο εκλεπτυσμένος σαρκασμός, η γνωστή διορατικότητα και η ευρηματικότητα της Έλσας.

Θα ήθελα να κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμα-αποτίμηση με κάτι που μου έγραψε η ίδια, όταν μου έδωσε το βιβλίο: «ας παραμείνουμε ανυπότακτοι ονειροπόλοι της ζωής και της τέχνης». Και με αυτή τη σκέψη, παραθέτω δύο ποιήματα από τη συλλογή που φλερτάρουν με την έννοια του ανυπότακτου:

Ένας αυθεντικός άνθρωπος
έχει την τάση να μην πουλάει ακριβά
αλλά να ξεπουλάει
το τομάρι του

Δεν είμαι εγώ ο ανυπότακτος
Ανυπότακτα είναι τα όνειρά μου
Δεν με αφήνουν να τα επιλέξω
Έρχονται στη σύνθεση που επιθυμούν
Αναπαράγονται με τη μέθοδο
Της προτίμησής τους
Τώρα πια ξέρω
Είμαι ένας υποτακτικός
Με αναρχικά όνειρα

Χα!
Τα αναρχικά όνειρά μου
Τα βλέπω να υπερίπτανται
Όρνιων χορός
Διαγράφει στον ουρανό
Κύκλους φτερωτούς
Ιπτάμενη
Η αυθάδικη πείνα τους
Ράμφος γαμψό
Με σημαδεύει

Κρατώ τα μάτια ανοιχτά
μην τύχει και με βλέμμα επίμονο
τα εξοστρακίσω

Ας δούμε και ένα τελευταίο:

Γύρω σου
μέσα σε γούβες
με βρόχινο νερό
μικρά λασπωμένα πουλιά
κάνουν το λουτρό τους

Σκέφτεσαι
Μέσα στου τυχαίου
τον στατικό κατακλυσμό
η ασημαντότητα
το φτέρωμά της
καθαρίζει

Η ασημαντότητα. Αυτήν, αλήθεια, δεν προσπαθούμε να τινάξουμε από πάνω μας όλοι όσοι γράφουμε; Για τέτοιου είδους σκέψεις αξίζει να διαβάζει ποίηση κανείς. Σε ευχαριστώ, Έλσα.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΟΥΓΑΛΑΣ

ΕΝΕΚΕΝ Τ. 33 9/2014

Μέσα από μια οθόνη φωτεινή

Ο Επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν και τη σειρά 16X2 μετά τον Λαίμαργο αυτοκράτορα και ένα ασήμαντο πουλί του 2013.
Η προμετωπίδα της συλλογής έρχεται από το γνωστό αριστούργημα του Ιρλανδού Τζόναθαν Σουίφτ, και είναι κατατοπιστική για τη θεματική που διατρέχει τον Επαναστατημένο κύριο Γκιούλιβερ. Μόνο που εδώ οι
λιλιπούτειοι κάτοικοι αιχμαλωτίζουν έναν Γκιούλιβερ σύγχρονο,
μόνιμο θύμα της τεχνολογίας, καλωδιωμένο μέσα στα δεσμά του
οι κάτοικοι της Λιλιπούτ είναι οι πολλαπλοί εαυτοί του ανθρώπου όταν ο Γκιούλιβερ συνειδητοποιεί πως δεν νοσταλγεί ούτε στο ελάχιστο την προηγούμενη ηλεκτρονική ζωή του, προτιμά να μείνει σε εκείνο το άγνωστο μέρος παρέα με τους βασανιστές της ψυχής του στον «καταναγκασμό της απεξάρτησης». Καλύτερα αδέσποτος παρά υποτακτικός αντιλαμβάνεται ο αιχμάλωτος, και τα ποιήματα γίνονται τα πουλιά που θα τον ελευθερώσουν. Τα άτιτλα ποιήματα συνδέονται μεταξύ τους όσον αφορά στο περιεχόμενο και στην ανάλυση της ποιητικής σκέψης, προκειμένου να ξεδιπλωθεί η ιδέα της Κορνέτη και τα μοτίβα που συνθέτουν αυτό το παραμύθι, που μοιάζει και με ένα παιχνίδι λέξεων.

 

5. Ο ΛΑΙΜΑΡΓΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΚΙ ΕΝΑ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΠΟΥΛΙ (2013)

 

ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΟΥΓΑΛΑΣ

bibliotheque 27/3/2013

Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί (2012)

Η τελευταία συλλογή της γεννημένης στο Μόναχο Έλσας Κορνέτη δανείζεται μοτίβα και στοιχεία από τα παραμύθια· ο Αυτοκράτορας, ο Μάγος, ο Αστρονόμος και το κήτος που καταπίνει αμάσητους ανθρώπους φέρνουν στον νου παιδικές αναμνήσεις· εδώ όμως ο μαγικός καθρέφτης είναι εφιαλτικά παραμορφωτικός: στο βασίλειο του λαίμαργου Αυτοκράτορα κυριαρχεί η απληστία, η αναισθησία, ο ναρκισσισμός, η φιλοδοξία και η υποκρισία· όλοι οι υπήκοοι εμφανίζονται ικανοί και πρόθυμοι να πατήσουν επί πτωμάτων –μέχρι τουλάχιστον να αντικρίσουν και οι ίδιοι τη σόλα του Αυτοκράτορα αναδεικνύοντας μιαν άλλη αλήθεια, οικουμενική και επίκαιρη.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η συλλογή Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί κινείται (ή «παίζει», μιας κι έχουμε να αντιμετωπίσουμε στοιχεία της παιδικής λογοτεχνίας) σε δύο αλληλένδετα πεδία, αυτά του ατομικού και του συλλογικού· πολλές φορές τα όριά τους είναι δυσδιάκριτα: η συλλογική ευθύνη βαραίνει την ατομική ευθύνη και τούμπαλιν. Στο τέλος έχουμε τον ερχομό των χαρταετών και την πτώση του Αυτοκράτορα χωρίς ωστόσο να μας παρέχονται πειστήρια και για την ολική πτώση της τυραννίας, που δεν είναι δεσποτική, αλλά περισσότερο τεχνολογική.

Και με αυτόν τον τρόπο μεταβαίνουμε στο δεύτερο αναγνωστικό επίπεδο του βιβλίου: η συλλογή διαβάζεται και ως αλληγορία για την παρούσα παντοκρατορία της τεχνολογίας μέσα από τη δυναμική των αριθμών που εξοβέλισαν τον «μαγικό» κόσμο των γραμμάτων· ο νάρκισσος Αυτοκράτορας κοιτάζει μέσα από την κλειδαρότρυπα «του όμικρον ή του μηδενός;»· τα κουρδιστά πουλιά αντικατέστησαν τα αληθινά· τα ηλεκτρικά πτηνά ξεκούρδισαν τα βιολογικά ρολόγια που μοιάζουν με «φωτεινή απομίμηση ημέρας»: όλα αντικατοπτρίζουν το αδιέξοδο των σύγχρονων κοινωνιών, σε ένα δυστοπικό παραμύθι, που επειδή δεν έχει καλό τέλος, ακόμη διηγείται την ιστορία του: αυτή τη φορά στον πραγματικό κόσμο.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 12 Απριλίου 2013

«Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί» της Έλσας Κορνέτη

Είναι μόλις λίγοι μήνες που κυκλοφόρησε η πιο πρόσφατη συλλογή της Έλσας Κορνέτη «Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί». Η Έλσα Κορνέτη ήταν υποψήφια για το κρατικό βραβείο ποίησης 2012 με τη συλλογή της «Κονσέρβα μαργαριτάρι». Είχα τότε αντιδιαστείλει την «Κονσέρβα» με αυτήν της συνυποψήφιάς της, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ («Ανορεξία της ύπαρξης»), διαπιστώνοντας αφενός τη δύναμη και τη δυναμική της «Κονσέρβας», αλλά και την έλλειψη σταθερού προσανατολισμού από τεχνικής πλευράς όπως και τη μεγάλη έκταση της συλλογής που κατά τη γνώμη μου υπονόμευε την ομοιογένειά της, αφετέρου.

«Ο λαίμαργος αυτοκράτορας» έχει ξεπεράσει αυτά τα προβλήματα. Στη μόλις επόμενη συλλογή της η Κορνέτη βρήκε την ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη, την τεχνική και την κατεύθυνση και δημιούργησε μια συλλογή άρτια, ευσύνοπτη και ολοκληρωμένη, με τις σωστές αναλογίες σαρκασμού, διορατικότητας και ευρηματικότητας.

Η ιστορία που μας διηγείται στα άτιτλα και λιγοστά (μόλις 20, πολλά μάλιστα ολιγόστιχα) ποιήματα της συλλογής, είναι η καθημερινή ιστορία του ατομικισμού, της εγωπάθειας και της αλαζονείας του σύγχρονου ανθρώπου (του «αυτοκράτορα») που αποτελεί τη ρίζα για τα δεινά της εποχής μας. Ο Δυτικός τρόπος ζωής και αντίληψης του κόσμου γκρεμίζεται, καθώς βγαίνουν στο φως μία-μία όλες οι αδυναμίες, οι κενόδοξες επιθυμίες και τα ψυχικά βάραθρα που συνθέτουν τον εσωτερικό κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου.

Οι μεταμορφώσεις και οι μετασχηματισμοί της είναι χαριτωμένοι, ανάλαφροι όμως συγκινητικοί – κάποτε βαραίνει ο απόηχός τους με τη σημασία των νοημάτων που συνείρουν, όμως η συλλογή καταφέρνει να διατηρήσει την απλότητα, τη συνοχή και τη δύναμή της, αφηγούμενη μια ολοκληρωμένη ποιητική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος – κάτι που από μόνο του είναι ευρηματικό και απαιτεί μαεστρία.

Αισθητικά, αποτέλεσε για μένα έκπληξη η επιστροφή στο έγχρωμο εικαστικό (της Πέννυς Δίκα-Κορνέτη) που κοσμεί τη συλλογή προς το τέλος της και το οποίο θυμίζει παλαιότερες εκδόσεις, τη στιγμή που το φορμάτ είναι μικρότερο από το κλασικό και το εξώφυλλο σε απλή, αλλά σύγχρονη (συνδυασμός ανοικτού γκρι και μωβ) διχρωμία.

Αυτό που προσωπικά περιμένω από την Έλσα Κορνέτη από δω και πέρα είναι μια συλλογή με τη δύναμη των προηγούμενων και με την αρτιότητα της τεχνικής του «Αυτοκράτορα», η οποία θα απλώνεται με τη χαρακτηριστική άνεση του τελευταίου σε κάπως μεγαλύτερη έκταση. Για εκείνη μπορεί να είναι μια πρόκληση ή να σηματοδοτήσει μια υπέρβαση, για μας θα είναι σίγουρα απόλαυση αλλά και απόδειξη της αμετάκλητης συμπερίληψής της στο σύμπαν των σημαντικών σύγχρονων ποιητών.

Ακολουθούν τέσσερα ποιήματα από τη συλλογή:

Απόψε αισθάνομαι υπέροχα
Ονειρεύτηκα πως έβαλα
το δάχτυλό μου
στην τσέπη ενός ιππόκαμπου
και πήρα το χρώμα του βυθού

Μη φεύγεις παράξενο πουλί

Έλα κοντά μου
Κι άμα πεινάς
Θα σου δώσω
Μια φρυγανιά
Την ψυχή μου

***

Καλοί μου υπήκοοι
Σας απαγορεύω
Ίσον σας υπαγορεύω
Ίσον σας απαγορεύω

Συμπεραίνω:
Η ευθραυστότητα
Είναι για το Βασίλειο
Μη παραγωγική

Από σήμερα η ευαισθησία
Ονομάζεται αδυναμία

Διαλαλείστε:
Οι αδύναμοι ευαίσθητοι
καταδικάζονται σε
καταναγκαστικά έργα
επιβίωσης

***

– Λυπάμαι
Η ασθένειά σας
δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά
Θα σας συνιστούσα όμως
να τσιμπάτε κάθε πρωί
με μια καρφίτσα
τον καθρέφτη
Ώσπου να ματώσει

***

– Κατεβείτε γρήγορα Μεγαλειότατε
Θα πέσετε
Το ξύλινο αλογάκι
Σας είναι πια μικρό.

 

 

6.ΕΝΑ ΜΠΟΥΚΕΤΟ ΨΑΡΟΚΟΚΑΛΑ (2009)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Ενα Μπουκέτο Ψαροκόκαλα, Γαβριηλίδης 2009

Στον αστερισμό της Anne Sexton μόλις που αχνοφέγγει το άστρο του αυτοκτονικού κυνισμού, για το οποίο η ασφαλέστερη τροχιά -αυτή που το κρατά πάντα πίσω από το πέπλο της συμπαντικής απορίας- είναι η ακύρωση της ποίησης ως ποιητική ειλικρίνεια˙ ειλικρίνεια ή συντριβή για την τραγική αδυναμία του ποιητή να υπάρξει ειλικρινής. Από εκεί και δώθε οι πορείες είναι δύο: το παιχνίδι με τη γλώσσα και η επίμονη εμπιστοσύνη στη δύναμη της γλώσσας να τσακίζει τις ψευδαισθήσεις. Αίφνης, ανακαλύπτει κανείς πως τον πρώτο δρόμο τραβούν συνήθως οι συντηρητικοί και τρομαγμένοι από το σκοτάδι των νοημάτων, ενώ τον δεύτερο τον τραβούν οι τολμηροί και πληγωμένοι από την ανία της σαφήνειας. Αλλο ένα παράδοξο στην αχανή παραδοξότητα της ποίησης. Παράδοξο, αλλά όχι αφύσικο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από την άποψη πως η ποίηση είναι ένα παιχνίδι με τη γλώσσα. Για να παίξεις ένα παιχνίδι θα πρέπει ο αντίπαλος να μην γνωρίζει εκ των προτέρων τις κινήσεις σου. Ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί σοβαρά πως η γλώσσα είναι δυνατόν να μην γνωρίζει εκ των προτέρων τις γλωσσικές του κινήσεις; Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Ο αφέντης είναι η γλώσσα. Κι αν η ύπαρξή του δεν μπορεί να τεθεί πριν από τη θέση της ύπαρξης του δούλου, δεν παύει να είναι αυτός που αναθέτει τη δουλειά και τη δουλεία. Οσο για τον δεύτερο δρόμο, έχουμε να κάνουμε με έναν παραγωγικότατο διαλεκτικό ελιγμό, τον οποίο περιέγραψε αριστουργηματικά ο Σέλλεϋ – αν και σε ένα πολιτικό κείμενο: «Η εξουσία καταφεύγει στη βία μόνον όταν της τελειώσουν τα λογικά επιχειρήματα». Η ποίηση, λοιπόν, καταφεύγει στη δύναμη της αμεσότητας μόνον όταν της τελειώσουν οι ψευδαισθήσεις.

