Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΙΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

1-ΜΟΡΦΟΥ ΙΟΥΛΗΣ 40 ΧΡΟΝΙΑ2

Κώστας Μόντης

ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Ι

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

ΙΙ

Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού,
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;

 

 

Νίκη Μαραγκού

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού
από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του
σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας
φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες
καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες
πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ
είναι γραμμένο το όνομα της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε
από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος, (έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.

* ganimet: λάφυρο πολέμου

 

 

Παντελής Μηχανικός

ΟΝΗΣΙΛΟΣ

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.

Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:
ένα καύκαλο
―το δικό του κρανίο―
γεμάτο μέλισσες.

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

Κ’ έγυρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

 

 

Μιχάλης Πασιαρδής

ΕΣΥ ΔΕΝ ΛΕΣ ΤΙΠΟΤΑ…

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το νησί
που ήταν όνειρο χτες και θυμάρι κι αμίαντο
και σήμερα ποτάμι οδύνης

ποτάμι που δεν λέει να σιγήσει
κατρακυλώντας απ’ τους αιώνες όχι νερό
μα τις πέτρες μας, πέτρες αρχαίες που χτίσαν ναούς
και υψώσανε κάστρα και πολιτείες που χάραξαν τ’ όνομά τους στο χρόνο
βαθιά, και για πάντα.

Εδώ, σ’ αυτό το νησί, υδρίες λαδιού με παραστάσεις του μόχθου
υδρίες κρασιού με παραστάσεις αγάπης
ο χαλκός στου ανθρώπου τη δούλεψη
ο χρυσός, η εικόνα, το κέντημα,
το ξύλο που ευωδιάζει το χέρι,
τάφοι προγόνων παλιών και χτεσινών πατεράδων.

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω για τα παιδιά
που σκύψανε άξαφνα με το χέρι στο στήθος
εκεί στις πλαγιές του βουνού Πενταδάχτυλος και φωνάζαν
τη μάνα τους ώσπου ξεψύχησαν.

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω για τα σπίτια, τα δέντρα
του κάμπου μας, τα πικρολέμονα του ίδρωτά μας
που τα διαγούμισαν άλλοι
και πέρα τα πήγανε.

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το μαρτύριο
που δένει τη γη μας, τον τροχό που στενάζει
η πατρίδα μας, την πληγή στο σώμα του Ιησού.

Εσύ δεν λες τίποτα
μα η πληγή στο σώμα του Ιησού
δεν στερεύει.

 

 

Νίκος Κρανιδιώτης

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ

Απλώνει η πανσέληνος τ’ ασήμι της στη θάλασσα
Στέλλει μαργαριτάρια στους γυμνούς ώμους
και λάμψη αθάνατη
στα μάτια της μικρής αγαπημένης.

Χιλιάδες οστρακόδερμα
βγαίνουνε θαρρετά στο φως
να βάψουνε το κέλυφος τους ασημί,
να θησαυρίσουν στα κογχύλια τους
τον ήχο της εσπέρας.

Ο αέρας σελαγίζει το τρόπαιο της νύχτας,
κι η νοτισμένη σιωπή σκορπά το μύρο της
στους κοιμισμένους κήπους.

Τούτες οι μνήμες με πληγώνουν.
Κι όμως, ποτέ δεν θέλω να μ’ αφήσουν.

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο,
κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.

 

 

Βάσος Λυσσαρίδης

ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Αγωνιώ το σπίτι μου κλειστό ν’ αφήσω
έστω για λίγο.
Δεν θέλω όταν φανείς
να βρεις την πόρτα σου κλειστή.
Μου λένε πως μια γεροξεκουτιάρα είμαι
να περιμένω τους νεκρούς να σηκωθούν.
Αυτοί τι ξέρουν;
Μόνο μια ελάχιστη στιγμή της λύπης μου
θα τους σκοτώσει.

 

 

Νίκη Κατσαούνη

ΜΝΗΜΗ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Κι ύστερ’ ανοίγει τα παράθυρα
και μπαίνει
αγκάλες ήλιου
και κλωνάρια φεγγαριού
μεσ’ στα σεντόνια τα σκορπάει
κι ευωδιάζουν σαν άστρα
σε λειβάδια τ’ ουρανού.
Κι ύστερα κλείνει τα παράθυρα
και μένει
κε οπό μελτέμι μέντας
που ξεστράτισε γι’ αλλού
κι άλλαξε γνώμη, «εδώ μ’ αρέσει», λέει
μοιάζει σα’ θάλασσα, σαν μύθος
του βυθού,
που κρύβονταν μεσ’ σ’ όστρακο αρχαίο
και δεν γινότανε να ειπωθεί
παρά για λόγο απόκοσμο, σπουδαίο
κρυφά, γλυκά, χωρίς ν’ ακουστεί.
Ανοίγει τα παράθυρα και μπαίνει
νάμα σα’ νόημα που κάπου με καλεί
άκουσμα γνώριμο από την Αγία Ζώνη
κιούλι μυρίζει και γιασεμί.

