ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ (1948-2016)

μαρια κυρτζακη
Η Μαρία Κυρτζάκη, από τις σημαντικότερες ποιητικές φωνές της γενιάς του 1970, γεννήθηκε στην Kαβάλα το 1948. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης (1966-1971) και το 1973 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Για λίγο εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση και με τη μεταπολίτευση εντάχθηκε στο τμήμα ραδιοφωνικών παραγωγών της ΕΡΑ. Κεντρικό θέμα των παραγωγών της ήταν η χρήση και η λειτουργία της γλώσσας στον ποιητικό και στον δραματουργικό λόγο, θέματα που επίσης δίδαξε στη Σχολή Θεάτρου «Εμπρός» και ήταν άλλωστε απολύτως σχετικά με την ίδια την ποίησή της. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε πρώιμα, το 1996, με τα ποιήματά της «Σιωπηλές κραυγές». Ακολούθησαν τα βιβλία της ποιητικού μόχθου, λόγω της επίμονης και επίπονης διαδικασίας της προετοιμασίας τους, «Οι λέξεις» (1973), «Ο κύκλος» (1976), «Η γυναίκα με το κοπάδι» (1982), «Περίληψη για τη νύχτα» (1986), «Ημέρια νύχτα» (1989), «Σχιστή οδός» (1992), «Μαύρη θάλασσα» (2000), «Λιγοστό και να χάνεται» (2002), «Στη μέση της ασφάλτου» (2005) όπου συγκέντρωσε την ποιητική της διαδρομή από το 1973 ως το 2002. Το μονολογικό της κείμενο «Τυφώ» παραστάθηκε το 1996 από το Απλό Θέατρο. Το 2003 τιμήθηκε με το βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα της Ακαδημίας Αθηνών.
Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 21ης Ιανουαρίου 2016 στην Αθήνα, έπειτα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο, σε ηλικία 68 ετών.

http://www.biblionet.gr/author/12866/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CE%9A%CF%85%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7

 

 

 

 Οι λέξεις (1973)

 

Οι λέξεις

Είναι εύκολο να σου δείξω
Το σώμα μου πώς διαθλάστηκε
Την όρασή μου πώς έμεινε κρυμμένη
Να σου απαριθμήσω τα γεγονότα.

Μόνο τις λέξεις μου
Τι να σου πω για τις λέξεις
Αφού και γω δεν ξέρω
Πώς βγαίνουν έτσι
Στραπατσαρισμένες κάθε φορά
Θαρρείς λεηλατημένες
Λειψές.

 

Ανίχνευση

Στις αποθήκες μαζεύονται τα ονόματα
Καλλιγραφημένα… Αναλυτικά
Στις αποθήκες τα σώματα
Περίτεχνα… κατεργασμένα

Σ’ αυτό το μαυσωλείο
Επικίνδυνα έγιναν τα χρώματα
Τη θάλασσα τη μπούκωσαν
Τα φύκια

 

Τα μάτια σου

Τόσοι νεκροί
Τόσες χειραψίες
Τόσα λόγια πνιγμένα
Στο χαρτί μια άτσαλη γραμμή
Ο δρόμος
Σχεδιασμένος δήθεν με φροντίδα

Τα μάτια σου που απόφυγαν την πλάνη
Που ήθελαν να αποφύγουν την πλάνη
Τα μάτια σου που βούλιαξαν
Κι έμεινες τώρα σαν τη γάτα
Στη μέση της ασφάλτου

 

Το τσίρκο

Σε βλέπω μέσα από καθρέφτες παραμορφωτικούς
Σε βλέπω στο τεντωμένο σκοινί
Κι από πάνω σου οι δράκοντες με τα φλογισμένα εντόσθια
Κι από πάνω τα νύχια της κακιάς μάγισσας
Τα σύρματα γύρω σου να σφίγγουν.
Να μπήγονται στη σάρκα σου
Και να πέφτει το αίμα
Ν’ απολαμβάνουν το θέαμα οι θεατές.
Με το εισιτήριο στο χέρι
Με την ικανοποίηση.
Κι εσύ δεν πιστεύεις πια στα παραμύθια
Και καλά κάνεις.
Μια και τώρα δεν υπάρχουνε νεράιδες
Που αφανίζουνε τις μάγισσες
Που αλλάζουνε το αίμα σε ρουμπίνια
Που μεταμορφώνουν τα υπόγεια σε κήπους
Μια και τώρα δεν ωφελεί η εγκαρτέρηση
Και σένα δεν σου έπρεπαν οι μασκαράτες.
Σε γέλασαν
Άσκημα σε ξεγέλασαν
Τα σύρματα που σε σφίγγουν να σου τα πούνε δίχτυα σωτηρίας

 

 Ημέρια νύχτα (1989)

 

Ημέρια νύχτα (Α’ – Ε’)

 

[ Α’ ]

Είδα τον άντρα σαν αρχάγγελο
–- με τη ρομφαία
Σαν θάνατος μ’ αγκάλιασε

 

[ Β’ ]

Εσύριξε στο σώμα μου τον φόνο
Μου έκλεψε την ενοχή

 

[ Γ’ ]

Με περιμένει απών.
Σαν κίνηση μελετημένη
σαν βήμα που ηδονίζεται αργόσυρτα
σαν χέρι
που όλο τείνει να μ’ αγγίξει

 

[ Δ’ ]

Τα μάτια του στα μάτια μου φορά
Τα μάτια μου απασχολεί στα δάχτυλά του
Απεποιήθη όλα τ’ άλλα του χρυσαφικά.

 

[ Ε’ ]

Η καλοσύνη του σαν νύχτα με χωράει
Ο έρωτάς του σαν σώμα αφίλητο.
Από το βάθος της ημέρας με πλησίασε
άντρας σαν φύσημα ανέμου
τους κόκκους μου σαν στρόβιλος εμπέρδεψε
σύννεφο απλώθηκα να τον χωρέσω.

(Σαν έρημος το θαύμα μου περνώ στην ιστορία)
[ ΣΤ’ ]

Τον θάνατο ζητά στο σώμα μου
Και απαλά τα χείλη μου κλειδώνει
Μην του ξεφύγω

 

[ Ζ’ ]

Πάνω μου απλώνεται. Σαν ουρανός.
Ύστερα γέρνει δήθεν ταπεινά
στην πλάτη στην κοιλιά
σαν μέταλλο χυτό στους ώμους μου.
Με ντύνει.

