ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

1-ΝΙΚΟΣ3

 

 

Γεννήθηκε στο Βασίλι της Κύπρου το 1948. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διηγήματα και άλλες εργασίες του έχουν δημοσιευτεί σε ελλαδικά και κυπριακά περιοδικά. Έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

ΚΑΡΠΑΣΙΑ ΠΟΙΗΣΗ (1984)
Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (2003)
ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ ΠΟΙΗΣΗ (2012)
20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (2014)
ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ ΠΟΙΗΣΗ (2014)
ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ ΠΟΙΗΣΗ (2016)

 

 

 

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ (2016)

 

ΓΕΝΕΣΙΣ

Ανάμεσα
Σέ δύο άγρινά θυμωμένα
Πού σφίγγουνε τά δόντια
Πού χτυπάνε τά πόδια
Πού χτυπάνε κεφάλια με βουητά
Βρυχηθμούς καί πόνους τής γέννας
Διάπυρη λάβα πηχτή στο χάσμα
Ό μαστός σου γυμνός ξεπροβάλλει
Στήν άρχέγονη ράχη
Ν’ άνθίσει.

Στήν άγκαλιά μου ή ζωή σου
Στήν άγκαλιά μου
Ή πρώτη σου άνάσα.

Τυφλωμένο άπ’ τον ήλιο
Ράθυμα τό ένα άγρινό προχωρεί
Καί τό άλλο μανιασμένο
Τό σκληρό του όφιόνιο κέρατο
Στο σώμά σου βυθίζει.

Κι έτσι πλεγμένα
Με μάτια θολά
Θυμωμένα
Πιο ψηλά σέ σηκώνουν
Καί μέσα στο φώς, στούς άνέμους
Τον άλλο μαστό σου
Εκθέτουν.

Ποτάμι έκατόβρυσο
Τον κόρφο σου ποτίζει
Ένδυμα χαλκοπράσινο
Στο σώμα άνεμίζει
Αλλάζει γίνεται άσημί
Γίνεται χαλί χρυσό
Κάτω από γαλάζιο θόλο.

Στήν ύδάτινη άγκαλιά μου
Τό ομορφότερο πλάσμα τού κόσμου
Στήν άγκαλιά τής Πανθαλάσσου
Γεννιέσαι.

 

 

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ

Άκούγεται τριτώνιο κοχύλι πού φυσάει
Μήνυμα για τούς ναυτικούς σε όλα τα πελάη

Ό βύθιος Λεβεντόκορμος καί οί πενήντα κόρες
Χορεύουνε καί τραγουδούν πάντα έλπιδοφόρες

Τό κύμα μου πρωτεϊκό φτάνει στο περιγιάλι
Χορεύει μέ τά βότσαλα καί με τήν αύρα ψάλλει

Κάποτε γίνεται άγριο θαλασσινούς φοβίζει

Κι αν έχουνε κακό σκοπό στά βράχια τούς τσακίζει

Στόλοι πανίσχυροι περνούν τριήρεις καί πεντήρεις
Μετά πλοίο δεν φαίνεται ούτε καραβοκύρης

Μες στο πλατύ τό χέρι μου παλεύουν παλικάρια
Βγάζουν φωτιά τά μάτια τους στά χέρια τους κοντάρια

Άλογα χαλκοπόδαρα μες στον βυθό καλπάζουν
Έχουν τή χαίτη τους χρυσή καί τούς κακούς δικάζουν.

 

 

ΤΑΞΙΔΙ

Έλαμψε πάλι ή χρυσαυγή χάθηκε τό σκοτάδι
Ό κόσμος Λούστηκε στο φως ζεστό τού ήλιου χάδι
Στέκονται νέοι στή σειρά φοράνε δαχτυλίδι
Σημάδι άποχωρισμού γιά μακρινό ταξίδι
Σέβονται τήν άπόφαση πού ή πόλη έχει Λάβει
Ήρθε στιγμή σημαδιακή νά μπούνε σέ καράβι.

Μά ποιος κατέχει τον καιρό μόνο ό Θεός τον ξέρει
Θυσία τού προσφέρουνε τύχη καλή νά φέρει
Ένα καράβι μέ πανί κι ένα ψηλό κατάρτι
Θά ταξιδέψει σήμερα μέ οδηγό καί χάρτη
Μ’ ένα καράβι τολμηρό καί στήν καρδιά ελπίδα
Θά ταξιδέψουν μακριά στή νέα τους πατρίδα
Έχουν άγγεία, φυλαχτά, κοσμήματα ωραία
Δέν πάνε ’κεΐγιά πόλεμο μά γιά πατρίδα νέα
Καράβι φεύγει μέ τούς νιούς κι άφήνει πονεμένη
Μάνα πού κλαίει τό παιδί καί πάντα τό προσμένει.

Ποιος είπε πώς τό σώμά μου είναι μιά λίμνη λάδι
Κάποτε είμαι μάγισσα στά βάθη μου σκοτάδι
Καί τραγουδώ βράδυ πρωί άλάτι τούς ποτίζω
Άν βρούν πατρίδα σώζονται πίσω δέν τούς γυρίζω.

 

 

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

 

γ’

 

Κρύφτηκες μες στά κάστρα σου
Θές νά με ξεγελάσεις
Νά θυσιάσω άρνήθήκες
Στον σεβαστό Θεό σου
Δεν ήξερες πώς γιος Θεού
Γεννήθηκα κι εγώ;

Στηρίζεσαι στούς πύργους σου
Καί σε γενναίων πυρφόρα βέλη
Μά όλα στή γή θά σωριαστούν
Οί γιοί κι οί θυγατέρες σου
Θά είναι γιά πάντα σκλάβοι.

Θύμωσαν οι θεοί
Θύμωσε ή θάλασσα
Έσφαξες άνανδρα αιχμαλώτους
Αδύνατη ή συγχώρεση.

Γι’ αύτή την πράξη την αισχρή
Πράξη τού παραλόγου
Θά ξεψυχήσει ή δύναμη
Στά πόδια ενός άλογου.

 

 

Η ΠΟΛΗ ΟΛΗ

 

α’

 

Ποιος άνεμος πού φύσηξε σ’ έφερε στα νερά μου
Ποιά τιμή μ ένα κύματα σε ρίξανε κοντά μου

Καί ποιό καράβι με πανί είχε μίά τέτοια τύχη
Νά ταξιδεύει τούς θεούς πού έχουν τά στήθια τείχη

Όποιος δέν έχει λεβεντιά στον τόπο περισσεύει
Τού Κάτω Κόσμου τά σκαλιά γρήγορα θά κατέβει

Καλώς τον, τον πολεμιστή ό τόπος μου δικός σου
Μόλις έδώ σκοτώθηκε μπροστά ό γυρισμός σου.

 

 

ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ (2014)

 

Τα Βότσαλα

Τα ποιήματα
Ως εύπλαστη ύλη
Σαν τα βότσαλα ταξιδεύουν
Της θάλασσας

Σε βυθούς σιωπής ταξιδεύουν
Μαζί με τους χτύπους της καρδιάς
Με του έρωτα τα χρώματα
Και της σοφίας τα πολύτιμα πετράδια
Που προκαθόρισε ο δημιουργός.

Σε φουρτουνιασμένη άβυσσο ταξιδεύουν
Ωσότου η περιπέτεια να λειάνει το σώμα τους
Και τότε τα κύματα
Στις ακρογιαλιές τα εναποθέτουν
Και στο φως.

Κι επάνω στη σκληρή πια επιφάνεια

Τα περιστέρια κουβαλούν
Τα χελιδόνια χτίζουν
Κι ανάβουν πράσινα κεριά
Και κόκκινες λαμπάδες.

 

 

Η Πέτρα

 

α’

Περπατώ με μια πέτρα στο χέρι
Καμωμένη με τέχνη και κόπο
Σφυροκοπώντας βράχο σκληρό

Περπατώ με μια πέτρα στο χέρι
Περίεργα τριγύρω κοιτώντας
Από πείνα, από πείσμα και φόβο

Περπατώ με μια πέτρα στο χέρι
Μα πάντα μένω στα ίδια δάση
Στα ίδια μέρη το χώμα πατώ.

 

ε’

Το άλλο τραγούδι
Που φέρνει ο αγέρας
Με τραβάει σαν μαγνήτης
Μου ταράζει τα σπλάχνα
Μακρινό μου τάζει ταξίδι.

Ακολουθώ το ποτάμι
Ως εκεί όπου το χώμα
Σμίγει με άμμο χρυσή
Κι ο αγέρας αλοσάχνη
Στο διψασμένο μου στόμα
Και στα χείλη στεγνώνει.

Εκεί όπου η αχλύς με τυλίγει
Τη μουσική της μια οπτασία αρχίζει
Στον σκοπό της κι εγώ τραγουδώ
Ενώ μέσα μου ο πόθος φουντώνει.

Το ανυπόμονο σώμα μου
Σ’ έναν ίμερο θαλασσή πνίγεται
Και στο πρώτο του βάπτισμα
Αναρριγώντας ταράσσεται.

Μια απέραντη γάζα γλαυκή
Με καλεί να ξεχάσω την πέτρα
Το κύμα εκεί πάντα αγαλήνευτο
Και μέσα μου το σπλάχνο σπαγιάζεται.

Τότε κι εγώ φυλάγω την πέτρα
Και παίρνω στα χέρια μια κώπη.

 

 

Τα Πουλιά

τι άραγε γνωρίζουν τα πουλιά; * ποιος τα μαζεύει εδώ στις παραλίες; * και τι είναι εκείνο που επίμονα στο βάθος του ορίζοντα κοιτούν; * πού να πηγαίνουν τα πουλιά * και ποιος διατάζει ξαφνικά όλα μαζί * να φεύγουν μέσα στη νυχτιά * να χάνονται στο πέλαγος * σαν ένας νους να ξεκινάνε; * κι ύστερα πάλι, όταν γλυκαίνει ο καιρός * ποια δύναμη κρατάει μέρες και νύχτες τις φτερούγες ανοιχτές * και μέσα στο σκοτάδι όπου κυλάνε όλα μαζί * βρίσκουν τον δρόμο κι επιστρέφουνε στις ίδιες ακτές;

 

 

Έρωτας και Θάνατος

Το σώμα του με πάθος
Το φίδι μ’ άλλο συνταιριάζει
Περίτεχνα χορεύουνε
Την έμπυρή τους μελανή ομορφιά
Μέσα σε θάλασσα από καλαμιές
Σ’ ολόχρυσα χωράφια θερισμένα
Σφυρίζοντας τραγούδι ερωτικό
Κι από κλωστή αόρατη πιασμένα.

Ύστερα ύπουλα κουλουριάζεται
Γύρω από μια φωλιά στο χώμα
Που φτιάξαν από έρωτα και τέχνη δυο πουλιά
Και με κινήσεις τέλειες του σώματος μαγικές
Τη μάνα που σπαράζει γοητεύει
Τον κύκλο της μικραίνοντας γύρω από τη φωλιά.

Κι όταν πια άλλη επιλογή γι’ αυτήν δεν απομένει
Με γοερή κραυγή
Στο στόμα πέφτει τ’ ανοιχτό του απορημένη
Κι απ’ το φαρμάκι το πολύ
Τρεμουλιαστή και μορισμένη αργοπεθαίνει.

 

 

Η ΣΚΗΤΗ

 

α΄

Στο βάθος τα βουνά του Μαχαιρά
Μέσα σε σύννεφα πυκνά
Κρύβουν τον ήλιο∙ καταχνιά!

Μα οι αχτίδες
Βρίσκουν διέξοδο σε δέσμες
Και στη δροσιά του δειλινού
Το πράσινο χορτάρι αναπνέει.

Εμείς, οι γραφικοί περιπατητές
Σχολιάζουμε την επιφάνεια του τοπίου
Χωρίς ν’ ακούμε του χειμάρρου τη βοή
Που ρέει κάτω απ’ τον φλοιό
Χωρίς να αισθανόμαστε τον ρυθμό του
Που σε λίγο θα ξεσπάσει σε μαβί.

Είναι οι μυροφόρες, βέβαια
Οι μυροφόρες που ενδύουν το σώμα τους
Βιαστικά που ενδύουν το γυμνό τους σώμα
Καθώς η μεγάλη μέρα πλησιάζει.

 

β΄

στην απόκρημνη πλαγιά του βουνού ♦ μια σκήτη μυστική στη γη έχω σκάψει ♦ είναι από πέτρα σκληρή ♦ και μέσα σ’ αυτή του βουνού τη σπηλιά ♦ κλαίω, γελώ, τραγουδώ, σιωπώ ♦ για τον τόπο μου ονειρεύομαι κι ακούω τ’ αηδόνι.

της ανοιξιάτικης μέρας το φως καταυγάζει τον σπήλιο ♦ μου φωνάζουν, βγες έξω απ’ το ψέμα και το μαύρο σκοτάδι ♦ βγες έξω στο φως, στην αλήθεια ♦ μα δεν ξέρουν πως το φως είναι εδώ ♦ κι έξω είναι το πηχτό, το αιώνιο δικό τους σκοτάδι ♦ μέσα μου φουντώνει για λευτεριά ένας πόθος ♦ ο εχθρός δεν με σκιάζει, παρά μόνο οι προδότες ♦ μα, νά τους έφτασαν κιόλας τριγύρω στη σκήτη κουρδισμένοι οπλισμένοι στρατιώτες ♦ γνωρίζουν ποιος είμαι ♦ και τα πάντα θα κάνουν να κερδίσουν τη μάχη που σε λίγο θ’ αρχίσει.

ο αρχηγός στους εξήντα ουρλιάζει ♦ κι έναν λεβέντη όπως είπε διαλέγει ♦ με σαφείς εντολές τη ζωή να μου πάρει ♦ μα πριν Προλάβει μια σκέψη να κάνει ♦ η ζωή η δική του τελειώνει ♦ λίγα μέτρα μακριά από του φούρνου τη λάβρα.

και τότε των άνανδρων φτάνει η ώρα ♦ οι δειλοί στον απολέμητο σπήλιο ρίχνουν βενζίνη ♦ καίνε το σώμα μέσα σε λίγα λεπτά ♦ καίνε μονάχα το σώμα ♦ κι έναν μικρό τρυπομάζη – δίπλα στη σκήτη, που είχε φτιάξει τη δική του φωλιά ♦ όμως την ψυχή δεν μπορούν να την κάψουν ♦ την ιστορία αυτή στους αιώνες θα λέει ο πατέρας στον γιο κι ο παππούς στο εγγόνι.

με την παλάμη το σημάδι μου αφήνω ♦ στην πέτρα μου αφήνω ♦ ένα κόκκινο σημάδι από αίμα.

 

 

Το Πηγάδι

μια φορά κι έναν καιρό * εκεί που ανθίζουν τα καπνολούλουδα * πυρωμένα ξετυλίγονταν παραμύθια * γι’ ακρίτες που πολεμούσανε μέχρι θανάτου * και που με τέχνη ο πατέρας * τραγούδαγε στα παιδιά * το χωράφι μεμιάς γέμιζε δράκους * κι άρχιζε άνιση πάλη μέχρι θανάτου * έρχονταν τέρατα, γίγαντες κι αλλόκοτα όντα με τα σπαθιά τους.

ο Παναγιώτης ο πιο μικρός * πάνω σε αόρατο άλογο πηλαλούσε * τα μαγικά μουρμουρίζοντας * της μυστικής του γλώσσας τα λόγια * σε δράκους χιμούσε μια πέτρα κρατώντας στο χέρι * και πάντα νικούσε.

γύριζαν σπίτι κι είχε σειρά πια ο παππούς * κλώτσο έδινε στην ανέμη παραμύθι αρχινούσε * μα δεν άντεχε ο γέρος κοιμότανε * τα παιδιά τον ξυπνούσαν κι αυτός ξαφνιασμένος απ’ την αρχή ξεκινούσε

Τέσσερα τζαι τέσσερα μας κάμνουσιν οκτώ
Τέσσερα παλληκάρκα πάνε στον πόλεμο

σώπαιναν κι άκουγαν το τραγούδι * κι ο Παναγιώτης με απορία ρωτούσε * γιατί ο πιο πρόθυμος ο πιο καλός, ο πιο λεβέντης, ο πιο μικρός άλλους πρέπει να ξεδιψάει; * γιατί στα τραγούδια το δρεπάνι του μαύρου χωρίς απονιά τούς θερίζει; * και γιατί, επιτέλους, κανένας δεν εβουλήθηκε τον Χάροντα να σκοτώσει;

άκουγε ο παππούς λυπημένος κι αυτός, μα ήτανε δύσκολο ν’ απαντήσει * έλεγε πως αυτά γίνονταν μόνο στα παραμύθια και στα τραγούδια του * και συνέχιζε σίγουρος τάχα κι ανύποπτος το τραγούδι

Ερίξαν το λαχνίν τους ποιος εν να κατεβεί
Τζαι έππεσεν ο κλήρος πά’ στο μικρόν παιδίν

Τραβάτε με αδέρφκια μου τζαι είδα το νερόν
Εν κότσινον τζαι μαύρον μα τζαι φαρματζερόν

ήρθε ο καιρός κι ο μαύρος πήρε και τον παππού * κι ήταν καλύτερα γιατί δεν έμαθε * δεν έμαθε πως στρατιώτης στον πόλεμο σαν πήγε ο Παναγιώτης * ο εγγονός του ο πιο μικρός * καθώς τον έσπρωχναν στο πηγάδι των εκατόν ορκών * σ’ ένα χωριό, την Αγιά * θυμήθηκε τον παππού του και το τραγούδι του * και πικραμένος σιγοψιθύρισε

Να πείτε της μανούλας μου στα μαύρα να ντυθεί
Γιατί τον γιον της τον μιτσή δεν θα τον ξαναδεί

το χώμα τον σκέπασε * μαζί με τους άλλους * κι η απορία του * ήταν γραφτό του * να μη λυθεί.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Αναφορά στον ομοχώριό μου Παναγιώτη Φωτίου. Το 1974 υπηρετούσε τη θητεία του και πολέμησε τους Τούρκους στην περιοχή Αμμοχώστου. Τα οστά του βρέθηκαν μαζί με τα οστά άλλων στρατιωτών σε πηγάδι στο χωριό Αγιά, ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA και τάφηκαν στη Λάρνακα.