 

 

Γιώργος Χριστοδουλίδης

ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Τα οστά του φυλαγμένα σ’ ένα συρτάρι
του ανθρωπολογικού εργαστηρίου
περιμένουν ταυτοποίηση.
Ένας άνθρωπος που ήθελε να κάνει πολλά
αλλά δεν του βγήκε, κακορίζικος.
Σαράντα χρόνια αγνοούμενος
πέντε χρόνια μάλλον νεκρός.
Τέσσερα χρόνια φυλαγμένος.
Φυλαγμένος προσεκτικά σ’ ένα συρτάρι παρόμοιο
μ’ εκείνο όπου κάποτε παιδί
είχε κρύψει ένα γλειφιτζούρι
για να το γλείψει αργότερα.

 

 

Λεωνίδας Γαλάζης

ΣΑΝ ΝΑ ‘ΧΕ ΨΥΧΗ

Μάταια προσπάθησα να βρω
μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου
που τόσο το φρόντιζες σαν να ‘χε ψυχή.
Κι όντως είχε ψυχή
αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!

Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου
ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)
πόσο αγόγγυστα μετέφερε
όσα βάρη κι αν του φορτώναμε
όπως τη μέρα εκείνη
που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία
με τόσους άλλους.
Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε
(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)
όταν οι φρουροί της «εθνικής σωτηρίας»
μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου
και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.

Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς
αποφάσισες να τ’ αφήσεις
όμως θυμάμαι πολύ καλά
πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες
ότι θα ‘ταν καλύτερα
να μην το εγκατέλειπες
ότι θα ‘ταν προτιμότερο
να το φρόντιζες μέχρι τέλους.

 

 

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου

ΕΝΤΟΣ ΠΟΛΕΩΣ

IΙΙ

Στην πόλη αυτή θα ζήσουμε μοναχικά
καθένας με τους έρωτες του.
Καθώς τα λάβαρα και οι σημαίες αποσύρονται δια παντός
αφήνουν τον ουρανό ελεύθερο
να κοιτάξει στα μάτια
καθένα χωριστά
να σκύψει να ονοματίσει
όπως κοιτάζει η μάνα το νεογέννητο.

Μια νέα δόξα κυματίζει, αίφνης μεταξένια
στα σφριγηλά στήθη μιας γλυκιάς αγάπης νέας.
Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
πρώτη φορά.

Δίχως συνθήματα θα ερωτευόμαστε εις τούς αιώνας
στην πόλη την κλειστή
ώσπου ν’ ανοίξει – επιτέλους – η δειλή καρδιά της

 

 

Ανδρέας Μαλόρης

ΑΠΛΗ ΘΥΜΗΣΗ

Τα παιδιά πέταξαν τις πεπονόφλουδες
Στην παστρικιά αυλή σου
Και θυμάμαι που είπες:
«Να ‘ρτη ένα πλάσμα τι θα πει;»
Ήρθαν όμως οι άλλοι, μάνα.
Κάθισαν στην αυλή σου.
Αυτοί δε μιλούσανε.
Δίπλα στο βασιλικό σου
Αυτοί σκοτώνανε.

 

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ

Νύχτα καλοκαιριού
το σπίτι ορθάνοιχτο
χασκογελάει.
Οι μάσκες προχωρούν
χωρίς ειρμό και συνδυασμό κυμάτων.
Λίγο πιο κάτω ο μιναρές
κι η ηχώ του μουεζίνη.
Βραδιά ποιητική
στο σπίτι με τα συνθήματα
«Δεν ξεχνώ»…
«Δεν είναι εδώ τα σύνορά μας»…
και το βουνό — ορόσημο
κρυμμένο στο σκοτάδι.
Κάπου ξεχάστηκε απόψε …

 

 

Μυριάνθη Παναγιώτου – Παπαονησιφόρου

ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο Ευαγόρας κι η Σαλαμίνα του μονάχοι
στη σύναξη του Τρυγητή
στο νεκρικό συμπόσιο τ’ Αλωνάρη
Όπως οι νύχτες μας κι οι μέρες
μετράνε το σταματημένο χρόνο
στα πανάρχαιο μάρμαρο
όπως τα λόγια και τα χρόνια μας
κάνουν σταθμό στην Σαλαμίνα
Εκεί κι ο Ονήσιλος
απ’ το κοντάρι της κτηνωδίας
κι απ’ την κυψέλη των ματιών του
φλογίζει τη μνήμη εισχωρώντας στο χρόνο
Η ακακία που επιμένει τόσο πολύ να υπάρχει
το πανηγύρι του κίτρινου
η μέλισσα κι η πεταλούδα η παιχνιδιάρα
τ’ ασήμαντο μυρμήγκι
το σκαθάρι
η ελισσαύρα
το νερό
aχ η ζωή που ξεχειλίζει
γύρω στα όπλα και τ’ άρματα του θανάτου

 

 

Αγγέλα Καϊμακλιώτη

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

Μετά από κείνη
την ειρηνική επέμβαση
καπνίσαμε οι περισσότεροι
το τελευταίο μας τσιγάρο
Έκτοτε κυκλοφορούμε φαντάσματα
στο θίασο του Καραγκιόζη
Τα βράδια μετά την παράσταση
κοιμόμαστε ανάλαφρα
στα όνειρα των παιδιών
κρατώντας σφικτά
παραμάσχαλα τις ενοχές μας

 

 

Ανδρέας Πετρίδης

ΟΔΥΝΗ

Γυναίκες – μορφές ανάμεσα
στο χρώμα της νύχτας και της μέρας
σκιές του σπιτιού καρτερικές
τ’ αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,
το έπος τους εξιστορούν
με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:

Ξέπλυνε πρώτη βροχή
το κάρβουνο, το αίμα.
Ξέπλυνε και τη συνήθεια
του πόνου και του χαμού-
πέπλος κρυφός που κάθεται
στη ψυχή μου ανεπαίσθητα
σαν αόρατη άμμος.

