ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ

 

 

 

 

Από τα σημερινά εγκαίνια έκθεσης φωτογραφίας
στο Δήμο Θεσσαλονίκης (10/11/2016)

για τη κατεχόμενη πόλη της Αμμοχώστου

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

 

Οι γυρολόγοι

Μ’ ένα σακίδιο νεκροψίες
οι γυρολόγοι πάντα επιστρέφουν
αγγελιοφόροι θριαμβευτές.
Μονομαχούν,
δαμάζουν θηρία,
σκοτώνουν δράκοντες.
Κάπου – κάπου αγκαλιάζουν
κι αγγέλους.

Ύστερα γυρνούν τη ράχη
και με τραγελαφικά προσωπεία
σφηνωμένα σε ημίκυρτους αυχένες
περιφέρουν την έγκλειστη μνημοσύνη τους
κάτω από το πορφυρό φεγγάρι.
Στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας
η παράσταση
αναβάλλεται επ’ αόριστον.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

Για την Αμμόχωστο…

Πάλι τους ξέφυγε η θάλασσα
Σε είπανε μικρή κι ακίνητη
Εμένα να ρωτάς καρδιά μου
Ρώτα τα μάτια μου
Ήσουνα δίπλα μου
το πιο πικρό γαλάζιο

Δεν είναι λέξη η αγάπη, είναι ανάσταση…

 

 

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

 

Αμμόχωστος

Για να σε λησμονήσω
ξαπλώνω στην άμμο σου
και μαζεύω φωτόνια
Ύστερα τα αλείβω
με ευλάβεια στο δέρμα μου
Μικροσκοπικά αστέρια
φυτρώνουν εντός μου
και τότε ανατέλλω
μηδενικά φορτισμένη
πανδέκτης και πανσέληνος αλλού
Μα δε σε λησμονώ

 

 

ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ

 

Μνήμη Αμμοχώστου

Κι ύστερ’ ανοίγει τα παράθυρα
και μπαίνει
αγκάλες ήλιου
και κλωνάρια φεγγαριού
μεσ’ στα σεντόνια τα σκορπάει
κι ευωδιάζουν σαν άστρα
σε λειβάδια τ’ ουρανού.
Κι ύστερα κλείνει τα παράθυρα
και μένει
μελτέμι μέντας
που ξεστράτισε γι’ αλλού
κι άλλαξε γνώμη, «εδώ μ’ αρέσει», λέει
μοιάζει σα’ θάλασσα, σαν μύθος
του βυθού,
που κρύβονταν μεσ’ σ’ όστρακο αρχαίο
και δεν γινότανε να ειπωθεί
παρά για λόγο απόκοσμο, σπουδαίο
κρυφά, γλυκά, χωρίς ν’ ακουστεί.
Ανοίγει τα παράθυρα και μπαίνει
νάμα σα’ νόημα που κάπου με καλεί
άκουσμα γνώριμο από την Αγία Ζώνη
κιούλι μυρίζει και γιασεμί.

 

 

ΝΤΙΝΑ ΠΑΓΙΑΣΗ-ΚΑΤΣΟΥΡΗ

 

Προς Αναγνώστη  I

Τι να σου πω.
Νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνά
σαν θυμάμαι εκείνα τα πράσινα περιβόλια
με τις πορτοκαλιές και τις κίτρινες ανταύγειες,
νιώθω μια έξαψη να με κυκλώνει
σαν θυμάμαι τα χρώματα του ορίζοντα
και κείνες τις θαλασσινές διακυμάνσεις,
νιώθω ένα παράξενο τρεμούλιασμα
σαν θυμάμαι τις γήινες μυρουδιές
και κείνο το καφετί χώμα,
υγρό ακόμα στις παλάμες μας,
νιώθω θυμό
και απελπισία απέραντη
καθώς αναλογίζομαι
πόσοι και πόσοι ποιητές ασέλγησαν στο όνομά της
πόσοι και πόσοι ποιητές εκτονωθήκανε στο όνομά της.
Μα κυριότερα,
πόσοι και πόσοι ποιητές ΔΕΝ θ’ αντισταθούν στο όνομά της.

Και το όνομα αυτής: Αμμόχωστος.

 

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

 

Ονήσιλος

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.

Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:
ένα καύκαλο
―το δικό του κρανίο―
γεμάτο μέλισσες.