 

[ Η’ ]

Έχει διαλέξει τρόπο βάρβαρο.
Εκ της σαρκός μου σαρξ και εκ του αίματός μου
ούτος εστί.
Αρχίζει απ’ τις πατούσες.
Ανάποδα.
Σαν αίμα.
(Αιμορραγεί ολόκληρος και με φοβάται
Ευλαβικά μου αντιστέκεται σαν σε ναό)

Τα πόδια μου ορθώνονται Τεντώνουν
Αργά κυλά Δεν βιάζεται
Ανεβαίνει.
Κάπου στη μέση χύνεται ωκεανός.
Πριν φτάσει στο λαιμό
έχει ντυθεί στο κόκκινο
Και με βελούδο φθόγγο

 

 Η εταζέρα (1978)

 

Η εταζέρα [ α ‘ ]

Καραδοκούσαν στις πόρτες, τα παράθυρα – όπου τολμούσε
τα νύχια να του βγάλουν το πετσί
κι ύστερα να τον επιδεικνύουν
ωσάν καινούριο είδος σπάνιο και το καλύτερο.
Κάτι τέτοιο ακούστηκε ότι συνέβη στον συγγραφέα Χριστόφορο.

Είχαν τον Τύπο, τη Διεύθυνση, τη Γενική Αντιπολίτευση.
Διχάζονταν στο σώμα του Χριστόφορου.
Τον έμπασαν στην αγορά∙ του έδωσαν και τίτλους∙ τον έκαναν εκπρόσωπο.
Διχάζονταν στο πνεύμα του Χριστόφορου.
Τον είπαν τσαρλατάνο∙ ζιγκολό∙ τον ανακήρυξαν διάνοια∙ τον πρώτο νεοέλληνα.

Κι αυτός
– σώμα ακέφαλο που περιστρέφεται
φίδι φαρμακερό
πουτάνας σκύλας γέννημα
άτιμη φάρα –
δεν άντεξε η γλώσσα του στο σάλιο τους
οι ποιητές βουλιάζουνε στο φως
ανέκραξε
την ώρα που του φόρεσαν ζουρλομανδύα.

 

 Μαύρη Θάλασσα (2000)

 

Ικαρία

Και έτσι έμαθε πως ήτανε νησί
και τ’ όνομά του Ικαρία.

Και ότι εκεί
σ’ αυτό που ήτανε σημείο
εμάχονταν και πολεμούσαν ηδονές
και πάλι αγκαλιάζονταν μέχρι να αλωθούν
στήθος με στήθος οι γλυκές με τις αιμοχαρείς
σώμα με σώμα αλάλαζαν να ξεχωρίσουν
ποιες της οδύνης και ποιες της γλύκας
που ακουμπάει το σώμα στην ψυχή.

Και είδαν ότι αχώριστες πως είναι
πλεγμένες μεταξύ τους τ’ αντίθετα σαν όμοια
τα όμοια σαν ξεμάκραιναν να μιμηθούν πολέμους
και πικρούς του έρωτα καημούς.
Σαν ίδια όψη που αντανακλά
το βάθος της ψυχής και
το απύθμενο το μάτι των σωμάτων –
εκείνο που σαν πέρασμα σε βγάζει στην στεριά.

Και έστερξαν αξεδιάλυτες πως είναι αξεχώριστες
Ένα κουβάρι μεταξύ τους κόσμος
Το αχ του αναστεναγμού
στο ακατοίκητο της μνήμης
μ’ αυτή την τόση δα ανάσα ηδονής
που αφήνουνε τα σώματα σαν νοσταλγία
πως κάποτε μία ήταν η πληγή

Σε νοσταλγώ συνέχεια.

 

Μαύρη Θάλασσα

Από τη Μαύρη Θάλασσα ανατέλλουν
των αισθημάτων οι γωνίες
εκείνες οι μικρές και σκονισμένες εσοχές
της παλαιότητας όπου εκρύφτηκαν οι πρώτες λέξεις
και οι ρίζες οι μονές που κάποτε εδήλωναν
ολόκληρα τα θέλω και τον θυμό
σαν σφαίρα γη τον έδειχναν
κι έτρεχε ο έρωτας για να προλάβει
μη του ξεφύγει καμιά ραχούλα αχ
και δεν την περπατήσει
να σκαρφαλώσει τις απότομες πλαγιές της στέρησης
να καμπυλώσει το αδύνατον να δείξει
ως άγγελος αυτός πως απ’ το μαύρο γίνεται
γεννιέται ναι το φως μα και τ’ αντίθετο
ότι μπορεί κι ότι συμβαίνει αφού
είναι όψεις που μιλούν το σώμα ονειρεύτηκε
και την ψυχή φωτίζουν του κορμιού.

Αόρατα φωτάκια στους καρπούς
χεριών που λύγισαν τον σίδηρο
στις στάχτες μέσα εκολύμπησαν
έρημα στάθηκαν μ’ απόγνωση εζήτησαν
σιωπηλά και σαν της άγριας πέτρας την σχισμή
περίμεναν ευλαβικά σταγόνα ύδωρ το νερό
νεράκι της καλής βροχής που πόρους άνυδρους αναζητά
να πέσει και να αφεθεί ωσάν ανάγκη αίσθημα.

Να ξοδευτεί σε σώμα που λαχτάρησε.

Σαν αίσθημα εγλίστρησε
και χορταράκι πράσινο φυτρώνει
στον τόπο τον ξερό και τον καμένο.

Τα χέρια έτσι να είναι φωτισμένα.
Και οι καρποί. Ανδρός που βασανίστηκε.

Ψαχουλευτά την κίνηση παραπλανούν
και στον λαιμό ακουμπούν τα χείλη
της καλής νύχτας εραστές κι ότι
σε θέλω κι αχ πόσο λείπει ο καιρός
αναστενάζει η αφή και υποκύπτει.
Και ωσάν ήλεκτρον που μαγνητίζει ο κορμός
συμπαρασύρει σε στρόβιλο αισθημάτων
– αν και το αίσθημα ήλιος φλογερός που
σώματα οδηγεί.

Ο ίδιος εκείνος έρωτας
που κάποτε ενδύθηκε διπλή του κόσμου την αυγή
ο ίδιος είναι τώρα που ανταλλάσσει
το βασίλειο του φωτός με μια σταγόνα βλέμμα
μαζί και τον λυγμό τού σ’ αγαπώ που αντιλαλούν
τα σώματα όταν τα μέλη μπλέκονται
και το κορμί σπαράσσει.

Από την Μαύρη Θάλασσα έρχεται.

Στα σκοτεινά δωμάτια της Μαύρης Θάλασσας
κανείς δεν επιπλέει
παρά μόνο εάν τα κατοικεί.

 

Η γλώσσα η αμίλητη

Δεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα
σαν ψάρι έξω από τα νερά του
και σαν να βγήκε απ’ ότι τον προστάτευε
– την γλώσσα του.
Χτίζει τους κήπους τις αυλές
όχι το σπίτι
Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
την τρομάζεις, χαμογέλασες,
και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
και γλώσσα τιμημένη.
Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
και προσπερνούν
Να μη θυμούνται
τον έρωτα που κάποτε
τους άνοιξε πανιά
– κι αυτήν την μόνη και μοναδική
γλώσσα για να μιλήσουν

Που ελησμόνησαν.

Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
κατοίκησέ με μη φοβηθείς.
Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.

Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.

Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.