 

 

Νανούρισμα

«Ελαχταρούσεν ολογαίματη η κορούδα της πάνω στο νεκρό της σώμα κι έγλειφε τα αίματά της»

 

α’

 

κοίταξέ με στα μάτια * κοίταξέ τα καλά προτού κλείσουν * κοίταξε της μανούλας σου την ωραία μορφή * κοίταξέ την προτού η μαύρη της τύχη και το σκοτάδι τη σβήσουν * εσύ πρέπει να ζήσεις μωρό μου * τρόμαξέ τους να φύγουν * εγώ παγώνω και πώς να ζεστάνω το κορμάκι σου η έρμη * πού ν’ ακουμπήσεις το μικρό σου κεφάλι * στο στήθος μου χάσκουν από σφαίρες δυο τρύπες * κι αντί εγώ η μάνα σου το γάλα να σου δίνω στο στόμα * εσύ βυζαίνεις το μαύρο μου αίμα * που τρέχει και ποτίζει το χώμα * εγώ φεύγω μωρό μου, μα εσύ γλυκό μου κοιμήσου * κοιμήσου αγγελούδι μου * κοιμήσου

Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Που ‘ποτζοιμίζεις τα μωρά
‘Ποτζοίμισ’ το κορούδιν μου
Το πιο γλυτζύν τραούδιν μου
Έπαρ’ το πέρα γύρισ’ το
‘Που τον φονιά μου γλύτωσ’ το.

 

β’
Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Παρακαλώ σε έλα δα
‘Ποτζοίμισ’ την μανούλα μου
Την πιο γλυτζειάν του κόσμου μου

Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Παρακαλώ σε έλα δα
Πάρε την πέρα γύρισ’ την
Τζαι πάλε πίσω φέρ’ μου την

Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Παρακαλώ σε έλα δα
Την μάνα μου ‘ποτζοίμισες
Σε κόσμους άλλους ξέχασες

Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Κοντά μου φέρ’ την πάλι
Τη μάνα μου την πιο γλυτζειάν
Μεσ’ στην δική μου αγκάλη

Κλαίω της τζαι φωνάζω της
Ξύπνα μανά ξύπνα μανά
Δίκλα ‘ποτζεί δίκλα ‘ποδά
Τι έχεις μωρό στην αγκαλιά
Μα η μάνα μου δεν απαντά

Έσιει τα μάθκια της κλειστά.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ελαχταρούσεν ολογαίματη η κορούδα της πάνω στο νεκρό της σώμα. Ήταν δεκατριών μηνών κι έγλειφε τα αίματα της νεκρής μάνας της. Έπιασα το μωρό, το πήγα σπίτι μου, το έλουσα και του φόρεσα καθαρά ρουχαλάκια. Πρόκειται για τη συγκλονιστική μαρτυρία μιας εξηνταεξάχρονης γυναίκας για τη βάρβαρη δολοφονία μιας νεαρής μητέρας, της Σ.Π. 26 ετών, η οποία δολοφονήθηκε κρατώντας το βρέφος της στην αγκαλιά της. Το 1974 δόθηκαν πολλές μαρτυρίες για την τούρκικη θηριωδία που εκφράστηκε με βιασμούς, δολοφονίες και εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.

 

 

ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ (2012)

 

Φως

Ήρθες
Ανάμεσα από τα φυλλώματα
Της ελιάς
Κι εγνώρισα
Το ασημί
Την απλότητα
Και την αγάπη.

Ανάμεσα από τα φυλλώματα
Του κυπαρισσιού
Κι εγνώρισα
Το πράσινο
Την πάλη
Την παλληκαριά.

Της ροδιάς
Κι εγνώρισα
Το κόκκινο
Την τρέλα
Και τον έρωτά σου.

Κι ο κόσμος όλος φως.

 

 

Ἀόρατος

Ἐδῶ γεννήθηκα
Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ἄκρη τραγουδῶ
Ἀνάμεσα σὲ δύο πέλαγα
Ἀείφυλλος, ἀόρατος μοσχοβολῶ
Κι ἁπλώνω τὰ κλωνάρια μου στὸν Κάρβα
Καὶ τοὺς ἄλλους ἀνέμους ποὺ φυσοῦν.

Κι ὁ ἥλιος ποὺ βλέπει ἀπὸ ψηλὰ
Κοντοστέκεται γιὰ λίγο
Καὶ μ᾿ ἀπορία μὲ ρωτᾶ
Ποιός σ᾿ ἔμαθε νὰ τραγουδᾶς γλυκὰ
Τὶς οὐράνιες τοῦτες νότες;

Κι ἐγὼ τοῦ ἀπαντῶ ἁπλὰ
Βρίσκω γοργόνες τζαὶ φιλῶ τες.

 

 

Ἑλένη

 

α΄

 

Τὴ δωδεκάχρονη Ἑλένη τῶν παλαιῶν περιοδικῶν
Ἀνάμεσα στὶς παπαροῦνες τῆς αὐλῆς της μελετῶ.

Στὸ παιδικὸ κεφάλι της τὸ πράσινο μαντίλι της φορεῖ
Πλεκτὴ δαντέλα ὁλόγυρα μ᾿ ὁλόχρυση κλωστὴ
Μὲ τέχνη σὰν στεφάνι ἀπὸ λουλούδια
Στὶς πλεξίδες τῶν μαλλιῶν της τὸ τυλίγει.

Σίγουρα θὰ ἦταν Κυριακὴ μετὰ τὴ λειτουργία
Τὴν ὥρα ποὺ ὅλοι ἀναζητοῦν ξεκούραση στὸν λόγο
Καὶ στὶς μεγάλες συντροφιὲς οἱ νέοι ἔχουν προτίμηση
Ἀνύποπτοι χορεύουνε, πειράζονται καὶ τραγουδοῦν
Ἀπὸ τὸ Ριζοκάρπασον νὰ πάω στὴ Γιαλοῦσα
Δὲν εἴδασιν τὰ μάθκια μου τέτοια μαυροματοῦσα.

Κι ἐσύ, καλὲ ταξιδευτή, μισὴ ἀνατολίτισσα τὴν εἶπες
Γιατὶ ἔχει θέλγητρα πολλὰ ποὺ μ᾿ ἐπιμέλεια κρύβει.

Μὰ ὅσο κι ἂν πασχίζει μὲ φροντίδα νὰ κρυφτεῖ
Τὸ βλέπουν τὸ μαντίλι της ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τοῦ Ταύρου.

 

 

β΄

 

Τὸ σκληρὸ βότσαλο μὲ τοῦ χεριοῦ χτύπημα ἐπιδέξιο
Στὸ σῶμα ἀφήνοντας τὸν κραδασμό του σπάει
Τοῦ Τεύκρου, τῶν γενναίων του συντρόφων
Τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ νικηφόρου του στρατοῦ
Καλύπτοντας τὰ χνάρια, ὁ δρόμος τοῦ Ἁγίου νὰ στρωθεῖ.

Λευκὸ κι ἀραχνοΰφαντο μαντίλι στὸ κεφάλι της φορεῖ
Μὲ σχέδια περίτεχνα στὶς τέσσερις γωνιές του τυπωμένα.
Καὶ σᾶς εὐχαριστῶ Maynard Owen Williams πολὺ
Γιατὶ στὴ φωτογράφιση φροντίσατε νὰ μὴ φανοῦν
Τὰ ροζιασμένα χέρια της ποὺ σίγουρα δὲν θὰ ταιριάζαν
Μὲ τὴν εὐγένεια τοῦ προσώπου της, μὲ τὴ λεπτότητά του.

 

γ’

 

Τῆς ἱστορίας ἀνυπόμονος ταξιδευτὴς
Μέσ᾿ ἀπὸ τὶς φωτογραφίες τὴν Ἑλένη μελετῶ.

Στὸ κεφάλι της φορεῖ ἕνα μαντίλι βυσσινὶ
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ λευκὴ ἁπλῆ κλωστή.

Μὲ τέχνη καμωμένα τὰ κουλούρια στὸ σανίδι
Καὶ τ᾿ ἀχνιστὸ ψωμὶ μοσχοβολᾶ γιὰ τὰ παιδιὰ
Τὸν ἄντρα της καὶ τὴ γριὰ γειτόνισσα.

Κι ἐνῶ ἕνα χαμόγελο χαράζεται στὰ χείλη
Καὶ χαίρεται γνωρίζοντας πὼς ἡ μικρή της κόρη
Δίνει συνέχεια στὴ ζωὴ σ᾿ αὐτὸ ἐδῶ τὸ σπίτι
Πολὺ μακριὰ ἀκούγονται τὰ βήματα βαριὰ
᾿Νοῦ καβαλλάρη βάρβαρου καὶ μοχθηροῦ καὶ μαύρου.

 

δ’

 

Ἁντὰν ἀρκέψαν οἱ κρυφοὶ ἀνέμοι τζαὶ φυσοῦσαν
Τζαὶ ᾿ποὺ τὲς τέσσερις μερκὲς τὰ νέφη ἐκουβαλοῦσαν
Ὥστι νὰ κάμουν τὸν τζαιρὸν ν᾿ ἀρκεύκει νὰ στοιβάζει
Στένεψε ὁ τόπος πιὸ πολὺ κι ὁ οὐρανὸς στενάζει.
Τὰ πέλαγα λυσσομανοῦν, τὰ κύματα βουίζουν
Τὶς λιγοστὲς ψαρόβαρκες στὰ βράχια τὶς τσακίζουν.

Σίδερο βαρὺ κι ἀτσάλι ἕρπει στοῦ Ἁγίου τὸν δρόμο πιὰ
Μὰ ὅταν ὁ Κάρβας καὶ οἱ ἄλλοι ἀνέμοι ποὺ φυσοῦν
Ἀνθρώπους παρασύροντας καταλαγιάζουν
Κι ὁ γκρεμισμένος οὐρανὸς καὶ ἡ καμένη γῆ
Ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ καὶ τὸν καπνὸ ξεκαθαρίζουν
Τὴ μορφή της διακρίνω τὴ σεβάσμια καὶ θλιμμένη
Φορώντας στὸ κεφάλι της τὸ μαῦρο της μαντίλι
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ κατάμαυρη κλωστὴ
Ἀμίλητη καὶ σοβαρὴ νὰ περιμένει.

Τὴν Οὐρανία Ἑλένη.

 

 

ΚΑΡΠΑΣΙΑ

Κάθε πρωί
Ακονίζω τη μνήμη μου
Κι ένα μαχαίρι
Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν
Σε δυο κομμάτια με χωρίζει.

Τα παιδικά μου χρόνια με συνθλίβουν…

Προσπαθώ να ταιριάξω φωνήεντα
Στα ʺξὶʺ καὶ ʺζήταʺ
Καθώς στον ήλιο διάπλατα
Η μάνα ψιθυρίζοντας
Το σπίτι ανοίγει.

Στην πρωινή καταχνιά
Τριάστρι, Ποαλέτρικα και άλλοι αστερισμοί
Δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος των βλεφάρων μου.
Κυνηγώντας τη σκιά μας ανάμεσα στα καπνόφυτα
Με την πίσσα στα χέρια και στa ρούχα μας
Αποχωρίζουμε τσακ-τσακ τα νοτισμένα φύλλα
Κι ενώ το χρυσαφί ρουφάει το πράσινο
Ο ήλιος ανεβαίνει
Και οι μακριές αυλακιές
Μικραίνουν στο μέτωπο του πατέρα
Μετρώντας τον με κοντάρια.

Μα ένας ρόδακας
Ολοένα γυρίζει μια μπροστά και μία πίσω
Επιστρέφοντας εικόνες του παλιού καιρού
Και δείχνοντας τις άλλες
Που συνθέτουν οι μέρες που θα ᾿ρθουν.
Ας αρχίσει λοιπόν ο αγώνας
Κι ας μην είναι δια την δόξαν
Ας είναι για τα καπνολούλουδα
Και τις σκορπισμένες ψηφίδες
Της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας.

 

 

Χαράκωμα

Ὁ ἄνεμος στριφογυρνοῦσε μανιασμένα
Μέσα στοὺς κλώνους τῆς μικρῆς ἀμυγδαλιᾶς
Καὶ τοὺς λευκοὺς ἀνθοὺς σκορποῦσε
Στὰ τέσσερα σημεῖα∙ καταχνιά!

Μολύβι ὁ οὐρανὸς περνοῦσε
Χιλιάδες τ᾿ ἄνθη ταξιδεύανε μαζί του
Κι ὅσο χαμήλωνε αὐτὰ ποθοῦσαν
Τὴ θέση τους νὰ πάρουνε ἐπάνω στὰ κλαδιά.

Ὁ ἄνεμος φυσοῦσε, ἔπιασε μπόρα
Καὶ σὰν τὰ δάκρυα ἄνθη καὶ στάλες
Πάνω στὸ σῶμα τῆς ἀμυγδαλιᾶς κυλοῦσαν
Καὶ φτάναν στὰ ριζὰ γιὰ νὰ γεμίσουν
Σκαμμένο καὶ μὲ νούμερο ἀναγνώρισης
Χαράκωμα πολέμου.

 

 

ʺΣαλαμίνιαʺ

Ἄνθρωποι τύχης εἴδωλον ἐπλάσαντο,
πρόφασιν ἰδίης ἀβουλίης [Δημόκριτος]

Τὶ τύχη κι αὐτὸς
Νὰ βλέπει ἔτσι τὴν πόλη του!

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια
Ἕνα μέρος τῆς πόλης
Μιὰ λωρίδα χρυσὴ ἀμμουδιὰ
Καταπράσινα περιβόλια
Νὰ κρέμονται
Ἀπὸ ἕναν θαλασσὴ οὐρανό.

Τὰ κάτω ἄκρα ἄνω
Φυτεμένα σὲ συντρίμμια
Τὰ ἄνω ἄκρα κάτω
Μὲ τὰ δάχτυλα τεντωμένα.

Ἡ πατρίδα ἀνάποδα γυρισμένη
Χώρεσε στὴν παλάμη του.

 

 

Μονόλογος

Τὸ πουκάμισο τοῦ φιδιού
Στὴν πληγὴ τῆς σπασμένης φτερούγας μου
Μέσα στὴ μοναξιά μου μὲ κατατρώει.

Αὐτοὶ ἂν ἔρχονται κοντά μου ἔρχονται ἀπὸ περιέργεια
Μοῦ τραβοῦν τὰ φτερά, δοκιμάζουν τὴ δύναμή μου
Τῶν ἄλλων
Φτερούγισμα σπουργιτιών ἡ φυγή.

Τὸν Μεγάλον Ἄγγελο ταχύπλοα σκάφη τσάκισαν
Τὴν ὥρα ποὺ τραβοῦσε τὰ δίχτυα μαζὶ μὲ τοὺς ψαράδες.

Ὅσοι σωθῆκαν πνίγηκαν
Πνίγηκαν στὴ στεριὰ
Φορώντας τὸ ἄσπρο πουκάμισο τὸ μαύρο παντελόνι.
Καὶ κουβαλοῦν καὶ κουβαλοῦν τοὺς δίσκους μὲ καφέδες.

Θὰ ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ
Νὰ ραγίσει αὐτὴ ἡ πλάκα.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Α’ ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Πατριδογνωσία και επική ανάταση

[Ο Φιλελεύθερος, 22 Ιουνίου 2015, Πρώτη Γραμμή, Κυπριακή Ποίηση, σελ. 25]

Το νέο βιβλίο του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ είναι μια ευσύνοπτη ποιητική σύνθεση που συνδυάζει την αρχαιογνωσία με την πατριδογνωσία και το λυρισμό με ψήγματα επικής ανάτα­σης. Στο πρώτο σκέλος του βιβλίου ο ποι­ητής ταυτίζεται και συνοδοιπορεί με τον προϊστορικό άνθρωπο. Ανακαλύπτει μαζί του την πέτρα και την χρηστική της αξία, τη φωτιά, το νερό στο ποτάμι και τελικά τη θάλασσα. Εκπλήσσει και εκπλήττεται σ’ αυτή τη μαγευτική πορεία της γνώσης, με συγκίνηση αλλά και δέος.

Μόνο στα μέσα του βιβλίου ξεκαθαρί­ζει ότι ο ποιητής παρακολουθεί την εξέλι­ξη του ανθρώπινου γένους στην αρχαιότη­τα από κυπριακό έδαφος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η ματιά του είναι πανανθρώπινη και καθολική. Η πρώτη υπόμνηση που παρα­πέμπει στη γη της πατρίδας μας γίνεται μόλις στο ποίημα «Παλιό καράβι» που ανα­φέρεται στα πρώτα βήματα της ναυσιπλο­ΐας στον τόπο μας: «Γιατί όταν ήρθε ο και­ρός και φύσηξε Απηλιώτης / Στ’ αμέτρητα ταξίδια μου σ’ ατέλειωτο γιαλό / Σκορπού­σα μύγδαλα κι ολόγλυκο κρασί κερνούσα / Καθώς τον κόσμο θάμπωνε ο αστραφτε­ρός χαλκός /…». (σελ. 30)

Μοιραία, αλλά και αισθητικά ωραία, η περιπλάνηση του Ν.Ν-Χ. στον αρχαίο κό­σμο γενικά και στην αρχαϊκή Κύπρο ειδικά, καταλήγει στην αρχαία ιστορία του νησιού μας και τις ελληνικές του ρίζες, απ’ όπου ο ποιητής επιχειρεί ν’ αντλήσει διδάγματα και παραδείγματα προς μίμηση ή αποφυγή για τη σύγχρονη εποχή και τις μέρες μας: «… δοκιμάστε απ’ το δικό μου, της προδο­σίας το πικρόμελο / που στάζει απ’ το κρα­νίο μου για να θυμάστε / πως πρέπει πάντα να φυλάγεστε απ’ τους αισχρούς Στασάνορες μα, πιο πολύ απ’ τους προδότες Γόργους». (σελ. 31)

Με το συγκεκριμένο ποίημα θα έλεγα ότι αναπτύσσεται και μιας μορφής διακει­μενικός διάλογος με το ομόθεμο ποίημα του Παντελή Μηχανικού «Ονήσιλος» από τη συλλογή «Κατάθεση», 1975 -όπου η μορφή του Βασιλιά της Σαλαμίνας χρησι­μοποιείται ως εγερτήριο σάλπισμα κατά της παχυδερμίας, της αδιαφορίας και της αταραξίας, πνευματικής, πατριδολατρικής ή άλλης: «Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος / κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα / χωρίς τίποτα να νιώσου­με…».

