ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

φωτο

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1981. Σπούδασε Μουσικολογία στην Αθήνα και στο Νιούκαστλ του Ηνωμένου Βασιλείου και εργάζεται στο χώρο της μουσικής, όπου ανάμεσα σ’ άλλα ασχολείται με την έρευνα σε θέματα που αφορούν τις σχέσεις της γλώσσας με τη μουσική.
Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές:
Το 2013 τη ποιητική συλλογή στη Κυπριακή διάλεκτο, ΑΝΑΓΕΛΑΣΤΑ των γεναικών τζιαι των σκαλαπουντάρων, το οποίο συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το Κρατικό Βραβείο νέου λογοτέχνη στην Κύπρο
και το 2015 τη ποιητική συλλογή ΦόΒ Υπογλώσσιο Νυχτερινό 

 

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

 

 

Αναγέλαστα 
των γεναικών τζιαι των σκαλαπουντάρων  (2013)

 

Η συλλογή Αναγέλαστα περιλαμβάνει δύο ποιητικούς κύκλους γραμμένους στην κυπριακή διάλεκτο και εμπνευσμένους από την κυπριακή πραγματικότητα. Ο πρώτος κύκλος, με τον τίτλο «Λογιών λογιών γεναίτζες» αποτελείται από δεκαπέντε αυτοτελή ποιήματα βασισμένα σε ισάριθμους γυναικείους χαρακτήρες.
Ο δεύτερος, με τίτλο «Σκαλαπούνταροι», αποτελείται από πολλά μικρά μέρη που συναπαρτίζουν μία ολότητα και με έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα εξιστορεί γεγονότα εμπνευσμένα από τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Σε ολόκληρη τη συλλογή ο αναγνώστης μπορεί να απολαύσει ένα δυναμικό παιχνίδι ανάμεσα στην κυπριακή διάλεκτο και το μοντέρνο ποιητικό ιδίωμα, αλλά και μια ανατρεπτική ματιά πάνω στον κόσμο της Κύπρου.

Α Κύκλος

λογιών λογιών γεναίτζες

 

Η Σσυλλόπελλη

Σσυλλόπελλη! Λαλεί πως
πολοούνται της οι τοίσοι
τζαι πως της κρώννουνται οι οσσιές ιμίσι
την μιαν σασάρει να σου πει τον λόον της
την άλλην τρέμει που τον φόον της, κάμνει τα πάνω της
να φάει που πάνω της μόλις ακούσει άλλον να συντύσει
φίθκια ιμίσι ζώννουν την τζι ανακαλλιέται
θαρκέται
πως φύρνεται η σσυλλόπελλη
τζαι σουξουλλιέται
μιαν ποτυλίεται τζαι παίρνει τζι άφτει
τζαι ζάφτιν εν την κάμνει ούτ’ο Θκιος μου
τζαι μιαν βαρκέται
τζι ούτε την κόφτει, πκοιος σ’αρωτά λαλεί
τζαι χασμουρκέται
Πκιάννει τζαι νεκατώννει τα συρτάρκα
ξιστρώννει τα παπλώματα
αννεί τ’αρμάρκα
τζι εσέναν κοσσινίζει σε άμαν την πκιά’η πελλάρα
τσιριλλά
σαν νά’βρεν κούφον έσσω
ρέσσω π’ομπρός
τζι εν με θωρεί
θωρεί που μέσα της
σιονώννουνται τα μέσα της
τζι αμπλέπει τζαι θωρεί τα
σαν να’ν’ λυμπούροι
τζ’ ύστερα
περνά τσαλαπατά τα η σσυλλόπελλη.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
σ̌σ̌υλλόπελλη: πολύ τρελή (<σ̌σ̌υλλός = σκύλος + πελλή = τρελή)
πολοούνται: αποκρίνονται
τοίσ̌οι: τοίχοι
κρώννουνται: ακούνε
σ̌σ̌ιές: σκιές
ιμίσ̌ι: δήθεν
σ̌ασ̌άρει: σπεύδει, βιάζεται
λόον: λόγο
φόον: φόβο
να φάει που πάνω της: να σκάσει από το κακό της
να συντύσ̌ει: να μιλήσει (ρ. συντυχάνω)
φίθκια: φίδια
ανακαλλιέται: κλαίει γοερά
θαρκέται: νομίζει
σουξουλλιέται: αντιδρά με τρόπο που δείχνει πως δε βρίσκει ησυχία
ποτυλίεται: ξετυλίγεται
παίρνει τζ̌ι άφτει: ανάβει
ζάφτιν: κουμάντο
λαλεί: λέει
αρμάρκα: ερμάρια
κοσ̌σ̌ινίζει: κοσκινίζει
πελλάρα: τρέλα
τσιριλλά: φωνάζει δυνατά
κούφον: μεγάλη κουφή, μεγάλο φίδι (<κωφός, σχετίζεται με την έλλειψη ακοής στα φίδια)
έσσω: σπίτι
ρέσσω: περνώ
που μέσα της: από μέσα της
σ̌ιονώννουνται: χύνονται
λυμπούροι: μυρμήγκια

 

Η Αππωμένη

Λαλεί ο πετεινός τζι εν ι-ξυπνά
δρώννει ‘ποδρώννει μες τα μαξιλάρκα
παραμιλά
«Πο ‘ννά ‘ρτεις βάλε φορεσιάν!»

ως τζαι μες τ’όρομαν, έκαψεν τον τζι εκαούρτισεν τον
ως τζαι τον πετεινόν, έκαψεν τον τζι εκαούρτισεν τον

Φέγγει το πρώτον φως
φέγγει το μεσομέριν
«Νά ‘ρτεις με φορεσιάν!»7
Τζι είπασιν κάτιχωρκανοί
ότι ακουστήν τρεις φορές ο πετεινός που παραμίλαν μες τα
πίτουρα
ότι ακούστην να λαλεί
«Χαράς το κακόν! Χαράς το κακόν! Χαράς το κακόν!»

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

αππωμένη: κακομαθημένη, αυτή που κάνει νάζια
δρώννει: ιδρώνει
φορεσ̌ιάν: κουστούμι
εκαούρτισεν: καβούρδισε
χαράς το κακόν: μα τι κακό είναι αυτό!

 

Η Δύσπυρη

Αμάν φωθκιά
αμάν σπιριθκιά
αμάν τρικλοποθκιά μες τ’άντερον
ό,τι λαλεί τζι ό,τι πετά
στην κόρην του ‘μμαθκιού της εν νευροκαβαλλίτζεμαν
τζαι πκιον εσπάσαν τα νερά
τζαιπκιον φουσέκκιν!
στην καρκιάν τσιβίτζιν τζι αππητούριν
ούφφου πονει
ούφφου φυσά
ούφφου παρηορκέται
τζαι τράβα πε
τζαι τράβα δε
αζίνα που ‘ν’ η δύσπυρη
τζαι εν παρηορκέται
ό,τι ακούει τζι ό,τι θωρεί
στην κόρην του μμαθκιού της εν νευροκαβαλλιτζεμαν.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

δύσπυρη: δύσθυμη (Ποιητική αδεία χρησιμοποιείται η ορθογραφία αυτή που παραπάμπει στη δυσφορία και στο πυρ. Ορθή ορφογραφία: δίσπιρος< ιταλ. disperare = χάνω την υπομονή μου, απελπίζομαι)
σπιριθκιά: σπίρτο, σπιρτόκουτο
τσιβίτζ̌ιν: τσιμιπούρι
αππητούριν: έντομο που εμφανίζεται συχνά μέσα στα χαλλούμια. Το όνομά του σχετίζεται με τη χαρακτηριστική του κίνηση/πήδημα.
αζίνα: σπινθήρας

 

Η Καρτάνα

Τζαι μάνα μου χαρώ σε
τζαι λαμπρόν να σε κάψει
τζαι σκάφτει σου τον λάκκον σου
τζαι κάθεται πά’στα φκιά σου
γιατί εν καρτάνα που γεννησιμιού της.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

καρτάνα: ραδιούργα, κακιά
λαμπρόν: φωτιά
φκια: αυτιά

 

Β Κυκλος

 

σκαλαπούνταροι

 

Κάτι μου ‘λάλεν η μάνα μου για τα νοικοτζυρέματα
να είσαι νοικοτζύρης
να έβρεις μιαν νοικοτζυράν
να βάλλεις εις την πάνταν
κάτι μου ‘λάλεν, αμμά εν αθθυμούμαι
Κάτι μου ‘λάλεν η μάνα μου για νοικοτζυρεμένες δουλειές
αμμά εσαντάνωσα τα
Αν θέλεις να την αρωτησω τζαι λαλώ σου.