 

ΠΗΓΗ: http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=11778.0

 

λιγοστό και να χάνεται (2002)

 

[Αν είναι όλα]

Αν είναι όλα του φωτός ο κόσμος
όλος θα καεί κι ο άνθρωπος εξω απ’
το σώμα του θα βγει τα τείρεα της
νυκτός δεν θα γνωρίσει και πώς θα
πορευτεί. Το μέλλον είναι σκοτεινό.

 

[Παραφιλάει]

Παραφιλάει σκληρό το φως εκεί κυρίως
στο ακρογιάλι που κυματίζει,
η θάλασσα παιχνίδι κάνει η φύση
με τα ονόματα και μες στα σώματα
την μάχη δίνει η Τυφώ,
βασίλισσα αίσθηση αυτή, μη πλανηθεί
Χάρη σ’ αυτήν τα σώματα αγγίζουνε
γνωρίζουνε και ξέρουν μη
τσακιστούν τα σώματα στο άσπρο
του φωτός μη σπάσουν

 

[Σαν γνώση]

Σαν γνώση ενδύεται το σώμα της
τα τείρεα φορεί του μέλλοντος την
γνώση της εγγράφει στα ονόματα.
Χωρίς την γλώσσα πώς ν’ αρθρωθεί
η φύση των πραγμάτων συλλογίζεται
κι η μήτρα που τα γέννησε
πώς να την ψαύσεις

Καί προχωρεί αγγίζοντας

 

[Στα σκοτεινά]

Στα σκοτεινά παλάτια των αισθήσεων
οι σημασίες κατοικούν κι απ’
το απρόβλεπτο φωτίζονται νυκτούρο
φως που πλημμυρεί τις παραλίες
των σωμάτων — φλοίσβος
και αύρα του νερού γερμένες υγρασίες
μουλιάζουν οί αναπνοές

Και κάθε σώμα τις σημασίες του
ανταλλάσσει

 

[Ξαφνικά σιωπή]

Ξαφνικά σιωπή. Άλλου
όνειρο ή δικό μου δεν ξέρω

Σε παγκάκι καθόταν. Στην άκρη
πολύβοου δρόμου. Τα παλιά σχισμένα
ρούχα φορούσε. Με τα μάτια
καρφωμένα τώρα μπροστά
– σαν να έβλεπε, κάποιον ή κάτι.
Προσευχόταν, το ήξερα, αλλά αλλιώς

Τσακισμένο το σώμα ακουμπούσε
στο ίδιο το σώμα. Και τα λόγια
και αυτά ακουμπούσαν στους γυάλινους
τοίχους τών κτιρίων πού υψώνονταν γύρω

Αντανάκλαση λόγου σκέφτηκα και τον ένιωσα
να τραντάζεται και λυγμοί να τον παίρνουν
γείρε και πάλι γείρε ότι έλεγε
– σε χώρα ή πρόσωπο πατρίδα μιλούσε;
και με το βλέμμα της αφής
σε ρήγματα ερείπια στης γλώσσας
τα ραγίσματα στερέωσέ μας
σημαία λάβαρο σε χώρα ηδονής

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

H Kική Δημουλά για τη Μαρία Κυρτζάκη
(αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο, τχ. 72, 2006)

Σκέψεις για τη Μαρία Κυρτζάκη

Βαρύς σκάει κάτω ο υπαινιγμός μιας πτώσης: Στη μέση της ασφάλτου, τίτλος της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Μαρίας Κυρτζάκη. Ένας τίτλος-γδούπος. Σώα η πρωτοτυπία, πρόσθετα ανθεκτική με το να μην αποτελεί τίτλο καμιάς από τις περιεχόμενες συλλογές.

Μου επιβάλλεται η αινιγματική ηθική του: μόνος, πεσμένος στη μέση της ασφάλτου, δεν επιδιώκει νε επισύρει περίεργους γύρω του, δε βογκάει, δε ζητάει βοήθεια. Αντίθετα, προσφέρει βοήθεια, μας ψαύει όλους, μας δείχνει πού πονάμε, τι σπάσαμε πέφτοντας, και μας καθησυχάζει ότι είναι άθραυστη εκείνη η μεγάλη ανεξήγητη δύναμη που παράγεται από τα σπασμένα, ανήμπορα, σαστισμένα κομμάτια μας.

Ενας τίτλος καταμετρητής του πόσο όλους μας, λίγο-πολύ, μια βίαιη βουλή μάς αρπάζει από την ανυποψίαστη αγκαλιά της γέννησής μας και μας πετάει στη μέση της ασφάλτου, αφήνοντας να μας αναθρέψει ένας κίνδυνος. Θα μπορέσω άραγε να λεηλατήσω το σθεναρό μήνυμα αυτού του τίτλου;

Γιατί την ποίηση της Κυρτζάκη στο έπακρον την εκμεταλλεύτηκα, ταξιδεύοντας στα βάθη της και πολλά κερδίζοντας με το να πηγαινοέρχομαι δαπάναις της στην ανάγνωσή της. Την εκμεταλλεύτηκα ακόμα κι όταν τα βιβλία της έμεναν καιρό κλειστά τοποθετημένα κατ’ αλφαβητικό χρόνο και κατά χρονολογική αφοσίωσή μου στη βιβλιοθήκη, σε ράφι που έρχεται ακριβώς στο ύψος της μνήμης μου, για να τα βρίσκει εύκολα και να μη χάνομαι.
Χρόνια διανύω τις αποστάσεις τού τι πέτυχε από το ένα βήμα στο επόμενο και, παρόλο που η προσληπτικότητά μου δεν είναι τόσο γοργοπόδαρη όσο οι ικανότητες της Κυρτζάκη, ταξιδεύω εντούτοις και ευχερώς μεταφέρομαι με το ταχύ και ασφαλές μέσον της χαρούμενης, έστω αδέξιας, έκπληξης. Εκπληξης για τη νέα καλλιεργημένη έκταση που η κάθε καινούργια συλλογή της προσαρτά στον ποιητικό της χάρτη. Εκταση συναρπαστική, πριν καλά καλά την πλησιάσω, από εκεί που μόλις αρχίζει να προβάλλει θαμπή η καρποφορία της. Κλέβω κάθε φορά τους καρπούς, που έχουν τη σπάνια μεικτή γεύση: της απόλαυσης και της διδαχής. Διδαχή του τι σημαίνει οικονομία, τόλμη, αυθεντικότης, ρυθμός, αυστηρά λογοκρινόμενος λυρισμός και περιρρέουσα ουσία. Ιδιωτική γεύση, κανείς δεν με βλέπει. O,τι συλλαμβάνω το καταβροχθίζω με τα χέρια, χωρίς καλούς τρόπους, χωρίς μαχαίρι και πιρούνι ― το μαχαίρι άλλωστε το κρατούν σφιχτά οι στίχοι της Κυρτζάκη, είτε για να διαπράξουν έναν δίκαιο φόνο είτε για να αποτρέψουν έναν άδικο. Κλέβω, βάζω στην τσέπη μου ό,τι αντιστέκεται στην αντίληψή μου, επειδή ξέρω ότι στην επόμενη ανάγνωσή τους οι χυμοί θα μου έχουν εκμυστηρευτεί μια τουλάχιστον από τις πολλές οδούς τους.

