ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ – ΦΩΤΙΑΔΟΥ

 

 

1-%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7

 

 

1-ΦΩΝΙΕΝΤΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

 

 

 

 

 

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου κατάγεται από την Αμμόχωστο. Είναι Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στον κλάδο της Εκπαιδευτικής Διοίκησης. Ασχολείται με την ποίηση και την παιδική λογοτεχνία καθώς και με το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο. Είναι συνεργάτης της International Art Academy.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Το ταξίδι του Ήλιου στο Φεγγάρι, εκδ. Αιγαίον, 2007.
Αλεξ-ήνεμος, εκδ. Πήλιο, 2010, Βραβείο Κώστα Μάντη.
Οι διαδρομές τον Αδάμ, εκδ. Πήλιο, 2010. Φ
Κατεπείγον, εκδ. Μανδραγόρας, 2011.
Ο κύκλος ενός τετράγωνου έρωτα, εκδ. Πήλιο, 2012.
Διμερής συμφωνία, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.
Η λίμνη των κύκλων, εκδ. Μανδραγόρας, 2014.
Φωνήεντα σε περίπτερο εκδ. Μανδραγόρας, 2016.

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Αφύπνιση 800mg, εκδ. Μανδραγόρας, 2012.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Χρόνος είναι και γυρίζει, 2000.
Ο Μπαμπακένιος, 2009.
Άρης ο Φεγγάρης, 2010.
Ο κήπος με τις τριανταφυλλιές, 2011.
Ο βασιλιάς Ξεκούτης, 2011, Παιδικό θέατρο, Βραβείο Θ.Ο.Κ.
Στη Λιακαδοχώρα, 2005, Κρατιχό βραβείο Παιδιχής Λογοτεχνίας Κύπρου.
Ο Πρωταθλητής, 2009, Κρατιχό βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου.
Ο μικρός κύριος Ου!, 2011.
Για ένα χαμόγελο, ένα ποίημα-παραμύθι, εκδ. Μανδραγόρας, 2014.

 

 

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (2016)

 

ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΛΑΒΗ

Πέρασα όλη τη ζωή μου όρθια
σε ένα λεωφορείο άγονης ζωής
Σαν έτοιμη μονίμως για μια έξοδο

Καρδιά πιασμένη σε χειρολαβή
Τράνταγμα σε κάθε απότομο φρενάρισμα
Πάντα ένα τέλος στη στροφή
Χωρίς καμιά προειδοποίηση
Κι ανάπαυση καμιά
Ούτε ένα κάθισμα ασφαλείας
να προσφέρει μία πρόθεση ευγενής
από ένδειξη έστω σεβασμού
στην έλλειψή μου
ή στην υπερήλική μου ανάγκη

Σκέφτομαι τώρα
κάτω από το φως μιας λογικής
πόσο στριμώχτηκαν τα αιμοφόρα λόγια μου
ώστε να μην ακούγεται ο χτύπος τους
Ενώ θα μπορούσαν
την ώρα μιας αιχμής
να γίνουνε ποτάμι
Να με εκβάλουν σε πάθη ωκεανών

 

 

ΟΜΠΡΕΛΑ ΚΑΠΟΤΕ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΥΡΗ

Με μια ομπρέλα
κράτησες στεγνή τη μέρα
Τόσο ξηρή
που έσπαζε σαν καρυδότσουφλο στα μάτια μας
Χορεύαμε εγώ κι εσύ μες στη βροχή του ανέλπιστου
Singing in the rain
Once again
Singing in the rain
Φαινόμασταν σαν σταρ του σινεμά
Τα ρούχα μας δεν έσταξαν αγάπη
Υπήρξαν φορές
που εκείνη η ομπρέλα
κάποτε κόκκινη κάποτε μαύρη
γινόταν μια τεράστια καρφίτσα
στα χέρια άτσαλης μοδίστρας εποχής
τρυπώντας πού και πού τις βεβαιότητες
αφήνοντας στο πάτωμα να ρέει
ένα φιλί σαν αίμα
ώσπου να γίνει ανάμνηση

Όχι
Ποτέ δεν έμαθες σωστά τα βήματα
Εκεί που έπεφτες
τώρα και πριν
σπασμένο βρέθηκε το σκαλοπάτι

 

 

ΑΝΕΝΕΡΓΗ ΒΟΜΒΑ

Έχω μέσα μου έναν θυμό
Ανενεργή βόμβα μολότοφ
που ψάχνει τη διαδήλωσή της

Αν φτάσει μια φορά στην έκρηξη
θα ’ναι για να διαψεύσει
τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου
όπως η μέρα επιβεβαιώνει ως τη μετάνοια
το παρελθόν μιας νύχτας

 

 

ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Το πρωινό γίνεται στάλα
ντύνει δροσιά τη βουκαμβίλια
και της χαρίζει κρύσταλλα φωνήεντα

Κάτι μικρό
κάτι μεγάλο
σαν άνοιξης κήπος
σαν διαδήλωση
σαν εμβατήριο εαρινό
ατού φθινοπώρου τη χλομή την κουστωδία
ανοίγει πάλι έναν δρόμο

Και τότε τρέχω με ιλιγγιώδη αγάπη
μήπως ψυχή μου ανατραπώ
στη μεγάλη λεωφόρο με τα όνειρα
και τα κοιτάξω ακίνητη
σχεδόν αμετακίνητη

 

 

ΚΑΝΝΗ ΟΠΛΟΥ

Κάθε βράδυ, προτού πέσεις για ύπνο
αφήνεις στα χέρια μου ένα όπλο
Έχει την κάννη του στραμμένη προς το στόμα σου
επιδιώκοντας να σημαδέψω
τον τελευταίο ήχο σου
που ’πεσε σαν καρφί μες στα σεντόνια

Εγώ σημαδεμένη
με το συναίσθημα, χωρίς την κάμψη του καρπού,
αγκυλωμένη στο στενό κρεβάτι,
στρέφω αναγκαστικά την κάννη προς εμένα
και πυροβολώ αδιακρίτως
τις μισόκλειστες λέξεις μου
μήπως και στον στερνό τους σπαραγμό
επιθανάτιο ρόγχο μιας ζωής
ελευθερώσουν τη φωτοβολίδα εκείνη
που έχω κρυμμένη κάτω απ’ τη σιωπή μου

 

 

ΣΚΕΛΕΤΟΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Αντί πινακίου πυγμής
παρέδωσα τους τελευταίους μου στίχους
Πώς θέλεις να ’μαι ακόμα ποιητής
Πώς θέλεις να μιλώ με τις αισθήσεις
Η ποίησή μου
άγνωστη λέξη
συνώνυμη οδύνης
ή μιας ωδίνης
καθώς μου είπαν
Να γεννώ ακόμα μια τήξη από σάρκα
Να απομένω μάζα οστών
στον σκελετό της σύνταξής μου
Με τις βροχές στα πυκνά μου στάχυα
παράκαιρες
να απειλούνε τη σοδειά που προετοίμαζα
για έναν βαρύ αβάσταχτο χειμώνα

 

 

ΚΕΡΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Κρίμα
Τόση σπατάλη
με κέρματα αγάπης
που δεν εξαργυρώνονται
Πέφτανε μόνο ανυπεράσπιστα
μες στα πηγάδια των ευχών
για να πνιγούν

 

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΝΟΤΑ

Έχουν μια μουσική τα τρένα
Έχουν τη μελωδία της εναλλαγής
Την ώρα που σφυρίζουνε σφαδάζοντας
ην έλλειψη
ελευθερώνουν νότα νότα το ερωτικό τους κάλεσμα
Βλέπεις τις ράγες τους
νο ορθώνονται
να γίνονται αγκαλιά
να σφίγγουν μέσα τους μια άγνωστη ηδονή
κάποιου ορίζοντα
Να λυγίζουν
σαν επιδέξιοι χορευτές

Κι άλλοτε πάλι
να γίνονται δεσμά
να τυλιχτούνε γύρω στις σκέψεις σου
κι από πουλιά που τις ξεγέννησες
να πέσουνε στο χώμα σου βαρίδια

Η επόμενη μου νότα
θα ήθελα να είναι το φως
που αντανακλά πάνω στις ράγες 

 

 

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΧΟΡΟΥ

Αυτή η συγκίνηση που χτυπούσε χαμηλά στον λαιμό
κρατώντας τις ανάσες των χελιδονιών
σε μια χούφτα μέρες
αυτή η ταραχή με απροσδιόριστο χρώμα
με προέλευση χωρίς ταυτοποίηση αισθημάτων
ενεργοποιούσε τον χρόνο που καθότανε αμέριμνος
στη σιωπή της μνήμης

Και τότε είπες πως οι ώρες πρέπει να βάζουν
παπούτσια χορού
Να στροβιλίζονται στη ζωή
μέχρι να αποσυρθούν στη γωνιά τους
χορτασμένα από κίνηση
λησμονημένα από αγάπη

 

 

ΣΧΟΙΝΙ ΟΡΕΙΒΑΤΗ

Σχοινί ορειβασίας έχω για μνήμη
να σκαρφαλώνω νύχτα σε απάτητες στιγμές
γιατί η θύμηση
συνθέτει διαδρομή
δεν είναι απλώς το πεπραγμένο
είναι κυρίως το άφταστο
πρωτίστως το ανέφικτο
που μας προσπέρασε στον δρόμο του
δίχως μιλιά

 

 

ΣΑΝ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΠΑΛΙΟ

Τι κι αν σώθηκαν όλα τα παιχνίδια
της μοίρας
της ζωής
του έρωτα
Ας παίξουμε πεντοβολά
όπως μας έμαθε κάποτε
ένας καιρός περαστικός

Ήταν οι μέρες που ευωδίαζαν αγάπη
κάνοντας κούνια στο ψηλό της πόρτας γιασεμί
Τώρα πέτρες μικρές που να χωράνε μες στη χούφτα
θα έχουμε τις λέξεις που ζυμώθηκαν σκληρό
στην πιο μεγάλη απουσία της συγγνώμης
Κι όταν πετάμε μια κουβέντα μας ψηλά
ευχή θα κάνουμε να γίνεται ανάστροφο πουλί
ν’ αποδημεί στις κρύες ώρες

 

 

ΜΟΝΑΧΑ ΟΥΡΑΝΟ ΘΑ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ

Πέτα μου ένα δίχτυ
Αντί για ψάρι
θα γίνω γοργόνα
πέτα το λοιπόν
Δελέασε με
με τα δώρα της στεριάς σου
Είναι η θάλασσα που με αρμένιζε
τώρα ατέλειωτος βυθός
Εύκολα γίνονται τα κύματα πνιγμός
αντί ταξίδι
Πέτα μου ένα δίχτυ στιβαρό
να βγω σαν τη γοργόνα στη στεριά
Κι ας μην υπάρχει πρίγκιπας
Εγώ έτσι κι αλλιώς
μονάχα ουρανό θα ερωτεύομαι

 

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσανε σε έναν γκρεμό χωρίς αντίλαλο
και από τότε
βλέπουν την συνεχεία εντός μου

Ρίξε μου μια αγάπη
να ανέβω!

 

 

23 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

 

3

Έχεις μια ρωγμή στην πάνω αριστερή γωνία
Δεν ξέρω αν θυμάσαι
Εγώ ποτέ δεν ξέχασα
όταν στα δεκάξι μου
στάθηκα απέναντι σου με ένα λάβαρο
Και μ’ έναν έρωτα με τις ξανθές πλεξούδες του
Εσύ μόλις ξυπνούσες
Είχες πιει πολύ, πρώτη φορά
το περασμένο βράδυ
κοιτάζοντας μια αόρατη πανσέληνο
Τρέκλιζες, είχες θολή τη σκέψη σου
Βαριόσουνα να πεις ακόμα ένα ψέμα
Και μου ’στειλες κατάμουτρα
την άρρωστη αλήθεια
Τότε το χέρι μου οργίστηκε
Κι έχωσε την κόκκινη καρδιά του
επάνω αριστερά σε μια γωνίτσα σου

 

13

Πάντα παραμόρφωνες το μέλλον που ερχόταν
Του άλλαζες σχήμα, πρόσωπο
Τα μάτια διαστέλλονταν τρομαγμένα
και το λεπτό ευλύγιστο κορμί
μεταμορφωνόταν σε υπερβολική αμφιβολία
Ύστερα έσβηνες το φως
κι απέμενες μια λεία ουδετερότητα
μες στην αδιόρατη κατάβασή

 

 

ΕΡΩΣ ΑΝΕΡΑΣΤΟΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ

 

ΙΙ

Δεν κοιμήθηκα, δεν έχω πεθάνει
Τεχνητό μάλλον κώμα με κρατάει πρίγκιπα
σ αναμονή για το φιλί της ζωής
Αλλιώς θα με είχα ήδη σκοτώσει
με ευθανασία αγίνωτων καρπών
Εσύ καλπάζεις με το κουτσό σου άλογο
πανοπλία τρύπια από τον άνεμο
την ώρα που τα βήματά σου σβήνουνε στην έρημο
Αντικατοπτρισμός
Με παραισθήσεις δεν αισθάνομαι Χιονάτη

 

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ (2014)

 

ΕΝΟΧΕΣ

Μην τις κοιτάς
Δεν έχουν πρόσωπο
για να κοιτάξουν στον καθρέφτη
Δεν έχουν μάτια
να μην ακούνε τις σιωπές
που ζωγραφίζονται στους τοίχους
Είναι μπογιές με ακαθόριστα υλικά
Με χρώμα νοθευμένο
Σε μια αντίστιξη του γκρι που επιμένει
Κι όταν καθίσουν στο τραπέζι
δήθεν προσεύχονται
ο’ ένα Θεό που συγχωρά το ασυγχώρητο
Ύστερα τρώνε φλυαρώντας δυο μπουκιές από τη μνήμη
Ψίχουλα μένουν και τα ρίχνουνε σε γάτες και σκυλιά
να ‘χουν να λένε πως αγαπούνε τη ζωή
Κάποτε σβήνουν το κερί
Φεύγει και το χλομό ημίφως
Τον έρωτά τους αγκαλιάζουν στο σκοτάδι
λίγο προτού γεννήσουν έναν ακόμα θάνατο 

 

ΜΕΡΙΔΙΟ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ

Πέντε ώρες πριν από το χάραμα
καθόμουνα α’ ένα τραπέζι
Και με κουζινομάχαιρο
έκοβα τη νύχτα σε μερίδες
Για τους ληστές και τους φονιάδες
γι’ αυτούς που προσκυνάνε τ’ άδικο
στήνουνε λιτανείες
τις ανομίες όλες περιφέροντας
μήπως κι αγιάσουν
Κι ως το πρωί μετρούσα τα υπολείμματα
Κι ήταν ακέραιη η νύχτα στο σεντόνι μου

 

 

ΥΠΟ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ

Ωραίο το κέλυφος
Επίχρυσο κάλυμμα
Μικρή χαραμάδα για την εισροή οξυγόνου
Γυάλινος θόλος για μια υποψία ουρανού
Μέσα φιλάσθενη μια πεταλούδα
περιμένει το σύνθημα για να πετάξει
Το κέλυφος πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξει
αν το ορίσουνε Θεοί και ημίθεοι
με κεραυνούς και δωρεές

 

 

ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΥΓΡΕΣ

Η χαλασμένη στέγη κάποιας σύναξης
άνοιγε πού και πού το πέρασμά της
σε μια ψιλή βροχή
υγραίνοντας τις λίγες λέξεις
που μαλακές πέφτανε
επάνω στις κλειστές αισθήσεις
Ριγούσανε εκείνες σαν παρθένες
που κάναν έρωτα
πρώτη φορά με την ψυχή τους

 

 

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Κοιμήσου μικρή μου πόλη
με όλα τα φώτα σου ανοιχτά
Τώρα που δεν αχούν τους ήχους οι άνθρωποι
εσύ απερίσπαστη θε να κοιτάξεις τις ρωγμές
τις γρατσουνιές πάνω στους τοίχους
Κάπου το συρματόπλεγμα έχει σχιστεί
και μια καρδιά σε σχήμα τριαντάφυλλου
ανάσκελα ατενίζει τ’ άστρα
Κοιμήσου μ’ ανοιχτές προθέσεις
Ως το πρωί σαν υπνοβάτης
θ’ αντανακλάς την ύπαρξή σου

 

 

ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Η ευτυχία γράφεται με ήττα
Πολλές φορές θα πέσεις
στα πεδία των μαχών σου
ανυπεράσπιστος και κάποτε δοσίλογος
με άναρθρες στιγμές
Κι άλλες φορές θα κλείσεις στο κελί τους
δυο τρεις μικρές επαναστάσεις
και τις σημαίες θα διπλώσεις
μην τις ερωτευτεί ο άνεμος
Η ευτυχία γράφεται ανορθόγραφα
Χωρίς κανόνες δίχως τονισμούς
Σαν λέξη μονοσύλλαβη
Σαν δίφθογγος χωρίς διαλυτικά 

 

 

ΕΠΙΒΙΩΣΗ  I

Τα πρωινά καταδύομαι
στη βυθισμένη μέρα της μεγαλούπολης
Στα καταστήματα υπάρχει έλλειψη
από φιάλες οξυγόνου
Μαυραγορίτες εξαγοράζουν τη συνέχεια
διεκδικώντας τις τελευταίες χρυσές ελπίδες μας
Καταδύομαι κρατώντας μονάχα την αναπνοή μου
δασκαλεμένη να κρατώ σιγή ιχθύος

 

 

ΕΠΙΒΙΩΣΗ  II

Επιχείρηση διάσωσης
Ούρλιαζαν μες στη νύχτα τα πυροσβεστικά συνθήματα
αγνοώντας τη βιολογική καύση των ονείρων μας
Πονάνε οι αποξηραμένες θλίψεις;

 

 

ΜΝΗΜΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Έσταζε η βρύση από τη μνήμη
Χρόνια δεν μ’ άφηνε τις νύχτες
να κλείσω απ’ έξω τη φωνή μου
Εκνευριστικές οι υπενθυμίσεις της
Τιπ ταπ εικόνες θορυβώδεις
Λόγια που ξύριζαν τα όνειρα
Φωτογραφίες που αλλοίωναν το σώμα
και σκοτεινές φιγούρες πρόβαλλαν
Η μουσική από τη διπλανή απουσία
μία κραυγή στη διαπασών
Έξω ο κόσμος κυοφορούσε τη ρουτίνα του
Το νέο παιδί γεννιόταν λερωμένο
ατάιστο, απότιστο
με μάτια αιωνόβιου θανάτου

