ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

 

ΒΙΚΥ2

 

Η Βικτωρία Καπλάνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1961, σπούδασε Ελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ και σήμερα διδάσκει σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τέσσερεις ποιητικές συλλογές : «Ήχοι-Απόηχοι» το 2007, «Λευκές Συνομιλίες» το 2010 , «Σημείο Φυγής» το 2013 και η Άγνωστη φίλη το 2015 όλα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Έχει δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ποιήματα της και μεταφράσεις ξένων ποιητών και έχει γράψει κριτικές και παρουσιάσεις για λογοτέχνες. (Μάρκος Μέσκος, Κώστας Παπαγεωργίου, Μπίλλη Βέμη, Ξενοφών Κοκκόλης, Αλεξάντρα Δεληγιώργη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Νίκη Μαραγκού, Αγγελική Ελευθερίου,  Νίκος Καρούζος, Κλείτος Κύρου κ.α.).
Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία της στο χώρο της μουσικής και στο Ραδιόφωνο με τη εκπομπή της Βραδινό Σινιάλο για το Ελληνικό τραγούδι (στo Δημοτικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης FM100,6)

Η συλλογή «Η άγνωστη φίλη» είναι στη μικρή λίστα υποψηφίων βιβλίων ΠΟΙΗΣΗΣ του περιοδικού Αναγνώστης για τα Λογοτεχνικά  Βραβεία  2016

 

 

Η άγνωστη φίλη  (2015)

 

Πρόσωπα του μύθου
επάλληλοι διπλοί καθρέφτες
μέσα στο λαβύρινθο του ιστορείν
λόγια φτερωτά τους δίνουν σχήμα και μορφή
επαναλαμβάνουν τα λάθη τους
για να υπάρξουν
θρυλούν τα πάθη τους
σε ευήκοα ώτα
πρόσωπα συμπαγή
αντιστέκονται στων βροτών τα είδωλα
ο ανίδωτος κόσμος της σκιάς
η μοίρα

παρουσία αναπαράσταση
μια ιλιγγιώδης εναλλαγή
απροσχημάτιστη
ψηφιακή νωπογραφία

είδωλα σκιές ινδάλματα του μύθου
μας επινοούν
χαμογελούν με νόημα στις συμπτώσεις
μας δίνουν το άλλοθι
της αποταύτισης
τα πρώτα βήματα
του δικού μας πεπρωμένου.

 

 

Η Αριάδνη μένει εδώ

(2011-2012)

 

Σπονδή στη Σίκινο

 

5.

Ανεμόεσσες ελιές κλαίουσες καρτερικές
μια μεγάλη σκάλα από ξερολιθιές
οδηγεί στη Δευτέρα Παρουσία
δυο ανεμόμυλοι στην κορυφή της
ολόγυρα το κόκκινο και το πράσινο των σκίνων
οι τρίλιες των πουλιών
το αγριεμένο κύμα

τραχιά ξύλινη πόρτα
εφτασφράγιστη
και της φωνής σου ο αντίλαλος
απαγγέλλει πεθυμιές
ερμητικές κι ανέγνωρες

«μην ακυρώνεις τη χαρά»

η παραζάλη ο πόθος
να διαβάσεις τη γλώσσα του βυθού
την προφητεία της μεταμόρφωσης
το φωτεινό δίχτυ απλωμένο
μια αγκαλιά γεμάτη μυστικά ψιθυρίσματα

σε καλούν, την εξορία σου θρηνούν
άφησε ν’ αναπαύεται η μάνητα του χρόνου
ζύμωσε με χώμα τα λόγια της καρδιάς

η αδιατάρακτη αιώνια γαλήνη
ξόρκι για των παθών τις θύελλες
θα καταργήσει το μυστήριο του κόσμου
μια παγερή ακινησία
θάνατος της σχέσης του θεού με τον άνθρωπο

«ό,τι αρνήθηκες να δεις, κοίταξέ το»

τα ξεραμένα χόρτα ιερουργούν
στις μελωδίες του ανέμου
επανέρχονται της νοσταλγίας σου
οι εικόνες μία-μία
-το κάστρο, δεν άντεξες ν’ ακούσεις τα μυστικά του
ραγίζει σιωπηλό κι αγέρωχο
το σπίτι βυθίστηκε στου ύπνου τα άχρονα τοπία
και το σκυλί μάταια περιμένει την επιστροφή σου-

ό,τι δεν άφησες ν’ αληθέψει
με το πείσμα του άγραφου πόθου σε κυκλώνει
γυρεύει το αγριεμένο χάδι
το νήμα της ανάστασης
να λύσει τη φωνή σου
ο περίτεχνος ιστός του φόβου πυκνώνει
να σε κρατήσει εκεί για πάντα

μη χαθείς πάλι μες στο λαβύρινθο
ο χάρτης σου –το ίδιο κι ο δικός μου-είναι τούτο το νησί
θάρρος, το κουβάρι να ξετυλίξεις μέσα σου
χωρίς να κρίνεις

 

 

Η άγνωστη φίλη

(2012-2014)

με αφορμή φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου

 

Η μούσα στο ραγισμένο όνειρο

Οι αλήθειες της χρυσή βροχή
φώτισαν τη νύχτα το παράθυρο
το πρωί βρήκε θρυμματισμένα τα γυαλιά
οι πρώτες ηλιαχτίδες κυνηγούσαν τις σκιές
στο μισογκρεμισμένο σπίτι

φορά το καπέλο της σηκώνει το βλέμμα
αγναντεύει με ένα χαμόγελο από ψηλά
αφουγκράζεται τα λόγια της πόλης
καλεί, αναζητά, εντέλλεται
έτοιμη να πάρει το δρόμο
για τα ποτάμια, τα δάση, τις θάλασσες
μέσα από κει να επιστρέψει

αστραπή καίει τον πόνο
γυρίζει αδιάκοπα η ρόδα τη ψυχής
αλέθει ελπίδα και φόβο

βαδίζει στις σελίδες, έξω από τις σελίδες
όλα χωρούν μες στη γραφή
το σπίτι παίρνει σχήμα βαφτίζεται στα χρώματα
του πρωινού ονείρου

θα γυρίσει.

 

Η άγνωστη φίλη

Ένα τετράγωνο
κάδρο κενό
ένα ερωτηματικό
ένα ξυλάκι κανέλας
ένα κλειδί του χαμένου σπιτιού
από σκουριασμένο σίδερο
τα φυλαχτά της
ο τοίχος
στο χρώμα της γης
ασφαλές, μητρικό, σιωπηλό
όλα όσα συμβαίνουν εκεί είναι κόσμος
ό,τι ποθεί η ψυχή
και σχεδιάζει είναι κόσμος
η σιωπή της
να συντονιστεί με μιαν άλλη
από το ρήγμα κρινάκι της αρμύρας
ο λόγος

Ένα τετράγωνο
ένα κλειδί
ένα ερωτηματικό στο λαιμό της κρεμασμένα
μενταγιόν μαγνήτης
προσανατολίζει το βλέμμα
να διασχίσει την απόσταση
μέχρι τον άγριο κήπο της καρδιάς της
πρόσωπο παιδιού
κορμί ανάλαφρο, μίσχος που ισιώνει
να χαιρετήσει τον ήλιο
κάθε φορά σε άλλη πόλη
στα χνάρια του χρόνου κεντάει
φύλλα πλανόδια μαντείες του αιθέρα
σε κάθε τόπο πλάθεται και γεννιέται εξαρχής
καθρεφτίζει στο σώμα του
τα αντιφεγγίσματα της δικής της μεταμόρφωσης

Την είδα στο λυκόφως
μιας καλοκαιρινής μέρας
η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς μου
μου χαμογελά
στο άδειο κάδρο.

 

Η Μικρή Σειρήνα στην πόλη

(2013-2014)

 

κάποτε έρχεται η στιγμή να ξαναγράψουμε
το παιδικό μας παραμύθι

 

6.

Η πόλη βυθίζεται στον ασέληνο ύπνο
οι γελωτοποιοί κι οι σαλτιμπάγκοι
τερατώδεις μάσκες μιας αδίστακτης εξουσίας
θα παραποιήσουν πάλι τις εικόνες της ελπίδας
γυρίζει το τσέρκι του χρόνου
τα θεμέλια της γης με το ρυθμό τους
μετατοπίζονται
τα αγριόχορτα σκέπασαν
ολόγυρα τη σπηλιά
απορρίμματα κατάλοιπα παλαιών στιγμών
φράζουν την είσοδο
η σκουριά των άκαμπτων κανόνων
εντυπωμένη στο βράχο

φίλησε τα χείλη μου
οι δονήσεις του βυθού ανάταση και τρόμος
η μνήμη έσβησε την εικόνα του καταρράκτη
του μυστικού σπηλαίου τη γέννηση
πέρασε τη μεγάλη θάλασσα
με ευφρόσυνα λικνίσματα
με παιχνίδια των νερών
τέλος εκ του ασφαλούς
κατέφυγε στα γνώριμα πεδία

η σκέψη ετοιμάζει μιαν έρημο
θρυμματίζεται κάθε εστία αντίστασης
φιγούρες κρεμασμένες με νήματα χρωματιστά
πλήττουν και πλήττονται
κινούνται όπου τα αόρατα χέρια
κάθε στιγμή αποφαίνονται

ένα εύθραυστο πλάσμα
δέρμα από πορσελάνη
πόδια που πατούν στης γης
τα σκουριασμένα καρφιά
στην ενέδρα των ματιών σου
δίχως συνείδηση φύλου
οπτασία αέρινη
σε ρόλο γυναίκας

οσμίζεται απόψε
την αποφορά του καμένου ονείρου
ακούει τα σήμαντρα του κενού
αναλαμβάνει τα ροδοπέταλα
την τελετή της ευτυχίας σου

πίσω από τη σκηνή
ο εξάγγελος
ετοιμάζει την κάθαρση

 

16.

Σκιές οι άνθρωποι περιφέρονται
στον πύργο των νέων εποχών
αιωρούνται σ’ ένα σύννεφο
κάπου
περίπου
ανάμεσα
χωρίς συντεταγμένες
στο ίδιο σημείο

ο ήχος του όπλου
η οσμή του αίματος
η λαιμητόμος στη σκιά
το γύρισμα του κύκλου

στην οθόνη των πόλεων
οι ήρωες διασχίζουν την αλήθεια τους
γίνονται ρόλοι
για το βλέμμα των άλλων

οι μισάνοιχτες πόρτες
-δεν κρυφοκοιτάζεις, δεν εκλιπαρείς-
κλείνουν αθόρυβα πια
-το πρώτο βλέμμα έσβησε
της αγάπης το μελάνι-
πίσω σου για πάντα
επαναφορά υλικών στα κοιτάσματα της γης
οι πολύτιμοι λίθοι των δακρύων
θεραπεύουν μιαν ανέγνωρη δημιουργία
σ του χρόνου την αντιστροφή
νερό της Μνημοσύνης ράντισε
τα σκιερά περάσματα της σιωπής

λευκά βότσαλα φθογγόσημα του δρόμου
τα παρτέρια με τα χρυσάνθεμα
υποκλίνονται στη λευκότητα του φωτός
άλλοτε θραύσματα του ορυκτού κόσμου
λόγια στον αντίλαλο του βουνού
ανεμίσματα προσευχές
αντραλίσματα ενοχές

η φωνή έχει τώρα
τη χροιά όλων των ηλικιών
ρέει όπως μιλά
της σιωπής την ώρα

κλαδάκια γέφυρες ανάμεσα στους θάμνους
τα χρώματα των φύλλων
σμίγουν χωρίζουν και πορεύονται
το καθένα στην ώρα του
με τη δύναμή του

τα προσωπεία αναπαύονται
πάνω τους αποτυπωμένες
ιδέες πεποιθήσεις και βεβαιότητες
μια μικρή υπόκλιση αποχαιρετισμού
έξοδος στην πόλη χωρίς ψιμύθια
με μιαν έκφραση απορίας

μια αόρατη κλωστή κρατά
την οδό την ανοιχτή
έχεις αφήσει το χέρι
έχω αφήσει τη λήθη
του βυθού το παραμύθι

όλα τίθενται επί τάπητος εξαρχής
Ο τόπος βίαια αλλάζει
ενηλικιώνεται με θυμό και με φόβο

η ζωή αρχίζει έξω από το λαβύρινθο
όταν ο μίτος πέσει στα κύματα
γίνει φανός θυέλλης
ξαποστάσει στους φάρους των λιμανιών
τότε οι άνθρωποι κλείνουν της ζωής τους
τα μισογραμμένα κεφάλαια και αλλάζουν ρότα.

 

 

ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ (2013)

 

ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ

(2008-2009)

(Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη).


ΕΝ ΑΡΧΗ

α

Φως εν αρχή και δάκρυ
αγέννητο στις κόγχες των ματιών σου

κάπου χάθηκες
και χάθηκε κι ο δρόμος

σκηνοθετείς πάλι από την αρχή
την αναπαράσταση του αθέατου ταξιδιού
από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα

χαράζεις το όριο
τις τρεις πρώτες νότες
πρελούδιο σε λα μινόρε

 

β

Από τα χλωμά νερά της λήθης
μια στιγμή αέρινη
έτοιμη να διαλυθεί στο φως
δάκρυ εγώ φωνήεν
στις χορδές της άρπας συλλαβή της αγωνίας
άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων

μεταμορφώνομαι
κόσμημα και νιο φεγγάρι
πίσω από τα σύννεφα της σκέψης σου
ανατέλλω και ο ουρανός σου πλημμυρίζει
αντιφεγγίσματα
αδικαίωτων στιγμών

 

γ

Δέσμη φωτονίων επί του ύδατος ορθρίζει εκ νυκτός μια σταγόνα μια νότα παίρνει φως κίνηση αργή τελετουργική στους ανέγνωρους ρυθμούς του σύμπαντος απ’ αυτήν φωτίζεται μια άλλη κι ύστερα άλλη η σκέψη ρέει ανακαλεί το άνυδρο τοπίο απολύει στον αέρα τα πάθη της μια λάμψη όλα μια εύθραυστη στιγμή η γέννηση

 

ΣΙΩΠΗ

α
Ήχος οξύς διαπεραστικός
αιφνιδιάζει τη γαλήνια κιβωτό σου
επιθανάτια κραυγή
από έγχορδο ημερών αρχαίων
το μάγεψε η σιωπή
να μην ηχήσει ποτέ ξανά
τις απόκοσμες μελωδίες του

η μνήμη του φυλακισμένο φως
επιλήσμων λόγος
προφητικός
ατενίζει το δικό σου τρομαγμένο καθρέφτη
αφανίζει το είδωλο
σε καταργεί

απορροφά τους ήχους
όλα τα έγχορδα της ορχήστρας
παράγουν σιωπή
μια ασίγαστη παύση
εκρηκτική

 

β

Εγώ η σμιλεμένη κίνηση
η απολιθωμένη μουσική
των άχρονων καιρών
εγώ η άλλη σου όψη
η εν τω κόσμω ηττημένη

μεγεθύνομαι
τρομακτικό τοτέμ
αυτοσχέδια πύλη
της απαγορευμένης υδάτινης πολιτείας σου

από την πλησμονή των δακρύων φλογίζομαι
εγώ το ακυρωμένο ρήμα
στο οχυρό της εξορίας μου
τρομάζω το θαύμα
να μη γεννηθεί

γ

Το άγνωστο γυρεύει υπόσταση περίοδοι σιωπής με ανοιχτό το τραύμα της επανάληψης μέχρι από το χωνευτήρι της να βγει τρυφερό φως απ’ τις χαραμάδες της συνείδησης διαρκώς έρχεται και φεύγει αλλάζει χρώματα διάθεση αντιφατικά μηνύματα η συνείδηση της δημιουργίας

 

BLOW UP

α

Κάπου στις μακρινές διαδρομές της σκέψης σου
ζείδωρες εκρήξεις
της ύλης φωτεινές
χρωματίζουν νύχτες την αγρύπνια σου

η θραύση της κρυστάλλινης σφαίρας
με το μεγάλο μυστικό
η συντριβή της ομορφιάς
στο παράθυρο σου
να εικονίσεις το Αδύνατο

ένδροσος ανατολή
και μ’ ένα κλικ της μηχανής σου
από τα ίδια υλικά η νύχτα

χάντρες της τύχης
ζαριές προφητικές
απ’ το πηγάδι κρύσταλλοι νερού
θρυμματισμένο φως τα λάθη σου
προμηνύουν δυσανάγνωστα μηνύματα

β

Το δάκρυ εγώ το μετά την έκρηξη
πολλαπλασιάζομαι γαλήνιες ψηφίδες
αναδιατάσσονται ποιούν
τη λιμναία γη των ονείρων σου
καλειδοσκόπιο αισθημάτων

γίνομαι φθόγγος
μιλώ στον άλλο φθόγγο
ξεψυχώ και ανασταίνομαι
στο άλλο μέτρο
πενθώ τη δρόσο που μαραίνεται

η μελωδία αλλάζει
στρόβιλοι ήχου
ζοφερά ηχοχρώματα
σιντριβάνια φωτός

απειλή της ομορφιάς
στη μέγιστη ένταση
έντρομη γαλήνη
μια στιγμή κι ο χρόνος έφυγε
προβολή στο ακίνητο σημείο
στο φινάλε μιας παρατεταμένης παύσης

γ

Το ποιείν ανάγκη εξόδου από το λαβύρινθο στο ένδον σκότος αναζήτηση του ζωτικού κέντρου μια απροσδιόριστη στιγμή όλα ξεκινούν τότε που είναι ορατό το φωτεινό τους τέλος η ακύρωση η ύστατη δικαίωση περιπλάνηση στη γαλήνια νήσο με το βελούδινο φως επί των υδάτων η ένωση αδιατάρακτη ενότητα όλα αίφνης απλά

 

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ

α

Μορφή τυπωμένη στην πέτρα
των ονείρων σου
ρήγματα που τα ένωσε
η μνήμη και ο χρόνος
ιέρεια του ακατάληπτου πάθους
του τρόμου και της ηδονής
Αριέτα τραγούδι
από τις στοές του ουρανού και της συνείδησης

το χέρι της
δεν τόλμησες να αγγίξεις
πήρε φως
και στο παράθυρο χαράχτηκε
δενδρίτις
η άλλη όψη

κουλουριάζεσαι εσύ αδέσποτος κύκλος
στο χλοερό καταφύγιο
διάστικτο φωτεινές ψηφίδες
της αλήθειας τα θραύσματα
μάταιη η λύτρωση του ύπνου

β

Αναζητώ να καθρεφτίσω τις εικόνες
μέσα από τις ρωγμές του φανερού
γεωμετρημένου πεδίου
και του αφανούς που εκλύεται
άμορφο από τα σπλάχνα της συνείδησης

διάφανος έντυπος αστήρ
στις ανείπωτες συλλαβές
ο λόγος μου
ρυθμός φως
αιφνιδιάζει τα όρια του κήπου σου

οι ιριδισμοί στα μαλλιά μου
αντικατοπτρισμοί του φόβου σου
σκεπάζεις της καρδιάς τις εικόνες
μ’ ένα λευκό σεντόνι
σκιές διψασμένες
για μια ρυτίδα φως

γ

Το βλέμμα εστράφη στα οπίσω και οι μορφές συνετρίβησαν η σιωπή που ακολουθεί την τρομερή επιβολή της συμμετρίας μετά τον κατακλυσμό του αιφνίδιου αλλά επιμελώς αναμενόμενου πόνου οι λέξεις αφετηρία των σκέψεων υγραίνονται δυσανάγνωστες αφήνουν στο χαρτί άτεχνα σύμβολα ξεθωριάζει το μελάνι αποσιωπητικά θησαυρούς μηνυμάτων ο έχων όμματα ιδείν ιδέτω

 

ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ
(2010-2011)

Στη μητέρα μου

Καλοκαιρινό πρωινό
η πόλη κρύβεται στην καταχνιά
ο άγγελος αποκοιμήθηκε στη σκάλα
κουράστηκε να περιμένει
την ιδεατή μεταμόρφωση

η αναχώρηση έχει πλέον ολοκληρωθεί

εμέ δε χλωρόν δέος ήρει

τα πρόσωπα της ζωής σου ξεθωριάζουν
μορφές διάφανες αλλοτινών καιρών
σήμερα ερωτηματικά
χωρίς απάντηση

μισο-ειπωμένες αφηγήσεις
ιστορίες μετέωρες
γυρεύουν μορφή
να καθρεφτιστούν εντός της
να πιστέψουν πως υπήρξαν

στα νούφαρα του πρωινού ονείρου
γλιστρά ο χρόνος
στου φωτός τα χρώματα
αποκαλύπτεται κι αίφνης
διαγράφεται μεμιάς

λοξοδρομούν οι ερμηνείες
τα αδιάκριτα βλέμματα
εμμένουν στις προφάνειες του εαυτού
κάθε προσωπική ιστορία πολύπλοκη
εκεί που την αντιλαμβάνεται η γλώσσα
εκεί τη χάνει

σπαραγμός του απλησίαστου
οι λέξεις γυρεύουν αδέξια να ζωγραφίσουν
ένα μετακινούμενο ίσκιο
παιχνίδι του φωτός

ό,τι αντιστέκεται στη ζωή
χρυσές κλωστές στη θάλασσα
θα διαγράψει την τροχιά του
ίχνος κανένα

το άγνωστο παραμονεύει
ξεφεύγει
κι εσύ στο κατόπι του πάντα

σκιές φιλικές
του λόγου καλείς
να επιστρέψουν
να πάρεις επιτέλους θέση στη ζωή τους
οι λέξεις τους
εκμαγεία των δακρυσμένων ονείρων

κι όμως κι εσύ στις ίδιες λέξεις κολυμπάς
στις ίδιες λέξεις πνίγεσαι
ποίηση η εν δυνάμει γλώσσα
μέσα στη γλώσσα

πλανόδιοι ήχοι
συνθέτουν τους ρυθμούς
τις μελωδίες της σκέψης
αποδεσμεύουν σκηνές του καθημερινού βίου
δίνουν του αγέρα αφή
να αγγίξει τα τοπία της αληθινής ζωής μας

ανοίγει το βήμα του ο χρόνος, ολοένα επιταχύνει
ο ένας μήνας σβήνει μέσα στον προηγούμενο
κι ο επόμενος είναι ήδη παρελθόν

η ενηλικίωση των στίχων μου
προκαλεί την αναμέτρηση
με το σήμερα

«Ο πονεμένος δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει
Γιατί του φαίνεται συχνά τον κόσμο πως θα χάσει».

