ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ

1-%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%b1

 

 

Η Λίνα Φυτιλή γεννήθηκε στη Λάρισα, ζει στον Αλμυρό Βόλου κι εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Το 1997 δημοσιεύτηκε το βιβλίο της «Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας». Τη χρονιά 2003/2004 εκδόθηκε η εργασία της «Η Ευέλικτη ζώνη στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση», σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς και μαθητές, από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου)
Το 2011 εκδόθηκε το μυθιστόρημα «Τώρα είναι αργά», το 2014 ακολούθησε η ποιητική συλλογή «Μυθική μέρα» και το 2016 τα διηγήματα «Παράξενο καλοκαίρι»

 

 

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf1-1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%be%ce%b5%ce%bd%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86

μυθική μέρα (2014)

ΑΙΘΟΥΣΕΣ

Τα πρωινά,
όταν μεταμορφώνεσαι σε ξυπνητήρι,
όταν γίνεσαι αναλώσιμο γραφείου,
συρραπτικό
Ή φθαρμένο ντοσιέ,
τιμολόγιο σε κάποιο γκισέ
νιώθεις το μηδέν ολοστρόγγυλο
να γλιστράει μέσα στα δάχτυλά σου.

Ένα χρυσόψαρο λάμπει
στο στομάχι σου,
το πελώριο παγόβουνο που πλέει
προς το Βορρά
αλλά δε λιώνει,
δε λιώνει
η αναπνοή σου,
από την ανυπομονησία
σε μια στριφογυριστή σκάλα.

Ο ελεύθερος χρόνος
αστείο για ανιστόρητους, σκέφτεσαι
βγαίνοντας βιαστικά έξω
ενώ το φεγγάρι
τρυπάει την κοιλιά του,
πιάνει κουβέντα με την τρελή γιαγιά σου
που περνάει τον καιρό της
σε κάποιο ίδρυμα
βλέποντας νοικιασμένες ταινίες.

 

ΟΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΣ

Θα στείλω τις λέξεις μου
στην κατασκήνωση
ένα καλοκαίρι,
ντυμένες μ’ άσπρα ρούχα
να ξεσηκώσουν
όσους πρόωρα γερνούν.
Θα τους κρατούν
παρέα τα μεσάνυχτα
κι εκείνοι έκπληκτοι
θα τις κοιτούν
να λεν χορεύοντας
τα ακονισμένα τους τραγούδια.

 

ΑΧΤΙΔΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ

Τα πράγματα είναι στη θέση τους
Η άκρη του νιπτήρα,
τα πόδια στο οβάλ τραπέζι,
το λευκό άδειο φλιτζάνι.
Ψυχές δεν τριγυρίζουν
τ’ όνομά μου,
η ζωή από απόσταση γυρίζει.

Στον κήπο
χιόνι απάτητο.
Μια αχτίδα έχει φυτρώσει στον πάγο.

Αν ήμουν κάποια άλλη
θ’ άλλαζα
τα παπούτσια μου,
το σπασμένο χερούλι του απογεύματος,
τις σακούλες κάτω από τα μάτια της πόλης.
Αν ήμουν κάποια άλλη
Θ’ ακολουθούσα το δρόμο μέσα στο ποίημα
της σελίδας 125
αργά τη νύχτα

Μα όποια κι αν είμαι
Δεν με πιστεύουν πια 

 

ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ

Σε βλέπω στον ύπνο μου

είσαι δεκάξι
με την παλιά φωνή,
το γέλιο σου το φωταγωγημένο

και λέω
μήπως ξεχάσω τη χρονιά του ’90
που έμπασε τη θάλασσα στο σπίτι-

Θηρίο της αποκάλυψης-
αν έγραφα το ποίημα
απόψε-

θα είχες
κάτι από την αύρα
των ψυγείων

στα μαλλιά σου

 

ΡΟΖ ΑΣΒΕΣΤΗΣ

Τις μέρες που
ένα γκρίζο πουλί
στέκεται δίπλα στα φύκια
με το ράμφος τεντωμένο,
κάνεις νοερούς κύκλους δερβίση
γύρω απ’ το ίδιο σημείο.

Ένα ζεστό κι υγρό απόγευμα
σε φως ξέπνοο
η μνήμη,
ένα ανοίκειο σώμα
σε άγνωστη χιλιετία,
ρίχνει πασιέντζες
πάνω στο χάρτινο κιβώτιο
του πατρικού σου σπιτιού.

 

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Νωρίς το πρωί
θα βρω
τα χέρια και τα πόδια μου,
το δρόμο της επιστροφής,
τη μάνα σε απόγνωση
να κρατάει την τύχη μου
σε μια ξύλινη κορνίζα

δίπλα μια χούφτα κάρβουνα
στο τζάκι
να σβήνουν
τους θορύβους της μέρας
και τις μεταμορφώσεις
για τις οποίες είναι
φτιαγμένο-

– αν όχι σήμερα,
αύριο,
του χρόνου –

αυτό που ξεπερνάει
τις δυνάμεις μου.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Καθ’ οδόν

Την ώρα
Που βασίλευε η μουσική
Έφεγγε το αιώνιο σκοτάδι.
Περπατώντας
Σαν τιμωρία
Στον ταπεινό λόφο,

Είδα κάτω στα παράθυρα
όπως σε όνειρο
Τρεις γενιές πίσω,
Οικογένειες αγνώστων
Να τσουγκρίζουν
Μέσα στη νύχτα
Τα ποτήρια τους.

Σε μια διάλεκτο άγνωστη
Έλεγαν εις υγείαν
Κι εκείνη η κλειστή ψυχή
Του νοήματος
Δεν άνοιγε με τίποτα
Την πόρτα,
Κάτω απ’ τα φώτα
Του κεφιού
Να δω τα πρόσωπά τους,
Μήπως μάθω,
Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι
Από πού ήρθαν

 

Φυγή

Είναι μια ύπουλη γροθιά
Το πρωί
Ένα ημερολόγιο
που καταγράφει απουσίες.

Κι η ομοιομορφία των τοίχων,
Η τύψη της φωνής
Στον ώμο σου τον πένητα.

Δε θα δω πια τίποτα
Από της εβδομάδας
Τα συμβάντα,
Τα ίχνη των βημάτων,
Κι απ’ τους αγίους που
εξημερώνουν
περιπλανώμενα σκυλιά.

 

Ώρα οχτώ και μισή

επιστρέφουν
καβάλα με τον έφορο
η θεία Καίτη,
οι ανθισμένες νεραντζιές,
το φεγγάρι
στον ακάλυπτο −

τα χρόνια μου που πιο
βαθιά από ρυτίδες
κόβουν −

Παίζουν την ιστορία
στα δάχτυλα,
ορμούν στο αλώνι με
τις μαργαρίτες

και θάλλει − η εκτός τόπου
παρουσία σου −

ψηλώνουν τα χορτάρια

 

 

Δημοσιευμένα στον ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΥΡΗΝΑ

ΑΕΡΙΝΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ισοπεδωμένη εποχή
σαν εξαπάτηση
Πώς ν΄ αναγνωρίσουμε
τα τραγούδια των νεκρών παιδιών
ακούγοντας
κουαρτέτα εγχόρδων
Πώς να μιμηθούμε
τις αέρινες κινήσεις
της ξυπόλυτης χορεύτριας
Εμείς που απομακρυνθήκαμε
ηθελημένα
από τα θαύματα
Δένοντας σκοινί κορδόνι
το φουλάρι της
κάτω από τις ρόδες
του αυτοκινήτου
Ξεχάσαμε τελείως ότι
ο χορός έβγαινε
από κάποια άλλη τρύπα
στο κεφάλι της
Ισιδώρας Ντάνκαν.

 

ΦΥΣΙΚΗ ΠΡΟΕΚΤΑΣΗ

Τακτοποιώντας ζητήματα
όπου η ενοχή δεν επαληθεύτηκε
μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας,
παράνομες ρίψεις βεγγαλικών
δυο τρία πέναλτι σε άδειο τέρμα
που δεν εκτελέστηκαν,
κοροιδευτικά γέλια,
αισχρά πειράγματα,
αναπάντεχες επισκέψεις

Πέφτω στο τελείωμα μιας Κυριακής
που δε θα γίνει ποτέ Δευτέρα
(μάλλον σταμάτησε το ρολόι του τοίχου)

Κι αφού ο χρόνος μου είναι
μια εκκρεμότητα ανοιχτή,
το τέλος θα ΄ναι μια ροή
που δεν επιστρέφει.

 

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ 78 ΣΤΡΟΦΩΝ.

