ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

 

%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%832

 

Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου με τη διατριβή «Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925)». Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.

 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ματωμένα κοράλλια (1979),
Ο λοιμός και άλλα ποιήματα (δίφυλλο, 1981),
Ιατρική βεβαίωση (1982), Κρατικό Βραβείο Νέου λογοτέχνη (Κύπρου)
Στυφά κυδώνια (1988),
Φωτηλασία (1999)
Παραδαρμός εν αλφαβήτω (2007) Το 2010 τιμήθηκε με το) για την ποιητική του συλλογή
Λοκριγκάνα (2010), Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Κύπρου)
Δοκιμές συγκολλήσεως (2013)
Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες (2016)

 

 

1-ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)

ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εκείνοι που βυθίστηκαν
στο κράτος της σιωπής
κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι
με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.

Τα όνειρά τους ταξιδεύουν
στις αποικίες των κοραλλιών
κι ανθίζουν στο σκοτάδι
των οιδημάτων άστρα.

Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους
να λουλουδίσουν τα καρφιά
τα χελιδόνια να κρυφτούν
από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.

ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

Μετά τις τελετές, τις παράτες, τους ύμνους,
τους πανηγυρικούς, τα ξεφαντώματα
τα χρωματιστά μπαλκόνια στους εξώστες,

πέτρες καυτές, ιδέες και ξερό ψωμί
με τις ψαλιδισμένες κορδέλες των τελετών
τα σπόρια και τ’ αναψυκτικά των παρελάσεων
τις ηχογραφημένες δηλώσεις των επισήμων

λόγια περίτεχνα χορτάσαμε
μα ξάφνου μείναμε σαν ξόανα
στον τόπο καρφωμένοι
από τις πέτρες των καλύτερών μας φίλων.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Τα τείχη κυκλώνουν τα δωμάτιά μας.

Κι οι αυλές μας τόσο μικρές
κι οι κάμαρές μας φυλακές.
Τα κρίματά μας με τα καμπαναριά
και τους μιναρέδες τους
με τις αφρούρητες επάλξεις τους
με τις ατελείωτες προσθαφαιρέσεις των ισολογισμών
στις κάμαρες των σκοτεινών μας αποδράσεων.

ΑΝΑΜΟΝΗ

Δεν ήταν εκπρόθεσμες οι ενστάσεις σας, όχι δεν ήταν.
Μη σας καταβάλλει ο πανικός, προς Θεού,
κάποιος θα βρεθεί να σηκώσει το βάρος

δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν
όμως, οι διαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ!

Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι
δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές.

Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε.
Επιτέλους συνέλθετε!

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα
θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους
μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη
και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.
Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;
Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες
εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί… Γιατί
να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο
προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει
με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι
στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,
τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.

 

 

ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΕΩΣ (2013)

Μνήμη του πατέρα μου

ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ

«…οι σπίθες […] φτάσανε ως τους
ουρανούς, γίναν αστέρια».
Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία

Μην κοιτάς, μου ‘λεγες, με γυμνό μάτι
τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεων μου.
Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα
-για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.
Κατά τ’ άλλα πειθαρχούσα
αν και σ’ ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.
Δεν ήξερα, φερ’ ειπείν, γιατί κάθε τόσο
χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα
ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω
γιατί μ’ έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες
ν’ αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά
από τις επιφάνειες των μετάλλων.
Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς
το φέρουν εκ συστάσεως
και το παίρνουν μαζί τους.

Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Πόσο τρόμαξε η γάτα σου
όταν οι δυο ξένοι με τα παράξενα πλουμιά
μπήκαν απρόσκλητοι στο σπίτι!
Και τι φόβο τράβηξε
αντικρίζοντας τον σκύλο τους η έρμη
το χλωμό τους άλογο, τα σπαθιά και το γεράκι τους

Κρύφτηκε σε μια γωνιά της αυλής και περίμενε
χωρίς να προβλέψει
πως σε λίγα λεπτά -δα κατέφθαναν οι γείτονες
και τ’ ασθενοφόρο χλωμό
πως δεν θα προλάβαιναν τα παιδιά σου.

Χωρίς να μπορεί και τώρα να το πιστέψει
πως αναχώρησες για πάντα.
Ποιος θα της δίνει τώρα σημασία
σε ποιου τα πόδια θα κάθεται
από ποιον θα ζητά με νάζι τα χάδια
ποιου τα λόγια θ’ ακούει;

ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Το νυστέρι της μνήμης.
Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα
και τ’ άλογο με τα διάτρητα φτερά.

Περγαμηνές στους διαδρόμους
σταγόνες λεμονιού
και νίψον ανομήματα
σε μυστικούς νιπτήρες
όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις
τις μνήμες εμποτίζουν
με τα δραστικά της λήθης υγρά
ώσπου να μη θυμάσαι τ’ όνομά σου.

Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες
λευκοντυμένοι Σαμαρείτες
με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα.

Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί
εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.
Κι οι σταγόνες της βροχής
μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.
Φαρμάκι!

ΑΝΩ ΜΑΔΑΡΗ

Στους πρόποδες της Άνω Μαδαρής
την ψυχή σου σε δίσκο κομίζοντας
με τις σαράντα πληγές.

Τ’ αδερφικά καρφιά της προδοσίας.

Πώς να σου μιλήσω
(το ξέρω μ’ ακούς, μα δεν μπορείς να μιλήσεις)
χάθηκαν τα ίχνη των «φίλων» σου
στον ασημένιο δίσκο την ψυχή σου
των αγίων ο χορός
κι η μάνα σου σκυφτή
πάνω απ’ την κούνια των αμνών.

«Την όψη των πραγμάτων να φοβάσαι
και τα καμώματα των σαλτιμπάγκων».

Όμως, δεν αργεί να σπάσει
τ’ απόστημα
δεν αργούν οι πυκνές των αμαρτημάτων
εκπυρσοκροτήσεις.

ΜΕΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ξυπνώντας μεσάνυχτα
για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.
Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες
με τις αγκούσες στη τσάντα σου
στων βουνών τις κορφές
αναζητώντας το νόημα
των συνεχών περιπλανήσεων
των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες
με το λιγοστό φως των φαναριών.

Δεν έμαθα την τέχνη σου
και να που τώρα δυσκολεύομαι
να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης
λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται
και τα κομμάτια σωριάζονται
άμορφες μάζες στο πάτωμα.

Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες
συγκολλήσεως κάθε μετάλλου
μόνο που και τότε διαισθανόσουν
το πρόσκαιρο κάθε μορφής
μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς
των αγγέλων της υγρασίας.

Ήξερες πάντως
πως το λεωφορείο κάποτε θα κοιμόταν για πάντα
στις πλάτες του βουνού
κι από τη μηχανή του θα ξεφύτρωναν
αμείλικτες περικοκλάδες.

ΚΕΝΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω
τα παλιά σου ήλεκτρα
να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης.

Σε θήκες ανοξείδωτες να τ’ αποθέσω
παλεύοντας με τη σκουριά και τα στοιχεία της φύσης
που δεν γνωρίζουνε
τα πάθη της ψυχής
πόσο πικρίζουν το νερό
καθώς νυχτώνει.

Κεντώντας τη μνήμη με ήλεκτρο
ζωντανές να κρατήσω
τις στιγμές της ζωής σου
τη θλίψη στο βλέμμα σου…

Κι αν ο πόνος κεντά τις απόκρημνες
πλαγιές της αβύσσου
κι αν εκρήξεις γκρεμίζουνε το σύμπαν
κι αν στης γης τα σαγόνια
κείτεται τώρα το σώμα σου,

Στις ανοξείδωτες βαδίζεις
εκτάσεις μονάχος
των περιβολιών
και το πέρας κοιτάζεις των επουρανίων
αφήνοντας πίσω σου τη βάρκα
όπου λουφάζει τώρα δολερή
με διπλωμένα τα πλοκάμια της
και το κεντρί της βυθισμένο
στου ποταμού το μολυσμένο ρέμα
του Χάροντα η γυναίκα.

Η ΣΚΟΝΗ ΣΤΑ ΠΛΕΜΟΝΙΑ ΣΑΣ

Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες
οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη
που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας;

Μια λεπτομέρεια χωρίς σημασία
ήταν η σκόνη στα πλεμόνια σας.
Εκείνο που προείχε τώρα
ήταν η κατασκευή των δοκών και των υποστυλωμάτων
των στεγάστρων
των θυρών και παραθύρων
των συστημάτων συναγερμού και διαφυγής.

Η σκόνη στα πλεμόνια σας
ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.
Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.
Και μόνοι!

ΣΑΝ ΝΑ ‘ΧΕ ΨΥΧΗ

Μάταια προσπάθησα να βρω
μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου
που τόσο το φρόντιζες σαν να ‘χε ψυχή.
Κι όντως είχε ψυχή
αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!

Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου
ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)
πόσο αγόγγυστα μετέφερε
όσα βάρη κι αν του φορτώναμε
όπως τη μέρα εκείνη
που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία
με τόσους άλλους.
Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε
(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)
όταν οι φρουροί της «εθνικής σωτηρίας»
μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου
και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.

Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς
αποφάσισες να τ’ αφήσεις
όμως θυμάμαι πολύ καλά
πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες
ότι θα ‘ταν καλύτερα
να μην το εγκατέλειπες
ότι θα ‘ταν προτιμότερο
να το φρόντιζες μέχρι τέλους.

ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ο ξένος με του ρήσου τα πλουμιά
πήρε το ημερολόγιο σου και το καταξέσκισε
κι ούτε που νοιάστηκε
για τις ημιτελείς σημειώσεις σου.

Αν τον ένοιαζε
δεν θα πετούσε απ’ το παράθυρο
τις προσευχές και τα κονίσματα,
το ρολόι του τοίχου
(που συνέχιζε να χτυπά)
δεν θα θρονιαζόταν στο κρεβάτι σου
μέχρι να δει την ψυχή σου
να βγαίνει απ’ το παράθυρο.

Κι ούτε φυσικά που πρόσεξε τη γάτα
ν’ αναρριχιέται με σθένος στην κληματαριά
κι ακόμη πιο πάνω
και να ξεσπά σε λυγμούς
όταν πια η ψυχή σου ανέβαινε σε ύψη
που εκείνη αδυνατούσε να φτάσει.

ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ

Στη μητέρα μου

Τόσο κακό μέσα στο σπίτι
κι οι μέλισσες στον κήπο μας
δεν έλεγαν να μας αφήσουν ήσυχους.

Ποιος θα τρυγούσε τους ανθούς
που είδαν πολλά τα μάτια τους
κι όμως γιορτάζαν
ακόμα κι αν μας έβλεπαν
να κλείνουμε τα χάσματα στο πάτωμα
κι αυτά ν’ ανοίγουν πιο πλατιά,
να περιθάλπουμε τους τοίχους
και πάλι να φουσκώνουν
οι ρωγμές τους επικίνδυνα;

Κι οι μέλισσες το μέλι τους
και τα λουλούδια τ’ άσματά τους
κι εμείς διαβάζοντας σκεφτικοί
το λήμμα «περικαρδίτις»
να κρυφοκοιτάμε τον πατέρα σκυφτό
στο προσκεφάλι της μητέρας
την Παναγιά στην άκρη του κρεβατιού της
μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά
από λουλούδια του κήπου μας
και μέλισσες σαν προσευχές
σε κάθε ανθό που δάκρυζε
και πίκριζε το μέλι.

ΝΑ ΧΕΣ ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ…

«Τι άλλο να σου πω, πατέρα,
για να ‘ρθεις μαζί μου;
Δεν βλέπεις τις πύρινες γλώσσες
δεν ακούς τα ποδοβολητά,
τις ιαχές των Αχαιών;».

Να ‘χες το σθένος του Αινεία!

«Κι ύστερα τον φορτώθηκε στην πλάτη
και τον έσωσε
από τις άγριες διαθέσεις των Ελλήνων».

Να ‘βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα
ν’ άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων
να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου
να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!

ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΦΥΛΛΑ

Αν οι γιατροί δεν κατοικούσαν
στις αρρώστιες τους
αν οι άγιοι δεν εγκατέλειπαν
τα κονίσματά τους
αν οι δικαστές δεν ποδοπατούσαν
τις ζυγαριές τους
αν οι επιτροπές δεν μετακόμιζαν
στα δύσβατα χωρία τους
αν από τα λιοντάρια δεν απέμεναν
παρά μόνο τα δόντια
κι από τους ποιητές
οι σκεβρωμένες λέξεις,

Τα φύλλα δεν θα ‘πεφταν
με τόσο πάταγο
στο μνήμα σου
και τ’ αγριόχορτα
δεν θα ξεπρόβαλλαν με τέτοιο θράσος
από τις ρωγμές
της γρανιτένιας μας θελήσεως!

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΤΙΠΟΤΑ

Υγρό σκοτάδι κι ύστερα φως
κήπος δακρύων
σπιθόβολες κραυγές
πίσω απ’ τους λόφους
κύμβαλα, κρόταλα
εφήμερες χαρές
και νίκες
κι ανεμοσκορπίσματα.

Κι ύστερα φως
κι ύστερα γυμνός
κι ύστερα τίποτα
χωρίς καν τ’ όνομα σου.
Πηχτό σκοτάδι, νερό
πέτρες και κόκαλα.

Και ξανά στο φως
ν’ ακούς τα παραμύθια
που γλυκαίνουν την αλήθεια
να κοιτάς ακίνητος τα όνειρά σου
που καλπάζουν στο φως
χωρίς επίγνωση, χωρίς αιδώ.

 

 

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ (2010)

ΑΝΥΠΑΚΟΥΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Στενάζουν τα μέταλλα σαν πέφτουν τα σφυριά στα
ντελικάτα μάγουλά τους. Το αμόνι του παππού και τα
μάτια σου! Δεν παραδόθηκαν αμαχητί τα μέταλλα στη
μορφοποιητική πρόθεση των προγόνων σου. Εσύ πώς
επιμένεις απ’ την πρώτη; Τ’ ανυπάκουα μέταλλα… Δεν
φοβούνται τη σκουριά (κι ας μαίνεται ο επιστάτης κι
ας επισείεται η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια
των σιδηρουργών). Θα προτιμούσαν τη διαρκή
πυράκτωση, παραμένοντας στο μεταίχμιο παλιάς και
νέας μορφής. Θα ‘ταν γι’ αυτά καλύτερα να θρυμματίζονταν
τα φοβερά καλούπια. Κι ας παρέμεναν άμορφα,
πυρακτωμένα, χωρίς την απειλή του επόμενου
σφυροκοπήματος, των αέναων μορφοποιητικών παρεμβάσεων
από σιδηρουργούς που χάνουν τον ύπνο τους, αν πρόκειται
να κερδίσουν την εύνοια των επιστατών και των
θεωρητικών της σιδηρουργίας, μιας τέχνης όντως
δύσκολης, πλην όμως ευγενικής παρά τις υψηλές
θερμοκρασίες πυρακτώσεως και τους συχνούς βραχνάδες
των συντεχνιακών παραγόντων. Ας γράφουν ό,τι
θέλουν οι φυλλάδες. Τ’ αμόνια μόνο γνωρίζουν τη στενή
συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της
κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν
αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να
συγκρατήσουν την ουσία.

ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ II

For every ill deed in the past we suffer the consequence:
for sloth, for avarice, gluttony, neglect of the Word of GOD,
for pride, for lechery, treachery, for every act of sin.

T.S. ELIOT

Δεν σβήσαμε τα ξεθωριασμένα συνθήματα
δεν εμποδίσαμε τους νυκτοβάτες ν’ αποκηρύξουν
τα λίγα τετραγωνικά της λογικής μας.
Πετούμε τις παλιές μας αμαρτίες στα σκυλιά
που δεν κουράζονται ν’ αναζητούν παλιά προσκυνητάρια
σκουριασμένα φυλαχτάρια
στις χωματερές των ιστορικών αναδιφήσεων.
Δεν ξέρουμε, λέμε, ποιος ευθύνεται
για τα μοιραία παροράματα
για τους νεκρούς στα κλαδιά
με τις χιλιάδες πεταλούδες ανάμεσα
στις ρωγμές των οστών και στα κενά της μνήμης
αφού δεν λάβαμε τις γνωματεύσεις
των αρμοδίων επιτροπών διερευνήσεως.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας
λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα.
Αν και γνωρίζαμε τι σήμαιναν τ’ αρχικά των οργανώσεων
αν και γνωρίζαμε τους δολοφόνους.

Δεν λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
πολύ μας χάλασαν οι ποιητές
με τις υπεκφυγές και τα κρυμμένα στο υπέδαφος
πυρομαχικά, με τις θαμμένες πρώτες ύλες
τις εκπυρσοκροτήσεις των ποιημάτων
στους αστυνομικούς σταθμούς πόλεως και προαστίων.

Πολύ μας κούρασαν οι διπλωμάτες
με τις αγαθές τους προθέσεις
(μάθαμε πια για τα καλά να βασιζόμαστε
στις δεσμεύσεις των μεσαζόντων).
Ας το πούμε καθαρά
πως μας βολεύουν τα κονσερβοκούτια
κι οι φρεσκοξυρισμένοι πρεσβευτές
αφού δεν μας θυμίζουν τίποτα
οι πεταλούδες γύρω απ’ τις αγχόνες
οι απαγωγές, οι δολοφονικές απόπειρες
το καλοκαιρινό χαλάζι
ο χαλασμός, τ’ αντίσκηνα, οι νεκροί στα κλαδιά
που φωσφόριζαν
κι εμείς δεν βλέπαμε τη λάβα
στους κρατήρες των ματιών τους.
Ας ομολογήσουμε πως δεν αντέχουμε
τις συγκινήσεις των εκταφών
τις ιδέες σκληρές να σιγοβράζουν στο κεφάλι μας για χρόνια
το πρόβλημα ν’ απλώνει τις ρίζες του παντού.
Πολύ μας ενοχλούν οι πεταλούδες!

Σκεφτόμαστε σε ξένη γλώσσα τους προγόνους μας
βαλσαμωμένους στα κλαδιά των ευκαλύπτων
να μας κοιτάζουν ανάποδα
καθώς βουλιάζουμε
στην ακριβή μας πολυθρόνα.
Κι όλο πετάμε στα σκυλιά
τις ενοχλητικές μας αναμνήσεις.
Σε ξένη γλώσσα προσευχόμαστε
με δανεικά κουρέλια ντύνουμε τα σκιάχτρα σαν σκεφτόμαστε
τις εφόδους των πουλιών.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας
λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα,
τους νεκρούς στα πηγάδια
τις πεταλούδες γύρο:> απ’ τις αγχόνες
τα τρωκτικά που ροκάνιζαν
μες στα κρησφύγετα
των μαρτύρων τα λείψανα.

Πώς να πιστέψουν οι ανακριτές ότι δεν θυμόμαστε τίποτα
κλεισμένοι στη γυάλα μας;

Ας ανακρίνουν επιτέλους τις προτομές, τις επιτύμβιες στήλες
κι ας μας αφήσουν ήσυχους
να σπαρταράμε στη γυάλα μας
σαν άφωνοι συντάκτες ειδήσεων
εντεταλμένοι αντιγραφείς των φαινομένων
στις όχθες των απονενοημένων υποχωρήσεων.

 

 

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ

μνήμη της γιαγιάς μου Ελευθερίας

Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται
παρά το προκεχωρημένο της ώρας.
Της γιαγιάς η φωνή ραγισμένη
των συγκατοίκων ρόχθοι
πώς συνωστίζονται να τους υποδεχθούν στην όχθη
αμέτρητες ψυχές ζητιάνων κι ευγενών.

Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο
χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι
βαθιά μέσα στη γη τρυπώνοντας
στις γαλαρίες με μάσκες και φανούς
αγνοώντας τις συνεχείς μεταστάσεις σου
τις αλλεπάλληλες αποδημίες.
Σκόνη στις κυψελίδες των πνευμόνων
ξανά σαν τυφλοπόντικες στις σήραγγες
καταμετρώντας τα μοιραία λάθη
των εμπειρογνωμόνων.

Την ευχή σου γιαγιά σφραγιστή στο μαντίλι
πώς τελειώνει το λάδι στο καντήλι
μεταλλωρύχοι σπάνιο μέταλλο
ξανά βαθιά στις σήραγγες για το μαύρο ψωμί
για τη ζωή των άλλων, τις ευγενείς επιδιώξεις τους
τις άριστες προοπτικές, τα παρεπόμενα της δόξης τους.

 

 

ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ

Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές ουλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.

ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Θαμμένος βαθιά
κάτω από τόνους ανοχής
χωρίς τις νενομισμένες τιμές
και τους μακροσκελείς επικηδείους
χωρίς τους θρήνους
των πληρωμένων γυναικών.

Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα
των υπογείων στρωμάτων
αναδεύοντας τα χώματα
νεκρός γι’ αυτούς
μα για τον θάνατο μπελάς
για τα καρφιά βραχνάς
γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου
ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους
που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια
και τις κορδέλες της ζωής.

Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά
δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται
για τα ρολόγια τίποτα
μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές
των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων
γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων
και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.

ΟΙ ΚΟΥΣΤΩΔΟΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Στ’ αμπάρι με τα σάπια κάγκελα
τις υποσχέσεις των κενταύρων
αλατισμένη λογική
φρεσκομαγειρεμένη
λαλούν κοκόρια και ξυπνούν τις συνειδήσεις.

Σκύψε, γονάτισε, προσκύνα
τους κουστωδούς των ανέμων
μην αμολήσουν τα σκυλιά και σηκωθούν τα κύματα
κι οι πειρατές παραιτηθούν στη μέση του πελάγου.

Πώς διαγουμίζουν τη ζωή σαν δεν είναι δική τους
πώς κυβερνούν τα βάθη της ψυχής μας!
Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πώς τραγουδούν ανέμελα
δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας
τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν

Με τη συνείδηση στο πιάτο ξεβαμμένη
όνειρα σάπια φλούδες ελπίδων
αποξηραμένες δεσποινίδες
τους ανέμους, τους ανέμους, τους ανέμους!

ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά…

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν
το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα
μόνο που δεν με συγκινούν
παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,
να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.

Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν
πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.
Έτσι, λοιπόν, η ποίησις
περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού
σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες
όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.

Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα
είτε τα βουνά παρεκτρέπονται
κι η θάλασσα ξεβράζει
τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,
οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν
τις επινεύσεις της στιγμής
τις απελπιστικά πανομοιότυπες
σταγόνες της βροχής
τις φευγαλέες αστραπές
που τέμνουν τα φαινόμενα
ή καρφώνουν πισώπλατα
τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές
και του πολλά υποσχόμενους
διοικητικούς υπαλλήλους.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ
Ή ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Βρες το φιαλίδιο με τα κυριακάτικα δάκρυα της
αλλοδαπής οικιακής βοηθού κι άσε τις στέγες που
χορτάριασαν έτσι κι αλλιώς. Λίγες σταγόνες αρκούν στον
δοκιμαστικό σωλήνα. Ουρές ανέργων για ξηρά τροφή,
βαριεστημένοι δημόσιοι λειτουργοί, καμπάνες της
φιλανθρωπίας. Το οξείδιο της αγωνίας στους- διαδρόμους
των κυβερνητικών κτιρίων, χολή να στάζει σαν
μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες,
αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες
συνειδήσεις. Τα στερεά κατάλοιπα της νοσταλγίας, η
διαβίωσή μας σε συνθήκες ασφαλείας. Οι προσευχές
μας για κατάργηση της δουλείας στις τρώγλες της
Παλιάς Λευκωσίας. Τη φράγκικη λεπτότητα, παρακαλώ,
την οθωμανική νωχέλεια, την αγγλική διπλωματία!
Δεν βλέπω να ‘χετε συνθέσει τις καταβολές
επιτυχώς, ποιος σας δασκάλεψε για να σηκώσετε
κεφάλι; Θα το γνωρίζετε πως τα πειράματα κοστίζουν
ακριβά, ελάτε τώρα, πληρώστε το κόστος. Τι ζητάς το
κατηγορητήριο τώρα, κύριε Κ.; Δεν φτάνει που για
σένα ξαγρυπνούν οι δικαστές; Ερήμην; Έρημος,
ψεύτικα δόντια, περούκες, υποσχέσεις, σάπια χαμόγελα.
Στην πυρά, λαμόγιο, στην πυρά, στην πυρά!

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ
ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΕΣ

Στάζει το αίμα. Στάζει. 0 Λένας στην είσοδο του
παλιού νοσοκομείου. Για τις σπουδές στην Αμερική.
Μένοντας πάντα εκεί. Να σε κοιτάζει με το καθαρό
του βλέμμα. Τα συνωμοτικά πουλιά στους ευκαλύπτους
Δεν ξέραμε τι μελετούσαν. Μικρασιατική
αβρότητα της Θεσσαλονίκης. Τις άρρητες γωνίες της
συνειδήσεως. Προσεκτικά με τη χλωρίνη. Να την
έχουμε πάντα καθαρή. Σπανίζουν πια τα ρήματα.
Διαφημίσεις και συνθήματα. Θα ‘φεύγε σε λίγες
μέρες. Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται. Λοιπόν! Δεν
μπορούμε να σας πούμε τίποτα. Μέχρι να καταλήξουν
οι γιατροί. Χωριζομένη δικαιοσύνης. Πανουργία.
Τις ιδέες σαν άκακα βρέφη στην κούνια τους.
Το καταραμένο άσθμα ξανά. Σαράντα Εκκλησιές του
ονείρου. Λαϊκές ταβέρνες και μπακάλικα. Φοιτητικά
σχέδια για την κατάκτηση του σύμπαντος. Αδιαφορώντας
για τις μεθοδεύσεις των ορνέων με τα παράξενα
λατινικά ονόματα. Και τους μακροσκελείς τιμητικούς
τίτλους. Τις τηβέννους και τις κονκάρδες στις
συναγωγές. Οι ραβίνοι σάς καλούν να παραμείνετε
στη θέση σας. Για τους πρώτους αποκεφαλισμούς
των αιρετικών. Καρφί δεν τους καίγεται για τη
βεβήλωση της πόλεως. Με το βλέμμα καρφωμένο
στις γκιλοτίνες.

ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Εσύ τουλάχιστον ζεις, μου είπε ο Λένας, δεν είναι λίγο.
Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα,
υπάρχουν γύρω σου κλαδιά, πονετικά πουλιά και βάτραχοι.
Τίναξε το κορμί σου προς τα πάνω
προτού προλάβει η λάσπη να σε καταπιεί.
Εσύ τουλάχιστον δεν έσβησες
δεν γάζωσαν το σώμα σου οι κοπτοράπτες
εσύ τουλάχιστον δεν έπεσες ανήμπορος να σηκωθείς ξανά
δεν έσβησες στη μητρόπολη του νόμου και της τάξεως.
Εσύ τουλάχιστον δεν διαγράφηκες οριστικά
δεν εγκολπώθηκες το σκότος των υδάτων
δεν ετυφλώθης απ’ το φως των αρχαγγέλων
δεν έφαγες χώμα και πέτρες.

Εσύ τουλάχιστον μπορείς ακόμη να πιαστείς από κάπου
ν’ ανακαλύψεις δυνάμεις αντιστάσεως
και πλούσια στρώματα μετάλλων. Λοκριγκάνα!
Εσύ τουλάχιστον ακόμη μπορείς να ξεπλύνεις τους ρύπους
απ’ τα ρούχα της ψυχής σου
από τους εμπτυσμούς να καθαρίσεις το πρόσωπο
και τη χολή των Ιουδαίων.

Τώρα βυθίζομαι στο χιόνι πάλι
γύρω μου μαλακώνουν τα βουνά
τα δέντρα χάνονται μες στην αιθάλη.
Κι όταν το χιόνι με προδώσει,
ποιο χώμα, ποιες πέτρες, ποια ταφόπλακα
για τα τριάντα πέταλα της νιότης μου
για τα πονετικά πουλιά και τα κλωνάρια.

Εσύ τουλάχιστον δεν πέθανες.
Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα, είμαι μαζί σου, είπε,
εδώ μες στην ομίχλη του μυαλού σου
με σύριγγες αντλώντας από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα
τη μαύρη πίσσα
ξανά να φωτιστούν οι επάλξεις της λογικής
μέσα στην παρατεταμένη νύχτα της συναγωγής
μέσα στη μαύρη μέρα των νυχτοκοράκων.

ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα
στις λευκές σελίδες;
Σας ξεγέλασαν φαίνεται
με την προσποιητή τους αγνότητα
την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.

