ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%b5%ce%bb%ce%b1

 

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1977. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στο τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας. Διορίστηκε ως καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση το 2003. Φέτος ολοκληρώνει τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας με την εκπόνηση της διπλωματικής της εργασίας για την Κατερίνα Γώγου και την Αν Σέξτον.
Γράφει ποιήματα και ασχολείται με το θέατρο παρουσιάζοντας μαθητικές παραστάσεις. Αυτή είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

 

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-1

ΣΤΗΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ
Η ΑΓΑΠΗ 
[2016]

 

ΕΠΟΧΗ ΠΡΩΤΗ

μετόπωρον

 

 

γιατί ποτέ δεν ήμουν αρκετή

Τον πατέρα μου τον τυραννούσε μια έγνοια.
Κοιμήθηκε μ’ αυτήν.
Κι εμείς κάναμε ησυχία,
μη και στον ύπνο ταραχτεί.
Αιώνιος νόστος,
νυν και εγώ γυρίζω τις ραφές ανάποδα.
Πού ξηλώθηκα, δεν βρίσκω.
Φυσά μέσα μου εκείνη του
η ανάγκη,
να αφήσει πίσω του Μνήμη Αρσενική.

Ενίοτε οι παραδόσεις
ρημάζουν
-το παρόν-.

 

 

κάπου έχεις πάει

Ακούω τη φωνή σου μέσα μου,
ζεστό ρυάκι στην ψυχή.
Λένε πως έφυγες,
χωρίς αποσκευές.
Σου έσφιγγα το χέρι – το θυμάσαι;
Μα δεν σε κράτησα κοντά.

Κάθε που νυχτώνει, μίλα μου.

Δεν υπάρχει πιο βέβαιος δρόμος
(Από τη μοναξιά)

 

 

ΕΠΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
χειμών

 

 

ο ορισμός της αγάπης

Αν ήσουν, θα το ήξερα.
Ίσως η σκέψη μόνο υπήρξε.

Μα αυτό το σφηνωμένο μάρμαρο
στο στήθος μου,
αποκαλύπτει.

(Αιώνια χαλάσματα η αγάπη)

 

 

δεν βρεθήκαμε ποτέ

Όχι, γιατί δεν μπορώ
ή γιατί δεν πρέπει.
Όχι, γιατί φοβάμαι
ή λυπάμαι.
Όχι.
Δεν έρχομαι,
γιατί περίμενα πολύ,
ενώ -εσύ- μετρούσες τα βήματά σου.

 

 

dead lines

Οι στίχοι γράφονται στο περιθώριο,
εκεί που δεν έχεις ζήσει,
στο επέκεινα.
Καρφώνονται οι λέξεις στην καρδιά
και σε γεννούν ξανά,
σαν σπάραγμα μαρμάρινο,
χωρίς πνοή,
μονάχα ιστορία.
Εκείνος που ορίζει το παιχνίδι,
είναι βέβαιο πως θα χάσει.

Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη.

 

 

ΕΠΟΧΗ ΤΡΙΤΗ
έαρ

 

 

γυναίκα

δεν ήμουν πιστή,
άπιστη υπήρξα
στο όνομα των δικών σας Αλλάχ και Θεών,
δεν ήμουν Πηνελόπη,
δεν ήμουν Μαρία,
δεν ήμουν Πίστη,
ούτε Μεργέμ,
δεν ήμουν Ρουθ ούτε Εσθήρ,
Σάρρα ή Σύλλα.
Δεν ήμουν λουλούδι,
ήμουν ασπάλαθος,
ίδια η Κλυταιμνήστρα.

