ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ

1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-2

Η Κυριακή Αν. Λυμπέρη γεννήθηκε και ζει στη Χαλκίδα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Τα Ποιητικά, Το Φρέαρ, Οροπέδιο, Δέκατα, Μανιφέστο, Θευθ, Πόρφυρας, καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά poeticanet, frear. gr και άλλα. Μέχρι τώρα έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
«Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι», Χαλκίδα 2009.
«Εμαυτού», Χαλκίδα 2010.
«Το κάλλος και το τραύμα», εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012.
«Ζητήματα ύψους», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2015.
«Ορμητικοί φθόγγοι ως το χάνομαι» (2017)
Κριτικά της σημειώματα για ποιητικά και άλλα βιβλία έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Απόπλους, στο περιοδικό Θευθ, στη στήλη «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής και στα ηλεκτρονικά περιοδικά  frear. gr και bookpress. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών Αθηνών.

 

 

 

ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ (2017)

 

ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΗ MOΥ

Ά, γλώσσα άτιμη Ιερόδουλη
-για να το πω κομψά-
πως ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους
εδώ κι εκεί και σ’ οποίον να ’ναι
και τα «πολλών ανθρώπων λόγια σου»
μ’ ακολουθούν αδιάκοπα
απ’ την κουζίνα στο κρεβάτι!
Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά
και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα
υστέρα στη βιβλιοθήκη για καφέ
και το βράδυ
δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν
να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια
ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι.
Χτυπάνε μες στα δόντια μου
ταμπούρλο τα φωνήεντα σου
να μην τελειώνει η μουσική
καλέ τί ωραία που εξασκούμαι
στα ανείπωτα!
Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου
αλλά λείπει ο ένας
γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;
Και άραγε, γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω
τόσο σοφή -ως τώρα- που έγινα κλέβοντας;
Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά
-άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!-
πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;

 

 

ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΥΧΤΑ

’Από την τρύπα μιας βελόνας
εννοείς να περνάς τα εκατομμύρια των Άστρων
χειρονομίες, βλέμματα, συνομιλίες
αναμνήσεις μιας αγάπης
που έφυγε χωρίς επιστροφή.
Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα
η απουσία σφραγίδα στο δέρμα
μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις
σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.
Σε όλους τους δρόμους μες στην πόλη
μια πληγωμένη λέαινα βρυχάται
-η καρδιά- και δε λέει να ξαποστάσει
γυμνή αναδύεται στις γωνίες η θλίψη
σε καπνιστήρια, φαρμακεία, παγκάκια
το τελευταίο νόμισμα της ημέρας
στο ζητιάνο πού ντρέπεται λιγότερο
να δείξει την αδυναμία του στους περαστικούς.
Τί βάσανο οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν
το αλάτι που δεν έγινε δάκρυα
ότι κανένας δεν περιμένει στο σπίτι είναι ψέμα.
Ένα μπουκάλι, ένα μαχαίρι, ένα γράμμα
με όλα αυτά μπορείς να ταξιδέψεις
να αποχαιρετίσεις μπορείς, διαλέγεις μόνο πώς
και το άλλο πρωί σκοτάδι θα είναι πάλι
σαν να μην πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.

 

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΕΣ

Ότι οι δράκοι του ύπνου είναι καλοκάγαθοι
παίζουν τη βάρβιτο στα νύχια κι ημερεύουν
κι ας λαχταράει η γλώσσα δέρμα ζωντανό
τόσο πολύ
με μουσική ότι ενώνεται το αίμα
καλώδια κύτταρα ηλεκτρισμένα
να χορεύουν στον αγέρα
κι η γη να είναι μια σταλιά
βόλος στα δάχτυλα να παίζω
περίπατο σε άγρια να κάνω μονοπάτια
του λύκου τα δόντια να μην τα φοβηθώ
τόσο πολύ
ότι φυτρώνει πόδια η γοργόνα
ότι ξυπνάει με το φιλί η κοιμωμένη
ότι στ’ αλήθεια κάποια μέρα θα βρεθούμε
τόσο πολύ
τόσο πολύ ήθελα ν’ απατηθώ

 

 

ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ

Με βάζεις στο κέντρο της οθόνης
με μελετάς σαν μύγα νοιώθω.
Σε πόσες διαστάσεις βλέπω
οι οφθαλμοί αν είναι στερεοσκοπικοί
πώς το κορμί μου σπάζει
πώς στριφογυρίζει
υπάκουα, αρθρωτά τα ποδιά αν έχω
αν τα φτεράκια στην εντέλεια λειτουργούν
για να πετάω γύρω από τα ίδια
με μια βουή σαν κλάμα.
Το ενδιαφέρον σου όμως μόνο
περιέργεια φυσιοδίφη.
Μα την ψυχή της μύγας ποιος θα την νοιαστεί;
Τα όνειρα στο μαλακό κεφάλι της
με μια κίνηση γίνονται λιώμα
πάει η μύγα
τώρα πολτός απλώνεται η ζωή της.

 

 

ΣΤΑ ΑΚΡΑ

Βλέπετε, είμαι γυναίκα
δε μου επιτρέπεται
σαν καθώς πρέπει, λεπτεπίλεπτη κι ευγενική
να μεθύσω, να φωνάξω, να βγω στους δρόμους
στα άκρα κάπως για το ποίημα
να φτάσω βρε παιδί μου.
Συνθήματα να γράφω δε μου πάει
βόμβες δε μ’ εμπιστεύεται κανείς
και δε μ’ αφήνει η αιδώς
τη γύμνια μου να περιφέρω
ψυχή εκτεθειμένη τόσο
τι χρειάζεται του σώματος τις μαγγανείες;
Όμως, αν πρόκειται για πυρκαγιές
ά, τότε μια χαρά μπορώ
την καρδιά σας να κάψω στο λεπτό
μ’ ένα φιτίλι ρήμα τόσο δα από
την πυριτιδαποθήκη της γλώσσας.

 

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Ήταν μια παράσταση απλώς θα μου πεις.
Φωτισμένη νύχτα
κλωστές να κινούν τα παράλυτα μέλη μας
επιθυμίες ενισχυμένες με κονιάκ
σαν ψέματα, όλα σαν ψέματα.
Και ποιος να διεύθυνε το έργο από ψηλά
ποιος σκηνοθέτης σχεδίαζε σκηνές
ποιος για τη χαρά οικονομούσε σταγόνες
ποιος στον κίνδυνο έσπρωχνε με φόρα
ποιος στα παθήματα
γελούσε κάτω απ’ τα μουστάκια του;
Όταν χάραξε
τα σώματα ξάπλωναν στο πανί
έχοντας εξαντλήσει τις δυνατότητές τους
τις κινήσεις που προβλέπονταν όλες
όλες τις γκριμάτσες που τους επιβλήθηκαν.
Έμοιαζαν κούκλες τσαλακωμένες -γιατί;
ας υπήρχε τουλάχιστον μια δικαιολογία !-
τέλειωσε, τέλειωσε η γιορτή λοιπόν
ξανά στα κουτιά τα σύνεργα
και μη το μέλλον μας
θ’ ασχοληθούν με ζήλο τα ποντίκια.

 

 

ΣΟΥ ΘΥΜΩΝΩ

Σου θυμώνω γιατί έχεις αυτά που εγώ δεν έχω
γιατί ξέρεις ποιο πλήκτρο να πατήσεις
για να ορμήσει στο δωμάτιο η συγκεκριμένη νότα
γιατί ξέρεις να στέλνεις
τη νότα στο αυτί που θέλεις
γιατί αυτό το αυτί
μπορείς να το κάνεις να γίνει και στόμα
που θα θέλει τώρα να λέει τα τραγούδια σου.
Σου θυμώνω γιατί θέλεις να σε τραγουδούν
ολοένα και περισσότερα στόματα.
να σε αγκαλιάζουν
όλο και περισσότερα χέρια
γιατί δε σου αρκεί μια αγάπη
γιατί οι νύχτες σου είναι ήσυχες
όταν οι δικές μου τελειώνουν μέσα στο μαρτύριο.
Σου θυμώνω γιατί με παιδεύεις με αμφισημίες
γιατί έχεις επιχειρήματα.
γιατί αν σου έλεγα όλα αυτά
θα γελούσες απλώς ή θα μ’ έδιωχνες
αμέσως θα με αντικαθιστούσες αδίστακτα.
Σου θυμώνω γιατί κλέβεις τα λόγια μου
και φτιάχνεις ωραία μουσική.

 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου
να κουνάς το δάχτυλο και να έρχομαι
οποιαδήποτε ώρα
σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου
με καράβια, τραίνα και γράμματα
κουράστηκα να έρχομαι.
Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να κατοικήσω
στο σπίτι αυτό που αιωρείται στον ουρανό
και ξεφεύγουν οι μουσικές από τα παράθυρα
και τρίζουν ολοένα μαγεμένα τα πατώματα
να μυρίζουμε το πρωί τον καφέ που αχνίζει
να πετούν τα δάχτυλά μας φωτιές
οι λέξεις να υπακούουν.
Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου
κι ωστόσο τόσο ανάμεσα, τόσο μεταξύ
ποτέ ολόκληρη εκεί
κι όμως παντού αλλού μισή.
Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου
μα είδες; Πάλι νυχτώνει
και μόνο μες στο ποίημα
μπορούμε να κλάψουμε μαζί.

 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ (2015)

 

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Αρχίσαμε με τα κρουστά.
Τα πλήκτρα πάνω στις πληγές
και κακοφόρμιζε η σάρκα,
μέχρι να πέσει το άρρωστο κομμάτι.
Ήρθανε κι οι μικροί τυμπανιστές
να παιανίσουν χαρούμενα την είσοδο της μέρας.
Μετά, το φλάουτο στο στήθος μου
δεν έλεγε να σωπάσει
κι ήθελε να ενωθεί με τους κορυδαλλούς.
Πες είσαι παιδί
και σε μαθαίνουν από την αρχή
ν’ ανασαίνεις.
Πες φίδι κι άλλαξες το δέρμα σου,
ορθώνεις μεθυσμένο το λαιμό στη μελωδία.
Τα έγχορδα έρχονται στο τέλος.
Νύχια να γρατζουνίζουν μέρη τρυφερά,
λεπίδια να χαράζουν σπλάχνα.
Και παίξε παίξε, τελικά
σε καταπίνει η αγκαλιά της μουσικής
κι ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω.

 

ΕΝΑΣ ΙΝΔΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά.

 

Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΛΩΣΣΑ

Ο λύκος που έγινε γλώσσα
ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι,
πονάει τη συνείδηση των εντοσθίων του,
ελλιπής
στην πρώτη των κοπτήρων αρτιότητα,
στην ικανότητα προσανατολισμού.
Α, λύκε, λύκε, μην έρχεσαι
παρά την ώρα του έρωτα,
να βγάζω νύχια τρυφερά,
να βγάζω και καλές κραυγές
κι η λύκαινά μου να ’ναι εδώ
ζεστή,
παραδομένη
στο τρίχωμά μου,
στο νόημά μου
κι η περηφάνια μας στο χόρτο πατημένη
να μένει.

 

ΒΑΘΙΑ ΠΟΥ ΟΜΟΡΦΑΙΝΕΙΣ

Βαθιά που ομορφαίνεις με τ’ αστέρια,
στέκεσαι,
αργυρόχροα ετοιμάζεις
τα μέταλλα που θα με τελειώσεις,
τρέχει στα κόκαλα μια χθόνια μουσική,
γυαλίζουν τα μάτια σου σαν μοίρα.
Κι εγώ άμαθη κι αμήχανη
τα δάχτυλα δεν ξέρω να βολεύω,
την αγάπη λιγότερο
κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού.

 

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Στις φούχτες τ’ ουρανού μ’ εμπιστοσύνη
την εσπέρα απόθεσα το κορμί μου,
αδειάζοντας από αγάπες, λύπες, επιθυμίες.
Κι αν το βαθύ ξημέρωμα με πλάθει απ’ την αρχή,
χαμηλώνουν επικίνδυνα οι σημασίες
θεέ μου πού είναι το μονοπάτι σου να πατήσω,
βρέφος την ωραιότητα να θυμιατίζω,
να καλώ στο κέντρο της τη χαμένη αθωότητα,
κερδισμένο όνειρο ως το πρωί,
φως που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη.

 

ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ

Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.
Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου
την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,
τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου
στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.
Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα
να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,
να λιώνουν απαλά στα χέρια μου
φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.
Το λέμε τώρα έρωτα
του ουρανού και των άλλων άστρων,
το λέμε υποταγή στην ομορφιά
που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.
Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή
το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,
άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου
και ροδιού σπόροι οι λέξεις,
τ’ όνομά μου.

 

ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ

Αγαπητέ μου δόκτορα,
δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,
καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.
Έλεγα κι εγώ μήπως
για το χατήρι των λέξεων
να παραδώσω την ψυχή μου.
Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.
Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους
τα παλάτια οδηγήθηκα
(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),
τι αποτυχία!
Πως είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών
και μέσα στις φωτιές ακόμα,
από τιμές και χρήμα κι ηδονές,
να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.
Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,
γινόμαστε άκακα αρνιά,
αντί -που κατατρώνε σπλάχνα- γύπες,
γινόμαστε ταπεινά στρουθιά.
Και συ άλλωστε,
δόκτορα Φάουστους
-πρώτε που μας δίδαξες—
στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος
ξέκλεψες μια αστραπή από φως
κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες
βλέμμα της Μαργαρίτας,
νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.