*

Έφαεν τζι έσπασεν ο σκαλαπούνταρος
τζαι τί λουκάνικα, τζαι τί λουκκουμάες, τζαι τί τραχανάες
τζαι τί χωράφκια
τζαι τί περβόλια
εσύρναμεν πά’στα δώματα σαν τους αχάπαρους
τζι επήεν το δωδεκάμερον
τζαι ήβραν μας οι Σήκωσες
τζι εμπήκεν η Σαρακοστή
τζι ως την Λαμπρήν εσύρναμεν
ό,τι μας εβρέθετουν πά’στο δώμαν τζαι
εν ετάρασσεν ο σκαλαπούνταρος.

*

Τζι εφτάνναν που την μιαν μερκάν τα Πάτερ ημών τζαι που την
άλλην
κομμάτιν ξεροτήανον τα κοπελλούθκια μας
που την μιαν μερκάν τα Κύρι’ελέησον τζαι που την άλλην
μασαίριν μαυρομάνικον τα κοπελλούθκια μας
που την μιαν τον άρτον ημών τον επιούσιον
τζαι που την άλλην τιτσίν
τιτσίν
τα κοπελλούθκια μας.

*

Εις την αρκήν
τάχα μου πως τα’τζίευκεν τα κοπελλούθκια ο σκαλαπούνταρος
τζι εμάσηννεν τα λάου λάου
ακούεις τζι εσύ…

*

Τζι ύστερα εδιάταξεν να του κατεβάσουν που πά’στα ράφκια
ούλλα τα ποίματα του Βασίλη Μιχαηλίδη
τζι εμετροφύλλαν όπως τον πελλόν
τζι εγυάλλισεν το ‘μμάτιν του του σκαλαπούνταρου
χαζίριν να τα σσίσει ούλλα
τζαι προπαντός
μόλις ήβρεν τζείντο κομμάτιν που λαλεί η Ρωμιοσύνη εν φυλή
συνότζαιρη του κόσμου κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-
ξηλείψη
ετραβολόαν τα γράμματα έναν έναν τζι εμάσαν τα,
εκτός που την λέξην Ρωμιοσύνη που την εξιμπάρρωσεν ούλλην
μαζίν τζι εκατάπκιεν την αμάσητην
για επειδή εν άντεχεν να την θωρεί ομπρός του
για επειδή εν είσεν χαπάριν
τι εστί
Ρωμιοσύνη.

 

ΦόΒ
Υπογλώσσιο Νυχτερινό (2015)

 

Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα ξεπερασμένο
που μοιάζει στη γυναίκα
ερωτεύεται τη νύχτα
και παντρεύεται τη σιωπή

 

Κεφάλαιο πρώτο: ποίημα μέσα στο ποίημα

Ένα τέτοιο βράδυ ο πιο όμορφος στίχος
θα είναι γαλάζιος και θα μυρίζει βελούδινα σύκα
θα τριγυρνά μες στα δειλινόδεντρα
κι εκεί, των δέλτα οι απάνω άκρες θα γίνονται
κλωνιά και θα λαλούν
διδώ-ω και δά-α και δέω δέω δέω
θα του κρατά το χέρι η φεγγαρινή
και μυστικά θα το γιορτάζει
με μια ανοιξιάτικη υπερμετρωπία

(Παραλλαγή)
Και που φυτεύω ακαταπαύστως δειλινόδεντρα τι
ωφελεί;
Με ύφος ανοιξιάτικης υπερμετρωπίας με σέρνει κει
και δα η φεγγαρινή
κι ούτε μπορώ ν’αντισταθώ
κι ούτε που θέλω

Φεγγαρινή φεγγαρινή
Άσε με, πάρε με μαζί σου, άσε με, πάρε με
άσεμεπάρεμε
πάρε με
πάρε με
πάρε με

Κι όταν γεννήσεις κόρη
να μην την πεις Θαλασσινή
να μην την πεις Μαγδαληνή
βράδυ να πας να πάρεις το λυ της λύπης
το βα της βάσανος
το δι της δίψας
και σε λυβάδι μέσα να καθίσεις νυχτερινό
και να την πεις Φεγγαρινή

(κι ύστερα με καραβόσκοινο σφιχτά
δέσε το φε – δέσε το φε σφιχτά
να μην τη δεις να φεύγει

να μην τη δεις πώς φεύγει…)

Πιο φροντισμένα πιο
γερά
θα γράφει τώρα
μαλαματένιο νόμισμα στο χώμα
τη λέξη
ηδύοσμος
για να μυρίζει το ενδεχόμενο
την ξεχασμένη ευωδιά
του επιτέλους

 

Κεφάλαιο τρίτο:
εγώ δε θα πάθω αυτά που έπαθε η Μαργαρίτα
(ένα υπογλώσσιο αφιερωμένο στη Μ. Κ.)


Κι αν έχει κιόλας ξημερώσει στην Αυστραλία
αυτό δεν είναι άλλοθι
ούτε και μπορείτε όμως
να καταλογίζετε τα πάντα στην εξοχική διάθεση του
δωματίου σας
θα πρέπει κάποτε να μιλήσετε στη μητέρα σας για
τη φεγγαρινή
θα πρέπει κάποτε να μιλήσετε για τη μητέρα σας
στη φεγγαρινή
θα πρέπει κάποτε να μιλήσετε για τη μητέρα σας
θα πρέπει κάποτε να μιλήσετε για τη μητέρα σας

Κι ύστερα η μητέρα
μια να προσκυνάει με γονυκλισίες τα φωτόνια
και μια
στων σκοταδιών σας τ’ ανάθεμα τα φωτόνια
δεν πα’να φέξει μέρα μωβ
ό,τι γίνει ας απογίνει το βρωμοδειλινόδεντρο

Κεφάλαιο τέταρτο:
μια τέτοια νύχτα, μερικά ενδεχόμενα

Μια τέτοια νύχτα
τα χέρια θα μιλάνε με μνήμες
6α διασταλεί ο καιρός
και θ’ απαγορευτούν των φωτονίων οι
διαπραγματεύσεις
θα ’μαστέ μόνο
εγώ εσύ και ο ΦόΒ
μέσα σ’ ευκάλυπτο σιωπή
κι αμνιακών οριζόντων ηλιοβασιλέματα
όχι άλλες λέξεις, τώρα μονάχα μυρουδιές
και πιο πολλή μήτρα
και στην άλλη όχθη
υπέροχα
λευκά
άλογα

Μια τέτοια νύχτα το σπίτι καραβάνι
φορτωμένη τα φι μια μπουκαμβίλια
κι ο Φόβ να ραντίζει με δροσερό νεράκι το χώμα
τα μωβ παιδάκια θα σκάβουν χαρούμενα στην αυλή
σώμα, χώμα, νερό, λάσπη
ήταν εδώ θαμμένα
τα φωτόνια
βρήκαμε τα φωτόνια, ζήτω!

Μια τέτοια νύχτα
προτού καν κοιταχτούμε
θα σε σπρώξω μέσα στο ποίημα
και θα μυρίζει βελούδινα σύκα
κι ανοιξιάτικα ενδεχόμενα
στην αρχή θα πατάς στις μύτες των ποδιών σου
και μετά
μ’ όλο το βάρος τ’ουρανού θα πατήσεις
και θα χορέψεις
κι από της κάθε συλλαβής το στερέωμα θα στάζει
νοσταλγικής παραφοράς μούστος γλυκός
και θα στάζουν φωτόνια
και θα’ν’αυτός ο πιο όμορφος στίχος
μαμά μου

 

Μια τέτοια νύχτα στα σκοτεινά θα με καλεί το
φωσφορίζον τέλος
κι εξουθενωμένη θα τρέξω
για να μαζέψω πάλι
καινούρια γράμματα
Άλφα
Ρω
Χι – και (πώς αλλιώς;) στην πάλη με τον εαυτό το
ποίημα θα τελειώσει με
Ήττα

 

 

Κριτικές

 

Παρουσίαση του βιβλίου «Αναγέλαστα» από το Λ. Παπαλεοντίου,

στο περιοδικό Άνευ, τεύχος 51.

