ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ

1-Γιαννης

 

1-β3

 

 

1-βιβλια - 0001

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 

Ο Γιάννης Ποδιναράς γεννήθηκε στη Μόρφου το 1951 όπου και έζησε μέχρι την τουρκική εισβολή. Σπούδασε Ελληνική φιλολογία στην Αθήνα, Αγγλι-
κή φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και ακολούθως πήγε στη Βρετανία όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά. και εργάστηκε σε σχολεία Μέσης Παιδείας.
Δημοσίευσε ποίηση, άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Πήρε το πρώτο βραβείο σε ποιητικό διαγωνισμό με θέμα
τη Μόρφου που προκήρυξε ο Πολιτιστικός Όμιλος Μόρφου το 2002.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

«Ένα Πράσινο Θολό» (1996)
«Φαράγγια των Αγγέλων (2008)

 

 

Ένα Πράσινο Θολό (1996)

 

ΜΕΡΟΣ A

 

ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ

Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που ’φύγε
διωγμένος απ’ το περιβόλι τον
να μετράει την καρδιά τον σε παροικιακούς καφενέδες.
Στο καπνό τον τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τ’ αγγόνια τον στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε Θ’ αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει
το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση τον εφήμερου
Το χτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μον.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι.»

 

 

ΜΟΡΦΟΥ 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί τον σφρίγους
σ’ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ελευθερία – κρυμμένη πίσω απ’ τ’ όνομά σου.
Παιγνίδι στο χέρι τον Δόλου
πώς μπορείς να ησυχάζεις στη νάρκη
που βύθισε τ’ όνειρο;
Στον φεγγαριού την ασπράδα,
γράφεις ανέμελους ύμνους
εσύ, η ξεριζωμένη ροδιά
που κουράστηκε να ψάχνει
για κοράλλια στο διάφανο δέρμα.
Ελευθερία, δανεισμένο όνομα.
Σου κλέψαν το κορμί
και στόλισαν το φάντασμά σον
μ ’ όλα τα πλούτη,
μ ’ όλες τις συλλαβές σου
και σε κρέμασαν έξω από τα παράθυρα των οπαδών σου.

Ένα σκιάχτρο γίνανε οι νύχτες
που διψούν το κλεμμένο σου σώμα.

 

 

ΤΑΞΙΔΙΑ…

Περάσαμε τη ζωή μας ταξιδεύοντας
στους λερούς δρόμους τον Μπρούκλιν.
Παίξαμε, εκ τον ασφαλούς,
διασχίζοντας το Σέντραλ Παρκ,
ανατριχιάζοντας σε κάθε κίνηση σκιών των
απεγνωσμένων.

Χαζέψαμε την αγωνία
των βετεράνων του Βιετνάμ
που έκοβαν στα δυο,
με ειδικά μαχαίρια,
την ψυχή τους.

Κρατήσαμε συντροφιά
στους μοναχικούς καβαλάρηδες
και ψάλλαμε δυνατά
στις εκκλησίες των νέγρων.

Όταν άναβαν τα φώτα,
αναγνωρίζαμε τους ίδιους ίσκιους
στα πρόσωπα των ανθρώπων
που κάθε βράδυ παίρναν το ίδιο τραίνο,
την ίδια ώρα, κι από τον ίδιο πάντα σταθμό.
Το τραίνο που δεν ακολουθούσε
ποτέ το ίδιο δρομολόγιο
και δε γνώριζες
τους ενδιάμεσους σταθμούς,
ούτε το τέρμα.

Κι όταν ξανάσβηναν τα φώτα,
πάλι ταξίδια.
Ταξίδια που δεν έγιναν,
κι όμως υπήρξαν

 

 

ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Κοιτάζει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο.
Μάταια προσπαθεί να το αγκαλιάσει.
Κι όμως φαίνεται να ’ναι πλάι της.
Απλώνει το χέρι.
Σηκώνεται στις μύτες των ποδιών.
Βγαίνει έξω στην αυλή
προς το πηγάδι.
Το φεγγάρι έχει τώρα έναν αδελφό
που επιπλέει χορεύοντας
στο νερό τον πηγαδιού.
Αρπάζει τον κουβά,
μαζεύει το φεγγάρι
και με λαχτάρα το σφαλίζει
καλύπτοντάς το
με τα όνο μικρά της χέρια.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΚΛΙΣΗ

Κλείσανε το παράθυρο στο εργοστάσιο.
Ο ήλιος ζέσταινε τα κορμιά
ηδονικά ξεκουρδίζοντάς τα
σπάζοντας τη συντονισμένη,
επιδέξια κίνησή τους.
Η στερεή μορφή της μαριονέτας έλιωνε
κι οι μαλακές γραμμές
άλλαζαν με ποικιλία το περίγραμμα.

Στην παρείσακτη ηλιαχτίδα
τα μάτια παίρναν τα χρώματα της ίριδας
κι οι καρδιές συνταξίδευαν.
Κλείσανε το παράθυρο.
Διώξαν το φως.

Οι ζωγραφιές τους τυπώθηκαν τώρα
σε χιλιάδες πανομοιότυπα σχήματα.
Χωρίς σπασμένες γραμμές.
Χωρίς διαφάνεια.
Χωρίς χρώμα.
Προπάντων,
χωρίς παρέκκλιση.