 

ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών,
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας.
Ο ίλιγγος του ύψους ακόμα στο μυαλό.
Στο κούτελο η σαϊτιά από το φως.
Της όψης των θεών καταπρόσωπο
η γοητεία που τυφλώνει.
Τα αιθέρια παλάτια
σχέδιο για το αίμα σου.
Και, των ανθών που έδρεψες
του Ολύμπου, η γύρη
κολλημένη στα δάχτυλα.
Να τρίψεις στις περγαμηνές
να γεμίσουν χρυσόσκονη.
Από μνήμης
να εξασκηθείς στην ωραιότητα.
Να πλάσεις τώρα τον πηλό με φρονιμάδα.
Δεν είναι ίδιος πια ο τεχνίτης
σαν γυρνά απ’ τα βουνά,
τα σύννεφα σαν γνώρισε,
δεν τον χωράει ο τόπος.

 

Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Σε μια κλωστή κρεμόταν η επίγνωση της νύχτας
έλεγα μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ
ότι θα απίθωνες στα πόδια μου λωτούς
στα στήθη μου φιλιά ώριμα, καρποφόρα.

Τώρα είναι μεσημέρι -όχι καταφυγές!-
έχει ένα φως που πυρπολεί τα μέσα μέρη της
αβύσσου, πουλιά δεν τραγουδούν εδώ
κρανίου τόπος η αλήθεια κατάματα.

Να μοιραζόμαστε με γρύλους την ορφάνια μας
ανοξείδωτες λύπες, ηχηρές, που κατρακυλούν
στα πηγαδίσια σπλάχνα μας και παφλάζουν
δυνατά του τέλους τα νερά.

 

Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΩΡΑ

Υγραίνεται, πάλι η καρδιά.
Λικνίζονται στα βλέφαρα
οι σταλαγματιές των δακρύων,
εδώ περάσανε ράμφη, άνεμοι, πευκοβελόνες,
ένα μουντό φθινόπωρο που ετοίμαζε βροχές,
άνθη της τρικυμίας στη ράχη του νερού.
Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;
Η νύχτα ετοιμόγεννη ξεβράζει
συντρίμμια σάρκας, απόβλητα του έρωτα,
ξεφλουδισμένα σφάλματα, διφθέρες ανημπόριας
κι αυτές τις ρυτίδες λύπης ανάμεσα στα φρύδια.
Κι έτσι όπως χάσαμε των άστρων τα πατήματα,
ναυαγοί του ίσως,
σπαταλημένης σύνεσης ξεσκλίδια,
μόνο εδώ,
στην άκρη του καιρού,
ζητιάνοι πειστικοί του ελέους τώρα
που η δωδεκάτη ώρα σήμανε,
επί τέλους νοήμονες,
αλλιώς ποτέ, ποτέ!

 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ

Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι, ακόμα,
ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό’
θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου
τα φαινόμενα.
Τις μέρες γυπαετοί, στρουθιά
και τζιτζικιών θυσία ερωτική
τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.
Και μέσα σε υπόγειες τρύπες
φίδια, σκορπιοί,
πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.
Δε λέει αυτό το δάσος
να δώσει όλα του τα μυστικά,
μπερδεύομαι.
Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση
ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.
Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια
ρίχνουν ματιές συμπονετικές
και στις γυμνές βραγιές στο χώμα
φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.

 

 

ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ (2012)

 

ΣΤΟ ΝΑΟ

Αφού δεν έρχεσαι τέχνη
έρχομαι να σ’ επισκεφτώ εγώ
επί πώλου όνου μπαίνω
και αναμένω ιαχές.
Α, σιωπηλή, σιωπηλή μου αγάπη
πόσο με βασανίζεις ενίοτε
τα ξέφτια σου να κυνηγάω
στις πέντε άκρες του Ναού.
Κι αν (πόσο) με θυμώνουν
επαίτες κι αργυραμοιβοί
με φραγγέλιο θέλω
να υπερβώ το περιττό.
Ύστερα στα πόδια σου θα πέσω
-σε θυμάμαι
δροσιά μελών
ευφροσύνη αρμών—
όταν θα μου παραδοθείς
επιτέλους θα νιώσω
μικρός θεός εν τη βασιλεία μου.

 

ΕΞΟΡΙΑ

Από τότε που μας δόθηκε η εξορία
χνάρια γυμνά αφήνουμε στο χώμα
ελαφάκια
που αναζητάμε την τροφή και το νερό,
την ουσία,
η παρουσία της σάρκας μας βαραίνει
σαν ρούχο περιττό.
Ξένοι στα ξένα νιώθουμε
πατρίδα κάποια μας καλεί αλλού,
της Εύας τα φιλιά
παρηγοριά παροδική.
Ο τόπος ο εκεί
μας δένει με σκοινιά.
Αν ξέραμε τουλάχιστον με σιγουριά
ποιο είναι το καλό και το κακό!
Τιμωρείται ο κλέπτων οπώρας μάθαμε.
Ως πότε πια
θα μας τσακίζει αυτή η γνώση!

 

ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Λοιπόν
έφτασα στην ηλικία
ακόμα και τους πόνους μου
να τους κοιτώ αφ’ υψηλού.
Στο τέλος
εύκολη γίνεται η ζωή
απλή
μάθημα που το ξέρεις πια απέξω
χιλιοδιαβασμένο.
Τώρα
μόνο το πρόσωπό μου
θέλω να κρατήσω
(από τα πάθη η περηφάνια
τελευταία αποχωρεί)
κι όσο για τα υπόλοιπα
μετρώ τα πλούτη μου
αφαιρώντας ένα ένα τα ιμάτιά μου,
τη γυμνότητά μου
θεσπέσια εσθήτα
φως
σου παραδίνω.

 

ΕΡΩΤΑΣ

Πώς έμπαινες στις φλέβες μου
λουτρώο φως
λυτά μαλλιά του φεγγαριού,
πώς έμπαινες στα σπλάχνα μου
πυρά, πνοή ειμαρμένης,
τα δάχτυλά σου όρη έπλαθαν
της τρυφερότητας στρογγυλής,
τα χείλη σου άρθρωναν βραχνά
τα πιθανά ονόματα του πόθου.
Κι ήτανε μέρες που ακούμπησα
στην άκρη του γκρεμού για να συναντηθούμε,
ήτανε νύχτες που μονάχη μέτρησα
μήκη χιλιόμετρα άστρα.
Α, έρωτα, έρωτα
χαράδρα εαυτού
κοιλάδα άνω κάτω ανθοφόρας γης πατρίδα,
πάρε με έρωτα
τυράννησέ με ως το πρωί
να διαλυθώ
να σκορπιστώ
μες στο μηδέν να βρω το νόημά μου.

 

ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ

Ο κόσμος όλος
σ’ ένα μικρό κουτάκι.
Μηχανισμοί, γρανάζια, ώρες
πλανήτες που παιδεύονται στις συζυγίες τους
διαδρομές υπομονής
πλήξεις επαναληπτικές
τικ τακ του χρόνου ατελείωτο
γεωμετρία της φθοράς.
Κι εσύ συνείδηση που επιμένεις να υφαίνεις
ολοένα διαστάσεις του αθέατου
μες στην καρδιά του υπαρκτού
αν απατάσαι
με όραση ανάποδη
αισθήσεις πρόστυχες, ανυπόληπτες.
Τι ωραία ωστόσο που ανατέλλεις
από τα πάθη σου!
Επειδή ελευθερία σημαίνει
να διακόπτεις την τροχιά σου.

 

ΠΛΕΟΥΜΕΝΟ

Ένα πλεούμενο ποίημα σήπεται
σε μια γωνιά του εγκεφάλου μου
το καημένο
η γλώσσα —ρυμουλκό φιλότιμο-
επιχειρεί ανέλκυση·
α, ποίημα, ποίημα του βυθού.
Ναι.
Να θυμηθώ να ροκανίσω
τη φλούδα-φλοιό
να επιστρέφω
στην εποχή της αθωότητας
(γίνεται; εάν ίσως
αριθμομνήμων πόνος
σπρώχνει τις έλικες)
να υπάρξω
βρέφος σπαργανωμένο
στο νησί του τίποτα·
α, ποίημα, ποίημα
φέρε με
στο κέντρο του λωτού!

 

Η ΣΙΩΠΗ

Μες στη σιωπή
αναδεύονται
όλα τα τελειωμένα πράγματα
ζώα, φυτά κι αστέρια του μυαλού μου·
με τη σιωπή σχεδιάζω τη δημιουργία μου
λίαν αυτάρκης
πλάθω κόσμους απ’ το σώμα μου
πλανήτες-λέξεις στο στερέωμα εξακοντίζω
λέω «γενηθήτω φως»
και τότε Θεέ μου
σε καταλαβαίνω.

 

ΚΥΜΒΑΛΟ ΑΛΑΛΑΖΟΝ

Κύμβαλο αλαλάζον
καρδιά μου
σάρκα μου
ατέλεια φύσης που αγωνίζεται
να υπερβεί τον εαυτό της
σάλπιγγα για καταστροφή
μα και για κτίση
ταμπούρλο με τους χτυπους σου
αιμοδοτείς τον κόσμο που τρεκλιζει
στα τείχη της Ιεριχούς
ή εδώ
βραδιάζει ξημερώνει
καρδιά μου
πάντα σταθερά στο μετερίζι.

 

ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα δέντρα έχουν κόκαλα
τρίζουν στον άνεμο
τεράστιες γέρικες αρθρώσεις
και ύστερα την άνοιξη
φορούν χρωματιστά φορέματα
και βγαίνουν βόλτα στους λειμώνες.
Κι εγώ
πότε μες στους χυμούς των κλάδων λούζομαι
ντύνομαι τα φυλλώματα κατάσαρκα
καρπούμαι την ανθοφορία
και πότε της φθοράς την ξηρασία εσοδεύω
γερνάω με τις εποχές.
Στο σχολείο των δέντρων μαθητεύω
να σκάβω επιμένω ψάχνοντας
βαθιά
το νόημα της ρίζας.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Τόσες νύχτες εδώ
ταξιδεύουμε σε μέρη παραδείσια
και το πρωί ξυπνάς
το φίδι κουλουριάζεται στη γλώσσα σου
με τεμαχίζει ιδανικά
δοκιμάζει τα όριά μου
ποια σημασία έχει σήμερα την τιμητική της·
λιγνή, λιγνεύω ολοένα
περιφέρομαι
τα δικά μου όλα αποποιούμαι
λιγνή-φτερό-αέρας να δεθώ
στο κατάρτι της επιθυμίας σου
κάθε μέρα επιλέγω
σε ποιον ιστό θα σταυρωθώ
για να σου ταιριάζω.

 

Η ΑΝΟΙΞΗ

Η Άνοιξη αναδύεται ανελλιπώς
με πέταλα και πεταλούδες
προβάλλει ακούραστη, αμετανόητη
απλώνει το χιτώνα της στα δάση
με χρώματα στολίζει το κορμί της γης
άνθη πληθαίνουν και τελειώνονται
δέντρα κοσμούνται χαρίτων
και κάπου κάπου μια αιχμή
(επί των ρόδων)
να υπενθυμίζει:
το κάλλος απαιτεί το τραύμα του·
έχει κι η Άνοιξη αγκάθια!

 

ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Με τα φτερά του πόθου σου στους ώμους
διαπλέω ουρανούς γαλακτόχροες-
α, τέχνη, αγαπημένη ιδανική
μήπως μέσα στις συλλαβές
εφευρίσκω τον εαυτό μου;
Κάθε μέρα περνάει απαράλλαχτη
το τίποτα κινείται τόσο γρήγορα
η κινούμενη ακινησία με εγκλωβίζει-
αν τίποτα δεν κινείται
πώς σκέπτομαι λοιπόν;
πώς υποφέρω;
Ή όλα κινούνται με την ίδια ταχύτητα
προς το ίδιο τέλος
ώστε ο κινούμενος παρατηρητής
δεν είναι παρά παρατηρητής μόνο,
συμπαρασύρεταυ
ποτέ δε συμμετέχει.
Εγώ επομένως
με αλφαβήτα σπέρνω τον πηλό
σύμπαντα συναρμολογώ
επινοώ την επικράτεια της αλήθειας μου.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 19/7/2017

Το β΄ πρόσωπο της ποίησης

σαρξ εκ πνεύματος
πνεύμα εκ σαρκός

Όταν μια ποιητική συλλογή στην προμετωπίδα έχει αυτό το ανατρεπτικό, σε προετοιμάζει για μια ποίηση γήινη αλλά και για τη μετάπλαση του σώματος σε μια ενδιαφέρουσα δημιουργία. Οι λέξεις της Κυριακής Λυμπέρη είναι διαλεγμένες με κριτήριο μια ευθύβολη σκληρότητα. Και το ποίημα φτιάχνεται από υλικά τραχιά στην αφή.

