ΚΩΣΤΑΣ Θ.ΡΙΖΑΚΗΣ

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%b8-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%cf%8d%ce%b2%ce%b9

Ο Κώστας Θ. Ριζάκης γεννήθηκε το 1960 στη Λαμία, όπου και ζει μέχρι σήμερα, μια ζωή μονήρη και απομονωμένη. Είναι ένας ποιητής που φροντίζει με ιδιαίτερη προσοχή τα ποιήματά του μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια, ποιήματα με μουσικότητα και πνοή, με στίχο πολυδουλεμένο, σμιλευμένο στο ρυθμό, ποιήματα που αποπνέουν πόνο και πένθος. Ο ποιητής μάς έδωσε την ευκαιρία να δούμε συνολικά την ποίησή του συγκεντρώνοντας το 2011 σε έναν τόμο από τις Εκδόσεις των Φίλων, με τίτλο Επιτάφιος Δρόμος2 , έξι ποιητικές συλλογές των ετών 1985-2010. Όπως διαβάζουμε στα περιεχόμενα, περιλαμβάνονται κατά σειρά: Ο βυθός μου τα πράγματα (1985), Με τον τρόπο του Αινεία (1986),Τα επόμενα πένθη (1997), Χωρίς χρονολογία (2004), Ο κυρίως ναός (2006), Τα τελευταία ονόματα (2010)
[ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΊΔΟΥ ΣΤΟ FRACTAL 2/4/2015]

 

 

 

 

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α’ [1985-2010]

 

 

1-untitled-fr12-0002

 

 

Ο ΒΥΘΟΣ ΜΟΥ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ [1985]

 

με χρώμα το σκοτάδι

εκεί που σύχναζε σχεδόν τον είχα χάσει
σκάλες τα χρόνια μου δεν έφταναν ν’ ανέβω
κι άρχισα να του ρίχνω πέτρες τις πληγές μου
ώσπου έδυσε στα νέφη ή γαλάζια του έπαρση
πήρε δειλά να κοκκινίζει απ’ τα χτυπήματα
λίγο αργότερα έγινε μαβής
και καταστάλαξε στο γνώριμό μου μαύρο
σκιά τού ύπνου στον εφιάλτη πρόλογος
όχι τυχαία ο ουρανός αφέθηκε στη νύχτα
μπορεί πια να στεγάζει τις ανάγκες μου
να δικαιώνει τη σιωπή πού γέννησε κραυγή

με χρώμα το σκοτάδι να αιτιολογεί
την κάθετή μου πτώση

 

 

όταν το θέμα επιμένει (α)

σκέφτομαι να ξεφύγω από τη νύχτα
να το τολμήσω κάποτε κι αυτό

μα πάλι πώς στο άπλετο φως να φέρω
εσάς που χρόνια συντηρώ μες στο σκοτάδι
κάτω από φλέβες πίσω από ρυτίδες
όπως και να ’χει δεν αντέχω να προδώσω
στίχους που υπαινίχτηκαν πρώιμα ουρλιαχτά
απέτυχαν εμπορικά και θάφτηκαν

μαζί μου στο σκοτάδι

 

 

καρποί της στάχτης (α)

κάποτε η ανακύκλωση τελειώνει θες δε θες
χαμένος τότε ή κερδισμένος επιστρέφεις
στο σπίτι που φαντάσματα στερνά το κατοικούν
ονείρων ίσκιοι σε λυμφατικά κρεββάτια
πρόσωπα φορτωμένα οικείες ένοχες
μιας εποχής που χώρεσε παιδί έφηβο κι άντρα

με στάσιμο το κλάμα στη μεσαία κάμαρα
ν’ αναμοχλεύει την αγιότητα της μάνας σου

 

 

πολύ μόνο το φως

τα μάτια καρφωμένα στις παλάμες μου
ούτε μια χειραψία σου δε χάρηκαν
και ξιφολόγχες χώθηκαν βαθιά στο χώμα
άπλωσαν ρίζες με τα χρόνια τίναξαν κλαριά
λίγο ακόμα και θα βγάλουν φύλλα
λίγο ακόμα και θα δουν ξανά
κι όπως το φως στην πρώτη αίγλη του βουρκώνει
και η μορφή σου χάδι αποζητάει
πρόσεχε μη σκοντάψεις στον κορμό τους
και τυφλωθείς από το χτες που σκουριασμένη
τώρα ξιφολόγχη αγρυπνάει

 

 

ό,τι σκοτώνω με αναγκάζει

«πυρ!» διατάζω και βουλώνω τ’ αυτιά
μια μου σφαίρα στοχεύει στη λήθη
άλλη πέφτει νεκρή καταγής
κάποια τρίτη σφυρίζει περνώντας
στο αυτί του πρωινού μου τελάλη
κι από τρόμο βουβαίνεται αυτός

«πυρ!» ουρλιάζω και κλείνω τα μάτια
έτσι σκόπιμα χάνω τη μέρα
παύω πια να ελπίζω στο χώμα
και κερδίζω δικούς μου νεκρούς

ουρανό να θρηνώ και ποιήματα
άδειους κάλυκες όπλου που σήκωσα
στη μνημοσύνη νύχτα

 

 

 

ΜΕ ΤΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΑΙΝΕΙΑ [1986]

 

 

Ατλαντίδα

ψηλά πετά της μνήμης αετός

τί περιούσια στη στέρηση
η μακρινή του οργή
-κορμός-
να επιμένει στη φωνή σου

της επιφάνειας ναυάγια να λυπάσαι
θραύσματα του βυθού να κλαις
φύλλο με φύλλο να δοξάζεις στη σπορά

τις πιο δικές μου ρίζες

 

 

θ’ ανατείλεις ξανά

μια οθόνη τα μάτια σου θερινού σινεμά
μια αλάνα σπαρμένη με βρώμικους βώλους
(δες ο ψίθυρος στίχος τη φωνή σου πώς άντεξε
λίγη χλόη και φύτρωνες στην ακλόνητη πίστη
—ά ή ανάσα σου φίλε πολύ με τυράννησε)

μια οθόνη τα μάτια σου να προβάλουν το φόβο
του θανάτου ενδεχόμενα ν’ απειλούν την αλάνα
-το παιδί πού υπήρξα μην πιστέψεις πώς χάθηκε

μεγαλώνει η απόσταση και πετρώνει ο χρόνος
στην καρδιά μου στηρίχτηκε προαιώνιος εχθρός
παγωμένο το αίμα μου άλλα πάλι σου γράφω

νοτισμένο το χώμα μου
θ’ ανατείλεις ξανά!

