ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

1-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%b5%cf%83-%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%85-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf

 

 

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΑ

1. ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

2. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ

3. ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΟΦΙΛΗΤΗ

 

 

 

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ

 

ΕΣΕΝΑ Σ’ ΕΧΩ ΞΑΝΑΓΑΠΗΣΕΙ (2014)

Αν κάθε στίχος μου
ήτανε μια στιγμή,
πλούσια πολύ θα ’χα ζωή
αν και τις στιγμές μου
ύλες
δεν τις θυμάμαι.

Αν κάθε στίχος μου
ήταν η άλλη ζωή,
θα ’χα περάσει σε αυτήν
μία μία
όλες τις στιγμές μου.

Αν στους στίχους μου
ακούσατε την καρδιά
πως έφυγα θα μάθατε
-μέσα-
δεν χώραγαν άλλοι.

Παράγωγα
Επίθετα
Επιρρήματα
Ουσιαστικά.
Μια λέξη θυμάμαι εγώ,

Αγάπη.

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

 

ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΞΟΟΣ (2015)

Οι σάλπιγγες

Ουρανομήκεις και κατ’ επανάληψην
ήχησαν οι σάλπιγγες.

Όμως,
αρμός δεν ράγισε,
πέτρα δεν σάλεψε,
έστω μία ζεματίστρα να κυρτώσει.

Άθικτα και ακέραια
παρέμειναν τα γιγάντια τείχη.

Μειδιώντας
και νωχελικά ξύνοντας τον θυρεό του
το απόρθητο οχυρό
λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα.

Σαρδόνια κάγχασε πρώτα,
μετά βρυχήθηκε.

Τα απαστράπτοντα πνευστά,
ακαριαία, απώλεσαν την στιλπνότητά τους
μετά ζάρωσαν
και συστάλθηκαν σε κόρνες.

Κόρνες άρρυθμες, βραχνές και θορυβώδεις,
ως των νυκτερινών αυτοκινητοπομπών
σε επινίκιους πανηγυρισμούς.

 

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

 

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (2015)

ΠΕΤΡΕΣ

Θα ’ταν δεν θα ’ταν είκοσι χρονών
σαν με το φουστάνι της το μουσταρδί και με τα τσόκαρά της
έφυγε μεσοκαλόκαιρα.

Τριάντα χρόνια ύστερα από τότε
στο σπίτι της, προίκα του κυρού της, επιστρέφει.
Όχι κυρά του, μα επισκέπτρια μόλις πέντε λεπτών.
Κοιτά τους τοίχους, τα παράθυρα, τα ερμάρια
ίδια από τότες κι ίχνη απ’ τα χρώματά τους στέκουν ξασπρισμένα.
Χαϊδεύει απαλά το ξύλο, τον σουβά, το σκουριασμένο κάγκελο, την
πέτρα.
Στέκεται και μιλά στες κάμαρες,
οσμίζεται τες μυρουδιές,
των δέντρων τους κορμούς φιλά.

Στο τέλος φορτώνει πέτρες και τις πάει στο νότο.
«Ας εν’ τζαι πέτρες» σκέφτεται.
Με αυτές στολίζει την αυλή της στον συνοικισμό,
φκιόρα φυτεύει ανάμεσό τους,
καμώνεται πως είναι πάλι πίσω.

Μάρτιος 2014

 

 

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ – ΦΩΤΙΑΔΟΥ

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (2016)

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΝΟΤΑ

Έχουν μια μουσική τα τρένα
Έχουν τη μελωδία της εναλλαγής
Την ώρα που σφυρίζουνε σφαδάζοντας
ην έλλειψη
ελευθερώνουν νότα νότα το ερωτικό τους κάλεσμα
Βλέπεις τις ράγες τους
νο ορθώνονται
να γίνονται αγκαλιά
να σφίγγουν μέσα τους μια άγνωστη ηδονή
κάποιου ορίζοντα
Να λυγίζουν
σαν επιδέξιοι χορευτές

Κι άλλοτε πάλι
να γίνονται δεσμά
να τυλιχτούνε γύρω στις σκέψεις σου
κι από πουλιά που τις ξεγέννησες
να πέσουνε στο χώμα σου βαρίδια

Η επόμενη μου νότα
θα ήθελα να είναι το φως
που αντανακλά πάνω στις ράγες

 

 

 

ΝΕΒΗ ΑΣΤΡΑΙΟΥ

 

ΠΡΟΚΛΗΣΗ (2010)

ΕΥΘΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ

Μ’ εξουσιάζεις όταν γυμνή με υποχρεώνεις
να απαγγέλλω όσα δεν τόλμησα να ζήσω.
Σ’ εξουσιάζω όταν σε θέλω μέσα μου να μένεις
μέχρι τα μάτια να θολώσουν από την έκσταση.
Δυο ρόλοι που αναζητούν οργιαστικά σημεία
στην τόση αυτή μονοτονία του χρόνου
που βάλθηκε να αποδυναμώσει την ψυχή
για ένα καυτό πάθος σε ευθεία κόκκινη γραμμή.

 

 

 

ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 

ΦΟΒ ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ (2015)

Κεφάλαιο τέταρτο
μια τέτοια νύχτα, μερικά ενδεχόμενα

Μια τέτοια νύχτα
τα χέρια θα μιλάνε με μνήμες
θα διασταλεί ο καιρός
και θ’ απαγορευτούν των φωτονίων οι
διαπραγματεύσεις
θα ’μαστέ μόνο
εγώ εσύ και ο ΦόΒ
μέσα σ’ ευκάλυπτο σιωπή
κι αμνιακών οριζόντων ηλιοβασιλέματα
όχι άλλες λέξεις, τώρα μονάχα μυρουδιές
και πιο πολλή μήτρα
και στην άλλη όχθη
υπέροχα
λευκά
άλογα

Μια τέτοια νύχτα στα σκοτεινά θα με καλεί το
φωσφορίζον τέλος
κι εξουθενωμένη θα τρέξω
για να μαζέψω πάλι
καινούρια γράμματα
Άλφα
Ρω
Χι – και (πώς αλλιώς;) στην πάλη με τον εαυτό το
ποίημα θα τελειώσει με
Ήττα

 

 

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

 

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα
θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους
μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη
και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.
Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;
Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες
εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί… Γιατί
να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο
προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει
με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι
στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,
τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.

