ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

1-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1

 

 

Η Μαρία Κοκκινάκη γεννήθηκε στις Αρχάνες Ηρακλείου. Σπούδασε Ιστορία, Αρχαιολογία και Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές:
Αντιθέσεις 2006
Η γούρνα με τα περιστέρια 2016

 

 

 

1-untitled-fr12

1-1-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%bf%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b7

 

 

 

 

 

 

Η ΓΟΥΡΝΑ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ (2016)

(Οπισθόφυλλο)

Η πόλη και έρωτας είναι δυο έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες
αλλά και κάθε μια αυθύπαρκτη και αυτόνομη. Είναι η διττή
υπαρξιακή πορεία ενός ανθρώπου, που σα διψασμένο περιστέρι
μετά από μια κουραστική περιπλάνηση θα αναζητήσει την πηγή
για να πιει νερό, να ξεδιψάσει, να ξεκουραστεί, και να
ξαναπετάξει για άλλες αναζητήσεις. Είναι η πηγή ζωής που έχει
ανάγκη ο ποιητής για να υπάρξει.

 

 

η πόλη

 

 

Αθήνα 2015

Αθήνα, πόλη νεκρή,
κι εμείς θρασείς περπατητές
πάνω στους τάφους.
Απόντες οι ποιητές.
Σε μια συμφωνημένη συσκότιση
τα λουκούλλεια γεύματα τελούνται
αγωνιωδώς καταπίνοντας το λιγοστό χρόνο
που παραμονεύει στην άλλη γωνία.

Απούσα η ελπίδα.
Τις λεωφόρους οργώνουν οι λαοί
για να δικαιώσουν την ιστορία
που θα μιλήσει για τη συλλογική ευθύνη.

Ενοχικές πορείες, σχολεία υπαίθρια,
ετοιμάζουν τους αυριανούς στρατιώτες.
Μαθαίνουν οι νέοι από τους παλιούς.
Η βιωματική μάθηση είναι η καλύτερη.
Τι να την κάνεις τη βιβλιογραφία!

Εσύ, μοναχά, ρομαντικέ ταξιδευτή,
από το γαλαξία των Γραφικών
επιμένεις ν’ αναζητάς την αλήθεια
πίσω απ’ τα ψέματα.

Σκάψε, σκάψε κάτι θα βρεις
σ’ αυτή τη χώρα που οι θησαυροί της
βρίσκονται πάντα κάτω απ’ το χώμα.
Πώς αλλιώς να δώσεις ελπίδα στους νέους
που σκοτώνονται στη Συρία, στην Παλαιστίνη,
στη Μοσούλη, στη Λιβύη
και πιότεροι ανάμεσα στα βιογραφικά
για αναζήτηση εργασίας
μέσα στη χώρα μου.

 

 

Ελλάδα

Θα βάλω βαθυγάλαζο σ’ ένα χαρτί
να παίζει η θάλασσα
και με τα χρώματα
θα ζωγραφίσω φύση:
παπαρούνες, μαργαρίτες,
κρόκους κι ασπάλαθους.
Στο βάθος
μια κουρασμένη βελανιδιά.

Μια γούρνα με τα περιστέρια
στην καρδιά σου
και έναν ήλιο καρφιτσωμένο
στο πέτο σου.
Τον άνεμο θα στείλω
να κυνηγήσει τους ανεμόμυλους
που έστησες και με περιπαίζεις.

Θα το κοιτώ και θα θυμάμαι
πόσο και πως σ’ αγάπησα
Παλιά μου άνοιξη, μικρή μου Ελλάδα,
ζωγραφιά μου εσύ
σ’ ένα χαρτί άλφα τέσσερα.

 

 

Νόστος

Χρόνια απών κι όμως ποτέ
δεν ήταν τόσο κοντά στην καρδιά μου
η θάλασσα που, θυμάμαι, έφτανε ως το παραθύρι μου.

Ίδιες, θα μου πεις, οι θάλασσες του κόσμου.
Μα η θάλασσα του τόπου μου έχει άλλο χρώμα,
θα σου πω,
άλλο ήχο, άλλο πόθο πάνω στο κύμα της.

Πατρίδα, εσύ, αλησμόνητη,
σε σένα κουρνιάζω
κάθε που οι ξένοι τόποι
αδειάζουν τα σπλάχνα μου·
μα όπου κι αν βρίσκομαι
το δικό σου πόνο κουβαλώ.

