ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

 

%cf%861

 

 

H Ζωή Σαμαρά γεννήθηκε στην Κάρπαθο (1935). Ομότιμη καθηγήτρια της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και του Θεάτρου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, διδάσκει Θεατρική Γραφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Έχει επίσης διδάξει σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Εκτός από μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού, γράφει ποίηση, δοκίμιο, κριτική βιβλίου. Έχει μεταφράσει ποίηση και θέατρο. Πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης μέχρι το 2016, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και Διευθύντρια του λογοτεχνικού περιοδικού Θευθ . Αναφέρεται σε Διεθνή Who’s Who. Υπήρξε πρόεδρος του ΕΤΟΣ (της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης), αντιπρόεδρος του Κρατικού Ωδείου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Είναι πρόεδρος του Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης της «Τέχνης» Κιλκίς. Οι εκδόσεις Champion (Παρίσι-Γενεύη) κυκλοφόρησαν το 2005 συλλογικό τόμο προς τιμήν της, με τον τίτλο «Le verbe et la scène. Travaux sur la littérature et le théâtre en l’honneur de Zoé Samara».

 

Εργογραφία:

Δημοσιεύει φιλολογικές και θεωρητικές μελέτες σε τόμους και περιοδικά στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως «Rêverie et mythe» στον διεθνή τόμο Questions de mythocritique. Dictionnaire (Παρίσι, 2005), κριτική σε περιοδικά και εφημερίδες, ποίηση σε περιοδικά. Επιμελήθηκε αφιερώματα σε φιλοσόφους και συγγραφείς.

 

Βιβλία:

The Comic Element of Montaigne’s Style (1970)
Le Règne de Cronos dans la littérature française du XVIe siècle (1983)
Προοπτικές του κειμένου (1987)
Υπόκριση θεατρικού λόγου (1996)
Φωνή από την άλλη ακρογιαλιά. Μίλτος Σαχτούρης (ανθολογία – 1997)
Τα άδυτα του σημείου (2002)
Ο κατοπτρισμός του άλλου κειμένου (2003)
Το βλέμμα του συγγραφέα. Πώς να γράφεις (ή πώς να μη γράφεις) θεατρικά έργα (2009)
Le langage des dieux (2016)

 

Μεταφράσεις:

εξέδωσε τον τόμο L’Enfant du Taygète, επιλογή, μετάφραση και παρουσίαση της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου
Ode au soleil, μετάφραση της συλλογής Ωδή στον ήλιο του Νικηφόρου Βρεττάκου
μετάφραση των έργων του Marivaux: Το νησί των σκλάβων (1995), Το παιγνίδι του Έρωτα και της Τύχης (1996), Ο θρίαμβος του Έρωτα (2010) και του Sartre, Κεκλεισμένων των θυρών (2011).

 

Ποιητικά βιβλία:

Για την Μαρία (1991)
Ημέρες αβροχίας (1994)
Το πέρασμα της Ευρυδίκης (1997)
Και είναι πολύ μακριά η Δύση (2012)
Είδα τις λέξεις να χορεύουν (2015)
Το μυστικό του τετραδίου (2015)

 

 

 

Είδα τις λέξεις να χορεύουν (2015)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Όταν πρωτοείδε
το Χορό
να διηγείται να διαλέγεται
σε ημίφως σε σκοτάδι
πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο
η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια

 

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

 

Ο ύπνος των λουλουδιών

Οι ανεμώνες έγειραν το κεφάλι
πλάγιασαν στην αγκαλιά του Ανέμου
Τις είδα
καθώς αργόκλειναν τα μάτια
καθώς κοιτάζανε κρυφά
πριν φύγει το σκοτάδι
Διαβάζανε στο φως του φεγγαριού
τα μυστικά των άστρων

Τις είδα
κι ο δικός μου κήπος μ’ εγκατέλειψε
πλήγωσε τα μάτια μου με χρώματα απαλά
σκέπασε τα πόδια μου με χώμα
Χαράματα ξεκίνησε για μια άλλη Βαβυλώνα
Τα βλέφαρά μου έκρυψαν μυστήρια παλαιά

Πέρσες ιερείς περνούσαν αόρατοι
έφεραν πέτρινα λούλουδα στους ώμους
Κι εσύ έκλεισες τα μάτια
κοίταξες στα βάθη της ψυχής τους
διάβασες τα μυστικά
ενός μόνον άστρου

Οι ανεμώνες αποκοιμήθηκαν
κι ο Ενδυμίων τις κοιτούσε ατάραχος

 

 

Τι βλέπει σήμερα η πανσέληνος

Ένα εφήμερο λουλούδι
να θρηνεί
που έζησε ολόκληρη τη μέρα
δύο παιδιά
να ξαναχτίζουν με πηλό
τα σπίτια που δεν γνώρισε η γενιά τους

Μια μαργαρίτα
να λέει πεισματικά
Δεν μ’ αγαπά
δυο ερωτευμένους
να αγνοούν μ’ ένα φιλί
το βούλευμά της

Έναν πελαργό
να φέρνει διστακτικά
ένα παιδί
ένα παιδί
να ρίχνει βόμβες
μέσα στης πόλης τα σοκάκια
δύο παππούδες
με μια ευχή
να τις προωθούν βαθιά στην έρημο

Εν δυο
εν δυο
με βήμα
σημειωτόν

Ένα μωρό κλαίει και γελά
Γεννιέται ή
βλέπει τη μέρα με το φέγγος της πανσέληνου?

 

 

Πηγάδια

Καθόταν στο πεζούλι σκεφτική
Κι η θάλασσα στα πόδια της
Πάντα απειλητική
Καρπάθιο Πέλαγος

Κοίταζε το τοπίο
Κι εκείνο όρθωνε τα βράχια του
στην οργή του πελάγους
να προστατέψει τη λεμονιά που άνθιζε σε κάθε αυλή

Έβλεπε
Πλάι στις βάρκες τα καράβια
πλάι στη μαρίδα τα λυθρίνια
θεσπέσια εικόνα
ισότητα
βγαλμένη απ’ τον Παράδεισο

Και τότε
κολυμπούσε ως την αντίπερα όχθη
πετούσε ως την απέναντι κοιλάδα
άγγιζε τ’ αστέρια
πολύ ψηλά στον ουρανό
Μικρή ακόμη
Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια

 

 

Μη

Μη στέκεσαι όρθια
Δεν υπάρχει θέση
Μη στέκεσαι εδώ Στο σαλόνι πήγαινε
Δεν έχει σαλόνι
Μη στέκεσαι εδώ
Δεν υπάρχει «εκεί»
Πού πας;
Εκεί
Πού είναι …εκεί;
Όπου το «μη» δεν υπάρχει 

 

 

Και είπες

Γαλάζιο περίβλημα
Λευκό κρεβάτι
εσύ
μονάχη

Και είπες
αρκετά περίμενα
Ζωή κι αυτή
να περιμένεις μια ζωή

Τέντωσες τα φτερά σου
τα τέντωσες ξανά
πολύ μικρά για να πετάξεις
Και είπες
να δοκιμάσεις τη γη
Πολύ ψηλά ο ουρανός

Δίπλωσες τα φτερά σου
τα δίπλωσες ξανά
πολύ μεγάλα για να τρέξεις
Και είπες 

Θα πηγαίνεις
αργά
για να ζήσεις
μια ζωή
χωρίς πετάγματα
χωρίς
δρασκελιές
αργά με προσοχή
Σιγά την πόρτα
Βήμα σημειωτόν
μια ζωή με νωχελείς κινήσεις
μια ζωή πλήρης ημερών

ανυπαρξίας

 

 

Αμφίπολις

Πώς έγινες αγνώριστος λαέ
έγραφε κάποτε κι αναρωτιόταν
ίδιος ήλιος ίδια θάλασσα ίδιο χώμα
Σκάβουμε τη γη σκάβουμε το χρόνο
Τα χέρια μας αγγίζουν το παρελθόν μας
Συναντούμε αντί για θνητά σκουληκάκια εικόνες
τον ήλιο αναλλοίωτο μέσα στον τύμβο
χρώμα και κίνηση στο δάπεδο του τάφου
Θύρες μαρμάρινες
ανοίγουν κλείνουν στο χρόνο στον ορίζοντα
φιγούρες με κίνηση που όμως δεν φεύγουν
κινούνται
μήπως μας προλάβουν

Ποιος είναι ο ένοικος του τάφου
διερωτώνται οι σοφοί

13 Οκτωβρίου 2014
Δεν ξέρουμε ακόμη ποιος είναι
ξέρουμε μόνο πως δεν είναι ο νεκρός

ίσως το μέλλον μας που μας στοιχειώνει

 

 

Γραφίδα

Κάποτε
έγραφε
χωρίς γράμματα
μιλούσε
χωρίς λέξεις
Παγιδευμένος στις σελίδες του ήσκιου
πρόσθετε τη δική του ψηφίδα
στις εικόνες του ποιήματος

Έλεγε
Μη με διαβάζετε
μη μ’ ακούτε
εκτός κι αν τολμάτε
να δείτε το
αόρατο

Κι έμεινε στην Ιστορία

Σήμερα
γράφει
γράφει
αποφαίνεται
φαίνεται
ομιλεί
διεκδικεί
αυτοπροβάλλεται

αυτοαποκαλείται
θεέ μου
Ποιητής

 

 

Μετουσίωσις

Άρτος να γίνω
να θρέψω
τις Ινδίες της Γης

Οίνος να γίνω
να μεθύσω
τις Μπιάφρες του σύμπαντος

Γροθιά να γίνω
στους λαούς
Τίμιο Δώρο
να την προσφέρω

Να σηκώσουν ξανά το κεφάλι
Από ψηλά
τους δήμιους
να
αντικρίσουν

 

 

Στο παγκάκι

Ήτανε μόνος
και ήταν τρεις
Δεξί χέρι στην τσέπη
Προσεχτικοί
Του ζήτησαν τα χαρτιά του
Ποιος δεν γνωρίζει ότι
οι επικίνδυνοι ληστές με τα καλάσνικοφ
μεταμφιέζονται σε
άστεγους
περνούν τη νύχτα σε παγκάκι
όχι εκκλησίας μα δρόμου κεντρικού

– Μετανάστης
και άστεγος
πάει πολύ

Κάνε Θεέ μου
να μην τιμωρηθεί
;για αμαρτίες
ομόχρωμών του

Ήτανε τρεις
Ίσως σταλμένοι
απ’ την Αγία Τριάδα
Απόψε θα περάσει
το βράδυ
μέσα σε τέσσερεις τοίχους

Οικονομικός μετανάστης
σε οικονομία του Νότο

 

 

Μενετές

Έστρεφε το βλέμμα προς τα επάνω
η μικρή από τον Κάβο
να σε αντικρίσει
Παναγία μενετιάτισσα
να σε βλέπει
να εμπνέεις σε όλους γύρω
λεβεντιά και δέος

Άκουγε από μακριά
ν’ ανεβαίνει ως την άγια πύλη σου
το Καρπάθιο Πέλαγος
να φυσάει μέσα στο ιερό σου να
τρέχει στα σοκάκια
του χωριού που σ’ αγκαλιάζει
να ραντίζει τα σπίτια με μύρο
κι αγγελικό λιβάνι

Έβλεπε τον ήλιο να ανάβει τα καντήλια σου
να ρίχνει σπίθες στα μάτια των
αγέρωχων Μενετιατών
κάθε φορά που προσεύχονταν στη χάρη σου

Κι έγερνε τότε ο Ουρανός
και της ψιθύριζε
πως σήκωνες στα ύψη όλη την Κάρπαθο
την έφερνες ξανά κοντά του

 

 

Γάζα

Αν σ’ ενοχλούν
τα συναισθήματα στην ποίηση
κάνε χαρταετό αυτό το ποίημα
κι ας γράφεται
μόνο
για σένα

Οι νουθεσίες αν σε προσβάλλουν
αγνόησε τούτη τη σελίδα
όσο κι αν ξέρεις πως
μόνο για σένα γράφεται

Καλέ μου αναγνώστη
άμοιρε
ευθυνών
κι εσύ όπως κι εγώ
για όλα τα δεινά
στα σκαλοπάτια μας
για δες
αφήσαμε να γίνει
άγνωστο χι
το άλφα
αφήσαμε να γίνουν
της Άγαρ και της Σάρας τα παιδιά
σε έρημο χαμένη φυλή του Αβραάμ

να τα ενώνει ένα ααα… ατέρμονο
να τα χωρίζει μια κραυγή του τρόμου

 

 

ΛΟΓΟΣ

 

Πραγματικότητα

Θραύσμα της φαντασίας μας
βίαιη αποκόλληση
από το αληθινό βλέμμα του ονείρου

Δεν ζούμε μέσα σου
ζεις και βρυχάσαι μέσα στους εφιάλτες μας
Ντύνεσαι με το χρώμα της φωνής
όσων χάθηκαν
όσων δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν
Τείχος νοητό μπροστά σε κάθε απόλαυση
πέτρα που χτίζεις όνειρα χωρίς τα χέρια τα δικά μας

Πραγματικότητα

παιδί και μάνα του μη πραγματικού

 

 

Και είναι πολύ μακριά η δύση (2012)

 

Πρόλογος

 

Καιρός να γράψω

Αρκετά ζύμωσα
αρκετά περπάτησα
Και το ψωμί μένει ακόμη στο ντουλάπι
κι ο κόσμος είναι ακόμη στρογγυλός
Χάραξα τη ζύμη χάραξα το δρόμο
Κανείς δε χόρτασε κανείς δεν άλλαξε
Νερό δεν έτρεξε στα αυλάκια
Η αβροχία φύσηξε εδώ
ή και παντού Ποιος ξέρει

Καιρός να γράψω

 

 

Σωτήριον έτος 2011

 

Ειρωνικόν

Την αδελφή του Κάδμου μη φοβάσαι
εκ της σαρκός σου σαρξ είναι και αίμα σου
Την έπλασε η αθάνατη πνοή σου

Θυμάσαι;

Όταν την καταδίωκε ο Δίας
τ’ αδέλφια της διέτρεξαν μιαν ήπει-
ρο -όνομα δεν είχε τότε η Δύση-
ευλόγησαν το χώμα που είχε πατήσει

Μη σκιάζεσαι

Η Ευρώπη αν υπέκυψε στον Δία
κάτω από αιώνια πλατάνια
γέννησε μια καινούργια πολιτεία
και έδωσε στον κόσμο τον Ραδάμανθυ

 

 

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Δεν ταίριαζε ο μύθος της πιστής Πηνελόπης
σ’ ερεβώδεις καιρούς σαν τον δικό μας
της χάρισαν όχι έναν εραστή
μα όλους τους μνηστήρες
Τόσοι χρειάστηκαν να δημιουργηθεί ο Πάνας
να πάρει λίγο απ’ τον καθένα τους
το βλέμμα το μουσούδι την ουρά
Κι ο Οδυσσέας;
Οργίστηκε μας λένε
Εύκολα ξέχασε την Κίρκη με τον Τηλέγονο
την Κασσιφόνη
Στην κόρη του Ήλιου πώς ν’ αντισταθεί
Μα να ’ναι άπιστη η Πηνελόπη;
Και ποιος θα συμβολίζει τώρα την αιώνια πίστη;

Α! Χωρίς σύμβολα πώς θα ζήσουμε
τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε

Κι όμως είναι πολύ απλό
Ας μην αλλάζουμε τους ήρωες των μύθων
Μόνο στα παρα-μύθια ζουν αυτοί καλά
κι εμείς καλύτερα
Που πότε δε μας λένε
να πάμε προς τα εκεί
να ζήσουμε σαν ήρωες των μύθων μας
αφού σαν άνθρωποι
έστω τιμωρημένοι απ’ τους θεούς
δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε
ποτέ

 

 

ΠΕΛΟΨ

Έφερες στη χώρα τη χλιδή
τύλιξες τον διάφανο αέρα με οσμή
του πλούτου
τη θάλασσα τον ήλιο με ομίχλη

Κι ήρθε ο Όμηρος
Άφησε μια λέξη στην άκρη του πελάγου
Άναψε έν’ αστέρι στα ίχνη του χρόνου

Κι εμείς
παιδιά της πλησμονής
διαλέξαμε

 

 

ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

Πάνω σου κάθισε η γερόντισσα
όταν τον ουρανό είχε διασχίσει
κι είχε διαβεί ολόκληρη την πλάση
Μέρες εννέα κι άλλες τόσες νύχτες
ταξίδευε
Δέχτηκες τότε την καρδιά της στη δική σου
θέλησες να της δώσεις την ύλη σου
μα δεν μπόρεσες να δαμάσεις τη θεά

Πώς έγινες γερόντισσα
τη ρώτησες
Δεν είναι μεταμόρφωση
σου απάντησε η θεά
Η μάνα Γη γερνάει
όταν χαθεί
η Κόρη

 

 

ΕΡΟΣ-ΕΡΕΒΟΣ

Το Χάος
η Γαία
οΈρος

Ακατέργαστη πέτρα
πρωτόγονη ρώμη
ορμή του Δία
πρωτόγνωρη τέρψη των θνητών
πρωτάκουστη
θλίψη

Γεννιέται.
γεννά
θεριεύει
απόλλυται
στην ίδια γη
σε
άλλο
Χάος

 

 

ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΙ

Σας γέννησε η ψυχή η ελληνική
Και είπε: η χώρα σας ν’ απλώνεται
σε φως λαμπρό σε αέρα διάφανο
μέσα σε αέναη γιορτή

Ύστερα
σας έστειλε τη Λήδα τον Απόλλωνα
τους έδωσε εντολή
να σπείρουν κόκκους ουτοπίας

Και τώρα εμείς
σαν δράκοντες σταλμένοι από την Ήρα
σκοτώνουμε τον Ήλιο
του Αιγαίου
θολώνουμε τα ιερά ρυάκια
τα δικά μας

Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά
Εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;

 

 

Παρενθέσεις και αγκύλες
(ποιητική σύνθεση)

 

Ο δρόμος που πήραμε οδηγεί στη θάλασσα
Κι η θάλασσα γεμίζει τα κοχύλια της
με τα δικά μας όνειρα

Να γράφεις ό,τι δεν έχει γραφτεί ποτέ, να
γράφεις ό,τι γράφεται από την αρχή του Χρόνου.
Ιερογλυφικά, γράμματα, λέξεις ταξιδεύουν από
το όνειρο στη σκέψη από τη σκέψη στο χαρτί.
«Γράφω». Η λήθη ξυπνά την αλήθεια. Το
α στερητικό θεριεύει, γίνεται α θαυμαστικό,
άλφα σ’ έναν κόσμο θαυμαστό, με το ωμέγα ν’
αντιφεγγίζει το φεγγάρι.
Και συνεχίζεις…
Ή μήπως επιστρέφεις…

 

Η Ιθάκη καρτερούσε στην αγκαλιά του χρόνου
ζούσε στον αργαλειό τα όνειρά της
κεντούσε λέξεις χιλιοειπωμένες
που όμως ποτέ δεν είχαν ειπωθεί

Να ξαναζήσει θέλησε το παρελθόν κι ο χρόνος
εκδικήθηκε. Βιολέτες άλικες γεννούσε η
στιγμή. Οι ηλιαχτίδες εξαντλήθηκαν. Ταξίδι
στο πιο άγριο παρελθόν. Ή μέλλον. Τρέξε.
Τρέξε,
δεν θα προλάβεις. Φύγε. Ένα τεράστιο κενό
μπροστά, στο δρόμο σου. Ένα τεράστιο
κενό το
Είναι σου.

 

Περπατώ σε χώρους που με αγνοούν

Να είσαι μια παρένθεση
στων άλλων τη ζωή
Να είσαι μια αγκύλη στην
παρένθεση
της νιότης σου
Κι ενώ εσύ φυλακίζεσαι
μέσα στις αγκύλες
η Λερναία Ύδρα καραδοκεί
οι παρενθέσεις πολλαπλασιάζονται

 

Ρίξε μου ένα νήμα Θεέ μου να βγω απ’ το λαβύρινθο
ρίξε μου ένα κύμα να με πάει στη Νάξο
να προλάβω την Αριάδνη

Να έχεις το σθένος να γίνεις
αυτό που είσαι
με όλα τα συστήματα
γονίδια-κοινωνία
μοίρα-μερίδιο
να σε αντιμάχονται

 

Η Λέξη είναι μια αχόρταγη θεά
εκδικείται αν οι βωμοί της μείνουν άδειοι

Στην ίδια παραλία. Κρατά σφιχτά τα χε-
ράκια των παιδιών της. Ξένοι, μυριάδες ξέ-
νοι γύρω- άφησαν τα όπλα, φόρεσαν υπερο-
ψία. Έχει γίνει μόδα η ανορεξία κι ας μην
προκαλεί αποστροφή το φαγητό ή ο κρύφιος
φόβος, αν εσύ χορτάσεις, ο άλλος να μείνει
νηστικός.

Δεν μαγεύουν πλέον οι λέξεις
Ψάχνει νά βρει το σημείο
που η λέξη γίνεται τροφή
Έμειναν άραγε σημάδια;
Άδικα τα αναζητεί
Σαν να κρατούσαν κάποια χέρια
αόρατα
μία τεράστια
γομολάστιχα
Όλα έχουν διαγράφει

Τα παιδιά της κρατούν από μια μεγάλη
σοκολάτα γάλακτος. Μικρή έλεγε σοκολάτα·
πίστευε πως έτσι θα γινόταν πιο νόστιμη. Σε
λίγο έχει δυο μισές σοκολάτες στο χέρι.

 

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας

Η ιεροσυλία ντόπιων και ξένων φέρνει κά-
ποια στιγμή ευημερία. Φέρνει μαζί την προ-
σφυγιά.
Μυριάδες πάλι οι ξένοι
Και πρόσφυγες
εμείς
στη μοναξιά μας

Άμμος της ερήμου. Λαθρομετανάστες
τους βαφτίσανε. Πώς αλλιώς; Ήρθαν από μα-
κριά – όπως κάποτε πήγαμε εμείς. Στα κρυ-
φά όμως οι άλλοι. Στα κρυφά.

Το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μας
Το χώμα το ελληνικό να μη φτάνει
για όλους μας
Και είναι πολύ μακριά η Δύση
Από τα βάθη του γιαλού
από του χρόνου τα βάθη
φράχτες δεν μπήκαν γύρω
από τα νησιά
συνοριακό πλέγμα
το πέλαγο

Κι οι άλλοι δεν διστάζουν
να πνιγούν
Λίγη Ευρώπη
Αδέλφια
δώστε μας λίγο χώμα από την ήπειρο των

δύο Πολέμων.