Το τι δεν έγραψες ως όφειλες
το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ
οι αιτιάσεις, οι προφάσεις
οι στυγνοί λογαριασμοί
ο φόβος των Ιουδαίων
ο νυσταγμός της ψυχής
τα δάκρυα των κροκοδείλων

αυτά κι αν σε εκθέτουν
αυτά κι αν σου προσάπτονται
στις μαρτυρικές καταθέσεις
ως άκρως επικίνδυνα
αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα
παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις
των ειδικών σωμάτων ασφαλείας
των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων
ανακριτών και μικροβιολόγων.

 

 

Παραδαρμός εν Αλφαβήτω (2007)

Δ

Δωμάτιο με θέα.
Άγνωστος μεταξύ αγνώστων
Σ’ αυτή την πόλη
Που αγνοείς ακόμη τ’ όνομά της.
Ανοίγεις το παράθυρο
Και δεν βλέπεις παρά
Αλλεπάλληλα ανοιχτά παράθυρα.
Μόνο παράθυρα.
Αισθητή η απουσία ανθρώπων να κοιτάζουν απέναντι
Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα
Να θάψουν τ’ ανομήματα
Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες
Πίστεως και συμμορφώσεως
Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ
Ο υπέρ πίστεως ταχθείς
Την πόλη να λαμπρύνει
Να χτίσει τα παράθυρα,
Να κλείσει μια για πάντα τις καταπακτές.

Μ

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις
Τα λάβαρα των λαμπρών παρελάσεων
Κάτω από στρώματα σκόνης.

Ξεχασμένα παράσημα
Κιτρινισμένες νίκες
Συλλαλητήρια στην κεντρική πλατεία
Πανηγυρικοί λόγοι
Ενθουσιασμοί, ζητωκραυγές
Κάτω από επάλληλα στρώματα σιωπής
Που επωάζουν την εξέγερση.

Χωριά θαμμένα κάτω από τη λάσπη.
Αναθυμιάσεις των αμαρτημάτων
Του έρωτος κραυγές ημιτελείς
Κάτω απ’ τη λάσπη.
Τα λάβαρα, οι ιαχές κάτω απ’ τη λάσπη.
Ουδέν ίχνος ζωής κάτω απ’ τη λάσπη.

Με λάσπη πλάσε τα ομοιώματα
Προσώπων και τόπων.
Η τέχνη μπορεί.
Μη σε ξεγελά με τα καμώματά της.

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις
Ξεχασμένα τετράδια
Κάτω από στρώματα σκόνης.
Η λάσπη δεν φοβάται τη σκόνη
Επικαλείται, εκλιπαρεί τη σκόνη
Επιζητεί τον εγκλεισμό στις αποθήκες
Μακράν της δυναστείας του νερού
Μακράν της φοβεράς απειλής του.

Ο

Ο λόγος του στρατηγού

Ο ι νίκες δεν είναι πάντοτε ορατές
Διά γυμνού οφθαλμού.
Κι αν νομίζουν πολλοί πως ηττηθήκαμε
Κι αν τα φαινόμενα απατούν
Εμείς αναπτύξαμε σχέδιον επιθέσεως
Το καταλληλότερο υπό τας περιστάσεις.
Οι στρατιώτες μας απαρνήθηκαν τα πάντα
Οι στρατιώτες μας έπεσαν
Στην απύθμενη αγκαλιά της δόξας.

Γνωρίζαμε βέβαια
Πως ο εχθρός θα περάσει πάνω από χιλιάδες πτώματα
Πως θα κάψει την πόλη το ξέραμε.
Μη μου μιλάτε όμως για ήττα.
Η νίκη μας δεν είναι ορατή
Δεν παύει ωστόσο να ‘ναι νίκη
Η άρνηση της άνευ όρων παραδόσεως.

Κανείς δεν κατάλαβε ακόμη
Το μέγεθος της νίκης των στρατιωτών μας.
Πώς, άλλωστε, να καταλάβει;
Η νίκη μας θα εκτιμηθεί δεόντως
Ύστερα από χρόνια
Μετά την επούλωση των πληγών
Μετά την ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων
Από τους οικείους των τεθνεώτων
Όταν πια θα εξατμισθούν τα συναισθήματα
Και θα ακούγεται μόνο η φωνή της λογικής
Των σχεδίων, των υψίστων ιδεών.

Φ

Φωνάξτε όσο θέλετε.

Εκτός συζητήσεως οι απόψεις σας
Οι πάσης φύσεως προσωπικές σας εκτιμήσεις
Τα συναισθήματα, οι ενστάσεις
Οι αιτιάσεις, τα σχόλια εκτός συζητήσεως.

Ο θυμός, η κριτική, τα υπονοούμενα
Η ειρωνεία, η εναντίωση εκτός συζητήσεως.
Εκτός συζητήσεως τα ρήματα, τα επίθετα,
Οι αντωνυμίες, και προπάντων τα επιρρήματα
Που παραπέμπουν σε μιαν άλλη ευτυχέστερη εποχή
Που υποκινούν νοσταλγικές διαφυγές
Σε ουτοπίες
Εξάπαντος εκτός, εκτός συζητήσεως.

Εκτός συζητήσεως οι ύμνοι, οι ωδές, οι σάτιρες
Οι γελοιογραφίες, οι λεζάντες, οι έρευνες
Οι αντικανονικές αναπνοές, τα εμφράγματα εκτός συζητήσεως.

Το ηλιοβασίλεμα, η αναδίφηση των αρχείων, οι φακοί
Η αναγραφή συνθημάτων εντός και εκτός πόλεως
Τα σχετλιαστικά επιφωνήματα, οι διαζευκτικοί σύνδεσμοι
Τα αφηρημένα ουσιαστικά εκτός συζητήσεως.

Οι μεθοδεύσεις των νικητών εκτός συζητήσεως
Εκτός συζητήσεως οι υπολογισμοί των πολιτικών μηχανικών
Η ασφάλεια της γέφυρας, οι απαγορευμένες λέξεις εκτός συζητήσεως.
Το τρωτό του Αχιλλέα εκτός συζητήσεως
Η εντός των τειχών χαμοζωή εκτός συζητήσεως
Τα πλοία που δεν λένε να σαλπάρουν εκτός συζητήσεως.
Επιτρέπεται, βέβαια, η συζήτησις εντός των καθορισμένων ορίων
Επί ιδίω, πάντοτε, κινδύνω.

Δ

Έπρεπε να το καταλάβω.
Γιατί μόλις άρχισα να μιλώ
Τα φωνήεντα στασίασαν
Δεν ήθελαν να σχηματίσουν τις λέξεις καρφιά
Δεν ήθελαν την περαιτέρω συγκατοίκηση με τα σύμφωνα
Έστω και για λίγα λεπτά.
Αρνούνταν να καταγράψουν τη ροη της σκέψης
Να μεταβιβάσουν το μήνυμα για παραγωγή φωνής
Στον εγκέφαλο.
Αυτό μάς έλειπε τώρα
Να σηκώνουν κεφάλι τα φωνήεντα
Να εξεγείρονται τα σημεία
Προς αποφυγήν επικινδύνων εκφορών λόγου
Προς εξαφάνιση κάθε λεκέ της σκέψεως
Από πανάκριβα κοστούμια
Που μήτε πλένονται
Μήτε αντέχουν φυσικά στην κακομεταχείριση των καθαριστηρίων.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

Α

ΚΑΡΛΟΤΤΑ: Αλλ’ οι προδόται, οι εχθροί της προσφιλούς Πατρίδος
Επί τραχήλου θέτουσιν όνυχας τυραννίδος.
ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ: Γυμνοί οι προμαχώνες μας, οι φύλακες κοιμώνται.

(Πολυξένη Λοϊζιάς, Η Δούλη Κόπρος, Εν Λεμησσώ Κόπρου,
Εκ του Τυπογραφείου Σάλπιγγος, 1890, 24).

Προδομένη περιφέρεσαι στο ακροθαλάσσι της Κερύνειας.
Άδεια πολυβολεία
Σκοποί κοιμούνται στα φυλάκια.

Για όλα φρόντισε ο Ιάκωβος.
Σαρακηνοί τρώνε τώρα τις σάρκες
Αυτής που ονόμασες πατρίδα σου.
Ελαφρά τη καρδία ο Ιάκωβος
Πούλησε τα πάντα για το στέμμα.
Πουλημένα τα ηλιοβασιλέματα
Πουλημένες οι αναμνήσεις
Από κουτούς που πίστεψαν
Στις υποσχέσεις του νόθου.

Προδομένη αντικρίζεις τη θάλασσα της Κερύνειας
Βλέπεις το πλοίο που θα σε πάρει μακριά να πλησιάζει
Μαυροντυμένη, βλέπεις τους προδότες
Μέσα στα βρόχια μιας τεράστιας αράχνης.

Άσε που οι κήρυκες ομιλούν περί εθνικής σωτηρίας
Άσε που βλέπουν την άνοιξη να πλησιάζει.
Το γεγονός είναι πως αφήνεις την Κερύνεια
Το γεγονός είναι πως μας εγκαταλείπει η Κερύνεια
Άδειους και μωρούς κι ανόητους ακολούθους
Ενός ακόμη πιο ανόητου αρχομανούς
Πυρομανούς και μητροκτόνου.

Της προσφιλούς πατρίδος τ’ ακρογιάλια
Βαρύς ζυγός στον τράχηλο
Ζητωκραυγές που ξάφνου κόπασαν
Και πύκνωσαν τα σύννεφα
Κι αρχίσανε κατάρες και βλαστήμιες
Από ποικίλες κατευθύνσεις.
Εκείνος άρπαξε το στέμμα απ’ το κεφάλι σου
Το πραξικόπημα ήταν γεγονός.
Πολλοί χορεύανε κι άλλοι χειροκροτούσαν
Την άνοιξη που δήθεν πλησίαζε
Άλλοι εκφωνούσαν πύρινους λόγους
Έχοντας ήδη παραδώσει τα πάντα στη φωτιά
Φωνασκούσαν για τη γαλάζια θάλασσα
Μη βλέποντας το κόκκινο της χρώμα.
Κραυγές υστερικές της μάνας σου
Καθώς επιβιβάζεσαι.
Αγαπημένε μου λαέ,
Τόσο εύκολα σε πλάνεψαν
Κατασκηνωτές του Τροόδους
Ελεγκτές κάθε κινήσεως, σκέψεως, προθέσεως
Πάσης εν γένει ενεργείας.

Δ

Δωμάτιο με θέα
Διάτρητη σιγή
Από σφαίρες
Των δικών σου.
Συνταχθείτε
Εκ δεξιών η εξ ευωνύμων.
Δείτε λοιπόν τους σταυρούς
Τα πεδία των μαχών
Τους γύρους θριάμβου των νικητών
Μέσα κι έξω από τα τείχη της Λευκωσίας
Σφαγμένους σαν γουρούνια προγόνους
Μέσα στις εκκλησιές τους.
Δεν ξέρω πια αν τα ποιήματα
Αντέχουν τόση πίκρα.

Ι

Ίσως σ αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι
Βρούμε τα νομίσματα που χάσαμε μικροί
Φως ξανθό και γαλανό
Κι ο κόσμος χάθηκε μαζί τους.

Σάπιες δοκοί και παλιοσίδερα
Απονενοημένες ενέργειες
Σπασμένα κρεβάτια
Αϋπνίες.

Εκείνα τα νομίσματα μονάχα
Κι όχι πιστές απομιμήσεις.
Μην προσπαθείτε να μας ξεγελάσετε.

Αν δεν τα βρούμε, μας αρκεί η λαμπρή τους ανάμνηση
Μας αρκούν τα μαγικά δειλινά
Που στη στιλπνή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν.

Ε

Εκτός θέματος

Μπορεί να γνωματεύσατε
Πως δεν πειθαρχήσαμε στα ζητούμενα
Όμως τα δεδομένα καυτά
Σιγόβραζαν στο κεφάλι μας
Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους
Να περιπλανηθούμε στις απαγορευμένες οδούς
Να μπούμε στα χαμόσπιτα της Παλιάς Λευκωσίας
Εκεί που τα βράδια αλωνίζουν
Οι φρικτά σφαγμένοι πόθοι
Των παιδικών μας χρόνων.
Οι πρόγονοι δεν επαίρονται πια
Μας βαρέθηκαν φαίνεται
Δείτε πώς χασμουριούνται
Πίσω απ’ τις άραχλες κουρτίνες των σπουδαστηρίων.

Ξαπλωμένοι φρικτά στα προαύλια των συλημένων ναών
Με τις ματωμένες σημαίες στο προσκέφαλο
Με τ’ άστρα μιλιούνια ν’ αδιαφορούν για την τύχη τους
Αδέσποτα σκυλιά και λιμασμένες γάτες
Άθαφτοι χρόνια δίκοπα μες στα στενά της Χώρας
Περνούν ψυχές αδέκαστες κι ακούν τα κούφια λόγια
Κηρύκων και δασκάλων στ’ ανούσια πανηγύρια
Δίπλα στο προκεχωρημένο φυλάκιο
Ανάμεσα στ’ αγριόχορτα των απρόσκλητων αναμνήσεων
Που χτυπούν επίμονα
Κι ας υποκρίνονται πολλοί πως λείπουν σε ταξίδι
Αναψυχής η κάτι τέτοιο.

Αυτά θέλατε να γράψουμε, κύριε;
Αυτά;

 

 

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ (1999)

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ

Λίγο προτού
να σβήσουν τα λαμπιόνια της γιορτής
και τ’ αποθέματα φωτιστικών εξαντληθούν
ανηφόρισε προς τους μοναχικούς
λόφους της Φαντασίας.
Φωτοβολίδες στείλε της χαράς από ψηλά
σήματα νίκης του ανέσπερου φωτός.

Φως ιλαρό, φως άκτιστο
κι ας μαίνονται οι φωτοκτόνοι.

Οι φωτοδότες άγγελοι
άγριες βροχές κι ανεμοδούρες δε φοβούνται.
Νύχτα και μέρα πολεμούν
το γέρακα φωτοκολάπτη.
Γιατί λοιπόν εσύ την κάθοδό σου
από τους λόφους να επισπεύσεις;
Μην κατεβείς,
αν πρώτα δε φωταγωγήσεις
τις προσκυνημένες κορυφές
τους άγονους, μοναχικούς
λόφους της Φαντασίας.

1993

ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΝ

Πάνε μέρες που έσβησαν
τα λαμπιόνια της τελευταίας γιορτής.
Δούλοι του σκοταδιού χωρίς λυχνάρι.
Γύρω μας οι ψυχές ουρλιάζουνε
των άταφων ακόμα νεκρών.
Βουτηγμένες στην πυκνή ομίχλη
και τη μαυρίλα του Άδη.

Εκεί στις όχθες οι ψυχές
του ποταμιού ποδηλατήσανε
μονάχα μια φορά
και σκούριασαν, αλίμονο
τα στίλβοντα ποδήλατα.

1993

ΑΝΑΒΑΣΗ

Με βρήκε η νύχτα
ν’ ανηφορίζω φορτωμένος ενθύμια
των φίλων από την άλλη όχθη.
Από τον ουρανό
έπεφταν βροχή οστά πυρακτωμένα
αγάλματα σημαίες άρβυλα
ημιτελείς ερωτικές επιστολές.

1993-1994

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ψυχές
σαν έντομα που παίζουν ξεχασμένα
στο φωτεινό περιβόλι της λάμπας…
Τα πλαστικά λουλούδια χάρμα
θάλλουν αθάνατα στο βάζο
και καρτερούνε τα έντομα
να φέρουν πάνω στα φτερά τους
τη μαύρη πάχνη των ηφαιστείων.

1994

ΚΑΘΟΔΟΣ

Στα έγκατα της γης συνάντησα τον άγγελο.
Μην πιεις νερό, τίποτα μην αγγίξεις.
Στον πυρετό καλύτερα να ψήνεσαι
από τη δίψα της ζωής.

Ο πιλότος μάς περίμενε μ’ ανοιχτή την απαλάμη.
Ήτανε άσαρκος κι άτριχος.
Παντελόνι και σακάκι μαύρα δερμάτινα.
Ρίξαμε στην απαλάμη του ο καθείς τον οβολό του
κι ένα πράσινο τόξο
άναψε στο στήθος του.

Με κομμένη την ανάσα κολυμπούσαμε
μες στο πηχτό σκοτάδι.
Στ’ αυτιά μας έφταναν οι κραυγές
των άταφων ακόμα νεκρών
και το ροχαλητό φριχτό των Ερινύων.

1993

ΕΥΜΕΝΕΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

Στους υπερασπιστές της δημοκρατίας

Στα δεκαοχτώ σου, Μιχαλιό, φόρεσες το χακί.
Μαύρες ημέρες που αδερφός φαρμάκωνε αδερφό.
Γονατισμένα τα βουνά μπροστά στους στρατοδίκες
κι εσύ μια λεύκα λυγερή απροσκύνητη.

Ο Ύπνος ήρθε και σ’ αγκάλιασε πικρός.
Σε λόφους άδεντρους τα οστά σου
κι ο ήλιος να τα γλείφει σαν σκυλί.

Η μάνα σου μαράθηκε σκυφτή
πίσω από τ’ ανοιχτό παράθυρο.
«Έσβησε το φως μου, πάει
πέφτει το ρόδι σάπιο στην ποδιά μου.
Να κοιμηθώ
και την ψυχή να δένουν του παιδιού μου
δόλιες αράχνες;»

Μες στο σκοτάδι τα οστά σου φωσφορίζουν
σκορπισμένα εδώ κι εκεί, παλιέ μου φίλε.
Ροδοκόκκινα τη σάρκα μού καίνε τα οστά.

Βαριούνται και νυστάζουν οι Ερινύες
κι η ψυχή σου άραχλη πλανιέται
στα νοτισμένα δώματα του Άδη.

1993

ΠΑΡΑ ΔΗΜΟΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μια πεταλούδα είσαι διαφορετική
διωγμένη από το πανηγύρι.

Κλειστοί για σένα οι εύοσμοι μπαξέδες.
Τα δέντρα θάλλουν και χωρίς εσένα.
Σπάνια οι άγγελοι ανάβουν τα φώτα.
Τότε πετάς αλόγιστα να χορέψεις
και καις τα φτερά σου.
Σαν πέσει το σκοτάδι
ο ουρανός σε φωνάζει
πασπαλισμένος με κόλλυβα.
Το σύννεφο σ’ αποπαίρνει
και τρέχει σαν τρελό
μη χάσει το παιχνίδι.
Ο ήλιος είναι άρρωστος.
Μια τόση δα σφαίρα ήρθε
και σ’ απέβαλε
– ο ουρανός σε καλεί
το σύννεφο θέλει να σε παίξει
ο ήλιος οικουρεί –
μια τόση δα σφαίρα
και σ’ απέβαλε διά παντός.

1994

ΗΡΩΕΣ

Μας βλέπουν οι ήρωες από τα βάθρα τους
και διερωτώνται
μας βλέπουν κι απορούν.
Ερυθριούν, όταν τους πλησιάζουμε
μετά πολλών στεφάνων.
Τις νύχτες επισκέπτονται
τα μαλακά κρεβάτια μας
και μας πετούν κατάμουτρα τα ερίτιμα στεφάνια
κλαίγοντας μ’ αναφιλητά στο προσκεφάλι μας
για τον διαρκή και παρατεταμένο θάνατό μας.

1998

«ΗΡΩΕΣ»

Ολίγοι σήμερα κατέθεσαν στεφάνι
στο καλλιμάρμαρό μου μνήμα.
Ο αγών ελησμονήθη ανδρός ηρωικού;

Ωστόσο δεν πτοούμαι.
Κατά την τηλεοπτική μετάδοση του γεγονότος
γνωρίζουν άριστα οι τεχνικοί
και πολλαπλασιάζουν τους παρισταμένους
επευφημούντας με δανεικά χειροκροτήματα.

Η προσφορά μου θα εκθειαστεί δεόντως
με τα κατάλληλα επίθετα
σχήματα λόγου υπερβολές
νεόκοπες υπερβολές, ομηρικά επίθετα
προσήκοντα σ’ αναμετάδοση του γεγονότος
δορυφορική.

1998

ΘΑΛΕΡΟ

Θάλλουμε ανέμελα
χωρίς απ’ τις σοφές
να διδασκόμαστε πέτρες.
Δε μνημονεύουν τους προγόνους των αυτές
ούτε φοβούνται τα πουλιά.

Οι πέτρες μάς εκλιπαρούν
να σπεύσουμε στο Όρος
γονυπετείς να ενδώσουμε στο θαύμα
προκατακλυσμιαίας γαλήνης.

Το Όρος αντιστέκεται
το Όρος υπομένει
παρά τους επονείδιστους
όρους της παραδόσεως
παρά τη λήθη ζώντων και νεκρών
στα κράσπεδα της ηλεκτρονικής
πληρώσεως πάσης επιθυμίας.

Τι να πούμε στους φίλους που ήπιανε το θάνατο;

Στου Όρους την ολόμαυρη ράχη
οστά πτερόεντα, έπεα προβολείς
παράσημα κονσέρβες πλαστικά.

Τη δόξα τραβώντας από τα μαλλιά
οι ρήτορες θάλλουν.

1998

ΜΝΗΜΗ

Ο ρήτωρ τρομάζει
όταν, καθώς ομιλεί,
οι μαύρες πεταλούδες έρχονται
και του κρύβουν το πρόσωπο
και του κλείνουν το στόμα.
Σβήνει τα φώτα στη στιγμή
και συνεχίζει ακάθεκτος
χωρίς να υποψιάζεται
και κάθιδρως αναφωνεί
χωρίς να ξέρει.

Καλότυχοι όσοι δεν ήπιανε
το γιατρικό της λήθης
κάτω απ’ το προσκεφάλι τους διπλώνοντας
τη φωτισμένη τους συνείδηση.

1998

ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ

Παραδουλεύτρες μέλισσες ανάψανε τα φώτα
και τα σαλόνια λάμπουν των ανθών.

– Η πεταλούδα είναι πολύτιμη
μέσα στη μοναξιά σου, αδερφέ μου, του είπα.
Ξέρει να διαβάζει την ψυχή σου
κι είναι τόσο θλιμμένη;

– Γεύεται κι εκείνη τους καρπούς της Αναμονής.
Διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος.
Δεν έζησα… Δεν έζησα…

– Μια πιστή εν τέλει διαθέτεις
ολόδική σου πεταλούδα.
Τι άλλο θέλεις;

– Λιβάδι με τ’ ασφοδίλια ιπτάμενο
άπιαστο, ανεξερεύνητο.
Τι κι αν η Περσεφόνη προβάλλει φωτοδότρα;
Τι κι αν πορτοκαλιά κλωστή
το σκότος καταργεί;
Στον κήπο τώρα της χαράς
Παίζουν ανέμελα τα ψάρια.

– Έλα μαζί μου. Το φως ξανά θα δεις.
Σε μυστικό βαθιά κρυμμένος κοιμητήρι
από τους άτεγκτους φρουρούς του Κάτω Κόσμου
θα ξεφύγεις.

1989-1994

ΑΝΑΛΗΨΗ

Γυμνά ολόφωτα κορίτσια
φωτηλατούν και μέλπουν.
Οι πεταλούδες πορφυρές
στολίζουν τα μαλλιά τους•
κοιμήθηκαν οι άγγελοι
κι η θάλασσα κατάπιε
τα ηλεκτροφόρα μυστικά
των σφουγγαράδων.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Εκεί που ψηλαφούσα το σκοτάδι
παράνομη ανατολή του ηλίου.
Φως παγερό. Φως όμως, φως!
Κι η αλήθεια! Οι φίλοι μου ξαναγεννήθηκαν.
Οι φίλοι μου γιορτάζουν
την ένδοξη τους Ανάσταση!

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Καράβι της επιστροφής στο φως.
Πολύχρωμες σημαίες στα ιστία
ιαχές τρελής χαράς.
Λάμπες, λαμπιόνια στα ξάρτια σου
κάθε λογής φωτιστικά.
Φωταγωγημένο
σε θάλασσα ανθισμένη πλέεις
πρόσω ολοταχώς.
Ναύτες ανεβοκατεβαίνουν στο κατάρτι.
Το ταξίδι θα συνεχιστεί χωρίς απρόοπτα.

Θάλασσα κι ουρανός έγιναν ένα
κι εμείς συγκάτοικοι των δελφινιών και των
αγγέλων.

1993

ΕΠΟΧΕΣ

Στην Κωνσταντία

ΑΝΟΙΞΗ

Ανοίγουν τα πέταλα τους τ’ αγριοκόριτσα
σε μυστικούς αμπελώνες
και προσεύχονται.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σαν ήρθαν οι ληστές και δέσαν τους αμπελουργούς
όρη και λόφοι μαυροφόρεσαν.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα σφριγηλά στις δόξες τους
τσαμπιά των αμπελώνων.
Νύχτες από σκουριασμένο χαλκό του Σεπτέμβρη.
Παίρνει φωτιά το αμπέλι
τσαμπιά πυρακτωμένα
ρώγες ηφαίστεια
αθάνατοι λαμπτήρες
δείκτες ηλεκτρικής φορτίσεως
προάγγελοι της ήττας του θανάτου.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Κάθε νιφάδα και μια ψυχή κοριτσιού
που ευτύχησε με τον άγγελο να χορέψει.

1994

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Καράβια σύννεφα.
Απόγευμα σπασμένα παράθυρα
καμινάδες
άλγος
όνειρα παγωμένα νοσταλγία.
Ρωτήσατε τον πόντο
αν οι ταξιδιώτες λησμόνησαν;
Ακούσατε τα ρόδα,
το παραμιλητό της γριάς;
Τα ρολόγια δεν αστειεύονται
οι θαλαμηπόλοι των ενυπνίων
δε χαρίζονται σε κανέναν.
Σύννεφα τύψεις
πειρατικά σκαριά
τη θάλασσα αναδεύουν
αγέραστοι θεοί δαιμονισμένοι.
Ο Βασιλεύς καθεύδει
τα ρόδα υποκλίνονται
ενώπιον της βασιλομήτορος των δισταγμών.
Οι ταξιδιώτες δεν ξεχνούν
τον οβολό της προσευχής.
Ανοίγουν οι ασκοί της νοσταλγίας
τα όνειρα εξανεμίζονται
οι άγιοι πόθοι δραπετεύουν
απ’ τις ρωγμές των καμινάδων του θανάτου.

1998

ΗΜΕΡΟΝΥΚΤΙΟ

ΟΡΘΡΟΣ

Εγερτήριο των αγγέλων.
Αναφορά στον ουρανό.
Παραδειγματική τιμωρία
των αγουροξυπνημένων.
Δάκρυα πάνω στα φύλλα της συκιάς.
Κάθε άγγελος λοιπόν ας ασκητέψει!

ΠΡΩΙ

Χωρίς τη δροσιά του σκοταδιού
χωρίς το εξαίσιο θυμίαμα
του έρωτα.
Οι άγγελοι στα μαύρα.
Αρχάγγελος με πύρινη ρομφαία
περιέρχεται τα ουράνια ξωκλήσια.
Άπαντες προς επιθεώρησιν!

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ο ήλιος γευματίζει εν πλήρει δόξη.
Εκατοντάδες άγγελοι ένοχοι
ως μη στιλβώσαντες επαρκώς
τα υποδήματά των
ως μη την προσευχήν αναπέμψαντες
κατά τα ειωθότα.
Στην πυρά! Στην πυρά!

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Η ποίηση
είναι όχημα μεταφοράς προσωπικού.
Γλυκό του κουταλιού
στα παρεκκλήσια των αγγέλων
ύστερ’ από πικρόν ύπνο.
Οι μάνες που αναλήφθηκαν
προβαίνουν τώρα γυμνές
ολόλευκες νέες.

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Ένα παιδί πετροβολάει το φεγγάρι.
Θολό νερό
κόκκινο θολό βλέμμα του στρατιώτη.
Πλήγωσα το φεγγάρι, μάνα!
Ένα παιχνίδι ήταν μια κακή στιγμή.
Φτερωτά παιδιά
τρέχουνε πίσω απ’ τις ροδιές.
– Πού να με πιάσετε, φωνάζει το φεγγάρι
και τους πετάει κατάμουτρα τις γάζες.
– Θέλεις να παίξουμε, φεγγάρι;
– Έλα!
– Πού πας, γιε μου;

ΒΡΑΔΥ

Οι άγγελοι φορέσαν τα λευκά τους.
Ουράνια μουσική
Χέρια τυφλά
που ψαχουλεύουν τ’ άστρα.
Ο θρόνος του Θεού δεν εντοπίστηκε ακόμη.
Οι Άγιοι αγρυπνούν υπέρ ημών.

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Φωταγωγημένοι λόφοι
με οστά κατάσπαρτοι
πολεμιστών λευκά
που, ιδού, παίρνουν ν’ αναψοκοκκινίζουν.
Έγερση των στρατιωτών.
Σα βρέφη αθώα υπερίπτανται του κόσμου
κι οι μάνες ανεμίζουν τα μαντίλια.
Μυριάδες άγγελοι, χιλιάδες βρέφη
ψάλλοντας τα επινίκια.

