ΧΡΥΣΑ ΒΛΑΧΟΥ

1-ΧΡΥΣΑ

 

 

 

Η Χρύσα Βλάχου γεννήθηκε στη Λακωνία και ζει στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στη σχολή Νομικών-Οικονομικών και στο τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του ΑΠΘ.
Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές:
Τροπή (2012), Εν ώρα λήθης (2013) και Η ταραχή του νόστου (2015)

 

ΤΡΟΠΗ (2012)

 

ΑΠΟΤΡΟΠΗ

Τα μπλε σου μάτια νανούρισες
Σε λεπτά πέντε.
Κραδασμός.
Αιφνιδίως.
Ο χαρτοκόπτης λευτέρωσε
την ξεχασμένη σελίδα.
Μέσα της κρυβόμουν εδώ και χρόνια.
Μ’ ένα άγγιγμα έγινα λέξη
Και μ’ ένα άλλο χωρίστηκα απ’ τα μέλη μου
Μη χαθούν μαζί μου όσοι
με πιστέψουν.

 

 

ΛΕΥΚΟ

Πώς να γράψω
με κροτίδες στα χέρια,
και πιο κει η λευκή μέρα
Μαρία
ο φύλακας με την πληγή στο πόδι,
τα παράθυρα με τα σιδερένια t
τα μικρά παράθυρα
πάντα γεννούν ελπίδα.

Πώς να γράψω…
Να εκτοπίσω λίγο από το σώμα μου
Tη θέση του να πάρει
ένα ρολόι ξεκούρδιστο
μια βροχερή μέρα
και μέσα της ν’ ακούγεται το ρυθμικό τικ-τακ
τόσο δύσκολο να είναι ρυθμικό τέτοιους καιρούς

 

 

ΜΙΤΟΣ

Άνθρωποι σε σούρουπο.
Αδιάφοροι σαν δείκτες ρολογιού.
Σχοινοβάτες διάφανοι
Τραβούν το νήμα έξω απ’ την ιστορία.
Εκεί, δεν χρειάζεται ισορροπία.
Μόνο τύχη.
Μη τύχει
Και το νήμα χαθεί.
Η Αριάδνη αρνήθηκε.
Εκτός προσδοκίας.

 

 

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ

Στο σκοτάδι
κρέμεται σαν ύφανση
ο χρόνος.
Στο κατώι
αρμαθιές αποξηραμένου χειμώνα.

Αθίγγανοι πλέκουνε καλάθια
Ακούγεται ο ήχος
απ’ τα νύχια της γάτας
στο φως, στο λυχνάρι που έγδαρε.

Δεν κοιμήθηκα απόψε
κι ένιωσα μέσα μου ευτυχής.
Η μέρα ακούμπησε στα γόνατά
το χάραμα
κι ώσπου να το ζεστάνω
τρίξιμο πόρτας
πέλαγο βαθύ
τα μάτια σου φωτιά μεγάλη
και το ρολόι
το ντουλάπι
η ασπίδα
το παιδί
στην κούνια
όλα γίναν ήχος
και κόπηκε η τράπουλα στα δυο
στα τρία
και φανέρωσε
ρήγα, βαλέ και ντάμα
όλα στο κόκκινο

και φτάσαμε χωρίς να το καταλάβω στη γενέθλια πόλη
ακατοίκητη και πληγωμένη
έρημη
σαν ξεχασμένο αντικλείδι.

πού νά βρω της ψυχής μου τη γαλήνη…

 

ΧΙΑΣΤΙ

Κατά στοίχον , ευμάρεια .
Και απόλαυση των λουομένων
στους αρμούς των κανόνων.

Κατά μέτωπον, σύγκριση.
Και ασκοί του Αιόλου
πεπτωκότων δακρύων.

Κατά στίχον προώθηση
των νοημάτων «εμπάργκο».

Κατά τύπον , η ελευθερία.
Η ουσία της , δέσμευση.

Ενεργώ άρα cogitο,
Cogitο άρα υπάρχω.

Τα ομοίως χιαστί διαγράφονται.
Ενεργώ και υπάρχω αποσυντίθενται.
Δεν αγαπήθηκαν σωστά οι λέξεις.

 

 

ΤΡΟΠΗ

Τ’ ακύμαντο του πελάγους ανασαίνεις και γίνεται ταραχώδες
το ποτό σου.
Λικνίζεσαι στην πορφυρή υγρή του όψη.
Σε συλλαμβάνει η τάξη.
Περνά χειροπέδες στον ίλιγγό σου.
Στριμώχνεσαι στον τοίχο μαζί με τις άλλες βοκαμβίλιες.
Και καθώς σε πατούν, σκουραίνει το δάπεδο.
Έτσι είναι.
Ξεβάφουν τα αισθήματα όταν αναμειγνύονται στον ίδιο κάδο.

 

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

Μεταλαβαίνεις φως και χρώμα μπροστά στον ορίζοντα που ολονυχτίς
καίγεται.
Σε κιτία παραπόνων εμφωλεύεις την ημέρα που με ίμερο
πότισες.

Η αλληγορία των χρωμάτων σε διαδικασία αλληλογραφίας σε βάζει με το άπειρο.
Ενδέχεται ν’ αποκριθεί. Μπορεί και όχι.

Η ηδονή της λαχτάρας περισσεύει από τον περσινό Χειμώνα.
Έρχεται σύρριζα. Δεν απαντιέται.

Ηδονή με δάνειο.
Ηδονή υποθηκευμένη.

 

 

ΣΤΙΧΟΙ

– Α-

Με αναστολή βγήκες απ’ το όνειρο.
Πρέπει να δείξεις καλή διαγωγή μην ξαναβρεθείς μέσα του.

– Β-

Παραγέμισμα οστράκων στο λινό μαξιλάρι μου.
Αποθήκευση θάλασσας σε χρονιές ξηρασίας.

 

 

ΔΕΙΛΙΑ

Οι υπαινιγμοί επικάθησαν στα ποτήρια του κρασιού.
Οι μύστες των επτάπυλων Θηβών, λιγόστεψαν.
Ξεπούλησαν οι οικήτορες τη χώρα τους.
Η οργή φυγαδεύτηκε στα σύνορα.
Στους θύλακες του
δυνητικού αν
κατατροπώθηκε
η δειλία.

 

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟ

Συμβατές καταστάσεις.
σε αδιέξοδα αστικόλαγνης πολυκαιρίας.
Οι παντόφλες που σύρονται από δώμα σε δώμα
Η Ιουλία που πλέκει νυχθημερόν
-με άρωμα μνήμης εαρινό-
σύρεται στο παρελθόν μέσω του μίτου.
Ο Εριχθόνιος απόκτημα συνεύρεσης χώματος και νήματος
Οι εκτάσεις φωτός στην έρημο
Τα σώματα –ερπετά- στο « café del mare»
Όλα σύρονται αβασάνιστα
Να ξεχυθούνε κάποτε
Στον ορίζοντα
Να απεμπλακούν
Να γευματίσουν
με τη μεταμόρφωσή τους
-ερπετά σε κινούμενη άμμο-.

 

 

ΟΡΙΣΜΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Συμβιβασμός είναι…..
Ό, τι προλάβεις να κρατήσεις απ’ το χαρτί που καίγεται.
Αυτό που απέμεινε είναι η μέγιστη ενηλικίωσή σου.

 

 

S O S

Σου λένε:
Φόβος.
Και συ απαντάς με έξι σπαθί.
Σου λένε:
Έρωτας κόκκινο, πόνος.
Και συ απαντάς με γάντι ψησίματος Νο 3.
Αλείφεις πρώτα τα τελικά s,o,s
Εκεί φαίνεται το κάψιμο.
Σταματάς κάθε φορά που τα φωνήεντα ανάβουν.
Τότε θέλει λιγότερη φωτιά.
Έτσι που η μάζα να υπακούσει.
Κι όταν μέχρι το κόκαλο ψηθούν
Στρώνεις την όρεξή σου.
Σε λινή εποχή.
Μην κακομάθει το πάθος
που έπαιξε κορώνα γράμματα
το κορμί του
στη
φωτιά.

 

 

ΦΟΒΟΣ

Το αμφίλογο, ευκίνητο.
Το πολλαπλό, μητιόεν.

Απάτη σημαίνει τέχνασμα
Ίσως και ατροπία
Ο φόβος, γρίφος των ερπετών
Μέθη των υπολοίπων.

Φόβος και στους θεούς που καταπίνουν τα παιδιά τους
Μη τύχει και στη θέση τους εκείνα βασιλέψουν…..

 

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ

Κυριακή μεσημέρι..
-Όλα τα παλιά αγοράζω…
Και βαθιά αναστατώνομαι.
Ψάχνω μέσα μου και γύρω μου
Τι να δώσω τι έχει φθαρεί.
Το σεντούκι μου είναι απαραίτητο
Φυλάσσει την αγιοσύνη όσων παραμελήθηκαν.
Οι παλιές κορνίζες, το ίδιο.
Αγαπήθηκαν γιατί περιμάζευαν θλίψη.
-όλες οι παλιές φωτογραφίες σε παλιώνουν στη θέα τους-

Κάτι κινέζικες ομπρέλες με κέντημα σε μετάξι
-Νοσταλγός ταξιδιών που δεν ξοδεύτηκαν-
Όχι, ούτε αυτές.
Και τώρα… τα παπούτσια…
Στοίβες στα ράφια.
Αρνούνται να μισθώσουν άλλο καταφύγιο
Μένουν αμετακίνητα
Mε τα κορδόνια φθαρμένα.
Και οι σόλες ,με κενά ,χαρακιές και βαθουλώματα.
Τα αφήνω με τη σκόνη να απαλύνει τις ρυτίδες τους.

Τα αφήνω να χρεώσουν στην ανάμνηση
διαβατήριο
για την απέλασή τους.

 

 

ΤΖΟΥΚ ΜΠΟΞ

Βροχή
και κοίταζε
πώς τρέχει το νερό
ανάποδα στις τσέπες του.
Ο τελευταίος κλόουν.
Με το καπέλο στα γόνατα.
Ζητώντας ένα κέρμα
Nα ρίξει στο τζουκ μποξ
Για ένα τραγούδι.
Κ22 ή Α11.

 

 

ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Σκυφτή καθαρίζει- το φως περιμένοντας-
Στα υπόγεια του νου
Underground σιγή
Μια αχτίδα και σώπασε
Μια αχτίδα που χτύπησε
το φτηνό μανικετόκουμπο
και άστραψε η ματιά της.

 

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

….Αναζήτησα τη λάμψη του ξέφωτου. Στον πυρήνα του ένας έρωτας άατος. Καλπάζει η ηδονή σαν το ρίγος της θλίψης.
Σήμερα είναι το Κi (μερον) που μας φέρνει πιο κοντά.
Σκέψου τον Χρυσάωρα και τον Πήγασο…
Ξεπήδησαν απ’ τον κομμένο λαιμό της Μέδουσας.
Σκέψου τον χαμένο μας έρωτα.
Ξεπήδησε από τη στιγμή
καθώς χωριζόταν από την αναπόλησή της.

 

 

ΕΝ ΩΡΑ ΛΗΘΗΣ (2013)

 

Ποιητική

 

ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ

Λευκό χαράζεται στο σώμα της σιγής
και φτιάχνει μαριονέτα άνθρωπο
μισό χαρτί μισό σχοινί
που γράφει και εγγράφεται στην ίδια τη σελίδα.

Έτσι και με τα όνειρα.
Χαράζονται σαν αφορμή
πεθαίνουν σαν αιτία
και όταν πίσω γυρίζουμε να τα ’βρούμε εκεί
έχουν αφήσει παγερό το άσεμνο κορμί τους
πιωμένο να κατρακυλά
σε μπλε μεθύσι, ψίθυρο,
να μη χωρά στις λέξεις.

Πετά σχοινί για να πιαστεί και κείνο του αρνιέται
και πέταξε τα όνειρα για να σωθεί κι εκείνο.

 

 

ΕΚΧΡΟΝΙΚΕΥΣΗ

Σε βρήκα στο χαρτί.
Λιτανεία να κάνεις – να βρέξει νοήματα.
Ήσουν στη σκέψη μου πριν από εμένα.
Σκιά. Δεμένη στην άκρη της σελίδας. Έκανες ευχές. Δόξαζες.
Κόσμος περπατούσε πάνω στις γραμμές. Δόξαζε κι αυτός.
Σαν ισχνά, καμένα στην άκρη, σπίρτα.
Αστροπελέκι οι δοκιμές.
Έκαναν τρύπα στο χαρτί.
Δεν εξαπατήθηκαν οι παραστάσεις.
Ένα α άτολμο παραχώρησε τη θέση του σε ένα σίγμα τελικό.
Τοπίο άνυδρο.
Μην το βιάζεις.

 

 

ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Σαράντα πέντε μάστοροι
και δε βρέθηκε η στατικότητα
ακόμα του χαρτιού
να ισορροπήσει
τα νοήματα
και κείνα σκόρπιες πέτρες
σε γκρεμισμένο γεφύρι.
—Πρέπει κάποιος να θυσιαστεί, ακούγεται,
και να ’ναι γυναίκα.
—Άφησέ το να λιαστεί λίγο ακόμα,
λέει κάποιος απ’ τους μαθητάδες.
Οι πέτρες όταν καίνε, ανέγγιχτες γίνονται.
Να ’ρθει το σούρουπο. Να πέσουν οι εντάσεις.
Το νόημα θέλει άπνοια.
Κενό αέρα.
Σύσταση στο φως.
Μόνο. Εσύ.
Γυναίκα του πρωτομάστορα. Ανοίγεις. Μπαίνει φως.
Από το φως. Φυλάξου. Έρχονται οι μαθητάδες. Τους ανεβάζεις στο βουνό.
Τους ρίχνεις απ’ το βράχο. Δεκαπέντε μάγεψες.
Οι άλλοι απομείναν. Σαράντα πέντε μάστοροι.
Το ίδιο μαθητάδες. Στοίχειωσε τώρα το γεφύρι.
Ισορροπία στο χαρτί.
Το ποίημα εσώθη.

 

 

σημειολογία ρυθμού

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ ΓΡΑΦΗ

Σε είδα να πουλάς τα μπακιρένια κανάτια,
τις καδένες,
τα χειροποίητα μενταγιόν,
εκείνα που θαύμαζες στο λαιμό μου,
αφήνουν, βλέπεις, καθαρά τα ίχνη τους
εκεί που τα προδίδεις.
Σε είδα να ξεθάβεις παλιές φωτογραφίες
εκείνο το γκριζογάλανο που αγάπησες
ασπρόμαυρο να γίνει
δίστομο αγγείο
ηχώ
που σβήνει ευθύς
ρουφώντας
ξεθυμαίνοντας
αέρα να πάρει
ο σφυγμός
να τρέξει
διάφανους παλμούς
σε άνοιγμα κάρτας γιορτινής
με αστεράκια
κυρτά επίπεδα
δαφνόφυλλα και μέντα
κι όλα στο σούρουπο
που φέγγει
που σκιρτά
μια τελευταία ηλιαχτίδα.

