ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ

1-ΓΕΩΡΓΙΑ

 

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0002

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0001

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Γεωργία Κολοβελώνη γεννήθηκε στα Τρίκαλα, όπου και ζει. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Κατέχει δύο Μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά.

Συλλογές:
Ιστορίες με λυπημένη αρχή, 2012
Μελάνι στον ουρανίσκο, 2015.

 

 

ΜΕΛΑΝΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΣΚΟ (2015)

 

ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

αύριο δεν είναι ποτέ μα άλλη μέρα
αύριο είναι πάντα χτες

οι φίλοι έχουν όλοι φύγει
μια ορχήστρα αόρατη παίζει
σε σάλα αδειανή το βαλς
μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές
πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα
στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια
φτερά από καπέλα εποχής
μια πέρλα ανάμνηση σε λαιμό λευκό
που αγαπήθηκε πολύ

ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας

κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό
κοιτάμε βουβοί την οθόνη
πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν
οι τίτλοι του τέλους

 

 

ΣΧΕΔΟΝ ΖΩΗ

οι νεκροί μου ζουν
στη φορμόλη
διασχίζουν κάθετα τις μέρες
με πυροβολούν ωμή πραγματικότητα
φυτρώνω πόδια στην αυλή τους
φοβάμαι να μεγαλώσω

εφευρίσκουν τρόπους αυτοί

σκηνοθετούν θνησιγενείς αναχωρήσεις
στη νύχτα
συναλλασσόμαστε με το ανέφικτο
τα κέρματα λιγοστά
-έχει αλλάξει τελευταία η αριθμητική
των ανοιχτών πεδίων-
μετράμε δάχτυλα κόκκαλα μνήμες
όλα λειψά
συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις

πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου
που σαπίζει στο χώμα

 

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

στη νύχτα θα μπούμε
με πόδια γυμνά
θα φυτρώνουν αγκάθια
στους βολβούς των ματιών μας
το μυαλό μας θα λιώνει
σε τοίχους με χρώματα
ένας σκύλος θα γαβγίζει σε τέλειο ανάπαιστο
θα είμαστε ήδη νεκροί
τυλιγμένοι σε φύλλα
από δέντρα

στη νύχτα θα μπούμε
από περάσματα άδεια
που οδηγούνε σε σώματα
Παύλου Μελά Λασσάνη Προξένου Κορομηλά
σε πολιτείες ανυπόταχτες θα απλώσουμε
την πραμάτεια μας
ένα άδειο κουφάρι από κάποτε δέρμα
γάμπες γόνατα κνήμες
φλέβες χεριών
σε τιμή ευκαιρίας

στη νύχτα θα μπούμε
μετέωροι
ξένοι
που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου

από τη νύχτα θα μας βγάλει
μια σφαίρα
καρφωμένη
στα σπλάχνα της μέρας

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΛΕΥΣΕΩΣ ΓΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

το πένθος τις γιορτές
ένα στολίδι στο αθέατο κλαδί του δέντρου
ένα ντο μιας παιδικής φωνής που λέει τα κάλαντα
το καρουζέλ το βράδυ με τα φώτα
ένα αχνιστό ψωμί που μύριζε βούτυρο και κανέλα

δείξτε τη δέουσα προσοχή
ενόσω επιδίδεστε σε γιορτινές συνήθειες
τοποθετήστε με επιμέλεια -και προπαντός δικαιοσύνη-
τα λαμπιόνια στο δεντράκι
αποφύγετε μελωδικές φωνές με ήχους άλλων εποχών
προτιμήστε αντί πολύχρωμα αλογάκια παγοδρόμια
-υπάρχει πάντα εκεί το ενδεχόμενο της πτώσης-

και προπαντός φουρνίστε μόνοι τα ψωμιά σας
δίχως καρυκεύματα πολλά
-το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί
σε αθώα αντικείμενα-
έχετε έτσι πιθανότητες να αποφύγετε
τη βίαιη πρόσκρουση μαζί του

(πάντα υπάρχουν άλλωστε και οι Κυριακές)

 

 

ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ

έζησα σε κέλυφος αυγού
χωρίς αμνιακό υγρό
δίχως ομφάλιο λώρο
έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία
του ρήματος κόβω
–παρτίδες με το παρελθόν
τις εμμονές μου
τα νύχια μου που μεγαλώνουνε
καθώς ενός νεκρού μετά τον θάνατό του-

ο μπαμπάς ταξίδευε σε μια χώρα
με ένρινα και υγρά
-ξεχνάω πάντα τ’ όνομά της-
κι η μαμά άναβε κεράκια σε αγίους
με παράξενα ονόματα

εγώ μισούσα τις κούκλες
την ατσαλάκωτή τους τελειότητα
ζωγράφιζα μαύρα πουλιά
στα παιδικά τετράδια της μνήμης
και έπαιζα με κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
που όταν μεγάλωσα έσταζαν
αντί μελάνι
αίμα

 

 

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

ξαπλώνει στο κρεβάτι του
αγγίζει τα οστεώδη χέρια του
το κορμί του ζεστό
το στόμα του άγραφη σελίδα
δεν τον φιλά
ανασαίνει δυο στιγμές σιωπής και φεύγει

μέσα της χιονίζει λέξεις

 

 

Η ΑΛΛΗ ΕΓΩ

κατοικεί σε πέταλα ρόδου
σε προσκέφαλα παραμυθιών
όπου όλα πηγαίνουν κατ’ ευχήν
– ο βάτραχος γίνεται πρίγκηπας
ξυπνάει η ωραία κοιμωμένη
και ζουν αυτοί καλά –

