ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

1-cleopatra

 

H Κλεοπάτρα Μακρίδου-Robinet γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1951. Τέλειωσε το Παγκύπριο Γυμνάσιο και σπούδασε με υποτροφία χημικός στην Grenoble και στη Lyon και είναι κάτοχος Διδακτορικής Διατριβής στην ‘Ανόργανο Χημεία. Διετέλεσε στέλεχος τού Γαλλικού Υπουργείου Συγκοινωνιών και ’Έργων καθώς επίσης και του Υπουργείου Οικολογίας και ’Αειφόρου ’Ανάπτυξης όπου εξάσκησε τα καθήκοντα της διευθύντριας του Τμήματος « Υδάτινοι Πόροι» στην ’Ορλεάνη. Είναι παντρεμένη με τον Γάλλο καθηγητή πανεπιστημίου Jean-Claude Robinet και είναι μητέρα δύο παιδιών. Είναι πρόεδρος και ενεργό μέλος συλλόγων «Οι Φίλοι της Κύπρου»
στην Γαλλία απ’ όπου συντελεί στο ν’ ακουστεί η φωνή της Κύπρου.

 ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ  ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Ωδή για την Κύπρο, 1992
«Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», 1994
Σαλαμίνα τε, 1996
«Πρέσβυν αρ’ εισδέξομαι πάτερ», 1998
Ο νόστος των Ηρακλειδών, 2006
Το Κάππα της Κύπρου, 2013
Μνημόσυνο – Ιχνηλασία, 2014
Ρε Αλέξης, ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, 2015
Άσμα ερωτικό και πένθιμο 2015

 

 

ΩΔΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (1992)

I

Η πατρίδα μου, τραγούδι ορφανό του χρόνου,
είναι κτισμένη μες στα βράχια, μες στους άνεμους,
μες στο κύμα,
λίγο απόμερα, λίγο ανατολικά, λίγο νότια,
λίγο δεξιά, λίγο αριστερά.
Η πατρίδα μου, σταγόνα μετέωρη του κόσμου,
έχει τις ρίζες της μες στο γυαλό,
μες στον ανεμοστρόβιλο, μες στους χειμώνες,
τα σκληρά χαλίκια,
τα στεγνά χαμόγελα,
την οργή του Αγαμέμνονα, τους έρωτες της Ελένης,
το πάθος της Κλυταιμνήστρας.
Η πατρίδα μου, με τις ρίζες της
λίγο Ενετικές, λίγο ανατολίτικες,
λίγο κόκκινες, λίγο δυτικές,
λίγο ξέβαθες,
κάθε μέρα δάκρυ τις ποτίζω
κάθε μέρα δάκρυ τις ραντίζω
και πάλι ξερές τις βρίσκω.
Η πατρίδα μου
έχει τα μάτια της υγρά, τα χείλη της κατάξερα,
απ’ την υπομονή και τα λυπημένα ακρογιάλια
λίγο πιο λίγα, λίγο πιο σκλαβωμένα.
Λίγα ακόμη καρτίνια αριστερά
λίγα ακόμη καρτίνια νότια
και θα ξαναγεννηθεί η Αφροδίτη.

. . .

Το καλοκαίρι εκείνο
ποιος το παραλάλησε
ένα τέτοιο φονικό
ένας τέτοιος ποταμός αιμάτων
τρύπιων σωμάτων, μισοφαγωμένων κορμιών,
κομμάτια κακά από βαλτό μίσος,
αγνοούμενοι, πεθαμένοι,
λησμονημένοι, άθαφτοι.

. . .

ΙΙ

. . .

Σε βλέπω Ελένη,
με τα μάτια της αποδημίας
σκυλί που εγκατέλειψε τη μάντρα
που ψάχνει κουτσό, κεφάλι μαρμάρινο,
χωρίς αγκώνες ν’ ακουμπήσει
να ξεδιαλύνει του κόσμου το θρήνο
του πόθου το ραγισμένο σταμνί να κολλήσει
γαυγίζοντας, ουρλιάζοντας
μέσα στα βάθη του απείρου
να συναντήσει φωνές άλλες
ανώνυμες αναχρονικές
στους κάμπους με τούς άνεμους
και τις κόκκινες παπαρούνες
κόκκινες σαν το αίμα του Ευαγόρα,
τις ρίζες της καρυδιάς που πότισε ο Γρηγόρης.
Πόνος γραμμένος στην αγκάλη τ’ ουρανού,
στο σφύριγμα τού ανέμου πού κλαίει τις
ξεχασμένες θάλασσες
στο κροτάλισμα της βροχής
στο κλειστό φτερούγημα του πουλιού
που δεν λέει να ταξιδέψει.
Αγχόνη που του πέρασαν στο λαιμό
μόλις δεκαεπτά χρόνων,
για να σε ντύσει νύμφη, Ελένη,
μα συ σαν πόρνη ξεχασμένη, κοιμάσαι
ακόμη μέσα σε ξένες αγκάλες…

. . .
ΙΙΙ

Μες στην παλάμη της θάλασσας
ξεδιψάς το κορμί σου, Μητέρα,
με την άμμο στα πόδια
με την οδύνη στα χρόνια,
σφίγγεις τα δάχτυλά,
σιμά σου λαγήνι νερό αλμυρό
κοχύλι ν’ αντηχεί τον πόνο τού χρόνου
την ηλικία του ήλιου στο κορμί σου
τον άνεμο στα χείλη σου
μες στα μαλλιά σου αετοί και λάβαρα
περιμένουν τον άνεμο εις την Αυλίδα,
στα σωθικά σου ο γαρμπής σαν τρελός
παίζει το αρμόνιο της ελευθερίας 
την ώρα πού ο ήλιος πάει να σβήσει
πίσω απ’ το τροπάριο της θλίψης.

Η ανάμνηση, όταν ξυπνάει,
γίνεται ρίγος,
φίδι πού διαπερνά το σώμα,
μιας στιγμής χωρητικότητα που λιώνει
ελπίδες χρόνων,
γίνεται δάκρυ στα μάτια, θρήνος
μιας ζωής δεμένης με το χώμα
χώμα ποδοπατημένο, βρεγμένο,
χαλίκια ελεύθερα.
Νησί τυραννισμένο της νύχτας
που βουλιάζει
χωρίς κραυγές και μοιρολόγια
χωρίς ανεμοδαρμούς.
Ο αδελφός μας δίπλα
βλέφαρα κλεισμένα
μάς κοιτάει λυπημένα.
Ήταν τα μάτια του της θάλασσας
φουρτούνα των αφρών
μα τάκαψε ο άνεμος
του ήλιου ο σπαραγμός.
Ακούγαμε μόνο το τραγούδι του
μες στους καλαμιώνες
μες στους κάμπους με τις παπαρούνες
που την άνοιξη μάζευε μπουκέτα
μα σκόρπιζαν ύστερα τα πέταλα
μες στην παλάμη του και τούς πέντε ανέμους
χωρίς να μπορεί να τα κρατήσει.
Ό,τι είχε αγαπήσει στην περασμένη του ζωή
χάθηκε μες στους κύκλους της
και το κουφάρι του εδώ πού κείτεται
περιμένοντας θάψιμο
ψάχνει έξω από το θάνατο
μια στιγμή ελευθερίας.

. . .

IV

. . .

Βυθίστηκες μες στην ανωνυμία του χρόνου σου
στεναγμός στην άμμο η μορφή σου
από σώματα ετερόφωτα
πού ν’ αφανίσουν θέλουνε τα ίχνη σου
λεηλατώντας τούς ώμους σου τη μνήμη
εκεί που η θάλασσα ζευγάρωνε
με τ’ ουρανού τη χθεσινή γαλήνη
ελεύθερα κυκλοφορούν
της μυστικής αυγής σου θρήνοι
μα ο βορράς σου ματωμένος
πάει να σου ξεφύγει
ανολοκλήρωτες ψυχές
θεμέλια των εχθρών σου
ταυτίζονται με τούς ισχυρούς
να μοιραστούν τον ίσκιο σου
να σχίσουν το κορμί σου
φυτά αναρριχώμενα

 

 

Ξέρω δεν θέλεις μοιρολόγια

Ξέρω δεν θέλεις μοιρολόγια
ούτε φωλιές για ερπετά
τα μνήματά σου γίναν χιτώνες
γυμνά κόκκαλα σφενδόνες
να συντυχαίνουν μοναχά
μάρμαρα, πέτρες και χορτάρι
να στροβιλίζει ο βοριάς
όταν τα κόκκαλα σου σπάζει
από το κρύο και τη ζάλη
άνθρωπος ξένος στον ντουνιά
ο τόπος σου σ’ έπαιξε ζάρι
στα λατομεία της ψευτιάς
πού τάιζε γύφτους μπουρζουάδες
των φλουριών σου η μυρουδιά
μα ένα μόνο θέλω να ξέρεις
τα ναρκωτικά σου τα σεντόνια
δεν τύλιξαν όλους από μάς
είναι πολλοί πού ’μειναν ξένοι
με γυμνωμένα τα στηθιά
μπρος του Αιόλου τα σακιά.

 

 

Famaguste

Μες στους αφρούς της φουρτούνας σου
διαλύθηκε η γαλήνη
στο ακρογιάλι πού νόμιζα ήρεμο
της θάλασσας εκείνης.

Με χέρια απλωμένα προς εσένα
προσμένω κάθε καλοκαίρι,
Ελένη, της ψυχής μου Παρθένα,
ν’ ανοίξω της καρδιάς σου το δεφτέρι.

Από της Δερύνειας το δίπατο
ματογιάλια τα μάτια μου ανάπηρα
ν’ ατενίζω των Τούρκων το βάδισμα
και της καρδιάς σου το χτύπο.

Μέσα στον ύπνο μου τρομάζω
το ευαγγέλιο της μοίρας που διαβάζω
βουβό της καμπάνας το κτύπημα,
πόλη του Ευαγόρα φάντασμα.

Άφησ’ τα χέρια σου να ’ρθουν
με τα δικά μου να σμίξουν
προτού γυρίσει ο άνεμος
και πάρει την πνοή μου.

 

 

 

«ΠΑΤΕΡ ΑΠΕΛΘΕΤΩ ΑΠ’ ΕΜΟΥ
ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥΤΟ» (1994)

 

Ι

Τού σταυρού ασήκωτο το βάρος
ανατρίχιασμα κορμιού η Δημιουργία
και των ματιών σου η εικόνα
όνειρο απότιστο, πάθος.

Των Ποντίων Πιλάτων πέτρωμα
των συμπληγάδων τσάκισμα
του Έκτορα εξαντλημένη η ανδρεία
και τους αδελφούς μας στη χαμένη Τροία.

Γδύθηκες των ανέμων το ηλιοβασίλεμα
χέρια ν’ απλώνεις στους εφτά ορίζοντες
ντύθηκες το χρόνο των θεών
σταγόνα διαλυμένη στο στερέωμα.

Ποιος θα φέρει πίσω τη ζωή σου
αυτήν πού σπατάλησες
κι εκείνην πού είδες να σωριάζεται
καθρέφτης των ονείρων σου;

Μνήμη γεύση θανάτου
σύννεφο πού το σύρει ο άνεμος
στην απέναντι όχθη του ωκεανού
ελευθερίας θρύμμα άνομο.

Ποιος θα υφάνει της οργισμένης νύκτας
μύθο μεταθανάτιο τάμα
προτού βρικολακιάσει το αίμα
κι ο πόνος στεριώσει σ’ ανώνυμο μνήμα;

Στο περιθώριο του χρόνου
προσμένουν χρόνια αδικοσκοτωμένοι
χωρίς να ξέρουν σε τι διαφέρει
ο μύθος από τη μνήμη…

 

ΙΙ

Εσύ, ’Έρωτας μεταθανάτιος
εξόριστος στους βράχους του νησιού
να παίρνεις στη νιότη σου
τους δίσεχτους καιρούς μας
και ηνίοχος των ξεροβουνιών μας
να λαύνεις κασσανδρικός
κραυγάζοντας μηνύματα των αποκεφαλισμένων.
Μα αυτοί γνωρίζανε τη δική σου λάμψη
ενώ οι εξόριστοι μεθούσανε
μέσα από δισκοπότηρα έρωτα αγιάτρευτου.
Ακόμα σ ακούω, βοή βοώντος εν τη ερήμω
να φωνάζεις πνιγμένος στη φωνή σου
Κωνσταντίνων ονόματα Παλαιολόγων
ενώ μαρμαρωμένοι οι αλέκτορες
πάσκιζαν μάταια να ξυπνήσουν τη
χαμένη μέρα.
Σε βλέπω να θρηνείς
αηδόνι κι αγριοπερίστερο
το σπασμένο λαγήνι της Βάφτισής σου
γιατί ο χορός της Σαλώμης ήταν έξοχος
και το πλήθος των Φαρισαίων ζητούσε
επίμονα το κεφάλι του ’Ιωάννη.
Ενώ σε άλλη εποχή οι Πάφιοι
ξυλοκοπούσαν τους πιστούς σου
τυφλά χτυπώντας και φωνάζοντας
χωρίς να ξέρουν να διαβάζουν
τη γυμνή σου ποίηση.

. . .

Ορλεάνη, Οκτώβρης 1992

IΙΙ

Εσύ Κύριος της δημιουργίας
είπες σπόρο σιναπιού τη βασιλεία σου
και την ελευθερία μας
που γενιές γενεών έσπειραν
μα δέντρο δεν φύτρωσε.
Και πουλιά φωλιές δεν κτίσαν
γιατί κλαδιά δεν βρήκαν.
Μεσάνυχτα και κτίζανε
στα κουφώματα των βράχων
ακούγοντας από μακριά το Αιγαίο
να μουγκρίζει όνειρα.
Κι εσύ έριχνες πέτρες πίσω σου
δαιμονισμένος που ‘βλεπες να φουσκώνει
του νησιού το πλεούμενο αντί το προζύμι.
Γιατί οι μάνες το έσμιγαν με τρία σάτα αλεύρι
για να φουσκώνει ζύμη
μα ψωμί δεν έβγαινε.
Αλλού εσύ, αλλού το μήνυμά σου!
Χρόνια πελεκούσαμε, άπιστοι, προσευχές
για να μην τραβήξουμε μαχαίρι από τη θήκη
Χρονιά χτυπούσαμε παλαμάκια
τους ξένους που σήπονταν καθιστοί
στις έδρες πού τούς κτίζαμε…

. . .

Εμείς που ξεκινήσαμε από αιώνες
το ταξίδι τούτο
χωρίς να δούμε ακόμη τίποτα
παρά το θάνατο να μας φιλά τα πόδια,
γνωρίζουμε καλά τη μοίρα μας
και το σκληρό ταξίδι της φυλής μας.
Εμείς που τους είδαμε
να γαντζώνουν την γη μας στα κρικέλια τους
αφήνοντας τα κόκκαλα των πολιορκημένων
στα κατεχόμενα άταφα,
και τους πληγωμένους να σπαρταρούν
ελευθερία
που τους είδαμε να ρημάζουν τάφους
οκτώ χιλιάδων χρόνων,
ρίγος, σεισμός στην πλάτη τους
ανατινάζοντας τον τάφο του Λεωνίδα
βουλιάζουμε τώρα μες στους βάλτους
με τις δάφνες μας
πού πικρίζουν χρησμούς
αιώνων προφητείας σου
πολύ πριν ακούσουμε τούς
χτύπους των καρφιών σου. 

. . .

 

ΙV

’Εσύ, Κύριε, βράχος στον ύπνο
της μοναξιάς μας
δρυς, οξιά στο σκοτάδι της γενιάς μας
ρομφαία στητή προς το μέρος της καρδιάς μας
μαύρο ψωμί στη άλωσή μας
στο σφύριγμα άνεμων Μεσολογγιών μας.
Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε ο Θεός
σε φύτεψε σε όστρακο πεσμένο σ’ ακρογιάλι
σκυφτό το σώμα να σφαδάζει
και την ψυχή δοσμένη στο Αιγαίο.

Περασμένα μεσάνυχτα η ζωή σου
άλφα και ωμέγα της απόγνωσής σου
να κατεβαίνεις νυκτοβάτης
από τον έβδομο ουρανό
παραμιλώντας τροπάρια ελευθερίας
σε τόπο που τα δάκρυα των μανάδων
πότιζαν για να φυτρώσουν σπόροι
τα κόκκαλα πού ξεπούλησαν
αδέλφια δολοφόνοι.
Πριν από Σένα ορφανέψαμε
μα σε λιμάνι άλλο
δεν αράξαμε.

. . .

V

. . .

Μια μέρα η δίψα μου
μ’ οδήγησε στους πορθμούς της πίκρας
που εκσπερμάτωσε η θάλασσα
της λήθης σου.

Μια μέρα η ξηρασία μου
που εξάτμισε τις σταγόνες της ελπίδας μου
μ έσπρωξε σαν το Θωμά
να ψαχουλεύω τον τύπον των ήλων σου
και το καλάμι μου έγινε αυλός
να τραγουδάει την ιστορία
στην αφετηρία της.
Μέχρι που το δέρμα γδαρμένο
από το μαστίγωμα της Αλήθειας
ματώνει τα πόδια της εξορίας μου
και ποτίζει τη δίψα της άριζης
Δικαιοσύνης σου.

. . .

Στιγμές αποκεφαλισμένες
ώρες ανάπηρες
χλωμές σαν λαμπάδα
πού ξενυχτά τον πεθαμένο.
Λίγος ο σπόρος
κι η λάσπη πολλή
πώς να κρατηθεί!
Σου σφίγγω το χέρι
μα δεν νοιώθω την αφή σου
μόνο λίγες ανακατωμένες εικόνες
στη μνήμη σου
που αφουγκράζομαι.
Κι αν σου μιλώ συνέχεια
για τον πόνο σου
τον πόνο μου
είναι γιατί δεν έχω άλλη φωνή!

 

 

«ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΕ» (1996)

 

I

Πώς κατρακυλήσαμε, αδελφέ μου,
μες τα λαγούμια της απελπισίας
με τα μάτια στυλωμένα στον ουρανό
να τραυματίζουμε τ ’ αστέρια;
Πώς πέσαμε, σύντροφε, τόσο χαμηλά;
Εδώ και χρόνια
το καράβι μας βουλιαγμένο
σαν κήτος μισοπεθαμένο
διανυκτερεύει στη μέση του νερού.
Πώς καταφέραμε, φίλε,
και ταπεινωθήκαμε τόσο
κι είδαν τη γύμνια μας
αυτοί που περιφρονούσαμε
μες τις παλαίστρες
αυτοί που μας πήραν ύπουλα
το μαραθώνιο
και τον τρέξανε γρηγορότερα από μας!

Το δέντρο αυτό που δρόσιζε
το πρόσωπό μας
μέσα στην κάψα του μεσημεριού
στο κάμπο της Μεσαορίας,
που μας θυμίζει κάθε πρωί στην εξορία
γυμνές αγκαλιές
κι έρωτες που δεν τέλειωσαν
ένα χαμένο πρόσωπο
και χίλιες ρυτίδες
το δέντρο αυτό το βλέπουμε
με άλλα μάτια:
μέσα από την ματοβαμένη σφενδόνη
που έβαφε χιτώνες
’Αχαιών, Φράγκων, Σαρακηνών…

Πώς καταφέραμε, αδελφέ μου,
και πήραμε το δρόμο των πεθαμένων
κρατώντας την ζωή μας
ανάμεσα στην ζωή και την ανάμνησή της
ανάμεσα στην Ιστορία και την άρνησή της
ανάμεσα σε ανθρώπους και την φυσιογνωμία
των ανθρώπων
ανάμεσα στις πληγές μας
και τα μαχαίρια που μας πλήγωσαν!

. . .