Η Στέλλα Βοσκαρίδου (Λεμεσός 1981) εμφανίζεται για πρώτη φορά στο χώρο της ποίησης με μια συλλογή γραμμένη εξολοκλήρου στο κυπριακό ιδίωμα. Έχω την εντύπωση ότι η ποιητική αυτή πρόταση αποτελεί την πιο μεγάλη έκπληξη στην κατηγορία της σύγχρονης ιδιωματικής ποίησης. Είναι φανερό ότι η νέα ποιήτρια δε διστάζει να πειραματιστεί έντονα με το γλωσσικό υλικό της και να ξεφύγει από τα παραδοσιακά σχήματα, προωθώντας τη γραφή της πιο πέρα και από τα πιο νεότροπα ιδιωματικά ποιήματα του Κώστα Μόντη ή του Κώστα Βασιλείου, τους οποίους φαίνεται ότι αξιοποιεί.
Οι μουσικές σπουδές της φαίνεται ότι τη βοηθούν στο να αναψηλαφήσει σχέσεις της γλώσσας με τη μουσική και να διαμορφώσει με τόλμη μια ποιητική γλώσσα, στην οποία κυριαρχούν οι υπερρεαλίζουσες και ευφάνταστες εικόνες και μεταφορές, το γκροτέσκο και η καρικατούρα, η ειρωνία και η σάτιρα, η λοξή ματιά στα πράγματα, το γλωσσικό παιχνίδι και η αποδόμηση της γλώσσας ή και της λέξης, και γενικά η ανοικείωση και αναπαρθένευση του ιδιωματικού λόγου με απρόσμενες φραστικές συζεύξεις ή με την ανάμιξη του λογικού και του εξωλογικού στοιχείου. Ο στίχος είναι συνήθως ελεύθερος, αν και δε λείπουν σκόρπιοι ρυθμοί και ρίμες, ιδίως στο πρώτο μέρος του βιβλίου.
Πάντως μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι μια νέα ποιήτρια, γεννημένη και μεγαλωμένη στην πόλη της Λεμεσού, με σπουδές στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, χειρίζεται με τέτοια άνεση το κυπριακό ιδίωμα. Και το σημαντικότερο, μας αιφνιδιάζει η σύγχρονη προσέγγιση και η ποιητική ανάπλαση του προφορικού ιδιώματος. Οι δεκαπέντε προσωπογραφίες γυναικών που απαρτίζουν το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι στην πλειονότητά τους (με εξαίρεση την «Προκομμένη») σατιρικές και ανατρεπτικές απεικονίσεις. Οι γυνεκείες μορφές (Σσυλλόπελλη, Αλαφροστοισειώτισσα, Καρτάνα, Πουρέκκα, Κακομάζαλη, Φάουσα, Δίσπιρη, Πολλοπάητη, Αππωμένη, Αρκόπελλη, Σασούρα, Σουρτούκκα, Λυσσιαρού) διογκώνονται κωμικά και προσλαμβάνουν το χαρακτήρα του γκροτέσκου ή της καρικατούρας.
Παρά τις επιφυλάξεις που θα μπορούσε να εκφράσει κανείς για το ποιοτικό αποτέλεσμα, ύστερα από το πρώτο ξάφνιασμα, δεν μπορεί παρά να σημειώσει θετικά τον έντονο πειραματισμό με το κυπριακό ιδίωμα, το γλωσσικό παιχνίδι, την ανοικείωση του λόγου, την ανάσταση της λέξης. Μεταφέρουμε εδώ ως δείγμα γραφής το ποίημα «Η Δίσπιρη», στο οποίο σκιτσάρεται η μορφή μιας ευερέθιστης γυναίκας με αδρές και αφαιρετικές πινελιές, με υπερρεαλίζουσες εικόνες, ρυθμικές επαναλήψεις και απρόσμενες εικαστικές αποτυπώσεις:
Αμάν φωθκιά / αμάν σπιριθκιά / αμάν τρικλοποθκιά μες τ᾽άντερον / ό,τι λαλεί τζ̌ι ό,τι πετά / στην κόρην του ᾽μμαθκιού της έν νευροκαβαλλίτζ̌εμαν / τζ̌αι πκιον εσπάσαν τα νερά / τζ̌αι πκιον φουσ̌έκκιν! / στην καρκιάν τσιβίτζ̌ιν τζ̌ι αππητούριν / ούφφου πονεί / ούφφου φυσά / ούφφου παρηορκέται / τζ̌αι τράβα πε / τζ̌αι τράβα δε / αζίνα που ᾽ν᾽ η δίσπίρη / τζ̌αι εν παρηορκέται / ό,τι ακούει τζ̌ι ό,τι θωρεί / στην κόρην του μμαθκιού της έν νευροκαβαλλίτζ̌εμαν.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτεται με το συνθετικό ποίημα «Σκαλαπούνταροι», ένα εξίσου πειραματικό ποίημα, στο οποίο σατιρίζονται και εξορκίζονται οι λογής δαίμονες της κυπριακής πολοτικής ή άλλης ζωής, που λυμαίνονται τον τόπο και καταπίνουν κάθε ιερό και όσιο: οι πρόγονοι, τα ποιήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη, ο ήρωας Γρηγόρης Αυξεντίου, οι θρησκευτικές γιορτές, οι νέοι άνθρωποι, όλα γίνονται βορά των άπληστων μινώταυρων της εξουσίας. Δεν μπορεί παρά να συνδέουμε το ποίημα αυτό με τις πρόσφατες περιπέτειες της Κύπρου, την οικονομική κρίση αλλά και κάθε κρίση αξιών, που οδήγησαν τον τόπο στο χείλος της καταστροφής (το βιβλίο τυπώθηκε το Νοέμβριο του 2013). Εδώ, ο ποιητικός λόγος ρέει χειμαρρώδης, σχεδόν παραληρηματικός, με επαναλήψεις και κλιμακώσεις, με απρόσμενους φραστικούς συνδυασμούς και υπερρεαλίζουσες εικόνες, χωνεύοντας ήχους και άλλα στοιχεία της παράδοσης, ενός ολόκληρου κόσμου. Μεταφέρω εδώ ένα μικρό απόσπασμα, ένα δείγμα απογείωσης του ποιητικου λόγου:
μασ̌αίριν μαυρομάνικον / τ᾽αμμάτιν / της Παναγίας της Δέσποινας / τζ̌ι εθώρεν το ο ποιητής τζ̌ι έρκετουν του το φέγγος / τζ̌ι εμύριζεν ο ποιητής τζ̌ι έρκετουν του ο μόσκος // μασ̌αίριν μαυρομάνικον / τ᾽αμμάτιν /της Παναγίας της Δέσποινας / τζ̌ι αρώταν το ο ποιητής / νερόν τζ̌αι ρόδον είδα, τζ̌ι έρωταν
ίντα όνειρον εν τούτον; / Τζ̌ι έστασσεν που το ιερόν / όνειρον τζ̌αι ροδόνερον
– οδύρετουν ο ποιητής / τζ̌αι ανεράδα εγίνετουν.

