ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

1-ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968 και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας (ΜΑ in Journalism). Για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, Λευκωσία 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη δεύτερη, Ονειτροτριβείο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το Εγχειρίδιο Καλλιεργητή (Γκοβόστη, Αθήνα 2004), Το Απραγματοποίητο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010) και ο Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης (Φαρφουλάς, 2013). Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, η έκτη ποιητική του συλλογή, Πληγείσες περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, η οποία το ίδιο έτος μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Michel Volkovitch και κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Le miel des anges.

Τον Ιούνιο του 2010 μια επιλογή ποιημάτων εκδόθηκε στα γερμανικά, στο Βερολίνο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ποίησης του Βερολίνου

Το 2011, πέραν των 150 ποιημάτων του, που διατρέχουν δεκαπέντε χρόνια ποιητικής πορείας, μεταφράστηκαν στα βουλγάρικα από την Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα, σε αυτόνομη έκδοση με τον τίτλο Ονειροτριβείο (Σόφια, 2011).

Ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά, λετονικά, πορτογαλικά, λιθουανικά, τουρκικά κ.α. ενώ δημοσιεύτηκαν σε κυπριακά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά.

Παρουσιάζεται επίσης σε σημαντικές ανθολογίες ποίησης και ποιητικές εκδόσεις, όπως: Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης(Μανδραγόρας 2011) Αύριο, Maňana, Tomorrow (Λεμύθου, 2011), Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας (Λευκωσία 2010), Ο ποιητής και ο κόσμος του (Λευκωσία, 2010), Εν αρχή ην ο λόγος (Λευκωσία, 2009), Zypern Literarisch (Γερμανία 2008), , Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών (1950-2008), Επιμέλεια Σ.Π. Βαρνάβας – Σ.Λ. Σκαρτσής, εκδ. «Ταξιδευτής», Αθήνα 2008, Kipras Djeza (Λετονία 2007) κ.α.

Είναι μέλος του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Συμμετοχή σε Διεθνείς Εκδηλώσεις (επιλογή)

Crowd Omnibus Reading Tour 2016, Θεσσαλονίκη-Αθήνα
Festival Voix Vives de Méditerranée en Méditerranée 2013, Sète, Γαλλία
Crossing Borders, Connecting Cultures 2010, Στοκχόλμη, Σουηδία
Poesiefestival Berlin: Βερολίνο, 2010
Συμπόσιο Ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2008
“Kleine Sprachen, Grosse Literaturen” Forum (Λειψία, 2006)
Τhe Gerard Manley Hopkins Society of Poetry (Kildare, Ιρλανδία 2005)
Διεθνής Μπιενάλε Ποίησης (Λιέγη, 2003)
Literature Express Europa 2000: Σε διάστημα 45 ημερών, 100 Ευρωπαίοι λογοτέχνες επισκέφτηκαν πέραν των 20 πόλεων σε 10 χώρες, συμμετέχοντας σε ποιητικές εκδηλώσεις.

Στην ανθολόγηση έλαβα υπ΄όψιν τη παρουσίαση του έργου του στο ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ, ΑΚΤΗ, τεύχος 90 2012 όπου τον ανθολόγησαν οι: Σάββας Παύλου, Στέφανος Σταυρίδης και Γιώργος Τριλλίδης. Η δε συλλογή ΕΝΝΙΑ είναι αυτούσια από αυτή την ανθολόγηση.

 1-1-%cf%80%ce%bb%ce%b7%ce%b3%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%b5%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%87%ce%b5%cf%83

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0003

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

   1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0004

ΠΛΗΓΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ/ΓΥΜΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (2016)

[Το παιδί]

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

0 πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
και ρακένδυτα
– στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα χάνε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
– ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.

[Περιπέτειες]

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Τυχαία πριν από χρόνια
βρήκα μια φοινικιά πεταγμένη
στο περβόλι του πατέρα
ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενός παιδιού
μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος
μου είχε πει
δεν τη βλέπεις;
Την πήρα και τη φύτεψα.
Αν έρθει κανείς τώρα στον κήπο μου
θα δει μια θεόρατη φοινικιά
να ρίχνει κλαδιά στην αυλή του γείτονα
και να τραγουδά
κι όταν με ρωτούν πόσα παιδιά έχω
λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.

ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ

Δεν είναι η φωνή μου αυτή που ακούω να ηχεί
στο σκοτεινό δωμάτιο.
Χρόνια ακίνητος και άλαλος
μέσα σε νυχτερινή ονειροπόληση
και περισυλλογή
η σιωπή της πρέπει να έβγαλε ρίζες
σε κάποιου πρόσφορου το στόμα.
Κάποιου εξόχως ομιλητικού
που με ακρίβεια υπέθεσε τη φωνή μου.

[Θανατερά]

Ο ΓΕΡΟ ΓΙΩΡΚΗΣ

Κάθε που ο γέρο Γιωρκής
–που σε χρόνους δύσκολους έκλεψε τη Δεσποινού–
ένιωθε άρρωστος
έπινε κάθε μέρα για μια εβδομάδα ένα ποτηράκι ούζο
κι αν δεν του πέρναγε το γύριζε στο ελαιόλαδο
ένα κουτάλι τη βδομάδα σταθερά.
Όμως από τότε που είπε στη Δεσποινού
και στα δώδεκα τους κοπελλούθκια
“φύεετε εσείς, εγιώ εν να μείνω να προσέχω τα κτηνά”
από τότε που καταχωρήθηκε ως αγνοούμενος
και δεν ξανακούστηκε γι’ αυτόν
από τότε που έπαψαν να ταχυδακτυλουργούν
οι δωρητές της ελπίδας
από τότε η αμφιβολία:
Θα χτυπήσει ο εκσκαφέας πάνω στο σκληρό του καύκαλο;
Θα έρθουν μια μέρα οι αρμόδιοι με τα απομεινάρια του;
Τι διάολο γιατροσόφια υπάρχουν για κάτι τέτοια;

ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ

Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
– πολλών ήσυχων ημερών.

[Ερωτικά (της γυναίκας)]

Η ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ο ερχομός της στην πόλη
έφερε δονήσεις
που προκάλεσαν διακοπές
στην ηλεκτροδότηση της λήθης
της λήθης του έρωτα
και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση
πολυκαιρισμένων συνηθειών
ενώ οι λάμψεις
που προείκαζε σε προπορευόμενους ορίζοντες
στην αντανάκλαση μελλοντικών αιώνων
πολιορκούσαν απροσδόκητα
το εικονικό φρούριο του.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν
που ήξερε ότι δεν θα είναι πολλές
όπως ένα πιάτο τριαντάφυλλα
που ρευστοποιούνται σε συναισθήματα
απέφευγε να πλησιάζει
τα ψηλά παράθυρα των πάνω ορόφων
τους φωταγωγούς που μέσα τους
η παιδική περιέργειά μας
σκοτώθηκε πολλές φορές
τις ταράτσες του ουρανοξύστη αδύνατου
με την ουρανομήκη σιωπή των ευρισκόμενων
σε απρόσιτες κορυφές
όλα εκείνα τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων
που τα επινόησαν
όσοι λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν
και που χωρίς να καταλάβεις
έχεις ήδη ενσωματωθεί
στην κυριαρχία του βάθους τους
όταν με πετρόχτιστη αδιαφορία
συχνά ενθαρρύνουν
μια διαδοχική σειρά
σχεδόν πραγματικών σου πτώσεων.

[Ερωτικά (της ποίησης)]

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

                              Στον Μ.Π.

Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα
εγώ κι εσύ το ξέρουμε, Μιχάλη.
Όλα τα άλλα
φλυαρίες
μια ενθρόνιση της κενότητας.
Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα
και μεταξύ μας αυτή είναι η αλήθεια.
Όλα τ’ άλλα
να έχουν δουλειά οι ειδήμονες
ο σκόρος, η κιτρινίλα, η λήθη
ενώ εμείς άφωνοι, τελειωμένοι
με φαγωμένα από τη νικοτίνη δόντια
να μας κατατρώει το αναπάντητο:
Μπορούσαμε να βγάλουμε κάτι περισσότερο;
Να μην τα παρατούσαμε τόσο εύκολα;
Γινόταν να εναντιωθούμε λίγο ακόμα;
Γινόταν να εναντιωθούμε κάπως καλύτερα;

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ 2013

ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ

Θα υπάρχουν πάντοτε
καράβια που πάνε και καράβια που έρχονται
Μαραθώνες και Σαλαμίνες
γι’ αυτό
θα προκύπτει πάντοτε
κάποιος Κυναίγειρος
με τα πελώρια χέρια του
ν’ αρπάζει το περσικό πολεμικό
να το κρατά ακίνητο
και όταν του κόβουν τα χέρια
να το συγκρατεί με τα δόντια του
και όταν του συνθλίβουν το σβέρκο
(για να ξαπολήσει επιτέλους)
τα δόντια του να βυθίζονται
στο ξύλο της πλώρης
και να μένουν εκεί βυθισμένα
μέχρι να λιώσει πρώτα το ξύλο
και μετά τα δόντια του.

ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΡΥΝΕΙΕΣ

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
πως των αδυνάμων τα λάθη
πληρώνονται με απώλεια
και με των ισχυρών το κέρδος.
Βλέπουν σήμερα αυτό που δεν μπορεί να γίνει αύριο.

Πώς χάθηκε αφού ακόμη είναι εκεί;

Κάποτε την ακούω σε αλλόφρον τραγούδι επιστροφής
αυτό που στα σχολεία οι γνωστικοί
δεν τους αρέσει να διδάσκεται
κάποτε νομίζω ότι θα ανέβω στο βαγόνι
αυτού του σκουριασμένου τρένου
που συρίζοντας διστακτικά με πλησιάζει
να βρεθώ πρώτη φορά
εκεί που αναρριγούν οι ακτές της
να δω αν λαμπυρίζει το ίδιο
η θάλασσα της με τις θάλασσες που ξέρω.
Ναι, είναι εκεί
τοποθετημένη πάνω στο τραπέζι των μεσολαβητών
για να επικυρωθεί οριστικά η απώλειά της
θα μπορείς, φυσικά, να την επισκέπτεσαι
τα τοπία της θα μένουν τα ίδια
δεν αλλάζουν τα βουνά και οι πλαγιές τους
ο παγερός αέρας που τα δέρνει τους χειμώνες
δεν ανήκει σε κανέναν.
Ίσως να έχουν δίκαιο οι γνωστικοί
ίσως να λένε πράγματα σωστά, της εποχής
ίσως μάλιστα να τους ακολουθούσα κι εγώ
σε αυτήν τους τη βεβαιότητα
αν δεν με κρατούσε
η ανεξήγητη εμμονή
να βλέπω ίσκιο
μέχρι σώμα να συμβεί
να μαζεύω κονιορτό
μέχρι γη να επιστρέψει
κι όλα να μεταμορφώνονται
σε αυτά που οι γνωστικοί
βεβαιώνουν ότι είναι αδύνατον
να γίνουν.

ΛΙΧΟΥΔΙΕΣ ΣΕ ΚΑΔΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Διαλέγουν συνήθως τις λιχουδιές
με βάση το μνημονικό του ουρανίσκου τους
την εξωραϊσμένη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους
συνδυάζοντας πάθος για νέες γεύσεις με βουλιμία
καλούς τρόπους και αριστοκρατική φινέτσα
το ίδιο και το χαμίνι της γειτονιάς
λιποβαρής στα κιλά ενός παιδιού
δεν τον υπολογίζεις
περνά απαρατήρητος
όταν πεθάνει
μια σελίδα θα έχει σχιστεί
από παραμύθι που δεν διάβασε κανείς
με το ποδήλατο του περιφέρεται στις γειτονιές
γι’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα ανθρώπινο
οσμίζεται σαν λαγωνικό
αποκλειστικά το χρήσιμο
κοντοστέκεται
κοιτάζει αριστερά, δεξιά
και επιτίθεται
στους κάδους απορριμμάτων
διαλέγοντας πάντα τις λιχουδιές.

ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι τον κουτσό Αζέρο
να λογοφέρνει με τη γυναίκα του
και να εγκαταλείπει τα τρία παιδιά του
ανεβαίνοντας αλαφιασμένος τα σκαλιά
που κάποτε ανέβαιναν
ο Μεγάλος Πέτρος και οι αυλικοί του.
Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι το μικρότερο παιδί του Αζέρου
να γαντζώνεται από το σακατεμένο πόδι
του πατέρα του
να τον ικετεύει μάταια να μη φύγει
να κλαίει πάνω στα σκαλοπάτια.
Από τότε φαντάζομαι το μικρό αγόρι
να μεγαλώνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
να απομακρύνεται από τ’ ανάκτορα
να γίνεται πατέρας που δεν φεύγει.
Μα το αγόρι δεν μεγάλωσε ποτέ
το αγόρι έμεινε για πάντα ασάλευτο
στα σκαλιά των Ανακτόρων
να περιμένει
τον πατέρα του να επιστρέψει
αυτά ακριβώς θυμάμαι
από τα ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου.

Η ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ο καθένας πορεύεται τον δρόμο του
τον διανύει μέρα νύχτα
ξύπνιος ή στον ύπνο του
διανύει τον δρόμο του
είναι αποκλειστικά δικός του
περαστικοί τον διασταυρώνουν
τους συναντάς
σε συναντούν
κάποιοι μένουν για λίγο
κάθονται και τρώνε μαζί σου
ώσπου η μερίδα τους να τελειώσει
φεύγουν ραίνοντας με οσμές τα φύλλα της καρδιάς σου
το δέρμα τους το παίρνει ο ουρανός
για να φτιάξει καινούργιους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος πορεύεται μονάχος τον δρόμο του
οι μέρες του είναι αποκλειστικά δικές του
κανείς δεν βλέπει το ξημέρωμα όπως εσύ
κανείς δεν υποψιάζεται για πολύ την οδύνη του άλλου
όταν όλα έχουν αφαιρεθεί
τα σύννεφα της απελπισίας
είναι καθαρά
μόνο στου καθενός ξεχωριστά τον δρόμο
γι’ αυτό εκατομμύρια άνθρωποι θα συνεχίσουν να χάνονται
με όλους τους τρόπους
χωρίς κανείς να θρηνήσει
περισσότερο απ’ όσο διαρκεί
η αναμονή της έλευσης ενός αστικού λεωφορείου
γιατί όλοι έχουν να πορευτούν τον δρόμο τους
χωρίς προειδοποιητικές σημάνσεις
χωρίς δυνατότητες επαναστροφής
έως ένα τελικό σημείο συνεύρεσης
όπου ένας δρόμος κοινός
συνάμα άγνωστος θ’ ανοίγεται για όλους.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Αν το καλοσκεφτείς
ένας παλμός μάς διατηρεί
και μαζί του
χιλιάδες άλλες λεπτομέρειες
που η μια από την άλλη
χωρίς να δίνουν λογαριασμό
εξαρτάται και διαπλέκεται.
Έτσι λοιπόν
οι αυτόχειρες είχανε πάντοτε
ένα πλεονέκτημα:
Έζησαν όσο ήθελαν
οι υπόλοιποι
όσο μπορούσαν.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Αφού έσφαξαν τους Ινδιάνους
πυρπόλησαν τις σκηνές τους
ισοπέδωσαν τους καταυλισμούς τους
στείρωσαν τη ζωή τους
(για να μην υπάρξει η συνέχειά της)
γονιμοποίησαν τις ερήμους τους
με μηχανικές πολιτείες
όπου όλα έμοιαζαν μεταξύ τους
σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ποτάμια
που αντί νερού
έρεαν αίμα
ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ινδιάνικα αγάλματα
που αποκτούσαν σάρκες
και βρυχούνταν.

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ

Ταξιδεύοντας στον δρόμο Κοιλανίου-Αμιάντου
βλέπω ξαφνικά
καβάλα στο γαϊδουράκι του
τον κύριο Κώστα
τον παππού μου
η ώρα πέντε του χαράματος.
Πού πας παππού; τον ρωτώ
Κυριακή ημέρα
το μεταλλείο είναι κλειστό
δεν γίνεται η ανάγκη να σε πηγαίνει πάλι στη δουλειά.
Τα ίχνη των βημάτων του
πολλών ετών θαρρώ
βυθίζονταν ανεξήγητα στην άσφαλτο
τον ακολούθησα με πόθο βαθύ
τρυπημένο από νοσταλγία αιχμηρή
να τον κουβεντιάσω ήθελα
τώρα που τον συνάντησα
με κοιτάζει όμως παράξενα
δεν αποκρίνεται στις εκκλήσεις μου
παρά μόνο προχωρά.
Είμαι ο άγγονάς σου, παππού
τα σκαμμένα χέρια σου
με κράτησαν κάποτε σφικτά
σε αυτόν τον κόσμο
χωρούσα ολόκληρος μες στις χούφτες σου
τις αργίες
με πήγαινες στον κινηματογράφο
πηδούσα κρυφά μέσα στο έργο
και επέστρεφα
λίγο πριν ξυπνήσεις
αποκαμωμένος ‘συ από τη σκληράδα των ημερών σου
συγχώρα με
δεν θυμούμαι ούτε μια ταινία πια
θερμομετρούσες μέσα μου τον πυρετό
με τα πόδια στον γιατρό για τα φάρμακα
μέσα στ’ αγιάζι
τις νεροποντές
δεν έμαθες ποτέ σου ποδήλατο
πάνω σε πέτρες κύλησε η ζωή σου
από καιρό σε κατάλαβα
δεν ήξερες πέραν της αγάπης.
Πώς την αντλούσες; Από πού;
Έβλεπες χορδές να παίζουν
δίχως ήχο
μεγάλη χωματερή η υπομονή
χωράει όλο το σκουπιδαριό του κόσμου.
Δεν χαίρεσαι που με θωρείς, παππού;
Τον ρώτησα.
Συνέχισε ατάραχος τον δρόμο του.
Πες μου πώς γίνεται
εσύ στους ζωντανούς να βρίσκεσαι
σε θάψαμε γρήγορα
ήταν Μάης
πώς να σε περιφέρουμε
μέσα σε ανθισμένους κήπους;
Κοντοστάθηκε τότε
κάτι μουρμούρισε δίχως ν’ ακούσω
(σαν θλίψη χωρίς το σχήμα των λέξεών της)
και συνέχισε σκυφτός
έτρεξα ξωπίσω του
ήθελα να τον αγκαλιάσω
αν και ήξερα ότι τα απέφευγε όλ’ αυτά
οι αγκαλιές δεν είναι για τους άνδρες,
μου έδειχνε.
Δεν τον προλάβαινα.
Περπάταγε ανάλαφρα
πέραν απ’ το ταχύ ή το αργό
δοκιμασμένος καιρό στο βασίλειο της σιωπής
τον έχανα, γινόταν σκιά ασύλληπτη
ενώ εγώ από κάπου αιωρούμουν
σαν στοιχειό.
Κοίταξα γύρω μου
ξέβαφαν τα χρώματα
το τοπίο πίσω απ’ του Τροόδους τα βουνά
μαβί πηχτό, μολύβι
πανδαισία από στάχτη
έσμιγε όλη την απελπισία
σε τερατούργημα αποχρωματισμένο
έβγαλα τότε μακρόσυρτη κραυγή
που κατάλαβα
πως κανείς δεν μαθαίνει
ότι επέθανεν.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ

Αν τα σπίτια μάς ανήκουν
τα γεγονότα των σπιτιών
δεν τα ορίζουμε
τα μυστικά, οι γογγυσμοί
οι άοπλες συγκρούσεις
αλλά και συμβάντα πιο τραγικά
εκείνων που μέσα απ’ τον ύπνο τους
ποτέ τους δεν θα σηκωθούν
να μάθουν ότι πέθαναν
ενώ ήταν για να πάνε όπως κάθε μέρα
στη δουλειά.
Σαν αναρριχητικά φυτά
διεισδύουν μες τα χρόνια μας
τα γεγονότα των σπιτιών
καταλαμβάνοντας κάθε τους στρωμνή,
υψιτενείς σκιές που περιφέρονται
σε πεδίο ακήρυχτου πολέμου,
κανείς δεν τα καρφώνει πάνω σε τοίχους
κανείς δεν τα σταυρώνει σε σταυρούς
όμως δεν φεύγουν.

ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΙΧΝΗ ΕΠΙΜΕΛΩΣ

Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι
θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου
απ’ τα σώματα
ένας θα ξεχαστεί βαθιά
μες τον λαβύρινθο του αυτιού
κι ίσως θαφτεί μαζί μας
θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα
ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό
θα το διαβάσουν οι τυφλοί
και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα
(κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).
Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα
θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο
κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας
θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα
όπως ο ταχυδακτυλουργός
–με κίνηση αστραπιαία
το φοβισμένο κουνέλι–
καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα
έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μας κλέψει τίποτα
αφού τίποτα δεν θα έχουμε
πέραν από τον απολογισμό
ότι από μπροστά μας πέρασε
ακόμη ένα καλοκαίρι.

ΕΞΟΔΟΣ

Εδώ
σε αυτόν τον τόπο
η ζέστη είναι στεγνή
άνθρωποι δραπετεύοντας
από τα ξεραμένα τους κορμιά
περνούν την ενδοχώρα
κι ακολουθώντας όλοι τις ίδιες γραμμές
ενώνονται με τη θάλασσα
όπως ενώνονται με μια γυναίκα
η οποία τους θέλησε σιωπηλά πολύ καιρό
πριν εκείνοι ανακαλύψουν τον βυθό της.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Πέρασε από τότε πολύς καιρός
ο μοναδικός μάρτυρας δεν μίλησε
έδεσε σφικτά τη σιωπή του
σε λήθης προεξοχή
το μυστικό δεν διέρρευσε
κανείς δεν αναφέρθηκε ποτέ σ’ αυτό
θα μπορούσε λοιπόν να το ξεχάσει
να το θεωρήσει ως μη γενόμενο
θα μπορούσε ακόμη
να το αρνηθεί
δεν ήταν αυτός
τον μπέρδεψαν με άλλον
εκείνη την ώρα βρισκόταν αλλού
όλοι ήξεραν ότι βρισκόταν αλλού
εξάλλου
ήταν σκοτάδι όταν συνέβη
κι αυτός μη αναγνωρίσιμος
φορώντας τα μαύρα του γυαλιά.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Την κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια
αναρωτιέται αν θέλουν να του μηνύσουν
ότι εκείνη ξέρει την αλήθεια
ότι ξέρει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια
για το φοβερό εκείνο μυστικό
που ενώ αυτός σχεδόν ανώδυνα διατηρεί
στην επιφάνεια της ζωής του
σαν αμυχή πάνω στο δέρμα
αυτή το έχει φυλάξει
βαθιά μέσα στην καρδιά της.
Για να αποκαλυφθεί
εκείνος μόνο
πρέπει να τ’ ομολογήσει.

ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ, 2010

ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ

Πόση βροχή δεν έπεσε
από τους δισταγμούς των σύννεφων
μαύρος ήταν ο ουρανός
κοιλοπονούσε
νερό πολύ να βρέξει ήθελε
δεν έβρεξε.
Αόρατος τοίχος ο δισταγμός
όσο τον ανεβαίνεις
τόσο πιο πολύ ψηλώνει
πάνω του σπάνε
κύματα ψηλά
έρωτα έγκλειστου
στο ανομολόγητο
εξίσου επιδέξια αποτρέπει
ζωές στεγνές να βρέξουν
που τρεκλίζουν στη μεθόριο
της στεριάς με τη θάλασσα.
Τι γίνονται όλα αυτά
που δεν έγιναν;
με ρώτησες.
Σε ονειροφράγματα υποθέτω αποθηκεύονται
και από εκεί διοχετεύονται
σε μέλλον διψασμένο
με παραπόταμους που εκτείνονται
και χάνονται πέρα από τους χάρτες
σταγόνα σταγόνα να ποτίζουν
το απραγματοποίητο.

ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΟΥΝ ΠΟΤΑΜΟΣ

Το τραγούδι μας, ψιθύρισες
το θυμάσαι;
Δεν θυμάμαι τίποτα πια
εδώ και πολύ καιρό
έχω λιμνάσει
με γέννησε ένας καταρράκτης
που τρέχει χωρίς μνήμη αδιάκοπα
που τρέχει πολύ νερό αδιάκοπα
δεν σταματά
αποκομμένος από την πηγή του
ενσωμάτωσε όλο το μήκος της αποδημίας του
και το πλάτος της έλλειψης του
βάθος μου ζητάς
άλλα σε λίγο ρηχό ρυάκι θ’ απομείνω
και μετά θα ξεραθώ
σε μακρύ αποτύπωμα
μόνο να κελαρύζω μπορώ
την επικείμενη αφυδάτωση μου.

ΔΟΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΝ

Δέρμα ανθεκτικό σε καύσωνες
με απορροφημένα τα εγκαύματα του
για περιπτώσεις βαριές
σε όσους έλιωσαν
μέσα σε βραδυφλεγείς ήλιους
προσωπικής μόνο χρήσης.
Πνεύμονες που νόμιζαν
ότι ήταν βράγχια
αφού συνήθως
ρουφούσαν θάλασσα.
Ήπαρ έμπειρο
σε καταχρηστικές οινοποσίες
στίχων με υψηλή περιεκτικότητα άλκοόλης.
Καρδιά σε άριστη κατάσταση
επαρκούς χωρητικότητας
και με διαφορά ώρας
στα ημισφαίρια της
να μην συναντούν
οι νυν
τούς πρώην.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ας χαραχτεί λοιπόν κι αυτός ο δρόμος.
Κάντε τον όμως να μην οδηγεί στο ίδιο αδιέξοδο
να μην τους υπόσχονται οι οδοδείκτες
προορισμούς ονείρων
και μετά περίλυπους
να τους επιστρέφουν
σε αφετηρία χωρίς αφέτη
να πρέπει να διανύσουν
ως άλλοι πια
την ίδια περπατημένη απόσταση.
Κάντε λοιπόν κι αυτόν το δρόμο.
Φροντίστε όμως να φτιάξετε λωρίδες διαφυγής
προς οδικό δίκτυο ανεξερεύνητης σημασίας
σε μέρη άγνωστα να οδηγούν
σε εκτάσεις αχανείς
να ταξιδεύουνε
σαν ανεμοσκορπίσματα
στους τέσσερις ορίζοντες.
Κάντε τον όσο γίνεται μακρύτερο αυτόν το δρόμο
να μην τελειώνει
σε μιας ζωής πεζοπορία
να πεθαίνει από κούραση
ο έρωτας
πριν να γεράσει.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΧΑΛΑΖΙ

Εκείνο το απόγευμα
έριξε θυμάμαι
πολύ χαλάζι
σε πήρα τηλέφωνο
για να σου πω
ότι δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα.
Η μπουγάδα είναι μέσα;
με ρώτησες
Ναι, είναι μέσα,
όμως εμείς
για μια στιγμή
μου φάνηκε ^
ότι ήμασταν έξω στην αυλή
αγκαλιασμένοι
και χορεύαμε.

ΑΤΕΛΕΣΦΟΡΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

Γράμματα βλοσυρά
μου φέρνει ό ταχυδρόμος
γράμματα που δεν λένε καλημέρα
βυθισμένα στο έρεβος
του γραμματοκιβωτίου
μουλιασμένα, της υδατοπρομήθειας
γράμματα ηλεκτροφόρα της Αρχής Ηλεκτρισμού
επιστολές τραπεζικές,
υπενθυμίσεις ανεξόφλητων λογαριασμών
και προειδοποιήσεις τελευταίες
για άμεση αποπληρωμή
συσσωρευμένου χρέους
σε γενναιόδωρα χρόνια
που μου είχαν μυστικά δανείσει
λίγα μετρητά ευτυχίας
με το επιτόκιο που επιβάλλει
το τοκογλύφο παρελθόν
για να τα βγάζουν πέρα οι μέρες μου,
να μην ζητιανεύουν τον καιρό.
Αν όμως κάτι απρόσμενα
πολλαπλασίασε την άξια του
ήταν οι μετοχές μου
σε αζήτητα όνειρα
πού επέμεναν παρά τις προειδοποιήσεις
να επενδύονται
σε επισφαλείς ύπνους.
Δεν ξέρω πώς
φούσκα ίσως να ονειρεύεσαι τις μέρες
το βράδυ εξαργυρώνονται
οι δοσοληψίες με το υπερπέραν.
Αυτές μου κληροδότησαν
σπάνιο σμήνος φευγαλέων ελπίδων
φτερούγιζαν για κάμποσο καιρό στον κήπο μου
να με φυγαδεύσουν κατάφεραν σε άγνωστο έδαφος
χωρίς διεύθυνση, χωρίς συντεταγμένες
να ηρεμήσει επιτελούς ο απελπισμένος ταχυδρόμος
να έχει πού να παραδώσει
τα αταχυδρόμητα και μη παραληφθέντα.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΒΙΣΚΟΣ Ο ΕΔΩΔΙΜΟΣ

Το παιδί είπε «παπά, θέλω:> νερό».
Αυτός τρέμοντας σύγκορμος
του έφερε νερό.
Το παιδί δεν μπορούσε να πιει νερό.
Το παιδί ξεψύχησε μέσα σε λίγες ώρες.
Τώρα, όταν εκείνος πίνει νερό,
θυμάται τη ζωή του
σαν μια έρημο
που μέσα της
κάποτε είχε φυτρώσει
ο μικρός ιβίσκος
ο εδώδιμος.
Τώρα όταν το νερό κυλά στο λαρύγγι του
είναι όπως ένας ποταμός
που εκβάλλει
σ’ εκείνη την έρημο.