Σε βλέπω ν ’ ανασαίνεις
μες τα στενά, της Σαλαμίνας
ιέρεια των Τευκρίδων
κάποτε να κυνηγάς ελάφια
αψηφώντας την Άρτεμη
μέσα στα δάση του Τροόδους.
Σε βλέπω να ερωτοτροπείς με τον Άδωνη
μες τούς Αμαθούντιους κρυψώνες
ενώ η ψυχή σου γινόταν ένα
με τον καταδιωγμένο Άρη
κάτω από τα μάτια των Θεών
κρατώντας την ζωή σου στο κρυφό.
Κι έτρεχες, αφήνοντας πίσω
τα σεντόνια σου να παγώνουν
ενώ βροντούσε ή Δήμητρα κατάρες
έτσι πού έμενε ριζωμένη στο χώμα
χωρίς στο στάχυ της καρπό
και λύγιζες από το βάρος στους ώμους
και λυγίζοντας δεν άντεξες
και γονάτισες και Συ

’Ορλεάνη, Φεβρουάριος 1995

ΙΙ

Κράτα την μνήμη τού πόνου σου ακέρια
και μην υποχωρείς μοναχικό μου κάστρο
κι αν είναι φθονερός ο Θεός
που θέρισε τα σπλάχνα σου
«τήν θάλασσα την θάλασσα
δεν θα μπορέσουν να την εξαντλήσουν…»

Περιμένω τα μάτια σου
να με κοιτάξουν
πριν σκουρύνουν τ ’ αγάλματα της αρετής
περιμένω μια πορεία προς τον Ήλιο
πριν η πίκρα της φθοράς
κολλήσει βδέλλα στο κορμί…

Περιμένω στο λογισμό σου
χάλκινο χέρι
ν ’ αναδύει η τόλμη σου
δροσοσταλίδα στις βραχοπλαγιές του αγώνα
ο θρύλος σου
και η τρυγόνα που της πλήγωσαν το ταίρι
ν’ αποτρέψει το πέρασμα
της Αχερουσίας την όχθη.
Περιμένω να στεριώσεις τούς πόθους σου
στον αργαλειό της τιμής
και της νικημένης θέλησης νικήτρια,
περιμένω ν ’ ανανεώσεις τόν πόθο σου
για λευτεριά
ανάβοντας φλόγα στην καρδιά
μην τύχει και ξεχάσεις τις ψυχές
μην τύχει και σαλπάρει η βούληση σου.
Προφυλάσσω την πηγή σου
μην την ξεμοναχιάσουν
οι εχθροί!

 

ΙΙΙ

Πώς πέρασαν τόσα χρονιά, αδελφέ μου,
χωρίς να επισημάνουμε λιμάνι;
Τ’ άστρο πού μας οδηγούσε χάθηκε
στη συνείδηση της αδυσώπητης μοίρας.

Πώς τελείωσε τούτο το ταξίδι
κι έμεινε ο σκοπός μας ανεκπλήρωτος;

Πέρασε η καταιγίδα
και σε σάρωσε Πατρίδα
πέρασε η θύελλα
και βύθισε τ ’ αστέρια
και μας έμεινε η μνήμη
θρυμματισμένη
μέσα στο διάστημα
να ψάχνει μάταια μια χαμένη γη.
Έφυγε ο χρόνος
κυνηγημένος στο τέλος μιας μαυροφορημένης
μέρας
αφήνοντας πίσω τη λαχτάρα
της Άνοιξης
και την προσδοκία
της επιστροφής.

Πέρασε η νεροποντή
παρασύροντας και τα τελευταία
αχνάρια των θεών μας.
Έμεινε η πόλη
ακυβέρνητη σχεδία
στα χέρια της φθονερής μοίρας
λησμονημένη
βυθισμένη στο στόμα,
των μυλόπετρων.

. . .

IV

Συ πού γνώριζες την κατάρα της Μήδειας
σαν σε κοίταξε πάνω στο σκάφος
της Αργώ
πριν σκοτώσει τα παιδιά της
και τα παιδιά σου
για να ξεφύγει την ντροπή
δάκρυα πού αφήσανε στη μνήμη
την ανάμνηση μιας μεγάλης ευτυχίας
πετρωμένα χαμόγελα αγιογραφίας
πού απείλησαν το χρυσό δέρας
βαμμένο στο αίμα
γυρεύοντας τον ίσκιο του ένδοξου
καραβιού.
Σε κυνηγούν
το παραμίλημα της σάρκας
όταν το αίμα πυρώνει τις φλέβες
το δακρυσμένο πουλί στην καρδιά
της μέρας
το δακρυσμένο χαμόγελο της προδομένης
γυναίκας
το γλίστρημα τού φιδιού ανάμεσα
σε πελαγίσιους τάφους
τα πατήματα των άλογων
στην παγωμένη πηγή τού κεφαλόβρυσου
το σπαρτάρισμα τού ψαριού
μες το δίκτυ των ψαράδων
το κλάμα της Ανδρομέδας
προτού την προλάβει ο ο Περσέας
η απάτη των Θεών
κάθε πού αναμετρούνται οι θνητοί…

Σύ πού γνώριζες τούς μαυριδερούς κύκλους
των ερινυών
σαν έσκυβαν όλες οι φωτιές
προς το μέρος του Ηρόστρατου
πόσο παράξενα σε κοιτάζουν τώρα
το σκυλί με την σπασμένη κεφαλή
μπροστά στην πόρτα
το χαράκωμα στη μέση της αυλής
που πρόδωνε το φεγγάρι
τις νύκτες ξαστεριάς
ο ρυθμός μιας ποίησης
πού βγαίνει από τον πόνο της εξορίας
και την παράλογη
την ανεξήγητη αγάπη για τις πέτρες
τα κοχύλια, τη θάλασσα
τα ερείπια
τα παλαιά και τα καινούργια
τούς εγκαταλειμμένους απ ’ τούς Θεούς ναούς
τον αγώνα ενάντια στην σήψη της χλιδής
τη φθορά της λήθης
το φόβο μιας τελικής καταστροφής…

. . .

V

Ο έρωτας για την Πατρί8α
που σ ’ εγκατέλειψε
πού δεν βρήκες στην επιστροφή
ούτε διάλεξες
δεν σ ’ εγκατέλειψε ποτέ.
Ο άνεμος που βογκούσε
τις βουερές μαχητικές ημέρες
σαν σημάδευες τον ατέλειωτο δρόμο
σαν παρακολουθούσες τα τεθωρακισμένα
που ανέβαιναν τον Πενταδάκτυλο
πέταξε τα σωθικά σου
ριπή ψυχρού ανέμου
στις τέσσερεις γωνιές της γης
θρύψαλα άμμου
ξεχειλίζοντας το χρόνο από τις όχθες του
στο πέρασμα τού ωκεανού
πού πλημύριζε την πόλη
χωρίς κανείς να σβήσει την τελευταία σου γραφή
χωρίς κανείς να κρύψει τα τελευταία σου ρούχα
στους βράχους.
Ένα κομμάτι από το σώμα σου
να μεταμορφώνεται σε μνήμη
ένα κομμάτι από την σκέψη σου
να μεταμορφώνεται σε όνειρό
κι άλλο σε εκδίκηση.

. . .

VI

Ό δρόμος μας δεν έχει αλλαγή,
και η ζωή ακόμη
να μας χαμογελάσει.
Πίσω αφήνουμε τήν έρημο
και μπροστά μας
η έρημος δεν τελειώνει.

Πέσανε απάνω μας
λιοντάρια σε πληγωμένο ελάφι
και γύρεψαν να μας θάψουν
πριν καν ακόμη πεθάνουμε.
Μας ξερίζωσαν πρώτα τη γλώσσα
βουλώνοντας το στόμα μας
με πέτρες
υστέρα μάς ξερίζωσαν τα μπράτσα
κι έμεινε το κορμί μας
ένα κεφάλι χωρίς γλώσσα
κι ένα κορμί δίχως χέρια
υστέρα μάς κόψανε τα πόδια
και μείναμε κεφάλι μόνο
κι ένα ψόφιο κορμί.
Στο τέλος μας έμεινε ένα παραμορφωμένο
κεφάλι, χωρίς γλώσσα
που μόνο σκέπτεται
βουβό και άλαλο
έτοιμο να βρικολακιάσει
με τόσους λύκους που το διεκδικούν
με τόσα σκυλιά που το σέρνουν στην λάσπη.
Κανείς δεν ξέρει τί κρύβουν
η σιωπή των όπλων
στο απέναντι οικόπεδο
τ ’ ακίνητο βλέμμα των αγαλμάτων
σαν ο αέρας σαλεύει ψίθυρους
μακρινούς,
οι ψυχές των σκοτωμένων
που τις φορτώσαμε
μ ’ όλες τις πληγές και τις τύψεις μας,
η μνήμη
τόσο παλαιά όσο κι ο κόσμος.
Κανείς δεν ξέρει τί κρύβουν
το αρχαγγελικό φως του Ραφαήλ
ο άγιος με το σπαθί
ή με το κοντάρι
τα δάκρυα της Παναγίας
μπρος το μαρτύριό του γιου Της
ό κίνδυνος μιας θολωμένης
μνήμης
τα εξισωμένα χωράφια
δίχως σπαρτά, δίχως πέτρες
δίχως τάφους
τα δέντρα δίχως ρίζες…

. . .

VII

Μένουν ακόμα τα θολά σου μάτια
που είδαν το θάνατο από κοντά
μες τα σοκάκια της αντρειωμένης Τροίας
μένουν ακόμα
τα μαρμαρωμένα σου χέρια
ν ’ αγκαλιάζουν το ξανθό του κεφάλι
τα καλοκαίρια
κι εκείνοι που ζουν
μες την σιωπή
την πίκρα τ ’ αποχωρισμού.
Μένουν ακόμη
τα κλεισμένα σου βλέφαρα
τα κλεισμένα μου όνειρα
κι ή πορτοκαλιά στο βάθος της αυλής
τ ’ άσπρα σου μαλλιά
κι οι δυο σου ρυτίδες
να βουλιάζουν μες την δίψα
της φλογισμένης μου εκδίκησης.
Μένει ακόμη
το λίκνισμα της θάλασσας
η διψασμένη άμμος
κι η αμηχανία μου
όταν με ρωτούν που γεννήθηκα.

 

 

«ΠΡΕΣΒΥΝ ΑΡ’ ΕΙΣΔΕΞΟΜΑΙ ΠΑΤΕΡ» (1998)

Ι

Αμπέλια σιωπηλά και δακρυσμένα
κι ανάμεσα τους εσύ
μικρό αγόρι με τη μαύρη κόμη
να τρέχεις
με τη φωνή να τρέμει
τα μέλη σου αδύνατα
αναζητώντας την ποδιά της μάνας.
Εκείνη σάς άφησε ορφανούς
στη γέννα την τελευταία
κι έμεινες τεσσάρων χρόνων παιδί
έρημος να σπαράζεις
να εγκυμονείς την πίκρα μας!

Η θάλασσα δεν ήξερε να πιει
τον πόνο σου
και τα ποτάμια κατάξερα
μουρμούριζαν μόνο μυρολόγια
ξερνώντας εξαντλημένα
τη μέλλουσα πληγή μας.

. . .

Μάτια κοκκινισμένα
από την αλμύρα της ζωής
λίγη ζεστασιά σπιτιού ζητούσες
κι έτρεχες τριγυρισμένος από στοιχειά
καθ’ όλη τη διάρκεια τού ταξειδιοΰ σου
μπροστά σου πάντα
το φάντασμα τού Οδυσσέα.

Την άνοιξη
μάζευες πέτρες
και σημάδευες τα πουλιά
πάνω στα δέντρα
γιατί δεν ήθελες άλλη μάνα
με το ίδιο μαντήλι στο κεφάλι!
Κι ’έτρεχες ψιθυρίζοντας προσευχές
μες στο σκοτάδι
για να μπορέσεις να σταθείς ορθός
μες στον ορίζοντα της αδυσώπητης μοίρας.

. . .

ΙΙ

Χρόνια μελετούσα κρυφά
την αιτία τού πόνου σου
κρατώντας στα χέρια μου
την ιστορία σου ανείπωτη.
Μα εσύ μέσα στο θόρυβό της
ένα θρόισμα ακαθόριστο
και τραγικές φωτογραφίες
κρατούσες σιωπηλά
τα λαβωμένα σου γόνατα.
Κανείς δεν ήξερε
από πού ήρθες
πού ανήκες.
Μόνο λέγον πως παντρεύτηκες
την ωραία Τερψιχόρη
μια μούσα λέγαν
με τα ωραία ροζ πόδια
που χόρευαν στην καρδιά σου.

. . .

ΙΙΙ

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

. . .

Η γη σε πήρε στην αγκαλιά της
σαν μάνα που τόσο στερήθηκες
στον κόσμο των ζωντανών.
Τώρα η ψυχή σου διατρυπά
τη μνήμη μου
και σε ξαναφέρνει στη γήινη ζωή.
Τη βλέπω κρυμμένη
στο καμένο πρόσωπο
κάποιου φανταστικού εραστή
την βλέπω
μια ζωή ανυπότακτη
να προσκυνά τις εικόνες γονατιστή,
να ταξιδεύει στο σύμπαν
δεμένη με τη δική μου,
με το νήμα της Αριάδνης τεντωμένο
έτοιμο να κοπεί
γιατί ό δρόμος δύσκολος ακόμη
και μακρύς…

. . .

IV

ΥΜΝΟΙ
. . .

Τα βήματά σου αντηχούν ακόμη
σε κάποιες έρημες ακρογιαλιές μας
που γυρνούσες κάθε τόσο
ρωτώντας να μάθεις
για την αδελφή του Μεγαλέξανδρου
μέσα σ’ ένα σύννεφο φωτός.
Τώρα κανείς δεν σ’ ακούει
κανείς δεν σε βλέπει
μα ένα μικρό φως πού ολοένα μεγαλώνει
αναβλύζει από τον τάφο σου.

. . .

Τώρα κανείς δεν σ’ ακούει
κανείς δεν σε βλέπει
μονάχα οι τυφλοί
κι’ αυτοί πού δεθήκανε μαζί σου
με το ίδιο κρυφό σαράκι.

. . .

V

Το δάκρυ που δρόσιζε
το μάγουλό μου
τις ώρες του καλοκαιριού
ενώ πύρωναν οι πέτρες
και τα ποτάμια ακόμη
το δάκρυ αυτό πού έπλασε τη μνήμη μου
και την ανάμνησή σου
σου το προσφέρω ύστατη δροσιά
μαζί με το ποτάμι που ήπια
για να ντυθώ τον πόνο σου.

. . .

Τώρα θέλω να λογαριάσω τον πόνο
να τον μετρήσω με σταθμά ανθρώπινα
να τον μπολιάσω στις φλέβες τ’ ουρανού
για να φουσκώσει προζύμι
τώρα θέλω να δω καθαρά
γιατί σου πούλησαν ψεύτικη πραμάτεια
και με κάρφωσαν έτσι στο βράχο
και μου τρύπησαν τις σάρκες
με τη λόγχη…

 

 

Ο ΝΟΣΤΟΣ ΤΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΔΩΝ (2006)

Ι

Αν μ’ εξημερώσεις,
Η ζωή μου θα γίνει σπόρος
Που θα βλαστήσει
Πουλιά των χεριών σου
Και καρποί πού ζεσταίνεις.
Αν μ εξημερώσεις
Το βήμα μου θα ‘ναι αλλιώτικο
Απ’ όλα τ’ άλλα
Θα μαζέψει η ζωή τα κομμάτια της
Για ν’ αποτρέψουν συγκολλημένα
Κρύπτες κορακιών
Να κτίσουν
Οι στεναγμοί κραδαίνοντας.
Αν μ’ εξημερώσεις,
Κάθε λέξη σύμφωνο
Λαβωματιά στο κορμί μου
Από το ταξίδι τού νόστου
Οδύσσειο ποίημα
Απαιτώντας μες τη λήθη.
Αν μ’ εξημερώσεις
Θα πορευτώ τις νύκτες
Κρυφά αλητεύοντας μες τα ξωκλήσια
Όνειρα στην ρομφαία τού άγιου

. . .

Πηγάδι άνυδρο ή εξορία μου
Έσκυβα μέσα να βρω
Νερό ελευθερίας
Το σώμα μου
Κομμένο στα δυο
Νήσος τίς έστι
Με κυρτή την ’Αφροδίτη.
Νυκτοήμερα πάσκιζα
Με θυμιατό
Οσμή θανάτου να ξοντώσω
Και με λάδι των Δελφών
Ν’ ανάψω τα καντήλια μου
Εικόνες κατεβάζοντας
’Από τις πυριτιδαποθήκες
Συλλαβίζοντας ανέμελα
την καταδίκη μου.

. . .

ΙΙ

Η ώρα σφηνώθηκε
Ανάμεσα στην νύκτα και την αυγή
Άωρα σε βρήκε
Το φέρετρο της νιότης
Αυτόβουλη εν τούτοις στο βωμό
Ενώ ονειρεύονταν ακόμη οι Αχαιοί
Άνεμο στην Αυλίδα
Βγήκες ’Εσύ
Στων σκοταδιών την άμπωτη
Ιφιγένεια εν λήθη
Ξεκουρδισμένα καράβια
Στον περιβόητο γιαλό
Με λήθη έμοιαζε η θάλασσα
Με λήθη έμοιαζες Εσύ
Άπειρος λήθη
’Έντρομα αφυπνίζονταν τα τηλαυγή
Και τα επινίκια
Στα Εύξεινα και τα πόντια
Να ξανάβρουν την Ελένη

. . .

ΙΙΙ

. . .

’Έφυγα ένα καλοκαίρι
Πριν χιλιάδες χρόνια
Μα η μνήμη μου κρατάει
Ζεστή την παρουσία σου
Έμαθα να κρατιέμαι
Από τις λέξεις σου
Πού σεργιανίζουν κάθε τόσο
Στην μνήμη μου
και με τρέφουν
Ασύνορη η αγάπη σου.
Το περσινό σου χαμόγελο
Στένεψε τον ορίζοντα
Κατήργησε την ελπίδα της επιστροφής
Έστείρεψε τους στίχους
Που στιχούργησα για Σένα.

. . .

Να φιλάς σαν τότες τις ακρογιαλιές
Και τις θαλασσινές σπηλιές
Μα τα λυπημένα σου ακρογιάλια
Κάνουν την εξορία μου ανυπόφορη
.
Δεν είναι γιατί έγινες όνειρο
Είναι γιατί ο χρόνος
Απειλεί το όνειρο
Σεβάσμιε τόπε
Τού πρώτου μου βίου.

IV

. . .

Εκεί στ’ αμέτρητα γεφύρια
Πού ανασαίνουν
Μες την απέραντη καταχνιά
Σε γύρεψα,
Μέσα στον άδειο Σηκουάνα
Γύρεψα το νερό πού σε δρόσισε
Τα δάκρυά μου
Στάλες βαρείες
Στο πρόσωπο της οικουμένης.
Ο Σηκουάνας κυλά
Ποιος θά τον σταματήσει
Τώρα πια η ψυχή φοβάται
Μήπως μια μέρα ξεψυχήσει
’Έξω από τα τείχη της ζηλευτής
Πολιτείας
Στην κοίτη του ποταμού
Χωρίς ταφή…

V

. . .

Σκύψε να δεις
Ένα λαό που τον εμποδίζουν
Να βαδίζει
Μες τούς αιώνες ηχεί
Τού Εφιάλτη το φιλί
Ιούδας π’ αντιβιώνει μονομερώς.

Ποιος τον λαό βλέπει
Προσκυνητής ταμένος στ’ ακρωτήρι
Να περπατεί
Αλυσοδεμένος;
Ποιος ξέρει πώς χθες
Σήμερα, απόψε και αύριο
Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο
Παρά ν’ αγαπηθούμε;

 

Επίλογος

. . .

’Εδώ σιμά
μας έχουνε μολύνει τόσες μνήμες
Οστά χλωρά ακέφαλης Νίκης
Στους ώμους φορτώνω
Τα ολιγόστιχα απλοϊκά μου ποιήματα.
Δεν τραγουδώ παρά γιατί σ’ αγάπησα
Πατρογονικό ελαιόδεντρο
Φυλή της φωνής μου
Ελένη του ξεριζωμού
Ελένη της Λακωνίας.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα
Ελένη της Καρπασίας,
Ελένη της Κυρήνειας
Για σένα θρηνώ βουβά
Την άχαρη ζωή
Την ανεκπλήρωτη
Που ένα πρωί σ’ εδόθη.

 

 

ΤΟ ΚΑΠΠΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (2013)

 

Αισιοδοξία

Στο χείλος του γκρεμού
φορέσαμε τον μανδύα του Νέσσου
ίσως περισώσουμε
ό,τι έχει απομείνει.
Μην κοιτάς τα μαύρα σύννεφα
τα μαύρα κλαδιά
τα μαύρα κυπαρίσσια
Κρατάνε πάνω τους
την ανάμνηση ξοδεμένου παρελθόντος.
Κοιμάται ο σπόρος ήσυχα στη γη
μέχρι την Άνοιξη.
Σου στέλλω πυρετό την προσευχή μου
το κόκκινο ποτάμι
τού αίματός μου
τα λέπια που πέσανε
απ’ το εγκλωβισμένο μου κορμί,
όπως γδύνεται ο σπόρος το φλοιό του
και μες στο χώμα θάβεται
σπάζοντας τον κλοιό του.
Σου στέλλω λαβωμένη Μάννα
την ψυχή μου στα πόδια σου
όπως ή νύκτα γονατίζει
μπρος τον ήλιο
και το χθες γονατίζει μπρος το αύριο.

