ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

1-untitled-fr12

Ο Γιάννης Στρούμπας γεννήθηκε το 1973. Κατάγεται από την Κομοτηνή, όπου και διαμένει μόνιμα. Είναι φιλόλογος και διδάσκει στη μέση εκπαίδευση. Τακτικός συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού Τα Ποιητικά.
Συνεργασίες του έχουν φιλοξενηθεί στα έντυπα ή ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά Απόπλους, (δε)κατα, Διάστιχο, Δίοδος 66Ί00, Θευθ, Κ, Κουκούτσι, Μανδραγόρας, Νέα Ευθύνη, Πλανόδιον, Πορφύρας, Bibliotheque, Poeticanet, Poetix και αλλού.

ΒΙΒΛΙΑ

(2016) Γραφείον ενικού τουρισμού, Καλλιγράφος
(2013) Άσυλο ανιάτων, Καλλιγράφος (Δοκίμιο)
(2010) Λεπρές ισορροπίες, Γαβριηλίδης
(2006) Τ’ αναγκαία προς το τ-ζην, Γαβριηλίδης

 

ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (2016)

 

____ με το μικρό αστικό _____

ΜΠΑΛΑ ΜΟΥ ΠΕΛΑΓΙΣΙΑ

Κείνη τη μπάλα που παιδί
μου κλέψανε ο αέρας και το κύμα
λικνίζοντας την πέρα μέσα
στου πελάγου το βαθύ, το σκούρο ρίγος,
Τη βρήκα τελικά προχτές
στης μνήμης τ’ αρχιπέλαγος.

 

 

ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΛΛΑΔΑ

Δυόμισι ώρες στην καφετερία του λιμανιού περι-
μένουμε το πλοίο.
Καθυστέρηση. Κλασικά.
0 φραπές ιδρωμένος τα παγάκια εξαντλημένα.
Τα μπαγκάζια χύμα πεταμένα σκονισμένα.
Στην τηλεόραση παρηγοριά το
Μένουμε Ελλάδα.

Ωραία εκπομπή.
Περιηγήσεις, παραλίες, αξιοθέατα
Να μένει το συνάλλαγμα στη χώρα.
Για δρομολόγια δεν βλέπω τίποτα.
Τι να πούνε σάμπως;
Περίμενες καμιά φλεγματική συνέπεια;
Ή μένεις κάπου αλλού;

Μένουμε Ελλάδα.

 

 

ΘΗΛΥΚΑ ΒΑΜΠΙΡ

Μου διέφυγε να ελέγξω
αν το δωμάτιο έχει σήτες
κι απ’ τα τσιμπήματα
έγινα κόσκινο.
«Κόσκινο»; Σήτα κανονική.
Αν σε πετύχω, θα σε λιώσω,
Βρομοκούνουπο.

Με αίμα, λέει, τρέφονται
μόνο τα θηλυκά,
θηλυκά βαμπίρ!
Μάλλον αρχίζω να εννοώ
πώς βγήκε ο όρος
Βρομοθήλυκο.

 

 

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

Χοροπηδά στην άμμο εταστικά
ψάχνοντας για τροφή
κι αδικαίωτο δεν μένει·
οι λουόμενοι ημών οι επίγειοι
τρέφουν αυτό
ως πετεινό του ουρανού:
ψίχουλα,
φλούδες φρούτων,
σπόρια·

πάντα το κάτι του διακρίνει
μέσα απ’ τον σωρό τα αποτσίγαρα

 

_____με τέσσερα επί τέσσερα_____

ΜΥΔΙ

Μαύρο σκληρό περίβλημα
μου κρύβεις
την τρυφερή μου λιχουδιά.
Αξιόπιστη η ασπίδα σου
μα η ουσία σου
στο Βάθος.

Όχι σαν εμένα
που ’χω εξωτερικά
την τρυφερή μου σάρκα
και στο βάθος
μόνο κόκαλα.

Σκέτη Επιφάνεια είμαι
ανούσια και πληκτική.

Αν κι ίσως κάποτε
Αποκαλύψεως

 

 

ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ

Θα φεύγαμε απ’ το νησί χωρίς ενθύμιον
τα παραδοσιακά του εδέσματα;

Φέτα καλαθάκι.
Οπωσδήποτε.
Καρτερικά ψημένη
σε ψάθινο κοφίνι,
Έξι ώρες στο σακβουαγιάζ
ψημένη δεύτερη φορά
πάνω στο πλοίο.

Φέτα καλαθάκι.
Οπωσδήποτε.
Κατευθείαν
απ την παράδοση.
Κατευθείαν
στον κάδο απορριμμάτων.
Τουλάχιστον μου χάρισε
σαν προσμονή
τα’ ωραίο γευστικό ταξίδι.

Το ταξίδι.
Οπωσδήποτε.
Απ τα ψυγεία μεταφορών
στα σούπερ μάρκετ.

 

 

ΣΥΜΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ

Τη θυμάμαι μια ζωή
σαν ελιγμό

Παιδί
με τα ξαδέρφια μου και τη γιαγιά
να στροβιλίζομαι
στο μουντό κλιμακοστάσιο
Πύργου Λευκού
χωρίς ποτέ να πιάνω κορυφή

Με τον πατέρα, έφηβος
περιστρεφόμενοι
σε πηγμένες λεωφόρους
μάταια να ψάχνουμε ιατρεία

Νέος να τρυπώνω
από ελικοειδή σκαλιά
σε ημιυπόγεια δισκάδικα
για σπάνια βινύλια

Πατέρας ο ίδιος
να περιδινούμαι
στον περιφερειακό
συνεχίζοντας
γι’ Αθήνα ή Χαλκιδική

Λες κι η κάθε επαφή
ευκαιριακή
σαν μαγνητική απώθηση
επιδερμικών επαφών
ή αγχωτικών παρακάμψεων

Άραγε
απώθηση ομωνύμων
ή κάποια παραμελημένη απλή
συμπρωτεύουσα ανάγκη;

 

 

ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

Πετσέτες, σορτς, μπλουζάκια
πάλι μαζεύτηκαν ποτισμένα αρμύρα.
Δεν προλαβαίνεις τη μια στοίβα
κι έρχεται νέα, επίμονη
να σου ζητά φρεσκάρισμα επειγόντως.
Σαν να μην άδειασε στιγμή
η λεκάνη με τα άπλυτα,
Σαν μαγεμένα ν’ απαντήθηκαν
μέλλον, παρόν και παρελθόν
μπροστά σ’ ένα πλυντήριο
στου χρόνου την προβαρισμένη περιδίνηση.

 

 

 

ΛΕΠΡΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ (2010)

 

 

ΚΕΡΒΕΡΟΣ

Στον καθρέφτη βλέπω
τα τρία μου πρόσωπα

α’ πρόσωπο

ΛΕΠΤΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Τι χαρά στην παιδική χαρά
να ξαμολώ τα παραπαίδια μου!

Καμαρώνω σαν
Στην τραμπάλα ισορροπούν οι αντιφάσεις μου
Στην κούνια πάνω κάτω οι σεμνές φιλοδοξίες
Στο γύρω-γύρω όλοι τρικυμία εν κρανίω
Στην τσουλήθρα οι εκπτώσεις μου.

Κάτι γιαγιάκες, κάποτε, μ’ εγγόνες αγιοσύνες
που απορούν πώς γίνεται να ’ν’ όλα τους δικά μου
άγρια μ’ επιπλήττουν που τηρώ
λεπτές ισορροπίες λεπρές.

Καθόλου δεν πτοούμαι.
Όλα τα παραπαίδια μου
για μένα είναι παιδιά μου.

 

 

ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΠΟΛΛΟΙ EMIΣΗΣΑΝ

Για τ’ αστρονομικά μου ποσοστά τα δυσθεώρητα
απ’ τις ελάχιστες πωλήσεις μου
Δεν καίγομαι.
Σεπτή μου επιδίωξη
και δράμα μου ταυτόχρονα
την Δόξα να κερδίσω.

Την Δόξα.

Έστω και
μια δραματικά ξεπεσμένη
Δόξα Δράμας.

 

 

ΒΙΤΡΙΝΑ

Φαίνεται κάτι θα ’ξερα
που απέφευγα τις διενέξεις.
Προτιμούσα να μην μιλώ καθότι
η σιωπή είναι χρυσός.
Εξορύσσοντας χρυσές σιωπές βεβαιώθηκα
πως η σιωπή είναι μέταλλο. Πολύτιμο.
Εξορύσσοντας χρυσές σιωπές δημιούργησα
τον αμύθητό μου θησαυρό
από γνωριμίες συλλεκτικές.
Κι έμενα ήσυχος.
Γνωριμίες συλλεκτικές. Βιτρίνας.
Κι η σιωπή είναι μέταλλο. Πολύτιμο.
Μείνετε ανήσυχοι.

 

 

ΕΚΠΝΟΗ

Όταν σκέφτομαι τη μέρα που το κυπαρίσσι
μού προσγείωσε κατακέφαλα το γέρικο κλαδί του
γειώνοντάς με μόνιμα
στην οικογενειακή του αυλή
Βουρκώνω
που μου φέρθηκε έτσι αχάριστα’

σ’ εμένα,
που εξέπνεα
διοξείδιο του άνθρακα
ώστε να κτίζει εκείνο
ρωμαλέο κορμό.

 

 

β’ πρόσωπο

 

ΕΠΟΧΟΥΜΕΝΕΣ ΕΠΟΧΕΣ

Χειμώνα καλοκαίρι
σουλατσάρεις από μπρος μου με το κάμπρ
το χειμώνα με κλειστή την οροφή
ανοιχτή το καλοκαίρι
Λες και περιμένουμε εσένα
για να μάθουμε πως αλλάζουν οι εποχές.

Ένα κάμπριο δεν φέρνει την άνοιξη
ούτε κάποια άλλη εποχή.
Κάμπριο δεν έχω.
Μα στα παιδικά καθίσματα
του σεντάν μου αν κοιτάξεις
ολοχρονίς θα βρίσκεις κάθε εποχή:
άμμο από την παραλία
σημαιούλες 28ης
σερπαντίνες, κομφετί
ξερά πρωτομαγιάτικα στεφάνια.

 

 

ΝΑΡΚΑΛΙΕΥΤΡΙΑ

στη Δέσποινα

Πάλι έχει νεύρα ο μπαμπάς
και σ’ έστειλε, μικρή μου, ο αδερφούλης σου
-στρατηγικός εγκέφαλος κι οργανωτής
κάθε κατεργαριάς—
ν’ ανιχνεύσεις διαθέσεις,
να χωροθετήσεις το ναρκοπέδιο
με κίνδυνο να τις αρπάξεις.

Δεν σου μαθαίνει, αγάπη μου, ο αδερφός σου
μονάχα να μετράς τους αριθμούς στη θεωρία’
στην πράξη σού διδάσκει
πώς μένει πάντα στα μετόπισθεν
απυρόβλητος ο στρατηγός
και πώς εκρήγνυται η νάρκη
στα χέρια του ναρκαλιευτή.

 

 

ΣΑΛΩΜΗ

Περιφέρεσαι σεινάμενη κουνάμενη
με τον δίσκο στα χέρια.
Το ’χεις πάρει πολύ προσωπικά
κι ανέλαβες αυτοπροσώπως
το σερβίρισμα.
— Εσείς θα πάρετε κάτι;
Ένα λικεράκι, ένα σοκολατάκι;
Με ρωτάς όλο νόημα στον πληθυντικό
ειρωνικά κι απρόσωπα.
—Ευχαριστώ, σου απαντώ,
αναζητώντας το χαμένο πρόσωπό μου.
Και κερνιέμαι
την επί πίνακι κεφαλή μου.

 

 

ΑΠΟΔΗΜΙΑ

Έφυγες κι εσύ, γιαγιακούλα,
που μ’ αποκοίμιζες γλυκά
με τ’ αποδημητικά σου παραμύθια.
Τώρα μπορώ ν’ αποκοιμηθώ γαληνεμένος
μόνο με το κανάλι της Βουλής.

 

 

γ’ πρόσωπο

 

ΙΚΑΡΟΣ

Δύσκολο παιδί.
Ο πατέρας του μακριά
Ίκαρος στο Σχολάρι.
Εκείνο σε μια αχλή ηρωισμού και στέρησης
ξεσπά σε καταπτώσεις και σ’ απογειώσεις
Ή του ύψους ή του βάθους
Άστατο και δαιδαλώδες

Απ’ τις σπάνιες περιπτώσεις
που ο πατέρας είναι Ίκαρος
και ο γιος Δαίδαλος.

 

 

ΚΕΡΔΩΟΣ ΕΡΜΗΣ

«[…] οι αρχαίοι ναοί της Ελλάδας, της Μεγάλης Ελλάδας, της Ιωνίας, είναι με κάποιον τρόπο σπαρτοί, ριζωμένοι στα τοπία τους. Αφού χαλάστηκαν και ερειπώθηκαν οι “καλύβες’ αυτές των αθανάτων, οι άστεγοι θεοί γύρισαν εκεί που άρχισαν, χύθηκαν ξανά έξω στο τοπίο και μας απειλούν με πανικούς φόβους ή και με θέλγητρα, παντού: “Πάντα πλήρη θεών’ έλεγε ο Μιλήσιος Θαλής. […]»
Γιώργος Σεφέρης, «Πάντα πλήρη θεών».

Μυστικιστικά σαγηνευτική
η περιδιάβαση σε χώρους
διαχρονικά πανίερους·
Εκεί που ’ταν κτισμένος ο αρχαίος ναός
να ’ναι μετά η εκκλησιά
κατόπιν το τζαμί
ύστερα πάλι η εκκλησιά
σήμερα το χρηματιστήριο
αύριο προποτζίδικο ή καζίνο.

Γεγονός. Οι θεοί τρι¬
γυρίζουνε πάντα
στον τόπο που τους γέννησε.

 

 

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Δεν εκπλήσσει
που στη λήξη
κάθε διαγωνίσματος λογοτεχνίας
οι μαθητές σχολιάζουν
πως ζαλίστηκαν.

Φυσικό κι επόμενο
πρόκειται γι’ αντικείμενο
κατεξοχήν
μεθυστικό.

 

 

ΚΑΔΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Ξέρει τα μυστικά της γειτονιάς
λεπτομέρειες φαινομενικά ασήμαντες
που αποκαλύπτουν όμως ποιότητες·
τι και πόσο τρώει ο καθένας
τι εσώρουχα φορά
πόσο λιωμένες είναι οι κάλτσες του
ποια η ερωτική ζωή του.
Και ψυχολογεί. Βαθιά·
πόσο καταδεκτικός είν’ ο ρακοσυλλέκτης
και πόσο ξιπασμένοι οι άλλοι, οι καθωσπρέπει
που μορφάζουν μ’ αηδία όπως τον πιάνουν.

Όταν τον πλησιάζουνε με καθωσπρέπει αηδία
κλείνει τη μύτη του
για να γλιτώσει από τη μπόχα τους.

 

 

ΑΛΛΑΓΕΣ

Αλλαγές πολύχρωμες, κεφάτες, αισιόδοξες
στη μόδα
σε ένδυση και υπόδηση
στο χτένισμα και στον καλλωπισμό
Αλλαγές
σε σώματα και χώρους
σε στάσεις κι αντιλήψεις
Αλλαγές
σε κόμματα και κυβερνήσεις
σ’ ερωτικούς συντρόφους.

Μονάχα δεν αλλάζει
η έμμονη απέχθεια προς το θάνατο
που διακόπτοντας αλλάζει τη ροή
τόσων αλλαγών
προβλέψιμων.

 

 

 

Τ ‘ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ Τ-ΖΗΝ (2006)
(ποιητικές γ-ραφές)

 

ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΕΠΑΡΧΙΩΤΙΣΜΟΣ

Τζάμια φιμέ, μάτια φιμέ
κλειστή καρδιά, κάμπριο ουρανός
φόβος απόρριψης κρυμμένος σε φιμέ μαντίλες
ν’ αντισταθμίζεται
από ηχεία ξεδιάντροπα ανοιχτά στη διαπασών
μιας μουσικής άμουσης.
Το χέρι στην ταχύτητα
τ’ άλλο έξω ν’ αερίζονται
υδρατμοί φτηνιάρικης κολόνιας
(πώς να δηλώσει την κλειστοφοβική του άνεση;)
Κι όσο το μυώδες κορμί πολεμά να προβάλει
με το αναγκαίο προς το «ιν» ζην εφαρμοστό τζιν
σε αγωνιωδώς μυστηριώδη τρίγωνα βερμούδων
στον ασφυκτικό καβάλο
τόσο συγκαλύπτει ιδρωμένος την αμηχανία του.

Φιγουράροντας με σαματά
βροντώντας τα νεόπλουτα ηχεία του
μεσάνυχτα και μεσημέρι
φλερτάρει με την επιδειξιμανία του μοντέρνου
πασχίζει την αναγνώριση του πρωτευουσιάνου
νομίζει πως την αύρα του κοσμοπολίτη ανεμίζει
κάθε που στον ενοχλημένο περίγυρο συντρίβεται
αλαλάζοντας
την επιδεικτική του χωριατιά.

 

 

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

Φλογερός πυρπολητής των συνδικάτων
λαϊκός της εργατιάς συντονιστής
γι’ ανθηρές κι ανθηρές Πρωτομαγιές
θερίζεις τους αγώνες με το σφυροδρέπανο
σαν -εκλεγμένος μαχητής— σταθείς αδιάφθορος
στ’ αντιπολιτευτικά έδρανα της Βουλής.