Βέβαια, παραδείγματα – φωτεινοί φά­ροι για το μέλλον -άμεσο, μακροπρόθεσμο ή διαχρονικό- μπορούν ν’ αντληθούν και από τη σύγχρονη ιστορία του νησιού. Π.χ. από τον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59, όπου δεσπόζει η θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου. Τη διαχρονικότητα αυτής της θυσίας υμνεί ο ποιητής: «… οι δειλοί στον απολέμητο σπήλιο ρίχνουν βενζίνη / καίνε το σώμα μέσα σε λίγα λεπτά / καίνε μονά­χα το σώμα / κι ένα μικρό τρυπομάζη – δί­πλα στη σκήτη, που είχε φτιάξει τη δική του φωλιά / όμως την ψυχή δεν μπορούν να την κάψουν / την ιστορία αυτή στους αιώνες θα λέει ο πατέρας στον γιο κι ο παππούς στο εγγόνι…». (σελ. 34)

Από τις κορυφαίες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ποίημα «Το πηγάδι» (σελ. 36) όπου επιχειρείται μια παρώδηση και μια παράλληλη συνανάγνωση του γνωστού παραδοσιακού κυπριακού τραγουδιού «Τέσσερα τζιαι τέσσερα» με τη σύγχρονη κυπριακή τραγωδία του 1974 και τον χαμό ενός αγνοούμενου, που μικρός άκουγε με δέος και απορία τον παππού του να τού τραγουδά το πιο πάνω άσμα. Ο μύθος πε­ριπλέκεται περίτεχνα με την ιστορία και οι παραλληλισμοί λειτουργούν με αισθητική επάρκεια: «… ήρθε ο καιρός κι ο μαύρος πήρε και τον παππού / κι ήταν καλύτερα γιατί δεν έμαθε / δεν έμαθε πως στρατιώ­της στον πόλεμο σαν πήγε ο Παναγιώτης / ο εγγονός του ο πιο μικρός / καθώς τον έσπρωχναν στο πηγάδι των εκατόν ορκών σ’ ένα χωριό, την Αγιά / θυμήθηκε τον παπ­πού του και το τραγούδι του / και πικραμέ­νος σιγοψιθύρισε: «Να πείτε της μανούλας μου στα μαύρα να ντυθεί / Γιατί τον γιον της τον μιτσήν δεν θα τον ξαναδεί»…». (σελ.37)

Ανάλογο εγχείρημα με το αμέσως προ­ηγούμενο επιχειρείται και στο προτελευ­ταίο ποίημα της συλλογής, «Νανούρισμα» (σελ. 38), όπου και πάλι συνυφαίνεται ένα κυπριακό παραδοσιακό τραγούδι με την τραγωδία του 74. Αυτή τη φορά το βρέφος «νανουρίζει» τη νεκρή μάνα του ευρισκό­μενο πάνω στο άψυχο στήθος της: «Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά / Παρακαλώ σε έλα δα / Ποτζοίμισ’ τη μανούλα μου / την πιο γλυτζειάν του κόσμου μου /… Κλαίω της τζαι φωνάζω της / Ξύπνα μανά ξύπνα μανά / Δίκλα ‘ποτζεί δίκλα ‘ποδά / Τι έχεις μωρό στην αγκαλιά /Μα η μάνα μου δεν απαντά έσιει τα μάθκια της κλειστά». (σελ. 39)

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο και αρκούντως εύγλωττο βρίσκω το γεγονός ότι στις πιο δραματικές στιγμές της ποίησης του ο Ν.Ν-Χ. καταφεύγει στους πυκνόρρευστους κι ευωδιαστούς χυμούς της κυπριακής δι­αλέκτου. Αυτό συμβαίνει τόσο στο υπό παρουσίαση βιβλίο, όσο και σε προηγούμενα έργα του ποιητή.

Ολοκληρώνοντας θέλω να σημειώσω ότι η νέα ποιητική συλλογή του Ν.Ν-Χ. χα­ρακτηρίζεται και από μια ιδιαίτερη αφηγηματικότητα. Τα ποιήματα του είναι το ίδιο γλαφυρά και παραστατικά όπως εκείνα της προηγούμενης συλλογής του, «Διθαλάσσου», 2012, αλλά το πρόσθετο στοιχείο της αφηγηματικότητας, κατά την άποψή μου, καθιστά τη νέα δουλειά περισσότερο ευά­λωτη σε πεζολογικές ατραπούς, τις οποίες ο ποιητής δεν καταφέρνει ν’ αποφεύγει πάντα. Η αφήγηση, η εξιστόρηση ενός μύ­θου ή ενός γεγονότος, μέσω της ποίησης, πάντοτε ελλοχεύει κινδύνους διολίσθησης σε πεζολογίες. Έχω την αίσθηση ότι ο Ν.Ν-Χ. θα μπορούσε να ελέγξει περισσό­τερο αυτό τον κίνδυνο, μέσω αυξημένης εσωτερικής ροής και μουσικότητας των στίχων του.

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

[ΑΚΤΗ, έτος ΚΣΤ΄, τ. 103, Καλοκαίρι 2015, σελ. 362]

Από τη «Διθαλάσσου», την εμποτισμένη με τα μύρα της θαλασσοφίλητης γενέτειράς του Καρπασίας, ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ κομίζει στα κάνιστρα της ποιητικής του ψυχής το αρχέγονο σύμβολο ολάκερης της γης του και μαζί βαρύτιμο φυλαχτό της πατρογονικής του κληρονομιάς: τον «Πικρόλιθο» της δεύτερης ποιητικής του συλλογής, που τον έφερε πρόσφατα ο καλοτάξιδος άνεμος Κάρβας των προσωπικών του εκδόσεων. Και αν με τους πρώτους του στίχους ανάστησε στο «Φως» ανάγλυφες «…Εικόνες» από ενδημικά πουλιά, θάμνους και δέντρα, διάβηκε μέσα από μια νοερή «Μικρή Περιήγηση» γνώριμους τόπους και νεκροπόλεις με «Τα Άλογα» της Σαλαμίνας, συνομίλησε στην ντοπιολαλιά τους με ανθρώπους των περασμένων χρόνων κι ανιστόρησε τα δεινά της «Παναγίας της Καναριάς» και του Μεγάλου Αγγέλου, έρχεται τώρα να επισφραγίσει τις προηγούμενες «Παλιές σφραγίδες» με νέα εμφαντικότερα χαράγματα.

Ταυτίζοντας την αλληγορική προσωποποίηση της πατρίδας του με την υπαρκτή Καρπασιτοπούλα «Ελένη» του ομώνυμου ποιήματος της «Διθαλάσσου», που απαθανάτισε με τις πέτρες στην πλάτη μοναδικό φωτογραφικό στιγμιότυπο του «Νational Geographic» το 1928, καταφέρνει να εισχωρήσει τούτη τη φορά στα μεγαλύτερα της βάθη, για ν’ ανασύρει από τα χαλκολιθικά στρώματα της Ιστορίας και του πολιτισμού της τον κατ’ εξοχήν ενδογενή της «πικρόλιθο». Την ακριβολογική τεχνουργική του ιδιότητα για την κατασκευή των δημοφιλών σταυρόσχημων ειδωλίων του Κυπριακού Μουσείου επεξηγεί στις «Σημειώσεις», που μαζί με τον σελιδοδηγό των αρχαιολογικών «εικόνων» και το διαλεκτικό «Γλωσσάρι» επιτάσσονται της συλλογής. Τόσο, όμως, ο τίτλος της «Πικρόλιθος» όσο και ο υπότιτλός της «σημειώσεις σχεδίας» παραπέμπουν σε μεταφορικά νοήματα και συμβολισμούς πολυσημίας, όπου κατά μία συνεκδοχική σύζευξη τα οιονεί Σολωμικά σχεδιάσματα του ποιητή συνταξιδεύουν πάλι με τον ούριο Κάρβα της μνήμης, αλλά και της πικρής θύμησης πάνω στην Οδυσσεακή σχεδία, πανομοιότυπη με την πανάρχαια σχεδία, τη χαραγμένη σε κάποιο πικρό βράχο της Κύπρου. Και οι άνθρωποί της να περιμένουν την επιστροφή στο μισό της ακροθαλάσσι, δεόμενοι με ανοικτά τα χέρια σ’ ανάμνηση των γηγενών ειδωλίων του «πικρόλιθού» της.

Από τις 14 ποιητικές συνθέσεις, που κατατίθενται στην παρούσα συλλογή, είτε ως αυτοτελή ποιήματα είτε επιμερισμένες σε αριθμημένες θεματικές ενότητες, μερικές εξ αυτών στιχηδόν και άλλες μορφικώς καταλογάδην, στεκόμαστε κατ’ αρχήν στα εμβληματικά δύο πρώτα ποιήματα, που απηχούν ονοματολογικές παραλλαγές ή παραπληρωματικές προεκτάσεις του τίτλου. Έτσι, «Τα Βότσαλα», κατά τον ποιητή, παραλληλίζονται ευστόχως με τα ποιήματα, αποτυπώνοντας τις ιδέες της ποιητικής του βιοθεωρίας σε ευφάνταστες εικονοπλαστικές συλλήψεις: «Τα ποιήματα / Ως εύπλαστη ύλη / Σαν τα βότσαλα ταξιδεύουν / Της θάλασσας» πότε «Σε βυθούς σιωπής», πότε «Σε φουρτουνιασμένη άβυσσο» μέχρι να έλθουν «στο φως». «Η Πέτρα», ωστόσο, που κρατεί ιερό φυλακτό στις πέντε ποιητικές του διαδρομές ή στις επώδυνες αναβάσεις για τις ανατάσεις των πέντε του αισθήσεων, δεν είναι άλλη από εκείνη τη ριζιμιά της γης του, που δεν μπορεί «να ξεχάσ[ει]» όποιο «ποτάμι» ή «μονοπάτι» κι αν πάρει. Οι ακροτελεύτιοι στίχοι του α΄ και ε΄ μέρους είναι δυναμικά ενδεικτικοί του αναπόσπαστου ομφάλιου λώρου, που δένει στα σπλάχνα της στο πρόσωπο του ποιητή τους συμπατριώτες συνοδοιπόρους του: «Περπατώ με μια πέτρα στο χέρι / Μα πάντα μένω στα ίδια δάση / Στα ίδια μέρη το χώμα πατώ». «Τότε κι εγώ φυλάγω την πέτρα / Και παίρνω στα χέρια μια κώπη». Αυτήν, προφανώς, της παλιννόστησης, όπως, ακριβώς, «Τα Πουλιά» του επόμενου ποιήματος, που «βρίσκουν τον δρόμο κι επιστρέφουνε στις ίδιες ακτές;» κι ας διερωτάται με απορία Σωκρατικής ειρωνείας.

Στα αμιγώς, θα λέγαμε, θαλασσινά ή ναυτικά ποιήματα «Η Σχεδία», «Το Τραγούδι του Ναύτη της Σχεδίας», «Το Ακρογιάλι» και «Παλιό Καράβι» αποτυπώνεται μαζί με τις αεικίνητες αναζητήσεις και τη φιλοτάξιδη έφεση του ψυχισμού του το στίγμα του φυλετικού κυττάρου του αιώνιου Έλληνα ταξιδευτή των μακρινών οριζόντων του Καββαδία, αλλά και του Ομηρικού νόστου ή της αμετατόπιστης Καβαφικής «πόλης». Έτσι, ντύνοντας με τα «βαθυκύανα» χρώματα του Ελύτη τα δικά του «δελφίνια», καταγράφει τις αποδράσεις και τις επανόδους του: «Πάνω απ’ τα κύματα πετούν / Ύστερα χάνονται· ξαναγυρνούν». Και καθώς ο Ποιητής του Αιγαίου ομολογεί πως «Τα ανώτερα Μαθηματικά του τα έκανε στο Σχολείο της θάλασσας» ο ίδιος, όντας Μαθηματικός με τα γεωμετρικά σχήματα των λυρικών επαναφορών του μεταστοιχειώνει τον «μικρό Ναυτίλο» στη μουσική κλίμακα του δικού του «Ναύτη», τονίζοντας μέσα από το «Τραγούδι» του το δυσεπίτευκτο του γυρισμού του: «Ναύτη μου / Ναύτη / Όποιος σε θάλασσα αρμενίσει / Με θαλασσόμελο ξεδιψάσει / Πίσω στο σπίτι του δεν θα γυρίσει / Την πρώτη αγάπη του θα ξεχάσει». Για να ομολογήσει, εντούτοις, αλλού, ανακρούοντας «αλίδρομος θαλασσομάχος» την πρύμνη του «καραβιού» του, που υπενθυμίζει από τους συμφραζόμενους στίχους το φυλακισμένο καράβι της Κερύνειας και την ελπίδα της επιστροφής: «Κι ύστερα γύριζα με το καράβι φορτωμένο ελπίδα / Γύριζα με το καράβι φορτωμένο φως».

Τους επικούς αγώνες του Κυπριακού Ελληνισμού συνοψίζει ο ποιητής μέσα από τα ποιήματά του «Πικρόμελο», «Η Σκήτη», «Διάλογος» και «Το Πηγάδι». Σε μιαν αντιστικτική σύνθεση αρχαίας και νέας τραγωδίας ή εν είδει συνοπτικού ποιητικού χρονικού της «γλυκείας» αλλά και πικρής «χώρας Κύπρου» ανιστορεί την επανάσταση του Ονήσιλου εναντίον των Περσών, τη θυσία του Αυξεντίου και του Μάτση για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού, καθώς και του ομοχώριού του Παναγιώτη, που έπεσε πολεμώντας τους Τούρκους το 1974. Ενώ στο «Νανούρισμα», μεταπλάθοντας αριστοτεχνικά σε μοιρολόι το γνωστό κυπριακό τραγούδι, μνημειώνει μιαν από τις πολλές τραγικές ιστορίες της βάρβαρης τουρκικής εισβολής. Για τούτο και ο ποιητής, σαν άλλος δυνατός «Σπουργίτης», που επιβιώνει των κακουχιών και των κατατρεγμών μονολογεί: «μα εγώ, εδώ θα ζήσω …να προσδοκώ να ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά του δίκαιου ήλιου πύρινος ένας κριτής αητός».

 

 

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΚΟΥΡΟΥΠΑΚΗΣ

Ποιήματα,
σαν οδηγίες
προς ναυτιλλομένους
με τον Απηλιώτη στα πανιά τους

[Καθημερινή της Κύπρου, Ματιές, Πρώτη Ανάγνωση, 12 Ιουλίου 2015, σελ. 4,

Η σύγχρονη κυπριακή ποίηση έχει να επιδείξει αρκετά αξιόλογα έργα από καλούς λογοτέχνες, και κατά καιρούς είναι όμορφο να επιστρέφεις σε αυτά, ξαναδιαβάζοντάς τα, ανακαλύπτοντας κρυμμένες λέξεις στη γωνιά κάποιας στροφής. Κάπως έτσι επέστρεψα στην τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ «Πικρόλιθος, σημειώσεις σχεδίας». Έχοντας κατά νου την προ­ηγούμενη συλλογή του, τη «Διθαλάσσου», όπου ο άνεμος της Καρπασίας και η θά­λασσα της Αμμοχώστου είχαν κυρίαρχο ρόλο, με τα υπόρρητα μηνύματα τους, άρχισα να διαβάζω τον Πικρόλιθο, με τον τίτλο να μου φέρνει στο μυαλό την πέτρα και τον ιδρώτα του ανθρώπου να κατακτήσει το μέλλον του, αλλά και τη δύναμη της πέτρας, που με πίκρα πολλές φορές γίνεται όπλο φονικό. Ωστόσο, κά­που στάθηκα στον υπότιτλο της συλλογής, σημειώσεις σχεδίας, άραγε τι θέλει να δείξει ο Νικολάου με τις σημειώσεις, ποιας σχεδίας, ποιου συντάκτη;

Η συλλογή περιλαμβάνει 13 ποιήματα, με κάποια από αυτά να χωρίζονται σε περισσότερα μέρη, και καθένα από αυτά είναι σαν ένα βήμα ενός πρωτόγονου ανθρώπου, ο οποίος προχωράει σιγά-σιγά, αναζητώντας τον τόπο του, κτίζοντας τον κόσμο γύρω του, πολεμώντας και αντιπαλεύοντας τις δυνάμεις που στέκονται εμπόδιο στον δρόμο του. Με την πέτρα δημιουργεί και με την πέτρα αμύνεται και καταστρέφει. Με τα ποι­ήματα να έχουν τοποθετηθεί σε μία λο­γική αλληλουχία, όπως θα περίμενε κάποιος, τα βήματα του πρωτόγονου αν­θρώπου τον φέρνουν σ’ έναν τόπο που μοιάζει με την Κύπρο, την πάντοτε χειμαζόμενη Κύ­προ, την Κύπρο που ανέ­καθεν πολεμούσε με πέτρες ιταμούς κατακτητές και ύπουλους υπερασπι­στές.

Έως τη σύνθεση «Πικρόμελο» η σχεδία γίνεται σκαρί από καλό πεύκο και ο επιβάτης της σχεδίας έχει πια φτάσει σε τόπο όμορφο, σχεδόν όμως κα­ταραμένο. Τότε, ξαφνικά με άλματα χρονικά και με εικόνες καλά σμιλεμένες στη γη αυτού του νησιού, ο ποιητής μιλάει για έναν τόπο με άντρες γενναίους, με ανθρώπους με πάθη, αναπτύσσει με κυκλικότητα τα γεγονότα. Άραγε τι γυρεύει τόσα χρόνια ο Αρτύβιος στην Κύπρο; Πώς ο Γρηγόρης Αυξεντίου συνομιλεί τρα­γικά με τον Κυριάκο Μάτση με την κουβέντα αυτή να ηχεί υπόκωφα στις πέτρες των κρησφύγετων του καθενός;

Ίσως ο ποιητής να έκα­νε ένα μετέωρο άλμα, αφού από τον Ονήσιλο και τη Σαλαμίνα μεταπηδά σχεδόν απότομα στα δάση του Μαχαιρά, και σταδιακά, ομαλά ωστόσο, φτάνει στις τραγικές μέρες του μορισμένου καλοκαιριού του 1974, χωρίς να αναφέρει τίποτε στο ενδιάμεσο.

