ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

1-ΦΩΤΟ

 

1-ΒΙΒΛΙΑ0001

 

1-ΒΙΒΛΙΑ0002

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 

Ο Χρήστος Μαυρής (Λιμνάτι Λεμεσού, 1954) παρακολούθησε μαθήματα Ανθρωπιστικών Σπουδών (Μόσχα) και δημοσιογραφίας (Αθήνα). Εργάζεται ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο τύπο στην Κύπρο.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ενέδρα (1978- τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο των Μορφωτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας Κύπρου), Οι θέσεις του Απρίλη (1980), Ο μέγας αντίδικος (1993), Αποκαθήλωση (1995 -τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου), Ο αγρός του αίματος (2002), Ο εσπερινός της μνήμης (2003), Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών (2010).
Σε αυτοτελείς εκδόσεις έχει δώσει κριτικά δοκίμια και σύντομες μελέτες που αναφέρονται στο έργο των Μανώλη Αναγνωστάκη, Πέτρου Στυλιανού, Πίτσας Γαλάζη, Τάκη Σινόπουλου, Κώστα Μόντη, Μιχάλη Πασιαρδή, Μάριου Τόκα. Επίσης, τα βιβλία Το Πνεύμα της εποχής μας. 20 εκλεκτές συνεντεύξεις (1992) και ‘Είμαστε η γενιά της ήττας’. Συνεντεύξεις με τον Μάριο Τόκα (2009). Συμμετείχε επίσης σε ομαδικές εκδόσεις ποίησης.
Η ποίηση του Χ. Μαυρή στα αρχικά στάδια απηχεί έντονα τις αρνητικές εξελίξεις του 1974 στον γενέθλιο τόπο. Αλλά στη συνέχεια διευρύνει τη συνομιλία του με τη μεταπολεμική γενιά. Έτσι, συνδυάζει στοιχεία της ποίησης της αμφισβήτησης, του αντικομφορμισμού και της κοινωνικής οργής, σύμβολα του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού με ένα ιδιόμορφο υπερβατικό λόγο.

ΠΗΓΗ: http://www.poiein.gr/archives/16217

Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών, (2010)

 

Α΄  ΟΙ ΙΚΕΤΙΔΕΣ ΦΩΝΕΣ

 

Η επίθεση των πουλιών

Δεν υπάρχει άνοιξη για όσους
δεν τόλμησαν να πεθάνουν
Custave Roud

Τα χελιδόνια του θανάτου, Σου ’μηνάν μιαν άνοιξη
καινούρια…
Άγγελος Σικελιανός
Δεκάδες άγρια πουλιά
εισήλθαν σήμερα το μεσημέρι
απρόσμενα στο φτωχικό μου
με περίεργες διαθέσεις.
Φτερούγισαν για αρκετή ώρα
μέσα στα δωμάτια
του σπιτιού μου
κάνοντας μεγάλους κύκλους
σαν το μαύρο θάνατο
πάνω από το κεφάλι μου.
Μετά έβγαλαν
ένα δύο φωνές
σαν ανθρώπινες τσιριξιές
και τράβηξαν προς το άγνωστο,
αφήνοντας
σαν κρίνα άσπρα ανθισμένα
από μια μεγάλη κουτσουλιά
απάνω στο στρωμένο
γιορτινό τραπέζι μου.

8/5/2001

 

 

Τα νυχτερινά πουλιά

 Στον Π. Ποιονίδη

Χιλιάδες νυχτερινά πουλιά
επέστρεφαν χθες διψασμένα
και περνούσαν ορμητικά
μέσα από την ανοιχτή
παραθυρόπορτα του ονείρου μου
κρατώντας στα δυνατά ράμφη τους
δροσερά κλωνάρια ελιάς
δροσερά στεφάνια αγάπης.
Έρχονταν από πολύ βαθιά.
Έρχονταν
από ένα βελούδινο σκοτάδι
και κατέληγαν «και με φως
και με θάνατον ακαταπαύστως»
σ’ ένα ερωτικό ουράνιο πεδίο.

21/1/2000 

Τα παράξενα πουλιά

Μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

Αυτά τα μικροκαμωμένα πουλιά
δεν μοιάζουν σαν και τ’ άλλα!
Αυτά τα παράξενα πουλιά
που έρχονται κάθε άνοιξη
και κτίζουν τις φωλιές τους
πάνω από τις καμαρόπορτές μας
δεν τα τρομάζει
η ανθρώπινη παρουσία,
δεν αποφεύγουν
την ανθρώπινη λαοθάλασσα!
Τα πρωινά μαζεύονται όλα
στα δέντρα της αυλής μας
και αρχίζουν το κελάηδημά τους
αρχίζουν να ερωτεύονται,
να ερωτεύονται και
να σχεδιάζουν τις πολιτείες τους.
Και όταν βρούνε την πόρτα
ή τα παράθυρα ανοιχτά
ορμάνε μέσα στα μαραζωμένα
σπίτια μας. Ανεβαίνουν
στις καρέκλες, στα τραπέζια
ακόμη και στα κρεβάτια μας.

