ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΚΑ

1-φωτο μαρια

 

 

1-1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

Η Μαρία Τζίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στο Πολύγυρο Χαλκιδικής.
Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Το «Ελαττωματικό χώμα» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

 

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟ ΧΩΜΑ (2015)

 

Ατελεύτητη μητρότητα

Ονειρεύτηκα την κόρη μου
γριούλα,
κάτω από άγριες ρυτίδες
αναίτια να πληγώνεται
το ευλογημένο σώμα
του ποιητή Θεού εντός της,
ονειρεύτηκα να αποχωρίζομαι
το παντοτινά αφημένο στη μητέρα, χέρι,
να σωριάζεται η αγάπη μας σκόνη
μες στην άδεια κοιλιά μου.
Όσο λιγόστευαν οι αξύπνητοι φόβοι,
τεντώθηκε πάλι,
παιδί,
χαϊδεμένο απ την καθάρια αφή
της ψυχής μου,
μυημένο στον ατέρμονο σφυγμό
της αγκάλης.

Την κράτησα
μικρό θεμέλιο του στήθους μου,
της εξιστόρησα με ανακούφιση
τον ανύπαρκτο χρόνο
την ατελεύτητη μητρότητα.

 

 

Μητέρα των νεφών

Στων θόλων τη φαντασμένη πληρότητα,
με προσωπεία
των ασχημάτιστων πόθων της
αιωρούνταν πάντα
αβέβαιο σώμα
μέχρι που της ζητήθηκε να πέσει
στις στιβαρές πιθανότητες του αέρα,
στο γδάρσιμο των πήλινων άστρων.

Θυμήθηκε κάτι φτερά,
καραδοκούν πισώπλατα
ορμούν σαν ένστικτα στις φτέρνες
θυμήθηκε τους εύτολμους
που γίναν φεγγαρόσχημα σημάδια
στα ανέγνωρα περάσματα,
μα όταν αφέθηκε
για να πληγώσει τη βαρύτητα
κατέληξε στο έσχατο κράτημα,
στην οροφή του διαβόλου
με τα γλυπτά εντόσθια του νου της
τσακισμένα
και δίπλα της χορταριασμένα πούπουλα
από θαλασσινά πουλιά
που ξέβρασαν περίσσεμα
οι τρύπες του ουρανού.

Έζησε εκεί
μια χωμάτινη μητέρα των νεφών
πλανημένη
από τον δίποδο άνεμο
απόγινε συμβολισμός,
μια ζωντανή τοιχογραφία της αβύσσου.
Μια επιπόλαιη σχισμή το σώμα της
διανοίγει
το ατράνταχτο κενό
της ελευθερίας.

 

 

Ο γιός μου δεν είναι πολεμιστής

0 γιός μου δεν είναι πολεμιστής,
τα δάχτυλα του δεν είναι σπαθιά
τα νύχια του δεν είναι μαχαίρια,
στους μικρούς ώμους του
δεν εξογκώνεται ο όλεθρος.
Ο γιός μου μάχεται τον ήλιο του μεσημεριού
ασκέπαστος
ξυπόλυτος συντάσσεται με το γυμνό καλοκαίρι
απλωτός στρατεύεται με την πυκνή βροχή
κηρύττοντας πόλεμο μόνο στις άγονες στεριές.
Στη θάλασσα αποπλέει με αθώες αναζητήσεις,
σε βουνά στην κάθοδο αντιστέκεται,
κορφές των βράχων κυριεύει.
0 γιός μου δεν είναι κυνηγός
δεν σφίγγει ξένους χτύπους
δεν καταπατά υψωμένα σώματα,
η ανέμελη προώθηση του βέλους του
στοχεύει το απρόσβατο χώμα.
Με μιαν απόχη μεταφέρει ωραίες εντυπώσεις,
τις αποθέτει πλούσιες
επάνω σε φιλέριδες εκφράσεις,
και τις χαλά.

 

 

Παιδικός ύπνος

Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
εγγίζω άπνοα
το λιόγερμα των βλεφάρων,
τις άφατες στιγμές,
τη δροσερή αδράνεια των κορμιών.
Ασπάζομαι μισάνοιχτες γροθιές,
ενόσω αποκαλύπτουν στο σεντόνι
ατόφιες τις αισθήσεις.
Τις συγκεντρώνω αυτούσιες
για την ενθύμηση των αισθημάτων.

Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
νιόβγαλτα των αναμνήσεων,
αναπαύουν ξαφνιάσματα
στη μητρική γη,
στα μέτωπα της περιπλάνησης
χαϊδεύω ένα παλιό ταξίδι μου,
στραμμένο στους ωραίους μύθους,
και στη διαύγεια των μορφών.

Πάντα θα περιγελά την ωμή ξαγρύπνια μου
ο ευλογημένος ύπνος των παιδιών μου.

 

 

Τρελός του δρόμου

Είδα έναν άνθρωπο
να αντηχεί αδηφάγα γέλια,
εγκλωβισμένος στον λαβύρινθο του δρόμου,
τσίριζε υποσυνείδητες κενότητες
σε λαμαρίνες και ψυχές,
ακίνητος,
στη δίνη της ρέουσας ύπαρξης,
αφουγκραζόταν
τους βίους των δέντρων,
τον καθαρό ψίθυρο των βουνών,
τη νεκρή άσφαλτο του μυαλού.

Δεν γέλασα.
Δεν γελώ πια με τους τρελούς.
Ίσως κάποια ημέρα
στον ίδιο δρόμο
θα περιφέρομαι
χάρτινη σημαιοφόρος των ονείρων,
με ανυπάκουα στην ευταξία φωνάγματα
θα με χλευάσουν για το ανάσκητο κεφάλι
και για αδόκιμους ήχους της αφροσύνης
που ξεφεύγουν σαν εκπνοές θανάτου.
Ίσως κάποια ημέρα
στον ίδιο δρόμο
λιθοβολήσουν το στόμα μου,
από φόβο
μήπως και καταλάβουν τι θέλω να τους πω.

 

 

Το σπίτι

Το σπίτι, γιαγιά,
σου έδωσε το τελευταίο φιλί μου
τώρα αγωνιά στην απουσία σου,
ελπίζει στο οικείο πέρασμα.
Πρέπει να συνηθίσει καινούργια χνώτα,
μια σταθερή φωνή να το συντροφεύσει
στην προδοτική λήθη,
ψάχνει ακόμα τα τυχαία αγγίγματα
που το αγαπούσανε κρυφά
και φανερά το υπηρετούσανε,
τον ουρανό από το χαραγμένο τζάμι
που ακολουθούσε μέσα από τη ματιά σου.
Είναι θλιμμένο το σπίτι σου,
σε περιμένει ακόμη,
γιατί από θάνατο δεν ξέρει.
Μόνο από τη φθορά που αφήνουν πίσω τους
οι άνθρωποι που λείπουν.

