ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Αγγελικη

 

Ο Αγγελική Ελευθερίου, ηθοποιός και ποιήτρια, αδελφή του ποιητή και στιχουργού Μάνου Ελευθερίου και της ζωγράφου Λιλής Ελευθερίου, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 25 Ιανουαρίου 1940. Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω του πολέμου. Φοίτησε στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν από όπου και αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Λίγο πριν τη Χούντα έφυγε για το εξωτερικό, πρώτα στο Λονδίνο, κι έπειτα στο Παρίσι. Στην Ελλάδα επέστρεψε την περίοδο της Μεταπολίτευσης και ασχολήθηκε με το θέατρο.
Στίχους της μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Ηλίας Ανδριόπουλος και άλλοι.
Έφυγε από τη ζωή στα 75 της χρόνια, στις 23 Μαΐου 2015.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μια γυναίκα (1978 Κέδρος)
Ωδίνες (1983 Κέδρος)
Αργά τ’ απόγευμα (1990 Καστανιώτης)
Από τότε (1995 Πλανόδιον)
Θα καπνίζω (2004 Γαβριηλίδης)
Μια άδεια θέση (2011 Γαβριηλίδης)
Τα ποιήματα 1978-2011 (2015 Γαβριηλίδης)

 

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ (1978)

 

Εφυγε η φιλενάδα μου και κλαίω
η φιλενάδα μου έμεινε εκεί που πήγε
δεν κλαίω πια
κάθε βράδυ πριν πέσω της γράφω γράμματα για μας εδώ
φιλενάδα τής γράφω μας ξέχασες
δεν τα στέλνω
η φιλενάδα μου δεν ξέρει τίποτα για μας εδώ
θα σ’ τα διαβάσω μαζεμένα ένα βράδυ
ή ένα απόγευμα νωρίς και μάλλον θα ψιλοβρέχει
υστέρα θα φύγει πάλι ώς το τέλος
σήμερα είδα το Θάνο με την κόρη του στο πάρκο
ίδιος μου ’λεγε είναι
άρχισα να τρέχω για να τον προλάβω
κι όταν έφτασα τίποτα δε μου ’ρχότανε να πω
γύρισα σαν χαζή κι έκατσα σ’ ένα παγκάκι άναψα και τσιγάρο
ύστερα ήρθε κι έκατσε κοντά ένας φαντάρος
έλυσε τα κορδόνια απ’ τις αρβύλες του
ξεκούμπωσε λίγο το μπουφάν του
κι εγώ φοβήθηκα μην τόνε δει κανένας και τον γράψει και
του το ’πα
χάρηκε που του μίλησα κι αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε
για το στρατό
και τέτοια
και τόνε κοίταζα
μη σου περάσει τίποτα απ’ το νου
όμως εγώ θυμόμουνα τον αδερφό μου το μεγάλο
όταν επήγα να τόνε δω πρώτη φορά στην Κόρινθο
με κείνα τα ψηλά τακούνια
κι έβρεχε και βουλιάζανε στη λάσπη
κι όταν τον είδα να ’ρχεται από μακριά
έκλαιγα και γελούσα
κι ύστερα στην πρώτη του άδεια
γονατιστό να κλαίει στα γόνατα της μάνας μου
και τόνε κοίταζα κι όλο θυμόμουνα
και κείνος το πήρε αλλιώτικα θαρρώ και σηκώθηκα να φύγω
και ήρθε από πίσω μου κουτσαίνοντας απ’ τις αρβύλες
και άνοιξα το βήμα μου
κι ύστερα πάλι τον λυπήθηκα που θα πονούσε
και στάθηκα για να του εξηγήσω και δεν εκαταλάβαινε
και άπλωσε με δύναμη τα χέρια και μ’ αγκάλιασε
άρχισε να με φιλάει και να με σφίγγει
και πάλευα εγώ δεν ήθελα και να φωνάξω
και μ’ έσφιγγε μ’ έσφιγγε
κι εγώ πια τίποτα δεν έκανα
κι ύστερα ησύχασε κι έριξε το κεφάλι του στον ώμο μου
κι άρχισα να κλαίω και να του χαϊδεύω το κουρεμένο του
κεφάλι
και θυμήθηκα που μια φορά είπα στον άντρα μου
ήθελα ν’ αγαπιόμαστε όταν ήσουνα φαντάρος
κι έκλαιγα ακόμα κι εκείνος ζήταγε συγνώμη
γύρισε λίγο έφτιαχνε τη ζώνη του θαρρώ
ήτανε ιδρωμένος σαν να ’χε βάλει το κεφάλι του κάτω από
βρύση
κι ήταν ωραίος έτσι
και τόνε κοίταζα
και πια τίποτα και κανένα δε θυμόμουνα

γύρισα σπίτι
κλαίω σαν να ’χασα κάτι πολύ ακριβό

γερνάω

 

***

 

Στον ύπνο της έβλεπε όνειρα ερωτικά
ξύπνησε με διάθεση να φάει φαγιά ωραία και γλυκά πολλά
γλυκά
δε βρήκε παρά ένα βαζάκι με ζαχαρωμένο σταφύλι
από το περασμένο καλοκαίρι
της το ’χε φέρει η μάνα της και δεν ξέρει πώς
αλλά της ήρθε να πει
το ’πε κιόλας «Θεός σχωρέσ’ την»
στάθηκε μια στιγμή άφησε το κουταλάκι στο γλυκό μπήκε
στο δωμάτιο
και πια ήξερε
μέρες τώρα την τριγύριζε
πως η αγωνία ξανάρθε
δεν ήθελε
ο καιρός ήταν ωραίος άνοιξη
είχε κατέβει και στα μαγαζιά
αγόρασε υφάσματα χρωματιστά
άκουσε κάτι γυναίκες στο τρόλεϋ που μιλούσαν για
χρώματα
φορέματα και τέτοια της άρεσε
σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη μάνα της
όχι τώρα αργότερα είπε
μπορεί να καταλάβει τώρα
τι να καταλάβει είπε και τ’ άφησε
μπήκε στο δωμάτιο άναψε τσιγάρο
το σπίτι βρώμισε σκέφτηκε κι ανασκουμπώθηκε
και θυμήθηκε που όταν ήτανε μικρή και μαλώνανε οι
γονείς της
όλο δουλειές έκανε κι έτρωγε και ξύλο κι όλο μαλώναν κι όλο
το ίδιο κι όταν ο άντρας της γύριζε με νεύρα
όλο έκανε για να περάσει η μπόρα όπως λέγανε και δεν
επέρναγε
κι άρχισε να σπάει και να πετάει να ξεκαθαρίζει τα παλιά
έβαλε και μουσική που της άρεσε
κι άρχισε να χορεύει γύρω απ’ τα σκουπίδια
κουράστηκε και σταμάτησε
από τα πόδια και τα χέρια της έτρεχε αίμα
σκοτωμένο το ’πε
πλύθηκε κι άλλαξε
το τηλέφωνο χτύπησε ήταν η μάνα της
το ακουστικό το κρατούσε λίγο μακριά

 

***

 

Κι ύστερα τι
δεν είχε τίποτα να φοβηθεί ή να κρύψει
οι φτωχοί δεν έχουν τίποτα να κρύψουν έλεγε
κι έγραφε με το δάχτυλο ένα κύκλο στο χώμα
και μέσα του στο κέντρο ένα ανθρωπάκι
η παραλία ήταν ήσυχη
κάποιος είχε ρίξει μια πετονιά
και περίμενε χωρίς να τρέμει
στο γυρισμό είχε βραδιάσει
τον βρήκε στην ίδια θέση
και για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια από τότε που
ήτανε μικρό παιδί
του ’ρθε η επιθυμία
εκεί πίσω από τον άνθρωπο
να πάρει ένα χαλίκι και να το πετάξει στη θάλασσα
θαρρώ πως πήρε ένα
το ’σφίξε στη χούφτα του στάθηκε μια στιγμή
ο άνθρωπος εκεί ένα γυρτό μαύρο σημάδι
συνέχισε
το καφενείο ήταν κλειστό οι καρέκλες ανάκατες
κάθησε σε μια δίπλα στο τζιου-μποξ
στ’ αυτιά του ακόμα η πλάκα από τ’ απόγεμα
το φανταράκι απόψε πάλι
η Αλεξανδρούπολη είναι μακριά
ο Αριστείδης αυτή την ώρα θα γράφει γράμματα που δε
θα στείλει
ή θα σκέφτεται σκοπιά
θα μακαρίζει εμάς τους έξω
και θα ονειρεύεται μια βαθιά πολυθρόνα
έναν καφέ που θα πίνει μ’ αργές γουλιές
και τσιγάρα αμέτρητα τσιγάρα
στο μυαλό του ακόμα η πλάκα
έχει μεράκια
βλακείες είπε κι ένιωσε το κρύο
από τη νύχτα και τη θάλασσα
ήθελε να σηκωθεί και να φύγει
κι έμενε εκεί στην καρέκλα δίπλα στο τζιου-μποξ
χωρίς να κοιτάζει τη θάλασσα
και το μικρό πράσινο φωτάκι του φάρου
μια ν’ ανάβει μια να σβήνει
το τραγούδι συνέχιζε μέσα του και τον ενοχλούσε
γιατί έχει μέρες να πάρει γράμμα
μ’ αρέσει να βλέπω τους άντρες να ξυρίζονται
όλους;
ναι όλους
κι ύστερα το λίγο αίμα που έτρεξε
σκατά είπε και πάλι δεν κινήθηκε
ο άνθρωπος’ με την πετονιά σκέφτηκε και κρύωνε πάλι
το τραγούδι ακόμα
απ’ το κορίτσι του
ηλίθιε φώναξε δυνατά και σηκώθηκε ντροπιασμένος
όταν είδε λίγο πιο κάτω αριστερά στον άσπρο τοίχο με
τις διαφημίσεις
δυο νεαρούς να τρέχουνε και να χάνονται στο στενό
πήγε στον τοίχο
το χρώμα έσταζε σαν αίμα κάτω από τα γράμματα
μαλάκα είπε τρόμαξες τα παιδιά
είχε αρχίσει να ξημερώνει

 

***

 

‘Ητανε από τις φορές
που έλεγε πως τα μαλλιά της είχανε γίνει σύρματα
και της τρυπούσαν το μυαλό
όπως η τηλεόραση της διπλανής με τις διαφημίσεις στη
διαπασών
τότε που ήθελε να φωνάξει βοήθεια ή ησυχία
και που βαστούσε το κεφάλι της στα χέρια της
μέσα στα χέρια το κεφάλι της
θρυμματισμένο
και τα μάτια χυμένα
εικόνα του Χρίστου χρωματιστή
σε έργα φτηνά που της αρέσανε
κι έτσι για να μη σκέφτεται άρχισε πάλι να ψάχνει
τη μαύρη της ποδιά με τ’ άσπρο κεντημένο σήμα
και το πηλήκιο του αδερφού της με την κουκουβάγια
μες στο βομβαρδισμένο Θέατρο της Σύρας
στο θεωρείο Τρία με τα καμένα βυσσινιά βελούδα και με
τις αράχνες
μαζί με το Μαράκι
εκειδά μπροστά στην είσοδο
στους δυο ανθρώπους με τα μαύρα
έβγαλε την ποδιά της και μπήκε
λίγο πριν σκοτωθούν οι αδερφές Αρμάου από την Τήνο
οι Θεατρίνες
και την παράλλη η ταξιθέτρια μαζί με το Γυμνασιάρχη
τήνε γυρίζανε μέσ’ από τάξη σε τάξη
ρούχο κακοφορμισμένο για μπουρλότο
δε σήκωσε το χέρι
χρόνια μετά τριγύριζε μες στο βομβαρδισμένο Θέατρο της
Σύρας
και παρακάλαγε την ταξιθέτρια που ήτανε και κλωστηρού
Ανεζούλα τήνε λέγανε
για να της τήνε δώσει
και κείνη δεν την έδινε τη μαύρη της ποδιά
και το πηλήκιο του αδερφού της
κι ύστερα ήρθανε δω
κι εκεί δεν ξαναπάτησε
κι έμαθε εδώ ένα τραγούδι και τραγούδαγε
για μία νυχτερίδα
που τήνε σκότωσε το φως
όπως επήγαινε να βγει
απ’ το υπόγειο μες στην οδό Σταδίου
με τα λιωμένα φτερά του Ίκαρου να πέφτει να πέφτει