 

 

επέμβαση χειρουργική

Ξεντύνομαι προσεχτικά.
Διπλώνω το πουκάμισο,
τακτοποιώ το μάλλινο κασκόλ μου στην καρέκλα.
Τα πόδια τρέμουν, βυθίζεται
το σώμα στο αχανές πάτωμα
και η φωνή γλιστρά ανάμεσα στους τοίχους
– στριγκιά από τα σωθικά.
Αβέβαιη κινούμαι στο δωμάτιο,
μια νυχτερίδα κολλημένη στα μαλλιά
κι ένα σαράκι, επίμονο,
κόβει κομμάτια από τα οστά.
Μέσα το φως τυφλώνει
και ο κύριος με τ’ άσπρα γάντια
σκύβει προσεχτικά
να ράψει την ψυχή -μου-

 

 

ΕΠΟΧΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
θέρος

 

 

τα όνειρα αποστατούν

Δεν έχω πόδια.
Με δυο σίδερα κυκλοφορώ
βαραίνουν το περπάτημά μου.
Όλο λέω θα ξεφύγω,
μα εκείνα με προδίδουν.
Με πιάνεις
στο σημείο που γυρίζω το Κλειδί.
-Στις πιθανότητες πέφτω πάντα έξω-.
Λες και η Μοίρα μου το έχει αποφασίσει.

Καθώς ξαπλώνω όμως στο κρεβάτι
τίποτα δεν μοιάζει βέβαιο.
Τα όνειρα περιπατούν στη ράχη μου,
τρυπώνουν μες στο στήθος,
γίνονται γάλα,
παίρνουν μορφή.
-Κάποτε- θα ελευθερωθούν.

Τότε που θα ξέρω – (ποια είμαι).

 

 

χάικου 2

Τα φύλλα πέφτουν
κι η γη γεμίζει από
από αισθήματα

 

 

περί ονείρων

Η Ιοκάστη είχε μια πλεχτή θηλιά.
Την έφτιαχνε από μικρό παιδί.
Κάθε χρόνο προσέθετε έναν κόμπο.
Πνίγηκε με αυτήν.
Η θηλιά έμεινε.
Οι θηλιές παραμένουν.
Μέσα τους τα όνειρά μας δένονται.

 

 

ΠΕΝΤΕ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

 

νύχτα στην Τσιμισκή

Περπατούσαμε νύχτα στην Τσιμισκή. Φώναζα για να με ακούσεις μα εσύ χανόσουν στον εαυτό σου. Ακουμπούσα τα χέρια μου στο στέρνο σου και τα δάχτυλά μου πάγωναν. Τόσο το χιόνι που μας κάλυπτε σαν να κύλησαν όλοι οι χειμώνες μέσα στα σώματά μας. Δεν ήξερα τους δρόμους πια. Δεν έβρισκα πουθενά γνώριμο έδαφος. Με στένευε η πόλη-τόσο που ο θώρακας γινόταν κομμάτια. Ένιωσα να εισχωρεί σκοτάδι στην ύπαρξή μου/
Όλα έχουν ένα τέρμα\μια πόλη τελειώνει και βρίσκεσαι σε μια άλλη.
Μα είσαι πάντα λίγο από αυτό που πίσω σου αφήνεις.

 

 

ο μαυροπίνακας της λήθης

Φοβάμαι σε ξεχνώ.
Σβήνονται οι αναμνήσεις,
όπως η κιμωλία από τον μαυροπίνακα.
Δεν ξέρω τι θα μείνει,
ποιό αδάκρυτο φιλί,
ποιά ανείπωτη ευχή
να μας ενώνει.
Εγώ σε λησμονώ-
πικρό το κατακάθι στον καφέ μας-
την ώρα που βουλιάζουμε,
η πόλη βγαίνει από την ομίχλη.