Διαβάζοντας δεν ξέρω αν αυτός ο λόγος είναι αληθινός ή αν παίζει τον ρόλο του σε σκηνικό που η ποιήτρια έστησε. Η ποίηση αρέσκεται να δημιουργεί το περιβάλλον για να ακουμπήσουν οι λέξεις της. Κάποτε απολύτως ρεαλιστικό και κάποτε υπερβατικό και αθέατο σχεδόν. Σε κάθε περίπτωση (αληθινό ή μυθοπλαστικό, πραγματικό ή όχι) το περιβάλλον αυτό ενσωματώνει τον λόγο και έτσι, σαν ένα σύνολο αδιαίρετο, παρουσιάζεται σε μας αλλά και στον δημιουργό, που με διαφορετική ματιά κοιτάζει τη σκέψη του με νέο τώρα μανδύα, ποιητικό.

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχει δείξει και από προηγούμενες καταθέσεις ότι έχει άγρια ψυχή, και εννοώ μ’ αυτό (το αρχικά τρομακτικό) ότι δεν πατά σε δρόμους χαραγμένους αλλά προτιμά να ανοίγει μόνη της πέρασμα σε απάτητα ρουμάνια. Το προσωπικό κόστος πάντα εκεί για συνυπολογισμό, γιατί το σώμα είναι που πληγώνεται από τα κοφτερά αγκάθια, για να έρθει μετά ο νους, η σκέψη (τρωθείσα και ηττημένη) να μιλήσει με την ποιητική γλώσσα. Στην προηγούμενη συλλογή της η ποιήτρια (Ζητήματα ύψους, εκδόσεις Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ) πρόσφερε τα ποιήματά της εν είδει ιδιόμορφων ιαμάτων σε όποιον ευαίσθητο αποδέκτη της. Εδώ περισσότερο ο αποδέκτης είναι η ίδια, που καταφεύγει σ’ αυτά ίσως σε μια απόπειρα να δει τον εαυτό της καταγεγραμμένο, με όσα μέσα του σκουρόχρωμα κουβαλά.

Με βάζεις στο κέντρο της οθόνης
με μελετάς σαν μύγα νοιώθω.
Σε πόσες διαστάσεις βλέπω
οι οφθαλμοί αν είναι στερεοσκοπικοί
πώς το κορμί μου σπάζε
πώς στριφογυρίζει
υπάκουα, αρθρωτά τα πόδια αν έχω
αν τα φτεράκια στην εντέλεια λειτουργούν
για να πετάω γύρω από τα ίδια
με μια βουή σαν κλάμα.
Το ενδιαφέρον σου όμως μόνο
περιέργεια φυσιοδίφη.
Μα την ψυχή της μύγας ποιος θα τη νοιαστεί;
Τα όνειρα στο μαλακό κεφάλι της
με μια κίνηση γίνονται λιώμα·
πάει η μύγα
τώρα πολτός απλώνεται η ζωή της.

(Της μύγας)

Το πρόσωπο που περισσότερο επιλέγει είναι το δεύτερο ενικό. Θα μπορούσε να εννοείται ο ποιητικός λόγος πίσω από αυτή την επιλογή, σε μια θέση-αντίθεση με την ποιήτρια (άλλωστε το έργο αυτονομείται ακόμα και από τον ίδιο τον δημιουργό του). Σε μια άλλη αναγνωστική εκδοχή πάλι θα ανακαλύπταμε το ποιητικό υποκείμενο απέναντι στον καθρέφτη του. Ίσως μια άλλη παρουσία, ένας άντρας, να υποκρύπτεται πίσω από το β΄ πρόσωπο, στον οποίο η ποιήτρια απευθύνει τον λόγο και τον εγκαλεί για την απουσία του; Ναι, θα ήταν μάλλον η πιο βολική από όλες τις ερμηνευτικές εκδοχές. Το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι ότι διαβάζοντας δέχεσαι πότε τη μια και πότε την άλλη, σε μια ακολουθία σκέψεων και προσωπικών πλέον προβολών του ποιητικού λόγου σε σένα, τον αναγνώστη της ποίησης. Μήπως, όμως, αυτό είναι ένα από τα γνωρίσματα της δυνατής ποίησης, δηλαδή η κοινωνία του ποιήματος (πολυδιάστατη και πολύμορφη) με τον αναγνώστη του;

Η ποιήτρια έχει ισχυρό όπλο, ικανό να λειτουργήσει ως όχημα για να επιτευχθεί η κοινωνία/επικοινωνία: τον λόγο της, ιδιαίτερα αιχμηρό, ώστε να προκαλεί αλλά και να προσκαλεί σε μέθεξη μαζί του, με τις λέξεις φροντισμένα επιλεγμένες, ώστε να βρίσκουν στόχο ασφαλή.

Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα
σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου
αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται
και δεν αντέχει την οδύνη του
αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας
αν είμαι σώμα που υποφέρει
μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο
μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει
βεγγαλικό που σκάει
την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ
με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω.

(Αν είμαι)

Η ποίηση κάτω από αυτό το πρίσμα, όπως την εκλαμβάνει η Κυριακή Λυμπέρη, λειτουργεί σωματικά και νοητικά απέναντι στην παρουσία αλλά και την απουσία του έρωτα, κυρίως ως σαρκική βίωση. Και ανοίγοντας «διάλογο» με την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ θα μιλήσει για τον απόντα έρωτα και το πώς αυτός πυροδοτεί την τέχνη της ποιητικής γραφής. Γνωστό αυτό άλλωστε. Δεν γράφεται ποιητικός λόγος αξιώσεων ως απότοκο χαρούμενης διάθεσης. Κι αν η ένταση της ερωτικής συνεύρεσης συχνά οδηγεί τη γραφίδα, πολύ περισσότερο και πιο βαθιά γράφει (κατάσαρκα) η απουσία της.

Κι όμως τα ποιήματα πετυχαίνουν
ακόμα κι όταν οι έρωτες αποτυχαίνουν.
Ιδίως τότε ίσως να πετυχαίνουν·
στο χαρτί ολοκληρώνεται το πάθος
φιλί-φιλί το αγαπημένο σώμα
γράφεται και ξαναγράφεται απ’ την αρχή
τα μάτια τώρα, τα χέρια μετά, τα χείλη
παρελαύνουν σαν άνθη σε μίσχους
με μια ριπή που θέρισε ο ζηλιάρης άνεμος
ή σαν πεφτάστερα που έσβησαν
πρόωρα απ’ το χάρτη τ’ ουρανού.
Όσο να πεις για τα δάκρυα
αλλάζει το χαρτί σε στέρνα
για να σηκώσει το βάρος τους
χωρίς να διαλυθεί, χωρίς να νοτίσει
αλλάζει σε φωλιά για να στεγάσει
ό,τι δεν μπόρεσε ο έρωτας.
Γιατί όταν έχεις τον έρωτα
το ποίημα τι να το κάνεις;

(Κι όμως Κατερίνα, Στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Ο κόσμος της ποιήτριας ανοιχτός σε ερμηνείες, κυρίως προκλητικός για μια είσοδο αναγνωστική. Μπορεί να ξαφνιάζει πού και πού με την ωμότητα αλλά θα δείξει αλλού μια τρυφερότητα αναπάντεχη. Είναι το ίδιο πρόσωπο που γράφει εδώ:

[…]
Ταλέντο έχεις στις πλαστές τις συγκινήσεις
η τέχνη μάλλον όλα τα επιτρέπει.
Κι έτσι τα βράδια καθήκον σου συζυγικό
ν’ ανακατεύεις σάρκα μετά πνεύματος
και πάνω στην κορύφωση σου να ονομάζεις
έρωτα το τερατικό υβρίδιο.

Και αλλού:

[…]Νύφη της μοναξιάς
αρμένιζα στους ουρανούς
τυλιγμένη στα εξομολογητικά μελάνια μου.
Και μόνο το πρωί συμπονετικό
τον κάματό μου ελεούσε με τον ύπνο.

Δύο όψεις ενός και του αυτού δίνει η ποιήτρια. Το πρόσωπο της μοναξιάς με τη συνειδητοποίηση του απολεσθέντος πλέον αυθεντικού σκιρτήματος. Και μετά οι πιο τρυφερές λέξεις για την ίδια την τέχνη της που επιμένει εξομολογητικά να δημιουργεί τα γραμμένα της. Για μια ακόμα φορά ας μείνουμε στους στίχους της. Ίσως να προχωρούν πιο πέρα από αυτά που επιφανειακά δίνουν. Άλλωστε η ίδια δηλώνει τι θα ήθελε:

[…]
να μεθύσω, να φωνάξω, να βγω στους δρόμους
στα άκρα κάπως για το ποίημα
να φτάσω βρε παιδί μου.

Αυτά τα άκρα μήπως δεν υπαινίσσεται και ο τίτλος της συλλογής;

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιο.νετ 26.09.2017

Η Κυριακή Λυμπέρη με τους φθόγγους της ποίησης

Η ποίηση είναι μία τέχνη προφορική και είναι από χιλιετίες αναπόσπαστο τμήμα της προφορικής μας παράδοσης. Παρά το γεγονός ότι εμείς την διαβάζουμε συνήθως, εκείνη συντίθεται για να απαγγέλλεται και να τέρπει διά της ακοής. Την παράδοση αυτή συνεχίζει με την νέα της ποιητική συλλογή και η Κυριακή Λυμπέρη, «ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι» (οι εκδόσεις των φίλων, 2017).
Η ποίηση της Λυμπέρη με υπερρεαλιστικές επιρροές (παραμυθίες, τοπίο Μαΐου, το τρένο) κινείται στον ρυθμό της προφορικής συνειρμικότητας. Με την αξιοποίηση του διασπασμένου θέματος ενσωματώνει αβίαστα αγωνίες υπαρξιακές και κοινωνικές παραστάσεις (ο άνδρας που δεν, για την καλή χρονιά, μαθαίνεις νύχτα, στο κοιμητήριο, amabilis insania, στα άκρα) σε αδιάσπαστες νοηματικά συνθέσεις που κινούνται στο συνειρμικό ρυθμό.
Ο θάνατος (για να σου μοιάζω, η εξάρτηση, στα κοιμητήρια) και η ποιητική αυτοαναφορικότητα βρίσκονται στο επίκεντρο των αποτυπώσεων της Λυμπέρη. Συχνά η στιχουργική διατηρεί χαρακτηριστικά της ποίησης του πένθους (επί σκηνής). Η ποιήτρια θρηνεί και νιώθει τη μοναξιά μιας απώλειας που δεν κατονομάζεται (το σπίτι στον ουρανό, τοπίο Μαΐου, όταν το ταβάνι υπαγορεύει).
Η έκφρασή της διακρίνεται από μία προφορικότητα εμπλουτισμένη με λυρικά στοιχεία. Οι ερωτήσεις (δήθεν δική μου, ο άντρας μου να μ’ επιθυμεί, αμφιβολίες δειλινού, τα δώρα, της μύγας, στα άκρα, κι όμως Κατερίνα, τα άγια τοις κυσί) υποστηρίζουν τον στιχουργικό ρυθμό και διαμορφώνουν ένα ψευδοσκηνικό περιβάλλον, που δεν συνοδεύεται από κάποιο διαλογικό ύφος. Αντίθετα, με παραστατικότητα τονίζουν τις βαθύτερες αγωνίες της δημιουργού (η παράσταση, επί σκηνής, ένας λόγος για το τίποτα, η σελίδα του κόσμου, διηγητικόν).
Και στη στοχαστική στιχουργική της οι υποθετικές προτάσεις βοηθούν στην κίνηση των αναζητήσεων της. Άλλοτε λειτουργούν σαν έμμεσες παρομοιώσεις και άλλες φορές σαν ερωτήσεις που περιμένουν την απόδοση/απάντησή τους.
Από την άλλη, οι «λέξεις» (όταν το ταβάνι υπαγορεύει, μαθαίνεις νύχτα, το τρένο) και η «γλώσσα» (παραμυθίες, αμφιβολίες δειλινού) χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο μιας ποιητικής αυτοαναφορικότητας. Εντάσσονται στο ύφος μίας διασπασμένης θεματικά ποιητικής για την ποίηση (η εξάρτηση, στα άκρα, amabilis insania, ένας λόγος για το τίποτα, επί σκηνής, κι όμως Κατερίνα, η τέχνη λοιπόν όλα τα επιτρέπει;).
Το φυσικό στοιχείο ενσωματώνεται αυθόρμητα στον συνειρμικό της στίχο. Το φυσικό περιβάλλον οπλίζει με εικόνες που μετασχηματίζει σε μέσο έκφρασης των υπαρξιακών της αγωνιών (να σκέφτεσαι χελιδονάκι, με τον τρόπο των δέντρων, της μύγας, τα μη γεγονότα). Και την ίδια στιγμή την εικονοποιία της υποστηρίζουν υπερρεαλιστικές πινελιές (στα κοιμητήρια, τοπίο Μαΐου, στα άκρα, όταν το ταβάνι υπαγορεύει). Χαρακτηριστική είναι η χρήση των λέξεων «ρίζες», «φύλλα» και «πουλιά» (με τον τρόπο των δέντρων, αν είμαι, να σκέφτεσαι χελιδονάκι).