 

 

Του Γιώργου Φράγκου
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014
Γυναικίες καρικατούρες στην κυπριακή διάλεκτο

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον γίνεται το εγχείρημα της ποιητικής καταγραφής στο κυπριακό ιδίωμα όταν προέρχεται από εντελώς νέους δημιουργούς, όταν προέρχεται από δημιουργούς που ακόμα και την πρώτη πρωτόλεια δουλειά τους επιλέγουν να την αποδώσουν στην κυπριακή διάλεκτο.
Το γεγονός ότι πολλοί δόκιμοι σύγχρονοι Κύπριοι ποιητές, συχνά – πυκνά, μετέρχονται φράσεις και εκφράσεις της κυπριακής διαλέκτου, προκειμένου να ενδυναμώσουν το στοιχείο της εντοπιότητας στο έργο τους και να το εμπλουτίσουν με πρόσθετα καλολογικά στοιχεία, είναι γνωστό, ευχάριστο, παρήγορο και εν ολίγοις εμπερικλείει μια ελπιδοφόρα προοπτική. Η ποίηση στο ιδίωμα κέρδισε προ πολλού –εδώ και έναν αιώνα διά του Βασίλη Μιχαηλίδη- το στοίχημα της αισθητικής καταξίωσης. Έτσι δεν ξενίζουν, ούτε σπανίζουν στις μέρες μας αξιομνημόνευτα δείγματα ποιητικής γραφής εξ ολοκλήρου διατυπωμένης στην κυπριακή διάλεκτο, από ποιητές οι οποίοι έχουν ήδη δώσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου τους στην πανελλήνια δημοτική.
Ως ενδεικτικά παραδείγματα συναφών δοκιμών αναφέρω ξεχωριστά έργα σύγχρονων καταξιωμένων Κύπριων ποιητών όπως ο Μιχάλης Πασιαρδής, ο Κώστας Βασιλείου, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, αλλά και νεοτέρων όπως ο Νίκος Νικολάου–Χατζημιχαήλ, ο Τάσος Αριστοτέλους, η Ευρυδίκη Περικλέους-Παπαδοπούλου και άλλοι.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον γίνεται το εγχείρημα της ποιητικής καταγραφής στο κυπριακό ιδίωμα όταν προέρχεται από εντελώς νέους δημιουργούς, όταν προέρχεται από δημιουργούς που ακόμα και την πρώτη πρωτόλεια δουλειά τους επιλέγουν να την αποδώσουν στην κυπριακή διάλεκτο. Μια τέτοια περίπτωση αφορά τη Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου και το πρώτο της ποιητικό βιβλίο, που φέρει τίτλο: «Αναγέλαστα» και υπότιτλο: «των γεναικών τζαι των σκαλαπουντάρων». Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις «Τεχνοδρόμιον».
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη, εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους. Το πρώτο, υπό τον τίτλο: «λογιών λογιών γεναίτζες», αποτελεί μια θεματική ενότητα, όπου με εύθυμη, ζωντανή, σκωπτική και σατιρική διάθεση, σκιαγραφούνται διάφοροι γυναικείοι χαρακτήρες. Πρόκειται στην ουσία για χρονογραφικού στυλ, γυναικείες καρικατούρες, αδροκομμένες, αλλά στις πλείστες των περιπτώσεων, σπαρταριστές, ευχάριστες και εύσχημες.
Οι στίχοι, αν και άνευ ομοιοκαταληξίας, έχουν μιαν απρόσκοπτη και ομαλή ροή και αρκετά συχνά, μια ενδιαφέρουσα εσωτερική μουσικότητα. Οι ποιητικές εικόνες είναι πλούσιες σε φαντασία και οι κοινοτοπίες λιγοστές, παρά το καρικατουρίστικο ύφος. Στη θεματική αυτή ενότητα παρουσιάζονται συνολικά 15 διαφορετικοί γυναικείοι χαρακτήρες, ανάμεσα στους οποίους ξεχώρισα τη «Σσυλλόπελλη», την «αλαφροστοισειώτισσα», την «κακομάζαλη», τη «δύσπυρη», την «προκομμένη» και τη «σουρτούκκα».
Ώρα όμως να παρατεθούν ενδεικτικά αποσπάσματα από τη συλλογή της Βοσκαρίδου. Και αναφέρομαι σε δείγματα γραφής όπου το ποιητικό εγχείρημα δικαιώνεται. Π.χ. στην κατακλείδα του ποιήματος «Η Σσυλλόπελλη», όπου η ποιήτρια αποφαίνεται: «ρέσσω π’ ομπρός / τζι εν με θωρεί / θωρεί που μέσα της / σιονώνουνται τα μέσα της / τζι αμπλέπει τζαι θωρεί τα / σαν να’ ν λυμπούροι / τζ’ ύστερα / περνά τσαλαπατά τα η σσυλλόπελλη». (σελ. 9)
Πέρα από τη φρεσκάδα που αναδίνει η ματιά της Βοσκαρίδου, η παραστατικότητα των εικόνων της είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη. Π.χ. στην «Αλαφροστοισειώτισσα» λέει: «αθθυμάται / όρομαν παραθκιάνταλον / τζαι κατσιαρίζει ο νους της σαν να τζι εζαοπάτησεν μες τα / τσιακκίλλια». (σελ. 10)
Ενίοτε η φαντασία της ποιήτριας προσλαμβάνει μεταφυσικές προεκτάσεις. Κι είναι κι αυτό αξιοσημείωτο. Π.χ. στην «Κακομάζαλη» λέει: «θωρούν την πουρνόν τα ζωντανά τζαι νεκαλλιούνται / χαλιούνται τα κεντήματα τζαι πατσιαούρκα γίνουνται / φύρνουνται τα προιτζιά μες τα παούλα / ούλλα του πλάστη τα στοισειά φωνάζουν τζαι λαλούν της: / έλυσεν σε η μύλλα μου!» (σελ. 13)
Σε κάποιες περιπτώσεις, ο λόγος της Βοσκαρίδου γίνεται αποφθεγματικός, γεγονός που υποβοηθείται ιδιαίτερα από τη χρήση του ιδιώματος. Π.χ. στη «Δύσπυρη» λέει: «ό,τι ακούει τζι ό,τι θωρεί / στην κόρην του μμαθκιού της εν νευροκαβαλλίτζεμαν». (σελ. 17)
Όχι σπάνια η ποίηση της αποκτά και λυρικές αποχρώσεις, εμποτισμένες με την θαλπωρή της αγάπης. Π.χ. στην «Προκομμένη» σημειώνει: «Στο φχαριστώ που της λαλ’ η στετέ της / παν τζαι κλωσσούν τα’ αφκά τους όρνιθες / τζαι τα φιλικουτούνια / μες τούντο φχαριστώ κουρνιάζουν / άμα σφίξουν οι κρυάδες». (σελ. 21)
Καλύτερη στιγμή της πρώτης θεματικής ενότητας του βιβλίου θεωρώ το ποίημα: «Η Σουρτούκκα», που παραθέτω ολόκληρο και… ασχολίαστο. «Δείλις / στην Πέτραν του Ρωμιού / πυρά / μμάθκια που μιτσιανίσκουν τζαι καρτερούν / το βούττημαν του ήλιου / Άουστος ατζαμής / τζι Άουστος ππεζεβέγκης / η υγρασία ροδόστεμμαν / ο αφρός λουκκούμιν / τζαι του ήλιου το βούττημαν / καούκκος». (σελ. 27)
Για τη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, που εκτείνεται από τη σελίδα 33 μέχρι τη σελίδα 45 και φέρει τον τίτλο «Σκαλαπούνταροι», δεν έχω να πω πολλά–πολλά. Πρόκειται για ένα σύνθετο, αφηγηματικό και εν ολίγοις πειραματικό ποίημα, το οποίο βασίζει την ανάπτυξή του στην αλληγορία και σε σπαραξικάρδιους καταγγελτικούς τόνους.
Το εκτενές αυτό ποίημα, κατά την άποψή μου, συνιστά ένα δραματικό παραλήρημα και συνάμα ένα πατριωτικό σάλπισμα που δικαιώνεται μόνο εν μέρει και στιγμές–στιγμές, αλλά όχι συνολικά. Ξεχώρισα το χωρίο που αναφέρεται στον Βασίλη Μιχαηλίδη (σελ. 38), όπως επίσης και το χωρίο που αναφέρεται στον Γρηγόρη Αυξεντίου (σελ. 40-41), απ’ όπου και παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα: «φέρτε τζαι το τραπέζιν που κάτσασιν να φαν τις Σήκωσες το / 1957 τζαι / εν εντζίσαν πάνω / φέρτε του την Χρυστάλλαν / που’ σει το’ μμάτιν της γεμάτον γαρίλλες / που αθθυμάται ούλλες τες Σήκωσες / που πκιον εν ήτουν Σήκωσες ήτουν Μεγάλες Παρασκευές…». (σελ 41)
Συνολικά εκτιμώ πως το ποίημα «Σκαλαπούνταροι» είναι άνισο και εν ολίγοις αισθητικά αδικαίωτο. Παρ’ όλα αυτά, το αποδέχομαι ως ένα γενναίο πειραματισμό, που όπως κάθε πειραματισμός εμπερικλείει ρίσκα. Και τα ρίσκα είναι καλό να αναλαμβάνονται, κυρίως από τους νέους δημιουργούς.

