ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ – ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΣ

ΚΕΝΤΡΟΥ[1]

Φωτ. Γιάννης Βανίδης

Ανθολόγηση του ποιητικού της έργου 

1-ΒΙΒΛΙΑ ΑΓΑΘΟΠ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930, όπου και ζει. Έχει εκδώσει ως τώρα δεκατρείς ποιητικές συλλογές, πέντε βιβλία πεζογραφίας και ένα με δοκίμια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα ευρωπαϊκές γλώσσες και διηγήματα σε γερμανικές ανθολογίες. Έχει λάβει το βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου στην ποίηση, και στο διήγημα το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Γιώργος Αράγης στα Συμπληρωματικά στοιχειά ή «Επίμετρο» στη δεύτερη έκδοση της ανθολογίας του Ανέστη Ευαγγέλου, Η Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1050-1970) γράφει για τη ποίηση της Μαρίας Αγαθοπούλου
» Όπως σωστά παρατήρησε ὁ Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στην ανθολογία του, το έργο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου χαρακτηρίζεται από αυτό που θα ‘λεγε κανείς επιγραμματικά : μεταφυσική της καθημερινότητας. Χωρίς να αγνού τη σχέση της με το παρελθόν και τα κοινωνικά προβλήματα του καιρού της, ο κύριος στόχος της είναι η σημασία, το βάρος και οι φυγές, της πεζής καθημερινής ζωής. Και τούτο χωρίς να γίνεται διανοητική ή δυσνόητη η γραφή της.»
Η ίδια σε κείμενο που διάβασε κατά την εκδήλωση πού διοργάνωσε προς τιμήν της το περιοδικό Γράμματα και τέχνες, με την ενίσχυση του Υπουργείου Πολιτισμού, στο «Σπίτι της Κύπρου» (Αθήνα), στις 4 Δεκεμβρίου 1998 είπε: «Πήγα στην ποίηση και στο ποίημα εν αγνοία μου, με τυφλά μάτια, όπως δηλαδή πηγαίνει κανείς στη ζωή. Όταν συνειδητοποίησα την παθιασμένη σχέση μου με το χαρτί και το μολύβι, τη συναναστροφή μου με ότι ονομάζουμε καλογερίστικη εξουσία, ήτανε πια πολύ αργά αυτή ή «θεία ψύχωση» να μεταστραφεί … σε μετάνοια και έκφραση συντριβής.»
Στο ίδιο κείμενο λέει ακόμα:
» Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να κοιτάζει τα γράμματα, τις λέξεις, σαν αντικείμενα πού από τη μια μεριά έχουν κάτι το αναπάντεχο (με την έννοια της δικής μου αντοχής στη σχέση μου μ’ αυτά, κάτω από μια δοκιμασία διπλή, η όποια ξεφεύγει από τον έλεγχο μου κι ακόμα από την κατανόησή μου όσον άφορα την ύπαρξη τους στη ζωή μου), κι από την άλλη μεριά έχουν μια γνωστή, σχεδόν οικεία φυσιογνωμία, γνώριμη από τότε πού ένα άλφα άσπρο στάθηκε μπροστά μου και με κοίταζε σαν καλοκάγαθο ά-λογο κι ένα ώ-μέγα θεόρατο με στόμα ολάνοιχτο, αδηφάγο, με περίμενε στη γωνία να με καταβροχθίσει. Ίσως γι’ αυτό δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω αυτή τη σχέση μου με την ανάγνωση και τη γραφή, αν δηλαδή είναι σχέση αθωότητας, ελευθερίας ή η πιο βασανιστική, η πιο δεσμευτική κατηγορία σχέσης.»

Επιχείρησα μια ανθολόγηση της ποίησης και της πεζογραφίας της Μαρίας Αγαθοπούλου ελπίζοντας να δώσω μια ολοκληρωμένη εικόνα του έργου της. Η γραφή της είναι το απόσταγμα της καθημερινότητας που κυλά μέσα στο χρόνο γεμάτο από ομορφιά και αλήθειες, μας αγγίζει, μας πλημμυρίζει και γίνεται δικό μας, η δικιά μας καθημερινή ζωή.
Συμπεριέλαβα επίσης και κείμενα που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες και παράλληλα ζήτησα από λογοτέχνες να μου δώσουν τη δικιά τους εικόνα της Μαρίας Αγαθοπούλου. Τους ευχαριστώ όλους για τη πρόθυμη ανταπόκριση και για τα πραγματικά αξιόλογα κείμενα, δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα, που μου έδωσαν.

 

 

ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ (1965)

 

Ανεπάρκεια

 

Κάθε ώρα κοιτάζω το πρόσωπο μου
Στον ειδωλολάτρη καθρέφτη μου
Τα υπάρχοντα μου συνάζω
Ωσάν φιλάργυρος
Τα ωραία εγκλήματα μου τακτοποιώ

Είμαι το χέρι των στερημένων
Ασθενική μήτρα
Περίπτωση πρόωρης πτώσεως

Κυνηγώ μια ηλιαχτίδα
Να αξιωθώ τα υπολείμματα της

 

Κρίνος και θύελλα

Μέσα μου κατοικεί μια θύελλα
Κι ένας κρίνος ανθίζει

Ακινητούν τα χέρια

Κανένας δε θα λυπηθεί
Όπως κανένας δε λυπάται το ρόδο
Που χτυπιέται απ’ το αδυσώπητο χαλάζι

Η θάλασσα όταν ενδοστρέφεται τί βλέπει;
Καραβιών συντρίμμια κρανία
Κοντά στα πολύχρωμα όστρακα
Κοντά στη κοράλλια
ατά μαργαριτάρια

 

Ανθρώπινη πολιτεία

Αύτη η πόλη μου αρέσει πολύ
Με τη διάφανη ομίχλη στη μαλλιά σου
Τη γυαλιστερή υγρασία στη μάτια σου

Απλώνω τα χέρια δεν σκοντάφτω
Σα να φοβάμαι σα να διασκεδάζω

Που είσαι που κρύβεσαι;

Εγώ δε γνώρισα σ’ άλλες πολιτείες το θαύμα
Εδώ μέσα είναι το δικό μου φως
Μου ταιριάζει σαν ένα δικό μου πορτρέτο

Δε μας χρειάζονται πολλά παράθυρα
Από ένα άνοιγμα κοιταζόμαστε
Βυθίζουμε τα χείλη στην πιο βαθιά αναμέτρηση

Κοιμήσου με το χέρι μου στο χέρι σου
Είμαι εγώ

 

Σπίτια

Πόσο παράξενα είναι τα σπίτια
Με τα διάπλατα μελαγχολικά μάτια
Αταξίδευτα καράβια φαγωμένα απ’ την αρμύρα
Τα βουητά των θαλασσινών δρόμων
Παιδικές φιγούρες στα καταστρώματα
(Στα φιλιστρίνια τα χελιδονόψαρα)
Γυναίκες γελαστές κουρασμένες στην κουζίνα
Γέροι με τα λιπόσαρκα μπράτσα στην κουπαστή
Σπίτια καράβια με τις χρωματιστές σημαίες
Κάτω απ’ τις πέτρες κάτω απ’ το χώμα
Η φουρτουνιασμένη θάλασσα ησυχάζει

 

 

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΙΩΠΗΣ (1968)

 

Περίπτωση σιωπής

Πόσο τα σπίτια ομορφαίνουν
Από πολλή μουσική
Το δικό μου σπίτι
Είναι μια βαθιά εικόνα
Φωτισμένη και βαθύσκιωτη

Αν με βγάλεις απ’ αυτή τη σιωπή μου
θα ‘μαι ένα ψάρι πεθαμένο
Έξω από τη θάλασσα πεταμένο
Και άταφο

Μέσα μου είμαι μια αλλιώτικη νύχτα
Το δέντρο το εκστατικό το δεόμενο

Πλουτίζω φτωχαίνοντας
Από λόγο και φωνή

 

Στην προκυμαία

Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι
Να κουβεντιάζεις μ’ ένα θαλασσινό όνειρο
Όταν αδειάζουν τα καφενεία κι οι δρόμοι
Όταν αδειάζουν τα καράβια και τα χέρια
Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι
Με το φώσφορο των ψαριών στα μάτια σου

Κανείς δεν υπάρχει να σε δει Στην άκρη της γέφυρας

 

Θαλασσινή πρόφαση

θάλασσα του φθινοπώρου
Με το νερένιο κρύσταλλο
Στα μάτια σου ο μυστικός καθρέφτης
Των καραβιών των ψαριών
Και του θανάτου
Στα μάτια σου
Ένας ανέφικτος έρωτας

Δυσθεώρητο βάθος
Κρύβεις ιερά μυστικά
Εκεί στο αμετακίνητο δάσος
Της αβύσσου
Τα σταυρωμένα χέρια σκεπάζεις
Με λυπημένα τραγούδια

Στις όχθες σου χρυσόψαρα
Φύκια και θαλασσινά νούφαρα
Στις όχθες σου άμμος αστέρια
Και πυκνή σιωπή

Τα ίχνη μας άσπρα

Ασπαίροντας θα φύγει η μαύρη νύχτα

 

Οργή

Κόσμε κυρίαρχε
Των λουλουδιών
Των σκουληκιών
Και των αγγέλων
Πίσω απ’ το ανοιχτό σου μάτι
Βαθαίνει όλο βαθαίνει
Το μεγάλο σπήλαιο
Των τρομερών πραγμάτων

 

Προφητικό

Κάποτε θα βρεθούμε
Στον ίδιον άξονα της ψυχής μας
Με τα πρόσωπα στραμμένα
Κατά την ανατολή του κόσμου
Όπου οι χαμένοι άγγελοι
Ασπάζονται ό ένας τον άλλο
Ανιστορώντας την περιπέτεια
Της σιωπής τους

Εκεί θ’ αγκαλιαστούμε
Ανείπωτα ωραία
Τα σώματά μας θα ‘ναι απτά
Τέλεια ύλη
Άσπρα τα χέρια μας

 

 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΕΙΣ (1971)

Μεγεθύνσεις

I

Το ποίημα που γεννιέται τη νύχτα
Είναι το φως πού βγαίνει απ’ το σκοτάδι
Το φως το ιλαρό
Πού στα κλεισμένα βλέφαρα των κοιμωμένων
Λάμπει
Στα όνειρα τους μέσα παίζει
Με τον καθρέφτη του

Το ποίημα πού γεννιέται τη νύχτα
Τα σπλάχνα μου σπαθίζει
Και με πονά

 

IV

Τις νύχτες πονούμε ανείπωτα
Πεθαίνουν οι αγαπημένοι μας
Γκρεμίζουν τα σπίτια μας
Χάνουμε τούς δρόμους
Εχθροί μας κυνηγούν

Δεν μπορούμε να τρέξουμε
Να σωθούμε

Στον ύπνο μας βασανιζόμαστε
Από άγνωστες αίτιες
Προδοσίες αιμομιξίες
Συνειδήσεις μας τρομοκρατούν

Στον ύπνο μας δε γράφουμε ποιήματα

 

IX

Όταν το χάραμα ανοίγεις το παράθυρο
Στην περιδιάβαση είμαι και σε κοιτάζω
Η θάλασσα φεύγει
Ήχους παράξενους γεμίζουν οι δρόμοι
Πράγματα αινιγματικά

Την ώρα του εσπερινού
Στο καφενείο της παραλίας
Ανταλλάσσουμε το ποίημα
Το αίμα

 

XIII

Κάθε μέρα νυχτώνει σ’ αυτή την πόλη
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα
Στους τοίχους
Από πίστη βαθιά σε όσα έζησα
Και σε όσα δεν είπα
Από πίστη βαθιά
Σε όσα είδαν τα μάτια μου

 

 

ΑΡΜΙΛΛΑΡΙΑ (1973)

 

Το ποίημα

Εδώ μακριά που μας κρατά
Και μας ριζώνει η πέτρινη εξορία
Ακόμα γράφουμε ποιήματα ωραία
Ίσως θα ‘πρεπε να μιλούμε
Τη γλώσσα των πρωτοπλάστων
Όμως εμείς ξεπερνούμε τον νόμο
Της βαρύτητας μας
Όταν έρχεται άξαφνα το ποίημα
Με τη δική του νίκη μας διαπέρνα
Απάνω μας πετά το μεγάλο κύμα
Έρχεται να στεφανώσει
Την πέτρινη εξορία
Που εδώ μακριά μας κρατά
Και μας ριζώνει

 

Αντοχή

Ήταν πολύς ο θάνατος εφέτος
Μου ξέσκισε τα μάτια
Ότι άξαφνα άκουσα
Ότι είδα
Προπάντων ότι αποσιώπησα

Πίσω απ’ αυτό το σπίτι
θα ξεπροβάλουν τάχα άγγελοι;
Πιο πέρα η πολιτεία
Που με πονάει
Που ταράζει το αίμα μου
Κι εγώ χρειάζομαι το αίμα μου
Δίχως την ταραχή του

 

Ταξίδια

Φανταστείτε τα σπίτια να ταξιδεύουν
Έστω μέσα στους δρόμους της πόλης
Έστω κατά τις όχθες των νερών
Αν όχι πάνω στις σιδηρογραμμές
Ή στη θάλασσα μέσα
Αν όχι πάνω στα σύννεφα

Φανταστείτε τα σπίτια
Φωτισμένα τρεχαντήρια
Τρένα πού σφυρίζουν στην ομίχλη
Μάτια σκοτεινά στα φιλιστρίνια
Στην κουπαστή χελιδονόψαρα
Και κάρβουνο πολύ κάρβουνο
Στα πρόσωπα των ταξιδεμένων

 

Τα πράγματα

Τα πράγματα που μέλλονται να ‘ρθουν
Τα πράγματα της ζωής μας
Δώρα της θλίψης μας είναι
«Άλαλα τα στόματα των ευσεβών
Προχωρούν μυστικά προς εμάς
Τα φωτεινά τα σκοτεινά μηνύματα
Έρχονται την καθορισμένη εποχή
Τότε πηγαίνουμε να τα συναντήσουμε
Σιωπηλοί προχωρούμε
Μπαίνουμε μέσα να πάρουμε
Τα πράγματα της ζωής μας

 

 

ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΠΟΥ ΕΙΔΑ (1975)

II

Φώναξα τον πατέρα μου
Και την μητέρα μου
Πού άξαφνα είχανε γίνει
Τα παιδιά μου
Ό πατέρας μου και γιος μου
Έφευγε με το φαγωμένο του σώμα
Πού το είδα ολόγυμνο και λυπημένο
Κι εγώ πού ήμουν όλα τα γένη
Ενός φυτού
Έσκυψα και προσκύνησα τη ρίζα μου
Πού με μιας έλαμψε άσπρο νερό
Και μου δρόσισε τα μάτια

III

Μα θα περάσουν αιώνες
Ώσπου να διηγηθώ την ιστορία μου
Πίσω στο άλλο ημισφαίριο
Θ’ ακούγονται στα χαλίκια του δρόμου
Στα χόρτα του δρόμου
Στη στάχτη του δρόμου
Τα διαφορετικά βήματά μας

XI

Για να βγω απ’ αυτό το χώμα
Καθαρίζοντας τις πέτρες και τα ξύλα
Απ’ αυτό το θολό ποτάμι
Καθαρίζοντας το πετρέλαιο απ’ τ’ απορρίμματα
Για να βγω απ’ αυτόν τον αέρα
Καθαρίζοντας το οξυγόνο απ’ τα καυσαέρια
Απ’ αυτές τις φωνές
Καθαρίζοντας τα μεγάφωνα του κόσμου
Για να βγω τέλος από την έξοδο μου
Καθαρίζοντας τη ζωή μου
Πέθανα τρεις φορές

IX

Αν και έχω δει άσπρα λουλούδια
Σε θαλασσινές πέτρες
Λουλούδια φυτρωμένα
Σε πέτρινα σπίτια
Που δεν κατοικούνται
Αν και έχω δει
Εξαίσιες μεταμορφώσεις
Της πέτρας που κυλάει στο νερό
Όλες τις ώρες της ημέρας
Και της νύχτας
Μονάχη είναι η πέτρα
Μονάχο το λουλούδι
Το νερό άδειο
Η νύχτα μαύρη

 

XIII

Κι αν είμαι ένας όμηρος ξεχασμένος
Σε μακροχρόνιες προθεσμίες
Κι αν είμαι ένα φόρεμα καθημερινό
Μέσα στο δρόμο πάνω στο κρεβάτι
Κι αν είμαι ένα όνομα πραγματικό
Μια έγχρωμη φωτογραφία
Τίποτα δεν αλλάζει
Δεν γίνομαι αλλιώτικος πεθαμένος

 

 

ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ (1978)

 

Κάθε θάνατος

Κάθε θάνατος πιο κοντά μας φέρνει
Από συνείδηση βαθιά πως λιγοστεύουμε
Πως ένας ένας χάνει τη θέση του εγκαταλείπεται
Απ’ τη ζωή των άλλων απ’ το σπίτι του
Απ’ το δικό του κάθισμα στάση του επισκέπτη
Λέμε εδώ καθόταν κάποτε ο πατέρας ο φίλος
Εκεί ο ποιητής κάτω απ’ το φως μας μιλούσε

Κάθε θάνατος πιο κοντά μας φέρνει
Τις νύχτες δε θέλω να σ’ αφήσω δε μ’ αφήνεις
Όσο κι αν σκοτεινιάζει έξω όσο κι αν βρέχει
Όσο κι αν ανταμώνουμε μέσα στον ύπνο

 

Απ’ την αρχή

Δεν μιλώ για να μιλήσω
Να πω τη λέξη πού δρόμο δεν έχει κανένα
Όπως τα παγωμένα βουνά
Πού δεν κατέβηκαν ποτέ
Σε ζεστό περιβόλι
Να σπάσουν τη σιωπή τους
Βγάζοντας αίμα από την πέτρα τους

Δέ μιλώ για να μιλήσω
Μιλώ για να μ’ ακούσεις

 

Αυτές οι πέτρες

Αυτές οι πέτρες που περπατάς
Δε σε πετροβολούν
Σε δοξάζουν
Δε σε κατρακυλούν αυτές οι πέτρες
Εσένα που έχεις το μάτι ενός Κύκλωπα
Και την καρδιά ενός Οδυσσέα

 

Το ποίημα

Όταν γεννιέται το ποίημα
Να φοβάσαι ποιητή
Να ντύνεσαι γερή πανοπλία
Τις λέξεις να υποψιάζεσαι πάντα
Μη σε χτυπήσουν
Γιατί έτσι παράφορος που γίνεσαι
Την ώρα που το ποίημα πλησιάζει
Μπορεί να μην αντιληφθείς
Πως ένας κίνδυνος σε απειλεί
Ανεμίζοντας σπαθί αστραφτερό
Στον αέρα

 

Την ώρα που μαυρίζουν τα όνειρα

Ψάχνω τη δική μου σημαία
Αυτά τα ξέθωρα κουρέλια
Κάτω απ’ τον ήλιο
Έγιναν βρόμικοι επίδεσμοι
Κόλλησαν ατό κορμί μου
Μπήκαν μέσα στα σπλάχνα μου

Ψάχνω τη δική μου σημαία
Μελετώ τη σύνθεση των χρωμάτων
Μελετώ προπάντων τη θάλασσα
Την ώρα που νυχτώνει
Και δεν ξέρω πώς να την ονομάσω
Την ώρα που μαυρίζουν όλα τα όνειρα

Δέντρο της αγάπης

Δέντρο της αγάπης
Σε φοβάμαι
Καθώς αέναα ψηλώνεις
Με καλείς με φωνές
Που δεν καταλαβαίνω
Δε θέλω να καταλάβω ίσως
Τρέμουν τα φύλλα της καρδιάς σου
Τρέμω
(Τα φύλλα σου από ρίζα σκοτεινή)
Με σφίγγεις στο σκληρό κορμί σου
Με πονείς
Μπερδεύεις τα μαλλιά μου
Μες στους πολλούς σου κλώνους
Δεν μπορώ να γλιτώσω
Από τούτη την κατακόρυφη
Έγνοια σου

 

Έχω κάτι παράθυρα

Έχω κάτι παράθυρα
Μέσα στα σπλάχνα μου
Κάτι μικρούς φεγγίτες
Τρύπες μυστικές ,
Κάθε πρωί
Σφυρίζω τη μουσική μου
Ακούω όλους τούς καθημερινούς
Συναγερμούς
Πίνω του σώματος μου
Το νερό
Έτσι δεν κινδυνεύω
Από αφυδάτωση
Τρώω τις ίδιες μου τις σάρκες
Και αναπτύσσομαι κανονικά

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΙΤΛΟΣ (1978)

 

Στροφή

Λέγαμε
Πώς έτσι θα περνούσαν τα χρόνια
Σπάζοντας σιγά σιγά το πρόσωπο μας
Αποσπώντας ένα ένα τα πολύτιμα κομμάτια
Τότε δεν είχαμε κάνει
Τη μεγάλη πρόβλεψη
Τούτη την τέλεια στροφή
Δεν είχαμε φανταστεί
Πώς θα ξυπνούσαμε άξαφνα στον εφιάλτη

 

Η απάνω πόλη

Έπαψα πια να συχνάζω
Στην κάτω πόλη
Με τις πολλές αναθυμιάσεις
Τις καφενόβιες συζητήσεις
Μάταιες συναθροίσεις
Τώρα επισκέπτομαι τακτικά
Πύργους και κάστρα
Και σπίτια μυθικά
Εκεί ένας αιωνόβιος φρουρός
Πάντα μου χαμογελά
Όταν περνώ τη μεγάλη πύλη
Κάποτε στέκομαι
Και του διαβάζω ποιήματα
Μου φαίνεται λυπημένος
Γιατί βλέπω να βγαίνουν
Απ’ τα μαλλιά του άσπρα πουλιά
Σαν στρατιώτες κουρασμένοι
Που πάνε ήσυχα να κοιμηθούν
Να ονειρευτούν το δικό τους σπίτι

 

Τρυφερότητα

Δεν είσαι ο έρωτας
Που ξεκινά στο αίμα μου
Μια νέα ροή
Σε δέχομαι σαν γνώριμη όψη
Που είχε για λίγο κρυφτεί
Κι όμως κοίτα πως τρέμουν
Τα φύλλα μου
Σα να ‘χουν βραχεί από άξαφνη
Μικρή και λιγόζωη βροχή
Λέω θα ‘ναι η καλή μου η ώρα
Καθώς αφήνω τα δάχτυλά μου
Να χαίρονται την τόση αφή
Τραγουδώντας

 

Ελιά

Που πηγαίνεις εσύ
Η πάντοτε πενθηφορούσα
Με το στιλπνό σεμνό σου ένδυμα
Με το καθαρό σου βλέμμα
Σε βλέπω να κυκλοφορείς
Σ’ όλους τους δρόμους
Με το πράσινο φως σου
Με σήματα κινδύνου
Εσύ η γλυκιά γεύση
Στο πικρό στόμα του κόσμου
Χωρίς να χειρονομείς
Χωρίς ν’ ακούγεται ή φωνή σου
Αισθάνομαι να φέρνεις
Παράξενα μηνύματα
Υποψιάζομαι
Πώς κάνεις κρυφά διαδηλώσεις
Περί ολιγάρκειας

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (1981)

 

Θαλασσινό ημερολόγιο

 

1

Όχι πως αρνιέμαι τη θάλασσα
Αλλά κάτι μου λέει
Πώς οφείλω να φοβάμαι
Ό,τι με περιβρέχει ασύστολα

 

2

Θυμάμαι το καλοκαίρι
Εκείνο το πικρό καλοκαίρι
Το σπίτι με τα παράθυρα στη θάλασσα
Το καφενείο που έγραφα ποιήματα
Το μικρό παιδί
Που έψαχνε επίμονα στην άμμο
Για ένα πεθαμένο ψάρι
Μα πιο πολύ θυμάμαι
Τη θάλασσα που δε χάρηκα
Και τώρα δεν έχω
Ούτ’ ένα ποίημα θαλασσινό

 

10

Αλλά εγώ θα σε θυμάμαι
Νερό πού σάπισες τόσο γρήγορα
Θα σε θυμάμαι
Γιατί δρόσισες κάποτε πυρετούς
Και κάποτε φλίς φλίς μ’ αποκοίμισες
Πάνω σε νερένια κρεβάτια

(Τώρα που σε βρίσκω
Σε διαφορετικό μήκος κύματος
Και σε κοιτάζω χωρίς πάθος
Με το αντιθαλασσινό μάτι μου)

Παρελθόν

Όταν ονειρεύομαι τον κήπο μας
Μια δυνατή μυρωδιά από φρέσκο χώμα
Κυκλοφορεί μες στο δωμάτιο μου

Το πρωί πού ξυπνώ
Ανοίγω όλα τα παράθυρα
Κι αρωματίζω το σπίτι
Με spray

 

