ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

%ce%b5%cf%86%ce%b7

Η Έφη Καλογεροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Είναι πτυχιούχος του Φυσικού τμήματος του Παν/μίου Αθηνών και του Τμήματος Θεατρικών σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθήνας.
Συνεργάτης θεατρολόγος και βοηθός σκηνοθέτη στις παραστάσεις:
«Huis Clos – Κεκλεισμένων των Θυρών» (2002-2003), «Leonce und Lena» (2004-2006) και «Tο σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» (2008-2010) στο θέατρο-εργαστήριο «Μαύρη σφαίρα» της Τότας Σακελλαρίου.
Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και Ιταλικά.
Ως θεατρολόγος συνεργάζεται με το περιοδικό Θράκα  κρατώντας την στήλη θεατρικής κριτικής «εξώστης».
Εργάζεται στην εκπαίδευση, και ζει στην Αθήνα.

 

ΕΧΕΙ ΕΚΔΩΣΕΙ

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (2007)
ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ (2010)
ΑΜΜΟΣ (2013)
ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ (2015)
ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ (2017)

 

1-χαρτης

1-ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ

ΑΜΜΟΣ

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ (2017)

CHART OF SHIPWRECKS (2017)

 

CARPE DIEM *

Καλωσορίσατε στον κόσμο των ζωντανών νεκρών
κοιτάξτε τους!
Κοιτάξτε από τι ανεκτίμητο υλικό είναι καμωμένοι

Στάχτες. Μόνο στάχτες.
Κι η στάχτη καίγεται; Όχι

Καλωσορίσατε λοιπόν
στον κόσμο των αθάνατων νεκρών
στον κόσμο της ψυχρής σαν μάρμαρο ψωτιάς
και της άσβηστης φλόγας της ελπίδας

* Οράτιος, Ωδές, Ι.ΧΙ.8

CARPE DIEM *

Welcome to the world of the living dead
look at them!
Look what fabulous material they are made of

Ashes. Just ashes.
And do ashes bum? No

So welcome
to the world of the immortal dead
the world of marble-like cold fire
and hope’s unquenched flame

* Horace, Odes, I.XI.8

 

 

ΜΠΑΡΚΟ

Έρχεται και φεύγει το παλιρροϊκό κύμα
των ανοιχτών φτερών μου
μα στο κατάρτι της μοίρας μου δεμένος
από λέξεις, με λέξεις πάλι άνοιξα πανί
σε θάλασσα άγρια από λέξεις
ταξιδεύω

AT SEA

It ebbs and flows the tidal wave
of my open wings
but roped to the mast of my fate
from words, with words I again set sail
on a sea rough with words
I voyage

 

 

ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Ελεύθερος δεν είσαι
παρά στο βλέμμα σου μονάχα
λέει ο καθρέφτης
που τον καθρέφτη καθρεφτίζει

ILLUSION

Free you aren’t
only in your look
says the mirror
mirroring the mirror

 

 

ΣΦΑΛΜΑ ΤΥΧΑΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο

Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου

ERROR OF ACCIDENTAL ROUTE

We are the lost possibility
the words we never were
the children falling from our dreams
at dawn
roads blind alleys and their endless
gestures
the vacant seats next to the train’s
window

We are the least
the minimum of time

The world’s aloneness
we are
the dust of slain time

 

 

ΘΑΛΑΣΣΑ

Γιατί είναι η αγάπη μια θάλασσα ολόκληρη
βλέμμα πριν το βλέμμα
γη δίχως εξουσία
πόρτα ανοιχτή
σιωπή ξεκλείδωτη

Γιατί είναι η αγάπη
το ολόκληρο
το ανερμήνευτο
το καθαρό το αίμα της θυσίας
ο βυθός του Καλού
η γνώση της απώλειας
το πηγάδι που αναβλύζει
το τέλος του θανάτου

SEA

For love is an entire sea
a look before a look
land without authority
an open door
silence unlocked

For love is
the whole
the unexplained
the pure blood of sacrifice
the depth of Goodness
the mastery of loss
the well gushing out
the end of death

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ Β’

Ακούω μόνο τον ήχο της γραφομηχανής μου
ταμειακή μηχανή συναισθημάτων
να κόβει αποδείξεις.
Η μικρή μου πράξη τρέμει άγρυπνη
ανάμεσα στα δάχτυλα πριν περάσει οριστικά
στο λυγμικό χώρο της σιωπής

NOCTURNAL Β’

I hear only the sound of my typewriter
emotional cash register
issuing receipts.
My small act trembles wakeful
between my fingers before passing for good
in the sobbing space of silence

 

 

ΦΑΡΣΑ

Ένα χαρτόκουτο δεμένο με μια κορδελίτσα
είναι η σιωπή
και η βαρύτητα το λύνει

FARCE

A carton tied with a ribbon
is silence
and gravity unties it

 

 

ΓΗΤΕΥΤΕΣ

Κι αφού σ’ αγαπώ οφείλω να είμαι κάτι περισσότερο
από σπασμένος καθρέφτης
ναι από απελπισία γίνονται τα θαύματα
και πίστη
γι’ αυτό κρεμασμένοι στη δική μας κόλαση
υπέροχα πλανημένοι
θα μεταμορφώσουμε το βαθύ της νύχτας φως
σε άσπρο λευκό χιόνι ελαφρύ
γητευτές πουλιών διάφανοι
θα ονειρευτούμε πως ονειρευόμαστε ακόμη
γιατί το θαύμα έχει μια μοίρα μυστική
και το συνήθειο να μυρίζει πάντοτε
θάλασσα ανάσταση κι αγάπη

CHARMERS

And since I love you I need be something more
than a broken mirror
yes miracles derive from despair
and faith
that’s why hanging in our own hell
prodigiously beguiled
we’ll transform the heavy light of night
to soft white snow
transparent bird charmers we’ll dream that we’re still dreaming
since miracle has a secret fate
and the habit of smelling as usual
of sea resurrection and affection

 

 

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Νύχτωσε
σκοτείνιασε αλλά στο βάθος
φέγγει πάντα ο κήπος όπου περπατώντας
ξεφυλλίζεις το ανεξήγητο

Πόσα
βλέμματα ρόδων ψηφίδες ζωής
κόπηκαν βίαια κι έπεσαν στη χλόη
φύλλων θροΐσματα κελαηδισμοί πουλιών
ανάλαφρα φτερουγίσματα ονείρων
δραπέτευσαν από εφιάλτη παιδικό
άστρων μικρές κραυγές σημάδεψαν για πάντα το κενό

Κι ακόμη
δρομάκια λιγότερο επικίνδυνα
από κείνα που δε ζήσαμε ποτέ

THE GARDEN OF MEMORIES

Nightfall
it’s growing dark but at the back
shines as usual the garden that on walking
you leaf through what is inexplicable

How many
looks of roses tesserae of life
were forcibly cut and fell on the grass
rustle of leaves chirping of birds
airy flapping of dreams
escaped from a childish nightmare
slight cries of stars marking
the void forever

And even
narrow streets less dangerous
than those we never lived

 

 

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ποια άμμος; Ποιος θάνατος; Ποιο σώμα;
Το κερδισμένο της αφής βυθίζεται στη γλώσσα
οι λέξεις βάρυναν και πέφτουν χωρίς ιδιοτροπία
η μνήμη τους δεν τις ενώνει

Είμαστε άβυσσος περιπλάνηση
ένας διαρκής επιτάφιος θρήνος

Ποιο κέρδος; Ποια ζημιά;
Το νόημα είναι η απουσία νοήματος
οι σταγόνες νερού σημαίνουν ξηρασία
ο καρπός που ανθίζει τρέφεται με αίμα

Είπε η φωνή μέσα μου

Γεννήθηκα στον αστερισμό του ανέμου
έχω καταφύγιο μόνο τον ουρανό
το κορμί μου σκορπίζω μες στη σκόνη
πενθώ για κείνο που δε χάνω
πενθώ
για κείνο που απ’ τον εαυτό του δεν εξορίστηκε
γιατί μόνο ό,τι εξορίστηκε απ’ τον εαυτό του θα χαθεί |
πενθώ
της επιθυμίας την αρχή γιατί εκεί είναι το τέλος
απομακρύνομαι απ’ των χεριών την αγριότητα
τελειώνω για να μπορώ να ξαναρχίσω

Με στάχτες
θα τραφεί η περιπλάνηση
κι η ελπίδα
απ’ το μηδέν θα ανθίσει

ETERNITY

What sand? What death? What body?
What the touch earns is absorbed by the tongue
the words grew heavy and they fall without whims
their memory doesn’t unite them

We are an abyss peregrination
a continuous dirge

What profit? What loss?
The meaning is the absence of meaning
water drops signify drought
ripening fruit is fed on blood

Said my inner voice

I was bom in the wind constellation
my only shelter is the sky
I scatter my body in the dust
I mourn for what I do not lose
I mourn
for what of me wasn’t banished
because only what of me was banished will be lost
I mourn
for a wish’s beginning because there it ends
I move away from the harshness of hands
I finish that I may start again

With ashes
will peregrination be nourished
and hope
will flourish with zero

Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας
English translation by Yannis Goumas

 

 

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ (2015)
DESERT AS DESIRE (2015)

Είναι ένα καρότσι
ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή
ο μπροστινός τροχός τρίζει
το σπρώχνω σταθερά
βαδίζοντας στην άκρη του δρόμου
μέχρι που
ο δρόμος χάνεται
δεν υπάρχει δρόμος
δεν υπάρχει κανείς
μόνο αέρας.

There is a cart
its wheels pledge perpetual flight
the front wheel squeaks
I push it steadily
by the side of the road
until
the road vanishes
there is no road
there is no one
only air.

*

Ξήλωνε
το φαρδύ ρούχο της στέρησης
με τις τεράστιες άδειες τσέπες.
Γυμνώθηκε τελείως.
Νήματα είναι τα σώματα, είπε,
να τα υφάνεις περιμένουν.

She was unpicking
deprivation’s large garment
with the huge empty pockets.
She stripped to the buff.
Bodies are threads, she said,
they wait for you to weave them.

*

Δεν θυμάται
γιατί δεν θέλει να θυμάται.
Βαδίζει διαρκώς –
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία,
και συνέχιζε
ανάμεσα στο πλήθος,
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε.

Με προορισμό το δρόμο
αναζητώντας λίγη σκιά
δεν είχε παρά τον ίσκιο του
μονάχα.

He can’t remember
because he doesn’t want to remember.
He keeps on walking –
you must cross the desert, he’d say, that’s what matters,
and he carried on
among the crowd,
you must cross the desert, he’d say.
The road his destination,
looking for some shade,
he had nothing more than
his shadow.

*

Βάδιζε
λες κι ένα τζάμι κάτω από τα πόδια του
θύμιζε διαρκώς το βάρος.
Άξαφνα
το δίχτυ της βεβαιότητας υποχώρησε
ο πάγος έσπασε
νερό γέμισε η τρύπα
και πνιγμένους.

He was walking
as if a piece of glass under his feet
reminded him of his weight.
Suddenly
the net of certainty gave way
the ice broke
and the hole was filled with water
and drowned people.

*

Κλωστές νήματα υφάσματα
όλα τα πουλάω
μόνο το κουρελάκι αίμα που ξηλώθηκε
δεν βγάζω στο παζάρι.

Threads yams fabrics
I’m selling them all
only that tom off shred of blood
isn’t for sale.

*

Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται·
Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.

He has the patience of a tree on fire;
A previous silent matter exists there

*

Κάποτε
μια αστραπή στάθηκε αρκετή.
Άνοιξαν ταυτόχρονα
τις ομπρέλες της σιωπής
κι έζησαν έτσι άβρεχτοι
για χρόνια.

Once
a lightning was enough.
They opened at once
the umbrellas of silence
and thus dry they lived
for years.

*

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.

Quarry and hunter look at each other
their pupils dilate
the quarry’s fear occupies the hunter’s eyes
blinding him
a dry sound is heard
as he blinks
the quarry overcomes the hunter.
They become one.

*

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι
όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν
τι μένει;

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Με ακρίβεια ωρολογοποιού -που σφίγγει το κομμένο
ελατήριο-
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη
ύλη σιωπής,
πρόσθεσε. 

Κι όπως ξεδίπλωνε το φιλμ
άρχισε να μετράει, αργά στην αρχή, γρήγορα με ρυθμό
κατόπιν, τόσοι οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι, τόσοι
οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι κι ανάμικτη σκόνη
και υγρασία μαζί, ασπρόμαυρη ζωή να πέφτει στο
τραπέζι, κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να
παίξουμε, μου λέει.

-Τι βλέπεις;
– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.
-Τι βλέπεις;
– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.
– Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.

Η γη γυρίζει, και το κομμένο φιλμ μυρίζει πια για τα
καλά καμένο.

Deeper than the look, what?

A wild voice sounded in his ears
a winding stairway with a handrail
appeared in his myopic eye
everything shortens, as they fall
what remains?

Deeper than the look, what?
With the precision of a watchmaker -who presses the
cut spring-
with the last — remaining screw
he removed what from the question.

Deeper than the look he added
matter,
silent matter.

As he was unfolding the film
he started counting, lowly at first, then with a quick
rhythm, so many people alive, so many dead, so many
alive, so many dead, along with a mixture of dust and
moisture, a black — and — white life falling on the table,
and then he cuts, cuts, cuts eyes, and tells me to come
and play.

-What do you see?
– The eyes are time’s windows, I say.
-What do you see?
-Nothing. Nothing at all, I say.
-The blind are smiling, he says.

The earth revolves and the cut film now really smells
burnt.

*

Η τελευταία λέξη

αιωρείται
ρούχο άδειο
κρεμασμένο από τοίχο αόρατο
πέτρα που γκρεμίζεται
στο χρόνο.

Η τελευταία λέξη
αιχμάλωτη
στο τρύπιο γάντι της σιωπής
στην τρέλα γέρνει και
συλλαβίζει λέξεις
όπως ζάρι παρτίδα νίκη
απελπισία στάχτη
το χαμένο δαχτυλίδι
ενός έκπτωτου άγγελου εκδίκησης
λέξη – πουλί με ράμφος κοφτερό
αυτόχειρας αυτάρεσκη
λέξη θάνατος – έρωτας
τυφλή
η τελευταία λέξη

όταν θυμώσει
με την άκρη του φτερού της
φωτιά ανάβει
σ’ όλους τους κήπους
του ουρανού.

The final word
an empty garment
hovers
hanging on an invisible wall
a stone falling
in time.

The final word

withheld
in the holed glove of silence
tends to madness and
syllabifies words
like die, game, victory
despair ash
the lost ring
a fallen angel’s revenge
a word — cum — bird with a sharp bill
suicidal self-satisfied
a word death – cum – love
blind
is the final word

when it gets angry
with the tip of its wing
it lights a fire
in all heavenly
gardens.

*

το ποτάμι της λήθης με το μαύρο νερό
το λιωμένο μέταλλο του χρόνου
το ξυράφι του
το παγωμένο γάλα της συνείδησης
και το μαχαίρι που το κόβει.

Κι ήταν η σάρκα του νερού
ίο σώμα του νερού που απ’ τα δάχτυλα γλιστρώντας
τον ρωτούσε:
Ι Πες μου από ποια αρρώστια θα πεθάνεις;
Κι έτσι ο χαμένος χρόνος
Ι ο χρόνος της αναμονής των συμβάντων του
ο κρεμασμένος χρόνος της σιωπής
απ’ τα νύχια της ανάγκης κρεμασμένος
του έδειχνε σβήνοντας
μιαν άλλη δυνατότητα του να υπάρχει
χωρίς αυτά
να υπάρχει
I σαν ένας σωρός άλλου κουρασμένου χρόνου
παράξενος
που μαζεύει τις βαλίτσες του
και ανεβαίνει πάλι στις στρογγυλές του ρόδες
και κυλάει
σκορπίζοντας βλέμματα ζώων
κραυγές παιδιών
και ψίχουλα ρόδων στο σκοτάδι
και κυλάει
με όλα τ’ αδέσποτα των δρόμων
αδέσποτος κι αυτός
άδετος αδαής δεόμενος
κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή
του μυστήριου της ζωής
και του φωτός αιχμάλωτος. 

the black water of oblivion’s river
time’s melted metal
its razor
the frozen milk of conscience
and the knife cutting it.

And it was the water’s flesh
the water’s flesh that asked him
as it slipped from its the fingers:
Of what illness will you die?
Thus lost time
the time he waited for his incidents to happen
the suspended time of silence
hanging on the nails of need
showed him as it was extinguished
another potential of his existence
to exist
without them
like a heap of another weary time
odd
gathering its bags
and going up its round wheels again
and rolling
dispersing the looks of animals
children’s cries
and bits of roses in the dark
rolling
with all stray animals on the streets
he also stray
loose ignorant beseeching
overcome by utter silence
prey to life’s mystery
and light.

*

Ο ήχος της απώλειας τρύπιος
σφυρίζει μέσα του ο αέρας
φυσάει
μόνο στις εσοχές σωπαίνει
δίπλα
ένα καραβάνι τυφλών ποντικών
διασχίζει την πλατεία
σπασμένο πεζοδρόμιο στο αριστερό μου χέρι
και στο δεξί ένας δρόμος
κι εκεί τελειώνει•

το τσιγάρο μου απόψε είναι δρόμος
το τσιγάρο μου απόψε είναι δρόμος
με προορισμό το άπειρο
μα το άπειρο είναι τυφλό
μπορεί να περιμένει
ναι μπορεί να περιμένει•

σκοτάδι πηχτό
στο βάθος άγριο
μυρίζει έρωτας
χρόνος αυτός μαύρος
σημαδεμένος
γλιστρά στα πεζοδρόμια
-χέρι με χέρι-
νύχτα αυτή λευκή
τρεκλίζει
ένα τενεκεδάκι θάνατο κλωτσάει
και πάει εκεί που τελειώνει•

ο δρόμος
ο κόσμος
πάνω κάτω
εκεί που τελειώνει•
σε υψηλό σημείο τήξης
αχνίζει ο ήχος της απώλειας
βυθομετρώντας ουρανό και γη
αλλάζει η επιθυμία δέρμα
και το άπειρο έρημο χέρι
ένα απλωμένο πεινασμένο χέρι
που μπορεί να περιμένει•
στο τέρμα της κεντρικής οδού
κάτω απ’ τη λάμπα
σ’ ένα παγκάκι
εξόριστοι ζωής κι οι δυο
με το ξημέρωμα
νεκρή αυτή – tattoo
στο μπράτσο του
θα χαραχτεί
για πάντα.

The sound of loss is pitted
through it the wind whistles
and blows
only in the cavities does it quieten
close by
a swarm of blind mice
go across the square
on my left a cracked pavement
and on my right a road
and there it ends;

tonight my cigarette is a road
tonight my cigarette is a road
leading to infinity
but infinity is blind
it can wait
yes, it can wait;

a heavy, baleful darkness
at the back
there’s a smell of love
time is black
branded
sliding on the pavements
-hand in hand-
the night is white
staggering
kicking a tin of death
and going where it ends;

the road
people
more or less
where it ends;
At a high-level melting point
steams the sound of loss
fathoming heaven and earth
desire changes skin
and the poor old hand
a stretched out hungry hand
that can wait;

at the end of the main street
under the street light
on a bench
life’s exiles both of them
at dawn
she dead – a tattoo
on his arm
will be marked
forever.

*

Πίσω απ’ τις ράχες των βιβλίων
υγρασία
μέχρι να γίνει λέξη.
Πίσω απ’ τις λέξεις
τοίχοι γυμνοί
χάρτης πένθους
αυτή η σκασμένη γωνιά από ασβέστη
ανοίγει ρωγμή στη διπλανή σελίδα
εσοχή που ξεπλένει
κρίματα κι ανορθογραφίες.
Ξεφυλλίζουμε
χρόνο παιδικό στην άκρη
μας χτυπούν πισώπλατα οι λέξεις
κάθε φορά σε άλλη θέση
βρίσκουν στόχο
εκεί
την πλάτη γδέρνει ένα καρφί
φωνήεν
κρατά παλιά σκουριά
κάτι τραυλίζει
κάτι μου λέει
που γίνεται πηλός
λεκές ήχου στρογγυλός
σώμα από χώμα
κι άλλοτε
ακίδα που πληγώνει.

Κι ύστερα στο Πέρασμα του Φόρου
πατημασιές πλήθος
τα θαύματα κατηφορίζουν
ένα δρομάκι παράπλευρο στο κοιμητήρι
κι έρχονται στο δωμάτιο
νύχτα
παράφορες φράσεις σμίγοντας
στα σκοτεινά, του τύπου:
Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί
χαμογελούν.
Κι αν ο τοίχος
είναι κάτι περισσότερο;

Ας πούμε
ένα τοπίο απέραντο
έρημος ή ναρκοπέδιο
που διασχίζεις
σαν δραπέτης συμβάντων
δραπέτης ζωής
συχνά με την πλάτη σύρριζα
κι άλλες
έχοντας κατά νου τον πυροβολισμό
η μια έκρηξη ακαριαία
έτσι
χιλιοστό χιλιοστό
μέχρι το μαύρο δάσος
με τα πανύψηλα ρολόγια
και τα άφωνα πουλιά στους λεπτοδείχτες
τα άφωνα πουλιά
του φόβου.

Moisture
behind the backs of books
before being a word.
Behind words
are bare walls
a mournful map
this lime-cracked comer
forms a gap on the next page
a hollowness rinsing out
wrongdoings and spelling errors.
We leaf through
childish time, at the end
words hit us on the back
each time in a different spot
do they find their target
there
a nail – cum –
vowel
bearing old rust scrapes our back
it stammers something
it’s telling me something
which turns into potter’s clay
a circular sound stain
earthen body
and another time
a wounding spike.

And after Paying the Price
a mass of footprints
miracles go down
a lane next to the cemetery
and come into the bedroom
at night
joining passionate phrases
in the dark, of the type:
When you love, even the dead
smile.
What if the wall
is something more?

Let’s say
a vast landscape
desert or minefield
that you cross
like a runaway from events
a runaway from life
often with back to the wall
and other times
bearing in mind the shooting
or a sudden explosion
thus
inch by inch
up to the black forest
with the towering clocks
and the mute birds on the minute hands
the mute birds
of fear.

*

Στο δρόμο
στην έρημο
στην όχθη μιας φυγής
σ’ ένα ταξίδι
χωρίς προορισμό
στην άμμο
στη θάλασσα
στον έρωτα
στην ελευθερία.

Ό,τι χάθηκε στο χρόνο ταξιδεύει
αινίγματα στάχτη
και κάρβουνο
όλα τα καταπίνει η νύχτα

όσοι έρχονται
κι όσοι ακολουθούν
τον ίδιο δρόμο ανεβαίνουν

κι όλες οι λέξεις
θραύσματα και ύλη
μαγικοί λαβύρινθοι
που κρύβονται στα πλήκτρα
μακρινοί απόγονοι
μιας ανεξάντλητης κραυγής.

Τόσοι ουρανοί
τόσοι γκρεμοί
κι ένα μηχανικό άλογο
που γελάει καλπάζοντας
μέσα στη φωτιά.

Όμως συνεχίζω
γιατί το πένθος μου
ένα ποτάμι δροσερό το σβήνει
κι η μοίρα
είναι θάνατος και γέννηση μαζί
και δίνεις το κομμάτι σου το φωτεινό
ατόφιο στο καιρό και ζωντανός ξανά
ανοίγεσαι στα ύψη.

Και θέλω να πω
και λέω

σήμερα είμαι μόνο
λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.

On the road
in the desert
on a flight’s bank
on a journey
without destination
on the sand
in the sea
in love
in freedom.

What was lost travels in time
enigmas ashes
and coal
all are swallowed by the night

those who come
and those who follow
go up the same road

and all words
are fragments and matter
magical labyrinths
hiding in piano keys
distant descendants
of an inexhaustible cry.

So many skies
so many precipices
and a mechanical horse
laughing as it gallops
in the fire.

But I continue
because my mourning
is washed away by a cool river
and fate
is both death and birth
and you give the bright part of you wholesale
to time and once again alive
you open out sky-high.

And I want to say
and I say

today I’m only
words and roses for you.

Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας
English translation by Yannis Goumas

 

 

ΑΜΜΟΣ (2013)

 

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

Βαθύ σκοτάδι απόψε
άφησε με
να πλύνω τη νύχτα.

Η φωνή, η εικόνα που σβήνει, η φωνή χωρίς φωνή, το
τέλος, ο φόβος χωρίς φωνή χωρίς εικόνα, η εικόνα άδεια
που δεν θυμάται, ποιός είναι αυτός ο ένας ή ο άλλος πιο
μετά, έπειτα η φωνή που αδειάζει από ήχους σιγά σιγά
και αδύναμη γίνεται λεπτή γραμμή στο στόμα και δε
θυμάται πια, άρα έχει πεθάνει αυτός που δε βρίσκει να
ονομάσει, δεν έχει πρόσωπο η εικόνα, ο φόβος, δεν είσαι
άλλο εδώ, ούτε εκεί σου λέει, σου λέει όχι εδώ, η φυγή,
η σιωπή της εικόνας της άδειας, πασχίζει να θυμηθεί,
να γεμίσει από χρώμα λίγο ακόμη στα μάτια, να φαίνεται
πιο πίσω το ανέκφραστο, πιο μακριά το ανείπωτο,
η μικρή εκείνη μαϊμού του χρόνου που κρέμεται από το
κλαδί, η μνήμη, κι αναπνέει όπως όπως η εικόνα
αναβοσβήνοντας καθώς λαίμαργα ρουφάει το σκοτάδι,
καταπίνει χρόνια και εκπνέει αναβοσβήνοντας διαρκώς το
φως και πίσω βάθος άνθρωποι, άλλος βιολί και κόντρα
μπάσο και σαξόφωνο και πιάνο κι άλλοι, μια ορχήστρα
όλοι μαζί να παίζει μια μελωδία σακατεμένη.