Στη συλλογή αυτή φαίνεται, θεωρώ, η αγάπη του δημιουργού για τον τόπο του και η συνειδητότητα ότι αυτό το νησί, ριγμένο σχεδόν σε μια γωνιά της Μεσογείου, από την οργή του Ηφαίστου, ως άλλη Λήμνος, γίνεται σκηνή τραγικότητας, όπου ο άνθρωπος έφτασε σκυφτός με την πέτρα της γης αυτής εφόδιο, να καταλήγει όπλο εναντίον του όποιου δυνάστη και υπονομευτή της κανονικότητας.

Οπωσδήποτε η συλλογή διακρίνεται για την εκδοτική αρτιότητα της. Άλλωστε, και οι προηγούμενες δουλειές του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ χαρακτηρίζονται από λεπτολογία και αισθητική επάρκεια. Προς διευκόλυνση του αναγνώστη ο συγγραφέας στο τέλος της συλλογής δίνει επεξηγηματικές σημειώσεις για με­ρικά ποιήματα, καθώς και ένα μικρό λε­ξιλόγιο για τις λίγες ιδιαίτερες λέξεις που χρησιμοποιεί, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δίνουν στη σχεδία το στίγμα του προορισμού της, και υποβοηθούμενες από τον Απηλιώτη να τη σπρώχνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Δυστυχώς, όμως, μετά τη σχεδία έφτασαν στο νησί, και Αρτύβιοι, και Γόλγοι βασίλεψαν, με τα πουλιά ωστόσο πάντα να επιστρέφουν στις ίδιες ακτές, σε πείσμα όλων.

Η συλλογή κλείνει με το αισιόδοξο και συνάμα τραγικό ποίημα «Μονόλογος σπουργίτη», με το πουλί αυτό το ταπεινό να μονολογεί… «μα εγώ θα ζήσω κι ας πονώ στον τόπο αυτό που αγαπώ, φάρος ακοίμητος, να προσδοκώ να ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά, του δίκαιου ήλιου πύρινος ένας κριτής αητός».

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

 

[Αλήθεια, Δευτέρα 16 Φεβ 2015, πολιτισμός, σελ. 43]

Αυτό που ξέρω εγώ, κυρίες και κύριοι, είναι ότι από μέτρο και τεχνική, στην ποίηση, δεν σκαμπάζω. Αλλά αυτό που, επίσης, ξέρω, κυρίες και κύριοι, είναι ότι, και αυτή τη φορά, ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, με την άφθαστης σαγήνης τρυφερότητά του και, φυσικά, με τον σπάνιας αισθητικής λυρισμό του ο οποίος, σαν καθάριος ποταμός, διατρέχει τα ποιήματά του, με ταξίδεψε, ξανά, σε μέρη που μοιάζουν με προσκυνητάρια, μου κόλλησε φτερούγες στις πλάτες για να πετάξω, επιτέλους, σε πολεμίστρες ονείρων, σε κρησφύγετα αξιοπρεπείας, σε μετερίζια ιδεολογιών. Εκεί, θέλω να πω, που δεν μπορούν να φτάσουν οι βολεμένοι και οι άβουλοι, οι πεσσοί μιας σκακιέρας που φτιάχτηκε από άλλους, για να παρασύρει ανθρώπους και ψυχές στις καλογυαλισμένες λεωφόρους της ευμάρειας, της χλιδής και, συνεπώς, της αποχαύνωσης. Είναι, λοιπόν, οι τεντωμένες αισθήσεις του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ και οι πανάκριβες εμπνεύσεις του που με οδήγησαν πλάι στον Αυξεντίου, για να ακούσω την ουρανομήκη κραυγή της λευτεριάς, δίπλα στον ανώνυμο πρόσφυγα, για να μοιραστώ μαζί του τα θεμέλια της πατρογονικής του εστίας, πίσω από ένα περιστέρι που αναζητεί, πεισματικά, δυσεύρετες έννοιες όπως ευτολμία, λεβεντιά, καθήκον και σε ευθεία γραμμή με μια δακρυσμένη ακρογιαλιά όπου σκύβω, σαν προσκυνητής, και μαζεύω το βότσαλο εντός του οποίου καθρεφτίζονται το Βασίλι, η Καρπασία, ο Λεονάρισος, το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, τα κόκαλα των ηρώων μας του 1974. Και, τέλος, κρατώντας τον ίδιο τον ποιητή από το χέρι, ατενίζω από το σκονισμένο φυλάκιο της Πράσινης Γραμμής τον Πενταδάχτυλο, καθώς ραγίζει λόγω προχωρημένης, ίσως και ανίατης, λήθης.

 

 

Β’ ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Πίδακες λυρισμού, νόστου και μνημών από την κατεχόμενη γη

Τα ποιήματα του Νίκου Νικολάου -Χατζημιχαήλ μοιάζουν με πίδακες που αναβλύζουν λυρισμό, νόστο και μνήμες από την κατεχόμενη γη της πατρίδας μας, ως επί το πλείστον από τη χερσόνησο της Καρπασίας απ’ όπου κατάγεται ο ποιητής και συγκεκριμένα από το χωριό Βασίλι. Κι είναι όλα ποιήματα που επαναφέρουν μνήμες πριν από την καταστροφή του ’74, μνήμες ειδυλλιακές, γεμάτες αθωότητα, ομορφιά, φως, χρώματα και χάρη.

Στην ποιητική συλλογή του Ν.Ν.Χ. «Διθαλάσσου», που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις «Κάρβας», κυριαρχούν οι παιδικές μνήμες -άχραντες και αμόλυντες, μα προπαντός ατόφιες, ξεπροβάλλουν σχεδόν μέσα απ’ όλα τα ποιήματα του βιβλίου. Όπως π.χ. στο «Καρπασία» (σελ. 23) όπου, ανάμεσα σε άλλα, ο ποιητής λέει: «Κυνηγώντας τη σκιά μας ανάμεσα στα καπνόφυτα / Με την πίσσα στα χέρια και στα ρούχα μας / Αποχωρίζουμε τσακ τσακ τα νοτισμένα φύλλα / Κι ενώ το χρυσαφί ρουφάει το πράσινο / Ο ήλιος ανεβαίνει / Και οι μακριές αυλακιές / Μικραίνουν στο μέτωπο του πατέρα / Μετρώντας τον με κοντάρια».

Βέβαια, αυτές τις ολόφωτες, ειδυλλιακές εικόνες, ακαριαία και καίρια, διαπερνούν συχνά μαύρες αστραπές ή μαύροι κεραυνοί, που διαρρηγνύουν τον χρόνο ερχόμενοι από τη μελλοντική, για τότε, τραγωδία του ’74. Π.χ. στο ολόγλυκο ποίημα «Ελένη» (σελ. 19) χαρακτήρα μαύρου κεραυνού ή μαύρης αστραπής έχει ο τελευταίος στίχος: «Το βλέπουν το μαντήλι της απ’ τα βουνά του Ταύρου».

Η εξαντλητικά αναλυτική περιγραφικότητα του Ν.Ν.Χ., με επίκεντρο πάντα τον περιβάλλοντα χώρο, εξοικειώνει με λεπτομέρεια αλλά και λεπτότητα τον αναγνώστη με δέντρα, πουλιά, χρώματα, αρώματα, ενίοτε και μιλήματα της πατρώας γης.

Η γενέθλια γη, το πατρικό σπίτι, η ακρογιαλιά της παιδικής περιδιάβασης και τόσες άλλες γλαφυρές και παραστατικές στιγμές, ανακαλούνται σπαρταριστές από τη μνήμη του ποιητή και γίνονται ένα ιδιότυπο παρόν, γεμάτο πόνο και αγάπη. Ό,τι κι αν γράφει ο Ν.Ν.Χ. γράφεται υπό το κράτος συναισθηματικής φόρτισης, κι είναι αυτό πρόδηλο αλλά και ουδόλως μεμπτό. Όμως, από μόνη της η συναισθηματική φόρτιση δεν αρκεί για να συντελεστεί ποίηση. Υπολείπεται το υπερβατικό μα και το αφαιρετικό στοιχείο για να επέλθει επαρκές αισθητικό αποτέλεσμα. Και ευτυχώς αυτό είναι κάτι που επιτυγχάνει πολύ συχνά ο Ν.Ν.Χ.

Η έντονη εικονοπλαστική διάθεση του Ν.Ν.Χ. είναι διάχυτη παντού. Και ο ιματζινισμός του είναι γεμάτος νοσταλγία, θλίψη και ομορφιά. Π.χ. στο «Τέσσερις εικόνες» (σελ. 29) ο ποιητής, ανακαλώντας πάντα μνήμες από την κατεχόμενη γη της πατρίδας μας, δημιουργεί εικόνες που συγκινούν, πρώτ’ απ’ όλα για την αγάπη την οποία αναβλύζουν, τη γλαφυρότητα, την ευκρίνεια και τη φωτεινότητά τους.

Λυρική ιστοριοδίφηση στην Κύπρο αλλοτινών εποχών συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το «Παλιές σφραγίδες» (σελ. 27) όπου ο Ν.Ν.Χ. αναζητά το κύριο στίγμα της πατρίδας μας μέσα από τους αιώνες. Στην άκρη βέβαια παραφυλάει το υπερβατικό στοιχείο, αφού: «Για χρόνια πολλά φυλάς το κλάμα των παγονιών». Κι εμείς, κατά τον ποιητή: «Περιμένουμε τη στιγμή / Που τα πουλιά θ’ ανοίξουν πάλι τα φτερά τους / Και θα ενώσουν τις μικρές κραυγές τους / Όπως τότε…». Από την άλλη θέλω να σημειώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Ν.Ν.Χ. υμνεί την αντίσταση στον κατακτητή εμπεριέχει σημαντικά παγανιστικά και φυσιολατρικά στοιχεία. Αφού αυτός που αντιστέκεται -πέρα από τον άνθρωπο και πρωτίστως τον εσωτερικό του κόσμο, τις μνήμες και τα συναισθήματά του – είναι η φύση της πατρίδας μας, η χλωρίδα και η πανίδα του τόπου μας.

Ολοκληρώνοντας με τη θεματική νόστος πατρίδας στην προ του ’74 εποχή, θέλω να καταγράψω μιαν ένσταση. Στην ποίηση του Ν.Ν.Χ. ο τόπος μας και οι άνθρωποί του παρουσιάζονται εξ ολοκλήρου, ως παθητικοί δέκτες του κακού. Ίχνος ευθύνης για τη συμφορά δεν αποδίδει σε κανέναν από εμάς ο ποιητής. Μόνος και απόλυτος ένοχος ο κατακτητής. Όπως λέει και στο «Εμμονή» (σελ. 30): «Ήρθε ένα κύμα όλο σκοτάδι / Από την άλλη θάλασσα / Και σκέπασε τούτη τη γη». Όμως ποίηση σημαίνει και αυτοκριτική ενδοσκόπηση, σημαίνει και κριτική θεώρηση των πραγμάτων. Μένω ως εδώ διότι η ένστασή μου μπορεί να εκληφθεί ως ιδεολογική, παρόλο που είναι πέρα για πέρα αισθητική.

Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάμω στον τρόπο που ο Ν.Ν.Χ. αξιοποιεί την κυπριακή διάλεκτο, εμβόλιμα μεν μέσα στα ποιήματα του, αλλά ουδόλως ως διακοσμητικό στοιχείο, χάριν πρόσδοσης απλώς κυπριακού ηχοχρώματος, στυλιστικά και υφολογικά. Το κυπριακό ιδίωμα αποτελεί το καταφύγιο του ποιητή σε στιγμές συναισθηματικής φόρτισης, νοηματικής και αισθητικής κορύφωσης. Το ιδίωμα στην προκειμένη περίπτωση απορροφά και εκφράζει κραδασμούς που δεν μπορούν να αποδοθούν στην πανελλήνια δημοτική. Π.χ. στο «Πρωινή συμφωνία» (σελ.16) όπου ο Ν.Ν.Χ. καταλήγει… «αντί να τραγουδώ γλυκά σαν τα πουλιά / θαρκούμαι ανακαλιούμαι».

Ολοκληρώνοντας, θέλω να πω πως όλα τα ποιήματα του Ν.Ν.Χ. είναι καλοδομημένα και προφανώς καλοδουλεμένα. Ο ποιητής δίνει μεγάλη σημασία στην αρχιτεκτονική δόμηση ενός ποιήματος, στη συμμετρία, την ισομέρεια, στο ειδικό βάρος του κάθε στίχου, της κάθε στροφής. Και είναι ιδιαίτερα αυστηρός και πολύ επιμελής όσον αφορά στις πιο πάνω αισθητικές παραμέτρους. Παράλληλα δε, τα μηνύματα και τα νοήματα στην ποίησή του είναι διαυγή, κρυστάλλινα, απολύτως ευκρινή και ουδόλως διφορούμενα. Θεωρώ τη γραφή του δωρική και απέριττη και σχεδόν κατά κανόνα με σωστή και συμμετρική δόμηση.

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

 

ΤΡΕΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ «ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ 1974»

 

Η λεγόμενη «Γενιά της Εισβολής» ή «Γενιά του 1974» βρίσκεται, ίσως, στην πιο ώριμη φάση της. Πρόκειται για κύπριους συγγραφείς που γεννήθηκαν γύρω στα 1950 και έζησαν στα νιάτα τους την τραγωδία του ’74, τη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Λούης Περεντός (γενν. 1948) και ο Χρίστος Χατζήπαπας (γενν. 1947), είχαν ήδη αρχίσει να δημοσιεύουν τα πρώτα νεανικά κείμενά τους λίγα χρόνια πριν από την κρίσιμη χρονιά της Εισβολής, αλλά και αυτοί ανδρώνονται λογοτεχνικά ύστερα από το μείζον ιστορικό γεγονός που σημάδεψε τη μοίρα της Κύπρου. Μερικοί άλλοι, όπως ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ (γενν. 1948), εμφανίστηκαν με λίγη καθυστέρηση, κατά τη δεκαετία του 1980 ή και αργότερα. Τουλάχιστον ηλικιακά, όμως, όλοι αυτοί ανήκουν στην ίδια «γενιά» συγγραφέων, που βίωσαν έντονα την κυπριακή τραγωδία. Πολλοί από αυτούς εγκλωβίστηκαν στη θεματική του ’74, κυρίως στα πρώτα βιβλία τους, ενώ αρκετοί εξάντλησαν τις δυνάμεις και τα όριά τους στη θεματική αυτή και σιώπησαν. Οι πιο αξιόλογοι συγγραφείς αυτής της «γενιάς» ανανέωσαν τη θεματική ή και τη γραφή τους και αξιοποίησαν δημιουργικά το στοιχείο της εντοπιότητας, το οποίο σε άλλους λειτούργησε ως ασφυκτικός κλοιός. Δυο από τους συγγραφείς, ο Χρ. Χατζήπαπας και ο Ν. Νικολάου, είναι περισσότερο γνωστοί ως πεζογράφοι. Με το τελευταίο βιβλίο τους, όμως, επιστρέφουν εκεί από όπου ξεκίνησαν, στον χώρο της ποίησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι τρεις συλλογές που παρουσιάζουμε εδώ είναι αρκετά προσεγμένες και καλαίσθητες, διακοσμημένες με σχέδια, πίνακες ή φωτογραφίες των συγγραφέων ή συγγενικών τους προσώπων.

 

Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, Διθαλάσσου,
Λευκωσία, Κάρβας, 2012, σελ. 47.

Με την πρώτη ματιά, η ποιητική συλλογή του Νίκου Νικολάου μάς ξαφνιάζει ευχάριστα για την εκδοτική της αρτιότητα και καλαισθησία. Ζωγράφος ο ίδιος, αλλά και έχοντας θητεύσει, μαζί με τον Φοίβο Σταυρίδη, στην ομάδα του Κύκλου της Λάρνακας (1980-1986), δέχτηκε την ευεργετική ακτινοβολία ενός ξεχωριστού πνευματικού ανθρώπου, του Θεοδόση Νικολάου, και φρόντισε με μεγάλο μεράκι την έκδοση αυτή ώς την τελευταία λεπτομέρεια. Πρόκειται για ιδιωτική έκδοση (ο ποιητής, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν εμπιστεύτηκε τη δουλειά του αυτή σε αθηναϊκό εκδοτικό οίκο)· οι εκδόσεις «Κάρβας» είναι δημιούργημα του συγγραφέα, που αξιοποιεί πληροφορία του Στέφανου Βυζάντιου και παραιτέρω του Δημήτριου Σαλαμίνιου, σύμφωνα με την οποία η Καρπασία ή Καρβασία οφείλει την ονομασία της στον άνεμο κάρβα που φυσά από τη μεριά της χερσονήσου. Έτσι το λογότυπο των εκδόσεων «Κάρβας» δένει ταιριαστά με το σχέδιο «Ο άνεμος που φυσά» του Φ. Κόντογλου, που είχε αξιοποιηθεί παλιότερα και στο εξώφυλλο της πρώτης ποιητικής συλλογής του Θεοδόση Νικολάου (Πεπραγμένα, 1980). Η έκδοση συνοδεύεται και με κοσμήματα και σχέδια του συγγραφέα, που συνδέονται με τη θεματική ορισμένων ποιημάτων.