Συρματοπλέγματα
ξηλώστε τα
δέστε τους
Τολμούν
να ζητούν την Ελπίδα

στο κουτί της Πανδώρας

Πόσο άλλαξε

πόσο
δεν
άλλαξε

αυτός ο κόσμος

Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Οι πλαγιές ταξιδεύουν στα βάθη του λόγου
ξεκινούν για το άπειρο της σιωπής
αγκαλιάζουν στις λέξεις τα σημάδια
του πόνου
ξεδιπλώνουν τα χρώματα της αστραπής

Ανεβαίνει κι ο χρόνος ταξιδεύει μαζί της
Ξαποσταίνει στο λόφο καρτερεί στις πλαγιές
μια πικρή μελωδία αντηχεί στη φωνή της
να μπορούσε να μη μεγαλώσει ποτέ

Θα ’ρθεί καιρός να τα ξεχάσει

Θα ’ρθεί καιρός να θυμηθεί

σταγόνα ο χρονος
στάσιμος στην άκρη του πελάγου
Νερό
από πηγές υφάλμυρες
Πόσο θα ήθελε
να κυνηγούσε πάλι χαμομήλια
να φαινόταν ανέμελη
στης πλαγιάς το ρυθμό

 

 

Αστέρι στην Άκρη
της Αιωνιότητας

21-11-1991

Στη γιορτούλα σου φέτος δεν μπόρεσα να ’ρθω
με κράτησαν
μακριά
υποχρεώσεις
γήινες
αταίριαστες με την καινούργια μου ιδιότητα
της Ραχήλ που ψάχνει να βρει το παιδί της

Ήμασταν όμως εκεί κι Εσύ το ξέρεις
Μπήκαμε στην αυλή σου
γονατίσαμε ευλαβικά
0 αδελφός σου έσπειρε γύρω του
μαργαριτάρια
να βρουν τροφή αθάνατη
οι καρδερίνες
κι εγώ είπα ν’ αφήσω μια στάλα ζωή
για τα λιθάρια της εξώπορτάς σου
Μα δεν μου είχε απομείνει

 

 

Επίλογος

 

Γράφω

χαράζω με μαύρα γράμματα
το όνομά μου
σε λευκή ταφόπετρα

παλεύω την αιωνιότητα της γραφής
με τη δική μου φευγαλέα υπόσταση
θραύω
μέσα στα χέρια μου
την ανέκφραση του λόγου

σκάβω βαθιά μέσα στην
πέτρα
μ’ αυτά τα χέρια
που αύριο κληρονομούν
την ακινησία της

Γράφω

 

 

Το πέρασμα της Ευριδίκης (1997)

 

Προϊστορία

Θέλησε να ξεφύγει από το μύθο της Ιθάκης
στάθηκε όρθια κοντά στον Ουρανό
– Είμαι η κόρη του Οδυσσέα φώναξε
Ένα ασήμαντο αστέρι πήρε μια γομολάστιχα
κι έσβησε το φεγγάρι

Έτεινε το χέρι στη Μήδεια
– Φύγε από την Κολχίδα
πριν φτάσει εκεί ο Ιάσων
Είναι ο μόνος τρόπος ίσως
πρόσθεσε
(είναι σοφή η κόρη τ’ Ουρανού)
ποτέ να μη δημιουργηθεί
το ταίρι του ψεύτικου ήρωα

Είπε στην Ιοκάστη
– Φύγε μακριά από τη Θήβα
μη νυμφευτείς το βασιλιά της και την ανίερη
προϊστορία του
Κάποτε στην περιπλάνησή σου θα συναντήσεις
αυτόν που γέννησες πριν γεννηθείς
όπως η Γαία τον Ουρανό

Κι όμως η Αντιγόνη δεν παντρεύτηκε ποτέ τον
Αίμονα

 

 

Το ξύπνημα της Γαλάτειας

Ταξίδευε με δέος στην ανήλια χώρα
πίσω της η περίλαμπρη Γη ακολουθούσε
πέπλο και σάβανο
ραμμένα από τον ίδιο τεχνίτη

Μην κοιτάς
άκου
ο λόγος είναι πιο ισχυρός από την κίνηση των χεριών του
το σώμα επιθυμεί
ο λόγος ποιεί
κι η εικόνα γεννιέται
βαθιά
μέσα στα μάτια της λέξης
Το φως-Πυγμαλίων λατρεύει τα χρώματα της πεταλούδας
κι εκείνη του ανταποδίδει τη φλόγα του σε μεγεθυντικό καθρέφτη

Ξέφυγε μια στάλα ζωή από το δισκοπότηρο του ιερέα της Εκάτης
με μιας ξεχείλισαν οι γαλαξίες
χαμογέλασε η αγαλμάτινη θεά
Ανάσταση νεκρών προφήτεψε τότε ο σοφός ιερέας
τελετουργική μετάβαση στη χώρα των ζωντανών
Ποιοι ζωντανοί; Ποια χώρα;

Αφήστε τα πόδια μου ν’ αγγίξουν τη γη

 

 

Αριάδνη

Ξεκίνησε για ένα άλλο ταξίδι
εκείνο που δεν έκανε ποτέ
Το είχε αφήσει χαραγμένο στα όνειρα
των παιδικών της χρόνων
Πήρε το δρόμο
τον ανηφορικό τον μόνο που ήξερε
κι ήταν πια ανάλαφρη
χωρίς αποσκευές
έτοιμη για το ξεκίνημα
Είπε πως όλα είναι τέλεια
γι’ αυτό όλα τελειώνουν
Αν βρισκόταν στην άκρη τού ονείρου
θα άνοιγε την πόρτα
αυτήν που δεν μπόρεσε ποτέ να κλείσει
Θα έπεφτε θα ανέβαινε τι άραγε;
Ήξερε τι την περιμένει;
Η ζωή είναι όνειρο
Ε όχι
όχι
το όνειρο είναι ζωή
Πασιφάη με τον Μινώταυρο στα σπλάχνα της
Κι η Αριάδνη να κόβει το μίτο και να ψάχνει το δικό της Διόνυσο
ο μεγάλος Θησέας να τα εγκαταλείπει όλα για μια Φαίδρα
Κι ο Μινώταυρος μόνος
να φοβάται κρυμμένος στο λαβύρινθο

Κόκκινη κλωστή δεμένη
Ρίξε μου ένα νήμα Θεέ μου να βγω απ το λαβύρινθο
ρίξε μου ένα κύμα να με πάει στη Νάξο
να προλάβω την Αριάδνη

 

 

Οὐκ ἔστιν ἐν τῇ πόλει

Είδε τον εαυτό του στο ρέμα και μας ρώτησε
η εικόνα αυτή ποιον αγαπά για ποιον υπάρχει
ποιον απειλεί;
Δεν καταλάβαινε γιατί
να είχε γίνει κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του
Δεν ήταν Θεός δεν είχε δημιουργήσει Κι όμως
η εικόνα ήταν εκεί ερωτική απειλητική
φευγάτη

Σκέφτηκε τότε μήπως ήταν ποιητής
μήπως σμίλευε τη φωτιά και τον αέρα
μήπως ποιούσε λέξεις με το εφήμερο

Ποιητή σ’ έχουν διώξει από πόλεις και ουτοπίες
Έχουν τόσα ειπωθεί για σένα από εσένα
όλα εκτός από αυτό που είναι κρυμμένο στη ματιά σου
Απ’ όλους εμάς μόνος εσύ αφήνεις την εικόνα σου
να σε δημιουργήσει

 

 

Το τραγούδι της Νύχτας

Η Σελήνη έκρυψε το πρόσωπό της
Σκέπασε τον Ενδυμίωνα με μια λευκή δαντέλα
Την είχε υφάνει με όλη την υπομονή που δίνει η Νύχτα

Κι όμως δεν ήτανε αυτό το ποίημα που θέλησε να γράψει
Πάνω στο χαρτί έμοιαζε σώμα και ύλη
Είχε χάσει τη γοητεία τού φευγαλέου
Να το έσβηνε με μια κίνηση
με μια αχτίδα από το δάνειο φως της

Κι ο Ενδυμίων χαμογελούσε
είχε ξεφύγει από το βλέμμα της
όμμα ανέσπερο
Τρόμαξε την Ευρυδίκη
καθώς εκείνη περνούσε δήθεν αδιάφορη
από τη Νύχτα στο φως τής Ημέρας

Κι ο Ενδυμίων τώρα τραγουδούσε
«Η Σελήνη χάνεται κάθε πρωί
το ποίημα μένει πάντα νέο»

 

 

Το πέρασμα της Ευρυδίκης I

Ήτανε βράδυ
κοντά στην είσοδο του Άδη
η Ευρυδίκη μάζευε τα πέπλα της
προσωπεία σε όλο της το σώμα
Δεν ήτανε ποτέ γυμνή για κανένα

Κι όταν το μαύρο πέπλο έγινε κάπα
όχι για να ζεστάνει
ούτε για να καλύψει
μα για να κρύψει

πήρε τη λύρα από τα χέρια του ’Απόλλωνα
πήρε τη μοίρα από τα μάτια του Ορφέα
και κρύφτηκε στα βάθη της Αυγής

 

 

Το πέρασμα της Ευρυδίκης III

Άκουγε τη λύρα του Ποιητή
να αναπνέει
μέσα στις αχτίδες που ξέφυγαν
από το άρμα του Φαέθοντα
Πήρε άμμο από μια άλλη ακρογιαλιά
κάθισε να γράψει
για ένα παλάτι που δεν μπόρεσε να χτίσει

Το κύμα έσβηνε τα γράμματα
οι αχτίδες
κράταγαν τις νότες στον αέρα
Κι εκείνη έγραφε έγραφε
Γυναίκα του Ήλιου καθώς ήταν
γνώριζε
πως μόνο στην έρημο φυτρώνει η γραφή

 

 

Non vox erat

Σε είδα να καθρεφτίζεσαι στο νερό που κυλούσε
Ήσουνα η νύμφη Ηχώ που ξέφυγε από τις φυλλωσιές του αθώρητου δάσους
Περίμενες τον Νάρκισσο να αναδυθεί κρατώντας το είδωλό του
Κι εκείνος κοίταξε βιαστικά έγραψε δυο στίχους στο νερό
και χάθηκε

Πήρες τους στίχους τους μελοποίησες
κι έψαξες στα βαθιά να βρεις με τη λύρα σου το είδωλο μιας ιδέας
σαν να μην είχες ποτέ σάρκα και οστά

Σε είδα από μακριά
θέλησα να φτάσω στο νερό
μα εσύ κολυμπούσες μέσα στον καθρέφτη
Κράταγες στα χέρια σου όσα δεν μπορώ ποτέ να ονειρευτώ
γιατί δεν είμαι παρά μια σκιά
αυτής που θαρρεί πως γράφει

 

 

Ηχώ I

Σε είδα στο όνειρό μου
Καθόσουν σε ένα θρόνο ασημένιο
η Νύχτα ακολουθούσε τη Νύχτα
κι εσύ διάβαζες με μάτια λαμπερά
το κρυφό βιβλίο των άστρων

Σε είδα στο όνειρό μου
Σύρθηκα λέει κοντά σου
στα πόδια του θρόνου
κι εσύ πέταξες σαν αναλαμπή
στον άλικο ουρανό

Με είδες στο όνειρό σου
Καλούσα λέει σε βοήθεια
άγγελο περαστικό
μα ήταν βαριά τα πόδια μου
κι ο άγγελος μικρός

 

 

Ηχώ II

Με κάλεσες
έτρεξα στην άλλη ακρογιαλιά
να γίνω λουλούδι στην άκρη του γκρεμού
να γίνω κοχύλι στην άμμο
να γίνω κύμα μελωδία χρώμα

Σε κάλεσα
δεν ήρθες στην άλλη ακρογιαλιά
ήσουνα λουλούδι στην άκρη της γης
ήσουνα κοχύλι φωτεινό στον ουρανό
ήσουνα κύμα μελωδία χρώμα
πλάι στον Τιτάνα ’Ωκεανό

Πήρα μολύβι αόρατο
ζωγράφισα στο κορμί του σύμπαντος
τα λόγια μου

 

 

6 ’Απριλίου 1995

Είκοσι τεσσάρων χρόνων
Είκοσι τέσσερα αστέρια άναψε ο Θεός για να γιορτάσεις
Τήρησα την υπόσχεσή μου και δεν έκλαψα
να μη σβήσω τα κεράκια στον ουρανό που μας ενώνει
να μή σβήσω τον ουρανό να μην κάψω τη γη με το δάκρυ μου
Σε βλέπω βλέπω μόνο εσένα
Ας μείνουν οι άλλοι Δική τους η γη
δικό τους το χώμα
Ο κόσμος τους δεν είναι πια δικός μας
κι ούτε ακούει το τελευταίο τραγούδι του Ορφέα
όταν αυτός με χαρά
απαρνιέται το εφήμερο
για να κερδίσει το θάνατο

 

 

Πέρασμα

Πήρα τη λύρα του Ορφέα
Συγκίνησα ακόμη και θεούς
Άνοιξαν τις πύλες του Άδη

Το χέρι μου έσχισε το χαρτί
Πάνω του είχα γράψει την ιστορία σου

«Πέρασε από το φως του ήλιου
στο φως του φεγγαριού

ή και το αντίθετο»

 

 

Τελευταίο δείπνο

Πόσο πόνο κρύβει ο άνθρωπος
πόσο πόνο
Το βλέμμα του αγκαλιάζει τον ουρανό
πλατύτερος από τη γη και τη θάλασσα
τα βουνά στιγμές της άγριας θλίψης του
τα χθόνια πελάγη ηρεμία που ακολουθεί τον άκρατο πόνο
Πίετε εξ αυτού πάντες

Πόσο πόνο κρύβεις μέσα σου
κι όμως δε νιώθεις τον πόνο γύρω σου
Δεν έχεις παρά ν’ απλώσεις το βλέμμα σου στη γη
δεν έχεις παρά ν’ αγγίξεις τον άνθρωπο πλάι σου
ν’ ανταμώσεις τον άνθρωπο στο είναι σου

Καταδικασμένος να είσαι εδώ κι άλλου
ν’ αναζητάς την εικόνα σου στον καθρέφτη
αυτόν που κουβαλούν στην τσέπη τους οι άλλοι

 

 

Αμίλητο νερό

Ο ήλιος ήταν πιο δυνατός απ’ την αγάπη μου
Η πέτρα έσκαζε χωρίς μια λέξη θεϊκή
το χώμα άνοιγε στα δυο χωρίς μιλιά
και το νερό κυλούσε μέσα σε βουβά ρυάκια

Η αγάπη μου ήταν πιο δυνατή από τον Ήλιο
Πλησίαζε ο Ίκαρος περίεργα τη Γη
έσβηνε ο Φαέθων τη φλόγα του στον ποταμό Ηριδανό
κι εγώ γελούσα μες στις φωτιές τού Άη-Γιάννη

 

 

Χαρταετός

Πέταγα το χαρταετό μου μια Δευτέρα
όταν ήμουνα πολύ μα πολύ μικρή
κι ας μη θυμάμαι μικρή να ήμουνα ποτέ
Πέταγα το χαρταετό μου
απ’ την κορφή ενός μικρού λόφου
κι έβλεπα με χαμόγελο τη θάλασσα

Την Τρίτη ό αετός ξέφυγε από τα χέρια μου
πήγε να κολυμπήσει στα βαθιά
Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο
χρειάστηκε δουλειά πολλή
την Κυριακή να γίνει μια βραχονησίδα
να βλέπει με όμορφα πράσινα μάτια
το μπαλκόνι του σπιτιού μου
στο πιο όμορφο νησί

της πιο γαλάζιας θάλασσας

 

 

Εκ Χάεος δ’ Έρεβος

Δεν είναι πια αρχέτυπο ο ανθρώπινος λόγος

Το Χάος αρνείται να γίνει Ήμερα
ερωτευμένο καθώς είναι με τις μικροδομές του
η ποίηση αρνείται να ποιήσει
καθώς άυλη ξεπροβάλλει η νέα Νύχτα

Το βουνό υποκλίνεται

 

 

Ιστορία

Τα πλοία μας ταξιδεύουν πάντα προς τη Σικελία
Κι η ιστορία γράφει για πολέμους
της ψυχής με το άπειρο ή το Μηδέν
Κι όσο καλύτερα γνωρίζουμε πώς κάπου στην άκρη
καραδοκεί η Ειμαρμένη
τόσο περισσότερο γεμίζουμε τα πλοία μας
με τρόφιμα μαζεύουμε κάθε στάλα της βροχής
να ξεπλύνουμε τις πληγές μας
ρίχνουμε στα κοράλλια ένα χαμόγελο κρυφό
σαν να ήμασταν αθάνατοι

Και συνεχίζουμε το δρόμο προς το ριζικό μας

Η Νέμεσις ήταν θνητή και τη θεοποιήσαμε
ζούσε ανάμεσα σε μας και στα παιδιά της
μας οδηγούσε στα μονοπάτια της μνημοσύνης ή της λήθης
πίναμε κρασί με τον Διόνυσο στην άκρη του γκρεμού
Γεννήσαμε θεούς με τα τραγούδια μας

Και συνεχίζαμε το δρόμο προς το ριζικό μας

Τα πλοία μας ταξιδεύουν πάντα προς τη Σικελία
Συναντήσαμε Σειρήνες σε άλλες θάλασσες
η λησμοσύνη μας ψιθύρισε άλλα τραγούδια

Κι εμείς πιστεύαμε πώς γράφαμε ιστορία

 

 

 

Ημέρες αβροχίας (1994)

 

Καιρός του σιγάν

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε το λόγο τον έσπειρε στην άμμο
πήρε τη σιωπή τη φύτεψε στην όαση

Μην κλαις για το νερό που χάθηκε
τα δάκρυα σβήνουν τη γραφή σου στην άμμο
Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Από τα βάθη της ερήμου
ο χρόνος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε την άμμο τη φύτεψε στο λόγο
Φωνή άφρονος βοούσε στην όαση

 

 

Άμπελος η αλλοτρία

Πώς έγινες αγνώριστος λαέ
Ο Όμηρος ο Αλέξανδρος ο Σοφοκλής
σε φύτεψαν άμπελον καρποφόρον
Έσπειρες τον σίτον σου σε ημέρες αβροχίας
σκόρπισες τα πλούτη σου σε λαούς των ερήμων
αντάλλαξες μαζί τους είδωλα
φόρεσες τη χλαίνη της μωρίας
γονάτισες ευλαβικά μπροστά σε ανούσιους θεούς

Άφρονα λαέ
χαλκεύεις τα παρελθόντα
λησμονείς τα μέλλοντα
εγκαταλείπεις τις κόρες σου
την Ιλιάδα την Αλεξάνδρεια την Αντιγόνη
θρηνείς στο σκλαβοπάζαρο των συμφερόντων
εκλιπαρείς μια στάλα μνήμη
ενώ σφίγγεις στη μέση σου τον γόρδιο δεσμό της λήθης

Ας τραγουδήσει ο Όμηρος την μήνιν των
προγόνων σου
ας πολιτίσει ο Αλέξανδρος πιο μακρινές
ηπείρους
κι ας στείλει ο Σοφοκλής τον Κρέοντα να σε
καταδικάσει

 

 

Επίκληση

Τις κάλεσα μία μία από άλλη ύλη
άλλες εποχές
από βιβλία και από μύθους

Άγαρ μην ψάχνεις στην έρημο Οι γενεές
σου βρέθηκαν
Λητώ μην κρύβεσαι στη θάλασσα Τα παιδιά
σου γεννήθηκαν
Κλυταιμνήστρα μην παραμένεις θεατής
σαν θυσιάζουν το παιδί σου
Νιόβη μη γίνεσαι πέτρα γίνε δάκρυ να
θρέψεις τη γη σου

Είμαι όλες εσείς ενωμένες
Είμαι αυτή που βρήκε και έχασε
που κρύφτηκε στα βάθη του Αιγαίου και
η Δήλος αναδύθηκε
που έγινε θεατής και δρων
πέτρα και νερό
βιβλίο και μύθος

 

 

Και η γη παραμένει

Όταν πρόσταζε ο Ηρώδης ο Μέγας να
εμφανιστείς στο ανάκτορο
να γονατίσεις με ευλάβεια μπροστά στην έκνομη
οργή του
να εξαγνιστείς στη φλόγα της άνομης αγάπης του
-για να γίνεις άξια να προσφέρεις την καρδιά
σου στη σφαγή των αθώων-
εσύ παραλογίστηκες Ραχήλ
Εγκατέλειψες το σπίτι σου
βρήκες καταφύγιο στις πλαγιές των βουνών
κοντά σε δέντρα και σε θάμνους
– δεν ήξερες πως ο Ηρώδης εκεί εδρεύει
πως οι λεγεωνάριοι καραδοκούν πίσω από τις
ζωοφόρους των ναών του δάσους

Ραχήλ μη θρηνείς
μην ψάχνεις να βρεις ό,τι χάθηκε
Μάταια απομακρύνεσαι από τη Βηθλεέμ
εκεί βρίσκεται ο τάφος σου

Και τελικά η θυσία σου δεν μπόρεσε να σώσει
τον Μεσσία

 

 

Νανούρισμα

Κοιμάσαι
κι ο ύπνος πάλλεται πλάι σου με φτερούγες
ολόλευκες
Κοιμάσαι
κι ο ήλιος εκδύεται τον χρυσό του μανδύα για να
μη σε ξυπνήσει
Οι μάγοι εγκαταλείπουν τη μυθική Ανατολή
αναζητούν πρωτόθετα σημεία του ορίζοντα
εκεί που ορίζοντες δεν υπάρχουν
Οι άνεμοι καλύπτουν απαλά
με την κάπα του
το γέρο που δεν μπόρεσε ν’ απαρνηθεί τον ήλιο

Δεν ανέτειλε η Σελήνη για να μη σε ταράξει
ο Ενδυμίων σου παραχώρησε τη θεϊκή του κλίνη
Χαμογέλασες στην πρώτη αχτίδα μα δεν
ξύπνησες
ο ήλιος συγκρατήθηκε
τρόμαξε μήπως ανταποδώσει το χαμόγελο με
χρυσαφένια βροχή και σε ξυπνήσει

Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι
και το λευκό σεντόνι ιπτάμενο χαλί
σ’ έφερε πέρα από τα σύνορα των πλανητών και
της οδύνης
Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι
κι ο ήλιος σ’ ακολούθησε στο πέταγμά σου

 

 

Λόγος

Έλεγαν πως έγραφε ποιήματα για να μη
σκέφτεται
πως έγραφε για να μη ζει
κι εκείνος ανέτρεπε την πράξη με το λόγο

Μακριά από την ποίηση οι άλλοι
δεν έμαθαν να πλάθουν χρόνο με τη σκέψη
κι ούτε ένιωσαν ποτέ
πως οι λέξεις είναι μαγικές επιφωνήσεις
πως οι φθόγγοι όταν συγκρούονται
γεννούν ενέργεια
πως όλο αυτό το σύμπαν δημιουργήθηκε
με μια εντολή ένα μόνο ρήμα
του πρώτου ποιητή

Γενηθήτω

 

 

Το μυστικό του τετραδίου (2015)

Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται ποιήματα από τις προηγούμενες ποιητές συλλογές της Ζωής Σαμαρά μεταφρασμένα στη Γαλλική από την Πολυτίμη Μακροπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια της Γαλλικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ.

Σε εκδήλωση της Μακεδονικής Καλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ η Ζωή Σαμαρά συζήτησε με τη ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη για «Το μυστικό του τετραδίου» και ποιήματα της συλλογής διάβασε η Έφη Σταμούλη.

