ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

1-%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1

 

 

Η Κυριακή (Κούλα) Αδαλόγλου γεννήθηκε στη Βέροια το 1953. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πήρε μεταπτυχιακό στην εφαρμοσμένη γλωσσολογία από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και διδακτορικό δίπλωμα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων (1998-2007) και διευθύντρια του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (2007-2011). Αποτελεί μέλος της συγγραφικής ομάδας των βιβλίων «Έκφραση /Έκθεση», που εισήγαγαν την επικοινωνιακή γλωσσική διδασκαλία στο Λύκειο. Εργάζεται ερευνητικά σε θέματα που αφορούν τη διδασκαλία της γλώσσας και την αξιολόγηση της γλωσσικής ικανότητας των μαθητών. Συνισταμένη των ερευνητικών αναζητήσεών της αποτελεί η μελέτη «Η γραπτή έκφραση των μαθητών. Προτάσεις για την αξιολόγηση και τη βελτίωσή της», εκδ. Κέδρος 2007, η οποία εστιάζει στο γράψιμο ως διαδικασία, μέσα από ποικίλα και διαφορετικά είδη κειμένων. Αφηγήματα και κριτικά σημειώματά της για σύγχρονους λογοτέχνες έχουν δημοσιευτεί σε γνωστά περιοδικά. Εξέδωσε εφτά ποιητικές συλλογές, τελευταία η «Εποχή αφής», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2016. Επίσης, μία συλλογή διηγημάτων: «Βγήκε ένας ήλιος χλωμός», εκδ. Ταξιδευτής, 2012. Ανθολόγηση ποιημάτων της έγινε στο περιοδικό της Λευκωσίας «Ακτή», στο ένθετο «Ελληνομουσείον», τεύχ. 68, φθινόπωρο 2006.

Έργογραφία:
Ποιήματα
1982 «Καταγραφές», Θεσσαλονίκη,
1992 «Στο μεταίχμιο», Θεσσαλονίκη,
1996 «Δύο ελεγείες και μία ωδή», εκδ. Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη
2001 «Μαθητεία στην αναμονή», εκδ. Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη
2009 «Διπλή άρθρωση», εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα
2013 «Οδυσσέας, τρόπον τινά», εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη
2016 «Εποχή αφής», εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη

Διηγήματα:
2012 «Βγήκε ένας ήλιος χλωμός», εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:
2014 «Ποιήματα του 2013», εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα
2011 «Έκφραση έκθεση για το γενικό λύκειο», Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (Ο.Ε.Δ.Β.)
2009 «Ποιήματα του 2008», εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα

Μελέτη:
2007 «Η γραπτή έκφραση των μαθητών», εκδ. Κέδρος, Αθήνα

 

123456

 

 

ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ (2016)

 

ΦΩΝΗ Α’

 

MONO

Λιώνω σ’ έναν καφέ μόκα καραμέλα.
Κρύο, θαμπώνουν τα τζάμια.
Μιλώ μιλάς, λόγια που δεν θυμάμαι,
μόνο να κοιταζόμαστε στα μάτια
να βλέπουμε τα χείλη που αρθρώνουν
υπόκρουση κρατάμε την κουβέντα.

Βγήκε ήλιος, μας ζεσταίνει την πλάτη.
Το χιόνι στοιχειώνει στις άκρες του δρόμου.
Δάχτυλα που αγγίζονται και ριγούμε
με την προϊούσα οσμή μιας απομάκρυνσης.

 

 

ΦΩΝΗ Γ’

Πάλι σ’ ένα καφέ θα καταφύγω
τη χαλαρή προσποιούμενη
ενώ με άγρυπνο μάτι παρατηρώ
και καταγράφω.

 

Η ΑΥΤΟΝΟΗΤΗ ΑΙΤΙΑ

Άλλαξες, ομορφαίνεις, της πετούσαν
επιπόλαια αγνοώντας το αυτονόητο.

Κι αυτός, που βεβαιώθηκε εκείνη τη στιγμή
πως για κείνον ομόρφαινε,
Έβαλε την ψυχή του στα μάτια
και της τη δώρισε.

 

ΦΩΝΗ Γ΄

Το σύννεφο είχε καθίσει πάνω από το σπίτι.
Ένα σύννεφο σαν μπουκέτο λουλούδια, μοβ, μαύρα, φούξια.
Ακούστηκε η βροντή, μια λάμψη,
το σύννεφο σκόρπισε σε μυριάδες κομμάτια.
Απ’ το ταβάνι έπεφτε μια βροχή από μοβ πέταλα.

 

ΦΕΙΓ ΒΟΛΑΝ

Λίγο πριν από το ύψος της Αριστοτέλους με Ερμού
έκανες αδιέξοδες τις κατευθύνσεις.
Άχνιζε η ζέστη
μηνύματα στο κινητό με καλούσαν στην ΕΡΤ.

Λίγο πριν από το ύψος της Ερμού
μετέωρες αποφάσεις.
Συλλαλητήριο για τους απολυμένους
εκατοντάδες μηνύματά μου φέιγ βολάν πεταμένα στους δρόμους
ζητούν τον λόγο από εκείνον που παρίστανε τον παραλήπτη.

 

ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ

Πόσο ζηλεύω το θαλασσινό αεράκι.
Να χαϊδεύει τα μαλλιά μου.
Τα μαλλιά μου.
Μακραίνουν, πυκνά.

Εποχή αφής.
0 άνεμος στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα δάχτυλα.
Τα δάχτυλα στα χείλη.
Τα χείλη στο μάγουλο.
Το μάγουλο στην παλάμη.
Η σιωπή στα χείλη.
0 αερόσακος της απόστασης στα σώματα.
0 στρόβιλος των αποριών.
Η απουσία σου παντού.
Το γρατζούνισμα της μνήμης.
Τα δάχτυλα χωρίς πλήκτρα ψαύουν μηνύματα.

Τα μαλλιά μου
μακραίνουν,
φθάνουν στη θάλασσα, βρέχονται,
η άρμη,
βαραίνουν.

Βαραίνουν.
Σε βλέπω μέσα στο νερό
να πασχίζεις μη σε πάρει το ρέμα
κρατάς το κεφάλι πίσω τεντωμένο
μη σου ’ρθει κανένα σανίδι ή κλαδί ορμητικό
το κορμί ευέλικτο για τις κατεβασιές και τις στροφές δώθε κείθε
Φοβάμαι μην ξοκείλεις σε καμιά άκρη, ξέπνοος και ξεχασμένος
ή μη σε δω να σε παίρνει ο καταρράκτης
με ανοιχτά χέρια και πόδια
να βάφεις για λίγο κόκκινο το συμπαγές άσπρο
κι ύστερα να διαχέεσαι στα μόρια του νερού.

 

 

ΦΩΝΗ Β’

Κάθε βράδυ είναι εκεί και με κοιτάει.
Σαν να γνωριζόμαστε από πάντα.
Της προσφέρω το Tom Collins που πίνει και πλησιάζω
μου χαμογελάει όλο φως.

Τι ξέρει η αγάπη από το όμορφο;
Τι ξέρει από το διαφορετικό;
Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.

Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα –

φτάνουν οι παρομοιώσεις –
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

 

Γ’

Καθάρισε τη μνήμη του τηλεφώνου.
Τόσο κόκκινο, την πνίγει.
Εικόνες από μακριά και πιο κοντά
διαμελισμένα ερείπια
πρόσωπα θρήνος
οροί τραύματα αίμα
ρουκέτες παράκρουσης
ανατιναγμένη λογική
ζωές λαθραία παγιδευμένες
λάμες απόγνωσης
σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας

 

 

ΣΑΝ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΤ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Σαν τη γραμμή του ορίζοντα, πράσινο,
εγώ αγαπούσα το μπλε, της θάλασσας,
νησιά πέλαγος πλοία άγονη γραμμή
πρόσφυγες μετανάστες

ύστερα άλλαξα κατεύθυνση, μόνιμος στα αεροδρόμια
ταξίδια γκρίζα και φαιά

μπλε της θάλασσας φαιό του θανάτου νερό ρουφήχτρα πλοία
κιβούρια
ξεβρασμένα κορμιά ακυρώνουν την αναψυχή των αμέριμνων
πόσο να με παρηγορήσει αυτό το πράσινο ενός ετοιμόρροπου
γιασεμιού

 

 

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ (2013)

 

1 ΜΥΝΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ

Α, ρε Οδυσσέα,
αυτό κι αν με τρελαίνει:
είκοσι χρόνια σε περίμενα
και τώρα που χρειάστηκε να λείψω για δουλειές
ούτε ένα βράδυ δεν μπορείς να περιμένεις…

Καλέ μου Οδυσσέα,
αδυνατώ να καταλάβω.
Τι σου ζητώ, ένα χάδι, ένα χαμόγελο.
Πρέπει να ’ρθουν τα πάνω κάτω,
για να μου δείχνεις αφοσίωση;

Θα ’ρθεις πάλι για έρωτα.
Θα παραληρεί το γιασεμί
θα ξεσαλώνουνε τα μικροπούλια.
Δε θα μπορέσω να ανταποκριθώ.
Θα χω πληγές.
Σου το ’χω πει, δε θέλεις να τ’ ακούσεις:
Σαν μένω μόνη μου
ματώνει η μνήμη.

❖ 

Δεύτερη γραφή

Αγαπημένε μου Οδυσσέα,
γράφω στο λάπτοπ που μου πήρες.
Ξεγλιστράς, δεν χάνεις ευκαιρία.
Όμως
ήσουν εδώ σαν ξέσπασε η μπόρα.
Το τεθλασμένο σώμα μου το λάτρεψες
τη σουρεαλιστική μορφή μου ασπάστηκες
αξιέπαινα συντήρησες τον πόθο.

Γι’ αυτό σε συγχωρώ.
Βαθιά χρωστώ ευγνωμοσύνη.

(Έγινε άβολος αυτός ο χώρος.
Δεν ξέρω αν θα στείλω το e-mail.)

Οδυσσέα Dear,
ελπίζω να περνάς καλά με την αντροπαρέα σου.
Και, να σου πω ότι, παρά την άρνησή σου για βοήθεια,
βρήκα τους αριθμητικούς συσχετισμούς που με βασάνιζαν.
Ευελπιστώ, λοιπόν, να ολοκληρώσω το υφαντό που σχεδιάζω.
Με άλλα λόγια, τα καταφέρνω και χωρίς εσένα!

Γράφω
ημερολόγιο
γράφω μηνύματα
γράφω.
Τι θα ’κάνε η Πηνελόπη χωρίς γράψιμο;
Μ’ αυτό παλεύει τη φθορά, τον χρόνο,
τη λαγνεία, τον φόβο, την απόγνωση.
Τα υφαντά τελειώνουν κάποτε,
το γράψιμο κρατάει όσο κι η ζωή μας.
Πρόσεξε πώς διαβάζεις τα μηνύματά μου.

Μια που είσαι στην Τρίπολη, πέρνα από τη Σπάρτη.
Η Ελένη έκανε μαστεκτομή.
Φαντάσου, αν αυτό συνέβαινε νωρίτερα,
πόσο αλλιώτικα τα γεγονότα!
Η Ελένη με τσαλακωμένο μπούστο, φαλακρή.
Τι να ερωτευτεί ένας Πάρις;
Τέλος πάντων, να περάσεις, είναι πεσμένοι, πες τους
κάποια από τις ιστορίες σου.
Κι ο Μενέλαος, πιο ερωτευμένος από ποτέ.

Τώρα ξέρω. Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το
μεσοδιάστημα

Γερνάς, αγάπη μου.
Γέρνεις, κουρνιάζεις,
το ταξίδι ξεχνάς.

Την ανημπόρια σου νοιάζομαι.

Πώς έζησα τόσον καιρό
μ’ αυτό το πικρό ποίημα στα χείλη
και τα μάτια στραμμένα στο τίποτα.

Έλα πιο κοντά, τα μάτια σου βυθοσκοπούν
την προσδοκία μου.

Πώς έζησα τόσον καιρό
δάχτυλα πλήκτρα μηνύματα
ειρωνευόμενη απόγνωση.

Κάθεσαι δίπλα μου.
Αγγίζω το απαλό σου T-shirt
τραβώ το δάχτυλό μου
σαν να ’κανα αταξία.

Η βελούδινη κουρτίνα στα βλέφαρα σου.

Γυρνάς, αγάπη μου.
Χλιαρή ραστώνη.
Βάζω σημάδια,

μη χάσω τις στιγμές.

Κάθεσαι δίπλα μου
όμως νηστεύεις το ταξίδι.
Φιλιά σαν κλάμα.

Καιρός χωρίς μηνύματα.
Η φωνή σου στ’ αυτιά μου
σαν ψίθυρος σαν καταιγίδα.

Τη φουρτουνιασμένη ακινησία σου
θραύεις επάνω μου.

Τα μηνύματα μου δεν είναι, επιτέλους, ηλεκτρονικά.
Σου τα στέλνει το ωριμασμένο μου πρόσωπο
το νεαρό μου χαμόγελο
τα κυματιστά μου μαλλιά

που ξέρουν
γεμίζουν τη νύχτα.

Σκοτεινιάζεις, αγάπη μου.
Σούρουπο σκούρο το βελούδο.

Συνεχής ροή τρυφερότητας από τα μάτια σου.
Χαμογελάει το κλαμένο μου σώμα.

Το φως σαν προβολέας πάνω σου.
Σκιές γίνονται γύρω τα άλλα πρόσωπα.
Σαν σε κάψα κλεισμένοι

στο δρόμο του φωτός χορός οι λέξεις μας

Μπαίνεις στο οπτικό μου πεδίο και
σαν ηλιοτρόπιο
σ’ ακολουθώ

μαγνητισμένη.

Ετοιμάζεσαι να φύγεις
και πονώ.

Και η μικρότερη απομάκρυνσή σου δυσβάσταχτη·
Τόσο δήθεν τυχαία είχα διαλέξει
την πολυθρόνα που σε περίμενα
τη μουσική και το ρούχο

τόσο τυχαία
η συγκυρία του δευτερολέπτου
τα ακύρωσε όλα.

Πόσο άπιαστα πράγματα κυνηγήσαμε;
Πόσο λίγο φορές φορές το άγγιγμά σου.
Πεταρίζει το μάτι σου στο αλλού

σφίγγεται η καρδιά μου.

Μπαίνει στην είσοδο
με μάτια φουσκωμένα σύννεφα
για μπάρα
ή για λυγμό
ο Άλλος.

Είναι πίσω.
Κρατάει λεπίδι.
Κόβει τους αρμούς μας
ο Άλλος.

Τον κοιτώ και χάνει τα λόγια του,
ο Άλλος.

Εγκλωβισμένη. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Εσύ κοντά μου αλλά απ’ έξω, ανήσυχος.

Με στήθος που καίγεται ο Άλλος.

Διάτρητη

Ξυπνώ κάθιδρη.
Ερχεται στον ύπνο μου σαν κίνδυνος
ή σαν μεγάλος καημός
ο Άλλος.

Ανοίγω την εξώπορτα, μόνη.
Μπροστά γκρεμός.

Βρέχει, φουσκώνει το ρέμα.
Τα ποδιά μου ήδη στο νερό.

Εσύ πού είσαι;

Οριακά φθινόπωρο.
Μια υποψία βροχής.
Γυρνώ μαζί σου σε χώρους που όριζε ο Άλλος.

Απομάγευση.

Σαν να κόπηκε το σχοινί.
Σαν να ’σβήσε ένα φωτάκι.
Σαν να γύρισε ο διακόπτης.

Ελευθερία.

Ξύπνημα πρωινού.
Δεν πονώ δε φοβάμαι.
Βαθιά, πολύ βαθιά ψηλαφώ την πληγή.

Τώρα ξέρω.
Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα
Κι αν πάλι φύγω,
θα ’χω ένα λόγο να επιστρέφω

αν περιμένεις με μάτια πρησμένα.

 

2 ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

 

a) IMMIGRANT’S – ΤΡΟΠΟΝ TINA

 

ΘΕλΕΙ ΔΕ ΘΕΛΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Από τον ιμάντα πήρα τις βαλίτσες
βγήκα στην αίθουσα αφίξεων
ήσουν τριών και με υποδέχτηκες.
Από τον ιμάντα παίρνεις τις βαλίτσες
βγαίνεις στην αίθουσα αφίξεων
είμαι πενήντα δυο και σε υποδέχομαι,
θέλει δε θέλει ο χρόνος μίκρυνα
ένα παιδάκι.
Κλαίει ήσυχα και χώνεται στην αγκαλιά σου.

Κι όμως, να σου κι εσύ της διασποράς,
κεντρομόλο σε είχα στη σπιτική εστία.
Έφευγες λίγο μα ερχόσουν πάλι.
Έχασε η Ιθάκη το νόημά της.
Ιθάκη είναι τέρμα δεν είναι αφετηρία.
Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά.

 

ΑΝΑΣΚΕΥΗ

Σκαρφαλώνω
Ράφια βιβλία συγγράμματα ράφια
Σκάλες παράθυρα blind
H νύχτα μπαίνει στις τρύπες του τζιν
Σιωπηλό το τηλέφωνο
No money
Αραιώνουν οι κλήσεις τους
No money
Τούτη η πόλη με ταΐζει Sainsbury’s και πρωτοπορία
Ράφια, βιβλία συγγράμματα ράφια
Σκαρφαλώνω
Αραιώνουν οι κλήσεις τους
Σιωπηλό το τηλέφωνο
No money
Εγώ τούς σκέφτομαι πολύ τα βράδια
Στήνω κουβέντα με την απουσία τους
Και πίνω τσάι με τις σκιές τους.

Μην την πιστεύετε.
Ψέματα λέει
και πριν και τώρα.
Πλαστογραφεί τις μέρες μου.
Τα δικά της αισθήματα προβάλλει.
Παρακαλώ
πετάξτε την έξω
από το ποίημα.

 

SKYPE

Το ηλεκτρονικό σου γέλιο
Οι ηλεκτρονικές σου πυτζάμες
Το ηλεκτρονικό σας σπίτι
Το ηλεκτρονικό σας μπαλκόνι με τις γλάστρες
Τα ηλεκτρονικά σας γραφεία

Τα ηλεκτρονικά μου γενέθλια
Οι ηλεκτρονικοί μου επίδεσμοι
Οι ηλεκτρονικές διαβεβαιώσεις μου πως είμαι καλά

Αύριο τα ηλεκτρονικά σας παιδιά
Οι ηλεκτρονικές τους λεξούλες
Τα ηλεκτρονικά τους δώρα
Οι ηλεκτρονικές τους ζωγραφιές

Κι ύστερα πάλι, μα τι λες ας είσαι
κι ας τους βλέπεις κι ηλεκτρονικά.
Ας νιώθεις κι ας τους νιώθεις ηλεκτρονικά.
Άφησε τα αυτονόητα.
Εσύ δες τι θα κάνεις
με αυτό το κλομπ που ’ρχεται πίσω σου
να θέλει να σου λιώσει το κεφάλι.

 

 

ΡΑΓΙΣΜΑ

Άρχισε να κλαίει, δεν θέλω να φύγουμε,
το πρόσωπό της χωμένο στα φουντωτά της μαλλιά.

Μα εγώ πιότερο συμπόνεσα εκείνο το αγόρι
που έλεγε αστεία, τραγουδούσε, γελούσε παράξενα
και όταν του είπαν ((πάλι κλαίει»
h είναι εύκολο να είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου
ανθρώπους, απάντησε,
|ΐ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.

 

 

ΦΙΛΟΣΟΦΩΝΤΑΣ

Απρίλης και άνοιξη, Θεσσαλονίκη,
εικαστική κατασκευή εν όψει εορτασμού:
στο δάπεδο πρόσωπα-μάσκες, μορφές ελλειπτικές
το ασαφές δηλώνουν της ταυτότητας τιμώμενων,
ανώνυμων, νεκρών.
Βιαστικοί επισκέπτες πατούν απρόσεχτα πάνω στα
εκθέματα
πάλι και πάλι και συνέχεια,
μα δεν είναι δυνατόν, πώς δεν τα βλέπετε,
φωνάζει η Ελένη.

Ιούνιος και βρέχει, Βερολίνο,
εβραϊκό μουσείο, εικαστική κατασκευή «κενό μνήμης»:
χιλιάδες στοιβαγμένα πρόσωπα, στόμα κραυγή.
Η προτροπή του καλλιτέχνη
ο επισκέπτης να πατήσει πάνω τους –
μέθεξη στο μαρτύριο ίσως –
μα εγώ δεν μπόρεσα…

 

 

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΕΙΣ

Ψυχρή νύχτα Γενάρη,
αδέσποτα σκυλιά,
νυχτερινές παρέες αλλοδαπών,
η πλατεία Ρωμαϊκής αγοράς να γίνεται
πλατεία Δικαστηρίων και τούμπαλιν,
κι εγώ, το πολύ είκοσι,
να πίνω το φεγγάρι στα μάτια σου.

Ξεροσταλιάζεις γωνία ταβέρνας και καφέ,
έρχομαι και θέτεις θέμα ημερήσιας διάταξης,
επέτειος, κρουασανάκια σοκολάτας
έγκλειστοι μετανάστες στη Νομική
ένας ξενώνας παρακμή στη γειτονιά μου
σέρνεται αθόρυβα η απεργία πείνας.

Μέσα σε λίγα σύννεφα λοξά μηνύματα μου στέλνεις,
προδότρα σελήνη,
όλο μισά και θαμπά, των υπαινιγμών σελήνη.

 

 

ΣΤΗΝ ΞΕΡΑ

Ματαιωμένες διαδρομές
ακυρωμένη προσέγγιση
αφανισμένη η γεύση του φιλιού.

Κι εγώ μόριο χαλαζία θαλασσόβρεχτου
ξεβρασμένο στην ξέρα
ενός πάρκινγκ της Εθνικής.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΦΥΓΗ

Ξύπνησα με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια
κι ούτε που ξέρω να το ζωντανέψω.

Τσακισμένοι, πάγκοι
θρυμματισμένη πραμάτεια
σκόρπια γυαλιά
λεπτοδείκτες που δείχνουν έναν άλλο χρόνο…

Με την πλάτη στημένη στον τοίχο, χωρίς διαφυγή,
επιμένω να κρατώ τη δυσβάσταχτη αγάπη.

…πρόσωπα σκούρα
βλέμμα πανικού
φωνή σιωπής
μια μαύρη σκιά πετρώνει στα μάτια…

Σφίγγω στο χέρι μου μια μοβ χάντρα, που βρήκα
ζωντανή σε μια γωνιά.

 

 

 

ΔΙΠΛΗ ΑΡΘΡΩΣΗ (2009)

 

Ι Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Οι πρόβες είχαν αρχίσει από καιρό
Στις κερκίδες σύχναζαν περίεργοι
ηθοποιοί και σκηνοθέτης δεν
δεν
μπορούσαν να προχωρήσουν.

Η πρωταγωνίστρια υπέφερε από στέγνα
«Οι ήχοι γδέρνουν το λαρύγγι μου
στον έρωτα ματώνω
το δέρμα μου σχίζεται τομές
όπως η γη που σκοτώνει τα γεννήματα».

Ύστερα άλλαξε ο σκηνοθέτης.
Ο παλιός λέγανε έφυγε
ακολουθώντας ένα χειρόγραφο σενάριο.
Η πρωταγωνίστρια ζήτησε άδεια και αναχώρησε.

Και για όσα σου πρόσφερα
με ανταμείβεις με μία σχισμή
που δεν είναι ούτε χαμόγελο

που δεν είναι ούτε χαμόγελο
να κρεμάσω μια υποψία αχνού,
όπως στο μπάνιο ο καθρέφτης που θαμπώνει

όπως στο μπάνιο ο καθρέφτης που θαμπώνει
και παίζει κακέκτυπα την πατίνα του χρόνου
μπερδεύοντας τα χνάρια της αλήθειας στο πρόσωπό μού

στο πρόσωπό μου που ώρα πρωινή
στο πίσω κάθισμα του λεωφορείου
απορροφήθηκε από το χνωτισμένο τζάμι.
. . .

 

ΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΟΔΥΟΤΑΝ Η ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ
ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΕ

Ο πρόλογός της:

Πάει καιρός που άκουσα τις γυναίκες αυτές, όταν, περιπλανώμενη,
αφουγκραζόμουν τις μέρες τους, για να γλυκάνω τις δικές μου. Θα σας
μιλήσω με τα λόγια τους, όπως τα κατέγραψα. Δεν θα χετε όμως τις φωνές
τους. Θα προσπαθήσω να τους δώσω χρώματα απ’ τη δική μου φωνή, τα
χρώματά τους. Πρέπει να σας τονίσω ότι κουβαλώ την εικόνα τους, ώριμες
γυναίκες, ή και ηλικιωμένες θα έλεγα, αλλά όχι γερασμένες, ωραίες
κάποτε, με τα σημάδια της ωραιότητας λιγότερο ή περισσότερο αχνά.
Συμπληρωματικά με τη φθορά. Ωραίες γυναίκες. Φυλακισμένες στο μικρό
τους χώρο, αλλά όχι χωρίς τη γνώση του περίγυρου. Γενναίες, με ό,τι
μπορεί να σημαίνει η λέξη.