ΟΡΘΡΟΣ

Αναδάσωσε τις απάτητες κορφές
των απολιθωμένων τύψεων
λίγο προτού ξημερώσει
λίγο προτού εξαντληθούν οι πρώτες ύλες
και σβήσουν οι λαμπάδες
μια για πάντα.

1997

HIC

Κάθισες σ’ ένα πάρκο ν’ ανασάνεις
άνεργος και χολωμένος.
Όλη τη μέρα τι έψαχνες να βρεις;
Ήσουν ελεύθερος;

Φόρεσες τα καλύτερά σου ρούχα και βγήκες.
Στην κλινική «Rosa» ο φίλος σου ο Hic
μετρούσε τις μέρες που έφυγαν
χωρίς να του μιλήσουν.
«Δόξα στους ολάνθιστους μπαξέδες
των ονειροτόπων», είπε,
«αφού εκεί μπορεί κανείς, άμεμπτος
να σβήσει, όπως βολεί, τα κάρβουνά του.
Οι πυρκαγιές έτσι αποφεύγονται
κι οι εξάρσεις των μετωπικών συγκρούσεων».

CARMINA PARVA

α΄
Κατέβηκες στον κήπο ν’ ανασάνεις
και σε μυρίστηκαν τα δέντρα σαρκοβόρα.

Β΄
Κοιμάσαι πια
μες στο κλουβί του παπαγάλου σου
εξασφαλίζεις, νοικοκύρη μου,
τον απαραίτητο αέρα και τροφή.

Γ΄
Κάτω στον κήπο ένα βιολί
μια πέτρα
σπάζει.
Και σου είπα
μην εμπιστεύεσαι τα δέντρα.

Δ΄
Γιατί να μη γινόμαστε ένα με τα τραγούδια;
Γιατί να παραμένουμε οι τυφλοί
σωματοφύλακες του μέλλοντος;

1991

INAMOENUM

Σε γνωρίσαμε μοναχική κι ανυπέρβλητη
Χέρσοι σαν παραφυλάγαμε
έξω από τ’ ολάνθιστο περβόλι.
Όμως, εσύ μην αφεθείς στον άνεμο
μην αρνηθείς την αλλότροπη
ιθαγένεια των πραγμάτων.
Η ωραιότης δε χάνεται.
Μένει γυμνή, προκλητική
στο βάθος των πραγμάτων.

1978-1990

ΙΘΑΚΗ

Δεν έχει τέλος τούτο το ταξίδι.
Κατεβαίνοντας σε κάθε σταθμό
με τα τρόπαια μιας αμφίβολης νίκης.
Και πάλι ξεκινώντας για το Άγνωστο.
Λησμονώντας την αμείλικτη κλεψύδρα
σ’ αίθουσες αναμονής…

1989

ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Το φως πενθεί στη λάμπα
τα σπίτια αιμορραγούν.
Οι γριούλες τυλίγουν το νήμα της Υπομονής
κι αποσύρονται νωρίς.
Γράφουν αδέξια τα παιδιά
μες στο τετράδιο τ’ Ουρανού.
Αληθινά ζούνε μες στ’ Όνειρο.

1990

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Τους νεκρούς σου μη μετράς
αφού δε γίνεται
δίχως απώλειες να νικήσεις.
Μόνο κοίταξε πώς θα μπορέσεις
κάποτε να βγεις
απ’ το καμίνι αράγιστος
χαμογελώντας στο Αναπότρεπτο
ψημένος.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Στη μνήμη του Λένα Κάκκουρα*

Την πόρτα ανοίγω διάπλατα
και μπαίνουν τα πουλιά μέσα στο σπίτι.

Πικρή γεύση του καφέ στον ουρανίσκο.
τι μ’ έπιασε τώρα να εξετάσω
τ’ αναίτιο πέταγμα των οιωνών;

Κατά το βράδυ ήρθε πουλί το πιο τρανό
γέρακας πελιδνός.
Κόβει το νήμα ο Σαρακηνός
κι ο Αρχάγγελος σε βράχια απάτητα
τα νύχια του ακονίζει.

Το γέλιο που άνθιζε στα χείλη σου
πριν σβήσει,
τα χέρια άπλωσες
κι αγκάλιασες τη μυγδαλιά σφιχτά.
μ’ αυτή σού ξέφυγε
σβήνοντας τα λαμπάκια της
στα νύχια ακροπατώντας.

1994

* Σ’ ανάμνηση της τελευταίας μας συνάντησης
το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Η κραυγή του πληγωμένου
ηλεκτρικού λαμπτήρα
οι προτροπές για σύνεση στα σκοτεινά.
Κοίταξε χαμηλά τις πέτρες
άσε τους επισήμους να λικνίζονται
στο έλεος των ανελέητων προβολέων.
Σκάψε βαθιά
να βρεις τις φλέβες χρυσαφιού
παρά τις επανειλημμένες προτροπές για σύνεση
παρά τις ύστατες εκκλήσεις
των χρηματιστών.

1998

ΣΚΙΕΣ

Το πρώτο ποίημα

Μαύρο πέπλο απλώθηκε γύρω η νύχτα.
Μυστηριακοί ήχοι ξεπετάγονταν
από τις φυλλωσιές των καρυδιών.
Οι σκιές των σκελετών που συναντήθηκαν
να πουν τα δικά τους
πολύ τάραξαν τη γαλήνη της Αιωνιότητας,
όπου τα κορμιά αντιπαλεύουν
στην αποθέωση του Έρωτα.
Και στα πολύβουα ρυάκια
απλώθηκε βαθιά σιωπή
και ρουμπινιές στάλες συνταιριάξανε
με τα μαβιά νούφαρα
και τ’ αηδόνια χωσμένα
στ’ απόκοσμα του ποταμιού
στήνανε ύμνο ξωτικό στον Έρωτα.
Κείνη τη στιγμή στην ψυχή μου
χώθηκε γαλήνη ανήσυχη
και με το μυστήριο αντιπάλεψε.
Και ο νους μου δε χώρεσε ποτές του
τα όσα η σιωπή της νύχτας κρύβει.

1976

ΟΙ ΑΣΚΟΙ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Τα λαμπιόνια στασίασαν την ύστατη στιγμή.
Οι αστυνομικοί συνέλαβαν
τους φανατικούς νοσταλγούς
των πανηγυρικών λόγων.
Άψογες αναμάρτητες
πλαστικές ροδιές
πουλιά τηλεκατευθυνόμενα
άβουλα γελαστά
ηλεκτρικά κορίτσια.
Πού είναι το φως το αμαρτωλό;
Ο κήπος με τις ψευδαισθήσεις
η ήττα της τελειότητας
ο θάλαμος της αποστάξεως
των απαγορευμένων αισθημάτων;

Πού είναι τ’ αγριοκόριτσα
να δέσουν τους φρουρούς
ν’ ανοίξουν τους ασκούς της νοσταλγίας;

Άψογες αναμάρτητες ημέρες
επιθυμίες πλαστικές.

Πού χάθηκαν οι καθαρτήριοι άνεμοι;
Πού είναι οι πειρατές
οι ιαχές οι πυρσοί οι σημαίες
τα σκαριά
οι προγραφές
οι λόγοι οι ζητωκραυγές τα μανιφέστα
οι ζωντανές ημίγυμνες αμαρτωλές παραισθήσεις;

1998

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ I

Φρουροί των υποθηκών
φύλακες των δεσμεύσεων
σε θερμοκήπια
υψίστης αποδόσεως.

Παράγουμε κάθε λογής
πρωτοφανέρωτα φυτά
ιδέες καλλωπιστικές
ρήματα χάρμα
κι εκατομμύρια επίθετα
που μπαινοβγαίνουν σα μυρμήγκια
στα κρανία
των άταφων νεκρών μας.

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ II

Με λέξεις
χτίζουμε το παρελθόν
επίθετα
συνθήματα,
βεγγαλικά.

Στο τέλος του πανηγυριού
οι λέξεις δραπετεύουν.

Οι λέξεις επιστρέφουν
στα λεξικά
τραυματισμένες.

1999

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις συνελήφθησαν
γιατί διανοήθηκαν
να μη συνεργήσουν
κι άφησαν τον ιδρωμένο ρήτορα
στα κρύα του λουτρού
μπροστά στο έξαλλο πλήθος.

Οι λέξεις βουλιάζουν
σε υγρούς τάφους.
Μας αποχαιρετούν
προτού καταχωρηθούν
αμετάκλητα
στα λεξικά του Τμήματος Υποταγής.

Κι εμείς νυσταγμένοι
δεν τολμούμε
να τις προφέρουμε
έστω και για τελευταία φορά.

1999

ΠΕΡΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Στα παιδιά μου και στους μαθητές μου

Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάπου η αλήθεια.

Όμως το σημείο εκείνο
είναι χωμένο
κάτω από τόνους χώματος
στρώματα λάσπης μύθων
λόγων υπεκφυγών
σιωπής ενοχής
τύψεων
αυτοάμυνας.

Μακριά από τις έτοιμες αλήθειες
των πεφωτισμένων
σκάψε βαθιά
μόνο με τη δική σου αξίνα
φτύνοντας το χώμα και τη λάσπη
φτάνοντας μέχρι τον καυτό πυρήνα,

Εκεί που ο ρήτορας τρομάζει
σα μυρίζεται
τις καμένες σάρκες των παραμυθιών.

1999

ΣΤΥΦΑ ΚΥΔΩΝΙΑ

1

Κυδώνια στυφά μας φίλεψε
η αρχοντοθυγατέρα.
Για χρόνια πορευόμαστε σκυφτοί
βουβοί δεχόμαστε τον εμπαιγμό του ήλιου
κι όταν η κορφή ήταν πια δική μας
μ’ αυτούς τους άγουρους καρπούς
γελάσαμε τη δίψα μας
γίναμε εξάρτημα μιας μηχανής.

2

Συντονίζομαι με το ρυθμό της μηχανής
τη Μοναξιά και τ’ Όνειρο αποπέμπω
την Ποίηση απαρνούμαι
κάθε κακή συνήθεια.
Τη ρώμη τώρα υμνώ του σώματος
Σωφρονίζομαι
ανανήφω.

3

Ακόμα λίγο την ψυχή σου στίψε και θα στάξει
το απόσταγμα της έμπνευσης,
αιρετικέ της αγοράς.

Ποιοι σ’ επιβουλεύονται δε νοιάζεσαι να μάθεις
την ήττα συνηθίζοντας να επιλέγεις
και να τη βαλσαμώνεις σ’ ελεγείες.

Ώσπου μια μέρα ο γέρακας θα κράξει «εμπρός»
κι εσύ θα δέσεις την ψυχή σου μ’ ένα σπάγγο.
Δειλέ, εσύ που αντάλλαξες το χώμα με το σύννεφο
δούλος θα σέρνεσαι αραχνοΰφαντων σκιών.

4

Από του χαρακώματος μιαν άκρη
ένας αναστεναγμός.
Βούλιαζε ο κήπος που μες στα σωθικά σου
κορφολόγαες.
Ξεχνάς πως κάποτε είσουν με τους μονομάχους;
Τη νύχτα οι στρατιώτες κοιμούνταν στο χαράκωμα
Η θάλασσα σ απέλπιζε
το σπαθί σου σκουριάζει.

5

Κι ανέμελος αριστοκράτης ο ουρανός
να σε περιγελά που περιφέρεσαι
μ’ ένα σκουριασμένο σπαθί καρφωμένο πισώπλατα.

6

Σ’ έβλεπαν ατάραχοι να περιφέρεσαι
ανάμεσα σε ξεκοιλιασμένους οδοστρωτήρες
μ’ ένα σπαθί καρφωμένο στην πλάτη σου
επιχρύσωναν την υπομονή.

7

Κοίταζαν εκστατικοί το ηλιοβασίλεμα
μελετούσαν εμβριθώς τα τοπία
οι πορφυρογέννητοι!

8

Αύριο θ’ ανοίξουν διάπλατα οι Ουρανοί
και θ’ αναληφθείς
πιο ρόδινος κι από ρόδο
σε μέρη που δεν κατοίκησε ούτε θεός.
Η Σιωπή Παναγία κι Αδάκρυτος
θ’ αναδύεται μέσα από το κάλλος
των οφθαλμών σου
και θα γυρίζει τους δείχτες του ρολογιού
βαθιά μέσα στο μέλλον.
Το σπαθί σου θα λειτουργιέται μέσα στις Εκκλησιές
και συ, γινωμένος καρπός,
θ’ αποτίθεσαι
στις αγκάλες της πλάσης.

9

Παιγνίδια των πουλιών πάνω στις στέγες
σπιτιών που ‘χουνε κλείσει εδώ και χρόνια.
Τα τιτιβίσματα αντηχούν ως πέρα
σε σκοτεινών βουνών και διψασμένων βρύων
αχανείς εκτάσεις.
Σβήνουν
χωρίς να τέρψουν ένα αυτί
χωρίς να προκαλέσουν ένα λίκνισμα
και τα πουλιά δεν παίζουν άλλο πια
κλείνονται στις φωλιές τους κι όλο κλαίνε.

10

Τη γαλήνη τόσο επόθησα
μα δεν τη βρήκα.
Μήπως είναι που κάθε λίγο ένα αστέρι
σκίζει την καρδιά μου για να μπει
ή μήπως είναι που τρίζουν για να βγουν στο φως
τα νέα φτερά μου;

11

Μικρή μου πεταλούδα
μη νομίζεις πως η ομορφιά σου με θαμπώνει.
Να* απλώς απορώ
πως από ένα βρώμικο σκουλήκι βγήκες εσύ,
η ξακουστή μες στο βασίλειο των εντόμων.

12

Ανοίγω ένα παράθυρο
να μπει το φως μες στην καρδιά μου.
Όμως το φως δεν είναι εκείνο που ήθελα
και το παράθυρο μου κλείνει κάποιο χέρι.
Αλίμονο! Ένας Θεός το ξέρει
πόσος καιρός χρειάστηκε να λησμονήσω το σκοτάδι
τώρα το φως για πάντα χάθηκε
και μαύρο ανοίγει μπρος μου το χείλος του Άδη.

13

Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά
θα γκρεμιστώ και θα πονέσω*
όταν με δουν στην άκρη του γκρεμού
με δύναμη θα σπρώξουν και θα πέσω.
Ο πόνος μου άνοιξε πληγές
που με τον χρόνο δεν θα κλείσουν
άγρια κοράκια το συκώτι μου θα φαν
άγρια κοράκια τα σημάδια τους θ’ αφήσουν.
Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά
θα ζήσω χρόνια στο σκοτάδι
στη ζωή μου θα φορέσουν τα θεριά
μαύρο και πένθιμο μαγνάδι.

14

Όταν η φωτιά ήταν κοντά
κι ο Αρχάγγελος με το δρεπάνι του θέριζε μαργαρίτες
τα δένδρα εγκατελείφθησαν
μέσα στο καρναβάλι των αναλαμπών και των εκρήξεων.
Μα πού βροχή εκεί που κάθε σάλεμα είχε ανασταλεί
από τον φόβο επικειμένης συντελείας.
Το κάθε ζώον είχε μαρμαρώσει
πίσω από λαγωνικά και λύκους
που άφηναν τα σάλια τους να στάζουν
και να μολύνουν το χορτάρι.
Στους γάμους που ακολούθησαν τα δέντρα τραγουδούσαν
κι οι πέτρες αναστέναζαν για την σκληρή τους μοίρα.
Το μεσονύχτι τρίζαν τα κλαδιά
κι οι ρίζες έπαλλαν κάτω απ’ το χώμα.
Μα εκεί που τα φυλλώματα πλαντάζανε
και τα κορμιά των καρυδιών αναριγούσαν
μια κουκουβάγια βόγκηξε και πέσαν τα τσεκούρια.

Κι ο βαρκάρης κουβαλούσε τις ψυχές μας
στην αντίπερα όχθη
μαδώντας μαργαρίτες πάνω απ’ το θολό νερό.

15

Νέοι του Περιθωρίου
Λουφάζουμε κάτω από λερά σεντόνια
αποπαίδια της Καταστροφής.
Είμαστε νούμερα σε μητρώα ανέργων.
Καρδαμωμένοι πρεσβύτες
κομίζουν τα δοχεία νυχτός
καθώς μας βλέπουν
να ξερνούμε χολή και να παραμιλούμε
εκτεθειμένοι στις συνωμοσίες των χαφιέδων,
να φτύνουμε αίμα και να προκαλούμε
τα φιλντισένια αισθήματα των καθωσπρέπει κυριών.
Είμαστε η μαγιά του μέλλοντος.

16

Λέμε πως δεν ενδώσαμε
και κομπάζουμε για περιώνυμες νίκες.
Πού είναι, λοιπόν, τα τρόπαια μας;
Αφηνόμαστε.
Ποιος ξέρει
κάποια δύναμις ίσως μας περισώσει.

17

Τα τρόπαιά τους είναι οι πολύχρυσοι οίκοι
και οι εύσωμοι οικόσιτοι δούλοι.

18

Νέοι του Περιθωρίου 2
Παραμένουμε δέσμιοι των δυσμενών συνθηκών
χωρίς να κηρύσσουμε επανάσταση
μια, έστω, αναίμακτη ανταρσία περιορισμένης κλίμακας.
Έτσι που μας ευνούχισαν οι ηθικολόγοι
κι οι πατριδοκάπηλοι
τι να κάνουμε,
γυρίνοι σ5 απέραντο βάλτο.
Χάνουμε την αίσθηση του ρυθμού
μαζί μας αργοπεθαίνει κι η ποίηση της πρώτης νεότητας.
Σκάβουμε τις πληγές μας
να βρούμε τα κατάλοιπα προγονικών ανομημάτων
που μας παιδεύουν ανελέητα.
Ξύλινα ειδώλια στην όψη αστραφτερά,
με σωθικά σαρακοφαγωμένα,
μπροστά σε γέρους ροδομάγουλους σερνόμαστε.

19

Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα
με μεγάλα Όνειρα και φτερά νεοσσού
μ’ όλο που ξέρουμε πως δεν υπάρχει τελευταίο σκαλί,
πως τα φτερά μας θα κοπούν με δίκοπο σπαθί
μ’ όλο που ξέρουμε πως θα πνιγούν
μες στο αφρισμένο αίμα τα όνειρα.
Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα*
στη βάση της τοποθετούμε τα δεκανίκια
ευχόμαστε να μην μας χρειαστούν
παίρνουμε όλες τις προφυλάξεις
όμως η πτώση είναι μοιραία.

20

Να γκρεμίσουμε την σκάλα
να εξαφανίσουμε την σκάλα
φτωχοί και ξεχασμένοι στο σπιτάκι μας
δίχως εξαίσιες πτώσεις.

21

Μας μένει τώρα ένα δωμάτιο
σκοτεινό και υγρό
για να διπλώσουμε τη ζωή μας σα σεντόνι
(πίσω να γυρίσεις δεν μπορείς
σ’ εκείνο το νησί τ’ ονειρεμένο).

22

Αλήθεια Κύριε,
Πόσοι νεκροί περιφερόμαστε
στις αγορές των ζωντανών
που ζουν και πλάθουν όνειρα
μακριά απ’ τα κοιμητήρια
κι όταν πεθάνουν, εύκολα
σαπίζουν και ξεχνούνε.

23

Σε λίγο θα νυχτώσει
κι οι χωροφύλακες θα κυνηγούν μια κάμπια.
Μην πτοηθείς, μην καταδώσεις.
Για ένα τρύπιο λάχανο
δεν είναι άδικο να βουίξουν οι κοιλάδες
δεν είναι κρίμα να μαγαριστούν οι βράχοι;

24

Ζωή μου ανεπαίσθητη,
που προχωρείς ρίχνοντας κύβους.

25
Ετοιμοθάνατος Ποιητής

Τον ξέκαναν οι μέριμνες και οι τεχνοκράτες
όπως αφανίζουν οι διχτάτορες
τους πολιτικούς των αντιπάλους.

26

Ακρωτηριασμένα αγάλματα»
Το βάρος των άλλων να τσακίζει το σβέρκο σου
την ψυχή σου ν9 αλέθει
μέσα στη συντριβή σου ν9 αντηχεί
των ημερών το βήμα το στρατιωτικό.
Να δεις που όλοι θα γίνουμε μια συμπαγής μάζα
πέτρες σοφά πελεκημένες, ταυτοπρόσωπες.

27

Αστυάναξ
Μην κλαις τα στάχυα που κάηκαν
αυτά άφησαν σπόρους στη γη.

Ευτυχισμένος όποιος πεθάνει
αφήνοντας πίσω του καλή σπορά.
Εγώ θα κλάψω τον Πρίαμο
και την ξεκληρισμένη του γενιά
θα κλάψω την Εκάβη
και το μοιραίο παιδί, τον Αστυάνακτα,
που το γκρέμισαν από τα τείχη του Ιλίου οι Αχαιοί.
Το ‘χε προβλέψει, βλέπετε, ο Οδυσσέας
ο ποικιλόφρων, ο δημοχαριστής
πως αν δεν το ξέκαναν όσο ήταν καιρός
κάποτε θα ξυπνούσε μέσα του
το στοιχειωμένο αίμα του πατέρα του
το αίμα του λαού του
και θα ‘θελε να πάρει εκδίκηση σαν άντρας.

28

Αινείας
Κάποτε είχα ένα σπιτικό
το έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια
μπορούσα τις νύχτες να κοιμούμαι
χωρίς να φοβούμαι τα στοιχειά και τη βροχή.
Τώρα ξημεροβραδιάζομαι σε πορείες προς την Τροία
περπατώ με μια φωτογραφία στο χέρι
καπνίζω ασταμάτητα
γυρεύω ένα σημείο.
Πρέπει να ισορροπήσω πάνω σε μια κλωστή*
μα δεν κουβαλώ το βάρος του κυρού μου μόνο
μ5 έχουν φορτώσει ξένα αμαρτήματα
πώς να μην σπάσει;

29

Καφενόβιες αράχνες μας θέλουν
να τρεφόμαστε με φτερωτές διακηρύξεις.
Να είμαστε οι αθέατοι οπαδοί,
αμέριμνοι θεατές της χρυσοποίκιλτης ζωής τους
στα ρηχά του βάλτου.

30

Μας πήραν για χταπόδια
και μας χτυπούν στα βράχια έτσι ανελέητα;
Γι αυτούς ακόμα κι οι πέτρες ανθίζουν
μα εμάς που σερνόμαστε σε σκοτεινούς διαδρόμους
ψάχνοντας πανικόβλητοι για μια έξοδο κινδύνου
μας κυνηγούν γαυγίζοντας οι πορφυρογέννητοι
και τα πιστά κομματικά σκυλιά.

31

Μας χτυπούν στα βράχια
ν’ αποβάλουμε το μελάνι της πίκρας*
δεν ξέρουν πως είμαστε ανεξάντλητοι.
Ο φόβος του θανάτου τι είναι
μπροστά στο φόβο
ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;

32

Οι σκνίπες ανενόχλητες μας πίνουν το αίμα.
Χωνόμαστε στη λάσπη
στο αντικρυνό βουνό για ν’ ανεβούμε.
Το υγρό στοιχείο μας απειλεί.
Προσμένουμε το θαύμα με στεγνή ψυχή

.

33

Τα ποτάμια ρέουν και χάνονται υποταγμένα
δίχως χρόνο νεκρό
μα εσένα σου κόβονται τα γόνατα
μπροστά στο ενδεχόμενο μιας αδιάλειπτης ροής.
Παλινδρομείς
Η πίκρα απλώνει ρίζες στο κορμί σου
πώς να την ξεγεννήσεις όσο και να σκάψεις;
Τα σκουριασμένα σπαθιά
οι στυφοί καρποί στα πανέρια
η αναμονή που πάει να γίνει
παραδοχή της ήττας
α, η ζωή είναι μόνο μέσα στο ποτάμι
κι αν δε βραχούν τα πόδια σου
πάει, σ’ έκλεισαν έξω.

34

Εδώ στο βάλτο όλα ακινητούν
μόνο τα κουνούπια
παρέμειναν πιστά σε κάποια αποστολή.

35

Μας εξηγούν κυνικά
έτσι απροκάλυπτα
πως θα βουλιάξουμε.

36

Αγωνιζόμαστε λέμε
κι όμως πληρώνουμε το φόρο της υποταγής
τσακιζόμαστε να προσπέσουμε.

37

Πέφτουν ηρωικά
στα τέσσερα
σαν θα τους εξαργυρωθεί μια τέτοια θυσία.

38

Δεν έδρεψες καθόλου εσύ άνθη της πέτρας.

39

Οι γερο-Φέρηδες έτριξαν τα δόντια
καθώς αντίκρυσαν ένα σκουλήκι άριστο
σαν τον Κυρίνο.
«Είναι ποπολάρος, αδερφέ,
και συν τοις άλλοις χωρίς αρχαία κομματική ταυτότητα
και προπαγανδιστική δραστηριότητα*
σε τέτοιους φράζουμε το δρόμο
και τους πατούμε στο λαιμό
αν είναι, τοιουτοτρόπως,
να κρατηθούμε αγέρωχοι στα ηνία».

40

Να ‘σαι λοιπόν τώρα
εδώ σ’ αυτή την κόχη
όπου σε στρίμωξαν οι Φέρηδες.
Βγαίνουν οι γερόντοι στον εξώστη και ηλιάζονται
και ροδοκόκκινοι αφουγκράζονται
τις μυστικές δονήσεις του Απολύτου.
Εσύ χωμένος μέσα σε υγρούς τάφους ψαλμωδείς
έρποντας προχωρείς δίχως χάρτη
προς την οδό της Βασιλείας
Κι έρχονται να σου πουν συγκινημένοι
ότι ξεχείλισε στις στάμνες τους το μέλι.

41

Εύκολα λησμονήσαμε κάθε προορισμό
μακριά από το δάσος.
Χωρίς πυξίδα και χάρτη
κινήσαμε να βρούμε την έξοδο
σ’ αυτό τον απέραντο στρατώνα.
Σε λίγο οι σαλπιγκτές συναγερμό θα σημάνουν
και θα βρεθούμε αντιμέτωποι
με τις ορδές των βαρβάρων.
Ο πατέρας έξαλλος αναποδογυρίζει το σπίτι
και το Ικρασί χύνει στο φόρεμα της μάνας.
Τα νυχτοπούλια κλαίνε
ψυχές Καταραμένες
καθώς τ’ Όρνεο απλώνει τα φτερά του
πάνω από τον κόσμο.
Ιδού η Σκιά. Όλοι μέσα της πλέουμε
άφωνοι και απαθείς
ο ωκεανός παρέρχεται
και τα βουνά εξομολογούνται σαστισμένα
μπρος στον αδέκαστο κριτή
που τρώει τα σωθικά του
όταν τηράει κατάστιχο της ανομίας.
Κρούομε τον κώδωνα και εξερχόμαστε.

 

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ (1982)

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

Το φυτό αυτό αρνήθηκε τον ήλιο
κλείστηκε στον εαυτό-του
αρκέστηκε στην υγρασία ενός δωματίου
στα κάγκελα μιας γλάστρας.
Την ώρα που τα άλλα φυτά
έπιναν αχόρταγα το φως
και γίνονταν διάφανα
κι άνθιζαν και γελούσαν,
αυτό βυθομετρούσε το σκοτάδι
κι ένιωθε να στάζει μέσα-του,
σαν από Θεϊκιά κλεψύδρα,
το φαρμάκι.
Την ώρα που τ’ άλλα φυτά
τα ‘δερνε ο βοριάς
χωρίς καμιά ρυτίδα ν’ αυλακώνει την ψυχή-τους,
αυτό σιγά – σιγά γλιστρούσε
μέσα στα δίκτυα του θανάτου
κι είτανε τόσο πικραμένο
που οι χυμοί-του αλλοιώθηκαν,
έγιναν μελάνι.
Και στάζει τώρα κάθε βράδυ από τα φύλλα-του
μικρό μωρό μαύρο αγγελούδι ποίημα
που, αλίμονό-σου αν δεν μπορείς να το νταντέψεις
μεταμορφώνεται σε χταπόδι και σου θολώνει το μυαλό
και σ’ οδηγεί τυφλό κι ανυπεράσπιστο
εκεί που οδηγήθηκε κι ο κύρης-του
που αρνήθηκε τον ήλιο!