Σηκώθηκα απ’ τη σκέψη με μισόκλειστη την πρόθεση
ψάχνοντας για διακόπτες φωταγώγησης
Θα πρέπει να ‘χαμε διακοπή ηλεκτρικού
όπως συμβαίνει μετά την καταιγίδα 

 

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΩΣ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

Γεννιόμαστε με δυο δάχτυλα κρασί στις πεθυμιές
Οι ώρες μας χορεύουν ζαλισμένες εξαρχής
0 κόσμος μας ανάποδα γυρίζει
από τη δύση ως την ανατολή
Για τούτο ζούμε πρώτα στο σκοτάδι
Μετά σαν άτυχοι ορειβάτες
στο πεπρωμένο μας επάνω γαντζωνόμαστε
Αρχίζουμε για λίγο την ανάβαση
μέχρι τις παρυφές της λογικής μας

 

 

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Έχουν εκλείψει πια τα κεφαλαία γράμματα
ΣΤΟ καθημερινό μας λεξιλόγιο
γράφουμε μόνο τις μικρές μας πράξεις
χωρίς τελείες και εισαγωγικά
πάμπολλα τα ερωτηματικά που παραλείπονται
χωρίς να είναι ευκόλως εννοούμενα
παρά μονάχα προσποιούμενα
πως δήθεν συνοδεύονται από θαυμαστικά

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ

Η μουσική τρυπάει τον μανδύα της νύχτας
Σαν κλέφτης ψάχνει για τα τιμαλφή της μέρας
Παλιά κειμήλια
Μοντέρνα αξεσουάρ
Ποτέ δεν θα τελειώσει
η φιλαρέσκεια της πλήξης

 

 

ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Έξω στους δρόμους μια φωνή ξυπνά
Μικρός λυγμός
μεγάλη ήττα κάποιας νύχτας
που ανακατεύει τα σεντόνια μου
Κανένας πλέον δεν μπορεί να κοιμηθεί
Η τελευταία μας βόλτα στο φεγγάρι
περιφορά μας σε μια έκλειψη
μας έριξε στην έρημο
σαν επαναστατημένους δορυφόρους
Πες μου πως θα φωνάξει δυνατά ετούτος ο λυγμός
Πες πως θα γίνει δάκρυ σαν σταγόνα
επάνω σε θολό καθρέφτη
που όταν πέφτει
μια ρωγμή σκαλίζει προς τα ενδότερα
ίδια με πέτρα που χαράζει την οργή της 

 

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ

Χορεύω στις μύτες στιγμών
Μπαλαρίνα χωρίς ισορροπία αισθήσεων
μονάχα παραισθήσεων
Ο κόσμος είναι ωραιότερος
όταν αντίστροφα τον περιγράφεις
Απ’ το Ωμέγα με επιφώνημα το Ω!
ως το στερνό μας Άλφα της μεταμέλειας

 

 

ΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (2013)

 

Τις Κυριακές αφήνω ένα πουλί ελεύθερο να φύγει απ το στήθος μου
να φτερουγίσει πάνω στις κορυφογραμμές των δισταγμών

***

Δεν κάρπισαν τ’ αμπέλια μου, κρασί δεν ήπιε η λογική μου
Ποτέ τρεκλίζοντας δε βγήκε η ανεράδα μου να ζωγραφίσει τη ζωή μου

***

Αφηνιασμένα άλογα απ’ την καρδιά ξεχύνονται, στα σύνορα κινάνε
Να ξεπερνούν στα λόγια και τις λογικές, τους ισολογισμούς του κάθε χρέους

***

Τα πέλαγα που έζησα ήτανε θάλασσες κλειστές με βράχια γύρω
Δε με ταξίδεψαν, μονάχα με ξεβράσανε κουφάρι στις ακτές του τέλους

***

Σβήνει η μέρα τούς κρατήρες που ανάψαν τα φεγγάρια
Μια χούφτα λάβα απομένει να λιώνει τα φορέματα του ήλιου

***

Με δυο φτερά στα πόδια και σία χέρια πετάω πάνω απ’ το βράχο
που μυτερό κι ολόρθο έστησε στο δρόμο μου ο φόβος

*** 

Κομμένες ήτανε σία δυο οι ώρες της πορείας
Ένα κομμάτι για τη θέληση κι ένα για την προκοπή του κόσμου

***

Τεχνίτης ήμουν με την έγνοια της διαύγειας και πάσχισα
της άμμου τις ρυτίδες απ’ το χρώμα του γυαλιού να αφαιρέσω

***

Τη μουσική μου έβαλα στο γέλιο ενός παιδιού
να ηχολογεί στα βήματα του μέλλοντος
***

Με ένα γλάρο στο κρυφό το χτυποκάρδι μου ταξίδεψα
σε ουρανό και θάλασσα ανάμεσα κρατώντας το γλαυκό της νηνεμίας

***

Πελώριες οι νύχτες κρατούσανε φεγγάρια σε ομηρεία
Μικρές οι μέρες λευτερώνανε του ήλιου τις αχτίδες σ άλλο Σύμπαν

***

Προσεκτικά θα συλλαβίσω δύσκολα φωνήεντα
προσέχοντας τα δίφθογγο σε κάποιες διασταυρώσεις 

***

Έρωτας πειρατής ήρθε και ρήμαξε της νιότης τα προικιά
κουρέλια μιας καρδιάς αφήνοντας στο πέρασμά του

***

Τα βράδια πέφτουν με τους ψίθυρους της μέρας
κι αναχωρούν με τις κραυγές αναμετρήσεων

***

Κράτα εκείνη την αγάπη, που φτερά σού δίνει σαν τον Ίκαρο
μα ποτέ σιμά στη φλόγα δε σ’ αφήνει, να μη λιώσεις

***

Λόγια σαν χάντρες κομπολογιού πήγανε κι ήρθανε σε χείλη αργόσχολα
Μέχρι που γίναν όπλα να σκοτώσουνε αθώους κι ένοχους αντάμα

***

Σαν άλογα καλπάζουνε τα χρόνια σε χλωρά λιβάδια
ποδοπατώντας άνοιξες για να ‘μπει αξιοπρεπές ένα φθινόπωρο

***

Φυλάκισε μια κόρη μνήμη στο πιο ψηλό του κάστρου του παράθυρο
να αγναντεύει ολημερίς αγάπης σταυροφόρους

***

Το άγαλμα του Μεγάλου Στρατηλάτη όρθιο μες στην πτώση μας
κρατούσε τη λευκή του μάρμαρου γυαλάδα στα σκοτάδια

***

Ατέλειωτες ώρες κρατούσανε στα δίκτυα τους μια ευκαιρία
μα εκείνη σπαρταρούσε επώδυνα αρνούμενη την παράδοσή της

***

Κάπου ανάμεσα στη νιότη και στην ωριμότητα
ζύγιασα του δρόμου τις στροφές πίσω μου κι εμπρός μου

***

Με το φουστάνι μιας μικρής απόδρασης βγήκε μια βόλτα το φεγγάρι
τη μέρα να ‘βρει που πολλά τού ιστορήσαν για το φως της

***

Περαστικές χαρές, αξεπέραστες θλίψεις, διαπερατές ευτυχίες
κεντήσανε κλωστή κλωστή των χρόνων τα προικιά

***

Ό,τι αγάπησε το μίσος μου το βάσταξαν δέντρα δίχως καρπό
Με φύλλα μόνο πού ‘πεφταν κατακαλόκαιρα στο χώμα της ξηρής προοπτικής μου

 

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΕΝΟΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΥ ΕΡΩΤΑ (2012)

 

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΟΝΕΙΡΟ

Το μικρό μου όνειρο
Το έπλυνα, το έντυσα
Του φόρεσα μια κόκκινη καρδιά
Μία χρυσή κορδέλα στα φτερά
Κι ύστερα
Μ’ ένα φιλί στον ήλιο κατευόδιο
Το έστειλα στο πρώτο του ταξίδι
Και τώρα νέα περιμένω να μου στείλει
Από τη χώρα των ευχών
Την ένταση των προσευχών
Από τ’ απρόσμενο, τ’ ασύλληπτο
Το ευλογημένο το νερό του κόσμου

 

 

Τ’ΑΔΟΚΙΜΑΣΤΟ

Ξύλινο παγκάκι σ’ ανθισμένες λέξεις
Από στόματα με τα κόκκινα κεράσια της νιότης
Αγκαλιές με τρυφερότητα παρθένου δισταγμού
Χέρια που διψούν για ένα άγγιγμα στη νέα προοπτική
Κι ένας μικρός φτερωτός άνεμος
Χαϊδεύει τα μαλλιά κυματίζοντας το πάθος του
Μέσα στα δάχτυλα
Που συγκρατούν ακόμη η συστολή και τ’ αδοκίμαστο 

 

 

ΠΕΡΙΦΟΡΑ

Η τροχιά σου παραμένει ελλειπτική
Να συντηρεί τις εποχές στο σύστημά μου
Κι εγώ Ήλιος αδύναμος, χλωμός
Αμετακίνητος στις τρυφερές εξάρσεις της αγάπης
Προσμένω τη δική σου κίνηση
Περιφορά του Άγιου Έρωτα και λιτανεία της ψυχής

 

 

ΚΑΘΕΤΩΣ ΚΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΣ

Στα ερωτικά σταυρόλεξα
Ας μη δίνονται οι λέξεις
Οριζοντίως και καθέτως
Περιορίζεται η έκταση του πάθους
Σε μία μόνο στήλη
Σε μια μόνο γραμμή
Τη στιγμή που ο έρωτας που γέννησε
Μονάχα η ματιά της Αφροδίτης
0 έρωτας που δεν υπόκειται σε πενιχρές απομιμήσεις
Και σε ελεύθερης μετάφρασης φτωχές διασκευές
Ξεχύνεται μονάχα διαγωνίως
Καταλαμβάνοντας όλες τις στήλες
Όλες τις γραμμές
Κι όλες τις κορυφογραμμές
Των αντιστάσεών μας

 

 

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ

Ανίατη μέρα
Αρρυθμίες αισθημάτων
Ανεπάρκεια συγκινήσεων
Σμίκρυνση χαμόγελου
Μεγέθυνση επιφύλαξης
Το βράδυ αναμένεται βελτίωση της ασθενούς μας προοπτικής
Όταν ο κόσμος θα ξυπνά
Απ’ της συνήθειας το λήθαργο

 

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

Ήταν το αίμα τάχα που ποτέ μου δεν εκοίμισα
Ακόμα και σαν ήρθε πολιορκητής ο χρόνος
Επάνω σ’ ένα μύθο
Που απέτρεπε της φύσης την επέλαση;
Ή μήπως ήτανε η κουρασμένη του Μενέλαου ανάσα
Δίπλα στα ξάγρυπνά μου μέλη
Στις διεσταλμένες πόθων διαδρομές;
Ίσως και να ’ταν αρκετή η μέρα
Που μες στου Πάρη τη ματιά κυλούσε
Με τις λιακάδες όλες
Με το σφυγμό πιο δυνατό απ’ τη συνήθεια
Και τα φιλιά πιο νοτισμένα απ’ τους ξηρούς συμβιβασμούς μου

 

 

ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Στη σπηλιά που έχεις κρυφτεί
Μαζί με την αντίστασή σου
Έξοδος είναι η είσοδός σου
Για τούτο κι επιβάλλεται
Πλησιάζοντάς την να έχεις γνώση
Αν την απόφασή σου επανακαθορίζεις ισχυρότερος
Ή αν την έξοδο κινδύνου πλησιάζεις

 

 

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Στη φωτιά καίει το τελευταίο μας φιλί
Έξω κρατιέται ο καιρός από ’να σύννεφο
Που ερωτεύτηκε τρελά το καλοκαίρι
Μα εκείνο παίρνει τις καυτές του ώρες αγκαλιά
Σε παραλίες μακρινές μονάχο ταξιδεύει
Στέλνοντας μόνο καρτ ποστάλ της απουσίας του
Την ευτυχία σε μικρές συσκευασίες ηλιοφάνειας
Τις ώρες που μια Αγάπη βιαστική
Στης καρδιάς μας τις διαβάσεις
Αδιάφορα περνά κοιτάζοντας μπροστά
Ενώ εμείς προσμένουμε ξανά
Τη φωτεινή οδοσήμανση
Που τρέφει η προσδοκία

 

 

ΛΕΞΗΜΑ

Οι προθέσεις σου δεν είχαν λέξεις
Μείναν στο λέξημα
Κι έτσι το αγαπ-
Δεν έγινε αγάπη κι αγαπώ
Αλλά αγαπημένη ανάμνηση
Σε μια εταζέρα
Μ’ ασημένιες περιδέσεις του ανέφικτου
Και το ερωτ-
Έρωτας δεν εγίνη
Ερωτηματικό προέκυψε
Ένα στην αρχή πολλά μετά
Που θέριεψαν
Σαν γόπες βγήκαν πεινασμένοι
Και ζώσανε σφιχτά την απουσία σου
Τρώγοντας απ’ της ψυχής μου το κορμί

 

 

ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ

Στο τετράδιο μιας ανάμνησης
Με γράμματα μουντζουρωμένα
Καταλήξεις ανορθόγραφες ρημάτων
Γράφτηκε το τέλος της πέμπτης εποχής
Δεν ήτανε καλοκαιριά μα μήτε άνοιξη
Δεν ήτανε χειμώνας
Μα δε μύριζε φθινόπωρο
Καιρός παράξενος
Με της ερήμου τη σκληρή εναλλαγή
Βραδιές της απουσίας σου με τύλιγε το ψύχος
Στιγμές της παρουσίας σου
Μαστίγωνε τις ώρες η φλόγα των ονείρων
Ώσπου το δέρμα μου δεν άντεξε ετούτη τη μετάλλαξη
Τη συνεχή προσαρμογή στις διαθέσεις των ματιών σου
Την αλλαγή στις μεταπτώσεις των χεριών σου
Και έσκασε στο χρόνο μέσα
Με τις μικρές εκρήξεις ελεγχόμενης οργής
Με απαλές εντάσεις πικραινόμενης στοργής

 

 

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ

Πόσα παιδιά γέννησε η συνέχειά μας
Πόσα παιδιά φόνευσε η απάθειά μας
Σε πόσους στίχους τραγουδήσαμε τον έρωτα
Σε πόσες λέξεις εξοντώσαμε την αγάπη
Μετράω τ’ αμέτρητο
Λογαριάζω το άλογο
Σταματώ στο παράλογο

 

ΤΑ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Τα νεκρά σαλιγκάρια στις υγρές αυλές
θαρρώ πως μοιάζουν με τους χαμένους έρωτές μου
Μία ζωή κουβάλησαν στην πλάτη
Το κέλυφος της προστασίας τους
Μ’ αγνόησαν το βήμα του απρόσκλητου διαβάτη
Στο μικρό παράδεισο που σέρνονταν αδύναμα
Κυρίως όμως θανάσιμα ανυποψίαστα

 

 

ΕΚΛΕΙΨΗ

Έκλειψη αγάπης
Για άλλη μια φορά
Ανάδρομοι πλανήτες μες στην πλάνη μου
Παλεύω απ’ το μηδέν να κρατηθώ
Κι απ’ το ελάχιστο που πρόφταξα
Πριν απ’ το θάνατο του Ήλιου ν’ αγναντέψω
Είναι μικρές οι ρίζες και πικρές οι διαδρομές τους
Άγονος καιρός που διώχνει τη βροχή του κόσμου
Ξηρές οι μέρες πιότερο στεγνώνουνε τη δύναμη της γης μου
Λέω πως θα ’ρθουν ώρες
Ν’ ανθίσουνε καινούριες μυρωδιές
Απ’ τις αγάπες που δε μ’ αξίωσε ακόμα ο χρησμός μου
Κι έτσι
Από τούτα τα άβγαλτα κλαδιά κρατιέμαι
Πιο δυνατά, πιο στερεά από ελπίδα
Πιο ανοιξιάτικα απ’ την πρώτη του χελιδονιού φωνή

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ

Έγειρα σε μιαν ανάμνηση επάνω
Προσμένοντας ν’ ακούσω πάλι
Τa ιδιαίτερα φωνήεντα
Που ήξερε κάποτε να γράφει
Στ’ αλφαβητάρι των αισθήσεών μου
Μα εκείνα, σαν ξεκούρδιστα πια σύμφωνα
Σε γλώσσα ξένη, ακατανόητη
Προσπέρασαν αδιάφορα την καινούρια μου τη μέρα

 

 

ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Κορίτσι με τα ηλικιωμένα μάτια
Με τις πατούσες σου επάνω στις ξηρές
Του χρόνου κίτρινες πευκοβελόνες
Τα χείλη σου ξηρά από κρασί που δε γεύτηκες
Κάθεσαι μες στη σκέψη σου
Διαβάζοντας μικρά ημερολόγια
Από μεγάλες μέρες
Ενώ την πόρτα σου κτυπά ελαφρά
Ένα τραγούδι απ’ την τελευταία θάλασσα που σε ταξίδεψε
Κόρη με το σκουριασμένο πέρασμα
Του ήλιου επάνω στα φθαρμένα τα παντζούρια του έρωτά σου
Στέκεις ολόρθη στο κατώφλι της αδράνειας
Κρατώντας ένα μαραμένο τριαντάφυλλο
Με ευωδιές ατέλευτες
Που σου μυρώνουνε το σούρουπο του κόσμου

 

 

ΣΧΗΜΑ Α-ΣΧΗΜΙΑΣ

Κύκλοι τετράγωνα τρίγωνα μέσα στη μέρα μου
Αναταράζουν τις καμπύλες αισθημάτων
Τις εσοχές απόκρυψης μιας αδυναμίας
Την ωραιότητα μιας άγνοιας αποσυνδέουν
Από προσπάθειες λεπτής ισορροπίας
Έτσι που κάθε σχήμα ά-σχημο προκύπτει
Εύπλαστο σαν συνείδηση ασθενική
Η αποκάλυψη ντύνει τη μέρα με καημό
Και η παράσταση αρχινά
Με νοθευμένες ερμηνείες

ΦΤΩΧΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ

Κι είναι νωρίς για να σωπάσει το αίμα
Κι είναι αργά για να ξανάβρω την αρχή μου
Και στο μεταίχμιο παλεύω για κανονικές αναπνοές
Εισπνοές, εκπνοές σ’ εκγύμναση ψυχής
Μέχρι που πνίγομαι σαν μανιώδης καπνιστής
Στις καταχρήσεις μιας φτωχής συναλλαγής

 

 

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Αλλάζοντας τη ροή του πόνου

Σε μια πανσέληνο πληγώθηκε η αγάπη
Τα δάκρυά της θρέψανε τις ασημένιες φεγγαριού πνοές
Κι αυτές, ευαίσθητες χορδές
ΣΤΟ πέλαγο της λύπης πέσανε
Τα φουρτουνιασμένα λόγια ψιθυρίζοντας μ’ έναν υγρό καημό
Σε μια πανσέληνο γυμνώθηκε η ζωή
Απ’ τα στολίδια ενός πλανόδιου έρωτα
Που τον προσμένανε στις γειτονιές
Οι κοριτσίστικες πλεξούδες του ονείρου
Μ’ αυτός με τις πραμάτειες του όλες λοξοδρόμησε
Αφήνοντας τα χέρια αδειανά απ’ της Θεάς την προσφορά
Κάθε που το φεγγάρι ταξιδεύει στην πληρότητά του
Μια θλίψη λύνει τη σιωπή της
Με κρουσταλλένια δίφθογγα μικρής εξομολόγησης
Στην αύρα μέσα μιας θαλάσσιας συγχορδίας
Με μουσικές σε ύφεση καρδιάς

 

 

ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΗ

Σοβαρής μορφής εξάρτηση
Μη αναστρέψιμη αγάπη
Σε τούτο το βασίλεμα καλοκαιριάς
Του κόσμου και της ζήσης
Κι έτσι
Καθώς φθινόπωρο κουρνιάζει στον αγέρα
Καθώς τα φύλλα ετοιμάζονται
Για πλήρη υποταγή στο θείο χώμα
Παίρνω ανάσες απ’ το άρωμα του κάμπου σου
Δροσοσταλίδες απ’ το πρώτο ξέσπασμά σου
Σε άσπρο σύννεφο τις κλείνω
Κι αυτό σαν αίνιγμα χαμογελά
Θερμαίνοντας τις έκπληκτες αισθήσεις μου
Περνώντας πότε πιο ψηλά
Και πότε χαμηλότερα
Από το χάδι σου που όλο και σιμώνει
Απ’ το επερχόμενο φιλί σου
Από τις φλογισμένες μου αναμονές
Εμπρός στο αναπάντεχο ετούτο δώρο
Θεού ξεστρατισμένου

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ημιτελής δεν έζησα ποτέ
Ολόκληρο το μήλο κυνηγούσα
Όλες τις κόκκινες δαγκωματιές βιαζόμουν να γευτώ
Και στην ψυχή μου μέσα ημιθανής δεν άντεξα στο ελάχιστο
Τη στρογγυλάδα ήθελα και πάλι να αγγίξω
Στον κύκλο μέσα αγνοείς το τέλος
Τα δάχτυλά σου δεν το ψηλαφούν αχρείαστα, ασυλλάβιστα
Κι ούτε και γύρεψα σ’ άλλους σταθμούς
Το γύρο της καρδιάς μου να ναυλώσω
Σε τούτο εδώ τον ήλιο κυνηγούσα τις σκιές μου
Ακολουθούσα μια φωνή που πρόσταζε αδιάκοπες πορείες
Εντελώς στο ηχόχρωμά της αφημένος
Εντελώς του τέλους μαχητής

 

 

ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ (2011)

 

ΧΑΪΚΟΥ

 

ΠΡΟΣ ΕΛΕΝΗ

Ωραία ήσουν
μέχρι του Μενέλαου
το στερνό φιλί

 

ΠΕΡΙ ΘΥΣΙΩΝ

Ποτέ δεν ήρθε
ο ούριος άνεμος
Ιφιγένεια

 

Η ΑΛΛΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Δεν επιστρέφω
σε Ιθάκες που μείναν
χωρίς μνηστήρες

 

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ

Αν δεν ακούσεις
μια σιωπή στη ζωή
δε θα φωνάξεις

 

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Για μια Χιονάτη
φυγάδευσαν τα μήλα
απ’ την αγάπη

 

ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

Υποχωρώντας
η αλήθεια σκόνταψε
σε λίγες τύψεις

 

ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ

Ο αυτόχειρας
ποτέ δεν πήρε χάρη
απ’ την ψυχή του

 

ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Αγάπης ήχος
ταξίδεψε γρήγορα
σ’ ένα σου βλέμμα

ΣΥΝΕΠΕΙΑ

Δεν επέτρεψα
την παρακαμπτήριο
στα όνειρά μου

ΕΛΞΗ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

Ερωτευμένος
ένας μύθος τριγυρνά
σε μιαν αλήθεια

 

ΑΦΟΤΟΥ ΕΦΥΓΕΣ

Ραδιόφωνα
καλύπτουν τους οδυρμούς
του φονικού σου

 

ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΝΘΟΦΟΡΙΑΣ

Δεν ανθίσανε
λουλούδια που έμειναν
χωρίς χειμώνα

 

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οι Πηνελόπες
διαβάζουν το μέλλον τους
στο παρελθόν τους

 

ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΗ

Αβρόχοις ποσί
διήλθε ωκεανούς
αγκομαχώντας

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Όταν βραδιάζει
μια ανάμνηση σκύβει
στα σεντόνια μου

 

ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

Κοίταξε τα’ άστρο!
Πέφτει καβάλα σε ευχές
μετανοούντων

 

ΑΓΩΝΑΣ

Εντός ή εκτός
κράτησα τη ψυχή μου
επί τα αυτά

 

ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ

Μετά τη βροχή
ξυπόλυτο γυρνούσε
το όνειρο μας

 

ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Στη νύχτα μέσα
έκλαιγε ένας ήλιος
που ξεστράτισε

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΖΩΗΣ

Αθροίζω στιγμές
Αφαιρώ μειωτέους
Διαιρώ λάθη

 

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Ζήσανε καλά
όσοι στα παραμύθια
δεν πιστέψανε

 

 

ΟΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ (2010)

 

ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΟ

Με την πήλινη του σάρκα
Κυρίως, όμως, με την πήλινη καρδιά
Πορεύτηκε σε στέπες και ερήμους
Σε σαβάνες με τα θηρία των ψυχρών του λογισμών
Ψάχνοντας για τα εδέσματα της ευφορίας
Βρέθηκε ακόμα και στους πάγους
Δοκιμάζοντας τις αντοχές του σε όλα τα υπό
Στους τριακόσιους βαθμούς Κελσίου
Χαράχτηκε η άνυδρη ψυχή του
Μαράθηκαν καρποί και άνθη
Που παλεύαν από καταβολής αγάπης να φυτρώσουν
Σε κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες
Έγραφε στίχους στη μουσική της θείας αύρας
Νήστευε τον ύπνο που ξεστράτιζε σε λήθαργο
Ήξερε ν’ αγναντεύει πέρα απ’ τους κλειστούς ορίζοντες
Με τα καράβια σαν κουκκίδα ανήμπορη
Ν’ αντέξει τρικυμίες και καρχαρίες
Με την πήλινη μου σάρκα
Κυρίως, όμως, με την πήλινη καρδιά
Πορεύτηκα και πορεύτηκες Αδάμ
Σε τσέπες και ερήμους
Σε σαβάνες με θηρία που κατέτρωγαν
Τα πρώτα σαλπίσματα της ταπεινής ανθοφορίας μας
Βρεθήκαμε ακόμα και στους πάγους
Παλεύοντας με μείον και με πλην
Στους τριακόσιους βαθμούς Κελσίου
Θρυμματίστηκε η παλάμη της ευγενούς μας δωρεάς
Μα σε κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες
Αφήσαμε το ελαφρύ αεράκι του Έρωτα και της ζωής
Να φυσήξει στα λευκά πανιά μας
Σαν Αίολος παραπεμπτικός
Με τους ασκούς γεμάτους περιστέρια
Να ‘χουμε να στέλνουμε στις όπου γης στεριές
Κάθε φορά που η κιβωτός της περιπλάνησής μας
Ακουμπούσε στο Αραράτ της σωτηρίας

 

 

ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Χρειάζεται μια άγνοια για να χτιστεί ένας Παράδεισος
Να κρατηθεί έστω σε απόσταση ασφαλείας
Απ’ τους καταραμένους όφεις
Όταν οι Εύες ανεμίζουνε τη χαίτη τους
Με τίναγμα ηδονικό πίσω απ’ τον ώμο
Το μήλο γίνεται πιο κόκκινο
Η γνώση πλανεμένη κι απαστράπτουσα
Αποκοιμίζει το γαλάζιο κύμα των ουράνιων αισθήσεων
Και μένει μόνο η αφή για το νερό, το χώμα, τη φωτιά
Μα…
Αν είναι να βραχείς, βρες του ωκεανού την πιο βαθιά Αγάπη
Αν είναι να χτιστείς, ψάξε για στέρεα υλικά υποταγής
Κι αν είναι να καείς,
Άσε τη στάχτη σου να ντύσει τις ψυχές των λουλουδιών
Στη μετενσάρκωση του Λόγου και του Πνεύματος

 

ΣΗΜΑΔΕΥΟΝΤΑΣ…

Πήρε το τόξο, πήρε τη φαρέτρα με τα βέλη
Κοίταξε μια τον ουρανό και μια τη θάλασσα
Δεν ήξερε προς τα πού να σημαδέψει
Τ’ άστρα ή τα κύματα
Ώσπου κι απόκαμε στη σκέψη μέσα
Στον ίσκιο μιας ελιάς ακούμπησε το δίλημμα
Ως το πρωί μετρούσε την απόσταση
Ύστερα, λίγο πριν χαράξει
Το τόξο τέντωσε προς τη Μητέρα Γη
Εκείνο ρίζωσε και γίνηκε δεντρό
Που τραγουδάει κι απλώνει ρίζες προς τα κύματα
Που χαιρετάει με τα ακρόκλωνα τη σκέπη τ’ ουρανού

 

 

ΓΕΛΙΟ ΠΑΙΔΙΟΥ

Το γέλιο του παιδιού
Κατρακύλησε ένα πρωί από τη στέρνα
Τόπι που πιάστηκε για λίγο
Στ’ ανοιξιάτικο χορτάρι
Στο καθρέφτισμα τ’ ουρανού
Επάνω απ’ την ερωτευμένη λίμνη
Σύρθηκε ως τα κλειστά παράθυρα
Τις σκούρες, σκονισμένες κουρτίνες
Δεν άνοιξαν
Μα τώρα ξέρουν πως εκεί έξω
Η μέρα κυνηγάει την Αλήθεια της
Και τα ξανθά λουλούδια
Γεννάνε το αντίδοτο του Τέλους

 

 

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΣ

Απ’ την αρχή σου το ‘πα
Στο μαιευτήριο των αιώνιων αισθημάτων
Η αγάπη μας δεν ήτανε αυτή που μας εδόθη
Βρέφος πανομοιότυπο με το σύνηθες
Στο κλάμα και στον ύπνο
Ανταλλάχτηκε μες στη στενή θερμοκοιτίδα της ανάπτυξης
Με άλλο, πιο προσηνές, πιο δεχτικό
Στις αναταράξεις της παιδικής του κλίνης
Εμείς έμελλε να ζήσουμε με το σεισμό των λέξεων
Μα πρόλαβε ευπαθής ο σεισμογράφος
Να προειδοποιήσει για τη μελλούμενη κατάληξη
Ώστε να πάρουμε τα μέτρα μας
Να θωρακίσουμε το μέγεθος της ευτυχίας μας
Απέναντι στην επίφοβη σπανιότητα του δώρου

 

 

ΠΕΡΙ ΦΘΟΡΑΣ

Παρακαλώ, περάστε, καινούριο είναι το κατάστημα
Εδώ και μέρες έχω προσέξει τη φθορά των προσωπείων σας
Πόσο αρνούνταν πλέον να κρύβουν την αλήθεια σας
Λίγο η βροχή που έπεσε καθάρια το πρωί
Χωρίς τη λάσπη απ’ τις μέρες της ερήμου
Λίγο η θάλασσα που ξέβρασε προώρως
Τα μπουκάλια με τα διφορούμενα μηνύματά σας
Και ιδού τώρα η ανάγκη της αμέμπτου επαλήθευσης
Περάστε κι αγοράστε τη συνέχεια της πλάνης σας
Σε χαμηλές τιμές πωλείται η απεμπόληση
Οι μαύρες σας σελίδες επιτήδεια λευκαίνονται
Τα προσωπεία αποκαθίστανται
Συνεχίζεται ο καθαγιασμός των μη μετανοούντων
Στους ναούς με τους σιωπηλούς αγίους
Γιατί κι η σιωπή με την αποσιώπηση τρέφεται κι ακμάζει

 

 

ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

Όταν κοιμάσαι μια τύψη ξεψυχά για τις ώρες που δεν έφερες
Μια καταιγίδα για τα σύννεφα που κράτησες
Πίσω απ’ τα λόγια που ξεστόμισες
Ύστερα παίζουνε τα βλέφαρά σου σε ρυθμούς αναμονής
Στην πρώτη υποψία της καινούριας μέρας
Ξανανοίγεις τους καλά σχεδιασμένους χάρτες σου

 

 

ΝΟΥΜΗΝΙΑ

Έφτασες κατάκοπος στο τέρμα
Κρατώντας μοναχά μια μαργαρίτα
Που μάζεψες στο δρόμο
Ζυγός ήταν ο αριθμός από τα πέταλά της
Μπορούσες έτσι να καθορίζεις τη συνέχεια στο μάδημα
Προχωρώ, δεν προχωρώ
Δεν προχωρώ και προχωρώ
Μπορούσες, ακόμα και μετά από τόσα χιλιόμετρα αγάπης
Να ρυθμίζεις αναλόγως τ’ αποθέματα
Έφερες τη μαργαρίτα κοντά στην όσφρηση των έργων σου
Κι ύστερα την αντάλλαξες
Μ’ ένα καινούριο ένδυμα για την ψυχή σου
Καινούριες σόλες για τις ατέρμονες διαδρομές
Της λευκής παράδοσής σου

 

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Απολογισμός εσόδων και εξόδων
Το ταξίδι ακριβό
Πιο ακριβοί οι άνθρωποι που δε συνάντησα
Τα αισθήματα που δε μου άπλωσαν το χέρι
Σε μια τυπική έστω χειραψία
Στις αποσκευές έκλεισα
Πιότερο τον έρωτα παρά το ερωτηματικό
Κι αγάπησα πολύ και δυνατά τους δρόμους μου
Τα μονοπάτια ακόμα
Που μου χάραξαν και χάραξα μες στο πυκνό μου δάσος
Και τις πηγές που με ξεδίψασαν στο τέρμα
Σαν έσκυψα με καθαρές τις χούφτες μου
Να βρέξω μέσα τις ευχές και προσευχές μου

 

 

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ…

Και ποιος μπορεί εν τέλει να μου μιλήσει για σένα, Αδάμ;
Ποιος μπορεί να ακουμπήσει τα δάχτυλα
Επί των τύπων των αιώνιων κραδασμών σου
Άλλοτε γίνονται ταξίδια με τον ούριο άνεμο
Απ ‘τη θυσία κάποιας Ιφιγένειας
Κι άλλοτε ρίζες γίνονται σε γη άνυδρη και στείρα
Χωρίς καμιά διαδρομή από τους χάρτες
Που ζωγράφισαν όσοι Μαγγελάνοι και Κολόμβοι
Σου περίγραψαν τα άγνωστα για σένα χώματα
Πέρα απ’ τις Ηράκλειες στήλες
Της επίπεδής σου απομόνωσης
Κι άλλοτε έρχεται πυρπολητής ο Έρωτας
Αφοπλίζοντας τις αμφισβητούμενες προσταγές
Της καθεστηκυίας νομοτέλειας
Και ποιος μπορεί εν τέλει να μιλήσει
Για σένα και για μένα
Και για όλους τους ομοίους μας, Αδάμ
Ποιος μπορεί απόλυτα να θέσει τα δάχτυλα
Επί των τύπων όλων όσων ακούμπησαν
Στη θεία πνοή του χώματός μας
Άλλοτε σαν ψιλή βροχούλα, ευεργετική για τις ανάγκες μας
Κι άλλοτε σαν αξίνα βαθιά που χάραξε
Την προστατευτική μας κρούστα
Κι ίσως ο Παράδεισος να παρέμεινε εκεί μονάχα που δεν ψάξαμε…

 

 

ΑΛΕΞ – ΗΝΕΜΟΣ (2010)

 

ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ…

 

ΣΚΕΨΗ ΠΡΩΤΗ

Όταν Εγώ κχ Εσύ βαδίσαμε, πρώτη φορά
Στη Χώρα των Παθών και των Ανέμων
Σε μια Πατρίδα που αφήσαμε, σε μια Πληγή που δε νικήσαμε
Όταν κοπάσανε για λίγο του Αιόλου οι ασκοί
Σαν φύσηξε για λίγο μια Ανάμνηση
Επιστροφή… που δεν ήταν
Δικαίωση… που δεν ήταν
Ντυμένες κι οι δυο την Παρηγοριά
Φορώντας μια κορδέλα περιέργεια στα λυτά τους τα μαλλιά

 

 