 

 

Ανδρέας Χατζηθωμάς

ΩΣ ΕΔΩ

Στη σκιά του δρεπανιού
τεντωμένο τόξο
δίκοπο μαχαίρι
η ελευθερία.
Δένεται κόμπος το αίμα
κι η γνώση ωριμάζει.
Προδότες και προδομένοι
ίδιες ευθύνες
ίση μοιρασιά του καιρού-μου.
Το λυκόφως του συμβιβασμού
κάνει τις φλέβες της ανοχής
διάφανες.
Καθρέφτης η σιωπή
κραυγή του πόνου
έγινε κομμάτια.
Η σκιά-σου τώρα
μες στο αίμα
ως εδώ ήταν ο ύπνος σου.

 

 

Έλενα Τουμαζή,

ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΘΕΜΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ
ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

ή πόλη καιγόταν
άδειασαν
τα ξενοδοχεία οι πολυκατοικίες τίποτα
άγρια αγκάθια και τσουκνίδες φυτρώνουν από τις ρωγμές τ’ αυλάκια

φτάνουν κάποτε ίσαμε το δεύτερο πάτωμα τα φίδια
πλήθυναν πάλι ας τους να φύγουν
καλύτερα η πόλη έτσι άδεια
νεκρή σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος

* * *

Θα σκάβουμε τότες δίπλα δίπλα μέχρι να καθαρίσουμε τους δρόμους
Θα σταθούμε τότες στ’ αντικρινά παράθυρα
θα χαμογελάσουμε
πώς είμαστε γείτονες για πρώτη φορά
πώς αγαπιόμαστε υστέρα από τόσα χρόνια

 

 

Βέρα Κορφιώτη

ΕΝ ΚΥΠΡΩ 1974 Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Το χτεσινό πρόσωπο
προσπαθεί ν’ αυτογνωρισθή σήμερα
ν’ αυτοβεβαιωθή ότι υπάρχει
εμπειρίες πυκνές
ποίημα οδυνηρό, αδούλευτο
αέναη αντίσταση
εσωτερική αναδίπλωση
συστολή,
εκείνο που λέγεται είναι βαρύ
δεν επιδέχεται διαχύσεις.

Όλο αναμένει ένα σήμα εξόδου
μια φωνή ανοικτή
παντού ενεδρεύει το ενδεχόμενο
όσο κι αν περπάτησαν
κατέχουν πάντα τη συνείδηση
πως δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει

ενεδρεύουν μνήμες
ενεδρεύουν ρωγμές
ενεδρεύουν…………..

Μετέωρα πλάσματα
ανάμεσα γης κι ουρανού
με την πόρτα ανοικτή στους ανέμους
πού φυσούν από παντού
ακατάσχετη έκφραση δράματος
την κάθε στιγμή
μέρα και νύχτα.

Μετασχηματίστηκαν οι πόλεις
μετασχηματίστηκαν οι αγροί
μετασχηματίστηκε η φυσιογνωμία.

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες
οικουμενική εκκρεμότης.

 

 

Πάμπος Κουζάλης

ΑΝ

Γνωρίζω πως το «αν»
ουδέποτε ευδοκίμησε
στης ιστορίας τους καρπερούς αγρούς
Μα πάλι λέω
αν
αφού είχαν όλα προαποφασιστεί
κι ήταν η προδοσία
προδιαγεγραμμένη
Αν, λέω, είχα αποσκιρτήσει
κι είχα επιστρέψει
στου λαιμού σου την απάνεμη καμπύλη
Αν τους άλλους τριάντα επτά
είχα κλειδώσει άκλαυτους
στο ομαδικό τους πένθος
Θα μ’ αγαπούσες;

 

 

Ντίνα Παγιάση-Κατσούρη

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
τριάντα τρία τώρα χρόνια,
η πόλη μου.
Πώς ν’ ανασαίνει μέσ’ στον πνιγερό αγέρα;
Και πού ν’ απλώσει τα μαλλιά της να στεγνώσουν;
Τα βλέφαρά της δεν αντέχουν
τόσο φως.
Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα επιμένουν
ν’ ανθίζουν στο Ακταίο.
Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα.
τα χέρια της ματώνουν
και ποιος να της γιατρέψει
τις πληγές;
Ποιος να στεγνώσει τις ροές
των δακρύων;
Ποιος άραγε 8α σταματήσει το κακό;

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
κανείς δεν αφουγκράζεται
την αγωνία της,
ούτε δικοί και μήτε ξένοι.
Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα ανθίζουν στο Ακταίο,
όπως και τότε,
που αλλόφρονη μια πόλη,
π πόλη μου,
έτρεχε μέσα στα σοκάκια
και τα μαλλιά της ανέμιζαν

 

 

Νένα Φιλούση

ΝΥΧΤΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ

Τη νύχτα η οργή κατακάθεται σαν τον καφέ
υποχωρεί αντιστρόφως της υγρασίας
ζώντες και τεθνεότες σιγομιλούν σε μικρές βεράντες
και υποσελήνιους κήπους
μονόλογοι βαρείς για την καρδιά
μα οι απόντες είναι χαρούμενοι.
Κάποτε μάλιστα σωπαίνουν τα πολύχρωμα πέταλα
στα παράθυρα και αργά, νυσταγμένα τα υφάσματα
παύουν να ενδύουν τα κορμιά μας.