Χωρίς προοπτική

Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια

Τί να αισθάνονται τάχα
Την ώρα πού νυχτώνει
Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
Χωρίς να ‘ναι κουρασμένες

Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά
Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
Γι’ αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
Έτσι πού πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
Χωρίς σχέδια και προοπτικές
Για τη νέα μέρα
Που προχωρεί απάνω τους
Αδιάφορα

 

Αποστήθιση

Κάθε νύχτα
Αποστηθίζω
Τα δύσκολα γράμματα
Της μοναξιάς
Ώσπου σιγά σιγά
Με παίρνει ό ύπνος

 

Σαν παλιά λατέρνα

Ο αντικρινός μου γείτονας
Ανεβοκατεβάζει τις τέντες
Στο μπαλκόνι του
Γυρίζει τη μανιβέλα σαν λατέρνα
Ό σκουριασμένος μεταλλικός ήχος της
Τρυπώνει στο μυαλό μου ανελέητα
Μια σκόνη καφέ σκούρα
Κάθεται πάνω στα ποιήματά μου
Και γω αισθάνομαι να παλιώνω
Ανεπανόρθωτα

 

Εκ του μακρόθεν

Εκεί
Στο βάθος του δρόμου
Βρέχει
Δε βλέπω καλά
Άλλα νομίζω πως εσύ
Δεν είσαι εκεί
Και γω δεν είμαι εκεί
Μονάχα ένα αδέσποτο σκυλί
Με μάτια ματωμένα
Από την πέτρα

 

Τα μάτια σου

Τα μάτια σου
Είναι
Σαν τσακισμένα
Μυστικά
Που τρέφονται
Απ’ τα φτωχά ελέη
Του Θεού
Κι απ’ τη δική μου
Καταφαγωμένη αγάπη

 

 

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΝΕΡΟΥ (1985)

 

Μετανάστες του εσωτερικού νερού

Τρως και πίνεις μπροστά στη θάλασσα
Καταβροχθίζεις περισπασμούς κατά κόρον
Με ακατάπαυστη πείνα και δίψα
Τρως και πίνεις χωρίς πλησμονή

Αμφίβιο ζώο μπαινοβγαίνεις τάχα αδιάφορα
Για να ξεχνάς το μεγάλο ψάρι
Το γαλάζιο θάνατο με την αστραφτερή ουρά

Πέρα «ή μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει»
Ώρες ατέλειωτες κλαίει στην άμμο κρυφά
Και συ δε μπορείς να την παρηγορήσεις:
Ελένη «σήκω επάνω και δες τον ήλιο»
Γιατί καμιά αλλαγή δε συντελείται εδώ
Παρα-θερίζεις ακόμα μια άγνωστη λύπη
Μια υγρή ως το κόκαλο απόγνωση

 

Μ’ ένα γυαλί καπνισμένο

Προκειμένου να πας στη δυσοίωνη θάλασσα
Βαθιά να κολυμπήσεις
Προκειμένου ν’ αποκτήσεις απ’ την αρχή
Το επάγγελμα του βουτηχτή και του ναυαγοσώστη
Να κινδυνέψεις πάλι για το θησαυρό και το σταυρό
Μείνε καλύτερα στην πόλη
Μ’ ένα γυαλί καπνισμένο
Σου φτάνει να βλέπεις από μακριά
Το καταποντισμένο σώμα σου
Που κανένα γλυκό κι αρμυρό νερό
Δεν θα το σηκώσει πια επάνω

 

Το ξαφνικό

Ό,τι φοβόμουν ήρθε πάλι μ’ ανοιγμένο στόμα
Και δεν είχα δώρα ακριβά να το ευμενίσω
Ούτε ξόρκια το έπιαναν

Αστείο θα ήταν να τολμούσα
Να του γυρίσω με περιφρόνηση την πλάτη
Γελώντας γοερά να το ξεγελάσω

Εύστροφα λοιπόν και εν ριπή οφθαλμού
Έλυσε την τρωτή ζώνη μου
Επιτήδεια μ’ έριξε πάνω στην άμμο
Κυλιστήκαμε στην πιο δίκαιη
Στην πιο θανατερή αναμέτρηση

Κανείς δεν μας είδε δεν μας άκουσε
Λίγο πιο κει τραγουδούσαν και χόρευαν
Με γλυκές φυσαρμόνικες
Οι αναίμακτοι

 

Θαλασσινό άλλοθι

1

Για μια αναπαράσταση ζωής
Μ’ έσυραν ως αυτό το καλοκαίρι
Με πέταξαν στην άμμο σαν μαλάκιο
Με ξέρανε ο ήλιος τους καλά
Τώρα τα δροσερά μου έργα
Ναυάγια γοερά μιας λεπτομέρειας
Που πάντα θα διαφεύγει των κυμάτων

 

3

Κάτι έψαχνε πάντα τη νύχτα
Μέσα στην άμμο σκόνη
Ξύλα ξόανα κοχύλια κουφά
Δίχως πνευστά κρουστά τραγούδια
Κάτι έψαχνε μες στη θαλάσσια ερημιά
Ξεχνούσε τα γυαλιά του στο νερό
Μπροστά σε ξένα βλέμματα
Έχανε τα χέρια τα μάτια του
Δεν είμαι εγώ εκείνος έλεγε
Μη με κοιτάτε

 

6

Κανείς πια δεν την αναζητάει εκεί
Κάθε πρωί σηκώνεται μ’ ένα κύμα βαρύ
Ανοίγει μια τρύπα προς τη θέα του δρόμου
Βλέπει να μην έρχεται κανείς
Τις νύχτες κάτι χτυπά υπόκωφα
Κάποιος κάνει να τρίζουν οι σάπιοι αρμοί
Σκέλεθρα της νεκρής αρμονίας ο ήχος
Στοιχειωμένος αέρας που κάθεται
Πάνω στο κρύο στήθος της
Και μιλάει μονότονα
Μ’ ένα άδειο στόμα

 

Άνοιξη

Γιατί και γω να μη μπορώ να γράψω
Ένα ποίημα τρυφερό
Σήμερα πού είναι τόσο ευήλιος ο καιρός

Προσπαθώ

Ακουμπώ στο ηλιόλουστο κάγκελο
Και ρεμβάζω

«Ω γλυκύ μου έαρ»
Κι αρχίζει να βρέχει πολύ

(Μητέρα δεν έρχεσαι στο σπίτι;)

Τραβώ τις κουρτίνες ως το λαιμό
Κι όλο: ενθάδε κείται
Ενθάδε κείται η Άνοιξη
«Γλυκύτατο μου τέκνο»
Νεκρό

 

 

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (1993)

 

Αυγουστιάτικο φεγγάρι

 

α

Φεγγάρι σπλαχνικό
Σκαρφαλωμένο σε μισόκλειστα παράθυρα
Όταν κοιτάζεις συγγενείς και φίλους
Να ξενυχτάνε τους νεκρούς τους
Την εξοικείωση βοηθάς
Ζώντων τε και τεθνεώτων

 

β

Είναι πολύ άσπρο το σπίτι
Στην οροφή μια τρύπα εκτυφλωτική
Πάνω στο πρόσωπο σου στάζει ένα φεγγάρι
Κινδυνεύεις από φως και δεν το ξέρεις

 

γ

Νύχτα ώρα τι χρειάζεται τόσο φως
Έλα καλό σκοτάδι να ξεκουράσω τις πράξεις μου
Αθέατη επιτέλους να κλάψω τους νεκρούς μου
Αυτός ο μήνας με βασάνισε πολύ
Σα να παρέτεινε τη γύμνια μου στους ξένους

 

δ

Νύχτα θλιμμένη τραβεστί
Πετάς τα ψεύτικα ρούχα της μέρας

 

Φωτογραφία η ποίηση

στην Κ. Δ.

Έρχεται και ξανάρχεται η ποίηση
Δωρίζεται «αίφνης» —Έστω
Σε μια δικαιοσύνη ανυπεράσπιστη

Μου έστειλε και τη φωτογραφία της
Σα να ποζάρει η ποίηση στο χάος:
Πρόσωπο φωτεινό να εμφανίζεται
Μέσα από μαύρο ένδυμα —κλειστό

Στη σκοτεινή των ήμερων διάρκεια
Τα μάτια της κοιτάγματα κι οράματα
Βλέψεις και βλέμματα προθέσεως καλής

Χαμόγελο αγνώστου προελεύσεως ή
Μια μικρή επανάσταση: θα φύγω
Στο οριστικό: μένω και σαπίζω εδώ

Πάντως το όλον της πηγαίνει μακριά ήδη
Σωτήρια χαλάρωση σαν «αχ» του σώματος
Όταν πετάει σουτιέν κορσέ ή τα στενά παπούτσια

Αυτά τα λίγα για της ποίησης τη λήψη:
Απλώς το φως πού γράφτηκε
Με φόντο το σκοτάδι

 

Μάθημα προσωπογραφίας

Υπόνοια του προσώπου στην αρχή
Μόλις να διακρίνεται ό πόνος
Έναν τόνο απαλό στις παρειές
Κάλυψη —τεχνηέντως— μιας πληγής
Με αφορμισμένης τύψης υλικό
Βάλε κάτι σαν ροζ για τη νεότητα
Πού πάντα υπολανθάνει
Στη θέση των χειλιών το σάπιο μήλο
Μόλις να δείχνει το νεκρό χαμόγελο

Στα μάτια
Βάλε ένα χρώμα εκτυφλωτικό
Ώστε να κρύβει και το ελάχιστο έρεβος

 

Νανούρισμα

Κοιμήσου τώρα
Έχεις ανάγκη από όνειρο
Θα έρθει από την πίσω πόρτα
Νυχοπατώντας όπως παλιά
Εσύ μη βγάλεις άχνα
Ξέρει εκείνο —όνειρο είναι—
Μες στα ζεστά σεντόνια θα χωθεί
Εσύ κοιμήσου μόνο
Εκείνο ξέρει να φερθεί —όνειρο είναι

 

 

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΑ [1965-1995] (2001)

ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

 

Το ποτήρι

Ένα ποτήρι δεν είναι απλώς ένα ποτήρι

Καθώς την ασπιρίνη πίνεις
Το κρασί ή το φάρμακο
Τα χείλη σου ακουμπούν στην άκρη
Μιας μικρής αβύσσου

Στον πυθμένα της σαπίζει η σιωπή

Γύρνα το ποτήρι ανάποδα ή σπάσ’ το
Έτσι κι αλλιώς γυαλιά καρφιά μαζεύεις
Αισθήματα κι αγάπες του γλυκού νερού
Και στον αιώνα τον άπαντα διψάς

 

Μνήμη

Όσο βραδιάζει θυμάμαι πιο πολύ
Μηρυκάζω αγουρίδες κυδώνι στυφό

Σε τρυφερό κλαδί κρεμάω τη ζακέτα
Αρνάκι της αυλής στο σίδερο δεμένο

Χιόνια και χιόνια περασμένα
Λευκά εικονίσματα του κήπου

Η Ευτυχία μας έψηνε συχνά
Έναν καφέ παρηγοριάς

 

Οικοδόμοι

Από τις τάξεις των αγγέλων
Προέρχονται οι οικοδόμοι
Άγγελοι μελαψοί
Ανεβοκατεβαίνουν τις σιδερένιες κλίμακες
Κι αντί για τα ωσαννά
Τραγούδια λαϊκά τραγουδανε
Χωρίς σουραύλια και βιολιά

Αυτοί οι άγγελοι
Οικοδομούν για τον κύριό τους
Και δεν εκπίπτουν βέβαια
Ποτέ του παραδείσου
Μόνο που πέφτουν άξαφνα
Απ’ το γιαπί —χωρίς φτερά—
Τσακίζουνε στη γη το αγγελικό κορμί τους

 

Στο παράθυρο

Μια γυναίκα στο παράθυρο
Είναι μια όαση τρυφερή
Στης ασφάλτου την έρημο

Δε μπορείς ν’ αγγίξεις τη μορφή της
Είσαι ήδη μέσα στο πρόσωπο της

Μια γυναίκα στο παράθυρο
Δεν αποσύρεται νωρίς στα ενδότερα
Ούτε βιάζεται να κλείσει τις κουρτίνες
Μένει ακίνητη εκεί σου χαρίζεται ολόκληρη
Ώσπου να νυχτώσει και να χαθεί
Μέσα στο μαύρο της κάδρο

 

Μοναχά ένα όνειρο

Έστρωσα και ξέστρωσα
Κι ο ύπνος δε με πήρε
Μονάχα ένα όνειρο
Με πήρε και με σήκωσε
Και τρόμαξα εκεί ψηλά

 

Ένα δικό μου απόγευμα

Αν βρω ένα δικό μου απόγευμα
Θα πάρω τα γεράνια μου αγκαλιά
Θα βγάλω βόλτα τη μητέρα μου
Θα την κεράσω παγωτό
Θα γράψω γράμματα σε φίλους ξεχασμένους
Θα ψάξω για παλιές φωτογραφίες
Να δω το πρόσωπο σου πριν από το χαλασμό

 

Κυριακή

Δε θέλω να τη δω στα μάτια αύτη την ξιπασμένη μέρα
Απ’ το παράθυρο κόλπα πολλά και σχέδια μου κάνει
Μου ρίχνει βλέμματα αινιγματικά
Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα σκοτεινά
Και πέφτω απ’ την αρχή να κοιμηθώ
Άξαφνα με τραβάει από τα πόδια η τρελή
Βάζει αναμμένα κάρβουνα στις χούφτες μου
Μου φέρνει έναν καθρέφτη μαγικό
Κι ένα βιολί κάτω απ’ τη γλώσσα μου να παίζει
Με ποιο δικαίωμα;
Αν είχα γω ένα κάρβουνο αναμμένο
Έναν καθρέφτη μαγικό
Ένα βιολί κάτω απ’ τη γλώσσα μου να παίζει
Θα πήγαινα χαρά Θεού να κοιμηθώ;

 

ΠΕΝΤΕ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Βαθιά καρδιά

Λόγια των ήμερων μου ακατάληπτα
Γυμνές προθέσεις ενός καλοκαιριού
Πού δεν ήταν ποτέ δικό μου

Κατηφορίζουν τα νερά τ’ ουρανού
Με μια πικρή ελευθερία
Η προδοσία διογκώνεται στις όχθες
Βουτάω στ’ όνειρό μου με μισό κορμί

Μια μνήμη έχω ανυπέρβλητη ομορφιά
Όπως ατούς τάφους σε φωτογραφίες κλειστές
Πίσω απ’ το θολό τζάμι —θαλάμι παγερό—
Κόρες εκπάγλου καλλονής
Με εξαίσια μαλλιά καθρέφτες λάγνοι
Μέτωπα απαστράπτοντα φιλιά ανυπότακτα
Από φρυγμένες γλώσσες με ήχους σιωπής

Μνήμη νερού νεκρού από φυτό παράφορο
Εκεί όπου μπορώ να παίξω ή να πεθάνω στ’ αλήθεια

Η βαθιά καρδιά δεν ζητάει παρηγοριά

 

Των εγκαυμάτων

Λούζομαι ντύνομαι ποδήνομαι
Είναι εγγύς το σπαθί της Θεάς
Κόβει κεφάλια φιδιών γουρουνιών σερπετών
Από τα δέντρα μια μουσική κατεβαίνει
Πρασινωπή μουσική σαν ραδίκι γλυκό
Μπρόκολο βλήτο ζοχιό σγουρό
Ανάβρυσμα από λάγνα βροχή χορός τρελός
Στροβιλίζει ρημάζει τα σκουλήκια — εις το σκότος
Πάνω στο κεφάλι μου στάζει μια ζέστα
Χρωματιστή απαστράπτουσα περιπαιχτική
Για μένα είναι καθαρή πού έζησα
Στην εντέλεια μιας καύσης κρυφής
Από κάρβουνο κατακόκκινο — θεϊκή τιμωρία
Μασιά καμένη τσιμπιδάκι πυρωμένο μες στα μαλλιά μου
Στην ανατολή ετοιμάζεται ράβεται η εσθήτα της
Έρχεται η Θεά γλαυκή επιθυμητή
Λυγίζει το χρυσό ραβδί της
Μες στη φωτιά της υπομονής μου
Και των εγκαυμάτων τη μνήμη παρηγορεί

 

Μαγική εικόνα

Σήμερα Δευτέρα βγήκα στην περιδιάβαση
Όλα έχουν πλυθεί σ’ ένα λουτρό πού Σάββατο δεν έχει
Την Κυριακή αγιάστηκαν μυρώθηκαν οι δρόμοι
Κάηκαν δέντρα μπήκαν άλλα στη θέση τους
Αν έστριβες τώρα απ’ την αριστερή γωνιά
Θα πίναμε έναν καφέ —μια δροσερή ματιά μας πέφτει
Αυτό το τραπεζάκι έχει ένα χρώμα στρογγυλό
(Γιατί έτρεμε το χέρι σου τι έβλεπες και χλόμιαζες)
Το φλιτζάνι μου έχει μια επιδέξια λαβή
Με βοηθάει να δω στο βάθος του πυθμένα
Ένα πουλί ακίνητο στην πηχτή λάσπη
Ένα φτερό φέγγει λευκό κι ευθύς αλλάζει πλεύση
Βγάζω τα σκούρα μου γυαλιά κι εσύ το ‘χεις σκάσει
Πάτησες γκάζι μες σ’ ένα σύννεφο από MARLBORO
Τί γελοία που είναι τα καινούργια μου παπούτσια
Κι ή τσάντα μου μια μαύρη κρεμασμένη στο ικρίωμα του δρόμου

 

Για να’ ναι  πλήρης η καταστροφή

Τελικά
Όλα τα θυσιάζει κανείς
Και τί αφήνει για τον εαυτό του
Μια στάλα βλέμματα ζεστά

Έξω από την πόρτα
Κοιμούνται τα αδέσποτα
Δεν πρόκειται να χαρίσουν στο σύμπαν
Παρά ένα γάβ κραυγαλέο ακόμα

Κουρνιάζεις κάτω απ’ τα βυζιά μου
Με μάτια κλειστά κι όλα τα βλέπεις

Δεν σηκώνω πια αυτά τα σκοτωμένα σώματα
Στο βάθος της παλάμης ένα καρφί
Μην κρέμας ούτε ένα αχ
Θα εξατμισθεί
Όπως τα δάκρυα σε πυρετώδη μάγουλα
Σαράντα συν ένα και ων ουκ εστίν αριθμός
Όπως και για τα φιλιά που σαν χιλιάδες εκατόμφυλλα
Μαράθηκαν πάνω στα χείλη σου

Εν μια νυκτί
Που κρατάει ακόμα

 

Ταξίδια

Μέσα είναι κρυμμένο το χέρι — δεν χαιρετάει
Το μαχαίρι θυσία στα πικρά λόγια πού θα πούμε
Για το χατίρι σου άνθισαν πρωί πρωί τα φύλλα
Τα μήλα κατόπι — είναι πολύ νωρίς για τον καρπό

Ακόμα ένα σφύριγμα κι ίσως το βλέμμα
Πάρει φωτιά απ’ το ίδιο του το θάμπος
Και προδοθεί ο σουγιάς στο τρυφερό κλαδί

Χτυπάει με το σφυρί του ο επόπτης
Σπάζουν τα σιδερένια πέδιλα του τρένου
Μες ατούς καπνούς γκρεμίζονται ταξίδια και νερά
Κάρβουνο ή φρυγανιά — πάει το κρίτσι κρίτσι
Αστεία που είναι η πρωινή μάχη
Κάτω απ’ τη γέφυρα ποτάμι ερημικό
Πλέει ανάσκελα το φανάρι του οδοιπόρου
Τυφλώνει τη νέα βροχή ό κουρνιαχτός

Μια λέξη από φασκόμηλο ευωδιάζει
Ορμάει ο πεινασμένος λύκος στο ψαχνό
Ο αμνός καβάλα στο σβέρκο του σφαγέα
Κι ένα αεράκι να ξεγελάει να τον φιλάει
Στο στόμα πού δεν έχει γυρισμό 

 

 

ΣΑΛΚΙΜ (2001)

 

Σαλκίμ

Δεν πήγε να δει όταν χτίζονταν το σπίτι
Ήταν μια πεθαμένη -πού θα κατοικούσε-
Έπρεπε να το είχε επισκεφθεί προτού
Ο εργολάβος σαθρά θεμέλια να ‘χει στεριώσει

Τι πόρτες τι παράθυρα τι φεγγίτες
Φυσούσαν το χώμα απ’ τα μαλλιά της
Σαν Ευμενίδες που για χάρη της τραγουδούσαν
«Έτσι είν’ η ζωή μικρό μου πάντα έτσι είν’ η ζωή»

Από την οροφή χρόνια έπεφτε πολύ τσιμέντο
Την έχτιζε βαθιά στου υμέναιου τον τάφο
Ενώ εκείνο το σαλκίμι σικλαμέν
Για κείνη χύνονταν απάνω στη βεράντα
Το άρωμά του ως το κρεβάτι της εισχωρούσε
Σε πλήρη οργασμό – θανάσιμο

 

Όπου πάει το φως

Όταν σε παίρνω π ιό κοντά στα μάτια μου
Όπως ο μύωπας μπακάλης το τεφτέρι του
Το μολυβάκι μου σαλιώνω και ξαπλώνω
Πάνω στα λόγια που μου στρώνει ο καθρέφτης σου
Ο ψεύτης σου ο αληθινός σου Ο τυφλός μου
Φόβος μη σπάσεις σαν το κρύσταλλο μη
Λιώσεις σαν ασήμι με χτυπάει κατάστηθα
Ψάχνω ένα σίδερο δεσμό για ένα αιώνα
Κι από τη μαύρη λασπουριά βγάζω μια λάμψη
Μες στο μικρό μου φαναράκι κελαϊδάει
Κι όπου πάει το φώς όπου πάει

 

Απόγευμα προς το βράδυ

Θα κατέβει πολύς καημός απόψε
Στη βόλτα θα λένε μύθους για σένα
Βαγές στο μπαλκόνι σου σαν μια υπόσχεση
Κι εγώ θ’ αντλήσω χίλια φιλιά
Για τη γειτονιά πού σε λαχταράει

Πέφτει ο ουρανός σαν χαλασμένο υπόστεγο
Κίτρινη ή όψη σου
Συλλογισμένο το σκυλί
Η μουσική μέχρι θανάτου

Έ συ ρακοσυλλέκτη
Έχω ένα άχρηστο στρώμα
(Πάρε και το σώμα μου)

Έρχεσαι ή φεύγεις;
Σκοτεινιάζει και δε βλέπω
Το πρόσωπο σου με νοιάζει
Σε ακουμπάνε τα χείλη μου και κλαις

Μαυρίζει ο κήπος σβήνουν τα φώτα
Θα έρθει η ώρα που θα κοιμηθούμε
Θα ‘ναι ωραία άλλα θα το νιώθουμε εμείς;

 

Να έρχεσαι με χάδια

Όσο με τον καιρό κυλάει ο ποταμός
Τα δάκρυα οι σταγόνες της βροχής
Νερό είναι πιες και νίψου τον πόθο
Της υπομονής

Η ομορφιά αργεί

Ανοίγω την κρήνη μου έλα κρυφά
Αρώματα χώματα μες στο δωμάτιο
Δεν κοιμάμαι
Σκαλίζω με φωτιά την τέφρα
Το σκυλί μου υπακούει στη σιωπή
Η εγκαρτέρηση δείχνει τα δόντια της
Στο βάθος αποσύρεται της αστραπής το δέρμα
Το νερό πλένει το φως στα παράθυρα
Ό,τι και να γίνει εσύ να έρχεσαι με χάδια
Αλλιώς σηκώνουν δυό μαζί την πέτρα

 

Ξένη επέμβαση

Όλες οι λέξεις έχουν ένα φαρμάκι γλυκό
Αντίδοτο στην παρενέργεια της αγάπης που σκοτώνει
Όταν ανοίγεις το κουτί με τα χαπάκια
Χαπ χαπ πάνω στο τραπέζι χορεύουν αστεία
Κόκκινα διαβολάκια κουρδίζουν το γραμμόφωνο
«Είναι μεσάνυχτα κι όλη ή φύσις ησυχάζει» λέει το χαζό
Ο τροχός γυρίζει κι ακονίζει μαχαίρια και ψαλίδια
Στα χειρουργεία μια λάμπα θυέλλης οδηγεί τούς σαμαρείτες
Όταν άνοιξες τα μάτια σου είχαν γεράσει οι λέξεις
Κι ώσπου να πεις νερό πιτσίλισε το ρο την μπλούζα του γιατρού

Γλύτωσες πάλι γλύτωσες από μια δόση θανάτου
Εδώ δεν ξέρουμε τί ποιείται τί συντελείται
Ποιές επεμβάσεις χρειάζεσαι ποιά μέσα
Για να γυρίσεις στο σπίτι σου σώος και ευλαβής
Ιδού λοιπόν το νερό ιδού τα χαπάκια
Σαν τα λόγια είναι τα φάρμακα σώζουν ζωές
Και της ζωής τα όνειρα σκοτώνουν