 

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Δε γράφουμε πια γράμματα στους φίλους μας
και τις κρυφές μας σκέψεις τις κρατά με.
Δε συνομιλούμε. Κοιταζόμαστε.
Και η αγάπη σε χειμερία νάρκη.

Κι ίσως να ’ναι καλύτερα έτσι.
Τουλάχιστον μένουν κλειστές,
προστατευμένες από την αδιακρισία
η την άγνοια
οι πηγές της οδύνης.

 

 

ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ

Τις Κυριακές
η πολυτραγουδημένη μελαγχολία
σαν πούσι ρίχνει
στις καρδιές τη γλίνα της.

Μον φαίνεται περίεργο
που η σκόλη,
η κερδισμένη με αίμα,
να μη ξαλαφρώνει.

Είναι φορές,
που οι ηλιαχτίδες
της πρώτης εργασίμου
σμίγουν με την ανατριχίλα του κορμιού
που δέχτηκε τη ζωογόνο αύρα της αυγής.
Πόσο απόθεμα ελπίδας κρύβουμε;
Υπάρχουμε στην προοπτική.
Στην προσδοκία της Κυριακής
που μεταγγίζει καθημερινό
φτερούγισμα απαντοχής.

 

 

ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ

Στη μέση τον χωραφιού
έπιασε κουβέντα
μ’ ένα παλιό σαράβαλο,
αφημένο στην αφή των πουλιών.
Χωρίς πόρτες,
τσακισμένο, παραμορφωμένο και σκουριασμένο.
Απόχρωση στέρεης τέφρας
που κάθε μέρα λιγόστευε τη σκιά της.
Το στοιχειωμένο σίδερο έθρεψε στα στίγματα της σκουριάς
το πλήθος που τ’ αγκάλιασε.
Την πρώτη παρουσία.
Μύριζε δέρμα και φρεσκομπογιά.
Μια ζάλη μεθούσε τα χέρια
που μανουβράραν το τιμόνι.

Το στοιχειό τον χωραφιού
στη μοίρα του τώρα
– ίδια, η μοίρα –
μιλάει με τον αγέρα,
τη βροχή
και το χώμα.

 

 

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Ο γέρος στο έρημο νησί
λάξεψε την αδρή μορφή του
στην πάχνη της αυγής.
Το πρώτο φως βλόγησε τη μοναξιά τον
κι ο αγέρας γύρισε πίσω το τραγούδι της θάλασσας.

Η καρδιά τον άδραξε τους ήχους της γης.
«Δεν έχω πού ν’ ακουμπήσω την ευχή μου.»

Μια αστραπή στα μάτια
χύθηκε βαθιά,
πέρα από τον ορίζοντα. 

 

 

ΜΕΡΟΣ Β 

 

 

ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΕΙΡΗΣ ΑΜΜΟΥ
 

 

I

Τις νύχτες τον χιονιού
κύκλοι της φωτιάς
μουδιάσανε το αίμα στα πόδια μας.
Καθηλώσανε τ’ άγρια πνεύματα στη νάρκη.
Τις νύχτες τον χιονιού
πνίξαμε τη ζωή μας
σε μια νιφάδα.

 

 

ΙΙ

Τα λόγια μείνανε στο στήθος.
Θηρίο π σιωπή.
Έθρεψε φίδια στον κόρφο της.
Κομμένοι ήχοι.
Ο φόβος έπνιξε τη φωνή τον κόσμου
κι έμεινε το σφύριγμα τον πάθους
να ξενυχτάει στις φωλιές των δέντρων.
Ένας θρήνος μακρόσυρτος
να θυμίζει το χαμένο στην άβυσσο λόγο.

 

 

IV

Πλαντάζει στις φλέβες ένας κόσμος.
Τα πρόσωπα της ζωής μας.
Το ριζικό που φάνηκε να ξεστρατίζει και να χάνεται
στα δέντρα που γύμνωσε η φωτιά.
Πλαντάζει…

Ένα σύννεφο στάθηκε
πάνω από το μισοκαμένο δάσος.

 

 

VΙΙ

Τ’ ανάβλεμμά σου το Θολό
έκρυψε μέσα στις γραμμές
τους αρμούς της αγάπης.

Σε γνώρισα.
Η φωνή σου ταξίδεψε μέσα στη νύχτα
καλώντας τη νύχτα.

Κι άφησα το χέρι μου,
χωρίς φόβο,
μ’ όλο το αίμα μου
στα δάχτυλα.

 

 

Χ

Ρούφηξα το χυμό
της βάτου στην έρημο.
Γέμισε σύννεφο ο ουρανός
και το νερό πήρε τη γεύση μου
στις ρίζες.
Την αυγή ένα ημικύκλιο
έστεφε το άνθος της άπειρης άμμου.

 

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΓΗΤΕΜΑΤΑ
 

 

I

Μέσα στη νάρκη τον καλοκαιριού
αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος
στις διαθλάσεις τον φωτός να λιώνει.
Η ομίχλη τον θερινού πρωινού
διαπέρασε το σώμα
κόβοντας το τεντωμένο νήμα τον χειμώνα.
Κάθε μόριο τον κορμιού
ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης
και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό
-δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο
δρόσος στ ‘ αφυπνισμένο πνεύμα
στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής.-

Μα η αρμύρα άφησε ήδη
τ’ άσπρα σημάδια της στην επιφάνεια.
Το χέρι απλώθηκε να γράφει τη ζωή
στο σώμα πον φίλησε τη θάλασσα.
Ήπιαμε τη χαρά
κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.