Σαν τομή ανασκαφής
το πρόσωπό της
Κεντραρισμένη φωτογραφία
την κοίταζα
Καθώς έβγαινε από την τουαλέτα
τρεκλίζοντας ελαφρά
ως το χείλος του πεζοδρομίου
Τα μάτια της παπαγάλιζαν
τις στροφές του δρόμου
Πόσο αναποτελεσματική άμυνα
το ποτό στην μοναξιά,
είπε ένα αγόρι με υπερμεγέθη μάτια,
καρφωμένα στον πίνακα ανακοινώσεων
του Κτελ

Αμέσως μπήκαν όλοι
σε ένα λεωφορείο με τεράστιους γιακάδες
Τους ακολούθησε βουβά
πεσμένη στα γόνατα

Η θεσσαλική ενδοχώρα χανόταν
κι η δίδυμη αδερφή μου,
ζαλισμένη ακόμα
Νόμιζε ότι έβλεπε το Θεό
(να περνάει)
έξω από το τζάμι
Αλλά αυτός ξεροστάλιαζε
σε ένα στασίδι
πολύ μακριά
Ακούγοντας ψαλμούς
σε δισκάκια
78 στροφών.

 

ΝΗΣΟΣ

Όταν στο μισοσκόταδο
τη βαλίτσα σου ετοιμάζεις
για κάποιο μακρινό νησί
δεν μιλάς
για τη Χαβάη, τα Κανάρια νησιά,
τις Εβρίδες,
τη Σαντορίνη,
προορισμούς που όλοι θέλουνε να πάνε.
Δεν λες λέξη
για το Τριστάν ντα Κούνια,
τα Φερόες,
τη νήσο των Χριστουγέννων.
Μόνο για τη νήσο της Θλίψης
μιλάς,
με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα
και το άδειο δωμάτιο
που της μοιάζει
ο εύθραυστος γυάλινος κόσμος.

 

Από το «Ποιείν» 27/11/2013

ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ.

στον Βασίλη Στεριάδη

Ο ποιητής γεννημένος το 47
Η ποιήτρια το 74
Μια αναστροφή αριθμών
σαν του αρχαγγέλου το φτερό
και το ποίημα
περνά στην αιωνιότητα
με το ιδιωτικό του αεροπλάνο.
Αχ μωρέ Βασίλη
έξω βρέχει άπλετο φως καλοκαιριού
και του Παγασητικού το κάμα
ενώ το τρίτο σου αδέκαστο μάτι
περνάει και με κόβει γυαλί
μπροστά από τη Νέα Ιωνία.

Ζηλευτός από τα κυπαρίσσια
Με τα ποιήματά σου υπό μάλης,
λες κι έπεσες από τον ουρανό
με τους άσσους των γηπέδων
στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη,
ή στο τέρμα της Ιάσονος
κι έγιναν οι προσδοκίες απαιτήσεις
μέλλοντες αόριστοι, αμίμητα ζώα,
σκυλιά που γαβγίζουν τις νύχτες
στην αρχή της άλλης πόλης.
Μόνο πρόσεχε τις λέξεις αναρριχώμενα
Μη σε πάρουν κάποιο βράδυ στο λαιμό τους
ή πάρουν εργολαβία το ποίημα
– κι είναι το τελευταίο σου

 

ΑΟΡΑΤΗ

Θα στην έχουν στημένη
οι εντυπώσεις,
οι ήχοι στα αυτιά της πόλης,
τα μπαλκόνια όπου
φυτρώνουν σγουρά κεφάλια.

Στην πλατεία
που στέκεσαι
τίποτα δεν είναι ίδιο-

κάτω από φώτα κίτρινα
τα χέρια που κινούν τα νήματα
κόβουν αέρα και θερίζουν.

Κι αν ακόμα θυμάσαι,
την Εδέμ τη χάσαμε
σε άλλη εφηβεία

δίσεκτη -εκ γενετής-

χωρίς να πούμε λέξη
για τη λόξα του κόσμου,
αυτή την αόρατη γυναίκα
που είχε τα μάτια σου

 

ΤΑ ΚΑΝΟ

Στις έρημες αποβάθρες
οι περαστικοί
δεν ξέρουν κολύμπι.

Πίνουν το αμίλητο νερό τους
διαβάζουν τύχες ναυαγών,
σηκώνουν τα βάρη τους
με φουσκωτό’

Από καιρό σε καιρό
κοιτούν τη θάλασσα
να τρώει τα νησιά της

Μάταια περιμένουν
πλοία σωτηρίας,
καραβίσια φώτα,
σωσίβιες λέμβους

Τους πνίγουν
μια νύχτα ασέληνη
σε κανό
made in China

 

ΆΣΣΟΣ ΣΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

( στο νέο τεύχος του Intellectum…)

Μας πετούσε
τους κύβους της ζάχαρης
στα μάτια,
χαλίκια στο στόμα

ο θυμός τρέφει το βλέμμα
έλεγε,

Μα ποιος φανταζόταν

πριν θάψει στην κοιλιά
την τρέλα του
πως θα έριχνε τις κατάρες
βροχή

 

 

 

ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ   (2016)

(Δυο αποσπάσματα)

Σύρματα σιωπής

Το πρόσωπο της μοναξιάς απομάκρυνε κάθε νησίδα ασφαλείας κι ας ισχυριζόσουν ότι δε σ’ ένοιαζε. Δε σ’ ένοιαζε στον βαθμό που ξυπνούσες με το κεφάλι σου σαν βαριά πέτρα μετά από άπειρες ώρες στριφογυρίσματος στο σπίτι. Το παρόν το παρακολουθούσες στον τοίχο σε μια φανταστική οθόνη,
σε φάσεις ακατάπαυστης επαγρύπνησης. 0 ύπνος ερχόταν χαράματα, όταν έπεφτες ξερός στο κρεβάτι. Άλλες φορές κατέφευγες σε κάποιο υπνωτικό χάπι για λίγη ξεκούραση, αλλά ούτε τότε ξυπνούσες ευχαριστημένος.
     Μιλούσαμε στο τηλέφωνο, όταν είχε πια ξημερώσει. Από το παράθυρο έριχνες μια κουρασμένη ματιά στην πόλη.
     Μια πόλη πήχτρα που χωράει μισή στο κάδρο, μια πόλη με σπασμένα πλευρά, έλεγες.
     Την αγαπούσες, αφού ζούσες εκεί, σου απαντούσα.
   …

Τα πράγματα που μας συντροφεύουν

Έφτασα στο σημείο με τους χιονανθρώπους.
Γονάτισα μπροστά τους, άρχισα να τους αγγίζω έναν έναν, με τη σκέψη ότι ένα χάδι θ’ απάλυνε τη λύπη από τα πρόσωπά τους.
Με τον δείκτη μου σχημάτιζα φευγαλέα χαμόγελα, να σβήσουν οι πληγές των στομάτων, ν’ ανακουφιστούν. Μου φάνηκε ότι αυτό το άγγιγμα τούς άλλαξε πολύ, γιατί μου έφερε στον νου τον στίχο του αγαπημένου μου τραγουδιού, «πρίγκηπες μιας νιότης τόσο μακρινής», πλάσματα που είχαν γνωρίσει αρχικά τη χαρά και μετά τη λύπη αυτού του κόσμου, σαν αληθινοί άνθρωποι και τώρα είχαν μια πιθανότητα, μια ύστατη ευκαιρία να ξεφύγουν απ’ αυτή.
Τα χέρια μου είχαν ξυλιάσει από το κρύο αλλά δεν μ’ ένοιαζε.
Μια παράταση χαράς, σκεφτόμουν, κοιτάζοντας τον ουρανό. Αυτό χρειάζομαι. Αυτό χρειάζονται όλοι. Μια παράταση.

ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ

 

Γιώργος Λίλλης

Η μυθική μέρα, της Λίνας Φυτιλή είναι ένας παράπλευρος κόσμος που συνυπάρχει με την πραγματικό. Τα ποιήματά της, αποκαλύπτουν την αξία του μύθου μέσα στις ατραπούς της καθημερινότητάς μας. Θα έλεγα πως οι στίχοι της είναι ένα μανιφέστο που επιθυμεί να επαναφέρει τον μύθο στη ζωή μας. Παλιότερα ο μύθος έπαιζε σημαίνοντα ρόλο στους ανθρώπους. Πιστεύω πως χάσαμε τον κρίκο εκείνο από την στιγμή που γίναμε πιο πραγματιστές. Ή όταν χάσαμε την παιδικότητά μας και εγκλωβιστήκαμε στην στιβαρή ενηλικίωση. Η Φυτιλή αναζητά τα αίτια γι΄ αυτή την απώλεια:

Τα πρωινά,
όταν μεταμορφώνεσαι σε ξυπνητήρι,
όταν γίνεσαι αναλώσιμο γραφείου,
συρραπτικό
Ή φθαρμένο ντοσιέ,
τιμολόγιο σε κάποιο γκισέ,
νιώθεις το μηδέν ολοστρόγγυλο
να γλιστράει μέσα στα δάχτυλά σου.