 

Δεν θυμάμαι να πέρασα μια νύχτα δίχως όνειρο

Η δυσαρέσκεια της ψυχής
Είναι ένας λόγος να πέσεις στο κρεβάτι σου
Έχει ένα γήπεδο ανθισμένο εκεί
Τούμπες τα μαξιλάρια αργά ν’ ανέβεις
Έπειτα να κατρακυλήσεις ως τη θάλασσα
Κι ας βρέξει κι ας χιονίσει τη νύχτα
Ας ασπρίσει το στόμα σου απ το φόβο

Έχει ένα μαύρο λύκο το κρεβάτι σου

Ως το πρωί ως το άλλο πρωί
Βγάζει ο καημός μιαν άλλη μέρα
Δένεις το λύκο στο κάγκελο
Δένεις τα κορδόνια των παπουτσιών σου
Όλο κοιτάζεις πίσω τί απεικόνισε το χτες
Ποιός άνοιξε την πόρτα και σκότωσε τον άγιο
Σε ποιούς φτωχούς μοιράστηκε το στάρι

Η δυσαρέσκεια της ψυχής
Σηκώνει κεφάλι σαν το σάλιαγκο
Μπαίνει κρυφά στο μπαούλο σου
Κι αφήνει στα λευκά σεντόνια
Τα μαύρα απορρίμματα του

 

Ποιος δρόμος φτάνει στα υγρά παιχνίδια

Ο δρόμος προς τα ποτάμια και τις θάλασσες
Έχει ένα θρίαμβο μοναχικό
Σκαμμένος μέχρι αίματος —φλέβες ανοιγμένες
Κι εκείνες οι βροχές εμπόδια ανυπέρβλητα
Στην υγρή αναζήτηση για τις περιπτύξεις του

Πού πηγαίνει αυτός ο νυχτωμένος
Λαμνοκόπος του έρωτα κι ακόμα εδώ
Μες στην καταστροφή
Σηκώνει κεφάλι ο αμετανόητος

Ποιός δρόμος φτάνει στα υγρά παιχνίδια
Με φλις φλις δεν ξεγελιέται ή καρδιά
Του κορμιού μια δυσαρέσκεια βαθιά επιμένει

Τι πουλί τι φίδι
Στη στροφή του δρόμου φαρμακώνει η κούραση
Κι αυτός βλέπει θάλασσες και ποτάμια
Επειδή γυαλίζει ό δρόμος έρημος

 

 

ΣΕΝΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ (2006)

 

Σεντόνια της αγρυπνίας

Μ’ αρέσει ν’ απλώνω τα ρούχα στο σκοινί
Εδώ τα μικρά εκεί τα μεγάλα σώματα
Ασήκωτα ανομήματα ζωής χαρισάμενης
Λευκά συντρίμμια στη στρόφιγγα στο ατσάλι
Στο γίγνεσθαι του αίματος σαν ψέμα πορφυρό
Εσώρουχα μεταξωτά σεντόνια της αγρύπνιας
Νερά φανταστικής βροχής τόξα ουράνιας μνήμης

Ας έρθει ένας ήλιος να τα λάμψει μυστικά
Ας έρθει ένα φεγγάρι να τα φέξει ολόγυμνα
Γένοιτο το θέλημα του καιρού κι ας χειμωνιάζει
Κι ένα αεράκι καλός οιωνός να στεγνώσει
Τα δάκρυα της νύχτας τ’ αλμυρά φιλιά

 

Διάρκεια

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
Ένα νερό στο πλάι του δροσιά μες στη φωτιά του
Γάργαρο φως που πάει στο χώμα αστράφτοντας
Γυμνός να πλένεται στο μύρο στο άγιασμα
Γυμνός τυφλός να λέει την προσευχή του στ’ άγρια δάση

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα
Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του
Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου

 

Αγρύπνια

Τί άλλο να επιθυμήσω από ένα ουράνιο κομπρεσέρ
Ν’ ανοίξει τρύπα αβυθομέτρητη
Στον πετρωμένο κήπο μου
Ρίζα κρυμμένη χρόνια βυθισμένη
Νεύρα υπόγεια σκοτεινά
Τέρατα φίδια φαρμακερά
Κοιμούνται σαν αθώα περιστέρια

Είδα στον ύπνο μου πώς τρελαίνονται εκεί τα σκουλήκια
Πώς ξενυχτούν άγγελοι με βραχνιασμένα ωσαννά
Πώς σέρνονται πηχτά νερά
Προς τα άνθη της δυσοσμίας πού τα γέννησε

Τί να επιθυμήσω άλλο από μια πηγή μυροβλήτισσα
Όπου τα μάτια μου να πλένω το πρωί
Κάθε πρωί πού σηκώνομαι απ’ το θάνατο
Και δεν ξέρω πόσο ψωμί πόσο νερό μου ανήκει
Πόση φωνή μου απόμεινε για το αινεσάτω τον Κύριο

 

Χρόνος

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ατό σπίτι του
Μια γριά ζαρωμένη μητέρα
Στην αγκαλιά της γίνεται αιώνιος νοικοκύρης
Στα σβησμένα μάτια της λατρεύει το φως του
Από το μαρασμό της αναθρώσκει η αγία νεότης
Ο καρπός στα χέρια της λάμπει κοφτερά
Τα φυτά απ’ τα κρεμασμένα σάλια της φυτρώνουν
Και το ξεδοντιασμένο στόμα της ψάλλει το εν υψίστοις.

 

Στο δρόμο

Ν’ αφήσω τα δικά μου εδώ τα ατέρμονα
Να πάω εκεί που η τέρψη ενός μύθου μ’ έχει ξεγελάσει
Ίσως χαρώ την πλάνη πού έρχεται κρυφά κι αθόρυβα
Σαν μια πλανεύτρα μουσική κι ίσως μια νέα περιπλάνηση
Ν’ αφήσει την αφή της πιο θλιμμένη πάνω στο κορμί μου
Τί νομίζεις είναι η μέθη μιας απόγνωσης
Και πού ωριμάζει ένα σκυλί παρά στο δρόμο
Κι όχι στη θαλπωρή της ευσπλαχνίας
Εκεί στο δρόμο πεθαίνει μέσα σ’ ένα ουράνιο βλέμμα
Πού κανείς δεν προλαβαίνει ποτέ να δει

 

Δεν έρχεται ένα ξημέρωμα

Κρυώνει όποιος τη νύχτα ονειρεύεται πουλιά
Κόκκινα πουλιά σκοτωμένα στο προσκεφάλι του

Είναι ένα κρύο σώμα

Θέλεις να το πετάξεις απ’ το κρεβάτι σου
Το σπρώχνεις πέρα το γκρεμίζεις κάτω
Με τα μάτια κλειστά μες στο σκοτάδι

Όμως εκείνο τρυπώνει στο ρολόι σου
Φοράει τα γυαλιά σου
Και με τα νύχια τα μαλλιά σου ξεριζώνει

Δεν έρχεται ποτέ ένα ξημέρωμα ένα νεράκι δροσερό
Με πλεύση το κορμί σου
Να πλύνει το σώμα του νεκρού τα μάτια να του κλείσει
Και σε μιαν άκρη της καρδιάς να ρίξει κρασί και μέλι

 

Έρημος έρωτας

Μακρές αγαπημένες καταθλίψεις
Έκπτωτες αγιότητες
Σατανική μελαγχολία της αγάπης
Ο έρημος έρωτας τυμβωρυχούμενος
Δεν λέει να κλείσει το παλαβό του μάτι

 

Πετάει πετάει ο ποδηλάτης

Πατάει πεντάλι ο νεαρός
Ήλιοι φεγγάρια πίσω του τον γαβγίζουν
Λαμπερό κατρακύλι ο μπαγάσας
Και μέριασε πέτρα νά διαβώ
Κυλούν τρελά οι ακτίνες τυφλώνουν τα πέριξ
Οι τυφλοί τον βλέπουν οι έρμοι
Τον ακούνε οι κουφοί το μάγκα
Ντρίν ντρίν μέριασε κόσμε σου έρχομαι
Σκορπάει τη σκόνη απ’ το μαύρο σύννεφο
Ο μέγας ποδηλάτης στον ίλιγγο μετράει — χα
Ζήτω χαρές και να βρέχει του κερατά
Σούζα το φίδι το άλογο
Σούζα το δέντρο ο περιπτεράς

Πού σκόνταψε άξαφνα ό θρίαμβος
Πώς γλίστρησε το πέδιλο στα νερά
Στην έρημη πλατεία μια σιωπή γυαλιστερή
Τέρμα τα κόλπα οι επιδείξεις θαυματοποιέ
Τέρμα τα δίφραγκα μεγάλε
Αύριο χειρουργείο συνεργείο αύριο τίποτε

 

Ω μελιχρά μεσημέρια

Κάθε βράδυ ετοιμάζουν
Το μυστικό τους δείπνο
Μοιράζουν το ψωμί
Μοιράζουν το κρασί
Καθένας έχει το μαχαίρι του

Πάντα υπάρχει ένα πρωί
Να το σκάσουν οριστικά
Από την μπόχα της κουζίνας
Αλλά ένας άγγελος χαζός
Στρώνει ξεστρώνει το τραπέζι
Κι ένα φιλί στο μέτωπο τους
Θα ήταν αρκετό ν’ αγιάσουν

Σβησμένη πού έχουν τη ματιά τους
Όταν είναι πολύ κόκκινα τα φρούτα — λάμπουν
Πολύ πράσινη η σαλάτα — φέγγει
Όταν με τον καιρό σκουριάζουν
Τα γυαλιστερά μαχαίρια
Και τα μελιχρά μεσημέρια λιγοστεύουν

 

 

Για το ποιητικό έργο της Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου έγραψαν:

 

Ζωή Σαμαρά

Η άλλη όψη του ποιήματος

Πάντα θαύμαζα τον δοκιμιακό λόγο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, πάντα ήθελα να γράψω γι’ αυτόν και όλο κάτι επείγον παρεμβαλλόταν ανάμεσα σ’ εμένα και την επιθυμία μου. Ήξερα ότι οποιοδήποτε σημείωμά μου για το έργο της θα ήταν ένας ύμνος στη σπίθα που κρύβει μέσα του κάθε πηγαίος λογοτέχνης και τον βοηθά να γνωρίσει σε βάθος πράγματα που δεν διδάχθηκε, όπως είναι, στην περίπτωση της Κέντρου, η τέχνη του δοκιμίου.
Η ποίησή της γράφεται μόνη της, ρέει από τα βάθη του είναι της. Η ποιήτρια αντλεί το υλικό της από την ψυχή της, τα βιώματά της, την κοινωνία στην οποία ανήκει. Αντιθέτως, για να γράψει δοκίμιο, πρέπει πρώτα να διαβάσει, κυρίως ποίηση. Για τη Ζωή Καρέλλη γράφει, συμπεριλαμβάνοντας τον εαυτό της σε ένα «εμείς» που τοποθετεί στην άλλη όχθη της γραφής, όπου δεν συναντάμε τους ποιητές αλλά τους αναγνώστες τους:
Η απόπειρα να μιλήσουμε εμείς μετά τον ποιητή και το ποίημα, να
ορίσουμε με λόγια λογικά το ήδη συντελεσμένο από τον εαυτό του,
δεν αφορμάται παρά από μια ακατανίκητη έλξη που ασκεί μέσα μας το
ορισμένο ποίημα […], από ένα αίσθημα του ποιήματος, διαχρονικό […], που με τη σειρά του περιμένει την έκφρασή μας.

Η λέξη «απόπειρα» στην αρχή του δοκιμίου δείχνει πόσο αβέβαιο είναι το αποτέλεσμα της ανάγνωσης του ποιήματος. Κάθε σχόλιο για ένα ποίημα είναι ατελές και εφήμερο, μένει πάντα στο χώρο της προσπάθειας και βρίσκεται σε αντιδιαστολή με το ποίημα, που είναι ολοκληρωμένο, τέλειο. Ή μήπως δεν είναι; Και αν είναι, τότε γιατί το ποίημα «περιμένει την έκφρασή μας»; Αυτή η ατελής γραφή που εγκαθίσταται στο χώρο της προσπάθειας είναι η άλλη όψη της γραφής του ποιήματος, αυτή που ανα-γιγνώσκει, γνωρίζει εκ νέου, το ποίημα, το συμπληρώνει, επιβεβαιώνοντας την ατελεύτητη διάρκειά του. Ίσως το ποίημα θα ήταν ανασφαλές ή και θνησιγενές χωρίς την ανάγνωση, καθώς, άπιστη Πηνελόπη –πιστή στον Οδυσσέα και όχι στον εαυτό της– το ποίημα περιμένει την ανάγνωση για να ολοκληρωθεί διαφορετικά, να ξαναζήσει από την αρχή.
Και αν το παράδοξο του ατελούς τέλειου βοηθά τη Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου να μιλήσει για τη Ζωή Καρέλλη, όταν μελετά μια άλλη αγαπημένη της ποιήτρια, την Κική Δημουλά, επινοεί την έννοια των λέξεων που εργάζονται και συνεργάζονται, που μοχθούν, σχεδόν ασύνειδα, γιατί είναι πιο δυνατές από τον «εργοδότη» τους, τον ποιητή, τον άνθρωπο «που ζει κυριολεκτικά με τις λέξεις και από τις λέξεις» . Οι «εργάτες-λέξεις», ζωντανές οντότητες,

ερωτεύονται παθιασμένα μεταξύ τους, ενώ έχουν μεσάνυχτα,
εννοείται, από ποίηση, και ποτέ, αυτό είναι σίγουρο δα, δεν θα μάθουν ότι αυτοί οι ίδιοι κινούν τα νήματα, που λένε (ή μήπως ο εργοδότης τους;) .

Στην ποίηση οι λέξεις κάνουν έρωτα, έγραφαν οι υπερρεαλιστές.
Δεν γίνεται, ωστόσο, αν είσαι ποιητής, να διαβάζεις την ποίηση του άλλου, να παρασύρεσαι από τις λέξεις του, ακόμη και να ερωτοτροπείς μαζί τους, ενώ αρκείσαι στον λογικό ορισμό που σου εμπνέουν τα λόγια του. Άθελά της ίσως η ποιήτριά μας αρχίζει διάλογο με τους ποιητές και στην ποίησή της:
Πότε έκλεισα τα παράθυρα πότε τράβηξα τις κουρτίνες» ,
αναρωτιέται μπροστά στα καβαφικά «Τείχη». Για την αποξένωση που βιώνει το ποιητικό υποκείμενο ξέρει ότι η μισή ευθύνη τη βαραίνει προσωπικά. Και όταν αντιμετωπίζει το παράλογο της ύπαρξης, τότε μοιάζει να τη συντροφεύει ο Μίλτος Σαχτούρης, με ποιήματα που τα γεννά ο θάνατος («Θάνατος δε εγέννησε το ποίημα», γράφει η ίδια , με βιβλική διάθεση.):
Ο νεκρός έκανε περιπάτους στην άσφαλτο
Έλεγε όλο το ίδιο τραγούδι
[…] άξαφνα φύτρωσε ένα ρόδο
Πάνω στα τεφρά χείλη του .
Χρειαζόμαστε μια αέναη συνομιλία με την ποίηση για να ανακαλύψουμε την πραγματική αλήθεια για τη ζωή και το θάνατο. «Μονάχη είναι η πέτρα», μας λέει η ποιήτρια . Εμείς δεν είμαστε από πέτρα, δεν είμαστε μόνοι. Ζούμε σε μια κοινωνία που περιμένει πολλά από εμάς. Και νωρίτερα στην ίδια συλλογή:
Έξω από το σπίτι
Άρχιζε πάντα η θάλασσα .
Πράγματι, η έμπνευση που μας οδηγεί στο άπειρο μας περιμένει έξω από το σπίτι, μέσα στην κοινωνία, ανάμεσα στους συνανθρώπους μας. Και αν το σπίτι του ποιήματος σηματοδοτεί την κοινωνία; Ε, τότε, πρέπει πρώτα να πάμε για λίγο μακριά από τους ανθρώπους, στην έρημο της γραφής, για να μπορέσουμε να φτάσουμε στον κήπο της Εδέμ, στη γονιμότητα του στοχασμού, στον τόπο της ανάγνωσης. Για τη σχέση θάλασσας και γραφής θα ξαναμιλήσει στο «Θαλασσινό άλλοθι 2»:
η θάλασσα δεν ήταν πια εκεί
Κανένας τάφος κανένα φονικό σημάδι .

Στην απατηλή ευημερία της κοινωνίας, η ποίηση εξορίζεται, η αγονία αρχίζει να κατατρύχει την ποιήτρια. Ένα όνειρό της στα Τοπία είχε δώσει το πρώτο σημάδι:
Τότε φώναξα τον πατέρα μου
Και την μητέρα μου
Που άξαφνα είχανε γίνει τα παιδιά μου .
Το ποίημα γεννιέται από την Ποίηση, γίνεται γονιός του ποιητή, τόσο που το όνομά του αναφέρεται στο ποίημα και όχι στη βιολογική του υπόσταση.
Σε ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη της Ζωής Καρέλλη, η Κέντρου γράφει:
Σε μια άλλη πορεία ανοίγει δρόμους […]
Εκείνη ανοίγει το δρόμο .

Κάθε γενιά θα έπρεπε να έχει μια Ζωή Καρέλλη να ανοίγει ποιητικές διόδους. Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου είναι η δική μας Ζωή Καρέλλη. Στην αγέρωχη και ασυμβίβαστη φόρμα της πρώτης, η δική μας έρχεται να προσθέσει την κρυστάλλινη γλώσσα, τον ζωτικό ρυθμό, τον πηγαίο στοχασμό, για να μας δώσει μια γνήσια ποίηση. Και αν όντως το δοκίμιο είναι η άλλη όψη της ποίησης, η ποίησή της παραμένει βαθιά βιωματική, ενώ δεν διστάζει να κατοικήσει στην ίδια όχθη με τον δοκιμιακό λόγο:
Μη μιλάς για τα παλιά
Μη παλιώνεις τα λόγια
Κράτησέ τα θα μας χρειαστούν
Όταν δε θα ’χουμε τίποτα πια
Να βλέπουμε απ’ το παράθυρο .

 

Βικτωρία Καπλάνη

Στο παράθυρο του κόσμου

Ποίηση χαμηλόφωνη, ταπεινή, αξιοπρεπής, μετρημένη, χωρίς εξάρσεις, χωρίς ίχνος επιτήδευσης και εντυπωσιασμού. Μια γυναίκα της διπλανής πόρτας κάθεται στο παράθυρο του κόσμου, κοιτάζει, παρατηρεί και καταγράφει την αλληλεπίδραση των εικόνων του με τις εικόνες που βλέπει, κοιτάζοντας παράλληλα τον εαυτό της μέσα από εκείνο το αθέατο εσωτερικό παράθυρο μέσα στο σώμα της. Ποίηση του βλέμματος και του αναστοχασμού πάνω σε ζητήματα υπαρξιακά, μεταφυσικά, χωρίς αμφιβολία σιωπηλά κι ανομολόγητα στις συναναστροφές, ποίηση της μνήμης και της αγάπης για την οικογένεια, την πόλη και τη ζωή.
Στην ποίηση της Αγαθοπούλου υπάρχει ένας σεβασμός, μια αποδοχή της ζωής ως έχει, χωρίς παράπονα και φιλοδοξίες ανατροπής μιας καθημερινότητας, που δεν επιφυλάσσει εξαιρετικές ευκαιρίες και προοπτικές. Μια εσωτερική θύελλα έλαβε χώρα στη συνείδηση και επέφερε εκεί τις όποιες καταστροφές της, στον έξω κόσμο φανερές μόνο οι αποκατεστημένες εικόνες , η ανάδειξη της ομορφιάς κι όχι οι εναγώνιες δοκιμασίες.
Το σπίτι, ο εσωτερικός χώρος, οικείο πεδίο της ασάλευτης ζωής που με τον καιρό γίνεται λιμάνι καραβιών που νοσταλγούν μελαγχολικά τη θάλασσα, φοβούνται ωστόσο τις περιπέτειές της και αρνούνται πια να ταξιδέψουν. Το άγνωστο τρομάζει και το άτομο όσο μπορεί το αποφεύγει. Και ο έρωτας, μολονότι βαθύτατα ποθητός και ποθούμενος, προκαλεί τον τρόμο και το δέος του θανάτου. Η φθορά του σώματος, το αναπόφευκτο τέλος κάθε ύπαρξης και η ανεκτίμητη αξία της ανθρώπινης επαφής μοτίβα σταθερά στα ποιήματά της.
Η γραφή της Αγαθοπούλου, με θητεία στην ενδοσκόπηση, συνθέτει μια οπτική της ζωής με πληρότητα, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του χρόνου σε όλες του τις διαστάσεις . Η ειλικρίνεια και η αμεσότητα του λόγου της μας φέρνουν κοντά σε πρόσωπα γνώριμα στον καθένα μας μέσα στη διαδρομή του βίου, που έζησαν μια ζωή στις ίδιες συντεταγμένες, με τους ίδιους περιορισμούς, τα ίδια πλεονεκτήματα, την ίδια ηθική στάση απέναντι στον κόσμο και ασπάστηκαν δια βίου κοινές αξίες με την ποιήτρια. Στα πρόσωπα αυτά δίνει λόγο με τη φωνή της η Αγαθοπούλου, τα βγάζει από την παραίτηση της σιωπής τους και χαράσσει τα ψυχικά τους αποτυπώματα στη συνείδησή μας.

Σημείωμα γιa το blog Ποιητικοί Διάλογοι

 

Μαρία Κουγιουμτζή

Η πρώτη της μούσα, η μεγαλόψυχη ποιήτρια Χρυσάνθη Ζιτσαία διέκρινε το ποιητικό της βλέμμα και παρόλο που η Αγαθοπούλου αρνείται το πρώτο της βιβλίο που εκδόθηκε το 1961 με τον τίτλο «Ψυχή και τέχνη» είναι στην ουσία η σημαντική αρχή της, γιατί με την εμπιστοσύνη της και την προτροπή της η Ζιτσαία έβαλε το λιθάρι που αργότερα θα στήριζε το ποιητικό της οικοδόμημα. Απ’ την άλλη μεριά, η σχέση της με την Ζωή Καρέλλη, της ενδυνάμωσε την ευαισθησία και τον υπαρξιακό προβληματισμό. Ήδη στη συλλογή της «Τα τοπία που είδα» ολοκληρώνεται το ποιητικό πρόσωπό της, εγκαταλείπει τον αφηρημένο χαρακτήρα ορισμένων ποιημάτων της, ενώ η κατοπινή επαφή της με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, την απομάκρυνε από την κινούμενη άμμο των αισθημάτων, καθώς και από τις επιρροές της Καρέλλη και του Θέμελη.
Καθώς ολοκλήρωνε την ερωτική πλευρά της ποίησής της , ταυτόχρονα καθάριζε το βλέμμα της σ’ αυτό που πάντα έβλεπε, τη φθορά και το μάταιο, με όλη την ορμή και τον αισθησιασμό της ματαιότητας.
Παράλληλα το βλέμμα της στρέφεται προς τον άλλον, τον διπλανό κι εκεί ανήκουν τα ποιήματα, «η ελιά» το «γιουσουρούμ» «ο γείτονας» «θρήνος» «αναμονή» «επέκταση» «φώναξα τον πατέρα μου» «εργάτες» «ο πατέρας» «εικόνα του 41» «η μητέρα» «νυχτερινή συγκέντρωση» «μονάχα τ’ όνομά τους θυμάμαι» «χωρίς προοπτική» «οδικά έργα» «οικοδόμοι» «ο μοτοσικλετιστής» που μπήκε στο ανθολόγιο της Γ’Λυκείου, όπου έκανε μεγάλη εντύπωση στους μαθητές, μάλιστα εκλήθη σε διάφορα σχολεία και μίλησε επανειλημμένως γι αυτό το ποίημα, κ.α.
Εκεί όπου παγιδεύει τον ίδιο τον εαυτό της και αυτά που αγάπησε ανήκουν σχεδόν όλα τα θαλασσινά ποιήματά της, τα «αντιθαλασσινά» στην ουσία., όπως συνηθίζει να λέει. Παράδειγμα:

Αρκετά λοιπόν και φέτος
Με τις ζωντανές και τις νεκρές μέδουσες
Αρκετά με τις λιποθυμίες των ηλικιωμένων
Τους εμετούς των παιδιών στα καφενεία
Από φαρμακωμένα ψάρια
Αρκετά για τόσο λίγη θάλασσα
Καιρός να φύγουμε τώρα
Να επιστρέψουμε στο σπίτι
Στις πολλές συνήθειες μας
Στην ορισμένη στάση στο παράθυρο.