Αυτά τα παράξενα πουλιά
με τα γαλαζοπράσινα μάτια τους
γεμάτα δάκρυα
δεν είναι σαν και τ’ άλλα
που καταδιώκουν τους ποιητές
ούτε σαν κ’ εκείνα τ’ αδίστακτα
που σφάξαν τις χωριατοπούλες!

29/1/2001

 

 

Τ’ αλλοδαπά πουλιά

Οι βοσκοί μάταια έψαχναν
τον δραπέτη ήλιο
στο απολιθωμένο δάσος.

Ο μαύρος ήλιος
βρέθηκε αγκυροβολημένος
μέσα στα ματωμένα λιβάδια
της πληγωμένης σκέψης μου.
Δίπλα του έβοσκε αμέριμνα
ένα κοπάδι άσπρα άλογα.
Στις πέτρινες ράχες τους
αναπαύονταν αμέριμνα
κόκκινα αλλοδαπά πουλιά.

25/3/2001, Περβόλια

 

 

Τα ξενιτεμένα πουλιά

Οι βοσκοί μάταια έψαχναν
τον δραπέτη ήλιο
στο απολιθωμένο δάσος.

Ο κόκκινος ήλιος
βρέθηκε γκρεμοτσακισμένος
μέσα στα νοτισμένα λιβάδια
της τελευταίας δόλιας νύχτας.
Από το ξεσχισμένο στήθος του
ανάβλυζε
ένα ουράνιο δροσερό ποτάμι.
Στις όχθες του έσκυβαν
ομαδικά
χιλιάδες ξενιτεμένα πουλιά
για να ξεδιψάσουν.

26//3/2001

 

 

Τα ταξιδιάρικα πουλιά

Τα ταξιδιάρικα πουλιά
που φτεροκοπούσαν πανικόβλητα
γύρω τριγύρω στον ουρανό
την Κυριακή το απόγευμα
δεν ήξερες
αν τραγουδούσαν ή αν έκλαιγαν.

Οι ραγισμένες φωνές τους
ανέβαιναν ψηλά και χάνονταν
μέσα στους μυστικούς ουρανούς.

Το άλλο πρωί
ο παγωμένος άνεμος που κατέβαινε
από το χιονισμένο βουνό
έφερνε στις αυλές μας
έναν ματωμένο αντάρτικο σκοπό
γεμάτο κραυγαλέο πόνο.

2/9/2006

 

 

Β’  Ο ΑΝΕΛΕΗΤΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

 

Τα πικραμένα πουλιά

Πλατύς έναστρος ουρανός.
Τριγύρω στην πλάση ανοίγει και
απλώνεται επικίνδυνα
μια θάλασσα σιωπής.
Μέσα στη βαθιά σιωπή
ταξιδεύουν
χιλιάδες πικραμένα πουλιά
και ψάρια χρυσοφτέρουγα.
Αγωνίζονται να φθάσουν
στη μυστική πηγή
για να πάρουν το αθάνατο νερό
να το φέρουν σπονδή
στα φαρμακωμένα χείλη της.

28/6/2001

 

 

Τα δυστυχισμένα πουλιά

Στα ραγισμένα μάτια της
τρέχουν και προπονούνται
έφηβες θάλασσες τρικυμισμένες.
Στο πέτρινο στήθος της
εκρήγνυνται και σβήνουν ακατάπαυστα
καλοκαιρινοί κεραυνοί.
Στο αίμα της δροσίζονται
άγρια άλογα της Αρκαδίας.
Στ’ αριστερά,
στο ύψος της ραγισμένης καρδιάς της
κατεβαίνουν να κουρνιάσουν
μικρά δυστυχισμένα πουλιά.

31/7/2002

 

 

Τα τυφλά πουλιά

Μέρες και νύχτες
γκρεμοτσακίζονταν
τα τυφλά πουλιά
μέσα στον αιώνιο ουρανό.
Μέρες και νύχτες
συνθλίβονταν μέσα στην έρημο
του καθημερινού θανάτου.

Αγωνίζονταν
να φθάσουν (όσα θα φθάσουν) κοντά της.
Ποθούσαν να σταθούν δίπλα της,
έστω για μία στιγμή!
Να πιουν κρύο νερό και να δροσιστούν
στις κρυφές πηγές που πηγάζουν
από τα βαθιά μάτια της.

15/7/2003

 

 

Ερωτευμένα πουλιά

Βαρι’ αναστέναξε-
το τρικυμισμένο νερό της θάλασσας
αποσύρθηκε
όπως το πληγωμένο φίδι στα βράχια.

Χαμογέλασε-
τα ερωτευμένα πουλιά της άνοιξης
κατέβηκαν
να λουστούν στα ηλιόλουστα μάτια της.

28/6/2001-31/10/2010, Λευκωσία

 

 

Τα γέρικα πουλιά

Σιχάθηκαν
τα βρώμικα νερά
τα γέρικα θαλασσοπούλια.
Εγκατέλειψαν άστοργα
τις σάπιες ψαρόβαρκες
και τα καΐκια με τ’ ανεμοδαρμένα,
τα ξεθωριασμένα κατάρτια.

Πέταξαν ψηλά,
σε άγνωστα μέρη,
τα γέρικα πουλιά.