Ξαναδιαβάζοντας τώρα τα ποιήματα της Κυρτζάκη, με κάπως πιο συγκρατημένη βέβαια βουλιμία, αφού αυτό το σημαντικό που μου υποβάλλουν είναι χορτάτο από τη συνεχή επιρροή τους επάνω μου, κρατώ ανοιχτές και τις παλιές συλλογές ―μια μια μόνη της, πεσμένη στη μέση της ασφάλτου―, γεμάτες από τα θαυμαστικά που είχα τοποθετήσει στις σελίδες τους να στέκουν σα φρουροί-προστάτες ποιημάτων, που με δέσμευαν να τα αγαπώ και να τα πιστεύω, θαυμαστικά που και τώρα προθυμοποιούνται να τα μεταφέρω ως φρουρούς και αυτής της εύφορης αναταραχής που μου γεννά η συγκεντρωμένη πια ποίηση της Κυρτζάκη, αυτό το κοινόβιο εντός του οποίου θα συνδημιουργηθούν ενωμένες όλες οι αρμονικές ιδιαιτερότητές της.

Ξαναδιαβάζοντας, αναβιώνει η παλιά προτίμησή μου να κάνω πάλι το ταξίδι σ’ αυτές τις ιδιαιτερότητες, μέσα από τους τίτλους των ποιητικών συλλογών της Κυρτζάκη, ελκόμενη ιδιαίτερα από τον ιδιότροπο βυθό της «Μαύρης Θάλασσας», περίεργη να δω τι αναπνέει στον βυθό αυτού του τίτλου που έδωσε η Κυρτζάκη στην προτελευταία της συλλογή, τίτλου που της επεβλήθη άνωθεν και που το αποδέχτηκε, μη ξέροντας γιατί, αλλά σίγουρη πάντως ότι αυτός ο τίτλος δεν παραπέμπει στη συνήθη, ευκολοσυμβολική μαυρίλα της διαθέσεως, τη γεμάτη σκυλόψαρα απελπισίας. Χωρίς να ζητήσω την άδεια της παραθέτω εδώ ποια εξήγηση ανακάλυψε η ίδια, αφού υιοθέτησε τον τίτλο:

Η επιλογή μου από τα ποιήματα που γράφτηκαν αυτά τα χρόνια είχε ως μόνο σημείο αναφοράς την έννοια Μαύρη Θάλασσα. Αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο, μού ζήτησαν ένα μικρό κείμενο γι’ αυτό. Δεν ήξερα και πάλι τι να γράψω. Ανοιξα την εγκυκλοπαίδεια στη λήμμα «Μαύρη Θάλασσα». Εμεινα έκπληκτη. Νάτος λοιπόν ο τόπος της διαφοράς. Ο βυθός αυτής της θάλασσας, έγραφε, δεν έχει οξυγόνο πέρα από κάποια μέτρα και πάνω, αλλά παραδόξως αναπτύσσονται εκεί οργανισμοί – υπάρχει ζωή. Πιστεύω πολύ στην εσωτερική νομοτέλεια των πραγμάτων και αυτό εγώ ονομάζω φυσικότητα. Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια αναγνωρίζοντας αυτή τη νομοτέλεια. (περ. «Διαβάζω», 2000)

Μέσω λοιπόν αυτής της μυστηριώδους, της αυτοδύναμης ―της χωρίς οξυγόνο― αναπνοής προσεγγίζω, εξερευνώ δειγματοληπτικά και τις άλλες άκρως ευαίσθητες περιοχές όπου έχει αφήσει τα μισόκλειστα όστρακά της η ποίηση της Κυρτζάκη. Συγκρίνω, καταμετρώ, κάτι λείπει εδώ. Μια συλλογή: λείπουν οι «Σιωπηλές κραυγές» (1966), με την πρώτη νεανική τους οξύτητα. Πού τις κατέπνιξε άραγε, σε ποια σκληραγώγησή της, εν τω μεταξύ, η ποιήτρια; Ωστόσο εμένα αυτή η απουσία μού φέγγει να

Συλλογιέμαι τη μέρα
Που θα σφίξεις το μαχαίρι
Και θα καρφώσεις το βλέμμα στην πλάτη…
Διαπλέοντας αυτή την προφητεία που τρεμοσβήνει βγαίνω στις εκφοβίζουσες «Λέξεις»:
Οπως και να ‘χει το πράγμα
Οπως και να ‘χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Οπως και να ‘χει
Η επικοινωνία εκτελείται…
Γδέρνεται η έλευσή μου στα τοιχώματα του «Κύκλου»:
Ωραίο που είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ματώνει κάθε χρόνο στον πνιγμό μου.

Γέρνει έτοιμος να μπατάρει ο προορισμός της ισορροπίας. Είναι που κάθεται μόνοπαντα στην πρόθεσή μου η «Γυναίκα με το κοπάδι» ― πράξεων αδειασμένων από τα λόγια τους, κι όμως τι βάρος:

Εσύ πατρίδα μου είσαι μια πόρνη
[…]
καθόλου αθώα ― θύμα των ισχυρών ή
κάτι τέτοιο
την κλίση σου τη διάλεξες προσεχτικά
όπως προσεχτικά την πόρτα μου χτυπάς
και μεταμφιεσμένη σε ταλαίπωρο λαό
μου απαιτείς να παραδώσω την ψυχή
μου

Ανακόπτω πορεία. Στη βιασύνη μου να βγω από τον κύκλο πριν σκοτεινιάσει η εξ ορισμού μοιραία περίμετρός του, προσπέρασα κάτι ομάδες στίχων που επιπλέουν με γρήγορο ρυθμό οργισμένης μουσικής, ακαταπόνητοι και ανθεκτικοί. Οι περισσότεροι είναι πιασμένοι από τον αβύθιστο τίτλο τους: «Εταζέρα». Και παρακάτω δέκα μικροκαμωμένα ποιήματα επί σχεδίας τίτλου φτιαγμένης από το ίδιο το μικροκάμωμά τους και τον συνδετικό αριθμό τους: «Δέκα μικρά ποιήματα».

Ολα τα ποιήματα κρατούν αναμμένες λάμπες θυέλλης. Ναυαγοί; Μάλλον για σπηλαιολόγοι φαίνονται. Επειδή διακρίνω να κείνται επί της «Εταζέρας», δίκην μπιμπελό, σκελετοί αγωνίστριας προϊστορίας και μεταλλάξεώς της σε:

Εκατομμύρια έτη αυτοκινήτων
διανύουν την απόσταση
του κορμιού σου…

Ανιχνευτές σπηλαιώδους λυτρώσεως πρέπει να είναι αυτά τα «Δέκα μικρά ποιήματα», καθώς μεταφέρουν παμπάλαια πλην ζώντα κρανία διασήμων ζωγράφων που διδάσκουν μιαν εξαίσια παρακαμπτήρια μέθοδο όρασης, προσεγγίσεως:

Για να σε κοιτάξω
Ζωγραφίζω τρυπούλες στο τζάμι.