*

Στέρηση η πέτρα
καθρέφτης το νερό
δήμιος ο καιρός
το δέντρο προσευχή
χτίστης αόρατος το φως
λαβύρινθος η απώλεια
σκοτάδι το κενό
θάλασσα ο νόστος.
Χώμα ζεστό το σώμα
το σώμα σου.

*

Η επίμονη μνήμη κρυμμένη
σε τόσα υλικά περίφραξης
πάσχουσα
δυο τρείς κομμένες λαμαρίνες
σύρματα, γλάστρες σπασμένες
χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα
να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα
πάσχουσα
ταΐζει τα σκυλιά της εικόνες
μισομαγειρεμένες.

Η επίμονη μνήμη περπατά με δυσκολία
ισιώνει τα μαλλιά της με τα χέρια της
μουσκεύει ψωμί, το μοιράζει
συλλαβίζοντας ακατάληπτα
στο φράχτη δένει το άλογό της.

Η επίμονη μνήμη
πρόσφυγας είναι
σε λάθος πατρίδα.

*

Στη Κοιλάδα των Δακρύων
μπήκε σέρνοντας ένα καρότσι
ώριμα σταφύλια.
Κλάψτε για μένα, τους είπε.
Κρασί ποτήρια γέμιζε
μεσάνυχτα.

 

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ

Με ένα κοπίδι φως στο χέρι
έκοβε νύχτα όλη νύχτα.
Το πρωί το χέρι του
έσταζε αίμα.

Είναι που κράζουν οι γλάροι
όλο το απόγευμα σε αυτό το παιχνίδι θανάτου
έτσι που διασχίζουν ορίζοντα
πριν με το ράμφος τους καρφώσουν
ένα ακόμη ψάρι ελαφρύ
κι έτσι αναποδογυρίζεται η ζωή
και το νερό ξεπλένει ήσυχα τα πόδια της.

Κι ύστερα που με βία
τινάζουν πάνω το κεφάλι
να πιάσουν πάλι ουρανό
είναι οι κραυγές τους θάλασσας χορός
και πένθος δεμένο στα φτερά τους
πριν με το χέρι του το κύμα
άγρια στην άκρη τούς σκορπίσει.

*

Βάδιζε σε δρόμο έρημο
ανάμεσα σε πόρτες
που άνοιγε κι έκλεινε
βαδίζοντας συνέχεια
ανάμεσα σε πόρτες
ανάμεσα σε πόρτες
όλες ίδιες.

Κάποιες άνοιγαν μόνες τους
καθώς πλησίαζε
κι έκλειναν πίσω του
σαν προσπερνούσε.

Για πόσο βάδιζε δεν γνώριζε
ώσπου έφτασε σε μια λίμνη τριαντάφυλλα
τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα
είχα μια επιθυμία, είπε
μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι.

*

Στη Λένα Θ.

Αν ήταν ψάρι
στη θάλασσα ονειρεύτηκε
να επιστρέψει.

Μιλούσε κι ένα σμήνος μύγες
βούιζε ανάμεσα στις λέξεις της.

Κάποτε κάποιος
της γύρισε τη πλάτη.
Από τότε το ίδιο
συνέβαινε συχνά.

Δεν είχε τόπο
δεν είχε δρόμο
χθες γλίστρησε έξω απ’ το φράχτη.

Στο βυθό, φώναξε
θα βρεθούμε στο βυθό.
Έκτοτε
το επίθετο έγινε όνομα
κι εκείνη πρόσωπο.

*

Μου ‘στειλες ερωτήσεις ένα σωρό
κι από το μεσημέρι
λέξεις ξεδιπλώνω
γράμματα αποσυνδέω
και στο σκοτάδι τα πετάω
καύσιμο.
Ξέρει αυτό να αλέθει.

Ό,τι επιζήσει μάζεψε
και δώσε την απάντηση.

Τι σόι συλλέκτης σκουπιδιών
είσαι άλλωστε;

 

 

ΤΡΙΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ονειρεύεται…
Την πηχτή σούπα της νύχτας
αναδεύει

Χάθηκες μάνα
χάνεσαι
σε φύσηξε ο αέρας
σε παίρνει
και φεύγεις νύχτα, μια φλόγα
τόση δα φλογίτσα που ανεβαίνει
και σβήνει στον αέρα.
ένα φωτάκι σα κι αυτό που βλέπεις
στο απέναντι μπαλκόνι.
Όχι δεν είναι φωτιά μάνα
που κατεβαίνει από το βουνό
πρόσεχε θα σε καταπιεί
μη το κοιτάς!
Και οι σκιές στο ταρατσάκι
αυτά τα πλυμένα καθαρά πουκάμισα
κρεμασμένοι άνθρωποι,
κορμάκια που δροσίζονται
ας είναι μάνα.
Αν σκαρφαλώσεις στο πεύκο απέναντι
πόσα μέτρα απέχεις απ’ το Θεό;
Είναι πολλοί εκεί σκαρφαλωμένοι απόψε
ποιος ξέρει, μια φορά το χρόνο ανεβαίνουν
θα το χουν τάμα φαίνεται.

Μαύρο ποτάμι ο κόσμος, μάνα
«Την καλοσύνη του ήθελα, πίστεψέ με»
σ’ ακούω να μου λες
«μα πνίγηκα όμως, πνίγηκα».

*

Ανέβηκε τη σκάλα
στο τέλος της συνάντησε
ένα παράθυρο φαρδύ
σχεδόν μακρύ, ψηλό
ή ίσως και να μην ήταν καν παράθυρο
αυτή η τρύπα αέρα
πού ‘βγάζε σε ουρανό.

Πλήθος στοιχίζονταν
ο ένας πίσω από τον άλλον
το ανθρώπινο ποτάμι πάσχιζε
να φτάσει εκεί, κοιτούσε σιωπηλό
κι έφευγε επαναλαμβάνοντας σε κύκλο
ακριβώς την ίδια διαδρομή.

Δυο κρίκοι της ίδιας αλυσίδας
δυο βαθιές κυκλικές ρυτίδες
έσκαβαν η κάθε μια για λογαριασμό της
το γυμνό μέτωπο του χρόνου
με αγωνία και φόβο
μήπως το χώμα τελειώσει.

 

 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΝΥΧΤΑ

Από νύχτα σε νύχτα
πάντα υπάρχει μια γέφυρα που την ξεπλένει.
Το νερό της μέρας

Τη νύχτα
αδειάζει το δωμάτιο
χαράζει κύκλο από σιωπή
και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο.
Από την τσέπη
Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο
και του μιλά.
Κι είναι φορές που σπάζει αυτό
σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις
και πέφτουν
και πέφτει.

Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου.

*

Τι θέλω εδώ σ’ αυτήν την άκρη;
Που άκρη δεν έχει
στη χώρα του Ήλιου με το ιδρωμένο κίτρινο
τη φαγωμένη από το χρόνο
στη μυτερή ακίδα από ασβέστη
μιας πέτρας ελάχιστης.

Τι θέλω εδώ;

*

Αυτή
ταξιδεύει στο σώμα της
νιώθει ελευθερία και ασφάλεια
είναι το σπίτι της, το ξέρει.

Χρόνια διανυκτερεύει κι αυτός εκεί
και για αυτό δεν ανησυχεί ποτέ
όταν εκείνη φεύγει.

Εισπνέουν κι εκπνέουν μαζί.

Αυτός αγοράζει μικρές παγίδες χρόνου
και τις της δωρίζει.
Αιωρούνται και οι δυο πάνω τους
για ώρα.

Όταν κουράζονται
αυτή αποτραβιέται στη μέσα κόχη
ίου κόκκινου παράθυρου
κι αυτός δραπετεύει
στο τελευταίο της σκάλας σκαλοπάτι.

Στο σπίτι της
στο σώμα της.

*

Φως, άφθονο, ακίνδυνο
έπεφτε κατακόρυφα στις πέτρες
τρυφερά τους σμίλευε τα πρόσωπα.

Αυτό είναι το πολύ που έχω, έλεγε
καθώς ξεδίπλωνε η αγάπη το λευκό της.

Και τα χέρια τους ζεστά πάνω στον ασβέστη
Ντρέπονταν τόση σιωπή.

 

 

ΠΕΜΠΤΗ ΝΥΧΤΑ

Έφτυσε φως
το πρόσωπο του άνοιξε
ώριμο φρούτο.

Ζωγράφισα ένα μεταλλικό κλειδί
σε περίπτωση που το χάσω
-σκέφτηκα-
την επομένη το ‘χασα.
Χωρίς χρονοτριβή
απ’ το συρτάρι έβγαλα αυτό
που είχα ζωγραφίσει.
Μάταια όμως
χάρτινο είναι το κλειδί μου
κι η κλειδαριά μένει κλειστή.

*

Σήμερα βρέχει μια σιγανή βροχή
δύσκολα βρίσκει κανείς στεγνό χώμα
να πατήσει.
Έτσι αναγκάζεται να κόβει βήμα
να ανοίγει βήμα
μικρές λιμνούλες να αποφεύγει
σε λάσπη να βουλιάζει
και συχνά την πλάτη να τσακίζει
κάποιου φτωχού σαλιγκαριού.

Κι είναι το μυστικό της βροχής αυτό
σε μία κατά τα άλλα
συνηθισμένη μέρα.

 

 

ΕΚΤΗ ΝΥΧΤΑ

Τα δίχτυα ρίχνει
μαζεύει θάλασσα.

Το παλιό ναυάγιο απότομη πήρε κλίση
ο σκύλος μου σοφότερος έγινε κατά χρόνια τρία
κι εγώ πίσω μου αφήνω
την οικογένεια των θαλασσινών πουλιών
και πλώρη στρέφω στον ανοιχτό ορίζοντα.
Το αίνιγμα του βυθού δεν το έλυσα
τα κοχύλια, η άμμος, οι αστερίες
παιχνίδια θυέλλης θα παίζουν με το κύμα
χλευάζοντας τα βάθη
κι εγώ μ’ αλάτι και νερό ένα ταξίδι θα ξεπλένω
στις ανοιχτές θάλασσες αφήνοντας τη λύση.
Οι άνθρωποι που γνώρισα
άλλοι με μονόξυλα κι άλλοι με σχεδίες
το δικό τους θα κάνουνε ταξίδι
στα δίχτυα του χρόνου αιχμάλωτοι
όμοιοι κι αυτοί μαζί πλάσματα βυθού κι αφρόψαρα.
Κι εκεί στα ανοιχτά σαν σε νησί
θα συναντηθούμε κάποτε
κρατώντας στα χέρια μας
όση σιωπή αρπάξαμε λαθραία
από τα βάθη των βυθών.

*

Κι όμως είμαι εδώ μαζί σου
και εσύ δεν είσαι εδώ
κι είναι αλήθεια πώς είμαι τυχερή
που σε ‘σένα έρχομαι όταν πεινάω.
Το δέντρο έχει ακόμα καρπούς
και η ζυγαριά δεν σκούριασε ακόμη
έτσι που όταν τη φωτογραφία σου βάζω από τη
και ομίχλη υγρή χρόνου από την άλλη
ισόποσα ποτέ δεν είναι εσύ και η απουσία σου
και πότε το ένα, πότε το άλλο
κλέβει της ζυγαριάς το ζύγι.

*

Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως
να διπλώνει σα τσακισμένη εφημερίδα.
Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας
είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι
ανάμεσα στα δυο μου χέρια να κοιμάται.
Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις
και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.
Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα
ψηλά να πετάμε στον αέρα
εσένα
κι εμένα
λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους
μας προφτάσει.

*

Λευκό άλογο κάλπαζε στη θάλασσα
ψάρια χόρευαν στον ήλιο
αυτή δάγκωνε ένα κόκκινο μήλο και έγραφε.
Κύματα άμμου σάρωναν το κορμί του αέρα
έφευγε η άνοιξη και το καλοκαίρι έφτανε ξυπόλητο
καίγοντας τα πόδια του στη καυτή άμμο.

 

 

 

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ (2010)

 

Ι

Το πέρασμα

Στη γειτονιά των γλάρων

Ξημέρωμα, βροχή. Λίγο νερό, αβέβαιο, γλί-
στρησα στο λιμάνι δεξιά, κίτρινο φώς στις απο-
θήκες και τα στενά δρομάκια όμοια με ουρές
ποντικιών που τρέχουν στο σκοτάδι. Δραπε-
τσώνα, τσιμέντα Ηρακλής, χοντρές άσπρες δε-
ξαμενές της φτώχειας, πατάω γκρίζο, οδηγώ,
φώτα μικρά για μάτια, φουγάρο αριστερά, δια-
σχίζω τη γειτονιά των γλάρων, ιχθυόσκαλα
Κερατσίνι, πίσω από φορτηγά, μπροστά περ-
νώντας, μυρωδιά ψαριού, λάδι, πετρέλαιο,
πίσσα, αέρας υγρός χυμάει στα ρουθούνια,
ανάμεσα εγώ ,πιο κάτω θάλασσα χαμηλά στο
βάθος όσο ο Θεός θέλει μπλε. Πέραμα, ναυ-
πηγεία, σκαριά ριγμένα όλα μαζί, τόσα μαζί,
άδεια από θάλασσα κι η θάλασσα δίπλα άδεια,
μόνο θάλασσα χρόνου εκεί, όχι άλλη, μόνο θά-
λασσα χρόνου και εργάτες με ενέσεις οξυγό-
νου τρυπάνε να διώξουν τη σκουριά που τρώει
την κοιλιά. Βροχή, λίγο νερό, αβέβαιο.
Δεν έφτασε.

 

 

Ναυαγοί

ξεβράστηκαν
στη στεριά της μέρας
κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα
και άλλοι θάλασσα
όσοι γλίτωσαν είχαν κιόλας ξεχάσει
οι άλλοι νεκροί ακόμη
μα προπαντός πλυμένοι
στέγνωναν στις πέτρες
ο καιρός δεν τους ξεχώριζε
και αυτοί που σώθηκαν
και οι άλλοι άφησαν πίσω
τις κομμένες τους ουρές.

 

ΙΙ

 


Η ελευθερία

 

Ανταπόδοση

Αγκαλιάζω τον ήλιο
γριές ακτίνες χυμάνε και
μου δαγκώνουν την καρδιά.

 

 

Τύχη

Χιλιάδες πόδια στους ίδιους δρόμους
όλα πατούν
άλλα σκοντάφτουν
κάποια λασπώνονται
λίγα την βγάζουν καθαρή.

 

 

Έρωτας

Έρωτας
ιερή ακροβασία
δίχως πίστη.

 

 

Ποίηση

Ποίηση
ανεξάντλητη σιωπή
στη σκιά της λέξης.

 

 

Επιστρέφω

Όλο το βράδυ
η πόρτα ανοίγει ελαφρά
από τον αέρα
ανοίγει και κλείνει ελαφρά
από τον αέρα
κάπου κάπου τρίζει
τότε ένα πουλί
στο πόμολο πετά τρομαγμένο
και επιστρέφει

ο αέρας φυσά
το σκοτάδι πέφτει.

 

ΙΙΙ

 

Η συνάντηση

 

Φυσάει θάλασσα

Να σε προφτάσω
επιστρέφοντας

μέσα σε μια τρύπα αέρα
που φυσάει η θάλασσα
να μετρήσω
τους κορμούς των δέντρων
πίσω μου
τα φύλλα τους
τα χέρια τους
όπως στριμώχνονται
στα δίχτυα
της μέρας

να προφτάσω
τη νύχτα

να γεννήσει μπροστά μου τα τέσσερα κουτάβια της
κι ας χαμογελά ο σοφός βράχος
που υψώνει το χέρι στο καιρό
και λύνει τα μάγια του στην άμμο
έτσι κι αλλιώς μισότρελος χορεύει
στον άσπρο λαιμό της καταιγίδας.

 

 

Αποσιωπητικά

Έφυγε η ζωή η περισσότερη
κι όπως λιγόστεψε
έπαψες να κρατάς το νήμα
την άλλη άκρη του συνεχίζω
να κρατώ εγώ, κι ανάμεσα
χρόνος πυκνός των φύλλων
σε κρύβει
διώχνω τη σκόνη
μα δεν υπάρχουν δέντρα
μια γραμμή μου έριξε ο θεός
βήμα να βρίσκω
με αυτήν χαράζω κύκλους
και τους ποτίζω αποσιωπητικά
νερό να πίνουν
πουλιά και σαύρες.

 

 

Πληρωμή

Θα χάσεις το κορμί
που ‘χεις για να ακουμπάς
ο, τι κι αν είναι αυτό
απείλησε
τότε ο χρόνος
σωριάστηκε μπροστά τους
μ όλα του τα σκουπίδια.

 

 

ΣΩΣΜΕΝΟΙ

Και δεν θα σ αφήσω να φύγεις
πιο γρήγορα θα τρέξω,
στα χέρια το χώμα θα σηκώσω
πριν πατήσεις.
μαζί στο πυκνό δάσος, στα φυλλώματα
θα χυθούμε γυρνώντας το κεφάλι πίσω
το χρόνο κοροϊδεύοντας
σε ένα στρόβιλο αέρα τυλίγοντας τα χέρια
τις ξέρες θα αποφύγουμε
πατώντας ο ένας στου άλλου τα ακροδάχτυλα
και θα διασχίσουμε το φως
εκείνο που τα φτερά του ανοίγοντας
τη νύχτα τρομάζει
πιο μακριά
πιο ψηλά
απ’ όλους
στο συρματόσκοινο της μέρας
που ο ουρανός απλώνει
κάθε λύπη πλυμένη θα κρεμάσω
ο Θεός να βλέπει
και τις άλλες που σαν πέτρες
τον ώμο μας γδέρνουν
στο νερό το βαθύ θα πετάξω
να λιώσουν
πριν στερέψει
πιο ψηλά
πιο μακριά
χαρούμενοι
σωσμένοι

 

 

IV

Η νύχτα

 

Παλαιστίνη 1

Δεν έχει πατρίδα
ούτε πόδια
χέρια μονάχα
αρπαγμένα απ’ την ουρά
θηρίου προϊστορικού
πού την τινάζει με δύναμη
στις ξέρες
τη ζωή του κεραυνός χαράζει
χι η καρδιά του θαμμένη στο χώμα είναι
οι νεκροί του δίπλα
στοές ανοίγουν στους τερμίτες με τα δόντια
κραυγές γυναικών
ουρλιαχτά μωρών
οπλές αλόγων που ξεχύνονται στους δρόμους
η οργή με το φαρδύ της στόμα
λαίμαργα ψάχνει στις πέτρες
κι αυτός
λουσμένος
με του θάνατου το φώς
κηδεύεται άσβηστος
νύχτα και μέρα
απ’ τον πατέρα του.

 

 

Παλαιστίνη 2

Δέντρα
δεκάδες
ξεριζωμένα
ριγμένα
σωριασμένα
κι οι καρποί τους σκόρπιοι
μπροστά σε πόρτα που αιωρείται
δίχως τοίχο, δίχως περβάζι
ο χρόνος να φυσάει πάνω τους σκόνη
και γύρω φράχτες και σύρματα
κι ούτε ιστός αράχνης να σταθεί στον ουρανό,
μόνο μια κανάτα στην αυλή
σπασμένη
κόκκινο κρασί να τρέχει
ποτάμι
άδικο
απ’ το στόμα.

 

 

Το κλειδί

Έσπρωχνε το Αόρατο
με τα χέρια
μετά κουράστηκε
τέντωσε τις παλάμες,
άνοιξε τα δάχτυλα
κι ανάμεσα
πέρασαν σειρές με πρόσωπα
το ένα πίσω από το άλλο
ύστερα άδειασε ο αέρας
κι έφυγε κι αυτός
όταν έμεινε μόνος
στο κενό κλείδωσε
το δικό του πρόσωπο
και
πέταξε
το κλειδί.

 

 

Δεν υπήρξε μάρτυρας

Ένα πουλί
ανάποδα πέταξε στο χρόνο
κι αυτός βύθισε στη κοιλιά του
το σουβλερό του δόντι

έπαψε να κρώζει
τα νύχια του κάρφωσε
στα σπλάχνα του αέρα
και έσκουξε
κραυγή ανθρώπινη

ένα κομμάτι ουρανού ξεκόλλησε
και μαζί του έπεσε στο χώμα

φίδι νερού έσυρε τη κοιλιά του
άπλωσε το μακρύ του χέρι
τους τράβηξε μακριά

δεν υπήρξε μάρτυρας
ούτε άλλο σημάδι.

 

 

Δάσος

Όλο τα απόγευμα με ένα μυτερό μολύβι σχε-
δίαζε δέντρα, ρίζες, κλαδιά και φύλλα μετά τα
έκοβε προσεκτικά και με επιμέλεια σε χοντρό
χαρτόνι τα κολλούσε έτσι έφτιαξε ολόκληρο
δάσος με αλέες και τώρα ανάμεσα σε αυτές
προχωρά στα δροσερά φυλλώματα από κάτω
και ευτυχία νοιώθει μεγάλη για τον περίπατο
αυτό και την ελευθερία πιο κάτω μόνο σε ένα
κομμένο σκόνταψε κορμό δέντρου ψηλού βα-
θύρριζου, γυμνό που ευχόταν στη θάλασσα κά-
ποιος να το πετάξει ταξίδι μακρύ να κάνει και
να μη μένει άλλο εκεί ριγμένο στα μάτια των
περαστικών.

 

 

Ήθελε να ξέρει

Ήθελε να ξέρει τι φτάνει στη καρδιά του
βύθιζε λοιπόν τα δάχτυλα στις φλέβες του

δεν έγραφε ποτέ ημερολόγιο.

 

 

Κάθε βράδυ

Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί
έπλενε τα δόντια της μέρας του
που τέλειωνε
κοίταζε στο καθρέφτη κι έλεγε
-τι κίνηση κι αυτή!

 

 

Τρία πόδια

Με τρία πόδια παιδεύεται να ζήσει
με θλίψη και απορία κοιτάζει
τον κόσμο που το προσπερνά
δεν μπορεί να καταλάβει
ποιος και γιατί του ‘κοψε το πόδι
σπρώχνει το κορμί του ανηφορίζει
δεν διαμαρτύρεται δεν αδικεί
στέκεται όρθιο
το λευκό σκυλί
εκεί
ανάμεσα σε τόσους δήμιους.