…Πού να πρωτομαζέψω το μυαλό μου; Σκόρπισαν τα παιδιά.
Οι μελιτζάνες είναι βαριές. Θα βάλω λιγότερες στρώσεις.
Μη φας τίποτε άλλο, λίγο ρυζόγαλο, να σου φτιάξει τη γεύση.
Φόρεσε αυτή την εσάρπα στην πλάτη σου. Έχει ψυχρά απόψε. Και έλα, κάθισε…

Ξεκινάμε, λοιπόν:

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΚΔΟΧΕΣ

 

ΕΚΔΟΧΗ ΠΡΩΤΗ: ΤΑΣΙΑ

Κι ούτε μια στάλα το λαδάκι της παραμυθίας
Πού να πρωτομαζέψω το μυαλό μου;
Έφυγαν κιόλας χρόνοι τέσσεροι
τα μαύρα μού καίνε το κορμί
το καλοκαίρι, το χειμώνα αυγαταίνουν τη θλίψη μου.

Σκόρπισαν τα παιδιά,
πού να πρωτομαζέψω το μυαλό μου;
Έστω κρατάω τα μαλλιά ξανθά,
το πρόσωπό μου κάτι λέει ακόμα.
Ο έρωτας έρχεται σαν πειρασμός
μέσα στην άχνα του απομεσήμερου.

Η μοναξιά πλακώνει με τη νύχτα.
Η νύχτα είναι καλή να μαζεύονται όλοι στο σπίτι.
Να πέφτεις τελευταία, με ένα αίσθημα γαλήνης
κι ύστερα να σηκώνεσαι κάποια στιγμή,
στις μύτες περπατώντας,
να αφουγκράζεσαι ανάσες ήσυχες, ένα ελαφρύ ροχαλητό
Η νύχτα τότε είναι καλή.

Τώρα ρημάζει το διπλό μου στρώμα.
Μετρώ αυτούς που λείπουν,
μετρώ τα άδεια σπίτια του χωριού,
μετρώ σταυρούς στο κοιμητήριο.
Ποιος ξαγρυπνάει απόψε; τι τον βασανίζει;
ποιος ξενυχτάει, ποιος κινδυνεύει;
ποιος θέλει κάποιον να μιλήσει; ποιος πονάει;

Η μοναξιά πλακώνει με τη νύχτα
κι η νύχτα στο χωριό μου είναι μεγάλη.

 

 

ΕΚΔΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΜΑΙΡΗ

Άλλη δεν κοίταξε ποτέ

Μου είπαν ότι τηλεφώνησες και χθες.
Το ξέρεις ότι δε σηκώνω το ακουστικό, δεν ξέρω, μη γελάς,
αυτές οι νέες συσκευές χωρίς σύρμα, μπερδεύω τα κουμπιά.
Να ’ρθεις το βράδυ, θα σου κάνω ομελέτα. Ναι, και πορτοκάλι γλυκό
πώς ξέχασα να δώσω στο παιδί ένα βαζάκι;
Καλά είμαι, λίγο πονάει το πόδι μου, και το στομάχι μου.
Μόνη μου, τις πιο πολλές φορές μόνη είμαι τα βράδια,
κλειδώνω νωρίς, περνούν μπροστά οι Αλβανοί, φοβάμαι.
Τι φοβάμαι; Σάμπως ξέρω, όλοι εδώ λένε ότι πρέπει να φοβόμαστε.
Κλείνω το φως και κάνω πως κοιμάμαι.
Έρχονται τότε οι αγαπημένοι, η μάνα σου κυρίως, αχώριστες,
μία φορά μαλώσαμε μονάχα, σαν ήτανε να παντρευτώ το θειο σου.
Που θα πας στις λάσπες, μου φώναζε;
Όμως μου άρεζε, με το ψιλό του μουστακάκι, μελαχρινός,
ήταν αλλιώτικος απ’ όσους μας προξένευαν.

1938, ήρθα στο χωριό. Όλα τούς φαίνονταν παράξενα.
Που με φωνάζαν Μαίρη κι όχι Μάρω ή Μαριώ.
Που δεν έκοβα τις λέξεις όπως αυτοί. Που έβαφα τα νύχια μου.
Στο ’χουνε πει πως πήγα να πεθάνω. Ντρεπόμουνα να φύγω.
Που πας στις λάσπες, μου το ’χε πει η μάνα σου.
Με τον καιρό συνήθισα. Ήρθαν τα παιδιά. Δουλειές.
0 κήπος, λίγο στο χωράφι. Ποια νύχια, ποια μαλλιά;
Τον αγάπησα. Χόρευε όμορφα και τραγουδούσε, τα ρεμπέτικα.
Έπινε βέβαια και χαρτόπαιζε, με χτύπησε
κάποιες φορές
μες στο μεθύσι. Άλλη δεν κοίταξε ποτέ. Ποτέ.
. . .

ΕΚΔΟΧΗ ΤΡΙΤΗ: ΑΝΝΑ

Μυρίζει γιορτινή βροχή

Και να ’μαι στη διαδήλωση. Με φέραν τα παιδιά.
Ποιος να μου το ‘λεγε, ύστερα από τόσα χρόνια.
Ήρθανε μια βδομάδα στο χωριό. Χαλάρωσα.
Ζεστάθηκε η ψυχή μου. Πονάω στη σκέψη πως θα φύγουν,
θέλει μεγάλη προσοχή. Μην ξεθαρρεύω. Μακριά μου θα ’ναι.
Δένω το χρόνο που μοιράζομαι μαζί τους,
και στη διαδήλωση. Σάμπως άμαθη είμαι;

Μου φέρνει φούντωσή αυτός ο αέρας.
Φοράω σταυρωτά τα φυσεκλίκια. Μαλλιά σπαστά.
Στα χόρτα με πλαγιάζει ο αντάρτης.
Φεύγουμε στα βουνά, σ’ άλλα βουνά. Μακριά. Ένα μπουλούκι.
Άλλοι σκορπίζουν άλλοι πεθαίνουν. Εμείς μαζί. Κι η αγάπη.
Φτάνουμε εκεί ψηλά. Δουλεύουμε. Κάτι τσιμπάει την καρδιά.
Το λένε νοσταλγία; αμφιβολία; τσίμπημα φαρμάκι.
Μας δίνουνε την άδεια και γυρίζουμε.
Όμως σιωπή. Μας
αποφεύγουν οι συχωριανοί.
Καλημερίζω και χαμογελώ. Για τα παλιά κουβέντα.
Έτσι ανοίγουνε σιγά σιγά οι πόρτες τους.
Οι αναμνήσεις μου, σαν τις φωτογραφίες, τυλίγονται με μια πετσέτα στο ντουλάπι.
Ύστερα, τι τα θες; Όλα μπερδεύτηκαν.
Που αφήσαμε τόσες κοπέλες τόσα παλικάρια
μάτια ανοιχτά κοκαλωμένα σώματα μέσα στα χιόνια στα βουνά ή σε τόπους ξένους
άξιζε τάχατες;

 

 

ΕΚΔΟΧΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΜΕΡΣΙΝΑ

Δευτέρα

Χάραξε η μέρα, δοξασμένος
Δευτέρα
Χάραξε η μέρα, δοξασμένος.
Να ταΐσω τα ζωντανά, να ποτίσω τον κήπο.
Καμιά ωρίτσα στην κουζίνα.
Λίγο φαί το μεσημέρι.
Κι ένας υπνάκος.
Πέντε μ’ εφτά ν’ ανάψω πέρα τα καντήλια
γλυκαίνονται οι ψυχές.
Και οι άλλες ώρες;
Πώς να τις γεμίσω;
Πώς να τις νοστιμίσω;

Τρίτη

Σέρνομαι σήμερα, μια ατονία.
Θα μείνω στο κρεβάτι.
Αργότερα τα ζωντανά.
Κι αν δεν μπορώ τηλεφωνάω στη Μαρίτσα.
Να με συνδράμει.
Έναν καφεδάκο.
Λίγη σούπα.
Και μια μπουκιά τυρόψωμο, να πιαστεί η ψυχή μου.
Γυρίζουν όλα γύρω μου.
Ας γείρω.
. . .

II. ΠΡΟΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ

Δεν μιλούσε πια ούτε έτρωγε. Τόσο πιοτί τού έλιωσε τα
σωθικά. Έσβηνε. Και τότε του ’ρθε η εικόνα: Στολισμένο το
λιμάνι με πολύχρωμες σημαιούλες. Και φώτα. Κι αυτός, ξανθό
παλικαράκι, να παίζει μουσική, με φουσκωμένο στήθος,
γερμένο πίσω το κεφάλι και σηκωμένο το όμποε ψηλά. Σαν
κλαρίνο το ’παίζε, πώς είχε δει τόσες φορές στα μέρη του.
Μόνον ο ήχος ήτανε ο λυπημένος του όμποε. Πολύ θλιμμένος.
Κι η βάρκα είχε λυθεί κι έφευγε μόνη στ’ ανοιχτά. Κανείς δεν
φώναξε.

 

Διανυκτερεύσεις

Φανάρι κόκκινο και στάση.
Γραφείο τελετών – διανυκτερεύει.

Να διανυκτέρευαν αλήθεια, μαγαζιά,
γραφεία, επιχειρήσεις,
μ’ ένα φωτάκι, κάποιο υπάλληλο.
Θα ’χε μια χαμηλή ζωή η πόλη.

Θα ’χα και εγώ μια ελπίδα συντροφιάς.
Κάποιες δουλειές θα τέλειωνα ίσως
τις ξάγρυπνες ώρες που δε θέλω διασκεδάσεις.

Μα τελικά μόνον ο θάνατος διανυκτερεύει;

Σύγχρονος σύντροφος του Οδυσσέα

Καλή σου ώρα, Γκάβεν,
σε φαντάζομαι να ζεις κοντά στο δάσος,
μια βάρκα δίπλα στο ποτάμι,
μια κοκκινομάλλα Σκοτσέζα,
καλή σου ώρα, Γκάβεν,
γλύκανες κάποτε πικρές μας ώρες.
Τις νύχτες που ξαγρυπνάς
περιπολώντας στο δάσος
έχε το νου σου.
Μου ’παν πως κάποιος σύντροφος του Οδυσσέα
διανυκτέρευσε στο μικρό πανδοχείο του Male
κι αγόρασε τσιγάρα απ’ το tobacco shop.
Έχε το νου σου εκεί που ξαγρυπνάς,
μην και το συναπάντημά σας
αλλάξει την πορεία της απελπισίας του.

Μέσοι όροι

Και ποια είσαι εσύ που τόλμησες να αγνοείς τους μέσους όρους;
Να αναιρείς την ομοιομορφία, να ενθαρρύνεις την απόκλιση;
Να, τώρα. Έγινες στηλάκι στα έντυπα,
μπαλάκι σε πολιτικό πινγκ πονγκ.
Σήκωσες βαθυστόχαστες αναλύσεις.

Αφού είσαι για ρομαντισμούς και ηλιοβασιλέματα
τι ήθελες να ασκήσεις εξουσία;
Μείνε λοιπόν τσαλακωμένη και κατάπτυστη,
η αποκλίνουσα.

* * *

Σαν τις γάτες του Αη-Νικόλα γίνανε.
Η μια με γούνα μαδημένη,
η δεύτερη με αυτί τσαλακωμένο,
η τρίτη ακρωτηριασμένη.

Ήπιαν γερές γουλιές φαρμάκι.
Φαρμάκι από ξένους δεν τις πείραξε.
Φαρμάκι από αγαπημένους, όμως;
Τις τσάκισε.

Νιαουρίζετε κι απόψε, παράταιρο νιαούρισμα. Εσύ κυρίως.
Που νομίζεις πως δείχνεις τα νύχια σου. Νύχια ελαστικά,
γυρίζουν και μπήγονται στο κρέας σου.

Νιαουρίζεις παράταιρα.
Δεν είναι εκδίκηση. Λίγο μοιρολόγι λίγο προφητεία.
Ακρωτηριασμένη, καραδοκείς να γραπώσεις το ανέφικτο.

Αφηγητής στην ποίηση

Ποιος είπε ότι δείχνω το πρόσωπό μου;
Προσωπεία φορώ
φωνές δανείζομαι
αφηγήσεις φίλων
διαλόγους από λεωφορεία και καφετερίες.

Παρακαλώ να αρθεί αμέσως η αδικία.
Έχει και η ποίηση δικαίωμα στο άλλοθι.

 

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ Η ΠΡΩΤΗ

Ο κίνδυνος

Κι έγινε τότε αμέσως η μάζωξη των προγόνων, ευθύς μόλις αντιλήφθηκαν
τη σοβαρότητα του θέματος. Οι πολυαγαπημένοι μου γονείς. Η γιαγιά
Καλίτσα που πιάναν οι ευχές της, με τον όμορφο παππού μου να στρίβει
σκεφτικός το μουστάκι. Η γιαγιά Περσεφόνη η Μικρασιάτισσα – κοίτα
να μου εξασφαλίσεις τουλάχιστον μια κάθοδο στον Άδη σαν τη δική σου,
της είπα -κι εκείνη, επειδή δεν ήξερε από μυθολογίες και τέτοια, αλλά
κατάλαβε πως ξεστόμισα κάτι κακό, μου ’δώσε μια και βρέθηκα ανάσκελα
στο κρεβάτι, που δεν είχα θάρρος σαν το δικό της. Βοηθάτε, είπα, μη με
κοιτάτε μόνον από τα κάδρα, είμαι σε κίνδυνο. Και όλοι μεμιάς μου έγνεψαν
πως δεν είναι κανένας κίνδυνος και δεν θα μπορούσε εκείνη η κούμπωση να
γίνει ολοκληρωτικό κακό.
Το αυτόν ελπίζω κι εγώ δι’ εμέ, έτσι όπως κοιτώ τον καινούριο εαυτό μου
να αναδύεται από τη φορμόλη, λίγο λειψός είναι αλήθεια.
Καλοί μου, βάλτε το χεράκι σας. Προσκυνώ.

* * *

Ωστόσο, σουρούπωνε. Πήρε να φυσάει ένας αγέρας μυστήριος, με πήγαινε
πέρα δώθε σαν βάρκα, μου ’φερνε ναυτία. Το γλυκό φως από τα φαναρακια
της πλατείας Δικαστηρίων λίγο με συνέφερε.

Με αξιοπρέπεια

στη Νίκη

Και βέβαια ήξερε τι ρωτούσε η Νίκη.
Δεν εννοούσε αυτό το γελαστό που βλέπετε
ήθελε πιο βαθιά να σκάψει.
Όμως δεν ξέρατε, μήτε εσείς.
Ποτέ δεν ήμουνα γενναία ή αισιόδοξη.
Ωστόσο, έλεγα να το περάσουμε κι αυτό
δίχως να μας λυπούνται.
Με αξιοπρέπεια.

Μοδιάνο – Καπόνι

Καθόταν άκεφος, πηγούνι στην παλάμη, σαν κουρασμένος.
Μου ’δώσε τα λαχανικά, κάνα δυο μήνες έμειναν,
κι ο γιος ψάχνει αλλού, αφού είναι βέβαιο, θα φύγει η αγορά,
σ’ αυτόν τον τόπο βέβαια πολλά συμβαίνουν, πάντως είμαστε και δεν είμαστε, φίλε. Ξέρω πώς είναι, του είπα. Σαν να ’χεις περάσει μπόρα
και να σου λένε μάλλον τη γλίτωσες, αλλά και πάλι ποιος μπορεί να ξέρει,
οπότε είσαι και δεν είσαι. Μέσα αλλά και λίγο έξω.
Κάνε παιχνίδι. Κανείς ποτέ δεν ξέρει πώς θα παν τα πράγματα
και πώς θα κλείσει ο κύκλος.
Μπήκε στο μαγαζί σκυφτός, σέρνοντας τα πόδια.

Θνητές

Η Βιβή μ’ ένα κόκκινο του αίματος

Η γιορτή ήταν κρυστάλλινη
αλλά όχι διάφανη, καθόλου,
μουντή, του σκονισμένου γυαλιού.
Ανάμεσα σε γαρίδες κοκτέιλ, κεριά και σατέν
να η Βιβή μ’ ένα φόρεμα κόκκινο
κάθεται στο κέντρο του δωματίου και
κοιτάζει τον οδηγό του λεωφορείου
με επίμονη αγωνία.
Και να,
χορεύει, στροβιλίζεται κάθετα
υπόγεια εισχωρεί στις διακλαδώσεις του νερού
τα μάτια της διαυγή και ρευστά
αγγίζει τις ρίζες των δέντρων και στις πιο λεπτές βυθίζεται
στα δάχτυλά της σαν από αλάβαστρο
ερπετά τη διακοσμούν
η Βιβή μ’ ένα κόκκινο του αίματος.

Η Πάτρα, με δυο λακκάκια στα μάγουλα

Οι ντόπιοι και οι άλλοι. Τα αγαπημένα της τραγούδια τής τραγούδησαν.
Σηκώθηκε ο Χαλίλ και χόρευε, κλαίγοντας χόρευε,
άνοιγε τα χέρια κι έλεγε λόγια στη γλώσσα του.
Χτυπούσε ο Ναζίρ το τουμπελέκι.
Γιατί, Αλλάχ, την άρπαξες, στου δρόμου τα μισά μάς άφησες.
Εκεί ήταν η Πάτρα, αλλά κανένας δεν την έβλεπε
στου τραπεζιού την άκρη καθισμένη.
Σηκώθηκε και με πλησίασε. Εσύ εδώ θα μείνεις, μου είπε.
Κοίταξε μόνο να θυμάσαι ό,τι είπαμε,
να τους βοηθήσεις. Οι υποσχέσεις δένουν τους εδώ με τους εκεί.
Άπλωσε το χέρι της, ένιωσα στον καρπό μου ένα χέρι στιβαρό:
ο Χαλίλ μ’ έσυρε να χορέψουμε. Ανατολίτικος σκοπός.
Χόρεψα κάτι που έφερνε σε μπάλο.
Γελούσε η Πάτρα, με δυο βαθιά λακκάκια στα μάγουλα.

 

 

 

ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ (2001)

 

Αφήγηση πρώτη

Εδώ και καιρό
σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο

Και με καιρό πάλιν Αναμενόμενο
Κ.Α. 1994

Κανένα χνάρι
πώς να σ’ αγγίξω
λέξη μαγική
που θα σαρκώσεις το μέλλον τού παρελθόντος;

Και η μεταρρύθμιση
τραπεζική κατάθεση με εξευτελιστικό επιτόκιο;

Ι

Έπεσα κάτω κι έκλεισα τα μάτια.
Είπα θα κάνω
πως δεν καταλαβαίνω.
Ας γίνουν όλα
ερήμην μου.

Τηλέφωνα χτυπούσαν άνθρωποι περνούσαν
σκουντουφλούσαν πάνω μου με άγγιζαν με κλωτσούσαν
με χάιδευαν με τρυπούσαν
με λεηλάτησαν.

Ξύπνησα σ’ έναν πύργο
φυλακισμένη
ένα παράθυρο στην κορυφή μονάχα
έριξα τα μαλλιά μου
όμως του κάκου
κανένας δεν επιάστη ν’ ανεβεί,
να με γλιτώσει.

Τότε είδα να περνάει η πομπή.
Στην αρχή πολύχρωμη.
Τρεις μπάντες όργανα και οι προεξάρχοντες.
Ύστερα κάτι κουρελήδες
να σέρνονται στα γόνατα μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.
Γέμισε ο τόπος μυρωδιά ιδρώτα
κι ο δρόμος σκούρα ίχνη.

Όταν ξαφνικά
είδα παράμερα το δάσκαλο,
λίγο σκυφτός κι αδυνατισμένος μού φάνηκε.
Πατούσε ελαφρά πάνω στα φύλλα
και κάτι έψαξε να πάρει απ’ τη μεγάλη τσάντα.
Και μεμιάς σκόρπισαν τριγύρω φθόγγοι.
Άλλοι βαριοί πάτησαν στη γη
κι άλλοι αναρριχητικοί πετάξανε κλαδιά και ψήλωσαν.
Ξέκρινα τότε σκουριασμένο
το κ λ ε ι δ ί στην τσάντα.
Έδωσα μια, πιάστηκα από τ’ αναρριχώμενα φωνήματα
κι εκείνα μ’ απιθώσαν καταγής.
Πάμε, του είπα. Καιρός να ξεκλειδώσεις το σχολείο.
Με κοίταξε στοχαστικά και, ναι
είναι καιρός, χαμογέλασε.
Γρήγορα, πριν πάρουνε χαμπάρι πως τους ξέφυγα, είπα.
Να βιαστούμε.

II

Κι ήταν τότε που ήρθαν τα παιδιά.
Πολλά παιδιά, όλο ζωή και υγεία.
Έπαιζαν με τους φθόγγους κι εκείνοι, υπομονετικοί,
έγιναν έλκηθρα,
έγιναν μπάλες, μπαλόνια, αερόστατα.
Μαζεύτηκε το πλήθος και κοιτούσε,
κάπου κάπου ένας φθόγγος καθότανε πάνω στον ώμο,
στο χέρι ή στο κεφάλι τους,
τον κοίταζαν αυτοί προσεχτικά
και καταλάβαιναν.
Οι προεξάρχοντες ενοχλημένοι διέλυσαν την πομπή.
Ήταν η στιγμή
που η παλιά κλειδαριά
δέχτηκε μέσα της και πάλι το κλειδί
κι απάντησε στο γύρισμά του
με το χαρμόσυνο τρίξιμο
της δικαιωμένης προσμονής.

Μπήκαμε στη μεγάλη αυλή.
Ο ήλιος χάιδευε ένα καλό χορτάρι.
Χαλάσματα γύρω.
Πόση δουλειά,
να στήσουμε τις αίθουσες
να πλύνουμε το χρόνο
να εξευμενίσουμε την αυστηρή βιβλιοθήκη.
Κι όπως ήρθανε αμέσως τα παιδιά
δεν είχαμε πού να τα βάλουμε.
Κάθισαν κάτω κι ήτανε χαρούμενα.

 

 

Ο Γιάννης από το Βορρά

Μόνον ο Γιάννης κάθισε σε μια σκιά.
Κι ήρθε η βροχή — απελπισία —
πώς να σε προφυλάξουν τα χαλάσματα.
Μόνον ο Γιάννης χόρευε μες στη βροχή.
Μ’ αρέσει η βροχή, μονολογούσε,
είναι σαν την άλλη πατρίδα
έβρεχε εκεί
στον ήλιο βγάζω εξανθήματα,
είχαμε στην αυλή ένα μεγάλο φοίνικα,
χωνόμουν όταν έβρεχε,
έβγαλα μια φωτογραφία, καρναβάλι,
κι έβρεχε
τρέχανε οι μπογιές στο πρόσωπό μου
κόκκινα ρυάκια στα μάγουλά μου
κόκκινα ρυάκια
από εκεί ως εδώ
μακρύς ο δρόμος
κάτω απ’ τον ήλιο
κόκκινα ρυάκια γύρω απ’ το φοίνικα
μην κλαις, πουλί μ’.

 

 

Το τραγούδι της Αννέζας

Λείπει και σήμερα η Αννέζα. Κάθεται μόνη.
Μάκρυναν τα μαλλιά της, χάλκινα και φουντωτά,
και τα μάτια της παράξενα μεγάλα.
Δε γράφει η Αννέζα, ποτέ δε γράφει,
μιλάει λίγο
αγαπάει ένα λευκό φουστάνι με δαντέλα στο μπούστο
τής μίκρυνε,
τη σφίγγει στο στήθος,
τ’ αγόρια σχολιάζουν,
όμως αυτή δε νοιάζεται
και λείπει.
Έρχεται αργά,
όταν ο ήλιος έχει ανέβει,
γρατσουνισμένη κι αλλοπαρμένη,
ξέρουμε πως ήταν στα νερά
τσαλαβουτάει σε
καταποντισμένα
— αλλόγλωσσα; αλλόφυλα; — όνειρα.

Η Αννέζα αγαπάει ένα άσπρο φόρεμα
και την Οδύσσεια ζ,
εκεί που χύνεται ο ποταμός στη θάλασσα.
Γράψ’ το, της λέμε, το τραγούδι σου.
Πώς να το γράψω; Χάνονται τα λόγια.
Μόνο θα σας το τραγουδήσω.

 

 

Τραγουδάει η Αννέζα

Το νερό καλό κι οι πέτρες γλύκες
τα χορτάρια βοτάνια
που γιατρεύουν πληγές.
Μη φοβάσαι, Οδυσσέα.

Με το άσπρο μου φτωχό φουστάνι,
δεν έχω πλούτη,
ξέρω τραγούδια,
έλα στα νερά μου, Οδυσσέα.

Πεταλούδα λευκή ή γλάρος
άσπρο μαντίλι ή βαρκούλα
απαλό αεράκι ή ευχή,
μαζί σου θα ‘ρθω, Οδυσσέα.
Δεν έχω όνειρα
δεν έχεις συντρόφους
σ’ ακολουθώ,
έλα και πάρε με στη θάλασσα,
Οδυσσέα.

 

ΙΙΙ

Ένα πρωί φάνηκε ο ποθητής.
Σκοτεινός,
με τη σαφή ειρωνεία στις άκρες των χειλιών.
Έφερε στις καρδιές μας ένα φθινόπωρο
ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο
ένα φθινόπωρο χωρίς προσδοκίες.
Ώσπου μια μέρα
ήρθε μ’ ένα χειμώνα στα μάτια του
πρώτη φορά.
0 Οδυσσέας, ψέλλισε,
βάλτωσε στα νερά μας ο Οδυσσέας.