 

 

Η αλήθεια

Όταν ακούμπησε την αλήθεια,
μια σπίθα από την κόλαση του Ρεμπώ
την ηλέκτρισε
ως τα βάθη της παραλυμένης σκέψη της.
Η αλήθεια
την βρήκε πεταμένη
να μάχεται το σκληρό μαξιλάρι,
να διακινδυνεύει
στο φόβο μιας μαύρης τρύπας,
την κεκτημένη αρχή,
να συρρικνώνεται
τηρώντας νόμους της εξαφάνισης
σε ένα τσιμεντένιο κουτί,
με αργούς σφυγμούς της ζωικής θέλησης
να προετοιμάζεται για την σαρωτική αυτοσυνείδηση
και να αλλάζει εκφραστικά τις σημασίες.
Η αλήθεια
την κρέμασε,
με σχοινιά από το ταβάνι
για να μπορεί να στέκεται ολόρθη σα ζωντανή.
Τώρα πια ολόρθη σα ζωντανή,
συνηθίζει στο ψέμα.

 

 

Οι φίλοι μου

Οι δικοί μου φίλοι
ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,
χειρονομούν τους φόβους τους
με αγκαλιές ασπόνδυλες
που καταρρέουν
πάνω μου τη στοργή,
ας ξέρουν
πως δεν κρατώ τίποτα γερό
να τους στεριώσω

Οι δικοί μου φίλοι
με σηκώνουν από το παρεξηγημένο σώμα,
επιδένουν την παραμέλησή του με τα οστά τούς
όση ώρα τρέχουμε στα σκαλιά
των φροντισμένων δέντρων

Οι δικοί μου φίλοι
διαβαίνουν με την απείθεια μου
άκριτα
από την πορώδη διάβαση της εποχής,
πάντα τοξοβολούν ελεύθερα τραγούδια
στοχεύοντας σε ενύπνιους αριθμούς
που λοιδωρούν το στέρνο μου

Οι δικοί μου φίλοι δεν υπάρχουν
δεν υπήρξαν ποτέ,
είναι πήγασοι και λευκά αηδόνια

 

 

Αλυχτούν οι σιωπές των κρυμμένων

Για να με δείχνω στο έδαφος
δανείστηκα μια χαλασμένη χορδή.
Με αυτή βήχω γέλια
σχεδιάζω δειλές καταφάσεις,
με λέξεις που αυτοκτονούν
από κατάχρηση.
Για να ανήκω στη στοιχειώδη φύτρα των λάλων,
μασώ το βρώσιμο αλφάβητο τους
κοινωνώ με δεκάδες χειλικούς εαυτούς
διασκεδάζω με κρίκους τερπνούς
που ανάμεσα τους περνώ
υπογλώσσιος ακροβάτης.

Σε ένα πνιγμένο ενυδρείο
επιπλέει η φωνή μου στη σκουριά
κάτω από τη νοητή τρίχα του ανθρώπου,
οι εγκόσμιοι
περιφέρουν πάνω μου τα δόντια τους
δαγκώνουν το τελευταίο κομμάτι
της σιωπής μου
για να μην αλυχτά
τις πολύτιμες μου υποχωρήσεις.

 

 

Μικρό ερωτικό της αβύσσου

Αυτή η γη
που ανταμώσαμε
φαινομενικοί εραστές
σε ήμερα τοπία,
είναι το ανάποδο
της αβύσσου.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

 

Άφοβες ημέρες της ευτυχίας

Άσπιλος και ζωηρός, καλέ μου
τη θαλερότητα ξεζεύεις
από το κάκιωμα του ενήλικου χρόνου,
την ποθητή αυτοτέλεια της ύπαρξης
επιστρέφεις αλώβητη,
από την άχρηστη ώρα πληγωμένη.
Χωρομετρούν τη γη επαρκή και γόνιμη
οι διασταλμένες κόρες της ευχαρίστησης,
θεϊκά βουνά χαμηλώνουν
την υψηλή προσδοκία της ευτυχίας,
το ζωογόνο αυγό ενός αετού σπάει,
άφοβες ημέρες γεννιούνται.

 

 

Μνήμες ασωμάτων στιγμών

Μνήμη αθώα
των αφίλητων λόγων του,
σε παραδίδω
στο άτρητο κελί της σκέψης του,
στο αδάκρυτο «ύστερα» των δακρύων μου,
στην αγίνωτη ώρα του πόθου.
Μνήμη μυθική της εικόνας ,
ας μπορώ να σε σέρνω
σε μια εναλλακτική αφή
των χεριών που με ψάχνουν,
στην ευθεία τροπή του εμπράγματου έρωτα,
στον λυμένο του λαβύρινθο
που στρώνεται πλάτωμα εμπρός μας,
στο ελεύθερο άπειρο
με ρόδα για πλανήτες,
να γεμίζουν
την κώμη της καρδιάς μας
με ελπίδα,
με ισχύ μιας υπόσχεσης
που δεν εδόθη ποτέ,
κι είναι αυτή από μόνη της
τώρα ζωή.
Μνήμη ασώματη εκείνου,
σε αποθέτω
στο αναγνώσιμο μέλλον του
κι έχω ήδη αναβάλει τον θάνατο
μιας αγάπης απτής ,
του ιδρώτα.

 

 

Περί αγάπης

Λένε
πως στον αληθινό τόπο της αγάπης
πλάσματα με ασύνορα χαμόγελα
πλαταίνουν
τα χείλη του Θεού
ως τις αλαργινές πλευρές
ακμαίων οραμάτων,
κι εξασθενίζουν τον σαρκοβόρο διάκοσμο
στο διάφανο περίγραμμα της τελειότητας τους.
Εδώ,
αραιά ατενίζουμε
το άβατο νόημα
όπου η αγάπη ευδοκιμεί,
μόνο εκκινώντας
από ειρηνικές εστίες
κι από αγκαλιές παιδιών
-το σιωπηλό αιωρούμενο
της ομορφιάς που μας απόμεινε-
προσώρας ξηλωνόμαστε
από τον γλίσχρο μας κήπο,
ανάποδα δέντρα
προστρέχουμε
σε εύφορες σχισμές των ουρανών,
έρμαια στην κόψη των σφοδρών μας ετών
ολοκληρώνουμε τις αίσιες δυνατότητες
των αισθημάτων
μες στα τυχαία σώματα,
όπου η αγάπη
καθεύδει ατελής.

 

 

Τώρα που κατάφερα να κλάψω

Επιτέλους,
ξεσπώ τη βάναυση ύλη
που υπενδύει ο κόσμος
στα ανοιχτά σώματα.
Είναι μια διάλυση
ετούτη η ώρα,
η ώρα που αλλάζει
ο κρατημένος πόνος,
κι από ξεκρέμαστος λυγμός
αρθρώνεται
σε διακριτό συναίσθημα.

Τώρα που ρήμαξα
το θλιμμένο σύνορο
και πλήγωσα
το στημένο μου στρατιώτη,
πρέπει να ορμήσω μόνη
στη μάχη,
να λειτουργήσω πάλι
την κραυγή και
τους σπασμένους αισθητήρες της,
με δάκρυ της συναίσθησης
να μου επιστραφεί
η ζωή
από την άφεση της,
να την επωμιστώ
αδιάλλακτη,
έτσι
όπως είναι.