 

 

γέννηση

Έγινα γυναίκα για τον άνδρα, γυναίκα από πηλό.
Έγινα ψάρι σε ποτάμι, δέντρο στη σκιά,
αεράκι στη μέση της ερήμου,
δροσιά στον καύσωνα του Αυγούστου.
Ξαναγεννιέμαι από το χώμα,
διασκορπίζομαι στη γη,
η φωνή μου αντηχεί ζεστή
και γίνομαι άνθος για να το δρέψεις.
Να ζήσω,
να μπορώ να σου μιλώ με χρώματα,
να γίνομαι γυναίκα,
για εσένα
και να με επιστρέφεις μισή,
όταν η αυγή χαράζει.
Σε φυλακίζω στο σώμα μου,
δραπετεύεις, όταν το σκοτάδι μας έχει πια εξαντλήσει
και γκρεμίζω τους τοίχους
σώμα γινωμένο από πηλό/
σώμα πλασμένο μόνο από σένα.

 

 

Σακουλέβας

Ήξερα πως απομακρυνόμουν από εσένα /περπατούσα ανάποδα, όπως μου ‘μαθε εκείνη: «πάντα να αποφεύγεις το πλήθος, εκεί που βρίσκονται πολλοί θα μοιάζεις λίγη». Και έγινε συνήθειά μου η σιωπή. Δεν θα με έβρισκες ποτέ σε εκείνο το μονοπάτι. Ήταν γεμάτο ήμερα κοπάδια πουλιών και συστάδες δέντρων. Η μοναξιά φώλιαζε μέσα μου/ μπορούσα να ακούω τους χτύπους της καρδιάς και να σε ερωτεύομαι ξανά. Δεν σε άγγιζα, μα στο όνειρο ζει κανείς πιο ευτυχισμένος. Τώρα κανείς μας δεν τολμά να γυρίσει στο ίδιο σημείο/κάποιοι άλλοι ίσως αγαπηθούν εκεί/εμείς συναντηθήκαμε νωρίς /αργά θα πεις εσύ, ενώ εγώ θα επιμένω ότι υπήρχε χρόνος/
στο ποτάμι θα σε θυμάμαι, όπως σε γνώρισα ήλιο και θάνατο μαζί.

 

 

αποδημία της αγάπης

Ανησυχώ για σένα.
Μήπως οι νύχτες σου γεμίσουν άμμο
και δεν μπορείς να ονειρευτείς.
Σκέφτομαι αν θα αντέξεις τα πουλιά να αποδημούν,
αν είσαι έτοιμος να αποχαιρετήσεις τις στάχτες του κορμιού μου,
να φύγεις δίχως πίσω να κοιτάζεις.
Τελείωσε το καλοκαίρι μας λοιπόν,
τόσο που κράτησε μοιάζει με έρημο,
δεν φτάνει το νερό να ξεδιψάσεις.
Όμως εσένα έχω στο μυαλό.
Φυλάξου από την υγρασία της βροχής
και να κρατάς πάντα στην πίσω τσέπη σου ένα μαχαίρι-
ποιος ξέρει αν θα χρειαστεί να κόψεις τους φόβους σου στα δυο.
Να μην κοιμάσαι μόνος σου τα βράδια,
να έχεις πάντα κάποιον αγκαλιά
-γυναίκα ή παιδί,
αντέχω,
φτάνει να διώχνεις τα σύννεφα μακριά σου.
Α ,όχι.
Για μένα δεν με νοιάζει.
Νομίζω πως ξανά θα γεννηθώ,
είτε έτσι είτε αλλιώς,
θα μάθω να επιπλέω.
Το ξέρω, το έχω ξανακάνει.
Δεν ήταν το ίδιο, μα κολύμπησα στο έρεβος πολλές φορές,
είναι η ύπαρξή μου τέτοια,
κρατώ από γενιά ηφαιστειακή, λάβα τρέχει στις φλέβες μου,
καίγομαι,
μα πάντα συγκρατώ λίγο νερό και συνεχίζω.
Εξάλλου εγώ δεν αποφεύγω την αγάπη.
Για σένα ανησυχώ.