Μετά, των συνειδήσεων ορειβάτης,
εκλογές κερδίζεις, υπουργεία δρέπεις
Σειρήνες σού γλυκοτραγουδούνε μίζες και χλιδή
στον τόρνο από πιεστικά υδροκέφαλα συμφέροντα
η ματιά σου.
Κι όπως μαγεύεσαι και λύνεις τα μυωπικά σχοινιά
που ’σουν δεμένος στο κατάρτι
μεταλλάσσεσαι φασιστικά φασιστικά.

Τότε προδίδεσαι και ψάχνεις γι’ αυτοσχέδια σχεδία
νέο θεωρητικό αλεξητήριο υπόβαθρο
γιατί οι περιστάσεις εμπεριστατωμένα σου επιβάλλουν
ανασχηματισμό απόψεων.
Όμως σε ποια σου αυθαίρετη αναθεώρηση
ν’ αναθέσεις πια το σκιασμένο Υπουργείο Δικαιοσύνης,
σε ποια παρωχημένη σου εμμονή
το φοβισμένο Υπουργείο Παιδείας;
Κι αναρωτιούνται όσοι ανάσκελα βασίζονταν σε σένα
αν έχεις έστω τύψεις άτυπες.

Γιατί να έχεις, κολπαδόρε συμφιλιωτή του Κάιν με τον Άβελ,
αφού όψιμα μέσα στα μήλα τα χρυσά ανακάλυψες
πως τα πυρακτωμένα αιτήματα
αριστερών εργατικών κομμουνιστών διεθνιστών
(κι αδέξιων αναρχικών)
για κατάργηση συνόρων κι αδελφοσύνη των λαών
σε τίποτα δεν διαφέρουν από τα εμπύρετα εκείνα
των δεξιών καπιταλιστών μετόχων πολυεθνικών
για παγκοσμιοποίηση;

 

 

Η ΘΗΛΙΑ

Ξύπνησε με την ίδια αγχωμένη γραβάτα στο λαιμό του
μέσα σε καταρράκτες Ανασφάλειας
αν η επιχείρηση όπου δουλεύει θα ’χει βιωσιμότητα
αν ο εργοδότης του
—που όλα τα ισοπεδώνει
αλέθοντας σε υπολογιστικούς αλευρόμυλους-
τον θέσει σε αλκοολική διαθεσιμότητα.
Αν η αγορά μυρίζει υψηλή θνησιμότητα
αν θα επηρεαστεί η απασχολησιμότητα [sic]
και το ασφαλιστικό
κι άλλες παρόμοια αγωνιώδεις
πλάγιες ερωτήσεις ολικής αλέσεως.
Παράνοια αβεβαιότητας τον κυρίευσε.
Έξι καψούλια της τον παραμόνευαν στη θαλάμη
με τον παραλογισμό του ασφαλιστικού απασφαλισμένο.

Μα τι στήνεται στ’ απόσπασμα;
Για ποιον μοχθούσε τόσα κοπιαστικά χρόνια,
για ποιον εισέφερε ματωμένες κρατήσεις;
Αρπάζει τη γραβάτα, τη δένει θηλιά στην Ανασφάλεια
κι αντιστρέφει τους όρους σπρώχνοντας το σκαμνί.
Το «Αν-» κεφάλι της έμεινε να σπαρταράει αβεβαιότητα
και να στάζει «-ασφάλεια».
Αδράχνοντας αποφασιστικά τις διεκδικήσεις στο πανό
κατέβηκε στη διαδήλωση.

 

 

ΕΘΝΟΣΩΤΗΡΙΟΣ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ

Πόδια στυλωμένα γύρω από τον άξονα του
Κορμί στητό, περήφανο
Θάρρος που βγάζει την ουρά απ’ τα σκέλια
Στήθος προταγμένο, γεμισμένο μοσκιές
Μάτι ορθάνοιχτο, βομβαρδίζει το κενό
Συγκέντρωση απόλυτη.
Τίποτα δεν μπορεί να τον αποσπάσει
απ’ τη μυσταγωγία.

Βαρούν τα όργανα κι αρχίζει
η Γυροβολιά
Ακούραστος στην κάψα του γυρίζει
Ο ιδρώτας στάζει λιπαρός στ’ αναμμένα κάρβουνα
του πόθου του
Εκστασιασμένος ζεϊμπέκης
Μακρόσυρτος, ατέλειωτος, χορεύει ώρες
(Διονύση, για νέο μακρύ ζεϊμπέκικο ετοιμάσου!)

Τέτοιος εθνοσωτήριος υψιπέτης χορός
που ψήνει ως το μεδούλι κι ευωδιάζει
η ζεμπεκιά του Οβελία.

 

 

ΓΝΗΣΙΩΝ ΑΠΟΓΟΝΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ
ΓΟΝΙΔΙΑ

Τότε που ο μετέπειτα τύραννος της Σάμου Πολυκράτης
ασχολιόταν νεαρός επιχειρηματικά με τα συμπόσια
ενοικιάζοντας στους συμποσιαστές
στρώματα και πολυτελή σερβίτσια
δεν φανταζόταν
πως θα ενέπνεε σήμερα στους απογόνους του
ελληναράδες
το επιχειρηματικό δαιμόνιο
της ενοικίασης ομπρελο-ξαπλώστρας στις παραλίες
και του κέτερινγκ.

 

 

ΕΞΟΦΘΑΛΜΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ευάερες οδηγίες προς ευήλιους εκλογείς
για μια αέρινη υγιή Δημοκρατία.
Δεν αμελώ να ψηφίσω ποτέ
διεκδικώντας
τ’ άρωμα του πεύκου και της μαστίχας.
Όμως προσέχω ρυθμικά πώς να το συλλέξω:
Προτού εκτυπωθώ γράφημα σε ποσοστά
Ελέγχω εποπτικά με το Μάτι όλα τα δεδομένα
Η ενίσχυση του Κερατοειδούς του με αδαμαντίνη
Κρίνεται απαραίτητη
ώστε το δαγκωτό σφαιρίδιο-Οφθαλμός
να ’ναι ανθεκτικό
κατά τη ρίψη του στην κάλπη.
Ο τσίγκινος ανθεκτικός αχός
επιβεβαιώνει διάτρανα
την αξία της συμμετοχής
στο εκλογικό αποτέλεσμα:
Δεν δικαιώνονται μόνο
οι δημοσκόποι έξιτ πολ με ένσημα
Αλλά επιτυγχάνεται ταυτόχρονα
κι η ανθισμένη λεμονιά
(όπως άλλο τόσο αυτοπραγματώνεται
και η φαιδρή πορτοκαλιά).
Δεν αμελώ να ψηφίσω ποτέ
διεκδικώντας ακόμη
τον τελεολογικό χαρακτήρα της ψήφου:
το Ρουσφέτι.
Ο τσίγκινος ανθεκτικός αχός
επιβεβαιώνει αξιοκρατικά
το ίδιο το δαγκωτό εκλογικό αποτέλεσμα:
Με τα χεράκια μας ψηφίζουμε τα Ματάκια μας.

 

 

ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ
ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Με την ανατροπή της Δημοκρατίας
για την αποκατάστασή της από το Καθεστώς
έπρεπε ν’ αποδοθούν ευθύνες
για τη δημοκρατική παρακμή.
Το Διάγγελμα ενίσχυσε μερικώς την εμπιστοσύνη
«Η τάξις επανήλθε πλήρως.
Οι ένοχοι κατεσχέθησαν και θα θανατωθούν.
Εκρίθησαν ομοφώνως καταδικαστέοι
διά τον εθισμόν νεανιών και νεανίδων
εις το γλείψιμον,
πράξιν ηθικώς απαράδεκτη
ερωτικώς, διά την έκλυσιν των ηθών
και κοινωνικώς, διά την επικράτησιν
της αναξιοκρατίας,
ήτοι του νεποτισμού ή της ευνοιοκρατίας.
Ο παραδειγματισμός συντελείται
αύριον το μεσημέρι εις την κεντρικήν πλατείαν».

Στην κεντρική πλατεία
η επαναφορά της θανατικής ποινής
ενίσχυσε ολοκληρωτικώς την εμπιστοσύνη:
Αφαιρέθηκαν βάναυσα από τους καταψύκτες
και ρίφθηκαν στην πυρά
οι πύραυλοι κρέμα φιστίκι,
τα ξυλάκια σοκολάτα μπανάνα,
οι γρανίτες φράουλα βύσσινο
κι απ’ τα ράφια όλα τα γλειφιτζούρια.

 

 

ΖΟΥΜΕΡΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

Τσαλακωμένος στο περιθώριο της κοινωνίας
στιγματισμένος άνεργος
αποπροσανατολισμένος αιθεροβάμων
στην μπούκα του κανονιού
στο περιθώριο συνομιλιών όλου σου του περίγυρου.
Ραγίζουν οι διαδρομές σου
Ξεσκίζονται τα πανιά
και δεν σου πιστώνεται περιθώριο λάθους.
Μοιάζεις παραμεθόριος ξεχασμένη.
Σιχαίνεσαι το περιθώριο.

Όμως στο περιθώριο του τετραδίου σου πάντα
σημείωνε ο δάσκαλος
τις βελτιωτικές του παρατηρήσεις.
Στο περιθώριο του παραδεκτού
έδρασε ο καλός Σαμαρείτης-
και να που περπάτησε στο ιστίο
σε νηνεμία- Νη τον Δία.
Στα χνάρια του
το περιθώριο ξεχωρίζει την ιδιομορφία
του παιδιού-θαύμα.
Από εκεί φυσά η ορμή
που διαπερνά τα στεγανά
που στύβει το ζουμί και πλάθει πέτρα.

 

 

ΧΑΜΕΝΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

Εικοσιδυάχρονη κόρη την είχε αναστήσει
μ’ όλη την αγάπη, το κύρος και την αξιοπιστία του.
Μα οι χαλεποί καιροί τού επέβαλαν
να την παντρέψει για να τη συντηρήσει.
Ο πάμπλουτος γαμπρός τού ζήτησε το χέρι της
Του πρόσφερε τα κεφάλαιά του
κι επένδυσε για προίκα στην τιμιότητά της.

Η αθωότητα έφτανε στο τέλος της με το γάμο
μα ήταν νυφούλα τόσο όμορφη
η Αντικειμενικότητά του!

 

 

ΑΙΘΕΡΙΟ ΕΛΑΙΟ

Απαράδοτη Παράδοση που μάχεται, με δόντια κοφτερά
κινάει στον Έλληνα καβάλα
από τη βάφτιση.
Μεσογειακά λαδώνει αρτηρίες κι έντερα
κι απ’ τη γιαγιά στο γιο κληροδοτείται
(πολύπειρη μαγείρισσα αυτή γνωρίζει
με λαδερά η εγγονή στο Υπουργείο
διορίστηκε).
Μεσογειακά καλπάζει σε κρούστες εκτενείς
στη θαλάσσια επιφάνεια της ρυπαρής προστασίας
τόνων με άρωμα καρύδας αντηλιακών.
Κονταροχτυπιέται με το δάκο, το χαλάζι, νικητής
από πίεση κι απ’ άγχος αναγεννημένο.

Κι αν στην κατάκτηση
αντιστέκονται ο χρόνος και το χρήμα
—προσδοκία δονκιχωτική—
ξεπροβάλλει αντ’ αυτών ιπποτικά
στην εναλλακτική βιολογική καλλιέργεια
του αστικού στρες
γιατί τίποτα δεν χάνεται στον κύκλο της ύλης
(και της Παράδοσης).
Έτσι γαλήνια ισορροπεί στη φύση αναδυόμενο αφρός
κι ανακουφίζει καταδυόμενο αιθέρια
στην μπανιέρα.

 

 

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Έλα, φίλε μου, να κάνουμε διάλογο
Θα ’χεις απλόχερα τ’ αθυρόστομο βήμα λόγου σου
Θα ’χεις δερμάτινα επιχειρήματα
και γούνινα μικρόφωνα.
Το φωτογενές σου προφίλ
θα φιγουράρει σύρριζα στην οθόνη.
Έλα να συμφωνήσεις με τον φωτοστέφανο λόγο μου.

Κι αν διαφωνήσεις δεν σου κακιώνω εχέμυθα
κι ας φταις
κι αν δικαιωμένες θα ’ναι οι θέσεις σου
πάλι μαζί μου έλα.
Θα σου ’χω προστυχιά για το συμφέρον σου
ως πρόταση εναλλακτική
τη συμβιβαστική μου ειλικρινή αδιαλλαξία.

 

 

ΚΑΛΟΘΡΕΜΜΕΝΑ EXTREME SPORTS

Το μεταξένιο όνειρό της
γινόταν επιτέλους πραγματικότητα
Ποθούσε ν’ ανέβει
στην μπαλαρίνα του λούνα παρκ της
στα extreme sports της τόλμης της
μα την απέτρεπαν:
— Είσαι μικρή ακόμα, της λέγανε,
πρέπει να θρέψεις πρώτα,
να στηρίζεις ατσάλινες αντοχές!
Καλοθρεμμένη τώρα
αναπαύθηκε στην μπαλαρίνα
του κατάφωτου λούνα παρκ της
το κουδούνι ήχησε κι η διαδικασία άρχισε
Η μπαλαρίνα περιστρεφόμενη κομψά
την ανέβαζε ψηλά
ψηλά η αδρεναλίνη κι ο φόβος της
έβλεπε κάτω τον κοχλάζοντα πάτο
κι ούρλιαζε,
κι όσο την κατέβαζε
τσιτσίριζε ο ιδρώτας της
ξεζουμισμένη τρομακτικά στο καυτό της λάδι.
Ίσως θα ’θελε να σταματήσει πια
—έβλεπε το όνειρο εφιάλτη—
μα μπήκε στο χορό και θα χορέψει.
Η μπαλαρίνα την ανέβαζε, την κατέβαζε,
την αναψοκοκκίνιζε στον καημό της,
κι όταν το χρονόμετρο χτύπησε
κι η διαδικασία τελείωσε
κατέβηκε ροδοκοκκινισμένη
απ’ τον περιστρεφόμενο κάδο
της μπαλαρίνας-φριτέζας της
η τηγανισμένη πατάτα.

 

 

Η ΣΤΕΓΗ

Τώρα που βγήκαν τ’ αποτελέσματα των πανελλαδικών
κι οι φοιτητές με τους γονείς τους
ψάχνουν γκαρσονιέρα
για να στεγάσουν τη σάρκα τους
εγώ ψάχνω περιοδικά
για να στεγάσω ποιήματα.
Άντε, ν’ ανοίξουν τα σχολεία να ξεχαστώ.

28/8/2003

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΡΟΥΜΠΑ ΕΓΡΑΨΑΝ

Γραφείον Ενικού Τουρισμού

 

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

τεύχ. 3 του «Θευθ» (9/2016).