 

 

IV

Γκρίζοι όγκοι άφησαν τη λευκάδα τους
πέρα,,, πιο πέρα από το χέρι
π’ ανάδευε τα σπλάχνα
τον καλοκαιριού που έφυγε.
Ένα γκρίζο, σαν κατακάθι απόμεινε,
στα στραγγισμένα σώματα
που ‘χαν κρατήσει, για λίγο, στην παλάμη τους
το λευκό χέρι της θάλασσας.
Μια γκρίζα σκόνη που διαπέρασε το φως,
τα σώματα και τις ψυχές,
σκεπάζει αργά-αργά το σύμπλεγμα
πέφτοντας σαν από κλεψύδρα.
Γυρίζει ο κύκλος.
Χασμουριέται το γκρίζο στερέωμα.
Το λευκό πρόβαλε πάλι
μέσα από τις θολές γραμμές
τον αθέλητου ύπνου.
Ανασηκώθηκε ο Έρωτας
κρατώντας σφιχτά στην παλάμη τον
το λευκό χέρι της θάλασσας. 

 

 

 

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (2008)

 

 

ΜΕΡΟΣ Α’
 

 

ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Αγγίζω τη φωνή
κι ο νους μου σαλεύει.
Λευκό του ρίγους,
των αθώων στεναγμών.
Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.
Της αέναης αφής.
Της αμφίδρομης ροής.
Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.
Λευκό των βέβαιων χρόνων.
Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.
Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως
που χύνεται στο λευκό χέρι
και σε παίρνει πέρα
στην ανελέητη κραυγή
της Άνοιξης.

 

 

ΣΤΟΥΣ ΒΥΘΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΕΙΠΩΤΟΥ

Κόκκοι της άμμου
χαϊδεύουν τα μέλη.
Γράφουν μορφές στον κύκλο του αίματος.
Πόθοι – πόνοι βαθιοί της μοίρας –
στις κόρες των ματιών που συναντήθηκαν.

Ένα κύμα στα μέλη.
Ένα μαχαίρι από ήλιο
χάραξε το γυμνό σώμα
βυθίζοντας το φως
σ’ αμμουδερά πηγάδια.
Θαλασσινά νερά
στέγνωσαν τη δίψα μας.

 

 

ΩΡΑ ΚΑΛΗ

Έρχεται κάποτε η ώρα
που μιλά η αυγή
και καλπάζουμε στα λειβάδια
των τρελλών καιρών και του νοτιά.
Ανατριχίλα του κορμιού
σαν γνώση του θανάτου,
κοχλάζει το αίμα.
Ταράζει τ’ ακραίο κύτταρο.
Άνοιξε πανιά
κι έβαλε πλώρη
για ταξίδια – και την άγρα των πουλιών.
Ώρα καλή
στον ήλιο και το σκοτάδι των κοχυλιών.
Ώρα καλή
στους ανέμους που κρατάνε
της αγάπης τον λυγμό και το φανέρωμα.

 

 

ΜΕΡΟΣ Β’

 

 

ΘΑ ‘ΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ

Υπάρχουν εκείνοι που στο κάλεσμα σου
Πάντα θα λένε ναι
Χωρίς μετρήματα και μασημένα λόγια.
Μόνο ένα νεύμα αρκεί.
Μια ικεσία άναρθρη της μυστικής βουής
Της πιο βαθιάς λαχτάρας σου.
Θα ‘ναι πάντα εκεί
χωρίς αντίπραξη και μελωδίες γλυκερές.
Χωρίς ούτε ένα δάκρυ στη θολή ματιά
της κοινωνίας της πιο βαθιάς ουσίας σου.
Αυτήν που κάποτε την είπανε μοίρα ή θεά.
Αγέραστη, χωρίς λύπη ή ακραία χαρά.
Είναι εκεί σαν υγρή νοτιά καινούργιας μέρας.
Η αβεβαιότητα αυτού που είσαι.
Η γαλήνια προσμονή αυτών
Που πάντοτε θα λένε ναι στο κάλεσμα σου
Για να μη χαθείς.
Να μη νοιώσεις ποτέ
το φόβο της φθοράς
μα ούτε και τη ψευδαίσθηση
των μάταιων ονείρων.
Αυτοί που πάντα θα ‘ναι εκεί.
Για να κοιτάξεις
μέσα στην ήρεμη κι απόλυτη αποδοχή τους
το πιο βαθύ σημάδι της ζωής σου
που τους χάραξε.

 

 

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία
την παράταιρη ιαχή του συρφετού.
Γλιστράμε στα φαράγγια των αγγέλων
στο βαθύ ποτάμι που χάραξε το βάραθρο
έπνιξε τη φωνή πήρε πίσω το λευκό, γυμνό τους σώμα
και τους έριξε σε ξένα σκοτάδια.