ΣΚΕΨΗ ΤΡΙΤΗ

Καν να’ μαι
Εγώ τώρα… Αλεξ-ήνεμος
Διώχνω για λίγο μακριά τους Άνεμους της πίκρας
Το πεπρωμένο τόσων χρόνων
Ντύνομαι μόνο τη λαχτάρα μου για σένα
Παίρνω τη νια θωριά σου
Παίρνω τη σκέψη παραμάσχαλα
Του τόπου μου τον Έρωτα στην άκρη των ματιών
Στα μέσα της καρδιάς
Και βάφω πίνακες του Χρόνου για σένα μοναχά
Εσύ, δώσε μου λίγο μόνο απ’ το δικό σου χρόνο
Λίγο απ’ το χρώμα που σε στόλισε
Η θάλασσα του Νότου
Της λεύτερης πατρίδας ο ουρανός
Κι έλα μαζί μου
Σε μια Επιστροφή… που δεν είναι
Σε μια Δικαίωση… που δεν είναι
Έλα μαζί μου
Πάνω από Πράσινες Γραμμές
Μέσα από Κόκκινες Μέρες
Εγώ θα πονέσω…
Εσύ θα μάθεις…
Εγώ θα ξαναζήσω την οδύνη και το όνειρο
Εσύ θα περπατήσεις σ’ έναν κόσμο
Που σου ανήκε και σ’ τον κλέψανε
Ποιες Μοίρες στείλανε τους άρπαγες εκείνο το πρωί
Που ξημέρωσε σαν νύχτα δίχως άστρα
Εγώ κι εσύ
Ένα Χτες κι ένα Αύριο
Στην περιπλάνηση του Σήμερα
Δώσε μου τ’ άσπρα τα πανιά που αρμενίζουν στη ματιά σου
Δώσε μου γιούλια, μενεξέδες απ’ τους δρόμους που περπάτησες
Πάρε την πρώτη μου ζωή
Πάρε την έγνοια και τη μνήμη μου
κι’ άκου…
Κοίτα…
Νοιώσε…
Τίποτα δεν πεθαίνει
Όσο υπάρχουν οι αγάπες που το γέννησαν

 

 

ΣΑΝ ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΕΓΩ

Ο τόπος μας
Μια θάλασσα τραγούδι
Το κύμα έπαιζε πεντοβολά
Στο κεφαλόσκαλο της άνοιξης
Μύριζε άνθια ο αγέρας
Σαν χνώτο βρέφους βυζανιάρικου
Μύριζε γέλιο το φεγγάρι
Σαν ευτυχία, λάφυρο ζωής
Τον είχαμε κερδίσει αυτό τον πόλεμο
Είχαμε στήσει τη σημαία μας
Στην κορυφή τ’ απέραντου ονείρου
Επάνω, με γιγάντια γράμματα
Σαν σύνθημα, σαν ιαχή της νίκης μας
Χαράξαμε τη λέξη ευδαιμονία
Την πήρε του Πενταδάχτυλου το λιόγερμα
Να τηνε βάψει στο χρυσό
Το κόκκινο, το πορφυρό της φλόγας
Την πήρε της Μεσαριάς το στάχυ τ’ ανεμόδαρτο
Να τηνε κάνει θρέμμα και ψωμί της φαμελιάς μας

 

ΕΣΥ

Της Μεσαριάς ο κάμπος ο ξανθόσπαρτος
Του Πενταδάκτυλου το στέμμα το πεντάκορφο
Τόσο κοντά
Τόσο μακριά

 

ΕΓΩ

Μια Κυριακή, μια σκόλη η βδομάδα μας
Στα χέρια μας οι ρόζοι της Αγάπης
Είναι γλυκός ο κάματος της γης σου
Είναι ολόγλυφος του κόπου σου ο καρπός
Ανοίγει φλούδες μες στις χούφτες σου
Απ’ το Θεό σταλμένη η ευλογία
Ανοίγει ήλιους μες στη σκέψη σου
Το δώρο της ζωής

 

ΕΣΥ

Ανοίγει τόξα στα ουράνια αστραπόμορφα
Ανοίγει σκέψεις της Αγάπης, της Ζωής
Όλα κοντά μου… Μακριά μου

 

ΕΓΩ

Θυμάμαι ακόμα τη μεγάλη μας την κάμαρη
Στη μέση άγιο το τραπέζι δισκοπότηρο
Να κοινωνούν εφτά παιδιά το κόκκινο αίμα μας
Αίμα ζεστό, σαν από νιόσκαφτη πληγή
Της γης μας οι πληγές
Που γίνονταν ψωμί κι ήσυχη ανάσα μες στη νύχτα
Κάτω απ’ την έγνοια του πατέρα
Κάτω απ’ το χάδι της μητέρας
Πνοή γαλήνια και χορτάτη, ειρηνική
Εφτά τραγούδια στα κλειστά ματόκλαδα
Εφτά νεράιδες νανούριζαν το όνειρο
Κι ύστερα γέλαγαν με χάχανα
Μέσα στα κίτρα, στα νεράντζια της αυλής
Κάναν στεφάνια τους ανθούς στα ξέμπλεκα μαλλιά τους
Βάφαν τα χείλη με της άνοιξης τους κράχτες
Βρέχαν τα βλέφαρα
Στους κρουσταλλένιους ψίθυρους φιδίσιου ρυακιού
Τα μάτια τους ασήμωναν ψιχάλες της σελήνης
Τις κόρες χρύσωναν καράβια της αυγής
Μες στ’ ακροδάχτυλά τους παιχνιδιάρικες αχτίνες
Πλάθανε κάστρα και παλάτια, γιγαντόσωμους ιππότες
Ζύμωναν χρώματα κι αγέρα
Να ζωγραφίσουνε το άπειρο
Να χρωματίσουνε το άμετρο
Να σχηματίσουνε το άμορφο
Να ράψουνε τον ήλιο στα δικά τους μέτρα
Έτσι σαν ζύγιαζαν τ’ ατέλευτο ταξίδι του
Πάνω απ’ την έγνοια του πατέρα
Κάτω απ’ το χάδι της μητέρας
Κάτω και πάνω τ’ ουρανού

 

ΕΣΥ

Το βιολετί, το θαλασσί, τ’ αγαπημένα μου
Αγαπημένα είναι και του ονείρου
Πορτοκαλιά και κόκκινα και κίτρινα πεφτάστερα
Στο προσκεφάλι μου τις νύχτες σεργιανίζουν
Σαν κύμβαλα αλαλάζοντα, πνοές ανέμου
Σαν σπίθες πυρκαγιάς, βάτοι καιόμενοι
Είναι βαθιά επιθυμιά τα δεκαπέντε μου τα χρόνια
Είν’ ουρανός και γη και θάλασσα και ήλιος
Είναι κλαδί της μυγδαλιάς στο καταχείμωνο
Είναι σκοπός στην άκρη των χειλιώνε
Αχτίδα που στα πούπουλα του σύννεφου όλο κρύβεται
Καιρό γυρεύοντας να βγει και να θεριέψει

 

ΕΓΩ

Θαρρείς κι ακούω τον πατέρα σου
Έτσι κι αυτός
Μαστίγωνε της νιότης τ’ άσπρο άλογο
Κρυφά το πεπρωμένο ν’ ανταμώσει
Τα μάτια σου… τα μάτια του
Το στέρνο του… η κραυγή σου
Μες στο περβόλι δουλευτής ακάματος
Να ιδρώνει τ’ απανώχειλο
Τ’ αρσενικού υποψία
Τ’ άσπρα μανίκια διπλωμένα ως τα μπράτσα του
Μια φλέβα να χτυπάει δώθε κείθε
Και δες
Θρασομανάει το πείσμα στου καιρού την άρνηση
Γίνεται άνθι και καρπός κάθε γυμνόκλαδο
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας μακάριας πεταλούδας
Δυο χελιδόνια ερωτεμένα τιτιβίζουνε
Μες στα πυκνά φυλλώματα της νιότης
Πηγαινοφέρνουνε τον άνεμο
Πηγαινοφέρνουν την αγάπη
Φωλιά να χτίσουν για το νιο, το αύριο
Στην πόρτα το στεφάνι να κρεμάσουνε
Με τριαντάφυλλα του μύρου και του πόθου
Ω ναι
Θαρρείς και βλέπω τον πατέρα σου
Δυο μάτια κάρβουνο μες στις αλάνες της ζωής
Δυο χέρια σίδερο μες στις πλατείες του ήλιου
Πετροβολούσε τ’ Άδικο και χλεύαζε τ’ Αδύνατο
Τα βράδια, εκεί στο κεφαλόσκαλο
Χόρταινε άστρα, μουσική και νυχτολούλουδο

ΕΣΥ

Άσε με ν’ ακουμπήσω την καρδιά μου στην απαλάμη σου
Άσε με να πιαστώ απ’ τα καρφιά της μνήμης σου
Επάνω να κρεμάσω τους Ιούληδες που διάβηκαν
Μέσα στη δίνη των καιρών
Μέσα στα άγνωστα γνωστά
Και στα δικά τα ξένα
Δυο στάλες άσε με να πιω
Απ’ το κρασί της νιότης σου
Τώρα που σήμανε η στιγμή
Στο χώμα τούτο που σε γέννησε
Κι εμείς αντάμα θα χωθούμε
Στης μάνας γης σου την αγκάλη
Με μια λαμπάδα τάμα για τη χάρη Του
Με δυο ποτήρια νοσταλγία
Στων Μοιροχρόνων τα γυρίσματα
Ετούτη, η άλλη μας πατρίδα
Τόσων αβάσταχτων δακρύων
Τόσων παράξενων Ιούληδων
Κοίτα! Δεν είναι σύνθημα στον τοίχο
Δεν είναι άμορφη εικόνα
Σε κάποιου δάσκαλου το στόμα
Δεν είναι μύθος στα βιβλία
Τόσων πολύπαθων σοφών
Δεν είναι μνήμη

 

ΕΓΩ

Είναι αίμα
Πηχτό, κόκκινο αίμα
Στο ρημαγμένο σήμαντρο
Είναι μαρμάρινη Ιστορία
Στο κουρσεμένο ακροθαλάσσι
Είναι το χώμα της παιδιάστικης ανάσας μας
Και το λιθάρι στο χτυπόκαρδο της ήβης
Πόνος, Χαμός και Κουρνιαχτός
Κι είναι παλιά φωτογραφία
Που όμηρο τη νιότη μας κρατάει
Αποδιωγμένη μες στα λάφυρα πολέμου
Ίσως ετούτα εδώ τα μάτια
Να βλέπαν κάποτε σαν και τα δικά μου
Ψυχές! Τόσες ψυχές χωρίς κορμιά
Σαν τα κριάρια ’ναι ριγμένες
Σε μιας πανάρχαιας θεότητας βωμούς

 

ΕΣΥ

Περνάω τη σκέψη μου επάνω απ’ το σταμάτημα του χρόνου
Επάνω απ’ τα τριάντα χρόνια της ματιάς σου
Ωραίος σαν Υμέναιος
Κρατάς σφιχτά τον κρίνο της αγνότητας
Μέσα στου άσπρου πέπλου την Ιθάκη
Της αγάπης χρώματα βάφουν τα χείλη, τη θωριά
Το σφιχταγκάλιασμα μες στο ουράνιο τόξο

 

ΕΓΩ

Αν ήταν εδώ…

 

ΕΣΥ

Είναι πάντα εδώ
Κοίτα
Τα μακριά λυτά μαλλιά, τα δυο γαϊτανοφρύδα .
Χέρια λευκά σαν αθωότητα
Σκύβουν απάνω στα σγουρόμαλλα κεφάλια
Εφτά ανάσες σμίγουνε βαθιά με τη δική της

 

ΕΓΩ

Μάνα! Γυναίκα! Ουρανέ!
Ήταν το Χτες… είναι το Σήμερα…
Πια δεν το ξέρω
Ροδάνι ο χρόνος μ’ ακατάλυτη Εκείνη

 

ΕΣΥ

Νιότη κι Αγάπη μες στο πέλαγο του Νου

 

ΕΓΩ

Βραδιάζει… Ακούω πέρα το τριζόνι
Και το σκοτάδι αλάργα διώχνει
Του Ήλιου το χρυσάκτινο αστέρι
Κι αυτή η άλλη μας ζωή μέσα στο σούρουπο
Μιαν άλλη γλώσσα κουβεντιάζει
Κι άλλους Θεούς δοξάζει
Σε σκύλες και γιορτές
Τάχα να ζούμε τούτες τις στιγμές
Ή ναν κρυφό ξανά σεργιάνι
Στους έρωτες τους παιδικούς
Που θέριεψαν και γίναν Πάθη
Να’ ναι ακόμα μια σκιά
Στον ύπνο έκπτωτων αγγέλων
Με στεναγμούς τη θύρα κρούουν της Εδέμ
Και το παλιό το κλέος ζητιανεύουν

 

ΕΣΥ

Είμαστε δω
Πέρα μουχρώνει η θάλασσα

 

ΕΓΩ

Πέρα μουχρώνει η θάλασσα
Και δώθε η καρδιά μας
Ίδιο το κάλλος μένει
Κι ας κλαίει κάτω από μισό φεγγάρι
Φεγγάρι κόκκινο και ξένο

 

ΕΣΥ

Είμαστε δω, πατάμε απάνω στις δικές σου λέξεις
Στο χώμα σκύβουμε
Φιλάμε την Αλήθεια του Ανέμου

 

ΕΓΩ

Δώρο πικρό μας δόθηκε
Μα τ’ άπλωσα το χέρι, τη ματιά, το άκουσμα
Αγαπάω με τις πέντε μου αισθήσεις

 

ΕΣΥ

Αγαπάω με τις δέκα μου αισθήσεις
Πατρίδα! Δικό σου μύρο αναπνέω
Κι είναι το άρωμά σου γλυκοβοτανο
Πνοή Μαντόνας
Πάνω απ’ της Πείνας και της Δίψας μου το βρέφος
Στα μακριά μαλλιά μου
Χύνω αφρούς απ’ τ’ ακρογιάλι σου
Κι έτσι λουσμένος μες στο κύμα σου
Παιδί δικό σου αναγεννιέμαι
Μάνα…
Αφέντρα…
Προσταγή…

 

ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ

Εγώ κι εσύ
Εμείς
Τότε, Τώρα… Αύριο
Ο δρόμος εκεί, ανοιχτός
Οι καρδιές εκεί, ανοιχτές
Μες στις πολύβουες ζωές
Των άλλων μα και τις δικές μας
Κράτησέ με…
Ταξίδεψέ με…
Με τους δικούς μας χάρτες
Καλογυαλισμένες τις πυξίδες
Αλεξ-ήνεμοι κινάμε

 

ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

Άκου! Περνάν τα χρόνια μας στο δρόμο
Με σιωπές που ξεκουφαίνουν
Με ήχους πλάγιους, σχεδόν βυζαντινούς
Κάθε πρωί σταυρώνω
Στης Ανατολής τα μέρη τα δυο μάτια μου
Το Ζωοδότη Ήλιο προσκυνάω
Λέω πως θα ’βγει σήμερα απ’ του Βορρά τα μέρη
Πως θα μου φέρει ένα στιχάκι απ’ τα κύματα της άνοιξης
Ένα του ονείρου παραμύθι απ’ το Χτες
Και μια μαρμαρωμένη πριγκιπέσσα
Θα νιώσει του καημού μου το φιλί
Θ’ αναστηθεί απ’τον ατέλειωτο τον ύπνο της
Πέρα από μάγισσες και μήλα δηλητήριο
Θα κοιταχτεί και πάλι στον καθρέφτη της
Με τις ξανθιές, τις πράσινες, τις γαλανές πλεξούδες
Με τις βαρκούλες στο γιαλό των δυο ματιών της
Και πάλι καλοτάξιδες, καλότυχες και πάλι
Μ’ ένα ολόλευκο μαντίλι θα κάνει το σινιάλο της
Κι εγώ, με καραβάνια τόσων χρόνων
Θύμησες, γνώρες θα φορτώσω
Σαν να ’μαι Εγώ…
Σαν να ’μαι Εσύ…

 

 