τυλίγεται σε φύλλα υποσχέσεων
κι όλο διψά για το κορμί του
πεινάει για το σώμα του

τα βράδια γλιστρά στον πράσινο μίσχο
αποφεύγει αγκάθια
δραπετεύει σε ξέφωτα με λέξεις
εκεί τον συναντά γυμνό
από προθέσεις
περιδιαβαίνει άπληστα το σώμα του
αφήνει ίχνη κόκκινα
στο μήλο του Αδάμ
το κάνει ζουμερό κεράσι
να θυμάται το πρωί
το φιλί του

 

 

FROGNER PARK

τα αγάλματα τις νύχτες
ψιθυρίζουνε το αναπότρεπτο
χρόνια τώρα η ανθρωπότητα περπατάει ανάπηρη
κραδαίνοντας διαψεύσεις
κοινοτοπίες του συρμού
−η ιστορία δήθεν επαναλαμβάνεται

ο θάνατος μονάχα είναι αυτός που επαναλαμβάνεται
ακούγεται σαν χλεύη μυστική
συντρίβοντας κάθε αυταπάτη

κι εμείς αναρωτιόμαστε
τι κάνουμε εδώ
ταξιδιώτες με ακυρωμένο εισιτήριο
με τον οβολό εκ γενετής στα μάτια
τα καρφωμένα πρόχειρα
στον ουρανό
μιας μνήμης

 

 

ΧΟΡΟΣ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΩΝ

να πεθαίνεις
ένα ζεστό μεσημέρι του Ιούλη
να ταξιδεύεις
για την αιώνια λύπη
κι η ζωή τριγύρω να κυλά
με παγερή αδιαφορία

στο απέναντι μπαλκόνι
μια γυναίκα
να ξεπλενει την ενοχική ζωή της
η διπλανή οικογένεια να ψήνει
στο κυριακάτικο μπάρμπεκιου
ζουμερά κομμάτια ωμού συμβιβασμού
μακριά στη θάλασσα να κολυμπάει ένας έρωτας
που σ’ έχει από χρόνια πια ξεχάσει

και να μην έχεις ζήσει παρά σε μιαν ελάχιστη διάρκεια
ευτυχίας
που τώρα εξατμίζεται
στον ανελέητο ήλιο του μεσημεριού και
– τι θλίψη –
να φεύγεις ξέροντας
πως σε κανέναν ποτέ
δεν έχεις λείψει

 

 

ΠΑΡΑΔΟΧΗ

ύπαρξη αδικαίωτη
στέκεις
τομή αγεωγράφητη
δίχως πυξίδα
δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή
μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις
είναι που θέλεις να’ σαι ποιητής
σε κόσμο ανυπεράσπιστο
που όλο το μελάνι το χρωστάει
του θανάτου

 

 

ΟΝΕΙΡΑ

Ι

Συμβαίνει πάντα στο ίδιο σπίτι. Με κόκκινα τούβλα και τοίχο στον κήπο. Τον ψάχνω σε θάμνους και μωβ χρυσάνθεμα. Ψηλώνουν αφύσικα. Γίνονται κυπαρίσσια. Έπειτα είμαι ξαπλωμένη στο χώμα. Ποτέ δεν τον βλέπω να έρχεται.

ΙΙ

Περπατάω στο δάσος. Ξυπόλυτη. Η μαμά με τιμώρησε. Βούτηξε το μυαλό μου στο χιόνι. Δεν κυνηγάμε σκίουρους τη μέρα, λέει. Περιμένω τη νύχτα. Να φυτρώσει μια ουρά φουντωτή στο κεφάλι μου.

ΙΙΙ

Εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Μυρίζει γράσο. Στον τοιχο μια πόρτα. Κρυμμένη πίσω από λουρίδες δέρματος. Πρέπει να βγω στο ποτάμι. Να πάρω τη βάρκα. Οι τσέπες μου άδειες. Νομίζω θα τη γλιτώσω. Ξυπνώ με το κέρμα στο χέρι.

IV

Φωτογραφίζει ερείπια. Ισορροπία λευκού τα χέρια του. Αιχμαλωτίζομαι σε διάφραγμα μνήμης. Γίνομαι μαύρη μελάνη. Ρέω στις κόρες των ματιών του.

 

 

ΑΝΥΔΡΟ ΤΟΠΙΟ

κάτι μέρες όπως αυτή
που η σήψη απλώνεται στην πόλη
ο αέρας μυρίζει φορμόλη
οι γάτες μαδάνε
στα πλακάκια της κουζίνας
εσύ χαμογελάς από τη λήθη
κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί
για μιαν αυταπάτη βεβιασμένης ζήσης
το μυαλό μου εκρήγνυται σε κόκκους χρώματος
από την παλέτα σου στο υπόγειο
την ξεχασμένη
κάτι μέρες τέτοιες
θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη
να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό
μα δεν έχω στάλα μελάνι
στον ουρανίσκο

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΑΡΧΗ (2012)

 

 

ΕΓΓΕΝΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗ

Το σύμπαν μου όλο
Δυό φωνήεντα
Εύπλαστα και υγρά
Κι ένα σύμφωνο
Σκληρό
Σαρκοβόρο

Εσύ

 

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

στον Ηλία Κεφάλα

Στο μυαλό των ποιητών
Ανθίζουν μαργαρίτες
Αντί μεσολόβιων συνδέσεων
Μετωπιαίων λοβών
Και άλλων δυσερμήνευτων τινών
Τινάζουν πέταλα
Με λέξεις από μίσχους
Και κίτρινες στιγμές
Αοριστίας