Η Ελσα Κορνέτη έχει ήδη τραβήξει τον δεύτερο δρόμο. Στην είσοδο του τρίτου βιβλίου της, με τίτλο Ενα Μπουκέτο Ψαροκόκαλα, στέκεται -κέρβερος παμπόνηρος- ένα κομμάτι ποίημα της Sexton: «Νοσταλγώ την πατρίδα σου, ψάρι. Και το ψάρι απάντησε: Θα πρέπει να ‘σαι ποιήτρια, μια κακότυχη κυρία, που θέλει να ‘ναι ό,τι δεν είναι και νοσταλγεί να είναι ό,τι μονάχα να επισκεφτεί μπορεί». Πέρα από την πύλη αυτού του εντόπιου Αδη των λέξεων και των σκέψεων, τα ποιήματα καταφτάνουν σκληρά, γυμνά, φαινομενικά επιθετικά, με την ακρίβεια μιας έκθεσης πεπραγμένων, αλλά -τουλάχιστον ο υπογράφων δεν εξαπατάται έτσι εύκολα- τρυφερά, με την ισορροπημένη τρυφερότητα του από καιρό υπερκερασμένου κυνισμού. Τα ποιήματα της Ελσας Κορνέτη έχουν μια σημαντική διαφορά από τη σύγχρονη «βιωματική» ποίηση του δεξιού μεταμοντερνισμού: δεν καταφεύγουν στα φιλολογικά κατωχυρωμένα στερεότυπα, στα οποία καταφεύγουν οι κοσμικές κυρίες της ποίησης και από τις δύο ακτές του Ατλαντικού. Από αυτήν την άποψη -και από άλλες πολλές- η αμεσότητα του βιώματος δεν χρειάζεται σε μια ποιήτρια που μπορεί να δημιουργήσει πραγματικότητες και όχι να σχολιάσει ή να φιλοσοφήσει το υπάρχον.

 

 

ΑΝΝΥ ΚΟΥΤΡΟΚΟΗ

«Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα»

Πτήση έν μέσω σφοδρής καταιγίδας, με έντονες αναταράξεις που μας κλονίζουν και ανοίγματα φωτός στον ουρανό πού μας επιτρέπουν να ρίχνουμε ματιές στο κατάμαυρο σύμπαν όπου φυλάσσεται καλά από τις ουράνιες δυνάμεις το μυστικό της ζωής. Αυτή είναι η αίσθηση που αποκόμισα από την τρίτη ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη που ακολούθησε τις α) Στή σπείρα τού κοχλία, Θεσσαλονίκη 2007 καί β) ‘Η αιώνια κουτσουλιά, Γαβριηλίδης 2007.
Η Ε.Κ. σπάει τον κώδικα ζωγραφικών απεικονίσεων και τον μετατρέπει σε ποιητικό που μέσα από τις αισθήσεις τον οδηγεί στο απύθμενο βάθος της ανθρώπινης ψυχής όπου με επιλεγμένες εμπειρίες-ερμηνείες τον αποκωδικοποιεί και το πάθος
ιάται. Η ποιήτρια φυσά πνοή στο άψυχο, κινεί τα ακίνητα, διαστέλλει τα συνεσταλμένα, κάνει την τέχνη της ν’ ανθίζει στον κήπο της μνήμης και διηθώντας το άρωμά της μέσα από την συνείδηση εμποτίζει τις λέξεις με γεύσεις άγριων καρπών ή διακριτικών ανθέων. Για να αντλήσει την εκφραστική δύναμη που φαίνεται ότι έχει ανάγκη η ποιήτρια φθάνει κάποτε σε υπερβολικά σχήματα που εκπέμπουν πιο δυνατή φωνή από αυτήν που αρκεί για ν’ ακουστεί ή ποίηση, αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι το ταξίδι χάνει σε ομορφιά, ούτε όμως ότι κάνει την περιπέτεια πιο γοητευτική.
Ταξίδι απρόοπτο, ερωτηματικά μετέωρα στο κενό της ανθρώπινης αβεβαιότητας που δε λαμβάνουν ούτε το ναι ούτε τί όχι μέσα στο ποίημα και καθιστούν τον αναγνώστη απόλυτα ελεύθερο διαχειριστή των ποιητικών στοιχείων και του υπερβατικού, του δίνεται η δυνατότητα να ανυψώσει ή και να γκρεμίσει τις πολυπληθείς εικόνες που η ποιήτρια έντεχνα αναρτά στον αχανή πίνακα του κόσμου.
Διάχυτος ο πόνος που εκλύεται από τις σχέσεις μετατρεπόμενος όμως σε μια
δυναμική ελπιδοφόρας απογοήτευσης και ρεαλιστικής στάσης απέναντι στα αδιέξοδα της ζωής. Ευρηματική η Ε.Κ. οξυδερκής, μεταφορική, ελκυστική, εντυπωσιακά ταξιδευτική χειρίζεται μ’ ένα δικό της τρόπο ό,τι δε μάς είναι άγνωστο στη ζωή όμως αυτό που μετρά είναι ότι πρόκειται για μια ιδιόμορφη ποιητική πρόταση.
Ο πυκνός λόγος και τα πολύστιχα ποιήματα μας αποκαλύπτουν τον κρυμμένο
θησαυρό της ποιήτριας που λαχταρά να του δώσει μορφή με αγωνία, ένταση και έκταση. Η πρόσληψη του έργου της Έλσας Κορνέτη αφήνει τα σημάδια της στον χώρο που της διαθέτουμε.

 

poeticanet

Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα

Η νέα ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη με τον τίτλο «Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα» περιλαμβάνει μακροσκελή ποιήματα που χαρακτηρίζονται από έντονη εικονοποιϊα και θεατρογενή ποιητικό λόγο. Πρόκειται για μια απόπειρα ανατομίας συνηθισμένων όσο και ασυνήθιστων αλληλένδετων, συχνά αλλοπρόσαλλων ψυχικών τοπίων που λειτουργούν σαν συναισθηματικοί λαβύρινθοι εμπειριών ευαισθησίας και τρωτότητας. Η παρουσία και η απουσία της ομορφιάς και του έρωτα, το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο, το αληθινό και το ψεύτικο, η τάξη και η αταξία, η αίσθηση και η ψευδαίσθηση έχουν για την ποιήτρια το ίδιο καταστροφικό αποτέλεσμα. Η ύπαρξη και η μη ύπαρξη διαλύονται μέσα από την ίδια διαδικασία, αυτήν της αποδόμησης. Για την πολυπόθητη κατάκτηση της αρμονίας με το σύμπαν που την περιβάλλει, διεκδικεί μια συνθηκολόγηση με τον εαυτό της. Τότε όλα πάλι γίνονται πιθανά όταν καταλήγει να βλέπει τον κόσμο με τα μάτια ενός υβριδικού όντος, καθώς μεταμορφώνεται σ’ ένα είδος διανοητικής μη ύπαρξης. Αλλά για να συναρμολογηθούν οι σχέσεις με την οικογένεια, τους φίλους, τους εραστές, τους συζύγους, με τη φύση, με τα πράγματα, όλα πρέπει πρώτα να αποσυναρμολογηθούν. Για να κάνεις μια εικόνα ορατή θα πρέπει πρώτα να την κάνεις χειροπιαστή. Για να προσεγγίσεις την εικόνα θα πρέπει πρώτα να γίνεις ο παρατηρητής της. Ο παρατηρητής της ανυπαρξίας σου!

Donna Anna

“ I wish I had the strength to hate
but we must part”.
Don Juan
-“When shall we meet again ?”
Donna Anna
– ”Another time ?”
Don Juan
-“Tomorrow?”

Lorenzo da Ponte

Αύριο

Στο σκοτάδι ταιριάζει το βελούδο
Μήπως το μεταξωτό;
Η δαντέλα ίσως ;
Ναι. Η δαντέλα !
Η εικόνα του διάτρητου
Οι τρύπες
Aνοικτά στόματα που χάσκουν
Φιλόξενες
Αφήνουν το ψύχος να περάσει
Ίσως και λίγο ανήθικες
Απρόβλεπτες
Ειδικά όταν ξεχειλώνουν
Οι τρύπες στα μακριά δαντελένια μανίκια
Αμέτρητα μικρά μαύρα μάτια
Πόσο διαπεραστικά σε κοιτούν
Μάτια μάσκες
Βελούδινα μάτια μάσκες
Τόσο επίμονα τα φορούσες
Όμως δεν σου ανήκουν είναι
Δανεικά
Δανεικά μάτια
Δανεικά μάτια βελούδινες μάσκες
Όσες κι αν φορέσεις
Δεν μπορείς να κρυφτείς
Από τις ρωγμές του εαυτού σου
Τις εκρήξεις του καθρέφτη
Τ’ αγγίγματα των άλλων
Όταν τραβώντας από το σώμα σου
Μεταξωτές κλωστές
Αργά και ύπουλα σε ξηλώνουν
Διαλύεσαι
Χάνεις τη λάμψη του αρπακτικού
Ατενίζοντας την κοιλάδα των χαμένων ερώτων
Κρατάς στη γλώσσα σου τη γεύση του χάους

“Guardandomi allo specchio mi metto a ridere”
“xα xα xα xα xα xα xα xα xα xα xα xα xα xα xα”

Κοιτώντας στον καθρέφτη σου γελάς
Κοιτώντας από το παράθυρο γερνάς
Κοιτώντας το πλήθος φοβάσαι
Ένα πλήθος από πρόσωπα λόγχες
Περιμένει το ανεπίστρεπτο σου βήμα
Η λαιμαργία τιμωρείται
Με άλλη μια δαιμονική συνεύρεση
Με μια γυναικεία γροθιά
Με μια αντρική κλωτσιά
Θυμήσου πριν φύγεις να τακτοποιήσεις στο δωμάτιο
Το κάθε τώρα το κάθε μετά
Θυμήσου να σχεδιάσεις ξανά το ευάλωτο δωμάτιο
Για να επαναπροσδιοριστείς
Θυμήσου να επιστρέψεις τις κλεμμένες καρδιές
Για ν’ αρχίσεις να ζεις με πάθος την κάθε πεθαμένη μέρα
Σε μια αυταπάτη περίεργη
Ως γνήσιος ακροβάτης του πόθου
λίγο πριν επιστρέψεις στο υγρό σου πεπρωμένο
τους φωνάζεις:
– Υποκριτές !
Προσποιηθείτε!
λίγο πριν πέσεις της φωνάζεις :
– Αύριο αγάπη μου!
Αύριο!

Βενετία Οκτώβριος 2007

 

 

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ

ΤΟ ΜΥΘΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα· 2009,

Στις απαρχές του κόσμου μεταφέρει τον αναγνώστη η ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα (2009). Στον άδηλο αυτό χρόνο κυριαρχούν το μυθολογικό σχήμα του αυγού – αναπαράσταση από το γνωστό γλυπτό του Brancusi – καθώς και το προαιώνιο ζευγάρι των ανθρώπων σε μια ενιαία σύνθεση. Τα θέματα αυτά είναι αρχαϊκά και μοντέρνα, ταυτόχρονα. Πρόκειται για νέα σύλληψη και θεματολογία – στην προέκταση του προηγούμενου βιβλίου της – Η αιώνια κουτσουλιά (2007). Τα
ποιητικά θέματα αναπτύσσονται με μεγαλύτερη τόλμη και ευστροφία, ενώ ασφαλέστερη είναι και η κατάκτηση των εκφραστικών μέσων. Σκοπός είναι πάντα η ρήξη της φόρμας, η αποκάλυψη, η παρέμβαση, η ανατροπή. Οι τίτλοι άλλωστε των δύο βιβλίων είναι ενδεικτικοί της διάθεσης ανανέωσης του ποιητικού υλικού.
Η διάθεση ανατροπής είναι ορατή ήδη στα πρώτα ποιήματα της συλλογής («Το αυγό του Brancousi», «Δύο ημικύκλια»). Η πρωταρχική ενότητα των αντιθέτων (ο «ανδρόγυς») διασπάται σε δυο στοιχεία/ημικύκλια. Είναι ανάγκη, φαίνεται να πιστεύει η ποιήτρια, να ανατραπεί ο ρηχός συμβιβασμός, η στείρα αμφισβήτηση, η ασφυξία και η υποκρισία που επιβάλλει η αναγκαστική σύνδεση των δύο αντίθετων πόλων. Στο σημείο αυτό υπεισέρχονται αιώνες φεμινιστικής/γυναικείας ποίησης, όπως δείχνει και το μότο της Anne Sexton στην αρχή του βιβλίου. Η Κορνέτη εντοπίζει την προσοχή της στα «αντίθετα/ατελή/κι όμως αχώριστα ζεύγη πραγμάτων», των οποίων η συνύπαρξη οδηγεί στην καταστροφή : έρωτας-απουσία, έλξη-απώθηση, επιβεβαίωση-διάψευση . Οι μικρές, ανεπαίσθητες λεπτομέρειες της ζωής των γυναικών φωτίζονται με ένταση και αποκαλύπτονται τα ιδιαίτερα μυστικά τους. Το δεύτερο ενικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί η ποιήτρια δίνει τον τόνο εμπιστευτικής συνομιλίας με τον αναγνώστη.