ΑΦΥΠΝΙΣΗ 800 mg (2012)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

ΜΕ ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο πίνοντας αργά τον καφέ του, χαζεύοντας ασυναίσθητα την κίνηση του δρόμου. Κάποια στιγμή εκείνη θα φαινόταν, αέρινη, υπέροχη όπως πάντα, κάνοντας την καρδιά του να κτυπά σαν εικοσάχρονο παλικαράκι. Χαμογέλασε ακόμα και στη σκέψη. Παλικαράκι αυτός που ετοιμαζόταν σε λίγους μήνες να βγει στη σύνταξη! Είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει τα προσωπικά του αντικείμενα από τα συρτάρια του γραφείου του. Ετοίμαζε την αποχώρησή του με τη μεγαλοπρέπεια ενός μαχητή που εγκαταλείπει νικηφόρα το πεδίο της μάχης. Σκεφτόταν τις ατέλειωτες μοναχικές νύχτες μπροστά στην πληθώρα των τηλεοπτικών προϊόντων που θα του κρατούσαν πλέον συντροφιά, μια και συμβία δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του. Πολλές μόνο και περαστικές γνωριμίες, που
του πρόσφεραν την επιβεβαίωση που χρειαζόταν κάθε αρσενικό, ποτέ όμως τη βεβαιότητα πως είχε βρει το έτερον ήμισυ, που λέγαν κι οι ρομαντικοί. Και τώρα, στο κατώφλι της αφυπηρέτησης, μπήκε εκείνη σαν άνοιξη στην ύπαρξή του. Συνάδελφος, ζωντοχήρα, χωρίς υποχρεώσεις, μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο μες στο βλέμμα της, αναστάτωσε τη μοναξιά του, ανέτρεψε τα πιστεύω του, κατακερμάτισε τις αντιστάσεις του. Και σαν εκείνη ανταποκρίθηκε στην πρότασή του να πιει ένα ποτό μαζί του, έμεινε άγρυπνος ολόκληρο το βράδυ, πλάθοντας με τη φαντασία του κάθε λεπτομέρεια αυτής της συνάντησης.
Ρούφηξε την τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ του, χάιδεψε απαλά το τριαντάφυλλο που φύλαγε γι’ αυτήν κάτω από το τραπέζι με καρδιοχτύπι ερωτοχτυπημένου έφηβου και αφέθηκε και πάλι στ’ αγνάντεμα του δρόμου. Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό του. Αγανάκτησε σαν πιστός προσκυνητής που του διακόπτουν μια ιεροτελεστία. Η αδερφή του η Αμαλία ήταν, με χρόνια πάθηση στην γκρίνια και στη μιζέρια. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσει ήσυχο, αν δεν της έδινε την ευκαιρία να του μιλήσει. Αφοσιώθηκε στο τηλεφώνημα. Οι γνωστές μεμψιμοιρίες. Ένας άντρας τάχα μου γυναικάς, που όλο κυνήγαγε να τον πιάσει στα πράσα χι όλο της ξέφευγε, τα λεφτά που δεν της έδινε, η ζωή που δεν της χάριζε. Του ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός. Δε θυμόταν τι ψέλλισε, άφησε μόνο το τηλέφωνο στην άκρη κι εκείνη να μιλά χωρίς να την ακούει και κάρφωσε το βλέμμα στο ταβάνι ψάχνοντας στη λευκότητά του την ηρεμία που δεν του πρόσφερε η μέρα.
Τινάχτηκε λες και τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα στη φωνή της.
«Ιάκωβε», είπε μόνο εκείνη κι ένιωσε να τον καλούν όλοι οι άγγελοι του Παραδείσου με τις άρπες τους.
Σηκώθηκε κάπως άτσαλα, προσπαθώντας να τιθασεύσει το τρέμουλο των χεριών, των ποδιών, των χειλιών, της ζωής του ολάκερης. Εκείνη δέχτηκε τη χειραψία του μ’ ελαφρύ χαμόγελο και κάθισε ανασηκώνοντας χαριτωμένα το λουλουδάτο της φόρεμα, αποκαλύπτοντας την αρχή από δυο καλλίγραμμες γάμπες. Εκείνος κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια να αποσύρει τα μάτια του από το υπέροχο, γυναικείο θέαμα και να προσηλωθεί στα λόγια της. Κι εκείνη μιλούσε, μιλούσε, με φθόγγους που στην αρχή έφταναν σαν τα ροδοπέταλα του τριαντάφυλλού του στ’ αυτιά κι ύστερα, χωρίς να το καταλάβει, ακούμπησαν τ’ αγκάθια στο μίσχο και του τρύπησαν την καρδιά. Την άκουσε μες στην παραζάλη του να του ζητάει να μεσολαβήσει εκείνος, σαν ανώτερος υπάλληλος για την πρόσληψη ενός φίλου, που απ’ τον τρόπο που πρόφερε το όνομά του μόνο απλώς φίλος δε φαινόταν να είναι για κείνην. Και σαν τέλειωσε το μονόλογό της και τον ύμνο για τον δήθεν φίλο, βέβαιη για τη γοητεία της και πιο βέβαιη για τη δική του παράδοση, σηκώθηκε με το γνωστό χαμόγελο να κλείνει το αντίο της, προφασίστηκε ένα επείγον ραντεβού για μανικιούρ πεντικιούρ και χάθηκε στην κίνηση του δρόμου.
Έξω έπεφτε η νύχτα. Κάτω από το τραπέζι έπεφταν ένα ένα τα πέταλα του τριαντάφυλλου σαν μαδημένες ελπίδες. Δίπλα του το κινητό του, ανοικτό ακόμα, έφερνε στ’ αυτιά του τον απόηχο μιας ακατάσχετης φλυαρίας. Το σήκωσε αργά αργά, τ’ ακούμπησε στ’ αυτί του κι άφησε να του φύγει
άλλος ένας αναστεναγμός σαν βάρος ψυχής.
«Δέξου την πραγματικότητα, Αμαλία», είπε και κοίταξε έντονα το είδωλό του, καθώς καθρεφτιζόταν στον καθρέφτη του τοίχου απέναντι.

 

 

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ

Έβαλε μια τελευταία πινελιά στο μακιγιάζ της, βάφοντας ακόμα πιο κόκκινα τα χείλη της και κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στον καθρέφτη. Μια γυναίκα θελκτική, ερωτική, της έστειλε το πιο προκλητικό της χαμόγελο και της έκλεισε πονηρά το μάτι. Πολύ καλά κρατιόταν στα
σαράντα τρία της, το ’βλεπε στα λαίμαργα βλέμματα των άντρων και στις ζηλόφθονες ματιές του γυναικείου της περίγυρου. Το στενό μαύρο φόρεμα που είχε επιλέξει για τη βραδιά αναδείκνυε το καλογυμνασμένο σώμα της, προϊόν ατέλειωτου μόχθου στο γυμναστήριο και αδιάκοπης στέρησης από τις γαστριμαργικές δημιουργίες που ορεγόταν μεν, απωθούσε δε, για χάρη της άψογης εμφάνισης.
Έψαξε για τα κλειδιά του καινούριου σπορ αυτοκινήτου της. Απόψε θα το επεδείκνυε για πρώτη φορά στην παρέα. Θα το ’βλεπε κι ο Αλκής, το νέο μέλος της συντροφιάς, συνάδελφος της Τζένης στη Νομική Υπηρεσία, μόλιςτριάντα πέντε χρόνων, αρρενωπός και όνειρο κάθε γυναίκας που τον  γνώριζε. Αν η Τζένη δεν ήταν φρεσκοπαντρεμένη κι ερωτοχτυπημένη, σίγουρα δε θ’ άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη, αλλά σαν καλή φίλη της τον σύστησε ξέροντας το γούστο και την προτίμησή της για τους νεότερους άντρες. Και γιατί όχι; Άνετα μπορούσε να περάσει για συνομήλική του, δεν είχαν δα και καμιά τρομερή διαφορά. Και στα βλέμματά του, στα δήθεν τυχαία αγγίγματά του, άλλο δεν αισθανόταν παρά τον πόθο του για κείνη, μια γυναίκα αδέσμευτη, οικονομικά ανεξάρτητη, που ήξερε να ζει τη ζωή της και να γεύεται την κάθε μέρα σαν πρωτόγνωρη εμπειρία.
Έξω ο καιρός μύριζε πια καλοκαίρι. Μπήκε στο αυτοκίνητο με τη σιγουριά ακαταμάχητου θηλυκού, αναπνέοντας βαθιά ένα κράμα νυχτερινής δρόσου και καινούριου δέρματος στα καθίσματα του αποκτήματός της. Μες στο μισοσκόταδο άναψε τον ειδικό φωτισμό, πέρασε άλλη μια γραμμή
μάσκαρα στις πυκνές βλεφαρίδες της, τίναξε την πλούσια ξανθή της κόμη n έβαλε μπρος οργώνοντας τους δρόμους της νύχτας.
Οδηγούσε σαν μεθυσμένη, έχοντας ήδη πιει το γλυκό κρασί από τα χάδια και τα φιλιά του. Έβαλε μουσική λες και ήθελε να τονώσει ακόμα περισσότερο την ερωτική ατμόσφαιρα που γεννιόταν μες στο μυαλό της. Χαμογέλασε βαθιά ικανοποιημένη. Όχι, δεν είχε παράπονο, μια χαρά της είχε
φερθεί η ζωή κι ούτε μια στιγμή δεν είχε μετανιώσει για εκείνο το διαζύγιο, είκοσι χρόνια πριν. Ίσως τώρα, αν έμενε σ’ εκείνο το γάμο, να είχε παιδιά, μα αυτό δε σήμαινε πως θα ήταν και πιο ευτυχισμένη. Ένας γάμος που άλλοι αποφάσισαν για εκείνη και κράτησε μόνο όσο εκείνη μπόρεσε να τον αντέξει. Ασυναίσθητα ήρθε μπρος της ο Αντρέας, το βλέμμα του, την ώρα που εκείνη έλεγε το «αντίο», άνοιγε την πόρτα κι έφευγε απ’ τη ζωή του. Εκείνο το βλέμμα του δε θα μπορούσε ποτέ να το ξεχάσει. Μπα σε καλό της! Τι της ήρθε στο μυαλό μια τέτοια νύχτα! Βιάστηκε να διώξει τις ανεπιθύμητες μνήμες, προσηλώθηκε στο ραδιόφωνο και στα σουξέ της εποχής, που ξεσήκωναν μέσα της όλες τις ερωτικές επιθυμίες της σάρκας.
Έσβησε τον κλιματισμό του αυτοκινήτου, άνοιξε το παράθυρο κι άφησε το καλοκαιρινό αεράκι να της χαϊδέψει το πρόσωπο, έτσι καθώς έτρεχε προς την αγκαλιά του καινούριου έρωτα. Ο δρόμος ευθύς, σχεδόν άδειος, προκάλεσε τις αισθήσεις της, πάτησε γκάζι κι έτρεξε πιο γρήγορα προς την
προοπτική της αγκαλιάς του.
Η σκιά φάνηκε μπροστά της πολύ αργά, όταν πια κανένα φρένο δε θα μπορούσε να αποτρέψει το χτύπημα. Ένας βαρύς γδούπος και μετά η σκιά έγινε μια άμορφη μάζα καταμεσής του δρόμου. Κατέβηκε σαν ζαλισμένη, πλησίασε με κομμένη την αναπνοή, έσκυψε πάνω απ’ το θύμα της. Το βλέμμα του κατακόκκινο σαν ερινύα.
«Αντρέα», ψέλλισε…
«Αντρέα», φώναξε…
«Αντρέα», ούρλιαξε κι αφέθηκε στη σκοτοδίνη μιας νύχτας που έπεφτε
βαριά στην ψυχή της.

 

 

ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ

Τρία ολόκληρα χρόνια! Μια άνιση μάχη με το θάνατο, ένα συνεχόμενο κυνηγητό της ελπίδας. Μα εκείνη κρυβόταν πότε πίσω από ιατρικά ανακοινωθέντα, πότε μέσα στα μισόλογα γνωστών και φίλων και πότε μπρος στα μάτια των δικών της ανθρώπων, σαν πέφταν ασυμμάζευτες οι σκιές της απόγνωσης.
Η ετυμηγορία καταπέλτης. Προχωρημένος καρκίνος του μαστού, άμεση ανάγκη για χημειοθεραπεία, αδιευκρίνιστες οι πιθανότητες επιτυχίας. Ζήτησε ειλικρίνεια κι άφησε την καρδιά της να μαστιγωθεί μέσα στο ελάχιστο από ζωή που της προσφερόταν.
Εκείνο το βράδυ, της αλήθειας το βράδυ, κάθισε για ώρα πολλή στο κατώφλι της συντροφιά με ένα λειψό φεγγάρι. Σε λίγες μέρες έκλεινε τα τριάντα οχτώ. Ίσως να ήταν και τα τελευταία της γενέθλια σ’ αυτό τον κόσμο, σκέφτηκε και ρίγησε. Όχι στη σκέψη του θανάτου, μα στην έγνοια του ανεκπλήρωτου. Μικρός της φάνηκε ο δρόμος που είχε ήδη διαβεί, ελάχιστος αυτός που είχε απομείνει. Και τι πρόλαβε να κτίσει από όνειρα; Μικρή ήθελε να γίνει γιατρός και να γυρίσει τον κόσμο. Τώρα γύρευε από τους γιατρούς της τη συνέχεια κι ο κόσμος μίκραινε και μαζευόταν, ένα κουβάρι γινόταν που της στεκόταν κόμπος στο λαιμό στης εισπνοής την ώρα.
Γύρισε η μνήμη στα παιδικά τα χρόνια. Στις μυρωδιές από το φρέσκο
ψωμί στην αυλή της γιαγιάς, στα χαρούμενα παιχνίδια με αδέρφια και ξαδέρφια, στα μπάνια στην καταγάλανη θάλασσα της πόλης της. Κι ύστερα ξύπνησε η εφηβεία, θέριεψαν τα θέλω, ήρθαν και τη βρήκαν επιτακτικές οι πεθυμιές. Κάπου εκεί στα δεκάξι της ήταν που έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό μουσικής και φώλιασε μέσα της η επιθυμία να γίνει τραγουδίστρια. Λες και άναψε ξάφνου μέσα της ένα πράσινο φως, που της έδειχνε το δρόμο προς το πεπρωμένο της. Απόρησε η χήρα μάνα. Τραγουδίστρια η κόρη της, τη στιγμή που μάζευε δεκάρα δεκάρα τις οικονομίες της να τη σπουδάσει
γιατρό; Αντίθετους δρόμους γύρευε να διαβεί. Το ’χε σκεφτεί καλά; Πολύ καλά είχε ριζώσει στην καρδιά της η αγάπη για τις νότες, ο καημός για το τραγούδι. Παράτησε τα φροντιστήρια Φυσικής και Χημείας,βάλθηκε να τρέχει στα ωδεία. Ασκήσεις φωνητικής, αρμονία, κιθάρα, όλα
σε ένα συνδυασμό που θα της επέτρεπε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την καινούρια, μεγάλη της χαρά. Τελειώνοντας το Λύκειο, ήταν πια έτοιμη να ανοίξει τα φτερά της για τη Βοστώνη και να σπουδάσει σε ένα από τα πιο φημισμένα Πανεπιστήμια του κόσμου στον κλάδο της Μουσικής. Τέσσερα χρόνια ανείπωτης ευτυχίας, τέσσερα χρόνια μοναδικής δημιουργίας. Κάθε
νότα κι ένα σκαλί, που την ανέβαζε ψηλότερα στον ουρανό που ήθελε να φτάσει.
Κι ύστερα, σαν γύρισε πια στην πατρίδα, σαν πήρε το μικρόφωνο στα χέρια της και βγήκε σε πίστες και συναυλίες, άλλος αέρας φύσηξε μες στην καρδιά της. Τη μεθούσε κυριολεκτικά η στιγμή που αντάμωνε το κοινό της, που γινόταν ένα μαζί του κι άφηνε τη μελωδία να τους ενώσει σε ένα μαγικό ταξίδι. Κι η ίδια ένιωθε τόσο γεμάτη, που άλλο δε γύρεψε για χρόνια στη ζωή της από τούτο το μεθύσι της ερμηνείας. Όχι πως δε βρέθηκαν στο δρόμο της άντρες κατάλληλοι να τη συντροφέψουν. Μα εκείνη όλο και ανέβαλλε, όλο και μάζευε για το μέλλον τα ωραία και τα μεγάλα που της πρόσφερε το παρόν.
Και τώρα, εμπρός της η καταραμένη αρρώστια. Κοίταξε ξανά το μαύρο ουρανό. Πιο λεπτή ακόμα της φάνηκε η φέτα φεγγαριού. Και πιο πολλά τα απραγματοποίητα που μαζευτήκαν στην καρδιά της. Έσφιξε μες στη θέλησή της την απόφαση. Κάθε στιγμή από δω και μπρος ήταν ακόμα πιο σημαντική από εκείνες που φύγανε. Ήθελε πολλά, θα αγωνιζόταν έστω και για τα λίγα. Πρώτη φορά πρόσεχε τη λάμψη των αστεριών, πρώτη φορά ανέπνεε μες στη νύχτα τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου. Και πρώτη φορά που θα ’θελε να μπει στο σπίτι και να χαϊδέψει το κεφάλι ενός παιδιού. Του δικού της παιδιού.
Τρία ολόκληρα χρόνια! Μια άνιση μάχη με το θάνατο, μέχρι που εκείνος λιποψύχησε κι εγκατέλειψε τον πόλεμο. Οι γιατροί μίλησαν για θαύμα. Μα εκείνη το ήξερε καλά. Δεν είναι θαύμα η θέληση ενός ανθρώπου για ζωή. Κινητήριος δύναμη είναι, που ανατρέπει τα πικρά τα δεδομένα.
Κοίταξε ξανά το είδωλό της στον καθρέφτη. Κι εκεί αντάμωσε τη λεπτή σιλουέτα της μέσα στο μακρύ λευκό φόρεμα. Ανέβηκε ύστερα στο πρόσωπο, εστίασε στα δυο της μάτια, που πάλευαν να συγκρατήσουν ένα κομμάτι φως στις δυο τους ίριδες. Τα μάγουλά της πρόβαλλαν χλομά ακόμα απέναντι της. Κι ύστερα το βλέμμα ανέβηκε, έφτασε μέχρι το κεφάλι. Το γυμνό κεφάλι, που είχε αφήσει χωρίς μαλλιά η τρίχρονη χημειοθεραπεία. Το άγγιξε με χέρι τρεμάμενο, ενώ το χείλι έπνιγε ένα μικρό λυγμό. Δίπλα της η περούκα με τα μακριά ξανθά μαλλιά την κοίταζε αναποφάσιστη.
Το θέατρο κατάμεστο από κόσμο. Η ορχήστρα στη θέση της είχε αρχίσει ήδη να παίζει την εισαγωγή από το πρώτο της τραγούδι. Κι εκείνη βάδισε στη σκηνή με ξεγύμνωτη καρδιά, με το κεφάλι όρθιο. Αυθόρμητο το χειροκρότημα, της έφερε δάκρυα στα μάτια. Κι έτσι, χωρίς φτιασίδια, χωρίς
μακιγιάζ, χωρίς την άλλοτε περήφανη κόμη της να προσθέτει στην εμφάνισή της, άφησε το τραγούδι της να γλιστρήσει από την ψυχή της και να φτάσει μέχρι την ευαισθησία όλων εκείνων που πήγαν να την ακούσουν είτε από θαυμασμό είτε από απλή περιέργεια.
Κάπου ανάμεσα στο πλήθος, στις πρώτες σειρές, συνάντησε το βλέμμα του. Ο Θέμης, μια ηλιαχτίδα από τα εφηβικά της χρόνια, συμμαθητής στο Γυμνάσιο, το πρώτο ερωτικό της σκίρτημα. Δυο φορές της είχε κάνει πρόταση γάμου, δυο φορές είχε αρνηθεί. Στύλωσε τα μάτια της στα δικά τον
και του ψιθύρισε σιωπηρά πόσο πολύ αγαπούσε πια τη ζωή, πόσο πολύ εκτιμούσε την κάθε στιγμή που της χάριζε.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

«Φωνήεντα σε περίπτερο», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016

Ο Φιλευλεύθερος  19/12/2016

Κύριος πυλώνας ο έρωτας

Η αξιομνημόνευτα παραγωγική ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου έχει πλέον καλά επεξεργασμένη συμβολιστική μεθοδολογία, εύγλωττη, παραστατική και προσλήψιμη. Κι αυτό είναι κάτι που διαπιστώνει κανείς εύκολα, από τα πρώτα κιόλας ποιήματα της νέας της συλλογής: «Πέρασα όλη τη ζωή μου όρθια / σε ένα λεωφορείο άγονης ζωής / Σαν έτοιμη μονίμως για την έξοδο». (σελ. 9)

Η ποίησή της είναι βαθιά ενδοσκοπική, ποίηση εσωτερικού χώρου, με κύριο θεματικό πυλώνα τον έρωτα, που συχνά διανθίζεται και από σπαράγματα ποιητικής: «Αρπάζω τις λέξεις ενώ ακόμα σπαρταρούν / τις περιχύνω με λίγη αρμύρα / από θάλασσα που δεν ταξίδεψα / και τις σερβίρω με ελαφρύ πασπάλισμα μελαγχολίας / Δεν μαγειρεύονται οι λέξεις μου / μα καίγονται / όπως τα όνειρά μου». (σελ. 15)

Πιστεύω πως στη ενδοσκοπική ποίηση της Ε.Α.Φ. ανιχνεύεται μια εσωτερική δυναμική, η οποία και διακρίνεται για μια οιονεί εκρηκτικότητα: «Έχω μέσα μου έναν θυμό / Ανενεργή βόμβα μολότοφ / που ψάχνει τη διαδήλωσή της». (σελ. 24)

Ωστόσο, συνολικά, δεσπόζει η ερωτική θεματική, η οποία, άλλοτε βγαίνει στην επιφάνεια και άλλοτε μένει στον βυθό των στίχων της, αλλά είναι, σχεδόν εσαεί, παρούσα. Και πρόκειται για μια θεματική πολύπλευρη, πολύπτυχη και πολυεπίπεδη, που εξετάζεται ενδελεχώς, πολυπρισματικά και όχι μονοδιάστατα ή μονοσήμαντα.