 

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

 

ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ (2016)

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΙΧΟΣ

Μια φορά κι ένα καιρό
ήταν ένα ποίημα
με απαιτήσεις, φιλοδοξίες
και υψηλές προδιαγραφές.
Θα μιλούσε για γεγονότα
ιστορικά – ευρυμαθής ο ποιητής.
Θα ταξίδευε σε χώρες της Ασίας.
Θα ήταν στολισμένο με λέξεις πλουμιστές
και στις αποσκευές του
αισθήματα, δύσβατα νοήματα
και υψιπετή ιδεώδη.
Θα είχε αφιέρωση
σε ανθρώπους των γραμμάτων,
της επιστήμης,
ακόμη και πολιτικούς.
Θα έψαχνε μετά να εκτεθεί
σε ποιητικά, ανθολογίες, συλλογές
ή έστω σε μια εφημερίδα
στα «λογοτεχνικά».

Κι όμως το ποίημα αυτό
δεν γράφτηκε ποτέ.
Απ’ ό,τι λένε, ο πρώτος
στίχος του αρνήθηκε
να γεννηθεί,
προτίμησε για πάντα
τη μήτρα της σιωπής.

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

 

ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ (2015)

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.

Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.

Άφαντοι οι φρουροί που φύλαγαν κάποτε
τη λυπημένη εικόνα της μεγάλης πληγής.
Νιώθω το φίδι της σιωπής που γλιστρά
θωπεύοντας τα λόγια που το εκτρέφουν.

Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι.

Το πένθος προσκομίζει συμβάντα ντροπής•
μα τα ψεύδη θρηνούν τις δικές τους αλήθειες.

 

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ

 

ΑΙΩΡΕΙΤΑΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ (2015)

ΟΙ ΑΝΑΜΟΝΕΣ

2.

Η φωνή μου αντιλαλεί στους πνεύμονες
κατά μήκος παραστάτων πόνου ρέει

σε φωνάζω, ψυχή μου, πού είσαι;
Μάης είναι πρωινή ομίχλη θαμπώνει και βρέχει
το παράθυρο σου, καρδιά μου, έχει σπασμένο τογυώΙ
μούδιασμα στα δέντρα

η ξύλινη σκάλα σέρνεται στον τοίχο ταλαντεύεται

φτωχικό είν’ το λεξικό χωρίς λεπτές αποχρώσεις
χρειάζομαι μια λέξη, ψυχή μου, να διαπερνά την ελληνική

μια από κείνες που κρέμονται από τα δοκάρια και αναμένουν
απ’ τον κεντρικό γάντζο, καρδιά μου, λικνιζόμενη αναμένει
τον δικό σου, ψυχή μου, δύσκολο γυρισμό

 

 

 

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1965-2010 (2011)

ΡΥΤΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

βράδυ να βρέχει μεσ’ στο πούσι
σε λιμάνια σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων
κι εσύ να φεύγεις αγέρωχη
σε μυστικά δωμάτια και να διαβάζεις σονέτα
τ’ αηδόνι που γλυκιά θλιβάται
γι’ αυτό το σώμα το λευκό

θα ‘λεγες πως είναι ψέμα τόση ομορφιά
να χάνεται σε ώρες πρωινές χωρίς υπομονή
έτσι καθώς μεταβάλλεται η τύχη και φτάνουν ειδήσεις
ολοένα απροσδόκητες για το εξαίσιο σώμα σου
που μετατοπίζεται μέσα σε σκοτεινή νύχτα
κι ο χρόνος το σπρώχνει λίγο πιο πέρα

απ’ τ ανοιχτά παντζούρια να βλέπεις το πρόσωπο της
κάτω από ένα φως που θύμιζε παμπάλαιες φωνές
και ήχους από πλήκτρα πιάνου
με τη μυρωδιά από κρίνα και ρόδα
όπως σε σονέτα του Σαίξπηρ
καθώς διαβάζεις για τον έρωτα και σε σπρώχνουν
οι άλλοι επιβάτες στο αεροδρόμιο
στον έλεγχο διαβατηρίων

 

 

 

ΜΑΡΙΑ ΘΩΜΑ

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕΣ ΣΤΙΣ ΜΥΚΗΝΕΣ (2008)

Παρτιτούρα για τέσσερα χέρια

Τα χέρια μου είναι σχοινιά δεμένα σε παράλληλους τοίχους
κίτρινα εσταυρωμένα αποκοιμήθηκαν
Χθες βράδυ τα ονειρεύτηκα να πέφτουν στους ώμους σου

Και θυμάμαι την παρατεταμένη κίνηση των χεριών
που άφηναν ραβδώσεις στον αέρα σαν διαμέτρημα φτερών
και τσάκισε ο αυχένας πέταξαν τα χοντρά μαλλιά μου
σαν μαύρο συντριβάνι σκίζοντας το πράσινο του λερωμένου ήλιου

Τρία χρόνια έβαλαν στα χέρια μου έναν έλικα πλοίου
Με περιέργεια κοίταζα και τον γύριζα αργά
με τη φορά που παίρνει στο νερό
για να τον φέρω στη ζωή
Αλλά πώς δίνεις ζωή με χέρια δεμένα

 

 

 

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

ΑΥΡΙΟ ΛΟΙΠΟΝ… (2016)

XXIII

Οι έρωτες τον Αύγουστο
είναι- αλλιώτικοι.
Έχουν μια θλίψη,
κάτι που αρχίζει για να τελειώσει σύντομα,
μια γεύση παγωτό που λιώνει,
μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται,
τον καπνό του τελευταίου πλοίου που φεύγει απ’ το λιμάνι,
ένα χάδι μετέωρο,
ένα ταξίδι επιστροφής.
Οι έρωτες τον Αύγουστο
που ξεκινάνε μ’ ένα αντίο
κι εγώ… εγώ που σε γνώρισα Αύγουστο…

 

 

 

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

 

ΠΕΡΙ ΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (2010)

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Κανείς ποτέ δεν έμαθε, κανείς δεν είπε
από πού πηγάζει, πού επιτέλους εκβάλλει
ο άγνωστος ποταμός, ο Βώκαρος της Κύπρου.

Η Πυθία δαφνομίλησε στους προγόνους μου:
ποτίζει τα άγρια θηρία και μεμιάς ημερεύουν,
πλημμυρίζει κι έτσι πνίγει τους πολιορκητές,
διανοίγει δίνες να καταπιούν τις τριήρεις τους.