 

 

όταν το θέμα επιμένει (γ)

πάντοτε τελευταία έρχεται στον ύπνο μου
όλο στοργή ταιριάζει τα σκεπάσματα
μου σιάζει το προσκέφαλο δειλά
σκύβοντας με φιλά καταμεσής
στο μέτωπο σα σφαίρα

κι όπως ευφρόσυνα στον ύπνο μέσα στρέφω
στην πρόσκαιρη διάθεση αλλάζοντας πλευρό
και τρίζει από καινούργιο βάρος το κρεββάτι
ακούω τυφλά την ίδια πάλι εκπυρσοκρότηση

στην άλλη μέρα ψηλαφώντας δίχως μάτια
στην ανεξίτηλη ομιλία που βοά

καταμεσής στο μέτωπο σα σφαίρα!

 

 

ονομάτων πληγές (β)

στο σκοτάδι μου οι μνήμες κελλιά
ως μία-μία τις πόρτες σφαλούν
μες στο στόμα πικρά σιωπούν
το δυσοίωνο λάλο παιδί

με τα χέρια χωμένα στο πρόσωπο
βουλιαγμένο στο πλάι της ντουλάπας
στην οικεία παυσίπονη άμμο

μες στα μάτια στυγνά φυλακίζουν
τον αιώνια έφηβον άντρα

 

 

με τον τρόπο του Αινεία

ως και ή ψυχή μου χώνεψε
στα περιγράμματα τους

μια που επιμένω στη θολή του σχήματος ανάγκη
προετοίμασα τον χώρο μου σε δύσκολες στιγμές

ήλιου προσφιλέστερες εκλάμψεις ν’ αναδίνουν
συχνά αγκάλης μητρικής την άχνα να σκορπούν
ολόκληρα ένα χάδι ανέστησα τα πράγματα
έτσι απαλά ν’ αγγίζετε στην ηδονή ριγώντας
της λείας επιφάνειας υποψιασμένοι ασφαλώς
πως μόνη η επαφή αρκεί να ρίχνει στο βυθό μου
βραχνής φωνής στηρίγματα εγκόσμιες ρυτίδες

να ασελγώ στον τύψη σας
να μη γλυτώνω μόνος

 

 

όσο υπάρχουν μάτια

είδα κι αυτόν τον ποταμό να εκβάλει μες στην άσφαλτο
τον αετό ν’ ακροζυγιάζεται χωρίς
ένα υποψήφιο θύμα
κ’ είδα ξανά την πέτρινη δίχως παλμό συνέχεια
τη μέσα μέσα σιωπή
είδα των ασωμάτων

εντούτοις πάλι πέρασα από σύνορο σε σύνορο
από σταθμό σε νέο σταθμό δε ρήμαξα
δεν έσβησα κοιτώντας

δε ναυαγεί προσπάθεια
όσο υπάρχουν μάτια

 

 

 

ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΠΕΝΘΗ [1997]

 

όταν το θέμα επιμένει (δ)

ακόμη κλείνω με προφύλαξη την πόρτα
γυρίζω πάλι το κλειδί στην κλειδωνιά
έπειτα ανάβω στα δωμάτια τα φώτα
και ξαναβρίσκω ίδια φτου κι απ’ την αρχή:
το μπούκωμα στων ρουθουνιών τη σήψη
τη λοιδορία στης αδράνειας το σαράκι
χίλιους πλεγμένους στις γωνιές ιστούς αράχνης
βεβαρημένο σώμα υπόδικο το παρελθόν

– μα τέλος πάντων τί φοβάμαι μη μου κλέψουν
τί μου συμβαίνει και τις νύχτες μου αγρυπνώ
τί στο θεό μου διεκδικώ σ’ αυτό το σπίτι –
βεβαρημένο σώμα ακοίμητο το παρελθόν

στην αγκαλιά του τώρα πιο σφιχτά με κλείνει
τα φώτα σε όλα τα δωμάτια ανάβει

γυρίζει πάλι το κλειδί στην κλειδωνιά

 

 

επιστρέφω στο φως

επιστρέφω στο φως βιωμένο σκοτάδι

ούτε βήμα ή απόγνωση
ούτε βήμα ο τρόμος
είτε πίσω ή μπρος: καταδίκη

το σκυλί μου ξεχνώ σε πηγάδι
κλειστό και μερόνυχτα ουρλιάζει

τί αυθάδεια στο φως
η πληγή μου (που αβάσταχτα
ανατρέπει τον ήλιο)

ποιά ευφράδεια στο αίμα
στη γλώσσα ποιά νάρκωση

τί π ά λ ι το ποίημα!

 

 

ποτέ το φως

είν’ η φωνή μου λάμψη που πεθαίνει
πλάι σε νερά σε βράχια σε πουλιά
ένα μονόξυλο ριγμένο σε πηγάδι

επιδρομή στον στίχο που βογγά
κυματισμός της λύπης μου στο βράδυ

τυφεκισμός στη σιωπή που άγρυπνά
– ποτέ το φως δεν αστοχεί
μες στο σκοτάδι

ποτέ σκοτάδι δε σκοτώθηκε με φως

 

 

ονομάτων πληγές (ζ)

μ’ απλωτές κολυμπώντας σε φτάνω μητέρα
έχεις δέσει ναυάγιο σε ξέρα πικρή
δε νικιέται η ήττα δεν αίρεται
δεν κερδίζει φωνή

έχω λύσει κορμί και ψυχή
και σε ψάχνω
σε γενναίες μου ανάσες ποιήματα
έχεις πάρει ψυχή

και κορμί

το κορμί μου που απάνω σου γράφω
τσακισμένος ξανά νοσταλγός

 

 

Αχέροντας

κωπηλατεί ο μυθικός βαρκάρης
στα δόντια του νεκρού το νόμισμα
βορά στην προαιώνια οφειλή του

μα εγώ των παφλασμών
τη μουσική συγκράτησα
και τη σφυρίζω στη λευκή
σελίδα από μνήμης
κι αιμορραγώ στο γνώριμο
ταξίδι με άλλο πρόσωπο

κι όπως με το δικό σου όνομα ξεψύχησα

αναπόσπαστος μέσα μου
αναλλοίωτος ζεις

 

 

ποιητής μαύρης βροχής

ήταν οι μέρες μου μικρές
– πώς να πλουτίσω –
κι οι εμπλοκές
σ’ όλες τις ώρες μου
(τί να ιστορήσω)

κάτι κυλάει σα ρόδα
προσπερνάει

φέγγει σαν σήραγγα τη μία
την άλλη φράζει

μια νύχτα ρίχνει λαμαρίνες
και σαλτάρει
κοντά πολύ στο όνειρό μου με ταράζει

κάποτε ακούω βεγγαλικά
βλέπω σειρήνες

πάντοτε αυτό πού έχασα σφαδάζει!