 

 

του Ανδρέα Κούνιου, από την Εφημερίδα Αλήθεια 15/01/2014

Είναι σαρκαστικό. Είναι χειμαρρώδες. Είναι γλυκόπικρο. Είναι σκωπτικό, έως εκεί που δεν πάει, ειδικά στο πρώτο του μέρος. Μερικοί, βέβαια, θα παραξενευτούν με το στυλ που γράφει η Στέλλα Βοσκαρίδου- Οικονόμου. Κακώς. Πρόκειται για αξιοπρόσεκτο στυλ που παντρεύει την Κυπριακή διάλεκτο με το σημερινό, ελεύθερο, ποιητικό ιδίωμα. Πέρα, όμως, και πάνω, από το προσωπικό στυλ της, απολαμβάνουμε τις εμπνεύσεις της. Η Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου αφήνει να στάξει, αργά-αργά, το ανατρεπτικό βιτριόλι της. Η σκιαγράφηση των γυναικών κολλάει, επάνω μας, σαν στάμπα. Και δεν είναι μόνο οι έξοχες εμπνεύσεις. Είναι και η μετατροπή τους σε στίχους, από τους οποίους παρελαύνει η μικρή, μα και μεγάλη, γκάμα των γυναικείων χαρακτήρων. Υπενθυμίζω: πυρ, γυνή και θάλασσα. Διευκρινίζω: δεν το ασπάζομαι, απλώς το σημειώνω.
Ιδιοτροπίες, λοιπόν, κουσούρια και χούγια αποκτούν στιχουργική μορφή και μας ταξιδεύουν, με ακρίβεια και γλαφυρότητα, σε προσωπικούς χώρους εκεί όπου, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, κυριαρχούν τα θηλυκά μυαλά. Πότε επιλέγοντας τη διπλωματία, πότε αξιοποιώντας τα κάλλη τους, σωματικά και πνευματικά, πότε πουλώντας εκδούλευση μέχρι να πετύχουν το δικό τους και, ύστερα, να γίνουν «Πολλοπάητες», πότε χρησιμοποιώντας τα μεταξένια τους μαλλιά ως σκαλοπάτια για να αποκτήσουν αυτό που έβαλαν στο σημάδι, οι «Πουρέκκες», πότε κλαψουρίζοντας, σαν Μάρθες! Βούρτση, «ζάβαλλέ μου, ζάβαλλέ μου», οι «Κακομάζαλες».
Χάρηκα τη συλλογή της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου και θαύμασα την ισορροπία της στη λεπτή, και ενίοτε δυσδιάκριτη, γραμμή της ειρωνείας η οποία, βέβαια, κόβει σαν λεπίδα. Ακόμα και εκεί που οι στίχοι της αντανακλούν την τραχύτητα της παλιάς, παραδοσιακής γλώσσας περασμένων δεκαετιών, δεν παύουν να κουβαλούν, στις πλάτες τους, την αθόρυβη τρυφερότητα που ερωτοτροπεί, αλλόκοτα και προκλητικά, με τις καταθλιπτικές πραγματικότητες που μας κυκλώνουν.

 

 

ΦΟΒ κριτικές

 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Φοβ – Υπογλώσσιο νυχτερινό της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου. Άρχισα να το διαβάζω και στην αρχή νόμιζα πως θα είναι κάτι γλυκερό. Σκόνταψα, βλέπετε, πάνω στις λέξεις «δειλινόδεντρα» και «φεγγαρινή» και σε κάτι ακατάληπτα «διδώ-ω και δα-α και δέω δέω δέω» και είπα: ωχ! Όσο όμως συνέχιζα να διαβάζω και οι σελίδες προχωρούσαν, τόσο περισσότερο ήθελα να συνεχίσω την ανάγνωση, να δω κι άλλες εικόνες, κι άλλες υπέροχες μεταφορές. To Φοβ είναι μια πανέμορφη, επώδυνη μα όμορφη ιστορία, διατυπωμένη πότε σαν ποίημα, πότε σαν πεζό και πότε σαν θεατρικό έργο. Αν με ρωτήσετε όμως, θα επιμείνω ότι πρόκειται 100% για ποίηση.

Το Φοβ, όπως λέει η ίδια η ποιήτρια, έχει να κάνει με την άρθρωση όσων φοβόμαστε. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σύνδεση του φοβ με το μωβ, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρόσχημα στη θέση του φόβ(ου) – για να καταφέρει τελικά να διαπεράσει και να βάψει τα πάντα…Υπάρχουν επίσης κάποιες εικόνες που λειτουργούν ως light motifs και διατρέχουν το έργο από την αρχή μέχρι το τέλος: τα δειλινόδεντρα, τα σύκα και τα άλογα. Η επανάληψή τους δημιουργεί τεχνηέντως μια ραχοκοκαλιά που ενισχύει την ένταση του συνολικού αποτελέσματος. Δεν λείπουν οι έντονες παρηχήσεις, κυρίως του φ και του δ που επίσης βοηθούν στην αποτύπωση του μηνύματος του βιβλίου στον νου του αναγνώστη.

Μικρό σε μέγεθος και διαστάσεις, αλλά τεράστιο σε φρόνημα και παράστημα. Αυτό είναι το Φοβ.

Ένα μικρό δείγμα από το «Κεφάλαιο τέταρτο»:

Μια τέτοια νύχτα θα κολλήσω τα χείλη στο στήθος σου
και δεν θα στάζει πια γάλα
μονάχα γράμματα
δως ‘μου το φι μαμά μου
δωσ’μου το φι να γράψω μια λέξη
Όχι το φι μωρό μου
είσαι μικρό ακόμα
Όχι το φι

Μια τέτοια νύχτα
θα σε βρω να μαζεύεις από χάμου
όλα τα φι
και να λες
δεν αρκεί να γράψεις ένα ποίημα
πρέπει τη γλώσσα να επινοήσεις

 

Αναστασία Γκίτση

Φόβ Υπογλώσσιο Νυχτερινό, ποίηση, Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου,

εκδόσεις Τεχνοδρόμιο 2015

“και που φυτεύω ακαταπαύστως δειλινόδεντρα τι ωφελεί;”

Ερώτηση σαφώς ρητορική, ωστόσο, απαραιτήτως αναγκαία ως αρχικός βηματισμός ενός αφηγηματικού ταξιδιού στις ευπρόσιτες σκιές του φόβου με μόνα προστατευτικά κιγκλιδώματα τα δειλινόδεντρα. Σε μια τέτοιου είδους διαδρομή, ο περιπατητής δεν μπορεί παρά να διέρχεται μόνος, με πενιχρό εξοπλισμό τις λέξεις, δυστυχώς όμως κι’αυτές, ποτέ ολόκληρες. Κάποιες βοηθητικές συλλαβές ενίοτε συνοδεύουν τις έννοιες, άλλοτε τις διαμελίζουν άλλοτε τις διαρθρώνουν.

“βράδυ να πας να πάρεις το λυ της λύπης/το βα της βάσανος/ το δι της δίψας/ […] δέσε το φε – δέσε σφιχτά/ να μην τη δεις να φεύγει”

Η δέυτερη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου είναι μια ποιητική σύνθεση με στέρεα σπονδυλική στήλη της την αφήγηση. Η ποιήτρια πλέκει εναλλάξ την ποιητική με την πεζογραφική μορφή ενόσω κρατά σταθερά έναν θεατρικό τόνο με σκηνικές παραλλαγές, μερικά ενδεχόμενα και εμβόλιμες παρενθέσεις.