Είναι λοιπόν για τούτο που αγαπάνε τα λιβάδια;
Αρέσκονται να απλώνονται
σε απεραντοσύνη χλωροφύλλης
Με ίχνη από λάσπη στις άκρες των συμφώνων τους
Και μια υποψία βροχής πάνω απ’ τα φωνήεντά τους

Όταν – σπανίως – έχει αιθρία
Οι λέξεις τους γλιστρούν στιλπνές και φωσφορίζουσες
Ντυμένες τα καλά τους
Σαν έτοιμες για τη γιορτή
Υπεράνω πάσης υποψίας
Σχεδόν αθωωμένες
Για την αγχόνη του δήμιου
Που περνάνε στον λαιμό τους
Κάθε νύχτα

 

 

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΕΣ

Στον Γιώργο

Δραπετεύουν
Από τις γυάλινες ζωές τους
Με το δανεικό γοβάκι τους
Πλήρως υποψιασμένες
Ότι ο πρίγκηπας τους εμφορείται από ελατήρια ταπεινά
Κι ούτε που ψάχνει την ακριβή αναλογία του ποδιού τους
Μεγάθυμες γι’ αυτή του τη μικρόνοια

Περιφέρονται
Με το γοβάκι ανά χείρας
Αγορασμένο από παζάρια
Φτηνών αισθημάτων
Αναζητούν τον πρίγκηπα
Που θα υποκλιθεί στα ακροδάχτυλα της ανασφάλειάς τους
Προβάρουν στον καθρέφτη τα ωραία τους χαμόγελα
Ασκήσεις επί χάρτου
Ετοιμότητας
Μην συλληφθούν αίφνης ως μωρές παρθένες

Το βλέμμα τους θολώνει από τη στίλβη
Της απατηλής αναμονής
Τυφλώνονται
Κρατούνε το γοβάκι τους
Εν είδει βακτηρίας
Μ’ όλο που συναισθάνονται
Πως πλήρως είναι αδύναμο
Να αντέξει
Το βάρος τόσης προσδοκίας

 

 

ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

Ξημερώματα Κυριακής
Θα σε συναντήσω σε μια πόλη ξένη
Θα κουβαλάς εικόνες από μέρη μακρινά
Που ονειρεύτηκα να δω μαζί σου
Θα με ρωτήσεις πώς περνώ
Αν μού ‘λειψες
Και πώς κυλήσανε οι μέρες μακριά σου
Θα ‘μαι χωρίς αποσκευές
Και θα ‘ρθω δίχως απαντήσεις
Ήχος κανείς δεν θ’ ακουστεί
Τα σφραγισμένα χείλη μου θ’ ανοίξουν
Μόνο για να γευτούνε τα δικά σου
Κι όταν το αίμα στάξει
Μέχρι τις άκρες των ποδιών σου
Θα σε αφήσω ως άπιστο Θωμά
Να ψαύσεις τις πληγές μου
Ολωσδιόλου ανίδεο
Γι’ αυτό αθωωμένον

 

 

ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Τον γνώρισα ένα πρωί στη θάλασσα
Τα μάτια του ήταν μαγνήτες
Το βλέμμα του σκοτάδι
Διάστικτο με μικρά διαλείμματα γέλιου
Μου πρόσφερε καφέ ζεστό από την κούπα του
Τα χέρια του αιωρούμενα μόλις που αγγίζανε τον εύθραυστο πηλό
Ήταν η πρώτη γεύση του

Υπνωτισμένη
Παρατάχτηκα απέναντι του
Μολυβένιο στρατιωτάκι ανυπεράσπιστο
Στο μέτωπο της μάχης
Μου άρεσαν οι λέξεις του
Βελούδινες με όλες τις αιχμές τους
Ακολουθούσα κάθε βήμα του
Ανίχνευα κάθε ανάσα κάθε σκέψη του
Το ήξερα πως θα ’ταν ο αφανισμός μου
Δεν μ’ ένοιαζε
(Όπως δεν νοιάζεται ένας νεκρός
για την ανυπαρξία)

Ένα φθινόπωρο μετά τον δολοφόνησα στον ύπνο του
Και πέθανα μαζί του
Για να κρατήσω δικό μου
Εκείνο το βλέμμα του
Το διάστικτο με μικρά διαλείμματα γέλιου

 

 

ΑΠΩΛΕΙΑ

Χτες βράδυ πέθανε
Το ποίημα που έγραψα για σένα
Ως έμβρυο θνησιγενές
Ξεψύχησε στα χέρια μου
Φωνήεντα και σύμφωνα
Λέξεις ασπαίρουσες
Ξεχύθηκαν από τα σπλάχνα του
Άλλες ανείπωτες και άλλες μισοτελειωμένες
Μια δυο μετεωρίστηκαν αναποφάσιστες
Κι είναι γιατί αντίκρισαν τα μάτια σου
Να προσπαθούν εις μάτην να πούνε
Όσα δεν τόλμησε η φωνή σου
Γαλάζια θραύσματα στιγμών γέμισαν τον ορίζοντα
Τόσο που ξαφνικά ο αέρας λιγόστεψε επικίνδυνα
Κι ο βρόγχος στον λαιμό μου
Έγινε σύννεφο
Στάχτη
Εσύ

 

 