 

 

oι πατρίδες

δαγκωμένη ψυχή
(μοιρασμένος καημός)
απλωμένος στο όνειρο
ρεμπέτης καιρός
ανάπηρο βράδυ
σε υπόγειο καρφί
ξαρματώνει τον ήλιο

:αρμαθιές οι πατρίδες:

με τα νύχια στις λέξεις
με τις λέξεις στα δόντια
με τα δόντια στους στίχους
με τους στίχους στο αίμα
με το αίμα στο βλέμμα με

το αίμα στο ποίημα!

 

 

ο υπόλογος απόλογος (β)

του αργαλειού πλεγμένες σαϊτιές –
ξεχνούν στο δέρμα βρέφη σαν τριαντάφυλλα
νήπια κεντούν στίχο το στίχο οι συλλαβές
ξέφτια να σέρνουν τα στερνά μου ποιήματα
τυφλά παιδιά τραυλίζοντας άδειες φωνές

– δίχτυ θανάτων τα πικρά πικρά μου λόγια

απόγειο αίμα πριν
από τη φλέβα σας!

 

 

το ποίημα

ξανά ένα τραίνο πριν
από το ποίημα –
ένας βαρύς συρμός που με παιδεύει

πάλι ένα τραίνο έπειτ’ απ’ το ποίημα
κλειδώνει μάτια σε κλειστές κοιλάδες
όπου τα όρη αλυχτούν – βουνό το ποίημα
οπού η θάλασσα σιγή – κύμα το τραίνο

αυτό το τραίνο που όχι μες στο ποίημα
όχι ποτέ μαζί μου αυτό το τραίνο
ώστε αν ή ώρα μου ξυπνά μέσ’ απ’ το ποίημα
ξανθός πνιχτός καπνός να σημαδεύει

πάντα ένα πριν
ένα μετά
το ποίημα

όπου καπνός
εκεί φωτιάς
το δράμα

 

 

τα επόμενα πένθη

της ψυχής μου η λαχτάρα στο όνειρό τρέμει
σκοτεινή απειλή του αδελφού το σπαθί
«είναι ψέμμα το αίμα! – πληγή μας ο μύθος»
«άλλοι το ’θελαν!» δίδυμες σκούζουν φωνές
αποτρόπαιες μέρες οι άγνωστες νύχτες
αλαζόνες του Κρέοντα πάντα οι βουλές
τα επόμενα πένθη γυμνά
να στηρίζουν –

ριζικό το κουφάρι μου μόνη Αντιγόνη
να ευωδιάζει ο τάφος σαγήνη και φως
να μη λιώνω πηλός στη βροχή

– τούς Αιώνες!

 

 

 

ΧΩΡΙΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ
ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΔΩΔΕΚΑ ΜΕΡΗ [2004]

 

1.

άχρωμος κόσμος γύρω μας ’Αλίκη
και το δωμάτιο ζεστά μοναδικό
περνά εν πτήσει μήνες μέρες ώρες
μπορεί ακέραιους τους καλπασμούς
μα εσύ
ποτέ δεν έλιωσες σε χρώματα Αλίκη
έπλευσες στην ανωνυμία του λευκού
κι όπως στην άκρη τού ορίζοντα σε ψάχνω
στου δωματίου τούς τοίχους σε ζητώ
μία στο μωβ
μια στο πορτοκαλί

πέντε και δέκα κι εκατό

στο μαύρο

 

 

2.

ακούω το γνώριμο των τακουνιών σου
στις κρύες πλάκες της αυλής
πευκοβελόνες μπλέκονται
στα βιαστικά μαλλιά σου
κι ακούω τα κλεφτά αδέξια βήματα
να σε οδηγούν συνέχεια στο δρόμο

αφήνω την αυλόπορτα ανοιχτή
την πιθανή διαφυγή μου να εξορκίζει

(διδάσκομαι απ’ τα λάθη μου Αλίκη
μ’ αίμα και πόνο απανωτά με συντηρείς)

 

 

3.

Άλικη σε παρακαλώ φύγε μακριά μου
φίδια με κυκλώνουν – δες
το λαιμό τεντώνουν να εφορμήσουν

(χρόνια σ’ ετοιμάζω
μήνες σ’ εκκολάπτω
είμαι πλέον βέβαιος
πού με πας)

Αλίκη σε εκλιπαρώ γύρνα κοντά μου
σίγουρα έχεις δόντια – ερπετό κι εσύ –
έλα να τα μπήξεις στα όνειρα μου

 

 

7.

σκέφτομαι Αλίκη ποιες προφάσεις εφευρίσκεις
ποιες ανυπόστατες αστείες υπεκφυγές
ό,τι για χρόνια μηχανεύεσαι με στόχο
ν’ αποφευχθεί κάθε διάλογος μαζί μου
να σβήσουν στα ερέβη όσα μας σφάζουν
ν’ αποτραπεί το φως απ’ την αλήθεια

(τον άρτιο λόγο πυρπολείς παντού μέσα στο σπίτι
αμφίαλος η σιωπή νησί που ναυαγώ)

 

 

11.

Αλίκη μια για πάντα μέτρησέ το
μην περιμένεις ροδομάγουλα μωρά
στο εξής – κι αυτό εξαιτίας σου, εννοείται –
υδρόβια τέρατα μονάχα θα γεννώ (ιδίως τις νύχτες)
και μη σκεφτείς ποτέ χαμογελώντας
το ιδανικό μας σμίξιμο πόσο διαρκεί
θα σε διαψεύσουν ιδρωμένες μου οι παλάμες
η αφή που χάνεται στο πριν και στο μετά

χειρονομίες ανέκκλητα ξεψυχισμένες

ηττοπαθείς χωρίς εσέ
μαζί σου

 

 

12.

