ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ

troaditis

 

 

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 με αρχές της δεκαετίας του 80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως διορθωτής εφημερίδας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα και Αυστραλία, στα Ελληνικά και Αγγλικά. Οργανώνει ποιητικές εκδηλώσεις στην Μελβούρνη, ενώ ασχολείται με την ποιητική μετάφραση. Έχει, επίσης, κάνει μεταφράσεις πολλών άρθρων πολιτικού και ιστορικού περιεχομένου. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο» στη διεύθυνση http://tokoskino.me

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0003

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

ΜΕ ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ (2016)

 

ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΜΟΥ

 

Ι

Οι τόποι μου
βρίσκουν καταφύγιο
σε ρημαγμένα κτήρια
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες
σε φωτιές που θεριεύουν

 

II

οι τόποι μου
κυλιούνται πρηνηδόν
σε μάτια χαμένα
βλέμματα κατακερματισμένα
σε κοινούς κατατρεγμούς
και ακρωτηριασμούς σωμάτων

 

III

οι τόποι μου
λυγίζουν απ’ την απόγνωση
σε βομβαρδισμένες γειτονιές
μορφές με βαθουλωμένα μάτια
από την πείνα
και τις αγρύπνιες

 

XIV

οι τόποι μου
λικνίζονται έντρομοι
μπροστά σε ελάχιστα φεγγάρια
χαμένοι σε ερείπια
με θειάφι απομόνωσης
σε σωρούς σκουπιδιών
όπου ανεμίζουν πύρρειες
αιματοβαμμένες σημαίες

 

XV

οι τόποι μου
μετέωροι μέσα
στην ολική κατάρρευση
του χρόνου
μουλιασμένοι μέσα
στην κίτρινη βροχή
που τους σκέπασε
ως άλλο νεκροσάβανο
κι οι κάτοικοί τους
έμειναν
χωρίς μνήμη.

 

 

ΞΕΜΑΚΡΥΝΕ Η ΦΥΣΗ

Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά
σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας
απέδρασε από τις αρτηρίες μας
μετοίκησε σε άλλα καταγώγια
έγινε στρώμα καπνού

έχει όμως προοπτική αναγέννησης
από τις στάχτες της
μ’ εμπορικές ρήτρες
ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση

σαν να προσπαθείς να αποσπάσεις
την προσοχή αχρηστευμένων βλεμμάτων
με κουδουνίστρες
και άλλα ευτελή παιχνιδάκια.

 

 

ΤΑ ΜΟΥΝΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΤΗΣ ΜΕΛΒΟΥΡΝΗΣ

Ξεφυλλίζει την εφημερίδα
οι υπάλληλοι προσέρχονται ράθυμοι
στα αφημένα απ’ την αχλή της νύχτας γραφεία
ο ήλιος δεν λέει να ξεμυτίσει

ένα ακόμα απ’ αυτά τα μουντά πρωινά
της Μελβούρνης, της πόλης του Νότου
με τα μεγάλα πάρκα και τα στενά καταστήματα

κάθε πρωί
ανάμεσα στην κίνηση
κι ένα περιορισμένο καυσαέριο
κατεβαίνει στην ίδια στάση του τραμ

ο ταχυδρόμος δεν φέρνει τίποτα σημαντικό
μόνο τραπεζικά χρεόγραφα
λογαριασμούς
και άχρηστη αλληλογραφία
από αποστολείς που ποτέ δεν γνώρισε
κι από γραφεία
που ποτέ δεν μπήκε

ασήμαντη χαρτική ύλη
ανίκανη να ανατινάξει
την επαναστατική του φαντασία
καθώς προσπαθεί να εξάψει τα πνεύματα
ενάντια στα τέρατα που διεκδικούν
τον άκρατο πολιτισμό μας.

 

ME MIA ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ

Αυτή η μακρά πορεία
προς το θάνατο
πρέπει ν’ ανακοπεί
τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης
πρέπει ν’ αλλάξουν χρώμα

αυτή η απαρασάλευτη οδύνη
πάνω απ’ τις στέγες
των καρδιών μας
πρέπει να μεταλλαχτεί
σε εκρηκτική σκέψη
έμμονη και φλογερή
πυρωμένη
στο αμόνι της ταξικής πάλης
αναμενόμενη σαν ανατολή
καυτή σαν το δάκρυ
στο μάγουλό μας
μετά το μεροκάματο
του τρόμου

αυτή η άγρια πορεία
προς το θάνατο
πρέπει να ανακοπεί
με μια θεσπέσια χαραυγή
των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση
της ψυχής
που δεν θα επιτρέψει
στα προοίμια της αδικίας
να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

 

ΕΞΑΡΧΕΙΑ ’80

Σαντέ σκέτα χωμένα
στο στρατιωτικό αμπέχονο
κι οι ευαισθησίες παντιέρες
σε τσιφτετέλι και ρέγγε
στην πλατεία των ολόφωτων
γυμνασμάτων του μέλλοντος
τα μαλλιά κι οι γενειάδες
σημαίες χωρίς κατάρτια
ξομπλιαστές στ’ αστραποβρόχια
της εκάστοτε κρατικής καταστολής
κι οι νυχτερινές κεραίες
να λικνίζονται σε ουζερί
και ταβέρνες ανά το χώρο
με τον μαύρο ποιητή απ’ το Σουδάν
στην πρωτεύουσα της αναλγησίας
όλοι υποψιασμένοι
για τούτο και για τ’ άλλο
τα περασμένα και τα παρόντα
και τα μελλούμενα να ’ρθούν
προφητικά παρελαύνοντας
απ’ της καρδιάς το πύρωμα
και τις βεβαιότητες της ιδεολογίας
σαν την ανατολή και τη δύση
που είναι σίγουρες
σε όποιο τόπο και χρόνο…

 

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Το κατεστημένο θα κάψω όντας πυρομανής
κι οι λάμψεις του θα διασχίσουν
τις μίζερες αχτίδες αυτού του κόσμου
την αγωνία της ζωής θα ζωγραφίσω
κι η σκέψη μου θ’ ακονιστεί
με μια δόση ευρύτερης προοπτικής
τα κενά της συνείδησης θα φωτίσω
αυτά που μένουν ανεξερεύνητα
η αναπνοή μου και μόνον αυτή
θα είναι καθοριστική γροθιά
στα παγερά κάτεργα, στα κελιά
εξεγερμένες οι αισθήσεις μου
θα διαλύσουν τις εξαγοράσιμες ανάγκες
και θα σκορπίσουν τα κομμάτια
των στεναγμών τους
στο άπειρο της λήθης.