«Γράφεις ποίημα
για κάτι που φοβάσαι
το δύσμορφο νάνο
τον εραστή χαλκομανία
το δαχτυλίδι της πριγκίπισσας
το νοσηρό ναρκισσισμό
τη γαμήλια αποσύνθεση
τη γαμήλια ανασύνθεση
τον τρόμο μη γεράσεις»

Οι «συναισθηματικοί λαβύρινθοι εμπειριών ευαισθησίας» είναι ανοικτοί στον
αναγνώστη, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα λυρικό εγώ σε έξαρση. Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα ωστόσο ισοδυναμεί με εξέγερση απέναντι στη ρομαντική φαντασία που ωραιοποιεί, εξιδανικεύει και ενδεχομένως συγκαλύπτει πράγματα και καταστάσεις. Η ρομαντική θεματογραφία αντικαθίσταται από τον θεματικό κύκλο γύρω στη μυθολογία του ψαριού : Όπως θρυμματισμένο κυλούσε το νερό», «Σκοτεινόψαρο», «Homo aquarius», «Ενυδρείο». Όλα τα στοιχεία του κόσμου είναι ανάγκη να αποσυναρμολογηθούν και να ανασυντεθούν προκειμένου να αποκαλυφθεί η νέα πραγματικότητα. Η οπτική γωνία πρέπει εξάλλου να αντιστοιχεί στα πράγματα.
«Θα μετατοπίσω την ορατότητα
για να μείνει το ποίημα ανοικτό»
Σκοπός του ανοίγματος προς τον κόσμο είναι επομένως η αναδιάρθρωση της
πραγματικότητας, καθώς και της δομής του ποιήματος. (Από τα ποιήματα της συλλογής λείπουν – στο μεγαλύτερο μέρος – οι τελείες και είναι δυνατό να διαβαστούν ως ένα ενιαίο, μεγάλο ποίημα). Στο υπόβαθρο της πραγματικότητας βρίσκονται τα μυθικά όντα :
το αυγό που μεταμορφώνεται σε πουλί, ο δράκος, ο μονόκερως, ο πύθωνας, το κολεόπτερο, καθώς και το «βασίλειο των ανώνυμων εμβρύων». Ο κατάλογος αυτός δεν είναι τυχαίος. «Το πουλί λευτερώνεται από το αυγό παλεύοντας. Το αυγό είναι ο κόσμος. Όποιος θέλει να γεννηθεί πρέπει να καταστρέψει έναν κόσμο» γράφει ο Έρμαν Έσσε στον Ντέμιαν. Το μυθικό αυτό σύμπαν λειτουργεί υποστηρικτικά προς το ποιητικό υλικό. Η ποίηση είναι απαραίτητο να διαθέτει προϊστορία, ένα μυθικό υπόβαθρο, που να
στηρίζει τη θεματογραφία και να επιμηκύνει τον εσωτερικό της χρόνο. Ο αναγνώστης με τη στροφή στο παρελθόν πραγματοποιεί την αναγκαία μετάβαση και – ταυτόχρονα – διάκριση ανάμεσα στο αφηρημένο και το ακατανόητο και την πραγματικότητα, τη φαντασία και το ρεαλισμό, την ποίηση και την πραγματική ζωή. Η διάκριση αυτή οδηγεί σε ανάλογα συμπεράσματα, δείγματα ποιητικής ωριμότητας.

«Η πραγματικότητα όμως αναπαράγεται διαδοχικά
Έτσι ήταν πάντα. Ο αέναος χορός
Το κουρασμένο χόρτο. Πολλαπλασιάζεται,
κιτρινίζει, ξεριζώνεται, ξαναφυτρώνει»

Ο ποιητής από τη δική του θέση αντιμετωπίζει μόνος την πραγματικότητα. Βλέπει έναν ασπρόμαυρο κόσμο με τη βοήθεια της μοντέρνας τέχνης που του δανείζει «ένα ζευγάρι/βουλωμένα αυγά μάτια». (Η ειρωνική αντίστιξη του λευκού με το μαύρο προοικονομεί το αίσθημα του κενού). Το ερώτημα ωστόσο παραμένει και είναι αποφασιστικό : τι μπορεί να κάνει ο ποιητής – ως καλλιτέχνης – για τον εαυτό του; Μπορεί ίσως να δανειστεί «το δεκανίκι του κολεόπτερου» για να επουλώσει τα τραύματα της ψυχής του (και να συνομιλήσει με το φάντασμα του νεκρού πατέρα, σαν άλλος Άμλετ). Επιλέγει πάντως να απιστήσει στο οικογενειακό ρομάντζο εφευρίσκοντας ένα ψέμα περί της καταγωγής, ένα ψέμα που δεν αρκείται στην άρνηση της γενεαλογίας
(«βλέπεις τον κόσμο με τα μάτια ενός υβριδικού όντος, καθώς μεταμορφώνεσαι σ’ ένα είδος διανοητικής μη ύπαρξης»). Ο ίδιος αρνείται κάποτε και την παράδοση της ποίησης καταφεύγοντας στις εικαστικές τέχνες. Προτιμότερο ωστόσο είναι να επινοήσει ένα ιδιωτικό τοπίο, όπου μπορεί να γνωρίσει τον εαυτό του, αλλά και την ευτυχία, καθώς η πραγματικότητα αποδεικνύεται ανεπαρκής να τον καλύψει. Το τοπίο αυτό βασίζεται στις
λέξεις και είναι κρυπτικό — και κρυπτογραφημένο.

«Το επινοημένο τοπίο
διαιρείται σε λεξιλόγιο
που αναιρεί
φωνήεντα κυκλικούς καθρέφτες
σφραγισμένους με βουλοκέρι»

Στο ιδιωτικό της τοπίο η Κορνέτη μπορεί κατά βούληση να μεταμορφωθεί σε «Ωραία κοιμωμένη» και να ασκηθεί στην τελειότητα, αλλά και να επιδοθεί σε μικρές πολυτέλειες – να αναλύσει, για παράδειγμα, την «Αρχιτεκτονική της φυσαλίδας». Εκεί μπορεί να συναντήσει τα μυθικά της δημιουργήματα – το σκοτεινόψαρο, τον μονόκερω, το κολεόπτερο. Τα πλάσματα αυτά αναπαριστούν τη διχασμένη φύση του καλλιτέχνη, ο οποίος κινείται σε δυο πραγματικότητες. Ο μονόκερως αντιπροσωπεύει κατά κάποιο τρόπο την τέλεια ερωτική συγκυρία, τόσο σπάνια όσο εκείνος. Στα ποιήματα της
συλλογής μεταμφιέζεται -πίσω από τα επινοημένα πλάσματα – η απουσία της αγάπης, το άγνωστο προσωπικό στίγμα, το δύσβατο κανάλι της επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Κάποτε χρησιμοποιούνται τα τρέχοντα αντικείμενα της καθημερινότητας για να δηλώσουν την οικειότητα : οι τσίχλες, η οδοντόκρεμα, το δαχτυλίδι/βέρα. Στην πραγματικότητα όμως ο έρωτας, όπως και η φιλία, ραγίζει. Ευθύνη δεν φέρει η ποιήτρια,
η οποία επιθυμεί απλώς να οριοθετήσει τον προσωπικό της χώρο – το δικό της δωμάτιο – και να ζήσει με ένταση το παρόν και το αύριο. Αυτή τη φορά οι παραινέσεις απευθύνονται «εις εαυτόν”.

«Θυμήσου να σχεδιάσεις ξανά το ευάλωτο δωμάτιο
Για να επαναπροσδιοριστείς
Θυμήσου να επιστρέφεις τις κλεμμένες καρδιές
Για ν’αρχίσεις να ζεις με πάθος την κάθε πεθαμένη μέρα
Σε μια η αυταπάτη περίεργη”

Στόχος του ποιητή είναι πάντως η ανακάλυψη και διατήρηση της ισορροπίας
ανάμεσα στον εξωτερικό κόσμο και την ατομικότητα. Τα μυθικά τέρατα είναι ανάγκη να ξεπεραστούν – ή έστω να περιοριστούν στα σύνορα του κόσμου των παραμυθιών. Τα πάντα λειτουργούν προς όφελος του ποιήματος – και η ισορροπία κατακτάται στη συλλογή της Κορνέτη, που καταφέρνει τα εξισορροπήσει τον εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο, τα περίεργα πλάσματα της φαντασίας με τον σκληρή πραγματικότητα που κινείται έξω από τα παράθυρα της πόλης. Οι σκοτεινοί εφιάλτες και τα τέρατα ωχριούν
μπροστά στις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται καθημερινά μπροστά στα μάτια των αναγνωστών. Επιδίωξη της ποιήτριας ήταν – είναι – πάντως να κρατήσει τον χρόνο ακίνητο μέχρι να μπορέσει να τον ελέγξει και να τον εντάξει στο ποίημα.

«Δεν ήθελες τίποτα το περίπλοκο
απλώς να ζαλίσεις τον αφηγηματικό χρόνο
με το διαπεραστικό βλέμμα της ακινησίας
να κλυδωνίζεσαι ανάμεσα
στο αφηρημένο και το ακατανόητο»

Σημαντικό ρόλο στο βιβλίο παίζουν και οι εικαστικές τέχνες – το αυγό του Brancusi, μια τοιχογραφία του ΡοllοΚ «Η γυναίκα φεγγάρι κόβει τον κύκλο») , Ο «κήπος των επίγειων απολαύσεων» του Ιερώνυμου Μπος κα. Το αυγό συμβολίζει τη νέα τέχνη, η οποία εμψυχώνεται από τη χαρά για το άγνωστο και την αγάπη για το αίνιγμα. Με το αυγό δηλώνεται το νέο ξεκίνημα του φιλοσοφικού στοχασμού για την αναζήτηση νέων ερωτημάτων και νέων απαντήσεων. Η Κορνέτη τα χρησιμοποιεί κατά βούληση. «Η δύναμη του ποιητή συνίσταται στο γεγονός ότι μπορεί να ελέγξει τα σύμβολα, ότι χρησιμοποιεί κάθε φυσικό γεγονός – όσο μεγάλο και σταθερό κι αν είναι – ως εύγλωττο σύμβολο, κι ότι μετρά τη δύναμή του με μέτρο το βαθμό ευκολίας που κατορθώνει να χρωματίζει τα πράγματα η πνευματική του διάθεση. Μπορεί να κάνει τον κόσμο, την ιστορία, τις δυνάμεις της Φύσης να μιλούν όπως θέλει» (H.Bloom, Η θραύση των δοχείων). Έτσι δικαιολογείται το σκοτεινόψαρο, το ενυδρείο και ο δράκος. Πρόκειται για σύμβολα μιας νέας πραγματικότητας, συνεκτικός ιστός της οποίας είναι η δύναμη της
ειρωνείας. Ο παρατηρητής των ενοίκων του ενυδρείου γίνεται – με τη σειρά του – αντικείμενο παρατήρησης.

«Είναι ένας κόσμος ευάλωτος
αυτός που κέρδισε τη νέα προσέγγιση
όταν ξυπνητός βυθισμένος σε ένα σβόλο νερού
θα ονειρεύεσαι νησιά».

Ο ποιητής δυσκολεύεται να παραδεχθεί τον κόσμο της αρχής της πραγματικότητας, τον κόσμο που δεν κυβερνάται από τη συμπαθητική και ανταποδοτική φαντασία. Σε έναν τέτοιο κόσμο το κενό κυριαρχεί και δημιουργεί την αίσθηση ότι φτάνουμε πάντα καθυστερημένοι, καθώς και τον εφιάλτη της συνειδητοποίησης ότι το τρομερό συμβάν έχει ήδη συντελεστεί. Ως μόνη λύση φαίνεται «να εγκαταλείψουμε για πάντα το ερώτημα
σχετικά με την αρχή και το τέλος της ζωής, και να εννοήσουμε τον ανόργανο και τον οργανικό κόσμο σα μια διαρκή ολίσθηση ανάμεσα στη βούληση για ζωή και τη βούληση για θάνατο, στην οποία δεν κυριαρχεί ποτέ απόλυτα ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος… Φαίνεται πως η ζωή πρέπει πάντα να τελειώνει καταστροφικά, όπως ακριβώς ξεκίνησε, κατά τη γέννηση, με μια καταστροφή..» (Ferenczi, βλ. H.Bloom). Είναι γεγονός ότι παρά την δυσπιστία της απέναντι στη ρομαντική φαντασία, η Κορνέτη επιλέγει κάποτε το ασυμπλήρωτο σχήμα και την αποσπασματικότητα – ή κάποιες μορφές
αποσπασματικότητας. Στο τελικό, πεζό ποίημα της συλλογής με τίτλο «Επαφή», «η ύπαρξη και η μη ύπαρξη διαλύονται μέσα από την ίδια διαδικασία, αυτήν της αποδόμησης». Το κενό είναι το ύστατο καταφύγιο του ποιητή.

«για να κάνεις μια εικόνα ορατή
θα πρέπει πρώτα να την κάνεις χειροπιαστή
για να προσεγγίσεις την εικόνα
θα πρέπει πρώτα να γίνεις ο παρατηρητής της
ο παρατηρητής της ανυπαρξίας σου»

Το κενό – η λευκή σελίδα – είναι για τον ποιητή η αφετηρία και το τέλος της
διαδρομής του. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία μεσολαβεί του μυθικό σύμπαν της ποίησης, μιας τέχνης που δοκιμάζεται. Η Κορνέτη δεν περιγράφει τα πράσινα φύλλα του Whitman, τα φύλλα της ποίησης, καθώς «η αφήγηση των φύλλων είναι η εικόνα/του ποιήματος, η μορφή της ευλογίας» (H.Bloom). Η ποίηση είναι άραγε η τέχνη που «παραμένει αναπόσπαστο τμήμα ενός περίπλοκου αλλά θαυμαστού στην αντοχή του ιστού που συνδέει και νοηματοδοτεί τα πάντα» (Χ.Βλαβιανός) ή μια τέχνη περιττή; Στην
παρούσα συλλογή υπόκειται ένα θέμα ακανθώδες και αιχμηρό («ένα μπουκέτο
ψαροκόκαλα») και αποκαλύπτεται ένα κενό επικοινωνίας, που καλείται ο αναγνώστης να καλύψει. Η συμμετοχή στη διαδικασία της (από)συναρμολόγησης του κόσμου (και) του ποιήματος είναι δεδομένη για τον αναγνώστη, ο οποίος παρακολουθεί να ξετυλίγεται
μπροστά στα μάτια του η κοσμογονία του ποιήματος, καθώς και των ποικίλων του εκδοχών και δεν επιθυμεί να μείνει αμέτοχος.