ΘΕΛΕΙ ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣ…

Σχεδόν αφαιρετικός στην ποίησή του ο Γιάννης Στρούμπας. Διώχνει οτιδήποτε βαραίνει την ποίησή του, το περίτεχνο και το κραυγαλέο τού είναι άγνωστα, κρατά μόνο ό,τι του χρησιμεύει για να δώσει ανεπιτήδευτα αυτό που έχει σημαδέψει τη δική του σκέψη: εικόνες, εμπειρίες. Σε καλεί η απλότητα της γλώσσας, σε μαγεύει όμως η βαθιά φιλοσοφία των στίχων του.
Κάθε ποίημα θα μπορούσε να είναι και μια ιστορία. Έχει κάτι να αφηγηθεί, έχει αρχή, μέση και τέλος. Αλλά και κάθε ποιητική περιοχή θα μπορούσε να είναι ένα ξεχωριστό ποίημα. Τα θέματά του ποικίλα. Από την ανθρώπινη μιζέρια της καθημερινότητας στις “Τσούχτρες” μέχρι την παθογένεια του Δημοσίου στον “Υπεράριθμο”, ο Γιάννης Στρούμπας εντυπωσιάζει με την ικανότητά του να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του και να τον καταγράφει. Μια ανθρώπινη συμπεριφορά που θα περνούσε απαρατήρητη, για τον ποιητή είναι πηγή έμπνευσης και ανηλεούς σχολιασμού.
Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής αινιγματικός, συνάμα και ευφυέστατος: Γραφείον Ενικού Τουρισμού. Για να τον κατανοήσει όμως ο αναγνώστης πλήρως, θα πρέπει να ταξιδέψει στο ποίημα “Το μόνον της ζωής της ταξίδιον”, τίτλος-διακείμενο διηγήματος του Βιζυηνού. Ο στίχος “για κει μονάχος ταξιδεύεις” είναι και η ερμηνεία της λέξης Ενικός. Ο ποιητής καινοτομεί, καθώς τη χρησιμοποιεί σε ένα λεκτικό σύνολο καθόλου αναμενόμενο. Ο ενικός έχει σχέση με τη μονάδα, ο τουρισμός όμως δεν αφορά τις επίγειες διαδρομές στις οποίες συνυπάρχουν τα άτομα, αλλά την πορεία προς το θάνατο – γι’ αυτό και το γραφείο ονομάζεται Αχέρων. Ο γρίφος έχει λυθεί. Ωστόσο, πάλι μέσα μας αιωρείται μια υποψία, μήπως υποκρύπτεται και κάτι άλλο. Και αυτή είναι η δύναμη της ποίησης του Γιάννη Στρούμπα, να ενσπείρει την αμφιβολία στον αναγνώστη για το προφανές, μια αμφιβολία όμως γόνιμη.
Ο ποιητής ξεκινά σχεδόν πάντα με στίχους που παραπέμπουν σε μια ανάλαφρη ζωή. Τίποτε δεν προϊδεάζει αυτό που ακολουθεί. Σκηνές καλοκαιρινής ανεμελιάς δημιουργούνται με απλά γλωσσικά υλικά: η παραλία, το ψάθινο καπέλο, το ψυγειάκι, τα καρπούζια, τα πλάσματα της θάλασσας, το αστικό. Όμως όλα τα ποιήματα ξαφνικά και προς το τέλος τους μετατρέπονται σε αλληγορίες. Υποπτευόμαστε ότι κάτι δυνατό υπαινίσσεται ο ποιητής, αλλά πρέπει να σπάσουμε την επιδερμίδα για να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια του: μηνύματα κοινωνικά, σχόλια πολιτικά, μνήμες ανεξίτηλες που ανασύρονται από την παιδική ηλικία μέσα από ένα πλούσιο σε εικόνες παρελθόν, εν ολίγοις η βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη, η γνήσια και αυθόρμητη πολιτική φωνή.
Τα πρόσωπα οικεία και γνώριμα, ο χώρος κυρίως η Θράκη. Ο χρόνος απλώνεται από την παιδική ηλικία του ποιητή μέχρι και σήμερα. Επιλέγει τα καλοκαίρια, εξάλλου συνάδουν με την ανάλαφρη ατμόσφαιρα της θερινής ραστώνης ή με την ψευδαίσθηση ότι τα καλοκαίρια δίνουν αναβολή σε οποιαδήποτε έγνοια.
Δεμένος με τον τόπο του ο Γιάννης Στρούμπας, χωρίς να είναι τοπικιστής, με την ποίησή του αγκαλιάζει κομμάτια της τοπικής κουλτούρας και, όσο και αν τα περιπαίζει, δεν μπορεί να αποκρύψει την αγάπη του γι’ αυτά που τον συντροφεύουν από την παιδική του ηλικία: τα γλυκά καρπούζια Χρυσουπόλεως, οι κουραμπιέδες Καρβάλης, η Σάλπη, οι θρακιώτικες παραλίες –διάσπαρτες σχεδόν σε όλα τα ποιήματα– και οι θρακιώτικες εκφράσεις δίνονται με εμφαντικό τρόπο και δύσκολα περνούν απαρατήρητα.
Η παραλία είναι ο χώρος στο πρώτο ποίημα “Τα μπάνια του λαού”, με τις σαφείς πολιτικές αναφορές, καθώς χρησιμοποιείται η προσφιλής φράση των πολιτικών όταν δεν θέλουν να πάρουν αποφάσεις που θα τους κοστίσουν πολιτικά. Στην παραλία επίσης τελειώνει ο ποιητής με το “Ψυγείο πάγου”. Τα κοινά στοιχεία μεταξύ των δύο ποιημάτων πολλά: η παραλία, το ψυγείο, το ψάθινο καπέλο, ο γύψος. Ο κύκλος των ποιημάτων κλείνει με τον ίδιο απογοητευτικό τρόπο. Στο πρώτο όμως εκφράζει με εύσχημο τρόπο πολύ πικρά σχόλια. Η τέταρτη ποιητική περιοχή αυτού του ποιήματος
Στο τιμόνι του οδηγοί
με διπλώματα
αντιστασιακής οδήγησης και καθοδήγησης
–ορθοί αντίστασης φαλλοί εκ του ασφαλούς
στο εξωτερικό–
Στα καθίσματα
σάβανα βασανισμένα
(Γυάρος – Μακρόνησος – Άι-Στράτης
Μόλις καταργήθηκε)
θεωρώ ότι είναι μια αλληγορία που συγκλονίζει με την αλήθεια της: οι «φαλλοί» και τα «σάβανα» συνεπιβάτες στο ίδιο αστικό. Η πρόθεση του ποιητή να δώσει μια δυνατή αντίθεση πραγματώνεται: αυτοί που κάνουν “αντίσταση” από κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και αυτοί που φυλακίζονται, βασανίζονται, πεθαίνουν στην εξορία. Τα νησιά των πέτρινων χρόνων (Γυάρος – Μακρόνησος – Άι-Στράτης…) κλεισμένα από τον ποιητή σε παρενθέσεις. Μορφή και περιεχόμενο συνεργάζονται άψογα, για να περιγράψουν μια τεράστια αδικία της πρόσφατης ιστορίας.
Ο ποιητής δεν διακατέχεται από ύφος επαναστατικό, αντιθέτως με μια απερίγραπτη ηρεμία μας μετατρέπει από παρατηρητές σε ενεργούς αναγνώστες, με την απάθεια, όπου αυτή εδράζει, να συρρικνώνεται.
Η περιπαικτική διάθεση είναι διάσπαρτη και έτσι τονίζεται ακόμα περισσότερο η διαμαρτυρία του ποιητή για θέματα καθημερινής ρουτίνας ή καθημερινής τρέλας. Το χιούμορ περισσεύει κι ας είναι πικρό. Στη “Σολομώντεια σανίδα” ο σαρκασμός –ή και ο αυτοσαρκασμός– είναι έντονος, ενώ στον “Τζίτζικα” με την επανάληψη της λέξης σουτ σε τέσσερις στίχους σχολιάζει τον θόρυβο που γίνεται, όταν προσπαθούμε να επιβάλλουμε την ησυχία. Ενίοτε αγγίζει τα όρια του κυνισμού, όπως γίνεται στις “Τσούχτρες”.
Οι βορειοελλαδίτικοι ιδιωματισμοί μπουρνούζ’, καρπούζ’ χρησιμοποιούνται από τον ποιητή όχι μόνο για να δημιουργήσει ομοιοκαταληξία, αλλά και για να σαρκάσει και να διασκεδάσει την ψευτοαστική νοοτροπία. Ειρωνεύεται καταστάσεις περασμένων εποχών με φράσεις κλισέ, “Τα μπάνια του λαού”, “βγαίνει πλέον από τον γύψο”, ενώ το λογοπαίγνιο με το Μον Μπλαν με ελληνική γραφή και το ελληνικότατο μεν, αλλά ιδιωματικό μόν’ πλάν’ όχι μόνο σαρκάζει τη νεοπλουτίστικη τάση, αλλά σχολιάζει και τη “δεινή” γλωσσο(α)μάθεια του Νεοέλληνα. Η μανία για επίδειξη και η ξενολατρία της δυτικής κουλτούρας είναι έξω από τις προθέσεις του ποιητή.
Παιχνιδιάρικη είναι και η οπτική στο ποίημα “Ρακέτες”. Παίζει με την εικόνα, λέξεις διάσπαρτες σε μια σελίδα δημιουργούν λαβύρινθο. Παρακολουθούμε θαρρείς το μπαλάκι του πινγκ πονγκ να πηγαίνει δεξιά αριστερά, καθώς οι λέξεις τοποθετούνται δεξιά αριστερά, ενώ τα γράμματα δίνουν την εντύπωση πως πέφτουν με μια αέναη κίνηση. Κι εμείς, ακολουθώντας τα, αυθυποβαλλόμαστε, ζαλιζόμαστε, πέφτουμε. Θα μπορούσε θαυμάσια να εικονογραφηθεί ή να γίνει ταινία μικρού μήκους, όπως και όλα τα ποιήματα στο σύνολό τους.
Στο “Γλωσσικό Ζήτημα” στις παιδικές μνήμες υπάρχει το φλίπερ, το κατοστάρικο, στοιχεία που σηματοδοτούν το τέλος εποχής. Στον “Απροσάρμοστο” όμως ανασύρει το φλιπεράκι και βάζει τον γιο του να εξακολουθεί να παίζει με αυτό, σε μια προσπάθεια να διασώσει μια εποχή που σίγουρα πεθαίνει ή έχει πεθάνει ήδη, το χαρτονόμισμα όμως γίνεται ευρουλάκια, εδώ σίγουρα δεν μπορεί να ανακόψει τις οικονομικές εξελίξεις.
Υπάρχει μια εξελικτική πορεία σε όλα τα ποιήματα που οδηγεί στην κορύφωση στους τελευταίους στίχους. Από το απλό καταλήγει στην αλληγορία, από το ανέμελο στον βαθύ προβληματισμό. Η έκπληξη δεν είναι πάντα ευχάριστη, αφού ο ποιητής δεν επιλέγει πάντα αρεστά θέματα.
Ανεπιτήδευτη εκφραστική δύναμη, απίστευτη ηρεμία που αγγίζει τα όρια της στωικότητας, αλληγορική καταγραφή καταστάσεων μέσα σε ένα οικείο λεκτικό περιβάλλον, καυστικό χιούμορ, λεπτή ειρωνεία είναι στοιχεία που κάνουν άκρως ενδιαφέρουσα την ποιητική συλλογή του Γιάννη Στρούμπα Γραφείον Ενικού Τουρισμού.
Η ποίησή του σε κάνει να χαμογελάς και να γελάς, να θλίβεσαι και να εξοργίζεσαι. Ταυτόχρονα σε καλεί να ξαναγυρίζεις συχνά στην ποίησή του, να αναβαπτίζεσαι μέσα από την απλότητα των στίχων του και να βυθίζεσαι στα βαθιά νοήματά τους, χωρίς όμως να υφίστασαι τη βάσανο του τι θέλει να πει ο ποιητής: ανοίγει πρώτα ένα μονοπάτι με απτές, καθαρές λέξεις, το ακολουθείς και στο τέλος του ποιήματος σε φέρνει αντιμέτωπο με τη δική του πραγματικότητα μέσα από άλλη νοηματοδότηση των λέξεων

_________________

Ανθούλα Δανιήλ στο ΦΡΕΑΡ 18/4/2016

Εν αρχή ην ο αριθμός. Της Γραμματικής. Ενικός και Πληθυντικός. Ισχύει για όλα τα πράγματα και όλες τις ενέργειες. Ο «Τουρισμός» όμως δεν εμπίπτει στην περίπτωση και δεν πολλαπλασιάζεται. Αν και ποικιλόμορφος είναι Ενικού αριθμού. Δεν υπάρχουν «τουρισμοί», αν και στη σολοικίζουσα και βαρβαρίζουσα εποχή μας και αυτοί μπορεί να προκύψουν, όπως προέκυψαν τα «κόστη» και όπως κάποιοι «διαρρέουν τις ειδήσεις», όσοι απέκτησαν αυτή την ιδιότητα, δηλαδή, να κάνουν το ρήμα να «μεταβαίνει». Να κυλάει και ο τέντζερης για να βρίσκει το καπάκι του. «Οι δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα», «Τρισβάρβαρα τα ελληνικά των· οι άθλιοι», έλεγε ο Κωνσταντίνος Καβάφης.
Ο Γιάννης Στρούμπας, όμως και φιλόλογος είναι και Ελληνικά καλά ξέρει και «παιδί φανατικό για Γράμματα» είναι, μια και κάναμε την αρχή με τους καβαφικούς στίχους. Άρα, κάτι θέλει να μας πει με τον, σαν ταμπέλα, τίτλο του: Γραφείον Ενικού Τουρισμού. Και ο νοών αίσθηση θυμηδίας και πικρής ειρωνείας διαβλέπει, σ’ εκείνον τον «ενικό» που μπήκε ανάμεσα στο «Γραφείον» και στον «Τουρισμό». Και σ’ εκείνο το κατάλοιπο της εκπεσούσης καθαρευούσης τελικό «ν» –«Γραφείον»– το οποίο μας τραβάει από το μανίκι για να μας δείξει ότι παίζει, παίζει με τα πάθη μας και την εποχή μας. Ποια όμως είναι η εποχή και ποια τα πάθη;
Το διάνυσμα του χρόνου που ο ποιητής διασκελίζει για να θυμηθεί τα πρώτ’ εόντα, βλέπει τα παρόντα και υποψιάζεται τα μέλλοντα, είναι η εποχή και τα εν αυτή συμβαίνοντα είναι τα πάθη. Είναι η εποχή που κατάφερε η Ελλάδα να βγει από την ηθογραφική της ενδοστρέφεια και να ενστερνιστεί μια αστικόμορφη επίφαση, τυφλωμένη από την, λίγο πριν την κατάρρευση του μεταπολεμικού ονείρου, ευμάρεια. Ήταν η εποχή που ο Κίτσος πούλησε τα πρόβατα και ήρθε στο ημιυπόγειο της αστικής πολυκατοικίας, για να ανοίξει μίνι μάρκετ, πολύ μίνι, μια τρύπα, από την οποία ο χθεσινός παραγωγός ή κτηνοτρόφος μετασχηματιζόταν σε εξελιγμένο αστό, αστούλη, με μαγαζί στην πόλη. Και το καλοκαίρι δεν πάει πια στο χωριό για μπάνια, αλλά σε κάποιο νησί. «Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι, αφού το κάνουν, θα το κάνουμε κ’ εμείς» (θα έλεγε ο «πειραγμένος» για την περίσταση, Καβάφης).
Και ο χρόνος αυτός είναι ιερός. Είναι μαζί η ελπίδα και η διάψευση, η έξοδος από τη μιζέρια και η είσοδος στη λαμπερή φτώχεια. Η εποχή που το δάνειο σε έστεφε βασιλιά. Το παιδί που έχασε τη μπάλα του, με όλες τις έννοιες. Που περίμενε στη στάση το λεωφορείο με όλα τα σύνεργα κομπλέ: «καπελάκι», «τσαντούλα», «ψυγειάκι». Και τα κορίτσια: «αντηλιακό, ρουζ και μπουρνούζ», «μαχαιράκι», «πεπόνι» και «καρπούζ». Έτσ (για να είμαστε σύμφωνοι με το συγκείμενο), με την κατάληξη των λέξεων φαγωμένη, προσαρμοσμένη στο αξάν της περιοχής, με όλα τα υποκοριστικά στη σειρά, σε μια Ελλάδα με την νεοαποκτηθείσα Δημοκρατία της που περίμενε στη στάση το λεωφορείο για τα μπάνια, εφτά χρόνια και να το, ήρθε.
«Στο τιμόνι του οδηγοί/ με διπλώματα/ αντιστασιακής οδήγησης και καθοδήγησης/ –ορθοί αντίστασης φαλλοί εκ του ασφαλούς/ στο εξωτερικό– / Στα καθίσματα/ σάβανα βασανισμένα/ (Γυάρος – Μακρόνησος – Αϊ-Στράτης:/ μόλις καταργήθηκε)// Αμήχανα εύθυμη βολεύεται σε μια θεσούλα/ και ξεκινάει για τα μπάνια του λαού/ με το μικρό αστικό/ η μικροαστική Δημοκρατία».
Τα δικαιώματα του λαού, τα μπάνια του λαού. Ο λαός, αυτός, ο «πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος» πάει, επιτέλους, στα μπάνια. Και ο χρόνος τρέχει, το ποιητικό υποκείμενο περνά την εφηβεία του, χάνοντας την αθωότητα και μαθαίνοντας πολλά. Πως η γλώσσα και το «Γλωσσικό ζήτημα» δεν τελείωσαν ακόμα. Μαθαίνει Αγγλικά, όπως και η πρώτη στις προτιμήσεις του γειτονοπούλα, αλλά εκείνη προτιμά να συνδιαλέγεται με τον Ντάνιελ που κατέφθασε από μακριά και χειρίζεται τη γλώσσα πιο καλά. Και ο έφηβός μας τι κάνει; Κάνει την «κατάχρηση του καλοκαιριού»: «παγωτά, λουκουμάδες κι ηλεκτρονικά». Έχει κι αυτός γλώσσα για να γλείφει παγωτά, χωνάκια που λιώνουν στα χέρια του και στάζουν και πέφτουν μέσα από τα δάχτυλά του τα ζουμιά, όπως κι ο χρόνος. Και μεγαλώνει και γίνεται σύζυγος και πατέρας και βλέπει τον χρόνο τον αληθινό στην κόρη του και στον γιο του τον μικρό. Και τώρα είναι η σειρά του μικρού να παίξει φλιπεράκια ή στο ίντερνετ καφέ. Με τα μάτια τού σήμερα βλέπει το τότε και ασκεί κριτική και στο σήμερα και στο τότε. Ένας νοσταλγός, όχι του χρόνου που πέρασε, αλλά του ονείρου που ξέφτισε, είναι. Γιατί κι εκείνη η «μπάλα» που του «κλέψανε ο αέρας και το κύμα», ξεβράστηκε «προχθές στης μνήμης τ’ Αρχιπέλαγος» και έφτασε φαντάζομαι με το κοίλον ξεφουσκωμένο πια από τα τόσα στη θάλασσα δεινά. Κι όλα τα πράγματα παίζουν διπλά. Σαν τα μαχαίρια που μαχαιρώνουν και τα καρπούζια και τα όνειρα.
Στο ποίημα «Μένουμε Ελλάδα» ο τίτλος παραπέμπει στην ωραία εκπομπή της ΕΤ 1, η οποία προβάλλει τις ομορφιές της ελληνικής γης, προορισμούς διακοπών εξαίσιους. Και ο ποιητής, περιμένοντας ώρες ατέλειωτες το καθυστερημένο πλοίο, έχει την ευκαιρία να στοχαστεί πάνω στην ασυνέπεια των δρομολογίων, στη βλάβη του πλοίου και άλλα τινά που μεταβάλλουν τις όμορφες διακοπές σε ταλαιπωρία. Και κάποτε φθάνει στον όμορφο προορισμό. Στην ωραία εξοχή, και ξαπλώνει το κορμάκι του να ξεκουραστεί. Και να ο κόκορας που επιμένει να παριστάνει το ξυπνητήρι, να τα τζιτζίκια που επιβεβαιώνουν τη ζωντάνια του καλοκαιριού, να τα κουνούπια-βαμπίρ σε λιλιπούτεια εκδοχή, να οι τσούχτρες με λυσσασμένη από το αλάτι αδημονία (σκύλες και χάρυβδες), όλα τα ασήμαντα και σημαντικά πιασμένα χέρι χέρι στον χορό των ματαιώσεων και των απομυθοποιήσεων· «Μένουμε Ελλάδα».
Ναι, εμείς μένουμε Ελλάδα αλλά η Ελλάδα προχωράει. Και η συλλογή προχωράει. Ποιος στέκεται πια στη στάση του λεωφορείου; Ζούμε στην εποχή του «τέσσερα επί τέσσερα». Από τη Γραμματική στην Αριθμητική, μάθημα χρησιμότατο στο δημοτικό, χειροπιαστό. Ήξερες πόσο κάνει το ένα για να βγάλεις τα πολλά. Με την εξέλιξη όμως και τα αφηρημένα ανώτερα μαθηματικά χάσαμε τον λογαριασμό. Δεν ξέρεις πόσα θα σου στοιχίσει το «τέσσερα επί τέσσερα» της προόδου.
Και οι λουκουμάδες είναι πια («παραδομένη στο μέλι του ήλιου», λέει ο Σεφέρης για την κουκουβάγια που τελικά ήταν γεράκι) παραδομένοι στις μύγες, λέει ο Στρούμπας· «σκλάβοι στα δεσμά τους» και μας κλείνει το μάτι σαν Θεοτόκης. Η σανίδα για τη θάλασσα, δεν είναι σανίδα σωτηρίας αλλά μήλον της έριδος για τα παιδιά του που, τελικά, «βρεγμένη θα την πάρουν και τα δυο». Οικεία κακά. Η ανακοίνωση του καπετάνιου για τον «έλεγχο των υπεραρίθμων» του θυμίζει ότι είναι δημόσιος υπάλληλος. Και όπως φεύγει το πλοίο και φωτογραφίζει το όμορφο τοπίο: παραλία, βαρκάκια, παιδιά, μαγκάκια, βουνά και βουναλάκια, θάμνοι, πιο ψηλά η «Πολιούχος εκκλησιά/ Παντεπόπτρια/ Παντογνώστρια/ Και στα ουράνια της κορφής και της κορνίζας/ Ύψιστες/ Άναρχες/ Υπερούσιες/ οι Κεραίες της Κινητής Τηλεφωνίας». Μάλιστα. Έτσι έχουν τα πράγματα κι η πρόοδος. Όμως ο ποιητής θα κάνει ζουμ και θα αφαιρέσει από την ωραία φωτογραφία τις κεραίες! Και τότε θα χτυπήσει το κινητό του με «σήμα καμπάνα» για να του υπενθυμίσει ότι δεν μπορεί να τις αγνοεί. Τις κουβαλάει πάνω του. Αυτές είναι εκεί, ψηλά, πιο ισχυρές από το ιστορικό, ηρωικό ΚΚΕ και ΚΚΣΕ. Αυτά είναι και τα δύο παρελθόν. Το παρόν ανήκει στο ΚΚΤ: Κεραίες Κινητής Τηλεφωνίας!
Η εθνική οδός που κάποτε περνούσε από τις Θερμοπύλες άλλαξε και αυτή. Και ως ευέλικτος δρόμος παρέκαμψε τον Λεωνίδα. Τώρα μόνο στα Καμένα Βούρλα γίνεται στάση. Τουριστική ζώνη, χωρίς Εφιάλτες. Ο Λεωνίδας μόνος, ενικός αριθμός και αυτός, φυλάει τις Θερμοπύλες. Και από τα «συναισθηματικά» παλαιομοδίτικα στους εύγευστους κουραμπιέδες Καρβάλης. Εκεί γίνεται και η στροφή και η μετάλλαξη της ευμάρειας. Στην παραλία η Ελλάδα «σαν κουρελιάρα, σαν ζητιάνα» πίνει νερό από το ψυγείο πάγου. Η Δημοκρατία μας, που απαλλάχτηκε από τον γύψο της επταετίας, επιστρέφει στον πάγο. Η Ελλάδα και η πρόοδος έκαναν μια εξωφρενική πιρουέτα. Άστραψε η πρόοδος, έλαμψε ο νεοπλουτισμός και έπειτα όλα ξαναγύρισαν εκεί που ήταν κάποτε. Από τον χουντικό γύψο στον σύγχρονο πάγο, η ενδιάμεση, όποια, χλιδή υπήρξε απλώς ένα διάλειμμα μιας μικρής χώρας, πιόνι και παίγνιο των μεγάλων δυνάμεων ήδη πριν καν δημιουργηθεί με την Ελληνική Επανάσταση…
Τελικά ο Στρούμπας δεν είναι άνθρωπος του κοπαδιού, ωστόσο ακόμα και μέσα στο κοπάδι μπορεί να είναι απομονωμένος και ενικός. Μέσα στον θόρυβο μπορεί να πιάνει τους ήχους. Επιμένοντας στον «ενικό τουρισμό» στην απομόνωσή του, στα βιβλία του και στα χαρτιά του, στη γυναίκα του και στα παιδιά του, παρατηρεί και καταγράφει πώς οι νεόπλουτοι έπρεπε να τα χάσουν όλα για να καταλάβουν ότι η μεγαλομανία είναι ύβρις και η ύβρις αρχαιόθεν τιμωρείται. Ούτε ο ήλιος δεν μπορεί να υπερβεί τους κανόνες, λέει ο Ηράκλειτος. Μόνο που όταν φτάνει η ώρα της τιμωρίας το κακό έχει γίνει.