 

 

Κάθε πρωί

Έχει γυρίσει
την πλάτη
στον ήλιο
κι όμως
κάθε πρωί
ξυπνά
πριν
την ανατολή.
Να συνεχίσει

 

 

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (2007)

 

 

μαζί σου

τη νύχτα
ξεδίπλωσα το πρόσωπο σου
άγρια
τη χαμένη μου αθωότητα
να ψηλαφήσω
ήθελα

μαζί σου
εκδικούμαι το χρόνο

 

 

μετάληψη

τη νύχτα μεγάλωσε η μέρα
άξαφνα
απρόσμενα
ανύποπτα
σιωπηλά

σκάλες φώς κατρακυλούσαν
πάνω μου
και με διαμέλιζαν

στις σκιερές παύσεις
του κορμιού σου
έντρομη έκρυψα
τα πιο ακριβά μου μέλη

σώμα γυμνό
λύσε τα μυστήρια

όταν χυθεί
απ το τρύπιο κορμί μου
ο χρόνος
θα μεταλάβεις
το πιο ουσιώδες τίποτα
της αποψινής μου διάρκειας

 

 

Λαύριο

Λαύριο, αύριο, λάβα
αύριο, αύρα ποιος έρωτας με χτύπησε
και άδειασαν από αίμα τα φιλιά
που φεύγεις

στίχους σκαρώνω, κοροϊδεύω
μεταλλεία πατάω, χώμα γυρεύω
τόσο σκάψιμο
τόσο σκάψιμο

Λαύριο, περπατώ και σ’ ακολουθώ
σιωπηλά, τρίζουν οι πόρτες
σα σκουριά στο σίδερο
πάνω σου ,πάνω μου
πού πάω;

ξεδιάντροπα κοιτάζω
σπασμένα τζάμια, γυαλιά, παράθυρα
και πόρτες λαμαρίνες
σιωπηλά, μερικά μέτρα πίσω
πιο μπροστά μετά
σαν έρωτας ο χρόνος φονιάς
μυρίζει

λάθος η σιωπή
η λέξη κρίμα
σκέψη άσχημη σκύλα
όταν πεινάς δαγκώνεις
γριά ξεδοντιάρα

τρόμαξα,
πού φεύγεις ;
εκεί που πατάς και ‘γω
βουλιάζω απόψε

 

 

Λαβίνια

αέρας μαύρος τρελός
με ρουφάει στη δίνη του
άνοιξε τις αποσκευές μου
τρέχει ανάμεσα στις πέτρες
αίμα στο δεξί του γόνατο
με αρπάζει
με στρέφει
σε ευθεία μοίρα με τον ήλιο
ζυγίζομαι
στα μάτια μου σμήνη πουλιών
ζαλίζομαι
τυφλή
δίχως χέρια
καρφώνω σανίδες
στην εξώπορτα

 

 

ταξίδι

πλήρωσα τις δόσεις
μια θάλασσα λογαριασμοί
το ‘χα ξοφλήσει το ταξίδι
πριν

το σκάφος
έγερνε
ακυβέρνητο

στο γυμνό κατάρτι
δεμένο πρόχειρα
σκληρά μαστίγωνε
τον άνεμο

ένα πανί

ένας νεκρός
ζητούσε να υπάρξει

ένας κρεμασμένος
από τα πριν πνιγμένος
κι απ΄ τον εαυτό του ακόμη
αγέννητος νεκρός

ένα πανί

ένας

 

 

Μονεμβασιά

πέτρες μισοχωμένες στη λάσπη
κορμιά φαγωμένα
σπίτια αιώνων
ακίνητα
πόσοι νεκροί κλαίνε τις νύχτες
στις πόρτες σας ;
πόσες σας λέξεις ξεπλένει η βροχή ;
πόσα κλειδιά σκουριάσαν στις χούφτες σας ;
σε σας μιλώ
και στο υγρό το ξύλο
φλέβες του χρόνου

 

 

από τότε

σε δανεικό και ανύποπτο
απ’ τη ζωή μου χρόνο
στο ερώτημα μιας χειραψίας ατέλειωτης
η αγάπη μου έπαιξε το τελευταίο της
χαρτί
από τότε στις άχρωμες μέρες
ξαναπερπάτησα γυρεύοντας
του εαυτού μου
την οίηση

απόψε οι αντιστάσεις εξασθενούν
η αγωνία εκτροχιάζεται
ξυράφι στο πρόσωπο της νύχτας
που μορφάζει

αγέλη ίσκιων σπαθίζει
το κενό

για την αλήθεια ψάχνω
ψέμα και υπεράσπιση

 

 

Λογόρροια

στις κόχες
σε σπασμένα δόντια
ανάμεσα
εκεί
που χρόνια ολόκληρα
ζωής
κομμάτια
φτύνω

λέξεις κουβάρια λέξεις

εκεί
στα ίδια κιόσκια
λέξεις αιμόφυρτες χτυπούν
μπερδεύονται και ακροβατούν
φωλιάζουν και εξεγείρονται
σκοντάφτουν και παιδεύουν
με τις φθαρμένες σόλες τους
αλήτικα χορεύουν

σε πτώσεις επιδίδονται
θύτες και αυτόχειρες μαζί
ζυγίζουν και ζυγίζονται
αγριεύουν και μερεύουν

χυμούν και καθρεφτίζονται
γκρεμίζονται ,τσακίζονται
μα πάντα περισσεύουν

 

 

φύσαγε νοτιάς

με ρυτίδες στρωμένο το τραπέζι
και φροντίδα
φύσαγε νοτιάς
κι ο χειμώνας ζαρωμένο σκυλί
στα πόδια της

πέρασε καιρός
έφτασε καλοκαίρι

σε βαθύ πηγάδι ρίχνει
δεμένο κόμπους το μυαλό
κοντό σκοινί, τρύπιο μυαλό
τι να τραβήξει
εικόνες
πλήθος ένας σωρός
στολίζονται
θέλουν να βγούν
άγρια
αέρα και ήλιο
να μυρίσουν

άλλες
ξερόκλαδα και σκόρπια φύλλα
στα πιο βαθιά
βουλιάζουνε

μόνο στην άκρη του ματιού
εκεί που πνίγεται η σιωπή
σα μέσα από σκασμένο βράχο
βρίσκει το δρόμο η ψυχή
να στάζει

κι είναι

σκυμμένο δέντρο η φωνή
κομμάτια λέξεις το ψωμί
κρασί νωπό παράπονο
και το τραπέζι στρογγυλό
τριγύρω εμείς
το άδειο χώμα
και καρέκλες

 

 

σιωπή σα σκόνη

και μέσα στο νερό τα νεύρα θα κρέμονται
των σπιτιών που τα κορμιά τους χάσκουν

σα ψόφια ψάρια ανάποδα ξεκοιλιασμένα
με τα χέρια τους θα κρύβουν τη σκουριά
τους

παράθυρα τα μάτια τους ορθάνοιχτα

γριά νύφη με βλέμμα λαίμαργο ντυμένη
προβάλλει
γέλιο τρελό να ρίχνει στα ναυάγια
προσμένοντας
και η σιωπή σα σκόνη
καθισμένη στα βλέφαρα
από πάνω νύχτα θα στάζει
και ρίζες καλώδια τηλεφώνου παντού
ήχους λιωμένους θα φυτεύουν στού κάθε
τοίχου το μεδούλι
κι ανάμεσα άνθρωποι υγροί την πολιτεία
από νερό
όρθιοι θα διασχίζουν με κουρασμένα πόδια
κι ένα δίχτυ θα μαζεύει ανάγκη το πρωί
και φρέσκο λίπος

στο βυθό

ο οργανοπαίκτης συνεχίζει
τρομπέτα να παίζει

 

 

 

εξαίσια

εξαίσια
απαρηγόρητα
δίχως οίκτο
μέσα σε έκλειψη
κοιτάζοντας το τέλος
κάνουμε έρωτα
στην άνοιξη βουτηγμένοι
εκθέτουμε
την τελευταία θλίψη

 

 

σημεία

σβησμένη φωτιά
σβήνοντας

εγώ εσύ εγώ εσύ εγώ
δυό σημεία στον τοίχο
εσύ εγώ εγώ εσύ εσύ εγώ
μια στρογγυλή
παλιώνει

χάνω θέση μου στο κάδρο
σε επικηρύσσω
σε ψάχνω
συνθλίβω προφυλάξεις

σε τροχιά ανήμερη πετώ
εκπέμπω μνήμη

ελεύθερα προσγειώνομαι
σε μολυσμένο βάλτο
και πάλι δραπετεύω
τι χαράζει
κόβει πόνο

βλέμμα μπαλόνι στο κενό

σε ψάχνω
και μετά;

 

 

κόκκινος ουρανός απλώθηκε

τα χέρια μου κρατούσαν
υπομονετικά
για χρόνια την ανάσα σου

ένας κόκκινος ουρανός
απλώθηκε

τόσος θάνατος σκέφτηκα
μπορεί και νάναι
αυτοπροστασία

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιο.net 24.10.2017

Η Έφη Καλογερόπουλου χαρτογραφεί τα ναυάγια της ζωής

Η νέα δίγλωσση ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου, «Χάρτης ναυαγίων» (ποιείν, 2017), σε αγγλική μετάφραση από τον ποιητή Γιάννη Γκούμα, είναι το στιχουργικό ταξίδι της δημιουργού στους ωκεανούς των λέξεων και των συναισθημάτων απέναντι στα κύματα των υπαρξιακών αγωνιών.
Η ποίηση της Καλογερόπουλου είναι βαθιά υπαρξιακή. Με μία ζωηρή εικονοποιία αφηρημένες οι υπαρξιακές αγωνίες (επίκληση α’, επίκληση β’, αυλαία) ζωντανεύουν συμπλεκόμενες με τα ερωτήματα της ποιήτριας για τη ζωή (επίγνωση, σφάλμα τυχαίας διαδρομής, βυθός). Η απώλεια της δυνατότητας να ορίσει ο άνθρωπος στη ζωή και τα ναυάγια των ονείρων που περικλείουν τον ατομικό και κοινωνικό βίο μπαίνουν στο επίκεντρο της μελαγχολικής ποίησης της.
Μέσα στο «κινηματογραφικής» υφής ποιητικό της καναβάτσο η Καλογεροπούλου δημιουργεί τις δικές της αλληγορίες φέροντας σε ισορροπία το εικαστικό με το στοχαστικό υλικό και το συναίσθημα με τις αισθήσεις (μπάρκο, titanic bar, νυχτερινό β’, μεταμορφώσεις, μαριονέτα). Με φρέσκια ματιά που γοητεύει με τη ζωντάνια της στιχουργικής της και την «οπτικοακουστική» διάσταση της έκφρασής της παρασέρνει τον ακροατή/αναγνώστη στο βάθος των συλλογισμών της. Εκπληκτικά επιμύθια με ποιητική αποφθεγματικότητα (σφάλμα τυχαίας διαδρομής, νυχτερινό α’, φάρσα, η περίσκεψη μιας κίνησης) εντείνουν την έκφρασης της υπαρξιακής αγωνίας.
Η Καλογερόπουλου φαίνεται να έχει κατακτήσει πια το δικό της προσωπικό ύφος[1]. Το σκηνικό στοιχείο διαπνέει όλη τη στιχουργική της. Η διαλογικότητα δομείται άλλοτε σε προτρεπτικές προστακτικές (carpe diem, άγγελοι ναυαγίων επίκληση α’, επίκληση β’) κι άλλες φορές σε ερωτήσεις που διαμορφώνουν ένα ψευδοδιαλογικό ύφος σπάζοντας την «αφηγηματική» ροή (δρόμος των απόντων, νυχτερινό α’, μικρές οδύσσειες, προειδοποίηση, αιωνιότητα, ανάληψη, η αγωνία με τις 4 γωνίες). Από την άλλη, το β’ ενικό (έγινες ποίημα, η περίσκεψη μιας κίνησης, αθέατη όψη, η αγωνία με τις 4 γωνίες, titanic bar, επίγνωση, ωκεανός, με νερό και σκοτάδι) και το α’ πληθυντικό (δοκιμασία, σφάλμα τυχαίας διαδρομής, μικρές οδύσσειες, γητευτές, το τίμημα) ενισχύοντας την παρουσία προσώπων στην ποιητική σκηνή, ορίζουν μία θεατρική ρευστότητα στη στιχουργική της.
Παράλληλα, το α’ ενικό συστήνει έναν μονολογικό υποκριτή με δραματική αμεσότητα. Κι ας σημειώσουμε πως το πρωτοενικό υποκείμενο εμφανίζεται συχνά ως παρενθετικό σχόλιο μέσα στην ποιητική αφήγηση. Έτσι λειτουργεί ως αυτοαναφορικός αφηγητής που ζωντανεύει τη σκηνή (βυθός, μικρές οδύσσειες, ο κήπος των αναμνήσεων) ενίοτε μαζί με ένα β’ πρόσωπο (titanic bar, η αγωνία με τις 4 γωνίες).
Άλλωστε, την αισθητική της διαπνέει μία «κινηματογραφική» ματιά (με νερό και σκοτάδι, επίκληση α’, δρόμος των απόντων, ανάληψη, μία πράξη απόγνωσης νυχτερινό β’, χρόνος αόριστος), καθώς το κάδρο της είναι πλήρες κίνησης και ήχων. Συχνά η κίνηση δηλώνεται απλά με έναν ενεστώτα (ανάληψη, η λίμνη των τύψεων, χρόνος αόριστος, αυλαία) μέσα στη συνολική περιγραφή. Ας μην παραβλέπουμε πως η λεπτομερής περιγραφή αποτελεί έναν πυλώνα της ποιητικής της, καθώς το στοχαστικό υλικό στηρίζεται στην εικονοποιία της, αναδυόμενο μέσα από τις αισθήσεις και τα συναισθήματα (με νερό και σκοτάδι, δρόμος των απόντων, μεταμορφώσεις).
Η ποιήτρια σαν σε σενάριο αποτυπώνει το κάδρο της δίνοντας συχνά σκηνοθετικές και σκηνογραφικές πληροφορίες. Μέσα όμως από την πλούσια «φιλμική» στιχουργική της αναδύεται στοχαστικό υλικό. Ζωντανεύουν οι κοινωνικές της αγωνίες και εκείνες για την ανθρώπινη ζωή και συμπεριφορά για την αγάπη.

 

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 26/7/2017

«Σε θάλασσα άγρια από λέξεις ταξιδεύω»

«Χάρτης ναυαγίων». Η νέα ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου, από τις εκδόσεις «Ποιείν» (Μάιος 2017). Συλλογή με 37 ποιήματα, δίγλωσση, στα ελληνικά και τα αγγλικά, σε πολύ καλή αγγλική μετάφραση του ποιητή Γιάννη Γκούμα και με μότο τα λόγια του άγγλου ποιητή S. T. Colleridge :

«Alone, alone, all, all alone,
αlone on a wide wide sea!
And never a saint took pity on
my soul in agony¨.

Η ποιήτρια ταξιδεύοντας σε θάλασσα άγρια από λέξεις χαρτογραφεί τα ναυάγια της ζωής και του πολιτισμού μας χαρίζοντάς μας καλή ποίηση. Χωρίς στίξη, με λόγο ασθμαίνοντα, με άξονα τη μοναξιά και την υπαρξιακή ανησυχία, αναδύονται ποιήματα σπαράγματα, ποιήματα φωνές, που κραυγάζουν απόγνωση. Μικροί μονόλογοι αυτοαναφορικοί ή απευθυνόμενοι στον άνθρωπο του αιώνα μας, αυτόν της αλλοτρίωσης, τον χαμένο μέσα στην εικόνα του, στο ατομικό του σύμπαν, τον ανελεύθερο άνθρωπο, τον άνθρωπο του καθρέφτη.

Ένας κόσμος διάψευσης και αποτυχίας αποκαλύπτεται από τα ποιήματα και εκφράζεται μέσα από αρνητικά ρήματα και εκφράσεις. Οι άνθρωποι μετέωροι, απόντες, «ξεχασμένοι από τρυφερότητα, παραδομένοι στην απόγνωση, έρποντας στα τέσσερα, δοσμένοι σ΄ ένα ανομολόγητο παιχνίδι πένθους αφής σφαγής». Δοκιμάζονται, αγωνιούν. «Δεν ξέρουν, δεν θέλουν να ξέρουν, δεν είναι εκεί, έχουν φύγει». Οι τύψεις «μέλισσες που βομβίζουν αφύλακτες για ώρες πάνω κάτω πάνω κάτω κι ανεβαίνουν πότε στα χείλη πότε στην καρδιά κοσκινίζοντας τα βρόμικα του χρόνου μας στις φλέβες».

Άνθρωποι που αυταπατώνται, που οδηγούνται στην αυτεπίγνωση, μικρές οδύσσειες, φάρσες ζωές.

Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα
Μασάει νικοτίνη
Ντύνεται πουλί πετά
Κλείνει τα μάτια
Είναι παντού
Βρέχει φωτιά
Κι αστέρια

Το ποιητικό υποκείμενο σε «μπάρκο». «Δε ζει, διανυκτερεύει. Σε νύχτες ασάλευτες, αδυσώπητες, σκληρές». Μετράει αποτσίγαρα ερώτων εφήμερων, σφραγίζει με μελάνι όλα τα νυχτερινά τυπογραφεία της ψυχής. «Σκόρπιος, αταξινόμητος, διασκορπισμένος, αφοπλισμένος» ο εαυτός. Ξεκλειδώνει θρήνους, χτυπά δαιμονικά τα πλήκτρα ως τα ξημερώματα. «Ακούω μόνο τον ήχο της γραφομηχανής μου ταμειακή μηχανή συναισθημάτων να κόβει αποδείξεις».

Ο χρόνος τρέχει δαιμονισμένα. Γρήγορα γίνεται αόριστος, τετελεσμένος. Οι άνθρωποι μαριονέτες. «Όταν αρπάξει φωτιά η κλωστή που σε κρατάει θα μάθεις αν η ζωή σου έχει οξυγόνο».

Η ζωή κι ο θάνατος χορεύουν χέρι χέρι. «Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω; Μη ρωτάς. Τίποτα δε γνωρίζω που να μην είναι θάνατος τίποτα που να μην είναι σπόρος».

Το ποιητικό υποκείμενο κάνει απεγνωσμένα επίκληση στη φύση, στο αποδημητικό πουλί: «πάρε με πέρα απ΄ της λύπης την τρομερή σκιά γίνε απόψε για λίγο έστω το λιμάνι μου».

Κάνει δεύτερη επίκληση διψώντας για αιωνιότητα: «της Αθανασίας το μαγικό πουλί … Κατοίκησε απόψε της λέξης μου το αόρατο κλουβί δέξου με άφησέ με να σε αιχμαλωτίσω».

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δεν γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο

Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο
Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου

«Καθένας προχωρά πεζός δίπλα στο άλογό του κι έχει γεμίσει πεζούς η πόλη, ά-λογα και χαλινάρια».

«Αποδημητικά πουλιά κουρασμένα που έπαψαν να πετούν κι ανοιγοκλείνουν από συνήθεια τα φτερά στο χώμα».

Όμως φέγγει στο βάθος ο κήπος. Η απειρότητα της φύσης κερδίζει, γιατί «αυτή ξέρει να φιλοξενεί όλες τις εκδοχές ενίοτε και Παραδείσους».

Η μνήμη, η νύχτα, η σιωπή.
Ο έρωτας, η πίστη, η αγάπη.

Ο έρωτας: «κι όταν σε βλέπω να σου χαρίσω θέλω πάντα αυτή τη μικρή γέφυρα ένα κόκκινο χειροποίητο λουλούδι απ’ το αίμα μου να ρίχνεις πάνω απ’ τα δύσκολα και να περνάς άγγελος καλός να γίνομαι μόνο για σένα γιατί ο ουρανός σου είναι το σπίτι μου».

Η αγάπη: «γιατί είναι η αγάπη το ολόκληρο το ανερμήνευτο το καθαρό το αίμα της θυσίας ο βυθός του Καλού η γνώση της απώλειας το πηγάδι που αναβλύζει το τέλος του θανάτου».

Η πίστη: «χωρίς πίστη η ελπίδα αλλάζει βλέμμα ζαρώνει το αίμα της λιμνάζει το νερό δεν ξεδιψά σέρνει τα πόδια του στην άσφαλτο σκοτάδι ροκανίζει τα υπόλοιπα».

Ο πλάνητας από καταβολής κόσμου άνθρωπος βαδίζει σε αχαρτογράφητους ωκεανούς. Όμως η απελπισία δεν έχει θέση στο ταξίδι. Ένας τόνος ελπίδας διαγράφεται μέσα από τα χαλάσματα, για να γίνει ύμνος στην αγάπη την ελπίδα, την καλοσύνη, τον έρωτα.

«Τότε μαθαίνεις πως μόνο μια επίθεση καλοσύνης μπορεί πραγματικά να σε συντρίψει και ο πηλός της προσωπικής σου ήττας πλάθει την πιο όμορφη καμπάνα».

«Καλωσορίσατε λοιπόν στον κόσμο των αθανάτων νεκρών, στον κόσμο της ψυχρής σαν μάρμαρο φωτιάς και της άσβηστης φλόγας της ελπίδας».

«Με στάχτες θα τραφεί η περιπλάνηση κι η ελπίδα απ’ το μηδέν θα ανθίσει».

Η πίστη στην αγάπη και η ελπίδα ίσως είναι και τα πολυτιμότερα συναισθήματα που αντλεί ο αναγνώστης από τη συλλογή «Χάρτης ναυαγίων» της Έφης Καλογεροπούλου. Και έχουμε τόση ανάγκη τα συναισθήματα αυτά στην εποχή των πάσης φύσεως ναυαγίων…

 

ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΤΑΣ

http://deepunctum.blogspot.gr/2017/09/blog-post.html?spref=fb

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Δραπέτη παρελθόντος χρόνου νομίζεις ότι ταξιδεύεις; Είσαι ακόμη στο λιμάνι, τίναξε τη σκόνη απ’ τα φτερά σου

Χάρτης Ναυαγίων είναι ο τίτλος της 5ης ποιητικής συλλογής της Έφης Καλογεροπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος – Σειρά Ποιείν. Η περιπέτεια ξεκίνησε με τα Σκεύη Ταξιδίου από τις εκδόσεις Ενδυμίων το 2008. Μεσολάβησαν οι συλλογές Ήχος από Νερό 2010, Άμμος 2013 και Έρημος όπως Έρωτας. Δεμένη από λέξεις, με λέξεις στο κατάρτι της μοίρας η ποιήτρια, άνοιξε τα πανιά της σε θάλασσα άγρια από λέξεις και ταξιδεύει… «Μετράω αποτσίγαρα ερώτων εφήμερων, Σφραγίζω με μελάνι όλα τα νυχτερινά τυπογραφεία της ψυχής… Επιβάτης και μηχανοδηγός ενός τρένου που το βαγόνι του διασχίζει τους συρμούς του εικονικού σας κόσμου, στρέφω στο τζάμι το κεφάλι μου, δεν με βλέπετε, σας βλέπω… Δεν ζω Διανυκτερεύω» (από την κατακλείδα στο ποίημα ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ) Τι είναι, λοιπόν, εκεί στο βάθος του πνιγμού, όπως θα ρωτούσε ο Ρίτσος. Στη δική του σκηνή ναυαγίου, στη Σονάτα Σεληνόφωτος, έκπληκτος ανακαλύπτει: «κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις και χθεσινά και μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας…». Με τη σειρά του ο Χάρτης Ναυαγίων της Καλογεροπούλου έχει στο δικό του Βυθό, ανάμεσα σε τόσα άλλα, απρόοπτες μεταμορφώσεις σιωπών!.. «Η Σιωπή είναι άβυσσος, έρημος και φωτιά… Σιωπή το πριν και το μετά, η λύπη η κραυγή η αφωνία μαζί και χωριστά…» μας λέει στο ποίημα Βυθός (σελ. 39). Και συνεχίζοντας τους προσδιορισμούς της πολυδαίδαλης σιωπής γράφει στο ίδιο ποίημα: «το καλό και το κακό σιωπή και το νερό το τρεχούμενο στο μονοπάτι της λήθης, σιωπή το κύμα το παλιρροϊκό της ασίγαστης ελπίδας, η τρυφερότητα που καίει και κλαίει, το Είναι και το Μηδέν σιωπή, τα γράμματα και οι αριθμοί οι λίμνες και της ζωής μας τα αποσιωπητικά…». Στην Αγωνία με τις 4 Γωνίες (σελ. 23) ξεπετάγονται χέρια σιωπής: «χέρι της φωνής της σιωπής της κραυγής της μνήμης χέρι της ζωής της φυγής της γραφής, χέρια δάκτυλα δίχτυα». Σ’ άλλο ποίημα «σιωπές στρώνει τώρα το ανεξάντλητο, απαντήσεις σε ερωτήσεις βουβές» (Με Νερό και σκοτάδι σελ. 15) ενώ, λίγο πριν την κορύφωση των Μεταμορφώσεων, στη Φάρσα (σελ. 47) μας πληροφορεί πως, τελικά, πρόκειται για «ένα χαρτόκουτο δεμένο με μια κορδελίτσα που η βαρύτητα το λύνει». Αυτές οι διακυμάνσεις της σιωπής είναι ένα σημείο στο Χάρτη των Ναυαγίων, «διακυμάνσεις του αόριστου και του τετελεσμένου μέλλοντα στην άμπωτη και την παλίρροια των νερών εκεί που ρήματα καταρρέουν αβοήθητα σε αβυσσικά πεδία και κραυγές βυθίζονται σε εκκωφαντική σιωπή, του γυροσκόπου γίνονται απελπισμένο μάτι… κύμα φλεγόμενο και απόκοσμη αλήθεια, σμήνος φωνών και αυθάδης στοχασμός όπου εκπνέει αργά πολύ αργά η ανάσα του δαιμονισμένου χρόνου» (Μεταμορφώσεις σελ. 57). Μέλλοντας κι Αόριστος είναι οι χρόνοι της Σιωπής με εύφλεκτα υλικά που «αφέθηκαν σε μια αιώνια στοχαστικότητα παγιδεύοντας στην ανάσα τους κάθε σφιγμό ζωής…» (Χρόνος Αόριστος σελ. 37). Σημείο αμφιλεγόμενο και οι ψυχικές διακυμάνσεις των ταξιδιωτών στο Χάρτη Ναυαγίων. Άγγελοι Ναυαγίων και Ληστές αθωότητας αποκαλούνται από την ποιήτρια που μας τους παρουσιάζει λέγοντας: «Κοιτάξτε τους! Πόσο στοργικά χαρίζουν ετούτα τα φτερά της σιωπής που φύτρωσαν στα βράγχια τους στους τωρινούς αγαπημένους τους. Και δώστε τους πίσω λίγη απ’ την αθανασία σας» (Άγγελοι Ναυαγίων σελ. 49). Η «Ιθάκη» σ’ αυτό το ταξίδι είναι το Ποίημα, καλό τέλος στην αναζήτηση ναυαγίων σιωπών!.. «Ναι θα μπορούσε είναι ενδεχόμενο… όλα να σαρωθούν στο χρόνο… να υποκλιθούν στον παροξυσμό των έντιμων σωμάτων, το ανεπίδοτο αιχμάλωτο να μείνει… η απειρότητα της φύσης να κερδίσει…» (Έγινες Ποίημα σελ. 81). «Αιωνιότητα» είναι ο τίτλος του τελευταίου ποιήματος της συλλογής, στο οποίο η ποιήτρια αναρωτιέται: «Ποιο κέρδος, ποια ζημιά; Το νόημα είναι η απουσία νοήματος, οι σταγόνες νερού σημαίνουν ξηρασία, ο καρπός που ανθίζει τρέφεται με αίμα…» (Αιωνιότητα σελ. 83). Στη συνέχεια, ανάμεσα στα ποιήματα που ανθολογούνται, εντοπίζονται στο Χάρτη και άλλα σημεία/ θησαυροί Ναυαγίων και αποδελτιώνονται στίχοι που δίνουν το στίγμα τους και την αξία τους

ΜΙΚΡΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΣΕ ΤΥΧΑΙΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΑΠΟΝΤΩΝ: «Κατοίκησε απόψε της λέξης μου το αόρατο κλουβί, δέξου με, άφησέ με να σε αιχμαλωτίσω» (Επίκληση Β σελ. 69)
Βασικό στοιχείο στο Χάρτη Ναυαγίων είναι οι διαδρομές λέξεων. Με τις λέξεις ανοίγουν τα πανιά του καραβιού στην άγρια θάλασσα, με τις λέξεις αρχίζει και τελειώνει η δοκιμασία των διαδρομών για τη συνάντηση με τον άλλον. Λέξεις εκμηδενίζουν τις αποστάσεις… «Για να συναντηθούμε πρέπει να διακινδυνεύσουμε την απόσταση του άλλου… ντυμένοι μυθιστόρημα… έρποντας ή ακόμα και στα τέσσερα, δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι πένθους αφής σφαγής…» (Δοκιμασία σελ. 21). Η Οδύσσεια των διαδρομών έχει Λαιστρυγόνες Κύκλωπες, συμπληγάδες και αδιέξοδα… «Καθένας προχωρά πεζός δίπλα στο ά-λογό του κι έχει γεμίσει πεζούς η πόλη ά-λογα και χαλινάρια» (Δαίμονες σελ. 25). Οι ταξιδιώτες αφήνουν πίσω τους σκόνη, «σκόνη του σκοτωμένου χρόνου». Έχουν επίγνωση των λαθών και της προσωπικής ήττας: «είμαστε η χαμένη δυνατότητα, οι λέξεις που δεν γίναμε, τα παιδιά που πέφτουν από τα όνειρά μας ξημερώματα, οι δρόμοι, τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες χειρονομίες τους, οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου το παράθυρο» (Σφάλμα τυχαίας Διαδρομής σελ. 29). Η πινακίδα στις διαδρομές… «αστραπές εκτροπές παρεκτροπές στον ακάλυπτο» γράφει: «Δρόμος Απόντων»: «Ό,τι ήθελε να ζήσει είχε ένα ξεχασμένο όνομα πριν το τέλος, κάθε ομορφιά του φαινόταν περιττή κι ο έρωτας μια πρόβα θανάτου με προπληρωμένο τέλος» (σελ. 33). Λέξεις αμήχανες αιωρούνται πάνω από διάφανο κενό Χρόνου Αόριστου: «Ο αόριστος χρόνος αιμορραγεί και διαλύεται στο υγρό χειρόγραφο της μέρας ό,τι δίνει ζωή στο άγραφο επιστρέφει από τον κόσμο της σιωπής και μας χρεώνει. Μοιάζει τότε επιστροφή η αναχώρηση και αρχή ξανά το τέλος» (σελ. 37). Η αναζήτηση είναι αδιάκοπή και χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Το δαιμονικό χτύπημα των πλήκτρων ως τα ξημερώματα ξεκλειδώνει τελικά το θρήνο των λέξεων και «κάθε επιθυμία καταρρέει υπό το βάρος της συνείδησής της…» (Νυχτερινό Α σελ. 41). Τότε ακούς μόνο τον ήχο που κάνει η «ταμειακή μηχανή συναισθημάτων» που κόβει αποδείξεις λέξεων σιωπής που εγείρουν ερωτήματα «Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω; Τίποτα δεν ξέρω. Βλέπω δρόμο μόνο δρόμο και μια γη επίπεδη που έγινε σκοτάδι από πέτρες και… γκρεμισμένες λέξεις» (Μικρές Οδύσσειες σελ. 45). «Υγρασία της μνήμης» είναι οι λέξεις, «ίχνη πελμάτων, ανεμοδαρμένες τρυφερές σκιές», «φλοίσβος φωνών στις φλόγες», «οι λέξεις με τα χαμηλωμένα μάτια» που υποκλίνονται «στον παροξυσμό των σωμάτων»: «να μη θέλεις να θυμηθείς και να θυμάσαι, θάλασσες να έρχονται να φεύγουν να θυμάσαι… νερά ν’ ανοίγουν να κλείνουν την αυλαία, να αποσύρονται δίχως να στερεύουν, να επιστρέφουν ξανά και ξανα και ξανά…» (Υγρασία της Μνήμης σελ. 65). Όλα τελικά είναι λέξεις και αποσιωπητικά: το πολύ, το λίγο, τόσες μέρες τόσα χρόνια, ορφανές υποσχέσεις, η φωτιά και το νερό, άβυσσος, περιπλάνηση, ένας διαρκής επιτάφιος θρήνος, στάχτες και ερείπια, η θάλασσα κι ο Ωκεανός, το Ποίημα και η Αιωνιότητα «Οι λέξεις βάρυναν και πέφτουν χωρίς ιδιοτροπία, η μνήμη τους δεν τις ενώνει… Με στάχτες θα τραφεί η περιπλάνηση και η ελπίδα απ’ το μηδέν θ’ αρχίσει» (Αιωνιότητα σελ. 83)

 

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

ΦΡΕΑΡ 2/12/2016

Με τον τίτλο της συλλογής θα μας προϊδεάσει η ποιήτρια για το κεντρικό της θέμα: Έρημος όπως έρωτας. Δηλαδή ‒με άλλα λόγια‒ με μια έρημο μοιάζει ο έρωτας, διατύπωση η οποία μου θυμίζει τον τίτλο του εμβληματικού πεζογραφήματος του Φρανσουά Μωριάκ H ερημιά του έρωτα ή κατά μια νεώτερη μετάφραση Η έρημος της αγάπης, και στα γαλλικά Le desert de l’ Amour. Προσωπικά προτιμώ την πρώτη μεταφραστική εκδοχή λόγω του πλέον εύηχου εξ αιτίας της παρήχησης, αλλά και της εννοούμενης διαφοράς του πάθους, ενώ η καθαρή αγάπη ποτέ δεν γνωρίζει μοναξιά κι απελπισία. Και ‒κατά τον Απόστολο μάλιστα‒ «ου ζητεί τα εαυτής… πάντα υπομένει… και ουδέποτε εκπίπτει». (Το ερώτημα βέβαια πάντα είναι, εάν αυτή είναι επιτεύξιμη και για πόσο.) Σε συμφωνία θαρρώ με τα παραπάνω, η ταυτόχρονη μετάφραση των ποιημάτων της Καλογεροπούλου στα αγγλικά από το Γιάννη Γκούμα, μας αποδίδει τον τίτλο ως Desert as desire δηλ. έρημος όπως επιθυμία.

Μια έρημος λοιπόν ο έρωτας: η έκφραση αυτή υποβάλλει σε ένα στεγνό και απειλητικό τοπίο δύσκολα συμβατό με τη ζωή. Αλλά αυτός είναι ο προδομένος ή ο μονόδρομος έρωτας. Γιατί ο αμοιβαίος και εκπληρωμένος έρωτας στην ανάπτυξή του είναι ίσα ίσα το πιο ανθισμένο τοπίο της ανθρώπινης ψυχής. Ωστόσο τα ωραία τελειώνουν νωρίς συνήθως. Και κρατούν όσο μια ανάσα, «σε μια εισπνοή έπαιξες/ σε μια εκπνοή έχασες», μας λέγει η ποιήτρια και μάλιστα αφού «το παιχνίδι με τις κάρτες/ μοιάζει από την αρχή χαμένο». Όμως «να διασχίσεις την έρημο έλεγε, αυτό έχει σημασία»: το ποιητικό υποκείμενο (και όλοι μας) πορεύεται, εν μέσω των δυσκολιών της διαδρομής, προς την αυτοσυνειδησία του, προς τη δόμηση της ψυχικής του και συναισθηματικής ταυτότητας και ολοκλήρωσης. Στο δρόμο θα αφήσει τα βιοτικά σκουπίδια «το σκουπάκι της γράφει/ τετράγωνους κύκλους στον αέρα/ στο βυθό τα σκουπίδια», τις προδοσίες, τις απώλειες, τις ματαιώσεις, τις διασαλεύσεις βεβαιοτήτων, το ράγισμα των σχέσεων, το «σπασμένο ανάμεσά μας», τον φόβο. Επειδή ο χρόνος είναι το καταλυτικό μέγεθος που επηρεάζει και φθείρει όλα τα ωραία συναισθήματα, καταστάσεις, σώματα. «Ο χρόνος ‒ σιωπή/ ο χρόνος – εφιάλτης/ ο χρόνος – παγίδα/ ο χρόνος – δήμιος», μα και «Ο χρόνος ο μεγαλύτερος ‘Eρωτας όλων των Eρώτων», επειδή προφανώς έχει τη δύναμη να στέκεται παραπάνω από τους έρωτες και να τους καταλύει. Από την άλλη όμως και «ο χρόνος ο δημιουργός μου», ο δημιουργός ενός νέου εαυτού και μιας, δια μέσου της στέρησης και του πάσχειν, αυτοπραγμάτωσης. Ωστόσο, επειδή το τέλος των αισθημάτων είναι πιθανό να συμβεί, δεν μπορεί κανείς να είναι αναίσθητος και ψυχρός στην έλευση μιας επερχόμενης ερωτικής κοινωνίας. Η διακινδύνευση είναι το παν στις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα, σαν τυχερό παιχνίδι, όπου θα δώσεις όλο σου τον εαυτό και θα κερδίσεις ή θα χάσεις, επειδή «άμα δεν βγεις από τον εαυτό σου/ δεν θα συναντήσεις ποτέ κανέναν». Και η συνάντηση, η ανταλλαγή σκέψεων, αισθημάτων, εμπειριών είναι το ζητούμενο ανάμεσα στους ανθρώπους και αυτό αφορά όχι μόνο τον ερωτικό τομέα. Εξ άλλου η ψυχή δεν παύει να κάνει όνειρα. «Πριν γκρεμιστεί/ ότι πετάει ονειρεύτηκε η πέτρα.» Όμως ο χρόνος είναι πάντα ο πρωταγωνιστής του βίου, σαν ακίνητος και σαν ανίκητος (ωραίο ποιητικό εύρημα ο αναγραμματισμός αυτός!). Μάλιστα «Το ανίκητο του χρόνου/ τα μάτια είναι», διότι ο άνθρωπος είναι ο μετρητής όλων των μεγεθών. Ενός χρόνου που το ποιητικό υποκείμενο θα ήθελε να τον γυρίσει ‒συρρικνώνοντάς τον μέσα στο κοσμικό αυγό από το οποίο υποτίθεται πως ξεπήδησε‒ στο σημείο δηλαδή μηδέν (στην αθωότητα; στην κατάργηση του προκαλούμενου από την ατυχή, ηθελημένα ή αθέλητα, δράση πόνου;). Από την άλλη όμως δεν διστάζει ‒σε μια συνολική θεώρηση του κόσμου‒ να ξανοιχτεί στο επέκεινα, στη διαστολή των ορίων, λέγοντας: «κι αν ο τοίχος είναι/ κάτι περισσότερο;»

Η Καλογεροπούλου προσφέρει στο βιβλίο της αυτό, αντί για ανεξάρτητα ποιήματα, μια σύνθεση όπου υποστηρίζει τα πιο πάνω θέματα με επιμονή και ωριμότητα. Το κλίμα είναι κλειστοφοβικό. Οι πρωταγωνιστές μοιάζουν να πάσχουν από έλλειψη συνεννόησης πχ. «-Τι είπες;/ Δεν ακούω, δεν ακούω» ή «-Τι βλέπεις;/ Τίποτα.» και αυτά μάλιστα επαναληπτικά. Οι εκφράσεις της υπαρξιακής οδύνης αρκετές, όπως «το σύμπαν σε εκτινάσσει/ και παίζει μαζί σου/ μέχρι να σε καταβροχθίσει», ή «αιχμάλωτη/ στο τρύπιο γάντι της σιωπής/ στην τρέλα γέρνει», ή «απελπισία στάχτη», ή «ο ήχος της απώλειας τρύπιος», ή «σκοτάδι πηχτό», ή «ένα τενεκεδάκι θάνατο κλωτσάει», ή «χάρτης πένθους». Αλλά αυτή ακριβώς δεν είναι η ανθρώπινη μοίρα; Ένας κόσμος όπου ‒όπως και η ίδια διατείνεται‒ θήραμα και θηρευτής είναι θύματα κι οι δύο. Κι όμως αυτοί οι δύο μέσω του έρωτα γίνονται ένα. Εναλλάσσοντας το τρίτο με το πρώτο και με το δεύτερο πρόσωπο στην αφήγηση, τους ρηματικούς χρόνους, αλλά και ένα εμπρός-πίσω ‒σαν με το μάτι μιας κάμερας‒ των εξιστορήσεών της, δημιουργεί ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικό σκηνικό (μας υποβάλλει ακριβώς η ίδια η ποιήτρια την αίσθηση αυτή στους στίχους «η γη γυρίζει και το κομμένο φιλμ μυρίζει πια για τα / καλά καμένο»), όπου κανείς δεν παύει να αναρωτιέται την κάθε στιγμή, εάν παραμένει κάτοχος του νοήματος και εάν πράγματι ερμηνεύει σωστά το απόσπασμα που μόλις διάβασε, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να κρατιέται αμείωτο ως το τέλος της σύνθεσης. Στο νόημα και το περιεχόμενο είναι που η ποιήτρια φαίνεται να θέλει να επιμείνει, εκθέτοντας αρκετούς σημαντικούς και αξιομνημόνευτους στίχους. Συχνά το κείμενό της ‒με μια συγκοπτική τακτική‒ το διατρέχουν στίχοι που κατασκευάζει από ελάχιστες λέξεις, ή και καθιστώντας κάποτε στίχο τη μια μόνη λέξη, αποτυπώνοντας μάλλον έτσι ένα θρυμματισμένο από την απώλεια εαυτό και όνειρο, ή απλώς με διάθεση δημιουργίας ενός ιδιαίτερου ποιητικού ύφους. Αυτό, όταν στην ποίηση το ζητούμενο είναι η επιτυχημένη συνάρθρωση των λέξεων, μοιάζει σε μερικά σημεία να δημιουργεί κάποιο αίσθημα διακοπής της συνέχειας του ρυθμικού λόγου, σε μια προφορική τουλάχιστον απαγγελία (χωρίζοντας π.χ. το υποκείμενο από τον προσδιορισμό του, όπως «ο κήπος του ουρανού» μοιρασμένος σε δυο στίχους και παρόμοια). Από το περίκλειστο σκηνικό όμως τελικά αναφαίνεται η ελπίδα, όταν ακόμα και ο θάνατος ακολουθείται από μια γέννηση και μια νέα αρχή «κι η μοίρα/ είναι θάνατος και γέννηση μαζί/και δίνεις το κομμάτι σου το φωτεινό/ατόφιο στον καιρό και ζωντανός ξανά/ αφήνεσαι στα ύψη», έστω κι αν προηγουμένως έχεις υπάρξει «του ύψους ναυαγός». Πιο πολύ ο ποιητής ‒πλάθοντας ανθρώπους από νερό ή χαρτί‒ ξέρει να το κατορθώνει αυτό με την τέχνη του. Μ’ ένα καρότσι κυλώντας δοκιμάζει να ξεφύγει από το χρόνο, τη δυστοπία, τον θάνατο. Κι οι λέξεις του «μαγικοί λαβύρινθοι/ που κρύβονται στα πλήκτρα». Θα τους διασχίσει για να συναντήσει το φως.

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.

http://frear.gr/?p=16011

 

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015
Εισέρχομαι στην ανάγνωση με όλες μου τις ιδιότητες*. «Έρημος όπως έρωτας» της Έφης Καλογεροπούλου

Είμαι ευτυχής και ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου έκανε η Έφη Καλογεροπούλου, να με περιλάβει στο εκλεκτό πάνελ, απόψε που παρουσιάζουμε την τέταρτη ποιητική συλλογή της, το «Έρημος όπως έρωτας». Θέλω να δηλώσω πως με ρώτησε – τι να δηλώσουμε, τι να γράψουμε δίπλα στην ιδιότητα τη δική μου στην πρόσκληση για την εκδήλωση – της είπα λοιπόν εγώ αυτό που γράφει τώρα, λογοτέχνης δοκιμιογράφος ή κάπως έτσι και συμπληρώνει. Να μη βάλουμε το φυσικός; Ω όχι της λέω, έχει παρέλθει καιρός, δεν θέλω να γράφω αυτήν την ιδιότητα…

Το σκεφτόμουν όμως. Μια ποιητική συλλογή, μια ανάγνωση είναι πάντα αφορμή να συμβούν αναταράξεις, υπαρξιακές ανακατατάξεις εντός. Έτσι λοιπόν σκεφτόμουν ότι όντως – ανεξάρτητα βεβαίως με το τι γράφουμε δίπλα στο όνομά μας – ερχόμαστε στην ανάγνωση με όλους μας τους εαυτούς. Εν προκειμένω και για τον εαυτό μου μιλώ και με την ιδιότητα του φυσικού. Μετά λόγου γνώσεως το λέω αυτό και αναφέρομαι σε όλες τις αναγνώσεις που κάνει κάποιος και εδώ που μιλάμε για την Έφη, είναι για την τέταρτη ποιητική της συλλογή είναι και για την τρίτη – εδώ γνωριστήκαμε, εδώ συναντηθήκαμε στον κυβερνοχώρο – στον χώρο των αναρτήσεων, των κειμένων, των ποιημάτων, των ψεύτικων ταυτοτήτων έτσι Άμμος ήταν η πρώτη της συλλογή που διάβασα εγώ και θυμάμαι ότι σκέφτηκα τότε κλεψύδρα, ρευστότητα, απώλεια, χρόνος, έρημος όπως έρωτας… έτσι αν εκείνη λέει για αυτήν εδώ τη συλλογή σε σχέση με την προηγούμενη «καμία σχέση» – είναι το ίδιο με εμένα που λέω φυσικός – καμία σχέση…

Καταλαβαίνω ωστόσο αυτό που ήθελε να πει. Η άμμος, ο κατακερματισμός – η υδραργυρική ρευστότητα από τη μια – από την άλλη η έρημος, η άμμος που δεν αναφέρεται αλλά υπονοείται, το αχανές, η έλλειψη προσανατολισμού, ο αχανής ορίζοντας, η ερήμωση – στην έρημο, ο έρωτας μα υπάρχει μεγαλύτερη ερήμωση από τον έρωτα;

Έρημος το τοπίο που επαναλαμβάνει τον εαυτό του – που δεν σε αφήνει να βρεις μια αναφορά, ένα σταθερό σημείο μόνο ο ουρανός μόνο τα άστρα – έρημος η δίψα, η μοναξιά και έχω αυτό στο νου μου την ώρα που διαβάζω –

Μέχρι που

Ο δρόμος χάνεται
Δεν υπάρχει δρόμος
Δεν υπάρχει κανείς
Μόνο αέρας

Διαβάζω ανάποδα, από πίσω προς τα εμπρός, το πρώτο ποίημα της συλλογής

Είναι ένα καρότσι
Οι ρόδες του υπόσχονται αιώνια φυγή
(ο μπροστινός τροχός τρίζει/τον σπρώχνω σταθερά)

Είναι ένα καρότσι – εκεί λένε, σε ένα καρότσι έγραψε ένα βιβλίο ο Γουίλλιαμ Φώκνερ – όταν διαβάζω καρότσι είναι δρόμος, είναι αράδα, είναι γραφή – που σβήνεται ίσως στην άμμο – είναι αμάξι – είναι η άμαξα η μεγάλη άρκτος – ο μόνος προσανατολισμός στην έρημο όπως είπαμε στην αρχή…
σταθερά – γράφει τον σπρώχνω σταθερά
Αλλά έχω την αίσθηση πως αυτό το συνθετικό ποίημα, αυτή η ποιητική σύνθεση προσπαθεί να σπάσει κάθε σύνδεσμο σταθερότητας. Ο ποιητής θέλει να με αποπροσανατολίσει….

Ξεκλειδώνει τα υπόγεια
Ξηλώνει πατώματα αυτή η νύχτα
Το δάπεδο βουλιάζει
Οι τοίχοι τρέμουν
Οι αρμοί της σκάλας λύνονται
Η στέγη υποχωρεί
Τα γείσα πέφτουν

Θέλει να δημιουργήσει αστάθεια, ίλιγγο

Χιλιάδες μυρμήγκια γλιστράνε σε πάγο
Η ανεξάντλητη σιγουριά του άσπρου

Ή πιο πριν

Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη
Ανύποπτη
Δίχως κουπί
Δίχως σκαρί
Ταξιδεύει

Μια μυητική διαδρομή λοιπόν, μια λαβυρινθική πορεία, που αντί να γίνεται ένδον, αντί να γίνεται με καταβύθιση σε σπηλιές, στο άντρο του Μινωταύρου γίνεται στο αχανές, στο έξω.

Ποιες οι δικές μου αποσκευές για να βαδίσω στην Έρημο;

– Νυκτερινή Πτήση – Γη των ανθρώπων του Σαιντ Εξυπερύ – εκεί συνάντησα άλλη μια φορά την έρημο
-Τσάι στη Σαχάρα του Μάικλ Οντάντζε – μια διαδρομή που δεν θυμάμαι πια – με μια μαγική όαση στο κέντρο, μια μυθική Ζερζούρα
– Και φυσικά τις φοβερές μεταφορές για την έρημο από τον Άγγλο Ασθενή – νομίζω εκεί είναι που γράφει κάπου η έρημος μοιάζει σαν στόμα σκύλου…
Στις αποσκευές μου και τα οράματα της ερήμου – οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου, τα τέρατα, οι δαίμονες της ερημιάς – συναντήσεις του περίεργου αναγνώστη, που ιερόσυλα διαβάζει τις μαρτυρίες των γραφών…

Ο λαβύρινθος μια διαδρομή ολισθηρή, επικίνδυνη, που στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγεί στην απώλεια – γι΄αυτό φημίζεται – οι πολλοί που χάνονται. Πολύτιμος όμως για τον ένα, τον κεντρικό ήρωα, τον αφηγητή που θα τον διαβεί. Θα φτάσει στο κέντρο και θα ξαναβγεί. Η ανθρωποποίηση, η εκπλήρωση της κάθε αποστολής, η Οδύσσεια par excellence – όλα έγιναν για να περάσουμε μέσα από αυτά. Για να διασχίσεις την έρημο έγιναν.

Δεν θυμάται
Γιατί δεν θέλει να θυμάται
Βαζίζει διαρκώς
Να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία
Και συνέχιζε
Ανάμεσα στο πλήθος
Να διασχίσεις την έρημο, έλεγε

Να διασχίσεις την έρημο, αυτό έχει σημασία.

Και μετά έρχονται τα οράματα – οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου που είπαμε στην αρχή. Οι εφιάλτες της ερήμου
Σχήματα ζωομορφικά – δέρμα φιδιού, σώμα χωρίς πόδια, άνθρωπος από νερό – το υλικό, η υφή της ύπαρξης – το χαρτί, το χιόνι το νερό –

είδε σκύλους στο αίμα του αδέσποτους
Ελάφια να διασχίζουν το κορμί του
Κυνηγούς ακροβολισμένους
Στις τέσσερις γωνίες του ορίζοντα
Φωνές μικρών παιδιών στα χέρια του

Η συγκέντρωση στον εαυτό – το σταθερό σημείο στην έρημο – εισπνοή – εκπνοή

Και κυρίως το βλέμμα, το μάτι. Μια συγκέντρωση στην ακρίβεια της όρασης. Στη συρρίκνωση, συσπείρωση που βλέπει

Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα
Τι βλέπεις
Τίποτα για τίποτα

Τι συλλέγει το βλέμμα; Το βλέμμα κυνηγός –
Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται

Ο αμοιβαίος φόβος – το μάτι που ανοιγοκλείνει – το βλέφαρο – το κλείστρο της μηχανής

Τι σημαίνει το βλέμμα;
Τι υπάρχει μέσα από το βλέμμα;

Η ακρίβεια ωρολογοποιού
Η εστίαση –
Το ρολόι ο χρόνος – η χρονικότητα του βλέμματος –
Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα
Η συνέχεια το μετείκασμα
Ο κινηματογράφος…

Ο θάνατος
Μέσα από το βλέμμα ύλη
Ύλη σιωπής

Μια σπουδή – μια ασπρόμαυρη φαντασμαγορία που θα αποδόσει μια επαναδημιουργία του κόσμου – και δεν μιλώ για το κοσμικό αυγό και τα ορφικά βεβαίως – αλλά την εστίαση στο θάνατο, το μετείκασμα, τον κινηματογράφο, την κατοίκηση στο όνειρο μέσα από την εναλλαγή του φωτός και του σκότους…
τη μνήμη
Το τι είναι θεός
Ο ποιητής είναι ένας δημιουργός θεός – που δημιουργεί τον κόσμο και τον χρόνο , τη μνήμη τη λήθη – ονειρευόμενος.