 

 

Για την ποίηση της Άντζελας Γεωργοτά έγραψαν :

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

Frear October 27, 2016

Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη της Άντζελας Γεωργοτά, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Στον πατέρα της, έναν πατέρα που έφυγε, αφιερωμένη αυτή η πρώτη συλλογή της Άντζελας Γεωργοτά. Και δύο πρώτοι στίχοι στην αρχή πριν όλα αρχίσουν. «Όλη την νύχτα έστηνα δόκανα/όμως να συγκρατήσω κανένα όνειρο δεν μπόρεσα».
Ευθύς εξαρχής λοιπόν το κουδούνι έξω από την πόρτα της συλλογής γράφει την λέξη απώλεια. Και όλες τις λέξεις από Α: απουσία, αποστασία, ανείπωτο, ανεπιδότο, ασύμπτωτο.

Χωρισμένη σε εποχές η συλλογή:

Εποχή πρώτη μετόπωρον (η εποχή μετά τα φρούτα), η εποχή μετά τον θάνατο του πατέρα. Έξι ποιήματα στον Παρατατικό, σ’ αυτό που υπήρξε και χάθηκε, την αρσενική παρουσία, τον πατέρα ζεστό και ταυτόχρονα πια κρύο. Διαφορά θερμοκρασίας. Ελλειπτικά ανάμεσα στις λέξεις προβάλλει το σχήμα και η μορφή του πατέρα. Οι τίτλοι των ποιημάτων παράλληλα διηγούνται την δική τους κρυφή ιστορία. Γιατί και τα ποιήματα έχουν τους υποτίτλους τους.

Γιατί ποτέ δεν ήμουν αρκετή, υπάρχει το κενό ανάμεσά μας, επίσκεψη νυχτερινή, μου μιλούσαν με τα λευκά τους ρούχα, κάπου έχεις πάει, αυτό που είμαστε.

Στην μυστική γλώσσα των ποιημάτων εγώ ακούω: αυτό που είμαστε είναι ο πατέρας που υπήρξε, που τον ενσωματώνουμε αφού φεύγει, που όπως ο Αινείας τον κουβαλάμε στην πλάτη μας, είναι οι απαιτήσεις, η κριτική του αλλά και η τρυφερότητά του, είναι οι αναμνήσεις του, το πορτοκάλι, ο βασιλικός, οι λευκές ποδιές των γιατρών και νοσοκόμων, η αιθανόλη. Ακόμα και το πηγάδι της αυλής, που το ποιητικό υποκείμενο δροσίζεται πριν γίνει γυναίκα. Είναι ο πατέρας. Αφιερωμένη λοιπόν η εποχή αυτή στον πατέρα.

«Θυμήσου./ Και το πρωί/ θα σε σκεπάσω χώμα». Είναι το χώμα των λέξεων και η ποιήτρια το σκάβει βαθιά και το νοτίζει.

Εποχή δεύτερη, χειμών. Δέκα πέντε ποιήματα.

Το παιδί κόρη γίνεται γυναίκα. Ερωτεύεται. Ας εξετάσουμε πάλι τους τίτλους των ποιημάτων που είναι ένα είδος αρχαίου χορού γιατί κτίζουν την ατμόσφαιρα της ενότητας.

Ο ορισμός της αγάπης. Σε κλίμακα χαμηλή. Ορθολογικός χωρισμός. Αντί. Έξωση. Υπάρχουν αποδείξεις. Περί μιας ανείπωτης υπόσχεσης. Δεν βρεθήκαμε ποτέ. Η τέχνη της παράστασης. Ανεπίδοτη επιστολή. Dead Lines. Φόβος της αριθμητικής. Αιωνιότητα. Μέχρι να έρθεις. Περί προθέσεων και αντοχών.

Όμως γιατί ή πού στην λογοτεχνία ο έρωτας παρομοιάζεται με τον χειμώνα; Εδώ έχουμε έναν έρωτα χώμα. Σε παρατατικό. Κρύο. Ασύμπτωτο. Όπως ο θάνατος του πατέρα στο μετόπωρον. Έρωτας ανάμεσα σε αρχαία ερείπια, αντίδικος και αντίλαλος. (Που φοράει δανεικά ματωμένα ρούχα και σύμφωνα με αρχαία εντολή πρέπει να επιστρέψει ξεπλυμένα). Απατηλός και φανταστικός, αλλά ταυτόχρονα έρωτας που υπήρξε πράξη μέσα από το δέρμα.