ξύπνησε κι έλεγε θα ’ρθω

 

***

 

Γύρισε
χαρτιά ήταν εκεί πάνω στο τραπέζι
τα χέρια της τρέμανε
άκρια άκρια στα δάχτυλα
ήθελε να κάτσει και να τους γράψει
γιατί δεν μπόρεσε να τους μιλήσει πάλι γιατί
να ’παιζα πιάνο σκέφτηκε
αυτό το τρεμούλιασμα στις άκριες
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δει κανένα
μες στο δρόμο
στις αυλές
μες στα καρνάγια που μεγάλωσε όχι ποτέ
μονάχα οβίδες νάρκες και γυαλάκια
ωστόσο έτρεμε εκεί στις άκριες στα δάχτυλα
γιατί δε μίλησε την ώρα εκείνη
είπε δηλαδή κάτι
ήτανε όμως για να δικαιολογηθεί
κι έπρεπε να βρίσει να φωνάζει
να φτύσει και να ξαναφτύσει
να ξεκολλήσει από πάνω της
τα χέρια τους και τα χαμόγελά τους τα πονετικά
τα μάτια τους
γιατί αυτή απόφευγε να τους κοιτάξει.
γιατί τα μάτια αυτηνής
είχανε μέσα τους το φόνο
και είχε δίκιο
το ’ξερε πως είχε δίκιο
να κάτσει τώρα ήσυχα να γράψει
να γράψει και να τους τα πει
τώρα
πεινούσε όμως πολύ
και το δωμάτιο ήτανε κρύο
τα δάχτυλα στις άκριες κρεμάσαν σταλαχτίτες
έμεινε εκεί σαν σπηλιά

 

 

 

 

ΩΔΙΝΕΣ (1982)

 

Άνοιξε την ατζέντα της και γύριζε τα φύλλα
ονόματα τηλέφωνα και διευθύνσεις
φτάνει στο τέλος
γυρίζει πάλι απ’ την αρχή
βάζει σταυρό στους πεθαμένους
δεν τους σβήνει
σ’ αυτούς που λείπουν μακριά
ένα μαντίλι
κόβει από δω ράβει από κει
και πάλι απ’ την αρχή
και δεν πιστεύει
όπως τα έξοδα: τόσο για νοίκι
τόσο για φως
και για νερό
βάλε και τ’ άλαλο τηλέφωνο
κι αφήνεις τελευταίο το φαί
και ύστερα τα ρούχα
γδυτός κι ανεζωσμένος θα γυρνάς
και λογαριάζεις με μολυβάκι και χαρτί
νύχτες και νύχτες
τη ζωή σου
και όλο τα μπερδεύεις κι όλο
ξαναμετράς στα δάχτυλά σου που τα ξέρεις
τι μένει λες
τι μένει
τι απόμεινε

Κι αρχίζεις να πυροβολείς ετοιμοθάνατους
πού να τους κουβαλάς μέσα στο χιόνι

 

***

 

Το πιο πολύ
μες στα βιβλία που εδιάβαζε
και μες στα παραμύθια που μεγάλωνε
της άρεσε ο χρόνος
έτσι γλυκά που επερνούσε
απάνω απ’ τους καιρούς
—θαρρώ πως ήταν η περπατησιά του—
όμως εμένανε
ατέλειωτη μου φάνηκε αυτή η ζωή
θα του ’λεγε
όπως θα βγαίνανε να περπατήσουν
δεν το ’πε
έτσι κι αλλιώς δε θα τον αναγνώριζε
γιατί οι περπατησιές
είχανε γίνει ίδιες των ανθρώπων τώρα

 

***

 

Κάποτε θα ’πρεπε αυτή η ιστορία να τελειώνει
μαζί ή μόνη
μαζί
μόνη
όχι μαζί
και ξανά μόνη
να μείνει ή να φύγει
να μείνει
να φύγει
να μείνει να
να φύγει πάλι
Στο τέλος αποφάσισε
ό,τι ήτανε από αρχής συντελεσμένο
μαζί
να μείνει μόνη
μαζί να φύγει
μόνη
Πες μου μια ιστορία χωρίς τέλος

 

***

 

Και γίναν κατακόκκινα
τα γαριασμένα ασπροκίτρινα σεντόνια του Νοσοκομείου
μικρές καρικατούρες οι σύζυγοι
χαϊδεύανε τα χέρια των σφαγμένων γυναικών
Τώρα
Εκείνη όμως κρύωνε πολύ
και μία Μικρασιάτισσα γριά
της έριξε στα πόδια τον πανάρχαιο μποξά της
και βγήκε από το θάλαμο με σέβας
τότε που στο διάδρομο
ακούστηκε μια μουσική
από νικέλινα εργαλεία
και εμαγιέ λεκάνες
Εκείνη
Τώρα
έβλεπε όνειρα λιβάδια
και παιδιά μικρά
αμέτρητα μικρά παιδιά
και τα κορίτσια ξεχωρίζανε
με μια κόκκινη πληγή ανάμεσα απ’ τα ποδιά τους
έτσι της είπαν

Κι ύστερα έκλαιγε κι έκλαιγε
εις τους αιώνες

 

***

 

Κι έσερνε η μάνα το παιδί της
να το πάει στο γιατρό
μες στα μεσάνυχτα
και που να το σηκώσει
σαράντα χρόνια βάρος
με τ’ άσπρα του μαλλιά
και το πουκάμισό του ανοιχτό
και εκείνης τα μάγουλα να στάζουν αίμα
αθώα τα γαλανά της μάτια
και στίγματα καφέ στα χέρια της
μες στα μεσάνυχτα
Και έπρεπε οπωσδήποτε να τη σκοτώσεις
ή να την προσκυνήσεις
ήσουνα όμως μακριά
και το ποτήρι το νερό στο προσκεφάλι σου χυμένο
Δεν ήταν όνειρο παραμονές του Πάσχα

 

***

 

Τη νύχτα εκείνη πέθανε
έκανε μόνη την εγχείρηση
και κακοφόρμισε
δάκρυα σε πρόσωπο γυαλένιο
εκυλήσανε
και τα σκυλιά αφουγκράζονταν
ένα γύρω
τα απαλά ουρλιαχτά
που κατακλύζαν το κορμί
Κι απόψε
γύρω μονάχα σκύλοι
και ησυχία
που τη χαράζουνε
στιλέτα ναυτικά
Αύριο
όλα θα γίνουνε
ξανά
κανονικά
Αύριο όμως

 

***

 

Και να ‘νaι όλη σου η ζωή
εκείνη η φωτογραφία —όλη κι όλη-
παραμονή του Γάμου σου
κι εκείνη η άλλη
που δεν τραβήχτηκε ποτέ

 

***

 

Οι κινήσεις των χεριών της
επήρανε με τον καιρό
το σχήμα των προσώπων
που αγάπησε
Γι’ αυτό κι όσο μιλούσε
ή εσώπαινε
και όταν αγαπιόταν
ξεθάβανε από μέσα της
πανάρχαια κομμάτια
ακέραια

 

***

 

Βρίσκουν τη θέση τους
τα πράγματα σιγά σιγά
όπως ετούτη η χαλκομανία
με το γράμμα στο ράμφος του πουλιού
απάνω στον καθρέφτη
τη βρίσκουνε αργά ή γρήγορα τη θέση τους
ακόμα και με θάνατο
γι’ αυτό να ετοιμάζεσαι κι εσύ σιγά σιγά
πλύνε το πρόσωπό σου
περπάτησε
γύρισε πίσω
πάρε τους δρόμους
τους ίδιους δρόμους
μην τους ακούς που σου φωνάζουνε
να προχωράς να προχωράς
κλείσε τ αυτιά σου
κι εκείνα τα τραγούδια
αν θέλεις άκουσέ τα δηλαδή
τραγούδια είναι
βάλε λίγο ουράνιο τόξο στα χείλη σου
έχεις ωραίο στόμα
κι αν θες να περιμένεις κάπου
πάνω σε κείνονε το βράχο κάτσε
που αποθέτει η αλκυόνα τα μωρά της
το Γενάρη
Κάθε Γενάρη
Έτσι

 

***

 

Έλεγα τ’ όνομά σου
χωρίς να σε θέλω τίποτα
Μ’ άκουγες δε μ’ άκουγες
φώναζα τ’ όνομά σου
σαν τα παιδιά που παίζοντας μιλάνε μόνα
χωρίς να περιμένω τίποτα
έλεγα και ξανάλεγα
το όνομά σου
έτσι για να τ’ ακούω
καθώς σε έπλαθα
Τώρα όλο εκείνο τον καφέ
να συλλογιέμαι
που χρώσταγα του καφετζή
όταν το μαύρο σύννεφο
μου ’δώσε μια
και βρέθηκα στην άλλη άκρη
με τ’ όνομά σου αιμόφυρτο
μες στη φωνή μου

 

***

 

Το τελευταίο της τσιγάρο
το ’πνίξε μες στη χούφτα της
υστέρα φύσηξε τα πούπουλα
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
και πέταξε η ψυχή της

 

***

 

Η μέρα
κάθε φορά της πληρωμής
αργούσε
και τίποτα κάθε φορά
δεν είχε να εξαργυρώσει
κι εκείνο ακόμα το χαμόγελό της
ήταν απ’ τους πολύ παλιούς καιρούς
τότε που οι άνθρωποι
αλλάζανε είδος με είδος
Όμως και κείνο έσβηνε
κάθε φορά
στο τέλος
πάντα

 

***

 

Ένα πλυντήριο ζητούσε
«η ποιήτρια»
όμως δεν είχε τα λεφτά
έριξε τότε ένα άδειο σακούλι
στον ώμο και βρήκε ένα ποτάμι

 

***

 

Στο μοναστήρι της Αγίας Βαρβάρας
μπροστά στο εικόνισμα του Άι-Γιώργη, στη Σύρα

Μπήκε γδαρμένη
με μάτια από καντήλι
στο ξωκλήσι
και είπε
«Άγιε μου Γιώργη» είπε
«σταμάτα να σκοτώνεις πια τα φίδια Νά με»
Ήταν δεκατριώ χρονώ

 

***

 

Κουράστηκα
να σας ακούω
να μου μιλάτε λόγια
Μη μου μιλάτε
δε σας ακούω
φεύγω καλπάζοντας
για το βυθό
γυρίστε τις φωνές σας πίσω
οι ριπές τους δε θ’ αγγίξουν
τη διάτρητη πλάτη μου
πάρτε τις πίσω
θα τσακιστούν
Εγώ δεν έχω φωνή
—ποτέ δεν είχα—
δυο μάτια έχω μοναχά λαχανιασμένα
τους αρνηθήκατε το ειρηνικό τοπίο
Έχω ταμπούρλα μυστικά στ’ αυτιά μου
για να σημαίνουνε κάθε φορά την ώρα
Κραυγές λυπητερές
και γόους μες στις φλέβες
Και ένα ντέφι —έχω— ιερό
στο βωμό του αιδοίου μου

 

***

 

Δεν ήξερε να περιμένει
Δεν ήξερε ότι έπρεπε να περιμένει
θα το μάθαινε τώρα
Τώρα που γδύνεται τσιτσίδι στη βροχή
με τα μαλλιά
καλώδια κομμένα
απ’ τη συσκότιση
μιας νύχτας εποχής
Πώς να γυρίσει
τώρα πίσω
από ποιες θάλασσες και ποιες στεριές
και στο μαγκάλι να στεγνώσει
ένα σωρό κουκλόπανα
που στάζουν πόλεμο
Και τη ζωή της πια
—λαθραία ζωή—
να ξεσκλαβώσει

 

 

ΑΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ (1990)

 

θριαμβικοί και λυπημένοι
Περνάμε μες στον κόσμο.
Διανύομε χιλιόμετρα γιορτής
Κι ακολουθίες πένθιμες
Με πρόσωπα συγκεντρωμένα.
Τραγικά.
Φορώντας για διάδημα
Το αμετάκλητο που μας χωρίζει.