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

Κ’ έγυρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

 

 

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ

 

Χρυσόθεμις (απόσπασμα)

η πόλη καιγόταν
άδειασαν
τα ξενοδοχεία οι πολυκατοικίας τίποτα
άγρια αγκάθια και τσουκνίδας φυτρώνουν από τις ρωγμές τ’ αυλάκια
φτάνουν κάποτε ίσαμε το δεύτερο πάτωμα τα φίδια
πλήθυναν πάλι ας τους να φύγουν
καλυτέρα η πόλη έτσι άδεια
νεκρή σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

 

Όνομα Πόλης

Now happiest loveliest in yon lovely Earth,
Whence sprang the Idea of Beauty» into birth.
Edgar Allan Poe

ΜΗΠΩΣ μιας πόλης όνομα η Αμμόχωστο είναι ψεύτικη;
Τεχνητό χώρισμα χώρου και γη της ουτοπίας;
Χρόνος από άμμο ψιλοδουλεμένη
καθώς κοιτάζεις τους λευκούς μαστούς;

Ποιός 8α ‘λεγε το αντίθετο;
-Λησμόνησες τους πρόσφυγες
που στέκονται αντικρύ της και τη χαιρετάν.
ξέρουν να κλαίνε, την καρδιά τους να ραγίζουν
με βότσαλα της Θάλασσας, τη μηχανή τους έχουν
του αυτοκίνητου και του τρακτέρ ξεκινημένη
μετωπικά προς τα φυλάκια των Τουρκώνε,
στα τεθωρακισμένα των οχτρώνε.

Πώς ομιλείς – εσύ, δε 8α το πίστευα!-
γι’ αυτούς που είναι σαν φίλοι και αδελφοί.

Με παρεξήγησες, υποκριτή αναγνώστη.
Βλέπω μονάχα, την Αμμόχωστο ίσως, και αγαπώ
9α ζήσουμε μαζί ο θάνατος κι η ζωή,
το ξέρω, το πιστεύω, κάνω και γραμμάτιο.
Τι, δεν υπάρχει θάνατος μήτε κι οχτρός και πλάνη
γι αυτό την είπα ψεύτικη την πόλη,
την πόλη που γεννήθηκα σαράντα αιώνες τώρα.

Όμως, όταν κοιτάζω με τα κιάλια
την ανεπαίσθητη του στήθους της ρωγμή,
όταν απ’ τη μεθυστική πνοή της κρίνω πόσα
πλοία βουλιάξαν ή πετρώσανε κι ανθρώπους
βλέπω τριγύρω «να το σπίτι μου» εκφωνώντας,
τι να σου κάνω; Θλίβομαι, ακριβαίνω,
χειρίζομαι τη λέξη με βαριά καρφιά,
φωνάζω «εχθρός» αυξαίνοντας τη 8λίψη
της ουτοπίας – οι λέξεις σου με σφάζουνε
δυνάστη της Αγάπης, Κύριέ μου, τραπουλόχαρτο.

Ένυλη πλάση φέγγει γύρω στα μαλλιά σου.
Προσφέρουμε νερό, γλυκό και χάδι.
Όμως εσύ τι δίνεις, έ; Μια πόλη σου ζητάμε,
αν είναι αυτή που ζήσαμε τα ωραία μας χρόνια
ή που την παρατήσαμε στ’ αλώνια.

(Αμμόχωστος Βασιλεύονοα, 1982)

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ

 

Ωδή Νοσταλγίας

(Αφιέρωμα στην Αμμόχωστο)

α

Δεν σε ξεχνώ αιώνια Πόλη,
που απ’ τον Αιώνα του Χαλκού,
τρεισήμισι) χιλιάδες χρόνια πριν,
στεριώθης στην Κυπραία γη περήφανη
με τα Κυκλώπειά σου τείχη ως Αλασία.
Κι ο Κερεάτας ο Απόλλωνας φρουρός σου.
Εσύ, του αμύθητου πλούτου η πηγή,
δεν έστελλες στους Φαραώ μονάχα τάλαντα χαλκού
μα και μια νύφη Αφροδίτη,
στον χρυσοποίκιλτο τον θρόνο της Αιγύπτου
μια Νεφερτίτη

β’

Ήσουν ο ήλιος της Ανατολής!
Μα ήρθαν απ’ τη θάλασσα λαοί
και πέθανες, ν’ αναστηθής
του Τεύκρου ως Σαλαμίνα.
Κι είδες πολύβουα καράβια Ελληνικά
κι’ Ανατολίτικα ν’ αράζουν στα λιμάνια σου
με πλούσιες πραμάτειες φορτωμένα
κ’ έγινες της Ανατολής το σταυροδρόμι
και της Δύσης.