Συνέρευσαν πλήθη κάμερες, ρεπόρτερ, φωνές.
Ο Οδυσσέας με τ’ αποτυπώματα του χρόνου και τ’ αλατιού
βραχώδης, απολιθωμένος, γιγάντιος,
τα άκρα του εκτείνονταν στα έγκατα του βυθού.
Κάθε προσπάθεια να ανελκυστεί
θύελλες καταιγίδες σεισμοί και
παλιρροϊκά κύματα.
Αφήστε με, είπε στο τέλος,
με φανερή ρωγμή στη δεξιά του ωμοπλάτη.
Τον άκουσαν.
Μόνος και πάλι. Ρημαγμένος.
Αυτός και η θάλασσα…
Όταν ξημέρωσε, κανείς δεν ήταν πια εκεί.
Γαλανή γαλήνια θάλασσα τρεμόπαιζε στο φως.
Τράβηξε ο Οδυσσέας
ποιος ξέρει για ποιες γενιές.

Ωστόσο,
ένα άσπρο πανί κυμάτιζε στην επιφάνεια,
ένα μικρό
λευκό
κοριτσίστικο φόρεμα.

 

Το κατοπινό τραγούδι της Αννέζας

Τούτο το τραγούδι ξέρω και το γράφω.
Τον Οδυσσέα πια δεν απαντέχω,
τον ξεπροβόδισα.
Όταν μία φορά ξενιτευτείς
πάει, ξενιτεύτηκες.
Τι ωφελεί να τριγυρνάς
από λιμάνι σε λιμάνι;
Κοιτάζεις τα νέα νερά
και βλέπεις τα παλιά.
Μέσα στους νέους ήχους
ματίζεις τους παλιούς
μέσα στο φρέσκο γέλιο
πλένεις τους λυγμούς.

Τούτη η τάξη η Ιθάκη μου.
Φθόγγοι και γράμματα γεφύρια
από τον άλλο τόπο μου σ’ αυτόν τον τόπο μου.

Τα μάτια ίδια είναι, νέα και παλιά,
αν βλεμματίζουν την καρδιά.

 

 

Επίλογος

Εδώ και καιρό
σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο.

Έλα, νύχτα,
φέρε τη μυρωδιά από σέλινο και γιασεμί
στο ανοιχτό μου παράθυρο.
Τώρα που κόπασε στο ρέμα
ο χορός της πεταλούδας
και τα νερά ακινητούν
να δει το πρόσωπό του το φεγγάρι.

Απόψε, έστω για μια φορά,
δε θα μιλήσω για οδούς αδιέξοδες
και για κλειστά λιμάνια.
Θα πω κάτι γλυκό,
σαν το νανούρισμα ή σαν ευχή —
ξέρει η μάνα, ο δάσκαλος κι ο ποιητής,
όταν βαραίνουνε πολύ τα σύννεφα —

έλα, λοιπόν, νύχτα,
φέρε ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες
στων παιδιών τα βλέφαρα.
Έτσι κι αλλιώς το ρέμα συντηρεί τη βλάστηση.
Έτσι κι αλλιώς ένα κλειδί
ταιριάζει στην πόρτα του σωστού χρόνου,
ελπίζω.

Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Πλαγιάρι
1993 – 1996

 

Αφήγηση δεύτερη

Κάτι σαν ζέστη
είχε καθίσει πάνω στους ανθρώπους

Κοιτώντας τον ήλιο,
κρατώντας το χρόνο στην αγκαλιά μας. . .
Ν.Α.

Ας καθαρίσει η οθόνη
τρέχουν τα γράμματα το κείμενο
— τι θες να παρεμβάλεις; —
να καθαρίσουν οι φθόγγοι
αυθύπαρκτοι
όχι έτσι
μια στήλη
— τι τεμαχίζεις, τι εξαρθρώνεις; —
παράγραφοι
διακεκομμένες γραμμές
η ζωή σε παραγράφους
οι μέρες σε στήλες
μην κλείνεις, προσοχή, σώσε με save,
— χάνομαι, χάθηκα
σε βάραθρο ηλεκτρονικό —

 

Ι

Ζέστη.
Βαριά που μυρίζει η ρίγανη,
ζέστη,
λιποθυμάει η πεταλούδα της νύχτας.
Με λησμόνησαν εδώ απρόσεχτα οι φίλοι.
Άγριος ο χώρος.
Τρέμουν οι πύλες του νεκρομαντείου.
Βουνά τα χώματα.
Μόνη, με μια καταπακτή μπροστά μου θεοσκότεινη.
Αφήνω το σκοτάδι να με καταπιεί.

Βρέθηκα
σε μιαν άκρη εξαιρετική,
αιχμή
που από τη μια κοιτάει το Ρουμλούκι
κι από την άλλη κατρακυλά
νησιά
Σμύρνη
Ισπάρτα Αττάλεια
Μπουρντούρι ή Πολύδωρο.

Στον κάμπο καταχνιά.
Καταχνιά κι εκεί
που κάτι βουνά λίγα και στεγνά σκιάζουνε ανθρώπους
με σκαμμένο πρόσωπο
σκαμμένη η θάλασσα
φεύγουνε τα καράβια

κύματα κύματα η φωνή μου
και πού θα φτάσει
ένα βινύλιο η ψυχή μου
τρέμω μην σπάσει.

Φθόγγοι ιωνικοί αιολικοί δωρικοί
φθαρμένοι τσακισμένοι τουρκόφωνοι
φυλαγμένοι στο πιο κρυφό μπογαλάκι της ψυχής
φορτωμένοι σε καΐκια
κατατρεγμένοι
σκορπισμένοι σε νησιά
ριζωμένοι σ’ έναν κάμπο
Φθόγγοι ασαφείς, αβέβαιοι, ασταθείς.
Αιχμηροί, να αγκυλώνουν τη γλώσσα και τα χείλη.
Δασιοί, ουρανικοί,
να υφαίνουν την ανθεκτική θλίψη.
Ημίφωνοι, υγροί, στρογγυλεμένοι,
να αρθρώνουν την αγάπη της ελπίδας.

Φεύγουνε τα καράβια,
οι άνθρωποι φωτογραφίες
σε συρτάρια σε αρχεία εφημερίδων.

Γερνάει ο κάμπος.
Κουράστηκε της γης η φλούδα
το νερό ζαλίστηκε.

Γερνάει ο κάμπος
σπάζει σε κομμάτια
κινούμενη λάσπη.

Εκεί πέρασε κάποτε ο καπετάν Νικηφόρος,
άλλοτε προελαύνοντας
και άλλοτε λεβέντικα πεζός.
Έμεινε κάμποσο καιρό μαζί τους.
Έμαθαν να κοιτάζουνε τον ήλιο
να φυτεύουνε όνειρα
να σπουδάζουν οράματα.
Κάποια στιγμή αναλήφθηκε περίεργα,
είπανε μερικοί τον πήρε ο Αρχάγγελος.
Περνούσαν χρόνοι άγονοι.
Οι άνθρωποι σάστισαν,
γιατί είδανε το άσπρο μαύρο
κι ό,τι γνώριζαν για καλό να γίνεται όνειδος.
Έτσι, μια μέρα
συνάχτηκαν και κάναν δέηση.
Γύρισε, Νικηφόρε, φώναζαν,
και ύψωναν χέρια σκοτεινά.

 

ΙΙ

Την ορισμένη νύχτα.
ένιωσα φως και ζέστα ξαφνική.
Είχε έρθει.
Αινείτε αυτόν με τη χλωρασιά του κισσού
αινείτε αυτόν με πανηγύρι ζουμπουλιών
αινείτε αυτόν με έκρηξη πασχαλιάς
αινείτε αυτόν
φθόγγοι ιωνικοί αιολικοί δωρικοί

Είχε έρθει.
Σκιές στους τοίχους γιγάντιες.
Έφερνε μαζί του Έλληνες κατατρεγμένους,
Τούρκους άθλιους,
πρόσφυγες πολλούς —
Αρμένιους, Κούρδους, Αλβανούς και Βόσνιους
Σέρβους και Κοσοβάρους.
Η φωνή του γέμισε το χώρο.
Άρπαξα τον τοίχο, γδάρθηκα.
“Τι γίνεται, καπετάνιο;
Μ’ εγκαθιστάς στην κόψη της ζωής και του θανάτου.
Θέλω το βλέμμα σου, δεν έχουν μάτια οι σκιές.”
Γέλασε ζεστά, “δεν είσαι εσύ γι’ αυτή τη μάζωξη.
Θα βρεις το βλέμμα μου στα μάτια του ποιητή.
Ανασκάλεψε την αγάπη.”
Πώς να ανασκαλέψω την αγάπη;
Εσώστρεψα τα μάτια μου ως την ψυχή,
ενώ κυμαινόμουν από την ηδονή
ως την οδύνη.

 

ΙΙΙ

Πέρασε καιρός. Οι περίοικοι έλεγαν
πως άκουγαν κλάματα, κάποτε γέλιο.
Το κάστρο λογιζόταν στοιχειωμένο.
Μια γυναικεία μορφή έβγαινε στο παράθυρο
και στο ακριανό μπαλκόνι
με μάτια θεόρατα,
σαν εκστασιασμένη ή αλαφροΐσκιωτη.
Τον ίδιο καιρό τα μέσα ενημέρωσης
ανακοίνωναν μια εξαφάνιση.

Ώσπου ένα πρωί,
πρωί της 21ης Ιουνίου,
φάνηκε στον ουρανό ένας τεράστιος δίσκος,
λες κι όλα ήταν φως.
Και στην άκρη τού ορίζοντα, ανθρώπινες φιγούρες
πορεύονταν
η μια πίσω από την άλλη, σαν στρατιά μυρμηγκιών.
Ύστερα από ώρα
ο ήλιος πήρε τις κανονικές του διαστάσεις.
Χιλιάδες ηλιοτρόπια λάτρευαν το φως.

 

IV

Από εκείνη τη μέρα
να, κάτι σαν ζέστη είχε καθίσει πάνω στους ανθρώπους,
άντρες και γυναίκες, και
μαλάκωνε τις ψυχές τους.

Αρκετοί, χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν το λόγο,
έδιναν στα παιδιά τους το όνομα “Νικηφόρος”.

Άλλοι έγραφαν κάτι περίεργες επιστολές, ανορθόγραφες
και ασύνταχτες πολλές φορές,
με μια δύναμη όμως εξαιρετική,
και ζητούσαν ειρήνη και ανθρωπιά.

Άλλοι πάλι εκδήλωναν ξαφνικό ενδιαφέρον
για ανθρώπους σε χώρες μακρινές, σχεδόν άγνωστες,
μερικοί μάλιστα έφευγαν να βοηθήσουν.

Και άλλοι, με ένα θάρρος που ποτέ πριν δεν είχαν,
μάζευαν γύρω τους τον κόσμο σε μικρές και σε μεγάλες πόλεις

και τους μιλούσαν. Τα λόγια τους
φθόγγοι δωρικοί
φθόγγοι αιολικοί και ιωνικοί.

Έτσι, εκείνοι που είδαν τον ήλιο της 21ης Ιουνίου,
μάθαιναν στους άλλους να βάζουν στο παιχνίδι
τους δικούς τους δίκαιους όρους

— κύματα κύματα η φωνή μου
και πού θα φτάσει
ένα βινύλιο η ψυχή μου
τρέμω μην σπάσει. .

 

Έξοδος

Σκοτεινό φεγγάρι,
σκοτεινή η κατάδυσή σου στο βυθό
μέχρι πέρα στα νερά του νεκρομαντείου
τι να μαρτυρήσουν πια οι νεκροί
μπερδεύονται στα φύκια οι ψυχές
και το πράσινο αίμα των ψαριών
δε μιλάει για τη φωτεινή αντανάκλαση.
Φυσαλίδες μικρές ή μεγάλες
ανεβαίνουν στη θαμπή επιφάνεια
φτάνουν ως το κτίριο του παλιού σχολείου
με ορθή απομένουσα μόνη την πρόσοψη
και από τα παράθυρα που χάσκουν
περνούν σκιές οι ώρες του παρελθόντος χρόνου.

Σκοτεινό φεγγάρι
τούτη τη νύχτα που αναδύομαι
συνόδεψε την κίνησή μου προς την έξοδο
μην κοιτάζεις τη φθορά της ύλης μου
τόσο φυσική άλλωστε σε στοές νεκρομαντείου,
στις υπόγειες ατραπούς του νερού.

Έλα εδώ που συμβάλλει ο Αχέροντας
με το πρώτο φως της μέρας,
εδώ που ανεπαίσθητα γέρνει η ζυγαριά
στο μέρος της ζωής.
Δες με πώς αφήνομαι
στη δίνη αυτού του ρεύματος και ανεβαίνω.
Δες με πώς ορθή
με τεντωμένο το κεφάλι πίσω
με τα ρουθούνια στην αναμονή τού αέρα
τείνω στην επιφάνεια, βγαίνω.
Κι άσε το φως σου να γελάσει, σκοτεινό φεγγάρι.

Λυγιά, Θεσσαλονίκη, Λονδίνο, Βέροια
1996 – 1999

 

 

 

Δύο ελεγείες και μία ωδή (1996)

 

Ιστορία ΙΙΙ

Μετά, τα προσχήματα τραβήχτηκαν
( Ιστορία ΙΙ, 1992 )

Άκου πώς αρχίζει η μικρή σου μέρα
μ’ ένα φτερούγισμα περιστεριού.

Άκου πώς γελάει το σύννεφο
στο στενό σου παράθυρο.

Άκου τις μικρές βιολέτες
που φοιτούν στη δροσιά.

Άκου, άκου το εγερτήριον της λεωφόρου.

*

Άκου:
στάζουν χαμόγελα και αρνήσεις
σ’ ένα πιάτο μεταλλικό.

Άκου το σύρσιμο του ποδιού
στο μαραμένο σεντόνι.

Άκου το παράπονο του βήχα
στο γδαρμένο λαρρύγγι.

Άκου, άκου
τον ψίθυρο της πεσμένης κουβέρτας.

*

Άκου πώς σαλεύουν οι ήχοι
σε εικόνες παλιές.

Άκου πώς ανοίγουν τα βλέφαρα
απ’ το λήθαργο.

Άκου πώς σιμώνει η μυρωδιά της πληγής.

Άκου το χαλάζι στα μάγουλά μου.

*

Άκου το τρέμουλο της φωνής μου.

Άκου το φλοίσβο των χειλιών μου στο μάγουλό σου.

Άκου το μειδίαμα του χεριού σου στη φούχτα μου.

Άκου, άκου
το κελάρυσμα των μαλλιών μου
στο σβησμένο σου κόρφο.

*

Άκου τη βρογχίτιδα της χρόνιας στέρησης

Άκου τη φωνή σου που κλείνει την πόρτα

Άκου την ηχώ της σιωπής σου

Άκου, άκου
την απουσία των χλωρών λέξεων.

*

Άκου τον αέρα των ημερών μου.

Άκου τη δίψα στα σφιγμένα μου χείλη.

Άκου το ωρίμασμα της οδύνης μου.

Άκου, άκου
τη διέγερση στη λεπτή μου εσθήτα.

*

Άκου το πέταγμα των σκοτεινών πουλιών

άκου πώς δραπετεύουν οι άνοιξες

άκου πώς έρχονται οι πολύγωνες θλίψεις

άκου την άφιξη της αναχώρησης.

*

Cressento

Άκου το τραύλισμα
της καμπάνας
άκου
το ουρλιαχτό
της σειρήνας
άκου
την εκτόξευση
του πυρετού
άκου
τη διάτρηση
των αγγείων
άκου
το μούδιασμα
του φωτός
άκου
το στράγγισμα
των αισθήσεων
άκου
το λόξυγγα
της σάλπιγγας
άκου
το σκόνταμα
των τυμπάνων
άκου
το ξερρίζωμα
της ρίζας
άκου
την τέλεση
του τέλους
άκου
το εωθινόν
του πένθους.

 

Decressento

άκου
την απόγνωση της άδειας καρέκλας άκου την απόγνωση
άκου
την οιμωγή της σφραγισμένης πέτρας άκου την οιμωγή
άκου
το αίνιγμα των λειψών ημερών άκου το αίνιγμα
άκου
το σπάραγμα της ακέραιας χαράς άκου το σπάραγμα
άκου
το κενό στο στόμα που λέει Ο
χωρίς να λέει…

 

Επιμύθιο

Η Νέμεση θα ‘ρθει με το λιοπύρι
έλεγα τριάντα χρόνια πριν
λιοπύρια και λιοπύρια
καλώ, καλώ κι ούτε καλώς την.

Πρέπει να φύγω από εκείνο το σπίτι.
Ο νόστος λυγρός
κι ο ήχος ανανταπόδοτος.
Κι ούτε τα ίχνη απ’ τα μικρά της πόδια
στα βρεγμένα πλακάκια.
Ήταν άλλοτε που
τα μάτια του φτερούγιζαν
έπαιρναν μαζί τους τα μικρά παιδιά
και άλλα λίγο μεγαλύτερα,
ακόμα και κάποιους γέρους με καρδιά.
Ξεδίπλωναν τις σημαίες τους
και κινούσαν για το χρυσόμαλλο δέρας
πάντα ονειροβατώντας.

Πρέπει να φύγω από εκείνο το σπίτι.
Έτσι κι αλλιώς
είτε με την υγρή είτε με την αέριο χρωματογραφία
ή έστω πεζοπορώντας
δεν ημπορώ να μεταβάλω την εξέλιξη.
Χαίνουν οι τρύπες στις σημαίες
αποκαλύπτοντας
λαρύγγια όνειρα καρδιές
σφαγιασθέντα.

Κι ούτε να εκστασιαστώ ούτε να εξαγνίσω
δύναμαι.

 

 

Διαμελισμένη έστω υπάρχω

Εγώ δε γελώ.
Είμαι μια λήκυθος
στρέφω τα μάτια μου το έξω μέσα
η αφή μου σε καραντίνα.
Μια λήκυθος είμαι-
σχεδόν εύθραυστη.
Και δε γελώ.

. . .

Μια λήκυθος είμαι
υπερπλήρης μετά
το τελευταίο δάκρυ της θείας Ειρήνης.
Βαραίνω
θα σκορπίσω σε κομμάτια
φοβούμαι.

Καλέ μου Πλήθωνα, νομίζω πως εσύ απόψε μ’ ακούς.

Ο έρωτας είμαι·
ενσαρκωμένος μένω,
προγραμμένος συχνά
και επικηρυγμένος προσφάτως,
υπάρχω
-ερείπια ερημία σιωπή-
ζωοδότης στις βουβές μήτρες,
ανεξίθρησκος, ο τελευταίος διεθνιστής,
ετοιμάζονται οι νέες εκρήξεις,
τριχοτομημένος ή διαμελισμένος έστω
υπάρχω – ο έρωτας είμαι

Μάνη-Μυστράς, 1992
Καστοριά-Πρέσπες, 1993

Μαθητεία στην αναμονή

Δύο ποιητικές αφηγήσεις ενδοσκόπησης

 

Αφήγηση πρώτη
Εδώ και καιρό σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο

“Και με καιρό πάλιν Αναμενόμενη»
Κ.Α., 1994

Κανένα χνάρι
πώς να σ’ αγγίξω
λέξη μαγική
που θα σαρκώσεις το μέλλον του παρελθόντος;

Και η μεταρρύθμιση
τραπεζική κατάθεση με εξευτελιστικό επιτόκιο;

Ι.

Έπεσα κάτω κι έκλεισα τα μάτια.
Είπα θα κάνω
πως δεν καταλαβαίνω.
Ας γίνουν όλα
ερήμην μου.

Τηλέφωνα χτυπούσαν άνθρωποι περνούσαν
σκουντουφλούσαν πάνω μου με άγγιζαν με κλωτσούσαν
με χάιδευαν με τρυπούσαν
με λεηλάτησαν.

Ξύπνησα σ’ έναν πύργο
φυλακισμένη
ένα παράθυρο στην κορυφή μονάχα
έριξα τα μαλλιά μου
όμως του κάκου
κανένας δεν επιάστη ν’ ανεβεί,
να με γλιτώσει.

Τότε είδα να περνάει η πομπή.
Στην αρχή πολύχρωμη.
Τρεις μπάντες όργανα και οι προεξάρχοντες.
Ύστερα κάτι κουρελήδες
να σέρνονται στα γόνατα μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.
Γέμισε ο τόπος μυρωδιά ιδρώτα
κι ο δρόμος σκούρα ίχνη.

Όταν ξαφνικά
είδα παράμερα το δάσκαλο,
λίγο σκυφτός κι αδυνατισμένος μού φάνηκε.
Πατούσε ελαφρά πάνω στα φύλλα
και κάτι έψαξε να πάρει απ’ τη μεγάλη τσάντα.
Και μεμιάς σκόρπισαν τριγύρω φθόγγοι.
άλλοι βαριοί πάτησαν στη γη
κι άλλοι αναρριχητικοί πετάξανε κλαδιά και ψήλωσαν.
Ξέκρινα τότε σκουριασμένο
το κ λ ε ι δ ί στην τσάντα.
Έδωσα μια, πιάστηκα από τ’ αναρριχώμενα φωνήματα
κι εκείνα μ’ απιθώσαν καταγής.
Πάμε, του είπα. Καιρός να ξεκλειδώσεις το σχολείο.
Με κοίταξε στοχαστικά και, ναι
είναι καιρός, χαμογέλασε.
Γρήγορα, πριν πάρουνε χαμπάρι πως τους ξέφυγα, είπα.
Να βιαστούμε.

Τραγουδάει η Αννέζα :

Το νερό καλό κι οι πέτρες γλυκές
τα χορτάρια βοτάνια
που γιατρεύουν πληγές.
Μη φοβάσαι, Οδυσσέα.

Με το άσπρο μου φτωχό φουστάνι,
δεν έχω πλούτη,
ξέρω τραγούδια,
έλα στα νερά μου, Οδυσσέα.

Πεταλούδα λευκή ή γλάρος
άσπρο μαντίλι ή βαρκούλα
απαλό αεράκι ή ευχή,
μαζί σου θα ’ρθω, Οδυσσέα.

Δεν έχω όνειρα
δεν έχεις συντρόφους
σ’ ακολουθώ,
έλα και πάρε με στη θάλασσα,
Οδυσσέα

Επίλογος

Εδώ και καιρό
σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο.

Έλα, νύχτα,
φέρε τη μυρωδιά από σέλινο και γιασεμί
στο ανοιχτό μου παράθυρο.
Τώρα που κόπασε στο ρέμα
ο χορός της πεταλούδας
και τα νερά ακινητούν
να δει το πρόσωπό του το φεγγάρι.

Απόψε, έστω για μια φορά,
δε θα μιλήσω για οδούς αδιέξοδες
και για κλειστά λιμάνια.
Θα πω κάτι γλυκό,
σαν το νανούρισμα ή σαν ευχή –
ξέρει η μάνα, ο δάσκαλος κι ο ποιητής,
όταν βαραίνουνε πολύ τα σύννεφα –

έλα, λοιπόν, νύχτα,
φέρε ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες
στων παιδιών τα βλέφαρα.
Έτσι κι αλλιώς το ρέμα συντηρεί τη βλάστηση.
Έτσι κι αλλιώς ένα κλειδί
ταιριάζει στην πόρτα του σωστού χρόνου,
ελπίζω.

Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Πλαγιάρι
1993-1996

 

 

Αφήγηση δεύτερη

Κάτι σαν ζέστη είχε καθίσει πάνω στους ανθρώπους

Κοιτώντας τον ήλιο,
κρατώντας το χρόνο στην αγκαλιά μας…
Ν.Α.

Ας καθαρίσει η οθόνη

τρέχουν τα γράμματα το κείμενο
– τι θες να παρεμβάλεις;-
να καθαρίσουν οι φθόγγοι
αυθύπαρκτοι
όχι έτσι
μια στήλη
– τι τεμαχίζεις, τι εξαρθρώνεις;-
παράγραφοι
διακεκομμένες γραμμές
η ζωή σε παραγράφους
οι μέρες σε στήλες
μην κλείνεις, προσοχή, σώσε με save,
– χάνομαι, χάθηκα
σε βάραθρο ηλεκτρονικό-

ΙΙΙ.

Πέρασε καιρός. Οι περίοικοι έλεγαν
πως άκουγαν κλάματα, κάποτε γέλιο.
Το κάστρο λογιζόταν στοιχειωμένο.
Μια γυναικεία μορφή έβγαινε στο παράθυρο
και στο ακριανό μπαλκόνι
με μάτια θεόρατα,
σαν εκστασιασμένη ή αλαφροΐσκιωτη.
Τον ίδιο καιρό τα μέσα ενημέρωσης
ανακοίνωναν μια εξαφάνιση. 

Ώσπου ένα πρωί,
πρωί της 21ης Ιουνίου,
φάνηκε στον ουρανό ένας τεράστιος δίσκος,
λες κι όλα ήταν φως.
Και στην άκρη του ορίζοντα, ανθρώπινες φιγούρες πορεύονταν
η μια πίσω από την άλλη, σαν στρατιά μυρμηγκιών.
Ύστερα από ώρα
ο ήλιος πήρε τις κανονικές του διαστάσεις.
Χιλιάδες ηλιοτρόπια λάτρευαν το φως.