Ανάμνηση με χόρτασες
κι εγώ θα σε γιορτάσω
με κίτρινο θαμπό λικέρ
στο βάζο στάχια…
Κρατάς την άκρη της γιορτής,
διαβάζεις τις ρωγμές της.
Εκεί που σε πεθύμησα
εκεί θα σε βουλιάξω.

 

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Το σώμα σου στη νύχτα κυλιέται αμφίρροπα.
Σκίζει ασύμμετρα τη διάρκεια.
Κρυστάλλινα γέλια σπάνε στην άκρη της κραυγής.
Η φλόγα
στα δυο
κυρτώνει
τον καθρέφτη
που μέσα του πια δεν πονάς.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ

Ξέχασες πάλι το τετράγωνο της λογικής. Σε παρέσυρε η στάχτη
της αλφαβήτου. Σπίθες οδοντωτές σε κάθε γράμμα. Τρένο
που κινείται στη ραχοκοκαλιά σου. Κάνει στάση στα μισά της
αφής. Στον έκτο σπόνδυλο περίπου. Εκεί μένεις. Και ανάβεις με
καύτρα υψηλούς σου πόθους. Κολλημένους στο δέρμα. Σαν ξεραμένες
νερομπογιές. Τώρα βρήκες μια σπίθα στη στάχτη εκείνη.

Στη συνέχεια γεμίζεις με ανοίκειες προσφορές, φυλαγμένες στο
πρώτο συρτάρι του ορίζοντα. Συνεχίζεις. Και ξεδιψάς με χείμαρρο
ηλεκτρονίων που αραδιάζονται στο άτακτο κορμί σον.

Αμφίβιο κάλεσμα. Σπαρταρά ανάμεσα σε γη κι ουρανό.
Μέσα σου κουρδισμένα κλειδοκύμβαλα, κτίσματα σε κύματα,
άκρες χιτωνίων που σέρνουν θερμή φυλλοξέρα, πλατανόφυλλα
κολλημένα στον υγρό σου καθρέφτη. Πώς να βοηθήσω μην εκραγεί
η γοργή βραδυπορία σου; Μετράς τη γωνία του σφυγμού σον
με την ανώτερη στάθμη του νερού. Τα υγρά ματοτσίνορα με τις
φτερούγες των γλάρων. Έκβαση ατελής. Αυτό το σώμα σου…
Εγγυάται τόπους και τοπία αμφίδρομης κίνησης. Η πιο φωτεινή

του μέρα: Εκείνη που ξεγέλασε τις προσδοκίες των άλλων. Ο πιο
αδίστακτος προορισμός: χώρος γεωμετρικός. Πλευρικά παλλόμενος.
Όπως το ρο της πληγής. Δεν έχει ρο; Μα πώς -αλήθεια-
βλασταίνει;

 

ιχνηλασία

 

ΑΝΑΛΑΜΠΗ

Το φεγγάρι ταξίδεψε στη λάμια που άστραφτε.
Είδε τον κόσμο μέσα της.
Μια κουκκίδα μονάχα.
Κι ένα ξίφος περασμένο στον πυρήνα της.
Ένα έντομο χτυπημένο σε παρμπρίζ αυτοκινήτου.
Αυτός είναι ο κόσμος.
Η ταχύτητα των άλλων να ρυθμίζει την τύχη μιας.

 

 

ΣΤΙΧΟΙ

i

Υπνόσακοι κρύβουν τις ώρες.
Ζεστές, σαν κάστανα στην Αριστοτέλους.
Θέλουν κι αυτές τον οίκτο μας.

ii

Ακεστήρας, η ψευδαίσθηση.
Ημερεύει το ποτάμι.
Αναίτια πληγώθηκες.

iii

Όποιος λαθραία ονειρεύεται, στοχεύει με την πρώτη.

χώρος άχρονος

 

 

ΣΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ

Το κόκκινο σπάει.
Δείλι που χάνεται.
Ανάγκη να κυλιστείς μαζί του.
Τραβάς κάτι από το δέρμα σου.
Μεταξωτό και ανκορά.
Κι αλλού κουρέλια.
Η μάνα σαν τα έδενε και τα ’κάνε στρωσίδια.
Και πάλι.
Ύφασμα ρεγιόν που τρίζει
κι αφήνει οσμή
κάθετη
που εγκολπώνει ροή
και πάντα τραβάς λωρίδες – υφάσματα
με ελαστίνη
προσαρμογής εντεταλμένης
και γκλίτερ στη γεύ-ση του
ευ ζην.
«Μη χαθείς».
Το σούρουπο το έσβησες με ξύσμα μολυβιών στο χάρτη.
Στη ράχη αγέννητη μοναξιά.
Φέγγει λυσιτελές εμβατήριο.
Αντίο.

 

 

ΧΩΡΟΣ ΑΧΡΟΝΟΣ

Λόφοι.
Συρταρωτά μπήγουν τις φλέβες τους
ο ένας μες στον άλλον.
Ποτάμι μαρμαρόσκονη χύνεται ανάμεσά τους.
Κοιλάδα φως
ασπροπέτρινα σπίτια
χρυσίζουν στα πόδια τους οι εκτάσεις.
Βασίλεια γης σταχυοδεμένα.
Ελάφινος ορίζοντας.

Υφαντό διάτρητο μοιάζει η ομίχλη το πρωί
που το κρατούν οι κορυφές
σαν τα φτερά του γλάρου
πέφτοντας κατακόρυφα
βαριά και
νοτισμένα.

Κι ένα όνειρο υγρό.
Στο βάθος των ματιών σου.
Αμφίρροπα στενάζει
και ζυγίζεται
χύνεται στο παρελθόν
σαν το πρωτόγαλα της μάνας
διαβάζει μου το μέλλον.
Και μια γραμμή όλο τραβά
το σώμα μου να μείνει
σε τούτη τη στιγμή.
Γιατί

 

 

ΑΠΕΡΙΣΚΕΨΙΑ

Να ξυπνάς μ’ έναν κόκκινο ουρανό στην τσέπη και ο χρόνος
θηρίο ανήμερο
να ζητά τα λουστρινάτα του παπούτσια να γυαλίσεις…
Οι άστεγοι, σου τραβούν το μαντίλι. Κατακόκκινο. Μην αρνηθείς.
Κι ας σε ρήμαξαν οι έννοιες. Πάντα να ’χεις κατά νου.
Πριν τυφλώσεις τον Πολύφημο, απάγγειλέ του ένα ποίημα.

επίκαιρη αγνωσία

 

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟ

Ένα πιάτο στοργή
δεμένο με όστρακα.
Κι από πάνω να στάζει
η ευθύνη του κόσμου.
Για κείνο το πιάτο που γέμισε μνήμη
και ξεχείλισε οργή
μην παραπονεθείς που για πάντα άδειασε.
Απέμεινε στην αυλή να το γλείφει η γάτα.

 

 

ΦΥΓΗ

Στα χέρια σου χνάρια που μάτωσαν
καιρών και φίλων.
Τα στύβεις και βγαίνει αχνητό –
θάλασσας βοή στ’ ανοιχτοβόλι,
αίθρια φωνή πλανόδια.
Κουρδίζεις μια χορδή και χάνεσαι.
Μετράς κατάρτια και συνθέσεις.
Ακροβατείς στον τράχηλο
ακίνητων λαθρεπιβατών.
Φεύγεις.

Γιασεμί κι αστροπελέκι.
Ευωδία ευφάνταστη.

 

 

ΚΡΙΚΟΣ ΑΚΕΡΑΙΟΣ

Πατρίδες και παρτίδες.
Στο ίδιο χωνευτήρι παθών.
Η πρώτη να χάνεται από τη δεύτερη
και τούτη να ποντάρει στην πρώτη.

«Μια παρτίδα ακόμη».

Με έντρομο ύφος ξυπνάς
από το λήθαργο μεσαζόντων ονείρων.
Αυτά, βέβαια, κερδίζουν διπλά.
Από την παραγωγή υποσχέσεων
και την κατανάλωση μύθων.

Και η παρτίδα σώζεται.
Ράθυμα κάποιοι σκορπούν τα χαρτιά.
Και η νύχτα, με μαύρη δαντέλα, αποπνέει σιμά τους.

Και η πατρίδα πενθεί.
Έντρομοι κάποιοι συλλέγουν χαρτιά.
Αποτυπώματα νύχτας σε ορθάνοιχτη πόρτα.

ερωτικά

 

 

ΒΡΑΔΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

Λόγια αλκοόλης χύνονται στο τραπέζι.
Το ποτάμι μέσα σου, κατοικίδιο που διψά.
Πλαστελίνης αβέβαιο σχήμα, το σώμα σου.
Πλάθεσαι σε απουσία.
Με βλέμμα που κρούει το κρύσταλλο του ποτηριού.
Και φαίνεσαι θολή, διπλή και ραγισμένη.
Φοράς ασημένια γάντια.
Πενταδάκτυλοι αστερίες, λεκέδες στο κορμί
κομμένη στα δυο.
Ενώνεσαι.
Στο κείμενο του χαράκτη.
Του χαρίζεις θάλασσα. Κυρτώνεις.
Πέφτεις στο κρεβάτι άοπλη.
Αισθήσεις να γευτεί το άλλο σώμα.
Βλέμμα, κινήσεις και ποτό στροβιλίζονται σε κόκκινα τακούνια.
Ρίχνεις μια σταγόνα φως στο δηλητήριο της σάρκας.
Διχαλωτό και άνευρο το βράδυ του Σαββάτου.
Μετά τα μεσάνυχτα η κάθε ανάσα χρεώνεται διπλά.

Ξημέρωσε.
Ρέστα σου γύρισε η ηχώ που φλυαρούσε ασύστολα όλη νύχτα.

 

 

ΑΣΗΜΟΧΑΡΤΟ

—Κράτησε με.
Με το ίδιο πάθος.
Σαν να ρουφάς τη σκιά σου.
Σαν στάχυ που δακρύζει στον ήλιο.
Ποτάμι που περνά απ’ τους μίσχους των δακτύλων σου
και γίνεται στάμπα στο ποτήρι που κρατάς.
Ανεμόβαρκα που σκίζεται στα δυο
και μένουν τα κουπιά
στο φεγγαρόφωτο ν’ αστράφτουν.

—Διπλώνομαι
στ’ ασημί του κόσμου τσιγαρόχαρτο
στο κουτί με τις μπλε πεταλούδες
στενάζω
γλείφω λίγο απ’ τη ζάχαρη που τις τάισες,
ακούω τα δεμένα βατράχια
στην άμμο
πριν γίνουν πρίγκιπες.
Τους τέλειωσε
να λεν η μοναξιά
και ψάχνουν τ’ ασημί τσιγαρόχαρτο
να κάνουν σφυρίχτρα πριν λήξει
η παρτίδα.

—Κόψε τα χαρτιά.
Η Άνοιξη μοιράζει.

 

 

Η ΤΑΡΑΧΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ (2015)

 

Ταξίδι με τρένο. Ακουμπισμένη στο παράθυρο. Ψιθυρίζω μια
λέξη. Η λέξη γίνεται τοπίο. Χάνομαι σε φως σφραγισμένο. Οι
τσιγγάνοι τραβούν την ταινία. Το μέρος φλογίζεται. Φωτιές
από ξερά χόρτα, ασβέστης σε πεζούλια, φλουριά σε κόκκινα
μαντήλια χτυπάνε ρυθμικά τους γοφούς, τα μικρά παιδιά
κοιτάζουν τη γραμμή των υπερηχητικών αεροπλάνων, τα
σκυλιά λυτά και ήρεμα, κουτσούβελα κλαψουρίζουν και
ζητάνε αγκαλιά, οι μάνες τα βουτούν από τη μασχάλη και
τα χώνουν σε τσίγκινη λεκάνη με νερό, αυτά τσαλαβουτούν
και ησυχάζουν, οι μύγες κολλούν στο ματωμένο πόδι
του παππού, οι άντρες κουβαλούν καλαμιές, οι γυναίκες
μαζεύουν δυόσμο, ένα τρίκυκλο περνά, πατά το κλάξον τρεις,
τα παιδιά πετάγονται στο δρόμο, ζητούν παγωτό χωνάκι. Ο
αγέρας άπνοος.
Πάντα κάτι λείπει. Ένα πρόσωπο ή ένα τραγούδι.

 

Βυθίζονταν τα πόδια μας στην άμμο, τα παιδιά κρατούσαν
τα καπέλα τους. Κοιτούσαμε το κάθε τι σαν τους
φωτογράφους που εντοπίζουν ξεψυχισμένα τοπία και ύστερα
τα παραδίδουν σε θαλάμους εκτύπωσης. Βαλσαμώναμε
γαλάζιο απ’ τη χαραμάδα της σπηλιάς μένοντας εκεί μέχρι
το ξημέρωμα. Γύρω μας μαζεύονταν ξερά φύκια, νοτισμένα
πρόσωπα που ξερνούσε η ιστορία. Να εμπιστευτούμε το
ταξίδι, δε μας άφηνε. Η πίστη, πιο δυνατή απ’ την απόγνωση.
Εμμονή και φυγή σε σπάργανα. Τραβούσαμε δίχτυα απ’
το βυθό τ’ ουρανού. Αστέρια χαρίζαμε. Λίμνες. Σε χέρια
κλειστά… κι εκείνα άνοιγαν…
και είπα …
-να ένας τρόπος ν’ αγαπηθείς…

Κάποιες φορές αγγίζαμε τον ώμο του άλλου σαν τον τυφλό
που χάνει το βήμα του και θέλει κάπου ν’ ακουμπήσει.
Νιώθαμε ξένοι, αποφεύγοντας να σμίξουμε τα κοινά
μας βάσανα. Καρφιτσώναμε μιαν άμπωτη βαθιά στα
βλέμματά μας. Η οικουμένη γέμιζε καθρέφτες. Οι φωνές
μας, τρυπημένα υφάσματα από ράμφος ορχιδέας. Κάποιος
άγνωστος τριγυρνούσε ανάμεσά μας.
Οι ψαλμοί του με τα μεγάλα μάτια πόσο ανυπόφοροι…

 

Δεχόμασταν θραύσματα σιωπής. Τα πόδια μας βούλιαζαν
στην άμμο μ’ ένα γλυκό τρίξιμο και μια βαθιά απόλαυση σα
νάθελε το δέρμα να απελευθερώσει το κορμί ή το αντίθετο.
Και στο νου μου ήρθε ο ξερακιανός χασάπης που γδέρνει το
σφαγιασμένο ζώο
και όπως είναι κρεμασμένο ανάποδα
και στάζουν μικρές σταγόνες αίμα απ’ το κεφάλι,
χώνει τη στρογγυλή γροθιά του ανάμεσα απ’ το δέρμα και τη
γλίνα επιφάνεια κι ακούγεται εκείνος ο ομαλός ήχος
του σπρωξίματος μέχρι που φτάνει κοντά στο κεφάλι
και το απεκδύει εντελώς
γεμάτος σιγουριά
για τη λεπτομερή ολίσθηση
χεριού και δέρματος
με τρόπο συμμετρικό
κρατώντας ανάμεσα στα χείλη
το κοφτερό, ματωμένο μαχαίρι.