“Κι αν στ’αλήθεια δε βρίσκετε τίποτα να πείτε/ Αν είναι αλήθεια πως δε βρίσκετε τίποτα να πείτε/ Τότε πάρτε παρακαλώ ένα κομμάτι απ’το πλευρό σας και/ πείτε κάτι μ’αυτό/ Πώς είπατε;/ Να χαραμίσετε ένα κομμάτι απ’το πλευρό σας;/ (δυνατά γέλια)”

Ο φόβος ως κυρίαρχη έννοια της σύνθεσης αντιπάλεται της προσπάθειας της ποιήτριας για έκφραση. Ο αγώνας για την καταγραφή ενός και μόνο συμφώνου όπως αυτό του “φι” δεν είναι παρά το προπέτασμα της αδυναμίας του ανθρώπινου μόχθου να αρθρώσει φωνή και να ονοματίσει τις ανάγκες του. Να γεννηθεί και να υπάρξει πέραν των μητρικών-γονεϊκών και κοινωνικών αγκυλώσεων.

“Μια τέτοια νύχτα θα κολλήσω τα χείλη στο στήθος σου/ και δε θα στάζει πια γάλα/ μονάχα γράμματα/ δωσ΄μου το φι μαμά μου/ δωσ’μου το φι να γράψω μια λέξη/ Όχι το φι μωρό μου/
είσαι μικρό ακόμα/ Όχι το φι./ Μια τέτοια νύχτα/ θα σε βρω να μαζεύεις από χάμου/ όλα τα φι/ και να λες/ δεν αρκεί να γράψεις ένα ποίημα/ πρέπει τη γλώσσα να επινοήσεις”

Στη μάχη για ύπαρξη η επινόηση του άλματος οφείλει να πραγματωθεί. Το νέο προυποθέτει το παλιό και η σχέση τους συνίσταται όχι στην αρρωστημένη προσκόλληση αμφοτέρων, αλλά στην υγιή διαδικασία απεξάρτησης τους, προκειμένου το νεογνό να αποκτήσει την προσωπική του μαρτυρία στο χώρο και στο χρόνο ύπαρξής του. Ο Joseph Conrad έγραψε πως “ίσως η ζωή να είναι μόνο αυτό… ένας φόβος και ένα όνειρο”. Η ποιήτρια του Φόβ κρατά για το τέλος της διαδρομής μια τελετουργία λυτρωτική τόσο για την ποίησή της, όσο και για την ανθρώπινη ύπαρξη εν γένει.

“μια τελετουργία για το τέλος:
το να γυρίζεις σελίδα είναι μια πράξη αγάπης”

Ως υπογλώσσιο νυχτερινό οι λέξεις που είχαν φράξει το φάρυγγα θα απελευθερωθούν στη θέαση των δειλινόδεντρων. Ένας ο φόβος (ή πολλοί) και ένα το όνειρο που το συλλαβίζει η ποιήτρια εν είδει -προφανώς- δειλινόδεντρου

“Είναι η αίσθησις που έχω των πραγμάτων μαμά…
Έι, κρατήστε και για μένα μια θέση στο δειλινόδεντρο!
Ουρανέ πελώριε κι άγιο ταβάνι των στεναγμών, αν είχες έλεγα έν’άστρο παραπάνω να τ’ονομάζαμε νοσταλγία…
Στο μεταξύ θα τρέφομαι από της ποίησης τον πλακούντα
Δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι, δε με φοβ…”

Στην ποιητική διαδρομή του βιβλίου ο Φόβ τελικά απέρχεται της ιδιότητάς του αφού δεν έχει πλέον πλακούντα να τροφοδοτήσει. Η ποιήτρια επινοεί και τις λέξεις και τη γλώσσα, φυτεύει δειλινόδεντρα και γυρίζει τη σελίδα ως μια πράξη αγάπης. Στο τέλος τραγουδά τις συλλαβές και υπεισέρχεται εκ νέου σε λεκτικά και ηχητικά παιχνιδίσματα

“Διδώ-ω και δά-α και δέω δέω δέω”

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΦΙ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΚΡΥΩΝΩ. Οι τρίχες στα χέρια μου είναι όρθιες. Τα μάγουλά μου έχουν παγώσει. Οι κόρες των ματιών μου ξηραίνονται. Νιώθω ένα ρίγος μες στο λαιμό μου. Κάτω απ’ τη γλώσσα μου. Μα εγώ κάθομαι στη μέση της αυλής σαν καλό μαθητούδι κι επιμένω να τον ακούω. Ανατριχίλα μέχρι τις ωοθήκες – τι να ‘ναι άραγε οι ωοθήκες; Το γράμμα φι είναι από τα πιο δύσκολα γράμματα. Όταν ξεμπερδέψω μ’ αυτό, νομίζω πως τα πράγματα θα κυλήσουν πολύ πιο γρήγορα.
Φέγγε φεγγαρινή, μη φεύγεις, φέγγε

βγάζω απ’ την τσέπη μου ένα κομμάτι καραβόσκοινο
και δένω σφικτά
μια σκιά ξεχωρίζει πίσω απ’ τα δέντρα
ΊσΩς ΕίΝαΙ ο
Φοβ
Ποίηση, πεζογραφία, θεατρικές πινελιές και γραφή αξιοθαύμαστα προχωρημένη. Στοχασμοί επάνω στο μεγάλο μυστήριο της ζωής, δοσμένοι υπαινικτικά, χαραγμένοι, θαρρείς, επάνω στις φλούδες της ψυχής, μονόλογος που διεισδύει στις κρύπτες του σύμπαντος, έκφραση που, ακόμα κι όταν γίνεται δυσνόητη για το πλήθος, αστράφτει, μα και κόβει, σαν γυαλί. Πραγματικά, η Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου είναι ποιήτρια-βάθους, κανένα κοινό με τις πάγιες συμβατικότητες, χρησιμοποιεί τα φωνήεντα και τα σύμφωνα σαν λυχνάρια, μετακινείται από το φως στο σκοτάδι και από το σκοτάδι στο φως, χάρη στην αφηγηματική της ευστροφία και την εκπληκτικά ώριμη γλώσσα της – δηλαδή τη μεστή νοημάτων γλώσσα της τα οποία, ωστόσο, δεν απευθύνονται στους πολλούς. Απευθύνονται στους λίγους, και στους εκλεκτούς, και τους κερδίζουν νωρίς, καθώς τους φέρνουν στο μυαλό καταξιωμένες λογοτεχνικές μορφές – αυθορμητισμός και περίσκεψη σε υποδειγματική αρμονία, διαλεκτική προσέγγιση που πολτοποιεί την προχειρότητα και την πλαδαρότητα οι οποίες κυκλοφορούν, γύρω μας, σε συσκευασία εκθαμβωτικών εξωφύλλων που, εντούτοις, είναι φύλλα συκής που επιχειρούν, άκομψα, να κρύψουν τη ρηχότητα των εσωτερικών τους σελίδων.
Ένα μικρό, σε όγκο, ανάγνωσμα που χαρίζει στον αναγνώστη στιγμές μαγικής απόλαυσης. Γυρίζεις, βέβαια, πίσω, οι λέξεις και οι στίχοι απαιτούν, ενίοτε, διπλή ερμηνεία, αλλά, και πάλι, τον ίδιο θαυμασμό αισθάνεσαι για μια ποιήτρια που ξεφεύγει, θα έλεγα ιλιγγιωδώς, από τα στερεότυπα με τα οποία βομβαρδιζόμαστε.
[…]
Το συρτάρι του κομοδίνου μου είναι γεμάτο
με μικρά κλωναράκια από το αγαπημένο μου δειλινόδεντρο
με τραυματισμένα δέλτα
μ᾽ ακρωτηριασμένες εικόνες του κόσμου
που πάνω τους κάθισε η λαμπερή σου παρουσία
και κατακρεούργησε
η αφελής σου γενοκτονικότητα
όταν πρόφερες τη λέξη
βρωμοδειλινόδεντρο.
Μέσα, λοιπόν, στην αφόρητη ομοιομορφία της σύγχρονης, δήθεν, λογοτεχνίας, ιδού μια φωτεινή εξαίρεση – σαν κρυστάλλινη σφαίρα που μπλέκει, συναρπαστικά, τις βασικές μορφές της έκφρασης και τις κάνει να φεγγοβολούν.
*Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον
Σήμερα στο σχολείο η δασκάλα μας έμαθε το ποίημα «η μαμά μου είναι μωβ»
Αρχίζει κάπως έτσι:
Η μαμά μου είναι μωβ
Είναι ψηλή με μωβ μαλλιά
Φοράει και μωβ γυαλιά
Με παίρνει πού και πού αγκαλίτσα
Με κλείνει και στη μωβ βαλίτσα
Μου μαθαίνει μωβ παιχνίδια
Μωβ μου δίνει δαχτυλίδια.
Βαφόμαστε όλοι μωβ και το απαγγέλλουμε δυνατά μέσα στην τάξη. Φοράμε όλοι μωβ ρούχα: μωβ ποδίτσες και μωβ παντελονάκια και μωβ φανελάκια και καλτσούλες μωβ. Τα ρούχα των αγοριών είναι πάντοτε λίγο πιο μωβ, γιατί η δασκάλα λέει πως πρέπει να ξεχωρίζουν για να μην μπερδευόμαστε.
Σήμερα ένα παιδάκι μπερδεύτηκε κι αντί μωβ έλεγε συνέχεια φοβ. Η δασκάλα στην αρχή έγινε έξω φρενών και άρχισε να το χτυπάει και το έβαλε στη γωνιά, αλλά ευτυχώς το παιδάκι κατάφερε μετά να πει μωβ κι η δασκάλα χάρηκε και του έδωσε ένα μωβ φιλί στο μάγουλο και το πήρε μωβ αγκαλίτσα μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.
(Μια άλλη μέρα κάτι άλλα παιδάκια ακούσανε ένα άλλο παιδάκι να λέει πάλι φοβ και φωνάξανε τη δασκάλα μας, κι η καημένη η δασκάλα μας δεν άντεξε και χαστούκισε το παιδάκι τόσο δυνατά που έγινε ολόκληρο μωβ, και το πήγαν οι γονείς του στο νοσοκομείο κι οι γιατροί είπαν πως το καημένο το παιδάκι δεν άντεξε).
Και για χρόνια μετά η μαμά του
που δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια
καθόντανε στο παράθυρο και τραγούδαγε
φεγγαρινή φεγγαρινή
άσε με, πάρε με μαζί σου, άσε με, πάρε με
άσεμεπάρε με
πάρε με
πάρε με
πάρε με
(Να πάρετε κι εσείς ένα άλογο να έχετε στο σπίτι σας. Τα άλογα είναι υπέροχα ζώα. Εμείς δε χρειαζόμαστε άλογο, εμείς έχουμε τη μαμά μου, πάει και τελείωσε και παρακαλώ να μη μου ξαναμιλήσετε για άλογα (σ.σ.27-29)
*Η Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1981. Σπούδασε μουσικολογία στην Αθήνα και το Νιούκαστλ του Ηνωμένου Βασιλείου και εργάζεται στον χώρο της μουσικής όπου, ανάμεσα σε άλλα, ασχολείται με την έρευνα σε θέματα που αφορούν τις σχέσεις της γλώσσας με τη μουσική. Για το πρώτο της βιβλίο ποίησης, (Αναγέλαστα, των γεναικών τζιαι των σκαλαπουντάρων, εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2013) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη στην Κύπρο.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Φιλελεύθερος Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου:
«ΦόΒ», εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, 2015