 

ΣΑΝ ΕΜΜΟΝΗ ΑΙΜΟΡΡΑΓΟΥΣΑ

Οι ερημιές κυριαρχούν παντού
στα πολύβουα εμπορικά κέντρα
στις λαϊκές αγορές
στις μεγάλες λεωφόρους
στις γιορτές των πολιούχων αγίων
στις ατραπούς της λησμοσύνης
στις αφύλακτες διαβάσεις

εκεί γλοιώδεις έμποροι
καρφώνουν το κεφάλι σου
τεμαχίζουν τις ανάσες σου
παζαρεύουν ακόμα κι αυτά τα ξέφτια σου
με εμπορικές ρήτρες
αλλά και μουσειακή έπαρση

εκεί σηκώνεις για λίγο το βλέμμα
μα κι αποστρέφεις τη θωριά σου
σαν εμμονή αιμορραγούσα

εκεί αφήνεις το αίμα σου
σε πασσάλους
σε βωμούς
για την απόλυτη δόξα
των ιεροεξεταστών…

 

 

 

ΥΠΟΛΗΨΕΙΣ – ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ 2013

 

Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης

 

στιγμή πρώτη

ξεσκισμένες ταινίες
κνόδαλα της ζωής
σαν να μαζεύεις τα ξέφτια
του απομεσήμερου
στα γυμνά σου πόδια
σπουργίτια που κροταλίζουν
τα ψίχουλα της αδράνειας

 

στιγμή δεύτερη

ήχοι διαθλώνται σε παράταξη
με τύμπανα από τότε
σαν φύλλα που πέφτουν
από τον αγέρα χτυπημένα
σαν παιδιά που ξεκλέβουν τις ώρες

 

στιγμή τρίτη

η πάχνη της νύχτας
το μουντό χρώμα
του πρωινού σημάδι
στην επερχόμενη μέρα
με ρυθμούς από ράμφη πουλιών
και χαλασμένες μηχανές

 

στιγμή πέμπτη

πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια

 

στιγμή όγδοη

πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας

 

στιγμή δωδέκατη

να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους
πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο

 

στιγμή δέκατη τρίτη

η σιγανή φωνή μας
τιτίβισμα σπουργιτιού
που δεν ήρθε με χέρια
ολόλευκα κλαίει τη νύχτα
πίσω από καθρέφτες
ή συνωστίζεται
σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας
για μια στιγμή υπόληψης

 

 

Απόπειρες ονείρων

 

απόπειρα πρώτη

κάθε απόπειρα σκέψης
περιέχει όλες τις απόπειρες μαζί
κάθε κίνηση στο άπειρο
περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί
κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα
περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου

 

απόπειρα δεύτερη

η ξηρασία μας αποτελείωσε
σε αλυσίδες σκόνης
η ζέστη μεσουρανεί
ο καύσωνας κυβερνά
με απομιμήσεις βροχοπτώσεων
προχωρούν οι προνοητικοί
σε λιτανείες
θρησκευτικές ή μη
στις ράχες μας
η ξηρασία που εκτοπίζει
τους πάντες
σε τόπους εξορίας
που ξερνούν
περιβαλλοντικές καταστροφές
αγκομαχώντας

 

απόπειρα τρίτη

έτσι έγκλειστοι
σε ηλεκτρονικές κάμαρες
αποκολλούνται τα κομμάτια μας
μένουμε με τα υπολείμματα
του εαυτού μας
η ψυχή μας έρμαιο
σε σχήματα κι απομιμήσεις
με τ’ άντερα έξω
σε κοινή θέα
εκτεθειμένα στα βρόχια
της καθημερινότητας
δεμένοι χειροπόδαρα
από αόρατους σπάγκους
κάποιος τραβά το χαλί
κάτω απ’ τα πόδια μας

 

απόπειρα έκτη

τα παίζουμε όλα για όλα
με θεατρικές ατάκες
σαν κόμπους στο λαιμό
που κρημνίζονται
σε χαώδη βάραθρα
και δίνες
αιώνιων χαιρετισμών

 

απόπειρα έβδομη

όλα συνεχίζονται…
αλλά μυρίζουν θειάφι
και σπέρμα
εκκωφαντική απομόνωση
η ζωή του καθένα
ανοιχτός κάδος
με απόλυτη ησυχία
ούτε θρόισμα φύλλου
ούτε ισορροπίες
στους λεπτοδείκτες
μόνο γεννήσεις
στα σκοτάδια
στους πίσω δρόμους
με τους ξεγελασμένους
εραστές των φαντασμάτων

 

απόπειρα ενδέκατη

φοράς ατάραχος
τ’ όνομά σου
περιφέροντάς το
με ευτελή κοσμήματα
κειμήλιο σε φωτιές
που τρεμοκαίνε
ασήμαντο στολίδι
προς εξαφάνιση
κι ας διατείνονται
οι μετεωρολόγοι
ότι χρειάζεται τόλμη
ν’ αγαπήσεις ακόμα
και την ύστατη
σταγόνα δάκρυ

 

απόπειρα δέκατη τρίτη

το γκρίζο χάραμα
χωρίς ίχνος ρόδινου
στις ανοιχτές αυλόπορτες
στο παράθυρο της σκέψης
με ευχές και φόβους
γιατί ζεις
κι άλλα δράματα
με πρόσωπα
που δεν γνωρίζεις

 

απόπειρα δέκατη τέταρτη

το πολύ βαθύ κόκκινο
με τρελαίνει
γιατί είναι το χρώμα
της ανάτασης
φέρνει στο σχεδόν μαύρο
το χρώμα της ανάδυσης
μ’ αυτό αλλάζεις
πλεύσεις
και σχέδια
σαν τα πλάσματα
της πυρκαγιάς
που παλεύουν ολόρθα
κι εξαγριωμένα

 

απόπειρα δέκατη όγδοη

γραμμές αναφαίνονται
τα μονοπάτια της γαλήνης
σαν αγέλη σκύλων
που εμποδίζει τον ύπνο
αλυχτώντας τη νύχτα
σε τοπία που βρέχονται
από ραδιενεργούς αφρούς
ξεραμένα φύλλα
αιώνιων φθινοπώρων
φωνές σε άλλες όχθες
τυφώνες που δεν
κατέστρεψαν

 

απόπειρα εικοστή πρώτη

στέκεις ακίνητος
κοιτώντας τα τρένα
που τρέχουν παράλληλα
με τους κόκκους της σκόνης
στα πνευμόνια σου
αλλόκοτη κι αυτή η τάση
να ξεγράφεις τα πάντα
και μετά
να καταβυθίζεσαι
σ’ ατέλειωτο ύπνο
έτσι που να
μην προφταίνεις
τα καυτά διαμάντια
της επόμενης μέρας

 