 

Ερημωμένο πανδοχείο. Η στέγη του, μαχαιριές στον ορίζοντα
που δε συναντιούνται.
—Να διατρέξουμε το φως. Μην αφεθούμε. Να ανταμώσουν
τα βλέμματα. Σπασμένος δείχτης ο ήλιος και ο πόλεμος.
Κοιτούσαμε στο βάθος της ακτής. Φράγμα υπέργειο,
ογκώδες. Από ξερολίθαρα φτιαγμένο. Το ‘πλάθε ο μέγας
ήλιος, το σμίλευε και μάσαγε τους χτίστες. Κέρινο γλυπτό,
έλιωνε απ’ τον ήλιο, έπαιρνε σχήμα ανθρώπου σαλπιστή κι
ύστερα γάτας, χελώνας, φλογέρας. Τα βράδια του Χειμώνα
τραγουδούσε, το καλοκαίρι έλιωνε.

 

Απρόσεχτα βράδια σκόνταφταν στην ίδια τους τη φωνή.
Δισύλλαβες ιαχές. Τις ακούγαμε μέσα απ’ τη φωνή μας πριν
εξελιχθούν σε γλώσσα. Άγρια ομορφιά. Γυμνή. Τελεία. Η
μελαγχολία της τελείας.
—Η σταδιακή λιγόστεψη της κουβέντας, προπαίδεια στη
μοίρα του θανάτου .Τις νύχτες παίζαμε με τα δάχτυλά μας.
Σκιές στον τοίχο της σπηλιάς. Σχήματα ζώων και πουλιών.
Χειρόγραφες σελίδες μοναξιάς.
—0 Ερμόλαος δεν απαντά.
—Φτεροκοπά.
Όλο το βράδυ φτεροκοπούσε.
Το πρωί πέταξε.
Μ’ ένα βλεφάρισμα.

 

Η νύχτα πέφτει πυκνά σαν το χορτάτο σκυλί που
αποκοιμιέται στα πόδια του. Τα δοξάρια των κοριτσιών,
φαλλικά αναστήματα στη μικρή κόκκινη νύχτα. Η κορυφαία
παίζει βιολί στην άκρη της ακτής.
Το βιολί, σώμα μιας άλλης γυναίκας, το δοξάρι εισέρχεται
στο σώμα της, στο σώμα μιας άλλης γυναίκας κι ύστερα ήχος
vacuum, βαθύς στεναγμός, και πάλι μελωδία, γλυκιά επαφή,
ύστερα κενό, σηκώνει ψηλά το δοξάρι, δεν αγγίζει το βιολί
μόνο το κοιτά, από πάνω, έως κάτω, μηροί, καμπύλες, λαιμός,
ακούγεται το θρόισμα των βλεφάρων καθώς ανοιγοκλείνουν
στο κάλεσμα.

 

Κόκκινες γλώσσες ερπετών στην όχθη της στεριάς
φωταγωγούσαν την ακτή. Ο τυφλός τριγυρνούσε μ’
ένα ποτήρι δάκρυα, φωτίζοντας το δικό του κόσμο. Η
βραδύτητα. Ενέχυρο στον καλπασμό σου.
—Μη βιάζεσαι, σου έλεγα. Αργεί η παραπλάνηση…
Μα εσύ στην άμμο. Μεθυσμένη κι απόκοσμη.
—Τα μάτια σου, αγριοπούλια. Το ράμφος τους ταΐζει επτά
σιωπές θαμμένες στο σώμα μου. Ραμφίζεις,
ξεκοιλιάζονται και πέντε γρίφους λύνουν.
—Κανένας δεν ξεκλείδωσε το δρόμο στην πατρίδα.
—Με αποκαλύπτει η πατρίδα. Γι’ αυτό με πονά.
Όπως αποκαλύπτομαι στου τυφλού το άγγιγμα.

 

Το τρένο περνά, οι ράγες σμίγουν μέχρι τον επόμενο σταθμό
—Ποιος θα μας σώσει…
Ποτέ δεν ρίξαμε νερό στη στέρνα που διψά.
Δεν ταΐσαμε τον ουρανό χορτάρι.
Τα άλογα, δε μάθαμε, γιατί τα βράδια ξενυχτούν.
Τα λιμάνια, γιατί αποσύρθηκαν στις παλέτες του ζωγράφου.

 

Οι χαρταετοί πίνουν βαθύ γαλάζιο. Όνειρα ξεδιψούν σε
σώματα. Τα σχοινιά στο έδαφος. Εκεί τ’ αφήσαμε παιδιά. Και
η κόλλα από ζυμάρι, απολίθωμα σε κίτρινη μνήμη.
—Επιστρέφω στην υγρή κάμαρα. Σώμα με σώμα η σκιά
του αγιοκλήματος. Πλεγμένος κορμός ανάμεσα στα πόδια
μου. Χυμένος πολτός βραδινού ύπνου στο σεντόνι. Με
τη γεύση του μέλλοντος θα γεμίσει ο τοίχος αποστάσεις.
Μια κόκκινη σκιά μου δείχνει την έξοδο. Μα εγώ σύρω τις
ξύλινες παντόφλες μου μ’ ένα σοκολατένιο γεφύρι στο στόμα,
ξεγυμνώνοντας την ξανθή ολοστρόγγυλη σάλα.

 

Στο παλιό σπίτι.
Κάρβουνα στο πλατύσκαλο.
Έγραψα τα αρχικά μου. Η πόρτα δε με αναγνώρισε.
Σφράγισε. Σαν το στόμα του παιδιού που λυπάται. Θυμήθηκα
την κόκκινη φυσαρμόνικα. Έπαιξα παιδικό τραγούδι. Η
πόρτα άνοιξε δειλά.
Πλησίασα στο παράθυρο, λες και θα άλλαζε προοπτική η θέα
του παρελθόντος. Κρατούσα ένα ξεροκόμματο δειλινό και
το άλειφα με τη ρετσίνη μυγδαλιάς. Φωτίστηκε το σπίτι. Όλο
μέλι κι αγριάδα. Η μεσάντρα του σπιτιού από καλαμωτή,
τόσα όνειρα, ποιο να προλάβει να υποσχεθεί κάτι ήσυχο, μια
ταραγμένη θάλασσα πηδούσε απ το παράθυρο, ένας ύπνος
ξορκιστής με παρέδιδε σε calma vita, σάρωνα με βεβαιότητα
τη σκόνη απ’ τις παλιές διαιρέσεις. Πόσο χωράει τελικά το
παρελθόν στο παρόν

 

.

ΤΡΕΙΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ
ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Μονόλογος Ι

Πως με βρήκες Ινώ
Σου είπα να μη γυρίσεις.
Όμως εσύ διαρκώς με σκάβεις.
Να με αφαιρέσεις. Να με βγάλεις απ’ την απομόνωση.
Να με ρίξεις στους φράχτες
Να με μαδούν πτηνά.
Στεγνά τομάρια ζώων
που τα μαδά η προχειρότης.

 

Κόκκινοι κήποι
τινάζουν την κάφτρα
των χρωμάτων
στα υγρά σου μάτια.
Σε βλέπω Ινώ.
Πολύχρωμα καντηλέρια στην πλάτη σου.
Ρόδες, αλυσίδες, τροχοί, περασμένα στα δόντια σου
Σέρνουν κοπάδια μύγες, μέλισσες, ξανθά περιβόλια.
Χρήσιμο
υλικό
πολτοποιείται
σε χωματερή συμπράξεων.
Ξεπροβάλλει μόνο
το πλατύ μέτωπο
του αντικειμένου
που
ανθίσταται.

 

Μονόλογος ΙΙ

Η Ανναϊς είναι σκυφτή. Κοιτάζει τα παπούτσια της.
Σπόνδυλο, σπόνδυλο σηκώνει το σώμα. Στέκεται όρθια
μπροστά στο ξεφλουδισμένο τοίχο. Κάτω απ’ την κορνίζα.
Πέφτει κομμάτι γυαλιού. Στην απλωμένη χούφτα της. Και
μια χάντρα. Από το περιδέραιο. Της μητέρας-νύφης. Σκύβει,
σκάβει το πάτωμα. Σανίδια αποστεώνονται. Μένουν τα
κόκαλα.
Στα χέρια της.
—Ανναϊς πού πας τα κόκαλα;

 

Ινώ… ακούς;
Ποδοβολητό αγέρα
κάτω απ’ το μαξιλάρι…
ώσεις αγγέλων που νερό στα τρίσβαθα χορταίνουν.
Οι χαραμάδες, πλατύτερες του ορίζοντα
Και το σημάδι, τραγικότερο της απουσίας.
—Νομίσματα στο περβάζι μετρώ
Μεταλλικό άρωμα
Τις πληγές
Ξύνω
Δυο όψεις τρίβονται πάνω μου
και
Με απογυμνώνουν.

 

Μονόλογος ΙΙΙ

Με κίτρινο της συλλαβής
λερώθηκε το σύμπαν
Κι ακούω μια φωνή…
—Μην πουλάς το τομάρι πριν σκοτώσεις το ζώο.
Ινώ…
Κληματόβεργες ριζώνουν
Στον ουρανό
Με κάθε παράκληση
Δική μου
Η δική σου
—Μη σκοτώσεις το ζώο…

 

—Από το πρωί βρέχει
Βρέχει και σύρομαι. Στο ρέμα, στα ποτάμια
Στους λευκανθούς ανθρώπους
Που μυρίζουν απόσταση
Η ασφάλεια κηδεύεται
Κάθε μέρα
Με πολύχρωμα λουλούδια και θυμιατά
Με ύμνους και επικήδειους
—Αννα’ίς μη χαλάς τα λουλούδια
για τη στείρα ασφάλεια.

 

Βγήκα στο φως…
Αγέρας πήρε το σώμα μου.
Η ζωή με κατέλαβε αιφνιδίως.
Είμαι η ράχη αλόγου που φεύγει με τον άνεμο.
Ακούγεται καλπασμός. Το λευκό άλογο πέφτει από το
περιδέραιο. Στους γλουτούς μπερδεύονται τα πόδια του,
η λιγνή μέση μου χαρίζει στη χαίτη, χάδι. Δαγκωματιές
συμπάθειας χαράζουν το στήθος μου, λευκό χάδι στα σκέλη,
το πέταλο μπερδεύεται στα κόκκινα μαλλιά μου, κραυγή,
τινάζω το σώμα μακριά, κόβεται η αλυσίδα.

 

Φτάνω στην κορυφή του λόφου

Η μέρα
Αυτή η μέρα
πέτρα σε πέτρα αναθάρρεμα
γλιστρά, περνά
του ίσκιου τη φορά
συντρίβει αγέρηδες
ποθεί τραγούδια
αστραφτερά
λεμόνι και πανί
αόρατα γραψίματα
λευκόσωμη Μυρτώ
επιστολή σε άγαλμα
στα χείλη αίμα
σπίτια, σκεπές κεραμίδι
απύθμενο πηγάδι
νερό να πιω
νερό να πιεις
τέσσερις συλλαβές πλην μία
πλην δύο
μόρος-θάνατος
βροτός, βιβρώσκω
πόσο το ένα στ’ άλλο χώρεσαν και πάντα θα χωρούν.

 

Ευχή

Δέκα τροχοί ανάτροχοι
δέρμα σκιάς γυαλίζει
Μώλωπες νύχτας
γιόμα φεγγαριού
Διώξε τρεις νάνους
φέρ’ είκοσι
Φτερά και λύπη πρώτη
νερό να πιω
Νερό να πιεις
κρύπτη Κριού χρυσίζουσα
Χρως χρωτός
έρως έρωτος
Κορμιά καπνίζουν
λυπημένα
Υγρό μανίκι
και σουγιάς
Στρατιώτης λυπημένος
φτερά δεν έχει ο πόλεμος
La nostra morte, ξένο.
Στο μέσο ταξιδιού
τραγούδι και κόκκινη χόβολη
Το όνομά σου
Στον ώμο μ’ αγγίζει
με χωρίζει.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΥΣΑ ΒΛΑΧΟΥ

 

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

Χρύσα Βλάχου, Η Ταραχή του Νόστου, Θερμαϊκός, Θεσσαλονίκη 2015.