 

 

 ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ 

 

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

Σήματα ενδοποιητικής στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα Ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη 

January 12, 2017

Στη μελέτη του με τίτλο Seuils, «Κατώφλια», ο Gérard Genette εξετάζει τα στοιχεία που περιβάλλουν ένα κείμενο με σκοπό να το «παρουσιάσουν» και να το «καταστήσουν» παρόν. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν το παρακείμενο και είναι ό,τι μεσολαβεί ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, όπως ο τίτλος ή οι επιμέρους τίτλοι όταν πρόκειται για ποιητική συλλογή, αφιερώσεις, μότο, σημειώσεις και άλλα. Όλα τα παρακειμενικά στοιχεία ανήκουν σε μια ζώνη, σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ένα κατώφλι μετάβασης αλλά και μεταβίβασης. Είναι δηλαδή σαν ένα σύστημα οδηγιών χρήσεως για τους αναγνώστες και μελετητές του. Ακολουθώντας τα βότσαλα που μας αφήνει η Κυριακή Λυμπέρη στο κατώφλι της τέταρτης ποιητικής της συλλογής παρατηρούμε ότι ο τίτλος είναι Ζητήματα Ύψους και ότι αρχίζει με δυο μότο, με το πρώτο να αποτελείται από δυο στίχους του ποιητή Paul Eluard «Γιατί το σώμα και η ψυχή εκτίθενται μαζί/ Γιατί χρησιμεύουν ως δικαιολογία το ένα για την άλλη», και το δεύτερο με το στίχο του ποιητή Νίκου Καρούζου «Κανένα κυπαρίσσι στο ύψος της αγάπης».

Η ποιήτρια με αυτά τα παρακειμενικά στοιχεία αποδίδει τα χρέη της στους δυο ποιητές, υπογραμμίζει τις προσωπικές της αναφορές αλλά και μας προϊδεάζει για τα θεματικά μοτίβα της εν λόγω ποιητικής συλλογής. Δυο είναι λοιπόν οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται διττά. Μέσα από την ποιητική κατάδυση και ανάδυση στο σώμα αναζητάται η οδός του ύψους από τη μια, και της αγάπης από την άλλη.

Η ανυψωτική τάση είναι έκδηλη σ΄ όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη Ζητήματα ύψους. Η ποίηση εγγράφεται στο κορμί του ποιητή. Και τα δυο μαζί δημιουργούν ένα ποιητικό σύμπαν αναμέτρησης με το ύψος. Όταν όμως αναμετριέσαι με το ύψος, χρειάζεται να μελετήσεις την απόσταση που διανύεις ως εαυτός. Χρειάζεται να ενσκήψεις στο σώμα σου ως βάθος. Να ζυγίζεις το βάρος του κόσμου για να βρεις τις οδούς του ύψους. Και αυτό κάνει η Κυριακή Λυμπέρη εδώ.

Όλα τα ποιήματα, λες και ζητούν να αποτινάξουν από πάνω τους ή πάνω από το ποιητικό εγώ, ό,τι ως έρμα καθιστά το άγγιγμα τού επάνω δύσβατο.

Ποιο το επάνω και ποιο το κάτω; συχνά συγχέονται, αλλά μόνο γιατί η ανάβαση είναι ταυτόχρονα και μια κατάβαση στον εαυτό, όπως στον ηρακλείτειο στίχο «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή». «Κι αν καμιά φορά μετράω τα ύψη/ είναι τα βάθη που συλλογιέμαι» αναφέρει στο ποίημα «Με άγρια βότανα»: «Μα, όταν βγαίνω από εκεί,/ πόσα κομμάτια ουρανού/ μπορώ και θέλω να χαρίζω!» και στο «Χαρμολύπης εγκώμιον» «Και στα σύννεφα όταν ανεβαίνω/- δώσε γαλάζιο και σκοινιά! / ύστερα από λίγο βουλιάζω/ σε βάθη άπατα./ Αρμυρή, αρμυρή απ’ τον καιρό/ κι όμως αθώα,/ ξανακερδίζω την πρώτη μου ψυχή.»

Κινούμενη στης υπαρξιακής ποίησης τα μονοπάτια, σ΄ αυτή τη συλλογή η ψυχή σωματοποιείται διαμέσου οραματισμού στο χώρο της φύσης. Με απλή αλλά και πλούσια γλώσσα που ρέει σε εικονοποιία συμβολιστική, συχνά υπερρεαλιστική, με αποχρώσεις από τη διαδρομή της νεώτερης ποίησης, του Καρυωτάκη, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Ν. Καρούζου, αλλά και από τα ιερά κείμενα (στο ποίημα «Επί των υδάτων» (Ars Poetica) η ίδια η ποιήτρια μάς πλοηγεί στις ποικίλες πηγές της ποίησής της), στοχεύει στο συναίσθημα του αναγνώστη με αιχμές που απαλύνονται όμως, από μια εσωτερική τρυφερότητα.

Με τη συναίσθηση της δίψας του ουρανού αλλά και της φύσης του πηλού γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η αρχή της αρχής» «η δίψα μου είναι των άστρων […] η καρδιά μου χώραγε τους ουρανούς/ και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!». Με αφετηρία την οδύνη της αδυναμίας του ανθρώπου, η ποιητική της συλλογής αποκτά μια πένθιμη παρατηρητικότητα του παρόντος, με άλλοτε πικρή και άλλοτε μεταφυσική ένταση.

Τα ποιήματα της Κ.Λ. ως «απαλοί ροδώνες όπου εξαντλεί την ανεπάρκειά της» με ποιητικά δομικά υλικά «άγρια βότανα, φρούτα, καρποί, λωτοί- φιλιά ώριμα, έχοντας στα δόντια το κλαράκι της μυρτιάς» και με όντα ζώντα του χάμω να αναμετρώνται και να τείνουν προς αυτά του άνω. Έτσι παρελαύνουν .. μια σφήκα κόκκινη στο δέντρο της καρδιάς, αηδόνια γυπαετοί, στρουθία /και τζιτζικιών θυσία ερωτική˙/ τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες/ άγγελοι του ουρανού αλλά και μέσα σε υπόγειες τρύπες/φίδια, σκορπιοί, μια καμηλοπάρδαλη, που και στα ψηλά, μα και στα χαμηλά γνωρίζει να ελπίζει, να τρώει, και να ζει/ ένας σκύλος που γλείφει τα χέρια του κυρίου του με ευγνωμοσύνη, αλλά και ένας λύκος που έγινε γλώσσα και ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι- ένα ελάφι που η καρδιά του χώραγε στους ουρανούς αλλά μοιράστηκε στα ερπετά, ένα κήτος που σε ρουφάει ολόσωμο και είναι πάντα εκεί, μέχρι και ένας δράκος που έγινε με τα χρόνια άγγελος.

Ώσπου και ένας άγγελος ινδός προσφέρει τη μόνη ενσάρκωσή του, το ίδιο του το σώμα:

«Ένας Ινδός άγγελος,/ με τα ανοιχτά σε έκταση/ μαύρα χέρια του φτερά,/να συνοψίζει το απόγευμα/ επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια, / όχι την πτώση των αγγέλων/ -ότι αυτός δεν γνώρισε / της έπαρσης την αμαρτία- /μα τη λιγνή απελπισία να ζυγιάζεται/ στην άκρη του φωτός, / μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει/ το μόνο ιμάτιο που κατέχει –σώμα του / στο πουθενά.» («Ινδός άγγελος»).

Μια παράλληλη εσωτερική αγωνία ζητά τον τόπο της ψηλά στα ποιήματα αυτά. Η αγωνία της αγάπης. Ναι, η αγάπη έχει ύψος. Εκεί κατοικεί. Μόνη. Η μοναξιά του επίδοξου αναβάτη – ακροβάτη στην αγάπη, άλλοτε ως πικρή διαπίστωση, άλλοτε ως προϋπόθεση κι άλλοτε ως υπόσχεση, υπερχειλίζει όλη τη συλλογή: «δύσκολη η μοναξιά, η αγάπη πονάει στα γόνατα./ Ακόμα κι αν δε βρεθούμε, ακόμα κι αν/ είσαι ήδη εδώ» γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η προφητεία».

Η καρδιά της ποιήτριας στην μοναξιά της, αναζητά με πείσμα να αναμοχλεύσει το αόρατο, το ανέφικτο, με μια τιμιότητα που μόνο η αγάπη έχει, με μια αγαθότητα θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, θέλει υπομονή και πόνο αυτός ο δρόμος. Συχνά διαβάζεις τίτλους ποιημάτων ή και στίχους όπου ο βαθύς πόνος υψώνεται σε εγκαρτέρηση, και το μάτωμα ακούγεται σαν σιωπηλό ουρλιαχτό. Στο ποίημα «Με άγρια βότανα» «Στον πόλεμό μου μ’ αίματα,/ στα σπλάχνα με πληγές/ και στο υφαντό μου το πανί / με υπομονή Πηνελόπης» ή στο ποίημα «Να επιμένεις» «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ/ στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη,/ ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες,/ μουσική,/να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις.»

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σε όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη η αυτοαναφορικότητα είναι το κύριο δομικό υλικό. Ότι η ποιήτρια παρατηρεί τον εαυτό της τη στιγμή της ποιητικής της διεργασίας και στη συνέχεια γράφει ποιήματα. Η κοινωνία όμως εγγράφεται στο σώμα του ποιητή και στη συνέχεια στο corpus του, την ποίησή του. Η ποίηση της Κ.Λ. όσο είναι αυτοαναφορική άλλο τόσο είναι σε αμοιβαιότητα με τον κόσμο γύρω της. Λαμβάνει και προσφέρει. Γεφυρώνει το εντεύθεν με το εκείθεν, ώστε αν και αναχωρητής ο ποιητής, αυτό να μη συνιστά φυγή από τον κόσμο αλλά συνομιλία με αυτόν.

Η ποιητική διαδικασία της ανόδου/ καθόδου δείχνει να έχει λυτρωτική καθαρτική επενέργεια στο ατομικό αλλά και στο συνολικό υποκείμενο. Η ποιητική δημιουργία εκλαμβάνεται ως προσφορά αν και υποσκάπτεται συχνά από το αδιάφορον των ανθρώπινων πραγμάτων. Η ματαιότητα του υλικού βίου και της απώλειας της αγάπης ή της απουσίας του ύψους απειλεί με καρυωτακικό πνιγμό την ποιήτρια στο ποίημα με τίτλο «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος»: «των νηπενθών η αθωότητα/ είναι εξακολουθητική:/ ως προς το πράττειν δρουν ενστικτωδώς˙ ελευθερία τι σημαίνει; Ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά/ τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά. Της σάρκας η τροφή/ μόνη τους ασχολία. / Και για την πρόκληση χρώμα, μυρωδιά/ και τα υπόλοιπα που η φύση επιτρέπει.»

Και αναρωτιέται: «Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;» («Η δωδεκάτη ώρα»).

Και απαντά στο ποίημα «Στους αντίποδες»: «Πέφτουν τ’ αστέρια ένα ένα/ σαν κέρματα χάλκινα για τους ζητιάνους. Θα περιμένω ό,τι περισσέψει / τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα. / Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους.» Στην ταπεινότητα, στο ελάχιστο των πραγμάτων μπορεί να βρίσκει κανείς την λύτρωση – αν ζεις στο ελάχιστο ή αν διερευνάς και ανατροφοδοτείσαι από το τίποτα, από το ανεπαίσθητο, μπορείς να βρεις την γαλήνη. Την ηρεμία της απάντησης ίσως;

Ο πόθος και η ανάγκη για τη χαμένη αγάπη λοιπόν. Για την αγάπη που ήταν υπόσχεση στον κόσμο αυτό και δεν εκπληρώθη. Για έναν Paradise Lost, μια αγάπη που ήταν προφητεία από το θεό αλλά δεν πραγματώθηκε. Δε νιώθεται. Μοναχά ελπίζεται μέσα σε ένα κόσμο σκοτεινό, αδιάφορο, έναν κόσμο ματαιότητας. Έναν κόσμο του τίποτα ή του μετρίου, που μόνο ανεπαίσθητες αναλαμπές της θεότητας των πραγμάτων, του Ωραίου, της αγνότητας που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι πια.

Ο ποιητής, ο άνθρωπος, βρίσκει μια χαμένη αθωότητα στην μοναξιά του δείχνει να μας λέει η Κ.Λ., στην δική του αναζήτηση με το χαρτί και το μολύβι, με την ενατένιση των άστρων, με την καταβύθιση στην ψυχή, όπου έχει καλά κρυμμένα τα λευκά σιδερωμένα βρεφικά λες ρουχαλάκια του εαυτού.

Σαράντα ένα ποιήματα σε αυτή τη συλλογή. Οι τίτλοι τους ως «μακροσκοπικά σήματα ενδοποιητικής» κατά τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, μας οδηγούν συμβολικά και συνοπτικά στα θεματικά ρεύματα της ποιητικής αυτής συλλογής της Κ.Λ. Σταχυολογώντας μερικούς τίτλους θα μπορούσε να σχηματιστεί ένα ενδεικτικό παλίμψηστο: «Η καρδιά του ποιητή» – «Πορτραίτο» – «Με άγρια βότανα» – «Αντίποδες» – «Στα ύψη με το σώμα» – «Μη μιλήσω άλλο για αγάπη» – «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος» – «Χαρμολύπης εγκώμιον» – «Επί των υδάτων (Ars poetica)» – «Τα μικρά άνθη» – «Στη φλούδα μου» – «Στην αναμονή του» – «Δωδεκάτη ώρα» – «Προφητεία» – «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» – «Γένοιτο» – «Στα σύννεφα» – «Ο τόπος μου» – «Να επιμένεις» – «Στην αρχή της αρχής» – «Από χίλιες οδούς» – «Ζητήματα ύψους».