Ιούλιος 2009

Πριν

Η σκοτεινή τρύπα στον τοίχο
πριν το 74
ήταν ήλιος.
Τα μαύρα σύννεφα στα μάτια σου
ήταν φεγγάρια.
Οι φωνές των παιδιών
την προηγούμενη μέρα
δεν ξανακούστηκαν πια
στην γειτονιά.
Φούσκωσε της αυγής το κλάμα
μες τούς μαστούς της νύκτας.
Απόμακρα γνέφει
θυμούς, αφροσύνη
ξαμώνει, περιμένει
την άνοιξη και το θλιμμένο γιασεμί
την αγαπημένη μορφή σου
να φέρει.

 

Στο δρόμο προς Άγιο Ιλαρίωνα

Στο δρόμο προς το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα
την ώρα πού ο ήλιος βασιλεύει
πίσω από την θάλασσα,
ο τουρκοκύπριος ξεναγός
συλλαβίζει την φυλλάδα στην αγγλική
και συ γυρνάς απόκρημνη Ρήγαινα
ανάμεσα στους τουρίστες
ξυπόλητη στης ερημιάς το βράχο
σε ύπνο φιλαρμονικό
γυρεύεις τα κλειδιά
σε ήχους σιδερένιων πόρτων
με την γεύση της αγανάκτησης
στα χείλη
τις κόρες των ματιών σου
ν’ αγριεύουν
τα βότσαλα ν’ αντηχούν Βυζάντιο
κι οι άνεμοι να παίρνουν τη φωνή σου.
Κάθε χαλίκι αετός
κάθε πέτρα και στεναγμός
τα σα και τα μα της φωνής σου
μνημονεύουν Κομνημία.
Ρίζες δίνεις στην φωνή σου
να γυρεύει το δέντρο της
να μονιάσει η σιωπή σου Ρήγαινα
μην γλιστρήσει σε τρύπιες παλάμες
κι ό άνεμος σε τραβήξει μακριά
μια προς ανατολάς
μια προς δυσμάς….

 

Στην αυλή των Περσών

Συ πού ήσουν προορισμένος για ωραία και
μεγάλα έργα
που ήσουν καμάρι της μάνας σου
που ζητούσες τα μεγάλα εύγε
από την Πολιτεία και τούς σοφούς
πώς πιάστηκες με τα ευτελή
και τα μάταια
τα τιποτένια και τ’ αδιάφορα
πώς ενέδωσες στους Πέρσες.
Η Ματαιότητα σου έδωσε πολλά
άλλα η ψυχή σου άλλα θέλει…
τα υψηλά και τ’ άπιαστα
των σοφών του κόσμου.
Μα πρόσεξε
η συνήθεια στα ευτελή
έτσι φρικτά σε απειλεί
κι ανέτοιμο και πάλι θα σε βρει
που εν τέλει ανεπιστρεπτί, θα ενδώσεις…

 

Morges la coquette
(Morges η φιλάρεσκη)

Εκεί που νόμιζα
πώς η πόλη δεν είχε τίποτα να μου δείξει
μια συνηθισμένη πόλη της Ελβετίας
πάνω στην λίμνη Leman 
κάνοντας βόλτα την μικρή Ίριδα
στο κάστρο του Louis de Savoie
δίπλα στην αποβάθρα
με περίμεναν ιππότες μεσαιωνικοί
και δυο λιοντάρια στην είσοδο
να με κοιτάζουν με κείνο το βλέμμα
που σου λέει πως τους είσαι γνώριμος…
Ένα κομμάτι από το παλαιό τείχος
μου θύμισε πώς χίλια χρόνια πριν
προστάτευε την πόλη,
μα ήταν μάταιο να ψάχνω τα χαμένα.
Την άνοιξη η πόλη γιόρτασε την
ημέρα της τουλίπας
το φεστιβάλ του γέλιου τον Ιούνιο
περιμένοντας τις δάλιες τον Οκτώβρη
που θα στολίσουν και πάλι
την φιλάρεσκη πόλη.
Μες τό λαντό της
η μικρή Ίρις χαμογελά αδιάφορα
ατενίζοντας τις πάπιες
που κολυμπούσαν
μες τα παγωμένα νερά της λίμνης.

 

Κάτω από τον ήλιο

Μέσα στο σύμπαν
το άπειρο
η γη και ο μόχθος της
η πατρίδα
βραχάκι κρεμμάμενο επί ξύλου
μεταξύ ανατολής και δύσης
τα αρχαία μάρμαρα και τις κολόνες
ήθελα να ρωτήσω τον ήλιο
να μου μιλήσει για το αιώνιο,
οι άνθρωποι μόνο για το στιγμιαίο απαντούν
να μου πει για το αύριο,
οι άνθρωποι μόνο για το σήμερα μιλούν
να μου μιλήσει για Ιστορία
και όχι για Μύθους
να μου πει για τον Θεό
και όχι για Θεούς
για ποίηση και όχι για λέξεις
για το Παν και όχι για το Τίποτε.
Κάτω από το φως του ήλιου
τα άκρα συνυπάρχουν
και γίνονται ένα…

’Ιανουάριος 2012

Της Ορλεάνης

Εδώ στην ’Ορλεάνη
το φεγγάρι ολοκόκκινο
πίσω από το βασιλικό γεφύρι.
Είναι το αίμα μου
που κουβάλησα σ’ ένα σταμνί
από την Λευκωσία
και μια μέρα
το έχυσα μες το Λύγηρα.
Αιδώ, η Jeanne d’ Arc
κατασπάραξε το στρατό
των ’Άγγλων κατακτητών
κι απελευθέρωσε την Ορλεάνη.
Ύστερα οι αρχιερείς
της καθολικής εξουσίας
την καταδίκασαν σε θάνατο
για μαγεία
και την έκαψαν ζωντανή…

 

Διαπίστωση

Τόσα χρόνια να γυρίζεις
στις θάλασσες
βάρεσε ή ψυχή
και το σώμα κουρασμένο
φυτεύεται όλο και πιο βαθειά
στο χώμα.
Η γεύση της ιστορίας πικρή
κόλλησε στο λαιμό μας
έτοιμη να μάς πνίξει.
Πάμφωτοι Βόλοι από την Πόλη
να θολώνουν τα μάτια σου
μ’ ανύμφευτη μένει η πατρίδα μου.
Η ιστορία να συνεχίζει αδίστακτα
και φονικά
κι ο γιος του σκοτωμένου
να περιμένει ακόμη εκδίκηση.
Σε κάθε λιμάνι πιστεύαμε
πώς ξεκινούσε κάτι καινούργιο
στην ουσία ξύναμε κάθε φορά
την ίδια παμπάλαια πληγή.
Στην Κερύνεια το άγαλμα του Πράξανδρου
παραμένει σε στάση ημιανάπαυσης
και τα χέρια μου μετέωρα
προσπαθούν μάταια
να ενώσουν τα κομμάτια σου…

Φεβρουάριος 2013

Τα κάππα της Κύπρου

Νησί των φιδιών
του Ζέφυρου
και της χονδρής άμμου
φως του ανέμου
στεφάνι ελιάς
φωτοστέφανο Χριστού
Δείπνου Μυστικού
μάρτυρας αυτόπτης
ανήλικη
παγκόσμιου βιασμού
να επιπλέεις στον όλεθρο
του απόηχου
Κασσάνδρων καί Πυθίων.
Χείλη κολλημένα
στην παμπάλαιη πληγή
να τραβούν αιώνες
το δηλητήριο του θανάτου
κι εκείνην που νόμιζες για αιώνες
να ξαγρυπνά για σένα
ήταν φωνή στην έρημο
κερί και μέλι Ονήσιλλου
μαχαίρι
που σε κατακρεούργησε!
Και συ να παραμένεις
ασφόδελος τσαλαπατημένος
σύμφωνο λυγμών
στις πέντε θάλασσες
πεντάμορφη, πεντάρφανη
κατάπικρη ελιά
να αναρτάς απ’ την αρχή
το κάππα σου
με φωνές και κραυγές άηχες
των σφαγιασμένων σου παιδιών.

. . .

Μνημόσυνο – Ιχνηλασία 2014

Μνημόσυνο
Ώδή στον χαμένο Ύπαξιωματικο Κύπρο Γ. Ίωάννου

Ι

Εκεί που τις νύχτες νόμιζες
πώς τ’ άστρα
κρεμασμένα από το στερέωμα
θα πέφταν μες την χούφτα σου,
Εκεί που οι άνθρωποι
γιάτρευαν τις πληγές τους
με λιβάνι,
που οι γριές σταυρώνονταν
πριν κατέβουν για νερό
μες στους λάκκους,
που σε κοίταζαν χαμογελώντας
παρ’ όλο τον κάματο της μέρας…
. . .
Εκεί που παλιά κατοικούσαν
οι ψυχές των άστρων
έπεσαν ο λεβεντονιός
σαν έσβηνε ο Ήλιος.

ΙΙ

Ήταν εκεί αγέρωχος
με τις ψυχές παρθένων να βογκάνε
σαν μάζευαν τα κορμιά
αμούστακων παιδιών
στο χώμα ριζωμένα
για να τα θάψουν
Αντιγόνες ζητώντας μια κόχη
να κτίσουν πατρίδα…

ΙΙΙ

Κι εσύ παιδί οδοιπόρος
με τ’ όνομά σου αλάλητο
τρόχιζες γυμνάζοντας φωνή
βοών εν τη ερήμω
και στα εν υψίστοις μελωδούσες
την φάτνη της νήσου σου
σε καιρούς δαμόκλειους
και σήμαντρα εκκλησιών
νηπιοκτόνα…
Με εύφλεκτο δαδί
τις κρύπτες φώτιζες
βροχή στο δάσος
και κεραυνό μέχρι τη θάλασσα
κουβαλούσε το πάθος σου
τα ούρια να φέρει…
O ύπνος σου ανόνειρος
καμπάνες σήμανε
κι έγινες Υλάτης
κι έγινες φωτιστής
με την φωνή σου να κραδαίνει
στα πυρωμένα έλατα των λέξεων.
Και στην στεριά
άναβες χρησμούς
Ιφιγένειας βωμούς
θάλασσας αταξίδευτης.

IV

Από τα εγκαταλελειμμένα φυλάκια σας
ο Τούρκος δήμιός σου σε παραμόνευε
και μια βολή στο τέλος
σε γονάτισε…

Στο χώμα μια στιγμή
κινήθηκαν τα φίδια
μα άλλαξαν δρόμο
μην σου μολύνουν την ψυχή!

Καμπάνα δεν ακούστηκε
ούτ’ ήρθε μαντατοφόρος
κι έμεινες μόνος
ριζωμένος στο χώμα
ώσπου σ’ αφουγκράστηκε ό Πενταδάκτυλος
και γονατίζοντας
σέ πήρε στην αγκαλιά του!

V

Λένε για σένα
πως Θεός έριξε σπόρο
κι αναδύθηκες
πορφυρογέννητος
στέλλοντας την ηχώ της φωνής σου
στους μακρινούς ορίζοντες.

Λένε για σένα
πώς όταν οι Θεοί σκύψαν
στην κούνια σου
ο Άδωνης ζήλεψε την ομορφιά σου
και στον Δία ζήτησε επίμονα
να σ’ αφήσει απροστάτευτο…

Τώρα αυτός ό τόπος
αντηχεί το όνομά σου
κρατά το κάπα σου καλά
την κόψη του ακονίζοντας
που ματωμένο γέννησε φωνή
ποίημα στον οίκο της φωνής σου
βυζαντινό τροπάρι του έρωτα
το δάκρυ.

Γυμνή την μάννα άφησες
στην άλλη όχθη
να τραβιέται πέρα από τον θάνατο
πληρώνοντας φόρο ακριβό
λαιμός από μαχαίρι να περάσει.

Εκείνη, μισή θεά μισή γυναίκα
Γοργόνα στα πέλαγα
τον Αλέξανδρό της ζητούσε
επί δεκαετίες,
Χωρίς η ψυχή να ξαποσταίνει
αψηφώντας τον χρόνο
καθώς ο πόνος ανυποψίαστος
τον χρόνο αντίστροφα μετρούσε.

Φυτίλι η μνήμη φαρμακερό
να καρτερεί με όλα τα χαίρε
μα το ποτάμι βαθύ φαράγγι
να της σκάβει το πρόσωπο
ενώ τον χρόνο πάσκιζε να
φέρει πίσω.

VII

. . .

Ιούλης, μεστωμένο καλοκαίρι
μα ό κάμπος ξεχασμένος
με το στάρι του
τα κοπάδια να τριγυρίζουν χαμένα
χωρίς βοσκούς
απολωλότα πρόβατα στον κάμπο.
Ό χρόνος κουρασμένος εσταμάτησε
μπροστά στο λαβωμένο σώμα σου
όπου ο Θεός το βλέμμα του
απόστρεψε
για να μην κλάψει…

 

 

ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ

Νερά της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου...

Κ. Καβάφης

Στην μνήμη της Νίκης Μαραγκού

Λούστηκα μες στα νερά της ποίησής σου
και δροσίστηκα
φωνή γλυκεία στα όνειρά μου
μιας ύστερης ποίησης της ζωής μου
που επιστρέφει.
Αυτό που θυμάμαι από σένα
η ευγένεια της ψυχής σου
νότα σπάνια
στην Κύπρο της αναλγησίας.
Αυτό πού θυμάμαι από σένα
το γλυκό σου χαμόγελο
τα μετρημένα λόγια σου
και μια μικρή φιλία πού ξεκίνησε
μα δεν πρόλαβε να ωριμάσει.
Ήταν ή Μεσόγειος ολόκληρη που μας χώριζε
και η σιωπή μου
παλιά ιστορία η σιωπή μου
και η ξενιτειά που κουβαλούσα μέσα μου.
Εσύ ταξιδιώτισσα του κόσμου
κουβαλούσες άμμο από τη θάλασσα τού Πρωτέα.
Εγώ εξόριστη,
κουβαλούσα χώμα
από τη θάλασσα της Κερύνειας.
Και οι δυο κουβαλούσαμε μαζί μας
τις πληγές
και τα μεγάλα μας όνειρα…
Εσύ ελεύθερη
εγώ παγιδευμένη στις διαψεύσεις μου.
Μας έφτανε να μιλήσουμε απλά
απλά όπως αγαπάει κανείς
όπως ερωτεύεται.
Το χαμόγελό σου
σημάδεψε την καρδιά μου
κάπου εκεί ζούσε ένα παιδικό παλιό μου όνειρο.
Το τελευταίο ραντεβού μας ήταν αργά.
Εσύ είχες ήδη φύγει
κι έμεινα μόνη μες τη σιωπή μου
και την φιλία μας
που δεν έγινε ταξίδι.
Έτσι απροσδόκητα ο Νείλος
ο αγαπημένος σου Νείλος
σε πήρε στην αγκαλιά του
και ο Καβάφης μες στην μνήμη του…

Νοέμβριος 2013

Γρηγορείτε…

Μέσα από το παραμύθι
ξεφυτρώνουν ήρωες και θεριά
η ζωή όμως τρώει τους ήρωες
και αποθεώνει τα θεριά…
Μέσα στα παραμύθια σου
κρύβεται το βλέμμα αυτών
που προσπαθούν να σ’ αφαιρέσουν την ιστορία…
Στο χορό της γης μέσα στο χρόνο
οι τεκτονικές πλάκες
μεταμορφώνουν προχωρώντας ασταμάτητα
το πρόσωπό της.
Έρημος και το μαρτύριο της δίψας
κόσμος χωρίς ετερότητα
πολιτισμός που ξεφυτρώνει
από την σύνθλιψη των ορίων.
Αγριότητα της φύσης
που ξεπηδά ανερμήνευτη
μετά το ηφαίστειο…
Γρηγόρα, γρηγορείτε
προτού η πληγή γίνει φαράγγι
και γκρεμιστούν μέσα του
τα όνειρα μας…

 

Ο πόθος για Ειρήνη

Τι θυμούνται οι φαγωμένες κερκίδες
από τα λόγια των αρχαίων τραγωδών
σαν έπαιζαν αρχαίο δράμα;
Τους οδυρμούς τα δάκρυα
την πονηριά, το δόλο
τις κατακρεουργημένες ψυχές των Τρώων…
Τι θυμούνται οι αρχαίοι θεατές
σαν αφουγκράζονται των τραγωδών τους θρήνους
μες τα σοκάκια της πυρπολημένης Τροίας;
Πέρασαν οι αιώνες, οι χιλιετίες
καινούργιοι ηθοποιοί
με καινούργια κοστούμια
παίζουν τα ίδια δράματα
σ’ ένα καινούργιο κόσμο…
Τι θυμούνται οι φαγωμένες από τους αιώνες κερκίδες;
Το χέρι τού Άρη να αιωρείται απειλητικό
τα ίδια δράματα να επαναλαμβάνονται
οι ίδιοι πόλεμοι να σκαρώνονται
από τούς ίδιους Θεούς
ερείπια παλιά, ερείπια καινούργια
οι αιώνες ν’ αντιγράφουν τον εαυτό τους…
Τροίες παλιές, Τροίες καινούργιες
κι ένας διαχρονικός πόθος για Ειρήνη
χωρίς να μπορεί να σταματά το φονικό χέρι του Άρη
από ένα καινούργιο πόλεμο…
Μόνο ο πόθος για Ειρήνη σταθερά μοναχικός
να ουρλιάζει μέσα στους αιώνες…

Απρίλιος 2014

ΡΕ ΑΛΕΞΗΣ (2015)

Ο ΗΓΕΤΗΣ ΜΙΑΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ι

Αλυσοδεμένος δουλοπάροικος
την πέτρα τού τόπου
βαρούσε ο Αλέξης
γνωρίζοντας καλά από κατατρεγμό
στα μέτωπα,
χαλκό στην Ταμασσό
ξύλα στην Ξυλοφάγου
αμίαντο στο Πελέντρι και βάλε…

. . .

Τις νύχτες μες στους στάβλους
η ανάσα των άλογων
ζέσταινε τον ύπνο του
και καθώς οι πέτρες
πού είχε κρεβάτι
τού τρυπούσαν τις σάρκες
έβλεπε τον πυρετό μέσα του
να εγκυμονεί Επανάσταση!

ΙΙ

. . .

Τρακόσια χρόνια Φραγκιάς
να ζεις την απόγνωση
καθημερινά
στο παρόν, στο παρελθόν, στο μέλλον.
Τα χαρτιά της Ιστορίας αυτής
τα πήραν σηκωτά οι αέρηδες
τα στριφογύριζαν αιώνες
και τα έριξαν τέλος
στο σκουπιδότοπο
της Ιστορίας.
. . .
Κι όπως ο οξειδωμένος τροχός
γύριζε
δραπέτης της Ιστορίας
ο Κύπριος
θηλιά στο λαιμό
ξεπουλούσε το βιός του
μέχρι πού αιμορραγώντας ο τόπος
έτρωγε το σώμα του.

Κι εσύ, Αλέξη, λαμπρός
μες στις χαρακιές τού μετώπου σου
να κουβαλάς μηνύματα
μιας πρωτοπόρας ’Επανάστασης
μιας άλλης εποχής τραγούδια
ύστερων αιώνων

 

ΙΙΙ

. . .

Και γέμιζες πουλιά τα πνεμόνια
τραγούδι ν’ ανθίσει την άνοιξη
φωνή πρωτοπόρα
καρπό ριζοσπάστη
στους κάμπους να φέρει
κρασί στ’ αμπέλια
πέτρα και χαλκό
στα λατομεία
νερά κρύσταλλα
στα ματωμένα ποτάμια
θάβοντας μες στη μνήμη
τούς αδικοχαμένους.

Και ενώ το μαχαίρι
μες στη σάρκα σου
άγγιζε το κόκαλο
ξετύλιγες μίτους γυρισμού
προς την αφετηρία
και πατρίδας Λευτεριά
πάσκιζες να ριζώσεις.
Και ενώ έκλαιγες τούς χαμένους αιώνες
πού περνούσαν
τη φωνή σου προζύμι έπλαθες .
ψωμί για τούς επόμενους.