ΜΝΗΜΗ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟΥ

Έλα να πετάξουμε
Νιώθω τόσο ανάλαφρος απόψε
Θέλω να δω τις γυμνές σου πατούσες
Προκλητικά προτεταμένες
Όπως τα ανοιξιάτικα μεσημέρια μας
Στην άκρη του κρεβατιού
Τα μαλλιά σου μυρίζουν πικραμύγδαλο
Η γλώσσα σου αλέθει τούς ήχους του γήινου έρωτά μου
Νιώθω τόσο ανάλαφρος απόψε
Θέλω ν’ αγγίξω εκείνη τη ρυτίδα στο μέτωπό σου
Να μου πει ιστορίες παλιές
Με δράκους και βασιλοπούλες
Να σε ταξιδέψω στα μυστικά σου καταφύγια
Στις χώρες τού πάντα
Να βουτήξουμε σ’ ένα γαλάζιο Βαθύ τού Σεπτέμβρη
Με την αρμύρα να δροσίζει τα διψασμένα χείλη μας
Τα δάκρυα μου
Θα τα κρατήσω για αύριο
Σήμερα μοναχά θα γελώ

Έλα να πετάξουμε, είπες

Δεν είδες ότι τα φτερά μου είχαν πέσει στο χώμα

 

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Φυσάει
Από τις ρωγμές των ματιών μου
Αναδύονται κλωστές που οδηγούν στα βήματά σου
Μίτος της Αριάδνης κόκκινος
Οριοθετεί μονοπάτια επιθυμιών
Ένα παλιό γραμμόφωνο
Συλλαβίζει την ορθογραφία της απουσίας
Θέλω μόνο να μ’ αγαπάς

Δέντρα φυλλορροούν
Καρποί της λήθης πολιορκούν τα βήματά μου
Λιώνουν κάτω από τις σόλες
Των παιδικών μου παπουτσιών
Τυλίγομαι με το καινούριο μου κασκόλ
Βρόγχος πολύχρωμος που πνίγει τις σιωπές μου
Θέλω μόνο να μ’ αγαπάς

Βρέχει
Μικρές σταγόνες αίματος
Ζωγραφίζουν αθέατες γωνιές στο πρόσωπό μου
Ζητάνε το μερίδιο από τα δάκρυά μου
Μουσκεύω ως το κόκαλο
Στην τσάντα η ομπρέλα μου
Καλά προφυλαγμένη
Από μάταιες επιθέσεις υγρών αισθημάτων

Φθινόπωρο
Σιωπή
Ήθελα μόνο να μ’ αγαπάς

 

 

ΕΑΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ ΑΣΥΜΜΕΤΡΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Ας κλείσει κάποιος το παράθυρο
Η υγρασία μου τρυπάει τα κόκαλα
Όπως τη μνήμη η μορφή σου

Ας ρίξει λίγο φως
Μήπως στεγνώσει έστω μια σταγόνα
Απ’ τον ωκεανό των λέξεων
Που στάζουν στο περβάζι μου
Σε ασύμμετρη ρυθμική εναλλαγή
Αυταπάτες και όνειρα
Κι η μπλε σου ομπρέλα χαλασμένη
Κείτεται στον πάτο της ντουλάπας
Κι εγώ εκτεθειμένη
Στις αντιφάσεις του καιρού
Και στις συγκεχυμένες σου προθέσεις

Λέω να βγω
Να μουσκέψω ως το μεδούλι
Στην καταιγίδα
Της σιωπής σου

 

 

ΜΕΤΑΞΥ ΕΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Μετεωρίζεσαι σε λέξεις
Στον συνταγματικό μου άξονα αυτοδικαίως εγκαθίστασαι
Ευθαρσώς καταλαμβάνεις τον παραδειγματικό
Σειρήνες στα αυτιά μου
Οι λέξεις που σωπαίνεις
Άκλιτα τα ρήματα σε πρώτο πάντα πρόσωπο
Θυμάμαι, θυμάμαι
Ταλαντεύομαι στις καταλήξεις
Πώς είσαστε – μου λείπεις
Αναποφάσιστη
Μεταξύ ενικού και πληθυντικού
Ονείρου
Φτιάχνω φράσεις με όλα τα κλιτά και άκλιτα
Ταξινομώ επίθετα, προθέσεις, κατηγορούμενα
-αυτά κυρίως-
Μονάχα εσύ ο ουσιαστικός
Αταξινόμητος
Και απών

 

 

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Συμβαίνουν πράγματα τώρα που λείπεις
Άρχισα θεραπεία απεξάρτησης από τα όνειρα
Κάθε πρωί εισπνέω μια γερή δόση πραγματικότητας
Διανθισμένη με επαρκή ποσότητα ρεαλισμού
Ξεχνάω λέξεις επικίνδυνες
«Μαργατίτα καληνύχτα»
Τις διαγράφω από το λεξιλόγιό μου
Προσθέτω άλλες εύηχες και στιβαρές
Απόφαση σιωπή
Μαθαίνω γρήγορα
Μόνο καμιά φορά διαφεύγει αίφνης ένα «όταν»
Πετιέται άξαφνα
Την ώρα που με περισσή επιμέλεια ταξιθετώ τα πράγματα
Ανατρέπει τις τακτοποιημένες σκέψεις μου
Σκορπίζοντας στο πάτωμα φωνήεντα και σύμφωνα
Ήχους ανάερους ψιθυριστούς
Επιμένω ωστόσο
Άρχισα κιόλας να βαδίζω πια άκρη άκρη
Στη μεθοριακή γραμμή της σύνεσης
Κάποτε μ΄ ενοχλεί αυτό το πλήθος που συμφύρεται
Προσπαθώ να μην του δίνω σημασία
Συγκεντρώνομαι στην άσκησή μου
Κάθε μέρα
Μόνο τα βράδια στέκομαι λυπημένη στο παράθυρο
Ακολουθώ τις μυστικές διαδρομές που σε θυμίζουν
Το επόμενο πρωί διπλασιάζω τη δόση
Έχω – ξέρεις – βάσιμες ελπίδες
Να ξυπνήσω ένα πρωί θεραπευμένη
Και νεκρή