 

 

Ώρες που ο Θεός αναπαύεται

Ο Θεός αναπαύεται στην αχανή θάλασσα,
σαν ανυποψίαστο ψάρι αυτάρεσκα
εποπτεύει τους πολύτοκους υφάλους,
σαν οστρακόδερμο κολλάει την αφή Του στον απόκεντρο βυθό,
σαν σπόγγος καλοδέχεται στους πόρους Του την ενάλια εντέλεια.

Αναπαύεται περήφανος και καλοκαρδισμένος,
κάτω από σώματα ταξιδιωτών
που επιπλέουν με την ασχήμια του θανάτου,
κάτω από εξολοθρευτές καρχαρίες
που αφανίζουν ζωντανούς σχεδιασμούς.

Ο Θεός αναπαύει την υπομονή Του στη μεγάλη γη,
σα μακρόβιο πλατάνι καμαρώνει τη γενναιόδωρη φύση,
σα μοναστικό βουνό μακρόθεν φιλοσοφεί την ευταξία,
την καλοπιστία και τη μακροημέρευση στο χώμα κατεργάζεται,
πάνω από άπνοα παιδιά που δικαιώνουν αιτίες για την ανυπαρξία,
πάνω από αδηφάγους λέοντες που διακόπτουν αθώους σφυγμούς.

Ο Θεός αναπαύεται στον επίζηλο κόσμο Του,
σίγουρος για την επιτυχή δημιουργία,
μεταθέτοντας όλα τα λάθη
στα τέλεια πλάσματα Του.

 

 

Για το ΕΛΛΑΤΩΜΑΤΙΚΟ ΧΩΜΑ έγραψαν:

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Στο περιοδικό Fractal \1/6/2016

Ανοίγοντας τα κλειστά παραθυρόφυλλα της Μαρίας Τζίκα

«Ελαττωματικό χώμα» Εκδόσεις Κεντρί 2015

Διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα» αυτό που κατ’ αρχάς σε εντυπωσιάζει είναι η δύναμη των λέξεων της.
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στη Γένεση από το Άξιον Εστί.
Έτσι κι οι λέξεις της Μαρίας, ένα χελιδόνι που δραπετεύει μέσα από τις χαραμάδες των κλειστών παραθυρόφυλλων της ψυχής της, γεννάνε το ποίημα και μας φέρνουν το φως και την άνοιξη.
Στο ποίημα «Κλειστά παραθυρόφυλλα» το προτελευταίο ποίημα από τα 33 της συλλογής γράφει: (Απόσπασμα)

Είναι σκοτεινά τα φύλλα των παραθύρων σου.
Θέλω να ανοιχτώ μαζί τους
μα δεν βρίσκω χαραμάδα να με διαπεράσει,
να τρυπώσω στο στοιχειωμένο από αισθήματα δωμάτιο
να πλαγιάσω την περηφάνια στην απλωμένη σκέψη σου
να στερηθούμε και οι δύο την απτότητα
που ορίζει τις ανθρώπινες καταλήξεις.
Εκτός σου,
σε καμπυλώνω μέσα μου άγγιχτη φιγούρα
σε συνεχίζω πάνω μου λαθραίο γράμμα
σε κληρώνομαι πλάσμα της σελήνης
να με αντανακλάς φιλημένη
αλάργα των χειλιών σου,
θολωμένη από τις εκπνοές
που δεν μετράς στο στόμα μου.
Δεν με ακούς
που αλείφομαι βρόχινη
πάνω στο οχύρωμα που σε μονώνει απ τη απ’ τη ζωή μου
γι’ αυτό και διασκορπίζομαι
κοφτερό νερό,
χωρίζω το ήδη διαιρεμένο παρόν μας.
Αναζητώντας η ίδια η ποιήτρια το φως πίσω από τα σκοτεινά κλειστά παραθυρόφυλλα που τη περιβάλλουν μας αποκαλύπτει τα δικά της κλειστά παραθυρόφυλλα όπου βρίσκονται όλα τα συναισθήματα της και ένα – ένα βγαίνουν στο φως μέσα από τα ποιήματα της. Είναι μητέρα, γυναίκα, ένιωσε τον έρωτα, γεύτηκε την αγάπη αλλά και την απώλεια της οικογένειας, είναι φίλη, έχει ταξιδέψει στα μονοπάτια της ποίησης, παρατηρεί και αισθάνεται τους ανθρώπους και τα πράγματα γύρω της και τα μετουσιώνει σε ποίηση.
Πρώτα και κυρίαρχα τα αισθήματα της μητέρας, μια και το πρώτο της βιβλίο είναι αφιερωμένο στα δυο μικρά παιδιά της. Αλλά και σε κάποια από τα πιο δυνατά ποιήματα της συλλογής η μάννα, αν και αρκετά νέα μητέρα η ίδια, γράφει γι αυτά και αφουγκράζεται με τρυφερότητα στον ύπνο των παιδιών της την ανάσα τους και κλείνει μέσα της όλη την ομορφιά και την αγάπη της μητρότητας αλλά και το όνειρο για το αύριο τους. Όνειρα καθόλου ωραιοποιημένα και ρομαντικά αλλά προσγειωμένα, ανθρώπινα, γεμάτα ελπίδα για το ταξίδι τους στη ζωή. Ονειρεύεται τη κόρη της «γριούλα κάτω από άγριες ρυτίδες» αλλά «παιδί μυημένο στον ατέρμονο σφυγμό της αγκάλης». Κι’ ονειρεύεται το γιό της που χωρίς να είναι πολεμιστής να «μάχεται τον ήλιο του μεσημεριού ασκέπαστος» και «κηρύττοντας πόλεμο μόνο στις άγονες στεριές» να κερδίζει την ομορφιά της ζωής.
Ένα πρόσωπο του οικογενειακού περιβάλλοντος που φαίνεται να έχει σημαδέψει την ποιήτρια και με τη παρουσία και με την απουσία είναι η γιαγιά της. Στο ποίημα «Το σπίτι» η ποιήτρια με περίσσια συγκίνηση αφήνει το σπίτι να δώσει το τελευταίο φιλί της στη γιαγιά λέγοντας της ότι την περιμένει ακόμα γιατί δεν ξέρει από θάνατο. Και το ποίημα αυτό της Μαρίας παίρνει μια ξεχωριστή σημασία. Σε μια εποχή που ζούμε το δράμα των προσφύγων και έχοντας ζήσει κι εγώ τη προσφυγιά το 74 στη Κύπρο, θέλω να πω ότι οι στίχοι της Μαρίας παίρνουν μια οικουμενική διάσταση γιατί το κάθε σπίτι αυτών που φύγανε είτε με θάνατο είτε με πόλεμο παραμένει θλιμμένο και περιμένει πάντα αυτούς που ζούσαν εκεί να ξαναγυρίσουν.

Το σπίτι

Το σπίτι, γιαγιά,
σου έδωσε το τελευταίο φιλί μου
τώρα αγωνιά στην απουσία σου,
ελπίζει στο οικείο πέρασμα.
Πρέπει να συνηθίσει καινούργια χνώτα,
μια σταθερή φωνή να το συντροφεύσει
στην προδοτική λήθη,
ψάχνει ακόμα τα τυχαία αγγίγματα
που το αγαπούσανε κρυφά
και φανερά το υπηρετούσανε,
τον ουρανό από το χαραγμένο τζάμι
που ακολουθούσε μέσα από τη ματιά σου.
Είναι θλιμμένο το σπίτι σου,
σε περιμένει ακόμη,
γιατί από θάνατο δεν ξέρει.
Μόνο από τη φθορά που αφήνουν πίσω τους
οι άνθρωποι που λείπουν.