Θα ξεκινήσω από το τίτλο του βιβλίου. Η Ταραχή του νόστου, μιας πολύ-επιθυμούμενης επιστροφής, δηλαδή, αλλά επιστροφή σε ποιο τόπο και σε ποια πατρίδα; Σε μία ενδοχώρα του φαντασιακού, ίσως, όπου τα πάντα λειτουργούν με όρους ονείρου, μέσα σε ένα όνειρο ήδη, και της οποίας η γραμματική και το συντακτικό υπαγορεύονται από τους κανόνες μιας άλλης, υποσυνείδητης πραγματικότητας, που όμως φέρει εντός της το «Φροϋδικό Υπόλειμμα» της μέρας –που βρίθει εικόνων των προσφυγικών ημερών μας– της εμπειρίας και του συναισθήματος, ως αποτέλεσμα της εγγενούς του ανθρώπινου υποκειμένου επιθυμίας που το αυτοκαθορίζει, αλλά και το ετεροκαθορίζει ταυτόχρονα. Όμως, φέρει εντός της και τα ίχνη του τραύματος, της ψυχικής επένδυσης στον Άλλο εκτός μας, αλλά και σε εκείνον που μας κατοικεί ένδον, εκείνο το ζώο των πολλαπλών εαυτών που κατοικοεδρεύει μέσα μας. Έχουμε να κάνουμε δηλαδή, με μια εσωτερική τοπιογραφία και τοπογραφία, μια τοιχογραφία, ίσως, που προσιδιάζει στην όποια πραγματικότητά μας, με τρόπο ανάστροφο και υπερρεαλιστικό ή σουρεαλιστικό, εν είδει ταξιδιού σε τόπο και χρόνο εντελώς ακαθόριστο και μη συμβατικό. Εκεί, όπου οι φαινομενικά αντίθετοι κόσμοι ονείρου και πραγματικότητας μετασχηματίζονται σε ένα είδος απόλυτης ή εναλλακτικής πραγματικότητας, σε μία υπερ-πραγματικότητα με όχημα το συνειρμό, την παντοδυναμία του ονείρου και το παιχνίδι της σκέψης, που όμως στην πράξη και στο παιχνίδι της γραφής και της τέχνης γενικότερα, δεν μπορεί παρά να είναι αυθόρμητo μεν, αλλά, ταυτόχρονα, δουλεμένο με την δέουσα μελετημένη λεπτομέρεια. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο της έλλειψης συνόρου μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου, πραγματικού και φαντασιακού, συνείδησης και ασυνειδήτου, το ποιητικό υποκείμενο χαρακτηρίζει τον παλίνδρομο νόστο του ταραγμένο και επιχειρεί να εκφράσει την αλλόκοτη φύση της έννοιας του «σκέπτεσθαι» και του «εν τω κόσμω είναι» ως σκεπτόμενο, μεν, αλλά πάντα διχασμένο ον.
Υπό το κράτος αυτού που θα ονομάζαμε συνειρμική γραφή, λοιπόν, η νέα δουλειά της Χρύσας Βλάχου είναι μια συλλογή μικρών πεζών με έντονο το υπερρεαλιστικό στοιχείο τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν με τον αμφιλεγόμενο και εισέτι αδόκιμο όρο πεζοποιήματα, ωστόσο στη συλλογή υπάρχουν και ορισμένα έμμετρα ποιήματα σε ύφος που θυμίζει τις γνωστές μας παραλογές στο 2ο μέρος της συλλογής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τρεις μονόλογοι και μία Ιστορία». Η μορφή, και η θεματική (ή το περιεχόμενο) των κειμένων χαρακτηρίζεται συνολικά από συντομία, αλλά και από μία ιδιάζουσα ενότητα, μέσω μιας έντονης συμπύκνωσης των εκφραστικών τρόπων της παραδοσιακής ποιητικής, τα οποία αντικαθίσταται, ή υποκαθίσταται, από ένα είδος εσωτερικού ρυθμού που παράγει μία σειρά νοημάτων, τα οποία απαιτούν σύνθετο στοχασμό από την πλευρά του αναγνώστη και της αναγνώστριας, αφού αμφότεροι συνειδητοποιούν ότι το ασυνείδητο είναι εν πολλοίς συνυφασμένο με τη δυναμική της λογοτεχνίας γενικότερα και το βάθος της ποιητικής εικόνας ειδικότερα. Έτσι, αλλάζει ριζικά η συνθήκη της ανάγνωσης, αφού το φιλολογικό ιδανικό της ακρίβειας και της αντικειμενικότητας τίθεται υπό αίρεση και το εν λόγω ταξίδι της επιστροφής διενεργείται με τους δικούς του όρους. Υπάρχουν ακόμη συχνές αναφορές του γράφοντος υποκειμένου στον ίδιο το γλωσσικό κώδικα, στο ίδιο του το εκφραστικό μέσον του δηλαδή, και στην έλλειψη που το χαρακτηρίζει, αφού ως γνωστόν, κάθε που η γλώσσα επιχειρεί να εκφράσει την επιθυμία, ταυτόχρονα με την παραγόμενη έλλειψη, πάντα αναδύεται και μία περίσσεια, ένα λανθάνον άρρητο περίσσευμα, που υποφώσκει υποδορίως, σε ό,τι παραμένει ανείπωτο στο κείμενο, με αποτέλεσμα πάντα είτε κάτι να λείπει, είτε να περισσεύει: «Πάντα κάτι λείπει, Ένα πρόσωπο ή ένα τραγούδι», διαβάζουμε στον τελευταίο στίχο του 1ου κειμένου, που επαναλαμβάνεται και στο αμέσως επόμενο κείμενο. Και στη σελίδα 14 διαβάζουμε: «Αγάπησέ με Εριφύλη/χρειάζομαι/το Φ για τη φωτιά και το ήτ(τ)α σου.»
Στα κείμενα υπάρχει σχέδιο, ένας παράλογος σχεδιασμός πραγμάτων. Γέμει εικόνων αυτός ο ταραγμένος νόστος, εικόνες διφορούμενες, αμφίσημες έως και πολύσημες μέσα από μια κατακερματισμένη σχέση πραγμάτων, λέξεων και συμβόλων. Ασαφείς ως προς το νόημα του εξωτερικού κόσμου, περιλαμβάνουν και ανακαλούν αντιφάσεις και αντιθέσεις, συμπυκνώνουν πολλά νοήματα, περιέχουν διπλές εικόνες, σημαίνουν το εφιαλτικό ταυτόχρονα με το ειδυλλιακό, το φανταστικό και το ασυνήθιστο μέσα στο συνηθισμένο. Όλα αυτά μας παραπέμπουν στο όνειρο, φυσικά, που ενισχύεται από φροϋδικά σύμβολα, από μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής, από μια εφιαλτική ακινησία, αλλά, ταυτόχρονα, και από μία απεγνωσμένη πάλη για το αντίθετό της, καθώς και από έννοιες όπως το πάσχον σώμα, ο ευνουχισμός, η αποσύνθεση, καθώς και από βιομορφικά σχήματα, ρευστά υλικά και φυσικά στοιχεία υπό μορφή απειλής, αλλά και υπό μορφή λύτρωσης, που προσλαμβάνουν και ενδύονται το όποιο νόημά τους μέσα από το όνειρο:
Tα παιδιά γύρισαν. Έφεραν κομμάτια φως απ’ τη στεριά. Τ’ άλειψαν πάνω τους. Φεγγοβολούσαν. Ήρθαν οι γυναίκες, ρωτούσαν…τι είναι; -φως… είπαν. Και εκείνες αλαφιάστηκαν. Τα ΄πιασαν απ’ την ουρά – σαύρες είναι… και τις πέταξαν στη θάλασσα. Τα παιδιά κρατήθηκαν απ’ την ουρά τους. Όταν αναδύθηκαν είχαν σώμα ερπετού και κεφάλι ανθρώπου. Σάστισαν ο μάνες τους έκοψαν το κεφάλι.
-Κακό όνειρο, είδα.
-Μη το μηνάς. (σελ. 27)
Το ταραχώδες ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ως μία αναπαράσταση. Ως ένα ταξίδι με τρένο, με «λέξεις που γίνονται τοπίο» μέσα από μία έλλειψη, μία απώλεια, που φέρει μέσα της τη σύγκρουση, αφού «ό,τι χτίζεται και ριζώνει είναι αφορμή για σύγκρουση» (σελ. 29) σύμφωνα με το ποιητικό υποκείμενο» που μας/με προτρέπει, πάντως, εμένα την αναγνώστρια, απευθυνόμενο ταυτόχρονα και στον εαυτό του: «Να εμπιστεύεσαι το κάθε στάδιο απώλειας. Ακούς πιο καθαρά τον εαυτό σου, σου λέω» (σελ. 28). Η κυκλική γραμμικότητα της απώλειας μέσα από μία διαρκή επανάληψη σηματοδοτεί, λοιπόν, αυτό το νόστο, που φέρει πάντα μέσα του τη νοσταλγία, αλλά και το τραύμα και συνακόλουθα και την ταραχή. Ανάστροφα, σαν σε όνειρο, ξεδιπλώνεται το τοπίο της έλλειψης και της επιθυμίας, των πολλαπλών εαυτών. Οι λέξεις, ωστόσο, δεν γίνονται μόνο τοπίο, αλλά και αέρας, φωτιά νερό και άμμος (τα πρωταρχικά φυσικά στοιχεία), ενώ ο καθρέφτης είναι πάντα εκεί ως επιβεβαίωση της ύπαρξης στο συμβολικό και στην επιθυμία του Άλλου. Το δε νερό κυριαρχεί ως μακρινή ανάμνησης μιας πρότερης προ-συμβολικής κατάστασης. Στην ποίηση της Βλάχου η ανάγκη ξυπνάει την πρόθεση ως απαίτηση, αφού αν αφαιρέσουμε, αν διεκδικήσουμε και λάβουμε ή αν μας δοθεί το αναγκαίο από το απαιτούμενο, μας μένει πάντα το ζητούμενο, το επιζητούμενο, δηλαδή η μετωνυμική επιθυμία για το επόμενο, και αυτό είναι μια αέναη διαδικασία για το ζων, όπως και για το γράφον υποκείμενο, που όσο υπάρχουν λέξεις πρέπει να τις λέει, να παίζει μαζί τους.
Από το κέντρο του συνειρμικού νόστου προβάλλει και παρεμβάλλεται διαρκώς, μία ιδιαίτερα σημαντική παρουσία/περσόνα που υφαίνει το δικό της παράλληλο αφηγηματικό ιστό μέσα στο υγρό στοιχείο που την περιβάλει και οπτικώς στις δικές της, εντελώς ξεχωριστές κειμενικές εμφανίσεις. Είναι η φιλότεχνος υφάντρα Ανναΐς, που ως αράχνη και ως αίλουρος, ως το ζώο, ίσως, που μας κατοικεί, διαπλέκει το δικό της αρχετυπικό μύθο-αφήγημα, αντικαθιστώντας «το θεό με δαίμονα.» (σελ. 15) Τραγουδάει, διπλασιάζεται κι ανακαλεί αρχέτυπα για να υπάρξει στον καθρέφτη της και στον δικό μας, ενώ επανεμφανίζεται ως δραματοποιημένη παρουσία στο δεύτερο μέρος της συλλογής και συνομιλεί με τις ίδιες της τις μεταμορφώσεις ως Ινώ, που παρηχεί το Ανναΐς, αλλά και ως Ανθυλίς, ως Εριφύλη, ως Ελβίρα και ως Μελισσινή, με το υγρό σύμφωνο Λ να παρηχεί και εδώ. Το όλον, παραπέμπει στη φαντασίωση της λεγόμενης ενδομήτριας ζωής (intra-uterine life), της επιθυμίας, δηλαδή του γράφοντος υποκειμένου επιστροφής στην μητρική χώρα και σε μια πρότερη, ευδαίμονα κατάσταση αδράνειας και μακαριότητας, όπως την περιέγραψε ο Freud στο Πέρα από την Αρχή της Ηδονής (Beyond the Pleasure Principle, 1920), επιθυμία που ενέχει, σύμφωνα με το Freud, την ενόρμηση του θανάτου, η οποία αντιτίθεται σε αυτήν της ζωής και που οργανώνει και ίσως υπερτερεί κάθε άλλης ενόρμησης, προκειμένου το ανθρώπινο υποκείμενο να απαλλαγεί από το διχασμό και το άγχος που επιφέρει η κουλτούρα και το συμβολικό σύστημα.
«I think where I am not, therefore I am where I do not think.» «Σκέφτομαι εκεί όπου δε βρίσκομαι γι’ αυτό και είμαι εκεί όπου δεν σκέφτομα» μας είπε ο Λακάν. H απατηλότητα του Καρτεσιανού «σκέφτομαι άρα υπάρχω», που δηλώνει την φαινομενικά αδιαμφισβήτητη φύση της έννοιας του «σκέπτεσθαι» και του «υπάρχειν» εις τον κόσμο ανατρέπεται πολλαπλώς στα εν λόγω κείμενα της Βλάχου, μια και φαίνεται να επιβεβαιώνει το γεγονός ότι εκτός από σκεπτόμενα όντα, διάγουμε τον βίο μέσα στο δίπολο κουλτούρα-φύση ως λαθρόβια πνεύματα, αλλά και ως ποικιλοτρόπως πάσχοντα σώματα που αγωνίζονται να ερμηνεύσουν τον αυθεντικό(;) εαυτό τους με απώτερο όραμα την κατάκτηση ενός υπέρτατου βαθμού πληρότητας. Αλλά τί εστί αυθεντικός εαυτός, τελικά, και πόσο πλήρης μπορεί αυτός να υπάρξει; Την απάντηση μας τη δίνει η Χρύσα με το δικό της τρόπο όταν λέει ότι «ο μικρός άνθρωπος βρέθηκε στο εσωτερικό όμικρον», αλλά πάντα εκεί βρισκόταν, βρίσκεται και θα βρίσκεται εσαεί, εν κινήσει α-κινητοποιημένος στο πρωταρχικό, και τελικά απολεσθέν φωνήεν/αντικείμενο της επιθυμίας, που στην ψυχανάλυση το λέμε και μικρό α (the little object a) και που αενάως θα αναζητάει σε λογής-λογής πολιτιστικά και βιολογικά υποκατάστατα μέσα από τη διαμεσολάβηση του συμβολικού συστήματος. Για το λόγο αυτό, και σύμφωνα και με την προτροπή του γράφοντος υποκειμένου, δεν σκοτώνουμε το όποιο ζώο μέσα μας, απλά το αποδεχόμαστε και προσπαθούμε να διαχειριστούμε την ύπαρξή του, την ύπαρξή μας, δηλαδή:
Μονόλογος ΙΙΙ
Με κίτρινο της συλλαβής
Λερώθηκε το σύμπαν
Κι ακούω μια φωνή
– Μην πουλάς το τομάρι πριν σκοτώσεις το ζώο
Ινώ
Κληματόβεργες ριζώνουν
Στον ουρανό
Με κάθε παράκληση
Δική μου ή δική σου
-Μη σκοτώσεις το ζώο…

 

 

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Η ταραχή του νόστου. Νόστος. Πόσα δεν έχουν γραφεί από τον Όμηρο ως σήμερα γι’ αυτή τη γλυκιά προσμονή, τη γλυκιά επιστροφή σε κάτι που πέρασε, χάθηκε ή χάσαμε… Για το σπίτι μας, τον τόπο μας, τους ανθρώπους που έφυγαν, τις μνήμες του παρελθόντος, την αρχή των πραγμάτων. Η νοσταλγία. Συναίσθημα συνυφασμένο με τη φύση του ανθρώπου, που δικαίως
δημιουργεί ταραχή. Γιατί πάντοτε ο χρόνος που φεύγει είναι καλύτερος από τον μελλοντικό, τον μεγάλο άγνωστο, τον «άχρονο χρόνο». Η Χρύσα Βλάχου γυρίζει νοσταλγικά στο προσφιλές θέμα της ποίησής της, τη στιγμή και τον χρόνο που αιχμαλωτίζεται για πάντα σ’ αυτήν. Άλλωστε, ό,τι φεύγει και χάνεται, συγκρινόμενο με το αόρατο μέλλον, αποκτά ένα πέπλο μαγείας. Όσοι έφυγαν, όσα έφυγαν είναι δεμένα με το παρελθόν μας, με την παιδική και την εφηβική μας ηλικία. Γι’ αυτό και το πέρασμα του χρόνου προκαλεί ταραχή, αφού: «Πάντα κάτι λείπει. Ένα πρόσωπο ή ένα τραγούδι».
Πρωτότυπη, ιδιαίτερη η γραφή της Χρύσας Βλάχου στη νέα της εμφάνιση. Το «εσύ» και το «εγώ», γίνονται τώρα «μας», χωρίς ωστόσο να χάνεται το «εγώ», που θυμίζει ότι. πίσω από τη συλλογικότητα, την κοινή εμπειρία, υπάρχει πάντα το προσωπικό βίωμα, αυτό που μένει ως κατακάθι. Η ποιητική συλλογή περιγράφει ένα θαλασσινό ταξίδι, μια μικρή προσωπική οδύσσεια.
Συνειρμικός ο λόγος, ο τόνος νοσταλγικός. η γλώσσα τρυφερή και οι εικόνες αισθαντικές. Ο χρόνος παρατατικός, για να φαίνεται η μακρά νοσταλγία για όσα πέρασαν και άφησαν πίσω τους μια γλυκιά μελαγχολία:

«[…] Καρφιτσώναμε μιαν άμπωτη βαθιά στα/ βλέμματα μας. Η οικουμένη γέμιζε καθρέφτες. Οι φωνές /μας, τρυπημένα υφάσματα από ράμφος ορχιδέας. Κάποιος άγνωστος τριγυρνούσε ανάμεσα μας [..]»