Τώρα δύο δύο στη σειρά
ρίχνουν ζάρια μέσα
στον πλακόστρωτο ουρανό
για να διαβάσουν
τη σκοτεινή μοίρα τους.

5/8/2002, Περβόλια

 

 

Τα φλεγόμενα πουλιά

Από τα καταφύγια ψηλά
που βρίσκονταν
τα φλεγόμενα πουλιά
πανικόβλητα έβλεπαν
τον δίκαιο ήλιο τους
γκρεμισμένο
μεσ’ τα χαλάσματα
μέρα τη μέρα να βυθίζεται
κάτω από τα ερείπια των σπιτιών τους.

Στις ικεσίες και τις προσευχές τους
παρακαλούσαν τον αγαθό Θεό
ν’ αφήσει χωρίς φως τα μάτια τους
για να μην αντικρίζουν
αυτή τη φρίκη που τα κάλυψε.

23/8/2006, Περβόλια

 

 

Τα περιπλανώμενα πουλιά

Μνήμη Γ. Σεφέρη-Α. Σικελιανού

Μέσ’ από την πυκνή ομίχλη
στη φουρτουνιασμένη θάλασσα
φάνηκε ακυβέρνητο ένα καράβι
να μάχεται
με τα αμείλικτα κύματα
ανοιχτά της μικρής πόλης.
Στα κατάρτια και τα σχοινιά του
βρίσκονταν γαντζωμένα
εκατοντάδες βρεγμένα πουλιά.
Αξιολύπητα πουλιά-
πρόσφυγες από άλλα μέρη.

Ο θάνατος που χιόνιζε
όλη νύχτα απάνω σ’ αυτά
τα περιπλανώμενα,
τα εξαντλημένα πουλιά
τα είχε μισοσκεπάσει.

Τώρα καρτερούσαν με αγωνία
να χαράξει η άλλη μέρα
ίσως
τα δεχτεί στη ζεστή αγκάλη του
ένας άλλος φιλόξενος ήλιος.

25/8/2006. Περβόλια

 

 

Τα αποδημητικά πουλιά

Σμήνη αποδημητικά πουλιά
πουλιά που δεινοπάθησαν
μέσα στους δρόμους
πεζεύουν κάθε βράδυ
στο μοναχιασμένο βουνό
και ξεδιψάνε
από την ανεξάντλητη
στέρνα της λύπης.

Το πρωί
ανανεωμένα τα πουλιά
ξαναρχίζουν
την κουραστική πορεία τους
προς τη γκρεμισμένη πύλη τ’ ουρανού
έχοντας για ταξιδιωτικό οδηγό τους
την αδυσώπητη μνήμη.

7/1/2007

 

 

Ο ΕΞΗΜΕΡΩΤΗΣ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (2015)