Στα ποιήματα της Γεωργοτά υπάρχει η τέχνη του υπαινιγμού. Αυτό που ξεκίνησε αιώνες πριν με την Σαπφώ που έγραφε: είναι μεσάνυχτα κι εγώ κοιμάμαι μόνη, χάραξε μία γαλακτερή γραμμή στο φεγγάρι και όλοι συνεχίζουμε από εκεί. Γιατί υπάρχει συνέχεια στην ποίηση και γιατί όλοι προσθέτουν ένα λιθαράκι στο τεράστιο ψηφιδωτό της.

Υπαινικτικοί στίχοι λοιπόν μέσα σ’ αυτή την ενότητα που περικλείουν και περιλαμβάνουν:
Δεν υπάρχει τίποτε πιο σίγουρο/ από την απάτη πως με άγγιξες.
(Αν ήμουν μόνο σάρκα, τότε θα σε συγχωρούσα)
Δεν έρχομαι, γιατί περίμενα πολύ, ενώ- εσύ- μετρούσες τα βήματά σου
Πήρα μόνο το οικόσημό σου,/στο λαιμό το κρέμασα/και με μια ταινία σφράγισα/το χολ για πάντα.

Και βέβαια ο στίχος που αποτελεί και τον τίτλο της συλλογής και είναι ολόκληρο μυθιστόρημα από μόνος του. Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη.

Εξομολογητική ποίηση σε πρώτο πρόσωπο που αμέσως δημιουργεί την σχέση με τον αναγνώστη. «Υπήρξα χαμηλών τόνων», εμπιστεύεται στον εξομολογητή αναγνώστη το ποιητικό υποκείμενο. «Υπήρξα συμβιβαστική/ να χωρέσω έναν κροκόδειλο μες στην ψυχή». Συγκλονιστική εικόνα που με παραπέμπει στον βόα που καταπίνει έναν ελέφαντα στον Μικρό Πρίγκηπα του Σαιντ Εξυπερύ.

Μία συλλογή σε ενότητες που διαδέχονται η μια την άλλη. Θα μπορούσε μυθιστόρημα. Ελλειπτική, με την ενδιαφέρουσα χρήση παρενθέσεων ιδίως στο τέλος των ποιημάτων. Που συνοψίζουν, τονίζουν, αποκαλύπτουν αυτό που κρύβει το ποίημα, ή κρύβουν αυτό που αποκαλύπτεται. Πολλές φορές η λέξη παρένθεση απαντάται στην συλλογή. (Όλη η ζωή μας μονάχα μία παρένθεση) Και πολλές φορές οι στίχοι της Γεωργοτά βρίσκονται μέσα στην παρένθεση. Μήπως τελικά στην παρένθεση στηρίζεται η αγάπη; Μήπως οι αγκύλες της είναι οι αγκαλιές;

Η ενότητα του χειμώνα, του παγωμένου έρωτα που δεν ανταποκρίθηκε στο εμείς του, τελειώνει με το ποίημα περί προθέσεων και αντοχών που το διαβάζω παρακάτω:

περί προθέσεων και αντοχών

Και αν μου μιλάς με ερμηνείες κι αριθμούς,
χάνω το μέτρημα,
τα όνειρα μπερδεύω με τις ψευδαισθήσεις.

Μίλα μου λοιπόν με τις σιωπές,
με αγγίγματα,
με το παράφορο φιλί σου,
με χάδια ηλεκτρισμένα,
με το κορμί,
τα δάχτυλα,
το βλέμμα .

Μίλα μου
καθώς σκορπάμε στον αέρα,
την ώρα που ξεθηλυκώνονται οι ενοχές,
τότε που χώμα είμαι και συ νερό
και ρίζα δεν υπάρχει.