 

***

 

Αύτη η γυναίκα
Δεν ξέρεις πού θα πάει.
Κρατάει τα μάτια της κλειστά.
Ξέθαψε με τα νύχια της
Πρόσωπα αγαπημένα
Και κάνει τώρα
Τη μετακομιδή.
Εκείνη τον ξέρει τον τόπο
Και το δρόμο.
Κι αν πριν αυτός ο άνθρωπος
Αναρωτήθηκε
—κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο
ώσπου να πάει για φαγητό—
Είναι που κάτι έτριξε
Στα υπόγεια του σπιτιού του.

 

***

 

Χάιδευε η τρέλα την υπομονή της
Και η υπομονή της χάιδευε την τρέλα
Πάνω στις κόρες των ματιών της.
Δεν είχε αποφασίσει πότε
Τα άσπρα στίγματα
Θα σημάδευαν το κορμί μας.
Πότε θα το πονούσαν.
Έμενε εκεί
Στην επιφάνεια
Και κάτω απ’ αυτήν
Να δίνει και να παίρνει
Σήματα φωτεινά.

 

***

 

Δε σε ακούω πια
Τις νύχτες που γυρίζεις
Σε τέτοια όνειρα
Που παραδέρνω.
Ωστόσο
Το πιο εφιαλτικό
— αυτό που μέ ξυπνάει
Είναι που δε σ’ ακούω.

 

***

 

Με νανουρίζει το σαράκι
Όμως εγώ έχω ξεσπάσματα χαράς.
Τα βήματα από πάνω της τυφλής
Και το ψηλάφισμά της
Μ’ αποκόβουν.
Κι εκείνη η άλλη γυναίκα-παιδί
Με βασανίζει.
Πώς να τις παρατήσω και να φύγω
Ή έστω να μη βλέπουν τη χαρά μου.
Με το σαράκι τα πάω μια χαρά

 

***

Τα σώματα σου
Που θυσίασες
Τα πήρες πίσω.
Τώρα που φλούδες ξεκολλούν
Απ’ τη ζωή
Τα χρόνια σου.
Και που τις καρτ-ποστάλ
Απ’ τα ταξίδια σου
Χαρίζεις.
Και άλλα
Π ιό πολύτιμα ενθύμια
Πετάς
Γιατί δε βρίσκεις
Να τα δώσεις.
Έφτασες ως εκεί που ’χες προβλέψει
Και θάλασσα δε φαίνεται
Και πουθενά τ’ αρχαίο θέατρο

 

***

 

Νύχτα εκκλησιών απόψε
’Άφωνη νύχτα
Φωλιά ψυχών.
Ξαφνικά ένας θόρυβος
Σα να τσαπίζουν κήπο
Ή να ανοίγουν τάφο

 

***

 

Αγριεύτηκα
Κυνηγημένη από τα όνειρα της νύχτας.
Δώσε μου το μαύρο μου μαντίλι
—ας έχει ήλιο—
Τα μάτια μου.
Στάσου μπροστά μου — πιο κοντά
Και κρύψε με.
Εκείνος o μαυριδερός παλαιοπώλης
Με παρακολουθεί και μ’ εκβιάζει
Για έναν μια σταλιά
Πορσελάνινον Έρωτα
Που λέει ότι του ράϊσε το βλέμμα μου
Όπως εκοίταζα στον πάγκο.
Πού είμαι.
Πώς βρέθηκα σ’ αυτή τη γειτονιά.
Εγώ μόλις εγύριζα απ’ τη θάλασσα

 

***

 

Το σώμα της
Από την άλλη μεριά
Έβγαζε σε εσωτερική πλακόστρωτη αυλή
Με καμάρες κι αγάλματα
Όπου κατάφευγε
Όταν ήθελε
Όταν γινότανε νεράιδα
Κι εκεί παράσερνε για ν’ αγαπήσει
Τα νεκρά της πρόσωπα
Στο κιόσκι
Με τις γυάλινες βέργες
Και τ’ αγιόκλημα

 

***

 

Το βράδυ που σε περί μένα
—δε θα μπορούσε να ’χεις έρθει το βράδυ εκείνο—
Το σπίτι άχνιζε.
Μύριζε γέννα και ζεματιστά νερά.
Με διάφορες τελετουργίες απ’ τούς χορούς
Και της ’Ανατολής το θέατρο
Με μύθους κι αρπαγές σε τοίχους και σπηλιές
Με μουσικές μονόχορδες από ψαλμούς και αμανέδες
Σε φευγαλέα βλέμματα ανθρώπων
Που έχουν πάψει να ονειρεύονται
Τα ξημερώματα φύσηξε.
Τώρα που πάλι σε περιμένω
—τώρα που θα ’ρθεις— μ’ ένα τσιγάρο στάχτη
Μπρος στο παράθυρο σκέφτομαι
Γρήγορα πού κρυώνει ο καφές

 

***

 

Πονάω εκεί
Πού θ’ ακουμπούσε η κάνη του περίστροφου.
Πονάω εκεί που σε σκέφτομαι.
Έναν πόνο παλιό
Που μ’ άφησε ανεπανόρθωτα το κρύο
Μες στο νου μου
Σε κάτι σπίτια
Και κάτι δωμάτια
Με κάτι φίλους
Με γάμους βιαστικούς πνιγμένους
— γατιά πνιγμένα στη θάλασσα.
Κι εγώ να κλαίω για ηδονή
Κι απ’ τη μεγάλη οικογένεια να φεύγω
Να γεννιέμαι κάθε μέρα
’Απ’ την πείνα της καρδιάς μου
Και κάθε απόγευμα πλημμύρα
Π’ ανεβαίνει

 

***

 

Ψιλοβρέχει φωτιά.
Τη νιώθω μεσ’ απ’ το μνήμα των σεντονιών μου.
Σκέφτομαι εκείνη τη φωνή
Που έκρυψα κάτω απ’ τις πέτρες
Όταν απαγορεύτηκε από το σώμα σου το σώμα μου.
Το πρόσωπό μου.
Όταν γεμάτος άνεμο
Εφύσηξες τα μάτια μου
Και τα ’σβησες.

 

***

 

Η φωνή σου
Θαμπός καθρέφτης
Και ανοιγμένο το σώμα σου.
Διορία τα χρόνια σου
Περνούν
Μ’ άλλη κατεύθυνση.
Μίλα
Όπως ξέρεις να μιλάς
Με το γυαλί
Στο χέρι.

 

***

 

Σβήνω το φως
Κάθε βράδυ
Και καπνίζω.
Περιμένω
Από παράθυρο σε πόρτα.
Περπατώ
Μεγάλες αποστάσεις.
Αλλάζω συνοδοιπόρους
Από σκέψη σε σκέψη.
Συνομιλώ με όνειρα
Και με χτυπήματα φλεβών.
Με την ανάμνηση του έρωτα.
Και ξενυχτώ
Τον διακεκομμένο ύπνο
Των φιλενάδων μου.
Σβήνω το φώς
Και καπνίζω

 

 

ΑΠΟ ΤΟΤΕ (1996)

 

Το ’ξερες
Μήπως δεν το ’ξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
με μια χάρη
με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
και κάθισες στην ίδια θέση
σαν και πριν
Κάθισες έτσι
όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
που φτάνεις με καράβι
ξημέρωμα Γενάρη.

 

***

 

Όταν μου τηλεφώνησες υστέρα από μέρες
κι από μακριά
ο Αντρέας πέθαινε
Έλεγα μέσα μου — όσο μιλούσες δηλαδή
πως όλα μετρούν κάθε στιγμή για τελευταία
Γιατί έτσι
Χτυπάει το τηλέφωνο ένα πρωί
κι από το στόμα κάποιου — μπορεί να ’ναι και
άγνωστος
ακούς τη φωνή θαρρείς του ίδιου
έτσι όπως την ήξερες
— εγώ πάντως δεν θα ’μαι
εγώ πάντως δεν θα ’ρθω
Και με τη σκέψη αυτή
κι από το βράχνιασμα του σύρματος
δεν εκατάλαβα κάτι μικρές λεξούλες
κάτι σαν παύσεις
Κάτι στον τόνο της φωνής σου — που μου φάνηκε
ότι μου χάιδευε το στήθος.

 

***

 

Ας καθίσω στη σάλα μου — να σε σκεφτώ
Στην τόσο ήσυχη σάλα
Πριν φύγει το φως
Σαν να ’μαι επίσκεψη
μια άγνωστη γυναίκα τώρα πια
που ξαφνικά είχε χαθεί απ’ το Δημοτικό
στα χρόνια του Εμφυλίου — ας πούμε
Παίρνει στα χέρια της
σαν να ’ταν τράπουλα
κι αποκαλύπτει ένα ένα τα χαρτιά
—φωτογραφίες είναι—
Μα η πασιέντσα δεν της βγαίνει
Εσένα σκέφτεται εσένα
που κάποτε θα γνώριζα σε μια στιγμούλα
και με τα πόδια θα ανέβαινα στον ουρανό
Αργά και σκεφτικά τα δάχτυλά της πάνω τους
κι ωστόσο φευγαλέα τις κοιτάζει
Δεν θέλει να πιστέψει δεν θέλει να δει
το κοιμητήρι που απλώνεται στα μάτια της
θέλει να φύγει
όμως μένει.

Μια μυρωδιά από ανθόνερο και φρέζες
εφύσηξε μέσα στη σάλα ξαφνικά
και ξαφνικά
σαν να ’βγάλε τα μαύρα.

 

***

Κατά το πέρασμά σου
ένα σημείο παραμένει αμετάβλητο
Ένα σημείο σκοτεινό
που στάζει
Δεν ξέρω που να το εντοπίσω ακριβώς
Πάντως στο κάτω μέρος
Εκεί που αποτραβιέται η ψυχή
για ν’ αγαπήσει
Λέω πως είναι ένα καράβι
Σιωπή απόλυτη εκεί
Από το πάνω μέρος
η ζωή που αλλάζει
οι θόρυβοι ο κόσμος τ’ αυτοκίνητα
Όλα που πνίγονται.