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

Ποίηση που εξαγνίζει τις ταπεινές και λησμονημένες πλευρές της ζωής

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, στην μακρόχρονη ποιητική πορεία του, έχει κατορθώσει να δημιουργήσει ποιοτικό και διαχρονικό έργο, η αξία του οποίου αναγνωρίζεται σήμερα απ’ όλους, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας. Είναι έργο πλούσιο και μεγάλη εμβέλεια, που διεισδύει και εποπτεύει όλη την ελληνική επικράτεια, οριζοντίως αλλά και καθέτως, δηλαδή σε πλάτος και σε βάθος, με αποτέλεσμα να αγκαλιάζει χαι ν’ αναλύει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων γύρω από αυτό που λέγεται ελληνική πραγματικότητα. Γι’ αυτό, απ’ όποια
πλευρά και αν προσεγγίσεις αυτό το σπουδαίο ποιητικό έργο, είτε από την πλευρά του αναγνώστη είτε από την πλευρά του μελετητή, αναπόφευκτα πάντοτε κάτι θα σου ξεφεύγει.
Ένα αναγνωστικό ταξίδι στη γενναιόδωρα προικισμένη και βαθυστόχαστη ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου, είναι αποδεδειγμένο πως αυτό καταλήγει να είναι πάντοτε συναρπαστικό, γιατί επιφυλάσσει στο φιλότεχνο κοινό ωραίες και αξέχαστες στιγμές.
Συναρπαστικό, γιατί η ποίησή του Μαρκόπουλου σε οδηγεί στο μυστήριο και στη μαγεία, γεγονός που σου δημιουργεί το ενδιαφέρον για συνεχή επαφή και ενασχόληση μαζί της, μέχρι να γίνεις, (όσο σου επιτρέπουν φυσικά οι γνώσεις, οι δυνάμεις, η ιδιοσυγκρασία και η ευαισθησία σου), κοινωνός αυτού του μυστηρίου και της μαγείας που περικλείει η ποίησή του.
Επιπλέον, είναι συναρπαστικό αυτό το ταξίδι, στην εξαιρετική ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου, γιατί σου δημιουργεί πολλά και διάφορα συναισθήματα, αλλά και σκέψεις και προβληματισμούς. Πραγματικά, δεν ξέρεις τι θα σου αποκαλύψει κάθε νέο βιβλίο του ή πού θα σε οδηγήσει η επόμενη σελίδα του κάθε νέου βιβλίου! Δηλαδή, δεν ξέρεις αν θα σε οδηγήσει στα μονοπάτια της ζωής ή του θανάτου, της χαράς ή του πόνου, του έρωτα ή της απόρριψης, του ονείρου ή του εφιάλτη, της μοναξιάς ή του πλήθους, του μαρτυρίου ή της ανάστασης.
Είναι ένα ταξίδι (η λέξη «ταξίδι» με τη μεταφορική και κυριολεκτική σημασία της) που σε οδηγεί, όπως ανάφερα, σε πολλές και ενδιαφέρουσες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Περιοχές φυσικές ή επινοημένες, γενέθλιες ή μητριές, κοινωνικές ή πολιτικές, ιστορικές ή ποιητικές.
Θέλω να τονίσω, ακόμη, πως η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι εξ ολοκλήρου φτιαγμένη από γνήσια υλικά. Εννοώ γήινα υλικά, που παράγει εν αφθονία ο γενέθλιος τόπος του. Δηλαδή, η ποίησή του είναι θεμελιωμένη στην ελληνική παράδοση αλλά και στο αξιόλογο έργο των προπατόρων του ποιητών, κυρίως αυτών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, γι’ αυτό και ξεχωρίζει ως έργο στέρεο, πολυεπίπεδο και πολυδύναμο, στοιχεία τα οποία είναι ικανά να του εξασφαλίσουν ακατάλυτη διάρκεια στο μέλλοντα χρόνο.
Όπως σωστά έχει επισημάνει ο πανεπιστημιακός καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός, ένας από τους εγκυρότερους μελετητές της ποίησής του, «ο Μαρκόπουλος είναι από τους ποιητές της γενιάς του ’70, που μετέφερε σφιχτά, όπως ο αθλητής ταχύτητας τη σκυτάλη, την αγωνία της πρώτης
μεταπολεμικής γενιάς, και εγκέντρισε μ’ αυτήν το έργο του, ακολουθώντας την αγωνιστική παράδοση, όπως εκείνοι την όρισαν».
Κατά συνέπειαν, η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι κι έργο μεγαλόπνοο, ικανό να χωρέσει μέσα του όλα τα προβλήματα και συναισθήματα των συνανθρώπων μας, νέων ή γέρων, μαύρων ή άσπρων, πλούσιων ή φτωχών, δεξιών ή αριστερών, επιτυγχάνοντας συνάμα να μεταδίδει ασταμάτητα στην ψυχή των καταπονημένων συνανθρώπων μας την
ζωογόνο φλόγα της ελπίδας. Άρα είναι συνάμα και έργο με λυτρωτικό και ανορθωτικό χαρακτήρα.
Θα πρόσθετα, επιπλέον, πως είναι έργο καίριο και πανανθρώπινο που αν του δείξεις, όπως ήδη έχω σημειώσει, την ανάλογη αγάπη, σου επιτρέπει να κινηθείς μέσα του κατά πλάτος αλλά και κατά βάθος. Και αισθάνεσαι να ξεδιπλώνονται μπροστά σου, με όλες τις λεπτομέρειες της, η συλλογική Ιστορία αλλά και η προσωπική ιστορία του δημιουργού του ή διαφόρων άλλων συνανθρώπων μας.
Εννοώ πως στην ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου μπορούμε να εντοπίσουμε βασικές περιόδους της κοινωνικής και πολιτικής Ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας, αρκετές φορές σε άμεση αναφορά με τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του δημιουργού της ή άλλων επιφανών Ελλήνων ή ακόμη και απλών
πολιτών.
Ο Γ. Μαρκόπουλος, όπως πολύ σωστά έχει επισημάνει ο αξέχαστος Γιάννης Βαρβέρης σε κριτικό σημείωμά του, με την ποίησή του «κατορθώνει, μέσω μιας γλώσσας έντονα ελεγειακής, να εξαγνίσει ακόμη και τις πιο ταπεινές και λησμονημένες πλευρές της ζωής». Ασφαλώς, της δικής του
ζωής και των δικών του ανθρώπων αλλά και των άλλων συνανθρώπων του.
Και αυτός ο στόχος, όπως διαπιστώνω, επιτυγχάνεται
με μεγάλη επιτυχία, γιατί η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι τέχνη γνήσια και αληθινή, με αψεγάδιαστα χαρακτηριστικά και ιερή αποστολή, γεγονός που του επιτρέπει ν’ αγγίζει και να ψηλαφεί τους πάντες και τα πάντα με καθαρή και αγνή ματιά. Πάγια τακτική και επιδίωξη ασφαλώς από την πλευρά του ποιητή, με αποτέλεσμα αυτό να δημιουργεί θετική διάθεση και ενέργεια στον αναγνώστη, πείθοντάς τον ότι δρέπει να διατηρεί σταθερή επαφή και αγάπη με την σπουδαία αυτή ποίηση.
Με άλλα λόγια, η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι έργο πολύμοχθο, εμπνευσμένο και ολοκληρωμένο με περισσή μαστοριά, γεγονός που το κάνει να ξεχωρίζει για τη μεγάλη αξία του. Γι’ αυτό, δίκαια επιδέχεται ποικίλες αναγνώσεις και προσεγγίσεις, αναλύσεις και ερμηνείες! Είναι, θα έλεγα, ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μου, έργο που μπορείς να το απολαύσεις αναγνωστικά και ταυτόχρονα (αν διαθέτεις τα απαραίτητα εφόδια) να το συζητήσεις ή να το αναλύσεις φιλολογικά και αισθητικά. Και αυτό ακριβώς εννοούσα, όταν αρχικά έλεγα πως η ανάγνωση αυτού του ποιητικού έργου είναι ένα ωραίο και συναρπαστικό ταξίδι. Ταξίδι όμως που δεν έχει τελειωμό. Πρόσω ολοταχώς, λοιπόν, προς την ποιητική θάλασσα του Γιώργου Μαρκόπουλου!