 

 

Η ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΥΤΣΟΥΛΙΑ (2007)

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Διαβάζω/Νοέμβριος 2008

Η αιώνια κουτσουλιά

Το ασήμαντο και το αιώνιο

Στη νέα ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη, τα ενάντια, όπως στον Ηράκλειτο, συναντιούνται, για να δημιουργήσουν τη συνοχή του κόσμου ή, τουλάχιστον, την κοσμοθεωρία μας. «Το ασήμαντο» ανανεώνει «το αιώνιο», του απονέμει «μια άλλη διάσταση». Ποια είναι όμως αυτή η διάσταση που Οφείλει την ύπαρξή της στην περιορισμένη αξία μας; Ο ποιητικός λόγος της Κορνέτη μας παρασύρει σε ένα σύμπαν όπου, και όταν ακόμη η ενδοσκόπηση αποτυγχάνει, ο ασθενής επιβιώνει. «Ένα μήνυμα αισιοδοξίας μέσα στην aurea
mediocritas (όπως θα έλεγε ο Οράτιος); Μάλλον όχι. Η ανατρεπτική χρήση των λέξεων, βασικό γνώρισμα της ποίησής της, μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε τι ακριβώς σημαίνει «επιβιώνω».
Η ποιήτρια χλευάζει την άμετρη φιλοδοξία μας ήδη από τον τίτλο, ενώ στην αιώνια ασημαντότητα του πόθου μας κατατάσσει και την ποίηση.
Η κουτσουλιά-ακαθαρσία γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό της ζωής μας, η
κουτσουλιά-ασημαντότητα ανάγεται σε αιώνια κατάσταση στο «μεγάλο
καθρέφτη του σύμπαντος». Καθώς «το κενό αναβλύζει» από τα μάτια
μας, το ποίημα «ξυπνάει και βρυχάται». Για «νοσηρό απόσταγμα της συμπλεγματικής [μας] σχέσης / με το αιώνιο και την ασημαντότητα» μιλά η
ποιήτρια.
Στη νέα αυτή διάσταση του ποιητικού τόπου μια νοσηρή εικόνα επιβάλλεται. Δεν είναι τυχαίο που η ποίηση της Κορνέτη περιστρέφεται γύρω από ένα εσύ, που παραπέμπει στην ποιήτρια αλλά και στον αναγνώστη:
«- Έχεις αναλογιστεί / ως πότε θα σπρώχνεις τα σκουπίδια σου / κάτω από
το χαλί του άστρου / για να λάμπεις από μετριότητα;»
Το ποιητικό εγώ διασπάται, για να συζητήσει με το alter ego του, να εκφράσει πόνο, πικρία, νοσταλγία, υπαρξιακή αγωνία, αλλά και αυτοσαρκασμό. Η ποίηση
αυτή δεν γράφεται πάνω στα «μεταξωτά σεντόνια των αιθέρων», αλλά μέσα
«στο συρτάρι». Το δημιουργικό εγώ χρειάζεται μια κουτσουλιά χώρο, για να αναγεννηθεί, αλλά και πολύ θάρρος, για να κρυφτεί σε ένα συρτάρι, γεμάτο παλιά αντικείμενα και χιλιάδες αναμνήσεις.
Με τη γραφή της η ποιήτρια αντιμετωπίζει τα δεινά που μας απειλούν.
Με το ρητορικό σχήμα υπαλλαγή, εξορκίζει τα γηρατειά: «ανενόχλητα/τα μαλλιά του καθρέφτη σου / ασπρίζουν». Με «γυναικεία γραφή» αντεπεξέρχεται στην αγωνία της δημιουργίας: «Η ίδια αγωνία κάθε φορά. / Αν ο στίχος θα έχει χαλαρή ή σφιχτή πλέξη. / Αν η βελόνα πλεξίματος ξε-
φύγει από το θηλύκι / και τρυπήσει θανάσιμα τη λέξη».
Το νέο ποιητικό βιβλίο της Έλσας Κορνέτη δεν ανήκει στην αιώνια κουτσουλιά που κατατρύχει τον άνθρωπο: από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα προσφέρει ποίηση πυκνή, με διαλεκτικό ρυθμό και μηνύματα που μεταδίδονται με λιτό και άμεσο λόγο.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ

Εντευκτήριο

Ποιητικά αποτυπώματα
Έλσα Κορνέτη. Η αιώνια κουτσουλιά.

Η Έλσα Κορνέτη εμφανίστηκε στον ποιητικό χώρο την περασμένη χρονιά
(2007), δημοσιεύοντας ποιήματα στο περιοδικό Ποίηση (τχ. 29) και εκδίδοντας τη συλλογή Στη σπείρα του κοχλία. Ο τίτλος της παρουσιαζόμενης
ποιητικής συλλογής (Η αιώνια κουτσουλιά) υποβάλλει με τον επιθετικό
προσδιορισμό την αίσθηση μιας θεματικής ποιητικής διαχρονίας και με το ουσιαστικό τη λεκτική απόχρωση ενός ποιητικού ρεαλισμού, που στοχεύει να
ανατάμει με καλλιτεχνικούς όρους βιώματα της καθημερινότητας. Η ποίηση της Κορνέτη έχει από θεματικής πλευράς υπαρξιακή σκευή: το αιώνιο
του προσωρινού / ή το προσωρινό αιώνιο; (σελ. 9). Η ανθρώπινη επικοινωνία, η καλλιτεχνική ταυτότητα, οι ποικίλες και περίπλοκες πτυχές της καθημερινότητας και το πώς εγγράφονται ως βιώματα στην ποιητική συνείδηση καλύπτουν τη θεματική περιοχή των στίχων:

Πρέπει επιτέλους να καταλάβεις / ότι λειτουργείς μόνον ως δέκτης. / Ο πομπός χρόνια τώρα / σου φωνάζει /«Out of Order» […] Και τι έχεις άλλωστε να μοιραστείς; Το φθινόπωρο της διαταραγμένης σου σκέψης;
(σελ. 17).

Από τεχνοτροπικής πλευράς, τα ποιήματα κινούνται στον χώρο του μοντερνισμού. Η ρυθμική νεωτερικότητα ανιχνεύεται από τη μορφή του ποιήματος σε πεζό (π.χ. «Μία άλλη διάσταση», σελ. 9) έως και την κατεξοχήν εικόνα του μοντέρνου ποιήματος, που συγκροτείται από ελεύθερους στίχους. Οι βασικότερες ωστόσο πηγές του εσώτερου ρυθμού των ποιημάτων είναι η πυκνή διαδοχή εικόνων, συναισθημάτων και σκέψεων στο πλαίσιο του κάθε ποιήματος, καθώς και η έλλογα ελεγχόμενη υπέρβαση της ρεαλιστικής κανονικότητας σε ορισμένα σημεία, από τα οποία δεν αναδύεται η αίσθηση της
υπερβολικής ποσότητας ή της μονότονης μανιέρας· αντίθετα, τα σημεία αυτά
κινητοποιούν τη δραστικότητα του μη αναμενόμενου ως δημιουργικού ξαφνιάσματος:
Δώσε στο τραγούδι της αγάπης μια ευκαιρία/να σκίσει με τη φωνή
του / τα μεταξωτά σεντόνια των αιθέρων (σελ. 21)· φτερωτές θεές /πετούν /
μέσα στα βαγόνια του μετρό / ενώ / η νύχτα αστράφτει / στο βάθος του τούνελ (σελ. 36)· — Τι έχεις να πεις για τον έρωτα; / — Ο καλύτερος ήχος/μετά τη σιωπή του δάσους (σελ. 64) κ.ά.
Ορισμένα ποιήματα (π.χ. σελ. 28-30, 49-52) θα ήταν δραστικότερα, αν ήταν
πιο συμπυκνωμένα από λεκτικής πλευράς. Το άπλωμα σε πολλούς στίχους
“αδυνατίζει” τον ποιητικό τους τόνο. Ενίοτε η χρήση λογοτεχνικών μεταφορών και προσωποποιήσεων δεν κατορθώνει να εκδιώξει την αίσθηση της εκφραστικής κοινοτοπίας (π.χ. όταν γυρεύεις την αιτία της φυγής / σκοντάφτεις πάντα πάνω στο φόβο / τον αμετανόητο εργένη — σελ. 13), αλλά ως επί το πλείστον η λεκτική και εικονοποιητική δυναμική των στίχων συντελεί και στη συγκινησιακή φόρτισή τους:
Η ίριδα του ματιού σου / έχει κατάλληλα εκπαιδευτεί/ — τρεμοπαίζει /
ξεθωριάζει /ώσπου καταψύχει/Νεκρά τοπία κυανής αγάπης (σελ. 41) κ.ά.
Τέλος, η αποκόλληση από ρομαντικογενείς εξιδανικεύσεις, ως απότοκη
της γόνιμης επιρροής που δέχτηκε η Κορνέτη από τον ποιητικό ρεαλισμό,
στοιχειοθετεί δυναμικές ποιητικές εγγραφές :
κι / εσύ /που βούτηξες/ τη σόλα σου/σε περιττώματα σκύλου/άφησες/ τα ίχνη σου / στην καινούργια μοκέτα / στο δωμάτιο / του καλύτερού
σου / φίλου (σελ. 34).
Η δημιουργική αξιοποίηση μειζόνων φωνών της αγγλόφωνης ποίησης (Τ. S. Eliot, Sylvia Plath, W. B. Yeats), η υπαρξιακή αναζήτηση ως θεματική απόχρωση και η μοντερνίζουσα αύρα ως απόρροια τεχνοτροπικής επιλογής συμβάλλουν στη θετική πρόσληψη της ποιητικής συλλογής, γεγονός που κινητοποιεί και το ενδιαφέρον για τη συνέχιση της λογοτεχνικής πορείας της ποιήτριας.

 

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ
Έλσα Κορνέτη, Ή αιώνια κουτσουλιά,

ΜΙΑ ΔΙΕΙΣΔΥΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ στην πραγματικότητα προσφέρει ή δεύτερη
ποιητική συλλογή της ’Έλσας Κορνέτη με τον χαρακτηριστικό τίτλο Η αιώνια
κουτσουλιά (προηγείται το βιβλίο Στη σπείρα τού κοχλία, 2007). Η ποιητική
γλώσσα είναι άμεση, κουβεντιαστή και ανεπίσημη, ενώ κυριαρχεί μια προσωπική εκδοχή της καθημερινότητας που βασίζεται στην ανάπλαση της τρέχουσας εμπειρίας και την επιθυμία μετάδοσής της στον αναγνώστη. Ό ποιητής/συγγραφέας είναι ουσιαστικά κατάσκοπος, σύμφωνα και μι τους στίχους της Άνν Σέξτον που χρησιμεύουν ως μότο στη συλλογή, ο όποιος εκθέτει τη δική του ζωή, αλλά Κάι των άλλων, σε κοινή θέα. Σκοπός του φαίνεται να είναι η απομυθοποίηση/απομάγευση του κόσμου και η προσέγγισή του από κοντινό πλάνο, που επιτρέπει να φαίνονται τα χάσματα και τα κενά του.
Το εισαγωγικό ποίημα του βιβλίου («Μια άλλη διάσταση») έχει σαφή
υπερρεαλιστική καταγωγή και συγγενεύει με τα υπερρεαλιστικά πεζά ποιήματα. Θέμα του είναι η ανίχνευση του αιώνιου μέσα στο στιγμιαίο, το ασήμαντο, το τυχαίο. Πρόκειται για «το αιώνιο τού προσωρινού / ή το προσωρινό αιώνιο·,» Το τυχαίο απασχολεί την υπερρεαλιστική ποίηση πού βασίζεται στον ελεύθερο συνειρμό και στην «αυτόματη γραφή», ενώ ό ποιητής θεωρείται «ήρωας τού τυχαίου». Αυτή δεν είναι η περίπτωση της Κορνέτη, η όποια χρησιμοποιεί την αντίστοιχη τεχνική για να δώσει απλώς ένα στίγμα και ένα σχόλιο σχετικά με την «τυραννία της ύπαρξης». Αν εξαιρεθεί το θέμα της αιωνιότητας πού είναι διακειμενικό, ο ποιητής μετέχει μιας ύπαρξης όπου κυριαρχεί το περιστασιακό στοιχείο.
Η συμβολή της ποιήτριας στη διαμόρφωση ενός κλίματος είναι καθοριστική, καθώς δηλώνει ότι δίνει «το σχήμα της ημέρας» σύμφωνα με την έμπνευσή της. Η ίδια ωστόσο δεν παρουσιάζεται ως παντοδύναμη, αφού ευθύς εξαρχής αποκαλύπτει τα τρωτά σημεία τού ποιητικού της προσωπείου. Συχνά αναπαριστά με παρρησία τις δυσφορίες της παιδικής ηλικίας -«όλο εκείνο το πράσινο»- καθώς και τις πολυπλοκότητες της ενήλικης ζωής. Η υπαρξιακή πλάνη, το συναισθηματικό κενό, η πλήξη των δεδομένων καταστάσεων και η συμπυκνωμένη ανησυχία αποτελούν την αναπόφευκτη πραγματικότητα. Η πολυπλοκότητα καθώς και η απλοϊκότητα εκπροσωπούνται από την ιδιότροπη κυρία Complexity και τον αγαθό και
προβλέψιμο κύριο Simplicity. Από τα παραδείγματα των ανθρώπινων αυτών
τύπων προκύπτουν χρήσιμα -αλλά όχι πρωτότυπα- συμπεράσματα. (Αρκετές είναι οι περιπτώσεις όπου κυριαρχεί η πεζολογία και η επιμονή στην κοινή έμπειρία).