Βλέπουμε πως η ματιά της παίρνει θεωρητική στάση, το σώμα και η ψυχή της δεν συμμετέχουν, στέκεται σε απόσταση και θεωρεί. Απ’ το παράθυρο παρατηρεί τον έξω κόσμο.
Στην ποίηση της εμπλέκονται το ρεαλιστικό στοιχείο με το φανταστικό και το συμβολικό. Παρόλο που κινείται κυρίως μέσα σε μια ατμόσφαιρα διχασμού, ανάμεσα στη νύχτα και την ημέρα, στο σκοτεινό και το φωτεινό, η ερωτικότητα που διασχίζει και τα δύο κανάλια, της επιτρέπουν να διατηρεί την ελπίδα που στοχεύει στη ζωή. Παρ’ όλες τις απογοητεύσεις, τις προσωρινές απομακρύνσεις επιμένει στη γεύση της. Και όπως διαφαίνεται μέσω της φαντασίας επιτυγχάνεται η συναίνεση. Τα αρωματικά άνθη της τελευταίας λαμβάνουν διαστάσεις ερωτικού αισθήματος προς τα πράγματα της ζωής. Παράδειγμα:

Από την οροφή έπεφτε πολύ τσιμέντο
Την έχτιζε βαθειά στου υμέναιου τον τάφο
Ενώ εκείνο το σαλκίμι σικλαμέν
Για κείνην χύνονταν απάνω στη βεράντα
Το άρωμά του ως το κρεβάτι της εισχωρούσε
Σε πλήρη οργασμό – θανάσιμο

Η ποίησή της έχει τον έρωτα των πραγμάτων και ταυτόχρονα την μελαγχολία και τον τρόμο της φθοράς τους. Γι αυτό αναφέρεται διαρκώς στη νύχτα. Μες στο σκοτάδι χάνονται τα πράγματα, δεν υπάρχουν. Κι εκεί αρχίζει μια ομιλία άλλη. Ο εφιάλτης των χαμένων, ο τρόμος της ανυπαρξίας. Είναι σα να βλέπεις την ζωή σαν ένα μικρό παιδί, το δικό σου παιδί, και ξέρεις πως όλη αυτή η φρεσκάδα, το φως της κρουστής σάρκας σιγά σιγά θα σβήσει, θα γίνει μια γριά, ένας γέρος, κι απ’ όλη αυτή την ομορφιά θα μείνουν μόνο κόκαλα και στάχτη. Ζει τη φθορά της πιο τρυφερής, της πιο λαμπρής παρουσίας του σώματος που ανατέλλει. Γι αυτό και ρουφά την στιγμή με ερωτική ορμή, να προλάβει να την απολαύσει.

Για μένα παίζει η μουσική εξαίσια
Για μένα αστράφτουν οι καθρέφτες ταραντέλες
Οι κουρτίνες δαντελένιες πίσω απ’ το χιόνι
Τρέμουν στο άγγιγμά σου το ψυχρό.
Στα δέντρα πράσινη υπόσχεση – κρυμμένη

Για μένα ο καφές ζεστός – βαθύ πηγάδι

Για μένα μπαινοβγαίνει ο ωραίος σερβιτόρος

Γυρνάει αφηρημένος προς το παράθυρο-γερνάει μεμιάς
Τι κοιτάζει ο νέος που εγώ δεν βλέπω;
Το υποχθόνιο χιόνι; Ή ένα χελιδόνι;
Για μένα είναι που άλλη μια μέρα άσπρη
Μπαίνει και κάθεται δίπλα μου με πρόσωπο τεφρό.

Βλέπουμε ότι παρ’ όλη την ερωτική διάθεση το βλέμμα της στο τέλος γίνεται πικρό και δυσοίωνο. Αποκαλύπτει το σκηνικό που παίζονται τα αισθήματα, το εγώ μας που τα ωραιοποιεί και τα υψώνει για να σκεπάσει τις αδηφάγες ανάγκες μας, το έρως του εαυτού μας που υποκρύπτεται πίσω απ’ αυτές.
Το εφήμερο το παλεύει θέλοντας να αποσπάσει από την καρδιά του το αιώνιο. Έχει πάθος για την αισθητική, το αντιαισθητικό την ταράζει. Θα την ακούσεις να λέει: μην πάμε απ’ αυτόν τον δρόμο είναι άσχημος, ή δεν έχει καμιά ομορφιά, πάμε απ’ τον άλλον με τα δέντρα και τα ωραία σπίτια. Γι αυτό και υπήρξε συλλέκτης πινάκων ζωγραφικής. Στον άνθρωπο δεν την ενδιαφέρει η έξω ομορφιά αλλά η έσω. Η ομορφιά και η δύναμη της προσωπικότητας. Η αυθεντικότητα η συνέπεια και η ειλικρίνεια.
Εντούτοις βιώνει έντονα το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Δεν μιλώ για να μιλήσω
Μιλώ για να μ’ ακούσεις.

Το ζώο της στο υπόγειο, που συχνά αναφέρεται, είναι το ένστικτο της ζωής που όλα θέλει να τα γευτεί και δεν δύναται, ενώ ταυτόχρονα τα κατασπαράζει, αφού η ίδια η ζωή λεηλατεί τον εαυτό της, του ξεφλουδίζει τις δυνάμεις και την ωραιότητά του, τον φθείρει και τον εξαφανίζει. Το ζώο είναι η αμαρτία. Αυτό που γίνεται μέσα στο μυαλό, στα σκοτεινά.
Θα πέσω πάλι θα βυθιστώ
Σ’ ένα κρεβάτι σκοτεινό κι ανυπεράσπιστο
Σε μια αγρυπνία σε ναό αραχνιασμένο
Μες στο κουκούλι θα ‘μαι στο μετάξι
Μες στην ασπράδα ένα σκουλήκι μυθικό
…………………………………………….

ΑΓΧΟΣ
Ήδη εγκαταστάθηκες μονίμως στο κορμί μου
Την ύπαρξή σου βόλεψες μες στο μυαλό μου
Φρένο δεν άφησες στις φρένες μου
Όπου με πας πηγαίνω όπου με σέρνεις
Τις νύχτες δεν κοιμάμαι δεν σωπαίνεις
Πετιέσαι απ’ το κρεβάτι και καπνίζεις
Βλέπω φωτιές μες στο σκοτάδι ακούω σειρήνες

Ζώο με όγκο ελέφαντα θα μ’ εξοντώσεις

Αυτό το ταυτόχρονο βλέμμα της ωραιότητας και της φθοράς της, του απρόσιτου έρωτα και της μυστικής του απόλαυσης, διασαλεύει τις φρένες, ταράζει τα όνειρά, κραυγάζουν οι εφιάλτες, παραμορφώνεται το πρόσωπο της ζωής. Την αγαπά με πάθος τη ζωή γι αυτό δεν αντέχει το πρόσκαιρο της διάρκειά της.

Πού σ’ έχω δει πού σ’ έχω αγγίξει ομορφιά
Και μου έκοψες το χέρι από τη ρίζα
Διάφανη πέρασες υγρή ζεστή και σάρκινη
Πρόλαβα και σ’ απόλαυσα στην πιο πικρή στιγμή μου
Για μένα ολοκληρώθηκες

Τα σύμβολά της με το πέρασμα του χρόνου ξεκαθαρίζουν.
Η νύχτα – το ζώο – το δέντρο – η πέτρα – το υγρό στοιχείο, ο άγγελος. Στη νύχτα ανήκουν ο θάνατος, ο φόβος, ο εφιάλτης. Στο ζώο, το ένστικτο, το πάθος, η αμαρτία. Στο δέντρο, η ζωή, το πρόσωπο, τα αισθήματα. Στην πέτρα το σκληρό , το σώμα, το σπίτι. Στο υγρό στοιχείο, το κύτταρο, η μήτρα και ο κίνδυνος. Γι αυτό και τα θαλασσινά της ποιήματα αρνούνται την θάλασσα και την ομορφιά της. Πίσω από τα γαλανά φεγγάρια, η απειλή.

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Την είχα ολότελα ξεχάσει

Εκείνη ήταν ακόμα εκεί
Ωραία γαλάζια προκλητική
Με την αιώνια έπαρσή της
Απάνω μου

Τη νύχτα η γοργόνα μου έκλεισε το μάτι
Σαν εφιάλτης χώθηκε δίπλα μου
Κι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου

Μια ξένη

Στα μέρη εκείνα
Όπου έσφαξα το πιο σγουρό μου ζώο
Και με το δέρμα του ζέστανα το κορμί της

Τότε

Τώρα είναι μια άλλη ζωή

Με μια αδιαφορία μέχρι θανάτου
Έπεσα μες στα κρύα νερά της
Κι ούτε με δρόσισε ούτε τη δρόσισα

Ο άγγελος είναι ο τιμωρός που εκδιώκει τον άνθρωπο από τον παράδεισο, την χαμένη αθωότητα και ταυτόχρονα ο άγγελος φύλακας, ο συμπαραστάτης, ο προστάτης.

Μέσα στο διχασμό προβάλουν εικόνες ερωτικές, όνειρα ευφρόσυνης ηδονής και κατακόμβες τρόμου. Τα ποιήματά της Αγαθοπούλου μου θυμίζουν την ζωγραφική του Γκούσταβ Κλάιντ, όπου η γυναίκα είναι βυθισμένη μέσα στα χρώματα και τα λουλούδια της ζωής και ταυτόχρονα μέσα σε σαρκοφάγο, μέσα στα πολλά επίπεδα του χώματος.
Την ημέρα οι εφιάλτες ημερεύουν, βάζουν κάτω το κεφάλι, όμως συχνά τους βλέπεις να το σηκώνουν , να ρίχνουν βλέμματα χλευαστικά, ειρωνικά, σαρκαστικά και επιθετικά, να κλείνουν το μάτι σ’ αυτήν την πρόσκαιρη νηνεμία, στην ανάπαυλα της υπακοής.

Έτσι τελειώνει το καλοκαίρι
Αύριο φεύγεις φεύγουμε
Στο πάτωμα σπασμένες χτένες
Απ’ τ’ αρμυρά μαλλιά σου
Χαλασμένα σωσίβια
Σάπια ροδάκινα και φύκια

(Η ανεμώνη η θαλασσία
Κι ο αστερίας
Πεταμένοι στο μπαλκόνι
Σε αφασία)

ΠΑΣΧΑ

Εδώ λοιπόν μέσα στο σπίτι πάλι
Με το «δεύτε λάβετε» εκ του μη έχοντος
Με το ζώο μου να βρυχάται στο υπόγειο
Να καταβροχθίζει πασχαλιές
Άλλωστε τι γυρεύω ανάμεσα στις παπαρούνες
Εκείνες θάλλουν ερήμην μου στους αγρούς
Και τίποτα σκοτεινό δεν προμηνάνε
Λοιπόν; Σε μια Ανάσταση
Καμιά δουλειά δεν έχω
Εκτός κι αν βρέχει ακατάπαυστα

Το διπλό που την χαρακτηρίζει φαίνεται ακόμα πιο καθαρά στο δίστιχο: Μαύρη θα είναι πάντα η νύχτα στα βουνά/Μα οι κάμποι θα ‘χουν πάντα χαμομήλια.
Με μια γλώσσα πάλλουσα, πένθιμη, μουσική και ντόμπρα παλεύει ανάμεσα στον εφιάλτη της νύχτας , με τις ενοχές, τις ανικανοποίητες επιθυμίες, τον ανεξέλεγκτο φόβο του θανάτου, και στην ερωτική της ορμή προς την ζωή. Ποίηση υπαρξιακά ερωτική. Αυτό το ερωτικό παιχνίδι, με τη φθορά και τον χρόνο, την ηδονή και το απόλυτο, περιέχει την ενδόμυχη μετάφραση του τέλους’ την προβιώνει με τις κινήσεις του ενστίκτου, των αισθημάτων και των αναγκών μας, μετατρέποντάς τες σε ποιητικό γίγνεσθαι. Η αμετάφραστη ανάσα της ποιητικής ουσίας μεταβολίζεται σε ζωή. Ίσως αυτή την παρηγοριά προσφέρει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Μέσω της ποιητικής γλώσσας κατορθώνεται η ανάκτηση των χαμένων, η προσωρινή τους ανάσταση, που σ’ αφήνει να γευτείς το ανύπαρκτο, ν’ αγγίξεις το απόλυτο. Ο έρωτας αγκαλιά με την ελπίδα, μας υπόσχεται αυτό που ήδη έχει χαθεί.
Νομίζω πως η Αγαθοπούλου μιλάει με το σώμα της. Από τα έγκατα του ενστίκτου της μεταφέρει, ό,τι απτά αισθάνεται και βλέπει γι αυτό και ο λόγος της είναι μεταφορικός.

ΗΛΙΚΙΑ
Όταν κλείνει ο κύκλος των φιλιών
Τα χείλη έχουνε κάτι από χώμα
Όσο και ν’ αντιστέκεται το σώμα
Το στόμα δεν του τάζει άλλη ηδονή

Σπασμωδικά χτυπάει ο χρόνος τα φτερά του
Δεν είναι αμάραντα

Τι κι αν έρχεται άξαφνα μια ζέστη
Ευθύς αλλάζει δρόμο σ’ αφήνει
Σ’ ένα τουρτούρισμα ρίγος θανάτου
Σαν να μη θέλγεται πια η αμαρτία
Απ’ τη γλυκιά ματαιότητα

Ένα κλάμα αιωρείται – δεν πέφτει
Σκληραίνουν οι κόρες μες στο θολό υγρό
Από άδειες εικόνες
Γεμάτες φιλιά
Εντούτοις

Στην τελευταία της συλλογή «Σεντόνια της αγρύπνιας» βλέπουμε τον συνοδό μας χρόνο να λεηλατεί το σώμα, να στεγνώνει τα αισθήματα. Τη νύχτα τα σεντόνια υγραίνονται από τον ανέφικτο έρωτα και το πρόσωπο του θανάτου, ταράζεται το σώμα από τον τρόμο μιας συνείδησης που προσπαθεί να διώξει τον εφιάλτη ή να τον αποδεχτεί.
Κι ενώ όλα τα περιμένει η ερήμωση η ερωτική διάθεση της ζωής επιμένει να τρέφεται από την φαντασία γιατί εκεί συμβαίνουν οι μεταμορφώσεις που ο έσω χρόνος του σώματος οικοδομεί για ν’ αντέξει τα ανεξίτηλα σημάδια της φθοράς.
Κάτι μου λέει πώς η Αγαθοπούλου συνδέει την φθορά με την ενοχή. Ίσως νοιώθει ένοχος ο άνθρωπος επειδή υπάρχει, και ενδόμυχα αναγνωρίζει τον θάνατο ως πληρωμή για την ύπαρξή του. Το κύτταρό του γνωρίζει πως από την ανυπαρξία μετέβει στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία πάλι οδεύει. Αμίλητο, σιωπηλό το κύτταρο το ξέρει κι όμως συνεχίζει. Νομίζω πως την συνομιλία του ενστίκτου της ζωής με τον θάνατο επιχειρεί να μεταφράσει η ποιήτρια. Και φυσικά μέσω της γλώσσας. Ενεργοποιώντας το σώμα της λέξης αποκαλύπτει τα σκοτεινά και μύχια, τα παράλογα και τα ερωτικά, μέσα στην πτώση και την απογείωση, στην αλμύρα και την πίκρα που περιπλανιέται ο εαυτός, με διαρκείς ανατροπές στο πάσχον και στο ευδαίμων της ζωής.

Αν και δεν ήταν ο άγγελος κρυμμένος
Άκουσε μόνο τη φωνή του να λέει απλά
Σκύψε στο βάθος της χαβούζας κοίτα
Ό καιρός για σένα στρώνει κρεβάτι ερωτικό
Το σώμα αναπαύει τις γλυκές του μέρες
Με τραγούδια και όργανα παλιά
Από τις φαντασίες που αγάπησες

Υπάρχει αυτή η ζωή όλο λαχτάρα
Απ’ το πρωί ως το βράδυ λατρεμένο σώμα
Σε κερνάει γκαζόζα μανταρίνι μήλο
Μες στα εξαίσια χαμάμ σε εξαγνίζουν
Γριές με κρεμαστά βυζιά και αδειανά κεμέρια
Πάνω σε μάρμαρα με τρίφτες και σαπούνια
Φυραίνει ο καημός κι ο άγγελος μες στ’ αχνιστά
Νερά χορεύει

( Αδημοσίευτο κείμενο που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 9 Μαΐου 2012, προς τιμήν της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου.)

 

Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος

Από τον αναίμακτο λόγο στο λόγο του σώματος

ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ Έτος 82ο Τόμος 163ος Τεύχος 1808 Φεβρουάριος 2008

Δε μιλώ για να μιλήσω
Μιλώ για να μ’ ακούσεις

Ποιήτρια της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς ή Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, γεννήθηκε από γονείς Μικρασιάτες το 1930 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Χωρίς να κάνει ιδιαίτερες σπουδές, εμφανίστηκε στα Γράμματα με το παραδοσιακό ποίημα «Κύπρος-Αλήθειαα» στο Περιοδικό των Ελληνίδων Βορείου Ελλάδος (τχ. 41, Σεπτέμβριος-‘Οκτώβριος 1958, σ. 67) και με το ελευθερόστιχο «Ξημέρωμα» στην Ηπειρωτική Εστία (τχ. 92, Δεκέμβριος 1959, σ. 1002). Η πρώτη της συλλογή Ψυχή και τέχνη εκδίδεται το 1961. Και ακολουθούν: Διασταυρώσεις (1965-Βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης, 1964), Περίπτωση σιωπής (1968), Μεγεθύνσεις (1971), Αρμιλλάρια (1973), Τα τοπία που είδα (1975), Τα επακόλουθα (1978), Θαλασσινό ημερολόγιο (1981), Μετανάστες του εσωτερικού νερού (1985), Η σκοτεινή διάρκεια των ήμερων (1993-Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου, 1994), Το οκτασέλιδο του Μπιλιέτου (τχ. 13, ‘Απρίλιος-Ιούνιος 1997), Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995) (2001), Σαλκίμ (2001), Σεντόνια της αγρυπνίας (2006). Πέρα από τις εκδόσεις αυτές, η Κέντρου-Αγαθοπούλου δημοσίευσε δεκαοχτώ κείμενα κριτικής για ποιητές της Θεσσαλονίκης -τα έξι για τη Ζωή Καρέλλη— με τον τίτλο Δοκίμια και δοκιμασίες (1999), ενώ από το 1998 ως το 2005 κυκλοφόρησε και τέσσερεις συλλογές πεζογραφημάτων: Συνοικισμός σιδηροδρομικών (1998), Στο δωμάτιο (1999), Ή παραίτηση (2002), Οι μικρές χαρές (2005). ‘Ορισμένες διευκρινίσεις φιλολογικού χαρακτήρα είναι, μου φαίνεται, απαραίτητες.
Η συγκεντρωτική έκδοση του 2001, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος της είναι ιδιότυπη. Ιδιότυπη για το λόγο ότι επιλέγει από ορισμένες συλλογές, ενώ άλλες τις παραθέτει ολόκληρες, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιλεγόμενες αντιμετωπίζονται, το λιγότερο, με επιφύλαξη. Συγκεκριμένα, η έκδοση αγνοεί ολότελα την πρώτη συλλογή, κρατάει 45 ποιήματα από ένα σύνολο 148 των επόμενων πέντε συλλογών της περιόδου 1965-1975 (Διασταυρώσεις: 30-9, Περίπτωση σιωπής. 35-11, Μεγεθύνσεις: 17-8, Αρμιλλάρια: 39-9, Τα τοπία πού είδα: 27-8), ενώ αποδέχεται ολόκληρες τις συλλογές των χρόνων 1978-1993 (Τα επακόλουθα, Θαλασσινό ημερολόγιο, Μετανάστες του εσωτερικού νερού, Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών) και κλείνει με πέντε ανέκδοτα ποιήματα (1990-1995). Χαρακτηριστικό των επιλεγμένων κειμένων είναι η καινούργια τους μορφή, μορφή που προκύπτει από την περικοπή μεγάλων ενίοτε, έως και των μεγαλύτερων, περιοχών του ποιήματος, την παράλειψη και την αναδιάταξη στίχων, φράσεων και λέξεων, καθώς και από τη δημιουργία ενοτήτων. Είναι προφανής η τάση σμίκρυνσης των κειμένων, η οποία σχετίζεται ίσως με μια έλλειψη συμπύκνωσης, που είχε επισημάνει ο Αντρέας Καραντώνης στις Διασταυρώσεις (περ. Ραδιοπρόγραμμα, τχ. 174, 17-23 ‘Απριλίου 1966, σ. 42). Η απορία που ανακύπτει έχει να κάνει με την τύχη των ποιημάτων που δεν προτιμήθηκαν, γιατί, αν τα επιλεγμένα κείμενα, προφανώς τα καλύτερα, χρειάζονται μια τόσο ριζική αναθεώρηση, τότε ποιά τύχη πρέπει να περιμένει τα υπόλοιπα;
Πρόκειται υστέρα για Το οκτασέλιδο του Μπιλιέτου. Από τα οχτώ ποιήματα, που στεγάστηκαν κάτω από τον τίτλο Αρχίζει να βλέπει καλά το άρρωστο μάτι μου, τα εφτά εντάχτηκαν στη συλλογή του 2001 Σαλκίμ και όχι στη συγκεντρωτική έκδοση της ίδιας στο κάτω κάτω χρονιάς. Το όγδοο, που αγνοήθηκε, έχει τον τίτλο «Μ’ εκατό πρόκες» και η μοίρα του κρίθηκε πιθανότατα από τον νατουραλισμό του. Υπόψη ότι το θέμα του, κάποιος που βρίζοντας συντρίβει με τις αρβύλες το κεφάλι του νεκρού φονιά του αδερφού του, γίνεται αντικείμενο πραγμάτευσης αργότερα στο πεζογράφημα «Και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά» (Οι μικρές χαρές) (οι υπογραμμίσεις στα ποιήματα δικές μου, για να σημαίνονται οι διαφοροποιήσεις πρώτης έκδοσης και επανέκδοσης):

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Απλώνω το πρόσωπο μου την κάθε ώρα
Στον ειδωλολάτρη καθρέφτη των ματιών μου
Τα υπάρχοντα μου συνάζω ωσάν φιλάργυρος
Τα ωραία εγκλήματα μου τακτοποιώ
Είμαι το χέρι των στερημένων
Ασθενική γυναίκας μήτρα
Περίπτωση πρόωρης πτώσεως
Κυνηγώ μιαν ηλιαχτίδα
Ν’ αξιωθώ τα υπολείμματα της
Τον στερνό παλμό της
Αφουγκράζομαι
Την ευαισθησία της μνήμης μου.

(Διασταυρώσεις)

ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Κάθε ώρα κοιτάζω το πρόσωπο μου
Στον ειδωλολάτρη καθρέφτη μου
Τα υπάρχοντα μου συνάζω
Ωσάν φιλάργυρος
Τα ωραία εγκλήματά μου τακτοποιώ
Είμαι το χέρι των στερημένων
Ασθενική μήτρα
Περίπτωση πρόωρης πτώσεως
Κυνηγώ μια ηλιαχτίδα
Να αξιωθώ τα υπολείμματα της

(Επιλογές και σύνολα, 1965-1995)

Ασφαλώς και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ολόκληρες παρατίθενται οι συλλογές από το 1978 και υστέρα. Προφανώς αυτό σημαίνει ότι η ποιήτρια εκτιμά ιδιαίτερα το έργο που δημιουργεί μετά το συγκεκριμένο όριο. Η επιλογή δεν φαίνεται άσχετη με την άποψη της κριτικής, η οποία στο 1978, χρόνο έκδοσης της συλλογής Τα επακόλουθα, διακρίνει το μεταίχμιο δύο περιόδων στην ποίησή της: α. 1965-1975 και β. 1978 κ.ε. Ειδικότερα, πρώτος ο Τηλέμαχος Αλαβέρας παρατήρησε ορθά ότι
η θητεία της [της Κέντρου-‘Αγαθοπούλου] στο υπαρκτικό και το όποιο μεταφυσικό ξεδίνει και σ’ άλλες «όψεις», ανοίγοντας χαραματιές στο περιβάλλον, την κοινωνική συνθήκη, η όποια βέβαια πάντοτε την ενδιέφερε, αλλά σκιάζονταν από τις τόσες γεύσεις που της χαρίζονταν από εκείνες τις τότε «κατευθύνσεις»
και ακόμα, ότι
Τα επακόλουθα θα πρέπει να θεωρηθούν μάλλον σαν αφετηρία παρά σαν κλείσιμο αφετηρία για ανοίγματα προς τα κοινωνικότερα και τα πιο συγκεκριμένα. (εφ. Ελληνικός Βορράς, 20.9.1979)

Ο Ανέστης Ευαγγέλου θεωρεί και αυτός ότι η δεύτερη περίοδος αρχίζει με Τα επακόλουθα (περ. Εντευκτήριο, τχ. 25, Χειμώνας 1993- 1994, σ. 106), ενώ για τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου η συλλογή αυτή κλείνει την πρώτη περίοδο (περ. Γράμματα και Τέχνες, τχ. 85, ‘Οκτώβριος-Φεβρουάριος 1999, σ. 4). Όπως και να είναι, για όλους τους κριτικούς το 1978 συνιστά μια ρήξη, που αναφέρεται στη φιλοσοφία και την ιδεολογία αυτής της ποίησης και όχι στην τεχνική της, και συνεπώς μπορεί να αποτελέσει το αφετηριακό όριο της δεύτερης περιόδου.
Στην πρώτη φάση το πεδίο ορίζεται εξαρχής (Διασταυρώσεις). Πρόκειται για τον υπαρξιακό χώρο του άνθρωπου εν γένει. Αγωνίες, αμφιβολίες και ανησυχίες μεταφυσικές, ψυχικές διαθέσεις και καταστάσεις αντιφατικές κι ένας ερωτισμός, που δεν συγκεκριμενοποιείται, συνιστούν το υλικό της πρώτης συλλογής. Γράφει ο Αντρέας Καραντώνης, που πρόσεξε νωρίς την ποιήτρια,

Ψυχικά μυστικά, κρυφές ταραχές, ωθήσεις προς τα έξω,
παλμοί, ανησυχίες, αναδεύονται μέσα στη θερμή στιχουργία της Μαρίας Κέντρου, (περ. Ραδιοπρόγραμμα, ο.π.)