. . .

IV

. . .

Μένουν τα βήματά σου
μες στις αλυκές
πού περπατούσες
καθώς το αλάτι του νερού
γιάτρευε τους πόνους στο κορμί
και την πείνα από τη μνήμη.
Κι έρχεται μέσα μου
όλος ο καιρός που παιδευόσουν
μες στη σκλαβιά
μες στη φτώχεια
πού δεν ήσουν Τίποτα.
Σφηνωμένος εκεί
πού οι πέτρες παλιές και έκπτωτες
αναστενάζουν

. . .

V

. . .

Όπου κοιτάξεις είναι το κακό
κι εκείνο συνεχώς επινοείται
για να μην ανασαίνεις.
Σίδηρα, συρματοπλέγματα
και πάσσαλοι
για να μην αναπνέεις.

Ούτε το κύμα ούτε η θάλασσα
φέρνουν το φώς
κι ή Αφροδίτη γυμνή
δεν τολμά να βάλει το πόδι
στην άμμο.
Τί απόκριση να πάρεις
από τούτα τ’ ασβεστωμένα τείχη
πού σε κοιτάζουν ασάλευτα
σαν τον ’Εφιάλτη;

Το καμένο σου πρόσωπο
κουβαλά μες στις χαρακιές του
χαντάκια το αίμα
από αιώνα σε αιώνα!

. . .

Ανάμεσο μας οι σκιές
κι οι καλαμιές να λικνίζονται
στις όχθες της μαρμαρωμένης Αμμοχώστου
ή πλάι στο ασυναρμολόγητο άγαλμα
του Πράξανδρου
στην Κερύνεια
καθώς ό Δημιουργός δάκρυζε
ολόγυμνος σε ύποπτα δωμάτια
της ήμικουρσεμένης Λευκωσίας.

Αυγινά ερυθριάσματα
να σε στολίζουν διάφανο
από το γαλάζιο τού νεφρίτη
στο λευκό τού αλάβαστρου
αναδυόμενο από το χρυσαφένιο φώς
της Ιστορίας
καθώς βασιλεύει ό ήλιος
και φυσά ένας κρύος αέρας
στις ταλαίπωρες ψυχές μας.

 

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πίσω από τα πορτοπαράθυρα
η θάλασσα με τη γαλήνη να επανέρχεται
τα καράβια να λάμπουν από μακριά
στο απογευματινό φως
στο μπαούλο καταχωνιασμένη ή ώριμή σου γνώση
το απροσδόκητο πάθος του έρωτα
να γεμίζει τη γραφή σου
χωρίς να μπορείς να πιαστείς πουθενά…
Το κορνάρισμα στον παραλιακό δρόμο
να σε αφυπνίζει από τα τσαλακωμένα σου όνειρα
καθώς σε ενώνουν με το γαλάζιο των θαλασσινών θεών.
Και τρέχεις να στείλεις μηνύματα μέ το διαδίκτυο
που σαν πέταλα αδειάζεις χωρίς φειδώ
από τις τσέπες σου
ρίχνοντάς τα ένα ένα πίσω σου
στην περίπτωση που σε γυρέψει
ποιος ξέρει
μες στη νύκτα
κι έτσι ίσως μπορέσει να σε βρει!

 

ΣΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑ

. . .

Μια μέρα μες στον καύσωνα
και το ποδοβολητό των βαρβάρων
εκεί που γύρευα την Ελένη
στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
τα μυστικά της να μοιραστώ
φόρεσα τη μνήμη μου ανάποδα
κι ήλθα να σ’ ανταμώσω
φρουρός στις αυλάδες της φωνής σου
τούς παλμούς τής ψυχής σου
ν’ ακούσω.

Μα βρήκα το σώμα σου πυρπολημένο
να αιμορραγεί ολομόναχο
χωρίς ψυχή
ενώ ή θάλασσά σου
είχε φάει το κορμί της
λουόμενη στο χώμα.

. . .

ΑΣΜΑ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ (2015)

Ι

Κλείνω τα μάτια
και Σε σκέφτομαι
σκέφτομαι το σώμα Σου
πώς να είναι άραγε;
Δεν πρόλαβα να το κοιτάξω
και η θάλασσα είχε ήδη μπει μέσα μου
καθώς το αίμα ταξιδεύει
χωρίς πυξίδα.

Απλώνω τα χέρια μου
στην ουράνια κλίμακα
ξυπόλητη
γυμνή
με μόνη αποσκευή
το παραμιλητό του Έρωτα.
Μα το σώμα Σου παραμένει άπιαστο!
Οι νύχτες ασέληνες
αιμορραγούν.

Έρχου
τώρα που με πλημυρίζει
πυρίκαυστος ο Έρωτας.
Έλα κοντά μου
και για Σένα θα παραμείνω
ανέραστη!

. . .

Κι Εσύ γητευτής της πρώτης μου γλώσσας
αποτυπώνεις στο δέρμα μου
την αδυσώπητη μνήμη των τόπων
σμιλεύεις τη σιωπή του Έρωτα
στο βλέμμα μου
υφαίνεις αόρατα δίχτυα
που με τυλίγουν αλυσοδεμένη
σε άγνωστες παραλίες
ενώ κάθε άλλη αγάπη
που κυοφορεί μέσα μου
δραπετεύει ασάνδαλη.

ΙΙ

Σκύβω πάνω από τα μάτια Σου
να οριοθετήσω το βάθος τους
που μετεωρίζεται αναποφάσιστο
ανάμεσα στο μαύρο το δικό Σου
και το πράσινο των δακρύων μου.
Στα μάτια Σου μετρώ
το ζαλισμένο Πάθος μου
καθώς αναμετριέται
με την απόσταση και τη θάλασσα
που μας χωρίζει.

Κάθε πρωί φορτώνεσαι
τη δίψα των αιώνων
πέρα από το ποδοβολητό των ήχων
με την ευχέρεια της Άνοιξης
στο σώμα
της χάρης τ’ άπλετο μυστήριο
και την άλλη ανάγνωση των γεγονότων
της ζωής και του λόγου
και δρασκελώντας απεγνωσμένα
το κατώφλι του Σήμερα
μάχεσαι να θωρακίσεις το δίκαιο του Αύριο
ακολουθώντας απερίσπαστα
τη μοίρα των Μεγάλων.

Σκύβεις μες στα βαθιά πηγάδια
της εναλίας νήσου Σου
στίχους Σεφερικούς ν’ ακούσεις
κι ύστερα αφουγκράζεσαι τ’ αλέτρι
καθώς σμίγει με τη γη
σοδιά το στάχυ να φέρει.
Με το νερό του νερόλακκου
τον ήχο να διασχίζει τους αιώνες
ποτίζεις τη γη ν’ ανθίσει
χυμούς στάζουν τ’ αμπέλια Σου
και κρασί τα κόκκινα σταφύλια Σου
τις μεθυσμένες Ερινύες να ξεριζώσει.

. . .

Πουλιά Σού στολίζουν τους ώμους
καθώς ντύνεσαι τα φυλλώματα των λέξεων
μέσα στη γαλήνη του μεσημεριού
μα ξαφνικά άγριοι κυνηγοί ́
Σου καρφώνουν το στήθος
και τότε ξαναγεννιέσαι
αντιστέκεσαι
και φωνάζεις
και δέρνεσαι
για να γίνεις ύστερα το βέλος
και το πληγωμένο Περιστέρι.

ΙΙΙ

Είναι ο Έρωτάς μου
και η Σιωπή Σου
και η κομμένη μου ανάσα
ο ήχος των μακρινών κυμάτων
και το βαθύ Σου βλέμμα
που ξύπνησε μέσα μου
τη γέννηση του Σύμπαντος
και του σώματός μου
είναι το δροσερό θρόισμα
των φύλλων
που σκόρπισε την απόγνωση
της καθημερινότητας
κι αναδύει μέσα από την αυγινή αύρα
τα εξαίσια χρώματα της μνήμης,

είναι η χαρά του σώματός μου
καθώς ψάχνει ανέλπιστα
μέσα σε αδέξιες χειρονομίες
τα ζεστά Σου χέρια
ενώ οι λέξεις Σου πυροβολούν το ψέμα
και η καταχωνιασμένη νοσταλγία μου
σέρνεται μέσα στ’ άλυτα δεσμά
του πόθου μου για Σένα.

. . .

Έλα
σήκωσε το βλέμμα
φέρε καινούργιους σπόρους
και νέους μίσχους
κι άλλες αισθήσεις γι’ ανθοφορία
να χτίσουμε το νέο αύριο
να ανατρέψουμε τον κόσμο
να συλλάβουμε το μέλλον
στη μνήμη των παιδικών ερώτων.

. . .

IV

Έρωτά μου
Εσύ που ξεπήδησες από θαλασσινή σπηλιά
μέσα από το ανοξείδωτο Πάθος
της Αφροδίτης και του Άδωνη
έλα ξεδίψασε την άπληστη ψυχή μου
ξάγνισε την υπερούσια φλόγα της Αγάπης
τυλίγοντάς με μέσα στα άμφια
των χεριών σου
διαχέοντας το Πάθος μου
στους οργασμούς της μνήμης.

. . .

Εσύ, εγώ κι ο πόνος
να ταξιδεύουμε ολονυκτίς
στην ευωδιά του σώματός Σου
ενώ τα πλοκάμια αόρατων χεριών
θα ξεκουμπώνουν το λαβωμένο Σου πουκάμισο
και το απολλώνιο στήθος Σου θα αναβλύζει
μύρο ελιάς και σταφυλιού
να με μεθά μέχρι το πρωί.

Κάθε μέρα υφαίνω
και ξηλώνω τον Έρωτα
να βρει η ψυχή μου ανάσα
και τα μάτια μου το φως.

. . .

V

Δεν ξέρω πλέον από οριοθετήσεις
τις έχω χαράξει μια ζωή
μα ζωή δεν έχω ζήσει
το Πάθος μου πλημυρίζει τον ύπνο μου
χτυπιέται ανήσυχο επί των παρειών
και τρέμει μπρος σε μια πιθανή συνάντηση
με το βλέμμα Σου.

Η αγάπη μου
πότε μου είναι μαγεία
πότε απειλή
οι ασύμμετρες διαστάσεις της
που ακατάπαυστα αναπάλλονται
καταργούν τους πόλους
και τα σύνορα του κόσμου.

. . .

Ο φλογερός μου έρωτας
έγινε στάχτη
από την ίδια του τη φλόγα.

Από αύριο θα είσαι ξένος
στις σελίδες της ποίησής μου
τα λόγια Σου θα μείνουν κλειστά
στα κοχύλια μιας ηδονοπαρμένης μέρας
και η ανάμνησή Σου
θα μείνει χαραγμένη εκεί
μέσα στο ορθογώνιο γραφείο Σου.

Η ζωή που ξέχασες να ζήσεις
θα φυτρώσει κάποτε κάκτος
για να Σου πληγώσει τα δάχτυλα
γιατί αυτή ξέρει πάντα
να εκδικείται τον εαυτό της.

Οι κύκλοι των δακρύων μου
που άνοιξαν τα χέρια Σου
θα έχουν πια κλείσει.
Και καθώς το κύμα ξεκουράζεται
το σώμα μου
βρίσκει πια τη θέση του
και η ψυχή μου το σώμα της
μες στο τρέμουλο της ανάμνησής Σου
έτοιμη ωστόσο στο προσκάλεσμα
του εξαίσιου βλέμματός Σου.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΜΑΚΡΙΔΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ :

 

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

ΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

H Κλεοπάτρα Μακρίδου-Robinet γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1951. Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και σπούδασε με υποτροφία Χημεία στη Γαλλία, στις πόλεις Grenoble και Lyon. Εκπόνησε διδακτορική διατριβή στην Ανόργανη Χημεία (Docteur de Specialité). Υπήρξε στέλεχος του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων της Γαλλίας και του Υπουργείου Οικολογίας και Αειφόρου Ανάπτυξης. στο οποίο υπηρέτησε ως διευθύντρια του Τμήματος Υδάτινων Πόρων, στην Ορλεάνη. Ο Γάλλος σύζυγός της Jean-Claud Robinet είναι καθηγητής Πανεπιστημίου. Είναι μητέρα δύο τέκνων.
Ως προς την κοινωνική δράση της, είναι πρόεδρος του συλλόγου «Οι Φίλοι της Κύπρου» στη Γαλλία, στόχος του οποίου είναι να προβληθούν ο πολιτισμός και τα προβλήματα της Κύπρου. Η Κλεοπάτρα Μακρίδου εργάζεται σύντονα, ώστε να ακούγεται στη δεύτερη πατρίδα της η φωνή της Κύπρου, με τον πόνο και τη νοσταλγία της οποίας ζει.
Το ποιητικό έργο της αρχίζει από το 1992 και εκτείνεται σε επτά συλλογές:

1. Ωδή για την Κύπρο (1992)
2. «Πάτερ απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο». Ποιήματα (1994)
3. Σαλαμίνα τε (1996)
4. «Πρέσβυν άρ’ εισδέξομαι πάτερ». Ποιήματα (1998)
5. Ο νόστος των Ηρακλειδών (2006)
6. Το Κάππα της Κύπρου (2013)
7. Μνημόσυνο – Ιχνηλασία (2014)

Η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου, με πονεμένους λυρικούς τόνους, έχει ως κέντρο την πατρίδα της την Κύπρο. Η ξενιτιά, η εξορία, όπως την αποκαλεί στους στίχους της, δεν αποτελεί παράπονο για τη ζωή της· η επιτυχημένη σταδιοδρομία της και η καλή οικογενειακή της κατάσταση αποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μας, την αγάπη για τη δεύτερη πατρίδα της. Ο αφόρητος πόνος της ξενιτιάς, η οποία υπήρξε ανέκαθεν μοίρα των απανταχού Ελλήνων, των Κυπρίων ιδιαίτερα, λόγω των πολλαπλών καταδρομών και των αλλεπάλληλων κατακτητών, οφείλεται στην αγιάτρευτη αγάπη του Έλληνα προς τη γενέθλια γη, την αθεράπευτη νοσταλγία και τον αστείρευτο πόθο της επιστροφής στα χώματα των γονιών του. Οφείλεται, ακόμη, στην εσωτερική ανάγκη της εναπόθεσης του αποτελέσματος των μόχθων του στη γη που πρωτοαντίκρισε το φως.
Η ποιήτρια ταξιδεύει τα καλοκαίρια στην Κύπρο για να ανανεώνει τις ελπίδες της επιστροφής, το τραύμα όμως είναι βαθύ, επειδή οι αλλαγές που αντικρίζει, σημαίνουν και μικρές ή μεγάλες απώλειες, που της μαρτυρούν ότι οι ημέρες της παιδικότητας και της αμεριμνησίας δεν θα επαναληφθούν.
Τα σκληρά βιώματα της ξενιτιάς δεν είναι όμως αποκομμένα από την κοινωνική και την ιστορική πραγματικότητα της πεφιλημένης πατρίδας. Οι απώλειες των γονιών της –πληγή χαίνουσα, γιατί δεν υπάρχει ελπίδα αποκατάστασης– της εμπνέουν ελεγειακούς στίχους και επιτείνουν τις δυσκολίες της αποξένωσής της. Στην περίπτωση αυτή η ποίησή της γίνεται αυτοβιογραφική και συχνά αυτοκριτική, με αυτοψυχογραφικές πτυχές που αναδεικνύουν την ευαισθησία και το ποιητικό ήθος της.
Η μεγάλη πληγή, ωστόσο, της ποιήτριας είναι η τουρκική εισβολή και η διαίρεση της πατρίδας της στα δύο, πόνος αβάσταχτος και αυτός, πολύ οδυνηρός, που φοβάται ότι δεν θα έχει ποτέ γιατρειά. Η Κλεοπάτρα Μακρίδου συνθέτει ύμνους για την Κύπρο, τους αγώνες και τους νεκρούς της. Η εισβολή αποτελεί θλιβερό πρόκριμα που άλλοτε την οδηγεί πίσω στο παρελθόν και τη λαμπρή ιστορία του νησιού της μέσα από μια περιπετειώδη πολλών αιώνων διαδρομή, που βρίσκει την ευκαιρία να δείξει την ελληνικότητά της, από την αρχαιότητα έως σήμερα, και άλλοτε την προσγειώνει στο παρόν, στους αδικοχαμένους, στους κακοπαθούντες, στους διωγμένους από τις πατρογονικές εστίες τους. Η στάση της γίνεται καταγγελτική και εκ νέου αυτοκριτική (αισθάνεται ως άτομο το βάρος που της αναλογεί ως μέλος της κυπριακής κοινότητας), όταν στηλιτεύει τους ένοχους της καταστροφής, από τους εφησυχασμένους και όλβιους έως τους μηδίσαντες, τους κύριους αίτιους της συμφοράς. Η σύγχρονη ιστορία, επομένως, λόγω της βαρύτητας που έχει, μετουσιώνεται σε ποίηση και ακολουθώντας τη διαδρομή των δεινών της Κύπρου, εστιάζει στους ήρωες του απελευθερωτικού αγώνα κατά των Άγγλων και απογειώνεται στους νέους ήρωες, του δράματος του 1974, όπως ο υπαξιωματικός Κύπρος Ιωάννου, από τους νεομάρτυρες του κυπριακού αγώνα, που έχασε τη ζωή του κατά την εισβολή, στον Τράχωνα, τον Ιούλιο του δυσοίωνου 1974.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου έχει προτίμηση στις μεγάλες συνθέσεις και τους συμβολισμούς, που συνάπτουν το παρόν με το παρελθόν, οδηγώντας συνειρμικά τον νου του αναγνώστη σε παραλληλισμούς και συγκρίσεις, που του διαμορφώνουν την αίσθηση ότι επίβουλη μοίρα αντιστρατεύεται την πατρίδα της, ένα παράξενο πεπρωμένο καθορίζει την ιστορία της, χτυπώντας την ανελέητα, θύμα των δυναστών της· παράλληλα όμως έχει την αίσθηση ο αναγνώστης ότι η ίδια βάσκανη μοίρα την έχει χαλυβδώσει να αντέχει σε όλες αυτές τις καταδρομές. Η απέραντη μοναξιά της Κύπρου την συγκλονίζει και αυτή τη μοναξιά την αισθάνεται ομοιοπαθητικά και η ίδια.
Τα σύμβολα, από την αρχαιότητα κυρίως, ακολουθούν πρωτόγνωρες χρήσεις: Ελένες και Ονήσιλοι, Τροίες και Ηρακλείδες, μπολιάζουν συστηματικά τους στίχους της με τη δύναμη του αιώνιου αρχαιοελληνικού πνεύματος (ακολουθώντας τη μεγάλη ποιητική μας παράδοση και τη συνέχειά της στον χρόνο), χάρη στον διάλογο που ανοίγει με το ιστορικό παρελθόν.
Το κυπριακό τοπίο, ιδίως μετά την εισβολή, η οικογενειακή και η κοινωνική ζωή του νησιού, περνούν διακριτικά και αυτά στους στίχους της, όπου αποθεώνονται τόποι με ιερές ιστορικές ονομασίες και χώροι καθαγιασμένοι, όπως ο Πενταδάκτυλος. Αλλού, πάλι, οι συμβολισμοί παραπέμπουν στα κείμενα των ιερών γραφών.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου δεν είναι ποιήτρια εκ συστήματος ή εξ επαγγέλματος. Δημιουργεί από εσωτερική ανάγκη και υπό το συναισθηματικό βάρος να απαλλαγεί από το μεγάλο φορτίο που φέρει μέσα της. Γι’ αυτό δεν θα βρει ο αναγνώστης διακειμενικό υλικό ή και αναφορές που να σχετίζονται με εμβληματικούς ποιητές, με φορείς δηλαδή της ποιητικής μας παράδοσης. Μόνο στα πρόσφατα έργα της και μετά μεγάλη πια ενασχόληση με την ποίηση μπορεί να διακρίνει κανείς επιδράσεις του είδους αυτού. Για παράδειγμα, η «Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου», ανακαλεί στη σκέψη μας, αχνά αλλά βάσιμα, την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και του Οδυσσέα Ελύτη, τον Επιτάφιο και το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αντίστοιχα· και ακόμη, έντονα αυτή τη φορά, τον Κ.Π. Καβάφη, στο ποίημά της «Στην αυλή των Περσών», το οποίο συνομιλεί ευθέως με τη «Σατραπεία» του Αλεξανδρινού.
Η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου, απροσποίητη, ειλικρινής, μη υποκείμενη αυστηρά σε κανόνες, αλλά αποτελώντας ξέσπασμα και ανάγκη για προσωπική έκφραση (ένα είδος αυτόματης γραφής σε ορισμένα σημεία), έχει ιδιότυπη φρεσκάδα. Θα επισημάνουμε τους ασυνήθεις συνειρμούς της, τα ανοίκεια ζεύγη των λέξεων ή των φράσεων που έχουν πρωτογενή υπερρεαλιστική δύναμη, με συντάξεις διαταραγμένες από το πάθος, παρά τον παραδοσιακό γενικά τρόπο γραφής που ακολουθεί. Αυτό το εκ πρώτης όψεως ασύνδετο που μοιάζει στον ρυθμό και στην τυπογραφική εικόνα σαν ασταμάτητο ποτάμι, έχει μια πηγαία αγνότητα και τόλμη, ιδίως στο λεκτικό μέρος, και μάλιστα στην επιθετικοποίηση των ουσιαστικών («οδύσσειο ποίημα») ή και το αντίθετο («ν’ αναζητά το δρόμο προς τα γόρδια»), και κάνει τον αναγνώστη να το προσέξει και να το αποδεχτεί για την πρωτοτυπία του.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Φιλελεύθερος 26/10/2014