Ένα άλλο θέμα που απασχολεί τη ποιήτρια είναι ο έρωτας κι η αγάπη. Με τη δικιά της ματιά, ο έρωτας δεν είναι εξιδανικευμένος αλλά ανθρώπινος και ζει μέσα στη καθημερινότητα και στο χρόνο. Και με την πάροδο του χρόνου, ο έρωτας, όπως γράφει στο ποίημα «Εξίτηλος έρωτας», σβήνει από τα «ανυπάκουα αισθήματα». Και σ ‘ ένα άλλο ποίημα το «Ερωτευμένοι απόντες» μας λέει ότι ακόμα και οι επινοήσεις του ερωτευμένου καταλήγουν στον «όλβιο πόθο της φυγής» Κι η αγάπη, αυτή έρχεται σαν ξάφνιασμα . Στο ποίημα «Ξαφνική αγάπη» γράφει:

(Απόσπασμα)

έξαφνα
βάλθηκες να βάψεις την καρδιά σου κόκκινη
έναν χορό που σε παραμονεύει από παλιά
ξεκίνησες λευκή
στο υπέργειο άκουσμα της ευτυχίας,
την ώρα που αρμολογούσες αντοχές
ένιωσες να σου λείπει μια αρτηρία
σαν ξάφνιασμα την έπιασες
να σφύζει
σε ένα ξένο και βιαστικό αίμα
που άθελα σε τράβηξε
από την τραγική απόστασή σου,
σαν ξάφνιασμα
εμφανίστηκες να ρέεις ακέρια
στα τρυφερά χέρια
μιας αναπάντεχης συνάντησης
που κόβοντάς σε,
συμπλήρωσε
το σώμα της αγάπης.

Η ποιήτρια μας, νέα γυναίκα η ίδια που ζει και βιώνει αυτή τη δύσκολη εποχή, τη γεμάτη ανατροπές και φθαρμένα όνειρα, κοιτάζοντας τις ανυπέρβλητες δυσκολίες των συνανθρώπων μας στο ποίημα «Κάτι σαν φιλανθρωπία» γράφει: «Κρατώ πάντα από ευγένεια/ένα μοιρασμένο χαρτονόμισμα/κι ένα καλοντυμένο γεύμα/ ακουμπώ στη πλάτη των μυρίων πόνων τους /δέκα χαμόγελα όλα κι’ όλα/ που περισσέψανε από προσωπικά παθήματα…» Δεν γελά με τον τρελό του δρόμου μια και αντιλαμβάνεται πως η κατάρρευση των ονείρων είναι αυτή που τον οδηγεί σ αυτό το ασυνάρτητο γέλιο, όπως μας λέει στο ποίημα «Ο τρελός του δρόμου.»
Η Μαρία Τζίκα ξέρει να απλώνει το βλέμμα της τριγύρω και να παρατηρεί τις αλήθειες της ζωής δυσάρεστες ή όχι όμορφες ή άσχημες. Δεν τις ωραιοποιεί, αλλά μιλά με θάρρος γι αυτές τις «ατυχείς ασυμμετρίες» όπως στο ποίημα «Άσχημες γυναίκες»
Κι οι φίλοι της πολύ παραστατικά μας λέει ότι «ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης/χειρονομούν τους φόβους τους», για να καταλήξει ότι «τοξοβολούν ελεύθερα τραγούδια» και είναι «λευκά αηδόνια»
Διαβάζοντας η ίδια Έλληνες και ξένους ποιητές επιλέγει, νομίζω όχι τυχαία, να γράψει ένα ποίημα-μονόλογο για τον Κώστα Καρυωτάκη, τον αυτόχειρα ποιητή, γιατί η ίδια ξέρει ότι, αν και προερχόμαστε από ελαττωματικό χώμα και εκεί καταλήγουμε, έχουμε να διανύσουμε το δρόμο της ζωής να γευτούμε και να χορτάσουμε την ομορφιά της και να αντέξουμε τις δύσκολες και ελαττωματικές στιγμές της. Κι όπως μας λέει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής «Αυτή η γη/που ανταμώσαμε/φαινομενικοί εραστές/σε ήμερα τοπία/είναι το ανάποδο/ της αβύσσου.»
Η Μαρία Τζίκα μια νέα ποιητική φωνή, ξεκινά με το δικό της προσωπικό- ποιητικό ύφος το ταξίδι της στη ποίηση. Δείχνει από την πρώτη στιγμή την άριστη γνώση της γλώσσας κάτι που δεν το βλέπουμε συχνά αλλά και το πλούσιο λεξιλόγιο της. Κι αυτά είναι εφόδια που σε συνδυασμό με τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο καλλιέργησαν τη σκέψη της και την ικανότητα της να παρατηρεί σε βάθος αυτά που την περιβάλλουν και τη βοήθησαν να ξεκινήσει δυνατά τη ποιητική της διαδρομή. Παρατηρεί με θάρρος το παρόν της ζωής είναι συμφιλιωμένη με τις αντιθέσεις της και τη χαρμολύπη που προκαλούν , τις αποδέχεται και τις κάνει ποίηση.
Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου που έχει ανθολογήσει ποιήματα της Μαρίας στο ιστολόγιο του «Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται», μας λέει «Μου αρέσει η οπτική και το συναίσθημα της νέας αυτής ποιήτριας αλλά και η αξιόλογη τεχνική της. Πιστεύω ότι έχει τις δυνατότητες να φτάσει πολύ ψηλά στο ισόβιο ανηφορικό μονοπάτι της ποιητικής τέχνης»
Το ίδιο πιστεύω κι εγώ για τις δυνατότητες της Μαρίας. Έχει βάλει εξαρχής τον πήχη ψηλά και περιμένουμε την ανάλογη πορεία.

Τελειώνοντας θέλω να συγχαρώ το Δήμο Πολυγύρου για τη πρωτοβουλία του να τιμήσει μια νέα ποιητική φωνή και εύχομαι να συνεχίσει να προβάλλει τους νέους δημιουργούς.

 

 

Λάσκαρης Π Ζαράρης ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ.ΒLOG 12/8/2015

Με τον άκρως συμβολικό τίτλο: «Ελαττωματικό χώμα», η φιλόλογος Μαρία Τζίκα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα, με μια ιδιαίτερη προσωπική ποίηση, με ποίηση που ανθίσταται στην πεπατημένη οδό και βρίσκει συνεχή διέξοδο, αν και ταλανίζεται από έντονο υπαρξιακό βάρος.
Το βιβλίο το αφιερώνει στα δύο παιδιά της, που βρίσκονται στο επίκεντρο των εμπνεύσεων της στα ποιήματα: «Ατελεύτητη μητρότητα», «Ο γιος μου δεν είναι πολεμιστής» και «Παιδικός ύπνος»:

«Ονειρεύτηκα την κόρη μου
γριούλα,
κάτω από άγριες ρυτίδες
αναίτια να πληγώνεται
το ευλογημένο σώμα
του ποιητή Θεού εντός της,
ονειρεύτηκα να αποχωρίζομαι
το παντοτινά αφημένο στη μητέρα, χέρι,
να σωριάζεται η αγάπη μας σκόνη
μες στην άδεια κοιλιά μου».