_______________________

Βαγγέλης Δημητριάδης «τα ποιητικά» τ. 23

Το τρίτο ποιητικό βιβλίο του φιλόλογου Γιάννη Στρούμπα (ΓΣ) «διατρέχει» από πολλές πλευρές τη σαραντάχρονη αποπνικτική καθημερινότητα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας (1974-2014). Περιδιαβαίνει επαρχιακά θέρετρα, τόπους αναψυχής, θαλάσσιες και χερσαίες διαδρομές/επιδρομές κατά το ήμισυ «Με το μικρό αστικό» των μέσων μαζικής μεταφοράς και κατά το έτερο ήμισυ με το ιδιωτικό «Τέσσερα επί τέσσερα» της νεόπλουτης δημοκρατίας, και εναρμονίζεται με τα περιεχόμενα των αντίστοιχων ενοτήτων της συλλογής, τα οποία με δυο κουβέντες υπηρετούν ένα προσωπικό πρόγραμμα παρατηρητικής περιήγησης σε τόπο και χρόνο, ο οποίος ασφαλώς παραπέμπει σε γενικευμένες συνήθειες και συμπεριφορές της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Το χρονικό εύρος αλλά και οι απροκάλυπτες διαθέσεις του ΓΣ, σε ό,τι αφορούν τους στόχους της συλλογής, οριοθετούνται από το αρκτικό και το ύστατο ποίημα: και στα δύο ποιήματα, με την εκδίπλωση άκρως πολιτικού λόγου, διαγράφεται η χωλή πορεία της δημοκρατίας στην Ελλάδα, που την παρακολουθούμε να μετακινείται προσωποποιημένη από το γύψο της δικτατορίας στην κατάψυξη της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σε αυτό το περιβάλλον, της μεταπολίτευσης, συντελείται η ενηλικίωση του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο επωφελείται από τις αλόγιστες υλικές παροχές, που συν τω χρόνω κατακλύζουν τη χώρα, και οικοδομεί το κοινωνικό του προφίλ πάνω στο σαθρό ελληνικό μοντέλο. Ένα μοντέλο με νεοπλουτίστικες τάσεις, στροφή στην εύκολη (τουριστική) εκμετάλλευση, στην κατασπατάληση των πλουτοπαραγωγικών μας αποθεμάτων και την έλλειψη εσωτερικής καλλιέργειας. Στον πρώτο κύκλο-ενότητα ποιημάτων, που φέρει τον τίτλο «Με το μικρό αστικό», η θεματογραφία υφαίνει τον κοινωνικό ιστό μέσα στον οποίο ζει και ανδρώνεται ο (ολίγον τι ερωτευμένος, ακροώμενος και ομιλών) έφηβος, παρατηρώντας με βουλιμία τον γύρω του αποκαλυπτόμενο κόσμο. Τον έλκουν οι νεαρές τουρίστριες, οι μικροαπολαύσεις των αισθήσεων, τον κατατρώει η αδημονία της ενηλικίωσης, η ανεξαρτησία. Με αφορμή κάποιες διακοπές σε αιγαιοπελαγίτικο νησί θίγει τα κακώς έχοντα των υποδομών της χώρας και θεωρεί ότι η διάχυτη λειτουργική αρρυθμία και η έλλειψη προγράμματος και συντονισμού οφείλονται στο γεγονός ότι «μένουμε Ελλάδα», αφού οι Έλληνες στις διακοπές τους εξακολουθούν να παραμένουν περιχαρακωμένοι στον εαυτό τους, αναζητώντας διακαώς ησυχία και ανάπαυση και αδιαφορώντας για τη φύση, την ομορφιά, τις όποιες συνθήκες, δυσχερείς και μη, επιβίωσης των διπλανών εργαζομένων. Στη δεύτερη ενότητα («Τέσσερα επί τέσσερα») το ενηλικιωμένο αλλά ενίοτε παλινδρομών χρονικά υποκείμενο επιβιβάζεται στο πολυτελές ΙΧ της δημοκρατίας και ταξιδεύει μαζί της εκεί όπου οι Έλληνες απολαμβάνουν μόνιμες διακοπές μη έχοντας ακριβή συναίσθηση της πραγματικότητας. Κι εδώ η οπτική του ΓΣ δεν αλλάζει ως προς την κριτική στάση απέναντι στα εξωτερικά ερεθίσματα και τις συμπεριφορές. Διαφοροποιείται όμως και καθορά τον κόσμο υπό το πρίσμα της αυξημένης συνευθύνης στις εξελίξεις. Θύμα των περιστάσεων, αυτοπροσδιορίζεται ως «σκέτη επιφάνεια ανούσια και πληκτική», ένας από εκείνους που εμφανίζονται δίπλα στο ειδυλλιακό τοπίο έχοντας μαζί τους σουβενίρ περιττά, απότοκα του υπερκαταναλωτισμού της καπιταλιστικής νοοτροπίας. Δεν ομφαλοσκοπεί ατομοκεντρικά αλλά, διατηρώντας τον έλεγχο της εσωτερικής αναταραχής που τον διακατέχει, με προμελετημένη ψυχραιμία –και (έμμεση) μαχητικότητα– αναφέρεται στα κοινωνικά πάθη των Ελλήνων.
Ο ΓΣ σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, ειρωνεύεται, σχολιάζει με σκωπτική διάθεση, χρησιμοποιεί το χιούμορ και την έκπληξη για να αμβλύνει τις αρνητικές εντυπώσεις και την τυχόν πεσιμιστική διάθεση του παρατηρητή-αναγνώστη μετά τη γυμνή αποκάλυψη της αλήθειας του. Από τα καταγγελτικά πυρά δε διαφεύγουν ούτε η βολεμένη γενιά της επταετίας 1967-74 –ιδίως όσοι αντιστάθηκαν στο καθεστώς εκ του ασφαλούς διαμένοντας στο εξωτερικό– ούτε οι ενδοοικογενειακές κοκορομαχίες και διαμάχες. Πουθενά, ωστόσο, δεν αφήνει την απογοήτευση να διαβρώσει το λόγο του, δεν δραματοποιεί ούτε καν τις πιο ακραίες καταστάσεις. Απλά περιορίζει στο ελάχιστο την αμφισημία, αποκαθηλώνει τα σύμβολα, ζυμώνει το ρεαλισμό με την περιπαικτική διάθεσή του και συνεχίζει την καταμέτρηση…
Οι ενδείξεις ότι πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική περίπτωση ποιητικής, που δεν συναντάται συχνά στη μαζική παραγωγή της περιόδου που διανύουμε και δεν στηρίζεται στην εκζήτηση ούτε στην κρυπτικότητα του λόγου, είναι πυκνές. Είναι ποιητική ρέουσα, ιδιότυπα κατακριτικޞ επισημαίνει με επιγραμματικότητα και σαφήνεια τις φυλογενετικές αδυναμίες του νεοέλληνα, και εκφράζει συνοπτικά ένα μεγάλο μέρος από τους προβληματισμούς που ο ΓΣ έχει σχολιάσει με δοκιμιακό τρόπο στο Άσυλο Ανιάτων του (Καλλιγράφος, Αθήνα 2013). Σαν αποτέλεσμα της ίδιας τακτικής από τους στίχους απουσιάζουν η νοσταλγία, η απαισιοδοξία, η μελαγχολία. Το παρελθόν σχηματοποιείται με περιγραφική διάθεση, εύθυμο και χαρούμενο. Τα σύκα παραμένουν σύκα και η σκάφη σκάφη. Τα ποιήματα δεν χρειάζονται αποκωδικοποιητή, διαθέτουν αμεσότητα, επικοινωνιακή δύναμη, απλό λόγοž οι υφολογικές επιλογές και η κοινωνικο-πολιτική θεώρηση του κόσμου παραπέμπουν στο Γιάννη Σκαρίμπα και το Μανόλη Αναγνωστάκη. Από μια άποψη ο ΓΣ εκσυγχρονίζει αρκετά νεωτερικά στοιχεία για να δομήσει την ποιητική του. Κατά διαστήματα χρησιμοποιεί ιδιωματικές λέξεις της βόρειας διαλέκτου στην προφορική μορφή τους (φωνεντοφαγωμένες). Η εμφάνισή τους συνδέεται με την πρόθεσή του να παρουσιάσει πρωτότυπη ομοιοκαταληξία και να αποφορτίσει τη βεβαρημένη ατμόσφαιρα. Το εξώφυλλο και τα σχέδια της συλλογής είναι του ζωγράφου Νίκου Οικονομίδη, γνωστού για τις εικαστικές του εμπνεύσεις από την ποίηση.
Μετά από αυτές τις επισημάνσεις ο τίτλος Γραφείον ενικού τουρισμού θα μπορούσε κάλλιστα να αναδιατυπωθεί, σε μια πιο διευρυμένη μορφή, ως «Γραφείον ε(λλη)νικού τουρισμού», έναν οικείο δηλαδή τόπο με τον οποίο λίγο πολύ όλοι μας γνωριζόμαστε…

_____________________________

Ηλίας Τσέχος Faretra 27/5/2016

Έχοντας νου βιβλιοθήκη και μνήμη την καρδιά, διαβάζοντας την ποίηση του Γιάννη Στρούμπα, ενός εκλεκτού του μέλλοντος, τόσο απλά οργωμένου, σ΄έναν κόσμο που τιμά κι υποστηρίζει ν΄αναπνέει, απίστευτης δροσιάς ανάγνωση, αργά αργά να πολυαγαπιέται, οργανωμένα, επιμένοντας στην ανάγνωση παρά στη γραφή, μην απορείτε,μη θεωρήσετε πως όσοι σταθμοί υπάρχουν, υπάρχουν τόσα τρένα, αιωνίως περασμάτων… Ταξιδέψτε με άνεση και λυγερές φαντασιώσεις «ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ», πάντα ακρίτες… Η ποίηση να πεζολογεί, η πεζολογία να ευωδά φλαμούρι, βάσανο φωτογραφίες κοιτώντας, βάσανο να φωτογραφίζεις και με το παραπάνω να φωτογραφίζεσαι…Είναι «φτωχή» η καρδιά των «άλλων» να πλουτίζει, ειρήνη πόλεμος βαθύς…
Ο ποιητής με ευγενή όπλα ενστίκτου, πάνω από τις αλήθειες, χαμένος ή κερδισμένος, ούτε σημαίνον, μήτε σημαινόμενο … Το »Καμένα Βούρλα» ποίημα, διασχίζει ξεσκίζοντας Ελλάδα σε ανεπανάληπτα «πορνό», στα κόσκινα η σκονισμένη…

Γιάννης Στρούμπας , ο πλάστης της καθημερινότητας, που όμως αυτή, αυτός, πεθαίνουν γιορτινά και είναι ο σκοπός, ο χορός μας !