 

Η ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΜΑΡΑ

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ Η ΕΦΗ ΣΤΑΜΟΥΛΗ

 

ΒΚ  Η ποίηση ξεκινά σ’ ένα μυστικό τετράδιο. Ακόμη κι αν το περιεχόμενο αυτού του τετραδίου καταλήξει στις σελίδες ενός βιβλίου, το τετράδιο παραμένει μυστικό. Κάθε φορά που ξεφυλλίζεις αναγνωρίζεις κάτι, ανασύρεις
από τη λήθη τις αλήθειες που σε αφορούν, μπαίνεις στη δοκιμασία, στον πειρασμό να προσθέσεις τις δικές σου σημειώσεις στο περιθώριο. Συνομιλείς με τον εαυτό σου που καθρεφτίζεται στις λέξεις ενός άγνωστου προσώπου,
επιχειρείς να του δώσεις υπόσταση, να νιώσεις πώς σκέφτεται, τι αισθάνεται, πώς βρέθηκε μέσα σ’ αυτούς τους στίχους. Εκεί που το βρίσκεις, εκεί το χάνεις. Κλείνεις το τετράδιο, το ξανανοίγεις και όλα πάλι απ’ την αρχή.

 

Το μυστικό του τετραδίου

Σε δύο χρόνια θα πας σχολείο.
Μα πώς; Σπάνια τα βιβλία. Σπάνια όσο και η τρο-
φή. Μπροστά στο άσπρο, το αδέσποτο, χαρτί υποκρινόταν
πως διαβάζει, όπως έκαναν άλλα παιδιά μπροστά στην
Άγια Τράπεζα, σαν να έβλεπαν ένα ολόγιομο φεγγάρι. Και
έπιναν τα δάκρυά τους.
Τι να σημαίνουν άραγε τα μικρά μαύρα ανθρωπά-
κια κολλημένα πάνω σε χαρτί; Έκρυβαν ένα μυστικό, αυ-
τό ήταν βέβαιο. Αλλά ποιο; Του νου μας; Της θάλασσας;
Του ουράνιου τόξου πέρα από τον ορίζοντα, καβάλα στο
κύμα;
Και τότε της χάρισαν ένα μικρό τετράδιο. Τόσο
μικρό που χωρούσε στην παλάμη της. Είχε δηλώσει με
πάσα επισημότητα ότι θα γίνει συγγραφέας. Ευτυχώς δεν
τη ρώτησαν τι σημαίνει η λέξη. Την άκουσε, ακούστηκε
ωραία, την επανέλαβε. Και τώρα, τι κάνει; Θα μάθει να
γράφει, σκέφτηκε. Ανάμεσα στο μολύβι και το χαρτί, κά-
τω από τις δικές της λέξεις, θα αποκαλυφθεί το μυστικό
του τετραδίου.
Μα πώς;
Πώς…
Θα της μιλούσε το χαρτί, καθώς θα έγραφε. Θα της
έλεγε τι να γράψει.
.. .πώς; Ήταν μικρή και το τραπέζι πολύ ψηλό. Δεν
έφτανε να σχεδιάσει στο τετράδιο. Να κάθεται. Μα γράφω
σημαίνει ζω, δηλαδή είμαι όρθια. Σκεφτόταν έτσι αλλόκο-
τα ή της μιλούσε κιόλας το χαρτί;

 

ΒΚ  Στο εξώφυλλο του μυστικού τετραδίου που απόψε επιχειρούμε να διαβάσουμε υπάρχει μια ετικέτα με το όνομα: Ζωή. Χωρίς επώνυμο. Η Ζωή ανήκει στη ζωή, κάθε άλλη γενική κτητική περιττεύει. Πόσο ένα όνομα προσδιορίζει ή μυστικά καθορίζει την πορεία ενός ανθρώπου; Η ζωή είναι ένστικτο, δύναμη, ενέργεια, ιδανικό, μάχη, πίστη, ταξίδι, έρωτας, υλικό ονείρου, χώμα και νερό, μητέρα, δημιουργία. Η ζωή ακολουθείται πάντα από τη σκιά της, το θάνατο. Μ’ αυτόν η διαρκής και πολύτροπος αναμέτρηση.

 

ΖΣ  Το όνομα της γιαγιάς μου. Αιώνες τώρα στην Κάρπαθο το όνομα πηγαίνει από πατέρα σε γιο και από μητέρα σε κόρη. Το τελευταίο διόλου αυτονόητο στη χώρα μας. Σαν να γνώριζαν οι Καρπάθιοι την ψυχολογία του βάθους πριν ακόμη γεννηθεί. Ίσως από τα χρόνια του Τρωικού πολέμου, όπου, σύμφωνα με την Ιλιάδα, συμμετέχουν με τα καράβια τους. Η προέκταση της μάνας στην
κόρη, η θηλυκή πλευρά της αέναης δημιουργίας. Το φαντασιακό που αναδεικνύεται πάντα άξιο να συνεχίσει τη ζωή με ποίηση και όνειρο. Το βίωμα, ωστόσο, δεν γίνεται ποίηση και δεν μας αφορά αν δεν γενικευτεί, αν δεν εκφράζει, με κάποιο μυστήριο τρόπο, τα βιώματα όλων μας.
Όταν γράφεις για τον εαυτό σου, το εγώ του κειμένου σου ανήκει στο χώρο της μυθοπλασίας. Μπορείς να ξαναγίνεις μικρό παιδί, αλλά τα περιστατικά που θα αφηγείσαι δεν θα είναι αυτοτελή. Θα περιέχουν πολλές εκδοχές που προέκυψαν από την ανάμνησή τους.
Για να συλλάβεις την ουσία της ύπαρξης γενικά, όπως κάνει άθελά του κάθε ποιητής, βλέπεις τον εαυτό σου και εξωτερικά, ανάγεσαι σε παρατηρητή της ζωής σου.

 

Η Ευλογημένη

Η πέτρα ήταν βαριά κι εσύ στο πλάι
Να την κινήσεις
να τη νικήσεις
ζήτησα Τίποτε άλλο
η Πύλη παρέμενε κλειστή
Σειστή κι αόρατη
Και μόνο εσύ την έβλεπες
Η Ευλογημένη

Άσε με να περάσω

Από τα βάθη του σπηλαίου
ακούστηκε η φωνή μου

Εδώ είσαι ή εκεί
με ρώτησαν τα δέντρα
Όπως εσείς απάντησα
Κι εκεί κι εδώ
Όπου υπάρχει
η Ευλογημένη

 

Καιρός του σιγάν

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε το λόγο τον έσπειρε στην άμμο
πήρε τη σιωπή τη φύτεψε στην όαση

Μην κλαις για το νερό που χάθηκε
τα δάκρυα σβήνουν τη γραφή σου στην άμμο
Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Από τα βάθη της ερήμου
ο χρόνος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε την άμμο τη φύτεψε στο λόγο
Φωνή άφρονος βοούσε στην όαση

 

ΒΚ  Η ποίηση την ουσία της ύπαρξης αναζητά, αυτήν προσπαθεί εναγωνίως να εκφράσει. Το εγώ και η ζωή του ποιητή γίνονται ένα πρώτο πεδίο πειραματισμού και δοκιμασίας. Η φωνή που μιλάει στα κείμενα είναι πολυπρόσωπη. Αλλάζει συχνά μορφές, παίρνει το προσωπείο μυθολογικών ηρώων, γίνεται ρόλος. «Το εγώ είναι ένας άλλος». Υπάρχει μια εγγενής θεατρικότητα στο λόγο, μια κίνηση στις λέξεις ακόμα και μέσα στη λευκή σελίδα. Υπάρχει ο δικός τους ρυθμός. Διακριτικά διατυπωμένες επιστρέφουν στο ποίημα στιγμές από τη ζωή της ποιήτριας.
Οι αναφορές στο σκηνικό της παιδικής ηλικίας αντιστέκονται στη νοσταλγία, αφορούν μόνο την ανασύνθεση της προσωπικής ιστορίας. Πατρίδα του ποιητή είναι οι λέξεις;
Δεν υπάρχει Ιθάκη για την κόρη του Οδυσσέα. Το ταξίδι, το πάθος της γνώσης, η δημιουργική σκέψη και η κριτική δεν μπορούν να καθρεφτιστούν στα συνήθη γυναικεία πρότυπα που καλλιεργεί και προτείνει ο γενέθλιος τόπος. Πόσω μάλλον η ταυτότητα ποιητής ή μάλλον ποιήτρια.
Άραγε η ποίηση έχει φύλο; Ως λέξη είναι γένους θηλυκού, όμως πώς προκύπτει; Μέσα από τη σύγκρουση και την εύθραυστη ισορροπία του animus με την anima μέσα μας;
Πότε η γυναίκα συναντά την ποιήτρια;

 

Το ποίημα

Μικρή όταν ήμουν
φαντάστηκα
την ιστορία μιας γυναίκας
που έγραφε
έγραφε
όλη μέρα όλη νύχτα
από τότε που ήταν 18 χρονών

Έγραφα κι εγώ
πάνω σ’ ένα κατάλευκο χαρτί
μ’ ένα φτερό που είχε πέσει
από το περιστέρι που περνούσε βιαστικά
έγραφα χωρίς δισταγμό χωρίς φόβο
γιατί ήμουν τόσο μικρή
που δεν γνώριζα τη λέξη «γραφή»

Και η γυναίκα
με το μολύβι στο ένα χέρι και το χαρτί στο άλλο
σχεδίαζε γράμματα
σχεδίαζε λέξεις
σχεδίαζε
τη μέρα τη νύχτα το ποίημα
μέχρι που έγινε 81 χρονών

Έτοιμη πια να φύγει γι’ άλλη χώρα
σκέφτηκε να περάσει από το κοντινό βιβλιοπωλείο
να δει στα ράφια τα βιβλία της
να δει στα ράφια μια ζωή εξήντα τριών χρονών
Και είναι τότε που είδε
πως είχε γράψει
μονάχα ένα ποίημα

Πώς δεν το είχε αντιληφθεί
Πού πήγαν όλα εκείνα τα βιβλία
με τους τίτλους που μάγευαν
Η βασιλεία του Κρόνου
Το πέρασμα της Ευρυδίκης
Φωνή από την άλλη ακρογιαλιά

Είχε γράψει
μονάχα ένα ποίημα
Ήταν κρυμμένο στην πίσω σελίδα
κάποιου αδιάφορου έντυπου
Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα
Το έλεγε Ποίημα
Κι εκείνο
έλεγε
έλεγε
την ιστορία μιας γυναίκας
που άρχισε να γράφει στα 18
και έγραφε ως τα 81

Όσο για μένα
δεν μπόρεσα να γράψω τη ζωή της
γιατί ήμουν πολύ μικρή
τόσο μικρή που δεν γνώριζα καν
τη λέξη
«ζωή»

 

Η κόρη του Οδυσσέα

Κοίταζε τον Ουρανό που την κοιτούσε με μάτια
τυφλά απ’ το περίσσιο φως το προγεγεννημένο
Περνούσε μέσα από αχτίνες
κατακερματισμένες
τα μάτια της άκουγαν
ναι άκουγαν
την αρμονία του φωτός
να ψιθυρίζει γνώριμα τραγούδια
σε νότες άγνωστες λατρευτικές

Οι Σειρήνες σώπασαν
Μπροστά στην κόρη τ’ Ουρανού
καθώς εκείνη έβλεπε το σύμπαν να σπαράζει
μέσα στα μάτια του πρωτόγονου πατέρα της

Η Ιθάκη καρτερούσε στην αγκαλιά του χρόνου
ζούσε στον αργαλειό τα όνειρά της
κεντούσε λέξεις χιλιοειπωμένες
που όμως ποτέ δεν είχαν ειπωθεί
Κι η κόρη κατακτούσε τις πέντε θάλασσες
ναύτης μαζί και νέα γοργόνα
ρωτούσε αν επέστρεψε ο Οδυσσέας

 

ΖΣ  Η κόρη του Οδυσσέα δεν επιστρέφει στην Ιθάκη, ενώ αγωνιά μήπως δεν επιστρέψει ο Πατέρας. Το ποίημα ταξιδεύει, ο ποιητής επιστρέφει στις ρίζες του. Η Ευρυδίκη επιθυμεί το βλέμμα του Ορφέα, αλλά δεν θα τον ακολουθήσει. Αν τελικά δεν γυρίσει να τη δει, εκείνη θα αρνηθεί να φύγει από τη χώρα των σκιών. Ο Ποιητής πρέπει να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει την παράδοση. Ακόμη και στο πιο ανατρεπτικό σύμπαν η ποίηση αντλεί από την παράδοση για να κρατήσει τον κόσμο ζωντανό.

ΒΚ  Όπως οι τραγικοί ποιητές αντλούν υλικό από τον πλούτο της μυθολογίας για να δημιουργήσουν τα έργα τους, έργα όπου η φιλοσοφία έχει σημαίνοντα ρόλο στη σύλληψη και την κατασκευή τους, έτσι και η ποιήτρια πραγματεύεται τα μείζονα ζητήματα της ύπαρξης, προβάλλοντας το δικό της εσωτερικό σύμπαν στα πρόσωπα του μύθου, τα οποία ξαναγεννιούνται, επαναπροσδιορίζονται, κρατώντας κάποια βασικά στοιχεία της ταυτότητας
τους, κερδίζουν μια νέα ζωή, έναν άλλο λόγο. Τα πρόσωπα του μύθου άλλωστε ζουν στο συλλογικό ασυνείδητο, αρχέτυπα δώρα του χρόνου και των πολιτισμικών αιώνων που προηγήθηκαν. Η Σαμαρά μας δείχνει με τον τρόπο
που αξιοποιεί το μυθολογικό υλικό πόσο ανεξάντλητη είναι η σοφία των μύθων. Ένα πρώτο παράδειγμα από ποιητική συλλογή Το πέρασμα της Ευρυδίκης. Εδώ παρατηρούμε ότι η Ευρυδίκη αλλάζει πολλά πρόσωπα ακόμη
και μέσα στο ίδιο ποίημα. Είναι η αγαπημένη του Ορφέα, είναι ο Ορφέας αλλά και η θηλυκή πλευρά του Ορφέα (anima), είναι η κόρη αλλά και η μητέρα, είναι η γυναίκα, είναι το ποίημα, είναι η ύλη του πραγματικού, το είδωλο
του φαντασιακού.

 

Ανδρόγυνον

Ορφέας και Ευρυδίκη

είσαι μαζί
το όμμα που βλέπει
και το σώμα που χάνεται
Μόνος
δεν θα κατέβαινες ποτέ
στα τρίσβαθα του Άδη
Μόνη
δεν θα γινόσουνα ποτέ
ανείπωτο τραγούδι
Διαλύεσαι στον άνεμο όπως ο ήχος του φεγγαριού
συνθέτεις μελωδία πρωτάκουστη

Τι κι αν με το πέρασμά της γεννιέσαι
Τι κι αν με τη ματιά του χάνεσαι

Είσαι η πρώτη διαλογή των άστρων

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΜΑΡΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ Η ΔΥΣΗ (2012)

Αλέξης Ζήρας

Η προσφυγή στους αρχαίους μύθους, με προοπτική τον αναστοχασμό του ποιητικού λόγου ο οποίος αφορμάται από φαινόμενα και παραστάσεις της τρέχουσας ζωής, εννοείται πως δεν είναι ένα εγχείρημα μοναδικό. Το αντίθετο, μάλιστα! Με μια έννοια, η ίδια η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι δυο έπη στα οποία ο Όμηρος αφηγείται εν συμβόλοις και παραβολαίς και τη διδακτική σημασία της άγραφης τότε παραμυθίας. Η επική του αναπαράσταση είναι στην ουσία ένας διάλογος με την πριν από αυτόν παράδοση του μύθου, γι΄αυτό και από τις αναρίθμητες ποιητικές αναγνώσεις του ομηρικού έργου που έχουμε ως σήμερα, προκύπτει το ζητούμενο της «δικής μας» ποιητικής ανάγνωσης ή του δικού μας διαλόγου με την αρχαία επική παράδοση. Αυτό κάνει και η Ζωή Σαμαρά (γ.1935). Επιλέγοντας πρόσωπα και συμβολικές αναπαραστάσεις από την αρχαία ελληνική μυθολογία, στην ουσία την διαβάζει με τον δικό της τρόπο και για λογαριασμό της εποχής μας. Όμως, πάνω σ΄αυτό το γενικό πεδίο, πάνω σ΄αυτή τη νοητή, χρονική διασταύρωση της ποίησης, η Σαμαρά συσσωματώνει στο μυθικό της παράδοσης, ας πούμε στο εξ αντικειμένου, το εξ υποκειμένου της. Κάτι σαν παλίμψηστο. Αφηγείται ποιητικά τα δικά της δράματα, στήνει τις αναπαραστάσεις των δικών της βιωμάτων. Συνεπώς, μυθολογεί εκ νέου και εξ ιδίων. Η ειρωνική αντίστιξη , η ανάδειξη του ανίερου απέναντι στο ιερό, η πρόταξη με έμφαση του πανάρχαιου στοιχείου της αδικίας, το αναποδογύρισμα που επιχειρεί σε κοινούς τόπους και παραδεδομένες ερμηνείες, αποτελούν άλλωστε τα μέσα της ρήξης της με τη συμπάγεια της μυθολογικής εικόνας η οποία μας δόθηκε. Η απομυθοποίηση, η αποδόμηση είναι τα εργαλεία που της επιτρέπουν να ανοίξει ένα άλλο πεδίο, για να προβάλλει αλληγορικά τις δικές της τραυματικές αναμνήσεις και τους δικούς της ελεγειακούς αναστοχασμούς. «Την εποχή των πρώτων μύθων /με ανθρωποθυσίες χόρταιναν οι θεοί /Και σήμερα;/Α!/Σήμερα / όλοι γινήκαμε θεοί/ θυσιάζουμε τον Άλλο/τον άλλο εαυτό μας /Μα δε χορταίνουμε /Όλοι γινήκαμε θεοί /ή σφάγια».

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

περ. «Τα Ποιητικά», τεύχ. 8, Δεκέμβριος 2012. Αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα «salonicanews»,

Γέφυρες προς την απόμακρη Δύση

«Μια ζωή μια Ιστορία», που αμαυρώνεται από «διαγραφές/ πολιτικές/ ηθικές/ εγκληματικές», που καταδιώκει «τα όνειρα των παιδικών μας χρόνων», που αποδεικνύεται «μια ζωή θάνατος», σε ένα συγκλονιστικό οξύμωρο, όπου το σημαινόμενο της ζωής κυοφορεί την ανυπαρξία, έχει υποστεί αυτοϋπονομευόμενη αξιακό εκτροχιασμό. Καθώς «η αβροχία φύσηξε», η ποιητική τέχνη επιφορτίζεται την επαναφορά του οράματος: «Καιρός να γράψω» εξομολογείται λοιπόν η Ζωή Σαμαρά στην ποιητική της συλλογή Και είναι πολύ μακριά η Δύση.
Στο σύγχρονο σύμπαν κάθε παρηγορητικός μύθος καταλύεται: «Ο Απόλλων πλέον/ κυκλοφορεί με αεροπλάνο»· «Η Περσεφόνη φτάνει/ με υποβρύχιο/ στο κέντρο της γης». Η τεχνολογική εξέλιξη καταργεί ουσιαστικά τον Θεό, επιχειρώντας να τοποθετήσει στη θέση του τον άνθρωπο. Η κατάργηση τούτη συνεπάγεται την ηθική έκπτωση, που μεταφράζεται σε έκπτωση της ανθρωπιάς, δηλαδή σε απώλεια της βασικής ιδιότητας του ανθρώπου. Παράλληλα με τον Θεό εξαφανίζεται επομένως κι ο ίδιος ο άνθρωπος: «Όλοι γινήκαμε θεοί/ ή σφάγια// Δεν έμεινε στη Γη/ ούτε/ ένας/ Άνθρωπος;» Το ερώτημα αγωνιώδες, μα ρητορικό, «αφού σαν άνθρωποι/ έστω τιμωρημένοι απ’ τους θεούς/ δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε/ ποτέ».
Η παραίτηση του ανθρώπου απ’ τη διεκδίκηση της αξίας του, ο συμβιβασμός του με τον ξεπεσμό, την ασημαντότητά του, την προοπτική να αποτελεί απλώς μια παρένθεση στη ζωή των άλλων, εκτρέφουν τη Λερναία Ύδρα της αδιαφορίας και της μετριότητας. Τα αιώνια σύμβολα καταρρέουν. Ο Έρος (ποιητικός τύπος στα έπη) απέχει μόλις δύο γράμματα απ’ το Έρεβος. Η Πηνελόπη φανερώνεται άπιστη. Ο γνωμικός αφορισμός της Σαμαρά «Α! Χωρίς σύμβολα πώς θα ζήσουμε/ τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε», πικρά ειρωνικός, καταδεικνύει πως η ένδεια των καιρών γεννά θλίψη μονάχα για τη φθορά του επικαλύμματος, όχι για την αλλοίωση της βαθύτερης ουσίας.
«Έχει γίνει μόδα η ανορεξία» συλλογίζεται η Σαμαρά, εντοπίζοντάς την ωστόσο πρωτίστως στην έλλειψη πνευματικότητας, εφόσον η λέξη, αν και «αχόρταγη θεά» η ίδια, έπαψε πλέον να καταναλώνεται. Τα όποια «χαρίσματα», μέσα από την αλληγορία του μύθου, αποδεικνύονται αρνητικά. Ο Αυτόλυκος, γιος του θεού Ερμή, επιλέγει απ’ του πατέρα τις ιδιότητες μόνο να είναι «κλέφτης και ψυχοπομπός». «Τι χάρισμα κι αυτό// Χάρισμά σου!», σχολιάζει η Σαμαρά, απορρίπτοντας κάθε κακία στο ήθος, με ποιητικό λόγο που εκμεταλλεύεται δραστικά την πολυσημία των λέξεων.
Το αίτημα της δικαιοσύνης αναζητά την πραγμάτωσή του στη Δύση. Η Σαμαρά, αξιοποιώντας την αρχαία ελληνική μυθολογία και συγκεκριμένα το μύθο της Ευρώπης, η οποία έφερε στον κόσμο από την ένωσή της με τον Δία τον Ραδάμανθυ, τον δικαιότερο των θνητών, εντοπίζει στην ήπειρο της Ευρώπης, όπου δομήθηκε ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, το κράτος δικαίου. Η τραγική ειρωνεία ωστόσο για τον ελληνισμό είναι πως, ενώ γέννησε πολιτισμικά τη δικαιοσύνη και την παρέδωσε στους «υπερβορείους» του ομότιτλου ποιήματος, ο ίδιος πλέον τη θολώνει και την ακυρώνει. Καταλήγει λοιπόν εξόριστος μακριά της σ’ έναν Νότο, σε μια εξορία που δεν θα ’πρεπε να τη δοκιμάζει λόγω της πολιτιστικής του κληρονομιάς: «Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά/ Εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;»
Η απομάκρυνση απ’ το δίκαιο εξηγεί γιατί «είναι πολύ μακριά η Δύση», σύμφωνα και με τον τίτλο της ποιητικής συλλογής. Η κατάσταση όμως υπερβαίνει τα ελληνικά όρια και γενικεύεται, καθώς ο στίχος του τίτλου αξιοποιείται για να σημάνει και μια ευρύτερη ομάδα προσφύγων, οι οποίοι μέσω της Ελλάδας αναζητούν ένα πέρασμα στη Δύση, ένα πέρασμα στην ευημερία. Ο φιλοσοφικός στοχασμός της Σαμαρά, ενισχυμένος από την ανθρώπινη ματιά της, διαπιστώνει τη συνύπαρξη του καλού και του κακού: η θετικά φορτισμένη ευημερία και η αρνητικά φορτισμένη προσφυγιά αποδεικνύονται αλληλένδετες, εφόσον η ευημερία, σαν κουτί της Πανδώρας, επιφυλάσσει, στο πλαίσιο της αναζήτησής της, τον πνιγμό για πολλούς απ’ όσους την ονειρεύονται. Πάλι η Δύση φανερώνεται πολύ μακρινή και το όραμά της κονιορτοποιείται.
Με δεδομένη την απουσία της ελπίδας, η ποιητική αντιπρόταση απέναντι στην παραίτηση κατατίθεται μαχητικά: «Να έχεις το σθένος να γίνεις/ αυτό που είσαι/ με όλα τα συστήματα/ […] να σε αντιμάχονται», προτείνει η Σαμαρά. Προς την κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητη η συνδρομή της ποίησης, αφού «Ένας μεγάλος ποιητής μπορεί/ να ανατρέψει τους μύθους ή την Ιστορία». Με αφορμή την ποιητική ικανότητα του Σοφοκλή να επιβάλει σαν σύζυγο του Οιδίποδα την Ιοκάστη και σαν εξέλιξη του μύθου την αιμομιξία, όταν κάθε προηγούμενη μυθολογική προσέγγιση ήταν διαφορετική, η Σαμαρά διεκδικεί την ανατροπή της «μυθολογίας», στο όνομα ωστόσο της οποίας θα μπορούσαν να λογίζονται όλα τα έτοιμα σχήματα που συνόδευσαν στην πορεία του επί μακρόν τον σύγχρονο βολεμένο άνθρωπο.
Η γραφή συνεπώς, και δη η ποιητική, θα μπορούσε να κυνηγά «πάλι χαμομήλια/ να φαινόταν ανέμελη», διεκδικώντας πλάι στην ανεμελιά την αθωότητα. Η ποιήτρια, βεβαίως, έχει συναίσθηση της δυσκολίας του εγχειρήματος. Αντιλαμβάνεται πως η γραφή, μ’ όλη τη μεταπλαστική της δύναμη, θα φάνταζε, σαν διεκδικήτρια της αιωνιότητας, ακόμη και μακάβρια, αφού χαράσσει «με μαύρα γράμματα» ονόματα «σε λευκή ταφόπετρα». Όμως, παρά τις παγίδες της γραφής, η γόνιμη λειτουργία της βαραίνει, γι’ αυτό και η τελική επιλογή της ποιήτριας αποτυπώνεται στο επιλογικό κι αποφασιστικό «γράφω», που ολοκληρώνει τη συλλογή με σχήμα κύκλου κι αναπτερώνει την ελπίδα. Οι γέφυρες προς την απόμακρη Δύση δηλώνουν παρούσες.