Ρίχνω φωτοβολίδες-σινιάλο. Απαντούν όχι, δεν είναι ναυαγοί. Είναι διορισμένοι από τον Θεό ανιχνευτές της επανορθώσεως των ίδιων των λαθών του.
Τινάζω τη σκόνη της πολύλογης αγάπης μου από την «Περίληψη για τη νύχτα», όπως αυτή η περίληψη αναπτύχθηκε, επεξετάθη, συμπεριέλαβε, πρωτοφόρεσε σώμα και θριάμβευσε ως «Ημέρια νύχτα»:

Ανενδοίαστα και σαν άρρωστη
Τ’ όραμά σου τραυλίζω
Με τις λέξεις σου φτιάχνω εικονίσματα
Και μετά στη φωτιά
Ανενδοίαστα εύχαρις σε ζυμώνω στις
στάχτες…

κι όλην αυτή την ευπαθή αντήχηση των αστραπόβροντων να πρέπει να την περάσω με προσοχή μέσα από τη «Σχιστή οδό», που λάξευσε η ποιήτρια κατά μήκος της γης των αισθήσεων, για να περάσουν άθικτες «οι ακτίνες της αλήθειας της».

Πουλάκι είναι και λαλεί πουλάκι είναι
Κι ας λέει
Ερχεται πέρασμα στενό έρχονται αγάπης
Λόγια
Σχιστή τη γλώσσα διασχίζει η οδός
Φάνηκε φόνος.

Προφυλαγμένο, τέλος, στα πιο μέσα σωθικά μου το πολύτιμο καταστάλαγμα της ποιητικής ωριμότητας της Κυρτζάκη, αλλά και καταστάλαγμα όλων των προσδοκιώ μας σε «Λιγοστό και να χάνεται».

Πλαταίνουν τα μάτια μου όταν ανατρέχουν σ’ αυτόν τον τίτλο. Σα να καταλήγουν σ’ έναν σοφό σταθμό. Εκεί όπου μαζεύονται και κατοικούν «γυμνές οι σημασίες». Καλώντας σε να μυηθείς στην απάρνηση του άφθονου και εύθυμου χρόνου, που γλεντοκοπάει με την αρχή των καταστάσεων, παρασύροντάς σε να χρειάζεσαι εκείνο το χρονοβόρο ενδιάμεσο μεταξύ αρχής και τέλους, που μόνο μισή τελικά ξεσηκώνει μεταξύ αρχής και τέλους και φόνοι διαπράττονται στο όνομα της αναμονής σου. Ναι, αυτός ο τίτλος είναι σα να ασπάζεσαι εκείνη την όλο και πιο αδύνατη γραμμή που αφήνουν οι διάττοντες σαν «λαμπαδίτσα που έκαιγε πριν την δείξει η νύχτα», σαν αυτή να είναι η έννοια του βίου μας. Λιγοστή και να χάνεται, πριν αρχίσει, πριν ακόμα λιγοστέψει και πριν ακόμα χαθεί.

Αχ νύχτα, νύχτα των ερώτων που
Κουβαλούν τα σώματα. Λυγίζουν
Απ’ το βάρος του σκληρού φωτός
Και σ’ απαρνούνται. Σε λησμονούν,
Καλύτερα.

Προσπάθησα εδώ να βιογραφήσω τη ρητή επιβλητικότητα και υποβλητικότητα των τίτλων που έδωσε η Μαρία Κυρτζάκη στις εννέα ως σήμερα ποιητικές συλλογές της. Ενόχλησα έτσι, ανεπίτρεπτα μάλλον, κάποια ποιήματα αποσπώντας τους στίχους τους οποίους θεώρησα ικανούς να αποδείξουν την άκρατη συνέπεια μεταξύ προανακρούσματος και αντηχήσεως, τη ριγηλή τάξη του ύφους, το ήθος των πνοών και τη σκιερή ατμόσφαιρα που κάτωθέ της ευδαιμονικά αναπαύεται το οδοιπόρο αποτέλεσμα. Ενήργησα έτσι όχι μόνον γιατί μόνο έτσι μπορούσα, αλλά γιατί μέσω αυτού του τρόπου μου ακουγόταν να παιανίζει νικηφόρος ο απόηχος της σκυταλοδρομίας, με πόση εμβέλεια το μαχαίρι που διαισθάνθηκαν οι πρώτες κιόλας νεανικές «Σιωπηλές κραυγές» της Κυρτζάκη περνάει από χέρι σε χέρι της κάθε συλλογής, για να καταλήξει νικηφόρο στη σφαγμένη κραυγή του «Λιγοστού και να χάνεται»

Τι μοναξιά Θεέ μου και πού μας έσπειρες
Και δεν μας ελυπήθης.

Κι ακόμα, ενήργησα έτσι θέλοντας να υπογραμμίσω πόσο πολύκλαδο, πόσο άθικτα πράσινο διατηρείται αυτό το γενεαλογικό δέντρο των παθών και της τιμωρίας τους που κατάστρωσε η Κυρτζάκη με μαθηματική γενναιότητα και εμβάθυνση στα αίτια και τα αιτιατά, εξασφαλίζοντας μελωδικό θρόισμα στο στωικό του φύλλωμα μέσω της έγχορδης γλώσσας της, διότι

Χωρίς τη γλώσσα πώς ν’ αρθρωθεί
Η φύση των πραγμάτων συλλογίζεται
Κι η μήτρα που τα γέννησε
Πώς να την ψαύσεις

Ενα γενεαλογικό δέντρο αξιόπιστο, βασισμένο σε πληροφορίες που συνέλεξεη ποιήτρια από έγκυρους επιζώντες θανάτους, πληροφορίες για την καταγωγή τους, για το ποια μακραίωνη τυχαιότης ή σκοπιμότης τους διαιώνισε, γιος ποιας δυσκολίας είναι ο έρωτας και από αυτόν και την έρμαιη ανάγκη να τον νιώθουμε ποιοι αμετανόητοι έρωτες γεννήθηκαν και ποιοι ψυχοπονιάρηδες εν συνεχεία στεναγμοί μάζεψαν από τον δρόμο και περιέθαλψαν όλες τις ορφανές συνέπειες, αφού

Ας μου ήταν γνωστό
Δεν εγνώριζα
Τα ονόματα σαν τα δέντρα
Πως έχουν τη ρίζα τους
Σκοτεινή και υπόγεια

Συλλογή πληροφοριών, που αφού τις βίωσε πρώτα η «σάρκα του αισθήματός» της για να τις μυρώσει με αυθεντικότητα, μας τις παραδίδει για να συμβάλουμε στην επαλήθευσή τους, συγκρίνοντας την αλληλέγγυη ομοιότητά τους με τα πάθη των δικών μας προσωπικών στεναγμών.