I.

Ψηλαφώ τους τοίχους
τα έπιπλα
η σκιά της
περιφερόταν μέσα στο σπίτι
χρόνια πολλά αγριεμένη
κι ύστερα παραδόθηκε
στο πείσμα του καιρού

αφιλόξενη εξαρχής για σένα
η πολιτεία της ομίχλης

η σκιά της γυναίκας
φάσμα πιο υπαρκτό
κι από την ύπαρξη.

τρεμοσβήνει
στροβιλίζεται
κρύβεται
απειλεί
κλυδωνίζεται

άγνωστη και σιωπηλή
μέχρι το τέλος

η σκιά της μητέρας
στα εξώφυλλα των βιβλίων
μέσα στις λέξεις
στα λευκά περιθώρια των σελίδων

η γαλάζια πόρτα έκλεισε
πίσω σου για πάντα
άφησε απέξω τη θάλασσα

δεν πήρε τίποτα μαζί της
μόνο μια αλλαξιά ρούχα
όπως τη μέρα που ήρθε στην υγρή πόλη
του θανάτου της

τα όνειρα άνοιξαν τα μυστικά τους
πλημμύρισαν οι τοίχοι φως
το σπίτι έγινε ουρανός
μικρά άστρα λαμπυρίζουν στους τοίχους

αιωρούμενα φύλλα διαπερατά σύννεφα
οι σκέψεις ανεξίτηλες
υπενθυμίζουν
την απουσία

δεν φοβάσαι απόψε το σούρουπο
κατοικείς επιτέλους στο όνειρο

αγάπη
το διαμπερές τραύμα μιας λέξης

 

 

IV.

 

Κυνηγάμε το φεγγάρι το πλοίο φεύγει
η αναμέτρηση σιμώνει

το λάφυρο του μισεμού σου
επιστρέφει ν’ αναζητήσει τα ίχνη σου

εγώ αντί για σένα
θα περάσω το κατώφλι του σπιτιού
να ψηλαφήσω το σημάδι της σφαίρας
ο παγωμένος χρόνος να δακρύσει

δρόμοι στα κύματα
γραμμές της μοίρας
στην ώρα τους όλα
μισόγιομο φεγγάρι
τιμόνι θυέλλης

μια στιγμή μια ελάχιστη πνοή χρόνου
κι όλα τα σενάρια ανατρέπονται
ο ενδόμυχος χάρτης έχει ήδη σχεδιάσει τη διαδρομή
κι όμως ο έλεγχος χάνεται
το έδαφος υποχωρεί
κι είσαι αλλού για κάποιο λόγο
που ίσως να μην τον ανακαλύψεις ποτέ
συνεχίζεις την αλυσίδα
γυρίζεις γύρω από το ίδιο σημείο
αναζητάς την έξοδο

χωρίς εσένα τίποτα δεν προχωρά
η ευλογία της ζωής διαχέεται στο σύμπαν

γκρίζες πέτρες και καφετιές
στου νερού το διάφανο σεντόνι
το δέντρο γέρνει να κοιμηθεί
τον ύπνο σου να ταξιδέψει
εκεί που λύθηκαν τα γόνατά μου
εκεί που το κλειδί χάθηκε
κι εγώ παίζοντας τη νιότη μου στα ζάρια
το γύρευα στις πιο απίθανες κρυψώνες
του καλογυμνασμένου νου
δεν κοίταξα ποτέ τα μάτια σου
να μου το φανερώσουν

να σε τυλίγει το φεγγαρόφωτο σφιχτά
σαν ν’ αγκαλιάζεις τη μοίρα σου

το χωριό χαμένο στις ελιές
ταπεινά αναπαύεται το μεσημέρι
ωστόσο βαθιά από το χώμα
έρχονται ίσκιοι μακρινοί
-χορός ιερατικός ενός σύγχρονου δράματος-
να αφηγηθούν την ιστορία τους

ο ήχος του νερού
από τη στάμνα
μετράει τις στιγμές
οι συλλαβές του αργαλειού σου
σχήματα ακατανόητα

οι λευκές ίριδες του κήπου
ανοίγουν ένα ήσυχο μονοπάτι
από την ευωδιά τους γεννιούνται λέξεις
οδοιπόροι του πουθενά και του απείρου

στην ευωδιά της αρμπαρόριζας εσύ
η χάρη σου στη γεύση του κυδωνιού
στου πηγαδιού τη σιωπή
η σιωπή σου

στην αφή του βοριά αντραλίζομαι
στον ήχο της ροδιάς μερώνω
προσμένω ένα νεύμα σου μυστικό
να διασώσω τα ανείπωτα

στο δακρυσμένο βλέμμα
μιας νεαρής γυναίκας
θωρώ το παράπονό σου
την αντανάκλαση της συγγνώμης μου
σου μιλώ και τα λόγια μου δεν έχουν ήχο

τα μενεξεδένια βουνά της πατρίδας σου
δίνουν χρώμα στην καταχνιά του θέρους
ύπνος γλυκός στη μυθική αγκαλιά της μητέρας
η έσχατη παραμυθία

ο μοβ κρύσταλλος
ανασαίνει τη γαλήνη

………………………………………………………………………………………………………

«Χίλια παραπονέματα στα χείλια μου γραμμένα
Μα δεν μπορώ να σου τα πω μόνο να πιάσω πένα».

Δε μιλάς στο χαρτί
η στιγμή καταγράφεται
κι ευθύς διαλύεται
σε άδηλο χρόνο
τα βλέμματα των άλλων υπαγορεύουν
επιβάλλουν ενίοτε ερμηνείες αλλότριες

η λέξη μια δόνηση
ο στίχος μια μικρή ρωγμή
ο λόγος δείχνει

ο αντίλαλος των λέξεων
η δική τους αλήθεια
η δική σου
των άλλων οι αλήθειες
γλιστρούν ελίσσονται
διαλύονται και ξανασμίγουν

η άηχη φωνή του είναι
ταράζει τη σιωπή
μηνύματα του αγνώστου
ανέλπιστα οικεία
και την ίδια στιγμή μυστηριώδη

η ζωή στη διαύγεια
όπως όταν το φως του απογεύματος
πέφτει εαρινό στα φύλλα του πλατάνου
μια λάμψη απόκοσμη και τόσο αληθινή
σαν να βλέπεις από μέσα το σώμα σου
η ροή της ζωής
μια χαραμάδα στη συνείδηση
η γαλήνη

τα ανεπαίσθητα θαύματα που σε μαγεύουν

άνοιξε τα μάτια
δώσε χρόνο στο βλέμμα
να κοιτάξει το λουλούδι που ανασαίνει

πίσω από τις λέξεις
ένα άχρονο υποκείμενο αφανές
υπαγορεύει ρήσεις, εικόνες, αισθήσεις

το μυστήριο του κόσμου
στα σπήλαια της ενδόμυχης νύχτας
η παγωμένη αγάπη
σχηματίζει διάφανα κοράλλια
δαιδαλώδεις σταλακτίτες
πολύπλοκα έργα του χρόνου

άδακρυς λόγος

το θήραμα εντός σου διαφεντεύει
ασύλληπτες από το νου
οι μυστικές συνδέσεις των πραγμάτων

δώσε μου λέξεις κοχύλια της παιδικής μου θάλασσας
θροΐσματα δέντρων
πέταξε της τελειότητας
τα μαύρα ρούχα
τα μυστικά σου ο άνεμος
πενθοφόρος δε λησμονά
τα ξαναφέρνει πίσω σε μια αμέριμνη στιγμή

οι λέξεις
μεταμορφώνουν
στο βλέμμα σου το άγγιγμα της μέρας

δυσανάγνωστος κόσμος
η γλώσσα ομιλεί
συμπυκνώνει το αίνιγμα
τη μεταμόρφωση

στα χέρια σου κρατάς το όνειρο
εύθραυστο όπως πάντα
φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά

από αχαρτογράφητες περιοχές
από τα βάθη του χρόνου
έρχεται η ευχή της γυναίκας
μέσα στη ρευστότητα
να πάρει σάρκα και οστά
ο λόγος κι η κραυγή γίνονται μοίρα

στα κελάρια τους ωριμάζουν οι ποιητές

το ποίημα επινοεί

το ποίημα επινοείται

κι ανάμεσα εσύ

αληθεύεις

 

 

ΛΕΥΚΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ (2010)

 

Λευκές Συνομιλίες Ι
[2005]

 

Το σκηνικό επαναλαμβάνεται
πάλι η βροχή
τώρα στην άλλη πόλη

επιλήσμων άγγελος
διπλώνει φθαρμένα ειλητάρια
η ύλη των ειδώλων
η ύλη της νόησης

ο ένας απέναντι στον άλλο
οι σελίδες μας αγγίζουν η μία την άλλη
στροβιλίζονται οι λέξεις
η εγκατάλειψη του εγώ στη ροή
των λέξεων
κοιτάζω εσένα
κοιτάζεις το μαύρο μελάνι να τρέχει
στο χαρτί
ροή του χρόνου
οι λέξεις αγωνίζονται να επιβιώσουν

(ο πυθμένας με τα μυστικά όστρακα
και τα δροσερά κοράλλια
στα λόγια τον γύρευες να τ’ αγγίξεις
να βυθιστείς να αναδυθείς
στην άκρη τον ορίζοντα
να πάρεις το δρόμο τον άγνωστο
δικό σον)

«αυτό το μελάνι
δεν κάνει για μένα
αργεί να στεγνώσει
αν η κόρη μου βάλει στο στόμα της
τις μαύρες λέξεις
θα κινδυνεύσει» είπες και

όλα άγγιγμα δύναμης ιερής
κι όλα ζωή είναι

να βλέπεις σημαίνει
να δημιουργείς το παρόν
να κρατήσεις
ό,τι επέπρωτο να χαθεί
ν’ ανασύρεις το σώμα

[φλεγόμενο στης μακρινής νύχτας
τα συναπαντήματα)

ένα κόμπος στο λαιμό
ο αέρας λιγοστεύει
επανέρχεται η μνήμη της θάλασσας
ψηλά από το κάστρο
τα λέπια του ήλιου στο σώμα σου
μια πόρτα κλείνει

διάτρητο φιλί

στο τρυφερό αγκάλιασμα
το χάος δείχνει την αύρα του

κάτι χάθηκε
-θάψον τους εαυτού νεκρούς-
γεννά την αναζήτηση
κάτι να βρεθεί

(χαρτοκόπτης
απελευθερώνει άγραφα ποιήματα
αίμα στα δάχτυλα
αντηχείο των αισθημάτων)

-Τι με κοιτάς;
-Για να μην ξεχάσω τη μορφή σου
διάλογος σε σκηνικό ονείρου

(το σώμα θυμάται
ό,τι δεν έζησε
κι όλα τώρα συμβαίνουν)

το φίδι γλιστρά πάνω στα ρούχα σου
δεν το φοράς
δεν το εγκαταλείπεις

το σώμα αντιστέκεται
στην τρυφερότητα
τα λόγια τα λόγια
το καταφύγιο των αδύναμων ψυχών
γεμίζουν τον αέρα

στις ραγισματιές των λέξεων
περιπλανώμενος άγγελος
διαβάζει τα ανείπωτα

το μαρτύριο του ατελούς
του ατελούς η ασφάλεια

τα πανάκριβα δώρα
της ένδειας
εγώ σιωπή

εσύ μιλάς αυτάρεσκα παντού
αλήθειες πικρές
εμβαπτισμένες
σε εγγλέζικο φλέγμα
παίρνουν άλλο επίχρισμα

(το σώμα απεικονίζει
ό,τι η ψυχή φυλλορροεί
το φως κι οι σκιές τον προσώπου
κοχύλια-θραύσματα
λόγου ρυτίδες)

υδατογραφίες σε μαύρο φόντο
στο βλέμμα μας γειτνίαση χρωμάτων
σχήματα της απώλειας
τετράγωνο προσοχή κι αναζήτηση
κύκλος επιστροφή στην ενότητα
ρόμβος του πόθου γυρίσματα
το ένα χρώμα πάνω στο άλλο
τονικές διαβαθμίσεις των ήχων
τα χρώματα η παλέτα της σκέψης σου
διάχυση του χρώματος
ρευστότητα των γραμμών

ο άγγελος κρατά δυο φλογερούς τροχούς
και γυρίζει

ένα ψυχρό ρεύμα εκπορεύεται
ακινητεί την εικόνα
να μιλήσεις μέσα από μένα
να με διαβάσω μέσα απ’ τα λόγια σου
ηχώ της φωνής μου

(το σώμα πάλλεται
στο μάρμαρο του ονείρου
διαγράφονται τα νεύρα οι μύες)

στους δρόμους της πόλης
κάποτε το χέρι σμιλεύει το τίποτα
το ανύπαρκτο και φτιάχνει ύλη
άσε στη γλώσσα ένα λεπτό πέρασμα
ν’ αναπνέει ο λόγος

αέρας και φως ο άγγελος
ορά το ανομολόγητο

ο στο άθροισμα του πριν και του μετά
άλλος έξωθεν
ο άλλος εντός σου
ο τρελός
ο ξένος
ο άντρας εντός σου
ο άλλος άλλη εσύ
το τίποτα που σε ορίζει κάτι
το τίποτα μέσα σου

όλα αεί τώρα

(το σώμα εξεγείρεται τα
ο άλλο σώμα
δέος αντίπαλον
εκβάλλει και σ’ οδηγεί
στη δική σον θύελλα)

ο άγγελος έβγαλε τα φτερά του
αμήχανος
δεν βρήκε κουράγιο να πετάξει
καταγράφει τις σκέψεις σου
ζωή σου ό,τι σου λείπει
κι ό,τι δεν έχεις ζωή σου κι αυτό

το υπέρτατο αβίωτο
η δημιουργία

κι όμως μέσα από τις λέξεις μαθαίνεις
αυτό που είσαι κι αυτό που υπάρχει
κατά τα άλλα η ζωή σου δεν έχει θέμα
μάταιες συναντήσεις και συναναστροφές

λιποτάκτης
ο θεός και ο άνθρωπος τραχύς
των θαυμάτων δραπέτης

οι φίλοι σου οχυρώνονται σε
μικρόκοσμους εξουσίας
συμβατοί με το ρόλο τους
εν μέσω ασύμβατων συναισθημάτων

δεν υπάρχει πόλη-ιστός να κινηθείς

το πότε γράφεις
το πότε πράττεις
πότε συναντάς
αυτό που γυρεύεις
ανήκει στα μυστικά της ζωής

(λύπη λύπη κλειδωμένη
κάποια στιγμή-ποτέ
δεν θα καταδεχτείς να δραπετεύσεις)

………………………………………………………………………………………..

στη γη
στο εκάστοτε εδώ και το τώρα
ονοματίζει
τη ροή του ανέκκλητου
(μ’ ό,τι αυτό για σένα συνεπάγεται)

το μελάνι χύθηκε στο χαρτί
έπνιξε τις μαύρες λέξεις

(στη λευκή άμμο της συνείδησης
ο βοριάς σηκώνει
νομίσματα θραύσματα ροές ψηφίδες
του καιρού μηνύει
άλλη γραφή άλλη ανάγνωση)

στο δωμάτιο σπάει
αλάβαστρο το φως
ανέγνωρο φτερούγισμα

ο εκλιπών άγγελος της αστραπής
και του μοιραίου πόθου
υπενθυμίζει το αίτημα

να πάρει ο λόγος βήμα
πέρα από εγώ
πιο πέρα από εδώ
ενδότερα από τώρα
σαν τίποτα να μην είναι όπως ήταν
-δεν είναι
-είναι

{άρωμα ξύλου ταξιδεύει
στο σώμα σον
ο χρόνος πετά φύλλα
στιλπνά φεγγάρια μεταξένια)

η βία του νέου κόσμου
χρώματα εκτυφλωτικά
ήχοι εκκωφαντικοί πανομοιότυποι
αντι-τρόμος
αντι-κόσμος απατηλός

το άλεκτο και ερήμην ημών συντελείται
δονείται η λευκή άμμος της συνείδησης

ό,τι βλέπω και αποσιωπώ στοιχειώνει
ό,τι μιλώ και αγνοώ απομαγεύεται
γυρεύει εκ νέου τη σύνθεση

(το ποτάμι αργοσαλεύει
περιμένει τα νερά της βροχής
να το ανανεώσουν
μη βαλτώσει μη στερέψει
μη)

ο λόγος – ο κόσμος
can poetry matter?

Λευκές Συνομιλίες ΙΙ στη Β.Μ.
[2006]

 

Τώρα
μόλις δύσουν τα χρώματα της σκηνής
το προστατευτικό γυαλί θα γίνει θρύψαλα
Τώρα θα κοιτάξεις το πρόσωπο στα μάτια
μιαν εκδοχή του προσώπου σου

(το φύλλωμα των δέντρων
το δέρμα σον
γυναίκα-δέντρο
θροΐζεις )

φευγαλέα αδιόρατα σήματα
την έφεραν στον ήχο της φωνής σου
έστω μια φορά
την έσχατη

ο άγγελος φόρεσε το χρυσαφένιο δίχτυ
μέθυσε κι αιχμαλώτισε τις μοίρες
έστω μια νύχτα την έσχατη

ένα ζευγάρι μάτια
βλέπουν στον ήχο την εικόνα τους
τότε και τώρα
σαν να στοίχειωσε ο χρόνος
το δωμάτιο -δεν θυμάμαι το χρώμα του-
μίκρυνε πάλι έγινε ένα παλιό
βραχνό ραδιόφωνο

πήρε ρόδινο φως η αίθουσα
θαρρείς υπερκόσμιο
δεν το βλέπουν οι άλλοι
αισθάνονται μόνο την παρουσία του

(μια ελεγεία στο φεγγάρι
βροχή από χρυσές ψηφίδες
στο τετράγωνο παράθυρο)

τώρα θα μιλήσεις
δεν έχεις επιλογή
φεύγει
είδες την παράξενη λάμψη στα μάτια
άκουσες τη δύναμη του μετάλλου
να τραγουδά την επιστροφή
«πάμε κι εμείς στην»… όχι, εγώ μόνη μου πάω.

πού;

ένα βελούδινο σύννεφο
αντιστρέφεται τυλίγει τα άστρα
σκοτάδι ρίξε τη γέφυρα

μόνο ένα ρεύμα υπόγειο
στον αέρα σε πάει
σε τροχιά ελλειπτική
δεν έχεις βήματα μόνο παλμούς
δονήσεις κρουστών
ηχοχρώματα της νύχτας

(στο πράσινο της λίμνης
μειλίχιο φως γλιστράς
πάνω στα νούφαρα ο ύπνος της αγάπης)

τώρα προβολή μιας εκδοχής
ενός ματαιωμένου προσώπου
αποχαιρετισμός ενός εγώ
που δεν άνθισε ποτέ
-δεν τόλμησε ν’ ανθίσει ποτέ-

υπάρχουν κάπου μέσα μας
οι αληθινές βεβαιότητες
αυτές που φορούν τη μάσκα
των υποθέσεων του μη πραγματικού
τα αν… τότε…

ο τοίχος κινείται
μεγαλώνει
το είδωλο σβήνει τη σκιά του
η πόρτα ανοίγει

Ο άγγελος προπορεύεται με μιαν αγκαλιά
φθινοπωρινά χρυσάνθεμα

εσύ με τα χέρια αδειανά
έτοιμη να το βάλεις πάλι στα πόδια
ενώ μια μεταξένια ανάμνηση
αλλοτινού ονείρου
περνά ανέπαφη τα σύνορα του τώρα
διάφανα λόγια από το βλέμμα δραπετεύουν

Πλανήτες στίχοι
αδέσποτοι
του κύκλου αγγελίσματα
γυρεύουν να εγγραφούν
στο ακατέργαστο ποίημα

ενώπιον σου
ένα καταβεβλημένο σώμα
με τη χλομάδα του καπνού
στο φτιασιδωμένο πρόσωπο
δηλώνει τις συγκρούσεις π
ου συντελούνται εντός του

έλα… μίλησε., η ιστορία της
η ιστορία σου

ασπρόμαυρες φωτογραφίες
κι άλλες με χρώματα και φως
ήχοι μελωδίες
λόγια θαρρείς μαγικά
σε μεγάλα τετράδια
ξαποσταίνουν
απλώνονται δυναμώνουν γεμίζουν το σπίτι
εκεί μέσα ένα κορίτσι μεγαλώνει
στον ίσκιο μιας γυναίκας
ανασαίνει κι ελπίζει
να γίνει η ηχώ του μετάλλου

{όταν το σκοτάδι πυκνώνει
κι όλα τα τέρατα σκιάζουν τον ύπνο σου
μονοπάτια απάτητα της συνείδησης
αχνοψέγγονν δειλά
παλεύεις να επιστρέψεις
δεν ξέρεις όμως πού)

εκείνη αλλάζει, μεταμορφώνεται,
ανεβαίνει τη φωτεινή κλίμακα
μέχρι να αναλωθεί από το φως
και πάλι ηλιαχτίδα να κατέλθει
δημιουργία, έρωτας
χρώματα της νιότης πλεγμένα όνειρα

ο άγγελος καταγράφει την αέναη
κίνηση από το σκοτάδι στο φως
και πάλι πίσω
χρονομέτρης ανάλγητος

τα τετράδια μοναδικός συνομιλητής
αταξίδευτος
αυτοσχεδιασμοί
ηχώ μιας φωνής
κι ενός πυρέσσοντος ονείρου

(τη νύχτα
σημαδεύω τα φανάρια τον δρόμου
σημαδεύω το θάνατο και χάνω το σημάδι)

ήταν αλλά δεν ήταν
είναι ούτε τώρα είναι

βρες τους δαίμονές σου
παραδώσου σ’ αυτούς

ΗΧΟΙ – ΑΠΟΗΧΟΙ (2007)

 

Είσοδος

[1998-2000]

 

αντί προλόγου

Στο μεγάλο ρολόι της πλατείας οι σπασμένοι δείχτες τον
κατάργησαν τον χρόνο.
Η σκιά της Αριάδνης καθρεφτίζεται
τα μεσημέρια στους δρόμους
καβάλα στο ποδήλατο περιφέρεται ανήσυχη
σαν να γυρεύει κάτι
ίσως και η ίδια να μην ξέρει τι.