Να ‘ναι αυτός που δροσίζει τους νεκρούς
που γλυκαίνει τα χείλη των νέων σαν φιλούν,
που ανακουφίζει τα μάτια των μανάδων;
Αυτός ανάβλυσε γλυκό νερό στην Αλυκή
και μυροβολεί την άγια κάρα του Λαζάρου,
του Ονήσιλου όπου μελώνουν μέλισσες;

Ποιος τον ονόμασε Βώκαρο; Πού ρέει; Πώς;
Να ‘χει άραγε στο νερό μέταλλο που σφίγγει
τη γροθιά του λαού, το στήθος της εργάτριας;
Θα ποτίζει υπόγεια το στάχυ της Μεσαορίας
και πρέπει να ήταν ο συνοδός του Παύλου
να του απάλυνε τις πληγές των ραβδισμών.

Ήρθαν γεωλόγοι και τον ταξινόμησαν ρύακα,
Άλλοι τον είπαν χαράδρα που δεν κελάρυσε.
Μα οι νεκροί μας του οφείλουν πολλά
αφού πότιζε δενδροστοιχίες οραμάτων
να ρέουν μέσα μας, πανώριος μύθος.

Φικάρδου (Φθινόπωρο, 2007)

 

 

 

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

 

ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ 2014

Αιώνες τώρα

Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
και Ιούδες
Αιώνες τώρα
μας φιλούν

 

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

 

ΡΕΚΒΙΕΜ ΣΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ (2015)

ΟΛΟ ΓΙΑ ΝΙΚΕΣ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ…

Όλο για νίκες μού μιλάς και για αγώνες
εμένα που έχω νικηθεί σε όλους τους αγώνες.
Εμένα που οι πληγές μου μαρτυράν
το μέγεθος της πανωλεθρίας μου.
Εμένα που μόνο ήττες γνώρισα
και μόνον αυτές έμαθα να κερδίζω.
Εμένα που ήμουν πάντα με τους νικημένους,
αυτούς που πορεύονται προς τους αγώνες
του μέλλοντος,
βέβαιοι για την άδοξη έκβασή τους.
Κι αν τύχει και κερδίσω καμιά φορά
έτσι, από λάθος, θα τρέξω προς τους νικημένους,
αυτούς που κατά λάθος νίκησα
να σκύψω να τους φιλήσω τις πληγές.

 

 

 

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ

 

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ (2014)

της μικρής Σάρας

Μακριά
Ένας γέροντας είδε στο όνειρο
Μια γειτονιά ολόκληρη
Συνεχώς ανοιγόκλεινε
Το σπίτι να γέρνει
Και ένα μάτι να κοιτάζει τα έγκατα
Άφωνη μέρα δίχως διήγηση
Τις φωνές του δρόμου
Δεν τις άκουγε ο ήλιος
Βόγκηξε το κορίτσι
Πριν ξυπνήσει ο κάτω κόσμος
Πριν την κλέψει
Ως άλλη Περσεφόνη ο Πλούτωνας

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα
Να μην έχουν θέρμανση τα αστέρια
Θέριζε ο αέρας παγωμένα δάκρυα
Στις εκδορές του τοίχου
Ένα κορίτσι δίπλα στο μαγκάλι
Με κλειστά παράθυρα και μάτια
Να μη βλέπει το κακό που πλησιάζει
Μια μικρή ιερή θεότητα
Στο βωμό του ασύστολου κόσμου
Δίχως έλεος
Συναρμολόγησε το θάνατο
Χωρίς ανάσα

5/12/2013

 

 

 

ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ

 

ΣΧΕΔΟΝ (2015)

Πηνελόπη

Σαράντα χρόνια κυοφορώ μια πέτρα
Ο άντρας μου δεν θέλησε πατέρας της να γίνει
Με χώρισε, παντρεύτηκε μια νύχτα το σκοτάδι
Ως τα σαράντα του άνεμος γινότανε πυκνός
και μου ‘σβήνε τις λάμπες πετρελαίου
και μ’ άφηνε ασήμαντη
τυφλή να πλέκω χρόνια
Μα στέρεψαν τα νήματα
Γυμνά μασούρια στέρφα
χωρίς ποτέ ξανά την παρουσία δική του
Με της βελόνας μου κεντρί δίχως κλωστή
γαζώνω πένθους νυφικό και λειώνουν οι λαμπάδες
Προβάρω το και με τρυπούν και πέφτουν οι καρφίτσες
Οι πιέτες μαραζώνουνε
Έκλειψη σώματος
Οι πεθυμιές παράνυμφοι
Το βέλο πιάνεται στου τοίχου ένα καρφί
Απόψε μύρισε το στήθος μου λεβάντα
Πάντα του άρεσε, θυμάται;
Του ‘βαλα και στην τσέπη του κρυφά
Να ‘χει να με μυρίζει εκεί στα κάτω σπίτια

 

 

 

ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ

 

Γέτεμπορκ 2014

Η ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Μέμφομαι τον ήλιο
για την αργοπορία της νύχτας
κι ύστερα μετανιώνω
Αν δεν επέμενε να μεσουρανεί
σχεδόν μεσάνυχτα
αφώτιστες θα έμεναν
άγνωστες πτυχές της πόλης
Ίσως και να συνέδραμε στο ψέμα
που κουβαλώ για το λιμάνι του βορρά,
γιατί όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται
το φως την κρύβει την αλήθεια
κι οι γλάροι πολιορκητές
δεν ησυχάζουν το σούρουπο
στο Γέτεμποργκ.

 

 

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

 

ΡΕ ΑΛΕΞΗΣ (2015)

Ο ΗΓΕΤΗΣ ΜΙΑΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ι

Αλυσοδεμένος δουλοπάροικος
την πέτρα τού τόπου
βαρούσε ο Αλέξης
γνωρίζοντας καλά από κατατρεγμό
στα μέτωπα,
χαλκό στην Ταμασσό
ξύλα στην Ξυλοφάγου
αμίαντο στο Πελέντρι και βάλε…

. . .

Τις νύχτες μες στους στάβλους
η ανάσα των άλογων
ζέσταινε τον ύπνο του
και καθώς οι πέτρες
πού είχε κρεβάτι
τού τρυπούσαν τις σάρκες
έβλεπε τον πυρετό μέσα του
να εγκυμονεί Επανάσταση!