Έξοδος

Σκοτεινό φεγγάρι ,
σκοτεινή η κατάδυσή σου στο βυθό
μέχρι πέρα στα νερά του νεκρομαντείου
τι να μαρτυρήσουν πια οι νεκροί
μπερδεύονται στα φύκια οι ψυχές
και το πράσινο αίμα των ψαριών
δε μιλάει για τη φωτεινή αντανάκλαση.
Φυσαλίδες μικρές ή μεγάλες
ανεβαίνουν στη θαμπή επιφάνεια
φτάνουν ως το κτίριο του παλιού σχολείου
με ορθή απομένουσα μόνη την πρόσοψη
και από τα παράθυρα που χάσκουν
περνούν σκιές οι ώρες του παρελθόντος χρόνου.

Σκοτεινό φεγγάρι
τούτη τη νύχτα που αναδύομαι
συνόδεψε την κίνησή μου προς την έξοδο
μην κοιτάζεις τη φθορά της ύλης μου
τόσο φυσική άλλωστε σε στοές νεκρομαντείου,
στις υπόγειες ατραπούς του νερού.
Έλα εδώ που συμβάλλει ο Αχέροντας
με το πρώτο φως της μέρας,
εδώ που ανεπαίσθητα γέρνει η ζυγαριά
στο μέρος της ζωής.
Δες με πώς αφήνομαι
στη δίνη αυτού του ρεύματος και ανεβαίνω.
Δες με πώς ορθή
με τεντωμένο το κεφάλι πίσω
με τα ρουθούνια στην αναμονή του αέρα
τείνω στην επιφάνεια, βγαίνω.
Κι άσε το φως σου να γελάσει, σκοτεινό φεγγάρι.

Λυγιά, Θεσσαλονίκη, Λονδίνο, Βέροια
1996 – 1999

 

 

 

ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (1992)

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ 1982 ΩΣ ΤΟ 1984

 

 

εμβόλιμα

θα πλανιέται μια ψύχρα και μια υγρασία.
Πίσω απ’ τα κλειστά παντζούρια θ’ ακούγεται ο θόρυβος από
τα πιατικά.
Οι καπνοί θα πνίγουν τη Μίνα στη γειτονική pub.
Μια παρέα σκύλοι θα λερώνουν την αρχαία αγορά.
Ένα πακέτο τσιγάρα στο παγκάκι συνεχώς θα μουλιάζει,
στις κούνιες ξεχασμένο ένα σιέλ ζακετάκι.

***

-Απόψε θα με διδάξεις πώς ξεπερνιέται η νύχτα.

***

«Πρέπει ν’ αλλάξω βαφή, δε νομίζεις;». «Θ’ αλλάξω αυτοκίνητο».

***

θα σηκωθεί η πιο μικρή ώρα να σου τραγουδήσει ένα
ρεμπέτικο.

***

Αντιλαμβάνομαι πως
το ατσαλάκωτο ταγιέρ
είναι αδύνατο να κρύψει
το άσθμα μου.
Θα αισθανόμουν άραγε καλύτερα
να φορούσα το λουρί με τα καρφιά
που φοράει ο Κώστας
και με κοιτάει ζόρικα
καθισμένος στο πρώτο θρανίο;

***

— Ρουφάς τον ύπνο απ’ τον αριστερό σου αντίχειρα
και χάνω τα μάτια σου.

***

Η τόση φασαρία από αυτούς
τους χωρίς νόημα ανθρώπους την τρέλαινε.
Μια σχετική βαρηκοΐα δεν ωφελούσε.
Γι ’ αυτό αποσύρθηκε σε μια γωνιά
και φόρεσε γουόκμαν.
Ήταν ένα είδος
επανάστασης της στιγμής.

***

— Κάθε φορά που πυρπολιούνται τα μάτια σου
δεκάδες άνθρωποι ανάβουνε κεράκι της Ανάστασης.

 

 

ελληνική επαρχία, 1983

Πώς να φτάσεις τον άνεμο που κυνηγάς
με το ποδάρι που σέρνεις, Μαργαρίτα;
Μαργαρίτα, που σεργιανάς στο χωματόδρομο
m το σκυλί που το κουτσάνανε με πέτρα.
Μην κοιτάς τ’ αγόρια που τρέχουν με ποδήλατα και μηχανές.
Τι είναι ο έρωτας, Μαργαρίτα;
Μη μετράς τα δάχτυλά σου και βγαίνουν λειψά
δεν κάνει να κλαις.
Μαργαρίτα, σακατεμένο ρεφραίν σε δίσκο γραμμόφωνου.
Μαργαρίτα, θα γεράσεις ανυμέναιη και μόνη,
Μαργαρίτα, χορτασμένη τον οίκτο από ντόπιους και ξένους
Μαργαρίτα, πεινασμένη την παρέα και το παιχνίδι.
Μαργαρίτα, σφραγισμένη σ’ ελληνική επαρχία.

 

 

ερωτικό

Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
όταν δε θα μετράμε την αγάπη μας στα γραμμάρια του μπιμπερό.

Είναι που
ήσουν ανεμοστρόβιλος
κι ήμουν ένα αφημένο στάχυ.
Ήσουν θύελλα
κι ήμουν σιγανός μπάτης,
ήσουν καταιγίδα
κι ήμουν δειλή αστραπή.

Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
κι η κούραση θα σεργιανάει στο φλεβίτη του ποδιού μου.

Εκεί στην άκρη της θλίψης
είναι ένα λιβάδι παπαρούνες.
Είναι φριχτές οι παπαρούνες σαν τις κοιτάς κατάματα.
Φυλλορροείς.

Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
κι εσύ θ’ αναρωτιέσαι για την ερημιά μας,
κι εγώ θα ξέρω.

 

 

για ένα απεριτίφ

Οι ώρες μαζί σου
kv έχουν το βραχνά ενός δελτίου ειδήσεων.
Οι ώρες μαζί σου
είναι πολύχρωμο φουστάνι
καλοσιδερωμένο λινό τραπεζομάντιλο
απεριτίφ στη βεράντα.
Οι ώρες μαζί σου
έχουν την τρέλα του φετινού μακιγιάζ
η νοστιμιά σπιτικής λιχουδιάς.
Σαν να κατέβηκε ο νους
να ποτίσει κάτι γουστόζικα λουλούδια,
μέχρι να σημάνουν ξυπνητήρια και σειρήνες
και να γυρίσει πάλι στις «συνηθισμένες του ασχολίες».

 

 

γράμμα απ’ τη Μυρτώ

Καλή μου φίλη,
τον τελευταίο καιρό κατέχομαι
από έντονο σύνδρομο κατακρημνίσεως.
Φταίει η κατεδάφιση του τελευταίου νεοκλασικού, του γωνιακού,
m ειδικά το ξερίζωμα της περγολιάς.
Οι εξελίξεις στον εξωτερικό χώρο.
Οι αλλεπάλληλες εκπλήξεις σε σύντομο χρόνο,
όταν τραβώντας το καπάκι της σοφίας τους
τους έβρισκα ανεγκέφαλους.
Κάτι εφιάλτες με κατολισθήσεις.
Κι ενώ είμαι στο τσαφ να με παρασύρει
η κατιούσα φορά
με κρατάει σαν κλωστή η φωνή του φίλου,
που έρχεται πότε σαν το Θεόφιλο με φουστανέλα,
σαν τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου
ή σαν το κομμένο κεφάλι του Βελουχιώτη
προφέροντας:
«Για να δεχτούν τις φωνές απ’ το μέλλον
θα ωριμάσουν, ωριμάζουν οι καιροί».

 

ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
Edinburgh 1985-86

Τώρα που θα φύγεις…
εξαρτάται πάντα
τι ψήνεις πίσω.
-Τότε που την είδα καθισμένη στα ράφια
ανάμεσα στις κινέζικες πορσελάνες
βεβαιώθηκα
πως το έγκλημα συντελέστηκε μεθοδικά.
Ακίνητη. Μέσα στα μάτια της
ένας χάρτης
Σε μεγέθυνση μία πόλη.
εδώ, στους δρόμους
χυμένα
τα μάτια της Ασίας.
Έλπισα στη στροφή
το γέλιο τον Νίκου
χάθηκε κι αυτή η πιθανότητα
για μια ηλιόλουστη μέρα.

***

Εξηνταδυό μέρες επίμονης αναγούλας.
Ώσπου
αδειάζοντας τα μέσα μου
λεηλατήθηκα.
Ένα ποτάμι τσάι ανακυκλώνεται στο κορμί μου
κι ο Ντέιβιντ στριφογυρίζει ακόμα μέσα μου
αβυσσαλέα
το φως θ’ ανάψει πάλι στις τέσσερις
επικυρώνοντας την καταδίκη μου
χωρίς αναστολή.

***

Και να ’μαι
να κόβω βόλτες
αγκαζέ με τον Κανάρη
στην Πρίνσες Στριτ.
Του παράγγειλα ορισμένα πυρπολικά
να τορπιλίσω την αλαζονεία τους.
Οι προθέσεις μου είναι
διαλυτικές
αναλυτικές
μεθοδικές
μετασχ ηματιστι κές.
Συνεργέ,
δώσ’ μου το χέρι σου.
Πολύ μοναξιά
εδώ στο κράσπεδο.

***

 

ενδιαφέρουσα περίπτωση επικοινωνίας

Μου ‘φαγες ένα γερό κομμάτι σκέψης
τώρα γεννάς τις λέξεις μου
με σειρά μου τις απάγω
σιωπηλή
τις εναποθέτω στο ερμάρι μου
κάποια στιγμή τις ενσωματώνω κατάλληλα
στο καινούργιο μου προσωπείο.

 

η έμπνευση

Είναι ένα κακό αστείο.
Τρία μερόνυχτα άδικα
να βρω
λέξεις για
τις επίπεδες επιφάνειες που με εμπεριέχουν
για τα συγκρουόμενα ιόντα που με διατρέχουν
για το σπειροειδές ελατήριο του μυαλού μου
που τίναξε
σαν από αχρηστεμένη πολυθρόνα,
Και να μη φαίνεσαι.
Νομίζω πως έχεις χάσει
τελείως
το χιούμορ σου

 

το δωμάτιο

Αυτό το δωμάτιο
έχει γερούς τοίχους
φτιαγμένους από ειδικό μονωτικό υλικό.
Όταν κάποιο βράδυ
ούρλιαζες τη φωνή του λύκου
κανένας δε σ’ άκουσε
η φωνή σου σε χτύπησε
μ’ όλη της την ένταση
συρρικνώθηκες.

Αυτό το δωμάτιο
είναι και δεν είναι·
είναι χτες και αύριο
ποτέ σήμερα.
Συσσωρευμένη σκόνη
σκοτωμένα έντομα
παλίνδρομη κίνηση ανάμεσα στη μουσική
και στη στριγκλιά
στο χρώμα και στο μαύρο-άσπρο.
Σ’ αυτό το δωμάτιο
όταν επιθυμήσω λίγη τάξη
δένω ένα σκοινί
κι απλώνω μπουγάδα στο χιόνι.

Αυτό το δωμάτιο
έχει ένα ψεύτικο παράθυρο,
βλέπεις πάντα το ίδιο τοπίο
μια άμορφη καφέ μάζα
διάτρητη και αδιαπέραστη
όπως η αγωνία του φεγγαριού
που πεθαίνει από ασφυξία
στα λασπόνερα.

Αυτό το δωμάτιο
δεν έχει τοίχους
έχει σύννεφα
σ’ ένα συνεπές γκρίζο
χωρίς διακυμάνσεις.
Διάσπαρτες πάνω τους
μέρες σε σήψη.
Οχτώ μήνες πορεία
πάντα στο ίδιο σημείο.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ 1988 ΩΣ ΤΟ 1991

[άτιτλο]

Ήταν ερωτικό το βράδυ.
Στην εθνική τα φώτα λιποθυμισμένα
τα χιλιόμετρα λαίμαργα,
Έπεφτε το σούρουπο
σάπιο
οι δρόμοι γεμάτοι βροχή
το καλοριφέρ έβγαζε έναν αέρα κρύο
η μουσική δεν έπαιζε·

βιαστικά λαχανιασμένα
μου ξεκούμπωσε το πουκάμισο
η μουσούδα του χώθηκε στο στήθος μου
ζεστή ζεστή
ένοιωσα να μου διαπερνά την ωμοπλάτη.

Τα χιλιόμετρα γίνηκαν κουρέλια.

 

[άτιτλο]

Γιατί αυτό ξέρει όσα κανένας άλλος
κοιμάται έναν εφιάλτη δύσκολο.
Τόσοι μελλοθάνατοι πάνε έρχονται,
επίγνωτοι ή ανεπίγνωτοι,
ο καθείς με το χάρο του.
Έρημο το πρακτορείο, αφημένο εκεί κοιμάται
η υγρασία κάθεται στα τζάμια του
ξυπνά, δεν έχει τσίχλα να μασήσει
ένα αποτσίγαρο ξεχασμένο στη μασχάλη του.
Ω, το γνωρίζει πόσο πάλιωσε η ζωή του
κι η κούραση τόση κούραση
ποιος ξεκινάει πάλι τα μακρινά δρομολόγια –
ένα τέλος ήσυχο, ήσυχο, αχ,
θα γυρίζουν οι ώρες, αδιάφορο,
τα παράθυρα ανοιχτά, τα σίδερα να σκουριάζουν
κι ένα ροζ πουλί να τιτιβίζει στην οροφή του.

 

requiem

• Ενώ περιμέναμε το θάνατο
άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένα πουλί
αντί για κελάηδημα
διπλώθηκε μ ένα σπασμό στο στομάχι.

• Ενώ περιμέναμε το θάνατο
άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια κρεμάστρα
με το γαλάζιο σου κουστούμι
και με πολύχρωμες κορδέλες,
για να στολίσουμε τις μέρες
που θα υποκρινόμαστε πως ζούμε.

• Τις ημέρες που δε γελούσαμε
ήρθαν το Κουστοχώρι και το Ξερολίβαδο
ντυμένα λήθη.
Όμως εσύ δε γελιόσουν
τρύπωσες πονηρά μέσα στα μάτια μας
κι όλα πια έχουν τη δική σου όψη.

• Τις ημέρες που γυρεύαμε παραμυθία
έβγαλαν δίσκο
και μας έφεραν ψιχία,
τίποτε πιο αυθόρμητο.
Τότε κι εγώ
έκατσα κι ονειρεύτηκα
το δέντρο με τα μεγάλα
ώριμα
φιλιά.

• Στην εκκλησία άναψε μονάχα ένας πολυέλαιος.
Η βυσσινιά γυναίκα
I δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να χάσει το χρώμα της.
Μοίρασαν το κορμί σου σε σπόρους·
τα πουλιά δεν πλησίασαν.
Ήρθαν αντίθετα αγύρτες
φορτωμένοι σακιά και λαγήνια,
ενώ το παιδί ζητούσε μάταια
παγωτό χωνάκι.

 

 

Ιστορία Ι

• Τη μύγα τη συντηρήσαμε έναν ολόκληρο χειμώνα
από δωμάτιο σε δωμάτιο
από ζέστη σε ζέστη
την περιθάλψαμε.

• Ήταν τότε που τα παιδιά
άνοιξαν πανιά και ξεκίνησαν.
Τις ημέρες τα έζωνε η σκόνη
τα βράδια τα παίδευε η διάρροια.
Ένα σούρουπο
βρήκαν το σιντριβάνι
που τίναζε ψηλά σπέρμα
έσκυψαν, νίφτηκαν.

• Τότε παρατήρησαν την κοπέλα
που κάθε βράδυ τακτοποιούσε στη σειρά
τα στήθη της
ανήσυχη μην της βγει μονός ο αριθμός.
Ενώ ταυτόχρονα αντιλήφθηκαν
πως οι άνθρωποι γύρω τους περπατούσαν τόσο σκυφτοί,
που ένας κωφάλαλος ένας ανάπηρος κι ένας νάνος
έβαζαν ανενόχλητοι καλαθιές στην μπασκέτα.

• Τη νύχτα
καπνοί έβγαιναν απ’ τις σκηνές.
Τ’ άλογα κοιμούνταν ορθά μες σε γαλάζιους αχνούς
λυγίζοντας κάποτε το ένα τους πόδι.
Οι λύχνοι φώτιζαν θάνατο.
Τότε φάνηκαν οι κοινές γυναίκες.
Η μια απ’ αυτές γέλασε με χείλη χοντρά
δόντια συμπαγή
έβγαλε το κραγιόν και βαφόταν
τα χείλη της έπεσαν κομμάτια
πολύ εντυπωσιακό, είπαν όλοι.

• Το άλλο πρωί
άρχισε άγρια η μάχη
χωρίς όπλα.
Όσοι είχαν επιζήσει
πέθαναν από ασφυξία.
Μόνον εκείνος
είχε έγκαιρα αποτραβηχτεί στο δάσος,
σ εκείνη τη συστάδα
που κρεμόταν από μερικά κίτρινα φύλλα
λίγες κλωστές νερού
και την ουρά ενός σκίουρου,
Εκεί τη βρήκε της ξέσκισε το φουστάνι
εκείνη δεν αντιστάθηκε.

 

 

Ιστορία ΙΙ

Με κράτησαν πιστάγκωνα
και μου ‘δωσαν γροθιά στο σαγόνι
πλατεία Δικαστηρίων
μέρα μεσημέρι·
Τσαλάκωνα τον ένοχο ωσότου
ο κίτρινος φάκελος έλιωσε
κι οι ακτινογραφίες μου ξέσχισαν τα νύχια.
Ο Βενιζέλος κοιτούσε αδιάφορα.

Όλα τα ουράνια τόξα που είδα κολοβά.

*

Μια ριπή χρώματα
μου διέρρηξε τον αριστερό βολβο.
Τα γόνατά μου κόπηκαν
παρ’ όλη την πρωινή άσκηση.
Η είσοδος μύριζε μούχλα
και καπνό πίπας.
Ο ιερωμένος απέναντι
έκλεισε βιαστικά την καγκελόπορτα. 

*

Αίφνης τα τρακτέρ βγήκαν στο δρόμο
οι ερπύστριες όργωναν την άσφαλτο
αλλόφρονα μαμούδια, ευρήματα και κόκαλα
ζήτησαν καταφύγιο
στις παρακείμενες πικροδάφνες.

*

Μετά, τα προσχήματα τραβήχτηκαν.
Η μπλούζα άσπρη απέστρεψε το πρόσωπό της.
Κι ο πόνος απόμεινε
ξεδιάντροπος και πρωτόγονος
να με βρίζει χυδαία
και να με πελεκάει με το τσεκούρι.

 

adagio

To ξέρω, βέβαια, πως δεν μπορώ να φύγω
σκάλωσες τα μαλλιά σου στην τσάντα μου
κάθε φορά που ένα τόπι χτυπάει στο πεζοδρόμιο
που ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια με κοιτάζουν απ’ τη βιτρίνα
που μια ρουά φόρμα διακρίνεται στο βάθος του δρόμου
τη νύχτα ενυδρεύω
μετρώντας και ξαναμετρώντας τα χρόνια σου
ανηλεώς δεκατρία.

Ούτε πιο πολύ
ούτε πιο λίγο, αλλιώς θα εστερείτο
το γλυκασμό των γαλάζιων σταγόνων του.

Αν πιο πολύ, άλλωστε,
πώς θα γινόταν να σεργιανάει ακέφαλη
στις πλατωσιές της εφηβείας του;

*

Δεκατρείς φορές και δεκατρείς
μούδιασα απ’ τα μάτια σου λιγώνοντας
τις πασχαλιές στον κήπο μου θυμούμενη
και κοινωνούσα των αχράντων μυστηρίων.

Δεκατρείς φορές και δεκατρείς
έσταζα κι έσταζα την ηδονή
τις αγαθές συγκυρίες μελετώντας
τις πορείες των δρόμων τέμνοντας.

Δεκατρείς φορές και δεκατρείς
σπάραξα και σπαράχτηκα
και τα σπαράγματά μου λοιδορούσα
τα μάτια μου στο σκότος έστρεψα.

*

Το ξέρω πως έρχεσαι πίσω,
από το τζάμι που κλαίει δαγκώνοντας το δαντελένιο του ρούχο,
από τα παρκόμετρα που ξεροσταλιάζουν στο κρύο.
Κομμώσεις «ο Στέφος» τρίτη πολυκατοικία δεξιά,
στέκεται, απλώνει να χτυπήσει το κουδούνι
και αναρωτιέται ποια είναι αυτή πού την ξέρω,
τούτη τη διαδρομή έπρεπε να την κάνει πριν από έξι χρόνια
άργησε να θυμηθεί πως ξέχασε,
περνάει απέναντι
μηρυκάζοντας ένα στυφό γέλιο.

Κι όμως, το ξέρω πως έρχεσαι πίσω,
από το λυγμό των εσωρούχων μου,
από τα μπλε του Σεπτέμβρη και τα γκρι του Απρίλη,
απ’ τη μικρή φτωχούλα επίγνωση
που κάθισε να πιει ένα ζεστό ρόφημα.

 

 

 

ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ (1982)

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ξεκουράσου πια, παλιέ αγωνιστή.
Τόσοι χειμώνες και χιόνια στα μαλλιά σου.
Οι άλλοι βολεύτηκαν μέσα σε μαλακές παντόφλες
και φιλολογικά απογευματινά.
Εσύ απόμεινες να κοιτάς το παρελθόν και το μέλλον
με κάτι απορημένα μάτια.
Δεν καταλάβαινες καλά-καλά πώς φτάσατε σ’ αυτή τη θέση.
Βαστούσες ένα τσιγάρο ανάμεσα στα κιτρινισμένα νύχια.
Κάπου κάπου χάιδευες κάτι ετοιμοθάνατα όνειρα.
Όμως το αίμα σου δε χτυπούσε όπως άλλοτε
να σπάσει τις φλέβες.
Εσύ που κουμαντάριζες το όπλο
το ίδιο καλά με τη γυναίκα.
Τώρα σε κουμαντάραν χάπια, αρθριτικά
και στο δωμάτιο μυρωδιά από οινόπνευμα και καμφορά.
Κι έτσι έγειρες να ξεκουραστείς-για πάντα.
Μη με κοιτάζεις με μάτια ορθάνοιχτα μέσα στον ύπνο μου.
Δεν τον αντέχω αυτό τον πόνο στο στομάχι.
Κάτι μάθαμε κι εμείς.
Πάνω στην εφηβεία μαράναν τον ανθό μας.
«Μη μιλάς-μη σκέφτεσαι -μην κρίνεις».
Χτυπούσαν τα βράδια άγρια την πόρτα.
Ύποπτα μάτια γκρέμιζαν τους τοίχους του σπιτιού.
Δε σου ‘μενε ούτε μια γωνιά
δικής σου ζωής.

Τότε εσύ τραγουδούσες
μ’ ένα τραγούδι που ‘κλείνε ολάκερο τον ήλιο1
από τα στήθια σου ανάβρυζε η πίκρα
κι ένας λυγμός
για τη φτωχή πατρίδα.
Τραγουδούσες μ’ ένα τραγούδι
που ’λεγε για τις φυλακές, τα ξερονήσια
και γινόταν ένα με την ελπίδα μας
χάιδευε τα πληγωμένα κορμιά μας
τις καρδιές μας που
ξεχείλιζαν πόνο και όνειρα.
Ξεκουράσου πια και μη φοβάσαι.
Το πήραμε το τραγούδι σου.
Μαζί να παλέψουμε το Χάρο.
Να κυνηγήσουμε το φόβο.
Κι αυτό το κατακάθι που σκοτείνιασε την ψυχή μας

 

 

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

Εκείνη τη νύχτα
που καρφώθηκε στα μάτια σου η απορία,
φυλάκισες πεισματικά
ένα λυγμό στο στήθος’
ξενύχτισες μαζί μου σε μια ολονυχτία
χωρίς ελπίδα.
Το πρωί μ’ έθαψες βουβά μέσα σ’ ένα
άλμπουμ με παιδικά σχέδια
πίσω από μια λουλουδιαστή ταπετσαρία
πάνω σ’ έναν πίνακα μ’ ανάγλυφα ζωάκια.
Έφυγες με το ντοσιέ στη μασχάλη
να συνεχίσεις την επιστημονική σου έρευνα

 

 

ΘΝΗΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

Κουράστηκες να περπατάς τόσο δρόμο
κι όμως δε λες τίποτα, μη με στεναχωρήσεις.
Μόνο στα μάτια σου διακρίνω την κούραση.
Δε λες τίποτα. Όπως δεν έλεγες, όταν
με το τριμμένο παλτό πήγαινες χιλιόμετρα δρόμο
για να δουλέψεις, γιατί έπρεπε,
κι όλο αδυνάτιζες κι όλο χλόμιαζες.
Όπως δεν έλεγες, στη φυλακή,
κείνους τους δύσκολους καιρούς.
Στα πελώρια μάτια σου μπλέκονταν όνειρα κι ιδέες
και η ομορφιά όλου του κόσμου.
Έτσι έμεινες ανάλλαχτη από τον καιρό
κι η αγκαλιά σου να μυρίζει στοργή και ζέστα.
Κι όμως θα σε χάσω. Το ξέρω πως θα σε χάσω.
Πώς θα είναι ο κόσμος χωρίς τις γκρίζες σκάλες των μαλλιών σου
χωρίς τα μικρά σου πόδια κι αυτά τα μάτια σου
που όλο απορούν και λυπούνται;
Πώς θα ‘ναι η ζωή μου χωρίς το χάδι απ’ τη φροντίδα σου,
χωρίς τη μοσκοβολιά της καρδιάς σου;
Φοβάμαι. Όχι τη λήθη .
Την απουσία. 