Αγκυλώνουμε τους ώμους
μέχρι που τα σώματα πια
να μην ξεχωρίζουν απ’ τις λείες πέτρες
που σμίλεψε απαλύνοντας η τριβή των δειλινών
κι οι κορεσμένοι πόνοι.

Εμμένουμε στο χαλασμό του λευκού
Ανάβοντας κεριά
Στην αγρυπνία της θνητής στιγμής και της διάψευσης.
Και οι πέτρες στην τριβή της αέναης παρουσίας
Μέχρι το στίγμα της τέφρας
Μέχρι τους σπόρους της γης.

 

 

ΣΠΟΝΔΗ

Τους ποιητές μην τους αφήνουμε στο δρόμο.
Να τους ακολουθούμε
στην κόψη των ονείρων μας.
Καρφιά που σημαδεύουν
τα μυστικά λημέρια της καρδιάς μας.

Χωρίς πληγές
δε ζωγραφίζουνε τον κόσμο.

 

 

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Σκαρφάλωσες στ’ άδυτα βράχια.
Στις αητοφωλιές των ρωγμών
και των γόνιμων χρωμάτων.
Πυκνές φτερούγες έκρυψαν το λεπίδι
που έμελλε να βυθιστεί
στη χίμαιρα της πρώιμης ανθοφορίας.

Άνεμοι στη γέννησή τους
στέγνωσαν τ’ αραγμένα ξύλα
παίρνοντας τη νοτιά της εξορίας
– απόμακρη καταιγίδα –
πίσω στην πράσινη μήτρα.

Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι
της μύχιας ταραχής.
Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης
και της λιγοθυμιάς του ονείρου.

Γύρισε ο καιρός.
Σήκωσε το τραγούδι μας
να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.

 

 

ΑΝΑΧΩΜΑ

Στάλες ακριβές
μιας ουσίας μυστικής
ποτίζουν το χώμα
ποτίζουν τις ρίζες
και σηκώνουν τη λήθη
να γυρίσει στα σπάργανα

 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΙΩΠΗΛΟ

Κανείς δεν ακούει
τους χτύπους της καρδιάς
όταν ξεχειλίζει να πετάξει
πέρα από τα ποτάμια
που οριοθετούν
το θνητό πέρασμα.

 

 

ΚΑΘΑΡΣΗ

Χαμένα μυρμήγκια
κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.
Γερνούν τα σώματα.
Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.
Κτίζουν οπές στη γη
και θερμοκήπια στους ουρανούς.
Τρέχουν τρελοί
να προλάβουν τη λήξη των ονείρων
στην άνυδρη χώρα.

Μα ο μικρός βροχοποιός
αψήφησε τους φύλακες.
Έβγαλε τη μάσκα
κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο
το πρόσωπό μας
να φέγγει αρυτίδωτο
στα σκοτάδια.

 

 

ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι ποιητές πασκίζουν να υποτάξουν
σε μορφές μυστικές τους βυθούς του κόσμου
Σταλαγματιές αιμάτινες
αντιφεγγίζουν την τέχνη τους
σε στέρεα σχήματα
με χιλιάδες χρώματα και διαθέσεις
να σφραγίζουν τη μοίρα των ανθρώπων.
Πέφτει ο ήλιος
κι απλωμένοι στη γη
σκάβουν λαγούμια
να φυλάξουν τα όνειρα.

 

 

ΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

«Έχεις τη χάρη της αγάπης
να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»
Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.
Και συ τριών χρονών μου φώναξες:
«Θέλω να γίνουμε θάλασσες.
Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.
Όπως το κύμα.»

 

 

ΜΕΡΟΣ Γ’

 

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Στα πράσινα λιβάδια
το πρώτο τίναγμα της φτερούγας
μίλησε με το άστρο
που αγρυπνούσε και περίμενε
τη σοδειά της ριζωμένης στο χώμα καρδιάς.

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ’ ονειρεμένο ταξίδι
απ’ τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.

Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
απ’ τις πληγές των ανθρώπων
ν’ απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν’ αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.

 

 

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΞΕΡΟΥ

Σπίτια χαμηλοτάβανα σειρά
περίμεναν τη δειλινή σκιά μας
να χαμογελάσει στα οπλισμένα τόξα
της κρυφής χαράς των κοριτσιών.

Κι οι ματιές τους πιο πάνω από τη θάλασσα
πάντα αφρισμένες
να σημαδεύουν το χλωρό μας θόλο
πάντα σαΐτες βουτηγμένες στο μύχιο χρόνο
τον κομμένο στα δυο
τον κλεμμένο ιστό της αδέξιας ορμής μας.

Οι πινελιές που χάραξε το φως των χειλιών τους
αυλάκωσαν το μέτωπο μας
να ταξιδέψουν τα λιγνά τους σώματα
κι οι ψυχές που έμειναν πίσω
ξωτικά της πλανόδιας πεθυμιάς.
Στοιχειά των ανέμων
που γδέρνουν το μετέωρο τραγούδι μας.

Μα νιώσαμε τη θάλασσα στον τριγμό της ήβης
ν’ ανοίγει διάπλατα
τα πέταλα των απολιθωμένων πόθων

 

 

ΙΣΚΙΟΙ

Γυρνάμε στα χαλάσματα.
Αγγίζουμε τις ρωγμές των χτισμάτων
επιπλέοντας στα υγρά θεμέλια των έργων μας.
Ανηφορίζουμε το παλιό μονοπάτι
στοιχειωμένοι από πνεύματα παλιά που μας γητεύουν.