Αριάδνη, εγώ σου το ‘λεγα
ο θεός σου πέθανε
κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα
πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές
τώρα
το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου
ο χορός του θρήνου
ο θρήνος του χορού
χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις

ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.

 

α

Εδώ σε θέλω πώς κάνεις τώρα την αρχή
πώς παίρνεις το ρίσκο να κινήσεις επιτέλους για το σπίτι
με την πίστη αυτή τη φορά πως θα το βρεις

ανυποχώρητη

η γυναίκα μένει πάντα εκεί.
φέρει τα βέλη του φεγγαριού στα κύτταρα
χαραγμένο των αιώνων το πέρασμα
η εστία, η έμπνευση, η ηδονή
η δίχως ενοχή δημιουργία.

Όσο γι’ αυτά που λένε για συνθήκες αντίξοες
για τη φθορά της καθημερινότητας
για την αμφίβολη ροή των πραγμάτων
στην περίπτωσή μας δεν είναι παρά παιχνίδια του μυαλού
για να βρεθείς απ’ άλλο δρόμο
«τεκμηριωμένο»
στο οικείο κι αμετάβλητο
για άλλη μια φορά.
Εδώ σε θέλω, αντέχεις;

 

α’

Η αρχή έχει γίνει σε μιαν ασύλληπτη στιγμή
τότε που τέτοιου είδους ερωτήματα
δεν τα υποψιαζόμασταν καν
ό,τι ακολουθεί είναι η σοφή της συνέχεια
αμφίσημη όλο παράξενα συναπαντήματα
-αυτό που καλείς τυχαίο-
σε μια προσπάθεια να πειστείς και συ ότι υπάρχει.

Όλα ωριμάζουν αργά
οι στίχοι, τα μεγάλα ταξίδια κι η αγάπη,
στους νευρώνες διαγράφουν
με ακρίβεια την τροχιά τους
κάποτε θα σε φέρουν πάλι στην αρχή.
Τότε η γυναίκα θα πάρει το τόξο και τα βέλη της
θα βγει να σημαδεύει φως
μελί σαν αυτό που φέρνει ο αέρας απόψε
απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.

 

ε

Κάποτε σ’ αιφνιδιάζει ο χρόνος
με τις ελεύθερες πτώσεις του
ανοίγει πέρασμα
το περίγραμμα του νεκρού θεού
απαγχονισμένο δέντρο
σμιλεύεται και σβήνει
με το ναι και το όχι του φωτός.

Είναι η στιγμή που βλέπεις
πόσα ψέματα μετρήσαν τη ζωή σου
και βγήκε λειψή. Χάθηκε η επαφή, ζητάς
ν’ ακυρωθείς για να υπάρξεις

όπερ άτοπον.
Απόψε η φωνή πιάνεται στο ρήγμα της ψυχής
η μνήμη φως εξ ακανθών και ας

χιονίζει λεύκες σ’ ολόκληρη την πόλη
χιλιόμετρα πιο πέρα
σε μια άλλη πόλη
χιονίζει φωτιά
σε μια νεφέλη ο χρόνος διχάζεται:

η ψυχή παροπλισμένη
δεν λαμβάνει πια τα μηνύματα.

 

ε’

Όταν λείπει το ζωτικό κέντρο
τι περιμένεις
η ύπαρξη
ξερνάει σκουριά λερώνει όποιον την αγγίξει.

Το κεράκι της Ανάστασης αρνήθηκε
στο σπίτι σον το φως
αντιστέκεται κι ο αέρας αγγελίζει
έαρ φιλέρημο

κάπου υπάρχεις
εσύ ο δημιουργός του ανέφικτου
πόσο δρόμο έχω ακόμη κι αν σε βρω

ύβρις η σιωπή ενώπιον της αγάπης
κι η σπατάλη της δωρεάς έλεος δεν βρίσκει.
Όλα στο σύμπαν καταγράφονται
πορεύονται, μεταλλάσσονται όμως υπάρχουν

αίφνης
θα τα βρεις πάλι μπροστά σου.

 

αντί επιλόγου

Κατά τ’ άλλα
ο χρόνος συνεχίζει κρυφά την αναρρίχησή του μέσα μας
τυλίγεται γύρω από τα σώματα μέχρι να τ’ αφανίσει
η ζωή επιμένει,
σαρκάζει ανελέητα
ό,τι ανομολόγητο στο βάθος μάς πονάει
και την ίδια στιγμή βάζει τα καλά της και προκαλεί:
όποιος αντέξει.

Αριάδνη,
οι καιροί αλλάζουν
ζητούν τα δικά τους παραμύθια.

 

Ήχοι – Απόηχοι
[2003-2004]

 

ΙΙ

Ο ενεστώς της αγωνίας
απουσία
η αβάστακτη παρουσία
πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια

η σειρήνα του ασθενοφόρου
το ράγισμα της γλώσσας
ο αγώνας της μνήμης
να συλλέξει
τα χαμένα βλέμματα
τα κεντρικά πλάνα

η μνήμη υπόθεση ατομική
πεθαίνει μαζί μας;

Ώρα την ώρα εκείνος ιδιωτεύει
απομακρύνεται

κόκκινα φύλλα λουσμένα φως
σταλάζουν στον ύπνο μου
κι άξαφνα ένα αεράκι ψυχρό
με σηκώνει ψηλά
σαν τους χαρταετούς που τόσο αγαπούσες

(θα ήθελες όλα αυτά να είχαν ειπωθεί
η ύστατη εκπνοή τόσο ανώδυνη να ‘ταν!)

Σβήνει μαλακά
ψυχή καταπονημένη από
ολόκληρου αιώνα
τη θύελλα
—ανακάλεσε με—
στην άλλη μέρα

γίνεται εικόνες
αφηγήσεις πολλαπλών αφηγητών

μόνωση
τίποτα δεν φτάνει σε μένα
μόνο
στο φιλόξενο βλέμμα του ζώου
η παραμυθία
της ετεροχρονισμένης ενηλικίωσης
η αλλαγή ρότας

Σ’ ακολουθώ
και μετά την αποχώρηση μου
παίρνω τις μορφές τον αγνώστου
με το μακρύ παλτό και το καπέλο
εμφανίζεται στον ύπνο σου
μιλά σε ακατάληπτες γλώσσες
λόγος ιερατικός
για μυημένους
και σ’ αφήνει
πάλι στη σιωπή

το όλο και το τίποτα
το ακίνητο σημείο
εκεί μάταια επιμένεις να ισορροπείς

μέρες χθόνιες ανελέητες δείχνουν τα δόντια τους
βιάζεσαι το κεφάλαιο αυτό να κλείσει
(τι αφέλεια!)
ή τώρα ή ποτέ
το εξόδιον μέλος
από τη μέσα πλευρά την αθέατη
αρωγός ο χρόνος
συνθέτει

το φινάλε
αδιόρατο
άφευκτο όμως και δικό σου (εντέλει!)

 

Χ

Χάλκινος ουρανός
κι ένα αργυρό μισοφέγγαρο
γυαλίζουν τα νερά
τα σπίτια στο χρώμα του χαλκού
αντικατοπτρίζουν τα είδωλά σου
με τη σειρά

κοίταξα το πρόσωπο μου
στο παγωμένο χιόνι
κι είδα το πρόσωπο τον πατέρα
βλοσυρό αλλά απελπισμένο

μια τοιχογραφία με ευκρινή περιγράμματα
σχέδια και χρώματα
η στρωματογραφία των επιχρισμάτων

όλα δυνάμει
εγγεγραμμένα εντός μας είναι

τα έργα της ψυχής εγκαταλείπονται, σήπονται
γεννούν άλλα έργα
ο μόχθος επιστρέφει στη γη

το νόημα

το χαμένο σημείωμα
μέσα στην ακαταστασία της καθημερινότητας
και δίπλα σου να ‘ναι δεν το βλέπεις
η ανάμνησή του
κινούμενη άμμος

το δίχτυ να πιαστείς
κι από κει ολοένα δραπετεύεις

«Οι άλλοι πάντα γύρω μου ένα ποτάμι
εκεί βρίσκω τον δρόμο μου κι εκεί τον χάνω»
έλεγες

πλάνη το παρελθόν (πώς να γίνει αλλιώς;)
πλάνη γητειά το αύριο
μια δέσμη ανυπόστατων ελπίδων
ή μήπως όχι απλώς

η ανάγκη της συνεχείας
υπενθυμίζει πως η αναζήτηση
συνεχίζεται εντός της ασυνέχειας

η γλώσσα τολμά
ανοίγει την πόρτα
ρίχνει το κουβάρι στον δρόμο

ονομάζεις τα πράγματα και τις σκιές
(προπάντων τις σκιές)

παιχνίδι στοίχημα
αδήριτη ανάγκη

η εναρμόνιση των τωρινών ήχων
και των απόηχων (εν μέρει)
δημιουργών τους

η σύνθεση του προσώπου
(αγωνιά να ανα-γνωρίσει τα συστατικά του)

να υπάρξει εντέλει

στην πλήρη λόγου σιωπή

 

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

 

Elizabeth Bishop

 

Το Πνεύμα

«Περίμενε. Άφησέ με να σκεφτώ ένα λεπτό», είπες.
Και στο λεπτό πάνω είδαμε:
Την Εύα και τον Νεύτωνα μ’ ένα κομμάτι μήλο,
τον Μωυσή με τον Νόμο,
τον Σωκράτη με τα σγουρά μαλλιά να ξύνει το κεφάλι του,
κι άλλους πολλούς ακόμη από την Ελλάδα,
να σπεύδουν να φανερωθούν στο σήμερα,
μόλις δώσεις εντολή μ’ ένα σου νεύμα.

Τότε όμως εσύ επινόησες ένα ευφυές λογοπαίγνιο.
Ξεσπάσαμε σ’ ένα βροντερό γέλιο.
Εκνευρισμένοι οι βοηθοί σου εξαφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο.
ο χώρος της συζήτησης άδειασε και μέσα από το κενό, αργότερα
συλλάβαμε – πίσω, πίσω, πέρα, μακριά
τα λαμπερά γενέθλια ενός εύθραυστου αστεριού.

 

Carol Ann Duffy

 

Μέδουσα

Υποψία, αμφιβολία, ζήλια
φύτρωσαν στο μυαλό μου,
μεταμόρφωσαν τα μαλλιά μου σε σιχαμερά φίδια,
θαρρείς οι σκέψεις μου
σφύριζαν και ξερνούσαν στο δέρμα της κεφαλής μου.

Η ανάσα του γαμπρού όλο ξινίλα και βρομιά
στους γκρίζους θύλακες των πνευμόνων μου.
Είμαι γεμάτη στόματα, γεμάτη γλώσσες,
κίτρινα δόντια.
Έχω σφαίρες δάκρυα στα μάτια μου.
Τρομάζεις;

Να τρομάξεις.
Εσύ είσαι αυτός που αγάπησα,
τέλειε άνδρα, έλληνα θεέ, απόκτημά μου;
αλλά ξέρω ότι θα φύγεις, θα με προδώσεις, θα ξεκόψεις
από το σπίτι.
Άρα πολύ καλύτερα για μένα να ήσουν πέτρα.

Έριξα το βλέμμα μου σε μια μέλισσα που ζουζουνίζει,
μια μουντή γκρίζα κροκάλα έπεσε
στο έδαφος.
Έριξα το βλέμμα μου σε ένα πουλί που κελαηδά,
μια χούφτα σκονισμένο χαλίκι
σκορπίστηκε στο έδαφος.

Κοίταξα μια πυρόξανθη γάτα,
ένα τούβλο
θρυμμάτισε ένα πιάτο γάλα.
Κοίταξα ένα γουρούνι που γρύλιζε,
ένας ογκόλιθος κατρακύλησε
σε ένα λάκκο ακαθαρσίες.

Κοιτάχτηκα με προσοχή στον καθρέφτη.
Η αγάπη επιδεινώθηκε
με έδειξε μια Γοργόνα.
Κοίταξα με προσοχή ένα δράκοντα.
Ξέρασε φωτιά
το στόμα του βουνού.

Κι ήρθες εδώ
με μια ασπίδα για καρδιά
με μια λόγχη για γλώσσα
και τις κόρες σου, τα κορίτσια σου.
Δεν ήμουν όμορφη;
Δεν ήμουν νέα και εύθραυστη;

Τώρα κοίταξέ με.

 

Paul Auster

 

Παλμός

Ό,τι απομακρύνεται
θα έρθει πάλι κοντά μας
από την άλλη πλευρά της μέρας.

Φθινόπωρο: ένα φύλλο μοναχό
φαγωμένο από το φως: και το πράσινο
βλέμμα του πράσινου πάνω μας.
Όπου η γη δεν τελειώνει,
κι εμείς θα γίνουμε αυτό το φως,
την ώρα που το φως
πεθαίνει
στο σχήμα του φύλλου.

Ορθάνοιχτα μάτια
στη λαχτάρα της μέρας.
Όπου δεν έχουμε βρεθεί
θα βρεθούμε. Ένα δέντρο
θα ριζώσει μέσα μας
και θα ανεβεί στο φως
του στόματός μας.

Η μέρα θα βρίσκεται μπροστά μας.
Η μέρα θα μας ακολουθήσει
μέσα στη μέρα.

 

Susan Howe

 

Από την ενότητα » Ο ελεύθερος χρόνος της θεωρητικής τάξης»

Κλονίστηκε η εξουσία της αργυρής εποχής
εποχές έξαψης γρήγορα φτάνουν
και η παλιά βασιλική οικογένεια τόσο
οικεία σε μένα ώστε μοιάζει
διαβάζοντας να ζω την εποχή του σιδήρου
πάλι είμαι πολίτης ξένος άγνωστος
Δημοκρατία ούτε πρόκειται
να υπάρξει ούτε πρόκειται να μην
υπάρξει με καθοριστικό τρόπο ένα μέλλον όχι
Ούτε η χρυσή εποχή της ποίησης

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΚΡΗΣ

Περιοδικό ΑΝΤΙ

Σύνθετη ποιητική αντίστιξη

Βικτωρία Καπλάνη, Ήχοι-Απόηχο/, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, σελ. 64

Η αντίστιξη ως μουσικός όρος περιλαμβάνει δύο ρυθμικούς σχεδιασμούς που εκτελούνται ταυτόχρονα και συμβάλλουν στην ανάδυση αρμονίας. Οι δύο ποιητικές καταθέσεις της Βικτωρίας Καπλάνη (Είσοδος, Ήχοι – Απόηχοι) που συγκροτούν το βιβλίο ανταποκρίνονται στο χαρακτηρισμό «σύνθεση για δύο φωνές» και κατορθώνουν να αναδείξουν τη γόνιμη συλλειτουργία του έμφυλου ποιητικού λόγου, της νεωτερίζουσας εκφραστικής δυναμικής, της υπαρξιακής αναζήτησης και θεματικής (έρωτας, μοναξιά, διαπροσωπική επικοινωνία, φθορά του χρόνου, θάνατος).
Η έως τώρα ποιητική παρουσία της Καπλάνη υπήρξε αισθητή και δημιουργική. Πέρα από τις δύο συνθέσεις της, που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο αναμφισβητήτως πιο εξειδικευμένο και αναντιρρήτως υψηλόβαθμο ως δυναμική και ποιότητα ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, την Ποίηση, μας έχει δώσει και εμπνευσμένες ποιητικές μεταφράσεις, στοιχειοθετώντας μια σοβαρή και συγκινησιακά ελκυστική λογοτεχνική πορεία.
Η Αριάδνη δεσπόζει στην Είσοδο ως γυναικείο και ποιητικό σύμβολο. Ουσιαστικά, αξιοποιείται από την ποιήτρια η μυθική μέθοδος, κατά την οποία το μυθολογικό πρόσωπο είναι το όχημα για τη μετάδοση διαχρονικών μηνυμάτων και συναισθημάτων, οπότε το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον συγχωνεύονται με όρους καλλιτεχνικά δικαιωμένης διαχρονίας:
«Το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου / ο χορός του θρήνου / ο θρήνος του χο¬ρού I χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις / ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα»(σ. 9).
Οι δύο γραμματοσειρές (με όρθια και με πλαγιασμένα στοιχεία) εναλλάσσουν
τονικότητες και φωνές που προέρχονται από την ίδια ποιητική κοιτίδα. Διασφαλίζεται, έτσι, η οργανική ενότητα των στίχων, αλλά και εμπλουτίζεται η έκφραση τους με εκφορές διαφορετικής επιφάνειας, που όμως εκπορεύονται από κοινή πηγή βιωμάτων, προβληματισμού και συναισθηματικού βάθους.
Ο έμφυλος λόγος της Καπλάνη δεν είναι μονοσήμαντος ή διεκδικητικά φεμινιστικός. Ενσωματώνοντας τη γυναικεία ταυτότητα όχι σαν απλοϊκή ευαισθησία αλλά ως υπαρξιακό διακύβευμα, εκκινεί ως έμφυλος και, χωρίς να απεμπολεί την εγγενή του θηλυκότητα, λειτουργεί ως πανανθρώπινος:
«Τη ζωή που σου ταιριάζει να ζητάς / όσο κι αν σου στοιχίζει: / αυτή είναι η ευχή της γης / που ξέρει τι σημαίνει γέννα και τι επιστροφή […] Μέσα μας μια αόρατη γραμμή / (συχνά πέφτω πάνω της, τρομάζω) / θαρρείς κλείνει το δρόμο / από το θάνατο της σελήνης / στη γέννηση του ανθρώπου / το ίδιο κατακόκκινο αίνιγμα / όλο δικό σου / για πάντα» (σ. 12).
Στη σύνθεση Ήχοι-Απόηχοι η ποιητική θεματική δεν μεταστρέφεται, ωστόσο ανιχνεύεται μία ρυθμική μετεξέλιξη. Οι δύο ποιητικές εκφορές διαχωρίζονται με διαφορετική γραμματοσειρά εκτύπωσης, όμως συγχωνεύονται και διεισδύουν η μία στην άλλη. Δεν καλύπτει ολικά η καθεμία τη ρυθμική και συναισθηματική επιφάνεια των «δικών» της ποιημάτων, αλλά στο πλαίσιο του ίδιου ποιήματος συνυπάρχουν και στηρίζουν την αντίστιξη μιας δημιουργικής αλληλοδιαδοχής:
«Μια ολόκληρη ζωή κυνηγάς τον ίσκιο του / όλος σου ο βίος / στον χρόνο μιας αφήγησης ελλειπτικής / γεμάτος σκιές / να ταξιδεύει, να αλλάζει κινήσεις / δεν μπορούσα να σε διακρίνω / στη θύελλα / να σε σκοτώσω / σπορά / στων αγγέλων τα δάκρυα / κρυσταλλένια κόκκινα δάκρυα / Ο θάνατος δεν άλλαξε τίποτα» (σ. 38).
Τα ποιήματα της Καπλάνη εκπέμπουν γνησιότητα, απομακρυνόμενα από τη λεκτική εκζήτηση, από τη λογοτεχνική πόζα, αλλά και από τις δήθεν απαρασάλευτες απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα. Η εναλλαγή φωνών, εικόνων και λεπτών συναισθηματικών αποχρώσεων προικίζει τους στίχους με υψηλόβαθμη δραματικότητα. Παρότι, επίσης, ο συνθετικός άξονας σύνδεσης των ποιημάτων είναι διακριτικά φωτισμένος και επαρκώς ανιχνεύσιμος, εντοπίζονται σποραδικές διασπάσεις της ρεαλιστικής κανονικότητας, οι οποίες χαρίζουν στα ποιήματα
νεωτερική αύρα και συγκινησιακή δραστικότητα:
«Χιονίζει λεύκες σ’ ολόκληρη την πόλη / χιλιόμετρα πιο πέρα / σε μια άλλη πόλη / χιονίζει φωτιά» (σ. 18), «κόκκινα φύλλα λουσμένα φως / σταλάζουν στον ύπνο μου / κι άξαφνα ένα αεράκι ψυχρό / με σηκώνει ψηλά / σαν τους χαρταετούς που τόσο αγαπούσες» (σ. 31).
Η ποιητική συνείδηση της Καπλάνη είναι εμπλουτισμένη από αξιοπρόσεκτες ποιητικές «συνομιλίες». Οι φωνές όμως των επιφανών ομοτέχνων είναι γόνιμα και δημιουργικά διυλισμένες από το προσωπικό φίλτρο της ποιήτριας: «Οι μεγάλες αλήθειες που απαγγέλλει η σιωπή / τυλίγονται με το ίσως / να μην είναι κι έτσι» (σ. 13 – Ρίτσος), «Η μεγάλη αναμέτρηση έρχεται / όταν πάψεις να καλείς / τον φόβο αγάπη» (σ. 15-Αναγνωστάκης), «λευκό το αφήνω το χαρτί, τ’ άλλο πρωί λευκότερο» (σ. 16 – Σεφέρης), «άνευ όρων αταξία / καθώς απορρυθμίζεται ο ένδον χάρτης» (σ. 29 – Εμπειρίκος) κ.ά. Η Είσοδος και οι Ήχοι – Απόηχοι αποτελούν μία καλλιτεχνικώς δικαιωμένη οντότητα, που υπόσχεται λειτουργική συνέχιση της λογοτεχνικής πορείας της Καπλάνη. Τα συγκεκριμένα ποιήματα, με το θελκτικό άρωμά τους -έμφυλο αλλά και πανανθρώπινο, ρυθμικά σύνθετο, θεματικά διαχρονικό και τεχνοτροπικά νεωτερικό-, κατακτούν τον επιδιωκόμενο αλλά και δύσκολο ως προς την επίτευξή του στόχο: υπηρετούν μία τέχνη που εκφράζει με σύνθετο και
λεπταίσθητο τρόπο την υπαρξιακή περιπέτεια. Με το υψηλόβαθμο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα εναρμονίζονται η τυποτεχνική εμφάνιση του βιβλίου και το εξώφυλλο, το οποίο κοσμείται από έναν φωτεινό πίνακα του Χουάν Μιρό.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 22/02/2008