ενώ ο Κώστας Στεργιόπουλος επισημαίνει ότι η ποιήτρια «αναζητεί κάποιο κέντρο ανάμεσα στην ύπαρξη και τον έξω κόσμο», αν και το χώρο αυτόν, κατά τη γνώμη του, τον είχε ήδη ανακαλύψει ο Θέμελης (περ. Εποχές, τχ. 38, Ιούνιος 1966, σ. 62). Στοχασμοί και αοριστολογίες όμως, μεταφυσικής μάλιστα τάξης, αδυνατούν να κερδίσουν τον αναγνώστη στο βαθμό που λείπει το ρίζωμα, η γείωση στην κοινή εμπειρία.
Την επόμενη συλλογή Περίπτωση σιωπής διακρίνει μια «αναμφισβήτητη «εσωτερικότητα»», κατά την έκφραση του Αντρέα Καραντώνη και πάλι, ο οποίος βλέπει αυτήν τη φορά και φιλοσοφική συνάφεια με τον Γιώργο Σαραντάρη και τον Νίκο Καρούζο (Νέα Εστία, τχ. 1011, 15.8.1969, σ. 1198-1199). Η συχνότερα επανερχόμενη λέξη «σιωπή» το βεβαιώνει, ενώ κοντά στη σιωπή έρχεται η νύχτα, η θλίψη, η μοναξιά, η απουσία, ο θάνατος. Η σιωπή λειτουργεί ως χώρος ζωής για την ποιήτρια:
Αν με βγάλεις από τούτη τη σεπτή
Σιωπή μου
Θα ‘μαι ένα ψάρι πεθαμένο,

γράφει («Περίπτωση σιωπής, 6»). Εντός της ο άνθρωπος βρίσκει τον γνήσιο εαυτό του, αλλά συνειδητοποιεί και τη βαθιά μοναξιά του, η όποια προβάλλεται σαν μοίρα του. Η διαρκής αναζήτηση του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και η αντιμετώπιση του σώματος ως χώρου φιλοξενίας του πνεύματος συνιστούν βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής και της εν λόγω ποίησης γενικότερα. Η πίστη στον φιλοσοφικό δυισμό οδηγεί στην προτεραιότητα του πνεύματος και κατά συνέπεια στην αγνόηση, την υποβάθμιση η και την περιφρόνηση των αναγκών του σώματος:

ΔΕΣΜΟΣ

Σ’ ανταμώνω φωνή που υπάρχεις
Πάνω απ τη σιωπή τη μεγάλη
Καθώς από τη ρίζα σου φυτρώνεις
Ανθείς σε ξαφνικά καλοκαίρια
Σ’ ανταμώνω φωνή που ευωδιάζεις.

Ανάμεσα μας κοιμάται ένας άγγελος
Με πρόσωπο ανθρωπινά ωραίο.

Δεν είμαστε μείς από τούτη τη γη
Από τούτη τη λύπη
Ηχούμε τη δική μας χειρονομία
Πού πάει με τα πουλιά
Με τα ουράνια νερά
Και διώχνει τα περιπλανώμενα
Αστροπελέκια.

ΔΕΣΜΟΣ

Σ’ ανταμώνω φωνή που υπάρχεις
Πάνω απ τη σιωπή τη μεγάλη

Ανθείς σε ξαφνικά καλοκαίρια

Σ’ ανταμώνω φωνή που ευωδιάζεις

Ανάμεσά μας κοιμάται ένας άγγελος
Με πρόσωπο ανθρωπινά ωραίο

Δεν είμαστε μείς απ’ αύτη τη γη
Απ αυτή τη λύπη

(Επιλογές και σύνολα, 1965-1995)

Το κυρίαρχο σύμβολο στις Μεγεθύνσεις, τρίτη συλλογή, είναι η νύχτα. Μια πρόχειρη καταμέτρηση φτάνει τις αναφορές της λέξης στις είκοσι πέντε, χωρίς να συνυπολογιστούν οι συνώνυμες εκφορές (βράδυ, σκοτάδι). Τα πάντα ξεκινούν από τη νύχτα και επιστρέφουν στη νύχτα. Μόνη με τον εαυτό της η ποιήτρια, μοιρασμένη πάντα σε σώμα και ψυχή, διερευνά τις αιτίες των πραγμάτων, τις όποιες όμως δεν αναζητά στα ίδια τα πράγματα που την περιβάλλουν αλλά σε ένα χώρο αφηρημένο και απρόσιτο. Τη νύχτα κυριαρχεί η μόνωση, η αναζήτηση του προσώπου, του δικού της και του άλλου, τη νύχτα έρχεται το ποίημα, φως στο σκοτάδι, τη νύχτα δραπετεύει ο ποιητής στον κόσμο του, τη νύχτα ο σπαραγμός και η οδύνη της ύπαρξης. Σκέφτομαι πως αυτή η ασφυκτική κυριαρχία της υπαρξιακής νύχτας, όπου συντελούνται τα πάντα, βρίσκεται στον αντίποδα της άλλης νύχτας, της κοινής, ας πούμε, του Κλείτου Κύρου, όπου ο κοινωνικός πόνος πιέζει τόσο ασφυκτικά το ποιητικό υποκείμενο, ώστε να βιώνεται εντέλει ως πόνος σωματικός (Κραυγές της νύχτας, 1960), σε αντίθεση με τον προκείμενο, που ως αναίμακτος προκαλεί απλώς ψιθύρους. Παρατηρεί ο Βάσος Βαρίκας:

Εδώ ότι προέχει είναι το ατομικό, η εξομολόγηση μιας προσωπικής αγωνίας και η ενδοσκόπηση. Πού χωρίς να παίρνουν ένταση και με αποχρώσεις αισθηματικότητας, που νοθεύουν συνήθως το προσωπικό, δεν του επιτρέπουν δηλαδή να σπάσει τον κλοιό της «κοινής εμπειρίας», υποδηλώνουν ωστόσο πάντα πνευματικότητα κι ευαισθησία,
(εφ. Το Βήμα, 20.6.1971)

Στις επόμενες δύο εκδόσεις η κατεύθυνση παραμένει ίδια. Στη συλλογή του 1973 Αρμιλλάρια υπάρχει και πάλι η αναζήτηση του θείου, η απροσδιόριστη έγνοια, η ανησυχία, ο θάνατος, ένα διαρκές «ρίγος απορίας», η αδυναμία επικοινωνίας με τον άλλο, μια έμμονη επιφύλαξη απέναντι στον άλλο. Άλλα και στην άλλη, του 1975, Τα τοπία που είδα, η οντολογική πορεία αγωνίας συνεχίζεται. Έγκλειστη στο ατομικό της περίβλημα η ποιήτρια, αναζητά το αληθινό της πρόσωπο σαν να φοβάται την έξω από το σπίτι ζωή, μονίμως απούσα από το βλέμμα του άλλου:

XIII [Β’ μέρος]

Κι’ αν είμαι ένας όμηρος ξεχασμένος
Σε μακροχρόνιες προθεσμίες
Για ανταλλαγή η μετάβαση
Σε τόπους φανταστικούς
Σε πολιτείες ακίνητες αμετακίνητες
Πού με γνωρίζουν και δεν με γνωρίζουν
Κι’ αν είμαι ένα φόρεμα καθημερινό
Μια παρουσία η μια εγκατάλειψη
Μέσα στο δρόμο πάνω στο κρεβάτι
Κι’ αν είμαι ένα όνομα πραγματικό
Μια έγχρωμη φωτογραφία
Μπροστά στη θάλασσα
Πίσω απ’ τον καθρέφτη
Τίποτα τίποτα δεν αλλάζει
Δεν γίνομαι αλλιώτικος πεθαμένος

(Τα τοπία που είδα)

XIII [Β’ μέρος]

Κι αν είμαι ένας όμηρος ξεχασμένος
Σε μακροχρόνιες προθεσμίες
Κι αν είμαι ένα φόρεμα καθημερινό
Μέσα στο δρόμο πάνω στο κρεβάτι
Κι αν είμαι ένα όνομα πραγματικό
Μια έγχρωμη φωτογραφία
Τίποτα δεν αλλάζει
Δεν γίνομαι αλλιώτικος πεθαμένος

(Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα, 1965-1995)

Αναφορικά με την τεχνική του στίχου θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι δεδομένη από την πρώτη στιγμή. Το ποίημα, σύντομο κατά κανόνα, λιγότερο από μια σελίδα, αναπτύσσεται συνειρμικά, πράγμα που σημαίνει πως συνέχεται από τη διάθεση, το κλίμα, και όχι από το θέμα, ενώ ο στίχος είναι ολιγοσύλλαβος και ο ρυθμός ομαλός και αβίαστος, γοργός, καθώς ο λόγος δομείται με μικρές προτάσεις και εκφέρεται ασύνδετα και δίχως στίξη. Η όποια αναποτελεσματικότητα του ποιήματος έχει να κάνει με την ασάφεια της ιδέας, με αυτήν την κίνηση της σκέψης στον απροσδιόριστο χωροχρόνο και όχι με τη δόμηση του στίχου. Η τεχνική αυτή, η οποία δείχνει, κατά τη γνώμη μου, ότι η μαθητεία στον Θέμελη δεν ήταν μονάχα φιλοσοφική, εμπλουτίζεται στην επόμενη φάση με μια ισχυρότερη προφορικότητα, ενώ είναι αποτελεσματικότερη, όταν η συσπείρωση γύρω από το θέμα είναι υψηλότερη.
Με Τα επακόλουθα του 1978 βρισκόμαστε σε μια καινούργια αφετηρία, όπως ειπώθηκε ήδη. Εδώ γίνεται, αν και όχι πλήρως, το πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από το μεταφυσικό στο ανθρώπινο πεδίο. Τώρα υπάρχει γη και νερό, πρόσωπα και πράγματα απτά, έρωτας και θάνατος ένσαρκος. Υπάρχει ο άλλος, ο γείτονας, ο αγαπημένος, ο εργάτης, η ελιά, η Άνω Πόλη (της Θεσσαλονίκης), πράγματα που ως χθες ήταν ανύπαρκτα ή, έστω, αφηρημένες συλλήψεις και απεικάσματα στον ουρανό. Η κάθε καινούργια μέρα είναι μια έκπληξη, ένα θαύμα, και όσο και αν υπάρ¬χουν κίνδυνοι και φθορές, η αισιοδοξία εξέχει. Η ποίηση δεν αντιμετωπίζεται ως προσωπική μονάχα υπόθεση αλλά και ως κοινωνική. Υπάρχει, για να εκφραζόμαστε και να επικοινωνούμε με τους άλλους. Πως όμως να γίνει αυτό, αν δεν αγγίζει τον άλλο, αν οι παραστάσεις, οι συλλήψεις και τα σχήματά της είναι ολότελα ξένα, αν δεν του αφήνει ρωγμές να βλέπει μέσα στο ποίημα και να εντοπίζει, κοντά στα άλλα, και δικά του βιώματα; Ενδεικτικό από την άποψη αυτήν είναι το ποίημα «’Απ’ την αρχή»:

Δε μιλώ για να μιλήσω
Να πω τη λέξη που δρόμο δεν έχει κανένα
Όπως τα παγωμένα βουνά
Πού δεν κατέβηκαν ποτέ
Σε ζεστό περιβόλι
Να σπάσουν τη σιωπή τους
Βγάζοντας αίμα από την πέτρα τους

Δε μιλώ για να μιλήσω
Μιλώ για να μ’ ακούσεις

Στο Θαλασσινό ημερολόγιο ο δρόμος είναι πια ανοιχτός. Τώρα η ποιήτρια εγκαταλείπει την αοριστία και τη στέγνια του μεταφυσικού χώρου αλλά και την ατομική της περιοχή και ρίχνει το βλέμμα στη ζωή, στην πραγματικότητα και την καθημερινότητα του παρόντος και του παρελθόντος. Εδώ εμπειρία και γλώσσα δένουν τόσο εύστοχα, ώστε να μεγιστοποιείται η αποτελεσματικότητα της ποιητικής κατασκευής. Στην προτασσόμενη ενότητα των δέκα ποιημάτων, που φέρει τον τίτλο της συλλογής, κυριαρχούν. όπως είναι εύλογο, οι μνήμες της θάλασσας, τις όποιες όμως διακρίνει η θλίψη γι’ αυτό που τέλειωσε, για κείνους που χάθηκαν, για τις οριστικές ματαιώσεις. Στα επόμενα έξι ποιήματα επιχειρείται ένα άλμα στο μακρινό παρελθόν με τις εικόνες-μνήμες του μηχανοδηγού πατέρα, της μητέρας, του πάππου, των παιδικών φιλενάδων («Ο πατέρας», «Εικόνα του ’41», «Η μητέρα», «Νυχτερινή συγκέντρωση», «Παρελθόν», «Μονάχα τ’ όνομά τους θυμάμαι»). Πρόκειται για ποιήματα που αργότερα θα αποτελέσουν τον πυρήνα του αυτοβιογραφικού αφηγήματος Συνοικισμός σιδηροδρομικών, όπως σημείωσε ο Γιώργος Κορδομενίδης (εφ. ‘Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 21.3.1999). Η επιστροφή στο παρόν οδηγεί σε καταστάσεις και πρόσωπα άλλης τάξης: οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας, η πάθηση του αριστερού χεριού σε μέρα πρωτομαγιάς, οι εργάτες των οδικών έργων, η τέντα-λατέρνα, η κίνηση στο ταχυδρομείο, ο νεκρός μοτοσικλετιστής, οι τυφλοί στην παραλία. «’Ένας λυγμός που δεν ακούγεται», σχολιάζει ο Σπύρος Τσακνιάς, «ένα παράπονο ανακρατημένο, μια θλίψη υποδόρια, διαπερνούν όλο το βιβλίο» (περ. Γράμματα και Τέχνες, τχ. 2, Φεβρουάριος 1982, σ. 23). Η συλλογή αυτή, κατά τη γνώμη μου, περιλαμβάνει τα περισσότερα καλά ποιήματα από οποιαδήποτε άλλη:

ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ

Ήταν ωραία η βραδιά
Περπατούσα μόνη στην παραλία
Οι τυφλοί με προσπερνούσαν
Πιασμένοι σφιχτά αγκαζέ
Συνομιλούσαν ψιθυριστά
Το μονότονο τακ τακ του μπαστουνιού τους
Αντηχούσε πένθιμα στις πλάκες

Γυρίζοντας αργά στο σπίτι
Είχα κάτι έμμονες ιδέες
Σαν παρανοϊκά ποιήματα
Ευτυχώς ποτέ δεν γράφτηκαν
Τι να γράψει κανείς για τους τυφλούς
Πού βγαίνουν τέτοιες ωραίες βραδιές
Για σεργιάνι στην παραλία

Στους Μετανάστες του εσωτερικού νερού το τοπίο είναι εξολοκλήρου θαλασσινό. Δεν υπάρχει εδώ καμιά αθωότητα, χαρά, εικόνα στιλπνή. Από δω κατάγεται η θλίψη ή, έστω, εδώ συντελείται μια διαρκής πτώση. Στα περισσότερα ποιήματα η θάλασσα λειτουργεί σαν κίνδυνος και απειλή, όχι σαν κάθαρση και λύτρωση. Από τη μια, είναι οι θλιμμένοι, οι απογοητευμένοι, οι υποψιασμένοι, και από την άλλη, οι ανυποψίαστοι, αυτοί που αδυνατούν να δουν πίσω από την προφάνεια των πραγμάτων.
Στη Σκοτεινή διάρκεια των ήμερων δεσπόζουν και πάλι οι κοινές εμπειρίες και τα πράγματα της καθημερινότητας. «Από τη διάνοια στα πράγματα και τις αισθήσεις» επιγράφει εύστοχα το σχετικό του κείμενο ο ‘Ανέστης Ευαγγέλου, εννοώντας ως διάνοια τη μεταφυσική της πρώτης περιόδου (ο.π., σ. 106-109), στην οποία βλέπει επιδράσεις από τον Θέμελη, όπως και ο Στεργιόπουλος, αλλά και από τη Ζωή Καρέλλη. Πράγματα κοντινά, οικεία, «γυναικείου» ενδιαφέροντος συχνά, όπως τα κουμπιά, η μπουγάδα, η απόψυξη και ο γύψος του χεριού, καθαγιάζονται, καθώς αξιοποιούνται, για να εκφράσουν συμπεριφορές και πάθη ανθρώπων. Όταν μάλιστα είναι παλιά, ξαναφέρνουν στο νου παρωχημένες μορφές ζωής και συντελούν στην ανάκτηση του χαμένου χρόνου. Και φυσικά μαζί με τα πράγματα φτάνουν στο ποίημα γεύσεις, ήχοι, μυρουδιές, κάτι που συσσωρευτικά συμβαίνει στα ποιήματα «Ο γείτονας» και «Απόψυξη». Ακόμα, δεν λείπει η φθορά του έρωτα και η φθορά του χρόνου, ο ίδιος ο θάνατος: η ερωτική μοναξιά και η ερωτική αδυναμία λόγω ηλικίας, η απόπειρα του πάππου να διώξει από πάνω του το μαύρο του θανάτου μέσω του έρωτα, ο πεθαμένος γείτονας, η μνήμη της Ευτυχίας με τους καφέδες της παρηγοριάς, η επίσκεψη στον τάφο της γιαγιάς, το εργατικό ατύχημα. Και από κοντά, το φως του φεγγαριού, που εξοικειώνει με το θάνατο, αλλά και διώχνει το σκοτάδι, που τόσο αρμόζει στους νεκρικούς θρήνους. Τέλος πολλά από αυτά που λέγονται τα βλέπει η ποιήτρια από το κάδρο ενός παραθύρου, όπως δηλώνεται και με τον τίτλο της σχετικής ενότητας («Στο παράθυρο»), ενώ από το ποίημα «Φωτογραφία η ποίηση» και υστέρα εκδηλώνει τη συμπάθειά της στους τρόπους της Κικής Δημουλά:

ΕΚΔΡΟΜΗ

Πηγαίνουμε κατά μήκος των δέντρων
Περπατώντας αργά
Γνωρίζουμε τα σημάδια του δρόμου
Και τους γκρεμούς
Και τις δροσερές κρήνες
Ρίχνουμε στο πρόσωπο νερό καθαρό
Για το στόμα και τα μάτια
Ρίχνουμε πέτρα στη λίμνη
Και ταράζουμε τον ύπνο του βάτραχου

ΠΕΡΠΑΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΕΡΠΑΤΟΥΜΕ

Αναπαυόμαστε σε ανθισμένα πεζούλια
Τα άγρια κρίνα μας κοιτάζουν ήμερα
Οι πιο νέοι τραγουδάνε τραγούδια λυπητερά
Σφυρίζει το αγόρι το φίδι και ο άνεμος
Γίνονται μπροστά μας πολλά θαύματα
Δεν απορούμε

Μπαίνουμε πιο βαθιά στο δάσος

Οι δύο τελευταίες συλλογές, Σαλκίμ και Σεντόνια της αγρύπνιας, κινούνται λίγο πολύ σε παρόμοια κατεύθυνση. Δεν λείπουν και εδώ οι δυσάρεστες όψεις των πραγμάτων. Το κόστος της ομορφιάς, η φρίκη του αισθήματος, τα γνωστά μοτίβα της μοναξιάς και της μελαγχολίας, η φθορά του σώματος και το πέρασμα του χρόνου, που απαγορεύει τη βίωση του έρωτα, αλλά όχι και τη λειτουργία της ευωδιάζουσας μνήμης, και βέβαια ο θάνατος, ανώνυμος κι επώνυμος (Καρέλλη, Κορνηλία). Την ίδια στιγμή το άρωμα του σαλκίμ, της γλυσίνας, συνοδεύει την παρακμή. Κατά την ιδία την ποιήτρια άλλωστε, όπως μαρτυρεί η Στυλιανή Παντελιά, η ιδιωματική λέξη υποδηλώνει «μια ποιητική αλληγορία-παραμυθία στη φρίκη του αισθήματος» (περ. Πορφύρας, τχ. 104, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002, σ. 304). Στα Σεντόνια της αγρύπνιας το καινούργιο στοιχείο είναι η έμμονή στον ύπνο, το όνειρο, την αγρύπνια. Παράλληλα διακρίνεται μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της ποιητικής σκηνοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό αξιοποιείται το café-bar, στο οποίο η μουσική και ο νεαρός σερβιτόρος δεν μπορούν να σώσουν τη λευκότητα της μέρας, η κινηματογραφική τεχνική της αργής κίνησης (slow motion), για να καθυστερήσει περισσότερο το τέλος της νιότης, η εξέταση από τον οφθαλμίατρο, που μπορεί να διερευνά το μάτι αλλά όχι και το βλέμμα της αλήθειας και του ψεύδους, και ακόμα, η επίσκεψη στο οδοντιατρείο, που γίνεται αφορμή για σκέψεις φιλοσοφικές σε τρία ποιήματα. Τον εκσυγχρονισμό της ποιητικής σκηνοθεσίας συνοδεύει ευλόγα και μια αντίστοιχη εκφραστική ανανέωση. Η προσπάθεια αυτή της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου απηχεί τη βούλησή της να παρακολουθεί και να σχολιάζει πιο πολύ το παρόν παρά το παρελθόν, στο οποίο συνήθως στρέφονται οι ποιητές από μιαν ηλικία και υστέρα, και από την άποψη αυτήν είναι, περισσότερο από πολλούς ομότεχνους της γενιάς της, άνθρωπος του καιρού μας:

ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
Ένα νερό στο πλάι του δροσιά μες στη φωτιά του
Γάργαρο φως που πάει στο χώμα αστράφτοντας
Γυμνός να πλένεται στο μύρο στο άγιασμα
Γυμνός τυφλός να λέει την προσευχή του στ’ άγρια δάση

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα
Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του
Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου

 

 

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος Η περιοχή της σιωπής

Σχόλια στην ποίηση της Μαρίας Κέντρου-Άγαθοπούλου

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τεύχος 53 Ιανουάριος-Μαρτιος 2001

Ο Ισπανός συγγραφέας Χόρχε Σεμπρούν ο όποιος κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ήταν αιχμάλωτος στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπούχενβαλντ, μιλώντας για τη γραφή σε τηλεοπτική συνέντευξή του. είπε ότι η εμμονή στο γράψιμο, σε αντιπαράθεση με την πολιτική και κοινωνική δράση, είναι έμμονή στή μνήμη του θανάτου, και πως αυτό σημαίνει αυτοκτονία.
Σε μια ανάγλυφη πλάκα με ένα παγώνι σκαλισμένο επάνω της, στην πύλη της Μονής Ξηροποτάμου, πλάκα που χρονολογείται από τον 10ο αιώνα, αναγράφεται ή φράση μνήμη θανάτου χρησιμεύει τω βίω. Η μνήμη του θανάτου, λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, είναι ιδιαίτερη κατάσταση του πνεύματος που μας συνάπτει με το Αιώνιο. Δεν έχει σχέση με τη γνώση ότι κάποια μέρα θα πεθάνουμε. Η μνήμη του θανάτου, μας λένε, εξαλείφει τα πάθη και το πνευματικό πένθος συντελεί σε μιαν ατέλειωτη γιορτή.
Η έμμονή της ποιήτριας Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου στη μνήμη του θανάτου χαρακτηρίζει εν πολλοίς, κατά τη γνώμη μου, το ποιητικό της έργο. Δεν σκύβει στην πηγή της ματαιότητας που την κατατρύχει, για να δει το πρόσωπο της στα νερά. Ο σπαραγμός της δεν προέρχεται απλώς από το κοίταγμά της στον καθρέφτη. Η Αγαθοπούλου. μετά την εξέγερση της σάρκας, είναι αύτη που μες στην υποταγή διακονεί τη φθορά. Κάτι πού προϋποθέτει την ταπεινοφροσύνη.