Σπάνια έχω διαβάσει ένα τόσο καίριο ποίημα, που να μιλά για την φυλακή της καθημερινότητας, για τον αγώνα να απελευθερωθούμε από το γίνουμε αντικείμενα. Είναι τραγική η διαπίστωση ότι ζούμε τόσο πεζά, όπου ο χρόνος μας μετατρέπει σε μηδενικά μέσα στην συνεχόμενη επαναλαμβανόμενη κίνηση προς το άγνωστο. Τελικά τι είμαστε; αναρωτιέται η Φυτιλή. Έρμαια των συνθηκών, ή συναισθηματικά όντα που αποζητούν την ελευθερία;

Όταν με τη σειρά σου,
μάθεις να είσαι
με τα πράγματα
κι όχι με τις λέξεις,
τότε
ένας ωκεανός
σε μικρογραφία
πίσω σου,
θα παίζει αμφιταλαντευόμενος
τη σκηνή
όπου οδύνη κι ηδονή
απέχουν
στον τυφλό καθρέφτη σου
Ενός λεπτού σιγή.

Η Φυτιλή πιστεύει στον άνθρωπο. Στην δύναμη των αισθήσεων. Αναζητά το μύθο πίσω από τις έννοιες, το θαύμα πίσω από το μεγαλεπήβολο. Ο σε μικρογραφία ωκεανός στον τυφλό καθρέφτη, όπου μπορείς να φανταστείς ή να ονειρευτείς αυτό που είσαι ή αυτό που θα ευχόσουν να είσαι. Οι στίχοι της, ώριμοι, διαυγείς, δείχνουν ένα δρόμο μέσα στο χάος με το συναίσθημα να παίζει τον κυρίαρχο ρόλο του καθοδηγητή κι όχι η λογική που μας στερεί πολλές φορές να αισθανόμαστε την υπέρβαση στη ζωή μας. Βρίσκω στα ποιήματά της την κατασταλαγμένη σοφία των Σούφι της ανατολίτικης φιλοσοφίας, κι έναν προσεγμένο λυρισμό, χωρίς περιττά στολίδια, που δημιουργούν όχι μόνο εντυπωσιακές ποιητικές εικόνες, αλλά και προσφέρουν, το πιο σημαντικό, ιαματική ομορφιά για όλα αυτά που δεν χάνονται μέσα στο χρόνο και που μας καθορίζουν:

Δεν ξέρω
από που έρχονται
τα χειροκροτήματα,
οι παθιασμένες ζητωκραυγές
απ΄ τον εξώστη, τον ουρανό
από κάποια φυγόκεντρη στροφή
του δρόμου ίσως,
όταν μπαίνω σε μια λίμνη βαθιά
όπου τα νερά είναι κρύα,
οι ήχοι βουβοί
κι η νύχτα, από
χίλιες και μία ζωές αγνώστων

σπαρμένη φώτα δίπλα,
ετοιμάζεται
αναπάντεχα
να εκραγεί.

 

 

ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

θΑΝΑΣΗΣ ΝΙΑΡΧΟΣ

ΝΕΑ 3/7/2016

Θα χρειαστεί κάποια στιγμή να αντιμετωπιστεί σοβαρά μια πάγια ασθένεια των περισσότερων εκδοτικών οίκων να φαντάζονται πως τα οπισθόφυλλα,
των αφηγηματικών ιδιαίτερα βιβλίων, δικαιολογούνται μόνον όταν υπάρχει το
ενδεχόμενο να λειτουργήσουν ως κράχτες. Ανεξάρτητα αν ευθύνεται ο ίδιος
ο συγγραφέας τους ή ένας επιμελητής τους. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στο
οπισθόφυλλο του βιβλίου διηγημάτων της Λίνας Φυτίλη με τον τόσο επίκαιρο αυτή την στιγμή τίτλο ·<Παράξενο καλοκαίρι»; «Δώδεκα ιστορίες για τις ανθρώπινες σχέσεις και τα κενά που αφήνουν, για τη συγκυρία που θολώνει την σκέψη, για όνειρα που ξαναγεννιούνται μέσα από τις στάχτες τους. Παρόν και παρελθόν βαδίζουν χέρι-χέρι πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Άνθρωποι καθημερινοί αναζητούν τρόπους πίσω από σημαντικά ή ασήμαντα γεγονότα για να ανατρέψουν την πορεία της ζωής τους. Ψάχνουν τις αντιστάσεις τους σε έναν κόσμο όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά».
Καταρχάς αν συνέβαιναν όλα αυτά μέσα στα δώδεκα – κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέροντα – διηγήματα της Λίνας Φυτίλη θα χρειάζονταν τετραπλάσιες το λιγότερο σελίδες σε σχέση με τις 136 που αριθμεί σήμερα το βιβλίο. Και κατά δεύτερο λόγο, δεν θα χρειαζόταν να διαβάσει κανείς τα
οκτώ δέκατα της υπόλοιπης πεζογραφικής παραγωγής του τελευταίου χρόνου, αφού το «Παράξενο καλοκαίρι» θα είχε καλύψει με τη θεματολογία του – όπως καταγράφεται στο οπισθόφυλλο – κάθε άλλη πεζογραφική επιλογή.

Η ανακολουθία

Όσο και αν φαίνεται ηθικής τάξεως προβληματισμός που θα είχε τη θέση του σημειώνοντας κανείς τις επιφυλάξεις του για ένα δοκιμιακό βιβλίο, δεν μπορεί να μην υπογραμμίσει την ανακολουθία ανάμεσα στο βαρύγδουπο της έκφρασης «ψάχνουν (οι ήρωες) τις αντιστάσεις τους σε έναν κόσμο όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά» σε σχέση με τις συμπεριφορές τις υλοποιημένες υπό τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα των διηγημάτων. Όπως για παράδειγμα η Ελένη στο «Μια Δευτέρα γεμάτη άνοιξη» ή η Γλυκερία στο «Δίχτυ της μνήμης» ή η χωρίς όνομα ηρωίδα της «Πισίνας» που η συμπεριφορά
τους ακολουθεί μια λογικά φορά – χωρίς αυτά να τις κάνει λιγότερο σημαντικές – με αποτέλεσμα «οι αντιστάσεις σε έναν κόσμο όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά» να φαντάζει σαν ένα ρούχο που αν συμβεί να το φορέσουν θα αισθανθούν ότι γίνονται συναρπαστικές.
Αδυνατεί ωστόσο να αρνηθεί κανείς την ύπαρξη μιας ατμόσφαιρας σε όλα τα
διηγήματα, που αν συνέπιπτε σε μεγαλύτερο βαθμό με τις κινήσεις των προσώπων που είναι εγκατεστημένα μέσα σε αυτά, το αποτέλεσμα θα ηχούσε πιο φυσιολογικό. Αφού τελικά ένας πεζογράφος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος που διαθλάται μέσα του ο κόσμος ώστε οι ανθρώπινες σχέσεις και η συμπτωματική συνάντηση των ανθρώπων που επιλέγει ως ήρωες του, ή μια συνάντηση που δεν θα συντελεστεί ποτέ, κουμπώνουν ανάμεσα τους με έναν τρόπο που να αποφέρει ένα τελεσίδικο αισθηματικό αντίκρισμα.

Στερεή συρμαγιά

Η αγωνία της Λίνας Φυτίλη να δημιουργήσει κάτι πρωτότυπο ή να μην της ξεφύγει μια πρωτοτυπία που την αισθάνεται να καραδοκεί πίσω από κάθε συμβατική όψη της ζωής την κάνει να μετατοπίζει διαρκώς το κέντρο βάρους στα διηγήματά της και ενώ η συρμαγιά των χαρακτήρων της είναι τόσο στερεή, τελικά μένεις με μια έντονη αίσθηση απορίας ως προς το τι ακριβώς την ενδιαφέρει. Όπως αίφνης στην «Πισίνα» με τον ομοφυλόφιλο Στέφανο που τον ορέγεται η ηρωίδα – έναν άντρα τόσο γοητευτικό που θα μπορούσε
να τον ερωτευτεί κάθε γυναίκα -. ενώ ο ίδιος ερωτευμένος με τον Αλέξη (την
μόνη πληροφορία που έχουμε γι’ αυτόν είναι άτι φοράει ένα αποκαλυπτικό μαγιά) έχει ως αποτέλεσμα το διήγημα να μένει κυριολεκτικά στον αέρα. Εκτός και αν ως «τέλος» του διηγήματος μπορεί να θεωρηθεί ο πνιγμός του Στέφανου – χωρίς πάλι να διευκρινίζεται αν πρόκειται για αυτοκτονία ή για έγκλημα – με το έμμεσο επιμύθιο πως ό,τι αγαπάει κανείς μεταβάλλεται τελικά σε έναν θανάσιμο βρόχο – ο Στέφανος κυριολεκτικό λάτρευε το
υγρό στοιχείο. Με μια άλλης τάξεως και ποιότητας μετατόπιση βάρους στο «Δίχτυ της μνήμης» καθώς φυσιολογικότερη θα φαινόταν η ομολογία όσον αφορά την ερωτικά συγκίνηση που προκαλεί η ανάμνηση ενός στιβαρού Κρητικού στην ηρωίδα σε σχέση με το επίμονο οε όλο το διήγημα αντιφέγγισμα της ίδιας και μιας φίλης της στην τζαμαρία ενός τσιπουράδικου.
Θα ήταν αδικαιολόγητο να ζητά κανείς από έναν πεζογράφο την ύπαρξη ενός συγχρόνου προβληματισμού, φτάνει όμως να μην τον έχει υπαινιχθεί ο ίδιος. Διαφορετικά ακόμα και η μνεία για την αγωνία
που αισθάνεται ένας ήρωας ότι ενδέχεται να απολυθεί θα απέτρεπε το διήγημα να πάρει τη μορφή ενός εσωτερικού μονολόγου ή ένας άντρας που σωριάζεται νεκρός στον γκισέ της εφορίας να μεταβάλλεται σε παρωνυχίδα στην εξέλιξη μιας καθ’ όλα ενδιαφέρουσας ιστορίας.