Μακάριο νοσοκομείο, 2006

ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΕ ΝΤΟΥΛΑΠΙΑ

Μπήκε κρυφά στο παιδικό του δωμάτιο
έβγαλε τα ρούχα του
και φόρεσε τις έφηβες του πιτζάμες.
Είχε επιστρέψει με υπηρεσιακό
από παλαιότερες ηλικίες,
τα τεράστια τριχωτά πόδια του
κρέμονταν σαν ξεχαρβαλωμένες κεραίες
από το μικρό κρεβάτι.
Ακούμπησε το κεφάλι στο μαξιλάρι,
ήταν σκληρό σαν βότσαλο,
η θάλασσα που κάποτε
τον είχε βγάλει στη στεριά
λίμναζε τώρα
φυλακισμένη
μέσα σε στενάχωρα ντουλάπια.

ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟ

Όταν έρχονται οι λέξεις, είπε
πρέπει να τις τακτοποιείς αμέσως
όπως μπορείς κι όπως ξέρεις,
αν δεν το κάνεις
οι λέξεις
θα μείνουν παγωμένες
σαν το μέτωπο
της γιαγιάς
μες στον ηλιόλουστο Απρίλη.
Η πνοή που φέρνει τέτοια πράγματα
είναι πάντα βιαστική.
Εξαντλεί το απόθεμα της
σε μεταφορές
όχι σε διατηρήσεις
δεν είναι για να περιμένεις
είναι μόνο για να προλαβαίνεις.

ΣΕ ΤΟΜΟΥΣ

Όπως οι εκλιπόντες
τοποθετούνται ευλαβικά στα φέρετρα
τα φέρετρα
στους θαλάμους των νεκροτομείων
όπως οι φωτογραφίες των εξαφανισθέντων
σε αστυνομικούς σταθμούς αναρτούνται
όπως οι σκελετοί
των προϊστορικών ζώων
στα μουσεία μεταφέρονται
έτσι και τα ποιήματα
σε τόμους καταλήγουν.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΠΙΤΙ

Πάνω στο λόφο
είναι το μεγάλο σπίτι
χτισμένο με ακριβή πέτρα
από λατομεία όπου πολλοί σκοτώθηκαν.
Ηλεκτροφόρα καλώδια
το περιβάλλουν
σαν απόρθητο φρούριο.
Όμως συχνά
κάτι βαρύ ακούγεται να πέφτει απ’ τις επάλξεις του
και να σκάει με πάταγο στο έδαφος.
Κάποιος που είχε καταφέρει να αποδράσει
είπε ότι είδε ανθρώπους
να καθαρίζουν μέρα νύχτα το πλακόστρωτο
από τα αίματα
τα τζάμια από τα άδεια βλέμματα,
τα πατώματα
από τα ίχνη που άφησαν
βιαστικά φαντάσματα
και μετά να εξαφανίζονται.
Κάποιος που είχε έρθει από μέσα
είπε ότι το μεγάλο σπίτι
είχε ένα μεγάλο άδειο
που ένα αόρατο χέρι
με μαεστρία έχει χτίσει.

ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ

Σε κάθε δουλειά
είναι μια γυναίκα για τις άλλες δουλειές.
Πλένει τα πιάτα
καθαρίζει τα αποχωρητήρια
ψήνει καφέδες όταν τα πλήκτρα κροταλίζουν,
καφέδες λυπημένους
για να βλέπει στα φλιτζάνια
το πρόσωπο της.
Έχει χέρια μακριά σαν σκουπόξυλα
δείχνει συνήθως κουρασμένη
από ένα φορτίο
που πάντα κουβαλάει στους ώμους της.
Είναι το φορτίο αυτών που έπονται
που δεν τους βλέπει
παρά μόνο τους ανοίγει το δρόμο
να μεγαλώνουν
φτάνοντας έτσι αυτή
στο τέλος του δρόμου.
Αυτό το φορτίο
το διακρίνεις μόνο εσύ
και τη βοηθάς
πότε πότε
να το κατεβάζει.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Προχωρούν αγέρωχοι στο μέλλον.
Δουλικός περίγυρος
καθαρίζει τον καθρέφτη
από τα προηγούμενα είδωλα τους.
Τι προηγήθηκε πριν γίνουν εξουσία;
Τι μεσολάβησε της αγιοποίησής τους;
Υπάρχει πάντα ένα σκοτεινό μεσοδιάστημα
που αποσιωπάται.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Η κόρη του ποτέ δεν τον είχε δει.
Η κόρη του ποτέ δεν τον είχε πει.
Όταν τα λείψανα του ταυτοποιήθηκαν
όταν επιβεβαιώθηκε το γεγονός
πως ήταν στα τρία μέτρα εκτελεσμένος
από τότε
στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη
κι έκανε πρώτη φορά
να τον ψελλίσει:

«Πατέρα».

Η λέξη σχηματίστηκε στα χείλη της
κι έσκασε με κρότο
στο πάτωμα
όπως ή έκρηξη μιας βόμβας
που χάρις στη βραδύτητα του ήχου
έχεις το προνόμιο να δεις
το δευτερόλεπτο εκείνο
πριν ακουστεί.

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

Όχι, δεν είναι εκείνος
που χάθηκε πριν τόσα χρόνια.
Μικρό παιδί
επιμένει
να περιφέρεται στη μνήμη μου
πέφτοντας πάντα
στο κενό
μιας συμπαγούς
απώλειας.
Με το κοντοπαντέλονο
το άγουρο δέρμα
το βλέμμα το ασκοτείνιαστο
πήγαινε στον πόλεμο
και πιο πέρα από τον πόλεμο
σε χώρο και χρόνο
αγνοούμενο.
Εκείνον θέλω να μου επιστρέψετε
όχι αυτόν τον άγνωστο
που φέρνει μαζί του
γένια σκληρά
από φυλακή μακρινή
και κατασκότεινη.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ 2005

Ο ΣΥΓΓΝΩΜΩΝ

Έσπασε την πέτρα
έφτασε στο χώμα
άρχισε να σκάβει
με τα δυο του χέρια
ολημερίς έσκαβε
χτύπησε πάνω σ’ ένα σπασμένο κόκκαλο
κροτάλισε το αυτόματο
συντρίβοντας το όστρακο της λήθης
ξεθάφτηκε ο προαιώνιος πυροβολισμός
μύρισε ο τόπος μουλιασμένο μπαρούτι.
Έπιασε τότε τη σφαίρα και την χάιδεψε
την τύλιξε σ’ ένα γαρύφαλλο
και βούλωσε το στόμιο του όπλου
το χέρι του άλλου αποσύρθηκε από την σκανδάλη
έκανε άσπρο κύκλο πάνω στο μέτωπο της νύχτας.
Αποκοιμήθηκε.
Να βρουν την ησυχία τους οι επόμενοι
να πορευτούν εν ειρήνη.

Ο ΤΑΦΟΣ

Αυτός που σκότωσες
πέρασε μέσα σου
φώλιασε τρομαγμένος σαν αηδόνι
στο ταβάνι του πίσω μπαλκονιού σου
περιφραγμένη θέα επιλέγει
και δεν μιλάει.
Φοβάσαι τη μετέωρη του σιωπή
το βουβό του κατηγορώ
που ως ουρλιαχτό διασκορπίστηκε στα κύτταρα σου.
Μέσα σου ζει ο σκοτωμένος
ασάλευτος σαν νεκρός
δεν σου ζητά τον λόγο
μόνο χορτάρια και βρύα σε γεμίζει
με μύρα μυρωδικά σε ραίνει
ηχούν τρισάγια στ’ αφτιά σου
γίνεσαι ο τάφος του.

ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ

Τρία παιδάκια
σαν τρία πουλάκια
σκάλιζαν τα σκουπίδια
κελαηδούσαν και τιτίβιζαν
σε περασμένη ώρα
ύστερα πέταξαν
στις φωλιές τους
όχι δεν πέταξαν
στις φωλιές τους
νομίζω δεν πέταξαν στις φωλιές τους.
Παρασύρθηκαν από τον αέρα του πρωινού
πριν τους κλείσει η φυλακή
που δεν την βλέπεις
παρά μόνο ακούς
τις ανέκκλητες μπάρες της
να πέφτουν.
Είδα ένα παιδάκι να πουλάει λουλούδια
εκατό ρούβλια το μπουκέτο
κανείς δεν αγόρασε
από την πολυεθνική παρέα
«λέει ψέματα,
ο πατέρας του δεν τον εγκατέλειψε
κι η μάνα του
δεν είναι κατάκοιτη στο στρώμα».
Εσείς πόσα ψέματα είπατε άθλιοι
ούτε καν για να πουλήσετε
ένα μπουκέτο λουλούδια
λοιπόν
μονάχα αν δεν υπήρξατε
έχετε το δικαίωμα να υπερασπιστείτε
αξιοπρεπώς την αθωότητά σας
Προσκομίστε πάραυτα
πιστοποιητικό ανυπαρξίας!

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ

Άλλο πρόσωπο είχε το πρωί
τί είδους μαχαίρια σε χαράκωσε έτσι;
Σε είχα προειδοποιήσει να σταματήσεις
να καλλιεργείς αδέσποτα χέρια
δεν θα φυτρώσουν
για να γράψουν τη θεσπέσια λέξη
αναπόφευκτα στράφηκαν εναντίον σου
αγανακτισμένα με την ποιότητα του εδάφους
πώς να πιάσουν με τόσο αίμα να τα ποτίζει;
Δικό τους αίμα που μέχρι πρόσφατα
στις φλέβες τους κυκλοφορούσε
να μην σε ξαναδώ λοιπόν στο αυθόρμητο
να καυχιέσαι ότι απέκτησες φτερά
για κατακόρυφη απογείωση
ό,τι κατακόρυφα ανυψώνεται
κατακόρυφα συντρίβεται
καλλιέργησε αν θέλεις σύθαμπα
από σπόρους αδήλωτου ήλιου
άλλωστε κρύβεις πολλές
ξεθυμασμένες αχτίδες
στην αποθήκη σου
ποθούν να λάμψουν φευγαλέα
πάρε ως παράδειγμα εμένα
από καιρό έχω πάψει δημόσια να ανθίζω
για να κερδίσω εύκολη πρόσβαση
στη λεπιδοφόρο νύχτα
επέλεξα το συμβιβασμό
μιας μυστικής ανθοφορίας
και φυσικά έπρεπε κάποια στιγμή να μαρανθώ
όπως είχα υποσχεθεί
στα εκ γενετής ζηλότυπα μαραμένα
όλα τα κλαδιά μου τα έστρεψα
τότε προς τα μέσα
σ’ ένα άδειο χώρο πού αν δεν δοκιμάσεις
δεν θα μάθεις ότι υπάρχει
με την πείρα και τις δοκιμασίες
σε όλες τις μορφές της κίνησης
διδάσκεσαι το σεβασμό προς την ακινησία.
Δες πόσα χρόνια κάνουνε τα δέντρα να πεθάνουν.

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΤΗ ΕΡΗΜΩ

Έβαλα τη φωνή σου σε ναφθαλίνη
και την έκλεισα σ’ ένα παλιό μπαούλο
να την ακούω εκεί πού θα πάω
θα χτίσω κι ένα μπαλκόνι
να την ελευθερώνω και να τη βλέπω
να κατακτά άπαρτες κορφές
κι υστέρα να επιστρέφει κουρασμένη
στο πρόχειρο μου αντίσκηνο.
Τη νύχτα θα την εμπλουτίζω με προσωπικές παρηχήσεις
πού θα αφομοιώνω από το χορό της άμμου
για να με ξυπνά το πρωί
μ’ ένα ευθύβολο τραγούδι
και όλα τα βαρέλια με νερό να γεμίζει
έτσι θα σε καταπίνω
φυλάξου όμως μην διαρρεύσεις
από τις πληγές ώριμου πόθου
σε τεράστια πυρκαγιά κατευθείαν θα βρεθείς
κι άντε μετά ανέγκαυτη να επιστρέψεις.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΠΑΝΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ

Θυμάμαι το φυματικό κήπο
και τον χάρτινο αλεξιπτωτιστή
να συντρίβεται σ’ ένα χλωμό τριαντάφυλλο.
Θυμάμαι το νυστέρι του χειρουργού
να αστράφτει στον αέρα
και να αφαιρεί τα σάπια χρόνια
θυμάμαι πού τον ρώτησα
αν μπορούσε να χειρουργήσει
επιτέλους τον χρόνο
ή να τον υποβάλει
έστω σε εντατική θεραπεία
να του αντιστρέψει τη μονοδρομικότητα
ώστε να μάς γυρίζει ενίοτε πίσω
φτάνει το όλο μπροστά.
Μια ατίθαση θάλασσα αναπολώ
να εφορμά στη βραχνάδα του λαιμού μου
και να την καθαρίζει
σαν υδραυλικός πού ξεβουλώνει
σωλήνες νεροχύτη.
Θυμάμαι μια εφήμερη στιγμή
να ερωτεύεται αυτό που εγκατέλειπε
από πού να γαντζωθεί να σταματήσει;
Όλες οι προεξοχές του χρόνου αμβλύνθηκαν
από κοφτερά μαχαίρια αναζητήσεων.
Το ποίημα που το έσκαγε πριν το πιάσω,
θυμάμαι,
γιατί πίστευε ότι ήταν πεταλούδα
τις μέρες μου που νόμιζα βαριές
και τώρα ταξιδεύουν πάνω σε σύννεφα
τα θεριά και τα τέρατα θυμάμαι
αλλά και τις ακατανόητες γυναίκες των ονείρων
να περιεργάζονται καχύποπτα
νεόκοπους ονειροπόλους
και τις αγρύπνιες πού έκανα στον ύπνο μου,
θυμάμαι,
για να τις συναντήσω όταν θα ξυπνούσαν.

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ

Έχω χρέος, είπε
να αποτίσω φόρο τιμής
σ’ αυτό τον κόσμο
αυτός με πλούτισε
αυτός με φτώχυνε
αυτός μου εκμίσθωσε
την ρυμούλκηση του πνεύματος
μέχρι την πλήρη εκταμίευση
όλων των αισθήσεων
αυτός εντέλει συνταξιοδότησε
τα πάθη μου
ώστε τώρα ρεμβαστικά
να απολαμβάνω καπνίζοντας
της ζωής τα ερείπια
ενιότε ναι, ανεβαίνω στο απέναντι βουνό
για να επιβεβαιώσω
πόσο επιβλητικότερος
είναι ακόμα ο ουρανός
από αυτά που ευθυγραμμίζονται
στο βλέμμα μου
θυμάσαι που με ρώτησες
«γιατί όσο τον πλησιάζουμε
αυτός απομακρύνεται»;
θυμάσαι που με επίσημο τόνο με ρώτησες
«αν η θάλασσα που δείχνει να συγκλίνει
ως μαγνητισμένη στο ομοούσιο γαλάζιο,
αγνοεί τη ληξιπρόθεσμη σύμβαση χρώματος
που της δόθηκε»;

Μακριά ερώτηση. Δεν χωρεί αβρόχοις ποσίν
σ’ ένα ποίημα.
Όμως τον τυφλοπόντικα συχνά επισκέπτομαι
στον οποίο απέραντο σεβασμό τρέφω
για να τείνω ευήκοον ους
στην ερμητικά έγκλειστη
αναπνοή των νεκρών.

ΔΥΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Πώς γίνεται; διερωτήθηκες
δύο διαφορετικές φωτογραφίες
να δείχνουν το ίδιο πράγμα;
Η μια – προάστια Μόσχας
χιόνι παντού, φοιτητική παρέα
που ακροβολίστηκε στις ταράτσες του χρόνου
εσύ για μια στιγμή να ισορροπείς
στις στιλβωμένες ράγιες
που χάνονταν στο αχανές βαθύ της ενδοχώρας
κι ύστερα λίγο πριν σωριαστείς στο χώμα
κάποιος που δεν ξανάδα
λες και τον παρέσυρε τρένο-φωτοβολίδα
να σε απαθανατίζει.
Η άλλη στους απέραντους αμπελώνες του Μπορντώ
στενός διάδρομος χορτόσπαρτος
κυκλωμένος κουρεμένα πυκνά φυτά
να αποκαλύπτει στο βάθος μικροσκοπική έξοδο
στη μέση της ολοστρόγγυλη κουκίδα
εσύ με μορφασμό αδιευκρίνιστο
– χαρά πρόσκαιρη ενέσκηψε πάλι.
Ποιος μας απαθανάτισε τούτη τη φορά
και τον σάρωσε ο χρόνος;
Πώς γίνεται δύο διαφορετικοί δρόμοι
να μην σε οδηγούν στο ίδιο σημείο
αλλά σαν μπανανόφλουδες
να κρέμμονται στο λοξό κορμό της μνήμης;

ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΣ

Και πότε θα μας πουν τι γίνεται εκεί πέρα;
Πότε θα μάθουμε τι μας περιμένει
ή καλύτερα τι μας επιφυλάσσεται
Αν μας ακούνε, ας μας σφυρίξουν μια φορά
τη σιωπή τους θα την εκλάβουμε
ως οριστική επιβεβαίωση
στην ανάγκη θα εγερθούμε από τον πένθιμό μας ύπνο
ας διαρρήξουν την πύλη των ανερμήνευτων ονείρων
που νεκροσκοπία θυμίζουν
απαιτούμε να δούμε πέραν από το σκοτάδι
αυτόπτες μάρτυρες περίπεμπτους να επιστρέφουν
για να καταθέσουν την άποψή τους για τα συνειμαρμένα
χωρίς να χρειαστεί να βάλουν το χέρι στο ευαγγέλιο
ούτως ή άλλως αυτό δεν θα είχε πια καμία σημασία.
Υποσχόμαστε να μην του καταδώσουμε
Στους ονειροκρίτες.

ΜΟΛΥΒΕΝΙΟΣ ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Για να εξαλείψω την απόσταση
απλώνω τα χέρια μου να διαβείς.
Ισορροπείς τρομαγμένος
στις λυγισμένες κλωστές της βροχής
έμφοβο το είδωλο
στον καθρέφτη του ορίζοντα
μην πέσεις και θρυμματιστείς
μην επιζήσει τον κομματιών σου.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΊΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Νοικοκυρεμένη νύχτα.
Η βόλτα στην πόλη σε περιμένει
κι ο άδειος οδηγός
σου φέρνει ένα καινούργιο τετράδιο
μαλακότερο και με πλατύτερα διαστήματα
μεταξύ των γραμμών
να χορεύουνε βαλς οι ηλικιωμένες λέξεις
και να αποκοιμούνται ανάλαφρα στα ποιήματα
σαν σε δωμάτιο ξενοδοχείου πολυτελείας.
Σε εποχή αιχμής
αυξάνεται η τιμή διανυκτέρευσης
υπεύθυνο κρατήσεων αναζητώ
τους υπερπόντιους στίχους να διανέμει
σε δίκλινα με θέα στη θάλασσα
μην τους κακοφανεί
η ξαφνική αλλαγή περιβάλλοντος
να έχουν εύκολη πρόσβαση στον κήπο
και σε φιλόξενα τριαντάφυλλα
να γράφονται τις νύχτες
να λούζονται σε δωρεάν φως σελήνης
κι όλο το σύμπαν να τους διαβάζει.

ΕΙΔΗ ΠΡΩΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Πήρα δυο κομμάτια χαρτί
στη μια τα ψώνια, στην άλλη το ποίημα
τα έβαλα στην ίδια τζέπη
του μαγικού παντελονιού
μπλέχτηκαν μεταξύ τους
άλλαξαν θέσεις οι λέξεις
το «τυρί» έλιωσε τόσο κοντά στον ήλιο
και θρυμματίστηκαν τ’ «αυγά» πέφτοντας
από τα γεφύρια των στίχων
χύθηκε το «κόκκινο κρασί»
στις χίλιες οπές που ακόμα δεν είχαν ανοίξει.
Έφθασα τελικά στην υπεραγορά
σκιές αγόρασα σε τιμή ευκαιρίας
κι έναν έρωτα που έμενε απούλητος στα ράφια,
ένα ανοιχτήρι ειδικό
για τις κονσέρβες μνήμης
που αναμνήσεις
με ημερομηνία λήξης διαθέτουν.
Η μοναδική παρεξήγηση
έγινε με το κουνέλι.
Στο ποίημα έγραφε «εντελώς φοβισμένο»
κι εγώ σφαγμένο το βρήκα.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ήρθε το σπίτι
και στάθηκε δίπλα
από τα ασιτικά τους κορμάκια.
Ανασηκώθηκε και τα σκέπασε.
Οι βρύσες άρχισαν να τρέχουν καθαρό νερό
γέμισαν τα πιάτα φαΐ
τα παράθυρα άνοιξαν
κι ένα άλλο φως χύθηκε στα προσωπάκια τους
παρασέρνοντας μακριά το φόβο του θανάτου.
Στο βάθος του σπιτιού
στρωμένα κρεβατάκια με λινά σκεπάσματα
και χοντρά πουπουλένια μαξιλάρια
τους περιμέναν
Στις τεντωμένες ακόμα παλάμες τους
(σαν ικεσία που εκπληρώθηκε)
σπόροι φύτρωναν
και γίνανε ο κήπος του σπιτιού.

ΟΝΕΙΡΟΤΡΙΒΕΙΟ, 2001

ΠΕΡΙΦΛΕΓΗΣ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

«Από που αντλείς τόση καλοσύνη;» τον ρώτησε
«Από τον εναπομείναντα χρόνο μου.
Κάθε φορά που κάνω κάτι καλό
αφαιρώ από τη διάρκειά μου.
Η καλοσύνη είναι μια σύντμηση».
«Και τι κερδίζεις σε αντάλλαγμα;»
«Κερδίζω στη συμπύκνωση.
Αισθάνομαι να προσεγγίζω τις διαστάσεις μου,
εντείνομαι αφήνοντας πίσω προηγούμενα όρια
σαν τη φωτιά που απλώνεται και δυναμώνει
λιώνοντας την άχρηστη ύλη
η οποία καίγεται συστρεφόμενη».
«Κι εγώ που έχω αμέτρητο χρόνο μπροστά μου
κάτοχος μιας θριαμβικής αθανασίας
θα μπορούσα να γίνω καλύτερος από σένα
μια αιωνιότητα καλοσύνης
είναι τόσο εύκολο», είπε με βεβαιότητα.
Ο άλλος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι.
Του ήταν αδύνατο — σκέφτηκε — να καταλάβει
τη σημασία της περιφλεγούς θνησιμότητας.

ΦΟΒΟΣ

Δεν φοβάμαι το θάνατο.
Τον καυτό ήλιο φοβάμαι
του Αυγούστου.
Τη ζέστη την τρομακτική.
Πού δεν θα ‘μαι
σε κάποια αμμουδιά
να με φιλά η θάλασσα — φοβάμαι —
παρά βαθιά μέσα στο χώμα.
Με τόση ζέστη.

ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ

Περνούσε η πομπή αμίλητη
ευπρεπώς πένθιμη.
Που και που σποραδικά αναφιλητά έβρεχαν
το ξεραμένο χείλος του νεκροταφείου.
Ήτανε Μάης – ανήσυχος κι ανόθευτος.
Ο ήλιος
αυτός ο μεγάλος ανυποψίαστος
έφεγγε, έφεγγε
στ’ ακονισμένα δόντια
των κληρονόμων.

ΤΟ ΒΟΥΒΟ ΤΟΠΙΟ

Οι πατέρες δεν αγαπάνε τα παιδιά τους.
Τους δίνουν χαρτζιλίκι για να απαλλαγούν
από την ανώριμη φορτικότητά τους.
Τα πηγαίνουν στο σχολείο
αμίλητοι, ευθυτενείς
σαν αρχαία αγάλματα
που τρέμουν
λίγες ρωγμές τρυφερότητας.
Τα δεν πρέπει και τα μην τολμήσεις
Τα διαδέχεται με τον καιρό
μια αμήχανη σιωπή
προϊόν απωλεσθείσας εξουσίας.
Μια σιωπή τραυματισμένη
από τους πυροβολισμούς της τηλεόρασης
τη βουβαμάρα του τοπίου.
Αυτό το τοπίο διαρκώς επαναλαμβάνεται
πολιορκεί, ζυγίζεται στο χρόνο
καθορίζει το χρόνο
αναβάλλεται
και τελικά εκβάλλεται
ξεβράζοντας τις κομμένες μας γλώσσες
στο άδειο στόμα της ύπαρξης.

ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΗ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ

Παρέλαση στο Παρίσι.
Απροσδόκητη.
Κατευθυνόμασταν προς την Παναγία των Παρισίων.
Οι χρυσοκόκκινες στολές των λογχοφόρων
τα περιττώματα των αλόγων στο δρόμο
ζευγαράκια που φιλιούνταν
ο Σηκουάνας μια κουρασμένη κατάφαση
τουρίστες να ψάχνουν το σωστό μέρος
σουβενίρ και περίεργες ουρές περιέργων.
Σε λίγο θα κτυπήσουν οι καμπάνες
και με βάση το πρόγραμμα
ό Κουασιμόδος θα πηδήξει στο κενό
καταχειροκροτούμενος.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Βγήκαμε βόλτα στην προκυμαία
κι ακόμα την αλμύρα την κουβαλώ
στο κορμί μου.
Γωνιακό μπαράκι
κι άγευστο μπράντι σάουαρ
τριγύρω ξένοι με πέτσινα σακάκια
κρυμμένα εσώψυχα
στα περισκόπια της μέρας
η θάλασσα σαν καθρέφτης
να πολλαπλασιάζει τη μοναξιά της πόλης.
Ιστιοφόρα απελπισμένων ναυαγών
τα τροχοφόρα,
κυλούν πάνω στο νερό.
Να μπορούσα να εξαφανιστώ
πριν το βλέφαρο σου ξανανοίξει
να επιστρέψω ως φάντασμα πραγματικό να
-σου χρωστώ άλλωστε ένα χωρισμό—
σκεφτόμουν έκθαμβος
ενώ ο Μάριος μου έδειχνε
την άλλη πόλη ψηλά στο λόφο
με τα φώτα και τις μουσικές της
να κατακλύζουν ως και το σύννεφο
που άνοιγε το στόμα
για να γευτεί λίγη ευτυχία
Εκεί να πάμε, εκεί να πάμε
με προέτρεψες
-με ενθουσιασμό-
λες και δεν έβλεπες
πως δεν είχαμε πόδια.

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ

Πάνω στο κορμί μου
η σκόνη του δρόμου
που πέρασες
τα πόδια μου βαραίνει
η δική σου κούραση.
Πολύ πριν υπάρξεις
σε περίμενε η πόρτα μου.
Εκείνος ο άγνωστος ξυλουργός
που την έφτιαχνε
– τραγουδούσε.

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Το τσιγάρο

Παράξενο.
Κανείς δεν τόλμησε να εκμεταλλευτεί
¿κείνο το τσιγάρο
που στο γάζωμα των αυτομάτων
έμεινε κολλημένο στο στόμα σου
σαν προσθετικό μέλος
σαν καπνοδόχος
ή πονοδόχος
κι ύστερα έγινε ιστός
στη σημαία των μυρμηγκιών.
Ούτε τη μάρκα του δεν μάθαμε.
Τί φοβήθηκαν;

Το κάπνισμα

Κι όταν θα προβάλουν
και ξαναπροβάλουν
εκείνη τη σκηνή
θα τους είναι δύσκολο να πείσουν
ότι το κάπνισμα μπορεί να βλάψει
σοβαρά την υγεία.

ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Πόσων χρονών είναι ο άνεμος;
Πόσων χρονών είναι τούτος ο άνεμος
που ραπίζει το βόρειο πρόσωπο της μνήμης;
Πόσων χρονών είναι ο γέρος;
Πόσων χρονών είναι εκείνος ο γέρος
που έμεινε να φροντίσει τα βόδια
όταν επέλαυναν οι ορδές των ξένων;
Πόσα χρόνια έζησε;
Πόσων χρονών είναι τα εικοσιεφτά μωρά;
Πόσων χρονών είναι τα χαμένα εικοσιεφτά μωρά
οι αναβεβλημένες ζωές τους;
Πόσων χρονών είναι οι φωτογραφίες τους;
Πόσων χρονών είναι τα χέρια των μανάδων που τις περιφέρουν;
Πόσων χρονών είναι οι αυλακιές στα χέρια τους;
Πόσων χρονών είμαστε;

ΑΤΙΤΛΟ

(Σ’ ένα παιδί που εγκαταλείφθηκε)

Κοιτώντας στο χάρτη
ίσως βρεις τελικά
το δρόμο
που θα σε οδηγήσει
πίσω σε σένα

Ο ουρανός -ένα ρήγμα-
όταν ζήτησες επίμονα
να μάθεις την αλήθεια.
«Ποιαν απ’ όλες;»
σε ρώτησε ο παππούς.

«Ήθελα ν’ αγαπήσω»
φώναξες
και το βράχνιασμα στο λαιμό σου
τ’ άκουσες μόνο εσύ

Ήτανε τύχη ή ατυχία;
τα χαμόγελα που απευθύνονταν σε άλλους
να ξεψυχούσαν πάντα
μέσα στις τσέπες σου.