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΟΡΗΣ

 

ΜΕ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗ (2015)

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΟΥ

Ποίηση είναι η τέχνη
να επισκιάζεις την πραγματικότητα
να κομματιάζεις τους λίθους της ζωής σου
μέχρι που να μην ξέρεις πού στέκεσαι
στο παρόν
στο μέλλον
ή στο μηδέν.

Έτσι απροσδόκητα
εναγκαλίζεσαι ερωτικά θέματα
στα ενδιάμεσα ασπάζεσαι ενίοτε
την πολιτική
κι αέναα επιζητάς την πολυτέλεια
της ηδονής,

κρατώντας όμως μιαν απόσταση
ασφαλείας,
όπως τη γλάστρα στο μπαλκόνι
το μισάνοικτο κάγκελο του κήπου
το μάτι στην κλειδαρότρυπα.

Κι όλα αυτά να επαναλαμβάνονται
σε μύριους τυχαίους δήθεν
κύκλους,

καθώς εσύ, ζώο βαρύ,
ποδοπατάς τους κήπους των αισθημάτων
με ύφος.

 

 

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ

 

ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ (2014)

Την ώρα που μπαίνω στο ναρκοπέδιο
αφήνω απ’ έξω μια ψυχή•
πότε της μάνας μου πότε του παιδιού μου
πότε της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης
που άφησα πριν χρόνια,
αφήνω απ’ έξω μια ψυχή,
την ψυχή μου.
Μπαίνω με όλη μου τη μοναξιά στο θάνατο.

*******
Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο Κηπουρός
κι εγώ τον βρήκα εκεί φτάνοντας πολύ πρωί
για να ριχτώ στη μάχη
με το λάλημα των πετεινών
έλαβα θέση στην ορισμένη γεωγραφική μοίρα
στη μοίρα μου
αλλά ήρθε εκείνος, είχε κιόλας σκαλίσει και φυτέψει,
και πριν ρωτήσω, πριν ζητήσω εξηγήσεις
μου είπε, πάρε τις λέξεις σου και φύγε,
να γλιτώσεις
πάρε και μια κούπα ωραίους καρπούς
και άντε στην ευχή μου.
Φύτευε τα κουκούτσια τους
και με τις λέξεις σου χάδευέ τα
άντε να δεις καλό, παιδάκι μου
κι εσύ και οι δικοί σου.
— Αμήν!

 

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

 

ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΟΚΟΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, (2010)

Τα πικραμένα πουλιά

Πλατύς έναστρος ουρανός.
Τριγύρω στην πλάση ανοίγει και
απλώνεται επικίνδυνα
μια θάλασσα σιωπής.
Μέσα στη βαθιά σιωπή
ταξιδεύουν
χιλιάδες πικραμένα πουλιά
και ψάρια χρυσοφτέρουγα.
Αγωνίζονται να φθάσουν
στη μυστική πηγή
για να πάρουν το αθάνατο νερό
να το φέρουν σπονδή
στα φαρμακωμένα χείλη της.
28/6/2001

 

 

 

ΛΙΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

 

ΑΡΕΝΑ (2014)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΝ ΑΡΕΝΑ

Μεσάνυχτα ανάμεσα στους ορθόκλωνους κίονες.
Οι πλατείες άδειες απόλυτη ησυχία.
Κάτω από τις ιερές πέτρες συγκατοικούν ο Δίας
η Δήμητρα, ο Αδης, ο Διόνυσος, οΉλιος κι η Σελήνη.
Οι ελλανοδίκες παρακολουθούν τα γυμνά κορμιά
στην παλαίστρα το αγκύλωμα των σωμάτων ο στόχος.
Το Ηραίο, η Στοά της Ηχούς, το εργαστήρι του Φειδία
που αναμένει ακόμη να λαξέψει το φως
στα κλειστά μάτια των ανθρώπων.

Το φεγγάρι ακολουθεί την πεπατημένη
σίγουρο για το μέλλον του.
Αντηχούν υπόγειοι κραδασμοί, καταγράφονται
χιλιάδες διάλογοι φεγγαριών και ήλιων,
ιστορία μες στην ιστορία, ζωή μέσα σε άλλες ζωές
έξω από μας και μέσα μας.
Τα μάτια, τα χέρια, ο λόγος
απορροφούν, αδράχνουν, ανοίγουν φτερά
και στροβιλίζονται στου χρόνου την αρένα.

Μετακινώ αργά τη βαριά κολόνα.
Κάθομαι στο βαθούλωμα.
Γεμίζω με χώμα το στόμα, τα μαλλιά.
Τυλίγομαι φύλλα δάφνης
να με βρουν σ’ αυτή τη θέση χρόνια μετά.
Μια άγνωστη θα σημειώσουν, δίχως ταυτότητα.

Αρχαία Ολυμπία, Αύγουστος 2013

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ (2014)

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

 

 

 

ΝΟΡΑ ΝΑΤΖΑΡΙΑΝ

 

GAR OU CHGAR (ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΙΡΟ)

Ξαναπές μου εκεινό το παραμύθι, πατέρα.

Τό παραμύθι για την ακρωτηριασμένη χώρα
και τα όνειρα της που εξοντώθηκαν.
Για την εκκλησία που έκλαψε,
την αλήθεια που κατηγορήθηκε πως έλεγε ψέματα,
τις φωνές που ξεσχίστηκαν σαν άκρα του σώματος.

Πες μου για την χώρα όπου δεν γεννηθήκαμε
αλλά που εκεί πεθαίνουμε κάθε μέρα της ζωής μας.

Πες μου για άλλη μιά φορά
γιατί οι Αρμένικες ιστορίες ειναι τόσο θλιβερές
και γιατί υπάρχουν τόσα πολλά γράμματα που σε πνίγουν
όταν οι λέξεις σου σβήνουν και τα χείλη σου τρέμουν.
Πες μου πόσο θα ήθελες να μην υπάρχουν όλα αυτά,
αλλά υπάρχουν. Και δεν είναι παραμύθι

Είναι η ιστορία μας.
Gar ou chgar.
Υπήρχε μια φορά, και δεν υπήρχε.
Είναι τόσο πολύ πιο εύκολο ν’ αρχίσει κανείς
‘Μια φορά κι εναν καιρό’ και να τελειώσει ‘ …αυτοί καλύτερα’.
Αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο στα παραμύθια που μου λες.