«Ο γιος μου μάχεται τον ήλιο του μεσημεριού
ασκέπαστος
ξυπόλυτος συντάσσεται με το γυμνό καλοκαίρι
απλωτός στρατεύεται με την πυκνή βροχή
κηρύττοντας πόλεμο μόνο στις άγονες στεριές».

«Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
εγγίζω άπνοα
το λιόγερμα των βλεφάρων,
τις άφατες στιγμές,
τη δροσερή αδράνεια των κορμιών.
Ασπάζομαι μισάνοιχτες γροθιές,
ενόσω αποκαλύπτουν στο σεντόνι
ατόφιες τις αισθήσεις.
Τις συγκεντρώνω αυτούσιες
για την ενθύμηση των αισθημάτων».

Η συλλογή περιλαμβάνει τριάντα τρία ποιήματα, που αντιπροσωπεύουν την ανθρώπινη υπόσταση, προσδιοριζόμενη από τις συνθήκες της μητρότητας, από τη μοναξιά και άλλα σημαντικά κοινωνικά θέματα, από μια αξιοπρόσεχτη προσέγγιση του έρωτα και της αγάπης, όχι διαμέσω μιας επίπλαστης επιφάνειας ρομαντισμού και καταιγισμού φωτεινών συναισθημάτων, αλλά διαμέσω μιας διηνεκούς προσπάθειας να αξιοποιηθεί κάθε λέξη ως στοχαστικός πυρήνας νοημάτων. Η λέξη γενικά γίνεται η πύλη την οποία πρέπει ν’ ανοίξει ο αναγνώστης προκειμένου να φανερωθούν οι αθέατες όψεις της αντικειμενικής πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται η ποιήτρια, μέσω του λογικού νου, που ακροβατεί σε καταστάσεις μη αποδοχής των κοινωνικών φαινομένων, αλλά και δημιουργικής μετάπλασής τους με μία γραφή αποκαλυπτική, αιχμηρή και ευρηματική ταυτόχρονα, σε βάθος υπαρξιακή.
Χαρακτηριστικό απόσπασμα που αποδεικνύει την τάση της ποιήτριας να αποφεύγει τις ωραιοποιήσεις και να ξεγυμνώνει τις καταστάσεις και τις νοοτροπίες, είναι το εξής απόσπασμα από το ποίημα με τίτλο: «Άσχημες γυναίκες»:

«Μια άσχημη γυναίκα,
μια ενοχλητική σκίαση
της ορθής επιλογής,
του αγαθού έρωτα,
το πνεύμα της δέσμιο
μυθωδών πραγμάτων
μιαν άδηλη προσποίηση
διαβρώνει το αμιγές μυαλό,
εν τέλει
δεν αποτραβήχτηκε ποτέ
από την επίκτητη συνθήκη
της δύσμορφης ανο-η-σίας της».

Η αντιδιαστολή της σημασίας: όμορφης-άσχημης στο πεδίο των αισθήσεων εμφανίζεται δυναμικά με την οπτική εντύπωση, όταν όμως μεσολαβήσει ο νους που έχει καταγράψει μαθημένες συμπεριφορές κι έχει συντελέσει στη δημιουργία του προτύπου «γυναίκα» με παράλληλη διάθεση να το αμφισβητήσει κιόλας, καταρρίπτεται κάθε ψεύδος που συντηρεί κάποιες ωφέλιμες για τη γυναικεία ψυχική ευστάθεια, απάτες. Η ποιήτρια λοιπόν, αντικρίζει την αλήθεια που η κοινωνία κρατάει καλυμμένη πίσω από ένα πλήθος προκαταλήψεων και «ζωτικών» ψευδών. Εδώ όμως η ειδοποιός διαφορά, που καθορίζει την ομορφιά και την ασχήμια είναι η εκπομπή της ενέργειας της ψυχής και κατά πόσο το περιεχόμενό της καταλύει τον χρόνο και συμβαδίζει με την ποθητή αιωνιότητα.
Ο έρωτας στο ποίημα: «Εξίτηλος έρωτας» παρουσιάζεται γήινος, ενοχοποιημένος, γυμνός, χωρίς εξιδανικεύσεις αλλά με πραγματιστική αντίληψη και ως συνηθισμένη διαδικασία που στερείται ονειρικών εξάρσεων και απελευθερωμένης ηδονής:

«Μακρολογείς μιαν ένσαρκη επίθεση,
χτυπάς τον οργασμό,
κακουργείς τα ανυπάκουα αισθήματα
μιας ταγμένης ηδονής,
ενόσω εκείνος
με κατάκλειστο βλέμμα
απωθεί τις απροσποίητες εμμονές
σε πενιχρά αγκαλιάσματα
σαγήνης».

Ενώ στο ποίημα: «Ερωτευμένοι απόντες», η ποιήτρια περιγράφει δύο πρώην ερωτευμένους που αναπληρώνουν την ολοκληρωτική απουσία του πάθους, με τη φαντασίωση ενός άλλου ερωτικού συντρόφου:

«Ίσως να φταίει που λίγο πριν
το αμέτοχο δέρμα
επινόησε έναν ερωτευμένο
την μεταμόρφωσε σε θελκτική
μπροστά στον όλβιο πόθο
της φυγής της».

Στο ποίημα με τίτλο: «Μητέρα των νεφών» περιγράφει ορισμένες σκηνές, που θυμίζουν εικόνες από κινηματογραφική ταινία με ιδιαίτερο σασπένς. Ο πραγματικός της κόσμος παίρνει το φανταστικό σχήμα για να μεταδώσει στον αναγνώστη, με το ανοίκειο (με τα γλυπτά εντόσθια του νου της τσακισμένα / θαλασσινά πουλιά που ξέβρασαν περίσσεμα οι τρύπες του ουρανού), την ανατριχίλα της ματαίωσης των ονείρων των φιλόδοξων ή αιθεροβαμόνων της ζωής, που παρ’ όλες τις φιλότιμες και άοκνες προσπάθειες τους, κατέληξαν στο «ατράνταχτο κενό της ελευθερίας»:

«Θυμήθηκε κάτι φτερά,
καραδοκούν πισώπλατα
ορμούν σαν ένστικτα στις φτέρνες
θυμήθηκε τους εύτολμους
που γίναν φεγγαρόσχημα σημάδια
στα ανέγνωρα περάσματα,
μα όταν αφέθηκε
για να πληγώσει τη βαρύτητα
κατέληξε στο έσχατο κράτημα,
στην οροφή του διαβόλου
με τα γλυπτά εντόσθια του νου της
τσακισμένα
και δίπλα της χορταριασμένα πούπουλα
από θαλασσινά πουλιά
που ξέβρασαν περίσσεμα
οι τρύπες του ουρανού».