Συχνά οι στίχοι της Ε.Α.Φ. αποπνέουν ένα συναίσθημα συντριβής, μάλλον με ερωτικό υπογάστριο: «Έκλαψα πολύ μέσα μου / θάλασσες πια οι στεριές και τα βράχια μου / Τα σπλάχνα πλημμύρισαν αλάτι…». (σελ. 26) Στη συλλογή όμως δεν θεματοποιείται μόνο η ερωτική συντριβή, αλλά και η ερωτική ανάταση. Έτσι, συναντούμε στίχους αναθάρρησης, αισιοδοξίας, προοπτικής, με σαφέστατα ερωτικό υπόβαθρο: «Κι αν όλες οι μέρες μας / έρθουν σαν νύχτες / εγώ θα βάζω ήλιο πετράδι στον λαιμό / να γίνομαι αυτόφωτη περιφορά αγάπης». (σελ. 34)

Υπάρχουν βέβαια και ποιήματα όπου ο έρωτας αντιμετωπίζεται ως μια υπόσχεση, μια δέσμευση με μελλοντολογικό χαρακτήρα. Εδώ σωματοποιείται η ερωτική προσμονή, η προσδοκία, ο ευσεβής πόθος της ερωτικής πραγμάτωσης, έστω κι αν ενίοτε αποδεικνύεται ευσεβοποθισμός: «Η καρτ ποστάλ πανάρχαια πια διαδικασία / Γι’ αυτό μου στέλνεις τα e-mail με χαρακτήρες ελλιπείς / Με υποσχέσεις που εννοούνται / Παρανοούνται ενίοτε / Στην ψευδαίσθηση του ελλιπούς αφήνομαι / και ό,τι είναι / το επεκτείνω / σε μια υπόσχεση καρδιάς». (σελ. 40)

Βασικά, η ποιήτρια υμνεί και το ερωτικό δόσιμο, την αυτοπροσφορά, τη σπονδή, τη θυσία χάριν της ερωτικής πραγμάτωσης, χάριν της ερωτικής κορύφωσης: «Πάει καιρός που έχω να καώ σε τόση λάβα / Χλωρό κορμί που τώρα επιστρέφει / να αποξηρανθώ μέσα στο βλέμμα σου / και να καώ ολόκληρη». (σελ. 54)

Βέβαια, φυσιολογικά και μοιραία, η Ε.Α.Φ. υμνεί και το ατελέσφορο, το ανεπίδοτο, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, ενός πάθους που δεν ευοδώθηκε ποτέ: «Κρίμα / Τόση σπατάλη / με κέρματα αγάπης / που δεν εξαργυρώνονται / Πέφτανε μόνο ανυπεράσπιστα / μες στα πηγάδια των ευχών / για να πνιγούν». (σελ. 64)

Εντός της θεματικής διαπασών της Ε.Α.Φ. και οι έρωτες που αποδείχτηκαν κατώτεροι των προσδοκιών, χρησιμοθηρικοί και ωφελιμιστικοί. Άλλης μορφής ερωτικο-συναισθηματικά τραύματα κι αυτά, που η ποιήτρια πραγματεύεται αρκούντως ικανοποιητικά, από αισθητικής άποψης: «Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα / φέγγει σαν λύχνο παλιό / το μυστικό φεγγάρι μου / Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν / φόδρες που υποχώρησαν / και με αφήσανε γυμνή / στα βλέμματα τ’ αχόρταγα / αρσενικών ωρών / που σπέρναμε μα δεν γεννούσαν μέλλον». (σελ. 81)

Τέλος, επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο στο βιβλίο είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο απραγματοποίητος, αυτός που δεν συντελέστηκε ποτέ, παρά την τόση προσμονή. Έτσι ήλθε η πίκρα και η απογοήτευση: «Τρέχω σαν Σταχτοπούτα να νοικοκυρέψω τόσες πτώσεις… / Κάθε βράδυ / Στις δώδεκα ακριβώς / Κομματιάζω κολοκύθες που αρνήθηκαν τα μάγια». (σελ. 133)

Όπως και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της, «Η λίμνη των κύκλων», 2014, η Ε.Α.Φ. αντλεί τα βασικά σύμβολά της από τη σύγχρονη καθημερινότητα, γεγονός που τα καθιστά οικεία και προσλήψιμα για τον αναγνώστη.

Θεωρώ τα ευσύνοπτα ποιήματά της ως τα πλέον λειτουργικά, εικονοκλαστικά, ιματζινιστικά και αξιοπρόσεκτα: «Να κρατάς πάντα ένα κλουβί στο σπίτι / Να βάζεις κάθε μέρα την τροφή / Ν’ αλλάζεις το νερό / προσμένοντας ένα πουλί / να νιώσει έλξη απόδρασης / για έναν εγκλεισμό που ετοιμάζεις». (σελ. 19)

Ακόμη μια καλή ευσύνοπτη στιγμή στο βιβλίο, ενδοσκοπική, παραστατική, λιτή, ευπρόσωπη και αισθητικά λειτουργική: «Λύπη / Μην καπηλεύεσαι τις μέρες μου / Σκοτάδι είσαι / και μου κρατάς ένα φεγγάρι στο μυαλό / για δόλωμα». Σελ. 57)

Ωστόσο, θεωρώ πως στα μακροσκελή ποιήματά της η ποιήτρια ενδεχομένως κάποτε να χάνεται μέσα στους συνειρμούς και τη λεξιλαγνία-λεξιθηρία της, με αποτέλεσμα, ο νοηματικός φόρτος να διαβρώνεται και να αποδυναμώνεται. Στιγμές-στιγμές δίνει την εντύπωση ότι γι’ άλλου ξεκίνησε κι αλλού το ποίημα την πήγε. Έτσι όμως η θεματική παραμένει συγκεχυμένη και η στόχευση θολή.

Θέλω να κλείσω με τη διαπίστωση ότι στο βιβλίο της Ε.Α.Φ., σπάνια αλλά πολύ ωραία, επιστρέφουν εικόνες από παιδικές μνήμες, άκρως λειτουργικές και ευπρόσωπες. Εδώ ιχνηλατείται και μια τρυφερή οικειότητα με τα σύμβολα και τις λέξεις: «Βυθίζομαι πάλι στη νύχτα / Ακούω τα μεσάνυχτα να περπατάνε / μες σε ψηλά τακούνια στον διάδρομο… / Λύκε Λύκε / μην είσαι πια εδώ / παίρνω το μπαστούνι μου / και σε κυνηγώ». (σελ. 94)

 

 

Δήμος Χλωπτσιούδης

Φωνήεντα σε περίπτερο

Λέξεις σε μια χειρολαβή από την Αρτεμίου-Φωτιάδου

23/8/2016/tvxs

Η κριτική για δεκαετίες δεν αντιμετώπιζε την κυπριακή ποίηση ως ισότιμη. Οι σχετικές μελέτες ήταν υπερβολικά λίγες και μόνο τα τελευταία χρόνια -δειλά, είναι η αλήθεια, προς το παρόν- στράφηκαν προς την λογοτεχνική παραγωγή της Μεγαλονήσου. Και δεν αποτελεί υπερβολή η θέση ότι μεγάλο μέρος της κυπριακής λογοτεχνίας σφραγίζεται από τις μακρόχρονες πολιτικές περιπέτειες της Μεγαλονήσου με έναν πολιτικό κι εθνικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, όπως σημειώναμε και παλαιότερα, η σύγχρονη κυπριακή ποίηση, με χρονική απόσταση από τα τραγικά συμβάντα της εισβολής, της διχοτόμησης και την εμπειρία των προηγούμενων διακοινοτικών συγκρούσεων, καλλιέργησαν την ποίηση -ως απόρροια της ειρήνευσης- με μία άλλη οπτική. Οι νεώτεροι λογοτέχνες πλησίασαν και παρακολούθησαν την ελλαδική λογοτεχνική παραγωγή διαμορφώνοντας για πρώτη φορά μία εθνική ελληνική ποίηση. Κύπριοι ποιητές συνδέονται άμεσα με την Ελλάδα παρακολουθώντας εκδοτικές δραστηριότητες και συμμετέχοντας σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δράσεις, ενισχύοντας συνεχώς τον ισχυρό δεσμό και εμπλουτίζοντας τελικά την ίδια την ποίηση και την τέχνη.

Η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου, «Φωνήεντα σε περίπτερο» (Μανδραγόρας, 2016), είναι υπαρξιακή με έντονο το κοινωνικό στοιχείο ως δομικό συστατικό. Ωστόσο, ξεφεύγει από την εσωτερική ανάγκη και την απελευθέρωση από τις λέξεις και συνδέεται με το κοινωνικό περιβάλλον. Πλήθος κοινωνικών παραστάσεων λειτουργούν ως οπλισμός για την οικοδόμηση μιας υπαρξιακής ποιητικής μακριά από το στενό ατομικιστικό πλαίσιο παλαιότερων γενεών.

Αν και παραμένει μία ενδοσκοπική ποίηση εντούτοις περιορίζεται από τις κοινωνικές προβολές και την πλούσια εκφραστική της, ισορροπώντας συναισθηματικά ανάμεσα στην προσωπική αγωνία και την κοινωνική απογοήτευση μέσα σε χώρους γεμάτους φως, χρώματα κίνηση και ήχο.

Η έκφρασή της ισορροπεί σε ένα αραχνοειδές πλέγμα μεταξύ προφορικότητας και εμπλουτισμένης λιτότητας ενισχυμένης με σουρεαλιστικά στοιχεία και λογοτεχνικά σχήματα. Διόλου τυχαία και η επιλογή του λεξιλογίου, που αποκαλύπτει έναν συνεχή αγώνα στιχουργικής επεξεργασίας και γλωσσικής καινοτομίας. Η μουσικότητα του στίχου και ο ρυθμός οδηγούν τον αναγνώστη/ακροατή χωρίς να τον πιέζουν, αλλά αφήνοντάς τον ελεύθερο να συναισθανθεί.

Η εκφραστική της Αρτεμίου-Φωτιάδου θεμελιώνεται σε μια πολύπλευρη γλώσσα, συμβάλλοντας στη διαρροή του συναισθήματος και στον έλεγχο της έντασης των συνθέσεων. Παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις και αντιθέσεις πλαισιώνουν ενεργητικά τις κοινωνικές παραστάσεις που εισάγει στην ποίησή της και τη ρομαντική διάθεσή της. Δυναμικές γλωσσικά μεταφορές με βάση ασυνήθιστους -ετερόπτωτους ή επιθετικούς- προσδιορισμούς ξαφνιάζουν τον αναγνώστη/ακροατή με την πολυδιάστατη γλώσσα της ποιήτριας· τον συναρπάζουν με τον ποιητικό πλούτο και την εφευρετικότητά της.

Οι μετωνυμίες και οι μεταφορικοί προσδιορισμοί όμως δε στέκουν απλά δίπλα στο προσηγορικό ουσιαστικό ως μία ιδιότητα. Συχνά το χρωματίζουν συνειρμικά με τη μόνιμη χρωματική ιδιότητα της λέξης (πχ το αίμα) ή συναισθηματικά (πχ χάρτινη κουρτίνα, νεογέννητες χειρονομίες, νύχτες ναυαγισμένες, στάζουνε ζωή κλπ). Παράλληλα, συμβάλλουν εικονοπλαστικά πλουταίνοντας τον ήδη δαψιλή καμβά της.

Άλλωστε, η εικαστική της Αρτεμίου-Φωτιάδου δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Πλούσιες εικόνες ζωντανεύουν στο καναβάτσο της· εικόνες γεμάτες κίνηση και ήχο. Συχνά ο ποιητικός χώρος είναι πλήρης ανθρώπων.

Αν και συνήθως η πρωτοενική εξομολογητική έκφραση σκηνογραφικά περιορίζεται σε κλειστούς η περιορισμένης έκτασης χώρους και σκηνοθετικά αποδίδεται με λίγα πρόσωπα, στην περίπτωση της Αρτεμίου-Φωτιάδου η ενσωμάτωση κοινωνικών παραστάσεων μεταμορφώνει την περιοχή. Έτσι, το ενικό πρόσωπο συνειρμικά γίνεται μέρος του κοινωνικού συνόλου και του περιβάλλοντος εγκαταλείποντας την ποιητική ατομικότητα προηγούμενων δεκαετιών. Ταυτόχρονα όμως το α΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο μεταμορφώνεται σε ένα συλλογικό υποκείμενο εκφράζοντας το γενικότερο συναίσθημα και βασικές κοινές μας αγωνίες και αξίες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποιητικής της Αρτεμίου-Φωτιάδου -πέρα από την εικαστική- είναι η ευρηματική αξιοποίηση μίας ιδέας με παραμυθική διάσταση. Μία ανατρεπτική ιδέα αναπτύσσεται σε όλο το ποίημα καθιστώντας τελικά όλη τη σύνθεση μία τεράστια μεταφορά (ένας χάρτης γίνεται ερωτικό σύμβολο, μία ομπρέλα σύνδεσμος χορού κι αγάπης). Το δε αφηγηματικό ύφος μετατρέπει τα ποιήματά της σε μικρές ιστορίες μυθικές έμπνευσης.

Η βραβευμένη -σε Ελλάδα, Κύπρο και Γερμανία- ποιήτρια διαθέτει μία από τις πιο δημιουργικές λογοτεχνικές φωνές της σύγχρονης κυπριακής ποίησης. Πολυγραφότατη και με συνεχή επεξεργασία της γλώσσας και του στίχου εκφράζει μία εσωτερική φωνή υπομονής απέναντι στ’ ανθρώπινα βάσανα· μία φωνή πλούσια σε συναισθήματα, φέρνοντας το πρόσωπο στο επίκεντρο της κοινωνίας.

1. Και βέβαια, δε λείπουν οι διαμαρτυρίες από λίγους μελετητές πως διατρανώνουν πως η κυπριακή ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «φτωχός συγγενής» ή σαν ξένο σώμα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στα σχολικά εγχειρίδια (που φέρνουν το άτομο πρώτη φορά σε επαφή με τη λογοτεχνία) σπάνια συμπεριλαμβάνεται κάποιος Κύπριος ποιητής.

2. Εθνική ποίηση βεβαίως δε σημαίνει και ταυτόσημη γεωγραφικά οπτική. Η κυπριακή ποίηση, μέσα από την ιστορική της εξέλιξη, διατηρεί τα τοπικά της χαρακτηριστικά εμπλουτίζοντας την ελληνική ποίηση. Η διχοτόμηση, εκτός από γεωγραφική και πληθυσμιακή, είχε σαν συνέπεια και την περαιτέρω σύνδεση της κυπριακής λογοτεχνίας με την ελληνική, αφήνοντας σε απόσταση του όραμα των τουρκοκύπριων ποιητών για μία κοσμοπολίτικη αυτόνομη Κυπριακή Λογοτεχνία. Άλλωστε, δεν είναι υπερβολή να σημειώσουμε ότι οι Τουρκοκύπριοι ποιητές είναι, θα λέγαμε, παντελώς άγνωστοι στο ελλαδικό κοινό (βλ. και παλαιότερη κριτική μας στο Μεχμέτ Γιασίν).

 

 

Δευτέρα, 06 Απριλίου 2015

Γιώργος Φράγκος

Ποίηση συναισθηματικών καταστάσεων

«Η λίμνη των κύκλων», 2014

Ποίηση ενδοσκοπικής υφής, που κατά κύριο λόγο πραγματεύεται εσωτερικές διεργασίες και ανακατατάξεις στον ψυχισμό των ανθρώπων, στον συναισθηματικό τους κόσμο, στις διαθέσεις και τις προθέσεις τους. Αυτή την ποίηση γράφει η Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου στην 11η ποιητική συλλογή της, που κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, υπό τον τίτλο «Η λίμνη των κύκλων».