Μόνο έτσι μεγαλώνει ο τόπος.

 

 

Γιώργος Κωνσταντής

ΜΝΗΜΗ ΙΟΥΛΙΟΥ

Είναι μέρες που χάνομαι χωρίς ταυτότητα
Με πρόσωπο αγνώριστο μέσα στα πλήθη
Σύννεφο φυγαδεμένο πέρα από τους ορίζοντες
Ρυάκι σβησμένο πίσω από νυχτερινούς βράχους
Χωρίς ν’ αφήσει κανένα ήχο ζωντανού νερού
Κάποιος να γνωρίζει από πού πηγάζει.

Ακούω μόνο τη φωνή της θάλασσας
Μουσική πάνω στους βράχους της σιωπής
Κι όσο κι αν με θωρείτε να ‘μαι κύμα λευκό
Πνιγμένα κρίνα είναι κάτω απ’ τον αφρό μου.
Έχω μια γεύση μνήμης αλμυρής στο στόμα
Του Ιουλίου μήνα με φοβίζει η φωνή
Και αυτών που πνίγηκαν στις τρικυμίες.

 

 

Εύα Νεοκλέους

ΚΑΠΟΤΕ Ο ΙΟΥΛΗΣ..

Άκρως αποθαρρυντικά τα δεδομένα
πολλαπλών ματαιώσεων συνέχεια…
ο ήλιος του Ιούλη
κόντρα στο αξεδιάλυτο του ονείρου.

Κυμάτισμα ελπίδας
με την πρώτη άχνα της ανατολής.
Κατάθεση ψυχής
ανάμεσα στα φτερουγίσματα
των γλάρων
και των φιλιών το ατέλειωτο προσμένοντας.

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης
και της χαράς που λαχτάρησα
η συνύπαρξη
σ’ ένα πανηγύρι των ανατροπών…

Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.

 

 

Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Κοιμήσου μικρή μου πόλη
με όλα τα φώτα σου ανοιχτά
Τώρα που δεν αχούν τους ήχους οι άνθρωποι
εσύ απερίσπαστη θε να κοιτάξεις τις ρωγμές
τις γρατσουνιές πάνω στους τοίχους
Κάπου το συρματόπλεγμα έχει σχιστεί
και μια καρδιά σε σχήμα τριαντάφυλλου
ανάσκελα ατενίζει τ’ άστρα
Κοιμήσου μ’ ανοιχτές προθέσεις
Ως το πρωί σαν υπνοβάτης
θ’ αντανακλάς την ύπαρξή σου

 

 

Γιάννης Ποδηναράς

ΜΟΡΦΟΥ 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί τον σφρίγους
σ’ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

 

 

Βασίλκα Χατζήπαπα

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΕ

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ
σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου
και της προδοσίας.

Να διαβάσω τη χιλιοχρονίτικη
γλώσσα των χόρτων
και εκείνων των ριζών
που σκαλίζουν το βάθος
στην καθημερινή τους πάλη
με την δίψα.

Στις πέτρινες βαριές αυλές
να γυρέψω σκιά
να βολέψω την ελπίδα
κοντά στους άσπρους τοίχους της υπομονής.

Σπίτι να χτίσω
στον κρατήρα
κατ’ απ’ τα διασταυρούμενα πυρά
των τουφεκιών.

Από τον τόπο μου
τόσο μακριά
να διδάσκομαι
μίσος κι αγάπη.

 

 

Λίλη Μιχαηλίδου

ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Δεν έγραψα πολλά γι’ αυτά που μας χωρίζουν
μα ούτε και γι’ αυτά που μας ενώνουν.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
φουσκώνει χρόνο με το χρόνο
και έχει γίνει ένα τεράστιο αερόστατο πάνω από την πόλη
που κρύβει τον ήλιο.
Η σκιά του χαράχτηκε στη γη, στην πλάτη και το μέλλον μας
ανεξίτηλη μελανιά.

 

 

Χρίστος Χατζήπαπας

ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ

Άσπρη μέρα, επιτέλους,
σαβάνωσε την ημισέληνο
στο αμίλητο βουνό.
Αναίσθητος όμως ο ήλιος
βούρτσισε στο πι και φι
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

 

Αλεξάνδρα Ζαμπά

ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΑΠΟ ΑΧΤΕΝΙΣΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

1.

νησί

καθρέφτης ζωής ξελογιασμένης
σε στιλπνό βράχο σπαράζει-πεταγμένο
περιορισμένη γραμμή παλλόμενη
σ’ ένα κλειστό άπειρο εγκαταλελειμμένο

νησί

 

 

Φροσούλα Κολοσσιάτου

ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Γεράσαμε νέοι μέσα στη σκούρα συνήθεια·
όμως ένα παράθυρο μεσ’ στη βροχή,
προβάλλει την άλλη συνήθεια.