 

 

 

ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

 

ΣΗΜΑΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ (2015)

Ενόραση

Αιώνες περπάτησα γυμνή
ανάμεσα στις φυλλωσιές του Αυγούστου
και τις πηγές που δεν στέρεψαν.

Αιώνες ξεδιάλυνα των μαντείων τα ανερμήνευτα,
ξέροντας πως οι ανακατωμένοι αέρηδες

ήταν η ίδια η ζωή.

Τα καμώματα των καιρών πληθαίνουν
– μοίρα του ανήσυχου Ιθακήσιου-

Αιώνες αγρύπνησα
να ανιχνεύω τα σημάδια

από ήχους άλλων ουρανών…

Αιώνες χαράχτηκα
με το λευκό των γιασεμιών
σε αυλές με το αγιόκλημα της λύπης.

Ανήσυχοι
θα καταθέτουν
πανσελήνους.
Οι αιώνες μου.

 

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΪΔΗΣ

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ (2015)

Σεισάχθεια

Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο
δεν θα ‘χαμέ Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

 

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ ΠΟΙΗΣΗ (2016)

ΤΑΞΙΔΙ

Έλαμψε πάλι η χρυσαυγή χάθηκε το σκοτάδι
Ο κόσμος λούστηκε στο φως ζεστό του ήλιου χάδι
Στέκονται νέοι στη σειρά φοράνε δαχτυλίδι
Σημάδι αποχωρισμού για μακρινό ταξίδι
Σέβονται την απόφαση που η πόλη έχει λάβει
Ήρθε στιγμή σημαδιακή να μπούνε σε καράβι.

Μα ποιος κατέχει τον καιρό μόνο ο Θεός τον ξέρει
Θυσία του προσφέρουνε τύχη καλή να φέρει
Ένα καράβι με πανί κι ένα ψηλό κατάρτι
Θα ταξιδέψει σήμερα με οδηγό και χάρτη
Μ’ ένα καράβι τολμηρό και στην καρδιά ελπίδα
Θα ταξιδέψουν μακριά στα νέα τους πατρίδα
Έχουν αγγεία, φυλαχτά, κοσμήματα ωραία
Δεν πάνε ’κει για πόλεμο μα για πατρίδα νέα
Καράβι φεύγει με τούς νιους κι αφήνει πονεμένη
Μάνα που κλαίει το παιδί και πάντα το προσμένει.

Ποιος είπε πώς το σώμα μου είναι μια λίμνη λάδι
Κάποτε είμαι μάγισσα στα βάθη μου σκοτάδι
Και τραγουδώ βράδυ πρωί αλάτι τους ποτίζω
Αν βρουν πατρίδα σώζονται πίσω δεν τους γυρίζω.

 

 

 

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

 

ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΠΛΕΥΣΗ (2011)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Μακρύς ο δρόμος του πηγαιμού
κι όλο να σκιάζεσαι
μη δε προλάβεις τη Θεά
Ήχος νερού

που αργοσταλάζει ολούθε της σπηλιάς
οσμή βουνού στα βράχια
κλωνιά και ρίζες αξεδιάλυτα
μα η συκή δεν εξηράνθη
Μην την είδατε την Αφροδίτη
άσπρο σεντόνι στα νερά;
Μιαν αχτίδα περίεργη
που τρύπωσε ανάμεσα στα φύλλα
κι αχνοφέγγει στον πάτο της σπηλιάς;
Μικρή ζαρκάδα γοργοκίνητη
με δυο αρμαθιές λουλούδια στην αγκάλη
να τρέχει αλαφιασμένη
στην άλλη άκρη του δρυμού;
Μη και την είδατε
μια χαδιάρα τρυγόνα
στο πέταλο της αροδάφνης
μ’ ένα φτερό της πεθυμιάς τρεμάμενο
να σέρνει πλουμιστό πουκάμισο
στην τραχηλιά του ήλιου;
Μη δεν την είδατε την Αφροδίτη
κι άδικο μείνει
το ταξίδι ως το Λατσί!

1989

 

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΑΝΘΡΩ ΠΕΙΝΩ (2016)

ΦΘΟΝΟΣ, ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΦΟΝΟΣ

Στον καθηγητικό σύλλογο:
«Εφηβική κατάθλιψη, πιθανές
αυτοκαταστροφικές αντιδράσεις»
Διάγνωση Ψυχολόγου
Ακούστηκε ένας πυροβολισμός
Ο Ψυχολόγος νεκρός
Η ομάδα υποχθόνιων καταστροφών
Απαγγέλει το κατηγορητήριο
Στη συνέχεια αφού ανέσυραν
τα Καλά σνικόφ τους
άρχισαν να πυροβολούν
Αυτοί που δεν ξέρουν να μιλούν
Αυτοί που αρνούνται να σκεφτούν
Αυτοί που δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
τον εαυτό τους μισούν
Το παιδί που είναι μέσα τους φθονούν
Και πυροβολούν και το πυροβολούν
Με την αφέλειά τους ανά χείρας
Χειροκροτούν τον θάνατό τους
Η μειοψηφία των δασκάλων
εξερχόμενοι της αιθ ούσης
διε ρωτήθηκαν: Ω! οι πτωχοί
συνάδελφοι δεν κατάλαβαν πως
δεν πρόκειται για φόνο
Αλλά για αυτοκτονία

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

ΕΝΤΟΠΙΟ ΡΙΓΟΣ (2013)

ε. ΚΟΙΤΙΔΑ ΜΝΗΜΗΣ

Βάζεις το πόδι στο λιγοστό
νερό που βγαίνει απ’ το χώμα
αφήνοντάς το να το γαργαλά
παράξενα – σχεδόν μεταφυσικά,
μ’ αυτί ολάνοιχτο σ’ όλους τους ήχους
με μάτι δεκτικό σε κάθε χρώμα.
Κι εκεί ανάμεσα
στη σαύρα που σέρνεται στη γη
και στο φτερό που χάνεται σ’ αβέβαιη πτήση,

στα σύνορα πάντα
αυτού που θά’ θελες
κι αυτού που πρέπει,
περνά ένα παράπονο το σώμα
ένα παράπονο στα χείλη σαν έτοιμη
να πέσει σταγόνα:

Ποιός κόβει των παιδικών
χρόνων τα δέντρα μας,
διώχνει με φώτα εκτυφλωτικά
τ’ αγαπημένα φαντάσματα
και κλέβει το νερό και στερεύει το ρέμα

 

 

 

ΒΑΣΙΛΚΑ ΠΕΤΡΟΒΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

 

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ (2010)

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ

Δεν κατανοούμε μήπως
και δε δεχόμαστε το τέλος
την έκρηξη εκείνη τη μικρή
που τον πυρήνα σπάζει
του θαύματος
της ζωντανής μας ύλης;

Έτσι τάχα διαφέρουμε
από τ’ άστρα
που σβήνουνε σε τροχιά
στη σιωπή
ή τους σπινθήρες
που κυλά αδιάφορα
ο άνεμος
στα ρείθρα των λεωφόρων;

Ή τέλος μοιάζουμε
με τις πυγολαμπίδες
που εν πτήσει χάνονται
μες στο σκοτάδι;

Και στάζει του φωτός
το κάλυμμα νεκρό
πάνω σε ξεραμένα φύλλα
και βότανα καμένα.