ΜΑΘΗΜΑ ΣΚΑΚΙΟΥ

«Πτώμα δε αυτώ ητοίμασται εξαίσιον»
Ιωβ, ιη’ 12

I

Ο Τζων φοβόταν την εξουσία περισσότερο απ’ όλους-μας
«Είναι η σκακιέρα κι είμαστε τα πιόνια» έλεγε
«κι ένα πιόνι καθώς πρέπει
πάντα προθύμως θυσιάζεται για το βασιλιά
ως η κατωτάτη αναβαθμίς της κλίμακος».
0 Τζων είταν ένας υποδειγματικός υπάλληλος
σκεφτόταν όταν έπρεπε και όπως έπρεπε
ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη-του για τίποτα
είταν σα μηχανή
που την κουρδίζεις μια φορά και πάει ρολόι
ώσπου μια μέρα, ω συμφορά, τον πέταξαν στο δρόμο
γιατί άλλαξαν τ’ αφεντικά
(ένα πιστό σκυλί είναι πάντα επικίνδυνο όταν χάσει τόν
αφέντη-του).

Πέντε στόματα περιμένουν τώρα από τον Τζων
ένα κομμάτι ψωμί
μα αυτός ακόμα να βρει τα νερά-του
δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν πιόνι
κι αναζητεί νέο βασιλιά να τον υπηρετήσει.
Άραγε θα καταλάβει καμιά φορά
πως βασιλιάς είναι ο Τζων και πιόνι ο Τζων
πως αρχή της κλίμακος είναι ο Τζων και τέλος ο Τζων
πως οι αλυσίδες που τον δένουν ξεκινούν από μέσα-του;

ΙΙ

Ο Τζων, το πιόνι της πτώσεως,
ακόμα να βρει τα νερά-του
ξαπλώνει μέσα στη μπανιέρα
και παίζει με τις σαπουνόφουσκες.
Να! Τώρα γαντζώθηκε πάνω σε μια
κι αρχίζει ν* ανεβαίνει.
Τι ευφροσύνη Θεέ-μου
τι έξαλλη χαρά!
Εις μάτην όμως η αναστάτωση
σε λίγο σπάζει η σαπουνόφουσκα
σπάζει ο Τζων τα κοκκαλάκια-του
—Είταν η πρώτη φορά που τόλμησε να οδοιπορήσει κάθετα
Σημειωτέον ότι πριν να επισυμβούν τα ανωτέρω
μ’ ένα πριόνι έκοψε τα κάγκελα
που είχαν, αίφνης, ξεφυτρώσει από μέσα-του
και τον υποχρέωναν να ομιλεί εξ αποστάσεως.
Μη στενοχωριέσαι καημένε Τζων
αν μη τι άλλο,
η σαπουνόφουσκα «σ’ έδωκε το ωραίο ταξίδι!»

ΙΙΙ

Μετά το ταξίδι με τη σαπουνόφουσκα
ο Τζων υπέφερε από τρομερούς πόνους στους ώμους. Συγχρόνως,
τα κάγκελα άρχισαν πάλι να μεγαλώνουν και να τον
κυκλώνουν. Έτσι αναγκαζόταν να κοιμάται όρθιος ως νεκρός
μητροπολίτης. Ήθελε να τα ξεριζώσει από μέσα-του μα έγιναν
ένα με τα σπλάχνα-του: διακλαδώθηκαν από τον εγκέφαλο
μέχρι τα γεννητικά-του όργανα. Μέσα στην καρδιά-του
είτανε μια κάμπια. Ένας ποντικός ροκάνιζε τους νεφρούς
και το συκώτι-του. Από το τρύπιο κρανίο-του έβγαιναν καπνοί
και θειάφι σαν από φουγάρο καραβιού. Το γαλάζιο κοράκι τσιμπούσε
από εκεί, κάθε τόσο, ένα γραμμάριο μυαλού. Την ίδια
στιγμή γινόταν διάφανο κι έβλεπες μες στα σπλάχνα-του ένα
πελώριο μάτι που έβγαζε φωτιές.
Απροσδοκήτως ο Τζων άρχισε να πετά. Δεν κρεμόταν από
καμιά σαπουνόφουσκα κι όμως πετούσε για τόση ώρα ξεχνώντας
τα κάγκελα, ξεχνώντας την κάμπια και τον ποντικό. Όταν
επέστρεψε στο πάτωμα κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, που παραδόξως
δεν εράγισε, και διεπίστωσε με τρόμο πως έγινε
πουλί!

IV

Λόγω της επιδεινώσεως της παραδόξου ασθενείας-του, ο Τζων
μετεφέρθη εις την κλινικήν «Η φωλιά του Κούκου» διά θεραπείαν.
Ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές ιατρών απεφάσισαν, μετά
από πολυήμερες συσκέψεις, ότι ενδείκνυται:
Να υποβάλλεται εις ασκήσεις ακριβείας τρις ημερησίως
Ειδικός επιστήμων να του αναλύει την αξίαν της ελευθερίας
Να λαμβάνει ηρεμιστικά δισκία
Να μην σκέπτεται» να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. Κάθε
αντίδρασίς-του, άλλωστε, θα ήτο επιζήμια.
Να τηρεί τον νόμον, να σέβεται πάντα ανώτερον και να
προσεύχεται υπέρ του βασιλέως.
Τέλος, να μεταφερθεί εις το εξωτερικό δια να του αφαιρεθούν τα πτερά.
Τονίζεται εν κατακλείδι ότι η εκμετάλλευσις των καγκέλων
από πεπειραμένον σιδερά θα ήτο δια το ίδρυμα λίαν επικερδής.
Έτσι θα περάσει το υπόλοιπον του βίου-του
ο Τζων το πιόνι της πτώσεως
ο υιός της απωλείας!

ΙΧΘΥΣ Ο ΝΕΥΡΩΤΙΚΟΣ

Το ψάρι έχει, όντως, παράξενες ιδιότητες:
δεν ομιλεί ποτέ
δεν επιζεί παρά μόνο
μέσα στην εκνευριστική ρευστότητα του ύδατος
και, το σπουδαιότερον, δεν επαναστατεί.
Είναι νευρωτικό
κρύβεται τις νύχτες
κλαίει κρυφά
φθείρει το μυαλό-του ανεπανόρθωτα.
Όμως, σε μια βρώμικη θάλασσα,
το δάκρυ ενός ψαριού ποιος θα το νιώσει;

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ I

Να’ σαι ο τελευταίος στην κλίμακα
κι όμως να μην πατάς επί πτωμάτων ν’ ανεβείς
να μη φιλάς πόδια
να μην κλαίγεσαι
φτωχός αλλά υπερήφανος
(ένα μολύβι κι ένα τετράδιο όλα κι όλα-σου τα υπάρχοντα)
να λες πάντοτε την αλήθεια
να κεντρίζεις
και να* χεις να παλέψεις με πολλούς
που επιμόνως θα αρνούνται να σε χωνέψουν,
αυτό σημαίνει να’ σαι ποιητής.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ II

Τι ψάχνεις δαιμονισμένε ποιητή
τι γυρεύεις
σημαδεμένος
παράλυτος εδώ και δυό χρόνια
Μήπως θα τρέξεις κι εσύ να φιλήσεις πόδια
Μήπως θα τρέξεις κι εσύ στον Αγαμέμνονα
να γυρέψεις τη χαμένη-σου Κόρη;

Πάει πια
έχασε την παρθενική-της στιλπνότητα
Κάθε-της λέξη σου ραγίζει τα οστά
σε γκρεμίζει.
Τις νύχτες δε θα σε αφήνει να κλείσεις μάτι
δε θα τραγουδά τις νύχτες
δε θα περιμένει κανένα Ρωμαίο
μόνο θα βρυχιέται σαν τίγρη
και θα παραμονεύει
πότε να ριχτεί του Αγαμέμνονα
να τον ξεσκίσει
να τον κάνει κομματάκια
για να μπορεί ο Θερσίτης να λέει ελεύθερα τη γνώμη-του
χωρίς να φοβάται τη μαγκούρα του Οδυσσέα
κι ο Αχιλλέας να παίζει με τις κούκλες-του
χωρίς το βραχνά της επιστράτευσης.

Πήγαινε δυστυχισμένε
να φέρεις την κόρη-σου πίσω
— Και τι δεν έπαθες για να τη σώσεις απ’ το Χάρο —
πλην όμως, άφησέ-τη να βρυχιέται
Μάτι κανείς-μας να μην κλείσει
εωσότου πληρώσει ο μοιχός τα κρίματά-του
κι όπου σπαθί, φυτρώσει στίχος.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IIΙ

«Κόρη-μου,
σπλάχνο-μου αναρχικό
πληθωρικό
ατιμασμένο
ως πότε θα βρυχιέσαι
ως πότε θα χτυπάς το κεφάλι-οου στους τοίχους -,
Είσαι πολύ μικρή για να πεθάνεις.
Σήκω λοιπόν
τι κάθεσαι;
Παρ’ το σπαθί-σου
κόψε τα σάπια μέλη
του κυρού-σου πρώτα, εμέ
κι ύστερα βγες στους δρόμους
κόψε και φύτεψε
χειραφετήσου
οδήγα-με.

Ξεχνάς την Αντιγόνη που, δυναμική
αλλά και φρόνιμη,
πήρε απ’ το χέρι τον τυφλό πατέρα-της
και τον οδήγησε στον Κολωνό
όπου μέσα σε λάμψεις εκθαμβωτικές
εγνώρισε τον εαυτό-του
κι έσμιξε με τον ουράνιο πατέρα-του
εκστατικά τραγουδώντας;

Ακόμα και τυφλός κόρη-μου
δεν τα βάζω κάτω.
Ακουμπώντας στο μπράτσο-σου θα πορευτώ
θα νικήσω το θάνατο
θα επιζήσω
για να πράξω, να πάθω και να μάθω
και μέσα από τα μάτια μιας γοργόνας
θ’ αναληφθώ στον ουρανό τον απύθμενο».

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IV

«Είσαι σαν τη γάτα, πατέρα
σαν τη γάτα που παίζει με την πεταλούδα
εκείνη ξεπεσμένη αριστοκράτισσα
ρηγοπούλα χιλιόπλουμη
χώνεται μες στα μουστάκια-σου
κι εσύ κάθεσαι στα πισινά-σου
και πηδάς να την φτάσεις.
Μα την ίδια στιγμή πετά μακριά
εξαφανίζει το γαλάζιο των φτερών-της
μέσα στη σπάταλη φωτοχυσία τ’ ουρανού
ανεβαίνει
τραγουδώντας
χορεύοντας
ξεχνώντας
την κάμπια που υποβόσκει μέσα-της.
Κι εσένα πατέρα σου τεντώνονται τα νεύρα
σα χορδές άρπας
για να παίζει η θλίψη με τα χλωμά – λιγνά-της δάχτυλα
πένθιμους σκοπούς
και γίνεσαι αγχώδης κι αλαφροΐσκιωτος.
Ξεχνάς τους ανθρώπους, πατέρα
και κυνηγάς την πεταλούδα
που βρίσκει καταφύγιο στον ουρανό
πάνω στα γένια του Παντοκράτορα
του Κραταιού
και με πόδια σαν από χαλκολίβανο.
Και περιμένεις με σηκωμένα τα πόδια
και φουσκωμένα τα πανιά
μετέωρος
ατσίγγανος
Χαδιάρης και λεπτεπίλεπτος

σαν γάτα».

CARMINA PARVA

I

Ένα ποντίκι ροκανίζει
μες στο κεφάλι-μου τα σύρματα.
Μήπως ειν’ ο Θεός;
Κι αν είναι αυτός
προς τι η υπονόμευση;

ΙΙ

Άνοιξη που σε περίμενα και πώς σε περίμενα
πώς μου’ ρθες έτσι αγνώριστη
πώς μου’ ρθες έτσι αστόλιστη
πώς μου’ ρθες λαβωμένη;

ΙΙΙ

Προς ποίησιν
Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος-μου
πόσο αίμα να σου δώσω;

IV

Περσεφόνη και Χάροντας
—Γυιέ-μου, μην παίρνεις τα παιδιά, μην παίρνεις τους λεβέντες
παίρνε τους γέρους που, οι άμοιροι, πονάνε κι υποφέρουν
—Να μην παίρνω τις όμορφες, μάνα, και τους λεβέντες
να μην παίρνω μικρά παιδιά, Χάροντας δε λογιέμαι.

V

Ζω σε μια ζούγκλα με θεριά
μ’ ανήμερα λιοντάρια και με φίδια.
Δαγκάνουν από εμέ, τον άμοιρο, και τρων
και στο σκοτάδι κρύβονται και πίσω από φτιασίδια.

VI

Ερωτικό
Αν ανοίξεις την καρδιά-μου
θα βρεις τα μάτια-σου*
αν ανοίξεις τα χέρια-μου
θα βρεις τα καρφιά-σου.

VII

Επτάστιχο
Φύτρωσε ένα κυπαρίσσι στην καρδιά-μου
οι ρίζες-του διάβρωσαν το κορμί-μου
το κορμί-μου γέμισε πληγές
οι πληγές μένουν ανοιχτές χρόνια και χρόνια.
Ζητώ αίμα για να ζήσω
κι αυτοί ζητάνε προσφορές
να βάφουνε τους δρόμους.

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

Ο Π ο ι η τ ή ς :
Οιδίποδα
δίποδε, τρίποδε, τετράποδε
έλυσες το περίφημο αίνιγμα και γκρέμισες τη Σφίγγα.
Όμως αίνιγμα είταν
κι η λύση του αινίγματος
πολύ πιο δυσχερές από το πρώτο.
Ξεκίνησες για να το λύσεις
μα απέτυχες οικτρά
και γκρεμίστηκες κι εσύ.
0 Ο ι δ ί π ο υ ς :
Κανείς δε θα γυρίσει να κοιτάζει τους καθρέπτες
κι όμως εκείνοι θρύψαλα – βολίδες στο κορμί-σας
πληγές σαράντα κι εκατό θα προξενήσουν
και πόρπες δε θα υπάρχουν πουθενά
και σπήλαια δε θα υπάρχουν πουθενά
giα να τα κατοικήσετε.

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων
πλην ημών, κόντε-μου;
Να’ ναι το Μεσολόγγι μες στα πόδια-μας
και να χάνεται
κι εμείς να χάσκουμε
να λιγοθυμούμε
να νίπτουμε τας χείρας-μας
κι ύστερα να κακαρίζουμε περί του χρέους των άλλων
Δε μου λες, εμείς εξαιρούμεθα;
Κι ύστερα ν’ ανεβαίνουμε μια σκάλα
που την έχτισαν άλλοι
να βγάζουμε λόγους
να φωνασκούμε
και να γυρίζουμε τις νύχτες χωρίς ύπνο
αλύτρωτοι και μισότρελοι
και να μη δίνουμε ένα σάλτο από το θεωρείο
κι ότι γενεί
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων
πλην ημών, κόντε-μου;

ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ

Πίδακες αιμάτων μέσα-μου
Εστίες συγκρούσεων
Ανακοινωθέντα
παρασημοφορήσεις
— και να μην μπορείς να μιλήσεις —
Πίδακες αιμάτων
σπασμένες αρτηρίες
ενδοσωματική ερήμωση.
Πέφτω
χωρίς Θεό, γκρεμίζομαι
χωρίς Θεό μέσα στην άβυσσο ζαλίζομαι.

ΙΩΒ

«Ήγησαι δε με ίσα πηλώ, εν γη και σποδώ-μου
η μερίς»
ΙΩΒ, λ’ 19

Καλώς ορίσατε και σήμερα
να φάτε από τη σάρκα-μου
αγαθά-μου σκουλήκια.
Μη φοβάστε» δε σας διώχνω.
Είστε τόσο λευκά
σαν την καλοσύνη του Κυρίου
που μ’ έριξε από τ’ αρχοντικό-μου
σ’ αυτή την κοπριά
που μου πήρε τους δορυφόρους και τις παλλακίδες-μου
που με ξεκλήρισε.
Άλλοτε είμουν τόσο βαρύς
που δε με σήκωνε το χώμα
τώρα κάθε πρωί
και λέω θ’ αναληφθώ.
Είμαι μια χούφτα κόκκαλα κάγκελα
σταυρωτά κυκλικά πλεκτά
κι η ψυχή-μου γυρεύει μια χαραμάδα να πετάξει.
Κλαίω
προσεύχομαι
καταριέμαι τη μέρα που γεννήθηκα
κοιμούμαι με την ελπίδα να μην ξαναξυπνήσω
προσπαθώ να δω σε τι έχω φταίξει
δεν βρίσκω τίποτα.
Και να μπορούσαν να με σώσουν οι ρητορείες των φίλων-μου
που στέκουν πίσω από τα τείχη και με επιπλήττουν…
Το χώμα κι η στάχτη ειν’ η πατρίδα μου.

ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ

Δεκαενιά χρονών ο Νεοπτόλεμος
με υψηλά, με άπιαστα όνειρα
κάθονταν παράμερα κι αναρωτιόταν
τι νόημα έχει γι’ αυτόν η ζωή.
Άραγε ο θάνατος είναι μια λύση,
μια οριστική αποδέσμευση από τα βάσανα του κόσμου αυτού
η μήπως είναι μια νέα αρχή τριβής προς εξαΰλωση;
Και κάθονταν κι αναρωτιόταν
κι είχε στο νου-του ο δυστυχής
τους δυο γέρους γονείς του Αδμήτου
που, όταν οι Θεοί τους ζήτησαν να δώσουν τη ζωή-τους
για να γλυτώσει ο νέος γυιός-τους από τη μαύρη μοίρα,
αυτοί αρνήθηκαν:
-Δεν είστε καλά, τους είπαν.
Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο θάνατο
τόσο πιο γλυκιά ειν η ζωή.
Τέτοιες θυσίες της κράσεώς-μας δεν είναι!
Εν τούτοις σκέπτεται και ψηλαφεί
κι ειν’ η ζωή-του μαύρη.
Αυτός που μια σταλιά τα νιάτα δεν εχάρηκε
τι παρηγόρια στα γεράματά-του θα’ βρει;

Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΡΗ

Μελέτη θανάτου
Σκυφτός στον Άδη κατηφόριζε
με πόθο τρομερό θανάτου
— τόσο τον κόσμο είχε μισήσει —
Μα να! Αγγέλων λόχοι και συντάγματα
με κομποσκοίνι τον τυλίγουν
και πίσω, στη ζωή τον ανεβάζουν.
Κι άγγελος τον εγιάτρεψε κι αρχάγγελος του λέει:
«Ευδόκησε ο Θεός να λυτρωθείς,
μ’ όλο το βάρος των κριμάτων-σου,
κι Ουράνια Κόρη Αγγέλισσα θα στείλει
με φως ν’ αλείφει τις πληγές και την ψυχή-σου.
Τώρα κοιμήσου πρόσεξε, μόνο, μην ξαναγλυστρήσεις».
Η Κόρη τονε βρίσκει να κοιμάται
Πρώτα του αλείφει τις πληγές με φως και λάδι
κι ύστερα τον στολίζει με λουλούδια κι άστρα.
Όταν ξυπνήσει
θα τον πάρει από το χέρι
μαζί ν’ ανηφορίσουν
για την πολίχνη των ονείρων-τους.

Χριστούγεννα 1981.

ΑΝΤΙ ΕΡΩΤΙΚΟ

«Το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ’ αγκάθι»
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Μέσα στο δωμάτιο η κόρη γυμνή
μπρος στον καθρέπτη.
Όταν η πόρτα κτύπησε
στους μαστούς-της λευκός χρωματίστηκε ο φόβος.
Δεν άνοιξε
Πέρα – χιλιάδας μίλια μακριά –
ένας σταυρός εθέσπιζε τον ερωτισμό-της
κι εκείνη περίβλεπτη – αειπάρθενος ετρόμαζε
μήπως ανοίξει η πόρτα.
Ένα – ένα τ’ αστεράκια φωλιάζουν στον κόρφο-της
και ρίγος ηδονής την ταράζει
— Κόκκινο ρόδο στα μάγουλα η Μεγάλη Ντροπή —
Αχ! Μάταια φτερουγίζουν οι πόθοι-μου στο γυμνό-της κορμί
σα γαλάζια γλώσσα οξυγόνου.
Μα ως γλυκά θλιμμένη εθαύμαζε
του κορμιού-της το μυστικό βάθος
ανοίγει η πόρτα τρίζοντας με φοβέρες βαρειές
και εισέρχεται ο ιχθύς
γαλάζιος πιότερο από μένα.
Τότε εγώ με δίκοπο μαχαίρι
σφάζω τους πόθους-μου και μαδώ τα φτερά-τους
οπότε η κόρη αποσυντίθεται
σε δάκρυα μυγδαλιάς και μαργαρίτες
και ο ιχθύς γυρεύει νερό πριν να ‘ν αργά.
Τώρα γράφει στην άμμο αναστημένη
την ιστορία του έρωτα και του θανάτου:
μια τριανταφυλλιά που χύνει φαρμάκι από τ’ αγκάθια-της
να υπερασπίσει την αγνότητα των ρόδων.
Από τις θηλές των μαστών-της
ένα – ένα τ’ αστεράκια πέφτουν πιο λαμπρά
στον κάδο με τα κόλλυβα
κι είναι βαρύ το κάλλος-της να την αντέξω:
εκείνη ανώνυμη
εγώ επώνυμος συγχωνευόμαστε.
0 ιχθύς θα ταράζει τους ύπνους-μου
εωσότου την ανακτήσει
κι εκείνη απόρθητη καλόγρια
μέσα στα μοναστήρια της ψυχής-μου
ποτέ δε θα ξαναγδυθεί
γιατί την πλήρωσε βαριά την ομορφιά-της.

1979—1982

ΕΠΙΛΟΓΟΣ I

Εν τω μεταξύ θα τρέξω στη μαμά-μου να κλαφτώ
να βγάλω το άχτι-μου.
Μακροχρονίως
θα υποβάλλομαι εις ψυχοθεραπείαν εκάστην Παρασκευήν
θα χάφτω δισκία Fluaxol και Μelleril 25
θα ροκανίζω τα κάγκελα της φυλακής-μου.
Όσο για το μοιχό
που μου έκλεψε την κόρη-μου,
το σπλάχνο-του δεν εσπλαχνίστη ο πολυεύσπλαχνος
και θα με σκεφτόταν εμένα;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ II

Προς τους δοκίμους διακόνους της Ποιήσεως

Με συγχωρείτε,
μα ήδη, αγαπητοί,
οι αντιστίχοι-μου άναψαν.

 

 

Ο ΛΟΙΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1981)

Ο Λ Ο I Μ Ο Σ

Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου
Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου
Και τα ποιήματα μου
Είμαι κι εγώ ένας από τους μελλοθάνατους
Που γεννήθηκαν μέσα στη μάχη
Και θα πεθάνουν στο χαράκωμα
Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη αδιέξοδη
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που βαρέθηκε τους δημαγωγούς
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που υποφέρει
Είμαι κι εγώ ένας από τούς μελλοθάνατους
Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω
ότι οι πολίτες στην αγορά αισθάνονται προδομένοι
ότι οι πολίτες στην αγορά ξέρουν πώς γελάστηκαν πικρά
ότι οι πολίτες στην αγορά ποτέ δεν βλέπουν όνειρα.
Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου.
Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου και τα ποιήματά μου.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία πορνείο ανοιχτό
Λουλούδι μαραμένο
Λευκωσία με σύνορα, με σταυρούς, με δεκανίκια
Λευκωσία πράσινη
Λευκωσία της Γραμμής
Εμπορείο πατρίδων
Λεωφορείο απάτριδων
Παντού αδιέξοδα
Παντού στρογγυλά τραπέζια
Παντού Σιωπή
Λευκωσία σκληρή πραγματικότης
Λευκωσία τετελεσμένο γεγονός
Καράβι δίχως άγκυρα
Ναυτία τού ποιητή
Αδιέξοδα … αδιέξοδα. . . αδιέξοδα. . .
Λευκωσία κυπαρίσσι
Λευκωσία κενοτάφιο
Λευκωσία ματωμένη μου Αγάπη

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Α τι παράξενη σιωπή όταν δακρύζει η μάνα
Όταν χτυπά η καμπάνα τι πόνος, τι λυγμός
«Γυιέ μου, σαν σε λαβώσανε και στην καρδιά σε βρήκαν
τα βόλια τους, οι σφαίρες τους στα σωθικά μου μπήκαν».

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Ω εσύ μικρό μου λούλουδο κομμένο στον ανθό σου
ποιός σ’ έκοψε και μάρανες και χάθηκε το φως σου;
Αχ και να μπορούν α ο φτωχός, με την αγάπη ίσως,
να σου χαρίσω τη ζωή, ξανά να σ’ αναστήσω.

MEANING DEATH

Σ’ εκδρομικό σακίδιο κουβάλησε τα χέρια μου
Πολυδάχτυλα, πολυώνυμα, νεκρά χωρίς ποτάμι και πηγή
Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν νεκρά
Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν κλαδιά
Τα χέρια κάγκελα
Γυμνή πίσω απ’ τα κάγκελα
Γυμνή μέσα στο δάσος
Λίγος χώρος για να φυτέψει τα χέρια
Λίγος χώρος για να κλάψει γοερά και να μείνει γυμνή
Ώσπου να θυμηθεί το βράχο και το φίδι
Όμως ο χώρος δεν παραχωρείται
Και μια γυμνή γυναίκα ή αράχνη δεν πολέμα
Τελικά έσκαψε τάφο στην καρδιά της και τα φύτεψε.

ΕΠΤΑΣΤΙΧΟ

Ανατολή ήλιου μέσ απ’ τα τρομαγμένα μάτια μου
Λιμοί, λοιμοί, πόλεμοι, χαλασμοί
Φανερωμένη παρθένος το σκότος συνθλίβει
ημερώνει τα ηφαίστεια πού εκρήγνυνται μέσα μου
Γεμίζω τις φούχτες μου μ’ άστρα
— Αχ τα ωραία μου τ’ άλικα τ’ άστρα —
Και τα κλείνω βαθιά στην καρδιά μου

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια σκόνταψε
Και σαν βολίδα μες στην άβυσσο σφηνώνεται
Τώρα κοράκια τρώνε το συκώτι του
Κράχτες συνθλίβουνε τ’ αυτιά του
—.Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —
Τιποτένιοι γιατί τον προδώνετε;
Τιποτένιοι γιατί τον σταυρώνετε;
«Και έπεσεν εκ του ουρανού μέγας αστήρ καιόμενος»
Και τα νερά πικράθηκαν
Κι ο ουρανός βιβλίο ανοικτό
Να διαβάζεις μέσα τα πάθη σου και να δακρύζεις
Κι ο ουρανός η παθολογία των βράχων
Που τους θυμάσαι μόνο όταν τους έχεις ανάγκη
Κι ο ουρανός μια σκέτη υποκρισία γαλάζιου
Να σου κρύβει τα πάντα
«Και το όνομα του αστέρος λέγεται ο άψινθος»
τις νύχτες
Όταν τ’ αστέρια θρηνούν το χαμένο αδελφό τους
Όταν η Σελήνη λύνει τα μάγια της πάνω στο
μαξιλάρι της Ελένης
Μ’ επιδέσμους και δεκανίκια ξεπροβάλλει
—Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —
Και ξεκινάει για τη Μεγάλη Σκάλα.

 

 

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΡΑΛΛΙΑ (1979)

Στο Νίκο Χριστοδούλου

Ι

Ω ήλιε πέτρινε που χρόνια σε λατρεύαμε
και στις σπονδές,
όπου χίλιους και χίλιους χρόνους κάναμε για σένα,
πάντα «καλοδεχούμενες» ήταν ο μηνυμός σου,

ώ ήλιε που χρόνια σ’ ονειρευόμαστε
— άντρακλα ίσαμε κει πάνω —
λαμπερό σημάδι του ονείρατου
που αφυπνίζει τ’ αστέρια,

ώ ήλιε αναίστητε, φτιαχτέ
τρέχα και κρύψου στα βουνά
να σκοτεινιάσει ο κόσμος
κι άσε τη γη στον πόνο της μονάχη να βρυχιέται
σ’ ένα πικρό – βουβό σκοπό μοιρολογιού που σβήνει.