 

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

Αυτός ο κόσμος των μύθων ο ηρωικός

Είναι λοιπόν αλήθεια/ ένας μεγάλος ποιητής μπορεί να ανατρέψει μύθους ή την Ιστορία —Ένας μεγάλος ποιητής πού θα βρεθεί να γράψει έπος ή τραγωδία/

Αβέβαιος, συχνά αδύναμος, φυγόπονος κι ανασφαλής από τη φύση του ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ήρωες —ήρωες πρωταγωνιστές μιας άλλης πραγματικότητας που κατοικεί μακριά του, αλλά που ο ίδιος σφοδρά επιθυμεί, όποτε μπορεί να επισκέπτεται. Ο άνθρωπος φτιάχνει έναν κόσμο ιδανικό, ουτοπικό και μετά με τους κατασκευασμένους του ήρωες αρέσκεται να του επιτίδεται, να τον ξεβιδώνει, να τον αναποδογυρίζει, και τελικά να τον
γκρεμίζει. « Κάθε ονειροπόλος ζει τον ηρωισμό του μέσα στη φαντασίωση:», γράφει ο Βίλχελμ Ράιχ στο έργο του Ψυχανάλυση στο Θέατρο, χαρακτηρίζοντας το συνειδητό και το ασυνείδητο ως τη διπλή πραγμάτωση της φαντασίωσης. Όμως για να γίνεις ήρωας πρέπει να μοιάζεις με ήρωα, αλλιώς απλώς τον φαντασιώνεσαι και πλάθεις έναν μύθο.

Κι όμως είναι πολύ απλό/ ας μην αλλάζουμε τους ήρωες
των μύθων/ Μόνο στα παραμύθια ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Και γίνεται ο πόνος ανυπόφορος στα σταυροδρόμια των στίχων
γράφει δικαίως η ποιήτρια, τονίζοντας την τυραννία που υφίσταται
ο δημιουργός από την ίδια την ποιητική του τέχνη, καθώς πασχίζει με γενναιότητα ψυχής να κατακτήσει την Τέχνη του και να κατανοήσει το σύμπαν. Για να μη γίνεται ο πόνος ανυπόφορος, γίνεται ο κόσμος μυθικός, θα μπορούσε σε αυτό το σημείο να συμπληρώσει από την πλευρά του ο κοινός άνθρωπος. Κι αυτός ο κόσμος ο μυδικός δεν συνιστά άλλο παρά μια μυστική κρύπτη εντός του.

Αυτός ο κόσμος ο παράλληλος ο μασκαρεμένος

Η απροσδιοριστία του μύθου είναι ό,τι αλώβητο μένει τελικά, ό,τι επίμονα από την καλλιτεχνική ψυχή διερευνάται. Ένας κόσμος παράλληλος σε χρόνο νεκρό. Η ποίηση είναι η έσχατη καταφυγή για ύπαρξη, για μια διάρκεια σαν στιγμή που δα επαναλαμβάνεται μέχρι όλα να γίνουν ένα.
Ο Νίτσε είχε πει χαρακτηριστικά, «σκάβοντας δαδιά στη μάσκα
κινδυνεύεις η μάσκα να ενσωματωθεί στο πρόσωπό σου». Η ποιήτρια μοιάζει να έχει την απάντηση για να γλιτώσει ο άνθρωπος από την παραμόρφωση, από την υποκρισία, από το κολλημένο στο πρόσωπό του θεατρικό προσωπείο, από την επιβολή της στρέβλωσης σε έναν κόσμο που πασχίζει επίμονα και μεθοδικά να τον κάνει κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι.

Να έχεις το σθένος να γίνεις αυτό που είσαι/ με όλα τα συστήματα/ γονίδια – κοινωνία/ μοίρα – μερίδιο/ να σε αντιμάχονται

Αυτός ο κόσμος ο ασαφής

Το παράλογο του κόσμου είναι το απάνθρωπο πρόσωπο της ανθρώπινης κατάστασης. Το παράλογο παράγει συνείδηση, η συνείδηση δομεί τον άνθρωπο. Χωρίς αυτά έχουμε μόνον την ενστικτώδη ζωή του όντος. Όλη αυτή η ασάφεια. Αν ο κόσμος ήταν σαφής δεν δα υπήρχε τέχνη διατείνεται με την ιδιοφυή του ματιά στον «μύθο του Σίσυφου» ο Αλμπέρ Καμύ. Η ανθρώπινη πραγματικότητα τρέφεται από την απάνθρωπη φαντασία και η ανθρώπινη φαντασία τρέφεται από την απάνθρωπη πραγματικότητα κι η Περσεφόνη φτάνει με υποβρύχιο στο κέντρο της γης σε εννέα μέρες.

Αυτός ο κόσμος ο νεκρός ο ρηχοφυτρωμένος

Μια ζωή μια Ιστορία διαγραφές/ Να ξαναζήσει Θέλησε το παρελθόν κι ο χρόνος εκδικήθηκε/.

Ο κόσμος ο ρηχοφυτρωμένος με μνήμη κοντή, μνήμη χρυσόψαρου. Ο κόσμος που μηδενίζει στο νεκρό σημείο του και παίρνει φόρα και ξαναρχίζει και ποτέ τίποτα πια δεν θυμάται. Ο ήρωας, αντιήρωας, πρωταγωνιστής στο ποιητικό έργο της Ζωής Σαμαρά έχει την θαυμαστή ικανότητα να μπαινοβγαίνει με άνεση από την ατομικότητα, στην Ιστορία, από την Ιστορία στη Μυθολογία, από τη Μυθολογία στην Κοινωνία. Ο κόσμος του που πασχίζει να γίνει
επαναστατικός τις περισσότερες φορές μένει ακίνητος, νεκρός.
Με ένα δράμα σαν ιστό αράχνης επάνω του αιώνια να αιωρείται —ένα θεατρικό έργο που αιώνες τώρα παίζει κι επαναλαμβάνεται σε μια σκηνή χωρίς αυλαία αρχής, χωρίς αυλαία τέλους. Με μια και μόνη πράξη: την αταραξία ενός ψυχρού delete.

Αυτός ο κόσμος ο φονικός ποτέ δεν πεθαίνει

Μια ζωή θάνατος/ μια ζωή χωρίς τα όνειρα των παιδικών μας χρόνων,

γραφεί η ποιήτρια εκπροσωπώντας όμως ενδόμυχα με πείσμα το πλάσμα
«ποτέ δεν πεθαίνω». Είναι ένας κόσμος βιονικός, που κάθε λίγο αιμόφυρτος στην άβυσσο κατρακυλά, κι όλο στην επιφάνεια αλώβητος ανεβαίνει. Είναι η ωρολογιακή βόμβα που ο κόσμος ο αυτοκτονικός κάθε τόσο αρέσκεται ηδονικά κάτω από το κάθισμά του να τοποθετεί και λίγο πριν το κρίσιμο λεπτό με τύψεις συνειδήσεως κάθιδρος να απενεργοποιεί και από θαύμα να γλιτώνει.

Αυτός ο κόσμος ο Θαυμαστός που ελπίζει

Το α στερητικό Θεριεύει, γίνεται α Θαυμαστικό/ άλφα ο’ έναν κόσμο Θαυμαστό, με το ωμέγα ν’ αντιφεγγίζει το φεγγάρι.

Για το α θαυμαστικό ο Κώστας Αξελός θα μας προμήθευε άμεσα τα θαυμαστά του επίθετα: το απόλυτο, το άπειρο, το αθάνατο, το αιώνιο, και ας είναι όλα τούτα κατά τη φιλοσοφική του θέση, γεννήματα της θνησιμότητας.
Μήπως είναι ο ίδιος ο κόσμος ο θαυμαστός, απλά ευφάνταστα
ειρωνικός σαν το κουτί της Πανδώρας, όπου όπως γράφει η ποιήτρια οι άνθρωποι αναζητούν (εις μάτην) την Ελπίδα;

Πόσο άλλαξε, πόσο δεν άλλαξε αυτός ο κόσμος/ γράφει η ποιήτρια «εκλιπαρώντας» για «λίγη Ευρώπη».
Λίγη Ευρώπη Αδέλφια, δώστε μας λίγο χώμα από τηνΉπειρο των δύο Πολέμων/.
Θα τον αλλάξουμε, δεν θα τον αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο, μοιάζουν να μαλώνουν πάνω στα αφρισμένα κεφάλια των αιώνων οι άνθρωποι, χωρίς να καταλήγουν στο τι είναι τελικά αυτό που διακαώς επιθυμούν από γεννήσεως κόσμου.
Ένας νέος/ —ή μήπως μια νέα;—/ έγραφε για τον κόσμο/ που δεν άλλαζε / για τον
κόσμο που δεν επρόκειτο/ ν’ αλλάξει
Χωρίς σύμβολα πώς Θα ζήσουμε τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε/.

Μια έξοχη ερώτηση που θέτει με φιλοσοφική διάθεση η ποιήτρια
ξέροντας πως δύσκολα θα λάβει απάντηση από έναν κόσμο που πασχίζει μέσω της αποδόμησης να ανεξαρτητοποιηθεί, σε κανέναν να μη λογοδοτεί, πουθενά να μην ανήκει, μακριά από κανόνες, νόμους, θρησκείες και αρχές να ζει, όμως μόνον εν κενώ μέσα στην ανυπαρξία του να υπάρχει. Καχύποπτος και υποψιασμένος όσο ποτέ άλλοτε ο κόσμος-θεριό απομακρύνεται από τον Άνθρωπο από τον συνάνθρωπο, από τον ίδιο του τον εαυτό. Ώσπου καταλήγουν δύο ξένοι. Ο κόσμος κρυμμένος σαν πληγωμένο θηρίο στη σπηλιά του κι ο άνθρωπος κρυμμένος σαν μοναχικό θηρίο στον
κόσμο του.

Όλοι γινήκαμε Θεοί ή σφάγια/ Δεν έμεινε στη γη ούτε ένας Άνθρωπος;/ Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά, εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;/

αναρωτιέται στο πιο κομβικό σημείο της συλλογής η ποιήτρια, και την απάντηση θα της τη δώσουν διά στόματος Κώστα Αξελού, όπως το αναφέρει στο δοκίμιό του «Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της Τέχνης» δύο γνώριμοι φιλόσοφοί της. Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης. Ο λόγος του γίγνεσθαι στον Ηράκλειτο και το νοείν και το είναι στον Παρμενίδη ανοίγουν όχι ένα δρόμο, αλλά τον δρόμο που θα ακολουθήσει η δυτική σκέψη. Ο Παρμενίδης μας λέει: «το yap αυτό νοείν εστίν τε και είναι». Η εγκατάλειψη της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων από τους Νεοέλληνες που περιφρόνησαν το «γίγνεσθαι», το «νοείν» και το «είναι» έφραξε τον δρόμο προς το επερχόμενο. Το Όλον συναντιέται με το κενό, με το τίποτα. Η επιπολαιότητα συναντά την αδιαφορία. Οι θεοί πέθαναν. Στη σύγχρονη εποχή η ύβρις των θνητών δεν τιμωρείται. Το «φως» της Δύσης είναι ακόμα μακριά.

Τρέξε./ Τρέξε,/ δεν Θα προλάβεις./ Φύγε./ Ένα τεράστιο κενό/ μπροστά, στο δρόμο σου. Ένα τεράστιο κενό το/ Είναι σου.
Ένα παιδί γράφει/ Θα τον αλλάξω αυτόν τον άτιμο κόσμο/
γραφεί δίνοντας μία νότα αισιοδοξίας σε ένα άλλο ποίημά της η Ζωή Σαμαρά.
Ο Θόρντον Ουάιλντερ σε μια συνέντευξή του είχε πει, «Θεωρώ το θέατρο ως την υψηλότερη μορφή τέχνης, τον πιο άμεσο τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να μοιραστεί με έναν άλλο το τι σημαίνει να είναι κανείς Άνθρωπος». Σε αυτό το σημείο έχω την αίσθηση ότι και η Ποιητική Τέχνη με τον τρόπο της Ζωής Σαμαρά, μιας καθαρά ανθρωποκεντρικής ποιητικής γραφής, με επίκεντρο τον παγχρονικό άνθρωπο και με στόχο την αφύπνιση και διερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης, τον ίδιο υψηλό σκοπό επιτυγχάνει.

 

 

ΕΙΔΑ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ (2015)

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

DIAVASAME 5/2015

Η ογδοντάχρονη ποιήτρια, ομότιμη καθηγήτρια θεωρίας Λογοτεχνίας και Θεάτρου, καταθέτει σε αυτόν τον ευσύνοπτο τόμο το απαύγασμα τόσο της συναισθηματικής ζωής των μετουσιωμένων αισθημάτων όσο και την προσωπική της ποιητική θεωρία. Δίκην ορατορίου, διαλογικό ποίημα για Χορό, Γυναίκα και Ποιήτρια, ανιχνεύει τα όρια μεταξύ σιωπής κι έναρθρου λόγου, ενώ ο Θάνατος μοιάζει ανέφικτος, η Πραγματικότητα εφιαλτική, «παιδί και μάνα του μη πραγματικού», η φυγή στο όνειρο αναπόδραστη, αφού και τα όνειρα είναι το ίδιο μίζερα με τα δεδομένα των αισθήσεων. Η Ζωή Σαμαρά έχει κατακτήσει έπειτα από δεκαετίες γραφής την πολυπόθητη, δυσεύρετη και δεξιοτεχνική απλότητα, ξαναγυρίζει στην αθωότητα της παιδικής ματιάς του αναλφάβητου, για να ξορκίσει τα στολίδια και τα ξόμπλια που βάρυναν τη μάσκα της έκφρασής μας. Είναι ειρωνικά καυστική, αυτοσαρκαστική, επινοεί έναν δικό της ιρασιοναλιστικό σουρεαλισμό. Χρησιμοποιεί συχνά το σχήμα οξύμωρον, καταφεύγει σε καλοστημένες παρηχήσεις, αντιθέσεις, ισοζυγιασμένες αντιφάσεις, εξισορροπήσεις αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου εγκεφάλου, Λογικού και Ά-λογου, βιωμένου και ματαιωμένου. Αναλογίζεται διαρκώς η εσωτερική της φωνή και παλινδρομεί ανάμεσα σε αυτά που δεν ήρθαν και σ’ αυτά που συνέβησαν τόσο που δεν μπορείς να τα αρνηθείς, να τα ξεχάσεις, να τα καταδικάσεις στη Λήθη. Η σολωμική Φεγγαροντυμένη πετάει στον αιθέρα με το νεκρό παιδί της αγκαλιά, ακούει απόκοσμες φωνές, καταφεύγει στην έλλογη θεοφαγία της Μάνας, διδάσκει με τον παραινετικό της λόγο, αποφαίνεται χωρίς να αφορίζει, τεκμαίρεται χωρίς να τεκμαίρει, απογειώνεται χωρίς να χάνει την επαφή της με τη γη.

Ο ιδεαλισμός της είναι πλατωνικού τύπου, ο ρομαντισμός της καθαρά μεσογειακός με την ελληνική αίσθηση του μέτρου. Απογοητευμένη από τον Άνθρωπο αλλά και αισιόδοξη: «Εξ ανθρώπου τα χείρω. / Και εξ ανθρώπου τα κρείττω. / Καρτερούμε. Ή μήπως καραδοκούμε;» (σελ. 34). Η ποιητική της ευθυβολία απαράμιλλη, η λελογισμένη ευστοχία της αφοπλιστική, ειδικά όταν –τεχνηέντως– αστοχεί. Αυτοαναρείται και ακυρώνει τη συσσωρευμένη ακαδημαϊκή Γνώση με την απλότητα του εκφωνούμενου λόγου. Η τρισώματος αφηγηματική φωνή ποιητικολογεί ακόμα κι όταν απολογείται. Δεν ποιητικίζει όμως. Δεν μιμείται. Δεν παρωδεί. Παραπέμπει στον εαυτό της, ως μέρος του συλλογικού Συνειδητού. Το μέρος αντί του όλου. Συνεκδοχή ή μεταφορά. Βαθιά αλληγορική η ποίηση της Ζωής Σαμαρά, αναβιώνει τον Συμβολισμό, μεταπλάθει την υγιή δραματικότητα σε υψηλό λόγο στερούμενο μελοδραματισμού. Τελικά, διδάχτηκα από αυτό το ώριμο επίτευγμά της την επιθετική αντικομφορμιστική ειρωνεία με την κομψότητα ενός ευγενούς που αποκαλύπτεται σε στίχους όπως: «Ίσως πάλι να ήθελε να κρύψει την αρχοντιά του, όπως σήμερα κρύβουμε τη μιζέρια μας». Υποκλίνομαι ενεός. Αυτό είναι ποίηση. Που δεν περισσεύει τίποτα. Ακόμα και η απουσία της στίξης στα μη αφηγηματικά μέρη είναι λελογισμένη. Ο Χορός φέρει κυρίως το βάρος των περιγραφών, ενώ οι θηλυκές μορφές της Γυναίκας και της Ποιήτριας είναι περισσότερον λυρικές.

Σε διάλογο της Ζωής Σαμαρά με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, πριν από χρόνια στο «Ούζου Μέλαθρον» της Θεσσαλονίκης μετά την παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής «Ελευθερίας Ανατολή», την άκουσα να υπεραμύνεται της στοχαστικής ποιήσεως. Σήμερα καταλαβαίνω γιατί: δεν αρκεί το εκπεφρασμένο συναίσθημα, το μετουσιωμένο αίσθημα, αν η Γνώση δεν έχει καταστεί βίωμα οργανικό. Της ευχόμαστε να δημιουργήσει πολλές ακόμα στιγμές καθαρού κι ευθύβολου ποιητικού λόγου.