 

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ

 

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (2008)

ΘΑ ‘ΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ

Υπάρχουν εκείνοι που στο κάλεσμα σου
Πάντα θα λένε ναι
Χωρίς μετρήματα και μασημένα λόγια.
Μόνο ένα νεύμα αρκεί.
Μια ικεσία άναρθρη της μυστικής βουής
Της πιο βαθιάς λαχτάρας σου.
Θα ‘ναι πάντα εκεί
χωρίς αντίπραξη και μελωδίες γλυκερές.
Χωρίς ούτε ένα δάκρυ στη θολή ματιά
της κοινωνίας της πιο βαθιάς ουσίας σου.
Αυτήν που κάποτε την είπανε μοίρα ή θεά.
Αγέραστη, χωρίς λύπη ή ακραία χαρά.
Είναι εκεί σαν υγρή νοτιά καινούργιας μέρας.
Η αβεβαιότητα αυτού που είσαι.
Η γαλήνια προσμονή αυτών
Που πάντοτε θα λένε ναι στο κάλεσμα σου
Για να μη χαθείς.
Να μη νοιώσεις ποτέ
το φόβο της φθοράς
μα ούτε και τη ψευδαίσθηση
των μάταιων ονείρων.
Αυτοί που πάντα θα ‘ναι εκεί.
Για να κοιτάξεις
μέσα στην ήρεμη κι απόλυτη αποδοχή τους
το πιο βαθύ σημάδι της ζωής σου
που τους χάραξε.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΔΙΟΣ

 

ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΛΕΝ

VI.

Σε έναν πολύβουο δρόμο του Λονδίνου, ο κήπος μπροστά ποτισμένος προσευχές
Το γιγάντιο γιασεμί της μακαρίτισσας της μάνας μου τυλιγμένο καμάρα
σπόροι απ’ την Κύπρο
τραβά όλους τους περαστικούς.
Προσέρχονται στο γλυκό του άρωμα που δελεάζει
σαν να φιλούν εικόνα
Θυμούνται πώς είναι ν’ αναπνέεις, σιγοτραγουδούν μυρωδάτα
φτεροκοπούν σαν πεταλούδες, υπερβαίνουν εαυτούς.

Το ορμητικό άρωμα που ζαλίζει
σαν μουσική από άλλους κόσμους
μπορεί να ρίξει ξόρκι λυτρωτικό
να καθαρίσει τους δρόμους απ’ το κακό
να καλέσει τον ήλιο ν’ αναφανεί
να λογικέψει τους τρελούς.
Ακόμη και στο Λονδίνο.

Ακόμη και στο Λονδίνο,
Έτσι μου λεν.

 

 

 

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ, 2015

ΣΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Στα απογεύματα της σιωπής
ακούγονται μόνο τα φύλλα
σαν ψιθυρίζουν ύμνους στον ήλιο
και κανένα παιδί σαν παίζει στο δρόμο
με τις ελπίδες του αύριο να χτυπούν
σαν μπάλες στου τοίχους της γειτονιάς.
Ο μονότονος θόρυβος δεν ξυπνά
τον βαθύ ύπνο… ίσως μια καμπάνα
που χτυπά χαρμόσυνα και το γάβγισμα
των σκυλιών που αγανάκτησαν.

Στα απογεύματα της σιωπής
απλώνουν τα ρούχα τους οι γυναίκες,
να στεγνώσουν μαζί με τα υγρά όνειρα
σαν ξεφεύγουν λόγω ζέστης κι ανάπαυσης.
Ένα ένα σαν εξατμίζονται στις απλώστρες
γυρνούν σαν σύννεφα μέχρι να ‘ρθουν
οι πρώτες βροχές να τα παρασύρουν
στο λιμάνι της θύμησης μέχρι να ξεψυχήσουν.
Μονάχα τα νιάτα απέναντι στο λευκό σπίτι
φτιάχνουν νότες, γελούν κι ανασαίνουν την ποίηση.

 

 

 

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

 

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ (2014)

Περαστικοί

Σε ζηλεύω θάλασσα
που ‘σαι γαλήνια σήμερα,
παρασέρνεις μαζί σου τα πάντα,
για όλα έχεις μια στεριά.
Είναι κι αυτά που τα βυθίζεις
και το σκοτάδι σου τα κρύβει
μην τα θυμηθεί κανείς,
μην τύχει και τα ψάξει ποτέ.

Μα εγώ χάνομαι μες στην επιφάνειά μου,
μες στους ανθρώπους που με ξέχασαν
διότι ήθελε κόπο ν’ απλώσουν το χέρι,
μες στις ψυχές που ‘ρθαν μονάχα
να καρπωθούν την αγάπη μου
και μετά έφυγαν.
Λεηλάτησαν τους κόσμους που χτίζαμε,
μ’ άφησαν να χαθώ σαν το χρόνο που τους χάρισα
και τώρα μαρτυρώ τον κόπο της αγάπης.

 

 

 

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ

 

MARGINALIA Δυο γυναικείες φωνές (2016)

ΓΥΝΑΙΚΑ

Μια φωνή
που διασχίζει τον Μύθο
την Ιστορία τους αιώνες,
κινούμενη αέναα στο παρόν.

Εκλαμβάνεται από τούς ανθρώπους
ως τροφή
ως εικόνα
ως ένδυμα
ως κατεύθυνση
ως καθρέφτης
ως νόημα.