Εμβόλιμη και η Αννάίς σχολιάζει ντυμένη στα λευκά, μοιάζοντας με λουλούδι που ανθίζει, τραγουδώντας και δημιουργώντας…
Σε μια χρονική στιγμή που μια γενιά σημαντικών ποιητών φεύγει, είναι τόσο παρήγορο που αναδύεται μια άλλη, μια νέα γενιά ποιητών, την οποία εκπροσωπεί η Χρύσα Βλάχου. Γι’ αυτό την ευχαριστούμε που συμβάλλει δυναμικά στη συνέχεια της μόνης μας ελπίδας, της ποίησης.

 

 

Χ. Δ. ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Μια άποψη για την ποιητική συλλογή Εν Ώρα Λήθης, της Χρύσας
Βλάχου.

Ο Άγγλος ποιητής W. Η. Auden λέει ότι όταν νέοι ποιητές έρχονταν να τον επιστεφτούν τους ρωτούσε, τι τους κάνει να γράψουν ποίηση. Πολλοί απαντούσαν ότι γράφαν ποίηση γιατί είχαν κάτι να πουν. Παράλληλα, ελάχιστοι έλεγαν ότι θέλαν να παίξουν με τις λέξεις.
Τότε, μας λέει ο Auden πως ήξερε, ότι οι πρώτοι δεν θα γίνουν καλοί ποιητές. Πράγματι ίσως η καλή ποίηση είναι ένα παιχνίδι με λέξεις, ένα ταίριασμα λέξεων, το οποίο παρουσιάζεται σαν να είναι μια προσπάθεια του ποιητή να φτάσει το ανοίκειο, το κρυμμένο, πέρα από την τετριμμένη καθημερινή γλώσσα.
Αλλά αναρωτιέται κανείς αν κάποιος που έρχεται να γράψει ποίηση μπορεί να μείνει στο παιχνίδι των λέξεων και μόνο. Η κινητήρια δύναμη οπωσδήποτε δεν είναι μόνο οι λέξεις. Είναι και τα συναισθήματα, και οι εικόνες που έχουμε στοιβαγμένες στη μνήμη, αλλά είναι και οι διεργασίες στο ασυνείδητο – στα τρίσβαθα της ύπαρξής μας. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις τους δύο τελευταίους αιώνες δεν μπορεί να αγνοηθούν, αναπόφευκτα οι ποιητές σήμερα βρίσκονται στο ρεύμα του μεγάλου ποταμού – από τον Ρομαντισμός και το Συμβολισμός μέχρι την Ψυχανάλυση και τον Υπερρεαλισμός.
Με αυτή τη διαπίστωση κατά νου μπορούμε να πούμε ότι η Χρύσα Βλάχου ασκείται στη στράτευση αυτών των δυνάμεων. Παίζει με τις λέξεις και περιπλανιέται στα άδυτα του ασυνειδήτου. Και οπωσδήποτε φλέγεται συγκινησιακά και ας δίνει την εντύπωσε σε πρώτη ανάγνωση ότι είναι απλώς μια διανοούμενη φιλόλογος που ξέρει και επιλέγει λέξεις και καταλήγει σε μιαν πολύτροπο αρμονία.
Η ποίηση είναι σα να λέγαμε μια επαναστατική πράξη. Οι δοκιμασμένοι ποιητές προσπαθούν να ξεπεράσουν ό,τι θα θεωρούσαμε συμβατικά αποδεκτό. Και σε αυτούς ανήκει η Χρύσα Βλάχου. Γι’ αυτό σε αρκετά σημεία της ποίησής της παρουσιάζεται μάλλον σκοτεινή. Ας σκεφτούμε το παιχνίδι που δημιουργείται μεταξύ ενός ονείρου και της αφήγησής του: Της
αφήγησης του τη\’ άλλη ημέρα στον συγκάτοικό μας. Είναι φύσει αδύνατον να αποδώσουμε με λέξεις αυτό που είδαμε στον ύπνο μας. Και είναι διπλά δύσκολο για τον προσλαμβάνοντα να πλησιάσει την ονειρική εμπειρία μας όπως τη ζήσαμε. Πολλοί στίχοι της Χρύσας προέρχονται από μια περιπλάνηση στο σκοτεινό δάσος – αυτόν τον χοίρο που ονόμαζε ο
Σεφέρης SELVA OSCURA. Δηλαδή μια ανέλεγκτη και αδιευκρίνιστη εκφορά σε λέξεις που κυρίως εκπηγάζει αυθόρμητα από το ασυνείδητο.
Μα αν πρέπει να δεχτούμε, όμως, ότι τίποτε δεν είναι έξω από την αρμονία του σύμπαντος, τότε τίποτε δεν είναι ακαταλαβίστικο και ποτέ τίποτε δεν είναι ακανόνιστο. Όλα φαίνεται να τείνουν σε μια συμπλήρωση, όπως ομολογεί η ίδια με το ομώνυμο ποίημα «Συμπλήρωση» «Αφιονισμένο τοπίο/ καταιγίδας σφυρήλατο βάθος/ οπή σε κενό/στρόβιλοι αγέρηδων/ κομμάτια γκρίζου ουρανού στις σκαλωσιές/ στο μέσα δωμάτιο/ασάμινθος» .
Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος της συλλογής της Χρύσας με την μυστικιστική έκφραση: Εν Ώρα Λήθης. Πρόκειται για το σβήσιμο της μνήμης κάτι ανάλογο με τον όρο «το σβήσιμο της προσωπικότητας του ποιητή» που πρώτος επιστράτευσε ο T.S. Eliot στην εποχή μας (και από τον Eliot τον πήρε τον όρο αυτό κι ο Σεφέρης). Έχουμε ακούσει τόσους ορισμούς που
εκφράζουν το σβήσιμο της προσωπικότητας ιδιαίτερα από τους ποιητές του 20ού αιώνα, όταν χαρακτηρίζουν τα ποιήματα τους: «δοσμένο», «άγραφο», «αχειροποίητο» και για το ρόλο του ποιητή «ένθεος», «άκοπος από τον ουρανό», «αλαφροΐσκιωτος» και για το αποτέλεσμα της τέχνης τους «ύφος πραγμάτων», «θολό κρύσταλλο», «τρίτη κατάσταση».
Νομίζω ότι αυτό θέλει να πει η παρούσα συλλογή συμβολικά με το κιτρινιασμένο φύλλο από δέντρο στο εξώφυλλο (φωτογράφιση της Μαρίλιας Γαβρή.) Ένα σύμβολο ότι μπορούμε να γίνουμε άθυρμα στον αέρα, χωρίς προσδιορισμό και χωρίς σκοπό. Αλλά τίποτα δεν πάει στα χαμένα, ακόμη και οι σιωπές έχουν νόημα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα από τη συλλογή. Η σημερινή συλλογή ομοιάζει με την προηγούμενη που είχε τον τίτλο Τροπή,
2012 από τις ίδιες εκδόσεις «Θερμαϊκός». Νιώθω όμως ότι στην παρούσα συλλογή η κυρία Βλάχου γίνεται ακόμη περισσότερο πειραματική. Προσθέτει πεζοτράγουδα (που δεν είχε η προηγούμενη συλλογή) και αφήνεται ακόμη περισσότερο στο σβήσιμο της προσωπικότητας. Το παράδειγμα αυτό που έχω να σας παρουσιάσω το παίρνω από το πεζοτράγουδο που περιλαμβάνεται ως πρόλογος στη συλλογή που ακολουθεί. Μαζί με το πεζοτράγουδο έχει
και δύο ξεκάρφωτους στίχους σαν να θέλει να μας προετοιμάσει για το άγνωστο και την περιπλάνηση που θα επακολουθήσει: «Περπατάμε σε αναγνώσεις του παρελθόντος με διαφορετική γραμματοσειρά».
Αρχίζω με το πεζοτράγουδο που έχει τον τίτλο «Χειραψία». Μάλλον θέλει να παρουσιάσει μεταφορικά το εθιμοτυπικό της χειραψίας, μια κίνηση που με την επαφή των χεριών μοχλεύονται δεκάδες σκέψεις, φαντασιώσεις και αισθήματα. Και εδώ σας διαβάζω μερικές αράδες από το πεζό, το οποίο αποτελείται από δύο ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, περιγράφει κινήσεις και μανιερισμούς μιας χειραψίας. Στη δεύτερη ενότητα λέει:

Η απόσταση γεμίζει φυσαλίδες. Πετάς. Σε μέρη που θυμήθηκες. Λικέρ αγριοκέρασο, να χύνεται σα δάκρυ. Πετράδια απ’ την Αντίπαρο. Θαλασσινή χρυσοπηγή και μέντα από το Φάρο. Γαληνότατη αιωρείσαι πριν πατήσεις έδαφος σε σκηνικό ξιφασκίας μνήμης-φαντασίας. Χάνεσαι. Σε γλαυκό μονοπάτι. Ρίχνεις σπόρια για να βρεις το δρόμο της επιστροφή;. Ράμφη πουλιών σου μασουλάνε το χάρτινο ρούχο, «η άκρη του ξίφους βρίσκει το χάρτινο – σώμα – κουρέλι εξαντλημένο απ’ τους αγέρηδες. Με
κοιτάζεις. Η σχισμή στο χαρτί στάζει φως. Αμηχανία λεκτική. Έχεις τώρα ανανεώσει το σύμπαν – αυτό το κατακόρυφο κατασκεύασμα από γιγάντιους καθρέφτες – μς κείνη την άγευστη ορμή ρήσης και τριγμού. Χιλιάδες κόκκινα καπέλα στο έδαφος. Πάθος που σκόρπισε τα ίχνη του. Η χειραψία υφίσταται. Το βλέμμα, απαθές. Με θηλυκό πρόσημο αναρωτιέσαι και αποχωρείς.

Όταν το διαβάζεις δύο και τρεις φορές νιώθεις ότι αναζητά γέφυρες με το παρελθόν, με συναισθήματα, με μνήμες και φαντασιώσεις, μέχρι που το ποιητικό υποκείμενο μπαίνει όπως το προσδιορίζει «Στο γλαυκό μονοπάτι» εκεί που «Χάνεσαι». Μετά από το «χάνεσαι» προσθέτει την εικόνα του παραμυθιού όταν «Ρίχνεις σπόρια για να βρεις το δρόμο της επιστροφής. Ράμφη πουλιών σου μασουλάνε το χάρτινο ρούχο. Η άκρη του ξίφους βρίσκει
το χάρτινο – σώμα – κουρέλι εξαντλημένο απ’ τους αγέρηδες. Με κοιτάζεις. Σχισμή στο χαρτί στάζει φως. Αμηχανία λεκτική».
Και μετά από αυτή τη σιωπή που υπονοείται εδώ «αμηχανία λεκτική» και πάλι ξαναγυρίζει στην πραγματικότητα με το να μας πει ότι «Η χειραψία υφίσταται. Το βλέμμα, απαθές. Με θηλυκό πρόσημο αναρωτιέσαι και αποχωρείς». Δηλαδή μένεις εμπλουτισμένος. Δεν πρόκειται για απόπειρα να δώσω νόημα στις αράδες αυτές, αλλά αναγνωρίζω ότι πιάνω «εξ όνυχος τον λέοντα». Και ποιος είναι ο λέοντας; Οι δυνάμεις που συγχρωτίζονται μέσα μας.
Και με αυτή την πρόφαση, ότι πιάνω μόνο εξ όνυχος τον λέοντα, θα θίξω μερικά ακόμη σημάδια αυτής της διανοούμενης σύνθεσης που έχουν το δικό τους χάζι. Την ορίζω ως «διανοούμενη», γιατί έχει διαφορά από τους κοινωνικά πληγωμένους Ρίτσο, Αναγνωστάκη και Λειβαδίτη, (για να αναφέρω μόνο τους αείμνηστους τρεις μεγάλους ποιητές μας) που αυτοί για ένα μεγάλο μέρος της ποίησης τους μιλάνε κυρίως (ως πληγωμένοι) με εικόνες από την ταραγμένη εποχή τους. Στην ποίηση της Βλάχου έχουμε να κάνουμε με κάτι άλλο. Η συλλογή, εδώ, διαιρείται σε ενότητες και οι τίτλοι των ενοτήτων
αποκαλύπτουν τις διαφορετικές πτυχές ενός και του ίδιου χώρου – του χώρου δηλαδή που επιδιώκει να βρίσκεται η Χρύσα Βλάχου «εν ώρα λήθης».
Πώς αντιλαμβάνομαι αυτή την κατάσταση που μπορεί ο άνθρωπος να βρεθεί χωρίς μνήμη, εν ώρα λήθης; Την αντιλαμβάνομαι να είναι χωρίς συγκρίσεις, οι οποίες ανήκουν στη συνείδηση (δηλαδή στο συνειδητό έλεγχο). Την αντιλαμβάνομαι να είναι χωρίς χρόνο, δηλαδή χωρίς αίτιο και αιτιατό. Ας σκεφτούμε το πώς θα ήταν η ζωή χωρίς χρόνο, έτσι ώστε να μην ξέρεις τη διαφορά του πριν και του μετά.
Στη πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται «Ποιητική» αρχίζει με την προσπάθεια να φτιάξει ένα ανάγλυφο ποίημα και πράγματι συμβολικά το πρώτο ποίημα έχει τίτλο «Χαρακτική»:

Λευκό χαράζεται στο σώμα της σιγής
Και φτιάχνει μαριονέτα άνθρωπο
Μισό χαρτί μισό σχοινί
Που γράφει και εγγράφεται στην ίδια τη σελίδα.
Έτσι και με τα όνειρα.
Χαράζονται σαν αφορμή
Πεθαίνουν σαν αιτία
Και όταν πίσω γυρίζουμε να τα βρούμε εκεί
Έχουν αφήσει παγερό το άσεμνο κορμί τους
Πιωμένο να κατρακυλά
Σε μπλε μεθύσι, ψίθυρο,
Να μην χωρά στις λέξεις.