Μια φρέσκια εμφάνιση σε ώριμη ηλικία
Τρόποι για να ασκήσουμε την ποιητική τέχνη
Ηχοι – Απόηχοι

Οι ποιητές που έκαναν την εμφάνισή τους στα ελληνικά γράμματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 έχουν σχηματίσει την ταυτότητα μιας γενιάς η οποία δυσκολεύτηκε αρκετά, και όχι μόνο στα πρώτα της βήματα, να βρει τα χαρακτηριστικά και το στίγμα της. Η εκφραστική αμηχανία, οι αναφομοίωτες επιδράσεις, το εύκολο στιλ της γραφής, αλλά και η συχνή έλλειψη ποιητικών ιδεών είναι μερικά μόνο από τα εμπόδια τα οποία υποχρεώθηκαν
να αντιμετωπίσουν επί σειρά ετών ουκ ολίγα μέλη της γενιάς του 1980. Βέβαια, τα χρόνια πέρασαν κι έλυσαν από μόνα τους πλήθος προβλήματα: οι αδύναμοι και οι αδιόρθωτοι πήγαν εκ των πραγμάτων στην άκρη, οι μέσοι όροι αύξησαν τη δύναμη της σταθερότητας και της αντοχής τους, ενώ οι προχωρημένοι έφτιαξαν με ευκρινή τρόπο τη φυσιογνωμία τους, διανύοντας σήμερα μιαν ασφαλή περίοδο ωριμότητας. Η Βίκυ Καπλάνη είναι γεννημένη το 1961 και ανήκει στη γενιά του 1980: έχουμε δει κατά καιρούς ορισμένες ποιητικές δημοσιεύσεις της (πρωτότυπες και μεταφραστικές), αλλά το «Ηχοι – Απόηχοι» αποτελεί το πρώτο της βιβλίο – την πρώτη συγκροτημένη παρουσία της σε μια φάση κατά την οποία πολλοί από τους συνομηλίκους της έχουν να επιδείξουν μια ποσοτικά (αλλά και ποιοτικά πλέον) αξιοσύστατη και αξιοπαρατήρητη παραγωγή.

Σαν έτοιμη από καιρό

Και λοιπόν; Η περίπτωση της Καπλάνη δείχνει πως τίποτε δεν πρέπει να αποκλείουμε οποτεδήποτε και πως τα πάντα μπορεί, κάλλιστα, να βρεθούν ανά πάσα ώρα σε μια καινούργια αφετηρία και να ξεκινήσουν από την αρχή. Η Καπλάνη μπαίνει στη σύγχρονη ποιητική σκηνή σαν έτοιμη από καιρό: με κατασταλαγμένη γλώσσα και λιτά φροντισμένη σκηνογραφία, με ολοκληρωμένο, παρά την εγγενή αποσπασματικότητά του, βλέμμα, όπως και με μια βαθύτερη έγνοια τόσο για τη φανέρωση όσο και για τη θεμελίωση της ποιητικής της. Και αν προτάσσω το ζήτημα της ποιητικής, το κάνω επειδή η συλλογή της Καπλάνη, χωρισμένη σε δύο ευδιάκριτες ενότητες («Είσοδος» και «Ηχοι – Απόηχοι»), που βρίσκονται σε μόνιμη εσωτερική σύνδεση, αλλά και σε πάγια υπόγεια επικοινωνία, αποτελεί, μαζί με
πολλά άλλα, ένα βιβλίο για τις μεθόδους μέσω των οποίων κατανοείται, αλλά και βιώνεται ή ασκείται η τέχνη της ποίησης σ’ ένα πλαίσιο σαφούς υποχώρησης και συρρίκνωσης του δημόσιου λόγου της.

Εκείνο που προσπαθώ να πω είναι πως ό,τι προέχει και προξενεί τις καλύτερες εντυπώσεις στη δουλειά της Καπλάνη πηγάζει από την προσήλωσή της στις τεχνικές προσέγγισης και επαναπροσέγγισης του αντικειμένου της, από την αταλάντευτη εστίαση της προσοχής της στους τρόπους άρθρωσης και σκηνοθεσίας του λόγου της. Ως προς τις καταστάσεις και τα αισθήματα που στοιχειώνουν τη στιχουργική της, η Καπλάνη είναι τυπικό παιδί της γενιάς της: η ζωή έχει χάσει οριστικά (και δεν θα ξαναβρεί ποτέ) τον μυθικό της χαρακτήρα, η ύπαρξη τριγυρίζει απεγνωσμένα γύρω από το απαστράπτον κενό της, ο χρόνος έχει ξεφύγει από τις συμφωνημένες ακολουθίες του και στροβιλίζεται σ’ ένα φάσμα χωρίς αφετηρία και
δίχως τέρμα, η μνήμη είναι αδύνατον να καλμάρει τον παντελώς μάταιο πόθο της για
επιστροφή σε μια πρωταρχική αθωότητα, ενώ ο προσανατολισμός ή η όδευσή μας προς τον άλλο σκοντάφτουν κάθε τόσο πάνω στα κοτρόνια μιας σπαρακτικής απουσίας των όντων:
«Σ’ ακολουθώ / και μετά την αποχώρησή μου / παίρνω τις μορφές του αγνώστου / με το μακρύ παλτό και το καπέλο / εμφανίζεται στον ύπνο σου / μιλά σε ακατάληπτες γλώσσες / λόγος ιερατικός / για μυημένους / και σ’ αφήνει / πάλι στη σιωπή». Τα πάντα σε ένα τέτοιο πεδίο δείχνουν να έχουν στραβώσει εν τη γενέσει τους και κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να φτάσει στην οιαδήποτε λύση με κανέναν, ακόμη κι αν όλοι καίγονται από την ανάγκη μιας σωτήριας (ή, έστω, απλώς ανακουφιστικής) παραμυθίας.

Τα καθημερινά υλικά του σύμπαντος

Ο ζόφος της κατάρρευσης του σύμπαντος, αποτυπωμένος στη φτενή (κάποτε ακόμη και ευτελή) ύλη της καθημερινότητας, αποτελεί απαραγνώριστο σημάδι της ποιητικής γενιάς της Καπλάνη και δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάσει και την ίδια αποφασιστικά. Ο δικός της, παρ’ όλα αυτά, δρόμος προκειμένου να απεικονίσει και, ενδεχομένως, να ξορκίσει τον ζόφο είναι ο δρόμος μιας εκτεταμένης αποφόρτισής του, μιας αποφόρτισης η οποία πίσω από τις εσκεμμένα αποστασιοποιημένες περιγραφές ή τις σκόπιμα ουδέτερες λέξεις και φράσεις της κρύβει την οδύνη ή και τον θρήνο για τη διάσπαση και την απώλεια των πραγμάτων, αποσιωπώντας με ευστροφία (για να τα διασώσει στο ακέραιο) τους ακρωτηριασμούς ή τα τραύματά τους. Η Καπλάνη δοκιμάζει επίσης την τακτική της ειρωνικής χρήσης των δισσών
λόγων: ονομάζοντας την ανθρώπινη συνθήκη (στοιχεία, εν πάση, περιπτώσει, και τρίμματα μιας πολλαπλά συντετριμμένης ανθρώπινης συνθήκης) δύο φορές, με το βλέμμα της να προέρχεται από δύο αντικριστές σκοπιές, καταλήγει όχι στην αντιβολή ή στην αντιπαράθεσή τους, αλλά σε μιαν όλως ιδιότυπη -δεν ξέρω αν μπορώ να την πω διαμελισμένη- ανασύνθεσή τους.

Με μίτο τον μίτο μιας Αριάδνης η οποία δείχνει να έχει υποστεί τις χειρότερες εκδοχές του μύθου της (τη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό της μετά την επιχείρηση διάσωσης του Θησέα), η Καπλάνη ρίχνει σε όλα τα ποιήματα του βιβλίου της ένα υποβλητικό και μεταμορφωτικό φως, που λειαίνει τις αιχμές των παθολογικών εξογκωμάτων της καθημερινής ύπαρξης, χωρίς να μας καταπραΰνει ούτε κατ’ ελάχιστον ως προς τη νοσολογία ή την πιθανότητα της θεραπείας τους. Γυρίζω στο σημείο από το οποίο άρχισα. Τι κι αν δηλώνεται με κάποια
χρονική υστέρηση μια σημαντική ποιητική μονάδα; Τι κι αν οι συσχετισμοί με τις άλλες μονάδες του πεδίου οφείλουν να γίνουν όψιμα ή και ετεροχρονισμένα; Ποιήτριες σαν την Καπλάνη διατρέχουν τις χαμένες αποστάσεις με έναν διασκελισμό – και, βεβαίως, μας κάνουν να προσδοκούμε τα καλύτερα.

 

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ

 

Ποιητική τ. 1 Μαρτ-Αυγ. 2008

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΥ

Ήχοι – Απόηχοι,

Η ΑΤΟΦΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, καθώς και ο επιτυχής συνδυασμός της ζωής με την
ποίηση στεγάζονται κάτω από τον μάλλον συμβατικό τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής της Βικτωρίας Καπλάνη Ήχοι-Απόηχοι. Το βιβλίο περιλαμβάνει δύο μέρη, την «Είσοδο» (1998-2000) και την ομώνυμη της συλλογής ενότητα (2003-2004), πού πρωτοδημοσιεύτηκαν στην Ποίηση (τεύχη 16 και 24, αντίστοιχα). Η εισαγωγική εικόνα, εκείνη του σταματημένου ρολογιού πού καταργεί το χρόνο, αποκαλύπτει ένα από τα βασικά θέματα της ποίησης: την αναστάτωση της ψυχής μπροστά στο πέρασμα του χρόνου. Οι δύο ενότητες αναδιηγούνται με υψηλή τάση και πνοή τον τρόμο τού λυρικού «εγώ» απέναντι στον εχθρικό και καταδυναστευτικό εξωτερικό κόσμο. Το επίτευγμα ωστόσο της ποιήτριας είναι η νέα δράση και έκφραση αυτού του διχασμού που διαδραματίζεται στην ανθρώπινη ψυχή. Οι Ήχοι δημιουργούν Απόηχους, τούς όποιους η ποιητική φαντασία επιδέξια επιτυγχάνει να συντονίσει σε μία σύνθεση.
Η ιδανική και αιώνια μορφή που κυκλοφορεί στα ποιήματα, άλλοτε ως ποδηλάτισσα και άλλοτε ως Αριάδνη και Ευρυδίκη, δεν είναι παρά το λυρικό «εγώ» της ποιήτριας σε μερικές από τις ποικίλες μεταμορφώσεις του. Η ίδια -σε μία αποστροφή «εις εαυτόν»- αναζητεί επίμονα «το αίνιγμα της ζωής σου», το «κατακόκκινο αίνιγμα», τη «λύση το καινούριο αίνιγμα». Αυτά οδηγούν στο βάθος της ύπαρξης, στην πρώτη αρχή, στη «σκοτεινή αρχή της ζωής», στον «πρώτο πυρήνα του αίματος». Η κίνηση προς τα βάθη της ύπαρξης ακολουθεί άλλοτε την ευθεία, άλλοτε κύκλους και μαιάνδρους και παίρνει τη μορφή μιας ιερής αναζήτησης. Η ποιήτρια δεν μπορεί να αντιληφθεί τον ποιητικό λόγο, αν αυτός δεν καλύπτει κάποιο «μεγάλο μυστικό», μια «μεγάλη αναμέτρηση» και ίσως κάποιο «ζωτικό κέντρο». Χρησιμοποιεί κάποτε την ποιητική της ιερωνυμίας, μια προσπάθεια «αποδόσεων ονομάτων ιερότητας στην πολυμορφία και την εναντιοδρομία των συμβάντων που συνιστούν την ύπαρξη» (Β. Καραλής). Η ποίηση αποβαίνει με αυτό τον τρόπο «λόγος ιερατικός/για μυημένους». Εδώ υπονοείται κάποια κοσμική καταστροφή πού συνδέεται με τη δημιουργία, κάποια
πού συνδέεται με τη θεϊκή και την ανθρώπινη δημιουργικότητα. «Ύστατο καταφύγιο απομένει ή «ουτοπία».
Έτσι κι αλλιώς ο αιώνας μας παίρνει μαζί του
με τα ψήγματα του δικού μας χρόνου
(και ψηφίδες μνήμης απύθμενης)
να συνθέτουν μια πραγματικότητα
αυστηρώς προσωπική
έναν τόπο
με τα κοιτάσματα τού άχρονου
τη μοναδική μας εστία
εντέλει.
Η αναζήτηση του ιδανικού παρ’ όλα αυτά δεν αποκλείει την επικοινωνία με την πραγματικότητα και οι αιώνες ποίησης πού μεσολάβησαν από την εποχή του αρχαϊκού λυρισμού, κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην παρούσα συλλογή, καθώς και τα επιτεύγματα τους. Πρόκειται για έναν περίπλοκο κόσμο, μεστό από αινίγματα και μυστικά, τον όποιο ό ποιητής καλείται να αποκωδικοποιήσει – και Ισως να αλλάξει. Η επικοινωνία με τον άλλον -τον αναγνώστη- είναι συνεχής (με το δεύτερο ενικό πρόσωπο) και αποβλέπει στη μετάδοση της εμπειρίας:

Παρεμβαίνεις
και αν βρεις τη δύναμη
επιτυγχάνεις τη μεταμόρφωση.

Η χρονική στιγμή του παρόντος, ενός αιώνα σκληρού και αδυσώπητου, είναι σαφής ήδη στο πρώτο ποίημα της συλλογής («αντί προλόγου»). Αυτή προσδίδει το στίγμα μιας αντιηρωικής και πεζής εποχής, προς την οποία καλείται να αναμετρηθεί η ποιητική φαντασία. Οι ενότητες α-ζ τού πρώτου μέρους αποτελούν την εκδοχή της πραγματικότητας, ενώ οι αντίστοιχες ά-ζ’ σε μια ευφυή αντιπαράθεση- την άποψη της φαντασίας. Πρόκειται για ηχώ αντήχηση, ήχους-απόηχους, που συνθέτουν τη διπλή όψη του κόσμου. Η ποιήτρια γνωρίζει ότι ή ιδανική μορφή δε είναι παρά προβολή του εσωτερικού της κόσμου και ότι πίσω της καραδοκεί ο τρόμος τού κενού, πού αναδεικνύεται σε κίνητρο ζωής. Το στοίχημα της επιστροφής στον χαμένο παράδεισο διατηρείται σταθερό παρά τις δύσκολες συνθήκες και τις κάθε λογής αντιξοότητες. Η πραγματικότητα, παρά τις λυρικές διαφυγές, παραμένει ισχυρή και οριοθετεί τις ποιητικές δυνάμεις. Η αλλαγή είναι ο αδυσώπητος κανόνας μιας εποχής πού «σαρκάζει ανελέητα» και προκαλεί τις ανθρώπινες δυνάμεις σε δοκιμασία. Οι νέοι καιροί συνθέτουν το δικό τους τραγούδι και ζητούν τα δικά τους
παραμύθια.
Βασικός στόχος ωστόσο της ποίησης είναι η αναζήτηση της «ουτοπίας» που εντοπίζεται σε μια άχρονη στιγμή και στην οποία εγκατοικεί η αιώνια γυναικεία μορφή: αυτή συνδυάζει την εστία, την έμπνευση, την ηδονή, τη «δίχως ενοχή δημιουργία». Η ίδια έχει στην κατοχή της τη γραφή της άμμου, την «ανερμήνευτη γραφή», τη βίβλο με τα μυστήρια. Η ποιήτρια ως κάτοχος του παλίμψηστου βιβλίου εκφράζεται με διττό τρόπο, με τους ήχους αλλά και τους απόηχους, με την ηχώ αλλά και την αντήχηση, με την πραγματικότητα αλλά και το είδωλο της. (Ο αναγνώστης καλείται να διαλέξει ποιόν κόσμο θεωρεί πραγματικό.) Πρωταρχικά στοιχεία είναι το σκοτάδι και η σιωπή, ενώ όλες οι κατευθύνσεις συγκλίνουν προς την αποκάλυψη του μεγάλου μυστικού/αινίγματος. Το μυστικό αυτό ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω στα πράγματα -«μολυβένια φτερούγα τρομερή / σαν άγγιγμα αγγέλου»- και προκαλεί τον τρόμο της λευκής σελίδας, τον τρόμο τού κενού. Ό εσωτερικός λυρισμός μετουσιώνει τις λέξεις σε ήχο και η λυρική γλώσσα αντιστοιχεί σε μιαν ισοδύναμη ουσία. Είναι η ίδια ουσία πού μετουσιώνεται σε ήχο. Εκφράζεται μι αυτό τον τρόπο «η ενδότερη αντήχηση, πού βγαίνει από την αναταραχή της ψυχής, των αγωνία της» (Γ. Θέμελης, «Μηνάς Δημάκης»).

Φοβάμαι θα φορέσω κι εγώ
τόν σκοτεινό χιτώνα
όπως η μητέρα τόσες φορές
όπως η μητέρα της μητέρας
με ρόδια, λινάρι και στάχυα
όλο και συχνότερα πια ιέρεια
τού κύκλου
η τελική σφραγίδα στο διαβατήριο
για το άλλο ταξίδι.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι επομένως μια μύηση πού οδηγεί στη μεγάλη αναμέτρηση με το ανέγγιχτο / την αλήθεια / το ανομολόγητο μυστικό της ποίησης. Οι κύκλοι ωστόσο της λυρικής πορείας προσεγγίζουν εξίσου τη «ζωή έξω από το κέλυφος τού μύθου» – με εικόνες, αναμνήσεις, ψήγματα της προσωπικής και συλλογικής μυθολογίας, με παραβολές. «Οπως έχει τονίσει άλλωστε κι ό Γ. Σεφέρης, τού οποίου ή φωνή ακούγεται στο βάθος, «κι ά σού μιλώ με παραμύθια και παραβολές/ είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή /γιατί είναι αμίλητη και προχωράει». Πρόκειται για μιαν εικονιστική ποιητική αφήγηση πού αναπαριστά τη διπλή υπόσταση του κόσμου με κέντρο βάρους την ανθρώπινη ψυχή:

Απόψε η φωνή πιάνεται στο ρήγμα
της ψυχής
η μνήμη φώς εξ ακανθών και ας
χιονίζει λεύκες σ’ ολόκληρη την πόλη
χιλιόμετρα πιο πέρα
σε μια άλλη πόλη
χιονίζει φωτιά
σε μια νεφέλη ο χρόνος διχάζεται:
η ψυχή παροπλισμένη
δεν λαμβάνει πια τα μηνύματα.

Ο αναγνώστης πλησιάζει με αυτό τον τρόπο στην ουσία του ζητήματος, στον εσωτερικό μονόλογο πού καλύπτει το δεύτερο μέρος του βιβλίου και προσεγγίζει τη λεγόμενη «υπαρξιακή» ποίηση. Ο προσδιορισμός άφορα ποιητές -και ποιήτριες- πού δημοσιεύουν ήδη στη δεκαετία τού 1930 και επιμένουν στην εσωτερική αναζήτηση και περιπλάνηση, οι όποιες θεωρείται ότι διευρύνουν τα όρια της ποιητικής εμπειρίας. Μόνο ή ποίηση άλλωστε, που αρνείται και καταστρέφει τα όρια των πραγμάτων, έχει το χάρισμα να μας παραπέμπει στην απουσία ορίων της. Ή Βικτωρία Καπλάνη είναι δυνατό να συνδεθεί με αυτό το ρεύμα, στο όποιο έχει να συνεισφέρει την προσωπική της φωνή με τρόπο ανανεωτικό. Η ιδία έχει μεταφράσει αγγλική ποίηση -ειδικότερα την Κάρολ Ανν Ντάφυ στό 20ό τεύχος της Ποίησης- πού διακρίνεται για τη φεμινιστική και ανανεωτική οπτική της γωνία και την οποία προτιμά να αφομοιώσει δημιουργικά. Η γυναικεία μορφή παρουσιάζεται μέσα από ένα καλειδοσκόπιο σύμφωνα με τα ρομαντικά πρότυπα άλλα και ως αντικειμενικό σύστοιχο τού Φάουστ. Καινούργια θέματα είναι ό καθρέφτης, «το κάτοπτρο» -«μεταβλητοί καθρέφτες», «κάτοπτρα παραμορφωτικά»- πού συμμετέχουν στη διπλή αντανάκλαση. Η ποίηση είναι η σκιά που αντανακλάται σε κάτοπτρο («ή σκιά τής Αριάδνης καθρεφτίζεται»). Η πυκνότητα του λόγου και η υπαινικτικότατα συνοδεύονται από υποβλητικές εικόνες και σύμβολα που δημιουργούν την αίσθηση του μουσικού ρυθμού. Αυτός οδηγεί στα σκοτεινά βάθη της ύπαρξης και στο χαμένο κέντρο.