απόπειρα εικοστή δεύτερη

ο ήλιος βασανιστικός
η γραφή θραυσματική
σκοτώνει η πρώτη ανάγνωση
η τρυφερότητα είναι απόγνωση
η χαρά λύπη
ο πόνος λύτρωση
κι η συνύπαρξη
είδος πολυτελείας
συνηθισμένο βότσαλο
στις αμμουδιές της μνήμης

 

 

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 2012

 

1

Οι νεκροί στις κοιλάδες
δεν ξεχνιούνται
ούτε η λάσπη της δημιουργίας
που πέφτει στο κενό

ο περιπλανώμενος αέρας
δεν ξεχνιέται κι αυτός
ο κόκκινος ήλιος
που δεν θέλει να δύσει
οι επιμένοντες να σπάσουν
το φράγμα του ήχου…

τα κατάλευκα πρόσωπα
δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη
σαν δυο κομμάτια πάγου
εξαφανίζονται στα νερά που τρίζουν

Τα τραγούδια της αναμονής
δεν είναι ανώφελα
καθώς το λάδι
στη μηχανή του κόσμου
δρασκελάει τους αιώνες
ως άλλη κοπιάζουσα αγωνία
να αναδυθεί η ανατολή της σκέψης

 

2

Οι άνεμοι μας οδηγούν
τα κουπιά σπασμένα
γδαρμένα τα παλαμάρια
κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια

το γκρίζο φως
εισχωρεί σ’ άσπρους κροτάφους
χέρια γαντζωμένα στην καρδιά
σαν τα χάδια που κοχλάζουν
τις κρύες νύχτες

σκύβουμε πάνω από οστά
λέπια και πτερύγια
μακρόστενα φυλλώματα

αποκοιμόμαστε
και κανείς δεν μας σκέφτεται
μέσα σε θροίσματα
πριν το μεγάλο χιόνι
σκεπάσει τα μαλλιά μας

τ’ άγρια πουλιά
το βάζουν στα πόδια
και το λευκό απέραντο
δραπετεύει χωρίς πνοή…

 

5

Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται
σιγοβράζουν μέσα μας

οι ήρωες δεν εμφανίζονται
υπάρχουν ως αναμνήσεις

τα γεγονότα ρέουν
αλλά είναι τα ίδια
με άλλους πρωταγωνιστές

κι οι ελπίδες είναι ίδιες
κι η κατάδοση μυστικών
κι η λιποταξία από τ’ όποιο χρέος

όταν ανασαίνουμε στον ύπνο
όταν φεύγουμε
αφήνοντας σκόνη

 

8

Η νύχτα καμένη από φωτιές
από μίλια μακριά

ανασαίνουν βαρυγκώμιες
οι καπνοδόχοι

νιάτα αλυσοδεμένα
με μια χούφτα πασατέμπο
κι επαναστατικά τσιτάτα

να θερίσουν με το δρεπάνι
τους ουρανούς

βγάζοντας τη γλώσσα
στις κατάμαυρες φτερούγες.

 

10

Το κόκκινο δεν πληγώνει
συνταιριάζει με τόσα πράγματα

τη φύση και την ανατολή
τη δύση και τον αγώνα
την ανθρωπότητα που αντιστέκεται

κάνει παρέα με το μαύρο
της θλίψης και της οργής
κάνοντας τα σκοτάδια να λάμπουν

ευνοεί ακατονόμαστες πράξεις
εξεγέρσεις στα σάπια βάθρα
και γκρεμίσματα θρόνων

 

13

Τ’ αγκάλιασμα όαση των χεριών
οι κόκκινες λέξεις την αυγή
ψίχουλα ευημερίας
αλλά ποτέ ολόκληρο καρβέλι

το τραγούδι θα ηχεί
ανοίγοντας ρωγμές στον ήλιο

η σκιά του φθινοπώρου θα χάνεται
στην ακυμάτιστη θάλασσα
σπάζοντας τα στεγανά
της χάρτινης αντανάκλασης
της ελευθερίας

η ανυποψίαστη πόλη
θα έχει ένα φως λιγοστό
ασάλευτες κραυγές
ν’ ανατριχιάζουν
στο τριζοβόλημα της φωτιάς

 

15

Σκοτεινοί τόποι οι δικοί μας
με πινελιές αυτοσαρκασμού
αίσθηση ασυνέχειας χειροπιαστή
λόγια που φτεροκοπούν
σωσίβιο στη γλώσσα
άλματα σε σταθερές εμμονές
πλάνητα βίο διάγοντας

τα μακρινά ταξίδια των ονείρων
μοιάζουν με υλικά παραμυθιών
η ρήξη με τους θεσμούς
η ελευθέρωση απ’ τους μύθους
σαν την αράχνη με ιστό
στην εντέλεια πλεγμένο
με συμμετρία να λοξοδρομεί
στις ατέλειες του κόσμου
σαν τέσσερεις διαστάσεις
να στροβιλίζονται
στο άπειρο του χάους,
στις αδιόρατες δυνάμεις
που συνθέτουν μεστές ιστορίες
παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας

ήρωες οι ψυχές
των μαγικών πλασμάτων
με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις
ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας
πάθη σε καταιγίδες
μοιάζουν με ύμνους
αφηγήσεις άξονες ιστοριών
περνάνε και πληθαίνουν
από γενιά σε γενιά
όπως οι θητείες στο αέναο…

 

 

 

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ 2012

 

Κουβέντες σαν εύφλεκτο υλικό

Κάλπικος αγέρας η ζωή μου και με μπερδεύει,
περπατώ και μ’ ακολουθεί,
στέκομαι και μαρμαρώνει,
ξυπνώ και με τριγυρίζει…
Τα βήματά μου είναι τα δικά της.
Της μιλώ και μ’ απαντά
με κουβέντες σαν εύφλεκτο υλικό
που προμηνύει θύελλες.
Όταν φωτίζεται το σκοτάδι της ψυχής μου
μοιάζει περισσότερο με διασπορά από ράκη και θρύψαλα
παρά μ’ αδιάκοπη αλλαγή διαθέσεων.

 

 

Θα είμαι εκεί…

Πλάι στο κύμα,
πλάι στον ήλιο,
πλάι στην καυτή άμμο
έμαθα να φτιάχνω όνειρα.
Πλάι στα γάργαρα ποτάμια,
στη σερενάτα των πουλιών
έμαθα να βιώνω τη μοναξιά μου.
Ωστόσο, μέσα απ’ όλα αυτά
έμαθα και να βλέπω τη μορφή της
Κι αν ακόμα η φύση στερέψει
θα είμαι εκεί και θα την αγαπώ.