ΙΙ

Κι ήρθαν κακοί καιροί•
φωτιά, λάβα και σίδερο σκίσαν της γης τα σπλάχνα
κι εσύ να στέκεις σιωπηλός δίχα να βγάζεις άχνα•
να στέκεις, να πικραίνεσαι, να μην γυρίζεις πίσω
— χιλιάδες κάστρα χάλασαν και πότε να τα χτίσω;
Και πήραμε στα χέρια μας τη μοίρα μας
και κλέψαμε απ’ τα σύγνεφα τον ήλιο.
Άξαφνε ακούστηκε η πύρινη ορμή του Σήμαντρου
να σμίγει με το βουητό της σκαπάνης το άπειρο •
να ψαχουλεύει την ψυχή του Εωσφόρου
στο αχνοφέγγισμα της Πούλιας,
να παίρνει την ανάσα από τον άνεμο
και να ποτίζει τις ψυχές.
Κι ήταν κατά το σούρουπο
κι οι τρυγητές των αμπελιών άργησαν να γυρίσουν
και βγήκανε οι χωρικοί
με δάδες και λαμπάδες στα χωράφια
μην τύχει και τους βρούνε,
μα μόλις έφτασαν εκεί
σταθήκαν άφωνοι όλοι•
τ’ αμπέλια σπάρτηκαν σταυρούς
κι απλώθηκαν τα κλήματα και τους εστεφανώσαν.
Φωτιά πετάχτηκε παντού κι έκαψε τις χαρές μας
και θρήνησαν οι άγγελοι και θρήνησεν η γη μας.
Κλάψαμε… Κλάψαμε… Κλάψαμε…
Κι οι σαύρες πού γυρνούσανε στην γη σαν κάθε μέρα
πολύ παραξενεύτηκαν σαν είδαν τούς ανθρώπους
— κάτι θεριά ανήμερα στην τρύπα της φωλιάς τους.
Στα ξωκλήσια της Μεγάλης Προσμονής
τρέξαμε να γλυτώσουμε•
μες στα κεριά τρεμόσβηνε η Ματωμένη Ελπίδα.
Οι καλογέροι φυλάγαν στο ιερό τα Ματωμένα
‘Ιμάτια του ‘Εσταυρωμένου.
Κρυστάλλωναν στη σκέψη τους τη Μοναξιά
των ‘Αγγέλων.

III

Καμένα τα δέντρα• η γη ρημαγμένη.
Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.
Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.
Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά
σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων
το αίμα ξεπετιέται ακράτητο
και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων.

IV

Κείνα τα παιδιά
που γυρεύουν τη μάνα, τον κύρη τους
με ιδρωμένα τα πρόσωπα,
μ’ ένα κλάμα που ραγίζει παράθυρα,
Κείνα τα παιδιά πού φιλούνε τη γη
σαν τα χείλια της μάνας τους…
Νύχτα γυμνή… Νύχτα σκληρή…
Ένας βοριάς σέρνει τρεχάμενος
εκεί που σκοτώθηκαν οι αντρείοι.
Μοιρολόι της Μάνας μη γινόμενο κλάμα,
μη γινόμενο δάκρυ
στις καρδιές των αντρών που να κλάψουν το ντρέπονται,
χτύποι στα στήθια της Μάνας τρελοί και δακρύβγαλτοι
που μόνο η γης τους αφουγκράζεται…

Νύχτα γυμνή… Νύχτα σκληρή…
Αγάπη τ’ ανθρώπου που να σ’ έκρυψαν τώρα;
Γέλιο της Μοίρας που να σ’ έχτισαν τώρα;
Σειρήνες που χάσαν το ρυθμό της φωνής τους
και προμηνύσαν το θάνατο.

Δρόμοι τής κόλασης, Δρόμοι του Μίσους
πού σβήνουν στις πέτρινες καρδιές.
Ερημιά του πολέμου, κατάρα της κόλασης
πώς να μετρήσω το φλοίσβο
μες στα ποτάμια το αίμα;
Μοίρα πού καίεις τα δέντρα, πού λιώνεις τα σίδερα•
Μοίρα που δεν μπορεί να ‘σαι η μοίρα μου
Καρδιά που δεν μπορεί να ‘σαι η καρδιά μου
πώς να μερέψω το θάνατο;
Τα κύματα σπάνε στους βράχους.
Ή ζωή τελειώνει στους βράχους
κι ο ήλιος πίνει γουλιά-γουλιά την πίκρα του.

V

Πικρή ζωή• γεμάτη πόνους και κλάματα.
Τις νύχτες μες στα σπίτια μας
που τα ρημάξαν οι καιροί
γευόμαστε τη γλύκα της αγάπης
σαν ένα χάιδεμα του Μελτεμιού,
διαβάζουμε τα κοινωνικά
σε μια σκισμένη εφημερίδα.
Γη μοίρα μας ποιος θα τη γνοιαστεί;
Τα σπίτια σπαρμένα στους φωτοβολόνες του ονείρου•
η πίκρα χωμένη στις καρδιές των φτωχών.
Ματωμένα Κοράλλια στον ήλιο και στην αρμύρα
πώς να θρηνήσεις το γαίμα
πώς να κρατήσεις το δάκρυ ;
Περνούν οι μέρες σκοτεινές
κι ή ζωή μου τραβάει το δρόμο της μονότονα.
Ματωμένα Κοράλλια στη βροχή και στον άνεμο.
Το τραγούδι των γοργόνων σταμάτησε πια
γιατί μάθαν πώς ο Μεγαλέξαντρος πέθανε,
τα στάχυα γύραν στους κόρφους της Δήμητρας
μα μαραθήκαν
τί, είχε και κείνη τον καημό της Περσεφόνης.

VI

Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ’ ακρογιάλι.
Κοιμήθηκες πάνω στ’ ατίθασο πέπλο της θάλασσας
κι ύστερα ερωτεύτηκες με τον Αυγερινό.
Βγήκες σαν ‘Αφροδίτη μέσα απ’ τα κύματα
και σ’ αγαπήσαμε με μιαν αγάπη αλλιώτικη
(όπως θ’ αγαπούσε ένας Γαλαξίας τη λευκότητα
της Σελήνης)
την άλλη μέρα κλάψαμε μαζί σου για το χαμένο σύντροφο
την άλλη μέρα
πιάσαμε χορό με τις μοιρολογήτρες χωρίς στηθόδεσμο.
Την άλλη μέρα γίναμε νεκρολούλουδα.
(‘Εκείνα τα γιασεμιά δεν μας προβλημάτισαν ποτέ’
είμασταν μονάχα οι ανιχνευτές του εφήμερου).
Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ’ ακρογιάλι.
Ματωμένα Κοράλλια
οι δρόμοι κλειστοί με σβησμένες γραμμές
τα σιτάρια καμένα.
Κι υστέρα κείνα τα μάτια δε βολεΐ να στεγνώσουν,
χέρια που δεν βολεΐ να μην τρέμουν
γιατί το αίμα πήζει στους βράχους,
χέρια που δεν βολεΐ να μην ψαχουλεύουν τα μάγουλα,
να τ αγγίζουν για ώρες…
‘Ω νέκρα, ώ νέκρα
ώ κραυγή τ’ ανθρώπου πού πλανιέται
ώ νέκρα, ώ ταφόπετρα της γης π’ αποκοιμιέται,
ώ γης αστέρευτου καημού
ώ γης άμετρου πάθους…
Πράσινη θάλασσα,
κάστρο στητό με στενές πολεμίστρες
κοράλλια ανεξάντλητα
κόκκινα γαρούφαλλα
κι ερείπια ναών Μεσαιωνικών με ψηλά κυπαρίσσια
κι οι θεοί να τσακώνουνται για μια γη μοιρασμένη.
Κι όλα πικράναν, γύρανε λουλούδια, δέντρα και όρη
και λες σαν μάνα πού ‘λειψε στα στήθια της το γάλα
και τα μωρά της τα ‘ριξε μες στους βαθιούς γκρεμούς
ότι, μονάχα πίκρες και καημούς είχε να τα βυζάξει
έτσι κι η γης εστέρεψε στους κόρφους τα νερά της
με το δρεπάνι κόβοντας τις μαύρες της τες φλέβες.

VII

Σ’ ένα πέτρινο λουλούδι
ένιωσα τη μυρουδιά της γης μου που την πρόδωσαν.
Σ’ ένα σπασμένο κοχύλι
άκουσα ξεθωριασμένη τη φωνή της Σαπφώς
να θρηνεί την Περσεφόνη.
Σ’ ένα δρόμο με φόντο το μαύρο ουρανό
έγραψα τα πάθη της γενιάς μου με γαίμα.

Οι ρίζες της ράτσας μου βαθιά στο χώμα.
Κρατήσαμε τις ρίζες μας βαθιά στο χώμα.
Κομμάτιασαν τον ήλιο
μας φέραν άλλον ήλιο, ψεύτικο από πέτρα,
μα ζήσαμε.

Ζήσαμε με την πίστη του δίκιου.
Τα δέντρα μας φωτοσυνθέσανε γιατί ή ψυχή μας
τα ‘θελε ανθισμένα.

Πήραμε αίμα από τις φλέβες των γονιών μας,
‘Ανοίξαμε τα βήματα
και χορέψαμε το δρεπάνι.
Κλέψαμε τη σιωπή των δέντρων
και μάθαμε ν’ αντέχουμε στους κεραυνούς.
Ζήσαμε… Αναπνέψαμε…

Γεννοβολήσαν οι γυναίκες,
βυζάξαν τα παιδιά τους την άρνηση, το γδικιωμό•
τα νανουρίσανε γλυκά: «Άγιά Μαρίνα τζιαί τζυρά».

Ζήσαμε… Αναπνέψαμε…

Χ

Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος
σμίξαν τις ώρες τ’ άπογέματου
και φτιάξαν την παντγιέρα μας.
Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος
δέθηκαν με τα μπράτσα μας•
δώσαν φωτιά στα μάτια μας
να φοβηθούν οι άνομοι
και νά σκιαχτούν οί οχτροί μας.

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΓΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΛΑΙΕΙ

στον Ιάκωβο πού τό ανακάλυψε

Ό ήλιος,

Η Σελήνη,

Τ’ αστέρια…

Τ’ αστέρια στον ουρανό μιλούν για τό φτωχό αγόρι
που κοιμάται κάτω απ’ τα δέντρα
για τον τρελό που παίζει με την κόκκινη
θάλασσα.
Κι οι πρόσφυγες μ’ ένα πιάτο στα χέρια τους
για λίγο ψωμί και τυρί
— ο ήλιος γελά —
κι οι πρόσφυγες με τη θλίψη στα μάτια τους
και τό φεγγάρι κλαίει…

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ

Ι

Χαλάσματα πολέμου γύρω μας.
Γύρω μας φωτιές
στα σκοτεινά υπόγεια φωτιές,
στις φυλακές των καταδίκων φωτιές.
Ανατολή και Δύση λυπούνται.
Τί τραγική ειρωνεία.

ΙΙ

Άσπροι, μαρμάρινοι σταυροί
σπαρμένοι μες στους κάμπους
κι η γης γεμάτη θρύψαλα
κι η γης γεμάτη πέτρες,
σαβανωμένη — κόκκινη,
σαβανωμένη — στείρα
με τα δεντρά της άφωνα
με τις χαρές της μαύρες
με τα παιδιά της ορφανά
να κλαιν μέσα στους δρόμους.

ΙΙΙ

Σε παρακαλώ•
μη μου μιλάς για την αγάπη.
Για μένα είναι μια πληγωμένη ανάμνηση…
Σέ παρακαλώ μην μέ κοιτάς.
—Τ’ αστέρια, ο ήλιος, η Σελήνη,
τα μάτια σου —
Μόνο δος μου τα χέρια σου.

IV

Η σκλαβιά ξεκίνησε από μέσα μας.
Σάπια κορμιά και βρώμικα,
σκουλήκια στους υπονόμους της εθνικοφροσύνης,
πώς να μην ξεσπάσει η χολέρα;

V

«Έγώ ειμί ο ερευνών νεφρούς και καρδίας
και δώσω υμίν εκάστω κατά τα έργα υμών».

Τόσα χρόνια καλοζωή•
βαλάντια έγκυα,
αρνητές του πολέμου.
Όμως αλλοίμονο
όταν τα τσεκούρια
θα σπάζουν τα κρανία των αδικούντων
κι οι τοίχοι που τούς έκρυβαν
θα κοκκινίζουν στο αίμα.

1976-1979

ΚΥΠΡΟΣ

Τόσοι καημοί που σ’ έζωσαν
και σ’ έριξαν στο χώμα,
μα μάχεσαι και με ψυχή
και λιονταρίσιο σώμα,

Μα μάχεσαι κι ορθώνεσαι
λαμπάδα μες στους κόσμους
να φέγγεις στους μικρόψυχους
μάνα, πατρίδα, φώς μου.

ΔΥΟ ΜΑΥΡΑ ΧΕΡΙΑ

Δυο μαύρα χέρια, μαύρα από κάρβουνο
περνούν από δίπλα μας•
τριξίματα στο σκοτάδι ακούονται.
Μη… μη φοβάσαι… Είμαι κοντά σου…
Μην κλαις… Σ’ αγαπώ…
Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τους τοίχους
Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τη μοίρα μας.
^Ω ! Πόσο αλλιώτικη σε πρόσμενα ζωή.
Πόσο ζεστά σας ήθελα αστέρια,
πόσο σιωπηλό σε άκουα, ψυχρέ και ανελέητε
θάνατε!
Όλα ψεύτικα… Όλα γυάλινα…
Πού να ‘σαι γλυκέ μου αδελφέ;
Ακούω τη φωνή σου, νιώθω την ανάσα σου.
Όχι! Μην σταματάς• υπάρχεις… ζεις…
όπου και να ‘σαι, σε σκέφτομαι, σε βλέπω.
Μην φεύγεις• σε προσμένω.

ΦΘΙΝΌΠΩΡΟ 1976 

Η ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

«Όνομα έχεις ότι ζής και νεκρός ει».
ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.

Απόψε τ’ αστέρια μας ξεχνούν
κι η πολιτεία βουβή αποκοιμιέται.
(Μαύρο λιθάρι η καρδιά βαραίνει στο κορμί μας)
κι εμείς κουρασμένοι
λοξοδρομούμε προς το βέβαιο θάνατο.
Κάθε αστέρι κι ένας τάφος
κάθε τάφος και σιωπή.
Σιωπή γυμνή πού μας πλακώνει.
Το σκοτάδι κρύβει την ασκήμια μας,
μας διαλύει μέσα στη δίνη του.
Όταν κοπιάζει ο Χάροντας μας βρίσκει πεθαμένους.
Νεκροταφείο η πόλη μας απόψε.
Κάποια ποντίκια θα φανούνε τα μεσάνυχτα
να ροκανίσουν την υποκρισία μας
σαν τα παλιά χειρόγραφα τ’ αδέξιου ποιητή.

ΜΑΗΣ, 1979

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ

Οι σκλάβοι κοιμούνται, οι σκλάβοι πεθαίνουν
μες στις παράγκες της άχαρης πόλης.
Ο ήλιος στενάζει, τ’ αστέρια σωπαίνουν
κι η φόνισσα μοίρα τα χέρια της μόλις
απλώνοντας, κράζει: «ευπείθεια στους νόμους»
Οι σκλάβοι ξυπνάνε — ντουφέκια βροντάνε
το γαίμα ραντίζει τους δρόμους
κι εύτύς οί καμπάνες της πόλης χτυπάνε.

ΡΙΖΕΣ

Στα βράχια ετούτα
κυλάει αίμα από τις φλέβες μας.
Στα πετρόχτιστα κάστρα
πολεμούν οι αιώνες την αιωνιότητα.
Τούτους τούς βράχους πού μας γέννησαν,
τούτους τούς βράχους πού οι αετοί
μονάχα κατοικούνε
τούς λάξεψαν βροχές και πίκρες και καημοί
πού φτάνουν ως τις μέρες μας.

ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ

Μοιρασμένη η ασκήμια στα πρόσωπα
χωρίς αδικίες.
Δίκαιη κι ή απονομή της στέρησης
του ποδιού, του χεριού
και της θλίψης στα πρόσωπα.
Αυτά τα παγωμένα χέρια,
τα κοίλα χέρια
που ζητιανεύουν
κάποτε είχαν τη δύναμη
ν’ ανεβάζουν τον ήλιο
πάνω απ’ τις καρδιές μας,
κάποτε είχαν τη δύναμη
να σπέρνουν την ελπίδα
στον κάμπο της στενόχωρης καρδιάς μας
για να φυτρώσει μια μαργαρίτα
μέσα στο ζοφερότατο μέλλον.
Τουλάχιστον τότε
μπορούσαμε να εξακριβώσουμε
αν μας αγαπούσαν ή δεν μας αγαπούσαν
και κλεινόμασταν στα σπίτια
που μας άνηκαν κι ήταν δικά μας
για να κλάψουμε.
Σήμερα τα σπίτια είναι δικά μας
και δεν μας ανήκουν•
η ελπίδα δεν είναι δική μας και δεν μας ανήκει.

Μαύρες, ισχνές φιγούρες στον ορίζοντα
πού γέρνουν κουρασμένες να πεθάνουν.

ΜΑΗΣ 1979

ΑΣΚΗΣΗ ΛΥΡΙΣΜΟΥ

Χωρίς το αιωνόβιο ροχαλητό του πεύκου
δε θα ‘χαν τούτες οι πέτρες ιστορία
κι η λεύκα θα υπέφερε
από ένα κάποιο αίσθημα ανασφάλειας•
γι’ αυτό τις νύχτες οι Κρηναίες
βλέπουν τη λεύκα λυγερή
να τρέχει στους βραχότοπους
για τις μεριές του πεύκου,
γι’ αυτό κι η Πούλια κάθε νυχτιά
τηράει ένα δάκρυ
στα μάγουλα των αχνισμένων άστρων.

ΜΑΡΤΗΣ 1978

ΑΓΑΠΗ

Ζεσταίνω τα χέρια μου
στον χινοπωριάτικον ήλιο•
εκείνος χαμογελά πράος και δυνατός
διαθλώντας τα δάκρυα
στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών
πού τριγυρνάνε ξυπόλυτα.
Ζεσταίνω τα χέρια μου
και τ’ ακουμπώ στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών.
Και τότε δεν νιώθουν την πείνα τους,
και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη της μητέρας τους
γιατί βυζαίνουν τούς χλωμούς μαστούς της Σελήνης
και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη του πατέρα τους
γιατί αγοράζει τα παιγνίδια τους ό ήλιος.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1978

Ν Υ Χ Τ Ε Ρ I Ν Ο

Ποτάμι πάψε πια να κλαις
πάψε να κελαρύζεις
τι, όλος ο κόσμος σώπασε
μονάχα εσύ γροικιέσαι…
Σωπάς και συ κι ακούς λυγμούς
θρήνους συρτούς της νύχτας
σε πιάνει το παράπονο
κι αναστενάζεις σφόδρα:
«Σαν όντας δεν κατέχετε
ποτέ σας μη μιλάτε
εσείς της νύχτας ‘πόκληροι,
ανήξεροι διαβάτες.
Κι εσύ φεγγάρω μου όμορφη
πάψε ν’ αναστενάζεις,
σκόρπισε τα φαρμάκια σου
ξανά μες στα νερά μου
κι εγώ απαλά θα τα κυλώ
για τις μεριές του νήλιου…
Έλα γλυκιά μου, μην αργείς
ρίξε μου σεληνόφως».
—«Ποτάμι μαραγκιάστηκα
και πλιό, δέν άνιμένω
ώρες αμέτρητες σκυφτή
τον ερωπλάνον ήλιο
κι η μάνα μου η θεότρελη•
η νύχτα η Μαυροχέρα,
αυτόνε θέλει για γαμπρό
ουδ’ άλλο, ουδέ κανένα».
—«»Ελα γλυκιά μου πια μην κλαις
το ποταμάκι το μικρό
παράφορα αγαπά σε
φαρμάκωστο, παράτα το
μα ερωτικά κοιτά σε».

ΑΥΤΟΧΕΙΡ ΚΑΤ ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΝ

Μόλις παίρνει να βραδιάσει
γίνομαι άλλος άνθρωπος•
είμαι ένα πιόνι ανάμεσα στα σπίτια
πού συνωμοτούν συνωστισμένα γύρω από τα τζάκια τους.
Μόλις παίρνει να βραδιάσει γίνομαι άλλος άνθρωπος•
σβήνω ένα-ένα τα κεράκια του γαλαξία και πεθαίνω…
Τις νύχτες δεν έχω ύπνο,
τις νύχτες γυρίζω στα νεκροταφεία και πεθαίνω.
Κάθε νύχτα πεθαίνω…
Κάθε νύχτα σταυρώνομαι.

ΦΕΒΡΑΡΗΣ 1979

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ
ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ ΠΙΕΡΙΔΟΥ 29/9/2016

ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Δευτέρα, 05 Δεκεμβρίου 2016 Ο Φιλελεύθερος

Η ευταξία στο στόχαστρο

Ο Λεωνίδας Γαλάζης συνεχίζει και στη νέα του ποιητική συλλογή, στο ίδιο υφολογικό και θεματικό μοτίβο, που μας συνήθισε σε όλη την προηγηθείσα δουλειά του. Φιλοδοξεί, και σε μεγάλο βαθμό το πετυχαίνει, να είναι ένας ποιητής αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, έναντι σε κάθετι κατεστημένο και παγιωμένο. Με δυο λόγια, να είναι ένας ποιητής που απεχθάνεται την πεπατημένη και το διακηρύττει συνεχώς. Αφού θέλει ακόμα και τους «…γεωμέτρες να πετούν / τα δύστροπά τους σχήματα / στα μούτρα των σοφών / φρουρών της ευταξίας». (σελ. 10) Ο ποιητής παραμένει μόνιμα χλευαστικός κατά της καθεστηκυίας, της όποιας καθεστηκυίας, τάξης: «…όλα βαίνουν καλώς, οι επιτροπές συσκέπτονται νυχθημερόν…». (σελ.12)

Ο Λ.Γ. στο βιβλίο αυτό μιλά σαφώς για τη σύγχρονη εποχή της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αναλγησίας. Και το πράττει κυρίως αλληγορικά, αντλώντας εικόνες, παραδείγματα, σύμβολα και συμπεριφορές από αλλοτινές εποχές και, ουδόλως τυχαία, κατά πρώτο λόγο από το μεσαίωνα. Ακόμη μια διάφανη τεκμηρίωση τού πόσο πολύ πίσω μας πήγε η κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμηση.

Ευνομία, ευταξία, καθεστηκυίατάξη, άρχουσα τάξη, βρίσκονται μονίμως στο στόχαστρο του ποιητή. Αμφισβητούνται, χλευάζονται, λοιδορούνται και κρίνονται με αυστηρότητα: «Όταν οι νόμοι σ’ επισκέπτονται, / να σκύβεις και να προσκυνάς / τα δύσβατά τους μονοπάτια / να τους δοξάζεις που θα νέμονται την ύπαρξή σου». (σελ. 25)

Ο Λ.Γ., με καυστικότητα και δριμύτητα, με οργή, πόνο και χλεύη, ψέγει την υποταγή. Στηλιτεύει σφοδρά μέχρι διαπόμπευσης τους υποταγμένους ανθρώπους: «Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα /(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα) / στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα /λοξοκοιτώντας σαν χαμένα». (σελ. 18) Η εικόνα με τα υποταγμένα κοτόπουλα επανέρχεται και στο ποίημα «Μόνο για το χώμα», για να επιβεβαιωθεί, να επικυρωθεί εκ νέου. Εδώ ο ποιητής αφήνει να διαρρεύσει και μια στυφή γεύση οδύνης για τις χαμηλές προσδοκίες, για τις ελπίδες περιορισμένης εμβέλειας: «Μόνο στο κλουβί μου να προσεύχομαι / ούτε καν ν’ αποδράσω μια σκέψη /και να μ’ επαινούν οι σφαγείς / που καρτερικά στο κλουβί μου σαπίζω».(σελ.34)

Ο ποιητής, με εύστοχους παραλληλισμούς και παρομοιώσεις, υποδεικνύει πως κάθε φυλή, κάθε τάξη, κάθε έθνος, κάθε κατηγορία ανθρώπων, με το δικό της μύθο ανδρώνεται, με το δικό της μύθο ανασαίνει. Ομοίως όπως το κάθε πουλί που με τη δικιά του λαλιά κελαηδεί: «Πόσο καμάρωναν τα γουρούνια για τη λάσπη τους! / Πόσες ιστορίες είχαν ν’ αφηγούνται / για τον ολόδικό τους βόρβορο / τους μυθικούς προγόνους των /ηρωικά σφαγιασθέντες». (σελ. 15)

Ο λόγος του ποιητή είναι αντιεξουσιαστικός αλλά δεν πλήττει μόνο τους εξουσιαστές, καταφέρνει πλήγματα και στους αυλικούς, τους υμνωδούς των εξουσιαστών: «Με σταγόνες ύμνων την υγεία μας, είπαν, θα βρίσκαμε. / Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους. /Τι δόξα κι αυτή! / Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες». (σελ.27)

Τον ποιητή διακατέχει –ενίοτε και καταβάλει – μια θλίψη για το αναποτελεσματικό, το ατελέσφοροτου παλέματος, της αντίστασης, της αντίρρησης, της ένστασης. Κι αυτό είναι κάτιπου θέλει να κρατήσει κρυφό, τουλάχιστον από τις επερχόμενες γενιές, που συνιστούν την προοπτική και την ελπίδα, την προσδοκία για καλύτερες ημέρες: «Ποτέ μας δεν υπολογίσαμε τα πουλιά / με τα σπασμένα φτερά. / Πάλι καλά που τα παιδιά δεν είδαν και σήμερα / βαλσαμωμένες τις αντιστάσεις μας». (σελ. 31)

Ο Λ.Γ. δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε την τυπολατρία – τυπολαγνεία. Ευθύβολα και ευθαρσώς ξιφουλκεί κατάτων τύπων, εμμένοντας στην ουσία των πραγμάτων. Και ο σαρκασμός του, όπως σε όλο το βιβλίο άλλωστε, διακρίνεται και από μια βαθιά ειρωνική δυναμική: «…δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν / όμως, οιδιαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ! / Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι / δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές. / Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε. / Επιτέλους συνέλθετε!». (σελ. 37)

Η θεματική διαπασών του Λ.Γ. περιλαμβάνει και τις χαμένες προσδοκίες, τα απολεσθέντα όνειρα, τα καταρρακωμένα ιδανικά. Μιλώντας για τη μνήμη ανασυνθέτει τη θέρμη που διέγειραν όλα όσα κάποτε προκαλούσαν μια κοινωνικο – ιδεολογική ανάταση και εγρήγορση, για να σκορπίσουν στο τέλος πίκρα και απογοήτευση: «Κουρέλια διψασμένα / στη στέρνα των ονείρωνμας. / Εργάτες βυθισμένοι σ’ ενός Οχτώβρη μακρινού την ανταρσία / ψάχνουν στη στέρνα τα κουρέλια τους / γύρω από το θολό νερό / της μνήμης που αγριεύει».(σελ.43)

Ο ποιητής εσχάτως πειραματίζεται αρκετά συχνά και με μια πρώτη ύλη που αξιοποιεί ποικιλοτρόπως, κυριολεκτικά ήμεταφορικά ή αλληγορικά, ως σύμβολο, ως μέσο έκφρασης κλπ. Στις «Δοκιμές συγκολλήσεως» (2013) ήταν τα διάφορα μέταλλα και μεταλλεύματα, στις «Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες» (2016) είναι οι πέτρες, οι βράχοι, τα διάφοραπετρώματα, τα πετρώδη εδάφη και ούτω καθεξής. Νομίζω πως η ποίηση του Λ.Γ. έχει ανάγκη από μια πρώτη ύλη ως μοχλό αισθητικής ανέλκυσης ή ανάτασης. Γι’ αυτό και την επιστρατεύει, άρτια και λειτουργικά.

Οδεύοντας προς το τέλος αυτής της παρουσίασης, θέλω να πω πως θεωρώ το ποίημα «Αλλού» (σελ. 48) ως μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Με σαφήνεια, συμμετρία και δομική αρτιότητα, ο ποιητής αναφέρεται στις ζωές των απλών ανθρώπων που γίνονται έρμαιο στα χέρια των κραταιών ταγών της γης.

Δυο επισημάνσεις έχω να κάμω για αυτή τη συλλογή: α) Όσο ο στίχος του Λ.Γ. βαθαίνει στα νοήματα, τόσο πιο δύσβατος καθίσταται και τα «κλειδιά» του γίνονται δύσκολα, ακόμη και για αρκούντως μυημένους στα της ποίησης αναγνώστες. β) Η προσήλωση του ποιητή στη μορφολογική αλλά και τη θεματική συνέπεια, ευτυχώς πολύ αραιά, οδηγεί σε κάποια, μάλλον ελάχιστα, ψήγματα εγκεφαλισμού.