Τουλάχιστον έμαθες έστω και αργά/ότι η ομορφιά βρίσκεται/εκεί οπού βασιλεύει η ατέλεια/και η ευτυχία/εκεί οπού Απουσιάζει/ή πολυπλοκότητα.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ποιητικές ενότητας που εκθέτουν τα περιεχόμενα της ανθρώπινης σκέψης, είτε αυτή αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις είτε ζητήματα της τέχνης. Ό τόνος γίνεται σαρκαστικός, δηλητηριώδης και βαθύτατα αποκαλυπτικός για όσα διαδραματίζονται «σε μια σκοτεινή / διαταραγμένη / και άγνωστη πτυχή τού μυαλού» κατά «το φθινόπωρο της διαταραγμένης σου σκέψης». Είναι γεγονός άλλωστε ότι στις ανθρώπινες σχέσεις επικρατεί έλλειψη κατανόησης, ασυνεννοησία και ότι ο κόσμος εξελίσσεται σε μία σύγχρονη Βαβέλ. (Οι σχετικές αναφορές σε ποιήματα του Γ.Μπ. Γέητς, τού Τ.Σ. Έλιοτ, του Σ. Μπέκετ αλλά και της Σ. Πλάθ ενισχύουν το αποτέλεσμα). Η ίδια σύγχυση και διάλυση επικρατεί και στόν κόσμο των ιδεών. Έννοιες-κλειδί χάνουν σταδιακά το νόημά τους και απειλούν την ανθρώπινη επικοινωνία στην ουσία της. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να χορταίνουν με λέξεις χωρίς περιεχόμενο: το σημείο επιζεί του σημαινομένου. Τις συνέπειες αυτές υφίσταται και η σταθερή ποιητική άξια -ο έρωτας- ο όποιος είναι μάλλον «ένας Έρωτας χωρίς έρωτα!»
Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής αποτελούνται από σύντομες νοηματικές ενότητας/πυρήνες -που σηματοδοτούν συναισθηματικές εκρήξεις— εστίες πυρκαγιάς. Πρόκειται για την εκδήλωση ενός σταθερού πνεύματος αντίθεσης στις παραδοσιακές τυποποιήσεις της λογικής, της γνώσης καθώς και ένα άνοιγμα στην προσωπική, δημιουργική σκέψη. Κάθε πραγματικότητα υπάρχει μόνο για να μπορεί να αμφισβητηθεί, φαίνεται να πιστεύει η ποιήτρια, ενώ πιο ανθεκτικά στο χρόνο είναι τα γκροτέσκα, νοσηρά και περιττά στοιχεία πού μάς περιβάλλουν. Η ανθρωπότητα βρίσκεται, με αυτό τον τρόπο μπλεγμένη σε έναν πόλεμο εικόνων, ενώ η πάλη των
αντιφατικών αυτών παραστάσεων οδηγεί στον τεμαχισμό και την αποσυναρμολόγηση του κόσμου. Μόνη υγιής αντίδραση στο αδιέξοδο είναι η εξέγερση.
Παρακολουθείς με ενδιαφέρον/το γοργό βήμα/ της μακαριότητας/των βραχυκυκλωμένων εγκεφάλων/ πού οδηγεί σε επιφανειακές διαδρομές/
γονιμοποιεί την ευδαιμονία και γεννά /ψευδαισθήσεις/ ζωές άδεια κελιά/
κι ένας ρευστός θυμός σε πνίγει.

Η δέσμη ερωτηματικών, υποθέσεων, αμφιβολιών και παρατηρήσεων που
εκτυλίσσεται σε σειρά ποιημάτων προσπαθεί να λύσει το θεμελιακό πρόβλημα της πραγματικότητας και ανατρέπει την παραδοσιακή εικόνα που σχηματίζεται γι’ αυτήν («Ερινύες v.s. Ευμενίδες», «Η γνωστή πόλωση», «’Εμμονές»), Ποιητικές τεχνικές όπως οι παραστατικές εικόνες, η αναλογία, οί ερωτήσεις, ή ισχυρή προστακτική συντελούν στην αμεσότητα του λόγου. Άμεση συνέπεια είναι ή χρεοκοπία της περιγραφικής γνώσης των φαινομένων και η ανάπτυξη σχέσεων αβεβαιότητας. Δεν υπάρχει πια λόγος να αντιπαρατίθεται η ορθολογική γνώση στη συναισθηματική είτε η φαντασία στη λογική, εφόσον αρκεί η αναλογική γνώση να αποδείξει τη δημιουργική ικανότητα του πνεύματος. Το γεγονός συνιστά από μόνο του μια πρόκληση.

Πτώση/από αποτυχημένο ακροβατικό./Είσαι έτοιμη/να εκτεθείς/σαν την αιώνια κουτσουλιά/στο κεφάλι του αγάλματος;

Η ουσία του ζητήματος «αιωνιότητα η προσωρινότητα» είναι ότι η ποιήτρια
φαίνεται αποφασισμένη να συνεχίσει την αναζήτηση και να έρθει σε ολοκληρωτική ρήξη με ό,τι ξέρει, με ό,τι προκαταβολικά την καθορίζει. Στο σημείο αυτό έχει τη θέση της η ειρωνεία και ο σαρκασμός που είναι αναπόφευκτη συνέπεια των αντίδρομων καταστάσεων που προκύπτουν διαρκώς. Στο βιβλίο είναι διάσπαρτες, οι ανομοιογενείς, ποικίλων βαθμών εκδηλώσεις του μαύρου χιούμορ πού φτάνουν στα άκρα της ανατομίας του εαυτού και των άλλων. (Το δεύτερο πρόσωπο, το «εσύ», συχνά παρουσιάζεται σαν μια καρικατούρα.) Το αποτέλεσμα ωστόσο μπορεί να είναι αναπάντεχα ευνοϊκό για την τέχνη.

Υποκλίνομαι βαθιά/ στο συναισθηματικό κενό/και στη συνοφρυωμένη ανεπάρκεια/πού μου χάρισες./Μα το μαγικό σου άγγιγμα/ή παθολογική μου εσωστρέφεια/μετατράπηκε σε συγγραφική/ακράτεια.

Η τέχνη επομένως είναι μια δραστηριότητα πού πληρώνεται ακριβά και ο καλλιτέχνης μια διχασμένη φύση που διακατέχεται από παθιασμένους
συνειρμούς και παρορμήσεις, ψευδαισθήσεις και αίσθημα ανικανοποίητου
(πρβλ. με τούς στίχους του Καρυωτάκη «τη σάρκα, το αίμα θα βάλω/ σε σχήμα βιβλίου .μεγάλο»). Ο ίδιος βρίσκεται διαρκώς σε μια διαδικασία αύτογνωσίας -ή καλύτερα απογύμνωσης του εαυτού- και ανάλυσης των συνδρόμων του («τό ενοχικό σύνδρομο», «το σύνδρομο της πολυπλοκότητας» κ.λπ.). Επιμένει, παρά τις αντιξοότητες, στις εμμονές του —π.χ., στον μεγάλο/ιδανικό έρωτα, μολονότι τον θεωρεί «μια γερή μπουκιά φαντασιοπληξίας»- και συνεχίζει να θέλει να κολυμπήσει «σε μια καινούργια ψυχή / τόσο μπλε / τόσο αμέριμνη / τόσο αθόρυβη / όσο και η εγκυμοσύνη της θάλασσας».
Ό κόσμος εξακολουθεί να απασχολεί την ποιήτρια – πολύχρωμος, αιχμηρός,
ακατέργαστος, απροσδόκητος («Φωτοσκιάσεις», «Ή κίτρινη εκδοχή»). Η
Κορνέτη διερευνά όλες τις πλευρές του με ποιήματα-ματιές που τον τέμνουν σε βάθος και διαπιστώνει ότι δεν είναι και το καλύτερο μέρος για να γεννηθεί κάποιος. ’Εξίσου την απασχολεί και η οικογενειακή σάγκα, το οικογενειακό δέντρο («Fade out»), τα πρόσωπα και ο πανικός τους («τα καρουζέλ όλων των μικρών πανικών των προσώπων περιστρέφονται αενάως»). Πρόκειται για φεμινιστική ποίηση, στην καλύτερη μορφή της, η όποια βασίζεται στη γυναικεία εκδοχή της πραγματικότητας – αυτή που εκθέτει πρισματικά τις αλληλοσυγκρουόμενες όψεις του κόσμου με όλες τις αιχμές και τις παγίδες τους. Η ειλικρίνεια της εικόνας ξεπερνά συχνά τα όρια της σκληρότητας. Την προσοχή βέβαια αποσπά το παράδοξο (bizarre). Η μοντέρνα ποίηση δεν επιμένει επιλεκτικά σε κάποιες αντιθέσεις, αλλά τις φωτίζει ισότιμα σε όλες τις πλευρές τους.

Μιά ραχοκοκαλιά άπό στάχτη/ό εύθραυστος κόσμος/κι οί ήμερες
χύνονται/χαμηλόφωνα/σέ θρύψαλα.

Η επιτυχία της Κορνέτη κατά κύριο λόγο συνίσταται στη σημαντική της εξέλιξη σε σχέση με το προηγούμενο, σαφώς πρωτόλειο βιβλίο καθώς και στην επίλυση των προβλημάτων που το συνοδεύουν. Αν στη Σπείρα του κοχλία επικρατούσε η διάχυση, ο συμφυρμός των θεμάτων και η εκφραστική αδεξιότητα, στην παρούσα συλλογή διαπιστώνεται ευθυβολία στην κατάκτηση του ποιητικού στόχου. Το αποτέλεσμα προκύπτει ως ένα παιχνίδι που συνδυάζει άνεση στην έκφραση και ευελιξία στη σκέψη. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τους ελιγμούς γύρω από μια πραγματικότητα που διαρκώς μεταλλάσσεται και απαιτεί την προσοχή του. Το ισχυρό δεύτερο ενικό πρόσωπο αναλαμβάνει να ανατρέψει όλα τα δεδομένα και τις άξιες του αναγνώστη και να καταργήσει τις μικρές του αλήθειες. Η νέα οπτική γωνία και η πρωτότυπη ματιά βασίζεται στην ανατροπή και την απόκλιση από
τον μέσο όρο, τη «normalite» και τον «υποκριτικό καθωσπρεπισμό». (Στο
σημείο αυτό βρίσκει εξήγηση και η πρόκληση του τίτλου.) Η απογύμνωση από
τις αυταπάτες συντελεί στη χαρτογράφηση του εαυτού και του κόσμου με τη
βοήθεια των λέξεων. Πρόκειται για «λέξεις στρείδια», συχνά σκληρές και ακατέργαστες που αποδίδουν πιστά την πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα οδηγεί σε μια λεπτομερώς χαρτογραφημένη εποχή, από την όποια δεν μπορεί κάποιος να ξεφύγει.
Προς τί λοιπόν η αιωνιότητα; Αιωνιότητα είναι τελικά η ανελέητη ροή του χρόνου. Η ποιήτρια δεν έχει σκοπό να προσφέρει ιστορίες μέ ωραίο τέλος.
Ή συλλογή παραμένει σκόπιμα ανοιχτή, με υστερόγραφό και «με ερωτηματικό» που αφορούν το νόημα της τέχνης – ή μάλλον τη μορφή και το περιεχόμενο του ποιήματος. Η μορφή επιδιώκει να στεγάσει το ποίημα, αλλά το περιεχόμενο πρέπει «να φωτίσει / μια μικρή η μεγάλη αλήθεια». Σκοπός του ποιήματος είναι ή αλήθεια, ενώ «οι αιώνες χιονοστιβάδα κυλώντας μαζεύουν μικρά μόνο βηματάκια ανθρώπων» (Μπρετόν).

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ ΚΟΡΝΕΤΗ

 

ΙΩΑΝΝΑ ΑΒΡΑΜΙΔΟΥ

bibliotheque 3/1/2013

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ ΚΟΡΝΕΤΗ
(Απόσπασμα)

Ήδη από τις πρώτες της ποιητικές συλλογές με τους αντιστικτικούς τίτλους «Η αιώνια κουτσουλιά» , «Ένα μπουκέτο ψαροκόκκαλα» και τώρα με τη συλλογή «Κονσέρβα μαργαριτάρι» , η Κορνέτη φαίνεται να κομίζει κάτι το νέο στην ελληνική ποίηση. Από τα πρώτα ποιήματά της, πραγματεύεται τα θέματά της που είναι ο έρωτας, η ανθρώπινη συνθήκη, η ενατένιση της εικαστικής δημιουργίας, η απομάγευση του κόσμου , το συναισθηματικό κενό, μέσα από καθημερινές και όχι εξεζητημένες λέξεις, και δίνει το στίγμα και τη δική της φωνή, τόσο από πλευράς περιεχομένου όσο και από πλευράς ποιητικής φόρμας, παραβιάζοντας καμιά φορά τα όρια μιας εκφραστικής γραμμικότητας με στόχο την ανατροπή όλων των συμβάσεων. Οι λέξεις της είναι καθημερινές, όμως μέσα από μια παραδειγματική σύνταξη όπου γειτνιάζουν κατά τρόπο ώστε να υπερβαίνουν τα όρια μιας απλής καθημερινής επικοινωνίας, καθιστούν το ποίημα πολυπρισματικό με πολλά επίπεδα ανάγνωσης και ερμηνείας. Κατ’ αρχήν, αυτό που διαπιστώνει ο αναγνώστης, είναι η βαθιά και αφομοιωμένη γνώση της παγκόσμιας λογοτεχνίας, κυρίως της Ευρωπαϊκής, και γενικότερα της τέχνης, εφόσον η ποιήτρια ανοίγει διάλογο με καλλιτέχνες όπως ο Χάινε, ο Φλωμπέρ με την Εύα Μποβαρύ του, ο αναγεννησιακός ζωγράφος Μποτιτσέλι , ο σουρεαλιστής Βέλγος ζωγράφος Ντελβώ ο Δάντης με τη Βεατρίκη του.