 

 

Οι νύχτες

Οι νύχτες εδώ μου τρυπούν την καρδιά
κι εγώ εντρυφώ στο κέντρο των δινών τους.
Πότε γίνομαι ένα μαζί τους
και πότε ξαπλώνω στα υγρά τους γρασίδια
έχοντας τις ροές τους για προσκεφάλι.
Κάθε παρέκκλιση ίσως φέρει παγετώνες
που θα δολοφονήσουν
τις άγριες προκλήσεις τους.
Το γυμνό μου κορμί αιωρείται
σαν λεπτεπίλεπτο εκκρεμές
σε υπόγειες διαβάσεις νυχτερινών τοπίων…
Ο ερχομός των αστεριών της αγάπης
είναι αναπόφευκτος.

 

 

Θα σε νανουρίσω

Θα σε νανουρίσω κρυφά,
ω, ιέρεια του λογισμού μου
καθώς αγάπησα τις μικρές θεές σου,
τ’ άλογα της σκέψης σου
που τρέχουν στα λιβάδια.
Δεν σ’ έχω, μα είσαι δίπλα μου
ούτε σε βλέπω
μα είσαι παντού και πάντα.
Δροσοσταλίδες στα μαλλιά σου
δώρο της φύσης
στόλισμα στην ομορφιά σου.

 

 

Σπάω τη λαχανιασμένη μου φαντασία

Μπορώ ακόμα να σηκώνω ψηλά τα στήθη μου
κατακόκκινα σε πλημμυρισμένους ουρανούς,
σε αγάπες που μόλις τώρα ανατέλλουν.
Σπάω τις βιτρίνες των πρώτων μου σελίδων
που κρέμονταν σαν σκουριασμένες ταμπέλες,
σαν πτώματα παραδαρμένα από ξεροβόρια.
Σπάω τη λαχανιασμένη μου φαντασία
Και την ορθώνω
πιο ψηλά
πιο ψηλά…

 

 

Μια μικρή δόση αγάπης

Τώρα που τα λουλούδια σταμάτησαν
ν’ αφουγκράζονται το ρυθμό των ημερών
κι έγιναν πλαστικά κι αυτά,
μαζί με τις αισθήσεις μας στα τσιμεντένια όρια,
μαζί με τις πέτρινες ανάσες μας,
μόνο μια μικρή δόση αγάπης έμεινε
στον αφρό των διψασμένων σωμάτων μας.

 

 

Τα όνειρά μου νιώθω να βουλιάζουν…

Τα όνειρά μου νιώθω να βουλιάζουν,
τα βλέπω παράνομα και σφαγμένα
να τρέχουν σε διόδους διαφυγής.
Ινστρούχτορες αναγεννημένοι
βάλθηκαν να τα πετσοκόψουν
και έμποροι ευαισθησιών να τα ταριχεύσουν.
Υποτιθέμενοι φίλοι τα ειρωνεύονται
κι εκκολαπτόμενοι δυνάστες τα ποδοπατούν.
Πώς θα βγουν αυτά τα όνειρα στην επιφάνεια
των δραμάτων που παίζονται γύρω μου;
Πώς θα τα συνοδέψω μέχρι τέλος
στην προσπάθεια ν’ αναδυθούν;
Ποια τύχη θα έχουν στην άλλη γωνία;
Μάλλον θα πρέπει να τα θάψω
κι έπειτα το μόνο που θα με συντροφεύει
θα’ ναι μια ταφόπλακα ονείρων
με τόσες περγαμηνές.

 

 

Εσύ…

Εσύ φεγγάρι ολόγιομο
μέσ’ του πλήθους τις γκρίζες αναλαμπές,
που ξαστερώνεις πάθη.
Εσύ καθάρια ύπαρξη
μέσα στη σφοδρότητα…
Εσύ ανατολή γοργή και σίγουρη,
γλυκιά ζεστασιά
στα σκιρτήματα της αγκαλιάς.

 

 

Είναι κοντά αυτή η μέρα

Είναι κοντά αυτή η μέρα
που η υπέρτατη ένωσή μας
θα ξεχυθεί στα διάσελα,
τότε που τα κορμιά μας
θα τρέφονται
απ’ τους καρπούς της ζωής.
Αυτό θα είναι το πνεύμα
που θα μας συντροφεύει.

 

 

Αρνούμαι

Αρνούμαι τις άδειες νύχτες στη ράχη σαν πληγές,
τα ρολόγια να δείχνουν τις ίδιες ώρες,
τον έρωτα να κάνει πιάτσα σ’ έρημους σταθμούς,
σημάδια σφραγίδων να βαραίνουν τα κορμιά μας,
άγρια και τρελά στίγματα στο βάθος του χρόνου,
τον κρύο ιδρώτα να νοτίζει τη σκλαβιά μας,
τα όνειρα να χάνονται αποστομωμένα,
τους λιπόθυμους ουρανούς με τα νεκρά φεγγάρια,
τον αντίλαλο της απολίθωσης αυτού του κόσμου,
το άψυχο υποτονικό φάντασμα της κοινωνίας,
τα παγωμένα σπέρματα ανάγκης,
τις αδύναμες ημερομηνίες,
τις αλυσιδωτές πικρές αρρώστιες,
τις φιγούρες των ζητιάνων στα πεζοδρόμια,
το σκάψιμο του χρόνου ν’ ανοίγει ουλές στο πρόσωπο,
την άσπρη παγερή σκόνη τη γεμάτη εφιάλτες,
τα παραπετάσματα των ψυχρών θαλάμων,
τις σειρές άγχους στα σημεία αναμονής,
τη μοναξιά που είναι σα φυλακή στενή και κρύα,
τις απελπισμένες λάμψεις στα σκοτάδια,
τον ήλιο που σέρνεται στοιχειωμένος,
την κοφτερή όψη μιας αναμαλλιασμένης ομίχλης.
Αρνούμαι ακόμα και να πνίξω αυτές τις αρνήσεις μου.

 

 

Τις νύχτες ξεσπάμε

Τις νύχτες ξεσπάμε σ’ αναφιλητά
κι οι παγωμένες σκιές μας αδυνατούν να κραυγάσουν.
Απλώνουμε τα δάχτυλά μας στο φεγγαρόφωτο
μα κανένα είδωλο δεν φαίνεται
όπως οι κατάλευκες μπαλαρίνες
των παιδικών φαντασιώσεων.
Άλλοτε ζωντανεύουν κι άλλοτε πεθαίνουν οι μνήμες,
αλλάζοντας ρόλους που δεν έχουν κάτι να δείξουν
γιατί είναι νάιλον πια,
σαν ανάπηροι ακροβάτες σε σάπιο σκοινί.
Σαν κρεατομηχανές σάπιων αυθορμητισμών
κρέμονται οι ψυχές στα τσιγκέλια
έτοιμες για μεταπώληση,
αιχμάλωτες μίζερων ίσκιων
και καμουφλαρισμένων κουφαριών ηθικής,
σαν υπηρέτες καταρρεόντων ειδώλων.