Πετά σχοινί για να πιαστεί και κείνο του αρνιέται
Και πέταξε τα όνειρα για να σωθεί κι εκείνο.

Έχει ένα ρυθμό στην ανάγνωσή του, σαν να είναι παροιμία ή αίνιγμα. Και είναι θολό σαν αίνιγμα. «Πετά σχοινί για να πιαστεί και εκείνο του αρνιέται/πέταξε τα όνειρα για να σωθεί και εκείνο». Ποιό είναι το «εκείνο»; Μάλλον είναι το ποιητικό υποκείμενο ως «μαριονέτα άνθρωπο/ μισό χαρτί μισό σχοινί/’ που γράφει και εγγράφεται στην ίδια τη σελίδα.» Το αποτέλεσμα είναι ότι «πέταξε τα όνειρα για να σωθεί κι εκείνο» – δηλαδή το ποιητικό υποκείμενο σαν να υπάρχει όπως το προσδιορίζει η ίδια η ποιήτρια: «Λευκό χαράζεται στο
σώμα της σιγής».
Και μάλιστα εδώ μας περιγράφει αυτή την κατάσταση του να βρίσκεται κανείς στην απελευθέρωση εκτός χρόνου και εκτός λέξεων, με σβησμένη την προσωπικότητα:

Έτσι και με τα όνειρα.
Χαράζονται σαν αφορμή
πεθαίνουν σαν αιτία
και όταν πίσω γυρίζουμε να τα ‘βρούμε εκεί
έχουν αφήσει παγερό το άσεμνο κορμή τους
πιωμένο να κατρακυλά
σε μπλε μεθύσι, ψίθυρο,
να μην χωρά στις λέξεις
.
Δηλαδή, τα όνειρα υπάρχουν και δεν υπάρχουν. Μπορούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν να βρισκόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση «πιωμένος να κατρακυλά/ σε μπλε μεθύσι, ψίθυρος, να μη χωρά στις λέξεις».
Να λοιπόν ένα ποίημα που μου έδωσε στη αρχή την εντύπωση ότι είναι δύσκολο και θολό. Ποτέ ένα ποίημα δεν διαβάζεται με μιας, γιατί πάντα «η δημιουργία» συμπεριλαμβάνει την πολύτροπη συμπαντική αρμονία. Τίποτε δεν είναι χωρίς ρόλο και νόημα. Αρκεί να το αναζητήσουμε.

* * * *
Θα ήθελα να σας διαβάσω δύο επιπλέον ποιήματά της για να μην σας κουράζω περεταίρω με δικές μου αναλύσεις. Θεώρησα, όμως, ως επιτακτική ανάγκη να δείξω γιατί μου αρέσει η ποίηση της Χρύσας Βλάχου. Εξεικονίζει το υπαρξιακό ερώτημα που απασχολεί όλους μας: που ζούμε μια αυταπάτη, όπως η ίδια ομολογεί στο μόττο που έχει βάλει στη συλλογή: «Οι λέξεις προσάναμμα – θυσία στην αυταπάτη». Και πράγματι αυτό είναι που την απασχολεί κυρίαρχα. Δηλαδή ότι δήθεν θα επιστρέφουμε, αλλά «τα ψίχουλα που ρίξαμε για να βρούμε την επιστροφή τα φάγανε τα πουλιά».
Θα σας διαβάσω από την ενότητα «Χώρος άχρονος». Τίτλος του ποιήματος: «Μελί και καίγεσαι»:

Αποσπάς μια ηλιαχτίδα απ’ τα πλευρά
Του γλάρου και τη φυτεύεις στα τετράδια σου.
Να που πήρε φως όλη η σελίδα.
Τόσο που αργοκαίγεται απ’ άκρη σ’ άκρη.

Προφταίνεις να δεις σχήματα και χρώματα,
Να εκραγείς μαζί, να χάσεις, να γεράσεις.

Κι έρχεται δειλά το μελί
Της σελίδας που καίγεται
Και γλείφει αργά τις πληγές σου.

Πρόκειται για μια πρόκληση στο πόνο που νιώθει. Με ένα τόνο στακάτο, αφήνοντας σιωπές και κενά. Δεν είναι, όμως, ρομαντική η μελαγχολία της Βλάχου. Αναζητά δοκιμασίες όπως λέει «Προφταίνεις να δεις σχήματα και χρώματα,/ να εκραγείς μαζί, να χάσεις, να γεράσεις» υπονοώντας ότι βρίσκεται στο στρόβιλο της ενδόμυχης επιθυμίας.
Γράφει με μέτρο τα σημερινά δεδομένα και δεν απηχεί την ποίηση κανενός προηγούμενου. Έχει το δικό της χαρακτήρα. Αρνείται να ριζώσει. Είναι ανάλαφρη και φτερουγίζει πάνω από την αδυσόπητη πραγματικότητα. Θα έλεγα ότι η ποίησή της προέρχεται από μια εσωστρέφεια ως αντίδραση στην σκληρότητα της εποχής μας. Αυτή η εσωστρέφεια είναι σαν παραμιλητό, σαν να σου λέει μιλώ στο εαυτό μου. Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα σύνδρομο, το οποίο σηματοδοτεί την απομόνωση του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι ποίηση ως πράξη επαναστατική, γιατί τολμά να αντικαθρεπτίσει την ουσία
της τραγικότητάς μας. Μια επανάσταση σήμερα γίνεται από το άτομο ως μονάδα και όχι ως σύνολο. Η ποίηση της Βλάχου καθορίζει αυτήν την ιντιβιτσουαλιστική στάση, δηλαδή να είναι σε θέση κανείς να σβήσει την προσωπικότητα του και να περάσει στα άδυτα των αδύτων.

 

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Χρυσά Βλάχου Εν ώρα λήθης 2013

Η Χρυσά Βλάχου είναι νέα ποιήτρια με ήδη βραβευμένη την πρώτη συλλογή της, Τροπή, με το Βραβείο Μαρία Πολυδούρη, στην Καλαμάτα το 2012. Έτσι, η επιτυχία της πρώτης συλλογής οδήγησε την ποιήτρια, αμέσως στην δεύτερη, Εν ώρα λήθης, γεμάτη από το πάθος του βιώματος, που ούτως ή άλλως, την συγκλονίζει, και την ώθηση που δίνει η αυτοπεποίθηση. Ίσως δεν είναι υπερβολή να πω, προκαταβολικά, ότι το πάθος εκείνο που σπαρακτικά έδωσε η Πολυδούρη, στην εποχή της, δεν είναι διαφορετικό από εκείνο που μας δίνει η Βλάχου, μόνο που έχει άλλο εκφραστικό όργανο. Εκατό χρόνια μετά, η γραφή έχει διανύσει μεγάλο δρόμο και στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει με κώδικα. Είναι μια γραφή που δεν κολακεύει τον αναγνώστη. Δεν του δίνει κλειδιά να ξεκλειδώσει το κείμενά της, αντίθετα θα λέγαμε πως του βάζει εμπόδια και όστις θέλει οπίσω της ελθείν πρέπει να απαρνηθεί την πεπατημένη. Η απόλαυση του κειμένου της δεν φτάνει από τη βασιλική οδό. Κι ενώ η πρώτη εντύπωση είναι αυτή που καταλήγει στο κλασικό ερώτημα «τι θέλει να πει εδώ ο ποιητής» η δεύτερη και τρίτη φωτίζει σιγά σιγά, προσφέροντας στον αναγνώστη ορισμένες διευκολύνσεις.
Εν ώρα λήθης, χωρίς να λησμονεί τίποτα, αντιθέτως με μια μνήμη σε πλήρη διέγερση, η ποιήτρια στήνει και ξεστήνει τον ιστό της συλλογής της. Σαν Πηνελόπη ξηλώνει ό,τι έχει υφάνει για να ξαναϋφάνει. Κάθε ποίημα είναι τρανή απόδειξη της ζωντανής παρουσίας εκείνου που έχει ξηλωθεί. Και τίποτα δε βρίσκεται σε λήθη, ούτε το παραμικρό ξέφτι. Η αδηφάγα μνήμη γίνεται αίσθηση σωματική και το σώμα εργαλείο και παιχνίδι της.
Η Βλάχου είναι υπαρξιακή ποιήτρια. Αντικείμενο της τέχνης της είναι η ύπαρξή της και αυτής της ύπαρξης χειροπιαστό είναι το σώμα. Αυτό βρίσκεται στην τράπεζα της θυσίας. Το σώμα της που συμπαρασύρει το μυαλό της, την καρδιά της, τα πάντα, εν ολίγοις. Αυτό πάσχει και πάσχει από έρωτα, κι ας μην το λέει με σαφήνεια. 0 έρωτας ο λυσιμέλης, το αμάχανον όρπετον, που έλεγε η Σαπφώ, είναι που της ροκανίζει τα σωθικά. Ο έρωτας, όχι εκείνος που θα αναπαραγάγει το είδος, αλλά εκείνος που θα δώσει υπόσταση, θα γίνει ρυθμιστής της ζωής και της συγκρότησης του «είναι». Εκείνος που θα δικαιώσει την παρουσία του ανθρώπου στη ζωή και θα τον ολοκληρώσει. Ωστόσο, όλα, δίνονται με ασάφεια, αινιγματικά και απροσδιόριστα. Όμως, από αυτό το απροσδιόριστο υλικό υψώνονται, σαν ιστία βουλιαγμένου καραβιού, κάποιες σημαδούρες, παρηγορητικές, αν και δυσερμήνευτες. Το μότο, «οι λέξεις προσάναμμα – θυσία στην αυταπάτη», μας προϊδεάζει βέβαια. Οι λέξεις είναι εκεί για να περιγράφουν τα πράγματα, προσάναμμα και πρόσχημα. Η λέξη «προσάναμμα» ειδοποιεί ότι άλλη είναι η μεγάλη φωτιά. «Αλλού ο λαιμός κι αλλού το μαχαίρι» λέει ο Ελύτης. Το σώμα είναι που πυρπολείται και νομίζω πως, ενώ θα το ήθελε του Διόνυσου, το ρίχνει στον Ήφαιστο. Auto da fe. Και το κακό είναι ανήκεστο. Ωραία, όμως, ενδεδυμένο. Επιμελώς κεκαλυμμένο. Η πληγή δεν φαίνεται απέξω. Οι λέξεις την καλύπτουν. Οι επίδεσμοι είναι ευπρεπείς.
Η ποιήτρια δεν συνθέτει στιχάκια. Οικοδομεί με αρχιτεκτονικό σχέδιο τη συλλογή της. Με τριπλή γραφή-μορφή χτίζει. Την θεμελιώνει με τάξη και νόμο σε κείμενο «πεζό», σε μικρά δίδυμα ή τρίδυμα στίχων και σε εκτεταμένα ποιήματα, πάντα συνεπής στην στίξη. Η τελεία μπαίνει μετά από κάθε φράση, κάθε στίχο, για να δώσει δείγμα της κοντής ανάσας, της λαχτάρας που δεν την αφήνει να οργανώσει μακροπερίοδο λόγο. Και μοιάζουν τα κείμενά της σαν από την ανάπτυξη του «πεζού» να περνούν στην απόλυτη πύκνωση της μικρής φόρμας και έπειτα πάλι στο ποίημα της μεγάλης, δοκιμάζοντας όλα τα είδη της ποιητικής μορφής και αναπνοής. Το σχήμα είναι επαναλαμβανόμενο. Η Βλάχου παιδεύει τη λέξη, πελεκάει το ποίημα σαν σώμα, σαν γλύπτης παράφορος (και η ακουστική αναλογία δεν είναι αμελητέα). Η σάρκα είναι η ύλη των ποιημάτων, το ποίημα η ύλη των νοημάτων. Σώμα και πνεύμα και ψυχή όλα, υλικοποιημένα. Η «Χειραψία», π.χ., έχει τα μυστικά της, τα σημαινόμενά της. Τα χέρια αποκαλύπτουν αλλά και κρύβουν, μεταμορφώνονται σε πουλιά, τα λόγια σε ερπετά, το χειροκρότημα σε επιβράβευση. Αλλά και τα μάτια και τα βλέμματα, το στόμα και τα λόγια, τα δόντια και το σάλιο. Κι οι αναμνήσεις από τα νησιά και τα χαμένα βήματα, όλα συμμετέχουν στο χορό των παθών και στης ουσίας, σαν σε χορογραφία, της οποίας τα σημαινόμενα καλείται ο αναγνώστης να εννοήσει, να νοιώσει, να αισθανθεί με εργαλεία ασαφή, σχήματα, όνειρα και εικόνες. Η ιστορία επαναλαμβάνεται σε παραλλαγή: «Περπατάμε σε αναγνώσεις του παρελθόντος με διαφορετική γραμματοσειρά». Όπως παλιά, έτσι και τώρα, ο άνθρωπος τις ίδιες απαντήσεις ζητά αλλά απαντήσεις δεν βρίσκει. Κι έτσι προκύπτουν όλες οι επιθυμίες ακυρωμένες. Άλλα επιθυμεί ο ένας, αλλιώς αντιδρά ο άλλος, κάθε τέχνασμα και τέχνημα χάνει το νόημά του. Κάθε απόπειρα αστοχεί: «Έβαλα φωτιά στο πρόγραμμα ξενάγησης…», εσύ όμως «έφυγες». Ανεπίδοτα τα μηνύματα, επομένως. Το διεκδικούμενο, προκαλούμενο δεν δέχτηκε την πρόκληση, δεν σήκωσε το γάντι. Η ωραία ματαιοπονία αξίζει τον κόπο:

«Σε βρήκα στο χαρτί./ Λιτανεία να κάνεις – να βρέξει νοήματα/
Ήσουν στη σκέψη μου πριν από εμένα./ Σκιά. Δεμένη στην άκρη της
σελίδας. Έκανες ευχές. Δόξαζες./ Κόσμος περπατούσε πάνω στις
γραμμές. Δόξαζε κι αυτός./ Σαν ισχνά, καμένα στην άκρη, σπίρτα./
Αστροπελέκι οι δοκιμές./ Έκαναν τρύπα στο χαρτί./ Δεν εξαπατήθηκαν οι παραστάσεις./ Ένα α άτολμο παραχώρησε τη θέση του σε ένα
σίγμα τελικό ./Τοπίο άνυδρο./ Μην το βιάζεις.» («Εκχρονίκευση»),