Λευκωσία, Οκτώβρης 2013
Αγία Φύλα, Οκτώβρης 2014

 

Οι θλιβερές Κυριακές των ποιητών

Αναφορά στην ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου και του Μίλτον Σαχτούρη

Σε όλο το σώμα (corpus) με το εκδομένο ποιητικό έργο ίου Γιώργου Μαρκόπουλου υπάρχει πληθώρα αναφορών στην έβδομη και τελευταία μέρα της εβδομάδας, που δεν είναι άλλη ασφαλώς από την Κυριακή. Μέρα ξεχωριστή και πολύ αγαπημένη για τους περισσότερους ανθρώπους που
κατοικούν αυτό τον «διακεκριμένο πλανήτη», όπως λιτά αλλά πολύ εύστοχα τον έχει χαρακτηρίσει ο Νικηφόρος Βρετάκος.
Όπως διαπιστώνω, στο ποιητικό έργο του Γ. Μαρκόπουλου, υπάρχουν ποιήματα που αναφέρονται στην Κυριακή σχεδόν σε όλες τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει μέχρι σήμερα, όπως π.χ. «Η θλίψις του προαστίου», «Οι Πυροτεχνουργοί», «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης», «Μη σκεπάζεις το ποτάμι» κ.ά.. Μάλιστα, κάποια από αυτά τα ποιήματα τιτλοφορούνται μονολεκτικά, δηλαδή με μία μόνο λέξη, τη λέξη «Κυριακή», και κάποια άλλα στον τίτλο τους περιέχεται οπωσδήποτε και η λέξη «Κυριακή»,
όπως είναι το ποίημα «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής» κ.ά..
Οι τραγουδισμένες Κυριακές φυσικά αποτελούν κοινό τόπο στην ελληνική ποίηση, εφόσον το φαινόμενο αυτό το συναντούμε και σε πολλούς άλλους Έλληνες ποιητές, κυρίως τους παλαιότερους, τόσο αυτούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως είναι ο Μίλτος Σαχτούρης και ο
Μανόλης Αναγνωστάκης, όσο και αυτούς της «Γενιάς του ’30», όπως είναι ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Αρκούμαι ν’ αναφέρω εδώ πως ο Γ. Ρίτσος σε ένα από τα εκτενή ποιήματά του, την «Αγρύπνια» (1955), θα γράψει: 

«Τραμπούκοι, τραμπούκοι, μας κλέβετε. Δώστε μας πίσω τα λεφτά μας.
Όλο μας κλέβετε. Δώστε μας πίσω τις μέρες μας.
Δώστε μας το ψωμί μας, την Κυριακή μας.
Δώστε μας πίσω τη ζωή μας».