Στην κορφή άλικες γλώσσες
βάφουν τον ήλιο που βασιλεύει
τροπαιοφόρος
στη χώρα των αιμάτινων ίσκιων.

 

 

ΜΟΡΦΟΥ 2001

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

 

 

ΕΛΕΓΕΙΑ

 

 

ΜΝΗΜΗ ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ,
μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι
για να μη χάνεται το άρωμα.
Φύλακας της πεμπτουσίας.
Ατάραχος, στοχαστικός
στο βυθό της δίνης των πραγμάτων.
Υποταγμένος στο νόημα της τέχνης
και την πυκνότητα των στιγμών.
Κοινωνούσες με Παπαδιαμάντη, Σολωμό και Καβάφη.
Η μορφή του στιλπνού σκεύους
ολοένα τους πλησίαζε.
Τους άγγιζε η φωνή
και δονούσε την ψυχή
ο βαθύς κραδασμός της μύησης
στους δρόμους της σιωπής.
Στην αναχώρηση, όπως την έκτισες εσύ.
Δωρικός, λευκός κίονας
στη σμίλη επιδέξιου τεχνίτη.

 

 

ΜΝΗΜΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Τελευταία Πέμπτη,
Βραδύτητα και Κούντερα.
Να τηλεφωνήσω . ..
Να πω πάλι πως τα κατάφερες να ρίξεις ακόμη ένα λιθάρι
στο τέλμα του αγκομαχητού.
Να πω πάλι πως έδωσες μορφή
στα βάθη της ήβης των ονείρων.

Δεν οδήγησες ποτέ.
Το λεωφορείο της γραμμής
σ’ έβγαζε στα Πάναγρα
«στ’ ασήμι που στραφτάλιζε τα δειλινά …»
Όλο το περιβόλι κι η θάλασσα
δικά σου χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας.
Με το λεωφορείο της γραμμής
ταξίδεψες την έφηβη ματιά σου
ακουμπισμένη στο παράθυρο
να γράφει εκείνο το ήρεμο μειδίαμα
στο αιώνιο πρόσωπο της πλησμονής και καρτερίας.

Πάντα ξεχώριζες χωρίς να ασκητεύεις.
Δεν οδηγούσες.
Κι οδήγησες την ψυχή σου
πέρα από τα ξένα λημέρια της μαλαματένιας επιτήδευσης.
Πιο πλούσιος απ’ όλους χωρίς να το ξέρεις.
Αρνήθηκες τους ρόλους και την εναλλαγή των σκηνικών.

Το λεωφορείο της γραμμής,
το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο
κουβάλησαν τα δώρα σου
Σεριάνισαν την αρχοντιά
των ταπεινών και των αθώων
στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.
Στην άκρη της γαλήνης σου.

 

 

Ανδρέα Πετρίδη Εξ Αφορμής
Αισθητικές προσεγγίσεις

Η επίμοχθη απόσταξη του Γιάννη Ποδιναρά

Ο Γιάννης Ποδιναράς πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά στην ποίηση το 1996, με την ποιητική συλλογή Ένα πράσινο ολό. Απ’ ό,τι γνωρίζω κι από τις κριτικές που έχω υπόψη, η δουλειά του κρίθηκε ως σοβαρή και ποιοτική για πρώτη εμφάνιση.
Μια δωδεκαετία αργότερα, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος – όπως συνηθίζουμε να λέμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος. Το νέο ποιητικό του βιβλίο έχει τον τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων, με ό,τι θα μπορούσε συνειρμικά να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων σηκώνει συχνά ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους. Τον διαβάζουμε σ’
ένα απόσπασμα από τα «Ταξίδια στο άπειρο»:

Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι
της μύχιας ταραχής.
Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης
και της λιγοθυμιάς του ονείρου.
Γύρισε ο καιρός.
Σήκωσε το τραγούδι μας
να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.

Το πρώτο μέρος της συλλογής, με οκτώ σχετικά σύντομα ποιήματα, μας πείθει χωρίς αμφιβολία για την τεχνική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή. Με πρόδηλη την ερωτική θεματική, διαβάζουμε λιτούς και άρτιους στίχους, που διανοίγουν σχεδόν πάντοτε μια υπερβατική προοπτική:

Ένα κύμα στα μέλη.
Ένα μαχαίρι από ήλιο
χάραξε το γυμνό σώμα
βυθίζοντας το φως
σ’ αμμουδερά πηγάδια.
Θαλασσινά νερά
στέγνωσαν τη δίψα μας.

από το ποίημα «Στους βυθούς του ανείπωτου»

Στο δυνατής λυρικής έντασης ποίημα «Κραυγή της Άνοιξης», η κορύφωση επιτυγχάνεται με την κλιμακωτή επανάληψη της λέξης «λευκό», η οποία, επανερχόμενη κάθε φορά σε διαφορετικό σημασιολογικό επίπεδο, φορτίζει
το ποίημα με μια ιδιαίτερη δυναμική. Μια δυναμική που οδηγεί τελικά σε λυτρωτική διέξοδο. Κι έτσι φαίνεται να δημιουργείται η καλή τέχνη, ακολουθώντας συνειδητά ή ασυνείδητα αρχετυπικά πρότυπα ρυθμών και παραστάσεων, που εμφωλεύουν βαθιά μέσα μας. Καταγράφω το ποίημα, για να μπορέσω στη συνέχεια να συμπληρώσω τον σχολιασμό μου.