ΜΠΑΛΑ ΜΟΥ ΠΕΛΑΓΙΣΙΑ

Κείνη τη μπάλα που παιδί / μου κλέψανε ο αέρας και το κύμα
λικνίζοντάς την πέρα μέσα / στου πέλαγου το βαθύ, το σκούρο ρίγος
Τη βρήκα τελικά προχτές / στης μνήμης τ’ αρχιπέλαγος

ΘΗΛΥΚΑ ΒΑΜΠΙΡ

Μου διέφυγε να ελέγξω / αν το δωμάτιο έχει σήτες
κι απ’ τα τσιμπήματα / έγινα κόσκινο
«Κόσκινο»; Σήτα κανονική
Αν σε πετύχω, θα σε λιώσω / Βρομοκούνουπο

Με αίμα λέει, τρέφονται / μόνο τα θηλυκά
Θηλυκά βαμπίρ! / Μάλλον αρχίζω να εννοώ
πως βγήκε ο όρος / Βρομοθήλυκο

ΑΧΙΒΑΔΑ

Και που επιπλέω στη θάλασσα αμέριμνος
μια αχιβάδα πάει να μ’ αρπάξει
Κάνω να φύγω μες στο πανικό μου
μα το ισχυρό της ρεύμα με τραβά στο στόμιο της
Ανοίγει τα κο-χείλια της και με καταβροχθίζει

Τώρα λάμπω ολόκληρος / μαργαριτάρι στο λαιμό της

ΠΛΑΪ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Κύμα πλάι στα πεύκα / Πεύκα πλάι στον δρόμο
Δρόμος πλάι στο βουνό / Βουνό πλάι στα σύννεφα
Σύννεφα πλάι στον ήλιο / Ήλιος πλάι στα κορίτσια
Κορίτσια πλάι σε μένα / Εγώ πλάι στο κύμα
Καυτό κύμα δροσιάς

ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ ΚΑΡΒΑΛΗΣ

Γαμώ τα ενθύμιά μου μέσα. Παντού γέμισε άχνη.

_____________________________

Γιάννης Σχίζας Αυγή 21/5/2016

Ο ποιητής συσχετίζει την άνωθεν πολιτική διαφώτιση με αυτήν που παράγεται μέσω των κινητών, με το εξελισσόμενο δίκτυο ΚΚΤ. Η συσχέτιση έχει κάτι το ακροβατικό, αλλά έτσι συμβαίνει με κάθε «ποιητική άδεια»: Μας βάζει σε συνειρμούς, για να μας δείξει το αφανές πίσω από το προφανές των λόγων…
Δεν πρόκειται για το Κάπα-Κάπα – Τανζανίας ή Ταϊλάνδης, αλλά για τον τίτλο ποιήματος του Γιάννη Στρούμπα.

«Από ΚουΚουΕ κάτι έχω ακουστά
Από ΚουΚουΣΕ το ίδιο
Μέχρι και από ΚουΚουΚου.
Μα από ΚουΚουΤου;
Ποιος Κομμουνισμός να ενεδρεύει εδώ;
Κεραίες Κινητής Τηλεφωνίας.
Εδώ να δεις υψίστη διαφώτιση
Εδώ να την ακούσεις»

Ο ποιητής συσχετίζει την άνωθεν πολιτική διαφώτιση με αυτήν που παράγεται μέσω των κινητών, με το εξελισσόμενο δίκτυο ΚΚΤ. Η συσχέτιση έχει κάτι το ακροβατικό, αλλά έτσι συμβαίνει με κάθε «ποιητική άδεια»: Μας βάζει σε συνειρμούς, για να μας δείξει το αφανές πίσω από το προφανές των λόγων.
Σε ένα άλλο ποίημά του ο Στρούμπας εκθέτει το πρόβλημα της δυσμορφίας του τοπίου λόγω κεραιών, κι ακόμη τη σημερινή τεχνική διευκόλυνση της φωτογραφικής έξωσης των ενοχλητικών όψεων από το κάδρο. Όλα αυτά δεν οδηγούν σε ένα πνεύμα απολύτως Αντικουκουταφιστικό – θα λέγαμε, όπως στις απαρχές της ΚΤ εν Ελλάδι, όταν πολλοί υπερηφανεύονταν για τη μη κτήση και μη χρήση κινητού: Αντίθετα, μας οδηγούν στην υιοθεσία ενός αναρχοδεξιού συνθήματος, που πέρασε από τοίχους και στόματα μέχρι να παραγκωνισθεί από πλέον επίκαιρα. Το σύνθημα ήταν «το πολύ το Κάπα Κάπα κάνει το λαό μ@λ@κ@»…
Οι αρχαίοι έλεγαν «παν το πολύ τη φύσει πολέμιον», επιτρέποντας στους επιγόνους να αναφέρονται στο «πολύ κοντινό», με την αξιοποίηση της φυσικής επιστήμης. Το «πολύ κοντινό» στην περίπτωση της κινητής τηλεφωνίας είναι οι κεραίες που παραβιάζουν τις αποστάσεις ασφαλείας και εκθέτουν ενήλικους και ιδιαίτερα ανήλικους σε κινδύνους – επιβεβαιωμένους ή προς το παρόν αστάθμητους. Πρόσφατα μια ομάδα πολιτών από το Μαρούσι και άλλες περιοχές της Αθήνας προχώρησε σε διαμαρτυρία έξω από την ΕΡΤ, σχετικά με το πρόβλημα των ακτινοβολιών ΚΤ προέλευσης: Οι πολίτες ζήτησαν την αναγνώριση νέων και μάλιστα χαμηλότερων ορίων επικινδυνότητας, την απομάκρυνση και απαγόρευση κεραιών σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων από σχολεία, παιδικούς σταθμούς, κ.λπ., ενώ επίσης έβαλαν το ζήτημα της «ορθής» και ελεγχόμενης χωροθέτησης των κεραιών.
Στο μεταξύ όμως «η Ελλάδα ταξιδεύει», θα έλεγα αξιοποιώντας τη στιχουργική του Σεφέρη: Δηλαδή ταξιδεύει προς ένα καθεστώς υπερχορήγησης κινητής τηλεφωνίας και μάλιστα με βάση μια καλπάζουσα τεχνολογία σούπερ κινητών, που συσσωματώνουν απίθανες χρήσεις. Ως νέος Ιούλιος Βερν της ΚΤ έχω από καιρού αναφερθεί στη πιθανότητα των γεωλογικών κινητών (χρήσιμα για εξερευνητές σπηλαίων ή εργαζόμενους του εξορυκτικού κλάδου) ή σε υποβρύχια κινητά, για αυτοδύτες! Όμως ό,τι και να γίνει, ακόμη κι αν τα κινητά του μέλλοντος τηγανίζουν πατάτες, η υγεία είναι πάνω απ’ όλα…

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

vakxikon τ.36

Στο καλοκαίρι με τους ανοικτούς ορίζοντες, τα όμορφα νησιά, τις παραλίες, τα λιμάνια, τις περιηγήσεις, στο φωτεινό παραλήρημα της χαράς μάς ταξιδεύει η καινούργια ποιητική συλλογή του Γιάννη Στρούμπα. Γεμίζουμε από τη φωτεινή ευδαιμονία των χρωμάτων, όμως μέσα σε αυτό το πανηγύρι της λαχτάρας για ξενοιασιά αναδύεται κι ένας άλλος πόλος, μια έντονη τάση του για στοχασμό, κριτική τοποθέτηση απέναντι σε ζωτικά προβλήματα και καταστάσεις που επιτακτικά μας ταλανίζουν. Έτσι ο ποιητής με έξοχη μαστοριά συμπλέκει το ατομικό με το συλλογικό. Κι είναι μέσα στην προοπτική του συλλογικού που το ατομικό αναδύεται καλύτερα. Πέρα από ψευδαισθήσεις, με οξύ και διεισδυτικό πνεύμα οι στίχοι του βάζουν βαθιά το μαχαίρι στο κόκκαλο για την κακοδαιμονία μας ως κοινωνία. Αν και γεννημένος το 1973, ένα χρόνο πριν τη Μεταπολίτευση, η ρητή καταγγελία του για την παρακμή και την έκπτωση των αξιών αρχίζει από τα χρόνια της επταετίας της Χούντας και φτάνει μέχρι τις μέρες μας με το τέλμα της κρίσης και χρεοκοπίας.

Ο ποιητής με εύγλωττο, πρωτότυπο και αιχμηρό σαρκασμό κάνει μια γενναία ανατομία της κοινωνικής πραγματικότητας. Σύμφωνα με την περιγραφή του στο πρώτο ποίημα της συλλογής, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «ΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ», η χώρα μας επί επτά χρόνια στο γύψο της Χούντας, σαν μια ελαφρόμυαλη μικροαστή, εκείνο που προσδοκούσε ήταν να ανοίξει περπατησιά για καλοπέραση και ανεμελιά. Έτσι, σαν φυσική συνέχεια, η μικροαστική δημοκρατία της Μεταπολίτευσης, κάτω από τη βιτρίνα και τα παχιά λόγια, δεν είχε ως στόχο να πραγματοποιήσει υψηλά ιδανικά και ιδεώδη για έναν καλύτερο κόσμο με δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, αξιοκρατία. Από τότε, με έκδηλη την απουσία κάποιου οράματος που θα φέρει συλλογική ανάταση και προκοπή, η κοινωνία στρέφεται σε ένα στενό ορίζοντα όπου κυριαρχεί η ροπή για διασκέδαση κι απολαύσεις. Η ρηξικέλευθη αυτή καταγγελία του Στρούμπα προχωράει ακόμα περισσότερο στο μέσο σχεδόν της συλλογής με το ποίημα «ΕΝΤΟΣ,ΕΚΤΟΣ ΚΙ ΕΠΙ ΤΑ ΑΥΤΑ», όπου με μαστοριά εικονογραφεί το ξεσάλωμα για καταναλωτική μανία, επίδειξη πλούτου, ευμάρειας πάνω από κάθε μέτρο. Αξίζει να παραθέσουμε ενδεικτικά στίχους από το ποίημα: «Δεν περιμένει πια το αστικό./Με τέσσερα επί τέσσερα/το στερημένο παρελθόν ξορκίζει/γκαζώνοντας στην παραλιακή./Πλαστό αμερικάνικο ρόουντ μούβι/προδομένο απ’ το τσεμπέρι./ Μετοχές, επιδοτήσεις, κότερα, εξοχικά».

Το ξήλωμα κάθε υποκρισίας, η πλήρης απογύμνωση ως προς την ένδεια αξιών της συλλογικής πραγματικότητας, δημιουργεί στον ποιητή απογοήτευση, πνευματική και συναισθηματική ασφυξία, που εκτονώνεται στους στίχους με καυστικό χιούμορ, πικρή ειρωνεία, αλλά και αυτοσαρκασμό. Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι από το ποίημα ΚΟΠΑΔΙ: «Κοπαδιαστά το καλοκαίρι/ν’αρμυρίζουμε ζητάμε στα μπιτς μπαρ/Μα μόλις πάρει να χαλάει ο καιρός/ σε μπαρ της πόλης χειμαδιά/διαχειμάζουμε». Με δεδομένη την αποστροφή του για την κοινωνική κατάσταση αναδιπλώνεται στον εαυτό του, προσπαθώντας να τον προσδιορίσει μέσα στο αλλοπρόσαλλο χάος που τον περιβάλλει, και παράλληλα να βρει στήριγμα στις δικές του σκέψεις, επιθυμίες, αισθητικές αναζητήσεις, τις οικογενειακές σχέσεις, καθώς και στη νοσταλγία του για τα εφηβικά του χρόνια με τις τόσες εκφάνσεις της ερωτικής αφύπνισης και των φλερτ.

Καθώς το «Γραφείον Ενικού Τουρισμού» ( στίχος που δίνει τον τίτλο στη συλλογή) δεν είναι άλλο παρά ο ίδιος ο θάνατος που οδηγεί στον Αχέροντα, κι ανά πάσα στιγμή ενδέχεται να μας αρπάξει το δώρο της ζωής, το ποιητικό υποκείμενο ενδίδει εν πλήρει γνώσει στην απόλαυση των ονειρεμένων νησιών, στην αποθέωση των ωραίων σωμάτων σε παραλίες και καταγάλανες θάλασσες. Αυτή είναι η καταφυγή του ενάντια στα κοινωνικά αδιέξοδα αλλά και στις προσωπικές του στενάχωρες καταστάσεις.. Αποστρέφεται τους ενοχλητικούς συγγενείς, την οποιαδήποτε ρουτίνα που τον αναγκάζει στα ίδια πληκτικά πράγματα, τις μικρές και μεγάλες ταλαιπωρίες που υφίσταται από την κακοδαιμονία της ασυνέπειας και των αυθαιρεσιών που συναντάει γύρω του.

Σε νησιά της άγονης γραμμής, μακριά από «την κιτσάτη γκλαμουριά των κοσμικών», η ευαισθησία του ποιητή αποθησαυρίζει την ομορφιά και των πιο ταπεινών πλασμάτων όπως αχιβάδες, μύδια, χελώνες, μέδουσες, σπουργίτια της παραλίας, ενώ συγχρόνως μέσα από σκέψεις ανοίγει έναν νοητό διάλογο μαζί τους που μας ξαφνιάζει ευχάριστα για την ουσιαστικές αλήθειες που ποιητικά αναδύονται. Με την προσοχή του πάντα σε εγρήγορση στα θέρετρα και στις παραλίες, επίσης παρακολουθεί κινήσεις και συμπεριφορές των παραθεριστών που σηματοδοτούν τις αντιφάσεις στα δίπολα: σκληρότητα και τρυφερότητα, χαλάρωση και απειλή, ερωτική προδιάθεση και πρόκληση, αισθητική ομορφιά του τοπίου και εισβολή της ασχήμιας από τα μέσα της τεχνολογίας, όπως οι κεραίες της κινητής τηλεφωνίας.

Μέσα στον ανοικτό ορίζοντα της θάλασσας, των παραλιών, των Εθνικών οδών, του ήλιου και της άμμου, ο Στρούμπας βγάζει μια κραυγή αγωνίας, ενώ συγχρόνως προσπαθεί να την κατευνάσει με την παράδοσή του στην ευδαιμονία των αισθήσεων και τη διονυσιακή όψη της ζωής. Αφήνει ένα δυνατό στίγμα της ιδιότυπης αντισυμβατικότητάς του, αλλά και της ικανότητάς του να εμβαθύνει σε προβληματισμούς που αγγίζουν καίρια και φτάνουν μέχρι το ζήτημα της τωρινής κρίσης και χρεοκοπίας. Με μεστή κι εύστοχη γραφή κατορθώνει να μας πείσει για τους προβληματισμούς του και να μας παρασύρει στο «καυτό κύμα δροσιάς» του καλοκαιριού με τις ποικίλες εκφάνσεις του.

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Η ενική ειρωνεία του Στρούμπα