Ώστε
Μη γελαστούν και
Πλανηθούν και χάσουνε και δεν το
Δυο αυτοί το μέσα που κυβερνάει
Τις ζωές του κόσμου

Ή, όπως ακόμη πιο παρήγορα συμπτύσσει τους τέσσερις αυτούς στίχους σε έναν:
…και κάθε σώμα τις σημασίες του ανταλλάσσει.
Δωρήθηκε στην ποίηση της Κυρτζάκη να μην άγεται και φέρεται από εκείνη τη σκόρπια ανώνυμη θλίψη που επιδαψιλεύει σε πολλούς ποιητές ένα δακρύβρεχτο εύκολο κέρδος.

Κλαίει μεν η σοφία της, αλλά
Εχει το χάρισμα και του Θεού
Το δάκρυ. Σαν φυλακτό. Να οδηγεί
Σαν φως αυτή νυκτούρο στα
Σκοτεινά στη νύχτα και το έρεβος…

Καλλιεργεί και ξεκουράζει ότι λόγω της βαθύτατης παιδείας της βρίσκεις συχνά στα θέματά της και στον χειρισμό τους κλωστούλες και χνούδια που φέρνει από μακριά ο αθάνατος αέρας της μυθολογίας και των τραγωδιών που έγραψανοι πρόγονοί μας. Αλλά αυτά δεν είναι ως αποκλειστικό έδαφος για να πατήσει η ποιητική της εκτίναξη. Είναι για να γίνει πιο σφιχτό, πιο αδιαμφισβήτητο το πέρασμά μας από αυτόν τον περιπετειώδη πλανήτη.

Ο λόγος της ορθώνεται σαν ρομφαία. Λέει ή θανατώνει. Καρφώνεται με ένταση απαραχάρακτη και τιμωρεί τα αυτονόητα, τα κοινότοπα, είναι άγρια, τρυφερή, χαϊδεύει τις αδυναμίες, αλλά χαϊδεύει με τις ίδιες εκείνες γρατζουνιές που της προκάλεσε η γαμψή αφή των πραγμάτων. Ακούω συχνά το ουρλιαχτό του στίχου της: «Πεινάω σαν λύκος», αλλά δεν ανησυχώ. Ξέρω ότι είναι εκλεκτικός, δεν τρώει παραχωρήσεις.

Ποτάμι ορμητικό του πόθου
Χύνεται κάποτε η φωνή
Που στα κυλίσματά του θεριεύουν
Οι σκιές και στους χείμαρρους του
Ορμούν τα σύμφωνα αγκομαχητά
Να ξεψυχήσουν
Προς την ακρούλα
Τα φωνήεντα κοιτάζοντας
Όπως σε όχθη ναυαγός.
[…]
Κρυστάλλινη της μοναξιάς η όψη.

[«Μαύρη θάλασσα», 2000]

Και ασφαλώς και φυσικά η φωνή της Κυρτζάκη πρωτίστως απευθύνεται στον «Aλλον», τον επιζητά υπόκωφα, γλείφει με τον ρυθμικό παφλασμό της και δροσίζει την ακρογιαλιά του. Αν η ακρογιαλιά αυτή είναι πολύκοσμη, τότε αυτοδύναμη η ποίησή της χτυπάει δυνατά το βέτο της σε εκπτώσεις και εκβιασμένους συγκερασμούς και αποσύρεται στα δικά της ανταριασμένα νερά, περισυλλέγοντας ωστόσο με αγάπη ναυαγούς του ξένου αρνητή κόσμου.

Δεν είναι βέβαια μόνον αυτά η ποίηση της Κυρτζάκη. Είναι και ό,τι αποσιωπήθηκε απ’ όσα δεν ειπώθηκαν. Οσα δεν ειπώθηκαν όχι από δική μου παράλειψη, αλλά από την απαίτηση της ίδιας της ποίησης να μη γνωρίζουμε γι’ αυτήν παρά μόνον όσα εικάζουμε ή επινοούμε ως «λαμπαδίτσα» που καίει «πριν τη δείξει η νύχτα».

ΠΗΓΗ: http://entefktirio.blogspot.gr/2016/01/blog-post_22.html

 