Αγγίζω τη φωνή
κι ο νους μου σαλεύει.
Λευκό του ρίγους,
των αθώων στεναγμών.
Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.
Της αέναης αφής.
Της αμφίδρομης ροής.
Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.
Λευκό των βέβαιων χρόνων.
Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.
Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως
που χύνεται στο λευκό χέρι
και σε παίρνει πέρα
στην ανελέητη κραυγή
της Άνοιξης.

Αυτό το τελευταίο, το «βύθισμα στο γενναίο φως, / που χύνεται στο λευκό χέρι / και σε παίρνει πέρα στην ανελέητη κραυγή / της Άνοιξης», είναι η εκτόνωση και η «λύση» της υπαρξιακής αγωνίας που κορυφώθηκε στους
προηγούμενους στίχους, με το «λευκό» ως δυναμικό λάϊτ-μοτίβ στην ανάπτυξη του ποιήματος.
Δεν θα σταθώ αναλυτικά στα ολιγόστιχα, αλλά και τόσο πυκνά μικρότερα ποιήματα του πρώτου μέρους της συλλογής. Θέλω μόνο να γενικεύσω ότι αυτά αποτελούν συμπαγείς λυρικούς πυρήνες, με μορφική αρτιότητα και
υπαινικτικό βάθος. Διαβάζω τον ολιγόστιχο τίτλο «Σημάδια»:

Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.
Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.
Τα μάτια υγρά
στη δίνη της ομορφιάς,
ραγίζουν τη μέρα.

Εδώ η επιγραμματικότητα και η λιτότητα ανεβάζουν με κάθε στίχο το επίπεδο διέγερσης του αισθητικού εκκρεμούς εντός μας, και το επαναφέρουν χωρίς απώλειες σε μια επόμενη ή μεθεπόμενη ανάγνωση. Το καλλιτεχνικό
αντικείμενο μπόρεσε, μέσω της κατορθωμένης μορφής, να παγώσει εσαεί σε μια άφθορη κατάσταση. «Ένα κρίνο ταράζει το αίμα», διαβάζουμε ξανά και ξανά, και ο στίχος αυτόνομος σχεδόν και αυτάρκης μάς γεμίζει ένα κενό,
σαν να περιμέναμε τον ερχομό του.
Υποκύπτω στον πειρασμό να πω λίγα λόγια και για το τελευταίο ποίημα της πρώτης ενότητας, ένα από τα καλύτερα αυτού του βιβλίου. Έχει τον τίτλο «Ώρα καλή», που μας προϊδεάζει για ένα ζεστότερο και νοσταλγικότερο
κλίμα, προκαλώντας ταυτόχρονα συνειρμικά κύματα βαθύτερου προβληματισμού για τα ανθρώπινα δρώμενα. Το καταθέτω αυτούσιο:

Έρχεται κάποτε η ώρα
που μιλά η αυγή
και καλπάζουμε στα λειβάδια
των τρελλών καιρών και του νοτιά.
Ανατριχίλα του κορμιού
σαν γνώση του θανάτου,
κοχλάζει το αίμα.
Ταράζει τ’ ακραίο κύτταρο.
Άνοιξε πανιά
κι έβαλε πλώρη
για ταξίδια – και την άγρα των πουλιών.
Ώρα καλή
στον ήλιο και το σκοτάδι των κοχυλιών.
Ώρα καλή
στους ανέμους που κρατάνε
της αγάπης τον λυγμό και το φανέρωμα.

Μια αύρα αγάπης και αισιοδοξίας αναδύεται μέσα απ’ τους πιο πάνω στίχους. Ένας μετρημένος θαυμασμός για το δώρο της ζωής και μια υπόγεια ανατριχίλα για τα πρόδηλα όρια και το πεπερασμένο της επίγειας ευτυχίας.
0 επίλογος, με το χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενο «Ώρα καλή», εκπέμπει μιαν ανάλαφρη τραγουδιστική αύρα, που συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την πηγαιότητα της. Το αισθητικό αποτέλεσμα, και πιο συγκεκριμένα η αισθητική ηδονή, εκρέει απ’ το συνήθως απρόβλεπτο κυμάτισμα της μορφής, προσλαμβανόμενη σαν «πτερυγισμός και λαχτάρα στο στήθος».
Μπαίνω τώρα απευθείας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, για να δώσω ένα σύντομο στίγμα του. Στα είκοσι έξι τόσα ποιήματα αυτής της ενότητας το αισθητικό αποτέλεσμα δεν είναι παντού το ίδιο. Αλλά κι εδώ, όταν κάτι
μας ικανοποιεί λιγότερο, οφείλεται προφανώς στον πειρασμό του διανοούμενου δημιουργού να διαλογιστεί καθαρότερα και να φιλοσοφήσει αμεσότερα. Πιο συγκεκριμένα -και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω- μιλάμε για
τη χρήση ενίοτε ποιητικά αδρανών αφηρημένων εκφράσεων ή καθαρά λογικών προσδιορισμών, όπως για παράδειγμα:

Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία
την παράταιρη ιαχή του συρφετού
ή
Πλανιέσαι σ’ ένα πέλαγος
αφροντισιάς και πλήρωσης.