Είναι φωτισμένη η μέρα.

Τρελαίνομαι
γιατί οι προδότες πιστεύουν,
οι φασίστες ενεργούν διαλεκτικά
κι οι Μαρξιστές ψάχνουν να βρουν
τον Αντι – Μαρξ.

Δίσεκτοι χρόνοι.
Μα ακόμα είναι τα μάτια των παιδιών.
Θα στάξει σαν ώριμο σταφύλι
μέσα απ’ τους βολβούς-τους
μια μέρα η ασίγαστη άνοιξη.

 

 

Γιώργος Μολέσκης

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

Ο κόσμος που αγαπήσαμε απόμεινε
ένας δρόμος σπαρμένος με πτώματα,
ένα ξερό πηγάδι με τρεις αγνώριστους νεκρούς,
μια πόρτα ανοιχτή σε μισοχαλασμένο σπίτι,
που τη χτυπά αδιάκοπα ο αγέρας,
ένας νεκρός σκύλος
με φουσκωμένη την κοιλιά του, σαν σακκί, πλάι στην εξώπορτα.

Δεν μπορούμε να το συλλογιστούμε αλλιώς
παρά μονάχα όπως τον αφήσαμε τούτο τον κόσμο

κι όλο θέλουμε να γυρίσουμε
για να βάλουμε τάξη.

 

 

Βάκης Λοϊζίδης

ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Για τη διαίρεση
από μικρός κουβαλώ το φόβο
Όταν την έμαθα στη δευτέρα
τον τόπο μου διαίρεσαν
σε δύο πράξεις.
Τώρα που τη μαθαίνω
στο δικό μου το παιδί
φοβάμαι
το πηλίκο θα επικυρωθεί.

 

 

Λεύκιος Ζαφειρίου

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.
Λευκωσία! Λευκωσία!
είναι φοβερό, το ξέρουμε
που τρέμεις απ’ την ανάμνηση αυτή
γιατί τρυπάει τα κόκαλα τα νεύρα.

 

 

Ανδρέας Τιμοθέου

ΓΗ ΑΛΩΜΕΝΗ

Αμμόχωστος.
Γη που έδινες ζωή.
Γη που χάριζες χαρά.
Γη του έρωτα και γη της ομορφιάς.
Ευλογημένη γη.

Γη που κατακτήθηκες απ’ των εχθρών τα σύνεργα.
Γη που βεβηλώθηκες σαν δε σου πρέπει.
Γη πολιορκημένη.
Ελληνική γη.

Γη που σ’ αγάπησα και σ’ ερωτεύτηκα
από τις μνήμες του παππού και της γιαγιάς.
Γη που σε γνώρισα σαν δε σου πρέπει.

Το φοβερό της μνήμης θα με ακολουθεί
ώσπου η Ρωμιοσύνη ν’ αναστηθεί
και τότε θα ‘μαστέ μαζί.
Γη, δική μου γη.

 

 

Κατίνα Γιαννάκη- Παπαστυλιανού

ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΑΓΑΘΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ

Έπλυνε βιαστικά τα πιάτα
κι έβαλε τις καρέκλες στη θέση τους
πριν φύγει από το σπίτι της
στη Μόρφου
η κυρά-Αγάθη•
σαν θα επέστρεφε
να μην το έβρισκε ασυγύριστο.
Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.

 

 

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς∙ κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα∙ μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ‘χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του την εγύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

 

 

Νίκος Πενταράς

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΕΚΕΙΝΟΥ

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
κρεμάσανε τα εκμαγεία τους ανάποδα
στα γκρεμισμένα σπίτια της πατρίδας,
αφήσανε τη στάχτη κατακάθι στη ψυχή
σαλέψανε τα καπνισμένα μάρμαρα του ήλιου.

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
σκορπίσανε τις χρυσαφιές κλωστές του αργαλειού
στον Αλωνάρη άνεμο,
κουρσέψανε σαδιστικά τα πλούσια κελάρια
σκοτώσανε αναίσχυντα τα καρπερά μελίσσια.

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
και φίλεψαν τον χάροντα
με πλούσιο τραπέζι.

 

 

Ευρυδίκη Περικλέους- Παπαδοπούλου

ΚΑΙ Η ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΙΑ ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΛΗΓΗ

(απόσπασμα)

Καιγόταν ό Ιούλης
κ’ εμείς τραγουδούσαμε
το εμβατήριο της μοίρας μας,
Πατρίδα,
καιγόταν ό Ιούλης κ εμείς μαζεύαμε
σκιές
κ’ εμείς ψιθυρίζαμε σκιές
κ’ εμείς γίναμε σκιές
για χατίρι σου.