Ποιήματα – Ζητήματα ύψους λοιπόν. Ενός ύψους που ορίζεται ως βάθος. Ενός ύψους που φέρεται ως ερώτηση και απάντηση, ως διαδρομή και τέλος, ως επιλογή και τυραννία. Ως η μόνη οδός εντέλει για την επιστροφή στην ουρανική αγάπη.

Αρχή και τέλος εδώ τα λόγια του Ν. Καρούζου: «Για το ύψος και για το βάθος. Όχι αστείες επιφάνειες. Όχι στιλπνότητες του αέρα. Ούτε τσίρκο στεναγμών, αλλ’ ο αέρας μαχόμενος. Που σημαίνει προοδεύω στον πόνο. Μια τέτοια πρόοδος είναι η ποίηση».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Alex Strohl.]

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Διάστιχο 19/10/2016

Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.

Η ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη με τον τίτλο Ζητήματα ύψους είναι μια de profundis εξομολόγηση, «De profundis clamavi ad te, lector», θα μπορούσε να πει η ποιήτρια, παραφράζοντας τον ψαλμό που έκανε διάσημο ο Όσκαρ Ουάιλντ. Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.
Η συλλογή μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη, με σημείο τομής ενός πριν και ενός μετά το ποίημα «Επί των υδάτων (Ars Poetica)». Κόλαση και καθαρτήριο. Παράδεισος δεν υπάρχει πια.
Στο πρώτο ποίημα προσδιορίζει το χώρο της∙ μπαίνει στο δάσος απελπισμένη: Αγκάθια μες στο δάσος μου∙/ εύκολα σκίζεται το δέρμα (δεν ξέρω αν σωστά ακούω εδώ το θρόισμα από το «Μετάξι στον κήπο» του Γιώργου Βέη). Εκεί, σ’ αυτό το δάσος θα περιπλανηθεί και θα γδαρθεί, εκεί στο δέρμα της θα ανοίξει δρόμους για να φανεί το μέσα πάθος, η κόλαση – inferno.
Η υπερρεαλιστική της γραφή θα της δώσει την ελευθερία να πει τα ανείπωτα. Στην αλληγορία θα χτίσει το ποιητικό οικοδόμημα για να μην εκπέσει σε μελό ρεαλιστικές διατυπώσεις. Έτσι, καθόλου παράταιρος δεν φαίνεται «ένας ελέφαντας» που «ξαφνικά πετά». Μάλιστα, θα λέγαμε πως είναι η καλύτερη μεταφορά εκείνου που χονδροειδώς οφείλει να καταπιεί.
Μοιάζουν ωραία βέβαια τα βράδια στη σελήνη
αθώα είναι η ιστορία εκεί πάνω
τα λάθη μόνο για τους βράχους.
Των παλιών ρομαντικών τα σύνεργα –«βράδια» και «φεγγάρια»– δεν επαρκούν για να βαστάξουν το βάρος της ψυχής. Και όσο πιο ψηλά κοιτάζει κανείς τόσο πιο βαρύς γίνεται ο κόσμος. Βράχος ασήκωτος ο καημός που το πάσχον εγώ πρέπει να άρει. Απέλπιδες είναι οι προσπάθειες να σκαλώσει σε κάτι, να υψωθεί πάνω από τις συμβάσεις, να κρατηθεί στην επιφάνεια και να μη βουλιάζει στων παραισθήσεων το τέλμα, όπου τη σέρνουν οι παλιές ευτυχισμένες σκηνές:
Μια χελιδονοφωλιά του νου
…διακονία κανονική στο αόρατο
…Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Ένας μικρός ιδιωτικός παράδεισος που μεταλλάχτηκε σε κόλαση. Γιατί κάθε παράδεισος έχει τον όφι του και της γνώσεως το δέντρο του και τη φιλέρευνη Εύα του. Ο δρόμος είναι μπροστά, η πόρτα ανοιχτή, μπαίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει ότι στη στροφή περιμένει η αλλαξοκαιριά. Κι εκεί παίζεται το δράμα.
Η ποιήτρια, σαν τον ζητιάνο της παραβολής, εξόριστη του παραδείσου πια, αρκείται σε ό,τι έχει περισσέψει από το τραπέζι του πλούσιου: τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα./ Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους, γιατί κι ένα μικρό ψίχουλο αρκεί από τον παράδεισο που δεν μπορεί να έχει. Η ερωτική έλλειψη έρχεται σαν διακριτικό παράπονο, καθόλου διεκδικητικό. Κι επειδή το παράλογο έχει μπει για καλά στη ζωή, το «πράσσειν άλογα» ή «πράσιν’ άλογα» ή «πράττειν παράλογα» προεκτείνεται στο ζωγραφίζειν παράλογα, στο «Πορτρέτο». Η πράσινη κυρία, με φουλάρι από άνθη, ταιριάζει στη θεωρία του τοπίου –Αν είναι χρώματα κισσού/ αν είναι αγράμπελη–, οι στίχοι μάς γυρίζουν σε άλλες εποχές και άρωμα παλιάς τεχνοτροπίας, μόδας και γυναικείας κοκεταρίας – το πράσινο «πορτρέτο» δίνει μια αίσθηση κακίας, ψυχικής διαστροφής, σαπίλας και μούχλας. Δεν είναι το πράσινο της νιότης, της φύσης, της χλόης, της ζωής. Πράσινο σαν φίδι φαρμακερό∙ «χολή;», αναρωτιέται η ποιήτρια. «Ναι», θα ήταν η απάντηση που αιωρείται και δεν κατατίθεται. Σπαρακτική επίσης ακούγεται η ορχήστρα με όλα τα όργανα να οργώνουν το νου και την ψυχή, να αρχίζουν δυνατά για να καταλήξουν οδυνηρά. Με τα κρουστά στην ενθουσιαστική αρχή και το θρήνο, lamentο, στο τέλος. Πληγές της ψυχής με ήπιες μεταφορές στο σώμα αντανακλούν: Η αγάπη πονάει στα γόνατα. Και όσο το ύψος πιο ψηλό τόσο το βάρος της πικρής γείωσης πιο βαρύ. Το ανηλεές «σαρκοβόρο νηπενθές» του Ομήρου, του Καρυωτάκη, του Μποντλέρ, τα φάρμακα της «νάρκης του άλγους» του Καβάφη, κανένα δεν μπορεί να ηρεμήσει το θηρίο, το «αμάχανον όρπετον» που τρώει από μέσα. Και ο «έρως ο λυσιμέλης», ο «ελθών εξ οράνω» (παραφράζω λίγο τη Σαπφώ) είναι ανήκεστος. Τι είναι το φιλί, η αναμονή, η πίεση, το βάθος της ουλής, τα δάχτυλα, ηλεκτρικά καλώδια; Όλα είναι του έρωτα σύνεργα, προσαγωγά νεύρα που στοχεύουν σωστά και πετυχαίνουν την καρδιά. Σταματώ για λίγο στο ποίημα «Χαρμολύπης εγκώμιον», όπου συνυπάρχουν η «χαρμολύπη» και η «πικροδάφνη», μισή χαρά, μισή λύπη, μισή πίκρα, μισή δόξα. Τα κλαδιά της πικροδάφνης σαν χέρια απελπισμένα. Οι βράχοι κοφτεροί με μασέλες, δόντια τρωκτικά/ που σκίζουν σάρκες από μέσα. Τα «δοξαστικά μεσημέρια» (του Ελύτη) με τα τζιτζίκια και τη συμβασιλεία των φυτών και λουλουδιών, των φτερωτών αγγέλων και των ερωτικών φιλιών, στον ήλιο τον καυτό, όλα μια επιφάνεια παραδείσου, ένα τσιρότο στην πληγή. Η ζείδωρη φύση με τα δώρα της, λουλούδια κι αρώματα, ορχήστρα ανεκλάλητου παραδείσου πλην, παρελθόντος. Μετρημένος ο χρόνος του. Αλλιώτικο το χρώμα του κι ας είναι ίδιος.
Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι. Μια αστραφτερή απάτη: αργυρόχροα ετοιμάζεις/τα μέταλλα που θα με τελειώσεις. «Αχ, ομορφιά, συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας», λέει ο Ελύτης. «Αχ, έρωτα, καθώς Ιούδας με παρέδωσες», θα μπορούσε να λέει η ποιήτρια. Μ’ ένα φιλί κι ένα χάδι μου έκλεψες την αθωότητα, την ιερή στιγμή μου.
Ωστόσο, στο ποίημα «Αρχή της αρχής» κάνει επανεκτίμηση των πράξεων και επανεκκίνηση της ελπίδας. Στο «Επί των υδάτων (Ars poetica)», συνθεμένο από στίχους ή ιδέες ποιητών που αγάπησε, στηρίζει την πίστη που κλονίστηκε. Έτσι, γνωρίζει, με την πληγή στο πλευρό, ποιο το καλό, ποιο το κακό και ότι της αθωότητας η γλώσσα έχει τίμημα. Φως ανατέλλει πάλι, ο λόγος γίνεται πιο στοχαστικός, ο πόνος αποσύρεται από τη σκηνή, παραφυλάει ωστόσο στα παρασκήνια. Είναι αυτός που θα εκθρέψει τη νέα σοδειά. Το λέμε τώρα έρωτα/ του ουρανού και των άλλων άστρων/ το λέμε υποταγή στην ομορφιά/ που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει./ Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή/ το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,/ άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου/ και ροδιού σπόροι οι λέξεις,/ τ’ όνομά μου.
Έτσι, λοιπόν, η συγκατάβαση επετεύχθη. Η παραδοχή έτοιμη. Η ποιήτρια αποφθέγγεται: Ευτυχισμένοι/ αυτοί που ξέρουν να τρυγούν την άνοιξη,/ ευτυχισμένοι/ αυτοί που κοιτούν κατάματα την αγάπη/ και τρισευτυχισμένοι αυτοί που δεν γνωρίζουν φόβο./ Κι εγώ δέντρο που καίγομαι/ και σβήνω τις φωτιές μου στα ποτάμια!, αλλιώς: «Μακάριοι οι μη ειδότες…», γιατί οι ειδότες δεν είναι μακάριοι, γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,/ εκ του μακρόθεν, λέει, δεν περιγράφεται. Αν δεν καείς μες στη φωτιά, δεν μαθαίνεις, «φωτιά, ωραία φωτιά, καίγε μας, λέγε μας τη ζωή», είπε ο Ελύτης. Η φωτιά, αυτή το πρώτο ρίζωμα και δεν είναι τυχαίο.

«Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι.»

Ο καιρός της περισυλλογής έφτασε. Η ποιήτρια περιηγήθηκε τον πόνο, περιέγραψε την απώλεια, κοίταξε από ψηλά την πτώση, από χαμηλά τον ουρανό, κράτησε μέσα της τα τιμαλφή της. Αξιοποίησε ό,τι η τέχνη της έδωσε, έδωσε στον πόνο της ρυθμό, ανακαίνισε την παλιά φόρμα, έπαιξε δίκαια ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, και: Θα αναχωρήσω τώρα/ –αν δεν σας πειράζει– για τον τόπο μου/ …Αγαπητοί φίλοι,/ θα λείψω για λίγο τώρα,/ αποσύρομαι στην ηλικία που μου ταιριάζει,/ θα δοκιμάζω εξαρτήματα εκεί/ που οι κόσμοι συναρμολογούνται χάρτινοι/ αθώοι, θα εγκατασταθεί στα δίκαιά της. Και όλα στη θέση τους. Το σύμπαν δεν θα ανατραπεί. Η ζωή θα συνεχίζεται κι ο καθένας με την πληγή του θα ιδιωτεύει στον ιδιωτικό του κόσμο, στο όνειρο που μπορεί να ελπίζει για να μπορεί να ζει.
Η Κυριακή Λυμπέρη με τα Ζητήματα ύψους, αλλά και τα ζητήματα βάθους, μας άνοιξε την πόρτα για να μπούμε στο δάσος που την έγδαρε, την πόνεσε, την έκανε να νιώσει κανονικός άνθρωπος και, σαν πρωτόπλαστη, διωγμένη από τον παράδεισο, να συμβιβαστεί με το μεγάλο τίποτα:
Ο θάνατος απλώνει γύρω
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση.
Εντέλει μας υπενθυμίζει πως τα ανθρώπινα δεινά είναι κοινά κι εμείς είμαστε εκεί για να υπομένουμε, συμπάσχοντας μαζί της, έστω κι αν καθένας «μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου», όπως έλεγε ο Σεφέρης.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 13/1/2016

Μια κριτική ανάγνωση στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη, από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ»

Η ποίηση είναι οπωσδήποτε ένα “ζήτημα ύψους”, τουλάχιστον για τον ποιητή που της δίνει πνοή με τη γραφή του αλλά και για τον αναγνώστη που μεταλαμβάνει την ανάσα αυτή. Ζαλιστικό το ύψος αυτό, γι’ αυτούς που είναι μαθημένοι να πατούν μόνο στα γήινα και απολύτως ερμηνεύσιμα. Αντιθέτως, δελεαστικό με όλον του τον κίνδυνο, γι’ αυτούς που αντέχουν «απρόσμενες παγίδες, θαύματα ερήμην».