η Αλίκη βυθός που βουλιάζω (βοήθεια)
η Αλίκη το δίχτυ που απόμεινα άναυδος
η Αλίκη το πέλμα του μέλλοντος πάνω μου
η Αλίκη ταφόπλακα
η Αλίκη σταυρός

αρχή και τέλος
η Αλίκη θεός –

χωρίς αντίκρισμα ουρανός

χωρίς χρονολογία

Πρώτη γραφή Μάιος 1985

Ο ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ [2006]

 

στ’ όνομά σου

ταίρι της νύχτας φιμωμένη ενοχή
χρόνια μετά την αυτοσχέδια ένωσή μας
θα ’χεις τρυγήσει πλέον κάθε μου καρπό
κι ό,τι άδολος σου χάριζα με τόση ζέση
θα ξαναβρίσκω στης μορφής σου τον παλμό

κατάσαρκα θα ντύνεσαι στο σχήμα της αφής μου
θ’ αναμασάς τη γεύση μου στο στόμα σου καιρό
με χρώματα πουλιών όσο θα σε ονομάζω
της νύχτας ταίρι
ματωμένη στο σκοτάδι μου κραυγή
μπροστά στην πόρτα της αδέσποτης καρδιάς σου
πού βρίσκεις το κουράγιο και με φτύνεις
κουκούτσι τώρα αδειανό που θα σκληρύνει
θα σπάσει δόντια αφελών περαστικών
μόλις στην άσφαλτο άταφος
νεκρός κυλήσω

σκυλί το πνεύμα μου αβάπτιστο και ξέρεις
μπορεί τούς δρόμους να γαβγίζει στ’ όνομά σου

 

 

το δέντρο της στάχτης

ό,τι χάθηκε μέσα μου καίει
δε σβήνεται

μη ρωτάς και συ συνεχώς
«ποια η ζωή μου;» – ό,τι
μ’ έλιωσε φως προς το βράδυ,
με ξενύχτησε λύχνο ως το χάραμα

ο ποιητής ένα δέντρο
και – πίστεψε –
δέκα στις δέκα οι λέξεις
καρποί να μου δίνονται
πάντα θ’ αναζητώ την ενδέκατη
ρίζα της πρώτης μου λέξης

τόση στάχτη εκπέμποντας φύλλα
προσευχή ταπεινή και εισακούομαι
αυτό το δέντρο
τέτοια η φλόγα στο απέραντο

ό,τι καίει ούτε σβήνει ούτε χάνεται
ό,τι πέρασε δένει

 

 

οι αυτόχειρες φίλοι μου

έτρεχες κι έτρεχες πετώντας
στης μηχανής σου τ’ άνευρα φτερά
να δοκιμάζεις τη νέα πατέντα
μιας ζωής εγκλωβισμένης ξανά

υστέρα χάθηκες περνώντας
από τη λήθη στης μνήμης τον αγρό
με καταπράσινο ν’ αχνίζει το αίμα
της μπουτονιέρας σου φύλλο ακριβό

έκτοτε ποτάμια κατεβαίνουν
κι άγγελοι στης νύχτας τα νερά

ευωδιάζει ευθύς ο κόσμος μέντα

οι αυτόχειρες φίλοι μου:
το γιασεμί στα τσιμέντα!

 

 

κρυφός δυνάστης
– Ζεϊμπέκικος –

ρίξανε τα φεγγάρια τα ρηχά
βαλαντωμένα στα ριζά
των οριζόντων

φύγανε λείψανε πολύ
φιλιώσανε κελλί
νύχτα αφίλητη

σάς έντυνε κρυφός
δυνάστης το φώς
σας κοίμιζε σε δίχτυα μητέρας

κουφούς μουγκούς τυφλούς

μια φλόγα ο ήλιος τώρα
δοξασία ξένη
όλος μι’ απάρνηση (δις)

σας ένιψε το φώς
περήφανη η τροφός

μάς σκόρπισε στα ίχνη της μέρας

 

 

ο καιρός των ποιητών

αν με γυρεύεις αναγνώστη – ψάξε:

πλάι στη φωτιά τη ρίζα μου θα βρεις
μες στο νερό την πρώτη μου ανάσα

αυτά τα μάτια που στυλώνονται μακριά
(κι ο κυνηγός αναίτια τα τρομάζει)
δεν ξέρουν ήλιο δεν κατέχουν ουρανό

«πριονισμένα τα δεσμά σου» λέει η μοίρα
μα ένα κλαρί ξερόκλαδο που σπάζει
κρυφή πληγή τη λύπη αναταράζει
– αναχαιτίζεται η πνοή στο δειλινό –

ρίχνει τη φλόγα μέσα στη σταγόνα
κι ο ήλιος σβήνει – κόβεται η ανάσα
καίγεται η ρίζα κι ούτε ουρανός!

μόνον η δίνη δίνη δίνη

κι ο ποιητής:
η μνήμη που αφήνει

ανεμοστρόβιλος στο χώμα ο καιρός!

 

 

για μια μπουκιά πατρίδα

μόνο κάτι μισόλογα ξερνούσε με το ζόρι
κομμάτια εικόνες άλλοτε (ασύνδετες κι αυτές)
στη λεία του επιφάνεια δε γνώρισα βυθό

ούτε ποτέ κατόρθωσε για μένα άρτιο λόγο
ούτε μ’ αποθανάτισε σε κρίσιμη στιγμή
να φτάσω κάποτε σωστός σε ’κείνα που του δίνω
δίχως να υπολείπομαι
χωρίς να περισσεύω

τόσο λοιπόν ωμά με διέγραψε ο καθρέφτης
χαύνα κι αναποφάσιστα μάτια που δε μ’ άγγιξαν
τα μάτια ο καθρέφτης σας αδίστακτοι φονιάδες
μου σκότωσαν ό,τι μπορώ
με σκύλεψαν νεκρό

το ίδιο φτηνά σαν τον Ησαύ μου κλέψαν την ελπίδα
μ’ ένα πινάκιο ποίηση

για μια μπουκιά πατρίδα!