 

***

 

Τους τραυμάτισες τους τοίχους του παλιού σπιτιού
Όλο καρφιά
Τη βούλησες την κάμαρα τη ρήμαξες
—Έτσι κι αλλιώς αιμορραγούσε απ’ την πρώτη νύχτα—
Να το κλείσεις καλύτερα
Να το σφαλίσεις
Να ’ναι εγκαταλειμμένο
Να χάσκουν τα παράθυρα μισάνοιχτα
Να μπαινοβγαίνουν άφοβα τα άγρια πουλιά
Να σταματάνε οι περαστικοί σαν να ’ταν στοιχειωμένο
Κι οι άγιοι να τα σπάσουν τα τζάμια τους
Κι εσύ μια βραχνή νύχτα από κλάμα
να σημαδέψεις με το τελευταίο καρφί
μιαν ημερομηνία
και να τραβήξεις επιτέλους το δρόμο σου.

 

***

 

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι
με τη σιωπή και με το άσπρο
Θα τη φυλάξω τη σιωπή
θα ’ναι το μυστικό μου.
Και με το άσπρο θα ντυθώ της ζωής μου το φόρεμα
Χαράματα
πριν απ’ τον όρθρο και το αξεδιάλυτο του ονείρου
Θα ’ρθω σε σένα
που με περίμενες στην άκρη του δρόμου
Ταπεινωμένη του έρωτα
εξόριστη από το βλέμμα του.
Λαθραία.

 

***

 

Από τότε πέρασε καιρός
Το ’χες πιστέψει πια
και μάλιστα μετά απ’ τη συμφορά
πως βρέθηκε ο δρόμος ο παλιός
η δίοδος εκείνη η στενή
που άνοιγες μισόν αιώνα τώρα με τα νύχια σου
Ποιος το περίμενε
πάλι να μπαζωθεί
από χέρια δικά
το ρέμα της ψυχής σου
και τα νερά τρελά
να πνίγονται
να καταπίνονται στις δίνες τους τις ίδιες
ώσπου η φωνή σου να γανιάσει
να σωπάσει
Δεν το περίμενες
και δε θα πείραζε ακόμα κι έτσι
φτάνει να μπόραγες να ψιθυρίσεις
μες στα κατοχικά σου κλάματα
«πάω να το πω στη μάνα μου»
Δεν θα σε πείραζε.

 

***

 

Στάθηκε προσοχή
όταν άκουσε τον Εθνικό Ύμνο
που μάθαινε στο πιάνο
το κοριτσάκι του κάτω σπιτιού
Έκανε πολλά λεπτά σιγής
μπροστά στην πόρτα της στους παραστάδες
όπου τη βρήκανε οι πρώτες συλλαβές και νότες
«Σε γνωρί…»
Κάτι σαν πόνοι γέννας τη σταμάτησαν
κι έβγαλε μονότονη φωνή και φάλτσα
και κεραυνός που έκανε το δέντρο πέτρα
και πρόλαβε —όπως σε όραμα— να ξεδιαλύνει με τη λάμψη του
αυτό που πάντα γνώριζε και δεν το ήξερε
Να το πει Ελλάδα να το πει πατρίδα γλώσσα μητέρα αίμα
Η άσκηση στο πιάνο του Εθνικού Ύμνου
δεν κράτησε πολύ
Βιαζότανε το κοριτσάκι κάτι να δει στην τηλεόραση
ήταν κι οι ξένες γλώσσες το σχολείο
Η γυναίκα όμως του πάνω σπιτιού
εγνώρισε επιτέλους εκείνη την ανατριχίλα
στο προσφυγικό της σώμα
όπου τη σταματούσανε οι πρώτες συλλαβές και νότες
«Σε γνωρί…».

 

***

 

Λάθος
Συνέχεια λάθος βγαίνει
Τόσα χρόνια
και ξεχνάω πάντα το τηλέφωνό σου
Στην πραγματικότητα δεν το ’μαθα ποτέ
Τα δυο πρώτα νούμερα μονάχα
κι αυτά μπερδεύονται με άλλα
Συμβαίνει όμως μερικές φορές
και γίνεται συσκότιση στα δάχτυλα
για αριθμούς που ήμουν σίγουρη
κι έλεγα πως τους ήξερα νεράκι
Κάτι σαν τρέλα, δηλαδή
Σαν ξαφνικά να μην υπήρξανε ποτέ τα πρόσωπα
Σαν να μην έχω υποφέρει
Εντύπωση μου κάνει απ’ την άλλη
που κάποτε μες στον αέρα
χωρίς μολύβι και χαρτί
έρχονται μέσα μου στοιχεία
αγγέλων απ’ το άγνωστο
να με παρηγορήσουν
Και τότε βλέπω καθαρά πού γίνεται
το λάθος
κι η επανάληψή του.

 

***

 

Μια μέρα καλοκαίρι
σε κίνηση πολλή
σκέφτηκε το χειμώνα
κι έβαλε το χέρι στο λαιμό
για να σηκώσει το γιακά
Εκρύωνε πραγματικά
Γέρασα —μάλλον— είπε
Μήπως πέθανα;
Πρέπει να μάθω
να τηλεφωνήσω σε φίλους
– δεν βρίσκω τ’ όνομά μου
να ρωτήσω
να περάσω από τα σπίτια που έμεινε
κάτι μπορεί να ξέρουν
Θα ’χω και μια φωτογραφία
Να πάω να ’βρω τους δικούς του
τον είχανε αποξενώσει — ζητήματα σκοτεινά της οικογένειας
Όμως τώρα είναι ανάγκη
— Κι η τελευταία του δουλειά
— Δεν ξέρω δε μιλούσε
— Το τελευταίο σπίτι
— Ούτε κι αυτό
Μόνο πως είχε θόρυβο — όλο για θόρυβο μιλούσε
σκύλοι γαβγίζαν νύχτα-μέρα έσταζαν βρύσες
είχαν ανοίξει οι αρμοί έμπαιναν κρύο έντομα
Τις νύχτες από φόβο σκάλιζε κάτι σ’ ένα τετράδιο
Πρέπει να μάθω, πρέπει να δω
Πρέπει να βρω το όνομά του ή
το δικό μου όνομα.

 

***

 

Να θυμηθώ
τρεις Αύρες
κι ένα Καρέλια σκέτο

 

***

 

Είμαι ο κάποιος που ανοίγει το παράθυρο
είμαι ο κάποιος που χαμηλώνει το φως μέσα στο θάλαμο
που βάζει τάξη
κανείς δε με βλέπει
κανείς δε μ’ ακούει
έγινα αυτό που ονειρευόμουνα
Σκιά.

 

***

 

Με βρήκες
απ’ το βουνό των παιδικών σου χρόνων
γεμάτα Κυριακές
Είχες στο βλέμμα σου το φόβο του δρυμού
και μες στα κόκαλά σου ένα κρινάκι.

 

***

 

Λίγες μέρες πριν αρρωστήσει ο πατέρας της
δεν αναγνώρισε τη φωνή του στο τηλέφωνο
κι αμέσως ζήτησε συγνώμη απ’ τον ξένο
Ήταν η τελευταία φορά, που επικοινώνησαν.

 

***

 

Αυτό ήταν;
Όλα εκείνα;
Κι οι αποδείξεις, τα χαρτιά;
Τα έχω εδώ
Μπορώ να φέρω και φωτογραφίες
Τους φίλους μου
Κάτι ανθρώπους άγνωστους
που άνοιξα την καρδιά μου
Ακόμα και τους εραστές μου
να μαρτυρήσουνε
____________________

Δεν φτάνουν δεν φτάνουν
Κάθε πρωί τα ίδια
κι ο φόβος μου
μη σπάσουν τα γυαλιά μου.

 

 

 

ΘΑ ΚΑΠΝΙΖΩ (2004)

 

ΗΘΕΛΕΣ να τραβήξουμε φωτογραφίες
Πότε δεν είχαμε τη μηχανή
Και πότε φιλμ
Κι όλα κλειστά

 

***

 

ΔΕ σε ρώτησα
Δεν πρόλαβα
Δεν το ’χα σκεφτεί
Δεν το περίμενα
Ούτε στιγμή δεν το περίμενα
Επιστρέφω ξανά και ξανά
Στο πρόσωπό σου
Στη φωνή σου -σαν μέσα από ρωγμή-
Τι ήθελε να μου πει
Εκείνη την μπρούντζινη μέρα

 

***

 

ΘΑ καπνίζω
Στα διαλείμματα του σινεμά
Στους δρόμους και σε διαδρόμους
Σε τουαλέτες και σε σκάλες
Ακόμα σ’ εκκλησίες
Θ’ ανάβω «κόντρα στον αέρα»
Μου το ‘χες πει
Θα καπνίζω πάντα
Μέχρι τις τελευταίες μου ανάσες
Όπως εσύ

 

***

ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ τραύμα
Από τσέρκι – στη θάλασσα
Άρχισε ξαφνικά να αιμορραγεί
Το αίμα κεφαλάκια καρφίτσας
Ένα ένα και κοντά κοντά
Σαν τα κεριά
Που παίρνουν φως το ένα απ’ τ’ άλλο
Έδωσαν μορφή
Σ’ ένα αιμάτινο κόσμημα
Στο γόνατό σου
Δε στάζει
Μένει εκεί
Ένα κομμάτι φεγγαριού
Σε χάωση
Το γιατρέψαμε μόνοι μας
Με καπνό τσιγάρου
Απ’ τις τσίμπες
Πού μαζέψαμε από χάμω
Ακόμα μ’ ένα τάμα στην «Κοίμηση»
Που περιμένει
Δεν τρέξαμε σε γιατρούς
Ούτε σε φαρμακείο
Λες και γνωρίζαμε από τότε
Βρέφη σχεδόν
Πώς μερικές πληγές
Δεν κλείνουν

 

***

 

ΤΙ τα θέλω
Τι τα μαζεύω
Όλα αυτά τα αποκόμματα
Από εφημερίδες περιοδικά ή όπου
Αφού σπάνια
Σχεδόν ποτέ δεν τα ξανακοιτάζω
– Κι έτσι χωρίς καμία τάξη
Να βάλω φωτιά να τα κάψω να τα σκίσω
Και τα βιβλία κι αυτά
Να κρατήσω λίγα
Κι εκείνο το χάρτη πού μετράει το βυθό
Αν ήταν γυάλινα τουλάχιστον
Θα τα ’σπαγα σαν τζάμια σαν ποτήρια
Και μπορεί να ’κλαιγα
Ακόμα και να χόρευα
Και μοιρολόι να ’λεγα
Σαν να ’ταν χρόνια
Παιδικά και μη
Χαμένα;

 

***

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ όταν δε γράφουν μαραζώνουν
‘Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πώς ή αίτια είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτε δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τούς τρομάζει

 

***

 

ΕΜΕΙΣ δεν ήμασταν ποτέ μαζί
Πώς βρέθηκαν τα ρούχα σου
Με τα δικά μου εδώ κι εκεί
Στις φωτογραφίες μαζί
και στις αφιερώσεις

 

***

 