 

 

Χειμώνας

Ο καιρός άλλαξε.
Έβαλε κρύο.
Κι εμείς δεν προλάβαμε να ετοιμαστούμε στο σπίτι.
Βέβαια δεν ήμαστε μόνοι.
Κι αυτό μας ζέσταινε.
Όταν όμως πλάκωσε η βαρυχειμωνιά
ο καθένας βυθίστηκε μες στο παλτό του.
Προσπάθησε να κοιμηθεί για να μη σκέφτεται.
Το πρωί μας βρήκε χωριστά
ν’ αναζητούμε ποιος λείπει ανάμεσά μας.
Κανείς δεν είδε.
Μα όλοι είμαστε γνώστες της ενοχής μας.

 

 

Ψυχή και Άνεμος

Κατάρτια περίτεχνα καμωμένα
από τα πανάρχαια χρόνια
δοκιμάζουν τη σιγουριά του τεχνίτη
μέσα στης θάλασσας την αντοχή.

Στις κορυφές των δέντρων
και στα ακρόμυτα των καταρτιών
ξεκουράζεται ο άνεμος
σαν αποκάμνει απ’ το ταξίδι στα πέλαγα.

Κουρασμένε πολεμιστή,
ακούμπα στο κατάρτι σου
να ξαποστάσεις.
Θυμήσου ωστόσο:
αν δεν τολμήσεις
σαν την αμυγδαλιά το χειμώνα
δε θα θερίσεις καρπό την άνοιξη.

 

 

ο έρωτας

 

 

Αδυναμία παροχής

Πες μου αλήθεια γιατί μ’ ακολουθείς;
Γιατί πατάς στα βήματά μου;
Γιατί μετράς τον ίσκιο που φορώ
σα βγαίνω να περπατήσω στον κόσμο μου;
Το μετέωρο βήμα σου ακούγεται ως τα σπλάχνα μου.
Σμίγεις με τους ίσκιους των φύλλων
και σαν αγγέλου τίναγμα
προσγειώνεσαι στην καρδιά μου.
Παίζεις με το φως των αστεριών
περιπαίζοντας την πίστη της σελήνης
στο πρωινό ξημέρωμα.
Θροΐζεις πίσω από το νου μου, αέρας πλάνος,
φυλλορροώντας τις υποσχέσεις
που αθετείς εν τω άμα.
Μ’ αγαπάς, μου λες.
Γιατί, ωστόσο, σα σε ζητώ πάντα λείπεις;

 

 

Δια πταίσμα ασήμαντον

Έφυγες μια μέρα
με το φως του μεσημεριού
να λούζει την απορία μου.
Αυθαίρετη λύση μιας σχέσης
που κτίστηκε αστόχαστα
στην άκρη ενός ποταμού.
Η φωνή μου χάθηκε
σε ώτα απρόθυμα.
Κι εγώ καταδικάστηκα
δια πταίσμα ασήμαντον.

 

 

Παράβαση

Στενεύουν οι δρόμοι.
Οι αστυνόμοι καραδοκούν
κι εγώ παραβάτης του κώδικα.
Η κακή συνήθεια δεύτερη φύση
κι αφέθηκα πάλι να με παρασύρει.
Πώς να περπατώ πια
στις μικροπολιτείες των ταπεινών;

 

 

Χωριστά δρομολόγια

Μέσα από τα δρομολόγια της προσφυγιάς μου
ανιχνεύω τα λείψανα της κοινής μας πορείας.
Συνταξιούχος πια, να κλαδεύω τριανταφυλλιές
και συ γηραιός κύριος επιζήσας του ναυαγίου του
έρωτα.
Η ζωή μας μια βάρκα που χάθηκε χρόνια πριν
καθώς μοιραία συνάντησε κάποιον ύφαλο.
Οι προσπάθειες του πληρώματος
δε στάθηκαν ικανές να σώσουν το σκάφος
που, καθώς φαίνεται, ναυπηγήθηκε αστόχαστα.
Τα υπόλοιπα ταξίδια τα κάναμε χωριστά.