 

 

Χρήστος Μαυρής  στο ΠΟΙΕΙΝ 20/9/2016

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη, που ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των ποιητων που εμφανίσθηκαν (γεννήθηκε το 1962) στην Κύπρο μετα την ανεξαρτησία της απο τον αγγλικο ζυγο, τιτλοφορείται Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 απο της εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα. Η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες είναι η ένατη στη σειρα εκδομένη ποιητικη συλλογη του Γαλάζη, εφόσον προηγήθηκαν άλλες οκτω. Την χωρίζει όμως ένα χρονικο διάστημα τριών χρόνων απο την προηγούμενη ποιητικη συλλογη του που τιτλοφορείται Δοκιμες συγκολλήσεως και εκδόθηκε το 2013, επίσης απο τις εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα.
Παρα το σύντομο χρονικο διάστημα που διέρρευσε απο την έμπνευση, τη συγγραφη και την ολοκλήρωση της τελευταίας συλλογης απο την αμέσως προηγούμενη, διαπιστώνω πως μεταξυ τους υπάρχουν κάποιες διακριτες διαφορες, (κυρίως σε ότι αφορα το επίπεδο της ποιότητας αλλα και τις δυσκολίες πρόσληψης της ποίησης που περιέχει η τελευταία συλλογη του), παρόλο που τεχνοτροπικα (υφολογικα, μορφολογικα και θεματογραφικα) είναι σχεδον οι ίδιες.
Βασικα, έχω διαπιστώσει πως η ποίηση που περιέχει η τελευταία συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη δεν είναι εξωστρεφης ούτε και εύκολη για κατανάλωση απο τον οποιονδήποτε, σε αντίθεση με την ποίηση που περιείχε η προηγούμενη συλλογη του, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βατη και κατανοητη απο τους αναγνώστες του. Κατα ανεξήγητο λόγο, στη συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, η ποίηση του Γαλάζη παρουσιάζεται επιμελως κρυπτικη, αιγνιγματώδης και υπαινικτικη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του να διαθέτει οπωσδήποτε κάποιο γνωσιολογικο και αισθητικο υπόβαθρο αλλα και να καταβάλλει κάποια επιπρόσθετη προσπάθεια μέχρι την πλήρη κατανόησή της. Στο σύνολό της ή σχεδον στο σύνολό της, για να μην είμαι απόλυτος, η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες περιέχει ποίηση με εσωτερικο βάθος και πυκνότητα, επιμελως όμως αποκρυμμένη, όπως ήδη έχω αναφέρει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χρειάζεται να επιχειρήσει μία γενναία καταβύθιση μέσα στις σελίδες του βιβλίου αλλα και στον ψυχικο κόσμο του δημιουργου του, μέχρι να σισθανθει και ν’ απολαύσει αυτη την ποίηση.
Με άλλα λόγια, ο Λεωνίδας Γαλάζης, με τα ποιήματα που μας προτείνει στην τελευταία συλλογη του, αποφάσισε να μιλήσει για γεγονότα και θέματα «που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου/ ή στην επικράτεια των συμβόλων». Θέλω να πω πως τα σύμβολα και οι μύθοι έχουν ρυθμιστικη θέση στην ποίηση που περιέχει αυτη η συλλογη του. Έτσι, τα ποιήματά του εδω δεν «έχουν σχέση με πρόσωπα και πράγματα», όπως καλως μας προδιαθέτει στο ποίημα «Ναυάγια», το οποίο, πιστεύω, αντανακλα και εκφράζει εύγλωττα όλη την ποιητικη του, το οποίο και δημοσιεύω αμέσως πιο κάτω:

ΝΑΥΑΓΙΑ

Φυσικα δεν τους ενοχλει να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,
αρκει να μην έχουν σχέση
με πρόσωπα και πράγματα.
Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια
που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου
ή στην επικράτεια των συμβόλων.
Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων
στον αχανη βυθο των λογισμων
που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.

Ο Λεωνίδας Γαλάζης, όπως διαφαίνεται καθαρα απο το πιο πάνω ποίημα, είναι ταγμένος και αφοσιωμένος στη σεφερικη σχολη ποίησης, όπου οι οπαδοι της δεν καταγράφουν τα πράγματα όπως οπτικα τα βλέπουν. Αντίθετα, τα θέματά τους (αυτο ισχύει και για τον Γαλάζη) τα περνάνε «απο τον καθρέπτη της ψυχης τους», όπως θα έλεγε ο αλησμόνητος Θεοδόσης Νικολάου, όπου χωνεμένα και αναπλασμένα τώρα τα προσφέρουν μέσα απο την «πολύσημη λειτουργία των συμβόλων» στους αναγνώστες τους.
Με αυτο θέλω να επισημάνω πως ο Γαλάζης δεν εστιάζει στην ποίησή του την πραγματικότητα. Απεναντίας, πρώτα προσπαθει να ευαισθητοποιήσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη που διαβάζει την ποίησή του μέσω των συμβόλων ή των μύθων και, στη συνέχεια, τον αφήνει να οδηγηθει και ν’ ανακαλύψει απο μόνος του την πραγματικότητα (ιστορικη, κοινωνικη, πολιτικη) όπως την εκλαμβάνει στη διάρκεια της αναγνωστικης πορείας του. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που τη λέξη «σύμβολο-α» τη συναντάμε σε πολλα ποιήματά του.
Υπο αυτη την έννοια όμως σαφως και τα ποιήματα του Λ. Γαλάζη δεν είναι σκοτεινα, χωρις λογικο ειρμο και ακατάληπτα. Απλως, ο αναγνώστης του, χρειάζεται να εξοικειωθει πρώτα με τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο λειτουργίας του, καθως και με την τεχνικη που εφαρμόζει για να οικοδομήσει αυτα τα ποιήματα, και στην πορεία θα κυλήσουν όλα ομαλα. Εννοω πως θα καταλήξει εύκολη υπόθεση η ανάγνωση και η κατανόηση αυτων των ποιημάτων. Δηλαδη, ο αναγνώστης του Γαλάζη, αν ενεργήσει με αυτο τον απλο τρόπο, δεν θα χρειασθει νομίζω να καταβάλει μεγάλο κόπο για ν’ αντιληφθει πως ο ποιητης, με αφορμη το συναπάντημά του μ’ ένα ταλαιπωρημένο πουλάκι, με μία ριζιμια πέτρα στο βουνο, μ’ ένα φύλλο στο δάσος που το παρασύρει ο αγέρας ή με μία «λεμονια ανθισμένη που φύτρωσε στην πέτρα», μπορει να εμπνευσθει και άνετα να δημιουργήσει υπέροχα ποιήματα, εμποτισμένα με πανανθρώπινα μηνύματα και ιδέες, τα οποία θα απολαύσει αφου πρώτα αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα τα οποία επέλεξε ο Γαλάζης για να στηρίξει αυτα τα ποιήματά του.
Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Μόνο προσεύχονται», που είναι κατα την άποψή μου ένα απο τα καλύτερα της συλλογης και που εκφράζει όλο το σκεπτικο που εξέθεσα πιο πάνω.

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβια τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα
Σκύβουν και προσκυνουν τον κύριό τους
(που να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεους τους ξεχασμένα.
Δίχως ψυχη μα τόσο φρόνιμα
ποτε δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριο τους
που τόσο τα επαινει καθως τα παραδίδει
με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγεις.
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτα. Μόνο προσεύχονται!

Ο Λ. Γαλάζης, σε ότι αφορα τη σύλληψη, την εκτέλεση και την ολοκλήρωση ενος έκαστου των ποιημάτων του, μοιάζει να λειτουργει λίγο πολυ όπως ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου που, πριν αρχίσει να γυρίζει μία σκηνη απο το έργο που πάει να ολοκληρώσει, πρέπει πρώτα να έχει απέναντί του ένα ευφάνταστο σκηνικο, πέριξ του οποίου θα εκτυλιχθουν οι σκηνοθετικες οδηγίες του, για να καταγραφουν ακολούθως απο τις κινηματογραφικες μηχανες όλες εκείνες οι εικόνες που εμπνεύσθηκε, που δουλεύει στο μυαλο του και που επιδιώκει να τις απαθανατίσει πάνω στην ταινία με την τέχνη του. Έτσι ακριβως συμβαίνει και στο Λ. Γαλάζη, με τη σκηνοθεσία να είναι εκείνο που αλλάζει κάθε φορα στα ποιήματα της εν λόγω συλλογης του. Εννοω ασφαλως τη σκηνικη επένδυση που επιχείρησε σε κάθε ποίημα, που επέρχεται σίγουρα με την εκφορα νέων εικόνων, φράσεων και κυρίως πολύσημων λέξεων, συμβόλων και μύθων.
Χωρις κανένα απολύτως περιθώριο αμφισβήτησης, ο Λ. Γαλάζης, μέσα απο τα ποιήματα της συλλογης Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, αποδεικνύεται ποιητης πρώτης γραμμης, με ισχυρες θέσεις και βέβαια με δυνατη έμπνευση. Επιπρόσθετα, η μακρόχρονη θητεία του στις τέχνες και τα γράμματα (είναι φιλόλογος καθηγητης) αποτελουν το στέρεο υπόστρωμα πάνω στο οποίο θεμελιώνει και στηρίζει το δικο του σημαντικο ποιητικο έργο. Συνεπως, οι επιρροες που δέχεται απο άλλους κορυφαίους ομότεχνους του είναι καλα αφομοιωμένες και κατάλληλα αξιοποιημένες στα δικα του ποιήματα. Γι’ αυτο ο επαρκης αναγνώστης είναι αδύνατον που να μην αισθανθει π.χ. τον απόηχο (έστω και εξασθενισμένο) απο την ποίηση (κυρίως) του Καβάφη, του Μόντη, του Σαχτούρη, του Καββαδία και άλλων στα ποιήματά του. Ακολουθει ένα μικρο ποίημα όπου καθως το διαβάζεις αισθάνεσαι τον απόηχο απο την φωνη του Μίλτου Σαχτούρη.

ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2

Έριχνε το σχοινι να δέσει το σύννεφο
κι αυτο γελούσε
όλο του ξέφευγε και γελούσε.
Όλο του ξέφευγε και τραγουδούσε
τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωης
σύννεφο, σύννεφο τρελο
στ’ ανθισμένα κλαδια του θανάτου.

Δίνω και ένα ποίημα που μας θυμίζει το μεγάλο ποιητη της Αλεξάνδρειας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη:

ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟ

Κανεις μην περιμένεις να σε σώσει.
Και μην πουλήσεις την ψυχη σου
για λίγες κάλπικες ημέρες.
Πόσο μάταιες, άλλωστε, θα’ σαν αυτες
πόσο γεμάτες θάνατο, πόσο γεμάτες φόβο.
Οι φίλοι σου έχουνε πια χαθει
σαν νιφάδες που σβήνουν ηρωικα
στο κυνήγι της δόξας.

Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πως η ποίηση γενικα του Λεωνίδα Γαλάζη συνιστα μία ιδιότυπη γραφη, αυστηρα προσωπικη που ωρίμασε αρκετα πρόωρα. Είναι μία γραφη πυκνη σε νοήματα, κυρίως σε μηνύματα και ιδέες, που αρδεύεται μόνιμα απο τη μεγάλη δεξαμενη των πανανθρώπινων αξιών, που αποτελει σίγουρα και την πεμπτουσία της ποίησής του. Είναι όλα αυτα τα στοιχεία όμως που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως μία απο τις πιο γνήσιες, στέρεες, σοβαρες και ελπιδοφόρες ποιητικες φωνες που αναδείχθηκαν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια.
Λευκωσία 9.9.2016

http://www.poiein.gr/archives/34293/index.html#more-34293

Παναγιώτης Νικολαΐδης Ποιείν 1/7/2016

Η αναφαίρετη μοναξιά του ποιητή μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας

Με την ένατη κατά σειρά, καλαίσθητη εκδοτικά, ποιητική συλλογή Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες (Φαρφουλάς, 2016), ο ποιητής και στέρεος φιλόλογος Λεωνίδας Γαλάζης, παρουσιάζεται, σε σχέση με το προγενέστερο έργο του, οξύτερα κριτικός απέναντι στη σύγχρονή μας λιμνάζουσα, πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, φτιάχνοντας, ωστόσο, ποίηση λειτουργική και ώριμη. Έντονα ειρωνικός, συχνά σαρκαστικός, άλλοτε δηκτικός, ανυποχώρητα κατήγορος και φυσικά οργισμένος, αποτελεί μια παραδειγματική περίπτωση ενός πνευματικού ανθρώπου, που εξεγείρεται απέναντι σε ένα ανάξιο και ηθικά διαβρωμένο παρόν. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της κυπριακής μεταπολεμικής πραγματικότητας («ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ» σ. 15, «ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ» σ. 21), β) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη γραφειοκρατική απονεύρωση και τον στυγνό τεχνοκρατικό ορθολογισμό («ΣΩΤΗΡΙΟΝ» σ. 19, «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» σ. 23, «ΝΟΜΟΙ» σ. 25, «ΑΝΑΜΟΝΗ» σ. 37), γ) της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης («ΤΡΥΠΙΑ ΓΡΟΣΙΑ» σ. 14, «ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ» σ. 22, «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» σ. 24, «ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΜΑ» σ. 34), δ) της αλλοτριωμένης ενηλικίωσης σε σύγκριση με την ανόθευτη παιδική ηλικία, η οποία, ωστόσο, δεν αποτελεί πλέον λυτρωτική ουτοπία, αλλά επιβαρύνει τον ενήλικα με συναισθήματα άγχους, χρέους και ενοχής («ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ» σ. 30, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ» σ. 31, «ΑΓΥΡΙΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ» σ. 36) και τέλος ε) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου, μιας ζωής ανούσιας κι υποταγμένης «ΠΕΤΡΕΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ» σ. 38, «ΚΛΕΨΥΔΡΑ» σ. 40, «ΣΥΝΤΡΙΒΗ» σ. 41), δεσπόζουν στην ανά χείρας συλλογή, καταδεικνύοντας την πόλη ως τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση.
Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ‘νεοκυπριακής’ πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης ή όπως την περιέγραψε ο Σεφέρης, ο οποίος είδε τη μεγαλόνησο ως έναν αυθεντικό ελληνικό τόπο, «όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη».

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ (σ. 18)

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.
Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους
(πού να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεούς τους ξεχασμένα.
Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα
ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριό τους
που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει
με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!

Η ανά χείρας συλλογή αποκαλύπτει, επομένως, μια ηθική στάση αντίκρυ στα ασφυκτικά φαινόμενα μιας ανούσιας, αστικής ζωής, ενός κόσμου σαθρού και σάπιου, ο οποίος μόνο με τον κόσμο της Έρημης Χώρας του Έλιοτ μπορεί να συσχετιστεί. Μια στάση απώθησης, αηδίας και συγκρατημένης διαμαρτυρίας υψώνεται απέναντι στην απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί ο ποιητής στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι, η οποία, όμως, ποτέ δεν οδηγεί ξεκάθαρα το ποίημα ως την εξέγερση, αλλά, ωστόσο, την εγκυμονεί. Το δραματικό κατακάθι της προσωπικής εμπειρίας, η πίκρα και η αγανάκτηση δεν αποκαλύπτονται φωναχτά∙ αντίθετα, περνούν έμμεσα και γι’ αυτό πιο εύστοχα, συνδυαζόμενα σε όλο το μήκος και το πλάτος της συλλογής με μια σκωπτική, διαβρωτική, ειρωνική διάθεση. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, δεν θα ήταν, πιστεύω, παράτολμο και αβάσιμο να υποθέσουμε ότι η αντίδραση του ποιητή δεν συνδέεται μόνο με την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική, οικονομική και πνευματική κρίση του τόπου, αλλά και με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης τίτλος της συλλογής Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο πρώτος όρος του τίτλου, το επίθετο, δηλαδή, «Ληξιπρόθεσμες» προσδιορίζει αντιθετικά και ειρωνικά τον δεύτερο όρο, το ουσιαστικό «Επαγγελίες», ακυρώνοντας ή απονευρώνοντάς τον νοηματικά. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα ειρωνικό, αλλά και αυτοσαρκαστικό σχόλιο τόσο απέναντι στην πολιτική διαφθορά, τον καιροσκοπισμό και την κοινωνική αθλιότητα ενός κόσμου ανερμάτιστου όσο και απέναντι στην ίδια τη λειτουργία ενός ληξιπρόθεσμου και κενού, από οποιοδήποτε κοσμογονικό ή συνεκτικό όραμα, ποιητικού λόγου. Η καταλυτική, πάντως, παρουσία της φθοράς όπως και της μόνιμης αίσθησης του αδιεξόδου είναι αδιάλειπτη και δραστική και καταδεικνύεται αφενός μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων συμβόλων (π.χ. πέτρα, κοτόπουλα, Σωκράτης, νόμοι, κύμβαλα, κραυγή, σιωπή κ.λ.π.) και αφετέρου μέσα από τη στοχευμένη, σε ορισμένα ποιήματα, επιστράτευση της υπερρεαλιστικής ρητορικής.
Πιο συγκεκριμένα, η διακειμενική σύνδεση με το ελληνικό υπερρεαλιστικό κίνημα στα ποιήματα («ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ» σ. 39, «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ» σ. 57, «ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ» σ. 59), αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός δημιουργικού, ανατρεπτικού, θα λέγαμε, διαλόγου. Παρατηρούμε, με άλλα λόγια, μια ειρωνική απόκλιση από το προσφιλές, ιδιαίτερα στον γενάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού Α. Εμπειρίκο, μοτίβο της ανατροπής, πρώτα, της καθεστηκυίας, αστικής τάξης πραγμάτων και εν συνεχεία της ποιητικής επαγγελίας ενός καθολικού και λυτρωτικού, υπερρεαλιστικού οράματος σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ως προς αυτή την κατεύθυνση, ο ευφυής τίτλος Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες είναι δηλωτικός της οριστικής απώλειας και της παντελούς απουσίας οράματος και ελπίδας, που κυριαρχούν σε όλη τη συλλογή.

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ (σ. 58)

Άγρια φωτιά στη λίμνη των ματιών σου. Ποιος πυροδότησε
τις σκέψεις σου; Νομίζεις πως οι διαβάτες θα γύριζαν να
δουν το κυπαρίσσι που λαμπάδιαζε στο κέντρο της πλατείας.
Μα ’χαν τα βλέμματά τους στα σύννεφα. Άντε τώρα να
πείσουν τα όργανα του νόμου ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για
τα ρόδια που σκάγανε σαν τρελά στον αέρα ούτε για τις
τροχιές των γυάλινων καρφιών τους. Βαθιά στη λίμνη της
φωτιάς π’ άπλωσε τα πλοκάμια της στα σπίτια γιορτάζανε
τσιγγάνες σαν τρελές την έξοδο τους απ’ την πλήξη. Λες
και δεν είδανε ποτέ ξανά στον ουρανό δαιμονισμένη ρο-
διά να χορεύει, αποτινάζοντας το βάρος των ευθυνών της.
Στάχτη στις ψυχές μας κι άγριος πυρετός. Νερό! Μα πού;
Λευτεριά κι αυτή να σου τύχει σαν δεν έχεις πού ν’ αφή-
σεις τους καρπούς σου, μέχρι να δέσουν τα καράβια στο
λιμάνι της κρυφής ελπίδας πως ήταν όλα μια παραίσθηση.
Ήσουν ωραία. Ακόμα κι αν οι σκέψεις σου λαμπάδιασαν κι
έμειναν στάχτη τώρα πια στον ουρανό των ποιημάτων.

Ο βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή των περισσότερων ποιημάτων βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα. Ο Γαλάζης, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (βλ. ενδεικτικά μόνο τους τίτλους των συλλογών Φωτηλασία, Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λοκριγκάνα), αποκαλύπτει εξαρχής την πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το λεκτικό παιχνίδι απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αντιμάχονται τον στείρο τεχνοκρατικό ορθολογισμό και αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Το κύριο, πάντως, μέσο αποφυγής του μελοδραματισμού στα ποιήματα της συλλογής είναι η ειρωνική χρήση της μορφής.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η χιουμοριστική, ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, τεχνοκρατικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, της υπερρεαλιστικής ρητορικής, της καρυωτακικής σάτιρας και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες-καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών, αλληγοριών, συμβόλων και άλλων ρητορικών σχημάτων και πρωτίστως με την ειρωνική, ανατρεπτική χρήση της αυστηρής μορφής του σονέτου.
Εστιάζοντας, ειδικότερα, στη χρήση του είδους του σονέτου στην ανά χείρας συλλογή, παρατηρούμε αρχικά ότι τουλάχιστον 16 από τα 51 ποιήματα που συγκεντρώνονται στην έκδοση ερωτοτροπούν είτε φανερά είτε υπόγεια με το γνωστό δεκατετράστιχο είδος και είναι ανομοιοκατάληκτα. Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο για την αρχιτεκτονική δόμηση της συλλογής ότι τόσο το εναρκτήριο όσο και το καταληκτικό ποίημα είναι δεκατετράστιχα. Το πρώτο διατηρεί την αυστηρή στροφική φόρμα των τεσσάρων στροφών του ιταλικού και γαλλικού σονέτου, αρχικά δύο τετράστιχων και εν συνεχεία δύο τρίστιχων (4,4,3,3), ενώ το τελευταίο διαστρεβλώνει τη στροφική αυστηρότητα του είδους σε τρεις στροφές μια τρίστιχη, μια πεντάστιχη και μια εξάστιχη. Σημειώνω, μάλιστα, εμφαντικά ότι σε αυτή την καταμέτρηση δεν υπολογίστηκαν άλλα 4 ποιήματα: 2 δεκαεπτάστιχα, που θα μπορούσαν καταχρηστικώς να θεωρηθούν σονέτα με ουρά και 2 εικοσάστιχα, που πάλι παρακινδυνευμένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν διπλά σονέτα. Δεν καταμετρήθηκε επίσης το ποίημα δεκατριών στίχων («ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ» σ. 35), το οποίο είναι, κατά την άποψή μου, σκόπιμα κουτσουρεμένο κατά ένα στίχο, σονέτο, καθώς τραγικές περσόνες του ποιήματος αποτελούν, όπως δηλώνει αλληγορικά ο τίτλος, ανάξιοι κηπουροί.
Παρατηρώντας, τώρα, προσεκτικά τα 16 αυτά δεκατετράστιχα ποιήματα βλέπουμε ότι μόνο 6 από τα 16 διατηρούν άθικτη την εξωτερική μορφή του στροφικού συστήματος του σονέτου (4,4,3,3 = 14 στίχοι). Πέρα από το κανονικό ανομοιοκατάληκτο σονέτο, εντοπίζουμε 3 ανάποδα σονέτα (3,3,4,4) ή και τη συγκεκαλυμμένη παρουσία 7 δεκατετράστιχων ποιημάτων, που υλοποιούνται με ποικίλους συνδυασμούς στροφικών συστημάτων [(4,3,3,4), (3,4,3,4), (3,4,4,3), (2,3,2,4,3), (2,2,2,2,2,2,2), (3,5,6), τα οποία θα μπορούσαμε συμβατικά, χάριν συζήτησης, να τα ονομάσουμε ψευδοσονέτα. Σε συνδυασμό με την πολύτροπη ανατροπή του εξωτερικού, στροφικού συστήματος του σονέτου σημειώνουμε παράλληλα και την εσωτερική αποδιοργάνωση του είδους, η οποία επιτυγχάνεται αφενός με τον συντακτικό κατακερματισμό στίχων (π.χ. χωρίζοντας το υποκείμενο από το κατηγορούμενο) και αφετέρου με έντονους διασκελισμούς, οι οποίοι προκαλούν ισχυρή διατάραξη της σύνταξης και κατ’ επέκταση του νοήματος, τόσο σε σχέση με συνεχόμενους στίχους όσο και με συνεχόμενες στροφές∙ στοιχεία που προκαλούν αδιαμφισβήτητα την αίσθηση ενός επώδυνου ποιητικού αδιεξόδου μπροστά στις αντεστραμμένες πνευματικές αξίες της σύγχρονής μας πολιτικοκοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής και εθνικής πραγματικότητας. Αυτή η αντιστροφή, μάλιστα, των αξιών καταδεικνύεται και μορφικά με τη χρήση του ανάποδου σονέτου. Παράλληλα η κυρίαρχη αίσθηση της ανθρώπινης διάλυσης, της ηθικής αποσύνθεσης και της αποσπασματικότητας προβάλλεται μορφικά τόσο με την εξωτερική διάσπαση του στροφικού συστήματος του σονέτου όσο και με την εσωτερική διατάραξη της σύνταξης και του νοήματος.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι, προφανές ότι ο Λεωνίδας Γαλάζης, στην προσπάθειά του να εκφράσει έναν κόσμο, αλλοτριωμένο, βουλιαγμένο στον πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό βούρκο, χωρίς καμιά καταφυγή ή προοπτική μιας κάποιας έστω ανοικοδόμησης ή αποκατάστασης, πειραματίζεται με το σονέτο, ούτως ώστε να δημιουργήσει τις μορφές εκείνες που θα μπορέσουν να αισθητοποιήσουν τις νέες σχέσεις με την κοινωνία του και τον εαυτό του. Ο Καρυωτάκης, κρατώντας άθικτο το εξωτερικό, στροφικό περίβλημα του είδους, αλλά ανατρέποντας πολύτροπα την αισθητική της μορφής του από μέσα, δημιούργησε τον περίφημο, παράφωνο ήχο των «ξεχαρβαλωμένων κιθάρων». Ο Λεωνίδας Γαλάζης, σε έναν κόσμο ληξιπρόθεσμων επαγγελιών, μπροστά σε αυτή την ολοκληρωτική διάλυση και αλλοτρίωση που ζούμε, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και αποκαλύπτει τα «σπασμένα φτερά» της δικής του μουσικής ποίησης, διαλύοντας ή ανατρέποντας και τα δύο και το εξωτερικό περίβλημα και το εσωτερικό του σονέτου. Η σημαίνουσα, πάντως, χρήση του σονέτου, αλλά και γενικότερα η οργάνωση των ποιημάτων της συλλογής, υποβάλλουν έντονα στον αναγνώστη την αίσθηση ενός προσωπικού ρυθμού και μιας ποίησης που θεμελιώνεται γερά στη μουσικότητα. Πιο συγκεκριμένα, την εικόνα ενός θρυμματισμένου, μάταιου, με μουσικούς όρους, κόσμου παρουσιάζει το ποίημα «ΚΥΜΒΑΛΑ», ενώ το θέμα της βίαιης καθυπόταξης, κουρδίσματος της ανθρώπινης προσωπικότητας από μια αόρατη εξουσία αναπτύσσει το εξαιρετικό ποίημα «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, η δεσπόζουσα θεματική της συλλογής σε συνδυασμό με την καινοτόμα, ανατρεπτική μορφολογικά, χρήση του σονέτου, αποδεικνύουν ότι ο Γαλάζης θέλει να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του Καρυωτάκη, καθώς και ο ίδιος εκφράζει συναφή αδιέξοδα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η διακειμενική σύνδεση με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας δεν εξυπηρετεί ένα είδος ποιητικής ειδωλολατρίας, αλλά έναν γόνιμο διάλογο. Έναν διάλογο που διακρίνεται σε υπόγειες επιδράσεις και σε ομολογημένα δάνεια και που, αφενός επικεντρώνεται στη δημιουργική και αφομοιωτική σχέση με τα δραστικά και ανθεκτικά στον χρόνο στοιχεία της ποίησης του Καρυωτάκη και αφετέρου καταδεικνύει την εξακολουθητική επαναφορά ενός αισθητικού ζητήματος που ταλανίζει τον μοντέρνο ποιητή: τη ρήξη του με την κοινωνία. Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά ότι και οι δύο ποιητές υιοθετούν τον ρόλο του μοναχικού ακροβολιστή και όχι του στρατευμένου, εκείνου, δηλαδή, που έχει ένα αναπτυγμένο συνολικό επαναστατικό όραμα ή πρόγραμμα και θέλει να το επιβάλει. Είναι φυσικό, λοιπόν, εκφράζοντας ένα κλίμα κοινωνικής διάψευσης και αποξένωσης να αντιπροσωπεύουν αμφότεροι μια προσωπική αντίσταση χωρίς προγραμματικούς στόχους. Η στενή, επομένως, συναισθηματική και ψυχική συγγένεια του Γαλάζη με τον Καρυωτάκη αναδεικνύει περίτρανα για ακόμη μια φορά την αναμφισβήτητη αισθητική αξία και επικαιρότητα του καρυωτακικού έργου.
Συνοψίζοντας, στην τελευταία του συλλογή «ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ», ο Λεωνίδας Γαλάζης, βαθιά ταραγμένος και απογοητευμένος από τη σύγχρονή του πολιτική, κοινωνική και πνευματική πραγματικότητα, μιλά από τη μια συμβολικά, συγκρατημένα και χαμηλόφωνα κι από την άλλη ξεκάθαρα κι αιχμηρά. Μέσα από τις ποικίλες αντινομίες του ποιητικού του λόγου [(λυρισμός-καταγγελία), (κυριολεξία-μεταφορά), (εξομολόγηση, σιωπή-κραυγή), (παιδική αθωότητα-ενηλικίωση, καχυποψία), (τρυφερότητα-ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός), (μελαγχολία-παρωδία), (υποβλητική ατμόσφαιρα-λεκτικό παιχνίδι), (ρεαλιστικό- υπερρεαλιστικό), (πραγματικό-φανταστικό)], επιχειρεί να ελκύσει τον αναγνώστη του, υπηρετώντας το πνεύμα της κριτικής του στάσης. Επιμέρους ενστάσεις σε κάποια ποιήματα της συλλογής για έλλειψη ουσιαστικού βιωματικού υποστρώματος, εγκεφαλικότητα και επιτήδευση υπάρχουν και εκτιμούνται ως υποχώρηση σε σχέση με την προηγούμενή του συλλογή. Η παρούσα, όμως, συλλογή, με τις λεκτικές και μορφολογικές ανατροπές, τις σημασιακές εμβαθύνσεις και τους συμβολικούς συσχετισμούς, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και επιτυγχάνει, ανεπιφύλακτα, ένα ψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, αποκαλύπτει μια ελεύθερη, αλλά και επώδυνη στις επιλογές της πνευματική και ποιητική στάση, η οποία προϋποθέτει την αναφαίρετη μοναξιά μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας.