ΤΩΡΑ που σταμάτησες το κάπνισμα
Άνοιξε ψιλικατζίδικο στη γειτονιά σου
Και ξενυχτάει κιόλας
Ήθελες να μετακομίσεις
Μόνο και μόνο για τα τσιγάρα
Τότε σαν θυμιατό ανέβαινε η ψυχή σου
Έλεγες πώς η αγάπη σου θα κρατήσει
Πιο πολύ απ’ τούς ναούς
Έλεγες

 

***

 

ΚΑΙ ξαφνικά
Όταν θα έρθει η ώρα
Κι άγνωστοι άνθρωποι
Θα μπουν στο σπίτι μας
Θα ’ναι και μια επιτροπή
Πού θ’ αναγγείλει
Ότι παρέδωσα την κόλλα μου λευκή
Και ας ακούγεται παντού μες στον αέρα
Ένα γεμάτο άδειο η φωνή
Πού ορκιζόταν «σε ό,τι έχω ιερό»
Πώς κάποιο λάθος έγινε
Πώς η αλήθεια είναι άλλη
Έτσι κι αλλιώς
Δεν είχε πια καμία σημασία
Ο κόσμος έγινε για μια στιγμή
Αυλή σχολείου με μικρά παιδιά
Σε επαρχία
Που τραγουδούσανε
«Σέ γέλασε Παρασκευούλα μου» ξανά και
Και τέλος
Ο «Εθνικός Ύμνος»

 

***

 

ΘΑ κάπνιζα για χρόνια ακόμα
Θα ανάσαινα
Και θα περπατούσα
Σε δρόμους χωρίς όνομα για χρόνια
Οι λέξεις λιγοστεύανε φτερούγες έγιναν
Χαθήκανε
Όπως τα πράγματα πού ψάχνεις
Και δε βρίσκεις
Όπως όταν μιλάς σε γυρισμένα πρόσωπα
Και κάτι με το σώμα
Είχανε μείνει πίσω κι αυτά
Και τα βιβλία
Τα πράγματα
Από στιγμές κι ανθρώπους
Σε αποθήκες ξένες
Και το μικρό καΐκι
Με το γυναικείο όνομα
Σαπίζει ακόμα σ’ ένα χωράφι
Δεν έχω τόπο

 

***

 

ΘΑ φύγω σαν τις γάτες
Να πεθάνω μακριά
Να μη μετράω τα τσιγάρα μου
Να μη μετράω τη σιωπή
Να μην την περιμένω
Θα μπω σ’ ένα καράβι
Και σε νησί φυλακισμένο θα αράξω
Ένα γατί, βουβό και ξένο
Που θα το σέρνει μια τριχιά
Από του Πάσσαρη το γέλιο

 

***

 

ΚΟΙΤΑΖΑ τη θάλασσα
Και με ηρεμούσαν
Τα βουνά

 

***

 

ΚΑΙ να ξανάβρισκες
Όπως τους τόπους
Τους ανθρώπους

 

***

 

Σ’ ΕΚΕΙΝΟ το σπίτι
Ωραία που ακουγόταν
Η βροχή

 

***

 

ΑΠΟ την εγκατάλειψη
Αρρωσταίνει ή καρδιά

 

***

 

ΤΟΣΟΣ αέρας
Κι εσύ
Χωρίς ανάσα

 

 

 

ΜΙΑ ΑΔΕΙΑ ΘΕΣΗ (2011)

 

ΚΑΙ να ’ναι.
Όλη σου η ζωή
Εκείνη η φωτογραφία
Όλη κι όλη
Παραμονή του γάμου σου
Κι εκείνη η άλλη
Που δεν τραβήχτηκε
Ποτέ

 

***

 

Το ’ξερες
Μήπως δεν το ’ξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
Κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
Με μια χάρη
Με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
Και κάθισες στην ίδια θέση
Σαν και πριν
Κάθισες έτσι
Όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
Που φτάνεις με καράβι
Ξημέρωμα Γενάρη

 

***

 

ΔΕΝ θα ’χει μείνει τίποτα
Απ’ όλα αυτά που θα ’θελα
Να δείτε
— Να σου ’δειχνα
Το χρώμα του χώματος ίσως
Ήταν ένα χρώμα άγονο
Πουθενά δεν το ’χω ξαναδεί
Οι άνθρωποι θα ’χουν πεθάνει οι παλιοί
Κανείς δε θα θυμάται το όνομα
Τι θα πουν για μας
^Τίποτα δε θα υπάρχει
Το χώμα εκείνο ίσως
Το χρώμα του

 

***

 

ΠΙΣΩ από μιαν αυλαία
Σκοτεινή στάθηκα
Τρέμοντας
Να αφουγκράζομαι
Τις δονήσεις κάποιου
Μεγάλου γκογκ
Που προεκτείνονταν
Μέσα στο σώμα μου
Τα χρόνια μου δεν έφτασαν
Από τους τελευταίους των τελευταίων
Και δεν εγέλασα

 

***

 

ΚΑΠΟΤΕ
Θα παρακαλέσω
– όπως δεν παρακάλεσα ποτέ
Θα πέσω στα γόνατα κάποιου θεατρώνη
Με βαμμένα μαλλιά
Να με πάρει κι εμένα
Στον πλανόδιο θίασό του
Θα μου ζητήσει άδεια
Και προϋπηρεσία
Και συστάσεις
Δεν έχω τίποτα
Ο αόρατος θίασος
Που αφιέρωσα τη ζωή μου
Δεν είχε τέτοια πράγματα
Όμως — τώρα – κάπως πρέπει
Να πεθάνω κι εγώ
Έλεος δηλαδή

 

***

 

Η χίμαιρα μου
Τη βρήκα
Στα χώματα
Ψάχνοντας
Για κάτι άλλο
Θραύσμα από πηλό
Αρχαίου αμφορέα
Ολάκερη και ολοκάθαρη
Την έχασα
Μέσα στον κόσμο
Πολλά τα λόγια
Εύκολα
Να την ξεχάσω
Να σταματήσω
Να την ψάχνω να
Ωστόσο
Αργά και πού
Μέσα στα χρόνια
— Τελευταία όλο και πιο συχνά
Αισθάνομαι έναν απόηχο βαθύ
Παντού
Μέσα στο σώμα μου
Στο πρόσωπο
Που με χτυπάει
Αλύπητα

 

***

 

Από κάπου
Ερχόταν μια μουσική
Κάποιος έπαιζε πιάνο
Μια μηχανή
Κρυμμένη στα ερείπια
Φωτογράφισε δύο μικρά παιδιά
Καθισμένα κατάχαμα
Που άκουγαν σαστισμένα
Κρατιούνταν σφιχτά
Με τα χεράκια τους
-Περίεργα παιδιά
Αδέλφια μάθαμε
Χαθήκανε
Η μουσική που τα ‘χε καθηλώσει
Ήταν Σοπέν
Άλλοι την είπαν Βαμβακάρη
Δεν τ αναζήτησε κανείς
Όμως συχνά-πυκνά
Φέρνω στα μάτια μου
Το κοριτσάκι
-Που το κρατάω μέσα μου
Σαν σφαίρα
Που δεν μπορώ να βγάλω
Να σφίγγει την παιδική φωτογραφία
Απ’ τα ερείπια της φωτιάς
Και να τη δείχνει
Σ’ ανθρώπους άγνωστους
Πότε να είναι μάνα κι αδελφή
Στην Κύπρο
Πότε αλλού
Που χύθηκε αίμα
Που τους χώρισε
Όπως το αίμα ξέρει
Να χωρίζει

 

***

 

ΠΕΙ καιρός
Χρόνια τώρα
Που θέλω να γράψω ένα γράμμα
Όπως τότε παιδί
Έστελνα γραμματάκια στον Θεό
Τα πετούσα
Από το πιο ψηλό παράθυρο του σπιτιού μας
— Για πιο κοντά στον ουρανό
Κάτι Χριστούγεννα χωρίς φώτα
Κάτι απογεύματα με κρύο και βροχή
Που περνούσαν κηδείες σιωπηλές
Αραιές φιγούρες
Κάτι σκιές
Τα πετούσα σαν πέτρες μακριά
Κι αυτά βουλιάζανε στις λάσπες του καρόδρομου
Δεν ήτανε πουλιά
Τώρα κανένας παραλήπτης
Μπορεί ωστόσο να τολμήσω μια στιγμή
— Αφού δεν ξέρω να μιλώ
— Αφού κομπιάζω
— Αφού
Να ’γραφα ένα τουλάχιστο – για όλους
Και ας το κάνω ύστερα κομμάτια
Έτσι
Σαν ένα τίποτα
Σα χάρτινο παιχνίδι χαλασμένο
Κι είναι, φορές πάλι, που σκέφτομαι
Και τι δε θα ’δινα
Να έβρισκα
Ένα μόνο
Ένα μικρό τσαλακωμένο γραμματάκι
Με μολύβι στο παιδικό τετράδιο
Και ίσως να αναγνώριζα — έστω και τώρα
Κάτι αόρατο
Σαν μια κλωστή κεντήματος
Που κάποιος μ’ έδεσε μ’ αυτή
Για τιμωρία
Και μ’ άφησε εκεί
Έκλεισε το παράθυρο
Με ξέχασε

 

***

 

ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ
Την πόλη των παιδικών μου χρόνων
Ήτανε άδεια
Όλα τα σκέπαζε η σιωπή
– Μ’ αγριεύουν οι ήσυχες μέρες
Ούτε ένας άνθρωπος στους δρόμους
Που μοιάζανε πουλιά σταματημένα στον αέρα
Τα σπίτια ανοιχτά και μόνα
Το πρώτο που σκέφτηκα
Ήταν να τρέξω στο σπίτι μας – το πατρικό
Που χρόνια κατοικούσαν άλλοι
Όταν ξαφνικά είδα τη μητέρα μου — νέα
Ήταν λαχανιασμένη
Μύριζε ταρσανά
Όπως τότε – πενήντα χρόνια πριν
Που γύρισε από το δικαστήριο
Με την απόφαση στην τσάντα της
– Σταμάτα μου λέει γύρνα πίσω
– Μην πας στο σπίτι
– Δεν είναι πια δικό μας το σπίτι μας
– Βάλανε ψευδομάρτυρες και μας το πήρανε
– Βάλανε το χέρι τους στο ευαγγέλιο
– Είμαστε απόκληροι
Κι έκλαιγα
Κι εκείνη με τραβούσε πίσω
Έλεγα μέσα μου η μαμά μου
Η μαμά μου είναι εδώ μαζί
Τα χέρια της με κρατούσανε γερά
Τώρα δε θα ξεχνούσα
Σε ποια μεριά ήτανε η ελιά της
Στο ωραίο της πρόσωπο
Μέσα σε μια στιγμή την έχασα
Δεν ήταν πουθενά
Τριγύρω άνθρωποι θόρυβος
Μια ατελείωτη βουή
Με προσπερνάει μες στους δρόμους
Με κάτι λυπημένο και βαθύ
Πού είμαι τώρα
Χρειάζομαι τα φάρμακά μου
Ένα τσιγάρο

 

***

 

ΑΥΤΟ το φόρεμα
Ήταν
Νεκρής από χρόνια
Αγαπημένης γυναίκας
Ένας αέρας
Τώρα το φοράω εγώ
Κάθε χειμώνα
Περιμένω τον Αύγουστο
Κάθε Αύγουστο
Μετρώ τα καλοκαίρια της
Και τα δικά μου

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ :

 

Η Βικτωρία Καπλάνη στο περιοδικό Κοράλλι τ.8/2016

 

ΔΟΚΙΜΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

«Τα ποιήματα 1978-2011» Γαβριηλίδης 2015

Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της Αγγελικής Ελευθερίου, λίγους μήνες μετά το θάνατό της, μας δίνουν την αφορμή να ξαναδιαβάσουμε και να γνωρίσουμε το ποιητικό της έργο, που η ίδια επιμελώς αποσιωπούσε και έκανε θαρρείς ό,τι μπορούσε για να περνά απαρατήρητο. Πρόκειται για μια δημιουργό αθόρυβη, διακριτική αλλά σαφέστατα διακριτή, εκλεκτική και εκλεκτή, η οποία δημοσιοποίησε για πρώτη φορά τη δουλειά της, χάρη στην παρέμβαση φίλων στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, ενώ οι συνομήλικοι ομότεχνοί της είχαν ήδη δώσει ευκρινή δείγματα γραφής. Έξι ποιητικές συλλογές από το 1978 μέχρι το 2011, που αν συνθέσουμε ένα ποίημα από τους τίτλους τους μπορούμε με τη φαντασία μας να φτιάξουμε μια πρώτη εικόνα για την ποίησή της.