Η Κυριακή όμως, παρόλο που για τους περισσότερους ανθρώπους είναι μέρα αργίας και αποχής από την καθημερινή ρουτίνα τους, εννοώ πως είναι μέρα αποχής από την κουραστική δουλειά τους, συνεπώς είναι μέρα χαράς, που
προσφέρεται για ξεκούραση και διασκέδαση (για πολλούς συνανθρώπους μας είναι και μέρα για έξοδο στο βουνό ή στη θάλασσα, στο γήπεδο ή στον ιππόδρομο, στο καφενείο ή στον κινηματογράφο), δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους περισσότερους Έλληνες ποιητές που έχουν καταπιαστεί με αυτό το θέμα. Θέλω να πω τους Έλληνες ποιητές που κάνουν αναφορές ή μνημονεύουν τις Κυριακές στην ποίησή τους.
Αντιθέτως, όπως διαπιστώνω, γι’ αυτούς τους ποιητές οι Κυριακές είναι συννεφιασμένες και ψυχρές, άδειες και μονότονες, έρημες και πληκτικές, θλιμμένες και άχαρες και, το κυριότερο, είναι στιγματισμένες πάντοτε από ένα θλιβερό γεγονός που συνέβη στους ίδιους ή σε κάποια άλλα άτομα από την οικογένειά τους ή από το στενό περιβάλλον τους. Γι αυτό και ονόμασα τη μικρή αυτή σπουδή μου «Οι θλιβερές Κυριακές των ποιητών». Τίτλος που καλύπτει επαρκώς, νομίζω, το περιεχόμενο που περικλείεται στην εργασία μου, αλλά και για να μας θυμίζει διαρκώς, τιμής ένεκεν, το πονεμένο ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη «Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών», που περιέχεται στη συλλογή του «Καταβύθιση» και εκδόθηκε το 1990, στην Αθήνα.
Θα δώσω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα, τόσο από την ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου όσο και από την ποίηση του Μ. Σαχτούρη, ικανά όμως να μας εισαγάγουν και να μας περιάγουν στο θέμα μας. Περιορίζομαι, για την ώρα, μόνο σε αυτούς τους δύο σημαντικούς ποιητές για δύο βασικούς λόγους:
Πρώτον, γιατί το συγκεκριμένο θέμα καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στο περιβόλι της ελληνικής ποίησης, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί διεξοδικά στις σελίδες της παρούσης δοκιμής.
Και, δεύτερον, για να μην ξεμακρύνουμε από την ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου. Ποίηση που μου έδωσε το έναυσμα και την έμπνευση για να προχωρήσω στη σύνθεση αυτής της εργασίας, αλλά και γιατί πιστεύω πως η επιρροή που δέχθηκε ο Γ. Μαρκόπουλος, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο θέμα, προέρχεται κατευθείαν από την ποίηση του πρεσβύτερου Μ. Σαχτούρη, άσχετα αν η επίδραση αυτή δεν είναι κραυγαλέα και, κυρίως, έντονα χρωματισμένη για να είναι τουλάχιστον ευδιάκριτη με γυμνούς οφθαλμούς από
κάποια απόσταση. Σίγουρα όμως, η επίδραση αυτή είναι γονιμοποιός, άρα καρποφόρα, παρά την όποια απαισιοδοξία κουβαλάει μέσα της.
Σχετικά με αυτό το καταθλιπτικό κλίμα που διαχέεται στην κυριακάτικη ατμόσφαιρα που βιώνουν οι περισσότεροι Έλληνες ποιητές, και στο τέλος καταλήγει σαν το χυμένο φαρμάκι στην ποίησή τους, ο Γιώργος Μαρκόπουλος στο ποίημα του «Τις Κυριακές το απόγευμα», από τη συλλογή
«Η θλίψις του προαστίου», θα γράψει πως «Τις Κυριακές το απόγευμα οι πόρτες των πολυκατοικιών/μου θυμίζουν κάτι παλιά αρχοντικά μαυσωλεία/ που τα ξέχασαν».
Και στη συλλογή «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης», χωρίς περιστροφές, θα αποκαλύψει πως «από όλες τις ημέρες, μπορώ να σας πληροφορήσω ότι ανέκαθεν, πιο πολύ φοβόμουν την Κυριακή…».
Με τις ίδιες περίπου αρνητικές σκέψεις και απαισιόδοξα συναισθήματα για τις Κυριακές διακατέχεται, όπως ανάφερα, και ο Μίλτος Σαχτούρης, ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που στάθηκε θα έλεγα δάσκαλος και οδηγός για τον Γ. Μαρκόπουλο, άσχετα
αν οι σκληρές συνθήκες της εποχής που έζησε και δημιούργησε, αλλά και τα πλούσια βιώματα που απεκόμισε, τον ανάγκασαν να δημιουργήσει μία τραγική, στο έπακρον εφιαλτική, ποίηση.
Συγκεκριμένα, στο ποίημά του που τιτλοφορείται «Σαν πανηγύρι», από τη συλλογή «Χρωματοτραύματα» θα αποκαλέσει την Κυριακή «ευλογημένη Κυριακή/ καταραμένη μέρα» γιατί, όπως λέει, «μ’ ένα κτύπημα ο θεοκόπος μ’ έσπασε στα δύο».
Θα προσπαθήσω να εμβαθύνω ακόμη περισσότερο στο θέμα αυτό, για να αντιληφθούμε καλύτερα πώς λειτουργούν και πώς περιγράφονται οι Κυριακές στην ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου και Μ. Σαχτούρη, δίδοντας ακόμη κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα από το έργο των δύο αυτών επιφανών δημιουργών, επιχειρώντας ταυτόχρονα και μία σύγκριση, για να διαφανεί η έκταση που καταλαμβάνει το συγκεκριμένο θέμα στην ποίησή τους αλλά και τα σημεία επαφής τους όπως διαφαίνονται, έστω και αμυδρά, σε κάποια ποιήματά τους.