Η κυριαρχία του άδειου
Του ακίνητου στο χρόνο
Το ανίκητο του χρόνου
Τα μάτια είναι

Μια δημιουργία – ύπνος όνειρο, λήθη, μάτι καθρέφτης – συνείδηση – χρόνος – μάτι χρόνος

Οι Ώρες πετούν
Από το μανίκι του Θεού ξεχύνονται λευκά πουλιά

Οι Ώρες μοναχικοί του Απείρου ακροβάτες
Και ο Χρόνος κλόουν τρελός παλιάτσος
Του Ουρανού διασκεδαστής
Αυτάρεσκα υποκλίνεται
Και στο κοσμικό αυγό ξαναμπαίνει…

Η Ορφική δημιουργία, η αντιστρεπτότητα – η ταινία του Βερτόφ ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή –
Το μανιφέστο Κινηματογράφος – μάτι πιστεύω πνευματική οφειλή
Εκεί η σκηνή με το ανάποδο αυγό που μαζεύεται στην ταινία του
Έτσι και αυτάρεσκα υποκλίνεται και στο κοσμικό αυγό ξαναμπαίνει
την ίδια σκηνή από την ταινία του Βερτόφ περιγράφει και Κώστας Μαυρουδής στις τέσσερις εποχές με το ποίημα «Επιστρεψιμότητα»…

Εκεί που φαντάζεται πως ίσως είναι δυνατόν να συμβεί όταν γράφει:

«από το ναό βγαίνει το ζεύγος Στάντλερ
επαναλαμβάνοντας ανάστροφα την πρωινή πορεία από το
σπίτι.

Πρωινό στην κουζίνα.
Το γάλα πλάγιος πίδακας, επιστρέφει στη φιάλη του, τα δημητριακά επιστρέφουν στη συσκευασία της Νεστλέ.
Με τις πιζάμες του ο σύζυγος
Βαδίζει ανάποδα προς το κρεβάτι
[…]»
Και παρακάτω:
«όπως συμβαίνει (αν θυμάστε) στην ταινία του Βερτόφ
ο χρόνος κινείται αντίστροφα,
το ψωμί επιστρέφει στο αλεύρι…»

Εδώ είναι που κι εγώ έπρεπε αν είχα πει φυσικός – να μην το κρύβω – όταν στις σπουδές μου παιδευόμουν να βρω τις πρώτες αρχές της εντροπίας – την μη αντιστρεπτότητα – δεν μπορούσα να μην σχολιάσω με αυτόν τον τρόπο την πνευματική αυτή οφειλή της Έφης. Σπουδές σκηνοθεσίας – σπουδές φυσικής – την στοιχειώνει η επιστρεψιμότητα – η μη επιστρεψιμότητα….

Δεν θα σας κουράσω άλλο. Δεν θα επαναλάβω την ανάγνωση. Δεν θα χαράξω ένα χάρτη της ερήμου – σαν αυτούς που σχεδίαζε η Γερτρούδη Μπελ – μια αναφορά πάλι στον Άγγλο Ασθενή. Η ποιητική συλλογή – το συνθετικό ποίημα – είναι καλύτερα αυτό που πρέπει ο αναγνώστης να διασχίσει. Είναι μια έρημος που τον καλεί μέσα της να χαθεί και να αναδυθεί στο δικό του χρόνο, έχοντας περάσει αυτές ή άλλες δοκιμασίες. Αυτές από τον δικό του βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων που λέει ο Παπαδιαμάντης.
Μια αναγέννηση, μια αναδημιουργία στις παρυφές του λαβυρίνθου

Αναγέννηση – μοίρα και θάνατος και γέννηση μαζί

Όλες οι λέξεις
Θραύσματα και ύλη
Μαγικοί λαβύρινθοι
Που κρύβονται στα πλήκτρα

Εκεί στα πλήκτρα είναι οι λαβύρινθοι, εκεί είναι η έρημος…

Εύχομαι από καρδιάς στην Έφη καλή συνέχεια, όμορφα ταξίδια. Να διαβαστεί να αγαπηθεί αυτή η νέα της συλλογή και να έχει την αναγνώριση που της αξίζει…

*To κείμενό της εισήγησής μου, στην εκδήλωση για την ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου «Έρημος όπως έρωτας», βιβλιοθήκη Βολανάκη, Σάββατο 20 Ιουνίου

 

 

ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ

Έφη Καλογεροπούλου, «Έρημος όπως Έρωτας»

μετφρ. στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας,
Σειρά Ποιείν 12, εκδ. Μετρονόμος

 

Η Έφη Καλογεροπούλου συνεχίζει να παραμένει εξελικτικά πιστή σε αυτό που γνωρίζει καλά: στο να πλάθει ένα ποιητικό σύμπαν προσφέροντας τη μαγιά στον αναγνώστη και αφήνοντας το προζύμι στο ποιητικό της εργαστήρι. Κάτι που δεν είναι πάντα φυσικό και αναμενόμενο αν προστρέξει κανείς στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Σε αυτήν την τέταρτη συλλογή της στην οποία συγκεντρώνονται όλες οι περασμένες της κατακτήσεις γραφής, πάει ένα βήμα παραπέρα και μας προσφέρει ένα βιβλίο το οποίο διαβάζεται με οποιονδήποτε τρόπο: ξεκινώντας από οποιαδήποτε σελίδα, από οποιοδήποτε πλάνο, από οποιαδήποτε σκηνή, ο αναγνώστης καταλήγει μέσω των μικρών ή μεγαλύτερων ποιητικών της θραυσμάτων στη σύνθεση του όλου, στην αποκάλυψη όλης της κινηματογραφικής ταινίας ή του θεατρικού έργου. Σε αυτήν την κινηματογραφική-θεατρική διάσταση του έργου της Καλογεροπούλου θα σταθώ λίγο περισσότερο.
Αυτή επιτυγχάνεται με εναλλασσόμενα γκρο πλαν:
Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.
με τους διαλόγους:
– Τι βλέπεις;
– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.
– Τι βλέπεις;
– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.
– Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.
και με τις σκηνοθετικές της οδηγίες:
Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω γωνία αριστερά στο βάθος, να έρχεται προς το μέρος του. Συνεχίζει να περπατά. Χρόνια σκοτάδι ανάμεσα. Στρίβει. Στον καθρέφτη της διπλανής βιτρίνας τον βλέπει πάλι. Κοιτάζονται. Πλησιάζει. Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα παπούτσια. Βγαίνει. Τώρα. Χρόνια μετά. Τίποτα ίδιο. Βιάζεται, τρέχει, βγαίνουν στον υπόγειο. Ένας ήχος ακούγεται.
Έχω, δηλαδή, την εντύπωση πως μετά και από αυτή τη συλλογή η Καλογεροπούλου βρίσκεται όλο και πιο κοντά στη συγγραφή ενός ποιητικό-θεατρικού έργου-αν δεν το έχει ήδη στο συρτάρι της- . Ένα θεατρικό έργο με ποιητικό περιεχόμενο, με ψυχογραφικούς χαρακτήρες και με μια δράση που φωτίζει τα ήθη και τα συναισθήματα μέσα από τη χρήση αντικειμένων με συμβολιστικό χαρακτήρα όπως το νερό, το σπασμένο ποτήρι, το δέντρο, η πέτρα, το σώμα. Γνωρίζει, δηλαδή, πιθανόν και εξαιτίας και της θεατρολογικής της παιδείας, το πώς να δημιουργεί εικόνες στις οποίες η δράση να γίνεται ταυτόχρονα αφήγηση, η πλοκή να μετεωρίζεται στη λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία και το υπερρεαλιστικό του λόγου να υπηρετεί τη σκηνική οικονομία.
Πέραν όμως αυτής της θεατρικής-κινηματογραφικής διάστασης της ποίησης της Καλογεροπούλου, στο βιβλίο εμπεριέχονται ποιήματα που είτε είναι μόνο δυο στίχοι:
«Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται. Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν»
είτε μια μακροσκελή ποιητική σύνθεση όπως είναι το «ο ύπνος σαν άλλος εφιάλτης των παρόντων και των απόντων»
διατηρούν την αυτοτέλεια των στίχων που διατηρούνται στη μνήμη του αναγνώστη ως συμπυκνωμένα και αυτάρκη νοήματα και παράλληλα οργανικά δεμένα με το υπόλοιπο περιβάλλον. Η παραθετικότητα δε των στίχων στην ποιητική σύνθεση λειτουργεί ως λεκτική υπενθύμιση η οποία με έναν καταιγιστικό ρυθμό σχολιάζει ποιητικά και υπαινικτικά το παρόν μας μέσα από μια σύζευξη της ατομικής με τη συλλογική ιστορία, έτσι δηλαδή όπως οφείλουν να κάνουν τα μεγάλα -εδώ ο όρος αξιολογικά- ποιήματα.
Στην εποχή του facebook και του twitter όπου τα πάντα αποκτούν μικρές φόρμες λειτουργώντας ως τσιτάτα προς τέρψιν και likes των διαδικτυακών αναγνωστών, η ποίηση της Καλογεροπούλου αντιστέκεται χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα, δηλαδή, το ακαριαίο του λόγου και της συγκίνησης, το ποιητικό απόφθεγμα και τη φιλοσοφούσα ρήση:
«Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί χαμογελούν» , «Πίσω από τις ράχες των βιβλίων υγρασία, μέχρι να γίνει λέξη», «Ο δικός μου άγγελος είναι από σκοτάδι», «Αν δεν βγεις από τον εαυτό σου δε θα συναντήσεις ποτέ κανέναν», «Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα»
είναι μερικοί από αυτούς τους στίχους που μπορούν να αναπαραχθούν σε πλείστους διαδικτυακούς τοίχους. Αυτή η παρατήρηση δεν υποβιβάζει ασφαλώς την ποιητική της Καλογεροπούλου ούτε υπονοεί σκοπιμότητα εκ μέρους της. Αντιθέτως αυτή η τακτική των διαδικτυακών χρηστών έχει τη σημειολογία της. Μας δείχνει πως οι στίχοι των ποιητών οφείλουν να έχουν δραστικό ρόλο στην καθημερινότητά μας, να συνυπάρχουν με τις ζωγραφιές, τις φωτογραφίες, τα video, τις selfie, να λειτουργούν ενίοτε και ως λεζάντες της καθημερινότητας και ως σχόλια του καιρού. Το αν θα αναζητήσουμε και αν θα προχωρήσουμε στην ανάγνωση βιβλίων, αν θα εντάξουμε και την ποίηση στην ολότητά της μέσα στη ζωή μας και όχι μόνο τις ποιητικές στιγμές εν είδει αναγνωστικής επίδειξης και εν τέλει ημιμάθειας, αυτό ξεφεύγει από την υποχρέωση του εκάστοτε δημιουργού και εναπόκειται στο ποιον του κάθε αναγνώστη και της παιδείας του.
Κλείνοντας θέλω να τονίσω πως το να εκδίδεται ένα βιβλίο σήμερα σε δίγλωσση μορφή χωρίς την άμεση εμπορική προώθησή του σε διεθνές αναγνωστικό κοινό δεν οφείλεται σε κάποια αυταρέσκεια και αλαζονική στόχευση εκ μέρους του δημιουργού. Πηγάζει καθαρά από μια σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων που τους ενώνει η γλώσσα της δημιουργίας και που για να μπορέσουν να την αισθανθούν τη μεταγράφουν, η μεν Καλογεροπούλου σε λέξεις ο δε Γκούμας μεταφράζοντας στα αγγλικά, στη γλώσσα δηλαδή που έμαθε ή πιο σωστά του έμαθαν να σκέφτεται.

 

 

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ,μια ανάγνωση από την ΤΟΤΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

7/01/2015 09:27:00 π.μ. θράκα

εκδόσεις μετρονόμος-σειρά ποιείν,Μάιος 2015

ΕΡΗΜΟΣ..τόπος ασύχναστος..απάτητος…απομονωμένος..εγκαταλελειμμένος..ακατοίκητος..
Στην τελευταία ποιητική της συλλογή, η Εφη Καλογεροπούλου, επιλέγει-κυριολεκτικά- μια σκηνογραφία ξηρασίας, χωρίς βλάστηση, χωρίς νερό, ένα χώρο επικίνδυνο, όπου όλα μπορούν να συμβούν.
Κι επειδή η αναζήτηση της αλήθειας είναι πιο πολύτιμη από την κατοχή της, αυτό που εχει σημασία είναι το ταξίδι, ένα ταξίδι σε τόπο άνυδρο, μια πορεία φυγής..…
«να διασχίσεις την έρημο-αυτό εχει σημασία…κι αναζητώντας λίγη σκιά,δεν είχε παρά τον ίσκιο του μονάχα»
Τόπος σιωπηλός γεμάτος κινδύνους, συναντήσεις με δαίμονες φόβους, εφιάλτες, μνήμες, παγίδες,τη βάσανο του χρόνου-ρολογιού με το αδίστακτο τικ τακ του, δοκιμασίες θανάτου, οφθαλμαπάτες, σισύφειο άχθος, αλλά και τόπος προσευχών, ονείρων, προσδοκιών, επινοήσεων, θαυμάτων και μιας άγριας ομορφιάς που δεν μπορεί, παρά να προκαλέσει τη λύτρωση..

Η ποίηση της Εφης Καλογεροπούλου, είναι ζωντανή, εντατική, βρίθει καταστάσεων και νοημάτων. Είναι η μεταφυσική, αγωνιώδης της αντίληψη για την μορφή του χρόνου –«ο χρόνος,ο μεγαλύτερος Ερωτας όλων των Ερώτων»-, αυτήν την αντίληψη, την σπάει σε μικρά κομμάτια, δημιουργώντας δυναμικά ταχυδράματα πλούσιας θεατρικότητας με δυνατά νοητικά σχήματα εικόνων.
Μια επίμονη πορεία μελαγχολικής αυτοπαρατήρησης, αυτογνωσίας και αναγέννησης, ένα salto mortale στον εαυτό και στον Aλλο αυτό το ταξίδι στην έρημο,με μια σχεδόν κινηματογραφική δομή, ένα road movie,όπου η αλληλουχία των δραματικών εικόνων/συμβάντων φορτίζει διαρκώς την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, αφήνοντας χώρο ελεύθερο στον συνειρμό και τη μετωνυμία. Θέτει απέναντι ως συνομιλητή τον αναγνώστη κι επειδή ποίηση είναι ό,τι μπορείς να μεταφράσεις με νόημα στη δική σου γλώσσα, σε καλεί να απαντήσεις, με την υπόσχεση μιας συνέχειας.
Αιφνίδια cut από γενναίες, μικρές, προσεκτικές αυτοχειρίες, ανάσες, επιφωνήματα, ψίθυροι, μουρμουρίσματα, κραυγές, συνθέτουν το ηχητικό περιβάλλον, κραυγές αγωνίας για τα δευτερόλεπτα που περνούν και γίνονται χρόνια, βάρος αβάσταχτο οι ακίνητες λίμνες με τα καθαρά νερά, ποτάμια ορμητικά γεμάτα λάσπη και πέτρες, κρωξίματα γλάρων και βλέμματα ναυαγών.
Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα από αυτό το ταξίδι, έχοντας στο νου την κουβέντα του Γιώργου Σαραντάρη, που είπε πως η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ και τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη, πως η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα

«Ο ύπνος σαν άλλος εφιάλτης των παρόντων και των απόντων τα σώματα συνημμένα ριγμένα μέσα σε αυτή την μηχανή του χρόνου που διαρκώς περιστρέφεται σαν το νερό στον κρύσταλλο μέσα και χάρτες χαράζει στο βλέμμα στην καρδιά της όρασης στην καρδιά του κόσμου έτσι που ο χρόνος σε φώς ξεσπάει η φωτιά της φύσης ρίχνει λιωμένο μέταλλο ποτίζει τις πληγές και το αίμα περιπλανώμενο ανάμεσα σε μας και στο στρογγυλό του καθρέφτη μάτι που μας ακολουθεί μια μουσική γεννάει εκεί που τα παράθυρα της ψυχής τα χέρια μας ανοίγουν σαν άλλες των φτερών ανταύγειες μια προσευχή μια περιπλάνηση για το Αλλού του κόσμου τούτου.

Οι γραμμές
Οι αριθμοί
Τα πρόσωπα
Το αμνημόνευτο της αγάπης βάθος
Το Νόημα
Το Απόκτημα
Ο Θάνατος
Ο νεκρός αδερφός
Το ανεκπλήρωτο μέλλον
Τα παιδιά που έμειναν νάνοι
Οι νάνοι νεκροί
Οι μέσα μας νεκροί
Η αφετηρία πριν την αρχή
Το χέρι που δε φτάνει να κόψει το χρόνο
Ο σάπιος χρόνος είναι ο ώριμος χρόνος
Ο χρόνος σιωπή
Ο χρόνος εφιάλτης
Ο χρόνος παγίδα
Ο χρόνος δήμιος
Ο χρόνος ο μεγαλύτερος Ερωτας ολων των Ερώτων
Το καρφί και το πύον της συνείδησης
Το αίμα στο φιλί
Το καμένο κάρβουνο της προδοσίας
Το άσπρο πόδι της ματαίωσης
Η λάσπη της αγάπης και η Θεία κοινωνία της
Ο άγριος σκύλος που κοιμάται μέσα μου τις νύχτες
Το άδειο που δεν έχω όταν σε εχω

Το πριν το τώρα το μετά το πάντα από το κλάμα μου
Το φαγωμένο μήλο της ζωής μας και τα φτυσμένα κουκούτσια του
Ο ήχος από σπασμένα ποτήρια που σε ξυπνά τις νύχτες
Το σπασμένο ανάμεσά μας
Ο χρόνος ο αδερφός μου ,ο πατέρας μου ,η μάνα μου
Τα παιδιά μου
Ο δημιουργός μου και ο δήμιος μου
Ο δήμιος μου
Ο δήμιος μου

Η φωτιά που καίει τα σταφύλια
Τα σπασμένα φρένα της απόγνωσης
Το ζώο στο σφαγείο
Το ζώο στο διάδρομο του σφαγείου
Το σφαγμένο βλέμμα σου
Οι νυχτερίδες της σκέψης
Οι τύψεις
Ο Θάνατος
Οι χειρονομίες του
Το ανεπίστροφο
Το ανεπίδοτο
ο γκρεμισμένος τοίχος της σκιάς σου
οι σκιές μας
τα κομμένα δάχτυλα της τρέλας
οι μέρες μας που ανοιγοκλείνουν στο σκοτάδι
οι πόρτες της συνείδησης
οι πόρτες μας
το ποτάμι της λήθης με το μαύρο νερό
το λιωμένο μέταλλο του χρόνου
το ξυράφι του
Το παγωμένο γάλα της συνείδησης
και το μαχαίρι που το κόβει

κι ήταν η σάρκα του νερού
το σώμα του νερού, που απ τα δάχτυλα γλιστρώντας
τον ρωτούσε
πες μου από ποια αρρώστια θα πεθάνεις ;
Κι έτσι ο χαμένος χρόνος,
ο χρόνος της αναμονής των συμβάντων του
ο κρεμασμένος χρόνος της σιωπής
απ τα νύχια της ανάγκης κρεμασμένος
του έδειχνε σβήνοντας
μιαν άλλη δυνατότητα του να υπάρχει
χωρίς αυτά,
να υπάρχει
σαν ένας σωρός άλλου κουρασμένου χρόνου
παράξενος
που μαζεύει τις βαλίτσες του
και ανεβαίνει πάλι στις στρογγυλές του ρόδες
και κυλάει
σκορπίζοντας βλέμματα ζώων
κραυγές παιδιών
και ψίχουλα ρόδων στο σκοτάδι
και κυλάει
με όλα τα αδέσποτα των δρόμων
αδέσποτος κι αυτός μαζί
άδετος, αδαής , δεόμενος
κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή
του μυστήριου της ζωής
και του φωτός αιχμάλωτος»…….(Ερημος όπως Ερωτας-απόσπασμα)
Είναι ένας θρήνος ή το πένθος του?
Όπως και να έχει, η «έρημος όπως έρωτας», κρύβει εντός της μια ορατή ή αόρατη εξίσωση-σχεδόν κρυπτική-το νόμισμα είναι ένα και έχει δυο πλευρές – spot σκοτάδι φως- και η φωτεινή πλευρά, είναι εκείνη η ερωτηματική, που μας καλεί να την αποκωδικοποιήσουμε.

Τότα Σακελλαρίου
Ηθοποιός-σκηνοθέτης

(ομιλία στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου «Ερημος όπως Ερωτας», στην βιβλιοθήκη Βολανάκη στις 20 Ιουνίου 2015 στα Εξάρχεια).

 

 

Διώνη Δημητριάδου

«Ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων»

fractal 25/5/2016

«…αυτός που στο μάτι του ζώου
θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα…»

Η ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου δημιουργεί ένα ρήγμα σ’ αυτό που πιστεύεις ή που νομίζεις ότι αξίζει να πιστεύεις. Είναι ένα ξάφνιασμα ο λόγος της, που σου ανατρέπει τον κόσμο όπως αυτός σου παρουσιάζεται. Και αυτό ξεκινά από τον τίτλο της ποιητικής της συλλογής, εκεί που συνταιριάζει τις δύο λέξεις έρωτας και έρημος, ηχητικά συγγενείς έτσι κι αλλιώς. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι ένα γνώρισμα εκείνης της αληθινής ποίησης που αγνοεί τα κοινότοπα -και τόσο πεζά σε τελευταία ανάλυση- με τα οποία αρέσκονται ακόμη κάποιοι να ταλανίζουν την πένα τους.

Οι στίχοι εδώ έρχονται και σε βρίσκουν με την υποδειγματική τους λιτότητα, σε μια αποθέωση της ουσίας, η οποία πάντοτε προτιμά τη λακωνικότητα, ποτέ τη φλύαρη επιμονή στο ευτελές και εύκολο του φορτωμένου λόγου.

«Οι γραμμές
οι αριθμοί
τα πρόσωπα
το αμνημόνευτο της αγάπης βάθος
το Νόημα
το Απόκτημα
ο Θάνατος
ο νεκρός αδερφός
το ανεκπλήρωτο μέλλον
τα παιδιά που έμειναν νάνοι
οι νάνοι νεκροί
οι μέσα μας νεκροί
η αφετηρία πριν την αρχή
το χέρι που δε φτάνει να κόψει το χρόνο
ο σάπιος χρόνος είναι ο ώριμος χρόνος
ο χρόνος σιωπή
ο χρόνος εφιάλτης
ο χρόνος παγίδα
ο χρόνος δήμιος
ο χρόνος ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων
[…]
άδετος αδαής δεόμενος
κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή
του μυστηρίου της ζωής
και του φωτός αιχμάλωτος[…]

Στίχοι με την ελάχιστη στίξη, το ελάχιστο αυτό στίγμα του σχολιασμού, καθαροί προσφέρονται σε όποιον μπορεί να δει πίσω από αυτούς μια πλήρη εικόνα, συνολική του κόσμου, μέσα στον οποίο εντάσσεται και ο άνθρωπος και τα πάθη του, εσωτερικά και εξωτερικά παθήματα.

Αιχμάλωτος του φωτός, όπως λέει η ποιήτρια, εγκλωβισμένος στον χώρο των φαινομένων, αντικρίζει τα σημαίνοντα αγνοώντας τα σημαινόμενα. Αδυνατεί να δει ότι το μυστήριο της ζωής ανοίγεται μόνον όταν μπορέσει να δει ενταγμένο τον εαυτό του στο σύμπαν, όσο κι αν αυτό υποκρύπτει την αλήθεια του.

Μέσα σ’ αυτή την περιδίνηση του χρόνου, που ορίζει τη ζωή χωρίς ο ίδιος να ορίζεται ποτέ, που απατηλές και ασαφείς εικόνες μόνο προσφέρει, αφήνεται και ο ατυχής άνθρωπος, ο τάχα σοφότερος των δημιουργημάτων, να αντιμετωπίσει τις αυταπάτες του. Έρωτας όπως έρημος, μια που και ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων. Ο έρωτας άλλη μια ασταθής βεβαιότητα, όσο κι αν προσπαθεί να τη δει μέσα σε χρονικές διάρκειες. Αυτός πάντα θα ξεφεύγει, περιγελώντας την ψευδαίσθηση μιας αιωνιότητας. Πώς αλλιώς να οριστεί όμως ο έρωτας έτσι ταυτισμένος με μια χαώδη, άπειρη διάσταση του κόσμου, όπου λειτουργούν ερήμην του ανθρώπου άλλοι νόμοι και κυρίως μια άλλη λογική (έτσι συμβατικά εδώ ο όρος με μια αδυναμία να ξεφύγουμε από τα όρια του ανθρώπινου μυαλού).

Κάτω από αυτή την οπτική, έχουμε μια φιλοσοφική διάσταση στον λόγο, που πολύ απέχει από την απλή αισθητική πρόσληψη της ποίησης. Οι χρόνοι του ρήματος -κυρίως ο Ενεστώτας ενός παρόντος μιας αδυσώπητης διάρκειας, αλλά και ο Αόριστος της συσσώρευσης χρονικών στιγμών- υπογραμμίζουν την αδιάκοπη και βασανιστική πορεία του ανθρώπου σε μια ζωή που ίσως αποδεικνύεται λίγη για τις απατηλές ελπίδες του.

«Δεν θυμάται
γιατί δεν θέλει να θυμάται.
Βαδίζει διαρκώς –
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία

και συνέχιζε
ανάμεσα στο πλήθος,
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε[…]

«Κάποτε
μια αστραπή στάθηκε αρκετή.
άνοιξαν ταυτόχρονα
τις ομπρέλες της σιωπής
κι έζησαν έτσι άβρεχτοι
για χρόνια.»