Σε άγνωστα και αχαρτογράφητα νερά

Με τη δεύτερη ποιητική συλλογή της η Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου επιβεβαιώνει, με ιδιαίτερα προφανή τρόπο, την έφεσή της στους πειραματισμούς και τη νεωτερικότητα. Η νέα ποιήτρια δεν διστάζει να κολυμπήσει σε άγνωστα και αχαρτογράφητα νερά, να δοκιμάσει τα όρια της ευρηματικότητας και της φαντασίας της. Είναι δε ιδιαιτέρως τολμηρή σε ό,τι αφορά περισσότερο στις τεχνοτροπικές φόρμες που μετέρχεται, παρά τις θεματικές που αναπτύσσει.

Ωστόσο, ο ιδιαίτερος ζήλος στον πειραματισμό της φόρμας ελλοχεύει κινδύνους διάβρωσης ή αποδυνάμωσης της ουσίας του περιεχομένου. Έχω την άποψη ότι μεταξύ νεωτερικότητας και καινοτομίας της μορφής από τη μια, και πυκνότητας ή πεμπτουσίας του περιεχομένου από την άλλη, πρέπει να τηρείται ένα ακριβές ισοζύγιο. Η πλάστιγγα της αισθητικής πραγμάτωσης δεν πρέπει να γέρνει ούτε προς τη μια μεριά, ούτε προς την άλλη. Εξάλλου, ας μην ξεχνούμε ότι το πρωτογενές υλικό για την πνευματική δημιουργία είναι η ιδέα, η νοηματοδότηση των λέξεων που συνθέτουν ένα έργο.

Στη νέα συλλογή της η Στ. Β. επέλεξε να αναφερθεί στον φόβο, τόσο ως συναισθηματική κατάσταση, όσο και ως υπαρξιακή αναζήτηση, αλλά και ως φιλοσοφική κατηγορία. Συνοδοιπόρος στο όλο εγχείρημα το γυναικείο φίλτρο, με προεξάρχουσα έμφαση στα μητρικά του ένστικτα. Η ποιήτρια επέλεξε να μιλήσει με συμβολισμούς και αλληγορίες, με μεταφορές και παρομοιώσεις και με «κλειδιά» πολύ «σφικτά» που πρέπει να πω ότι δυσκολεύουν ακόμα και πεπαιδευμένους «κλειδαράδες» – λάτρεις της ποίησης. Πόσω μάλλον τον μέσο αναγνώστη με «στοιχειώδη»… τεχνογνωσία ανάγνωσης ενός ποιητικού έργου.

Λυπούμαι να παρατηρήσω πως, πάντα κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι συμβολισμοί και οι αλληγορίες της Στ. Β. είναι συχνά μάλλον δύσβατα και σε μεγάλο βαθμό δυσλειτουργικά. Οι αλληγορίες πρέπει να είναι ευανάγνωστες για να είναι και λειτουργικές. Και οι συμβολισμοί δεν πρέπει να αφήνουν πολλά περιθώρια σε αμφισημίες και πολυσημίες. Εάν ο αναγνώστης μένει με την αμφιβολία ή την απορία, δεν θα φτάσει ποτέ στο πολυπόθητο ακρογιάλι της αισθητικής τέρψης.

Για να γίνω ακόμα πιο συγκεκριμένος, έχω την άποψη πως τα «δειλινόδεντρα», όλα τα «μωβ», η «Φεγγαρινή» και όλα τα συναφή περί «αμνιακών» υγρών και οριζόντων, χρήζουν περαιτέρω επεξηγήσεων, πιο ευκρινών νοηματοδοτήσεων, χάριν της ουσίας, χάριν του περιεχομένου αλλά και του εν γένει αισθητικού αποτελέσματος.

Αν όλο το βιβλίο είχε την ευκρίνεια, την ευθύτητα και την αμεσότητα των στίχων που προτάσσονται, ως προμετωπίδα στη συλλογή, πιστεύω πως το αισθητικό αποτέλεσμα θα ήταν καταφανώς ανώτερο. Τους παραθέτω για του λόγου το αληθές: «Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα ξεπερασμένο / που μοιάζει στη γυναίκα / ερωτεύεται τη νύχτα / και παντρεύεται τη σιωπή».