Έχω την αίσθηση πως τα πλείστα των ενδοσκοπικής υφής ποιημάτων τής Αρτεμίου – Φωτιάδου είναι διαποτισμένα από έντονα αυτοαναφορικά στοιχεία, έστω κι αν αυτά δεν είναι κραυγαλέα προφανή. Θεωρώ πάντως πως τα πλέον εύστοχα και λειτουργικά ενδοσκοπικά ποιήματά της είναι αυτά που γράφτηκαν σε πρώτο πρόσωπο: «… ενδημικό πουλί λογιέμαι / οι Μοίρες μου με καταράστηκαν / ν’ αποδημεί μονάχα η εποχή μου…». (σελ. 45)

Η Αρτεμίου – Φωτιάδου θεματοποιεί κυρίως συναισθηματικές καταστάσεις, την απογοήτευση, την ελπίδα, την προσδοκία, τις ενοχές, την ανάγκη της αναζήτησης, της περιπλάνησης κ.λπ. Το τοπίο τής εποχής μας όμως είναι μουντό, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια στην ψυχική ανάταση, στην ψυχολογική αναπτέρωση και την ελπίδα: «… Και το ταξίδι; / Δεν είναι ούριος ο άνεμος για κάποιες αποπλεύσεις / Αφήνουμε όλα τα καράβια στη στεριά μας / μήπως βουλιάξουν / Και πνιγόμαστε επάνω σ’ ένα βράχο γαντζωμένοι». (σελ. 10)

Η ποιήτρια, με ανεπιτήδευτη εκμυστηρευτική διάθεση, συνομιλεί με τον αναγνώστη της ως να βρίσκεται δίπλα της και κουβεντιάζει μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Ξετυλίγει τις σκέψεις της με απλότητα, καθαρότητα και λιτότητα και συχνά μ’ ένα αίσθημα προσωπικής συντριβής.

Η Αρτεμίου – Φωτιάδου διυλίζει μέσα της τις σύγχρονες πραγματικότητες που βιώνει η κυπριακή κοινωνία, με πόνο και θλίψη. Σύμβολά της η νύχτα, τα όνειρα που έγιναν εφιάλτες, αλλά και ο φόβος. Αναφέρεται σε αυτές τις πραγματικότητες έμμεσα και υπαινιχτικά, πίσω από το απαλό πέπλο της εξατομικευμένης εσωτερικότητας. Έτσι, ο ήρωάς της «… δεν άνοιγε εν τέλει εφημερίδα / Είχε διαβάσει όλα τα νέα / στην προηγούμενη θλίψη του / Τώρα σαν μετεμψύχωση ενός ακόμη σκουληκιού / σερνότανε κάτω από τη ζωή του». (σελ. 13)

Η ποιήτρια έχει μιαν έφεση στον συνεχή πειραματισμό με διάφορα εκφραστικά μέσα και ρητορικούς τρόπους, αντλώντας από το ποικιλόμορφο λεξιλόγιο της καθημερινότητας, το οποίο και, κατά κανόνα, διασφαλίζει προσβασιμότητα στη νοηματοδότηση των στίχων της. Άλλοτε πάλι δανείζεται σύμβολα, εκφράσεις, ορολογία και σημειολογία από χώρους φαινομενικά άσχετους με την ποίηση και τους μεταπλάθει αισθητικά μεταφέροντάς τους σε άλλες θεματικές, για να υπηρετήσουν τη νοηματοδότηση ιδεών, συναισθημάτων και προβληματισμών τού ποιητικού χώρου. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα με το λεξιλόγιο τής κινητής τηλεφωνίας, την ορολογία της γραμματικής, εκφράσεις και λέξεις από τον χώρο της μουσικής κ.λπ. Θα χαρακτήριζα ευρηματική αυτή την πρακτική και στις πλείστες των περιπτώσεων λειτουργική και αποτελεσματική.

Ακόμη, η Αρτεμίου – Φωτιάδου πειραματίζεται με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, συνήθεις «διαδρομές» στην ποιητική γραφή, με αξιοσημείωτα αποτελέσματα. Η μια εικόνα συνήθως ανατρέπεται ή αναιρείται από την επόμενη: «Ο φόβος μου μεγάλωσε / τρώγοντας γλυκό του κουταλιού / ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη / Στα πρώτα βήματα πολύ με παίδεψε / Τον εκδικήθηκα κερνώντας τον πικρό καφέ / Είπα δεν θα ξανάρθει / Κάθισε τότε σταυροπόδι στο κατώφλι μου / κι άναψε μια φωτιά για να κρυώνω». (σελ. 14)

Οι στίχοι της Αρτεμίου – Φωτιάδου αποπνέουν συχνά κι έναν ερωτισμό γένους θηλυκού, ακόμα κι όταν εμμέσως αναπτύσσει ένα θέμα ποιητικής: «Η χαλασμένη στέγη κάποιας σύναξης / άνοιγε πού και πού το πέρασμά της / σε μια ψιλή βροχή / υγραίνοντας τις λέξεις / που μαλακές πέφτανε / επάνω στις κλειστές αισθήσεις / Ριγούσανε εκείνες σαν παρθένες / που κάναν έρωτα / πρώτη φορά με την ψυχή τους». (σελ. 16)

Η ποιήτρια πραγματεύεται συχνά μεγάλες ιδέες και μεγάλες έννοιες με έντονη φιλοσοφική διάθεση, με ειλικρίνεια, κριτικό και αυτοκριτικό πνεύμα: «Η Ευτυχία γράφεται με ήττα / Πολλές φορές θα πέσεις / στα πεδία των μαχών σου / ανυπεράσπιστος και κάποτε δοσίλογος / …». (σελ. 24)

Μια άλλη αρετή στην ποίηση της Αρτεμίου – Φωτιάδου είναι η παραστατικότητα. Οι εικόνες της είναι άκρως εκφραστικές και παραστατικές, φορτωμένες και φορτισμένες με νοήματα και συναισθήματα. Παραθέτω ένα ακόμη ενδεικτικό παράδειγμα όπου η ποιήτρια πραγματεύεται τη μνήμη, μια θεματική και συνάμα αισθητική κατηγορία: «Έσταζε η βρύση από τη μνήμη / Χρόνια δεν μ’ άφηνε τις νύχτες / να κλείσω απ’ έξω τη φωνή μου / Εκνευριστικές οι υπενθυμίσεις της / Τιπ ταπ εικόνες θορυβώδεις / Λόγια που ξύριζαν τα όνειρα…». (σελ. 31)

Η Αρτεμίου – Φωτιάδου αναπτύσσει μια ιδέα, συνήθως, με ευρηματικότητα και ανατρεπτικότητα. Αποφεύγει επιμελώς τη συμβατική-προβλεπτή ανάπτυξη ενός ποιήματος και επιλέγει να εκπλήσσει τον αναγνώστη της με απρόσμενες και καινοφανείς μεταφορές και παρομοιώσεις, με αιφνιδιαστικές νοηματικές, ακόμη και υφολογικές, μετατοπίσεις. Όσο κι αν αυτή η έφεση ρηγματώνει, έστω εν μέρει, την προσληψιμότητα των ποιημάτων της, δεν παύει από τού να είναι ελκυστική: «Ρίχνω ένα βλέμμα κέρμα / στη βρύση των ευχών / Μετράω ως το τρία / Με κλειστά τα λόγια / αποκαλύπτομαι / ψάχνω τη σκιά του κόσμου / καθώς αποτυπώνεται / στο τοίχωμα της σκέψης μου / Ψηλαφώ τα τελευταία νεύματα / Κωφάλαλη είναι τελικά η όρασή μου». (σελ. 34)

Ως κατακλείδα, και εν είδει παρατήρησης, θα ήθελα να σημειώσω την εντύπωσή μου ότι, έστω αραιά και πού, η ποιήτρια αφήνεται, παραδίνεται ή μάλλον διολισθαίνει στον εντυπωσιασμό. Ευρηματικά λεκτικά σχήματα, εύηχα λογοπαίγνια, ευφάνταστες εικόνες, συνιστούν αυτόν τον εντυπωσιασμό, ο οποίος, φευ, παρουσιάζει ελλείμματα και αναντιστοιχίες με τον προαπαιτούμενο νοηματικό φόρτο. Έχω την άποψη πως η Αρτεμίου – Φωτιάδου δεν τον χρειάζεται, δεν τον έχει ανάγκη αυτόν τον εντυπωσιασμό. Η ποίησή της, έτσι κι αλλιώς, έχει το αισθητικό υπόβαθρο να κατακτήσει τον επαρκή αναγνώστη.

 

 

Φοίβος Νικολαΐδης

Εκλεκτή ποιήτρια και συγγραφέας «Κάνει άλματα πέραν της φθοράς»
Χαρισματική και πολυτάλαντη, διακρίνεται σε διάφορους τομείς, με την ίδια πάντοτε επιτυχία. Δημιουργική και ικανή, αναδύει τις σκέψεις και τους στοχασμούς της, σμιλεύοντας με δεξιοτεχνία τον ποιητικό της λόγο. Κάθε της λέξη, βγαίνει μέσα από τα εσώψυχά της, διανύοντας ασταμάτητες περιπλανήσεις, του νου και της καρδιάς. Οι στίχοι της πριν απογειώσουν το λόγο της, διαγράφουν τροχιά γύρω από τις έντονες πνευματικές της αναζητήσεις. Αποτυπώνει, όσο γίνεται πιο πιστά, στις ωραίες της ποιητικές πινελιές με τα πλούσια χρώματα των συναισθημάτων και τους ήχους της ψυχής της. Γλυκύτατοι ψίθυροι καρδιάς, τα ποιήματα της, ακούγονται σαν μια υπερβατική μελωδία στο άπειρο.

Από τα πρώτα της βήματα, εργάζεται σκληρά και συνεχίζει μέχρι σήμερα με την ίδια σοβαρότητα και ζήλο. Άνθρωπος χαμηλών τόνων, με περισσή ευγένεια και εσωτερικό πλούτο, γοητεύει με το λόγο της και καθηλώνει με τα ποιήματά της. Εκείνο που ξεχωρίζει στην Έλενα, πέραν του πλούσιου της έργου, είναι η αύρα που εκπέμπει και σε αιχμαλωτίζει με την πρώτη κιόλας ματιά.

Η Ελένη είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ευαισθησίες, προβληματισμούς και ενδιαφέροντα για τα κοινά. Γνωρίζει αρκετά καλά, όλα εκείνα τα απαραίτητα «μικρά μυστικά» που τη βοηθούν να γράφει όμορφους στίχους, που ελκύουν την προσοχή, των αναγνωστών.

Η Ελένη βρίσκει μέσα από την ποίηση τη χαρά, που δίνει ο ρυθμός της και η μουσικότητα, που μπορεί κανείς να διακρίνει. Η ποίηση για την Ελένη, έχει ρυθμό σ’ ένα μουσικό πλαίσιο. Είναι σαν να ακούς ένα τραγούδι. Ένας ρυθμικός, συμβολικός, συμπυκνωμένος τρόπος σκέψης, ένα μοτίβο. Η ποίηση για την Ελένη σημαίνει ο απόλυτος τρόπος έκφρασης, η ελευρερία της εκφραστικότητας. Η απελευθέρωση των συναισθημάτων μέσω των στίχων, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει.

Καθοδηγείται από μια απίστευτη αγάπη για τη ζωή και έναν έρωτα για την ποίηση, που την υπηρετεί με πάθος. Οι στίχοι της διακρίνονται από μια υψηλή καλαισθησία και ευαισθησία. Είναι δοσμένη ολοκληρωτικά στην ποίηση ψυχί τε και σώματι. Γι’ αυτήν είναι ο απόλυτος τρόπος έκφρασης στις μεγάλες χαρές ή λύπες, από την εφηβική της ηλικία, που άρχισε να απλώνει τις σκέψεις της στον ποιητικό καμβά.

Η ποιητική της έκφραση βρίσκει διεξόδους στα όμορφα ποιήματά της με θεματολόγιο από τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα και γενικά τον άνθρωπο. Οι στίχοι της έχουν εκφραστικότητα, λυρισμό και αρμονία, αφήνοντας τον θεατή να ταξιδέψει μέσα από τα κρυμμένα μηνύματα που προβάλλει. Με πρωτοτυπία περιεχομένου και φροντισμένη επιμέλεια, γίνονανται αφετηρία για αναζήτηση άλλων παραμέτρων της ζωής. Το αποτέλεσμα της δουλειάς της είναι εξαιρετικά όμορφο. Η Ελένη είναι μια ποιήτρια με καλπάζουσα φαντασία, δημιουργική με μεγάλες δυνατότητες.

Πέραν από την ποίηση, ασχολείται συστηματικά με το γραπτό λόγο. Πλάθει όμορφα παραμύθια, ντύνοντάς τα με το βελούδο της ψυχής της για τρυφερές ψυχούλες. Οι διακρίσεις της πολλές, συνθέτουν ένα μακρύ κατάλογο κι έχουν περάσει και στον ελλαδικό χώρο τιμώντας την Κύπρο.

Μετά από τόσα βραβεία και διακρίσεις η Ελένη νιώθει εντονότερη την ευθύνη, για να συνεχίσει, να γράφει και να παρουσιάζει τα έργα της. Τα βραβεία για την Ελένη, αρχικά, ήταν μια καλοδεχούμενη, ευχάριστη έκπληξη. Τώρα, αποτελούν το σημείο αναφοράς ευθύνης, για να της θυμίζουν την ευθύνη, να προσπαθεί, να γίνεται ακόμηκαλύτερη. Το ταλέντο της, το θεωρεί ως ένα θείο δώρο, για το καλό όμως, όλων.

Θαυμάζει πολλούς ποιητές και ξεχωρίζει τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Αναγνωστάκη το Τ. Έλλιοτ και πολλούς άλλους. Έχοντας το φιλοσοφικό υπόβαθρο και τα γερά θεμέλια ως στάση ζωής, τα γνωμικά που την εκφράζουν, είναι το «Παν Μέτρον Άριστον» ως επίσης και το «Ες αύριον τα σπουδαία» (Πάντα υπάρχει το αύριο, κυνήγησέ το). Σλόγκαν της όμως στη ζωή είναι η φράση του Οδυσσέα Ελύτη: «Κάνε άλμα πέραν της φθοράς». (Να ξεπεράσεις τον εαυτό σου).

Η Έλενα που ζει και εργάζεται στη Λάρνακα, γεννήθηκε στην Αμμόχωστο. Είναι παντρεμένη και έχει δυο παιδιά. Τώρα, δοκιμάζει ένα άλλο είδος γραπτού λόγου, τα διηγήματα. Υπό έκδοση η νέα της ποιητική συλλογή «Ο κύκλος ενός τετράγωνου έρωτα».

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Συνέντευξη στο brilliantcypriots/ 1 Νοεμβρίου 2014

Η Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου- Συγγραφέας, σεναριογράφος και ταυτόχρονα εκπαιδευτικός μας μιλάει για τη ζωή, το έργο, την τηλεόραση και την παρουσίαση της νέας ποιητικής της συλλογής » Η λίμνη των κύκλων» και το νέο της παραμύθι «Για ένα χαμόγελο» που θα παρουσιαστούν στο κοινό, στο θέατρο Σκάλα στις 3/11/14.
Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου κατάγεται από την Αμμόχωστο. Είναι Διευθύντρια Δημοτικής Εκπαίδευσης και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στον κλάδο της Εκπαιδευτικής Διοίκησης. Ασχολείται με την ποίηση και την παιδική λογοτεχνία καθώς και με το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο. Έχει ήδη στο ενεργητικό της έξι ποιητικές συλλογές, οκτώ βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και μια συλλογή διηγημάτων. Βραβείο Κώστα Μόντη 2010, και Κρατικό βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου το 2009 και 2011. Είναι συνεργάτης της International Art Academy.
Από τις εκδόσεις Μανδραγόρας κυκλοφορούν επίσης τα ποιητικά της «Κατεπείγον» 2011, «Διμερής Συμφωνία» 2013, τα διηγήματα «Αφύπνιση 800 mg» 2012, ενώ μόλις κυκλοφόρησε το ποιητικό της παραμύθι «Για ένα χαμόγελο» με εικονογράφηση της Βιβής Τουρόγιαννη.
1. Κυρία Φωτιάδου, πείτε μας λίγα λόγια για την ζωή και το έργο σας!
Γεννήθηκα στην πόλη του Ευαγόρα, μεγάλωσα ανάμεσα στις

πορτοκαλιές που περικύκλωναν το σπίτι μου στην οδό Σερρών. Από μικρή ήθελα να γίνω γιατρός, έγινα τελικά εκπαιδευτικός, αφού τα δύσκολα χρόνια μετά την εισβολή δεν επέτρεπαν τις σπουδές στο εξωτερικό. Διάβαζα πάντα πολύ, υπήρξαν θυμάμαι εποχές, που διάβαζα ένα βιβλίο κάθε μέρα. Μεγάλωσα με τον ΄Εκτορα Μαλό, τον Ιούλιο Βερν , τον Μαρκ Τουαίην, αλλά αγαπημένος παιδικός ήρωας παρέμεινε ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. ΄Ημουν, νομίζω, πάντα ένα μοναχικό παιδί, που απομονωνόταν συχνά με τα παιχνίδια, με τα τετράδια και τα βιβλία του και αφηνόταν στον κόσμο της φαντασίας. Την Αμμόχωστο την έχω πάντα μέσα στην ψυχή μου. Κρατιέμαι ακόμα από το γαλάζιο της θάλασσας της, από το πορτοκαλί των περιβολιών της. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι έχω γράψει αρκετά ποιήματα για την πόλη μου. Τα περισσότερα είναι αναρτημένα στο Διαδίκτυο, στη Διασπορική Λογοτεχνική Στοά. Ένα διήγημα μου, επίσης, που περιγράφει τη μέρα της φυγής από την Αμμόχωστο, έχει τιμηθεί το 2012 με το Πρώτο Βραβείο Διηγήματος από την Πανελλήνια ΄Ενωση Λογοτεχνών , ίσως γιατί έχει μέσα του όλη την αλήθεια και όλο τον πόνο της προσφυγιάς, έτσι όπως τα έζησε ένα παιδί μέσα στο χαλασμό και τα τεράστια ερωτηματικά του.
Τα τελευταία είκοσι έξι χρόνια ζω στο Κίτι και εργάζομαι για τρίτη συνεχή χρονιά στο δημοτικό σχολείο της κοινότητας. Η ψυχή μου, όπως και όλων των προσφύγων, προσμένει πάντοτε την ευλογημένη ώρα της επιστροφής.