Ο Νίκος Νικολάου δημοσίευσε αρχικά σε χειρόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου ένα ποίημα για τη γενέθλια γη (Καρπασία, 1984), καλλιγραφημένο με βυζαντινίζουσα γραφή (που παραπέμπει στο γράψιμο του Θ. Νικολάου ή και του Φ. Κόντογλου) και διανθισμένο με σχέδια και κοσμήματα του ιδίου. Έγινε όμως ευρύτερα γνωστός με το δεύτερο βιβλίο του, την αξιόλογη συλλογή διηγημάτων Η κόρη του δραγουμάνου (εκδ. Μεταίχμιο, 2003), όπου προστίθεται πια στο πολύ κοινό ονοματεπώνυμό του η οικογενειακή προσωνυμία Χατζημιχαήλ. Ορισμένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής αυτής είναι επίσης εμπνευσμένα από τη γενέθλια Καρπασία.

Και στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του ο Ν. Νικολάου αξιοποιεί αρκετά αποτελεσματικά το στοιχείο της εντοπιότητας. Η αγάπη για τον γενέθλιο χώρο, σε συνάρτηση με την οδυνηρή απώλειά του, είναι η κινητήρια δύναμη της έμπνευσης. Ο ποιητής επιχειρεί να μνημειώσει λογοτεχνικά την Καρπασία και ειδικά τη γενέτειρά του, το Βασίλι, για να υπερβεί και να ξεπεράσει τη σύγχρονη κατάσταση της απώλειας και της φθοράς. Με συγκίνηση και αγάπη καταθέτει «σκορπισμένες ψηφίδες / της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας», για να ακυρώσει με τη δύναμη της τέχνης την απουσία της και να εξουδετερώσει την αιχμαλωσία της από τον Αττίλα του ’74.

Η ανθρωπογεωγραφία της Καρπασίας, η χλωρίδα και η πανίδα της, το πατρικό σπίτι και μνημεία της ευρύτερης περιοχής της επαρχίας Αμμοχώστου (όπως η υπέρκαλλη εκκλησία της Παναγίας της Κανακαριάς και τα λαμπρά κατάλοιπα της αρχαίας Σαλαμίνας) σμίγουν με προσωπικά βιώματα και αισθήματα, με ιστορικές και λογοτεχνικές μνήμες, παραδόσεις και εικόνες. Διαβάζοντας ορισμένα ποιήματα της συλλογής, έρχονται στον νου μας οι στίχοι του Σεφέρη: «Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα» («Ελένη»), «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί» («Μνήμη, Α΄»), «δε χρειάζεται μακρύ καιρό / για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι» ή «Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό» («Σαλαμίνα της Κύπρος»), «Ο κόσμος ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας» («Έγκωμη»), κτλ. Αν ο Σεφέρης είναι ο ένας από τους βασικούς δασκάλους-οδηγούς του Ν. Νικολάου, οι άλλοι συμπαραστάτες και συνοδοιπόροι στην καρπασίτικη περιδιάβασή του είναι ο Θ. Νικολάου και ο Κυρ. Χαραλαμπίδης (ιδίως της συλλογής Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, 1982).

Ο έρως της Καρπασίας εκδηλώνεται ποικιλότροπα· από την εικαστική αναπαράσταση του σγαρτιλιού που κάθεται αγέρωχα στον ρόδακα-ανάγλυφο σε πέτρα στον Άγιο Φίλωνα και κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής, της φραγκολίνας που συνοδεύει τα Περιεχόμενα, στα σχέδια ή τις φωτογραφίες που συνοδεύουν τις χρήσιμες και διαφωτιστικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, ή στο ζευγάρωμα της πέρδικας και της φραγκολίνας πάνω στον ίδιο ρόδακα στον κολοφώνα της έκδοσης. Και φυσικά διατρέχει όλα τα ποιήματα της Διθαλάσσου.

Οι εικαστικές δεξιότητες απλώνονται και σε ποιήματα στα οποία ζωντανεύουν εικόνες και ήχοι, χρώματα και αρώματα της γενέθλιας γης: Η ελιά και η χαρουπιά, η μαυρομμάτα, ο αόρατος και τα σκίνα, οι παπαρούνες, τα κυκλάμινα, τα κρινάκια του γιαλού και η αύρα της θάλασσας σμίγουν με τα τραγούδια των πουλιών, της πέρδικας και της φραγκολίνας, του σγαρτιλιού και του σπίνου, του τρυπομάζη, της τριβιτούρας και της σκαλιφούρτας. Μάλιστα ο ποιητής, γοητευμένος από τα ονόματα του κάρβα και της Καρπασίας, καταφεύγει σε λεξιπλασίες για να πλάσει δικά του φανταστικά πουλιά και φυτά, τις καρβατσίνες, τις καρβαρίνες και τα καρβαρίσσια, τα οποία λειτουργούν ως λογοτεχνικά υποκατάστατα των πραγματικών που έχουν παρασυρθεί από τη λαίλαπα του Αττίλα, μετριάζουν την απουσία και μαλακώνουν τη θλίψη.

Ο ύμνος στην Καρπασία σμίγει αναπόφευκτα με την ελεγεία, το ανακάλεμα. Έτσι, όταν ο ποιητής δοκιμάζει να τραγουδήσει μαζί με τα πουλιά τις «κρυμμένες ομορφιές» της πατρίδας, διαπιστώνει ότι η δική του φωνή πνίγεται από τη θλίψη και το άδικο και ηχεί σαν θρήνος: «Μα η φωνή μου ακούγεται πικρή, λυπητερή / Γιατί η μεγάλη συμφορά και τ’ άδικο με πνίγει / Κι αντί να τραγουδώ γλυκά σαν τα πουλιά / Θαρκούμαι ανακαλιούμαι» («Πρωινή Συμφωνία»). Οι δυο κυπριακοί ιδιωματισμοί που εισβάλλουν στον τελευταίο στίχο ξαφνιάζουν αλλά και γοητεύουν, με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν και ορισμένοι ιδιωματικοί στίχοι από τη δημώδη παράδοση ή άλλες ιδιωματικές λέξεις και εκφράσεις σε άλλα ποιήματα της συλλογής. Όσο φειδωλή και αν είναι η χρήση ιδιωματισμών, κρίνεται αρκετά αποτελεσματική, καθώς συμβάλλει στην απόδοση της εντοπιότητας. Ταιριάζει να μεταφέρουμε εδώ την άποψη του ποιητή: «Χρησιμοποιώ, λοιπόν, στα ποιήματά μου αρκετές φορές το κυπριακό ιδίωμα για να δροσίσω και να ενδυναμώσω τον στίχο μου με αυτά που έχω πιο βαθιά μέσα μου και που ουσιαστικά είναι οι πανάρχαιες ρίζες των λέξεων» (εφ. Πολίτης, 8.4.2012).

Κεντρική θέση στο βιβλίο κατέχει το τετράχορδο ποίημα «Ελένη». Όπως διευκρινίζεται στις σημειώσεις, το ποίημα αυτό βασίζεται σε ένα πραγματικό πρόσωπο, την Ελένη από το Ριζοκάρπασο, που έγινε γνωστή από τις φωτογραφίες του M. O. Williams, διευθυντή του γνωστού περιοδικού The National Geographic Magazine. Οι φωτογραφίες αυτές δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό αυτό σε δυο διαφορετικές χρονικές στιγμές, το 1928, όταν η όμορφη παιδούλα έλκυσε την προσοχή του ξένου περιηγητή, και το 1952, όταν η Ελένη είναι πια ώριμη γυναίκα. Ο ποιητής παρακολουθεί την εξέλιξη της ζωής της ηρωίδας του σε τέσσερις διαφορετικές στιγμές, μέσα από τα γνωστά φωτογραφικά στιγμιότυπα, σε συνάρτηση και με τις ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου. Η ηρωίδα παρουσιάζεται να φορά στο κεφάλι της μαντίλια διαφορετικού χρώματος (πρώτα πράσινο και άσπρο, ακολούθως κόκκινο και τέλος μαύρο): α) αρχικά αποτυπώνονται η ομορφιά και η αθωότητα του δωδεκάχρονου κοριτσιού σε μια ανοιξιάτικη φύση· β) την ίδια εποχή παρουσιάζεται να σπάζει πέτρες με τη μητέρα της και με άλλες γυναίκες της Καρπασίας, για την κατασκευή του δρόμου προς το μοναστήρι του Απόστολου Ανδρέα· γ) είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, την βλέπουμε να ξεφουρνίζει ψωμιά και κουλούρια, ενώ «Πολύ μακριά ακούγονται τα βήματα βαριά / ’Νού καβαλλάρη βάρβαρου και μοχθηρού και μαύρου»· και δ) με στίχους από την ποιητική σύνθεση του Βασίλη Μιχαηλίδη «Η 9η Ιουλίου 1821…», υποβάλλεται η εικόνα της καταστροφής του 1974. Εδώ ο ποιητής, χωρίς να βασίζεται πια σε καμιά φωτογραφία της ηρωίδας του, την φαντάζεται γερασμένη και μαυροντυμένη, «Αμίλητη και σοβαρή να περιμένει». Έχοντας ζήσει τις χαρές και της λύπες της ζωής, αλλά και τις ιστορικές περιπέτειες της πατρίδας της, η «Ουρανία Ελένη» (ας θυμηθούμε ότι η γενέτειρά της αποτελεί εξέλιξη της αρχαίας πόλης Ουρανία στην Καρπασία) συμπληρώνει τον κύκλο της ζωής της και είναι έτοιμη να ταξιδέψει σε έναν άλλο κόσμο.

Τέσσερα από τα τελευταία ποιήματα της συλλογής («Τα άλογα», «Αναγέννηση», «Άνθος αλός», «Σαλαμίνια») επικεντρώνονται στον χώρο της Αμμοχώστου ή της αρχαίας Σαλαμίνας. Εδώ το παρελθόν δένει με το παρόν, ειδυλλιακές και ευτυχισμένες στιγμές εναλλάσσονται με εικόνες της καταστροφής. Ως επιστέγασμα του βιβλίου έρχεται το ποίημα «Ανθέμιος Καλοκαίρης», «Ένα ευτελές άνθος στη μνήμη του φίλου και Διδασκάλου μου Θεοδόση Νικολάου», μας πληροφορεί ο Ν. Νικολάου, χρησιμοποιώντας σκόπιμα την ίδια αφιέρωση του Θ. Νικολάου στον Φ. Κόντογλου. Στο ποίημα αυτό ο Ν. Νικολάου συνδιαλέγεται με ποιήματα του Θ. Νικολάου («Αμήχανον κάλλος», «Έκθεση ζωγραφικής», «Η εργασία του ποιητή», «Έρωτας»), για να σκιαγραφήσει μια ποιητική όσο και ανθρώπινη προσωπογραφία του «δασκάλου» του και να τονίσει και να μνημειώσει στοιχεία της φυσιογνωμίας ή της ποιητικής του: λ.χ. «Χάιδεψε τη γκρίζα γενειάδα του / Θαυμάζοντας την ομορφιά / Του φεγγαριού που έλαμπε στον ουρανό», «Φέρνοντας στο στόμα άρωμα και ποτήρι / Με κίνηση αργή του κεφαλιού και του χεριού / Κρίνοντας πως στη ζωή μας τελικά / Δεν έχει σημασία το τί αλλά το πώς. / Τέλος, τράβηξε για τη σκήτη του / Να ονειρευτεί το πρώτο σπίτι του / Να ονειρευτεί την πρώτη του τη μαγική του πόλη / Προσέχοντας να σταματά, να μην πατά / Τα βατραχάκια που διασταύρωναν τον δρόμο / Έχοντας τα κλοπιμαία της μέρας του στον ώμο». Ταιριάζει να θυμηθούμε εδώ ότι και άλλοι ποιητές έγραψαν αξιόλογα ποιήματα για την Καρπασία: κυρίως η Νάσα Παταπίου αλλά και οι Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Νίκη Μαραγκού, Λεύκιος Ζαφειρίου, Χρίστος Χατζήπαπας, Χρήστος Αργυρού, ο Τουρκοκύπριος Ζιενάν Σελτσούκ κ.ά. Αξίζει να αναφερθεί και η εύστοχη καβαφική παρωδία του Γεώργιου Kâhyaoğlou-Επιστατίδη (δημοσιεύτηκε στο περ. Άνευ, τχ. 20, 2006). Ο Ν. Νικολάου-Χατζημιχαήλ πάνω απ’ όλα τραγουδά τη γενέθλια Καρπασία με τα δώρα της ψυχής του. Ακολουθώντας τους ποιητικούς δρόμους του Σεφέρη, του Κυρ. Χαραλαμπίδη και του Θ. Νικολάου, κατορθώνει να αποκαθηλώσει την «πεφιλημένη πατρίδα» από το σταυρικό της μαρτύριο και να τη μνημειώσει στην περιοχή της τέχνης, αναπληρώνοντας με τον τρόπο του το κενό της απώλειας. Σε τέτοιες «υποθέσεις ψυχικές», δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για να εκφράσει κανείς αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις.

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δεκαεπτά ποιήματα συνθέτουν το παλίμψηστο της Διθαλάσσου. Δεκαεπτά παραλλαγές του τόπου της Καρπασίας, όπου επιστρέφει ο Νίκος Νικολάου για να τον αφηγηθεί στην απώλειά του. Κατ’ ουσίαν, για να μιλήσει τη Διθαλάσσου ως εσωτερική πραγματικότητα -περίπου τρεις δεκαετίες μετά-, όπως ανοίγεται ο τόπος στη διάνοια του δημιουργού.

Ο Νικολάου αξιοποιεί τις παραστάσεις του εξωτερικού κόσμου, τις οικειοποιείται και τις αναπλάθει για να αποδώσει μια νεοπλατωνική Διθαλάσσου, όπου κάθε τι σημαίνει και συνεχίζει να υπάρχει με αυτήν τη σημασία του στην ιστορική εξέλιξη και τις επακόλουθες μεταβολές. Θα μπορούσε κανείς να σχεδιάσει έναν περιηγητικό χάρτη «μαρκάροντας» σημεία στην επικράτεια της Καρπασίας. Κι αποκεί να προσεγγίσει τόπους και πρόσωπα που απογυμνώθηκαν -είτε βιαίως είτε υφιστάμενα τη φυσική φθορά του χρόνου- κι απέμειναν ποιήματα κι αυτόνομες μετωνυμίες ενός χαμένου Παραδείσου που μετρήθηκε όχι στην ιδεατή μορφή του -αποκύημα πιθανώς της δημιουργικής φαντασίας ή του αναγκαίου μύθου-, αλλά στο μέρισμα της απώλειας.

Το ποίημα είναι ο τόπος κι ο τόπος είναι οι άνθρωποι μέσα από σκηνές, φωτογραφίες, τραγούδια – μέσα από τις ψηφίδες που συνταιριάζει μεθοδικά ο Νικολάου για να κτίσει τα επιμέρους ποιήματα και να ανακαλύψει εκ νέου τη Διθαλάσσου με τη συναισθηματική διαύγεια που πλέον τον κυριαρχεί. Η εξωτερική πραγματικότητα -όπως του δόθηκε πριν την εισβολή του ’74 και όπως του επιβλήθηκε ύστερα απ’ αυτήν, με την περιπλοκή των ιστορικών συνθηκών- μετουσιώνεται σε πνευματικό εφόδιο, το οποίο συνδράμει τον ποιητή ως ιστορικό υποκείμενο για να αντεπεξέλθει στην απώλεια όχι επικαλούμενος αυτήν, αλλά μέσα από την επίγνωση πως μπορεί να μνημονεύει και να αναδημιουργεί τη Διθαλάσσου, ακριβώς επειδή την έχασε.

Ετσι, μολονότι η Διθαλάσσου αποκαλύπτεται σε πρώτο επίπεδο ως τόπος αγωνίας του θανάτου, ουσιαστικά αποτελεί έναν τόπο αγωνίας της ίδιας της ύπαρξης, όπου ο Νικολάου αντιπαραβάλλει στη ρευστότητα των ιστορικών δρώμενων και γεωπολιτικών στρατηγικών μια -τρόπον τινά- αρχετυπική διάσταση των λέξεων που δηλώνουν την υπόσταση της Διθαλάσσου πέρα από τον χρόνο. Ο άνεμος κάρβας ή το δέντρο αόρατος, για παράδειγμα, δεν συνιστούν απλώς αναπόσπαστα κομμάτια της φυσιογνωμίας του τοπίου, αλλά προβάλλονται έξω από το αισθητό πλαίσιο της ανθρώπινης αντίληψης, περίπου ως ιδέες που διατηρούν αναλλοίωτο το συναισθηματικό και πνευματικό φορτίο τους.

Αλλωστε, η φύση προχωρά και δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση. Η εξελικτική της πορεία -εμπεριέχοντας ζωή και θάνατο, ομορφιά και φρίκη- είναι από μόνη της αμείλικτη κι είναι αυτήν ακριβώς τη συνθήκη που μετέρχεται ο Νικολάου για να αφηγηθεί το δράμα που ανεβαίνει στη σκηνή της Διθαλάσσου. Προσπαθώντας να μεταδώσει ένα αμετάκλητο νόημα στην κάθε στοιχειακή δύναμη που συνθέτει τον τόπο. Δεδομένου ότι η «δικαιοσύνη» της ανθρώπινης ιστορίας είναι η δικαιοσύνη που αποδίδει ο ισχυρός κι η δικαιοσύνη της φύσης ενέχει τη φθορά, την απώλεια και το τέλος που αναγεννά τον τόπο, ο Νικολάου προβαίνει σε ένα ποιητικό εγχείρημα υψηλών απαιτήσεων και προσδοκιών όπου αναδεικνύει τη δικαιοσύνη της τέχνης, όταν δίνει την αίσθηση πως ο χρόνος «αναβάλλεται» και πως αισθήματα, πρόσωπα κι αντικείμενα ανακτούν τη δική τους αιώνια ζωή μέσα από το καλλιτεχνικό έργο. Η ιδεαλιστική ουσία της εν λόγω δικαιοσύνης σίγουρα βρίσκεται πιο κοντά στον στοχασμό και στην ψυχική διάθεση ενός ανθρώπου που βίωσε την κατοχή του τόπου και τη μοίρα του πρόσφυγα στην πατρίδα του.