Κορίτσια τρυφερά
Ξαπλωμένα στην άμμο
Μύριζαν φύκια
Και όστρακα
Τ αγόρια περνούσαν
Κρατώντας άνθη
Κυρτά και ακίνητα

Τρόπαια τού βυθού
Δύσοσμα
Νεκρά
Τα ποιήματα της Αγαθοπούλου μας δίνουν το κέντρισμα να σκεφτούμε για τον εαυτό μας, και να εξιχνιάσουμε πράγματα πού υπάρχουν μέσα μας. Οι στίχοι της είναι θρεμμένοι από πολλές ανάσες, το ποιητικό της έδαφος συντίθεται από πράγματα που αποσιωπά, που ωστόσο δηλώνουν την παρουσία τους. Είναι κράμα ομιλίας και σιωπής, μάλλον η ομιλία εμπεριέχει τη σιωπή. Αυτός είναι και ο πολύτιμος λόγος της ποίησης. Ο μόνος ίσως στα χρόνια μας που μπορεί ν’ αγγίξει κάποιες πτυχές του πραγματικού μέσα στη φλύαρη ανοησία των ήμερων, που μάς ταΐζει αποκλειστικά με σκουπίδια ο μόνος ίσως λόγος που μπορεί να γίνει κομιστής φωτός. Διότι ό ποιητικός λόγος παιδεύει τον άνθρωπο, η εκφορά του, ανάλογα με τη δύναμη, την ποιητική αίσθηση, την πίστη, και την πνευματική εμμονή και συνέπεια τού ποιητή. Χρειάζεται προσήλωση, αυστηρότητα, βάσανος των λέξεων, για να ειπωθεί αυτό που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό.
Είναι σωστό και είναι δίκαιο να στρεφόμαστε στην ποίηση, στον ακριβό και οδυνηρό λόγο της, για να καθαρίζουμε την ακοή μας, και μέσω της ακοής να καθαρίζουμε τη διάνοια μας από τους ρύπους. Και πώς μπορεί να σταθεί πλέον αυτός ο λόγος; Με την κατά το δυνατόν έρευνα τού ενδιάθετου Λόγου εν τη καρδία.
Η γνήσια καλλιτεχνική διάθεση, όπως διαφαίνεται στην ποίηση της Αγαθοπούλου, είναι πράγμα σπάνιο και τυραννικό, και απαιτεί πνευματική καλλιέργεια. Πρέπει να δοκιμάζεται ακατάπαυστα πάνω σ’ αυτό που λέγεται τέχνη, προκειμένου να μιλήσει αληθινά. Λογαριάστε τι θέση παίρνουν η τηλεοπτική εικόνα και η φωτογραφία. Μένουν στο μυαλό, ανεξάρτητα αν δεν δίνουν τη βαθύτερη ουσία, την άξια του πράγματος. Τα γεγονότα γράφονταν ή απαγγέλλονταν. Στα χωριά, μέχρι τον πόλεμο τού 1940. έβγαινε τραγούδι για ένα συμβάν. Άλλαξε η θέση του πολύτιμου. Όχι πια δεν το προσέχουν αλλά και το αποφεύγουν. Κι αυτό σημαίνει λιμοκτονία πνευματική. Η ζωή του κόσμου οργανώνεται γύρω από μερικά ανθρώπινα πάθη και η πνευματική ζωή βρίσκεται στο περιθώριο. Οφείλουμε να αντιστρέψουμε την κατάσταση αυτή των πραγμάτων και να τοποθετήσουμε την πνευματική ζωή στην καρδιά της ζωής μας.

Πέρα «ή μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει»
Ώρες ατέλειωτες κλαίει στην άμμο κρυφά
Και συ δεν μπορείς να την παρηγορήσεις:
Ελένη «σήκω επάνω και δες τον ήλιο»
Γιατί καμιά αλλαγή δε συντελείται εδώ
Παραθερίζεις ακόμα μια άγνωστη λύπη
Μια υγρή ως το κόκαλο απόγνωση.

Η ποιήτρια προσμένει μιαν ακτίνα φωτός, να φύγει από πάνω της η μαυρίλα, το ανεξίτηλο σκοτάδι. Ο απελπισμός τού έρωτα και η απόγνωση τη σημαδεύουν. Μπορούμε να κλαίμε γιέ ώρες, για μήνες, για χρόνια, μέχρις ότου το είναι μας αναγεννηθεί. Ζωής αήττητο όπλο ωστόσο ονομάζει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος την απόγνωση μέσα στον διαλυόμενο τούτο αιώνα, κυματοθραύστη των λυπηρών, όταν ο άνθρωπος προσμένει άνωθεν την ελπίδα, όχι εκείνη την ψεύτικη που αποτελεί γέννημα του κόσμου. Δεν υπάρχει τότε θλίψη που να μπορεί να εξασθενήσει το φρόνημά του.
Όταν ο Πορτογάλος Φερνάντο Πεσσόα φτάνει να θεωρεί όλες τις δραστηριότητες και της επιδιώξεις της ζωής — από την απλή κίνηση των πνευμόνων μέχρι την κατασκευή των πόλεων και την οχύρωση των αυτοκρατοριών —σαν υπνηλία, πράγματα σαν το όνειρο ή την ανάπαυση που συμβαίνουν χωρίς να το θέλει κανείς μέσα στη διαδοχή των ημερών, καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο είναι να κατανοηθεί τί σημαίνει για τη ζώσα συνείδηση να μην μπορεί να τραφεί από τα όσα παράγει ό χρόνος. Να τί βλέπει όλα τελειωμένα εν χρόνω, χωρίς να απελπίζεται. Γίνεσαι όλος ακοή, όλος αναπνοή. Είτε αναπαύεσαι όμως είτε ησυχάζεις, στα βάθη της καρδιάς σου πάντα ύπαρχοι μία πληγή. Έναν πλοχμό ελπίδας και απογνώσεις σχηματίζουν τα βήματά σου.

Ένας άντρας είναι μία ξερολιθιά
Περνά ο αγέρας τον χτυπά το σύννεφο τον πίνει
Ένας άντρας έχει προνόμια μόνο στη βροχή
Γυμνός αστραποδέρνεται γυμνός σπαθοκοπιέται
Και πάει στα σκοτεινά νερά ν αφήσει την ψυχή του
Ένας άντρας στο παράθυρο είναι μια ουτοπία
Μια φαντασία γυναικός θανατερή λαχτάρα
Για ταίριασμα για ηδονή για χωρισμό κι οδύνη

Ένας άντρας είναι μια αρχαία λύπη
Πάει στα φαράγγια να κρυφτεί στ αλώνια
να παλέψει Πάει στο βυζί της μάνας του να πιει γάλα και αίμα
Ένας άντρας είναι ένας σκοτωμένος κέρβερος
Μπροστά στις πύλες του Άδη

Το ποίημα αυτό, κατά τη γνώμη μου, δίνει και μιαν απάντηση στο ποίημα του Σεφέρη «Τελευταία μέρα», εκεί που αναρωτιέται, Πως πεθαίνει ένας άντρας. Απάντηση που λογαριάζω πως μόνο μια γυναίκα βγαλμένη από τον κόσμο του παραμυθιού, στην όποια δηλαδή παραμένουν ζωντανά ψήγματα μύθου, θα μπορούσε να δώσει. Εξ ου και οι απηχήσεις του δημοτικού δεκαπεντασύλλαβου που ακούγονται στο ποίημα.
Αυτό που εντυπωσιάζει στην ποίηση της ‘Αγαθοπούλου είναι η έμμονή στο οδυνηρό βάθος της υπάρξεως της, απ’ όπου αντλεί και τη δύναμη να συνεχίσει. Δεν ξεφεύγει σε πράγματα αλλότρια ο νους της, δεν αποδέχεται ερεθισμούς έξω από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Βυθίζεται με κλειστά μάτια, ξεχνά την όραση για να παραμείνουν οι αισθήσεις της ζωντανές, ενώ η ύπαρξή της ολόκληρη αναζητά φως. Μόνο που το φως δεν πρόκειται να έρθει από τον αισθητό ήλιο. Και το γνωρίζει αυτό. Δεν βλέπει, αλλά αποζητά να ακούσει.

Μείνε μόνη και αφουγκράσου
Τρέχει στη βρύση το νερό;
Χτυπά η καμπάνα;

Με τα λόγια δεν κάνουμε χωριό
Με τα γέλια πέφτουν φιλιά απ το στόμα μας

Μείνε μόνη στο έλεος του Θεού είσαι
Τί έχει ο καιρός και είσαι χλωμό φεγγάρι
Τι έχει το αρνί και σκάβει το χώμα

Μείνε μόνη μέσα στον κήπο σου αργά νυχτώνει

Κι όταν αλλάζει η άμπωτις νερά
Κι όταν σηκώνεις τις πέτρες σου
Μείνε μόνη αντιλαλείς στα σκοτεινά

Ο προφήτης Ιεζεκιήλ ατό ψηφιδωτό της Μονής Λατόμου, σε στάση εκστάσεως, βάζοντας τις παλάμες ανοικτές στο ύψος των αυτιών, δεν βλέπει αλλά ακούει το όραμα του Κυρίου εν δόξει. Ανάλογη στάση φαίνεται να λαβαίνει και η ποιήτρια, θέλοντας να αφουγκραστεί και θέλοντας να ψαύσει. Όπως οι Μυροφόρες, που πέρα από το φρόνημα των μαθητών που ήταν κλεισμένοι στο δώμα, εισήλθαν στην τρέλα και στην πραγματικότητα του θαύματος, οπόταν ο λίθος του τάφου αποκυλίεται Θεία χάριτι.
Υπ’ αυτή την έννοια, πράγματι αρχίζει να βλέπει καλά η μάλλον αρχίζει να βλέπει το άρρωστο μάτι της, κατά τον τίτλο της τελευταίας της ποιητικής συλλογής, όχι βέβαια εν ονόματι της καθ’ ημάς υγείας. Και νομίζω ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να δει την αρνητική της εμπειρία του πόνου και της οδύνης ως την κατεξοχήν οδό σωτηρίας.

Όλες οι καμπάνες σημαίνουν Χριστούγεννα
Και εγώ δεν έχω τίποτε άλλο να ζήσω
Πάρεξ τη γεύση ενός αίματος που αρνούμαι να πιω
Αν μη τι άλλο εγώ πέταξα το σώμα μου
Μες στην αγάπη όπου σαπίζει τώρα
Με λογική και σύνεση με θεία παραδοχή

Την τρέλα τη μαθαίνει κανείς μέσα σε μια στιγμή.

 

Μαρία Κουγιουμτζή Βίωμα και φαντασία

 

ΣΑΛΚΙΜ

«Εντευκτήριο» Τεύχος Ν.56 Ιανουάριος-Μάρτιος 2002

Η αναδίφηση σ ένα υλικό που στην ουσία του είναι μη εκφράσιμο — οι λέξεις και το νόημα τους δεν το καθιστούν κατ’ ανάγκην εκφράσιμο, επειδή το βίωμα είναι κρυμμένο πίσω απ’ αυτές— αποτελεί εγχείρημα δύσκολο• κι αυτός που το επιχειρεί πρέπει να σκύβει πάνω στα ίχνη που αφήνουν οι λέξεις, μέσα στο χαώδες του υπερβατικού όπου προσπαθεί ν’ απεικονίσει ο ποιητής τον κόσμο του, τον κόσμο μας.
Οι έννοιες αυτές καθεαυτές υπολειτουργούν ανάμεσα σε ουσίες και γεγονότα. Το φορτίο τους, θετικό η αρνητικό, είναι εκείνο που εκπέμπει το φωτάκι – οδηγό, που μας ανοίγει τον δρόμο για τις εκάστοτε ερμηνείες.
Στην ποίηση της Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου το ρεαλιστικό εμπλέκεται με το φανταστικό και το συμβολικό, με αποτέλεσμα να διατηρεί την ελαφράδα της ελπίδας, επειδή η ελπίδα στοχεύει στη ζωή, και η ποιήτρια, παρ’ όλες τις απογοητεύσεις, επιμένει στη γεύση της. Ενώ τα συμβαίνοντα είναι απαξιωτικά προς τη ζωή, η ουσία τους, με την ενίσχυση της φαντασίας, είναι συναινετική.
Το Σαλκίμ είναι ενδεικτικό της στάσης της αυτής. Είναι το δέντρο με τα σικλαμέν άνθη που αποπνέουν ένα άρωμα ισοβαρές με το χρώμα και την ομορφιά τους, διακριτικό αλλά έντονα διεισδυτικό. Το κάλλος του έρχεται σε αντίθεση με τη δυσμορφία του βιώματος.
Τα άνθη του είναι η φαντασία που με το άρωμα της λαμβάνει διαστάσεις ερωτικού συναισθήματος προς την ‘ίδια τη ζωή. Η ηδονή του αισθάνεσθαι είναι το άρωμα του σαλκίμ, η φανταστική σχέση της ποιήτριας με τη ζωή.

Από την οροφή έπεφτε πολύ τσιμέντο
Την έχτιζε βαθιά στου υμέναιου τον τάφο
Ενώ εκείνο το σαλκίμι σικλαμέν
Για κείνη χύνονταν απάνω στη βεράντα
Το άρωμά του ως το κρεβάτι της εισχωρούσε
Σε πλήρη οργασμό — θανάσιμο

Η ομορφιά λειτουργεί ως νοηματοδότης της ποίησής της, ακόμα κι όταν απορρέει από τις πιο λανθάνουσες η εναργείς απογοητεύσεις.
Ο δεσμός ανάμεσα στο γεγονός και στο πάθος που έχει εκπορευθεί μεταφέρει την έκλαμψη του αισθάνεσθαι.
Η μορφή της ομορφιάς είναι εκείνη που φυτεύει ένα δέντρο κι αρωματίζει τη δυσμορφία. Και η ομορφιά στην ποίηση της Αγαθοπούλου κατοικεί εκεί, στο αίσθάνεσθαι. Δηλαδή στο ζην. Η καταφυγή της στη φαντασία δεν ακυρώνει ότι ζει αλλά χρησιμοποιεί αυτό που ζει για να φαντάζεται.
Η φαντασία, σαν ίαμα θαυματουργό, σβήνει τις πληγές και φτερουγίζει ανάμεσα στα χαλάσματα ραμφίζοντας τη φθορά, τρεφόμενη δε απ’ αυτήν διατηρεί εαυτόν σ’ ένα συνεχές, αράγιστο και διαφανές, όπου βλέπεις και βλέπεσαι εν χρόνω.
Έζησα τη φρίκη του αισθήματος
Μ’ ένα τριαντάφυλλο στο φρυγμένο στόμα
Η ομορφιά από αίσθηση εισάγεται σε σημασία, καθόσον δεν άφορα τη μορφή αλλά τη σχέση.
Η βαθμιαία απαλλαγή από τον κόσμο των αισθήσεων ενέχει τα προσόντα μιας όρασης που υπερβαίνει το προσωρινό.

Σπασμωδικά χτυπάει ό χρόνος τα φτερά του
Δεν είναι αμάραντα
Η ποίηση της, σαν μαγική εικόνα, μέσα από τη φθορά ορθώνει το άφθαρτο.

Πού σ’ έχω δει πού σ’ έχω άγγιξε ομορφιά
Και μου έκοψες το χέρι από τη ρίζα […]

Διάφανη πέρασες υγρή ζεστή και σάρκινη
Πρόλαβα και σ’ απόλαυα στην πιο πικρή στιγμή μου
Για μένα ολοκληρώθηκες

Πόλη και σώμα ακλουθούν τις μεταμορφώσεις στον χρόνο, και η φθορά τους αντιμετωπίζεται με την πάλλουσα χορδή της μνήμης που η φαντασία των αισθήσεων αγγίζοντας δονεί.

Την είχα ολότελα ξεχάσει
[…]
Στα μέρη εκείνα
όπου έσφαξα το πιο σγουρό μου ζώο
Και με το δέρμα του ζέστανα το κορμί της
[…]
Έπεσα μες στα κρύα νερά της
Και ούτε με δρόσισε ούτε τη δρόσισα

Παρόλο που η μνήμη είναι το μνήμα του παρελθόντος, η κόρη της η φαντασία το πλουτίζει ζωή, έτσι που το παρόν γεμίζει εν αίσθηση και ισορροπεί, ώστε να δικαιώνονται ο πόνος, η φθορά, το ανέφικτο, αφού εκπέμπει —μέσα στην ποίηση της— τόση ομορφιά η επαφή μαζί τους.
Κι αυτή η ομορφιά που η φαντασία ανασύρει από κάθε έλλειψη, από κάθε απομάκρυνση, ελαφρώνει το ποίημα και τη θλίψη του.
Ο λυρισμός που αποπνέει κι ο πιο πικρός και μοναχικός στίχος απαλύνει το σκιώδες και τον οδηγεί στο φως. Κι αυτό γιατί πίσω του κρύβεται η αγάπη για δ,τι έζησε η ποιήτρια, που υπερισχύει.

Έζησα τη φρίκη του αισθήματος
Σ ‘ έναν καιρό από κόκαλα τρυφερά
Όταν τσακίζονται ακούς τη μουσική τους

Δεν υπάρχει νοσταλγία άλλα, μέσα σε λάμψεις ερωτικές και πάλλουσα φαντασία, η παραδοχή των ανεπιστρεπτί —όχι εξιδανικευμένων— γεμάτων από σφύζουσα ζωή, παθών και παθημάτων.
Ισχυρός κλώνος της ουσίας της ποίησης της Αγαθοπούλου είναι η επαφή. Η επαφή ακόμα και μέσα στην αδιαφορία έχει ενδιαφέρον. Μεταδίδει τη γεύση της. Δεν επιθυμεί να την ανατρέψει αλλά να μεταδώσει το βίωμά της. Κάθε βίωμα έχει την ουσία του. Εδώ, ακόμα και η απουσία έχει την ουσία της. Κι αυτή η επαφή η μη επαφή, η σχέση ή το ανέφικτο της σχέσης, αντιμετωπίζεται ρεαλιστικά με φανταστικές απολήξεις. Κι ο ‘ίδιος ο ρεαλισμός φωτίζει και τις πιο απόμερες σκιές των εν ζωή συμβάντων, έτσι που η ζωή και η ύπαρξη και των πιο πικρών στιγμών γίνεται ελπίδας φρόνημα εν ηρεμία.
Η αγάπη που κρύβεται πίσω από κάθε επαφή είναι που ζεσταίνει ότι έχει ψυχρανθεί.
Το βίωμα προΐσταται. Δεν ενδιαφέρει τι παθαίνουν όσοι το ενσαρκώνονται αλλά η ύπαρξη του γιατί το βίωμα είναι βίος κι αυτό είναι που τελικά σηκώνει το ποίημα κι ανοίγει τα μάτια του στο φως’ σ ένα φως αβαρές και πράο, που φωτίζει τα σκληρά και τα μαλακά, τα χρωματιστά και τα σκούρα εξίσου, κι αυτή η ισότητα γαληνεύει το ποίημα. Τα κύτταρά του αραιωμένα μέσα στον ρου του χρόνου αποκτούν εκείνες τις δυνάμεις της έλξης και της βαρύτητας που το κρατούν σε ισορροπία. Οι σωστές αποστάσεις που ο χρόνος επιφέρει στο βλέμμα ψύχουν τα πάθη και επιτρέπουν την ισορροπία της εποπτείας. Παράλληλα, το ρεαλιστικό βλέμμα, ενώ σκίζει και το πιο πικρό κουκούτσι του βιώματος, αντανακλά την ομορφιά και τη συγκίνηση της ίδιας του της διείσδυσης.
Από την άλλη μεριά, η ποιητική εποπτεία του βιώματος δεν το οριοθετεί, αλλά αντιθέτως του προσδίδει απεριόριστη κινητικότητα, αισθητική και συναισθηματική. Συγχρόνως, η απορροφητικότητα της φαντασίας συλλέγει και τα μικρότερα ψήγματα αυτής της κινητικότητας, που σαν φωτεινές δέσμες εμφανίζουν τις σκιές και της πιο ανεπαίσθητης εσωτερικής κίνησης.
Μέσα στην ποίηση της Αγαθοπούλου, αισθήσεις, αισθήματα, εποπτεία. δένονται σ ένα κρουστό ηχείο, που η ηχητικότητα του καταπραΰνει, ελαστικοποιεί και αναδιπλώνει και το πιο σκληρό και άκαμπτο γεγονός, με αποτέλεσμα μια ελαφράδα που σ ανασηκώνει ενώ παράλληλα σε δονεί.

 

 

Η Ευτυχία Λουκίδου Το πάθος πέραν της γραφής

 

«Σεντόνια της αγρύπνιας»

Περιοδικό Κ (Κριτική) Δεκέμβριος 2008 Τεύχος 17

Στη λογοτεχνία κάθε απόπειρα απόδοσης του πάθους βρίσκει συχνά το υποκείμενο στο μέσο μιας αβύσσου. Ο συμβατικός λόγος απ’ τη μια – με όλα τα σημεία και τις αναφορές του – και τα εξορισμένα πάθη απ’ την άλλη επιδίδονται σ’ έναν αγώνα προσεταιρισμού του πάσχοντος σώματος. Προπάντων να μην αντηχήσει το κενό, προπάντων να κυριαρχεί στο σκηνικό έστω και το ομοίωμα του άλεκτου αισθήματος. «Τα απείθαρχα τάγματα του συναισθήματος», για τα οποία γράφει ο T.S. Eliot, είναι εκείνα που η ίδια τους η αυθεντικότητα τα φέρνει σε διάσταση από την εύρεση των γλωσσικών εκείνων συμβόλων που θα σταθούνε ικανά, για να τα αποδώσουν. Έρχονται όμως κάποτε κάποιες φαινομενικά απλές εξομολογήσεις , λόγια θαρρείς αβίαστα ειπωμένα που αμφισβητούν την παραπάνω διαπίστωση. Είναι η στιγμή που το αίσθημα ακέραιο εμφανίζεται κι όχι το ομοίωμά του, που η αναπαράσταση μετουσιώνεται σε ζώσα παρουσία κι ο λόγος από όχημα και ένδυμα μετατρέπεται σε ηχώ που, αν και υποβάλλει αλήθειες συνταρακτικές, εντούτοις προκαλεί τον ίδιο θόρυβο που μια απλή χειρονομία θα ήταν δυνατό να προκαλέσει.
Αναφέρομαι στα «Σεντόνια της αγρύπνιας» της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου, όπου το ποιητικό «εγώ» επιδίδεται σ’ ένα αλλεπάλληλο ξεφλούδισμα του έσω αλλά και έξω κόσμου. Με τρόπο απόλυτα φυσικό κινείται από τη σημασία προς το νόημα κατορθώνοντας να προφέρει και τη σιωπή ακόμα με μια φωνή καθάρια, απαλλαγμένη από τεχνάσματα γοητείας, ίσως και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αναμφισβήτητα γοητευτική. Ο χρόνος της γραφής δεν εκτυλίσσεται σ’ ένα «αλλού», αλλά σ’ ένα αιώνιο παρόν, στα πλαίσια του οποίου η ποιήτρια αρνείται να ενδώσει στην απελπισία, όχι ως αποτέλεσμα αντίστασης ηρωικής ή και νηφάλιου φιλοσοφικού στοχασμού. Εκείνο που υπαγορεύει άλλωστε τη γραφή της δεν είναι παρά η αναζήτηση της αλήθειας πέραν της αλήθειας, του ονείρου που κρύβεται μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο. Η Αγαθοπούλου δεν ενδίδει στις απογοητεύσεις και τα αδιέξοδα, καθώς εγκαίρως έχει συνειδητοποιήσει πως, όσο και αν πασχίζει η ύπαρξη, δε θα κατορθώσει παρά να καταφάσκει εκ νέου στη ματαιότητα, εφόσον η αλήθεια είναι μία και αναπόδραστη: ο Θάνατος προηγείται, ουδέποτε ακολουθεί.