ένα τυχαίο σύμπλεγμα ιδιοτήτων
είμαστε
χρόνια παλεύουμε
ν’ αλλάξουμε τούς συνδυασμούς
να βάλουμε τη ζωή μας σε τάξη
ή -αν το δεις ανάποδα-

άνευ όρων αταξία
καθώς απορρυθμίζεται ό ένδον χάρτης
χωρίς συντεταγμένες αναζητάς

Ή, όπως το έχει θέσει ό Μηνάς Δημάκης:

Νοσταλγεί το σώμα την ουσία
της ύπαρξης
Ελευθερία από την περιδίνηση
τού φωτός
Να κλείσουν οι φωτεινές τού ήλιου πληγές
Να αποχωρισθείς την ενέργεια
της κίνησης
Της βαρύτητας
Της παρουσίας

Ή, σύμφωνα με τον Πώλ «Ωστερ:

Κανείς εδώ,
και το σώμα λέει: ό,τι λέγεται
δεν είναι για να ειπωθεί. Ωστόσο ό
κανένας
είναι κι αυτός ένα σώμα, κι ό,τι λέει το
σώμα
δεν το ακούει άλλος, μόνο εσύ.

(«Λευκές νύχτες», μτφρ. Β. Καπλάνη)

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η έκφραση είναι περισσότερο πυκνή και συνοπτική, καθώς ακολουθεί την πνοή της ψυχής στο δρόμο της αγωνίας της. Στοιχεία της μοντέρνας ποίησης όπως ο αυτοσχολιασμός και ο ασθματικός, κατακερματισμένος λόγος δημιουργούν ένταση και αναπαριστούν κλιμακωτά τα στάδια της εσωτερικής ζωής της ποιήτριας: «τις χαμένες προσδοκίες, τις λαθεμένες ερμηνείες, τις ψευδαισθήσεις, της ουτοπίας την απώλεια των ονείρων τα όνειρα». Από το σύνολο δεν λείπει και το στοιχείο της ειρωνείας, καθώς και τού σαρκασμού πού άφορα καταστάσεις εξιδανικευμένες και πρόσωπα ωραιοποιημένα, όταν μάλιστα τα φώτισε παραμορφωτικά το μαγικό φως τού έρωτα. Ένας κοινός θνητός μεταμορφώνεται σε εξόριστο «πρίγκιπα» και μόνο η αναδρομική ματιά έρχεται εκ των υστέρων να αποκαλύψει την πλαστοπροσωπία. Είναι ίσως αναπόφευκτη συνέπεια της εφαρμογής της ποιητικής της ιερωνυμίας η απογύμνωση των προσώπων από την αίγλη τους, όταν αυτά αποδεικνύονται κατώτερα από το υψηλό τους όνομα και το κύρος που τα συνοδεύει. Στη μνήμη απομένει ο χώρος «με τα ψηλά ζωγραφιστά ταβάνια» καθώς και τα αισθήματα δυσφορίας και αποξένωσης πού ενισχύουν το αίσθημα της απώλειας. «Διπλή πηγή, μόνιμη παράβαση, χρόνιος δυϊσμός, μόνιμος διχασμός: όλες αυτές οι αμφιλεγόμενες έννοιες τις μοντέρνας ειρωνείας […] αντιστοιχούν σε μια στιγμή κρίσης της μοντέρνας αντικειμενικότητας, η όποια (αύτο)αναγορεύεται σε μοναδικό εγγυητή της αλήθειας και σε ακλόνητο θεμέλιο κάθε βεβαιότητας» (Δ. Πολυχρονάκης). «Όταν η αντικειμενικότητα κλονιστεί, το λυρικό «εγώ» αναλαμβάνει να δώσει νέα ονόματα στα πράγματα και να διευθετήσει την τάξη πού έχει διασαλευθει.
Η διάσπαση ωστόσο και ο κατακερματισμός του προσώπου του ποιητικού αφηγητή δημιουργούν πολυπρισματικές εικόνες και αφηγήσεις. Ξεχωριστός σταθμός αυτής της αναδρομής είναι υη εποχή της νεότητας, πού συνδέεται με ειδικές οπτικές και ακουστικές εικόνες οι όποιες κρύβουν την καταγωγή τους στο παρελθόν. Η μνήμη θεωρείται ατομική υπόθεση που εξασφαλίζει την επιστροφή στην Εδέμ αλλά και την προσωπική συγκρότηση («<δεν έχεις μνήμη / δεν έχεις κέντρο»). Η μνήμη εξάλλου συντηρεί και διασώζει τη μοναδικότητα της στιγμής με την ικανότητα της να αναπαραγάγει τις χαμένες εικόνες και την προσήλωση της σε ένα «ιδεατό (ανύπαρκτο) σημείο». Με αυτό τον τρόπο «ό κόσμος καθηλώνεται σαι μια πλαστή αυθυπαρξία / [και] το εγώ σε προστατευτική ανυπαρξία». Πρόκειται για μια καθήλωση πού δημιουργεί τον απαραίτητο χρόνο της ποίησης, καθώς και τον προστατευτικό της χώρο όπως τον εννοεί ό ποιητής.
Το ερώτημα εντούτοις παραμένει και είναι καθοριστικό: Πώς αντιμετωπίζει η ποιήτρια την επέλαση των νέων καιρών ; Είναι δυνατόν οι παλιές της μνήμες και συγκινήσεις να κινήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη; Στην πραγματικότητα, η μεταμόρφωση του κόσμου είναι άρρηκτα δεμένη μι των ερμηνεία του. Η τελευταία βασίζεται στην αναλογία, η όποια διατηρεί μιαν ανεκτίμητη επαφή αισθήσεων με το αντικείμενο και είναι ικανή να έχει στη διάθεσή της τον άνθρωπο, στις σχέσεις του με τον αισθητό κόσμο. Ζητήματα πού πηγάζουν από τον σκοτεινό κόσμο της ψυχής βρίσκουν τρόπο να επανέλθουν στη μοντέρνα ποίηση, φτάνει να βρουν την κατάλληλη έκφραση με τη βοήθεια της αναλογίας. Ως εκ τούτου, ο αφοσιωμένος αναγνώστης μπορεί να ανταποκριθεί στη μυθοπλαστική φαντασία του δημιουργού, στον επιδέξιο συνδυασμό του έκτακτου καί του καθημερινού, καθώς και στον παλμό της προσωπικής του ευγλωττίας.

η γλώσσα τολμά
ανοίγει την πόρτα
ρίχνει το κουβάρι στον δρόμο
ονομάζεις τα πράγματα και τις σκιές
(προπάντων τις σκιές)

παιχνίδι στοίχημα
αδήριτη ανάγκη

η εναρμόνιση των τωρινών ήχων
και των απόηχων (εν μέρει)
δημιουργών τους

η σύνθεση τού προσώπου
(αγωνιά να αναγνωρίσει τα συστατικά του)
να υπάρξει εντέλει
στην πλήρη λόγου σιωπή

Τελικό αίτημα, η επιστροφή στην αρχή της εξέλιξης, στην έλλογη σιωπή. Το παλίμψηστο της μνήμης φθείρεται, οι έγγραφές σβήνουν και η διαδικασία της γραφής χρειάζεται να αρχίσει από την αρχή. Το ζητούμενο είναι νά εναρμονιστεί το παρόν και το παρελθόν, η παρουσία και η απουσία, η αποδοχή και η άρνηση, το όμοιο και το αντίθετο, ο λόγος και ο αντίλογος όπως στην παρούσα συλλογή. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει μονάχα ένας δρόμος πού μας οδηγεί προς τα εμπρός, προς ένα ολοκληρωμένο δράμα, διαμέσου της εμπειρίας. Η ποίηση είναι ανάγκη να ανακαλυφθεί από τον αναγνώστη για μια ακόμη φορά.

 

ΒΑΓΓΈΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Εντευκτήριο 

Όταν το βίωμα αγκαλιάζει την ars poetica

. Λευκές συνομιλίες

Με την πρώτη συλλογή της, Ήχοι- απόηχοι, που κυκλοφόρησε το 2007, η Βίκυ Καπλάνη μπήκε στη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή σαν έτοιμη από καιρό: με κατασταλαγμένη γλώσσα και λιτά φροντισμένη σκηνογραφία, με ολοκληρωμένο —παρά την εγγενή αποσπασματικότητα του— βλέμμα, όπως και με μια βαθύτερη έγνοια τόσο για τη φανέρωση όσο και για τη θεμελίωση της ποιητικής της. Σχολιάζοντας προ τριετίας το βιβλίο της, είχα σπεύσει να προτάξω το ζήτημα της ποιητικής επειδή έφερνε υποβλητικά στην επιφάνεια τις μεθόδους μέσω των οποίων κατανοείται, αλλά και ασκείται η τέχνη της ποίησης, σ’ ένα πλαίσιο σαφούς υποχώρησης και συρρίκνωσης του δημόσιου λόγου της, που μειώνει μοιραία και το αναφορικό της βάρος.
Θέλω να μείνω λίγο στο πρώτο έργο της Καπλάνη και στη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου. Ό,τι προέχει και προξενεί τις καλύτερες εντυπώσεις στους Ήχους-αποήχους, πηγάζει, για να ξεκινήσουμε από το σημαίνον, από την προσήλωση της ποιήτριας στις τεχνικές προσέγγισης και επαναπροσέγγισης του αντικειμένου της, από την αταλάντευτη εστίαση της προσοχής της στους τρόπους άρθρωσης και
σκηνοθεσίας των υλικών της. Ως προς τι καταστάσεις και τα αισθήματα που στοιχειώνουν τη στιχουργική των Ήχων-αποήχων, για να πάμε και στ σημαινόμενο, η Καπλάνη μοιάζει με τυπικό παιδί της γενιάς της (της γενιά του 1980), με μια σειρά από καθιερωμένα λίγο-πολύ μοτίβα να συγκροτούν τη θεματική της: η ζωή έχει χάσει οριστικά (και δεν θα ξαναβρεί ποτέ) το μυθικό της χαρακτήρα, η μνήμη είναι αδύνατον να καλμάρει τον παντελώς μάταιο πόθο της για επιστροφή σε μια πρωταρχική αθωότητα, το πρόσωπο τριγυρίζει απεγνωσμένα γύρω από το απαστράπτον κενό του, ο χρόνος έχει ξεφύγει από τις συμφωνημένες ακολουθίες του και στροβιλίζεται σ’ ένα φάσμα χωρίς αφετηρία και δίχως τέρμα ενώ ο προσανατολισμός ή η όδευσή μας προς τον άλλο σκοντάφτουν κάθε τόσο πάνω στα κοτρόνια μιας σπαρακτικής απουσίας των όντων. Τα πάντα σε ένα τέτοιο περιβάλλον δείχνουν να έχουν στραβώσει εν τη γενέσει τους και κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να φτάσε στην οιαδήποτε λύση με κανέναν, ακόμη κι αν όλοι καίγονται από την επιθυμία μιας σωτήριας (ή, έστω, απλώς ανακουφιστικής) παραμυθίας.
Ο τρόπος με τον οποίο η Καπλάνη υπερβαίνει στους Ήχους-αποήχου< αυτά τα σχεδόν ιδεοτυπικά μοτίβα, προ κειμένου να απεικονίσει και, ενδεχομένως, να ξορκίσει τον ζόφο της κατάρρευσης του σύμπαντος, αποτυπωμένο στη φτενή (κάποτε ακόμη και ευτελή ύλη της καθημερινότητας, είναι η εκτεταμένη αποφόρτιση του λόγου του ζόφου, μια αποφόρτιση η οποία, πίσω απ( τις εσκεμμένα ουδέτερες περιγραφές και λέξεις η φράσεις της, κρύβει την οδύνη ή και τον θρήνο για τη διάσπαση και την απώλεια των πραγμάτων, αποσιωπώντας με ευστροφία τους ακρωτηριασμούς ή τα τραύματα τους.
Για να τελειώνω με τους Ήχους- αποήχους, η Καπλάνη δοκιμάζει επίσης εδώ την τακτική της ειρωνικής χρήσης των δισσών λόγων: ονομάζοντας την ανθρώπινη συνθήκη (στοιχεία, εν πάση περιπτώσει, και τρίμματα μιας πολλαπλά συντετριμμένης ανθρώπινης συνθήκης) δύο φορές, με τη ματιά της να προέρχεται από δύο αντικριστές σκοπιές, καταλήγει όχι στην αντιβολή ή στην αντιπαράθεσή τους, αλλά σε μιαν όλως ιδιότυπη —δεν ξέρω αν μπορώ να την πω διαμελισμένη— ανασύνθεση τους. Με μίτο τον μίτο μιας Αριάδνης η οποία δείχνει να έχει υποστεί τις χειρότερες εκδοχές του μύθου της (τη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό της μετά την επιχείρηση διάσωσης του Θησέα), η Καπλάνη ρίχνει σε όλα τα ποιήματα του πρώτου βιβλίου της ένα μεταμορφωτικό φως, που λειαίνει τα παθολογικά εξογκώματα της καθημερινής περιπέτειας, χωρίς να μας καταπραΰνει ούτε κατ’ ελάχιστον ως προς τη νοσολογία ή την πιθανότητα της θεραπείας τους.
Οι Λευκές συνομιλίες υποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως μιαν εκ νέου αδυναμία του ποιητικού υποκειμένου να ανατάξει τη ζωή, να αποτινάξει το κενό του, να ανακαλύψει ένα χρονικό καταφύγιο, να μυθοποιήσει τη μνήμη του ή να οδεύσει προς τον άλλο. Τώρα, όμως, αυτά τα κατηγοριοποιημένα, όπως το έλεγα και πρωτύτερα, μοτίβα, που λειτουργούν ως ένα είδος ρετσιτατίβο στους Ήχους-αποήχους (μια συνοδευτική επένδυση για την κοινοποίηση των κανόνων της ars poetica), συγκαλύπτοντας το πάθος και τον πόνο μέσα από την τυποποίησή τους, αποκτούν
αίφνης σάρκα και οστά, για να μετατραπούν από προσχηματικό σύμπτωμα σ’ ένα παγερά κοφτερό ζωικό λεπίδι. «Παγερά κοφτερό» γιατί η ποιητική έκφραση της Καπλάνη δεν θα μπορούσε ποτέ να προσφύγει στην ανάγκη της εξομολόγησης ή στους τόνους της συναισθηματικής έξαρσης, ενώ μπορεί ανεμπόδιστα να αναμετρηθεί με τη βαθμιαία αποκάλυψη (ένα βασανιστικά αργό ανασήκωμα του πέπλου) του βιώματος, που έρχεται στις Λευκές συνομιλίες να δώσει στα τεχνικά μέσα και στην οντότητα της ποιητικής ένα βαθύτερο, σαφώς υπαρξιακό νόημα.
Επιτρέποντας στο ποιητικό της εγώ μια προτεταμένη λυρική λειτουργία, που μετασχηματίζει τον διαμεσολαβημένο από πολλαπλές αφαιρέσεις ατομικό χώρο των Ήχων-αποήχων σε ορατό βιωματικό σκηνικό, η Καπλάνη δεν θα πάψει να λειαίνει τα παθολογικά εξογκώματα της καθημερινής περιπέτειας, με τη διαφορά ότι τώρα τα λειασμένα εξογκώματα θα αποκτήσουν μια πολύ πιο απτή (να τη χαρακτηρίσω παλλόμενη;) παρουσία. Και σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να παραλείψουμε εκείνα τα κι όμως μέσα από τις λέξεις μαθαίνεις, αυτό που είσαι κι αυτό που υπάρχει, κατά τα άλλα η ζωή σου δεν έχει θέμα, μάταιες συναντήσεις και συναναστροφές, όπως και τα «write, write or die» (ουδέν σχόλιον, απόψε ο ρομαντισμός γιορτάζει), τα οποία αναπαράγουν κάτι από το κλίμα των Ήχων- αποήχων, και να πάμε σε ό,τι όντως συνέχει και ταυτοχρόνως συγκλονίζει τις Λευκές συνομιλίες, όπως το επικίνδυνα βραδυφλεγές (πάντα η αντίσταση στην πλημμυρίδα του αισθήματος) παίρνει στροφή ο χρόνος, δεν βλέπεις το δόκανο, στημένο καλά να πιαστείς, εντός του βρίσκεσαι και δεν το γνωρίζεις, σπαρταράς λάφυρο εκλεκτό, το λαμπρά ερειπωμένο μετέωρη η ζωή μου, χαρταετός και το σχοινί να σώνεται, κι άλλοτε με τα πόδια γυμνά, χαράζω κύκλους σ’ αναρριχώμενα άστρα ή το κρυφά απεγνωσμένο (πόση απόκρυψη ακόμη) το βλέμμα σου με προσπέρασε, έγινα πέτρα, ράγισα στα δυο, κι υστέρα τίποτα, έδιωξα την εικόνα σου, με αφορά πια.
Είναι, νομίζω, καταφανές πως οι Λευκές συνομιλίες οδηγούν την Καπλάνη στην πλήρη συνταύτιση σημαίνοντος και σημαινομένου. Βρισκόμαστε πια σε μια περιοχή όπου το βίωμα διαχέεται εντός του πεδίου της τεχνικής και η ποιητική διαχέεται εντός του πεδίου του βιώματος, με τους δισσούς λόγους των ‘Ήχων -αποήχων να μετακινούνται από τη διπλή κατονομασία και τις αντικριστές σκοπιές (υπενθυμίζω, μια διαμελισμένη ανασύνθεση; στην αλληλοεπικοινωνία και την αλληλοσυμπλήρωση, που θα συντονίσουν εν τέλει τα πλάγια και τα όρθια τυπογραφικά στοιχεία της συλλογής στ< ίδιο, ενοποιημένο μήκος κύματος.
Με το πρώτο βιβλίο της η Καπλάνη μάς έδωσε τις πλέον ανθηρές υποσχέσεις. Με το δεύτερο, ας μην αμφιβάλουμε, βαδίζει στον δρόμο μιας εξαιρετικά γόνιμης ωριμότητας.

 

 

ΛΙΖΥ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ

 

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

«Η ποίηση κεντά σιωπηλά ερωτήματα»

H τρίτη ποιητική συγκομιδή της Βικτωρίας Καπλάνη είναι ένα «διπλό βιβλίο», συνδυάζει δύο χειρονομίες σε μια κίνηση: τη φιλική υποστήριξη και τη θυγατρική οφειλή που συστεγάζονται στον ίδιο χώρο, ενοποιώντας τη συγκίνηση, φέρνοντας κοντά τους ακριβούς νεκρούς με τους ζωντανούς σε κοινό σύμπαν. Στίχοι έμφορτοι από μνήμες και αισθήματα, πρόσωπα, εικόνες και όνειρα που κρατούν την υγρασία της πρωτοβάθμιας, βιωματικής αίσθησης αλλά και συνάμα τη μετασχηματίζουν έντεχνα σε ποιητικά κρυσταλλώματα, λεπτοδουλεμένα κοσμήματα λόγου.

Η πρώτη ενότητα, λοιπόν, του παρόντος διπτύχου περιλαμβάνει τα «Φωτο-παίγνια», ποιήματα καμωμένα ως αναγνωστικά σχόλια σε μια σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη με αυτόν τον τίτλο. Φιλικός υποστηρικτικός λόγος, όπως προανέφερα: συναδελφικός ή συντροφικός, θα διευκρίνιζα περαιτέρω, συνομιλία ομοτέχνων, μια και η ποιητική αύρα είναι ήδη δεδομένη, έκδηλη στις συγκεκριμένες φωτογραφίες. Πρόκειται για φωτο-ποιήματα που καδράρουν μια παλλόμενη ευαισθησία, καταγράφουν το φως, τις σκιές, τα χρώματα, τις καλειδοσκοπικές συνενώσεις και διαθλάσεις τους, διαμορφώνοντας συνεχείς εκπλήξεις εικόνων και σχημάτων. Τα παιχνίδια του φωτός και οι ιριδισμοί του νερού μέσα σε ένα παλιό γυάλινο μπουκάλι μεταδίδουν με μέσα απλά τα «κινήματα της ψυχής» και λειτουργούν σαν εικονικό αυτοβιογράφημα, σαν προσωπικό ημερολόγιο με διαυγείς εγγραφές.

Σε αυτή τη ροή των εικόνων έρχεται να παρεμβληθεί το αναγνωστικό φίλτρο της Βικτωρίας Καπλάνη. Επανεστιάζει σε λεπτομέρειες, μεταφράζει τη μουσική των χρωμάτων και ενωτίζεται τη σιωπή των πραγμάτων, επιστρέφει, πολιορκεί, αναδιατάσσει τον εικονικό αυτό κόσμο και διαμορφώνει μια νέα επικράτεια. Η ποιητική αρχιτεκτονική της μετρά με δικούς της κώδικες τις ακολουθίες και τις παύσεις, τις συμμετρίες και τη διάχυση, τους στροβιλισμούς και την καθήλωση. Ο εσωτερικός ρυθμός της χωρίζει σε δεκατρία τρίφωνα ποιήματα, γεωμετρημένα και πολλαπλώς επεξεργασμένα, τον λόγο της. Έκαστο μέρος του τρίπτυχου ακολουθεί μια ενδότερη λογική: το μεσαίο (β) ποίημα, πυρηνικό, πάντα πλαγιογράμματο, προβάλλει την ισχυρή φωνή, σε πρώτο πρόσωπο, εσωκλείει τη βούληση, την επιθυμία, την ενδοσκόπηση, το αυτοσχόλιο, την έκκεντρη κίνηση και την επαναφορά στο πλαίσιο – ένας κυματισμός του εγώ. Τα δύο ακριανά ποιήματα (α και γ) κρατούν κάπως ασύμμετρες αποστάσεις. Το μεν ένα (α) είναι κατά κανόνα ευθεία αποστροφή σε ένα εσύ, στον ποιητή-τεχνίτη ενός κόσμου που αιχμαλωτίζει το βλέμμα, στον δημιουργό που έχει χαράξει τις διαδρομές του, τους περίκλειστους τόπους του, αλλά μένει ευάλωτος και εκτεθειμένος• το δε έτερο (γ) σε τριτοπρόσωπο λόγο, ουδέτερο, σχεδόν αποδραματοποιημένο και διαπιστωτικό, ισοκρατεί πάγκοινες και ζωτικές αλήθειες• είναι, κατά κάποιον τρόπο, η ήρεμη δύναμη του αποφθεγματικού λόγου έναντι των δύο άλλων εντονότερων εκφορών.