 

 

Αφροδίτη Σιβετίδου

diastixo 3/4/2015

Μπορεί, άραγε, ο ποιητικός λόγος να ανιχνεύσει το πραγματικό στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον και να το μετουσιώσει σε καλλιτεχνική μορφή, να εκφράσει τη συλλογικότητα, ώστε να δουν οι άνθρωποι τη ζωή διαφορετικά από ό,τι συνήθως; Στόχος υψηλός, όχι ανέφικτος. Η προσήλωση στην αναζήτηση της πολιτικής στόχευσης είναι το στίγμα του τελευταίου βιβλίου της Ζωής Σαμαρά, με τον ευφάνταστο τίτλο και την ονειρική χορευτική φιγούρα του εξωφύλλου. Η κρυφή υπόσχεση του τίτλου, Είδα τις λέξεις να χορεύουν, η επίκληση δηλαδή του βλέμματος, υλοποιείται μέσα από τη θεατρική δομή που αυξάνει τη δόση του ρεαλισμού και επιδιώκει τη δράση στα στενά πλαίσια της μικρής φόρμας. Βαθιά γνώστρια του θεάτρου, η ποιήτρια στήνει μια σκηνή και παρακολουθεί τις λέξεις να χορεύουν:
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι είδα τις λέξεις να χορεύουν
ναι είδα τον τάφο του ποιητή
να γίνεται αλώνι
τη γη να κινείται στο ρυθμό μιας μουσικής απόκοσμης
τα πόδια να χορεύουν και το κορμί να τινάζεται
να γίνεται βωμός για τη θυσία των λέξεων
των αρνήσεων
της αλήθειας
Ναι, είδα
Μη με πιστεύετε, γιατί
τότε θα πάψω να βλέπω λέξεις […]
Πέρα από την οραματική απεικόνιση του χορού των λέξεων, οι λέξεις χορεύουν ασύστολα και τολμηρά, υπακούοντας –ή μήπως και παρακούοντας;– στο ραβδί της νεράιδας-ποιήτριας: οπισθοχωρούν στο παρελθόν της παιδικής ηλικίας, έρχονται στο τώρα της κρίσης, βουτούν στην ποιητική των ιδεών και, τέλος, κεντούν ρυθμικά τη λευκή σελίδα:
ΠΟΙΗΤΡΙΑ
− Και όταν γράφεις
ποίηση
πάλι πεζολογείς
Κι αναρωτιέμαι
Πόσο σημαντική είναι για σένα
η ασήμαντη πεζότητα;
Ωστόσο, οι λέξεις αιφνιδιάζουν, γίνονται Χορός –υλοποιώντας την έννοια της συλλογικότητας– καθώς η Ζωή Σαμαρά υποκύπτει στη νοσταλγία της τραγικής ποιητικής μορφής. Άλλωστε, από τη μαγεία του Χορού γεννήθηκε η Ποιήτρια, όπως ομολογεί, στον εν είδει σκηνικών οδηγιών πρόλογό της:
Όταν πρωτοείδε
το Χορό
να διηγείται να διαλέγεται
σε ημίφως σε σκοτάδι
πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο
η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια
Το δημιουργικό εγώ, ως δρων ποιητής, επιτελεί την ολιστική λειτουργία των δραματικών ποιητών της Αρχαιότητας. Παρατηρεί τον κόσμο, ποιεί τον λόγο, σκηνοθετεί και ερμηνεύει. Πρό-λογος, Διά-λογος, Λόγος. Τρία μέρη, στιγματισμένα από τον λόγο, με προεξάρχοντα τον διάλογο. Τρεις υποκριτές: Χορός, Γυναίκα, Ποιήτρια.
Συνεπής στον στόχο της να αφουγκράζεται την εποχή και να συνομιλεί με τον Άλλο, η Σαμαρά πατά με σιγουριά στη θεατρική εξέδρα, προχωρά σε κατακερματισμό του ποιητικού υποκειμένου και αποζητά την αντί-δραση και διά-δραση του παραλήπτη, για μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Καταδύεται στο παρελθόν, αναδύεται στο παρόν και μεταπλάθει ποιητικά το ατομικό σε συλλογικό, με τον διάλογο να διατηρεί την κίνηση στην ακινησία των λέξεων. Και πότε το εγώ διαλέγεται με το εγώ:
Και είπες
αρκετά περίμενα
Ζωή κι αυτή
να περιμένεις μια ζωή
πότε με τον αναγνώστη:
Καλέ μου αναγνώστη
άμοιρε
ευθυνών
κι εσύ όπως κι εγώ
για όλα τα δεινά
στα σκαλοπάτια μας
για δες
αφήσαμε να γίνει
άγνωστο χι
το άλφα.
Ποίηση δραματική ή ποιητικό δράμα, το βιβλίο υποκλίνεται στην υβριδικότητα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας και ταυτόχρονα η Γυναίκα-ποιήτρια αναρωτιέται με απορία, στο ομώνυμο ποίημα, «Άσκηση ποιητικού ρεαλισμού ή Ποίηση ασκητικού ρεαλισμού ή…», αφήνοντας την απάντηση στον αναγνώστη. Άναυδος αυτός, παγιδευμένος στην «πλεκτάνη» των λέξεων, με τις φωνές των τριών υποκριτών να ηχούν στα αυτιά του, φτάνει στο τέλος του βιβλίου. Εδώ ο Λόγος παίρνει τη μορφή του δημιουργικού λόγου του Θεού και η Ζωή Σαμαρά βλέπει μια αντεστραμμένη «Δημιουργία» −«Τα γέννησε όλα είπαν/ Όλα;/ Τότε γιατί όχι κι εμένα;»− και μια απίθανη «Πραγματικότητα», «παιδί και μάνα του μη πραγματικού». Καθώς ο αναγνώστης κλείνει το βιβλίο διακρίνει στο εξώφυλλο έναν αχνό μαύρο κύκλο, με το σχήμα του ανθρώπινου σώματος και το σημάδι της οδύνης πάνω του, να διαγράφεται ψηλά από το κεφάλι της χορευτικής φιγούρας. Θλιβερή υπόσχεση ανακύκλωσης μιας αέναης σκληρής αλήθειας ή πρόσκληση για μια πιθανή διαφορετική πραγματικότητα;

 

 

Αρχοντούλα Διαβάτη

ΦΡΕΑΡ 24/8/2015

Καθώς προχωρώ στην ανάγνωση του βιβλίου με τον κρυπτικό τίτλο Είδα τις λεξεις να χορεύουν, το αδύνατο κοριτσάκι από το νησί της Καρπάθου, παιδί φανατικό για γράμματα, όπως διηγείται ο Χορός, αποκαλύπτοντας «το μυστικό του τετραδίου» της Ζωής -σελ.19 και 22 – μέσα στη μελωδία της ουτοπίας και των βιβλίων, όπου «είχε δηλώσει – εκείνη- με πάσα επισημότητα ότι θα γίνει συγγραφέας», ήρθε και στάθηκε με «τα 24 γράμμματά»του της σελ.24 – δίπλα στην ΚΑΔΜΩ – της Μέλπως Αξιώτη, δίπλα στην άλλη «ποιήτρια» από το άλλο νησί, με συγγενικό το πεζόμορφο ποιητικό της σύμπαν, όχι όμως για να κάνει όπως εκείνη κανέναν έσχατο απολογισμό, αναστοχασμό μόνον, γιατί εδώ η μνήμη λειτουργεί ως παράγοντας ανανέωσης κι όχι στατικά, ταξίδι στην αυτογνωσία και στο μέλλον, με την ουτοπία, έστω, «που χρησιμεύει- όμως- για να προχωράμε», όπως γράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του με τον συγγενικό τίτλο, «Οι λέξεις ταξιδεύουν», που διαβάζω αυτές τις μέρες. Γιατί «….γράφω σημαίνει ζω, δηλαδή είμαι όρθια», ένα από τα μυστικά στο τετράδιό της, σελ.22.

ΧΟΡΟΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ και ΠΟΙΗΤΡΙΑ, μια σύνθεση με τρεις φωνές, τρεις υποκριτές, με πρόλογο, διάλογο και λόγο. Στον πρόλογο μαθαίνουμε ήδη ότι μέσα από τις διηγήσεις και την τραγικότητα του χορού, της λαϊκής γνώμης, ενός συλλογικού υπερεγώ, γεννήθηκε η ποιήτρια. Παιδί, στον παράδεισο του νησιού και το Καρπάθιο πέλαγος να θρέφει το πέλαγος της φαντασίας της, ξεκινάει με αφέλεια το ταξίδι , «ενώ η άβυσσος μας περιμένει» – γράφει, προοικονομώντας τη δυστυχία της ζωής.Με την ανυπακοή απέναντι στα « μη», πολεμάει για το ζωτικό της χώρο, να χτίσει την ταυτότητά της. «… Έγραφε / όλη μέρα όλη νύχτα / από τότε που ήταν 18 χρονών / …μέχρι που έγινε 81», «έτοιμη πια να φύγει γι’άλλη χώρα », κατακτώντας την άδεια σελίδα, γράφοντας «μονάχα ένα ποίημα», «κι εκείνο έλεγε την ιστορία μιας γυναίκας…», σελ.29.

Ο ΧΟΡOΣ μας διηγείται τα δρομολόγια που κάνει τη αδύνατη μικρούλα για να πάει στο γυμνάσιο, ηρωική φιγούρα που εμπνέει και δεν περνάει απαρατήρητη κι απότον Διοικητή του νησιού που « ίσως πάλι να ήθελε να κρύψει την αρχοντιά του, όπως σήμερα κρύβουμε τη μιζέρια μας.».Βγάζει τη γλώσσα στις εξουσίες και την υπακοή, κι ας είναι γυναίκα, βγάζει το στενό σακάκι των στερεοτύπων, να πάει «μόνη σπίτι» της να γράψει, κι ο ποιητής- άλμπατρος με τα άβολα φτερά του, « πολύ μικρά για να πετάξει(ς)»- «πολύ μεγάλα για να τρέξει(ς)», εξόριστος και δύσκολο να βρει το βηματισμό του, ικανός μόνο «για να ζήσει(ς)… μια ζωή πλήρη(ς) ημερών ανυπαρξίας». Αυτοσαρκασμός και μαύρο χιούμορ- σελ.33- «…πριν ονομάσουμε τον κόσμο δεν προσπαθήσαμε καν να αφαιρέσουμε την ετικέτα με την τιμή που είχε επάνω του», σελ.34.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ -φωνή- ζητάει το δίκιο της, καθώς « ανεκπλήρωτα όνειρα την αναζητούν», σελ.42. Να βγει απο τις παρενθέσεις και τις αγκύλες και τη φυλακή τους, να αυτοπραγματωθεί – « να έχεις το σθένος να γίνεις / αυτό που είσαι / με όλα τα συστήματα/ γονίδια- κοινωνία/ μοίρα- μερίδιο/ να σε αντιμάχονται», σελ.37.

ΠΟΙΗΤΡΙΑ να γίνει, «για να ακουστεί το κενό, το αόρατο», σελ. 38. Να δώσει φωνή στο άρρητο, αυτό φαίνεται χρειάζεται να πράξει. «Η ποίηση αναδεύει / λέξεις συναισθήματα πλάνην οικτράν / πέρα από το ρυθμό καί την οδύνη», έτσι, χωρίς στίξη. Κι όταν «η ποίηση αρνείται να ποιήσει», « το Χάος αρνείται να γίνει Ημέρα»- «μη με διαβάζετε εκτός κι αν», που έλεγε κι ο ποιητής.Μετά το πέρασμα του Φαέθοντα- «..ο χρόνος έσβησε / ή άρπαξε φωτιά…», ήταν ο ήσκιος του θανάτου και «Ούρλιαξε μα δεν μπόρεσε να σταματήσει τη συμφορά», «σταμάτησε να γράφει…έχτισε τον τάφο της.» , σελ. 52,

είδε «τις λέξεις να χορεύουν -δεν είναι ένας διονυσιακός χορός – …ντυμένες στα μαύρα», είναι ποίηση, αινιγματική, με αντηχήσεις από την ποίηση του Σαχτούρη –«πάνω στον τάφο μου χαράζω ποιήματα», μέχρι να μετουσιωθεί σε «άρτο», σε «οίνο», «γροθιά» να γίνει για «τους λαούς» ή τους « οικονομικούς μετανάστες/ σε οικονομί α του Νότου», «να σηκώσουν ξανά το κεφάλι / από ψηλά/ τους δήμιους/ να /αντικρίσουν». Μια γενική επιστράτευση των φτωχών, μια ποίηση που θέλει να φέρει στο προσκήνιο τους αφανείς, αρνείται να είναι η ποίηση μιας διανοούμενης, θέλει να χορέψει στη γιορτή της ζωής, να νοηματοδοτήσει τον κόσμο ξανά, με τις αισθήσεις, τη λογική και τη συγκίνηση. «Θέλετε να χορέψομε Μαρία;» Από την αχρονική νουβέλα της Μ. Αξιώτη και πάλι η πρόσκληση σε χορό, ένα σχόλιο στην απόκοσμη λειτουργία των λέξεων και της γραφής του κρυπτικού τίτλου της συλλογής.

Γυναίκα γήινη, από καλή γενιά, μιας μητροτοπικής νησιώτικης οικογένειας, «κι η θάλασσα στα πόδια της», « η μικρή από τον Κάβο», αντικρίζει από τα Πηγάδια, «Απέναντι ακριβώς από το σπίτι της / το φιλόξενο Όθος / Εκεί γεννήθηκε η μητέρα της/ εκεί η μητέρα της μητέρας / Της χάρισε το όνομά της/ η γιαγιά/ η αρχόντισσα/ που έσκαβε τη γη / πλάι στους εργάτες/ και στη συνέχεια μαγείρευε/ Τους πρόσφερε λαγό κρασάτο πάνω στο καλό/ τραπεζομάντηλο/ Τους φίλευε καρπούς εξωτικούς από την Αλεξάνδρεια/ Η γιαγιά/ με τα πολλά χωράφια/τα πολλά παιδιά…», σελ.59.

«Μενετές», σαν προσευχή στον κόσμο της παιδικής ηλικίας, «Με τα μάτια κλειστά», στην Παναγία του γενέθλιου τόπου και στη χάρη της , όπου όμως « μόνο οι γυναίκες πάντα γεννούσαν με οδύνη», σελ.65. Πεζολογώντας γράφει ποίηση.

Είναι «Η πρωτόγονη Μπα – Ίλα» που έχασε το παιδί της, Έτσι κι αυτή «φτάνει στην άκρη του γκρεμού και πέφτει στην άβυσσο της τρέλας», με τις τελευταίες της εντολές και τις τις τελευταίες της υποθήκες προς τον αναγνώστη, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, που παραμέλησε την αγάπη κι έγινε ο κόσμος αβίωτος ένας κόσμος τρόμου. Στο τέλος η πραγματικότητα, ακατανόητη: «Πραγματικότητα / παιδί και μάνα του μη πραγματικού» και το όνειρο η μόνη πραγματικότητα, «μόνο δια της λύπης».

 

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Ο χορός, η γυναίκα και η ποιήτρια

BOOK PRESS ΚΥΡΙΑΚΗ, 26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015 00:00

Στην πολυσύνθετη, ποιητική συλλογή της Ζωής Σαμαρά Είδα τις λέξεις να χορεύουν, οι φωνές, ως πρωταγωνιστές, που μιλούν και διαλέγονται είναι τρεις, ο χορός, η γυναίκα και η ποιήτρια.

Ο χορός αντιπροσωπεύει τον κόσμο, την κοινωνία με τις άπειρες όψεις και εκφάνσεις, που παρέχει συνεχώς ερεθίσματα στο ποιητικό υποκείμενο, αλλά συγχρόνως το διαπλάθει και το προσδιορίζει. Η γυναίκα είναι εκ των πραγμάτων ο υποδοχέας που συγκεντρώνει κι αποθησαυρίζει κάθε συναίσθημα και προσωπική ή συλλογική εμπειρία μέσα στη ζωή, ενώ η ποιήτρια είναι η πιο ευαίσθητη, διορατική και ισχυρά διανοητική πλευρά της, που προχωράει σε βάθος κι επιχειρεί να μετουσιώσει το συναίσθημα σε τέχνη.
Στο πρώτο μέρος της συλλογής, που έχει τον τίτλο «Πρόλογος», αποσαφηνίζεται μέσα από ένα και μοναδικό εξάστιχο ποίημα ότι το έναυσμα για να συναντήσει η γυναίκα την ποιήτρια είναι οι διηγήσεις του χορού. Και προχωράμε στο δεύτερο μέρος της συλλογής με τον τίτλο «Διάλογος», όπου ως ηχείο κι αντικατοπτρισμός του κόσμου, ο χορός θέτει το πλαίσιο για να ειπωθούν οι πιο βαθιές εκμυστηρεύσεις εναλλάξ ανάμεσα στη γυναίκα και την ποιήτρια, ενώ συγχρόνως συμπλέκεται κι ο χορός στο διάλογο ενδυναμώνοντας την έντασή του ακόμη περισσότερο. Μέσα από τις φωνές των τριών πρωταγωνιστών το ποιητικό υποκείμενο κάνει έναν απολογισμό ζωής και μια στοχαστική ενατένιση της ύπαρξης, αρχίζοντας από την παιδική ηλικία και φθάνοντας στην πλήρη ωρίμανση μέσα στο χρόνο.

Ο τόπος της παιδικής ηλικίας, η Κάρπαθος, είναι έμπλεος λάμψης όχι μόνο από το διάχυτο φυσικό κάλλος, αλλά κι από τη στενή κοινωνική συνοχή που διέπει την κοινωνία του νησιού, μια κοινωνία ανοικτή κι ευφρόσυνη παρά τα εμπόδια της φτώχιας που αντιμετωπίζει. Η γυναίκα-ποιήτρια ως παιδί από νωρίς δείχνει έντονη έφεση και αφοσίωση στα γράμματα, τα βιβλία, τα διαβάσματα, τη γραφή. Η απόφασή της από την τρυφερή αυτή ηλικία να γίνει συγγραφέας φανερώνει έναν χαρακτήρα ευαίσθητο, ανήσυχο και δυναμικό. Η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος δεν αποτελούν φρένο ή εμπόδιο στο ανήσυχο πνεύμα της, εξάλλου τα μητριαρχικά πρότυπα είναι απτά και δυνατά. Κυρίαρχη είναι ιδίως η παρουσία της γιαγιάς της, της γιαγιάς «αρχόντισσας», όπως την αποκαλεί στο ποίημα «Όθος», και αξίζει να παραθέσουμε τους στίχους που τόσο έξοχα την σκιαγραφούν ως προσωπικότητα: η γιαγιά/ η αρχόντισσα/ που έσκαβε τη γη/ πλάι στους εργάτες/ και στη συνέχεια μαγείρευε/ Τους πρόσφερε λαγό κρασάτο πάνω στο καλό τραπεζομάντηλο/Τους φίλευε καρπούς εξωτικούς από την Αλεξάνδρεια/ Η γιαγιά/ με τα πολλά χωράφια/ τα πολλά παιδιά/ τον ταξιδιάρη σύζυγο που λάτρευε/ τον λίγο χρόνο/ ευδαιμονίας.

Μεγαλωμένη μέσα σε ένα ζεστό και γόνιμο περιβάλλον, η ποιήτρια διαρκώς μέσα στα χρόνια ετοιμάζεται για υψηλά πετάγματα -οι μεγάλες ψυχές έχουν ανάγκη από υψηλά και μεγάλα πετάγματα. Απεκδύεται τους περιορισμούς των συμβάσεων, το «ζουρλομανδύα της υπακοής», τους εξαναγκασμούς της εξουσίας και με την τόλμη ενός γενναίου κι απελευθερωμένου πνεύματος ρίχτεται στην περιπέτεια της ζωής, αλλά και στην περιπέτεια της τέχνης. Οι υψιπετείς στόχοι της όμως πάντα συνδυάζουν την προσφορά, την αμέριστη συμπάθεια, την έγνοια για τον πάσχοντα συνάνθρωπο, τον παρία, τον φτωχό, τον αδικημένο. Το έντονο ανθρωπιστικό στοιχείο -στη ποιητική συλλογή δεν λείπουν και οι καταγραφές για την θλιβερή πραγματικότητα της χρεοκοπίας που ζούμε- πάντα δίνει το στίγμα στην ποίηση της Σαμαρά.

Παράλληλα με το κοινωνικό στοιχείο, (αναφορές για τη Γάζα, την Μπιάφρα, το μακελειό των πολέμων ανά την υφήλιο), αλλά και σε μεγαλύτερη έκταση εμφανίζεται το υπαρξιακό, καθώς και ο ρόλος, η σημασία της ποίησης. Η μύηση στο μέγα μυστήριο της ζωής και του κόσμου για τη Σαμαρά περνάει, διηθείται, απαυγάζεται, αποκαλύπτεται μέσα από την παράδοση του εαυτού της στην ποίηση. Γιατί η ποίηση απαιτεί την καταβύθιση στη σιωπή, που είναι η είσοδος για το πλησίασμα της γνώσης και της αλήθειας. Η ποίηση δεν ανέχεται τις ψευδαισθήσεις, βασανιστικά αποκαλύπτει το χάσμα, το «κενό» που μας περιβάλλει και μας εξουθενώνει, όπου το «άπειρο παίζει κρυφτούλι με το μηδέν», κι όπου το χάος και «το πουθενά είναι παντού». Έτσι, αν η γυναίκα ξεκίνησε για υψηλά πετάγματα σε γαλάζια βάθη, για ιδανικές φωνές ονείρων που μεσουρανούν σε φωτεινούς ορίζοντες, η ιδιότητά της ως ποιήτρια τραγικά κι αμετάκλητα την προσγειώνει, διαβάζουμε τους στίχους από το ποίημα Και είπες»: [..] θα πηγαίνεις/ αργά/ για να ζήσεις/ μια ζωή/χωρίς πετάγματα/χωρίς/ δρασκελιές/αργά με προσοχή/ Σιγά την πόρτα/Βήμα σημειωτόν/μια ζωή με νωχελείς κινήσεις/μια ζωή πλήρης ημερών/ ανυπαρξίας.
Η υφή της ποιητικής συλλογής είναι δραματική, το ποιητικό υποκείμενο λαχταράει για την πραγματοποίηση ενός ενθουσιασμού, μιας έκστασης, μιας ολοκλήρωσης ονείρων, όμως καταλήγει στην πικρή διαπίστωση ότι σ’ έναν κόσμο μη έλλογο, που κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά και το αχανές μυστήριό του, «η άβυσσος μας περιμένει», «η φωνή μας έσπασε τα κλαδιά της», «δεν φυτέψαμε άνεμο στο αλφαβητάριό μας», «αφήσαμε χώρο για μεταμέλεια και πένθος». Το κρεσέντο από τη διάψευση των προσδοκιών επιτείνεται ακόμη περισσότερο και στα δύο ποιήματα του τρίτου μέρους της συλλογής, που έχει τον τίτλο «Ο λόγος», όπου η αμείλικτα σκληρή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται μέσα από τους στίχους ως «θραύσμα της φαντασίας μας/ βίαιη αποκόλληση/από το αληθινό βλέμμα του ονείρου».

Ωστόσο υπάρχει ένα «διαλείπον φως» που αφήνει μια χαραμάδα αγαλλίασης, μια λάμψη που ανάβει, τρέμει και πάλι επανέρχεται, τροφοδοτώντας με δύναμη κι ελπίδα την κλεισμένη μέσα σε «φυλακές κι αγκύλες μοναξιάς» ψυχή της Σαμαρά. Κι αυτό το φως που τη συμπαραστέκεται είναι η τέχνη της ποίησης, που μόνο αυτή μπορεί στο διηνεκές να δίνει παρηγοριά κι απάγκιο. Έτσι εξηγείται και ο χαρμόσυνος τίτλος της συλλογής «Είδα τις λέξεις να χορεύουν», χαρμόσυνος γιατί οι λέξεις της ποίησης κινούν τη γη «στο ρυθμό μιας μουσικής απόκοσμης», χαρίζοντας ομορφιά και μαγεία στις πονεμένες καρδιές μας.

Η Ζωή Σαμαρά προβαίνει σε μια απογύμνωση της ψυχής της, που φανερώνει τις τραγικές διαστάσεις που την περικυκλώνουν και την τραντάζουν, μένουμε με δέος συγκίνησης και υποκλινόμαστε στο ρίγος που μας μεταδίδει αυτή η απογύμνωση. Ο δραματικός τόνος των ποιημάτων συμβαδίζει κι αναδεικνύεται έξοχα μέσα από την λιτή, εύχυμη κι εναργή έκφραση του λόγου της, ενός λόγου αδρού και δραστικού.

 

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 28/5/2015

Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όλο το δράμα εξελίσσεται ανάμεσα στον Χορό, στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.

Στον πρόλογο ευθύς εξαρχής έχουμε την Ικανή και Αναγκαία συνθήκη: Η Γυναίκα συναντά την Ποιήτρια, μόνον όταν οι λέξεις χορεύουν. Μα και οι λέξεις χορεύουν, όταν συντελείται η ιερή Συνάντηση ανάμεσα στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.

Όλη η συλλογή αναπαριστά το τελετουργικό αυτού του χορού.

Στον διάλογο, που αποτελεί το κυρίως σώμα της συλλογής, η Γυναίκα πενθεί. Η Σελήνη ερωτεύεται τον Ενδυμίωνα και παρακαλεί τον Δία να τον αφήσει να κοιμάται για πάντα τον αγέραστο ύπνο, ώστε να μην τον χάσει ποτέ. Η γυναίκα αποτυπώνει τα παλαιά μυστήρια στο χαρτί. Τις λέξεις κουβαλούν Πέρσες Ιερείς σε μία ιερή πομπή από πίσω προς τα μπρος και από το τώρα στο τότε.

Ο Χορός μέσα από τα μάτια της Πανσέληνου, τραγουδά και χορεύει

Εν δυο/ Εν δυο/ με βήμα/σημειωτόν/. Όπως η γυναικεία θεότητα Σελήνη, έτσι κι αυτός μιλά για το εφήμερο και ρευστό των ανθρώπινων πραγμάτων, για τον αέναο κύκλο, για την ροή του παντός, για τον πόλεμο, για το αίμα, για την συγχώρεση.