Στη συλλογή συναντούμε μακροσκελή ποιήματα με έντονη εικονοποιία και θεατρικό ποιητικό λόγο. Επηρεασμένη από τον λατινοαμερικανικό μαγικό ρεαλισμό, τις Μυθοπλασίες του Μπόρχες και τους υπερρεαλιστές ποιητές μας , ιδίως από τον Εγγονόπουλο όπως μου ομολόγησε η ίδια, της αρέσει να αφηγείται με ποιητικό τρόπο ιστορίες και να ανιχνεύει τα όρια μεταξύ φανταστικού και πραγματικού. Χρησιμοποιεί το γλωσσικό υλικό της με παράδοξο τρόπο από τον οποίον προκύπτει μια μαγική και εξίσου παράδοξη εικονοποιία και παράδοξες ψυχικές καταστάσεις. Ένα παράδειγμα:

« Όσο η καρδιά του ρόδου χλιμιντρίζει
Αραχνούφαντες αναβλύζουν ηδονές
Βαριά αρώματα κεντούν στο σώμα σαύρες
Οι ουρές γίνονται τσιγκέλια»

Είπαμε ότι η Κορνέτη προσπαθεί να αποδεσμευτεί από όλες τις συμβάσεις που συνθέτουν την οντολογική της ύπαρξη, να αποτολμήσει μια υπέρβαση και να επιστρέψει με άλλη πλέον μορφή στην κανονικότητα του πραγματικού της βίου, γιατί η ανίχνευση του ένδον εαυτού εκφρασμένη ποιητικά, αναγκαστικά θα δημιουργήσει ένα νέο ον, εμπλουτισμένο με στοιχεία που προέκυψαν μέσα από την διαδικασία της γραφής και ικανό να αντέξει την υπάρχουσα πραγματικότητα. Σε πολλά από τα ποιήματά της, είναι φανερή η αναφορά της στη σχιζοειδή πραγματικότητα την οποίαν έχει να αντιμετωπίσει ένα ον που από τη στιγμή της γέννησής του έχει να αντιπαλέψει τη σκληρότητα ενός κόσμου κατά βάσιν εχθρικού, και προσπαθεί να θωρακιστεί απέναντί του.

Στο ποίημα της Η ΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΗ, η μεγάλη κυρία των εκατό ετών, γέννημα ενός υδάτινου κόσμου-μια έμμεση αναφορά στην αρχέγονη προέλευση του ανθρώπου- αναγκάζεται να θωρακιστεί με φολίδες για να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν είναι ο χώρος του φυσικού της στοιχείου, του νερού, και με το ανεπτυγμένο μητρικό ένστικτο-άλλος υπαινιγμός για τη ζωϊκή πλευρά της ύπαρξής μας-κρύβει, για να προστατέψει τους απογόνους της στα νούφαρα.

Έχοντας μεγαλώσει με τη ζωγράφο μητέρα της, το ενδιαφέρον της για την εικαστική δημιουργία είναι έντονο και έκδηλο στο έργο της. Με οξύ βλέμμα, προβαίνει στην ανατομία ενός εικαστικού έργου, το οποίο είναι το άλλο πράγμα που γονιμοποιεί τον ποιητικό της λόγο, το παρατηρεί, εμβαθύνει, συνειδητοποιεί τι είναι, ενδιαφέρεται ν’ αποκτήσει βαθιά γνώση αυτού που υπάρχει πίσω από την εικόνα, αποσπά ένα νήμα από τον καμβά και με τα δικά της υλικά, την γραφίδα και το λόγο, δημιουργεί το δικό της υφάδι, που θα είναι ένα Text, ένα κείμενο, μέσω του οποίου το εικαστικό έργο θα αποκτήσει μια νέα ζωή. Ομιλώντας άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε σε τρίτο, ως Άλλη, παρατηρεί, ανιχνεύει το Εγώ της και καταγράφει τις ψυχολογικές της διακυμάνσεις, τους λαβυρίνθους των συναισθημάτων της, και γενικότερα του ψυχικού της τοπίου με όλα τα τρωτά σημεία του. Ορισμένα ποιήματά της έχουν διαλογικό χαρακτήρα μεταξύ ενός Εγώ κι ενός Εσύ, το οποίο μπορεί μέσα από τον αντικατοπτρισμό να είναι το alter ego της ποιήτριας που υποδύεται το ρόλο και του αρσενικού και του θηλυκού, ενός άφυλου υποκειμένου που παρατηρεί, στοχάζεται και καταγράφει, με ψυχραιμία κι από απόσταση, την κατακερματισμένη πραγματικότητα

Αν και σε πολλά ποιήματά της, το ποιητικό Εγώ είναι άφυλο όπως προείπαμε, σε άλλα παρατηρούμε μια καθαρά γυναικεία ματιά ως προς την θεματολογία της. Δεν θα αποφύγω να μιλήσω για γυναικεία γραφή αναφορικά με την ποίηση της Έλσας Κορνέτη, βεβαίως έχει χυθεί πολλή μελάνη για το θέμα αυτό, και μπορεί κάποιος να μου αντιτείνει ότι η ποίηση δεν έχει φύλο, , όμως εγώ υποστηρίζω ότι υπάρχει γυναικεία ποίηση εφόσον η ματιά μας στον κόσμο και στα πράγματα καθορίζεται μέσα από την γυναικεία βιολογική μας συνθήκη, βεβαίως χρησιμοποιούμε τα ίδια εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιούν και οι άνδρες για να μιλήσουμε για τα βιώματά μας, αλλά υπάρχουν ποιήματα, που αδυνατώ να φανταστώ ότι θα μπορούσαν να είχαν γραφεί από έναν άνδρα, έχω κατά νουν το ποίημα της Γερμανοεβραίας ποιήτριας του εξπρεσιονισμού Έλζε Λάσκερ Σούλερ, «Ένα παλιό θιβετιανό χαλί», η οποία παρομοιάζει ένα ερωτευμένο ζευγάρι με τους σφιχτοδεμένους κόμπους από θιβετιανό χαλί.

Η ματιά λοιπόν της Έλσας Κορνέτη και οι αναζητήσεις ή οι θέσεις της γύρω από τα υπαρξιακά, ερωτικά και εικαστικά θέματα, σε πολλά από τα ποιήματά της, υποστηρίζω ότι είναι γυναικεία.

Έχω κατά νουν το ποίημα της Femmina (σελ. 76) στο οποίο αναφέρεται προφανώς στην έμμηνο ρύση

«Αυτά τα ποτάμια αίματος

Μια ζωή πιστά σ’ ακολουθούν
Πίσω σου κυλούν
Σε φουσκώνουν
Σε πονάνε
Σε βαραίνουν
Κι όταν ξαφνικά αρχίσει
Η ξηρασία
Σταγόνα σταγόνα να
Σε τρελαίνει
Τα ποτάμια στερεύουν
Τότε
Ω, τι έκπληξη!
Αρχίζουν να σου λείπουν

Ξέρεις τι σημαίνει
Η απόσυρση της κόκκινης κηλίδας;
Να μένεις μια γυναίκα λειψή
Μισή γυναίκα;

Πώς θα μπορούσε άραγε ένας άντρας να βιώσει μια έμμηνο ρύση; Κι αν η ποίηση δεν μιλά για πραγματικό βίωμα, όπως έλεγε ο μεγάλος ποιητής Πάουλ Τσέλαν , αυτό που θα προκύψει δεν θα είναι ένα ποίημα αλλά ένα ψευδοποίημα.

Ως προς τη μορφή των ποιημάτων της, αυτό που παρατηρώ, είναι μια αυτονόμηση των στροφών, οι επί μέρους δηλαδή στροφές ενός ποιήματος μπορούν να διαβαστούν και αυτόνομα και ανεξάρτητα από το όλον ποίημα και να είναι φορείς νοήματος. Ο ρυθμός δεν είναι συλλαβοτονικός, δεν γράφει έμμετρο, ούτε ομοιοκατάληκτο στίχο, παρόλα αυτά επιτυγχάνει να δώσει στο ποίημα μια εσωτερική ρυθμικότητα μέσα από τη γραμματική και συντακτική δομή, την αναλογία και την επανάληψη. Επηρεασμένη όπως είπαμε από τον Εγγονόπουλο, παρατηρούμε στην Κορνέτη, όπως και σ’ εκείνον, μια κάθετη διάταξη του ποιήματος, που υπερβαίνει και υπονομεύει την παραδοσιακή οριζόντια διάταξη για να καταστήσει σαφές ότι δεν την εκφράζει πλέον, ασφυκτιά μέσα στα αυστηρά της όρια, και επιζητεί να αναπνεύσει μέσα από την ελευθερία της φόρμας.»

Η Έλσα Κορνέτη, με τις 4 ποιητικές της συλλογές, έχει καταφέρει να καταθέσει το «ιδίωμα μιας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που προσπάθησε να κόψει» για να χρησιμοποιήσω τα λόγια ενός άλλου ποιητή, του Γιάννη Λειβαδά, έχει δημιουργήσει τη δική της ποιητική γλώσσα, το δικό της προσωπικό ιδίωμα που τείνει προς το ακατόρθωτο κι αυτό πρέπει να είναι σήμερα το ζητούμενο στην Ποίηση.

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

Η ποίηση στη σκηνή της εξομολόγησή
Για την ποίηση της Έλσas Κορνέτη

(Απόσπασμα)

Το βιβλίο Στη σπείρα του κοχλία, μολονότι εκδόθηκε το 2007 στη Θεσσαλονίκη (εκδόσεις Μαλλιάρη), αποτελεί συλλογή παλαιότερων ποιημάτων της Έλσας Κορνέτη. Από πλευράς ύφους και θεματικής εμφανίζεται ως βάση για το δεύτερο έργο της ποιήτριας με τον τίτλο Η Αιώνια Κουτσουλιά (εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα, 2007), στο οποίο αποτυπώνεται με υποκειμενική διαύγεια το γυναικείο βλέμμα σε μια θεματολογία ερωτικών, υπαρξιακών και εικαστικών αναζητήσεων ή θέσεων. Το μοτίβο δεν εγκαταλείπεται στο τρίτο βιβλίο της ποιήτριας, Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα (εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα, 2009), εντάσσεται όμως σε διαφορετικές αναπτύξεις.
Η σχετική αυτονόμηση των στροφών κάτω από ένα γενικό τίτλο -μορφή που επιλέγεται για τα περισσότερα ποιήματα της δεύτερης συλλογής— κρίνεται αποτελεσματική. Δίνεται έτσι η δυνατότητα να φωτιστεί ένα θέμα από διαφορετικές σκοπιές. Η όσμωση μεταξύ των διαχωρισμένων στροφών/ενοτήτων συμβάλλει, στις πιο επιτυχημένες περιπτώσεις, στη διαμόρφωση μιας δυναμικής ισορροπίας στη σχέση ανάμεσα στην υφή και την πλοκή του κειμένου. Η στοχαστική περίληψη που, κατά κύριο λόγο, δίνει υπόσταση στα μέρη αυτών των συνθέσεων, αποτελεί ένα από τα εξελισσόμενα στοιχεία του ύφους της ποιήτριας: «Στη γη των απολαύσεων/ δεν υπάρχουν/ γωνίες/ για να τραυματίσουν/το γοφό σου//οι μέρες κυλούν/σε τηλεοπτικά επεισόδια/ενώ στα χωράφια/ φυτρώνουν χαρτονομίσματα// στην ευθρα-
στότητα του ορίζοντα/επιπλέουν/ δαντελένια εσώρουχα/και
περιστέρια/ από πλεξιγκλάς» (από το ποίημα «Η αιώνια κουτσουλιά»).
Ας παρατηρηθεί στο προηγούμενο απόσπασμα η παραστατικότητα που επιτυγχάνεται με τη χρήση των ρημάτων ενεργητικής φωνής. Μια προσωπική ένσταση αφορά στον ήχο που αναδίνεται από τους σύντομους στίχους αυτού του χωρίου. Οι «γωνίες», για παράδειγμα, ακούγονται αποκομμένες στον μονολεκτικό -κι εμφατικό, βεβαίως, ως προς τη σημασία της απουσίας —στίχο. Για τέτοιου είδους στοιχεία, ωστόσο, δεν υπάρχει νόρμα παραγωγής. Στο χέρι του ποιητή, κυριολεκτικά, είναι ν’ αποτυπώνει το προσωπικό του
ύφος με το τάλαντο και την εξάρτυση που διαθέτει.
Φρονούμε, επίσης, ότι ορισμένα ποιήματα, όπως το «Αποτύπωμα – Print», άρα κι ολόκληρη η Αιώνια Κουτσουλιά θα κέρδιζε σε πυκνότητα δομική, αν αποκλείονταν χωρία ή στροφές, που, απλά, επαναλαμβάνουν γνωστές ρήσεις και κρίσεις.
Στο βιβλίο Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα τα ποιήματα αποκτούν μια πιο ευδιάκριτη νοηματική συνέχεια. 0 βαθμός αυτονόμησης των στροφών μειώνεται δραστικά, ωστόσο κατά περίπτωση παραμένει. Γενικά, και εδώ, κυριαρχεί η μέσης έκτασης ανάπτυξη. Εύλογα, συναντούμε περισσότερα
ποιήματα οραματικής αφήγησης, όπως «Το αυγό του Brancousi» και το «Homo aquarius». Πρόκειται για μια χαρακτηριστική εξέλιξη του στιλ, που προχωρεί από συλλογή σε συλλογή.
Στην ποιητική της Έλσας Κορνέτη ιδιαίτερος ρόλος δίνεται στο δεύτερο πρόσωπο. Σε αρκετά ποιήματα είτε επιχειρείται να κλείσει ένας διάλογος με την καταγραφή του αντίκτυπου της επαφής, είτε ο «άλλος» αποκτά την υφή του παραλλαγμένου αντικατοπτρισμού. Κατά την τελευταία ενδιαφέρουσα τεχνική το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί ν’ αποδώσει με την ψυχραιμία μιας απόστασης ζητήματα τα οποία υποτίθεται ότι δεν το αφορούν άμεσα. Πραγματικά συναισθήματα είναι δυνατό να σοβούν σ’ ένα ποιητικό πλαίσιο, που προσφέρεται για την ανάπλασή τους δίχως να ολισθαίνει
στην επιφανειακή συναισθηματολογία. Ας σημειωθεί πάντως ότι η χρήση του δεύτερου προσώπου εγκυμονεί τον κίνδυνο της αντίδρασης του αναγνώστη ως αποδέκτη μιας παραίνεσης που δεν ζητήθηκε. Μολονότι, λοιπόν, ανιχνεύονται κάποιες στιγμές εκζήτησης, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα,
σε στίχους του ποιήματος «Ερινύες vs Ευμενίδες», η σχετική διαχείριση από την πλευρά της Έλσας Κορνέτη κρίνεται ικανοποιητική, αφού μεταδίδει πειστικά την αίσθηση της υποκειμενικής εμπλοκής και αποκρυστάλλωσης.
Σαν συνέπεια των παραπάνω έρχεται η δραματική εικονοποιία. Συχνά οι στίχοι της ποιήτριας λαμβάνουν μια διάσταση σκηνική με την παρουσία ενός ή περισσότερων προσώπων. Δεν είναι σπάνιο το ποίημα ν’ ακούγεται σαν θεατρικός μονόλογος. Ενδεικτικά παραδείγματα από τη δεύτερη συλλογή είναι το ποίημα «Syndromes» και το «Fade Out», στο οποίο θα αναφερθούμε εκτενέστερα παρακάτω, ενώ από την τρίτη ο ερωτικός «Μονόκερως» και το ποίημα «Τοιχογραφία», όπου επιχειρείται μια εμψύχωση στοιχείων εμπνευσμένων από τη ζωγραφική του Jackson Pollock. Συχνοί εξάλλου είναι και οι διάλογοι που εντάσσονται στη δομή των ποιημάτων – ιδίως αυτών του Μπουκέτου.
Ανταγωνιστικό ως προς τις αντιλήψεις που απαξιώνουν
τις ανθρώπινες σχέσεις είναι το είδος της θηλυπρεπούς αμεσότητας -έως και ωμότητας-που διαλέγει η ποιήτρια, για να σχολιάσει συγκεκριμένες στάσεις, που αφορούν στο αιώνιο ζήτημα του έρωτα: «Bizarre./Ήταν ο πρώτος άντρας/που σου μίλησε για τον έρωτα/χωρίζοντάς τον σε στάδια/σαν να
ήταν καρκίνος» (απύ το ποίημα «Μυστήρια και Θραύσματα», Αιώνια Κουτσουλιά).
Δεν λείπουν οι σκληρές μα αναγκαίες διαπιστώσεις και το πικρό περίπαιγμα: «Αφού το ξέρεις/Είναι ο νόμος του ωκεανού/Όταν η υποκρισία κορυφώνει την ιλαρότητα/Το ζευγάρωμα γίνεται στον ύφαλο/Για ασφάλεια» (από τα «Δύο Ημικύκλια», Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα)
Η ούτως ή άλλως κοινοποιημένη με μια ποιητική συλλογή διάθεση για επικοινωνία αποκτά έντονες ιδιοσυγκρασιακές χροιές, όταν μεσολαβεί ο πλατωνικός κομιστής του πάθους – ή του άλγους.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τ.8 /2014