Η ποιήτρια Μαρία Τζίκα αποδεικνύει γενικά την ικανότητά της στην επιλογή των κατάλληλων λέξεων και την άνεση με την οποία δημιουργεί πετυχημένα σχήματα λόγου και ιδιαίτερα τη μεταφορά:

«Με γεφυρώνει το τρεμάμενο τζάμι
με την ομφάλια καταγωγή της φαντασίας,
πετάω αθάνατη πάνω από τα βουνίσια πέλματά μου,
νιώθω τα μαυρισμένα γόνατα των εξορμήσεων,
ξεμελανιάζω τις όμορφες πυγολαμπίδες
από την ασφυξία του γυάλινου κλουβιού,
της άγνωρης κυριαρχίας,
της δοκιμασίας του θανάτου».

(Από το ποίημα: «Ο απογευματινός ουρανός μου»).

Μας ενδιαφέρει πολύ η άποψη της για το φως στο υπέροχο ποίημα: «Στον ήλιο», όπου ο ποιητικός της λόγος δουλεύτηκε με τη σμίλη της ψυχής. Το φως που δίνει την ακέραια σημασία στον κόσμο, το φως που έχει την ικανότητα να διεισδύει κι από το πιο μικρό άνοιγμα του παραθύρου, από μια χαραμάδα, αυτό το φως μπορεί να γίνει βασανιστικό για την ποιήτρια, όταν αντιλαμβάνεται ότι εμείς οι άνθρωποι, σπαταλούμε καθημερινώς αμέτρητες ηλιαχτίδες σε ανούσιες δραστηριότητες και φθείρουμε τον νου μας, την ψυχή μας και το σώμα μας, ενώ θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε την ελπίδα που φέρνει το φως και να το θεωρήσουμε ως ευκαιρία να εγερθούμε από τον ατέλειωτο ύπνο της ύπαρξής μας.

«Μια φορά
τολμήσανε τα βλέφαρα
να έλξουν ένα διάφωτο ξημέρωμα,
να ομοιωθούν με τον ουράνιο καταρράκτη,
κι είναι από τότε
που μου φαίνονται όλοι σκοτεινοί,
στο αποτράβηγμα
πήραν το αληθινό τους χρώμα».

Συμπερασματικά, η ποίηση της Μαρίας Τζίκα αγγίζει βαθιά, με την έννοια ότι προϋποθέτει τη δραστήρια λειτουργία της σκέψης του αναγνώστη. Τα ποιήματά της παίρνουν τη θέση δοχείων, όπου μέσα τους αποστάζεται το καθαρό υγρό του νου, ενός νου που γεννά αλήθειες και αποφεύγει να στέκεται μονάχα στις εντυπώσεις, ενώ οδηγεί σε συγκροτημένη άποψη για τη ζωή και στη διάλυση των νεφών που θολώνουν συχνά την όραση και μας εμποδίζουν να βλέπουμε μακριά… Η ίδια δημιουργεί μεγάλης νοηματικής ευρύτητας εικόνες, για να δώσει στα συναισθήματά της την απαραίτητη αιχμή και δραστικότητα, ώστε να διαπεράσει την ποιητική ουσία:

«Η αλήθεια
την βρήκε πεταμένη
να μάχεται το σκληρό μαξιλάρι,
να διακινδυνεύει
στο φόβο μιας μαύρης τρύπας,
την κεκτημένη αρχή,
να συρρικνώνεται
τηρώντας νόμους της εξαφάνισης
σε ένα τσιμεντένιο κουτί,
με αργούς σφυγμούς της ζωικής θέλησης
να προετοιμάζεται για την σαρωτική αυτοσυνείδηση
και να αλλάζει εκφραστικά σημασίες».

Ο ποιητικός της λόγος είναι δύσκολος, μπορεί εξωτερικά οι στίχοι της να κυλούν γρήγορα, όμως η πρόσληψη και η αφομοίωση δεν κατακτιούνται εύκολα από τον αναγνώστη. Αυτό το στοιχείο της γραφής της άλλωστε, πρέπει να εκτιμηθεί ως το κυριότερο κέρδος που αποκομίζουμε από την ανάγνωση των ποιημάτων της. Γιατί βασικά έχουμε να κάνουμε με έναν εσωτερικό λόγο που εξωτερικεύεται με ασυνήθιστες εικόνες, πλούσια χρήση των επιθέτων, όπως γράφει στα ποιήματα: «Η φυσική εντελέχεια της ματαιότητας», «Βιβλική ημέρα» και «Αλυχτούν οι σιωπές των κρυμμένων»:

«Φυλλαράκι τυχάρπαστο
σε αγέρωχο δέντρο,
με εκβάλλει γλοιώδες
το στομάχι της κάμπιας.

Τώρα
υπόλειμμα αδιάφορο
κινούμαι
κάτω από περαστικά παπούτσια,
στα πατάκια εξόδων
με το στίγμα του λεκέ
ως μόνη υπόσταση».

«Όλες οι φαγωμένες σάρκες ενωθήκανε.
Γίναν αμνοερίφια κι άνθρωποι
φτύσανε το ελαττωματικό χώμα
με τους κυνόδοντες της ιστορίας μέσα του
που τους χρησίμευαν για ψεύτικα μάτια,
τρίψανε τα αποτυπώματά τους,
έφυγαν για νέα περιβολή».

«Για να με δείχνω στο έδαφος
δανείστηκα μια χαλασμένη χορδή.
Με αυτή βήχω γέλια
σχεδιάζω δειλές καταφάσεις,
με λέξεις που αυτοκτονούν από κατάχρηση.
Για να ανήκω στη στοιχειώδη φύτρα των λάλων,
μασώ το βρώμικο αλφάβητο τους
κοινωνώ με δεκάδες χειλικούς εαυτούς
διασκεδάζω με κρίκους τερπνούς
που ανάμεσά τους περνώ
υπογλώσσιος ακροβάτης».

Η ποιήτρια, εμπνευσμένη και πρωτότυπη, δεν είναι δυνατόν να μη φανερώσει την αγάπη της για έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές, τον Κώστα Καρυωτάκη, στον οποίον και αφιερώνει το ποίημά της: «Αυτόχειρες ποιητές».

«Κύριε Κ
φοβάμαι τους θανατερούς λαιμούς,
μιλούν περίτεχνα την ομορφιά
στοιχειώνουν με οξυγονούχες πνιγμονές
τον ανοιχτό μας θώρακα
που χαίρεται ακόμη
με αφέλεια
την τόλμη των ανεμώνων».

Η Μαρία Τζίκα εκπροσωπεί -πιστεύω- αναμφισβήτητα μια δυναμική φωνή, που θα διεκδικήσει με αξιώσεις τη θέση της στο σύγχρονο ελληνικό ποιητικό «γίγνεσθαι», με δημιουργίες έμπλεες σε νοήματα και πολλαπλές προοπτικές.
Κατά την άποψή μου οφείλει να προχωρήσει σύντομα στο δεύτερο ποιητικό της εγχείρημα, αφού διαθέτει το ταλέντο και τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τις λέξεις με αποτέλεσμα τα σαφή οφέλη του ποιήματος:

«Δεν θα χρίσω με αίμα τον λόγο μου
άλλοι γιορτάζουν τις πληγές με τέχνη
άλλοι διδάσκουν πόνο.
Εγώ τις λέξεις μου
θα τις χαμογελάσω στον Θεό,
με τις βελούδινες τους κόχες
θα αμβλύνουνε τις άκριες της γης
να παχνιστεί με αβρά ξυπνήματα
το πρωινό αντάμωμα των οδυρμών μας».