Τα ‘βρίσκε η γιαγιά
λίγο πριν βάλει πλυντήριο
κι όσο κι αν έκανε την ανήξερη
τα φύτευε προσεκτικά στο δικό της νεκροταφείο.

Μια μέρα ήρθε ένα γράμμα
τρέξαν όλοι να το διαβάσουν
σ’ άφησαν μόνο να συγκολλάς σκισμένες φωτογραφίες.
Πόσος καιρός χρειάζεται άραγε
για να ταιριάξεις τις στιγμές
μιας άλλης ζωής;

Κι εκεί που πίστεψες ότι θα πάρεις τις απαντήσεις
ένα χέρι -το δικό σου χέρι—
που δεν ταίριαζε με τίποτα
άρχισε να σου χαϊδεύει
τις νύχτες τα μαλλιά.

Έβρεχε.
Απ’ το παράθυρο διέκρινες τον άγνωστο
να σε κοιτάει από την πλαγιά του λόφου.
Μολονότι χιλιάδες δέντρα παρεμβάλλονταν
ήσουν σίγουρος
ότι είχε καρφωμένο το βλέμμα πάνω σου.

Όταν έφυγες
η πόρτα έμεινε ανοιχτή
το εξέλαβαν σαν οιωνό επιστροφής
ξεχνώντας ότι οι άγγελοι
μπορούν να πετάξουν
μέσα από τα παράθυρα.

ΠΡΟΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Μοναδικό μου παράπονο
ότι δεν με καταδέχεσαι
πολύ τελευταία,
Πίστεψέ με:
Εγώ μπορεί να μετοίκησα
αλλά η ψυχή μου
παραμένει στο ίδιο υπόγειο.

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Κι αυτή η επίμονη συνήθεια
να βάζεις τελεία
στον τελευταίο στίχο.
Εντάξει, ίσως σκοντάψει η λέξη,
μα αυτό που λέμε ποίημα
θα συνεχίσει το δρόμο του.

ΟΝΕΙΡΟΤΡΙΒΕΙΟ

                   του Θεόδωρου

Όλο κοντά σου με ήθελες
κι όλο εγώ αργούσα.
Ή δεν ερχόμουν.
Όταν με ρωτούσες που ήμουν
σου έλεγα δουλειά.
Τι να σου ‘λεγα στο κάτω κάτω;
Ότι ήμουν στο ονειροτριβείο λιωμένος
κάτω από τους φοβερούς του μύλους;
Ότι παρίστανα το σκοτεινό κομμάτι του κενού
πίσω από τα χαμόγελα των ζωντανών – νεκρών;
Τον τζόγκερ μήπως που βγαίνει άξαφνα
και σκοτώνει την παρτίδα;
Ή τον καβαλάρη της χίμαιρας
που κάηκε όταν πήρε φωτιά το σπιρτόκουτο;

ΤΟ ΒΑΘΟΣ

στον παλαιστή Πολυκανδριώτη

Δεν αρκούν οι λέξεις για να γραφτεί το ποίημα.
Ούτε τα δομικά υλικά για να κτιστεί η θαλπωρή μας.
Οι αδένες δεν παράγουν οδύνη
παρά μόνο τα δάκρυά της.
Όταν η σιωπή δεν είναι έλλειψη λόγου
είναι η αναζήτηση του.
Οι ώμοι που στο σεισμό συγκρατούν ένα τοίχο
όσο χρειάζεται να μην πέσει
δεν είναι απλώς μια μυϊκή μάζα.
Πίσω από κάθε έκρηξη
υπάρχει ένα αθέατο βάθος
πού απορροφά την έκρηξη.

ΠΕΡΙ ΕΛΠΙΔΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ

Μπροστά στο ανείπωτο
ελπίζεις κάτι να συμβεί
να αποτρέψει το κακό
όπως κάθε εβδομάδα των Παθών
στην τηλεόραση καρφωμένος
να περιμένεις τον ‘Ιούδα να διστάσει
τον Πιλάτο να τολμήσει
τα πλήθη να αναβλέψουν
τον Πέτρο —έστω—
να μην Τον αρνηθεί.

ΕΝΙΑ, 1996

ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

Μ’ αρέσουν οι σπάνιες εκπομπές της τηλεόρασης
για τους ποιητές, όταν μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι,
με φόντο στοίβες βιβλία
τριγυρισμένοι από ασήμαντα σουβενίρ και μπιχλιμπίδια
θυμούνται, διαλογίζονται, στιγματίζουν.

Το ξέρουν πώς όλα τούτα είναι του κάκου.
Πάντα το ‘ξέραν , με τον πρώτο στίχο το ‘χαν νιώσει –
η απόσταση του σύμπαντος τεράστια,
τα όνειρα είχαν πάντα σαν σπίτι τους τα σύννεφα.
Ο χρόνος, ο θλιβερός αυτός δήμιος,
να συνθλίβει τα πρόσωπα, τα πράγματα,
να παρασέρνει στο διάβολο τις αναμνήσεις.

Σαν παλιά σαπιοκάραβα τραβηγμένα στην άκτη
πού ‘ναι γραφτό να μην ξανασαλπάρουν
μοιάζουν οι ποιητές σ’ αυτές τις εκπομπές.

Ό θησαυρός δεν βρέθηκε ποτές,
ενώ απ’ το ταξίδι έμεινε μόνο η αλμύρα της θάλασσας
κι ο ηλίθιος απολογισμός
για ό,τι αξίζει να χαίρεσαι και για ό,τι να λυπάσαι.

ΟΙ ΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΒΙΟΛΙΩΝ

Τα όργανα είναι η ανάγκη μας
να ακούσουμε κάτι άλλο,
έκτος από την ηλίθια φωνή μας.

Όμως μέσα απ’ τους ήχους του βιολιού
καταλαβαίνεις τη σημασία της σιωπής
και του θανάτου.

Οι βιολιστές θα ‘πρεπε να ‘ταν νάνοι•
όταν πεθαίνουν να τους θάβουν
μέσα στις θήκες των βιολιών τους.

ΚΑΚΟΠΕΤΡΙΑ

Εστιατόρια χαμένα μες στα δέντρα.
Για να μπεις και να καθίσεις πρέπει να περάσεις
μέσα απ’ τις φωτιές των πουλιών.
Μικρά ξενοδοχεία ψάχνουν για ισορροπία
πάνω στους ανηφορικούς δρόμους,
σπίτια διάσπαρτα εδώ κι εκεί,
γαντζωμένα στις πλάγιες των λόφων,
μέσα απ’ την απλότητα τους
ξεμυτίζουν παιδικά προσωπάκια.

Τι θα γίνει λοιπόν
αν αποσύρω το τοπίο
από τα όρια του παραθύρου,
αν το πάρω μαζί μου
σαν μια μεγάλη ζωντανή ανάμνηση;
Θα συνεχίσει νά ακούγεται το κελάρυσμα του νερού
από απέναντι;
Το βουνό θα μείνει ακίνητο;

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

Έβαλε λίγο κραγιόν στο πύρινο στεφάνι των χειλιών,
χτένισε τα μαλλιά της με το βελούδο μιας απλόχερης εύνοιας
και κοίταζε προς τον παραμυθένιο κήπο.

«Ξέρεις», του είπε, «όλα ήτανε μια παρεξήγηση
που δημιούργησε ο χώρος, η στιγμή, η τρελή εποχή
κι ίσως το χιόνι που λιώνει.
Σε λίγο θα έρθει η Άνοιξη και θέλω να είμαι μόνη.
Ό δρόμος δεν χωράει δυο».

Αυτός θυμάται την ψυχραιμία που επέδειξε,
το πώς κατέβηκε στη στάση να περιμένει το λεωφορείο,
την απάντηση που του ‘ρθε στο μυαλό
μόνο σαν έκλεισε η πόρτα,
το μοναδικό μεθυσμένο επιβάτη,
τη νύχτα που ήταν μαλακή και αδιάφορη.

ΕΝΙΑ

Δεν είναι απελπισία
να ξέρεις ότι το ποίημα τούτο
ποτέ δεν θα διαβάσεις.
Παρηγοριά είναι.

Γιατί τα ποιήματα δεν γίνονται
για να διαβάζονται.
Για να πεθαίνουν γίνονται,
μέσα στην ομορφιά που αναπέμπει
ένας ασύλληπτος χρησμός.

Μελωδική μουσική τα συνοδεύει
κατά την ανάληψη
και οι άγγελοι ανοίγουν τις φτερούγες,
να τα υποδεχτούν.
Ουράνιες γυναίκες
με τα στήθη έξω
περιμένουν να τα βυζάξουν
αγνότατα βρέφη
σε μια ανύποπτη δικαίωση.

ΑΡΓΗ ΕΞΟΔΟΣ

Πάλευε με τα τελευταία απομεινάρια των αναμνήσεων.
Τόση μοναξιά και κάνεις δεν την είδε.
Την πάλεψε μονάχος.

Τον βασάνιζε αύτη η σταδιακή έξοδος
από μια άλλη ζωή.
Τώρα, στα τελευταία στάδια μπλεκότανε στους συνειρμούς.
Ανατολή – δύση.
Μετά πάλι ανατολή;
Και μετά πάλι δύση;
Κι η παλιά αγάπη σαν ένα μικροσκοπικό αγκάθι,
που νόμιζες πώς δεν θα βγει ποτέ από το δάκτυλο.

ΤΟ ΠΑΓΟΘΡΑΥΣΤΙΚΟ

Δέκα μέρες τώρα χιονίζει.
Ένα χιόνι κατάλευκο,
σαν το χαμόγελο μιας νύμφης αναπάντεχης,
σαν τον ερχομό μιας ελπίδας ανέλπιδης.

Τα χέρια μου πάγωσαν. Τα ποιήματα πάγωσαν.
Οι στίχοι γλιστρούν απ’ το χαρτί
και χάνονται στη σκόνη των βουβών επίπλων.
Έχει γεμίσει το κομοδίνο πράγματα
ασήμαντα, αμφίβολα, ανυπόληπτα.

Η καρδιά μου σαν κάποιο πεισματάρικο παγοθραυστικό
των βόρειων παραλλήλων
κλυδωνίζεται, ταράζεται, αγωνίζεται
να σπάσει τους πάγους που σχηματίστηκαν μέσα μου.

ΜΕΤΑΛΛΑΓΗ

Της φόρεσε το δακτυλίδι απαλά
με μια λεπτότητα που πρώτη φορά
παρατηρούσε στις κινήσεις του.

Ύστερα πήρε απ’ τη συγκατάβαση του φεγγαριού
όλη τη φαντασία που πρόσφερε ή στιγμή
κι έφτιαξε τα μεγάλα λόγια.
Εκείνη δάκρυσε.

Πέρασαν πολλές ώρες έτσι μαζί,
ώσπου ο άνεμος έσβησε τα κεριά
και τραβήχτηκαν μέσα.

Αυτός ακόμα θυμάται
πως ξαφνικά σκλήρυναν τα χέρια του
πως όλη τη νύχτα δεν την άγγιξε διόλου
μην και νιώσει τον αφέντη
που γεννήθηκε μέσα του.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

ΠΟΙΕΙΝ 4/12/2016

Ποίηση χαμηλόφωνη και με ύφος απλης κουβέντας
Πολλες αναγνώσεις επιδέχεται η τελευταία ποιητικη συλλογη του Γιώργο Χριστοδουλίδη που τιτλοφορείται Πληγείσες περιοχες
Τον τελευταίο καιρο, συγκεκριμένα τους πρώτους μήνες του 2016, έχουν φθάσει στα χέρια μου αξιόλογα ποιητικα βιβλία. Και το λέω αυτο με αρκετη ικανοποίηση και χαρα, γιατι είναι βιβλία που είναι γραμμένα απο νέους κυρίως ανθρώπους. Θέλω να πω πως οι δημιουργοι τους δεν ανήκουν στις κατεστημένες πλέον γενιες του 1960 και 1970 αλλά στις γενιες που άρχισαν να διαμορφώνονται και να σχηματίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο.
Επιπλέον, έχω διαπιστώσει, πως τα περισσότερα απο αυτα τα βιβλία έχουν κυκλοφορήσει απο σπουδαίους εκδοτικους οίκους στην Αθήνα, όπου αυτοι οι εκδοτικοι οίκοι έχουν να επιδείξουν σημαντικη δουλεια, εννοω επαγγελματικη δραστηριότητα, στον τομέα τους.
Θα διερωτάστε ίσως τι σημαίνει αυτο; Σημαίνει πως οι δημιουργοι αυτων των βιβλίων είναι απόλυτα σίγουροι για την υψηλη ποιότητα της γραφης τους και γενικα της τέχνης που διακονουν, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην φοβούνται τη σύγκριση με τους άλλους Έλληνες ομότεχνους τους αλλά να την επιδιώκουν κιόλας. Κάτι που είναι, πιστεύω, απόλυτα φυσιολογικο και σωστο και ας κινδυνεύω να χαρακτηρισθω για άλλη μία φορα ελληνοκεντρικος. Γιατι, για μένα, απο τη στιγμη που κάποιος δημιουργος γράφει στην ελληνικη γλώσσα, είναι αδιανότητο να απευθύνει τη γραφη και κατ’ επέκταση την τέχνη του σε 700 χιλιάδες μόνο ελληνοκύπριους και όχι σε 11, ή και περισσότερα, εκατομμύρια που αριθμεί σήμερα ο ελληνισμος.
Δυστυχως, αυτο το αδικαιολόγητο λάθος, έγινε απο τους περισσότερους δημιουργους της δικης μου γενιας αλλα και της προηγούμενης του 1960, με αποτέλεσμα η κυπριακη ποίηση να εγκλωβιστει στον εαυτό της, και όχι μόνο να μην ανανεώνεται αλλα και να οδηγείται σε μαρασμο μέρα με τη μέρα. Δεν είναι τυχαίο που η θεματογραφία αυτων των γενιων περιορίστηκε ασφυκτικα στα τραγικα γεγονότα του 1974 και στον σκλαβωμένο Πενταδάκτυλο.
Ανάμεσα, λοιπον, στα αξιόλογα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρο είναι και η ποιητικη συλλογη του Γιώργου Χριστοδουλίδη που φέρει τον τίτλο «Πληγείσες περιοχές» και συμπληρώνεται με τον επίτιτλο «Γυμνες ιστορίες». Και ομολογω πως, στα σαράντα τόσα χρόνια που διαβάζω ποίηση, πρώτη φορα συνάντησα βιβλίο με τόσο έντιμο και αποκαλυπτικο τίτλο! Όμως για τον επίτιτλο «Γυμνες ιστορίες» θα επανέλθω στη συνέχεια για ν’ αντιληφθείτε γιατι τον χαρακτήρισα «έντιμο» και «αποκαλυπτικο».
Η ποιητικη συλλογη «Πληγείσες περιοχες» φαινομενικα παρουσιάζεται σαν ένα βιβλίο που περιέχει απλη και κατανοητη ποίηση. Αυτο όμως είναι παγίδα και αλίμονο στον αναγνώστη αν πέσει σε αυτη την πλάνη. Θα αποτύχει, χωρις να μπορέσει να καταλάβει και να νιώσει την απόλυτη ουσία που περιέχει η ποίηση του Χριστοδουλίδη. Γιατι το βιβλίο, όπως διαπιστώνω, είναι καλα δομημένο απο το δημιουργο του, όπου στόχευσε και επεδίωξε να περιλάβει σε αυτο μια ποίηση κατασκευασμένη απο τα πιο απλα και ταπεινα υλικα, (προς Θεου δεν εννοω ευτελη υλικα), και που στο τέλος, χάρη στη μαστορια του, μέσα απο αυτα τα καταφρονεμένα υλικα της γλώσσας μας, κατορθώνει να μας μυήσει σε μια πανανθρώπινη και αξιοθαύμαστη τέχνη.
Συνεπως το βιβλίο αντέχει σε πολλές αναγνώσεις. Θέλω να πω επιδέχεται πολλες αναγνώσεις όπου σε κάθε νέα ανάγνωση ο αναγνώστης ανακαλύπτει και κάτι το καινούργιο. Δηλαδη, στο βάθος του βιβλίου, μέσα στις σελίδες του, υπάρχουν πολλοι «μεσότοιχοι» όπου ο αναγνώστης πρέπει να τους γκρεμίσει, είτε με τα χέρια του είτε με την βαριοπούλα, για να εισχωρήσει εντος του και να φθάσει στην ποιητικη ουσία του. Γι αυτο ανάφερα προηγουμένως ότι η απλότητα μπορεί να είναι και μία πλάνη για τον αναγνώστη.
Θα προσπαθήσω στην συνέχεια και εν συντομία να δώσω μερικά μόνο χαρακτηριστικα της ποίησης που περιέχει η συλλογη «Πληγείσες περιοχες».
-1ον χαρακτηριστικο: Όλα σχεδον τα ποιήματα της έκτης συλλογης του Γιώργου Χριστοδουλίδη ή, οι «γυμνες ιστορίες» του, όπως θέλει να τις αποκαλει ο ποιητης, που είναι ασφαλως και η πιο ώριμη δουλεια του, είναι κατασκευασμένα απο στίχους εντελως απογυμνωμένους, μέχρι που ο αναγνώστης φθάνει στο σημείο να έχει την εντύπωση πως έχει μπροστα του ένα γεύμα απο κόκκαλα και όχι ένα γεύμα απο ψαχνο κρέας. «Ναι, έτσι σας θέλω, λιπόσαρκους/ να φαίνονται τα κόκκαλά σας», λέει ο Κώστας Μόντης σε κάποιους εφιαλτικους στίχους του, τους οποίους είχα συνεχώς μπροστά μου όταν διάβαζα τις «Πληγείσες περιοχες».
Δηλαδη, τα ποιήματα του Γιώργου Χριστοδουλίδη στο μεγαλύτερο μέρος τους, είναι χαμηλόφωνα και έχουν το ύφος μιας κουβέντας. Εννοω πως αρχίζουν σαν μια κουβεντούλα με εξομολογητικο χαρακτήρα, που έχει ταυτόχρονα και τη θέρμη της προφορικης ομιλίας. Αυτή η κουβεντούλα είναι φτιαγμένη απο κοινότοπες φράσεις, εντελως απαλλαγμένη απο την επιτήδευση και τη βαρύτητα του αισθήματος, με αποτέλεσμα να διερωτάται ο αναγνώστης που είναι η ποίηση σε αυτά τα ποιήματα. Προς το τέλος όμως του ποιήματος, σαν επιμύθιο, και μάλιστα εξαιρετικης πυκνότητας, το ποίημα ολοκληρώνεται με δύο ή τρεις περίτεχνους στίχους, όπου εκει υπάρχει όλη η ποιητικη ουσία, ο στοχασμος και ο απώτερος στόχος του ποιητή. Δηλαδή σε αυτο το επιμύθιο κρύβεται και φανερώται μαζι η ποίηση.
-2ον χαρακτηριστικο: Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης, πολλες φορες, στα ποιήματα του, στην εν λόγω συλλογη του, κάνει χρήση της πολυσημίας των λέξεων έτσι που πρέπει να αναζητούμε κάθε φορά με ποια έννοια τις χρησιμοποίησε. Χαρακτηριστικο παράδειγμα είναι το ποιήμα «Η Φοινικια».
</span>
<span style="color:#000000;">Τυχαία πριν απο χρόνια</span>
<span style="color:#000000;">βρήκα μια φοινικια πεταγμένη</span>
<span style="color:#000000;">στο περιβόλι του πατέρα</span>
<span style="color:#000000;">ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενος παιδιου</span>
<span style="color:#000000;">μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος</span>
<span style="color:#000000;">μου είχε πει</span>
<span style="color:#000000;">δεν τη βλέπεις;</span>
<span style="color:#000000;">Την πήρα και τη φύτεψα.</span>
<span style="color:#000000;">Αν έρθει κανεις τώρα στον κήπο μου</span>
<span style="color:#000000;">θα δει μια θεόρατη φοινικια</span>
<span style="color:#000000;">να ρήχνει κλαδια στην αυλη του γείτονα</span>
<span style="color:#000000;">και να τραγουδα</span>
<span style="color:#000000;">κι όταν με ρωτουν πόσα παιδια έχω</span>
<span style="color:#000000;">λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.</span>
<span style="color:#000000;">

Άν με ρωτήσει τώρα κάποιος αναγνώστης να του πω τι είναι αυτη «η θεόρατη φοινικια» που «ρίχνει κλαδια στην αυλη του γείτονα» του ποιητη και ταυτόχρονα έχει το χάρισμα να του τραγουδα, σίγουρα δεν θα μπορέσω να του δώσω ξεκάθαρη απάντηση.
-3ον χαρακτηριστικο. Στην καινούργια συλλογη του, ο Γιώργος Χριστοδουλίδης αντλει στοιχεία απο την πρόσφατη Ιστορία της Κύπρου, κυρίως απο το πραξικόπημα και την τουρκικη εισβολη, τα οποία μεταπλάθει και ενσωματώνει αποτελεσματικα στην ποίησή του.
Η κυπριακη Ιστορία, είτε είναι καταγραμμένη σε βιβλία, είτε αυτη είναι προφορικη μαρτυρία, απο στόμα σε στόμα, άρχισε να καταλαμβάνει χώρο στην ποίησή του, γεγονος που δεν συνέβαινε τόσο έντονα στην προηγούμενη δουλεια του. Ενδεικτικα αναφέρω τα ποιήματα «Πραγματικοι κερατάδες», με την επεξηγηματικη σημείωση στο τέλος του ποιήματος «Σκηνη απο την 17η Ιουλίου 1974», «Ο γέρο Γιωρκης», «Το συρτάρι» και άλλα.
4ον χαρακτηριστικο: Οι ήρωες του Χριστοδουλίδη είναι απλοι, καθημερινοι και ανθρώπινοι. Είναι δηλαδη ζωντανοι και ενδιαφέροντες άνθρωποι, είτε αυτοι είναι τα μικρα παιδια που παίζουν στην αυλη της πολυκατοικίας ή του συνεργείου επιδιόρθωσης ποδηλάτων, είτε είναι ο καλοκάγαθος τύπος, ονόματι Ανδρέας, που τον συναντα ο ποιητης κάποτε στην υπεραγορα και κάποτε στα δημόσια ουρητήρια ή είναι οι αιωνόβιοι της Ινδίας που «πίνουν νερο και τρώνε ήλιο». Αυτο δείχνει πως για τον αληθινο ποιητη όλα τα υλικα που έχει στη διάθεσή του είναι εκμεταλλεύσιμα, και ότι την ίδια αξία έχει η ανθρώπινη ψυχη σε όποιο κοινωνικο στρώμα κι αν ανήκει. Ο ήρωας του είτε ανήκει στην κατηγορία των πλουσίων είτε ανήκει στην κατηγορία των φτωχων, για τον Χριστοδουλίδη αντιμετωπίζεται με τα ίδια αξιολογικα μέτρα.
5ον χαρακτηριστικο: Στη συλλογη κυριαρχει το δίπολο Ζωη-Θάνατος. Με αυτο θέλω να τονίσω πως τα στοιχεία αυτα γίνονται ο βασικος νοηματικος ιστος πάνω στον οποίο θεμελιώνονται αρκετα ποιήματα όπως π.χ το ποίημα «Οι επιζώντες».
6ον χαρακτηριστικο: Στην ποίηση του Χριστοδουλίδη υπάρχει μια παιγνιώδης και αυτοσαρκαστικη διάθεση. Εννοω πως κάνει χιούμορ και λογοπαίγνια στην ποίησή του, που απευθύνονται άλλοτε στον εαυτό του και άλλοτε στον αναγνώστη. Υπάρχουν όμως και σημάδια απογοήτευσης αλλα και έντονης αμφισβήτησης, με αποτέλεσμα να φθάνει στο σημείο ο ποιητης να δηλώνει πως «μόνο οι πραγματικα σκοτωμένοι/ γίνονται σπουδαίοι ποιητες». Όλα αυτα τα στοιχεία όμως, προκαλουν κάποια μαγεία, ερεθίζουν τα συναισθήματα, κινουν το ενδιαφέρον και επιφέρουν έλξη στον αναγνώστη. Ενδεικτικα αναφέρω τα ποιήματα «Χριστούγεννα 2015», «Συγκομιδη», «Όχι πραγματικα σκοτωμένος».
7ον Χαρακτηριστικο: Ο Χριστουδουλίδης, στην παρούσα συλλογη του, παρουσιάζεται ως ποιητης του Άστεως. Δηλαδη το σκηνικο μέσα στο οποίο λειτουργει η φαντασία του είναι αυτο της πόλης, όπου εκει συντελείται η τραγωδία των ανώνυμων ανθρώπων αλλα και η δικη του τραγωδία, εκει δηλαδη που οι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν. Σίγουρα, δεν τον εμπνέει η ύπαιθρος ή, να το πω αλλιώτικα, δεν μπορει να έχει ποιητικα ερεθίσματα απο τη φύση. Παρουσιάζεται σαν ένας αθέατος παρατηρητης όπου απο μακρυα ή απο ψηλα καταγράφει εικόνες, άλλοτε ευρισκόμενος στην κερκίδες ενος γηπέδου και άλλοτε ευρισκόμενος στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας. Στη συνέχεια, ο ποιητης, στο γραφείο του ή στο εργαστήριο του, γίνεται ο αληθινος χρονικογράφος του καιρου του, εφόσον αυτες τις εικόνες τις καταγράφει στο χαρτι, τις επεξεργάζεται και στο τέλος τις μετατρέπει σε ποιήματα υψηλης αισθητικης.
8ον χαρακτηριστικο και τελευταίο: Η οργανικη πεζότητα που χαρακτηρίζει την τελευταία ποιητικη δουλεια του Χριστοδουλίδη φέρνει στη μνήμη μου, έντονα μάλιστα, την ποίηση του κορυφαίου ποιητη της πρώτης μεταπολεμικής γενιας Μανόλη Αναγνωστάκη. Με αυτο ασφαλως δεν εννοω πως ο Χριστοδουλίδης αντιγράφει ή μιμείται την ποίηση του Θεσσαλονικιου ποιητη. Αντιθέτως, ο επηρεασμος, αν υπάρχει τελικα επηρεασμος, αυτος παρουσιάζεται αρκετα αφομοιωμένος και χωνεμένος στην ποίησή του.
Ας μην μας διαφεύγει, εξάλλου, και η εξης λεπτομέρειά του: Η πρώτη ενότητα της συλλογης του τιτλοφορείται «Το παιδι», όπου περιλαμβάνει ποιήματα εμπνευσμένα ή αφιερωμένα σε παιδια. Συγκεκριμένα, τα πρώτα τρία ποιήματα ο ποιητης τα αφιερώνει στα παιδια του. Είναι ποιήματα παραινετικα, γεμάτα στοργή και αλήθειες. Αξίζει όμως να θυμηθούμε πως στη τελευταία συλλογη του Αναγνωστάκη, που τιτλοφορείται «Ο Στόχος», υπάρχει και το υπέροχο ποίημα «Στο παιδί μου…», όπου εκεί ο μεγάλος ποιητής προτρέπει να λέμε αλήθειες στα παιδια, δηλαδη να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, και όχι με παραμύθια. Έχω την εντύπωση όμως πως αυτή η σύμπτωση δεν είναι τυχαία απο τη μερια του Χριστοδουλίδη.
Σε αυτο το απλο σχέδιο προσέγγισης της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη προσπάθησα να φέρω στην επιφάνεια κάποια αδρα χαρακτηριστικά της, όπως τα εισέπραξα διαβάζοντας την τελευταία συλλογη του. Μια ποίηση, όπως ανάφερα, που αναφέρεται σε πράγματα συγκεκριμένα και οι στίχοι της χαρακτηρίζονται γενικα από σαφήνεια και πληρότητα νοήματος. Αυτη η επιτυχία οφείλεται, σίγουρα, στο μεγάλο ταλέντο και το οξυ αισθητήριο του δημιουργου τους όπου, συνδυασμένα με σκληρη δουλειά και αφοσίωση, κατάφερε να οικοδομήσει μία γνήσια και αληθινη ποιητικη φωνη. Αυτα όλα, ασφαλως, είναι ικανα τεκμήρια για να μας πείσουν πως η ποίηση του Χριστοδουλίδη έχει όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικα για να αντιμετωπίσει το αδυσώπητο χρόνο. Και τώρα και στο μέλλον. Ταυτόχρονα τον κάνει να ξεχωρίζει και ως μια απο τις πιο αντιπροσωπευτικες ποιητικες φωνες της γενιάς του.

http://www.poiein.gr/archives/35090/index.html#comment-1204145

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλευλεύθερος 7/11/2016

 Τρυφερότητα και ανάταση

Η νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, που φέρει τίτλο «Πληγείσες περιοχές», αποτελείται από 35 ποιήματα χωρισμένα σε 5 ενότητες: α) τις παιδικές μνήμες, δικές του ποιητή και των παιδιών του, β) την καθημερινότητα και τα βιώματά της, γ) τα υπαρξιακά ζητήματα, με έμφαση στο θάνατο, δ) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα τη γυναίκα και ε) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα την ποίηση, που στην ουσία πρόκειται περί ποιημάτων ποιητικής.