 

 

Ιχνηλατώ την πορεία μου

Ιχνηλατώ την πορεία μου
κι η ζωή μου
βρίσκεται στις παλάμες σου,
αναδεικνύοντας την υπέρτατη θυσία
όχι μέσα από ψυχρές ηδονές
μα στη μεγάλη αγάπη,
που τη διάλεξα όμορφη,
πέρα από κάθε όνειρο,
όταν σε βρήκα σε εποχές
και πορείες αρχέγονες,
σε αινίγματα ημερών
και σε κραυγές άναρχες,
όπως το φως που αγαπά τα δέντρα
και το χώμα που χρειάζεται
έναν σπόρο ευαισθησίας.
Μπορεί η ελευθερία ν’ ανήκε στα όνειρα,
μα ήρθε η ώρα να την κάνουμε αληθινή.
Έλα να εναντιωθούμε στους κύκλους
των επιλογών που λιγοστεύουν,
στην τραγική ομοιότητα των γεγονότων,
στην πολιορκία της συμβατικότητας των ημερών.
Επειδή η ευγενική μας οργή
είναι και επαναστατική.

 

 

 

ΧΝΑΡΙΑ ΟΡΓΗΣ 2011

 

Πίσω από τις άδειες νύχτες

 

Ένα φως αγναντεύω

Ένα φως αγναντεύω
σε λαξεμένους βράχους
κι ένα απαλό χέρι να χαϊδέψει
παρθενικά πρόσωπα.
Τους τοίχους αγναντεύω
που γράφουν το μέλλον.
Ένα φως αγναντεύω πάντα,
ένα ξερό λουλούδι να τ’ αγγίξω
να του μιλήσω στη νυχτερινή βροχή.

 

 

Το ξαστέρωμά μου

Δεν θ’ αφήσω να χαθούν τα όνειρα
σαν υγρές καταχνιές από δάκρυα
σαν σκιές από κόκαλα.
Δεν θ’ αφήσω το αίμα του ήλιου
να ξεστρατίσει άψυχο.
Δεν θ’ αφήσω τη νύχτα
να γίνει κομμάτια
και τα φεγγάρια να γείρουν λιπόθυμα.
Θ’ αλαφρώσω στο αντάμωμα του ήλιου,
το κορμί μου θ’ απαλύνει στο χρόνο,
αριθμοί απ’ το μυαλό μου θα εξαφανιστούν.
Αυγερινός θα γίνω ορμώντας
σ’ ουρανούς που δεν λυπούνται
και θάλασσες που δεν στερεύουν.
Οι κραυγές μου θα ζεστάνουν
τα κρύα σίδερα.
Θα ξαστερώσω στους παράξενους
κι αέναους δρόμους.

 

 

Η εξέγερση των αισθήσεων

Το κατεστημένο θα κάψω όντας πυρομανής
κι οι λάμψεις του θα διασχίσουν
τις μίζερες αχτίδες αυτού του κόσμου.
Την αγωνία της ζωής θα ζωγραφίσω
κι η σκέψη μου θ’ ακονιστεί
με μια δόση ευρύτερης προοπτικής.
Τα κενά της συνείδησης θα φωτίσω
αυτά που μένουν ανεξερεύνητα.
Η αναπνοή μου και μόνο αυτή
θα είναι καθοριστική γροθιά
στα παγερά κάτεργα, στα κελιά.
Εξεγερμένες οι αισθήσεις μου
θα διαλύσουν τις εξαγοράσιμες ανάγκες
και θα σκορπίσουν τα κομμάτια
των στεναγμών τους
στο άπειρο της λήθης.

 

 

Ντρέπομαι…

Ντρέπομαι μπροστά στον κάθε θάνατο
όταν τα βλέμματα κολλούν πάνω μου
στους δρόμους και τα σινεμά
στα μπαρ και τα λεωφορεία.
Όταν με ματώνουν
τα θρυμματισμένα τζάμια
τα άσπρα κράνη και τα κλομπ
τα εφήμερα ποτά
και οι πόρνες συνειδήσεις.
Στίχοι σε μαύρο φόντο
αργοί
και με πένθος.

 

 

Χάσαμε την καρδιά μας

Χάσαμε την καρδιά μας σύντροφοι,
οι αορτές της έγιναν ηλεκτρονικές συσκευές,
οι αισθήσεις της προγράμματα κομπιούτερ.
Μείναμε ψάχνοντας για παρηγοριά
στις νέες αστραφτερές φυλακές μας.
Οι φωνές των νεκρών μας
μόλις που φτάνουν στην ψυχή μας
Οι λογικές κι οι ανασφάλειες έγιναν ένα,
το παρελθόν ίδιο με το μέλλον,
η πρώτη μέρα ίδια με την τελευταία.
Η ιστορία είναι εγκληματική,
ένας κατάλογος δολοφονιών
από ισχυρούς αφέντες των στιγμών
και μηχανορράφους εφευρέτες επιθυμιών.
Ο φόβος της στέρησης είναι ο μπούσουλας.
Αργά ή γρήγορα θα ξεχαστούμε.

 

 

Σε κόκκινους ουρανούς

Ζητώ τον βαθύ αντίλαλο
του εσπερινού.
Οι σταλακτίτες να λάμψουν
σαν αστέρια.
Οι αγέρηδες να ξεστρατίσουν
σε κόκκινους ουρανούς.
Σαν ίχνος της γαλήνης
ν’ αναδυθώ.
Σαν μυστική νεράιδα
να πορευτώ στις ατόφιες μορφές
στη σάρκα και το αίμα.
Επιζητώ να ξεφύγω απ’ την ομίχλη,
να μην είμαι κορμί άψυχο
τυλιγμένο με οίστρους
μιας άρρυθμης καρδιάς.

 

 

Σκόρπια ποίηση

 

Βράχος αξεπέραστος

Βράχος αξεπέραστος αυτή η πόλη.
Τ’ αέρια βουίζουν
σε καπνισμένους θαλάμους.
Πολλές μάχες, πολλές ιστορίες
που τις χάσαμε,
χαρακώνοντας τις σάρκες μας,
μόνοι μέσ’ σε ζωντανούς τάφους,
χωρίς παράθυρο στο ξάγναντο,
χωρίς πόρτες στα δάκρυα
των λουλουδιών,
χωρίς άνεμο στη λησμονιά της μέρας.