(Γράφει στο ποίημα: «Σαρκοβόρες λέξεις»).

 

 

Γιώργος Λίλλης Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 1/2/2016

“Ελαττωματικό χώμα” τιτλοφορεί η Μαρία Τζίκα την πρώτη της ποιητική συλλογή. Διαβάζοντας τα ποιήματά της διακρίνω πως όντας γήινοι, είμαστε υποχείρια του χρόνου και της φθοράς. Προερχόμενοι από ένα χώμα ελαττωματικό δεν έχουμε το περιθώριο να ξεφύγουμε από το θάνατο. Ίσως ακούγεται μελοδραματικό αυτό, αλλά η ποιήτρια καταφέρνει μέσα σε αυτή την άγρια πραγματικότητα να αντισταθεί με τα υλικά της ποίησης, όπου χαρίζουν ομορφιά μέσα στην ασχήμια, φως μες στο σκοτάδι. Ναι, είμαστε καταδικασμένοι, αλλά μπορούμε να εφεύρουμε τρόπους άμυνας. Γράφει:

Δεν θα χρίσω με αίμα τον λόγο μου
άλλοι γιορτάζουν τις πληγές με τέχνη
άλλοι διδάσκουν τον πόνο.
Εγώ τις λέξεις μου
θα τις χαμογελάσω στον Θεό

Να μια καίρια αντίσταση μέσα στην μιζέρια. Εδώ ο ποιητικός λόγος είναι φορέας ελπίδας. Παρατηρώ πως στα περισσότερα ποιήματα της Τζίκα το μητρικό ένστικτο διανθίζει τους στίχους με μια θέληση για ζωή που δίνει την αίσθηση ότι έχουμε ακόμα δυνάμεις να πολεμήσουμε τον θάνατο. Το σύμβολο της γέννησης, της νέας αρχής, δυναμιτίζει τα ποιήματα:

Όσο λιγόστευαν οι αξύπνητοι φόβοι,
τεντώθηκε πάλι,
παιδί,
χαϊδεμένο από την καθάρια αφή
της ψυχής μου,
μυημένο στον ατέρμονο σφυγμό
της αγκάλης.

Την κράτησα
μικρό θεμέλιο του στήθους μου,
της εξιστόρησα με ανακούφιση
τον ανύπαρκτο χρόνο
την ατελεύτητη μητρότητα.

Σπουδαίοι στίχοι μιας εμπνευσμένης ποιήτριας. Κι ας πρόκειται για την πρώτη της συγγραφική δουλειά. Με ενδιαφέρει όταν διαβάζω ένα βιβλίο να διακρίνω την προσωπική φωνή του δημιουργού. Την ιδιαίτερη εκείνη ματιά πάνω σε πράγματα ήδη γνωστά, αλλά κοιταγμένα με άλλο τρόπο. Πάνω σε αυτό συνεχίζει να υπάρχει η τέχνη σήμερα, όπου λέγεται ότι όλα έχουν ειπωθεί. Διαφωνώ. Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχουν πάντα διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θέματος. Εξάλλου τι είναι η τέχνη παρά να μας φανερώνει κρυφές πτυχές των αισθημάτων μας τα οποία τα νιώθαμε αλλά δεν μπορούσαμε να τα εκφράσουμε; Διαβάζοντας τα ποιήματα Άσχημες γυναίκες, (έναν ύμνο στις αφανείς εκείνες γυναίκες που περνούν απαρατήρητες, σαν φαντάσματα και που η ποιήτρια τις εξευγενίζει, γιατί εστιάζει στην ψυχή και όχι στην παραπλανητική εξωτερική εμφάνιση), η Φυσική εντελέχεια της ματαιότητας, (με τον υπέροχο στίχο: δεν έχω προοπτική να γίνω πάλι φύλλο, να επιλέξω ένα αιωνόβιο κλωνάρι, να πρασινίσω το άχρωμο σύμπαν, αψηφώντας την άδικη φύση του) ή την Προδοσία, διακρίνω πως η Τζίκα κατάφερε να με κάνει να δω μέσα από το δικό της βλέμμα έναν ιδιαίτερο κόσμο, που υπάρχει δίπλα μου αλλά παρέμενε κρυφός. Αυτή είναι η μαγεία της αληθινής ποίησης. Και η Τζίκα γνωρίζει τον τρόπο να παραμένει βιωματική αλλά χωρίς να χάνεται μέσα στο απόλυτα προσωπικό της σύμπαν:

Αυτή η γη
που ανταμώσαμε
φαινομενικοί εραστές
σε ήρεμα τοπία,
είναι το ανάποδο
της αβύσσου.

Ο Λάουθ πίστευε ότι το ποίημα είναι καθρέφτης ο οποίος, αντί να αντικατοπτρίζει τη φύση, απεικονίζει το άδυτο νου του δημιουργού του. Ο ποιητής αντικατοπτρίζεται μέσα στους στίχους του, γυμνώνεται και αναδύεται στο φως της αλήθειας που πρεσβεύει. Απαξιώνει την περιγραφικότητα, δουλεύει με υλικά που παραλλάσουν την πραγματικότητα, μεταδίδει νοήματα που έχουν αποσιωπηθεί. Αφομοιώνει τη ζωτικότητα ενός ξεχασμένου χώρου για να επιστρέψει στις ρίζες της μνήμης, δουλεύοντας προσεκτικά, όπως ένας μινιατουρίστας που σμιλεύει στωικά για να δημιουργήσει μια εικόνα. Το ποίημα δρα κατασταλτικά στην συνειδητότητα των ορίων, εξυψώνει τον άνθρωπο, τραγουδά την τύψη δίχως φόβο για συνέπειες, νηφάλια αγκαλιάζει όσους έπαιξαν και έχασαν. Η κορύφωση του ποιήματος είναι η ίδια του η πλοκή, ένα ταξίδι που καταλήγει στο αρχέγονο ρόλο του ποιητή να μιλά απλά και αληθινά και με την δύναμη της γλώσσας του να επιμένει στην επικοινωνία ακόμα κι αν δεν υπάρχει αποδέκτης. Το σάστισμά του αυτό, όταν βρίσκεται παρόν στην αναδημιουργία των πνευματικών του υλικών, προέρχεται από την συνειδητοποίηση της ρευστότητας της ζωής αλλά και από το κλειδί που κρύβεται στο λόγο του για να ξεκλειδώσει με συνέπεια, μες στη δημιουργία, το χαμένο υλικό της υπόστασής του. Ενάντιος της υπεραπλούστευσης γίνεται ο υμνωδός μιας λυρικής γλώσσας, μακριά από τις ασημαντότητες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται λοιπόν για το πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο και το αντίθετο, πως ο κόσμος οριοθετείτε μέσα από την δική μας πνευματική καλλιέργεια. Η θεωρία ενός βλέμματος που καλλιεργείται σταδιακά και γίνεται παρακαταθήκη μιας προσωπικής θεώρησης των πραγμάτων. Διαβάζουμε ποίηση γι΄ αυτό ακριβώς τον λόγο. Για να αντλήσουμε δυνάμεις του φανταστικού σ΄ ένα απέραντο μηχανισμό ποιητικών γεγονότων που θα μας δώσουν τη σιγουριά ότι μπορούμε μέσα από το σκοτάδι να αντλήσουμε φως. Η Μαρία Τζίκα, με αυτή την πρώτη της συλλογή μας χαρίζει άπλετο φως μες στο σκοτάδι. Ένα βιβλίο ποίησης που αξίζει να προσεχθεί.