Τα τρία εναρκτήρια ποιήματα της συλλογής: α) «Ο κρότος των λέξεων τους» (σελ. 9), β) «Κάταγμα» (σελ. 10) και γ) «Δουλειές του ποδαριού» (σελ. 11) είναι αφιερωμένα στους τρεις γιους του ποιητή, Ορέστη, Άρη και Θεόδωρο. Πρόκειται για ποιήματα γεμάτα τρυφερότητα, φαντασία αλλά και μιας μορφής υπερβατικότητα. Ο ποιητής ενίοτε συμπλέκει, αλλά πιο συχνά συνθέτει εικόνες μαγικού ρεαλισμού με τα παιδιά του πρωταγωνιστές: «Κάποτε τον φωνάζουν / και σε άλλες δουλειές / κάποτε / τον φωνάζουν / από τους ουρανούς / να κάνει τον άγγελο / να ανεβάσει τους πληγωμένους». (σελ. 11)

Ο ποιητής ανασύρει από την παιδική του μνήμη μικρά περιστατικά, ευτράπελα αλλά συνήθη για κάθε παιδί κάθε εποχής. Και με τη διόπτρα της σημερινής του ωριμότητας, τα ανασυνθέτει, σημασιολογώντας τα πλέον αλλιώτικα και με συμπεράσματα που άλλοτε συγκινούν με την ευαισθησία και την τρυφερότητα τους, και άλλοτε τέρπουν με την ειρωνεία, την καυστικότητα και τον χλευαστικό σαρκασμό τους: «…η εξουσία και η ιδιοκτησία / δεν αγαπάνε τα παιδιά». (σελ. 15)

Ο Γ.Χ. είναι κατά βάση ενδοσκοπικός ποιητής, γιατί είτε στα παιδιά του αναφέρεται, είτε στις δικές του παιδικές μνήμες, είτε στα βιώματα από τη σύγχρονη καθημερινότητα, είτε με ζητήματα αισθητικής καταπιάνεται, είτε με την ερωτική θεματική, διυλίζει τα πάντα μέσα του. Από τον εσωτερικό του κόσμο αντλεί για τις όποιες «εξωτερικές» ή φαινομενικά εξωστρεφείς επισημάνσεις και παρατηρήσεις του. Ανεξαρτήτως θεματικής, λοιπόν, θεωρώ τα ποιήματά του – σ’ αυτή την συλλογή και όχι μόνο – ως ποιήματα εσωτερικού, ιδιωτικού χώρου. Ό,τι και όποια ζητήματα κι αν θίγει ο ποιητής, για τον εαυτό του μιλά, για όσους περιβάλλει και τον περιβάλλουν με αγάπη, για την προσωπική του ιστορία και τον προσωπικό του μύθο. Ακόμη και οι άλλοι στους οποίους αναφέρεται, όπως π.χ. στο ποίημα «Ένας Ανδρέας» (σελ. 21) αντιφεγγίζονται μέσα από την δική του ιδιοσυστασία και υπόσταση.

Από την άλλη, σχεδόν δεν υπάρχει ποίημα του Γ.Χ. που να μην εμπερικλείει μέσα του πτυχές, ρανίδες, ιχνοστοιχεία ή και αδρές, ευθείες νύξεις περί ποιητικής και αισθητικής. Οι πεποιθήσεις του ποιητή γι’ αυτά τα καίρια ζητήματα, που απασχολούν άλλωστε κάθε δημιουργό, διαχέονται στα ποιήματα του, άλλοτε ακροθιγώς και άλλοτε με κάποιου βαθμού πληθωρικότητα, αλλά δεν απουσιάζουν ποτέ. Π.χ. στο ποίημα: «Πίνακας στο μέσον του Αιγαίου» (σελ. 28) βλέπουμε την τεράστια σημασία που αποδίδει ο ποιητής στη μνήμη της εικόνας, της εικόνας που αποθηκεύεται επιμελώς για να επανέλθει αργότερα, επεξεργασμένη και αναπλασμένη, υπό μορφή καλλιτεχνικού δημιουργήματος.

Και στη νέα συλλογή του Γ.Χ., όπως και στις πλείστες προηγούμενες, βρίσκει τρόπο έκφρασης και η κοινωνική ευαισθησία. Εδώ το ουμανιστικό πρόσωπο του ποιητή συμπλέκεται με τις υπαρξιακές του αναζητήσεις. Π.χ. στο «Ιαπωνικό παραμύθι» (σελ. 33), ο ποιητής μιλά για «γνήσια φτώχια» που μπορεί ν’ αφανίσει «μια οικογένεια / μια ολόκληρη γενιά». Και μπροστά σε αυτά τα δραματικά δρώμενα, με αφοπλιστικό κυνισμό, υπενθυμίζει ότι «…εμφανίζεται / κάποτε στον κόσμο / ένα είδος αδιάφορης αθωότητας». (σελ. 34)

Δεν υπάρχει ποιητική συλλογή του Γ.Χ. όπου να μην θεματοποιείται, μοναδικά σε κάθε περίπτωση, ο τραγικός και συνάμα προδοτικός Ιούλης του 1974, άλλοτε ως παιδική μνήμη και άλλοτε ως σύγχρονο βίωμα και παρεπόμενο εκείνης της τραγωδίας. Η συλλογή «Πληγείσες περιοχές» δεν αποτελεί εξαίρεση. Θα ήθελα ν’ αναφερθώ συνολικά στα ποιήματα: «Ο γέρο Γιωρκής» (σελ. 40), «Το συρτάρι» (σελ. 41) και «Φτηνά τη γλύτωσε ο Σωτήρης» (σελ. 42), όπου λειτουργεί ο συγκινησιακός αιφνιδιασμός του αναγνώστη, το βίωμα του σήμερα ως απότοκο του ’74 και ένα σέβας απροσμέτρητο στα θύματα εκείνης της μεγάλης τραγωδίας, που στιγμάτισε και μοιραία στιγματίζει και θα στιγματίζει εσαεί την πατρίδα μας. Παραθέτω ολόκληρο «Το συρτάρι»: «Τα οστά του φυλαγμένα σ’ ένα συρτάρι / του ανθρωπολογικού εργαστηρίου / περιμένουν ταυτοποίηση. / Ένας άνθρωπος που ήθελε να κάμει πολλά / αλλά δεν του βγήκε, κακορίζικός. / Σαράντα χρόνια αγνοούμενος / πέντε χρόνια μάλλον νεκρός. / Τέσσερα χρόνια φυλαγμένος. / Φυλαγμένος προσεκτικά σ’ ένα συρτάρι παρόμοιο / μ’ εκείνο όπου κάποτε παιδί / είχε κρύψει ένα γλειφιτζούρι / για να το γλείψει αργότερα». (σελ. 41)

Το ωραιότερο ερωτικό ποίημα της συλλογής, κατά την άποψή μου, είναι «Η ανεμόσκαλα» (σελ. 51) και λυπούμαι που λόγω χώρου δεν μπορώ να το παραθέσω ολόκληρο, ενώ η αποσπασματική παράθεση θα το αδικούσε κατάφορα. Περιορίζομαι να πω ότι η τρυφερότητα αναδεικνύεται ως ένα από τα κύρια εφαλτήρια για τις ποιητικές ανατάσεις του Γ.Χ.

Ο Γ.Χ. σπάνια λειτουργεί με αφοριστικές προσεγγίσεις στην ποίησή του. Όταν το πράττει όμως είναι καίριος, ευθύβολος, και εύστοχος: «Δεν υπάρχουν γυναίκες χωρίς αλυσίδες / δεν υπάρχουν γυναίκες ικανές να μην τις σπάσουν / και δεν υπάρχουν γυναίκες / που το καταλαβαίνουν πριν τις σπάσουν». (σελ. 52)

Οφείλω να ομολογήσω ότι απόλαυσα ιδιαίτερα την τελευταία ενότητα του βιβλίου με τα πέντε ποιήματα ποιητικής, όπου ο Γ.Χ. συνομιλεί με ομότεχνούς του ποιητές, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Θα τα χαρακτήριζα όλα αμεσότατα, ολόδροσα και με γενναία δόση χιούμορ. Δεν έχω παρά να ευχηθώ καλή συνέχεια στον ποιητή Γ.Χ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΥΣΙΩΔΟΥΣ

Κείμενο παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Γ. Χριστοδουλίδη Πληγείσες περιοχές / Γυμνές ιστορίες στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Πολιτιστικού Κέντρου Στροβόλου, στις 18 Απριλίου 2016 από τον Λεωνίδα Γαλάζη

Ο υπαρξιακός στοχασμός και η εσωτερικότητα, η στοχαστική γραφή, η χαμηλότονη ποίηση, η κοινωνική κριτική και η μετουσίωση καθημερινών ασήμαντων, πολλές φορές, περιστατικών σε ποίηση είναι ορισμένα από τα γνωρίσματα της ποιητικής του Γ. Χριστοδουλίδη, που εντοπίστηκαν από την κριτική στις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του, και τα οποία κυριαρχούν στη συλλογή του Πληγείσες περιοχές, που κυκλοφόρησε πρόσφατα 1 . Αυτά τα γνωρίσματα αποκρυσταλλώνονται σε ένα ευδιάκριτο προσωπικό ύφος, που αποστρέφεται την κίβδηλη ποιητική ρητορεία και την αισθηματολογία.
Από τον τίτλο της συλλογής υποβάλλονται οι σημασίες της συντελεσμένης καταστροφής, είτε στο επίπεδο του εξωτερικού κόσμου είτε στο επίπεδο της ανθρώπινης συνείδησης, αλλά και των βαθύτερων και συχνά ανομολόγητων επιθυμιών και ονείρων του ανθρώπου. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, απομένει η τραυματική βίωση του ολέθρου και η πικρή αποτύπωσή της. Εξάλλου, ο υπότιτλος Γυμνές ιστορίες παραπέμπει, αφενός στο λιτό, γυμνό και αστόλιστο ύφος των ποιημάτων της συλλογής και, αφετέρου, στον αφηγηματικό χαρακτήρα των περισσότερων από αυτά, που πλέον έχουν αποκρυσταλλωθεί ως δεσπόζουσες τάσεις της ποιητικής του Γ. Χριστοδουλίδη, «με καιρό και με κόπο» και με αδιάλειπτη μελέτη της ελληνικής και της παγκόσμιας ποίησης, «σε αναζήτηση πια ποιημάτων και όχι ποιητών», όπως ο ίδιος δηλώνει. Συνεπώς, μια διερεύνηση των διακειμενικών σχέσεων και των πιθανών σημείων «συνομιλίας» της ποίησής του με το έργο άλλων ποιητών δεν πρέπει να περιοριστεί στους Μπουκόφσκι, Χριστιανόπουλο,2 Ρίτσο, Λειβαδίτη, Ντύλαν Τόμας, Τράνστρομερ, αλλά να επεκταθεί και σε άλλους λιγότερο γνωστούς ή ελάσσονες ποιητές, χωρίς να παραγνωρίζει τη «συνάντησή» της με την πεζογραφία, τον κινηματογράφο και τη μουσική.
Ας επανέλθουμε, όμως, στο νέο βιβλίο του ποιητή. Τα τριάντα πέντε ποιήματα της συλλογής κατανέμονται σε πέντε ενότητες: Το παιδί (5 ποιήματα), Περιπέτειες (8 π.), Θανατερά (9 π.), Ερωτικά (της γυναίκας) (6 π.) και Ερωτικά (της ποίησης) (5 π.). Οι τίτλοι αυτοί παραπέμπουν στους δεσπόζοντες θεματικούς άξονες της συλλογής, δηλαδή στις μνήμες της παιδικής ηλικίας, στη δύναμη της ανατροπής από το απροσδόκητο, στη φθορά, στη λήθη και στην απώλεια, στον έρωτα και στον θάνατο, στην ποίηση για την ποίηση
Οι μνήμες της παιδικής ηλικίας κυριαρχούν στην πρώτη ενότητα της συλλογής, χωρίς να λείπουν από τις υπόλοιπες. Η μητρική μορφή σε ορισμένα από τα ποιήματα αυτά (π.χ. στο «Ο κρότος των λέξεών τους»: 9-10 και στο «Κάταγμα»: 10) συνδέεται με τη γλώσσα της στοργής και της αγάπης, σε αντίθεση με τις λέξεις των άλλων, φορέων συχνά εξουσίας, «σκληρές, αδιάλλακτες, δίχως αγάπη / σαν άδεια καρύδια την ώρα που σπάζουν» (9). Η παιδική αθωότητα και η χαρά του παιγνιδιού αντιπαραβάλλονται με τη σκληρότητα της εξουσίας και της ιδιοκτησίας («Μου πήρε πάντως χρόνια / να υποψιαστώ / ότι ίσως πιο πολύ από μας / μισούσανε το γέλιο μας / κι ότι / η εξουσία και η ιδιοκτησία / δεν αγαπάνε τα παιδιά»: «Ιστορίες που τις καταλαβαίνεις πολύ αργότερα»: 15). Αντίθετα, στο ποίημα «Ασκήσεις Γυμναστικής» το ποιητικό υποκείμενο δεν ανακαλεί στη μνήμη του εμπειρίες της παιδικής του ζωής, αλλά παρατηρεί από την οπτική γωνία του ενήλικα την πρόωρη απώλεια της παιδικότητας σ’ ένα γυμναστήριο: («Μόνο εκείνος ο φωνακλάς γυμναστής / […]/ ίσως και να χαστούκιζε κάποια παιδιά / […] / που είναι τόσο παιδιά / ενώ εκείνος ίσως να τα ήθελε να μεγαλώσουν πιο γρήγορα»: 17). Θα συνιστούσε, ωστόσο, παρανάγνωση της νέας συλλογής του Γ. Χριστοδουλίδη η ταύτιση των αναμνήσεων από την παιδική ηλικία με μια διάθεση νοσταλγικής επιστροφής στον χαμένο παράδεισό της. Σε ποιήματα άλλων ενοτήτων, όπου το ποιητικό υποκείμενο ανακαλεί παιδικές μνήμες και αυτές συνδέονται με τραυματικές και επώδυνες εμπειρίες (λ.χ. από τα γεγονότα του 1974 και κυρίως από το δράμα των αγνοουμένων: 25, 40, 41), η παιδική θέαση του κόσμου προσλαμβάνει τη διάσταση μιας χαμηλόφωνης διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα επίκλησης του δικαίου σ’ έναν κόσμο βαθύτατα τραυματισμένο από την αδικία και όχι μόνο από αυτήν.
απροσδόκητου και της ανατροπής των παγιωμένων αντιλήψεων εντοπίζεται σε ορισμένα ποιήματα της συλλογής, τα οποία, όπως διαπιστώνει ο αναγνώστης, απηχούν, από τη μια, την αριστοτελική περιπέτεια, με τη σημασία της αιφνίδιας μεταβολής των καταστάσεων: «Ἔστι δὲ περιπέτεια μὲν ἡ εἰς τὸ ἐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολὴ»3 και, από την άλλη, την αναγνώριση: «Ἀναγνώρισις [30] δέ, ὥσπερ καὶ τοὔνομα σημαίνει, ἐξ ἀγνοίας εἰς γνῶσιν μεταβολή»4. Λόγου χάρη, στο αφηγηματικό ποίημα «Σπασμένα ποδήλατα» η παιδική περιπέτεια, με τη σημασία της αναζήτησης νέων εμπειριών , διαχωρίζεται από το αδόκητο «που μια κοφτερή στιγμή / δρεπάνιζε τα σύθαμπα» , με αποτέλεσμα την τραγική απώλεια, σε μια «κοφτερή στιγμή», όπως εκ των υστέρων αναγνωρίζεται από τον πατέρα (13-14). Το ίδιο σχήμα της περιπέτειας-αναγνώρισης εντοπίζεται στο ποίημα «Ιστορίες που τις καταλαβαίνεις πολύ αργότερα», καθότι το κυνηγητό των παιδιών από τον αστυνομικό και τον περιβολάρη, που αρχικά αποδιδόταν στην οργή τους για την μεσημεριανή οχληρία ή την κλοπή λίγων φρούτων, πολύ αργότερα, με τη σοφία των χρόνων, αποδίδεται στο μίσος της εξουσίας και της ιδιοκτησίας για τα παιδιά (15). Από την άλλη, η κατά τα άλλα κοινότυπη ιστορία της συνάντησης σε μια υπεραγορά, στο ποίημα «Ανδρέας» (21-22), μετουσιώνεται σε μια εξωλογική εμπειρία, όπου και πάλι ανιχνεύεται το σχήμα περιπέτεια-αναγνώριση. Στο ποίημα αυτό η αιφνίδια μεταβολή αφορά τους τοπικούς δείκτες: από τη σκηνή της συνάντησης, τη στιγμή που το ποιητικό υποκείμενο «διαλέγει ντομάτες», μεταφερόμαστε έξω από την «πόρτα του κουρείου ονομάτων», στο «συνεργείο της αλλαγής ποδιών», «στις ουρές των στεγνών ανέργων». Η εξωλογική εμπειρία συνδέεται επίσης με το περιστατικό της πτώσης του κεφαλιού του Ανδρέα και στην προσπάθειά του να το προλάβει τρέχοντας μαζί με το ποιητικό υποκείμενο «στον κατήφορο»
Προφανώς, το εξωλογικό στοιχείο είναι έκφανση του υπαρξιακού στοχασμού στις Πληγείσες περιοχές του Γ. Χριστοδουλίδη και συνδέεται με τη διπολική αντίθεση ζωή-θάνατος, που επίσης διαπερνά πολλά ποιήματα της συλλογής. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Χριστούγεννα 2015», κατά παράδοξο τρόπο, οι νεκροί γιορτάζουν στο κέντρο της πόλης και πρόκειται να βασιλέψουν σε αυτήν, ενώ οι ζωντανοί «σε λίγο θα πάρουν τη θέση των νεκρών» (43), εικόνα που ανακαλεί στη μνήμη μας τα εφιαλτικά «Χριστούγεννα 1948» του Μίλτου Σαχτούρη ή και τη ρήση του Ηράκλειτου «ἀθάνατοι θνητοί, θνητοὶ ἀθάνατοι, ζῶντες τὸν ἐκείνων θάνατον, τὸν δὲ ἐκείνων βίον τεθνεῶτες»5 . Σε αντίθεση με το μεταφυσικό τοπίο του ποιήματος αυτού, στο «Φτηνά τη γλίτωσε ο Σωτήρης», ο φόβος του θανάτου εξαιτίας της πτώσης από ένα δέντρο τοποθετείται σε ένα πιο αληθοφανές σκηνικό και συγκρίνεται με το συντελεσμένο ύστερα από χρόνια γεγονός του θανάτου στον πόλεμο.
Συναφές με το θέμα του θανάτου είναι το συχνά επανερχόμενο θέμα της φθοράς, το οποίο, στο ποίημα «Ραδιενέργεια», λόγου χάρη, επιμερίζεται στα θεματικά στοιχεία της ασθένειας του ποιητικού υποκειμένου και της καταστροφής του ξύλινου σπιτιού από τα σκουλήκια. Εξάλλου, στο ποίημα «Σπινθηρογράφημα» η ιατρική εξέταση συνδέεται με τις ερωτικές μνήμες του ομιλητή, μετά τις εικόνες της φθοράς των ασθενών (50). Ο έρωτας είναι ίσως η μόνη διέξοδος για υπέρβαση της φθοράς, έστω και πρόσκαιρα, όπως γράφει ο Γ. Χριστοδουλίδης στο ποίημα «Αγάπη μπορεί να συμβαίνει και μετά από πολλά χρόνια»: «Και νιώθω μια ευλογία για όλα αυτά / όπως εκείνη που περιβάλλει / όσους πρόλαβαν να σφιχταγκαλιαστούν / πριν τους σκεπάσει οριστικά ένα υπερμέγεθες κύμα / ή τους μασήσει η δεξιά σιαγόνα της φθοράς» (53). Ο έρωτας ως φευγαλέα και παροδική βίωση της ευτυχίας εντοπίζεται και στο ποίημα «Η ηλεκτροδότηση της λήθης», όπου η έλευση της ερωτικής μορφής στην πόλη προκαλεί δονήσεις και διακοπές «στην ηλεκτροδότηση της λήθης / της λήθης του έρωτα / και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση / πολυκαιρισμένων συνηθειών […]» (48). Η εφήμερη δυναμική του έρωτα λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο αντιερωτικό, στο οποίο δεσπόζουν «τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων» και η «πετρόχτιστη αδιαφορία» όσων «λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν» (49).
Όπως η γνήσια ερωτική εμπειρία είναι σπάνια και με ελάχιστη διάρκεια, παρόμοια οι καθαρά ποιητικές στιγμές στην όλη πορεία ενός ποιητή είναι ελάχιστες, συνεπώς πάρα πολύ λίγα είναι και τα άξια λόγου ποιήματά του, αν συγκριθούν με το σύνολο του έργου του. Το αυτοαναφορικό ποίημα «Συγκομιδή» είναι μια ποιητική απάντηση του Γ. Χριστοδουλίδη στο «Noli me legere» του ομότεχνού του Μιχάλη Παπαδόπουλου, στο οποίο ο δεύτερος γράφει: «Υπήρξα ποιητής / δύο λέξεων μόνο / […]. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει /με τόσο μελάνι που έχυσα / με τόσους τόνους πεταμένου χαρτιού / δεν συνεισέφερα κι εγώ / στη γιγαντιαία διαδικασία παραγωγής του περιττού / για μια στιγμή ανεπαίσθητης κατανάλωσης του ουσιώδους;» 6. Στη «Συγκομιδή», που είναι αφιερωμένη στον Μ.Π., γίνεται μια αποτίμηση της ποιητικής παραγωγής των δύο ομοτέχνων: «Γράψαμε το πολύ πέντε ποιήματα / εγώ κι εσύ το ξέρουμε Μιχάλη./ Όλα τα άλλα / φλυαρίες / μια ενθρόνιση της κενότητας.». Επιπλέον, τίθεται το βασανιστικό ερώτημα αν οι ποιητές θα μπορούσαν να εναντιωθούν ακόμη περισσότερο στην αντιποιητική εποχή τους, αντί «να τα παρατήσουν τόσο εύκολα». (58).
Είναι λοιπόν η γνήσια ποιητική εμπειρία σπάνια και φευγαλέα. Κι αυτό μπορεί να συνδέεται με έναν τραγικό διχασμό του ίδιου του ποιητή, ανάμεσα στη δύσκολη επιλογή μιας μοναχικής και επίπονης πορείας και στην εύκολη ταύτιση με τον τρόπο ζωής όσων επέλεξαν να μη δημιουργούν. Ο διχασμός αυτός είναι το θέμα ενός άλλου ποιήματος ποιητικής, που φέρει τον τίτλο «Πηγές έμπνευσης». Ο ενδοκειμενικός ποιητής βιώνει τραγικά μιαν εκκρεμότητα, δηλαδή όσο γράφει έχει την αίσθηση ότι τον παρακολουθεί ένας αγροίκος που του τονίζει ότι «δεν τον ενδιαφέρει η ποίηση» «σκίζοντας όλα τα πρωτόκολλα», χωρίς όμως να καταφέρνει να πείσει τον πρώτο «να ασχοληθεί με κάτι πιο προσοδοφόρο». Στο τέλος, επέρχεται μια πρόσκαιρη συμφιλίωση ανάμεσα στους δύο «εαυτούς» του ποιητή, ο διχασμός του οποίου, σε καμιά περίπτωση δεν συνδέεται με μιαν αυτάρεσκη αναχώρηση και εναντίωση απέναντι στην κοινωνία, όπως συνέβαινε παλαιότερα στην ποίηση του αισθητισμού.
Αντίθετα, τόσο σε αυτή τη συλλογή όσο και στις προηγούμενες του Γ. Χριστοδουλίδη, είναι ευδιάκριτη μια εκτεταμένη κοινωνική περιοχή, με τα επιμέρους θέματα της βιοπάλης, της κοινωνικής δυστυχίας, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και άλλα. Αυτή η θεματική εντοπίζεται στα ποιήματα «Δουλειές του ποδαριού» (11), «Σπασμένα ποδήλατα» (13-14), «Ο γερο-Γιωρκής» (40). Ειδικά, στο τελευταίο έχουμε μια χαμηλόφωνη αποτύπωση του δράματος των αγνοουμένων σε συνδυασμό με το θέμα της βιοπάλης. Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση, τόσο γι’ αυτό το ποίημα όσο και για τα υπόλοιπα της συλλογής, ότι η ποιητική φωνή καταθέτει με στοχαστική πικρία και ενίοτε με λεπτή ειρωνεία το καταστάλαγμα βασανιστικών συλλογισμών του ποιητικού υποκειμένου γύρω από τον κόσμο της εξωτερικής πραγματικότητας και γύρω από τον εσωτερικό άνθρωπο με όσα πρόσκαιρα τον χαροποιούν και όσα διαρκώς τον θλίβουν και κάποτε τον συντρίβουν.
Σε καμιά περίπτωση η ποιητική φωνή στις Πληγείσες περιοχές του Γ. Χριστοδουλίδη δεν εκτρέπεται στον συναισθηματισμό ή στην εύκολη ποιητική ρητορεία. Ο ποιητής επέλεξε τον δύσκολο δρόμο της μετουσίωσης της πεζολογίας σε ουσιώδη ποιητικό λόγο, τις περισσότερες φορές ανιχνεύοντας την ποιητική ουσία ανάμεσα στα τετριμμένα καθημερινά περιστατικά και πολύ πιο σπάνια συναρμόζοντας την ουσία αυτή με απροσδόκητους και τολμηρούς συνδυασμούς λέξεων. Και μπορούμε ανεπιφύλακτα να υποστηρίξουμε ότι, στον δύσκολο αυτό δρόμο, ο Γ. Χριστοδουλίδης πέτυχε πάρα πολύ περισσότερα, από ό,τι ο ίδιος με μετριοπάθεια γράφει αποκαλώντας τον εαυτό του «ποιητή πέντε το πολύ ποιημάτων».
Σας ευχαριστώ

1 Βλ. ενδεικτικά Γιώργος Κεχαγιόγλου-Λευτέρης Παπαλεοντίου, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτε-
χνίας, Λευκωσία, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2010, 733′ Αιμίλιος Σολωμού, «Γιώργου Χριστο-
δουλίδη, Μεταξύ ουρανού και γης, Αθήνα, Φαρφουλάς 2013», Ανευ 48 (Καλοκαίρι 2013) 82-84′ Χρήστος
Μαυρής, «Η ποίηση των κοινωνικών αδιεξόδων», Χαραυγή, 8 Ιουλίου 2013.
2 Βλ. «Ηρωες και ηρωίδες υπάρχουν μόνο στους μύθους»: Συνέντευξη του Γιώργου Χριστοδουλίδη στη
Χαριτίνη Μαλισσόβα, Ιστολόγιο «Δια-Λόγου Διαδρομές»: http://wwwharitinicom.bIogspot.com.cy
/2014/05/biog-post_26.html
3 Βλ. Αριστοτέλης, Ποιητική 1452a.
4 Ο.π.
5 Ηράκλειτος, απ. 67: Hippolytus, Ref. haer. ix. 10: http://www.dassicpersuasion.org/pw/heraclitus/her-
patu.htm
6 Μιχάλης Παπαδόπουλος, Εντός συνόρων, Λευκωσία, Ακτή, 2000,35.

ΔΗΜΟΣΙΕΎΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ Τ.528/Καλοκαίρι 2016

Παναγιώτης Νικολαΐδης Φιλόλογος-ποιητής
ΔΙΟΡΑΜΑ τ. 5 Μάρτιος-Απρίλιος 2016

Στο σκοτεινό βάθος των ανθρώπων και των πραγμάτων: σχόλια
πάνω στην ποιητική συλλογή του Γ. Χριστοδουλίδη Πληγείσες
περιοχές, Γυμνές ιστορίες

Με την έκτη κατά σειρά ποιητική συλλογή Πληγείσες περιοχές, Γυμνές ιστορίες (Μελάνι, 2016), ο ποιητής και δημοσιογράφος στο επάγγελμα Γ. Χριστοδουλίδης αξιοποιεί τις κατακτήσεις της προηγούμενης του διαδρομής σφραγίζοντας μια ποιητική πορεία ιδιαίτερα δημιουργική και γόνιμη. Κάτω από αυτό το πρίσμα η ανά χείρας ποιητική κατάθεση αντανακλά την περιπέτεια μιας ποιητικής πρωτίστως συνείδησης που δεν καταλαγιάζει στις κατακτήσεις της, αλλά στρεφόμενη προς το ίδιο της το παρελθόν επεξεργάζεται τις συνέπειες της διαδρομής της, στοχάζεται το βάρος που της κληροδότησαν οι αισθητικές, υπαρξιακές και ιστορικές της δεσμεύσεις και αποδεικνύεται έτοιμη να τις διαχειριστεί εκ νέου σε ένα τραυματικό και επώδυνο παρόν. Και είναι ακριβώς για τούτον τον λόγο που το νέο του ποιητικό βιβλίο, επιτυγχάνει αισθητικά σε μεγαλύτερο βαθμό μιαν εκφραστική πυκνότητα χάρη στον αυστηρότερο έλεγχο παλαιότερων διηγηματικών στοιχείων και κυρίως της υπερβολικής αναλυτικότητας, που αποδυνάμωναν κάποιες φορές το συμπαγές γλωσσικό αισθητήριο. Ένα δεύτερο χάρισμα που αποδεικνύει, κατά την άποψή μου, ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί και το επιστέγασμα της ωριμότητας του Χριστοδουλίδη, είναι ότι διευρύνει τα οικεία θέματά του σε μεγαλύτερους κύκλους δημιουργώντας νέες περιοχές αναζήτησης.
Η συλλογή αποτελείται από πέντε, ίσες περίπου σε ποιήματα, ενότητες [Το παιδί, Περιπέτειες, Θανατερά, Ερωτικά (της γυναίκας), Ερωτικά (της ποίησης)]. Πιο συγκεκριμένα οι τρεις πρώτοι ομόκεντροι, θεματικοί κύκλοι του βιβλίου ακολουθούν οριζόντια την αναπόφευκτη πορεία της ανθρώπινης ζωής (παιδί-ενηλικίωση-θάνατος). Η αποφασιστική πορεία του ποιητικού υποκειμένου προς την αυτογνωσία έχει τέτοια ενδελέχεια, έτσι όπως εκτυλίσσεται από ποίημα σε ποίημα, που δίνει, κατά την άποψή μου, στην έκδοση μια σχεδόν μυθιστορηματική διάσταση. Αντίθετα, οι δύο τελευταίοι θεματικοί κύκλοι (έρωτας για τη γυναίκα και την ποίηση) διατρέχουν κάθετα όλο το εγχείρημα και εισάγουν στη μυθολογία του βιβλίου, ένα κλειδί ανάγνωσης∙ ένα κλειδί που προοικονομεί με διαύγεια τον πυρήνα του ποιητικού στοχασμού που αναπτύσσεται πολύτροπα στη συλλογή, δηλαδή τη σχέση του ανθρώπου με τη θνητότητα και με τη γλώσσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πέντε δομικές ενότητες, ιχνηλατούν το ίδιο θέμα με πέντε καταθέσεις διαφορετικής μορφής, θερμοκρασίας και εμβέλειας, ισορροπώντας, βέβαια, μέσα από τις αντινομίες τους. Σε κάθε περίπτωση, ο λειτουργικός τίτλος, Πληγείσες περιοχές, φωτίζει ενίοτε με μαύρο φως και ενίοτε με το φως της ελπίδας τον παιδικό κόσμο, την ενηλικίωση, τον θάνατο, την ιστορία, την κοινωνία, τον έρωτα και την ποίηση αδιάλειπτα και οργανικά, δημιουργώντας ένα αισθητικά λειτουργικό ποιητικό σύμπαν που αποπνέει αγάπη για τον άνθρωπο και την τέχνη.
ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ (σ. 60)
Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
Και πίνω μια ξανθιά μπίρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος
Όπως αποδεικνύει η ανάγνωση του συνόλου του έργου του Χριστοδουλίδη, ο ποιητής γράφει τους ισχυρότερους του στίχους όταν εκκινεί από τα προσωπικά του βιώματα και γίνεται εξομολογητικός. Συνήθως σε μια τέτοια εκκίνηση, το εγώ φτάνει πολύ μακρύτερα από το σημείο που όριζε η αφετηρία του και συναντά το εμείς. Τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής καταδεικνύουν με σαφήνεια μια δραματική και, ας το καταθέσω προκαταβολικά, ποιητικά δραστική στροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον εσώτερο βιωματικό του πυρήνα, εκεί όπου μονίμως αναθρώσκουν μνήμες ζωογονητικές (π.χ. ερωτικές, παιδικές), αλλά και πολλές λύπες, ματαιώσεις, διαψεύσεις και οδυνηρές διαπιστώσεις. Συγκλίνουν, με άλλα λόγια, προς ένα ζεύγμα αποσταγμένης πείρας ζωής, πικρίας για τις συντελεσμένες απώλειες και καρτερικού φόβου για τα επικείμενα.
Σε ορισμένα πάλι ποιήματα, ιδιαίτερα στις ενότητες (Περιπέτειες και Θανατερά) η ιστορία και ο έντονος κοινωνικός προβληματισμός δεν εξορίζονται άρδην από το ποιητικό προσκήνιο ούτε, ωστόσο, εκφέρονται φωναχτά ή ανεπεξέργαστα. Αντίθετα, ενσωματώνονται έντεχνα στον οντολογικό πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης και για τούτο μετουσιώνονται, ως επί το πλείστον, αισθητικά και λειτουργικά σε ποίηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, συγκεκριμένα στοιχεία του κοινωνικού, καλλιτεχνικού και ιστορικού βίου, οι συνειδητές δηλαδή σκοπεύσεις, αλλά και οι ασυνείδητες αναφορές, οι ρήξεις και οι κρίσιμες υπαρξιακές επιλογές του ποιητικού υποκειμένου, δεν αποσιωπούνται με κανένα τρόπο, αλλά εγγράφονται ποιητικά στο κείμενο ως αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο παραγωγής και διακίνησης του νοήματος.
ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ (σ. 41)
Τα οστά του φυλαγμένα σ’ ένα συρτάρι
του ανθρωπολογικού εργαστηρίου
περιμένουν ταυτοποίηση.
Ένας άνθρωπος που ήθελε να κάνει πολλά
Αλλά δεν του βγήκε, κακορίζικος.
Σαράντα χρόνια αγνοούμενος
πέντε χρόνια μάλλον νεκρός.
Τέσσερα χρόνια φυλαγμένος.
Φυλαγμένος προσεκτικά σ’ ένα συρτάρι παρόμοιο
μ’ εκείνο όπου κάποτε παιδί
είχε κρύψει ένα γλειφιντζούρι
για να το γλύψει αργότερα.
Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, θεωρώ ότι ακόμη ένα θετικό στοιχείο του βιβλίου, είναι ότι αρκετά ποιήματα, ακόμα και όταν πρόκειται για ποιήματα ποιητικής, πείθουν σε μεγάλο βαθμό με την αλήθεια τους και αιτιολογούν βάσιμα τον υπότιτλο της συλλογής Γυμνές ιστορίες. Και τούτο συμβαίνει γιατί αφενός ο ποιητικός πυρήνας διαποτίζεται, βυθίζεται στο βίωμα και αφετέρου γιατί αυτό το βίωμα πραγματώνεται αισθητικά επιτυγχάνοντας τις περισσότερες φορές καθολικότητα. Σε αυτήν ακριβώς τη μείξη ατομικού και συλλογικού, μύθου και ιστορίας εδρεύει κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημεία-κλειδιά της συλλογής, το οποίο μάλιστα φωτίζει τον αφηγηματικό σκελετό του βιβλίου.
Πιο συγκεκριμένα, στο κέντρο της αφηγηματικής τεχνικής του ποιητή δεσπόζει συμπληρωματικά το πρώτο και το τρίτο ενικό πρόσωπο, στα οποία θεωρώ ότι συμπλέκονται αξεδιάλυτα δύο στοιχεία: το αυτοβιογραφικό-βιωματικό από τη μια και το ιστορικοκοινωνικό-αφηγηματικό, σκηνοθετικό από την άλλη. Με τη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου, ο ποιητής δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, στο οποίο ο αναγνώστης εμπλέκεται αναπόφευκτα. Με τη χρήση του τρίτου ενικού προσώπου, η απουσία του ποιητή ταυτίζεται με την αναγνωστική ελευθερία που εγγυάται αδόκητη διεύρυνση του ποιήματος. Και στις δύο περιπτώσεις ο ομιλητικός χαμηλόφωνος τόνος, η προσωπική εξομολόγηση, η απροσποίητη ειλικρίνεια, η κατάθεση ψυχής αποτελούν τις εκφραστικές προθέσεις και προϋποθέσεις.
Το βιωματικό υλικό, επομένως, δεν εξασφαλίζει από μόνο του υψηλό ποιητικό αποτέλεσμα, αλλά πραγματώνεται επιτυχώς σε αισθητικά λειτουργική ποίηση πρωτίστως χάριν της ισχυρής, οικειωτικής δύναμης του στίχου. Και στην περίπτωση του Γ. Χριστοδουλίδη, η δύναμη του στίχου του οφείλεται πρωτίστως στον επιτυχή, τις περισσότερες φορές, ποιητικά συγκερασμό μιας συγκρατημένης συγκίνησης με ένα διανοητικό-στοχαστικό στοιχείο, προϊόν ανήσυχου προβληματισμού και άγρυπνης σκέψης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητικός ρεαλισμός του Χριστοδουλίδη, αποδεικνύεται στις καλύτερές του στιγμές σε εξαιρετικό όπλο της γραφής, καθώς τον προφυλάσσει από τις παγίδες του ποιητικού ναρκισσισμού, ενώ παράλληλα του επιτρέπει να ψηλαφεί τραγικά βιώματα με την έσχατη λεκτική απλότητα. Με αυτό τον τρόπο, τα ιδιωτικά βιώματα του ποιητή δεν παραμένουν ασφυκτικά κλειστά στον χώρο των φευγαλέων εντυπώσεων του καθημερινού βίου, αλλά ανοίγονται προς μια βαθύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική νοηματοδότηση.

ΤΟ ΣΕΛΙΝΙ (σ. 24)
Ήμουν δεν ήμουν εφτά χρονών
κι εκείνη η σταφιδιασμένη γριούλα είχε ανοικτή
τη χούφτα.
Της έδωσα το χαρτζιλίκι μου –ένα σελίνι
κι έτρεξα φοβισμένος μακριά.
Η γριά πέθανε, εγώ μεγάλωσα
ο χρόνος κάτω από το χώμα
καθάρισε τα κόκαλά της
αν δεν ήταν θαμμένη
θα βλέπατε ότι έχουν το ίδιο χρώμα
με το φετινό φεγγάρι του Αυγούστου
όμως αυτό που θέλω να πω
είναι ότι εκείνο το σελίνι
από τότε
καθημερινά μου επιστρέφεται
κι αστράφτει
πιο πολύ απ’ όλα τ’ άλλα νομίσματα
μες το ταξίδι του.

Εστιάζοντας στον μελαγχολικό τόνο, ο οποίος σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό διατρέχει το σύνολο σχεδόν της παραγωγής του ποιητή, παρατηρούμε ότι εδώ αναδύεται θεματικά εντοπισμένος και εμφιλοχωρεί επιτακτικά στο εσωτερικό της ποιητικής έκφρασης. Η αβεβαιότητα, τα διλήμματα, οι φόβοι, το άγχος για το οδυνηρό πέρασμα του χρόνου και οι ενοχές, οδηγούν το ποιητικό υποκείμενο άλλοτε σε μελαγχολικές κρίσεις συνειδήσεως και ταυτότητας στις οποίες διακυβεύεται ολόκληρη η ύπαρξή του και άλλοτε σε επάλληλους κύκλους εξωστρέφειας που εκδηλώνονται περισσότερο με ειρωνεία και λιγότερο με οργή για την εξαχρείωση των κοινωνικών ηθών στον τόπο μας, την κοινωνική και ιστορική αδικία και τον θάνατο. Από την άλλη πλευρά, η προσκόλλησή του ποιητή σε ηθικές αξίες και αρχές, ο ανθρωπισμός του, η προσήλωσή του στην ομορφιά και κατ’ επέκταση την αλήθεια, τον βοηθούν, βεβαίως, πρόσκαιρα να ισορροπήσει ψυχικά, δεν επιφέρουν, ωστόσο, την πολυπόθητη εσωτερική γαλήνη.
Και είναι για αυτόν ακριβώς τον λόγο που, ενώ θεματοποιείται εμφαντικά η βίαιη εισβολή του εξωτερικού κόσμου στον αφύλαχτο χώρο της ιδιωτικής ζωής και της ύπαρξης, ταυτόχρονα το ποιητικό εκκρεμές εξισώνει το αποτέλεσμα με τη αντίστροφη και, τις περισσότερες φορές, λυτρωτική παρέμβαση της ποιητικής όρασης που μεταμορφώνει τον εξωτερικό κόσμο. Πρόκειται για μια ανατρεπτική, σε πολλά ποιήματα της συλλογής, οπτική, η οποία αφαιρεί από τα πράγματα την κοινή θέα και θέασή τους, βάζοντας στη θέση τους ένα ιδιάζον, λοξό ποιητικό κοίταγμα, το οποίο ως επί το πλείστον αναποδογυρίζει την κοινή λογική και κυοφορεί το θαύμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η κοινωνική περιθωριοποίηση, η ανέκκλητη φθορά του σώματος, η εξαχρείωση των αισθημάτων, η κοινωνική αδιαφορία, η αδικία, οι σωματικές και ψυχικές πληγές αποτελούν εν τέλει διάφορες εκδοχές της υπαρξιακής ερημιάς και του παράλογου της ιστορίας, που μόνο η ποίηση και ο έρωτας μπορούν έστω και για λίγο να νικήσουν. Οι δύο τελευταίες ενότητες του βιβλίου καταδεικνύουν εξάλλου εμφαντικά ότι μόνο η ποίηση και ο έρωτας δύνανται να προστατεύσουν τον λυρισμό της σκέψης και την παιδική ηλικία, να επιτεθούν στη βαρβαρότητα, στην κατανάλωση των σχέσεων, στην κοινωνική και ιστορική αδικία, στα λογής στερεότυπα, ακόμη και στην ίδια την ποίηση όταν αυτή είναι άσφαιρη. Η ποίηση και ο έρωτας εμφανίζονται, λοιπόν, αιφνίδια στη σκηνή για να βεβαιώσουν τη δυνατότητα ενός ουσιαστικότερου υπάρχειν μέσω μιας ανατρεπτικής ματιάς, η οποία ως επί το πλείστον ανατρέπει το άνοστο περίβλημα της καθημερινότητάς μας.
ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ (σ. 44)
Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
-πολλών ήσυχων ημερών.

Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι αυτή η ανατρεπτική όραση δεν περιορίζεται αυτάρεσκα και από απόσταση ασφαλείας στο υπαρξιακό ή στο ιστορικοκοινωνικό πεδίο, αλλά επεκτείνεται με παρρησία και στο πεδίο της ίδιας της ποίησης. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής «ΠΗΓΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ», αποδομείται ειρωνικά από τη μια το εξιδανικευμένο μοντέλο του ρομαντικού ποιητή, ενός καθαρού, υπερβατικού, όντος, που επικοινωνεί με το θείο και εμπνέεται από αυτό, ενώ ταυτόχρονα προβάλλεται αντιθετικά από την άλλη το ακάθαρτο, γήινο σώμα του πραγματικού ποιητή. Το ποίημα, κινείται, με άλλα λόγια, επιθετικά και εσώστροφα, προς την κατεύθυνση του ίδιου του ποιητή-δημιουργού, αποδομώντας, αφενός, τη ρομαντική και ιδεαλιστική εικόνα του ποιητή ως πολιτιστικώς ορθού κοινωνικού προτύπου για έναν υψηλό πολιτισμό, και αφετέρου τη ναρκισσιστική του ασθένεια.
ΠΗΓΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ (σ. 61)
Υπάρχει μια εκκρεμότητα
που αν δεν την πω δεν θα ησυχάσω.
Κάποιος με παρακολουθεί την ώρα που γράφω.
Ένας αγροίκος
τον ακούω να κόβει τα νύχια του
να ξύνεται να χασμουριέται
μετά να σηκώνεται να σπάει αβγά
να κάνει ομελέτα
ύστερα να ανάβει την τηλεόραση
να ρουφά την ημερήσια φρικαλεότητα
μετά να παθιάζεται μ’ ένα ντέρπι
να στυλώνει το τεράστιο πούρο του
να στέλλει δαχτυλίδια καπνού
στο γκρίζο ταβάνι του
που καταρρέει αδιάκοπα.
Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η ποίηση
μου λέει, σκίζοντας όλα τα πρωτόκολλα
κατ’ ακρίβειαν την έχω εντελώς γραμμένη
και χασκογελά.
Νομίζει ότι έτσι θα με τσαντίσει
ή θα με κάνει να ασχοληθώ
με κάτι πιο προσοδοφόρο.
Ας πιούμε ένα ποτήρι κρασί, του απαντώ
Κερασμένο από μένα
πάλι μου έδωσες
το καλύτερο ποίημα.
Συνοψίζοντας, η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γ. Χριστοδουλίδη Πληγείσες περιοχές, Γυμνές ιστορίες, αποτελεί ένα ποιητικό χρονολόγιο του αόρατου ρήγματος της ύπαρξης. Σε αυτό τον ψυχικό ιστό ό,τι χάθηκε, κομματιάστηκε και σπαταλήθηκε, δεν αντιπροσωπεύει μιαν ουδέτερη, άχρηστη και αποσημασιολογημένη ύλη, αλλά ένα ακόμη ολοζώντανο σύμπαν, που μολονότι αιμορραγεί ακατάσχετα από κάθε του άνοιγμα, δεν λέει με κανέναν τρόπο να παραδώσει τα όπλα. Για τούτο και η ποιητική του κρυσταλλώνεται σε ένα ξεκάθαρο διπολικό σχήμα: από τη μια η οδυνηρή νοσταλγία ενός οριστικά χαμένου, παιδικού παραδείσου, από την άλλη η επίμονη προσπάθεια του ποιητή να υπερβεί αυτή την απώλεια και να επανακτήσει την αρχική ολότητα. Επιμέρους ενστάσεις σε ορισμένα σημεία του βιβλίου για υπερβολική αναλυτικότητα ή πλατειασμό υπάρχουν, δεν μπορούν ωστόσο, κατά την άποψή μου, να αλλοιώσουν σε μεγάλο βαθμό το συνολικό αποτέλεσμα. Το θαύμα της ποίησης ιχνοβατεί το σκοτεινό βάθος των ανθρώπων και των πραγμάτων και εξακολουθεί να προβάλλει μέσα από τις άπειρες κρύπτες της πραγματικότητας. Όποιος διαθέτει την κατάλληλη όραση το βλέπει.

 

Χαριτίνη Μελισσόβα Εφ. Θεσσαλία/25/12/2016

 

Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, που φέρει τίτλο «Πληγείσες περιοχές», αποτελείται από 35 ποιήματα χωρισμένα σε 5 ενότητες: α) τις παιδικές μνήμες, δικές του ποιητή και των παιδιών του, β) την καθημερινότητα και τα βιώματά της, γ) τα υπαρξιακά ζητήματα, με έμφαση στο θάνατο, δ) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα τη γυναίκα και ε) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα την ποίηση, που στην ουσία πρόκειται περί ποιημάτων ποιητικής. Ο Γ.Χ. σπάνια λειτουργεί με αφοριστικές προσεγγίσεις στην ποίησή του. Όταν το πράττει όμως είναι καίριος, ευθύβολος, και εύστοχος: «Δεν υπάρχουν γυναίκες χωρίς αλυσίδες / δεν υπάρχουν γυναίκες ικανές να μην τις σπάσουν / και δεν υπάρχουν γυναίκες / που το καταλαβαίνουν πριν τις σπάσουν».

 

 

Κώστας Τσιαχρής  Φιλολογικές Ματιές 1/1/2017

 

Με  αυτόν τον  δημοσιογραφικού  ύφους τίτλο  και με μία διάθεση άκρως  διερευνητική, ο δημιουργός αυτής  της συλλογής, έκτης  κατά σειρά, αναζητά  κάτι  σαν πτώμα  πάνω  στην εικόνα   ενός  φαινομενικά     εύρωστου οργανισμού. Και σα να  παίρνει φόρα  από την αθωότητα  της  παιδικής  ηλικίας για να χτυπήσει με δύναμη  και με  το κεφάλι χωρίς κράνος  πάνω στην κολόνα  του θανάτου. Και σα να βγάζει από το συρτάρι του το  γλειφιτζούρι για να πλανέψει  την ανθρωπιά  που κρύβεται στα  ενδιάμεσα στάδια. Και  σα να βγαίνει από τη σύγκρουση  ανέλπιστα  επιζών.

 

 

 

GIORGIO TZIMURTAS

ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΚΡΥΦΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Στα κρυφά στρώματα της πραγματικότητας, στην πολύμορφη σύνθεσή της και στην απρόσμενη αποτελεσματικότητά της – σ’ αυτές τις βαθιά δρώσες περιοχές διεισδύει η ποίηση του Γιώργου Χριστοδουλίδη. Αποκαλύπτει μυστικές εξαρτήσεις και ασύνειδους μηχανισμούς, απονέμοντάς τους ένα ακριβές γλωσσικό περίγραμμα.Οι στίχοι του είναι διαφωτιστικοί. Το μέσον για την κρίση, τη συνειδητοποίηση, είναι η ίδια η ποίηση με τη διπλή σημασία της λέξης: ως λυρική έκφραση και ως νοηματική ανα-διαμόρφωση του κόσμου.
Προγραμματική σημασία ενέχει το ποίημα «Τελική κρίση», όπου λέει: «Θέλω να σταματήσω να προδίδω την ποίηση./ Να προσθέσω επιτέλους στις λέξεις/ το αληθινό τους νόημα./(…) ΄Υστερα να περιμένω ν’ ακούσω/ το σύρσιμο της σαύρας από τα ερείπια,/ ή το φτερούγισμα του περιστεριού/ μ’ ένα κλαδί ελαίας στο ράμφος. Οι στίχοι μηνύουν επίσης, ότι τόσο η ικανότητα για κρίση όσο και η διαμεσολάβησή τους προϋποθέτουν την ειλικρίνεια της γλώσσας, έχουν ανάγκη τη συμφωνία μαζί της.
Η υψηλής περιεκτικότητας μορφή είναι χαρακτηριστική της ποίησης του Χριστοδουλίδη: «Γράφω σύντομους στίχους, η έκφρασή μου είναι παρά τα συγκεκριμένα γεγονότα, στα οποία αναφέρομαι, συμβολική», εξηγεί ο ποιητής. Τα σύμβολά του διαθέτουν, παρά την σαφήνειά τους, ποικίλα επίπεδα. Στο ποίημα «Τελική κρίση» μπορεί «τα ερείπια» να αναφέρονται σε ένα μακρύ παρελθόν, του οποίου η κληρονομιά θα πρέπει να διευκρινισθεί και να κατανοηθεί εκ νέου. Αλλά εξ ίσου επισημαίνουν πόσο πρόσκαιρη μπορεί να είναι η αρχέγονη δύναμή τους. Η οποία μπορεί να λήξει λόγω του χρονικής φύσεως προορισμού τους ως κτηρίων, λόγω καταστροφής από τον χρόνο ή το ανθρώπινο χέρι.
Το «σύρσιμο της σαύρας» πάνω στην πέτρα διευκρινίζει: Οι τοίχοι που κατέρρευσαν έχουν γίνει ένα μέρος της φύσης. Ως πολιτισμικό, αλλά συγχρόνως και ως αποδεικτικό στοιχείο της ταυτότητας ενός τόπου συγχωνεύονται πια στο τοπίο. Στο εξωτερικό τοπίο, αλλά και στο εσωτερικό, της ψυχής. Εκεί συντηρούν τόνους που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα. Όποιος διαθέτει λεπτή αίσθηση γι’ αυτούς, έχει και τη δυνατότητα να ακούσει και » το φτερούγισμα του περιστεριού/ μ’ ένα κλαδί ελαίας στο ράμφος», την ειρήνη, δηλαδή, που πλησιάζει.
Κι αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από γενικώς ανθρώπινη, κοινωνική και πολιτική άποψη.
Ο Χριστοδουλίδης , που γεννήθηκε το 1968 στη Μόσχα και εργάζεται στην Κύπρο ως δημοσιογράφος, καλλιεργεί στην ποίησή του και τους τρεις θεματικούς κύκλους: «Είναι όσα βιώνω, αυτά που αποκτούν μορφή στην ποίησή μου. Αποφασιστικές είναι πολλές και διάφορες επιδράσεις και πηγές έμπνευσης,» όπως υποστηρίζει. Όταν έχει την αίσθηση ότι ωρίμασε ο χρόνος για να γράψει κάτι, τότε ακολουθεί αυτήν την τάση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα ποιήματα που δημιουργούνται σε μια τέτοια φάση βρίσκονται και σε κάποια εξάρτηση μεταξύ τους.
«Προσπαθώ να διεισδύσω όλο και βαθύτερα στην ανθρώπινη ύπαρξη». Έτσι καθορίζει ο Χριστοδουλίδης τον στόχο της ποίησής του. Σε σχέση με τα κοινωνικά θέματα λέει: «Προσπαθώ να δώσω φωνή σ’ αυτούς που δεν έχουν. Μέσα από μια παγκόσμια προοπτική». Ως παράδειγμα αναφέρει τους παράνομους μετανάστες. «Το φτερούγισμα του περιστεριού» μπορεί να ερμηνευτεί και με αυτό το νόημα, τη στιγμή μάλιστα που αυτό παραθέτει και στο κρατικό οικόσημο της Κύπρου.
Ο Χριστοδουλίδης αφιερώνεται επίσης και στην κριτική του πολιτισμού, στην απειλή του ανθρώπου από τη ριζική εμπορευματοποίηση του κόσμου. Στο ποίημα «Οι βάρβαροι» γράφει: «Με ξένα χέρια ταξιδεύουμε στο μέλλον/ (…)/ Ασύλληπτοι κραδασμοί/ ηχούν από παντού/ (…)/ Από την απέναντι λεωφόρο/ οι βάρβαροι/ που άλλοτε κραδαίναν ακονισμένα σπαθιά/ με διαφημιστικές πινακίδες/ τώρα θριαμβεύουν.
Από πολιτική άποψη ασχολείται με το πρόβλημα της Κύπρου, τον χωρισμό της πατρίδας του εδώ και πάνω από 34 χρόνια εξαιτίας της κατάκτησης ενός τρίτου της νήσου από τους Τούρκους . Εδώ ωστόσο δεν πρόκειται για θρήνο, αλλά «για διασαφήνιση του τραγικού που δεν γίνεται πια αντιληπτό». Τονίζει πως υπάρχει κίνδυνος, «να συνηθίσουμε σε πολλά πράγματα, που δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. » Ένα σημαντικό δείγμα αυτής του της πρόθεσης είναι το ποίημα «Θα πενθήσω αργότερα», όπου γίνεται λόγος «για προσωρινούς χωρισμούς που γίναν μόνιμοι» και παρακάτω για «όνειρα/ που έμειναν τέτοια».
Στο ποίημα αυτό διαφαίνεται πολύ καθαρά η προειδοποιητική πλευρά της ποίησης του Χριστοδουλίδη, αλλά και η τέχνη τού να καθάρει διά της ποίησης. Παρ’ όλα αυτά ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι: «η ποίηση δεν αλλάζει τον κόσμο». Δεν αποκλείεται ωστόσο «ένας και μοναδικός άνθρωπος να μπορέσει μέσω ενός ποιήματος να δει κάτι τελείως καινούργιο ή και να το συνειδητοποιήσει». Ο Χριστοδουλίδης πιστεύει βαθιά ότι «η ποίηση μπορεί να μας κάνει πιο σοφούς, να μας οδηγήσει σε καλύτερη γνώση του δικού μας εγώ».
Κι αυτό είναι μια εμπειρία που έχει κάνει ο ίδιος: Το πρώτο του ποίημα το έγραψε ο Γιώργος Χριστοδουλίδης στα 13 του χρόνια. Ήταν μια στιγμή που είναι γι’ αυτόν παρούσα ακόμη ως σήμερα. «Επέστρεφα από το σχολείο στο σπίτι πολύ λυπημένος, απογοητευμένος από τον εαυτό μου. Σκεφτόμουν πως δεν είχα κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, που να απέδειχνε ότι διέθετα προσωπικότητα», διηγείται ο ίδιος. Ξαφνικά άρπαξε ένα μολύβι και έγραψε ένα ποίημα. «Διαπίστωσα ότι μπορούσα να γράψω ποίηση. Και άρχισα να γράφω.»
Στην αρχή έγραφε ποιήματα με ομοιοκαταληξία, όπως ήταν η συνήθεια της ελληνικής ποίησης στις προηγούμενες δεκαετίες. Σιγά σιγά προχώρησε σε νέους τρόπους. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «΄Ενια» – ο τίτλος είναι ένα γυναικείο όνομα, που όμως όταν προφέρεται μπορεί να σημαίνει και «νόημα» – εκδόθηκε το 1996. Για τη συλλογή αυτή του απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο για νέους ποιητές. Πέντε χρόνια αργότερα ο Χριστοδουλίδης τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τον δεύτερο τόμο με ποιήματά του το «Ονειροτριβείο». Η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή, που παρουσίασε το 2004, φέρει τον τίτλο «Εγχειρίδιο καλλιεργητή». Τα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι πιο μακροσκελή από ό,τι στις παλαιότερες, αλλά ο Χριστοδουλίδης παραμένει πιστός στο συμπυκνωτικό του ύφος. Παρά ταύτα διαβαίνει τώρα το μονοπάτι μιας πιο διηγηματικής παρουσίασης.
Ως προς τη μορφολογική τους άποψη, τα ποιήματά του είναι «πάντα ένα καινούργιο πείραμα». Επιδράσεις δέχτηκε εκτός από τη ρωσική ποίηση, την οποία διάβαζε όσο σπούδαζε στη Μόσχα Δημοσιογραφία,καθώς και από την αγγλόφωνη, αλλά και, προπαντός, από τους νεοέλληνες λυρικούς ποιητές: Γιάννη Ρίτσο, Τάκη Σινόπουλο, Νικηφόρο Βρεττάκο και την Κική Δημουλά, που αναφέρει με ιδιαίτερη έμφαση. Ως τυπικά κυπριακά στοιχεία στην ποίησή του ο Χριστοδουλίδης χαρακτηρίζει «όλα όσα παραδίδει η καθεμιά ποιητική γενιά στις επερχόμενες». Έχει εμβαθύνει στους στίχους των Κυπρίων ποιητών, ενώ στα ποιήματα του Κώστα Μόντη και του Μιχάλη Πασιαρδή διαπίστωσε πόσο σπουδαία είναι «η συγκέντρωση στο πιο ουσιαστικό». Αυτό που ο ίδιος θα ήθελε κυρίως να κατορθώσει, είναι » Η απλότητα της ποίησης αφού κατανοηθεί προηγουμένως η πολλαπλότητα της πραγματικότητας».
Σημαντικό είναι επίσης κατά τον Χριστοδουλίδη η επικοινωνία με τον αναγνώστη. Για την αποστολή ωστόσο της ποίησης ο Χριστοδουλίδης μας λέει στο ποίημά του «Ένια»: «(…) τα ποιήματα δεν γίνονται/ για να διαβάζονται./ Για να πεθαίνουν γίνονται/ μέσα στην ομορφιά που αναπέμπει/ ένας ασύλληπτος χρησμός.