Να μη μας διαφεύγει, ότι στην καλή ποίηση φτάνει κανείς μόνο όταν εκκινεί από το συγκεκριμένο και ρεαλιστικό, το οποίο εμποτίζει διακριτικά και ισορροπημένα με μια υπέρλογη αισθαντικότητα. Γενικότερα όμως βρίσκουμε και στη δεύτερη ενότητα καλά ποιήματα, ιδιαίτερα τα πιο σύντομα, στα οποία ο δημιουργός αισθητοποιεί ικανοποιητικά τις ιδέες και τα συναισθήματά του,
αποφεύγοντας τους πειρασμούς των άμεσα διανοητικών ρήσεων. Σας μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το λυρικά νευρώδες ποίημα με τον τίτλο «Στα κατάρτια της άπνοιας»:
Νερό, νερό που σπάζει
στην άκρη της βαθιάς κουφάλας.
Νερό που αναβλύζει
τη λαχτάρα των εφησυχασμένων.
Νερό, καταφύγιο στα κατάρτια
Νερό, να ξεπλύνουμε τη ξαβαμμένη
σκόνη
της ακμής των αετών.
Νερό, νερό
να ξεπλύνουμε τη ψυχή μας.

Τέτοιοι στίχοι νιώθεις πως προϋπήρχαν, γιατί έτσι έπρεπε να είναι, χωρίς ορατά τα σημάδια επεξεργασίας από τον ποιητή, ο οποίος απλώς τους ανέσυρε στην επιφάνεια για να γίνουν αναγνωρίσιμοι και δραστικοί. Παρόμοια κατορθωμένα κομμάτια απαντούν καίρια και αφοπλιστικά στην αχρείαστη συζήτηση περί μορφής και περιεχομένου. Αφού επιβεβαιώνουν ότι η ίδια η μορφή είναι αξεχώριστη από το περιεχόμενο, το οποίο ενυπάρχει
σ’ αυτήν ως βαθύτερη εμπνοή, στη σπερματική ήδη σύλληψη του ποιήματος. Για να βγουν όμως με τέτοια παρθενικότητα και πληρότητα χρειάζεται μια επώαση μακρόχρονη και οδυνηρή. Κι ο Γιάννης Ποδιναράς είναι ένας δύστοκος δημιουργός. Ρίχνει στα βάθη της ψυχής του σκληρούς σπόρους. Η σπορά του, παίρνοντας χρόνο για να ριζώσει και να πετάξει ανθούς, δείχνει κάθε φορά να τον εξαντλεί. Τι πιο φυσιολογικό όμως, από το να νιώθει ο ποιητής, ύστερα από κάθε προσπάθεια, ότι τα έδωσε όλα;
Κλείνω και τη δεύτερη αυτή ενότητα της συλλογής, δίνοντας ακόμα ένα λυρικά υποβλητικό εξάστιχο:

Γυρεύουμε ένα δέντρο
να κρυφτούμε.
Να λυθούν οι πλάνες
στο οξύ αγιάζι των ίσκιων.
Στο θρόισμα της σιγανής φωτιάς.
Στην αρμυρή ηδονή της θάλασσας.

από το ποίημα «Εδέμ»

Οι στίχοι μιλούν από μόνοι τους, αφού εκφράζουν με επιγραμματική υποβλητικότητα το υποστασιακό δράμα του ανθρώπινου όντος, που αναζητεί ζεστασιά και ασφάλεια στον κόρφο της μάνας φύσης. Μιας φύσης, που μόνη αυτή με την αιωνιότητά της μπορεί να σκεπάσει – έστω για λίγο- το γυμνό κορμί της θνητότητάς μας. Τι μαγική στ’ αλήθεια παραμυθία; Η ποίηση μάς βοηθά να νιώθουμε πιο ελαφρύ το διαχρονικό οντολογικό μας άλγος. Και πέραν οποιασδήποτε άλλης εξαντλήσιμης και ρηχής ηδονής, έχει απ’ τη φύση της τη δυνατότητα να προκαλεί κάθε φορά μέσα μας τη φευγαλέα έστω αίσθηση της υπέρβασης της προσωρινότητάς μας.
Περνώ τώρα στην τρίτη ενότητα του βιβλίου, με τον παράξενα υποβλητικό τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων. Τίτλος, που ανεβάζει ονειρικά τον αναγνώστη πάνω σε μια ιλιγγιώδη αιώρα, όπου η ανάγνωση κάθε ποιήματος είναι
και μια ριγηλή ώθηση σε μια εναλλασσόμενη ταλάντευση. Μια ταλάντευση, που έχοντας για αφετηρία το συγκεκριμένο κι επίγειο, εκτινάσσει συχνά την ψυχή και το πνεύμα σε χώρους μιας ουσιαστικότερης και βαθύτερης εμπειρίας. Καταθέτω το καταληκτικό μέρος από το ποίημα «Συνάντηση»:

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ’ ονειρεμένο ταξίδι
απ’ τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.
Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
aπ’ τις πληγές των ανθρώπων-
ν’ απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν’ αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.