Αυτή η τελευταία θα μπορούσε να είναι μια εκδοχή του έρωτα, ίσως γενικότερα μια όψη ζωής ακύμαντης. Ίσως αν παραμείνεις άβρεχτος, σκιαγμένος από την πρώτη αστραπή και με την ομπρέλα ασφαλείας από πάνω σου, όλα να είναι πιο ήρεμα αλλά και πιο επίπεδα. Η ποίηση, όπως μας την προτείνει η ποιήτρια εδώ, περισσότερο αφορά αυτούς που δεν αρκούνται στα στεγανά δωμάτια, που αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν μια αέναη αναζήτηση ουσίας, με το αναμφίβολο κόστος που τέτοια επικίνδυνα βήματα φέρουν μαζί τους. Σε μια τέτοια περίπτωση και ο έρωτας έχει άλλη μορφή

«Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρα ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.»

οπότε θα ταίριαζε να πούμε όχι μόνο έρωτας όπως έρημος αλλά έρωτας όπως πόλεμος, πλησιάζοντας έτσι τον σκοτεινό φιλόσοφο που όρισε τον πόλεμο πατέρα πάντων, όπως συγκρούονται όλα τα αντίθετα για να προκύψει η σύνθεση διαλεκτική και ενδιαφέρουσα.

Διαβάζοντας τον ποιητικό λόγο της Έφης Καλογεροπούλου έχω την αίσθηση ότι καλούμαι να συμπληρώσω τα κενά διαστήματα ανάμεσα στους στίχους της με τον λόγο του αναγνώστη. Ιδανικά αυτό παίρνει τη μορφή ερωτημάτων, όπως θα ταίριαζε σε μια φιλοσοφική συζήτηση ιδιαίτερων απαιτήσεων. Μένω σε μια ερώτηση που θέτει η ίδια

«κι αν ο τοίχος είναι κάτι περισσότερο;»

Δηλαδή ένα τοπίο απέραντο, όπως μας προτείνει σε μια ακόμη ανατροπή του σκηνικού; Εκεί που υπάρχουν όρια, μπορείς να δεις το άπειρο που φυσικά σε εμπεριέχει; Αρκεί να καταργήσεις τον τοίχο που σου στερεί τη θέα της συνολικής εικόνας. Και ο φόβος, αυτή η ανθρώπινη αναστολή της επιθυμίας; Πόσο δυνατός μπορεί να είναι; Μα, ακόμη κι αν μείνουν αναπάντητα τα ερωτήματα αυτά, η αξία του ποιητικού λόγου παραμένει αναμφισβήτητη, στον βαθμό που κινητοποίησε τη σκέψη και ενεργοποίησε τον μηχανισμό απελευθέρωσης του δέσμιου ανθρώπου. Λέξεις που επανέρχονται σχεδόν εμμονικά λειτουργούν σαν φωτεινές ενδείξεις της πορείας:

περιστροφή
παράθυρα
καθρέφτης
χρόνος
έρωτας
άπειρο
σιωπή
σύμπαν

Ποίηση απαιτητική; Οπωσδήποτε. Ας σκεφτούμε πως ίσως μόνον έτσι αξίζει η ενασχόληση με τα ποιητικά πράγματα.

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για το τέλος. Η προσεγμένη αισθητικά συγκεκριμένη έκδοση είναι δίγλωσση. Διαβάζουμε τα ποιήματα και σε πολύ καλή αγγλική μετάφραση από τον Γιάννη Γκούμα, χωρίς αυτά να χάνουν κάτι από τον ρυθμό τους. Με αυτόν τον τρόπο μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε τον μετασχηματισμό του ποιητικού λόγου (του πιο ιδιαίτερου λογοτεχνικού είδους) σε μια άλλη γλώσσα, στην ουσία σε μια άλλη εκδοχή λειτουργίας της σκέψης, μια που η άλλη γλώσσα απηχεί και μια διαφορετική δομή του σκέπτεσθαι. Το βρήκα πολύ ενδιαφέρον.

http://fractalart.gr/erimos-opws-erwtas/

 

 

Δήμος Χλωπτσιούδης

Η δραματικότητα στην ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου

τοβιβλιο.net 7.07.2016

Έφη Καλογεροπούλου μτφρ: Γιάννης Γκούμας
Μετρονόμος

Έχουμε κι άλλες φορές υπογραμμίσει τη λογοτεχνική εγγύτητα του θεάτρου με την ποίηση. Για αιώνες, άλλωστε, οι δύο τέχνες ήταν συνοδοιπόροι. Είναι όμως εξόχως ενδιαφέρον το αποτέλεσμα όταν διαβάζουμε υβριδικούς πειραματισμούς θεατρικών έργων με ποιητική προσέγγιση ή ποιητικών συλλογών με έντονο το δραματουργικό στοιχείο. Στην τελευταία περίπτωση θα εντάξουμε και την δίγλωσση ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου «έρημος όπως έρωτας» (Μετρονόμος, 2015) με μετάφραση στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα.

Στη συλλογή κυριαρχεί το θεατρικό στοιχείο εμπλουτισμένο με οιονεί φωτογραφικό υλικό. Εξάλλου, συχνά μέσα από την αφηγηματική ροή η ίδια η ποιήτρια δίνει «σκηνοθετικές» οδηγίες και ορίζει τις σκηνογραφικές λεπτομέρειες του πλάνου της. Ο ποιητικός της φακός «αιχμαλωτίζει» καθημερινά στιγμιότυπα και στρέφει την προσοχή στο φαινομενικά «ανούσιο» ως λυρική αποτύπωση της στιγμής με μία ιδιάζουσα ρομαντική γραφή.

Μία συνειρμική ροή (αφήγησης ή στοχασμού) διαπερνά τις άτιτλες συνθέσεις της συλλογής, ενώ εξπρεσιονιστικές πινελιές εμπλουτίζουν το ποιητικό κάδρο. Και στο πλαίσιο της θεατρικής διάστασης της ποιητικής της απουσιάζουν χαρακτηριστικά οποιεσδήποτε χρωματικές αναφορές· τα χρώματα εξάγονται εντελώς συνειρμικά μέσα από την αφηγηματική κίνηση, χωρίς κανέναν προσδιορισμό.

Η ποιητική δράση περιορίζεται σε χώρους ανοιχτούς/εξωτερικούς κατά βάση νυχτερινούς ή μίας αδιάφορης φωτεινότητας. Ωστόσο, ο σκηνικός χώρος δεν είναι θολός, σαν ένα κινηματογραφικό «πέρασμα». Η ποιήτρια εμμένει στις περιγραφές της και τις εκθέτει ολοζώντανες με δραματική ταχύτητα.

Πρόκειται όμως για έναν χώρο διαρκούς ανομβρίας παρά την τακτική παρουσία του υγρού στοιχείου. Το τελευταίο μοιάζει σαν να μην μπορεί να απαλύνει τον πόνο που γεννά η ξηρασία του τοπίου διαμορφώνοντας ένα έρημο σκηνικό -κοινωνικό- περιβάλλον. Την αίσθηση της ερήμου συνδιαμορφώνει μία χαρακτηριστική σιωπή που κυριαρχεί στο θεατρικό φόντο, παρά τη διαλογικότητα που αναπτύσσεται έμμεσα ή άμεσα, εμφανώς (με παύλες) ή καλυμμένα.

Η δημιουργός πειραματίζεται με το στίχο και την έκφραση. Ενσωματωμένοι στο στίχο διάλογοι συμπλέουν με ένα βουβό δευτεροενικό πρόσωπο και μαζί με ερωτήσεις διαμορφώνουν το υποκριτικό πλαίσιο. Στις μεγαλύτερες συνθέσεις τα σκηνικά και στοχαστικά χαρακτηριστικά ενισχύονται, όπως και τα πεζολογικά χαρακτηριστικά του στίχου της. Επαυξημένες προτάσεις και δευτερεύουσες εμπλουτίζουν το αρχικό λυρικό ύφος, ενώ αντιθέσεις και διάλογοι προσφέρουν μία ιδιαίτερη κίνηση στο στίχο.

Η διαρκής τούτη κίνηση αισθητοποιείται και με το κεντράρισμα των στίχων, την ώρα που επαναλήψεις αισθητοποιούν την αγωνία για έναν σταθερό βηματισμό μέσα στη μεταβλητότητα των καιρών. Μία αστάθεια που καλύπτει τόσο την υπαρξιακή -με φιλοσοφική προσέγγιση- αγωνία του χρόνου για το παρόν και το μέλλον.

Ο κοινωνικός στοχασμός/κριτική διαποτίζει με αλληγορικό τρόπο τη δραματική εικαστική της. Οι μετωνυμικές και μεταφορικές εκφράσεις με την αποφθεγματικότητα τονίζουν το στοχαστικό ύφος και εντείνουν την κοινωνική αλληγορία. Μετέωρα ελλειπτικά ονοματικά σύνολα εκφράζουν την αβεβαιότητα της ποιήτριας μέσα στη ρευστότητα των καιρών. Άλλωστε, στις συνθέσεις της παραμένει σταθερή η θέση των κοινωνικών στιγμιότυπων με ένα αίσθημα ματαιότητας και απογοήτευσης παράλληλα με την υπαρξιακής φύσης αγωνία για το χρόνο.

Η Έφη Καλογεροπούλου, συγκεντρώνει τα θρυμματισμένα συναισθήματα και τις κομματιασμένες εικόνες μίας κοινωνίας που ζει σε ανασφάλεια και τα φιλτράρει μέσα από τα στοχαστικά της φίλτρα. Συμμετέχει στη διάνοιξη μίας οδού προς την ποίηση απλώνοντας τα στιχουργικά της χαλίκια μακριά από τον οδοστρωτήρα της καθημερινότητας. Με οδηγό τις αισθήσεις οδηγεί τον αναγνώστη/ακροατή κοινό μέσα από τη φωτεινή οδό της ποίησης στο χώρο των συναισθημάτων.

http://tovivlio.net/η-δραματικότητα-της-έφης-καλογεροπού/?doing_wp_cron=1474842634.0399329662322998046875

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

περιοδικό Τα ΠΟΙΗΤΙΚΑ ,τεύχος 21

Δεν είναι εύκολο να γράψεις σήμερα ερωτική ποίηση. Εχουν γραφτεί τόσο όμορφα ερωτικά ποιήματα στο παρελθόν που είναι σχεδόν αδύνατο να προσφέρεις κάτι καινούργιο. Επίσης η ποίηση που γράφεται σήμερα ,θέλοντας να ξεφύγει από τα στερεότυπα γίνεται όλο και πιο κυνική και πεζολογική .Εδώ όμως μιλάμε για θέματα όπως ο έρωτας που παίζει σημαντικό ρόλο στην ζωή και όχι για στιχάκια του συρμού. Αλλο η ερωτική ποίηση που επικεντρώνεται στο μεγάλο αυτό αίσθημα και άλλο η ποίηση της αγοράς που πλασάρεται ότι είναι ικανή να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον πόνο του χαμένου έρωτα. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι ποιητές σήμερα σπάνια καταπιάνονται με τον έρωτα. Όμως η αληθινή ποίηση δεν φοβάται να μιλήσει για τα μεγάλα ανθρώπινα θέματα. Ας μην το ξεχνάμε αυτό όλοι εμείς που γράφουμε. Αυτό που μένει είναι τελικά η προσωπική και ειλικρινής προσέγγιση ,είτε πρόκειται για ερωτικό ποίημα ,είτε για κοινωνικό ή πολιτικό .Είναι το προσωπικό, μοναδικό θα έλεγα βλέμμα του ποιητή εκείνο που σώζει το ποίημα από το να γίνει ένα αδιάφορο ανάγνωσμα. Με τον πρόλογο αυτό θα ήθελα να εκφράσω την ικανοποίησή μου για το βιβλίο της Έφης Καλογεροπούλου, Έρημος όπως Έρωτας, όπου τολμά να ασχοληθεί με την ερωτική ποίηση ,προσφέροντας όμως ένα ιδιαίτερο βλέμμα, λοξό, γι αυτό και τόσο όμορφο ,με επίκεντρο την ανθρώπινη ύπαρξη. Τα ποιήματα της συλλογής ,άτιτλα, είναι ένα ταξίδι ψυχής, αναζητώντας την ταυτότητα δια μέσου των αισθήσεων. Η ποιήτρια δεν πέφτει στην παγίδα να γράψει μελιστάλαχτα στιχάκια ,αλλά με την δύναμη ενός ελεύθερου πνεύματος αναρωτιέται για την δύναμη του έρωτα, μέσα από την απώλεια, τον πόνο, αλλά και μέσα από την χαρά, την τρέλα ,την υπέρβαση:

Άρρωστος από μίσος
πιο νεκρός κι από νεκρό
αυτός που στο μάτι του ζώου
θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα
Σε ξέρα ριγμένος
βυθισμένος στα πνιγμένα του νερά
αυτός που δέρμα αλλάζει κι από φίδι πιο γρήγορα
πουλί να γίνει θέλει με δανεικά φτερά.

Όπως διαπιστώνουμε με τους παραπάνω στίχους η Καλογεροπούλου υμνεί τον έρωτα, το αντικείμενο του πόθου της με έναν τρόπο που φαινομενικά δεν θυμίζει ερωτικό λόγο, αλλά αν αφουγκραστούμε προσεκτικά διαπιστώνουμε πως εδώ το ερωτικό στοιχείο είναι αυτό που δυναμιτίζει τις στιγμές ,που δίνει το χάρισμα της ελπίδας σε ένα χώρο στεγνό, αντιποιητικό. Αυτή η υπέρβαση στους στίχους της δημιουργεί μια ατμόσφαιρα έξω από τα στενά όρια που ζούμε τις ζωές μας, έστω και με δανεικά φτερά, μπορούμε να πετάξουμε. Δεν είναι λίγο:
Πιο μέσα απ το βλέμμα τι;
Με ακρίβεια ωρολογοποιού –που σφίγγει το κομμένο ελατήριο-
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ την ερώτηση.
Πιο μέσα απ το βλέμμα ύλη
υλη σιωπής
πρόσθεσε.
Η Καλογεροπούλου με αυτήν την τέταρτη ποιητική της συλλογή , ώριμη όσο ποτέ, με στίχους που εισχωρούν μέσα σου και σε αναστατώνουν, όπως η κάθε καλή ποίηση ,καταφέρνει να περιγράψει το στοιχείο εκείνο του έρωτα που καθρεφτίζει την αλήθεια των ανθρώπινων πράξεων. Ανακαλύπτει την αιτία αυτών των πράξεων. Δεν δικαιολογεί δεν ωραιοποιεί. Ο έρωτας ξεγυμνώνει τα ένστικτα. Μας εκθέτει:

Το καμένο κάρβουνο της προδοσίας
το άσπρο πόδι της ματαίωσης
η λάσπη της αγάπης και η Θεία κοινωνία της
Ο άγριος σκύλος που κοιμάται μέσα μου τις νύχτες
το άδειο που δεν έχω όταν σε έχω.

 

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

ΣΤΑΧΤΕΣ 05/06/2015

Στην τέταρτη ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου Έρημος όπως έρωτας βρισκόμαστε ενώπιον ενός υπαρξιακού ταξιδιού με ισχυρή εικονοποιία, σπονδυλωτές εξιστορήσεις (ποιητικές συνθέσεις) με υπερρεαλιστικές αποτυπώσεις, θραύσματα εικόνων προερχόμενα από τον κόσμο του ονείρου και από τον κόσμο του παραμυθιού και, τέλος, ομιχλώδη ενσταντανέ ως αποτυπώματα υπαρξιακής αγωνίας σε χαμηλούς τόνους, ψίθυρους σχεδόν, σε πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Τα λιτά εκφραστικά μέσα σε συνδυασμό με τα ασύνδετα σχήματα, τη συνειρμική παράθεση ιδεών και εικόνων, την επανάληψη και τα κυκλικά σχήματα λειτουργούν στο χώρο της Αισθητικής, δίνοντας ιδιαίτερο ρυθμό και ατμόσφαιρα σε μία ποιητική που απευθύνεται στον αποδέκτη διά μέσου μίας υπόγειας ενέργειας, αποτέλεσμα των προαναφερόμενων τεχνικών και της δυναμικής ροής του λόγου∙ πολλά ποιήματα θα μπορούσαν να είναι μικρές σκηνές με πλάγιο φωτισμό, σκηνές κάποτε που παραπέμπουν έντονα στο θέατρο του Μπέκετ.  Αυτοί οι χειρισμοί φαίνεται πως παγιώνονται πλέον στην ποίηση της Καλογεροπούλου, χαρακτηρίζοντας και το προσωπικό της ύφος.

Μέλημα ποιητικής εξιστόρησης είναι ο χρόνος, ο χώρος, το βλέμμα, το σώμα, το σκοτάδι, η σιωπή, ο ευνουχισμός, η αστάθεια, η ρευστότητα, η αιώρηση και η πτώση στο κενό – η έννοια του θανάτου πανταχού παρούσα ήδη από τη λέξη έρημος στον τίτλο της συλλογής, όπως και από το μότο του Ρίλκε Παράξενο να μην επιθυμείς πια τις επιθυμίες (Πρώτη ελεγεία, Ελεγείες του Ντουίνο). Και αυτό το «παράξενο» της απουσίας του επιθυμείν την επιθυμία δεν είναι τίποτε άλλο από το αίτιον του θανάτου και την ακύρωση του ποιητικού υποκειμένου μέσα από έναν παρελθοντικό και μη αποδεκτό πλέον διαμορφωμένο τρόπο του επιθυμείν: προφανώς διά μέσου της επιθυμίας της μη επιθυμίας ενός ανεπαρκούς καθρεφτικού άλλου. Εξ ου και η ματαίωση στον τίτλο: Έρημος όπως έρωτας.

Σκοτάδι πηχτό/στο βάθος άγριο/μυρίζει έρωτας (…)

Στη συλλογή ο άλλος μετατρέπεται σε εμμονή και διώκτη του υποκειμένου που ομιλεί, σε αίτιον της στέρησης, της φυγής και της κενότητας: Eίναι ένα καρότσι/οι ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή (…) Δεν υπάρχει δρόμος/δεν υπάρχει κανείς/μόνο αέρας (…) To άδειο/τρύπα από σιωπή/κρεμασμένη στο σκοτάδι/πάντα άσπρο (…)

Το σώμα, αποδιοργανωμένο και ελλιπές, επιστρέφει και σε αυτήν την ποιητική συλλογή της Καλογεροπούλου, αλλά περισσότερο δεμένο πλέον στη γλώσσα, που το αποκαλύπτει με μεγαλύτερη σαφήνεια. Ο καθρεφτικός άλλος στέκεται εκεί άλλοτε αδιάφορος, άλλοτε κατακερματιστικός και καταβροχθιστικός, άλλοτε παγωμένος και απών: νήματα είναι τα σώματα, είπε,/να τα υφάνεις περιμένουν (…) Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη/ ανύποπτη/ήσυχα πλέει προς την κοιλιά του κήτους/τροφή για ψάρια /δίχως κουπί δίχως σκαρί /ταξιδεύει (…) Άρρωστος από μίσος/πιο νεκρός κι από νεκρό /αυτός που στο μάτι του ζώου/ θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα (…)

 Η ρευστότητα και η ανυπαρξία ενός υποκειμένου που γλιστρά μες στο κενό δίνεται με υπερρεαλιστικές εικόνες όπως, για παράδειγμα, με τα σημαίνοντα του χιονιού, του χαρτιού, του νερού. Άνθρωποι από χιόνι, νερό και χαρτί. Η Καλογεροπούλου κατασκευάζει ένα σύμπαν μετωνυμιών με καινούργια ποιητικά υλικά, όπως για παράδειγμα, με αυτό του νερού (άνθρωπος από νερό και εν συνεχεία ξεδίψασε άραγε ποτέ; και τα νερά θυμούνται: ταύτιση του περιεχομένου με το περιέχον), τα οποία επανανοηματοδοτεί για να ολοκληρώσει την κατασκευή της. Το σώμα αιωρείται, κινείται, ευνουχίζεται. Η μη ύπαρξη και η κραυγή της γίνεται αντιληπτή διά μέσου της απουσίας, διάλυσης, αποσύνθεσης της ύλης, αόρατης από τον άλλον στον τρισδιάστατο χώρο: Σώμα (Σoma) από χώμα (…)  χώμα μου η γη /εγώ από νερό είμαι (…) Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται∙/ Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν (…)

Ξανασυναντούμε επίσης το σημαίνον του βλέμματος, αλλά αυτήν τη φορά σε σχέση με τον υποκειμενικό, άχρονο χρόνο του ποιητικού υποκειμένου. Το βλέμμα ως διττή διαδρομή, προς τα έξω (ως καταβροχθιστικό ή σχεδόν τυφλό, μιλά για δύο είδη θανάτου: του φαντασιακού σωματικού και του ψυχικού σε σχέση με τη διαταραγμένη καθρεφτική σχέση) και προς τα έσω, ως επιστροφή στο χώρο της σιωπής και του κενού για την αναζήτηση μιας νέας αυθεντικής ταυτότητας: ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή/ και το τυφλώνει (…) σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή /φάνηκε στο μυωπικό του μάτι /όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν τι μένει; (…) κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να παίξουμε, μου λέει (…)Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω (…) Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει (…) Επιπλέον, το βλέμμα λειτουργεί ως παρατηρητής της ανυπαρξίας χρόνου, ενός χρόνου όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον είναι ενιαία.  Η Φυσική και η τέταρτη διάσταση σε συνδυασμό με τον υπαρξισμό είναι παρούσες στην ποιητική συλλογή, υπενθυμίζοντάς μας και το γνωσιολογικό υπόβαθρο της Καλογεροπούλου.  Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα παπούτσια (…) Η κυριαρχία του άδειου/του ακίνητου στο χρόνο∙/το ανίκητο του χρόνου/τα μάτια είναι (…)

Η μυθολογία, τέλος, και δη η ορφική διδασκαλία με τη γέννηση του Έρωτα όχι μόνον από το Κοσμικό Αυγό μέσα στο χάος αλλά και με την αρχαιοελληνική δοξασία που θέλει τον Έρωτα πηγή φωτός και γενεσιουργό αιτία του σύμπαντος έχουν ιδιαίτερο ρόλο στην εναλλαγή φωτός και σκοταδιού. Σε αυτό, άλλωστε, το παιχνίδι εμπλέκεται και η ποιητική λειτουργία ως προσπάθεια εγγραφής του ποιητικού υποκειμένου στο χώρο,  ως συμβολική κίνηση επανεύρευσης της απολεσθείσης αγάπης αλλά και του ίδιου ταυτισμένου πλέον με τη γλώσσα: κι έρχονται στο δωμάτιο/ νύχτα /παράφορες φράσεις σμίγοντας/ στα σκοτεινά, του τύπου: Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί/χαμογελούν (…) κι όλες οι λέξεις θραύσματα και ύλη/ μαγικοί λαβύρινθοι που κρύβονται στα πλήκτρα/μακρινοί απόγονοι μιας ανεξάντλητης κραυγής (…) Σήμερα είμαι μόνο/ λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι το ενδιαφέρον της συλλογής δεν εστιάζεται αποκλειστικά και μόνον στην κοσμοθεωρία και στον τρόπο καταγραφής της από την Καλογεροπούλου, αλλά και στη « θέση» από την οποία γράφει η ποιήτρια, μετουσιώνοντας την πραγματικότητα με τον πολύ προσωπικό και αναγνωρίσιμο τρόπο της.

Σημείωση: Η έκδοση είναι δίγλωσση. Η μετάφραση στην αγγλική οφείλεται στη γνώση και στην ευαισθησία του Γιάννη Γκούμα.