Αιμίλιος Σολωμού
Περιοδικό Άνευ

Γιώργου Χριστοδουλίδη, Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης, εκδ. Φαρφουλάς, 2013

Με την πέμπτη του ποιητική συλλογή «Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης» (χωρισμένη σε δύο μέρη) ο Γιώργος Χριστοδουλίδης ανανεώνει την παρουσία του στον ποιητικό χάρτη της Κύπρου, συνεχίζοντας μια ξεχωριστή ποιητική διαδρομή. Ανήκει στη γενιά των ποιητών που αποκλίνουν από τις θεματικές και τα εκφραστικά μέσα της γενιάς του 1974. Στους νέους ποιητές που σ’ ένα βαθμό «αμφισβητούν» την ποιητική της προηγούμενης γενιάς.

Ο ποιητής επανέρχεται σε θέματα που τον απασχολούσαν στις πρότερες συλλογές του. Ωστόσο, υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στην οικονομία και συνεπώς την επιδείνωση των κοινωνικών όρων διαβίωσης, η ποίησή του γίνεται αμεσότερη, επικαιροποιείται περισσότερο, καταπιάνεται με ζητήματα που δε χρειάζεται πια να τα αναγάγει από το μερικό και μεμονωμένο στο γενικό και πανανθρώπινο. Τώρα, έχει κανείς την αίσθηση πως ο ποιητής ακολουθεί αντίστροφη πορεία: από το γενικό απομονώνει το μεμονωμένο και με το φακό του εξετάζει αυτές τις αλλαγές. Κι αυτό, γιατί η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού υφίσταται πια τέτοια διάβρωση και έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις με ταχείς ρυθμούς και συνεχώς επιδεινούμενους που απειλεί να μας συμπαρασύρει όλους. Η απόγνωση είναι δίπλα μας, χτυπά και τη δική μας πόρτα.

Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως την ποίηση του Γ. Χριστοδουλίδη μονοπωλεί η κοινωνική θεματική (ιδωμένη με μια λοξή ειρωνική διάθεση). Έχει το μεγαλύτερο μερίδιο, αλλά τον απασχολεί, όπως πάντα, το κυπριακό εθνικό πρόβλημα (και μάλιστα αυτό προτάσσεται στη συλλογή, στα πρώτα ποιήματα), π.χ. στο ποίημα «Για τις Κερύνειες», στο οποίο ασκεί κριτική στους «γνωστικούς» που έχουν ξεγραμμένη την Κερύνεια ή σε ανάλογο πλαίσιο, με πιο έμμεσες παρόμοιες απηχήσεις, κινείται και στα ποιήματα «Ναυμαχίες» και «Επέτειοι». Πάντως, η πραγματικότητα είναι ότι βαρύτητα δίνεται σε κοινωνιολογικά και υπαρξιακά ζητήματα όπως η εκμετάλλευση των οικονομικών μεταναστών και η νοσταλγία τους για τη γενέθλια γη, οι άστεγοι, η διαφθορά και η διαπλοκή της εξουσίας, η κυρίαρχη θέση του χρήματος και του υλισμού στην κυπριακή κοινωνία του νεοπλουτισμού σε αντιδιαστολή με την ανέχεια, την κοινωνική αναλγησία και αδικία, η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, η φθορά και το γεγονός του θανάτου, ο έρωτας και η αγάπη. Η διεθνής επικαιρότητα, ή οι εμπειρίες από ταξίδια, είναι επίσης ορισμένα από τα θέματα τα οποία επανέρχονται στις συλλογές του Γ. Χριστοδουλίδη (εδώ π.χ. οι πολύνεκρες βομβιστικές επιθέσεις στο Ιράκ). Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη συλλογή καταπιάνεται με οικογενειακές (και προσωπικές) μνήμες (ενδεικτική είναι η μορφή του παππού στο ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή) και εμπειρίες. Επιμένει με ευαισθησία και στοχαστική διάθεση στις σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών και κυρίως στον τρόπο ανατροφής τους. Ασκεί κριτική στους γονείς, γιατί έκλεισαν τη μνήμη των παιδιών τους σ’ ένα φιλμ της φωτογραφικής σας μηχανής ή γιατί δεν τα έμαθαν να σηκώνονται όταν πέφτουν («Νουθεσία»). Στο ποίημα «Ανάκτορα Μεγάλου Πέτρου» αναφέρεται στην τραυματική εμπειρία της εγκατάλειψης των παιδιών από έναν πατέρα. Στα παιδιά και στη σχέση τους με τους γονείς γίνεται αναφορά και στα ποιήματα «Πρωινή εικόνα» και «Περί λαθών». Μέσα στα πλαίσια αυτής της οικογενειακής θεματικής εντάσσεται και το ποίημα «Γεγονότα μέσα στα χρόνια των σπιτιών»: Σαν αναρριχητικά φυτά/διεισδύουν μες στα χρόνια μας/τα γεγονότα των σπιτιών.

Συχνά στη συλλογή παρόντα είναι και τα ποιήματα ποιητικής: ο ποιητής συνειδητοποιεί την αδυναμία του να αλλάξει τα κακώς κείμενα, αλλά εκφράζει την ετοιμότητα να συνεχίσει να γράφει («Απελπισία»). Αλλού αναφέρεται στην αποστολή των ποιητών: μέχρι να πρηστούν τα χέρια τους/να αιμορραγήσουν/μέχρι το ορυχείο/να αναβλύσει στίχους/ή να τους καταπλακώσει («Υπόγειες Εργασίες») ή έχει επίγνωση του γεγονότος ότι όσα θα γράψεις και θα πεις στο μέλλον/έχουν ήδη ειπωθεί («Οι περισσότεροι είναι σαν κι εσένα») ή ακόμα αντιλαμβάνεται τη δύναμη της ποίησης, αφού θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα/ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό/θα το διαβάσουν οι τυφλοί/και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα («Σβήνοντας τα ίχνη επιμελώς»).

Έντονα παρών στη συλλογή είναι ο υπαρξιακός στοχασμός και η εσωτερικότητα. Ο ποιητής συλλογίζεται πάνω σε κορυφαία ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως ο έρωτας, η φθορά, ο χρόνος, η μοναξιά, ο θάνατος και το επέκεινα (π.χ. οι σχέσεις νεκρών/ζωντανών-συχνά αναρωτιέται αν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι πια έχουν αποδημήσει). Πολλά από τα θέματα αναπτύσσονται με διδακτική, παραινετική διάθεση που παραπέμπει εν μέρει στον Καβάφη («Ο βλαστός»: Έτσι και τη ζωή σου/μην την φυτέψεις όπου να’ ναι/δεν υπόκειται σε μεταφυτεύσεις/ψάξε καλά το έδαφος/τις πιθανές μελλοντικές αναπτύξεις/την πετροποίηση του φυσικού της περιβάλλοντος/κι αν δεν βρεις αυτό που ζητάς/γύρεψε λύση στο νερό). Παρόλα αυτά, ο στίχος του Γ. Χριστοδουλίδη παραμένει νηφάλιος και η ποίησή του χαμηλότονη. Δεν πέφτει στην παγίδα να κραυγάσει και να υψώσει τη φωνή της, παρά τον ιδιαίτερα καταγγελτικό της χαρακτήρα.

Γενικά, ο Γ. Χριστοδουλίδης έχει διαμορφώσει το δικό του προσωπικό ύφος με τον τρόπο που πραγματεύεται τα θέματα και τους ρητορικούς του τρόπους. Η συνομιλία με την ιστορία, η διεθνής επικαιρότητα, η κοινωνική κριτική, η έντονη στοχαστική διάθεση σε υπαρξιακά ζητήματα, η μνήμη, η ειρωνεία και ο σαρκασμός ορισμένες φορές, η επανάληψη, η αμφισημία είναι χαρακτηριστικά της ποίησής του.

Χρήστος Μαυρής

ΧΑΡΑΥΓΗ 8 Ιουλίου 2013

Η ποίηση των κοινωνικών αδιεξόδων

Η τραγωδία του Ιούλη του 1974 δεν έχει περάσει, όσο θα έπρεπε, και στην νέα ποιητική συλλογή (η έκτη στη σειρά) του Γιώργου Χριστοδουλίδη, που τιτλοφορείται «Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης» που εκδόθηκε το 2013, στην Αθήνα. Φυσικά, η τραγωδία του 1974 (πραξικόπημα-τουρκική εισβολή- νεκροί-αγνοούμενοι-προσφυγιά) δεν έχει περάσει ούτε και στην ποίηση των άλλων, νεότερων ποιητών της Κύπρου. Και αυτό, εν μέρει, είναι δικαιολογημένο

λόγω της αποστασιοποίησης από τα τραγικά αυτά γεγονότα αλλά και λόγω έλλειψης, νομίζω, βιωμάτων, εφόσον οι περισσότεροι ήσαν τότε σε μικρή ηλικία ή, κάποιοι, ίσως να ήταν και αγέννητοι. Συνεπώς δεν έζησαν τη φρίκη του

πολέμου και τις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν για τον κυπριακό λαό, για να τα καταγράψουν στην ποίησή τους. Κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες που γίνονται στις μέρες μας, από την πλευρά αυτών των ποιητών, όπως διαπιστώνω, δεν καταλήγουν ή, καλύτερα, δεν μετουσιώνονται σε ποιητική τέχνη.

Με άλλα λόγια, η Ιστορία ή τα ιστορικά γεγονότα είναι μονίμως απόντα από την ποίησή τους, σε αντίθεση με τις προηγούμενες γενιές των Κυπρίων ποιητών, δηλαδή τη γενιά του 1974 και του 1960, που η Ιστορία αποτέλεσε την νερομάνα

για την ποίησή τους.Με αυτό εννοώ πως το κέντρο της ποίησης των νεότερων ποιητών δεν είναι η Ιστορία. Το κέντρο της ποίησής τους είναι η ανθρώπινη κοινωνία που, χάρη στην εξέλιξη της Τεχνολογίας, τώρα μπορούν να την

παρακολουθούν και να την εποπτεύουν σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας.Μία παγκόσμια κοινωνία που, στο σύνολό της, μαστίζεται από πολέμους και εμφύλιες διαμάχες, από την οικονομική κρίση και τη φτώχεια, με αποτέλεσμα να

είναι γεμάτη με άστεγους και πεινασμένους, με πρόσφυγες και κατατρεγμένους, με άρρωστους και εξαθλιωμένους! Μια κοινωνία που οδηγεί τα μέλη της συνεχώς σε αδιέξοδα, χωρίς να μπορεί να τους προσφέρει έστω και μία αχτίδα ελπίδα ή κάποιες στιγμές χαράς, με την κατάσταση αυτή να επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο. Ακριβώς, μέσα σε αυτά τα κοινωνικά αδιέξοδα καλούνται να

επιβιώσουν σήμερα οι Κύπριοι ποιητές, παλαιότεροι και σύγχρονοι.Μαζί τους ασφαλώς και ο Γιώργος Χριστοδουλίδης που η μέχρι σήμερα ποιητική παραγωγή του τον κάνει να ξεχωρίζει σαν ένα από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της νεότερης ποιητικής γενιάς και που η νέα ποιητική συλλογή του, όπως διαπιστώνω, είναι βουτηγμένη μέσα στο ανθρώπινο υπαρξιακό δράμα.

Δηλαδή, αποτελείται από ποιήματα που τα θέματά τους είναι καθημερινά και ανθρώπινα, συνεπώς είναι εμποτισμένα με πόνο και πίκρα. Εκείνο όμως,

που ξεχωρίζει έντονα στη νέα συλλογή του και σε κάνει να το προσέξεις με ιδιαίτερη ματιά, είναι το γεγονός πως τα περισσότερα ποιήματά του αφορούν

θέματα που, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να θεωρηθούν δευτερευούσης σημασίας από τους αναγνώστες του, άρα ασήμαντα και ανούσια, (όπως π.χ. η πρωινή συνομιλία με ένα υποτιθέμενο παππού του), με αποτέλεσμα να διερωτώνται αν άξιζε τον κόπο να ασχοληθεί ο ποιητής με αυτά τα θέματα. Όταν ολοκληρώσεις όμως την ανάγνωσή τους, θα διαπιστώσεις πως στο βάθος τους, (ειδικά όπως προσέγγισε και ανέπτυξε τα θέματά του ο Χριστοδουλίδης), αυτά τα χαμηλόφωνα

ποιήματα, με στίχους που μοιάζουν σαν καθημερινές κουβέντες, είναι γεμάτα ουσία και πανανθρώπινα μηνύματα. Σίγουρα όμως, αυτό δεν μπορεί να το καταφέρει ο οποιοσδήποτε. Γιατί, αυτή η προσπάθειά του Χριστοδουλίδη,

είναι μεν μια δουλειά αξιόλογη αλλά συνάμα είναι και πολύ δύσκολη, όχι όμως ανώτερη των δυνάμεων και του ταλέντου του. Και, βέβαια, θέλει μεγάλο ταλέντο να μετατρέψεις ένα ασήμαντο γεγονός ή ένα ασήμαντο θέμα σε ποίηση και

μάλιστα, μερικές φορές, σε μεγάλη και ενδιαφέρουσα ποίηση! Ο Χριστοδουλίδης όμως, όπως διαφαίνεται μέσα από την παρούσα συλλογή του, διαθέτει ταλέντο και μάλιστα με το παραπάνω.

Δρ Νίκη Κατσαούνη, Συγγραφέας, Κριτικός Τέχνης

‘’Δρόμος Μεταξύ Ουρανού και Γης’’: Μια Ποιητική Συλλογή Ως Απόπειρα Αυτοστέγασης

’Εάν το αίτημα των φυσικών και φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου είναι να εννοήσει ο άνθρωπος τον Κόσμο, η τέχνη αντιστρέφει αυτό το αίτημα. Το τρομαχτικό αίτημα που θέτει η τέχνη είναι, να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον Κόσμο’’. Γιώργος Χειμωνάς ’Έξι Μαθήματα για τον Λόγο’’, Ύψιλον, 1984 σελ. 122.

‘’Ευλογημένοι όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα τους. Ευλογημένοι όσοι διασώζουν τα καλύτερα εδάφη της ψυχής τους’’. Γιώργος Χριστοδουλίδης, FB, Σεπτ. 2013.

TO ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΣΩ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ από εκεί που έμεινα, που διέκοψα μάλλον, πριν από δέκα σχεδόν χρόνια όταν έκανα την παρουσίαση της δεύτερης Ποιητικής Συλλογής του Γιώργου Χριστοδουλίδη, το ‘’Ονειροτριβείο’’, με ένα κείμενο που είχα όχι μόνο ξεχάσει ολότελα και αφασικά, αλλά και χάσει από προσώπου γης ως ‘’λέξη και ως πράγμα’’. Το είχε κρατήσει και μου το έστειλε ηλεκτρονικά ο Γιώργος τις προάλλες. Με τίτλο ελαφρά συντετμημένο, για σας, να λέει ‘’Μια Ανά-Γνώση’’ στην ‘’Εργώδη Αμφι-λογία του Γιώργου Χριστοδουλίδη ’’, ανα-γνώρισα τον χρόνο εκτός χρόνου όπου κατοικοεδρεύει συνήθως λάθρα μια άλλη (αλλά πάλι) ‘’τάξη’’ πραγμάτων που ο Φουκώ στο Οι Λέξεις και Τα Πράγματα δεν κατονομάζει μονολεκτικά αλλά περιγραφικά : ‘’’Ετσι, σε κάθε πολιτισμό, ανάμεσα σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε διατακτικούς κώδικες και στους στοχασμούς για την τάξη, υπάρχει η γυμνή εμπειρία της τάξης και των τρόπων ύπαρξής της’’. Σ’ αυτή την κατά-τάξη η λογοτεχνία μπορεί νάναι το διάμεσο, γι αυτό είναι βατή ως μια ‘’τεχνική’’ αντίληψης των πραγμάτων, αλλά και ως μετέχουσα μιας οιονεί ερμηνείας τους. Λέω τεχνική γιατί η ανά-γνωση προϋποθέτει μια μαθητεία, ένα εργαλείο που διαφέρει από κείνο της συμβατικής αποκωδικοποίησης.

ΑΣ ΘΕΣΟΥΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ σαν μια υπόθεση εργασίας: Πώς μια ποίηση /λογοτεχνία γίνεται κατανοητή από τον ίδιο αναγνώστη που δεν είναι πια ο ίδιος, όπως δεν είναι ο ίδιος ο δημιουργός της; Άρα, δε μιλούμε καν για την ίδια λογοτεχνία. Ας ξεσκαρτάρουμε τα στερεότυπα του τύπου, ‘ο Χριστοδουλίδης ασχολείται με θέματα της επικαιρότητας, κοινωνικά προβλήματα και συγκαιρινές του ανησυχίες’. Αυτό δεν τον διακρίνει από έναν άλλο λιγότερο ή περισσότερο, ή διόλου ‘’Χριστοδουλίδη’’. Και: από πού κι ώς πού εσείς κι εγώ που ξέρουμε την ποίησή του εδώ και χρόνια, ή αποκτούμε τώρα μια εξοικείωση μ’ αυτή, μπορούμε να διακρίνουμε και να συγκρίνουμε αυτή τη γραφή με τον εαυτό της, ως ανήκουσα στο παρελθόν και ως μετέχουσα στο μέλλον;

Π.χ. Οδύνη (σελ. 32). ‘’Είμαι ο Μιχάλης Παπάς./ Σας διαβάζω τακτικά./ Είδα πριν λίγο τις ειδήσεις. / Είχα στείλει ένα άρθρο κάποτε./Πρότεινα να γίνει μια γερουσία σε κάθε πόλη./Να αποφύγουμε έτσι την οριζόντια ψηφοφορία./ Είμαι ο Μιχάλης Παπάς./Γράφω για τα Νέα της Πάφου./ Είμαι συνδρομητής σας./Νομίζω ότι είναι μια καλή ιδέα./Ήμουν εκπαιδευτικός./Να περιμένω να δω αν θα γράψετε κάτι;/Αύριο ή μεθαύριο;/ Είμαι μέλος του κόμματος/Σας ευχαριστώ./Καληνύχτα σας/’’. (Από το ‘Ονειροτριβείο’ 2004).

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ. Δεν σημαίνει καθόλου το ίδιο, αυτό το ποίημα στον ποιητή του, ούτε σε μένα τον αναγνώστη του, σήμερα σαν ποίημα και όχι σαν συμβάν. Ούτε ο δάσκαλος στο μάθημα της ανάλυσης θα το αναλύσει το ίδιο οξόν κι αν είναι ένας κακός φιλόλογος. Και πάλι δεν μπορείς να παπαγαλίσεις το Είμαι ο Μιχάλης Παπάς, έστω κι αν το αποστηθίσεις. Τι κάνουμε με τους κλασικούς θα ρωτήσεις. Τον Όμηρο, λχ. τους Τραγικούς, τον Αριστοφάνη, ή και τον Μένανδρο… Ο Φουκώ θα σου απαντήσει για την κλασική σύνδεση πράγματος με τη λέξη πριν την αποδόμηση σημαίνοντος από το σημαινόμενο. Ο Καβάφης όμως δεν είναι διόλου ‘κλασικός’ κι ας κλασικίζει γλωσσικά. Η γλώσσα του ήταν πολύ κοντά στην Ελληνιστική κοινή που διαδέχθηκε την Αττική. Αυτή καθιερώθηκε όταν ο Μεγαλέξανδρος κατάκτησε την Ανατολή (βλ. George Thomson ‘’H Eλληνική Γλώσσα Αρχαία και Νέα ‘’Διαλέξεις για τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό σελ. 53) γι αυτό και η Κωνσταντινοπολίτικη καταγωγή του είναι όχι μόνο αναγνωρίσιμη, από τον υποψιασμένο αναγνώστη, αλλά και καύχημα του ίδιου. Μάλλον λάθος είναι αυτό που μαθαίνουμε στο λύκειο ότι ο Καβάφης διαιρείται στερεότυπα σε ιστορικό, φιλοσοφικό, ερωτικό. Η ποίηση είναι πάντοτε οι τρείς αυτοί ή/και άλλοι χώροι, αδιαχώριστοι. Μετέχει και των τριών (ή περισσότερων) αυτών ‘τάξεων’ ως μία σύν-τάξη, τουλάχιστον στη σύγχρονη εποχή, και όχι με την αρχαία ελληνική κωδικο-ποίηση, όπου σημαίνον και σημαινόμενο ήταν μαζί σ΄ένα αυστηρά αποκλείον ό,τι άλλο ‘’εκτός εαυτού’’ σημείο. Δεν είναι μάλλον, λοιπόν, η λογοτεχνία ένα διάμεσο από τη μια, πραγματικότητας, ιστορικής, συμβατικής γλώσσας και κωδικών, και, φιλοσοφικής ερμηνείας, από την άλλη; Είναι το σημαινόμενο, άραγε, ως πρωτεύον, εδώ, στη λογοτεχνία; Είναι αυτό που λέει ο Χειμωνάς ότι η λογοτεχνία ως τέχνη ορθώνεται με αίτημά της να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον κόσμο;

ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΩ ΠΙΟ ακραία επιστημονική και φιλοσοφική απαίτηση από το δέον του Χειμωνά: Αίτημα της τέχνης να γίνει αντιληπτή από τον κόσμο και όχι τ’ αντίστροφο. Πάντα διαβάζω Χειμωνά από άλλα βιβλία, από άλλες γραμμές, από άλλες χώρες, και μου βγαίνει ο ίδιος, από άλλο δρόμο, πάντα από λοξοδρόμημα. Πάντα ο ίδιος – ατελεύτητος. Διαβάζω τον Χριστοδουλίδη το ίδιο, μ΄ένα φακό που διαθλά το χρόνο, αλλάζει τον τόπο, αλλάζω και εγώ ως αναγνώστης, και βρίσκω πως ο Γ. Χρ. είναι επακριβής σαν πείραμα που επαναλήφθηκε πολλές φορές για να δώσει το ίδιο ΟΕΔ, την ίδια επαλήθευση: ενός ανθρώπου που αιτείται να κάνει την ανά-γνώσή του κατανοητή από μένα – qua ‘’κόσμο’’.

ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΠΩΣ ΑΝΑ-ΓΙΓΝΩΣΚΩ, πώς ανα-γνωρίζω τον Γ. Χρ. όταν οι θέσεις των λέξεων προς τα πράγματα έχουν αποσυντεθεί, και νέα σημαινόμενα συνωθούνται στα παλιά σημαίνοντα, στον ίδιο αριθμό σελίδων του βιβλίου δομώντας νέα ανεξερεύνητα, black holes and baby universes; Πώς εγκυρώνεται η ισχύς της επικαιρότητας του Γ. Χρ ως διαχρονική και οικουμενική σε ένα διαρκές δείγμα δομής που ρέει διαρκώς, σ’ ένα σώμα κατατετμημένης ποίησης που παραμένει αρτιμελές; Σαν ένα πλανητικό σύστημα στην επεκτατική του φάση άρα που δεν γερνά, που αναμιμνήσκεται, μόνο ανά-δρομα, αλλά δεν γυρνά οπίσω και δεν γιγνώσκει εμπρός; Δε ξέρω αν υπάρχει ποίηση ‘’επίκαιρη’’ κι ας γράφει ό,τι θέλει ως breaking news και περιστασιακό: ‘’Το Φορτίο’’. (Από ‘Το Απραγματοποίητο’. 2010. Σελ. 43). Δε ξέρω ποίηση νέα, δεν ξέρω ποίηση ηλικιωμένη, δε ξέρω ποίηση ατσαλάκωτη και σιδερωμένη. Δε ξέρω ποίηση πεποιημένη. Πεπατημένη. Ξέρω ποίηση ανα-ποιουμένη. Επ-ανα-ποιουμένη.

‘’…Το ουράνιο τόξο αφοπλίστηκε./Του αφαιρέθηκαν τα βέλη και επιδιορθώθηκε η καμπυλότητά του/μην εκληφθεί ως όπλο μαζικής καταστροφής// Γ.Χρ. ‘’Εγχειρίδιο Καλλιεργητή’’, 2004.

-Γράφει ο Γιώργος Χειμωνάς: ‘’Η αναγκαιότητα…σύζευξης του ολικού με το ειδικό επιβάλλεται, ενίοτε γεννάται, από το πρώτο το ολικό. Αυτό θα μπορούσε, αρκετά ‘’επικά’’ είναι αλήθεια να αποκληθεί και φαινόμενο Κυναίγειρου: η ολόθυμη αγωνία του ήρωα να συγκρατήσει το περσικό πλοίο δεν ανακόπτεται από την απώλεια των φυσικών του οργάνων για να το πετύχει, δηλαδή των χεριών του. Ο Κυναίγειρος εντέλει θα χρησιμοποιήσει ένα άλλο αρπαχτικό όργανο: τα δόντια του. Το θέμα είναι πάντα ότι το πλοίο δεν πρέπει να φύγει (: να ένας πολύτιμος ορισμός για τον λόγο της τέχνης).’’

ΚΟΙΤΑΤΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ σύμπτωση στην αναφορά στον Κυναίγειρο στο ‘’Ναυμαχίες’’ σελ. 12, ‘’Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης’’ του Γ. Χριστοδουλίδη, που εικονογραφεί ακριβώς ιστορικά και φιλοσοφικά το σχόλιο του Χειμωνά για τον Κυναίγειρο. Από το ‘Ολικό’, βεβαίως, που πολλαπλασιάζει ακόμα και τον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα στον Χριστοδουλίδη: ‘’Θα υπάρχουν πάντοτε/καράβια που πάνε/και καράβια που έρχονται/ Μαραθώνες και Σαλαμίνες/γι’ αυτό/ θα προκύπτει πάντοτε/ κάποιος Κυναίγειρος/με τα πελώρια χέρια του/ν’ αρπάζει το περσικό πολεμικό/να το κρατά ακίνητο/ και όταν του κόβουν τα χέρια/να το συγκρατεί με τα δόντια του/και όταν του συνθλίβουν το σβέρκο/(για να ξαπολήσει επιτέλους)/τα δόντια του να βυθίζονται/το ξύλο της πλώρης/και να μένουν εκεί βυθισμένα/μέχρι να λιώσει πρώτα το ξύλο/και μετά τα δόντια του//. Η σωματικότητα είναι για τον Χειμωνά σημαντική, είναι γιατρός και ποιητής, η σωματικότητα δεν αφίσταται της τελικής ‘’παραγωγής’’ ενός έργου τέχνης. Γι’ αυτό η τέχνη έχει βρεί το αντίκρισμά της στον έρωτα, όσο υπερβατικός ή μεταφυσικός , από τον Καβάφη και πίσω στο Τροπάριο της Κασσιανής και πιο παλιά, στην κλασική Σαπφώ, όπου η ποίηση ενέχει το σημείο στην ολότητά του, όταν το άτομο δεν είχε διασπασθεί από το κοινωνικό σύνολο.