Αλλά ποτέ ποτέ
ως αυτό πού πραγματικά
είναι:
Μια φωνή.
Γυμνή.
Που αναπνέει.
Εκφερόμενη από ένα
ένσαρκο,
έμφυλο σώμα.
Βροτό.
Χρονικό σώμα.
Μια φωνή πού έναρθρα
καλεί,
κάθε φορά,
εσένα
(γνωρίζοντας σιωπηλά το όνομά σου).

 

 

 

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

 

ΑΚΤΗΜΩΝ (2014)

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Νερό που στάζει ρυθμικά
και πιπεριές πανύψηλες γεμάτες τιτιβίσματα
τα χόρτα της αυλής βρεγμένα
ποδήλατα της γειτονιάς πίσω από σχοινιές
φρεσκοπλυμένα δέντρα έτοιμα να δακρύσουν:
Αν λείψει κάτι, διαλύεται ο μύθος.
Αυτό δεν είναι σπίτι μου.
Η υγρασία κυρίως μας κράτησε μαζί.

Ταχυδρομική σύνδεση με τις ενδότερες περιοχές
έφερε αυτό που δε θέλαμε:
Την απάθεια με τσαντάκι κοραλλί
ιριδίζουσες χάντρες και θρασεία αρτιμέλεια.
Τι εμμονή κι αυτή να στολίζω μιαν αδειοσύνη ξένη!

Μόνο τριπλό καημό και ζάρες θέλω για το τέλος
και να φύγει ο καταραμένος φόβος
που σαν καυτός καφές πέφτει στον ύπνο μου
και ξαναπέφτει
να κάψει το δέρμα του αγέννητου εαυτού μου.

Δε θέλω στέγη. Θέλω ουρανό.

Έχω κι εγώ μια θλίψη να κοιμίσω

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

 

Η ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ (2012)

Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ Μ’ ΕΝΑ ΚΟΧΥΛΙ

Η σιωπή με φέρνει
σ’ εκείνο το ακροθαλάσσι
που κάποτε αγκάλιασα
το δέλτα του σώματος σου.

Ένα γυμνό κοχύλι
ανάσκελα κοιτάζει τη σελήνη
ορθάνοικτο
ροδόχρωμο αιδοίο
να μπαινοβγαίνει μέσα του
ο πάλλευκος αφρός
σαν υδάτινο σπέρμα.

Το ανασηκώνω στα χέρια μου
το ακουμπώ στο αυτί μου
ν’ αφουγκραστώ
τα τόσα που έχει να μου πει.

Για πολυτάξιδες γοργόνες
με την ακόρεστη περιέργεια στα χείλη
για νύμφες που χορεύουν ρυθμικά
κτυπώντας όστρακα
να ξορκίσουν άλιους δαίμονες
για μέδουσες που κτενίζουν
τα φιδίσια μαλλιά τους
μπροστά σ’ εκτυφλωτικό κάτοπτρο
έτοιμες
να μεταλάβουν το πάθος της σάρκας.

 

 

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (2012)

ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

 

ΟΝΕΙΡΑ ΑΜΕΝΗΝΑ (2014)

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μέσα στο κάστρο της Κερύνειας
τα πήραν πισθάγκωνα
οι κάθε λογής εθελόδουλοι σαγιτάρηδες
και με επιδέξιες κινήσεις
τους λύγισαν τους νεανικούς καρπούς,
τους θρυμμάτισαν τα λεύτερα άκρα,
τους λόγχισαν τη μυώδη πλευρά
και τους φίμωσαν το λαλίστατο στόμα
που μιλούσε για λευτεριά.
Από το μάτι των ονείρων κύλησε
ένα στερνό πικρό δάκρυ.

«Βλέπετε τι έπαθαν τα αφελή όνειρα;»
είπαν οι ζωντανοί νεκροί αφέντες.
«Έτσι θα πάθετε κι εσείς.
Αν θέλετε να γλιτώσετε
προσκυνήστε
κι ευθύς ελεύθεροι θα ζήσετε».
(Το «μες στη σκλαβιά σας» δεν το ξεστόμισαν)

Κάποιοι επιφανείς
μετά από ενδελεχή μελέτη
των φιλίων και εναντίων,
έτσι νεκροί σαν ήταν,
έσκυψαν και γονάτισαν.

Από το στήθος των ονείρων
πέταξαν δυο άσπρα περιστέρια
κατά τον Μαχαιρά και το Δίκωμο,
μου φαίνεται.

Λατσί Μάριον

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

 

ΠΛΗΓΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ/ΓΥΜΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (2016)

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

0 πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
και ρακένδυτα
– στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα χάνε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
– ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.

 

 

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ

 

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Να φύγω. Με τον ίσκιο μου στο πλάι,
συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό.
Δεν το ρωτώ η ψυχή μου πού θα πάει,
κι αν από τη φυγή θα λυτρωθώ.

Στενός ο τόπος. Αίμα και σκοτάδι.
Γερμένοι οι τοίχοι, θολοί και θλιβεροί.
Σπασμένα τόξα. Κι έρχεται το βράδυ
με τη μορφή στυγνή και παγερή.

Τρέμουν τα χείλη. Στήθη που βογγούνε.
Κραυγή και πάθος: Κύματα κι αφροί,
τη βάρκα μου οδηγάτε όπου και να ναι,
τη χίμαιρα και τ’ όνειρο να βρει.

Μια σερενάτα βαθιά μου αναπηδάει
και στα παλιά με καλεί να ξανοιχτώ.
Να φύγω με τον ίσκιο μου στο πλάι,
συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό.

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ

 

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ, 1991

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ

Απλώνει η πανσέληνος τ’ ασήμι της στη θάλασσα
Στέλλει μαργαριτάρια στους γυμνούς ώμους
και λάμψη αθάνατη
στα μάτια της μικρής αγαπημένης.

Χιλιάδες οστρακόδερμα
βγαίνουνε θαρρετά στο φως
να βάψουνε το κέλυφος τους ασημί,
να θησαυρίσουν στα κογχύλια τους
τον ήχο της εσπέρας.

Ο αέρας σελαγίζει το τρόπαιο της νύχτας,
κι η νοτισμένη σιωπή σκορπά το μύρο της
στους κοιμισμένους κήπους.

Τούτες οι μνήμες με πληγώνουν.
Κι όμως, ποτέ δεν θέλω να μ’ αφήσουν.

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο,
κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.

 

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΥΠΕΡΤΗΣ

 

Βούττημαν ήλιου

Άρκον πών να με παίρνουσιν οι τέσσερις τζι έμεναν
Μες τζι ειν την ανακατωσιάν
Έλα τζι εσού στην εκκλησιάν
Μεν αντραπής κανέναν.