 

ΝΙΚΗ EIDENEIER

Η Έλσα Κορνέτη κολυμπάει ευθύς εξ αρχής σε βαθιά νερά. Και μόνο οι τίτλοι των ποιητικών της συλλογών προετοιμάζουν ασυνήθιστα την περιέργεια μας. Ήδη από τον πρώτο στίχο ενός ποιήματος αναρωτιέται κανείς. Πού το πάει άραγε; Μένει πιστή στο θέμα που υπόσχεται η συλλογή; Υπάρχει πράγματι ένα κύριο θέμα; Και οι τίτλοι; Είναι μόνον έξυπνα ευρήματα ή έχουν βαθύτερο νόημα; Ας πάρουμε την πιο πρόσφατη εκτενή της συλλογή με τον τίτλο Κονσέρβα μαργαριτάρι. Τι να σημαίνει άραγε; Μια κονσέρβα σαν μαργαριτάρι; Μια κονσέρβα με μαργαριτάρια, όπως λέμε κονσέρβα τόνου; Αυτόν τον συνδυασμό θα τον αναζητήσει ματαίως ο αναγνώστης στο περιεχόμενο της συλλογής, έτσι ώστε να μπορέσει να διευκρινίσει το νόημα από τα συμφραζόμενα. Τη λέξη «μαργαριτάρι», ωστόσο, τη συναντάμε μια φορά στις εκατό σελίδες, επίσης χωρίς ανάλογα συμφραζόμενα. Σε πιο επίμονη αναζήτηση όμως ανακαλύπτει κανείς, ή νομίζει πως ανακαλύπτει, ένα πλήθος μαργαριτάρια χωμένα και συντηρημένα σε μια κονσέρβα, που είναι βέβαια το τυπωμένο βιβλίο. Μήπως αυτό εννοεί η ποιήτρια με τον περίεργο τίτλο;
Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν δύο στίχοι από την προηγούμενη
συλλογή της Η αιώνια κουτσουλιά -τι τίτλος κι αυτός!- στο ποίημα
«Post-script». Εκεί υπάρχουν οι στίχοι: Μαργαριτάρια και νεκρές καρδιές / είναι τα ποιήματα που ζούνε μέσα στα στρείδια, (σ. 70)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ

Ένα άλλο γενικό χαρακτηριστικό στην ποίηση της Ε. Κ. είναι ο αγώνας που κάνει για ανοικείωση, συχνά στην αρχή και το τέλος κάθε ποιήματος, αλλά και σε οποιοδήποτε σημείο το κρίνει λειτουργικά απαραίτητο. Ψάχνει κάτω από τις λέξεις, εξαρθρώνει το κοινότοπο και αναδιαρθρώνει το ανοίκειο, δηλαδή τον καθαρό ποιητικό λόγο. Ας θυμηθούμε ότι, πριν γραφεί ο στίχος «βαθύ γαρύφαλλο ακρωτήρι», κανένας δεν είχε σκεφτεί να κάνει μια τέτοια σύνδεση, να δώσει ένα τέτοιο σύμπλοκο νέο νόημα. Και είναι το ανοίκειο που ανανοηματοδοτεί κάθε τι καινούργιο, άγνωστο μέχρι χθες, μέσα από τον ορυμαγδό της γλωσσικής καθημερινότητας. Με ανάλογη ανοικειωτική λογική η ποιήτρια μας διαβεβαιώνει: «[…] Είμαι κλεπτομανής / Κλέβω το οξυγόνο των
λέξεων [.,.]». Να, λοιπόν, μια κυριολεκτικά πρωτοφανής κλέφτρα οξυ-
γόνου λέξεων.

 

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΡΑΒΟΛΑΣ

Η εικονοποιία μέσα στο «φλιτζάνι» της Έλσας Κορνέτη εκτός από το φανταστικό της απόθεμα μπορεί να διαμορφώνεται και από σημαντικά εικαστικά έργα και καλλιτέχνες, σαν το «Αυγό» του Brancusi ή ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός του Jackson Pollock, όπως υποδηλώνουν τα δύο προαναφερθέντα ποιήματα. Και εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι έχουμε μια δημιουργική αφομοίωση του έργου σημαντικών εκφραστών της
διεθνούς εικαστικής πρωτοπορίας στο ποιητικό έργο της Έλσας Κορνέτη, όπου σαν αποτέλεσμα έχει τις μεταπλάσεις τους σε ποιητική εικονοποιία, εικονοποιία που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ποίησή της.
Αρκετά από τα ποιήματα της Έλσας Κορνέτη, όσον αφορά τη δομή τους, ξεκινούν από την περιγραφή μιας εικόνας περιβάλλοντος, συχνά παράδοξου ή αινιγματικού, ονειρικού ή παραμυθένιου, όπου σ’ αυτό θα εξελιχθεί η ποιητική δράση. Ξεκινάει περιγράφοντας μια εικόνα ή μια κατάσταση πραγμάτων σε αναμονή ή σε κίνηση και μετά κάνει στροφή και απευθύνεται στο δεύτερο πρόσωπο, μερικές φορές παρεμβάλλοντας και διαλόγους ή μονολόγους στο ποίημα,24 ενώ συχνά καταλήγει πάλι με την περιγραφή μιας εικόνας-κατάστασης.

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να ρωτούν τους καθρέφτες (Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί σ. 7), τότε καταφεύγουν στην ποίηση -και στην τέχνη γενικότερα-, αναζητώντας την αλήθεια πίσω από την επίφαση.
Από εκεί εκκινούν οι δυο μικρές ποιητικές συλλογές Ο λαίμαργος
αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί και Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ, γιατί τα παραμύθια είναι μια επανάσταση του συναισθήματος, της επιθυμίας και της φαντασίας ενάντια στη φορμαρισμένη λογική, και βρίσκονται σε αντιπαράθεση με αυτή.
Η πρώτη συλλογή πραγματεύεται την αλαζονεία και την πλεονεξία
του σύγχρονου ανθρώπου, που καταστρέφει στο διάβα της ό,τι αγνό και φυσικό, ενώ στη δεύτερη τον βλέπουμε παγιδευμένο σε έναν τεχνοκρατικό, αναστατωμένο κόσμο, που διαρκώς τρέχει και κινείται, και όλα αυτά τα «σκηνικά» μοιάζουν με μια εμπνευσμένη παραβολή του σήμερα.
Μέσα στα παραμύθια δεσπόζει η γλαφυρή υπερβολή, η απογείωση
της φαντασίας και η σύγκρουση με πάσης φύσεως δεσμά, είτε της λογικής, είτε της πραγματικότητας, είτε των «πρέπει». Νιώθουμε ελεύθεροι να ακούσουμε και να πούμε οτιδήποτε, μια και δεν φαίνεται ξένο και παράλογο, ενώ μπορούν να εισέρχονται και να παντρεύονται απρόσμενα πράγματα.
Συνοψίζοντας επιλογικά: Ο ιδιαίτερος τρόπος της Έλσας Κορνέτη, που εξελίσσεται προς διάφορα θέματα και εστιάσεις, είναι μια απογείωση της φαντασίας μιας εγκλωβισμένης ψυχής, που εκφράζεται μεταξύ λογικής και φαινομενικών εκ πρώτης όψεως αντιφάσεων, που γενούν ένα πολυδιάστατο νόημα.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Η θεματολογία της έχει να κάνει με ό,τι δυναστεύει την ανθρώπινη ύπαρξη, με ό,τι περιορίζει την ανυπότακτη φύση του όντος. με ό,τι φαλκιδεύει τα όρια της, εκ γενετής, ελευθερίας του: 0 τεχνολογικός ορθολογισμός, οι ψηφιακές χειροπέδες της σύγχρονης τεχνολογικής έκρηξης, οι επινοημένες και υποβαλλόμενες επικοινωνιακές συμπεριφορές, η χύδην ανθρωποφαγική διάθεση και η πολτοποιητική ομοιομορφία στην έκφραση των ενστίκτων, η διατρητική μοναξιά και η θανατερή αποξένωση, η κίβδηλη ψευδαισθητική και σαρκοβόρα, εντέλει, αγοραία προσφορά της ερωτικής μέθεξης, απλωμένη στους πάγκους των αργυραμοιβών της ύπαρξης, αποστεγνωμένη από κάθε ζωοποιό χυμό, στερημένη από τα δώρα της εθελούσιας δοτικότητας, η υπαρξιακή μελαγχολία, η ματαίωση κάθε ονείρου και προσδοκίας, η ενηλικιωτική απομάγευση του οραματικού κόσμου που είδαμε με την καθαρότητα του παιδικού βλέμματος, η υποτίμηση και η έκπτωση της μοναδικής αξίας που ενυπάρχει στη φύση: της γυναίκας / ανθρώπου· η ενορατική, τέλος, πρόταση για μιαν επιστροφή, με σχέση μητρική, στη φύση, στην πρώτη αρχή του κόσμου, στον φυσικό χώρο και τρόπο ζωής.

 

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ

Τα ποιήματα της Κορνέτη είναι τοιχογραφίες στο άπειρο, ανασκαμμένα εδάφη ανθρώπινης απελπισίας, τριγμοί της αδυσώπητης μηχανής του χρόνου και του πόνου. Μας κάνουν να κοιτάμε προς τα μέσα. Με γλώσσα, τροχιά, με ύφος που δεν σηκώνει παλιμπαιδισμούς, με σταράτα λόγια αδιακύμαντης νομοτέλειας, χωρίς ταμπού και με σκοπιά σκωπτική, μια και η ποιήτρια με την άκρη του ματιού της βλέπει καθαρά όσα βλέπει ο κοινός οφθαλμός καρφωμένος στη ζωή.
Προσγειωμένη στα ύψη ενός βυθού επουράνιας εγκαρτέρησης, η Έλσα
Κορνέτη ανασύρει τις εκπτώσεις του κόσμου και τις αβεβαιότητες της
ανθρώπινης συνθήκης είτε στα παιχνίδια των σχέσεων, τις μεταμορφώσεις
και τις παραμορφώσεις αναιμικών ερώτων, είτε στα απολιθώματα κροκοδείλων δακρύων μιας πολιτικής υποκρισίας θωρακισμένης με ελαττώματα. Μεταιχμιακή ποίηση ουσίας και ολικής αλέσεως που λύνει τον κόμπο της ματαιοδοξίας, της αυταρέσκειας και της αυτοαναφορικότητας.