 

 

ΡΑΝΙΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΡΗ

Η παρούσα συλλογή 12 διηγημάτων είναι το τέταρτο λογοτεχνικό έργο της εκπαιδευτικού Λίνας Φυτιλή (γενν. 1974, Λάρισα). Προηγήθηκε η νουβέλα Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας (Καστανιώτης, 1997), το μυθιστόρημα Τώρα είναι αργά (Απόπειρα, 2011) και η ποιητική συλλογή Μυθική μέρα (Ενδυμίων, 2014).

Κάθε διήγημα της εν λόγω συλλογής αποτελεί έναν διαφορετικό, οικείο όμως κόσμο. Όλες οι ιστορίες, εκτός από τον «Αράπη», διαδραματίζονται στο σήμερα ή ανάμεσα στο σήμερα και το χθες, με τη συγγραφέα να μπαινοβγαίνει με άνεση στη γυναικεία και την ανδρική ψυχολογία, αφού στις μισές ιστορίες ο κύριος χαρακτήρας ανήκει στο ανδρικό φύλο –αγόρι, νέος ή άντρας– και στις υπόλοιπες στο γυναικείο –κορίτσι, κοπέλα ή γυναίκα–, άνεση που παρατηρείται και στα διαφορετικά ηλικιακά τους γνωρίσματα.

Το πρώτο διήγημα, «Τα σεντονάκια», μια γλυκόπικρη ιστορία θερινής ανεμελιάς που εξελίσσεται σε θλίψη αποχωρισμού, μας εισάγει στο ύφος που χαρακτηρίζει εν γένει τη συλλογή· ύφος νοσταλγικό αλλά στέρεο, οικείες εναλλασσόμενες εικόνες, που συνήθως κλιμακώνονται επιφυλάσσοντας μια έκπληξη για το τέλος της ιστορίας, γνώριμοι ήχοι που σβήνουν με τρόπο απροσδόκητο, καθώς: «Στα όνειρα, όλα επιτρέπονται. Είχαμε κι εμείς όνειρα κάποτε, τραγούδια που αγαπούσαμε και τα ψιθυρίζαμε κλεφτά. Επιθυμίες, που τις κατάπιαν οι εποχές» («Ο Αράπης», σελ.28).

Ιστορίες διαχρονικής αγάπης μπλέκονται με ιστορίες διαχρονικής, πολυεπίπεδης προδοσίας, ιστορίες ανοιχτές σε ερμηνείες, που κορυφώνονται σ’ ένα εξίσου ανοιχτό ερμηνευτικά τέλος: «Ελευθερία και έρωτας. Δεν είναι εύκολο να συνυπάρξουν», λέει αυτή. «Εμείς βρήκαμε έναν τρόπο», λέει αυτός (σελ.35). Αξιοσημείωτη θεματική ποικιλία, καθώς το ενδιαφέρον της συγγραφέως εστιάζεται και στην ψυχολογία του νεαρού μετανάστη, στην ανάγκη του νέου ανθρώπου να νιώσει αποδεκτός, στην έννοια της πατρίδας, που ίσως για κάποιους να είναι εξίσου ρευστή με την επιφάνεια μιας λίμνης («Μια πατρίδα για τον Σεργκέι»).

Κοινός άξονας σε κάποιες ιστορίες είναι το άρπαγμα από τις αναμνήσεις του παρελθόντος για την αντιμετώπιση του σκληρού παρόντος («Τα πράγματα που μας συντροφεύουν», «Το δίχτυ της μνήμης»). Σε κάθε περίπτωση, οι χαρακτήρες προσεγγίζονται από άλλη σκοπιά και τα διηγήματα δομούνται με διαφορετικό τρόπο, ωστόσο έντεχνα παρουσιάζονται οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην καθημερινότητα ανθρώπων πάνω στην ακμή τους, που έχουν ζήσει και νοσταλγούν μιαν αλλιώτικη ζωή.

Στο διήγημα «Η πισίνα» παρατηρείται ύφος πιο αποσπασματικό, και πάλι όμως η εποχική δουλειά, ο εποχικός έρωτας και ο εποχικός πόθος κλιμακώνονται σε μια κατάσταση ζοφερή, που ασφαλώς και δεν είναι εποχική, έρχεται όμως αμέσως μετά η ιστορία «Μια Δευτέρα γεμάτη άνοιξη» για να προσφέρει στον αναγνώστη τη δροσιά και την αισιοδοξία της άνοιξης. Το «Παράξενο καλοκαίρι», που δανείζει τον τίτλο του σε όλο το έργο, είναι πράγματι το πιο παράξενο διήγημα της συλλογής. Και πάλι, έχουμε μια ιστορία ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες – από την πιο αθώα, εφηβική, αν και παραληρηματική, εκδοχή, έως τη μεταφυσική προσέγγιση ενός υπεραισθητού κόσμου.

Η Λίνα Φυτιλή, κατέχοντας τα μυστικά της μικρής φόρμας, παρουσιάζει δώδεκα καλοδομημένα διηγήματα διαφορετικών καταστάσεων και χαρακτήρων, τα οποία, είτε συνδέονται εσωτερικά μεταξύ τους είτε όχι, αποτελούν ένα αρμονικό σύνολο, στον κόσμο του οποίου αξίζει να περιηγηθεί κανείς.

 

 

ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΠΟΓΙΑΝΟΥ

Αυτό που σε στοιχειώνει

Αυγή 7/6/2016

«Τι είναι αυτό που σε στοιχειώνει;» αναρωτιέται ο Σεργκέι κολυμπώντας μέσα στα παγωμένα νερά της λίμνης, αυτής της ρευστής επιφάνειας, που αντιπροσωπεύει τη μόνη πατρίδα.

Στοιχειωμένοι, άνθρωποι που κατοικούνται από φαντάσματα, είναι στο σύνολό τους οι ήρωες των δώδεκα διηγημάτων υπό τον τίτλο «Παράξενο καλοκαίρι» της Λίνας Φυτιλή.

Η έντονα νοσταλγική διάθεση του πρώτου διηγήματος δίνει τη θέση της στον σπαρακτικό «Αράπη» και «στις επιθυμίες που τις κατάπιαν οι εποχές». Στο αμέσως επόμενο, η «Παρείσακτη» εγγονή παρακολουθεί έναν ανεκπλήρωτο έρωτα της συνονόματης γιαγιάς της και επιλέγει να δραπετεύσει από «τα όρια του δωματίου, τα σχήματα, τα χρώματα, τις θηλιές των σωμάτων» σε ένα ωραίο ονειρικό φινάλε. Η έξωση, αποτέλεσμα της ανεργίας, οδηγεί τον ήρωα στο διήγημα που ακολουθεί, βλέποντας «όλα τα όνειρά του να βγαίνουν στο σφυρί», να διανυκτερεύει σε ένα γιαπί και δίνει τη δυνατότητα στη συγγραφέα, με πινελιές ευαισθησίας σε έναν πίνακα ανθρώπινων διαστάσεων, να διηγηθεί μια τρυφερή ιστορία φιλίας και αλληλεγγύης.