Είναι αναμενόμενο ίσως μέσα σ’ ένα ποίημα να ανιχνεύεται μια δόση αυτοαναφορικότητας. Περίπου αυτό που ονομάζουμε “ποιητική” του κάθε δημιουργού, τα χτίσιμο της δικής του οπτικής στην υπόθεση της γραφής. Η Κυριακή Λυμπέρη στα «Ζητήματα ύψους» παρουσιάζει -άλλοτε φανερά και άλλοτε πιο καλυμμένα- σχεδόν σε όλα τα 41 ποιήματα της συλλογής της αυτόν τον κόσμο στον οποίο κινείται η ποιητική σκέψη δίνοντας έτσι τη δική της εκδοχή για τα ποιητικά πράγματα. Μας προετοιμάζει ακόμη από τους πρώτους στίχους

«… Και αν ακούσεις ουρλιαχτό,
να με πονάς, αλλά να μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!»

Άγρια η ψυχή του ποιητή; Κάποιες φορές ναι. Πάντως με άγρια βότανα τροφοδοτούμενη. Αλλιώς δεν γίνεται να μεταδώσει αυτά τα κομμάτια ουρανού, αν πρώτα δεν έχει δοκιμαστεί στα πιο σκληρά μονοπάτια. Η ποίηση δεν γράφεται με χαρές και τραγούδια. Απαιτεί αίμα ψυχής. Όπως αυτό που φαίνεται να κυλά στις φλέβες αυτής της ποίησης.

Ο κόσμος του ποιητή έχει ουρανό, με την απαιτούμενη εξύψωση, έχει όμως και καταβύθιση σε υδάτινα τοπία, εκεί που σαν νέος δύτης (στα ίχνη εκείνου του αρχέτυπου της ποίησης του Ρίτσου) θα δεχτεί από τον πυθμένα όλα τα θαυμαστά

«Η μισή μου καρδιά είναι εδώ πέρα,
όταν ξεβράζει η φουσκοθαλασσιά
ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια.»

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη μοιάζει να είναι ένα κομμάτι φυσικού κόσμου, σαν να βλάστησε όπως το δέντρο, να αναζητά την τροφή με το ένστικτο του ζώου, να καθοδηγεί τα βήματά της στο δάσος με την άνεση του θηρίου.

«Κι εγώ δέντρο που καίγομαι
και σβήνω τα φωτιές μου στα ποτάμια»

Αφήνεται να τη ρουφήξει «το κήτος ολόκληρο» σαν νέος Ιωνάς, γιατί μόνον έτσι

«πέστε μου,
δεν δίνεται ύστερα σαν χάρισμα η προφητεία;»

Μόνο που δεν έχει αυταπάτες. Στην περίπτωση της ποίησης, ο ποιητής δεν είναι ο Ιωνάς και το κήτος το έχει μέσα του, έναν δράκο-άγγελο.

«Ο δράκος μου κοιμάται
διαρκώς με το ένα μάτι ανοιχτό,
περιμένει τη κλήση μου τη σωστική,
στην αγωνία είναι πάντα έτοιμος.»

Έτσι λειτουργεί και το “φαρμακείο” των λέξεων, πάντα στα διανυκτερεύοντα, έτοιμο να δώσει τα δικά του γιατρικά στον πόνο των ανθρώπων. Μόνο που τα φάρμακα του ποιητή πρέπει να περάσουν από πολλές παγίδες των δρόμων για να φτάσουν να αποβούν ιαματικά. Και πρωτίστως θα πρέπει ο ποιητής να έχει παραδώσει την ψυχή του σαν νέος Φάουστ

«Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται».

Κατόπιν θα μπορεί κι αυτός να συνομιλεί με τους θεούς

«Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας»

Διαβάζοντας την ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχω την αίσθηση του “όλου”, όχι μόνον ως συνολική εικόνα του κόσμου του ποιητή αλλά και ευρύτερα, ως αντίληψη που διακατέχει την ποιήτρια για το αδιάσπαστο του σύμπαντος. Μοιάζει εδώ να καταργείται εκείνο το καρτεσιανό περίφημο “cogito ergo sum” που οδήγησε τη σκέψη του ανθρώπου σε έναν ανελέητο κατακερματισμό σε σώμα και πνεύμα, σε σκέψη και σε ύλη, σε αντιμετώπιση της ζωής πάντα ως προς κάτι που την κατηγοριοποιεί και την καταδικάζει σε διάσπαση αέναη. Εδώ όλα δένουν, όλα υπακούουν στον εσώτερο ρυθμό που δίνει ο λόγος ο ποιητικός, που όλα τα ενώνει και τα βάζει να συμπλέουν μέσα στους στίχους. «Στα ύψη με το σώμα» θα μας προτείνει ανατρέποντας όλα τα περί κατώτατων ενστίκτων και ανώτερων πνευματικών ιδιοτήτων. Στα ύψη ανεβαίνεις με το όλον της ύπαρξής σου, επομένως και με το σώμα, ίσως κυρίως με αυτό, εφόσον με όχημα το σώμα βυθίζεσαι, ας πούμε, στον έρωτα, και τότε φτιάχνεις δυο τρεις στίχους από τους πιο ερωτικούς

«κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού».

Η ποιήτρια έχει επίγνωση της θέσης της στον κόσμο των ποιητών, ακόμη κι όταν καταχωρίζει τον εαυτό της στα «χειμαδιά»

«Ταγμένοι οι ποιμένες ν’ αγρυπνούν
και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων
κι εγώ εδώ στα χειμαδιά
μαθαίνω την ψυχή μου.»

Αυτή, ωστόσο, η εκμάθηση ψυχής είναι που εκτινάσσει τον λόγο και από ένα απλό ψέλλισμα στίχων (που συχνά απαντάται στο λογοτεχνικό σύμπαν) τον μεταλλάσσει σε ώριμη ποιητική πρόταση, ικανή να μιλήσει στον αναγνώστη, κι έτσι να τεθεί σε λειτουργία η μετακένωση με τον γραπτό λόγο μιας εμπειρίας ζωής και μιας συνάμα ενδιαφέρουσας σκέψης.

Θέλω να κρατήσω για το τέλος αυτής της ανάγνωσης ένα μικρό θαύμα ποιητικού λόγου που συνάντησα σ’ αυτές τις σελίδες. Και το παραθέτω ολόκληρο καθόσον μόνον έτσι “ζωγραφίζει” την εικόνα του και την παραδίδει πλήρη

«Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά»

Είναι εδώ που όλα είναι ένα: ο στίχος-λόγος, η εικόνα, το φως, το χρώμα, η μουσική, ακόμη -θα τολμούσα να πω- εκείνο το απίθανο ποδήλατο που μας το σύστησε πρώτος ο Εμπειρίκος για να δούμε την ίδια την ποίηση σαν ανάπτυξη του στίλβοντος χρωματισμού του. Μα έχουμε Ποίηση εδώ! Και τότε «ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω».

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 9/2/2016

Η αύξηση της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων ετών έφερε στο προσκήνιο και την ελληνική περιφέρεια. Έχουμε ξανασημειώσει το γεγονός ότι έως τώρα οι περισσότερες ανθολογίες και ποιητικές εκδόσεις προέρχονταν από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, δίνοντας μία καθαρά αστική οπτική στην ποίηση. Η εγγύτητα των ποιητών των αστικών κέντρων και οι συχνές μεταξύ τους επαφές διαμόρφωσαν όχι μόνο κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και οδήγησαν στην αδιαφορία για ποιητές της περιφέρειας, των μικρών ή μεσαίων πληθυσμιακά αστικών κέντρων.

Τούτοι μακριά από τις επαφές και τις άμεσες επιρροές από ομοτέχνους διαμόρφωσαν ένα δικό τους ύφος συνδυάζοντας προσωπικά χαρακτηριστικά με κυρίαρχες -σε εθνικό επίπεδο- ποιητικές τάσεις και ρεύματα. Συνέδεσαν τις δικές τους κοινωνικές παραστάσεις κι εμπειρίες συνδέοντάς τις με τον περιβάλλοντα χώρο, το πλούσιο ελληνικό τοπίο.

Έτσι, αποκαλύπτεται μία νέα ομάδα ποιητών (που ακόμα δεν μελετήθηκε ως ομάδα λόγω ακριβώς τη μη συλλογικής καλλιτεχνικής έκφρασής τους) με πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους και κυρίαρχη τη βιωματική φυσιολατρική προσέγγιση, που απέχει σημαντικά από την αστική ποίηση, παρά τα κοινά ποιοτικά στοιχεία που ίσως εντοπίσουμε. Σε αυτή την ομάδα θα εντάξουμε και την Κυριακή Λυμπέρη, «Ζητήματα ύψους» (τυπωθήτω, 2015).

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη είναι ανθρωποκεντρική και υπαρξιακή κατά βάση. Ο αναγνώστης ταξιδεύει στον ονειρικό της κόσμο· μαγεμένος ονειρεύεται κι αυτός. Και αν στόχος της τέχνης και της ποίησης είναι το ταξίδι του αναγνώστη/ακροατή, τότε ο στόχος της δημιουργού έχει επιτευχθεί στο απόλυτο καθώς το κοινό βιώνει τον αισθησιασμό της αισιοδοξίας μέσα από την ποιητική μαγεία της Κυριακής Λυμπέρη .

Ένας αξιοπρόσεκτος πλούτος διαφορετικών φυσικών παραστάσεων (χλωρίδα και πανίδα) εμπλουτίζουν την εικαστική, χωρίς βέβαια να εκλείπουν οι κοινωνικές παραστάσεις. Το λυρικό στοιχείο διαποτίζει όλη τη συλλογή και αναδύει μία νότα αισιοδοξίας, ακόμα κι όταν αγγίζει αποφάγια και σκουπίδια (οι αντίποδες). Και ακριβώς ζώντας στην ελληνική περιφέρεια, τόσο κοντά στην ύπαιθρο, η δημιουργός έχει πλούσιες εικόνες φύσης· σκηνές που καθώς τις μεταχειρίζεται με στιχουργική μαεστρία σε μία μείξη με βασικό συστατικό το σουρεαλισμό, αναδύουν ένα άρωμα ποίησης μακριά από την αστική απομόνωση και το μουντό της περιβάλλον.

…μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!…

Η γλώσσα της είναι άμεση και ρέουσα. Η απλότητα του αφηγηματικού ύψους και η ροή της επιτρέπουν την ήπια κίνηση των εικόνων και έτσι το συναίσθημα εισχωρεί ταχύτερα στην ψυχή του αναγνώστη. Ωστόσο, η αφηγηματική απλότητα, δε σημαίνει γλωσσική ή εκφραστική απλότητα. Αντίθετα, υιοθετεί μία πλούσια εκφραστική.

Πολλά είναι τα επίθετα και οι άκλιτες λέξεις που πλουταίνουν την έκφρασή της. Παράλληλα, οι συχνές εναλλαγές προσώπων και ποιητικών υποκειμένων με τη σαγηνευτική γλώσσα μαγνητίζουν τον αναγνώστη. Ταυτόχρονα, μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα τη μεταφορική χρήση των λέξεων, τις παρομοιώσεις, τις αντιθέσεις (δόκτωρ Φάουστους) και το ασύνδετο σχήμα (να επιμένεις) εντείνοντας ή χαλαρώνοντας τη συναισθηματική ένταση των στίχων της.

Η χρήση ερωτήσεων (οι αντίποδες, πορτραίτο, επί υδάτων, το κήτος, Ιώβ) και το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο (η μουσική, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, στην επικράτεια του βράχου, δόκτωρ Φάουστους, στα σύννεφα) προσδίδουν μαζί με το α΄ ενικό (ο τόπος μου, στη φλούδα μου, ο δράκος μου, ζητήματα ύψους, έτσι κι αλλιώς) μία θεατρικότητα· αναδύουν μία υποκριτική διάσταση μέσα από τον -φενάκη σκηνικό- διάλογο.

…Τρέχει το ελάφι πάνω κάτω στα ψηλώματα,
ξεραίνεται το γέλιο μου στην άκρη του λαιμού,
η δίψα μου είναι των άστρων…

Η ποιήτρια αξιοποιεί τον υπερρεαλισμό στο γλωσσικό επίπεδο διευρύνοντας τη γλώσσα με καινοφανή ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (των ελαχίστων, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον, γένοιτο). Άλλοτε ο υπερρεαλισμός γίνεται ένα όχημα αλληγορίας για να εκφράσει τις αγωνίες για την πολιτική (στην επικράτεια του βράχου, το φαρμακείο), την κοινωνία (των ελαχίστων, τα μικρά άνθη, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, Ιώβ), τον ίδιο τον άνθρωπο. Παρά την κρυπτικότητα του συμβολισμού το γενικό μήνυμα είναι εύληπτο και αγκαλιάζει τον αναγνώστη.