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΖΕΠΠΟΥ

Νησίδες Περιοδικό λόγου και τέχνης τεύχος 15

Μια προσέγγιση σε δύο ποιητικές συλλογές της Έφης Καλογεροπούλου:
Άμμος και Έρημος όπως Έρωτας

«Ερώτηση: Από πού αντλείς την έμπνευσή σου;
Έφη Καλογεροπούλου: Από κάθε περίσταση έντονα βιωμένης εμπειρίας!»(1)

Στο 6ο ο Τεύχος των ΝΗΣΙΔΩΝ με μια παρόμοια αποφώνησή της
ολοκληρώθηκε η παρουσίαση των 2 πρώτων ποιητικών της συλλογών.
Η Έφη Καλογεροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι φυσικός και θεατρολόγος και εργάζεται στην εκπαίδευση. Το 2008 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή «Σκεύη ταξιδιού» από τις εκδόσεις. Ενδυμίων και το 2010 η δεύτερη «Ήχος από νερό» από τις ίδιες εκδόσεις.(2) Ενσαρκώνει και έχει ουσιαστική επαφή και εμπειρία ποιητικής γραφής πολύ καιρό προτού εκδώσει τις πρώτες συλλογές της. Εδώ θα δοκιμάσουμε μια παρουσίαση των δύο πρόσφατων συλλογών της: «ΑΜΜΟΣ» και «ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ
ΕΡΩΤΑΣ». Ίσως καταφέρουμε να αποκρυπτογραφήσουμε τις ποιητικές της ανατάσεις.
Την ποίηση της Έφης την ονειρεύεσαι. Το θέατρο του παραλόγου (πρβλ. την προμετωπίδα του Μπέκετ στην ΑΜΜΟ, κ.ά.) καθώς και τα κινηματογραφικά διακείμενα κυριαρχούν.
Εκκινεί από τα πρώτα στοιχεία του Σύμπαντος: νερό, γη, φωτιά, αέρας, τη φυσική αρχή του χρόνου και όλα τα παραπάνω τα μεταγράφει με γλώσσα (καίτοι εξωτερικά λιτή), γεμάτη αγωνία

ΑΜΜΟΣ, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σειρά ΠΟΙΕΙΝ, Αθήνα, Ιανουάριος 2013.
Μελέτη χρόνου, μνήμης. Ανατομία στο μεθόριο ζωής και φθοράς, νύχτας και ημέρας. Σε αυτά τα δίπολα στροβιλίζεται η ΑΜΜΟΣ. Χρόνος, άχρονος, μνήμη, λήθη. Ο φόβος για τον χαμένο χρόνο και πολλή απουσία.
Μαγεία, φώς, χρόνος, φύση, η φυσική επιστήμη και η σκηνοθεσία καθοδηγεί το πνεύμα και τη γραφή της Έφης Καλογεροπούλου σε ονειρικούς στίχους κρυπτικών σημαινομένων.
Κινούμενη άμμος, η ζωή της ποιήτριας. Διαφυγή για να φανεί το φως που κι αυτό «σα τσακισμένη εφημερίδα» κάπου-κάπου «ξεδιπλώνεται». Και ματώνει η ίδια να φωτίσει τη νύχτα των λέξεων, των γραμμάτων, να αρμόσει τους στίχους. Ματώνει, καθώς ταξιδεύει στη μνήμη, στο όνειρο, στη σκιά, στους δαίμονές της, στους φόβους της. Εικόνες από το παρελθόν, σχέσεις, φωνές, κληρονομιές, γενιές που την πνίγουν, την αιχμαλωτίζουν.
Κι ο χρόνος σαν άμμος την ταξιδεύει, την πισωγυρίζει, την πλάθει, την αδειάζει, την γερνά, τη βαπτίζει σε φαντάσματα και ιστορίες που την σφραγίζουν. Ερημονήσια που δίδασκε σε παιδιά-τρεχούμενα νερά.
Σύμβολο η άμμος, η διδασκαλία, ένα προσωπείο της για να ψηλαφίσει τον εαυτό της, να αποτυπώσει, χωρίς να εκθέσει, τον θάνατο, τις σχέσεις και τη μοναξιά.
Μια εξομολόγηση μέσα από σκηνικά θεάτρου και κινηματογράφου, μέσα από πέτρες, ερειπωμένα παράθυρα, παλτά που αιωρούνται ή απλωμένα πουκάμισα μέσα από τα οποία αναπολείς αγαπημένα σώματα που χάθηκαν
στο χρόνο. Άρρητες εικόνες που κλείνονται σε λιτό στίχο ή επιγράμματα.
Την ΑΜΜΟ τη μελετώ από το 2013. Η Έφη Καλογεροπούλου πρόλαβε τον καιρό, τα γεγονότα, τους θανάτους και το χάος τού σύγχρονου κόσμου. Σήμερα, το 2016, οι στίχοι της επαληθεύονται καθώς μάς κατακλύζουν αιματηρές ειδήσεις από Ανατολή και Δύση, καθώς η Άμμος της σύγχρονης ανθρωπότητας κινείται σε μια αέναη δίνη και βυθίζεται στην ανυπαρξία.
Σκηνοθετεί άπειρες εικόνες, αγκαλιάζει ποικιλία αισθητικών
μορφών: ζωγραφική, θέατρο, κινηματογράφο. Συνομιλεί με κείμενα, συγγραφείς, ποιητές.
Μια ελάχιστη σπορά κάποιας ερμηνείας αποτυπώνεται στις πα-
ρακάτω παραπομπές:
σ. 19: «ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ: Με ένα κοπίδι φως στο χέρι / έκοβε
νύχτα όλη νύχτα. Το πρωί το χέρι του / έσταζε αίμα.» Ματώνεις για
να φωτιστείς.
σ. 47: «ΠΕΜΠΤΗ ΝΥΧΤΑ Έφτυσε φως / το πρόσωπό του άνοιξε / ώριμο φρούτο.» Σαν το χώμα που το έφτυσε ο Ιησούς, το έκανε λάσπη και με αυτήν άλειψε τα βλέφαρα τού εκ γενετής τυφλού.
σ. 58: «Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως / να διπλώνει σα
τσακισμένη εφημερίδα.» Κινηματογραφικό. Έκλειψη ηλίου. Φωςσκοτάδι-φως. Αυτό το ποίημα είναι μια σύνοψη – επίλογος όλης της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής ένα ποίημα περί ποιητικής.
αυτόθι: «… και φως / να διπλώνει σα τσακισμένη εφημερίδα.» Διπλώνει το φως; Το φως φωτίζει ή χάνεται· αλλόκοτη παρομοίωση. Φως επομένως, είναι κάποιο ανθρώπινο πλάσμα ατόφιο, αθώο, ανυπόκριτο, που δεν άντεξε το ψέμα γύρω του και τσακίστηκε και εχάθη.
Οι εποχές ενσαρκώνονται, συμβαδίζουν μαζί της σε ατέλειωτες βόλτες, σε παραλίες που τις καίει ο ήλιος του καλοκαιριού. Η καυτή άμμος τρέφει την περισυλλογή και ολοκληρώνει με τους κόκκους της την ποιητική πανδαισία που απλόχερα μάς χάρισε η Έφη Καλογεροπούλου.

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ, εκδ. Μετρονόμος Σειρά: ΠΟΙΕΙΝ
Αθήνα, Απρίλιος 2015, δίγλωσση έκδοση
DESERT AS DESIRE, English translation by Yannis Goumas

Το τέταρτο ποιητικό βιβλίο της Έφης Καλογεροπούλου είναι
μία δίγλωσση συλλογή.
Βάθος, όνειρο· διόραση και προφητεία. Οι εικόνες της φωτογραφίζουν το σήμερα, το αύριο με αποκαραδοκία, με έναν ενδόμυχο λυγμό ενώπιον της ωραιότητας που λιώνει και πνίγεται. Ένας λυγμός για την ανθρωπότητα που δεν συναισθάνεται τη βαθύτερη ουσία της ύλης της.
Άτιτλα ποιήματα ριγμένα στο κέντρο της σελίδας. Η λέξη και ο στίχος ξεδιπλώνονται αργά, αργά. Σαν καλειδοσκόπιο η γραφή της βηματίζει ψηλαφητά και εμβαθύνει. Σα να αναπολεί τα όνειρά της πισωγυρίζει υπνοβατώντας, για να επαναφέρει παρελθούσες μνήμες, άγνωρες ή λησμονημένες κληρονομιές, γενεαλογίες προσωπικές ή πανανθρώπινες. Ανοίγεται έτσι η ανάγνωση της ποίησής της.
Με το σταγονόμετρο συλλέγουμε ασφαλείς νοηματικές συνδηλώσεις και ώρες-ώρες οι στίχοι της είναι ανυπεράσπιστοι σε παρερμηνείες. Αυτή όμως είναι η ομορφιά κι η απλοχωριά της ποιήτριας, ίσως και η θυσία της.
Παράδοξα, αλλόκοτα σχήματα λόγου: π.χ. «τετράγωνους κύκλους» σ. 13. Ομιχλώδη τοπίασκηνικά, ερμητικές εικόνες κ.ά.
Η Έφη σκάβει για να ανακαλύψει τον τρόπο της Ποιητικής της. Οι εικόνες της υπαινίσσονται λέξεις και αυτεπίγνωση της ποιητικής της γραφής.
Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αναλύσω κάποιους στίχους της:
σ. 25, 2η στροφή: «Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται˙/ Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.» Πρβλ. και σ. 29, τους τρεις τελευταίους στίχους: «Πιο μέσα απ΄ το βλέμμα ύλη/ ύλη σιωπής,/πρόσθεσε.» Καλειδοσκοπική γραφή, στριφογυρίζουν οι στίχοι και επανέρχονται στον πρωταρχικό.
σ. 26-27: «in one you gambled / in one you lost» / «σε μια εισπνοή έπαιξες / σε μια εκπνοή έχασες». Εδώ αριστοτεχνικά ο Γιάννης Γκούμας αποδίδει το νόημα αντί της κατά λέξη μετάφρασης.
σ. 35: «Στη χώρα / που ευχές δεν υπάρχουν / μπορείς άνετα
να καθίσεις / στους λεπτοδείχτες του ρολογιού σου / και να κουρδίσεις απευθείας / την ανάσα σου.» Αισθήματα μοναξιάς, πλήξης και
ματαιότητας. «Άνθρωποι από χιόνι./ Άνθρωποι από χιόνι..» και
«Ἀνθρωποι από χαρτί./ Άνθρωποι από χαρτί.» Νεκροί και αδιάφοροι,
πλαστοί άνθρωποι, μαριονέτες.
σ. 37: «Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω γωνία / αριστερά στο βάθος, να έρχεται προς το μέρος του. / Συνεχίζει να περπατά. … …/ είμαστε δυο σε σχήμα ενός», αναφερόμενη στο «εγώ», τον εαυτό και το είδωλό του.
σ. 39: τελευταία στροφή: «το ανίκητο του χρόνου / τα μάτια είναι.», αγέραστο το βλέμμα του κάθε ανθρώπου. Είναι αυτό που δηλώνει την ταυτότητά του ες αεί. Όταν κλείσουν τα μάτια, όταν σβήσουν εντελώς, χάνεται ο άνθρωπος ως υπόσταση. Μεταβαίνει στο άχρονο, στη μνήμη. Πα-
ραμένει σαν ουσία καθολική ο άνθρωπος. Χωρίς ατομικότητα πλέον παραδίδεται στη φύση. Πρβλ. και σ. 23: «Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα.» Βαθαίνει στις αισθήσεις, κυρίως στην όραση που την καθιστά μονάδα χρόνου. Τα μάτια δείχνουν την ηλικία, την αθωότητα, την υποκρισία,
την καθαρότητα. Τα μάτια αποκαλύπτουν τη χαρά ή τη λύπη, την παιδικότητα ή την ενηλικίωση, τον έρωτα, την απόγνωση, τα ευφρόσυνα ή δυστοπικά αισθήματα. Το βλέμμα ντρέπεται ή σαρκάζει. Τα μάτια σε ευσπλαγχνίζονται ή σε περιφρονούν. Τα μάτια χρονολογούν τους ιστούς σου, τις στιγμές του βίου σου, επαγρυπνούν και σε φωτίζουν.
σ. 59: «Τότε βουλιάζουμε και οι δύο σ’ ένα μαξιλάρι λέξεις. Η Μητέρα ντυμένη χιόνι μπαίνει απ’ το παράθυρο.» Μνήμες παλιές, γηρατειά. Παγώνει η μνήμη και στέκεται σε πρόσωπα αγαπημένα του παρελθόντος που παρεισφρύουν στο νου και στην καρδιά μας κάθε φορά που τα ποθούμε. Το ποίημα αυτό ανοίγει το δρόμο για το επόμενο για την υγρασία που γίνεται λέξη.
σ. 61: «Πίσω απ’ τις ράχες των βιβλίων/ υγρασία/ μέχρι να γίνει
λέξη.» Ποίημα περί ποιητικής το συγκεκριμένο, παίζει με την αμφισημία, προσωποποιεί έννοιες, υποστασιοποιεί καταστάσεις, όνειρα ή μαθηματικά σχήματα.
Εξ αυτού και η δυσκολία του όποιου διαισθητικού μεταφραστή να μεταγλωττίσει τους στίχους της. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο συνθέτης, ηθοποιός, ποιητής και μεταφραστής Γιάννης Γκούμας επεξεργάστηκε με εξαιρετική επιμέλεια και γλωσσική μαεστρία την μεταφορά από το πρωτότυπό
της στα αγγλικά.
σ. 65, «τρελός, ένας του ύψους ναυαγός έμεινε για πάντα /στο
βυθό στα ψάρια χαρίζοντας/ τα ολόλευκα φτερά του.» Τώρα πολλοί, εκατοντάδες, χιλιάδες «του ύψους ναυαγοί», κυρίως νεογνά σαν γλάροι μικροί θαλασσοπνίγονται … στο «κενοτάφιο της θαλάσσης.» Εδώ φανερώνει και κρύβει ταυτόχρονα η Καλογεροπούλου. Προφητεύει και φωτίζονται οι στίχοι της στην απεραντοσύνη μιας θάλασσας που αιματοβαμμένη θαλασσοπνίγει ιστορίες, ανθρώπινες υπάρξεις. Κορυφώνεται ο μαγικός ρεαλισμός της στις
τελευταίες σελίδες. Οι εικόνες της διορατικές πραγματώνονται στις
ειδήσεις για το προσφυγικό. Το άλογο καλπάζει τον θάνατο και τα θαλάσσια σύνορα κοκκινίζουν από πτώματα, που μπαινοβγαίνουν ανέστια, χωρίς γλώσσα, χωρίς μέλλον στο χάος.
Ο φακός της απαθανατίζει τη φρίκη. Παύει η μαγεία. Οι λέξεις σαν κοφτερό λεπίδι ματώνουν και κλαις γοερά, καθώς λιγοστεύει η ανθρωπιά και σβήνει ο κόσμος.
Η Έφη Καλογεροπούλου επιμένει στην λέξη, στην έκφραση, στην γλώσσα. Ανιχνεύει τις απαρχές της γραφής. Μελέτες για τον χρόνο, τη μνήμη, τη φύση συμπλέουν με την ιστορία του κόσμου, της ανθρωπότητας, τις
προσωπικές ιστορίες, τις θεωρίες της λογοτεχνίας. Αφουγκράζονται τη φρίκη του καιρού μας, το ναυάγιο του κόσμου, τη μετακίνηση ανθρώπων και τόπων.
Στο τέλος του έργου κυριαρχεί ένας τόνος δοξαστικός, σαν γύρος
του θριάμβου και σαν αναδρομική δοξολογία για όσα όνειρα εικόνες, λέξεις εντυπώθηκαν από την αρχή.
Κλείνεις τα μάτια και στοχάζεσαι την ποίησή της αλλιώς δεν
κατανοείται. Στις πολλαπλές αναγνώσεις ανοίγεσαι σε εσώτερους
στοχασμούς αυτογνωσίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Από την ραδιοφωνική εκπομπή τού Δευτέρου Προγράμματος της ΕΡΤ την Πέμπτη 17-3-2016: «Διακριτικές σχέσεις διεθνούς ρεπερτορίου – με τον Νίκο Αϊβαλή» αφιερωμένη στην παγκόσμια ημέρα ποίησης με καλεσμένη του την ποιήτρια: Έφη Καλογεροπούλου.
2. Πρβλ. Νησίδες, Περιοδικό τέχνης και λόγου, τεύχος 6, Ρόδος, Καλοκαίρι 2011, βιβλιοπαρουσίαση από Αναστασία Ζέππου, σσ. 137-140.

 

 

ΑΜΜΟΣ


Βασίλης Λαλιώτης
ποιητής-μεταφραστής

Δραπέτις Ιάμβων
Έφη Καλογεροπούλου, Δραπέτις Ιάμβων, Για τη συλλογή άμμος.

Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η στρατηγική στόχευση της Καλογεροπούλου να αναμετρηθεί με τα πρωταρχικά στοιχεία. Η συλλογή Άμμος διατηρεί την αυτονομία της και επιπλέον αποτελεί την πιο τολμηρή λεκτικά απόπειρα της γραφής της.
Κατά περίεργο τρόπο είναι η περιφέρεια της γραφής των ποιήμάτων της που για μένα έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Οι κόσμοι που διαγράφουν οι παραπομπές των λέξεων. Τοπία που δεν είναι τοπία, δωμάτια που δεν είναι δωμάτια, χώροι που δεν είναι χώροι αλλά σκηνικά διττής παραπομπής θεατρικής και ψυχικής. Η Καλογεροπούλου επιζητεί το ποιητικό σε εκείνη τη χειρονομία που ονομάζοντας ταυτόχρονα αποσιωπά και ορίζει ένα χώρο δράσης που προτείνεται στο βλέμμα με τις απόλυτα απαραίτητες νύξεις που χρειάζεται το βλέμμα μας για έναν προσανατολισμό. Μικρά σενάρια της κομέντια ντελ άρτε με τις σκηνικές οδηγίες ενσωματωμένες στην εκτύλιξη της υπόθεσης.
Η παράθεση του Μπέκκετ στην αρχή, δεν θέλει να κρύψει αλλά να σημάνει τη γενεαλογία των κειμένων που μας προτείνει ως χώρους της ποιητικής εμπειρίας. Αν θέλω κι ένα ελληνικό θα παραπέμψω στα μικρόστιχα ποιήματα του Ρίτσου, στις μαρτυρίες ας πούμε, ή στις Χειρονομίες.
Αν ό τίτλος της συλλογής πρέπει να σημανθεί στο γλωσσικό υλικό η επιτυχία είναι απόλυτη. Το λεκτικό είναι κυριολεκτικά διψασμένο, αφυδατωμένο. Όσο νερό χρειάζεται το προσθέτει η δίψα του αναγνώστη, όσο του την προκαλεί η ανάγνωση. Και στην μετρημένη δόση υπάρχει και το ποίημα που μοιάζει να τρέπεται προς τη λεκτική έκφραση του τοπίου της δίψας.
Αν δεν καταλάβατε ποια είναι αυτή η δίψα, είναι η δίψα της προσφοράς που δεν βρίσκει αποδέκτη, η δυσκολία της γλώσσας που είναι όργανο όχι ατελές αλλά σαραβαλιασμένο από τις εκφορές και αδυνατεί να σηκώσει τη λευκότητα ενός πρωταρχικού βιώματος.
θα μείνω στην κουζίνα του βιβλίου, που θα έλεγε κι ο Καρούζος και θα αφήσω την πλησία ανάγνωση στους αναγνώστες των ποιημάτων, με το στοίχημα να ακούσω αν η σκηνοθεσία της φωνής τους προσεγγίζει τα ευρήματα της κατ’ ιδίαν και σιωπηλής ανάγνωσής μου.Έγραψα στον τίτλο Δραπέτις Ιάμβων. Αν παραλλάσσοντας τη φράση του Λακάν ότι το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα εις τα καθ’ ημάς, πούμε το εξ ίσου έγκυρο πως το ασυνείδητο του Νεοέλληνα είναι δομημένο σαν ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, η συλλογή της Καλογεροπούλου μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για συνειδητή απώθηση του ιαμβικού δεκαπεντασυλλάβου. Ο στίχος βαδίζει, πεζοπορεί, ούτε καν κατά τα νοήματα, αλλά κατά την λέξη, λέξεις σπυριά της άμμου από ένα χέρι που της αφήνει να πέσουν. Έτσι έχω την εντύπωση ότι είναι γραμμένα αυτά τα ποιήματα. Κανένας ρυθμός που να παρασύρει τις λέξεις σε υποψία μουσικής διαχείρισης. Πρόκες σε μαδέρι που σιγά σιγά διαμορφώνουν νύξεις περιγύρου. Θα μπορούσα να πω με υλικά πεζογραφίας, δεν είναι όμως υλικά πεζογραφίας, είναι μινιμαλισμός λέξεων, όπου προσεκτικά έχει ληφθεί πρόληψη να μην ξεστρατίσουν, ούτε καν στα συλλαβικά συστατικά τους κι αρχίσουν χορευτικές πόζες.
Η Έφη Καλογεροπούλου, ανεπηρέαστη από την τρέχουσα συναισθηματική πορνογραφία μας προτείνει έναν τόπο στεγνό όπου αν δεν σωθούν τα αισθήματα σώζεται η γλώσσα.
Από τις λίγες ποιήτριες που υπομονετικά μαστορεύει μια ποίηση που ψάχνει το κοινό της και δεν συγκατανεύει στα τρέχοντα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι άρχισε να το βρίσκει

 

 

ΑΜΜΟΣ

Όταν αγάπη εχει,..της Βαρβάρας Ρούσσου

Η Έφη Καλογεροπούλου μετρά το τρίτο της βιβλίο (Άμμος) με αρχή το 2007 (Σκεύη ταξιδίου) και συνέχεια το 2010 (Ήχος από νερό). Όπως γίνεται αντιληπτό από τον τίτλο η σχέση με το νερό, και μάλιστα με το αλμυρό – είτε πρόκειται για θάλασσα είτε για δάκρυα-, συνεχίζεται αδιάπτωτη. Αυτή τη φορά η Καλογεροπούλου, αν και συνεχίζει να δημιουργεί σε γνωστά θεματικά μοτίβα (τα βιώματα με προεξάρχον το ερωτικό) και στην μικρή φόρμα με επιγραμματική διάθεση, παρουσιάζει την ώριμη και κατασταλαγμένη γραφή της. Η ποιητική οικονομία υπηρετείται με συνέπεια τόσο από τη συντομία στη μορφή όσο και από την προσεκτική επιλογή του γλωσσικού υλικού και την πύκνωση του λόγου του οποίου όμως η συναισθηματική φόρτιση διατηρείται ακέραια και επιτυγχάνει το ζητούμενο της Καλογεροπούλου: τον στοχασμό και την αναγνωστική συγκίνηση από το ειλικρινές πλην όμως στοχαστικά επεξεργασμένο βίωμα από το οποίο απορρέουν τα ποιήματα. Τα 37 ποιήματα της παρούσας συλλογής –διαιρεμένα σε έξι ενότητες-νύχτες- αποτυπώνουν την επεξεργασία της βιωμένης εμπειρίας εν είδει αναστοχασμού ενός εγώ που ταράζεται από την πραγματικότητα γύρω του αναμετρώντας την απόσταση μεταξύ αυτού και του κόσμου και διχάζεται μεταξύ ταυτότητας και ετερότητας, μεταξύ εγώ και εσύ. Αυτός ο τελευταίος διχασμός σηματοδοτεί τον έρωτα με λυρικό τρόπο και εν πολλοίς η δυναμική του έρωτα και της αγάπης είναι το κινούν του λόγου ή αλλιώς με τις λέξεις της ποιήτριας «αυτός που πόδια δεν έχει/χορεύει/όταν αγάπη έχει».

ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ
Φιλόλογος-κριτικός λογοτεχνίας Περιοδικό poema ,τεύχος 18

 

 

 Άμμος
Συσσωρεύοντας κόκκο – κόκκο τον αβάσταχτο σωρό

Γράφει η: Πόλυ Χατζημανωλάκη

Α. Στην άμμο: η γραφή που σβήνεται
Αρκετοί θα θυμούνται την Άρνηση, το εμβληματικό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη ίσως σαν κρυφό περιγιάλι, από τη συλλογή Στροφή, μόνο για εκείνη την περίφημη άνω τελεία. Η θέση της κατά την τονισμό της ανάγνωσης που επέφερε η μελοποίηση, τροποποιούσε το νόημα και έκανε να κουνούν σκεφτικά το κεφάλι τους όσοι είχαν επιφυλάξεις για το αν η ποίηση πρέπει να μελοποιείται. Μια ρευστότητα ωστόσο αθέλητη εκδηλωνόταν. Το διαφορετικό νόημα κάθε φορά που συμβαίνει μια ανάγνωση.
Σε δεύτερο πλάνο, για το ίδιο ποίημα πάντα, παραμένει και αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε μια άλλη, διαφορετική ρευστότητα, η χειρονομία της γραφής που εξαφανίζεται από την επιφάνεια της άμμου. Η γραφή που σβήνει – η μνήμη που χάνεται – ίσως και η ταυτότητα μαζί της. Απώλεια – παρουσία, ταυτότητα, σε ένα όνομα γραμμένο στην άμμο. Τη μαλακή επιφάνεια με τους μικρούς κόκκους, μια υδραργυρική κατάσταση ανάμεσα στο στερεό και το ρευστό, μια μεταφορά για να συλλάβεις όλον τον κόσμο από την αρχή. Να επιχειρήσεις να την χαράξεις. Ματαιότης, ψευδαίσθηση ωστόσο αυτή η χειρονομία μια και με το παραμικρό φύσημα του αέρα αναδεύεται, σβήνει και τίποτα πια δεν μένει. Μόνο η χειρονομία εν κενώ – Η φωνή χωρίς φωνή. Άπιαστη, φεύγει από τα δάχτυλα. Η άμμος με το συμβολικό φορτίο του χρόνου εκ γενετής – όλες οι κλεψύδρες που γεμίζουν και αδειάζουν μετρώντας – γίνεται σύννεφο όταν φυσά ο αέρας, πονά και πληγώνει όταν πέφτει πάνω σου με δύναμη, καίει όταν την πατάς μέσα στον καφτό ήλιο, μνήμη που δεν μπορείς να κρατήσεις, πόνος που εντείνεται όταν την αγγίζεις.
(οι πρώτες σκέψεις μετά την πρώτη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Έφης Καλογεροπούλου και μια μικρή ανθολόγηση)

Η επίμονη μνήμη
πρόσφυγας είναι
σε λάθος πατρίδα
Η επίμονη μνήμη κρυμμένη
σε τόσα υλικά περίφραξης
πάσχουσα
Κι έτσι αναποδογυρίζεται η ζωή
και το νερό ξεπλένει ήσυχα τα πόδια της
τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα
είχα μια επιθυμία, είπε
μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι

Β. Άμμος: φωνή χωρίς φωνή
Διαβάζω ξανά την Άμμο της Έφης Καλογεροπούλου, το τρίτο της ποιητικό βιβλίο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος, μια ποιητική σύνθεση σε έξι νύχτες και αφήνομαι στην βίωση της αποσάρθρωσης, της αποσύνδεσης των λέξεων, της ρευστότητας, μιας κυκλικής μέθης… Μια σκηνοθεσία, μια κατασκευή χωρίς κέντρο και με απατηλή την αίσθηση της αλληλουχίας. Μια ταυτότητα χωρίς σχήμα, ένα παχνίδι με το φως, πολλαπλές αντανακλάσεις και miseenabime, οι διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας, η λαβυρινθική αίσθηση… Η άμμος εν κατακλείδι. Εν τούτοις, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο μια – έστω αγωνιώδης – φαντασμαγορία. Η ατμόσφαιρα της ρευστότητας, η ομίχλη, η εξαφάνιση των ορίων είναι σπάνιας έμπνευσης δοκιμές λόγου που υπηρετούν μια φιλοσοφική, μια υπαρξιακή αγωνία. Η απώλεια, ο θάνατος, το σκοτάδι, η σιωπή, η ύπαρξη, η ταυτότητα, το σώμα, τα όριά του, ο έρωτας. Το αβάστακτο βάρος της συσσώρευσης, ο αδύνατος σωρός που μαζεύεται κόκκο κόκκο, σαν τον στίχο από το endgameτου SamuelBecket στο moto…το θέατρο σε μια ευτυχή συνάντησή του με την ποίηση, η Έφη Καλογεροπούλου αν και φυσικός είναι άνθρωπος του θεάτρου πια, με σπουδές θεατρολογίας και πρακτική στη σκηνοθεσία. Έξι ποιητικές πράξεις, ένα ταξίδι – μια Μπεκετική ματιά… Η φωνή χωρίς τη φωνή – εμβληματική ποιητική εισαγωγή – μπορεί να είναι πνευματική οφειλή, φόρος τιμής στο δάσκαλο αλλά κυρίως εκφράζει στην ουσία της τη δική της, την προσωπική της αναμέτρηση – και την αναμέτρηση στην οποία καλεί τον αναγνώστη – με τον κατακερματισμό. Χωρίς να του δείξει τον δρόμο εκείνος πρέπει να βαδίσει, να μοχθήσει, να φτάσει, να δει από άλλη – πολλαπλή προοπτική. Να πολλαπλασιαστεί. Να κατοικήσει σε άλλο σώμα. Μια ποίηση κίνηση, περιδίνηση, αμμοδίνη. Το ανθρώπινο ποτάμι που πασχίζει να φτάσει, ανέβασμα σκαλοπατιών σε μια ατέρμονη κλίμακα… Αυτό που μένει είναι το ταξίδι.
Ένα ποίημα από την 6η νύχτα:

Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως
να διπλώνει σαν τσακισμένη εφημερίδα.
Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας
είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι
ανάμεσα στα δυο μου χέρια να κοιμάται.
Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις
και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.
Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα
ψηλά να πετάμε στον αέρα
εσένα
κι εμένα
λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους
μας προφτάσει.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Περιοδικό poeticanet,Οκτώβριος 2014

 

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

ΘΡΑΚΑ 21/11/2013

«Άμμος» —
To εκλιπόν σου σώμα
εγέγονε
να ονοματίσει ποίηση

Στην Άμμο, την τρίτη και πιο ώριμη από τις δύο προηγούμενες συλλογές της, η Έφη Καλογεροπούλου —με δοκιμασμένη ήδη τη λιτή εκφραστική προσέγγιση της ποιητικής απόφανσης—, προχωρά ακόμη περισσότερο όχι μόνον όσον αφορά την ακρίβεια με την οποία χειρίζεται το στίχο της και τον αυστηρά δομημένο τρόπο με τον οποίο επιτηρεί από την αρχή έως το τέλος το ενδολεκτικό τοπίο της, αλλά διαπραγματευόμενη το θέμα της ανθρώπινης ταυτότητας εξαρχής, εκεί όπου δηλαδή σχηματίζεται, και μάλιστα παραθέτοντας τους τρόπους και τα αποτελέσματα αυτής της ασυνείδητης διαδικασίας. Οι καθρέφτες, το βλέμμα, η φωνή, ο μαστός, πολλά στοιχεία που σχετίζονται με τη σύνθεση, την αποσύνθεση, τα απορρίμματα ή τα παράγωγα του σώματος, τον ευνουχισμό, το θάνατο, επανέρχονται στα ποιήματα είτε με άμεσα ειπωμένο τρόπο είτε διά μέσου συμβολικών εικόνων και μετωνυμικών αναπαραστάσεων, των οποίων όμως η Καλογεροπούλου μας δίνει πάντα με συνέπεια όλα εκείνα τα απαραίτητα κλειδιά για να αποκρυπτογραφήσουμε. Στην Άμμο μπορούμε να δούμε καθαρά και να ανιχνεύσουμε τόσο τις ποιητικές προθέσεις και τις νοηματικές συντεταγμένες όσο και τον τρόπο με τον οποίο κτίζεται τεχνικά το ποίημα. Υπό την έννοια αυτή, τα ποιήματα της συλλογής αφενός συνιστούν πολύ καλές ποιητικές προσεγγίσεις και αφετέρου βλέποντας και την πορεία της Καλογεροπούλου, μπορούμε να αναμένουμε και αξιόλογη συνέχεια. Τα χαρακτηριστικά λοιπόν γνωρίσματα της συλλογής αυτής, από δομικής απόψεως, θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

1. Επαναδιοργάνωση και επαναπροσδιορισμός σημαινόντων στο ποίημα μέσα από κυκλικά σχήματα. Το ίδιο το ποίημα δίνει τα κλειδιά για να αποκρυπτογραφηθεί η σημειωτική της ποιητικής της Καλογεροπούλου. Τα ποιήματα στήνονται κάποτε με μικρά θραύσματα εικόνων, θα λέγαμε, με μία επιλεκτική δυναμική στην άσημη λεπτομέρεια, η οποία γαντζώνεται γερά πρώτον στις εικόνες και δευτερευόντως στους ήχους με αποτέλεσμα την ολοκληρωμένη και σφιχτοδεμένη ποιητική πράξη.

Στέρηση η πέτρα/καθρέφτης το νερό/ δήμιος ο καιρός/ το δέντρο προσευχή/ χτίστης αόρατος το φως/ λαβύρινθος η απώλεια/ σκοτάδι το κενό/ θάλασσα ο νόστος/ Χώμα ζεστό το σώμα/ το σώμα σου

2. Χωρίς να είναι πάντα ιδιαίτερα αφηγηματικά, αλλά με λιτά εκφραστικά μέσα, επιτρέπουν να χτιστεί μία ιστορία η οποία, εν τέλει, διηγείται τον εαυτό της. Το ποίημα διηγείται το ίδιο το ποίημα και συνδιαλέγεται μαζί του, ο ποιητής απλώς δημιουργεί τους αρμούς του και αποχωρεί αδιάφορος για το διάλογο που οι λέξεις θα κάνουν μεταξύ τους και ερήμην του. Είναι χαρακτηριστικά τα τοπία και τα πρόσωπα που ελλοχεύουν στο ενδιάμεσο των λέξεων της ποίησης της Καλογεροπούλου, μιας ποίησης που ξεγελά με την σε πρώτο επίπεδο αφαιρετική φόρμα και τα απλά υλικά ή σκηνικά που επιλέγει για να δομήσει το στίχο της. Η ποίησή της, εάν κανείς μείνει στην προτεινόμενη και μόνον εικόνα, ξεγελά. Η εικόνα παραμένει λιτή, αλλά οι ήχοι της έχουν βάρος και υπαρξιακή αγωνία. Κι αυτό είναι ανατρεπτικό. Ζητούμενο δηλαδή στην ποίηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το επόμενο ποίημα, όπου ένα ομιλούν «συ» ή «σε» ακούγεται στους ήχους του ποιήματος να μιλά και μάλιστα μ’ έναν ένθερμο λόγο, έναν λόγο δαντικής κόλασης, θα λέγαμε, αλλά στην εικόνα του ποιήματος απουσιάζει, αναφέρεται ως μη υπαρκτό, ως αποκύημα της φαντασίας.

Έσερνε φωνές ο αέρας/ σε μυστικά περάσματα. / Κραυγές άνοιγαν κι έκλειναν /τρύπες στο σκοτάδι/ Σιωπές έπαιρναν φωτιά/Έστρεφε το κεφάλι τότε/ στη φορά της φλόγας/ Τίποτα κανείς. /Φόνοι πολλοί/ πολλά φαντάσματα

3. Υπό την έννοια αυτή, στην ποίηση της Καλογεροπούλου δεν θα βρούμε ακροβατικές συνάψεις λεκτικών σχημάτων, ιδιαίτερα τολμηρές μεταφορές ή εικονοποιητικές υπερβάσεις. Επιπόλαια, από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε κάποιος, λαμβάνοντας υπόψη τη λιτότητα, να θεωρήσει ότι βρισκόμαστε ενώπιον μίας ρεαλιστικής θέασης του κόσμου. Πράγμα που θα ήταν άστοχο. Η ποίηση της Καλογεροπούλου ξεκινά από φαινομενικά ρεαλιστικές εικόνες, οι οποίες όμως εν συνεχεία διογκώνονται και εκτείνονται. Είτε με μία διαφορετική διαπραγμάτευση σε ό, τι αφορά το χρόνο είτε με την εισαγωγή ενός απρόσμενου αντικειμένου που ανατρέπει τις ατμόσφαιρες είτε με ήχους και την επαναλαμβανόμενη ηχώ τους είτε με τοπία ενυπνίων είτε με ονειροπολήσεις. Το πραγματικό υπεισέρχεται στο φαντασιακό και αντίστροφα. Ο μαγικός ρεαλισμός είναι εδώ.

Μια πέτρα άγρια από σιωπή/ Χτυπούσε το παράθυρο της μνήμης του/ μέρα μεσημέρι. / Άνοιγε τα παντζούρια αυτός/ έξω έγερνε το κεφάλι/ η πέτρα σίγουρη για καβγά/ σήκωνε τα μανίκια. / Έτοιμος από καιρό. / Άναψε το φως/ τράβηξε τις κουρτίνες

4. Η Καλογεροπούλου, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μας εισάγει σε ατμόσφαιρες με μία μοναδική αγαθότητα και ηρεμία, λέγοντάς μας πολύ απλά, καλώς ήρθατε, αυτός είναι ο κόσμος μου. Καθίστε, θα δείτε το έργο μου να παίζεται! Η γράφουσα σκηνοθετεί θεατρικά τη γραφή της. Πολλά ποιήματα της συλλογής διαπνέονται από τα ρευστά και τις ατμόσφαιρες της θεατρικής δράσης. Χρησιμοποιούνται όχι απλώς ενεργητικά ρήματα, από γραμματικής απόψεως, αλλά ρήματα δράσης από τη πλευρά της λειτουργικότητάς τους στην ποιητική σκηνή. Ρήματα που πλαισιώνουν πρόσωπα και σκηνικά αντικείμενα. Είναι αξιοπρόσεκτος επίσης ο φωτισμός στα ποιήματα αυτά, ο τρόπος που η Καλογεροπούλου χειρίζεται το φως. Επιπλέον, δεν φωτογραφίζει απλώς τη σκηνή, δεν αιχμαλωτίζει το χρόνο και τη δράση δημιουργώντας σταθερές ποιητικές αποφάνσεις, αλλά δραματοποιεί στο έπακρο το συμβάν. Τα ποιήματά της με αυτόν τον τρόπο, και όχι απλώς οι συντελεστές τους, κινούνται στο χώρο που εκείνη έχει επιλέξει στη συγκεκριμένη συλλογή, στο χώρο της νύχτας.

Ανέβηκε τη σκάλα/ στο τέλος της συνάντησε/ ένα παράθυρο φαρδύ/ σχεδόν μακρύ, ψηλό/ ή ίσως και να μην ήταν καν παράθυρο/ αυτή η τρύπα αέρα/ που ’βγαζε σε ουρανό. Πλήθος στοιχίζονταν/ ο ένας πίσω από τον άλλον/ το ανθρώπινο ποτάμι πάσχιζε/ να φτάσει εκεί, κοιτούσε σιωπηλό/ κι έφευγε επαναλαμβάνοντας σε κύκλο/ ακριβώς την ίδια διαδρομή. /Δυο κρίκοι της ίδιας αλυσίδας/ δυο βαθιές κυκλικές ρυτίδες/ έσκαβαν η κάθε μια για λογαρισμό της/ το γυμνό μέτωπο του χρόνου/ με αγωνία και φόβο/ μήπως το χώμα τελειώσει.

5. Πιο συγκεκριμένα σε μία ακολουθία συμβάντων που ολοκληρώνονται σε έξι νυχτερινές ενότητες. Η συμβολική της νύχτας ως τόπος θανάτου, σιωπής και κενού είναι και η σταθερή σκηνή στην οποία εκτυλίσσεται η δράση, ακόμη και αν ο εξωτερικός χρόνος είναι διαφορετικός. Ακόμη και μία σκηνή στο φως κυκλώνεται από το φωτισμό του σκοταδιού. Κι αυτή είναι ακόμα μία ανατροπή που ευνοεί την ποιητική λειτουργία. Ο ρυθμός άλλωστε της νύχτας ή, ίσως καλύτερα, του χρόνου στον οποίο κατοικεί η νύχτα, είναι και ο εσωτερικός ρυθμός που αισθανόμαστε ανάμεσα στις φράσεις των ποιημάτων. Η Καλογεροπούλου έχει επιτύχει να ισορροπήσει τη θεματική της με τη φόρμα για έναν πολύ απλό και συνάμα πολύ ουσιαστικό λόγο: διότι η ίδια γράφει από τον τόπο της νύχτας. Η ποίηση είναι κατάσταση, δεν είναι περιγραφή της κατάστασης, η ποίηση πρωτίστως βιώνεται και εν συνεχεία αναμετριέται με τον ποιητή, που θα επιχειρήσει να λεκτικοποιήσει το βίωμα επιστρέφοντας στον «τόπο του εγκλήματος», στον τόπο του θανάτου του ίδιου του ποιήματος. Το ποίημα βρίσκεται κάπου εγγεγραμμένο πεθαμένο. Αυτή ακριβώς είναι και η θεματική της Άμμου κι εκεί επιστρέφει η Καλογεροπούλου για να αναμετρηθεί με τον ποιητικό λόγο.

· Και τα χέρια τους ζεστά πάνω στον ασβέστη/ Ντρέπονταν τόση σιωπή
· Και ομίχλη υγρή χρόνου από την άλλη/ ισόποσα ποτέ δεν είναι εσύ και η απουσία σου
· Μ’ ένα κοπίδι φως στο χέρι/ έκοβε νύχτα όλη νύχτα

6. Η Άμμος είναι μία συλλογή όπου η Καλογεροπούλου αναμετριέται με τον υπαρξισμό και την ανθρώπινη ταυτότητα, με όλες τις κινήσεις της ύπαρξης έναντι των αντικειμένων που μας προσδιορίζουν, αλλά και μας ευνουχίζουν συνάμα. Και όσο και να φανεί περίεργο, ο τίτλος Άμμος δεν είναι ούτε αθώος ούτε θαλασσινός ούτε ακόμη περισσότερο ρομαντικός. Είναι τρομακτικός. Όταν μπει πλάι στα σημαίνοντα που επανέρχονται με διαφορετικό τρόπο, καθώς ξεδιπλώνεται η ποιητική συλλογή σπειροειδώς μέσα από πολλαπλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα, όταν με μαθηματική και χειρουργική ακρίβεια μελετήσουμε το πώς χρησιμοποιούνται από την Καλογεροπούλου και πώς επαναπροσδιορίζονται, όταν πραγματικά δούμε τα σημαίνοντα στη σχέση και στην ακολουθία τους, θα διαπιστώσουμε ότι οι έξι νύχτες βρίσκονται ήδη στον τίτλο της συλλογής: Άμμος είναι το νεκρό σώμα, το «σώμα» που έχει αποκοπεί σε μικρά μόρια, έχει κατασπαραχθεί από το βλέμμα και μετατραπεί σε κόκκους. Άμμος είναι το νεκρό σώμα που τώρα αναζητά με αγωνία εκείνο το «όμμα» (amo:s, oma, καθρεφτική σχέση και amo= αγαπώ, λατ.) εκείνο το βλέμμα που θα το κοιτάξει, θα το αγαπήσει, θα το επαναπροσδιορίσει και θα το αναστήσει.

· Χώμα ζεστό το σώμα/το σώμα σου
· Γιατί το κλάμα είναι/ ένα κομμάτι βρώμικο κρέας/ στο στόμα πεινασμένου σκύλου
· Χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα,/ να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα/ πάσχουσα,/ ταΐζει τα σκυλιά της εικόνες/ μισομαγειρεμένες
· Στο βυθό, φώναξε/ θα βρεθούμε στο βυθό/Έκτοτε/ το επίθετο έγινε όνομα/ κι εκείνη πρόσωπο

Άμμος είναι ο τόπος όπου βιώνεται ο θάνατος, το σώμα του θανάτου, το σώμα με το οποίο μιλιέται ο θάνατος, το σώμα του ανθρώπου και της ποίησης εν τέλει:

Τη νύχτα/ αδειάζει το δωμάτιο/ χαράζει κύκλο από σιωπή/ και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο. Από την τσέπη/ Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο και του μιλά/ Κι είναι φορές που σπάζει αυτό/ σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις/ και πέφτουν και πέφτει. /Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου

 

 

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
Περιοδικό e-poema
Τεύχος 14,Αυγουστος 11.

Εφη Καλογεροπούλου, Ηχος από νερό, Ενδυμίων 2010
Η ποίηση, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των πιο ευσυνείδητων απολογητών του υπάρχοντος να της στερήσουν τη δυνατότητα να συμβάλει στην αύξηση του πληροφοριακού δυναμικού για τον κόσμο όπου βρισκόμαστε ριγμένοι, δεν είναι δυνατόν να παραδώσει άνευ όρων εκείνη την όψη της αλήθειας που την αφορά, έστω και αν συχνά την περιφέρει στα διαμερίσματα των μικροαστών διανοουμένων ως ένα είδος επιστροφής στην αυθεντικότητα κάποιου προλογικού παραδείσου. Οσο καλά κι αν φυλάει η κατακυρωμένη από το υπάρχον θεωρία το ιερό της αλήθειας, οι τοίχοι, τα θεμέλια, η στέγη του είναι πάντα γεμάτα με μικρά και μεγάλα ρήγματα -στα οποία οφείλεται άλλωστε σχεδόν κάθε πραγματική πνευματική πρόοδος- απ’ όπου άλλες όψεις του λέγειν εισβάλουν πότε ως ζητιάνοι, πότε ως αιρετικοί και πότε ως βεβηλωτές. Η ποίηση ανήκει σίγουρα στο τελευταίο είδος εισβολέων, έστω και αν συχνότατα οι βέβηλες διαθέσεις της παρουσιάζουν κάποια διστακτική προσήλωση στον βάκιλο της μορφής, με τον οποίο τη μόλυνε η κλασσική αισθητική˙ έτσι κι αλλιώς, τον ρόλο του βεβηλωτή τής τον επέβαλε η ίδια η θεωρία, όταν ανέλαβε το τραγικό έργο της μαθηματικοποίησης του πολιτικού στοιχείου. Οπως και να ‘χει, όποιες συγκρούσεις οντολογικού, ιδεολογικού, λογιστικού ή ακόμη ακόμη πολιτικού χαρακτήρα κι αν διαδραματίζονται στη μάλλον σκοτεινή περιοχή, όπου συμπίπτουν τα συμβολικά συστήματα της θεωρίας και της ποίησης, η δεύτερη μας δίνεται ως δύναμη που τροφοδοτεί ιδιάζουσες διαδικασίες αλήθειας. Ποιος διάβασε ποτέ ένα έστω ποίημα χωρίς να αποκομίσει την αίσθηση πως κάτι έμαθε; Στον βαθμό που έγινε αντικείμενο ανάλυσης, η εν λόγω αίσθηση παρουσίασε ομοιότητες με το είδος της ικανοποίησης που απολαμβάνουμε όταν συλλαμβάνουμε τη λύση ενός γεωμετρικού προβλήματος, παρά με το είδος του αισθήματος που αποκομίζουμε από τη φιλοφρονητική ματιά ενός επίδοξου εραστή. Οφείλουμε να δεχθούμε, δηλαδή, πως ανήκει κατά το μάλλον ή ήττον σε κείνο το φαινόμενο, που η ψυχολογία αναγνωρίζει ως αίσθημα της ορθολογικότητας. Παρουσιάζεται σαν ανακούφιση ή και ικανοποίηση που συνοδεύει έναν λίγο ως πολύ ισορροπημένο συνδυασμό αναγωγής μιας σειράς εμπειρικών δεδομένων σε ένα μόνο αποκαλυπτικό, ριζικό δεδομένο, και εξοικείωσης με τις λεπτομέρειες, με τα ποικίλα και αεικίνητα παραδείγματα του είναι.

Ηχος απο νερό

Ντίνος Σιώτης
περιοδικό poetix/τεύχος 4.

Ηχος απο νερό(Ενδυμίων)τιτλοφορείται η δεύτερη συλλογή ποίησης της Εφης Καλογεροπούλου.Εδώ εχουμε καθαρό ήχο σε καθαρό νερό,με αποτέλεσμα καθαρή ποίηση,που στάζει απο αβέβαια κατάρτια στο κατάστρωμα πλοίου ,ενώ σέρνεται στο βυθό των μικρών πραγμάτων.Σε τέσσερεις ενότητες(«το πέρασμα»,» η ελευθερία»,» η συνάντηση» και » η νύχτα») η μικρή πλακέτα των 69 σελίδων μοσχοβολά αυθεντική ασπρόμαυρη ποίηση ,σαν καράβι που με κράτει τις μηχανές ταξιδεύει στην ομίχλη,συνεχίζοντας ενα ταξίδι που δεν άρχισε ποτέ.Ο αέρας των στίχων φυσά,το αεράκι της ποίησης πέφτει ,ενα λιμάνι αχνοφαίνεται μακριά «με εργάτες και σκοινιά και γάτζους και μαύρη πίσσα…»αλλά είναι και αυτό ενα ναυάγιο με λασπωμένες μέρες και όλα γίνονται όπως ήταν,μιά «Κι έπειτα /εγινε αυτός /που πάντα /ηταν».

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

Βαρβάρα Ρούσσου
φιλόλογος/κριτικός λογοτεχνίας

Τα Σκεύη ταξιδίου με τα οποία μας συστήνει η Έφη Καλογεροπούλου να ξεκινήσουμε το αναγνωστικό μας ταξίδι στην ποίησή της είναι ένα απόσταγμα των στιγμών του βίου. Η ποιήτρια λειτουργεί σαν ανεστραμμένος «μικρός ναυτίλος» καθώς τα σκεύη που συλλέγει είναι το μελαγχολικό και ανθρώπινα καθημερινό υπόλειμμα της ζωής. Η ποίηση όμως αναλαμβάνει το χρέος να αντιστρέψει αυτό το μάλλον οδυνηρό υπόλειμμα σε σκευή του ταξιδιού μας στη ζωή και να μας πλουτίσει με λέξεις και με αυτές να συνεχίσουμε να συλλέγουμε. Η συλλογή ακροβατεί μεταξύ έρωτα και θανάτου προσδιορίζοντας το ενδιάμεσο σε ένα ταξίδι όπου συναντάμε την αδυσώπητη φθορά –του έρωτα της καθημερινότητας, του χρόνου. Ο έρωτας με την ορμητική δυναμική του στα ποιήματα («Λαύριο», «μαζί σου», «εξαίσια») επιδιώκει να νικήσει το χρόνο, να υπερβεί το παρελθόν και τη φθορά, να κερδίσει το σχεδόν μαζί της συμπόρευσης -ποιήματα («σημεία» , » δίχως θεό» , «σχεδόν μαζί»). Πέρα από τον έρωτα ο κύριος τρόπος για να υπερνικηθεί ο χρόνος και οι συνέπειές του είναι ο ποιητικός λόγος. Η ποιήτρια δεν αναφέρεται σε αυτόν, δεν μας αποκαλύπτει το εργαστήριό της, αλλά γράφοντας μας δείχνει τον τρόπο της να εξορκίζει τα δαιμόνια και μας παραχωρεί το δικαίωμα να κάνουμε το ίδιο διαβάζοντας τα ποιήματά της.
Τα κυρίως σύντομα ποιήματα και οι βραχείς σε μήκος στίχοι υποστηρίζουν την επιγραμματικότητα και την συμπύκνωση του λόγου δημιουργώντας ό,τι αρχικά ονομάσαμε «απόσταγμα». Το χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει στη συλλογή είναι στίχοι επιγραμματικοί που η δύναμή τους είναι κεραυνός εν αιθρία : «τροχίστε λίγο το μηδέν/ είναι τετράγωνο πολύ». «με ρυτίδες στρωμένο το τραπέζι»…Η έλλειψη στίξης μας αφήνει αρκετές φορές το περιθώριο να επιλέξουμε ανάγνωση, να επιμείνουμε σ’ ένα σημείο, να στοχαστούμε πάνω στις λέξεις. Με τα Σκεύη ταξιδίου στις αποσκευές του ταξιδιού μας μπορούμε να ατενίσουμε τη θλίψη μας αλλά να βρούμε και τον τρόπο για να συνεχίσουμε «πρόσω ηρέμα».

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s