Διαβάζοντας το «Δίχτυ της μνήμης», ένα από τα ωραιότερα διηγήματα της συλλογής, αρχικά είχα την εντύπωση πως παρακολουθούσα ταινία μικρού μήκους: η βροχερή πόλη, οι θολές αντανακλάσεις των σωμάτων στα τζάμια, οι σιωπές, ο χορός του Κρητικού. Στη συνέχεια ήμουνα ή θα ήθελα να ήμουνα κι εγώ μέλος της παρέας των δύο γυναικών, να καθόμουνα μαζί τους, με ένα ποτήρι τσίπουρο και λίγο μεζέ, παρατηρώντας τη βροχή να βρωμίζει τα τζάμια, άλλη μια «Κουρασμένη γυναίκα που αγαπάει το παρελθόν της», συμβιβασμένη με την ιδέα πως «Καμιά αδικία δεν διορθώνεται όταν όλα έχουν τελειώσει». Στην «Πισίνα» ο ανεκπλήρωτος έρωτας που βασανίζει την ηρωίδα την αφήνει στο τέλος με άδεια χέρια να σκέφτεται «τον τιποτένιο θεό που πέρασε από δίπλα της και μετά εξαφανίστηκε».

Στο «Μια Δευτέρα γεμάτη άνοιξη» η μοναχική ηρωίδα αφήνεται τελικά να παρασυρθεί από μια μοιραία συνάντηση. Στο ομότιτλο με τη συλλογή διήγημα, τα όρια της εφηβικής φαντασίας -η πάλη με την πλήξη, με άλλα λόγια- συγχέονται με την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα «την υπέρβαση κάθε λογικής». Στα εξαιρετικά «Σύρματα σιωπής», η ερωτική ένταση περνάει μέσα από τα τηλεφωνικά σύρματα και καταλήγει σε μια τελεσίδικη σιωπή. Στο «Σπίτι» ζωντανεύει το παρελθόν -με όλη την αμφισημία του- και διαφαίνεται το μέλλον μέσα στην αποτύπωση του παρόντος. Στο «Βλέμμα», ένας «αόρατος, αθόρυβος» άνθρωπος καταλαβαίνει πως το μεγαλύτερο ταξίδι είναι αυτό «στη χώρα των ματιών».

Δεν ξέρω αν πρόκειται για πνευματική οκνηρία, έλλειψη παράδοσης στο μυθιστόρημα, θέμα ιδιοσυγκρασίας ή ό,τι άλλο, πάντως τα τελευταία αρκετά χρόνια η ενασχόληση πολλών συγγραφέων, παλαιότερων αλλά και νέων, με τη μικρή φόρμα, δίνει άρτιες συλλογές διηγημάτων που πολλές από αυτές είναι μικρά κομψοτεχνήματα. Μια τέτοια είναι και το «Παράξενο καλοκαίρι» της Λίνας Φυτιλή. Πεζογράφος χαμηλής φωνής, με θητεία όμως και στην ποίηση, κάτι που ανιχνεύεται στην πυκνότητα των νοημάτων που έχουν οι φράσεις της. Φράσεις λιτές με μεγάλη υφολογική σαφήνεια. Ο τόνος της αφήγησης είναι αποστασιοποιημένος και κάπως απρόσωπος, με έντονο συγκινησιακό έλεγχο, δημιουργώντας μια ψευδή εντύπωση πως είμαστε αντιμέτωποι με μια ασάλευτη επιφάνεια. Όταν όμως μπει κανείς στον κόσμο της Φυτιλή -έναν κόσμο συναίνεσης για τη μοίρα του ανθρώπου, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό-, βιώνει τη συγκίνηση σαν ένα μικρό κλονισμό, σαν το κέντρισμα ενός βέλους που σε βρίσκει στην καρδιά και δοκιμάζει τα όρια του ανθρωπισμού σου. Το μεγάλου ατού της συγγραφέως είναι η γλώσσα. Μια γλώσσα δίχως περιττά στολίδια, που, φαινομενικά χωρίς προσπάθεια, αλλά με τις κατάλληλες λέξεις στη σωστή σειρά -πράγμα που απαιτεί πολλή προσπάθεια- αναδεικνύει το βάθος και την ένταση των ιστοριών της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

(Οδός Πανός)

Πεζογραφικές περιδιαβάσεις εντός των πλαισίων (κι ενίοτε στα όρια) του πολιτικώς ορθού. Ψυχισμοί και οντότητες, νοοτροπίες και υπερβάσεις (ή έστω απόπειρες υπερβάσεων), χαρμολύπη μη πεισιθάνατος. Η συγγραφέας Λίνα Φυτιλή γνωρίζει καλώς την τέχνη να κρούει στο θυμικό του αναγνώστη τις αρμονίες εκείνες που τον αναγκάζουν στην ενσυναίσθηση. Είναι όπως η αυτόματη αντίδρασή μας στα περιστέρια με τη σπασμένη φτερούγα που τα λιώνουν τα βιαστικά ταξί στις λεωφόρους της αναλγησίας. Ως παιδαγωγός, η λογοτέχνιδα επιδιώκει την ευαισθητοποίηση τρυφερών ψυχών, ή (για να μην είμαστε πιο ακριβείς) τη μη σκλήρυνση των ήδη ευαισθητοποιημένων. Είναι σαν το αναμνηστικό εμβόλιο του τετάνου, σαν τον αντιλυσσικό ορό, σαν τον αντιοφικό ορό, που μας βοηθάνε να μεταβολίσουμε τον θυμό και την οργή σε δημιουργικά αισθήματα αρωγής στον πλησίον. Ναι, αυτό είναι το μήνυμα που υποφώσκει κάτω από αυτά τα σύντομα πεζά: «αγαπάτε αλλήλους», αγαπάτε τον εαυτό σας, αγαπάτε τη μνήμη, ακόμα κι αν «όπου και να την αγγίξεις πονεί» (όπως καλά πόνεσε ο Σεφέρης). Συμφιλίωση με το παρελθόν, για να αντέξουμε το παρόν και να πορευτούμε στο μέλλον, νομοταγείς κι αναλλοίωτοι, συμβιβασμένοι με τον κόσμο, ειρηνεμένοι με τον εαυτό μας, γαληνεμένοι βαθιά μέσα στην ψυχή μας. Μια γλυκόπικρη γεύση αφήνει στην αισθητική μνήμη η ανάγνωση αυτών των πονημάτων της Λίνας Φυτιλή. Επιλέγει να μιλάει άλλοτε μέσα από ανδρικά κι άλλοτε μέσα από γυναικεία προσωπεία, εναλλάξ, συνήθως σε πρώτο πρόσωπο και σπανιότερα σε τρίτο ενικό. Ανθρωπιά, ανθρωπισμός, ουμανιστικά ιδεώδη, όλα αυτά που ενδυνάμωσαν την Εκπαίδευση από τον Διαφωτισμό και μετά, στην πλέον λογοτεχνικώς επεξεργασμένη μορφή τους. Οι ιστορίες δώδεκα, όσοι και οι απόστολοι του Χριστού.

Ας ακούσουμε όμως την ίδια την καλή συγγραφέα: «Κουνάω το κεφάλι και σκέφτομαι ότι μπορεί αυτές οι ιστορίες να είναι γέννημα-θρέμμα της φαντασίας της, ότι τις κατεβάζει από το μυαλό της, μόνο και μόνο για να μ’ εντυπωσιάσει. Αλλά δεν είμαι σίγουρη. Έτσι δεν λέω τίποτα, ρίχνω μια ματιά στον σκοτεινό δρόμο, στην πινακίδα απέναντι, που με το ζόρι ξεχωρίζει πια, στις φιγούρες μας που αχνοφέγγουν στο τζάμι και στις ξεχειλωμένες σκιές μας που απλώνονται στο δωμάτιο. Για μια στιγμή νομίζω ότι είναι οι πλασματικές μορφές άλλων ανθρώπων, προγόνων από το παρελθόν, που μας επισκέφθηκαν απόψε, έτσι για να πάρουν μια ιδέα από τον σύγχρονο κόσμο και ν’ ακούσουν τις κουβέντες μας, να δουν αν σκεφτόμαστε καθόλου τα περασμένα ή τα ‘χουμε ξεχάσει».

 

 

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ

thinkfree

Με ματιά τρυφερή και ταυτόχρονα νοσταλγική υπογράφει τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Παράξενο καλοκαίρι» η Λίνα Φυτιλή, που κυκλοφορεί από τις εκδ. Εστία. Συνδετικός ιστός των διηγημάτων αυτών η ανθρώπινη μοίρα. Η σχέση του ανθρώπου με το χρόνο και τις αλλαγές που φέρνει στη ζωή. Το ξόδεμα και το στοίχειωμά του, η νοσταλγία για ό,τι έφυγε και θα χαθεί. Αλλά και η μνήμη ως προσδιοριστικός παράγοντας ενδοσκόπησης.