Η Ποιήτρια καταδύεται στο πηγάδι, εκεί αναπολεί, αναβιώνει, επιστρέφει, κάνει την ανασκόπηση της. Η θάλασσα της Καρπάθου ακόμα μέσα της. Σ’ αυτήν βουτάει πάντα κατά την διάρκεια του χορού της.

Ο Χορός θα περιγράψει το ταξίδι της. Θα τραγουδήσει για το μικρό κορίτσι του τότε, που προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει την γνώση του στα άλλα παιδιά που δεν έχουν μυηθεί στις μεταμορφώσεις της Σελήνης, που δεν ακούν τον μακρόσυρτο ήχο που κάνει τα βράδια, που δεν είναι ήδη ποιητές.

Η Γυναίκα διεκδικεί την θέση του φύλου της στα προκαθορισμένα ήθη και έθιμα μίας πατριαρχικής κοινωνίας. Αντιπαλεύει τα μη και τα πρέπει στην μεταμόρφωσή της σε ποιήτρια. Αρνείται να φορέσει το στενό σακάκι που προσπαθούν να της επιβάλλουν. Θα σπάσει τους κανόνες της υπακοής που την δεσμεύουν. Είπαμε, η θάλασσα της Καρπάθου, ελεύθερη και γαλάζια ήδη κυματίζει μέσα της. Όταν η πόρτα χτυπά, κάποιοι θέλουν να παραβιάσουν την είσοδο στο Ιερό.

Μην μπείτε,
είπα
αυτή η πόρτα
είναι μόνο είσοδος.

Η Γυναίκα προσκρούει στις παρενθέσεις και στις αγκύλες που προσπαθούν να την περιορίσουν, αντιστέκεται στην μοίρα, στις επιταγές της κοινωνίας και μέσα στον Λαβύρινθο βρίσκει την Θηλυκή της Δύναμη, την χαρά να είναι αυτό που είναι.

Να έχεις το σθένος να γίνεις
Αυτό που είσαι
με όλα τα συστήματα
γονίδια-κοινωνία
μοίρα-μερίδιο
να σε αντιμάχονται

Η Γυναίκα γνωρίζει τον σπόρο της σιωπής από την φύση της, γνωρίζει πώς να τον κυοφορεί με γαλήνια εγκαρτέρηση και να τον αφομοιώνει στο κορμί και στην ψυχή της. Γνωρίζει την συνέχεια, από κόκκο σε κόκκο, από σιωπή σε σιωπή, από νότα σε νότα της επτάχορδης λύρας του σύμπαντος.

Η μύηση στα γράμματα, η πορεία στην γνώση, το μυστήριο της λευκής σελίδας, τα στάδια της ποιητικής διαδικασίας, το αιώνιο Ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται, αυτός είναι ο χορός των λέξεων, τα βήματά του προσπαθεί να αποτυπώσει το ποιητικό υποκείμενο, η Ποιήτρια, και εμείς οι αναγνώστες βαθμιαία αρχίζουμε σιγά σιγά να εκτελούμε μία πιρουέτα και να χορεύουμε μαζί της.

Το πρόβλημα των φτερών. Πολύ μικρά για να πετάξεις, πολύ μεγάλα για να τρέξεις. Το πρόβλημα της ανυπαρξίας σε μία ζωή χωρίς ζωή. Το πρόβλημα των τρένων που έρχονται και φεύγουν, το πρόβλημα του αμείλικτου χρόνου, η διάσταση ανάμεσα σ’ αυτό που είσαι εσύ και στον άλλο απέναντι, η προσπάθεια συμφιλίωσης με τον άλλο που είσαι εσύ, εγώ ένας άλλος λέει ο Ρεμπώ. Αλήθεια, πώς χορεύεται η αιωνιότητα;

Στην συλλογή κυκλοφορούν άγγελοι, από τις ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε, ο άγγελος Ντάμιελ από την ταινία «τα φτερά του έρωτα» του Βίμ Βέντερς, άγγελοι όχι μόνο ως μεσολαβητική βαθμίδα ανάμεσα στο υπερφυσικό και στο κοσμικό, αλλά γυναίκες ποιήτριες, όντα που τελικά τα φτερά τους μεγάλωσαν τόσο, ώστε κάποια στιγμή πέταξαν μέσα στην σιωπή, γιατί το μυστήριο εξελίσσεται πάντα στην σιωπή, αυτή είναι η μαγεία του. Η ποίηση, μας λέει η Ζωή Σαμαρά, είναι αγγελική υπόθεση, αγγίζει το Άρρητο, το Ανείπωτο, το Ιερό.

Και ενώ τα μέλη του Χορού είναι πάνω στην σκηνή, με κοθόρνους και μάσκες που καλύπτουν το πρόσωπο, κρατώντας ένα μικρό κερί στο χέρι που η φλόγα του τρεμοσβήνει, ενώ η Γυναίκα κατεβαίνει με ένα ασανσέρ όλο και πιο βαθιά, ο χρόνος αναφλέγεται στο άρμα του Φαέθοντα και η Ποιήτρια έρχεται σε επαφή με το τρομερό πρόσωπο του Θανάτου. Ο ακέφαλος άντρας,

η άλλη όψη του νομίσματος στα δόντια, ο δρόμος για τον Γολγοθά, η Νύχτα που προβάλλει, ο ποταμός Αχέροντας,, οι λέξεις στήνουν χορό πάνω στον τάφο. Και η απώλεια αποκτά ένα όνομα. Η Μπα-ίλα έχασε το παιδί της. Και ο πόνος ενσωματώνεται, γίνεται αιωνιότητα, άβυσσος, σιωπή.

Πώς χορεύεται ο πόνος;

Ο Χορός, η Γυναίκα, η Ποιήτρια επιστρέφουν στην θάλασσα από όπου όλα ξεκίνησαν.

Όταν θα φύγω με τα σύννεφα του Νότου
δεν θέλω να γίνω φως
το φως περίσσεψε

θέλω να
φυτέψεις
ένα δέντρο
στον τάφο μου
…….

Να γίνει
Ένα πελώριο κατάλευκο χαρτί
Να ΄χουν να γράφουν οι νέοι ποιητές
Όταν οι υπολογιστές
Θα’ χουν σωπάσει

Στο τέλος της συλλογής είναι ο Λόγος. Όμως «εν αρχή ήν ο λόγος». Η ή αρχή και το τέλος είναι δύο σημεία στο Σύμπαν που συμπίπτουν και ο κύκλος κλείνει;

Για όσους χάθηκαν /για όσους δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν.

 

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

FRACTAL 30/9/2015

Ένας τίτλος: Είδα τις λέξεις να χορεύουν.

Είδα: α΄ ενικό. Ποιος είδε; Ποιο είναι το ποιητικό υποκείμενο; Υπάρχει μια αφήγηση για κάτι θαυμαστό.

Πού και Πότε συνέβη η αφήγηση; Ένας ποιητικός Πρόλογος μας μπάζει στο σκηνικό: Όταν πρωτοείδε/το Χορό/ να διηγείται να διαλέγεται/ σε ημίφως σε σκοτάδι/ πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο/ η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια.

Πάνω σε μια εξέδρα, λοιπόν, από άλλον τόπο (πού), σε ημίφως ή/και σε σκοτάδι (πότε), σε έναν χρόνο άχρονο κι εκεί που το πραγματικό συναντά το φανταστικό, μέσα από την αφήγηση και τον διάλογο η Γυναίκα ενδύθηκε την Ποιήτρια. Η γυναίκα με κεφαλαίο. Η συγκεκριμένη γυναίκα, έμφυλη αναφορά, το κοριτσάκι που μεγαλώνει.

Η Σαμαρά συνθέτει με ευφυή τρόπο ένα ποιητικό δραματικό κείμενο, με τις δύο σημασίες της λέξης. Τρία είναι τα μέρη της σύνθεσης, ο Πρόλογος, ο Διάλογος και ο Λόγος, με κυρίως τμήμα τον Διάλογο. Ο Πρόλογος δίνει το πλαίσιο. Και στη συνέχεια τα πρόσωπα ξετυλίγουν τη σύνθεση. Μια σύνθεση που ενώνει σε ενιαίο όλον αδημοσίευτα ποιήματα που γράφτηκαν πρόσφατα, ποιήματα δημοσιευμένα σε περιοδικά αλλά που δεν είχαν περιληφθεί σε συλλογές, ποιήματα προηγούμενων συλλογών και ποιήματα που είχαν γραφτεί αρκετά παλιότερα – οι σχετικές πληροφορίες για το κάθε ποίημα δίνονται αναλυτικά και με μεγάλη ακρίβεια στις πρώτες δημοσιεύσεις, με τον ωραίο τίτλο Πρώτες (ή αθέατες εμφανίσεις). Η σύλληψη απαιτητική. Το αποτέλεσμα συναρπαστικό και άκρως ποιητικό, με έντονη τη θεατρική του πλευρά.

Παράλληλα με την ανάδυση της γραφής, σταθερό background η κοινωνική ματιά. Η απλότητα. Η προσφορά. Η δικαιοσύνη. Η ανιδιοτέλεια.

Έβλεπε/ Πλάι στις βάρκες τα καράβια/ πλάι στη μαρίδα τα λιθρίνια/ θεσπέσια εικόνα/ ισότητα/ βγαλμένη απ’ τον Παράδεισο (Ποιήτρια-Πηγάδια, σ.18)

– Σας είπε μήπως ποιο ψάρι της αρέσει;

– Οι γόπες. Είναι, λέει, ταπεινές. Τροφή για τους σοφούς, που είναι φτωχοί.

– Δώσε αυτές στη μαμά της.

– Όχι, μονάχα μία, θα θυμώσει η δασκάλα μας. (Χορός-Χρη Μα, σ.19-20)

Ο φακός να εστιάζει σε παλαιότερες καταστάσεις αλλά και σε σύγχρονα γεγονότα.

Δώδεκα χρονών. Ξεκίναγε κάθε πρωί για το Γυμνάσιο, γύρω στα δέκα χιλιόμετρα δρόμο, μέσα από γκρεμούς και θάμνους. (Χορός-Λιμουζίνα, σ.27)

Καλέ μου αναγνώστη/ […]/ αφήσαμε να γίνουν/ της Άγαρ και της Σάρας τα παιδιά/ σε έρημο χαμένη φυλή του Αβραάμ/ να τα ενώνει ένα ααα… ατέρμονο/ να τα χωρίζει μια κραυγή του τρόμου (Γάζα, σ. 70)

Ένα βαθύ πολιτικό σχόλιο είναι οι στίχοι της Ζωής Σαμαρά. Όχι κραυγαλέο, αλλά αιχμηρό, για τη φτώχεια, τη μετανάστευση, τον πόλεμο από τη μια μεριά, για την «Ευρώπη του ανθρωπισμού» από την άλλη, όπως την ονειρεύτηκαν πολλοί, που όμως στέκει μακρινή, αποστασιοποιημένη. Η προηγούμενη συλλογή της Σαμαρά φέρει τον τίτλο Και είναι πολύ μακριά η Δύση». Πολύ μακριά, όχι τοπικά κυρίως. Και οι δύο συλλογές, ειδικότερα η πιο πρόσφατη, γίνονται εξαιρετικά επίκαιρες μέσα στο πολιτικό σκηνικό που βιώνουμε, με το ευρώ και την Ευρώπη να γίνονται η μαγική σωσίβια λέμβος, που όμως γλιστρά και απομακρύνεται ανέλπιδα.

Από τη συλλογή Είδα τις λέξεις να χορεύουν:

Τεντώνουν/ τ’ αδύνατα χεράκια τους/ να πιάσουν το ευρώ που τους προσφέρεις/ Ευρώ Ευρώπη/ ψιθυρίζουν (Ποιήτρια-Πεζός λόγος, σ. 66)

Και από τη συλλογή Και είναι πολύ μακριά η Δύση ένα ποίημα που το παραθέτω σχεδόν ολόκληρο:

[…] Μυριάδες πάλι οι ξένοι/ Και πρόσφυγες/ εμείς/ στη μοναξιά μας/ Άμμος της ερήμου. Λαθρομετανάστες τους βαφτίσανε. Πώς αλλιώς; Ήρθαν από μακριά – όπως κάποτε πήγαμε εμείς. Στα κρυφά όμως οι άλλοι. Στα κρυφά./ Το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μας/ Το χώμα το ελληνικό να μη φτάνει για όλους μας/ Και είναι πολύ μακριά η Δύση

Από τα βάθη του γιαλού/ από του χρόνου τα βάθη/ φράχτες δεν μπήκαν γύρω/ από τα νησιά/ συνοριακό πλέγμα/ το πέλαγο/

Κι οι άλλοι δεν διστάζουν/ να πνιγούν/ Λίγη Ευρώπη/ Αδέλφια/ δώστε μας λίγο χώμα από την ήπειρο των/

δύο Πολέμων.

Συρματοπλέγματα/ ξηλώστε τα/ δέστε τους/ Τολμούν/ να ζητούν την Ελπίδα/

στο κουτί της Πανδώρας […]

(Από τα βάθη του χρόνου, σ. 43)

Και ταυτόχρονα, ο ανθρώπινος πόνος, ο υπέρτατος πόνος, η απώλεια. Που συντρίβει την ψυχή και τη σφραγίζει ισόβια. Που ενώνει την ύπαρξη με το εδώ και με το εκεί και με τη φύση που δέχτηκε το σώμα αυτής που χάθηκε.

-Εδώ είσαι ή εκεί/ με ρώτησαν τα δέντρα/ Όπως εσείς απάντησα/ Κι εκεί κι εδώ/ Όπου υπάρχει/ η Ευλογημένη

( Η Ευλογημένη, σ.60)

Ωστόσο δεν αφήνει ο υπέρτατος πόνος την ύπαρξη να βουλιάξει στο πένθος, και μετατρέπει την οδύνη σε έγνοια για τον πάσχοντα, σε προσφορά και αλληλεγγύη. Μολονότι το προσωπικό δράμα θα παίζεται πάντα σιωπηρά αναζητώντας την ανέφικτη απάντηση.

πέφτω στην άβυσσο/ τηρώ μιας αιωνιότητας σιγή/ ηχώ στην «αέναη του σύμπαντος σιγή»/ κι όπως ο λύκος του ρομαντικού ποιητή/ ξέρω πως μόνο η σιωπή είναι δύναμη (Χορός-Γυναίκα: Μπα-΄Ιλα, σ. 68)

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο δραματικός λόγος, ενώ εμπεριέχει το τραγικό, δεν βαραίνει την ψυχή, γιατί η ποιητική έκφραση το αλαφρώνει συνειδητά, κάποτε με χιούμορ ή σαρκασμό.

Σε μια ευρύτερη σύγκριση με το αρχαίο δράμα, είναι ο Χορός που προχωράει την αφήγηση (τα επεισόδια προχωρούν τη δράση εκεί), ενώ στα λυρικά στάσιμα στοιχούν οι μονόλογοι της Γυναίκας και της Ποιήτριας. Ο Πρόλογος, όπως προαναφέρθηκε, παρέχει το πλαίσιο της ποιητικής αφήγησης-δράσης. Η Σαμαρά γνωρίζει να ανατρέπει τους κανόνες, όχι μόνο στην έκφραση αλλά και στη δομή. Μετά τον Διάλογο έχουμε τον Λόγο, που κλείνει τη συλλογή με δύο εκπληκτικά ποιήματα, τη Δημιουργία και την Πραγματικότητα. Το πρώτο αρθρωμένο από τη Γυναίκα, «παίζει» με την έννοια της δημιουργίας-γέννησης και μη γέννησης, άρα ανυπαρξίας; Ή μήπως της ύπαρξης με τη γέννηση μέσω της γραφής;

Στο δεύτερο, αρθρωμένο από την Ποιήτρια, επιχειρείται ένας ορισμός της πραγματικότητας, ανατρεπτικός ορισμός, που τη συνδέει και ταυτόχρονα τη διαχωρίζει από τη φαντασία και το όνειρο, τέλος την εξισώνει με το μη πραγματικό.

Πραγματικότητα/ παιδί και μάνα του μη πραγματικού.

Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει η συλλογή, με φιλοσοφικό στοχασμό, μ’ ένα ευφυές παιχνίδι με τις λέξεις, με τον λόγο να αμφισβητεί τα σύνορα ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο επιθυμητό.

Αγαπώ τα ποιήματα που, μολονότι εκφράζουν υψηλά νοήματα, είναι κατανοητά – όχι εύκολα. Που, μολονότι η ποιητική τους έκφραση είναι εξαιρετικά δουλεμένη, δεν είναι εξεζητημένη. Αγάπησα λοιπόν (και) αυτά τα ποιήματα της Ζωής Σαμαρά για τον κομψό της λόγο, για τον ρυθμό που περικλείουν, για τον έλεγχο στην έκφραση του πόνου και της απώλειας, για το γενναίο κοίταγμα του θανάτου, για την γνοιασμένη ματιά στα ανθρώπινα, εντέλει για τη γλυκιά κατάφαση της ζωής.

Τριπλό ποιητικό υποκείμενο επομένως: Χορός, Γυναίκα, Ποιήτρια. Ο Χορός ως έκφραση του γενικού-συλλογικού. Η γυναίκα του ατομικού. Η ποιήτρια δημιουργός. Σε μια πρώτη ανάγνωση. Από εκεί και πέρα οι τρεις οπτικές ενώνονται και γίνονται μία. Και ύστερα επιμερίζονται πάλι, για να πιάσουν γωνιές της γης, γωνιές της ύπαρξης, της ιστορίας. Περσόνες με άλλα λόγια. Που μπλέκονται αξεδιάλυτα, καθώς διαλέγονται, καθώς η μια περσόνα εγκιβωτίζεται μέσα στην άλλη.

Ακόμα παραπέρα. Και οι τρεις περσόνες-ποιητικά υποκείμενα είναι σαν να αναφέρονται σε ένα άλλο πρόσωπο και να αφηγούνται τη ζωή του. Τη ζωή ενός μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει σε ένα νησί, του κοριτσιού που ήθελε να γράφει και να γίνει συγγραφέας. Η ιστορία αυτή πότε τέμνεται με τη ζωή της Ποιήτριας, πότε με της Γυναίκας, κι άλλες φορές αυτονομείται και ταυτίζεται με τη δημιουργία, με το Σύμπαν, με τη συλλογική μοίρα.

Κι αρχίζει ο χορός των λέξεων. Ποικιλοτρόπως χορεύουν οι λέξεις:

-Με την εναλλαγή των ρηματικών προσώπων. Πρώτο, δεύτερο και τρίτο ενικό, πρώτο πληθυντικό χρησιμοποιούνται και από τα τρία ποιητικά υποκείμενα, τα οποία δεν συνδέονται σταθερά με κάποιο ρηματικό πρόσωπο.

-Με την απεύθυνση του ενός προσώπου στο άλλο, σαν σε ένα διάλογο, που είναι ταυτόχρονα και προχώρημα της αφήγησης, αλλά και πολυπρισματικό κοίταγμα-εστίαση σε κάποια χρονικά σημεία και γεγονότα.

-Με την ίδια τη δομή των στίχων. Οι στίχοι τέμνονται, αλλά και παύσεις-κενά δημιουργούνται μέσα στον ίδιο στίχο, κατά τον προσφιλή ποιητικό τρόπο της Σαμαρά. Επαναφορές, παιχνίδι με τις λέξεις, συνώνυμα, παρηχήσεις. Και συχνά απουσία στίξης, κυρίως στον λόγο της Γυναίκας και της Ποιήτριας, ή αντίθετα πλούσια και συνεπέστατη στίξη.

-Σε συνδυασμό και με τα προηγούμενα, με τον ρυθμό να συνοδεύει κάθε στίχο της συλλογής, δίνοντας στην ποιητική έκφραση την εσωτερική έννοια του χορού, της αρμονίας.

-Με τη διακειμενική συνομιλία, όπως με ποιήματα από προηγούμενες συλλογές της Ζωής Σαμαρά.

Κομβικό ποίημα στη συλλογή θεωρώ ότι είναι αυτό που φέρει τον τίτλο Το ποίημα, αρθρωμένο από την Ποιήτρια (σ.27). Το κοριτσάκι αφηγείται σε α΄ ενικό ότι ήθελε να γράψει την ιστορία μιας γυναίκας που έγραφε συνέχεια, από τα 18 ως τα 81 (ενδιαφέρον παιχνίδι με τους αριθμούς, που έχουν συμβολική λειτουργία), φαντάστηκε ότι έγραφε, ενώ δεν γνώριζε ακόμη τη λέξη γραφή. Η γυναίκα κάποια στιγμή διαπιστώνει ότι αντί, για τα σημαντικά βιβλία, είχε γράψει μόνον ένα ποίημα, που έλεγε/ έλεγε/ την ιστορία μιας γυναίκας/ που άρχισε να γράφει στα 18/ και έγραφε ως τα 81

Εντυπωσιακός εγκιβωτισμός της μιας ιστορίας μέσα στην άλλη. Σ΄ αυτό το σημείο είναι που η τέταρτη περσόνα εισάγεται στον διάλογο. Η γυναίκα αυτή παρουσιάζει κοινά στοιχεία με την Ποιήτρια. Μολονότι στο τέλος του ποιήματος η αφηγήτρια, η μικρή της ιστορίας, λέει ότι δεν μπόρεσε να γράψει τη ζωή εκείνης της γυναίκας, γιατί

ήμουν πολύ μικρή/ τόσο μικρή που δεν γνώριζα καν/ τη λέξη/ «ζωή»

η αναίρεση αφήνει ένα μικρό παράθυρο άλλης ανάγνωσης, καθώς η τελευταία λέξη («ζωή») συνδέεται όχι μόνο με την Ποιήτρια αλλά και με τη συγγραφέα Ζωή).

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

περ. «Απόπλους», τεύχ. 65-66, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2015.