Στην ποιητική σύνθεση «Μνημόσυνο», που είναι το έβδομο βιβλίο της, η Κλεοπάτρα Μακρίδου συμπλέκει – επιτυχώς σκηνές από την ένδοξη αρχαιοελληνική ιστορία με σκηνές πλέρια ρεαλιστικές και απόλυτα ευκρινείς. Θεωρώ αυτό το «σύμπλεγμα» αρμονικό και λειτουργικό:
«Εσύ Λεωνίδας / τραγούδι Πατρίδας εκάλπαζες / χωρίς τους τριακοσίους σου / και κόψη σπαθιού ακόνιζες / τους Μήδους ν’ αποτρέψεις / μην διαβούνε… / Πριν γείρει το κορμί σου / στάθηκες βράχος / μπροστά
στα παλληκάρια σου! / Καλύπτοντας τα με το πολυβόλο σου / οπισθοχώρησαν ένας ένας / προς την Ομορφίτα…». (σελ. 18-19)
Στο συνθετικό αυτό ποίημα, που φέρει τον πληροφοριακό υπότιτλο: «Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου», η Κ.Μ., συχνά, δίνει δείγματα ευφάνταστης και συνειρμικής γραφής, με πολυεπίπεδες αναφορές και παραπομπές, όπου ενυπάρχει ο μύθος, η ιστορία και το αμείλικτο παρόν: «Στου Τράχωνα το λόφο / που έπεσε το σώμα σου / η ρίζα ανέβαινε καπνός / σκοτεινιάζοντας το καλοκαίρι εκείνο / φωτιά ορφανεμένη / και μελίσσι η
μνήμη να βουίζει / κρανίο Ονησίλιο / με τα δακτυλικά αποτυπώματα / του Απόλλωνα / το αιχμηρό βλέμμα του Δία / απάνω σου / κι εσύ να θουκιδίζεις / ανάμεσα στ’ αγκάθια». (σελ. 23) Συνολικά στο βιβλίο, πιστεύω ότι η ποιήτρια, εκεί όπου καταφέρνει να τιθασεύσει την πλατειάζουσα σκέψη
της και την έφεσή της στους ρητορισμούς, με αποφθεγματικότητα, συμπύκνωση και ενδοσκοπικό προβληματισμό, πετυχαίνει αξιομνημόνευτο αποτέλεσμα: «Μια ζωή νοσταλγείς / αυτό που ποτέ δεν έζησες /παρά στα όνειρά σου / κι όμως αυτό ήταν όλη σου η ζωή…». (σελ. 40)
Τα ίδια θετικά σχόλια ισχύουν και για τους αμέσως επόμενους στίχους: «Μέσα από το παραμύθι / ξεφυτρώνουν ήρωες και θεριά / η ζωή όμως τρώει τους ήρωες / και αποθεώνει τα θεριά…». (σελ. 41)
Γενικά, στην υπαρξιακή θεματική και με φιλοσοφική διάθεση, πιστεύω ότι η ποιήτρια επιτυγχάνει αρκετά ενδιαφέροντα αποτελέσματα: «Ό,τι ζήσαμε, να ξέρεις, / χάνεται / γκρεμίζεται μέσα στον χρόνο. / Όσα δεν ζήσαμε είναι / που μας ανήκουν…». (σελ. 18)
Στη σύνθεση του πρώτου μέρους του βιβλίου εντόπισα και κάποια αξιοπρόσεκτα ψήγματα ποιητικής, στον λόγο που η ποιήτρια απευθύνει προς τον ήρωα τον οποίο υμνεί: «Κι εγώ ποίημα σελλώνω / άθικτο νάρθει να σε βρει / αγγελιοφόρος μες στο σκοτάδι / ποτάμι δακρύων η τύψη της λήθης / πυρετός λαμπάδα τα όνειρα / μηνύματα αγγέλου η ανάμνηση / σε τόπο που
πελεκά την προφητεία…». (σελ. 24)
Επιμένοντας στις καλές στιγμές του βιβλίου, εκτιμώ ότι η αυτοαναφορικότητα και ο εσωτερικός χώρος δίνουν καλύτερα αποτελέσματα και σε ό,τι αφορά στη νοηματοδότηση των στίχων της Κ.Μ., αλλά και σε ό,τι αφορά στην αισθητική τους υπόσταση:
«Μικρή μου ζωή / στην καρδιά ενός αλλόκοτου τόπου / βρήκες και φώλιασες / σε ρωγμή απόμακρη / φωλιά μου ζεστή απλησίαστη / αγριολούλουδο / που νίκησε τον γρανίτη / τον ασβέστη και το μάρμαρο του βράχου». (σελ. 44)
Συνεχίζοντας την περιδιάβαση στις καλές στιγμές του βιβλίου, θέλω ν’ αναφερθώ, επιγραμματικά έστω, στο ποίημα: «Ο πόθος για ειρήνη» (σελ. 54), το οποίο δεν παραθέτω αποσπασματικά για να μην αδικήσω. Αλλά ούτε και ολόκληρο μπορώ να παραθέσω, λόγω χώρου. Στο ποίημα αυτό θεωρώ ότι συναντούμε έναν καβαφισμό με λειτουργικότητα και αρμονία, συνοχή, ξε-
κάθαρη δομή και καθολική ματιά, κάτι που συνιστά και το κύριο προσόν του.
Έχω όμως και κάποιες παρατηρήσεις να παραθέσω. Πιστεύω πως ενίοτε η Κ.Μ. ενδίδει σε πλατειασμούς, σε πολλές επαναλήψεις που στόχο έχουν, αποκλειστικά και μόνο, τη συναισθηματική κορύφωση. Η ποίηση όμως δεν είναι μόνο συναισθηματική κορύφωση, είναι και νοηματική συμπύκνωση, εμβάθυνση στον κόσμο των ιδεών, των θέσεων και των αντιθέσεων. Για του
λόγου το αληθές, το απόσπασμα που ακολουθεί:
«μάννα σου Κύπρο / Ηρωομάνα της Κύπρου / μάννα ακραιφνής υπομονή / μάννα καρτερία / μάννα των αέναων παλληκαριών / μάννα μυρωδιά των ματσικόριδων / μάννα ελευθεροσκλάβα /φυλακισμένη στα μνήματα». (σελ. 26)
Παρακάτω η ποιήτρια λέει: «Ο χρόνος κουρασμένος εσταμάτησε / μπροστά στο λαβωμένο σώμα σου…». (σελ. 28) Και όντως διεκτραγωδεί τα γεγονότα ως να συνέβησαν χθες. Έτσι όμως, τα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν
δεν βρίσκουν την έκφρασή τους στο ποίημά της. Παρόλο που αυτό γράφτηκε τον Ιούνιο του 2014. Το πεδίο μάχης του Τράχωνα, σήμερα, προφανώς, έχει άλλη όψη. Ίσως σήμερα να είναι σημείο διέλευσης λαθρέμπορων, ίσως να
ξανάγινε βοσκότοπος, όπως ήταν πριν τον πόλεμο, ίσως να έχει «σπαρθεί» με επαύλεις ή εργοστάσια. Ποια είναι η νέα εικόνα; Ποια τα νέα δεδομένα; Ποια συναισθήματα και ποιες σκέψεις γεννούν; Ποιες επιβεβαιώσεις προσυπογράφουν και ποιες αναθεωρήσεις επιβάλλουν; Αυτά φρονώ πως είναι τα ερωτήματα προκλήσεις που θα ’ταν τόλμημα ν’ αγγίξει η ποιήτρια.
Πέρα από τους ρητορισμούς και τους πλατειασμούς, στις αβαρίες που προσάπτω στην Κ.Μ. συγκαταλέγεται και η πολιτικολογία, έστω κι αν αυτή απαντάται πολύ σπάνια. Είναι ορατή, π.χ. σε μια απάντησή της στον ποιητή Γ. Μολέσκη, όταν σημειώνει: «Οι δαίμονες φίλε μου δεν θέλουν την
ειρήνη / ίσως μελλοντικά και εξ ανάγκης / σε καμιά πεντακοσιά χρόνια / μα ως τότε…έχουμε καιρό / η Κύπρος ολόκληρη θα ’ναι / Τουρκικό προτεκτοράτο / και ο Διάβολος τότε / θα κάμει ειρήνη με τον εαυτό του…».
(σελ. 51) Ο ποιητής δεν είναι πολιτευτής, είναι πολίτης. Και όποτε ενεργεί ως πολιτευτής, υποσκάπτει, από μόνος του, τα δημιουργήματά του.
Ολοκληρώνω με ένα παράθεμα από την κατακλείδα του βιβλίου, όπου η Κ.Μ.
σημειώνει με πόνο: «…ψάχνω μέσα στη νύχτα / των γεγονότων και της επικαιρότητας / μια ακτίδα φωτός / λίγη θαλπωρή να σε τυλίξω…». (σελ. 56) Αυτή η ακτίδα υπάρχει. Και η ποιήτρια έχει χρέος να ψάξει καλύτερα.

 

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Μνημόσυνο και Ιχνηλασία
Σπονδή στη μνήμη και πορεία «επί τα ίχνη» της πεφιλημένης Κύπρου

Η Κλεοπάτρα Μακρίδου-Robinet, Κύπρια της διασποράς, γεννημένη το 1951 στη Λευκωσία, ζει στη Γαλλία, όπου σπούδασε, δημιούργησε οικογένεια και έκανε σημαντική καριέρα. Πρόσφατα εξέδωσε την ποιητική συλλογή Μνημόσυνο, Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου – Ιχνηλασία (Λευκωσία 2014). Είναι η έβδομη συλλογή της αυτή, στην οποία περισσεύει ο πόθος, ο νόστος και ο άφατος πόνος για την αγαπημένη πατρίδα, όπως και στις προηγούμενες συλλογές.
Η Κύπρος αποτελεί το μοναδικό και ιερό κέντρο της ποίησής της, ιδωμένη πολυθεματικά: ως μάνα γη, από την οποία νιώθει εξόριστη, ως θεϊκή φύση, ως ιστορία αιώνων, ως τόπος της παιδικής αθωότητας και του εφηβικού ερωτισμού, ως καθαγιασμένο έδαφος που φυλάει τα οστά των γονιών της, ως χώρα του πόνου, λεηλατημένη από τους κατά καιρούς δυνάστες της, με αποκορύφωμα τους εισβολείς του 1974, ως Ιθάκη, από τις καμινάδες της οποίας ονειρεύεται επιστρέφοντας να αντικρίσει καπνόν αναθρώσκοντα.
Η τελευταία αυτή συλλογή είναι διμερής: Το πρώτο μέρος, το Μνημόσυνο (σ. 13-28) είναι μία πολύστιχη ωδή, χωρισμένη σε επτά μέρη. Είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Κύπρου Γ. Ιωάννου, υπαξιωματικού του κυπριακού στρατού, που έπεσε ηρωικά μαχόμενος κατά την τουρκική εισβολή του 1974.
Ο Κύπρος Γ. Ιωάννου, δεκανέας πολυβολητής του 3ου Λόχου του 211ου Τάγματος πεζικού, γεννημένος στις 8 Μαρτίου του 1954, σκοτώθηκε στις 22 Ιουλίου του 1974, κατά την τουρκική εισβολή. Η αυτοθυσία του είναι αυτή που ανέδειξε ακόμα περισσότερο τον θάνατό του. Ο νεκρός του δεν παραδόθηκε από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να θεωρείται αγνοούμενος, έως το 2000 που η Κυπριακή Δημοκρατία αναγνώρισε τον θάνατό του, έπειτα από ύπαρξη μαρτυρίας αυτοπτών.
Ο Ιωάννου σκοτώθηκε πολεμώντας στο ύψωμα Χοιροστάσιο έξω από τον Τράχωνα, όπου είχε οχυρωθεί με λίγους συντρόφους του, από τους τελευταίους υπερασπιστές της περιοχής. Οι μαρτυρίες για τον ηρωισμό του, για την παραμονή του μέχρις εσχάτων και την προάσπιση του μέρους που τάχθηκε να φυλάξει, είναι συγκινητικές, ιδιαίτερα η αυτοθυσία του, όπως αναφέραμε, αφού δέχτηκε καταιγισμό εχθρικών πυρών, τη στιγμή που προσπαθούσε να μεταφέρει στους ώμους του βαριά τραυματισμένο συστρατιώτη του.
Η Μακρίδου, φίλη της οικογένειας του ήρωα, γνωρίζοντας το ιστορικό της απώλειάς του σε όλες τις λεπτομέρειες (αυτές που χάρη στο προσωπικό στοιχείο αναδεικνύουν την τραγωδία και εξαγιάζουν τον ηρωικό θάνατο), εμπνευσμένη από τον θάνατο αυτό, μέρος των τραγικών συμβάντων της Κύπρου, συνέθεσε την ωδή της, η οποία αποτελεί πτυχή της αντίστασης κατά του κατακτητή. Σε παλαιότερες συνθέσεις της εμπνέεται από το δράμα του νησιού γενικά. Σ’ αυτήν βλέπει το ίδιο δράμα μέσα από μια επώνυμη, μια τραγική πτυχή του: τη θυσία ενός ήρωα είκοσι χρόνων. Από το μέρος το όλο.
Η ωδή, γραμμένη σε επικό ύφος, είναι δομημένη, όπως λέχθηκε, σε επτά ενότητες, στην καθεμία από τις οποίες εμπεριέχεται και ένα μέρος της ιστορίας: Στην πρώτη γίνεται η περιγραφή του τόπου της θυσίας, που εξαγιάζεται χάρη στην ποίηση. Είναι η περιοχή της Λευκωσίας Τράχωνες, ειρηνική προ της εισβολής και ανθρώπινη, όπου έπεσε ο Ιωάννου:

Εκεί στη γυμνή πεδιάδα
κοντά στα βόρεια περίχωρα της Χώρας
εκεί που άλλοτε βοσκούσαν πρόβατα
[…]
εκεί που οι βοσκοί σε κοιτούσαν
μ’ εκείνο το βλέμμα πούμοιαζε
βλέμμα προβάτου,
[…]
εκεί που οι άνθρωποι
γιάτρευαν τις πληγές τους
με λιβάνι,
που οι γριές σταυρώνονταν
πριν κατέβουν για νερό
μες στους λάκκους
[…]
έπεσεν ο λεβεντονιός
σαν έσβηνε ο ΄Ηλιος

Με εξημμένο για τον αναγνώστη το ενδιαφέρον από την παρουσίαση εκ προοιμίου της υπόθεσης, στη δεύτερη ενότητα εξυμνείται η περιοχή, με την ήσυχη και απλή ζωή, η γαλήνια Κύπρος, των απλών ανθρώπων του μόχθου. Στην τρίτη περιγράφεται ο Κύπρος Ιωάννου, το όμορφο παλικάρι, το ευλογημένο από τους θεούς και τις μοίρες. Στην τέταρτη εισέρχεται στην κυρίως υπόθεση, στη συμμετοχή του ήρωα στον αγώνα της πατρίδας του, κλείνοντας με τον θάνατό του και την εξαφάνιση του νεκρού σώματός του, όπου και κορυφώνεται η ιστορία. (Οι Τούρκοι δεν τον παρέδωσαν για ταφή, άλλο τραγικό σημείο αυτό της ιστορίας):

Κι ενώ έβλεπες τον Εφιάλτη
να βαδίζει δίπλα σου
η οργή σου κτυπούσε
ως τις φτέρνες πολυβόλα
Θερμοπύλες να φυλάξει
[…]
τους Μήδους ν’ αποτρέψεις
μην διαβούνε…

Στο λόφο του Χοιροστασίου
πυροδοτούσες
Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος
Πατρίδας πολιορκημένης
κι Αλέξανδρος Φιλίππου
[…]

Καμπάνα δεν ακούστηκε
ούτ’ ήρθε μαντατοφόρος
κι έμεινες μόνος
ριζωμένος στο χώμα
ώσπου σ’ αφουγκράστηκε ο Πενταδάκτυλος
και γονατίζοντας
σε πήρε στην αγκαλιά του!