«Ποιος βλέπει την άμμο και τον άνεμο
Να ανακατεύει τον καιρό ως τη λάσπη
Δεν είδα τίποτα εγώ δεν ξέρω
Φωνάζει ο νεκρός μου απ’ το βυθό».
(Φιλοξενία)

Αντιλαμβανόμενοι πως υψηλή ευθύνη της Φιλοσοφίας είναι η γνώση, κατανοούμε ότι εναπόκειται στην Τέχνη να αναλάβει την απόγνωση, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να την υπερβεί, να την αποτρέψει ή άλλοτε ακόμη και να την προτείνει.
Στα «Σεντόνια της αγρύπνιας» ωστόσο συντελείται υποδορίως ένας κατεξοχήν λεπτός διαχωρισμός. Ένα επίπεδο πριν την απόγνωση κυριαρχεί η θλίψη. Εκείνο το γενναίο και απαλλαγμένο από ψευδαισθήσεις κοίταγμα στην προϊούσα μα και επικείμενη καταστροφή, που εντούτοις διασώζει στο βλέμμα του κάτι απ’ την αξιοπρέπεια και τη βουβή διαμαρτυρία των ευγενών που – ανίκανοι ν’ αντισταθούν – αντικρίζουν όλα τους τα υπάρχοντα στην κατοχή εισβολέων.
Το ποιητικό υποκείμενο λοιπόν, παρ’ όλες τις παράπλευρες απώλειες και τη βαθιά επίγνωση της επελαύνουσας φθοράς, αντιμετωπίζει με συμπάθεια και τρυφερότητα τον πόνο, ενώ ενδίδει άνευ όρων στη ζωή και εράται ακόμη την επιθυμία.
Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι την κατευθύνει και πολύ περισσότερο ότι τη σχηματοποιεί. Απλώς, επιθυμεί την επιθυμία.

«Τι να επιθυμήσω άλλο από μια πηγή μυροβλήτισσα
Όπου τα μάτια μου να πλένω το πρωί
Κάθε πρωί που σηκώνομαι απ’ το θάνατο
Και δεν ξέρω πόσο ψωμί πόσο νερό μου ανήκει
Πόση φωνή μου απόμεινε για το αινεσάτω τον Κύριο». (Αγρυπνία)

Κι όταν ακόμη αναφέρεται σε απουσίες, καταφέρνει να δίνει την εντύπωση ότι μιλάει μόνο για παρουσίες που δεν είναι.
Έτσι, λοιπόν η θλίψη, μην αντέχοντας να είναι ακραία, αρνείται την απόγνωση και δεν πενθεί. Αντ’ αυτού η ποιήτρια, από το μότο ακόμη της συλλογής, αποφασίζοντας να προϊδεάσει τον αναγνώστη, του αποκαλύπτει τις προθέσεις της, θαρρείς και του εγχειρεί συνωμοτικά το αριθμητικό αποτέλεσμα, αφήνοντας όμως σ’ εκείνον να ανακαλύψει στη διαδρομή τον τύπο της εξίσωσης. Και το αποτέλεσμα εν τέλει είναι αισιόδοξο. Σε αντίθεση με τον Σοπενχάουερ που σκιαγραφεί την περίκλειστη όραση με τη φράση: «Όποιον δαυλό κι αν ανάψουμε και όποιο τοπίο κι αν φωτίσει αυτός, πάντα τον ορίζοντά μας θα τον φράζει από παντού βαθιά νύχτα»,
εκείνη απ’ τον προθάλαμο κιόλας της συλλογής καταθέτει την καθησυχαστική διαβεβαίωση από στίχο του ποιήματός της:

Μαύρη θα είναι πάντα η νύχτα στα βουνά
Μα οι κάμποι θα ’χουν πάντα χαμομήλια.
(Λύπη απαστράπτουσα)

Τα στοιχεία που μετέρχεται και ενσωματώνει στην ποιητική σύνθεση αφορούν υλικά, των οποίων η διάρκεια αποδεικνύεται κάποτε ισχυρότερη από την αντοχή της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Τα πράγματα, στην ποίηση της Αγαθοπούλου, τυλίγουν και παρηγορούν, φιλοξενούν και αναπαύουν, την ίδια ώρα που σχίζονται αιφνίδια, κρύβονται, καθηλώνουν και απειλούν. Εντασσόμενα συνεπώς και συναριθμούμενα στα πρόσωπα της παράστασης κι όχι στα σκηνικά της, λειτουργούν ως σώματα που μόλις υποδύθηκαν το ρόλο τους και τώρα αποτραβιούνται στη γωνιά ως άηχη υπόμνηση του ήδη ματαιωμένου.

Μ’ αρέσει ν’ απλώνω τα ρούχα στο σκοινί
Εδώ τα μικρά εκεί τα μεγάλα σώματα
Ασήκωτα ανομήματα ζωής χαρισάμενης.
(Σεντόνια της αγρύπνιας)

Η ποίηση της Αγαθοπούλου δε σου επιτρέπει να περιοριστείς στα αισθητικά επιφαινόμενα, αλλά αντιθέτως, μέσω της ενότητας του βλέμματος και της εσωτερικής ρυθμικότητας που την ορίζει, υποβάλλει και υπαινίσσεται ένα βάθος φλεγόμενο. Υπακούει λοιπόν στις υψηλές επιταγές ενός λόγου, εντός του οποίου η ηθική συναντά την αισθητική, κινούμενη από τη γραφή στη σιωπή με τονισμούς ειρωνείας αλλά και τραγικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πολιορκεί την ποιητική ουσία, επιχειρώντας τολμηρές καταδύσεις στις αθέατες συνιστώσες των πραγμάτων.
Δεν αρκείται όμως σ’ αυτό. Εμβαπτίζει τις λέξεις στη νόηση κι αυτές αυθαίρετα και με όλο το βάρος της πολλαπλής τους ωρίμανσης πηγαίνουν κι εγκαθίστανται κατευθείαν στην καρδιά. Αποφεύγοντας έτσι την αιχμαλωσία στις έως τώρα μορφικές και εκφραστικές της κατακτήσεις, ανανεώνει τον κόσμο των σημαινόντων και διαμορφώνει το ιδιαίτερο κλίμα του ήδη κατακτημένου προσωπικού της σύμπαντος. Στοιχεία του προφορικού λόγου και λέξεις υποτιθέμενα «αντιποιητικές» ενσωματώνονται στο εκφραστικό της «γίγνεσθαι», ενώ παράλληλα η δυναμική της εικονοπλασίας και το αναπάντεχο των συνειρμών της αναδιατάσσουν και μεταμορφώνουν ό,τι η όραση καταδικάζεται να στερηθεί εξαιτίας της προφάνειας.
Κατά τη διάρκεια της αφηγηματικής ροής του οξύτονου λόγου της, αιφνίδιες παύσεις σιωπής επιχειρούν να ακινητοποιήσουν το ακαριαίο, πασχίζοντας να αναδυθεί μέσα από τις λέξεις το άλγος που αυτές φέρουν εντός τους.
Ως εκ τούτου, η αγωνιούσα διάνοιά της εκκινεί από την αλληγορία, για να την καταλύσει στη συνέχεια προς χάριν του νοήματος. Με ποιήματα άλλοτε θεματικά και άλλοτε ατμόσφαιρας, όπως κατεξοχήν θεωρώ τα τρία τελευταία της συλλογής με το γενικό τίτλο: «Πίστευε στη θεατρικότητα του βίου», διηθεί τη γειωτική καθημερινότητα και μετασχηματίζει την ύλη της, προκειμένου να αποδώσει την ατομική και συλλογική περιπέτεια σε κλίμα όμως πρωτοποριακού αυτοσχεδιασμού. Η σκηνοθετική και μεταποιητική της ικανότητα προσδίδει στις τραγικές αλήθειες με τις οποίες καταπιάνεται την ανάλαφρη φρεσκάδα ανέμελων μα άκρως επικίνδυνων παιδικών παιχνιδιών.
Οι σημειολογικές της αναφορές απ’ την άλλη, ευχερώς μας παραπέμπουν στη διττή σχέση Έρως – Θάνατος:

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ’χει ένα πάθος κρυφό
Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα
Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του
Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου.
(Διάρκεια)

Κι ενώ ο Καρυωτάκης στο ποίημά του (Η νύχτα) γράφει:
«Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους / κι αυτοί λένε πως έτριξε / δεν λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται / μελλοντικούς θανάτους»
η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου στο ποίημα (Άγγελος σε λουτρό), παραδίδοντάς μας μαθήματα λιτότητας, συλλαμβάνει και ουσιώνει με καίριο τρόπο την ίδια μέγιστη αλήθεια:

Σκύψε στο βάθος της χαβούζας κοίτα
Ο καιρός για σένα στρώνει κρεβάτι ερωτικό.

Ο έρωτας, ως απόπειρα αθανασίας, δε συνιστά την αφελή και επιπόλαιη αντίσταση της ύπαρξης που επινοεί κρησφύγετα, προκειμένου να καθυστερήσει τη βέβαιη σύλληψή της. Άλλωστε, και η ίδια η πράξη της γραφής, η φιλοσοφία της τέχνης ουδόλως υπηρετείται από άτομα που, ασκημένα να εθελοτυφλούν, επιδίδονται στον πολλαπλασιασμό των ψευδαισθήσεων. Αντιθέτως, με πλήρη επίγνωση και οδυνηρή συναίσθηση του απελπισμένου εγχειρήματος, καταφεύγουν στον έρωτα αναθέτοντάς του ρόλο διαμεσολαβητή, αφού ένα σατανικό παιχνίδι ανάμεσα στον άνθρωπο και τον χρόνο είναι στημένο από καταβολής κόσμου, με τον πρώτο να μεταμφιέζει την επιθανάτια αγωνία σε πόθο κατάκτησης του απόλυτου. Κι ο έρωτας έρχεται και υπόσχεται το απόλυτο, με τη διαφορά ότι μονίμως την υπόσχεσή του αθετεί. Το κενό της αθέτησης έρχεται να καλύψει ο θάνατος, αφού αυτός τελικά αποδεικνύεται ο μόνος – δυστυχώς – που τηρεί την υπόσχεσή του.
Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής, με πρόσχημα και σημείο εκκίνησης το άπλωμα των ρούχων και των σεντονιών, καθίσταται σαφής η πρόθεση του ποιητικού υποκειμένου να δηλώσει ευθαρσώς τη θέση που παίρνει απέναντι στο αιώνιο ζήτημα της αμαρτίας και της άφεσης. Το άπλωμα των ρούχων στο σκοινί, ως σημειολογική αναφορά στην αβίαστη και εκούσια έκθεση του όντος και των πράξεών του, δηλώνει τη νηφάλια συμφιλίωση αλλά και εξοικείωση με επιλογές ζωής που τις υποκινεί μια αλήθεια απαλλαγμένη από ένοχες προφάσεις και τύψεις ύποπτες για τις προθέσεις τους. Το ειλικρινές κοίταγμα σε κάτοπτρα που δεν παραμορφώνουν, συνιστά στάση ζωής που εκλαμβάνει τα λάθη, όχι ως ανομήματα που καθιστούν υπόλογο και αιώνιο χρεώστη εκείνον που τα διέπραξε. Ό,τι παρεκκλίνει της πορείας – κι άραγε ποιος έχει ορίσει τις συντεταγμένες; – υπακούοντας τυφλά «στο γίγνεσθαι του αίματος», δεν οφείλει να λογοδοτήσει σε κανέναν και προπάντων δεν καλείται να πληρώσει, αφού άλλωστε είναι όλα ήδη πληρωμένα. Ίσως κιόλας να μην υφίσταται ούτε και η ίδια η αμαρτία, με όλα τα επίπλαστα και επινοημένα βάρη της. Η ζωή αντιμετωπίζεται από την Αγαθοπούλου ως δωρεά, ως χάρισμα, κι ως εκ τούτου όλες τις διακηρύξεις περί απόλυτης κυριαρχίας στο παιχνίδι του βίου δεν τις θεωρεί παρά αυταπάτες που – θέλοντας και μη – υπόκεινται κάποτε κι αυτές στο «θέλημα του καιρού».
Άδεια λοιπόν τα ρούχα από τα σώματά τους, κενά απ’ τη βαρύτητα της φθαρτότητας και των τύψεων που κουβαλούν για τ’ ανομήματά τους, περιμένουν κρεμασμένα τον ήλιο να τα λαμπρύνει, το φεγγάρι ν’ αποκαλύψει τη γύμνια τους κι έναν αέρα να στεγνώσει δάκρυα και υγρά φιλιά.
Διαβάζοντας τα τρία τελευταία ποιήματα της συλλογής που στεγάζονται κάτω απ’ το γενικό τίτλο: «Πίστευε στη θεατρικότητα του βίου» και με τον ειδικό τίτλο το καθένα «Σκηνή πρώτη», «Σκηνή δεύτερη» και «Σκηνή τρίτη», συναισθάνεσαι ίσως βαθύτερα την προτροπή του Ρίλκε: «Ένα, και μόνο, μας είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη ενδόμυχη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου κι ώρες ολόκληρες να μη συναντάς εκεί κανέναν – αυτός πρέπει να ’ναι ο υπέρτατος του καθενός στόχος».
Η περιπέτεια του όντος για την Αγαθοπούλου συνίσταται και ολοκληρώνεται σε δύο κύριες συνειδητοποιήσεις: στη συναίσθηση της μοναχικότητάς του και στην αποκάλυψη της προσωπικής του αλήθειας. Κάθε διαφορετική τοποθέτηση απέναντι στο μυστήριο της ζωής μοιάζει σαν να μην έχει υπόψη της τα λόγια του Παλλάδα: «Σκηνή πας ο βίος και παίγνιον». Το θεατρικό πάντως που ανεβαίνει στην ποιητική – και όχι μόνο – σκηνή της ποιήτριας διαθέτει παρουσίες που εντούτοις λάμπουν διά της απουσίας τους. Ο σκηνοθέτης βρίσκεται «σε στάση απραξίας», «ο υποβολέας πανταχού απών», «από το βάθος αναθρώσκει η εξουσία του τίποτα». Εικόνες σκληρές στη σύλληψή τους που παραπέμπουν στο μάταιο της όποιας παρέμβασης στην ανθρώπινη μοίρα, στην πλήρη επίγνωση της αδυναμίας του δρώντος προσώπου ν’ απευθυνθεί, ν’ αναζητήσει μπούσουλα και στήριγμα, τώρα που ο Αθέατος – μα όχι αθόρυβος – υπονομεύει του βίου τη σταθερότητα και απειλεί ν’ απορροφήσει αιφνίδια την ύπαρξη που ανίδεη ροκανίζεται:

Ποιος υποσκάπτει γκαπ γκουπ – υπό
Τι θησαυρό ψάχνει.

Όλοι λοιπόν απόντες και μόνο εκείνη παρούσα, με μοναδικές αποσκευές
την ανεμελιά της – που ίσως να είναι και η επιμελώς κρυμμένη της αμηχανία –

Δε βλέπει πού κάθεται πού βάφεται
Κουνάει πέρα δώθε τα πόδια της …

αλλά και το πρόσωπό της:

Εκείνη έχει το πρόσωπό της
Να βλέπει και ν’ ακούει της ερήμου τα γέλια.

Το «είναι» όμως της ύπαρξης πρέπει να μείνει αφτιασίδωτο, απαλλαγμένο απ’ τα ψιμύθια της προσποίησης, να

φανερώσει επιτέλους τη ραγισμένη μάσκα
Να παίξει τον εαυτό της απροκάλυπτα.

Γι’ αυτό άλλωστε από την αλήθεια του όντος το μόνο που ζητείται είναι να γυμνωθεί τα μέχρι τούδε «ζωτικά» της ψεύδη, ώστε γυμνή και μόνη, όπως μια άδεια αγκαλιά, να εναποθέσει τις ελπίδες της στο φως του προβολέα, την ώρα που θα δείχνει το ένα και μοναδικό πρόσωπο της σκηνής, αφού:
«Εν ου παικτοίς εν ου παικτοίς» παίζεται η παράσταση του βίου καθενός μας.

 

 

Γιάννης Κουβαράς Η μεγάλη αγρύπνια

Σεντόνια της αγρύπνιας

Δημοσιεύτηκε στη Κυριακάτικη Αυγή στις 15 Οκτωβρίου 2006

Μάτια άδεια από φως-νεκρά
Μολύβι ματωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα
Ποιητή τι θα γράψεις τώρα;

Από καταβολής στίχου, από εποχής πυρίφλογης Σαπφούς (δέδυκε μεν σελάνα…) η ποίηση είναι εγκαταβιώνεται ως διαρκής παννυχία, ως αγρύπνια, για άγρα του ύπνου με τα χαρίεντα, ατίθασα κι ανεκπλήρωτα όνειρα της μέρας. Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου συντηρεί και συνεχίζει αυτή την παννυχίδα και φρυκτωρία λέξεων, στη γραμμή της Ουσιαστικής υπαρξιακής παράδοσης της γενέθλιας και οικητηριας πόλης της, της Θεσσαλονίκης (1930), με τα «μελιχρά μεσημέρια και τα λιγωμένα απόβραδα»,
με καταβολές στα πλούσια αρτεσιανά της (Θέμελης, Βαφόπουλος, Καρέλλη, Πεντζίκης, κ.ά.) διασταυρωμένες με τις δικές της Μικρασιατικές ρίζες.
Ύστερα από ένα ένδοξο άνοιγμα και διάλειμμα με κατάθεση δυο συλλογών διηγημάτων -ποιήματα που δεν χώρεσαν σε στιχαρίθμηση (Η Παραίτηση τιμήθηκε με Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών το 2003)- επανέρχεται ανανεωμένη στο ποιητικό πεδίο που γεωργεί με συνέπεια επί 45 συναπτά έτη. Πρωτοεμφανίστηκε το 1961
με τον Βαλερικής απόχρωσης τίτλο Ψυχή και τέχνη. Αυτό άλλωστε κάνει έκτοτε καταθέτοντας την ψυχή της στην τέχνη της ποιήσεως σε μια διαρκή ικεσία και γονυκλισία
Πολύ σχηματικά θα μιλούσαμε για ποιητές ποίησης και ποιητές ποιημάτων. Η Μαρία μετεωρίζεται ανάμεσα στην πρώτη (κυρίως στην πρώτη περίοδο της δουλειάς της, με ροπή στο ρευστό, ρεμβώδες, αφηρημένο) και στην δεύτερη (στην ωριμότερη φάση της). Έγραψε λ.χ. ένα από τα ωραιότερα ποιήματα (όπως και ο Καρούζος) για τον Μοτοσικλετιστή (σεκλέτι θα πει μαράζι, ντέρτι και κάτι περισσότερο) που έχει συνεπάρει φουρνιές Λυκειοπαίδων. Μεταμορφώνοντας τον σε πήγασο της ασφάλτου. Στην παρούσα συλλογή δίνει τη συνέχεια-ξυνωρίδα του Μοτοσικλετιστή με το «Πετάει πετάει ο ποδηλάτης». Όλα μπορούν να πετούν με το υδρογόνο της έμπνευσης.
Στο εξώφυλλο- εξώθυρο της συλλογής φωτογραφία του πατρικού σπιτιού του συζύγου της πριν κατεδαφιστεί. Το σπίτι-σώμα, περίβλημα και έμβλημα, αρχετυπικό σύμβολο της υπαρξιακής ποίησης (εμπλουτισμένη με κοινωνική ματιά) που διακονεί πιστά η ποιήτρια με τον προσημαίνοντα αλλά και ελκυστικό τίτλο Σεντόνια της αγρύπνιας που επιτονίζεται με το μότο αντίστιξης «Μαύρη Θα είναι πάντα η νύχτα στα βουνά/μα οι κάμποι θα ‘χουν πάντα χαμομήλια», από το ποίημα της συλλογής «Λύπη απαστράπτουσα» (να ένας ακόμα έμμεσος ορισμός της ποίησης). Ο ανθηρός 15σύλλαβος κελαρύζει μυστικιστικά στις κατεβασιές των στίχων της, κάποτε με σολωμική καθαρότητα («Νερά φανταστικής βροχής τόξα ουράνιας μνήμης»). Ποίηση κατάφορτη από σύμβολα (νερό, ρολόι, καθρέφτης, φεγγάρι) με θέα στη «σιωπηλή χαράδρα του θανάτου, ή μπροστά στη θάλασσα να διαβάζεις Αλέξη Τραϊανό», λελυπημένη και ταυτόχρονα αυτοπαρηγορητική, συγχρονική και διαχρονική, που σημαίνει κι αποτυπώνει σε slow motion το χρονικό της φθοράς, αλλά και υπερασπίζεται την αγάπη, ενώ «από το βάθος αναθρώσκει η εξουσία η εξουσία του τίποτα». Ποίηση έμφυλη, λιτός ύμνος στη μητρότητα, με πίδακες μελαγχολίας, με ευτυχείς συζεύξεις («Μελαγχολία αναρριχώμενη» κ.ά.) και άλλα θαμπωτικά, μπακίρια και ασημικά.
Χαίρε αγρυπνούσα Μαρία, χάριτες σου οφείλουμε για τα ρόδα και δώρα της καρποφόρου αγρύπνιας σου.

Ο Γιάννης Κουβαράς είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας

 

 

Ντάντη Σιδέρη-Speck Ένα φιλί που ακόμη ευωδιάζει

Σεντόνια της αγρυπνίας

«ΠΟΙΗΣΗ» No 28 Δεκέμβρης 2006

Διαβάζω κατ’ επανάληψιν τα τελευταία ποιήματα της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, ιριδίζον απόσταγμα πολυετούς πορείας στην ποίηση.
Ο εξομολογητικός της λόγος, αποτιμήσεις ενός μακρού βίου στη σκέψη και στην αίσθηση, ανασύρει από τη μεγάλη μοναξιά που χαράζει οδυνηρά το σώμα της ψυχής εικόνες, αισθήματα, στοχασμούς.
Κανένας στίχος, κανένα ποίημα δεν μπορεί ν’ αφαιρεθεί απ’ αύτη τη συλλογή, που λειτουργεί σαν φούγκα, με τα θέματά της να επανέρχονται, δημιουργώντας εικόνες μεγάλης ομορφιάς και μουσικής καθαρότητας. Μια φούγκα πού αρχίζει με θέμα τον έρωτα, με τ’ αποτυπώματα της νύχτας στα «σεντόνια της αγρύπνιας» και κλείνει με τον στίχο «η αγάπη δεν είναι παίξε γέλασε».
Οι λέξεις, με οπτικό και ακουστικό σχήμα ώριμου ποιητικού λόγου, φτιάχνουν πλέγμα πυκνό πού αφήνει ρωγμές στον αναγνώστη να διεισδύσει στα βιωματικά νοήματα και να κάνει τη δική του ταύτιση η σχετικοποίηση εμπειριών.
Ως ρεύματα υπόγεια κυκλοφορούν τα βασικά της θέματα, ο έρωτας και ο
αντίπαλος-θάνατος που άλλοτε συναντώνται και συνομιλούν και άλλοτε χάνονται στη σιωπή τους.
Την τραγική διάσταση έχει ο έρωτας. Ο έρωτας που οδηγεί στην «αιώρηση πάνω από το χάος» ή «οδεύει κατά τον γκρεμό να πέσει του θανάτου». Ο θάνατος ο «πανταχού παρών» είναι η πραγματικότητα και μόνο ως τέτοια αποδεκτή, χωρίς αντιπαραθέσεις μεταφυσικής παραμυθίας. Ο θάνατος αναφέρεται, συγκεκριμένα σε δεκατρία ποιήματα της συλλογής, δεν περιγράφεται. Η ποιήτρια τον αντικρίζει νηφάλια ως το αυτονόητο αλλά αμετάκλητο τέλος, τον δέχεται όπως τον ύπνο, αλλά έναν ύπνο χωρίς όνειρα, έτσι φυσικά, απλά, όπως υπάρχει.
Το ποιητικό εγώ παρακολουθεί τη φθορά πού επιφέρει ό ανηλεής χρόνος, τη συνεχή παρουσία της απουσίας του Άλλου, το διαβρωτικό πάθος, το τίποτα. Παρατηρεί, λοιπόν, η ποιήτρια και καταγράφει με γλώσσα συχνά σκληρή ή και μέ αυτοσαρκασμό, με τόλμη και ευθύτητα, χωρίς συναισθηματισμούς, αντίθετα με λυρικό ρεαλισμό, τη δική της αντίληψη του κόσμου.
Ομολογεί την απόγνωση του ποιητή που «είχε πιστέψει κάποτε σε μια άρχουσα τάξη αγγέλων» και τη βλέπει να μεταμορφώνεται σε στρατιά με

Εφ’ όπλου λόγχη αντί φτερά
Στόματα παραμορφωμένα από φρίκη
Μάτια άδεια από φως – νεκρά

Και με «μολύβι ματωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα» αντικρίζοντας το γκρέμισμα της κάθε πίστης, της κάθε ψευδαίσθησης, ρωτάει: «ποιητή τι θα γράψεις τώρα;».
Ακολουθώντας από το πρώτο ποίημα τον νοηματικό μίτο πού διαπέρνα όλη τη συλλογή, επισημαίνω την εμμονή της ποιήτριας στην αφετηρία και τη μόνη δικαίωση της ζωής, τον έρωτα. Το αποτύπωμα του στα «Σεντόνια της αγρύπνιας»:

Μ’ αρέσει ν απλώνω τα ρούχα ατό σκοινί […]
Λευκά συντρίμμια στη στρόφιγγα στο ατσάλι

πού τούς εύχεται γενναιόδωρα, κι ας βαίνει η ίδια προς τον χειμώνα:

Γένοιτο το θέλημα του καιρού κι ας χειμωνιάζει
Κι ένα αεράκι καλός οιωνός να στεγνώσει
Τα δάκρυα της νύχτας τ’ αλμυρά φιλιά

Στο επόμενο ποίημα, η αγρύπνια είναι αγρυπνία, όπου στον ύπνο της «Άγγελοι ξενυχτούν με βραχνιασμένα ωσαννά».
Και αναρωτιέται κάθε πρωί που αναδύεται απ’ τον ύπνο, τον αδελφό του θανάτου:

Κάθε πρωί πού σηκώνομαι απ’ το θάνατο
Και δεν ξέρω πόσο ψωμί πόσο νερό μου ανήκει
Πόση φωνή μου απόμεινε για το αινεσάτω τον Κύριο

Ομολογώντας το «ουδέν οίδα» για τη χρονικότητα της ύπαρξης, για το τέλος που φέρουμε μέσα μας, για το «γίγνεσθαι, του αίματος, το πορφυρό ψέμα»:

Ποιος βλέπει την άμμο και τον άνεμο
Ν’ ανακατεύει τον καιρό ως τη λάσπη
Δεν είδα τίποτα εγώ δεν ξέρω
Φωνάζει ο νεκρός μου απ το βυθό

Και τη μόνη γνώση που η ποιήτρια εννοεί, τη γνώση του σώματος:

Και μόνο μια κρυφή αστραπή
Φέγγει ανάστροφα ένα σώμα να κυλιέται
Σε μια ύστατη λαχτάρα – τούτο μόνο

Ένα σώμα πού πέφτει
Σ’ ένα κρεβάτι σκοτεινό κι ανυπεράσπιστο

Για να λάμψει
Ήσυχα […] στον καταρράχτη μιας κραυγής

Για να υμνήσει, τέλος, το σωτήριο πάθος που μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε «ένδοξα» τον θάνατο μας. Παραθέτω αυτό το ωραίο ποίημα:

ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
«Ένα νερό στο πλάι του δροσιά μες στη φωτιά τον
Γάργαρο φως που πάει στο χώμα αστράφτοντας
Γυμνός να πλένεται στο μύρο στο άγιασμα
Γυμνός τυφλός να λέει την προσευχή τον στ’ άγρια δάση

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα
Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του
Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου

Οι ποιητές στην ωριμότητα τους, εννοώ ηλικιακά, εάν δεν έχουν «εγκαταλείψει τήν ποίηση» αναφέρονται όλο και πιο πολύ στον θάνατο. Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, ενώ ονοματίζει σε δεκατρία της ποιήματα τον θάνατο, το θέμα της παραμένει ό έρωτας.