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Κατά πρώτο λόγο για πρακτικούς και κατά δεύτερο για λόγους ουσιαστικούς, θα επιχειρήσω τη σύντομη περιδιάβασή μου στην ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη ξεκινώντας από τη συλλογή της Η γυναίκα με το κοπάδι (1982), όπου για πρώτη φορά συγκεκριμενοποιείται και ανάγεται στο επίπεδο της θεότητας, μιας θεότητας ατομικής, ο «αιφνίδιος λόγος». Δηλώνεται η αμετάκλητη απόφαση της ποιήτριας να παραδοθεί, αν όχι αμαχητί πάντως ανεπιφύλακτα, στη σκοτεινή γοητεία του• στις σαγηνευτικά εκμαυλιστικές υποσχέσεις του. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα τι ακριβώς σημαίνει αυτό -πόσο βέβαιος μπορεί να είναι κανείς μιλώντας για τέτοια ζητήματα- αισθάνομαι ωστόσο ότι οι ανά πάσα στιγμή αναμενόμενες ανατρεπτικές συνέπειες της ευκταίας εμφάνισής του συνέβαλλαν στη διαμόρφωση μιας νέας στάσης απέναντι στη ζωή και την τέχνη και, πάνω απ’ όλα, στη διαμόρφωση, στην οριστική εδραίωση μάλλον μιας ιδιότυπης, ακραία ερωτικής, σχέσης με τη σώμα της γλώσσας.
Μια σχέση που επισπεύδει ζωτικής σημασίας συνειδητοποιήσεις, όπως είναι η συνειδητοποίηση του δικαιώματος στην άκρα υποκειμενικότητα, καθώς και η σχεδόν έντρομη συνειδητοποίηση της αδηφαγίας των λέξεων, τις οποίες η ποιήτρια αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει διαφορετικά, παρά μόνο υποτασσόμενη στην υπέρογκη δύναμή τους και με κάθε τρόπο εξευμενίζοντάς τες. Θα έλεγε κανείς ότι από τη συλλογή αυτή και ύστερα η ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη γίνεται, ολοένα και εμφανέστερα, μία ποίηση ιδιοτύπως γλωσσοκεντρική, χωρίς ωστόσο η ενδιάθετη μέριμνά της για τη γλώσσα να αποβαίνει εις βάρος της εκάστοτε ποιητικά εναυσματικής κατάστασης ή βιώματος, χωρίς να καθιστά τον λόγο της αυτοαναφορικό. Η γλώσσα είναι, για τη Μαρία Κυρτζάκη, φορέας μνήμης και συνάμα το νήμα που την οδηγεί, με την ίδια επίφοβη ασφάλεια, στους χώρους της εγρήγορσης αλλά και του ύπνου, εκεί όπου το όνειρο δεν είναι απλώς απείκασμα της πραγματικότητας, αλλά ένας ξεχωριστός και οικείος, ακόμα και όταν είναι εφιαλτικός, κόσμος («Όχι, ο ύπνος μου δε μηρυκάζει. / Με κυριεύει απόλυτα σαν βάρκα / που καταπίνει θαλασσινό πηγάδι», λέει). Και είναι αυτή η σχέση της με τη γλώσσα που την κάνει να αισθάνεται τη βαρύτητα της γραφής, κάτι σαν δυσκαμψία που κάνει δυσπρόσιτα και απροσπέλαστα την πένα και το χαρτί, όταν, περιγράφοντας τις εσώτερες διεργασίες της σιωπής, επιθυμεί διακαώς να τη μετατρέψει σε ποίηση. Κάθε ποίημα, κάθε ποιητική ενότητα της Μ. Κ. είναι προϊόν μιας εκστατικά βιωμένης με το σώμα, το πνεύμα και τον λόγο ερωτικής εμπειρίας, με τον «αιφνίδιο λόγο» να διαδραματίζει τον ρόλο του εγερτήριου εναύσματος.
Αυτό γίνεται ακόμα προφανέστερο στις επόμενες ποιητικές συλλογές της (Περίληψη για τη νύχτα, 1986 και Ημέρια νύχτα,1989), ιδίως στη δεύτερη, όπου η ποιήτρια μοιάζει να προσδοκά τον «αιφνίδιο λόγο», προκειμένου να καταστεί δυνατή η ποιητική γονιμοποίηση του ώριμου για κάτι τέτοιο προποιητικού-βιωματικού υλικού της. Στην οποία ποιητική γονιμοποίηση, το σώμα είναι που κυριαρχεί σε όλες τις πιθανές καταστάσεις του: το σώμα που ασπαίρει από τον πόθο και την ακατασίγαστη επιθυμία ικανοποίησης του πόθου του• το σώμα ως ύλη αλλά και ως πνεύμα, ως πηγή ζωής αλλά και ως προάγγελος του θανάτου. Όλες οι θεματικές πτυχές της ποίησης της Μ. Κ., εξάλλου, συνδέονται άμεσα με το σώμα: οι φάσεις και οι αποχρώσεις του έρωτα, ο θάνατος, ο χρόνος σε όλες τις διαστάσεις του, η επελθούσα και η επερχόμενη φθορά. Και η γλώσσα δεν είναι παρά ένας οργανισμός σωματικά προσδιορισμένος και ψαύσιμος σχεδόν• ένας οργανισμός θρεμμένος από όλες τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας, ανθηρός, τολμηρός και πάντα διεκδικητικός του ενιαίου της καταγωγής του. Μάλιστα στη συλλογή Σχιστή οδός (1992), που θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί μία προσωπική μαρτυρία του τρόπου με τον οποίο η ποιήτρια οδεύει προς το ποίημα, διασχίζοντας τα σκοτεινά όσο και ολισθηρά τοπία του συναισθήματος, γίνεται προφανές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μιαν απλή εξιστόρηση του οδοιπορικού της, αλλά και με μια απόπειρα καταγραφής της παράλληλης με τη δική της πορείας της γλώσσας, μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η πολυπόθητη ένωση των σωμάτων τους και προκύψει σε μια στιγμή, αιφνίδια, το αενάως κυοφορούμενο ποίημα.
Για τη Μαρία Κυρτζάκη ο κόσμος συνέχεται και αναδημιουργείται από μια προϋπάρχουσα και στη σιωπή βυθισμένη, πλην όμως άγρυπνη, γλώσσα, που εκτός των άλλων επιβεβαιώνει τον ποιητή για την ύπαρξη ζωής• τον επιβεβαιώνει -και αυτοεπιβεβαιώνεται- την απειροελάχιστη στιγμή που συμβαίνει το αιφνίδιο, όταν το διαρκές κρυφό αιματοκύλισμα του μέσα με τον έξω κόσμο φανερώνεται και προδίδεται απροσδόκητα εντελώς. Μάλιστα, μέσα από την αποκάλυψη της ζωής επιβεβαιώνεται και το αναπόφευκτο του θανάτου, που μόνο εν ζωή εξυφαίνεται στο διηνεκές. Και όλ’ αυτά, με δεδομένη την ύπαρξη μιας μνήμης των λέξεων απύθμενης, αστείρευτης και ανεξερεύνητης κι ενός ομφάλιου λώρου απεριόριστου, ώστε να μπορεί η αγωνιούσα συνείδηση να βυθίζεται στα βαθύτερα στρώματα της ιστορίας, εκεί που θερμαίνονται οι έννοιες και τα αισθήματα. Στη Σχιστή οδό αλλά και σε όλη την ποίηση της Μ. Κ. η γλώσσα λειτουργεί και πορεύεται όπως της το υπαγορεύουν οι περιστάσεις• λειτουργεί και πορεύεται σαν πρόσωπο υπαρκτό, σαν άλλη Αριάδνη ή σαν η «Φεγγαροντυμένη» του Κρητικού, ακολουθώντας τους ήχους της: κάτι ήχους και φθόγγους και «ακρούλες» λυγμών. Πορεύεται διασχίζοντας έναν τόπο φρικτά συλημένο, μια χώρα που εβρώμισε, απ’ όπου: «Αέρας περνώντας την πνοή του εβρώμισε Μαργαρίτες ως κόρες μ’ ανοιχτά τα εικονίσματα βρέθηκαν και τα τέμπλα αγίων αδειανά για καυσόξυλα επιπλέαν σε βάρβαρα δάχτυλα». Η Γλώσσα, στην προκειμένη περίπτωση, αξιώνοντας πατρίδα, σαν ιστορία από τα κόκαλα βγαλμένη, βαδίζει προς την άγνωστη γη, που είναι το ποίημα. Το οποίο παλεύοντας με τα γράμματα ψεύδη χτυπιέται – ώσπου αναδύεται. Η πορεία της γλώσσας διαρκεί ως την αιφνίδια ένωσή της με το σώμα της ποίησης -ή το σώμα της ίδιας της ποιήτριας, αν θέλετε- και είναι από την ένωση αυτή που αρχίζουν να υπάρχουν τα πράγματα, περιβεβλημένα και συγκρατημένα με/από τις λέξεις, αυτές τις σανίδες σωτηρίας. Και είναι κάπως έτσι που, μέσα στη μοναξιά, υψώνεται ο πλαστουργός της λέξης, ο έρωτας, χωρίς τον οποίο η λέξη φθείρεται μέσα στην τύρβη των πολλών και μέσα στη συνάφεια του χωρίς δικό του πρόσωπο κόσμου. Φθείρεται και γίνεται απλό αμάξωμα εννοιών.
Είναι φορές που η Μαρία Κυρτζάκη, στην ώριμη περίοδο τής -όσο κι αν φαίνεται απίστευτο- σχεδόν σαραντάχρονης ποιητικής της πορείας, μοιάζει να θέλει, θα τολμούσα να πω περιδεής, να ιχνηλατήσει την προσωπική της πορεία προς το ποίημα, κάτι που είπα ήδη με διαφορετικό τρόπο, αξίζει ωστόσο τον κόπο να το επαναλάβω. Μοιάζει να θέλει να ιχνηλατήσει την πορεία της προς το ποίημα παράλληλα με την ανεξάρτητη πορεία της γλώσσας, ως το καίριο σημείο που πραγματοποιείται η ένωσή τους. Ως το φοβερό σταυροδρόμι, όπου το ποίημα υψώνεται ως ανάσταση των λέξεων. Εγχείρημα οπωσδήποτε δύσκολο και επικίνδυνο, αν σκεφτεί κανείς ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μιαν εκ του ασφαλούς περιγραφή-καταγραφή των φάσεων της ποιητικής πράξης, αλλά για μιαν εκ των έσω προσπάθεια να εννοηματωθεί και να καταδειχθεί η επώδυνη και συχνά ακατανόητη πλαστουργία του ποιήματος. Θέλω να πω την ίδια στιγμή που συντελείται το ποίημα, καταμεσής εκεί όπου ο αιφνίδιος λόγος οιακίζει το στερέωμα του νου, προοικονομώντας, με εντελώς δικά του μέτρα και σταθμά, το ποίημα. Αυτό το ποίημα που πλάθεται και την ίδια στιγμή, σαν μπροστά σε καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό του πλαθόμενο. Που, μολονότι αθεμελίωτο, αιωνίως θεμελιώνει, χωρίς αυτό ποτέ του να θεμελιώνεται.
Μολονότι ήδη το είπα, θα το ξαναπώ: η ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη είναι μία ποίηση βαθύτατα ερωτική και κατ’ επέκτασιν σωματική. Οι σκέψεις, τα αισθήματα, τα συναισθήματα και οι μνήμες, στην περίπτωσή της, για να υποστασιοποιηθούν ποιητικά, πρέπει να υποστηρίζονται από συγκεκριμένες, σωματικά προσδιορισμένες, αντιστοιχίες. Το σώμα είναι το πεδίο της αδιάλειπτης σύγκρουσης και εναλλαγής των αντιθέτων, η αντιπαλότητα των οποίων αμβλύνεται εξαιτίας της σχεδόν τελετουργικά, λατρευτικά, επαναλαμβανόμενης αντιπαράθεσής τους. Το ερωτευμένο σώμα είναι το πεδίο όπου το κάθε αντιπαρατιθέμενο σκέλος δεν είναι απλώς προϋπόθεση του άλλου, αλλά εμπεριέχεται, κιόλας, στην ουσία του. Η ηδονή και η οδύνη αντιμάχονται η μία την άλλη, κατά βάθος, ωστόσο, δεν είναι απλώς αδιαχώριστες, αλλά αλληλοπροϋποτίθενται. Ίσως γιατί στον έρωτα η ηδονή πάντα διεκδικεί το μερτικό της στην οδύνη. Το σώμα, κάποτε ακόμα κι ερήμην του, κατοικείται από τον έρωτα• επειδή όμως ο έρωτας είναι μονίμως εκτεθειμένος στο ενδεχόμενο της μοναξιάς, η μοναξιά αποτελεί τη μονιμότερη εκδοχή του σώματος. Θα τολμούσα να πω ότι ο έρωτας, στην ποίηση της Μ.Κ., αυτή η ένσαρκη εκδοχή της μεταφυσικής, κανοναρχεί το σώμα• το βρίσκει αφύλαχτο, ενόσω αυτό είναι παραδομένο στη μνήμη μιας άλλης ζωής, και το αποικεί. Κι αυτό το έτσι κατακτημένο, αποικημένο και κατοικημένο σώμα, όταν ερημωθεί, όταν δεν απομένουν πια παρά τα άυλα σύνεργα του έρωτα, ήχοι και λόγια, φωνές πνιγμένες, κραυγές και ψίθυροι, δάκρυα που κύλησαν ή που δεν κύλησαν γιατί έμειναν ασχημάτιστα, ακόμα και τότε νοσταλγείται σαν χαμένη, αγαπημένη πατρίδα.
Η ανελέητη μνήμη όλων αυτών είναι εκδικητική και συνάμα διεκδικητική του παρόντος. Στη διαβρωτική υγρασία της σωματοποιούνται και αποκτούν υπέρογκες διαστάσεις άδεια σχήματα της απουσίας, μετέωρες χειρονομίες, ακόμα και αισθήσεις κι αισθήματα κι έτσι, όλα σωματοποιημένα, συμβάλλουν στην αναβίωση συμβάντων, καταστάσεων, ήχων και οσμών που, όλα μαζί, επαναδιεκδικούν τον έρημο τόπο, το ακατοίκητο σώμα, κατερειπώνοντάς το. Και όλ’ αυτά με μια κυμαινόμενη νηφάλια εκφορά των αισθημάτων, των σκέψεων και των συναισθημάτων, με έναν λόγο εναργή, παρά την κρυπτικότητά του• ίσως εξαιτίας της σωματικής ιδιοσυστασίας του και, βέβαια, εξαιτίας του γεγονότος ότι η ποιήτρια, όπως επανειλημμένως έχει επισημανθεί, διατηρεί μονίμως ακμαίο και ατσαλάκωτο το αποδεικτικό στοιχείο της γλωσσικής της ιθαγένειας, της στοιχειοθετημένης από τον πολύριζο οργανισμό της ελληνικής γλώσσας.