 

 

Στην ορθάνοιχτη πόρτα της καρδιάς της

Στην ορθάνοιχτη πόρτα
της καρδιάς της
τα μαύρα μαλλιά της
με την απλότητα των χεριών της
σχημάτιζαν την αγάπη
στις τρεις υποστάσεις της.
Ένας μικρός ήλιος στην ψυχή της.
Καβαλάρισσα στις σκέψεις
και τις αγωνίες
Φορτωμένη μιαν αγκαλιά
φεγγαρόφωτο.

 

 

Υποτιθέμενα χάδια

Άχρωμες σκέψεις περιφέρονται αδιάφορα.
Πληγωμένα σώματα λικνίζονται ράθυμα
σε πίστες εφησυχασμού.
Είδωλα φιγουράρουν
σε καθρέπτες απατηλών ονείρων.
Τρέμουμε σύγκορμοι στις άχαρες ροές μας,
στο ίδιο μας τ’ αντίκρισμα.
Φωνές εκτοξεύονται σαν ριπές από μοιρολόγια
τραγουδισμένα σε τόνους
δίψας και φυματίωσης.
Φουνταρισμένα μεθύσια
σε πέλαγα ψευτοηθικών.
Παίζουμε κρυφτούλι με τον εαυτό μας.
Ο αδυσώπητος πληθωρισμός
μιας υποκριτικής αγάπης
μας παίζει άσχημο παιχνίδι.
Λόγια που πνίγονται σε φωταγωγούς ειρωνείας.
Βλέμματα τραγικά σ’ ένα στυγνό αφύσικο.
Άψυχοι μέσα σε σωρούς ακαθόριστους
κι ευνουχισμένους ίσκιους παραμυθιών.
Σχοινοβασία σε σάπιο νήμα
καμουφλαρισμένης σιγουριάς.
Ισχνοί σαν κιτρινισμένες αποτυπώσεις.
Στήθια με πληγές μολυσμένες κι απροσδιόριστες.
Στόχοι φθαρμένοι και νωχελικοί.
Υποτιθέμενα χάδια
σε γκρίζες υποκριτικές μέρες.

 

 

Η σιωπή των άστρων
Ώρες έρχονται και φεύγουν
σαν απόηχοι ξεψυχισμένων ηδονών.
Οι βρώμικες γωνιές αυτής της πόλης
μυρίζουν απωθημένα σπέρματα αναγκών.
Νύχτες που δείχνουν τη γύμνια τους,
παραδέρνοντας στα κενά τους,
τρεχάτες πίσω από σχήματα πένθους,
ξεθωριασμένα χρώματα της ζήσης,
κηλίδες αγάπης που χορεύουν μόνες
με μια συνηθισμένη έπαρση
και στο τέλος πνίγονται
κάτω απ’ το βάρος της λάσπης.
Κάποιες κιθάρες ηχούν παράφωνα
με κλίμακες ραγισμένες.
Η σιωπή των άστρων είναι παγωμένοι κρύσταλλοι
στον νωχελικό ορίζοντα μιας ματιάς.

 

 

Αισθήσεις υπό περιορισμόν

Μας θέλουν σημαδάκια σε ταξινομήσεις.
Κωδικούς αριθμούς σε μητρώα διαχωρισμών.
Πειραματόζωα σε πυρηνικά εργαστήρια.
Λαδωμένες μηχανές σε χρηματιστικά πορνεία.
Πουλητάρια σ’ αγορές σε τιμές ευκαιρίες.
Γκρίζους τόνους σε κρατικά έγγραφα.
Σκόνες σε διαφάνειες.
Αλυσοδεμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Κι εμείς μένουμε άναυδοι.
Βυζαίνοντας το δάχτυλό μας.
Σαν μια ανάγκη τόσο κοινότοπη.
Με τις αισθήσεις μας υπό περιορισμόν.
Μαρτυρικά απομεινάρια ηδονών.
Σε παγερά σφαγεία συνειδήσεων.
Όταν μας κομματιάζουν.
Όταν μας ευνουχίζουν.
Όταν μας σκοτώνουν.

 

 

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα.
Ν’ αναιρέσουμε τ’ απόλυτα σκοτάδια.
Να ηχήσουν τεράστιοι αυλοί.
Ν’ αναδειχτεί ο οργασμός μας
σ’ ένα πανδαιμόνιο φωτός.
Να κολυμπήσουμε σε νερά απύθμενα,
έξω από δίνες κι αφρισμένα κύματα.
Η πανσέληνος να μας στέλνει μουσική από ψηλά.

 

 

Ήρθε η ώρα της ανατροπής

Ήρθε η ώρα της ανατροπής
με μια εκρηκτική αναθέρμανση ανθρωπιάς.
Ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε
με τονισμούς εξέγερσης.
Δυνατούς σαν καταιγίδα.
Σίγουρους σαν ανατολή.
Μακρινούς σαν άστρα.
Ήρθε η ώρα ν’ αναδείξουμε την ορμή μας
στις πύλες του χρόνου.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ  2011

 

Δίνουμε χρησμούς ως οραματιστές,
ξοφλώντας το χρέος μας ως επαναστάτες,
ν’ απευθυνθούμε στα πλήθη,
ν’ αφυπνιστεί η σκέψη τους,
ν’ ακονιστεί το κριτήριό τους,
εξυψώνοντας τις μόνες αλήθειες.
Να εξεγερθεί η φύση
με ιαχές και σαλπίσματα,
να λυτρωθούμε απ’ το παλιό,
απ’ τις φυλακές που είναι αμπάρια,
απ’ τους τοίχους που στάζουν μούχλα,
απ’ τις εξόδους
που είναι όμοιες με τσεκούρια…

***

Σπαραγμένα βλέφαρα.
Πρόσωπο εκτεθειμένο στην παγωνιά.
Χιλιόχρονα βήματα
με μια πέτρα στο λαιμό.
Μολυσμένη θάλασσα
το σήμερα.
Γδαρμένο δάχτυλο
που μιλά υπόκωφα.

***

Σε είδα να φεύγεις
μέσα από ροδόδεντρα.
Νεφέλη η σκιά σου
και τα βήματά σου
σαν αίμα νυχτερινό
που ξεμάκραινε
απ’ την πληγή του.
Τα χέρια σου με πάνε μακριά,
εκεί που κουρνιάζουν τυφλά πουλιά,
εκεί που ο άνεμος φυσάει
κι υψώνεται σαν πολωμένη σκιά,
σε άγνωστες κρύπτες φωτός
κι αιθέρια τούνελ αγάπης,
εκεί που βόμβες έρωτα
εκρήγνυνται στο άπειρο
κι ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι…

***

Η ζωή μας έρμαιο
μιας κοσμοπολίτικης ερήμωσης,
σα μια συνείδηση στον παγερό της ύπνο,
λάμπες που παίζουν αδιάφορα
ψεκάζοντας το φως τους
σε μας κάτω στη γη
που θηλάζουμε σαν ναρκωτικό
τους φόβους μας,
ανοίγοντας ανύπαρκτες στοές
εδώ κι εκεί,
καπνίζοντας τη μοίρα μας
σαν βαρύ τσιγάρο
και τα μαλλιά μας από αέρα βρώμικο,
σημαδάκια από λέξεις αγέννητες.