 

 

μυστικός Γολγοθάς

το χιόνι ουρλιάζοντας σήμερα
επιθυμία στην πόρτα κλειστή
μαίνεται η νέα μου άνοιξη

εχ μονιά ερημιά μου τσακάλι
αχυρόστρωμα σβήσε το αίμα:
μη σπαράζεις τα γόνατα ποίημα

απάλυνε πάλι το φίλημα
τη θηλιά κάθε ιούδα χριστού
στο πουγκί
με τα τριάκοντα αργύρια

Μυστικός ανηφόρισε Δείπνος

Γολγοθάς να κατέβει η Σταύρωση

 

 

επιτάφιος δρόμος

επιτάφιος δρόμος νωρίς που με ξύπνησε
και με πήρε και πάει κι ούτε φτάνει
πόσα χρόνια ποιες μέρες και πόσες
φιλικές μου οι στιγμές

έχει μνήμη η ζωή μα διαρκεί όσο ο θάνατος πρέπει
μόν’ ο στίχος απόκτησε μάκρος και δύοντας
ηλιαχτίδα στο βλέμμα παράπονο άλγους θανάσιμο μήνυμα

νέο ποίημα ανέτειλε πάλι μητέρα
τη σινδόνη της αποκαθήλωσης άπλωσε
ν’ ανασαίνει γλυκύτατο τέκνο σου

καταχείμωνου έαρ

 

 

ανέστιος άνεμος

και τότε η γυναίκα δάκρυσε:
ένας σωρός λευκά
γαρύφαλλα πέσαν στον τάφο
αμέσως σαν κορίτσι γέλασε
(τί γάργαρη πηγή
δρόσισε την πληγή μου)

να με θυμάσαι, λέω, να με νοιάζεσαι
κάθε που θα ’ρχεται βροχή θα ’ρχονται χιόνια
μη περονιάζει το φαρμάκι ό,τι ποθήσαμε

και κυπαρίσσι ο λόγος μου κυρτός
κάτω απ’ τον άνεμο πάνω στο χώμα

από το χώμα ξεπηδώ
ανέστιος άνεμος
(τα κουκουνάρια μάζεψε κορίτσι)
να με θυμάσαι να με νοιάζεσαι – μην κλαις

κούρνιασα σε μια στάλα ουρανό!

 

 

ο κυρίως ναός

«ας πάει και το παλιάμπελο» μητέρα
ξεπούλησα καινούργιο μοιρολόγι

κατατρεγμένος πιο βαθιά στο παρελθόν

κ’ είναι το πρόσωπό μου μπρος στο φως
αγκιστρωμένο όπως εγώ
μες στο σκοτάδι

(τί να μου δώσεις μάνα – αλήθεια! – πες μου
ποιό ρούχο ακριβό να μου φορέσεις
να ξεχάσω)

τί δάκρυα πολυέξοδα χρειάστηκε η τέχνη
μπροστά σου πάλι λάσπη: ποιητή
άρπαξε πηλοφόρι την καρδιά σου

κέρμα το κέρμα εξαργυρώνοντας
ό,τι σου δόθηκε

όρθωσε νέα μνήμη στο μυστρί
μη βλαστημώντας αρνηθούν την εκκλησία
μη λερωθούν

όσοι προσέρχονται πιστοί

 

 

 

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ [2010]

 

αγιογράφος

[Μνήμη Χρίστου Λάσκαρη]

ασπάστηκα εκ νέου το κελλί ουρανέ:

την άβολη στρωμνή σε μια γωνιά υγρή
το πήλινο κανάτι με τις βροχοστάλες
τον πάγκο με τον ξύλινο παλαιικό σουγιά
τα ψίχουλα ψωμιού που σπάνια υπήρχε

και πάνω μου εσταυρωμένος να μου γνέφει
τα κρίματα να συγχωρεί από ψηλά
ο ποθητός εξαϋλωμένος Ναζωραίος

να μ’ ευλογεί με αδελφική πάντοτε αγάπη

του ποιητή προτείνοντας τους στίχους στ’ ανοιχτά
σαν χειροποίητες συχνά εικόνες μου στο μέλλον!

 

 

δωματίου

[στη Νατάσα Κεσμέτη]

είχα ποθήσει τα πουλιά –
κάλπαζα στο ταβάνι
για να προμηθευτώ φτερά

μα το ψωμί μου μαύριζε απ’ το κλάμα
στην επαιτεία στέγνωνε η ισχύς μου
κι είχα μια νιότη μια φορά
κι έναν καιρό πάντα πικρό:
η μονιμότητα ξεχείλωσε το δράμα

έχω ξεχάσει τα πουλιά
τον πόθο το τραγούδι
την ηλιαχτίδα στο νερό
σ’ έναν καιρό πολύ παλιό
μες στο ταβάνι μια φωλιά

– έτριψαν πέτρα την καρδιά
ο κλώνος μ’ άρπαξε φωτιά

φούντωσε γύρω η μοναξιά

μου κάψαν πάλι τα φτερά!

 

 

αϊτός

[στη Μαρία Κουγιουμτζή]

ξανά στον ύπνο μου πετάξαν πέτρες
(κι ήμουν στόχος ξεκάθαρος του ποιήματος)
γυμνός με κακοφορμισμένες τις πληγές μου
αδράχνοντας τη φρίκη του πετροπολέμου
στα γαμψά μου δάχτυλα
μες σε νεφέλη διάγοντας σε γνόφο
πάλευα κι έγραφα όλο έγραφα αϊτός
στο ψήλωμα του πιο κακού μου ονείρου!

 

 

Θέμης

[επιτάφιο Θέμη Τασούλη]

ή κάποιος στίχος σου λαμπρός σ’ ολόγιομο φεγγάρι
καν η ψυχούλα σου ευωδίαζε τη νύχτα

φίλε δεν έμεινε άστρο για να δω
αστέρι να κοιτάξω

ξεκάρφωσε τον ουρανό
αναίτια η φυγή σου
κι έμεινα χαύνος στο κενό –

φτυαριές το χιόνι θάβει τον ντορό

λέξη θανή λέξη σφαγή δεν τη μπορώ
με τ’ όνομά σου τίτλο δένω τον καιρό

περίλυπος στο ποίημα ακουμπώ

φιλί ευλαβικό στην προσευχή σου!

 

 

κι απόψε

[μνήμη Τάσου Λειβαδίτη]

χτυπούν παραθυρόφυλλα μέσα στην άγρια νύχτα
ο κροταλίας άνεμος ξεσπάθωσε ξανά

κάθιδρος στο κρεββάτι ανασηκώνεσαι
τα χέρια γαντζωμένα στις κουβέρτες
με ταραγμένο βλέμμ’ απέναντι στο άγνωστο
και πόνου ένα λεπίδι στην ψυχή

κάπου κοντά αλύχτησε σκυλί
κλάμα ακούστηκε
κι η μακριά πομπή με σούσουρο εσύρθηκε
τα πόδια πληγιασμένα στα ριζά του δρόμου
πνιγμένες ψαλμουδίες και μουρμουρητά

ό πυρετός του σκοταδιού ανέβηκε ψηλά –

σαρωτική παρέλασε κι απόψε η δυστυχία!