Κι όλα αυτά δίνονται μέσα από την καθαρότητα ενός λυρισμού που βρίσκει τη μουσική του στη «σωστή» άρθρωση των στίχων, αλλά και τη συμπερίληψη φράσεων της κυπριακής διαλέκτου στο κυρίως σώμα των ποιημάτων. Αισθητικές εμμονές, μεγαλόπνοα ρητορικά σχήματα και λεκτικοί ελιγμοί που είθισται να λειτουργούν σε βάρος του ποιητικού έργου, της διανοίας που το εμπνέεται και εργάζεται πάνω σε αυτό, αποφεύγονται στη Διθαλάσσου, όπου τα πάντα μοιάζουν δομημένα με γνώση και συνέπεια στην πρωταρχική σύλληψη του Νικολάου: ότι το ποίημα είναι ο τόπος.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Η φύση της πατρίδας. Η πατρίδα της φύσης. Η ηθική της μνήμης. Η μνήμη της ηθικής. Η φαντασία της νοσταλγίας. Η νοσταλγία της φαντασίας. Η παιδικότητα της χαράς. Η χαρά της παιδικότητας.
Το αγόρι που τρέχει στην πυρωμένη άμμο. Το πρώτο χνούδι στο μάγουλο. Η χρυσή Αμμόχωστος. Η ολόχρυση Καρπασία. Ο άνεμος που ακούγεται σαν λυπητερό τραγούδι. Το φως που δραπετεύει μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων. Η κόκκινη ευωχία της ροδιάς. Η δηλητηριώδης τρίαινα της κατοχής. Το φιλί στα μάγουλα της ιστορίας. Το βυσσινί μαντίλι της Ελένης.

Η καρδιά που ψιθυρίζει «σ’ αγαπώ». Το κουδούνι για διάλειμμα. Ο μαυροπίνακας και η κιμωλία. Οι μικρές αυλακιές στο μεγάλο πρόσωπο του πατέρα. Η μάνα που ετοιμάζει, χαράματα, το φαγητό του μεσημεριού. Οι φιλντισένιες σφραγίδες. Ένα δέκα με θαυμαστικό! Μια έμπνευση με δύο θαυμαστικά!!
Χωράφια κίτρινα σαν φλουριά. Γεωργοί που πίνουν νερό από το παγούρι. Χιλιάδες άνθη που ταξιδεύουνε μαζί με τον ουρανό. Χιλιάδες άνθη που κρύβονται, για να μην αντικρίσουν το μούτρο του εισβολέα. Αλλά και χιλιάδες άνθη που σκορπάνε το άρωμά τους απλόχερα, για να διαλύσουν την μπόχα του εισβολέα.
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω την ποιητική συλλογή του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ και σαλπάρω, διστακτικά στην αρχή, με ενθουσιασμό στη συνέχεια, για τα ρημαγμένα τοπία της πατρίδας. Για εκείνο τον στριφογυριστό δρόμο έξω από τον Λεονάρισσο, για εκείνο τον γραφικό καφενέ στο κέντρο της Γιαλούσας, για εκείνο το παντοπωλείο με τις πράσινες πόρτες στο έμπα τουΡιζοκάρπασου, για εκείνη την μητρική αγκαλιά στο προαύλιο του Αποστόλου Ανδρέα που άνοιγε, θαρρείς, για να με σφίξει μέχρι να ψάλλω το Πάτερ Ημών.
Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, υπέροχα λυρικός και λυρικά υπέροχος, γράφει μια συλλογή υψηλών απαιτήσεων. Βουτάει τη γραφίδα του στο μελανοδοχείο της προσωπικής, της κοινωνικής και της εθνικής αξιοπρέπειας και απλώνει μπροστά στα μάτια μας εικόνες που γδέρνουν. Όσο όμως περισσότερο γδέρνουν, τόσο περισσότερο τρυφερές γίνονται. Στίχοι φορτωμένοι ήθος και ηθική, στίχοι που κουρδίζουν, επιτέλους, το κοιμισμένο ρολόι του τοίχου και του μυαλού, στίχοι που στάζουν, σαν βάλσαμα, σε ανοικτές πληγές. Και, πάνω απ’ όλα, η λογοτεχνική καθαρότητα, λευκή σαν παιδική επιθυμία, ενός ανήσυχου, και δημιουργικού, πνεύματος.

 

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Από το ιστολόγιο τής Πόλυς Χατζημανωλάκη:
ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ

Ήθελα να γράψω δυο λόγια για την ποιητική συλλογή του αγαπημένου φίλου μου Νίκου, [facebook: @Νίκος Νικολάου –Χατζημιχαήλ] τη «Διθαλάσσου»… δυο θάλασσες, μια στενή λωρίδα γης ανάμεσό τους, η «βοός ουρά», η Καρπασία στην Κύπρο… αλλά δυσκολεύομαι αφάνταστα, να μην προκαταλάβω τον αναγνώστη από τη δική μου συγκίνηση…

Εξόριστοι όλοι δια παντός από την παιδική μας ηλικία είμαστε… Και να σκεφτεί κανείς, πως εκεί που ο Σεφέρης, μη θέλοντας να ξανακάνει την κατάβαση στον Άδη –στα Βουρλά της Μικράς Ασίας– επιχείρησε να αναζητήσει τον δικό του Χαμένο Χρόνο με το Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν, εκεί ακριβώς μνημειώνεται με την ποίηση του Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ μια αβάσταχτη, ανεξαργύρωτη εξορία: της παιδικής ηλικίας, της προσφυγιάς, της Κατοχής της πατρίδας.

Αυτό γίνεται με μια απαράμιλλη ευαισθησία με μια ποίηση εικόνων, τεκμηρίων, αναμνήσεων, φωτογραφιών, φράσεων –όλα παρατίθενται εξαιρετικά στις σημειώσεις του τέλους– που ακόμα και τις πέτρες τες «ασύντυχες» κάνει να κλάψουν…

Έχω ξαναπαρουσιάσει στο παρελθόν ποιήματα του Νίκου και οι φίλοι εδώ τα αγάπησαν πολύ. Πιστεύω πως καταφέρνει να μεταδώσει τη συγκίνηση και την νοσταλγία για τη χαμένη πατρίδα του με ένα τόσο αυθεντικό, προσωπικό και βαθύ τρόπο, που το αίσθημα αυτό διηθείται και περνά το κέλυφος της αδιαφορίας του μέσου Νεοέλληνα για το Κυπριακό… Που τις ρίζες του έχει όπως είχα γράψει παλαιότερα στο ότι το «κακό», η εισβολή, συνέβη με τη Μεταπολίτευση, τότε που εδώ το κοινό αίσθημα ήταν η ευφορία και δεν είχαμε διάθεση να σκοτιστούμε με την τότε δυστυχία των αδελφών μας.

Μήπως σκοπεύετε την άλλη μου πληγή να ψηλαφίσετε;
Αυτήν που υπάρχει μέσα μου κι είναι ακόμα ανοιχτή;

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

[Αποσπάσματα της κριτικής δημοσίευσαν οι εφημερίδες Πολίτης 21/7/2012, Σημερινή 12 /8/2012 και Αλήθεια 18/8/2012.
Εδώ, δημοσιεύεται ολόκληρο το κείμενο]

Ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ με τα ποιήματα – πήματά του αυτά εκπονεί μνησιπήμονα διατριβή στις ανατροπές των πικρών καιρών και στις εναγώνιες προσδοκίες των πολύχρονων δεινών της κατεχόμενης πατρίδας. Ειδικότερα, εστιάζει τη διεισδυτική όραση του νου και την προφητική ενόραση της καρδιάς στα πάθη της εγκλωβισμένης Καρπασίας και των εύψυχων ελευθέρων πολιορκημένων της, καθώς με στοχασμό και μ’ όνειρο τού το υπαγορεύει το ενδοσκόπιο του λεπταίσθητου ψυχισμού του. Άλλωστε, στη γη που τον γέννησε και τον έθρεψε με τις προγονικές υποθήκες των Αχαιών και τα μυρωμένα νάματα των Αγίων και των μαρτύρων της ήταν ένα ελάχιστο οφειλόμενο χρέος: κάτι σαν τάμα ατομικό κι αφιέρωμα συλλογικής μνήμης, να ξορκίσει το δαιμονικό με την επίκληση και την προσμονή του θαύματος, για να τελετουργήσει ξανά στον τόπο των ιερών και των οσίων του.
Έτσι, με την πολύμοχθη σκαπάνη μιας αριστοτεχνικής ποιητικής γραφίδας ανασκάπτει βαθιά το πανάρχαιο χώμα τούτης της γης, εξορύσσοντας τα πλούτη των αμύθητων θησαυρών της και ανασύροντας από τα έγκατά της παμπάλαιες ιστορίες και παραδόσεις, ηρωικές μορφές του μύθου και θρυλικές φυσιογνωμίες ανθρώπων μιας αλλοτινής αυθεντικής εποχής μαζί με τα αρχοντικά ήθη και τα αρχέγονα έθιμά τους. Όλες εκείνες τις έντονες παραστάσεις μιας ατέλειωτης κληρονομιάς βιωμάτων και καθημερινών δρώμενων, τουτέστιν των έργων και ημερών ενός ολόκληρου κόσμου, που δεν κατάφερε να τις ξεθωριάσει ο χρόνος μήτε να τις αλλοτριώσει ή να τις ξεριζώσει κανένας άνεμος υποβολιμαίας λήθης σε πείσμα του ανενδοίαστου κατακτητή. Γιατί, ακριβώς, μέσα από τούτη την ολιγοσέλιδη αλλά μεστή περιεχομένου συλλογή του μάς το θυμίζει περίτρανα ο ποιητής: πως ο Κάρβας, που φυσά από τη μεριά της Καρπασίας, όπως μας προειδοποιεί στην επεξηγηματική αναφορά για τον λογότυπο των ομώνυμων εκδόσεών του, κομίζει ως άλλος αγγελιαφόρος το μήνυμα της Καρβασίας κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, της αρχαίας Βοός ουράς. Και άλλοτε μάς το μεταφέρει μέσα από τα χρώματα και τις ανταύγειες του φωτός της ή στο ράμφος των ποικιλόμορφων πουλιών της σε μια εναρμόνια συμφωνία είτε ακόμα με την πεισμονή του τζίτζικα στο μονότονο τραγούδι του και μέσα από το θρόισμα των φύλλων του αόρατου. Κι άλλοτε πάλι μάς το φέρνει με τη νοσταλγική αύρα του θαλασσινού της φλοίσβου ως αρχαίο άνθος αλός, αλλά και ως κραυγή οιμωγής και ταυτόχρονα υπόμνησης και προσταγής μέσα από «ένα βράχο με το κύμα του» ή με το δυνατό χλιμίντρισμα των Σαλαμίνιων αλόγων.
Διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε τα δεκαοχτώ ποιήματα της άρτια επιμελημένης συλλογής του Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ, ανατρέχοντας στις διαφωτιστικές σημειώσεις, τις διανθισμένες με χαρακτηριστικά φωτογραφικά και σχεδιαστικά στιγμιότυπα, που παραπέμπουν στην ανθρωπογνωσία, στη θρησκευτική ζωή και την αρχαιολογία της θαυμαστής αυτής ιστορικής χερσονήσου. Μη παραλείποντας εκ προοιμίου τη γενική αίσθηση που συναποκομίζουμε, υπογραμμίζουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν αποκάλυψη. Είχαμε, βεβαίως, γνωρίσει στα διηγήματά του την ευφάνταστη πλοκή ενός δομημένου αφηγηματικού λόγου, που απέπνεε τους λυρικούς τόνους μιας ποιητικότητας κάτω από τη γνησιότητα μιας δημιουργικής προσωπικής σφραγίδας. Ωστόσο, την αποτύπωση της δόκιμης ποιητικής του γραφής μόλις φέτος ευτυχήσαμε να δούμε στο φως της δημοσιότητας, εφόσον η πρώτη του συλλογή του 1984, που επιγράφεται Καρπασία, είναι χειρόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου, όπως αναγράφεται στη σχετική του εργογραφία. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι μέχρι στιγμής εισέπραξε τόσον εδώ όσο και στον ελλαδικό χώρο διθυραμβικές κριτικές. Καταθέτοντας με τη σειρά μας το γενικό στίγμα της δικής μας αποτίμησης, θα επισημαίναμε απερίφραστα ότι το κάθε ποίημα είναι και ένα καλοδουλεμένο ακριβό κέντημα, φιλοτεχνημένο στον καμβά του καλλιτεχνικού αισθητηρίου του δημιουργού του με τα κεντίδια ενός άμεμπτου πολυτονικού. Το γλωσσικό ένδυμα, ανάλογο των μεταφορικών αλληγορικών συμβολισμών και των υποβλητικών εννοιολογικών σχημάτων, εμπλουτίζεται από λόγια και διαλεκτικά στοιχεία στην πληρότητα της ποικιλομορφίας και την άρρηκτη συνοχή της γλώσσας μας. Όχι μόνο απηχεί το κάλλος του ηδυσμένου ποιητικού λόγου, που αποδίδεται με τα σύνεργα μιας αφομοιωμένης εμβάθυνσης στα έργα των μεγάλων ποιητών μας, εξού και οι κάποιες φραστικές ή νοηματικές συνηχήσεις γόνιμων επιδράσεων. Στις στροφές μιας αισθητικής στιχουργικής συμμετρίας, καθώς και στις επιγραμματικές ή εκτενέστερες ενότητες των ποιημάτων του δεν διαφαίνεται απλώς, αλλά επαρκώς πιστοποιείται η αβίαστη έμπνευση επαγωγικών συλλήψεων, μέσα από τις συνεχείς αναζητήσεις και τις μεταρσιωτικές κατανυκτικές ανατάσεις στην υψηλή της Ποιήσεως Καβαφική σκάλα. Κι όσο κι αν είναι δύσκολο και σπάνιο, ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ επιτυγχάνει να πολιτογραφηθεί εις των ποιητικών ιδεών την πόλι.
Βαδίζουμε, λοιπόν, και περιδιαβάζουμε μαζί με τον ποιητή, συνταξιδιώτες και συνοδοιπόροι, στη στενή λωρίδα της γενέθλιας γης του, της Διθαλάσσου, πλημμυρισμένοι από τα δάκρυα των δυο θαλασσών της, που σμίγουν τα σμαραγδένια νερά τους ανάμεσα στο ακρωτήρι του Αποστόλου Αντρέα και τις Κλείδες των γλάρων. Τούτη η γη, στ’ αλήθεια, μαζί με την παρούσα συλλογή που τη μνημονεύει και την ανιστορεί ποιητικά, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πιο εύστοχα, παρά από ένα τέτοιο αρχαιοελληνικό επίθετο, που συνειρμικά σημαδεύει τις πέτρες των ερειπίων της και τις αμμουδιές των ακτών της, όπου έφτασαν οι απόγονοι του Τεύκρου πρώτοι οικιστές. Της διθαλάσσου αυτής γης σαφής συνδήλωση, επιπλέον, είναι η συνάντηση του ελληνικού και του χριστιανικού κόσμου, όπως καταφαίνεται από την οικοδομική διαστρωμάτωση των αρχαιοπρεπών κτισμάτων και του πλήθους των βυζαντινών εκκλησιών της. Τούτο τον διφυή κόσμο συνέχισαν οι επίγονοι με το δέος της πανάρχαιας φυλετικής καταγωγής και την πίστη της θρησκευτικής τους ευλάβειας. Έτσι, και η διήκουσα γραμμή των ποιημάτων της Διθαλάσσου δεν μπορεί να διασπάσει τον συνδετικό ειρμό της σφαιρικής τους σύνθεσης σε επί μέρους νοηματικές ενότητες.
Το «φως» ως προανάκρουσμα της συλλογής συνέχει τα ποιήματα στη συνθετική τους ενότητα, φωτίζοντας το πνεύμα της ταυτότητάς τους. Ένα «φως» μιας απέραντης κοσμογονικής φωτοχυσίας σ’ όλες τις αποχρώσεις και τους ιριδισμούς του, που φανερώνει αποκαλυπτικά τους παλμούς της Καρπασίτικης φύσης μαζί με τους κραδασμούς του ποιητή, που συνεκδοχικά αντιπροσωπεύει τους συντοπίτες του: τους ελάχιστους εκείνους, αλλά αδέκαστους και ανένδοτους εγκλωβισμένους, «όπου στην ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες», καθώς και εκείνους που αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Για τούτο και αφειδώλευτα μοιράζεται μαζί τους ο ποιητής και κατ’ επέκταση με όλους εμάς τους ακατασίγαστους πόθους και τις ανειρήνευτες έγνοιες του για τη μοίρα του έσχατου οχυρού της ελληνικότητάς μας στις ακρώρειες και τις εσχατιές της μοιρασμένης μας νήσου. «Εδώ γεννήθηκα» διαλαλεί με περηφάνια, αλλά και με πόνο ψυχής εδώ επιστρέφει νοερά, οδηγώντας μας στη «μικρή περιήγηση» τού αντίστοιχου ποιήματος στην πατρογονική εστία του σπιτιού του «με τους κίονες». Είναι εδώ, όπου «κι αντί να τραγουδ[ά] γλυκά σαν τα πουλιά», οδυνόμενος «ανακαλ[ιέται]. Εδώ «μέσ’ από φωτογραφίες την Ελένη μελετ[ά]» μαζί με τους αστερισμούς των παιδικών του χρόνων. Εδώ κι η ανεπούλωτη πληγή της Παναγίας της Κανακαριάς μέσα από τους ελεγειακούς στίχους του ομώνυμου ποιήματος. Εδώ είναι, επίσης, όπου ξετυλίγονται μπροστά του, ανεξίτηλα ιστορικά τεκμήρια, οι «παλιές σφραγίδες», «τα άλογα», που ζωντανεύουν από τους τάφους της Σαλαμίνας «έτοιμα για αναχώρηση». Σ’ αυτό το μοιρόγραφτο σημείο της Κυπριώτισσας γης εμμένει ο ποιητής να αντιπαραβάλλει εικόνες της αλλοτινής ευτυχισμένης ζωής, που έθαλλε στο σκίρτημα των αιωνόβιων θάμνων, των λουλουδιών, και των γοργοφτέρουγων ενδημικών πουλιών, με τις δυσοίωνες σκηνές του πολέμου και της συμφοράς, όπως σκιαγραφούνται με μουντές σκιές στο ποίημά του «χαράκωμα».
Προεκτείνοντας, ωστόσο, την απερίσπαστη οπτική της θέασής του, φτάνει μέχρι την πόλη – φάντασμα της Αμμοχώστου, όπου τώρα βλέπει να ξαναζωντανεύουν μπροστά του το ονομαστό Γυμνάσιο της φοίτησής του και στα ιωνικά του προπύλαια ο κήπος με τις γιορτινές πορτοκαλένιες διακοσμήσεις. Η αθάνατη μορφή του γυμνασιάρχη του δρος Κυριάκου Χατζηιωάννου τού εμπνέει το ελπιδοφόρο όραμα της «αναγέννησης», που, σύμφωνα με τους δυο τελευταίους στίχους του ομότιτλου ποιήματος, με αισιόδοξο κέλευσμα προστάζει: «Στης χαλκοφόρου το στερέωμα / Να ξαναλάμψει». Σύροντας, εξάλλου, τα βήματα προς τη θάλασσα, αναστοχάζεται με φιλοσοφική διάθεση την τραγική μοίρα του ξενοδοχείου «Σαλαμίνια» και του άτυχου νέου, που ξεψύχησε μετέωρος ανάμεσα στα βομβαρδισμένα συντρίμμια κι έμεινε εκεί να κοιτάζει την «πατρίδα ανάποδα γυρισμένη». Δεν διστάζει, όμως, σ’ ένα άλλο ποίημα να προφητέψει με στεντόρεια φωνή τα εξής: «Και η Καμήλα / Θ’ ανασηκώσει την καμπούρα της / Θα ξεσηκώσει κύματα / Θα ξυπνήσει τα μισοκοιμισμένα θαλασσοπούλια». Αυτή την εσπευσμένη εγρήγορση τη νιώθει ως επιτακτική αναγκαιότητα ο ποιητής στον «μονόλογο» της πνιγηρής μοναξιάς του, όπου συναισθάνεται με κρίση εναγώνιας υπαρξιακής συνείδησης τη δουλική χαμέρπεια των προδομένων ιδανικών και τη ματαίωση του τραγικού αδιεξόδου. Γι’ αυτό και η αμφισημία της πλάκας στο προτελευταίο ποίημα: είτε το κακόγουστο αστείο πρέπει να σταματήσει είτε η ταφόπλακα του χρόνιου ενταφιασμού οφείλει να ραγίσει, για να βγούμε, επιτέλους στο φως, θρυμματίζοντας τα αδιέξοδα.
Στο τελευταίο ποίημα, που επιστεγάζει τη συλλογή, ο «Ανθέμιος Καλοκαίρης» είναι μια υποβλητική μετωνυμία, που κομίζει το κατ’ εξοχήν αισιόδοξο μήνυμα κατάφασης της ζωής, αλλά και του τόπου της ονειρικής ειρηνικής μας διαβίωσης. Το ποίημα αποτελεί μιαν αναθηματική ωδή αγάπης και ευγνωμοσύνης στον φίλο και Διδάσκαλό του, τον αείμνηστο Θεοδόση Νικολάου, στη μνήμη του οποίου στοιχειοθετεί ανασυνθετικά στίχους, που αποσπά από ποιητικές του συλλογές, για να υπομνήσει αποφθεγματικά στον επίλογό του: «Και στο φεγγάρι ρίχνοντας ματιά ευγνωμοσύνης / Τι στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονοπάτι ανάβει».
Αντί άλλου σχολίου ή πρόσθετης αναφοράς και επισήμανσης, μεταφέρουμε ως ακροτελεύτιο αυτούσια τη φωνή του ποιητή από το ποίημά του «Καρπασία», όπως καταγράφεται μέσα από τον νόστο της πατρώας γης και την αγωνιστική αφύπνιση για απελευθέρωση και επιστροφή: «Κάθε πρωί / Ακονίζω τη μνήμη μου / Κι ένα μαχαίρι / Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν / Σε δυο κομμάτια με χωρίζει. / …/ Ας αρχίσει λοιπόν ο αγώνας / Κι ας μην είναι διά την δόξαν / Ας είναι για τα καπνολούλουδα / Και τις σκορπισμένες ψηφίδες / Της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας».