Έλλογη ουτοπία

Ένα λουλούδι αποδεικνύεται εφήμερο. Μία μηλιά στερείται τον ανθό της. Ένας κήπος εγκαταλείπει τον κάτοχό του. Τρεις ομόθυμες διαπιστώσεις από τρία πρόσωπα, τον Χορό, την Ποιήτρια και τη Γυναίκα αντίστοιχα, ορίζουν ένα σκηνικό μαρασμού, χωρίς ανθοφορία, στην ποιητική συλλογή «Είδα τις λέξεις να χορεύουν», που συγκροτεί η Ζωή Σαμαρά, εν είδει αρχαίας τραγωδίας με τους τρεις ηθοποιούς της. Ένας απ’ τους ηθοποιούς, μάλιστα, είναι ο Χορός, που επίσης συμπληρώνει τους απαιτούμενους ρόλους σε μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Δομημένη σε τρία μέρη, τα οποία επιγράφονται «Πρόλογος», «Διάλογος» και «Λόγος», η συλλογή ξεδιπλώνει τον διάλογο των τριών της προσώπων, αποσκοπώντας στη νοηματοδότησή του, εφόσον συχνά αυτός καταντά «μια ομιλία χωρίς Λόγο», μια επικοινωνία προσχηματική.
Η απουσία ψυχικής επαφής κι έλλογης σκέψης αποτυπώνεται σε μια σειρά διαπιστώσεων: η μαργαρίτα, ως το κλασικό άνθος που καλείται να φανερώσει με το μάδημα των πετάλων του την ύπαρξη ή μη της αγάπης, αποφαίνεται την έλλειψη αυτής· ο πελαργός, κλασικός φορέας της ζωής, ως κομιστής, κατά τη λαϊκή αντίληψη, των βρεφών στους γονείς τους, διστάζει να φέρει παιδιά στη ζωή· η γέννηση μιας ζωής, όταν τελικά πραγματοποιείται, δεν σηματοδοτεί την έναρξη της μέρας και των παρεπόμενων φωτεινών συμβολισμών, παρά τη θέαση των πραγμάτων «με το φέγγος της πανσέληνου». Είναι όμως αρκετό το φέγγος αυτό; Μπορεί να είναι αρκετό, σ’ ένα τοπίο ερημικό, όπου τα παιδιά ρίχνουν βόμβες κι όπου κυριαρχούν ο εγωισμός κι η δειλία; Το τοπίο της Σαμαρά διαγράφεται εξαρχής ζοφερό.
Η διαπίστωση του ζόφου και η επιδίωξη της υπέρβασής του φαίνονται κοινές για τους τρεις συνομιλητές στη συλλογή, οι οποίοι, μέσα από τούτη την κοινή τους στόχευση, μοιάζουν να ταυτίζονται με τη συλλογική συνείδηση – ιδίως ο Χορός, ενώ η Γυναίκα και η Ποιήτρια δείχνουν να ταυτίζονται καί μεταξύ τους, με μόνη τους απόσταση τη διαδρομή που απαιτείται ώστε η Γυναίκα να γίνει Ποιήτρια. Αυτή η διπλή ταυτότητα, της γυναίκας και της ποιήτριας, υπονοείται όταν η Γυναίκα, στο άκουσμα του χτυπήματος της πόρτας, ανοίγει και συναντά τον εαυτό της, πιθανώς τον ποιητικό. Η εξωλογική συνάντηση ακολουθείται από την αντιφατική πάλη της Γυναίκας με τον εαυτό της, καθώς από τη μια μεριά τον ωθεί να διαβεί την πόρτα, κι από την άλλη τον παροτρύνει να μην εισέλθει, με τα λόγια «Μην μπείτε/ είπα/ αυτή η πόρτα/ είναι μόνο είσοδος».
Η μαγική τούτη πόρτα, ένας πιθανός αντικατοπτρισμός της πόρτας της ποίησης στο ποίημα «Τα αντικλείδια» του Γιώργη Παυλόπουλου, θα μπορούσε ακριβώς να συμβολίζει τον αγώνα της ποιητικής ωρίμανσης για τη Γυναίκα. Δεν αποκλείεται ωστόσο κι ένα κοινωνικό σχόλιο επί του ρόλου μιας γυναίκας στις ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς η πόρτα είναι αμπαρωμένη με αλυσίδες. Εγκλεισμός, λοιπόν, στο σπίτι, για μια γυναίκα καταδικασμένη σε πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό ρόλο, ή εγκλωβισμός στα μυστήρια και τις απαιτήσεις της ποίησης; Η επαλήθευση της ταύτισης Γυναίκας – Ποιήτριας στηρίζει καί τις δύο εκδοχές, αφού η Γυναίκα είναι ποιήτρια, ενώ και η Ποιήτρια είναι γυναίκα. Η επιμονή, μάλιστα, της Ποιήτριας στο αμέσως ακόλουθο ποίημα «Να μένεις» επιβεβαιώνει την ταύτιση: «Να περι-/ μένεις/ όχι τον άλλο εμένα/ που είμαι ο άλλος εσύ»
Η ταύτιση φαίνεται να ενισχύεται ακόμη περισσότερο στην προοπτική Γυναίκα και Ποιήτρια να σχηματοποιούν το προσωπείο της συγγραφέα της συλλογής, δηλαδή της ποιήτριας Ζωής Σαμαρά. Η Σαμαρά διασπείρει ενδείξεις προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση μέσω στοχαστικών της στίχων περί ζωής, οι οποίοι όμως παραπέμπουν τεχνηέντως στ’ όνομά της, υποδεικνύοντάς την: «Ζωή κι αυτή/ να περιμένεις μια ζωή»· «Θα πηγαίνεις/ αργά/ για να ζήσεις/ μια ζωή/ χωρίς πετάγματα/ […]/ Βήμα σημειωτόν/ μια ζωή με νωχελείς κινήσεις/ μια ζωή πλήρης ημερών// ανυπαρξίας»· επιπρόσθετα, όταν οι στίχοι της Σαμαρά ανακεφαλαιώνουν τον βίο, εύλογα μοιάζει η ζωή να μεταμφιέζει τη Ζωή: «Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα/ […]/ την ιστορία μιας γυναίκας/ που άρχισε να γράφει στα 18/ και έγραφε ως τα 81»· άλλωστε, την ίδια μυστηριακή μεταμφίεση συνδράμουν οι αριθμοί 18 και 81, οι οποίοι, με μια μαγική αντιστροφή των ψηφίων τους, μεταστοιχειώνονται ο ένας στον άλλο σχηματίζοντας κύκλο, περικλείοντας τη ζωή, συγκεκριμένα της ποιήτριας. Εξάλλου ο βίος τούτος εμπερικλείει την ατελεύτητη σύνθεση του ποιήματος, αφού «η γυναίκα/ […] σχεδίαζε/ τη μέρα τη νύχτα το ποίημα/ μέχρι που έγινε 81 χρονών».
Αν, βέβαια, η συγγραφή μετατραπεί σε εμμονή και καταδυναστεύσει τον βίο, εμποδίζοντας τον άνθρωπο να χαρεί την ομορφιά γύρω του, καταντά τάφος για τον συγγραφέα. Γι’ αυτό κατά την πορεία της ατέρμονης σύνθεσης η διεκδίκηση είναι διαφορετική: η συμφιλίωση με τη φύση, τα πλάσματά της και τον άνθρωπο, η οποία διέρχεται από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας, της ηλικίας κατά την οποία τα παιδικά μάτια αισιοδοξούσαν ακόμη, καθώς «Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια», η λεμονιά άνθιζε, ο ουρανός ήταν ανέφελος, τα αστέρια προσεγγίσιμα. Ακόμη και το ουτοπικό όραμα μιας κοινωνίας όπου το χρήμα δεν αποτελεί την πρώτιστη επιδίωξη, περνά μέσα από την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, όπως την αποτιμά ο γάτος της γειτονιάς, απολαμβάνοντας το ψάρι που γενναιόδωρα του προσφέρουν: «Είναι τρελοί οι άνθρωποι, το ξέρω, αλλά τρελά και τα μικρά κορίτσια;»
Η τεθειμένη στόχευση, ωστόσο, εμποδίζεται όσο «Το Χάος αρνείται να γίνει Ημέρα». «Από τα βάθη του χρόνου/ η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας» συλλογίζεται η Σαμαρά, άλλοτε με χαμηλόφωνο σεφερικό στοχασμό κι άλλοτε με πικρή ειρωνεία απέναντι σε όσα στοιχεία εμποδίζουν τη μετατροπή της ερήμου σε όαση, όπως οι ανθρωπόφοβες εμμονές των σύγχρονων μονήρων ατόμων, που απολήγουν ακόμη και στην ενοχοποίηση των θυμάτων αντί των θυτών, συχνά και του ίδιου τους του εαυτού. Εξάλλου, «Για κάτι θα φταίνε κι αυτοί», δηλαδή τα θύματα, «αλλιώς δεν θα ’τανε φτωχοί», σχολιάζει θλιμμένα η ποιήτρια στο ταξικό της σχόλιο, προβαίνοντας συνάμα στη μετατροπή της οικονομικής ένδειας σε πνευματική: «Ας πάμε λοιπόν/ ας πεθάνουμε/ εμείς οι/ πτωχοί/ τω πνεύματι»
Όπου όμως η καθημερινή ομίχλη κατασκεπάζει την αισιοδοξία καθιστώντας την αόρατη, ο ποιητής έρχεται να διεκδικήσει το αόρατο. Η μαγική ποιητική επενέργεια επί της ασχήμιας έχει τόση ένταση, ώστε επιβάλλει την ομορφιά ακόμη κι επί του τάφου του ποιητή, μετατρέποντάς τον σε αλώνι, όπου οι λέξεις χορεύουν. Αρκεί, βέβαια, ο συγχρωτισμός των πολλών κι ο βόμβος τους να μη διαλύσουν τ’ όνειρο. Γι’ αυτό ο βόμβος επιβάλλεται να αντικατασταθεί από την έλλογη, αποτελεσματική ανθρώπινη επικοινωνία. Στη σχετική κατεύθυνση, η Σαμαρά δεν τιτλοφορεί το κεντρικό σώμα όπου αναπτύσσονται τα ποιήματά της «Κύριο μέρος» αλλά «Διάλογο», και για τον ίδιο λόγο την κατάληξη της ποιητικής της σύνθεσης όχι «Επίλογο», παρά «Λόγο». Η δε έλλογη εκφορά του μηνύματος επικυρώνει την ελπίδα στη διαπίστωση ότι όσους εφιάλτες κι αν περικλείει η πραγματικότητα, δεν παύει να είναι «παιδί και μάνα του μη πραγματικού», άρα του ιδεατού, της ουτοπίας. Συνεπώς, μπορεί να γεννήσει και να αναστήσει όνειρα. Κατ’ επέκταση, η διεκδίκηση μιας καλύτερης πραγματικότητας δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ.

 

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 55, 2016.

 Όταν οι άλλοι σιωπούν, οι λέξεις των  ποιητών χορεύουν, που σημαίνει κινούνται στο χώρο και κινούν οτιδήποτε υπάρχει σ’ αυτόν, καταδύονται σε βαθύτερες σημασίες, διεισδύουν με την ίδια ευχέρεια σε προσωπικούς ή κοινωνικούς χώρους. 

Ο λόγος, όπως αυτός αρθρώνεται μέσα από τα ποιήματα της Ζωής Σαμαρά, χορεύει υπό τους ήχους μιας μουσικής, η οποία αχνοπαίζει πίσω από τις αρμονικές εναλλαγές προσωπικού στοιχείου και κοινωνικού ή πολιτικού σχολίου, σε μια εποχή που η προσωπική καταγραφή κυριαρχεί σε βάρος ενίοτε και του κοινωνικού ρόλου της ποίησης. Φτώχεια, ανεργία, μετανάστευση, προσπάθεια ποδηγέτησης είναι προβλήματα που απασχολούν την ποιήτρια, μέσα από έναν σαφέστατα δραματικό χαρακτήρα στην ποίησή της. Μέσα από μια εκκωφαντική σιωπή –η ποίηση είναι κόρη της σιωπήςταξιδεύει μέσα στο λόγο της αναζητώντας, όχι μάταια πάντα, έναν κόσμο έλλογο.

Ο χώρος, όπου κινείται η ποιήτρια, δεν έχει όρια και γρήγορα μετατρέπεται σε μια πανανθρώπινη θεατρική σκηνή: Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια. Απλώνεται στην αντίπερα όχθη, στην απέναντι κοιλάδα, σε όλο το σύμπαν. Κάποιοι βεβαίως προσπαθούν να περιορίσουν, να σμικρύνουν αυτά τα όρια, Μη στέκεσαι εδώ / Δεν υπάρχει «εκεί», δημιουργώντας τεχνητή ασφυξία, τελικά βρίσκει τον τρόπο η ποιήτρια να σταθεί Κι εκεί κι εδώ, εκεί, όπου προβάλλονται ο ανθρώπινος πόνος, οι υπαρξιακές αγωνίες.

Σχεδόν στο σύνολό τους τα ποιήματα και τα πεζοποιήματα, τα τελευταία με έντονο το  φιλοσοφικό περιεχόμενο και με ολοφάνερα τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, ενώ φαίνονται προσεγγίσιμα στην πρώτη ανάγνωση, σε προκαλούν να τα ξαναδιαβάσεις. Ανακαλύπτεις, ως δια μαγείας, πολλές αναγνώσεις: ξεφλουδίζεις τους στίχους και κάθε φορά έχεις να προσθέσεις κάτι καινούριο σε ό,τι ήδη έχεις εισπράξει.

Η ποίηση της Ζωής Σαμαρά δεν περιορίζεται στον αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα. Το «εγώ» της ποιήτριας κάνει ένα βήμα πίσω, χωρίς να παραγκωνίζεται. Είναι διάχυτη η αγάπη της για την ίδια τη ζωή και οι αξίες κυριαρχούν σε πείσμα  των  καιρών. Γι’ αυτό και, πέρα από την κοινωνική κριτική, έχει να προτείνει και μια στάση έντιμη απέναντι στα πράγματα: Στείλε την κόρη του Αγήνορα ξανά / να την ξυπνήσει, λέει αναφερόμενη στην Ευρώπη, με προφανείς τις πολιτικές αιχμές. Εξάλλου αυτό είναι το χρέος του ποιητή, του διανοούμενου, του φιλόσοφου: οι διαπιστώσεις μόνο δεν αρκούν.

Οι φωνές της ποιήτριας, της γυναίκας, του χορού, άλλοτε ψίθυροι, άλλοτε κραυγές, άλλοτε θρήνοι, διαπερνούν τους στίχους και κάνουν τις λέξεις όχι να χορεύουν πια, αλλά να δονούνται από μια βαθιά εσωτερικότητα. Έτσι η φωνή της ποιήτριας μετατρέπεται σε φωνή-κάλεσμα του αρχάγγελου που καλεί σε μια ηθική επαναφορά, Σηκώστε το κεφάλι ψηλά, ενώ οι φωνές που ακούει η γυναίκα μέσα από την προσωπική καταγραφή, Σας άκουσα / Σχίζατε τη γη   ο αέρας ράγισε, προβάλλονται ως μια καθολική τοποθέτηση και συγκλονίζουν με τη δραματικότητά τους: Κρίση είναι κι αυτή θα σου περάσει.

Ο τίτλος της συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν δεν παραπέμπει μόνο σε  στίχους ποιήματος, αλλά και σε μια δυναμική της γλώσσας της ποιήτριας γεμάτη μουσική. Οι λέξεις, αυτό το πρωταρχικό υλικό της ποίησης, ζωντανεύουν, αποκτούν σαρκική υπόσταση, άλλοτε γίνονται αιθέριες οπτασίες. Το σκοτάδι δε μας αποστερεί από τη δυνατότητα να τις αφουγκραστούμε, να τις δούμε, να τις ερμηνεύσουμε.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          Ο χορός των λέξεων δεν είναι απλώς και μόνο θεωρητική συνεύρεση της απολλώνιας τέχνης –ποίησης, μέλους, χορού, ως αδιάσπαστη ενότητα που παραπέμπει στο αρχαίο θέατρο– αλλά πραγματική σύζευξη μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου. Εάν προσθέσουμε και την ιδιαίτερη τοποθέτηση των λέξεων και των στίχων στα ποιήματα –μεγάλα κενά μεταξύ των λέξεων, φράσεις ελλειπτικές που μένουν μετέωρες, η λέξη Μαρία που μέσα σε μια αραίωση χάνεται στην άβυσσο μαζί με το εγώ της γυναίκας– τότε έχουμε και στη μορφή αέναες χορευτικές κινήσεις.

Στη γραφή της Ζωής Σαμαρά διακρίνουμε στοιχεία βιωματικά, ταξίδι  νοσταλγικό στην παιδική ηλικία, ταυτόχρονα και μύηση του αναγνώστη στον ψυχισμό της ποιήτριας. Τα στοιχεία αυτά τελικά μετουσιώνονται σε καθολική αγωνιώδη διείσδυση στους κρυφούς κώδικες των λέξεων. Οι συμβολισμοί κυριαρχούν, πολλοί από αυτούς δυσδιάκριτοι καλούν τον αναγνώστη να τους αποκαλύψει.  

Οι αγωνίες πολλές, κυριαρχεί όμως ο φόβος, μήπως και δεν μπορεί κάποια στιγμή να εκφραστεί με τον ποιητικό λόγο: Τι να συμβαίνει άραγε μετά / μετά την πρώτη σελίδα / εννοεί / την πρώτη / Υπάρχουν γράμματα; Και αλλού η  ποιήτρια, έκπληκτη με την παραδοξολογία, διαπιστώνει πως Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα. Ολοφάνερος ο υποσυνείδητος αγώνας της ποιήτριας για τη γραφή που φέρει και το κοινωνικό αποτύπωμα: δεν είναι η αντίληψη η τέχνη για την τέχνη που τη συναρπάζει, είναι η γραφή που κυοφορεί το κοινωνικό μήνυμα, μια διαρκής πάλη για ανάδειξη και υποστήριξη της ανθρώπινης φύσης ως πνευματικής οντότητας, μέσα σε έναν κόσμο αλληλοσυγκρούσεων και έντονης εσωστρέφειας που μερικές φορές, εσφαλμένα, μεταφράζεται σε εσωτερικότητα. Θεωρώ όμως ότι η αγωνία της αφορά κυρίως στους γύρω της, αγωνία μήπως και νιώσουν αδυναμία να προσεγγίζουν τον ποιητικό λόγο, μήπως και δεν μπορούν να προσεγγίζουν πια τη γνώση, παρότι παραδέχεται ότι μερικές φορές Καλύτερα / κάποιες απορίες / να μένουν / χωρίς πέρασμα στη γνώση.

Σκηνές της καθημερινότητας, που συνήθως περνούν απαρατήρητες, η ποιήτρια τις σχολιάζει με έναν καυστικό τρόπο που μερικές φορές αγγίζει τα όρια της  ειρωνείας, όπως στην Κλινική, όπου ειρωνεύεται την περιττή παρουσία των λέξεων πρωί, βράδυ, ως αποτέλεσμα γλωσσικής ανεπάρκειας ή ελλιπούς γνώσης: ΩΡΕΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟΥ / 10:00-12:30 ΠΡΩΙ / 17:30-21:00 ΒΡΑΔΥ ή στο Το σακάκι, όπου το σακάκι από αφόρετο μετατρέπεται σε αφόρητο κάτω από την πίεση του πωλητή ή του δωρητή που επιδιώκει, ματαίως ως φαίνεται, να το προσαρμόσει σε ένα σώμα που αρνείται να το δεχτεί. Για άλλη μια φορά αφήνει πίσω όλη την ένδυση της εξουσίας, το ζουρλομανδύα της υποταγής.

Ενίοτε η ποιήτρια χρησιμοποιεί τους ήχους των επαναλαμβανόμενων συλλαβών και συνθέτει στην ουσία μουσικό έργο, όπως συμβαίνει στο Ου. Οι λέξεις της είναι νότες που εκλαμβάνονται από τον αναγνώστη ως ηχητικό αποτέλεσμα που δημιουργείται από την παρήχηση του «ου» ή χορεύουν με μουσικές που ακούγονται από τις συγχορδίες των λέξεων που επαναλαμβάνονται, όπως στο «Μη». Ευφυέστατο και το παιχνίδι που δημιουργεί με τις λέξεις, όπως στο Χρη Μα.

Το τραγικό συναίσθημα της μοναξιάς υπάρχει έντονο και απλά η ποιήτρια το αφήνει να ξεχυθεί από μέσα της, το μοιράζεται όμως μαζί μας. Μας επιτρέπει να ζήσουμε τη μοναξιά της, να νιώσουμε την οδύνη της: εσύ μόνος / κι εγώ; / Γέφυρα πάνω από ποτάμι, καθώς και στην εκπληκτική, εκπάγλου ομορφιάς εικόνα της μοναξιάς, μέσα σε ένα πλούσιο περιβάλλον: Μοναξιά / μέσα σε εκατόφυλλο τριαντάφυλλο, αν και επικαλείται την αποθυμιά, Να με θυμάσαι κάθε βράδυ, αποθυμιά τίνος όμως; Η απάντηση απορρέει από τον αναγνώστη.

Ευαίσθητες οι ανεμώνες και οι μαργαρίτες, αδιαμφισβήτητης ομορφιάς τα τριαντάφυλλα, χωρίς πνοή και χωρίς όνομα τα πέτρινα λούλουδα που δημιουργούν ένα σκηνικό υπερρεαλιστικό, σε φόντο συνήθως νυχτερινό, υποδηλώνουν επώδυνες καταστάσεις. Αξιοσημείωτη μέσα στην ανατρεπτικότητά της η σκηνή του εφήμερου λουλουδιού, το οποίο θρηνεί που έζησε ολόκληρη τη μέρα: το προορισμένο να πεθάνει πρόωρα, είναι καταδικασμένο να ζήσει περισσότερο χρόνο από εκείνον που του αναλογεί.

Οι εικόνες σχεδόν υποκρύπτονται ή υπονοούνται. Μας επιτρέπουν  όμως να διεισδύσουμε σε έναν κόσμο που διατηρεί τη μαγεία του, ακόμα κι αν αυτός είναι κομμάτι  μιας οδυνηρής περιπέτειας: η παρέλαση, η γυναίκα που γράφει συνεχώς, το κορίτσι που περπατούσε γυμνό στο δρόμο. Ίσως το στοιχείο που κάνει ιδιαίτερα εμφαντική την παρουσία του είναι το τοπίο, όπως το βιώνει η ποιήτρια, πραγματικό ή φανταστικό. Το αλώνι, όπου χορεύουν οι λέξεις, είναι ένας τέτοιος μαγικός τόπος. Οι λέξεις αυτές, καθώς και η ποιήτρια, μεταμορφώνονται σε νεράιδες, ονειρικές υπάρξεις που κατοικούν στο αλώνι και είναι εκείνες που την οδηγούν στη δημιουργία.

Το ίδιο ονειρικό «τοπίο» κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου. Η γυναικεία φιγούρα που χορεύει με τα μαλλιά της εν είδει πέπλου γύρω από το κεφάλι της προέρχεται από το Destino (Πεπρωμένο), μια μικρού μήκους ταινία animation του 1945, που προέκυψε από τη συνεργασία του Σαλβαντόρ Νταλί με την εταιρεία της Γουώλτ Ντίσνεϊ.. Η καθετότητα της μορφής μέσα σε ένα ερημικό τοπίο συνδέει τη γη με τον ουρανό, στοιχείο που υπάρχει σε πολλά ποιήματα της συλλογής και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ποιητική, γεμάτη μυστήριο. Πρόκειται για μια υψηλής αισθητικής έκδοση τόσο με την επιλογή της γυναικείας μορφής του Νταλί, όσο και με την υφή του πρωταρχικού υλικού του βιβλίου, που δίνει την εντύπωση μιας μικρής αλλά διακριτής πολυτέλειας.   

Ευρηματικοί στίχοι, έξυπνη σύζευξη λέξεων σε μεταφορικό επίπεδο, ποιητική ευαισθησία: αυτή είναι η ποίηση της Ζωής Σαμαρά. Μια ποίηση μεστή, ώριμη, δημιουργική, χωρίς βερμπαλισμούς και ρητορείες, που αποτυπώνεται ως μια έκρηξη γοητευτικών στίχων.

Μέσα από το ταξίδι της βαθιάς περισυλλογής και ενδοσκόπησης στην ποίησή της ξαναβρίσκουμε τις λεπτές ισορροπίες που αναζητούμε  γύρω μας.