 

 

καλός γεωργός

[στον Τάσο Πορφύρη]

κοιτώ τον κάμπο τα παχειά μ’ αφράτη γης χωράφια
ό,τι έσπειρα το θέρισα καλή σοδειά κ’ ή γνώση
τραβώντας το κασκέτο μου ’λιάζω το μέτωπό μου
στον ασυννέφιαστ’ ουρανό λυτρώνεται ή τύψη
ο τόπος φαίνεται μικρός άλλα μακριά σε φέρνει
φτύνοντας στις παλάμες μου αδράχνω το ξινάρι
φτωχός του μόχτου δουλευτής να γεωργώ τις λέξεις
και να περνούν οι εποχές να χάνοντ’ οι χειμώνες
να δένουν στάχυα θραψερά στο μπόι των ποιημάτων

 

 

ο φάρος

[μνήμη Δ.Π.Παπαδίτσα]

η φυλλωσιά μου – δες – απλώνετ’ επικίνδυνη
μ’ έχ’ υπερβεί ο λόγγος του θανάτου

και ψάχνω μες σε στάχτη μες στα ερείπια

εκείνο το θλιμμένο δεκανίκι
π’ ακούμπησαν πασπατευτά τα χείλη μου
ρουφώντας ξεφυσώντας λαίμαργα
και τ’ άκουσαν να παίζει ζωηρό

– κι ώ ξέσαρκο στην παιδικότητα κορόμηλο
κυνηγημένο από το μαύρο το πουλί –

τί θλιβερή που ηχεί στ’ αυτί μου η μουσική σου
πρώτη μου φυσαρμόνικα ποίηση της ζωής

και πώς η αλήθεια μου κρωγμός εντάφιος κι ο στίχος

– μα οι λέξεις πάντα βάσιμες στον ουρανό με πάνε
με το φιλί της νόνας μου για φάρο της φωνής μου!

 

 

παραλειπόμενο

[στη Χλόη Κουτσουμπέλη]

κι ενώ κουβέντιαζαν σιγά για την ’Ανάσταση
πανσέληνο ένα βράδυ στην ταράτσα

ο γάτος πρότεινε το μπροστινό του πόδι θαρρετά
κοιτώντας Τον ίσια στα μάτια

και μια καμέλια σε γλάστρα ταπεινή
στην αύρα των μουρμουρητών
σαν μικρό θαύμα ανοίγοντας

κόκκινο πλέον έλυνε το αίνιγμα του τέλους!

 

 

εν πορεία

[του Pier Paolo Pasolini, οφειλή]

ας πω τώρα πως ήξερε το μυστικό μου η Σφίγγα
– το πανθομολογούμενον άλλωστε μυστικό –
μ’ αν το κατείχε σκέπτομαι τότε γιατί εσιώπησε
γιατί εξαρχής δεν τόλμησε το ερώτημα να θέσει;

και ποιος Οιδίποδας ποτέ ξέφυγε την πλεκτάνη
ακόμη κι αν εστέφθηκε της Θήβας βασιλιάς
ποι’ ανθρώπου σάρκα σάρκασε αντίκρυ στο κακό;

η Σφίγγα γνώριζε καλά: δεν πέθανες πατέρα

— το στρατοκόπο μου εαυτό λιάνισα στο στενό!

 

 

οι φίλοι

[στον Μάρκο Μέσκο]

Οι φίλοι λοιπόν λείποντας
στον κόσμον όλα λείπουν –

κι όλο στην είσοδο φωλιάζω το πρωινό
μην λάβω κάποιο γράμμα τους θλιμμένο
κι όλο το ακουστικό σηκώνω τ’ απογεύματα
μαγνήτης η φωνή τους απ’ το σύρμα
μη κάτι απόκοσμο πλησιάσει και μου πει

μετρώ τις σπίθες σε φωτιά καίω στο δαυλί τις μνήμες

γλυκό κρασάκι μ’ έπνιξε τη γλύκα του δεν είδα

οι φίλοι λείποντας φριχτά κι ό κόσμος σε αρνιέται

ένας σωρός μαύροι σταυροί ξερές χρονολογίες

κι εγώ ξεχνιέμαι – ψέμμα – πώς δεν έφυγα
πώς ζωντανός τούς σκέφτομαι λογιάζω

 

 

η κάθ’ εσπέραν αιωνιότης

[μνήμη Μιχάλη Κατσαρού
στον Γιάννη Δ. Στεφανάκι]

«εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας» –

δεν είχεν αποσώσει την ανάγνωση
όταν λευκό ένα περιστέρι απ’ το μπαλκόνι του
σαΐτα πέταξε ίσια στον ουρανό
μες σε νεφέλωμα χρυσό στάζοντας αίμα

— ώστε υπάρχει αιωνιότητα, ψιθύρισε

κι ευτύς τανάλια σφίγγοντας τα δόντια του
έσπασε του Μιχάλη το παράπονο στα δυο:

μισό αμαρτία ποιητή
μισό ψυχής αγιότητα –

τί δειλινά τα πάθη μας και η πτώση σε ποιό θάμβος
απ’ της ζωής τα τραύματα ράκη ανασταίνουν φέγγη

νύχτες με περιρρέουσα την μαγική σελήνη

νύχτες μελανοχίτωνες των πορφυρών ονείρων!

 

 

τα ποιήματα αυτά

[μνήμη Σταύρου Βαβούρη]

τα ποιήματα κι εντίμως λέω το «έχει» μου
πλέον ήσαν πολλά πάρα πολλά
τα περισσότερα με την ψυχή
στα δόντια μου γραμμένα

να μακαρίζω θα ’πρεπε την τύχη μου
που μπουμπουκιάσανε οι νότες στις χορδές τους
κι ας ξεροστάλιαζα μονίμως στα κατώφλια τους
μη δίνοντας μην παίρνοντας ποτέ
γουλιά θολό νερό
μπουκιά καθάριου αγέρα

ράκος το επιστέγασμα της πιο μικρής μου ανάγκης

ανυπεράσπιστα βουβός
σ’ ό,τι βαθιά κρυφόκαιγε με θέρμη
κι εντέλει «καταδεχτικός» στην πώρωση
των εξουσιαστών ή και λοιπών μου κυνηγών
– τη μάστιγα το πυρωμένο σίδερο την καταισχύνη
κατάφατσα στο μόνο μου
τις γνώρισα καθρέφτη
κι ούτ’ έσφαλε στην φόδρα σκοτεινός

μπορεί – σκέφτομαι τώρα
να θριάμβευσαν τα ποιήματα ερήμην
τα ποιήματά μου κι από άγνωστον ανώνυμο
επιφανή να με κατέστησαν νεκρό
εκ της θανής του λάλο
όμως – τω ξανασκέφτομαι – μπορεί
δυο βήματα μόνον ισχνά
μπρος απ’ τον ανοιχτό μου τάφο
πριν απ’ την άκαρπη του χρόνου τη σκουριά
(πώς και δεν το ’βλεπα ποτέ
πώς αν και το ’βλεπα πάντα το απωθούσα)
ίδια δειλά στηρίγματα να με στυλώνανε
μπορεί

και πώς συχνά αίστάνθηκα
στα ποιήματα αυτά

ότι ξεκόρμιζα με ισχύ
του φθονερού θανάτου!