 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Μικρά και Μεγάλα Παράθυρα στον Κόσμο

«Κι ο κόσμος όλος φως»

Σ’ ένα στίχο με πέντε μικρές λέξεις βαλμένες στη σωστή ρυθμική τους θέση, περικλείονται δεκάδες εικόνες, ιστορικές στιγμές, συναισθήματα… χαρά, πόνος. Περικλείεται όλη η Καρπασία. Η ψυχή της!

Τον ποιητή Νίκο Νικολάου -Χατζημιχαήλ πρωτογνωρίσαμε ως πεζογράφο, με τα γεμάτα ευαισθησία κι ανατροπές διηγήματά του στη συλλογή «Η κόρη του δραγουμάνου» (Εκδ. Μεταίχμιο). Ένα βιβλίο που δεν πέρασε απαρατήρητο. Σ’ αυτά τα πεζογραφήματα, λοιπόν, ο προσεκτικός αναγνώστης θα μπορέσει άνετα να νιώσει την ανάσα του ποιητή.

Το «Διθαλάσσου», για όσους είχαν την τύχη να ζήσουν, ή να ταξιδέψουν σ’ εκείνα τα μέρη, κι από τον τίτλο και μόνο θα φέρει στη μνήμη τους το κομμάτι εκείνο το μοναδικό, δεξιά κι αριστερά σου η θάλασσα, κι εσύ στο ανάμεσό της, να ταξιδεύεις… Να ταξιδεύεις στο όνειρο. Το ίδιο, το όνειρο του ποιητή όπου, στίχο με στίχο σε ξεναγεί στους χώρους εκείνους που η ελιά, το κυπαρίσσι, η ροδιά είναι ακόμα ριζωμένα στη γη τους, ζωντανά στη μοναδική απλότητά τους, στην παλικαριά τους να σου θυμίζουν τον έρωτα στην πιο βαθιά του έννοια. Να θυμηθούμε αυτό που λέει ο Κούντερα για το θέμα της «ύπαρξης» όπου «ο δημιουργός πρέπει ν’ αγγίζει στην πορεία της δουλειάς του. Ο ποιητής το αγγίζει σε κάθε του ποίημα».

Η ζωή… η ύπαρξη… Τότε, τώρα, στη συνέχεια. Κι η Παναγιά η Κανακαριά σε ακολουθεί με τα Βυζαντινά της μάτια βουρκωμένα. Φτάνεις στο σπίτι του ποιητή. Και να, η ψηλή «μαυρομάτα» με μια «άδεια» φωλιά στη φυλλωσιά της. Εκείνη – τη θυμάσαι – τη φωλιά που έφτιαξαν με τέχνη κι αγάπη δυο σγαρτίλια…».

Παρομοιώσεις, μεταφορές, αντιθέσεις σε μια απίστευτη ποιητική πανδαισία σε γεμίζουν πόνο μα και χαρά μαζί, χαρά που η ομορφιά δεν σβήνει από τη μνήμη.

Διαβάζεις και προχωρείς. Προχωρείς αναπνέοντας τη μυρωδιά της γης, ακούγοντας τα κελαδήματα των πουλιών και ξεχωρίζοντας το κελάδημα κάθε πουλιού. Στέκεσαι, ανασαίνεις κι απλώνεις τη χούφτα σου, χαϊδεύεις το σγαρτίλι, νιώθεις «τις κρυμμένες ομορφιές» που ο ποιητής τραγουδάει. Τραγουδάει ακόμα και στη γλώσσα των παππούδων και στη γλώσσα του Ομήρου:

«Αφτοτζηνάρα του γιαλού
τζιαι σμέρνα του πελάου
Δεν σου το λάλουν, μάνα μου
‘που λλόου μου φυλάου».

Μνήμες, ντυμένες λυρικά, «καθώς το φως σκουντάει τα πουλιά και ξημερώνει» σε φέρνουν και σε ακουμπούν σ’ ένα βράχο, όπου ο γλάρος κάθεται και κοιτάει «αδιάφορα» (αδιάφορα;) το πέλαγο. Και το παραμύθι ξεπετιέται μπροστά σου. Το ‘χει φέρει ο άνεμος, ο Κάρβας στα φτερά του, το παραμύθι της δωδεκάχρονης πανέμορφης Ελένης, μιας κόρης που ένας ξένος επισκέπτης έχει απαθανατίσει φωτογραφικά.

«Κι εσύ καλέ ταξιδευτή μισή ανατολίτισσα την είπες…».

Ιστορία, θρύλοι, μύθοι, παραδόσεις σε στίχους συμπυκνωμένους, που συχνά σε κάνουν να βουρκώνεις για το άδικο που γνώρισε τούτος ο τόπος. Γιατί «οι κρυφοί ανέμοι» που «φυσούσαν τζιαι που τες τέσσερις μερκές, τα νέφη εκουβαλούσαν». Και σκόρπισε ο κόσμος, κι έμεινε η γη τους έρημη κι ορφανή.

Μονάχα ο ουρανός μένει πάντα ο ίδιος. Σε ακολουθεί.

«Στην πρωινή καταχνιά
Τριάστρι, Ποαλέτρικα κι άλλοι αστερισμοί
δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος
των βλεφάρων μου».

Κι η φωνή του ποιητή ξανά στο τώρα. Όμως εξαρχής μας προετοιμάζει πως το τραγούδι του δεν θα ‘ναι χαρούμενο, αλλά η φωνή του θ’ ακουστεί πικρή, λυπητερή σαν μοιρολόι «καθώς η συμφορά και το άδικο τον πνίγει». Στέκομαι στη φράση «ανακαλιούμαι» και στη μνήμη μου η τραγωδία που χτύπησε το νησί μας, οι σκοτωμένοι, οι αγνοούμενοι, οι μάνες… Ανακαλιούμαι, μια λέξη που μοιάζει με καινούργιο φεγγάρι, με το πάντα λυπημένο του φως.

«Εμείς περιμένουμε
περιμένουμε τη στιγμή
που τα πουλιά θ’ ανοίξουν πάλι
τα φτερά τους
Και θα ενώσουν τις μικρές κραυγές τους…
Όπως τότε..».

Οι εικόνες αναλλοίωτες, σταθερές κάνουν την ψυχή του ποιητή να συνεγείρεται και να τραγουδά πότε χαρούμενα, πότε λυγμικά…

«Ένας βράχος με το κύμα του
Μια χαρουπιά και μια λευκή λωρίδα άμμου
Τότε να δεις κρινάκια του γιαλού
Σγαρτίλια κι ολόλευκο αστραφτερό αλάτι».

Σε μια αναφορά σαν αυτήν εδώ, ο χώρος δεν μας επιτρέπει ν’ αγγίξουμε και δεκάδες άλλα σημεία, αυτού του βιβλίου με τις άκοπες σελίδες και τη συγκίνηση που σου χαρίζει. Θα ‘θελα, ωστόσο, να πω για την άρτια επιμέλειά του, το εξώφυλλο, τα συμβολικά του σχέδια.

Άνθος Αλός

Πες θάλασσα…

Και η Καμήλα
Θ’ ανασηκώσει την καμπούρα της
Θα ξεσηκώσει κύματα
Θα ξυπνήσει τα μισοκοιμισμένα θαλασσοπούλια
Θα φυσήξει τη γλυκόπικρη αύρα της μνήμης
Να σου χαϊδέψει το πρόσωπο
Να σε ποτίσει θαλασσόμελο.

Ολόχρυσοι κόκκοι άμμου
Μαζί με τον ιδρώτα σου
Θα κυλούν επάνω στο σώμα
Καθώς θα δοκιμάζεις τις αντοχές σου.

Η θάλασσα θα βλέπει προς την πόλη
Και η πόλη προς τη θάλασσα

Ξαγρυπνώντας.

 

 

ΘΕΟΔΟΣΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

[Ομιλία στο Σπίτι της Κύπρου, στην Αθήνα, στις 8/4/2013, στην παρουσίαση της εν λόγω συλλογής του Νίκου Νικολάου –Χατζημιχαήλ από τον καθηγητή Θεοδόση Πυλαρινό και τον ποιητή Δημήτρη Κοσμόπουλο.]

Ο καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός
«Και είπεν ο θεός γενηθήτω φως και εγένετο φως και είδεν ο θεός το φως ότι καλόν και διεχώρισεν ο θεός ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους». Ξεκινώ από τη βιβλική «Γένεση», παραπέμποντας διακει­μενικά στην πρώτη πηγή του φωτός, δί­νοντας δηλαδή έτσι τη θεολογική αίσθη­ση, τον θεόθεν προορισμό, που επιφυ­λάσσει ο Νίκος Νικολάου στη δική του δημιουργία, στο δικό του πρώτο φως της γλυκείας νήσου Κύπρου. Περιέλαβα στο παράθεμα και τον διαχωρισμό φωτός-σκότους, διότι το δεύτερο ποίημα της Διθαλάσσου υποβάλλει διακριτικά την πάλη φωτός και σκότους στον περιούσιο τόπο της καρδιάς του, δηλώνοντας την αντιφατική, όπως δείχνει η εξέλιξή της, εναλλαγή, τη σφοδρή σύγκρουση των αντίρροπων δυνάμεων, που καθιστούν μαρτυρικό και ιστορικά καθαγιασμένο τον τόπο αυτό, ώστε να υπερβαίνει τη συμ­βατική χρονική ακολουθία και να διεκδικεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την οντότητα και την αυθυπαρξία του.

Αυτή τη διαδρομή ο ποιητής επιλέγει προσφυώς να ακολουθήσει, φθάνοντας στο σημείο των ημερών μας και προοιωνιζόμενος την ιστορική και μυθική συνέχεια του μεθιστορικού τόπου του, συζευγνύοντας συνειρμικά και συμβολικά τη βι­βλική Γένεση με την ανάδυση μέσα από τη θάλασσα της Αφροδίτης Κύπρου [σημ.1]:

Ήρθες
Ανάμεσα από τα φυλλώματα της ελιάς
Κι εγνώρισα

Το ασημί
Την απλότητα
Και την αγάπη.

[…]

Κι ο κόσμος όλος φως.

Το μεγαλείο της φύσης, όπως μας το έδειξε ο Σολωμός, με την καθολική σύμ­πραξη του ουρανού, της γης και της θά­λασσας και με τη γενική συμμετοχή των έμβιων όντων και των οργανισμών της πανίδας και της χλωρίδας, ο Νικολάου δεν το επικαλείται για να προβάλει απλώς την απέριττη ομορφιά της Κύπρου. Το φυσικό αυτό μεγαλείο το αξιοποιεί ως άκρα αντίθεση, αφού αυτή η φαντασμαγορία, η γεμάτη «ομορφιά και χάρη» γίνεται εντονότερη αλλά και ιδιαίτερα πονε­μένη, αυτό το γιορτάσι πλήττεται από τη θλίψη, γιατί αντίμαχες δυνάμεις του κα­κού έρχονται κατά σύστημα να διαταράξουν την αρμονία, να αμαυρώσουν την ομορφιά [σημ.2]:

[…]

Θέλω κι εγώ τον τόπο αυτό τον ζη­λευτό
Και τις κρυμμένες του ομορφιές να τραγουδήσω
Μα η φωνή μου ακούγεται πικρή, λυ­πητερή
Γιατί η μεγάλη συμφορά και τ’ άδικο με πνίγει

Κι αντί να τραγουδώ γλυκά σαν τα πουλιά
Θαρκούμαι ανακαλιούμαι.

Ύμνος και θρήνος, επομένως, για τη μάνα γη, άσμα ελεγειακό για τη χαμένη της άνοιξη, μοιρολόι της ομορφιάς ψάλει ο Νίκος Νικολάου, βασισμένο στα συμβάντα που ο «κόσμος ο μικρός και συνάμα ο μέ­γας» της Κύπρου τού υποβάλει, μη επιλέγοντας ωστόσο τα κορυφαία γεγονότα της ιστορίας αλλά τις δραματικές στο μεγαλείο τους στιγμές του. Ύμνος στη μο­ναδικότητα αλλά και τη μοναξιά της, στην αφοπλιστική απλότητα αλλά και την δυστυχία της να αποτελεί το αντικεί­μενο συνεχών επιβουλών. Είναι η φωνή της Κύπρου, με άλλα λόγια, διά στόματος του ποιητή της, φωνή οδύνης και συνάμα μητρικής στοργής και πόνου, που ανακα­λεί στη μνήμη μας την αγέλαστο πέτρα, όπου κάθισε η Δήμητρα για να ανασάνει και να κλάψει τον χαμό της κόρης της [σημ.3]:

Το πουκάμισο του φιδιού
Στην πληγή της σπασμένης φτερού­γας μου
Μέσα στη μοναξιά μου με κατατρώει.
Αυτοί αν έρχονται κοντά μου έρχονται από περιέργεια
Μου τραβούν τα φτερά, δοκιμάζουν τη δύναμή μου
Των άλλων
Φτερούγισμα σπουργιτιών η φυγή.

[…]

Θα έρθει κάποτε η στιγμή
Να ραγίσει αυτή η πλάκα.

Στο σύνθεμα της Διθαλάσσου, διότι πρόκειται για ενιαία σύνθεση και όχι τυ­χαία τοποθετημένα ποιήματα, η πλοκή είναι πυκνά υφασμένη· χωρίς δόση υπερ­βολής δεν περισσεύει λέξη∙ η δομή είναι απέριττη, με ηρεμία δωρική, που ποικίλλε­ται όμως με πονεμένους λυρικούς τόνους και σπάει έτσι η στασιμότητα, οπότε το συναίσθημα διαπερνά βαθιά τον ανα­γνώστη. Με τη Διθαλάσσου, η οποία οδη­γεί στην ανεμόεσσα Καρπασία, τη λωρί­δα του φωτός του ποιητή και γενεαλογι­κή του μήτρα, την ουρά του βοδιού, όπου συναντώνται ο Βορράς με τον Νότο και την βρέχουν δυο θάλασσες, την πανάρ­χαια Αχαιών ακτή, με αυτήν ως αφορμή ξετυλίγει την ιστορία της Κύπρου, ακο­λουθώντας ένα ιδιότυπο λυρικό ρεαλισμό ο ποιητής. Τα γνωστά περιστατικά της γεγονοτολογικής ιστορίας είναι δευτε­ρεύοντα, θα φάνταζαν ασήμαντα μπρο­στά στο δραματικό γεγονός της εισβολής που διαπερνά υπόρρητα ή υπαινικτικά και όχι ονομαστικά όλη τη συλλογή.