Η Ποίηση της σιωπής είναι η δυνατή κραυγή της ποιήτριας και ας γνωρίζει καλά πως μόνο η σιωπή είναι δύναμη…

 

 

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

Τα ποιητικά τ. 19

«Μάρμαρο, στίχο μελετώ / και το κορμί μου όλο πάει / με τον νέο/ρυθμό να κάμψει /… /Παίζουμε παντομίμα. / Να σωθεί η σιωπή /…/ Πηδάνε έξω απ’ τα μεγάφωνα οι/Χορευτές./… /Τι μαγική / ακροβασία / στο κενό/… / μες στη φωνή βουλιάζοντας. /… / Το μολύβι σέρνει το / σώμα μου. /Όρθιο στον αέρα»
ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΪΊΩΤΟΥ (Χορευτές)

     Η Ζωή Σαμαρά επί σειρά ετών αποδεικνύει με συνέπεια τη σταθερή σχέση της με τη γλώσσα αφενός στο επίπεδο της συστηματικής θεωρητικής προσέγγισης και αφετέρου στο επίπεδο της ευρηματικής δημιουργικής παραγωγής.
     Με αυτή την προϋπόθεση η γλώσσα στα έργα της Ζωής Σαμαρά αντιπροσωπεύει έναν ζωντανό, ισχυρό οργανισμό που διεκπεραιώνει ιδέες, νοήματα, αρχές και αξίες, ενώ παράλληλα συμμετέχει ως αποφασιστικός παράγων στη δημιουργία ενός πρωτότυπου υπο-/κειμενικού σύμπαντος σε άμεση και διαρκή επικοινωνία με την αντικειμενική πραγματικότητα.
     Κατά τη σύνθεση της ποιητικής συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν η Ζωή Σαμαρά αποτυπώνει με τον πλέον παραστατικό τρόπο την κινητικότητα ακριβώς της γλώσσας που εξασφαλίζει τον δυναμικό χαρατήρα αυτού του υπο-/κειμενικου συμπαντος. Την κινητικότητα της γλώσσας αποδίδει η έννοια του χορού. Ο χορός ως γενικός κώδικας διεκπεραίωσης σημαινομένων τόσο στο επίπεδο της δήλωσης όσο και κυρίως στο επίπεδο της συνδήλωσης, ενσαρκώνει την προετοιμασία, τα άλματα, την ορμή, την αμφισημία, την άνοδο και την πτώση, την καθοδήγηση, την υποβολή, την υπόδειξη, πρωτίστως τον μετρημένο και τον ελεύθερο ρυθμό.
     Με τον τρόπο αυτόν αναγνωρίζεται η προσωποποίηση ή/και σωματοποίηση του λόγου ως αποτέλεσμα δυο παραγόντων που αντιπροσωπεύουν η εκφορά και η πρόσληψη με ζητούμενο την επικοινωνία ανάμεσα στον εσωτερικό άνθρωπο και στον εξωτερικό, αντικειμενικό κόσμο.
     H κίνηση του προσωποποιημένου, μάλλον σωματοποιημένου λόγου με δίαυλο τη φωνή μεταφέρει έκφραση και περιεχόμενο σημαινομένων, αντικειμενική ή κοινή λογική και μύθους, αισθητική, αφήγηση και επιχειρηματολογία, εντολή και συμφωνία, γνώσεις, ιδέες, κρίσεις, και αποτελεί τη διαδικασία για την οργάνωση εσωτερικών τοπίων με καταγωγή από την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά με ιδιαίτερη φυσιογνωμία που προσδιορίζει η υποκειμενική πρόσληψη εννοιών, όπως είναι το όνειρο και η φαντασία, η ύπαρξη, η αιωνιότητα, η μεταμέλεια, το πένθος, η θλίψη, η μοίρα, ο αναπόφευκτος διάλογος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, η φυγή, η μοναξιά, η αγάπη και ο έρως, η μνήμη και η λήθη, το ορατό και το αόρατο, το υλικό και το άυλο.
     Αυτές οι προϋποθέσεις επεκτείνονται και στην άμεση συνάρτηση των εσωτερικών τοπίων με τη φύση, στις περιοχές των φυσικών οργανισμών, στοιχείων και φαινομένων, όπως είναι η κοινωνία των φυτών, η θάλασσα και τα βράχια, ο άνεμος, η πανσέληνος, το φως του ήλιου, το σκοτάδι, ενώ στον μακρινόν ορίζοντα ανιχνεύεται η αίσθηση του απείρου, της αβύσσου, του χάους.
     Ο εσωτερικός άνθρωπος ευθύνεται για τη δημιουργία των εσωτερικών τοπίων, όπου καταφεύγει συναποκομίζοντας και τα προϊόντα της αντιπαράθεσής του τόσο με τον εαυτό του όσο και με το κοινωνικό σύνολο.
     Ιδιαίτερη σημασία έχει το περιεχόμενο του προσωπικού χρόνου όπως προβάλλεται στον χώρο. Ο προσωπικός χρόνος ρέει αλλά ταυτόχρονα ακινητοποιείται σε ένα γενικό και «άδηλο» παρόν, διαφυλάσσει στη βαθειά δεξαμενή της μνήμης όσα αποθησαυρίζει ενώ άλλα τα διασφαλίζει στις δυσπρόσιτες περιοχές της λήθης, συντηρεί τον δεσμό ζωντανών και νεκρών, δανείζεται από τον γενικό χρόνο τόσο το μυθικό και ιστορικό παρελθόν όσο και τη συγχρονία της επικαιρότητας: Όλα αυτά σε έναν τόπο που υπάρχει και δεν υπάρχει, που κινείται προς το άπειρο, που συνδέει το παντού και το πουθενά ή το εδώ και το εκεί, με πραγματικά τοπόσημα που έχουν μετουσιωθεί σε σήματα για εσωτερικές διαδρομές.
     Στο βιβλίο της Ζωής Σαμαρά η οργάνωση του κειμενικού κόσμου με αυτά τα δεδομένα ακολουθεί την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Χορό και στη διφυή οντότητα που αντιπροσωπεύουν η Γυναίκα και η Ποιήτρια με τη συνακόλουθη πάντως αυτάρκεια στις δύο αυτές μορφές. Ο Χορός, η Γυναίκα και η Ποιήτρια (φαίνεται να) αποτελούν προσωπεία που λειτουργούν ως σωματοποιημένα άυλα στοιχεία γραμματικών εικόνων και ως παραστατικοί πυλώνες για τη διέλευση υλικού από το πλούσιο περιεχόμενο του εσωτερικού, ασχέτως φύλου, ανθρώπου.
     Είναι αυτονόητο ότι στη δόμηση των σημαινομένων δεσπόζουσα θέση κατέχει η διαδικασία της δημιουργικής γραφής. Επομένως καθίσταται σαφής ο κυρίαρχος μεταγλωσσικός χαρακτήρας των κειμένων της ποιητικής συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν, τόσο στη διάσταση της αυτοαναφορικότητας του λόγου όσο και στη διάσταση της αξιοποίησης γλωσσικών στοιχείων και φαινομένων ως λογοτεχνικής πρώτης ύλης, όπως αποδίδουν π.χ. οι διατυπώσεις: «Όταν πρωτοείδε / το Χορό / να διηγείται να διαλέγεται / … / η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια», «μια ομιλία χωρίς Λόγο», «Πήρε το λόγο … / πήρε τη σιωπή …», «Φωνές … / Σας είδα / Πάρτε με κοντά σας», «Δεν είναι πια αρχέτυπο ο ανθρώπινος λόγος / … / η ποίηση αρνείται να ποιήσει», ή ολόκληρα τα κείμενα με τους τίτλους «Το μυστικό του τετραδίου», «H ιστορία μιας άδειας σελίδας», «Το ποίημα», «Και εξ ανθρώπου τα κρείττω», «Η γυναίκα με τα μικρά βιβλία», «Ποιητική» (όπου διακήρυξη δημιουργικής γραφής), «Γραφίδα», «Πεζός λόγος».
     Ο άμεσος, πνευματώδης, βιωματικός, συνδηλωτικός, ενίοτε παραβολικός, πρωτίστως παραστατικός λόγος της Ζωής Σαμαρά προβάλλει μια ιδιαίτερη αισθητική με τη συνδρομή της μεταφοράς, π.χ.: «Ένα εφήμερο λουλούδι / να θρηνεί / που έζησε ολόκληρη τη μέρα», «Κοίταζε το τοπίο / Κι εκείνο όρθωνε τα βράχια του / στην οργή του πελάγους», «η φωνή μας έσπασε τα κλαδιά της», σε συνδυασμό με αφοριστικές διατυπώσεις, π. χ.: «Να είσαι μια παρένθεση / στων άλλων τη ζωή / Να είσαι μια αγκύλη στην / παρένθεση / της νιότης σου», «Η ποίηση είναι κόρη της σιωπής», καθώς και με στοιχεία τόσο για διακειμενικές συγγένειες όσο και για την εξωδιηγητική συμπεριφορά του συγγραφέα. Εξάλλου ο ιδιαίτερος ρυθμός των ελεύθερων στίχων σε μορφή ποικίλης έκτασης και δομής συμπεριλαμβανομένων και των παρηχήσεων, αναπτύσσει αντιστικτική σχέση με τη συνεχή ροή των αφηγηματικών μερών.
     Παράλληλα, οι γραμματικές εικόνες συνθέτουν μια εκτενή, πολυεπίπεδη πινακοθήκη που αντιστοιχεί στο σύνολο της ποιητικής συλλογής, και είναι δυνατόν να εκτιμηθούν ως μια πλήρης σκηνική γλώσσα που αποτυπώνει τις διαδρομές του Χορού, της Γυναίκας και της Ποιήτριας όπως συναντώνται μέσα στον κειμενικό κόσμο του βιβλίου.
     Με τον τρόπο αυτόν η Ζωή Σαμαρά προτείνει μια παραδειγματική εφαρμογή για ένα ευρύτατο φάσμα διαδικασιών σε ό,τι αφορά τη πολλαπλή αξιοποίηση της γλώσσας, εκτός από την κοινή χρήση αυτής ως εργαλείου επικοινωνίας στο πλαίσιο της ανθρώπινης κοινότητας

 

 

Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
στο ΔΙΑΣΤΙΧΟ

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;

Μικρή είχα συχνά την αίσθηση ότι το πρώτο δώρο που μου χάρισαν όταν γεννήθηκα δεν μπορούσε παρά να ήταν ένα βιβλίο ή ένα τετράδιο. Τα μικρά μαύρα πλασματάκια, όπως αποκαλούσα τα γράμματα, ασκούσαν στη σκέψη μου μια φοβερή γοητεία από την πρώτη στιγμή που είδα βιβλίο και το έπιασα στα χέρια μου. Παρόμοια επίδραση είχε και η λευκή σελίδα. Με προκαλούσε να τη γεμίσω με μαύρα ανθρωπάκια που δεν έμοιαζαν ωστόσο με τα γράμματα που έβλεπα στα βιβλία και δεν μπορούσα ακόμη να αναγνώσω, να αναγνωρίσω. Νόμιζα ότι ήταν υποχρέωση του κατόχου του τετραδίου να δημιουργήσει την εικόνα του γραπτού λόγου από την αρχή, και γιατί όχι τα γράμματα. Αργότερα, όταν έμαθα γαλλικά και διάβασα Mallarmé, αντιλήφθηκα ότι η λευκή σελίδα είναι στην ουσία το ποίημα εν τη γενέσει του. Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του περιοδικού που ίδρυσα. «ΘΕΥΘ» είναι ο θεός των γραμμάτων στην αιγυπτιακή μυθολογία, άσχετα αν τον μεταμορφώνω σε θεό της γραφής, έννοια του 20ού αιώνα.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική συλλογή Είδα τις λέξεις να χορεύουν;

Μου αρέσει να γράφω μικρά ποιήματα, αλλά δεν τα αφήνω ποτέ μόνα. Προσθέτω κάθε τόσο καινούργια, που τα συνδέει η θεματική, η τεχνική, οι εικόνες ή ο ρυθμός. Έτσι βγαίνει μόνο του ξαφνικά ένα βιβλίο που μοιάζει με σύνθεση. Όσο συσσώρευα τα ποιήματα για το συγκεκριμένο βιβλίο τόσο είχα την ψευδαίσθηση ότι έγραφα αρχαία τραγωδία. Το έστειλα στις εκδόσεις Γκοβόστη και ήταν μεγάλη η συγκίνησή μου όταν είδα με πόση αγάπη το αγκάλιασαν. Από τις ίδιες εκδόσεις είχε κυκλοφορήσει και η προηγούμενη ποιητική μου σύνθεση Είναι πολύ μακριά η Δύση.

Ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής είναι συμβολικός ή υποδηλώνει κάτι άλλο;

Ο τίτλος είναι στίχος ποιήματος που έγραψα το 2000 στη Λευκωσία –όταν ήμουν εκεί για λίγες μέρες, προσκεκλημένη από το Πανεπιστήμιο Κύπρου– και δημοσίευσα σε περιοδικό το 2002. Στο ποίημα η αφηγήτρια παρασύρεται από την ποιητική μανία –πιο σοφή από την ανθρώπινη σωφροσύνη, σύμφωνα με τον Σωκράτη–, βλέπει νεράιδες να χορεύουν σε μαγεμένο αλώνι και αναφωνεί: «Ναι, είδα τις λέξεις να χορεύουν», άρα αποδέχεται το πάθος της για την ποίηση και τις λέξεις. Επιπλέον, η μεγάλη μου επιθυμία να γράψω θέατρο γέννησε τη διαλογική φύση της συλλογής. Ο Χορός, φωνή της κοινωνίας, δεν μπορούσε να απουσιάζει από ένα βιβλίο με κυρίαρχη την κοινωνική θεματική.

Γράφετε: «Δεν έγραφε, σιωπούσε/ Η ποίηση είναι κόρη της σιωπής…». Αλήθεια, θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτούς τους στίχους σας;

Όταν ο ποιητής σχολιάζει τους στίχους του, κλείνει το μαγικό παράθυρο που οδηγεί στην πολλαπλή σήμανση. Μπορεί όμως να αποκαλύψει τα κρυφά μονοπάτια που τον οδήγησαν σε αυτούς. Στην Παλαιά Διαθήκη το φως γεννιέται από μια εντολή. Δηλαδή πρώτα υπήρχε η λέξη και μετά το αντικείμενο αναφοράς, στην περίπτωσή μας, το σύμπαν. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση να σκάψουμε τη γη και να θάψουμε μέσα το λόγο, για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί, ανθρώπινος, ανανεωμένος, ακριβώς όπως για να φτάσουμε στη Γη της Επαγγελίας περνούμε μέσα από την έρημο. Για να βγει ο σωστός εσωτερικός ρυθμός πρέπει να έχουμε απαρνηθεί όλους τους γνωστούς ρυθμούς, να ακούμε μέσα στη σιωπή ανενόχλητοι τους ήχους της ψυχής μας.

Η ποίηση είναι πάθος, έμπνευση, αναδεύει λέξεις, συναισθήματα, πέρα από το ρυθμό και την οδύνη. Δανείζομαι κάποιους στίχους σας και σας απευθύνω το ερώτημα, τι είναι αλήθεια η ποίηση;

Η αλήθεια είναι ότι ως θεωρητικός της λογοτεχνίας δεν έχω καμιά απάντηση που να με ικανοποιεί. Και αυτό ίσως είναι μια ευλογία για την ποιήτρια που από μικρό παιδί κρύβω μέσα μου. Η μάταιη αναζήτηση της φύσης και της λειτουργίας της ποίησης μοιάζει με ταξίδι στην Ιθάκη.
Έχω απαντήσει πολλές φορές στην ίδια ερώτηση. Ίσως η απάντηση που μου ταιριάζει περισσότερο είναι αυτή που έδωσα σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα» το 2006. Αν θυμάμαι καλά, είπα: «Ποίηση είναι να πάρεις το άδειο και να το γεμίσεις, για να νιώσεις το δέος της δημιουργίας∙ να πάρεις το γεμάτο και να το αδειάσεις, για να νιώσεις τη γοητεία της ερημιάς».

Μπορεί να έχει πάθος ο ποιητής και να ανησυχεί για το έργο του;

Πάθος, αυτό που ο Σωκράτης στο «Φαίδρο» αποκαλεί ποιητική μανία; Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο γνήσιος ποιητής, όπως ο γνήσιος λογοτέχνης γενικά, ανησυχεί για το έργο του σε πολλά επίπεδα. Πρώτα απ’ όλα, αμφισβητεί την αξία των γραπτών του. Κι εδώ που τα λέμε, αν πιστεύεις ότι γράφεις αριστουργήματα, καλύτερα να μη γράφεις. Το ερωτηματικό για την αξία μας που κρύβεται μέσα μας και προκαλεί άλγος είναι ένδειξη πηγαίου ταλέντου.
Αγωνία όμως προκαλεί και το πεπρωμένο της ποίησής μας από την εποχή του Πίνδαρου. Μέχρι πότε θα ζει η ποίησή μου; Για πάντα, είναι η απάντηση του αρχαίου Έλληνα. Εμείς ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι διαβάζεται σήμερα από δέκα ευαίσθητους αναγνώστες που παίρνουν μαζί τους, καθώς αφήνουν το βιβλίο μας, την πεμπτουσία του λόγου μας.

Εσάς ποιος ποιητής σας συγκλόνισε με το έργο του και σας επηρέασε;

Όσοι ποιητές με συγκλόνισαν, αρχίζοντας από τους μεγάλους τραγικούς, είναι τόσο σπουδαίοι που δεν είναι δυνατό να μιλάμε για επίδραση. Έχω πλέον πεισθεί ότι ετοίμασαν την ψυχή μου για να υποδεχθώ την Ποίηση με την ταπεινότητα που της οφείλουμε.
Με ρώτησαν κάποτε οι φοιτητές μου γιατί δεν διδάσκω Rimbaud, ενώ ξέρουν ότι τον λατρεύω. Τους εξήγησα ότι με συγκλονίζει σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορώ να τον διδάξω, καθώς στη διδασκαλία χρειάζεται ορθός λόγος. Ζήτησαν ένα παράδειγμα και τους ανέφερα τον περίπατο του ποιητικού Εγώ το ξημέρωμα, στο ποίημα «Η αυγή», όταν συναντά στο δρόμο του ένα λουλούδι που του λέει το όνομά του. Άλλοι φοιτητές με άκουγαν με δέος, άλλοι ήταν έτοιμοι να βάλουν τα γέλια. Και τότε τους ρώτησα: «Δεν καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι ο ποιητής ξεκινά πριν ξημερώσει για να πλάσει τον κόσμο από την αρχή, ότι περπατά για να αγγίζουν τα πόδια του στη γη, ότι το λουλούδι τού λέει το όνομά του γιατί ο ποιητής έχει κιόλας μεταφερθεί στις πρώτες στιγμές της Δημιουργίας και βλέπει όλα τα όντα να αυτοπροσδιορίζονται, να έχει το καθένα το δικό του όνομα και τη δική του ουσία;».

Έχετε διαγράψει μια σπουδαία πορεία όχι μόνο μέσα από την ποίηση αλλά και ως υπεύθυνη του έντυπου περιοδικού που ονομάζεται «ΘΕΥΘ». Τι μένει στο τέλος από αυτή την όμορφη διαδρομή;

Επανέρχομαι στην αρχή των ερωτήσεών σας και λέω ότι αυτό που μένει είναι η αίσθηση της αξίας του χαρτιού, του χάρτη, αυτού που καταγράφει και δημιουργεί πολιτισμό. Πολύ σημαντική είναι η αίσθηση ότι αγγίζεις τα νέα παιδιά. Ένιωσα μεγάλη χαρά όταν φοιτήτριες της Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μου είπαν ότι χρησιμοποίησαν ποιήματά μου στις εργασίες τους, όταν μαθητές του Καλλιτεχνικού Σχολείου Θεσσαλονίκης μετέτρεψαν ποιήματά μου σε ζωγραφιές, μουσική και χορό.
Είστε πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιες είναι οι δραστηριότητές σας;

Ήμουν πρόεδρος από το 2013 έως το 2016. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε να φέρουμε την Εταιρία κοντά στην κοινωνία, να δώσουμε την ευκαιρία στους ακροατές μας να πιάσουν ένα βιβλίο στα χέρια τους, να ακούσουν για το βιβλίο με λόγο και μουσική. Πιστεύαμε ότι ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καταπολεμήσουμε την κρίση. Ήταν μεγάλη η χαρά μας όταν οι αίθουσες που χρησιμοποιούσαμε –Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών, Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλεία, καφέ– ήταν γεμάτες με ακροατές που νοιάζονταν.

Αλήθεια, ποια είναι η πνευματική κίνηση σήμερα στη Θεσσαλονίκη;

Η πνευματική κίνηση στη Θεσσαλονίκη είναι πάντα πολύ πλούσια. Είναι αλήθεια ότι μερικά από τα καλύτερα θέατρα έκλεισαν, αλλά όσα μένουν εξακολουθούν να κάνουν άριστη δουλειά. Υπάρχουν πάντα συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, παρουσιάσεις σημαντικών βιβλίων συγγραφέων που έρχονται από όλη την Ελλάδα. Διάθεση να έχουμε, να πηγαίνουμε.

Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το ίντερνετ να αποτελέσει μια διέξοδο για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;

Πολλοί νέοι ποιητές παρουσιάζουν τα ποιήματά τους σε ιστοσελίδες. Και πολύ καλά κάνουν. Επικοινωνούν έτσι ευθέως και χωρίς οικονομική επιβάρυνση με πάρα πολλούς αναγνώστες. Επιμένω σε αυτό και ας ανήκω σε μια άλλη γενιά, σε αυτήν που το χαρτί κρύβει όλα τα μυστικά της ποίησης και πρέπει να το αγγίζεις για να επικοινωνήσει μαζί σου.
Σήμερα, ωστόσο, λευκή σελίδα είναι η οθόνη του υπολογιστή. Είναι γοητευτικό αν σκεφτούμε ότι, λίγα λεπτά μετά την καταγραφή του, το ποίημα μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες αναγνώστες. Ας αρχίσουν, λοιπόν, οι νέοι από το διαδίκτυο και, αν αυτό τους εκφράζει πραγματικά, θα του δώσουν μια νέα υπόσταση, θα το μεταμορφώσουν σε μαγικό χαρτί του μέλλοντος, θα είναι συνάμα scripta manent και έπεα πτερόεντα.

Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;

Προτείνω να μην ξεχνούμε ποτέ τους παλιούς που άνοιξαν το δρόμο για την Ιθάκη, καθένας με τον δικό του απαράμιλλο τρόπο.

Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

Αυτό το βιβλίο αλλάζει κάθε τόσο, εννοείται. Και δεν είναι συνήθως συλλογή, είναι άπαντα – Καβάφης, Ρίτσος (Τέταρτη διάσταση), Αναγνωστάκης, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Αγγελάκη-Ρουκ… Αυτός που έμεινε πλάι μου περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή ήταν ο Μίλτος Σαχτούρης.

Ένα αγαπημένο ποίημα;

«Τα τείχη». Αφηγείται την ιστορία όλων μας, και τη δική μου, κι ας μην επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου να εγκλωβιστεί και ούτε θα έλεγα ποτέ ότι φταίνε οι άλλοι για τα δικά μου δεινά. Αυτό σημαίνει ότι το ποίημα κρύβει μια βαθιά αλήθεια που μόνο το ασυνείδητό μας μπορεί να συλλάβει.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s