Μάθε μου να υποφέρω ένα χειμώνα σκληρό

Τον αντικρίζει μέχρι το βάθος του που είναι η άρνηση της ανταπόδοσης του πάθους.

Κάθε πάθος γερνάει χωρίς τα δώρα της ανταπόδοσης
Κάθε πόθος πέφτει μες στο δικό του το θάνατο

Και με πλήρη επίγνωση αυτής της μεγάλης ψευδαίσθησης, καταλήγει:

Κι εσύ δεν μου δίνεις παρά τη λάμψη που μέσα της
Μεγαλουργεί το σκοτεινό σου βλέμμα και τη σβήνει

Και σαν άνθρωπος που ευτύχησε να δει

έστω κρυφά
Το σπίτι που όλο γέλια
Πήγε εκδρομή σ’ εκείνο το λιβάδι

επιμένει στη μαγεία της πλάνης:

Να πάω εκεί που η τέρψη ενός μύθου μ’ έχει ξεγελάσει
Ίσως χαρώ την πλάνη που έρχεται κρυφά κι αθόρυβα
Σαν μια πλανεύτρα μουσική κι ίσως μία νέα περιπλάνηση
Ν’ αφήσει την αφή της πω θλιμμένη πάνω στο κορμί μου

Και αναζητάει ακόμη το νέο, το καινούριο, γιατί:

Το καινούργιο είναι πάντα καινούργιο
Έστω μια νέα βροχή μια λάσπη έστω

Προτρέπει εαυτήν, λοιπόν:

Πάρε έναν άλλο δρόμο ένα νέο καημό

Και εύχεται με ολόκληρη τη συνείδηση του «τίποτα»:

Ένα καινούργιο φως να σε προσέχει
Την ώρα πού αναπαύεσαι στο χάος

Και η μια μέρα την άλλη διαδέχεται που μας οδηγεί στο τέλος των ήμερων μας.

Για μένα είναι που άλλη μια μέρα άσπρη
Μπαίνει και κάθεται δίπλα μου με πρόσωπο τεφρό

Και άλλου:

Ο νεκρός έχει το αίμα σου έχει τη μελαγχολία σου

Και πάλι ό έρωτας, ο έρημος έρωτας:

Σατανική μελαγχολία της αγάπης
Ο έρημος έρωτας τυμβωρυχούμενος
Δεν λέει να κλείσει το παλαβό τον μάτι

Ο έρωτας με την προδοσία του τέλους που ελλοχεύει μέσα του, γιατί:

Ποιος πιστεύει σ’ ένα φιλί πού ακόμη ευωδιάζει [•••]
Από ώρα σε ώρα κι από φιλί σε φιλί
Δεν ξέρεις τί φίδια θα φυτρώσουν στην αυλή σου

Και ό θάνατος και ή λαχτάρα της ομορφιάς:

Εκεί που θα ‘μαι -είπες- τουλάχιστον να βλέπω
Από μια τρύπα σκοτεινή ένα άσπρο φεγγαράκι.

Θλίβομαι όταν διαβάζω αυτά τα ποιήματα. Και ή θλίψη θέτει σε κίνηση τη διαδικασία του δημιουργικού στοχασμού, τη διάθεση του αναγνώστη να συνεχίσει μέσα του το ποίημα, να γίνει ο κλέφτης που θα αρπάξει «τα αγαθά» του ποιητή, «την μελαγχολία του την αναρριχώμενη ως τον έβδομο όροφο χωρίς ουρανό» και την «ουράνια του κραυγή πάνω στα χείλη».

 

 

Μαρία Κουγιουμτζή
Σεντόνια της αγρυπνίας

«ΕΝΕΚΕΝ» επιθεώρηση πολιτισμού φθινόπωρο-χειμώνας 2007

Στα Σεντόνια της αγρύπνιας, η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου συνεχίζει το Σαλκίμ, την προηγούμενη ποιητική της συλλογή (Νεφέλη, 2001). Αν και όλη η ποίησή της είναι μια συνέχεια, μια πορεία του ίδιου ανθρώπου, που διατηρεί το ίδιο βλέμμα, την ίδια φανταστική κύλιση μες τη ζωή, την υπαρξιακή πάλη ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα, με το Σαλκίμ όμως και τα Σεντόνια της αγρύπνιας, εγκαθίσταται πιο βαθιά μέσα στο δέος των χαμένων, στη φανταστική είσοδο τους στον καθημερινό οικείο κόσμο, αναγνωρίζοντας την φρίκη της φθοράς, το βίαιο χέρι του χρόνου που κακοποιεί το σώμα και τα αισθήματα, χέρι που άλλοτε σέβεται, σκύβει και φιλά κι άλλοτε αποστρέφεται με έξαρση.
Κι όλα αυτά μεγεθύνονται τη νύχτα. Τη νύχια που τα σεντόνια υγραίνονται από τον έρωτα ή από την αγωνία του θανάτου. Τα σεντόνια της αγρύπνιας, ιδρωμένα, χαρτογραφούν οράματα, τον τρόμο της συνείδησης που προσπαθεί να ξυπνήσει, να διώξει τον εφιάλτη ή να τον αποδεχτεί.
Θα πέσω απόψε πάλι θα βυθιστώ / Σ’ ένα κρεβάτι σκοτεινό κι ανυπεράσπιστο / Σε μια αγρυπνία σε ναό αραχνιασμένο / Μες στο κουκούλι θα ‘μαι μέσα στο μετάξι / Μες στην ασπράδα ένα σκουλήκι μυθικό / Απ’ τα ερείπια του μέλλοντος μου θα εγερθώ/ Σαν κόκορας σαν κάργα σαν κροταλίας θα κράξω/ Σαν το βαμβάκι το χιόνι το γλαυκό νερό/ Ήσυχα στον κουρνιαχτό θ’ ανοίξω τα φτερά μου/ Ήσυχα στον καταρράχτη θα λάμψω μιας κραυγής.
Τη νύχια φαίνεται να ζει μια δεύτερη ζωή, μια κόλαση, άντρο δαιμόνων το κρεβάτι της, ό,τι η ψυχραιμία της μέρας καταγράφει, η νύχτα διεκδικεί το ρίγος της καταστροφής της. Τη νύχτα ζει τους θανάτους που η μέρα αρνείται. Ανάμεσα στη διεισδυτική παρατηρητικότητα της μέρας και τον άγρυπνο έλεγχο που απορρέει απ’ αυτήν, και στην ασύνειδη επώδυνη και νοσηρή ζωή της νύχτας, όπου η φαντασία γεννάει φαντάσματα και τρόμους, / Είδα στον ύπνο μου πώς τρελαίνονται εκεί τα σκουλήκια / Πώς ξενυχτούνε άγγελοι με βραχνιασμένα ωσαννά / Πώς σέρνονται πηχτά νερά /…η απόστασή της από τον κόσμο είναι μια πόρτα που ανοιγοκλείνει διαρκώς σε χαώδεις διαδρόμους ή σε ερωτικές ταυτίσεις.
Τι με συνδέει μ’ αυτό το πλήθος το παράλογο/ Που δεν απομακρύνεται απ’ τη μικρή ζωή μου/ Ή μήπως εγώ εγκατέλειψα τους γείτονές μου/ Μήπως εγώ τους πρόδωσα με δύναμη ανεξήγητη/Πότε έκλεισα τα παράθυρα πότε τράβηξα τις κουρτίνες / Ή μήπως εκείνοι «μ’ έκλεισαν από τον κόσμο έξω» / Μ’ ένα γελοίο πρόσχημα ότι πολύ τους παίδεψα/ Ότι πολύ τους κοίταξα κρυφά πίσω απ’ το τζάμι.
Αλλού: / Κάθε άνθρωπος έχει έναν άλλο άνθρωπο/ Να του σηκώνει το σώμα τα ξύλα το σταυρό/ Να του σηκώνει τη βαριά σκιά του../Το θάνατο του να σηκώνει εν τη ζωή και πέραν/αποκαθήλωση ερωτική/…
Το διπλό της σχέσης της με τον κόσμο, τα πράγματα, τον εαυτό, τη μέρα-νύχτα, τη ζωή και τον θάνατο, εμφανίζεται πολλές φορές στο ίδιο ποίημα. Η ανατροπή άλλοτε στάζει μέλι κι άλλοτε πίκρα «υγρή
ως το κόκαλο».
Κάθε που βγαίνει ο ήλιος το πρωί/ Κι εσύ τινάζεις τη σκόνη από τον ύπνο σου/ Τον εφιάλτη το πλάνο όνειρο τη νυχτικιά σου / Γέρνει απ’ το μπαλκόνι σου μια νέα σημαία /Κόκκινο άρωμα γαλάζιο πράσινο φτερό / Τι ξεσκονίζεις κάθε μέρα τη φωτογραφία σου / Πάρε έναν άλλο δρόμο έναν νέο καημό / Ακούμπησε το χέρι
στου ναού σου την μετόπη / Στην πρωινή προσευχή των κοριτσιών που κλαίνε /Είναι ένας όχλος που βοά σαν άγριο κύμα/ Κι είναι μια νέα πάντα επαγρύπνηση / Ένα καινούριο φως να σε προσέχει /Την ώρα π αναπαύεσαι στο χάος.
Κι άλλου: Όταν με το κατάσαρκο πάθος σου / Κοιτάζεις το μικρό παιδί να έρχεται με δώρα χρυσά / Απ’ τους αγρούς τις πεδιάδες τα φαράγγια / Η καρδιά σου μέσα στο γάλα τρυφερά αγιάζει.
Κι ενώ όλα τα περιμένει η ερήμωση, η ερωτική διάθεση της ζωής επιμένει στη δύναμη της φαντασίας, της φασματικής προσέγγισής της, ίσως γιατί εκεί υφίσταται τις μεταμορφώσεις που ο έσω χρόνος του σώματος οικοδομεί ως δύναται αυτός και ως αντέχει.
Κάθε άνθρωπος πρέπει να χει ένα πάθος κρυφό! /Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα/ Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του/Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου
Κράμα απελπισίας και γενναιότητας βλέμμα αιχμηρό ακόμα κι όταν προσπαθεί μέσα στη λογική να καθίσει, να γευτεί την καθημερινή ανάσα κι έχει ικανότητες να το κάνει, να παραδοθεί, όμως αυτό που η φαντασία ως δώρο της προσφέρει, ασύνειδα την απειλεί, η σκιώδης ύπαρξή της δεν αντέχει την ενσάρκωση.
Διχασμός επώδυνος που την εξαναγκάζει άλλοτε να ορμά με πάθος πάνω στη ζωή, να ρουφά το κελαριστό μεδούλι της, κι άλλοτε να πετάει σαν σκύβαλα, ό,τι ερωτικά απόλαυσε, εξάντλησε, με μια συνείδηση ακαριαία, ενστικτώδη, πέρα από λογικότητα και ηθική. Ατόφια, άμεση, καθαρή, και γι’ αυτό πολλές φορές επιθετική ή τρυφερή, αυτόματα. «Απάνω του ουτιδανέ κολυμβητή/ Σημάδεψε το το τανκ με τη σημαία/ Το τραγί με τα φώτα που κοπρίζει την άσφαλτο/ Οδόντα αντί οδόντος μάγκα μου/ Οφθαλμόν αντί οφθαλμού μάτια μου».
Κι ενώ πολλάκις αφήνεται εξαίσια να παρασυρθεί, από τη δύναμη της φαντασίας που εμπιστεύεται και συγχρόνως δυσπιστεί, η πραγματικότητα εισβάλλει με άγρια περηφάνια και πίκρα.
Για μένα παίζει η μουσική εξαίσια / Για μένα αστράφτουν οι καθρέφτες ταραντέλες / Οι κουρτίνες δαντελένιες πίσω απ’ το χιόνι / Τρέμουν στο άγγιγμά σου το ψυχρό. Για μένα μπαινοβγαίνει ο ωραίος σερβιτόρος / Γυρνάει αφηρημένος προς το παράθυρο-γερνάει μεμιάς / Τι κοιτάζει ο νέος που εγώ δεν βλέπω; / Το υποχθόνιο χιόνι; Ή ένα χελιδόνι; / Για μένα είναι που άλλη μια μέρα άσπρη / Μπαίνει και κάθεται δίπλα μου με πρόσωπο τεφρό.
Η Αγαθοπούλου δεν κατέληξε σ αυτό το αντιμέτωπο βλέμμα λόγω ηλικίας, το εμφάνισε από τις πρώτες της συλλογές. Στις «Διασταυρώσεις», συλλογή του 1965, λέει: Κάποτε θα είμαστε σαν δυο τραίνα / Σε μια διασταύρωση / Που μόλις προφταίνεις να φωνάξεις / «καληνύχτα» / Να δεις το πρόσωπο του άλλου/ Πίσω απ’ το αχνισμένο τζάμι. / Καμιά χειραψία / Σε κανένα ποτήρι δεν θα εφαρμόζουν / Τα καπνισμένα δάχτυλά μας / Θα μαυρίζουμε από άλλο κάρβουνο.
Υπάρχει ένα παιχνίδι ερωτικό με τη φθορά, τον χρόνο, τον άλλον, την ηδονή, τον κόσμο. Κι ενώ ο έρωτας απαιτεί το πλησίασμα και το κατορθώνει, πάνω στο παιχνίδι η συνείδηση του εγώ, σαν μικρό παιδί ενεργώντας αυτόνομα δίνει μια και σπάζει το αντικείμενο του παιχνιδιού. Η πράξη αυτή πέρα απ’ την περιέργεια, ενέχει την ενδόμυχη μετάφραση του τέλους, της καταστροφής. Την προβιώνει ασύνειδα, παράλογα και επιθετικά. Αυτές τις ανεξέλεγκτες κινήσεις του ενστίκτου, των αισθημάτων και των αναγκών μας η Αγαθοπούλου τις μετατρέπει σε ποιητικό γίγνεσθαι. Αυτή η άυλη αμετάφραστη ανάσα της ποιητικής ουσίας μορφοποιείται χάριν της ευστοχίας αλλά και της αφρίζουσας φαντασίας της ποιήτριας, σε ζωή. Αυτή είναι η παρηγοριά που προσφέρει ένα λογοτεχνικό κείμενο, όταν καταφέρνει να μεταφράσει τον εαυτό του και τον κόσμο, έτσι που να γίνεται αναγνωρίσιμο, είναι αυτή η αναγνώριση που ματαιώνει τη μοναξιά, καθώς ένας άλλος συμπάσχει εξίσου και με τα ίδια πράγματα.
Ο τρόπος που χρησιμοποιεί τις λέξεις η ποιήτρια, κατορθώνει την επανάκτηση των χαμένων, την ανάστασή τους. Προσωρινή ανάσταση, αλλά παρηγορεί. Ίσως είναι αυτό το αθάνατο φορτίο που μεταφέρουν οι λέξεις. Είναι δική τους ιδιότητα και στον ποιητή εναποτίθεται να την ενεργοποιήσει. Το είναι των λέξεων ακόμα κι όταν το παράλογο ομολογούν, σε υποβάλλει να το αισθανθείς και να το εννοήσεις. Πέραν λογικής και αμετάφραστο. Σ’ αυτόν τον παράλογο χώρο, «Καλύτερα ο φαφούτης να τρώει τις σάρκες του / Αμάσητη να καταπίνει την αιωνιότητα που του πέφτει» υπάρχει μια έξαρση ηδονική, μια απόλαυση του αφύσικου, που εξαιτίας αυτής της κατάστασης, επαγγέλλεται ζωή. Είναι αυτός ο διαρκής αγώνας να γευτούμε το ανύπαρκτο, να το ψαύσουμε, το απόλυτο που δεν διαθέτουμε κι όμως απαιτούμε. Κι εντελώς παράλογα ελπίζουμε. Κι αυτός ο έρωτας μας γνέφει από μακριά και μας υπόσχεται. Ας έχουν γκρεμιστεί όλα γύρω μας, ας καπνίζουν τα ερείπια, αυτός ανασαίνει μέσα στο μυαλό μας.
Μικρές αγαπημένες καταθλίψεις /’Έκπτωτες αγιότητες / Σατανική μελαγχολία της αγάπης / Ο έρημος έρωτας τυμβωρυχούμενος / Δεν λέει να κλείσει το παλαβό του μάτι.
Έχει ηδονή η απελπισία όταν ποιητικά εκφράζεται. Μια λύπη είχα λευκή απαστράπτουσα / Για το σπίτι για το δρόμο για το αρνάκι μου / Για σένα είχα το μαύρο της νυκτός που πήγαινε / Τρεχάλα με το κάρο τρελό άλογο που ‘χει / Και δεν ψηφά το τρίξιμο του ξύλου τη βαθιά σχισμάδα / Οδεύει κατά τον γκρεμό να πέσει του θανάτου.
Νομίζω πως η Αγαθοπούλου μιλάει με το σώμα της κι όχι με το μυαλό της. Μιλάει απ τα έγκατα του ενστίκτου της, γι αυτό κι ο λόγος της έχει συνοδηγό την φαντασία, την απρόσμενη έκπληξη, για να πει μεταφορικά ό,τι απτά αισθάνεται.
Δεν το καθορίζει, το ορίζει. Επισημαίνει τα χαρακτηριστικά της ύπαρξης. Τις βασικές κινήσεις της. Φυσικά πάνω στο σώμα της λέξης. Εκεί εδράζεται η ικανότητά της. Στην ευφυΐα της λέξης, που την ενεργοποιεί, γιγαντώνει την ικανότητά της να σου αποκαλύπτει τα αμίλητα, τα σκοτεινά, τα μες τη μήτρα της εγκυμονούντα βήματα της συνείδησης. Στον εφιάλτη της νύχτας, στα άγρυπνα σεντόνια που σκεπάζουν τερατώδεις ενοχές, απελπισίες, τον ανεξέλεγκτο φόβο του θανάτου. Παράλογα, ερωτικά, ανάμεσα στην πτώση και την απογείωση, οι λέξεις της συνειδητοποιούν τον εαυτό τους και την ύπαρξή τους μέσα στο . ανθρώπινο σώμα και την ανθρώπινη ψυχή. Εκκολάπτονται και εκκολάπτουν βιώματα σιωπηλά, περιπλανήσεις του εαυτού στη διαρκή ανατροπή του, στο πάσχον και το ευδαίμων του υπάρχειν.
Λιγωμένο απόβραδο της Σαλονίκης / Τι πήγες κι έκατσες στου πατέρα μου το μνήμα / Ακόμα φέγγεις λιγνό φεγγάρι / και σε κοιτάζει ο γέρος μου εκστατικός / …Δικό του το μονοπάτι όπου υπνοβατεί / Δικός του ο θάνατος που ξωπίσω του τρέχει / Ζιγκ ζαγκ με τα ματογυάλια στη μύτη / Μια ζάλη είναι η μέρα μια γυναίκα ερωτιάρα / Η νύχτα μια μελαγχολία μαυριδερή /Και τις δύο τις απαύτωσε με την ψυχή του.
Σαν να είναι ένοχος ο άνθρωπος, δέχεται τον θάνατο ως πληρωμή για την ύπαρξή του. Είναι μια ενστικτώδης γνώση του κυττάρου, που από την ανυπαρξία γεύεται την ύπαρξη και ξέροντας πως . από ‘κει που ξεκίνησε εκεί θα καταλήξει, δεν μπορεί να χαρεί κι ας το επιθυμεί κι ας τρέχει σαν τρελό ξωπίσω στη ζωή, γνωρίζει. Αμίλητα, σιωπηλά, το κύτταρο το ξέρει κι όμως συνεχίζει.
Υπάρχει αυτή η ζωή όλο λαχτάρα / Απ’ το πρωί ως το βράδυ λατρεμένο σώμα / Σε κερνάει γκαζόζα μανταρίνι μήλο / Μες στα εξαίσια χαμάμ σε εξαγνίζουν / Γριές με κρεμαστά βυζιά και αδειανά κεμέρια / Πάνω σε μάρμαρα με τρίφτες και σαπούνια / Φυραίνει ο καημός κι ο άγγελος μες στ’ αχνιστά νερά χορεύει.
Είναι εμφανές πως η ποιήτρια δε στερείται επιθυμίας, ζωντάνιας, λαχτάρας ερωτικής, όμως ταυτόχρονα γνωρίζει και περιγράφει το μάταιο της ανθρώπινης ύπαρξης, των ανθρώπινων αισθημάτων, που, αδύναμα, υποκύπτουν στην ανασφαλή τους θέση. Κι όλ’ αυτά με μια γλώσσα πάλλουσα, διεισδυτική, ερωτική, ηδονική, εφιαλτική, ντόμπρα, ασπαίρουσα μέσα στα δίχτυα της φαντασίας, ζωντανή και πένθιμη, αποκαλυπτική.
Ένας χαμάλης είμαι ένας καμπούρης / Με το κεφάλι χωμένο στο χώμα / Ένας χυδαίος υβριστής ένα ρεμάλι / Καταλαβαίνεις τι εννοώ.
Ίσως είναι η αντίδραση της ενοχής, γιατί ξέρουμε πως όχι απλώς αναζητούμε το μάταιο άλλα ότι ζητούμε αυτό που δεν μπορούμε να δώσουμε. Κι ο μόνος τρόπος να γευτούμε τα ίχνη του είναι η Τέχνη, η Γλώσσα. Αυτό μας χαρίζει η Ποίηση, αυτό υπηρετεί η ποιήτρια Την ψευδαίσθηση της διάρκειας του εφήμερου. Την ηδονή και τη βάσανο του. Την κατάφαση σ αυτό που συμβαίνει, πέρα από μας, μαζί με μας. Μαύρη θα είναι πάντα η νύχτα στα βουνά Μα οι κάμποι θα ‘χουν πάντα χαμομήλια.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s