Με αυτή την ευρηματική τρίφωνη σχεδία η ποιήτρια αναπλέει τον ποταμό των συν-εικόνων και εκθέτει την περιπέτεια του εσωτερικού της ταξιδιού, κρατώντας το δικό της «ημερολόγιο καταστρώματος». Καταγράφω τους τίτλους-σταθμούς αυτών των δεκατριών τριμερών συνθεμάτων: Εν αρχή / Εναντιοδρομίες / Συν-εικόνες / Κατάδυση / Σιωπή / Blow up / Ταξίδι / Ανθοφορία / Αντικατοπτρισμοί / Επίκληση / Δίνη / Σκιές / Adieu.

Yπογραμμίζω το γεγονός ότι με αυτή την ποιητική επίνοια διευρύνει την αναγνωστική δυνατότητα της κατασκευής της, εφόσον μπορεί κανείς να ξεκλειδώσει αυτό το υπαινικτικό σταυρόλεξο … οριζοντίως και καθέτως: μπορεί δηλαδή ο αναγνώστης να στοιχίσει σε κάθετη ανάγνωση, σαν ένα ενιαίο ποίημα, τα μεσαία πλαγιογράμματα ποιήματα (τα β΄) ή, χωριστά πάλι, όλα τα εναρκτήρια ή τα καταληκτικά ποιήματα του τριπτύχου (τα α΄ είτε τα γ΄) – θα ακολουθήσει έτσι την κλιμάκωση μιας φωνής, με τις κορυφώσεις, τις υφέσεις, τις επιταχύνσεις, τις ανισοδιάρκειές της. Από την άλλη, μπορεί να κρατήσει, σε οριζόντια, σελιδαριθμική διάταξη, την τρίφωνη συμπλοκή, διατηρώντας την έκπληξη της αλλαγής του τόνου από το α΄ στο β΄ κι έπειτα στο γ΄ ποίημα και επανευρίσκοντας μέσα από την τρίτονη ασυνέχεια την ακολουθία των επόμενων τριαδικών συμπλεγμάτων. Δείγματος χάριν θα ακολουθήσω τη μία ή την άλλη λογική, διαβάζοντας πρώτα κάποιες από τις μεσαίες μονωδίες :

β΄

Από τα χλωμά νερά της λήθης
μια στιγμή αέρινη
έτοιμη να διαλυθεί στο φως
δάκρυ εγώ φωνήεν
στις χορδές της άρπας συλλαβή της αγωνίας
άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων
μεταμορφώνομαι
κόσμημα και νιο φεγγάρι
πίσω από τα σύννεφα της σκέψης σου
ανατέλλω και ο ουρανός σου πλημμυρίζει
αντιφεγγίσματα
αδικαίωτων στιγμών

*
Ανατέλλω
πνοές του αόρατου
ακατανόητα μηνύματα
ορίζουν την τροχιά μου

αποκρίνομαι
η σκιά μου βαθαίνει
χρυσαφένιο σύννεφο ελιγμός στον ορίζοντα

παλινδρομώ
η τροχιά μου κεντά
μελωδίες της αγρύπνιας

βυθίζομαι στα σκοτεινά ουράνια ύδατα
αμοιβάδες φωτός χάνουν το χρώμα τους
μέσα μου γαλάζιο ποτάμι
επικράνθη
ουρανοδρομώ και αναπαύομαι
όνειρο αθανασίας
*
Κινούμαι αργά
σε σπειροειδή τροχιά
εγώ ο διπλός καθρέφτης
η μία διπλή είσοδος

ψίθυροι του αιθέρα
μεταγράφονται στο σώμα μου
ο χώρος διάστικτος
απλές αρμονίες και καθαρούς χρωματισμούς
κατέρχομαι στο φαινομενικά αδρανές τοπίο

σκοτεινά ηχοχρώματα
επιστρέφουν πάνω μου
χρησμοδοτώ τη νοσταλγία
αντιστρέφω τα φαρμακερά βέλη
το εσωτερικό φως να ξημερώσει

[…]

Παράθυρο βυθισμένο στα νερά
φυτά ονείρων μεγεθύνονται στο σκοτάδι
ναυάγιο φωτός η παρουσία μου
στον καθρέφτη του ουρανού
ζωγράφισε το εσωτερικό σου φεγγάρι

όλα ακίνητα εδώ
μόνο φευγαλέοι ήχοι άρπας
ντο έλασσον
μετέωρο μήνυμα διάλυσης
εστιάζεις αδέξια το φακό
να επιβεβαιώσεις την κίνηση

αποσύρομαι μην αναλωθώ
και καταργήσω την ύπαρξη
ως μνήμη και ως δυνατότητα

φευγαλέα γραφή
«υπάρχω»
μια συμβολική μορφή ύπαρξης
στο χρυσαφί των αθώων ονείρων σου

να με θυμάσαι

Και, σε οριζόντια ανάγνωση, ένα ατόφιο τρίφωνο, το όγδοο, που τιτλοφορείται «Ανθοφορία»:

α

Κι όμως στο χέρι σου
εικονίζεται εν μικρώ η αρμονία
ακολούθησε τις γραμμές τα όρη τα σύμβολα
τις αναλογίες με τα μουσικά διαστήματα
ακινησία
τα δάχτυλα αιμορραγούν
παραμορφώνονται

λευκό της μνήμης χρώμα
ανακαλεί σχήματα μελωδικά
αντάντε αμορόζο

όνειρο
η ανθοφορία

β

Αλλεπάλληλοι τραυματισμοί
σημαδεύουν κάθε έξοδο
από το γυάλινο κέλυφος

επιστρέφω
σ’ ένα φίλανθο κέντρο
απομονωμένο και αδιάφορο στην επαφή

οι αιχμηρές νότες
βουβές χωρίς ήχο
αδιάψευστο σημάδι στα δάκτυλα

η έκρηξη πάντα την τελευταία στιγμή
αναβάλλεται

γ

Η έκθεση στο πραγματικό ανάδυση του εσωτερικού τοπίου με έναν ιδιαίτερο κάθε φορά φωτισμό η γνώμη των άλλων συσκοτίζει την εικόνα το κέντρο ανθεκτικό παρά τους κλυδωνισμούς δεν συντρίβεται ο εαυτός και ο κόσμος συνέχονται η έκφραση αβίαστα ωριμάζει φως εν τη σκοτία ανθίζει

Πιστεύω πως τα διάπλοκα τούτα ποιήματα διεμβολίζουν τις εικόνες και ξεκλειδώνουν έναν κόσμο πολύχρωμο, ψηφιδωτό, καλοχτισμένο, με τις κρυφές στοές και τις καταπακτές του, καταχωνιασμένα μυστικά και θαρρετές αλήθειες, τις διάφωτες αίθουσες και τα δροσερά εξώστεγα, έναν εσωτερικό οίκο έτοιμο να δεχθεί και να φιλοξενήσει τον αναγνώστη. Η ένοικος ξεναγεί με λόγο παραστατικό, οπτικό, σχεδόν απτό και συνάμα μουσικό, με μελωδικά περιγράμματα. Οι εικόνες εντάσσονται σε προοπτική διάσταση, γίνονται κινητικές, εφορμούν σε βάθη και επανέρχονται στην επιφάνεια κουβαλώντας αινιγματικά όστρακα από λησμονημένους τόπους και δυσκατάληπτες γλώσσες.

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου ονοματίζεται «Σημείο φυγής» με τη διακριτική αφιέρωση: Στη μητέρα μου. Πρόκειται για ένα ελεγειακό σύνθετο ποίημα με πύλες εισόδου και εξόδου και, ενδιαμέσως, επτά ποιητικά μέρη καταγεγραμμένα με λατινικούς αριθμούς (Ι – VII). Είναι μια δύσκολη συνομιλία μεταξύ προσώπων οριστικά πλέον αποχωρισμένων, του επιζώντος από τη μια μεριά και μιας βωβής σκιάς από την άλλη. Μονολογικός διάλογος («διαιρούμαι για να μιλήσω»), δηλαδή δίχως αντίλογο, με το το ποιητικό υποκείμενο να παίζει εναλλάξ ρόλους σε μια προσπάθεια να εξημερωθεί η αγριότητα της απώλειας, να εξορκιστεί το άγος της μοναξιάς, να συμφιλιωθεί η ζωή με το πένθος.

Το εισόδιο ποίημα, με καρφωμένο στα πλευρά του ένα ημιστίχιο από τη «Νέκυια» της Οδύσσειας (… εμέ δε χλωρόν δέος ήρει), καταλήγει αποφασιστικά:

η ενηλικίωση των στίχων μου
προκαλεί την αναμέτρηση
με το σήμερα

Τούτο μπορεί να διαβαστεί διττά, σε σχέση με τον τίτλο: το «σημείο φυγής» παραπέμπει και στην αποχώρηση της μητέρας και στην αναχώρηση μιας ποίησης από τη ζώνη της παρατεταμένης εφηβείας – σημείο εκκίνησης, λοιπόν, ή έστω επανεκκίνησης προς την ενηλικίωση. Στο κατώφλι των επτά ποιημάτων, ένα παραδοσιακό δίστιχο, αντίλαλος από τη μακρινή, θαλασσινή πατρίδα, σταλάζει την παραμυθία του στην πόλη της καταχνιάς και της ομίχλης:

«Ο πονεμένος δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει
γιατί του φαίνεται συχνά τον κόσμο πως θα χάσει»

Με τον ίδιο οικείο τόνο, χαιρετισμός πέρα από τη θάλασσα, ξεπροβοδίζεται το μεγάλο ελεγειακό σύνθεμα προχωρώντας προς το τέλος του:

«Χίλια παραπονέματα στα χείλια μου γραμμένα
μα δεν μπορώ να σου τα πω μόνο να πιάσω πένα»

Τα λαϊκά δίστιχα πλαισιώνουν, κατά κάποιον τρόπο, με την αμεσότητα και τη σοφία τους τον πένθιμο λόγο που επιχειρεί να υπερβεί την αμηχανία και το κόμπιασμα, τις αδέσποτες λέξεις και τις άτακτες σκέψεις. Φοδράρουν με την πατίνα τους τoν τρόμο και τον πόνο, επανοικειώνουν την ξεριζωμένη μητέρα με τον γενέθλιο τόπο της.
Το μελανό ριπίδι ανοίγει σε επτά πτυχές, παραλλαγές ενός επίμονου ανακαλέσματος, που στέκεται σε παρωχημένες στιγμές, ανείπωτα μηνύματα, μορφές αγαπημένες, ανήμπορα συλλαβίσματα και παράπονα της ψυχής, «των αναμνήσεων πυροτεχνήματα».

… Έχεις καιρό να σχολιάσεις τα συμβαίνοντα εδώ
ίσως όμως η σιωπή σου να είναι το σχόλιο
της αδέξιας ζωής μου

[…]

κοιτάζω τα σύννεφα
κι ας μην ξέρω να τα διαβάζω
τα μεταβαλλόμενα σήματα – τους οιωνούς

δεν κάλεσες τα φαντάσματά σου
ποτέ να αναμετρηθούν στο φως της μέρας
τώρα – κατόπιν εορτής – μεταμφιεσμένα
ουρλιάζουν στο βυθό

[…]

άκου την πνοή της πέτρας
σαν τη χαϊδεύει το κύμα
της μοναξιάς τα καρφιά πώς κρατούν
στερεωμένα τα σπίτια

[…]

δρόμοι στα κύματα
γραμμές της μοίρας
στην ώρα τους όλα
μισόγιομο φεγγάρι
τιμόνι θυέλλης

[…]

γκρίζες πέτρες και καφετιές
στου νερού το διάφανο σεντόνι
το δέντρο γέρνει να κοιμηθεί
τον ύπνο σου να ταξιδέψει
εκεί που λύθηκαν τα γόνατά μου
εκεί που το κλειδί χάθηκε
κι εγώ παίζοντας τη νιότη μου στα ζάρια
το γύρευα στις πιο απίθανες κρυψώνες
του καλογυμνασμένου νου
δεν κοίταξα ποτέ τα μάτια σου
να μου το φανερώσουν

[…]

οι λέξεις μου έχασαν τα σύμφωνα
τα φωνήεντα-κραυγές σε καλούν

τόση αφήγηση και δεν κατάλαβα ποτέ
η επανάληψη σκότωσε το μήνυμα
το διαμέλισε
οι ερμηνείες το παραμόρφωσαν

[…]

στην άλλη όχθη απομαγεύεσαι
εδώ παιδί εγώ με το στανιό
να μη σε χάσω

[…]

ο δικός σου τόπος έρημος ερειπίων
ο δικός σου χρόνος μαρμαρωμένος
ο δικός σου φόβος
ο δικός σου πόνος
ίχνη στη γλώσσα
από τη γύρη του νοήματος
με αναζητώ και δε με βρίσκω

[…]

ηττημένη η μούσα πέρασε
να καταθέσει ένα αστέρι στο παράθυρό σου
το πήρες και το έθαψες στο πηγάδι του κήπου
νερό φλεγόμενο έκαψε τα λόγια του

σκοτεινό μαγνητικό κέντρο
η μοναξιά σου
γύρω της αδέξια γυρίζω

[…]

ο ήλιος βυθίστηκε στη θάλασσα
η μητέρα κι ο πατέρας έδυσαν μέσα μου
για ν’ ανατείλουν πάλι αύριο
την καινούρια μέρα

τη μετά θάνατον
δική μου μέρα
στην άλλη ακτή
της καθημερινής αναμέτρησης

Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι στην εκπνοή των επτά ποιητικών μερών επανευρίσκουμε την ίδια λέξη με την οποία έκλεινε το εισόδιο ποίημα: την αναμέτρηση με το διεσταλμένο έξαφνα παρόν που προσπαθεί να χωρέσει τόσο παρελθόν και να ειρηνεύσει το μέλλον. Το επτάπτυχο ριπίδι κλείνει απαλά• το τελικό, εξόδιο ποίημα μεταφέρει στην κρύπτη του την ανάσα μιας οικείας γαλήνης:

… δώσε μου λέξεις κοχύλια της παιδικής μου θάλασσας
θροΐσματα δέντρων
πέταξε της τελειότητας
τα μαύρα ρούχα
τα μυστικά σου ο άνεμος
πενθοφόρος δε λησμονά
τα ξαναφέρνει πίσω σε μια αμέριμνη στιγμή
οι λέξεις
μεταμορφώνουν
στο βλέμμα σου το άγγιγμα της μέρας
[…]

στα χέρια σου κρατάς το όνειρο
εύθραυστο όπως πάντα
φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά

από αχαρτογράφητες περιοχές
από τα βάθη του χρόνου
έρχεται η ευχή της γυναίκας
μέσα στη ρευστότητα
να πάρει σάρκα και οστά
ο λόγος κι η κραυγή γίνονται μοίρα

στα κελάρια τους ωριμάζουν οι ποιητές
το ποίημα επινοεί

το ποίημα επινοείται
κι ανάμεσα εσύ

αληθεύεις

Πιστεύω να έδειξα πως σε αυτό το διαξονικό βιβλίο η Βικτωρία Καπλάνη ενοφθάλμισε την τεχνική της ωριμότητα. Γερά αρματωμένη, κατέχει πια την ποιητική εκείνη «ευγένεια» που δόξασε ο Καρυωτάκης:

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σαν λουλούδι
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πε τονε τραγούδι.

Άλλωστε δεν ξεχνώ πόσο με ξάφνιασε η παιγνιώδης σοβαρότητα, η αδραματοποίητη σαφήνεια με την οποία μπήκε στην ποιητική αρένα, σαν έτοιμη από καιρό. Στους Ήχους-Απόηχους, το πρώτο της βιβλίο (2007), «αντί προλόγου» καρφίτσωνε το πρόγραμμα της αυτογνωσίας της:

Aριάδνη, εγώ σου το ᾽λεγα
ο θεός σου πέθανε
κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα
πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές
τώρα
το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου
ο χορός του θρήνου
ο θρήνος του χορού
χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις

ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.

Δεν μπορώ, κλείνοντας, παρά να κάνω στη Βικτωρία Καπλάνη την αναμενόμενη ευχή: να συνεχίσει αυτό το ξετύλιγμα του κουβαριού με την ίδια ζέση και τη σκηνοθετική ευαισθησία που έχει δείξει ώς τώρα στα ποιητικά της πλάνα.

 

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

 

Παρουσίαση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη στις 27 Νοεμβρίου 2013

Δημοσίευση στο Εντευκτήριο τ. 102-103 Δεκ. 2013

Σκηνοθετώντας την ψευδαίσθηση

Βικτωρία Καπλάνη. Σημείο φυγής.