Η Φυτιλή καταθέτει ένα αφηγηματικό κολάζ για την ανθρώπινη συνείδηση και ταυτόχρονα οδηγεί τους ήρωές της στα μονοπάτια της αυτογνωσίας, εκεί όπου θα ανακαλύψουν εκ νέου τον πραγματικό τους εαυτό. Χαμένες επιθυμίες, ανεργία, ανεκπλήρωτοι έρωτες, αντανακλάσεις συναισθημάτων πάνω στο χρόνο, συμβιβασμένες συνειδήσεις. Στοιχεία που συγκροτούν την αφηγηματική ροή των διηγημάτων και γίνονται η αφορμή για να αναλογιστεί ο αναγνώστης πόσο αλώβητος παραμένει ο άνθρωπος μέσα στην πορεία του χρόνου, πόσα όνειρα χάνει ή συμβιβάζεται να σταματήσει να κάνει.

Διηγήματα γραμμένα μελωδικά. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι τρυφερή και αισθαντική. Η εκφραστική της ροή δίνει μια δύναμη στα κείμενά της, όπως συμβαίνει στο εξαιρετικό «Δίχτυ της μνήμης», κάνοντάς τα να μοιάζουν σκηνές από κινηματογραφική ταινία. Η συγγραφική της ευαισθησία αυξάνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον, καθώς φέρνει στο φως όλο το συναισθηματικό ορίζοντα των απωλεσμένων ονείρων των ηρώων. Και τότε τους στήνει αντιμέτωπους μαζί του και ο αναγνώστης βλέπει την προσωπική τους πάλι με το τέλος της δικής τους εποχής.

Σημαντικές είναι και οι σιωπές των ηρώων. Η Φυτιλή τις χρησιμοποιεί με ιδιαίτερη μαεστρία. Η ερωτική ανάγκη που κρύβει η φωνή όταν περνά μέσα από τα σύρματα του τηλεφώνου. Οι κρυμμένες εντάσεις πάνω στη θολή αντανάκλαση του σώματος στο τζάμι. Το θολό τοπίο μιας μαραμένης ψυχής που ακροβατεί στο μεταίχμιο της συνειδητοποίησης του ασύνειδου, «μια Δευτέρα γεμάτη άνοιξη» και ο ορίζοντας των τυχαίων, των απροσδόκητων συναντήσεων. Ο αόρατος θόρυβος που κάνει ένα τυχαίο βλέμμα. Όλα όσα συνομολογούν τη χαμένη αθωότητα ενός ανθρώπου που αναμετράται με τις φιλοδοξίες, τις ανάγκες, τα όνειρά του συναρμολογημένα σε μια τρυφερή συλλογή διηγημάτων που γίνεται η αφορμή για την προσωπική ενδοσκόπηση του ίδιου του αναγνώστη.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα των Συντακτών 29/5/2016

Το Παράξενο καλοκαίρι είναι το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο της Λίνας Φυτιλή∙ έχουν προηγηθεί: η νουβέλα Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας (1997), το μυθιστόρημα Τώρα είναι αργά (2011) και η ποιητική συλλογή Μυθική μέρα (2014). Το βίωμα από πρώτο αλλά και από δεύτερο χέρι∙ όσα ζούμε και όσα μας λένε οι άλλοι ότι ζήσανε: μια γιαγιά, μια νονά, ένας συνάδελφος, ένας φίλος.

Παιδιά που παίζοντας στην αυλή ατενίζουν τα καράβια και μαθαίνουν τη ζωή∙ ένας σκύλος που τον σκοτώνουν και ζωντανεύει στο όνειρο∙ μια εγγονή που, ακροβατώντας ανάμεσα στη μνήμη και την πραγματικότητα, παρακολουθεί αθέατη την κρυφή ζωή της συνονόματης γιαγιάς της∙ ένας απολυμένος άνεργος και άστεγος στην απάνθρωπη πόλη ζητά «μια παράταση χαράς» μέσα στο χιόνι ή στη μυρωδιά από τα ζεστά κάστανα∙ άνθρωποι που θυμούνται τα παλιά και βρίσκουν διέξοδο «σ’ ένα παρόν με μετρημένες διαστάσεις», όπως η Γλυκερία στο εξαιρετικό «Το δίχτυ της μνήμης»∙ άνθρωποι που βολεύονται σε εποχικές δουλειές και μετά, βουτηγμένοι στην ανασφάλεια, ξημεροβραδιάζονται στα γραφεία ευρέσεως εργασίας∙ δύο πρώην ερωτευμένοι που εκτονώνονται με μακρόπνοα πρωινά τηλεφωνήματα∙ πατρικές κληρονομιές που βγαίνουν στο σφυρί∙ βλέμματα που μόλις θητεύσεις στο αλφαβητάρι τους σε ταξιδεύουν σε βάθη και ύψη, αυτός είναι ο κόσμος και οι συνθήκες που απομονώνει η συγγραφέας, η οποία καταγράφει το παρόν, επιστρέφει στο παρελθόν και ψάχνει το μέλλον των ηρώων της.
Η ποιότητα των ιστοριών είναι άνιση, κάποια με υψηλό τον πήχη, όπως το «Μια πατρίδα για τον Σεργκέι», «Το βλέμμα» ή «Το δίχτυ της μνήμης», άλλα επαρκώς καλά, τα περισσότερα, και κάποια αδύναμα, όπως το ομότιτλο με τη συλλογή διήγημα.

Η εντύπωσή μου είναι ότι η Φυτιλή, χειριζόμενη με άνεση τον λόγο, αποδίδει καλύτερα στην απλή αφήγηση∙ όταν επιχειρεί να απομακρυνθεί από την πραγματικότητα ενισχύοντας το μερίδιο της φαντασίας, χάνει λίγο τον στόχο. Πρόκειται πάντως για γραφή αισθαντική και τρυφερή, που παρακολουθεί με ματιά διεισδυτική τον γύρω και τον μέσα κόσμο των ηρώων της.

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

 

Αριθμώ τα μέρη του βιβλίου: δώδεκα στο σύνολο διηγήματα ενταγμένα σε ενιαία συλλογή υπό τον αδέξιο – κατά την αντίληψή μου – τίτλο του ενός και όχι πιο χαρακτηριστικού διηγήματος και υπό τη μορφή μιας αρκετά καλαίσθητης από όλες τις απόψεις – αν μου επιτρέπεται το σχόλιο – έκδοσης. Ο λόγος για τη νέα συλλογή της Λίνας Φυτιλή, «Παράξενο Καλοκαίρι», τρίτο στη σειρά πεζογραφικό έργο της ύστερα από το μυθιστόρημα «Τώρα είναι αργά» (εκδ. Απόπειρα, 2011) και τη νουβέλα «Οι νύχτες της άχρωμης Κιμωλίας (εκδ. Καστανιώτης, 1997).
Αν υπάρχει κάτι ενιαίο στην πολυθεματική εστίαση της συγγραφέα, έχει να κάνει με την εμμονή της στο ήσσον: η ανθρώπινη απουσία περιγράφεται σαν άδειο σεντόνι, η απώλεια της παιδικής αθωότητας σκιαγραφείται σαν σαλεμένος σκύλος, οι πληγές του παρελθόντος γίνονται τηλεφωνικές σιωπές, η βία της ανεργίας αποδίδεται με τη μορφή άδειου βλέμματος και η αποκοπή από το παρελθόν εξιστορείται μέσα από την πώληση της πατρικής οικίας. Με αυτό τον τρόπο, η συγγραφέας χωρίς να υποτιμά το γενικό περίγραμμα του μείζονος καταφέρνει να αποδίδει πιο πυκνούς και πολλαπλασιασμένους τους κραδασμούς του, κλείνοντάς τους σε ό,τι φαινομενικά μοιάζει να είναι ήσσονος σημασίας.
Μια παράλληλη κίνηση που παρατηρώ είναι η ανεπαίσθητη μετακίνηση από ό,τι παρουσιάζεται σαν κεντρικό θέμα σε κάτι άλλο, με την εξής διαδικασία: υπάρχει ένας βασικός θεματικός άξονας που ξετυλίγεται. η αφήγηση τον απλώνει για να εμβαθύνει εντός του. με την τεχνική της προσήμανσης αναδεικνύεται μία από τις πτυχές του. στο τέλος τούτη η πτυχή εδραιώνεται. Έτσι, το θέμα στο «Σπίτι» μετατοπίζεται από την πώληση του πατρικού στην αδελφή, το θέμα στην «Παρείσακτη» μετατοπίζεται από το ζευγάρι των ηλικιωμένων στον απρόσκλητο ωτακουστή, το θέμα στα «Πράγματα που μας συντροφεύουν» μετατοπίζεται από τον άστεγο στις χειρονομίες αλληλεγγύης. Η απόσταση που εξασφαλίζεται μέσα από αυτήν ακριβώς τη μετακίνηση διευκολύνει τη συγγραφέα να ανιχνεύσει, να αφουγκραστεί και να ψηλαφίσει πιο αβίαστα, πιο στοχαστικά και το αρχικό θέμα και τις επιμέρους παραφυάδες του, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα να φέρει το στοιχείο της ολοκλήρωσης.
Ένα τρίτο γνώρισμα αφορά τα αφηγηματικά και γλωσσικά μέσα. Δίχως να υποτιμώνται η αφήγηση και η γλώσσα φαίνεται να παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στη γραφή της Φυτιλή, που θέτει σε προτεραιότητα το καθαυτό υλικό της αφήγησης. Μπορεί ο ίδιος – αν έχει κάποια σημασία αυτό – να διαφωνώ με τούτη την αισθητική επιλογή αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορώ παρά να επισημάνω ένα πειστήριο ωριμότητας: ότι δηλαδή στην περίπτωση της Φυτιλή η τέτοιου είδους χρήση της αφήγησης και της γλώσσας αποβαίνει προς όφελος του συνολικού αποτελέσματος, αφού υπηρετεί με συνέπεια τον σκοπό της συγγραφέα προβάλλοντας το συμβάν, την ιδέα, τη μνήμη, δίχως να τα αποσκεπάζει με εκφραστικές πιρουέτες και αφηγηματικούς πειραματισμούς.
Από την άλλη, εδώ αναγνωρίζω τη βασική αδυναμία της συλλογής. Αναφέρομαι στην αίσθηση συμβατικότητας που αποπνέει η αφήγηση, τον διεκπεραιωτικό χαρακτήρα που έχει η γλώσσα σε κάποια σημεία (κυρίως στα διαλογικά μέρη), την πλαδαρότητα στην πλοκή και τα αφηγηματικά κλισέ που απαντώνται σε ορισμένα διηγήματα.