Μα πώς ξηγείς
του Πενταδάχτυλου
πώς όλα τούτα εσκεμμένα έγιναν,
πώς ξηγείς πώς ήταν
εκ προμελέτης
πώς τούτος ο Ιούλης
ήρθε με ψευδώνυμο
κ’ ένα κρεσιέντο ενατένισης
στο θάνατο μας;
Πώς τούτος ο Ιούλης
ήρθε απρόσκλητος,
ήρθε με λεκιασμένο μητρώο,
ήρθε παράκαιρα, τον έσπρωξαν
με το στανιό
κι όλο έκανε να φύγει
και το ανέβαλλε
κι όλο έλεγε να φύγει
μα δε βαστούσε τόση Κερύνεια
ή καρδιά του

 

 

Έλλη Παιονίδου

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

λύσανε τα σαντάλια τους, τα μέλη αποσταμένα
έγειραν να ξεκουραστούν
σιγά σιγά, μην ακουστούν
βγήκανε τα φαντάσματα σεργιάνι, ένα ένα.
ετούτο βγήκε απ’ τα προικιά της πρώτης θυγατέρας
εκείνο από τη τσιμινιά
και σμίχτηκε στη γειτονιά
με τις χαρούμενες φωνές πού κουβαλά ό αέρας.

φαντάσματα, φαντάσματα τού χθεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι’ εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι’ αβάσταχτη μάς φέρνετε ευωδιά χαμένου δυόσμου;

 

 

Χρήστος Μαυρής
.
ΜΑΤΙ ΓΥΑΛΙΝΟ

Βγήκε
βρεγμένος ο ήλιος σήμερα.
Παράξενος ήλιος αβυσσαλέος –
όλο μυστήριο και κατάμαυρος,
λες και σερνόταν σε λασπερό σκοτάδι.

Την προηγούμενη μέρα
τον είδα που άλλαξε πορεία.
Δεν πήγε να κοιμηθεί
στης θεότρελλης μάνας του.
Κατέβηκε
και έδυσε στο ασάλευτο μάτι
του σκοτωμένου κοριτσιού.
Μάτι γυάλινο, κενό.
Ένα κενό βαθύ σαν πηγάδι
με κατάμαυρο νερό. 

Το μαύρο φεγγάρι
Όλη τη νύχτα
Χωροφύλακες άγγελοι
με φανούς θυέλλης στα χέρια τους
αυλάκωναν το απροσπέλαστο σκοτάδι
αλλά πουθενά δεν βρήκαν
το μαύρο φεγγάρι του Ιουλίου.

Πού να φαντασθούν
πως στην καρδιά μου ήταν κρυμμένο
το ολόγιομο μαύρο φεγγάρι!

Απόδειξη οι νεκροί
που φεγγοβολούν στα σκοτεινά,
κατασκότεινα τραγούδια μου.

 

 

Σοφοκλής Λαζάρου

ΣΚΛΗΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Σκληρός ουρανός
πικρός ουρανός
πάνω από το κεφάλι μας
μες στο κεφάλι μας
ο ουρανός μας
πόρτα μουντή
βαριά
κλειδωμένη
με μάνταλο και σύρτη
μας κράταγε απ’ έξω χρόνια
συνωστισμένους στη σειρά
να περιμένουμε ο καθείς το μερτικό του
ίσκιοι χωρίς καν αίσθηση
της ζωής ή του θανάτου
βαρύ
το χτυπάει κι ανοίγει
τεράστια τρύπα
μαύρο βαθύ πηγάδι
άβυσσος
σιωπή
κι ένα κατάρτι – ξόβεργο
με τα κομμένα χέρια μας
να ταξιδεύει
Αμμόχωστο Κερύνεια Μόρφου
με τα σφαγμένα μας όνειρα.
Ραγισμένε καθρέφτη!
τί μας κοιτάεις από χίλιες μεριές
με το μαύρο σου μάτι;
Δεν είμαστε κορμιά
είμαστε δέντρα
στην απαλάμη της φωτιάς.

 

 

Άντης Κανάκης

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Στην κάμαρη του
τρία καρφιά
ήταν μπηγμένα στη γωνιά.
Στο ’να κρέμαζε
το σακάκι του,
στ’ άλλο το παντελόνι,
Και στο τρίτο
το πουκάμισο του.
Και κουρασμένος
βυθιζότανε στον ύπνο.
«Ό υιός σας έπεσε
υπέρ πατρίδος…»
η μάνα δεν ήξερε
γράμματα.
Το διάβασε ή γειτονοπούλα
Λέξη δέν είπε ή μάνα,
’Έμεινε νά κοιτάζει τά γυμνά
καρφιά.
Κ’ υστέρα έβγαλε
ένα μουγκριτό
σά νά καρφώθηκαν
καί τά τρία
στην καρδιά της.

 

 

Πίτσα Γαλάζη

ΑΜΜΟΧΩΣΗ

VI
(απόσπασμα)

Ή πατρίδα μετριέται με τα πένθη μας
Σπυρί – σπυρί στάρι τα ψυχοσάββατα
Κυριακές γεμάτη καβουρδισμένους σπόρους να πνίγομαι

Και γη μάνα, Γη μάνα χώμα μου
μόνο τα μαλλιά σου να πρασινίζουν
κι όταν περνά ό καημός ξηραίνονται

Σε ποιό όνειρο ήσουν πατρίδα
και τώρα χαμός;
Χώμα κι άνθιζα
αγρέλι και βασίλευμα ευδόκιμο και αναδευόμουν;
και τώρα τις μετέωρες ρίζες δένοντας
ψάχνω στο ποίημα να κατοικήσω
την προσφυγιά μου από χώμα κι από νερό;