Αγάππουσ-σε έξω ψυσ’ ης τζι εν να σε καταχνώσουν
Αν είσαι κόρη σπλαχνιτζ’ η
Μεν περαρκήσης, έρκου τζ’ ει
Πριχού να με λουκκώσουν.

Τους ζωντανούς απώχουσιν μάσ’ην τζι’ εν τους χωνεύκουν
τους πεθαμένους συγχωρούν
εν φούχτα χώμα τζι’ εν μπορούν,
κόρη να τους παιδεύκουν.

Ππέφτει τους πιον μακάριση τζαι ψυσικόν διούσι
γιατί που τον ψεματινόν
πηαίννουν στον αληθινόν
κόσμο τζι’ εν να κριθούσι.

Αν μεν μου κάμουν κόλλυφα στες τρεις με σαραντάριν
Μήτε στον γρόνο λουτουρκάν
Πάρουμου για παρηορκάν
Κάμε μου τουν την χάριν.

Βούττημαν ήλιου τζι ύστερις τέλεια πών να σιγράση
Τζιαι πών ν’ αδκειάσουν τα στενά
Πών εσ’ ει πλάσμαν
να περνά Για να σε ξιφαράση,

Έλα τζιαι σου στο μνήμαν-μου τζιαι μες τον μπότην άψε
Αϊταφίτικον τζ’ ερίν
Κάπνισε, κόρη, νακκουρίν
Νομάτισ’-με τζιαι κλάψε.

 

 

 

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

 

ΠΡΟΣ ΑΜΥΔΡΑΝ ΙΔΕΑ (2013)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού
από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του
σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας
φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες
καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες
πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ
είναι γραμμένο το όνομα της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε
από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος, (έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.

ganimet λάφυρο πολέμου

 

 

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

 

ΚΑΤΑΘΕΣΗ (1975)

ΟΝΗΣΙΛΟΣ

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.

Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:
ένα καύκαλο
―το δικό του κρανίο―
γεμάτο μέλισσες.

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

Κ’ έγειρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

 

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

 

ΚΑΙ ΤΟΤ’ ΕΝ ΕΙΝΑΛΙΗ ΚΥΠΡΩ (1974)

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟ ΜΟΡΦΟΥ

Η πιο καλή γειτόνισσα
η Παναγιά είν’ η Χρυσοζώνισσα.
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη
όποτε πας θάν’ πάντα μέσα να προσμένει
να της άνοιξης την καρδιά σου
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
κι’ απ’ το παλιό της πίσω το μανουάλι
να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.
Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει
που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
που δε λέει πια να πάρει τ’ αγεράκι
βγαίνει κι’ Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά
τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.
Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ’ είν’ η ώρα περασμένη»
σηκώνεται κι η Παναγιά
και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει.

 

 

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ (1993)

α’

Οι πόρτες σπασμένες και τα παράθυρα σχισμένα
Χαλαρά τα φατνώματα έτοιμα να πέσουν
Κι από τους τοίχους οι ασβέστες ραγισμένοι
Σωριάζονται στο πάτωμα με κρότο κάθε τόσο.
Το σχήμα και το χρώμα του αλλάζει
Όπως η λάμψη ενός νομίσματος που έρχεται κοντά σου
Ταξιδεύοντας σε ποταμούς χεριών για χρόνια,
Και δεν υπάρχει νόμος
Να προστατεύσει αυτό το σπίτι
Ως οικοδόμημα ιδιαιτέρου και εξαισίου κάλλους
Μιας εποχής που φεύγει
Και να κριθεί διατηρητέον.
Οι χαραμάδες ανοίγουνε τη θέα
Με κάποια αδιαφορία αποκαλύπτοντας
Αυτό που τόσα χρόνια μ’ επιμέλεια και φροντίδα
Κρατούσε στο εσωτερικό του μυστικό
Και το περίεργο μάτι μ’ ενδιαφέρον προσπαθούσε
να ερευνήσει.
Και τώρα που ο ήλιος χαμηλώνει στον ορίζοντα
Και η σκιά μου επιμηκύνεται και ξεπερνά το ανάστημά μου
Σχεδόν εκμηδενίζοντας την ύπαρξή μου
Φοβούμαι μήπως κι η αθέατη ομορφιά του κινδυνεύει
Γιατί το κάθε ωραίο που υπάρχει χρειάζεται
το στήριγμά του
Όπως το άγαλμα χρειάζεται το βάθρο του
Όπως το ρόδο την ισχύ του κάλυκος του.

 

 

 

ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

 

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΟΥ

Η Κυριακή μου ξεπετάχτηκε απ’ τα παράθυρα
αγουροξύπνητη, με καθαρή ποδιά,
πήρε τους δρόμους με το πράσινο καπέλο της,
αντάλλαξε χαιρετισμούς πρωτοχρονιάτικους η Κυριακή μου,
χάιδεψε τα μαλλιά του γιασεμιού
και στις χαρούμενες προθήκες χαμογέλασε η Κυριακή μου,
θυμήθηκε τις φιλαρμονικές παλιών καιρών,
τους εύθυμους περίπατους…
κι έφτασε εκεί που ξεχωρίζουνε οι εχθροί–
στη Λήδρα όλου του κόσμου
κι ας είναι η Λήδρα οδός της Λευκωσίας–
κι απ’ τα σακιά της άμμου, που τα στόλιζε χορτάρι
και μια μικρούλα παπαρούνα,
ψήλωσε το κεφάλι η Κυριακή μου κι είπε
στους άλλους, με την άλλη γλώσσα
και τ’ άλλο πρόσωπο,
τους είπε: «καλημέρα».

Advertisements

6 Σχόλια

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

6 responses to “ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

  1. μια πολύ ωραία προσπάθεια που δεν θα πάει χαμένη αφού δίνει τη δυνατότητα συνέχειας και σε γενικές γραμμές παρουσιάζει στον αναγνώστη την ποίηση της Κύπρου Καλή συνέχεια

    • Υπάρχουν σίγουρα και αρκετοί άλλοι αξιόλογοι Κύπριοι ποιητές τους οποίους το έργο ακόμα δεν πρόλαβα να μελετήσω. Ελπίζω δε να μπορώ να βρίσκω τα βιβλία τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s