 

 

ΚΛΑΙΡΗ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

 

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
τριάντα τρία τώρα χρόνια,
η πόλη μου.
Πώς ν’ ανασαίνει μέσ’ στον πνιγερό αγέρα;
Και πού ν’ απλώσει τα μαλλιά της να στεγνώσουν;
Τα βλέφαρά της δεν αντέχουν
τόσο φως.
Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα επιμένουν
ν’ ανθίζουν στο Ακταίο.
Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα.
τα χέρια της ματώνουν
και ποιος να της γιατρέψει
τις πληγές;
Ποιος να στεγνώσει τις ροές
των δακρύων;
Ποιος άραγε θα σταματήσει το κακό;

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
κανείς δεν αφουγκράζεται
την αγωνία της,
ούτε δικοί και μήτε ξένοι.
Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα ανθίζουν στο Ακταίο,
όπως και τότε,
που αλλόφρονη μια πόλη,
π πόλη μου,
έτρεχε μέσα στα σοκάκια
και τα μαλλιά της ανέμιζαν
μέσ’ στο χαλασμό
κι ακούγονταν
οπλές αλόγων και καμπάνες
κι οι στέγες έπαιρναν φωτιά
και τσουρούφλιζαν την καρδιά της.
Ολούθε παραμόνευε
ο Φόβος και η Απόγνωση
στα καλντερίμια.
Δεν πρέπει να θυμάται
η πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
τις γοερές κραυγές του Αίαντα,
μήτε το θρήνο
των παιδιών της.
Τριάντα τρία χρόνια μέσ’ στο συρματόπλεγμα
η Αμμόχωστος
ονειρεύεται ριπές ανέμων.
Όλο γυρεύει λυτρωμό.
Θέλει αλήθεια να ξεχάσει
τον ξεριζωμό.

 

 

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

 

ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου
τη μέρα που ο τουρκικός στρατός
μπήκε στην Αμμόχωστο
και ο Κωνσταντής οκτάχρονος
έφυγε με την οικογένεια του,
πάει και καθαρίζει την παραλία
από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,
τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.

 

 

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ- ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

 

Νεκρή πολιτεία

Ο Ευαγόρας κι η Σαλαμίνα του μονάχοι
στη σύναξη του Τρυγητή
στο νεκρικό συμπόσιο τ’ Αλωνάρη
Όπως οι νύχτες μας κι οι μέρες
μετράνε το σταματημένο χρόνο
στα πανάρχαιο μάρμαρο
όπως τα λόγια και τα χρόνια μας
κάνουν σταθμό στην Σαλαμίνα
Εκεί κι ο Ονήσιλος
απ’ το κοντάρι της κτηνωδίας
κι απ’ την κυψέλη των ματιών του
φλογίζει τη μνήμη εισχωρώντας στο χρόνο
Η ακακία που επιμένει τόσο πολύ να υπάρχει
το πανηγύρι του κίτρινου
η μέλισσα κι η πεταλούδα η παιχνιδιάρα
τ’ ασήμαντο μυρμήγκι
το σκαθάρι
η ελισσαύρα
το νερό
aχ η ζωή που ξεχειλίζει
γύρω στα όπλα και τ’ άρματα του θανάτου

 

 

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

 

Σαλαμίνια

Ἄνθρωποι τύχης εἴδωλον ἐπλάσαντο,
πρόφασιν ἰδίης ἀβουλίης [Δημόκριτος]

Τι τύχη κι αυτός
Να βλέπει έτσι την πόλη του!

Για την ακρίβεια
Ένα μέρος της πόλης
Μια λωρίδα χρυσή αμμουδιά
Καταπράσινα περιβόλια
Να κρέμονται
Από έναν θαλασσή ουρανό

Τα κάτω άκρα άνω
Φυτεμένα σὲ συντρίμμια
Τα άνω άκρα κάτω
Με τα δάχτυλα τεντωμένα.

Η πατρίδα ανάποδα γυρισμένη
Χώρεσε στην παλάμη του.

 

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

 

Famaguste

Μες στους αφρούς της φουρτούνας σου
διαλύθηκε η γαλήνη
στο ακρογιάλι πού νόμιζα ήρεμο
της θάλασσας εκείνης.

Με χέρια απλωμένα προς εσένα
προσμένω κάθε καλοκαίρι,
Ελένη, της ψυχής μου Παρθένα,
ν’ ανοίξω της καρδιάς σου το δεφτέρι.

Από της Δερύνειας το δίπατο
ματογιάλια τα μάτια μου ανάπηρα
ν’ ατενίζω των Τούρκων το βάδισμα
και της καρδιάς σου το χτύπο.

Μέσα στον ύπνο μου τρομάζω
το ευαγγέλιο της μοίρας που διαβάζω
βουβό της καμπάνας το κτύπημα,
πόλη του Ευαγόρα φάντασμα.

Άφησ’ τα χέρια σου να ’ρθουν
με τα δικά μου να σμίξουν
προτού γυρίσει ο άνεμος
και πάρει την πνοή μου.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

 

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
οι άγιοι που μας φανερώνονται
να τους ανάψουμε το καντήλι,
ο αργαλειός, ο λιόμυλος, η γούρνα του σπιτιού μου,
της ιστορίας οι γραφές,
το βλέμμα του παιδιού μου.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s