 

 

ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΠΡΟΓΝΩΣΕΙΣ

Ετοιμάζεις ταξίδι
Σε μέλλοντα σύμπαντα απουσίας
Θα γλιστρήσεις αργά στη χαραμάδα του χρόνου
Θα σε ακολουθήσουν όλες οι λέξεις που άνθιζαν
Τα μεσημέρια της σιωπής
Θα υπάρχεις σε παλίμψηστες αφηγήσεις
Λειασμένες λέξεις
Κατακερματισμένοι ήχοι
Θα συνωθούνται να αφηγηθούν
Την ιστορία μιας χαμένης παιδικότητας
Θα γλιστρήσεις αργά στη χαραμάδα της μνήμης
Μα θα επανέρχεσαι αενάως
Για να ακούω
Την αφήγηση του ανέμου στα μαλλιά σου
Να ψιθυρίζει πως δεν θα γλιστρήσεις ποτέ
Στη χαραμάδα του χρόνου
Θα υπάρχεις
Αιώνια εκκρεμότητα
Εντός μου

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Η Άννα Κουστινούδη έγραψε στο ΦΡΕΑΡ/16/4/2016

Γεωργία Κολοβελώνη, Μελάνι στον Ουρανίσκο, Μελάνι, Αθήνα 2015.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή μου της ποιητικής συλλογής της Γεωργίας Κολοβελώνη με τίτλο Μελάνι στον Ουρανίσκο η επίγευση που ένοιωσα στον δικό μου λογοτεχνικό ουρανίσκο, είναι, θα έλεγα, ένα μείγμα πολλών, αλλά συναφών, γεύσεων με κυρίαρχη εκείνη του πένθους, της απώλειας, της φθοράς, του ματαιωμένου χρόνου, της ήττας και του υπαρξιακού κενού και της αγωνίας, της έλλειψης, αλλά και της γλωσσικής περίσσειας που παραμένει εγκλωβισμένη στις παρυφές και στα διάκενα της γραφής ως παρούσα απουσία (ή και το αντίστροφο), αφού αυτά αποτελούν τις κεντρικές θεματικές της εν λόγω συλλογής. Σε κάποιες σκιερές κρυψώνες ορισμένων ποιημάτων, ελαφρώς προβάλλει και ο έρωτας, ως βίωμα της ματαίωσης και της απώλειας, όμως, κι αυτός, αφού οι όποιες χαρές του ακυρώνονται (καταργούνται) από την επίγνωση της εφήμερης υπόστασής του. Το ποιητικό υποκείμενο, συχνά εσωστρεφές και αποστασιοποιημένο από την υλικότητα των πραγμάτων, αλλά όχι και από εκείνη των λέξεων, συνομιλεί με τις μνήμες και τα τραύματα χρόνων παρόντων και αλλοτινών, τραύματα που εκπορεύονται από τις αέναες συναισθηματικές επενδύσεις του στους άλλους, «ξένες οφειλές» τις ονομάζει στο 1ο ποίημα της συλλογής «Μεγάλη οθόνη», όπως και στο πολιτιστικό περικείμενο από το οποίο αυτές αναδύονται: «Έζησα σε κέλυφος αυγού/δίχως ομφάλιο λώρο/ έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία/του ρήματος κόβω/παρτίδες με το παρελθόν…Ο μπαμπάς ταξίδευε σε μια χώρα/με ένρινα και υγρά/ ξεχνάω πάντα τ’ όνομά της/κι η μαμά άναβε κεράκια σε αγίους/με παράξενα ονόματα/εγώ μισούσα τις κούκλες/την ατσαλάκωτή τους τελειότητα/ζωγράφιζα μαύρα πουλιά/στα παιδικά τετράδια της μνήμης/και έπαιζα με κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί/ που όταν μεγάλωσα/έσταζαν αντί μελάνι/αίμα». («Πατριδογνωσία», σελ. 19.).
Στην ποίηση της Κολοβελώνη, αυτό που στην καθημερινότητά μας αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό, βιώνεται ως μία έλλειψη που βρίσκει απάγκιο στις λέξεις και στο μελάνι, που κι αυτό, ωστόσο, από την έλλειψη εμφορείται: «Κάτι τέτοιες μέρες/θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη/να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό/μα δεν έχω στάλα μελάνι/στον ουρανίσκο» διαβάζουμε στο ποίημα «Άνυδρο τοπίο». Το μελάνι ως τροφή στο αδηφάγο στόμα του λευκού χαρτιού υποκαθιστά, μετουσιώνοντας, την τροφή σε λέξεις και την επιθυμία σε αέναη αναζήτηση. Έχουμε, δηλαδή, εδώ, αναπόφευκτα αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζουμε sublimation of desire, δηλαδή, μετουσίωση της υλικής επιθυμίας σε πολιτιστικά υποκατάστατα και βέβαια αν δεν συνέβαινε αυτό στις κοινωνίες των ανθρώπων, τότε δεν θα υπήρχαν ούτε τέχνες ούτε και πολιτισμός, που μέσω αυτών, τελικά, το πένθος της έλλειψης προσπαθούμε να διεξέλθουμε και να διαχειριστούμε: «Όλα λειψά/συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις/πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου/που σαπίζει στο χώμα», διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Σχεδόν ζωή» (σελ. 12). Αλλά και η ίδια η γλώσσα μια έλλειψη είναι, μια παρούσα απουσία που δομείται από την περίφημη Λακανική εξίσωση: Απαίτηση μείον Χρεία ίσον επιθυμία. Γλώσσα και σώμα πάσχουν από την οδύνη της επιθυμίας ως έλλειψη, βρίσκοντας, ωστόσο, υποκατάστατο στο ηδονικό παιχνίδι της γραφής. «Γεννώ ποιήματα/αντί μωρά/τα εκκολάπτω στον βυθό της νύχτας/αθροίζονται οι λέξεις στο σκοτάδι/η υγρασία διογκώνει τους αρμούς/κολυμπούν στο αμνιακό υγρό του εγκεφάλου μου/τρέφονται με ιστούς και σάλιο απ΄ τα φιλιά/γεμίζουνε τα σωθικά με ήχους/κάποτε εγκαταλείπουνε τη θαλπωρή/της πρόσκαιρής τους κατοικίας/κυλάει τότε κόκκινο το αίμα/ανάμεσα στα πόδια μου/άχρηστα φωνήεντα (όπως ωμέγα, όμικρον)/σε θήκες νεκρές», μας λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Ωδίνη».