 

ΠΗΓΗ: https://tapoiitika.wordpress.com/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-9/

 

Aλέξης Ζήρας

«Η ώριμη περίοδος της ποίησής της ουσιαστικά αρχίζει στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν αρχίζει και χρησιμοποιεί σε ευρεία κλίμακα θέματα των της κλασικής τραγωδίας και των επικών μύθων, όπως λ.χ. της ομηρικής “Οδύσσειας”. Αλλά η σύγχρονη προϊστορία της, η παράδοση από την οποία πήρε και μετάπλασε τον ιεροφαντικό, πυκνό και ενίοτε σιβυλλικό λυρικό της λόγο ήταν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο απροσδόκητος συνεχιστής τους, ο Γιώργος Χειμωνάς. Ο κόσμος της ποίησής της είναι κόσμος αρχετυπικός, ως προς τη γλώσσα, το φύλο και την υποκειμενική αίσθηση του χρόνου. Κόσμος πέραν της ιστορίας αλλά που διαπλέει την ιστορία, καθώς το σύμπαν που πρόβαλλε στην καμπή της ενορατικής ποιητικής της, από τη “Γυναίκα με το κοπάδι” και έπειτα, είναι ένα όραμα που δεν έχει πάψει να θυσιάζει τις εξατομικεύσεις του, τα αναγνωρίσιμα προσωπικά του, στην πληθυντική του διάσταση».

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s