Η ειρωνεία στην ποίηση αποτελεί μια σταθερή εκφραστική διέξοδο ήδη από την εποχή του ρομαντισμού. Μολονότι εμφανίζεται αδιαλείπτως από τα πρώτα βήματα της ποίησης (επική και λυρική) με διάφορες μορφές, στην ποίηση με την ατομική νεωτερική προσέγγιση αποκτά νέα διάσταση στους ρομαντικούς ποιητές. Αποτελεί μια διαφορετική οδό συναισθηματικής μεταφοράς ενός μηνύματος του ποιητή ως ενεργού υποκείμενου/ατόμου, μακριά από τη στιχόμορφη ρητορική, αν και στην μεταμοντέρνα ελευθεροστιχία απεκδύθηκε την εκφραστική «αρτιότητα» του μοντερνισμού.
Η μεταμοντέρνα ποίηση την υιοθέτησε και την ενέταξε στο δικό της οπλοστάσιο μακριά από τις συμβάσεις του μοντερνισμού. Μάλιστα στο μετανεωτερικό πνεύμα άρνησης της βιομηχανίας ερμηνευτών στην ποίηση, ο ειρωνικός στίχος έγινε απλούστερος και πιο διαχυτικός, πιο κοντά στον προφορικό λόγο, κάτι που έκανε πολλούς να μην τη δουν ως «σοβαρή» ποίηση[1].
Ο σαρκασμός χρησιμοποιήθηκε από όλες τις γενιές για να ορίσει τελικά τον εκάστοτε σύγχρονο τρόπο ανάγνωσης. Έτσι μακριά από τη λυρική/ρομαντική ή επική ειρωνεία των προηγούμενων περιόδων, καταγράφεται ένας σαρκασμός ανεκδοτολογικού τύπου στον οποίο λανθάνει μια προσπάθεια αντίστασης σε μια κατάσταση ή άποψη που πονά το δημιουργό. Λειτουργεί με την επίκληση του δηκτικού συναισθήματος ως ένα εκφραστικό όπλο του ποιητή. Άλλωστε, στόχος της ποίησης είναι ακριβώς η ενσωμάτωση του περιεχομένου στο συναίσθημα.
Βέβαια η ειρωνεία είναι ένα τόσο συγκεχυμένο φαινόμενο ώστε μοιάζει με απόπειρα να συγκεντρώσει κανείς την ομίχλη, ενώ άλλοτε χαρακτηρίζεται μητέρα της σύγχυσης[2]. Εξάλλου, μεγάλη ποικιλία έχουν και τα μέσα έκφρασής της, όπως ακριβώς και το αποτέλεσμα, η πρόθεση, το συναίσθημα, το κωμικό ή τραγικό ή επικό στοιχείο, ενώ με τον καιρό άρχισε να αποκτά και διττό χαρακτήρα.
Και η ειρωνεία ως ποιητικό τέχνασμα βρίσκει πλήρη έκφραση στη νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Στρούμπα «γραφείον ενικού τουρισμού» (καλλιγράφος, 2016). Μία «θερινή» ποιητική που φέρνει σε αντίθεση τον πικρό σαρκασμό προς τους φωτεινούς χώρους, την καλοκαιρινή ραστώνη προς το απότομο ξύπνημα της σκληρής πραγματικότητας στην οποία με δηκτικό χιούμορ επανέρχεται ο ποιητής.
Μα η ποιητική του Στρούμπα δεν είναι μελαγχολική. Το μειδίαμα που αφήνει ο σαρκασμός του στα χείλη, φέρνει ένα τραυματισμένο μούδιασμα κι έρχεται σε αντίθεση προς τη θερινή αγαλλίαση κι αισιοδοξία· μα δεν φτάνει στο πεσιμισμό. Η απογοήτευση ισορροπεί με το χαμόγελο και το φως, με τη σύσπαση του ξαφνικού εσωτερικού πόνου.
Η κριτική του Στρούμπα πληγώνει είναι η αλήθεια. Πονά τον ακροατή/αναγνώστη γιατί δεν στρέφεται απέναντι στην εξουσία, αλλά αγγίζει όλη την κοινωνία. Από τα μέσα επικοινωνίας, μέχρι τις τηλεποικοινωνιακές εταιρείες και τον μικροπωλητή ή τον ίδιο τον πατέρα που βλέπει στο πρόσωπο του γιου τον δικό του απροσάρμοστο εαυτό, από τα «μπάνια του λαού» μέχρι την παραλιακή επιδεικτική σεξουαλικότητα. Άλλωστε, ο Στρούμπας δεν βλέπει την κρίση μόνο στενά στην πολιτική και την οικονομία, αλλά και στην ίδια τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Η πραγματικότητα η ίδια που περιβάλλει τον ποιητή φαντάζει τραυματική. Μα ο δημιουργός δεν μένει στην αποτύπωση του τραύματος. Επικαλείται το πικρό χαμόγελο και ενεργοποιεί τις αφιονισμένες συνειδήσεις μέσα από την ποιητική ειρωνεία. Και τούτη είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε στίχο με όλες τις δυνατές εκφραστικές αποτυπώσεις της: ερωτήσεις, ξάφνιασμα του αναγνώστη/ακροατή, λογοπαίγνια ή αποφθεγματικό χιούμορ, περιπαικτικό ύφος ή αυτοσαρκαστικό χιούμορ.
Ο ίδιος άλλωστε ο τίτλος της συλλογής εκφράζει με προκλητική αμεσότητα την ειρωνική διάθεση του ποιητή, που μέσα στον ενικό αριθμό του στέκεται μακριά από το πλήθος και το παρατηρητή, δίχως όμως να εξαιρεί τον εαυτό του. Το ποιητικό εγώ είναι πάντα παρόν, είτε σαν παρατηρητής είτε σαν πρωταγωνιστής πάντα με μία αφηγηματική εσωτερική εστίαση ζωντανεύοντας με μια σκηνική μονολογική διάσταση (stand up comedy). Έτσι, η αυτοαναφορικότητα γίνεται αναπόσπαστο εκφραστικό τμήμα της ποιητικής ειρωνείας.
Με λόγο προφορικό, έως και δημώδες, ο Στρούμπας εκθέτει τον εσωτερικό του πόνο, όλες εκείνες τις σκέψεις που σχεδόν κάθε ένας κάνει σε διάφορες στιγμές, λειτουργώντας έτσι ως η ποιητική συνείδηση του κοινού, που όμως κρύβεται κάτω από τη συνήθεια και την αποδοχή ως φυσικού φαινομένου όσων ενοχλούν.

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

«Poetix» (τεύχος 16, φθινόπωρο/χειμώνας 2016):
ΤΑΞΙΔΙ ΝΑΥΑΓΙΟ
Με την τρίτη κατά σειρά, καλαίσθητη εκδοτικά, ποιητική συλλογή «Γραφείον ενικού τουρισμού» (Καλλιγράφος, 2016) ο εκ Κομοτηνής ποιητής και φιλόλογος Γιάννης Στρούμπας συμπληρώνει τους βασικούς άξονες της θεματικής του, φτιάχνοντας ποίηση λειτουργική και ώριμη. Πιο συγκεκριμένα τα οικεία, τόσο στις δύο προηγούμενες συλλογές του όσο και στην εξαίρετη συλλογή δοκιμίων του Άσυλο Ανιάτων, θέματα α) της διάψευσης των ονείρων της μεταπολιτευτικής εποχής («Τα μπάνια του λαού» σ. 11, «Τσούχτρα» σ. 30, «Ψυγείο πάγου» σ. 55), β) των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της γενιάς της μεταπολίτευσης («Μένουμε Ελλάδα» σ. 17, «Υπεράριθμος» σ. 41), γ) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, της ηθικής και πνευματικής έκπτωσης («Μύδι» σ. 40) και δ) της αναπόφευκτης φθοράς του έρωτα («Τσούχτρες», σ. 31), υπάρχουν, βεβαίως, και σε αυτή τη συλλογή μαζί με τα νέα θέματα α) της υπονόμευσης της παιδικής ηλικίας-ουτοπίας («Μπάλα μου πελαγίσια» σ. 12, «Γλωσσικό ζήτημα» σ. 14, «Καλοκαιρινό μπλουζάκι» σ. 25) και τέλος β) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου («Το μόνον της ζωής της ταξίδιον», σ. 32). Παρατηρείται, ωστόσο, εξαρχής μια σημαντική αλλαγή στο ποιητικό σκηνικό που φωτίζει τα πράγματα με ένα φως πιο έντονο και δραματικό. Ενώ, δηλαδή, στις δύο πρώτες συλλογές έχουμε μια ποίηση όπου η πόλη αποτελεί τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση, στην παρούσα συλλογή η σύγχρονη εθνική, κοινωνικοπολιτική, ηθική και πολιτισμική έκπτωση και εξαθλίωση μεταφέρεται, προς έκπληξή μας, στην ελληνική φύση, στο Αιγαίο των καλοκαιρινών μας διακοπών.
Στο ανά χείρας βιβλίο, η έννοια των καλοκαιρινών διακοπών και του ταξιδιού, που φυσιολογικά σημαίνει το στρίψιμο του τιμονιού της ζωής, την αλλαγή πλεύσης, την πρόθεση διαφυγής από τα σαγόνια της καθημερινότητας και κατ’ επέκταση την παροδική αναζήτηση μιας άλλης, αυθεντικής και ελεύθερης ποιότητας ζωής, ανατρέπεται πρωτότυπα και πολύτροπα σε δύο λειτουργικές και ισομεγέθεις ενότητες («Με το μικρό αστικό», «Με τέσσερα επί τέσσερα»). Και τούτο γιατί το ταξίδι, κυριολεκτικό και μεταφορικό, ναυαγεί, οι αυθεντικές επιθυμίες τεμαχίζονται και η πολυπόθητη αλλαγή στη ζωή των ανθρώπων, την οποία επιφέρουν οι διακοπές, μετατρέπεται σε άχρωμη ρουτίνα και αποδεικνύεται άσκοπη και μάταιη («Αδιέξοδος κινδύνου» σ. 18). Στα ποιήματα της συλλογής οι άνθρωποι που συνεχώς αναχωρούν δεν αφήνουν πίσω τους παλιές πεποιθήσεις, πνευματικά και ηθικά καρκινώματα ούτε είναι πρόθυμοι ή έτοιμοι να εκτεθούν στην εμπειρία του καινούριου και στη διερεύνηση άγνωστων δυνατοτήτων. Αντίθετα μεταφέρουν άθικτα μαζί τους στις διακοπές τα σύνδρομα ματαιοδοξίας και επίδειξης, τις κακίες και τις πνευματικές τους αγκυλώσεις, ανασυνθέτοντας εντέλει τον καταπιεσμένο κόσμο του σύγχρονου Έλληνα («Υψίστη γραφικότης» σ. 42, «Ζουμ» σ. 43)· έναν κόσμο ασφυκτικό δίχως όνειρα, στον οποίο δεσπόζει η ματαίωση και η αποτυχία. Με αυτούς τους όρους είναι, κατά την άποψή μου, εμφανές ότι το προσφιλές μοτίβο του ταξιδιού, της ατέρμονης αναζήτησης υπονομεύεται, αντιστρέφεται ειρωνικά και αντικαθίσταται μελαγχολικά από τη βεβαιότητα της οδυνηρής αυτοπαγίδευσης και του αυτοεγκλεισμού στο αδιέξοδο μιας ψεύτικης ζωής και στον θάνατο, κάτι που μας οδηγεί από άλλο δρόμο στο καβαφικό κλίμα του ποιήματος «Η πόλις».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης τίτλος της συλλογής «Γραφείον ενικού τουρισμού» μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Όπως αποκαλύπτεται στο ποίημα «Το μόνον της ζωής της ταξίδιον» (σ. 32), τίτλος που παραπέμπει με σαφήνεια στο σχεδόν ομότιτλο διήγημα του Βιζυηνού, το «Γραφείον Ενικού Τουρισμού Ο Αχέρων», καταδεικνύει τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά τον προσωπικό θάνατο, το τέλμα, τον αναπόφευκτο, δηλαδή, προορισμό του γήινου ταξιδιού του ανθρώπου που βίωσε ένα αποκαρδιωτικό παρόν, μια ζωή μίζερη και τετριμμένη, χωρίς κάτι ουσιαστικό και βαθύτερο. Πρόκειται δηλαδή για ένα ταξίδι κενό, διαμετρικά αντίθετο με το ταξίδι του καβαφικού ήρωα του ποιήματος «Ιθάκη», που επιστρέφει γεμάτος γνώσεις κι εμπειρίες. Ένα ταξίδι που, καταλήγοντας, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και αμφισβητεί θρηνητικά αν τελικά έχει αξία η ζωή η ίδια ή αν αποτελεί μια φάρσα που φανερώνει το τραγικό της ύπαρξης.
Πέρα από την ανατροπή του ταξιδιού, μια δεύτερη αντιστροφή που επιχειρεί ο ποιητής σε αυτή τη συλλογή είναι η ανατροπή της γνωστής και εδραιωμένης λογοτεχνικά από τη γενιά του ’30 τουριστικής, φωτεινής και αποστειρωμένης από την ιστορική πραγματικότητα Ελλάδας του Αιγαίου. Κι αυτό γιατί ο Στρούμπας δεν αντιμετωπίζει το Αιγαίο ως τοπιογραφία ή ως φολκλόρ, σε αντίθεση με ποιητές που περιέφεραν το τουριστικό ποιητικό τους όραμα, αντιμετωπίζοντας από απόσταση ασφαλείας τη σύγχρονη πραγματικότητα· κι εδώ η διακειμενική σύνδεση που επιχειρείται με τη χρησιμοποίηση ως μότο στο ποίημα «Εντός, εκτός κι επί τα αυτά» (σ. 35) των στίχων «εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται» από το γνωστό ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» δεν είναι καθόλου τυχαία. Από τη μια οι συγκεκριμένοι στίχοι που χρησιμοποιούνται προβάλλουν τη γενική ηθική, οικονομική, πνευματική, πολιτική και πολιτιστική έκπτωση και αλλοτρίωση, που οδήγησε μάλιστα στον αλόγιστο βιασμό της ελληνικής φύσης («Σπουργίτι στην άμμο» σ. 28), και από την άλλη αποκαλύπτουν τον ανατρεπτικό διάλογο και την αντίδραση ενός σημαντικού ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς για την ανόθευτη, ανιστορική ελληνικότητα του Αιγαίου της γενιάς του ’30, τη στιγμή, μάλιστα, που οι Έλληνες, όπως και τότε έτσι και τώρα, δυστυχώς, ξενιτεύονται.
Επομένως ο ποιητής δεν εξωραΐζει το Αιγαίο, αλλά με όρους διαρκούς παρόντος και κάνοντας αναφορές στα σκοτεινά σημεία της πατρίδας, όπως στη φτώχεια, στο οικονομικό αδιέξοδο, στον εμφύλιο, στην αλλοτρίωση, στη στείρα προγονοπληξία, στον καιροσκοπισμό, στη γιγάντωση του άστεως και στην καλλιέργεια ενός ψευδοπολιτισμού καταγγέλλει πολιτικές καταστάσεις και κοινωνικές συμπεριφορές ενός λαού αδιάφορου, που δεν αντιπαλεύει τα αρνητικά της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής του ζωής και δεν αντιδρά στην εθνική κατάπτωση. Η ψυχολογική εσωστρέφεια που παρατηρείται σε κάποια ποιήματα όχι μόνο δεν αποκλείει τη θεώρηση του κοινωνικού και ιστορικού χώρου, αλλά αντίθετα δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής όρασής του, εμβαθύνοντας, μάλιστα, στο θέμα της ρημαγμένης και αλλοτριωμένης πατρίδας.
Ενδεικτικό προς αυτή την κατεύθυνση είναι το ποίημα «Καμένα Βούρλα», όπου με την ειρωνική διακειμενική σύνδεση, τόσο στο μότο όσο και στο ίδιο το ποίημα, με το καβαφικό ποίημα «Θερμοπύλες» προβάλλεται αφενός η αντίθεση ανάμεσα σε ένα ηρωικό παρελθόν και σε ένα αντιηρωικό, μίζερο παρόν και αφετέρου το πνευματικό και ηθικό τέλμα της σύγχρονης Ελλάδας των εγωιστών και αδιάφορων ανθρώπων, που «όρισαν και φυλάγουν» αντί ηρωικές Θερμοπύλες, Καμένα Βούρλα· μια ανούσια, με άλλα λόγια, εφιαλτική ζωή, που φαντάζει λαμπερή και περιποιημένη, μα είναι στην ουσία τελματωμένη, νοσηρή και καλύπτει τη σήψη, την κενότητά της κάτω από το λούστρινο πέπλο της επιφάνειας. Σε κάθε περίπτωση η συμβολική ή υπαινικτική ή και άμεση έκφραση της δυσθυμίας ή και της ασφυξίας, ακόμη, του ποιητικού υποκειμένου, δεν παραμένουν σε έναν περίκλειστο, προσωπικό χώρο, αλλά οδηγούν στη δραστική ποιητικά μετάπλαση αυτής της δυσθυμίας-ασφυξίας σε βαθύτερο, ανθρώπινο βίωμα.
Παρατηρώντας προσεκτικότερα την αρχιτεκτονική δόμηση της συλλογής συμπεραίνουμε ότι τα τρία κομβικά ποιήματα «Τα μπάνια του λαού» (σ. 11), «Εντός εκτός κι επί τα αυτά» (σ. 35) και «Ψυγείο πάγου» (σ. 55), τοποθετημένα στην αρχή ή στο τέλος των δύο διακριτών μερών συστήνουν εμφαντικά το «πολιτικό στίγμα» της συλλογής, καθώς τη διατρέχουν ευφυώς κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να συμβολίζουν τη μεταπολιτευτική πορεία της Ελλάδας. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο το γεγονός ότι και στα τρία ποιήματα δεσπόζει αλληγορικά η ίδια γυναικεία μορφή, η προσωποποιημένη νεοελληνική Δημοκρατία της μεταπολίτευσης. Στα «Μπάνια του λαού» ξεκινά ως μικροαστή, μετά στο «Εντός εκτός κι επί τα αυτά» βυθίζεται στον νεοπλουτισμό και τέλος στο «Ψυγείο πάγου» συμμετέχει σε μία υπερβατική, δυσοίωνη εικόνα στις αλυσίδες των μνημονίων του σύγχρονού μας μέλλοντός της, αφού υποτίθεται ότι η φανταστική συνάντησή της με τον μικρό ποιητικό ήρωα γίνεται κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Ο οξύς βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή του βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα. Ο Στρούμπας, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (βλ. ενδεικτικά τους τίτλους και των τριών του συλλογών), αποκαλύπτει εξαρχής την πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το λεκτικό παιχνίδι απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Το κύριο, πάντως, μέσο αποφυγής του μελοδραματισμού στα βιωματικού χαρακτήρα ποιήματα της συλλογής είναι η ειρωνική χρήση της μορφής. Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η χιουμοριστική, ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά· γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη του δημοτικού τραγουδιού, προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού και των καρυωτακικών σατίρων), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών και άλλων ρητορικών σχημάτων.
Συνοψίζοντας, ο Γ. Στρούμπας στην τρίτη του ποιητική συλλογή Γραφείον Ενικού Τουρισμού εμφανίζεται ώριμος και κατασταλαγμένος. Με απόψεις, σκέψεις και αισθήματα γύρω από καίρια ζητήματα ζωής και κυρίως με κατακτημένους εκφραστικούς τρόπους, αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα, ποιητικά δραστική και πρωτότυπη περίπτωση ενός διαρκώς ευρισκόμενου σε πνευματική και συναισθηματική εγρήγορση ανθρώπου της εποχής μας. Στοχαστικός, προκλητικός, πολέμιος κάθε ψευδαίσθησης, εκφραστικά τολμηρός, με γλώσσα παιγνιώδη και μοντέρνα δραματοποιεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, δημιουργώντας έτσι μιαν επιφανειακά ειρωνική, κατά βάθος, όμως τραγική περσόνα. Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να πούμε πως τα ποιήματά του υψώνονται σαν αμφίπλευροι καθρέφτες, στους οποίους καθρεφτίζεται το ραγισμένο μας πρόσωπο.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