 

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ – ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

ΠΟΡΦΥΡΑΣ Τ. 134/ 16/4/2010

Ο πόνος της αυγής

μ’ αρνήθηκες-

κι έβρεχε σήμερα συχνότερ’ από χτες
στάλες δακρύων πορφυρή θολούρα μώρα
στα μάτια μου υγρά που πείνασαν το πώς
στο κρέπι τής απόρριψης φτηνό ζωής κεντίδι

το είδωλό σου έβλεπα διπλά αλλοιωμένο
στην καταχνιά να σήπεται δόξα να ’χει στο φως
στη μαγγανεία τού έρωτα και πάλι απελπισμένο.

κι έτρεξε έτρεξε ρονιά ο πόνος τής αυγής
(το μυστικό μου ράγισμα η στέρνα της αγάπης)

μα ένας αγέρας σάρωνε το αίμ’ από τη γης
-δίλημμα της δειλής στιγμής κακό ’νειρο κι αντάρα-

να μη ριζώνει τ’ άδικο στης αρνησιάς την πίκρα!

 

 

Μήλο μου της αγάπης

κι ως δεν υπάρχει λησμονιά μέσα στον εαυτό
ξέπλυνε από τα αίματα καλά το πρόσωπό της
κι ανήσυχη έγειρε και ωχρή
στην ασημένια τής σελήνης αιώρα

σ’ όσα ποιήματα στο άπειρο μέλλεται να γραφούν
θα καίει η κάφτρα μιας σβησμένης αγκαλιάς
η μυρωδιά καπνού στο άστρο δυό σωμάτων

στον ουρανό οι μνήμες μας σαν ψίθυρος σταθμεύουν
την πρόδινε το μυστικό τού φεγγαριού της λίκνισμα

βράδυ κρεμάει στο κάνιστρο τα μήλ’ απορημένη
πριν την αυγή μαζεύει τα κι ούτε ματιά τούς ρίχνει

ας το καλάθι έγερνε να σκόρπιζαν τα μήλα
κι εκειό το κατακόκκινο το γλυκομελωμένο

με την πολλή λαχτάρα της στα δάχτυλα να κλείσει
να ξεθολώνει στ’ όνειρο το πούσι που τυφλώνει

πάνω στο θαλερό καρπό τον κόσμο της να λύσει

να ιδεί βαθύ το δάγκωμα και της δικής μου αγάπης!

 

 

Έρωτας ναυπηγός

βγάζει καΐκι στο γιαλό……του ναυτεργάτη ο μόχθος
πικρό πολύ σε θάλασσα……μεσίστιο αρμενίζει
με το μαράζι τού έρωτα……τον πόνο της αγάπης
μα στ’ ανοιχτά κακός καιρός……στον ουρανό θολούρα
κύμα το δέρνει από δεξιά……ζερβά το πιλατεύει
ώσπου βουλιάζει σύψυχο……ναύτες κι ο καπετάνιος
-τι ναυπηγός κι ο έρωτας……σκάρτο σκαρί σκαρώνει
κλαίν’ γράφοντας κ’ οι λέξεις μου……τ’ ωκεανού τον θρήνο
-τι καρυδότσουφλο η καρδιά……στα δυό ραγίζει σπάζει
μ’ αίμα σε κάθε του μισό……διάφανο τ’ όνομά της

 

 

ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ 17 ΙΟΥΝΊΟΥ 2013

 

ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

στην Κατερίνα Κούσουλα

σαν φαροφύλακας του πόνου ο ποιητής
από τον χάρτη ξεχασμένος των ανθρώπων
βυθίζει άγιο ένα κερί φορές στη μοναξιά
τ’ ανταριασμένο κύμα της ψυχής ν’ αντιφεγγίσει

όμως τις νύχτες κουρελής δεν έχει απαντοχή
μόνο το πέλαγος βαβίζοντας συχνά την ερημιά του
σέρνει τα ξυλοπάπουτσα στη σκάλα ξαγρυπνά
πιστεύει ακράδαντα πως δε θα ξημερώσει

πλησιάζει προς την θάλασσα δειλά την κανακεύει
στο ’να του χέρι το λειψό, φανάρι αναμμένο
τ’ άλλο ανασύρει αλμυρά φύκια τροφή στις λέξεις

κι ούτε καΐκι θα φανεί μπουρού να του σφυρίξει
κατ’ απ’ τον κρύον ουρανό βάρος το πεπρωμένο

– σινιάλο του το ποίημα σε μοχθηρά φεγγάρια!

 

 

ΕΝΕΚΕΝ Τ. 41/19/4/2014

 

Έως τη νύχτα

τρέχει στο ποτάμι το νερό
θύμησες ξανοίγει η φωνή σου
ορφανό πουλί του παραδείσου
πού και πότε θα σε ξαναβρώ;

βούρκωσαν τα βούρλα της σιγής
πήρε τον κατήφορο η μέρα
σύννεφο μουντό γίνεσαι σφαίρα
βόλι στα κουρέλια της βροχής

φρίκης μέθη ο τόσος πανικός
δε χρυσίζει ανταύγεια στην αιθάλη
πέστροφα πηδάς μακριά μου πάλι
μαύρος με πλακώνει ουρανός

κρύφτηκες φεγγάρι μοναχό
στρείδι σε παράθυρου το τζάμι
νύχτα παγερή σπάει στην παλάμη
πάχνη απ’ της ψυχής σου τον μυχό

 

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΥΘΥΝΗ

 

Η ΔΙΚΗ

του πατέρα
Πριν ακουστώ
θα δικαστώ ερήμην

ο δολοφόνος μου φίλος
πάλι λαβώθηκε—
μάρτυρες ένορκοι και δικαστές
εισαγγελείς και πάρεδροι, κλητήρες

τί νέο ν’ απαγγείλουν εναντίον μου;
ποιό έγκλημα επιπλέον
να φορτώσουν;

στο εδώλιο εδώ
το επίγειο σώμα μου—
μετάνοια αίνος και δάκρυ αχάτινο
(απολογία καμιά!)