Τότε ν’ ακούω θέλω,
όχι ποιος είσαι,
όχι τι θέλεις.

Αλλά πόσα μπορείς.

Γιατί στο τέλος τέλος αυτή η γυναίκα μέσα στην συλλογή, αυτό το ποιητικό υποκείμενο μιλάει για την αριθμητική του έρωτα. Για τις συντεταγμένες της ψυχής, για την μυστική εξίσωση. Πόσο τελικά ο εραστής μπορεί να αναμετρηθεί με αυτό το τρομακτικό και γιγάντιο ον, τον έρωτα που μοιάζει με θάνατο και είναι εξίσου απειλητικό για τις ελαφριές καρδιές που δεν μπορούν.
Τρίτη ενότητα, τρίτη εποχή. Έαρ. Εποχή ενηλικίωσης.

Χρόνος και πόνος. Χειρουργείο. Κοριτσάκι διπλωμένο στα δύο. Όστρακα που καταξεσκίζουν τα χέρια και το στήθος. Η μνήμη δεν είναι γυάλα με ψεύτικο χιόνι που αναποδογυρίζεις και χιονίζει.

(Ξηλώστε τον κόσμο. Σπάστε τα βουνά.
Οι μέρες μας και οι νύχτες άλλη δεν αντέχουν μνήμη)

Πάλι εδώ η χρήση της παρένθεσης. Ό,τι περιέχεται ανάμεσα στην παρένθεση, είναι μνήμη κοφτερή. Όμως στην ενότητα αυτή έχουμε πιο έντονη την συνειδητοποίηση της φυλετικής ταυτότητας του ποιητικού υποκειμένου. Το κοριτσάκι που πενθεί και ερωτεύεται μετατρέπεται σε γυναίκα που εξεγείρεται, που σπάει το κουκούλι του στερεότυπου. Μία γυναίκα που έρχεται σε επαφή με τις ρίζες της και την αληθινή της δύναμη και ουσία και αποποιείται τον ρόλο και τις ενοχές με την οποία την έχουν επιφορτίσει μέσα στους αιώνες.

Έτσι λοιπόν έχουμε αναφορά σε γυναικείες μορφές. Υπατία, Πηνελόπη, Μαρία, Μεργέμ, Ρουθ, Εσθήρ, Σάρρα ή Σύλλα, Κλυταιμνήστρα, Λίλιθ. Η ποιήτρια απεκδύεται τις κορδελίτσες και τις χάντρες, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, ξελαφρώνει από τα πασουμάκια, σαμποτάρει τα οικογενειακά γεύματα και κάνει μία δήλωση αντινομιφροσύνης στο ποίημά της Δήλωση νομιμοφροσύνης που τελειώνει έτσι.

Θέλω να βαπτιστώ γυναίκα,
τη μοίρα μου να ασπαστώ
πανάρχαια ,
βγαλμένη από τα έγκατα της γης.

(Μα όταν η ώρα που να υπογράψω έρχεται
αίτηση νομιμοφροσύνης,
θεριεύει μέσα μου το αίμα
και κόκκινο βάφει το χαρτί).

Θυμός λοιπόν και δίκαιη αγανάκτηση, αλλά και μία διείσδυση στα κατάβαθα του εαυτού, μία προσπάθεια να εντοπίσει και να κατανοήσει η ποιήτρια, πώς πλάστηκε το καλούπι του ρόλου ή αλλιώς πού είναι κρυμμένες οι ραφές του δαντελένιου φορέματος που έδωσαν με το ζόρι στο κοριτσάκι να φορέσει.

Γράφει η ποιήτρια:

Δεν έχει αλλάξει τίποτα,
εκείνη η γραμμή
με βασανίζει ακόμα.

( Κανείς δεν κλείνει το λογαριασμό
με τον εαυτό του)

Τέλος περνάμε στην τελευταία εποχή του θέρους.