 

 

ΟΡΟΣΗΜΟ

Να μη σταματήσουμε ας προχωρήσουμε κι άλλο.
Δεν μπορεί κάπου θα βγάζει αυτό το μονοπάτι.
Μην κοιτάς τη συστάδα των δέντρων κι αυτούς τους θάμνους
που κλείνουν το δρόμο.
Δεν μπορεί κάπου θα βγάζει.
Μη σκαλίζεις μόνο τ’ αρχικά μας στο δέντρο.
Χάραξε ημερομηνία και ώρα.
Να τη θυμόμαστε αυτή τη μέρα.
Χτες βράδυ ονειρεύτηκα:
μια βάρκα με λευκό πανί
ανάσαινα το κυμάτισμά του
και μια γαλήνη είχε απλωθεί στη θάλασσα και στον ύπνο μου.
Λες να ‘ναι το αύριο;
Το σήμερα το μοιράσαμε κόκκινες φέτες καρπούζι
φτύνουμε τα κουκούτσια
κι αιστανόμαστε το χυμό γλυκό και κρύο
να διατρέχει το στέρνο μας.
Απόψε θα ξενυχτήσουν πάλι οι ψαράδες.
Κι εγώ θα ζητιανεύω λίγη δροσιά από τ’ άσπρα σεντόνια.
Αύριο σαν κάθε μέρα
στην ακρογιαλιά οι πέτρες θα εμποδίζουν τα παιδιά να τρέχουν.
Το κύμα ολοένα θα γλύφει τις πέτρες στρογγυλές.
Μ’ αυτές τις πέτρες θα σμιλέψω το κορμί σου.
Ν’ αναδυθείς κάτι ανάμεσα
σε ενάλιο θεό και λεβέντη βαρκάρη
φουσκώνοντάς σου τα μπράτσα
δυο αρμαθιές ελπίδες.

 

αρμοί
1979-1981

 

ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ

1 η έκφραση

Η απομάκρυνση

Τώρα θα κρυώνεις
τούτη την άνοιξη που μπολιάστηκε χειμώνα,
που το πρώτο ανθισμένο χαμόγελο των δέντρων
μαράθηκε και σβύστηκε
και η βροχή σού γεμίζει τα μάτια με δάκρυα.
Θ’ ανοίγεις τη μπαλκονόπορτα
να μπει το χλιαρό ανοιξιάτικο αγέρι
και θα μπαίνει ένας αέρας υγρός και πηχτός.
Τώρα θα κρυώνεις
και πιο πολύ η ψυχή σου…
Τα μεσημέρια
θα παλεύεις μάταια να διακρίνεις λίγο ουρανό
πάνω ή δίπλα απ’ τις απέναντι πολυκατοικίες.
Στον ύπνο σου θα ’ρχεται η μεγάλη βρύση της αυλής
με την ασβεστωμένη αγκαλιά της
και το κανάτι με το κρύο νερό
καθώς και η ξαπλωτή πολυθρόνα
όπου κοιμόσουν τα μεσημέρια
κάτω απ’ τον ίσκιο της πικροδάφνης…
Τώρα τα βράδια θα μένεις άγρυπνη
ν’ ακούς την ασίγαστη βοή των αυτοκινήτων.
Θα μένεις άγρυπνη και θα κρυώνεις
πιο πολύ η ψυχή σου
έτσι που σιωπηλή κι ανήμπορη
νύχτες θ’ ακούς την τρομερή ανάσα
του εγκέλαδου·

 

 

ΠΙΣΤΕΥΑ ΠΩΣ

Πίστευα κάτι απ’ το χαμόγελό σου
κάτι στο άγγιγμα
απ’ τα ζεστά σου δάχτυλα.
Πίστευα πως
θα ’σπαζε η καρδιά μου από χαρά.
Κι η Σαλονίκη-δήθεν- όμορφη.
Θάλασσα γυαλί, σπίτια ανθρώπινό,
παιδιά λεύτερα με μπαλόνια και γλειφιτζούρια.
«Δήθεν» όλα.
Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι τρέχουν,
τ’ αυτοκίνητα τσιρίζουν,
στα προάστια το κρύο σε παγώνει.
Oι εργάτες γερνούν γρήγορα
και τα παιδιά τους φτωχά.
Λοιπόν καλύτερα ίσως
που ξαναμάζεψα τα φτερά μου.
Το κλάμα βουβό
κι ένα κενό στο μυαλό μου.
Όμως έτσι κι αλλιώς
δεν είναι καιρός για ψευδαισθήσεις.

 

 

ΝΑΞΟΣ

Ήτανε όμορφο το μεγάλο νησί όταν φτάσαμε,
ανασαίνοντας ήσυχα τον απογευματινό του ύπνο.
Εδώ έγινε το θάμα.
Η Αριάδνη ξανάσμιξε με το Θησέα
σ’ έναν έρωτα πανάρχαιο.
Και ξαναχώρισαν.
Αυτή τη φορά έφυγε η Αριάδνη-
κι ο Διόνυσος πάντοτε δίπλα της
μ’ ένα φλασκί μπρούσκο κρασί στο χέρι.
Την ώρα του αποχωρισμού
το λυπημένο χαμόγελο του Θησέα
σκέπασε όλο το νησί.
Η Αριάδνη το πήρε μαζί της
μαζί με το στραφτάλισμα απ’ τις ρόγες των αμπελιών
κάτω απ’ τον ήλιο…
Ψηλά το κάστρο συνέχιζε τη δική του σιωπηλή ζωή.
Σαν έπεφτε το βράδυ
ο Μάρκος Σανούδος ανέβαινε
στον πιο ψηλό πύργο στο Καστέλι
κι ανασαίνοντας άγρια το θαλασσινό αέρα
μούγκριζε μ’ ανοιχτά τα δυο του χέρια:
«Τα νησιά μας, τα νησιά μας».

«Τα νησιά μας- τα νησιά μας»
φωνάζουμε κι εμείς,
που βλέπουμε τους απλούς ανθρώπους
να παλεύουν μ’ ένα χώμα δύσκολο.
Καθώς τους αφήνουν να γερνούν άσκοπα.
Καθώς τους αφήνουν να πεθαίνουν απορημένοι κι αβοήθητοι.
Καθώς τους αφήνουν να ξεπουλάνε τη γή τους.
«Τα νησιά μας, τα νησιά μας»
αγωνιούμε κι εμείς.
Τούτο το καλοκαίρι
βάλαμε στ’ αυτί μας την κοχύλα και δεν ακούσαμε τη θάλασσα-
μονάχα κάτι υπόκωφο
σα λυγμό.

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

A’

Πονάς. Πόσο πονάς.
Κι αυτή θα φεύγει.
Τα καλοκαίρια θα σεργιανάει την ομορφιά της
στα νησιά.
Όλη τη μέρα θα φοράει ήλιους και χαμόγελα.
Μόνο το βράδυ,
την ώρα που χάνεται ο ήλιος
και φυσάει ένα αεράκι ήσυχο,
όταν σηκώνεται η μυρωδιά της θάλασσας
και σκαλώνει στα πυρωμένα κορμιά ,
όταν σεργιανούν στην παραλία
πολύχρωμες φούστες, κολλητά τζήν
και μαυρισμένα ντεκολτέ,
τότε θα χάνεται.
Θα γυρνάει στην κάμαρά σου,
στη σκόνη της πόλης που σε πνίγει,
στα όσα δε χάρηκες
στα όσα της πρόσφερες και δεν τα πήρε.
Τότε θα βλέπει τα πρώτα φώτα
μέσα στη θάλασσα,
και πνιχτά θα πλαταγίζει στα χείλη
τη γεύση του μάταιου.
Μη ρωτάς γιατί.
Δεν έχει γιατί. Είν’ η ζωή.
Η καρδιά σου είν’ όμορφη
άφησέ την να πει το τραγούδι της.

Β’

Κι είπε: Πονάω,
η καρδιά μου ματώνει σαν τριαντάφυλλο,
το κορμί μου αδειάζει σαν καλάμι.
Πώς να μη ρωτώ,
που ‘μεινα με μια φούχτα ερωτηματικά
να στοιχειώνουν στα δάχτυλα,
στα χείλη, στο μυαλό μου.
Έφυγε εκεί που την καλούσε η φαντασία της.
Ρουφάει σταγόνα σταγόνα το μέλι του καλοκαιριού.
Κλείνει τα μάτια ηδονικά
κι ονειρεύεται το αύριο
σε τόνους λαμπερούς.
Κι εμένα-
με πνίγει η σκόνη της πόλης.
Οι ορίζοντες κλείσαν.
Οι θάλασσες στέρεψαν,
δεν μπορώ να ταξιδέψω.
Μπερδεύω τα βήματά μου,
τόσο ψηλός ανάμεσα σε ανθρώπους
τόσο σκυφτούς.
Τα λόγια μου ξαναγυρνούν
χωρίς αντίκρισμα
ανάμεσα σ’ ανθρώπους τόσο μικρούς.
Τα βράδια ξενυχτώ.
Συνάζω τα σύνεργα.
Πρέπει να φτιάξω έναν κόσμο στα μέτρα μου.
Πρέπει να φτιάξω έναν κόσμο για τα όνειρά της.

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Η πολύτροπη Πηνελόπη

Κούλα Αδαλόγλου, Οδυσσέας, τρόπον τινά. Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2013, σελ. 72.

Οδυσσέας, τρόπον τινά. Ο ανατρεπτικός τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Κούλας Αδαλόγλου μας προϊδεάζει για το παιχνίδι που θα ακολουθήσει. Οι πρώτες λέξεις, «Α, ρε Οδυσσέα», επιβεβαιώνουν την αρχική εντύπωση. Εντούτοις, μια ανατροπή είναι μάταιη αν είναι απλώς λεκτική, αν δεν ανταποκρίνεται στην ουσία των πραγμάτων, αν δεν αποκαλύπτει κρυμμένες αλήθειες. Αυτή η οικεία προσφώνηση δείχνει πόσο κοντά σε μας είναι σήμερα ο ομηρικός ήρωας. Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, τι ακριβώς σηματοδοτεί το όνομα «Οδυσσέας», ποιες εικόνες έρχονται στη σκέψη μας όταν το συναντούμε σε λογοτεχνικό κείμενο και μάλιστα σε τίτλο. Ο πρώτος ποιητής του τον αποκαλεί «πολύτροπον», από τον πρώτο στίχο του έπους που του αφιερώνει, δηλαδή πολυπλάνητο, ταξιδευτή. Στην ποίηση της Αδαλόγλου αυτό σημαίνει όχι μόνο κοσμογυρισμένος ή κοσμοπολίτης, αλλά και μετανάστης, κι αυτός «τρόπον τινά», χαμένος στις θάλασσες από την οργή κάποιου σύγχρονου Ποσειδώνα. Να προσθέσω ότι «πολύτροπος» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει επίσης εύστροφος, θετικά και αρνητικά, ευφυής αλλά και κατεργάρης.
Και η Πηνελόπη; Αυτή κι αν έχει μια ωραία ιστορία, που απογειώνεται στο βιβλίο της Αδαλόγλου. Η Πηνελόπη, αν και βασίλισσα της Ιθάκης, υφαίνει, φυλακισμένη στο χώρο του αργαλειού, στο χώρο της γυναίκας. Μένει μακριά από τον εξωτερικό κόσμο: τις απειλές του Ποσειδώνα, τους πειρασμούς που ονομάζονται μνηστήρες. Να όμως που η λέξη «υφαίνω» στα αρχαία ελληνικά, στον Πίνδαρο, λόγου χάριν, υποδηλώνει επίσης γράφω, κάτι που κληρονόμησε η λατινική γλώσσα: το ρήμα «texo», υφαίνω, σημαίνει συνθέτω νήματα αλλά και συνθέτω λόγους. Σε πολιτισμούς της Ανατολής, οι οποίοι μας προσκαλούν να ταξιδέψουμε από την εικόνα στο στοχασμό, «υφαίνω» ισοδυναμεί με «απεικονίζω τη δομή του σύμπαντος πάνω στο πανί». Ποιο νέο σύμπαν απεικονίζει η Πηνελόπη της Αδαλόγλου; Το επάγγελμα της υφάντριας ξεκίνησε από την Ανατολή, η γραφή, η άλλη όψη της ύφανσης, ανήκει περισσότερο στη δυτική νοοτροπία. Την τέχνη του αργαλειού την έφεραν ταξιδιώτες-μετανάστες στη Μεσόγειο. Έχουμε δηλαδή μια διπλή κίνηση: τα χέρια της υφάντριας πάνω στον αργαλειό, η ίδια μέσα στο χώρο, από την Ανατολή προς τη Δύση. Έχουμε εδώ ένα γεωγραφικό-συμπαντικό φαινόμενο. Όντως, χρειάζονται χιλιάδες λέξεις-νήματα σε πολλές γλώσσες για να υφανθεί ένα ποιητικό κείμενο. Να προσθέσω ότι οι Αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη διαδικασία της ύφανσης για να περιγράψουν το σύμπαν. Και ας μην ξεχνούμε ότι οι Μοίρες υφαίνουν. Το νόημα διευρύνεται, επομένως, ακόμη περισσότερο: χτίζω τον κόσμο, κυριαρχώ στο χώρο, κατακτώ το Χρόνο. Η Πηνελόπη, και όταν παραμένει κλεισμένη σε γυναικείο χώρο, είναι δυνάμει Οδυσσέας. Η ύφανση των πολιτισμών προσφέρει νήματα ανατροπής στην ποιήτριά μας.
Διαβάζω την αρχή του βιβλίου:
Α, ρε Οδυσσέα,
αυτό κι αν με τρελαίνει:
είκοσι χρόνια σε περίμενα
και τώρα που χρειάστηκε να λείψω για δουλειές
ούτε ένα βράδυ δεν μπορείς να περιμένεις… (9)
Προσέξτε τον τέλειο ίαμβο, την παράδοση, αγκαλιά με την ανατρεπτική σκέψη. «Να λείψω για δουλειές», λέει η Πηνελόπη. Μια φιγούρα τοποθετημένη αμετάκλητα μέσα σε κλειστό χώρο βρίσκεται εκτός σπιτιού, όπως ακριβώς ο Οδυσσέας. Δύο ανατροπές ευθύς εξαρχής: ο οικείος μυθικός ήρωας –η εικόνα μας σε καθρέφτη–, η Πηνελόπη μακριά από την εστία. Πώς μιλά όμως η Πηνελόπη με τον Οδυσσέα τώρα που τελείωσε ο Τρωικός Πόλεμος; Πάλι δεν μιλά. Επιλέγει ένα άλλο είδος σιωπής: γράφει:
Αγαπημένε μου Οδυσσέα,
γράφω στο λάπτοπ που μου πήρες (11).
Το λάπτοπ αντικατέστησε τον αργαλειό. Μα γιατί δεν της αγόρασε υπολογιστή; Προφανής διαφορά, το λάπτοπ μπορεί να το έχει πάντα μαζί της. Ο Οδυσσέας την ενθαρρύνει να ταξιδεύει, να γίνει ένας άλλος Οδυσσέας. Τώρα πλέον η Πηνελόπη υφαίνει γράφοντας και μάλιστα εν κινήσει. Πρώτα επικοινωνούσε με νήματα-σύμβολα, τώρα με ταξιδιάρικες λέξεις. Αλλά η ηλεκτρονική επικοινωνία θα αποδειχθεί, όπως θα δούμε, εξίσου ανέφικτη με την προσωπική.
Κάποια στιγμή ο απασχολημένος άπιστος ταξιδευτής γράφει επιτέλους κι αυτός:
Αγαπημένη μου Πηνελόπη,
Σου αγόρασα μια εσάρπα. Από τη Σμύρνη. Περάσαμε απέναντι από τη
Χίο.
Θα συνεχίσω Έφεσο, μετά πίσω Σάμο. Την έδωσα στην Αθηνά, να
σου τη φέρει.
Και η Πηνελόπη απαντά στο μήνυμα με απορία:
Ποια Αθηνά εννοείς; (22)
Τι θέλει άραγε να πει η Πηνελόπη; Δεν λέω η ποιήτρια. Λέω η ηρωίδα της. Βρισκόμαστε μέσα σε ποιητικό λόγο:
– Η Πηνελόπη ζηλεύει τόσο που ξεχνά τη θεά Αθηνά. Δεν θα βάλει ποτέ μυαλό η Πηνελόπη, όποιος και αν είναι ο ποιητής της. Ακολουθεί το πεπρωμένο που έχει υφάνει γι’ αυτήν η οικογένεια, η κοινωνία.
– Η Αθηνά είναι υφάντρια. Η εσάρπα μάς θυμίζει αυτήν την ιδιότητα.
– Αλλά και γνωστή σε όλους μας ως θεά της σοφίας. Δεν χρειάζεται να μας το θυμίσει αυτό η ποιήτρια. Ύφανση και επιστήμη συναντιούνται. Η παραδοσιακή γυναίκα συμμετέχει τώρα πλέον σε διεθνή συνέδρια για το γυναικείο ζήτημα.
– Η ερώτηση της Πηνελόπης είναι απάντηση σε αυτό που υπονοεί ο Οδυσσέας: μετά το λάπτοπ σου αγόρασα και μια εσάρπα, ένα υφαντό, να μην ξεχνιόμαστε.
– Η Πηνελόπη γράφει σε λάπτοπ. Ύφανση και νέες τεχνολογίες, παράδοση και πρόοδος, ίσως μπορούν να συνυπάρξουν.
Και ενώ απουσιάζει σε συνέδριο, η Πηνελόπη γράφει:
Οδυσσέα, dear,
ελπίζω να περνάς καλά με την αντροπαρέα σου.
Και να σου πω ότι, παρά την άρνησή σου για βοήθεια,
βρήκα τους αριθμητικούς συσχετισμούς που με βασάνιζαν. Ευελπιστώ, λοιπόν, να ολοκληρώσω το υφαντό που σχεδιάζω. (15)
Για να υφάνει, η γυναίκα πρέπει πρώτα να βρει «αριθμητικούς συσχετισμούς». Εδώ τονίζεται η διπλή της ιδιότητα στην κοινωνία μας: γυναίκα-φύλο, έτοιμη από την αρχή να κατακτήσει το δικαίωμα στην προσφορά (ή και στην επιτυχία)∙ γυναίκα-γένος, περιορισμένη στο χώρο του αργαλειού, ενώ ανάγει αυτό το χώρο σε σύμβολο αυτοσυγκέντρωσης που θα τη φέρει κοντά στην αυτογνωσία. Υφαίνω, όπως είπαμε, κρύβει μία ακόμη ιδιότητα. Το υφαντό γίνεται κείμενο, και φέρνει στο νου μας όχι μόνο τον Πίνδαρο ή τους Λατίνους, αλλά και τη λέξη «κείμενο» σε ευρωπαϊκές γλώσσες: texte, text, testo… Υφαίνω, άρα γράφω, το υφαντό γίνεται κείμενο στα χέρια της νέας Πηνελόπης, που δεν γράφει απλώς: ο γυναικείος λόγος επιτρέπει στη γυναίκα να υφάνει η ίδια τη ζωή της, να υφάνει το πεπρωμένο της.
Μένω λίγο ακόμη στο συγκεκριμένο ποίημα, στο στίχο
Ευελπιστώ, λοιπόν, να ολοκληρώσω το υφαντό που σχεδιάζω.
Μα το χαρακτηριστικό του υφαντού της Πηνελόπης είναι ότι δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Σκεφθείτε τι θα σήμαινε στο ομηρικό έπος η φράση της Πηνελόπης «να ολοκληρώσω το υφαντό»: να παντρευτεί έναν από τους μνηστήρες, να είναι επομένως άπιστη ή καλύτερα να μην είναι πλέον η μυθική Πηνελόπη. Εδώ βέβαια πρέπει να μου πείτε: μα δεν λέει «ολοκληρώνω το υφαντό». Λέει: βρίσκω τους αριθμητικούς συσχετισμούς και ολοκληρώνω το υφαντό. Η επιστήμη και οι νέες τεχνολογίες θα με βοηθήσουν, λέει η Πηνελόπη, να ολοκληρώσω το υφαντό και να φύγω από τη φυλακή μου.
Σε λίγο θα συμπληρώσει:
Τα υφαντά τελειώνουν κάποτε
το γράψιμο κρατάει όσο κι η ζωή μας (19).
Μιλά προφανώς για μια άλλη ζωή, για την αιωνιότητα της γραφής. Το υφαντό-ζωή που υφαίνουν οι Μοίρες για τον καθένα μας κάποια στιγμή φτάνει στο τέλος του∙ η γραφή είναι αυτή που παραμένει, όπως στον Πίνδαρο: μια μέρα, τα όμορφα κορμιά των αθλητών που περιγράφει θα χαθούν∙ το ποίημά του θα είναι αιώνιο και θα απονείμει αθανασία στους αθλητές.
Η νέα Πηνελόπη ζει με ποιητικές λέξεις και όχι με νήματα, αλλά τα δύο γίνονται συνώνυμα:
Πώς έζησα τόσον καιρό
Μ’ αυτό το πικρό ποίημα στα χείλη
Και τα μάτια στραμμένα στο τίποτα. (24)
Ο τόπος της γραφής κλείνει και εγκλωβίζει την Πηνελόπη, χειραφετημένη γυναίκα, ωστόσο μαγείρισσα της οικογένειας. Ένα σαρδόνιο γέλιο αναδύεται μέσα από την ποίηση της Αδαλόγλου, με σκληρούς φθόγγους να επαναλαμβάνονται:
Σου ’χω μαγειρέψει – ψυγείο και κατάψυξη.
Ζέστανε, όπως ξέρεις, στο φούρνο μικροκυμάτων. (14)
Η ιστορία της σύγχρονης γυναίκας, φεμινίστριας σύμφωνα με πολλούς, κι αυτό γιατί αρνείται να είναι απλώς ένα κομμάτι από το πλευρό του Αδάμ, για να έχει δική της προσωπικότητα, να είναι επομένως καλύτερος άνθρωπος, να μαγειρεύει για τον άνδρα της, αποκλειστικά από αγάπη, ενώ ετοιμάζεται για το Συνέδριο Γυναικών. Βέβαια μπορούμε να δούμε αυτή την πλευρά της και εντελώς διαφορετικά. Ένα από τα όνειρα του Μαρξ ήταν να μπορεί η γυναίκα να αφήσει στη μέση το μαγείρεμα και να πάει να προεδρεύσει στη Βουλή. Από μια τέτοια οπτική η Κούλα Αδαλόγλου μάς στέλνει ένα μήνυμα ισοτιμίας: όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες, χρήσιμες για τον άνθρωπο και την κοινωνία, είναι εξίσου σημαντικές, έχουν την ίδια αίγλη.
Και ξαφνικά εμφανίζεται ένας απροσδιόριστος Άλλος. Η Πηνελόπη ως Άλλος είχε ήδη κάνει την εμφάνισή της στην ποιητική συλλογή, όπως και η Ελένη ως Άλλος. Η ωραία Ελένη, καθώς αναγκάζεται να κάνει μαστεκτομή, παύει να είναι το πρότυπο της ομορφιάς και, άρα, αν αυτό είχε συμβεί νωρίτερα, ο πόλεμος θα είχε αποφευχθεί. Η αναφορά στην Ελένη μου θυμίζει το στοχασμό του Πασκάλ: «Η μύτη της Κλεοπάτρας, αν ήταν πιο κοντή, όλο το πρόσωπο της γης θα είχε αλλάξει», με το στερεότυπο «το πρόσωπο της γης» να ξαναγίνεται μεταφορά και να μας μεταφέρει στη θέαση της ιστορίας της ανθρωπότητας, αλλά και να δίνει άλλη διάσταση στη χλεύη της Αδαλόγλου.
Ποιος είναι ο Άλλος; Η επιθυμία με τη μορφή ενός αγνώστου; Η Πηνελόπη εξίσου άπιστη; Δεν έχει παρά να απομακρυνθεί από τον αργαλειό και ανακαλύπτει ότι είναι άνθρωπος, με όλες τις αδυναμίες που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο ον. Η στάση της Πηνελόπης απέναντι στον Οδυσσέα είναι διφορούμενη ήδη από τον υπότιτλο:
Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα.
Ο υπότιτλος γίνεται στίχος και επανέρχεται σε ποίημα:
Τώρα ξέρω. Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα (24).
Με αυτά τα λόγια, αποδέχεται τη θνητότητά της, το μικρό μερίδιο της χαράς που αναλογεί στον καθένα μας. Για να επαναλάβει στο τέλος της πρώτης ενότητας της συλλογής τα ίδια ακριβώς λόγια, αλλά σε δύο στίχους αυτή τη φορά, με παύση ανάμεσά τους:
Τώρα ξέρω.
Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα (32).
Η Πηνελόπη διστάζει. Δεν είναι πλέον βέβαιη ότι θα ’χει κερδίσει κάτι.
Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Διαδρομές», η γυναίκα ταξιδεύει, ο γιος της, αν και τριών χρονών, ταξιδεύει μόνος του. Το ταξίδι, η κίνηση, είναι στα γονίδιά μας. Αγγλικές λέξεις διάσπαρτες σε όλη τη συλλογή σηματοδοτούν την παγκοσμιότητα των φαινομένων που περιγράφει η Αδαλόγλου, κυρίως τη γυναίκα-Οδυσσέα, ταξιδευτή, κατακτητή των θαλασσών, γυναίκα πολύτροπη.
Η επικοινωνία, σε αυτό το νέο σύμπαν γίνεται μέσω υπολογιστή. Αλλά τα μηχανήματα δεν επικοινωνούν, χωρίς τα συναισθήματα των προσώπων που εμπλέκονται. Σύντομα φτάνει η στιγμή της μη επικοινωνίας και με τηλέφωνο ή το Διαδίκτυο. Το ποιητικό υποκείμενο τηλεφωνεί σε αριθμούς που δεν αντιστοιχούν σε συνδρομητές, πληκτρολογεί μηνύματα, όταν ο σέρβερ δεν λειτουργεί (36), παραμένει μια Πηνελόπη σε απομόνωση. Μήπως η μη επικοινωνία είναι κομμάτι του πολιτισμού μας και μάλιστα διαχρονικά; Τότε προς τι η επανάσταση της γυναίκας; Σε τι βοήθησε το λάπτοπ που της πήρε ο Οδυσσέας, αν σκοντάφτει πάνω σε έναν εχθρικό σέρβερ; Το σχόλιο της ηρωίδας της Αδαλόγλου μάς προβληματίζει:
Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά. (35)
Προσπαθεί να επικοινωνήσει με γραφή, αλλά και αυτό είναι ανέφικτο. Κάποιος θα παρέμβει και θα κάνει το σύνηθες σχόλιο για γυναίκες συγγραφείς:
Τα δικά της αισθήματα προβάλλει.
Παρακαλώ
πετάξτε την
έξω από το ποίημα. (41).
Η Πηνελόπη-Μοίρα γίνεται ένα λάθος στο υφαντό που υφαίνει η ίδια. Το παιχνίδι ανάμεσα στη μυθολογία και τον υπολογιστή, στην αιώνια γραφή της λογοτεχνίας και τους σύγχρονους, εφήμερους μύθους της τεχνολογίας, ας μη φτάσει στο τέλος του τόσο άδοξα. Το ποίημα, όπως μια μοβ χάντρα, θα μείνει εκεί, χωρίς τον ποιητή. Διαβάζω τους στίχους στο τέλος του βιβλίου:
…πρόσωπα σκούρα
βλέμμα πανικού
φωνή σιωπής
μια μαύρη σκιά πετρώνει στα μάτια…
Σφίγγω στο χέρι μου μια μοβ χάντρα, που βρήκα ζωντανή σε μια γωνιά.
Κλείνω με στίχους λίγο πιο αισιόδοξους, ερωτικούς, τρόπον τινά:
Βελονιά βελονιά
από τα μάτια μου στα μάτια σου ο
έρωτας μας έραψε απόψε. (28)
Να με φιλάς
με φόντο μια δαμασκηνιά
στη στεριά μου ξάπλωσε
ν’ αργήσει το ταξίδι. (29)

(Ζωή Σαμαρά, Η πολύτροπη Πηνελόπη, περ. Δίοδος, περίοδος Α΄, τεύχος 6, Μάρτιος 2014)

 

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL /26/10/2016

«Εποχή αφής», ποιητική συλλογή της Κούλας Αδαλόγλου, εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Και τότε, θα τις πούμε απ’ την αρχή τις λέξεις
ξαπλωμένοι ανάσκελα σε πράσινες εκτάσεις αρωματικών φυτών
να ερεθίζουν τις αισθήσεις μας ασύστολα
να μας σκορπούν και να μας ανασυνθέτουν σε όλον
να μας χωνεύουν στο ενιαίο
στο αναπόσπαστο.