Θέλω όμως να αναφερθώ, κατά συγκεκριμένο τρόπο, στις καλές στιγμές του βιβλίου. Π.χ. και σε αυτή τη συλλογή συναντούμε την ελκυστική παιγνιώδη διάθεση στην οποία μας συνήθισε η Στ. Β. από το πρώτο της ποιητικό βιβλίο: «…βράδυ να πας να πάρεις το λυ της λύπης / το βα της βάσανος / το δι της δίψας / και σε λυβάδι μέσα να καθίσεις νυχτερινό / και να την πεις Φεγγαρινή…». (σελ. 12)

Οι ενδοσκοπικές προσεγγίσεις, κυρίως όταν είναι διαυγείς, αποδίδουν καλύτερα αποτελέσματα. Κατά τη γνωστή ρήση «ο εχθρός είναι μέσα μας», η ποιήτρια υποβάλλει ότι ομοίως και ο φόβος είναι μέσα μας, όπως επίσης και το σκοτάδι, μέσα μας είναι: «Από φόβο σκοτεινιάζει, κύριε / μην ακούτε / είναι μύθος η νύχτα». (σελ. 18)

Η Στ. Β. βρίσκει τρόπο να εκφράσει ποικιλότροπα και σε διάφορα επίπεδα τη θηλυκή πλευρά της ποίησής της, άλλοτε με σκωπτική διάθεση, άλλοτε με ειρωνεία και άλλοτε με υποδόριο κατεγγελτικό τόνο: «Κι αν στ’ αλήθεια δε βρίσκετε τίποτα να πείτε / Αν είναι αλήθεια πως δε βρίσκετε τίποτα να πείτε / Τότε πάρτε παρακαλώ ένα κομμάτι απ’ το πλευρό / σας και / πείτε κάτι μ’ αυτό». (σελ. 20)

Συχνά–πυκνά η Στ. Β. προβαίνει σε εύστοχες παρατηρήσεις, καίριες επισημάνσεις και ευθύβολες τοποθετήσεις, κυρίως πάνω σε ζητήματα ευρύτερων ή και συμπαντικών προσεγγίσεων. Παραθέτω ένα συναφές παράδειγμα: «Πώς είναι δυνατόν να κοιτάει κανείς τ’ αστέρια και να νιώθει μια τέτοια βεβαιότητα και να μην μπορεί να βγάλει συμπέρασμα γι’ αυτά που είναι δίπλα του». (σελ. 33)

Η ευρηματικότητα, η παιγνιώδης διάθεση και έφεση, πάντοτε αποδίδουν καρπούς. Ακόμα κι όταν το θέμα αφορά την ποιητική, που χαρακτηρίζεται και από μια «στενότητα» από πλευράς ευρύτερου ενδιαφέροντος: «…στην πάλη με τον εαυτό το / ποίημα θα τελειώσει με / Ήττα». (σελ. 44)

Στην ίδια θεματική ακόμα μια καλή στιγμή στο βιβλίο: «Στο μεταξύ θα τρέφομαι από της ποίησης τον πλακούντα» (σελ. 53) Ευφάνταστη και συνάμα φιλόδοξη τοποθέτηση, καλή ως διακήρυξη προθέσεων και ως δήλωση διαθέσεων. Μόνο που για την πραγμάτωσή της απαιτείται πολλή δουλειά, πολλή πειθαρχία, πολλή επιμέλεια, υπομονή και μεθοδικότητα. Κι αυτά ασφαλώς δεν ισχύουν μόνο για τη Στ. Β. αλλά για τον καθένα που τρέφει ανάλογες ευγενείς φιλοδοξίες…

 

 

Δήμος Χλωπτσιούδης

τοβιβλιο.νετ/26.7.2016

Ξορκίζοντας το ΦόΒο με ένα υπογλώσσιο

Στη μεταμοντέρνα ποίηση τα υβριδικά κείμενα φαίνεται να κερδίζουν όλο και μεγαλύτερη έκταση, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερο το θέατρο και εισάγοντας όλο και περισσότερα θεατρικά στοιχεία.

Ένα τέτοιο υβριδικό έργο είναι και η συλλογή της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου «ΦόΒ, υπογλώσσιο νυχτερινό» (τεχνοδρόμιον, 2015), που ακολουθεί το βραβευμένο στην Κύπρο «αναγέλαστα» (τεχνοδρόμιον, 2013)· μία ιδιαίτερη ποιητική συλλογή γραμμένη στο κυπριακό ιδίωμα με μουσική τονικότητα βασισμένη στην τοπική προφορά που αποτελεί ένα παιχνίδι ανάμεσα στην μεγαλονησιώτικη διάλεκτο και τη μεταμοντέρνα ποίηση.

Στη νέα συλλογή της Βοσκαρίδου, προχωρά σε μία φιλόδοξη προσπάθεια δημιουργίας μίας σκηνικής ποιητικής σύνθεσης. Η ποιητική πρόζα συμπλέκεται σπειροειδώς με το θεατρικό στοιχείο δημιουργώντας ένα πολύπλευρο έργο. Το ποιητικοθεατρικό παράλογο ξαφνιάζει με τα σουρεαλιστικά του στοιχεία και την εξπρεσιονιστική ρευστότητά του. Το θεατρικό αναδύεται γυμνό, χωρίς παύλες ή εισαγωγικά, και μπαινοβγαίνει στη ρευστή στιχουργική ακολουθώντας ένα εξπρεσιονιστικό παιχνίδι φωνημάτων και σημαινόντων πάνω στο -δ- και το -φ-.

Σε μία κοινωνία βουτηγμένη στο φόβο για το αύριο και η οποία κοιτά με τρόμο το παρελθόν για πληγές που άφησε πίσω του (βλ. Εισβολή), η Βοσκαρίδου προσπαθεί μέσα από την θεατρικότροπη ποίηση να ξορκίσει το φόβο της. Η μνήμη, ο φόβος και το μωβ είναι οι οδηγοί της. Το ίδιο το μωβ, το χρώμα της κατάθλιψης και του πένθους, συνδέεται ποιητικά με τον εσωτερικό φόβο, μέσα από ένα ενδιαφέρον γλωσσικό εγχείρημα.

Η Βοσκαρίδου αποφεύγει τους εντυπωσιακούς ακροβατισμούς, υιοθετώντας μία εκφραστική που διακρίνεται από τη θεατρικοαφηγηματική και διαλογική χειμαρρώδη ροή που υποχρεώνει τον αναγνώστη να τη διαβάσει απνευστί, μα αγόγγυστα. Η σκηνική προφορικότητα εμπλουτισμένη με λυρικά στοιχεία, δίνει μία αίσθηση κίνησης με τις δραματικές παρεισφρήσεις ενισχύοντας τον υβριδικό χαρακτήρα του έργου.

Παρηχήσεις (δ, φ) και επαναλήψεις προσδίδουν μία ιδιαίτερη μουσικότητα. Η θεατρική διάσταση της συλλογής απορροφά την όχληση των σταθερών επαναλήψεων (φόβος, πείτε το, φεγγαρινή, δειλινόδεντρο, μωβ κλπ). Οι παρενθέσεις, από την άλλη, λειτουργούν σαν σκηνικές παύσεις -σαν πράξεις που αλλάζουν συχνά τη ροή της «πλοκής»- στον παραλογισμό της πρόζας.

Η εικονοπλασία της παραμένει λιτή και εξάγεται συνειρμικά από την αφήγηση. Έτσι, ο αναγνώστη/ακροατής «ταξιδεύει» απερίσπαστος από την ανεπιτήδευτη εικαστική στους φόβους και τις εμπειρίες του ποιητικού υποκριτή. Μνήμες παιδικές και συμβουλές μητρικές παίζουν κρυφτό μέσα σε ένα δάσος δειλινόδεντρων υπό τη σκέπη της φεγγαρινής. Αστέρια πέφτουν και καταπίνονται, ενώ συνεχώς παρελαύνουν φι και δέλτα.

Στο πολύμορφο έργο, επιλογικά, το χιούμορ, καθώς υποβόσκει στο παράλογο και το απρόσμενο γίνεται ένα όπλο στον εξορκισμό του φόβου. Το χαμόγελο δίνει ενέργεια στα φωτόνια της Βοσκαρίδου που έρχονται να διώξουν τα δάκρυα και το σκοτάδι που τρομάζει τη δημιουργό. Μόλο που τα σουρεαλιστικά στοιχεία φαντάζουν ξένα (άλογα, αστέρια κλπ) και δημιουργείται ένα χαοτικό πεδίο με τη μετάβαση από τη μία λογοτεχνική μορφή στην άλλη, το χαμόγελο μέσω του αιφνιδιασμού είναι πάντα παρόν

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

3 responses to “ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

  1. Αξιόλογο κορίτσι, της αξίζουν τα καλλιτερα.!!Επιτυχία σε ο, τι κανει.!!

  2. Συμφωνώ Νεφέλη και περιμένουμε η πορεία της να συνεχίσει ακόμα καλύτερη.

  3. Γιάγκος Γιάγκου

    Γεια σου ρε Στέλλα μου, είμαι περήφανος για σένα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s