Εδώ πια η ποιήτρια πατά γερά στα πόδια της. Μέσα από τις τρεις εποχές που έχει διανύσει έχει βρει την φωνή της και με αυτήν συνομιλεί με την Ανδρομάχη στο ποίημα Καθώς ο άντρας μαθαίνει την αγάπη. Οι άντρες βάφουν την σημαία στο δικό τους χρώμα, αυτοί μοιράζουν τα λάφυρα και με το σπαθί τους προξενούν πληγές, ενώ ο θρήνος και το πένθος είναι η μοίρα της γυναίκας. Η Ιοκάστη θηλιά με την θηλιά δένει το πεπρωμένο της από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.

Συνομιλεί με την Άννα Αχμάτοβα στο ομώνυμο ποίημα για να καταλήξει με τον στίχο ότι ακόμα των αθώων οι ζωές πηγαίνουν στα χαμένα.

Επίσης στην ενότητα αυτή τελεσίδικα πια και ξεκάθαρα τονίζεται το φευγαλέο σχήμα του κορμιού της αγάπης. Σύμφωνα με την ποιήτρια, αυτά τα όνειρα που αποστατούν και διαφεύγουν, θα πάρουν την οριστική τους μορφή και θα μπορέσει να τα αιχμαλωτίσει, όταν ολοκληρωθεί η αυτογνωσία της. Άρα συνειδητοποιεί ότι η ευτυχία έγκειται στην δική της ολοκλήρωση και όχι στην φασματική μορφή του έρωτα.

Στο ποίημα Δεύτερη Πτώση, πιο δυνατή πια η ποιήτρια, αφού έχει πέσει και σηκωθεί ξανά και ξανά, μπορεί να αντέξει τις επόμενες πτώσεις της, μπορεί να αναγνωρίσει την ομορφιά των τραυμάτων της. Δεν χάνει την πίστη στον έρωτα, απλώς μπορεί να αποστασιοποιηθεί, να αναλύσει τους μυστικούς του νόμους και να τον μετασχηματίσει σε γραφή, χωρίς ωστόσο να χάσει την ελπίδα στην ύπαρξή του στο ποίημα σκέψεις για την διάρκεια του έρωτα.

Η άποψη ότι η καμπύλη είναι πιο όμορφη από τις τετράγωνες γωνίες, η αίσθηση ότι το σύμπαν είναι ολοστρόγγυλο, η ιδέα ότι οι γυναίκες αντέχουν τον φόβο του κενού περισσότερο από τους άντρες όταν ερωτεύονται και πολλές ακόμα λεπτομέρειες δίνουν μία έμφυλη απόχρωση στην ποίηση της Άντζελας Γεωργοτά που ολοκληρώνεται σ’ αυτό το τελευταίο μέρος.

Η συλλογή και η ενότητα τελειώνουν με δύο ποιήματα. Το πρώτο ποίημα με τίτλο άτιτλο θα μπορούσε να επικοινωνήσει με τον ερωτικό μονόλογο «λαχταρώ» της Σάρα Κέην και το δεύτερο που έχει τίτλο περί τυχαίων συμβάντων με το ποίημα Κεραυνοβόλος Έρωτας της Βισλάβας Σιμπόρσκα. Αυτή η διακειμενικότητα με δύο πολύ αγαπημένες γυναίκες επιβεβαιώνει το ότι η Πηνελόπη τότε παλιά ξεκίνησε ένα υφαντό σε έναν αργαλειό, που ακόμα δεν έχει τελειώσει. Αυτά τα αργυρά νήματα της συνέχειας πάνω σε ένα φεγγάρι που αιώνια αλλάζει, είναι και η δικαίωση και η μαγεία της ποίησης.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

http://frear.gr/?p=15626

 

 

Πέτρος Γκολίτσης

efsyn.gr /11/9/2016

Η Αντζελα Γεωργοτά (Κέρκυρα, 1977) με σπουδές στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ενώ ξεκινά από την Κατερίνα Γώγου και την Αν Σέξτον, συναντώντας τη μετωπική αμεσότητα της μιας και την εξομολογητικότητα της δεύτερης, στην πρώτη της συλλογή Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, μας ανοίγει σε έναν δικό της μορφικά και ατμοσφαιρικά κατακτημένο κόσμο.