***

Ανατινάζω τα μέγαρα των αιώνων,
τα διασπώ σε πέτρες και σίδερα,
ανοίγω τη στρόφιγγα
των μεθυσμένων στίχων μου
για μια πυρκαγιά στα παράνομα στέκια,
στις βαριές κουρτίνες
των τυχαίων συμβάντων,
στους δηλητηριώδεις ουρανοξύστες
του πνεύματος.
Καβαλάρης,
πηδώ τα υπέροχα εμπόδια,
εισβάλω στις γυάλινες πόλεις,
σε πόλεις νεκροζώντανες
κι έτσι βλέπω το φωτισμό
του μέλλοντος σαν νά ‘ρχεται
μέσα απ’ το σύμπαν που αναδύεται
από ένα κράμα
σκοταδιού και άνοιξης.

***

Χρώματα μουντά είμαστε,
μέσα από σύντομες σκιές,
συμπεριφερόμαστε τυχαία,
εξαφανιζόμαστε
χωρίς καμιά αιτία.
Με μνήμες,
αναπολήσεις,
προσδοκίες
σ’ απροσδιόριστο χρόνο
ούτε του παρόντος
ούτε του μέλλοντος.
Με το θάνατο και τη ζωή
να μην είναι πείρα κανενός,
να είναι γεγονότα
πέρα και έξω από μας.

***

Μια πληγή έμεινε φοβισμένη
σαν ζωντανό βήμα
στην απεραντοσύνη,
μισοτελειωμένη σχέση,
απόφαση μοναξιάς,
νοσταλγία που αντιδρά
σε θέση μάχης
απέναντι στα θετά
ρινίσματα της ζωής.

***

Αντιστάσου στο καθημερινό
ασφυκτικό που στοιβάζεται
στις μνήμες και τα αισθήματα,
στις στιγμές και τις εικόνες.
Η ζωή δεν είναι μόνο
η διεκδίκηση του πάθους,
είναι κι η καταστροφική ηδονή
που μας διαπερνά,
ο εχθρικός χειμώνας
που ο ένας διαβάζει στη σκέψη του άλλου,
το μίσος των βλεμμάτων,
το αφηρημένο και πικρό
το άβουλο μίγμα σαρκασμού
και τα αβάσταχτα καρυκευμένα βάσανα
που το αίμα φορτώνει στις φλέβες.
Μνημόνευσε την αναρχική
λογική της φύσης,
βρες δρόμους που τέμνονται,
γεφύρωσε τα χάσματα,
διέρρηξε τις Κερκόπορτες των ονείρων
φώτισε τα σκοτάδια τους,
διατάραξε τον ακανθώδη ύπνο
των πλαστικών ηρώων σου,
πάρε βαθιά ανάσα
κι αναδύσου στο φως.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Τζούλια Φορτούνη

(μια μικρή αυθαίρετη αναφορά στο πρώτο μέρος της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη «υπολήψεις-απόπειρες»)

Υπάρχουν πολλών ειδών φίλοι. Φίλοι παιδικοί, φίλοι καρδιακοί, «φίλοι» που σου την έχουν στημένη, φίλοι αληθινοί, φίλοι διαδικτυακοί, φίλοι μακρινοί… Ένας τέτοιος μακρινός φίλος είναι ο Δημήτρης Τρωαδίτης αν και αναρωτιέμαι πολλές φορές το πόσο κοντά μας είναι το μακριά και το αντίστροφο.

Ζει στη μακρινή Αυστραλία, δεν τον έχω συναντήσει ποτέ και είναι η πρώτη φορά που γράφω για τα ποιήματα κάποιου που δεν τον έχω «γνωρίσει». Γιατί για μένα η ποίηση είναι πρωτίστως η αλήθεια του δημιουργού κι όλα τα συγκινησιακά φορτία κατεδαφίζονται αν διαισθανθώ την επιτήδευση ή το λογοτεχνικό κατασκεύασμα εις βάρος της.

Προσέγγισα τα ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη λοιπόν, με την υπέρβαση μιας μικρής εσωτερικής συμφωνίας, γιατί τον παρακολουθώ ένα χρόνο τώρα, να συλλέγει άκοπα ποιήματα και κραυγές. Να παρατηρεί με εκπληκτική προσήλωση όχι μόνο τα ποιητικά δρώμενα της πατρίδας του, αλλά να συμμετέχει σ΄ αυτά μ΄ έναν δυναμικό και αμερόληπτο τρόπο. Να πάσχει –όχι εξ΄ αποστάσεως- αλλά δια ζώσης εξαιτίας της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας μας.

Όταν λοιπόν πρωτοδιάβασα τις «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ήταν για μένα σαν να έδινα μια εγκάρδια χειραψία μαζί του. Σαν να καθόμασταν απέναντι σ΄ ένα μικρό καφέ και να τα λέγαμε, σαν από πάντα φίλοι.

Η στιγμή είναι η φυσική μονάδα του χρόνου. Η οποία εξ΄ ορισμού τον ανατρέπει. Γιατί πώς ορίζεται και πώς μετριέται μια στιγμή; Και πώς ο Δημήτρης διαμελίζεται σε δεκατρείς στιγμές; Να θέλει να εξορκίσει άραγε το δαιμόνιο «δεκατρία», ή να προσθέσει μια δική του προσωπική στιγμή στην ιερότητα του «δώδεκα»; Όπως και να έχει για μένα η λέξη και το σύμβολο «στιγμή» έχει τη δική του αρχετυπική αξία.

Κι έτσι περιπλανήθηκα και χάθηκα μέσα σ’ αυτές τις δεκατρείς στιγμές. Αναρωτήθηκα πώς μαζεύει κανείς «τα ξέφτια ενός απομεσήμερου». Αισθάνθηκα τον τρόμο «της επερχόμενης μέρας», ξάπλωσα πολλές φορές σ΄ ένα από εκείνα τα «προκρούστεια κρεβάτια» των εργατικών δικαιωμάτων, περισσότερο τσαλακωμένα τα ρούχα μου, περισσότερο ακρωτηριασμένη η ελπίδα μου κάθε φορά. Σαν να ήταν η τελευταία φορά μιας αέναης επανάληψης. Κι όμως ανάμεσα στην τέφρα αυτών των στιγμών «μια μικρή σταγόνα βροχής» κρατιέται αναμμένη» «μια μικρή σπίθα ανταρσίας».