Εισχωρώντας στον ποιητικό λόγο της Κούλας Αδαλόγλου συνειδητοποιώ πως το τοπίο εδώ έχει τη πολυσημία του, έτσι όπως μεταλλάσσεται από μοναχικό και κλειστό (στον ελλιπή χώρο ενός δωματίου) σε φωτεινό και ερεθιστικό των αισθήσεων. Οι παρουσίες τρεις φαινομενικά (όσες και οι φωνές στα ποιήματα) στην ουσία δύο ή ακόμη και μία, η οποία ανασυνθέτει σε παρουσία την απουσία των προσώπων ή του ενός προσώπου. Και ο χρόνος, σαν να αδιαφορεί για τα προκαθορισμένα του διαστήματα, πότε έχει τη μορφή του παρόντος με έναν Ενεστώτα διαρκείας, πότε καταργεί αυτή τη διάρκεια μεταβαίνοντας στο παρελθόν, όπου με τον Παρατατικό της επανάληψης ή με τον οριστικά απολεσθέντα Αόριστο συσσωρεύει στιγμές και μνήμες, και πότε επιχειρεί ένα πέρασμα στο μέλλον με τη χρήση ενός Μέλλοντα, που αμφίβολο είναι πώς θα κατορθώσει να διασώσει τη βεβαιότητα του ερχομού του. Έτσι κι αλλιώς η ποίηση είναι ιδιωτική υπόθεση του ποιητή, ο οποίος καθορίζει τη θέση και τη φωνή των προσώπων ή άλλοτε σκηνοθετεί το κενό της απουσίας τους. Όταν ο αναγνώστης επεμβαίνει με την ανάγνωσή του στον χώρο του ποιήματος, τότε προκύπτουν και οι διαφορετικές εκδοχές της αρχικής πρόθεσης (και της μόνης που ανταποκρίνεται στη θνητή αφορμή του ποιητικού λόγου), και από κει και πέρα ξεκινά η μαγεία της συνάντησης του δημιουργού με τον αποδέκτη του έργου του.

Τα ποιήματα της συλλογής συνιστούν ένα όλον, καθώς το ένα μοιάζει να συνεχίζει το άλλο, ίσως από διαφορετική οπτική γωνία με τις τρεις φωνές Α΄ Β΄ Γ΄ να εναλλάσσονται σ’ αυτή την ιδιόμορφη αφήγηση μιας ιστορίας συνεύρεσης, μοναξιάς, συνειδητοποίησης εν τέλει. Οι εικόνες που μας δίνει η ποιήτρια μέσα από τους στίχους της έχουν σκληρές γωνίες, έχουν αμυχές, έχουν βάρος συχνά ασήκωτο, έχουν σώμα.

Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.
Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα –
φτάνουν οι παρομοιώσεις –
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

Φτάνουν οι παρομοιώσεις, θα μας πει. Αλήθεια, ποια ανάγκη για μεταφορικότητα; Η αφή, στην οποία παραπέμπει ο τίτλος της συλλογής (αλλά και του πιο ξεκάθαρου ποιήματος Εποχή αφής) είναι η πιο γήινη αίσθηση από όλες. Ακόμα κι όταν όλες οι υπόλοιπες αισθήσεις αποδειχθούν παραπειστικές, η αφή θα διατηρεί αλώβητη την υπόστασή της, χωρίς μυωπικά γυαλιά, χωρίς ψεύτικη σύλληψη του ήχου, με όλη τη γεύση της και με την όσφρησή της ακέραιη. Η αφή έχει μνήμη, και όταν οι πραγματικές εικόνες χαθούν, αυτή θα κυριαρχήσει. Εποχή αφής.

Θα βγάλω από τα χέρια σου βρύα και λειχήνες
θα σου φορέσω ένα γκρι πουλόβερ
θα καθαρίσω από τα μάτια σου τα μικρά ψάρια
θα φιλώ τα δάχτυλά σου ένα ένα
μέχρι να νιώσω να τα διαπερνά η ζωή.
Κι ύστερα, με το πιο παρατεταμένο φιλί
θα πάρω από το στόμα σου όλο αυτό το χώμα που τα πέτρωσε.

Η ποίηση της Κούλας Αδαλόγλου δεν έχει ανάγκη τον λυρισμό για να γοητεύσει, ούτε κολακεύει τον αναγνώστη της προσφέροντάς του κοινότοπα, επιφανειακά αισθήματα. Απαιτεί από αυτόν μια προσεκτική εναπόθεση της δικής του ματιάς πάνω στα δικά της ίχνη. Και αν αυτά χαράσσουν και πληγώνουν, αν αιφνιδιάζουν με την αλήθεια τους, έχει να αντικρούσει με τον δικό της αιφνιδιασμό απέναντι στα γυρίσματα της ζωής.

Αιφνιδιασμός
Γιατί με αιφνιδίασες;
ούτε ένα σημάδι, κάτι που να δείχνει αλλαγή πορείας.
Ο αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο.
Γιατί θεώρησες προβλέψιμη την αιφνιδιαζόμενη;
Ποιος ορίζει το πλαίσιο;

Αν θελήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέτει ο παραπάνω στίχος, η μόνη ίσως σωστή απάντηση να είναι: ο ποιητής σε κάθε περίπτωση. Και αν θελήσουμε να το προχωρήσουμε πιο πέρα, ίσως να απαντήσουμε: και ο αναγνώστης ενδεχομένως. Η ποιήτρια αναφερόμενη στα δικά της πρόσωπα, κυρίαρχα στη σκέψη της, λέει:

Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν, να
συνθέτω τις σκέψεις τους, να προδιαγράφω το μέλλον τους.

Ο αναγνώστης, με τη σειρά του, θα διαβάσει ερμηνεύοντας κατά το δοκούν. Ο διάλογος στην ποίηση είναι ζωντανός. Και η συγκεκριμένη ποιητική πρόταση της Κούλας Αδαλόγλου προσφέρει με την πολυσημία των μέσων της τον κατάλληλο χώρο για την ανάπτυξή του. Έτσι όπως οι χρόνοι μεταλλάσσονται, το ποιητικό υποκείμενο αλλάζει ένδυμα διαρκώς, και οι αισθήσεις υποχωρούν επιτρέποντας στην αφή να κυριαρχήσει, το ποίημα μοιάζει να θέτει πολλαπλές ερωτήσεις. Θαρρώ, όμως, πως αυτή είναι η γνήσια ποίηση.

 

 

ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΛΑΣΑΡΙΔΟΥ

Εποχή αισθήσεων και ψευδαισθήσεων

Μια σειρά συνειρμών νοηματικής αλληλουχίας εγείρεται από τις δύο λέξεις που συνθέτουν τον τίτλο της καινούριας ποιητικής συλλογής της Κούλας Αδαλόγλου που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι που μας πέρασε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν: Εποχή αφής, άρα και Εποχή των αισθήσεων ή μήπως και Εποχή του έρωτα; Ξεκινώντας την ανάγνωση των πρώτων κομματιών του βιβλίου ο αναγνώστης διαμορφώνει έναν ορίζοντα προσδοκιών στο επίκεντρο του οποίου αναμφισβήτητα βρίσκεται ο έρωτας. Και διαδραματίζει πράγματι το συναίσθημα αυτό νευραλγικό ρόλο στη συλλογή, καθώς, αν θεματικά τη συνέχει παράλληλα με τον θρυμματισμένο χρόνο, τη διάψευση των προσδοκιών και την εναγώνια εκπλήρωση της επαφής, μορφικά την καθορίζει. Η συλλογή δομείται βάσει μιας εναλλασσόμενης τριφωνίας, προικοδοτώντας το έργο με δραματικότητα, αφού οι παράλληλοι μονόλογοι τριών προσώπων κατατείνουν και εντέλει εγκαθιδρύουν μια διαλογικότητα των φωνών.
Συνεπώς, εν προκειμένω η δραματικότητα δεν προσδίδει απλώς μια εσωτερικότητα στη δράση των ποιητικών ανώνυμων πρωταγωνιστών αλλά έχει έντονα τον χαρακτήρα του υπόρρητου και της εσωστρέφειας, έχει τη διάσταση μιας οιονεί επικοινωνίας και μιας επαφής λανθάνουσας. Είναι ευρηματικό το δομικό στήσιμο της συλλογής από την Αδαλόγλου: οι τρεις πρωταγωνιστές ― δύο γυναίκες και ένας άνδρας ―ξεδιπλώνουν τις μύχιες σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους: φόβος, προσμονή, ένα αίσθημα του ανικανοποίητου, η ελπίδα για συνάντηση. Οι απρόβλεπτες διαδρομές του έρωτα βυθίζουν σε ένα πένθος το ποιητικό υποκείμενο και η απώλεια της ερωτικής Εδέμ υπογραμμίζεται ενίοτε μέσα από τη μετωνυμική χρήση μουντών και πένθιμων χρωμάτων, όπως είναι επί παραδείγματι, το μοβ ή το μαύρο, αλλά και μέσα από εικόνες που ιχνογραφούνται με φόντο τη σκιά και τη βροχή, το φθινόπωρο και το κρύο.
Η ευρηματικότητα, ωστόσο, της δομής έχει ακόμη μία διάσταση εν προκειμένω. Η ποιήτρια χωρίς να χρησιμοποιεί ποιητικές περσόνες, alter ego του ποιητικού υποκειμένου, τριχοτομεί τον ποιητικό «εαυτό», υποδυόμενη ρόλους χωρίς ονόματα. Η λέξη «φωνή» με αύξουσα αρίθμηση, η οποία χρησιμοποιείται και για τους τρεις πρωταγωνιστές της συλλογής, αποδεικνύεται ένα δραστικό αναγνωστικό οδόσημο, τονωτικότερο από οποιοδήποτε ηχηρό ονοματεπώνυμο στον βαθμό που δεσμεύει την προσοχή του αναγνώστη, καθώς οι γέφυρες επικοινωνίας που στήνονται συγκροτούνται στη βάση της πιο ξεχωριστής ανθρώπινης ιδιότητας, της ικανότητας της ομιλίας, και οι αναγνωστικές προσδοκίες εξυφαίνονται στον άξονα της προσμονής για επικοινωνία σε τόνο εξομολογητικό.
Όμως η διανομή των ρόλων στο ποιητικό ― θεατρικό αναλόγιο της Αδαλόγλου μας επιφυλάσσει ακόμη μία έκπληξη. Εξηγούμαι: Αν η πρώτη φωνή, η γυναικεία, είναι αναμενόμενη, η δεύτερη, η ανδρική μας ξαφνιάζει, καθώς προδίδει έναν ποιητικό χαμαιλεοντισμό, ενώ η τρίτη φωνή μιας γυναικείας φιγούρας που παρατηρεί το ζευγάρι, αποσκοπώντας στην επανένωσή του και δρώντας ως ένα πανεποπτικό Εγώ, έχει παρουσία ρυθμιστική και κρατά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε τον ρόλο που έχει στο μυθιστόρημα ο παντογνώστης αφηγητής ή ένας από μηχανής θεός στο θέατρο που μπορεί να προσφέρει ελπίδα. Τούτες, οι εναλλαγές προσδίδουν στη συλλογή τον χαρακτήρα της πολυπρισματικότητας, προικοδοτούν το ποιητικό έργο με πολλές γωνίες αφήγησης που πολλαπλασιάζονται σχεδόν καλειδοσκοπικά, αν ενσωματώσουμε στην εξίσωση της ερμηνείας τους παράγοντες του χρόνου, της μνήμης και της αίσθησης.
Τα κομμάτια της συλλογής είναι πυκνά και σύντομα, λιτά, πολλά εξ αυτών με περιορισμένα χωρικά όρια αλλά ταυτόχρονα αρκετές φορές με εγκιβωτισμένη τη δύναμη του ερωτικού επιγράμματος: Με έβαλες πάλι στα μάτια των αντρών,/ Αλλά με άφησες εκεί, εικόνα αφίλητη,/ σε προσμονή γηράσκουσα./. Η πυκνωμένη τους μορφή είναι απότοκη ή απλώς συνάρτηση της ποιητικής γλώσσας, που θα τολμούσα να τη χαρακτηρίσω σωματική, δεδομένου ότι εκπορεύεται από τις αισθήσεις και πλάθεται από αυτές με κεντρομόλο δύναμη την αφή. Διαβάζουμε από το ποίημα που χάρισε τον τίτλο σε όλο το βιβλίο: (…) Εποχή αφής./Ο άνεμος στα μαλλιά./ Τα δάχτυλα στα μαλλιά./Τα δάχτυλα στα δάχτυλα./Τα δάχτυλα στα χείλη./Τα χείλη στο μάγουλο/ Το μάγουλο στην παλάμη./ (…).
Είναι όμως ταυτόχρονα χαρακτηριστικό ότι παρά την έντονη δραματικότητα της συλλογής, τα κομμάτια και η γραφή της Αδαλόγλου δεν διακρίνονται απλώς για την απουσία υψηγορίας, αλλά κυρίως για τον μινόρε τόνο τους που λειτουργεί διεγερτικά αντιστικτικά με την έντονη δραματικότητα, συνθέτοντας ένα αντιθετικό ζεύγμα με ένα κρεσέντο συναισθημάτων από τη μια και ένα τονικό ντεκρεσέντο από την άλλη. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία πως η ποίηση της Αδαλόγλου ― στοιχείο που είδαμε πολύ έντονα και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της με τίτλο Οδυσσέας, τρόπον τινά (Σαιξπηρικόν 2013) ― είναι προσωπική με πρωτογενές υλικό το βίωμα, το οποίο λειτουργεί κατά κύριο λόγο ως συνάρτηση της Μνήμης. Το βίωμα στο ποιητικό σύμπαν της Αδαλόγλου αποτελεί εκείνη την απαραίτητη αναλυτική κατηγορία για την προσέγγιση και ερμηνεία των διαπροσωπικών σχέσεων. Διαπιστώνουμε όμως από τα ποιήματά της πως το εκάστοτε προσωπικό βίωμα του ποιητικού υποκειμένου δεν είναι αποκολλημένο από το παρόν κοινωνικό πλαίσιο, γι’ αυτό και ορισμένα από τα κομμάτια της συλλογής μεταλλάσσουν την κοινωνική εμπειρία της γράφουσας σε κριτική οικειοποίηση του κόσμου. Διαβάζουμε από το ποίημα «Φέιγ Βολάν»: (…) Λίγο πριν από το ύψος της Ερμού/ μετέωρες αποφάσεις./ Συλλαλητήριο για τους απολυμένους/ εκατοντάδες μηνύματά μου φέιγ βολάν πεταμένα στους δρόμους/ ζητούν τον λόγο από εκείνον που παρίστανε τον παραλήπτη./ή σε άλλο ποίημα: Καθάρισε τη μνήμη του τηλεφώνου./ Τόσο κόκκινο, την πνίγει./ Εικόνες από μακριά και πιο κοντά/ διαμελισμένα ερείπια/ πρόσωπα θρήνος/ οροί τραύματα αίμα/ ρουκέτες παράκρουσης/ ανατιναγμένη λογική/ ζωές λαθραία παγιδευμένες/λάμες απόγνωσης/ σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας/.
Είναι η έννοια του χρόνου και η διαχείρισή της το νήμα που συνέχει τα τρία πρόσωπα της συλλογής; Η έννοια του χρόνου στην παρούσα συλλογή είναι άρρητα συνυφασμένη με τις έννοιες της Ύπαρξης και της Μνήμης, ενώ το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι αποκρυσταλλώσεις μιας διαλεκτικής σχέσης. Το άχθος της φθοράς και η διαστολή του πραγματικού χρόνου αποτελούν επιμέρους νευραλγικές συνιστώσες του υπαρξιακού στοιχείου που επικαθορίζει με λανθάνοντα τρόπο τα ποιήματα. Ο πραγματικός χρόνος του ρολογιού δεν ταυτίζεται με τον χρόνο, όπως τον βιώνει το ποιητικό υποκείμενο, καθώς οι λεπτοδείκτες κολλούν, ο χρόνος ακινητοποιείται, η αίσθηση μετατρέπεται σε παραίσθηση και το παρόν αργεί να γίνει το προσδοκώμενο μέλλον. Διαβάζουμε: Συγγνώμη που άργησα να ανοίξω/ έπρεπε να μαζέψω αυτή την παγίδα/ αποκεφαλίζει ποντικούς κατσαρίδες σαύρες/ μια φορά έκοψα κι ένα κοτσύφι / με το τελευταίο λάλημα σφηνωμένο στο χρυσό του ράμφος/ από τότε στοιχειώσαν οι ώρες/ πρέπει να σπρώξω γερά τους λεπτοδείκτες/ κατάλαβες γιατί άργησα ν’ ανοίξω…/.
Την ίδια στιγμή η Μνήμη γίνεται το εργαλείο που στεγανοποιεί το παρελθόν από το παρόν και που επιβάλλει εκείνες τις διχοστασίες που σημασιοδοτούν το σήμερα μέσα από τη διάθλαση του παρελθόντος. Όμως η έννοια του χρόνου πέρα από τις διαχωριστικές γραμμές που οροθετεί φαίνεται να θρέφει και τη λεπτή ειρωνεία που διαχέεται στη συλλογή και που εκφέρεται πότε απορηματικά και πότε μέσα από την ενδυνάμωση του εσκεμμένα συγκεχυμένου που δημιουργούν οι πολλαπλές εστίες αφήγησης και οι λεπτές τονικές διαβαθμίσεις της γλώσσας των λιτών στίχων του καθημερινού λεξιλογίου. Παρά τη μελαγχολία όμως της γραφής που αναδύεται από τους στίχους της συλλογής της η Αδαλόγλου μοιάζει να μην έχει δηλητηριασμένο αίμα, αφού το μετέωρο τέλος του βιβλίου απεγκλωβίζει ένα ανεσταλμένο φορτίο ελπίδας, δίνει χώρο στο όνειρο και εντέλει στην ίδια τη ζωή.
info:Κούλα Αδαλόγλου, Εποχή αφής, Σαιξπηρικόν
14 Δεκεμβρίου, περιοδικό «Ο Αναγνώστης. Για το βιβλίο και τις τέχνες»

 

 

ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΤΑΣ

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΟΝΟΜΑ: (επ)Αφή, ΕΠΙΘΕΤΟ: Ηλεκτρονική -Εξ Αποστάσεως, ΠΕΡΙΦΡΑΣΗ: Μεγέθυνες τις Αποστάσεις, Διύλισες το Χρόνο, Υπήρξες ποτέ;
Κούλα Αδαλόγλου ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2016: «Ποίηση αιχμηρή με βελούδινο κόψιμο» (Άγγελα Καϊμακλιώτη), «Υπέροχη ποίηση σε τρεις φωνές στα άδυτα της προσδοκίας για ερωτική εγγύτητα και για την παγωνιά της ματαίωσης (Δεσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη). Ακολουθεί αποσπασματική παρουσίαση σε πέντε ενότητες με εσωτερική εστίαση Τάσου Κάρτα: α] Ο τίτλος και οι αμφισημίες του β] Τρεις φωνές αφηγούνται μια ιστορία σε διαφορετικά επίπεδα χρόνου, τόπου και σημασίας γ]Χρόνοι, Τόποι και Αποστάσεις: στην Εποχή της Αφής ο Αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο και η Συνέχεια Απορίες αναμενόμενες δ]Τώρα πληγωμένο αγρίμι στη μονιά μου… Κατάλαβα ότι δεν είχες να μου δώσεις λέξεις / Χιόνισε μέσα μου και ε] Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό: επίλογος με τη Συνέχεια της (συγ)Γραφής πολλά υποσχόμενη: «κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν…». «Πόσο η κοινοτοπία ακούγεται αλλιώτικα, όταν υπάρχει ανάγκη» γράφει σε κάποιο σημείο της συλλογής της η Κούλα Αδαλόγλου. Και μ’ αυτό τον απολογητικό αφορισμό υπογραμμίζει με το δικό της τρόπο τη μεταμορφωτική λειτουργία της ποίησης: είναι κάτι σαν «μαγικό ραβδί», που στα χέρια χαρισματικών ποιητών αποκτά μυστηριακή δύναμη, μπορεί δηλαδή να καθαγιάζει και τις πιο πεζές καθημερινές λέξεις, να χαρίζει υπόσταση λυρική στις εικόνες τους και έτσι να τις απογειώνει ως ποιητικές στιγμές πλέον στη μεταφυσική εκείνη διάσταση που θα τις αντιλαμβάνονται ως κοινή ανθρώπινη μοίρα αναγνώστες διαφορετικών εποχών συμμετέχοντας συνειδητά ή υποσυνείδητα, «δι ελέου και φόβου» στη μυσταγωγία της «των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»: ΦΩΝΗ Γ: «Καθάρισε τη μνήμη του τηλεφώνου. Τόσο κόκκινο την πνίγει. Εικόνες από μακριά και πιο κοντά, διαμελισμένα ερείπια, πρόσωπα θρήνος όροι τραύματα αίμα, ρουκέτες παράκρουσης, ανατιναγμένη λογική, ζωές λαθραία παγιδευμένες, λάμες απόγνωσης, σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας» [ART by Chexm1X Ascent ]

Α. ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ: ο τίτλος και οι αμφισημίες του
Δεν πρέπει να είναι τυχαία η επιλογή του τίτλου «Εποχή Αφής» για τη νέα ποιητική συλλογή της Κούλας Αδαλόγλου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν τον Ιούνιο του 2016. Ο εύκολος συνειρμός με την Οθόνη Αφής, βασικό στοιχείο εξέλιξης στις έξυπνες συσκευές νέας τεχνολογίας, παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στις αντιφάσεις του πολιτισμού που επέτεινε αυτή η τερατώδης και ραγδαία ανάπτυξή του: από τη μια μεριά όλα ενεργοποιούνται δια της αφής, έρχονται δίπλα και γίνονται «οικεία» μ’ ένα ΚΛΙΚ κι από την άλλη η πραγματική επικοινωνία και επ-αφή μαζί τους (και μεταξύ των υποκειμένων) ομολογείται ως εικονική: ΜΟΝΟ «Δάχτυλα που αγγίζονται και ριγούνε με την προϊούσα οσμή μιας απομάκρυνσης»!… είναι η εποχή αυτή. Η διαπίστωση είναι λυρική στην έκφρασή της μα τραγικά οξύμωρη στη σημασία της. Γιατί σ’ αυτή την Εποχή Αφής: «αυτή η άνοιξη δεν αντέχεται να μένει άνοιξη». Γι’ αυτό η ποιήτρια, «με το άσπρο φουστανάκι της κι ένα πελώριο χαμόγελο σε αναμονή», εικόνα αγγιγμένη αλλά αφίλητη σε «προσμονή γηράσκουσα», ξεσπά στην κατακλείδα του ευχετικού αχ να Γινόταν: «να εκραγούν επιτέλους τα αισθήματα, να λάμψουν τα χείλη, να ανατιναχτούν οι ηλεκτρονικές σου άμυνες, να υψωθεί ο πόθος στους ατμούς του»:
ΝΑ ΓΙΝΟΤΑΝ:
Να γινόταν. Να μπούμε σε ρομαντικό παλιό τραγούδι και μακριά να φύγουμε, μαζί.
Διάφανη εγώ, να φαίνεται το αίμα που ανθίζει στις αρτηρίες μου.
Μου κάνεις χάρες και απογειώνομαι. Σε ξεχωρίζω και θριαμβεύεις.
Μου χαρίζεις φεγγάρια, σου χαρίζω στίχους, τον Γαλιλαίο μου χαρίζεις και νικάς.
Θέλεις να φύγεις και δεν σ’ αφήνω, λέω να φύγω και σου σφηνώνεται η μπουκιά στο λαιμό

ξαφνικά τσινάς κι αντιδράς αναίτια, λιωμένος ζητάς συγγνώμη,
δεν τη δέχομαι απολογείσαι γράφεις όλα τα βλέμματα προβάρεις
με κάνεις και γελώ – και πάλι από την αρχή

ξεσπάς επάνω μου τις από αλλού πιέσεις ξεσπώ επάνω σου ανασφάλειες
σε φοβίζω λες δεν καταλαβαίνεις λες αμφιβάλλω λέω τον ασαφή σου λόγο
καμιά εξομολόγηση μια στέρηση με σφάζει υποχρεώσεις σε χτυπούν αλύπητα
πού είμαστε ποιοι είμαστε δεν ξέρω ένα σουέλ η ψυχή μας
… αυτή η .άνοιξη δεν αντέχεται να μένει άνοιξη
να εκραγούν επιτέλους τα αισθήματα να λάμψουν τα χείλη
να ανατιναχθούν οι ηλεκτρονικές σου άμυνες
να υψωθεί ο πόθος στους ατμούς του.