Το ’να μου μάτι δακρύζει τ’ άλλο στεγνό
το ’να πλευρό μου χλοΐζει, τ’ άλλο νεκρό
Άνυδρος τόπος
κλωσσάει πικρά ποιήματα
κι από τον ύπνο μου δεν περνάει κανείς νά ονειρευτώ
κι από της μέρας το σπασμένο τζάμι μπάζει

Δρόμοι σπαθιά με διαπερνούν
και λιμασμένοι με μοιράζονται
Ψάχνω στο ποίημα να κατοικήσω την προσφυγιά μου
περπατώντας στην ξενιτιά
περπατώντας στον θάνατο
πικρά στραμπουλισμένη

Μάνα μου γη
Γη μάνα μου
Το κυπαρίσσι πάντα επιτήδειο
το κυπαρίσσι πάντα πένθιμο
να ευδοκιμεί
Τα μαλλιά σου αρμενίζουν
καπνός π’ αναθρώσκει στην μνήμη μου

Έπρεπε να πεθάνω με τ’ άλλο ποίημα κι επέζησα
Να ψάχνω σ’ άλλο ποίημα
να κατοικήσω

 

 

Κώστας Αρμεύτης

20 ΙΟΥΛΙΟΥ

(Απόσπασμα)

Πόσες φορές θ’ αλλάξουν τόν έπί δεσμό;
Δεν τό αντέχω πιά τό φως τό πλαστικό.
Κι αυτόν τό σκοτωμένον ήλιο δίπλα μου,
καί τή χαρά «εμφιαλωμένη παρά τής εταιρείας…»
“Εξι χρόνια, οκτώ καί άλλα έκατό.
Οί άριθμοί παραμονεύουν σάν βόμβες
πού πέσαν καί δέν έχουν έκραγεΐ,
σάν φίδια γκαστρωμένα,
σπαθί τού Δαμοκλή.

Τα μάτια σου πιά, μάνα,
πέτρες μές στο καλοκαίρι.
Ώς κι ή φωνή σου στέρεψε κι έχάθη.
Η μνήμη πάει βαθειά σάν δίκοπο μαχαίρι
κι ή σιωπή φεγγάρι πού μαράθη.

Τις έκκλησιές καί τούς βωμούς μές στήν καρδιά
σου χάλασαν.
Χίλια πουλιά
μέ τις φτεροϋγες τους σπασμένες
σωριάζονται στά πόδια σου,μηνύματα,
χείλια στεγνά
πού δέν μπορούν νά σέ φιλήσουν.
Η πίκρα έγινε θάλασσα
(μπαλσαμωμένοι γλάροι, βουλιαγμένα καράβια)
καί τά βουβά και χολιασμένα κύματα
στά μαύρα ρούχα σου ποτέ
ποτέ πιά δέν θά ξανανθίσουν.

 

 

Αθηνά Τεμβρίου

1974

Λήθη στους χειμώνες που περνούν
αν ζητά η καρδιά ή το παράπονο
πικρού καλοκαιριού ή ένα καράβι που αρχινά
ταξίδι στα βαθιά,
μα όλο κινά και πνίγεται
μαζί με ξένους ναυτικούς
σε ξένες θάλασσες.

Έρχεται ο χρόνος, γυρολόγος
κρυφά να εναγκαλίζεται
ώρες πικρού καλοκαιριού
και κυνηγούμε τ* όνειρο
τ’ όνειρο της λευτεριάς.

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

 

 

Ιωσήφ Ιωσηφίδης

ΒΑΔΙΖΕΙ

Βαδίζει ο Αινείας σε πέτρες καυτές,
με τον παράλυτο γονιό στον ώμο.
Κρατά το μικρό Πατρίκιο που κλαίει:
‘Ζ. ε ι ο παπάς μου. Να! Το χέρι του καίει!’
Πλάι γυναίκες ασάνδαλες τρικλίζουν
ως τον ορίζοντα, το διάπλατο κελί.

Βαδίζει ο πρόσφυγας προς την Ιταλία,
τους Τρώες μη στρέφοντας πίσω να δει,
καθώς έπεφταν απ’ τα βυζιά της Ελένης.
Βαδίζει, περνώντας απ’ την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να ‘ναι ακέραιο.

Πιο γενναίος απ’ όλους ο πρόσφυγας
που του αρκεί ο ήλιος να βαδίζει εμπρός,
ένα κεραμίδι στο χέρι να το ξαναστήσει,
μια βάρκα να σωθεί για να επιστρέψει.

 

 

Ρούλα Ιωαννίδου-Σταύρου

ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΜΟΥ

Απόσπασμα

Το φως του φεγγαριού
κάνει κύκλους πάνω απ’ τα δέντρα
ψάχνει ακούραστο κι αδάκρυτο
τους αγνοούμενούς σου
ξεδιπλώνοντας τους στοχασμούς του
ένα-ένα
διηθώντας τις αναμνήσεις του
μια-μια
σκορπίζοντας το χλωμό του βάλσαμο
απ’ τη μιαν άκρη ως την άλλη σου,
Νησί μου,
να γαληνέψει τις πληγές σου.
Πάνε κι έρχονται
τα βράδια του
απ’ τις πορτοκαλιές της Μόρφου
ως τις θάλασσες της Αμμόχωστος
κι ακόμα
ως τα ερημικά μοναστήρια της Καρπασίας
με τα ορφανεμένα καμπαναριά.
Πάνε κι έρχονται,
κι ύστερα πάλι ξανασμίγουν.
Πιάνονται χέρι-χέρι
και στήνουνε χορό
γύρω απ’ τον Πενταδάκτυλο
τραγουδώντας ένα τραγούδι από γαλαζόπετρα
που το βαφτίσαν Λευτεριά.