Στην επόμενη ενότητα ο νεκρός αποθεώνεται και κατατάσσεται στους αγίους του αγώνα της Κύπρου για την ελευθερία. Στην έκτη αναφέρεται στους τραγικούς γονείς, οι οποίοι ως βουβά μέρη του δράματος συγκινούν ξεχωριστά την ποιήτρια:

Κι εγώ ποίημα σελλώνω
άθικτο νάρθει να σε βρει
αγγελιοφόρος μες στο σκοτάδι
ποτάμι δακρύων η τύψη της λήθης
πυρετός λαμπάδα τα όνειρα
μηνύματα αγγέλου η ανάμνηση
σε τόπο που πελεκά την προφητεία…

Η ωδή κλείνει, εντάσσοντας τον Ιωάννου στο αγιολόγιο των μαρτύρων της κυπριακής ιστορίας, με μία αποστροφή προς τη μάνα Παναγία, «που έκλαψε σαν τον είδε να πολεμά».
Η «Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου», θρήνος και ύμνος, αποθέωση του ήρωα στην αγκαλιά της Παναγιάς, είναι επηρεασμένη αρχικά από το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας του Οδυσσέα Ελύτη. Πέρα από τον τίτλο, τις ενότητες και το περιεχόμενό τους, το πνεύμα, την όλη δομή, είναι και στίχοι με εκλεκτικές ομοιότητες αξιοπρόσεκτες, όπως η αρχή της τρίτης ενότητας «΄Ηταν ωραίος νιος», που ανακαλεί στη μνήμη την αρχή από την έκτη ενότητα του ανθυπολοχαγού της Αλβανίας, «Ήταν ωραίο παιδί». Θεωρούμε επιτυχή τη διακειμενική σύνδεση της ωδής της Μακρίδου με το πολυσυζητημένο και καταξιωμένο άσμα του Ελύτη. Και αυτό, διότι αποτελεί αυτή μία συνέχεια του ελληνικού έπους ανά τους αιώνες, όπως πέρασαν οι κατά καιρούς σκηνές του στην ποίηση. Έπειτα, μας θυμίζει, αχνότερα αλλά βάσιμα, το Μοιρολόι για τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας του Λόρκα, αποθέωση ενός ήρωα άλλης μορφής, όπου και πάλι ο θάνατος, ο μεγάλος πρωταγωνιστής, με την άκαιρη έλευσή του, ανατρέπει την τάξη των ανθρώπινων πραγμάτων.
Η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου, το έχουμε ξαναγράψει, έχει ξεχωριστή τόλμη, πρωτογενή δύναμη και μια ακατέργαστη γοητεία. Κυμαίνεται ανάμεσα στον πηγαίο, τον αυθόρμητο και αυθεντικό λόγο και την έντεχνη ποίηση.
Η πρωτότυπη αξιοποίηση του ιστορικού υλικού, οι ιδιόμορφες συζυγίες των λέξεων, που σε πολλά σημεία προκαλούν την προσοχή για την ευρηματικότητά τους, η δυνατή παρουσία του επιθετικοποιημένου ουσιαστικού, ιδίως των κύριων ονομάτων, αποτελούν αξιοπρόσεκτα εφόδια.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου (σ. 29-56) αποτελείται από δώδεκα ποιητικές συνθέσεις, εμπνευσμένες από ποικίλα βιώματα και οραματισμούς της ποιήτριας. Η Μακρίδου αναζητεί με πόνο τα ίχνη του παρελθόντος, τους τόπους και τους ανθρώπους που ανήκουν στον χώρο της αγιάτρευτης νοσταλγίας. Το πρώτο ποίημα, «Εσύ και οι πληγές μου…» (σ. 31-36) δεν είναι απλά ένα θλιμμένο τραγούδι για την προδομένη πατρίδα. Η τύχη της Κύπρου συνυφαίνεται με τη ζωή της ποιήτριας, που κι αυτή μακριά, σε μια άλλη μεσογειακή περιοχή, βιώνει το δράμα της μοναξιάς, αποχωρισμένη από τον παράδεισο της παιδικής αμεριμνησίας, ορφανή και αποκομμένη από τα προσφιλή της πρόσωπα. Με άλλα λόγια, το δράμα της Κύπρου την τραυματίζει διπλά, αφού δεν βρίσκεται τις δύσκολες αυτές εποχές εκεί που την γέννησε η ζωή και όπου τελείται το ανοσιούργημα. Το ποίημα κλείνει με τους εξής πονεμένους τόνους:

Ω νιότη μου
αιμάτινη σιωπή
πατρίδας που αιμορραγούσε.
Χώμα της μακρινής μου αγάπης
το σημερινό σου δράμα
ξαναζωντανεύει της νιότης
τις πληγές μου
που μπόλιασε επάνω μου
το αιμάσσον σου σώμα…

Στην ίδια λογική, υπό άλλη όμως οπτική γωνία, ως ενύπνιο, στο οποίο της παρουσιάζεται η γη των ονείρων της, η φωνή της μάνας γης της, κινείται το ποίημα «Ενύπνιος φωνή» (σ. 42-43). Το βαθιά πονεμένο περιεχόμενο φέρνει στον νου μας τη φωνή ενός μεγάλου ξενιτεμένου, του Ανδρέα Κάλβου, που ζει με το όνειρο της μάνας του στη Ζάκυνθο ή με τη μάνα Ζάκυνθο στο μυαλό του, νύχτα και μέρα, ξύπνιος ή ονειρευόμενος. Εννοούμε την ωδή του «Ο Φιλόπατρις» και τους στίχους του «ωραία και μόνη η Ζάκυνθος με κυριεύει».
Σπαρακτική γίνεται η φωνή της ποιήτριας στη «Μυστική…ορφάνια» (σ. 44-45). Είναι η ορφάνια που υπαινιχθήκαμε παραπάνω, των φυσικών γονιών και της μεγάλης μάνας, της πατρίδας. Οι επόμενοι στίχοι δεν χρειάζονται εξήγηση, αφοπλίζουν, τα λόγια περιττεύουν:

Μικρή μου ζωή
στην καρδιά ενός αλλόκοτου τόπου
βρήκες και φώλιασες
σε ρωγμή απόμακρη
φωλιά μου ζεστή απλησίαστη
αγριολούλουδο
που νίκησε τον γρανίτη
τον ασβέστη και το μάρμαρο
του βράχου.
Άσε με να υφάνω
στην γλώσσα της τελικής εξορίας μου
το φόρεμα της εσχάτης γύμνιας σου
ποίημα
άσμα ασμάτων
που η απόσταση
και η θάλασσα
και ο χρόνος με τις ιστορίες
και τα πλήγματά του
άφησαν ατελεύτητο…
[…]

Αφιερωμένο στη μνήμη τής πρόσφατα αδικοχαμένης κύπριας λογοτέχνιδας Νίκης Μαραγκού είναι το ποίημα με τον καβαφογενή τίτλο «Νερά της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου…» (37-38). Ο Καβάφης, Έλληνας της διασποράς, των ανατολικών υδάτων, αποτελεί μαζί με τον Σεφέρη τον πιο αγαπητό και πολυσυζητημένο ποιητή από τους κύπριους ομότεχνούς του. Είναι η ομοιοπαθητική οπτική, η μοναξιά και η απομόνωση από τον άλλο ελληνισμό, που τους κάνει να αισθάνονται συγγενείς μαζί του. Στα νερά της Κύπρου, στον ίδιο στίχο του τίτλου, αναφέρεται και ο Χαραλαμπίδης, επηρεασμένος και αυτός από τον Καβάφη.
Στην περίπτωση της Μακρίδου οι στίχοι έχουν ένα πρόσθετο βάρος, που πέφτει κατεξοχήν στην τελευταία λέξη, την Αίγυπτο, με τα συνοδευτικά αποσιωπητικά. Η Μαραγκού σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αίγυπτο. ΄Ετσι, το ποίημα αποκτά διπλό νόημα, εκφράζει διπλό πένθος. Το σύνθεμα αυτό είναι ένας λυρικός αποχαιρετισμός, μια ελεγεία με δύο αποδέκτες, τη Μαραγκού στο εκείσε και την ίδια την ποιήτρια στη γη.
Το ποίημα «Μικρή ζωή και μεγάλα όνειρα» (σ. 39-40) λειτουργεί ως απολογισμός των απωλειών. Με ευαισθησία η Μακρίδου παρουσιάζει τον βίο σαν πεδίο διαψεύσεων, αποτυχημένων επιλογών, κάνοντας αναδρομή στα βιώματα της άλλης ζωής, όπως γράφει, «της φανταστικής» που την κράτησε, ενώ όλα δείχνανε «να στενάζει δίπλα το ανεκπλήρωτο». Είναι ο πόνος του ξεριζωμού και η αποστασιοποίηση από τον χώρο των πρώτων οραματισμών. Είναι η διάψευση της ζωής, όπως την απέδωσε ο Βάρναλης στους στίχους του «Αχ, πού ’σαι νιότη, που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!».
Και το «1974-2014» (σ. 46-48), ευανάγνωστο από τις χρονολογίες και μόνο, περιστρέφεται στα σαράντα χρόνια που πέρασαν άπρακτα για την επανένωση του νησιού. Όμως η ποιήτρια διαθέτει την ικανότητα να φορτίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη, συνάπτοντας το μαρτύριο της πατρίδας της με το δικό της. Το ποίημα αυτό έχει έντονη πολιτική χροιά, με την έννοια ότι η Κύπρος αποτελεί βορά της διεθνούς πολιτικής αγυρτείας.
Σε άλλη γραμμή, υπαρξιακή, είναι γραμμένο το ποίημα «Ανάμεσα σε σένα και σένα» (σ. 49-50) –τίτλος με αυτοπαθητική σημασία. Σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές, ειδικά στην Ιχνηλασία είναι εμφανής η αγωνία της ποιήτριας σε σχέση με τον χρόνο, την απώλεια και τον θάνατο. Μπορεί το ερέθισμα να ξεκινά από τους δύο κόσμους που ζει, όμως μεταφέρεται στην αγωνία του αύριο, όταν μάλιστα τα αδιέξοδα δείχνουν το οριακό σημείο και την αδυναμία μιας σωτήριας επιλογής που θα ακυρώσει τον διαχωρισμό.
Στο θέμα της Κύπρου και της ιδιότυπης σκλαβιάς της επανέρχεται με τις «Αντιρρήσεις», απάντηση στον κύπριο ποιητή Γιώργο Μολέσκη (σ. 51). Η αντίρρηση εστιάζεται στη διακρινόμενη αδυναμία συνεννόησης με τους εισβολείς και όχι ασυμφωνία με την πρόταση του Μολέσκη, που συνίσταται στην εύρεση των κοινών σημείων και των διαφορών των δύο κοινοτήτων. Με αφαιρετικό τρόπο, με την περιδιάβαση της ιστορικής διαδρομής της Κύπρου, θίγει το ίδιο θέμα στον «Πόθο για Ειρήνη» (σ. 54). Όμως η Ειρήνη ήταν και παραμένει λόγος κενός, αφού η υποκρισία πλεονάζει· αφού παίζεται στους αιώνες το ίδιο θέατρο, το ίδιο δράμα, με τους ίδιους υποκριτές και τα ίδια θύματα:

[…]
Τι θυμούνται οι φαγωμένες από τους αιώνες κερκίδες;
Το χέρι του Άρη να αιωρείται απειλητικό
τα ίδια δράματα να επαναλαμβάνονται
οι ίδιοι πόλεμοι να σκαρώνονται
από τους ίδιους Θεούς
ερείπια παλιά, ερείπια καινούργια
οι αιώνες αντιγράφουν τον εαυτό τους…

Τα ποιήματα για τις πόλεις έχουν συνήθως ερωτικό-νοσταλγικό τόνο. Ο τόνος του ποιήματος «Η άλλη όψη της Λευκωσίας» (σ. 55-56), του τελευταίου της Ιχνηλασίας, είναι πένθιμος και απελπιστικός. Η πόλη κινδυνεύει από μαρασμό, η νοσταλγία έχει δώσει τη θέση της στην απαισιοδοξία. Η Μακρίδου πρωτοτυπεί τραγικά, αφού η μισή πόλη της είναι νεκρή. Μια πρωτοτυπία όχι δική της, αλλά της μοίρας:

[…]
Λευκωσία της νιότητς μου,
σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο
θα σου γράψω ποίημα
με αίμα που στάζει βροχή
στο κατώφλι της Πράσινης Γραμμής,
πριν πήξει από τον αδυσώπητο χρόνο,
με λέξεις ανορθόγραφες
μικρού παιδιού που κλαίει
[…].

Υπάρχουν γεννημένοι ποιητές, άλλοι που ερωτοτροπούν στην εφηβεία τους με την ποίηση, άλλοι που με τον χρόνο και την επιμονή ολοκληρώνονται. Υπάρχουν και άλλοι που διοχετεύουν σε στίχους το υλικό της καρδιάς τους, τον κρυμμένο λυρισμό τους. Σπάνια όμως υπάρχουν ποιητές που το υλικό αυτό συσσωρεύεται, όπως της Μακρίδου, αργά, σαν απόσταγμα, στην ώριμη ηλικία και ψάλλουν με ξεχωριστό πόνο την απώλεια, χτυπημένοι στην απομόνωση της ξενιτιάς· την απώλεια των δικών τους, της πόλης τους, με αποκορύφωμα τη συνεχή απειλή κατά της πατρίδας τους.

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Οι μυροφόρες πόλεις της Κύπρου

Έχουμε ασχοληθεί και στο παρελθόν με την ποίηση της κύπριας ποιήτριας Κλεοπάτρας Μακρίδου-Robinet, που ζει στη Γαλλία, αθεράπευτη νοσταλγός της «γλυκείας χώρας Κύπρου», τα πάθη της οποίας ψάλλει με την αφοπλιστική απλότητα του φοιβόληπτου ποιητή.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου έχει το μεγάλο χάρισμα, καίτοι όψιμα στην ποιητική συντεχνία του νησιού της, να τιθασεύει τις λέξεις και να δημιουργεί με αυτές ζωντανές μορφές, μεταπλάθοντας τα άψυχα σε έμψυχα και τα έμψυχα σε θεϊκά. Αυτή η πνοή που αφηρωίζει τις εμβληματικές επιλογές της έχει εφαρμογή σε μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας του νησιού της, από την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα, την ιστορία του 19ου αιώνα, κατεξοχήν δε σε πρόσωπα του σύγχρονου κυπριακού πανθέου, αγωνιστές της ελευθερίας. Ως έμψυχα, με πολλαπλές ιδιότητες, ως περιεκτικές εμψύχων, εκλαμβάνει και αποθεώνει πολύτροπα τις πόλεις της, τις πολύπαθες ιστορικές πόλεις της Κύπρου, στις οποίες δίνει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ιδιότητες, μετατρέποντάς της σε φορείς ζωής, σε αγωνίστριες της ελευθερίας, της έννοιας που αποτελεί τον κεντρικό και τον απώτερο στόχο σύμπασας της ποίησης της Μακρίδου.
Την προσωνυμία των μυροφόρων, αξιοποιώντας μεταφορικά τον ρόλο των Μυροφόρων που μας παραδίδουν οι Ευαγγελιστές στο θείο δράμα, δώσαμε στις πόλες της Κύπρου. Διότι παρακολούθησαν το μέγα πάθος της Κύπρου τον αιώνα που πέρασε και, όπως αφήνει η ποιήτρια να πλανάται, με τη σταθερότητα και την πίστη τους, θα αποτελέσουν και τις πρώτες που θα χαιρετίσουν την ανάστασή της.
Η Μακρίδου, εμπνεόμενη από την ομορφιά, τα φυσικά χαρίσματα, την ιστορία και τα δραματικά συμβάντα των πόλεών της, συνάπτει αυτές με την ιστορία του νησιού, τις εξαϋλώνει, τους δίνει ιδιότητες υπεράνθρωπες και τις διαποτίζει με το ερωτικό πένθος που προσιδιάζει στους μεγάλους παθόντες όλων των εποχών. Το Καϊμακλί, η Σαλαμίνα και η Πάφος, καθεμιά για διαφορετικούς προσωπικούς λόγους αλλά και από κοινού ως μάρτυρες του κυπριακού δράματος ξετυλίγουν μέσα από την ιστορία τους τα οράματα του κυπριακού λαού, που εκπροσωπεί η ποιήτρια, αντικρίζοντας με τα μάτια του απλού Κύπριου τις μυροφόρες πόλεις της, αιμόφυρτες, ταπεινωμένες, πενθούσες, αλλά και προσδοκώσες την αναστάσιμη ημέρα, όπως οι Μυροφόρες της νεοδιαθηκικής παράδοσης, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Σαλώμη Ιωσήφ του Μνήστορος, η Μαρία του Κλωπά, για να μνημονεύσω τρεις από αυτές.
Οι μυροφόρες πόλεις της Κύπρου, αυτόπτες του μαρτυρίου της, μάρτυρες του πένθους αλλά και προφήτες της αναγέννησης, αξιοποιούνται από την Κλεοπάτρα Μακρίδου ως ζώντα και αγωνιώντα πρόσωπα, για να παρουσιάσει συμβολικά την πρόσφατη δραματική ιστορία της πατρίδας της, προαναγγέλλοντας το θαύμα με τη δικαίωση των κατατρεγμένων.
Το Καϊμακλί, ο κατά την παράδοση Μεσοκελεύς, κομμένο από τη διαχωριστική γραμμή, καταδικασμένο στον τεμαχισμό των μελών του, είναι η πόλη του πρώτου φωτός της. Περιοχή αγροτική και ποιμενική κατά βάση, όπου χτυπούσε η λαϊκή καρδιά της Κύπρου, πρόσφατα άρχισε να ανακάμπτει, να αναρρώνει, διατηρώντας όμως εμφανείς τις βαθιές ουλές των τραυμάτων της. Η ποιήτρια φέρνει στον νου της τις σκηνές του ανυποψίαστου παρελθόντος, ξετυλίγει την ιστορία της, την ιστορία της συνοικίας της ορθότερα. «Η Πόλη μου», με την εκτός τίτλου για τους μη γνώστες διευκρίνιση «Το Καϊμακλί», έτσι επιγράφει το ανέκδοτο ποίημά της:

Τυλιγμένη στα σχισμένα σεντόνια σου
προχωράς περίλυπη μαυρομαντιλωμένη
στα δρομάκια της παλιάς πόλης
με τους καφενέδες, τα μπακάλικα, το κουρείο
τον φούρνο, τον ποδηλατά, τη Συνεργατική
σήμερα ερειπωμένα, αγνώριστα
συλλαβίζοντας ακατανόητες λέξεις
γιατί δεν ξέρεις πια να μιλάς τη γλώσσα σου
μόνο να τη σκέφτεσαι…

Γυμνή πλέον να τρέχεις στους δρόμους
μαλλιά ν ανεμίζουν στο άνεμο
ανάμεσα σε παράξενες φυσιογνωμίες
που σε κοιτούν σαν ξένη
και αδειάζοντας το σώμα σου
γυρεύεις αναμνήσεις σε κρυμμένες αυλές
πυρπολημένες στη άκρη της μνήμης,
οι γέροι να σέρνουν τα σώματά τους
καθ’ οδόν προς τα καφενεία, τα σωματεία
τον «Μεσοκελέα» ή τον «Αχιλλέα»,
στιγματισμένοι έτσι σε «δεξιούς» κι «αριστερούς»
παγιδευμένοι ακόμη από τα νεκρά τους όνειρα
εγκλωβισμένοι μες στα παιγνίδια των Μεγάλων
ν’ αναθεματίζουν το αύριο …
Οι νέοι να έχουν πια φύγει
ακολουθοώντας τη ρευστότητα του κόσμου…

Η ποιήτρια φωτογραφίζει με ποικίλους φακούς, σε γκρο πλαν αλλά και με πληθώρα λεπτομερειών την πόλη της, τους ανθρώπους της, μετακινούμενη από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, με εμπνευστή αλλά και ισοπεδωτή τον χρόνο. Εκείνο που αναδεικνύει τις περιγραφές της είναι η πιστή αποτύπωση της απλής ζωής και μέσα από αυτήν η ψυχογράφηση των κατοίκων της, στο βάθος δε του ιδιότυπου καθρέφτη της διακρίνει το έμπειρο μάτι τις αρχές των αγαθών του μαγικού για την παιδικότητά του χώρου της, αλλά και τα αίτια της κακοδαιμονίας του, τους σπόρους μιας σοβούσας διαίρεσης, τη σταδιακή αποδυνάμωσή του από τα ζωντανά κύτταρά του, δοσμένα όλα μέσα από τη νοσταλγική ματιά ενός παρελθόντος συνυφασμένου με τη δική της αναγνώριση του ερωτικού αντικρίσματος του κόσμου και της αγαπητικής σχέσης με τους άγνωστους ανθρώπους και τα πράγματα, χώρου όμως διεμβολισμένου βάναυσα από την ιστορία.

Στο δρόμο του Κεραμεικού, το Κοιμητήριο
να το περιζώνει η Πράσινη Γραμμή
με τα χαρακώματα, τα συρματοπλέγματα
και το ερειπωμένο φυλάκιο
με το μοναδικό στρατιώτη
και τους νεκρούς ξεχασμένους μες στο μνήμα τους
ν’ ατενίζουν καθημερινά τον Πενταδάκτυλο
στο βάθος της αιματοβαμμένης κοιλάδας
κι αυτός να βογκάει φυλακισμένος
κοιλιά ξεσχισμένη, να βουλιάζει στο χώμα
καθώς περιμένει απο σένα λύτρωση!

Στο προαύλιο της Αγίας Βαρβάρας
το μνημείο με τα αμέτρητα ονόματα των παιδιών σου
Αντώνης, Μιχάλης, Κύπρος, Ζήνωνας,
Θεόδωρος, Σταύρος, Ανδρέας, Κωνσταντίνος ….
που δέσανε πιστάγκωνα
εκείνο το τραγικό καλοκαίρι
πέρα από τα συρματοπλέγματα και την Πράσινη Γραμμή
κι άλεσαν οι μυλόπετρες του κατακτητή
αποκεφαλίζοντας τα όνειρα των μανάδων.
Ποιοος ξέρει πού να βρίσκονται σήμερα
ίσως σε κανένα πηγάδι στη Μια Μηλιά ή την Ομορφίτα
με κομμένο το λαιμό
συντροφιά με τα φίδια
μες στη σκουριά και την αδιαφορία του χρόνου…

Ακολουθούν οι τελευταίοι στίχοι του συνθέματος, του μνημοσύνου και της ανέσπερης ελπίδας για την πόλη της, στο βάθος των οποίων αχνοφαίνεται η ανάγκη μιας νέας καρποφορίας, που θα επέλθει με την αρωγή των αδικαίωτων νεκρών:

Δεν είναι αυτή η γειτονιά μου είπες
με τα ξεριζωμένα κυπαρίσσια
τις ξεριζωμένες λεμονιές
και τις πολυκατοικίες απέναντι στο σπίτι μου
να μου κριύβουν τον ήλιο τ’ απογεύματα…
Ούτε το σπίτι μου, Μητέρα,
είναι αυτό όπου με γέννησες
με τη ζεστασιά από το πλιθάρι
και τη αγάπη που με γέμιζες.
Στη θέση του το νέο σπίτι με μπετόν
να σου παγώνει τα κόκαλα ακόμη και τη άνοιξη
αδειάζει την ανάμνηση της αγάπης!