Η ζωή, και όλα όσα τη χαρακτηρίζουν βιώνεται με τρόπο ιδιαιτέρως εγκεφαλικό στην ποίηση της Γεωργίας Κολοβελώνη, αφού είναι το σημαίνον και όχι το σημαινόμενο εκείνο που συστηματικά πριμοδοτείται εδώ. Μα τι άλλο είναι η γραφή και δη η ποίηση, ευλόγως θα μου αντιτάξει κάποιος, παρά ακριβώς αυτή η πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος εις βάρος του σημαινόμενου; Ωστόσο, στην εν λόγω ποιητική συλλογή, αυτή η πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος αποκτά μια ιδιάζουσα βαρύτητα, αφού το ποιητικό υποκείμενο κατονομάζει το κατ΄ εξοχήν υλικό συστατικό του, το μελάνι, προσβλέποντας σε αυτό ως τροφή ζωής. Το μελάνι επέχει θέση τροφής στον ουρανίσκο ως υποκατάστατο της βιολογικής ζωοδότρας τροφής, αλλά κι αυτό ακόμα το μελάνι, όπως και τα σύμβολά του πάνω στο λευκό χαρτί, την έλλειψη σηματοδοτεί, αφού η επιθυμία είναι πάντα αυτό που απομένει από την αιώνια πάλη ανάμεσα στην απαίτηση και στην ανάγκη. Αν αφαιρέσουμε, αν διεκδικήσουμε και λάβουμε ή αν μας δοθεί το αναγκαίο από το απαιτούμενο μας μένει το ζητούμενο, το επιζητούμενο, δηλαδή η επιθυμία για το επόμενο, και αυτό είναι μια αέναη διαδικασία για το ζων, όπως και για το γράφον υποκείμενο, που όσο υπάρχουν λέξεις πρέπει να τις λέει. Η ζωή, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι διαμεσολαβείται από τη γλώσσα και τα τερτίπια της, είναι από μόνη της μία περίσσεια, που πάντα θα διαφεύγει της δεύτερης ως ενσώματη κατάσταση και οντότητα, αλλά που συνεχώς διατηρεί τη διαλεκτική της σχέση με τη γλώσσα, το μέσο της αναπαράστασής της. Όμως και το ίδιο το συμβολικό σύστημα, η γλώσσα πάσχει στον τομέα αυτό, αφού όποτε ο λόγος επιχειρεί να αρθρώσει την επιθυμία, παράγεται πάντοτε ένα υπόλοιπο, μια περίσσεια, που υπερβαίνει το λόγο, το πεδίο της ομιλίας, αλλά και της γραφής. Γιατί η επιθυμία είναι η ουσία του ανθρώπου που πηγάζει από την έλλειψη του σώματος και του γλωσσικού κώδικα που αναπόδραστα το ετεροκαθορίζει, αυτοκαθορίζοντάς το ταυτόχρονα: «Ακροπατώντας στη σελίδα/έψαχνα/τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας/φωνημάτων/κι ενώ στο ποίημα γίνονταν/σημεία και τέρατα/ένα μαύρο ζωγράφιζε/σήμα κινδύνου/σε στήθος λευκό/ο ποιητής/με χαμόγελο λεπίδι στα μάτια/στάθηκε στο ραγισμένο κάδρο/του μεσημεριού/και έκοψε στα δύο/τη μέρα/ στο μεταξύ η επιθυμία τρεφότανε από τη σάρκα της», μας λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Ισορροπία».

Σύμφωνα με τον Πωλ Βαλερύ, «είμαι σε κάθε στιγμή ένα τεράστιο συμβάν αναμνήσεων», πράγμα που μας υπενθυμίζει το γεγονός ότι δεν υπάρχει συγγραφή ή απλά γραφή χωρίς το αυτοβιογραφικό στοιχείο να λανθάνει ή να υποκρύπτεται μέσα της. Η Γεωργία Κολοβελώνη συνθέτει και χειρίζεται το βιωματικό υλικό της μετουσιώνοντάς το σε ποιητικό λόγο αναστοχαστικό με τέτοιον τρόπο, ώστε να αναδύεται ως ένα είδος προσωπικής εξομολόγησης ή μαρτυρίας. Δεν παραλείπει να τονίσει, ακόμα, την αυτο-αναφορική διάσταση του γλωσσικού της κώδικα, αφιερώνοντας το τελευταίο ποίημα της συλλογής στο ρήμα «γράφω», στο οποίο και αποδίδει μία σειρά από καίρια επίθετα που καταμαρτυρούν θέλω να πιστεύω και τις δικές μου, έως τώρα, παρατηρήσεις στην παρούσα προσέγγιση. Το χαρακτηρίζει λοιπόν ως ρήμα χαμαιλέοντα, άρα και ρήμα κοινωνικό, ρήμα απρόβλεπτο, άρα και ρήμα κομήτη, ρήμα ζογκλέρ, και ενδημικό, ρήμα γυμνό και ρήμα σαρκοβόρο που ποτέ δεν τελειώνει μαζί σου, ποτέ δεν τελειώνεις μαζί του, ρήμα ομπρέλα, θα το χαρακτήριζα, που όλα τα λέει, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί αυτός είναι ο προορισμός, η ίδια η μοίρα του.