Μια γυναίκα
Ωδίνες
Αργά το απόγευμα
Από τότε
Θα καπνίζω
Μια άδεια θέση

Η φωνή που μιλά στα ποιήματα είναι η φωνή μιας γυναίκας, που έχει βιώσει τις ωδίνες κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μπορούμε να τη φανταστούμε αργά το απόγευμα, όταν παίρνει να σκοτεινιάζει, να αναθυμάται στιγμές από τότε, από το μακρινό ή κοντινό παρελθόν να μιλά σε μια άδεια θέση, σε κάποιον απόντα.
Γεννημένη στη Σύρα το 1940, γέννημα –θρέμμα μιας δύσκολης και σκληρής εποχής έχει κατανοήσει από μικρή τον αγώνα της επιβίωσης, τη δύσκολη μοίρα των γυναικών που αναλαμβάνουν την ευθύνη της οικογένειας και δεν έχουν την πολυτέλεια να αυτοπροσδιορίζονται με βάση τις δημιουργικές τους δεξιότητες και ανησυχίες. Από τη Σύρα στην Αθήνα, με το μικρόβιο της τέχνης να δουλεύει υπόγεια και δραστικά, γυρεύοντας τρόπους να φανερωθεί, οι αντιστάσεις των γονιών κάμπτονται, τελειώνει το σχολείο, σπουδάζει στο Θέατρο Τέχνης του Κουν με υποτροφία, αλλά οι άριστοι δεν έχουν πάντα την τύχη που τους αξίζει κι αυτό το μάθημα η Αγγελική το μαθαίνει καλά από νωρίς. Στη συνέχεια Λονδίνο, Παρίσι, δικτατορία έρωτας, γάμος, μητρότητα, επιστροφή στην Αθήνα με τον ερχομό της Μεταπολίτευσης. Οι δυσκολίες της επιβίωσης σε μια ανελέητη και επιτακτική καθημερινότητα γεννούν όλα αυτά τα χρόνια την ανάγκη της έκφρασης ως μηχανισμού αποσυμπίεσης, εκτόνωσης, η γραφή λειτουργεί ως φάρμακο, ως αντίδοτο. Έτσι γεννιούνται οι στίχοι των τραγουδιών και τα πρώτα της ποιήματα. Μιλά μια γυναίκα, σαν όλες τις άλλες, μια γυναίκα της διπλανής πόρτας και γυρεύει απ’ το λευκό χαρτί μιαν απόκριση, ένα ευήκοον ους, έναν συνομιλητή της καρδιάς της. Από το λευκό χαρτί που γεμίζει λέξεις ζητείται η αποδοχή του εαυτού και των άλλων, η μαγική δύναμη να ληφθούν αποφάσεις, να σπάσουν τα δεσμά που την κρατούν αιχμάλωτη σε ανοίκειους ρόλους. Τα αισθητικά της κριτήρια όμως είναι εκλεκτικά και αυστηρά, καθώς ο πήχης ήδη έχει ανέβει ψηλά, μια και στο στενό οικογενειακό περιβάλλον υπάρχουν δύο άντρες συγγραφείς, δύο ισχυρές προσωπικότητες, ο Μάνος Ελευθερίου με τα διηγήματα και τους στίχους του, τις πολλά υποσχόμενες συνεργασίες με το Θεοδωράκη, το Μούτση, το Μαρκόπουλο και ο τότε σύζυγός της Γιώργος Σκούρτης που από το ξεκίνημά του κιόλας, με το έργο Οι νταντάδες προκάλεσε αίσθηση στο χώρο του θεάτρου.
Η πρώτη ποιητική της συλλογή με τον τίτλο Μια γυναίκα (1978), τίτλο που μπορεί να λειτουργήσει πέρα από περιγραφικά κι ως σκληρό αυτοσαρκαστικό σχόλιο, περιέχει ποιήματα αφηγηματικά εν είδει ημερολογίου σε στίχους ή σαν ανεπίδοτα γράμματα στον ιδανικό αναγνώστη, στον εαυτό ή σε μια αγαπημένη φίλη, που όλα μαζί συνθέτουν μια ιστορία που πολλές γυναίκες αντικατοπτρίζονται σ’ αυτήν και νιώθουν ότι τις περιέχει και τις εκπροσωπεί. Η Ελευθερίου ξεκλειδώνει στο χαρτί τη σιωπή μιας γυναίκας, μιλά γι’ αυτά που τριβελίζουν τη σκέψη της, για τους λογισμούς και τις έγνοιες που ζωγραφίζουν τις ρυτίδες στο βλέμμα της, που αφαιρούν το σφρίγος και σπέρνουν τον πρώτο σπόρο της ασθένειας. Διαβάζουμε στίχους που καταγράφουν την αποξένωση, τη φθορά του έρωτα, την απαξίωση και την εγκατάλειψη. Μια γυναίκα που βασανίζεται ν’ αποδεχτεί το ζωντανό θάνατο του έρωτα, να διαχειριστεί τα αντιφατικά συναισθήματα που διαρκώς αναδύονται, το θυμό, τον πόθο, την απόγνωση, ενοχοποιώντας και υποβιβάζοντας ενίοτε τον εαυτό της, ενώ παράλληλα περιμένει, ανέχεται και αγωνίζεται να επιβιώσει. Θέματα καθημερινά, συνηθισμένα, ειπωμένα με λόγο απλό, γυμνό, χωρίς μελοδραματισμούς με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια. Λόγος αρθρωμένος με τόλμη και διακριτό ύφος, εξομολογητικός, ρεαλιστικός, άμεσος, όπως παράγεται στο εργαστήρι του μυαλού και της καρδιάς, χωρίς να κρύβεται μέσα σε σύμβολα και μύθους. Από αυτό το πρώτο βιβλίο της μέχρι το τελευταίο θα υπάρχει στους στίχους της, μια αντρική φιγούρα, ο αγαπημένος, ο αδελφός, ο φίλος, ο άντρας ως παρουσία, αλλά κυρίως ως απουσία θα κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά ποιήματά της.
Τέσσαρα χρόνια αργότερα έρχεται το δεύτερο βιβλίο με τον τίτλο Ωδίνες (1982). Μοιάζει να συνεχίζει το προηγούμενο, μολονότι ο αφηγηματικός λόγος είναι πιο ελλειπτικός, πιο αφαιρετικός. Εδώ, συντελείται ένα εσωτερικό επώδυνο ξεκαθάρισμα, ένας απολογισμός που ονειρεύεται να φτάσει στην κάθαρση. Η αδικία πονά κι η εκδίκηση, αφενός δεν πραγματοποιείται, αφετέρου αδυνατεί να θεραπευτεί μέσω της συγχώρεσης κινδυνεύει να εσωτερικευτεί και να προκαλέσει αυτοτραυματισμό και αυτοτιμωρία. Οι ωδίνες της γέννας, της μνήμης, του απολογισμού.
Την εποχή που κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο, την ίδια αυτή περίοδο, 78-82, ο Μίκης Θεοδωράκης επιλέγει στίχους της Αγγελικής Ελευθερίου για να γίνουν τραγούδια. Έτσι προκύπτουν οι Χαιρετισμοί το 1982 και η Φαίδρα το 1985. Οι στίχοι αυτοί έχουν έκδηλη ποιητικότητα, δραματικό βάθος, αυτονομία, εσωτερική δύναμη πηγάζουν από την ίδια ρίζα και κινούνται στην ίδια θεματική με τα ποιήματα αυτής της περιόδου.
Μετά από οχτάχρονη σιωπή, επανέρχεται η Αγγελική Ελευθερίου με το βιβλίο Αργά το απόγευμα (1990). Εδώ έχουμε κάποιες αξιοσημείωτες διαφορές από τα πρώτα βιβλία. Τα προσωπικά βιώματα που δίνουν την αφορμή των ποιημάτων αυτών φιλτράρονται πολύ προσεκτικά, το κατακάθι μένει στην άκρη κι εκείνο που ενδιαφέρει είναι το απόσταγμα του βιώματος. Ο λόγος πηγαίνει σε βαθύτερα στρώματα, κερδίζει σε πολυσημία και αποτελεσματικότητα. Το ποιητικό υποκείμενο χρησιμοποιεί το πρώτο και δεύτερο ρηματικό πρόσωπο, ενισχύοντας τη θεατρικότητα του λόγου. Τα ποιήματα της συλλογής μοιάζουν σκηνές ενός μονόλογου, όπου μια γυναίκα κάθε βράδυ αφηγείται θραύσματα ιστοριών, έτσι όπως αυτά έρχονται στη μνήμη της, συνομιλεί με όνειρα και με την ανάμνηση του έρωτα, καταδύεται στα βάθη της συνείδησης, έχοντας αποδεχτεί την τραγικότητα της ζωής και τη σκιά του θανάτου. Κύκλοι ζωής κλείνουν, τοπία κι άνθρωποι αλλοιώνονται, αλλάζουν και χάνονται.
Ακολουθεί η σειρά ποιημάτων με τίτλο Από τότε το 1996.Μια σειρά ποιημάτων απολογισμού και αναστοχασμού, μια προσέγγιση κριτική του μέχρι τώρα βίου. Το πέρασμα του χρόνου δείχνει εμφανώς τα ίχνη του, όνειρα παραμένουν ανεκπλήρωτα, οι νεκροί αγαπημένοι αυξάνονται. Τον πρώτο λόγο εδώ έχει η μνήμη. Η ποιήτρια επιστρέφει σε μνήμες παιδικές, ένδον σκάπτει και ανασύρει χαμένες ψηφίδες του χρόνου, αισθήσεις και αισθήματα από τότε θαμμένα που τώρα επιστρέφουν, εμπειρίες επώδυνες, έρωτες, αρρώστιες, γέννες και θάνατοι, μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, βλέμματα, αγγίγματα, ξαναγυρίζουν μέσω των στίχων και ανασυνθέτουν το δικό της πρόσωπο.
Οχτώ χρόνια αργότερα, το 2004, η Αγγελική Ελευθερίου επανέρχεται με ένα νέο βιβλίο με τον πρωτότυπο τίτλο Θα καπνίζω. Το τσιγάρο και ο καπνός πολλές φορές εμπλέκεται στους στίχους των ποιητών, αλλά αυτή τη φορά ονοματίζει μια ολόκληρη συλλογή. Τίτλος -δήλωση που παραπέμπει σε ένα πάθος, μια ανυπακοή, μια ελεύθερη επιλογή, αλλά και μια πρόκληση της μοίρας και του μοιραίου. Η Ελευθερίου συνεχίζει τη θεματική των δύο προηγούμενων συλλογών και υφολογικά ακολουθεί την ίδια γραμμή. Ελλειπτικές βιωματικές αφηγήσεις συμπυκνώνουν γεγονότα και αναμνήσεις και παραπέμπουν κρυπτογραφικά σε μια προσωπική ιστορία. Ήδη από το μότο της συλλογής, που περιέχει λόγια του χαμένου αδελφού της ποιήτριας, είναι εμφανές ότι ο θάνατος προσφιλών προσώπων και η αντιμετώπιση αυτής της απώλειας ανθρώπων αλλά και τόπων, πραγμάτων αλλά ακόμη και αυτών των νεανικών χρόνων θα έχουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο αιφνιδιασμός κι όλη η ανατροπή που φέρνει στη συνείδηση η απώλεια, η ματαίωση ονείρων και επιθυμιών αποτυπώνονται καίρια στους στίχους της Ελευθερίου, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο με ισχυρό έως θανάτου πάθος για τη ζωή και την αγάπη, έναν άνθρωπο που μάχεται με τους ίσκιους του ιδανικού. Το τσιγάρο συντροφεύει την Ελευθερίου δια βίου στην καθημερινότητα και την ποίηση, έχει γίνει μια αντιπροσωπευτική εικόνα, ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο μοτίβο που διατρέχει όλο της το έργο. Είναι συντροφιά, φάρμακο, ρολόι που μετράει τις στιγμές κι εδώ έχει κι ένα σχεδόν τελετουργικό ρόλο ∙ λειτουργεί ως σημείο επαφής, ως συνδετικό στοιχείο με το νεκρό αδελφό.
Η τελευταία συλλογή της Ελευθερίου εκδόθηκε το 2011 με τίτλο Μια άδεια θέση. Ίσως η πλέον υπαρξιακή συλλογή της Ελευθερίου, που συγκεντρώνει τους προβληματισμούς και τη γενικότερη στάση της απέναντι στη ζωή, το θάνατο και την τέχνη. Ένας απολογισμός ζωής μοιάζει να γίνεται εδώ, μια ανθρώπινη αναδρομή στο χρόνο, το χαμένο σπίτι, η μητέρα, η κρατημένη συγνώμη που ταλανίζει τις ψυχές, κι ακόμη η τραγική επίγνωση ότι η κλεψύδρα αδειάζει είναι φανερή και κινητοποιεί τη γραφή της να κάνει τα αναγκαία ξεκαθαρίσματα, αντιμέτωπη πλέον με το όριο, που καλεί για το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση. Η νεανική χίμαιρα έχει σωματοποιηθεί, το αδικαίωτο εγώ δεν μάχεται, δεν διεκδικεί , γίνεται φιγούρα ονείρου και ξεκινά έναν απαρηγόρητο αποχαιρετισμό. Ζητά ένα ρόλο στην τελευταία παράσταση. Ο τίτλος του βιβλίου διατηρεί μια έκδηλη πολυσημία. Προσδοκία και απουσία. Η προσδοκία να βρεθεί επιτέλους για την ποιήτρια μια άδεια θέση σ’ αυτό το θέατρο της ζωής, αλλά κοντά στην πόρτα για να μπορεί, όποτε νιώσει πίεση να φύγει κι από την άλλη ο τίτλος σηματοδοτεί ήδη μια απουσία που ακολουθεί σαν σκιά την Ελευθερίου σε όλο το βίο της. Μια απουσία και την ίδια στιγμή μια προσμονή, η αίσθηση της απώλειας και η επιθυμία του θανάτου ως λύτρωση, ως η άδεια θέση που επιτέλους την περιμένει.
Η Αγγελική Ελευθερίου μπήκε στην περιπέτεια της γραφής απρογραμμάτιστα, υπακούοντας σε μια εσωτερική ανάγκη, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Πολύ γρήγορα όμως η ποίηση έγινε ο δικός της χώρος, το σπίτι της, το οποίο φρόντισε με μεγάλη επιμέλεια. Η τελειομανία που τη χαρακτήριζε δεν της επέτρεψε ποτέ να καταφεύγει σε εύκολες λύσεις. Τα ποιήματά της έχουν την απλότητα, την αμεσότητα, την τόλμη και την ειλικρίνεια του ικανού και σοφού τεχνίτη, που, σμιλεύοντας υπομονετικά το υλικό του, μέσα από την τέχνη του, βρίσκει το δικό του παραμελημένο πρόσωπο. Ενίοτε αυτοσαρκάζεται κι ο λόγος της τότε γίνεται εξόχως δραστικός και ανελέητος. Από τους ομοτέχνους της επιλέγει να συνομιλεί με όσους αντιστρατεύονται τη λογική της αγοράς, τους αθόρυβους ποιητές της σκιάς.
Η ποίηση της Ελευθερίου πηγάζει μέσα από τη ζωή μιας γυναίκας παλαιάς κοπής που έχει αποδεχτεί τις αρετές του φύλου της, την αγάπη, τη σύνδεση, την προσφορά, την υπομονή, την ανθεκτικότητα και την ανιδιοτέλεια. Μια ποίηση βιωματική, γήινη, ουσιαστικά ερωτική, ζυμωμένη με χώμα και νερό, βγαλμένη μέσα από τις οριακές στιγμές του βίου: τον έρωτα και το θάνατο. Ποίηση ατμοσφαιρική, ποίηση του κλειστού εσωτερικού χώρου, της μνήμης και της απουσίας γραμμένη με λόγο καθημερινό, λιτό, που αποπειράται να εκφράσει την υπαρξιακή αγωνία μιας φωνής που γυρεύει απεγνωσμένα την επικοινωνία και τη συνάντηση με τον άλλο.