[…]

Η Ελευθερία, Πατέρα, ακόμη δεν ήρθε
κι εσύ έφυγες ανώνυμος, άδοξος
ξεχασμένος από Θεούς και Πολιτεία.

Και καθώς η πόλη περπατεί στον ύπνο μου
κυνηγημένη από τις εικόνες
που ρίζωσαν μέσα μου ερινύες
ψάχνω τη φωνή σας μέσα στη μαρμαρυγή του φωτός
καρπό να δώσει το ποίημα.
Μα εσύ, Πατέρα, κι εσύ, Μητέρα,
καθώς δακρύζετε μέσα από το μνήμα σας
πριονίζετε τη μνήμη μου
με τους αναστεναγμούς σας.

«Στη Σαλαμίνα την Κυπρία» τιτλοφορεί ένα άλλο, ανέκδοτο επίσης, σύνθεμά της η Κλεοπάτρα Μακρίδου. Δεν πλεονάζει ο εθνικός προσδιορισμός, αντίθετα επιτονίζει με πείσμα την ελληνικότητα της μακραίωνης Σαλαμίνας, υποταγμένης μετά το 1974 στον κατακτητή. Στο ποίημα αυτό το βιωματικό στοιχείο έρχεται σε παράλληλη μοίρα σε σχέση με το ιστορικό. Η ποιήτρια κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους, αφενός στην ένδοξη αρχαιότητα της Κύπρου, με τα λαμπρά επιτεύγματα, απαραίτητα για να δείξει την ελληνική διαδρομή της Σαλαμίνας και ως αντίποδα τον παραλογισμό του αφελληνισμού της, και αφετέρου στα συναισθήματα που της προκαλεί η σημερινή κατάσταση.

Ο νέος κατακτητής
ήλθε από τη Ανατολή
να ξεριζώσει τους Τευκρίδες.
Μπήκε στην Κύπρο
από το λιμάνι της Σαλαμίνας
να διώξει λέει τους Αχαιούς
από τη Βασιλική Νεκρόπολη
και τον Δία από τον θρόνο του!

Μετά από την αναφορά στις εμβληματικές για την Κύπρο και την ελευθερία της μορφές της αρχαιότητας η Μακρίδου αναστρέφει τον χρόνο, τάσσοντάς τον ουσιαστικά σε μια ενιαία γραμμή, και περιγράφει την οδύνη της σκλαβιάς:

Μια μέρα μες στον καύσωνα
και το ποδοβολητό των βαρβάρων
εκεί που γύρευα την Ελένη
στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
τα μυστικά της να μοιραστώ
φόρεσα τη μνήμη μου ανάποδα
και ήλθα να σ’ ανταμώσω
φρουρός στις αυλάδες της φωνής σου
τους παλμούς της ψυχής σου
ν’ ακούσω.

Μα βρήκα το σώμα σου πυρπολημένο
να αιμορραγεί ολομόναχο
χωρίς ψυχή
ενώ η θάλασσά σου
είχε φάει το κορμί της
λουόμενη στο χώμα…

Και καθώς αγκάλιαζα
τις φαγωμένες κολόνες
στο Θέατρο, στην Αγορά, στο Γυμνάσιο
η φωνή σου ανέβαινε όρκος Ομηρικός
δεμένος με το χώμα
ενώ ο Δίας διαλαλούσε
τα ούρια και τα δούρεια του
μες στους Βασιλικούς Τάφους…

Η μνήμη και η ευθύνη αποτελούν βασικές έννοιες της ποίησης της Μακρίδου. Η τελευταία, με την έννοια του χρέους, στοχεύει τόσο στην αποφυγή της λήθης όσο και στην υποκίνηση των σημερινών Κυπρίων να φανούν αντάξιοι της ιστορίας τους:
Πυρακτωμένη λάβα
η μνήμη ξεφυτρώνει μέσα από τη στάχτη
απειλητική σαν σπαθί
ενώ τα καρναβάλια στη Λεμεσιανή Αμαθούντα
ανάποδα ηχούν τον χρόνο!
Κι όπως η Ιστορία σε βλέπει
μόνο όταν την βλέπεις
έτσι και η Σαλαμίνα.
Κομμάτια από την ένδοξη ζωή της σου ανήκουν
αν ένδοξη είναι η ζωή σου
κι ελεύθερος εργάζεσαι
να εμποδίσεις τη θάλασσα να εισβάλει στη γης
μην τύχει και ξεράνει τις λεμονιές
μην τύχει και ξεράνει τη μνήμη…
κι ο Ονήσιλος στο τέλος θρυμματίσει το καύκαλό του
πάνω στο κεφάλι σου….

Δύο ποιήματα για την όμορφη Πάφο, και αυτά ανέκδοτα, που μας τα εμπιστεύτηκε η ποιήτρια, αποτυπώνουν μια άλλη πλευρά της ποίησής της: την ομορφιά του νησιού της, ομορφιά πονεμένη, εκτεθειμένη στον κίνδυνο. Έτσι και στην ελεύθερη Πάφο κουβαλά τη θλίψη της, διαπορούσα για τον τρόπο που υπονομεύουν οι ίδιοι οι άνθρωποι την ομορφιά της. Καταχωρίζουμε ένα μέρος από το υμνητικό αυτό σύνθεμα με την αγωνία της ποιήτριας για την εσωτερική αλλαγή, για την ενδοκυπριακή κακοδαιμονία. Τιτλοφορείται «Η άλλη όψη της Πάφου». Είναι η όψη της παλαιάς αγνότητας σε αντίστιξη προς την τουριστική λαίλαπα και την αλλοτρίωση των ολβίων κατοίκων των ημερών μας:

Έκλεινες τα μάτια
κι έβλεπες μικρές πατρίδες
τηης Πέτρας και του Γρανίτη
αμπέλια να τραγουδούν Διόνυσο
και την αρχέγονη Αφροδίτη
αγκαλιά με τον Άρη…
Κάποτε εδώ τα νερά
ξεδιψούσαν θεούς
ποτάμι το φώς
ν’ ανατέλλει αιώνες
μες στους χειμώνες της Μεσόγειος

Κούκλια, Κτήμα, Πόλις …
να τ’ αγκαλιάζει η θάλασσα
αύρα από την αναδυόμενη Θεά.
Βράχοι
καντούνια θεών αδιάβατα
να σκορπίζουν μυρωδιές πεύκου
και προφητείες
χελιδόνια να οργώνουν τους ουρανούς
αντάμα με τις συμμορίες των παιδιών
στις φτωχογειτονιές.

[…]

Κάποτε τελειώναμε τις καλοκαιρινές βραδιές
στον Πέλικαν
με στίχους του Σεφέρη
τα χέρια απλωμένα προς το λιμανάκι
ενώ η Α̈̈ισιέ
με τα ωραία μάτια
μας τραγουδούσε τούρκικα τραγούδια…
Τώρα πιος ξέρει
πού να βρίσκεται….

Κι η πόλις να διαχρονίζει τον χρόνο
να διατοπίζει τους τόπους
να σμίγει τους τόπους και τους χρόνους
το παλιό και το καινούργιο
το πραγματικό και το ψεύτικο
το ωραίο και το άσχημο
το πάνω και το κάτω
την ζωή και τον θάνατο…

Κι εσύ, Θεά, να παραμένεις
μες στα κρύα σεντόνια σου
χωρίς μνήμη!

Ποιος θα φέρει πίσω την φωνή του Ποιητή;
Ποιος θα κτενίσει ξανά
τα μαλλιά της αφρόσπαρτης παραλίας;
Ποιος σπόρος θα γεννιήσει ξανά την Αφροδίτη;

Το δεύτερο ποίημα για την Πάφο, που δεν είναι υποταγμένη στον δυνάστη αλλά στο κέρδος και στην παραχάραξη των ιδεωδών, κινείται στο ίδιο ιδεολογικό και φυσιολατρικό πλαίσιο, όντας και πάλι διαποτισμένο από την ανησυχία της ποιήτριας για την προϊούσα αλλοτρίωση, που σημαίνει και κίνδυνο της παράδοσης. Τίτλος του «Ένα τραγούδι για την Πάφο», από το οποίο απομονώνουμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία, όπου Πάφος και Αφροδίτη αποτελούν ενιαίο τοπικό και ιδεολογικό σώμα και ανακαλούν στη μνήμη μας το εξαιρετικό κείμενο για τα Κούκλια του Νίκου Καζαντζάκη, που με πρωτοφανή διαίσθηση στο βιβλίο των ταξιδιών του θεωρεί την Πάφο, που την επισκέφτηκε, πόλη της αιώνιας πάλης του έρωτα με τον θάνατο:

Σε ακολούθησα, Θεά,
μες στην απελπισία της Πατρίδας
ενω το ποτάμι πλημμύριζε μέσα μου
καθώς κουβαλούσε το άλλο μου σώμα
μες στα καπηλιά της Παλιάς Πόλης
στην άλλη ακτή
στο άλλο λιμανάκι…

Το σώμα σου
μισό Θεά μισό στο Χώμα
αντι-νάρκισσος
στο σπιίτι του Διόνυσου
κορμί κομματιασμένο
σχεδον απρόσωπο
να το μοιράζονται τρόπαιο
στ’ ανατολίτικα παζάρια..

Η γη σου, Αφροδίτη,
αμπέλια των αιώνων
ν’ αποστρέφονται την θάλασσα
στον Κόλπο των Κοραλλιών
την πλήμμυρα των τουριστών
τα σκουριασμένα πολυβολεία
το αρμύρισμα του νερού
μην τύχει και στο τέλος
η πόλη του Αγαπήνορα
αρχαιότατη και τόσο νέα
φάει το κορμί της…
Όπως η Αφροδίτη σε βλέπει
μόνο όταν την βλέπεις
έτσι και η πόλη του Κινύρα,
δεν είναι για σένα πρόσχημα
να πεις
θέλω να λουστώ μες στα νερά
της βραχόκλειστης ακτής της
μες στα νερά
της νότιας θάλασσας…

Οι πόλεις αποτελούν αγαπητικά σημεία αναφοράς για τους ποιητές. Κυρίως αναβιώνουν στιγμές ερώτων και πόνων, ξαναζωντανεύουν πρόσωπα και τιμαλφή του βίου. Όσο και αν πέρασαν οι στιγμές και οι εικόνες αυτές, η μνήμη μπορεί να τις επαναφέρει, ατελέσφορα μεν αλλά εξίσου τραυματικά, όπως όταν τελούνταν οι διάφορες πράξεις που ο καιρός δεν εξαφάνισε. Οι πόλεις, ωστόσο, της Κλεοπάτρας Μακρίδου έχουν κάτι το ιδιαίτερα δραματικό. Δεν είναι απλώς χτυπημένες από τον χρόνο, είναι σκληρά χτυπημένες και από τη μοίρα· είναι πόλεις εν δεινώ κινδύνω, που η απώλειά τους θα συναπολέσει και τα σημεία αναφοράς της ποιήτριας.

 

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

 Ρε Αλέξης, ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, 2015

Η Κλεοπάτρα Μακρίδου, από την πρώτη εμφάνισή της το 1992 μέχρι σήμερα, ακολουθεί αταλάντευτα μια ενιαία γραμμή, μετατρέποντας τα τραύματα της ιστορίας σε προσδοκία. Κύπρια της διασποράς με επαγγελματική σταδιοδρομία και μόνιμη διαβίωση στη Γαλλία, έταξε σκοπό της ποίησής της να ψάλλει τα πάθη του νησιού της. Η μακρά μάλιστα απομάκρυνσή της έχει μεγιστοποιήσει τον νόστο αλλά και την αγωνία της για τις τύχες του, που τις βλέπει μελαγχολικά. Η σύγκριση, εξάλλου, της παιδικής ηλικίας που έζησε στο νησί με ό,τι αντικρίζει επισκεπτόμενη αυτό, προσδίδει στην ποίησή της μια ιδιογενή θλίψη, που βέβαια την επιτείναι ό,τι τραγικό συνέβη το 1974. Έχει αξία, επομένως, η ποιητική ματιά της, από την άποψη ότι ιστορία, μύθος, πάθη και προσδοκίες συμπλέκονται στα έργα της, παρουσιάζοντας μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων, του μοναχικού Κύπριου της αλλοδαπής, που αγωνίζεται να μην αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο του.
Το νέο βιβλίο της Κλεοπάτρας Μακρίδου αποτελείται από δύο μέρη: Το κύριο είναι, ένα ποιητικό χρονικό από τη μυθική εποχή του Ρε Αλέξη έως τις μέρες μας, με κέντρο της αφήγησης τον βίο και τα έργα του ήρωα αυτού του κυπριακού ελληνισμού. Είναι η τραγική μορφή της Κύπρου κατά της ξενοκρατίας, μορφή η οποία ακολουθεί τους διαιώνιους αγώνες της, ως παράδειγμα αντίστασης και πρότυπο της αντοχής της στον χρόνο έναντι μιας ατελεύτητης σειράς κατακτητών. Ωστόσο, η ποιήτρια κινείται αμφίδρομα τόσο προς το ηρωικό παρελθόν της ελληνικής αρχαιότητας όσο και στο πρόσφατο της αγγλοκρατίας και της σύγχρονης συμφοράς, συνδέοντας έτσι την κυπριακή ιστορία. Ο πόνος του σήμερα αποτελεί το κίνητρο και την έμπνευση της Κλεοπάτρας Μακρίδου και ο Ρε Αλέξης λειτουργεί ως σύνδεσμος και θυρεός, ως σταθερός δείκτης, ως παραμυθία και εξορκισμός μιας άδικης περιπέτειας στα ξένα χέρια.
Στο δεύτερο μέρος, μεμονωμένα ποιήματα, ανασύρουν μνήμες που μετουσιώνονται σε στίχους και αποτυπώνουν τη λατρεία του Κύπριου για τα χώματά του, το σπίτι του, τους νεκρούς του. Πόλεις, χωριά, εκκλησιές, το Καϊμακλί (η δική της πόλη), παίρνουν σάρκα και οστά και μυθοποιούνται χάρη στην ευαισθησία της. Αν οι απώλειες, με πρώτη τη χαμένη παιδικότητα και από κοντά τους θανάτους των δικών της, αποτελούν ισχυρά συγκινησιακά φορτία από μόνα τους, η πάσχουσα πατρίδα επενισχύει τραγικά αυτά και η κορύφωση ολοκληρώνεται με την προσθήκη της απόστασης από το θέατρο του δράματος, την αδυναμία δηλαδή συμμετοχής στα δρώμενα.
Η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου στη νέα συλλογή της έχει παγιώσει τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Απέριττη, λιτή σε γενικές γραμμές, αφτιασίδωτη και πηγαία, με αρκετά στοιχεία της κυπριακής λαϊκής ψυχής, με αποφυγή των περίτεχνων σχημάτων και του φιλολογικού φόρτου, κερδίζει τον αναγνώστη για την ειλικρίνεια και το πάθος της. Παραδοσιακή, κατά κύριο λόγο, παρά ταύτα συχνά διακρίνεται από μια καθαρά προσωπική (και όχι γραμματολογική) νεωτερικότητα, ενώ σε άλλα σημεία οι εικόνες ή οι λεκτικοί σχηματισμοί της τείνουν αχνά προς το υπερρεαλιστικό, δημιουργώντας τολμηρές ανοίκειες εικόνες, παρεμφερείς με εκείνες του δημοτικού τραγουδιού, που μαρτυρούν την ύπαρξη πηγαίου ποιητικού ταλέντου.
Γράφει, αναφερόμενη νοσταλγικά στην Πάφο («Η άλλη όψη της Πάφου», σ. 44), με εμφανή την αβεβαιότητα για το αύριο και λανθάνουσα την προσδοκία:

Κάποτε τελειώναμε τις καλοκαιρινές βραδιές
στο «Πέλικαν»
με στίχους του Σεφέρη
τα χέρια απλωμένα προς το λιμανάκι
ενώ η Αϊσέ
με τα ωραία μάτια
μας τραγουδούσε τούρκικα τραγούδια.
Τώρα ποιος ξέρει
πού να βρίσκεται.

Κι η πόλις να διαχρονίζει το χρόνο
να διατοπίζει τους τόπους
να σμίγει τους τόπους και τους χρόνους
το παλιό και το καινούργιο
το πραγματικό και το ψεύτικο
το ωραίο και το άσχημο
το πάνω και το κάτω
τη ζωή και το θάνατο.

Κι εσύ, θεά, να παραμένεις
μες στα κρύα σεντόνια σου
χωρίς μνήμη!

Ποιος θα φέρει πίσω τη φωνή του Ποιητή;
ποιος θα κτενίσει ξανά
τα μαλλιά της αφρόσπαρτης παραλίας;
ποιος σπόρος θα γεννήσει ξανά την Αφροδίτη;

 

 

 ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

«Κυπριακη Βιβλιοφιλια» Φθινοπωρο 2016

Ποίηση του ανοιχτού τραύματος

Ρε Αλέξης. Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, Λευκωσία, 2015.