Βέβαια, βασικό γνώρισμα του υπερρεαλισμού είναι η εικονοπλαστική του ισχύς· μία δυναμική την οποία η Κυριακή Λυμπέρη αξιοποιεί επιτυχημένα. Εμπλουτίζει τη φυσική ροή της αφήγησης με εικόνες μετωνυμικής και μεταφορικής υφής. Ονοματικά σύνολα με ρίζες στους σουρεαλιστικούς συνειρμούς όχι μόνο πυκνώνουν τις παραστάσεις στο ποιητικό της κάδρο, αλλά και επιτρέπουν στο λυρισμό να ρέει ελεγχόμενος από το στιχουργικό ρυθμό· διατηρεί τον έλεγχο της συναισθηματικής έντασης και κεντρίζει τον αναγνώστη με τον γλωσσικό της πλούτο.

Έτσι, μετατρέπεται σε εκφραστική δίοδο αποτύπωσης της στιγμής (βαθιά που ομορφαίνεις) ή λειτουργεί ως οδός με άμεσες αναφορές στον έρωτα και την αγάπη (ημίμετρο, μη μιλήσω άλλο για αγάπη, η προφητεία, θαύματα ερήμην, στη φλούδα μου), τη μοναξιά (ο δράκος μου, το μονοπάτι), την ποίηση και τις τέχνες (πορτραίτο, η μουσική, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον) ή την ίδια την ποιητική παράδοση του τόπου (επί των υδάτων) και υπαρξιακές προσεγγίσεις (η αρχή της αρχής, το μονοπάτι, στα σύννεφα, η δωδέκατη ώρα, το κήτος).

Ας μην παραβλέπουμε ότι το μόνο υλικό της ποίησης είναι οι λέξεις, η γλωσσική δημιουργία που επιτρέπει τη ροή των συναισθημάτων προκαλώντας τις αισθήσεις. Και ακριβώς με αυτό το υλικό -και λίγη από την ύλη των ονείρων εμποτισμένων σε λυρισμό και αισιοδοξία- πειραματίζεται και μαγεύει η Κυριακή Λυμπέρη.

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΕΥΘ, τεύχος 5, Ιούνιος 2017

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΒΑΘΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΜΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ…
(Κυριακή Λυμπέρη, Ζητήματα ύψους, εκδόσεις Τυπωθήτω, 2015, σελ. 60)

Στην ποιητική συλλογή Ζητήματα ύψους η Κυριακή Λυμπέρη αιωρείται μεταξύ αστεριών και σπηλαίων, μεταξύ ζωής και θανάτου. Πτήσεις και πτώσεις οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος: συνεχείς αποδράσεις, συνεχείς καταβυθίσεις σε έναν κόσμο που τον έχει ζήσει, αλλά τον μελετά ακόμη: «Δε λέει αυτό το δάσος να δώσει όλα του τα μυστικά / μπερδεύομαι». Και τα όντα συμπαρασύρουν τον αναγνώστη σε ένα διαρκές ταξίδι στον αέρα. Ο ελέφαντας καταργώντας τους νόμους της βαρύτητας πετά, αν και γρήγορα με τον επόμενο στίχο αναιρείται η αλήθεια της ύπαρξής του, αφού μετατρέπεται σε χάρτινη ομπρέλα:
και να ένας ελέφαντας ξαφνικά που πετά,
ομπρέλες χάρτινες για θερινές βροχές

Άλλοτε μικρές σε έκταση ποιητικές συνθέσεις, άλλοτε μεγαλύτερες και μία εκτεταμένη, «Επί των υδάτων», δεν απομακρύνουν την ποιήτρια από το κύριο μέλημά της να κλείσει τα μηνύματά της στους τελευταίους κυρίως στίχους, μηνύματα φιλοσοφικά, κάποτε ειπωμένα με ιδιαιτέρως αυστηρό ύφος.
Η ποίηση της Λυμπέρη είναι και μια ξενάγηση στη φύση. Κυρίαρχα στοιχεία τα πουλιά. Λατρεύει τα πετάγματά τους, προσφέρονται εξάλλου για αλληγορικές αναγνώσεις, στοιχείο που συνηγορεί στην επιλογή του τίτλου της ποιητικής συλλογής Ζητήματα ύψους. Ο τίτλος, με μικρή διαφοροποίηση, θυμίζει στίχο του Καρυωτάκη. Στο ποίημα «Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο» λέει ο μεγάλος ποιητής μας: «Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε. / Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ’ναι / ζήτημα ύψους».
Κατά έναν περίεργο τρόπο οι πτήσεις μετατρέπονται σε πτώσεις και αναπτύσσονται στα βάθη. Τα όρια μεταξύ τους ασαφή, σχεδόν ταυτίζονται:
Και αν καμιά φορά μετράω τα ύψη,
είναι τα βάθη που συλλογιέμαι.

Η καρδιά του/της δημιουργού, άλλοτε «διαμελισμένη», άλλοτε «μισή», πάντως και στις δυο περιπτώσεις κομματιασμένη, περιφέρεται ή μένει σταθερή «εδώ πέρα»: προορισμός της ποίησης ο διαμοιρασμός της στα πέρατα του κόσμου «στους δρόμους των ηπείρων» ή παραμονεύει ως μία σταθερά να εγκλωβίσει την έμπνευση μέσα σε «ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια».
Η απορία αναγνωστών, που δεν είναι πάντα άμοιρη σκωπτικής διάθεσης, «τι θέλει να πει άραγε ο ποιητής», χρησιμοποιείται από την ποιήτρια για ζωγραφικό πορτραίτο, κάθε άλλο όμως παρά ειρωνικά. «Τι να σημαίνουν άραγε / πράσινα χείλη… και πράσινα μαλλιά». Με σοβαρότητα παραθέτει τον προβληματισμό της σε θέματα οπτικής του δημιουργού: το βλέμμα του καλλιτέχνη είναι διαφορετικό από εκείνο του απλού παρατηρητή; Αναρωτιέται η ποιήτρια:
Μια ιδιοτροπία του καλλιτέχνη;
Μια υπενθύμιση ότι
ο κόσμος είναι
όπως εκείνος που τον βλέπει;

Μάλλον πρόκειται για ρητορικό ερώτημα, η απάντηση ενυπάρχει στην ερώτηση. Ποιος μας βεβαιώνει ότι η δική μας ματιά είναι ίδια με των άλλων; Μήπως βλέπουμε τον κόσμο, όπως επιθυμεί ο καθένας; Θεωρώ λοιπόν ότι στη συλλογή αυτή αποπειράται η ποιήτρια να καταγράψει την εξωτερική πραγματικότητα του φυσικού κόσμου μέσα από το πρίσμα, την οπτική του δικού της καλλιτεχνικού εγώ.
Η ποίηση της Λυμπέρη συχνά γίνεται διδακτική. Στο ποίημα «Στα ύψη με το σώμα» παίζει με τις ομόρριζες λέξεις «ψηλώνει|», «ψηλός», «ύψος», και φιλοσοφεί:
να ’ναι κανείς έτοιμος για όλα/
…και στα ψηλά μα και στα χαμηλά γνωρίζει
να ελπίζει, να τρώει και να ζει.

Οι λεπτομερείς αναφορές στο φυτικό και ζωικό βασίλειο μου δίνουν τη βεβαιότητα ότι η γνώση της και η αγάπη της γι’ αυτά οφείλονται σε μια πιο εξειδικευμένη ενασχόληση της ποιήτριας. Τα ποικίλα θέματα δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην ποίηση, δίνουν ήχο, κυρίως χαρίζουν κίνηση. Η στασιμότητα μάλλον άγνωστη, η νεκρή φύση, όπως θα την εισπράτταμε από έναν ζωγραφικό πίνακα, εξοστρακισμένη. Ο σουρεαλισμός, εφιαλτικός κάποιες φορές, και ο ρεαλισμός συνυπάρχουν. Ενίοτε στους τελευταίους στίχους με θαυμαστή απλότητα αποκαλύπτεται η αλληγορική διάθεση. Ολοφάνερα οι αλληγορίες και οι μεταφορές συμπράττουν για να προβληθεί η ιδέα που γέννησε το ποίημα. Περνά από την παραβολή και εξασφαλίζει έναν δυνατό εκφραστικό τρόπο, ταυτόχρονα μέσω αυτής αποφεύγει τη ρητορική κενολογία. Στο «Σαρκοβόρων νηπενθών βίος» περιγράφει αρχικά τη συμπεριφορά των αναρριχητικών σαρκοβόρων φυτών με την ονομασία νηπενθή, προς το τέλος με ύφος καταγγελτικό αποκαλύπτει τον προβληματισμό της σε ζητήματα αξιών, ηθικής: «ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά / τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά».
Το «τίποτα» και το «κενό» του «Ημίμετρου» συναντιούνται με το «πουθενά» του «Ένας Ινδός άγγελος» για να σχολιάσει η ποιήτρια την απογοήτευση από όπου κι αν αυτή προέρχεται ή την απελπισία. Η μοναχικότητα ή και η μοναξιά, ο πόνος, η φθορά, η ανάλωσή μας σε ποταπά πράγματα –«η καρδιά μου χώραγε στους ουρανούς / και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά»– είναι καταστάσεις επώδυνες, όμως αναζητά τρόπους να τις ξεπεράσει, αν τις ξεπερνάει είναι ένα ζήτημα, αφού αναρωτιέται αν «Δύο ένα κάνουν ένα»; Τελικά καταλήγει στο «κενό».
Κάποιες περιγραφές είναι πολύ τολμηρές και προκαλούν τον αναγνώστη να μετρήσει τις αντοχές του στη φανταστική τους ανασύνθεση, όπως γίνεται στα ποιήματα «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» και «Έτσι κι αλλιώς». Αφαιρούνται τα πραγματικά στοιχεία από τα θέματα και χρησιμοποιείται ο σουρεαλισμός με εκφραστική δύναμη και προκλητική ελευθερία. Η παιχνιδιάρικη διάθεση εκφρασμένη σε στίχους που θυμίζουν παιδικό τραγούδι, «Δράκε-άγγελέ μου είσαι εδώ», καθώς και «Α, Λύκε, λύκε μην έρχεσαι» δεν αφήνουν περιθώρια επιστροφής στα χρόνια της αθωότητας. Η σχέση με τη φύση δεν είναι μια ανάλαφρη βουκολική απεικόνιση, αντίθετα είναι μια αφορμή εξομολόγησης προβληματισμών ή ακόμα και τραυματικών εμπειριών καθώς και αναζήτησης απαντήσεων.
Στο τελευταίο ποίημα «Ζητήματα ύψους» υπάρχει η απαισιόδοξη παραδοχή της ματαιότητας του κόσμου αυτού και στον ουρανό και σε υπόγειες τρύπες, στη νύχτα και στη μέρα και οπουδήποτε κρύβονται επικίνδυνα ζωύφια, «ο θάνατος απλώνει γύρω, / στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί/η τόση επαγρύπνηση». Στο πρώτο ποίημα της συλλογής η ποιήτρια χαρίζει κομμάτια ουρανού, στο τελευταίο τα αστέρια ρίχνουν «ματιές συμπονετικές, φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες». Ο θάνατος είναι νομοτελειακός, η ζωή κάνει αισθητή την παρουσία της από τον ουρανό μέχρι τις «υπόγειες τρύπες».
Στα περισσότερα ποιήματα χρησιμοποιεί το πρώτο ενικό πρόσωπο, με το εγώ της ποιήτριας να κάνει έντονη την παρουσία του με μια εξομολογητική διάθεση, ενώ με το δεύτερο ενικό πρόσωπο εν είδει παραινέσεων συνομιλεί με τους αναγνώστες, αν και δεν καθίσταται προφανής η άμεση ανταπόκρισή τους. Έτσι η ποίηση αποκτά μια θεατρικότητα με πρωταγωνιστές όχι μόνο την ποιήτρια, αλλά και ένα πλήθος άλλων όντων που διαλέγονται μαζί της. Το σκηνικό ορίζεται από την ίδια τη φύση με συνεχείς εναλλαγές.
Η στίξη υπάρχει για να κατευθύνει τον αναγνώστη, χωρίς να ανακόπτει τον ρέοντα λόγο. Μέσα από μια προσιτή γλώσσα, αυθεντική όσο και συναισθηματική, η ποιήτρια συνομιλεί διακειμενικά με άλλους ποιητές που φαίνεται να αγαπά και υπενθυμίζει στίχους ή φράσεις αυτολεξεί σε πλάγια γραφή ή σε παραφθορά. Στο «Επί των υδάτων (ars poetica)» είναι παρόντες ο Σεφέρης, «που δεν ξέρουν πώς να πεθάνουν», «αμυγδαλιές που ανθίζουν», ο Καρυωτάκης, «σύμβολα ζωής υπερτέρας», ο Ελύτης, «το μεγάλο κόσμο, το μικρό», «Άσμα ηρωικό», «Νεφέλη», ενώ ο Καβάφης υπονοείται μέσα από τις αυτοβιογραφικές ή θεματικές αναφορές, «μέτοικος», «Πτολεμαίοι». Δεν είναι μόνο η ανάγκη να ζητήσει την υποστηρικτική συνδρομή τους σε όσα εκφράζει, αλλά και μια ομολογία, μια παραδοχή πως κάποια πράγματα ειπώθηκαν με έναν τελεσίδικο τρόπο. Η ποιήτρια ενσωματώνει δημιουργικά στη δική της ποίηση την παρακαταθήκη των μεγάλων δημιουργών. Ταυτόχρονα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις όχι μόνο για την αναζήτηση της ταυτότητας, αλλά και για τον αυτοπροσδιορισμό της ποιήτριας, «κι εγώ εδώ στα χειμαδιά / μαθαίνω την ψυχή μου», εμβαπτιζόμενη μέσα σε υψηλού επιπέδου ποιητικό περιβάλλον. Στο δεύτερο τίτλο «Αrs Poetica» γίνεται ευθεία αναφορά στον Λατίνο ποιητή Οράτιο και τις συμβουλές του προς τους συγγραφείς για τη σημασία της μελέτης των ανθρώπινων σχέσεων καθώς και τη σπουδαιότητα της έμπνευσης και της κριτικής.
Η ανάγνωση της συλλογής τελειώνει με υποβόσκουσα τη χιουμοριστική διάθεση που δημιουργεί με τη σειρά της αίσθημα αισιοδοξίας. Στο ποίημα «Με τα νήπια» χαιρόμαστε χαριτωμένες στιγμές με τα πληγωμένα από τα παιχνίδια γόνατα των παιδιών, με το φιλί της μάνας που τα γιατρεύει, με τα χνουδωτά αρκουδάκια, εξακολουθεί η ποιήτρια όμως να βρίσκεται σε σύγχυση, καθώς ακόμα δεν αποφάνθηκε για το «ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό».
Η Κυριακή Λυμπέρη κατορθώνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο, τον περνά μέσα από πάθη, πόθους, αναζητήσεις, αμφισβητήσεις. Όλα αυτά είναι όχημα για να δώσει τη μεγάλη αφορμή στον αναγνώστη να σκύψει στη δική του ψυχή, να ψάξει τις δικές του αντοχές, να ενισχύσει τις δικές του άμυνες:
Κι αν κοιτάξει κανείς στα βαθιά με προσοχή,
θα διακρίνει τουλάχιστον την ουρά.
Γιατί το κήτος είναι πάντα εκεί.