Τα περισσότερα φυσικά από τα ποιήματα της τρίτης ενότητας είναι μια ακόμα οφειλόμενη σπονδή στον χαμένο χρόνο και τον χαμένο γενέθλιο τόπο της κατεχόμενης Μόρφου. Ο Γιάννης Ποδιναράς δεν ξετυλίγει καμιά μακρόπνοη ή μεγαλόπνοη Ιερεμιάδα στη μνήμη των τόπων που κρατούν στα σπλάχνα τους την κιβωτό της παιδικής του ηλικίας. Ο λόγος του ακούγεται συγκρατημένος και αξιοπρεπής, και τα δάκρυά του έχουν πια αποκρυσταλλωθεί σε δωρικούς αγαλμάτινους στίχους, όπως οι ακόλουθοι:

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

Σ’ ένα άλλο κάπως μεγαλύτερο ποίημα για τη Μόρφου, γραμμένο το 2005, με βαρύ και αποκαλυπτικό βηματισμό, ο οραματισμός για το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει την πανηγυρική λύτρωση δίνει στους στίχους μια ριγηλή και τελετουργική πνοή. Ας δούμε το μέρος τούτο:

Μη… μου ψιθύρισες.
Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.
Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.
Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος
πως τα όνειρα θα ορθώσουν επί τέλους το ανάστημά τους.
Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν
με το μεγάλο διάφανο άστρο
σ’ ένα θρίαμβο απροσπέλαστο
που σαρώνει τους παλιούς καιρούς
και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.

Ακούγεται η μακρινή καμπάνα μιας Ανάστασης σε τούτο το ποίημα. Κι αν η πραγματική ανάσταση ίσως αργεί να έλθει ακόμα, ο Γιάννης Ποδιναράς μπορεί με την τέχνη του να προκαλέσει μέσα μας τα αισθήματα τέτοιας γιορ-
τής και να μας γεμίσει κατάνυξη. Κι η καλλιτεχνικής προέλευσης κατάνυξη δεν είναι, καθώς προείπαμε, ποτέ εξαντλήσιμη, αλλά βιώνεται τελετουργικά σε κάθε ανάγνωση.
Τι έμεινε τώρα να σχολιάσω από το ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Ποδιναρά; Μα φυσικά τα «Ελεγεία», και συγκεκριμένα εκείνα που αναφέρονται σε αγαπητούς λογοτέχνες, που έφυγαν αφήνοντας πίσω υποδειγματική ζωή και έργο. Τα ελεγεία αυτά μου αρέσουν, γιατί είναι συνθέσεις που αναπτύσσονται με πολλαπλές ψυχικές και πνευματικές κινήσεις, κάτι που απαιτεί ανάλογη μορφική αντιστοιχία. Δοκιμάζονται εν ολίγοις οι δυνατότητες του δημιουργού στη συνθετική δημιουργία, όπου το λυρικό διαπλέκεται με το αφηγηματικό και το δραματικό οδηγείται λυτρωτικά στη λύση του. Με τράβηξε ιδιαίτερα η
αρμονική κλασική συμμετρία και η διανοητική υπαινικτικότητα του αφιερώματος στον αξέχαστο Θεοδόση Νικολάου, προπάντων η λιτή κι ελλειπτική εισαγωγή, με το ακόλουθο επιγραμματικό τετράστιχο:

Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ,
μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι
για να μη χάνεται το άρωμα.
Φύλακας της πεμπτουσίας.

Κι εδώ να σταματούσε το ποίημα, θα ήταν μια πολύ δυνατή επιγραμματική προσωπογραφία. Ό,τι παρακάτω με διανοητική διεισδυτικότητα ακολουθεί, πλεονέκτημα ή μειονέκτημα δεν με απασχολεί, αναλύει κι εδραιώνει μια δυνατή σύλληψη.
Το δεύτερο ελεγείο στο οποίο θ’ αναφερθώ μνημονεύει τον προώρως εκδημήσαντα, αξέχαστο λογοτέχνη Θεόδωρο Στυλιανού. Η αυθεντική του προσωπικότητα ζωντανεύει παραστατικά μέσα από την επιγραμματική και συγκινημένη πένα του Γιάννη Ποδιναρά:

Το λεωφορείο της γραμμής,
το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο
κουβάλησαν τα δώρα σου
Σεριάνισαν την αρχοντιά
των ταπεινών και των αθώων
στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.
Στην άκρη της γαλήνης σου.

(απόσπασμα)

Ένιωσα πραγματική συγκίνηση, όταν διάβασα πρώτη φορά αυτό το ποίημα. Σίγουρα όχι μόνο επειδή μου θύμισε το γεγονός της απουσίας ενός πολύ αγαπητού φίλου, αλλά εξίσου και για τον τρόπο που μου τον έφερε στη μνήμη η ποίηση. Τούτο σημαίνει ότι το καλλιτεχνικό γεγονός πραγματώθηκε με επιτυχία. Κι αυτό είναι ταυτόσημο με την αισθητική καταξίωση του δημιουργού.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s