Ακόμη, στην παρούσα ποιητική συλλογή, η Γεωργία Κολοβελώνη ανάμεσα σε όλα αυτά τα πολύσημα και αμφίσημα, μεταγράφει και τον αρχαίο, αλλά και το βιβλικό μύθο επανεγγράφοντάς τον, ενώ δεν λείπουν οι υπαινιγμοί της αναφορικά με την επιτελεστικότητα, τη λεγόμενη παραστασιακή διάσταση του «υπάρχειν, και του γράφειν, εις τον κόσμον», ενώ θίγεται και το ζήτημα του Άλλου ένδον ως «το ζώο που κρύβεται μέσα μας», όπως στα πολύ ιδιαίτερα ποιήματα «Η επιστροφή της Πηνελόπης», «Μεταμφίεση» και «Η Εύα και το φίδι».

Κλείνοντας, τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ, και στο υπαρξιακό ζήτημα του χρόνου που απασχολεί επίμονα, βασανιστικά, θα έλεγα, την ποιήτρια ως μνήμη, ως επώδυνο παρόν και μέλλον, ως ιστορία συλλογική και ατομική και ως ματαιωμένο αδικαίωτο παλίμψηστο στιγμών, όπου η έννοια του φαντάζει ως αντίπαλος, αλλά και ως αχώριστος, εκ των πραγμάτων συνοδοιπόρος, καίτοι επιφέρει την ήττα και τη ματαίωση: «αύριο δεν είναι ποτέ μια άλλη μέρα/αύριο είναι πάντα χτες/οι φίλοι έχουν όλοι φύγει/μια ορχήστρα αόρατη παίζει/σε σάλα αδειανή το βαλς/μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές/πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα/στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια/φτερά από καπέλα εποχής/μια πέρλα ανάμνηση από λαιμό λευκό/που αγαπήθηκε πολύ/ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας/κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό/κοιτάμε βουβοί την οθόνη/πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν/ οι τίτλοι του τέλους» («Μεγάλη οθόνη»).

http://frear.gr/?p=13488

 

 

Η Ελένη Χωρεάνθη έγραψε στο Διάστιχο 12/4/2016

Γεωργία Κολοβελώνη: «Μελάνι στον ουρανίσκο»

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «ένα έργο τέχνης είναι άξιο, μονάχα αν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη», ο λαός το λέει απλά: « η σφίξη βγάνει λάδι», όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε κανένα ποίημα δεν υπάρχουν σημεία στίξης, ούτε μία τελεία πουθενά. Με μοναδική εξαίρεση τα «ΟΝΕΙΡΑ», το τρίτο από το τέλος πεντάστροφο που δίνει σε διαφορετική μορφή. Ένα ποίημα τρομερό, «μαύρη μελάνη – που ρέει στις κόρες των ματιών» του κόσμου. Επίσης δεν υπάρχει πουθενά κεφαλαίο γράμμα, εκτός από τους τίτλους και ελάχιστα κύρια ονόματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία καμιά ότι η γραφή της Γεωργίας Κολοβελώνη παρουσιάζει μια ιδιομορφία. Με προβληματίζει σοβαρά το γεγονός αυτό, καθώς και ο ίδιος ο τίτλος, Μελάνι στον ουρανίσκο. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν είναι τυχαίο.
Δεν έχει μόνο στον ουρανίσκο μελάνι η Γεωργία Κολοβελώνη, αλλά όλη της η ποίηση είναι γραμμένη με σκούρο μελάνι. Ένα μελανό φάσμα φαίνεται να καλύπτει το πεδίο ορατότητας της ποιήτριας και μέσα από αυτό θεωρεί τον κόσμο και «ντύνει» τα έργα των ημερών της. Δεν βλέπει, θαρρείς, προς το μέλλον, αλλά αρχίζει με το βλέμμα στραμμένο προς τα πίσω:
αύριο δεν είναι ποτέ μια άλλη μέρα
αύριο είναι πάντα χτες
οι φίλοι έχουν όλοι φύγει
μια ορχήστρα αόρατη παίζει
σε σάλα αδειανή το βαλς
μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές
πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα
στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια
φτερά από καπέλα εποχής
μια πέρλα ανάμνηση από λαιμό λευκό
που αγαπήθηκε πολύ
ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας
κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό
κοιτάμε βουβοί την οθόνη
πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν
οι τίτλοι του τέλους. (ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ)
Μέσα σε δέκα έξι στίχους ζωγραφεί απλά, με σιγουριά περπατώντας πάνω στα ερείπια ενός σαραβαλιασμένου κόσμου, με μελανά χρώματα και καθημερινές λέξεις, κατανοητές την εικόνα της ερήμωσης που αφήνει πίσω του το ατελείωτο ΧΤΕΣ. Οι φράσεις που χρησιμοποιώ δεν είναι τυχαίες. Αν σταχυολογούσα στίχους, θα είχα πάλι την ίδια άποψη:
οι νεκροί μου ζουν
στη φορμόλη
[…] εφευρίσκουν τρόπους αυτοί
[…] πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου
που σαπίζει στο χώμα (ΣΧΕΔΟΝ ΖΩΗ)
Ωστόσο, ενώ συχνά παραπέμπει στον Καρυωτάκη και ο λόγος της αφήνει, εκτός από μελάνι, γεύση αλόης στον ουρανίσκο, δεν είναι καταθλιπτικός, δεν σημαίνει παραίτηση, απελπισία, αλλά επισήμανση. Δίνει την εικόνα μιας ζωής σακατεμένης που έχει καταντήσει παρανάλωμα από τα κάθε λογής «ντεσιμπέλ σε λαβύρινθο πόνο». Κι ο ποιητής τι κάνει; Αναζητά το νόημα της ζωής όπως η ίδια:
ακροπατώντας στη σελίδα
έψαχνα
τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας
φωνηέντων
[…] ο ποιητής
με χαμόγελο λεπίδι στα μάτια
στάθηκε στο ραγισμένο κάδρο
του μεσημεριού
και έκοψε στα δύο
τη μέρα
στο μεταξύ η επιθυμία
τρεφότανε από τη σάρκα της (ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ)
Η ζωή τραβάει τον δρόμο της. Η πορεία των πραγμάτων ορίζεται από τις συντεταγμένες καιρών δύσβατων. Η ποιήτρια νιώθει πως είναι δέσμια των συνθηκών, υποχρεωμένη να δεχτεί μια πραγματικότητα επιβεβλημένη:
ύπαρξη αδικαίωτη
[…] το μη αγεωμέτρητη
δίχως πυξίδα
δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή
μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις
είναι που θέλεις να ΄σαι ποιητής
σε κόσμο ανυπεράσπιστο
που όλο το μελάνι το χρωστάει
του θανάτου (ΠΑΡΑΔΟΧΗ)
Έχει πολλή δύναμη μέσα της ετούτη η ποίηση των μελανών εικόνων. Πολλή ουσία και νοήματα. Ο χρόνος λίγος και ο χώρος. Ψάχνοντας στα συντρίμμια να βρω μια χαραμάδα, ώσπου να βρω διέξοδο για λίγο φως ταξίδεψα μαζί με την ποιήτρια πάνω:

σε μια κουκκίδα
[…] αψηφώντας τη βαρύτητα των φαινομένων
[…] με γνωστούς συνοδοιπόρους
[…] όλοι πασχίζουνε τον θάνατο να διώξουν μακριά
που τόσο απειλητικά τους αγκαλιάζει

ταξιδεύω σε μια κουκκίδα
και ετοιμάζομαι να γεννηθώ στο φως (ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ)
Επέλεξα να σταματήσω εδώ. Γιατί η ποιήτρια Γεωργία Κολοβελώνη έχει μέλλον και μάλιστα μέλλον ποιητικό κι ας ζωγραφεί με χρώματα μελανά τον κόσμο αυτόν των συντριμμάτων. Μέσα από κει θα βγει νέα ζωή, ο καινούργιος χρόνος και για την ποίηση, που ακόμα ψάχνει τον δρόμο που είχε χάσει. Έχει μια δυνατή γραφή, οι στίχοι στιβαροί στη λιτότητά τους καθηλωτικοί, πέφτουν στύλοι δωρικοί όπως σε περιστύλιο αρχαίου ναού.

http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/5113-7-ell-poihtries

 

 

Η Παυλίνα Παμπούδη στο Poeticanet στη ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ*

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ, Μελάνι στον ουρανίσκο Μελάνι

Ποιήματα αθώα αλλά με αποτύπωμα ευδιάκριτο, βαθιάς προσήλωσης στην τέχνη της ποίησης. Πυκνά, υποφωτισμένα, σαν ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας. Ή σαν υπότιτλοι – πολλές φορές ασυγχρόνιστοι με την εικόνα, πολλές φορές σε άλλη, ξένη γλώσσα. Η ποιήτρια τα προβάλλει, έκπληκτη και η ίδια, απορροφημένη και η ίδια από την πλοκή που απλώνει εκτός γραφής, σε κινηματογραφικό χρόνο.
ΕΡ: Τι σκέφτεται για σας η δημιουργός σας;
Θα πίστευες πως τα ποιήματα / με σώματα γράφονται;
ΕΡ: Τι την «εξαναγκάζει» στην γραφή;
Μέσα της χιονίζει λέξεις.
ΕΡ: Πώς άρχισε την γραφή σας;
Ακροπατώντας στη σελίδα / έψαχνα / τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας /φωνημάτων.
ΕΡ: Είσαστε πολύ νεαρά ποιήματα. Γιατί έχετε μαυρίσει τόσο κιόλας;
Το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί / σε αθώα αντικείμενα.
ΕΡ: Ποια είναι η ενοχή σας, ποια είναι η έπαρσή σας;
Είναι που θέλεις να ’σαι ποιητής / σε κόσμο ανυπεράσπιστο / που όλο το μελάνι το χρωστάει / του θανάτου.

*Σ’ αυτή τη στήλη, η Παυλίνα Παμπούδη επιλέγει ποιητικές συλλογές από την πρόσφατη ελληνική παραγωγή, προσθέτει λίγο αλάτι, και τις αφήνει να αυτοπαρουσιαστούν. Δηλαδή, παίρνει μίνι «συνεντεύξεις» από τους στίχους τους, καθώς πιστεύει ότι αυτοί είναι οι κατά ύλη και κατά πνεύμα αρμόδιοι να δώσουν το στίγμα του δημιουργού τους. Και οι στίχοι απαντάνε ευθαρσώς, με δικά τους λόγια.

http://www.poeticanet.gr/stili-alatos-a-1591.html?category_id=405

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s