ΣΗΜ. Το κείμενο αυτό γράφηκε με αφορμή τη παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Αγγελικής Ελευθερίου, το Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016, στο Poems & Crimes των εκδόσεων Γαβριηλίδης

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ στο περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τ.109 5/2016

Για την Αγγελική Ελευθερίου

 

Την Αγγελική Ελευθερίου τη γνώρισα μέσω του Μιχάλη Κατσαρού, ένα ηλιόλουστο αθηναϊκό μεσημεράκι, τότε που τα μεσημεράκια είχαν την άξιο τους, και, κατόπιν προτάσεώς της, ήπιαμε και οι τρεις ένα καφεδάκι σε παρακείμενο καφενείο. Όλη την ώρα λοιπόν που καθόμουν εκεί, εγώ θαύμαζα τη σπουδαία Αγγελική, το γήινο και ανεπιτήδευτο πρόσωπό της, ίδιο σαν άγαλμα που το έβγαλαν ψαράδες από την αιγαιοπελαγίτικη θάλασσα, την προσήνεια, την πραότητα, την καλοσύνη, την αυτοπεποίθηση, το ρωμαλέο παράστημα του κορμιού της, την τρυφερότητα με την οποία σε κοιτούσε σαν να σε είχε μικρότερο αδελφό, την αθωότητά της και τη θαμπή λάμψη του προσώπου της — ενός προσώπου κι ενός δέρματος σταρόχρωμης αρχαιότητας.
Μόλις ήρθε η ώρα για να φύγουμε, ανταλλάξαμε τηλέφωνα και διευθύνσεις, για να στείλει ο ένας στον άλλο τα βιβλία του, όπερ και εγένετο. Έτσι λοιπόν, μετά την αλληλοαποδοχή αυτή, η φιλία μας δέθηκε πιο στέρεα και δεν εφθάρη ποτέ μέσα στην ευτέλεια της καθημερινότητας, καθότι βλεπόμασταν όταν ακριβώς έπρεπε. Κανένα τηλέφωνο, κανένα σινεμαδάκι, μια φορά στο σπίτι της, όπου γνώρισα μωρό τον γιο της τον Σπύρο και παίξαμε, δύο φορές στο θέατρο όπου ήταν πρωταγωνίστρια. Δηλαδή, μία στο Θέατρο της Ρεματιάς, στο Χαλάνδρι, στον Ματωμένο γάμο, όπου ιδιαίτερα στον μονόλογο του τέλους ήταν μαγική «τρελή, φαρμακωμένη μάνα», με μια στεντόρια· σφαγμένη φωνή που, σε συνεργασία με τον αντίλαλο του φαραγγιού, σε συγκλόνιζε, και μία στον Ήχο του όπλου, της Λούλας Αναγνωστάκη, στο υπόγειο του Κουν, όπου και εδώ, μαζί με τη Ρένη Πιττακή, ήταν αξιοθαύμαστη.
Τέλος, θέλω να υπενθυμίσω μια ονειρική διήμερη εκδρομή μαζί με & παιδιά —θυμάμαι τον Γιώργο Κ. Καραβασίλη- στο εξοχικό σπίτι του Γιάννη Ζουγανέλη (του τούμπα), όπου η Αγγελική, μέσα στο αυτοκίνητο που μας μετέφερε, μου έκανε τρομερή εντύπωση, κλεισμένη ερμητικά στον εαυτό της, δεν σήκωσε κεφάλι καθ’ όλη τη διαδρομή, καθότι έγραφε ή «χτένιζε» τους στίχους της Φαίδρας. Όπως επίσης θέλω να υπενθυμίσω και τη φιλία μας, που κράτησε χρόνια στη συνέχεια, με τον κοινό μας φίλο Νάσο θεοφίλου, όπου όμως την “τραβούσαμε” επί καθημερινής βάσεως σε ένα λαϊκοί ποτοπωλείο, του Φινόπουλου, Αθηνάς και Ευριπίδου, και επειδή η Αγγελική δεν ήταν ρέκτης του ποτού και δεν έπινε σταγόνα, έπληττε, ώσπου σιγά σιγά αραιώνοντας μάκρυνε.
Παρά ταύτα, βλεπόμασταν, έστω και αραιά, ή τηλεφωνιόμασταν στις γιορτές μας, μέχρι που έφυγε.
Μέχρι που έφυγε λοιπόν, και από τότε εγώ κλείνω τα μάτια μου για να μην τη λησμονήσω, για να μην ξεχάσω ούτε ένα, έστω και το παραμικρό από τα πανάκριβα, από τα σπάνια χαρακτηριστικά του προσώπου της.
Σχετικά με την ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου, θέλω να τονίσω ότι αυτή, και στις έξι συλλογές που έγραψε, διατηρεί σε όλες το ίδιο ύψος ποιότητας, ενώ και η θεματογραφία της δεν έχει καθόλου προκλητικές πειραματικές αποκλίσεις. Είναι ποίηση με μια θέλγουσα πρωτοτυπία, ποίηση η οποία, αν και με έντονη την ύπαρξη του κοινωνικού στοιχείου, εντούτοις το “μάτι” της ποιήτριας είναι στραμμένο σταθερά προς το μεταφυσικό. Γι’ αυτό και τη διακατέχει μια επίμονη σχέση με την αγωνία του θανάτου, προβάλλοντας τον φόβο της αυτόν μέσα από εικόνες συγκλονιστικές, που αναφέρονται σε νυχτερινές εκταφές αγαπημένων προσώπων, επιστροφές στα όνειρα μορφών που, εν τέλει, τις τορπιλίζει ο τρόμος της παντοτινής απουσίας τους, κρεουργημένες εικόνες παιδικής ηλικίας επίσης, καθώς και μία, λεπτότατων αποχρώσεων, αδιόρατη σχεδόν, ματαιότητα, μια σκιερή και μουντών χρωμάτων ματαίωση αλλά και μια ερωτική μελαγχολία, μια συννεφιά ερωτικής διάθεσης, αφού πάντα κάπου μακριά, πολύ μακριά, αχνοφαίνεται το επερχόμενο τέλος.
Αλλά, για να αναφερθούμε και στο κοινωνικό στοιχείο που, έντονο, με χρώματα ιδιαίτερων αρωμάτων, υπάρχει στην ποίησή της, θέλω να επισημάνω ότι η Ελευθερίου, με γραφή χαρακτηριστικά λιτή, πλημμυρισμένη από οδύνη αλλά χωρίς, χωρίς, χωρίς τον ελάχιστο μελοδραματισμό, μας προσφέρει εικόνες ψυχών ταπεινών και βαθύτατα πονεμένων, ψυχών που τις
αγιάζει η αδικαίωτη διάψευση των ονείρων τους. Επίσης, μέσα από στίχους απαλλαγμένους από οποιαδήποτε περιγραφικότητα ή από οποιεσδήποτε επιζήμιες επεξηγηματικότητες, σε ολόκληρο το έργο της παρελαύνουν άνθρωποι σπαραγμένοι, μέσα σε τοπία είτε έρημα είτε κατακρημνισμένα (βλέπε στη συλλογή Μια γυναίκα, 1978, την εκπληκτική όσο και μαγική ροή του λόγου), ενώ την κατακρήμνιση αυτή συμπληρώνουν σαν να έρχονται από άλλον κόσμο: απόηχοι ρεμπέτικων γαριασμένα σεντόνια νοσοκομείου Μικρασιάτισσες γριές γάμοι ματωμένοι ([…] γι’ αυτό και έκοψε το κρεβάτι της στα δύο/ το συζυγικό της κρεβάτι με τσεκούρι/ κι έβαλε κάτω από το μαξιλάρι της μαχαίρι/ για να μη σφάξει τα παιδιά της […]) χωρισμοί (κάτω από το στρώμα μου/κρύβω ένα μαχαίρι/χρόνια τώρα/ κάποιος μου το ’δώσε/μέσα στον ύπνο μου/δεν ξέρω ποιος/χώμα δε βρίσκω/ να το θάψω/ και γυαλίζει) πληγωμένες μητρότητες (ιδιαίτερα στη συλλογή Ωδίνες, 1982) και Κυριακές με επισκέψεις στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων και σε αδέλφια λυπημένα και με αδέξια φορεμένη τη στολή.
Και όλα τα παραπάνω, και το κοινωνικό αλλά και το μεταφυσικό στοιχείο κυρίως— δοσμένα μέσα από στίχους εύθραυστους και λεπτούς και, άλλοτε, συνήθως σκληρούς, αποτρόπαια σκληρούς, όπως: […] Έβλεπε όνειρα, λιβάδια/και παιδιά μικρά/αμέτρητα μικρά παιδιά/ και τα κορίτσια ξεχωρίζανε/με μια κόκκινη πληγή ανάμεσα στα πόδια τους/έτσι της είπαν/κι ύστερα έκλαιγε κι έκλαιγε/εις τους αιώνες ή: Νύχτα εκκλησιών απόψε/Άφωνη νύχτα/ φωλιά ψυχών./ Ξαφνικά ένας θόρυβος/ Σα να τσαπίζουν κήπο/ Ή να ανοίγουν τάφο, δομημένους πάνω στις αρχές ενός θεατρικού ταχυδράματος, καθιστούν την Αγγελική Ελευθερίου μία από τις πλέον σπουδαίες ποιήτριες του καιρού μας. Μια ποιήτρια, το έργο της οποίας το εμπλουτίζει μια υπερχειλίζουσα δοτικότητα, μια γενναιοφροσύνη, ένα αίμα καρδιάς μαχαιρωμένης, και όταν είναι χειμώνας μια μοναδική δύναμη ψυχής σαν άνεμος, σαν άνεμος που γκρεμίζει.