Ζούμε τη Μεγάλη Παρασκευή της Κύ­πρου στους στίχους του, την εαρινή πενθηφορία της στο ζενίθ της. Μετά από το πέρασμα όλων των ημερών του θείου δράματος της, είναι η ώρα της μεγάλης κρίσης, του παράδοξου πόνου και του άφατου θρήνου, σε ώρα πάντοτε εαρινή -αυτή η αντίφαση είναι η μοίρα αλλά και η ελπίδα της- γι’ αυτό και η θλίψη είναι αβάσταχτη [σημ. 4]:

Τι τύχη κι αυτός
Να βλέπει έτσι την πόλη του!

Για την ακρίβεια
Ένα μέρος της πόλης
Μια λωρίδα χρυσή αμμουδιά
Καταπράσινα περιβόλια
Να κρέμονται από έναν θαλασσή ουρανό.

Τα κάτω άκρα άνω
Φυτεμένα σε συντρίμμια
Τα άνω άκρα κάτω
Με τα δάχτυλα τεντωμένα.

Η πατρίδα ανάποδα γυρισμένη
Χώρεσε στην παλάμη του.

Με εξαιρετική ικανότητα ο Νικολάου παρουσιάζει το μέγεθος της απώλειας και της ανατροπής. Είναι η Αμμόχωστος, είναι η Καρπασία, είναι η Κύπρος, είναι ο μαρτυρικός άνθρωπος τους; Είναι αδιά­φορο το ποιος. Το μέγεθος της απώλειας πρωτεύει, η αίσθηση του θανάτου συν­ταράζει και κινητοποιεί τον αναγνώστη.

Επιλέγει λοιπόν σκηνές της πορείας προς τον Γολγοθά, πτυχές του μαρτυρί­ου και τις παρατάσσει στο συναξάριό του ο Νικολάου: Είναι η συμπάσχουσα φύση καταρχάς, είναι η Ελένη της Καρ­πασίας, η απολεσθείσα Ελένη, είναι τα ματωμένα νερά της Καρπασίας, είναι η δική του παιδική ηλικία και οι μνήμες της, εξορισμένη από την πατρώα γη και την πατρίδα των προγόνων, είναι η λεηλατη­μένη Παναγία η Κανακαριά και οι σφραγί­δες με τα λιοντάρια και τα εμβλήματα των κατά καιρούς κατακτητών, είναι η ανάκληση μέσω αυτών της διαχρονικής διαδρομής της Κύπρου. Είναι και ο τρυπομάζης και τα κρινάκια του γιαλού, τα βράχια και η χαρουπιά με τα σγαρτίλια. Και για να μη λησμονούμε την πολιά αρ­χαιότητα της Κύπρου, είναι τα άλογα της αρχαίας θυσίας, προκρίματα μιας προφη­τικής μοίρας στο ποίημα «Τα Αλογα» Σαλαμίνας: Η ώρα της μεγάλης δοκιμασίας ήρθε ως «κύμα όλο σκοτάδι / από την άλλη θάλασσα / και σκέπασε τούτη τη γη». Εύλογα ο Νικολάου θα σταματήσει εδώ, θα προσκυνήσει, καλύτερα, τα σε­πτά πάθη της πατρίδας του, στο ποίημα με τον εύγλωττο τίτλο «Χαράκωμα» [σημ.5]:

Ο άνεμος στριφογυρνούσε μανιασμέ­να
Μέσα στους κλώνους της μικρής αμυ­γδαλιάς
Και τους λευκούς ανθούς σκορπούσε
Στα τέσσερα σημεία∙ καταχνιά!

Μολύβι ο ουρανός περνούσε
Χιλιάδες τ’ άνθη ταξιδεύανε μαζί του
Κι όσο χαμήλωνε αυτά ποθούσαν
Τη θέση τους να πάρουνε επάνω στα κλαδιά.

Ο άνεμος φυσούσε, έπιασε μπόρα
Και σαν τα δάκρυα άνθη και στάλες
Πάνω στο σώμα της αμυγδαλιάς κυ­λούσαν
Και φτάναν στα ριζά για να γεμίσουν
Σκαμμένο και με νούμερο αναγνώρισης
Χαράκωμα πολέμου.

«Κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε»: για να θυμηθούμε τον στίχο του εμβληματικού ζακύνθιου ποιητή, στο οποίο μας οδηγεί το «Χαράκωμα».

Και η κατακλείδα: ο αιώνιος ποιητής, ο «Ανθέμιος Καλοκαίρης», ο ποιητής Θεοδό­σης Νικολάου, ο δάσκαλος και μυητής του Νίκου Νικολάου, ο ποιητής προφήτης όλων των εποχών, που σύννους και χαρμολυπικός θα στρέψει τα μάτια της ψυχής μας στο όνειρο, στην ελπίδα και όλα θα δείξουν την άλλη, την ευοίωνη και αναστάσιμα προσδοκώμενη όψη τους: και τα νεκρά άλογα θα χτυπήσουν τις οπλές τους τότε στο καλντερίμι, και η πατρίδα θα αναστραφεί και θα επανέλ­θει στην όρθια θέση της, και η σπασμένη φτερούγα θα ιαθεί, και οι άγιοι της Καρ­πασίας θα ξαναλειτουργηθούν, και η πόλη θα ξεπροβάλλει ξανανιωμένη και θα ξαναλάμψει. Όπως γράφει ο ποιητής, «Περιμένουμε τη στιγμή / που τα πουλιά θ’ ανοίξουν πάλι τα φτερά τους / και θα ενώσουν τις μικρές κραυγές τους / / όπως τότε…». Το όνειρο του μύστη ποιητή και δασκάλου, απλό και αυτό, καθημερι­νό, δικαιωματικό, αυτονόητο αλλά απο­στερημένο, διατυπώνει ο Νίκος Νικολάου στο αφιερωματικό ποίημα «Ανθέμιος Κα­λοκαίρης», εκφράζοντας με τον πιο απο­καλυπτικό τρόπο τη σκέψη του απλού ανθρώπου, του αδικαίωτου ανθρώπου όλων των εποχών, και συμποσώνοντας στους στίχους του το περιεχόμενο και αί­τημα ολόκληρης της συλλογής:

Χάιδεψε την γκρίζα γενειάδα του
Θαυμάζοντας την ομορφιά
Του φεγγαριού που έλαμπε στον ου­ρανό.

Με συγκίνηση υποκλίθηκε στον τρελό της γειτονιάς
Υψώνοντας τον με χαιρετισμό και με κρυφή χαρά
Που ήταν αδύνατο τα μάτια του να κρύψουν.

Το βραδάκι στην ταβέρνα της γωνιάς, το μαύρο
Στερκό επαίνεσε του τόπου του κρα­σί
Φέρνοντας στο στόμα άρωμα και ποτήρι
Με κίνηση αργή του κεφαλιού και του χεριού
Κρίνοντας πως στη ζωή μας τελικά
Δεν έχει σημασία το τι αλλά το πώς.

Τέλος, τράβηξε για τη σκήτη του
Να ονειρευτεί το πρώτο σπίτι του
Να ονειρευτεί την πρώτη του τη μαγι­κή του πόλη
Προσέχοντας να σταματά, να μην πατά
Τα βατραχάκια που διασταύρωναν τον δρόμο
Έχοντας τα κλοπιμαία της μέρας του στον ώμο
Και στο φεγγάρι ρίχνοντας ματιά ευ­γνωμοσύνης
Τι στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονο­πάτι ανάβει.

Η ποίηση του Νικολάου στη Διθαλάσ­σου αποτελεί σπάνιο παράδειγμα λιτό­τητας και πυκνότητας. Τα επιμέρους με­γέθη συναιρούνται στο αδιαίρετο και μο­ναδικό της απώλειας. Είναι βαθιά βιωμένα και χωνεμένα όσα διηγείται ο ποιητής. Εί­ναι αφομοιωμένα και γι’ αυτό απέριττα και απλά παρά τη συνθετότητα και πο­λυμορφία τους. Γιατί η μαγεία της ποίησης και η πειθώ της έγκειται στην απόδοση με την έσχατη απλότητα των πιο σύνθετων φαινομένων, στην αποτύπωση του ζη­τούμενου, ει δυνατόν, μονολεκτικά, μονοφραστικά. Την ενότητα, εξάλλου, επιδιώ­κουν οι μεγάλες αντιθέσεις, του αρχαίου προς το σύγχρονο, του βορρά προς τον νότο, του πόνου προς τη χαρά, της ζωής προς τον θάνατο, που καταγράφει με τη νομοτέλεια φυσικών φαινομένων ο ποι­ητής. Το πάθος λοιπόν της Κύπρου με επιλεγμένα κινηματογραφικά καρέ περ­νά μπροστά από τους οφθαλμούς μας, φθάνοντας έως την ώρα της σταύρωσης, αφήνοντας εκκρεμή αλλά σαφώς επικείμενη την αναστάσιμη ημέρα. Όλα προμη­νύουν, όλα αναμένουν την ανάσταση και την αποκατάσταση, η φύση, τα δημιουρ­γήματα της, έμψυχα και άψυχα, οι άνθρω­ποι. Και η Ελένη της Καρπασίας προαναγγέλλει την έλευση της μελλοντικής Ελένης της Κύπρου.

Η γραφή του Νικολάου είναι κρουστά συνυφασμένη με τη γλώσσα του. Γλώσσα απλή, υποβλητική, μελωδικά λυρική, άλλο­τε δραματική, άλλοτε υμνητική, αποδίδει θαυμαστά το περιεχόμενο των συνθεμά­των του. Λέξεις απλές, έντεχνα αρμοσμένες, όπου η φύση πυροδοτεί το συναίσθημα και το μεταβολίζει σε πόνο ή σε ελπίδα, με προσφυώς παρεμβαλλόμενο διακειμε­νικό υλικό, συναφές με την ιστορία του τό­που, αποδίδει εν τέλει τη μεγάλη μοναξιά και τον πόνο της εγκατάλειψης από θε­ούς και ανθρώπους τού σθεναρά μαχόμε­νου και ανθιστάμενου επί αιώνες κυπριακού χώρου. Οι φράσεις της κυπριακής λαλιάς, αντλημένες είτε από το στόμα του λαού είτε από τη λαϊκή του παράδοση είτε από τους ποιητές του (ο Βασίλης Μιχαη­λίδης άμεσα και ο Θεοδόσης Νικολάου υπόρρητα συνιστούν δύο διδακτικά δείγ­ματα) εντείνουν την αίσθηση του εγκλει­σμού εντός των απομονωμένων κυπρια­κών τειχών και του διηνεκούς αγώνα για επιβίωση. Η λεκτική εξάλλου μεταφορά στο απώτατο, το απώτερο και το εγγύς παρελθόν, στην αρχαιότητα, στο Βυζάν­τιο, στο 1821, δοσμένη μέσα από τα σύμ­βολα των αλόγων της Σαλαμίνας, της Παναγιάς της Κανακαριάς, της «9ης Ιουλί­ου 1821», της Ελένης του 1928, του εμβλη­ματικού δάσκαλου ποιητή, αυτή τη δια­χρονική αγωνία υποδηλώνει και την ελλη­νική ταυτότητα του χώρου διεκδικεί.

Στη Διθαλάσσου «ξεκινούν οι ιστορίες που ονειρεύτηκαν» τα πουλιά και τα τραγούδια με τις «ουράνιες νότες» του αείφυλλου αόρατου, του ακατάβλητου θά­μνου του ποιητή. Οι ιστορίες και τα τρα­γούδια αυτά ύμνοι της φύσης και της κυπριακής γης και των ανθρώπων της, αλλά και μαρτυρολόγια των παιδιών της και ελεγεία για το αίμα που δεν έπαψε να αναβλύζει, συντέμνουν και συναιρούν τον χρόνο, ώστε σαν ρόδακας που «ολοένα γυρίζει μια μπροστά και μια πίσω» και προχωρεί από τον παλιό καιρό προς τις μέρες που θάρθουν, αποκαλύπτουν το μωσαϊκό «της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας», σε μια πανοραματική θεώρη­ση του αδιαίρετου σώματος της. Ο χρό­νος του μετριέται με μια παράδοξη κλεψύ­δρα που αναστρέφεται επάπειρον, κάθε φορά που θα μεταγγιστεί το υλικό της από τον ένα στον άλλο κώνο της

Η συλλογή του Νίκου Νικολάου δεν αποτελεί ιστορική περιήγηση στα σημεία του πάθους του νησιού του, ούτε ρομαν­τική αναπόληση της χαμένης παιδικότη­τας. Είναι η αντίσταση στον ευνουχισμό της μνήμης, η αντιστράτευση στην απα­γόρευση, έστω διά της μνήμης, την προ­σέγγιση των ιερών και οσίων ενός λαού που διεκδικεί επί αιώνες το δικαίωμα στη ζωή και στην προάσπιση της ταυτότητας του, Είναι τελικά η αντίδραση σ’ αυτούς που σκόπιμα ή αφελώς συντελούν στην υπονόμευση της ιερότητας του νόστου

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΕΡΟΠΗ ΜΩΥΣΕΩΣ

1. Η ιστορία της ζωής σας σε 20 λέξεις.

Ἐδῶ γεννήθηκα / Σ΄ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ἄκρη τραγουδῶ / Ἀνάμεσα σὲ δύο πέλαγα / Ἀείφυλλος, ἀόρατος μοσχοβολῶ / Κι ἁπλώνω τὰ κλωνάρια μου στὸν Κάρβα / Καὶ τοὺς ἄλλους ἀνέμους ποὺ φυσοῦν.

2. Η ποίηση ξεκινά… και τελειώνει …

Η ποίηση γενικά, ούτε ξεκινά ούτε τελειώνει. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει μέσα στην αέναη ροή του χρόνου και όταν ακόμα εμείς δεν θα υπάρχουμε. Σε μένα, τον θνητό και ασήμαντο ανθρωπάκο, Ήρθε / ανάμεσα από τα φυλλώματα / της ελιάς / κι εγνώρισα / το ασημί / την απλότητα / και την αγάπη. / Ανάμεσα από τα φυλλώματα / του κυπαρισσιού / και γνώρισα το πράσινο / την πάλη / την παλληκαριά. / Της ροδιάς / κι εγνώρισα / το κόκκινο / την τρέλα / και τον έρωτά της. / Κι ο κόσμος όλος φως.

3. Γιατί γράφετε;

Για να μαλακώσω το άλγος του νόστου για τον ξεχασμένο και πολύπαθο γενέθλιο τόπο μου. Για να μπορώ να περπατώ όρθιος. Για να αναπνέω.

4. Για τι γράφετε;

Γράφω για σγαρτίλια, τζιτζίκια και ανέμους. Τραγουδώ τον τρυπομάζη, τη σκαλιφούρτα και το κρινάκι του γιαλού. Τραγουδώ τις αγριελιές, τις μοσφιλιές και τις αφτοτζηνάρες. Μόνο που πολλές φορές αντί να τραγουδώ γλυκά σαν τα πουλιά, θαρκούμαι ανακαλιούμαι.

5. Η παρουσία ελληνικής και κυπριακής στα ποιήματά σας…

Υποθέτω ότι εννοείτε «κυπριακή γλώσσα». Μα, δεν υπάρχει κυπριακή γλώσσα. Η γλώσσα είναι μία. Η ελληνική γλώσσα, που μιλιέται στον τόπο χιλιάδες χρόνια τώρα χωρίς διακοπή. Χρησιμοποιώ λοιπόν, στα ποιήματά μου αρκετές φορές το κυπριακό ιδίωμα για να δροσίσω και να ενδυναμώσω τον στίχο μου με αυτά που έχω πιο βαθιά μέσα μου, και που ουσιαστικά είναι οι πανάρχαιες ρίζες των λέξεων.

6. Οι σημειώσεις|παράλληλες ιστορίες των ποιημάτων σας στο τέλος της έκδοσης…

Η ποίηση δεν έχει ανάγκη από σημειώσεις. Ούτε ο ποιητής επεξηγεί ποτέ τι εννοεί με τους στίχους του. Το ζητούμενο είναι η χαρά της αποκρυπτογράφησης και κατανόησης του ποιήματος, από τον επαρκή αναγνώστη, μετά από αλλεπάλληλες αναγνώσεις και μελέτη. Οι σημειώσεις μου στο τέλος της συλλογής, επέχουν θέση παράλληλων ιστοριών και έχουν σκοπό να φωτίσουν τον τόπο από μια διαφορετική γωνία. Να τον κρατήσουν ζωντανό στη μνήμη. Αλλά ο τόπος τον οποίο φωτίζω έχει ενδιαφέρον για όλο τον κόσμο. Είναι τα ψηφιδωτά της Κανακαρίας. Η πόλη της Αμμοχώστου. Και αυτά δεν χαρίζονται σε κανένα εισβολέα κατακτητή.

7. Ποιον/α Κύπριο/α λογοτέχνη ξεχωρίζετε και γιατί;

Τον Θεοδόση Νικολάου που είχα πολύ μεγάλη τύχη να συνδεθώ φιλικά μαζί του από το 1980 μέχρι το τέλος της ζωής του. Μέσα στις τρεις ποιητικές συλλογές του, συμπύκνωσε την αγάπη του για τον τόπο και την ιστορία του, μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο. Με γνησιότητα.

8. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε και πώς ήταν;

Ο Ολισθηρός Ιστός, ένα δίτομο έργο με δοκίμια και μελέτες, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη: Η σχέση του με τους ανθρώπους και τα πράγματα που τον άγγιξαν για σχεδόν μισό αιώνα.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s