 

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος vakxikon.gr, Μάρτιος 2016

Ελαττωματικό χώμα, ποίηση, Μαρία Τζίκα, εκδόσεις Το Κεντρί 2015

Πριν από λίγο καιρό διαβάσαμε το βιβλίο της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Το Κεντρί». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα άλλοτε ερωτικά, άλλοτε κοινωνικά και άλλοτε υπαρξιακά προσπαθώντας πάντα, αλλά και καταφέρνοντας τις περισσότερες φορές να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τα ποιήματα της Μαρίας Τζίκα έχουν μια απαισιόδοξη υφή. Αφήνουν μια πικρή γεύση στο τέλος. Είναι σαν η ποιήτρια να διαπιστώνει μια κατάσταση, όπου η ίδια νιώθει πολύ αδύναμη για να την επηρεάσει.

Στα ερωτικά της ποιήματα η Μαρία Τζίκα περιγράφει την ασυνεννοησία, που πολλές φορές υπάρχει στις σύγχρονες ερωτικές σχέσεις με ωραία, ποιητικά σχήματα λόγου: «Φίλησε με, / σε φιλώ, μου απαντάς, / μα ακουμπάς σκέψεις μπερδεμένες στα χείλη.»

Στην ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα» συναντάμε και ορισμένα ποιήματα κοινωνικού προβληματισμού. Η ποιήτρια ταυτίζεται με τον τρελό του δρόμου, λέγοντας αλήθειες, που οι άλλοι δεν θέλουν να καταλάβουν: «Ίσως κάποια ημέρα / στον ίδιο δρόμο / λιθοβολήσουν το στόμα μου, / από φόβο / μήπως και καταλάβουν τι θέλω να τους πω.»

Ένα ποίημα, που ξεχωρίσαμε από τη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, είναι «το σπίτι», όπου η Μαρία Τζίκα αναφέρεται στη γιαγιά της, που έχει πλέον φύγει από τη ζωή. Η ποιήτρια με μια άκρως συγκινητική διάθεση θα γράψει για το σπίτι της γιαγιάς της: «Είναι θλιμμένο το σπίτι σου, / σε περιμένει ακόμη, / γιατί από θάνατο δεν ξέρει. / Μόνο από τη φθορά που αφήνουν πίσω τους / οι άνθρωποι που λείπουν.»

Υπάρχουν στιγμές, που η ποιήτρια γίνεται σκληρή, για να καλμάρει, όμως, στο τέλους του ποιήματος. Στο ποίημα «Οι φίλοι μου», η Μαρία Τζίκα, φανερά επηρεασμένη από την Κατερίνα Γώγου θα γράψει: «Οι δικοί μου φίλοι / ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης», για να καταλήξει, όμως, ότι: «Οι δικοί μου φίλοι δεν υπάρχουν / δεν υπήρξαν ποτέ, / είναι πήγασοι και λευκά αηδόνια.»

Στην ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα», υπάρχουν και ορισμένα ποιήματα, που είναι δυσνόητα καθώς η ποιήτρια παρασύρεται σε υπερρεαλιστικούς λαβύρινθους, όμως, τα ποιήματα αυτά είναι λίγα και δεν χαλάνε την γενική εικόνα της ποιητικής συλλογής.

Κλείνοντας αυτό το μικρό μας ταξίδι στην ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα» συμπεραίνουμε ότι η ποιήτρια έχει κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα στο χώρο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα βήματά της.

 

 

Ελένη Χωρεάνθη «Διάστιχο»

Ελαττωματικό χώμα τιτλοφορεί την πρώτη της, μάλλον, ποιητική συλλογή η Θεσσαλονικιά φιλόλογος Μαρία Τζίκα. Αν και εμφανισιακά η συλλογή της υστερεί: ουδέτερο, απρόσωπο εξώφυλλο, ως προς το περιεχόμενο έχουμε να κάνουμε με αξιοπρόσεκτη περίπτωση. Υπάρχει σταθερό υπέδαφος ως υπόβαθρο, συγκροτημένη, καλλιεργημένη σκέψη, ποιητική διάθεση και ικανότητα μετουσίωσης της καθημερινότητας σε ποίηση. Η ποιήτρια έχει δέκτες, ώστε να αντιλαμβάνεται την ποίηση των απλών πραγμάτων και να συνθέτει σύντομα περιεκτικά ποιητικά σύνολα, με κυρίαρχο στοιχείο τη γυναίκα:
Ακολουθώ την πλάτη της γυναίκας
που καταπίνει ο νυχτωμένος δρόμος,
(«Η γυναίκα με τα εκατό παιδιά»)
Επιστρέφω,
βαστάζοντας το αναζωογονημένο γήρας των αναμνήσεων
και το παιδί που κόβει την κλωστή
από το πόδι του ωραίου πεπρωμένου.
(«Ο απογευματινός ουρανός μου»)
Αλλά και τα παιδιά παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή και στην ποίησή της:
[…] Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
Νιόβγαλτα των αναμνήσεων,
Αναπαύουν ξαφνιάσματα
Στη μητρική γη […]
(«Παιδικός ύπνος»)
Και σε άλλο ποίημα συνεχίζει το όραμά της σε χαμηλούς, πάντα, τόνους:
[…]
Τα παιδιά
μια μάζα από φίλια στοιχεία,
ένας πάνσοφος κορμός
με πτερωμένες τις φολίδες του,
πιάστηκαν
στο γονεϊκό πλέγμα μιας θεότητας,
η εναπομείνασα ύπαρξη
εκτινάχτηκε στις ατραπούς του χάους
κι έπεσε σαν κέρας
στη μεγάλη μύτη του άστρου
που θα πέθαινε για πάντα
φόρεσε τα μαλλιά της
ξάπλωσε μόνη
όπως κάθε μέρα
γιατί για εκείνη
ο κόσμος έλειπε από καιρό
και τίποτα στον χαλασμό του
δεν τον είχε αλλάξει.
(«Βιβλική ημέρα»)
Όπως και ο έρωτας, η απώλεια, τα καθημερινά συμβάντα που της δίνουν ερεθίσματα για ποιητική δημιουργία, όπως είναι κι ένα «Μικρό ερωτικό της αβύσσου»:
Αυτή η γη
που ανταμώσαμε
φαινομενικοί εραστές
σε ήμερα τοπία,
είναι το ανάποδο
της αβύσσου.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

One response to “ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΚΑ

  1. Papadopouloy

    Τέλειοοοοο! Έκθαμβη! Μοναδική ευαισθησία! Αστείρευτος πλούτος ψυχής!

    Χαραλαμπία Πάπου-Φραγκούλη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s