Β. ΤΡΕΙΣ ΦΩΝΕΣ αφηγούνται μια ιστορία σε διαφορετικά επίπεδα χρόνου, τόπου και… σημασίας:
Παρατηρώντας προσεκτικά στα περιεχόμενα τους τίτλους των ενοτήτων/ ποιημάτων, υπάρχει μια δυσκολία στο να αντιληφτούμε το σκεπτικό της όλης σύνθεσης. Πρωταγωνιστούν ως Πρόσωπα/ αφηγητές τρεις Φωνές: Φωνή Α, Φωνή Β και Φωνή Γ, που εναλλάσσονται χωρίς κάποια λογική σειρά. Η Χλοή Κουτσουμπέλη σχολιάζοντας αυτή τη σύνθεση φαντάζεται πίσω από τις συγκεκριμένες Φωνές «Έναν άντρα, Μία Γυναίκα, μία σχέση από απόσταση και μία Τρίτη Φωνή, που είναι η συγγραφέας-ποιήτρια…». Η Περσεφόνη Τζίμα, από την πλευρά της, πιστεύοντας ότι οι Φωνές «δίνουν μιαν άλλη διάσταση φόντου, ένα ευρύτερο πλαίσιο ποιητικών υποκειμένων», προσδιορίζει με άλλο κριτήριο το ρόλο τους: πρωταγωνιστικό ρόλο δίνει στη Φωνή Α, παράλληλη ή απαντητική θεωρεί τη Φωνή Β, ενώ η Φωνή Γ, η πιο ολιγόλογη, είναι η αποστασιοποιημένη Φωνή του Παρατηρητή. Το σημαντικό για την Περσεφόνη Τζίμα είναι οι διαφορετικές διαθέσεις των Φωνών, γιατί στην ουσία είναι «τρεις παραλλαγές ποιητικής έκφρασης σε διαφορετικές διαθέσεις του ίδιου και του αυτού ποιητικού υποκειμένου».

ΦΩΝΗ Α – ΙΧΝΗ… ΑΥΤΟΝΟΗΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ
Ρίχνω ψιχουλάκια στο διαδίκτυο,
να τσιμπήσεις να πλησιάσεις,
μη σε χάσω στην παγωνιά εσωέξω…

Κι αυτός, που βεβαιώθηκε εκείνη τη στιγμή
πως για κείνον ομόρφαινε,
έβαλε την ψυχή του στα μάτια
και της τη δώρισε.

ΦΩΝΗ Β – ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΕΙ. ΣΑΝ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΠΑΝΤΑ…
… Τι ξέρει η αγάπη από το όμορφο;
Τι ξέρει από το διαφορετικό;
Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.

Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα –

φτάνουν οι παρομοιώσεις-
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

ΦΩΝΗ Γ – ΚΑΘΑΡΙΣΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ
Τόσο κόκκινο την πνίγει.
Εικόνες από μακριά και πιο κοντά
διαμελισμένα ερείπια
πρόσωπα θρήνος
οροί τραύματα αίμα
ρουκέτες παράκρουσης
ανατιναγμένη λογική
ζωές λαθραία παγιδευμένες
λάμες απόγνωσης
σημαδεμένα φρούτα θεομηνίας

Γ. ΧΡΟΝΟΙ, ΤΟΠΟΙ κι ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ: στην Εποχή της Αφής ο Αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο και η Συνέχεια Απορίες αναμενόμενες
Η εποχή, που είναι της Αφής, δηλώνεται εξαρχής με τον τίτλο της συλλογής. Εποχή Αφής είναι και ο τίτλος ενός ποιήματος στη σελ. 21 που ακολουθεί την αφήγηση της Φωνής Γ, με την οποία η Κούλα Αδαλόγλου ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής ολοκληρώνει τους στοχασμούς της σε κάθε επιμέρους ενότητα. Στο ομότιτλο λοιπόν με τη συλλογή ποίημα δίνονται κάποια πιο ειδικά στοιχεία. Προηγείται η εικόνα της γυναίκας «με το άσπρο της φουστανάκι κι ένα πελώριο χαμόγελο σε αναμονή… χαμόγελο εφιαλτικό» Στο φουστανάκι ζωγραφίζει λεκέδες πολύχρωμους. Ο τόπος της δράσης δίνεται με την υπερρεαλιστική εικόνα της θαλασσινής αύρας που χαϊδεύει τα μαλλιά της γυναίκας, τα μακραίνει και τα κάνει να φτάνουν και να βρέχονται στη θάλασσα!.. Ο θαυμασμός σε πρώτο πρόσωπο: «πόσο ζηλεύω το θαλασσινό αεράκι να χαϊδεύει τα μαλλιά μου…». Η συνέχεια είναι επιγραμματική αποτύπωση στοιχείων Εποχής Αφής! Μια «σκυταλοδρομία» λέξεων στην οποία η μια λέξη παραδίδει στην επόμενη τη σκυτάλη της αφής και της ανταποδίδεται το χάδι του ανέμου. Δηλαδή, ένας αέναος Κύκλος Αγγιγμάτων, στρόβιλος αποριών και στο βάθος Απουσία πανταχού παρούσα:
«Ο άνεμος στα μαλλιά.
Τα δάχτυλα στα μαλλιά
Τα δάχτυλα στα δάχτυλα.
Τα δάχτυλα στα χείλη.
Τα χείλη στο μάγουλο.
Το μάγουλο στην παλάμη.
Η σιωπή στα χείλη.
Ο αερόσακος της απόστασης στα σώματα.
Ο στρόβιλος των αποριών.
Η απουσία σου παντού.
Το γρατσούνισμα της μνήμης.
Τα δάχτυλα χωρίς πλήκτρα ψαύουν μηνύματα»

Και ύστερα; Θα φτάσει ο Χρόνος; Ή διαφορετικά: πόσος χρόνος μένει; Θα βγει σε καλό; Πώς να το προ(σδι)ορίσεις; Η τελική α-πορία είναι πρωθύστερη: «Της διευκόλυνσης της ευκαιρίας; Όχι της ανάγκης της επιθυμίας; Κόβουν πολύ τα γυαλιά της θρυμματισμένης ψευδαίσθησης». Στον παρόντα χρόνο πάντως έχουμε την εικόνα μιας Συνάντησης (του Άνδρα με τη Γυναίκα;). Την αφηγείται μάλλον η Φωνή Α, της Γυναίκας. Υποκειμενική εστίαση στα μαγαζιά, τα κλειστά περίπτερα, την ερημιά των δρόμων αλλά «πάντα ένας προβολέας να τους ακολουθεί, ούτε μια άκρη να ξαποστάσουν». Το ποίημα επιγράφεται ΧΡΟΝΟΣ, «χαλαρός, γέλιο, μαλακώνει ο πόνος, απαλό κρασί, μπουκιές-μπουκιές η απόλαυση, έτσι… η αγάπη ζεσταίνει, τα μάτια βαθιά ψάχνουν τη διέξοδο, υπόσχονται… Έτσι το μέλλον αργεί…». Η Γυναίκα προαισθάνεται τη δυσκολία εκπλήρωσης των επιθυμιών στον εναπομείναντα χρόνο: «Το ξέρει φυσικά πως όλο αυτό δεν πρόκειται ή δεν είναι δυνατόν να βγει σε καλό…». Κι επειδή καταλαβαίνει ότι δεν μένει πολύς καιρός «θα τον μετρήσει πάλι σε μια ολόσωμη φωτογραφία τεμαχίων, θα τον μετρήσει με τις αντοχές της, με τον αέρα που της μουντζουρώνει τα μάτια που γίνονται γκρίζα καθώς λιώνει το μακιγιάζ, με την πλατεία που αποστηθίζει τα αδιέξοδά της, με το βαμβακερό νυχτικό μούσκεμα στον ιδρώτα»!… Τη λυρική εμβόλιμη πρόζα του ΧΡΟΝΟΥ ακολουθεί η Φωνή Γ, που με εναλλαγή χρωμάτων, με οπτικές και τις ακουστικές εικόνες, ολοκληρώνει το σκηνικό της συνάντησης:
Το σύννεφο είχε καθίσει πάνω από το σπίτι.
Ένα σύννεφο σαν μπουκέτο λουλούδια, μοβ, μαύρα, φούξια.
Ακούστηκε η βροντή, μια λάμψη,
το σύννεφο σκόρπισε σε μυριάδες κομμάτια.
Απ’ το ταβάνι έπεφτε μια βροχή από μοβ πέταλα.

Δ. ΤΩΡΑ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΓΡΙΜΙ ΣΤΗ ΜΟΝΙΑ ΜΟΥ… «Κατάλαβα ότι δεν είχες να μου δώσεις λέξεις/ χιόνισε μέσα μου»:
Όψεις μοναξιάς που μεγεθύνουν απροσδιόριστα συναισθήματα παρατηρεί ο αναγνώστης να εκτυλίσσονται καθώς προχωρά η αφήγηση με την εναλλαγή των Φωνών. Εναλλάσσονται και οι εικόνες που δραματοποιούν τα γεγονότα. Στη μια εικόνα η Φωνή Γ/ Παρατηρητής βλέπει τον άνδρα μέσα στο νερό σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια αντίστασης στο ορμητικό ρέμα: «κρατάς το κεφάλι πίσω τεντωμένο μη σου ’ρθει κανένα σανίδι ή κλαδί ορμητικό, το κορμί ευέλικτο για τις κατεβασιές και τις στροφές δώθε κείθε». Εδώ κυριαρχεί ο φόβος για την τύχη του ήρωα: «φοβάμαι μην ξοκείλεις σε καμιά άκρη, ξέπνοος και ξεχασμένος ή μη σε δω να σε παίρνει ο καταρράκτης με ανοιχτά χέρια και πόδια…». Στην άλλη εικόνα χιονίζει και η ηρωίδα μη έχοντας τα κατάλληλα παπούτσια γλιστράει και σκίζεται το καρό της αδιάβροχο. Πρόσοψη μοναξιάς: «τα μαλλιά σου λερές ρίζες χώνονται στους τοίχους». Κάτοψη το πρόσωπο που λιγοστεύει και μένει μια κουκίδα. Πανόραμα μοναξιάς χέρια που πέφτουν και «τα κιάλια-μάτια μου ανακαλύπτουν έντρομα πως στον καθρέφτη τόσους μήνες κοίταζα». Εναλλαγή με εικόνα υπερρεαλιστική των πληγών του έρωτα: στα καφασωτά παράθυρα «στριμωγμένη η ανάσα στριμωγμένο το φιλί στραμπουλιγμένη η ματιά»!… Η Περσεφόνη Τζίμα σχολιάζει τη σκηνή: «Με αρκετά «γριφώδη ενάργεια» εισέπραξα τη Γ΄ φωνή-σύνθεση στη σελίδα 27. Ένιωσα έναν πόθο πολύτιμο αλλά ανεκπλήρωτο, που ο «άλλος» τον πέταξε, ούτως ειπείν, «στα σκουπίδια» – και πόσο μια τέτοια αντιμετώπιση τραυματίζει αλλά και γεννάει στίχους. Εμπόδια παντού: καφασωτά παράθυρα, το χνούδι στα δάχτυλα είναι μόνο ένα ίχνος, ένα ψίχουλο, μια αφή πόθου, εκδηλωμένου ή εμποδισμένου…». Το συμπέρασμα μαγικός ρεαλισμός: «κι ούτε καν ολονύχτιος πόθος μόνον ένα ροδακινί χαμόγελο, έστω, τόσο κατ’ επανάληψη «λάθος» η γεμάτη σακούλα πάντοτε δίπλα στον κάδο πλέον…». Κι όμως στη δύστροπη αυτή κι αντιφατική Εποχή Αφής, σε τούτη την άλλη γωνιά της ποίησης, όλα είναι Απόφαση μιας Βραδιάς με Πανσέληνο, τότε που η γλώσσα πλαταγίζει όνειρα με φιλιά κάτω απ’ την ομπρέλλα:
«Πανσέληνος.
Κι εγώ κρατημένος από μια λεπτή κλωστή.
Πανσέληνος.
Κι εγώ που διέκρινα εκείνη
τη λεπτή τομή
στραμμένος να τη διερευνήσω
μ’ όλο το φως που συμπυκνώθηκε στα μάτια μου.

Δεν σε αιφνιδίασα.
Δεν έβλεπες. Γι’ αυτό δεν είδες τα σημάδια.
Πολλά, μέρα τη μέρα πλήθαιναν.
Είναι ένα ρίσκο.

Χέρσα χωράφια
εκτάσεις σφερδούκλια
γυαλί και ατσάλι φυτρώνει στον κάμπο κάτοπτρο ρουφά τον ήλιο.
Ο κάμπος με ζεύει υποζύγιο
τα ζώα ρουφούν την ορμή μου.

Σε τυλίγω με τα μεγάλα μου χέρια
Κουρνιάζεις και ηρεμείς.
Σε φιλώ απαλά
σε κοιτώ βαθιά
απομνημονεύω την εικόνα σου.

Το μικρό γούρι στον σάκο μου,
ένα βιβλίο κι άλλο ένα,
μια κούπα με τον Τενεσσί Ουίλιαμς.
Το διαμέρισμα αδειάζει,
ο καναπές με το ριχτάρι που ξέρεις
μετακόμισε ήδη.

Ξέρω ότι θα μου λείψει η μυρωδιά και το γέλιο σου
θα μου λείψουν οι πολύχρωμες μπαλαρίνες σου,
τα παράπονα και οι θυμοί σου.

Σε μέμφομαι για την πικράδα στο στόμα μου
για τη χορταριασμένη αγκαλιά μου.
Ο κάμπος ξέρει πως είμαι άδειος
εγώ πονάω για τα ουδέτερα μέλη μου
βαλτώνω στη λάσπη.

Μεγέθυνες τις αποστάσεις
διύλισες το χρόνο.

Ανασαίνω στρέμματα αρωματικά φυτά
στο εργαστήριο τα πρώτα αιθέρια έλαια,
μα δεν σκιρτά η παγωμένη αγάπη.

E. ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΡΑΒΑΚΙ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟ ΚΑΙΡΟ (επίλογος με την Συνέχεια της (συγ)Γραφής υποσχόμενη: «Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν… )
Σημαντικό είναι που η Κούλα Αδαλόγλου διατηρεί ακμαίο το νεανικό της πνεύμα και σ’ αυτή την έβδομη ποιητική συλλογή της. Διαβάζουμε ποιήματά της από το 1982 που εκδόθηκαν οι ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ, η πρώτη της ποιητική συλλογή. Ακολούθησαν οι συλλογές: ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (1992), ΔΥΟ ΕΛΕΓΕΙΕΣ και μια ΩΔΗ (1996), ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ (2001), ΔΙΠΛΗ ΑΡΘΡΩΣΗ (2009) και ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ (2013).

Διπλά σημαντικό που δεν ολοκληρώνεται η μελέτη των ποιημάτων της συλλογής όσες φορές κι αν την διαβάσει κανείς. Γιατί σε κάθε ανάγνωση ανακαλύπτεις στοιχεία που δεν τα είχες προσέξει τις προηγούμενες φορές. Η εποχή αυτή, όπως κι άλλες εποχές στη νεότερη ελληνική ιστορία, δεν είναι εποχή για ποίηση. Όταν ορθώνεται μπροστά σου μ’ όλα τα πελώρια ποδάρια της η Λερναία Ύδρα της αντικειμενικής πραγματικότητας, το κάλεσμα της Μούσας εύκολα μένει ανεπίδοτο ή ανεκτέλεστο. Και γι’ αυτό, πολύ συχνά, τα ποιήματα «είναι τόσο πικραμένα (και πότε άλλωστε δεν ήσαν; ) κι είναι -προ πάντων- και τόσο λίγα» (Εγγονόπουλος 1948). Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο όμως η ποίηση είναι απαραίτητη κι αξιέπαινη η προσπάθεια των ποιητών που κόντρα στον καιρό με πόνο ίσως αλλά και μ’ έμπνευση περισσή γράφουν για όλα αυτά «όπως η γλώσσα που πλαταγίζει όνειρα».

Έτσι κι η Κούλα Αδαλόγλου στην Εποχή Αφής, την εποχή μας, έγραψε και θα συνεχίζει να γράφει όσα νομίζει πως έχουν να μας πουν οι διαφορετικές Φωνές που αφηγούνται την ιστορία της παρουσίας μας σ’ αυτή την πραγματικότητα. Συνθέτει τις σκέψεις τους, προδιαγράφει το μέλλον τους. Δεν είναι αναμενόμενη η συνέχεια; «Ή μήπως τους αγάπησα πολύ», είναι ο στίχος με τον οποίο κλείνει η Φωνή Γ την αφήγησή της. Η αποσπασματική παρουσίασή μου, που εστίασε σε κάποια μόνο στοιχεία των ποιημάτων της Κούλας Αδαλόγλου, κλείνει με την αντιγραφή τριών ακόμα ποιημάτων, ένα από κάθε Φωνή: ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΩΝΙΑ (Φωνή Β), ΣΑΝ ΝΑ ’ΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (Φωνή Α) και ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΝΑ ΕΜΠΑΙΝΑ ΣΕ ΔΩΜΑΤΙΟ ΝΕΚΡΟΥ (Φωνή Γ):

ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΩΝΙΑ
Σταφύλια μύρτιλα γλυκάνισος δυόσμος δενδρολίβανο θυμάρι
μποτίλιες βάζα κρύσταλλα διαφανή πολύχρωμα
ταξιδεύουν ανθίζουν ξυπνούν
σε τούτη την άλλη γωνιά, στην υγρασία φως,
όπως το κίτρινο αδιάβροχο που μιμείται τον ήλιο,
όπως η γλώσσα που πλαταγίζει όνειρα,
φιλιά κάτω απ’ την ομπρέλα.

Γύρισα όλα τα κάστρα του Βορρά.
Νόμιζα θα βρω ιππότες κι ευγενείς.
Βρήκα μόνο λίγα ξερά κόκκινα φύλλα.
Τα κόκκινα φύλλα ξυπνούν τις μνήμες.

Ο Μανόλης έρχεται συχνά,
συνοδεύει τις βουβές βόλτες μου,
σπεύδει με μια ομπρέλα στις νεροποντές,
σχολιάζει τις περαστικές φιλενάδες μου
«η Αργυρώ ήταν καλύτερη μεγάλε».
Εσύ χαμένη στα ντοσιέ και στα ταξίδια σου
Σκοτεινιάζουν πολύ τα νερά του Havel,
αινιγματικά σιωπηλά κι ακίνητα.

ΣΑΝ ΝΑ ’ΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Βρέχει περπατώ στην παραλία
φυσά δυνατά η ομπρέλα μου σμπαράλια
γκρίζα και ταραγμένη η θάλασσα
λίγο αργότερα ακούω για το ναυάγιο και πάλι.
Γέμισαν τα νερά θάνατο.
Θέλω πίσω τα νησιά μου.
Αυτές οι θάλασσες θα κουβαλούν για πάντα το βαρύ φορτίο τους.
Ψάρια γκαστρωμένα κακό
γυάλινα μάτια θα κοιτάζουν την αντανάκλαση των νεκρών ονείρων.
Και το σκούρο δέρμα στις ακτές μια χαίνουσα ενοχή.
Και να μην μπορώ να σου κρατήσω το χέρι στην άκρη του ξεροχώραφου.
Εραστή της απομάκρυνσης, των διαδρομών του τρένου και των πτήσεων.
Με γέλασες όταν παρίστανες τον εραστή του πράσινου.
Σε γκρίζες αγορές εκτίθεσαι
σε παγωμένες πλατείες πλανιέσαι
μαυρίζει η μέρα
μοιρολογεί το άγνωστο.