 

 

Γιώργος Καλοζώης

ΜΟΡΦΟΥ ΙΔΕΑΤΗ

Αχ να’ χα μια
μπεσαμέλ να κουταλίζω
έχοντας μόλις βγει απ’
το νερό να ’ναι όλη
η ζωή μου κάτω
από το παγωμένο ντους
κι ο έρωτας έρωτας
μέσα στ’ αλατισμένα μάτια
σου που λάμπουν
αντί αυτού
εγώ που δεν έφταιξα
σε τίποτα σχεδόν
ρίχνω μες στο διορθωτικό
του χρόνου πολύ διαλυτικό
κι ακόμα μέσα στην
πιο καλήν αιτία βρίσκω
την πιο κακή αφορμή
Η αγάπη των παιδιών
χτίζεται πάντα σε βάρος
κάποιας άλλης όπως
πάνω σε εκκλησία
το τζαμί όπως η
ιεροτελεστία του φθόνου
στολίζει αυτόν που
επιβουλεύεται
με γιασεμί
Αχ να μπορούσα να
υπάγω στην πόλη Μόρφου
στο πίσω μέρος της
αυλής μου χρόνια τώρα
πελεκάω τα υποκατάστατα
σκηνικά
κι ακόμα έναν μελίρρυτο
Τούρκο τον πιάνω
τον φιλώ τον αγαπώ
έτσι θαρρώ πως ζω
καλύτερα
Μόρφου μου Μόρφου Μόρφου
κάθομαι και πικραίνομαι
παίρνω απ’ το ψυγείο
το ρυζόγαλο τις σοκολάτες
κόψε φωνάζει ο γαμβρός
ιατρός
ιδού έρχεται το ζάχαρον
η πίκρα του λέω
ισοφαρίζει το γλυκύ
κι εκείνος συναινεί
άφησε πίσω του
κι αυτός – Κύριος οίδεν –
τις νύχτες μπαίνει μέσα
στα όνειρα κλειδώνει
πίσω του την πόρτα
δυνατά
Το ξέρει ο Φοίνικας
η επιστροφή δεν είναι
εύκολη ο καθένας
εδώ που ήρθε έφτιαξε
τη Μόρφου του και η
Μόρφου της πραγματικότητας
ανεπίστρεπτα
απομακρύνεται σιγά – σιγά

 

 

Κυριάκος Αναγιωτός

ΣΠΟΝΔΕΣ

Κούφωσε το χώμα
στα δύο μέτρα.
Λαγούμια γιόμισε στενά,
ίσα που να χωρούν τα χέρια τους.

Τα βράδια, οι μάνες,
σαράντα τόσα χρόνια,
προτού δειπνήσουν
με το κουτάλι του καημού,
το πιρούνι της προσμονής
και της αμφίστομης αγωνίας το μαχαίρι
έσκαβαν
χωρίς ανασασμό.

Να κανακέψουν ήθελαν
τα παλληκάρια τους
με το γλυκό που λαχταρούσαν,
το φαγητό που επιθυμούσαν,
ένα κομμάτι αχνιστό ψωμί
ή έστω
με τα ακροδάχτυλα
την στερνή τους ανάσα να κορφολογήσουν
και τον πόνο τους να γητέψουν.

Πριν ξεψυχήσουν.

 

 

Κυριάκος Ευθυμίου

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.

Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.

Άφαντοι οι φρουροί που φύλαγαν κάποτε
τη λυπημένη εικόνα της μεγάλης πληγής.
Νιώθω το φίδι της σιωπής που γλιστρά
θωπεύοντας τα λόγια που το εκτρέφουν.

Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι.

Το πένθος προσκομίζει συμβάντα ντροπής•
μα τα ψεύδη θρηνούν τις δικές τους αλήθειες.

 

 

Ανδρέας Καρακόκκινος

Ο ΙΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Ο Ιούλης της Κύπρου
δεμένος ακόμα
με συρματόπλεγμα
λαμπαδιάζει τις μνήμες
κάτω απ τον ήλιο του
και μετρά το μπόι της αντοχής
που απόμεινε.

Στ’ αγκάθια του κρέμονται
οι ξεραμένες πληγές
από τις πισώπλατες μαχαιριές
της προδοσίες,
από νεκρά παιδιά
που έσβησε η ανάσα τους
πάνω στις λόγχες
και τα όπλα των εισβολέων
κι άσπρισαν τα κόκκαλα τους
άθαφτα στο χώμα.

Και πίσω απ’ το συρματόπλεγμα
τα χωριά μας,
οι δρόμοι που περπατήσαμε,
τα σπίτια μας,
τα σχολειά, οι εκκλησιές,
οι λουλουδιασμένες αυλές
και τ’ όνειρο
κάθε χρόνο και πιο θολό.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

One response to “Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΙΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

  1. Στρατής Φάβρος

    Reblogged στις Στρατής Φάβρος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s