http://www.poiein.gr/archives/33703/index.html

Δοκιμές συγκολλήσεως

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ
ΟΧΗΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Ψήγματα της υπό παρουσίαση συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως», θεματικά, στυλιστικά, υφολογικά προϋπήρχαν και στην προτελευταία συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, που έφερε τίτλο «Λοκριγκάνα» και καταξιώθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης το 2010. Και αναφέρομαι πρωτίστως στη «μεταλλουργία- σιδηρουργία». Τόσο ως θεματικό έναυσμα όσο και ως
εκφραστικό μέσο, με αυτοαναφορικά μεν στοιχεία, αλλά και καθολικές μεταπλάσεις-υπερβάσεις.
Χαίρομαι να σημειώσω πως ανάλογη συνέχεια και αλληλουχία διαπίστωσα και όταν παρουσίαζα τη «Λοκριγκάνα» σε σχέση με τη συλλογή που προηγή-
θηκε και έφερε τίτλο «Παραδαρμός εν αλφαβήτω», του 2007, όπου επίσης ενυπήρχαν στοιχεία και ποικιλότροπα ψήγματα της συλλογής που ακολούθησε.
Ο Λ.Γ. είναι από τους ποιητές που πιο συχνά γράφουν για εκείνα που τους ενοχλούν παρά για εκείνα που τους μαγεύουν, πιο πολύ για εκείνα που τους
εξοργίζουν παρά για εκείνα που τους θέλγουν. Έτσι στο «Τα κέρματα» (σελ. 15), λέει: «Ήρθαν ντυμένα τα κοράκια / όπως όριζε η περίσταση» ή στο «Αποστειρωμένα αισθήματα» (σελ. 16), αποφαίνεται: «Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες / λευκοντυμένοι Σαμαρείτες /με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα» και στο «Η σκόνη» (σελ. 17) διαπιστώνει: «Κοιτούσαν τη σκόνη / στα ρούχα τους / κι όχι το χώμα / που για πάντα σε κάλυπτε».
Κύριος θεματικός άξονας του βιβλίου τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου. Με τον ποιητή συχνά να υποδεικνύει το εφήμερο αν όχι και το μάταιο του πράγματος. Π.χ. όταν τονίζει: …«τα λικνίσματα των ζωντανών διαιωνίζονται / τριγύρω από τις εφήμερες λάμψεις / και οι γυάλινες αποσκευές τους /ξεμένουνε στ’ αζήτητα των λιμανιών» στο «Στην πλάτη
του ξύλου» (σελ. 21).
Η ίδια οπτική γωνία έρχεται και επανέρχεται συχνά όταν στο «Μέταλλα της μνήμης» (σελ. 23) απευθυνόμενος σε β’ ενικό πρόσωπο στον πατέρα του,
όπως κάνει εξάλλου στα πλείστα ποιήματα της συλλογής, λέει: «Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες / συγκολλήσεως κάθε μετάλλου / μόνο που και τότε διαισθανόσουν / το πρόσκαιρο κάθε μορφής / μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς / των αγγέλων της υγρασίας».
Εικόνες σιδηρουργίας-μεταλλουργίας επιστρατεύονται συνεχώς, πότε αλληγορικά, πότε μεταφορικά, για να φωτίσουν, με την οπτική γωνία του
ποιητή, καίρια υπαρξιακά ζητήματα, αλλά και μνήμες παιδικές που επιστρέφουν σαν μέταλλα, πυρακτωμένα ή οξειδωμένα.
Στο «Ανεπιγνώστως» (σελ. 25) θεωρώ ότι υποβόσκει, ενδεχομένως υπόγεια αλλά διαυγέστατα, και το ταξικό υπογάστριο της ποίησης του Λ.Γ. Αφού «λιμουζίνες αναπαύονται πάλαι πότε θαμβωτικές», οι οποίες «υπέβλεπαν τ’ αυτοκίνητα των εργατών». Για να καγχάσει στη συνέχεια: …«λες και δεν θα λίπαιναν κι αυτές / με τα πανάκριβα λάδια τους / τη γη που κανείς δεν γνωρίζει / πότε θ’ ανοίξει ξανά τα σαγόνια της».
Με όχημα και πρότυπο τη μορφή του αποθανόντος πατέρα του, ο Λ.Γ επιχειρεί να αναλύσει και να εμβαθύνει σε ζητήματα κοινωνικής υφής, υπαρξιακών αναζητήσεων ή άλλου φιλοσοφικού περιεχομένου, επιστρατεύοντας, συχνά-πυκνά και τη μεταφυσική, σε μια προσπάθεια ετεροχρονισμένης συνομιλίας και διαλόγου με τον εκδημήσαντα.
Η αισθητική κατηγορία της μνήμης, όπως σε όλες τις περιπτώσεις ποιητικής καταγραφής άλλωστε, συνυφαίνεται άρρητα και με την αντίστοιχη κατηγορία του χρόνου. Μόνο που αν η μνήμη σαγηνεύει και γαληνεύει τον Λ. Γ. ο χρόνος μάλλον τον δυναστεύει, ή τουλάχιστον τον ανησυχεί. Έτσι στο «Ανίατα ρολόγια» (σελ. 39) αποφαίνεται πως …«Τα ρολόγια τις αυταπάτες μας / μόνο μετρούν».
Ο ποιητής δελεάζεται, θέλγεται, ελκύεται, τόσον ο ίδιος όσο προφανώς και το πρότυπό του, μάλλον από εκείνο που δεν ακολούθησε ποτέ στη ζωή του, το ανυπότακτο, το απείθαρχο, το ατίθασο. Αυτό το συναίσθημα περιγράφεται εξόχως παραστατικά στο «Ανυπότακτοι σπινθήρες» (σελ. 42), όπου ο ποιητής μιλά για τους Τσιγγάνους, όταν ομολογώντας τη ζήλεια του,
λέει: «Πόσο εύκολα παρασύρονταν / από τους ανυπόταχτους σπινθήρες / και μαζί τους ταξίδευαν!».
Προσφιλής αισθητική μανιέρα στο Λ. Γ., που απαντάται και σε προηγούμενες συλλογές του, είναι και η χλεύη. Η χλεύη στο πρέπον, στο ορθόν, στο αρμόζον, στο δεόντως επιβεβλημένο. Παραστατικά και ανάγλυφα αυτή η στάση καταγράφεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια στο «Όλα τακτοποιήθηκαν…» (σελ. 50). Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «Όλα τακτοποιήθηκαν όπως έπρεπε. / Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους / οι άνεργοι στα επιδόματά τους / οι ποιητές στα κελιά τους / οι νεκροί στα κρεβάτια τους / οι σπινθήρες στις θήκες τους / οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους.»
Οι προμετωπίδες που υπάρχουν σε αρκετά ποιήματα παραπέμπουν σε διακειμενικούς διαλόγους. Πιο εύστοχη και πιο βαθιά απ’ όλες τις άλλες θεωρώ τη «συνομιλία» με τον Άρθουρ Μίλλερ, με βάση το αριστουργηματικό θεατρικό του τελευταίου «Ο θάνατος του εμποράκου». Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που επιχειρείται, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, είναι μια προέκταση του πρωτογενούς υλικού. Στο «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα» (σελ. 52), ο αποθανών εμποράκος, δια στόματος Λ.Γ. απευθύνεται στη σύζυγο του λέγοντας : «Ετοίμασε μου μια
ζεστή γωνιά στην ψυχή σου / να μπορώ να φυτεύω τους σπόρους μου τα βράδια / να κάνω σχέδια για τη ζωή σαν έφηβος / κι εσύ να μου φωνάζεις να ξαπλώσω / κι εγώ να σ’ αποκρίνομαι πως ειν’ ακόμα νωρίς /και δεν νυστάζω».
Ο Λ.Γ. έχει κατακτήσει ένα επίπεδο ποιότητας, σύνθεσης και εμβάθυνσης του ποιητικού του λόγου που τον καταξιώνει, κατά τη γνώμη μου, στην κρίση
του αναγνωστικού κοινού, ως ένα από τους αξιολογότερους ποιητές της γενιάς του. Οι προσδοκίες αλλά και οι απαιτήσεις από ποιητές της δικής του εμβέλειας, είναι πάντοτε μεγάλες. Και μακάρι πάντα να δικαιώνονται, στον υψηλό σταθμό που δικαιώθηκαν τώρα.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013 Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

ΑΝΤΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ

Οι λάμψεις των συγκολλήσεων φωτίζουν την ιστορία της κυπριακής εργατικής τάξης
Είναι η έβδομη ποιητική συλλογή του ποιητή Λ. Γαλάζη. Εξέδωσε ακόμα έξι συλλογές ποιημάτων. Η συλλογή του,«Λουκριγκάνα» τιμήθηκε με κρατικό
βραβείο ποίησης το 2010. Η συλλογή, «Δοκιμές συγκολλήσεων» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, συγκολλητή, που εργαζότανε σε μεταλλείο.
Οι σπινθήρες – οι λάμψεις των συγκολλήσεων, του πατέρα – Γαλάζη, φωτίζουν διαμέσου της ποίησης του Λεωνίδα, μια άλλη εποχή.
Την εποχή των πατεράδων και παππούδων μας – της κυπριακής εργατικής τάξης: των μεταλλωρύχων, οικοδομών, γεωργών, βιοτεχνών, που εργαζόνταν σκληρά για ένα πενιχρό μεροκάματο για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.
Ο ποιητής των «Συγκολλήσεων» ταξιδεύει με τη μνήμη του και φέρνει στο φως με τις σπίθες – λάμψεις του πατέρα του, την κοινωνική ζωή εκείνης της εποχής της φτώχειας, της μιζέριας του εργαζόμενου λαού μας.
Στο ποίημα του «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων» γράφει (απόσπασμα):

«Μόνος, κατάμονος.
Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί
κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά.
Το ξύδι κι η χολή
που σε πότισαν
αυτοί που τώρα κοίταζαν
τη σκόνη στα ρούχα τους.
Μόνος!
Κι ο κύρης σου στ’ αμόνι σκυφτός
στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά».

Με το δικό του, ποιητικό τρόπο, ο Λ.Γ. μας δίνει μια εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Κι ο πατέρας του συνέχεια μάχεται κτυπά τ’ αμόνι… «στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά…».
Τα μυστικά της ζωής τα κουβαλούν μέσα τους οι εργαζόμενοι που καθημερινά αγωνίζονται, παλεύουν για να επιβιώσουν.
Όταν πραγματοποιούνται οι συγκολλήσεις οι λάμψεις μένουν, κατά τον ποιητή, στη μνήμη και τη συνείδηση και μας φωτίζουν.
Στο ποίημα: «Μένουν οι λάμψεις» τονίζει: (απόσπασμα):

«Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιχνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου».

Ομως μέσα στη στάχτη των ρινισμάτων του σιδήρου αγρυπνούν λίγες σπίθες για να συνεχίσουν μετά το τρελό χορό τους.
Στο ποίημα: «Αγρυπνες Σπίθες» λέει τα πιο κάτω: (απόσπασμα):

«Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν
κάτω από τα νεκρά ρινίσματα
και κει που δεν το περιμέναμε
μια εστία φωτιάς στο πάτωμα
(εκεί να μένουν άγρυπνοι!)
κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας
ανέβαιναν πάλι
και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα
κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα
και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά
μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά
την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων
που δεν τα βάζουνε κάτω
παρά καλύπτονται προσεχτικά
κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης
και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν
(εκεί να μένουν ζωντανά)
κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας
και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας».

Αυτά όλα συντελούνται στη μνήμη στη συνείδηση στο υποσυνείδητο του ποιητή και των αναγνωστών του, μελετητών, των ποιημάτων του.
Χορεύουν έξαλλα μες το «καμίνι της ψυχής μας» οι σκιές των προγόνων μας που πάλευαν με τα μέταλλα και καρπούνταν οι ξένοι εργοδότες τούς κόπους τους, την υπεραξία της εργασίας τους.
Με φωτισμένο το νυστέρι της μνήμης, από τις λάμψεις των συγκολλήσεων, ο ποιητής διεισδύει στις γαλαρίες και μας παρουσιάζει μια εικόνα των συνθηκών εργασίας των μεταλλωρύχων:
«Μέταλλα της μνήμης»
(απόσπασμα):
«Ξυπνώντας μεσάνυχτα
για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.
Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες
με τις αγκούσες στην τσάντα σου
στων βουνών τις κορφές
αναζητώντας το νόημα
των συνεχών περιπλανήσεων
των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες
με το λιγοστό φως των φαναριών»

Ο ποιητής θλίβεται γιατί δεν έμαθε την τέχνη των συγκολλήσεων και δυσκολεύεται να συγκολλήσει τα μέταλλα της μνήμης:

«Δεν έμαθα την τέχνη σου
και να που τώρα δυσκολεύομαι
να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης
λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται
και τα κομμάτια σωριάζονται
άμορφες μάζες στο πάτωμα».

Και συνεχίζει: «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»:

«Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω
τα παλιά σου ήλεκτρα
να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης».

Ο Λ. Γαλάζης καταφέρνει, με τα ήλεκτρα του πατέρα του, να ενώνει τα θραύσματα της μνήμης. Να ενώνει το παρόν με το παρελθόν, με τη διαλεκτική του σκέψη.
Οι μεταλλωρύχοι κι αμιαντωρύχοι έπασχαν από την ασθένεια της πνευμονοκονίασης, γιατί δεν είχαν τ’ απαιτούμενα προστατευτικά μέσα από τη σκόνη των μετάλλων (του χαλκού και του αμιάντου).
Στο ποίημα του, «Η σκόνη στα πλεμόνια σας» ο ποιητής
γράφει (απόσπασμα):

«Η σκόνη στα πλεμόνια σας
Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες
οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη
που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας»
και συνεχίζει:
«Η σκόνη στα πλεμόνια σας
ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.
Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.
Και μόνοι!»

Πολλοί ήταν οι μεταλλωρύχοι και η αμιαντωρύχοι που έχασαν τη ζωή τους από την πνευμονοκονίαση, χωρίς βέβαια να έχουν την απαιτούμενη ιατρική περίθαλψη.
Με τις συγκολλήσεις ασχολούνταν κι οι «Τεχνουργοί σπάνιων κοσμημάτων» κι ασχολούνται μέχρι σήμερα. Σμίγουν (συγγολλούν) το χρυσάφι μ’ ευτελή μέταλλα για να κερδοσκοπούν…

«Ηξεραν, έλεγαν, τι γεύση έχει το χρυσάφι
οι τεχνουργοί των σπάνιων κοσμημάτων.
Πόσο λεπτεπίλεπτα στον πάγκο τα εργαλεία τους
τι νευρασθενικές οι ζυγαριές ακριβείας τους!»

Ο πατέρας του ποιητή, όμως δεν ασχολείτο με την αλχημεία δεν ήταν αλχημιστής, συγκολλούσε γνήσια μέταλλα.

«Ενώ εσύ που παίδευες τα ταπεινά σου μέταλλα με τη βαριά
δεν έμαθες ποτέ την τέχνη των περιστροφών,
των ελιγμών, των λήρων, των φληναφημάτων»

Ένα ποίημα, ξεχωριστό, της συλλογής που δεν έχει σχέση με τις συγκολλήσεις και τους σπινθήρες είναι «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα».
Ο ποιητής το εμπνεύστηκε από το θεατρικό έργο του Αμερικάνου δραματουργού Αρθουρ Μίλλερ «Ο θάνατος του εμποράκου».
Συνεχίζει το διάλογο και μεταξύ των πρωταγωνιστών του δράματος: του Γουίλλυ Λόμαν και της συζύγου του, Λίντας, με ποιητικό δραματικό ύφος. Και καταφέρνει, λακωνικά, να διατυπώσει το κύριο νόημα του έργου, (απόσπασμα):
Λέει ο Γουίλλυ στη Λίντα:
«Να με περιμένεις, Λίντα, Μην πάψεις ποτέ να με περιμένεις.
Τι να τα κάνω πια τα δάκρυά σου
και τις άλλες εκδηλώσεις του πένθους;
Να ξέρεις, Λίντα, πως η ψυχή του Γουίλλυ Λόμαν
προς την ψυχή σου μόνο κατευθύνεται
κι όχι στον ουρανό ή στον Κάτω Κόσμο.
Να ξέρεις πως η ψυχή του εμποράκου
θα χαθεί για πάντα
μόνο τη μέρα που θα πάψεις εσύ να τη γυρεύεις
μόνο τη μέρα που θα το πάρεις απόφαση
ότι δεν λείπω προσωρινά σε ταξίδι.
Γιατί μου ζητάς να σε συγχωρέσω, Λίντα;
Τι να κάνω πια τα δάκρυα
και τους θεατρινισμούς των κηδειών;
Ο ποιητής Λεωνίδας Γαλάζης σ’ αυτή του τη συλλογή: «Δοκιμές συγκολλήσεων» ταξιδεύει, με τις λάμψεις των συγκολλήσεων του πατέρα του σε μια άλλη εποχή και μας παρουσιάζει, σαν σε κινηματογραφική ταινία, με το στίχο του, τη βιοπάλη και τους αγώνες των μεταλλωρύχων για να
επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες.
Εκείνης της εποχής και της στυγνής εκμετάλλευσης του μόχθου τους από τους εργοδότες.
Μας περιγράφει μια ζωντανή εικόνα του κοινωνικού γίγνεσθαι στην Κύπρο κατά τον εικοστό αιώνα, επί αγγλοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.
Οι λάμψεις των «συγκολλήσεων» φωτίζουν, με τη μνήμη του ποιητή, την οικογενειακή, κοινωνική διαβίωση και τις σκληρές συνθήκες εργασίας, των Κυπρίων εργαζομένων κατά τον 20ο αιώνα, όποτε διαμορφώνεται και οργανώνεται η κυπριακή εργατική τάξη.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΧΑΡΑΥΓΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

Κάτω απ’ τα νεκρά ρινίσματα
Αινιγματική είναι η φύσις της ποιήσεως, του είδους εκείνου του λόγου που βρίσκεται εν τω μέσω του νοητού και του υπέρλογου, του ρητού και του άρρητου. Απερινότητος, μας λέει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ο χαρακτήρ της ποιήσεως. Απερινόητος και ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Λεωνίδα Γαλάζη, «Δοκιμές συγκολλήσεως».
Διαβάζοντας όμως κανείς τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο τίτλος του έχει ως ένα σημείο και κυριολεκτικό νόημα. Τα ποιήματα της συλλογής είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένα στον πατέρα του ποιητή – περιορισμένος αριθμός ποιημάτων είναι αφιερωμένα στην μητέρα του. Άνθρωποι και οι δύο, οι οποίοι όπως συνάγεται από την ποιητική αφήγηση έζησαν σκληρά και δύσκολα χρόνια.
«Ξυπόλυτος με μπαλωμένα ρούχα/ ροβόλαγες στα μονοπάτια…/ Μόνος, κατάμονος./ Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί/ κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά…»
Η ταπεινή και σκληρή εργασία του χειρώνακτα σιδηρουργού, διά της αλχημικής ουσίας της ποιήσεως λαμβάνει μια σχεδόν ιερουργική διάσταση και μεταμορφώνεται σε ποιητική κατάσταση. Ο Paul Ricoeur γράφει ότι η ποιητική φαντασία έχει την ιδιότητα όχι απλά να περισυλλέγει εικόνες τις αισθητής εμπειρίας αλλά να δημιουργεί ένα καινούριο ποιητικό κόσμο, ο οποίος παρέχει μια νέα νοηματοδότηση της υπάρξεώς μας.
Περιγράφοντας ποιητικά στοιχεία ή αντικείμενα του εργαστηρίου του συγκολλητή μετάλλων πατέρα του, ο ποιητής εκφράζει τα στοιχεία εκείνα που έχουν εγγραφεί στην ψυχή του. Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι πλέον συμβατικά αντικείμενα αλλά ποιητικά σύμβολα, τα οποία διά της φαντασίας παράγουν νέα νοήματα, και με την αναπάντεχη χρήση της γλώσσας ποιητικές εικόνες.
Οι ονειρικές εικόνες της ποίησης του Λεωνίδα Γαλάζη και οι υποσυνείδητες ποιητικές αναμνήσεις σχετίζονται με μια ποιητική του εσωτερικού χώρου, όπως την ορίζει ο Gaston Bachelard. Οι αναμνήσεις αναδύονται αυθόρμητα και αβίαστα από το ψυχικό υπόστρωμα του ποιητικού υποκειμένου και εκφράζονται ως ποιητικός λόγος. Σ’ αυτού του είδους την ποίηση κυρίαρχο είναι το ποιητικό Cogito (η υπόσταση δηλ. του ποιητή), η οποία φθάνει μέχρι τα όρια της σολιψιστικής υπαρξιακής κατάστασης.
Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν/ κάτω από τα νεκρά ρινίσματα/ και κει που δεν το περιμέναμε/ μια εστία φωτιάς στο πάτωμα/ [εκεί να μένουν άγρυπνοι!]/ κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας/ ανέβαιναν πάλι/ και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα/ κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα/ και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά/ μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά/ την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων/ που δεν τα βάζουνε κάτω/ παρά καλύπτονται προσεχτικά/ κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης/ και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν/ [εκεί να μένουν ζωντανά]/ κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας/ και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας…
Παρόλο που ο Γαλάζης γράφει σε ελεύθερο στίχο, χρησιμοποιεί δηλ. την κατ’ εξοχήν μοντερνιστική ποιητική, το εξομολογητικό, μελαγχολικό και θρηνητικό ύφος της ποίησης της τελευταίας του συλλογής θα μπορούσε να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό της μοντέρνας ελεγείας λύπης. Τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν ως αποσπάσματα μιας αυτοτελούς και αδιάσπαστης σύγχρονης ελεγειογραφίας, καθώς όλα συγκλίνουν θεματολογικά, και συνυφαίνονται υφολογικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο και αδιαίρετο ποιητικό όλον.
Η ελεγεία, το κατ’ εξοχήν ποίημα που εκφράζει την σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, η ποίηση δηλ. που εκφράζει το δέος, την θλίψη και την αγωνία του θανάτου, δεν μπορεί να μην περιέχει ταυτόχρονα κι ένα είδος στοχαστικής ενατένισης, καθώς όπως γράφει ο Πλάτων, σ’ αυτήν την απορία περί θανάτου έγκειται όλη η ουσία της φιλοσοφίας – Φιλοσοφία εστί η μελέτη θανάτου. Μια ποίηση λοιπόν με έντονο το στοιχείο του θανάτου ή μια ποίηση περί θανάτου, δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια στοχαστική διάθεση για τα ουσιώδη ζητήματα υπάρξεως, της αθανασίας της ψυχής, της σχέσης της ύλης και του πνεύματος, τους σώματος και της ψυχής, την μοίρα της ψυχής μετά τον περατωθέντα βίο του σώματος. Αυτές οι απορίες για την μοίρα του πεπερασμένου ανθρώπινου όντος διαπερνούν την ποίηση του Γαλάζη, φευγαλέα και συνειρμικά.
Λόγιος ποιητής, με γερή φιλολογική αρματωσιά και γνώση, συνομιλεί με εκλεκτικά κείμενα της νεοελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς και της κλασσικής γραμματείας, αρδεύοντας στοχασμό και έμπνευση. Όπως λ.χ. με τον ποιητή Κωστή Παλαμά, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Ηράκλειτο, την Θεία Κωμωδία του Dante Aligieri κ.ο.κ. Οι συχνές παραπομπές υπό την μορφή των ποιητικών μόττο, που συνοδεύουν αρκετά ποιήματα της συλλογής, στον Αργύρη Χιόνη, μαρτυρούν μια σαφή ποιητολογική σχέση, και προφανώς οφειλή. Η λογιοσύνη του Γαλάζη διαπιστώνεται και από την ποιητική του γλώσσα, μια γλώσσα πλούσια σε ιδιωματικές εκφράσεις και ποιητολογικούς τύπους. Χωρίς, βεβαίως, η φιλολογική επάρκειά του, να τον οδηγεί σε μια ποίηση πάσχουσα από φιλολογική επιτήδευση.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 21/9/2013

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Η συλλογή «Δοκιμές συγκολλήσεως» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, που αποδήμησε πρόσφατα. Έτσι από την αρχή προκαταλαμβάνεται, σ” ένα βαθμό, ο αναγνώστης ότι πρωταγωνιστής θα είναι ο εκλιπών πατέρας και ο πόνος και η θλίψη από την αποδημία του. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί η ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη δεν ήταν ποτέ «εύκολη» ούτε επιφανειακή, ούτε μονοδιάσταση. Ο προσωπικός πόνος γίνεται πανανθρώπινος πόνος, η θλίψη γίνεται όχημα, για να στοχαστεί ο ποιητής πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής και του θανάτου, η μνήμη έρχεται και επανέρχεται ως προσωπικό βίωμα, αλλά παράλληλα για να κατακρίνει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας, την υποκρισία, το ψέμα, τα άνομα συμφέροντα.
Και τα 50 ποιήματα έχουν όλα τα γνωρίσματα για να χαρακτηριστούν ως μια μεγάλη ποιητική σύνθεση. Το θέμα του αναχωρήσαντος πατέρα, η μνήμη, μοτίβα που επαναλαμβάνονται για να δώσουν ενότητα, άλλα δευτερεύοντα θέματα, οι εκφραστικοί τρόποι, το ενιαίο ύφος, ακόμα και οι ομότεχνοί του με τους οποίους συνομιλεί ο Λ. Γαλάζης είναι ορισμένα από τα συνδετικά στοιχεία. Ο ποιητής βλέπει τον πατέρα του να βαδίζει στη γενέθλια γη, «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων», γύρω από το μοναστήρι του Σταυρού του Αγιασμάτι, στη Μαδαρή, στην Πλατανιστάσα, άλλες φορές να χτυπά «με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα», να εργάζεται σκληρά για τον επιούσιο, οι στιγμές με την αγαπημένη του γάτα, στο νοσοκομείο, στην Αχερουσία με το βαρκάρη, στη ζωή μετά τον θάνατο. Όπως εξομολογείται στο πολύ αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του ποίημα «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»: ζωντανές να κρατήσω/τις στιγμές της ζωής σου/τη θλίψη στο βλέμμα σου.
Είναι σχεδόν αγωνιώδης αυτή η προσπάθεια του ποιητή σ” όλα τα ποιήματα της συλλογής, πρώτα να διαφυλάξει και να περισώσει από τη λήθη τη μνήμη του πατέρα και έπειτα να προχωρήσει σε μια φιλοσοφική ενατένιση για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ίδιος εξομολογείται, θέτει βασανιστικά ερωτήματα, συνομιλεί νοερά πολλές φορές με τον πατέρα του και ο λόγος του εδώ γίνεται άμεσος, σχεδόν προφορικός. Ανασύρει προσωπικές μνήμες, σκέψεις, επώδυνες πίκρες πολλές φορές, αλλά με στόχο να καταδείξει την ακεραιότητα του πατέρα, την ευθύτητα, την εντιμότητα, τη λιτότητά του απέναντι στην προδοσία, την υποκρισία, την αδικία, την αμνησία, τη φιλαργυρία των άλλων.
Οι αναφορές στις πρόσφατες ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου είναι περιορισμένες σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του ποιητή, όπως και τα ζητήματα ποιητικής, αλλά αυτό έχει να κάνει με την κεντρική θεματική της συλλογής. Συχνά παραπέμπει στη φύση της πατρικής γης, σε γάτες, μέλισσες, πουλιά, μυρμήγκια. Ορισμένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι το εργαστήρι του μεταλλουργού με τα πυρακτωμένα μέταλλα, οι λάμψεις των συγκολλήσεων, οι σπινθήρες, τα ρινίσματα, η σκουριά (που συνδέονται με τη μνήμη και το βιοπορισμό του πατέρα), η μορφή της μάνας, οι γάτες και τα πουλιά, ο θάνατος, τα κεριά, η σκόνη, τα φύλλα, ο χρόνος, το ρολόι, οι τσιγγάνοι. Ο ποιητής συνδιαλέγεται συχνά με τους αρχαιοελληνικούς μύθους, τη χριστιανική παράδοση αλλά και πολλούς ποιητές και φιλοσόφους σε μια πλούσια διακειμενικότητα, π.χ. με τον Αργύρη Χιόνη, τον Σωκράτη, τον Ηράκλειτο, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη (σε πολλά ποιήματα παρατίθενται μάλιστα προμετωπίδες με στίχους από ποιήματα ή ρήσεις τους).
Κι όμως μέσα σ” αυτή τη θλίψη και τη μελαγχολία που διατρέχει τη συλλογή, βρίσκουν χώρο για να εισχωρήσουν η ειρωνεία και ο σαρκασμός. Η κρυπτικότητα που χαρακτήριζε σε ένα βαθμό τις προηγούμενες συλλογές τώρα υποχωρεί, αλλά η πολυσημία και οι συμβολισμοί είναι έκδηλοι, οι μεταφορές και οι εικόνες, αντιθετικές καμιά φορά, είναι εντυπωσιακές (Ανηφόριζες μαζί με τη μητέρα/[.] Και πολλά προπορευόμενα βλέπατε κάρα/με τρόπο να πέφτουν στο κενό/και τ” άλογα κατάχλωμα στα σύννεφα/που φλογισμένο στάζαν αίμα: Άγουρα ξύλα). Ναι, είναι μια συλλογή που τη διατρέχει η θλίψη για την απώλεια του πατέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ωστόσο, πρόκειται για μια γόνιμη θλίψη και σε καμία περίπτωση ο ποιητής δεν υποπίπτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, κάτι που διακρίνει τον ώριμο και κατασταλαγμένο από τον αρχάριο και άτεχνο ποιητή. Και αυτή είναι μια από τις αρετές της συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως».
Όλα ταχτοποιήθηκαν
Όλα ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε/Τα ενθύμια σου σφραγίστηκαν/οι επιστολές που δεν πρόλαβες να διαβάσεις/αρχειοθετήθηκαν/τα τηλεφωνήματα που ποτέ δεν απάντησες απαντήθηκαν/και δόθηκαν οι αναγκαίες εξηγήσεις/Όλοι ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε./Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους/οι άνεργοι στα επιδόματά τους/οι ποιητές στα κελιά τους/οι νεκροί στα κρεβάτια τους/οι σπινθήρες στις θήκες τους/οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους .

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΝΕΥ» 48 (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2013) 77-79.

Λοκριγκάνα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γαλάζης, με την υπό παρουσίαση συλλογή του, «Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, ξεκινά από την ίδια αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και το 2007 με την προηγούμενη συλλογή του «Παραδαρμός εν αλφαβήτω». Και αναφέρομαι στο εγχείρημα της συγγραφής ενός συνθετικού ποιήματος. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήθηκε μια συμπαντική προσέγγιση με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη «Λογκριγκάνα» ο Λ.Γ. κατάφερε να λειτουργήσει πιο φιλελεύθερα όσον αφορά στην προσήλωση που προαπαιτεί η αρχιτεκτονική δόμηση μιας ποιητικής σύνθεσης. Πάντα σε σύγκριση με τον «Παραδαρμό εν αλφαβήτω» η «Λοκριγκάνα» έχει, κατά τη γνώμη μου, και πιο συμπυκνωμένη θεματική ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις ακόμη μεγαλύτερης ευστοχίας.
Ένα συνθετικό ποίημα διασφαλίζει με πολλές αισθητικές και τεχνοτροπικές μανιέρες τη συνοχή του. Το εγχείρημα αλληλουχίας και συνοχής που επιχειρεί ο Λ.Γ., με το να αρπάζεται από ένα στίχο του προηγούμενου ποιήματος, συνήθως τον τελευταίο, για ν’ αρχίσει το επόμενο ποίημα, είναι ενδεικτικό. Ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο, διότι μπορεί να οδηγήσει και σε ατραπούς εγκεφαλισμού, κάτι που ευτυχώς δεν διαπίστωσα να συμβαίνει στην ποίηση του Λ.Γ. Έστω κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως πλοηγείται από τους στίχους του, αντί να τους πλοηγεί. Και δεν υπονοώ ότι αυτό είναι πάντοτε κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, αυτή η αμφίδρομη σχέση επιφέρει συχνά εκπληκτικά ευχάριστες και αιφνιδιαστικά όμορφες αισθητικές κατακτήσεις.
Συνολικά και συνοπτικά θα χαρακτήριζα τη «Λοκριγκάνα» ως ένα βιβλίο ποιητικής και συνάμα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής. Εξάλλου, και τα ποιήματα ποιητικής στο βιβλίο έχουν έντονο κριτικό στίγμα. Τα περί ποίησης και των ποιητών, όπως και τα περί της κοινωνίας και των πολιτών, συμπλέκονται και συνυπάρχουν αρμονικά στην ποίηση του Λ.Γ. Πολλά ποιήματα του ξεκινούν εν είδει κοινωνικής κριτικής, αλλά στην πορεία απολήγουν σε δημιουργήματα ποιητικής. Όπως π.χ. στο «Αυλικοί» (σελ. 34) όπου στην αρχή ψέγεται το διαχρονικό, παρασιτικό φαινόμενο των αυλικών – ανεξαρτήτως καθεστώτος και εποχής – αλλά στο τέλος το σώμα της κοινωνίας παραλληλίζεται με το σώμα της ποίησης.
Έτσι, «…παρά τις διαβεβαιώσεις των αυλικών, από πληγές αγιάτρευτες / εκκρίνονται / οι μολυσμένοι στίχοι. Αμέσως σπεύδουν νοσοκόμοι / με γάζες ιωδίου / κι αντισηπτικά»… Συχνά – πυκνά ο Λ.Γ. στρέφει τα βέλη του σε στρεβλές, σαρθρές και νοσηρές καταστάσεις, τις οποίες προφανώς απαντά στον κοινωνικό ιστό, ασκώντας έντονη κριτική. Αυτό συμβαίνει και στο ποίημα «Οι κουστωδοί των ανέμων» (σελ. 31), ειδικά όταν λέει: «Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πως τραγουδούν ανέμελα / δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας / τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν».
Η κοινωνική κριτική του Λ.Γ. μονίμως εστιάζεται σ’ αυτό που αποκαλούμε δημόσιο τομέα, στις δομές, στις νοοτροπίες και τους λειτουργούς του, τους μανδαρίνους της εξουσίας. Ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, έχει βιωματικές εμπειρίες που αξιοποιεί δεόντως. Έτσι, μάλλον ξέρει επακριβώς τι λέει όταν στο «Περιγραφή πειράματος ή οι άθλιοι της Λευκωσίας», (σελ. 37) καυτηριάζει: «Το οξείδιο της αγωνίας στους διαδρόμους των κυβερνητικών κτιρίων, χολή που στάζει σαν μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες, αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες συνειδήσεις».
Διάσπαρτα και συχνά εμβόλιμα ψήγματα από την εν γένει θεματική της ποιητικής απαντώνται σε πάρα πολλά ποιήματα της συλλογής. Σ’ αυτά ο Λ.Γ. αναμετράται, κρίνει, επικρίνει, ψέγει και μεμψιμοιρεί με τους ομότεχνούς του ή για τους ομότεχνούς του. Π.χ. στο «Φλούδες νοημάτων» (σελ. 26) λέει: «ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών / εν μέσω προσφορών / κορδέλες στα μαλλιά αφελών κυράδων». Ο ρόλος του ποιητή στο κοινωνικό αλλά και στο αισθητικό γίγνεσθαι απασχολεί ιδιαίτερα τον Λ.Γ. και διαπερνά σχεδόν όλους του τους στίχους. Κυρίως, όμως, πραγματεύεται τον κόσμο των αισθημάτων και των συναισθημάτων, τον ψυχικό κόσμο των ποιητών. Εύγλωττα και εύστοχα στο «Ρινίσματα» (σελ.
27) σημειώνει: «Ρινίσματα αισθημάτων στο δοκιμαστικό σωλήνα. / Ψάξε να βρεις στο κατάλληλο φιαλίδιο / τη χημική ουσία που θα διαλύσει / τα στρώματα της σκουριάς».
Σε μια συλλογή με τόσες και τόσες αναφορές στην ποίηση και στους ποιητές, δεν λείπουν βέβαια και οι διακειμενικοί διάλογοι με προσφιλείς ομότεχνους και ως επί το πλείστον δάσκαλους του Λ.Γ., όπως π.χ. ο Καβάφης, που τον συναντούμε και ως προμετωπίδα στο «Απομίμησις» (σελ. 33) όπου ο Λ.Γ., εδραζόμενος πάνω σε καβαφικούς συλλογισμούς, προεκτείνει: «…η ποίησης / περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού / σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες».
Θα ήθελα να κάμω κάποιες νύξεις και στους τεχνοτροπικούς πειραματισμούς του Λ.Γ. Σε μια σειρά από ποιήματα στον ελεύθερο στίχο παρεισφρέουν στίχοι ομοιοκατάληκτοι κλασικότροποι, συνήθως ζευγαρωτοί και ενίοτε δεκαπεντασύλλαβοι. Και ο στόχος δεν είναι βέβαια να δώσει μιαν αίσθηση δημώδους ποίησης, αλλά να προκληθεί η έκπληξη, η απορία, το μειδίαμα και μιας μορφής αστεϊσμός, καθώς αιφνιδιαστικά σμίγουν λέξεις λόγιες με λέξεις του καθημερινού συρμού. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα αυτής της μανιέρας ποικίλλουν και ο βαθμός της αισθητικής ευόδωσής τους έχει μεγάλη διαπασών. Π.χ. στα «Τείχη» (σελ. 23) ενώ αρχικά συναντάμε ένα ευπρόσωπο ψήγμα κοινωνικής κριτικής: «λάσπη στις γωνιές των υπουργείων / στόμα κλειστό κατά τις υποδείξεις / τόλμησε να μιλήσεις και θα δεις», η εμμονή σε περιπαικτικές – λογοπαιγνιδίζουσες παρηχήσεις λειτουργεί, κατά την άποψή μου, διαβρωτικά, ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γύρισε και φίλησε τα τείχη, μη χάσεις τέτοια τύχη / να προσκυνάς ό,τι σου τύχει / αλλιώς μαυρίζουν ξαφνικά παράθυρα και τοίχοι / κατράμι και παράταιροι πυροβόλων ήχοι /…».
Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τρία ποιήματα με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Και αναφέρομαι στο «Σε νέα ηθοποιό» (σελ. 38), στο «Οι φίλοι μου τα σκιάχτρα» (σελ. 47) και στο «Λευκές σελίδες» (σελ. 48). Έχω την άποψη ότι και οι τρεις περιπτώσεις είναι από τις πλέον διαυγείς στιγμές στο βιβλίο, με νοηματική ευκρίνεια, επαρκή αισθητική πραγμάτωση και πάλλοντα συναισθηματικό φόρτο. Πρόκειται για ποιήματα συμπαγή και ολοκληρωμένα, με ροή, συνοχή και εντέλεια.
Ολοκληρώνω λέγοντας πως στη «Λοκριγκάνα» ο Λ.Γ. καταθέτει ένα σαφέστατο στίγμα ποιητή κριτή και επιτιμητή τόσο των λογοτεχνικών όσο και των κοινωνικών δρώμενων στον τόπο μας. Και το κριτικό στίγμα του Λ.Γ. είναι ιδιαιτέρως ευκρινές και ιδιαιτέρως καταπελτικό και καταγγελτικό όταν έχει ως αποδέκτη την εξουσία, την όποια εξουσία. Και αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΣΚΛΗΡΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Η αναζήτηση -ή ακόμη χειρότερα ο ορισμός- του «καλού» ποιήματος εντάσσεται μάλλον στην παθογένεια της ποιητικής τέχνης.
Υπό την έννοια, πως σε μια εποχή όπου το μορφωτικό επίπεδο των λογοτεχνών έχει ανέβει σημαντικά σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες, όπου οι πλείστοι ποιητές διαθέτουν τα στοιχειώδη σύνεργα προκειμένου να συγγράψουν ένα στιχούργημα που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα του «αξιοπρεπούς» ποιήματος, μάλλον είναι ανάγκη να ορίσουμε το «κακό» ποίημα και να αναδείξουμε το «διαφορετικό» ποίημα. Όμως, η παθογένεια δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό προϊόν· δεν αφορά μόνο τον φθαρμένο ποιητικό λόγο, μα και τον φθαρμένο δημόσιο λόγο των ποιητών δρώντας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ας μην επεκταθώ στην υπόσταση του ποιητή-προφήτη, του ποιητή-μύστη κ.λπ. Οι παραπάνω ιδιότητες δεν έχουν ούτως ή άλλως την κάποτε λειτουργικότητά τους, η οποία ουσιαστικά επρόκειτο για μία ενσαρκωμένη έννοια που συμφωνήθηκε στο φαντασιακό της κοινότητας. Ας περιοριστώ στη διαπίστωση πως πλέον συνιστά παγκόσμιο φαινόμενο η αναγωγή της ποίησης σε ακαδημαϊκή ενασχόληση και του ποιητή σε ένα μέλος της κοινωνίας που συμμετέχει στην «ανταλλαγή» προσβλέποντας σε ευτελή κι εφήμερα κέρδη κι ενός συστήματος που κατ’ εξοχήν συντρίβει τον ακτιβισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε πρώτο επίπεδο τα 37 ποιήματα της συλλογής (ή μήπως σύνθεσης;) του Λ. Γαλάζη επιχειρούν την άσκηση μιας σκληρής κριτικής στο λογοτεχνικό «συνάφι». Πικρός και όχι πικραμένος, ο Γαλάζης παρατηρεί, στηλιτεύει, καταυγάζει την κοινωνική αναπηρία των ποιητών να μιλήσουν με τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο. Όμως, η γραφή του δεν εξαντλείται σε μια ομφαλοσκόπηση των ποιητικών ή αντι-ποιητικών δρώμενων. Επεκτείνεται σε κάθε είδους πολιτική, πολιτισμική, ηθική και αισθητική έκφανση της κοινωνίας, και κυρίως στα φαινόμενα παθογένειας που δείχνει αυτή. Και συνήθως, χωρίς να φαίνεται διαλλακτικός απέναντι στο ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία. Τουναντίον, ο Γαλάζης, ως άλλος σιδηρουργός (δημιουργός), έχοντας σκάψει την επιφάνεια της νεοκυπριακής πραγματικότητας, ανακαλύπτει, συγκεντρώνει και κραυγάζει τα πιο σκληρά μέταλλα της ποιητικής διανοίας του.
Άλλοτε σε πεζόμορφα ποιήματα, άλλοτε κινούμενος στη μεθόριο του ελεύθερου στίχου, άλλοτε χρησιμοποιώντας παραφθορές των παραδοσιακών μορφών ποιητικής (βλ. σονέτα), ο Γαλάζης σχολιάζει από τη νεόπλουτη αντίληψη των συμπολιτών του και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το κυπριακό πρόβλημα μέχρι τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την ιδεολογική πενία και την πνευματική φθορά που ενδέχεται να συμπαρασύρουν ακόμη και τα τελευταία υγιή κομμάτια της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο πυρήνας στην ποίηση του Γαλάζη είναι η σχέση του πολίτη (και του ποιητή) με κάθε μορφή εξουσίας, και την επακόλουθη «πάλη» μεταξύ των δύο πλευρών, που διεξάγεται καθημερινά, ακόμη και σε ασήμαντα -φαινομενικά- περιστατικά του βίου.
Έτσι, ο Γαλάζης φέρνει την ποίηση και πάλι στη δική της καθαρότητα – στην καθαρότητα που σημαίνει πως η ποίηση αποτελεί ένα είδος πολιτικού ακτιβισμού και όχι μια απλή πνευματική δραστηριότητα. Εγείρει εκ νέου το ζήτημα κατά πόσο οφείλει η στάση του δημιουργού απέναντι στη ζωή να εκφράζεται και μέσω της τέχνης του. Ανασύρει τον εν πολλοίς ξεχασμένο ρόλο του ποιητή να ασκήσει κριτική έναντι της εξουσίας και να αναπτύξει τον ριζοσπαστικό του λόγο μέσα στην υποκριτική και διεφθαρμένη στάση της κοινωνίας· κατ’ ουσίαν, να κοινωνήσει την τέχνη του ως να ’ταν μέρισμα μιας ατομικής συνειδησιακής εξέγερσης, και όχι γενεσιουργός ή συνένοχη αιτία μιας συλλογικής σήψης· μιας εξέγερσης, η οποία οικοδομείται στην ανυπακοή του βίου που προσάπτει στο άτομο ο φθαρμένος κυρίαρχος λόγος. Συμπερασματικά, η «Λοκριγκάνα» του Λ. Γαλάζη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ποιητική (και εν γένει καλλιτεχνική) πράξη -οργισμένη ή μη στην εκφορά της- όσο κι αν το πολιτικό, πολιτιστικό ή κοινωνικό κατεστημένο πασχίζει να πείσει για το αντίθετο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν όπλο ενάντια σε κάθε εξουσία.

Ο Φιλελεύθερος, 5 Ιουνίου 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ

Με εξώφυλλο από το βιβλίο του Ησίοδου Έργα και Ημέραι (Εκδ. Bartholomaei Zanetti, Βενετία 1537), κυκλοφόρησε στην Αθήνα μέσα στο 2010, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το νέο ποιητικό βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη, Λοκριγκάνα. Ο Λεωνίδας Γαλάζης, που είναι φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, έχει στο ενεργητικό του άλλες έξι ποιητικές συλλογές και ένα δοκίμιο για τον Κώστα Μόντη, και έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει ποιήματα, φιλολογικές μελέτες και κριτικά σημειώματα σε κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά. Στη Λοκριγκάνα, που έχει πάρει τον τίτλο από το λεξιλόγιο των μεταλλωρύχων (Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο/ χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι…., γράφει στο ομότιτλο ποίημα, σ. 21), διαβάζουμε 37 ποιήματα, μέσα από τα οποία ο ποιητής εκπέμπει, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, μηνύματα για τη ζωή και για τον άνθρωπο. Ο Γαλάζης ανατέμνει τη γύρω του πραγματικότητα με το νυστέρι της ποίησης και γράφει στίχους δυνατούς και μεστούς σε νοήματα, που συγκινούν τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα τον προβληματίζουν. Γράφει χαρακτηριστικά για την ποίηση ο Λεωνίδας Γαλάζης: Γράψε ξανά τις λέξεις που καίνε κι άσε τα κούφια λόγια/ για τους εμπόρους/ τους εντολοδόχους της τάξεως/ τους λογογράφους/ τους υμνητές των ασκών/ τους κουστωδούς των ανέμων….

Άνευ 41 (καλοκαίρι 2011) 93.

Παραδαρμός εν Αλβαφήτω

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Η εκτενής ποιητική σύνθεση Παραδαρμός εν αλφαβήτω συνιστά ενδιαφέρουσα και αξιοσημείωτη πρόταση, αρκετά εξελιγμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του Λ. Γαλάζη .Ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε εισαγωγικό σημείωμα τις προθέσεις και τις καταβολές του: Εκκινεί από το Αλφάβητο της αγάπης (Εκατόλογα), αλλά στην πορεία γνωρίζει και το παλαιότερο abecetarius, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία εβραϊκή και ιαπωνική λογοτεχνία. Βέβαια, τέτοια στιχουργικά παιχνίδια με ακροστιχίδες χρησιμοποιούνται αρκετά στα ελληνιστικά χρόνια. Ο ποιητής ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε σκοπό να αναπαραγάγει πιστά μορφικά ή άλλα χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά περισσότερο επεδίωξε να συγκεράσει παραδοσικούς και νεοτερικούς ρητορικούς τρόπους. […]

Το γλωσσικό παιχνίδι επανέρχεται σε αρκετά σημεία του βιβλίου, και ιδίως όταν θίγονται ζητήματα ποιητικής ή όταν σχολιάζονται οι λέξεις, οι απείθαρχες λέξεις που διαφεύγουν του ποιητή και αρνούνται και δεν είναι σε θέση να να κλείσουν μέσα τους την ποίηση. Ας θυμηθούμε ότι το γλωσσικό παιχνίδι αλλα και η βασανιστική αναμέτρηση του ποιητή με τις λέξεις επανέρχερχεται επίμονα σε αρκετές από τις Στιγμές του Μόντη. Ο νεότερος ποιητής κρίνει σκόπημο να αποτίσει φόρο τιμής και σε τρεις μείζονες ποιητές του 19 ου αιώνα, τους Κάλβο, Σολωμό και Β. Μιχαηλίδη. Και οι τρες συστεγάζονται στο ποίημα Ζ της ενότητας ΙΙ, που έχει ως επιγραφή στίχους από το σατιρικό ποίημα του τελευταίου «Ρωμαίος Και Τζον Πουλλής…». «Ζιρκόνιο στο υπέδαφος των ωδών του Kάλβου / Ζαργάνα γλώσσα του Σολωμού λυρικός πονοκέφαλος (…)Ζουμερή κυπρική διάλεκτο να την ακούς από φωνόγραφο».

Άνευ 27 (χειμώνας 2008) 91-93.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

[…] Πρόκειται, πραγματικά, για έναν παραδαρμό εν αλφαβήτω, καθώς ο ποιητής παραδέρνει μέσα στη φουρτούνα του λεκτικού και ποιητικού πειραματισμού. Η συλλογή είναι χωρισμένη σε έξι ενότητες και τρία ιντερμέδια. Οι τίτλοι ακολουθούν τα γράμματα του αλαφαβήτου και συνήθως αρχίζουν με ακροστιχίδες από το Α μέχρι το Ω. Σε πολλά από τα ποιήματα πρωταγωνιστούν οι λέξεις που άλλοτε επαναστατούν, άλλοτε πολεμούν μεταξύ τους, δυστροπούν, διακόπτουν τη συνεργασία με τους ανθρώπους. Εύστοχα ο ποιητής παραπονιέται στο ποίημα Π της δεύτερης ενότητας»Παραδαρμός της Γλώσσας μου, πύρεξη του μυαλού μου».

Η θεματολογία της συλλογής είναι ποκίλη. Ωστόσο, κάθε προβληματική εντάσσεται σ’ ένα βασικό άξονα. Έτσι διαγράφεται κυρίως το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και οι προεκτάσεις του, όπως οι κοινωνικές και οι οικονομικές και γενικά η σύγχρονη τοπική αλλά και η παγκόσμια πραγματικότητα. Επικρατεί μια άκρως εξωφρενική κατάσταση και το άτομο συντρίβεται στη μέγγενη των ποικίλων συμφερόντων. Ακόμα και το παιχνίδισμα με τες λέξεις λειτουργεί παραβολικά, υπαινικτικά, αμφίσημα. Αυτή η αμφισημία καθιστά την ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη μια ιδιαίτερη δημιουργική πράξη, ένα ζωγραφικό παλίμψηστο, μια αρχαιολογική στρωματογραφία μέσα στην οποία σναπτύσσονται κάτω από επάλληλα επίπεδα διάφορες θεματικές οπτικές γωνίες. […]

Άνευ 34 (φθινόπωρο 2009) 83-90.

Ιατρική Βεβαίωση

Α. ΠΑΝΑΤΟΣ

Όνειρα της ανθρώπινης φύσης.. .Βυθομετρώντας τον εαυτό του προσπαθεί να βρει ένα νόημα στη ζωή και στο θάνατο. Παρά τους απαισιόδοξους τόνους και τον αυτοσαρκασμό,η τελική εντύπωση είναι ότι ο συγγραφέας αποδέχεται τη ζωή και σαν αντίδοτο στο χαμό και στο θάνατο αντιπαραθέτει τον έρωτα και την ποίηση.Οι αντι-στίχοι του,όπως αποκαλεί τους στίχους του,κάνουν ήδη το θαύμα τους.Μετά από σωστή θητεία στην ελληνική ποιητική παράδοση,ο Γαλάζης έρχεται φορτωμένος ιστορικότητα και μνήμη να φέρει το ρίγος της καλής ποίησης.Βρίσκει πως κάποτε ο εαυτός του ήταν φυτό που αρνήθηκε τον ήλιο και βυθομετρούσε κάθε νύκτα το σκοτάδι του.Τώρα στάζει κάθε βράδυ από τα φύλλα του μικρό μωρό αγγελούδι ποίημα.Και για την ποίηση λέει: «Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος μου,πόσο αίμα να σου δώσω;»Σαρκάζει την υποτέλεια,την αυτοϊκανοποίηση και το κλείσιμο στον εαυτό μας,το κούμπωμα στα κούφια και στα ασήμαντα και καταλήγει φτωχός αλλά υπερήφανος :

«Ένα μολύβι κι ένα τετράδιο
όλα κι όλα μου τα υπάρχοντα…
Με συγχωρείτε, μα ,ήδη ,αγαπητοί,
Οι αντιστίχοι μου άναψαν.»

Τηλεοπτικό πρόγραμμα «Ορίζοντες», 1/9/198

Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα
Λοιμός και άλλα ποιήματα
Ηλεκτρονική Έκδοση
Ένα τετράδιο με εφτά ποιήματα με το γενικό τίτλο Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα μάς δίνει σαν καινούρια δουλειά ο Λεωνίδας Γαλάζης. Οι στίχοι του έχουν μια ποιότητα που προοιωνίζει εξέλιξη στο δύσκολο χώρο της ποίησης, αν ο ποιητής εξακολουθήσει να εργάζεται με μόχθο και συνέπεια. Στην ποίησή του κυριαρχεί ο δυναμισμός .Οι στίχοι του είναι σφιχτοδεμένοι.Η αγωνία του γύρω κόσμου φαίνεται να περισφίγγει τον ποιητή που εκδηλώνει τους φόβους κα τις αδυναμίες του προβληματιζόμενου ανθρώπου μέσα στα ποιήματά του.

(Ραδιοφωνική Εφημερίδα, 1981)

Στυφά κυδώνια

ΙΑΚΩΒΟΣ ΡΩΣΣΙΔΗΣ

Η τωρινή συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη – ενός ποιητή μόλις 26 χρονών – απευθύνεται στον αναγνώστη με μια ώριμη γλώσσα. Μας μιλά για τα «Στυφά κυδώνια» εννιά χρόνια μετά τα Ματωμένα κοράλλια, την πρώτη συλλογή του, με τη δύναμη της εσωτερικότητας, για να μας δώσει μια καινούργια γεύση πικρών στοχασμών. Κι ο στίχος του νέου ποιητή αποκτά κάποτε επιγραμματική πυκνότητα: «Ο φόβος του θανάτου τι είναι / μπροστά στο φόβο / ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;» Αντλεί ο Λ. Γαλάζης μέσα από σκληρά βιώματα – εμπειρίες προσωπικές, εμπειρίες δυσμενών συνθηκών – πασκίζοντας να μη νοθέψει την ειλικρίνεια του λόγου του, «την ποίηση της πρώτης νεότητας». Και η αγωνία διάχυτη παίρνει εδώ κι εκεί επαναστατημένες διαστάσεις, ανάμεσα σε «νούμερα σε μητρώα ανέργων».

Ο Φιλελεύθερος, 22/5/1988

Φωτηλασία

ΘΕΜΙΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

Στη συλλογή αυτή δημοσιεύονται 32 ποιήματα που μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι έχουν γραφεί σε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες ώρες της ποιητικής δημιουργίας του Λεωνίδα Γαλάζη. Ποιήματα μεστά ουσίας με άψογη τεχνική, έργα ενός προικισμένου ποιητή που εργάζεται αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες , για να δώσει ποίηση υψηλού επιπέδου.Το προσωπικό ύφος , η άνεση στη χρήση των εκφραστικών μέσων , η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας (σπάνια δυστυχώς στις μέρες μας),η περιεκτικότητα του λόγου, το βαθύ του νοήματος, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, η φιλοσοφική διάθεση , ο προβληματισμός, η παρρησία στην έκφραση , η συνέπεια στην άποψη είναι στοιχεία που θέλγουν τον αναγνώστη – και μάλιστα τον αναγνώστη με απαιτήσεις. Ο τίτλος «Φωτηλασία» από το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι ενδεικτικός του κλίματος στο οποίο κινείται το βιβλίο.Κυρίαρχο στοιχείο είναι ο αγώνας φωτός και σκότους με πολλαπλές έννοιες και διαστάσεις των δύο πολυσήμαντων λέξεων. Ο ποιητής επαγγέλλεται τη νίκη του φωτός , νίκη που για να επιτευχθεί, χρειάζεται σθένος , δύναμη ψυχής και αγώνας μεγάλος . Γλυκείς όμως οι καρποί .Ένα βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη που έχει πολλά να πει με θαυμστό ποιητικό λόγο.

«Ραδιοφωνική Εφημερίδα», 30/7/199

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s