Μετά τους Ήχους-απόηχους και τις Λευκές συνομιλίες, με το τελευταίο της
βιβλίο, Σημείο φυγής, η Βικτωρία Καπλάνη έρχεται να επιβεβαιώσει μια
εξαρχής κατακτημένη ωριμότητα.
Όμως, τι να σημαίνει ωριμότητα στην ποίηση; Ίσως την αποδοχή της
ψευδαίσθησης, την άνευ όρων παραδοχή της πλάνης ότι η γλώσσα δεν είναι
απλώς το εργαλείο που οργανώνει και περιγράφει παρόντα συναισθήματα αλλά ο τρόπος με τον οποίο βγαίνουμε έξω από αυτά. Ίσως την παραδοχή του αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα στα σημεία της γλώσσας και σε ό,τι αυτά αναπαράγουν στη φυγή τους. Γιατί τότε, όπως γράφει, περίπου, ο Φερνάντο Πεσσόα στο Βιβλίο της ανησυχίας, ο ποιητής δεν κινδυνεύει από τη διάψευση.
Η Καπλάνη φαίνεται να αναγνωρίζει την πραγματικότητα της ψευδαίσθησης. Και όχι μόνο να την αναγνωρίζει αλλά και να υποκύπτει στη γοητεία της, και να συνδιαλέγεται μαζί της. Φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι τα «όρια» είναι ένα ζήτημα νέων δυνατοτήτων και όχι οι γραμμές ανάμεσα στις
οποίες κινούμαστε. Γι’ αυτό και δομεί το βιβλίο της, όχι σαν μια ενδοστρεφή
και τετελεσμένη κατάσταση, για την οποία πρέπει να μιλήσει, αλλά σαν μια
περαιτέρω επιθυμία της γλώσσας. Χωρίζοντάς το σε δύο ενότητες, «Φωτοπαίγνια» και «Σημείο φυγής», στην ουσία δεν το διαχωρίζει νοηματικά αλλά διχοτομεί το ίδιο νόημα.
«Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του
Λάζαρου Ιωαννίδη» είναι η πληροφορία που προτάσσεται της ενότητας
«Φωτο-παίγνια». Ωστόσο, γυρίζοντας μία μία τις σελίδες, μπορεί αμέσως να
παρατηρήσει κανείς ότι αυτές οι φωτογραφίες απουσιάζουν. Παρών είναι μονάχα ο λόγος, ο οποίος καλείται να αναπληρώσει αυτή την απουσία και, ανατρέποντας το στερεότυπο «μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις», να αποδείξει άτι οι λέξεις μπορούν να απεικονίσουν τα «φωτο-παίγνια»• μπορούν, μέσα από μια διαδικασία αναδιατύπωσης συμβολικών συστημάτων, να γίνουν οι εικόνες που λείπουν.
Φαντάζομαι ότι οι τίτλοι των ποιημάτων αυτής της πρώτης ενότητας είναι οι ίδιοι που επιγράφουν τη θεματική ακολουθία των φωτογραφιών: μια,
κάθε άλλο παρά ακύμαντη, υπαρξιακή διαδρομή, την οποία εξαρχής φροντίζει
να νοηματοδοτήσει η Καπλάνη ως την «αναπαράσταση ενός αθέατου ταξιδιού» και να τη χαράξει ως την πορεία «από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα».
Τι πάει να πει όμως «αναπαριστώ το αθέατο»; Σε αυτό το, κατά κυριολεξία, αθέατο ταξίδι της ανθρώπινης συνείδησης, τι είναι αυτό που πρέπει να αναπαραστήσουν οι λέξεις; Και ποιος είναι ο τρόπος; «Σκηνοθετείς» είναι η ενέργεια που επιστρατεύει η ποιήτρια. Χωρίς ωστόσο να γίνεται σαφές το υποκείμενο, ούτε αν το αντικείμενο είναι ο λόγος ή η εικόνα.
«Σκηνοθετείς», λοιπόν. Επειδή στίχοι όπως «ό,τι φέρω εντός μου / αντανακλά στο χώρο» έχουν ανάγκη από σκηνοθεσία. Θα θεωρείτο άραγε αυθαίρετο αν έλεγα ότι οι λέξεις, πέρα απ’ το νόημα, είναι ταυτόχρονα και ο χώρος που φιλοξενεί το νόημά τους; Και πως αυτό το νόημα, εσκεμμένα αποσταθεροποιημένο από την καθολική έλλειψη στίξης, πρέπει να σκηνοθετηθεί μέσα στον ίδιο του τον χώρο;
Ας δούμε τώρα από πιο κοντά τα «Φωτο-παίγνια». Ας ακολουθήσουμε αυτήν την πορεία από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα, και ας ροσπαθήσουμε να τροφοδοτήσουμε με είδωλα το βλέμμα. «Φως εν αρχή και δάκρυ» ο εναρκτήριος στίχος. Και ύστερα ο χρόνος που διαλύεται στο φως, και το δάκρυ παιχνίδι των χρωμάτων. Στιγμές αέρινες. Ό,τι δεν προλαβαίνει το «κλικ» της μηχανής το προλαβαίνει ο λόγος. Ό,τι δεν καταγράφεται στο φιλμ είναι ο λόγος που το εμφανίζει. Και ο έρωτας παρών, να έρπει ανάμεσα στους στίχους. Να έρπει η επιθυμία. Η απουσία, ωστόσο: ρούχο που ντύνει το ανεκπλήρωτο, για να μη φαίνεται ότι ο άλλος λείπει.
Είπα πιο πριν πως ό,τι λείπει είναι οι φωτογραφίες. Άραγε, θα μπορούσε να ειπωθεί πως οι φωτογραφίες είναι ο άλλος; Ότι ο άλλος είναι αυτός που απουσιάζει και οι λέξεις είναι εκείνες που τον ανακαλούν; Όχι σαν παρουσία πια αλλά σαν μνήμη, σαν δυνατότητα της ύπαρξης να υπάρχει στη γραφή. Δεν
φανταζόμαστε τις φωτογραφίες, ή τον άλλο μέσα από τις φωτογραφίες, που
λείπουν. Δεν μπορούμε να τους φανταστούμε. Μπορούμε όμως να τους εγγράψουμε σαν μια αναπαράσταση, όπου το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί
την ύπαρξή τους είναι το επαληθεύσιμο της γλώσσας.
Και στη δεύτερη ενότητα, «Σημείο φυγής», η γλώσσα πάλι. Μόνο που αυτή τη φορά δεν απεικονίζει αλλά περιέχει την απουσία. Γιατί εδώ δεν είναι φωτογραφίες εκείνο που λείπει. Εδώ η απουσία είναι απτή, είναι η ψηλάφηση
του κενού πάνω στους τοίχους, στα έπιπλα, στα λευκά περιθώρια των σελίδων. Εδώ δεν είναι η στιγμή που ανακαλείται μα ο χρόνος ολόκληρος, δεν
είναι το είδωλο του ανθρώπου μα ολόκληρος ο άνθρωπος. Γιατί εδώ η απουσία αναγνωρίζεται ως απώλεια, συντελείται ως μια «αναχώρηση που έχει πλέον ολοκληρωθεί», αφήνοντας πίσω της τον «σπαραγμό τού απλησίαστου».
Πώς να ειπωθεί ο θάνατος, αν όχι έσχατη φυγή; «Δεν βρίσκω λέξεις να
μιλήσω για σένα» γράφει η Καπλάνη, και λίγο μετά: «πώς να σ’ ελευθερώσω
από μένα;/ πώς να ελευθερωθώ από σένα;». Σπαράγματα που γυρεύουν ιη
μορφή τους μέσα στο ποίημα. Φάσεις αρχινισμένες που μένουνε μετέωρες
ανάμεσα στα ερωτηματικά τους. Ζώνες σιωπής, για να υπάρξει χώρος για την
αίσθηση, αλλά και ένας ενεργός στοχασμός για την ενηλικίωση μέσα απ’ την
αναμέτρηση με τη μοίρα. Τα ρήματα ορίζουν τον χρόνο, ενώ ταυτόχρονα
ορίζονται απ’ αυτόν, το παρελθόν δεν κατοικείται σαν ανάμνηση αλλά σαν
σώμα που αναδημιουργείται απ’ την εκφώνησή του: «Έχεις καιρό να έρθεις
/ με τα μπαλωμένα ρούχα/ να καθίσεις κάτω από τον ίσκιο της συκιάς/ τα ζεστά μεσημέρια του Ιουλίου».
Συνοψίζοντας: η Βικτωρία Καπλάνη μάς δίνει ένα καλό βιβλίο με ποιήματα.
Ποιήματα σμιλεμένα στο υλικό του δόγματος ότι η απώλεια δημιουργεί τον
κόσμο και η ψευδαίσθηση τον κάνει αποδεκτό. Αφήνοντας ωστόσο να αιωρείται το ερώτημα: είναι η ποιήτρια που μιλά για την ψευδαίσθηση ή είναι
οι λέξεις που μιλούν για την ψευδαίσθηση τους;

 

ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ

Σημείο φυγής» της Βικτωρίας Καπλάνη (βιβλιοκριτική) στο cityportal.gr

Η ποιητική συλλογή «ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ» της Βικτωρίας Καπλάνη, με τις επί μέρους ενότητες «ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ»2008-2009 και «ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ» 2010-2012 , εκδόσεις Γαβριηλίδης (επιμέλεια έκδοσης της ίδιας της ποιήτριας), περιλαμβάνει δεκατρία ποιήματα με επιμερισμό α, β, γ στην πρώτη ενότητα, οκτώ ποιήματα, άτιτλα, στη δεύτερη ενότητα και τέλος ένα άτιτλο ποίημα -επίλογο που τελειώνει με το στίχο «…το ποίημα επινοεί
Το ποίημα επινοείται
κι ανάμεσα
εσύ αληθεύεις».

Είχαμε τη χαρά να διαβάσουμε αυτή τη φρέσκια ποιητική συλλογή μόλις κυκλοφόρησε (φεβρουάριος 2013) και ευχόμαστε τα ποιήματα να συναντηθούν με τους αναγνώστες στη θάλασσα της Ποίησης.Κάθε καινούργιο βιβλίο είναι σα μια ευχή ( καλοτάξιδης!) συνομιλίας του συγγραφέα με τον αναγνώστη.
Η ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη με φιλοσοφικό λυρισμό και συναισθηματική δύναμη στο φόντο μιας μουσικής, περιγράφει (στην πρώτη ενότητα) το πριν και το μετά της Γέννησης, τις «ζείδωρες εκρήξεις», «το πέπλο των ονείρων», τη «ροή της ζωής». Ποιήματα σύντομα που απευθύνονται άλλοτε σ΄ένα εσύ, που δεν κατονομάζεται, άλλοτε αφορούν το εγώ ή αποστασιοποιούνται για να αφουγκραστούν μιαν ευταξία μεταβαλλόμενη. Η νύχτα, το μυστήριο της ύπαρξης, το νερό, το φως, η μνήμη, ο χρόνος, η γυναίκα, η δημιουργία, απασχολούν ναρκισσιστικά ως ερωτήματα τη συνείδηση με μια εκφορά εκκλησιαστικής γραφής, συμβολικής και μεγαλοπρεπούς στο ποιητικό γίγνεσθαι του κόσμου.
Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει άτιτλα ποιήματα με αφιέρωση «Στη μητέρα μου». Εδώ το ύφος και η δομή αλλάζει, είναι εμφανής μια συγκίνηση προσωπική, μια εσωστρεφής μελαγχολία, ένας εξομολογητικός τόνος για ό,τι υπήρξε «των αναμνήσεων πυροτεχνήματα», «ζωή…ανάσα…ζω…ή αν…ά…α», ο πόνος της απώλειας του αγαπημένου προσώπου, διατρέχει όλα τα ποιήματα στις εικόνες τους και στα σύμβολα. Νερό, λουλούδια, κεντήματα, το φως των λέξεων, η δύναμη της ανάμνησης, γίνονται πηγές δύναμης που εξοστρακίζουν τελικά τη θλίψη και τη μετουσιώνουν σε δημιουργία «στην άλλη ακτή της καθημερινής αναμέτρησης». Το ραγισμένο χαμόγελο,η βιωματική σχέση των λέξεων ως γλώσσα (έκφρασης του αέναου κύκλου) στη Γέννηση του ποιήματος, δίνουν στον επίλογο με ευαισθησία και δύναμη το αληθινό πρόσωπο της τέχνης της ποίησης.Το ποίημα ως απάντηση στην «ευχή της γυναίκας».
Η ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη έχει επίσης εκδώσει στις εκδόσεις Γαβριηλίδης τις ποιητικές συλλογές «Ήχοι- απόηχοι» 2007 και «Λευκές συνομιλίες» 2010. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το καινούργιο βιβλίο της!

 

ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΡΥΖΑΣ

1.6.2013

Σημείο Φυγής»

Μια βιβλιοκριτική

Ποιητικό και το νέο βιβλίο της Καπλάνη, ενσωματώνει τις συλλογές «Φωτο-παίγνια» (2008-09), ποιήματα γραμμένα για την ομότιτλη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη, και «Σημείο Φυγής» (2010-11), ποιήματα αφιερωμένα «στη μητέρα» της.

Η μουσική είναι πανταχού παρούσα στα ποιήματα αυτά. Άλλοτε με «τρείς πρώτες νότες / πρελούδιο σε λα μινόρε» και άλλοτε με «μία νότα», που σαν σταγόνα, «δέσμη φωτονίων επί του ύδατος ορθρίζει εκ νυκτός». Άλλοτε «στις χορδές της άρπας», «κεντά/ μελωδίες αγρύπνιας» και άλλοτε μέσα σε «σκοτεινά ηχοχρώματα», υπαρξιακά, επιστρέφει. Όμως μουσική είναι και η σιωπή, μια «ασίγαστη παύση / εκρηκτική», προερχόμενη από την «επιθανάτια κραυγή» ή «τις απόκοσμες μελωδίες» από ένα «έγχορδο ημερών αρχαίων». Πώς να εκφράσεις όμως τη μουσική, αν δεν γίνεις εσύ ο ίδιος «φθόγγος», που «πενθεί τη δρόσο που μαραίνεται» ; Αν δεν γίνεις «στρόβιλος ήχων», μια «μελωδία που αλλάζει» την «απολιθωμένη μουσική» του εσωτερικού σου εγώ; Τελικά η αρμονία των μουσικών διαστημάτων μπορεί και να βρίσκεται στο χέρι, στην απαλάμη σου, όπου ανακαλώνται «σχήματα μελωδικά / αντάντε αμορόζο» ! Ωστόσο όμως –προσοχή !- η δημιουργία είναι μια επίπονη, αβέβαιη και αιματηρή διαδικασία που ενδέχεται απλώς να σου αφήσει, όπως «οι αιχμηρές νότες / βουβές χωρίς ήχο», ένα «αδιάψευστο σημάδι στα δάκτυλα» … Σε κάθε περίπτωση, πάντως, «πλανόδιοι ήχοι … / δίνουν του αγέρα αφή / ν΄ αγγίξει τα τοπία της αληθινής ζωής μας».

Μέσα στον μεταβαλλόμενο κόσμο (των ιδεών), η ποιήτρια βρίσκει ότι «μόνο η εμπιστοσύνη στη σιωπή του νου δίνει κάθε φορά το καινούριο βήμα … ανάκληση του δυνατού και κατ’ ουσίαν αδύνατου να συντελεστεί αυτό που όντως συμβαίνει» ! Τα ποιήματα της Καπλάνη δεν θέτουν μόνο ερωτήματα, αλλά επιχειρούν και απαντήσεις : Το περιεχόμενο ζητάει να καθρεφτιστεί στη μορφή έστω και «σιωπηρά», σαν «αφηγήσεις μετέωρες» που ζητούν «να πιστέψουν πως υπήρξαν». Μέσα από τη γλώσσα η ύπαρξη σκιαγραφεί τα όριά της : «ποίηση η εν δυνάμει γλώσσα / μέσα στη γλώσσα». Μέσα στο παιχνίδι της ποίησης η ύπαρξη δεν είναι παρά αυτό που όντως είναι : «Αστήρ πλάνης πλανώμενος / πεπλανημένος / περιίπταται» ! Όλα μετασχηματίζονται σε ποιήματα, από τις «συλλαβές του αργαλειού» ως τις «λευκές ίριδες του κήπου … από την ευωδιά τους γεννιούνται λέξεις / οδοιπόροι του πουθενά και του απείρου».
«Ο άνθρωπος είναι ο χρόνος / ο χρόνος είναι ο άνθρωπος», που μπορεί και να σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ο χρόνος-Κρόνος : «Οι σκιές αλλάζουν τις διαστάσεις των πραγμάτων / αδήριτη ανάγκη η διαφυγή». Η ποιήτρια άλλο δεν είναι από τη «φωνή του χαμένου παιδιού … / την ώρα που το δέντρο του κήπου / ανασαίνει την υπόσχεση της άνοιξης». Εν τέλει μας προτρέπει : «άνοιξε τα μάτια / δώσε χρόνος το βλέμμα / να κοιτάξει το λουλούδι που ανασαίνει». Και αυτό ισχύει (ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε) όσο περισσότερο μας κατακλύζουν οι εικονικές πραγματικότητες του Κέρδους. Διότι δεν απαιτείται μόνο αισιοδοξία, αλά και δράση : «στα χέρια σου κρατάς το όνειρο / εύθραυστο όπως πάντα / φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά».

Στα ποιήματα της Καπλάνη ισορροπούν αδροπρεπώς λεπτές και εύσχημες αναφορές σε φιλολογικές και φιλοσοφικές αναφορές, ενώ ορισμένα από αυτά χαράζονται πάνω σε μια γόνιμα αυστηρή αρχιτεκτονική μαθηματικής ακρίβειας (α-β-γ).
Γνήσια ποίηση, που σε καλεί να την αναγνώσεις.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ

ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ

Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφόρησε η τρίτη ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη «Σημείο Φυγής» Η συλλογή χωρίζεται σε δυό ενότητες τα Φωτο-παίγνια και το Σημείο Φυγής

α. ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ

Τα ποιήματα, όπως αναφέρεται στην αρχή , γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη τη περίοδο 2008-2009.
Η ποιήτρια σκύβει πάνω στις φωτογραφίες, αγγίζει το σφυγμό τους, διαβάζει αυτά που είναι κρυμμένα πίσω από την εικόνα κουβεντιάζει μαζί τους όπως θα κουβέντιαζε με τον ίδιο τον δημιουργό και τις αναδημιουργεί με λέξεις
Δεκατρία ποιήματα, τρεις φωνές στο καθένα, συνομιλούν πίσω και μέσα στη καρδιά των εικόνων. ΕΝ ΑΡΧΗ η « αναπαράσταση του αθέατου ταξιδιού» «άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων» και «μια εύθραυστη στιγμή η γέννηση».
Το αντιφέγγισμα της κάθε φωτογραφίας «αντανακλά στο χώρο ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο είδωλο» κι οι πολλαπλές αντανακλάσεις γίνονται λέξεις και στίχοι που καταδύονται μέσα στο αδιόρατο των αισθήσεων.
Η ποιήτρια στη συνομιλία της με τις εικόνες αναζητά την υπόσταση και τις δυσκολίες της δημιουργίας ταξιδεύοντας μέσα από τις μελωδίες της σιωπής τους και μέσα από την ανθοφορία των ονείρων. Στα όνειρα που οι αντικατοπτρισμοί των χρωμάτων την οδηγούν στην είσοδο όπου στη ξεθωριασμένη τοιχογραφία αναγνωρίζει τη μορφή της γυναίκας και στην ίδια τη ροή της ζωής.

β. ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ

Τα ποιήματα της σειράς η ποιήτρια τα αφιερώνει στη μητέρα της. Από τους πρώτους στίχους η καταχνιά της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου, της μητέρας, με την ξεχωριστή μοναδικότητα της σχέσης, είναι κυρίαρχη και βιωματική. Είναι όμως και η συνέχεια της γραφής της από τη προηγούμενη συλλογή. Στις Λευκές Συνομιλίες «ο άγγελος χάθηκε στο δάσος με τις οξιές» αφήνοντας το μήνυμα ότι «η παράσταση τώρα αρχίζει» Μια παράσταση με διττό σενάριο. Από τη μια της δημιουργίας του κόσμου που συνεχίζει με τις ίδιες πάντοτε σκηνές, Γέννηση, Ζωή, Θάνατος και από την άλλη η χάραξη της δικιάς της αυτόνομης πορείας αποστασιοποιημένη από σφικτούς εναγκαλισμούς. «Η ενηλικίωση των στίχων μου/προκαλεί την αναμέτρηση/ με το σήμερα»
Στο Σημείο Φυγής ο άγγελος της ποιήτριας «κουράστηκε να περιμένει/ την ιδεατή μεταμόρφωση» Η νομοτέλεια είναι αμείλικτη και « η αναχώρηση έχει πλέον ολοκληρωθεί.» Η συνειδητοποίηση της απώλειας οδηγεί τη ποιήτρια σ ένα ταξίδι σ’ ολόκληρη τη ζωή της μητέρας που έφτασε κάποτε στην «αφιλόξενη… πολιτεία της ομίχλης» μια και «η γαλάζια πόρτα έκλεισε/ πίσω σου για πάντα»
Με έναν έντονο φιλοσοφικό λυρισμό η ποιήτρια αφήνεται μέσα στις στιγμές που βίωσε «Έχεις καιρό να έρθεις/με τα μπαλωμένα ρούχα/να καθίσεις κάτω από τον ίσκιο της συκιάς» κι αναζητά μέσα από τις ιστορίες που άκουγε, μέσα από τα αγαπημένα αντικείμενα «τα εργόχειρα με τις δαντέλες/ τα περίτεχνα κεντήματα» τη δικιά της λύτρωση.
Αναζητά όλα εκείνα τα σημάδια του μισεμού της «εγώ αντί για σένα/θα περάσω το κατώφλι του σπιτιού» και «ανασαίνει τη γαλήνη» αντικρίζοντας «τα μενεξεδένια βουνά της πατρίδας» για να φτάσει στην απελευθέρωση της «πώς να σ’ ελευθερώσω από μένα/πώς να ελευθερωθώ από σένα?». Αναζητά «να αποδράσει από το λυπημένο όνειρο» και μέσα από τη δικιά της «καθημερινή αναμέτρηση» να φτάσει στη δικιά της κάθαρση και ενηλικίωση.
Αναμφίβολα η ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη μας χαρίζει όμορφες στιγμές ποίησης της αξίζει να διαβαστεί και να έχει μια καλή πορεία στο ποιητικό γίγνεσθαι.

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Ο Αναγνώστης 15 Ιουλίου 2015

Η άγνωστη φίλη

Στο βιβλίο Η άγνωστη φίλη, που είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη, η ποιήτρια ενορχηστρώνει την ποιητική αφήγηση θεατρικά, δεδομένου ότι αυτή, στις ενότητες Α’ και Γ’ του βιβλίου, εκφέρεται από δύο φωνές, που ανήκουν είτε στο ίδιο ποιητικό υποκείμενο είτε σε δύο διαφορετικούς ομιλητές. Αυτός ο ρητορικός τρόπος δεσπόζει και στο Σημείο φυγής (2013), που είναι η τρίτη της συλλογή, και επισφραγίζει τη “διπλότητά” του, όπως έχει επισημανθεί από τη Λ. Τσιριμώκου (“Η ποίηση κεντά σιωπηλά ερωτήματα”: Ο Αναγνώστης, 6 Ιουλίου 2014: http://www.oanagnstis.gr). Η έκδηλη, λοιπόν, θεατρικότητα στο νέο βιβλίο της Καπλάνη συνυφαίνεται με μια τραγική αίσθηση της ζωής, που απορρέει, ανάμεσα σε άλλα, από την αδυναμία επικοινωνίας (βλέπε τα μοτίβα του λαβύρινθου, των επάλληλων και ενίοτε θρυμματισμένων καθρεφτών, των φόβων, των ονείρων), και από άλλα θεματικά στοιχεία, όπως είναι η σύγκρουση με την εξουσία και η συντριβή, η αέναη αλλαγή και ο χρόνος, ο έρωτας και η φθορά. Στην ποιητική γραφή συγχωνεύονται αφενός ο μύθος της Αριάδνης (Ενότητα Α’) και η μορφή της μικρής σειρήνας, την οποία η ποιήτρια αντλεί από το ομώνυμο παραμύθι του Άντερσεν (Ενότητα Γ’), και αφετέρου τα διακείμενα από τον Ερωτόκριτο του Β. Κορνάρου, χωρίς να λείπουν και οι αναφορές σε πολιτισμικά μορφώματα του αρχαίου και του μεσαιωνικού ελληνισμού, με έμφαση στη θρησκευτική του διάσταση, ενώ η μεταφυσική του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου που δεσπόζει στη συλλογή παραπέμπει στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, η μορφή του οποίου συνδέεται με την Παναγία Παντοχαρά της Σικίνου.

Τα 41 ποιήματα της συλλογής Η άγνωστη φίλη, με εξαίρεση το προλογικό “[Πρόσωπα του μύθου]”, αρθρώνονται σε τρεις ενότητες: Α’. Η Αριάδνη μένει εδώ, Β’. Η άγνωστη φίλη, Γ’, Η Μικρή Σειρήνα στην πόλη. Ο ρητορικός τρόπος της “διπλής εκφοράς” του ποιητικού λόγου από τις διακριτές φωνές εντοπίζεται στις Ενότητες Α’ και Γ’. Τα ποιήματα της ενότητας Β’ γράφτηκαν “με αφορμή φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου” (ας σημειωθεί ότι και η ενότητα “Φωτο-Παίγνια” στο Σημείο φυγής περιλαμβάνει ποιήματα που “γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη”) (Σημείο φυγής, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 7). Τα επτά ποιήματα της ενότητας Α’ και τα 16 της ενότητας Γ’ αριθμούνται χωρίς να φέρουν τίτλους, στοιχείο που παραπέμπει στη συγγραφική πρόθεση της δημιουργίας ποιητικών συνθέσεων που συνδέονται με ισχυρούς συνεκτικούς αρμούς, λειτουργώντας στο πλαίσιο μιας ευρύτερης σύνθεσης. Λαμβάνοντας υπόψη τους κοινούς στις δύο ενότητες ρητορικούς τρόπους και τις υφολογικές συγκλίσεις που τις συνέχουν, θεωρούμε ότι και η δεύτερη ενότητα εντάσσεται λειτουργικά στο όλον της ευρύτερης ποιητικής σύνθεσης, καθώς σ’ αυτήν κυριαρχούν οι κυριότεροι θεματικοί άξονες αλλά και τα επιμέρους θεματικά στοιχεία και μοτίβα των άλλων δύο ενοτήτων, μολονότι εδώ δεν εντοπίζεται η διφωνική εκφορά του λόγου.