 

 

 

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ (2006)

 

 

Αθετημένη υπόσχεση

Όταν αποφάσισες να σκοτώσεις τη μοναξιά μου
σου είπα πως δε χρειάζεται, την έχω συνηθίσει πια
Με κοίταξες και μου ‘πες
εμένα θα με συνηθίσεις περισσότερο

Κρατούσες καλά τα μυστικά του έρωτα
Ωστόσο σου παράδωσα την αδικαίωτη νιότη μου
για να βάλεις τα θεμέλια στης ψυχής μου το μέλλον
Τα θα σου στεγνώσανε κι έφυγες

Κι απόμεινα εγώ στα περίχωρα της Ιεριχώς
να συντηρώ μια αθετημένη υπόσχεση

 

 

Ανθρώπινα

 

 

I

Καρποφόρες αγκαλιές και χείλη φωτιά
επισκέφτηκα και χθες μες στην κάμαρά σου
Μόνο που τη βρήκα πλημμυρισμένη από άρωμα λεβάντας,
που εμένα μου είχε τελειώσει μήνες πριν

II

Ερωτικές αιρέσεις, αδικαίωτη νιότη
κι εγώ σκόνταψα στον αγέρα που έφραζε το δρόμο για το αύριο
Χάθηκα και πάλι στ’ απατηλά σοκάκια της σκέψης μου
Εκεί σου χάρισα το χρόνο μου
κι εσύ μου ανταπόδωσες τη σιωπή σου

III

Είχαμε δώσει ραντεβού μπροστά στη βρύση
Οι φοινικιές ξεράθηκαν κι ο πλάτανος κουράστηκε να κάνει ίσκιο
«Διέκοψαν την παροχήν ύδατος, η υδροδότησις θα καθυστερήσει»
Νυχτώθηκα κι εγώ να περιμένω
Φεύγοντας σ’ είδα να ξεδιψάς τα νιάτα σου σ’ άλλη πηγή

 

 

Ασκητής

Πολύχρωμα αλαζονική η πολιτεία
και συ, παράταιρη μονόχρωμη πινελιά,
αναζητάς τ’ αναπάντητα γιατί της ύπαρξης
Μπορείς να πεις ότι τα ‘ζησες όλα;
Σαν ανεβαίνεις στο ασκηταριό της Ποίησης
κι αντικρύζεις, καθρέφτης ο βράχος, τις πορείες του Χρόνου,
πες μου αν έδωκες απάντηση σ’ όσα ρωτάνε τα παιδιά
όταν η αγωνία κι ο φόβος συντροφεύει τα όνειρά τους
Πες μου, λοιπόν, γιατί διαλέγεις τα εύκολα;

 

 

Εκούσιο θύμα

Ονειροπόλος του αρχαίου καιρού
με μια καρδιά μοιρασμένη
ανάμεσα στο Χριστό και τον Πλάτωνα
Δεσπότης και μαζί αρχαίος ρήτορας
φορώντας ωμοφόριο κι αρχαίο χιτώνα
παλεύω ανάμεσα στα ορατά και στ’ αόρατα
στην Ανάγκη και την Επιθυμία

Δολοφόνες αντιφάσεις κι εγώ εκούσιο θύμα

 

 

Έλλειψη ψυχής

Στην αυγή του κόσμου
κοιτάζω κι εγώ σαν τον κλέφτη
ν’ αρπάξω κάτι απ’ το σκοτάδι
Αυτό είναι για μένα το φως
Περπατητής σ’ έρημες παραλίες
κάτω από το αχνό κάλυμμα του φεγγαριού
με το ρυθμικό χτύπημα του αφρού πάνω στην καρδιά μου,
ξεπλένω κάθε νύχτα τα λάθη μου
Πόσο με κουράζει ο ήλιος!
Πόσο με πονάνε τ’ ακούσματα!
Καμιά βάρκα δεν είναι ικανή να με ταξιδέψει στα πέλαγα
Είμαι εδώ βιδωμένος στ’ ακροθαλάσσι
ανάμεσα στην άμμο και στο νερό
Τα πόδια μου βουλιάζουν στ’ απύθμενα βάθη
μιας δικαιολογημένης πρόφασης
Κι όμως, κάπου στον ορίζοντα,
ακροβατεί η επιθυμία μιας βάρκας
να κάνει ταξίδι…

 

 

Ήθελα

Ήθελα ένα σπίτι στο λόφο με μεγάλα παράθυρα,
να το λούζει το φως, να το γεμίζουν οι μυρωδιές της άνοιξης
Να βλέπω τη θάλασσα το καλοκαίρι
Να καρτερώ τις αλλαγές του φθινοπώρου
με τα ζεστά του χρώματα να βάφω τις μέρες μας

Μα άνοιξε ο Οδυσσέας τους ασκούς κι εσύ τα παράθυρα
Και η πνοή τ’ ανέμου γίνηκε κόλαση
και μ’ έκαψε κι αρρώστησα

Τώρα σε βλέπω από μιαν ανάμνηση,
να συνεχίζεις χωρίς να ξέρεις γιατί
και πώς αρρώστησα!