Παρ’ όλα αυτά, είμαι κατηγορητικός στην τελική μου θέση: το «Παράξενο Καλοκαίρι» είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική πρόταση γι’ αυτό το έτσι και αλλιώς παράξενο – από πολλές απόψεις – καλοκαίρι που έρχεται. Προς επίρρωση επικαλούμαι τα «Σεντονάκια», τον «Αράπη», τα «Σύρματα σιωπής», την «Πισίνα», το «Σπίτι» και κυρίως «Το βλέμμα».

 

 

Διονύσης Μαρίνος

Άνθρωποι εν κενώ

Το παρελθόν είναι ένα γυμνό καλώδιο που κάποιες φορές το πιάνεις με χέρια υγρά. Καμιά φορά και το παρόν την ίδια επίδραση έχει στους ανθρώπους. Τίποτα δεν θάβεται για πάντα, τίποτα δεν μένει απείραχτο από το νόμο της μεταβλητότητας. Πράγματα που έγιναν ή δεν έγιναν. Αγγίγματα που δεν δόθηκαν στο σωστό χρόνο ή δεν δόθηκαν καθόλου. Κουβέντες που έμειναν σφραγισμένες στην κλειστή δέσμη των δοντιών. Κάπως έτσι φτιάχνονται τα «κενά» των ανθρώπων. Κάπως έτσι πέφτουν μέσα.
Οι άνθρωποι της Λίνας Φυτιλή, στα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Παράξενο καλοκαίρι» καλούνται να διαχειριστούν τα όνειρα που δεν ευοδώθηκαν, τις στιγμές που έχασαν, την ίδια τη θέση τους μέσα στη ζωή: τη δική τους των άλλων. Πρόκειται για μια διευθέτηση που ξεπερνάει τη χρονική αλληλουχία μιας ζωής (παρελθόν-παρόν-μέλλον) και συντάσσεται από την ανάγκη τους για αξιακή πραγμάτωση. Τι κράτησαν από τη μοίρα τους; Τι διασώθηκε από το σάρωθρο του χρόνου; Ποιο σώμα άντεξε τις κακουχίες της ζωής; Ποιο ζητάει λίγες ακόμη ακριβές αισθήσεις; Κι όλα αυτά με μια ήρεμη αποδοχή σαν κι αυτή που συναντάμε στα διηγήματα της Άλις Μάνρο. Στα διηγήματα της Φυτιλή δεν συμβαίνουν εμπρηστικές εκρήξεις, ούτε θυμικές αντανακλάσεις. Είναι σαν να βλέπεις μια πρόσκαιρα αρυτίδωτη επιφάνεια που φτάνει ένα μικρό πετραδάκι να της προκαλέσει ομόκεντρους κύκλους. Μέσα σε αυτούς κινούνται οι ήρωες: σπειροειδώς, ακαταπόνητα, μακρόθυμα, επιφανειακά ατάραχοι, εσωτερικά, όμως, ζωσμένοι από τα δεσμά που τους καθορίζουν.
Η λυρικότητα των κειμένων είναι ευδιάκριτη, αλλά δεν έχουμε να κάνουμε με τον μελίρρυτο λυρισμό της ωραιοποίησης (ειδικά του παρελθόντος), αλλά της αποδοχής. Επειδή ακριβώς οι ήρωες της Φυτιλή δεν κραδαίνουν κάποια απόφαση για ριζικές αλλαγές, ούτε επιθυμούν να φέρουν τα πάνω κάτω, δείχνουν αποφασισμένοι να τακτοποιήσουν της μοίρας τις αποφάσεις όπως τους έρχονται. Η γλώσσα είναι λιτή, σχεδόν υλική, ακόμη και όταν μεταφέρει κρούσεις, χρώματα και μνήμες από το παρελθόν. Ο καθαρμός σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υποσημειώνονται με βαρύ φορτίο λέξεων, αλλά με ισόποση, από τη μεριά της συγγραφέα, λιτότητα ύφους και προθέσεων.
Από τη δωρική έως την κινηματογραφική οπτική, η Φυτιλή μοιάζει πλέον περισσότερο ώριμη να διαχειριστεί το υλικό της και να δώσει πνοή στους ήρωές της. Η σχετικά πρόσφατη θητεία της στην ποίηση (με μια συλλογή στην οποία πνέει παρόμοιος άνεμος) δείχνει να της έδωσε τη δυνατότητα να αφαιρεί προσθέτοντας ό,τι πραγματικά χρειάζεται.
Από τα δώδεκα διηγήματα παρελαύνουν άνθρωποι της καθημερινότητας, της βιοπάλης, αλλοτινών καιρών, σε αθηναϊκό ή επαρχιακό περίγραμμα. Άνθρωποι που τους ξέρουμε και μας ξέρουν μόνο που τους βρίσκουν σε απομαγευτικές στιγμές ή σε άλλες που πρέπει να διαχειριστούν τα ζύγια της ζωής τους. Άρα, τους βρίσκουμε σε στιγμές κρίσιμες και καθοριστικές.

Από τα δώδεκα διηγήματα αυτό που ξεχωρίζει είναι το «Δίχτυ της Μνήμης», ίσως διότι μπορεί να λειτουργήσει και ως σενάριο σε ταινία μικρού μήκους. Έχει την απαραίτητη κινηματογραφική οπτική δημιουργώντας εικόνες με γκρο πλαν και περάσματα από χώρους και πρόσωπα. Από την άλλη, το πιο υποβλητικό, σπαραχτικά ανθρώπινο, είναι το διήγημα «Παρείσακτη» όπου ένα νέο κορίτσι παρακολουθεί το ερωτικό ξανασμίξιμο της γιαγιά της με τον εραστή της νεότητάς της. Ένας έρωτας που δεν βρήκε απάγκιο εμφανίζεται στην «Πισίνα» και η απουσία ολοκληρώνεται μέχρι τέλους. Ο «Αράπης» και τα «Σεντονάκια» φέρνουν μνήμες από άλλες εποχές και κινούνται μεταξύ νοσταλγίας, αλλά και πικρής ενθύμησης. Το «παράξενο καλοκαίρι» που έδωσε και τον τίτλο της συλλογής επικεντρώνεται στο διχασμό μιας κοπέλας όπου το τέλμα της καθημερινότητας διαχέεται μέσα στην αχαλίνωτη φαντασία. Στα «Σύρματα σιωπής», το ερωτικό παίγνιο είναι… καταδικασμένο να ακουστεί και όχι να σωματοποιηθεί. Διαμεσολαβητής είναι ένα τηλέφωνο, άρα και ο φόβος του κενού και της σιωπής – όπως και συμβαίνει. Το «βλέμμα» έχει την κυριολεκτική και μεταφορική έννοιά του για έναν άνθρωπο που δεν έχει ιδιότητες, όπως ο πρωταγωνιστής του συγκεκριμένου διηγήματος. Όλα συμβαίνουν μέσα από αυτά που καταγράφουν τα μάτια. «Στη χώρα των ματιών», όπως εύγλωττα αναφέρεται.
Υπάρχουν στιγμές μέσα στα διηγήματα όπου οι πιο σημαντικές δράσεις είναι όταν δεν γίνεται τίποτα. Αυτή η στατικότητα έχει ποιητική και υποβλητική εκφορά. Είναι το αποτέλεσμα μιας παραδοχής ή ίσως μια ήττας στα σημεία για τους ανθρώπους που βρίσκονται εν κενώ.