2. Πως ξεκινήσατε να γράφετε; Πως εξελίχθηκε αυτό; Τι μηνύματα θέλετε να δώσετε με τα έργα σας;
΄Εγραφα διάφορα από παιδί. Ένα παραμύθι που έγραψα με τίτλο « Οι δύο κατσίκες και άλλα παραμύθια», νομίζω πως ήταν η πρώτη απόπειρά μου στον κόσμο της συγγραφής. Απόπειρα απλή, αθώα, ανεπιτήδευτη. Το έγραψα στην πρώτη δημοτικού, μόλις κατάφερα να αποδώσω με τα σύμβολα του αλφαβήτου όλα όσα ένιωθα και σκεφτόμουν. Στα χρόνια του Δημοτικού απλώς διάβαζα πολύ και στην εφηβεία πια κατάλαβα πως γεννήθηκα μ΄ αυτή τη « διαστροφή», όπως λέει και η Αλκυόνη Παπαδάκη. Εκεί γεννήθηκαν οι πρώτοι στίχοι –δεν θα τολμούσα ποτέ να τους αποκαλέσω ποίηση-ήταν όμως μια ένδειξη , μια μικρή πυξίδα και νομίζω πως αυτό παρέμεινα, ό,τι κι αν έγραψα στη συνέχεια: Μια ευαισθησία που αναζητά την έκφρασή της στο ρυθμό του στίχου. Ποιήτρια είμαι, νομίζω , και στα πεζά και στα θεατρικά και στα παιδικά βιβλία που αξιώθηκα να γράψω.
Νομίζω πως στα γραπτά μου δεν έψαξα ποτέ να δώσω ένα μήνυμα. Τα μηνύματα λαμβάνονται ποικιλοτρόπως από αυτούς που μου κάνουν την τιμή να διαβάσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου. Γενικά μιλώντας, όμως, νομίζω πως σε όλα μου τα έργα προσπαθώ να αναδείξω την αξία της ζωής και του Ανθρώπου. Να ανάψω ένα μικρό έστω φως μέσα στο σκοτάδι που περιβάλλει πολλές φορές τις μέρες και τις σκέψεις μας.

3. Έχετε γράψει πολλά κείμενα. Θεατρικά, ποιήματα, σενάρια, παραμύθια, διηγήματα. Τι σας δίνει έμπνευση να γράψετε και ποιο είναι το αγαπημένο σας είδος κειμένου.
Ναι, ασχολήθηκα , νομίζω, με όλα τα είδη του πεζού λόγου εκτός από το Μυθιστόρημα. Δεν με ελκύει το είδος. Αντίθετα προτιμώ περισσότερο την ποίηση, την οποία θεωρώ ως το δυσκολότερο λογοτεχνικό είδος, μια και πρέπει να δώσεις , συμπυκνωμένη, φιλοσοφημένη και κατανοητή την έμπνευσή σου, με τρόπο που να εκπλήξει τον αναγνώστη . Γιατί η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν και λέξεις που καίνε, όπως λέει και ο Edgar Allan Poe. H έμπνευσή μου μπορεί να προέλθει από οτιδήποτε, μικρό ή μεγάλο. Το τελευταίο μου ποίημα το έγραψα με αφορμή μια αγγελία θανάτου στην εφημερίδα. Το δε τελευταίο μου χρονογράφημα, στη στήλη που διατηρώ σε κυπριακή εφημερίδα, γράφτηκε σαν μια έντονη διαμαρτυρία για όλα όσα έχουν εισβάλει στη ζωή μας μέσα σε μια ευρύτερη οικονομική και ηθική κρίση , για όλα όσα μας αναγκάζουν να υπομένουμε και να ανεχόμαστε , για όλα όσα αποφασίζονται ερήμην μας.

4. Έχετε βραβευτεί πολλές φορές. Ποια είναι τα αγαπημένα σας έργα από όσα γράψατε; και ποιο είναι το ποιο αγαπημένο του κόσμου;
Ξεκίνησα να γράφω από μια βαθιά εσωτερική ανάγκη. Γράφω πρώτα για μένα, για να ελευθερωθώ από λέξεις, σκέψεις, αισθήματα που με καταδιώκουν. Κι ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη τα βραβεία και οι τιμητικές διακρίσεις. Γιατί τότε κατάλαβα πως δεν ήμουν ένας μοναχικός καβαλάρης, αλλά αυτά που έγραφα τύγχαναν ευρύτερης αποδοχής. Τότε κατάλαβα επίσης και την ευθύνη που επωμιζόμουν. Την ευθύνη να προσπαθώ και να βελτιώνομαι συνεχώς και να δίνω πράγματα που να αρέσουν στον κόσμο που θα τα διαβάσει. Κι αυτή , πιστεύω, είναι πια η μεγαλύτερη ικανοποίηση. Να σου πει κάποιος ότι διάβασε κάτι δικό σου και ότι τον άγγιξε. Προσωπικά δεν έχω αγαπημένα έργα. ΄Ο,τι έχω γράψει, με την ίδια πάντα αγάπη το έχω κάνει. Απλώς, θα μπορούσα να πω πως η ποίηση είναι συνήθως αυτή που με ενεργοποιεί περισσότερο και με αυτή εκφράζομαι πιο εύκολα. Είναι, ας πούμε, πιο οικεία η σχέση μεταξύ μας. Για τον κόσμο γενικά δεν μπορώ να πω. Το μόνο σίγουρο είναι η χαρά που διέκρινα στα παιδιά, όταν παρακολούθησαν σε παράσταση τα δύο παιδικά έργα που έχω γράψει και ανέβηκαν την περίοδο 2013-2014. Μιλώ για το έργο « Πούκυ Μπου, το ξωτικό του δάσους» και για το μιούζικαλ « Ποιος είδε ένα δεινόσαυρο;» Τα παιδιά είναι πιο αυθόρμητα και εκφράζουν ευκολότερα τα συναισθήματά τους.

5. Γράψατε τηλεοπτικά σενάρια για αγαπημένες σειρές όπως

Μανώλης και Κατίνα, άνεμοι του πάθους, Μοιραία Φεγγάρια… Πως ήταν αυτή η εμπειρία; Για ποια δουλειά είστε περισσότερο περήφανη; Πως βλέπετε την κυπριακή τηλεόραση;
Η αλήθεια είναι ότι ευτύχησα να γράψω πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους έργα. ΄Ημουν 23 χρόνων, όταν έγραψα το πρώτο ραδιοφωνικό σενάριο και 25 όταν έγραψα για πρώτη φορά έργο τηλεοπτικό. Μοναδική εμπειρία. Είναι μια άλλη αίσθηση η συγγραφή σεναρίου, γιατί βλέπεις τους ήρωες σου να παίρνουν σάρκα και οστά, παρακολουθείς την εξέλιξή τους , εμπνέεσαι από αυτούς και συνεχίζεις. Είμαι περήφανη για όλες τις τηλεοπτικές μου προσπάθειες. Ωστόσο, αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια, θα αναφέρω αυτήν για την οποία μου μίλησε περισσότερο ο κόσμος. Και είναι η τηλεοπτική κωμωδία « Μανώλης και Κατίνα» , μια σειρά την οποία ξεκίνησα γράφοντας ένα ραδιοφωνικό σατιρικό ένθετο με τίτλο « Εκείνος κι εκείνη». Μετά πρόσθεσα κι άλλους ήρωες και το μετέφερα στην τηλεόραση. ΄Ηταν μια σειρά αυτοτελών επεισοδίων , την οποία έγραψα με πολύ μεράκι και αυτό νομίζω έβγαινε στην οθόνη. Το ταλέντο των πρωταγωνιστών ήταν μοναδικό και μέχρι σήμερα, τόσα χρόνια μετά, το Ρ.Ι.Κ. προβάλλει τη σειρά σε επανάληψη και δεν σου κρύβω ότι με συγκινούν ακόμα και με διασκεδάζουν ταυτόχρονα αυτά που παρακολουθώ. Η κυπριακή τηλεόραση , μετά από μια κρίση που πέρασε τα τελευταία δύο χρόνια, επανέρχεται με πολλές σειρές φέτος. Δεν έχω παρακολουθήσει αρκετά, για να είμαι ειλικρινής. Πλέον προτιμώ περισσότερο το διάβασμα, το γράψιμο και τη μουσική. Είναι και ο χρόνος λιγότερος, καθώς οι υποχρεώσεις αυξάνονται. Βλέπω , όμως, ότι γίνονται συμπαραγωγές με τα ελλαδικά κανάλια . Αυτό από μόνο του δίνει μια άλλη ώθηση . Παραμένουν, όμως και σειρές με καθαρά κυπριακή κουλτούρα, όπως είναι τα κυπριώτικα σκετς. ΄Ολα χρειάζονται, πιστεύω, φτάνει να γίνονται με αγάπη και επαγγελματισμό. Το βασικότερο, νομίζω, είναι να υπάρχει ένα καλό σενάριο, που να μπορεί να κρατήσει τον κόσμο , ένα σενάριο που να εξελίσσεται γρήγορα και να έχει ανατροπές. Διαπιστώνω επίσης ότι ο κόσμος, μετά από τόσα δράματα, αναζητά την κωμωδία και αυτό είναι απόλυτα κατανοητό στις μέρες μας.

6. Αρέσει στο κυπριακό κοινό να διαβάζει;
Δεν θα το έλεγα. Νομίζω πως από τη στιγμή που ξεφεύγουν από τη σφαίρα του σχολείου, οι περισσότεροι διαβάζουν μόνο περιοδικά και εφημερίδες είτε ηλεκτρονικά είτε σε έντυπη μορφή. Σε μεγαλύτερες ηλικίες το κοινό είναι κυρίως γυναικείο και διαβάζει περισσότερο μυθιστορήματα . Ποίηση , για παράδειγμα, ελάχιστοι διαβάζουν. Γι΄αυτό και τα βιβλία ποίησης είναι οι φτωχοί συγγενείς των βιβλιοπωλείων. Αυτοί, όμως, που διαβάζουν, θεωρώ ότι διαβάζουν πολύ και συστηματικά. Προσωπικά διαβάζω περισσότερο ποίηση και δύσκολα θα αφήσω τη μέρα να περάσει χωρίς μια καινούρια επαφή με το είδος. Χρειάζεται να εμπεδωθεί ολόκληρη κουλτούρα ανάγνωσης κι αυτό μπορεί να φαίνεται ευκολότερο στις μικρές ηλικίες. Γι΄αυτό πιστεύω ότι σχολείο και οικογένεια πρέπει συνειδητά να καλλιεργούν από πολύ νωρίς στάσεις και συνήθειες φιλαναγνωσίας.

7. Τα παιδιά στο δημοτικό πως αντιδρούν στα έργα σας; Φαντάζομαι θα είναι οι πρώτοι που ακούνε τα κείμενα σας; Τι σχόλια σας κάνει ο κόσμος;
Αρκετά παιδιά μου δίνουν τη χαρά να διαβάσουν ένα βιβλίο που έχω γράψει. Και έρχονται τόσο όμορφα , με όλη την παιδική τους αθωότητα να μου το πουν. Και πραγματικά με συγκινούν. Ειδικά όταν έρχονται και με κάποια ζωγραφιά που έχουν εμπνευστεί από το βιβλίο. Είναι απίστευτη πραγματικά η χαρά που νιώθω, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Νομίζω πως γίνομαι τότε κι εγώ μαζί τους παιδί. ΄Η …πως παραμένω παιδί , παρά τα τόσα χρόνια στην πλάτη μου.

8. Πρόσφατα ανέβηκε σε σκηνοθεσία κ. Μόνικας Μελέκη το

θεατρικό σας «Ποιος είδε ένα δεινόσαυρο» Πως νιώσατε που είδατε το έργο σας να ζωντανεύει στη σκηνή;
΄Ηταν μια καταπληκτική εμπειρία, την οποία ζήσαμε μαζί όλοι οι συντελεστές, Η ιδέα ξεκίνησε από μια συζήτηση που έκανα με τoν Aντρέα Γερολέμου. Το κείμενο μου, η μουσική του, η σκηνοθεσία της Μόνικας, οι ερμηνείες των ηθοποιών, τα ευρηματικά σκηνικά, τα εντυπωσιακά κοστούμια, όλα μαζί δέσανε και δώσανε ένα πολύ αξιόλογο αποτέλεσμα. ΄Ηταν μια συνεργασία που μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και εύχομαι κάποια στιγμή να βρούμε τον τρόπο να κάνουμε και κάτι καινούριο. Το να βλέπει κανείς τη σκέψη του, τη φαντασία του, να ζωντανεύουν στη σκηνή είναι, πιστεύω, σαν ένα θείο δώρο. Είναι λες και ανοίγει ξαφνικά ένα φως στο σκοτάδι. Και πάντα, μετά από τέτοιες εμπειρίες, αισθάνομαι πιο δυνατή για να προχωρήσω παρακάτω, ξέροντας πως υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν να δώσεις ό,τι καλύτερο μπορείς.

9. Μιλήστε μας για την παρουσίαση της ποιητικής σας

συλλογής » Η λίμνη των κύκλων» και το παραμύθι «Για ένα χαμόγελο» που θα παρουσιαστούν στο κοινό, στο θέατρο Σκάλα στις 3/11/14. Ποιο το θέμα τους και που απευθύνονται;
Θα έχω τη χαρά και την τιμή δύο βιβλία μου να παρουσιαστούν στο Θέατρο Σκάλα τη Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου, στις 7:30 μ.μ. Το βιβλίο « Η Λίμνη των Κύκλων» είναι η τελευταία ποιητική μου συλλογή, που εκδόθηκε στην Αθήνα από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας. Το δεύτερο βιβλίο με τίτλο « Για ένα χαμόγελο» είναι ένα έμμετρο παραμύθι. Εκδόθηκε τον περασμένο Αύγουστο, επίσης από τις εκδόσεις Μανδραγόρας και διαβάζεται ευχάριστα από τα παιδιά λόγω της ομοιοκαταληξίας των στίχων. Θεωρώ, όμως, πως και οι ενήλικες μπορούν να το χαρούν , μια και όλοι, σε όποια ηλικία και αν βρισκόμαστε, κρύβουμε πάντα ένα παιδί μέσα μας. Η ποιητική συλλογή περιέχει 52 ποιήματα κυρίως υπαρξιακής υφής , με έντονο προβληματισμό για όσα συμβαίνουν γύρω μας, με διάθεση κριτικής και αυτοκριτικής. Το παραμύθι κινείται σε πιο αισιόδοξους τόνους αφού θέλει την κάθαρση να συντελείται στο τέλος και τη δικαιοσύνη να αποκαθίσταται. Ευχαριστώ τον εκδότη μου, κύριο Κώστα Κρεμμύδα καθώς και όλη τη συντακτική ομάδα του Μανδραγόρα για την όλη στήριξη της δουλειάς μου, για το ενδιαφέρον και την ενθάρρυνση.
Στην παρουσίαση συμμετέχει το Φωνητικό Σύνολο του Δήμου Λάρνακας, μια και είχα την τιμή ο Αντρέας Γερολέμου να μελοποιήσει στίχους από τη Λίμνη των Κύκλων και να τους παρουσιάσει με το Φωνητικό Σύνολο που διευθύνει. Τον ευχαριστώ θερμά για τη συγκίνηση που μου πρόσφερε όταν άκουσα για πρώτη φορά τα τραγούδια. Και ευχαριστώ βεβαίως και όλα τα μέλη του Φωνητικού Συνόλου που έντυσαν με τις ωραίες φωνές τους τις λέξεις μου και με έκαναν να νιώσω τη μοναδική χαρά που μπορεί να νιώσει ένας δημιουργός σε μια τέτοια περίπτωση.
Ευχαριστώ επίσης τον Αντρέα και τη Μόνικα Μελέκη για την προθυμία τους να βοηθήσουν στην παρουσίαση των βιβλίων καθώς και όλους τους ηθοποιούς του θεάτρου Σκάλα για τη στήριξη και τη συμπαράσταση. Και ασφαλώς ευχαριστίες οφείλω και στο Δήμαρχο Λάρνακας κ. Αντρέα Λουρουτζιάτη, ο οποίος αγκάλιασε την όλη εκδήλωση και θα απευθύνει σε αυτή χαιρετισμό.
Η εκδήλωση διοργανώνεται σε συνεργασία με την ΄Ενωση Λογοτεχνών Κύπρου και ευχαριστώ τον πρόεδρο της ΄Ενωσης, κύριο Γιώργο Μολέσκη για τη συμβολή του. Εγκάρδιες ευχαριστίες στον Πρέσβη της Ελλάδος στην Κύπρο, κύριο Βασίλη Παπαϊωάννου για το χαιρετισμό του στην παρουσίαση των βιβλίων μου.
Την εκδήλωση συντονίζει ένας καταξιωμένος δημοσιογράφος, ο Σωτήρης Παρούτης και είναι ιδιαίτερη τιμή για μένα η παρουσία του.
Προσκαλώ λοιπόν τον κόσμο σε μια όμορφη βραδιά με μουσική και ποίηση.

10. Σε τι φάση είστε τώρα στη ζωή σας; Γράφετε κάτι νέο;

Ποια είναι τα επόμενα σας σχέδια;
Νομίζω πως συνεχώς γράφω στίχους. Αυτό δεν μπορεί να σταματήσει, ακόμα κι όταν πω πως θα αφήσω το μυαλό μου να ξεκουραστεί. Τελικά εκείνο δεν με αφήνει να επαναπαυτώ κι όλο και έρχεται μια καινούρια σκέψη που θέλω να την ντύσω με λέξεις. Παράλληλα προσπαθώ να τελειώσω ένα παιδικό βιβλίο. Την περίοδο επίσης αυτή παρουσιάζεται στο κοινό και μια κυπριακή κωμωδία που έχω γράψει πρόσφατα με τίτλο « Κοντός ψαλμός αλληλούια» . Το έργο παρουσιάζει ο Πολιτιστικός ΄Ομιλος Αρχάγγελος Κιτίου , ο οποίος συμμετέχει με αυτό το έργο στο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού θεάτρου του θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Τους ευχαριστώ για την επιλογή του έργου και τους εύχομαι κάθε επιτυχία σε αυτή την προσπάθεια.
Ευχαριστώ και σένα για τις ερωτήσεις και για την ευκαιρία που μου έδωσες μέσα από το αξιόλογο site σου να επικοινωνήσω με τον κόσμο.
Εύχομαι , μέσα από την ψυχή μου, παρά την οικονομική και ηθική κρίση της εποχής μας, ο πολιτισμός να παραμείνει ψηλά και να δαμάζει την οποιαδήποτε ασχήμια με την ομορφιά της γλώσσας μας.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s