CNN GR 25 Οκτωβρίου 2016

Ο τίτλος της συλλογής είναι ενδεικτικός της διάθεσης και της πρόθεσής του να ασκήσει ευθέως ή εκ πλαγίου, ειρωνευόμενος, σαρκάζοντας και ταυτοχρόνως αυτοσαρκαζόμενος, κριτική σε μια κακοφορμισμένη πραγματικότητα, όπως είναι αυτή που όλοι βιώνουμε, δυστροπώντας ή έστω μετά διαμαρτυριών βολευόμενοι: στη νεοελληνική και, πιο συγκεκριμένα, στη μεταπολιτευτική και, ακόμα πιο συγκεκριμένα, στη μικροαστική νεοελληνική πραγματικότητα, στις αχανείς και απρόσωπες εκτάσεις της οποίας καλλιεργείται ένας ανελέητος ενικός αριθμός που κοινωνικά μεθερμηνεύεται σε μαρασμό ή και σε παντελή έλλειψη της συλλογικής, άρα και της ιστορικής συνείδησης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο τίτλος της συλλογής θα μπορούσε να είναι και “Γραφείο Μικροαστικού Εσωτερικού Τουρισμού”, με κεντρικό πρόσωπο μιαν άκρως επιτυχημένη νεοελληνική εκδοχή των “Διακοπών του κυρίου Ιλό” του Ζακ Τατί, με τη διαφορά ότι η μοναξιά του έλληνα περιβάλλεται και αμβλύνεται από το σχήμα-πρόσχημα της οικογενειακής συνοχής.
Πράγματι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα ποιήματα της συλλογής συνθέτουν ένα ημερολόγιο καλοκαιρινών διακοπών που πραγματοποιεί το ποιητικό υποκείμενο με την οικογένειά του. Συγκεκριμένα συνθέτουν το ημερολόγιο πολλών καλοκαιρινών διακοπών συνοψισμένων στις διακοπές ενός καλοκαιριού, κατά τη διάρκεια του οποίου συμβαίνουν, επισημαίνονται και καταγράφονται συμβάντα και δημιουργούνται καταστάσεις ενδεικτικές της βαθμιαίας εκ θεμελίων αποδιοργάνωσης της νεοελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Συμβάντα και καταστάσεις εκ πρώτης όψεως μάλλον επιφανειακές, που εύκολα εντοπίζει, σχολιάζει και με ελαφρότητα ή περιγελαστική σοβαρότητα στηλιτεύει κανείς, δεν παύουν ωστόσο στα μάτια ενός ευαίσθητου παρατηρητή, όπως είναι εν προκειμένω ο ποιητής, να αποτελούν τα συμπτώματα μιας συγκαλυμμένης με φανταχτερά, παραπλανητικά τερτίπια και άλλα συναφή φληναφήματα βαριά έως ανίατα άρρωστης κοινωνίας.
Σαρκασμός, λοιπόν, του μεταπολιτευτικού μικροαστισμού. Πτυχών μάλλον ενός υπέρογκα αναπτυγμένου σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας μικροαστισμού, ο οποίος, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, με το άλλοθι και το πρόσχημα της θερινής ραθυμίας και ανεμελιάς βρίσκει το πρόσφορο έδαφος ενδεχομένως αθώων έως και χαριτωμένων, ενδεικτικών ωστόσο μιας σοβούσας παθογένειας, εκδηλώσεών του. Παρέχει στον ποιητή τη δυνατότητα να συγκρίνει και να επισημάνει, έστω εκ των υστέρων, τα πρώιμα χαρακτηριστικά του, όπως λ.χ. το βόλεμα με όλα τα δήθεν αθώα υποκατάστατα των πραγματικά αναγκαίων, πράγμα που συχνά επιχειρεί επικαλούμενος μνήμες, εικόνες και καταστάσεις από την εποχή της παιδικής αθωότητας και αμεριμνησίας, αναπτύσσοντας και καλλιεργώντας μία απολύτως προσωπική, ανταποκρινόμενη στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα μνημοτεχνική, δημιουργώντας εντέχνως ρωγμές στο παρόν της γραφής, με την προσδοκία να περάσουν απ’ αυτές, ιριδισμένες από μια διάθεση νοσταλγική, εικόνες αλλά και ήχοι συνεκτικοί ενός διάσπαρτου στον χρόνο και πολλαπλώς ετερόκλητου βιωματικού υλικού, στο κέντρο των οποίων συντελείται μία συχνά δραματικών αποχρώσεων εναλλαγή των ηλικιών που διάνυσε, μία μετακίνηση ανάμεσα στο παιδί που υπήρξε κάποτε ο ίδιος και στο παιδί του. Ανάμεσα στον παιδικό κερματοδέκτη ενός απαρχαιωμένου για τα σημερινά δεδομένα φλίπερ και στο σύγχρονο ίντερνετ-καφέ.
Ο Γιάννης Στρούμπας διακατέχεται σχεδόν μονίμως από μία διάθεση παιγνιώδη, περιπαικτική και ταυτοχρόνως διαβρωτική, διαπερασμένη από τη σταθερή πρόθεσή του να σαρκάσει και να αυτοσαρκαστεί, να κρίνει αλλά και να κριθεί, να αυτοπροσδιοριστεί σε κάθε αναπάντεχη ή αναμενόμενη ανατροπή των προγραμματισμένων μετακινήσεών του, που αντιμετωπίζει με νηφαλιότητα και συγκατάνευση, έχοντας πλήρη συνείδηση των σαθρών δομών της νεοελληνικής πραγματικότητας. Κυρίως όμως έχοντας διατηρήσει ακέραιο το δικαίωμα και ανεπηρέαστη την ικανότητά του να διαφεύγει σε τόπους και σε καταστάσεις επαρκείς για τη δημιουργία ενός αντίβαρου απέναντι στην τρέχουσα άχαρη καθημερινότητα, όπως, π.χ., οι προφανείς ή οι υποδόριες, ερωτικών προδιαγραφών, υπομνήσεις-υποσχέσεις που αφήνουν να αιωρούνται οι αμέριμνες και σφύζουσες από ζωή καλοκαιρινές νεανικές γυναικείες παρουσίες. Και λέω καλοκαιρινές νεανικές γυναικείες παρουσίες γιατί το καλοκαίρι συντρέχουν λόγοι που κάνουν ευκολότερη την αφύπνιση του ναρκωμένου, του πιασμένου στα γρανάζια της καθημερινής ρουτίνας σώματος κι ακόμα γιατί η καλοκαιρινή αύρα επιτρέπει και ωθεί σε ξανοίγματα και σε εξομολογήσεις, ενώ παράλληλα ξανοίγει τη σκέψη και το οπτικό πεδίο προς σημεία και κατευθύνσεις όπου η φαντασίωση μπορεί να ανθεί και να θάλλει.
Τις μικροαστικές, πάντα καλοκαιρινές, μετακινήσεις, “με το μικρό αστικό” του πρώτου μέρους ακολουθεί η ψευδαίσθηση της πλασματικής και συνάμα πλαστικής οικονομικής ευρωστίας, οπότε το αστικό λεωφορείο αντικαθίσταται από το 4Χ4 ιδιωτικό αυτοκίνητο της δημοκρατίας (“πλαστό αμερικάνικο ρόουντ μούβι/προδομένο απ’ το τσεμπέρι”), με το οποίο ο ποιητής μετακινείται σε “ανούσιες επιφάνειες” γκαζώνοντας τις παραλιακές λεωφόρους, οπότε η μνήμη, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο, αδειάζει, ή εν πάση περιπτώσει ρηχαίνει, γίνεται οριζόντια έκταση, με συνέπεια να περιορίζεται η δυνατότητα για εγκάρσιες τομές στα περασμένα και ακολούθως για δραστικές ενεργοποιήσεις της μνήμης. Εξακολουθεί η περιδιάβαση και η επισήμανση χαρακτηριστικών εικόνων και εκδοχών του καλοκαιριού, επιπολάζουν τα καλοκαιρινά ειωθώτα: οι ρακέτες στην παραλία, η πληθύς των θαλασσινών εδεσμάτων, ο ανερμάτιστος ερωτισμός των νεανικών σωμάτων, είναι όμως προφανής -αν και όχι ιδιαιτέρως ενοχλητική- η αντιαισθητική παρεμβολή των συμβόλων της εποχής. (“Ύψιστες/Άναρχες/Υπερούσιες/Κεραίες της κινητής τηλεφωνίας/Σουβλίζουνε/τη γραφική μου αισθητική”) τα οποία παραμερίζει ή εκπαραθυρώνει “ζουμάροντας την εικόνα του κινητού” του, όπως σαρκαστικά ομολογεί.
Εν κατακλείδι, τα ποιήματα της συλλογής, τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου μέρους, συνθέτουν, απ’ αφορμή τις καλοκαιρινές μετακινήσεις του ποιητικού υποκειμένου, μιαν εσώστροφη ταξιδιωτική περιπλάνηση με κατευθυντήριο μοχλό τη μνήμη. Μια μνήμη υποταγμένη στις εξαρχής δηλωμένες προθέσεις του ποιητή να συνδυάσει και να συγκρίνει παρελθόν και παρόν, επισημαίνοντας ομοιότητες και, κυρίως εκφυλιστικά συμπτώματα προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων που ενώ άλλοτε λειτούργησαν ως οιωνοί επιβεβαιωτικοί της ευαισθησίας του τώρα κατάντησαν -στην καλύτερη περίπτωση- αντικείμενα τουριστικής εκμετάλλευσης.
Με το τέλος των διακοπών, των καλοκαιρινών μετακινήσεων, άρα και προς το τέλος του βιβλίου, τον καθαρτήριο ρόλο των ρούχων, των αισθημάτων και των εντυπώσεων καλείται να διαδραματίσει το πλυντήριο, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του οποίου συναντιούνται “μέλλον παρόν και παρελθόν”, σαν έτοιμα από καιρό να υποστούν του χρόνου την προβαρισμένη περιδίνηση. Λίγο πριν το τέλος, ωστόσο, έρχεται το τελευταίο ποίημα της συλλογής, για να της προσδώσει τον χαρακτήρα της σύνθεσης. Μιας σύνθεσης, τα επιμέρους ποιήματα της οποίας αποτελούν ψηφίδες του μεταπολιτευτικού μας παζλ, με τη γηραιά κυρία να ανακαλύπτει ότι από τον γύψο της επάρατης επταετίας κατέληξε, χωρίς να το καταλάβει, σ’ ένα παρόν παγωμένο.

______________________

ΛΕΠΡΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

 

Ελένη Δημητριάδου–Εφραιμίδου 6/2010

Συμβαίνουν ακόμη και σήμερα, μικρά συγκινητικά γεγονότα της πνευματικής μας ζωής, δείγματα που φανερώνουν πως η ανθρώπινη ανάγκη της επικοινωνίας, όχι μόνο με τους άλλους αλλά και με το ανέκφραστο, είναι ένστικτο ανακοίνωσης της βαθύτερης σκέψης και αίσθησης του ανθρώπου, που ανεβάζει την ποιότητα της κοινωνικής μας συμβίωσης και της δημιουργικής μας δύναμης.
Σε μια αντιποιητική και αντιλυρική εποχή, είναι πολύ σημαντικό να εκδίδονται ποιητικές συλλογές και ιδιαίτερα από ποιητές που ζουν σε επαρχιακές πόλεις. Είναι από εκείνα τα γεγονότα που μας θυμίζουν πως η ανθρώπινη ψυχή δημιουργεί τους δικούς της κραδασμούς και μέσα από τα πολλαπλά, βαθιά αντιφατικά και άγνωστα πολλές φορές πρόσωπά της, αναζητά τις λεπτές της ισορροπίες σε μια επικοινωνία της με τους άλλους. Διαφορετικά, η πράξη αυτής της αναταραχής δεν θα είχε κανένα απολύτως σκοπό.
Αναζητώντας λοιπόν αυτές τις λεπτές ισορροπίες ψυχής, ο Κομοτηναίος φιλόλογος και ποιητής Γιάννης Στρούμπας μας δίνει τη δεύτερη ποιητική του κατάθεση με τον τίτλο “Λεπρές ισορροπίες”. Μετά από την πρώτη ποιητική του συλλογή, “Τ’ αναγκαία προς το τ-ζην”, όπου καταφέρνει με ιδιαίτερο προσωπικό ύφος να καταγράψει την κοινωνική πολιτική και πολιτιστική αλλοτρίωση της ζωής μας, επανέρχεται σαρκάζοντας πάλι, αυτήν τη φορά όχι τον περίγυρο, αλλά τον βαθύτερο, κρυφό και υποχθόνιο κόσμο του ανθρώπου που λιμνάζει στις λεπτές… λεπρές ανισορροπίες του:

“[…] Καμαρώνω σαν
Στην τραμπάλα ισορροπούν οι αντιφάσεις μου
Στην κούνια πάνω κάτω οι σεμνές φιλοδοξίες
Στο γύρω-γύρω-όλοι τρικυμία εν κρανίω
Στην τσουλήθρα οι εκπτώσεις μου. […]”

Λεπτές ισορροπίες

Άσκηση αυτογνωσίας και ευρηματικός ο τρόπος του ποιητή, που κατορθώνει να μας πει, με σκωπτική διάθεση, πως η ανθρώπινη φύση παίζει τα δικά της παιχνίδια με τις αδυναμίες και τα πάθη μας, κι εμείς οφείλουμε να τα δεχόμαστε με γενναιότητα:

“[…] Καθόλου δεν πτοούμαι.
Όλα τα παραπαίδια μου
για μένα είναι παιδιά μου.”

Λεπτές ισορροπίες

Οι μυθολογικές και διαχρονικές όψεις του υπαρξιακού μας πεπρωμένου θίγονται στο πρώτο ποίημα της συλλογής, που λειτουργεί και ως μότο, με την αλληγορική αναφορά στον Κέρβερο, το μυθικό τέρας με τα τρία πρόσωπα σκύλου και τα πενήντα κεφάλια φιδιών στο σώμα να συμβολίζουν το ανεξερεύνητο των αντιφατικών μας προσώπων. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, οι άναρχες και άναρθρες κραυγές του Γίγαντα Τυφωέα και της αθάνατης Νύμφης Έχιδνας, από τους οποίους γεννήθηκε ο Κέρβερος, εκπροσωπούν την αντίθετη πλευρά της αρμονίας, και αυτή, ως άγρυπνος φρουρός της προσωπικής μας ευτυχίας, παλεύει να σώσει την πύλη ή τον καθρέφτη, όπου θα αντικρίσουμε το πραγματικό μας πρόσωπο:

“Στον καθρέφτη βλέπω
τα τρία μου πρόσωπα.”
Κέρβερος

Η ποίηση του Γιάννη Στρούμπα αποκαλύπτει με λιτό και άμεσο τρόπο το αθέατο υπαρξιακό μας βίωμα, φωτίζοντας μικρές καθημερινές στιγμές, όπου ο άνθρωπος βαλτώνει μέσα στα κατά συνθήκη ψεύδη του, τους συμβιβασμούς, τους φόβους του, την υστεροφημία και το συμφέρον, αγνοώντας τα αίτια της μιζέριας του.
Οι παράλληλες έννοιες που αναπτύσσονται γύρω από την αρχική έννοια της συλλογής είναι αποτέλεσμα αυτής της άγνοιας του αληθινού μας εαυτού. Μια ομαδική συναισθηματική χρεοκοπία στο “κοπαδιαστό μας μποτιλιάρισμα”, “σ’ έναν πεζοδρόμιο νήπιας κουμπωμένης μοναξιάς”, γιατί:

“[…] Δίπλα σου οι άλλοι χαμηλώνουν το τζόκεϊ στο φεγγάρι
με απρόσωπη πυξίδα […]”

Πεζόδρομος νήπιας κυκλοφορίας

“Μας οχυρώνει ασφαλώς αδιαφανής κουρτίνα” και η μοναχική πορεία του καθενός που ξεκινάει από την άρνησή μας να παραδεχθούμε πάθη και αδυναμίες, και βρίσκει τη συνέχεια της σε σαρκοβόρα ένστικτα:

“[…] — Χοιρινή, μοσχαρίσια, κοτόπουλο, πανσέτα· όλα
στα κάρβουνα.
Τον κύριο απέναντι, παιδί μου· ψητό
στα κάρβουνα.”