Δεν μου αρέσουν οι τζάμπα μάγκες, οι επαναστάτες χωρίς αιτία, θέλω, απαιτώ, ψυχή και σώμα στην αντίδραση. Κι αυτά τα βλέπω στην ποίηση και κατ΄ επέκταση στην προσωπικότητα του Δημήτρη. Χωρίς να συμφωνώ στα σημεία, αποδέχομαι το ολόγραμμά του. Στο τέλος μιας διαδήλωσης, ανάμεσα σε «σπασμένες κούκλες των βιτρινών, μετά τη λεηλασία». Και καμιά χειρότερη λεηλασία από εκείνη των στιγμών.

Δεν ξέρω στ΄ αλήθεια αν κάποτε «θα συναθροίσουμε τα δάκρυά μας», οι ευυπόληπτοι πολίτες και οι «αλήτες» με τις μολότοφ… Αν «θα συσπειρωθούν οι οιμωγές μας» σε μια κοινή πανανθρώπινη διεκδίκηση. Θα πρέπει πρώτα να κλαίμε με τον ίδιο σπαραγμό, να συντονίσουμε τον πόνο στην τραγικότητά μας. Στην κοινή μας μοίρα. Δεν ξέρω επίσης αν εμείς θα ξεφύγουμε από τα λιοντάρια «που μας παίρνουν στο κατόπι» αν κατ΄ επέκταση εμείς γίνουμε λιοντάρια που θα πάρουμε στο κατόπι κάποιους άλλους, αλλά «η σταγόνα βροχής» πολλαπλασιάζεται μέσα μου όταν νιώθω πως «ακολουθούμε τα χνάρια μας απ΄ τις ατέλειωτες μνήμες». Ακόμα κι όταν «ξεστρατίζουμε σαν λωρίδες φωτός από τις χαραμάδες του χρόνου».

Κι όμως κάποιος πρέπει τελικά να τα παίξει όλα για όλα. Αλλιώς πώς; «Αίμα ξερό, χαλασμένο» αλλά συγκλονιστικά αθώο. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν τέτοιοι. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν «παιδιά που θα ξεκλέβουν ώρες».

Τώρα το κατάλαβα. Οι στιγμές μετριούνται μόνο με το στιγμόμετρο. Είναι εκείνο το ναυτικό όργανο ακριβείας που καθορίζει τη συχνότητα και τη διάρκεια ανάμεσα στις αναλαμπές ενός φάρου. Εδώ σταματάω να συνομιλώ με το μακρινό μου φίλο που κάθεται απέναντί μου με «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» στα μάτια του. Μετρώ έκθαμβη τις παύσεις και τη διάρκειά της. Κι αφουγκράζομαι τη μέσα του φωνή, αυτή που δεν διαδηλώνει. «Τη στιγμή της υπόληψης».

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Στις μέρες μας, όλο και περισσότεροι λογοτέχνες καταφεύγουν στην έκδοση των έργων τους σε e-book. Με αυτό τον τρόπο και οι ίδιοι αποφεύγουν το δυσανάλογο κόστος έκδοσης και ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το βιβλίο δωρεάν ή καταβάλλοντας πολύ μικρότερο αντίτιμο απ’ όσο κοστίζει μια έντυπη έκδοση. Τα υπέρ και τα κατά μιας ηλεκτρονικής έκδοσης είναι αρκετά, κάτι τέτοιο, όμως, ξεφεύγει από τον σκοπό του παρόντος κειμένου.

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας το καινούργιο e-book του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Υπολήψεις – απόπειρες». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις «Κόσκινο» και μπορεί όποιος θέλει να τη διαβάσει ελεύθερα από τη διεύθυνση:

http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2738%3Atest&catid=57%3Ae-books&Itemid=66

Ξεκινώντας, θα θέλαμε να τονίσουμε, ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή περιλαμβάνει, κυρίως, ολιγόστιχα ποιήματα στα οποία εκφράζεται μια κοινωνική διαμαρτυρία και μια φωνή αντίστασης στις σύγχρονες κοινωνικές αδικίες. Ποίηση, που ενώ φλερτάρει με τον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό καταφέρνει να τονίσει την κοινωνική της υπόσταση, να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να γίνει απόλυτα κατανοητή και προσιτή.

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες» χωρίζεται σε δύο μέρη:

Το πρώτο μέρος, φέρει τον τίτλο: «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» και περιλαμβάνει ολιγόστιχα ποιήματα – στιγμές, που ξαφνιάζουν ευχάριστα, όχι μόνο με το ρυθμικό τους στίχο, αλλά και το νόημα, που περικλείεται σε λίγες σειρές: «Πότε ακίνητοι / πότε τρεμάμενοι / σε μέρη που λέγονται / χώροι εργασίας / κραυγές αργόσυρτες / φωνές τσαλαπατημένες / έρμαια άνωθεν αποφάσεων / σε προκρούστεια κρεβάτια». Όπως, παρατηρούμε, τα σημεία στίξης απουσιάζουν εντελώς, δείγμα, που συνηθίζεται συχνά στη μοντέρνα ποίηση.

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Απόπειρες ονείρων» και περιλαμβάνει τα περισσότερα και τα μεγαλύτερα ποιήματα της συλλογής. Εδώ, τα νοήματα γίνονται λίγο πιο σύνθετα χωρίς, όμως, να χάνεται ο αναγνώστης σε ατέρμονες αναζητήσεις του τι θέλει να πει ο ποιητής, ενώ οι στίχοι διατηρούν τη μουσικότητά τους: «Δεν υπάρχουν ψηλά βουνά / εδώ στην περιοχή μας / όλα είναι επίπεδα / λεία / και ψυχορραγούν / ανυπεράσπιστα / δεν υπάρχει άνθρωπος / να τα χαϊδέψει / για να επιβιώσουν».

Στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες» θα συναντήσουμε τη λέξη ανταρσία, όχι, όμως, με τον κραυγαλέο τρόπο, που συνηθίζεται σε αρκετούς λογοτέχνες, που γράφουν θούριους και εμβατήρια, αλλά σε μια πιο εξευγενισμένη μορφή, που εκφράζει τη ρομαντική διάθεση του ποιητή: «μια μικρή σταγόνα βροχής / είναι μια μικρή σπίθα / ανταρσίας».

Θα κλείσουμε εδώ, τη μικρή μας αυτή περιπλάνηση στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες», έχοντας συμπεράνει πως διαβάσαμε το έργο ενός εμπνευσμένου καλλιτέχνη και αφεθήκαμε στη μαγεία αυτής της έμπνευσης, καθώς, όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος σε ένα ποίημα του: «κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου».

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s