ΤΕΛΕΙΩΝΩ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ αυτή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, με μια απορία με την οποία ξεκίνησα, και που κατέφυγα στον Gaston Bachelard για να με βοηθήσει: στο ωραίο σύγγραμμά του ‘’Η Ποιητική του Χώρου’’, (Εκδ. Χατζηνικολή σελ. 31) εξετάζει με ‘’ποιο τρόπο ριζωνόμαστε σε μία γωνιά του κόσμου…γιατί το σπίτι είναι η γωνιά μας μέσα στον κόσμο’’…’’όπου επιτρέπεται (…) σε όλους, πλούσιους ή φτωχούς να ονειροπολούν’’. Ο Γ. Χρ. πρέπει να μου έδωσε όσο κανένας ποιητής, αν πάρω τη γενιά μου, που όλοι γράψαμε το κοντό μας και το μακρύ μας μετά το ’74, ΤΟΣΟ, το βαθύ μαχαίρωμα του ξεριζωμού, της προσφυγιάς, της απουσίας εστίας, στέγης, ‘νιστιάς’, στέγασης, αυτοστέγασης: αυτές τις δύο τελευταίες λέξεις έγραψα κλείνοντας το τελευταίο του βιβλίο, ‘Μεταξύ Ουρανού και Γης’, σ΄ αυτό το αστέγαστο στέγαστρο μεταξύ, αναξέοντας μια πληγή που νόμιζα δεν έχει άλλο αίμα να αιμορραγεί. Ο Γ. Χρ. όχι μόνο εμμένει στο ολικό, στο μαζικό, το οικουμενικό, με τον ιδικό του, ειδικό τρόπο, τον απόλυτα ατομικό, αλλά το κάνει στο διάκενο, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς ανήκειν, χωρίς έρεισμα κανένα, παρεκτός μια καρδιά διάτρητη, διαμπερή,

όπου μπαινοβγαίνουν οι θύελλες του τόπου του/μας που έγινε μια δυστοπία, οι τυφώνες των μακρινών Ηπείρων, τα πάθη του Οδυσσέα και του Καβάφη χέρι χέρι με τον Μπουκόφκι που του αρέσει αλλά δεν του μοιάζει δεν μοιάζει με κανένα μας, μα είναι ένα παιδί που δεν είχε την πολυτέλεια της στέγασης στον κόσμο που ονειρεύεται. …Mακάρι να μπορούσε να το πει σαν τον άλλο ποιητή τον Τάκη Σινόπουλο που αγαπά: ‘’ Εδώ γεννήθηκα./Εδώ μεγάλωσα. Λοιπόν αυτά μου χρειάζονται/για την οργή μου και την περηφάνια μου./Για να κρατήσω και να κρατηθώ./Δεν έχω θεούς. Και δε φοβάμαι’’//.

Αυτό-στέγαση αιτείται ο Γιώργος Χριστοδουλίδης στεγάζοντας με επίγνωση ένα τσούρμο άστεγους, εμάς, που ψάχνουμε μια μαρτυρία της εξορίας και της ξενιτείας, που είναι η Κύπρος. Ο Γ. Χρ. μας φιλοξενεί. Πολλούς συνωστισμένους, σαστισμένους, μέσα σ’ ένα κόσμο στον οποίο Κύπριοι και ξένοι πιο δικοί από τους δικούς, αναγνωρίζουμε την απουσία μας, και την απόστασή μας. Μα απ΄ όπου ο ίδιος είναι το ίδιο ξενωμένος. Πώς σκέφτεται το μέλλον;;; Τι ονειρεύεται για αύριο;

‘’Θα υπάρχει πάντα μια οφειλή/ γιατί δεν έγινες παράθυρο/γιατί δεν έγινες το φως/ για κείνους.’’

-Παράθυρο; Φως; Δυο λέξεις πριν την ου-τοπία την απανταχού σκεπή του κόσμου, που λέγεται ψιθυριστά, πια, συνωμοτικά, σαν βλασφημία, βλοσυρά, ασθματικά, σαν δυσθυμία: (ελευθ—ελευθερ— ελευθερία—θερία)…

ΝΚ Σεπτ. 25, 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

«Έρχεται καλή σοδειά»… ή μάλλον ήρθε

Το απραγματοποίητο είναι μία από τις δυνατές εκφορές των μικρών θανάτων που δοκιμάζει ο άνθρωπος στην τριβή του με την καθημερινότητα. Στην περίπτωση του Γιώργου Χριστοδουλίδη και της τέταρτης ποιητικής συλλογής του, το «απραγματοποίητο» είναι η ανθρωπολογία της ποίησής του. Κι είναι

πολλοί οι τρόποι που μπορεί να μετέλθει ο άνθρωπος προκειμένου να επιμεληθεί το χάσμα της πλήρωσης ή την ήττα του.

Το Απραγματοποίητο του Γ. Χριστοδουλίδη κινείται όχι προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά εντός της ίδιας μίας κατεύθυνσης, σαν να διερευνά την πληγή που σκάβει το συγκεκριμένο στοιχείο στην ανθρώπινη συνείδηση και το σώμα της ύπαρξης. Και μέσα σε αυτά τα όρια μεταλλάσσεται διαρκώς: άλλοτε ως αποκομμένος ποταμός από την πηγή του, πότε ως συντριβή στο αδιατάρακτο της πραγματικότητας, αλλού περνώντας τη γραμμή του ανεπίστρεπτου ή φέγγοντας τον δικό του ήλιο κρυμμένο σε ασημάδευτη θάλασσα.

Κι όμως, παρά τον λυρισμό της, η ποίηση του Χριστοδουλίδη δεν αναπτύσσεται με όρους ατομικής ψυχολογίας. Βαθιά στο ποίημα εργάζεται μια μεταφυσική του αισθητού, η οποία μετουσιώνεται σε εικόνα. Για την ακρίβεια, σε ακτινογραφία της εικόνας. Θα έλεγα πως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ποιητική φωνή του Χριστοδουλίδη έγκειται ακριβώς σε αυτήν τη συνθήκη: στη διαδικασία που παράγει την εικόνα και όχι στην εικόνα αυτή καθαυτή παρά τη χρήση υπερρεαλιστικών και εξπρεσιονιστικών ρητορικών ελιγμών, στους οποίους οφείλεται εν πολλοίς και η έντονη εικονοποιία του ανά χείρας βιβλίου.Η αντιμετώπιση του ποιήματος ως διαδικασία παραγωγής εικόνας μετατρέπειτο καλλιτεχνικό δημιούργημα σε αντικείμενο. Υπό την έννοια πως ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί την καλλιτεχνική του επικράτεια στη βάση της δύναμης που διαθέτουν οι μορφές των αντικειμένων, η παρουσία και η χρήση των οποίων προσδίδει πολιτικό περιεχόμενο στα συγκεκριμένα ποιήματα. Μην φανταστείτε όμως ούτε κάποιο είδος στρατευμένης τέχνης ούτε ένατυποποιημένο βίωμα υπό τη μορφή συνθήματος ή σλόγκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, η πολιτική υπόσταση των ποιημάτων είναι ζήτημα αντικειμένων, όπως αυτά εκφέρονται με μόνη διαμεσολάβηση τη λέξη και κατ’ επέκταση όπως περιγράφουν το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον από το οποίο προέρχονται και στο οποίο ανήκουν αμετάκλητα.

Στην κρίση μου, η μόνη αίσθηση απραγματοποίητου που μένει μετά την ανάγνωση του τέταρτου ποιητικού βιβλίου του Χριστοδουλίδη, αφορά την έλλειψη τόλμης ως προς τη μορφή των ποιημάτων, η οποία θα όξυνε την εντύπωση του αντικειμένου ποιήματος. Γιατί στο σύνολό της, η παρούσα συλλογή είναι η επιτομή της μέχρι τώρα λογοτεχνικής παρουσίας του

Γ. Χριστοδουλίδη στα νεοελληνικά Γράμματα.

Ενδεικτικά:

Του είπαν/ ότι σαν έκαναν μπάνιο/ στη θάλασσα της Καρπασίας/ είδαν να περνάει σαν νέφος/ στα χωράφια/ μια αγέλη γαϊδάρων./ Στη γεωγραφία/ η χερσόνησος είναι κοντά/ μας χωρίζει μόνο ένα ρήγμα/ που δεν καταγράφεται στις κλίμακες./ Πολλοί παραπατούν και πέφτουν/μες στο βάθος του/ ακολουθώντας τον αντίλαλο/ της συνείδησής τους./ Το πρωί σηκώνονται/ και πάνε στη δουλειά τους/ χωρίς γρατσουνιές/ σαν να μη συνέβη τίποτα.

(Αβρόχοις ποσίν, σελ. 47 του βιβλίου) (φιλελεύθερος, 3/7/2010)

Νίκη Κατσαούνη

Μία Ανά – γνώση

Η εργώδης αμφιλογία του «Ονειροτριβείου» του Γ. Χριστοδουλίδη

                                                         «Πάνε τα μικρά μυστικά

                                                            στα πρόθυρα του μεγάλου μυστηρίου».

                                                                                                   Γιάννης Ρίτσος

Α. Ο λόγος δυνατόν να λογισθεί ως η πρώτη αυθαιρεσία, η πρώτη

αυτο – αν-αίρεση του Λόγου, αφού ‘εκείνο’, η λέξη, που λέγεται πουθενά συγκαταλέγεται. Ως ‘πράγμα’ δεν υφίσταται. Ο λόγος αφίσταται (των πραγμάτων) .Της πραγματικότητας. Το σημαίνον, η λέξη, συναινετικά

δηλεί πράγμα ή μη – πράγμα, που αυτό σημαίνεται. Συνιστά, άραγε αυτή, η πρώτη αυθαιρεσία, μια τρέλα, ή ένα παρα -λογισμό; Αν ακούσουμε τον Μισέλ Φουκώ (*1) θα εννοήσουμε, από τον εξοβελισμό της τρέλας, ως ομιλίας

με την απόσπασή της από την εν γένει γλώσσα, και τον σταδιακό αλλά

καθ – οριστικό, αποκλεισμό και εγκλεισμό της σε ψυχιατρεία (κλειστά ή ανοικτά), την ποίηση ως εξορία μιας άλλης ομιλίας, παραβασιακής επίσης, στα δικά της γκέττο: Το βιβλίο, το χαρτί, το ταβάνι, το τραπέζι, το δρόμο, τα

ρούχα, τα αισθητήρια όργανα του ποιητή. Άντε και μια αίθουσα (αναμονής, καθ’ οδόν προς την θεραπεία), όπου οι παραβάτες του κανονικού λόγου θα ελευθεροποιηθούν έντινι μέτρω, ‘έμμετρα’, ακόμη καλύτερα, αλλ’ ύστερα θα οδηγηθούν στην «πραγματικότητα» των πραγμάτων, θα προ(σ)χωρήσουν στην αποθεράπευοη (της γλώσσας). Θα επανενωθούν με τα πράγματα σε μία

και μόνη πραγματικότητα. Θα εκκενωθούν από την παραβατικότητα για να ενταχθούν στην εμπράγματη ταξινόμηση της κυρίαρχης γλώσσας (τάξης). Του

επιτρεπόμενου λόγου. Σαράντα ακριβώς χρόνια μετά από τις προβλέψεις του Φουκώ, «οι νευρώσεις ανήκουν», ήδη, «στις συστατικές μορφές (και όχι στις παρεκκλίσεις) της κοινωνίας μας».

-Με άλλα λόγια, πώς γίνονται σήμερα κατανοητές και εύληπτες, ως διάλεκτοι μιας παγκοσμιοποιημένης, κοινής γλώσσας, οι ομιλίες του Μίτους και των Ταλιμπάν; Και παράγουν, μάλιστα, «έργο», εικονογραφημένο και επαυξημένα σχολιασμένο από το CNN, που μας κάνει να τρέχουμε, περιδεείς,

να προλάβουμε κι εμείς στην ολοκλήρωσή του;

Β. ΑΣ ΔΑΝΕΙΣΤΟΥΜΕ από την κοινή μας παρακαταθήκη: Μιαν ανά – γνώση, άλλωστε υπαινίσσεται ο Γιώργος Χριστοδουλίδης, σε μιαν εργώδη αμφιλογία που εκρέει από το Όνειροτριβείο’ του. Ας δανειστούμε από την ενδοσκόπηση ενός άλλου ποιητή, του Γιώργου Χειμωνά, για να ανά – γνώσουμε τον Γιώργο Χριστοδουλίδη. Ο λογοτεχνικός λόγος, συνιστά για τον Χειμωνά, «την ικανότερη διάλεκτο να αποτυπώνει τη μείζονα ασάφεια του Πράγματος, εξοικονομώντας την ελάσσονα σαφήνεια της Ομιλίας.» (Τα πλάγια είναι του συγγραφέα) (*2). Αν η ασάφεια του Πράγματος αποτυπωνόταν με μια τεχνητή

σαφήνεια, τότε θα είχαμε τις άλλες τρεις λειτουργίες του λόγου: την συμβατική, την επιστημονική, την φιλοσοφική. Η ελάσσων σαφήνεια, όμως,

που αναφέρεται από τον Χειμωνά, προαγγέλλεται με τη λέξη «εξοικονομώντας», που δηλώνει αφαίρεση, στη λογοτεχνία, και μάλιστα το ίδιο «τεχνητή». Η αφαίρεση (οικονομία) στην τέχνη γενικά, στη λογοτεχνία και ειδικώτερα στην ποίηση, είναι εκείνη που επιτρέπει την «αμφιλογία». Η λέξη «τεχνητή», δε σημαίνει «επιδιωκόμενη», όμως, ή ψιμύθιο και πρόσθετο διάκοσμο. Διά – κοσμος είναι οντολογικά, από τη «φύση» της, η ποίηση έτσι όπως εκτείνεται στο μεσοδιάστημα μεταξύ πράγματος – νοήματος, συνειδη-

τότητας – ασυνειδήτου, εγρήγορσης – ονείρου. Ο πρώτος λόγος στην Ελλάδα ήταν ο ποιητικός. Ο χρησμός εγκιβώτιζε αυτή την αμφιλογία, η Πυθία απαντά, ανοίγοντας νέα ερωτήματα με τους γρίφους της Σφίγγας: «Πόσων

χρονών είναι ο άνεμος;» Ερωτά ο Γ. Χριστοδουλίδης, («Αγνοούμενος χρόνος», σελ. 29).

Δεν υπάρχει πιο θεία βλασφημία, μεγαλύτερη ύβρις στη θεούσα κυρίαρχη γλώσσα της επικαιρότητας απ’ αυτή του Χειμωνά: «Την συνείδηση του ανθρώπου χρησιμοποιεί ο κόσμος για να υπάρχει… Γιατί καμιά άλλη γνώση

στη φύση δεν είναι ικανή παρά μόνο του ανθρώπου, για να παρίσταται στον κόσμο και να τον εννοεί».

«Πίσω απ’ το πράσινο/ είναι ένα άλλο πράσινο./ Μέσα στους ανθρώπους/ είναι άλλοι άνθρωποι./ Εσύ διακρίνεις τον επίδεσμο./…Γ. Χριστοδουλίδης, Αυτοπροσδιορισμός (σελ. 17).

Γ. Ο Γ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ αναγιγνώσκει τον Κόσμο και τον Καιρό: Εξωθεί στη μίμηση μιας πράξεως σπουδαίας, Αριστοτέλειας, ακριβώς στην ώρα της:

Εκείνη τη στιγμή που απο – ποιητές του λόγου στον «Νέο Κόσμο»

απαγγέλλουν το τέλος της Ιστορίας και την απαρχή μιας Νέας Τάξης. Εξωθεί στην απελπισία, την πιο ζοφερή γιατί μόνο από κει ίσως διαφανεί το δίδυμο της, η , • ελπίδα:

Περί Ελπίδων ο λόγος

Μπροστά στο ανείπωτο/ ελπίζεις κάτι να συμβεί/ να αποτρέψει το κακό/ όπως κάθε εβδομάδα των Παθών/ στην τηλεόραση καρφωμένος/ να περιμένεις τον Ιούδα να διστάσει/ τον Πιλάτο να τολμήσει/τα πλήθη να αναβλέψουν/τον Πέτρο – έστω-/ να μην Τον αρνηθεί (σελ. 45).

Ο μύθος είναι γνωστός. Όμως οι μεγάλοι δραματικοί ποιητές εγκαθιστούσαν, ο καθείς με τον τρόπο του, μιαν άλλη ανάγνωση, μέσα στα μύχια του μύθου που ήταν ακριβώς μια νέα γνώση: Του Ατόμου για τον Κόσμο και τον Καιρό.

«Ο μύθος είναι το δόγμα της εξανθρώπισης του κόσμου», γράφει ο Χειμωνάς.

Η απελπισία του Χριστοδουλίδη δεν συνιστά μιαν από – γνώση, μιαν αποστασιοποίηση από τη γνώση, μιαν απόγνωση έστω. Η απελπισία της ποίησης του Γ. Χριστοδουλίδη, της ποίησης tout court, προβάλλει το αρνητικό της πραγματικότητας, της δεσπόζουσας εικόνας. Οι μέλλοντες «νικητές» της σημερινής επικαιρότητας είναι αισιόδοξοι – Αμφότεροι.

Και βέβαιοι. Όμως χρειάζονται και οι δύο τον δικό τους μύθο. Ανεστραμμένος σήμερα είναι, κατά τον Χειμωνά, ο νέος μύθος της εκκόσμισης του ανθρώπου:

«Ο κόσμος, με το τέλος του μύθου, το τέλος του Καιρού, τελείται ερήμην του ανθρώπου αλλά ο άνθρωπος φέρει τον κόσμο εντός του. Εξαιτίας της ξηρασίας που εστράγγισε τα κοσμολογικά κοιτάσματα της συνείδησης του, της μνήμης του, η κατασκευή ενός σύγχρονου ανθρωπολογικού μύθου … προσφεύγει συχνά σε τρόπους παλαιικής μυθοπλασίας…»

Ο μύθος, όμως, της Νέας Τάξης με «πιστούς» και «άπιστους», εννοείται όλους πιστούς, απομυθοποιεί διότι δεν επιτρέπει καμία αμφιλογία, καμία αμφιβολία. Το δίδυμο ‘πιστός – άπιστος’ συναρθρούται από δύο αποκλίνοντες και αμοιβαία αποκλείοντες μονολόγους, ‘μαζί μας ή εναντίον μας’, ενώ η σύγκρουση μονολόγων και πολεμικής τεχνολογίας, και όχι πολιτισμών, εννοιών ανοικτών και πολυσχιδών, δεν αφήνει παρά σαν ενδεχόμενο την κατίσχυση του ενός επί του άλλου, για περίοδο προκαθορισμένη.

Δ. Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ λόγος, τον οποίο ο Γ. Χριστοδουλίδης γνωρίζει πολύ καλά, έχει επιφέρει την πλήρη ταύτιση θετικού – αρνητικού, τον αποκλεισμό της ανά – γνώσης, την εδραίωση της μίας και μόνης αλήθειας.

Μου είναι αδύνατο να αντισταθώ στον πειρασμό να μεταφέρω εδώ τον κυνισμό της δημοσιογραφικής «αντικειμενικότητας» που ποζάρει ως σεμνή βεβαιότητα και αλήθεια και δεν σηκώνει, ένεκα του ιλαρού (το Κυπριακό «ιλα-

ρός») και ηπίου τόνου της, παραπέρα σκέψη ή συζήτηση: «Η τρομοκρατία είναι ενδεχομένως αντίδραση σε μια πολιτική αλλά με τίποτε δεν είναι δημιούργημά της. Πρόκειται για μια μετατόπιση που οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην αθώωση». (*3).

Ο Γ. Χριστοδουλίδης δεν είναι όμως δημοσιογράφος. Είναι ποιητής. Δεν προσπαθεί να είναι αντικειμενικός. Κανένα ποίημά του δεν επιφέρει «λύση». Η μόνη του βεβαιότητα είναι μια μικρή μανιακή συνήθεια:

Βεβαιότητα

Κι αυτή η επίμονη συνήθεια/ να βάζεις τελεία/ στον τελευταίο στίχο./ Εντάξει, ίσως σκοντάψει η λέξη,/ μα αυτό που λέμε ποίημα/θα συνεχίσει το δρόμο του.

Η ποίηση δεν είναι δημοσιογραφία. Μια φορά ο Κωστής Παλαμάς κατηγόρησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη πως η ποίησή του ήταν ‘δημοσιογραφικά σημειώματα’.

Ο Ευριπίδης κατηγορήθηκε, όχι από τους συγχρόνους του, ότι σ’ αυτόν «Οι ήρωες του μύθου χάνουν το μεγαλείο τους, γίνονται Αθηναίοι του 5ου αι. π.Χ.» (*4). Στην Εκάβη ο μέγας ήρωας του μύθου Οδυσσέας είναι «ποικιλόφρων/ κόπις ηδυλόγος δημοχαριστής.» (Δηλαδή πανούργος ψεύτης, γλυκομίλητος κόλακας του λαού).

Οι σημερινοί ρεπόρτερ (ανταποκριτές) θα ήταν τότε οι κήρυκες. Ο Ευριπίδης τους κρίνει δηκτικά γιατί «είναι πάντα στην υπηρεσία των δυνατών» (Ορέστης). Οι μάντεις (σημερινοί θεούσοι) καταδικάζονται από τον Ευριπίδη γιατί εξαπατούν τους αφελείς (στην Ελένη), και τους φιλόδοξους, όπως ο Αλκιβιάδης, ο Ευριπίδης τους διασύρει γιατί παρασύρουν τους συμπολίτες τους σε ολέθριες περιπέτειες. (στην Ελένη, επίσης).

Ο Μισέλ Φουκώ έλεγε σαν φιλόσοφος και κρυπτό -ποιητής,

πριν σαράντα χρόνια:

«Αυτό που δεν θα αργήσει να πεθάνει, αυτό που ήδη πεθαίνει

μέσα μας (ο θάνατος του οποίου φέρει τη σημερινή μας γλώσσα)

είναι ο homo dialecticus – το ον της έναρξης, της επιστροφής και

του χρόνου, το ζώο που χάνει την αλήθεια του και την ξαναβρίσκει

φωτισμένη, το ξένο για τον εαυτό του που ξαναγίνεται οικείο.»

Ε. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ,για τον Φουκώ, δεν απομακρύνθηκαν από

την ύβρι επειδή την καταδίκαζαν, αλλά (γιατί) βρίσκονταν μάλλον

μέσα στην απομάκρυνση αυτής της υπερβολής, στην καρδιά

αυτού του απόμακρου όπου την συντηρούσαν. Με αείποτε ανοικτό το αίνιγμα σήμερα πώς η Αθήνα μπόρεσε να κυριευτεί και να απαλλαγεί από τον παραλογισμό του Αλκιβιάδη. Ο Ευριπίδης είναι μια απάντηση ανοικτή τόσο

που να ανα – γιγνώσκει ο Φουκώ στις μέρες του, αλλ’ όχι οι δημοσιογράφοι στις δικές μας. Το πώς δηλαδή «οι άνθρωποι μπόρεσαν να γυρέψουν την αλήθεια τους, την ουσιώδη ομιλία τους και τα σημεία τους μέσα στον κίνδυνο

που τους έκανε να τρέμουν, και από τον οποίο δεν μπορούσαν να

μην αποστρέψουν τα μάτια άπαξ και τον αντιλήφθηκαν».(*5).

Αυτό, για τον μύθο, την ποίηση και τους Έλληνες θα φαίνεται πιο παράδοξο, κατά τον Φουκώ, από το να ζητούν σήμερα οι άνθρωποι την αλήθεια τους στο θάνατο. Μιαν αλήθεια που λέει τι θα απογίνουν οι πάντες. Ο πόλεμος αυτός τον δικαιώνει.

Γ. Χριστοδουλίδης, Από το Ημερολόγιο ενός ειρηνιστή

Αυτόν τον πανίσχυρο λόγο/ που κατεβαίνει απ’ το βουνό/απανθρακωμένο από τις εκρήξεις/ ακουμπισμένο σε δύο κατάλευκα φτερά/ ποιος τον εκφέρει;/ Και ποια καταδίκη επέβαλε να τον ακούω μόνο εγώ; (σελ. 26).

Ο Γ. Χριστοδουλίδης δεν είναι, όπως είπα, δημοσιογράφος. Δημοσιογραφεί, όμως, και στέλλει ανταποκρίσεις για όλους εμάς τους καπνιστές που καλούμεθα να προσέξουμε την υγεία μας, και εν πάση περιπτώσει να δείξουμε λίγη ευαισθησία για την υγεία των άλλων, έστω και αν δεν έχουν ληφθεί μέτρα για τη ζωή των άλλων, που ξερακιανοί από την πείνα, ή καλοζωισμένοι – πιστοί, σήμερα στο Αφγανιστάν, καλούνται από τον μονόλογο της νέας παγκόσμιας γλώσσας να πάνε να σκοτωθούν τον ίδιο, στατιστικά αποδεδειγμένον εκ των προτέρων, θάνατο.

Το κάπνισμα

Κι όταν προβάλουν/ και θα ξαναπροβάλουν/ εκείνη τη σκηνή/θα τους είναι δύσκολο να πείσουν/ ότι το κάπνισμα μπορεί να βλάψει/ σοβαρά την υγεία (σελ. 27).

ΟΙ ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΑΠ’ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Γ. ΧΡ.

α. Κάθε φορά που θα πεις ‘πάει σώθηκε η ποίηση θα βγει κάποιος και θα σε

διαψεύσει.

β. Κάθε φορά που απελπίζεσαι θα βγει η ποίηση να σου θυμίσει πως δεν απελπίστηκες αρκετά.

γ. Όταν ένας ποιητής σου θυμίζει κάτι που δεν ήξερες τότε εποίησε.

δ. Όταν σου θυμίζει ό,τι ξέρεις τότε επαναλαμβάνεται.

ε. Όταν σε κάνει να σταματήσεις και να σκεφτείς τότε ανακεφαλαιώνει τον

κόσμο.

στ. Όταν ένας ποιητής σου επιτρέπει τότε εκείνος παραμένει όμηρος

κι εσύ ελευθερώνεσαι.

ζ. Όταν δεν σου επιτρέπει μένει άμοιρος: Εσύ ατύχησες. Εκείνος αστόχησε.

η. Αν δεν οσμιοτείς ναρκοπέδιο τότε η ποίηση πήγε στη Δερύνεια μόνο για τουρισμό και θα γυρίσει πίσω σώα και αφελής.

Αυτά ανέγνωσα από τον Γ:ώργο Χριστοδουλίδη και έτσι τα γράφω.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Το ‘Ονειροτριβείο’ είναι η 2η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, (Εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2001, α.α 52) και παρουσιάστηκε στο βιβλιοπωλείο Ο Κοχλίας, στη Λευκωσία, την π. Δευτέρα, 8 Οκτ. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, ‘Ένια’, δημοσιεύθηκε το 1996 και πήρε Α’ Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη το 1998. Με Λαρνακιώτικη καταγωγή, ο Γ.Χρ. γεννήθηκε στη Μόσχα, το 1968. Εκεί σπούδασε λογοτεχνία. Εργάζεται ως δημοσιογράφος.

(*1) Zok Ντεριντά και Μισέλ Φουκώ, ‘Τρέλα και Φιλοσοφία’, εκδ. Ολκός, Αθήνα 1996.

(*2) Γιώργος Χειμωνάς, Τα Όνειρα της Αϋπνίας’ κεφ. «Νους και Όνειρο, Η

Απόγνωση», σελ.42 Εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1994. -Βλ. επίσης περιοδικό Η Λέξη. Αφιέρωμα στην Αρχαία Τραγωδία. Ιουλ – Αύγ., 1988. Μελέτημα Γ. Χειμωνά με τίτλο ‘Πώς τελειώνει ο μύθος’, σ.σ. 550 -552.

(*3) Αρθρο του I. Κ. Πρετεντέρη με τίτλο Ή νέα αταξία,Το Βήμα της Κυριακής, 7.10. 2001, ημέρα που άρχισε η επίθεση των Η.Π.Α και της Βρεταννίας εναντίον του Αφγανιστάν. Ο κ. Πρετεντέρης διαχωρίζει, χωρίς να το δικαιολογεί, την ‘αντίδραση’ που γέννησε την τρομοκρατία από το ‘δημιούργημά’ της. Αφού η ‘αντίδραση’ – σε μία δράση – δεν θεωρείται ‘δημιούργημα’, τότε τι ‘δημιουργεί’ την τρομοκρατία και γιατί δεν

τον απασχολεί; Από πού και ως πού γίνεται η ‘μετατόπιση της ενοχής’; Γιατί

η όποια αντίδραση δηλ. μια πράξη, να οδηγεί, με ‘μαθηματική ακρίβεια’ στην

αθώωσή της, εφόσον υπάρχουν οι νόμοι; Πώς μπορεί η μαζική δολοφονία

ανθρώπων να αθωωθεί σε διεθνές δικαστήριο; Είναι η τιμωρία αυτοσκοπός, ή

εάν τα αίτια μιας πράξης (αντίδρασης) καταστροφικής για όλους γίνουν κατα-

νοητά, τότε θα προληφθούν παρόμοιες πράξεις; Και τέλος, ποιο κράτος έχει το δικαίωμα της αυτοδικίας, εναντίον κρατών, εφόσον υπάρχει το διεθνές δίκαιο; Η γλώσσα (μας) η ίδια, νομίζω, εμπεριέχει αυτή τη διαλεκτική, που δεν επιτρέπει τόση ‘μαθηματική βεβαιότητα’, εκτός των μαθηματικών και αναδεικνύει τις αντιφάσεις, στις οποίες μπορεί να υποπέσουμε, δυστυχώς, συμπαρασύροντας μαζί μας και τη λογική. Εσύ τι λές, Γιώργο;

(*4) Α. Γεωργοπαπαδάκου, ‘Ελληνική Γραμματολογία’, Θεσσαλονίκη.