Σαν να ’ταν καλοκαίρι άπλωνες φωτογραφίες χαμόγελα φιλιά
πόθους να στεγνώσουν και να νοστιμέψουν
Σαν να ’ταν χειμώνας τα μάζευες στα σκοτεινά κουτιά σε κρυφές αποθήκες.
Έμειναν μαύρα τετράγωνα να με απειλούν
μια δίνη αμφιβολία πάει να με καταπιεί –
υπήρξες ποτε;

Γ (τελευταία σελίδα συλλογής)
Για πολύ καιρό ήταν σαν να έμπαινα σε δωμάτιο νεκρού.
Απέφευγα την είσοδο.
Δεν άγγιζα τίποτα. Δεν διάβαζα τα σημειώματά τους, δεν γύριζα
στην ηλεκτρονική τους συνομιλία, δεν έβλεπα φωτογραφίες τους.
Κάποτε άνοιγε η βαλίτσα και χύνονταν κάτω όνειρα ξεσκλίδια,
επιθυμίες πορφυρές, πληγωμένα e-tickets.
Μήπως ήμουν αναίσχυντη χάκερ;
Αργότερα έστρωνα τραπέζι, έβαζα πιάτα και ποτήρια γι’ αυτούς.
Πολλά βράδια έπινα το τσάι μου μαζί τους, οι γεύσεις και τα φλιτζάνια που τους άρεζαν.
Κι ύστερα άρχισα να γράφω όσα νόμιζα πως είχαν να πουν, να συνθέτω τις σκέψεις τους, να προδιαγράφω το μέλλον τους.
Η συνέχεια έμοιαζε αναμενόμενη.
Ή μήπως τους αγάπησα πολύ;

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ. ΒΟΥΤΑΩ ΣΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΛΑΓΟΥΜΙ ΜΟΥ
ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ, ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2013 παρουσίαση της συλλογής με αποσπάσματα από συνέντευξη της ποιήτριας και σχόλια ή κριτικές παρατηρήσεις από: Αναστασία Γκίτση, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Πώλη Χατζημανωλάκη, Μιχ. Μπακογιάννη ενώ η όλη παρουσίαση κλείνει μ’ ένα κείμενο της Χλόης Κουτσουμπέλη – με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο:

 

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ

diastixo.gr , 11 Μαρτίου 2014

Για να ανατρέψεις τα αρχέτυπα, πρέπει άριστα να τα κατέχεις. Για να παίξεις με τη γλώσσα, για να ανακατέψεις δηλαδή όρους της σύγχρονης τεχνολογίας και της κοινωνικής δικτύωσης με εκφράσεις της καθομιλουμένης και της νεανικής αργκό ταυτόχρονα με ξαφνικά ιριδίζοντα σαλιγκάρια μετά τη βροχή εξαίσιας έμπνευσης, έτσι ώστε να κατορθώσεις ένα άρτιο ποιητικό αποτέλεσμα που να διακατέχεται παράλληλα και από έναν τέλειο ρυθμό, θέλει μαεστρία τεχνίτη. Για να κατασκευάσεις έναν ολόκληρο ποιητικό κόσμο όμως με δικούς του νόμους και κανόνες μέσα σε μία μόνο σύνθεση, χρειάζεται έμπνευση και εξυπνάδα, διεισδυτικότητα και βάθος, σκληρή δουλειά και ταλέντο.
Η Κούλα Αδαλόγλου, φιλόλογος με μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και διδακτορικό στο ΑΠΘ στη διδασκαλία της γλώσσας και στην αξιολόγηση της γραφής, σχολική σύμβουλος φιλολόγων, διευθύντρια από το 2007-2011 στο Καλλιτεχνικό Γυμνάσιο Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, μέλος της συγγραφικής ομάδας των βιβλίων Έκφραση-Έκθεση, που εισήγαγαν την επικοινωνιακή γλωσσική διδασκαλία στο Λύκειο, με άλλες πέντε ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων πίσω της, θα μπορούσε παρ’ όλο το εντυπωσιακό της βιογραφικό να μην κατορθώνει τίποτε από τα προαναφερθέντα. Ευτυχώς όμως για τους αναγνώστες της, η τελευταία της ποιητική συλλογή με τον ευρηματικό τίτλο Οδυσσέας, τρόπον τινά, πραγματικά τα συγκεντρώνει όλα.
Συγκεκριμένα, στο σύμπαν που επαναδημιουργεί η Κούλα Αδαλόγλου, η Πηνελόπη γράφει σε ένα λάπτοπ και στέλνει μέιλ στον Οδυσσέα στην πρώτη ενότητα της συλλογής, με τίτλο «Μηνύματα στον Οδυσσέα», κάποια από αυτά είναι σε πρώτη και σε δεύτερη γραφή, άλλα δεν θα σταλούν ποτέ: άλλα σου στέλνω, άλλα σβήνω, άλλα φυλάγω στο προσωπικό μου αρχείο. Η Πηνελόπη ως ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται στον Οδυσσέα στο δεύτερο πρόσωπο με διάφορες προσφωνήσεις που υποδηλώνουν και το ευρύ φάσμα αντιφατικών συχνά συναισθημάτων, που κυμαίνονται από την τρυφερότητα και την αγάπη έως την πικρία και τον σαρκασμό, όπως: Α ρε Οδυσσέα, Καλέ μου Οδυσσέα, Αγαπημένε μου Οδυσσέα, Αντιστύλι μου, Οδυσσέα Dear, Γερνάς αγάπη μου, σκοτεινιάζεις αγάπη μου.
Μερικές φορές, ο Οδυσσέας από τρόπον τινά απρόσωπος αποδέκτης αποκτά μία υπόσταση σκιάς, υπάρχει μία υπόνοια επικοινωνίας, κάποιος τελικά έστω απών υπάρχει στην άλλη άκρη του διαλόγου, έτσι στη σελίδα 12, σε ένα ποίημα με πλάγια γράμματα, αυτός εκφράζει νόστο και τρυφερότητα, σε ένα άλλο στη σελίδα 17, μέσα από την απάντηση της Πηνελόπης σε δικό του μήνυμα (στα ποιήματα που αυτή απαντάει σε δικά του μηνύματα μπαίνει το πρόσημο Re), μας μεταφέρεται μία φράση αγανάκτησής του: «Τι δουλειά έχει εκεί ο Τηλέγονος, να τσακιστεί να φύγει», μία φράση τραγικής ειρωνείας αφού, σύμφωνα με την Τηλεγονία, ένα πανάρχαιο έπος-συνέχεια της Οδύσσειας, που αποδίδεται στον Ευγάμονα, ο Τηλέγονος, γιος του Οδυσσέα και της Κίρκης, κάποια στιγμή θα σκοτώσει τον πατέρα του. Απαντάει λοιπόν η Πηνελόπη και λέει στον Οδυσσέα ότι, στο κάτω κάτω: ο Τηλέγονος είναι δικός σου συγγενής και έγραψε πως έρχεται… Ας φρόντιζες να ήσουν εδώ. Η Κούλα Αδαλόγλου, είπαμε, κατέχει άριστα την αρχαιοελληνική γραμματεία, πράγμα που της επιτρέπει να παίζει αριστοτεχνικά με το υλικό της με τη λεπτή ειρωνεία του γνώστη. Ο Οδυσσέας γράφει με γραμματοσειρά σε πολυτονικό, βάζει περισπωμένη στο μαυ, του μαύρου χιούμορ, της ίδιας της αίσθησης του χιούμορ δηλαδή που διατρέχει όλη τη συλλογή.
Στη σελίδα 22, επίσης ο Οδυσσέας ανακοινώνει στην Πηνελόπη ότι στη διάρκεια του ταξιδιού του, έδωσε μία εσάρπα στην Αθηνά να της τη φέρει.
Αν θα προλάβει η όποια Αθηνά, απαντά η Πηνελόπη και αυτός ο στίχος ίσως πιο περιεκτικός από όλους συνοψίζει όλη τη ματαίωση, τη ζήλια, την πικρία, την ισοπέδωση. Ένα παιχνίδι με λεπτές ισορροπίες πάλι της Πηνελόπης. Ποια Αθηνά εννοείς, Πότε θα μου τη φέρει; Αυτό που υπονοείται είναι πιο δυνατό από αυτό που προφέρεται.
Τέλος, στη σελίδα 23, ο Οδυσσέας στέλνει ένα μήνυμα αναγγελίας του ερχομού του: Πάει, τον φάγαμε κι αυτόν τον μήνα! Γυρίζω σύντομα, θα πρασινίζει το νησί… για να λάβει την εύστοχη απάντηση από την Πηνελόπη.
Re: Κανένα μήνα δεν φάγαμε, αυτός μας τρώει…
Σε όλα τα υπόλοιπα ποιήματα-μηνύματα η Πηνελόπη απευθύνεται σε έναν συνομιλητή τρόπον τινά, όχι εντελώς πραγματικό, όχι εντελώς εκεί, όχι εντελώς Οδυσσέα. Είναι, θα έλεγε κανείς, μία συνομιλία όχι της αρχετυπικής Πηνελόπης αλλά της Γυναίκας με τον βαθύτερο εαυτό της, με την ίδια τη δημιουργική της δύναμη, με το υφάδι, με τον ίδιο της τον ιστό, με τη μοναξιά, με την απώλεια, αλλά και με το χάρισμα της γραφής. Με τον άντρα που ακόμα και αν ήταν παρών, θα ήταν ουσιαστικά απών, εξόριστος και μετανάστης για πάντα όχι από το σώμα της, αλλά από τη βαθύτερή της ουσία.
Ιθάκη είναι η Πηνελόπη, ένα απρόσβατο νησί, όπου ο Οδυσσέας γυρίζει ή δεν γυρίζει αδιάφορο, αφού το ίδιο το στοίχημα, δηλαδή η πραγματική επιστροφή, έτσι κι αλλιώς έχει για πάντα και από πάντα αποκλειστεί.
Στο σύμπαν των ανατροπών που σκιαγραφεί η Κούλα Αδαλόγλου, η Πηνελόπη λείπει σε ταξίδι στο Συνέδριο γυναικών, οι μνηστήρες έφυγαν, ο Εύμαιος ερωτοτροπεί με μία νεαρή θεραπαινίδα, η ωραία Ελένη έκανε μαστεκτομή. Και το μεσοδιάστημα ανάμεσα σε μία παρουσία και μία απουσία είναι το κέρδος.
Πίσω από τη φαινομενική σκληρότητα και τον σαρκασμό, όμως, υποφώσκει μία τρυφερότητα, μία ματωμένη ευαισθησία, μία λεπτή απόχρωση προσδοκίας πριν από την άλωση του Άλλου. Ποιος είναι αυτός ο Άλλος σ’ αυτή τη συλλογή που καραδοκεί να τα μετατρέψει όλα σε στάχτη; Που κόβει τους αρμούς μας; Που κρατάει λεπίδι; Πολυμήχανο σε είπαν, διεκδίκησέ με λέει η Πηνελόπη στον Οδυσσέα. Μπορεί όμως ο έρωτας να νικήσει τον Θάνατο;
Αστράφτουν οι ερωτικοί στίχοι της Κούλας Αδαλόγλου πάνω στο πολυποίκιλτο υφαντό της.
Βελονιά βελονιά
από τα μάτια μου στα μάτια σου
ο έρωτας μας έραψε απόψε.
Αν η πρώτη ενότητα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία Οδύσσεια, αυτή της Πηνελόπης, ενός ταξιδιού ψυχής από τον θυμό και την πίκρα ως τη σιωπηλή αποδοχή και κατανόηση, μία «τρόπον τινά» διεύρυνση των ορίων της αγάπης, η δεύτερη ενότητα, με τον τίτλο «Διαδρομές», εξετάζει όλες τις εκφάνσεις του νόστου. Γιατί μετανάστες είμαστε, σύμφωνα με την ποιήτρια, από μία παιδική ηλικία που όλο διαφεύγει, σε μια χώρα ανεξαρτησίας που δεν επιλέξαμε, από μία γλώσσα με λέξεις που δεν μπορούμε να προφέρουμε πια γιατί «μας γδέρνουν το λαρύγγι», με τηλεφωνήματα χοάνες που μας ρουφούν, ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί μετέωροι να διασχίζουμε μία Μάγχη, σε μία πραγματικότητα με τεχνικούς όρους και τεχνητή ζωή στο Skype, όπου όλα ματαιώνονται και αφανίζονται. Μετανάστες από μία επικοινωνία με τον Άλλο, που για κάποιον λόγο ποτέ δεν ολοκληρώνεται, από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο, από μπίρα σε μπίρα, από ανάμνηση σε ανάμνηση.
δεν είναι εύκολο αν είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου ανθρώπους, απάντησε
μ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.
Ο ποιητικός κόσμος της Κούλας Αδαλόγλου είναι ένα deadline, όπως λέει και η ίδια, με την ίδια τη ζωή. Πραγματεύεται την απώλεια και τη μοναξιά με έναν τρόπο καθόλου δακρύβρεχτο, αλλά πρωτότυπο και ιδιαίτερο. Κάθε ποίημα αποτελεί μία μικρή ιστορία για άντρες, γυναίκες, ξένους και οικείους, και ακόμα για οικείους που για πάντα έγιναν ξένοι. Μία εξαιρετική ποιητική συλλογή που απόλαυσα!

http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/2268-koutsoumpeli-odiseas

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ

Οδυσσέας, τρόπον τινά

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 19/03/2014

Οι ματιές που ρίχνει ακόμα και ο πιο υποψιασμένος αναγνώστης στο εργαστήρι ενός ποιητή δεν μπορεί παρά να είναι πλάγιες, ελλειπτικές. Θα είναι τυχερός εάν, από χαραμάδες του εργαστηρίου αυτού, όπως είναι, ας πούμε, οι λέξεις του τίτλου μιας συλλογής, καταφέρει κάποτε να διακρίνει την ιστογραμμή που συνέχει τον νεότερο ποιητικό λόγο με την παράδοσή του.

Η Κούλα Αδαλόγλου συγκέντρωσε σαράντα εννέα ποιήματα, δημοσιευμένα πολλά από αυτά σε περιοδικά και ιστολόγια στο διάστημα 2010-2013, και τα συσσωμάτωσε στην έκτη ποιητική της συλλογή, με τίτλο Οδυσσέας, τρόπον τινά. Ο τίτλος αυτός αναπόφευκτα ανακαλεί στον αναγνώστη την αφήγηση της Οδύσσειας, τις περιπέτειες του πολυμήχανου βασιλιά στο ταξίδι της επιστροφής του, τη στρατηγική και την αποτελεσματικότητα που επέδειξε στην αποκατάσταση της εξουσιαστικής του ισχύος και της συζυγικής του σχέσης με την Πηνελόπη, που έχει καταστεί πολιτισμικό πρότυπο πίστης και αφοσίωσης. Καθώς, όμως, οι υποδηλώσεις και οι μετωνυμίες που συνοδεύουν τα ονόματα του Οδυσσέα, της Πηνελόπης και της Ιθάκης έχουν γίνει αναμφίβολα ένα είδος κοινού τόπου για την παγκόσμια λογοτεχνία, ο τίτλος της συλλογής ανακαλεί και τις μεταγενέστερες επιστρωματώσεις του ομηρικού μύθου, με κορυφαίες, ίσως, περιπτώσεις, τον γέροντα βασιλιά Οδυσσέα του ποιήματος που έγραψε το 1842 ο βικτωριανός ποιητής Lord Alfred Tennyson· την Ιθάκη του Καβάφη· τον ιρλανδό επιχειρηματία Leopold Bloom και την πολυδαίδαλη αφήγηση μέρους της ζωής του από τον James Joyce το 1922· τον Οδυσσέα στα σεφερικά ποιήματα «Οι σύντροφοι στον Άδη» και «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» ή ακόμα και τον Οδυσσέα του Καζαντζάκη, στο περιώνυμο επικό ποίημα. Ωστόσο, στη συλλογή της Αδαλόγλου ο Οδυσσέας όχι μόνο δεν είναι πρωταγωνιστής αλλά είναι ελλείπων· ή, καλύτερα, δεν είναι παρών παρά ως νοητός παραλήπτης των μηνυμάτων τα οποία του γράφει, και άλλοτε του αποστέλλει και άλλοτε όχι, μια Πηνελόπη που ζει στο παρόν μας.

Τα είκοσι ένα αυτά μηνύματα, συναρθρωμένα στην ενότητα «Μηνύματα στον Οδυσσέα», εκκινούν από την ατελή ερωτική εμπειρία που έχει βιώσει η ηρωίδα ή από το εντελές ερωτικό συναίσθημα, το οποίο, όμως, ανήκει σε ένα οριστικά χαμένο παρελθόν ή και στη σφαίρα της φαντασίας. Εκκινούν, επίσης, από την ανάγκη για ουσιαστική ανθρώπινη επικοινωνία και από την αγωνία που προκαλούν το πέρασμα του χρόνου, η μοναξιά και ο θάνατος. Για να απαντήσει στα μείζονα αυτά ατομικά και συλλογικά ερωτήματα και προκειμένου να συγκρατήσει το στιγμιαίο διά μέσου του ανεξίτηλου μνημονικού λόγου, η Πηνελόπη δείχνει να εμπιστεύεται τη γραφή: Γράφω/ ημερολόγιο/ γράφω μηνύματα/ γράφω./ Τι θα ’κανε η Πηνελόπη χωρίς γράψιμο;/ Μ’ αυτό παλεύει τη φθορά, τον χρόνο,/ τη λαγνεία, τον φόβο, την απόγνωση («Γράφω…», σ. 19).

Είναι η γραφή, λοιπόν, που λειτουργεί σχεδόν ως φάρμακο νηπενθές για τη μακροχρόνια απουσία του Οδυσσέα και για τη βασανιστική και επίμονη παρουσία και επενέργεια του χρόνου, του φόβου και της φθοράς. Είναι τα γράμματα και οι λέξεις των ποιημάτων αυτής της ενότητας που αναπαριστάνουν τον φαντασιακό διάλογο της Πηνελόπης με τον απόντα από την οικογενειακή εστία σύντροφό της. Είναι η γραφή που μιλά ξεκάθαρα και χωρίς ψιμύθια για την ειλικρίνεια ή τη σκληρότητα των συναισθημάτων. Αλλά η γραφή φαίνεται να γίνεται και το μέσον με το οποίο η Πηνελόπη θα οικοδομήσει την έμφυλη ταυτότητά της, φτάνοντας στο σημείο να αντικρίσει με μια διάθεση ειρωνείας και αυτοσαρκασμού την απουσία του Οδυσσέα, υπονομεύοντας ταυτόχρονα τη στερεοτυπική απεικόνιση του μυθικού εαυτού της: Λείπεις. Αλλά τι Οδυσσέας θα ’σουν αν δεν έλειπες;/ Γίνεται Οδυσσέας σπιτικός; («Να ξέρεις ότι…», σ. 20). Η ελαφρά ειρωνεία που υποφώσκει στα τελευταία αυτά ρητορικά ερωτήματα επιβεβαιώνει παρά ακυρώνει την τραγικότητα της μοναξιάς που νιώθει η ποιητική φωνή· επαυξάνει τα ρήγματα που έχει διανοίξει η ελλείπουσα ερωτική και συναισθηματική ζωή, με συνέπεια η Πηνελόπη να νιώθει ευάλωτη όσο και φοβισμένη μπροστά στην επέλαση του Άλλου, που δεν κατονομάζεται αλλά αναγνωρίζεται εύκολα από τον αναγνώστη: Έρχεται ο Άλλος/ επέλαση ασυγκράτητη.// Γεύομαι στάχτη. («Εισχωρεί στις ρωγμές που άφησε η μοναξιά μου…», σ. 29)

Μήπως, λοιπόν, ο πολυαγαπημένος μα μονίμως ανέστιος σύζυγος δεν είναι ο πιο πιστός σύντροφος της Πηνελόπης; Μήπως είναι η ίδια η γραφή, που με τον διαμεσολαβητικό της ρόλο, κρυσταλλώνει μια ενσυνείδητη πράξη διαλόγου με τον εαυτό αλλά και μια απάντηση σε διαχρονικά και βασανιστικά ανθρώπινα ερωτήματα; Εμπύρετη από την περιπλάνηση στην εσωτερικότητα της ύπαρξής της και έμφορτη από την προσδοκία που γεννά η πίστη στη γραφή, η φωνή της ηρωίδας μοιάζει να μυείται με τόλμη και θάρρος στη δοκιμασία που επιφέρουν η μοναξιά, ο μνημονικός λόγος, ο πόνος και ο θάνατος, ώσπου στο τέλος να νιώσει ανακουφισμένη, σχεδόν απολυτρωμένη.

Πιο ώριμη πλέον μετά την ενστάλαξη στο χαρτί της περιπέτειας της, η ποιητική φωνή μπορεί τώρα, στα είκοσι οκτώ ποιήματα της δεύτερης ενότητας, των «Διαδρομών», να ψαύσει τη διαρκώς ενεργή ανάγκη της να διαφεύγει από το παρόν και το παρελθόν της και να θέλει να εγκατοικήσει σε ένα άλλο «εδώ», που συχνά εξεικονίζεται με τα άτονα χρώματα και τη μουντή τοπιογραφία της Αγγλίας: Παίρνω το «εδώ» μου και φεύγω./ Πηγαίνω εκεί, όπου το λέτε «εκεί» μακριά»/ και «ξενιτιά»./ Όμως το «εκεί» σας έγινε δικό μου εδώ./ Το «εδώ» σας μίζερο και ξένο. («Παίρνω το “εδώ” μου και φεύγω…», σ. 40).

Στα περισσότερα από τα ποιήματα αυτά, η επιθυμία του υποκειμένου να αναζητήσει στον νέο τόπο εγκατοίκησής του ένα ισχυρό αντίδοτο στην αλλοτριωμένη σχέση του με το «εδώ», το δικό του και των άλλων, είναι τόσο ισχυρή, που είναι διατεθειμένο να συμβιώσει με τη μνήμη. Αλλά το ποιητικό υποκείμενο βιώνει σταδιακά έναν ιδιότυπο εγκλεισμό ανάμεσα στην επιθυμία και στη μνήμη, κάτι που εντείνει την ανάγκη του να ανακαλύψει ένα εστιακό σημείο το οποίο θα εκφραστεί από την ποιητική γραφή και στο οποίο θα συναιρούνται θεραπευτικά η συναισθηματική πληρότητα, η ταυτότητα της ύπαρξης και η μνήμη. Καθώς, όμως, η ανάγκη δεν ικανοποιείται και το εγχείρημα δεν τελεσφορεί, οι τόποι διαφυγής του καθίστανται απλές διαδρομές, εφήμερες αποδράσεις που επιβεβαιώνουν το ανέφικτο της επιθυμίας και τον ρόλο του ανέστιου εμιγκρέ, γι’ αυτό και η επαναφορά στο προσκήνιο του γενέθλιου τόπου της Θεσσαλονίκης δείχνει να είναι εξίσου ανακουφιστική όσο και οδυνηρή.

Ο τόπος αυτός, όμως, δεν είναι όπως παλαιά, ενδεχομένως, ένα προνομιακό πεδίο, όπου το υποκείμενο θα μπορούσε να ανακαλεί ανέξοδα τη χαμένη ρώμη της νεότητάς του, ή τουλάχιστον δεν είναι μόνον αυτό. Ο λόγος της μνήμης μπολιάζεται τώρα συχνά με εικόνες από τη σύγχρονη κοινωνική ιστορία της πόλης, όπως είναι η μικρή Ρίτα των φαναριών που σκοτώνεται βίαια ή η εικόνα εξαθλίωσης της ζωής στο άστυ όπου μισοσκότεινα κινείται το χέρι που χώνεται στον πράσινο κάδο. («Van Gogh», σ. 62). Υπό αυτήν την έννοια, η ακύρωση της επιθυμίας να υπάρξει ένας χώρος διαφυγής αφυπνίζει αντί να πλήττει, οξύνει αντί να αμβλύνει, διαστέλλει αντί να συστέλλει την ποιητική συνείδηση και τη ματιά της. Και είναι ακριβώς η αναβαπτισμένη ποιητική συνείδηση που αναλαμβάνει τον δύσκολο ρόλο να εγκιβωτίσει και να ανασυνθέσει, μέσα από την ενάργεια του λόγου της, σπαράγματα από εικόνες, διαθέσεις και βιώματα που συνδέονται με τον γενέθλιο τόπο και συναπαρτίζουν την οδυνηρή αναψηλάφηση του παρελθόντος και τη διάθλαση του παρόντος, με τρόπο που μαρτυρεί υψηλού βαθμού κοινωνική ευαισθησία.

Στα ποιήματα της νέας της συλλογής, η Αδαλόγλου υιοθετεί ορισμένες από τις ανανεωτικές τάσεις της σύγχρονής μας ποίησης, όπως είναι η πρόσμειξη του ποιητικού με άλλα είδη λόγου (λ.χ., με τον τελεστικό και σκηνοθετικό λόγο του θεάτρου) ή η επίμονη αυτοαναφορική συστροφή και συνομιλία με το έργο της ίδιας ή και άλλων ποιητών. Ειδικά αυτή η ενδοποιητική συνομιλία κατασκευάζει ένα δεύτερο επίπεδο λόγου, ο οποίος εκφράζεται με τον εμβολιασμό των ποιημάτων με στίχους είτε από την προηγούμενη συλλογή της Αδαλόγλου, τη Διπλή άρθρωση (2009), είτε από σεφερικά ποιήματα.

Στην ανά χείρας συλλογή, διακρίνονται οι σταθερές της γραφής της Αδαλόγλου χάρη στις οποίες η φωνή της είναι αναγνωρίσιμη, προσωπική. Ως τέτοιες θα σημειώναμε ενδεικτικά τη σύμφυση του ιδιωτικού βιώματος με την ιστορική και κοινωνική εμπειρία· την προσφυγή στον μύθο και την πολυδύναμη αναπλαίσιωσή του· την αποσπασματικότητα των εικόνων ως σύστοιχο της θρυμματισμένης σύγχρονης συνείδησης· την υφολογική πρόσμειξη της καθημερινής με την ποιητική γλώσσα· τον σχεδόν υπόκωφο μελαγχολικό λυρισμό που γεννάται από τη διάθεση χαμηλόφωνης εξομολόγησης και διασταυρώνεται με τόνους στοχαστικούς· την πίστη, παρ’ όλα αυτά, στη λυτρωτική επενέργεια της ποίησης και στο ξόρκι του σαρκασμού και αυτο-σαρκασμού ως αντίδοτα.

Η ποίηση της Αδαλόγλου δεν μετεωρίζεται ανερμάτιστα ούτε εκπίπτει σε ατραπούς της ενόρασης και στην παραμυθία της φιλοσοφικής ενατένισης. Αντικρίζει κατά πρόσωπο τις ανθρώπινες ανασφάλειες και τα διλήμματα· τις συναισθηματικές αυταπάτες και τις ανεπάρκειες που μας περιβάλλουν· τη σκληρή και βίαιη αλλαγή που προκαλούν η απώλεια κάθε είδους, η εισβολή μιας ασθένειας ή η αποσταθεροποιητική ιδέα του θανάτου. Ανατέμνει το αφυδατωμένο ανθρώπινο πρόσωπο της σημερινής κοινωνίας και μας μιλά για την επάρκεια της έκφρασης και της γραφής να συντροφεύουν το ταξίδι μας προς την Ιθάκη. Η Αδαλόγλου δεν υποκύπτει στην ευκολία να νοθεύσει τον ψυχικό, σωματικό και κοινωνικό πόνο για να διεγείρει το θυμικό του αναγνώστη· επιλέγει έναν άλλο δρόμο, πιο δύσκολο μα πιο έντιμο: Ενυδατώνοντας τις λέξεις και τις εικόνες της με το απόσταγμα της εσωτερικότητας και της ευαισθησίας της, μας προσφέρει μια ζωογόνο νησίδα στοχασμού, περίσκεψης και ενσυναισθήματος που τόσο έχουμε ανάγκη στην εποχή μας.

Μερικώς επεξεργασμένη μορφή κειμένου ομιλίας που έγινε στην παρουσίαση της συλλογής (Θεσσαλονίκη, Τρίτη 17.12.2013).

http://www.oanagnostis.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s