Θα επικαλεστώ για το τέλος στίχους ενός δυνατού και ευρηματικού ποιήματος της Κυριακής Λυμπέρη, «Η αρχή της αρχής». Η ποιήτρια δεν διστάζει να αυτο-αποκαλυφθεί με μια εξομολόγηση προσωπική συνδυασμένη με έντονη αυτοκριτική ή και μια δυναμική παραίνεση αποφυγής επανάληψης λαθών προς όλους.
Πώς άνθισα στα μέρη αυτά τα χαμηλά,
πήλινα πόδια χάρισα στο μέτριο
η καρδιά μου χώραγε στους ουρανούς
και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Ποιητικά/6/2017

Ο ίλιγγος του ύψους

Παιδιά στον δρόμο παίζουν με τη μπάλα τους ποδόσφαιρο. Μπαλιές συρτές εξερευνούν το έδαφος. Μα μία δυνατή κλωτσιά είναι ικανή να στείλει τη μπάλα στα ουράνια, να της δώσει φτερά, προτού εισέλθει και πάλι σε τροχιά προσγείωσης. Στα ύψη και στα βάθη πραγματεύεται η Κυριακή Αν. Λυμπέρη τα ανθρώπινα σκαμπανεβάσματα του πνεύματος και της ψυχής, σε μια διαδικασία αλλεπάλληλων εναλλαγών, διαρκών προσδοκιών και διαψεύσεων. «Ζητήματα ύψους» διερευνά στην ομότιτλη ποιητική της συλλογή, ιδίως στις απρόβλεπτες διαστάσεις που τα ζητήματα αυτά προσλαμβάνουν όταν «μπάλα στα πόδια των παιδιών» γίνεται η καρδιά του ποιητή.
Το τοπίο της διερεύνησης η Λυμπέρη δεν το βρίσκει παρθένο. Αναζητώντας τον ουρανό βρίσκει το πατημένο μονοπάτι του Μίλτου Σαχτούρη. «Διψάμε για ουρανό», διατείνεται ο ποιητής στο ποίημα «Το ψωμί», και τον διεκδικεί ακόμη κι αν φαντάζει «Ένας μπαξές γεμάτος αίμα», αυτοχριζόμενος «κληρονόμος πουλιών» («Ο Ελεγκτής»). Ακόμη και τα «άχρηστα που γίνονται πολύτιμα» συναντούν τον «Συλλέκτη» του Σαχτούρη. Της «μέρας το χαμόγελο» απηχεί το «ράμφος της πρωίας» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Τα πράσινα μαλλιά κυρίας σε πορτραίτο, που ποτέ δεν τα «ερωτεύτηκε η κόμη», εντοπίζονται στα «μαλλιά» της «Ιτιάς» του Μάρκου Μέσκου. Στα φαρμακεία, ως «πρόχειρες ενέσεις αιωνιότητας», «αναβολές φθοράς» κι «ευπώλητες ελπίδες σε συσκευασία» καθρεφτίζονται ο Κ. Π. Καβάφης («Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.») και ο Γιάννης Κοντός («Το φαρμακείο»). Ακόμα και το «δεντράκι μοναχό» της Λυμπέρη είναι δημοτικοφανές ή μπορεί και να αντικατοπτρίζει το «Πουλάκι» του Ιωάννη Βηλαρά. Άλλωστε, και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει, αιώνες νωρίτερα, στην πραγματεία του Ψευδολογγίνου Περί ύψους.
Μια συλλογή, ωστόσο, που πραγματεύεται το ύψος, είτε σε επίπεδο αισθητικό, είτε σε συναισθηματικό ή νοητικό, δεν θα μπορούσε να μην εμπεριέχει τη συνέχεια στην πορεία των σχετικών ανθρώπινων αναζητήσεων και τη συνομιλία με τους προγενεστέρους. Είναι σαφές πως μέσα από τη γόνιμη συνομιλία με τους προγόνους, η Λυμπέρη προτίθεται να προεκτείνει τη συζήτηση προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει η προσωπική της θέαση, οι επιταγές της καρδιάς και του μυαλού της. Αισθητικά, όλες οι τάσεις που έχουν μπολιάσει τη νεοελληνική ποίηση, έτσι όπως ανακύπτουν από τις διαφαινόμενες συνομιλίες, συμβάλλουν στον προσδιορισμό του ύψους.
Το ύψος για τη Λυμπέρη, όμως, στη διανοητική του πραγμάτευση, που αφορά την τοποθέτηση εντός κοινωνικού πλαισίου, αποκτά διαστάσεις στοχαστικές. Όταν, λοιπόν, το όραμα για τον ουρανό και τ’ αστέρια του δεν εκπληρώνεται, ελλοχεύει ο κίνδυνος του χθαμαλού, του μέτριου. Η ποιητική ηρωίδα γνωρίζει πως όταν φτάνει κανείς στα ύψη, πρέπει να μαθαίνει και να σκύβει, κι ίσως μάλιστα «πιο πολύ απ’ τον καθένα», αποφεύγοντας την υπεροψία. Γνωρίζει επίσης ότι κάθε άνοδος ακολουθείται κι από κάθοδο. Και τότε η ίδια νιώθει να σέρνεται σαν ερπετό στα χαμηλά, αδικαίωτη. Η οδυνηρή πτώση διδάσκει πως όλα τ’ αγαθά είναι εντέλει δανεικά. Οι βασιλικές χλαμύδες κάποτε επιστρέφονται, εφόσον, όπως γυμνοί ερχόμαστε στον κόσμο, έτσι και φεύγουμε γυμνοί «για τα νερά του θανάτου»· οπότε ο βιβλικός Ιώβ, με το παράδειγμά του, παρέχει μια απάντηση στις επιτακτικές ανθρώπινες υλικές διεκδικήσεις. Παρέχει, μάλιστα, τη γνησιότερη απάντηση, καθώς τα σιρόπια και τα έμπλαστρα δεν είναι παρά αστραφτερά καθρεφτάκια απευθυνόμενα σε ιθαγενείς, χωρίς αξία πραγματική.
Η νοητική προσέγγιση, όσο απαραίτητη κι αν είναι, βαραίνει με τη λογική της επεξεργασία τα φτερά. Η σοφία ρημάζει την αμεριμνησία, και το ελπιδοφόρο φως των αστεριών σπαταλιέται στη διεκδίκηση μιας τεμαχισμένης σύνεσης, που οδηγεί μονάχα στην απώλεια του ελέους. Ακόμη και το συναίσθημα πλήττεται, καθώς συντρίβεται σε έναν σύγχρονο κόσμο που το έχει κάνει στάχτη. Γι’ αυτό η ποιήτρια αναγκάζεται να μη μιλήσει άλλο για αγάπη, ανταποκρινόμενη μεν στο αίτημα, αυτή τη φορά, του Διονύση Σαββόπουλου, αλλά ενεργώντας κατά τον συγκεκριμένο τρόπο για λόγους εκ διαμέτρου αντίθετους: σταματά να προβάλλει τα συναισθήματα όχι επειδή εκείνα βρίσκονται παντού, οπότε είναι περιττές οι οποιεσδήποτε υπομνήσεις τους, αλλά επειδή θλίβεται από τον μαρασμό που επιβάλλει η ηγεμονία της προαναφερθείσας στάχτης.
Η διαφαινόμενη αποχώρηση από τον αγώνα για τον συναισθηματικό πλούτο, ωστόσο, είναι και η ίδια κομμάτι της νοητικής προσέγγισης, η οποία βαραίνει τη λογική. Κι αν οι νοητικές υπαγορεύσεις έχουν τη λογική τους, το συναίσθημα δεν παραιτείται έτσι εύκολα. Εξακολουθεί να εκδηλώνεται στον έντονα μεταφορικό λόγο της ποιήτριας και στον βαθύ λυρισμό της, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Βαθιά που ομορφαίνεις», όπου η αμηχανία της ερωτικής προσέγγισης προκαλεί δάκρυα αστείρευτα, σπλάχνα και σώψυχα ακροβατούντα στην κόψη του γκρεμού και παραδομένα στον ίλιγγό του (εδώ η συνομιλία με τον «εξαίσιο ίλιγγο» από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου), απόρροια και πάλι του ύψους. Από κοντά η μουσική υποδαυλίζει το συναίσθημα, χαράσσοντας με τα έγχορδα «λεπίδια» της τα σπλάχνα. Με τις εικόνες που δημιουργεί η ποιήτρια κεντά «σταυροβελονιά το ανέφικτο», σ’ ένα έργο τέχνης που αρνείται εντέλει να υποταχτεί στον «ρεαλισμό» της λογικής.
Παρά την όποια απογοήτευση, συνεπώς, η ποιητική ηρωίδα βρίσκει τις διεξόδους της. Και σε αυτό συμβάλλει ιδίως η επιστροφή στην παιδικότητα, στην αθωότητα του «χάρτινου» κόσμου, των παιδικών ζωγραφιών και κατασκευών, με την οποία η Λυμπέρη, οδηγούμενη στον επίλογο της συλλογής της, έρχεται να συναντήσει εκ νέου τα παιδιά της εκκίνησης, τα οποία έπαιζαν μπάλα με την καρδιά του ποιητή. Τον κύκλο των πραγματεύσεων σφραγίζει, λοιπόν, η παιδικότητα, και δη η ποιητικά εκφρασμένη παιδικότητα. Οι δυσκολίες, βέβαια, δεν θα πάψουν να ορθώνονται. Όμως οι «χρυσαφιές ανταύγειες» των αστεριών επίσης θα βρίσκουν τρόπο να τρυπώνουν ανάμεσα στα εμπόδια και να φωτίζουν τις οδούς διαφυγής απ’ το σκοτάδι.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ.

Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.
Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».

Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».

Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.

Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».

Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».

Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Τ. 21 ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Τέταρτη συλλογή. Διάχυτος, πλην όμως πειστικός, εύηχος λυρισμός. Φαίνεται να γνωρίζει σε βάθος την παραδοσιακή ποίηση και όχι μόνον, ημεδαπή και μέρος της αλλοδαπής. Το ερωτικό στοιχείο δεν φωνασκεί. Παρέχεται έτσι κειμενικό έδαφος, ικανό και αναγκαίο, για την ανάπτυξη υλικού άλλου γένους. Διακρίνω την αλκή μιας εσωτερικής δύναμης, μιας ορμής προς τα εμπρός.
Παραπέμπω στους τελευταίους επτά στίχους του εισαγωγικού κομματιού με τίτλο «Με άγρια βότανα»: «Και αν ακούσεις ουρλιαχτό, / να με πονάς, αλλά μη ζητήσεις να επιστρέφω αμέσως, ώρες που / με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ. / Μα όταν βγαίνω από εκεί, / πόσα κομμάτια ουρανού μπορώ και θέλω να χαρίζω!». Δεν διστάζει να αναπτύξει θέματα που άπτονται της
κλασικής γραμματολογίας, όπως φέρ’ ειπείν συμβαίνει με την περίπτωση των ποιημάτων που τιτλοφορούνται «Ιώβ» και «Δόκτωρ Φάουστους» Κατάφαση στη ζωή χωρίς επιφυλάξεις. Δείγμα: «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ / στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη, / ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες μουσική, / να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις» Από τις πλέον αισιόδοξες γραφές των ημερών.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s