(*5) Αυτό το αντιλαμβάνεται ο Απόλυτος Αναγνώστης, αποστρεφόμενος

πλέον την ανάγνωση, κάν, ίσως γιατί δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει τίποτε,(

ή το τίποτε του)

Μερικές Kριτικές απόψεις για το έργο
του Γιώργου Χριστοδουλίδη

«…..Κάθε φορά που πάεις να πείς πάει σώθηκε η ποίηση θα βγει κάποιος να σε διαψεύσει. Κάθε φορά που απελπίζεσαι θα βγει η ποίηση να σου θυμίσει ότι δεν απελπίστηκες αρκετά. Οταν ένας ποιητής σου θυμίζει κάτι που δεν ήξερες τότε εποίησε. Οταν σε κάνει να σταματήσεις και να σκεφτείς τότε ανακεφαλαιώνει τον κόσμο. Οταν ένας ποιητής σου επιτρέπει τότε εκείνος παραμένει όμηρος και εσύ ελευθερώνεσαι. Αν δεν οσμιστείς ναρκοπέδιο τότε η ποίηση πήγε στην Δερύνεια για τουρισμό και θα γυρίσει πίσω σώα και αφελής….Αυτά ανέγνωσα από τον Γιώργο Χριστοδουλίδη και έτσι τα γράφω»

Δρα Νίκη Κατσαούνη, εφημερίδα «ΧΑΡΑΥΓΗ» 14 Οκτωβρίου 2001

«……Στο ονειροτριβείο του Γιώργου Χριστοδουλίδη το καθαυτό κείμενο παραδίδει ένα λόγο κάθε άλλο παρά πρωτόλειο.Καλά επεξεργασμένοι και στέρεοι στίχοι χωρίς περιττά στολίδια, εμφανίζονται έτοιμοι να «κοινωνιολογήσουν» να μιλήσουν δηλαδή για το «έξω»(που δεν το επισκέπτονται ιδιαιτέρως συχνά οι μούσες στα χρόνια μας) χωρίς να ολισθήσουν στον καταγγελτικό τόνο….Αλλά αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι ο τρόπος κι ο τόνος της συλλογής:Ο τρόπος της πικραμένης ειρωνείας που αποδραματοποιεί τα πράγματα και η οποία σε κάποιους στίχους δεν αρνείται και τον χλευασμό στο ίδιο το ποίημα»

Παντελής Μπουκάλας, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (ΑΘΗΝΑ) 2002

«…Από τις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν στην Κύπρο κατά την τελευταία πενταετία και ανήκουν σε νέους, ξεχώρισαν τα βιβλία «ΕΝΙΑ» 1996 του Γιώργου Χριστοδουλίδη και «ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ» 1998 του Στέφανου Σταυρίδη»

Λευτέρης Παπαλεοντίου κριτικός ποίησης, καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρο

«Ο Χριστοδουλίδης αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή της Κύπρου… Χειρίζεται με επάρκεια μια μετρημένη στοχαστική γραφή…Συνήθως συστήνει ένα ποιητικό υποκείμενο που στοχάζεται νηφάλια πάνω στα πράγματα και αντιμετωπίζει με στωϊκότητα και απομυθοποιητική διάθεση πρόσωπα και καταστάσεις. Θεματοποιεί τον ατελέσφορο αγώνα του ανθρώπου που άλλοτε επιχειρεί να κατακτήσει τις κορυφές της ζωής και άλλοτε περιορίζεται στην αφάνεια ώσπου να αντικρίσει το επερχόμενο τέλος, τον θάνατο…»

Λευτέρης Παπαλεοντίου κριτικός ποίησης, καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρο, Λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

************************

«Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη «Ονειροτριβείο» κινείται με άνεση στο χώρο της σύγχρονης ποίησης….Υπάρχει μια δραματική αίσθηση της φθοράς και του ανέλπιδου που διατυπώνονται μ’ ένα σύγχρονο ποιητικό ύφος κι ένα καλοζυγισμένο λόγο»

Σκεπτικό βράβευσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού του Γιώργου Χριστοδουλίδη για την ποιητική συλλογή «Ονειροτριβείο»

«….Προσωπικά είχα να διαβάσω εδώ και πολλά χρόνια τέτοια ώριμη, επιβλητική και προσωπική ποίηση. Ο Χριστοδουλίδης γράφει ποίηση για να την στερεώσει μέσα στον καθάριο λόγο αλλά και για να στερεώσει το ΕΙΝΑΙ του με τον λόγο. Και εδώ είναι πιστεύω ακριβώς η ειδοποιός διαφορά που χαρακτηρίζει την νέα γενιά των ποιητών της Κύπρου, δηλαδή της γενιάς του Γιώργου Χριστοδουλίδη με την αμέσως προηγούμενη γενιά ποιητών….»

Χρήστος Μαυρής, ποιητής, ΧΑΡΑΥΓΗ 14/10/2001

«….Μια τέτοια φανέρωση ουσιώδους και ρωμαλέου λόγου πέτυχε ο Γιώργος Χριστοδουλίδης με τη νέα του συλλογή «Εγχειρίδιο Καλλιεργητή».Μια ανασκαφική πλοήγηση στα χέρσα εδάφη της γλώσσας με την ανιδιοτελή προσφορά της πλήρους άνθησης»

Μιχάλης Παπαδόπουλος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας εφημερίδα ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΡΤΙΟΣ 2005

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στην Χαριτίνη Μαλισσόβα

Ηρωες και ηρωϊδες υπάρχουν μόνο πέραν από τους μύθους

Αναζητώντας τις γέφυρες που ενώνουν τον κόσμο των ανθρώπων με τον κόσμο των ψυχών καταπιάνεται στην Πέμπτη του ποιητική συλλογή ο Γιώργος Χριστοδουλίδης.

Με γλώσσα καυστική,άκρως παρακινητική προς τον αναγνώστη να γίνει θεατής της δικής του οπτικής προς τα μεγάλα κοινωνιολογικά προβλήματα του καιρού μας,με υπαρξιακές προεκτάσεις και με αμφίσημη γραφή, μετατρέπει τους στίχους σε βέλη καθιστώντας μας μάρτυρες της φθοράς και του ανέλπιδου του λόγου του.

Με έντονο το αίσθημα της ευθύνης του ανθρώπου απέναντι στον άνθρωπο,η ποίηση του Γιώργου Χριστοδουλίδη καθηλώνει και τον πιο δύσκολο και υποψιασμένο κάθε μορφής ποιητικού λόγου,αναγνώστη.

Έχοντας διαβάσει και τις προηγούμενες ποιητικές του συλλογές, συναισθάνεσαι την εξωστρέφεια του ποιητή ,ο οποίος γεννήθηκε και σπούδασε στη Μόσχα,η διαμονή του στην οποία «επηρέασε όχι μόνο τη γραφή αλλά και την ύπαρξή του»,οπως ο ίδιος λέει.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε και το περνά στην Κύπρο,με έντονες τις μνήμες και τις προσωπικέςκαι οικογενειακές εμπειρίες από το ‘74, πιστεύει ότι «ο ποιητής ποιώντας ,αφαιρεί κάτι από το θάνατο».Με την πεποίθηση ότι ήρωες είναι πέρα από τους μύθους και με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα να τον κάνει να κοιτά πιο βαθιά στους ανθρώπους,ανατροφοδοτώντας έτσι την πένα του , «κλέβει» εικόνες και σπαράγματα από το εφήμερο της δημοσιογραφίας για να περάσει στην ποιητική αιωνιότητα.

Θεωρεί ότι μόνο αν εξαλειφθεί η η απληστία και η αδικία που μας κυβερνούν θα επέλθει ανάκαμψη τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο και πιστεύει πως πρέπει να δώσουμε στα παιδιά την ευκαιρία και την επιλογή να τα απομυθοποιήσουν όλα και να τα ξαναπλάσουν με το δικό τους βλέμμα,όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις.

Ο Κύπριος ποιητής και δημοσιογράφος Γιώργος Χριστοδουλίδης μιλά στις Διαδρομές για την τελευταία του ποιητική συλλογή,»Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης»,(εκδ.Φαρφουλάς)και απαντά σε ερωτήσεις που αφορούν την ποιητική,δημοσιογραφική και γονεική του ιδιότητα,μέσα από το πρίσμα της Κρίσης που πλήττει την Ελλάδα και την Κύπρο.

Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968 και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας. Για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, Λευκωσία 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη δεύτερη, Ονειτροτριβείο, (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το Εγχειρίδιο Καλλιεργητή (Γκοβόστη, Αθήνα 2004) και Το Απραγματοποίητο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010).

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, βουλγάρικα, ισπανικά, λετονικά, πορτογαλικά, λιθουανικά, κλπ.

1)Σας καλωσορίζω στην εφημερίδα Θεσσαλία,κύριε Χριστοδουλίδη.

«Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης»η πρόσφατη ,πέμπτη κατά σειρά,ποιητική σας συλλογή.

Ποια η σημειολογία του τίτλου;

Ευχαριστώ πολύ για τη δυνατότητα που μου δίνετε. Η σημειολογία του τίτλου έχει μάλλον να κάνει με την αναζήτηση του υπερβατικού στοιχείου στη ζωή. Μια αναζήτηση με μηδενικό χειροπιαστό αποτέλεσμα, όμως οι κραδασμοί παραμένουν και γίνονται ή προσπαθούν να γίνουν ποίηση. Το ομώνυμο ποίημα της συλλογής το οποίο αιωρείται σε αυτόν το νοητό δρόμο μεταξύ ουρανού και γης, δίνει μια πιο επαρκή απάντηση στο ερώτημά σας.

2)Στα ποιήματά σας διακρίνει κάποιος έντονο το στοιχείο της απαισιοδοξίας,με έντονη κοινωνιολογική κριτική και συχνά πολιτικές προεκτάσεις….

Δεν πρόκειται θέλω να πιστεύω για απαισιοδοξία, αλλά για συναίσθηση της ματαιότητας. ‘Ο,τι ο πολύς κόσμος ενδεχομένως να αντιλαμβάνεται στη δύση της ζωής του, ο ποιητής το βιώνει και το μετουσιώνει σε χημικές ενώσεις λέξεων από το λυκαυγές της ποιητικής του ύπαρξης. Ακόμα κι έτσι όμως, η ποίηση είναι από μόνη της μια μικρή άρνηση της ματαιότητας. Ποιείς, άρα αφαιρείς κάτι από το θάνατο. Προσωρινά. Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, σιχαίνομαι την ομφαλοσκόπηση και την εσωστρέφεια. Την ώρα που ο ποιητής κοιτά έκθαμβος μια ξαφνική καταιγίδα με τα αστραπόβροντα της, κάποιοι πνίγονται. Δεν θα μπορούσα να το προσπεράσω αυτό. Μου δίνει άλλωστε έωλο άλλοθι και ενίοτε με πείθει ότι «κοίτα εσύ γράφεις κάποτε για τους αδικημένους και καταφρονεμένους, μην νιώθεις άσχημα». Γελοιότητες φυσικά, άσχημα δεν πρέπει να νιώθει μόνο όποιος αναλώνει το σύνολο των δυνάμεων για όσα αξίζουν, για όσους δεν μπορούν από μόνοι τους.

3)Έχοντας διαβάσει και προηγούμενες ποιητικές σας συλλογές,με άγγιξαν ιδιαίτερα οι αναφορές σας στα παιδιά και τους ηλικιωμένους.Πόσο σημαντική νομίζετε ότι είναι η προστασία αυτών των δύο ηλικιών;

Υπάρχει αυτό που λέτε. Κοιτάχτε, αν η ποίηση μπορούσε να προστατεύσει τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, ευχαρίστως να γράφω δέκα ποιήματα τη μέρα. Θα ήταν μετριότατα, αλλά θα τό ´κανα.. Με συγκλονίζει η πολύμορφή παιδική δυστυχία. Μια φορά στη Μόσχα στις μία τα ξημερώματα, τρία παιδιά σκάλιζαν ένα κάδο απορριμμάτων. Τώρα αυτή η φτώχεια ήρθε και στο σπίτι μας. Οσο για τους ηλικιωμένους, φεύγουν επειδή άλλοι πρέπει να πάρουν τη θέση τους. Γιατί λοιπόν να μην φεύγουν χορτάτοι, πλήρεις ημερών και αγάπης; Επειδή όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, λέω, ας υπάρχει τουλάχιστον μια ποιητική κατάθεση. Μια ιερή κατάθεση αμφιβόλου κοινωνικής αξίας και ανύπαρκτης ανταπόδοσης. Φυσικά όλα αυτά δεν δικαιολογούν το ανάλγητο κράτος.

4)Οι σπουδές σας στη Ρωσική πρωτεύουσα,πόσο επηρέασαν τη γραφή σας;

Οι σπουδές μου στη Μόσχα, όπου και γεννήθηκα, δεν επηρέασαν απλώς την ποίηση μου. Διαμόρφωσαν την ύπαρξή μου. Ταξίδεψα εκεί το 1987. Η κατάρρευση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, ήταν συνώνυμη για μένα με την κατάρρευση ενός απόρθητου έτσι φάνταζε) ιδεολογικού κώδικα αξιών.

Δεν ήταν μόνο αυτό. Στη Μόσχα γνώρισα τον Σαλμάν, ένα τυφλό φοιτητή της ιατρικής. Έναν σοφό άνθρωπο. Παίζαμε σκάκι και με νικούσε. Θήτευσα κοντά του. Ξέρετε πόσοι σπουδαίοι φιλόσοφοι υπάρχουν στον κόσμο που δεν θα τους μάθει κανείς; Όπου φουρτούνα λοιπόν, για να επανέλθω, και ένα έναυσμα για αναζήτηση. Οι απαντήσεις είχαν γίνει ξανά ερωτήματα και αυτή τη φορά έπρεπε να απαντηθούν όχι συνταγογραφικά. Ετσι έψαξα τη δική μου αλήθεια. Δεν βγήκα τόσο στους δρόμους, όσο είδα δρόμους μέσα μου. Τείνω να καταλήξω ότι δεν υπάρχει κατάληξη και αυτό από μόνο του είναι ένα υπέροχο τέλος. Η αλήθεια είναι πάντοτε ένας κινούμενος στόχος. Πρέπει να τρέχεις ξωπίσω της. Βρήκα επίσης στους λογαριασμούς μου με τη ζωή, ένα χρέος, μια οφειλή που ενώ ξέρεις ότι είναι αδύνατο να αποπληρωθεί, αναλώνεσαι να την αποπληρώσεις: Είναι οφειλή προς εκείνους που δεν είδαν το φως που τους έδειχνε μια έξοδο, την πόρτα πίσω από τον τοίχο. Στο τέλος, γίνεται μια οφειλή προς τον εαυτό σοu.Πιστεύω όμως ότι είμαστε στην αρχή, αρκεί να γλυτώσουμε την περιβαλλοντική καταστροφή, έναν πυρηνικό όλεθρο ή την απόλυτη ένδεια.

5)Ποιοι ποιητές αποτέλεσαν γενικότερα πρότυπο για εσάς;

Σε διάφορα στάδια της ζωής μας, δεχόμαστε επηρεασμούς αναλόγως σε ποια κατάσταση είναι οι κεραίες μας να τους δεχτούν. Στα είκοσι δεν είσαι έτοιμος να δεχτείς αυτό που δέχεσαι στα 40. Δεν θα σταθώ σε ονόματα, πλην των: Μάρκες, Χριστιανόπουλου και Μπουκόβσκι. Όχι γιατί οι άλλοι που διάβασα δεν με συντάραξαν ή έθελξαν ή μάγεψαν. Αλλά αυτοί οι τρεις διείσδυσαν πολύ βαθιά μέσα μου. ´Ολα και όλοι σε καθορίζουν και με τον καιρό καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής, ένας συγγραφέας, κρίνεται κυρίως από εκείνα που ΔΕΝ έγραψε.

6)Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ήρωες και ηρωίδες της λογοτεχνίας;

Διαφωνώ με τον χαρακτηρισμό. Ήρωες και ηρωίδες υπάρχουν μόνο πέραν από τους μύθους. Και πόσοι από αυτούς το επιδίωξαν; Πιστεύω μάλιστα ότι οι περισσότεροι αν υπήρχε η δυνατότητα μετά θάνατον να ερωτηθούν, θα απέρριπταν τον τίτλο. Ο κάθε άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του καλύτερα από τον καθένα. Αν όμως με ρωτάτε για πρόσωπα μπορώ να αναφέρω κάποιους που ενδεχομένως να μην είναι ευρέως γνωστοί όπως ο Σβιτρικάιλοφ στο Εγκλημα και Τιμωρία, ο Πιέτρο Κρέσπι στα 100 χρόνια μοναξιά, αλλά και ο Κουασιμόδος στην Παναγία των Παρισίων. Ειδικά ο Κουασιμόδος συμβολίζει τόσα πολλά. Και ,ξέρετε ,αν με ρωτούσαν ποιος είναι ο πιο όμορφος ήρωας των βιβλίων όπως τον αναφέρετε,, μάλλον αυτόν θα διάλεγα. Ολα αυτά με επιφύλαξη διότι διάβασα τα μισά βιβλία μου όντας ανώριμος και τα άλλα μισά ίσως πιο ώριμος απ’ ότι έπρεπε.

7)Πόσο παρατηρητής της πραγματικότητας οφείλει να είναι ένας ποιητής,και πόσο η δημοσιογραφική σας ιδιότητα τροφοδοτεί την ποιητική γραφή σας;

Δεν γνωρίζω το πόσο, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μια τάση σε τέτοιες παρατηρήσεις, κυρίως των ανθρώπινων,όχι τόσο της φύσης. Κοιτούσα τους ανθρώπους να περπατούν, να κάθονται, να γελούν, να κλαίνε, να τσακώνονται. Αργότερα, όταν ήρθε και η δημοσιογραφική μου ιδιότητα, μου δόθηκε η δυνατότητα να κοιτώ τους ανθρώπους πιο βαθιά και διέκρινα ότι δυστυχούν. Πάντα κοιτούσα, σπανίως παρέμβαινα και αυτό είναι μια εξομολόγηση, αλλά και όπου επιχείρησα να παρέμβω, οι τοίχοι ή τα τείχη ήταν πολύ ψηλά για μένα και την μη επαρκούσα επιμονή μου. Εκλεβα λοιπόν- και τώρα κλέβω -εικόνες και σπαράγματα από το εφήμερο της δημοσιογραφίας για να τα περάσω στην «ποιητική αιωνιότητα». Κάτι σαν κλεπταποδοχή μοιάζει αλλά στον καιρό υπάρχουν τόσες κλεψιές, ας κάνω κι εγώ μίαν.

8)Κατάγεστε,ζείτε και εργάζεστε στην Κύπρο.Ως συνομήλική σας,έζησα τη φρίκη του πολέμου έμμεσα,καθώς όλοι αισθανθήκαμε ανασφάλεια και τρόμο ότι θα συνέβαινε και στην Ελλάδα.Πόσο επηρέασε τη γραφή σας η εμπειρία αυτή;

Έμεινε ως τραύμα ή έδωσε ώθηση στην πένα σας;

Θυμάμαι τον πατέρα μου την 15η Ιουλίου 1974. Είναι γιατρός ο πατέρας μου. Εκείνη την ώρα έκανε μια ενδοφλέβια ένεση σε ασθενή του,όταν ακούστηκε από το ραδιόφωνο το βδελυρό «ο Μακάριος είναι νεκρός». Τέλειωσε με την ένεση και εξαφανίστηκε. Αργότερα πολύ μάθαμε ότι οργάνωσε την αντίσταση στη Λάρνακα κατά του πραξικοπήματος, και ακολούθως ανέβηκε μαζί με άλλους στον Πενταδάκτυλο να πολεμήσει τους Τούρκους. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να διώχνει τους πραξικοπηματίες όταν ήρθαν στο σπίτι της(εμείς κρυβόμασταν εκεί) για να συλλάβουν τον πατέρα και τον παππού μου. Τους έδιωξε κουνώντας τα χέρια και φωνάζοντας «αίσχος». Ξέρετε, η δύναμη του καλού ,στον κατάλληλο άνθρωπο, μπορεί να υπερνικήσει άοπλη το κακό. Έκτοτε δεν χρειάστηκε κανείς να μου πολλά για το τι είναι αξιοπρέπεια και θάρρος. Ηξερα. Και όταν ξεχνώ, θυμάμαι εκείνα τα γεγονότα.

9)Ως δημοσιογράφος,αλλά και ως ευρωπαίος πολίτης,πώς βλέπετε ευρύτερα την κατάσταση σε Ελλάδα και Κύπρο;Ποιο είναι το πιο έντονο συναίσθημά σας για την υπάρχουσα κατάσταση;

Υπάρχει ελπίδα ανάκαμψης;

Ελπίδα ανάκαμψης; Πάντα πρέπει να ελπίζουμε αλλά δεν βλέπω κάτι. Ελπίδα θα υπήρχε αν οι αχόρταγοι απατεώνες για κάποιο λόγο σταματούσαν να κυβερνούν τον κόσμο και να υποδουλώνουν χώρες και λαούς. Ηδη έχει υπολογιστεί ότι από τη λεγόμενη κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο,αλλά και σε παγκόσμιο, οι πολυεθνικές τριπλασίασαν τα κέρδη τους ενώ οι μισθωτοί τριπλασίασαν τη φτώχεια τους. Για ποια ανάκαμψη μιλάμε συνεπώς; Βλέπω απληστία, αδικία και φόβο. Αυτά μας κυβερνούν.

10)Ποια είναι η μεγαλύτερή σας ανησυχία ως γονιός;Με ποιον τρόπο μπορεί κάποιος μέσω της συγγραφικής του δουλειάς να δώσει κίνητρα και ελπίδα στα νέα παιδιά;

Τα μεγαλύτερα ατιμώρητα εγκλήματα, έγιναν στα κρυφά, πίσω από τους τέσσερις τοίχους των σπιτιών, από γονείς σε βάρος των παιδιών τους. Ένα μέρος μου θρηνεί γι’ αυτά τα παιδιά. Εγκληματίες γονείς έχουν δημιουργήσει εγκληματίες ενήλικες. Ενας από τους μεγαλύτερους εκτελεστές της μαφίας στην Αμερική , ο Ρίτσαρντ Κουκλίνσκι, ήταν δημιούργημα των γονέων του ,οι οποίοι ποτέ δεν του έδωσαν αγάπη, παρά μόνο τον έσπαζαν στο ξύλο, πολλές φορές χωρίς λόγο. Πρέπει να δώσουμε επιλογή στα παιδιά να βιώσουν και την ομορφιά αλλά και να μάθουν από την ασχήμια της ζωής. Να τα απομυθοποιήσουν όλα και να τα ξαναπλάσουν με το δικό τους βλέμμα. Να τους δώσουμε την επιλογή να ανεβούν αλλά και να πέσουν. Να έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Κι όλα αυτά μέσα από την ανόθευτη αγάπη μας. Τα παιδιά να ξέρουν ότι τα αγαπάμε, και επειδή τα αγαπάμε, τ’ αφήνουμε όταν πρέπει και είμαστε δίπλα τους όταν το θέλουν. Μα το κυριότερο, δεν είναι τα λόγια αλλά οι πράξεις μας. Αυτές θυμούνται τα παιδιά και από αυτές θα μας κρίνουν.

Σας ευχαριστώ πολύ !

Στο ΠΑΡΑΘΥΡΟ Λοξές ματιές στο πολιτισμό 25/1/2012

Η ποίηση αρχίζει….
Και τελειώνει…
Η ιστορία της ζωής σου σε 85 λέξεις.
Για ποιο λόγο γράφεις;
Για τι γράφεις;
Ψηφιακά ή έντυπα βιβλία;
Με ή χωρίς βιβλία στο σχολείο;
Η ποίηση είναι μια εξευγενισμένη ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία. Ένα καταφύγιο όπου ο ποιητής και ο αναγνώστης, αλληλεπιδρούν χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλον. Είναι όμως και μια διαφυγή την οποία αναζητούμε όταν η καθημερινή ροή της ζωής μας παραλύει από τα ασφυκτικά αδιέξοδα. Η ποίηση λοιπόν, αρχίζει, εκεί που απομυθοποιείται ο υλικός κόσμος και έρχεται για να αναγγείλει την ολική φθορά του. Στις καλύτερες στιγμές της, η ποίηση θεσμοθετεί τις νομοθετικές διατάξεις των ονείρων.
2 . Η ποίηση τελειώνει όταν αποστρέφει το πρόσωπο της από τον ανθρώπινο πόνο και αναλίσκεται σε προσωπικές ομφαλοσκοπήσεις. Όταν αποξενώνεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Όταν υποτάσσεται στην κάθε λογής εξουσία, διότι η ποίηση είναι μια πράξη αντίστασης. Όταν υποκύπτει στις κολακείες. Όταν ξαστοχεί στον εντοπισμό της ομορφιάς του κόσμου, του θαύματος της δημιουργίας και της συνέχειας του.

Υπάρχει ένα αθέατο βάθος μέσα μας και μέσα στην πραγματικότητα. Πολλοί θα το αντιληφθούν αν τους βοηθήσουν οι περιστάσεις. Ο ποιητής ζει μέσα του. Από παιδί συνδιαλέγομαι μαζί του. Βίωσα ευτυχίες και δυστυχίες, χαμούς και αναπάντεχες αποκτήσεις. Υπάρχουν στιγμές που θα μου μείνουν αξέχαστες και χρόνια ολόκληρα που θα ήθελα να έχουν ξεχαστεί. Διεκδικώ το δικαίωμα της αμφισβήτησης, αμφισβητώντας πρώτα το εγώ μου. Ο άνθρωπος είναι πολλοί άνθρωποι μαζί. Μια πολυδιάστατη συγκρότηση εκφάνσεων ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο δρα. Ευλογημένοι όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα τους. Ευλογημένοι όσοι διασώζουν τα καλύτερα εδάφη της ψυχής τους.
Μπορώ μόνο να υποθέσω. Γράφω για να ικανοποιήσω την εσωτερική μου ανάγκη να εκφράσω και να ερμηνεύσω τον συμβατικό και υπερβατικό κόσμο. Να διερευνήσω την ανάγκη των ανθρώπων να γίνουν δέκτες αυτής της ματαιοδοξίας μου. Να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου και να ανακαλύψω τα όρια του. Ισως γράφω για να συμπληρώσω έστω μια σελίδα από την τεράστια εγκυκλοπαίδεια στη βιβλιοθήκη του σύμπαντος. Να επιμηκύνω ἐτσι την παρουσία μου στο χρόνο, μετά το τέλος της φυσικής μου ζωής, με κάποια υποτυπώδη μνημόνευση του έργου μου.
Βγαίνω στο δρόμο. Βλέπω ξένους εργάτες σε θερμοκρασία μηδέν να τους δρεπανίζει το κρύο. Βλέπω οικοδόμους στο λιοπύρι να κόβουν σίδερα. Επιβεβαιώνω την ανθρώπινη μου υπόσταση αναγνωρίζοντας την υπέρμετρη δυσκολία της ζωής τους. Μιας και δεν μπορώ να τους μαζέψω όλους στο σπίτι μου, προσπαθώ να τους χωρέσω μέσα στην ποίηση μου που είναι πιο φιλόξενη και ευρύχωρη. Αγναντεύω τον Πενταδάκτυλο. Δεν έχω πάει ποτέ. Γράφω για τις Κερύνειες που στέκονται βουβές και οι γνωστικοί μας λένε ότι τις χάσαμε. Υποκλίνομαι σε αυτόν που κάηκε μέσα στη φωτιά αλλά και σε αυτόν που είδε τη ζωή του σκορπισμένη σε ερείπια. Συνομιλώ με την ενόργανη σιωπή των πραγμάτων και των ψυχών. Αφουγκράζομαι τους κραδασμούς της πέμπτης εποχής, της εποχής του έρωτα. Μένω άναυδος με τα κομψοτεχνήματα της φύσης και των ανθρώπων. Γεύομαι τα αποστάγματα της παγκόσμιας σοφίας. Μετά προσπαθώ να συναρμολογήσω τα κομμάτια της δικής μου ταπεινής φωνής, σε στίχους.
5.Τα ψηφιακά βιβλία είναι η εξέλιξη των εντύπων και όπως κάθε τι που ανήκει στο μέλλον, χρειάζεται χρόνο να αφομοιώσει εκείνο που ανήκει στο παρελθόν και στο παρόν. Ελπίζω ο χρόνος αυτός να είναι πολύς…

6.Το σχολείο θα έπρεπε να ήταν χώρος δημιουργίας και έμπνευσης. Χώρος καλλιέργειας της κρίσης των μαθητών. Συνεπώς, χρειάζονται αφενός, καινοτόμες εκπαιδευτικές πολιτικές, αφετέρου, εμπνευσμένοι εκπαιδευτικοί που να φωτίζουν με τη παρουσία τους και να καθηλώνουν με τη σοφία τους τις νέες γενιές και όχι να βολεύονται πίσω από τη στερεότυπη διδακτέα ύλη. Απαιτείται εκπαίδευση που να ελκύει τα παιδιά να πάνε στο σχολείο και όχι να τα απωθεί, που να αποδέχεται και να σέβεται τον εύθραυστο και εύπλαστο ψυχικό τους κόσμο, τις ιδιαιτερότητες τους. Χρειάζονται λοιπόν και τα ανάλογα βιβλία.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s