 

 

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ στις ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

(http://filologikesmaties.blogspot.gr/)

Αγγελική Ελευθερίου : Ανακαλύπτοντας τις εκρήξεις

Με την ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα . Μοιάζει με αθώο κοριτσάκι που κάτω από τα ρούχα του κρύβει απροσδόκητες εκρήξεις .Περπατάς από δω , περπατάς από κει κι όλο σκάει μπροστά σου ένας στίχος , μια μικρή κροτίδα μαγείας .Βάζεις τον εαυτό σου να διαβάσει ένα ποίημα κι αισθάνεσαι πως ανεβαίνεις μαζί του τα σκαλοπάτια ενός αρχαίου θεάτρου που προσκαλεί νέους ηθοποιούς να ξαναζωντανέψουν μέσα του την έκσταση ,που προσκαλεί εσένα με τα δικά σου υλικά να παίξεις έναν ρόλο , αυτόν που κάθε φορά σου προτείνει η ποιήτρια . Έχω μιλήσει κι άλλες φορές για το έργο της .Ίσως λίγο βιαστικά ,χωρίς ν’αφήσω τους στίχους της να βαθύνουν μέσα μου .Με το πέρασμα του χρόνου και της ηλικίας , ανακαλύπτω μέσα τους κι άλλες ζωές που η πρώτη ανάγνωση δεν μπόρεσε , και καλά έκανε , να τις ξοδέψει .Ανακαλύπτω ως στάση απέναντι στα πράγματα μιαν αξιοζήλευτη αξιοπρέπεια , ανάλογη με εκείνη που τόσο θαύμασα στην καβαφική ποιητική .Μιαν αξιοπρέπεια που δε δύναται να αποβάλει πάντοτε την ανθρώπινη τραγικότητα και που συμπυκνώνει με τον απλούστερο τρόπο την ουσία της ελληνικής ρίζας . Το συναίσθημα συμμετέχει στην οπτική της ποιήτριας στο βαθμό που χρειάζεται , χωρίς να θαμπώνει τη διαύγεια του νου , χωρίς να στέλνει άχρηστα φαντάσματα εκεί που κατοικούν οι ιδέες .Έτσι , κατορθώνεται αυτό που λαχταρά ο κάθε συνεπής και θαρραλέος δημιουργός , το μέτρο στην αισθητική απεικόνιση των εσωτερικών του σεισμών . Σ’ αυτό το θαρραλέο βήμα λοιπόν , η Αγγελική Ελευθερίου αποδεικνύεται έτοιμη . Μετριέται συνεχώς με το ποιητικό ύψος και προτιμά να το αγγίζει με σεβασμό παρά με την αλαζονεία του φτασμένου δημιουργού .Θ’άξιζε να μείνω σ’ένα ποίημα από την τελευταία συλλογή της «Μια άδεια θέση» και να δοκιμάσω να το πλησιάσω περισσότερο . Γράφει η ποιήτρια :

ΚΑΠΟΤΕ

Θα παρακαλέσω
-όπως δεν παρακάλεσα ποτέ
Θα πέσω στα γόνατα κάποιου θεατρώνη
Με βαμμένα μαλλιά
Να με πάρει κι εμένα
Θα μου ζητήσει άδεια
Και προυπηρεσία
Και συστάσεις
Δεν έχω τίποτα
Ο αόρατος θίασος
Που αφιέρωσα τη ζωή μου
Δεν είχε τέτοια πράγματα
Όμως -τώρα- κάπως πρέπει
Να πεθάνω κι εγώ
Έλεος δηλαδή

Το ποίημα προφανώς συνομιλεί με το καβαφικό «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» .Μόνο που εδώ στη θέση του Αντωνίου βρίσκεται η ίδια η ποιήτρια ,η οποία οραματίζεται τον εαυτό της στο μέλλον να εκλιπαρεί κάποιον θεατρώνη να την προσλάβει στον πλανόδιο θίασό του . Μπορεί βέβαια φαινομενικά να διακρίνεται μία τάση μικροψυχίας η οποία αντιφάσκει με τα λεγόμενά μου παραπάνω περί αξιοπρέπειας , ωστόσο ο συνολικός τόνος του ποιήματος και το αντικείμενο της ικεσίας [ ένας αξιοπρεπής θάνατος («κάπως πρέπει να πεθάνω κι εγώ»)] πείθουν για το ακριβώς αντίθετο . Στο ποίημα της Ελευθερίου ο πλανόδιος θίασος του θεατρώνη βρίσκεται σε αντίστιξη με τον αόρατο θίασο του ποιητικού υποκειμένου .Ο ένας θίασος καμωμένος από φθαρτά πράγματα ,από μικρότητες και ολισθήματα [θα πέσω στα γόνατα , άδεια , προϋπηρεσία ,συστάσεις ] , ο άλλος ανίδεος από όλα αυτά και γι’αυτό άφθαρτος [Δεν είχε τέτοια πράγματα ]. Ο ένας εφήμερος , υποταγμένος στις επιθυμίες της στιγμής , συντονισμένος με τη δυναμική του «τώρα» , ο άλλος ισόβιος και γι’αυτό φορτωμένος με το στίγμα της καθολικής παρουσίας της ποιήτριας στη ζωή [«Ο αόρατος θίασος που αφιέρωσα στη ζωή μου»].Ωστόσο , ο πρώτος θίασος , εκείνος ο γεμάτος από φθορά , επιζητείται τελικά από την ποιήτρια ,για να δικαιώσει και να επισφραγίσει την πορεία του άλλου .Γιατί κάπως πρέπει να ολοκληρωθεί η παράσταση και ο τελευταίος ρόλος πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά που του αρμόζουν . Να είναι γεμάτος από τα συστατικά που ορίζουν τον άνθρωπο : από πάθη κι από έλεος .Με τέτοιο τρόπο κλείνει το ποίημα , με την παράκληση του ποιητικού υποκειμένου για έλεος .Έλεος όμως όχι για την παράταση του ρόλου , αλλά για την τελευταία υπόδυσή του .

————————————————————————

Αγγελική Ελευθερίου «Δεν σε ακούω πια»
Δεν σε ακούω πια
Τις νύχτες που γυρίζεις
Σε τέτοια όνειρα
Που παραδέρνω
Ωστόσο
Το πιο εφιαλτικό
-Αυτό που με ξυπνάει
Είναι που δεν σ’ακούω

Σχόλιο : Γιατί πια παραδομένοι στα όνειρά μας στήνουμε κόσμους έξω απ’ τον κόσμο .Και κατεβαίνουμε στα πιο τολμηρά μονοπάτια της συνείδησης δειλοί .Εκεί που θα’ πρεπε να παλέψουμε με τα ξόανα του εαυτού μας , καταλήγουμε τελικά να τα προσκυνάμε .Και να μένει σαν αστεία δικαιολογία ,που κάποτε κατορθώνει βέβαια και μας κλωτσάει έξω απ’ τα όνειρα , ένα «δε σ’ ακούω πια».
Κώστας Τσιαχρής

Από την εξαιρετική συλλογή της Αγγελικής «Μια άδεια θέση»
Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s