Δικαιοσύνη τυφλή: πάλι αθώωση

«η συνεδρίασης λύεται» έπειτα
εκκενώνεται ή αίθουσα αργά
—μονάχος ξανά

χλιδή της ψυχής μου αγιάτρευτη
χειροπέδες μου κόσμημα
αυλακιά ενός αγέρα πού σκότωνα

φυλακή φυλακή
φυλακή μου —

ερήμην με δίκασες ποίημα!

 

 

ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ

ΣΚΙΑΣ ΕΠΩΔΟΣ

 

αντέχουν τα πράγματα
—ούτ’ εγώ λύγισα—
βρυχιέται το θηρίο
(πάλι μέσα μου δάγκωσα)

ανάμεσα σ’ αίματα
ανάμεσα σ’ αίματα

Σμύρνη φλεγόμενη
Ο ποιητής ποΥ δεν έχασα

να φέγγω γυμνός
ένα φρύγανο μνήμης
σκιάς επωδός—

το ελάφι στου δρόμου εκεί πέρα την άκρη
κουνάβι της πίκρας μου μέσα
στα πυκνά του χάρου φυλλώματα
μ’ ερείπια τις λέξεις τριγύρω
να φράζουν το πέρασμα

—ό ποιητής πού δεν ξέχασα
στο στόμα κουφός

κι ωστόσο ατενίζοντας

στα βάθη τού ορίζοντα λάμπει
λάμπει θαμπός—

αέναο πέτρινο λίκνισμα

 

ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ Τ. 79-80/Α’ ΕΞΑΜΗΝΟ 2016 ΚΑΝΕΙ ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΚΩΣΤΑ ΡΙΖΑΚΗ ΜΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΛΛΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

 

 Τρία ποιήματα

 

Τ’ ΑΛΟΓΟ

ώριο σφαχτάριν έσταζε το αίμα του στο χορτάρι
κι απέ βουβάθηκαν πουλιά ή σιγανά το πήραν
στου ποιητή την ταραχή του παραπονεμένου

θολό στο ρακοπότηρο κόμπιαζε το κρασί μας
βλόγηση δίχως εκκλησιά κατακαμπής στ’ αλώνια

τέσσεροι σήκωσαν το νιό κι οι τέσσερις σαν ένας
υψώθη γόος κοριτσιών βλέμματα ξεχείλισαν
μα το λουκούμι του νεκρού στυφό στο μύγδαλό του

σ’ αδράχτια Θρήνους ύφαιναν για σένα ψεύτη κόσμε
στάχυα δε δώσατε καρπό καρπός το χώμα εγίνη

μαυρολογάει η φαμελιά κι η μάνα πρώτη πρώτη
γύρω-τριγύρω οι ψυχές ορθές σ’ ένα συνάφι

κι ο χάροντας ρουθούνιζε μ’ αφρούς στο χάσκο στόμα

ο χάρος ποδοπάταγε σκληρά πεταλωμένος!

 

 

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ ΣΤΟ ΔΡΑΜΑ

τον είδα μες στον ύπνο μου λεβέντη τον παππού μου
δε φίλησες την χέρα μου μού ‘κάμε με παράπονο
Θρασίμ’ ήσουν και ξέφυγες μακριά
ποτέ ποτέ αγόρι μου δεν πήρες την ευκή μου

πώς έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα;
του αντέτεινα
και η τόση μου οξυδέρκεια;
κι οι μώλωπες στο σώμ’ από τον πετροπόλεμο:
πώς άντεξα τα χρόνια μου παππού;

πόσες και οι μετάνοιες Του στα γόνατα
για σένα;
κι ή σιωπή στον κήπο του Ιησού;
έχεις σκεφτεί την υπερκόσμια μοναξιά Του;
τη μυστική Του χάρη και το έλεος;

μα ο πρώτος στ’ όνειρο λαλούσε πετεινός
σε λίγο θα ‘φεγγε η αυγή
Μάρτης ξανά κι η Άνοιξη στα κρίνα

-φύγε παππού μη στέκεσαι, ψιθύρισα
το αίμα του Αμνού λαγάρισε το βλέμμα
κι η αγωνιά έλυσε κόμπο το ξημέρωμα
– φεύγα πρωί
κι εμέν’ ας με σταυρώσουν!

 

 

Ο ΙΗΣΟΥΣΛΑΝΘΑΝΟΝΤΑΣ
ΚΑΠΟΤΕ ΒΛΑΣΦΗΜΕ!

μάνα μου εσύ δεν ένοιωσες το σταυρικό μαρτύριο
της φλογισμένης γλώσσας μου δε στάλαξες νερό
την εξουθένωση στον πυρετό μόνιμο το αλάφιασμα
το αίμα π’ άφησε σκουριά στα μοχθηρά καρφιά
τίποτε τίποτε ποτέ πεισματικά δεν είδες

σε σάρκ’ ανθρώπου μ’ έκαψαν τσιτσίριξε η πυρά
ρέκασμα μούγκρισα αγνό σφαχτάρι στον βωμό
καλόκρυβε η μαντήλα σου ό, π έψαχνα να βρω:
κομμάτι μπρός στην θάνατο στο βλέμμα σου πληγή
μισό δεμάτι από ψυχή; – το ατένισμα ψυχρό!

– μάνα γιατί δεν κοίταζες στα μάτια όσους με γδέρναν;
– γιατί μάνα παράπονο να μ’ ακουμπάει σκυφτό;

κι αν σού ‘δειξα σκαντζόχοιρος τα μυτερά τ’ αγκάθια
να σ’ αγκαλιάζω πάσκισα στην κάθε μια στιγμή

σε τί πηγάδι βύθιζες το αίσθημα βαθιά σου

– ώστε λοιπόν σε αγκύλωνε το χάδι στο παιδί

1-%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%b7%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%83-2

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

3 responses to “ΚΩΣΤΑΣ Θ.ΡΙΖΑΚΗΣ

  1. Χρήστος Τουμανίδης

    Καλησπέρα σας. Ήθελα να ρωτήσω: Πως γίνεται η είσοδος κάποιου στα περιεχόμενα των ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ. Σας ευχαριστώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s