Στην ποιητική συλλογή «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης», του Γ. Μαρκόπουλου, που εξέδωσε τον Μάρτιο του 1987, όλες οι αναφορές στις Κυριακές, που περιέχονται σε κάποια ποιήματά της, συνοδεύονται και από ένα κακό, πολύ θλιβερό, μαντάτο.
Για την ακρίβεια, στη συλλογή αυτή, γίνονται αναφορές στην Κυριακή σε τρία συνεχόμενα ποιήματα, που είναι τα εξής: «Σε μία παραλία το 1960 ή στο ρυθμό της Μπάντας», «Στη μάντρα του ασύλου» και στο «Πάντα θυμάμαι το σπίτι μας». Είναι, θα έλεγα, τρία ομότροπα ποιήματα αλλά το καθένα με διαφορετικό ύφος.
Το πρώτο ποίημα, ειδικά το ύφος του, θυμίζει την ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, το δεύτερο θυμίζει την ποίηση του Τάκη Σινόπουλου και το τρίτο θυμίζει την ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου.
Στο πρώτο ποίημα, το κακό μαντάτο περιγράφεται με τους εξής στίχους:
«Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρωί/ και έτσι που το φως του ηλίου/ ήταν τόσο διάφανο,/ το παιδάκι σηκώθηκε/ και προχώρησε προς τη θάλασσα/ ώσπου χάθηκε».
Στο δεύτερο ποίημα, το τραγικό γεγονός, (που συντελείται και αυτό ημέρα Κυριακή), περιγράφεται ως εξής:
«Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω./ Ήταν σφαγμένη/με το στήθος γυμνό/ και τα μαλλιά της λυμένα./ Ωραίοτάτη κοιμωμένη/ για τον τάφο της, φώναξα».
Και στο τρίτο ποίημα ο Μαρκόπουλος θα σημειώσει:
«Πάντα θυμάμαι το σπίτι μας που το έπιασε φωτιά και τους γονείς μου να τρέχουν μισόγυμνοι από τον ύπνο. Μετά από χρόνια πέθαναν ημιπαράφρονες σε ένα άσυλο. Την τελευταία Κυριακή που τους είδα με ρωτούσαν συνέχεια για την αδελφή μου. Εγώ δεν είχα αδελφή ποτέ τους είπα- πως το ξεχνούσαν-».
Με άλλα λόγια, στο πρώτο ποίημα γίνεται λόγος για ένα παιδί που χάθηκε μία Κυριακή στην θάλασσα και δεν ξαναγύρισε. Ο ποιητής εδώ, παρόλο που δεν το ομολογεί ξεκάθαρα, αφήνει να εννοηθεί πως το παιδάκι έχει πνιγεί στη θάλασσα.
Στο δεύτερο ποίημα γίνεται λόγος για μία σφαγμένη κοπέλα που συνάντησε μέσα στο δρόμο, πάλι ημέρα Κυριακή, για να καταλήξει να σημαδεύει την ποίησή του αρνητικά και αυτή η ευλογημένη μέρα. Το γεγονός αυτό όμως, όπως αντιλαμβάνομαι, πρέπει ν’ ανάγεται στην σφαίρα της φαντασίας του ποιητή ή στην σφαίρα του ονείρου του, μετά
που πληροφορήθηκε για τη «σφαγμένη θέλησή» της και ύστερα από τον υποχρεωτικό γάμο που την ανάγκασε να συνάψει ο πατέρας της με κάποιο που δεν την ενδιέφερε.
Και στο τρίτο ποίημα γίνεται λόγος για τους γονείς του που «πέθαναν ημιπαράφρονες σε ένα άσυλο» αλλά και για το σπίτι τους που το έπιασε φωτιά.
Στο τέταρτο μέρος από το ποίημα «Διαβάσεις πεζών», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Μη σκεπάσεις το ποτάμι», ο Γ. Μαρκόπουλος περιγράφει ακόμη ένα «φοβερό δυστύχημα», που έλαβε χώρα και αυτό Κυριακή, χρωματίζοντας έτσι την άγια αυτή μέρα με τα πιο μελανά χρώματα
που υπάρχουν στη μεγάλη παλέτα του Θεού:
«-Κυριακή, Ιούνιος, δώδεκα το μεσημέρι. Ένα ταξί μεγάλο, χρώματος θαλασσί με κοκαλί σκεπή, σταματά σε ένα παλιό αρχοντικό κάποιας μεσαίας σε πληθυσμό επαρχιακής πόλης. Κατεβαίνει η μητέρα, επιστρέφοντας από το μαιευτήριο, με το νεογέννητο μωρό της. Ο πατέρας, φορώντας το γιλέκο του κοστουμιού (μαύρο) με το άσπρο πουκάμισο, την υποδέχεται με ναγκαλισμούς.
Το σούρουπο η πόλη ταράχτηκε από ένα φοβερό δυστύχημα-πνιγμό για όσους θυμούνται, με βάρκα, οκτώ μαθητριών του τοπικού Γυμνασίου. Αργά το βράδυ κατέφθασε στην προκυμαία το ναυαγοσωστικό. Έβγαζαν σώματα άψυχα, με το σωρό».
Βεβαίως, το πιο πάνω τραγικό περιστατικό, με τις πνιγμένες μαθήτριες, που σημειώθηκε σε επαρχιακή πόλη, φέρνει στη θύμησή μας κάποιες σκηνές από την ταινία «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956), του Μιχάλη Κακογιάννη, που γυρίστηκε στην Ύδρα, κάνοντας μας να πιστεύουμε πως το
γεγονός αυτό είναι πραγματικό, εφόσον καταγράφηκε με επιτυχία και από την Τέχνη, δηλαδή την τέχνη του κινηματογράφου.
Στη συλλογή τώρα του Μίλτου Σαχτούρη, που τιτλοφορείται «Σφραγίδα ή η ογδόη σελήνη» (1964), υπάρχει ανάμεσα σε άλλα και το ποίημα που ονομάζεται μονολεκτικά «Κυριακή», το οποίο αρχίζει με τους εξής στίχους:
«Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου

το πεθαμένο παιδί

δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι…».
Ο Σαχτούρης, στο εμβληματικό αυτό ποίημα, μας κάνει ασφαλώς κοινωνούς της κυριακάτικης μοναξιάς του αλλά ταυτόχρονα αναφέρεται και αυτός σ’ ένα θλιβερό περιστατικό. Αναφέρεται «σ’ ένα πεθαμένο παιδί» που… «δεν ξενιτεύεται» και «πάει κρατώντας ένα κόκκινο σκυλάκι μέσα
στο μαντίλι…».
Στη συλλογή «Οι Πυροτεχνουργοί», όπως διαπιστώνω, ο Μαρκόπουλος καταπιάνεται και πάλι με τις Κυριακές και συγκεκριμένα κάνει αναφορές στα ποιήματα «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής» και «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής 2». Μάλιστα, στο ποίημα «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής», θα γράψει:
«Ένας άνθρωπος λιαζόταν στο ταρατσάκι./ Και βέβαια
έτσι που καθόταν,/ έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει εδώ και
χιλιάδες χρόνια».
Το ποίημα του Γιώργου Μαρκόπουλου όμως, φέρνει αμέσως στην θύμησή μας τη «Δύσκολη Κυριακή», του Μίλτου Σαχτούρη, το πρώτο ίσως ποίημα που κωδικοποίησε σε βιβλίο και περιέχεται στην πρώτη συλλογή του που τιτλοφορείται «Η Λησμονημένη» (1945), όπου, ανάμεσα σε άλλους θλιβερούς στίχους, διαβάζουμε:
«…φίλε αγάπη αίμα φίλε/ φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τι κρύο
Ήτανε παγωνιά/ δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι/ κι έμεινα μ1 έναν ακρωτηριασμένο φίλο/ και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά».
Στα δύο αυτά ποιήματα φαίνεται πως υπάρχει μια κρυφή επικοινωνία ή, καλύτερα, ένας σιωπηλός αλλά ευεργετικός διάλογος που μοιάζει με το αθέατο νερό που κυλάει αθόρυβα κάτω από το σκληρό βράχο και πηγαινοέρχεται ασταμάτητα από την μία υπόγεια λίμνη στην άλλη. Με άλλα λόγια, όπως στοχεύει ν’ αποδείξει η δοκιμή μου, στα δύο αυτά ποιήματα υπάρχουν, πιστεύω, κοινά στοιχεία που φανερώνουν, θα έλεγα με ασφάλεια, έναν διακειμενικό διάλογο με θέμα το θάνατο αγαπημένων προσώπων. Ένα διάλογο για τον οποίο υποπτεύομαι ότι ανοίγει όπως ο κύκλος στο νερό και συμμετέχουν σε αυτό και άλλοι νεοέλληνες ποιητές γιατί, τα πιο πάνω αποσπάσματα, έμμεσα μπορεί να παραπέμπουν και στο στίχο «Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα», του Μανόλη Αναγνωστάκη, από το ποίημα «Ο Νεκρός», που περιέχεται στη συλλογή του «Η Συνέχεια 3».
Επιπλέον, το ποίημα του Γ. Μαρκόπουλου ακούγεται και σαν ένας φιλικός χαιρετισμός ή μία σιγανή απόκριση, έστω καθυστερημένα, στο ποίημα του Σαχτούρη. Ο Σαχτούρης, όπως διαβάζουμε, με ύφος που αποπνέει παράπονο, ομολογεί πως δεν ξέρει την ώρα που είχαν πεθάνει οι φίλοι
του και πως τώρα έχει απομείνει μόνος «μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο». Και ο Μαρκόπουλος, ωσάν να θέλει να παρηγορήσει τον Σαχτούρη αλλά και για να τον απαλλάξει από την αγωνία και τα ερωτηματικά που τον κυριεύουν, του
απαντάει πως οι φίλοι του έχουν πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Αυτοί οι ποιητικοί διάλογοι όμως, για τους επαρκείς αναγνώστες, δηλαδή για όσους γνωρίζουν σε βάθος τη δουλειά του Γ. Μαρκόπουλου, δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο, το οποίο οφείλουν να έχουν υπόψη τους και οι νεότεροι. Θέλω να πω οι μελλοντικοί αναγνώστες του. Γιατί ο περιπαθής Μαρκόπουλος, όπως έχει επισημανθεί αλλού, και είναι ήδη γνωστό, από αγάπη και τιμή προς τους παλαιότερούς του, από αγάπη και τιμή προς την τέχνη της ποίησης, που υπηρετεί με ασίγαστο πάθος εδώ και δεκάδες χρόνια,
επιδιώκει αρκετά τακτικά να επικοινωνεί μέσω της ποίησής του με άλλους ομότεχνούς του. Κυρίως επικοινωνεί και συνομιλεί με ποιητές των αμέσως προηγούμενων γενιών, για τους οποίους τρέφει ιδιαίτερη αγάπη και εκτίμηση,
συζητώντας μαζί τους για πολλά και ποικίλα θέματα, κυρίως υπαρξιακά και μεταφυσικά. Και αυτή η επικοινωνία γίνεται άλλοτε στα κρυφά και άλλοτε στα φανερά. Άλλοτε με ηχηρές σιωπές και άλλοτε με σιωπηρούς κρότους.

Λευκωσία, 24.4.2012-20.10.2012 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s