Κινούμενη μακριά από έτοιμες φόρμες και στροφικά σχήματα, η ποίησή της −με ομοιοκαταληξίες και τονισμούς που ζευγαρώνουν σπειροειδώς σε φαινομενικά άτακτα σημεία του στίχου− βαδίζει έμμετρα σε μετα-σαχτουρικά μονοπάτια και ξέφωτα, πιστοποιώντας τη μέγιστη δυνατή μουσικότητα της ποίησης και τη χαρακτηριστική εξπρεσιονιστική της εικονοποιία, η οποία τελικά πυκνώνεται σ’ ένα ποίημα κάδρο.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Στεκόμουν μετέωρη/κάτω από τα πόδια/το σύμπαν έκαιγε […] Ασπρες κυρίες μου μιλούσαν/και ένας Ανδρας με σιδερένιο πρόσωπο/με χτύπαγε στην πλάτη,/καθώς οι λέξεις του με κάρφωναν στο πάτωμα» ή συντομότερα: «Θυμόμουν το κόκκινο και έσταζαν τα χέρια παπαρούνες» ή «τα όνειρα τρυπώνουν μες στο στήθος,/γίνονται γάλα,/παίρνουν μορφή».

Είναι φανερό πως η εικόνα-κάδρο είναι αυτή που οδηγεί το ποίημα, ενώ το «νόημα» σαφώς έπεται. Η εικαστική-σκηνοθετική μάλιστα οργάνωση-άρθρωση του ποιήματος, η οποία συχνά αποκαλύπτεται ως πηγαία, ξεκομμένη από το «νόημα», λες και κάνει σημειωτόν στο ίδιο σημείο διανοίγοντας έναν μεταιχμιακό τόπο ή ενεργοποιώντας μια καταβύθιση.

Η ποιήτρια, προτάσσοντας έντονα το υποκείμενο, τον φορέα του προσωπικού θα λέγαμε βιώματος, σκηνοθετεί ή προσπαθεί να αδράξει ένα μεταίσθημα, κινούμενη ταυτόχρονα προς τον τόπο του απολόγου, με την έννοια του τελικού λόγου-απολογισμού, όπου και προσπαθεί να καταλήξει σε οριστικά σχετικά συμπεράσματα και σε ποιητικές μεταγραφές που αποτυπώνουν τη στιγμιαία αίσθηση-συναίσθημα.

Η νόηση εκ των υστέρων φιλτράρει και «λογοκρίνει» το βίωμα οδηγώντας το συχνά σε προειλημμένες θεωρήσεις και στάσεις.

Η ρυθμική και η φραστική λιτότητα της ποίησής της, ο χειρισμός του ρυθμού έως την τελευταία σελίδα της συλλογής με ωριμότητα, οι σαφώς προσεγμένες αλλαγές στίχων και στροφών, η λιτότητα και η πυκνότητα των ποιημάτων, η αξίωση μιας κάποιας αρχιτεκτονικότητας στο σύνολο, αλλά και ο παιγνιώδης διάλογος μεταξύ ρυθμού και περιεχομένου, όχι απλά αφήνουν μια αίσθηση πως ο αναγνώστης κοινώνησε-συμμετείχε σε ποίηση, αλλά επίσης καλούν και προς μια επαναφορά και μια μελλοντική επανατοποθέτηση απέναντι στο ποίημα το οποίο και αναμένει μες στην ερμητικότητα την επανεκτέλεσή του.

http://www.efsyn.gr/arthro/protoemfanizomenes-poiitikes-fones-me-prooptiki

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s