Στα κάρβουνα

“Χώμα και σάλιο ο άνθρωπος”, μας γράφει ο ποιητής στο ποίημά του “Πρωτόπλαστος”. Προσωπικές φιλοδοξίες, αλαζονείες, ψεύδη και πάθη, σ’ ένα τοπίο ματαιότητας, σε μια εκπνοή από “διοξείδιο του άνθρακα” (“Εκπνοή”), που όσο κι αν ταράζεις τα νερά μόνος, “αυτά τα νερά δεν τιθασεύονται” (“Πρώτος στο χωριό”). Σπάνια επένδυση ν’ αποσυρθούμε στα ενδότερα, υπογραμμίζει στο ομότιτλο ποίημα (“Σπάνια επένδυση”), γιατί:

“[…] Ένα κάμπριο δεν φέρνει την άνοιξη
ούτε κάποια άλλη εποχή. […]”

Εποχούμενες εποχές

Όσο κι αν οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι παραμένουν ίδιοι, γιατί οι εποχές είναι μέσα μας κι εμείς καλούμαστε να τις δούμε, αρκεί να μη φοβόμαστε το σκοτεινό υπόγειο του εαυτού μας, όπου ο μυθικός Κέρβερος άγρυπνος περιφρουρεί τις αξίες που ισορροπούν τα πρόσωπά μας σε διαυγείς καθρέφτες. Και γιατί, όπως ο Γιάννης Στρούμπας καταθέτει ειρωνικά πάντα στην τρίτη ενότητα της συλλογής του, ο ορισμός του ανθρώπου είναι:

“Πνεύμα ψυχωμένο ως το κόκαλο.”

Ορισμός του ανθρώπου

Άσχετα αν τα φτερά του μετά από αλυσιδωτές αντιδράσεις καταλήγουν.

“[…] Όπως εκρήγνυνται
οι κρίκοι της αλυσίδας
Όπως οξειδώνονται
και κανένα γράσο
δεν λυγίζει τη σκουριά
Εξηγείται
πώς βαλτώνει μια ζωή
μετατρεμμένη
σε ποδήλατο.”

Αλυσιδωτή αντίδραση

http://eleni-efraimidou.blogspot.gr/2010/06/blog-post.html

_____________________

ΙΓΝΑΤΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

diastixo.gr 15/10/2012

Οι «Λεπρές Ισορροπίες» του Γιάννη Στρούμπα, η δεύτερη ποιητική του συλλογή, είναι ένα παιγνιώδες βιβλίο. Το πνεύμα αναζητά τις αναλογίες του στην πόλη, σε μια μάχη φαινομενικά χαμένη. Η θλίψη κι ο θυμός από την ιδιότυπη αυτοεξορία της ευαισθησίας από τη ρηχή πραγματικότητα δεν οδηγούν στην απόλυτη άρνηση αλλά στο φίνο χιούμορ, την ειρωνεία, το σαρκασμό κάποτε, όπως επίσης και σε μια καλά μελετημένη ανακατανομή εννοιών και μορφών με μια διάθεση αποδεικτική: ο ποιητής αναζητά την κρυμμένη αλήθεια, το νόημα που είναι θαμμένο, τη συγκίνηση που θα μπορούσε ή θα έπρεπε να υπάρχει.
Το σχόλιο και το σκωπτικό χιούμορ, η παρατηρητικότητα στα σπάργανα της αστικής ζωής, το βαθύτερο ηθικό αίτημα μιας σωστής ιεράρχησης των αξιών (όπου το πνεύμα θα καθορίζει την ύλη κι όχι ανάποδα) εικονογραφούν στα ποιήματα της συλλογής έναν ψυχισμό λόγιο, αλλά όχι ακαδημαϊκό. Η κίνηση του ποιητικού υποκειμένου να αναζητά μια φόρμουλα αρμονικής συμβίωσης στην πόλη, με σκοπό να διαφυλαχθεί το κρυφό μαργαριτάρι του νοήματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια στάση αμυντική, ένας μηχανισμός άμυνας. Όμως κάποιες λεπτές αποχρώσεις στους στίχους (για να αποκαταστήσω τον τίτλο του βιβλίου) δημιουργούν μια συνθήκη που ξεφεύγει από τη νομοτέλεια του αιτήματος μιας ανώτερης ποιότητας ζωής – κατά κάποιον τρόπο ο ποιητής, ενώ σχολιάζει και παρατηρεί, παράλληλα αργά αλλά σταθερά δημιουργεί ένα κλίμα ανατρεπτικό. Αυτό εντοπίζεται κυρίως στη νοερή αλλά διαρκώς παρούσα σκηνική παρουσία ενός κόσμου παλιομοδίτικου, ένα φάσμα θα έλεγα φαναριώτικο, η αύρα μιας ξεχασμένης ευγενικής καταγωγής με αυστηρούς κώδικες δεοντολογίας και κρυμμένους θησαυρούς που από τη φύση τους έχουν ένα χαρακτήρα ιδιωτικό και απόκρυφο.
Ο Στρούμπας διαθέτει ενέργεια και ύφος. Το ποίημα «Κάδος Απορριμμάτων», δυναμικό και αντιπροσωπευτικό του βιβλίου, είναι νομίζω ο καλύτερος επίλογος γι’ αυτή τη σύντομη παρουσίαση:

ΚΑΔΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Ξέρει τα μυστικά της γειτονιάς
λεπτομέρειες φαινομενικά ασήμαντες
που αποκαλύπτουν όμως ποιότητες·
τι και πόσο τρώει ο καθένας
τι εσώρουχα φορά
πόσο λιωμένες είναι οι κάλτσες του
ποια η ερωτική ζωή του.
Και ψυχολογεί. Βαθιά·
πόσο καταδεκτικός είν’ ο ρακοσυλλέκτης
και πόσο ξιπασμένοι οι άλλοι, οι καθωσπρέπει
που μορφάζουν με αηδία όπως τον πιάνουν.
Όταν τον πλησιάζουνε με καθωσπρέπει αηδία
κλείνει τη μύτη του
για να γλιτώσει από την μπόχα τους.

______________________

Ελένη Αντωνίου (Αλκμήνη Διαμαντοπούλου),

περ. «Η Κινστέρνα», τεύχ. 18, Δεκέμβριος 2010.

«Και στην προηγούμενη ποιητική του συλλογή Τ’ αναγκαία προς το τ-ζην ο Γιάννης Στρούμπας είχε χρησιμοποιήσει έναν τίτλο που παρωδεί μια δεδομένη έκφραση, ένα είδος λογοπαίγνιου θα έλεγε κανείς, και θα το εννοούσε, αν οι τοποθετήσεις του εν γένει εστιάζονταν στο “παιγνιώδες” δίκην αυτοσκοπού, και οι προσεγγίσεις του απηχούσαν την ανεμελιά από μια ανώδυνη περιδίνηση πάνω σε γυαλιστερές επιφάνειες. Με άλλα λόγια αν αρκούνταν στο δήθεν. Όμως δεν είναι βέβαια έτσι τα πράγματα.
Οι Λεπρές ισορροπίες μπορεί να υπονοούν ένα κάποιο χαμόγελο, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα χαμόγελο περίσκεψης και στοχασμού. Γιατί οι ισορροπίες αυτές υπονοούν κάποια έλλειψη που θα απαιτούσε τον μόχθο μιας σωστής κίνησης και μιας ευτυχούς στοχοθέτησης, προκειμένου να πετύχει η χρυσή τομή. Ο τίτλος μάς παραπέμπει σ’ αυτό το παρολίγο –ένα γράμμα, ένα ταυ– που θα μπορούσε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Όμως συμβαίνει αυτό το κάτι, το ελλιπές, να προσπερνιέται με βιασύνη κι αδιαφορία. Έτσι το παιγνιώδες στον Στρούμπα δεν συναρτάται με το εύκολο και το χαρωπό, απεναντίας είναι μέρος μιας έγνοιας και μιας μέριμνας που αρνιέται να βρει την έκφρασή της μέσα από την κραυγή της απελπισίας. Ας πούμε ότι ασχολείται με μικρά πράγματα μιας πεζής καθημερινότητας, απ’ αυτά που η ελάχιστη φροντίδα θα μπορούσε να “γιατρέψει” για να γίνει η ζωή μας πιο βατή κι ανθρώπινη. Όπως θα δούμε και στον Πεζόδρομο νήπιας κυκλοφορίας. Κι όμως αυτό το απειροελάχιστο, το αυτονόητο, θα διαφύγει την προσοχή με αποτέλεσμα ένα τίποτα να καταντήσει να διογκωθεί και να δώσει λαβή στο ανυπέρβλητο, σ’ αυτό που μπροστά του θα παραμείνουμε ανίσχυροι και αμετάκλητα τρωτοί. Κάπως έτσι ερμηνεύω την προσέγγιση του Στρούμπα στα πράγματα καθημερινής τρέλας που μας κατέχουν και τελικά μας ορίζουν. Ένα κάποιο χαμόγελο λοιπόν εκεί που προσήκει μια στεντόρεια κραυγή. Και εδώ αναφέρομαι, σε τελική ανάλυση, σε κάποιον μηχανισμό αντιμετώπισης των πραγμάτων της ζωής, που διέπει και σε ευρύτερη κλίμακα τη διαβίωση και επιβίωσή μας.
Κι έρχομαι στον Πεζόδρομο νήπιας κυκλοφορίας που αρχίζει: “Βαδίζω στο υποτυπώδες πεζοδρόμιο”… Κι αναφωνεί “Πώς το σχεδίασαν έτσι/ Πώς πρόβλεψαν πως θα ’μαι ηχώ σβησμένη”. Για να καταλήξει “σ’ έναν πεζόδρομο νήπιας κουμπωμένης μοναξιάς”.
Δεν υστερούν σε πρωτοτυπία οι προσεγγίσεις του. Π.χ. όταν ασκεί μια ήπια και συγκρατημένη, δίχως καμιά πικρία, κριτική στον κοινωνικό του περίγυρο. Από το ποίημα Σπάνια επένδυση: “Επένδυσα πολλά στις σπάνιες φιλίες/ εντατικά καλλιεργώντας/ τις αρωματικές τους ποικιλίες./ Χτύπησα γεωτρήσεις σε φλέβες ψυχικές/ […] Επένδυσα πολλά στις σπάνιες φιλίες/ μα σπάνια είδα αποτελέσματα·/ Πότε μετωπικό χαλάζι,/ Πότε υφάλμυρες σκοπιμότητες,/ […] Καιρός ν’ αποσυρθώ στα ενδότερα/ για αγρανάπαυση.”
Θα πρέπει να τονίσω ότι όσα προανέφερα δεν σημαίνουν πως αποκλείει το χιούμορ. Κάθε άλλο. Και εδώ δεν παύει να τηρεί τον κανόνα της λεπτής ισορροπίας. Όπως επίσης να επισημάνω ότι το “παιγνιώδες” στο ύφος του αντιστοιχεί στην απαξίωση της μεγαλορρημοσύνης αλλά και του εύπεπτου συναισθηματισμού.
Με μικρά καθημερινά πράγματα ασχολείται λοιπόν ο Στρούμπας, αφήνοντας στον αποδέκτη τη φροντίδα τού να δει ενδεχομένως πιο πέρα από το άμεσα ορατό. Μ’ αυτόν τον τρόπο δίνει το “παρών” η κριτική του ματιά παραμένοντας αθέατη και υποφώσκουσα. Σε χαμηλούς τόνους ηχεί η παρατήρησή του στο Οικογενειακό τραπέζι ότι “Ευτυχώς· όταν τρώνε δεν μιλάνε”. Κι όσο για το Διαγώνισμα λογοτεχνίας όπου “οι μαθητές σχολιάζουν/ πως ζαλίστηκαν// Φυσικό κι επόμενο·/ πρόκειται γι’ αντικείμενο/ κατεξοχήν/ μεθυστικό”. Στον Κάδο απορριμμάτων ανεβάζει τον βαθμό της δριμύτητας, όταν μιλάει για τον ρακοσυλλέκτη, που “Ξέρει τα μυστικά της γειτονιάς/ λεπτομέρειες φαινομενικά ασήμαντες/ που αποκαλύπτουν όμως ποιότητες·”. Για να καταλήξει “Όταν τον πλησιάζουνε με καθωσπρέπει αηδία/ κλείνει τη μύτη του/ για να γλιτώσει από τη μπόχα τους”.
Δεν θα πρωτοτυπήσω λέγοντας ότι στην τέχνη σημασία δεν έχει το τι αλλά το πώς! Και δεν θα μακρηγορήσω, αφού η ποίηση –ευτυχώς– δεν είναι παζλ ούτε μαθηματική εξίσωση με δεδομένους αγνώστους. Ας μου επιτραπεί να τη δω σαν ένα ταξίδι στο απρόβλεπτο. Κι έτσι τελειώνοντας θα αρκεστώ στο να πω ότι ο Στρούμπας έχει την ευχέρεια ή αν θέλετε το χάρισμα να βλέπει μακριά, να υπαινίσσεται, να εκπλήσσεται διατηρώντας χαμηλούς τόνους καθώς αποβλέπει σε λεπτές ισορροπίες. Και γιατί ο Στρούμπας “παίζει”, αλλά ακριβώς ο τρόπος που παίζει συντελεί στο να παραμένει ανοικτό το πεδίο για τον εντοπισμό προεκτάσεων πολύ πιο πέρα από το προκείμενο. Με δυο λόγια “χρησιμοποιεί” το ευτελές εύστοχα και εποικοδομητικά.»

_________________________

Τ’ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ Τ-ΖΗΝ
(ποιητικές γ-ραφές)

Αικατερίνη Bεζιρτζόγλου

«Λέξημα» 22/4/2007

Ο Γιάννης Στρούμπας είναι φιλόλογος και διδάσκει στη μέση εκπαίδευση. Η συλλογή του με τίτλο Τ’ αναγκαία προς το τ-ζην είναι το πρώτο του βιβλίο και περιέχει 35 συνθέσεις του.
Η ποιητική του δεν ταξιδεύει τον αναγνώστη ως είθισται, δεν αναζητά αρχέγονα μυστικά στα βάθη του “είναι” κι ωραίες εικόνες. Ο Γ. Στρούμπας χρησιμοποιεί τον ποιητικό λόγο για να καταγράψει την εποχή του και μάλιστα τα “κακώς κείμενα”, η ποίησή του είναι ρεαλιστική, σκωπτική και δεικτική.
Οι τίτλοι των ποιημάτων του δίνουν μια πρώτη αίσθηση της κριτικής του σκέψης: “εργατική παγκοσμιοποίηση”, “η θηλιά”, “Ομιχλώδης κάθαρση”, “εξόφθαλμη δημοκρατία”, “πτήση εκδημοκρατισμού”, “Αρειμάνιος ειρηνιστής”, “Εναλλακτικός διάλογος”, “Χαμένη αθωότητα”, “Γνησίων Απογόνων επιχειρηματικά γονίδια” κ.ά.

Ο Γιάννης Στρούμπας κατάγεται από την Κομοτηνή όπου και διαμένει μόνιμα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που η ποιητική του συλλογή περιέχει ποιήματα που σκιαγραφούν προβλήματα της επαρχιακής κοινωνίας. Παράδειγμα, το απόσπασμα από το ποίημα με τίτλο “Κοσμοπολίτικός επαρχιωτισμός”: Φιγουράροντας με σαματά /βροντώντας τα νεόπλουτα ηχεία του/ μεσάνυχτα και μεσημέρι/ φλερτάρει με την επιδειξιμανία του μοντέρνου/ πασχίζει την αναγνώριση του πρωτευουσιάνου/ νομίζει πως την αύρα του κοσμοπολίτη ανεμίζει/ κάθε που στον ενοχλημένο περίγυρο συντρίβεται /αλαλάζοντας/ την επιδεικτική του χωριατιά.

Οι στίχοι του είναι το σχήμα που χρησιμοποιεί ο Γιάννης Στρούμπας για να καταγράψει, να κριτικάρει και να χλευάσει ακόμα, την κρατική μηχανή, τα κόμματα, την κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική αλλοτρίωση του πολίτη: Άνθρωπος ευγενής και προσηνής/ Με πάσα τάξη κι επιμέλεια έπλεκε τη ζωή του./ Υπάλληλος στο πλαίσιο της νομιμότητας/ Συντηρούσε μια κοτσονάτη γραφειοκρατία∙/ ιππότης στο πλαίσιο της ευπρέπειας/ με πολιορκητικά τριαντάφυλλα στη γεροντοκόρη∙/ διαχειριστής στο πλαίσιο της ομαλής λειτουργίας/ λαδωμένους ανελκυστήρες
κι αναπαυμένες ώρες κοινής ησυχίας επέβλεπε∙/ ποιητής τροβαδούρος στο πλαίσιο των κανόνων/ βαριά μέτρα και ρίμες πεπόνια δεν χόρταινε…

Ο Γιάννης Στρούμπας σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, δεν εξαιρεί κανέναν από το μερίδιό του στην κοινωνική ευθύνη: Ποιος όμως είναι ο ένοχος; Πόσο αθώοι είμαστε όλοι;/ Προμηθευτές στης σήψης την ολυμπιάδα/ οι πλαδαρές μας όζουσες σάρκες.

Εναλλακτικός διάλογος

Έλα, φίλε μου, να κάνουμε διάλογο
Θα ‘χεις απλόχερα τα’ αθυρόστομο βήμα του λόγου σου
Θα ‘χεις δερμάτινα επιχειρήματα
Και γούνινα μικρόφωνα.
Το φωτογενές σου προφίλ θα φιγουράρει σύρριζα στην οθόνη.
Έλα να συμφωνήσεις με τον φωτοστέφανο λόγο μου.

Κι αν διαφωνήσεις δεν σου κακιώνω εχέμυθα
κι ας φταις
κι αν δικαιωμένες θα ΄ναι οι θέσεις σου
πάλι μαζί μου έλα.
Θα σου ΄χω προστυχιά για το συμφέρον σου
ως πρόταση εναλλακτική
τη συμβιβαστική μου ειλικρινή αδιαλλαξία.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s