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στην Καθημερινή, στον Ηλία Μαγκλίνη. (5 Ιουνίου 2016)
500 λέξεις με τη Λίνα Φυτιλή

Ποια βιβλία έχετε αυτό τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Αυτό τον καιρό διαβάζω το μυθιστόρημα «Καρδιά τόσο άσπρη» του Javier Marias και το βιβλίο «Εξι Ευρωπαίοι ποιητές», σε μετάφραση του Αλέξανδρου Ισαρη.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Λιούις Κάρολ για την αινιγματική της αθωότητα και τη ροπή της προς την περιπέτεια.

Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;

Με τον Αντόνιο Ταμπούκι έχω την αίσθηση πως θα κάναμε καλή παρέα. Με τον Δημήτρη Πετσετίδη, παρά τη διαφορά ηλικίας μας, μου αρέσει πάντα να συζητάω μαζί του.

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

Δεν θυμώνω με βιβλία. Αν κάποιο δεν μου αρέσει, το αφήνω στην άκρη.

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Με συγκίνησε το βιβλίο «Τρόποι να γυρίζεις σπίτι» του Alejandro Zamba από τις εκδόσεις Ικαρος. Επίσης τα διηγήματα του Θανάση Βαλτινού «Επείγουσα ανάγκη ελέου», που τα διάβασα αρκετές φορές.

Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;

Δεν κατάφερα να ολοκληρώσω το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ.

Τι είναι το «Παράξενο καλοκαίρι»; Βρίσκεται κάπου εκεί έξω ή μέσα μας;

Είναι η ανάγκη να δραπετεύεις από έναν σίγουρο κόσμο σε μια πιο υπεραισθητή εκδοχή του. Ο τρόπος να υπερβαίνεις μια αδυσώπητη καθημερινότητα. Ολα υπάρχουν μέσα μας και γύρω μας. Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε μια δική μας μεταφυσική, αλλά να παρατηρήσουμε γύρω μας.

Σας ενδιαφέρει η σύντομη φόρμα στην πεζογραφία και ειδικά η διηγηματογραφία;

Με ενδιαφέρει πολύ το διήγημα, όπως και η ποίηση. Τα μικρότερης έκτασης μυθιστορήματα. Οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής, ο καταιγισμός των πληροφοριών, ο κόσμος που γίνεται ολοένα πιο αποσπασματικός, οδηγούν με τον καιρό σε αφηγήσεις πιο περιεκτικές και σύντομες.

Εχετε fb, twitter; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;

Εχω μόνο fb. Το χρησιμοποιώ με μέτρο. Είναι ένα χρήσιμο μέσο ενημέρωσης και επικοινωνίας, ιδίως όταν ζεις στην επαρχία. Φροντίζω, πάντως, να μη με αποσπά από τα ενδιαφέροντά μου.
Έντυπη

Συνέντευξη: Πηνελόπη Πετράκου

Culture Now: Στο εξώφυλλο του βιβλίου βλέπουμε το έργο «Μαρία» του Βασίλη Σελιμά. Πώς έγινε η επιλογή;

Λίνα Φυτιλή: Μου αρέσει πολύ η δουλειά του Βασίλη. Όταν είδα αυτό το έργο, ακαριαία σκέφτηκα ότι θα ήθελα να είναι το εξώφυλλο του νέου μου βιβλίου. Του το πρότεινα κι εκείνος δέχτηκε με χαρά.

C. N.: Στο διήγημα «Το δίχτυ της μνήμης» η Γλυκερία είναι δεμένη πάνω στις μνήμες της. Γινόμαστε πιο ισχυροί όσο δεν ξεχνάμε;

Λ. Φ.: Η μνήμη είναι ένα καταφύγιο, ακόμη κι όταν υπάρχουν βιώματα οδυνηρά. Δεν ξέρω αν γινόμαστε πιο δυνατοί, πάντως απ’ αυτά τα γεγονότα που δεν σ’ αφήνουν στην ησυχία σου, συνήθως κάτι καλό προκύπτει. Η λήθη κι η ομοιομορφία είναι που σκοτώνει.

C. N.: Απ’ τα διηγήματα προβάλλει μια θλίψη για τις κατά καιρούς απώλειες. Ποια απώλεια κοστίζει περισσότερο στους ήρωές σας;

Λ. Φ.: Καθετί που χάνεται έχει ένα τίμημα. Τα θρύμματα της παλιάς ευδαιμονίας, τα κομμάτια μιας άλλης ζωής κοστίζουν περισσότερο απ’ όλα. Η απώλεια της αθωότητας.

. NC.: Βρίσκετε τη μικρή φόρμα πιο συμβατή με την πένα σας;

Λ. Φ.: Αγαπώ πολύ τη μικρή φόρμα γιατί μπορεί να δίνει εύρος στην περιεκτικότητα, την αυτάρκεια και το ρυθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μου αρέσουν τα μυθιστορήματα. Πάντως εκτός από κάποια ογκώδη κλασσικά έργα, ρέπω περισσότερο σε μικρότερης έκτασης βιβλία. Ίσως οι εξαντλητικοί ρυθμοί της ζωής μας, η αποσπασματικότητά της να μας οδηγούν με τον καιρό σε συντομότερες και περιεκτικότερες μορφές αφήγησης.

C. N.: Σε παλαιότερη συνέντευξή σας διαβάσαμε πως έχετε «μουσικές εμμονές». Στο Παράξενο Καλοκαίρι, τι μουσική ακούγατε;

Λ. Φ.: Στο συγκεκριμένο βιβλίο άκουγα πότε τον ήχο της θάλασσας από το ανοιχτό παράθυρο, πότε τους ήχους της πόλης. Μια ορχηστρική μουσική της φύσης. Υπήρχαν φορές που δεν άκουγα τίποτα, όταν έγραφα με κλειστά παράθυρα.

C. N.: Πόσο αρμονικά συνδυάζονται η εργασία σας κι η καθημερινότητά σας ως μητέρα με τη συγγραφή;

Λ. Φ.: Είναι ένας αγώνας δρόμου. Τα διαστήματα που γράφω ξυπνάω πάρα πολύ νωρίς, στις 5:30 το πρωί. Δουλεύω μέχρι τις 7:00 και μετά ετοιμάζομαι για το σχολείο. Φροντίζω ακόμη να εκμεταλλεύομαι κάθε στιγμή πολύτιμης ησυχίας. Πολλές φορές νιώθω σαν ζογκλέρ, είναι πραγματικά δύσκολο.

C. N.: Στην αρχή του διηγήματος «Παράξενο καλοκαίρι» σημειώνετε στίχους του Γιάννη Τζανετάκη. Πώς συνδέονται με το διήγημα;

Λ. Φ.: Οι στίχοι είναι: «Πως έγινε άξαφνα ο βίος βαθύς/ που βρήκε τοίχο/ σκάλες να κατέβει». Τους παραθέτω επειδή σκέφτηκα ότι ο έφηβος της ιστορίας που παρακολουθεί τις ζωές των άλλων κρυφά ή φαντάζεται πράγματα σε βαθμό υπερβολής, όπως αλλόκοτες πτήσεις αντικειμένων, νιώθει ξαφνικά ότι κατρακυλάει σε μια ζωή ξένη, σε έναν βίο που αναιρεί την τάξη του κόσμου, όπως τον ήξερε ως τότε. Κι ίσως αυτό να επιθυμεί κιόλας.

C. N.: Στην «Πισίνα», ο θυμός από τον ανεκπλήρωτο έρωτα δεν περνά. Στην «Παρείσακτη», ο απαγορευμένος έρωτας στοιχειώνει δυο βίους. Το πείσμα για την πραγμάτωσή του είναι ηρωισμός ή εγωισμός;

Λ. Φ.: Στις μέρες μας επικρατεί περισσότερο ο εγωισμός και χρειάζεται μια ηρωική αποφασιστικότητα για να αφεθείς σε ένα τόσο δυνατό συναίσθημα, η οποία συνήθως, λείπει από τους περισσότερους ανθρώπους.

C. N.: Αυτόν τον καιρό είστε σε διαδικασία γραφής ποιημάτων, πεζού ή απλώς διαβάζετε;

Λ. Φ.: Διαβάζω πάντα. Τους τελευταίους μήνες γράφω ποιήματα και διορθώνω ένα πεζό. Δεν έχω αποφασίσει όμως, τι θα ακολουθήσει.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

One response to “ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ

  1. Παράθεμα: ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ | juliesplaceblog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s