Η διφωνική αυτή εκφορά δεσπόζει στις ενότητες Α’ και Γ’: Η ποιητική αφήγηση αρχίζει στην ενότητα Α’ από μια γυναίκα της εποχής μας, η οποία έχει και τον τελευταίο λόγο στο έβδομο ποίημα. Ο εκφερόμενος λόγος της σύγχρονης γυναίκας σημαίνεται με όρθια γράμματα. Με πλάγια διακρίνεται ο λόγος της γυναίκας των παλαιότερων εποχών, στον οποίο συγχωνεύονται οι φωνές των πλασμάτων του μύθου και του παραμυθιού. Αυτό το ποιητικό υποκείμενο έχει και τον τελευταίο λόγο στην ενότητα Γ’ (και στη σύνολη ποιητική σύνθεση). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο τελευταίος λόγος της διαχρονικής γυναίκας, στο καταληκτικό ποίημα του βιβλίου, αποτελεί προέκταση του εναρκτήριου λόγου της σημερινής γυναίκας στο πρώτο ποίημα της συλλογής:

Από το πλοίο αχνοφέγγει του νησιού το περίγραμμα
παίρνω πάλι το δρόμο και την αναζητώ
θα ‘χει -λέω- μεγαλώσει
θα σε κοιτάζει τώρα με το δικό της πρόσωπο […] (σ. 11)

Το μοτίβο της ερωτικής αναζήτησης, που εντοπίζεται στους πιο πάνω στίχους, διευρύνεται στους καταληκτικούς στίχους της συλλογής και αποκρυσταλλώνεται στο θέμα της αέναης κι ανειρήνευτης αναζήτησης, κατά το πρότυπο του Οδυσσέα:

[…] η ζωή αρχίζει έξω από το λαβύρινθο
όταν ο μίτος πέσει στα κύματα
γίνει φανός θυέλλης
ξαποστάσει στους φάρους των λιμανιών
τότε οι άνθρωποι κλείνουν της ζωής τους
τα μισογραμμένα κεφάλαια και αλλάζουν ρότα. (σ. 95)

Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η διαχρονική γυναίκα της ενότητας Α΄είναι η Αριάδνη, «ιέρεια των αρχαίων καιρών και του ιερού γάμου» (σ. 11), ο έρωτας, που είναι μια από τις δεσπόζουσες ισοτοπίες ολόκληρης της συλλογής, προσλαμβάνει μιαν ευρύτατη κοσμολογική διάσταση. Η μορφή της ιέρειας Αριάδνης είναι απόκοσμη και εξωλογική: («θαρρώ μαζί μας μέσα στο πλήθος κι εκείνη / να γίνω ορατή εγώ η αόρατη; / Βαδίζει στα βήματα των προσκυνητών / αγγίζει με ιερό δέος τους τοίχους / […] το σώμα της απαντοχή / χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη […]» (21). Ταυτόχρονα, είναι μια γυναίκα «σαν όλες τις άλλες», μολονότι την ίδια στιγμή είναι προστάτιδα και καταφυγή όλων όσοι αναζητούν την αυτογνωσία (σ. 21). Τα ξωκλήσια της Σικίνου είναι οι χώροι των περιδιαβάσεών της και το σπίτι της βρίσκεται κοντά στο ιερό της Παντοχαράς, «να ’ρχεται η φωνή του ποιητή / να απολαμβάνει δειλινό / και επίγειο παράδεισο». Ο ποιητής εδώ δεν είναι άλλος από τον Οδυσσέα Ελύτη (http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=414471 09/08/2011, πρόσβαση: 21/06/2015), που φαίνεται να είναι ένας από τους δασκάλους της Βικτωρίας Καπλάνη, και στον οποίο η ίδια αποτίει φόρο τιμής, με τα ποιήματα της Α’ ενότητας του βιβλίου.

Παράλληλα, στην ενότητα Γ΄της συλλογής συνυφαίνονται οι φωνές της μικρής σειρήνας του παραμυθιού και της σύγχρονης γυναίκας, με τη χρήση της τεχνικής του εσωτερικού μονολόγου, αν θεωρήσουμε ότι η γυναίκα της εποχής μας φέρει εντός της περισσότερες από μία φωνές ή ταυτότητες, ή του διαλόγου, αν δεχτούμε την άποψη ότι η γυναίκα του μύθου και του παραμυθιού είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο της ποιητικής αφήγησης. Κατ’ αντιστοιχία, στην Α’ ενότητα μπορούμε να μιλήσουμε για εσωτερικό μονόλογο ή διάλογο. Η σειρήνα, λοιπόν, στην ενότητα Γ’ είναι μια έφηβος που προσμένει «χρόνια την έξοδο / από του παραμυθιού τις εντολές / στου χώματος και του ουρανού / τον προϋπάρχοντα κόσμο» (53). Ενώ η γυναικεία μορφή της πρώτης ενότητας (Αριάδνη) κινείται συχνά σε ημιορεινές περιοχές, η μικρή σειρήνα της ενότητας Γ΄κινείται στο θαλασσινό τοπίο («κοραλλένιοι τοίχοι / παράθυρα από κεχριμπάρι /στέγη με όστρακα στρειδιών […]» (σ. 56) και επιδιώκει τη συνάντηση με τον αγαπημένο της στο οποίο απευθύνεται, επιδίωξη που στη συνέχεια γίνεται πόθος ([…] στο κατώφλι της πόρτας σου / φέγγει ο πόθος μου» (σ. 66). Ας σημειωθεί ότι και σ’ αυτή την ενότητα η γυναικεία μορφή είναι εξωλογική, απόκοσμη («’Εχω φωνή χροιά απόκοσμη / καθώς ανυψώνεται το σώμα μου / πάνω από την επιφάνεια του νερού») (σ. 74) και «ιδαλγός του ανέφικτου έρωτα» (σ. 78). Και στις δύο ενότητες ανιχνεύεται η διαρκής επιδίωξη των ποιητικών υποκειμένων να συναντηθούν και να επικοινωνήσουν. Πιο συγκεκριμένα, η σύγχρονη γυναίκα στην ενότητα Α΄φτάνει στο νησί και αναζητεί την ιέρεια Αριάδνη (σ. 11), τη συναντά πρόσκαιρα (σ. 12), και στη συνέχεια περιπλανιέται σε διάφορα μέρη, άλλοτε με την αίσθηση της απουσίας της και άλλοτε με την εντύπωση της νοερής και απόκοσμης παρουσίας της (σ. 21). Εξάλλου, στην ενότητα Γ΄ η επιδίωξη της συνάντησης και της επικοινωνίας είναι εσωτερικότερη και φαίνεται να οδηγείται σε τραγικό αδιέξοδο: φθαρμένες φωτογραφίες «από το τρωκτικό του χρόνου» (σ. 72), επώδυνη απουσία («η γυναίκα έφυγε από το κάδρο / τα ίχνη της αναζητούνται μέσα μας / υπόθεση καθαρά προσωπική») (σ. 76), τραυματική συναίσθηση του κενού («η σκιά αίφνης εγκαταλείπει / τον αταξίδευτο ταξιδιώτη») (86). Ας σημειωθεί ότι η ποιήτρια, ενώ στα πρώτα ποιήματα της ενότητας Γ’ βασίζεται στο παραμύθι “Η μικρή σειρήνα” του Άντερσεν, στη συνέχεια επιχειρεί να πλάσει τη δική της μικρή σειρήνα, υπονομεύοντας την παραμυθιακή αφήγηση, αν λάβουμε υπόψη ότι η σειρήνα της Καπλάνη αποφασίζει να ζήσει στην πόλη και όχι στον ωκεανό.

Στην ενότητα Β΄η ποιήτρια, μολονότι αφορμάται από φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου, αποφεύγει τη διπολική ποιητική αφήγηση. Το λυρικό ποιητικό εγώ άλλοτε αποδίδει τις εντυπώσεις του με χρήση του 1ου ρηματικού προσώπου (π.χ. «Κάρφωσα στο ξύλο / το σχοινάκι με τα κομμένα όνειρα / το δαχτυλίδι του Αυγούστου / το σημειωματάριο του φόβου […]» (σ. 35), άλλοτε μονολογεί (χρήση 2ου ρηματικού προσώπου: π.χ. «η σκιά σου πάντα εκεί / φορτωμένη αδικαίωτες στιγμές / προσωπεία ενοχής» (σ. 43)) και άλλες φορές επιλέγει την αποτύπωση των εντυπώσεών του με τη χρήση του 3ου ρηματικού προσώπου (π.χ. «φόβος το θεμέλιο της εξουσίας / σκορπίζει τον όλεθρο / ξηλώνει της αγάπης τα βλαστάρια / κόβει τις γλώσσες δένει πισθάγκωνα τα χέρια» (σ. 38). Βέβαια, με μεγαλύτερη συχνότητα χρησιμοποιείται στην ενότητα ο συνδυασμός της τριτοπρόσωπης ρηματικής εκφοράς με την απεύθυνση εις εαυτόν σε 2ο πρόσωπο, με δεσπόζοντα τον τόνο της συγκρατημένης και διόλου αισθηματικής λυρικής εξομολόγησης.

Εξετάζοντας, έπειτα, τους κυριότερους θεματικούς άξονες σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή, διαπιστώνουμε ότι η βασανιστική επιθυμία για συνάντηση και η μη εκπλήρωσή της κυριαρχεί στις τρεις ενότητες του βιβλίου. Γύρω από τις μορφές της Αριάδνης και της

μικρής σειρήνας και με τη χρήση συμβόλων, όπως ο λαβύρινθος, ο μίτος, το πέλαγο, συνυφαίνονται οι συνδηλώσεις της αδυναμίας για επικοινωνία, της λήθης και της φθοράς (π.χ. «[…] την είδα στο λυκόφως / μιας καλοκαιρινής μέρας / η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς μου / μου χαμογελά / στο άδειο κάδρο» (σ. 37).

Επιπλέον, με τον θεματικό άξονα της αδυναμίας για συνάντηση συνδέεται ένα κυρίαρχο γνώρισμα της ρητορικής δομής των ενοτήτων Α΄και Γ’ που είναι εκείνο του εσωτερικού μονολόγου ή διαλόγου (ανάλογα με την ερμηνευτική γραμμή που θα υιοθετήσουμε). Πιο συγκεκριμένα, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι οι διακριτές φωνές στις δύο ενότητες δεν συναντώνται και επομένως δεν διαλέγονται, παρά σε ελάχιστα σημεία. Με τη δεσπόζουσα χρήση της τεχνικής αυτής προβάλλεται η διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα, την επιθυμία και το όνειρο, το τραγικό αδιέξοδο που βιώνουν σε κάθε περίπτωση τα ποιητικά υποκείμενα (ή το υποκείμενο που μονολογεί), καθώς βρίσκονται αντιμέτωπα με την εξουσία.

Η εξουσία, είναι ένας πολύσημος θεματικός άξονας στο βιβλίο, με συνδηλώσεις όχι μόνο πολιτικές αλλά και κοσμολογικές και μεταφυσικές: «[…] φόβος το θεμέλιο της εξουσίας / (σ. 38)» ή «ζωή αναρτημένη στο αγκίστρι της εξουσίας» (σ. 60) ή, τέλος, «[…] η εξουσία του λόγου / των άλλων σε κυβερνά / αιχμάλωτη στης φενάκης / τον ολισθηρό λαβύρινθο» (σ. 63). Συχνά η εξουσία ταυτίζεται με τη μοίρα (π.χ. σ. 65) και με τη ματαιότητα των ποικίλων σχέσεων νόμιμης ή αυθαίρετης επιβολής και καθυπόταξης, σε οποιοδήποτε επίπεδο ανθρώπινης δραστηριότητας («τέφρα πυρπολημένου κάστρου η επί γης εξουσία»: σ. 75), που δεν αποκλείεται να αφορά και τους λεγόμενους πνευματικούς ανθρώπους: «λόγιοι γραφιάδες / μια διαβρωτική εξουσία / με ένδυμα αμνού» (σ. 85).

Είναι, λοιπόν, Η άγνωστη φίλη ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο, αν συνυπολογίσουμε τα πολλαπλά και παλίμψηστα σημασιολογικά, ρητορικά, υφολογικά και διακειμενικά επίπεδά του, που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν και να αναλυθούν από την πρώτη ανάγνωση. Είναι επίσης, μια συλλογή που προσφέρεται για μια δειγματική εξέταση των τροπικοτήτων της πρόσληψης του Ερωτόκριτου στη νεοελληνική ποίηση του 21ου αιώνα (για παράδειγμα, μερικές φράσεις από τη συλλογή που παραπέμπουν στον Ερωτόκριτο είναι: «ορμητήριο ανέμων / φωλιά των πελελών πουλιών»: σ. 13, «απαγγέλλει πεθυμιές / ερμητικές κι ανέγνωρες»: σ. 19, «χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη»). Πάντως, από μια δειγματοληπτική δειρεύνηση του ζητήματος αυτού, διατυπώνουμε την υπόθεση εργασίας ότι η Β. Καπλάνη, διαλέγεται σε πολλά σημεία του βιβλίου της δημιουργικά με το πιο πάνω έργο του Β. Κορνάρου και σε καμιά περίπτωση δεν αρκείται σε απλή αναφορά των διακειμένων της, αλλά τα εντάσσει με τόλμη σε νέα συμφραζόμενα, εμπλουτίζοντας έτσι τις εκφραστικές δυνατότητες του ποιητικού της λόγου. Όμως η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να διερευνηθεί διεξοδικά σε ξεχωριστή εργασία.

(*) o Λεωνίδας Γαλάζης είναι ποιητής – Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας

 

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΠΟΙΗΤΙΚΑ τευχ. 20 Δεκέμβριος 2015

Η άγνωστη φίλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2015

Αναφορά σε γυναικείες μορφές του μύθου με την προσήνεια μιας κατακτημένης οικειότητας επιχειρεί η ποιήτρια, τουλάχιστον στα ποιήματα που συνθέτουν την ποιητική, την υφολογική, τη συναισθηματική ταυτότητα της ανά χείρας συλλογής της Βικτωρίας Καπλάνη. Σε μορφές που, περιβαλλόμενες προστατευτικά από την αύρα της μυθικής τους φήμης, διατηρούνται άφθαρτες• «αντιστέκονται στων βροτών τα είδωλα» και τους διδάσκουν δρόμους αυτογνωσίας και τρόπους συνείδησης της θνητής τους μοίρας. Κάπως έτσι η Αριάδνη, ένσαρκη, περιβαλλόμενη από τον μανδύα του
χρόνου, απρόσβλητη από κάθε ενδεχόμενο φθοράς, αδιάφορη κι έξω «από κάθε εξουσίας τα διακυβεύματα», ανέγγιχτη και αλώβητη από τα πισωγυρίσματα της ιστορίας, μοιάζει να θέλει να υπενθυμίσει στην ποιήτρια τον εγκλωβισμό και την υποταγή της στους ρυθμούς μιας ζωής καταδικασμένης να κυλάει τυφλά στις ράγες της καθημερινότητας και ότι η ανθρώπινη μοίρα δεν ορίζεται και δεν προσμετράται παρά μόνο με τα μέτρα της φθοράς.
Η ποίηση και η φύση, εν προκειμένω, καλούνται και δέχονται να
διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο, συνδράμοντας το ποιητικό υποκείμενο στη νηφάλια και ελεγχόμενη προσπάθειά του να αναπροσδιοριστεί σε σχέση με τον εαυτό του και με τους άλλους, καθώς και να αντιμετωπίσει ισορροπιστικά τις εσωτερικές και τις εξωτερικές του εντάσεις. Η ποίηση αποτελεί το μοναδικό πεδίο όπου μπορεί κανείς να εμπειραθεί τρόπους κατάκτησης και άσκησης της ατομικής του ελευθερίας όπου από τη μια προσφέρονται, υπό προϋποθέσεις, τρόποι απαγκίστρωσης από τα γρανάζια μιας θορυβώδους και καθηλωτικής στο ασήμαντο καθημερινότητας και από την άλλη παρέχεται η δυνατότητα να διακρίνει κανείς την άκρη του νήματος που θα τον οδηγήσει σε αυτό που πραγματικά είναι. Η φύση εξάλλου αποτελεί το προσφορότερο στον άνθρωπο πεδίο-σκηνικό πραγμάτωσης της υπέρτατης και πάντα ενδιάθετης -ακόμα κι αν δεν εκδηλώνεται- επιθυμίας του να διδαχθεί και να επικοινωνήσει με την ουσία της ύπαρξης του και την αλήθεια των πραγμάτων και των καταστάσεων, τον συνδράμει στην κάποτε αγωνιώδη προσπάθειά του να απελευθερωθεί, έστω προσωρινά, από τις αδήριτες ανάγκες του παρόντος.
Τα σημαντικότερα ποιήματα της συλλογής συνθέτουν ένα οδοιπορικό που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιοκρατικό-φυσιολατρικό, αφού το κυρίαρχο στοιχείο είναι μια εσώστροφη, συχνά ιδιότυπης ημερολογιακής υφής, εγγραφή-καταγραφή εντυπώσεων πραγματικών ή φανταστικών περιπλανήσεων σε τοπία και τόπους πρόσφορους για την αφύπνιση κατευναστικών σκέψεων και αισθημάτων. Παράλληλα και σε δεύτερο επίπεδο, τα ίδια ποιήματα συνθέτουν το οδοιπορικό της ποιήτριας προς τον εσωτερικό της κόσμο, εκεί όπου μπορεί, εν σιωπή, να ψαύσει ψήγματα του αληθινού της προσώπου, εν σιωπή, γιατί «η σιωπή αναπαύει την πολυπραγμοσύνη της συνείδησης», γιατί αυτή, η σιωπή, είναι εντέλει η πυξίδα που οδηγεί στον ουσιαστικό λόγο και στον πραγματικό κόσμο που επιμένει να υπάρχει και να εκπέμπει αιφνίδια και αναπάντεχα σημάδια και σήματα ενδεικτικά ή επιβεβαιωτικά της ύπαρξής του. Γι’ αυτό και η ποιήτρια μοιάζει να έχει τυφλή εμπιστοσύνη σε όλα τα αιφνίδια και αναπάντεχα μηνύματα ή καλέσματα και ενδίδει ευφρόσυνα σε όλες τις πιθανότητες να συγκεκριμενοποιηθεί η διαχυμένη παντού και πάντα, ως ενδεχόμενο, ομορφιά, την οποία θεωρεί ως το μοναδικό έναυσμα, εφαλτήριο για την κατάκτηση κρυμμένων μέσα της δυνατοτήτων συχνά υπερβατικών, αφού ο δρόμος προς την υπέρβαση διαπερνά, διασχίζει τόπους και πράγματα απλά, καθημερινά, πλην όμως αιφνίδια φωτισμένα από το φως της ψυχής.
Όσο για την «άγνωστη φίλη» («-Η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς
μου», λέει κάπου) μπορεί και να είναι ο άλλος άγνωστος εαυτός που
κρύβει μέσα του ο καθένας που απαιτεί, αξιώνει, διεκδικεί τους δικούς του χαμένους χρόνους, αυτούς που έχουν χαθεί στις πτυχές του
αντικειμενικού, του ρυθμιστικού της χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθημερινότητας χρόνου. Είναι -η άγνωστη φίλη- τα συγκροτημένα σε ένα πρόσωπα που στέργουν την ποιήτρια στην αναζήτηση ερεισμάτων και εναυσμάτων ζωής, που την ωθούν στους τρόπους ενός ιδιάζοντος εσωτερικού μονολόγου – ιδιάζοντος γιατί συχνά εκτρέπεται προς τον άλλο, αναζητώντας έναν αποδέκτη, που δεν αποκλείεται να υποκαθιστά ή και να παριστάνει η ίδια, δεδομένου ότι, πλήρης μνήμης και ζωντανών μυθικών και ιστορικών αποθεμάτων, μπορεί με φυσικότητα να μετέρχεται τρόπους του εγώ, του εμείς και τανάπαλιν, καθώς «το παλαιό πηγάδι ξυπνά / ποτίζει ρυθμικά τα θεμέλια του ιδιωτικού βίου». Σε έναν κόσμο όπου αισθάνεται να «μετακινούνται διαρκώς τα σημεία αναφοράς», μονίμως βιώνοντας την «αποδιάρθρωση των συμβόλων», αφήνεται με εμπιστοσύνη στη ρύμη του λόγου, στον προφανή ή στον συγκαλυμμένο ειρμό των σκέψεων, των συναισθημάτων και των διαχυμένων στην ατμόσφαιρα νοημάτων, με την προφανή ή την τεκμαιρόμενη πρόθεση να αμβλύνει και να διαστείλει τον
αρραγή πυρήνα της υπαρξιακής της αγωνίας, αναζητώντας μέσα της
τα ίχνη της γυναίκας του κάδρου και συχνά λειτουργώντας ως εκπρόσωπος όλων των ηλικιών που ως τώρα διάνυσε – απόδειξη της πνευματικής της ωριμότητας.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s