Στην όγδοη ποιητική συλλογή της Κλεοπάτρας Μακρίδου, που φέρει τον τίτλο Ρε Αλέξης. Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης (2015) εκτός από την ομώνυμη ποιητική σύνθεση που αρθρώνεται σε έξι ενότητες, περιλαμβάνονται εννέα ποιήματα μικρής ή μέσης έκτασης. Τα στοιχεία που συνδέουν την ποιητική σύνθεση με τα υπόλοιπα ποιήματα είναι η αγάπη για την Κύπρο και τον λαό της, η οργή και η αγανάκτηση για το διαχρονικό δράμα του νησιού και τις ιστορικές του περιπέτειες, το ζωντάνεμα του μύθου και της ιστορίας που στοιχειώνει τη συνείδηση του ποιητικού υποκειμένου, ο νόστος και η διάθεση της επιστροφής τόσο σε ένα μακρινό χαμένο παράδεισο μιας περασμένης εποχής όσο και στον γενέθλιο χώρο, τόπο του μαρτυρίου. Ο τόπος της Κύπρου βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της ποιήτριας που, ζώντας μακριά από αυτόν, επέλεξε «να κρατήσει», όπως γράφει σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής, «την πληγή ανοιχτή / να θρηνεί και να αιμάσσει / στη γη της μετοικεσίας» (σ. 54).
Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι το αποκλειστικό θέμα της συλλογής είναι η επανάσταση του Ρε Αλέξη. Ενδεχομένως, η προσθήκη σε αυτόν της φράσης «και άλλα ποιήματα» θα μπορούσε να προλάβει αυτή την αναγνωστική προσδοκία. Ωστόσο, ο θεματικός άξονας της επανάστασης στην ποιητική σύνθεση συνδέεται με τα επιμέρους θεματικά στοιχεία των υπόλοιπων ποιημάτων, όπως είναι το δίπολο δικαιοσύνη-αδικία, η λειτουργία της ιστορικής μνήμης σε συνάρτηση με τον γενέθλιο τόπο και σε συνδυασμό με το αίτημα για αντίσταση με σκοπό τον απεγκλωβισμό από τα αδιέξοδα της λήθης και της αλλοτρίωσης.
Με την ποιητική αφήγηση στο Μέρος I της ποιητικής σύνθεσης Ρε Αλέξης. Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, που εκφέρεται σε τρίτο ρηματικό πρόσωπο, εξιστορούνται αδρομερώς οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των χωρικών που οδήγησαν τον Ρε Αλέξη στην απόφαση να επαναστατήσει. Στα υπόλοιπα μέρη της σύνθεσης (II-VI), χωρίς να εγκαταλείπεται η δεσπόζουσα ποιητική εξιστόρηση, ο ομιλητής-ποιητής απευθύνεται στον ήρωα με τη χρήση του δεύτερου ρηματικού προσώπου. Οι δολοφονίες πολλών Κυπρίων από τους Φράγκους στα λατομεία και αλλού και γενικότερα η κοινωνική διάσταση της εξέγερσης του Ρε Αλέξη (Μέρος II), η εθνική διάσταση της ίδιας επανάστασης και η κατάπνιξή της με τον απαγχονισμό του ήρωα (Μέρος III), οι στοχασμοί γύρω από τη θυσία του από την οπτική γωνία του παρόντος (Μέρος IV), η ιστορικιστική συγχώνευση παρελθόντος και παρόντος με τη συνάντηση του Ρε Αλέξη με τους αιχμαλώτους και τους νεκρούς του 1974 αλλά και με τον Κίμωνα (Μέρος V) και, τέλος, ο απολογισμός της θυσίας του με κυρίαρχη την αίσθηση της αποτυχίας και της ήττας (Μέρος VI) συνθέτουν την αφηγηματική δομή του ποιήματος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε τρία σημεία (τα δύο μικρής έκτασης), στα μέρη II-IV, η ποιητική αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο διακόπτεται και τον λόγο παίρνει ο ενδοκειμενικός ποιητής (χρήση 1ου ρηματικού προσώπου). Πιο συγκεκριμένα, στο Μέρος II, μετά την εξιστόρηση των δολοφονιών των Κυπρίων από τους Φράγκους, ο ενδοκειμενικός ποιητής, όπως αντίστοιχα ο ποιητής-χρονικογράφος, στον Σινόπουλο, αισθάνεται την ανάγκη να ετοιμάσει κατάστιχα νεκρών: «Πρέπει να φτιάξω ένα κατάστιχο / των νεκρών παιδιών / που κρέμασαν στα δέντρα / δίπλα στα λατομεία». Στο ποίημα «Σημειώσεις, I» του Τάκη Σινόπουλου διαβάζουμε: «Από εδώ κι εμπρός (όσο μπορείς). Οι λέξεις μία μία ό,τι γυμνό κι αδέκαστο μπορείς να δώκεις[…]. Να φτιάξω ένα κατάστιχο νεκρών». Εξάλλου, στο Μέρος III, με την παρεμβολή της πρωτοπρόσωπης εκφοράς του λόγου, δηλώνεται ρητά η συγγραφική πρόθεση που διαπνέει ολόκληρη την ποιητική σύνθεση: «Κι εγώ το πυρακτωμένο / βλέμμα σου / μάχομαι να ανασύρω / από την εθνική λήθη». Στο Μέρος VI η πρωτοπρόσωπη εκφορά των ρημάτων χρησιμοποιείται σε μεγαλύτερη έκταση, σε συνδυασμό με τη χρήση του δεύτερου προσώπου. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι στο καταληκτικό αυτό μέρος έχουμε κυρίως ρήματα πρώτου πληθυντικού προσώπου που παραπέμπουν σε ένα συλλογικό ποιητικό υποκείμενο, δηλαδή τους σύγχρονους Κυπρίους: «[…] Μείναμε σφηνωμένοι / ανάμεσα στη σκιά Σου / και το αίμα των σκοτωμένων / που φωσφορίζει αποσύνθεση / στη ματωμένη πλαγιά του Πενταδάχτυλου […]. / Κάπου εδώ κοιμάσαι, Αλέξη, / μέσα στις καρδιές μας / μέσα στο αίμα μας / μέσα στα όνειρά μας […]».
Όπως έχει επισημανθεί από τον Γιώργο Φράγκο, στην ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου συνυπάρχουν «ο μύθος, η ιστορία και το αμείλικτο παρόν». Η αναμέτρηση των λογοτεχνών με την ιστορική θεματική ύλη δεν ήταν ποτέ εύκολη. Η μεγάλη δυσκολία είναι να μεταπλαστεί το ιστορικό γεγονός με την αξιοποίηση των συμβάσεων της τέχνης του λόγου, ώστε να μην έχει ο αναγνώστης την αίσθηση ότι διαβάζει ιστοριογραφικό κείμενο. Σε αρκετά σημεία της σύνθεσής της η ποιήτρια υπερβαίνει την πιο πάνω δυσκολία. Σε άλλα η ιστορική ύλη παρατίθεται αμετάπλαστη και κατά τρόπο πεζολογικό, ενώ δεν λείπουν οι γενικές αναφορές στην Ιστορία και ειδικότερα στην ιστορική μνήμη, αλλά και στον κίνδυνο ηρωικές μορφές, όπως ο Ρε Αλέξης, να παραδοθούν στη λήθη. Οι αναφορές αυτές, που φορτίζουν την ποιητική γραφή της Μακρίδου με δραματική ένταση, συχνά περιέχουν διακείμενα από την ποίηση του Τ. Σινόπουλου, όπως λόγου χάρη στους στίχους: «Τα χαρτιά της Ιστορίας αυτής / τα πήραν σηκωτά οι αέρηδες / τα στριφογύριζαν αιώνες / και τα έριξαν τέλος / στο σκουπιδότοπο / της Ιστορίας» ή «Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας». Πάντως, η αίσθηση του ανοιχτού τραύματος που κυριαρχεί στην ποίηση της Κλ. Μακρίδου, αφενός σημαίνει την προσήλωση στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και, αφετέρου συνδέεται στενά με τα τοπιογραφικά της ενδιαφέροντα.
Στα ποιήματα «Ένα τραγούδι για την Πάφο», «Στην Παναγία του Άρακα», «Η άλλη όψη της Πάφου», «Στη Σαλαμίνα την Κύπρια» και «Η πόλη μου το Καϊμακλί» η περιδιάβαση του ποιητικού υποκειμένου στον χώρο δεν είναι μονοδιάστατα περιγραφική. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Θεοδόσης Πυλαρινός, «οι πόλεις της Κλεοπάτρας Μακρίδου έχουν κάτι το ιδιαίτερα δραματικό. Δεν είναι απλώς χτυπημένες από τον χρόνο, είναι σκληρά χτυπημένες και από τη μοίρα· είναι πόλεις εν δεινῲ κινδύνῳ».
Στο ποίημα «Ένα τραγούδι για την Πάφο», που «συνομιλεί» εν πολλοίς με ομόθεμα ποιήματα της Ντίνας Κατσούρη από τη συλλογή της Της Αφροδίτης και του Άδωνη (2006), η Κλ. Μακρίδου δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη του γνωστού μύθου της Κύπριδας στα γεωγραφικά όρια που καθορίζονται από τον τίτλο, αλλά προσδίδει στη θεά συμβολικές διαστάσεις που παραπέμπουν στην ημικατοχή και «στην απελπισία της πατρίδας», καθώς και στον εμπαιγμό της από τη διεθνή διπλωματία: «Σε ακολούθησα, θεά, / μες στην απελπισία της Πατρίδας / ενώ το ποτάμι πλημμύριζε μέσα μου / καθώς κουβαλούσε το άλλο μου σώμα / μες στα καπηλειά της Παλιάς Πόλης / στην άλλη ακτή / στο άλλο λιμανάκι. […] Το σώμα σου […] κορμί κομματιασμένο / σχεδόν απρόσωπο / να το μοιράζονται τρόπαιο / στ’ ανατολίτικα παζάρια» (38). Ομόλογη είναι η ποιητική σκηνοθεσία στο ποίημα της Ντίνας Κατσούρη, «Και απέστρεψαν το πρόσωπό τους», μολονότι εδώ η θεά περιδιαβάζει στη Λευκωσία και όχι στην Πάφο: «Και η Αφροδίτη / πρόβαλε γυμνή / έτσι όπως την ξέβγαλε / η Πέτρα του Ρωμιού / και άρχισε να περιφέρεται / στους δρόμους της ημικατεχόμενης Λευκωσίας.[…] Να καταφεύγει στην πράσινη γραμμή / κι οι στρατιώτες / να αποστρέφουν το πρόσωπο».
Εξάλλου, στο ποίημα «Στην Παναγία του Άρακα», με κινηματογραφική τεχνική περιγράφονται κατά σειρά το εξωτερικό τοπίο, το εσωτερικό του ναού με έμφαση σε μια πανοραμική αποτύπωση των φωτογραφιών του ναού και τέλος με πολλές λεπτομέρειες η τοιχογραφία της Γεννήσεως. Στη συνέχεια, η εστίαση της προσοχής του ποιητικού υποκειμένου (τελευταία στροφή του ποιήματος) στην προτομή ενός δολοφονημένου από τους εισβολείς εθνοφρουρού ανατρέπει τον κυρίαρχο σε όλες τις προηγούμενες στροφές θρησκευτικό τόνο με τη λιτή αναφορά στο δράμα της Κύπρου: «Στον περίβολο του ναού / η προτομή του εθνοφρουρού / να σε κοιτάζει αδιάφορα / κάτω από τα μάτια του ήλιου / καθώς τα κυπαρίσσια στο βάθος του δρόμου / σκύβουν δουλικά να υποδεχθούν την Αφροδίτη / όπου έχουν εναποθέσει τα όνειρά τους» (42).
Παρόλα αυτά και παρά τη συνειδητή επιλογή της να συντηρεί ανοιχτό το τραύμα της ημικατοχής στην ποίησή της, η Κλ. Μακρίδου στο ποίημα «Η άλλη όψη της Πάφου» υπερβαίνει το φυλετικό μίσος. Το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα αυτό αποτυπώνει νοσταλγικά τη θετική του στάση απέναντι στην ειρηνική συνύπαρξη Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων: «Κάποτε τελειώναμε τις καλοκαιρινές βραδιές / στο «Πέλικαν» / με στίχους του Σεφέρη / τα χέρια απλωμένα προς το λιμανάκι / ενώ η Αϊσέ / με τα ωραία μάτια / μας τραγουδούσε τούρκικα τραγούδια. / Τώρα ποιος ξέρει πού να βρίσκεται» (44). Όμως, η στάση αυτή, καθώς αφορά το παρελθόν, δεν μεταστοιχειώνεται στη συλλογή που σχολιάζουμε σε μιαν εφικτή προοπτική υπέρβασης των διαφορών ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Στο ποίημα «Στη Σαλαμίνα την Κύπρια», στο οποίο ενσωματώνονται διακείμενα από την ποίηση του Γ. Σεφέρη και του Π. Μηχανικού, προβάλλονται τόσο η ιστορική μνήμη όσο και η ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων για την ενίσχυση της αγωνιστικότητας του λαού.
Τα ίδια στοιχεία εντοπίζονται στο «Η πόλη μου το Καϊμακλί» (50-53), το αρτιότερο, κατά την άποψή μας, ποίημα της συλλογής, όπου το βιωματικό στοιχείο και η ιστορική πρώτη ύλη συνυφαίνονται και εναρμονίζονται δημιουργικά. Όπως έχει σημειωθεί, στο ποίημα αυτό, «οι νοσταλγικές αναμνήσεις από τον γενέθλιο χώρο διαπλέκονται με τις εικόνες από την Πράσινη Γραμμή και τα άλλα σημάδια της ημικατοχής, μνημεία πεσόντων και αγνουμένων, αλλά και από την πικρία για την καθυστερημένη (μετά θάνατον) απόδοση τιμής στον πατέρα πολεμιστή του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου». Γράφει, για το τελευταίο θέμα, η Μακρίδου: «Η Ελευθερία, Πατέρα, ακόμη δεν ήρθε / κι εσύ έφυγες ανώνυμος, άδοξος / ξεχασμένος από Θεούς και Πολιτεία» (53).
Όπως και σε πολλά από τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, έτσι και στο «Η πόλη μου το Καϊμακλί» εντοπίζουμε τη δυναμική αντίθεση μνήμη-λήθη. Οι νεκροί παρουσιάζονται «ξεχασμένοι μες στο μνήμα τους / ν’ ατενίζουν καθημερινά τον Πενταδάκτυλο / κι αυτός να βογκάει φυλακισμένος» (51). Από την άλλη, η αγωνία για την τύχη των αγνοουμένων είναι βασανιστική: «Ποιος ξέρει πού να βρίσκονται σήμερα / ίσως σε κανένα πηγάδι στη Μια Μηλιά ή στην Ομορφίτα […] μες στη σκουριά και την αδιαφορία του χρόνου». Ευθύνη, λοιπόν, των επιζώντων είναι να θυμούνται και να θυμίζουν και, άρα, του ποιητή να συντηρεί ανοιχτό το τραύμα, για να καθοδηγεί τον λαό σε επαγρύπνηση και αγώνα. Εύστοχα, επομένως, υποστηρίχθηκε ότι η «μνήμη και η ευθύνη είναι βασικές έννοιες στην ποίηση της Κλ. Μακρίδου». Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως στην ποίησή της, ποίηση του τραύματος, όπως την ονομάσαμε, η άγρυπνη ποιητική συνείδηση παραμένει προσηλωμένη στο χρέος της, που είναι η αγωνιστική εγρήγορση: «Τούτη την πληγή / την κράτησα ανοιχτή / η ψυχή μου να ξαγρυπνά όταν κοιμάμαι» (54). Κεντρικό σύμβολο της αγωνιστικότητας στη συλλογή της Κλ. Μακρίδου είναι η μορφή του Ρε Αλέξη: «Κάπου εδώ κοιμάσαι, Αλέξη, / μέσα στις καρδιές μας / μέσα στο αίμα μας / μέσα στα όνειρά μας / […] Ακόμη κι οι μηδίζοντες / αναγνωρίζουν την ηχώ της φωνής σου».

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

 

Ο Φιλελεύθερος 29/10/2016

Κλεοπάτρα Μακρίδου: «Ρε Αλέξης», ιδιωτική έκδοση, 2015

 

Ποίηση-υπόλογος στην ιστορική μνήμη

Στη συλλογή «Ρε Αλέξης» η Κλεοπάτρα Μακρίδου, εν ολίγοις, λειτουργεί ως αναλυτικός χρονικογράφος, με έντονη, μακρά, ενδεχομένως κάποτε και εξεζητημένη αφηγηματικότητα. Ωστόσο, η ανασύσταση ενός μύθου, από μόνη της, δεν θα αρκούσε για να συντελεστεί μια ποιητική πράξη. Αν δεν συνυπάρχουν παραλληλισμοί και συγκρίσεις με τη σύγχρονη εποχή, με τους συμβολισμούς και τη σημειωτική της, εάν ο χωρόχρονος δεν διαρρηχθεί με όχημα τη φαντασία, εάν δεν ανατραπούν γόνιμα και δημιουργικά πολλές παράμετροι, ποίηση δεν συντελείται. Φρονώ ότι η Κ.Μ., πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ξεφεύγει επιτυχώς από τους πιο πάνω σκοπέλους. Κι αυτό είναι κάτι που αξίζει να σημειωθεί, καθώς η ποίηση πραγματώνεται. Και πραγματώνεται, κατά κύριο λόγο, μέσω της συχνής προσφυγής στην αρχαία ελληνική μυθολογία και ιστορία, και τις συμβολικές, εμβληματικές φυσιογνωμίες τους, όπως ο Σίσυφος, ο Όμηρος, ο Κίμωνας και άλλοι.

Έχω την άποψη ωστόσο ότι η ποιήτρια, αναπλάθοντας την εξέγερση του «Ρε Αλέξη», που συντελέστηκε το 1426, προσδίδει δυσανάλογα μεγαλύτερη διάσταση στην ελληνορθόδοξη πτυχή της και κατά συνέπεια φωτίζει αμυδρότερα την κοινωνική της πτυχή. Όμως η δεσπόζουσα αιτία της εξέγερσης είχε βαθύ κοινωνικό υπόβαθρο, αφού στην ουσία ήταν απότοκο της ανέχειας των άκληρων χωρικών στα χρόνια της φεουδαρχίας, υπό το ζυγό των Λουζινιανών.

Στο μεγαλύτερο μέρος του συνθετικού αυτού ποιήματος η Κ.Μ. βρίσκεται σε απευθείας πρωτοπρόσωπο διάλογο με τον κεντρικό ήρωα Αλέξη, γεγονός που λειτουργεί προσθετικά ως προς την αμεσότητα του όλου έργου.

Η ποιήτρια βλέπει τον «Ρε Αλέξη» ως εμβληματικό πρόσωπο αναφοράς μέσα στους αιώνες. Βλέπει τον ήρωα ως σύμβολο της κάθε εξέγερσης ενάντια σε κάθε κατακτητή, της κάθε εποχής, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας: «…Ρήγα Αλέξη, / διαχρονική συνείδηση / του μαχόμενου Κύπριου, / μες στα φέουδα / μες στα φουσάτα των κατακτητών…». (σελ. 21-22)

Η Κ.Μ. λειτουργεί και ως ιστορικός αναλυτής, τοποθετώντας την εξέγερση στο ιστορικό γίγνεσθαι των αιώνων: «Η επανάσταση σας, Αλέξη / τρεις αιώνες πριν την Γαλλική / κι έναν αιώνα πριν τον Πόλεμο των χωρικών / στη Γερμανία / έσπασε την παντοδυναμία / της ευρωπαϊκής φεουδαρχίας / έστω και για λίγους μήνες…». (σελ. 23) Ωστόσο, αφού φτάνει μέχρι τη Γαλλική επανάσταση, διερωτώμαι γιατί δεν προχωρά μέχρι και την Παρισινή Κομούνα έναν αιώνα αργότερα, που είχε τόσα κοινά με την εξέγερση του «Ρε Αλέξη». Κατ’ αρχάς αμφότερες οι εξεγέρσεις είχαν ουτοπικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου και μια κοινή ποιητική διάσταση, που θα μπορούσε να αναδειχθεί στο εκτενές ποίημα της Κ.Μ.

Στη συνέχεια πιστεύω ότι η ποιήτρια αστόχως ή μάλλον ατυχώς, χαρακτηρίζει το «Ρε Αλέξη» «σύμβολο Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα» (σελ. 24), διότι στην εποχή που έζησε και έδρασε ο ήρωας, τα έθνη δεν είχαν καν διαμορφωθεί! Τα έθνη, όπως πολύ καλά έχει τεκμηριώσει η ιστορική επιστήμη, αρχίζουν να διαμορφώνονται στα τελευταία χρόνια της φεουδαρχίας και στα πρώτα πρώιμα χρόνια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η Κύπρος του Ρε Αλέξη, όμως, απείχε πολύ από αυτή την εποχή. Άρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εθνικούς αγώνες.

Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια της ποιήτριας να δώσει έμφαση στη διαχρονικότητα της σκλαβιάς και της κατοχής στην πατρίδα μας. Να αναδείξει κοινούς τόπους, ομοιότητες και ταυτοσημίες. Και να προβεί σε προεκτάσεις ευθύβολες ή και υπαινικτικές, που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας: «…τα τραγούδια στο λαιμό ξεράθηκαν / μες στους αιώνες…». (σελ. 25) Η συνέχεια, η επανάληψη και η διαχρονικότητα υποδεικνύονται διαρκώς: «Όπως πάντα στην ιστορία / φυσάει διαβολεμένος αέρας!». (σελ. 27)

Βέβαια, ο παραλληλισμός και η συνομιλία με την τραγωδία του ’74 γίνονται κάποτε ονομαστικά και επί λέξει: «Στο ξερό πηγάδι της Άσσιας / συνάντησες Αλέξη, / τα εκατό πτώματα των Ασσιωτών / γυναικόπαιδα, γέρους…». (σελ. 29) Και αμέσως μετά η καθολίκευση και η διάρρηξη αιώνων και εποχών: «Κάθε πηγάδι / συναξάρι νεκρών / γνωστών και άγνωστων / Κι εσύ, Αλέξη, / να σκοντάφτεις συνέχεια / πάνω στο πτώμα του Κίμωνα». (σελ. 29-30)
Λυπούμαι πραγματικά που στο τέλος είμαι υποχρεωμένος να το σημειώσω και αυτό. Έχω τη γνώμη ότι η ποιήτρια -ενίοτε και πολύ σπανίως- διολισθαίνει στο δέλεαρ ενός εντυπωσιοθηρικού βερμπαλισμού, ενός πομπώδους ρητορισμού, που μοιραία την προδίδει στο αισθητικό επίπεδο και λειτουργεί υποσκαπτικά για την όλη προσπάθειά της.

Ολοκληρώνω με τα εννέα αυτόνομα ποιήματα που παρατίθενται στο τέλος της συλλογής, όπου η ποιήτρια συνεχίζει να πραγματεύεται έννοιες όπως η μνήμη, η ιστορία, η ιστορική μνήμη κλπ. Και νιώθει βαθιά υπόλογη απέναντι σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, όχι μόνο από το βάθος του τότε, αλλά και από το ύψος του σήμερα: «Πυρακτωμένη λάβα / η μνήμη ξεφυτρώνει μέσα απ’ τη στάχτη / απειλητική σαν σπαθί… /…Κι όπως η ιστορία σε βλέπει / μόνο όταν την βλέπεις, / έτσι και η Σαλαμίνα. / Κομμάτια από την ένδοξη ζωή της σου ανήκουν, / αν ένδοξη είναι η ζωή σου…» (σελ. 49). Θεωρώ τους πιο πάνω στίχους μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s