Η ποιήτρια προσπαθεί να γράψει. Το αποτέλεσμα δεν την ικανοποιεί. Το
ποίημα είναι διάτρητο, γεμάτο διαρροές. Το μήνυμα φεύγει και όπου φτάσει, όσο φτάσει. Και, φυσικά, το τοπίο δεν είναι «άνυδρο». Το ποίημα εδώ μπαίνει στη θέση του σώματος, διότι, ό,τι πάσχει το ποίημα έχει αντίκτυπο στο σώμα.
Αποτέλεσμα η εξάντληση της κλίμακας-αλφαβήτας που άρχισε με
το «α άτολμο» για να καταλήξει στο «σίγμα τελικό». Σε ένα «ς» δηλαδή, σε έναν όφι που έβαλε τον συριγμό του τέλους. Ή υπάρχει και άλλη εκδοχή; «Ο ερωδιός καθώς πετά βυθίζει το λαιμό στο σώμα του. Έτσι, σχηματίζει ένα ς τελικό. Συστολή λόγω επαγρύπνησης ή λόγω μονοσήμαντου ερωτισμού» («Πτήση εντός μου»). Η πληροφορία συνεπάγεται συνυποδηλώσεις και ποικίλες ερμηνείες.
Ωραία μεταπλάθει το μύθο «Του γιοφυριού της Άρτας» («Ισορροπία») και μεταμορφώνει την πρωτομαστόρισσα σε μάγισσα, που καταπίνοντας δεκαπέντε μαθητάδες (ήταν εξήντα, στην αρχή), τους ισοσκελίζει με τους μαστόρους, σε δυο χορούς των σαράντα πέντε, για την ισορροπία στην ορχήστρα. Μια καλή μετάπλαση της παραλογής που παρόμοια μας έχει δώσει σε ποίημα ποιητικής και ο Στάθης Κουτσούνης στη δική του εκδοχή «του γιοφυριού της ποίησης» με το όμορφο «δαχτυλίδι» να γυαλίζει προκλητικά στο χαρτί σαν στη «βαθιά καμάρα γιοφυριού». 0 Κουτσούνης θέλει να στοιχειώσει την «της άγριας έμπνευσης την όμορφη την κόρη». Η Βλάχου θέλει «γυναίκα» και είναι η ίδια που θυσιάζεται στη δική της εκδοχή ποιητικής:
«-Πρέπει κάποιος να θυσιαστεί… και να ’ναι και γυναίκα./-Άφησέ το να λιαστεί λίγο ακόμα,/ λέει κάποιος από τους μαθητάδες./ Οι πέτρες όταν καίνε, ανέγγιχτες γίνονται./ Να ’ρθει το σούρουπο. Να πέσουν οι εντάσεις» και με έμφαση επισημαίνει πως «το νόημα θέλει άπνοια./ Κενό αέρα», πράγμα που σημαίνει πρέπει κράτημα αναπνοής για να συμβεί το θαύμα. Κι έτσι επέρχεται «Ισορροπία στο χαρτί» και τελικά «Το ποίημα εσώθη». Δεν είναι γεφύρι δεν είναι δαχτυλίδι. Είναι το ποίημα. Το ποίημα εσώθη, λοιπόν. Το σώμα όμως;
Ό,τι αυθορμήτως και εν θερμώ γεννιέται θέλει ξανακοίταγμα. Η ποιήτρια ξέρει καλά ότι ο έλλογος έλεγχος οφείλει να τηρεί τους κανόνες του παιχνιδιού. Γι’ αυτό στην επεξεργασία του κειμένου της γίνεται μεθοδική, κι ας δείχνει παρορμητική. Τηρεί τις αποστάσεις από το συναίσθημα και το λόγο. «Όλα έρχονται απ’ τις γωνίες του καθρέφτη. Ριπές που κεντρώνουν το σώμα μου και το κάνουν ένα δεύτερο σώμα. Αυτό το χαρίζω στο κείμενο. Όσα αναληθή γράφονται, είναι επιτρεπτά. Γιατί το σώμα δεν του ανήκει. Γιατί το σώμα του έχει γίνει ένα με το χαρτί… Τριπλά νοήματα αιωρούνται… Το σώμα μου είναι σώμα του και σώμα του καθρέφτη». Είναι φανερό, πλέον, πως η φλόγα της μεταμόρφωσης σε λόγο της μικρής αστραψιάς του μυαλού έχει ένα μόνο μέσο για να περάσει· το σώμα, το φέρον, το σήμα που γίνεται ποίημα για να σηκώσει τα βάρη της ψυχής. Και όλα είναι σώμα, τρισυπόστατο ιερό και φλεγόμενο. Ουσιαστικό σαν ύλη. Ποίημα σαν νους. Είδωλο ενός κόσμου και «φωτεινό αστέρι που φυτεύτηκε στη χαραμάδα της γραφής τάζοντας υψιπετές μειδίαμα». Και πάλι φλεγόμενο και κομμένο «στα δυο/ κυρτώνει / τον καθρέφτη/ που μέσα του πια δεν πονάς» («Αντανάκλαση»), και έτσι, ρατώντας όλο τον πόνο για το σώμα, ελευθερώνει το είδωλο, προσφέροντάς του την αυταπάτη της λύτρωσης εξ αντανακλάσεως: «Σώμα με σώμα οι αλληγορίες. Παραμύθι και σιγή./Και συ άκουγες καθισμένη στα γόνατα
της υπόσχεσης./ Γύρνα πλάτη. Μη δεις την έκφραση. Σκιά που παραιτήθηκε» («Σκιά σε τοίχο»).
Και με ξεπουλημένες όλες τις αναμνήσεις, σε κατάσταση έκρηξης, αφήνει λευκή μελλοντική απειλή την εκδίκηση μέσω της αυτοτιμωρίας:
«Εκεί που σε πεθύμησα/ εκεί θα σε βουλιάξω». Κρατώ το ρήμα «πεθύμησα» σαν λέξη κλειδί, με βαρύ φορτίο από την εποχή του άκρατου υπερρεαλισμού -desire- που δεν ξεκλειδώνει αλλά αφήνει «δάχτυλα φωτιές, στο κορμί. Καταιγίδα υποδόρια» («Στίχοι») να υποδηλωθεί. Κι ακόμα «Ευρύχωρη ανία / σε ποθώ για να χωρέσω όσο μπορώ» («Ανία»). Επίσης, «0 στήμονας η κρόκη γεννιούνται απ’ τη στρεπτική κίνηση της τουλούπας, το σώμα συμμετέχει, το σάλιο, τα δόντια, οι μηροί, τα δάχτυλα, πόσο ερωτική η επιθυμία της γένεσης» («Το σύμπαν πριν τη γένεση του»).
Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια φωνή δυναμικά σπαρακτική,απελπισμένα ερωτική, τραγικά ειλικρινή, φωνή που μεταμφιέζει σε στίχους την ένταση και το ασίγαστο πάθος, για να ανταποκριθεί αισθησιακά στη σκέψη: «Κύμα, ήλιος κι έρωτας./ Κοπάδι υδρατμών στα μάτια μου κάθε που ανασαίνω διπλά./Έρωτας είναι: / Στο βυθό να βρίσκεσαι. Με ανάσα. Και να μην πνίγεσαι» («Στόχοι.»). «Χλωμό μισοφέγγαρο … συμπλήρωσε με να εκραγώ…» («Στίχοι»). Ζητείται έρωτας που να ολοκληρώνει σαν θάνατος: «να εκραγώ».
Κλιμτ, Κίρχνερ, Μποτερό, είναι οι ζωγράφοι στους οποίους παραπέμπει και τους οποίους προτιμά. Παραμορφωμένες υλικότητες. Άλλοτε ακραία ρομαντικές, άλλοτε φριχτές και επιεικώς απωθητικές. Σε όλες αυτές δίνεται αφειδώς για να βρει άλλοθι, παραλλαγή σκευής, για μια νέα μεταμόρφωση, μια λυτρωτική αλλαγή. Παλεύει με τα σχήματα να αποδώσει το αναπόδοτο. Και η συλλογή που τραυματικά ξεκίνησε και εξελίχτηκε και ολοκληρώθηκε, τελειώνει με ένα αναπάντητο ερώτημα:
« Τι είναι αυτό που άγουρο στη σκέψη μας/ παραμένει / ενώ πρόωρα μας ωριμάζει·,» Πιστεύω πως το θέμα άφησε άλυτο, πριν από πολλά χρόνια, ο Οδυσσέας Ελύτης στην «Μαρίνα των βράχων», με τη φράση «στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο …θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου». Έχει άλλωστε, πιστεύω, η ποιήτρια όλα τα χαρακτηριστικά της ελυτικής ηρωίδας, στην πιο εξπρεσιονιστική τους εκδοχή δοσμένα. Κι έτσι, σιβυλλικά, χωρίς απάντηση η συλλογή κλείνει. Η περισυλλογή όμως συνεχίζεται. Η δίψα για απάντηση, για πλήρωση, για δικαίωση, για ένα μικρό, έστω, μερίδιο ευτυχίας, είναι αίτημα που δεν μπορεί να εγκλωβιστεί και να εξαντληθεί σε μια συλλογή. Η αγωνία συνεχίζεται.
Η Βλάχου είναι μια σπαρακτική αγωνιώδης φωνή που ασφυκτιά μέσα στο πλαίσιο και μοιάζει έτοιμη και πάνοπλη να σκίσει τον ορίζοντα, να καταστρέψει το χάρτινο σκηνικό για να ελευθερωθεί στον ποιητικό αέρα και να βιώσει τον έρωτα-θάνατο της αληθινής απόλαυσης- δημιουργίας, αν είναι αλήθεια πως υπάρχει, πως ανιχνεύεται και
πως κάπου εδώ γύρω πετά.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΠΑΝΟΣ

Η Χρύσα Βλάχου έχει διαμορφώσει ήδη το πρώτο ποιητικό της σώμα, θα
έλεγα, και ταυτόχρονα έχει το σύγχρονο θηλυκό πρόσωπο της Ποίησης της
Θεσσαλονίκης.
Με την ποιητική δουλειά της ήρθα σε γνωριμία την Άνοιξη του 2013, όταν η
ίδια διακρίθηκε ως πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια για τη συλλογή της Τροπή
στον ποιητικό διαγωνισμό ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ του Δήμου Καλαμάτας.
Ευτυχής συγκυρία: συνέπεσε το εν λόγω βραβείο να το μοιραστεί με τον
ποιητή και φίλο Θάνο Πάσχο, με τον οποίο μας συνδέει φιλία -ευτυχής διπλή
σύμπτωση- από την εποχή της συνυπηρέτησής μας στη Λακωνία, όπου και ο
τόπος καταγωγής της Χρύσας. Μόνο που μετά τις σπουδές της την κράτησε η
Θεσσαλονίκη.
Ως αναγνώστης και φίλος θα επιχειρήσω να πω λίγα λόγια.
Σας διαβάζω, για να συνδεθούμε με το πρωτογενές ποιητικό υλικό-
προεξαγγελτικά ας παρατηρούσα, μιας λεπτής ευρηματικής σκηνοθεσίας:
Σκιά στον τοίχο.
Βέργες χρυσές,
Σκιές που φυτρώνουν
καθώς ο ήλιος χάνεται.
το ένα στο άλλο (σ.31)
Τα απώτερα καταγωγικά ίχνη της γραφής του ποιητή θα τα αναζητούσαμε
όχι σε όποια ενδεχόμενη μηχανική εφαρμογή της θεωρίας αλλά στις
εγχάρακτες μνήμες των πρώτων χρόνων νομίζω. Ο χρόνος νικιέται πάντα
από τη μνήμη, στην περίπτωση της ποιητικής έκφρασης ή της καλλιτεχνικής
εν γένει δημιουργίας, με την μετουσιωμένη πύκνωση του βιώματος. Από την
άλλη, για λόγους που δεν θα αναλύαμε επί του παρόντος, η λήθη, αρκετά
βολική κάποτε, είναι η κινητήρια δύναμη της δημιουργίας.
Πατώντας στο πύρινο έδαφος της πραγματικότητας εν ώρα κρίσης, Εν
λήθης λοιπόν επανέρχεται η Χρύσα Βλάχου έτοιμη, λίγους μήνες μετά
την εναρκτήρια Τροπή, και εδώ με εύρυθμη λεκτική ευκινησία που δεν
υπολείπεται του αναμενόμενου νοηματικού βάρους.
Κι ενώ ο τόπος -που με διαφορετικά ονόματα επιστρέφει- θα πρέπει να
διαβαστεί σαν ψυχική κατάσταση, εύλογα θα φανταστούμε στην ποίησή της
έναν αβίαστο, γονιμοποιό συνδυασμό των προτύπων, όπως η απηχητική
επίδραση της λακωνικής ελλειπτικότητας και η συνομιλία με τη σχετική
διαφορά ιδιοσυγκρασίας Ρίτσου – Βρεττάκου, και η παράδοση του εσωτερικού
μονολόγου και της λογοτεχνίας των συνειρμών από την άλλη που καλλιέργησε
η συμπρωτεύουσα.
Εν προκειμένω, θα πρόσθετα το νεο-ρομαντικογενή απόηχο ή τις
ανακλάσεις του περίφημου ιδιωτικού οράματος στην ποίηση της δεκαετίας του
’80 σήμερα, μια εποχή επώδυνων προσαρμογών.
Η ευγενική όσο και αιφνιδιαστική πρόσκληση της Χρύσας να μιλήσω
απόψε, δίπλα στους εκλεκτούς συνομιλητές, για το δεύτερο εκδοτικό της
βήμα, ομολογώ με βρήκε εν μέσω άλλων πιεστικών προτεραιοτήτων. Όσο
και αν ήταν να αποφύγω λέξεις που μπορεί να μοιάζουν κουρασμένες και
άδειες, δεν θα έκρυβα αισθήματα ιδιαίτερης χαράς φυσικά και τιμής. (Πώς
θα μπορούσα να αρνηθώ;) Έχοντας την αδιαμφισβήτητη αίσθηση ότι στο
επίπεδο των συστάσεων με το παρουσιαζόμενο νέο ποιητικό βιβλίο της
Χρύσας, οι όποιες προσωπικές μου αναγνώσεις θα καλυφθούν σημαντικά ή
με το παραπάνω από την εγνωσμένη επάρκεια των συνομιλητών, δράττομαι
απλά της ευκαιρίας να τονίσω πως το βιβλίο -γενικά- δεν είναι ούτε θα έπρεπε
να εκπίπτει σε ένα ομοίωμα αισθητικής απόλαυσης, προϊόν κάλυψης αναγκών
με ημερομηνία λήξης. Κρίνεται απαραίτητη, επομένως, η τήρηση των
αποστάσεων από τους καταιγιστικούς ρυθμούς ενός πολύβουου παρόντος,
που δεν διαφοροποιούν τα πράγματα, επί της ουσίας, από εκείνους του
λανσαρίσματος ενός τελευταίου καταναλωτικού μοντέλου. Από την άλλη, σε
εποχές που συσσωρευμένα προβλήματα έχουν ανατρέψει άρδην βεβαιότητες
μιας στιλβωμένης ζωής, να μία αφορμή συντονισμού σε ένα κοινό αίσθημα,
σκέφτομαι για κάθε παρόμοια προσπάθεια συνάντησης που -καθώς και η
ήρεμη φιλία η ανάγνωση- θέλει το χώρο της. Ορίστε, ίσως, και ένα αίτημα
αθωότητας τις μέρες της «απομάγευσης» που όλα μοιάζει να έχουν ειπωθεί.
Λέγεται ότι ένα βιβλίο που το στηρίζεις είναι ένα βιβλίο που πέφτει. Τα
βιβλία της Χρύσας δεν χρειάστηκε να «στηριχθούν». Θα πω η ίδια δε στηρίζει
φωτογραφικά τη μνήμη για να τη διασώσει, αλλά καθώς όποιος ασκεί μία
εργασία μνήμης όπως είναι η ποίηση μπορεί να αντιλαμβάνεται τους δικούς
της φορείς νόησης του κόσμου με την πνοή της εσωτερικότητας και βέβαια όχι
μέσα από μια ανερμάτιστη φλυαρία.
-Φυγή-
Στα χέρια σου χνάρια που μάτωσαν
καιρών και φίλων.
(σ. 67)
Η χρήση του δεύτερου προσώπου ως ταυτόχρονη έκκληση, σταθερά, σε
άλλο πρόσωπο ακολουθεί το οικείο ύφος του οργανωμένου ρεμβασμού στο
ποίημα Φυγή, που μόλις σας διάβασα, καθώς αποκαλύπτει -θα έλεγα- μία
στοχαστικής οξύτητας εσώτερη πάλη, ενώ η τεχνική δεξιότητα συνδυάζει τη
συγκερασμένη αίσθηση του βιώματος με την κρυπτικότητα της αφαίρεσης.
Σκέψεις ακόμα που μου γεννήθηκαν διαβάζοντας προσεκτικά τα ποιήματα
της Χρύσας είναι ότι η ίδια η ουσία της ποιητικής λειτουργίας είναι σύμφυτη
με έναν εναλλακτικό τρόπο βίωσης και «επανανακάλυψης» του κόσμου
και ότι η διασφάλιση κάθε εκδοτικού προαπαιτούμενου παραμένει μια
τυπική περισσότερο επιβεβαίωση. Μία αθόρυβη και από την αρχή κάθε
φορά «ανακάλυψη της πυρίτιδας» μόνο σε κοινωνία με το αληθινό πρόσωπο
της ποίησης, συνεπώς, θα πρέπει να παραπέμπει.
Ξέχασες πάλι το τετράγωνο της λογικής, ξεκινάει ένα από τα πεζόμορφα
ποιήματα της ενότητας Σημειολογία του ρυθμού με τον τίτλο Ερωτικό
και είναι ενδεικτικό μιας στακάτο μουσικότροπης χρήσης της ερωτικής
θεματολογίας της συλλογής. Μέσα σου κουρδισμένα κλειδοκύμβαλα…
Είναι θαυμαστό πώς τα παιδιά εισέπραξαν μουσικά, όπως θα ακούσετε, την
ποίηση της Χρύσας.
Αυτή η λεπτότητα της χειραψίας έχει την οργάνωση της σειραϊκής μουσικής.
Εστιάζοντας στο παιγνιώδες ενός ποιητικού στοχασμού, επιλέγω την
ανάγνωση του ποιήματος Μελί και καίγεσαι:
Αποσπάς μια ηλιαχτίδα απ’ τα πλευρά (σ.50)