 

 

Λύτρωση

Δε μ’ αγαπάς
Μα εγώ μιλώ για σένα
και λυτρώνομαι

 

 

Κάτι κάνουμε και μείς !

Πρόσωπα δημοσίων θέσεων
διαχειριστές των ανθρωπίνων υποθέσεων
Με βίλες μεζονέτες, μ’ αυτοκίνητα Mercedes
με αστρολόγους να τους ρίχνουνε πασιέντζες
Ταξίδια σε Ευρώπη, Κίνα, Αμερική
σαφάρι για ελεφαντόδοντο στην Αφρική
Σπουδαίοι άνθρωποι!

Κι εγώ… πλέκω στιχάκια για έναν έρωτα 

 

 

Σχέση μονόδρομος

Ξημέρωνε τ’ Αη- Γιαννιού, μετά τα Φώτα,
όταν μου χάρισες ένα κλαδί βασιλικού
πού είχες φυτέψει το περασμένο καλοκαίρι
Είναι δίφορος μου είπες
Θα τον έχεις και το χειμώνα
Ο βασιλικός θέριεψε
κι έπιασε όλη τη γωνιά του μπαλκονιού.

Μα η γωνιά στην καρδιά μου,
που είχε τη δική σου υπόσχεση,
απόμεινε άδεια.

 

 

Όψιμος Πόθος

Αναζήτησα και σήμερα τις λάμψεις
που κάνουν τον ουρανό πιο φωτεινό.
Ψάχνοντας έφτασα στα ηλεκτρικά σου όνειρα.
Ακούμπησα δισταχτικά τις ελπίδες μου, μα κάηκαν,
σαν τις Ψυχές που νόμιζαν πως θα ξεγελούσαν το φως.

Αδιαφιλονίκητος νικητής η ατάραχη σκέψη σου
έβαλε τάξη στα ερωτηματικά του όψιμου πόθου.
Τα δικαιώματα παραμέρισαν αφήνοντας χώρο
στην Αυτής Μεγαλειότητα Υποχρέωση!

 

 

Φλύαρες σιωπές

Ποιος είδε τέτοιο πόλεμο να πολεμούν τα μάτια
Χωρίς μαχαίρια και σπαθιά να γίνουνται κομμάτια
Κρητική μαντινάδα

Απόλυτα ανεξιχνίαστη η ματιά σου
με κρατά καθηλωμένη απέναντι.
Τώρα πλέω σ’ άγνωστα νερά
Αρμενίζω στις αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου,
ώσπου να πέσω πάνω σε στεριά, στην καρδιά σου
Εραστής της περιπέτειας
τολμώ πάλι άλμα στο άπειρο
Αργόσυρτα μερόνυχτα, φευγαλέα σύννεφα
Ο ωκεανός δεν έχει τέλος
Όλα σιωπούν, οι φωνές σταματούν
κανείς δεν κινείται
Ανυπόμονα βλέμματα σαρώνουν τον ορίζοντα
Η θάλασσα φουσκώνει
Adelante! *

*Ισπανικό ναυτικό πρόσταγμα που σημαίνει «πρόσω ολοταχώς»

 

 

Ψέμματα

Μου λείπουν οι λέξεις που λένε ψέμματα
Για να σου πω πόσο ευτυχισμένη είμαι

 

 

Απληστία

Για ποιαν αίτια έχω ταξιδέψει ως εδώ δε θυμάμαι
Για χρήμα, για δόξα, για τ’ όνειρο;
Για ποιαν Ιθάκη έβαλα πλώρη;
Ποια Τροία, ποιον Παράδεισο;

«Όποιος ζητάει τα πολλά, χάνει και τα λίγα»

Όλες οι θάλασσες στα δυο σου μάτια
Κι εγώ χάθηκα στον Ωκεανό του ελάχιστου.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s