 

ΕΛΕΝΗ ΤΖΑΤΖΙΜΑΚΗ

Γενικότερα, η Κορνέτη παρουσιάζει έναν ποιητικό χαρακτήρα διαμορφωμένο μέσα από επιδράσεις ή και διαλόγους με ξένους μεταμοντέρνους ποιητές, την ίδια στιγμή που ο ποιητικός της κόσμος δομείται με ψυχραιμία πάνω στην έκφραση της πανανθρώπινης γυναικείας εμπειρίας, προσπερνώντας οποιαδήποτε εθνική ή κοινωνική δέσμευση.
Με άλλα λόγια, θα λέγαμε ότι η Κορνέτη κατασκευάζει έναν ομιλητή ο οποίος φέρει αποκλειστικά μία ταυτότητα, αυτήν του φύλου που αναστοχάζεται τη φύση και τη θέση του. Και μέσα ακριβώς από αυτόν τον συνεχή, αλλά καθόλου τυχαίο, στοχασμό της, η Κορνέτη κατορθώνει να συλλαμβάνει και να απευθύνει τα ποιήματά της στηριζόμενη στη βάση του πανανθρώπινου και του οικουμενικού.

 

Δ.Ι. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ

Στην ποίηση της Έλσας Κορνέτη το μυθικό στοιχείο συνυπάρχει μ’ αυτό της πραγματικότητας σε μια σχέση ευεπίφορη όσο και παράφορη κι εκεί ακριβώς εστιάζει τη μοναδικότητά της να μοιράζεται ως φάση και αντί-φαση, ως επιλογή και διάστικτη προσέγγιση των δρώντων και των δρωμένων, αλλά και ως όργανο ελέγχου διαρκούς «μπροστά στην αφετηρία της αυτογνωσίας» ή ως πρακτική φιλοσοφία.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Ήδη απ’ τις πρώτες της ποιητικές συλλογές διαφαίνεται η θεματολογία
που απασχολεί την ποιήτρια καθώς και το ύφος με το οποίο πραγματεύεται. Η αλλοτρίωση ως κυρίαρχο μοτίβο κυριαρχεί στα περισσότερα ποιήματα της κυρίως με την επικοινωνιακή της έννοια. Οι σύγχρονες διαπροσωπικές σχέσεις, η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να έρθει σε ουσιαστική επαφή με τον συνάνθρωπό του, με αποτέλεσμα να απομακρύνεται και να αποστασιοποιείται, με αποκορύφωμα στον έρωτα, η διαδικασία αποξένωσης του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό και η ταύτισή του με την υλική πραγματικότητα καθώς και η απόλυτη εξάρτησή του από αυτήν είναι τα βασικά θέματα που ταλανίζουν την ποιήτρια.

 

ΕΥΗ ΤΣΑΚΝΙΑ

Σαν μια μεταφυσική διαμεσολάβηση συναντήθηκαν κι εμάς τα βήματα μας πριν από μερικά χρόνια και το τοπίο έγινε ακόμα πιο μεταφυσικό όταν η Έλσα μού αποκάλυψε πως τελευταίες επιστημονικές έρευνες απέδειξαν ότι οι ποιήτριες γεννούν κόρες ζωγράφους και οι γυναίκες ζωγράφοι ποιήτριες. Όχι, δεν το ήξερα, αλλά ταυτόχρονα το ήξερα, πολύ καλά μάλιστα, μια που μεγάλωσα
με μητέρα ποιήτρια, όπως κι η ίδια με μητέρα ζωγράφο. Στίχοι γραμμένοι πρόχειρα πίσω από πακέτα τσιγάρων και συνταγές μαγειρικής, λογαριασμοί, χαρτιά με παραχωμένα ανάμεσα βιαστικά σκίτσα, οικιακές συσκευές, χρωματιστά μολύβια, σημειωματάρια, αυτοκόλλητα χαρτάκια, λέξεις σκόρπιες παντού, μαχαιροπήρουνα, πινέλα, είναι το αποτύπωμα του κοινού μας βιώματος. Και μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό, μέσα σ’ ένα καπέλο, φωσφορίζει λαμπρό το σκοτεινόψαρο και ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα. Ας είναι αυτή η ρομαντική σύνθεση, η κοινή μας αφιέρωση.

 

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ

Για πιο λόγο όμως η ποιήτρια προτιμά την αντίστροφη ιστορία της Ιουλιέτας, απομυθοποιεί το παιχνίδι των ρόλων των δύο φύλων και επιμένει στον θάνατο του αισθήματος; Κατά μία άποψη, η ανατροπή προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η ίδια ανατρεπτική ματιά είναι φανερή και στην Αιώνια κουτσουλιά. Το ισχυρό δεύτερο ενικό πρόσωπο αναλαμβάνει να ανασκευάσει όλα τα δεδομένα και τις αξίες του αναγνώστη, και να καταργήσει τις μικρές του αλήθειες. Η νέα οπτική γωνία και η πρωτότυπη ματιά βασίζονται στην απόκλιση από τον μέσο όρο και τον «υποκριτικό καθωσπρεπισμό». Η απογύμνωση από τις αυταπάτες συντελεί στη χαρτογράφηση του εαυτού και του κόσμου με τη βοήθεια των λέξεων. Πρόκειται για «λέξεις στρείδια», συχνά σκληρές και ακατέργαστες, που αποδίδουν πιστά την πραγματικότητα.
Οι φάσεις του ερωτικού παιχνιδιού περιγράφονται με ποιητικές λεπτομέρειες, συγκίνηση και συχνά σαρκασμό. Δεν πρόκειται πια για τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, αλλά για τον αντίπαλο εραστή και την αντίπαλη ερωμένη. Η πάλη μεταξύ των δύο φύλων περιγράφεται στο «Ημερολόγιο παραφοράς». Το αποτέλεσμα οδηγεί σε μια νέα τυποποίηση των πραγμάτων, σε μια κονσέρβα μαργαριτάρι.

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

Στη φιλοσοφία ζωής που αναπτύσσει στην ποίησή της η Έλσα Κορνέτη, διακρίνεται μια απαισιόδοξη στάση και διάθεση, το ακόρεστο της επιθυμίας και της ζωής, το ανικανοποίητο και το non finito της ποιητικής δημιουργίας. Κι ωστόσο, σε όλα η ποιήτρια διακρίνει μια ματαιότητα, τη «Vanitas», ζωγραφική τάση στη Φλάνδρα και τις Κάτω Χώρες τον 16ο και 17ο αιώνα, με πίνακες που αποτύπωναν την απουσία νοήματος και τον παροδικό χαρακτήρα των επίγειων αγαθών και επιδιώξεων γιατί η κατάληξη του ανθρώπου είναι ο θάνατος. Κι ωστόσο, η ποιήτρια, με μια μεταφυσική διάθεση, κάνει χρήση του συμβολισμού της πεταλούδας που συμβολίζει την ψυχή: «Κάποτε όμως θα καρφωθούμε στον ουρανό / Σαν δύο γιγάντιες πεταλούδες Αttacus Atlas /Ο
θάνατός μας / Θα είναι μια λεπτομέρεια» (σ. 39).
Συχνά πυκνά στα ποιήματά της η Κορνέτη θέτει ζητήματα ποιητικής: «Δεν είναι ήρωες οι ποιητές και οι ερωτευμένοι / Είναι το ποίημα και ο έρωτας / Ηρωικές πράξεις» (σ. 94), στίχοι που θυμίζουν τις οδηγίες του Άμλετ σε ηθοποιούς να παίζουν όχι τον πεσμένο αλλά το πέσιμο, τη θλίψη και όχι τον θλιμμένο.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΤΣΙΟΣ

Στην πρόσφατη, για παράδειγμα, ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη με τίτλο Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά, στην οποία και θα εστιάσω με σύντομη παρουσίαση. κεντρικό θέμα είναι ο άνθρωπος και οι συμπεριφορές του στη σύγχρονη ζωή. 0 άνθρωπος εμφανίζεται παγιδευμένος στο κλουβί της καθημερινότητας και των κοινωνικών συμβάσεων, στον σύγχρονο κόσμο των τεχνολογιών. Το ποίημα με τίτλο «Η ζωή σε σκόνη», για παράδειγμα, αναφέρει τον άνθρωπο που αρνείται τον ψηφιακό τρόπο ζωής ως «άνθρωπο σπάνιο με μεγάλη συλλεκτική αξία» (:64) καθώς η «κανονική» (αντλώντας από τον τίτλο της συλλογής) ζωή του σύγχρονου ανθρώπου αναπαρίσταται ως «κονιορτοποιημένη», που «Ζει στη μνήμη του υπολογιστή» (:65). Ο σύγχρονος άνθρωπος εμφανίζεται ως επιζήμιος για το φυσικό περιβάλλον, περιγράφεται ως υπερόπτης και αλαζόνας και ταυτόχρονα τρωτός μέσα στην άγνοιά του: «Ο κόσμος ολοένα χαμηλώνει / Πέφτει στα γόνατα / Υποκλίνεται / Σε ανθρώπους φελλούς» (:37). Ωστόσο, υπάρχει περιθώριο λύτρωσής του για την «αν-θρωποαπωθητική» αυτή συμπεριφορά («πριν βγεις / μην ξεχάσεις / να φορέσεις / το ανθρωπόαποθητικό σου») (:82) και έρχεται από τον κόσμο των ζώων.

 

ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ

Επιλογικά, θα ήθελα να σημειώσω ότι και σ’ αυτή την ποιητική συλλογή της Έλσας Κορνέτη υπάρχει η μέριμνα για μια ενιαία σύνθεση· οι επιμέρους ενότητες είναι σφιχτοδεμένες, τα ποιήματα πολύστιχα ή ορισμένα σε άτιτλες υποενότητες που συναρθρώνονται κάτω από τον βασικό τίτλο. Ενθέτει, επίσης, δυο πεζοποιήματα, γραμμένα στον ίδιο, ωστόσο, τόνο και ασθματικό ρυθμό, για να καταλήξει με το τελευταίο ποίημα ποιητικής σ’ ένα ποίημα κενό κυριολεκτικά, μία λευκή σελίδα, ω; ένα είδος εικονοποίησης της αποδοχής της αδυναμίας του δημιουργού ή ίσως εικονοποίησης αυτού του κενού/γκρεμού στον οποίο οδηγείται μια κουρασμένη κοινωνία που φοράει τα καλά της και καμαρώνει στον καθρέφτη, αλλά στην πραγματικότητα είναι τραγικά γυμνή//Στο καταληκτικό αυτό ποίημα με τίτλο «Στο περιθώριο», κυριολεκτικά ο στίχος γράφεται σαν ακροστιχίδα στο περιθώριό του, ορίζοντας ή εγκιβωτίζοντας το κενό. 0 ποιητής είναι ένας επικίνδυνος άνθρωπος κυρίως (ίσως μόνο, θα συμπλήρωνα εγώ) για τον εαυτό του, ομολογεί ενδεχομένως την ήττα του να αλλάξει τον κόσμο, αναγνωρίζοντας παράλληλα την περιθωριοποίησή του, αλλά με τη διαρκή πράξη της γραφής, έστω παράλογα, εξακολουθεί να ελπίζει. Ευτυχώς.

Στον απολογισμό γράφεις:

Να σώσουμε πρώτα εμάς από την πλήξη του κόσμου
Κι έπειτα ας πλήξουμε τον κόσμο σώζοντάς τον
(Τα ποιήματα της αφής 10)

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Η ειρωνεία της ποιήτριας επιτείνεται με τον χαρακτηρισμό του αυτοκράτορα με το επίθετο «καλός» προς τους υπηκόους τους. Αποδεικνύεται ότι θέλει υπάκουους και πιστούς υπηκόους που θα τους επιβάλλεται. Η απαγόρευση φυσικά ισούται με υπαγόρευση, δηλαδή οτιδήποτε εκφράζεται από τον αυτοκράτορα ακολουθείται πιστά, χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς αντιρρήσεις. Η υπακοή, αυτή η μυστική τρομοκρατία, έχει καταστεί μια ενότητα που είναι δύσκολο να διαβρωθεί, αφού όλοι συμφωνούν με αυτόν, με τον θεωρητικά πιο σωστό… Επομένως, οι άνθρωποι μαθαίνουν να γίνονται σκληροί, αφού δεν μπορούν να εκφράσουν την άποψή τους και συνακόλουθα την προσωπική τους ευαισθησία. Αντίθετα, οι ευαίσθητοι άνθρωποι αμφιταλαντεύονται, προτάσσουν την τόλμη έναντι του φόβου και τελικά βρίσκουν τη δύναμη να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Όμως, η ζωή τους θα είναι γεμάτη δυσκολίες. Θα πρέπει να δουλέψουν σκληρά για την επιβίωσή τους και να αντιστρατεύσουν το κλίμα πλειοψηφίας, τη μη έκφραση αντίρρησης.

.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΠΑΝΟΣ

Μέσα από τη δυναμική της μονοκονδυλιάς του λόγου της αποφθεγματικής διατύπωσης, γνωμικογραφώντας η Έλσα Κορνέτη συναρμόζει τη θετική μαζί και θεωρητική φύση της σκέψης με τον αναγνωρίσιμο μοντερνιστικό εικονισμό της. Όχι σπάνια -έστω και αν κατά το λίγο έως πολύ κοινότυπο-αλληλεπιδρώντες σε συνύπαρξη κόσμοι επικυρώνουν, έτσι, μια βαθύτερη αμοιβαία μεταξύ τους συνομιλία που επιτρέπει η υπέρβαση της ρεαλιστικής κανονικότητας κι ένα είδος στοχασμού συμπαίκτη.

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΤΣΕΛΙΚΗΣ

Οι επιδράσεις του διαδικτύου στον άνθρωπο-χρήστη του είναι θέμα κατάλληλο για δοκίμιο. Όμως η ποίηση αποδεικνύεται, όπως είδαμε, πιο αποτελεσματική· και την πειστικότητα του δοκιμίου έχει και την αισθητική τέρψη του αναγνώστη εξασφαλίζει.
Η Έλσα Κορνέτη λοιπόν «διδασκαλίαν ποιουμένη», αφού μας παρέσυρε στον σκοτεινό λαβύρινθο της ψηφιακής τεχνολογίας, σ’ αυτόν τον επικίνδυνο χώρο, όπου ελλοχεύουν η δόλια μάγισσα Κίρκη κρατώντας το μαγικό ραβδί της και ο ακόρεστος και φοβερός Μινώταυρος τελικά μας έβγαλε σώους και αβλαβείς, και προπαντός σοφότερους στο ξέφωτο, στο φως του Ήλιου, στην αλήθεια.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s