«Εν ώρα λήθης» ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ της Αθήνας

 

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Είναι μεγάλη τιμή και χαρά μου να παρευρίσκομαι σήμερα στην εν Αθήναις παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της καλής συναδέλφου και φίλης Χρύσας, εδώ, στον φιλόξενο και οικείο χώρο του Ιανού.
Η αλήθεια είναι ότι με εξέπληξε ευχάριστα το άκουσμα της έκδοσης αυτής της συλλογής, καθώς δεν γνώριζα ότι η Χρύσα δοκιμαζόταν και στη δική της προσωπική γραφή. Η έκπληξη όμως έγινε μεγαλύτερη όταν διάβασα τα πρωτόλειά της. Ποιήματα απαιτητικά, πολύ καλά δουλεμένα, που κάθε
άλλο παρά πρωτόλεια θυμίζουν.
Η γραφή της, προσωπική, με έντονο το στοιχείο της θηλυκής αποτύπωσης των πραγμάτων, δείχνει πως ο πνευματικός κάματος απέδωσε πολλά υποσχόμενους – και για το μέλλον – καρπούς. Εστιάζω στη θηλυκή αποτύπωση της πραγματικότητας, καθώς ο λόγος της είναι βαθύτατα
συγκινησιακός. Χρωματισμένος άλλοτε με αισιόδοξα καλοκαιρινά χρώματα κι άλλοτε – συχνότερα – με χρώματα μουντά, ενός σκοτεινού και υγρού χειμώνα.
Το συγκινησιακό φορτίο πηγάζει από ένα πλούσιο απόθεμα βιωμάτων που ανακαλώνται μνημονικά, άλλοτε από μια χαμένη παιδική ηλικία αθωότητας κι άλλοτε από στιγμές μιας έντονης προσωπικής διαδρομής. Ο έρωτας, διακριτικός, είναι πανταχού παρών κι απόμακρος συνάμα.
Ωστόσο, τα βαθιά υπαρξιακά ποιήματά της δεν αποδίδουν μόνο μια πορεία προσωπικών βιωμάτων. Το συλλογικό ενυπάρχει και συνυφαίνεται με τις προσωπικές αγωνίες. Σε μια εποχή έντονης κρίσης, η ποίηση δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη, και η Χρύσα καταθέτει τη δική της αγωνία.
Η προσδοκία υπέρβασης της ζοφερής πραγματικότητας, χωρίς αιθεροβάμονες σκέψεις, είναι παρούσα αλλά εξαιρετικά συγκρατημένη. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αισθητοποιεί τις σκέψεις και τα έντονα συναισθήματά της, οφείλω να σταθώ ιδιαίτερα στα συχνά παιχνίδια, ακόμα και στις ακροβασίες, με τις λέξεις. Λέξεις σπάνιες, κάποιες ξεχασμένες, με φορτία μυθολογικά, αλλά κυρίως ψυχαναλυτικά, απαιτούν από
τον αναγνώστη να καταβάλει κι εκείνος τον δικό του κάματο για να «ξεκλειδώσει» τα καλά κρυμμένα νοήματα.
Θα σταθώ ιδιαίτερα σε τέσσερα ποιήματα: ένα αντλημένο από μια ζοφερή πραγματικότητα που παραπέμπει στο δύσκολο παρόν μας ένα ποίημα «ποιητικής» ένα με έντονο το ψυχαναλυτικό στοιχείο και θα ολοκληρώσω με το ακροτελεύτιο της συλλογής.
Θα ξεκινήσω με το ποίημα «Δειλία», ένα ποίημα που συνυφαίνει την τραγωδία του σήμερα με την πανάρχαιη τραγωδία κάθε ηττημένης Πολιτείας. Σχήμα κύκλου: τίτλος και ακροτελεύτια λέξη, ίδιες: «Δειλία». Τίνων; Εκείνων πο λιγόστεψαν και δεν μπόρεσαν να φυλάξουν τις επτάπυλες Θήβες; Δειλία των πολλών; «Ξεπούλησαν οι οικήτορες τη χώρα τους». Η σύγκριση με ένα
μυθολογικό-ηρωικό παρελθόν είναι αναπόφευκτη για όλους εμάς που ζούμε σ’ ένα παρόν εξαιρετικά ζοφερό. «Κατατροπώθηκε η δειλία μόνο σε κάποιους θύλακες, όχι στο πλήθος; Στους θύλακες του δυνητικού αν». Θα περιμέναμε τον αναγραμματισμό – να – . Η λεπτή ειρωνεία όμως για την έλλειψη αποφασιστικότητας τόσο των πολλών όσο και των λίγων – εκλεκτών – είναι εκεί παρούσα. Προφανώς μόνο υπαινικτική μεταξύ προπόσεων, οι μύστες επέλεξαν να χρεώσουν στους άλλους τη δειλία και την ήττα, το ξεπούλημα της χώρας. Ο λόγος λιτός, πυκνός, υπαινικτικός, μας οδηγεί σε μιαν ανάγνωση της πραγματικότητας μέσα από ένα βαθιά φιλοσοφικό και ποιητικό
πρίσμα. Η ποίηση είναι και πολιτική πράξη που καταυγάζει όσα σκοτεινιάζει ο ζόφος της πολιτικής δειλίας.
Το δεύτερο με τίτλο «Στίχοι – Β’» Πρόκειται για ένα ποίημα «ποιητικής», δηλ. ποίημα που αποκαλύπτει τις πεποιθήσεις τηςδημιουργού του για τη διακονία της τέχνης της. Εδώ η ποιήτρια μάς εισάγει στα άδυτα του
εργαστηρίου της. Η ίδια, μια εργατική κι ακάματη «αράχνη», καταγράφει με έντονο μπλε χρώμα τις μαρτυρίες της, εν είδει «ημερολογίου». Φροντίζει για το «έκκριμά» της, τον ιστό-δημιούργημά της. Σε μόλις τρεις στίχους, με αξιοσημείωτη λιτότητα και πυκνότητα, καταθέτει τον τρόπο της επίμονης,
διαρκούς, μοναχικής ποιητικής της προσπάθειας. Διακριτικά φανταζόμαστε να την παρακολουθεί η τιμωρός και προστάτιδά της, θεά της σοφίας, Αθηνά-Εργάνη. Η θεά αυτή θα μας παρακολουθεί διακριτικά, κρατώντας την ασπίδα της αυτή τη φορά, και στο επόμενο ποίημα, «Το τέλος μιας επιστολής» (σελ. 51), ένα ποίημα ιδιαίτερα αινιγματικό. Ένας φανταστικός αποδέκτης-παραλήπτης διαβάζει μια ερωτική επιστολή, εξαιρετικά απαιτητική
στην αποκρυπτογράφησή της. Εικόνα έρωτα σε ξέφωτο η αρχή. Η λάμψη ενός έρωτα που θα διέλυε τα πυκνά σκοτάδια. Ενός έρωτα άατου, χωρίς «άτη», δηλ. χωρίς τιμωρία. Η ερωτική κίνηση περιγράφεται σαν καλπασμός αλλά και σαν «ρίγος». Τι έφερε κοντά αυτούς τους δύο εραστές; «Σήμερα είναι το Κί (μερον) που μας φέρνει πιο κοντά». Λογοπαίγνιο η ευφάνταστη
δημιουργία μιας σύνθετης λέξης. Ίμερος είναι ο έντονος ερωτικός πόθος. Ενώνεται εδώ με τη σουμεριακή θεότητα Κι’, θεότητα της γης, αδελφή του Αη, του θεού του ουρανού. Ο έρωτας ενώνει τα αντίθετα, είναι η δύναμη που οδηγεί τη γήινη ύπαρξή μας στον ουρανό, μ’ έναν ξέφρενο καλπασμό. Όσοι έχουμε νιώσει ερωτευμένοι μπορούμε να καταλάβουμε όλη αυτή τη ζωική ενέργεια που μας απογειώνει και συνάμα μας απελευθερώνει από τις συμβάσεις που μας κρατούν δέσμιους μιας μίζερης αποδοχή των όποιων «επίγειων» συμβάσεων και περιορισμών.
Αμέσως μετά η ποιήτρια καλεί τον αποδέκτη της επιστολής να σκεφθεί τον Χρυσάωρα και τον Πήγασο, τα μυθικά παιδιά της Μέδουσας, που ξεπήδησαν από το κομμένο κεφάλι της, όπως ξεπήδησε και η πάνοπλη Αθηνά από το κεφάλι του Δία, ο ένας έτοιμος για μάχη, με το χρυσό σπαθί στο χέρι, κι ο άλλος (ο Πήγασος) έτοιμος για πτήση. Ποιος έρωτας δεν απαιτεί μάχη με τον εαυτό μας, με τον καθωσπρεπισμό, με τα εμπόδια; Ποιος έρωτας δεν μας οδηγεί σε φρενήρη καλπασμό στα ουράνια; Κάθε στίχος, κάθε μυθολογική αναφορά κι ένα συνειρμικό ταξίδι στα έγκατα της ύπαρξής μας, στις στιγμές των μεγαλύτερων πτήσεών μας, δηλ. τις ερωτικές στιγμές. Η Μέδουσα,
παρούσα εκεί, πριν γίνει αποτροπαϊκό σύμβολο στην ασπίδα της Αθηνάς Παρθένου, πρόλαβε να φέρει στο φως δύο γιους, που δεν αρνούνται στους θνητούς τον έρωτα, αλλά αντίθετα συμβάλλουν στην υπέρβαση των εμποδίων που τον στοιχειώνουν.
Οι συχνές μυθολογικές αναφορές, σαφέστατα ψυχαναλυτικές, καταδεικνύουν όχι μόνο τη φιλολογική ενασχόληση με τα πράγματα αλλά και τη γνώση των συμβόλων που κρύβονται πίσω από αυτές. Σύμβολα απαιτητικά που μας καλούν σε μια διαρκή πνευματική και ψυχολογική άσκηση, σε εποχές έντονης ξηρασίας. Θα ολοκληρώσω με μια σύντομη αναφορά στο ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής. Τίτλος «Σκέψη» (σ. 53) ένα ποίημα «γραμματικής τεχνολογίας». Η λέξη-κλειδί εδώ είναι το «α-παρέμφατο», αυτό που δεν «παρεμφαίνει», δηλ. δεν φανερώνει το υποκείμενό του. Μπορεί να παίξει, βέβαια, το ρόλο του υποκειμένου και του αντικειμένου, το ρόλο δηλ. τόσο του θύτη όσο και του θύματος. «Πόσο λυπηρό…». Αυτή ακριβώς η δυνατότητα, η «τέλεια βαθμίδα» του απαρεμφάτου να καθορίζει τελικά και να προσδιορίζει το παρελθόν – το πριν – του καθενός μας. Ό,τι αφήσαμε να λειτουργήσει
ερήμην μας χωρίς το δικό μας cogito, το δικό μας sum, εξελίχθηκε σε ένα πριν που χάθηκε… Σ’ ένα παρελθόν που σχηματοποιήθηκε χωρίς τη λειτουργία του προσώπου μας. Τρεις στίχοι σε κλιμακωτή αύξουσα παράταξη που εκφράζουν τη λύπη για ό,τι χάθηκε ανεπιστρεπτί. Η ίδια θλίψη/
σκέψη και στο ποίημα «Συμμετρία δράσης» (σ. 48). Ευτυχώς αυτό που δεν χάθηκε είναι το παρόν. Αυτή η αξιόλογη ποιητική προσπάθεια που μας
γεμίζει προσμονή για το μέλλον. Ευχαριστούμε για την ευαισθησία, για την κατάθεση ψυχής.
Καλώς όρισες και καλοτάξιδο το βιβλίο σου!

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s